<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Fri, 11 Sep 2026 18:30:30 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.18</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΟΝΤΙΚΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/09/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/09/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 10 Sep 2026 19:16:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23127</guid>

					<description><![CDATA[Η Παναγιώτα Ποντίκα γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι φοιτήτρια στο τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών ΑΠΘ. Διαβάζει και γράφει ποίηση και ετοιμάζει για έκδοση τη πρώτη της ποιητική συλλογή «Ανθός» που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Επίσης ασχολείται με το πιάνο και τους παραδοσιακούς χορούς. ΑΝΘΟΣ (2026) ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Έρως ΕΡΩΤΑΣ Έρωτας είναι τα χρώματα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/09/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΟΝΤΙΚΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Η Παναγιώτα Ποντίκα γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι φοιτήτρια στο τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών ΑΠΘ. Διαβάζει και γράφει ποίηση και ετοιμάζει για έκδοση τη πρώτη της ποιητική συλλογή «Ανθός» που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Επίσης ασχολείται με το πιάνο και τους παραδοσιακούς χορούς.</p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΘΟΣ (2026)</strong></h4>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Έρως</strong></h6>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Έρωτας είναι τα χρώματα του ουρανού<br>Που μόνο εσύ μπορείς να δεις όταν αυτός είναι συννεφιασμένος.<br>Οι ήχοι της φύσης που ακούς όταν υπάρχει σιωπή.<br>Η δροσιά που νιώθεις τα καλοκαίρια<br>Και η ζεστασιά που μόνο εσύ βρίσκεις τον χειμώνα.</p>
<p>Η ζωή που ακόμα δεν έχεις ζήσει.</p>
<p>Έρωτας είναι η ζωή που ακόμα δεν την έχεις ζήσει.</p>
<p>Έρωτας είναι η πρώτη σκέψη που κάνεις<br>Όταν ξυπνάς.<br>Η πρώτη μυρωδιά που θυμάσαι.<br>Το πρώτο άγγιγμα που σου έρχεται στο μυαλό.<br>Το αίσθημα γαλήνης που σου προσφέρει και μόνο η θύμηση.</p>
<p>Έρωτας είναι η αγκαλιά στην οποία θέλεις να βρίσκεσαι συνέχεια<br>Κι ας μην την έχεις νιώσει ακόμα.</p>
<p>Είναι ο καύσωνας.<br>Η καταιγίδα.<br>Η πλημμύρα.<br>Η φωτιά.<br>Η αρχή της αναγέννησης.</p>
<p>Είναι η δημιουργία μιας νέας ταυτότητας.</p>
<p>Είναι η δημιουργία.</p>
<p>Έρωτας είναι πίστη.<br>Η πίστη στο αληθινό.<br>Στο απροσδιόριστο αλλά πολύ καλά προσδιορισμένο <br>Από τον καθένα μας, για τον καθένα μας και μόνο.</p>
<p>Η ασταμάτητη αναζήτηση.<br>Το αδιάκοπο ενδιαφέρον.<br>Έρωτας είναι η σιωπή<br>Και η κραυγή.</p>
<p>Έρωτας είναι και η αδιάκοπη λειτουργία της φύσης.<br>Δεν εξαντλείται ποτέ<br>Κι ας δουλεύει ασταμάτητα.<br>Αυτό είναι έρωτας.<br>Αυτή τη δύναμη έχει.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΗΣΙ</strong></h5>
<p>Βραδάκι.<br>Οι ήχοι του νησιού φτάνουν στη βεράντα μου<br>Με τη συνοδεία μοσχοβολιστού λουλουδάτου και ιωδιούχου αέρα <br>Πασχαλιές<br>Γλυκό, φρέσκο άρωμα<br>Μεθάω σα να πίνω βαρύ ποτό</p>
<p>Το θρόισμα των φύλλων<br>Γεμίζει τη σιωπή<br>Και τα παγάκια μέσα στο ποτήρι που κρατώ<br>Δροσίζουν τα δυο μου χέρια</p>
<p>Η ξύλινη καρέκλα στην οποία βυθίζομαι<br>Είναι μεγάλη<br>Χωράει τα πόδια μου σταυρωμένα μέσα σ’ αυτήν<br>Το κορμί μου παραδίνεται και η ψυχή μου ταξιδεύει</p>
<p>Ταξιδεύει στη φαντασία μου<br>Περιηγείται τα στενάκια της<br>Τρομάζει και γαληνεύει</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Σκέψεις</strong></h6>
<p></p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΩ ΞΑΝΑ</strong></h5>
<p>Αποτυπώνω τη ψυχή σε λέξεις<br>Για να παίξω με τους κανόνες του μυαλού<br>Για να μπορέσει αυτό λίγο να την καταλάβει</p>
<p>Έντονος παλμός η γραφή<br>Ταχυκαρδία από την επιθυμία σου να<br>μεταδόσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά<br>που μέσα στο μυαλό σου τριγυρνάν</p>
<p>Αίσθημα αναπάντεχα κουραστικό<br>όμως και ανακουφιστικό αντάμα<br>Εξουθενωτική γαλήνη<br>Αγνή ερωτική ηδονή<br>Αίσθημα σκλαβιάς μα πλήρους ελευθερίας</p>
<p>Και όταν επέρχεται η τρικυμία<br>Απόλυτη πλέον γαλήνη<br>Χαρά και ευτυχία<br>Αναγέννηση</p>
<p>Αναγεννησιακή ομορφιά η ψυχή σου μετά<br>Καθαρή</p>
<p>Έχεις ξεπεράσει κάθε εμπόδιο<br>Δε θυμάσαι καν πιο ήταν αυτό<br>Καμία δυσκολία <br>Καθαρή ζωή</p>
<p>Ζωή μεταφυσική στον πραγματικό κόσμο<br>Πραγματική ζωή<br>Ελεύθερη από οποιοδήποτε δεσμό, φόβο,<br>λάθος<br>Καθώς έστω και προσωρινά εκπλήρωσες<br>το πάθος</p>
<p></p>
<h5><strong>ΛΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ</strong></h5>
<p>Αν άφηνες τις σκέψεις σου ελεύθερες<br>Θα έφευγαν αυτές για το πιο μεγάλο ταξίδι<br>Προορισμό δε θα είχαν<br>Αλλά θα γύριζαν τον κόσμο ολόκληρο</p>
<p>Ίσως<br>να στάθμευαν κάπου προσωρινά<br>Σε σοκάκια νησιώτικα θα μπορούσαν οι ίδιες<br>Γυρνάν.<br>Σε παραλίες εξωτικές να κολυμπάν.</p>
<p>Ίσως πάλι,<br>Σε δρομάκια σκοτεινά να τριγυρνάν<br>Σε σπίτια περίεργα να φιλοξενούνταν<br>Μπορεί και σε μεγάλες λεωφόρους τα<br>αμάξια να τις πατούσαν!</p>
<p>Σε χίλια μέρη,<br>Χίλιες γεύσεις θα δοκίμαζαν.<br>Εκατομμύρια μυρωδιές να οσφρίζονταν.</p>
<p>Να μεθούσαν από γλύκα.<br>Από χορό και τραγούδι.<br>Από λευτεριά. </p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Στου ανθρώπου το μυαλό μια τρικυμία<br>Μα οι νότες του πιάνου<br>Κρυφά κουπιά<br>Στη θάλασσα αυτή.</p>
<p>Γαντζώνεται το κάθε συναίσθημα<br>Πάνω από μια νότα<br>Για να επιβιώσει.<br>Κι επιβιώνει. Σώζεται.</p>
<p>Πιάνουν τον πόνο από το χέρι <br>Και τον φέρνουν βόλτες στα όμορφα νησιά.<br>Τον στριφογυρνάν γύρω απ’ τα δέντρα<br>Κι αυτός ζαλίζεται</p>
<p>Του δείχνουν τα ανθισμένα λουλούδια<br>Κι αυτός μεθά<br>Τέτοια γλύκα δεν είχε ξανασυναντήσει<br>πουθενά.</p>
<p>Τον πιάνει απ’ το χέρι<br>Και τον ξεναγεί σε μέρη<br>Πρωτόγνωρα.<br>Λαμπερά και φωτεινά.</p>
<p>Επαναφέρουν την αγνότητα<br>Στο πρόσωπο του.</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: ΑΝΘΡΩΠΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΣ</strong></h5>
<p>Ήταν κάποτε ένα ον.<br>Δε είχε φτερά λένε<br>Μα η ψυχή του τον ταξίδευε σε ολόκληρο τον κόσμο.</p>
<p>Δε γνώρισε τα πάνα<br>Μα το μυαλό του έκρινε<br>Ξεχώριζε και επέλεγε<br>Μάθαινε ότι δεν ήξερε<br>Εξελισσόταν.</p>
<p>Είχε ψυχή με αισθήματα<br>Καρδιά με συναισθήματα<br>Μυαλό με λογική<br>Μπορούσε αλήθεια να σκεφτεί.</p>
<p>Ήταν κάποτε ένα ον<br>Που μεταμορφώθηκε σε πλάσμα μαγικό<br>Τώρα αυτό υπάρχει;</p>
<p>Ήταν κάποτε ο άνθρωπος.<br>Ψυχή. Νους. Σώμα.</p>
<p>Πλέον, έχει αφήσει στον κόσμο αυτό<br>Μόνο τη σάρκα του.<br>Στεγνή. Σκληρή. Ψεύτικη.</p>
<p>Ελπίζω μονάχα<br>Αυτή η ψυχή και αυτός ο νους<br>Να μην εξαφανίστηκαν για πάντα<br>Αλλά αντάμα να ξεκίνησαν ταξίδι λυτρωτικό για έναν άλλον κόσμο<br>Και όταν ανακαλύψουν το μέρος που τους χωρά<br>Να ειδοποιήσουν την κατακουρασμένη σάρκα να πάει να τους βρει. </p>
<p></p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>«Πώς αντέχετε να στερείστε την ανθρωπιά</strong><br><strong>σας άνθρωποι;»</strong></p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΟΒΟΣ</strong></h5>
<p>Να μην είχαν οι άνθρωποι μιλιά<br>Να μην μπορούσαν να εκφράσουν την<br>κακία.</p>
<p>Να μην είχαν οι άνθρωποι μυαλά<br>Να αδυνατούσε να σκεφτούν την κάθε<br>ανοησία.</p>
<p>Να μην είχαν οι άνθρωποι καρδιά<br>Να δικαιολογούνταν η ανικανότητα τους<br>στην αγάπη.</p>
<p>Να μην είχαν οι άνθρωποι ανθρωπιά<br>Θα ήταν η κοινωνία μας&#8230;<br>Όπως ακριβώς είναι τώρα.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>‘Όμως… Μήπως μπορούμε να ανατρέψουμε την κατάσταση αυτή;</strong></p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/09/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΖΙΜΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 20 Aug 2026 21:20:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΖΙΜΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23090</guid>

					<description><![CDATA[Γεννήθηκα και ζω στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στα τμήματα Αρχαιολογίας &#38; Τέχνης και Κλασσικής Φιλολογίας. Εργάστηκα στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά. Κατόπιν διορίστηκα στη Μέση Εκπαίδευση, όπου υπηρέτησα 35 χρόνια. Αν δεν με είχεκερδίσει η εκπαίδευση σχεδόν ολοκληρωτικά, θα αφιερωνόμουν στη μεγάλη μου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΖΙΜΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p></p>



<p></p>


<p></p>
<p>Γεννήθηκα και ζω στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στα τμήματα Αρχαιολογίας &amp; Τέχνης και Κλασσικής Φιλολογίας. Εργάστηκα στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά. Κατόπιν διορίστηκα στη Μέση Εκπαίδευση, όπου υπηρέτησα 35 χρόνια. Αν δεν με είχε<br>κερδίσει η εκπαίδευση σχεδόν ολοκληρωτικά, θα αφιερωνόμουν στη μεγάλη μου αγάπη, την ποίηση, την οποία τίμησα με τέσσερα μόνο βιβλία. Ασχολήθηκα ιδιαίτερα με το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας για την οποία εκπόνησα ως βοηθήματα τα Παράλληλα Κείμενα και τα Μικρά Κείμενα (εκδ. Δωρικός, 2005). Επίσης, εκπόνησα και επιμελήθηκα το βιβλίο Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης από κοινού με την ομάδα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του 2ου Λυκείου Θεσσαλονίκης (2009). <br>To 2013 εκδόθηκε η λογοτεχνική μελέτη μου για την ποιητική συλλογή Εύρετρα της Κικής Δημουλά με τίτλο Ένα ποιητικό ταξίδι (εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία -υποψήφιο για το κρατικό βραβείο).<br>Ποιήματα μου και κριτικές για ποιητικές συλλογές και πεζογραφήματα δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.<br>Η παρούσα είναι η 4η ποιητική μου συλλογή.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Ανθεκτικά υλικά (εκδ. Μανδραγόρας 2024)<br>Από ανέγγιχτα μονοπάτια, (εκδ. Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη 2022)<br>Γαλάζιο μελανό, (εκδ. Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη 2017)<br>Παλινδρομήσεις, (Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1996)</p>
<p><strong>ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ</strong></p>
<p>Ένα ποιητικό ταξίδι, Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην ποιητική συλλογή «Τα εύρετρα» της Κικής Δημουλά, (εκδ. Μαλλιαρής Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2013)<br>Μικρά κείμενα (εκδ. Δωρικός 2005)<br>Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης (2009)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7/" rel="attachment wp-att-23091"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23091" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ-300x238.jpg" alt="" width="400" height="317" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ-300x238.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ.jpg 640w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b71/" rel="attachment wp-att-23092"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23092" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ1-300x236.jpg" alt="" width="400" height="315" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ1-300x236.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ1.jpg 640w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b72/" rel="attachment wp-att-23093"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23093" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ2-300x240.jpg" alt="" width="400" height="320" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ2-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΑ-ΓΙΑ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ2.jpg 640w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΚΛΙΝΟΠΑΛΗ ΘΥΜΩΜΕΝΗΣ ΓΗΣ</strong></h5>
<p>Με φόντο τη διπλωματία <br>κι ένα απόθεμα ανθρωπιάς <br>οι δυνατοί σεισμοί ενώνουν <br>στην πάλη της κλίνης καθώς και <br>στη διαμάχη συνοριακών σταθμών.</p>
<p>Συγκλονίζονται τα σώματα <br>απ’ τη δύναμη του Εγκέλαδου <br>που αναβλύζει απ’ τα βάθη <br>παθιασμένων πετρωμάτων <br>από άγνωστα φλεγόμενα <br>έγκατα ανήμπορα να ισορροπήσουν</p>
<p>όπως ο φλεγόμενος έρωτας <br>των ανταγωνιστών συντρίβει τ<br>α κορμιά τους που καταλήγουν <br>μοιραία στη διάλυση.</p>
<p>Γιατί η φυσική δύναμη της έλξης <br>δεν κρύβει πάντα την αγάπη.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΠΙΘΕΣ ΓΕΝΝΟΥΝ ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Ξ. χε κοπάσει πια ο άστατος άνεμος <br>της αλαζονικής νιότης.<br>Το πάθος χρόνια τούς έκαιγε με <br>την αγάπη να πυροδοτεί τη φαντασία <br>καθώς υψώνονταν σε μία ένωση <br>ποικίλων εκδοχών <br>που κατακτούσαν τη μαγεία.</p>
<p>Σφιχταγκαλιασμένοι έβγαζαν σπίθες <br>που γεννούσαν ποίηση <br>και την άρθρωναν άμεσα <br>σαν από ανώτερη επιφοίτηση <br>χωρίς να βλέπουν φυσικές ατέλειες <br>-πόση λεπτότητα γεννά η αγάπη- <br>κοιτάζονταν ατέλειωτα στα μάτια <br>ο ένας βυθιζόταν απόλυτα <br>στην ψυχή του άλλου πασχίζοντας <br>να διαβάσει όλα τα απόκρυφά της <br>με μουσικές ανάσες που <br>εμφυσούσαν συμπυκνωμένη πνοή.</p>
<p>Η υπέρτατη συγκίνηση<br>ως το τελευταίο κύτταρο της καρδιάς<br>η κάθαρση σε αυθεντικές στιγμές<br>μέσα από πλημμυρίδα φλόγας<br>που τους πυρπολούσε<br>τους εξύψωνε σε μια<br>ατόφια απελευθέρωση<br>σε έναν κρουνό αέναης υγείας.</p>
<p>Αυτό το κάτι το έτερον<br>η αγάπη η ατελείωτη <br>τους ανέβαζε σε υπαρκτό παράδεισο <br>γνήσιας καλοσύνης και αθωότητας <br>ένα χρυσό θεμέλιο ύπαρξης.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΕΑΡΑ ΚΛΑΡΙΑ ΕΛΠΙΖΟΥΝ</strong></h5>
<p>Τα νεαρά κλαριά ξεγυμνωμένα <br>απ’ την παράταση του χειμώνα <br>κρατούν ανήσυχα στην κρύπτη τους <br>τις ελπίδες μιας θερμής Άνοιξης.</p>
<p>Μόνιμα βασανίζονται από<br>μια αχλή ψύχρας που κόλλησε πάνω τους<br>κι εγκλήματα που μαίνονται γύρω τους</p>
<p>σ’ ένα λιβάδι που απαγόρευσαν ν’ ανθίσει<br>περιμένουν ξέσκεπα με ακίνητα μέλη<br>ένα νεύμα ανάπτυξης<br>μια πανσέληνο στα όνειρά τους<br>που κείτονται σκεφτικά<br>κι έναν ανέφελο ουρανό χωρίς σκιές,<br>μια χρωματιστή πινελιά προοπτικής<br>να τα ζωντανέψει.</p>
<p>Στο έδαφος τους ποθούν να μείνουν <br>κι όχι να μεταφυτευτούν σε άλλη γη.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ</strong></h5>
<p>Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα <br>της αληθινής αγάπης <br>που χτίζαμε για χρόνια <br>με θεμέλιο τη χημεία <br>κι ανθεκτικά υλικά <br>λύπης και χαράς<br>με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας <br>σε μισό αιώνα διαδρομής <br>ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες <br>τις άγουρες κακοτεχνίες <br>σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές <br>και γινωμένοι σαν ώριμοί από καιρό <br>βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.</p>
<h5>
<p><strong>ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></p></h5>
<p>Βλέπω το ρίγος το θαλασσινό <br>πώς χαϊδεύει μαυλιστικά τους τυχερούς <br>μέσα σε κάδρο θερινής παραλίας <br>πώς κρατάει μ’ ευλάβεια στα χέρια του <br>λευκά χαριτωμένα πλεούμενα.</p>
<p>Όταν όμως επιτίθεται αγριεμένο <br>το κύμα στ’ ανοιχτά <br>καταβροχθίζει κορμιά <br>απελπισμένα<br>με κατατρεγμένη ταυτότητα <br>κι ελπιδοφόρους στόχους <br>πάνω σε τρυπιοκάραβα <br>σαπισμένων εμπόρων.</p>
<p>Μόνον οι σολίστ σε ατομική γυάλα <br>δεν νιώθουν απειλή ούτε μυρίζονται <br>τα τρία άγρια κακά, <br>κέρδος, πυρ και θυμωμένη θάλασσα.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΡΑΨΩΔΙΕΣ ΒΙΩΜΕΝΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ</strong></h5>
<p>Ραψωδίες της Οδύσσειας γίναμε σαν παραμύθι<br>γιατί κανείς δεν γνώριζε καλύτερα από μένα<br>τον ψίθυρο του δικού μου θεού<br>που με οδηγούσε σαν μαγνήτης<br>προς τη δική σου κατεύθυνση<br>με πολλά τιμήματα για ό,τι<br>είναι αυθεντικό.</p>
<p>Πάντα με ελευθέρωνες απ’ τα δεινά<br>μιας συμβατικής δουλείας<br>μέσα στην τακτοποιημένη σε κουτάκια<br>στρωμένη ζωή των άλλων<br>που δεν κατανοούσαν το προνόμιο<br>που απολάμβανα ηδονικά,<br>το φεγγοβόλημα του βάθους της ψυχής σου.</p>
<p>Εμφύτευσα την ύπαρξή σου μέσα μου <br>όπου εγκαταστάθηκε αυτόματα <br>κι έκτοτε κουβαλάω την ψυχή σου <br>συγχωνευμένη με τη δική μου.</p>
<p>Στέριωσε η αγάπη η ατελείωτη με δέσιμο<br>που χτίζαμε μαζί ισορροπώντας<br>πάνω σε αλυσίδα<br>βιωμένων θαυμάτων<br>που μας ένωσαν με ατσαλένια νήματα.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΤΟΠΙΟ</strong></h5>
<p>Με λίγη ώριμη σκέψη <br>μα πιότερο με παιδική ορμή <br>φυλάκισα τον φόβο <br>μπρος στην ήσυχη ομορφιά <br>και τόλμησα να ξεπαγώσω <br>τη μακριά αποχή <br>απ’ το χιόνι.<br>Οπλίστηκα μ’ αποκοτιά<br>να γλιστρήσω στις κορφές<br>για να τις μηδενίσω στην κατεβασιά<br>μαγνητισμένη απ’ το λευκό τοπίο<br>που λαμπύριζε προκλητικά<br>και με τραβούσε ερωτικά<br>να το αγκαλιάσω.<br>Ανάλαφρα πετούσα <br>με θάρρους φτερά<br>στη σπάνια καθαρή ανάσα του βουνού <br>στις ευωδιές του δάσους <br>μίλια μακριά απ’ τη μαυρίλα <br>τοξικής ρουτίνας.<br>Ατένιζα τα έλατα που αγκάλιαζαν <br>τις κορυφογραμμές, ίσαμε κει <br>που έφτανε κι η δική μου ανάταση <br>που κόντευε να φτάσει στον θεό.<br>Κι ακόμα στέκομαι <br>αιωρούμενη στους αιθέρες <br>αβέβαιη αν θέλω να κατέβω. </p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΩΠΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΚΑΡΦΩΝΟΥΝ</strong></h5>
<p>Άπλωνα στον ήλιο να στεγνώσουν <br>εικόνες νοτερές γιατί <br>μες στην υγρότητά τους <br>κάρφωναν βελόνες στο κεφάλι μου. <br>Στεγνές τις άντεχα περσότερο <br>όμως έχαναν για πάντα πια <br>τη νωπή νοστιμιά τους.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΥΡΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></h6>
<p>Το κρασάτο χρώμα της γιορτής <br>αποσύρθηκε όταν έπεσε η αυλαία <br>οι βιτρίνες χαμήλωσαν την υπερβολή <br>έσβησαν τα πολύχρωμα λαμπιόνια -πρόκληση <br>για της αναγκεμένους-<br>φάνηκε ξανά το κυρίαρχο γκρίζο της φτώχειας <br>που κλείνει διακόπτες αναγκαίους.</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>II</strong></h6>
<p>Ο παγωμένος άστεγος με ολιγαρκή ψυχή <br>σε χειμερία σκέψη επιβίωσης <br>ζωγραφίζει την ένδεια στο σβησμένο βλέμμα <br>με χρώματα φαιά <br>αν και το πήρε απόφαση πως <br>η στάσιμη ζωή του είναι ανώφελη.</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>III</strong></h6>
<p>Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών <br>να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων <br>που δεν επιθυμούν μια παράξενη <br>πολυχρωμία ενέργειας, <br>μα να φωτίσουν τα σκοτάδια <br>της μόνιμης πια διαταραχής τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΛΑΦΡΑ ΒΕΓΓΑΛΙΚΑ</strong></h5>
<p>Ο πόνος ήχησε σαν κρότος βεγγαλικού<br>αλλ’ ευτυχώς δεν πλήγωσαν<br>κανέναν αμέτοχο<br>τα κομμάτια του<br>που έπεσαν μπούμερανγκ<br>σαν ανάσα ορμητική<br>κι αγκάλιασαν επικίνδυνα<br>τη δοκιμασμένη συντριβή.</p>
<p>Ακολούθως απλώθηκε <br>μια σιωπηλή νηνεμία <br>όπως όταν το τέλειο όλον <br>διασπάται σε μολυσμένα <br>αποκαΐδια, ό, τι απέμεινε <br>από μια πυρηνική έκρηξη.</p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στην Κούλα Αδαλόγλου</p>
<p>Ταξίδεψες απ’ τη χώρα του άη Βασίλη <br>κι ήρθες σε βαρβάρους <br>ηρώα παλιάς εποχής <br>με δώρα για όλους αδιακρίτως.<br>Και τώρα σ’ αυτόν τον άξενο τόπο <br>σαν τον άνεμο αόρατος πετάς <br>αγνοώντας τη μετ’ εμποδίων <br>διάπλατη σύμβαση.<br>Το άυλο σου εξασφαλίζει <br>λευτεριά ιπτάμενου αγγέλου <br>να δωρίζεις προστασία <br>ακόμα και σ’ ανύποπτους.</p>
<p>Το όπλο της αγάπης που έλαβες<br>σε θωράκισε απέναντι <br>σε δαίμονες κι άπληστα πυρά.<br>Γι’ αυτό κρατάς την αγάπη σου <br>σαν ακριβό φυλαχτό <br>προτάσσεις όμως την ασπίδα σου<br>μη σου ’ρθει ξώφαλτσα <br>κανένα βέλος αγνώμονης φαρέτρας.</p>
<h5>
<p><strong>ΣΥΝΤΑΞΙΜΑ ΕΡΩΤΙΚΑ</strong></p></h5>
<p>Κι ο έρωτας συντάξιμος είναι μάτια μου. <br>Είναι μάλιστα άθλος να φτάσεις<br>στην τριακονταπενταετία.</p>
<p>Μέσα από μάχες κι αγωνίσματα <br>βυθίσεις κι αναδύσεις <br>ποιητικές εξάρσεις μυθικές, <br>φουντώνει αισιόδοξα <br>-η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει- <br>κι ανθίζει και μαραίνεται <br>και πάλι στο γύρισμα των εποχών <br>ξανανθίζει και πάλι μαραίνεται.<br>Κάνει κύκλους, γύρους θανάτου <br>επικίνδυνους κάποτε <br>κακοφορμίζει η ποίηση <br>πικρίζει το γλυκό <br>καιρός να βγει στη σύνταξη.<br>Και τέλος, πεθαίνει.</p>
<p>Πολλή κούραση φίλε μου <br>γι’ αυτό το τόσο ζωτικό <br>αλλά θνησιγενές ξωτικό.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΟΝΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ</strong></h5>
<p>Καθώς βαδίζαμε στο δάσος <br>ένα αγκάθι αιωρούνταν <br>στη φωτεινή ατμόσφαιρα <br>πάνω απ’ τα κεφάλια μας <br>που μεταλλάχτηκε σε γκιλοτίνα<br>-πού ακούστηκε ένα αγκάθι <br>να θέλει να σου πάρει το κεφάλι-</p>
<p>Μαζευτήκαμε σε στάση άμυνας <br>κι έπειτα ξυπνήσαμε.<br>Ήταν εφιάλτης.</p>
<p>Όχι άλλα αγκάθια φιλικά. <br>Καλύτερα με λύκους να μιλάμε.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΩΛΗΤΗΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ</strong></h5>
<p>Πουλούσε κυκλάμινα κι ορχιδέες <br>μες το ψύχος.<br>Καταχνιά πάνω απ’ το κεφάλι του<br>και μέσα.<br>Αγωνία στα μάτια του <br>για τον επιούσιο,<br>αμφιβολία στο τρεμάμενο βλέμμα του <br>για την αγάπη της <br>-Μου ’δείξε φωτογραφία <br>σαγηνευτικής γυναίκας- <br>Μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει, <br>μάδησα πια<br>Εξομολογήθηκε με συντριβή <br>μέσα στο ψύχος.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΒΑΒΕΛ</strong></h5>
<p>Μια νέα καταιγίδα εξαπλώνεται <br>σαρωτική κι αλλότρια <br>έξω απ’ τη γνώριμη τάξη.<br>Τα πολυειδή μηνύματα <br>καταδικασμένα <br>σε αποτυχία συνάντησης <br>σκορπίζονται σε κατευθύνσεις <br>εφήμερης ύπαρξης <br>αόρατου παραλήπτη.</p>
<p>Πολλοί μιλούν και δεν ακούνε <br>ούτε τη μέσα τους φωνή <br>μια καινοφανής τρέλα κατρακυλάει <br>από ετερόκλητες πηγές <br>πλανημένων ψυχών <br>σαν χείμαρρος<br>που μεταφέρει σπασμένα κλαδιά <br>καθησυχασμένα πλαστικά <br>άστοχες φράσεις <br>ακαταλαβίστικη Βαβέλ <br>ανακατωσούρα.</p>
<p>Κι όλο λιγοστεύουν <br>τα καθαρά κρυστάλλινα <br>μόρια νερού <br>της βαθιάς συνομιλίας <br>νικημένα από <br>παραμορφωτικούς φακούς.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΒΙΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΑΡΑΣΜΟ</strong></h5>
<p>Πληθαίνουν γύρω μας γέρικα δέντρα <br>πρόσωπα στεγνά στερημένα περιόδου <br>χάριτος για μόρια ευτυχίας <br>για όσα δικαίως κατά φύσιν <br>απολάμβαναν στη νιότη.<br>Τώρα στωικά βιώνουν τον μαρασμό <br>σαν τιμωρία για βεβαρημένο παρελθόν. <br>Και το μέλλον βραχύ και άδηλο <br>υπαγορεύει επεμβάσεις απελπισίας <br>ωφέλιμες ενέσεις αναστήλωσης <br>βραχύβια ψευδαίσθηση ευτυχίας.</p>
<p>Χωρίς χυμούς το ξεραμένο δέντρο <br>δεν ανθίζει σε άνυδρη περιοχή <br>εκτός κι αν μένει καίουσα η φλόγα <br>της ψυχής που αιμοδοτεί το σώμα <br>και τότε τα δέντρα ζωντανά <br>θαυμαστά καρπίζουνε στην τρίτη ηλικία.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΝΩΔΥΝΑ ΣΑΝ ΤΙΜΩΡΙΑ</strong></h5>
<p>Πάλι η αμίλητη γραμμή <br>σε πολλοστή εμφάνιση <br>ανάσες με διαλείμματα σιωπής. <br>Απανωτές εκκλήσεις <br>κι εγώ μίλια μακριά <br>δεν παίρνω πίσω.</p>
<p>Τώρα απολαμβάνω <br>μια ανώδυνη ποινή <br>ανθρώπων ανύποπτων <br>για τραύματα της μάχης <br>που άφησαν πίσω τους.<br>Ναι, τώρα αρνούμαι<br>θέλω μόνο την καρδιά μου πίσω<br>κι όχι μια κεφαλήν επί πίνακι.</p>
<p>Αστείο να τιμωρείται <br>κανένας με τη σιωπή.<br>Είναι μακρόσυρτη <br>μα λίγη η τιμωρία.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΚΥΝΗΓΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥ</strong></h5>
<p>Εξερεύνησες την έκταση<br>της ύπαρξής μου<br>με λεπτομερή περιπλάνηση<br>κι ασκήσεις φαντασίας<br>κι ακόμα οργώνεις<br>στα γήινα στρώματά μου<br>και στην επιφάνειά του εδάφους μου.<br>Δεν βρήκες ακόμη τις φλέβες χρυσού<br>που λάμπουν ατόφιες και πλήρεις;</p>
<p>Δεν αντέχω άλλο ψάξιμο<br>οι έρευνες θα με διαλύσουν<br>και θα βρεις τον θησαυρό μου συλημένο.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Η πιο πλατιά αγκαλιά <br>Το γλυκύτερο χάδι μάνας <br>εξ ουρανού<br>Το απαλότερο κρεβάτι <br>στα λικνίσματά μου <br>Το πιο σταθερό έδαφος <br>είσαι Εσύ θάλασσά μου.</p>
<p>Κι αν με πνίξεις στους βυθούς σου <br>δεν θα ’ναι δική σου προδοσία <br>μα λαχτάρα δική μου <br>να σε κατακτήσω ολόκληρη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ (2017)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ Π. X.</strong></h6>
<h5><strong>ΣΜΙΚΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ</strong></h5>
<p>Το κινούμενο ερωτηματικό βγήκε <br>όπως πάντα για καφέ στη Ζώγια.<br>Δύσκολο να απαρνηθεί τις καθημερινές <br>συνήθειες αφού ως γνωστόν το αφιόνισμα <br>είναι γενικώς καθησυχαστικό.<br>Στήριξε τις ελπίδες στην κούπα <br>με τον αχνιστό μυρωδάτο καφέ <br>όπου χώρεσαν όλες σαν καπνός <br>από μαγική μεταμόρφωση.</p>
<p>Κι απόψε ανέβηκαν τις σκάλες <br>τα πουλιά της Κίρκης φαντασίας.<br>Κοιτάζει το χέρι που κρατά ακίνητη <br>την ανάμνηση του τελευταίου έργου <br>και βλέπει μοιρολατρικά πως αυτό <br>ήταν ταγμένο να πλάθει κομψοτεχνήματα.</p>
<p>Τώρα αχνοβλέπει απ’ το τζάμι τη φευγαλέα εικόνα της. <br>Τούτη τη φορά το εξωτερικό φαντάζει <br>εξορία χωρίς επιστροφή.<br>Ρεμβάζει πάλι το ναυάγιο της Πρίγκηπος Νικολάου.</p>
<p>Δεν πιάνει μια σημαία της διαδήλωσης <br>να την κάνει σύμβολο μελλοντικό <br>να σταθεί κι αυτό στην πρώτη σειρά.<br>Χρόνια άλλωστε πολεμά στα μετόπισθεν.<br>Πολύ μικρή η κούπα του καφέ<br>για να χωρέσει όλες του τις προοπτικές.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΟΧΗ! ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ</strong></h5>
<p>Εξαντλήθηκαν οι λέξεις <br>με τα θαυματουργά τους γράμματα <br>που σμίγαν σε τρελό χορό <br>στις καθημερινές σελίδες.<br>Οι περιγραφές μοιάζουν περιττές <br>στη διαδοχή των ημερών <br>αραιώνουν τα μαργαριτάρια <br>στην προσωπική μου συλλογή <br>και καταλύονται άδοξα.</p>
<p>Δε θα στολίσω ρόδα <br>σε ραγισμένο ανθογυάλι.<br>Να μη στερέψει η πηγή<br>να φροντίσουμε προπάντων<br>μια που το κόσμημα είναι δευτερεύον.<br>Το εύθραυστο γυαλί πρόσεξε<br>οι εύθραυστες ισορροπίες<br>η εύθραυστη καρδιά<br>που απ’ τα νάματά σου τρέφεται<br>να μη ραγίσουν φρόντισε.</p>
<h5><strong>ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ο βοριάς του Απρίλη <br>όψιμα παγώνει με χιονιά <br>τις προοπτικές του Πάσχα.</p>
<p>Τα μεγάλα μεγέθη συρρικνώθηκαν <br>όταν έγραψες ακύρωση <br>στις απατηλές βεβαιότητες.</p>
<p>Σαν ναρκωμένη πεταλούδα ντελικάτη <br>έντομο εφήμερο του καλοκαιριού <br>μεταλλάσσομαι σε μνήμη.<br>Ξεγέλασα τη Νέμεση <br>ακροπατώντας ελαφρά <br>στα νήματα της Ύβρης.<br>Τώρα κατέρχομαι απαλά <br>σαν το μπαλόνι<br>που αιωρούνταν στο διάστημα <br>χρόνια πολλά καλά <br>χρόνια μεστά πολύχρωμα.</p>
<p>Πλήρεις αλήθειας προχωράμε <br>τη δύσβατη οδό <br>με ψίθυρο το δάκρυ <br>στο τρέμουλο της Αποκαθήλωσης.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ</strong></h5>
<p>Η λευκότητα της κάμαρας<br>βάλθηκε να καταπραΰνει την κοφτερή λύπη της. <br>Την απόθεσε προσεκτικά στον καναπέ <br>μην τύχει και διαλυθεί <br>περήφανη που έπαιξε εν ου παικτοίς.</p>
<p>Ηττημένη<br>αναβαπτίζεται στο περίγραμμα <br>του παρθένου τόπου<br>εκεί όπου αράδιαζε ο έρωτας τα μυστικά του <br>υψιπετής κι απτόητος το πάλαι.</p>
<p>Στημένη σαν άγαλμα από πάγο <br>μέσα σε δάσος από μνήμες <br>σκιρτά στο όραμα αγαπημένης σμίλης <br>σαν μια προέκταση ανθρώπου <br>σαν εκτυφλωτικά λευκή άμμος <br>σαν το Βόρειο Σέλας.</p>
<p>Τώρα ξεχειμωνιάζει η θλίψη <br>στον πληγωμένο ρευστό εαυτό <br>υποκύπτοντας στα οικεία <br>με άμεσο στόχο <br>την αλίευση πιστών.</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ Μ. X.</strong></h6>
<h5><strong>ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ</strong></h5>
<p>Το άπειρο θαλασσινό γαλάζιο <br>λουτρό και ίαμα ψυχής.<br>Τα άσπρα πλεούμενα <br>στο βάθος<br>σαν μαντηλάκια αποχαιρετισμού<br>ζωντανεύουν<br>την αλλοτινή φυγή<br>στα ξένα<br>ενός απόντος ονείρου.<br>Η παλιά πληγή <br>μετουσιώθηκε θαυμαστά <br>σε μία αξιοπρεπή ουλή.</p>
<p>Όμως<br>νέες πληγές ανοίγουν <br>τα υπόγεια ρεύματα <br>σκουραίνουν τις γαλάζιες <br>λικνιζόμενες αποχρώσεις <br>τις μπλέκουν επικίνδυνα <br>με σκηνές μάχης <br>κοινοβουλίων.</p>
<p>Οι μελανές προθέσεις <br>των δυνατών <br>ρίχνουν σε φουρτούνες <br>το ταλαίπωρο σκαρί <br>της πολιτείας. <br>Κι αναρωτιούνται όλοι <br>αν αντέξει, <br>αν το λευκό γαλάζιο <br>το σώσει η ιστορία.<br>Αν θα πετάξει<br>προς τα πάνω<br>με τ’ ανοιχτά φτερά<br>του γλάρου<br>ή θα καταποντιστεί<br>στο σκούρο κυανό<br>του απροσμέτρητου βυθού.</p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΒΡΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΣΗΣ</strong></h5>
<p>Βρέχει ακατάπαυστα απ’ την αυγή<br>σαν να βάλθηκε ο ουρανός επιμόνως να ξεπλύνει,<br>όλους τους ρύπους της ανθρωπότητας.<br>Την επικαθισμένη σκόνη <br>τις τοξίνες κάθε είδους <br>το πύον απ’ το απόστημα <br>δεκαετιών που έσπασε.<br>Τα μολυσμένα αδιέξοδα<br>την ομίχλη του χρόνου<br>τη μακάρια λήθη του κόσμου<br>την αύρα του κινδύνου<br>που πλανιέται στην ατμόσφαιρα<br>της Ευρώπης.</p>
<p>Βρέχει, βρέχει μελαγχολικά <br>βρέχει ολημερίς ειδήσεις <br>καταιγίδες ξεσπάσαν τελευταία <br>με κεραυνούς και μύδρους <br>ενάντια στη μικρή πατρίδα <br>του υπέρλαμπρου ήλιου <br>των αρχαίων Γραμμάτων.</p>
<p>Ξεπεσμένη κόρη η Ελλάδα <br>διάσημων αρχαίων προγόνων <br>νόσησε βαριά και στέγνωσε.<br>Βρέχει ωστόσο συνεχιζόμενα <br>με προοπτικές ποτίσματος <br>της άνυδρης στεγνής χώρας.</p>
<p>Το γκρίζο με το γκρίζο φεύγει<br>ομοιοπαθητικά<br>αργά και βασανιστικά.<br>Με βρεγμένη δοκιμασία <br>ποτισμένη ως το κόκκαλο <br>θα ’ρθει η αναβάπτιση <br>ελπίζουν οι Έλληνες δειλά.<br>Θ’ ανέβει ψηλά<br>ένας φωτεινός ήλιος<br>διαλύοντας τα φορτωμένα γκρίζα νέφη<br>στην καθαρμένη &#8211; άμποτε &#8211; πατρίδα.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΧΟΡΟ</strong></h5>
<p>Για να σωθούμε απ’ τη δίνη των γκρίζων εικόνων <br>απ’ τη φτώχεια καλών αισθημάτων <br>και κινητήριας σπίθας</p>
<p>Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε χορό.</p>
<p>Να μας στροβιλίζει με φώτιση <br>σε χώρους ανάτασης <br>όπου θα ανοίγει <br>παράθυρο στην ψυχή <br>να πάλλεται ρυθμικά σε δράση.</p>
<p>Φτάνει πια τόση αρρυθμία <br>τόση επιδημία οδύνης.</p>
<p>Χρειαζόμαστε επειγόντως χορό <br>να μας γιατρέψει απ’ τη νοσταλγία <br>φωτεινών ημερών.</p>
<p>Χρειαζόμαστε επειγόντως <br>και τη συνοδεία μουσικής</p>
<p>να βγαίνει απ’ την καρδιά των εγχόρδων <br>για να οδηγεί τα βήματά μας <br>σε κινήσεις αρμονίας <br>σε τόνους διεκδίκησης <br>αυτών που μας στερήσαν.<br>:<br>Χρειαζόμαστε επειγόντως<br>χορό και μουσική<br>ιδιώτες, πολίτες και πολιτικοί.<br>Να ξεκλειδώσουν οι αρμοί<br>της Πολιτείας απ’ τη χρονίζουσα σκουριά<br>για να βρούμε τον σωστό βηματισμό.</p>
<h5>
<p><strong>ΤΟ ΑΛΓΟΣ TOΥ ΝΟΣΤΟΥ</strong></p></h5>
<p>Πώς με ξετρύπωσες πάλι <br>πλανεύτρα νοσταλγία <br>τόσο καλά που σε έκρυψα <br>βαθιά σε ένα σεντούκι και μάλιστα <br>με στεγανά τοιχώματα <br>κι έκανα πως δε σε ξέρω;</p>
<p>Εξαερώθηκες και βγήκες απ’ τις <br>ανύπαρκτες χαραμάδες πώς;<br>Με διπλά λουκέτα σε ασφάλισα <br>μη βγεις και με ταράξεις.</p>
<p>Μπορεί να εμφανιζόσουν πού και πού <br>στα όνειρα που δε θυμόμουν <br>όταν ξυπνούσα, όταν ήθελες <br>να διασαλπίσεις την παρουσία σου.</p>
<p>Μάθε πως δεν πιστεύω πια<br>στο άλγος του νόστου <br>που τόσα παιχνίδια απατηλά <br>μου ’στείλε για να παίζω.</p>
<p>Πάρ’ το απόφαση πια <br>η αφύπνισή μου είναι οριστική.</p>
<p></p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Παραλλαγή ασυμβατότητας II</strong></p>
<h5><strong>ΑΛΛΟΤΡΙΕΣ ΦΩΝΕΣ ΔΕ ΣΜΙΓΟΥΝ</strong></h5>
<p>Όπως πρόσταζε το αναμενόμενο <br>τα ηχητικά κύματα τα πήρε ο άνεμος <br>κι ανάγκασε τα καλώδια να σιγήσουν.<br>Αλλόκοτο να μιλούν ανώδυνα για τον καιρό <br>τώρα που τον εκφυλισμό δεν άξιζε πια να τρενάρουν <br>με θλιβερές φράσεις και στεγνά μηρυκάσματα</p>
<p>αυτοί που βουτούσαν στα βαθιά<br>de profundis με ακατάπαυστη ορμή<br>και σ’ όποια φουρτούνα κι αν τους εύρισκε<br>γεύονταν με απόλαυση τη ροή<br>του πηγαίου καθαρού λόγου<br>με χαρά εφευρίσκοντας μύριες ατάκες ζωτικές.</p>
<p>Αλλότριες φωνές δε σμίγουν τεχνητά <br>μα ακολουθούν βίους παράλληλους <br>όπως οι παράλληλες γραμμές που <br>ποτέ δε συναντιούνται στον ίδιο τόπο <br>αφού παρεμβάλλονται παράσιτα <br>και μίλια αποξένωσης.</p>
<h5><strong>ΜΑΓΙΚΗ ΛΥΤΡΩΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">21η Μάρτη</p>
<p>Το άρωμά σου, Ποίηση, <br>αναδύεται πρώτα <br>μια μαγική γεύση <br>ακολούθως <br>με τη θεϊκή κατάδυση <br>στον βαθύ εαυτό σου</p>
<p>κι έπειτα η πανδαισία <br>χρώματα και ήχοι <br>και φως στις λέξεις <br>και αίσθημα <br>συντρέχουν <br>στο πυροτέχνημα <br>της ψυχής <br>σαν ανάπτυγμα <br>στίλβουσας αστραπής <br>του νου<br>σαν απαύγασμα <br>κρυμμένης συμπίεσης</p>
<p>η πυκνή ανάγκη<br>για λύτρωση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ (1996)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1981</strong></h6>
<h5><strong>ΟΞΥΜΩΡΟ</strong></h5>
<p>Με στέγνωσες, Τέλη,, <br>εν ονόματι της αγάπης.</p>
<p>Δε θέλησες να ανέβεις <br>ένα σκαλί πιο πάνω <br>απ’ τα καθημερινά.<br>Το νόμιζες ρεαλισμό.<br>Μα η αγάπη μου ήταν <br>αντιρρεαλιστική.</p>
<p>Η πληρότητά μας «τέλεια»<br>Η ένωση «ιδανική»<br>Ο κρίκος -αλλοίμονο- από φτηνό υλικό <br>Μοιραία έσπασε<br>Τον τράβηξαν αντίρροπες δυνάμεις <br>Ξανακολήθηκε με επιμέλεια.<br>Δε φαίνεται ν’ αντέξει για πολύ.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΥΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></h6>
<p>Σαν θέλεις να μιλήσεις <br>και δεν μπορείς<br>είναι τόσο άδικο για την ελευθερία.<br>Οι χτύποι της καρδιάς σου <br>συντονίζονται με την ατμόσφαιρα <br>που τρέμει απ’ τη ζέστη <br>λες και θα πάψουν πια.<br>Φτάνει η δροσιά της θάλασσας <br>η αλμύρα της χαράς <br>ν’ απαλύνει το συναίσθημα.<br>Βυθίζεσαι στην αγκαλιά της απεραντοσύνης <br>κι αποκοιμιέσαι με το νανούρισμα της ελπίδας <br>πως θα μιλήσει κάποτε το κύμα.<br>Μόνο σπάει περιοδικά στην αμμουδιά;<br>Πάει κι έρχεται μονότονα ρυθμικό, <br>τυπικό στο ξέσπασμά του.</p>
<p></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1984-1991</strong></h6>
<h5><strong>ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ</strong></h5>
<p>To κάδρο στον τοίχο<br>με τα χρώματα της γης<br>μάρτυρας της εξαίσιας στιγμής μας.<br>Ασημί μουρμούρες στην Αυγή<br>το δίχτυ μεταξένιο<br>όπου εκούσια μπλεγμένη.<br>Ετοίμαζες την μπετονιά με μεράκι <br>Τα μάτια σου παράβγαιναν με τ’ άστρα <br>στις νύχτες πάλλευκες <br>ζωγραφίζοντας τις πευκοβελόνες <br>ανασαίνοντας την αλμύρα του κορμιού μου <br>μετρώντας την αγάπη με τους κόκκους της άμμου.</p>
<p>Ευλογημένη χώρα, μούλεγες <br>κι έγερνες στο στήθος μου <br>ν’ αφουγκραστείς τη μουσική σου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΙΙ</strong></h5>
<p>Εξατμίζεται η φαντασία μου <br>σαν δε σε βλέπω.<br>Μου λείπει η φωνή σου,<br>μελωδία που με γαληνεύει.<br>Τα μάτια σου <br>Τα χέρια σου <br>η μυρωδιά σου.<br>Είμαι αλκοολική με τη μυρωδιά σου· <br>έχει μεταγγιστεί στο αίμα μου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΧ</strong></h5>
<p>Είσ’ εδώ πάλι, «σύννεφο με παντελόνια» <br>καταπονημένος απ’ το βάψιμο.<br>Η σκέψη σου ασπρισμένη κι αθώα.<br>Σε ξαναγάπησα.<br>Με έλουσες ολόκληρη με το βλέμμα σου <br>με απάλλαξες απ’ τα δεινά του πολιτισμού <br>Το σκοπιανό, το οικολογικό <br>Το ασφαλιστικό, το εργασιακό.</p>
<p>Φεύγεις και μ’ αφήνεις <br>εκεί ψηλά<br>στα σύννεφα της απουσίας σου έπειτα <br>αιωρούμενη και λικνιζόμενη.<br>Η χημεία σου καταλυτική <br>διαλυτική, ευεργετική.</p>
<p>Το φωτοστέφανο που μου φόρεσες <br>το μετέτρεψα σε δημιουργία.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1994-1996</strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Σε ρώτησα πολύ σοβαρά <br>και για παιχνίδι <br>αν μ’ αγαπάς.<br>Μούπες, αν σούλεγα πολύ, θα ήταν λίγο.<br>Άνοιξες το μαύρο κουτί <br>όταν σε άγγιξε <br>η παιδική αθωότητα.</p>
<p>Παιδιά στα σαράντα τους <br>οι άγγελοι της πόλης <br>που λίγοι απόμειναν.</p>
<p>Οι έγνοιες της νέας αγοράς<br>σου επιβάλλονται<br>και σε ξανάκαναν μεγάλο.<br>Μικραίνεις όμως έτσι<br>απ’ τις υπέρτατες διαστάσεις<br>που σου δόθηκαν·<br>άλλος ο σκοπός της δημιουργίας σου <br>κι εσύ ξεστράτισες.</p>
<p></p>
<h5><strong>«ΤΑΞΙΔΙ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ»</strong></h5>
<p>Στη γιορτή για δυο <br>η φίλη της ουσίας<br>ανασυγκόλησε τα κομμάτια της ψυχής.</p>
<p>Ουκ εν τω πολλώ το ευ.<br>Νανουρίζεται με τέτοιες ρήσεις <br>ποιοτικών προσδιορισμών.</p>
<p>Ταξιδεύει σε βαγόνι <br>του υπερσιβηρικού <br>αγνώστου προορισμού <br>απολαμβάνοντας το ταξίδι.</p>
<p>Μη συναντήσεις, φίλη, <br>μια άλλη Κασσάνδρα <br>και καταβαραθρωθείς.</p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΝΟΗ</strong></h5>
<p>Στην άνοιξη της ρότας σου <br>άνθισε η αλήθεια σου γυμνή <br>κρύσταλλο στην αρυτίδωτη μέρα.<br>Με τον πολύτιμο εαυτό σου <br>ολόλαμπρο κι εξευγενισμένο <br>δόθηκες σε μια ιδέα.</p>
<p>Οι αδαείς των παθών <br>απορούν στην ανάγνωση <br>όταν το δέος της αποκάλυψης <br>τους καλύπτει.</p>
<p>Ο χείμαρρος των αστεριών σου<br>με άδολο ρυθμό αγάπης<br>διαψεύδει τις στατιστικές<br>Πώς να φυτρώσουν γιασεμιά στους βράχους.</p>
<p>Ενάντια στις προσδοκίες<br>και στις αντικειμενικές εκτιμήσεις<br>εμείς προφητεύουμε το αναγκαίο.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΗ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ</strong></h5>
<p>Πού ήσουν Νεφέλη τόσον καιρό<br>Όταν σ’ αναζητούσε ο άνεμος<br>από τραγούδια στις αυλές<br>Τα κορίτσια κεντούσαν<br>τα όνειρά τους ανάμεσα στα δέντρα<br>Κι εσύ πλανιόσουν<br>στα ομοιώματα της τέχνης.</p>
<p>Φάνηκες με τη δύση, <br>όταν οι φίλες έπλεξαν <br>με μόχθο τις χαρές<br>όπου στους δύσβατους τους δρόμους <br>ανέβηκες μόνη κι ωραία <br>μόνη κι απρόσιτη<br>κυνηγώντας γαλακτούχους αστερισμούς.</p>
<p>Και σαν ψήλωσαν τα τείχη, <br>η ηχώ των παιδικών σου χρόνων <br>πέταξε σκοινί στο αβέβαιο το βήμα.</p>
<p>Κοιμήσου με σεπτά όνειρα.<br>Θα υπάρχει κάπου μία μάνα <br>ν’ απλώσει τα φτερά της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (2013)</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην ποιητική συλλογή Τα εύρετρα</strong><br><strong>της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ</strong></p>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></h5>
<p>Είναι γνωστό ότι η συνηθισμένη ανάγνωση ενός ποιητικού κειμένου είναι κατ’<br>ανάγκην ερμηνευτική ως ένα βαθμό, όμως η ανάλυσή του περιλαμβάνει τον συσχετισμό των λεπτομερειών του κειμένου με τα αποτελέσματά τους με τρόπο όχι εντελώς συμβατό με το συνηθισμένο διάβασμα. Και μολονότι ο κάθε αναλυτής της ποίησης διαιρεί το αντικείμενο της μελέτης του στα συστατικά στοιχεία του, με σκοπό να κατανοήσει καλύτερα τη λειτουργία και τη δομή του, ο αναγνώστης βιώνει το έργο ως ένα σύνθετο όλον. Επειδή το ποιητικό έργο είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μερών του, γι’ αυτό και η ανάλυση δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει τη συνολική αξία των ποιητικών έργων.<br>Εντούτοις, προσωπικά, αν και έχω την κρυφή και βαθιά συναίσθηση ότι τα ποιήματα δεν χρειάζονται αναλυτικές ερμηνείες, αυθόρμητα όμως πηγάζουν σκέψεις και ερμηνείες για την ατμοσφαιρική ποιητική γραφή της Δημουλά. Έχω την αίσθηση ότι προσπαθεί να αναβιώσει και ταυτόχρονα να ξορκίσει τις στιγμές του παρελθόντος και του παρόντος που τη συγκλόνισαν και τη συγκλονίζουν, που την καθόρισαν ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Στη διάρκεια της ανάγνωσης των ποιημάτων της Δημουλά, αυτό που συναισθάνομαι ότι μου συμβαίνει είναι η πλήρης ανταπόκριση, δηλαδή η διαδικασία όπου ως αναγνώστρια περνάω από το να βρίσκω στο να χρησιμοποιώ το νόημα των λέξεων και των στίχων μέσα στο ποιητικό κείμενο. Κι αυτό ακριβώς αισθάνομαι ότι είναι η ανταπόκρισή μου, που αναμφίβολα είναι κάτι δημιουργικό και προσωπικό, εφόσον και γενικότερα αυτό που συμβαίνει ανήκει περισσότερο στον αναγνώστη, παρά στον ποιητή, αν και συχνά<br>αντιδρούμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι προκάλεσε την αντίδρασή μας.<br>Και μολονότι η συγκινησιακή επίδραση του ποιητικού κειμένου διαφέρει από<br>αναγνώστη σε αναγνώστη και από άτομο σε άτομο, νομίζω ότι στην περίπτωση<br>της Δημουλά τα συναισθηματικά και τα διανοητικά αποτελέσματα της ανάγνωσης είναι λίγο πολύ κοινά σε όλους τους αναγνώστες της. Κι αυτό γιατί προβαίνει ουσιαστικά σε διαυγείς διατυπώσεις που μέσα από την εν γένει λακωνικότητά τους προξενούν την ομορφιά του πετάγματος της ψυχής και την αναγνώριση της αισθητικής αξίας τους, ανεξάρτητα από το θέμα.</p>
<p>Η τελευταία της ποιητική συλλογή, Τα εύρετρα, που εκδόθηκε το 2010, είναι η 13η, έπειτα από 12 συλλογές που προηγήθηκαν και που περιλαμβάνουν ποιήματά της από το 1952 έως το 2008. Πολύ σημαντικές είναι και οι δύο ομιλίες της, η μία, ο ΦΙΛΟΠΑΙΓΜΩΝ ΜΥΘΟΣ, που εκφώνησε μετά την υποδοχή της στην Ακαδημία Αθηνών και η άλλη, ο ΕΡΑΝΟΣ ΣΚΕΨΕΩΝ, που εκφώνησε στην Αρχαιολογική Εταιρεία, καθώς και το βιβλίο της ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, που περιλαμβάνει πεζά κείμενα.<br>Στην ποιητική συλλογή Τα εύρετρα για μια ακόμη φορά η Κική Δημουλά μας<br>ξαφνιάζει με τις γνωστές ασυνήθιστες και ταυτόχρονα ανατρεπτικές εικόνες της, με τη μελαγχολικά παιγνιώδη διάθεσή της και με τους φιλοσοφημένους κουβεντιαστούς στίχους της.<br>Και σ’ αυτή την ποιητική συλλογή κάνει χρήση του οικείου εργαλείου της, της<br>προσωποποίησης των αφηρημένων εννοιών, που τις ανάγει σε κυρίαρχες περσόνες, μιλάει κατευθείαν στο θυμικό και με τον δικό της μεγαλειώδη τρόπο το συναίσθημα προπορεύεται, για να ξεδιπλώσει έπειτα τη συμπυκνωμένη σκέψη της σε ένα λόγο λιτό και συνάμα χειμαρρώδη. Επίσης, «τιμά και τη στενή συνεργάτιδα του συνειρμού», την παρομοίωση, γιατί όπως εξηγεί η ίδια, «θεωρεί την παρομοίωση δημιουργό, χαμηλών βέβαια τόνων, αφού αντιγράφει το πρωτότυπο. Όχι όμως με το φωτοτυπικό μηχάνημα αλλά με τη γνήσια μέθοδο της ατελούς ομοιότητας. Αυτές ακριβώς οι ατέλειες αναπαραγωγής επιβεβαιώνουν ως δημιουργικό χάρισμα της παρομοίωσης». Στον χειμαρρώδη λόγο της οι λέξεις, αν και φαίνονται βιαστικά και αγχωμένα στοιβαγμένες, είναι ωστόσο αποτέλεσμα μακχρόνιου βάσανου ζωής και γλώσσας, αυτής της μαγικής στο σύνολό της. Με πικρή φιλοπαίγμονα μυθοπλαστική της διάθεση παίζει με τις κοινές λέξεις πλέκοντάς τες σε απροσδόκητες συνθέσεις.<br>Βέβαια, είναι δύσκολο να προσεγγίσεις έναν χείμαρρο, τον ίδιο τον χείμαρρο<br>που αλλάζει τα νερά του με κάθε καινούρια ποιητική της συλλογή. Και μολονότι κατά τον Ηράκλειτο, κανείς δεν θα μπορούσε να μπει δυο φορές στον ίδιο ποταμό, ο ποταμός που λέγεται Κική Δημουλά ποτίζει χρόνια τώρα, δροσίζει και αναβαπτίζει τις διψασμένες ψυχές των πιστών αναγνωστών της.<br>Με την ποιητική της ειλικρίνεια επανέρχεται στα προσφιλή της θέματα της<br>φθοράς, της απώλειας, του θανάτου, του έρωτα, της μοναξιάς, της συναίσθησης της ροής του αμείλικτου χρόνου, της μνήμης-λήθης, της ύπαρξης.</p>
<p>…/…</p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΕΣ</strong></h5>
<p>σελ. 10</p>
<p>Σε τούτο το ποίημα παρατίθεται μια σειρά από γραφικότητες-οξύμωρα σχήματα.<br>Η πρώτη ίσως γραφικότητα αναφέρεται στο οξύμωρο σχήμα του «φάρου με<br>φως κανένα», του σκοτεινού φάρου. Ο φάρος είναι ένας άνθρωπος, ένα πρότυπο, ένα αγαπώμενο απ’ την ποιήτρια πρόσωπο, που το υπερεκτίμησε και επένδυσε σε αυτό;<br>Το «από πού κι ως πού;» στον πρώτο στίχο εισάγει μια σιγανή κραυγαλέα φωνή απογοήτευσης, απόρριψης και ειρωνείας γι’ «αυτό το πράγμα», που το είχε υπερεκτιμήσει και τώρα το απομυθοποίησε. Κι αφού η ίδια δεν είχε πλέον καμιά ανάγκη και κανένα φόβο, λέξεις κυρίαρχες στην ποίησή της ολόκληρη, γιατί τον έστησε εκεί ψηλά να δεσπόζει «σε μια βραχώδη ακτή του βλέμματός» της; Το «βραχώδη» παραπέμπει σε κάτι σκληρό, άκαμπτο, ψυχρό αλλά και άψυχο και απρόσιτο ίσως. Κι αγέρωχο. Το μυθοποιημένο πρόσωπο ήταν σκληρό. Δεν την οδηγούσε σωστά αυτός ο φάρος, δεν εξέπεμπε κανένα φως (ελπίδας, γνώσης, αγάπης, συναισθήματος ή σχέσης), δεν την προφύλαγε απ’ τους κινδύνους, κι ακόμη, δεν τη φώτιζε στην πορεία της ζωής της.<br>«Ποια λοιπόν η ανάγκη για φάρο»; Κι έτσι, εδώ αρχίζει η συνειδητοποίηση ότι<br>«άνθρακες ο θησαυρός». Ο φάρος και ο φαροφύλακας ήταν σκοτεινοί, ανενεργοί, ανύπαρκτοι, το απόλυτο σκοτάδι. Έτσι, μετά από μια ναυαγισμένη σχέση ή διάψευση, αναγνωρίζει τη γραφικότητα της μυθοποίησης του τίποτα, λήγει άδοξα η σχέση ή η φαντασίωση (αν δεν έληγε άδοξα, δεν θα έληγε ποτέ).<br>Ναυαγεί η σχέση φάρου-φωτιζόμενου άδοξα και θέλει να τη θρηνήσει: άλλη μία -η τελευταία- γραφικότητα. Γιατί, αλήθεια, αξίζει να θρηνείς έναν φάρο που δεν εξέπεμπε φως; Που δεν σε φώτιζε, δεν σε οδηγούσε, δεν σου πρόσφερε παρηγοριά στο σκοτάδι σου;<br>Ίσως αυτή η μυθοποίηση, η πραγματική ή φανταστική σχέση άρχισε και τελείωσε κάποιο καλοκαίρι, όπου όλα τα συναισθήματα εξάπτονται και μεγεθύνονται, αφού χρησιμοποιεί λέξεις από τη ναυτική ορολογία και από τη θαλασσινή φύση: φάρος, βραχώδη ακτή, στροφή πόσων μοιρών να πάρω, ώστε τη μοίρα της πορείας μου ν’ αλλάξω, ελιγμούς, υφάλους, φαροφύλακα, τον πλουν (της γραφικότητας) (άδοξο) ναυάγιο. Η θάλασσα εξάπτει τον ρομαντισμό, την ελευθερία της φαντασίας, την ευφρόσυνη διάθεση της ψυχής να ανοιχτεί και να αγαπήσει.<br>Ένα άδοξο ναυάγιο που πασχίζεις να δοξάσεις -κι εδώ οξύμωρη γραφικότητα-<br>είναι η έσχατη προσπάθεια ενός ρομαντικού ερωτευμένου να διασώσει τα καλά μιας σχέσης ερωτικής που τελείωσε, να περισυλλέξει ράκη, για να πλέξει με την προσθετική του φαντασία ένα τεχνητό κατασκεύασμα καλών και εξιδανικευμένων αναμνήσεων, για να μην παραφρονήσει.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ</strong></h5>
<p>σελ. 12</p>
<p>Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η ποιήτρια απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, το οποίο αποκαλύπτεται μόλις στην τελευταία γραμμή του ποιήματος ότι είναι ο κόσμος οι άνθρωποι, οι αναγνώστες, ίσως και κάποιο κοντινό της πρόσωπο, που Ενώ προσδοκούσε ότι είχε διαβάσει τα ποιήματά της, αυτό δεν διάβασε ούτε ένα στίχο. Υποκρινόταν ότι διάβαζε.<br>«Ξεφύλλιζε, διάβαζε τάχα», «αδιάβαστες κρυφογελούσαν οι σελίδες», «μετά τα ζύγιαζες όλα στη χούφτα σου/σαν να ήταν κέρματα/χοντρικά εξετίμησε τα γραφτά» της, «ουκ ολίγα είπες/έκπληκτος πώς τ ’απέκτησες». Το «σαν κέρματα» και οι λέξεις του σημαίνουν ποσότητα παραπέμπουν σε κέρδος, σε εμπόρευμα, σε κάτι ποσοτικά μετρήσιμο, χαρακτηριστικά που αφορούν τους αμύητους στην ποίηση.<br>Στην τρίτη στροφή το ποιητικό υποκείμενο χαρακτηρίζει ευθέως «υποκριτή»<br>:ο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που δεν διάβασαν τα ποιήματά του, γιατί αν τα είχε διαβάσει στ’ αλήθεια, θα έβλεπε από την αρχή («το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο») ότι εμπνεύστηκε από αυτόν τον «υποκριτή», από αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή τον κόσμο γενικά («τα εύρετρα είναι/εσύ μου τα έδωσες»).<br>Τα εύρετρα, με την κυριολεκτική τους σημασία, είναι η χρηματική αμοιβή για<br>κάτι χαμένο που βρίσκει κάποιος και το παραδίδει σ’ αυτόν που του ανήκει. Όμως ποίηση δεν εκτιμάται βέβαια με υλικά οφέλη.<br>Αντίθετα, και αυτό φαίνεται καλύτερα στην τελευταία στροφή, η έμπνευση της<br>ποιήτριας αφορμάται απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες («επειδή σε βρήκα/σε μέτρησα κι ήσουν πολλά») κι απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες («ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς»), του κόσμου, της ζωής, των ανθρώπων. Τα εύρετρα είναι λοιπόν τα κέρδη που αποκόμισε η ποιήτρια από τη συναναστροφή της με τον κόσμο, από την παρατήρηση των σχέσεων, των χαρακτήρων και των σκέψεων και των συναισθημάτων που της προξένησε αυτός. Αλλά θα μπορούσε να είναι αντίστροφα και τα κέρδη που αποκομίζει ο κόσμος από την ανάγνωση, από την ευαίσθητη παρατήρηση της ματιάς του δημιουργού όλης της ομορφιάς και της ασκήμιας του κόσμου. Τα συναισθηματικά και τα πνευματικά οφέλη, που δεν μπορούν να εκτιμηθούν με υλικά μεγέθη, όπως: «τα ζύγιαζες όλα στη χούφτα σου σα να ήταν κέρματα», &lt;&lt;χοντρικό,<br>εξετίμησες», «πώς τα απέκτησες», «ξαναμετρώ», «μέτρησα», «αφαίρεσα».<br>ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ θα λέγαμε ότι είναι το ποίημα που κατέχει μια κεντρική θέση<br>όλη την ποιητική συλλογή, αφού χάρισε σ’ αυτήν και τον τίτλο του. Και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα ποίημα για την ποίηση</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Η ποιητική συλλογή Τα εύρετρα κλείνει, ως προς τη θεματική, με το «τέλος»,<br>με τον θάνατο, όπως και με τον θάνατο, ως θέμα, αρχίζει στα πρώτα ποιήματά της.<br>Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αυτής της Κικής Δημουλά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από πλευράς περιεχομένου φιλοσοφικά ή στοχαστικά, καθώς εκφράζουν με την ανάμνηση και με τον απολογισμό ένα πλέγμα από σκέψεις, εικόνες, βιώματα και απραγματοποίητα όνειρα, όλα φυλαγμένα βαθιά, με ευλάβεια και με νοσταλγία στη συνείδησή της. Το απόσταγμα όλων αυτών των στοιχείων εκφράζεται άλλοτε με λυρικούς και άλλοτε με ρεαλιστικούς τρόπους και με τραχιές λέξεις, που όμως στην τελική τους σύνθεση καταξιώνονται ποιητικά. Οι αφηρημένες έννοιες αποκτούν σώμα, υπόσταση, ομιλία και κίνηση κι αυτό οφείλεται στην ευρηματικότητα της ποιήτριας και στο ιδιαίτερο ποιητικό της ταλέντο.<br>Η Κική Δημουλά, εκτός από το θαυμασμό πολλών μυημένων στην τέχνη της,<br>δέχεται σήμερα και επικρίσεις για μία δήθεν «ομφαλοσκόπηση», για μία κατά κάποιον τρόπο «ιδιώτευση», εφόσον, όπως λένε οι επικριτές της, δεν καταπιάνεται στα ποιήματά της με κοινωνικά θέματα, δεν πραγματεύεται θέματα που «καίνε» σε μια εποχή με τόσα πολλά και τόσο έντονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, πείνα, ανεργία, πολιτική αστάθεια και μόνιμη πια ανασφάλεια του κόσμου, σε μια εποχή κρίσης σε όλους τους τομείς. Επικρίνεται επίσης, επειδή είναι αρεστή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατανοητή από ανθρώπους όλων των μορφωτικών επιπέδων, θεωρώντας -εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου- ότι υψηλή είναι μόνο η κοινωνική ή και σκοτεινή και ακατανόητη ποίηση. Επικρίνεται τέλος, επειδή «επαναλαμβάνεται». Πράγματι, σε κάποια ποιήματά της επαναλαμβάνεται. Η ίδια άλλωστε ομολόγησε ότι πλέον δεν της έρχεται στον νου, την τελευταία χρονιά, καμία ποιητική φράση, εκτός μόνο αυτή: «ψάχνω έναν βαθουλό άνθρωπο για τη σούπα μου» (!). Για τις επαναλήψεις της όμως η ίδια η ποιήτρια είπε τα εξής: « Επιπλέον θα πρέπει να συγκρατώ τη φανατική κριτική που ανεπιφύλακτα σπεύδει να τσαλαπατάει τις φωλιές των καρπερών επαναλήψεων που συναντά στο διάβα της. Πράγματι αφθονούν σε κάποια ποιήματα οι επαναλήψεις. Συνήθως κλωσάνε τα ίδια μπαγιάτικα αυγά τους. Αλλά αν το καλοσκεφτούμε, κι εμείς για να σώσουμε αυτό το μπαγιάτικο αγωνιζόμαστε να ζήσουμε τόσο διαφορετικά. Ο λόγος που θέλω να προστατέψω αυτές τις φωλιές των επαναλήψεων από την απόρριψη δεν είναι<br>γιατί είμαι κι εγώ μια αναπόφευκτη επανάληψή μου, αλλά επειδή τίποτα δεν αποκλείει, μέσα σε κάποια απ’ αυτές τις φωλιές, και μέσα στην κεκτημένη θερμοκρασία των επαναλήψεων, να επωάζει τον νωθρό χρόνο της κάποια Σάρα ανανέωση».<br>Όμως από τις αρνητικές κριτικές νομίζω ότι δεν απουσιάζει και κάποιος φθόνος για τη γενική αποδοχή της και την επίσημη καταξίωσή της από την Ακαδημία Αθηνών και για το ότι είναι αναγνωρίσιμη, διάσημη και αγαπητή και στο εξωτερικό. Φθόνος, επειδή είναι πολυγραφότατη, χειμαρρώδης και έχει εγκαινιάσει μία μοναδική, δική της «σχολή». Όλοι οι μεγάλοι λογοτέχνες και ποιητές δεν πραγματεύονταν απαραίτητα μόνο κοινωνικά θέματα αλλά καταπιάστηκαν με διαχρονικά εσωτερικά θέματα και βάσανα της ψυχής, προέβησαν σε χρήσιμες ενδοσκοπήσεις, προώθησαν και εκλαΐκευσαν την ψυχανάλυση και έμμεσα εφοδίασαν το μυαλό και την ψυχή με μηχανισμούς κατανόησης ακόμα και των κοινωνικών προβλημάτων.<br>Με τα κοινωνικά και τα πολιτικά θέματα ασχολήθηκαν λογοτέχνες και ποιητές που δεν ήταν και οι καλύτεροι στο είδος τους, κάποιοι μάλιστα το έκαναν και για εμπορικούς ή και προπαγανδιστικούς λόγους. Εξάλλου, για ενημέρωση και γνώση των κοινωνικών προβλημάτων υπάρχουν οι πολιτικοί αναλυτές, οι ιστορικοί, οι επιστήμονες. Πολλά από τα θέματα της Δημουλά φαίνεται πως μίλησαν στις ψυχές πολλών αναγνωστών, άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο, κι αυτό δεν έχει σχέση με την όποια τυχαία εμπορικότητά της ή με το «χαμηλό επίπεδο» των αναγνωστών της. Εξάλλου, «να γίνει η τέχνη δεν μπορεί της κοινωνίας η μαμή», όπως κι ο Γιώργος Σεφέρης γράφει στο δοκίμιό του «Η τέχνη και η εποχή», μεταφέροντας τη φράση του Άγγλου ποιητή Auden. Σπουδαίοι ποιητές δεν είναι μόνον οι<br>στενά στρατευμένοι, αλλά και όσοι επέλεξαν να εξυμνήσουν στην ποίησή τους την ωραιότητα της φύσης, τον έρωτα και το μυστήριο της ύπαρξης. Απορροφά κανείς πρώτα την αισθητική συγκίνηση από ένα ποίημα, θεωρώντας το ως όλον και σε ένα δεύτερο επίπεδο αναγνωρίζει και την κοινωνική και την ψυχολογική του σημασία Λεν περιμένει να απολαύσει στο ποίημα κανένα κοινωνικό κήρυγμα ούτε κανένα πολιτικό μανιφέστο. Ναι, η Κική Δημουλά είναι μία ποιήτρια του «ατομισμού τού», όχι όμως του «αυτισμού». Εκδηλώνει ποιητικά έναν ατομισμό με όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του που θα μπορούσε να αφορά και να αγγίζει τα μύχια της ψυχής πολλών ανθρώπων, εφόσον μάλιστα σήμερα περισσεύει η υποκρισία για τη δήθεν κοινωνική ευαισθησία και όταν η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ανθρώπων είναι μεγαλειωδώς ατομιστές, κατάφωρα συμφεροντολόγοι και ρατσιστές.<br>Όταν πριν από είκοσι περίπου χρόνια ανακάλυψα τυχαία την Κική Δημουλά,<br>χωρίς να έχει προηγηθεί καμία προβολή ή διαφήμισή της, μαγεύτηκα. Ενώ οι περισσότεροι δεν τη γνώριζαν, τότε ήταν που μαγνητισμένη προσωπικά από μία άγνωστη, καινούρια ποίηση, διάβασα με απόλαυση όλες τις ποιητικές της συλλογές. Και δεν έχασα ούτε το χρόνο μου ούτε την ιδεολογία μου. Αντίθετα, αισθάνομαι πιο πλούσια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (2005)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Καθώς ο τίτλος του βιβλίου δεν προσδιορίζει το περιεχόμενό του, θα ήθελα να τον συμπληρώσω με μερικούς επεξηγηματικούς υπότιτλους, για να γίνει κατανοητή και η πηγή της έμπνευσής του. Θα πρόσθετα λοιπόν στο ΜΙΚΡΑ<br>ΚΕΙΜΕΝΑ ότι είναι «κοινωνικού προβληματισμού», ή θέματα που ξεκίνησαν να γράφονται, παίρνοντας ερεθίσματα από τα βιβλία της Έκφρασης &#8211; Έκθεσης του λυκείου και περισσότερο από τη συνεργασία με τους μαθητές μου, τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Για κάθε θέμα λοιπόν που δουλεύαμε με αφορμή τις εκθέσεις στο σχολείο, ή από συζητήσεις θεμάτων της ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας, ένιωθα την ανάγκη να γράφω και τη δική μου εκδοχή και να την προτείνω στους μαθητές μου.<br>Έτσι άρχισε αυτή η καλή &#8211; ελπίζω &#8211; συνήθεια, ενώ από κει και πέρα, και ανεξάρτητα από την ιδιότητά μου ως δασκάλα της Γλώσσας, προσωπικά είχα κάποιους προβληματισμούς που τους ανέπτυξα σε άρθρα σε εφημερίδες, για να καταγγείλω κάτι που με ενοχλούσε, όπως το πρώτο και το τελευταίο κείμενο.<br>Γι’ αυτούς τους λόγους δε θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα κείμενα αυτά ούτε «εκθέσεις» ούτε ακριβώς «δοκίμια». Είναι, όπως νομίζω, κάτι ανάμεσα σ’ αυτά τα είδη του λόγου, διατυπωμένα με μεγαλύτερη ελευθερία.<br>Από την αρχή δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός για τη σύνθεση αυτού του μικρού πονήματος, αλλά η ιδέα ωρίμαζε σιγά &#8211; σιγά από μόνη της, ώσπου καρποφόρησε εν τελεί, για να μπουν σε μια σειρά και να συγκεντρωθούν όλα αυτά τα «σκόρπια» και αυτοτελή κείμενα. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μεγάλη ομοιομορφία στο ύφος και στη διάθεση γραφής, εφόσον γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και κάτω από διαφορετικές συνθήκες συναισθηματικών και λογικών ερεθισμάτων.<br>Πρέπει να πω, επίσης, ότι απέφυγα συνειδητά να τα εντάξω σε κάποιο επικοινωνιακό πλαίσιο, όπως: επιστολή, ημερολόγιο, άρθρο κ.λπ., αφήνοντας στο μαθητή &#8211; αναγνώστη να επικοινωνήσει με το βασικό προβληματισμό και από κει και πέρα ας τον αξιοποιήσει με όποιον τρόπο μπορεί και σε όποιο επικοινωνιακό πλαίσιο θέλει.<br>Ακόμη, αυτό το βιβλίο δεν έχει στενά το ρόλο των «απαντήσεων» σε «ερωτήσεις» του σχολικού βιβλίου της Γλώσσας, ο σκοπός δηλαδή δεν είναι να λειτουργήσει ως «λυσάρι». Στόχος μου είναι να δώσω δείγματα γραφής στους μαθητές, που θα τους προβληματίσουν και θα τα αφομοιώσουν στο δικό τους ύφος, αλλά το βιβλίο απευθύνεται και στο μέσο αναγνώστη, που δεν έτυχε να προβληματιστεί ιδιαίτερα πάνω σε κάποια από τα θέματα που πραγματεύομαι και που ίσως θα τον ενδιέφεραν.<br>Θεώρησα χρήσιμο να προσθέσω στο τέλος, σαν παράρτημα, και κάποιες βασικές έννοιες, τις οποίες ετοίμασα, όταν έκπληκτη, κάποτε είδα τη λ. «άμιλλα» κάποιοι μαθητές να τη γράφουν «άμυλα» και να την αναπτύσσουν ανάλογα, δηλαδή κάτι σαν το συστατικό της πατάτας. Κατάλαβα λοιπόν ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητο η νέα γενιά να γνωρίζει βασικές έννοιες που είναι γνωστές στη δική μας γενιά και που είναι απαραίτητες στην προφορική και στη γραπτή επικοινωνία. Για άμεση λοιπόν και γρήγορη βοήθεία των μαθητών, αφού σκέφθηκα και. άνοιξα και λίγα λεξικά, με πιο βασικό το λεξικό του Δ. Διαμαντόπουλου, αξιοποίησα ό,τι θεώρησα πιο σημαντικό για τη στοιχειώδη<br>λεξιλογική τους κατάρτιση.<br>Μέσα στην πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορούν και που φαίνεται να πραγματεύονται παραπλήσια θέματα, θέλω να ελπίζω ότι κι αυτό εδώ θα συμβάλει, έστω και ελάχιστα, στην πνευματική συγκρότηση του οποιουδήποτε καλοπροαίρετου αναγνώστη και να επικοινωνήσω ξανά με τους<br>παλιούς και τους νέους μαθητές μου.<br>Θα ήθελα, τέλος, να ευχαριστήσω θερμά όλους τους στενούς μου φίλους που με ενθάρρυναν σ’ αυτή μου την απόφαση και ιδιαίτερα τις αγαπητές μου φίλες και συναδέλφους κ. Κούλα Αδαλόγλου, Σύμβουλο των φιλόλογων, και την κ. Μαρία Τσολάκη για τις πολύτιμες συμβουλές τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 2/12/2025</p>
<p>Έρωτας, φύση, χρόνος, στην ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα</p>
<p>Η συλλογή της Περσεφόνης Τζίμα «Ανθεκτικά υλικά» (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024), αποτελείται από σαράντα ποιήματα με πυρήνα τον εσώτερο εαυτό και τον περιβάλλοντα χώρο. Μειλίχια και καθαρή η φωνή εξομολογείται, μιλά με τρυφερότητα, στοχάζεται, σαρκάζει. Ο ευδιάκριτος ποιητικός βηματισμός συνοδεύεται από έναν θησαυρό καλοδουλεμένων λέξεων που αποκρυσταλλώνουν συλλήψεις διανοητικές ή βουτούν στη λάβα του βιώματος.</p>
<p>Το πολύτροπο της συλλογής θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σε συνθέσεις που αφορούν τον έρωτα, τη φύση, τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, τα βιώματα. Τα ποιήματα που αφορούν τον έρωτα κινούνται στο περιβάλλον της σύγκρουσης αλλά και της έλξης. Ένας συνήθως τριτοπρόσωπος ή δευτεροπρόσωπος αφηγητής μιλά για το παραμύθι του έρωτα, τη ναρκωμένη από αγάπη πριγκίπισσα. Απευθυνόμενος στον εαυτό, σκέφτεται την ερωτική πάλη, την προσήλωση, «φτώχεια του ετερόφωτου». Ο έρωτας γεννά ποίηση, γεννά αγάπη όταν δένεται «πάνω σε αλυσίδα/ βιωμένων θαυμάτων» («Ραψωδίες βιωμένων θαυμάτων», σελ. 34). Από τα ωραιότερα ποιήματα στη θεματική, «Η παπαρούνα έφταιξε», γεμάτη πρόδηλες και λανθάνουσες αναφορές, επίπεδα ανάγνωσης.</p>
<p>Η παπαρούνα έφταιξε<br>Απριλομάης θα ’τανε που<br>βάδιζαν με αστάθεια<br>σε εξοχή με παπαρούνες<br>ανάμεσα σε κίτρινα αγριολούλουδα.</p>
<p>Μιλούσαν ντροπαλά ακόμη<br>με χαμηλωμένα μάτια.<br>Μόνο τη θωριά της θάλασσας<br>ατένιζαν έκθαμβοι στο βάθος.</p>
<p>Εκείνος έσκυψε κι έκοψε<br>μια δέσμη παπαρούνες.<br>Διάλεξε μία και την απίθωσε<br>Βαθιά μες στην ψυχή της<br>χωρίς να λογαριάσει το όπιο.</p>
<p>Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια<br>μεθυσμένη από αγάπη<br>ώσπου στο τέλος<br>κατέφυγε σ’ αποτοξίνωση.</p>
<p>Κουράστηκε από μέθη<br>ζαλισμένη να ζει όταν όλα<br>την καλούσαν νηφάλια στο παιχνίδι τους. (σελ. 8)</p>
<p>Η θεματική που αφορά τη φύση περιέχει ποιήματα λυρικά που υμνούν την άνοιξη, τον ήλιο, τη θάλασσα. Τα ρεαλιστικά ωστόσο περιγράμματά τους μιλούν για τις καταστροφές των θυμωμένων κυμάτων, των πλημμυρών, το οικολογικό. Η ποιητική φωνή υψώνει δοξαστική προσευχή, ζητώντας προστασία από τις καταστροφές.</p>
<p>[…] Και τώρα που η φύση και το δίκιο<br>ραπίζουν τον Άνθρωπο για όποια<br>καταστροφή τούς προξένησε<br>καταφυγή πολλών γίνεσαι εσύ<br>Χριστέ μου. («Δοξαστικό», σελ. 19)</p>
<p>Αιχμηρή η γλώσσα στην κοινωνική και πολιτική θεματική, στηλιτεύει την «Άλογη πλεονεξία» που οδηγεί σε πολέμους -«δεν βρέθηκε ακόμη εμβόλιο/ να σκοτώσει το αλαζονικό μακρόβιο/ της πλεονεξίας»-, την ψεύτικη ασφάλεια των σιδηροτροχιών (τραγωδία των Τεμπών), την απάθεια των σύγχρονων ανθρώπων-υπηκόων των media, φετιχιστών του κινητού. Καταγγέλλει επίσης τη φτώχεια, την αποξένωση, την αστεγία. Το ποιητικό υποκείμενο κάνει έκκληση για σύνεση, αφύπνιση, ειρήνη, ανεκτικότητα.</p>
<p>Αποσύρονται τα πολύχρωμα</p>
<p>ΙΙΙ</p>
<p>Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών<br>να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων<br>που δεν επιθυμούν μια παράξενη<br>πολυχρωμία ενέργειας,<br>μα να φωτίσουν τα σκοτάδια<br>της μόνιμης πια διαταραχής τους. (σελ. 47)</p>
<p>Στα ενδοσκοπικής ή φιλοσοφικής θεματικής ποιήματα, το ποιητικό υποκείμενο αποτιμά τον χρόνο που πέρασε. Μέσω της μνήμης ανακαλεί απώλειες, θρυμματισμούς, ψυχολογικές «ανατάξεις», μαθήματα χορού, κολύμβησης. Συμφιλιωμένο με τα γηρατειά, τα οποία αντιμετωπίζει θετικά, «μια άνοιξη που εγκυμονεί θαύματα», συμφιλιωμένο με τον θάνατο, τον οποίο αντικρίζει ως φυσικό φαινόμενο, μια νομοτέλεια, βρίσκει χαρά στην παιδική αγκαλιά και αθωότητα, δοξάζει όσα η ωριμότητα παρέχει: την ηρεμία, τη στωικότητα, το καταλάγιασμα των φόβων, την ανθεκτικότητα της αγάπης που οικοδομήθηκε επί χρόνια.</p>
<p>Ανθεκτικά υλικά</p>
<p>Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα<br>της αληθινής αγάπης<br>που χτίζαμε για χρόνια<br>με θεμέλιο τη χημεία<br>κι ανθεκτικά υλικά<br>λύπης και χαράς<br>με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας<br>σε μισό αιώνα διαδρομής<br>ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες<br>τις άγουρες κακοτεχνίες<br>σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές<br>και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό<br>βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση. (σελ. 22).</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο υμνεί την απλότητα, την ευφυία, την οποία αντιδιαστέλλει με τη δυνατή σε μέγεθος και επικράτηση μωρία.</p>
<p>Γεννήματα</p>
<p>Στη δεύτερη άνοιξη των γηρατειών<br>γίνονται θαύματα νέας συγκομιδής<br>καρπών κι ωραίων λουλουδιών<br>σπάνια γεννήματα έμπειρου χώματος<br>μ’ ενεργή αγάπη χτισμένη<br>από κέρδη και ζημιές<br>από λογής ραπίσματα<br>από χαρές κι αρίφνητες αναποδιές<br>κι αν δεν εκπνεύσεις κι είσαι τυχερός<br>γίνεσαι ώριμος δημιουργός. (σελ. 45)</p>
<p>Η Περσεφόνη Τζίμα στη συλλογή «Ανθεκτικά υλικά» αποτιμά τον έρωτα, τις σχέσεις, τα βιώματα, όσα συμβαίνουν στον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Με τεχνικές όπως η εικονοποιία, η σκηνική διάρθρωση, ο μύθος, η αναλογία, η αντίθεση, η ερώτηση, ο σαρκασμός, ο εσωτερικός μονόλογος, δημιουργεί μια λυρική ατμόσφαιρα, συναισθηματικά φορτισμένη. Καθώς ο ποιητικός φακός μέσω της θεματικής του χρόνου πέφτει στην ώριμη ηλικία, τη φωτίζει αισιόδοξα. Λιτή και ώριμη ποίηση, με ενδιαφέρουσα και εν πολλοίς πρωτότυπη θεματολογία. Καλαίσθητη και η έκδοση, με έργο του εικαστικού Σωτήρη Σόρογκα στο εξώφυλλο.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ</strong></h5>
<p>«Ανάμεσα σε ωδή και ελεγεία, σε πίστη κι ελπίδα για το καλό, σε αντίσταση και μάχη ενάντια στο κακό»</p>
<p>Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Περσεφόνης Τζίμα «ανθεκτικά υλικά», εκδόσεις Μανδραγόρας 2024, είναι ένας νέος κρίκος στην αλυσίδα του ποιητικού της έργου. Με την επιστημονική της σκευή ως φιλόλογος, αρχαιολόγος, ερευνήτρια της τέχνης και του λόγου, υπηρέτησε και πρόσφερε ώρες πολύχρονης εργασίας στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει συγγράψει δοκίμια και επιμελήθηκε το βιβλίο Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης από κοινού με την ομάδα του 2ουΛυκείου Θεσσαλονίκης.<br>Παράλληλα αφιέρωσε χρόνο στη μεγάλη της αγάπη, την ποίηση. Ως καλός σκαπανέας ανοίγει δρόμο, αναζητάει ευρήματα, καταδύεται σε βαθύτερα γνωστικά επίπεδα μνήμης και εμπειριών. Ανασύρει την πρώτη ύλη, σκληρή και άμορφη, την οποία μορφοποιεί με τη σμίλη και την πένα της γραφής.<br>Λέξεις, ιδέες, προβληματισμοί που αφορούν προσωπικά και κοινωνικά θέματα συνθέτουν την παρούσα συλλογή που αναβλύζει ευαισθησία ανθρωπισμού.<br>Ο τίτλος του βιβλίου, δάνειο από το ομώνυμο ποίημα «ανθεκτικά υλικά», προδιαθέτει τον αναγνώστη με θετικές λύσεις για την αντιμετώπιση ζωτικών θεμάτων μιας σκληρής πραγματικότητας που οδηγεί σε απώλειες, καταστροφή και μηδενισμό της ζωντανής ανθρώπινης φύσης.<br>Η εικόνα του εξωφύλλου συνάδει με τη δομή της ποιητικής συλλογής. Κάθε ποίημα είναι ένας κρίκος που συνδέεται με τους προηγούμενους και τους επόμενους, παίρνοντας κεντρική θέση όταν το βλέμμα του αναγνώστη εστιάζεται σ΄αυτόν τον κρίκο. Είναι άξια παρατήρησης η ομοιότητα και η σύνδεση των μοτίβων της φύσης-φράκταλ-με τα μοτίβα τις ανθρώπινης φύσης και εξέλιξης στον παρελθόντα χρόνο και στον παρόντα, όπου δημιουργούνται οι ανατροπές και οι μεταλλάξεις μέσω των αλληλοεπιδράσεων.<br>Το σώμα της συλλογής, με σαράντα επτά ποιήματα, δομείται σε τέσσερεις, μη οριοθετημένες αυστηρά ενότητες, με βασικό άξονα την ζωντανή βιολογική φύση και αφορά τον άνθρωπο, τα έμβια όντα, το οικοσύστημα, τις περιβαλλοντολογικές<br>αλλαγές, τη ζωή ή τον θάνατο του πλανήτη.<br>Θεματικές που ορίζουν το σώμα της συλλογής είναι το φυσικό περιβάλλον, ο άνθρωπος μέσα σε αυτό, οι σχέσεις μεταξύ τους, ο έρωτας, ο χρόνος και η φθορά, η ζωή και ο θάνατος. Το νοηματικό νήμα που ενώνει τα ποιήματα σε μια αμοιβαία συνύπαρξη, παρόλο τις διαφορετικότητες, αφορά τον τρόπο σχέσης μεταξύ των επιμέρους θεμάτων της.<br>Πόσο ανθεκτικός είναι ο κρίκος σύνδεσης σ΄ αυτή την αλυσίδα; Είναι ευάλωτος στις ρήξεις λόγω πολυμερισμένου υλικού στο χρόνο, λόγω φυσικής φθοράς ή ψυχικής κακοποίησης, προδοσίας και ματαίωσης των προσδοκιών και υποσχέσεων στις ανθρώπινες σχέσεις; διερωτάται η ποιήτρια και μαζί της ο αναγνώστης.<br>Σε όλη τη συλλογή πλανάται η υπαρξιακή αγωνία για την επιβίωση. Αυτή την αγωνία διαχειρίζεται σθεναρά με τη βαθύτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ύλη και πνεύμα. Κύρια χαρακτηριστικά είναι η συναισθηματική στόφα, η δέσμευση στη σχέση της διυποκειμενικότητας, η ατομική υπευθυνότητα, ο σεβασμός, η αποδοχή του σημαντικού άλλου που αναδεικνύονται με τα μέσα της ποιητικής γραφής.<br>Ο λόγος της ποιήτριας γλαφυρός, συμβολικός, αλληγορικός, με παρομοιώσεις και μεταφορές. Οι πλούσιες εικόνες της φύσης και οι προσωποποιήσεις ανοίγουν ένα διάλογο ανάμεσα στα άτομα και το περιβάλλον τους, έτσι ώστε να είναι παραστατικός και αληθινός δίνοντας δυνατότητες για μεταμορφώσεις.<br>Η πρώτη ενότητα διαμορφώνεται από την αρχή με ποιήματα που εμπεριέχουν συναισθήματα και τον τρόπο σχέσης μεταξύ του εγώ και του εσύ, του σημαντικού Άλλου. Στοιχεία βασικά ο γενεσιουργός έρωτας, η αγάπη, η πνευματικότητα και όλοι οι αναβαθμοί του έρωτα, έτσι όμως τον συναντούμε στον Πλάτωνα-στον διάλογο του Σωκράτη και της Διοτίμα.<br>Η ποιήτρια ανοίγει την αυλαία της συλλογής της με την αλληγορική προσομοίωση της γήινης και της ανθρώπινης συναισθηματικής φύσης στο ποίημα «Κλινοπάλη θυμωμένης γης» στη σελίδα 9:<br>«Με φόντο τη διπλωματία / κι ένα απόθεμα ανθρωπιάς / οι δυνατοί σεισμοί ενώνουν / στην πάλη της κλίνης καθώς και / στη διαμάχη συνοριακών σταθμών / Συγκλονίζονται τα σώματα / απ΄ τη δύναμη του Εγκέλαδου / που αναβλύζει απ΄τα βάθη / παθιασμένων πετρωμάτων / από άγνωστα φλεγόμενα έγκατα / ανήμπορα να ισορροπήσουν / όπως ο φλεγόμενος έρωτας / των ανταγωνιστών συντρίβει / τα κορμιά τους που καταλήγουν / μοιραία στη διάλυση / γιατί η φυσική δύναμη της έλξης / δεν κρύβει πάντα την αγάπη».<br>Παρομοιάζει τον σεισμό της γης –τον Εγκέλαδο και τη λάβα του – με τον σεισμό του φλεγομένου έρωτα και το πάθος που συντρίβει τα κορμιά και επιφέρει την σωματική διάλυση.<br>Η πρώτη ερωτική έλξη δεν περιέχει απαραίτητα την αγάπη. Είναι έλξη σωματική αναδυόμενη με το βλέμμα και τις ενορμήσεις της libido και αφορούν την σαρκική μέθη της ηδονής. Είναι η πρώτη συνάντηση με το όπιο της παπαρούνας ή με τον γλυκό λωτό στο νησί των λωτοφάγων στην Οδύσσεια, όπου οι ταξιδευτές-ονειρευτές χάνουν το δρόμο και τον σκοπό του ταξιδιού τους.<br>« Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια / μεθυσμένη από αγάπη / ώσπου στο τέλος / κατέφυγε σε αποτοξίνωση», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα της «Η παπαρούνα έφταιξε».<br>Η Φόνη Τζίμα συνεχίζει με τις βιωμένες εμπειρίες στα πρώτα εξελικτικά στάδια στο χρόνο-στην πρώτη νεότητα και στο ξύπνημα του ζωντανού σώματος άνδρα και γυναίκας, μ΄ένα βιωμένο εξομολογητικό ποιητικό μονόλογο στο δεύτερο αναβαθμό του έρωτα. Σύμφωνα με την Διοτίμα, σταδιακά η σωματική ερωτική έλξη ολοκληρώνεται με την αγάπη. Αν αυτό δεν επιτευχθεί τότε η ανολοκλήρωτη σχέση οδηγείται σ΄ ένα γλυκό ονειρικό θάνατο. Μέσα στη μέθη της ευχαρίστησης, ο καρπός του έρωτα δεν ωριμάζει και όταν φυτευτεί ο σπόρος δεν θα καρπίσει. Έτσι η σχέση πεθαίνει πνιγμένη στις ερινύες και την απώλεια.<br>Στα ποιήματα της «Φοβισμένο στρείδι», «Κυνηγούσε την αύρα της», κι « Ένας φτωχός ετερόφωτος», η ποιήτρια ξετυλίγει τα αίτια και τις αφορμές που παίρνουν μέρος και εμποδίζουν την συναισθηματική ανταπόκριση των δύο υποκειμένων. Η κλειστότητα, η εσωστρέφεια του ερωτικού συντρόφου στη σχέση, η ματαίωση των προσδοκιών από τον άλλον, η διαφορετικότητα στον τρόπο επικοινωνίας, η μη συναισθηματική ανταπόκριση, η αλαζονεία του υπερεγώ, πολλές φορές οδηγούν στην αποξένωση εκατέρωθεν.<br>Μόνο όταν όλες αυτές, οι αθέλητες πολλές φορές ματαιώσεις, υπερπηδηθούν και οι δύο ερωτευμένοι συναντηθούν, τότε το ζευγάρι βιώνει την φλόγα της αγάπης που πυροδοτεί τον έρωτα πέρα από την σωματική έλξη. Με καθαρή συνειδητότητα η διυποκειμενική σχέση στην συνέχεια ωριμάζει και βιώνεται μέσω της πνευματικότητας. Το πάθος της αγάπης και του έρωτα πυροδοτεί την φαντασία και οδηγεί το ζευγάρι στην μαγεία της ένωσης.<br>Γράφει στο ποίημα «Σπίθες γεννούν ποίηση», σελ.13.<br>[….Σφιχταγκαλιασμένοι έβγαζαν σπίθες / που γεννούν ποίηση / και την άρθρωναν άμεσα / σαν από ανώτερη επιφοίτηση / χωρίς να βλέπουν φυσικές ατέλειες / -πόση λεπτότητα γεννά η αγάπη- / κοιτάζοντας ατέλειωτα στα μάτια / ο ένας βυθιζόταν απόλυτα / στην ψυχή του άλλου πασχίζοντας / να διαβάσει όλα τα απόκρυφα της / με μουσικές ανάσες που / εμφυσούσαν συμπυκνωμένη πνοή/….// Αυτό το κάτι έτερον / η αγάπη η ατελείωτη / τους ανέβαζε σε υπαρκτό παράδεισο /γνήσιας καλοσύνης και αθωότητας / ένα χρυσό θεμέλιο ύπαρξης».<br>Η ποιήτρια συμπυκνώνει στην πρώτη αυτή ενότητα την βιωμένη ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο υπάρξεις και τους αναβαθμούς του έρωτα οδηγούμενοι σε υπερβατικές πνευματικές εμπειρίες.<br>Ποια δύναμη λοιπόν είναι αυτή που μπορεί και διαλύει τη μαγεία του υπαρκτού παραδείσου και το χρυσό θεμέλιο της ύπαρξης; ρωτάει η ποιήτρια σ΄ένα μονόλογο που εμπεριέχει το φόβο του τέλους και του θανάτου.<br>Είναι ο ΧΡΟΝΟΣ, κεντρικός κοινός άξονας που ενώνει τις ενότητες στη συλλογή και στην πράξη κι απαντάει επιστρέφοντας στην κοσμική απειλή του Αιώνιου αέναου χρόνου, σ΄αυτόν που γεννήθηκε θαυμαστά δυναστικός κι αόρατος σε όλες τις υπάρξεις.<br>Στον αχόρταγο θεό Κρόνο που τρώει τα παιδιά του, που σβήνει τις αγάπες και τις βαθιές ηδονές, που σβήνει τη ζωή και την επουλώνει με υποσχέσεις αναγέννησης. Γράφει στο ποίημα «Στη ροή του χρόνου»<br>«Πληθαίνεις, Χρόνε, με όνειρα κι ελπίδες /κι αυξάνεσαι θεϊκά στα πρωτόγνωρα/ απ΄τον παντοδύναμο έρωτα./ Στη ροή, Χρόνε, μόνη παρηγοριά / του ανθρώπου η ανακύκλωση /με αναγεννητικούς τρόπους/ που γι ΄αυτήν προνόησε η Μάνα Φύση»<br>Και γι΄αυτή τη Μάνα φύση, όλων των όντων και των ανθρώπων, μας μιλάει η Φόνη Τζίμα στη δεύτερη ενότητα των ποιημάτων, η οποία αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ και στον άλλον, στις κοινωνικές και καταστροφικές διαμάχες, στους πολέμους και τις κυριαρχικές τάσεις μεταξύ των λαών, στην ανούσια αλαζονική τυφλότητα των δυνατών, την καταδυνάστευση των αδυνάτων, επιφέροντας την ανισορροπία των φυσικών δυνάμεων και των ανθρώπων.<br>Περιβαλλοντολογικές καταστροφές, ανθρωποθυσίες στο βωμό του χρήματος και του κέρδους, κοινωνικός σπαραγμός με απώλειες και θάνατο, όπως τα Τέμπη, Ουκρανία, Γάζα, μεταναστευτικό, πυρκαγιές, πλημμύρες, νεκρή γη, πενθούσα Αρχέγονη Μητέρα Γαία στο κακό που γεννούν οι αιώνιοι γιοι του Κάιν.<br>Ο Σπινόζα πίστευε στην αναγκαιότητα της φύσης, στην οποία τα πράγματα υπάγονται σε φυσικούς νόμους και η ελευθερία του ανθρώπου βρίσκεται στη συνειδητή κατανόηση αυτών των νόμων και την θέση του μέσα στο Όλον. Η φύση ταυτίζεται με τον Θεό, υποστήριζε.<br>Μ΄ ένα δοξαστικό στον θεϊκό Δημιουργό της αιώνιας φύσης ακούγεται η κραυγή της ποιήτριας, κάτι ανάμεσα σε ωδή και ελεγεία, σε πίστη κι ελπίδα για το καλό, σε αντίσταση και μάχη ενάντια στο κακό, κάλεσμα για τις ψυχές και την πνευματικότητα των ανθρώπων, τον σεβασμό και την αγάπη, την ανακύκλωση και την αναγέννηση του αιώνιου συμπαντικού φωτός.<br>Στην τρίτη ενότητα, συμπερασματικά, η ποιήτρια αναφέρεται στην εμβάθυνση των παρατηρήσεων και βιωμάτων της, σχετικά με το ζεύγος των αντιθέτων στοιχείων της ανθρώπινης φύσης, την ευαλωτότητα και την ανθεκτικότητα των υλικών στο καθημερινό γίγνεσθαι.<br>Ανθεκτικό στοιχείο του εαυτού και των σχέσεων είναι η απλότητα, η ανεπιτήδευτη γνήσια φύση, η σοφία και η μεγαλοψυχία έναντι της συναισθηματικής μιζέριας και μωρίας του νου.<br>Η σύμπνοια και η σχέση εμπιστοσύνης έναντι της προδοσίας και της μη δέσμευσης.<br>Με κορωνίδα όλων την αληθινή αγάπη, την ωριμότητα και την πνευματικότητα που αποκτιέται με την τριβή στο χρόνο, με την λείανση των σκληρών πετρωμάτων από τα απρόσμενα επώδυνα γεγονότα της ζωής, που στρογγυλεύουν τις γωνίες.<br>Η πορεία στο χρόνο και τα εξελικτικά στάδια της ύπαρξης μας φέρνουν το σκληρό κόστος της φθοράς, την απώλεια της ζωτικότητας και το φόβο του θανάτου.<br>Γράφει στο ποίημα «Στρογγυλεύουν οι γωνίες, σελ.23<br>«Σ΄ απαρνιούνται τα δάκρυα /σαν μεγαλώσεις / κρέμονται στον ουρανό / συννεφάκια ομιχλώδη που/ δεν γίνονται βροχή /…../Σ΄ εγκαταλείπουν οι μεγαλοϊδεατισμοί /Σ΄ επισκέπτεται το δέος / στον αγώνα για επιβίωση / του πολυπόθητου σώματος / της πολυπόθητης ψυχής / έπειτα απ΄ τις μάχες που έδωσες / να απαλλαγείς από λεπίδια/ και λιθοβολισμούς/.<br>Στην πορεία του χρόνου μια νέα διαστρωμάτωση παρατηρείται στη σχέση της λογικής, των συναισθημάτων και του ενστίκτου για επιβίωση.<br>Φόβος υπαρξιακός, απειλή της εικόνας του εαυτού, απώλεια της ευζωίας, της ελευθερίας της σκέψης και του λόγου που κατέκλυσαν και πάγωσαν τον πνευματικό άνθρωπο, φαίνεται να υποχωρούν και την θέση τους να παίρνουν «Οι μεγάλες στιγμές που είχαν παγώσει /αναδύονται επιτέλους αισιόδοξα /απ΄την υδρόβια παραμονή τους / στον πολικό βυθό/ για να ξυπνήσουν απ΄την χειμερία / νάρκη ψύχους τριών ετών», γράφει στο ποίημα «Κελαηδίσματα», σελ. 24.<br>Η φωνή της ποιήτριας είναι καταγγελτική, επαναστατική, εξοργισμένη σαν φουρτουνιασμένη σαρωτική θάλασσα απέναντι στην εξουσία του κατεστημένου, της κυριαρχίας, του ταξικού ρατσισμού που την θανάσιμη μυρωδιά του οσμίζεται και καλεί σε αφύπνιση.<br>Στην τέταρτη ενότητα, αναφέρεται στα ανθεκτικά υλικά, επιστρέφει στις εικόνες της ΦΥΣΗΣ και τα τέσσερα βασικά στοιχεία της, φωτιά, νερό, γη, αέρας. Στην ποιητική μεταφορά με τις ομοιότητες της ανθρώπινης ύπαρξης και τη διπλή φύση της.<br>Μιλάει για το «Υστερόβουλο πυρ», το φωτεινό και σκοτεινό του πρόσωπο, έτσι όπως είναι ο έρωτας. Η φωτιά ζεσταίνει και φωτίζει και συγχρόνως καίει και καταστρέφει. Το νερό ξεδιψάει και συγχρόνως ανεξέλεγκτα πνίγει ότι βρει μπροστά του. Η μητέρα γη-Γαία τρέφει τα παιδιά της και τα παίρνει πάλι πίσω, όταν έρθει το τέλος. Ο αέρας δίνει πνοή και γίνεται θανάσιμος χωρίς έλεγχο κάτω από τον θυμό του Αιόλου. Οικολογική καταστροφή και «κιβωτός που παραπαίει» το σώμα και η ψυχή του ανθρώπου.<br>Η ποιήτρια επιστρέφει στην προσωποποίηση της οικολογικής φύσης με την ανθρώπινη φύση και τον έρωτα. Γίνεται το alter ego και συνομιλεί μαζί της, σαν να είναι η προστάτιδα μητέρα της. Θρηνεί για τις απώλειες και τις προδοσίες και καλεί τον σοφότερο εαυτό της σε μια καθαρή συμμαχία και συμφωνία σύμπραξης για την σωτηρία τους. Ακολουθεί την διαδικασία της κάθαρσης και το ταξίδι της επιστροφής, στην πατρίδα ως νέος Οδυσσέας. Θρηνεί για τις απώλειες, για τις φθορές στον αδηφάγο χρόνο, οι Σειρήνες δε τον σαγηνεύουν πλέον, ούτε οι μάγισσες μπερδεύουν τις επιθυμίες στο μυαλό του.<br>Η ποιήτρια βυθίζεται στον πρωταρχικό σοφό εαυτό της και αναζητά το εσωτερικό φως της ωριμότητας, της σοφίας και του ανώτερου πνεύματος. Επιστρέφει στο εκστατικό σοφό παιδί, στην αθωότητά και τον ανεπιτήδευτο εαυτό του. Στις πρώτες αγνές γονεϊκές σχέσεις με την μητέρα, τον πατέρα, την Μεγάλη μητέρα φύση, το κέντρο του αληθινού εαυτού της<br>.<br>Και εκεί, στην τρίτη εξελικτικά φάση της ζωής, μετά από πολλές δοκιμασίες και απώλειες, η ποιήτρια αναπολεί και θυμάται. Μνήμες που πόνεσαν αλλά και σφυρηλάτησαν το σώμα και την ψυχή με δύναμη και αντοχή. Αποχρωματίζονται τα όνειρα της νεότητας, μεστώνουν τα ενδιάμεσα χρόνια, οξύνεται η εσωτερική όραση καθώς τα γηρατειά θολώνουν την φυσική όραση.<br>Θα ήθελα να κλείσω την συνομιλία με την ποιήτρια με το ποίημα «Skripta manet» της σελίδας 46<br>. «Μανταλωμένες υποσχέσεις<br>Γραμμένες σε χαρτί<br>κλειδωμένες αναλλοίωτες<br>βγήκαν νικήτριες απέναντι στα<br>έπεα πτερόεντα του ερωτευμένου<br>που σαν κόκκινα ροδοπέταλα στεγνά<br>τα πήρε ο άνεμος.<br>Κι έτσι έμειναν μόνο τα γραπτά<br>Ζωντανά σε ροζ φακέλους<br>Να εξομολογούνται και να τάζουν<br>Με λέξεις μαγικές.<br>Τα γραπτά μένουν παντοτινά<br>Αν και κάποτε νοήματος νεκρά».<br>28 Νοεμβρίου 2025</p>
<p></p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr Οκτώβριος 2025</p>
<p>Σ’ ένα λιβάδι με αγριολούλουδα εκείνος έκοψε μια παπαρούνα και τη φύτεψε βαθιά μες στην ψυχή της χωρίς να λογαριάσει το όπιο «Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια,/μεθυσμένη από αγάπη/ώσπου στο τέλος/κατέφυγε σ’ αποτοξίνωση./Κουράστηκε από μέθη/ζαλισμένη να ζει όταν όλα/την καλούσαν νηφάλια στο παιχνίδι τους». Ξεχώρισα αυτούς τους στίχους από το δεύτερο ποίημα της συλλογής της Περσεφόνης Τζίμα που έχει τίτλο «Ανθεκτικά υλικά» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.</p>
<p>Tα ανθεκτικά υλικά, όσο συμπαγή κι αν φαίνονται, μπορούν να κρύβουν κάτι άλλο που αξίζει να το διερευνήσουμε. Στο συγκεκριμένο ποίημα η εύθραυστη παπαρούνα, αν φυτευτεί στην ψυχή, οδηγεί σε εθισμό και το ποιητικό υποκείμενο κουράζεται από τη μέθη μιας και όλα καλούν σε νηφαλιότητα. Σκέφτομαι πόσους συμβολισμούς μπορούμε να εντοπίσουμε για την ανθρώπινη κατάσταση μέσα από αυτήν και μόνο την εικόνα, αναλογιζόμενοι συνθήκες «μέθης» που μπορεί να οδήγησαν σε λάθος επιλογές, στο τέλμα, ή και σε κινήσεις που αποδείχτηκαν μοιραίες. Ωστόσο, αυτή η «μέθη», το να αφεθούμε στην ονειροπόληση, στον έρωτα, στην ίδια την ποίηση, είναι τόσο ουσιώδης στο πέρασμά μας από αυτή τη ζωή.</p>
<p>Ξαναγυρνάμε στον τίτλο. Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια διερευνά τα υλικά της ανθρωπινότητας, του έρωτα, των επιλογών, των τραυμάτων, της έμπνευσης, του ονείρου, του ανικανοποίητου.</p>
<p>Προχωρώντας την ανάγνωση, μετά την παπαρούνα, στο τέταρτο ποίημα, βρίσκουμε άλλο ένα δυνατό σύμβολο: «Ένα στρείδι μισόκλειστο/γέρνει αναποφάσιστο πάνω/σε θαλασσινό στρώμα». Η αίσθηση του απραγματοποίητου, που έχει υποδηλωθεί και πριν, τώρα παίρνει σάρκα και οστά. Και κάπου κρυμμένο μέσα στο στρείδι υπάρχει ένα ‘carpe diem’, μια φωνή που κάποτε μας κάλεσε να αδράξουμε τη μέρα, να αφεθούμε στο ρεύμα της ζωής, να αρπάξουμε ευκαιρίες που έφυγαν ανεπιστρεπτί.</p>
<p>Στη συλλογή συναντάμε μεγάλους έρωτες, λατρείας, μ’ αυτόν, τον «κανένα» να ζωντανεύει στην εικόνα της μορφής της αγαπημένης του, αλλά το ανικανοποίητο και το ανολοκλήρωτο να κυριαρχεί. Με τα πρόσωπα να είναι αλυσοδεμένα, να μένουν φειδωλά αισθημάτων, κυρίως τα αρσενικά, να κρατάνε τον ήλιο, χωρίς να διευκολύνουν το φως να ακτινοβολήσει, να μη νιώθουν τη χαρά του μοιράσματος, ν’ αφήνουν τον χρόνο να περνάει. Και στο αντίβαρο η έμπνευση. Η πραγμάτωση του έρωτα που γεννάει ποίηση, ή η ποίηση που γεννάει τον έρωτα.</p>
<p>Όλα σε ένα σύμπαν πεπερασμένο, όπου τα όρια του χρόνου στενεύουν, όπου ο χρόνος μπορεί να είναι Κρόνος που τρώει τα παιδιά του.</p>
<p>Από την ποιητική συλλογή της Φόνης Τζίμα δεν θα μπορούσε να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός για τα σημαντικά ζητήματα που αποτελούν πληγές του κόσμου μας. Έτσι, στο ποίημα «Άλογη πλεονεξία», θα αναδυθεί ο αυτοκαταστροφικός άνθρωπος της πλεονεξίας και η ποιήτρια θα κλείσει με τους στίχους «Ας έρθει μια μέρα ευλογημένη/ που λουλούδια θα φυτρώνουν/ στη βομβαρδισμένη γη». Και από εκεί και πέρα, το κάθε ποίημα θα αγγίξει συμβάντα του δυτικού πολιτισμού. Στο «Crash test» για τα Τέμπη θα εκτροχιαστεί η ψεύτικη ασφάλεια «κλονίζοντας βεβαιότητες/ και αόρατες αμεριμνησίες». Στο ποίημα «Νεαρά κλαριά ελπίζουν» η ποιήτρια θα αγγίξει το θέμα της ξενιτιάς, όπου τα νεαρά παιδιά που ξενιτεύονται «Στο έδαφός τους ποθούν να μείνουν/κι όχι να μεταφυτευτούν σε άλλη γη». Και στα επόμενα ποιήματα οι κάλπικες αξίες θα σκύψουν ντροπιασμένες κι εμείς θ’ αναζητήσουμε τις βαθιές αξίες της ζωής, την απλότητα, την αλήθεια μας. Η διαδρομή θα είναι δύσκολη. Η πραγματικότητα πάντα θα μας απογοητεύει, με το επιφανειακό και το κίβδηλο να κυριαρχεί: «…οποία δυστυχία να παλεύεις/τη μωρία που νιώθει χαρούμενη/και βέβαιη για όλα στην επιφάνεια».</p>
<p>Παράλληλα, θα ακούσουμε την ποιητική φωνή να μιλάει χαμηλόφωνα, σε εξομολογητικό τόνο για τα ανθεκτικά υλικά της διαδρομής μας: «Ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες/τις άγουρες κακοτεχνίες/σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές/και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό/βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση». Κι ενώ θα στρογγυλεύουν οι γωνίες όσο περνούν τα χρόνια και θα πλησιάζουμε προς τον θάνατο, θα αναδύεται όλο και πιο μεγαλόπρεπη η ματαιότητα της ύπαρξης.</p>
<p>Πολλά είναι αυτά που μας πονάνε και το ποιητικό υποκείμενο θα πάρει θέση απέναντι στη στην κατάχρηση εξουσίας από τους λίγους, καταδεικνύοντας αιτίες στο πλέγμα της εξουσίας, κάποιες φορές με σπινθήρες ειρωνείας: «Οι μονάρχες ταγοί/περίπου περήφανοι/και ψεύτικα ταπεινοί για τις αμαρτίες τους/απαιτούν αναιδώς ψήφους και φόρους/απ’ τους παντοτινά ταλαίπωρους ψηφοφόρους».</p>
<p>Να υπογραμμίσουμε ότι σε όλα τα ποιήματα που εκφράζουν κοινωνικό προβληματισμό, η ποιήτρια επιλέγει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο κι εμείς οι αναγνώστες βιώνουμε την ενσυναίσθηση και την ανάγκη για ισορροπία: «Με μοίρασμα ψυχής ράκος κατάντησα/σε στάση αμηχανίας/για να ισορροπήσω κάπως τις πλευρές/χωρίς να φτάσω στην ποθητή λύση». Και συνεχίζοντας σε πρώτο πρόσωπο, θα ακολουθήσουμε το βλέμμα της Περσεφόνης Τζίμα προς τους πνιγμένους πρόσφυγες στο Αιγαίο, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες, την υπερθέρμανση του πλανήτη. Η γη θα είναι μια κιβωτός που παραπαίει, που «τούτη τη φορά όμως δεν φαίνεται να βρίσκει/άμεσα σωτηρίας προορισμό».</p>
<p>Η αγάπη για τη φύση που εντοπίσαμε από την πρώτη στιγμή της ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής, διαπερνάει όλα τα ποιήματα, σαν μια αναπνοή, σαν το πρωτεύον ανθεκτικό υλικό στη ζωή μας. Στο ποίημα «Αγαπημένη σε προδίδουν» , η φύση θα προσωποποιηθεί, θα μοιάζει σαν μια οντότητα με μια μαγευτική αγκαλιά και θα υμνηθεί όπως της πρέπει, ενώ εμείς θα ψάχνουμε για βάλσαμο να της γιατρέψουμε τις πληγές, διαβεβαιώνοντάς την ότι εμείς οι άνθρωποι φταίμε για όλα τα δεινά.</p>
<p>Οδεύοντας προς το τέλος, η ποιήτρια θ’ αναζητήσει το φως μέσα στον ζόφο, ξεχωρίζοντας τα πιο ανθεκτικά υλικά στη ζωή της, τα πιο ζωογόνα που θα της δώσουν δύναμη να προχωρήσει. Ο τόνος θα δυναμώσει, θα γίνει πιο αποφασιστικός. Θα υπογραμμίσει: «Πέταξα πολλά σκουπίδια από τη ζωή μου/ κι έπιασα δουλειά στα ζωογόνα της ψυχής/με το μυαλό να με συνδράμει». Κι όσο θα προχωράει, άλλο τόσο θα ενισχύεται το σθένος: «Ξαφνικά μια κινητήρια δύναμη με κυρίευσε/μια απόφαση με συνεπήρε/και με εκτόξευσε σαν ελατήριο/ σε στόχους αλώβητους/απ’ τη σύγχρονη τύρβη/που μου εξασφάλισαν σίγουρη χαρά».</p>
<p>Και θα επανέρθει η ιδέα του σπόρου που εμφυτεύεται μέσα στην ψυχή, η ιδέα της ένωσης, με τη φύση, με τον άλλον, με τον εαυτό μας. Με το βίωμα του αγγίγματος να παίρνει διαστάσεις μαγικές, με αναζήτηση όλων των μικρών πραγμάτων και αναμνήσεων από την παιδική ηλικία που μας δίνουν χαρά και μας αναζωογονούν. «Η αθωότητα των παιδιών έχει τη δύναμη να θεραπεύει και να λυτρώνει», σκεφτόμαστε και ως αναγνώστες-κοινωνοί μεταφερόμαστε σε όμορφα τοπία της παιδικής ηλικίας, με τη μορφή του πατέρα να μαθαίνει χορό στην κόρη και κολύμβηση, με τα παραπατήματα να είναι αναπόφευκτα αλλά τόσο γοητευτικά.</p>
<p>Η ποιητική συλλογή «Ανθεκτικά υλικά» της Περσεφόνης Τζίμα κλείνει με μια δέηση: «Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών/να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων/που δεν επιθυμούν μια παράξενη/πολυχρωμία ενέργειας/μα να φωτίσουν τα σκοτάδια/της μόνιμης πια διαταραχής τους». Κι εμείς τελειώνοντας το βιβλίο θα θελήσουμε να αγκαλιάσουμε κάθε τι όμορφο και ζωογόνο, έχοντας ξεχωρίσει τα ανθεκτικά υλικά στη ζωή μας.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 12/07/2025</p>
<p>Η Περσεφόνη Τζίμα στην τέταρτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ανθεκτικά υλικά» (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024), καταβυθίζει και πάλι το βλέμμα της σε εσωτερικά τοπία αναπολήσεων κι ερωτημάτων, συγκινήσεων, ματαιώσεων, και γενικά ενδοσκόπησης αποσκοπώντας σε διεργασίες αποτίμησης, αλλά και θεάσεων και στοχασμών για τα ανθρώπινα, για τον κόσμο και για το φυσικό και κοινωνικό τοπίο που μας περιβάλλει.<br>Διαβάζοντας έρχονται στο νου οι ακόλουθοι στίχοι του Οκτάβιο Παζ:<br>«Ούτε το όνειρο κι ο πληθυσμός του από σπασμένες εικόνες<br>Ούτε το παραλήρημα με τον προφητικό του αφρό,<br>ούτε η αγάπη με τα νύχια και τα δόντια της μας φτάνουν.<br>Πέρ’ από μας,<br>στα σύνορα του είμαι και του γίνομαι<br>μια ζωή πιο ζωντανή μας θέλει.» («Πέρα κι απ’ την αγάπη» σ. 24)[1]</p>
<p>Το εξώφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου με τα 47 ποιήματα, που κοσμείται με έργο του εικαστικού Σωτήρη Σόρογκα, απεικονίζει λευκά βότσαλα, ανθεκτικά υλικά δηλαδή και μια αλυσίδα που επίσης συμβολίζει αντοχή, ωστόσο παραπέμπει σε «σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας» όπως αναφέρεται στο ακόλουθο ομώνυμο ποίημα, απ’ όπου και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής, με το οποίο δίνεται το στίγμα της:<br>«Ανθεκτικά υλικά»<br>«Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα<br>της αληθινής αγάπης<br>που χτίζαμε για χρόνια<br>με θεμέλιο τη χημεία<br>κι ανθεκτικά υλικά<br>λύπης και χαράς<br>με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας<br>σε μισό αιώνα διαδρομής<br>ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες<br>τις άγουρες κακοτεχνίες<br>σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές<br>και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό<br>βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.» («Ανθεκτικά υλικά» σ. 22).</p>
<p>Σ’ αυτό το ποίημα εκφράζονται αισθήματα ικανοποίησης για το οικοδόμημα μιας αγαπητικής σχέσης βασισμένης στην ερωτική επιθυμία, που άντεξε παρά τα σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας, ενώ οι στίχοι της κατακλείδας: «και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό / βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.» αγγίζουν εκφάνσεις πλήρωσης.</p>
<p>Η ποιήτρια γράφει κυρίως σε πρώτο ενικό πρόσωπο, συνομιλώντας με τον άλλον αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό της. Το ύφος της χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα, από ενδοσκόπηση, και στοχασμό και κοινωνική ευαισθησία, ενώ γίνεται λυρικό όταν εκφράζει οικείωση με τη μητέρα φύση. Ο λόγος είναι αφηγηματικός και διαυγής με λέξεις διαλεγμένες και συνταιριαγμένες που δομούν στίχους μεστούς σε ουσιαστικά ερωτήματα και στοχαστικές θεάσεις, ενώ κάποιες φορές γίνεται καυστικός για να στηλιτεύσει σκοτεινά σημεία του κοινωνικού γίγνεσθαι ή διαπροσωπικών σχέσεων. Η γραφή της Τζίμα χαρακτηρίζεται επίσης από πλούσια εικονοπλασία, που μαζί με τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές και τις θεάσεις, προσφέρουν αναγνωστική ευχαρίστηση και αναστοχαστικά ερεθίσματα.</p>
<p>Τα «Ανθεκτικά υλικά» αφορούν σε διεργασίες αποτίμησης της πορείας και του κύκλου ζωής του ποιητικού υποκειμένου, όπου ο έρωτας και οι διαπροσωπικές συναισθηματικές σχέσεις με το αντικείμενο του έρωτα αποτελούν τον κύριο άξονα της συλλογής. Σ’ αυτή την προσπάθεια αναψηλάφησης και αποτίμησης το ερωτικό συναίσθημα σκιαγραφείται ως φλεγόμενο πάθος. Στο πρώτο ποίημα της συλλογής πχ, παρομοιάζεται με Εγκέλαδο, ενώ τελειώνει με την πικρή διαπίστωση: «Γιατί η φυσική δύναμη της έλξης / δεν κρύβει πάντα την αγάπη.» («Κλινοπάλη θυμωμένης γης» σ. 7).<br>Στο δεύτερο ποίημα, πραγματεύεται μια ερωτική ιστορία ματαίωσης όπου ο έρωτας εκείνου παρομοιάζεται με μια παπαρούνα που την ναρκώνει με αποτέλεσμα, εκείνη να καταφύγει σε αποτοξίνωση για να απαλλαγεί από την νάρκωση. Διαβάζουμε:<br>«Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια / μεθυσμένη από αγάπη / ώσπου στο τέλος κατέφυγε σε αποτοξίνωση.» («Η παπαρούνα έφταιξε» σ. 8).<br>Στο πρωτοπρόσωπο ποίημα «Θα μπορούσε να καρπίσει» το ποιητικό υποκείμενο σκιαγραφεί ένα παθιασμένο έρωτα που δυστυχώς ποτέ δεν κάρπισε, με αποτέλεσμα το ποιητικό υποκείμενο να διακατέχεται από έντονα αισθήματα ενοχής. Γράφει η ποιήτρια:<br>«Ας είχα τότε τη γνώση<br>ας είχα τη μεστότητα να τον ωριμάσω.<br>Αντ’ αυτού με τριβελίζει φόβος<br>μύριων ανατροπών πως<br>ο σπόρος δεν μπορεί να καρπίσει.</p>
<p>Έτσι έκοψα το νήμα του<br>που δεν πρόφτασε ούτε η Κλωθώ να γνέσει.<br>Κι έκτοτε με κυνηγούν οι Ερινύες.» («Θα μπορούσε να καρπίσει» σ. 9.)</p>
<p>Όμως παρά τις ματαιώσεις και τις ενοχές επικρατεί το ένστικτο για ζωή και ανάσες δημιουργίας. Στο ποίημα «Μαθήματα κολύμβησης» που αφορά στον ψυχοσυναισθηματικό δεσμό με τον πατέρα αναδεικνύεται μια από τις σημαντικές αιτίες που ώθησε το ποιητικό υποκείμενο να βγει ελεύθερο και αναβαπτισμένο από το ναυάγιο:<br>«Από βρέφος, λένε, μόλις έμαθα να περπατώ<br>η φροντίδα του πατέρα βάλθηκε να μου μάθει<br>τα πρώτα οριζόντια βήματα στη θάλασσα<br>να χαίρομαι να παίζω στους κόλπους της με ασφάλεια,<br>να κολυμπάω ευτυχής στην αγκαλιά της<br>και μέσα απ’ το απέραντο γαλάζιο<br>του φωτεινού ορίζοντα<br>να νιώθω χαρούμενη την ομορφιά της.</p>
<p>Αυτό το πέτυχε στ’ αλήθεια<br>αφού από ναυάγιο βγήκα ζωντανή<br>ελεύθερη και αναβαπτισμένη.» («Μαθήματα κολύμβησης» σ. 41)</p>
<p>Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια πραγματεύεται επίσης θεματικές που αφορούν σε ψυχοκοινωνικό προβληματισμό, όπως πχ το ποίημα «Crash test» (σ. 17), στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο συγκλονισμένο από το φρικαλέο τροχαίο των Τεμπών και τον χαμό των νέων, στηλιτεύει τον εφησυχασμό μας με τους ακόλουθους στίχους: « Ένα τρανταχτό κρας τεστ / στις σιδηροτροχιές / έβγαλε στη φόρα / το σαθρό υπόβαθρο / εκτροχίασε την ψεύτικη ασφάλεια / κλονίζοντας βεβαιότητες / και αόρατες αμεριμνησίες.» (σ. 17). Αναφέρεται επίσης στο προσφυγικό αποτυπώνοντας την οδυνηρή συνθήκη των ξεριζωμένων προσφύγων. Στο ποίημα «Θυμωμένη θάλασσα», διαβάζουμε: «Όταν όμως επιτίθεται αγριεμένο / το κύμα στ’ ανοιχτά / καταβροχθίζει κορμιά / απελπισμένα / με κατατρεγμένη ταυτότητα / κι ελπιδοφόρους στόχους / πάνω σε τρυπιοκάραβα / σαπισμένων εμπόρων.», ενώ στην κατακλείδα, για να καυτηριάσει την επικυριαρχία του χρήματος και του κέρδους, παραφράζει τη ρύση του Μενάνδρου: «Θάλασσα καὶ πῦρ, καὶ γυνή τρίτον κακόν» (Τρία είναι τα κακά: η θάλασσα, η φωτιά και η γυναίκα) αντικαθιστώντας τη «γυνή» με το κέδρος:<br>«τα τρία άγρια κακά, / κέρδος, πυρ και θυμωμένη θάλασσα.» (Θυμωμένη θάλασσα» σ. 27).</p>
<p>Και σ’ αυτή τη συλλογή η Τζίμα αφουγκράζεται τη φύση, τη νιώθει και αντλεί από αυτή δύναμη και έμπνευση, καθώς την αξιοποιεί σε παρομοιώσεις και μεταφορές για να αποδώσει τοπία εσωτερικού χώρου και ενδοψυχικού προβληματισμού ή για να εκφράσει την συγκίνηση που τις προσφέρει η επαφή μαζί της. Η ομορφιά και η αγνότητα της φύσης, όπως και η παιδική αθωότητα αποτελούν την καταφυγή της, όταν την πιέζουν τα δύσκολα της ζωής. Στο ποίημα «Αγαπημένη Φύση» (σ. 31), απευθυνόμενη προς τη φύση εκφράζεται με λυρισμό, δέος και βαθιά συγκίνηση: «Πόσο γλυκά κουρνιάζω / οικεία και μαγευτικά στην αγκαλιά σου / αγαπημένη φύση / που στη μορφή και στα σπλάχνα σου / εδρεύουν θεϊκές δυνάμεις ιαματικές / και μου εμπνέουν έναν διαρκή έρωτα / αφού στέγνωσαν άλλοι έρωτες». Παράλληλα καταθέτει την ανησυχία της για τις αλόγιστες παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση και την οικολογική καταστροφή που απειλεί τον πλανήτη μας, ενώ στην προσπάθεια της να αφυπνίσει σκιαγραφεί ένα γκρίζο και απαισιόδοξο παρόν και μέλλον. </p>
<p>Σύμφωνα με την θεωρία ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του Έρικ Χάμπουργκερ Έρικσον, το άτομο αναπτύσσεται ψυχοκοινωνικά καθ’ όλη την διάρκεια της ζωή του, και φτάνοντας προς το γέρμα στο τελευταίο στάδιο της ζωής του αναθυμάται και ψηλαφεί τα πεπραγμένα και όσα βίωσε, και αφού αποτιμά την πορεία της διαδρομής του στο χρόνο, ή διακατέχεται από αισθήματα πλήρωσης και γαλήνης ή κατακλύζεται από αισθήματα συντριβής και απόγνωσης.<br>Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα στέκεται με παρρησία «ενώπιος ενοποίω» αφουγκράζεται τον περιβάλλοντα χώρο και το ενδοψυχικό τοπίο, αναμοχλεύει βιώματα, και μέσα από διεργασίες αποτίμησης του κύκλου της ζωής και της ουσίας των πραγμάτων, με όχημα τη μνήμη, τη φαντασία και τη δημιουργική ενασχόληση της γραφής, καταθέτει τους στοχασμούς της και την έγνοια της για τα ανθρώπινα και το κοινωνικό και φυσικό τοπίο που μας περιβάλει. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Αποσύρονται τα πολύχρωμα» κάνει έκλυση στους ουρανούς για το γκρίζο και απαισιόδοξο τοπίο του κόσμου: «Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών / να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων / που δεν επιθυμούν μια παράξενη / πολυχρωμία ενέργειας, / μα να φωτίσουν τα σκοτάδια / της μόνιμης πια διαταραχής τους.» (σ. 47), γράφει.<br>Σε προσωπικό επίπεδο, παρά το ναυάγιο, τη ματαίωση και τις απώλειες, με την καταφυγή στην λατρευτή και ιαματική φύση και με την πίστη στη ζωή και την αγάπη στην ομορφιά της, η αποτίμηση του κύκλου της ζωής αποκτά θετικό πρόσημο με αισθήματα συμφιλίωσης, ωριμότητας και πλήρωσης.<br>Στο ποίημα «Γεννήματα», μάλιστα, σκιαγραφούνται τα γηρατειά ως μια εν δυνάμει δεύτερη άνοιξη που εγκυμονεί θαύματα.</p>
<p>«Γεννήματα»<br>«Στη δεύτερη άνοιξη των γηρατειών<br>γίνονται θαύματα νέας συγκομιδής<br>καρπών κι ωραίων λουλουδιών<br>σπάνια γεννήματα έμπειρου χώματος<br>μ’ ενεργή αγάπη χτισμένη<br>από κέρδη και ζημιές<br>από λογής ραπίσματα<br>από χαρές κι αρίφνητες αναποδιές<br>κι αν δεν εκπνεύσεις κι είσαι τυχερός<br>γίνεσαι ώριμος δημιουργός» («Γεννήματα» σ. 45)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 05/04/2025</p>
<p>Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα<br>της αληθινής αγάπης<br>που χτίζαμε για χρόνια<br>με θεμέλιο τη χημεία<br>κι ανθεκτικά υλικά<br>λύπης και χαράς<br>με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας<br>σε μισό αιώνα διαδρομής<br>ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες<br>τις άγουρες κακοτεχνίες<br>σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές<br>και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό<br>βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.</p>
<p>Σας διάβασα το ποίημα «Ανθεκτικά υλικά» της ομώνυμης συλλογής από τις καλαίσθητες εκδόσεις του « Μανδραγόρα», με χαρακτηριστικό εξώφυλλο του ζωγράφου Σωτήρη Σόρογκα.</p>
<p>Θα έλεγα ότι με ανθεκτικά υλικά είναι δομημένη και η ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα: Οι φιλολογικές σπουδές της, η άριστη γνώση της Γλώσσας και η διδασκαλία επί πολλά χρόνια, η οξυμένη ευαισθησία και η μεγάλη αγάπη της για την ποίηση. Μια λογοτεχνική πορεία που πιστεύω ότι θα συνεχιστεί ως το τέλος, μαζί με την εσωτερική παρόρμηση και την πρωτότυπη ματιά στα πράγματα, είναι πράγματι ανθεκτικά υλικά.</p>
<p>Η συλλογή της αποτελείται από (40) σαράντα ποιήματα που αρδεύονται από τα τρία κύρια ρεύματα της ποιητικής δημιουργίας, το ερωτικό, το υπαρξιακό και το κοινωνικό. Δεν υπάρχει βέβαια απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ τους καθώς το ερωτικό είναι κατά βάθος υπαρξιακό αλλά και κοινωνικό και ένα ποίημα μπορεί να εμπεριέχει και τα τρία αυτά στοιχεία.</p>
<p>Θέλω ιδιαίτερα να επισημάνω την πρωτότυπη ματιά της ποιήτριας στα πράγματα. Παρά τα αναρίθμητα ποιήματα που γράφονται, η επιτυχημένη χαμηλόφωνη πρωτοτυπία (και όχι η κραυγαλέα ουσιαστικά αντιποιητική επίδειξη) είναι πολύ σπάνια.</p>
<p>Δύο ακόμη στοιχεία που πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθούν είναι η λατρεία της παιδικής αθωότητας και η εκστατική αγάπη για τη φύση, που υφίσταται μια αληθινή καταστροφή από την πλεονεξία και τη βαρβαρότητα των ανθρώπων. Σας διαβάζω το ποίημα «Στους αγγέλους της αθωότητας», αφιερωμένο στον Στέφανο:</p>
<p>Απ’ τον κόσμο των μεγάλων<br>τείνω να ξεκόβω αδιόρατα για να μπω<br>στον κόσμο των παιδιών<br>να εισχωρήσω στην τάξη<br>των μικρών αγγέλων της αθωότητας<br>που απλώνουν τα χεράκια τους<br>γλυκά να μ’ αγκαλιάσουν.<br>Πλημμυρίζω τότε από άφατη αγαλλίαση<br>όπως με τον μικρούλη Στέφανο<br>όταν νιώθω να με στεφανώνει<br>ανάλαφρα με τα φτεράκια του<br>να μου μεταγγίζει την παιδική ψυχή του<br>να με υψώνει ως τον παράδεισο<br>για να ξανάβρω την αρμονία που χάθηκε<br>απ’ την τάξη των μεγάλων.</p>
<p>Πολλά απ’ αυτά που ανέφερα, εκτός των φιλολογικών σπουδών και της διδασκαλίας, είναι κοινά στην ποίηση της Περσεφόνης και στη δική μου.<br>Όπως η λατρεία για την παιδική αθωότητα, η αγάπη για τη φύση. Αυτά πιθανότατα συντέλεσαν στη δημιουργία μιας φιλίας μεταξύ μας. Αυτά και η φιλολογική της ιδιότητα. Στα σχολικά μου χρόνια ήμουν ο αγαπημένος των Ελλήνων και Αμερικανών φιλόλογων και το μαύρο πρόβατο για τους καθηγητές της Φυσικής και της Χημείας.</p>
<p>Η Περσεφόνη Τζίμα συνεχίζει με επιτυχία τη μακρά παράδοση των φιλολόγων που ήταν ταυτόχρονα εξαιρετικοί ποιητές. Στην εξαιρετική ανθολογία της για τους ποιητές της Θεσσαλονίκης η Βίκυ Παπαπροδρόμου περιλαμβάνει 55 φιλολόγους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Γιώργο Θέμελη, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου.</p>
<p>Εύχομαι από καρδιάς στην Περσεφόνη καλή έμπνευση και δύναμη στην πορεία της τα επόμενα χρόνια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>www.culturebook.gr 22/09/2022</p>
<p>Βαδίζοντας σε ανέγγιχτα μονοπάτια, με το φίλτρο μιας ιδιαίτερης ματιάς</p>
<p>Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές,/ είναι γιατί ακούγονται γλυκότερα («Τελευταίος σταθμός», Γ, Σεφέρης).<br>Μου ήρθαν στον νου οι στίχοι αυτοί του Γιώργου Σεφέρη, για τον τρόπο που λειτουργεί η ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα.<br>Διαβάζεις τον τίτλο: Από ανέγγιχτα μονοπάτια. Και σκέφτεσαι ότι το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε ήσυχα, ερημικά ίσως μέρη, μακριά από πολυσύχναστες περιοχές. Γρήγορα βέβαια αντιλαμβάνεσαι ότι τα ανέγγιχτα μονοπάτια αφορούν και διαδρομές της σκέψης αλλά και της ψυχής<br>Διαβάζεις το «Φόντο σκοτεινό», ας πούμε. Για ένα αγκάθι απειλητικό πάνω από τα κεφάλια των περιπατητών στο δάσος. Που έτεινε να γίνει γκιλοτίνα. Αποδεικνύεται πως ήταν εφιάλτης. Και έρχεται η κατακλείδα, με το ποιητικό υποκείμενο να αποφαίνεται στοχαστικά πως όχι άλλα αγκάθια φιλικά/ καλύτερα με λύκους να μιλάμε. Περιπατητές στο δάσος, απειλή από δήθεν φίλους, η φύση οδηγεί στο συσχετισμό ότι τουλάχιστον με τον εχθρό-λύκο ξέρεις τι περιμένεις.<br>Το ποίημα «Περιπατητές σε φόντο φωτεινό» ισοσταθμίζει την απειλή. Φθινόπωρο που οδεύει στη χειμερία νάρκη. Ο λυρισμός του ποιήματος πολύ αποτελεσματικός.<br>Κυρίαρχη στις ποιητικές αναφορές η θάλασσα. Το βουνό υπάρχει, φυσικά, και τονίζεται η ηρεμία και η ομορφιά της φύσης. Αλλά η θάλασσα είναι η καταβύθιση, ο εξαγνισμός. Το ποιητικό υποκείμενο ξεχνά, έστω και για λίγο, αυτά που το απασχολούν και το πληγώνουν. Σαν «άγια θάλασσα» την αναφέρει, που μπορεί να σου πει «όσα δεν άκουσες από φωνές ανθρώπων σε φλύαρες επαναλήψεις». Η πόλη ξεμακραίνει τέτοιες στιγμές, η οποία μπορεί να κρύβει κάποιες θετικές πλευρές και ενασχολήσεις, αλλά συχνά γίνεται τοξική («Ο ήχος της σιωπής»).<br>Εντούτοις, η υμνητική αναφορά στη φύση δεν χρειάζεται υποχρεωτικά την αντανάκλαση των διαδρομών της σκέψης. Μπορεί να είναι εικόνες γεμάτες ομορφιά και συναίσθημα. Εξαιρετικές περιγραφές μεγάλης καθαρότητας, που πραγματικά μεταφέρουν στον αναγνώστη ηρεμία και αίσθηση ευφορίας. Για παράδειγμα, τα ποιήματα «Ήχοι θερινοί» και «Ευφορία». Λυρική ποίηση, με την ομορφιά και τη γαλήνη των συναισθημάτων.<br>Μπορούμε να πούμε ότι στη συλλογή της Τζίμα διακρίνουμε μικρές ενότητες: διαδρομές στη φύση, θάλασσα και βουνό, Καύσωνας-Ψύχος, Ταξίδια, ματιές σε σύγχρονα γεγονότα. Οι μικρές ενότητες δεν είναι με αυστηρότητα χωρισμένες, απλώς τις διακρίνει ο αναγνώστης, και κάποιες φορές ποιήματα της ίδιας ενότητας βρίσκονται το ένα μετά το άλλο. Η φύση στις όμορφες στιγμές της αλλά και στις ακραίες δυσκολίες της να επηρεάζει τη σκέψη του ποιητικού υποκειμένου και τη ζωή όλων των ανθρώπων.<br>Ο στοχασμός αγγίζει, φυσικά, και την τραγικότητα του ιού και της πανδημίας. Χωρίς να είναι βασικός στόχος της συλλογής, περιγράφονται σε τρία ποιήματα τραγικές πτυχές των επιπτώσεων από μια άγνωστη ασθένεια. Με απόλυτη αυτοσυγκράτηση και εκφραστική ισορροπία, το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τους φόβους, τον πανικό, τον θάνατο. Και ακόμη περισσότερο, με αισιοδοξία προσδοκάται «η ανακωχή του ιού», πάλι με τη θετική σκέψη που δημιουργεί η ομορφιά της φύσης («Συλλέκτης θαυμάτων»).<br>Σκέφτομαι ότι τα ποιήματα της Περσεφόνης Τζίμα είναι ένα ποιητικό ημερολόγιο. Ημερολόγιο από εκείνα που γράφονται, για να διαβαστούν και από άλλους. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο αγγίζει εμπειρίες, εντυπώσεις, τοπία, συμβάντα, και τα ντύνει με τον προσωπικό της στοχασμό, περνώντας τα από το φίλτρο μιας ιδιαίτερης ματιάς.<br>Και αίφνης, παρεισφρέουν τα ποιήματα που θα ονόμαζα μεταφορικά. Που περισσότερο από όλα τα άλλα υποστηρίζουν τους σεφερικούς στίχους που ανέφερα στην αρχή. Στα ποιήματα αυτά η έκφραση κινείται σε μεταφορικό-αλληγορικό επίπεδο, σαν μια αναλογία κάποτε. Και ο αναγνώστης θα πρέπει να κοιτάξει πίσω από τις αναφορές, να ξεφλουδίσει την αλληγορία, αν θέλει να «δει» τη δεύτερη πραγματικότητα μετά την πρώτη ανάγνωση. Αναφέρω τα ποιήματα «Αδύναμες Ερινύες», «Κυνήγι θησαυρού», «Ανώδυνα σαν τιμωρία», «Από έρωτα».<br>Εξερεύνησες την έκταση/ της ύπαρξής μου/ με λεπτομερή περιπλάνηση/ κι ασκήσεις φαντασίας/ κι ακόμα οργώνεις στα γήινα στρώματά μου («Κυνήγι θησαυρού», σ. 50).<br>Στάθηκα αρκετά στα μεταφορικά ποιήματα της Περσεφόνης Τζίμα, τα πιο κρυπτικά της συλλογής, γιατί θεωρώ πως έχουν βάθος και τεχνική, και εκφράζουν πολύ εντονότερα συναισθήματα από ό,τι μπορεί να εισπράξει ο αναγνώστης με πρώτη ανάγνωση.<br>Αν στα ποιήματα που προαναφέρθηκαν τα συναισθήματα του ποιητικού υποκειμένου για κάποια απώλεια, για βιωμένες στιγμές ευτυχίας που απομακρύνθηκαν, για συμβάντα που άφησαν πληγές δίνονται με πλάγιο τρόπο, υπάρχουν και τα πιο ξεκάθαρα ερωτικά ποιήματα, που συνδέονται με τα προηγούμενα. Το ποιητικό υποκείμενο ευθέως στοχάζεται για τον χρόνο που πέρασε, για τα χρόνια που αλλάζουν τους κοντινούς ανθρώπους και τους καθιστούν, μέσα από την απομάκρυνση, άλλους, ξένους. Με πολλή προσοχή επιλεγμένες οι λέξεις, ώστε να δώσουν, χωρίς περιττή αισθηματολογία, χωρίς κραυγές εντυπωσιασμού, το βάθος των συναισθημάτων, τον πόνο, την έλλειψη, την απουσία, αλλά και τον στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα και στην πραγματικότητα της ζωής.<br>Θεωρώ εντέλει ότι ένας βασικός άξονας στην ποίηση της Τζίμα είναι ο έρωτας. Η απομάκρυνση, η απουσία, η νοσταλγία. Η παραμυθία της φύσης αποτελεί στήριγμα, ώστε τελικά τα ποιήματα να αποπνέουν αισιοδοξία. Και ο στοχασμός συμπληρώνει την ατμόσφαιρα, με την αύρα της ενσυναίσθησης και της ενδοσκόπησης.<br>Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Τζίμα είναι από επιλογή λιτή και απλή, αποτελεσματική χωρίς εκζήτηση. Καταφέρνει να αποδώσει όλο το εύρος του λυρισμού, από τη γαλήνη, την ισορροπία, την ανάταση, ως τον προβληματισμό, τη μελαγχολία, την ελεγεία. Πάντα με στοχασμό και διάθεση φιλοσοφική, συχνά επικούρεια θα έλεγα.<br>Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην επιμελημένη έκδοση και στο πολύ όμορφο εξώφυλλο. Ο πίνακας του Rene Magritte ο χαμένος καβαλάρης (the lost jockey) καλύπτει το εξώφυλλο, απόλυτα ταιριαστό το χρώμα και η αισθητική με το περιεχόμενο του βιβλίου. Η όλη εικόνα παραπέμπει όντως σε ανέγγιχτα μονοπάτια που μπορεί να σε παρασύρουν στο βάθος τους.<br>Το ποιητικό υποκείμενο ακουμπά στη φύση και νιώθει ψυχική ευφορία, ενώ ταυτόχρονα βρίσκει αφορμή για στοχασμό για τα ανθρώπινα αλλά και σαρκασμό για πολλά που συμβαίνουν. Και για αυτοσαρκασμό ακόμη. Με λόγο ωστόσο που δεν είναι αιχμηρός, είναι γεμάτος έγνοια και κατανόηση.<br>Μια συλλογή, που αφήνει το αποτύπωμά της στην ψυχή του αναγνώστη, αφετηρία για τη δική του περιπλάνηση στα ανέγγιχτα μονοπάτια της σκέψης και των συναισθημάτων.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ</strong></h5>
<p>Fractal 21/09/2022</p>
<p>Εσωτερικά τοπία και συγκρούσεις</p>
<p>«Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί, / νάτος, ξανά με τραντάζει, / γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο.»[1]<br>Σαπφώ, (LP, απ. 130), Αν Κάρσον, Έρως ο γλυκόπικρος</p>
<p>Η Περσεφόνη Τζίμα στην τελευταία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Από ανέγγιχτα μονοπάτια», εκδόσεις Το Κεντρί, 2022, καταβυθίζει το βλέμμα σε εσωτερικά τοπία αναπολήσεων κι ερωτημάτων, συγκινήσεων, εσωτερικών συγκρούσεων και γενικά ενδοσκόπησης, αλλά και θεάσεων και στοχασμών για τα ανθρώπινα, για τις διαπροσωπικές ερωτικές αναζητήσεις και ματαιώσεις, για το δύσκολο παιχνίδι της αγάπης δηλαδή, για τον κόσμο και για το φυσικό και κοινωνικό τοπίο που μας περιβάλλει.<br>Το εξώφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου με τα 48 ποιήματα κοσμεί ο εμβληματικός πίνακας «The Lost Jockey» του Rene Magritte, του σουρεαλιστή εικαστικού με την άκρως ποιητική ματιά. Στον πίνακα εντυπωσιάζει η έντονη αντίθεση μεταξύ της ακινησίας του τοπίου και της ορμής με την οποία τρέχει ο ιππέας καβάλα στο άλογο, ανατέμνοντας οριζοντίως το γυμνό από φύλλωμα δάσος, όπου δεν διαφαίνεται κάποιο μονοπάτι ή κάποιο πέρασμα. Σαν να έχει χαθεί, αναζητώντας κάποια διέξοδο, κάποιο νέο πέρασμα. Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε, πως έτσι χαμένος αναζητά διαφυγή προσεγγίζοντας ανέγγιχτα μονοπάτια ή ότι έρχεται από ανέγγιχτα μονοπάτια ή και τα δυο. Σε κάθε περίπτωση βρίσκεται σε συνομιλία με τον τίτλο του βιβλίου προϊδεάζοντας τις υπαρξιακές αναζητήσεις της ποιήτριας.<br>Απάντηση στο ερώτημα δίνει το κομβικό ποίημα ποιητικής «Έκπτωση στοργής», απ’ όπου και ο τίτλος της συλλογής, όπου το ποιητικό υποκείμενο αρχίζει με τον στίχο «Γίναμε άλλοι» για να δηλώσει, ότι μεταφερθήκαμε στο ισόγειο της ματαίωσης, ότι εκπίπτουμε για την αγορά ευτυχίας κι όπου αγγίζει ευαίσθητα θέματα αναζητώντας την αγάπη. «Πού εδρεύει η γλύκα της αγάπης;» ρωτά το ποιητικό υποκείμενο, για να διαπιστώσει στη συνέχεια, πως αντ’ αυτής, «Μόνο το ποίημα / έρχεται μονάχο του / σαν απρόσκλητη έμπνευση / που φανερώνεται / από ανέγγιχτα μονοπάτια. / Αυτή δεν αγοράζεται, / όπως τα κειμήλια.» (σ. 12).<br>Θα μπορούσαμε δηλαδή να υποθέσουμε πως ο ορμητικός αναβάτης συμβολίζει το ποίημα του έρωτα που έρχεται σαν την έμπνευση από ανέγγιχτα μονοπάτια, στο στατικό μέχρι τότε και δίχως φύλλωμα δάσος της ψυχές του ατόμου. Ενώ ο αντιθετικός σύνδεσμος “μόνο” δηλώνει την μη έλευση της προσδοκώμενης αγάπης που έπεται του έρωτα, αυτής της πανανθρώπινης ανάγκης για εγγύτητα και είσπραξη νοήματος μέσω του άλλου και βίωση συναισθημάτων πλήρωσης και γαλήνης.<br>Η ποιήτρια γράφει τις περισσότερες φορές στο δεύτερο ενικό πρόσωπο, και είναι σαν να συνομιλεί με τον άλλον ή με τον ίδιο τον εαυτό της σαν να ήταν άλλος. Μερικές φορές ωστόσο χρησιμοποιεί και τον πρώτο ενικό ή πληθυντικό.<br>Το ύφος της χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα, από ενδοσκόπηση, από κοινωνική ευαισθησία, από ειρωνεία και υποδόριο σαρκασμό, από στοχασμό και οικείωση με τη μητέρα φύση. Ο λόγος διαυγής με λέξεις διαλεγμένες και συνταιριασμένες που δομούν στίχους μεστούς σε ουσιαστικά ερωτήματα και στοχαστικές αναζητήσεις, ενώ κάποιες φορές γίνεται καυστικός για να στηλιτεύσει σκοτεινά σημεία του κοινωνικού γίγνεσθαι ή διαπροσωπικών σχέσεων. Όπως πχ το ποίημα «Φόντο σκοτεινό», όπου παρομοιάζοντας τα φιλικά αγκάθια με γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια μας στηλιτεύει τις βολές και τα βέλη που δεχόμαστε από φίλους. «Όχι άλλα αγκάθια φιλικά. / καλύτερα με λύκους να μιλάμε.», δηλώνει το πληγωμένο από φίλους ποιητικό υποκείμενο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό στη γραφή της Τζίμα είναι η πλούσια εικονοπλασία, που μαζί με τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές, διεγείρουν την φαντασία του αναγνώστη προσφέροντας αναγνωστική ευχαρίστηση και αναστοχαστικά ερεθίσματα.</p>
<p>Κεντρικός άξονας της ποιητικής συλλογής είναι ο έρωτας με τον οποίον αρχίζει και τελειώνει. Ο έρωτας ο γλυκόπικρος, κατά την Σαπφώ που πρώτη τον αποκάλεσε έτσι, όπως διατείνεται Αν Κάρσον: Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί, / νάτος, ξανά με τραντάζει, / γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο.<br>Σαπφώ, (LP, απ. 130), Αν Κάρσον, Έρως ο γλυκόπικρος<br>Ο έρωτας λοιπόν, η λίμπιντο, το ερωτικό ένστικτο κατά την ψυχαναλυτή θεώρηση, που συμβολίζει τη ζωή, με αντίποδα το ένστικτο επιθετικότητας, που συμβολίζει τον θάνατο. Στο ποίημα «Πωλητής λουλουδιών» σκιαγραφείται η αγωνία του νέου για το αν το ερωτικό αντικείμενο ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του: «μάδησα πια / Εξομολογήθηκε με συντριβή / μέσα στο ψύχος» (σ. 25).<br>Θα μπορούσαμε να πούμε πως στην ποίηση της Τζίμα αναμοχλεύεται κυρίως το δεύτερο συνθετικό, αυτό της πίκρας, των ματαιώσεων, της απάρνησης, όπως στο «Κατεδαφίσεις και αναστηλώσεις», (σ. 9), όπου στο ερωτικό τρίγωνο, η σύζυγος σε ήδιστη σκλαβιά διασώζεται, καθώς κρίνεται διατηρητέο μνημείο, ενώ η φίλη της καρδιάς σε ήδιστη αιχμαλωσία έχει κριθεί κατεδαφιστέα. Το «Ανθυγιεινό» (σ. 13), μιλά για τον έρωτα της απώλειας, αυτόν της αγιάτρευτης νοσταλγίας, ενώ το «Συντάξιμα ερωτικά» (σ. 14), αναφέρεται στην περατότητα του έρωτα, όπου παρομοιάζεται με συντάξιμο χρόνο που αδυνατεί να φτάσει στην τριακονταετία. Στο ποίημα «Αδύναμες Ερινύες» (σ. 15), έχουμε την αποτίμηση του βιωμένου ατελέσφορου έρωτα, όπου το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει με παρρησία: «…όσα έπραξα / δικαίως τα έπραξα / με κώδικες / ζουμερής αξίας.»<br>Η έμπνευση της ποιήτριας δονείται επίσης από το “γλυκύ” του έρωτα, όπως εκφράζεται στο ποίημα «Ευφορία» με την έλευση νέων φτερωτών σκιρτημάτων που «ανθοβολούν θαλερά παυσίλυπα / στην άφατη ανάταση // σαν ανάδυση Αφροδίτης / από νήνεμη θάλασσα / με λευκούς αφρούς / λευκός καπνός ερωτικός / αναθρώσκων / από ευωχία αρμονίας.» (σ. 16).<br>Ενώ στο τελευταίο ποίημα υποκλίνεται στον μέγα πορθητή και νοηματοδότη της ζωής μας και τον απενοχοποιεί για τις πίκρες που μας φέρνει παρομοιάζοντάς τον με την θάλασσα: </p>
<p>«Η πιο πλατιά αγκαλιά<br>Το γλυκότερο χάδι μάνας<br>εξ ουρανού<br>Το απαλότερο κρεβάτι<br>στα λικνίσματά μου<br>Το πιο σταθερό έδαφος<br>είσαι Εσύ θάλασσά μου.</p>
<p>Κι αν με πνίξεις στους βυθούς σου<br>δεν θα ‘ναι δική σου προδοσία<br>μα λαχτάρα δική μου<br>να σε κατακτήσω ολόκληρη.»<br>«Από έρωτα» (σ. 52)</p>
<p>Η ποιήτρια μιλά για την αγάπη και σε άλλα ποιήματα πέρα από το προαναφερώμενο, «Έκπτωση στοργής». Από την αρχή ακόμη της συλλογής, στο ποίημα «Η ασπίδα της αγάπης» (σ. 10), αφιερωμένο στην ποιήτρια και φίλη Κούλα Αδαλόγλου, η αγάπη θωρακίζει απέναντι σε δαίμονες και άπληστα πυρά, ενώ λίγο πριν το τέλος της συλλογής στο «Κάλεσμα σε διάσωση» (σ. 45), μας παροτρύνει να αναζητήσουμε το αηδόνι και το αγιόκλημα για να γίνουμε δότες αγάπης, έτσι ώστε να μη βραδύνουμε τη διάσωση. <br>Άλλες θεματικές αφορούν στην έκφραση των συγκινήσεων και θεάσεων στην επαφή της ποιήτριας με τη φύση ή σε θέματα κοινωνικής ευαισθησίας και κοινωνικού προβληματισμού όπως το «Ολικό ψύχος» πχ, όπου συνομιλεί με τον Ναζίμ Χικμέτ, για να εκφράσει τη βαθιά έγνοια της για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες, παραφράζοντας στίχους του από το εμβληματικό ποίημα του «Στηθάγχη»[2]. Γράφει:<br>«Μες στο ψύχος και οι άλλοι<br>που ήρθαν από μακριά, όπου<br>τη μισή καρδιά τους την άφησαν εκεί.<br>Με την άλλη μισή<br>αγόγγυστα δουλεύουν<br>σαν δουλοπάροικοι.</p>
<p>Γύρω από μια φωτιά άπλωσαν ομαδικά<br>τα ξυλιασμένα χέρια<br>να τα ζεστάνουν<br>μαζί και τη μισή καρδιά τους<br>κι αν είναι μπορετό<br>και τις μισοσβησμένες<br>ελπίδες τους.»<br>«Ολικό ψύχος» (σ. 26),</p>
<p>Η φύση είναι παρούσα σχεδόν σε όλη την ποιητική συλλογή. Η ποιήτρια την αφουγκράζεται, τη νιώθει και αντλεί από αυτή δύναμη και έμπνευση, καθώς την αξιοποιεί σε παρομοιώσεις και μεταφορές για να εκφράσει τοπία εσωτερικού χώρου και ενδοψυχικού προβληματισμού, η απλά να εκφράσει την συγκίνηση που τις προσφέρει η επαφή μαζί της. Στο ποίημα «Πατρίδα», η ζέστη ανεβαίνει από την ευλογημένη γη στα πόδια «μια ζεστή ενέργεια που διατρέχει / ανοδικά το κορμί μου», όπως γράφει, ενώ δηλώνει ερωτευμένη με τον τόπο της και ορίζει ως πατρίδα της το χώμα που πατάει: «Αυτό κυρίως το έδαφος / η φιλόξενη γη / που με μύριους περιπάτους / την έχω ερωτευτεί στον αγαπημένο μου τόπο / είναι η στέρεη πατρίδα μου» (σ. 23). Άλλοτε πάλι περιγράφει ονειρικά τοπία από ταξιδιωτικές εντυπώσεις της στην Αγία Πετρούπολη ή τη Μόσχα. Ζωγραφίζει με απαράμιλλο τρόπο λεκτικές εικόνες με φυσικά τοπία της πανίδας και της χλωρίδας του περιβάλλοντος όπως το ακόλουθο ποίημα με τίτλο «Ήχοι Θερινοί»:</p>
<p>«Τα τζιτζίκια σε συναυλία βομβητών<br>που αναπηδά απ’ τα απέναντι πεύκα<br>κρυμμένα φλύαρα πιο κει στα βράχια,<br>στις λεύκες, στις ελιές, στα πεύκα<br>τρελά πανηγυρίζουν.<br>Ανοιχτά παράθυρα στο κάμα<br>χαρούμενη αναγγελία καλοκαιριού.<br>Ονειρεύεσαι ξύπνιος εκείνες<br>τις παύσεις του μεσημεριού<br>τ’ ακούς μόνο ηδονικά να τραγουδούν<br>και λησμονάς στην αποχαύνωση<br>κάθε ψύχος σκοτεινό<br>που τριβελίζει σαν ήχος τζιτζικιών<br>και σκιάζει τις λαμπρές μέρες.»<br>«Ήχοι Θερινοί» (σ. 18)</p>
<p>Σε αντίστιξη του σκοτεινού αναζητά την ελπίδα και τη χαρά στο πρόσωπο του μικρού Μανωλάκη, μεταμφιεσμένο σε βατραχάκι που συμβολίζει την ελπιδοφόρα Άνοιξη στο ποίημα «Απόκρια», όπου «ο Μανωλάκης πολύχρωμη αθώα ψυχή / όλος λουσμένος χαρά, ένα μικρό μπουμπούκι / ελπιδοφόρας Άνοιξης» (σ. 27)</p>
<p>Εν κατακλείδι η Περσεφόνη Τζίμα, στο ποιητικό βιβλίο της «Από ανέγγιχτα μονοπάτια», αφουγκράζεται το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον με κοινωνική ευαισθησία κι ανησυχία, ενώ παράλληλα σκάπτει ένδον αναζητώντας και αποτιμώντας την αλήθεια της, με έναν αυτοαναφορικό λόγο και με φωνή που μας αγγίζει βαθιά, καθώς μιλά για θέματα που μας αφορούν όλους.<br>Η καλή ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα, σ’ αυτή τη συλλογή της, αναζητά κυρίως την ουσία και το νόημα του πράγματος στην ανθρώπινη μοίρα μας, δηλώνει αμετανόητη και αθώα και υποκλίνεται στο έρωτα, το Α και το Ω της ανθρώπινης ύπαρξης και υπόστασής μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>Fractal 24/1/ 2018</p>
<p>Η κοφτερή λύπη και το ποθητό πράσινο</p>
<p>Το κινούμενο ερωτηματικό βγήκε/ όπως πάντα για καφέ στη Ζώγια./ Δύσκολο να απαρνηθεί τις καθημερινές/ συνήθειες αφού ως γνωστόν το αφιόνισμα/ είναι γενικώς καθησυχαστικό. («Σμίκρυνση και μεγέθυνση», σ. 9)</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο προσπαθεί να χωρέσει τις ελπίδες στην κούπα με τον αχνιστό καφέ. Και η διάψευση να έρχεται γρήγορα, αφού, με δεύτερη ματιά, βλέπει γύρω της την πραγματικότητα που την πληγώνει, αλλά και μέσα της τις προοπτικές που δεν απαίτησαν την εκπλήρωσή τους</p>
<p>Στη συλλογή Παλινδρομήσεις (1996) το ποιητικό υποκείμενο οσμίζεται την αμφιβολία στον έρωτα και στη διάρκεια των σχέσεων, και την προϊούσα φθορά στην πολιτική-κοινωνική κατάσταση. Στην πρόσφατη συλλογή Γαλάζιο μελανό οι αμφιβολίες βαθμηδόν μετατρέπονται σε βεβαιότητες και το ποιητικό υποκείμενο «μιλά» για τις βιωμένες ματαιώσεις και απώλειες, προσπαθεί να διαμορφώσει τη νέα οπτική και τη συνακόλουθη ποιητική έκφραση.</p>
<p>Η Περσεφόνη Τζίμα κοιτάζει βαθιά μέσα της, αλλά ρίχνει και ένα οξύ κριτικό βλέμμα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Yπάρχουν δύο ενότητες: «Συνθέσεις π.Χ.» και «Συνθέσεις μ.Χ.». Η διάκριση αυτή σηματοδοτεί οπωσδήποτε μια χρονική διαφοροποίηση, το παλαιότερο και το νεότερο ή το πριν και το μετά από κάποιο γεγονός. Θα προσπαθήσουμε να διακρίνουμε αν υπάρχουν νοηματικές διαφορές ανάμεσα στα ποιήματα που εντάσσονται στην κάθε ενότητα. Στην πρώτη ενότητα διακρίνεται η υποψία, η αμφιβολία, η ταλάντευση του ποιητικού υποκειμένου για τη σταθερότητα και τη δύναμη των διαπροσωπικών σχέσεων. Για τον έρωτα, κυρίως, για τις συνθήκες που διαβρώνουν μια σχέση, που την υπονομεύουν, τη φθείρουν.</p>
<p>Τώρα ξεχειμωνιάζει η θλίψη/ στον πληγωμένο ρευστό εαυτό/ υποκύπτοντας στα οικεία/ με άμεσο στόχο/ την αλίευση πιστών. («Πτώση σε σημείο μηδέν», σ. 25)</p>
<p>Και</p>
<p>Θα αυτοκτονούσαν από θλίψη/ γιατί δεν έχουν αυτό που έχουμε/ έλεγες περήφανα./ Κι όταν εγώ δεν σ’ έχω,/ ν’ αυτοκτονήσω δυο φορές/ ή αιθεροβάμων/ να αναπαυθώ/ στις δάφνες; («Άτιτλο ΙΙ», σ. 16)</p>
<p>Μολονότι η φθορά και η απώλεια μιας προσωπικής σχέσης είναι κεντρικό σημείο στην ποιητική συλλογή, εντυπωσιάζει η προσεκτική, συγκρατημένη, μεταφορική συχνά, έκφραση των συναισθημάτων. Η οδύνη γίνεται η μελαγχολία που διαποτίζει όλη τη συλλογή, καθώς το ποιητικό υποκείμενο αναζητά στηρίγματα, για να συνεχίσει τη ζωή του. Έτσι, ταυτόχρονα γεννιέται και η αφορμή για στοχασμό αλλά και για σαρκασμό.</p>
<p>Στο κοινωνικό σκέλος ανιχνεύεται κατ’ αρχάς περισσότερη αισιοδοξία. Σταδιακά, οι βεβαιότητες κλονίζονται όλο και περισσότερο, ο σκεπτικισμός μεγαλώνει. Η ειρωνεία και ο αυτο-σαρκασμός εντείνονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα τελευταία ποιήματα της πρώτης ενότητας έχει τον τίτλο «Πτώση σε σημείο μηδέν»:</p>
<p>Η λευκότητα της κάμαρας/ βάλθηκε να καταπραΰνει την κοφτερή λύπη της./ Την απόθεσε προσεκτικά στον καναπέ/ μην τύχει και διαλυθεί/ περήφανη που έπαιξε εν ου παικτοίς. (σ. 25)</p>
<p>Η δεύτερη ενότητα αρχίζει με το ποίημα «Γαλάζιο μελανό». Όπου η θεραπευτική επενέργεια του γαλάζιου προσπαθεί να ισορροπήσει τη θλίψη, την απογοήτευση, την αγωνία, το τραύμα. Είναι εκείνες οι στιγμές που το άτομο ζητά παραμυθία από τη φύση, βλέπει, αφήνεται και στοχάζεται:</p>
<p>Το άπειρο θαλασσινό γαλάζιο/ λουτρό και ίαμα ψυχής.[…]</p>
<p>Η παλιά πληγή μετουσιώθηκε αξιοθαύμαστα σε μία αξιοπρεπή ουλή.</p>
<p>Όμως</p>
<p>Οι μελανές προθέσεις/ των δυνατών/ ρίχνουν σε φουρτούνες/ το ταλαίπωρο σκαρί της πολιτείας.</p>
<p>Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το λευκό γαλάζιο θα γίνει πέταγμα γλάρου ή θα καταποντιστεί/ στο σκούρο κυανό/ του απροσμέτρητου βυθού. («Γαλάζιο μελανό», σ. 28-29)</p>
<p>Το προσωπικό με το κοινωνικό, σε ένα απαιτητικό, ισορροπημένο συνταίριασμα. Σε κοντινή συσχέτιση θα πρότεινα να διαβαστεί και το επόμενο ποίημα της συλλογής «Το ποθητό πράσινο». Και πάλι η φύση και το «ποθητό πράσινο» και η επιζητούμενη ψυχική χαλάρωση: ο σοφός χρωστήρας της φύσης/ φιλοτεχνεί την ανάπαυλα/ του καταπονημένου εντός μου.</p>
<p>Εδώ περισσότερες εικόνες της φύσης, ζωντανές και εναργείς, και το ποιητικό υποκείμενο στοχάζεται για την πορεία του ανθρώπου στη ζωή, χρησιμοποιώντας λόγο μεταφορικό: Φορώντας το χρώμα/ του χειμωνιάτικου καφέ/ δεν τολμούν να ονειρευτούν/ την Άνοιξη. (σ. 30, 31)</p>
<p>Το ποίημα «Ευτυχής απάτη» μπορεί να θεωρηθεί κομβικό της συλλογής. Με το πρόσχημα της συνομιλίας με την Ευτυχία, την προσωποποίησή της, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για πολλά από όσα το απασχολούν: για όνειρα, διαψεύσεις, προσωπικές και γενικότερες, για τη γλυκιά απατηλότητα, για την παγωνιά της επίγνωσης.</p>
<p>Η γνώση μας που χτίστηκε / με βασανισμένη πείρα/ και απώλειες σε αύξοντα ρυθμό/ σε έδιωξαν για πάντα κι ανεπιστρεπτί. (σ. 59)</p>
<p>Το ατομικό με το γενικό δένονται σφιχτά. Και ακολουθεί και άλλος απολογισμός. Είναι σκληρή η επίγνωση για το ποιητικό υποκείμενο πως η ανιδιοτέλεια και η προσφορά συχνότατα δεν γίνονται αποδεκτές, ούτε καν κατανοητές, οι αποδέκτες δεν ήταν έτοιμοι ή μάλλον ήταν αλλού στραμμένοι κι αλλιώς έπαιζαν το παιχνίδι της ζωής:</p>
<p>Κι έτσι το χάσμα βαθαίνει σθεναρά/ χωρίς καμιά ελπίδα άμεσης γεφύρωσης/ μια που οι γέφυρες απαιτούν πολύ κόπο/ κι επιστήμη να χτιστούν. (σ. 61)</p>
<p>Οι αναφορές στον αρχαίο κόσμο από την ποιήτρια γίνονται υπαινικτικά. Δεν αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη μυθολογία ή την ιστορία, με τον δικό της τρόπο, αλλά χρησιμοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις ως σύμβολα, ως αναλογικές συγκρίσεις για σύγχρονα βιώματα της ψυχής, της καθημερινότητας, της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η Κίρκη, ο Πλάτωνας με το σπήλαιο, την Ακαδημία και τη Στοά, ο Προμηθέας, ο Σίσυφος, η Ύβρις και η Νέμεση, ο Αχέροντας, ο Νάρκισσος, ο Έρωτας, η Πηνελόπη, ο Οδυσσέας και οι μνηστήρες γίνονται κέντρα τέτοιων μεταφορών και αναλογιών.</p>
<p>Σαν άλλος Προμηθέας κι εσύ/ καρτερικά άντεξε την αετό γλώσσα/ / εσύ, ένα τοσοδά συννεφάκι/ άτρωτο στην άυλη ανυπαρξία του. («Η απομυθοποίηση», σ. 14)</p>
<p>Ο αυτό-σαρκασμός, η κριτική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου προς τον περίγυρο, αλλά κυρίως προς τον εαυτό του. Δεν ρίχνει αποκλειστικά τις ευθύνες στους άλλους, μετρά τις δικές του αντοχές και ψηλαφεί τη στάση του. Στοχασμός, στοχαστική ποίηση.</p>
<p>Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής στη «Δωδεκάχρονη Οδύσσεια». Είναι η μοναδική ίσως φορά που γίνεται κοντινότερη αναφορά στον μύθο. Το ποιητικό υποκείμενο, μιλά σε γ΄ ενικό πρόσωπο για τον Οδυσσέα, αλλά απευθύνεται σε β΄ ενικό στην Πηνελόπη, σε έναν διαλογικό μονόλογο, αφού η απάντηση δεν υπάρχει. Ή, σαν καλυμμένα να μιλά το ποιητικό υποκείμενο στον εαυτό του. Σαρκαστικά ανατρεπτικό το τελευταίο τετράστιχο, αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποίησης της Τζίμα, ένα κατάλληλο κλείσιμο-επίγνωση μιας συλλογής.</p>
<p>Ίσως ο μνηστήρας Αντίνοος ακόμα κι ο Ευρύμαχος/ σου πρέπουν πιο πολύ, Πηνελόπη,/ μιας και ο ήρωάς σου και να επιστρέψει/ ένας ξένος θα σου είναι. (σ. 74)</p>
<p>Τα στοιχεία που επισημάνθηκαν (συνοψίζω: ο προσωπικός τόνος, το δέσιμο του ατομικού με το γενικό, οι κοινωνικές και πολιτικές αναφορές σε σχέση με το ποιητικό υποκείμενο, ο στοχασμός, το χιούμορ-σαρκασμός) συνιστούν τον προσωπικό λυρισμό της Φόνης Τζίμα. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις αναφορές στον αρχαίο κόσμο, θέλω να επισημάνω ότι φέρνουν έντονα στο μυαλό την αρχαία λυρική ποίηση. Στο ύφος του λυρισμού λοιπόν, σε μια παράδοση που ξεκινά αιώνες πριν.</p>
<p>Σχετικά με τη δομή των ποιημάτων, να σημειώσω ότι πολύ συχνά τα ποιήματα, ή ένα μέρος τους, μπορεί να βασίζονται σε φαινομενικά ρητορικά ερωτήματα. Τα οποία πιθανότατα αναιρούνται από μια αναπάντεχη απάντηση. Θέση και άρση.</p>
<p>Γιατί η νωπή απουσία να με κρατάει/ και τα αλαλάζοντα κύμβαλα να είναι ευτυχή;/ Γιατί τη νύχτα κατακλύζουν το στερέωμα/ επίμονα αστέρια κι ούτε ένα πεφταστέρι; […] Γιατί τόση σιωπή να συγκρατεί τη λάβα του μυαλού σου;/ Γιατί κυλάς το βράχο του Σίσυφου. («Άτιτλο Ι», σ. 15)</p>
<p>Ή μπορεί να έχουν την οργάνωση ενός μικρού συλλογισμού, με υπερκείμενες και συμπέρασμα.</p>
<p>Αν εγχειρίσω την καρδιά μου/ θα σε βρω εκεί/ σαν βασικό κύτταρο/ σαν βαλβίδα ασφαλείας./ Αν σε βγάλω από εκεί τι θα απομείνει./ Οι λεπτές εγχειρίσεις τραυματίζουν επικίνδυνα/ ας τις αποφύγουμε λοιπόν. («Άτιτλο ΙΙ», σ. 16)</p>
<p>Αυτή η προσεχτική οργάνωση που περιγράφουμε συμπληρώνεται από τη λιτότητα της γλώσσας. Το ποιητικό υποκείμενο κοιτάζει το γεγονός σαν από απόσταση, κι αυτό δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα.</p>
<p>Κάποτε, ενώ το υποκείμενο αναμένεται να είναι έμψυχο, εμφανίζεται ένα άψυχο στη θέση του. Η σύνταξη αυτή δίνει δύναμη στο κείμενο αλλά και την απόσταση από τα τεκταινόμενα, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση.</p>
<p>Όπως πρόσταζε το αναμενόμενο/ τα ηχητικά κείμενα τα πήρε ο άνεμος/ κι ανάγκασε τα καλώδια να σιγήσουν. («Παραλλαγή ασυμβατότητας ΙΙ – Αλλότριες φωνές δε σμίγουν», σ. 65)</p>
<p>Ενδεχομένως να μπορεί να θεωρηθεί επίδραση της Δημουλά – η Τζίμα έχει ασχοληθεί με την ποίησή της – αφομοιωμένη επίδραση βέβαια. Εντούτοις, με δεδομένο ότι η Τζίμα κάνει την επιλογή αυτή νωρίς στην ποίησή της (στη συλλογή Παλινδρομήσεις, 1996), μπορεί να υποστηριχτεί πως είναι γνώρισμα της δικής της ποιητικής ιδιολέκτου.</p>
<p>Επανήλθε το οικείο στοιχείο/ στην κανονική του θέση. («Οικοδόμηση επί ματαίω», σ. 51, Παλινδρομήσεις)</p>
<p>Η ποιητική έκφραση κινείται σε ένα ευρύ φάσμα της γλώσσας, σε διάφορα επίπεδα λόγου: καθημερινό, πιο επίσημο, λόγιο. Χωρίς ακρότητες. Ακόμη και για να εκφραστούν τα πιο προσωπικά συναισθήματα. Σε τόνο ελεγειακό, εντυπωσιακή η συγκρατημένη έκφραση, ο ελεγχόμενος πόνος, οι μεταφορές και οι εικόνες, για να αποδοθεί το συναίσθημα.</p>
<p>Αλλότριες φωνές δε σμίγουν τεχνητά/ μα ακολουθούν βίους παράλληλους/ όπως οι παράλληλες γραμμές που/ ποτέ δε συναντιούνται στον ίδιο τόπο/ αφού παρεμβάλλονται παράσιτα/ και μίλια αποξένωσης. («Παραλλαγή ασυμβατότητας ΙΙ – Αλλότριες φωνές δε σμίγουν», σ. 65)</p>
<p>Εντυπωσιακά δουλεμένη ποιητική γραφή, που δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς, που, ενώ ελέγχει το συναίσθημα, αγγίζει τον αναγνώστη με τον στοχασμό και το χιούμορ, και τον οδηγεί στη συναίσθηση.</p>
<p>Θα τη βρω την ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα ή τα ποιητικά υποκείμενα-περσόνες της εκεί, στη Σβώλου με Πατριάρχου Ιωακείμ ή Βενιζέλου και Μητροπόλεως γωνία, και πάνω από μια κούπα αχνιστό καφέ θα στοχαστούμε για τις σμικρύνσεις και τις μεγεθύνσεις του χρόνου, θα σχολιάσουμε τις Πηνελόπες μας κι εκείνο το τοσοδά συννεφάκι, το άτρωτο στην άυλη ανυπαρξία του. Και, ίσως, αυτή τη φορά να χωρέσουν οι νέες προοπτικές μας μέσα στην κούπα αυτή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bc%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΑΜΕΡΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 17 Aug 2026 21:24:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΑΜΕΡΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23076</guid>

					<description><![CDATA[  Ο Άγγελος Λαμέρας γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών των Υστερνίων της Τήνου. Αν και επαγγελματικά δραστηριοποιείται στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών της Πολεμικής Αεροπορίας. η ποίηση αποτελεί σταθερό πεδίο έκφρασής του.Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά έντυπα, όπως το περιοδικό Ποιητικά Τοπία και το δελτίο του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΑΜΕΡΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p></p>



<p></p>


<p> </p>
<p>Ο Άγγελος Λαμέρας γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών των Υστερνίων της Τήνου. Αν και επαγγελματικά δραστηριοποιείται στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών της Πολεμικής Αεροπορίας. η ποίηση αποτελεί σταθερό πεδίο έκφρασής του.<br />Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά έντυπα, όπως το περιοδικό Ποιητικά Τοπία και το δελτίο του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. <br />Η ποιητική συλλογή «Το γράμμα του πελάγους» (Άνεμος εκδοτική 2026) είναι το πρώτο του βιβλίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%83/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-78/" rel="attachment wp-att-23078"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23078" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΟ-199x300.jpg" alt="" width="334" height="504" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΟ-199x300.jpg 199w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/ΒΙΒΛΙΟ.jpg 424w" sizes="(max-width: 334px) 100vw, 334px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ (2026)</strong></h4>
<h5><strong>ΗΦΑΙΣΤΙΑΔΑ ΤΟΝ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ</strong></h5>
<p>Εδώ και χρόνια, θαλασσοπόροι στην Ηφαιστιάδα του Πελάγους πλέουν με το πλοίο της πειρατικής αρμονίας στις θαλασσινές ιστορίες της ψυχής αναζητώντας τη στεριά του Ποτέ. <br />Όσο υπάρχει φως, η στεριά δεν ανιχνεύεται, αλλά βρίσκεται σε μια μόνιμη εξερεύνηση στους χάρτες της ευδαιμονίας. Στη θάλασσα θα συναντήσεις νηνεμία και τρικυμία, θα αναμετρηθείς με μύθους αγναντεύοντας την κίνηση του χρόνου στα ομηρικά νησιά της. Κυβερνήτης του πλοίου ο «φιλόσοφος εκδότης» της μικρής μας πόλης Τσάρλι Γουέμπ, ο οποίος, ως πρόεδρος του Ηφαίστου, σφυρηλατεί με το ασημένιο του σκήπτρο τίτλους και λέξεις πάνω στα απόνερα. Ναύτης στο κατάστρωμα ο Άγγελος Λαμέρας της θαλασσοποίησης, μια που το τοσκανικό ή λομβαρδικό επώνυμο Λαμέρα μεταφράζεται, ίσως, ως «Η θάλασσα». Μια πλεύση με διάθεση αυτοσαρκασμού, γεμάτη με δόσεις σάτιρας, σε ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. <br />Ταξιδεύαμε με μια επίμονη ερώτηση κλεισμένη στις σκοτεινές μας καμπίνες: υπάρχει, άραγε, κανείς που να συνειδητοποιεί τη ζωή την ώρα που τη ζει; <br />Και πήραμε την απάντηση καθώς δέναμε στο μικρό λιμάνι του Ουάιλντερ: «Όχι. Ίσως λίγο οι άγιοι και οι ποιητές». <br />Στα αμπάρια του πλοίου παραμένουν κρυμμένες αναρίθμητες ιστορίες &#8211; ιστορίες που ακόμη και τα «μπάσταρδα του Ηφαίστου» επιζητούν να μας κλέψουν, για να στήσουν τον δικό τους χορό στον βωμό της σελήνης. <br />Μέσα από αυτά τα ταξίδια γεννήθηκε το Γράμμα του πέλαγους. Δεν ήταν απλώς μια καταγραφή· ήταν η οριστική απελευθέρωση μιας βαθιάς, κυτταρικής ανησυχίας. Χωρίς να χρειαστεί να ζωγραφίσω ή να σμιλέψω τις ομορφιές του Αρχιπελάγους, βρήκα τον τρόπο να λύνω σε κάθε λιμάνι τους σκοτεινούς γρίφους των εξόριστων ποιητών. <br />Στις περιπλανήσεις στη χώρα του φωτός και του γαλάζιου, σημειωματάριο γίνεται η ίδια η θάλασσα, η πένα μεταμορφώνεται σε νησίδες και τα γράμματα σε καθαρό φως. Μέσα στον ελεύθερο αλλά και τον έμμετρο στίχο, περιγράφονται οι έρωτες που γεννήθηκαν υπό τη βασιλεία του ήλιου και το αργυρό φως του φεγγαριού. Είναι μια καταγραφή για τη μοναξιά, τη λησμονιά, τη θλίψη, αλλά και την απόλυτη ευδαιμονία &#8211; όλα τους κομμάτια από το ανυπέρβλητο και αιώνιο μυστήριο της θάλασσας.</p>
<p>Βαδίσαμε με τον Καπετάνιο στα Υστέρνια της Τήνου, εκεί όπου η τέχνη συναντά την αιωνιότητα πάνω στο μπαλκόνι του Αρχιπελάγους. Ανακαλύψαμε την ευτυχία στην απλότητα ενός γάίδαράκου που αναπαυόταν δίπλα στον ξαπλωμένο Κούρο της Νάξου. Χορέψαμε με τους ανέμους της Αμοργού,<br />ακούγοντας ιστορίες παλιών ναυτικών στους μικρούς καφενέδες του λιμανιού. Περιπλανηθήκαμε στο Ιερό των μεγάλων θεών της Σαμοθράκης, ταξιδεύοντας μέσα στο ελάχιστο του χρόνου προς τα μέγιστα μυστήρια ενός αρχαίου πολιτισμού. Γνωρίσαμε το πρόσωπο του θανάτου από την αρρώστια του πολέμου, μέσα από τα μάτια του αγάλματος ενός νεκρού ποιητή που αναπαύεται παντοτινά στο αρχέγονο χώμα της Σκύρου. Ανηφορίσαμε σε μικρούς ουράνιους ναούς της Σίκινου, που μας έδωσαν τη χαρά να αγγίξουμε το θαύμα της εσπέρας· και στο φευγιό να απολαύσουμε στα απόνερα του πλοίου τα παιδιά που αποχαιρετούσαν την ανεμελιά του καλοκαιριού.<br />Νιώσαμε την όμορφη φθινοπωρινή μελαγχολία στο έρημο λιμάνι της Ύδρας, με μια ήσυχη βροχή να μας συντροφεύει στη σιγαλιά της νύχτας. Αντικρίσαμε τα δαιμόνια πάθη μας μες στα μάτια μιας μοναχής, σε πολιτείες με μετέωρους ναούς. Θαυμάσαμε την τελειότητα της γυναίκας στο σώμα της θεάς Άρτεμης, που ξέβρασε ο Ποσειδώνας στη θλιμμένη θάλασσα του Ικάρου. Σιωπήσαμε μπροστά στο αίμα των μεταλλωρύχων της Σερίφου &#8211; μια εργατική θυσία στη γέφυρα της κυκλώπιας εξουσίας. Αναστατώσαμε τον θρήνο της κυρα-Φροσύνης, αναμοχλεύοντας τα νερά στο νησί δίχως όνομα, και τελικά συναντήσαμε τις σκιές του Άδη στις υπόγειες πύλες του Αχέροντα. Αναζητήσαμε τον Θεό στις αγρυπνίες του Βυζαντίου, βαδίζοντας στα αμόλυντα μονοπάτια του Άθωνα. Μέσα στη μέθεξη της μακρινής ερήμου στην Αριζόνα, ανακαλύψαμε ξανά τα σκοτάδια της γης των Πελασγών, μεθυσμένοι από τη νηφάλια μέθη του ανεξήγητου. Το ημερολόγιο της θάλασσας έχει γραμμένες σελίδες δίχως τέλος, αλλά και λευκές σελίδες με μια ανεξίτηλη αρχή&#8230;<br />Το Γράμμα τον Πελάγους είναι ένα ταξίδι στο φως και στον κυανό χρόνο του υπαρκτού μύθου- μια μικρή Οδύσσεια πάνω σε ένα πλοίο που δεν έχει επιστροφή, αλλά πλέει μόνιμα σε ένα ταξίδι αναζήτησης για τον έρωτα, τον πολιτισμό και -προπάντων- στον άνθρωπο.<br />Ίσως κάποτε στο μέλλον, οι ιστορίες αυτές να ζωντανέψουν μέσα στα μπουκάλια που ξέβρασαν στην ακτή η αγάπη και η οργή του Ποσειδώνα&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Εξόριστε μου ποιητή,<br />κάθεσαι ανέκφραστος και σιωπηλός<br />στον βραχώδη ίαμβο της θάλασσας·<br />απαθής στους γύψινους θριάμβους,<br />ξεχνάς τα χαμένα σου όνειρα<br />πάνω στα σκουριασμένα ρολόγια.<br />Ακούς τις τρίλιες της ψυχής σου<br />στα δαιμονισμένα κύματα της σιωπής<br />που μέσα τους χορεύουν<br />οι σκιές σου με τους φόβους σου<br />κι εσύ περιμένεις τη σωτηρία σου<br />μες στη θαλάσσια σπηλιά της Σίβυλλας<br />παρακαλώντας τον Θεό να σου δείξει τον Υιό.<br />Στις βίγλες του ορίζοντα<br />αγναντεύεις τα πλοία των Φαιάκων.<br />Επιθυμούν τη λύτρωσή τους<br />προσπαθώντας να σπάσουν<br />τις αλυσίδες της άνοιξης.<br />Τρέχεις μες στους ηλιόλουστους ελαιώνες<br />και ξαποσταίνεις στην κάμαρη της πιο γέρικης ελιάς,<br />ξυπνάς στη ρίζα της νιότης σου<br />και βλέπεις από μπροστά σου να περνάνε<br />οι έρωτες που ποτέ σου δεν περίμενες<br />να γεμίσουν το αδειανό σου ποτήρι.<br />Ακροβάτης στις γαλάζιες γραμμές της μοναξιάς<br />λέγοντας ιστορίες για το μαυσωλείο των ονείρων,<br />βάζεις για δόλωμα τις αχτίδες του ήλιου<br />και ψαρεύεις τις λέξεις που ψιθυρίζουν το φθινόπωρο<br />απ’ τις έρημες όχθες του Νότου.</p>
<p>Προσεύχεσαι αριστερά στον προστάτη της ψυχής σου,<br />προσεύχεσαι δεξιά στον προστάτη των λέξεών σου,<br />και στη μέση συναντάς τον καπετάνιο<br />που σε καλεί για το πλήρωμα της παρθένας ανταρσίας. <br />Κοιτάζεις τις τετράφυλλες βροχές της μνήμης<br />όπου αργοπέφτουν οι σταγόνες της θύμησης<br />και γράφεις στις ξεθωριασμένες σελίδες της ανάμνησης<br />τα ανοιχτά γράμματα που κιτρίνισαν<br />στα κρυμμένα ξερόκλαδα,<br />μες στην καρδιά ενός άρρωστου δέντρου.</p>
<p>Γονατίζεις σε ξωκλήσια<br />που στέκονται στις κορφές της θάλασσας<br />με τον παγερό αγέρα<br />να γδέρνει το δέρμα του ουρανού.<br />Στις δειλινές μελωδίες των άηχων ψαλμών<br />εμφανίζονται μυροφόρες μορφές·<br />μιλάς μαζί τους με τη διάλεκτο των αγγέλων<br />και χαράζεις τα μυστικά των Ευμενίδων<br />στα σφραγισμένα κελάρια του πελάγους.</p>
<p>Στα νεκρά σου κύτταρα<br />όπου τρεμοπαίζουν τέσσερα φωνήεντα και δύο σύμφωνα,<br />προσπαθείς να λύσεις τους γρίφους του αλφαβήτου<br />για να ανάψουν το φως στις λευκές λαμπάδες,<br />μες στους σκοτεινούς κίονες που βαδίζεις<br />ανάμεσα σε μύστες και ερημίτες.</p>
<p>Φοράς τη μάσκα της μαραμένης λύπης,<br />φτιαγμένη από χώμα και δάκρυ,<br />και σκάβεις στην ασκητική σου<br />το χώμα της ανυπαρξίας<br />για να σπείρεις τους καρπούς της ψευδαίσθησης.</p>
<p>Στη χιονοθύελλα τα&gt;ν μεσονύχτιων δαιμόνων,<br />βρίσκεις καταφύγιο στη χρυσή καλύβα του Φειδία<br />μες στους πρόποδες του γυμνού βουνού<br />χάνεις απ’ το πανωφόρι σου το ψέμα και την αλήθεια<br />που κατρακυλούν<br />πάνω στις πέτρες του λευκού φαραγγιού. </p>
<p>Ρεμβάζεις στο ύψωμα της λήθης,<br />απλώνεις το βλέμμα σου<br />στο θαλασσοπλασμένο άγαλμα του Σιμούν<br />που σου θυμίζει τις καυτές νύχτες του Αλντεμπαράν,<br />νύχτες που έγιναν σκόνη<br />μες στην σπασμένη κλεψύδρα του χρόνου.</p>
<p>Τώρα κρατάς την κίβδηλη βαλίτσα<br />που μέσα της οι σκέψεις σου βυσσοδομούν<br />περιμένεις το καράβι της Ιθάκης,<br />μα η Ιθάκη είναι το ανηλεές νησί<br />που έσβησε απ’ τον χάρτη της μοίρας σου<br />τον δρόμο για τους γόνιμους θησαυρούς<br />της Νέας Σελήνης.</p>
<p>Κοίτα ψηλά στις παρυφές του σύμπαντος,<br />κοίτα την αδιόρατη μητρόπολη του γαλαξία.<br />Στους διάφανους τοίχους της<br />είναι ζωγραφισμένοι εικόνες μαρτύρων<br />που στάζει στα μάτια τους<br />το ανεξίτηλο μελάνι των χρωμοσωμάτων σου.</p>
<p>Το μελάνι θα γεμίσει<br />το κοφτερό όστρακο του αυτόφωτου,<br />το όστρακο που θα κόψει<br />τα ωχρά κάγκελα της πλανεμένης αποσκευής<br />και θα χυθούν απ’ τα δόντια της χίμαιρας<br />οι οχτώ σειρήνες του ναρκωμένου νου.</p>
<p>Εξόριστέ μου ποιητή,<br />άνοιξε διάπλατα τα στήθη σου<br />και νιώσε το χάιδεμα του μπάτη.<br />Άνοιξε την πόρτα του σεληνόφωτος<br />και άκουσε τις μελωδίες του νυχτερινού παφλασμού.</p>
<p>Θα ’ρθει η στιγμή που θα κατηφορίσεις<br />στον κοραλλένιο κήπο της έναστρης ακτής <br />στολισμένος με τα γλυπτά της συνείδησης.<br />Εκεί θα συναντήσεις τον μεγάλο ψαρά του Αυγερινού<br />την ώρα που απλώνει τα δίχτυα του<br />στη θλίψη των ανθρώπων<br />και θα δεις στο ψαροκάικο της ευδαιμονίας<br />γραμμένα πάνω στη λιοπερίχυτη πλώρη του<br />τα λόγια που έψαχνες χρόνια<br />στα τρία παλάτια της υγρής πολιτείας.<br />«Εν αρχή ην ο λόγος<br />και η φυγή η μόνη σου ελπίς».</p>
<p>Καλό σου ταξίδι, αλαργινέ μου άνθρωπε&#8230;</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΟΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ</strong></h5>
<p>Αν κάποιος σας ρωτήσει<br />τι είναι η γαλήνη,<br />δεν χρειάζεται να απαντήσετε,<br />δεν χρειάζεται να ανοίξετε τα βιβλία<br />της εγκεφαλικής σας γνώσης,<br />δεν χρειάζεται να ανοίξετε τα ανθρώπινα λεξικά σας·<br />η απάντηση είναι μέσα στη νότα της θάλασσας<br />σαν μια υδάτινη θεά<br />που παίζει την πελαγίσια της άρπα.<br />Είστε τόσο τυχεροί<br />που ακούτε τον ήχο της γαλήνης,<br />είστε τόσο τυχεροί<br />που κατοικείτε στα κοραλλένια κάστρα της!</p>
<p>Φεύγω τώρα, <br />πάω ν’ αναζητήσω ένα προπύργιο του κάστρου<br />στην ακτή που δεν έζησα·<br />ψάχνω ν’ αγγίξω τις μικρές νότες που έσταξαν<br />από τα δάκρυα της παράξενης κοπέλας.<br />Ναι, αυτή την παράξενη κοπέλα<br />που μες στον βυθό των ματιών της<br />αγναντεύεις τους πράσινους κήπους της Ατλαντίδας.<br />Τα αέρινα μακριά της μαλλιά<br />ανεμίζουν στο ύψωμα της λότζιας.<br />Φοράει το θαλασσί φόρεμα<br />κεντημένο από τα δάχτυλα της Γαλάτειας και της Γλαύκης,<br />στολισμένη με πολύχρωμα κοχύλια στα δυο της στήθη<br />που αρωματίζουν τον αιθέρα με την ηδονική αύρα<br />από τα ξεχασμένα νησιά του Οδυσσέα.</p>
<p>Αν κάποιος σας ρωτήσει<br />τι είναι η γαλήνη,<br />δεν χρειάζεσαι να απαντήσετε. <br />Ας κοιτάξει μόνο τα όνειρα<br />που κρύβονται στα μάτια σας,<br />τα όνειρα που ταξιδεύουν<br />με το πλοιάριο του Ήλιου και της Σελήνης.</p>
<p> </p>
<h5><strong>TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΑΛΑΒΑΣΤΡΙΝΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ</strong></h5>
<p>Θα περνάει ο χρόνος<br />Θ’ αλλάζουν οι εποχές<br />Θ’ αλλάζουν τα χρόνια.<br />Πάλι εσύ άψυχα θα κοιτάς<br />και το μόνο που θα συναντήσεις<br />είναι η σιωπή.<br />Λογικό, θα σου πούνε,<br />αφού ένα άγαλμα είναι μόνο.</p>
<p>Όταν έρθει η στιγμή και ανταμώσεις την ψυχή<br />με την υπέρλογη φωνή που ταξιδεύει μες στον χρόνο,<br />τότε εσύ απάντησε πως η ουσία της λογικής<br />κρύβεται στον κόσμο του παραλόγου.<br />Το άκτιστο φως των λέξεων<br />δεν κατοικεί μέσα στο σώμα,<br />το πνεύμα φιλοξενείται μες στη σάρκα<br />και αιωρείται στον ουράνιο κύκλο της κίνησης.</p>
<p>Η ψυχή μου πλέον, έστω και για λίγο, ταξιδεύει<br />στο άπειρο διάστημα του ανύπαρκτου χρόνου<br />και συναντάει άυλες μορφές αγγέλων.<br />Είναι πραγματικότητα ή ένα όνειρο<br />αλαβάστρινων αγγέλων;</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ</strong></h5>
<p>Είναι κάποιοι που γεννήθηκαν με τη θάλασσα μέσα τους,<br />είναι η φύση τους να ζουν στην απεραντοσύνη της.<br />Η ζωή τους είναι μια περιπέτεια σ’ ένα ταξίδι αλαργινό<br />μέχρι η καρδιά τους να αγκυροβολήσει στην Ιθάκη της ψυχής.<br />Εκεί θα δημιουργήσει το βασίλειο Ανατολής και Δύσης<br />όπου οι άγγελοι των αναμνήσεων θα διηγούνται ιστορίες,<br />οι άγγελοι της ύπαρξης θα δημιουργούν ζωή<br />και οι άγγελοι του έρωτα θα σμιλεύουν την ομορφιά του κόσμου<br />στην τέχνη των κυττάρων τους.</p>
<p>Είναι κάποιοι άλλοι που γεννήθηκαν με τη λίμνη μέσα τους,<br />μεγάλωσαν με μια αρχή και ένα τέλος·<br />ανάμεσα στην αρχή και το τέλος<br />η ψυχή πλέει στη βάρκα της γαλήνης,<br />όμως και η γαλήνη ποθεί την αλμύρα της θάλασσας,<br />ποθεί την αναζήτηση του ήλιου και του σεληνόφωτος<br />στα ανοιχτά νερά της καρδιάς και της φαντασίας.<br />Οι κύκνοι θα συναντήσουν τους γλάρους,<br />η θάλασσα θα συναντήσει τη λίμνη<br />και θα γεννηθεί η λιμνοθάλασσα·<br />η ένωση του απέραντου με την αρχή του τέλους,<br />η ένωση της λιμνίσιας γαλήνης με τις θαλασσινές ανησυχίες,<br />η αλληλεξάρτηση που παράγει αρμονία.<br />Η αρμονία της λιμνοθάλασσας&#8230;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΙΝΑ ΝΗΣΙΑ</strong></h5>
<p>Μια μέρα σκοτεινή, μια μέρα θλιβερή<br />θεατρίνος είμαι σε αδειανή σκηνή·<br />μια μέρα που τα δάκρυα κερδίζουν τη χαρά<br />παίρνω την κιθάρα και τραγουδώ κλεφτά.</p>
<p>Μια νύχτα που η θλίψη χορεύει στη γιορτή<br />χαμένος την κοιτάζω σαν το μικρό παιδί’<br />μια νύχτα που η σελήνη ματώνει μες στη γη<br />ανθίζουν αναμνήσεις στο φως και την αυγή.</p>
<p>Αχ! Η καρδιά μιλάει σιωπηλά, <br />βγάζει τα φτερά της για χάρτινα νησιά.<br />Αχ! Κι η ψυχή λιμάνια καρτερά,<br />βυθίζεται στου μύθου τα αλμυρά νερά.</p>
<p>Μια μέρα που η λύπη μού χαϊδεύει την ψυχή<br />τα μάτια μου τα κλεινοί να νιώσω τη στιγμή·<br />μια μέρα το ποτάμι δεν έχει πια νερά<br />και την αγάπη για πάντα λησμονά.</p>
<p>Μια νύχτα που ο λύκος πια δεν αλυχτά<br />το θύμα του φοβάται ξανά να κυνηγά·<br />μια νύχτα που τ’ αστέρια είναι πια νεκρά<br />ο ουρανός δακρύζει και βρέχει η σιγαλιά.</p>
<p>Αχ! Η καρδιά μιλάει σιωπηλά,<br />βγάζει τα φτερά της για χάρτινα νησιά.<br />Αχ! Κι η σιωπή βάζει παντού φωτιά<br />καίγοντας τα όνειρα του μακρινού Νοτιά&#8230;</p>
<p> </p>


<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 12 Aug 2026 22:41:12 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23059</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017), Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021), Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά,<br />
γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά και αραβικά. Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Ποίηση και Μουσική», 2009) και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας («Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί», 2013). Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος (Έργα για φλάουτο / Works for Flute, Legend Classics, 2007 και Πέντε κείμενα μετά μουσικής. Η γη τσακισμένο καράβι. Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Γαβριηλίδης, 2013).</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p>Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989),<br />
Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995),<br />
Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001),<br />
Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007),<br />
41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012),<br />
Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017),<br />
Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021),<br />
Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025).</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/1-103/" rel="attachment wp-att-23061"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23061" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1-300x181.jpg" alt="" width="479" height="289" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1-300x181.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1.jpg 640w" sizes="(max-width: 479px) 100vw, 479px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/2-112/" rel="attachment wp-att-23062"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23062" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/3-88/" rel="attachment wp-att-23063"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23063" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/4-64/" rel="attachment wp-att-23064"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23064" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; (2025)</strong></h4>
<h5><strong>                 Β Α Α Λ</strong><br />
<strong>                     ή</strong><br />
<strong>Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ</strong></h5>
<p>Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος<br />
με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες</p>
<p>Όλα ήταν όμορφα<br />
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος<br />
οι παράδοξες ελπίδες</p>
<p>’Άλλοι αγάπησαν τον Μέλανα Δρυμό<br />
Κι άλλοι χάθηκαν στον Κόκκινο Πλανήτη<br />
Κάποιοι φόρεσαν μαύρα πάνω στα μαύρα<br />
ξεχασμένοι από τα γαρύφαλλα και την επανάσταση</p>
<p>Στρατιώτες τού Βαλμύ, αγόρια του Σαντιάγο<br />
τhς Νάπολης κορίτσια<br />
μυριάδες νεκροί με μάτια λάγνα, ηδονικά<br />
από τα εκστατικά φιλιά τhς λευτεριάς</p>
<p>Όλα ήταν όμορφα<br />
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος<br />
οι παράδοξες ελπίδες</p>
<p>Τώρα οι δήμιοι δοκιμάζουν την τέχνη τους<br />
πάνω στον μικρό θεό τhς Ομορφιάς.</p>
<h5><strong>ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><em>Θεσσαλονίκη το 45… εκκλησίες άδειες,</em><br />
<em>φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα</em><br />
<em>μόνος και θαμπωμένος — είπα από μέσα μου:</em><br />
<em>«Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει</em><br />
<em>αυτή η πόλη για να ’χει τόσες εκκλησίες;»</em><br />
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ</p>
<p>Στο Θερμαϊκό μετέωρες οι ώρες<br />
Σκοτάδι, πέφτει στη Ροτόντα</p>
<p>Σέ άλλον αιώνα σκουπιδιών<br />
σέ άλλη εποχή ψηφιακή<br />
κάνουν την τσάρκα τους<br />
πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα</p>
<p>Κι ό κόσμος φτωχός, μοναχικός<br />
για μιας δραχμής τα γιασεμιά<br />
χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη<br />
τσακισμένος<br />
από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή.</p>
<p>Τί στέκεις, καρδιά μου, τόσο εκστατική<br />
τινάξου στο Μπαλκάνι!</p>
<p>Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς<br />
Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή<br />
Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;</p>
<h5><strong>ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ</strong></h5>
<p>μνήμη Θάνου Μικρούτσικου</p>
<p>Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς<br />
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα<br />
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας</p>
<p>Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!</p>
<p>Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη<br />
κι ή ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο<br />
σαν την Εύα Μπράουν<br />
με τον αρχαίο φόβο στα μάτια</p>
<p>Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν<br />
το μικρό πουλάκι<br />
τον όμορφο κοκκινολαίμη<br />
Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα<br />
κι αυτούς που φτιάχνουν<br />
για λίγα ρούβλια τα κιβούρια<br />
το Πολώνιο όλους τούς σκεπάζει&#8230;</p>
<p>Τούς δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς<br />
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα<br />
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας</p>
<p>Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!</p>
<h5><strong>ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ</strong></h5>
<h6><strong>(σχεδίασμα)</strong></h6>
<p>Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα<br />
στην Ανάφη και βρίσκεται<br />
εξόριστος στην Τροία</p>
<p>Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω<br />
μάς χτίκιασαν στα ναυπηγεία&#8230;</p>
<p>Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια<br />
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι<br />
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι<br />
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με<br />
κι αγκάλιασέ με<br />
Χόρεψε μαζί μου από Ανία<br />
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ</p>
<p>Ξέμπαρκος κόσμος ελπίζει, μάταια ελπίζει<br />
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει</p>
<p>Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν<br />
Είμαστε περαστικοί<br />
σου λέω, ανίατα περαστικοί&#8230;</p>
<p>Ας πάμε λοιπόν, ψυχή μου<br />
ας πάμε πάλι κάπου<br />
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου<br />
Να λάμψουμε ή να χαθούμε<br />
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.</p>
<p>Ιούλιος 2022</p>
<h5><strong>ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΕΠΑ</strong></h5>
<p>Είμαι μια σαραβαλιασμένη καρότσα<br />
στον άσπλαχνο, απέραντο ουρανό</p>
<p>Είμαι το καραβάνι των φτωχών<br />
ο άμαξάς, ο έμπορος μαλλιού<br />
ο αγωγιάτης των ψυχών<br />
κι ο μικρός Γεγκόρουσκα<br />
που ρεμβάζει την αδάμαστη φύση</p>
<p>Είμαι η μοναχική σημύδα που ανθίζει<br />
στον χιονισμένο σπαραγμό<br />
Είμαι το νούμερο 877<br />
στο ψυχιατρείο τού πάγου<br />
Στέπα της μοναξιάς, στέπα των θλίψεων</p>
<p>Είμαι ο οδοιπόρος που φτερουγίζει<br />
υψώνοντας το βλέμμα του στ’ αστέρια<br />
Polaris, σύντροφε του Βορρά, οδήγησέ μας</p>
<p>Εγώ είμαι η γη και τα κόκαλα των τάφων<br />
Γυμνός άνεμος θερίζει και ουρλιάζει</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα — αναπνέουν<br />
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια — ξεραίνονται<br />
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι — σβήνουν<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν</p>
<p>Και τα κουρέλια τής ζωής ή δόξα τα σκεπάζει!</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ αλόγα ·— αναπνέουν / Σαν πεθαίνουν τα<br />
χορτάρια— ξεραίνονται / Σαν πεθαίνουν οί ήλιοι— σβήνουν /<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν: στίχοι του<br />
Βελιμίρ Χλέμπνικοφ.</p>
<h5><strong>ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ..</strong>.</h5>
<p>Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.</p>
<p>Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη<br />
Μήτε κοζάκου λαλιά ακούμε, μήτε ψίθυρο γυναίκας<br />
και τα πετούμενα σωριάζονται πάνω στους γενναίους<br />
Του Αβραάμ Ρόμ το νεκρικό καράβι<br />
πότε θα σαλπάρει, να αφήσουμε πίσω κατάρες<br />
βαλάντια κι ολόχρυσες βιτρίνες</p>
<p>Άκου τον τυμπανιστή τής Μοίρας<br />
Εδώ η Τάξη αποκεφάλισε την’ Ομορφιά<br />
Εδώ κυβερνάει το Θνητό<br />
Εδώ το Μάταιο χτυπάει τα κρόταλά του</p>
<p>Και πάνω από τα έργα των ανθρώπων<br />
Κορυφή της Επανάστασης<br />
Κορυφή Καρλ Μαρξ<br />
Κορυφή τής φρουράς του Οκτώβρη<br />
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι<br />
Το Σέλας ωραία, ωραία σαν όνειρο ας λάμψει</p>
<p>Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ TOT ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ</strong><br />
<strong>TON ΚΑΙΡΟ TOT ΤΡΑΒΗΓΜΑΤΟΣ</strong><br />
<strong>ΤΗΣ ΨΗΛΗΣ ΣΚΑΛΑΣ</strong></h5>
<p>Καστέλι τον Μωρία και κάστρο<br />
τον Καράμπαμπα για χαμηλώστε λίγο</p>
<p>Κι όπως ανέβαινα με το κερί στο στόμα<br />
τη σκάλα των θαυμάτων<br />
τραβάνε τα σχοινιά ευυπόληπτοι<br />
φιλήσυχοι άστοί<br />
μελανοχίτωνες, γιάνκηδες<br />
και πέφτω<br />
σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων</p>
<p>Τούς γραμματείς και<br />
φαρισαίους να φοβάσαι, ω ψυχή μου&#8230;</p>
<p>Ξάφνου με πιάνει ό σεβντάς, τινάζομαι<br />
Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε<br />
βορά θα γίνω των θεριών<br />
Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα<br />
θα ανεβαίνω<br />
αγέρωχος, ευθυτενής<br />
με τα κουδούνια καεί το ξυράφι των τρελών<br />
Τούς γραμματείς και<br />
φαρισαίους να φοβάσαι, ώ ψυχή μου&#8230;</p>
<p>Πάνω από των ανθρώπων<br />
τον εξευτελισμό και τη μικρότητα<br />
Τι λάμπει, τί βροντά στο αστροφώτιστο κενό<br />
και το σπαθί σηκώνει<br />
Ένα βουβό άφες αυτοίς μάς στεφανώνει.</p>
<h5><strong>ΤΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ;</strong></h5>
<p>Τώρα οι λέξεις σαν λουλούδια ας γεννηθούν<br />
ξυπνώντας τους λαούς από τον ύπνο τους</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τί να τραγουδήσω<br />
Τούς ψαράδες, τούς περβολάρηδες, τούς οδοιπόρους<br />
τα αμπέλια, τούς πορτοκαλεώνες τής γης Χαναάν<br />
Μέσα στα σοκάκια του Αλαδίνου<br />
στις πολιτείες τού Δαυίδ<br />
Θεέ των τροβαδούρων, βοήθησέ μας</p>
<p>Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί&#8230;<br />
Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές<br />
Κι ο άγγελος που σήκωσε τη μυλόπετρα<br />
για να γκρεμίσει<br />
τη Βαβυλώνα τη μεγάλη<br />
στις κρεατομηχανές τής Ευρώπης μισθοφόρος</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τί να τραγουδήσω<br />
Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;<br />
Κρότος και αίμα μάς σώζανε</p>
<p>Κόσμος χαλασμένος σέρνει το νεκροκρέβατο<br />
Σέρνει το Τέλος από Κάτι, που σαν Ασία απλώνεται.<br />
Friedrich, καλέ μου Friedrich<br />
Τραγούδησε</p>
<p>Τί να τραγουδήσω<br />
Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Ο Γιώργος Κοζίας διαβάζει ποιήματα από τη συλλογή του &quot;Τι αιώνα κάνει έξω;&quot;" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/xxmAd-W_JqA?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ΘΙΑΣΟΣ ΝΤΕΝΙΣΟΒΑ</strong></h5>
<p>Σαν θύελλα πάνω από την Ασία<br />
έρχονται οι Ντενίσοβα στις νεκρές φύσεις<br />
στις λιτανείες, στα ειδύλλια<br />
Κατακτώντας τόσες μοναξιές<br />
τόσες παραισθήσεις<br />
την δόξα, τις άγιες οικογένειες<br />
τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις</p>
<p>Σαν σκόνη αφρικανική<br />
μέσα στις υπάρξεις μπαίνουν οι Ντενίσοβα<br />
η Σιωπή, η Άγνοια, η Σκιά<br />
η Εξέγερση, η Μανία<br />
η Κατεδάφιση, η Άβυσσος<br />
κάνοντας έρωτα μέχρι εξαντλήσεως</p>
<p>Κι ο πόθος όλη την νύχτα να ξεφαντώνει<br />
το Κατακτημένο, το Πεινασμένο<br />
το Εκπορνευμένο<br />
το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό<br />
με υψωμένες τις ρομφαίες</p>
<p>Σαν περιοδεύων θίασος κυττάρων<br />
φεύγουν οι Ντενίσοβα<br />
Ελεύθεροι πια και απροσδόκητα ωραίοι<br />
μας αφήνουν μόνους, μόνους κι ανεκπλήρωτους.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ</strong></h5>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται., λαοί τυφλών</p>
<p>Ωραίοι κολασμένοι<br />
αποθέτουν ένα χαμόγελο θριάμβου<br />
κάποιο σινιάλο από τον λόφο των μουσών<br />
ή ένα μπουκέτο μενεξέδων<br />
στης Αιωνιότητας την ολόμαυρη ράχη</p>
<p>Μυκήνες περνούν χωρίς το στράτευμά τους<br />
επί κιλλίβαντος το μεγαλείον<br />
και οι σημαιοφόροι<br />
με τα σχιζοφρενή τους μάτια, άδειες<br />
σπασμένες κούκλες σε παρέλαση θανάτου</p>
<p>Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους<br />
ποδοπατώντας, ποδοκροτώντας όλοι πηγαίνουν<br />
Κανείς δεν βλέπει τις φωτιές που αναγγέλλουν:</p>
<p>—Σκιά όνου έξω από τα τείχη<br />
ή προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!</p>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.</p>
<h5><strong>HOTEL DE LA GLORIA</strong></h5>
<p>Ελάτε… Δεν είναι μακριά!<br />
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε<br />
με την ομορφιά<br />
ελάτε νύμφες και νυμφίοι<br />
από την ξεχασμένη Ταρούσα<br />
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες</p>
<p>Τα λάγνα μάτια, τα χάδια<br />
τα ερωτικά καλέσματα<br />
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια<br />
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο<br />
έξω από τα πέτρινα τείχη</p>
<p>«G L O R I A, μακρινή και μόνη»<br />
στην πρόσοψη θα γράφει</p>
<p>Ελάτε περήφανα τα φύλα<br />
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης<br />
κι η Φύση αν γελάσει<br />
μην ρωτήστε την καμαριέρα<br />
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;</p>
<p>Κανείς δεν θα απαντήσει<br />
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό<br />
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.</p>
<h5><strong>Ο ΕΛΑΦΟΚΥΝΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
και εικοσιένα αιώνες<br />
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν<br />
πάλι συναθροισμένο<br />
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό<br />
με την σάλπιγγα της Κρίσης<br />
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει</p>
<p>Στόχοι είμαστε Κύριε<br />
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά<br />
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες<br />
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν<br />
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο<br />
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα<br />
στους βάλτους των ανθρώπων<br />
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου</p>
<p>Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε<br />
ή ζήσ’ την ή παράτα την στις ερημιές<br />
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.</p>
<h5><strong>FALCONERIA</strong></h5>
<p>Γέννεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Δευτερονόμιον<br />
μόνες οι ψυχές μας στέκονται,<br />
με το λουρί στο πόδι<br />
Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία<br />
βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν</p>
<p>Τί η μοίρα μας βουλήθη<br />
πάνω στον μαυροφορεμένο βράχο;</p>
<p>Καθώς η ζωή αποβιβάζεται<br />
με την τέφρα του Γερμανικού<br />
κι ο Κόφτης ρυμουλκείτε<br />
προς το τελευταίο αγκυροβόλιο</p>
<p>Μια φαλκονέρα το ανθρώπινο<br />
αντίκρυ στον Καβομαλιά<br />
στην Παναγιά των ρευμάτων<br />
Αν δεν αποδώσεις τιμή και αμαρτία<br />
τί γράφει, τί ξεγράφει ποτέ δεν θα το μάθεις</p>
<p>Στο λάγνο φως που βασιλεύει<br />
εφτά οργιές περνάς<br />
Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα<br />
στο φτερούγισμα των αγγέλων;<br />
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ<br />
ο μέγας προσωπάρχης</p>
<p>Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη<br />
κανένας θεός στη μάχη<br />
κανένας ήρωας στον θρίαμβο<br />
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας<br />
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί</p>
<p>Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός<br />
αυτού του κούφιου κόσμου<br />
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;</p>
<p>Ψάξε πουλάκι σε κλαρί<br />
βρες μιαν αγάπη δροσερή<br />
μίλα τη γλώσσα των βουνών</p>
<p>Στον Καύκασο του τρελό-Χαίλντερλιν το Φως.</p>
<h5><strong>Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΒΙΔΑ</strong></h5>
<p>Όλη η περιουσία σου μια βίδα<br />
ανάμεσα στους ραγισμένους μπουφέδες<br />
τις χαλασμένες καρέκλες<br />
τα σπασμένα ράφια<br />
Την κρύβεις κάτω από το στρώμα<br />
τη λατρεύεις, τη θαυμάζεις<br />
κρυφά τη χαϊδεύεις και τραγουδώντας:<br />
—Τί μεγαλεία, τί πανοπλία !</p>
<p>Όλη η προκοπή σου μια βίδα<br />
κι οι φουκαράδες ποντάρουν<br />
γοητευμένοι με το αλλόκοτο παιχνίδι<br />
Ενθουσιάζονται οι καλεσμένοι<br />
επευφημούν οι τζογαδόροι:<br />
«AVE της βίδας, ξακουστέ ιππότη!».</p>
<p>Παίζει ο θάνατος με ματ<br />
βιδώνει, ξεβιδώνει, κερδίζει την παρτίδα και<br />
στέλνει τον Αντώνιο Μπλοκ στο υπέροχο κενό του.</p>
<h5><strong>ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΡΕΚΒΙΕΜ</strong></h5>
<p>Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι<br />
μέσ’ στις ρωγμές του ύπνου<br />
Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου<br />
για ενός λεπτού τιμή<br />
για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο</p>
<p>Και ο θλιμμένος άγγελος<br />
-τι θάμβος και τι πάθος –<br />
το επιτύμβιο στολίζει κατά κράτος</p>
<p>Που να σαπίζει ο Κόμμοδος<br />
και που ο Πετρώνιος Μάξιμος;</p>
<p>Σε ανύπαρχτο βασίλειο<br />
μια κεφαλή γελάει σαρδόνια, πικρά<br />
σαν τον κομμένο ροδανθό<br />
μέσα σε κρύσταλλο Μουράνο</p>
<p>Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ<br />
προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες;</p>
<p>Την μέθοδο δεν μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε<br />
Σαν καλαμιές λυγίζουμε<br />
σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω.</p>
<h5><strong>PARADISO. PARADISO</strong></h5>
<p>Άκου τα τύμπανα της αβύσσου μυστικά<br />
τί να σημαίνουν;<br />
Τα όνειρα χτυπιούνται<br />
και σκορπίζονται συντρίμμια<br />
κι εσύ που πάσχισες να φτιάξεις επί γης<br />
Ομορφιά<br />
Να αντέξεις ως το τέλος φυτεύοντας<br />
την αμυγδαλιά<br />
που κάποτε στις επάλξεις θα ανθίσει<br />
Να επιμένεις —αιφνιδιάζοντας το λυκόφως —<br />
κι ακόμη μια φορά να δρέπεις<br />
την άμπελο με όλα της τα στολίδια</p>
<p>Αγάπη, το ξέρω, αυτή η ζωή είναι γλυκιά</p>
<p>Πάει κι ό αρχάγγελος νά κόψει μήλο<br />
κι αποκρίνεται το φύλλο</p>
<p>Paradiso, Paradiso<br />
στο ώριο περιβολάκι και<br />
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… (2017)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ</strong></h5>
<p>Δεμένο ναρκωμένο με αρπάζουν οι γιατροί<br />
Κόβουν ράβουν οι απαίσιοι χειρουργοί</p>
<p>Για μέρες παραμένω αδρανής<br />
και ξαφνικά<br />
την έβδομη μέρα τής Δημιουργίας<br />
χτυπάει κόκκινο<br />
το κεφάλι μου</p>
<p>Τέρας εκκωφαντικό<br />
Μάτι βομβαρδιστικό</p>
<p>Γκρεμίζει το Κρεμλίνο<br />
το Βρετανικό Κοινοβούλιο<br />
ανατινάζει το Σινικό Τείχος<br />
το Κογκρέσο-γηροκομείο<br />
τα Ηνωμένα Έθνη</p>
<p>Στέλνω στον διάβολο τους παθολόγους<br />
Γιορτάζω μ’ ένα λουλούδι στο στόμα<br />
Το καραντί χτυπάει και πάει τραγουδώντας:<br />
«Allons enfants de la Patrie…»</p>
<h5><strong>ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ</strong></h5>
<p>Χάνονται οι πόλεις, τσακίζονται<br />
ωραίοι, έφηβοι και έθνη.<br />
Επικηρύσσονται αθώοι,<br />
αγνοούνται ερωτευμένα κοριτσάκια.</p>
<p>Όσοι απέδρασαν, είδωλα σπασμένα,<br />
θυμούνται επίμονα<br />
και νοσταλγούν χείλη ερυθρά,<br />
δυο γαλανούς οφθαλμούς<br />
μετά βλεφάρων,<br />
τις τρυφερές παρειές νεάνιδος.</p>
<p>Σώμα στην αμαρτία θριαμβεύεις,<br />
επιθυμώ να σε ξεχάσω,<br />
μα δεν δύναμαι.</p>
<p>Και εσύ στόμα, γλυκύτατο,<br />
που φίλησα χίλιες φορές,<br />
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες<br />
με τόσον πάθος, με τόσην ηδονή</p>
<p>πόση άπειρη άβυσσος μάς ξεχωρίζει<br />
ποιά γυμνή δικαιοσύνη μάς ενώνει;<br />
Σαν Boeing 777<br />
πετάει η σάρκα και συντρίβεται.<br />
Τί ομοβροντίες, τί πανηγυρικοί;</p>
<p>Και το πνεύμα εν είδει περιστεράς<br />
βουτάει χαμηλά τρώγοντας την Ύπαρξή του.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ</strong></h5>
<p>Τώρα ανεμίζουν οι σημαίες των προγόνων<br />
κι ο άγγελος με τα χρυσά στεφάνια αναγγέλλει:</p>
<p>«Ενθάδε κείτονται στρατιές οι ξεχασμένοι<br />
σχιζοφρενείς, πεφωτισμένοι, αγύρτες<br />
στους τύμβους του Κεραμικού</p>
<p>και στο Δημόσιο Σήμα χάσκει<br />
τής ωραίας Ελένης το άδειο φουστάνι<br />
κι η απαστράπτουσα Ferrari της μαντάμ Εκάλης»</p>
<p>Στα Ηλύσια Πεδία<br />
τραγουδούν οι απελπισμένοι:<br />
«Όλη δόξα, όλη χάρη.<br />
Ίτε έθνη ηλιθίων, ίτε παίδες των αθλίων! ».</p>
<p>Ενθάδε κείτονται<br />
συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.<br />
Γελάει ή Λήθη καλά συγκερασμένη&#8230;</p>
<p>— Φίλε, τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!</p>
<h5><strong>ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ</strong></h5>
<p>Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια<br />
τής βυσσινιάς, σάβανα λευκά<br />
για βασίλισσες, για παιδιά.</p>
<p>Άλλος παγώνει στην Κολιμά<br />
κι άλλος φλέγεται κάτω<br />
από τον Ήλιο του Σατανά.</p>
<p>Μες στις καρδούλες<br />
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,<br />
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.</p>
<p>Κι όλο πέφτει χιόνι<br />
στους κήπους, στις αυλές,<br />
νέα κορμιά για τούς έμπορους,<br />
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.</p>
<p>Κυρίες, κύριοι<br />
Γδυθείτε, από το μέσα ψύχος<br />
Κανένα ρούχο δεν σάς ζεσταίνει.</p>
<p>Κυλήστε ωραία έλκηθρα<br />
στην χιονοθύελλα τής αγάπης μου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ</strong></h5>
<p>Είμαστε εμείς που αναζητάμε<br />
την Ομορφιά στιγματισμένη.<br />
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο<br />
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.</p>
<p>Είμαστε εμείς που αγοράζουμε<br />
τους απογοητευμένους εραστές.<br />
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι<br />
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.</p>
<p>Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,<br />
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.<br />
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,<br />
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.</p>
<p>Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα<br />
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.<br />
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.<br />
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.</p>
<h5><strong>Η ΚΑΡΔΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ</strong></h5>
<p>Πέρασε ο άνθρωπος που πουλούσε<br />
το Αιώνιο Λουλούδι.<br />
Κοίταξε το απέραντο πλήθος,<br />
άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εργάτες<br />
υπαλλήλους, κερδοσκόπους&#8230;</p>
<p>Πώς την μεγάλη, την θορυβώδη<br />
συνάθροιση να εξηγήσει<br />
με βλέμμα ταπεινού πραγματευτή;</p>
<p>Ένα αγόρι φιλούσε ένα κορίτσι.<br />
Γιατί μόνη η καρδιά δεν μπορούσε.<br />
Γιατί έρημη η καρδιά μας κυνηγάει.</p>
<p>Πέρασε πάλι αυτός που διαλαλούσε:<br />
«Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι».<br />
Κοίταξε τις σιλουέτες των ανθρώπων.</p>
<p>Το κορίτσι φιλούσε τώρα το αγόρι.<br />
Τα πάντα και τίποτα ποθούσε.<br />
Το Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι αναζητούσε.</p>
<h5><strong>ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΛΙΓΗ ΑΝΟΙΞΗ<br />
</strong><br />
<strong>            [ Μοτινο]</strong></h5>
<p>Υπάρχει ακόμα λίγη ’Άνοιξη<br />
Ελάτε να αλλάξουμε<br />
δακτυλίδια γάμου<br />
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας</p>
<p>Τώρα που στήνονται κρεμάλες<br />
Και τραγουδούν οι δήμιοι<br />
τον γερμανικό ποιμενικό τους</p>
<p>Υπάρχει ακόμα λίγη Αγάπη<br />
Να βάλουμε τους νεκρούς στο τραπέζι<br />
Να στρώσουμε στον ξένο το κρεβάτι</p>
<p>Fraulein, υπάρχει ακόμα λίγη Άνοιξη</p>
<p>Ελάτε να αλλάξουμε<br />
δακτυλίδια γάμου<br />
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας</p>
<p>Να πιούμε το κρασί τού Ρήνου<br />
Να ελευθερώσουμε τα μαύρα δάση<br />
Υπάρχει ακόμα και η αθώα Παουλίνε<br />
Χορεύει με τον αναπτήρα της πάνω στην νάρκη.</p>
<h5>,<br />
<strong>ΣΚΟΠΕΥΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ</strong></h5>
<p>Σκοπεύσατε στον κρόταφο<br />
την μοναχική αγριόπαπια,<br />
έναν ασημένιο γλάρο,<br />
την μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.<br />
Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας<br />
τον περιπλανώμενο ’Ιουδαίο,<br />
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα<br />
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα<br />
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.</p>
<p>Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,<br />
την μανία τού όντος<br />
και αγαπάτε αλλήλους<br />
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες<br />
για την τιμή των οπλών</p>
<p>Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα<br />
και μη σάς μέλλει,<br />
μετανοώντας επιστρέφει.<br />
Κυριλλικά σάς γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ !».</p>
<p>Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε<br />
κι ας λιποταχτεί η φύσις&#8230;</p>
<p>Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.<br />
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας<br />
δεν μπορεί κανείς να σάς το πάρει.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στο Χριστινιώ</p>
<p>Στεφάνια πέφτουν στο κενό,<br />
έρημα μοναχά κορμιά<br />
χάνονται σέ άλλον πειρασμό.</p>
<p>Στο άγνωστο γίνεται χορός,<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη.</p>
<p>Περνούνε, φεύγουν<br />
τα χρόνια τής επαγγελίας<br />
τα τριαντάφυλλα τής άμμου<br />
τα έργα τής παρανομίας.</p>
<p>Σβήνουν τα νιάτα,<br />
η μαυρομάτα Μισιρλού<br />
κι ή τρομερή ιαχή<br />
καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή</p>
<p>σε άβυσσο πέφτει από βυθό&#8230;<br />
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν<br />
στο δημοπρατήριο τής χλωροφύλλης.</p>
<p>Τί μένει εδώ, τί πάει σε άλλον ουρανό<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη;<br />
Βέβηλα τα ιδανικά<br />
συντροφιά με το έφ’ ώ ετάχθη.</p>
<p>Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία.</p>
<p>ενός λεπτού του «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.<br />
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;</p>
<p>Ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ (2012)</strong></h4>
<h5><strong>ΝΕΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ</strong></h5>
<p>Όλα με δόσεις, διαλαλούν οι κεραμείς,<br />
κούπες, γαβάθες, βάζα&#8230;<br />
Αγόρασα, μονολογεί, δεν απέμεινε δραχμή.<br />
Η κάμινος ας γκρεμιστεί!</p>
<p>Νέοι εμπρηστές επικροτούν, καταδικάζουν:<br />
—Το πρόσωπο να πυρολυθεί</p>
<p>Να μαυρίσουν οι σιαγόνες, οι αυχένες να ψηθούν,<br />
την αξία τους να πιάσουν τα ζυγωματικά<br />
όταν θα πουληθούν στην αγορά, στους δρόμους,<br />
κέρδη να φέρουν, τάλιρα μεταλλικά.</p>
<p>—Αν με ανταμείψετε θα τραγουδήσω, κεραμείς.<br />
Φέρτε τον Σύντριβα, τον Άσβεστο, τον Κεραυνό,<br />
τον Προμηθέα Άγρυπνο, τον Χαλαστή<br />
να σπάσουν, να τσακίσουν, ν’ αφανίσουν.<br />
Ο ηγεμόνας Άνθρακας καίγεται, χορεύει.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΕΡΜΑ</strong></h5>
<p>Οι ερωτευμένοι αγαπούν το δέρμα τους: το χαϊδεύουν,<br />
το φιλούν, στο στήθος τους το σφίγγουν,<br />
αμβροσία και νέκταρ το ταΐζουν, το τυλίγουν<br />
σε κόκκινα πανιά, το νανουρίζουν. Γυμνοί το κρεμούν<br />
στον τοίχο εικόνισμα το προσκυνούν, λιβανίζουν.<br />
Σε ώρες μοναξιάς το βασανίζουν:</p>
<p>Διάφανο δέρμα τρυφερό ξοδεύουν<br />
Χάδια που αγόρασαν με χρήματα και χάθηκαν<br />
Φιλιά που δόθηκαν επί πιστώσει και αναστήθηκαν!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟ</strong></h5>
<p>Στο θηριοτροφείο παρακολουθώ τα παιδιά,<br />
απαγγέλλουν: «Έχω βόλους, έχω σχολείο, έχω Μαριάννα».</p>
<p>Παίζουν με φάρμακα, κηλεπιδέσμους, ζώνες, καλλυντικά,<br />
τρώνε τα ειρηνικά έντομα, πίνουνε μαύρα χάπια,<br />
πάνε στον απόπατο με τον Αρθούρο Ρεμπώ.</p>
<p>Τα παιδιά είναι ζώα και τ’ αγαπώ&#8230;<br />
Σπάνε τους βόλους. Γκρεμίζουν το σχολείο.<br />
Σπαράζουν τη Μαριάννα.</p>
<p>ONE MAN CIRCUS</p>
<p>Στο κατώφλι του σπιτιού του έγραψε: «άπατρις»,<br />
σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του<br />
και πρόσθεσε άλλη μία λέξη στον τοίχο: «άνεμος».</p>
<p>—Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος<br />
δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,<br />
στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο</p>
<h5><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΥΡΟΣΠΑΣΤΟ</strong></h5>
<p>Πηγαίνει στο σκοπευτήριο<br />
συνοδευόμενος από την καμαριέρα του.<br />
Στήνει μια κούκλα, λέει στον Βελζεβούλ:</p>
<p>—Είσαι ο πάνθηρ με σπιρούνια,<br />
ο ληστής με ρεντιγκότα, το τρομερό νευρόσπαστο!</p>
<p>Βγάζει τα νύχια, χαιρετά τον Έπαρχο των υποδημάτων.<br />
Κατόπιν υποκλίνεται, φιλώντας<br />
τις ζαρτιέρες της συντρόφου του:</p>
<p>—Άγγελέ μου, σ’ ευχαριστώ για την ηδονή. Απόψε<br />
δεν θα κοιμηθώ, θα περιμένω τον ξυπόλητο πίθηκο.</p>
<p>Τα σιδερένια τακούνια τρελάθηκαν, καρφώνονται στα πόδια.</p>
<h5><strong>Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΚΗΠΟ</strong></h5>
<p>Χρόνια σακάτικα εμφανίστηκε<br />
στὸν παραδεισένιο κόσμο<br />
ο Κάσπαρ Χάουζερ, έκθετος και τρελός.</p>
<p>Η γη χωρίς Εδὲμ<br />
μόνο καμιά σιδερένια καμηλοπάρδαλη,<br />
σαύρες καρδινάλιοι, δηλητηριαστὲς φυτών,<br />
ανεμώνες σπασμένες κι ο πύρινος<br />
ουρανός άγιος κηπουρός.</p>
<p>Εις τον ύπνο του σκαλίζει, παλεύει, τραυλίζει:<br />
Μικρέ μου, Κάσπαρ Χάουζερ, μπαξές<br />
χωρίς λουλούδια δεν γίνεται,<br />
πάρε το καλαθάκι σου και περιπάτει!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΤΕΜΚΙΝ</strong></h5>
<p>—Να κατεβείς ή να ανέβεις; οι κομισάριοι ρωτούν,<br />
χειροκροτούν, παρασημοφορούν τους κερδισμένους,<br />
όσους ξεγέλασαν οι Λευκοί<br />
κι όσους ξεχώρισαν οι Κόκκινοι.</p>
<p>Ο Ἰακώβ παλεύει με τον Άγγελο.<br />
Τις σκάλες ανεβαίνει, πυροβολεί,<br />
ρίχνει στο κόκκινο, χτυπάει το λευκό.<br />
—Το μωρό, το μωρό! κραυγάζει η παραμάνα Οδησσός.<br />
Ξεσκίζει με τα νύχια το βυζί της.</p>
<p>Ο εξωφρενικός πλωτάρχης κλέβει το θωρηκτό.<br />
Το πληγωμένο υποβρύχιο<br />
φεύγει-κυλάει τρίζοντας ανάποδα.<br />
Περνάει η Αυτού Μεγαλειότης το Μωρό.</p>
<h5><strong>ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ</strong></h5>
<p>Κορίτσια, φιλενάδες, εγγονές, μανεκέν<br />
ψάχνουν, μυρίζουν, ψηλαφίζουν τη λάσπη<br />
με τα δόντια δοκιμάζουν το χαλίκι.</p>
<p>—Τρία κομμάτια σαπούνι αρωματικό, μία βέρα,<br />
ένα σφράγισμα χρυσό, πόσο έμπορα ζητάς;<br />
—Δεν πουλάω, δεν χαρίζω με λεφτά!</p>
<p>Τί κοστίζουν οι τρυφερές ψυχές στον πάγκο;<br />
Πόσο πιστώνετε τις μαργαρίτες στην αγορά;<br />
Μία λίβρα κρέας, δύο ουγγιές χρυσάφι;</p>
<p>—Αργυραμοιβοί, τί δίνετε;<br />
—Κοράλλια με ασημένιες ραφές, το γαλάζιο φιλί,<br />
πέρλα λευκή, την ουλή!</p>
<p>Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή<br />
δικό σου το εμπόρευμα — δική μας η τιμή:<br />
μαχαίρια Αλεξανδρινά κι άγια Κωνσταντινάτα!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ</strong></h5>
<p>Ωραία καράβια λικνίζονται σέ μακρινό ωκεανό.<br />
Ανάβουνε σινιάλα κόκκινα, πράσινα, πορτοκαλιά.<br />
Τυχοδιώκτες, άποικοι, τα φώτα βλέπουν<br />
που ολοένα πλησιάζουν, φορώντας<br />
σωσίβια να φύγουν παλεύουν, να σωθούν. Το κύμα<br />
τραβάει ξίφος τρεις, πέντε, επτά.<br />
Το κήτος είδε κι έφριξε, η γοργόνα εστράφη προς τα πίσω&#8230;</p>
<p>Ωραία καράβια στέλνουν σήματα πράσινα, κίτρινα, μαβιά,<br />
ή ασημένια Λαίλαπα, ο πειρατής του Εμπορίου,<br />
η μαύρη Κιβωτός τής ’Ορλεάνης.<br />
Το Ένατο κύμα ορμά λευκό στεφανωμένο.</p>
<p>Παρείσακτοι, χρυσοθήρες, αγγελιαφόροι, έμποροι των επτά εθνών,<br />
οι κυνηγοί τής δόξας φτάνουν στη Μυστηριώδη νήσο.<br />
Από τα πλεούμενα βγαίνουν παλληκάρια<br />
βροντώντας τα κουπιά τους, κτυπάνε το αχόρταγο θεριό,<br />
τον τίγρη τού πελάγους.</p>
<p>Γυμνά κορμιά σκιρτούν στον λαμπερό αφρό:<br />
—Αχ πόσο σε μισώ, τρελή, πόσο σε λατρεύω,<br />
θάλασσα πικροθάλασσα αγάπη νικηφόρα.</p>
<h5><strong>Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ</strong></h5>
<p>Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.<br />
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.<br />
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους<br />
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε<br />
τράκα ένα τσιγαράκι.</p>
<p>Οι άστοί —πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν—<br />
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά<br />
και τα χρυσά αυγά τους.</p>
<p>Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.</p>
<h5><strong>CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»</strong></h5>
<p>Άκουσε τούς μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:<br />
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,<br />
μην κινήσετε μονάχος σέ πόλεμο εναντίον λεγεώνων,<br />
μην παλεύετε με ανεμόπτερα&#8230;».</p>
<p>Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν&#8230;<br />
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,<br />
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».<br />
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:<br />
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».</p>
<p>Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:<br />
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;<br />
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».</p>
<p>Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή<br />
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:<br />
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της&#8230;».<br />
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.</p>
<p>Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,<br />
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν&#8230;<br />
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:<br />
«Ελπίζετε οι δυστυχείς — Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ (2007)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ</strong></h5>
<p>– Περιμένετε καιρό;<br />
– Χρόνια!<br />
– Βάζω στοίχημα ότι σας λένε Ζωή.<br />
– Χάσατε. Το όνομά μου είναι Φυλακή.<br />
– Και τι σπουδάζετε;<br />
– Συγχώρεση!</p>
<p>Μουσική και μουσικός αγκαλιάζονται.<br />
Της ζητάει να τον σπλαχνιστεί.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Πήρα το ψαλίδι. Έκοψα τον λαιμό του πουλιού.<br />
Άνοιξε το ράμφος. Προσπαθεί να ξεφύγει.<br />
Το κρατώ σφιχτά. Εξέπνευσε.</p>
<p>Σκουπίζω το ψαλίδι. Πλένω τα χέρια.<br />
Μετέφερα την καρδερίνα στον κήπο.<br />
Την παραχώνω κάτω απ’ τη μηλιά.<br />
Δεν θα τη βρουν ποτέ!</p>
<p>Κάθε μέρα τρώω από το δέντρο<br />
καρπό τρυφερό απαγορευμένο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ</strong></h5>
<p>Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.<br />
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.<br />
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.<br />
Η γη τσακισμένο καράβι.<br />
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.</p>
<p>Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης<br />
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.<br />
Πυροβολεί τον γαλαξία!</p>
<h5><strong>Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ελεγκτής τον επισκεπτόταν. Τον βασάνιζε.<br />
Βρίσκει τον tsadik.<br />
«Δάσκαλε, ο ελεγκτής<br />
δηλητηριάζει τη ζωή μου.<br />
Παρακάλεσε για μένα τον Θεό».</p>
<p>«Ύπαγε εν ειρήνη», απάντησε ο tsadik.<br />
«Ό,τι πληρώνεται με τη ζωή ποτέ<br />
δεν είναι ακριβό. Ο βασανιστής<br />
θα ησυχάσει».</p>
<p>Στο κατώφλι του ναού βρήκε<br />
τον ελεγκτή του σταυρωμένο.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.<br />
-Πρόσεξε, του φώναξε,<br />
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.<br />
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.</p>
<p>-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,<br />
όλοι έχουμε ανάγκη<br />
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ</strong></h5>
<p>«Σώπασε θεατρίνε», είπε ο Ραββίνος,<br />
«θα σε βοηθήσω όπως<br />
το θυμιατό βοηθάει τον πεθαμένο».</p>
<p>Στη συναγωγή βρίσκει τον διάβολο.<br />
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.</p>
<p>«Κουράστηκα, Ραββί, πάει καιρός<br />
που δεν ζητάω τίποτε από τον ουρανό.<br />
Κι όμως τα χέρια μου μένουν ακόμα<br />
υψωμένα».</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ</strong><br />
<strong>(το παν και το τίποτα)</strong></h5>
<p>Καθίσαμε σε περίοπτες θέσεις στη λέσχη<br />
«Η αναζήτηση». Ο πρεσβύτερος τοποθέτησε<br />
σε παράταξη τα πούλια.<br />
Ο εμψυχωτής τα μοίρασε στους παίκτες.<br />
Ένας συνδαιτυμόνας μετράει…</p>
<p>Κοντά στους θαμώνες που ρίχνουν τα ζάρια<br />
κάθεται η Επιθυμία.</p>
<p>Την ρωτώ τι θα μπορούσε να κερδίσει κανείς<br />
στο παιχνίδι. Απάντησε:<br />
«Τίποτα».<br />
Κι όταν την ρώτησα αν θα μπορούσε<br />
να χάσει κάτι, αποκρίθηκε:<br />
«Το Παν».</p>
<h5><strong>ΕΞΙΛΕΩΣΗ</strong></h5>
<h6><strong>(παρωδία)</strong></h6>
<p>Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.<br />
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.<br />
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.<br />
Ερωτεύεται το αυγό.<br />
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.<br />
Μένει απαράλλαχτο.<br />
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.<br />
Ούτε φωνή για να κλάψει.</p>
<p>Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται<br />
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.</p>
<p>Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω<br />
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.<br />
Άδειο!</p>
<h5><strong>Η ΣΥΜΒΙΩΣΗ</strong></h5>
<p>Τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα<br />
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτ<br />
PAUL CELAN</p>
<p>Επιστρέφω στο σκοτεινό σπίτι.<br />
Με υποδέχονται στον προθάλαμο.<br />
Η Μαργαρίτα και η Σουλαμίτ.<br />
Κρατάνε μαχαίρια. Ορμάνε.<br />
Νιώθω τα κτυπήματα.<br />
Παραδίδομαι.</p>
<p>Αγαπιόμαστε. Κοιμούνται. Ξυπνάνε.<br />
Πίνουμε το μαύρο γάλα της αυγής…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΔΙΟΝ ΡΙΨΕΩΝ (2001)</strong></h4>
<h5><strong>ΘΑΥΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Τρελή νύχτα στον ρημαγμένο κήπο<br />
νύχτα γερασμένη με την ουρά<br />
στο στόμα πληγωμένη<br />
με το χρυσό εξάγωνο<br />
τον σκοτεινό σταυρό</p>
<p>Οι ζωντανοί ρίχνουν από το βάθρο<br />
το ματωμένο σώμα σου<br />
Άρχοντες μετρονόμοι αυτόχειρες του ανέμου<br />
διώχνουν τον φύλακα από τον τύμβο<br />
κρύβουν τον ίσκιο στο πύρινο λουλούδι</p>
<p>Οι πονεμένοι του ήλιου<br />
του φεγγαριού τ΄ αγρίμια<br />
έμποροι και ήρωες ζητιανεύουν<br />
στο έρημο περιβόλι<br />
παραμύθια</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στον Έ. Χ. Γονατά</p>
<p>Το ρολόι χτύπησε δώδεκα και μισή.<br />
Γδύθηκαν. Έσβησαν το φως.<br />
«Είμαι κουρασμένος», είπε.<br />
«Όλοι είμαστε κουρασμένοι», απάντησε εκείνη.<br />
Πλάγιασαν στο κρεβάτι.</p>
<p>Την άκουσε που σηκώθηκε.<br />
Βηματίζει στον προθάλαμο.<br />
Επιστρέφει κρατώντας τον χάρτινο ανεμόμυλο.<br />
«Καληνύχτα, Φιλονεικία», ψιθύρισε.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ</strong></h5>
<p>Η εξομολόγηση ήταν το μέγα μαρτύριο.<br />
Κόβει τον ομφάλιο λώρο με τους ζωντανούς.<br />
Τα μάτια άσπρα λάμπουνε γύρω.<br />
Τα φάσματα από το βάθος του φρέατος<br />
αφουγκράζονται τη φωνή το βασιλιά Αϊδωνέα:</p>
<p>-Είναι κανείς εδώ ευχαριστημένος;<br />
Κανένας δεν μίλησε.<br />
-Είναι κάποιος που ήρθε με τη θέλησή του;<br />
Σιωπή.<br />
-Είναι κανείς που ήρθε χωρίς τη θέλησή του;<br />
Πάλι σιωπή.<br />
-Είναι κάποιος εδώ που δέχεται για δικό του<br />
το όνομα Νέκυς;<br />
Καμιά απάντηση.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Γιώργο Γώτη</p>
<p>Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος<br />
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.<br />
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε<br />
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.<br />
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα<br />
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.<br />
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.<br />
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.</p>
<p>Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.</p>
<h5><strong>Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ</strong></h5>
<p>Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται<br />
στις χορταριασμένες Μυκήνες.<br />
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά<br />
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.<br />
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.<br />
Δεν έφυγαν. Τράβηξε<br />
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:<br />
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.<br />
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο<br />
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.<br />
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.<br />
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα<br />
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».</p>
<p>Στο βουβό παλάτι οι πέτρες<br />
τον κατάπιαν ζωντανό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ (1995)</strong></h4>
<h5><strong>ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ</strong></h5>
<p>Άγγελοι δίχως χέρια<br />
χαρτοπαίζουν</p>
<p>βαλές κουρέλι<br />
ντάμα φλόγα<br />
ρήγας φεγγαράκι</p>
<p>κρύα νύχτα</p>
<p>και το χρυσάφι<br />
κάρβουνο</p>
<p>ποντάρει στον χαμένο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>στη Χριστίνα</p>
<p>Στο μονοπάτι μια ιτιά<br />
κάτω από την ιτιά μια χαραμάδα<br />
στη χαραμάδα μια αράχνη<br />
μες στην αράχνη ο θάνατος του βασιλέως</p>
<p>φωνή παιδιού</p>
<p>έρχεται ο βασιλιάς<br />
στην τρυφερή άνοιξη<br />
άγριο παγώνι</p>
<p>φωνή υπηρέτη</p>
<p>ήρθε ο βασιλιά<br />
πουλί στη μια ζωή<br />
τίγρης στην επομένη</p>
<p>φωνή του ανέμου</p>
<p>έφυγε ο βασιλιάς<br />
χολή και όξος</p>
<p>καταραμένα μοιρολόγια</p>
<p>έξω σκυλί έξω ληστή<br />
έξω και άρχοντά μου.</p>
<h5><strong>Ο ΙΛΙΓΓΟΣ</strong></h5>
<p>Εκεί που η αγάπη φτάνει<br />
με τον λαιμό σφαγμένο<br />
τρέχοντας ματώνοντας τις ερωμένες<br />
τα μάτια χάνεις<br />
η φωνή σου σβήνει<br />
στην κορυφή της σκάλας πέφτεις<br />
μένει το σώμα σου μονάχο</p>
<p>Λαύρα Βαϊτσα, Αγγέλα<br />
αγαπημένες μαρμαρωμένες<br />
άδικα υπάκουσα την ασημένια τρέλα</p>
<p>κι ο έρωτας αρρώστησε<br />
ο ουρανός σκοτείνιασε<br />
η αγάπη έδωσε τόσα φιλιά<br />
όσα μαχαίρια.</p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Μικροί κατάμαυροι σταυροί<br />
να κάρφωνε ο καθένας<br />
τον ληστή του</p>
<p>εκεί που η ρομφαία<br />
μετράει τα τομάρια</p>
<p>στο βάραθρο<br />
με τα λευκάνθεμα</p>
<p>χτυπάει το ταμπούρλο<br />
τα κουδουνάκια του θανάτου</p>
<p>τρία χρυσά για την ψυχή<br />
ένα για κάθε μισθωτή<br />
και σταυρωμένο</p>
<p>τότε που είχαμε σώμα και αίμα<br />
βρώμικο κρέας<br />
κόκκινα κρίνα λυτρωμένα<br />
άγρια μάτια πληγωμένα</p>
<p>σημαιοφόροι με κομμένα χέρια.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΕΞΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Τελευταία παρτίδα<br />
εννιά λεπροί</p>
<p>μαύρο αγκίστρι<br />
του ψαρά το δίχτυ</p>
<p>αγάπησε ο πορφυρός<br />
φονιάς</p>
<p>χαμένη στάχτη<br />
εννιά διωγμοί</p>
<p>αίμα στολίδι<br />
του προδότη.</p>
<h5><strong>Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Συναντώ μια άγια γυναίκα<br />
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.</p>
<p>Ποιος είναι ο στασιαστής<br />
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;</p>
<p>Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα<br />
θλίβομαι τους θερισμένους.</p>
<h5><strong>ΛΑΒΩΜΕΝΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ</strong></h5>
<p>Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει<br />
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.<br />
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.<br />
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.</p>
<p>Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.<br />
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.<br />
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.<br />
Είναι η ερημιά βλάμη μου.</p>
<p>Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.<br />
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.<br />
Φούρκα δίχως γιορτινά.<br />
Γάμε δίχως καλεσμένους.<br />
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ (1989)</strong></h4>
<h5><strong>ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ</strong></h5>
<p>Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη<br />
στην άβυσσο.<br />
Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη<br />
οδηγεί τον μετρ.<br />
Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.<br />
Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.<br />
Εφτά θλίψεις με δορές<br />
και δωρητές.<br />
Πάνω σε μια χλωμή<br />
καρδερίνα.<br />
Και πάσαν<br />
πονηρή επιθυμία<br />
τρυγόνα φλεγόμενη.</p>
<h5><strong>ΛΗΘΗ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ο μοναχικός αποδέχεται τον μοναχικό.<br />
Το καπέλο τον καπελά.<br />
Πτώματα σκοντάφτουν σε μαργαρίτες.<br />
Τα θηλαστικά παγιδεύονται<br />
την άνοιξη.</p>
<h5><strong>Ο ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Αναμένοντας διορισμό εραστή<br />
παρά το χαμηλό του εισόδημα<br />
αγοράζει περούκες,<br />
οδοντοστοιχία, ομπρέλα.<br />
Μετά από τόσους σιναπισμούς<br />
αφαιμάξεις, βρωμιούχα<br />
ο σάρακας τον θυμάται<br />
κι ευλογεί.</p>
<h5><strong>ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ</strong></h5>
<p>Ο κύριος επιούσιος πετάει το μαύρο<br />
γάντι του.<br />
Έρχεται λασπωμένος<br />
κρατώντας τα φτερά του.<br />
Σαν φάντασμα<br />
στο πέρασμα των σπουργιτιών.</p>
<h5><strong>ΨΑΛΜΟΣ ΧΙΙΙ</strong></h5>
<p>Σκάβανε<br />
Άγιες μέρες, άγιες νύχτες</p>
<p>Έσκαβε ο σαράφης, ο αυλικός<br />
ο θηριοδαμαστής</p>
<p>ανέβαινε η τέφρα<br />
σκάβανε τα μάτια</p>
<p>με σάρκα και οστά<br />
οι σκύλοι των τυμβωρύχων<br />
εν τη απουσία Σου.</p>
<h5><strong>BLOW OUT</strong></h5>
<p>Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν<br />
στον ουρανό.</p>
<p>Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν<br />
τους ζηλωτές.</p>
<p>Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες<br />
στο μπλε του κοβαλτίου.</p>
<h5><strong>ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ</strong></h5>
<p>Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.</p>
<p>Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια<br />
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.</p>
<p>Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.</p>
<p>Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.</p>
<h5><strong>ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας<br />
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ</p>
<p>χορεύεις τέσσερα επεισόδια<br />
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά<br />
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.</p>
<p>Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών<br />
μικρή αλεπού Σαλώμη</p>
<p>ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;</strong></h4>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ</strong></h5>
<p><strong>patratora.news/giorgos-kozias</strong></p>
<p>Στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, ο Γιώργος Κοζίας ξεχωρίζει ως μια φωνή βαθιά στοχαστική, πολιτική και ταυτόχρονα λυρική. Με καταγωγή από την Πάτρα και μια πολυετή διαδρομή στον χώρο του Τύπου, των τεχνών και του πολιτισμού, ο ποιητής επιστρέφει με τη νέα του ποιητική συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;» (Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025). Μέσα από το αφιέρωμα της ιστοσελίδας Ποιητικοί Διάλογοι, το οποίο επιμελήθηκε ο Ανδρέας Καρακόκκινος, ξεδιπλώνεται το πολυσύνθετο έργο ενός δημιουργού που καταγράφει την αγωνία της εποχής του.</p>
<p>Μια διαδρομή γεμάτη σταθμούς και μελοποιήσεις</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας σπούδασε Βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, ενώ έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα το 1983 μέσα από τα έγκριτα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη. Έκτοτε, έχει χαρίσει στο αναγνωστικό κοινό σειρά σημαντικών ποιητικών συλλογών, όπως ο Ζωολογικός κήπος (1989), ο 41ος Παράλληλος (2012), το Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (2017) και ο Εξάγγελος (2021).</p>
<p>Το έργο του, το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά, αραβικά), διακρίνεται για τη βαθιά του συνάφεια με τη μουσική. Ποιήματά του έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, ενώ ο σπουδαίος συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε στίχους του σε εμβληματικές εκδόσεις (όπως το Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες).</p>
<p>«Τι αιώνα κάνει έξω;» – Οι νέοι στίχοι</p>
<p>Στη νέα του συλλογή, ο Κοζίας αναμετριέται με τη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, τη μνήμη και τη φθορά. Στο ποιητικό δείγμα που παρουσιάζεται στον ιστότοπο, ξεχωρίζουν συνθέσεις όπως:</p>
<p>«ΒΑΑΛ ή Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ»: Μια διχασμένη, νοσταλγική εξομολόγηση που συνομιλεί με τους αγώνες και τις χαμένες επαναστάσεις της ιστορίας.<br />
«ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ»: Με προμετωπίδα μια ρήση του Μάνου Χατζιδάκι για τη Θεσσαλονίκη του ’45, ο ποιητής στηλιτεύει την υποταγή και την απάθεια του σύγχρονου κόσμου.<br />
«ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ»: Αφιερωμένο στη μνήμη του Θάνου Μικρούτσικου, ένα σκοτεινό και επιβλητικό ποίημα για τον θάνατο και την ιστορική μοίρα.<br />
«ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ»: Ένα σχεδίασμα για τον εγκλωβισμό, την υπαρξιακή αγωνία και τη ματαιότητα των ελπίδων.</p>
<p>Η διαχρονική επικαιρότητα του ποιητικού λόγου</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία δεν εφησυχάζει. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, οι στίχοι του λειτουργούν ως καθρέφτης και ταυτόχρονα ως καμπάνα αφύπνισης. Όπως αναδεικνύεται μέσα από το αφιέρωμα στους Ποιητικούς Διαλόγους, ο ποιητής συνεχίζει να θέτει το διαρκές, αγωνιώδες ερώτημα: «Τι αιώνα κάνει έξω;» — θυμίζοντάς μας πως η ομορφιά και η αλήθεια παραμένουν τα μόνα καταφύγια απέναντι στη λήθη.</p>
<h5><strong>ΤΖΙΝΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗ</strong></h5>
<p>https://booksitting.gr 22/07/2026</p>
<p>Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία</p>
<p>Υπάρχουν τίτλοι βιβλίων που περιγράφουν το περιεχόμενό τους και άλλοι που σε σταματούν πριν ακόμη ανοίξεις την πρώτη σελίδα. Το Τι αιώνα κάνει έξω; του Γιώργου Κοζία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί τον καιρό τον κοιτάζουμε από το παράθυρο. Βλέπουμε τον ουρανό, τα σύννεφα, τον ήλιο και αποφασίζουμε. Τον αιώνα όμως; Πώς μετριέται η θερμοκρασία μιας εποχής και ποια είναι τα σημάδια που προειδοποιούν για τις καταιγίδες της;</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη, κοιτάζει προς τα έξω. Και αυτό που βλέπει δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό.</p>
<p>Ο αιώνας του είναι γερασμένος, βίαιος, γεμάτος νεκρούς και διαψεύσεις. Ένας κόσμος όπου η Ιστορία δεν βρίσκεται πίσω μας αλλά εξακολουθεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς.</p>
<p>Στον «Ερημόκαμπο» γράφει:</p>
<p>Κακορίζικε άνθρωπε<br />
Σε εποχή γερασμένη<br />
Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται<br />
και ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ανίδεος και ακαμάτης.</p>
<p>Η «εποχή γερασμένη» είναι μια φράση που κράτησα. Γιατί δεν γερνά μόνο ο άνθρωπος. Γερνούν οι εποχές, κουράζονται οι ιδέες, φθείρονται οι λέξεις, αδειάζουν τα σύμβολα. Και ο άνθρωπος ξημερώνει «σκουντουφλώντας». Ανίδεος ίσως όχι επειδή δεν γνωρίζει, αλλά επειδή γύρω του συμβαίνουν πια τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που δυσκολεύεται να καταλάβει πού ακριβώς βρίσκεται.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία δεν κλείνεται στο προσωπικό δωμάτιο. Το βλέμμα της ταξιδεύει διαρκώς. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βηρυτό, Δαμασκό, Οδησσό, Πράγα, Λένινγκραντ. Οι πόλεις περνούν από τους στίχους του φορτωμένες την Ιστορία τους.</p>
<p>Μελαγχολική η Αθήνα<br />
Πληγωμένη η Βηρυτός<br />
Έρημο το Μανχάταν<br />
Άσυλο τρελών η Δαμασκός<br />
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών.</p>
<p>Δεν είναι ένας κατάλογος τόπων. Οι πόλεις έχουν σώμα. Πληγώνονται, μελαγχολούν, ερημώνουν. Σαν να έχει περάσει πάνω από όλες ο ίδιος άνεμος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπο, οι εξουσίες αλλάζουν πρόσωπα, οι σημαίες αντικαθίστανται. Η ανθρώπινη δοκιμασία όμως επιμένει.</p>
<p>Και μαζί της επιμένουν οι νεκροί.</p>
<p>Οι νεκροί είναι παντού σε αυτή τη συλλογή. Όχι ως σιωπηλές παρουσίες. Επιστρέφουν, συνομιλούν με τους ζωντανούς, εισβάλλουν στο παρόν. Ο Μαρά, ο Μαγιακόφσκι, ο Βιγιόν, ο Καρυωτάκης, ο Χλέμπνικοφ. Ο Κοζίας φτιάχνει μια παράξενη πομπή ανθρώπων και φωνών.</p>
<p>Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη διακειμενικότητα της ποίησής του. Προτιμώ όμως να τη δω ως μνήμη. Γιατί οι φωνές των άλλων δεν βρίσκονται στους στίχους για να επιδείξει ο ποιητής τις αναγνώσεις του. Βρίσκονται εκεί επειδή κανένα τραγούδι δεν αρχίζει πραγματικά από την αρχή. Πίσω από κάθε λέξη υπάρχουν άλλες λέξεις και πίσω από κάθε ποιητή στέκονται οι ποιητές που προηγήθηκαν.</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα – αναπνέουν<br />
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται<br />
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγουδούν.</p>
<p>Οι στίχοι του Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, που περνούν στον «Ρεμβασμό στη στέπα», μοιάζουν να φωτίζουν ολόκληρη τη συλλογή. Οι άνθρωποι πεθαίνουν και τραγουδούν. Ή ίσως τραγουδούν επειδή γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν.</p>
<p>Μόνο που στον αιώνα του Κοζία το τραγούδι δυσκολεύεται.</p>
<p>Στόματα βλέπεις και γλώσσες δεν ακούς.</p>
<p>Ένας στίχος που με έκανε να σταθώ. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν. Γράφουν, σχολιάζουν, μεταδίδουν. Οι λέξεις είναι παντού. Κι όμως, «γλώσσες δεν ακούς». Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής εικόνα για την παράξενη σιωπή της εποχής μας. Μια σιωπή που δεν προέρχεται από την απουσία λόγου αλλά από την υπερβολή του.</p>
<p>Και ύστερα:</p>
<p>Καλογιάννο, Καλογιάννο<br />
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!</p>
<p>Επέστρεψα αρκετές φορές σε αυτούς τους δύο στίχους. Ίσως γιατί αναγνώρισα σε αυτούς κάτι πολύ δικό μας. Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του. Βλέπει, αλλά δεν προλαβαίνει να καταλάβει. Μιλά, αλλά οι λέξεις του δεν φτάνουν. Προσπαθεί να ονομάσει αυτό που ζει και, μέχρι να βρει το όνομα, ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει.</p>
<p>Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD<br />
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται<br />
καλύτερα από τις μηχανές<br />
καλύτερα από τους πάνθηρες.</p>
<p>Έξω ο κόσμος αλλάζει. Μέσα μας όμως; Ο Κοζίας δεν φαίνεται να πιστεύει ιδιαίτερα στην πρόοδο του ανθρώπου. Οι μηχανές εξελίσσονται, οι κοινωνίες αλλάζουν, καινούργιες λέξεις μπαίνουν στη ζωή μας. Τα αρχαία θηρία όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας.</p>
<p>Γι’ αυτό και η ποίησή του είναι πολιτική. Όχι με την έννοια του συνθήματος. Άλλωστε γνωρίζει καλά τα συνθήματα και γνωρίζει επίσης τι απέγιναν πολλές από τις μεγάλες υποσχέσεις της Ιστορίας.</p>
<p>Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή<br />
Τι απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;<br />
Τι απέγινε πράγματι;</p>
<p>Αυτή η ερώτηση ξεπερνά τις πόλεις. Τι γίνεται η οργή όταν κουραστεί; Πού πηγαίνει η αντίσταση όταν μετατραπεί σε ανάμνηση; Πότε ο άνθρωπος συνηθίζει τόσο πολύ την υποταγή, ώστε παύει ακόμη και να την αναγνωρίζει;</p>
<p>Το ανθρώπινο σώμα στους στίχους του Κοζία πληρώνει σχεδόν πάντα το τίμημα. Σάρκα, δέρμα, κόκαλα, κρανία, αίμα. Ένα σώμα που γδέρνεται, θάβεται, τεμαχίζεται. Στο «Δερματάδικο» διαβάζουμε:</p>
<p>Δέρμα για πορτοφόλια<br />
για αμπαζούρ, για άλμπουμ<br />
Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ<br />
δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου<br />
δέρμα παραφροσύνης.</p>
<p>Ο ποιητής δεν χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στη φρίκη. Ούτε προσπαθεί να την κάνει περισσότερο εύπεπτη. Κάποιες εικόνες είναι σκληρές, στα όρια του γκροτέσκου. Ίσως όμως χρειάζεται η υπερβολή όταν η καθημερινή επαφή μας με τη βία μάς έχει κάνει τόσο δύσκολους στο να συγκλονιστούμε.</p>
<p>Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι υπάρχει η Ομορφιά. Όχι αθώα. Όχι προστατευμένη.</p>
<p>Στον «Βάαλ ή Ο μικρός θεός της Ομορφιάς» οι δήμιοι «δοκιμάζουν την τέχνη τους / πάνω στον μικρό θεό της Ομορφιάς». Και στον «Ροδανθό»:</p>
<p>Η Ομορφιά σαν θερισμός<br />
όλα τα θέλει τώρα<br />
το μαγικό, το άνομο, το άπιαστο, το ξένο.</p>
<p>Και το τσεκούρι ανθίζει.</p>
<p>Έκλεισα το βιβλίο και ο στίχος συνέχισε να με ακολουθεί. «Και το τσεκούρι ανθίζει». Τέσσερις λέξεις. Η καταστροφή και η ομορφιά στην ίδια εικόνα. Το τσεκούρι, αυτό που κόβει, ανθίζει. Και σκέφτομαι πως κάπως έτσι κινείται ολόκληρη η συλλογή, ανάμεσα στη φρίκη και στην ομορφιά, στον θάνατο και στο τραγούδι.</p>
<p>Τι μένει λοιπόν στην ποίηση; Ο ίδιος ο Κοζίας ρωτά:</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τι να τραγουδήσω.</p>
<p>Και λίγο αργότερα:</p>
<p>Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.</p>
<p>Μόνο που υπάρχει εδώ μια αντίφαση που μου αρέσει. Ο ποιητής λέει ότι τα τραγούδια πέτρωσαν γράφοντας ένα τραγούδι. Αναρωτιέται τι να τραγουδήσει και τραγουδά. Βλέπει γύρω του άφωνες γλώσσες και χρησιμοποιεί τη δική του.</p>
<p>Ίσως η ποίηση να μην αλλάζει την Ιστορία. Δεν σταματά τους πολέμους, δεν ανασταίνει τους νεκρούς, δεν επιστρέφει στις παλιές πόλεις την οργή τους.</p>
<p>Αλλά θυμάται.</p>
<p>Και μιλά.</p>
<p>Η συλλογή ολοκληρώνεται με τη «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».</p>
<p>Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο Θαύμα!</p>
<p>Κρατώ το «ίσως». Γιατί ο Κοζίας δεν μας υπόσχεται κανένα θαύμα. Ζητά όμως να ακουστεί η σάλπιγγα.</p>
<p>Να υπάρξει ήχος.<br />
Να υπάρξει φωνή.<br />
Τι αιώνα κάνει λοιπόν έξω;</p>
<p>Δεν είμαι σίγουρη ότι, κλείνοντας το βιβλίο, μπορώ να απαντήσω. Ίσως κάνει έναν αιώνα γερασμένο. Έναν αιώνα βίαιο, που μιλά ασταμάτητα και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αρθρώσει τις λέξεις του.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας πάντως ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει έξω.</p>
<p>Και ό,τι βλέπει, όσο σκοτεινό κι αν είναι, το κάνει ποίηση.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΗ ΜΙΣΑΗΛΙΔΗ</strong></h5>
<p>Fractal 16/06/2026</p>
<p>«Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του»</p>
<p>Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025) (ISBN:978-6185739-79-9) συγκροτεί έναν λόγο βαθιά πολιτικό, κοινωνικό, υπαρξιακό και ιστορικά φορτισμένο, που επιχειρεί να αποτυπώσει τις εγγενείς αντιφάσεις και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών.</p>
<p>Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος αντλείται από τον Μπόρις Πάστερνακ, διαμορφώνεται ένας πυρήνας προβληματισμού που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας χρονικής ή ιστορικής αναφοράς και μετατρέπεται σε ένα αγωνιώδες ερώτημα για τη φύση και την ποιότητα του παρόντος. Το ερώτημα «Τι αιώνα κάνει έξω;» συνιστά έναν βαθύ υπαρξιακό και πολιτισμικό στοχασμό σχετικά με τη θέση του υποκειμένου μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ρευστές κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, κρίσεις αξιών και φαινόμενα συλλογικής αποξένωσης. Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο εκφράζει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει μέσα σε ποιον αιώνα καλείται να ζήσει, να επιβιώσει, να διασώσει την ανθρωπιά του και να επαναδιεκδικήσει το τρίπτυχο: «Ελευθερία – Δικαιοσύνη – Αδελφοσύνη» (σ. 19).</p>
<p>Ερμηνευτικό κλειδί για την ανάγνωση της συλλογής αποτελούν και οι δύο στίχοι που επιλέγονται για το οπισθόφυλλο της έκδοσης από το ποίημα «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40): «Καλογιάννο, Καλογιάννο/σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!». Η εικόνα του ανθρώπου που «τραυλίζει στον αιώνα του» συμπυκνώνει τον κεντρικό άξονα της ποιητικής προβληματικής του Κοζία: την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να κατανοήσει και να εκφράσει την ιστορική, κοινωνική και υπαρξιακή συνθήκη μέσα στην οποία ζει. Μέσα σε έναν κόσμο κρίσεων, διαψεύσεων και διαρκών μεταβολών, η ποιητική φωνή αναζητεί έναν λόγο ικανό να ερμηνεύσει τον καιρό της και να αντισταθεί στη λήθη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη οξύτητα τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας φαινόμενα συλλογικής αδράνειας, κοινωνικού τέλματος και παθητικότητας, χαρακτηρίζοντας την εποχή μας στο ποίημα με τίτλο «Ερημόκαμπος» (σ. 14) ως «[…] Σε εποχή γερασμένη/Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα/χαύνωση ουρλιάζει, σε χαύνωση κοιμάται/και ξημερώνει σκουντουφλώντας/ανίδεος και ακαμάτης/σαν γελωτοποιός στον Άδη/κακορίζικε άνθρωπε/Σε εποχή γερασμένη/Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία».</p>
<p>Συνυφασμένη με αυτή την παρακμή είναι και η απώλεια της ιστορικής μνήμης, της πατρίδας και της αυθεντικής ανθρώπινης φωνής μέσα σε έναν κόσμο αποξένωσης και πνευματικής υποδούλωσης: «Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιον χρόνο / σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;». Το ερώτημα αυτό αποκτά έντονη υπαρξιακή διάσταση, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται «Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης / Δούλος στρατώνος / Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά», εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα ηθικής διάβρωσης και ιδεολογικής χειραγώγησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής στηλιτεύει το σαθρό πολιτικό οικοδόμημα, στο οποίο κυριαρχούν «πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα» (σ. 12). Η εικόνα ενός κόσμου «που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει […] Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων / Πού χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες / με τους ωραίους τρόπους;» (σ. 15), αποτυπώνει την κρίση αξιών και την αποσύνθεση των ανθρώπινων σχέσεων σε αντιδιαστολή με το παρελθόν.</p>
<p>Στο ποίημα με τίτλο «Η Κόκκινη Ρεγκάτα» (σ. 18) αναπτύσσεται ένας γόνιμος διακειμενικός διάλογος με το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «[Είμαστε κάτι…]» (Καρυωτάκης, 1975) και την «Ξανθούλα» του Δ. Σολωμού, ο οποίος αποδίδει το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας. Ο ποιητής επικαλείται την «Madonna θάνατε/λυπήσου τους θαλασσοδερμένους/Αυτούς που αγάπησαν/γοργόνες, κορίτσια της αλμύρας/κι όσους χάθηκαν στο Τούνεζι/στην Μπαρμπαριά από δίκοπο μαχαίρι/Τώρα κορμιά σκεβρωμένα/σπασμένες αντένες στα μουράγια…». Η κραυγή αγωνίας, «Madonna θάνατε/ποιος θα μας καθαρίσει από τη μοράβια;» εκφράζει την ανάγκη για μια εσωτερική και συλλογική κάθαρση από την υλική και πνευματική φθορά. Η αξιοποίηση ενός λεξιλογίου που αντλείται από τη ναυτική ζωή («σκαρί», «αλμύρας», «μουράγια», «του πελάγου αφρό») εντείνει τη διακειμενική συνομιλία με την ποίηση του Δ. Σολωμού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υπαρξιακής αστάθειας.</p>
<p>Οι πόλεις – «Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς» (σ. 12), «η Αθήνα, η Βηρυτός, το Μανχάταν, η Δαμασκός, η Οδησσός» (σ. 40) – λειτουργούν στην ποιητική σύνθεση του Γιώργου Κοζία ως έντονα προσωποποιημένοι τόποι, ως «τόποι μνήμης» (lieux de memoir) σύμφωνα με τον Pierre Nora (1996), οι οποίοι φέρουν το ιστορικό και υπαρξιακό φορτίο του ανθρώπου και μετατρέπονται σε σύμβολα της συλλογικής μνήμης και της πολιτισμικής παρακμής, συνθέτοντας ένα πολυδιάστατο ψηφιδωτό του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο κυριαρχούν ο πόνος, ο θάνατος, η υπαρξιακή μοναξιά και η διαφθορά, όπως αποτυπώνεται στην «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40):</p>
<p>Μελαγχολική η Αθήνα<br />
Πληγωμένη η Βηρυτός<br />
Έρημο το Μανχάταν<br />
Άσυλο τρελών η Δαμασκός<br />
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών</p>
<p>Ο κόσμος του Γ. Κοζία, κατακερματισμένος και αποσταθεροποιημένος, καθρεφτίζει την ανθρώπινη αγωνία. Η επιλογή πόλεων με έντονο πολιτισμικό φορτίο προσδίδει στη συλλογή οικουμενική διάσταση. Οι πόλεις λειτουργούν έτσι ως φορείς μνήμης και τραύματος, καθώς εγγράφουν στο σώμα τους ιστορικές εμπειρίες και συλλογικά βιώματα (Halbwachs, 2013). Η διάσταση αυτή ενισχύεται από τις βιβλικές και μυθολογικές αναφορές, οι οποίες προσδίδουν στον ποιητικό λόγο διαχρονικότητα και συμβολικό βάθος: «Είδα φυλές και έθνη με το σημάδι του Ιούδα […] Είδα τον Λάζαρο μανιακό με ένα φτυάρι» (σ. 19), «Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/Τεσσαρακοστά, Ετήσια/Λαζάρου και Θωμά/» (σ. 23), «Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα/στην Ανάφη και βρίσκεται/εξόριστος στην Τροία» (σ. 34), «Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω/στα δείπνα της Εκάτης» (σ. 37), «και πέφτω σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων» (σ. 49).</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία είναι έντονα ανθρωποκεντρική, καθώς στρέφεται προς τον άνθρωπο που δοκιμάζεται και συνθλίβεται από τους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της εποχής μας, αποδίδοντας παραστατικά την εικόνα ενός ανθρώπου εξουθενωμένου από τις κοινωνικές αντιξοότητες και εγκλωβισμένου σε μια κατάσταση παθητικής υποταγής: «Κι ο κόσμος φτωχός, μοναχικός/για μιας δραχμής τα γιασεμιά/χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη/τσακισμένος/από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή» (σ. 12). Ταυτόχρονα ο άνθρωπος παρουσιάζεται αποδυναμωμένος, εγκλωβισμένος σε μια κοινωνία πνευματικής και ηθικής αποσύνθεσης: «Βλέπω τυφλούς ανθρώπους /στο Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους/Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας» (σ. 15), «Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη» (σ. 42), «Άλαλοι, τυφλοί, χωλοί/και μολυσμένοι, δημόσιοι υπάλληλοι/Αννόβερου βελάζοντας στις Θήβες/mehr nicht, mehr nicht» (σ. 47).</p>
<p>Παράλληλα, ο ποιητής εντάσσει στον ποιητικό του κόσμο τον άνθρωπο της ψηφιακής και τεχνοκρατικής εποχής, ο οποίος εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε ένα απρόσωπο και αποξενωμένο σύστημα εργασίας και κατανάλωσης. Η προσφώνηση «Δούλε της Amazon» (σ. 56) λειτουργεί συμβολικά, αναδεικνύοντας τις νέες μορφές εξάρτησης και εκμετάλλευσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, στους στίχους «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD/Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται/καλύτερα από τις μηχανές/καλύτερα από τους πάνθηρες/καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα» (σ. 36), ο Κοζίας αποτυπώνει έναν κόσμο βίας, τεχνολογικής αλλοτρίωσης και εσωτερικής διάλυσης, στον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη απειλείται τόσο από τις μηχανές όσο και από την ίδια την ηθική αποσύνθεση της εποχής.</p>
<p>Ωστόσο, η ποίηση του Κοζία δεν εξαντλείται σε μια ζοφερή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Παρά την κυριαρχία εικόνων παρακμής, θανάτου και ματαίωσης, διαπερνά τη συλλογή μια επίμονη αναζήτηση ελπίδας και αντίστασης απέναντι στις δυνάμεις της υποταγής. Η ποιητική φωνή αρνείται να συνθηκολογήσει με την ιστορική και κοινωνική παρακμή, διατηρώντας ζωντανή την προσδοκία μιας μελλοντικής αναγέννησης: «Θα ’ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα/ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ» (σ. 17) και «Ω άλογο του απελευθερωτή/Τι τραγουδάει το χορτάρι κάτω από τις οπλές;/Θα πιστέψουν τα πουλαράκια/ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ» (σσ. 28-29). Η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων λειτουργεί εμφατικά και μετατρέπει την ποιητική φράση σε κραυγή ελπίδας και πίστης στη δυνατότητα της συλλογικής αφύπνισης και της ιστορικής υπέρβασης και ο ποιητικός λόγος λειτουργεί ως σάλπισμα, ως κάλεσμα αντίστασης απέναντι στη λήθη.</p>
<p>Ο ελεύθερος στίχος, η αξιοποίηση του α΄ και του β΄ ρηματικού προσώπου, η συχνή επανάληψη λέξεων και στίχων, η εκτεταμένη χρήση σημείων στίξης, ο έντονα εικονοπλαστικός λόγος, η κεφαλαιογράμματη γραφή, καθώς και τα ερωτήματα και οι άμεσες προσφωνήσεις, αποτελούν βασικές γλωσσικές και υφολογικές επιλογές που προσδίδουν δραματικότητα και θεατρικότητα στον ποιητικό λόγο. Παράλληλα, συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ισχυρού εσωτερικού ρυθμού, ενώ εντείνουν την εκφραστική δύναμη του ποιήματος και ενισχύουν την ανάδειξη των κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών προβληματισμών του ποιητικού υποκειμένου.</p>
<p>Η συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; συνιστά μια ουσιαστική ποιητική παρέμβαση στον δημόσιο και πνευματικό διάλογο της εποχής μας, που καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τα αδιέξοδα, τις διαψεύσεις και τις ευθύνες του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, το ερώτημα του τίτλου παραμένει ανοιχτό όχι μόνο ως διαπίστωση της ιστορικής συγκυρίας αλλά και ως διαρκής πρόκληση αυτογνωσίας: σε ποιον αιώνα ζούμε και, κυρίως, σε ποιον αιώνα θέλουμε να ζήσουμε.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 28/05/2026</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία συγκροτεί ένα άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν στο σύνολο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής όπου είναι συχνά αισθητή η επανάληψη κάθε είδους. Το τρίτο βιβλίο του Κοζία Τι αιώνα κάνει έξω; κλείνει, τουλάχιστον έως τώρα, το ποιητικό σχέδιο που ξεκίνησε κυρίως με το Πολεμώντας υπό σκιάν και συνεχίστηκε με τον Εξάγγελο.</p>
<p>Ένα κύριο γνώρισμα της ποίησής του είναι η διαπλοκή του εαυτού/εγώ με το εμείς. Παράλληλα, είναι ορατή η συνάντηση με τους λόγους άλλων λογοτεχνών έτσι που η φωνή που μιλά αποκτά μια πολλαπλότητα και το ποιητικό υποκείμενο γίνεται μια πολυφωνία. Αυτή η ποίηση υψώνει πολιτικό λόγο ως φορέας προσωπικού και συλλογικού. Τα σύντομα λοιπόν βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Κοζία είναι ο πολιτικός/κοινωνικός χαρακτήρας του και συνάμα ο πολυσήμαντος ρόλος του ποιητή, δεύτερον η διακειμενικότητα όχι μόνο ως δομικό συστατικό, αλλά ως συγκρότηση ενός ομιλούντος διακειμενικού εαυτού.</p>
<p>Από το πρώτο ποίημα η ποιητική φωνή παρουσιάζεται με σχεδόν τελετουργικό όνομα: «Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος/με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες». Ειρωνεία και τραγικότητα, γνώρισμα όλης της συλλογής κάνουν την εμφάνισή τους δυο φορές στο πρώτο αυτό ποίημα: «Όλα ήταν όμορφα/ τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένος πένθος/οι παράδοξες ελπίδες».</p>
<p>Ο ποιητής είναι το σώμα όπου εγγράφεται η βία της ιστορίας και, ταυτισμένος με την αντίσταση, μας δίνει γνωρίσματά του στο «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη τον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας»: «Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε/βορά θα γίνω των θεριών/Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα/θα ανεβαίνω/αγέρωχος, ευθυτενής/με τα κουδούνια και το ξυράφι των τρελών/». Καθώς ο ποιητής εκφέρει λόγο ως εκπρόσωπος ενός «εμείς» επικαλείται τον αρχικό ρόλο της ποίησης ως δημόσιας επιτέλεσης. Το εμείς αυτό νοείται ως φαντασιακή/επιθυμητή συσπείρωση και μαζί υπαρκτή κοινότητα που συμπάσχει και αφουγκράζεται τον ποιητή. Αυτός επωμίζεται τον παλαιό δημόσιο ρόλο του: είναι προφήτης, στοχαστής, απολογητής, κορυφαίος του χορού, στέκει στη μέση και διαλέγεται με τους άλλους. «Τι να τραγουδήσω;» είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που στην εξέλιξή του απαντά στο ερώτημα. Η προστακτική του «εμείς» επανέρχεται απαιτώντας από τον ποιητή-οδηγητή: «Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Τους ψαράδες, τους περβολάρηδες, τους οδοιπόρους/»[…]Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…/Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές/[…] Τραγούδησε/Τι να τραγουδήσω/Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;[…] Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Η ποίηση αναδεικνύεται σε δραστικό λόγο, σε κοινωνικό παράγοντα και ο ποιητής-προφήτης του Ρεμπώ επιστρέφει: παρατηρεί, σχολιάζει και κρίνει ενορατικά, δημόσιος εκφραστής και ταυτόχρονα ενοποιός δύναμη. Το μένος και το πάθος, η ενορατική δύναμη οδηγούν σε μια ρομαντική επαναστατικότητα: «Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! / Θεοί τρομάζουν, λαοί αλαλάζουν / Νεκροί ξυπνούν, βασίλεια αφανίζονται» («Πατριδάλογο» 28). Ή:«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!». «Ακούστε μας/ ακριβοί μου νεκροί, είμαστε ζωντανοί//Γλέντα, Θλίψη, Χόρεψε, Θλίψη, Πέταξε, Θλίψη». «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».</p>
<p>Σε κάθε πάντως περίπτωση το εγώ γίνεται πέρα από δημόσιο, και πολυφωνικό μέσω του ισχυρού διακειμένου. Η διακειμενικότητα, όπως ήδη ανέφερα, δε λειτουργεί μόνο ως ρητή ή υπόρρητη κειμενική υπόμνηση, αλλά δομεί την ίδια τη φωνή εκφοράς του ποιητικού λόγου. Παστερνάκ, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Μαντελστάμ, Δάντης, Μοντεβέρντι, Καββαδίας αλλά και ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα, μέρη ή στίχοι ή λέξεις από ποιήματα και τραγούδια, άριες ή θούριους συνθέτουν σίγουρα ένα παλίμψηστο λόγων αλλά ταυτόχρονα συγκροτούν μια πολυφωνία αφομοιωμένη οργανικά μέσα στην υφή και τη φωνή του ποιήματος, ώστε αυτή να ακούγεται ατομική αλλά και τόπος συνάντησης άλλων φωνών, ένας εαυτός ο ίδιος ένα διακείμενο, ένα πεδίο παραθεμάτων.</p>
<p>Η διακειμενικότητα εντέλει είναι τρόπος με τον οποίο η ποίηση του Κοζία σκέφτεται: μέσω ανακλήσεων, παραλλαγών, μεταμορφώσεων και επανεγγραφών ενός τεράστιου αρχείου, ιστορικού και λογοτεχνικού. Η ιστορία, παρούσα στο έργο του Κοζία, δεν εμφανίζεται ως απλή γραμμική αλληλουχία γεγονότων. Η επιμονή με τους ηττημένους, τους νεκρούς, τους εξόριστους, τους χαμένους αγώνες και τις φθαρμένες επαναστατικές υποσχέσεις, οι αναφορές σε επανάσταση, Κόκκινο Στρατό, Οκτώβρη, Μαρξ, διωγμένους και πολιορκημένους, όπως και η συνεχής επιστροφή σε ιστορικά ερείπια και συλλογικά τραύματα, δείχνουν ότι ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ουδέτερο παρελθόν αλλά ως πεδίο ανεκπλήρωτων ή προδομένων δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό το ποίημα «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»: «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ κάθισα και έκλαψα/Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα/καλπάζοντας, θερίζοντας/Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων/Τα στάχυα δεν κυματίζουν πια στην Ουκρανία//[…]Υπάρχουν κι άλλοι θάνατοι εκτός απ’ του κορμιού/[…] οι ελπίδες των γενναίων ανθρώπων, άγριες/ώρες που ζευγαρώνουν ζωντανοί με πεθαμένους//Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ πληρώσαμε τη γη/και κατακυριεύσαμε το Τίποτα/…».</p>
<p>Γι’ αυτό το ποιητικό σύμπαν του Κοζία μπορεί να περιγραφεί ως ποίηση αρχειακή, αποκαλυπτική/δυστοπική και ταυτόχρονα ελεγειακή, στοιχεία που αιτιολογούν απόλυτα τον τόνο της. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για έργο με ισχυρή ιστορική φόρτιση στο πλαίσιο ενός διαλόγου με την ιστορία: «Η ιστορία θα μας εκδικηθεί για αυτό που υπήρξαμε» («Addio terra, addio Cielo e sole, addio»). Έτσι θα την ονόμαζα ποιητικό επαναστατικό ιστορικό αρχείο αφού απαντούν επίκληση ιστορικών μορφών, επαναστατών, πόλεων, μαχών, συλλογικών τραυμάτων, αναφορά σε πατρίδα, χρήση συμβόλων, παλιές πόλεις και τόποι.</p>
<p>Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια αναφορά διυλίζεται ποιητικά, μετασχηματίζεται από την ένταση του συναισθήματος, όπως και πάλι δείχνει το δεύτερο μότο από τον Εξάγγελο του λυρικού Ρίλκε αυτή τη φορά: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς/στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.». Το οικοδόμημα έχει ήδη υψωθεί ποίηση με πολιτικότητα και πολιτειότητα χωρίς στράτευση και ρηχή συνθηματολογία που συνδυάζει εύστοχα το εγώ που εξεγείρεται με το εγώ που στοχάζεται το παρελθόν –ιστορικό και ποιητικό– και διερωτάται για το μέλλον.</p>
<p>Ποιος είναι λοιπόν ο κόσμος στον οποίο όπου ποιητής αναλαμβάνει τον προφητικό ρόλο που περιγράφηκε παραπάνω; Μετακαταστροφικός, παροντικός αλλά και προφητικά μελλοντικός. Τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του είναι διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα: Πόλεις, νεκροταφεία, τάφοι, σκάλες, άλογα, ποτάμια, λιμάνια, χορτάρια, αίμα, στάχτη, μαχαίρια και ερείπια συναποτελούν ένα σταθερό υλικό που συναιρεί την ποιητική φαντασία με την ιστορία. Ένα από τα αρχικά μότο στον Εξάγγελο, αντλημένο από τον αμφιλεγόμενο Σελίν, αναφέρει: «δεν υπάρχει τίποτα/παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας/Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;/». Ο άνθρωπος εμφανίζεται εκτεθειμένος στη φθορά, στη βία, στην ιστορική συντριβή, σχεδόν πάντοτε απογυμνωμένος από ηρωικό κύρος. «Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα / καλπάζοντας, θερίζοντας / Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων» («Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»). Ή: «Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν/Κι άλλοι νεκροί περνούν/δίπλα στους κέδρους/κάτω από τον Πολικό Αστέρα//Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/» («Καντάτα του Γενισέι»). Όμως ο βαθιά επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της ποίησης εναποθέτει την ελπίδα ζωής στα άτομα μέσω του ποιητή και του λόγου του: «Και με τα νύχια γράψε/ στο χώμα επάνω το σωτήριον Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα» με κεφαλαία – έτσι κλείνει η συλλογή.</p>
<p>Αυτή η ποίηση συγκροτείται αντιλυρικά μέσα από τον λυρισμό της καθώς έχει ένταση, πάθος, μουσικότητα, αλλά δεν αποβλέπει στην καθαρή λυρική εξύψωση. Συνεχώς τη διακόπτει σχεδόν με βία, ειρωνεία, αποκαλυπτικές εικόνες, υλικά χαμηλά ή αποκρουστικά. «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD» («Καντέντσα του νεκροθάφτη»). Ή:«Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι» και μετά: «το τραγουδάω στίχο, στίχο / το τεμαχίζω μερίδα τη μερίδα» («Το δερματάδικο (Μπρεχτικό παράδοξο)»). Ο Κοζίας αφήνει τον εξομολογητικό λόγο και τη χαμηλόφωνη λυρική εσωστρέφεια υπέρ ενός σχεδόν ρομαντικού πολιτικού λυρισμού. Βασικό στοιχείο του έργου του είναι ένα υβριδικό υψηλό ύφος και η σύνθεση ενός τόνου μεταξύ υψηλού και λυρικού καταλήγοντας σε εξεγερσιακό σάλπισμα: υψηλή συγκινησιακή φόρτιση που μεταφέρεται στην/στον αναγνώστρια/αναγνώστη, καταγγελτικός παλμός που δίνει ένταση στα ποιήματα, πυκνή αποκαλυπτική εικονοποιία, επαναληπτικές επωδοί, με έντονη χρήση της προσφώνησης, επίκλησης, της επανάληψης, ιδιαίτερος ρυθμός, που καλούν τη συμμετοχή. Οι φράσεις επιστρέφουν ως μοτίβα, οι στίχοι οργανώνονται σε επαναληπτικές δέσμες, και το ποίημα αποκτά μια σύνθετη μορφή μεταξύ θρήνου, καντάτας, μπαλάντας, παραλογής ή σχεδόν λειτουργικού άσματος, στοιχείο που ενισχύουν οι επαναλήψεις στίχων, όπως στο «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…» που ανέφερα παραπάνω. Ο στίχος επανέρχεται τρεις φορές και οργανώνει ολόκληρο το ποίημα σαν θρηνητική επωδό.</p>
<p>Όλο αυτό το ποιητικό σχέδιο του Κοζία φαίνεται μεγαλεπήβολο γιατί ταυτόχρονα απαιτεί και την αναγνωστική συμμετοχή ως λογοτεχνική αρέσκεια/απόλαυση/κατανόηση και ως ιδεολογική συναίνεση. Νομίζω ότι ο Κοζίας επιτυγχάνει αυτή την ισορροπία ιδίως γιατί ελέγχει το βαθμό παρουσίας των συστατικών της ποίησής του χωρίς να αφήνει το προϋπάρχον ποιητικό σχέδιο να εξοβελίζει τη συγκινησιακή δυναμική των ποιημάτων του: «Στο μαγαζάκι της ζωής/Άνθρωποι κούκλες πανηγυριών/Άνθρωποι ζώα ιπποδρομίου/Όπου και να κοιτάξετε πεταλώνονται ψυχούλες/Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη/Και μένει έρημη η αγάπη» («Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη») αφού «Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει/Συνήθως χάνεις» («Αποπλάνηση με στεφάνι κηδείας»).</p>
<h5><strong>ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 12/03/2026</p>
<p>Ο αιώνας της θλίψης και η γεωγραφία της καταστροφής</p>
<p>Ένα αναπάντεχο ερώτημα αποτελεί τον τίτλο της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ο ποιητής αναρωτιέται για τον «αιώνα» με την ίδια καθημερινή αγωνία που θα ρωτούσε κανείς για τον καιρό, αναζητώντας προστασία από τα στοιχεία της φύσης.</p>
<p>Ο τίτλος προέρχεται από τον δημιουργό του Δόκτορα Ζιβάγκο, Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960), όπως σημειώνεται στην έκδοση. Διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι ως ρητορικό ερώτημα, αλλά ως κραυγή αγωνίας. Άλλωστε, τόσο ο καιρός όσο και ο αιώνας δεν εμπνέουν ασφάλεια, γεγονός που συνειδητοποιούμε καθημερινά. Το ερώτημα αυτό συνεχίζει να μας θυμίζει πως, παρά την αλλαγή του αιώνα, τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα παραμένουν έντονα. Ο ποιητικός λόγος μοιάζει να αδυνατεί να προσδιορίσει το ιστορικό ή ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, καθώς τα τραυματικά γεγονότα επαναλαμβάνονται με καταιγιστικό τρόπο και ο χρόνος εμφανίζεται θρυμματισμένος, με θεωρητικούς όρους «μετα-ιστορικός».</p>
<p>Στα ποιήματα της συλλογής, ο αιώνας βιώνεται ως παρατεταμένο παρόν κρίσης. Ο Κοζίας σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τόσο τον αιώνα που ήδη διανύει το πρώτο του τέταρτο, όσο και εκείνον που προηγήθηκε: «Σε άλλον αιώνα σκουπιδιών / σε άλλη εποχή / κάνουν την τσάρκα τους / πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα […] Πικρό ψωμί και κίβηλη ζωή / Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;» («Των παλαιών πόλεων η οργή»). Η διακειμενική αναφορά στον «Λαό των μουνούχων» και στους «Μοιραίους» του Βάρναλη είναι προφανής, υπογραμμίζοντας την πρόθεση του ποιητή να στηλιτεύσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και να αφυπνίσει τον άνθρωπο απέναντι στο ηθικό και πολιτικό κατρακύλημα του κόσμου. Αξιοποιώντας μοτίβα φθοράς, αποσύνθεσης και αδυναμίας επικοινωνίας, η ποιητική συλλογή του Κοζία αναμετράται με την παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού μπροστά σε έναν παρηκμασμένο, κουρασμένο και απονευρωμένο, τεχνοκρατικό και απάνθρωπο.</p>
<p>Οι πόλεις του κόσμου (η Θεσσαλονίκη, η Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια, η Βηρυτός, η Οδησσός, το Λένινγκραντ, η Μόσχα) περιγράφονται ως μελαγχολικά πεδία ερήμωσης, πληγωμένες, έρημες, παραδομένες στον μαρασμό. Ο ποιητικός λόγος διατρέχει ιερούς τόπους που πνίγονται στο αίμα: οι πολιτείες του Δαυίδ και τα σοκάκια του Αλαδίνου μετατρέπονται σε σκηνικά βίας, όπου ο «κρότος και το αίμα» αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα. Η αίσθηση του τέλους απλώνεται πάνω από τα πάντα. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται γυμνός, μόνος, ένας υποδουλωμένος στη μοίρα, παγιδευμένος ανάμεσα στην πλάνη και τον Μαμωνά.</p>
<p>Η κριτική του Κοζία για την ψηφιακή εποχή είναι, επίσης, αμείλικτη: η τεχνολογική πρόοδος βαδίζει παράλληλα με την ηθική καθίζηση. Ο κόσμος, «τυφλός σαν νυχτερίδα», παραδίδεται στη χαύνωση και την ανία. Ο θάνατος στοιχειώνει τη συλλογή, από τη «Madonna Θάνατο» έως το «Πριγκιπάτο του Θανάτου», υπογραμμίζοντας μια βία καθολική —πολιτική, κοινωνική, αλλά και γλωσσική.</p>
<p>Για τον ποιητή, ο άνθρωπος είναι «ανίατα περαστικός», ένα σώμα που αδυνατεί να ριζώσει στο σήμερα, παγιδευμένο σε έναν αιώνα κενό νοήματος. Το θεμελιώδες ερώτημα μετατοπίζεται: δεν είναι πλέον το «ποιος είμαι;», αλλά το «σε ποιον αιώνα υπάρχω;». Σε αυτό το πεδίο, η Ιστορία βιώνεται ως τραύμα και ως βάρος που συνθλίβει κάθε προσδοκία στο παρόν.</p>
<p>Όλα τα παραπάνω διατυπώνονται με ένα ύφος πολυεπίπεδο —ελεγειακό, σαρκαστικό, προφητικό και στοχαστικό—, απογυμνωμένο από περιττή ρητορεία. Ο λόγος του Κοζία συνδυάζει τον φιλοσοφικό τόνο με τον λυρικό υπαινιγμό και την κοινωνική αγωνία. Από τη μία πλευρά κυριαρχεί μια βαθιά μελαγχολία για όσα χάθηκαν («Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή») και από την άλλη ένας αιχμηρός σαρκασμός για την κοινωνική σήψη («trafficking, ρομπότ και LSD»), που σε ορισμένους στίχους αποκτά προφητική διάσταση, προμηνύοντας το τέλος της εποχής («ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ», «Πατριδάλογο»).</p>
<p>Μορφολογικά, τα ποιήματα είναι σύντομα, σε ελεύθερο στίχο, με έντονη ρητορικότητα, που τονίζεται με τη συχνή χρήση θαυμαστικών, αποσιωπητικών, ξένων όρων και κεφαλαιογράμματων λέξεων ή μόνο με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα (Ομορφιά, Θλίψη, Τέλος, Ανία, Θνητό, Μάταιο). Αν και στερούνται ομοιοκαταληξίας, τα ποιήματα διαθέτουν έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό που θυμίζει ψαλμό, ενώ οι έντονες αντιθέσεις (π.χ. «το τσεκούρι ανθίζει», φως/σκοτάδι, μνήμη/λήθη) τονίζουν το χάσμα μεταξύ ιδανικού και πραγματικού. Η γλώσσα, τέλος, κινείται ανάμεσα στο καθημερινό και το υπαινικτικό· υιοθετώντας μια τραχιά, σχεδόν αντι-λογοτεχνική χροιά, η ποιητική φωνή μετατρέπεται σε κραυγή διαδήλωσης ή δημόσια καταγγελία.</p>
<p>Παράλληλα, ο Κοζίας αξιοποιεί ένα πλήθος διακειμενικών αναφορών σε ιστορικά πρόσωπα και λογοτέχνες. Αναφορές στον Φεραίο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Μπρεχτ, τον Μαγιακόφσκι, τον Χλέμπνικοφ, τον Καρυωτάκη, τον Βιγιόν, τον Σεφέρη, τον Καββαδία λειτουργούν ως πνευματικές σταθερές σε έναν κόσμο που χάνει τον προσανατολισμό του.</p>
<p>Στο ποίημα «Η Κόκκινη Ρεγκάτα», ο ποιητής επιστρατεύει τον Σολωμό για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στο υψηλό ιδανικό και τη διάψευση κάθε οράματος. Η επίκληση στη «Madonna Θάνατο» λειτουργεί ως μια σκοτεινή παραλλαγή της σολωμικής αναζήτησης του θείου, με τη διαφορά ότι εδώ η κατάληξη δεν είναι η λύτρωση, αλλά η «Κόκκινη Ρεγκάτα» των εξόριστων και των διωγμένων. Η παραπομπή στους στίχους από την «Ξανθούλα» του Σολωμού («Αν έβλεπα πανάκι / Ή του πελάγου αφρό») αντιπαρατίθενται στη «μοράβια» (το τοξικό υφαλόχρωμα) και στα σκεβρωμένα κορμιά. Η ειρωνεία είναι εμφανής: το «πανάκι» έχει αντικατασταθεί από «σπασμένες αντένες στα μουράγια». Ο Σολωμός δανείζει εδώ το μέτρο της απώλειας, υπενθυμίζοντας ένα λυρικό παρελθόν που φαντάζει ακατόρθωτο μέσα στη σύγχρονη «Βαβυλώνα», τη δική μας «σκοτεινή τσάρκα» στον 21ο αιώνα.</p>
<p>Παράλληλα, πλήθος είναι και οι αναφορές στην ποίηση του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Ο Ερημόκαμπος», ο Κοζίας εισάγει τον Καρυωτάκη ως σύμβολο υπαρξιακής συντριβής και ποιητικής θυσίας. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την προσφώνηση «Κακορίζικε άνθρωπε // Σε εποχή γερασμένη», ενώ η φράση «Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά» υποδηλώνει μια ποίηση που δεν εξαντλείται στον λόγο, αλλά αποτελεί σωματική και ψυχική προσφορά — μια «καρδιά στο πιάτο» έτοιμη προς κατανάλωση ή θυσία σε μια εποχή που την αγνοεί επιδεικτικά. Ο Κοζίας επιστρατεύει το καρυωτακικό κλίμα για να περιγράψει τη σύγχρονη πλήξη και το αδιέξοδο, προβάλλοντας τον Καρυωτάκη ως την «αλήθεια που πονάει» απέναντι στη σημερινή «Δημοκρατία της πλάνης».</p>
<p>Η συλλογή εμπλουτίζεται περαιτέρω με βιβλικές και μυθολογικές αλληγορίες (Βαβυλώνα, Γη Χαναάν, Τροία, Ωραία Ελένη), οι οποίες προσδίδουν οικουμενικότητα στο σύγχρονο δράμα. Ιδιαίτερα κομβικό είναι το ποίημα «Τι να τραγουδήσω;», καθώς θέτει το ζήτημα της ποιητικής λειτουργίας σε έναν κόσμο παρακμής. Ξεκινώντας με μια προσταγή αφύπνισης απέναντι στον κοινωνικό «λήθαργο», ο ποιητής αναρωτιέται μέσα από το επαναλαμβανόμενο ερώτημα «Τι να τραγουδήσω;» αν οφείλει να υμνήσει την ομορφιά της καθημερινότητας ή αν πρέπει να αναμετρηθεί, τελικά, με τη σκληρή πραγματικότητα.</p>
<p>Στο ποίημα, τα θρησκευτικά και μυθολογικά σύμβολα επιστρατεύονται για να περιγράψουν εύγλωττα τη σύγχρονη παρακμή: η «Βαβυλώνα η μεγάλη» γκρεμίζεται, ενώ ο έκπτωτος άγγελος καταλήγει «μισθοφόρος στις κρεατομηχανές της Ευρώπης». Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα που καταδεικνύει πώς τα υψηλά ιδανικά καταβροχθίζονται από τους «πολιτισμένους» λαούς. Οι προφήτες, οι πολιτικοί και οι Γραφές αποκαλούνται «μαυλίστρες» (πλανευτές), υποδηλώνοντας την καθολική προδοσία λόγων και υποσχέσεων. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι ζωντανοί μοιάζουν να κρέμονται σαν «νυχτερίδες», ενώ ένας «κόσμος χαλασμένος» σέρνει το νεκροκρέβατό του.</p>
<p>Στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής απευθύνεται στον «Friedrich» (πιθανότατα στον Friedrich Hölderlin, τον υμνητή της ποίησης σε σκοτεινούς καιρούς), καταλήγοντας σε μια πικρή διαπίστωση: «Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Το «πέτρωμα» αυτό συμβολίζει την αδυναμία του λυρισμού να ανθίσει σε ένα περιβάλλον βίας και πνευματικής στειρότητας. Παρά την αρχική ευχή οι λέξεις να γεννηθούν σαν λουλούδια, η σκληρή πραγματικότητα τις μετατρέπει σε πέτρα, καθιστώντας το τραγούδι μια πράξη οριακή, σχεδόν ακατόρθωτη.</p>
<p>Συγκεφαλαιώνοντας, η συλλογή δεν απαντά στο ερώτημα «τι αιώνα κάνει έξω»· το κρατά ανοιχτό, σαν πληγή. Μας δείχνει έναν αιώνα σκληρό και βίαιο, σημαδεμένο από την πολιτική παρακμή, τις διαρκείς συγκρούσεις και την επιβολή των ισχυρών. Οι λέξεις που επανέρχονται —πολιτικάντηδες, καθάρματα, εξουσία, αίμα, κουρέλια, αγορά, ψέμα— το καταδεικνύουν εμφατικά. Ωστόσο, ο ποιητής δεν επιδιώκει μόνο τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, αλλά τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ιστορικές και πολιτικές του ευθύνες. Η ποίησή του λειτουργεί ως «κέντρισμα» για όσους παραμένουν απαθείς μάρτυρες της σύγχρονης βαρβαρότητας και του ολέθρου. Γι’ αυτό και το ερώτημα του τίτλου δεν είναι αλληγορικό· είναι κραυγή πολιτικής αγωνίας και ρητή άρνηση συνενοχής σε έναν αιώνα παράδοξο και παράλογο.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 9/01/2026</p>
<p>Όραμα και πράξη στην ποίηση του Γιώργου Κοζία</p>
<p>εξόριστε Ποιητή,στο αιώνα σου,<br />
λέγε, τι βλέπεις;<br />
(Οδυσσέας Ελύτης)</p>
<p>Αν η Ποίηση αντανακλά από τους ουρανούς, τη μαγική εικόνα των αρχετύπων και της αιώνιας ομορφιάς, οι ποιητές ως δέκτες αποκρυπτογραφούν ό,τι εφανερώθη μυστικά από τη σιωπή των άστρων, εκφράζοντας με πυρετική γραφή το αισθητικό αποτύπωμα της ενατένισης και της αποκάλυψης των κρυμμένων αληθειών.<br />
Ο Γιώργος Κοζίας, πιστός της Ποίησης, εμβαπτίζεται στα νάματά της, αναπαριστώντας με λέξεις ακριβών νοημάτων τις εκπορευόμενες έννοιες από «τα αχανή ανάκτορα της μνήμης»1 και την αχρονική ουσία της ψυχής. Στην αρμονική αυτή σύζευξη, όπου ενοραματικά και διαισθητικά γίνονται αισθητά τα ηχητικά κύματα του σύμπαντος, ο ποιητής διαμεσολαβεί και εμπνευόμενος διαλογικά αντιφωνεί και τα μεταλαμπαδεύει σε ύλη ονειρική. Τα δώρα της ποίησης που μας προσφέρει, είναι μια συνηγορία στην εκλέπτυνση του βίου, με την ακαταμάχητη έλξη του Έρωτος, που πάντα επενεργεί και θάλλει στου σώματος τη μνήμη, καθώς εναντιώνεται στη λήθη. Γι’ αυτό κανοναρχεί επαναληπτικά λόγια και εικόνες, απαντώντας με υπαρξιακή αγωνία και στοχασμό, στο αίνιγμα του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη ποιητική ενέργεια, εξακτινώνει τις κυοφορούμενες ιδέες και επιδρά στην γλωσσική εκφορά των νοουμένων, εκφράζοντας με ρυθμολογία και μετρική αναλογία, «ήχους από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».2 Έτσι, από τα μονοπάτια του νου και τα άδυτα της ψυχής, αντλεί αναμνήσεις και συναισθήματα και τα μετουσιώνει με σκέψη και φαντασία σε αρχιτεκτονικά άρτιες ποιητικές συνθέσεις.<br />
Στην τελευταία του συλλογή με τίτλο «Τι αιώνα κάνει έξω;», διερευνά και απαντά με τη γραφή του, για ό,τι τεκταίνεται εξακολουθητικά, διερωτώμενος τι μένει στου χρόνου το πέρασμα. Με γρηγορούσα συνείδηση και με ψυχικά αποθέματα εκ της βιωμένης εμπειρίας κοπιάζει νυχθημερόν για να προλάβει τον καιρό. Αντιμάχεται με τη βίαια μεταβαλλόμενη συνθήκη, ορίζοντας ως αντίβαρο τις συντεταγμένες τής ευαισθησίας του και επιζητεί διακαώς την επικοινωνία με το έτερον.<br />
«…Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία<br />
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιο χρόνο<br />
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;<br />
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης<br />
Δούλος στρατώνος<br />
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά</p>
<p>Άχ Φραγκοράφτη, άχ, Χνούδι μου<br />
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!»</p>
<p>Καταθέτει το απόσταγμα των μελετημένων θέσεών του, με τη μνήμη σταθερή αξία των προσανατολισμών του, αναζητώντας διέξοδο από τους εγκλεισμούς και τους επαπειλούμενους αποκλεισμούς των ορθοφωνούντων, ένεκα των καταδυναστευτικών επιρροών του «αρνητικού πνεύματος»3 που διαχέεται απειλητικά στο κοινωνικό σώμα.<br />
«Ο ποιητής θα απαρνηθεί το άσμα του<br />
ο στρατηγός θα τρέμει τις διαταγές του<br />
ο ιερέας θα φοβάται τον άμβωνά του</p>
<p>Δεν είναι η Λειψία, δεν είναι το Ντεπώ<br />
Ο Μαύρος Ήλιος του Αούστερλιτς<br />
Της Αιγύπτου η πανούκλα<br />
Δεν είναι η μάχη των Εθνών<br />
Κι ο τάφος που ισιώνει τον καμπούρη</p>
<p>Καλογιάννο, Καλογιάννο<br />
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»</p>
<p>Με την εν λόγω συλλογή, κλείνει τον κύκλο μιας επίπονης δημιουργικής πορείας και με συνειδητή απεύθυνση προς τον καθένα, αποστέλλει ό,τι πολύτιμο είχε εξορύσσει από την διακεκαυμένη ζώνη του νου, -εκεί όπου «η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού»,-4 ως μηνύματα-σήματα ενός ελλοχεύοντος κινδύνου. Η συλλογή αποτελεί το απαύγασμα της τεχνικής ενός κατακτημένου ύφους γραφής, εμβαθύνοντας παράλληλα το περιεχόμενο, με τις έννοιες να ορίζουν την ποιητική και τη φιλοσοφία του, εκφράζοντας εν είδει προφητείας τη συλλογική μοίρα της ύπαρξης.<br />
«Είδα χλωμή την πόλη των Φοινικόδεντρων<br />
Σιωπηλό τον χρυσό κορυδαλλό<br />
Τότε ακούστηκε η σφυρίχτρα του προφήτη<br />
Που πας, Αμνέ του Θεού;</p>
<p>Λαοί φεύγουν, μετάνθρωποι έρχονται<br />
στέκονται ανάποδα στην άβυσσό τους<br />
σε αρχαίους τάφους, σε στέρνες<br />
σε πηγάδια, μάσκες νεκρικές<br />
κούφια κορμιά<br />
ψυχές σκεβρωμένες στο Εγώ τους</p>
<p>Κάτω από το άστρο του Σκορπιού<br />
Που πας, Αμνέ του Θεού;</p>
<p>Δούλε της Amazon, εργάτη του Ντιτρόιτ<br />
Σκλάβε της Μαύρης Θάλασσας<br />
Άνεργε του Πάτερσον<br />
Νέοι Ιησού του Ναυή μας οδηγούν</p>
<p>Ξυπνάει ο χαλκός<br />
Κι ο θάνατος βογκά, Πόλη διαλεχτή!<br />
Οι κραυγές στην καρδιά της σάλπιγγας ηχούν</p>
<p>Γκρεμίζοντας<br />
γκρεμίζοντας<br />
γκρεμίζοντας<br />
στα χαρακώματα, στους πύργους<br />
στις επάλξεις, στο Υπερπέραν</p>
<p>Δούλε, εξέσπασάς με<br />
Δούλε, εξέσπασας ως πάνθηρ στην Νέα Ιεριχώ</p>
<p>Και με τα νύχια γράψε<br />
στο χώμα επάνω το σωτήριον</p>
<p>ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ!»</p>
<p>Διερωτάται επί των θεμελιωδών ζητημάτων για το μηδέν, το άπειρον, το Είναι και μη Είναι, την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, προτείνοντας την αισθητική θεώρηση του κόσμου έναντι της δυσαρμονίας και του χάους. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη των νοητών ανταποκρίσεων και αντανακλάσεων, προεκτείνει την τέχνη του έως τα απώτατα εκφραστικά σημεία ενός ιδιότυπου εξπρεσιονισμού. Μεταγράφει τα συλλογικά πάθη και τη δική του αγωνία σε στοχευμένη διαμαρτυρία, καθώς οι μηχανισμοί των εξουσιών διαμορφώνουν ανεπαισθήτως μια απανθρωποποιημένη πραγματικότητα που τείνει να καταστεί συνήθεια.<br />
Μετέχει στο γίγνεσθαι, θέτοντας εαυτόν σε κάθε κοινωνική ενέργεια και διερωτώμενος για τη βία, αποφαίνεται «με λογισμό και μ’ όνειρο»5 για ό,τι αποσιωπάται και αποκρύπτεται, εγκλωβίζοντας τα δρώντα υποκείμενα. Προτάσσει λόγο και πράξη, δίνοντας σώμα και ψυχή, ως αποδεικτικά στοιχεία μετοχής. Προσδίδει, έτσι, στη φωνή του αναγνωρίσιμο τόνο, ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Δεν υποστέλλει τις σημαίες της αισθητικής, που ύψωσε εν μέσω καταιγίδας και, παρά τους ενάντιους ανέμους, αποτολμά τον πλου «πρόσω ηρέμα».6<br />
«Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν<br />
Κι άλλοι νεκροί περνούν<br />
δίπλα στους κέδρους<br />
κάτω από τον Πολικό Αστέρα</p>
<p>Κι εμείς τι μνημονεύουμε;<br />
Τριήμερα με λίγο στάρι<br />
Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων<br />
Τεσσαρακοστά, Ετήσια<br />
Λαζάρου και Θωμά<br />
και καθημερινής σε ξένο χώμα</p>
<p>να ρίχνεις τα δίχτυα στον μέγα Γενισέι<br />
και ψυχούλα να μη βρίσκεις!</p>
<p>Ώ! Ποτάμι της απέραντης Ενότητας<br />
Περνούν οι απόντες σαν τους γερανούς<br />
Κι εμείς τι μνημονεύουμε;<br />
Γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μες στη δίνη<br />
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς<br />
Μάρτυρας ας είναι τούτος ο αγέρας – το ανώνυμο<br />
κερί, ο τάφος Ουσάκοφ, το λιβάνι</p>
<p>Κι αυτός που μαχόταν και δεν μάχεται πια<br />
Ώ! ποτάμι της απέραντης Ενότητας<br />
Από άλλη όχθη σε αποχαιρετά</p>
<p>Ματιόρα, σε αγαπώ!</p>
<p>Έρχεται το τέλος, έρχεται πεινασμένο για λάφυρα<br />
Σαν παγοθραυστικό και μας τσακίζει<br />
Υψώνοντας λευκά οστά<br />
Τρώγοντας και πίνοντας τρέλα και λησμονιά».</p>
<p>Δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τους Δασκάλους, συνομιλώντας με τα μεγάλα πνεύματα της Ποίησης. Εμφανείς οι επιρροές από τους ποιητές Διονύσιο Σολωμό, Μίλτο Σαχτούρη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Κώστα Καρυωτάκη, Πάουλ Τσέλαν, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Μπόρις Πάστερνακ και Μπέρτολ Μπρέχτ. Οι εκλεκτικές συγγένειες και η δημιουργική αφομοίωση των έργων τους αντιφεγγίζει και φανερώνει μια νέα εκφραστική δυναμική στη γραφή του.<br />
«…Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη<br />
κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά<br />
Ελευθερία – Ισότητα – Άδελφοσύνη</p>
<p>…βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει<br />
ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ!»</p>
<p>Στον «Εξάγγελο», σε άνιση πάλη και αγώνα, γράφει στον χρόνο των συντελεσθέντων πραγμάτων, θίγει με αιχμηρό τρόπο την ασχήμια της εποχής και δείχνει την ευθύνη ενός εκάστου.<br />
«…Κάθε ομορφιά θα μαραθεί και θα σβήσει<br />
όπου βασιλεύει σκουλήκι<br />
και μούχλα και σήψη<br />
Το σάβανό σου υφαίνουμε Γη<br />
κι υφαίνουμε μέσα κατάρα διπλή<br />
Υφαίνουμε το ανύφαντο<br />
που μας καταδιώκει<br />
υφαίνουμε καβάλα σ’ έναν τάφο<br />
ακαταπαύστως…»</p>
<p>Λογίζει ως καθήκον του την υπέρβαση των καθημερινών πραγμάτων, αφού εξαντλήσει τη μετοχή του σε αυτά, προτάσσοντας πνευματική ετοιμότητα για να αντιμετωπιστεί κάθε αδικία. Υπερβαίνει τη διά του πόνου μονοδιάστατη έκφραση, επαληθεύοντας το παράλογο και την παλιά κατάρα, με αναφορά στα τραγικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου.<br />
«Ο Πελίας θρηνεί για τον τυφλό Θάμυρι<br />
με τη λύρα του σπασμένη στα πόδια<br />
Ο Μαρσύας διδάσκει αυλό τον εραστή του<br />
Ακατάπαυστα ο Όκνος γνέθει ένα σχοινί κορδόνι…»</p>
<p>Στη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν», διακρίνεται ποιητική αδεία, εν είδει αποφθεγμάτων, υποδόρια ειρωνεία, με μια αυστηρή κριτική ματιά πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους.<br />
Ως αγωνιστής της ζωής αποστρέφεται τις αλλοζονικές και εγωιστικές συμπεριφορές. Σάτιρες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ελεγείες για ό,τι μας συνέχει και μας θλίβει για τον φόβο, την ερημία, την αδυναμία να ζήσουμε.<br />
«Οι προσπάθειές μας υπήρξαν ατελέσφορες<br />
εκπλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,<br />
στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,<br />
τα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε…</p>
<p>Ποιοί λεηλάτησαν τα σπίτια<br />
των επιθυμιών και των πόνων,<br />
τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;<br />
Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι<br />
οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;</p>
<p>Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν<br />
και με θλιμμένο ύφος<br />
σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν»</p>
<p>Με συνείδηση και αυτογνωσία αναφέρεται στην προσδοκία για ό,τι παραμένει δυνάμει να φανεί. Αναστοχάζεται της ζωής του το ταξίδι και με αναγωγική αναφορά των βιωθέντων σε μαρτυρία, προβαίνει στον απολογισμό όλων των απονενοημένων διαβημάτων, πριν την πτώση των γενναίων στα ματωμένα πεδία. Αναγιγνώσκοντας τα αγγελτήρια, για ό,τι χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, αποχαιρετά με νοσταλγία τους απογοητευμένους εραστές.<br />
Ποιος ποιεί την νήσσαν;<br />
Ποιος τα όνειρα θάπτει και θρηνεί απαρηγόρητος;<br />
Πότε η ψυχή και το πνεύμα του ουρανού θα λάμψει στο σκοτάδι;<br />
Ποια μουσική δονεί το Είναι με τον άμετρο ρυθμό του επέκεινα;<br />
Ο Γιώργος Κοζίας απαντά με πύρινους στίχους και δραματικούς τόνους, αρνούμενος αφηγήματα, παραινέσεις και συναλλαγές στα εμπορεία και τα χρηματιστήρια του ψεύδους.<br />
«…Η τοκογλυφία στέγνωσε τις καρδιές,<br />
μάρανε τα νυφικά κρεβάτια,<br />
τ’ αηδόνι έπαψε να κελαηδεί «Δικαιοσύνη»,<br />
κι ο Ερμής, πάτρωνας των κλεφτών,<br />
στην πολιτεία διαλαλεί:</p>
<p>«Κανάγιες, το ψωμί της Goldman Sachs σας τρέφει!»</p>
<p>Εξαργυρώνει την αλήθεια του με αίμα, παρηγορώντας τους «πεινώντες και διψώντες»7 για αθανασία και γράφει τα νικητήρια των απανταχού πολιορκημένων, με της τέχνης τη μεθυστική παρηγορία.<br />
«…Τι μένει εδώ, τι πάει σε άλλον ουρανό<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη;<br />
Βέβηλα τα ιδανικά<br />
Συντροφιά με το εφ’ ώ ετάχθη.</p>
<p>Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία…</p>
<p>ενός λεπτού «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.<br />
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;</p>
<p>Ορμάει το Αδιέξοδο κι υπέροχα μας σφάζει».</p>
<p>Η «μελοποίηση έργων του»8 από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, αποτελεί την αισθητική κορύφωση μιας πρωτόφαντης σύζευξης λόγου και ήχου, έμπνευσης και επινοητικότητας, όπου η μελωδία, σαν άλλη ψαλμωδία, υμνεί την ομορφιά, κομίζοντας της μουσικής ποιητικής τα δώρα.<br />
«…Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα,<br />
οι ουρανοί θα παίζουν μπλουζ στην ερημιά μου…»</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας πασχίζει για το ποιητικά δέον και, αν χρειαστεί σχίζει τα χαρτιά του, καίγοντας τις όποιες βεβαιότητες, για να μας προσφέρει στο τέλος την πεμπτουσία της τέχνης του ως «αγγελικό και μαύρο, φως».9</p>
<h5><strong>ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ</strong></h5>
<p>www.poiein.gr 25/11/2025</p>
<p>Έχοντας διαβάσει κανείς και τις τρεις ποιητικές συλλογές της άτυπης τριλογίας του Γιώργου Κοζία, το «Πολεμώντας υπό σκιάν…» (2017) τον «Εξάγγελο» (2021), και τώρα το «Τι αιώνα κάνει έξω;» (εκδόσεις Περισπωμένη) διαπιστώνει τον επαναστατικό του λόγο, που ενεργοποιείται από την οργή του, την αγανάκτησή του, αλλά και τη βαθιά μελαγχολία του για τον σημερινό κόσμο. Καταγγέλλει και αφυπνίζει. Με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε, κάπου θα συντελεστεί επιτέλους μια αλλαγή και θα επικρατήσει η ανθρωπιά επί της βαρβαρότητας.<br />
«Τι αιώνα κάνει έξω;». Ερωτηματικός ο τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής και θα έλεγε κανείς ότι το ερώτημα αυτό ζητά απάντηση. Ωστόσο, η εν λόγω συλλογή δεν προσφέρει απαντήσεις. Αντιθέτως, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, μας δίνει ένα κέντρισμα ώστε να σταθούμε απέναντι σε έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στον πόλεμο, τη βία, τη φτώχεια, την απανθρωπιά, παραπαίει, σκοντάφτει και κατρακυλάει σε απύθμενη άβυσσο.</p>
<p>Σκοπός της ποίησης του Γιώργου Κοζία δεν είναι να παρασύρει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Είναι ποίηση που φέρνει τον αναγνώστη προ των ευθυνών του. Του δίνει μια ώθηση να στοχαστεί σε επίπεδο ιστορίας, πολιτικής, συλλογικής μνήμης.</p>
<p>Δωρικά και αυστηρά τα ποιήματά του, δίχως τίποτα το περιττό, είναι γεμάτα αιχμές, αλλά και δίνουν χώρο στις σιωπές. Κάθε λέξη διαλεγμένη προσεκτικά, υπερασπίζεται τον λόγο ύπαρξής της και λειτουργεί ως οργισμένη –και απεγνωσμένη- κραυγή για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν γύρω μας –κοντά ή μακριά μας, δεν έχει σημασία- κι εμείς στεκόμαστε –παραζαλισμένοι, άναυδοι- μπροστά τους, ως απαθείς μάρτυρες ενός συνεχόμενου κατήφορου, προς τον ανεπανόρθωτο όλεθρο.</p>
<p>Η γραφή του Γιώργου Κοζία, συνεπώς, έχει πολιτική διάσταση, όχι με τη στενή έννοια της ιδεολογίας, αλλά με την ευρύτερη ριζοσπαστική έννοια του να παίρνεις θέση στον κόσμο. Ο λόγος του είναι στρατευμένος, αλλά στρατευμένος στην ανάγκη της μνήμης, της ευθύνης, της αφύπνισης. Ο ποιητής εδώ δεν είναι θεατής, είναι μάρτυρας μιας εποχής που πνέει τα λοίσθια. Με τη δύναμη της γραφής του, αντιστέκεται μήπως και κάτι μπορέσει να διασωθεί. Επικαλείται τη μνήμη για να αντλήσει δύναμη και να σταθεί απέναντι στον ζόφο και να φωνάξει:</p>
<p>«πέτα καταραμένο ανθρώπινο Τίποτα, πέτα!», με την ελπίδα πως:</p>
<p>«θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα. /Θα ‘ρθει μια μέρα με λάμψη και φωτιά»</p>
<p>όπως γράφει στο ΔΕΡΜΑΤΑΔΙΚΟ (Μπρεχτικό παράδοξο).</p>
<p>Και μέσα από το ξύπνημα της μνήμης, προβάλλουν μορφές από το παρελθόν –ιστορικές, μυθολογικές, λογοτεχνικές– που διαπλέκονται με το παρόν, και παίρνουν θέση σε ένα πεδίο μάχης. Θυμίζοντας ότι η Ιστορία είναι σειρά από τραύματα, λάθη και αγώνες που επιμένουν να επιστρέφουν.</p>
<p>«Κι αυτός που υψώνει τύμβους/Κι αυτός που φτιάχνει τις καμπάνες/Όλοι από λάσπη είμαστε φτιαγμένοι».</p>
<p>Διότι πολύ απλά ο άνθρωπος είναι μια μηχανή αμετανόητης επανάληψης.</p>
<p>«Κακορίζικε άνθρωπε», αναφωνεί ο ποιητής:</p>
<p>«γυμνός και μόνος στο Βασίλειο της Ανάγκης/δούλος στρατώνος/ μοίρα σου η δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά.</p>
<p>Αχ Φραγκοράφτη, αχ! Χνούδι μου, μας έφαγε ο Ερημόκαμπος». Για να επισημάνει:</p>
<p>«τι μένει από τον άνθρωπο, ζωή χωρίς θέμα και ήρωα/φτιαγμένη από κενό γκρεμισμένη/μια πόρνη αιωνιότητα/να σφάζει με την ηδονή στο μαχαίρι».</p>
<p>Ζητώντας ευσπλαχνία για:</p>
<p>«τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας γνωρίζει ότι οι λέξεις του δεν θα σώσουν τον κόσμο, -αλλά ίσως θα πυροδοτήσουν τους ανθρώπους, ώστε να κρατηθούν ζωντανοί μέσα σ’ αυτή «την καταραμένη εποχή που πέτρωσε τα τραγούδια» όπως γράφει, να παλέψουν για ένα καλύτερο παρόν και ένα φωτεινότερο μέλλον. Υπερτονίζοντας αυτό και κλείνοντας τη συλλογή του, κραυγάζει με πάθος και προσμονή:</p>
<p>«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!».</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Θράκα 17/11/2025</p>
<p>Η διαίσθηση ενός αιώνα</p>
<p>Ο χρόνος συνδέεται με τον τόπο και πλάθουν μαζί το τοπίο όπου κινούμαστε<br />
ανέγγιχτοι πολλές φορές από τις μεταβολές. Απλά νιώθοντας τη φθαρτότητα πάνω<br />
στη σάρκα μας και τα ξιφίσματα των ανέμων πάνω στο μαλλιά μας. Τότε σταδιακά<br />
καθώς οι χρόνοι φεύγουν μαζί με τα δευτερόλεπτα και τις ώρες, σαν θαλασσινή<br />
άμμος μέσα στα αφρώδη κύματα, αρχίζει η μεγάλη συνειδητοποίηση του αιώνα, της<br />
εποχής και γιατί όχι;, ενός ολόκληρου κόσμου. Ενός κόσμου που σπαρταρά μέσα στα<br />
σπάργανα του σύμπαντος, τόσο άγνωστου και ταυτόχρονα τόσο οικείου, που μας<br />
καταπίνει κάθε μέρα μέσα στο σκοτάδι του.</p>
<p>Τη δική του διαίσθηση πάνω στον αιώνα μας και στον χρόνο που περνάει, στις<br />
διαδικασίες εντός της πολιτισμικής μας ταυτοπροσωπίας και στα πολλαπλά<br />
προσωπεία της κοινωνικοπολιτικής μας ταυτότητας προσφέρει ο παλιός γνώριμος<br />
ποιητής Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο,<br />
Τί αιώνα κάνει έξω; (εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2025). Κάθε ποιητική συλλογή του<br />
Γιώργου Κοζία είναι προφανώς και μια σημαντική συνεισφορά στην ελληνική<br />
ποιητική παραγωγή καθώς και μια ποιοτική προσθήκη στο ελλαδικό πνευματικό<br />
τοπίο. Αλλά η συγκεκριμένη έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όπως θα δούμε<br />
σύντομα παρακάτω.</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, μέσα στη συλλογή του ο ποιητής, με τα μεγάλης φόρμας<br />
ανομοιοκατάληκτα ποιήματα, αποτυπώνει με μακροπερίοδο και συμπυκνωμένο τόνο<br />
όλα τα σημαντικά νοήματα της πραγματικότητας. Έτσι, ήδη από το πρώτο ποίημα της<br />
συλλογής «Βάαλ ή ο μικρός θεός της Ομορφιάς» διατυπώνει το σεληνιακό τοπίο του<br />
ακρωτηριασμού της ομορφιάς. Σκληρή εικόνα αποτυπωμένη μυθιστορηματικά και<br />
μεγαλόσχημα. Μια, εν εξελίξει, προφητεία για τον πολιτισμό του αιώνα μας, μια<br />
προφητεία για μια εποχή «γερασμένη» («Ο ερημόκαμπος»).</p>
<p>Παρά ταύτα, ο ποιητής δεν χάνει το θάρρος και το πάθος του ούτε φοβάται να<br />
κυλιστεί στη δίνη που διαισθάνεται να τον περιβάλλει («Καντάτα του Γενισέι»).<br />
Ούτως ή άλλως, ακόμη και στον θάνατο οι άνθρωποι πρέπει να τραγουδούν, και σαν<br />
κουρέλια ακόμη να μιλάνε για νέες δόξες – κι όχι για ήττες («Ρεμβασμός στη στέπα»).<br />
Έτσι, εξάλλου, η ζωή η ίδια προστάζει, που σαλπίζει μέχρι το ύστερο θαύμα,<br />
καθοδηγώντας μας μέχρι τέλους στην ενεργή αλλαγή και όχι στην εύκολη καταφυγή<br />
στη μεμψιμοιρία.</p>
<p>Κλείνοντας, έχουμε να κάνουμε για ακόμη μια άρτια ποιητική συλλογή του Γιώργου<br />
Κοζία, ο οποίος σαν γνήσιος μάστορας του λόγου μας παρέδωσε ακόμη ένα<br />
πνευματικό παιδί του. Για αυτό τον λόγο πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά και με<br />
διάθεση πραγματικής κατανόησης από τον αναγνώστη.</p>
<p>Ο ΕΡΗΜΟΚΑΜΠΟΣ</p>
<p>—Αντίο Φραγκοράφτη μου<br />
—Αντίο Χνούδι μου<br />
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ</p>
<p>Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά<br />
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι<br />
Κακορίζικε άνθρωπε</p>
<p>Σε εποχή γερασμένη</p>
<p>Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται<br />
και ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ανίδεος και ακαμάτης<br />
σαν γελωτοποιός στον Άδη<br />
Κακορίζικε άνθρωπε</p>
<p>Σε εποχή γερασμένη</p>
<p>Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία<br />
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιόν χρόνο<br />
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;<br />
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης<br />
Δούλος στρατώνος<br />
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά</p>
<p>~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,<br />
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 03/11/2025</p>
<p>Ποίηση στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας</p>
<p>Στην ποιητική έκφραση κυριαρχεί σε πολλούς δημιουργούς το αυστηρά ιδιωτικό σύμπαν. Το εντελώς ιδιωτικό δεν αφορά κανέναν, εκτός αν ένας και μοναδικός έχει βιώσει κάτι παρεμφερές. Το ζήτημα είναι πώς το ιδιωτικό βίωμα θα μετουσιωθεί σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό ποιητικό κείμενο που να αφορά τη μείζονα κοινότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εδώ και πολλές δεκαετίες δεν διαβάζεται η ποίηση και συνεχώς φθίνει η ανάγνωσή της. Κυκλοφορούν εκατοντάδες συλλογές ποιημάτων, κάθε χρόνο, και μένουν στα αζήτητα ή πολτοποιούνται.</p>
<p>Ο ποιητής Γιώργος Κοζίας βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας. Με την ωριμότητα που διαθέτει στην ποιητική έκφραση, κατακτημένη με κόπο, στην τελευταία του ποιητική συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; έχει αφουγκραστεί σε βάθος την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας και βγάζει στο φως τις ανοιχτές πληγές, τα πάθη και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου.</p>
<p>Το χωνευτήρι που λέγεται παγκόσμιο σύστημα όλα τα αποχαυνώνει. Ο ποιητής εκφράζεται και διαβλέπει ότι οι ανοιχτές πληγές, τα πάθη και η υπαρξιακή αγωνία οδηγούνται στη σιωπή και από εκεί στη λησμονιά.</p>
<p>Η διακειμενικότητα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργου Κοζία. Φράσεις εμβληματικές των ποιητών μας ενσωματώνονται στους στίχους των ποιημάτων του συνειδητά ή ασυνείδητα. Ενδεικτικές περιπτώσεις: «ποιος έβλεπε πανάκι ή του πελάγου τον αφρό;» (Δ. Σολωμός, «Η Ξανθούλα», σελ. 18), «Όταν προβάλλει η αυγή κροκάτη» (K. Βάρναλης, «Οι μοιραίοι», σελ. 19), «ποιος σέρνεται με τη λύρα στον ώμο;» (Δ. Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι», σελ. 21), «άφτιαστο κι αστόλιστο πώς θα σε πάρει ο Χάρος!» ( Κ. Παλαμάς, «Ο τάφος», σελ. 31), «Τα καράβια δεν τα πάμε, Μας πάνε!» (Ν. Καββαδίας, στο πεζό του «Βάρδια», σελ.32), «στον πόρφυρα τον τίγρη του πελάγου υποκλίνονται». (Δ. Σολωμός «Ο Πόρφυρας», σελ.32), «κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.» (Ν. Γκάτσος, τραγούδι «στράτα τη στράτα», σελ. 35).</p>
<p>Οι στίχοι των ποιημάτων του πέφτουν σαν κεραυνοί, όσον αφορά τις καθιερωμένες θεωρήσεις της ιστορίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εμποτίσει σκόπιμα την παγκόσμια κοινότητα. Στα ποιήματα του Γιώργου Κοζία ποιοι είναι οι εξουσιαστές; Είναι οι πολιτικάντηδες, οι μουνούχοι, τα καθάρματα, οι πάτρωνες, οι βασιλιάδες, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, οι εκατόνταρχοι, οι αργυραμοιβοί κ.α. Και ποιοι είναι ακόλουθοι; Οι δούλοι, οι αγγελιοφόροι, οι υποταγμένοι, οι θλιμμένοι πολίτες και η ανθρώπινη ψυχή, που δεν εξεγείρεται. Οι στίχοι των ποιημάτων είναι καίριοι, λιτοί, πολύσημοι και πολυπρισματικοί. Η χρήση εκφραστικών τρόπων υπακούει στο παράδοξο, στο παράλογο, το υπερρεαλιστικό και το ρεαλιστικό συνάμα, ώστε να εξυπηρετούν την εδραιωμένη ποιητική έκφραση του ποιητή.</p>
<p>Ας δούμε πώς βλέπει ο ποιητής, μέσα από τους στίχους του, την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, εντός της κρεατομηχανής της. Αφού, ως επί το πλείστον, εκεί λιμνάζει σαπίζοντας πια η ζωή. Γιατί, όπως μας λέγει ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης: «Δεν το ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» (Δ. Σολωμός, «Πόρφυρας»). Ο Γιώργος Κοζίας μάς δίνει ένα ψηφιδωτό στίχων πάνω στο θέμα.</p>
<p>Ποιος έχει αναλογιστεί πόσοι άνθρωποι κοιμούνται στα χαρτοκούτια στα υπόστεγα των πόλεων της παγκόσμιας κοινότητας; Ο ποιητής μάς λέγει αδρά:</p>
<p>Κι ὁ κόσμος φτωχός, μοναχικός<br />
γιὰ μιᾶς δραχμῆς τὰ γιασεμιά<br />
χάνεται στὸ διάβολο-Βαρδάρη<br />
τσακισμένος ἀπὸ τὶς συμφορές,<br />
στεφανωμένος ὑποταγή. [σελ.12]</p>
<p>(&#8230;)</p>
<p>Πικρό ψωμί καὶ κίβδηλη ζωή [ σελ.13]</p>
<p>Η ζωή υπάρχει σαν ερημόκαμπος, όπως στον ασάλευτο κάμπο ή την άνυδρη έρημο ή τη στέρφα στέπα. Ο Κεχαΐδης την παριστάνει με γλαφυρό τρόπο στο θεατρικό έργο του Το πανηγύρι. Και στο ποίημα «Ερημόκαμπος» του Κοζία διαβάζουμε:</p>
<p>Τυφλός λαός, τυφλὸς σὰν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση οὐρλιάζει, μὲ χαύνωση κοιμᾶται<br />
καὶ ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ἀνίδεος καὶ ἀκαμάτης<br />
σὰν γελωτοποιὸς στὸν Ἅδη</p>
<p>Κακορίζικε ἄνθρωπε<br />
Σὲ ἐποχὴ γερασμένη</p>
<p>Δοῦλος στρατῶνος<br />
Μοίρα σου ή Δημοκρατία τῆς πλάνης καὶ τοῦ Μαμωνά [σελ.14]</p>
<p>Τελικά, ποιος θα μας σώσει από την ψεύτικα λουστραρισμένη ζωή, ρωτάει ο στίχος:</p>
<p>ποιός θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὴ μοράβια; [σελ.18]</p>
<p>Είναι ο άνθρωπος και η ζωή ό,τι μας λένε οι πιο κάτω στίχοι:</p>
<p>Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιὰ προκατάληψη<br />
κι ἡ ζωὴ μιὰ ἐμποροϋπάλληλος<br />
ἀπ᾿ τὸ Μόναχο<br />
σὰν τὴν Εὔα Μπράουν<br />
μὲ τὸν ἀρχαῖο φόβο στὰ μάτια [σελ.25]</p>
<p>Εἶναι οἱ ὧρες τοῦ θανάτου<br />
ποὺ κυλάει αἱμάσσουσα<br />
ἡ ζωή καλπάζοντας, καλπάζοντας [σελ.28]</p>
<p>Μοιάζει ουτοπία η ζωή, επειδή τα δύο κοινωνικά συστήματα σάπισαν, πρώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και μετά από χρόνια, σαπίζει και η δύση. Η λύση για αντίσταση της ζωής αναζητείται.</p>
<p>Αποπλάνηση τῶν ἀστῶν τὰ πλούτη<br />
καὶ ἡ Bandiera rossa τοῦ ἐργάτη [σελ30]</p>
<p>Αν θέλουμε τη ζωή, η οποία πατρονάρεται σε όλες τις εκφάνσεις της, ζωντανή, δεν μένει τίποτα άλλο εκτός από ρήξεις και καθημερινές επαναστατικές πράξεις. Πριν γίνουν όλα σκόνη των άστρων, αξίζει να ζεις με δυναμισμό και να σπάσεις το στημένο παιχνίδι που μας σκεπάζει. Μια διέξοδος που ταιριάζει στην πραγμάτωση του Είναι μας.</p>
<p>Διψᾶς, ζωή – Γύρεψε, ἅρπαξε, σκόρπα</p>
<p>Γιατί,</p>
<p>Ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει· τὸ χρυσάφι<br />
χάνεται ἡ δόξα γίνεται σκόνη [σελ.32]</p>
<p>Ὅλη ή ζωή συνοπτικὰ καὶ σὲ προσφορά<br />
Σκόνη, τέφρα, σκιὰ χωρὶς μορφή,<br />
χωρὶς θρίαμβο, χωρὶς πάθος [σελ.33]</p>
<p>Παράξενος κόσμος ψάχνει ἐνοικιαζόμενα στὴν Ἀνάφη<br />
(&#8230;)<br />
Ξέμπαρκος κόσμος ἐλπίζει, μάταια ἐλπίζει<br />
στὸ ἴδιο μουράγιο ἀνάστροφα γυρίζει [σελ.34]<br />
Έτσι εγκλωβισμένοι όλοι, ας ανοίξουμε με θυμό έναν διάδρομο,</p>
<p>Ἄσε τὴ ζωὴ νὰ κροταλίζει, νὰ κροταλίζει<br />
στὴν ἀπύθμενη φύση, ἀπύθμενα</p>
<p>Γιατί να ξοδεύεται η ζωή όπως πιο κάτω:</p>
<p>Ὁ ἔξω κόσμος trafficking, ρομπότ καὶ LSD<br />
Καὶ μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται<br />
καλύτερα ἀπὸ τὶς μηχανές<br />
καλύτερα ἀπὸ τοὺς πάνθηρες<br />
καλύτερα ἀπὸ χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα [σελ.36]</p>
<p>Κι ἐμεῖς μαύρη ζωή, κέρματα καὶ θλίψη [σελ.42]</p>
<p>Τι μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ένα κούφιο καλάμι<br />
(&#8230;)<br />
Τί μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ζωὴ χωρὶς θέμα καὶ ἥρωα [σελ.43]</p>
<p>Στὸ μαγαζάκι τῆς ζωῆς<br />
Ἄνθρωποι κούκλες πανηγυριῶν<br />
Ἄνθρωποι ζῶα ἱπποδρομίου [σελ.45]</p>
<p>Ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρεβάτι<br />
Ἔρωτες, πλήξη, σάρκες χαμένες<br />
Τριαντάφυλλα μαῦρα τὸ βασίλειό μας<br />
mehr nicht, mehr nicht [σελ.47]</p>
<p>Για τα προσεχή χρόνια, οι πολίτες -με ανθρώπινα δικαιώματα- του κόσμου θα προσφωνούνται όπως πιο κάτω:</p>
<p>Δοῦλε τῆς Amazon,<br />
ἐργάτη τοῦ Ντιτρόιτ<br />
Σκλάβε τῆς Μαύρης Θάλασσας<br />
Ἄνεργε τοῦ Πάτερσον [56]</p>
<p>Η εκάστοτε άρχουσα τάξη και ιδιοκτήτρια, εθνών, χωρών, υποταγμένων και μη, φανερά και αθέατα, επιδιώκει πάση δυνάμει να τελειώνει εκτός των άλλων και με την ομορφιά, δηλαδή με τον πολιτισμό. Επιλέγοντας τον τελευταίο στίχο από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Βάαλ ή ο μικρός θεός της ομορφιάς», ο ποιητής μάς τραγουδάει ρεαλιστικά ότι οι δήμιοι έχουν στόχο τον μικρό θεό της ομορφιάς με ό,τι αυτό σημαίνει.</p>
<p>Τώρα οἱ δήμιοι δοκιμάζουν τὴν τέχνη τους<br />
πάνω στὸν μικρὸ Θεὸ τῆς Ὀμορφιᾶς. [σελ.11]</p>
<p>Οι δήμιοι δεν χρειάζονται γκιλοτίνα, έχουν τρόπους να σκοτώσουν ψυχές, σύγχρονους, τέλεια αποτελεσματικούς. Επιλέγω το ποίημα «Απεραντοσύνη&#8230;» για να δοθεί με εμφατικό τρόπο τι ζούμε πια εδώ, παραλυτική αδιαφορία και ιδιωτικότητα.</p>
<p>Ἐδῶ ἡ Τάξη ἀποκεφάλισε τὴν Ὀμορφιά<br />
Ἐδῶ κυβερνάει τὸ Θνητό Ἐδῶ τὸ Μάταιο<br />
χτυπάει τὰ κρόταλά του</p>
<p>Καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων<br />
Κορυφὴ τῆς Ἐπανάστασης<br />
Κορυφή Κάρλ Μάρξ<br />
Κορυφὴ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ὀκτώβρη<br />
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι<br />
Σέλας ὡραῖα, ὡραῖα σὰν ὄνειρο ἂς λάμψει</p>
<p>Απεραντοσύνη στοὺς γαλαξίες χαράζεις τὸ ὄνομά σου. [σελ. 42]</p>
<p>Στο ποίημα «Αναπνέοντας ελευθερία ριψοκίνδυνη» πολύ γλαφυρά μας επισημαίνει ότι είμαστε τα τελευταία εξεγερμένα κύτταρα τα οποία είναι ήδη νοερά στο δρόμο για τα νεκροταφεία.</p>
<p>Εἴμαστε οἱ τελευταῖες ἐξεγέρσεις τῶν κυττάρων<br />
στὰ ἑνωμένα νεκροταφεῖα τοῦ ἀνθρώπου. [σελ.22]</p>
<p>Δίνει το τρίστιχο ποίημα «Στροφή για τα παιδιά» μια αισιοδοξία για το πότε μπορεί να υπάρξει διέξοδος.</p>
<p>Ὣς νὰ λαλήσει ὁ πετεινός στὸ νεκρικό κρεβάτι<br />
Οἱ χειρότεροι θὰ βασιλεύουν θλιμμένοι<br />
Καὶ οἱ καλύτεροι θὰ σπαράζονται ἀπὸ τὴ λήθη. [σελ.27]</p>
<p>Με απλά λόγια, μας ορίζει τον χρόνο που θα πραγματωθεί τούτο, και θα είναι όταν οι καλύτεροι θα πάψουν να συνωστίζονται δεύτεροι-υποταχτικοί, στη λήθη.</p>
<p>Στο τελευταίο ποίημα, «Φάντασμα για μια χάλκινη σάλπιγγα», νιώθεις την εναγώνια προσπάθεια του ποιητή, έστω και την ύστατη ώρα, να γίνει κάποιο θαύμα. Εδώ, εντέλει, λειτουργεί προφητικά.</p>
<p>Δοῦλε, ἐξέσπασμάς με<br />
Δοῦλε, ἐξέσπασας ὡς πάνθηρ στὴ Νέα Ἱεριχώ</p>
<p>Καὶ μὲ τὰ νύχια γράψε<br />
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον<br />
ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ! [σελ.57]</p>
<p>Τέλος, μέσα στη συλλογή, βρήκε θέση η λέξη μετα-άνθρωπος: «Λαοὶ φεύγουν, μετάνθρωποι ἔρχονται» [σελ. 56].</p>
<p>Κατά πόσο θα πάει ο κόσμος με αυτά που σχεδιάζουν και επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες της τεχνολογίας, οι κυβερνήτες των κερδών, είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά αν σφάξουμε το μέλλον, όπως γράφει ο Γιώργος Κοζίας, ίσως προκύψει το θαύμα. Αλήθεια, μετά όσα προηγήθηκαν, τι αιώνα κάνει έξω;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 15/06/2024</p>
<p>Εξάγγελος είναι ο αγγελιαφόρος. Στο αρχαίο δράμα είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στη σκηνή, για να αναγγείλει όσα δεν διαδραματίζονται μπροστά στους θεατές. Στην περίπτωση του Γιώργου Κοζία, ο οποίος επιγράφει την έβδομη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Εξάγγελος (εκδόσεις Περισπωμένη, 2021), τα πράγματα δεν ακολουθούν τη νομότυπη από το αρχαίο δράμα σειρά. Στην ποίηση του Κοζία ο πληροφορητής δεν φέρνει στο (αναγνωστικό) κοινό νέα, ευοίωνα ή δυσάρεστα, καθώς δεν πρόκειται για νέα. Δηλαδή, ο εξάγγελος του Γιώργου Κοζία μεταφέρει με το στόμα του διαχρονικές αλήθειες, οι οποίες είναι γνωστές αλλά όχι εμπεδωμένες, καθώς φαίνεται από την Ιστορία, στη συνείδηση των ανθρώπων. Επομένως, πετυχαίνει μια άλλη σύμβαση του αρχαίου δράματος. Η υπόθεση είναι γνωστή. Το κοινό γνωρίζει την έκβαση. Το διακύβευμα δεν είναι, λοιπόν, άλλο παρά η οπτική, ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο παρουσιάζονται αυτές οι διαχρονικές αλήθειες γύρω από τη ζωή, τον θάνατο, την αιματοκυλισμένη ανθρωπότητα και τον διάτρητο κοινωνικό ιστό. Για τον σκοπό αυτό ο Κοζίας επιλέγει να σμιλεύσει ποιητικό λόγο αρκετά συμβολικό και υπαινικτικό. Μπολιάζει τις ποιητικές του καταγραφές με πρόσωπα, γεγονότα, μύθους και ήρωες του παρελθόντος μετακυλώντας αλληγορικά τη δράση τους στο απτό παρόν υπαινισσόμενος τα κακώς κείμενα της εποχής του στην οποία και ο ίδιος ακούσια εντάσσεται, ζει και δημιουργεί.</p>
<p>Η συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τριάντα οχτώ ποιητικά κείμενα εκ των οποίων τα περισσότερα διαστέλλονται σε μία σελίδα – πρόκειται για ποίηση σύγχρονη, μοντέρνα κατά τόπους υπερρεαλιστική με εμφανείς, εντούτοις, επιρροές στον ρυθμό και στο γλωσσικό εργαλείο από την παράδοση – θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπηρετεί έναν διττό στόχο. Επιχειρεί αφενός να χαρτογραφήσει τη ζωή αντιθετικά προς τον βιολογικό και πνευματικό θάνατο και αφετέρου να αφυπνίσει τους νοητικά κεκοιμημένους αρθρώνοντας κοινωνικό και πολιτικό λόγο.</p>
<p>Για τον πρώτο στόχο, μπορούμε σταχυολογώντας να φωτίσουμε ενδεικτικά κάποιους στίχους. «Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε/ ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει.» (Από το ποίημα «Ο Ελαφοκυνηγός», σ. 26) «[…] μια ζωοπανήγυρις ο βίος/ κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας/ με τον κουβά και τον σανό του/ περιμένει τον τσαμπάση» (Από το ποίημα «Θηβαϊκός κύκλος», σ. 32) «Ο κόσμος/ δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε/ Θάντος επί πιστώσει/ Αυτό είναι όλο» (Από το ποίημα «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο», σ. 41) «Όλη η ζωή μας/ ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» (Από το ποίημα «Όνειρο στο κύμα», σ. 42) «Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι/ μες στις ρωγμές του ύπνου/ Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου/ για ενός λεπτού τιμή/ για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο» (Από το ποίημα «Σπαμένο ρέκβιεμ», σ. 49). Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την περιδιάβαση της συλλογής, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί τον διακειμενικό διάλογο του ποιητικού λόγου του Κοζία και να στοχαστεί τις ρητές ή άρητες, έξω και έσω κειμενικές αναφορές σε συγγραφείς και λογοτεχνικά έργα. Αναφέρονται ενδεικτικά οι αναφορές στους: Σελίν, Ρίλκε, Ζαχς, Τράνστρεμερ, Γκριν, Ταρκόφσκι, Σολωμός, Λαπαθιώτης, Σεφέρης, Παπαδιαμάντης, Αναγνωστάκης, Σικελιανός, Παπαδημητρακόπουλος, κ.ά.</p>
<p>Τον δεύτερο στόχο υπηρετεί η συνειρμική και υπαινικτική λειτουργία της γλώσσας και ο προτρεπτικός λόγος από την πλευρά του ποιητικού υποκειμένου. Το ποιητικό υποκείμενο αντιτίθεται σθεναρά στη πνευματική αποχαύνωση και τον εφησυχασμό με στίχους που ατσαλώνουν τον κοινωνικοπολιτικό στοχασμό του. Η επιδίωξη της γνώσης ανάγεται σε ακρογωνιαίο λίθο της υπόστασης του ανθρώπου, ενώ η άγνοια ούσα ανεπίτρεπτη, ειδικά στην εποχή μας που επικρατεί ο κατακλυσμός πληροφοριών και η ραγδαία επικοινωνία των ειδήσεων από όλον τον κόσμο, καυτηριάζεται και στηλιτεύεται από το ποιητικό υποκείμενο με λόγο άλλοτε ειρωνικό και κυνικό (με ευδιάκριτη την καρυωτακική επιρροή) και άλλοτε εκπεφρασμένο ως δριμύ κατηγορώ. Ο Κοζίας υφαίνει μια ποίηση – ωδή στον ανήσυχο και δρώντα νου.</p>
<p>Θα φωτίσουμε και πάλι ενδεικτικά κάποιους στίχους προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων. « – Σκιά όνου έξω από τα τείχη/ η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!// Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.» (Από το ποίημα «Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους», σ. 13). «Αγοράστε τους ένα Tablet εγκεφάλου/ μια χρυσή προσωπίδα/ Χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/ μια αυταπάτη, μια φρούδα ελπίδα/ “Τι σπάει δεσμά και τυράννων αλυσίδες;” (Από το ποίημα «Σε άνιση πάλι κι αγώνα», σ. 18). «Κι εμείς τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/ Ω, τι ωραία πέφτουμε/ δημόσιοι κι ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων.» (Από το ποίημα «Ζωώδες επαρχείον», σ. 24) «Κατάρα, παλιά κατάρα/ με το αυγό του φιδιού στην κλίνη/ Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι/ και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα» (Από το ποίημα «Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;», σ. 52-53). «Κοιτάξτε, ζωντανοί, το απελπισμένο/ Ζυγόν δουλείας αν λησμονήσετε/ Στη λήθη όλο το σπασμένο […] Πηγαίνετε στους αφίλητους/ στους ξένους, στους αλυσοδεμένους/ στους πένητες, στους άγρια σκοτωμένους» (Από το ποίημα «Μασάντα/άσμα εγερτήριο», σ. 55-56).</p>
<p>Παράλληλα, ο ποιητής κλείνει το μάτι στους παράταιρους άλλους, ή τουλάχιστον σε αυτούς που φαίνονται να είναι έτσι, σε αυτούς που επιμένουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο, σε αυτούς που έχουν στόχους και παραμένουν στην ουσία τους άνθρωποι, σε αυτούς που υπερασπίζονται το όραμά τους αλλά εν τέλει αποτυγχάνουν και πληγώνονται βαθιά, όταν βλέπουν τις προσδοκίες τους και τις προσπάθειές τους να καταρρέουν, σε αυτούς που χλευάζονται εξαιτίας των διαφορετικών τους πεποιθήσεων ή και επιδιώξεων, σε αυτούς που θέλουν να κάνουν την αλλαγή και να πετύχουν κάτι όχι μόνο για ίδιον συμφέρον αλλά και για το συλλογικό. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και ξεχωρίζει το ποίημα «Ο Κύριος δεν σώζει αυτούς που πέφτουν» με το οποίο ο Κοζίας μάς θυμίζει την περίπτωση του Άλμπρεχτ Λούντβιχ Μπέρμπλινγκερ (1770-1829), γνωστόν και ως ο Ράφτης της Ουλμ, ο οποίος προσπάθησε να πετάξει κατασκευάζοντας το πρώτο αιωρόπτερο. Η προσπάθειά του απέτυχε και κατέπεσε στον Δούναβη. Διασώθηκε αλλά η πράξη του έγινε αντικείμενο κοροϊδίας και υπαινιγμών κατά των 19ο αιώνα.</p>
<p>Κλείνοντας αυτό το σύντομο κριτικό σημείωμα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι για τον Κοζία η ποίηση επιδιώκει να αναχαιτίσει τη λήθη. Τη λήθη των ακράδαντων παραδειγμάτων της παγκόσμιας ιστορίας που διαυγάζουν ότι το «κουτσό της μοίρας αμαξάκι» (από το ποίημα «Της μοίρας το αμαξάκι», σ. 47-48) ωθεί τον ευσυνείδητο και εν εγρηγόρσει ανθρώπινο νου να αποτινάζει τα δεσμά και να παλεύει για την ελευθερία του όσο ζει, όσο αναπνέει. Σε τούτη τη βιωτή αυτό είναι το μέγιστο αγαθό. Άλλωστε στο επέκεινα τα πράγματα είναι εξίσου ξεκάθαρα: «Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;/ Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου/ με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη.» (Από το ποίημα «Ο θησαυρός των αηδονιών», σ. 21).</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ</strong></h5>
<p>https://neoplanodion.gr 19/06/2023</p>
<p>Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού</p>
<p>Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο<br />
κι αποκρίνεται το φύλλο<br />
Paradiso, paradiso<br />
στο ώριο περιβολάκι και<br />
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.<br />
Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.</p>
<p>Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.</p>
<p>Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.</p>
<p>Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.</p>
<p>Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).</p>
<p>Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;</p>
<p>Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).</p>
<p>Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).</p>
<p>Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).</p>
<p>Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.</p>
<p>Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΟΓΙΑΝΝΗΣ</strong></h5>
<p>oanagnostis.gr 16/02/2022</p>
<p>Εξάγγελος»: Η ενδοχώρα του χρόνου</p>
<p>Στο μυθιστόρημα του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», ο Μαρσέλ Προυστ προσεγγίζει – μεταξύ άλλων – δύο θεμελιακά ζητούμενα. Οριοθετεί κατά τρόπο πρωταγωνιστικό την εποχή της διακειμενικότητας, γονιμοποιώντας έτσι το διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγγραφέων και ανιχνεύει τη σημαντικότερη ίσως παράμετρο του ανθρώπινου βίου: το χρόνο. Εμβαθύνει, δηλαδή, στο πώς αντιλαμβανόμαστε και φιλτράρουμε τη σταθερά του χρόνου, το πώς η δράση και εν γένει ο ανθρώπινος βίος διασταυρώνεται, οριοθετείτε και κατά συνέπεια εμπεριέχεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.</p>
<p>Στην 7η ποιητική συλλογή του «Εξάγγελος», Περισπωμένη, 2021, ο Γιώργος Κοζίας απαντά στα παραπάνω μείζονα ζητούμενα:</p>
<p>α) Σε πρώτη προσέγγιση, με ποιους ποιητές και περσόνες της τέχνης αλληλοεπιδρά και συνομιλεί; Πότε επιλέγει να ενεργοποιήσει αυτή τη διακειμενική σχέση; Με ποιο τρόπο δανείζεται ή και μεταγράφει το λόγο ή τη σκέψη τους; Το πώς, τελικά, και κυρίως γιατί επιτυγχάνει αυτή η διακειμενική σχέση να μετουσιώνεται στο δικό του αφομοιωμένο ποιητικό ιδίωμα.</p>
<p>Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά τη διακειμενικότητα, καθώς και τις ποιητικές αλληλεπιδράσεις, αναφέρω ενδεικτικά, τα ακόλουθα παραδείγματα:</p>
<p>1) (σελ. 20, «Αλαφροΐσκιωτο», συνάφεια με Σεφέρη, Καβάφη, Σικελιανό)</p>
<p>«– κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις/ Νέο αίμα ευγενικό περνάει, ξένο κι αλαφροΐσκιωτο»</p>
<p>2) (σελ. 28, δάνειο από Σολωμό, «Δεσμώτες στην ακτή του Φαλήρου»)</p>
<p>Δεν ακούγεται ουτ’ ένα κύμα εις την έρμη ακρογιαλιά / λες και η θάλασσα κοιμάται / μες στης γης την αγκαλιά</p>
<p>3) (σελ. 27, «ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΌ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΦΙΟΡΙΝΙΩΝ», δάνειο/ συνομιλία με το Σουηδό ποιητή, Τόμας Τράνστρεμερ)</p>
<p>«… το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»</p>
<p>4) (σελ. 30, «ΓΙΟΥΚΑΛΙ (Με τον τρόπο του Γ.Κ)» – συνάφεια με Σεφέρη)</p>
<p>Τι απροσμέτρητο περνά;/ Λύπες, χαρές, ελπίδες μένουν πίσω/ Και η βάρκα επιστρέφει μόνη αστόλιστη, δίχως μεσα το νεκρό/ Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά</p>
<p>5) (σελ. 47, «ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟ ΑΜΑΞΑΚΙ», προμετωπίδα Αρσένι Ταρκόφσκι, δάνειο Κ. Καρυωτάκη)</p>
<p>Κουτσό της μοίρας αμαξάκι / που μας πηγαίνεις</p>
<p>/κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας / φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών … VIVE LA FUITE!</p>
<p>Αν, όμως, θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον ποιητή, στον οποίον ο Κοζίας οφείλει, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη διακειμενική συνάφεια, καθώς και τη σαφέστερη υπαρξιακή, φιλοσοφική και ιδεολογική επιρροή, τότε αυτός είναι μακράν ο Μίλτος Σαχτούρης. Και εδώ, αξίζει σίγουρα να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Διότι σχετικά με τον Σαχτούρη έχει εύστοχα επισημανθεί ότι σαν διανοούμενος ποιητής μάς βοήθησε να εξοικειωθούμε πρώτα και κύρια, με το παράλογο και το εφιαλτικό. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, με τα προβλήματα που παραμένουν «καθολικά και ανιστόρητα», ο Κοζίας συγκροτεί με «λέξεις κρυσταλλικές και εικόνες ακατάπαυστα εναλλασσόμενες», το δικό του ποιητικό μύθο (βλ. Γ. Δάλλας). Και αυτό το πράττει με τρεις κατ’ εξοχήν Σαχτουρικούς τρόπους: συνθέτοντας από α)τα αρχέτυπα της μυθολογίας, β)του ιστορικού και γ) του ατομικού βιώματος, το ποιητικό σώμα και του «Εξάγγελου».</p>
<p>Β) Σε ό,τι, τώρα, αφορά στο δεύτερο ζητούμενο του χρονικού προσδιορισμού, ενδιαφέρον έχει το πώς ο Κοζίας χρησιμοποιεί στον «Εξάγγελο», την έννοια και τη δυναμική του χρόνου: Πότε, δηλαδή, το πράττει; Σε ποιο πλαίσιο και με ποια προσδιοριστική ακρίβεια; Πώς πυροδοτεί μέσω της παραμέτρου του χρόνου, τη συνολικότερη δράση των ποιημάτων του; Με άλλα λόγια, όταν στον παρανομαστή του ποιητικού του στοχασμού τοποθετεί το παρελθόν, το παρόν είτε το μέλλον, τότε στον αριθμητή, ο Κοζίας εκθέτει οτιδήποτε αφορά την ανθρώπινη σκέψη.</p>
<p>Ακολουθώντας, λοιπόν, τον τρόπο της χρονικής και συνακόλουθα ιδεολογικής αντίστιξης/ συνομιλίας, ο Κοζίας επιλέγει τα αρχικά ποιητικά παραθέματα, που καθοδηγούν σαν οδοδείκτες, τον «Εξάγγελο».</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο ποιητικό παράθεμα του Σελίν διαγράφει σ’ ένα διαρκές ατελέσφορο παρόν, τον φαινομενικά μάταιο ανθρώπινο βίο. Και ετούτη η αποστροφή προβάλλει πως είναι καθολικά αρνητική: ο χρόνος φαίνεται να είναι μία ολοκληρωτικά χαμένη υπόθεση. Ένα στοίχημα που θέτει μία σειρά ανεκπλήρωτων ονείρων: « δεν υπάρχει πια μεταμέλεια/ δεν υπάρχει τίποτε/ παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας. Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;» (Louis, Ferdinand Celine).</p>
<p>Αν όμως στην αφετηρία του «Εξάγγελου» ο Σελίν μάς καθηλώνει με την ανεκπλήρωτη αποστροφή του, εν συνεχεία έπεται η διαλεκτική απάντηση/ συνομιλία του Ρίλκε: τελικά ο χρόνος δεν είναι, όπως αρχικά φαντάζει, μία καθολικά αρνητική υπόθεση. Γι’ αυτό το λόγο – στο επόμενο, επιλεγμένο παράθεμα του Rainer Maria Rilke, – η ποίηση που αρθρώνεται στον «Εξάγγελο», αναλαμβάνει να πραγματώσει σ’ ένα διαρκές παρόν, το ανθρωπιστικό, όσο και το ποιητικό έλλειμμα. Και αυτό, διότι πολύ απλά, ο ποιητικός χρόνος και λόγος εξακολουθεί να αποτελεί κατά τρόπο επιτακτικό, έναν πίνακα, που συγκεντρώνει και μετουσιώνει τα θραύσματα του ανθρώπινου χρονο-βίου: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.» (Rainer Maria Rilke).</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας δεν πράττει τίποτε παραπάνω στον «Εξάγγελο», ιδίως σε ό,τι αφορά το έργο της καρδιάς, στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα… στο “σύμπαν” του προσωπικού του χρόνου. Η αποστροφή του στο εμβληματικό του ποίημα «Σε σας που κτίζετε» (σ. 10) είναι κατηγορηματική, εφόσον προσδιορίζει ένα εμφανές χρονικό στίγμα, απευθυνόμενος στις μελλούμενες συναθροίσεις των ανθρώπων: «Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων/ ποτέ να μην ξεχνάτε/ υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι». Μία ομολογουμένως φιλόδοξη, φαντασιακή αποστροφή, εφόσον ο Κοζίας απευθύνεται τουλάχιστον σε οκτώ σημαίνοντες, δικούς του, υπαρξιακούς κύκλους.</p>
<p>Από ’κει και πέρα, ο Κοζίας δεν αυταπατάται, όταν συνθέτει το ψηφιδωτό του χρόνου. Εδώ, το συνολικό, χρονικό άθροισμα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό για έναν ποιητή. Πιο συγκεκριμένα, από τις 50 περίπου ποιητικές σελίδες του «Εξάγγελου», τουλάχιστον οι 20 είναι ξεκάθαρα, χρονικά προσανατολισμένες. Και από τις 20, οι 8 αφορούν τον επιμερισμένο χρόνο (μέρα, νύχτα, πρωί κ.τ.λ.), οι 9 αφορούν πιο διευρυμένους, χρονικούς κύκλους (Αιωνιότητα, Άχτιστος χρόνος) και τέλος, μόνον οι 3 αφορούν ταυτόχρονα και τον επιμέρους και τον διευρυμένο χρόνο.</p>
<p>Εκλαμβάνοντας, άρα, σαν δεδομένο αυτή τη χρονική διαβάθμιση, αξίζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο χωρόχρονο της νύχτας: Γιατί όταν για τον Κοζία «ο πόθος όλη τη νύχτα (…) ξεφαντώνει/ το Κατακτημένο, το Πεινασμένο/ το Εκπορνευμένο/ το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό/ με υψωμένες τις ρομφαίες», τότε, η νύχτα κατακτάτε από την έλευση των «Ντενίσοβα», που αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά απεχθή πρόσωπα του αλλοτριωμένου ανθρώπου (σελ. 9).</p>
<p>Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον ο χρόνος της μέρας συνομιλεί με το μέλλοντα χρόνο στο ποίημα «Αλαφροΐσκιωτο»:</p>
<p>Όταν μια μέρα / το σήμερα δεν γίνεται αύριο (τότε) Δούρειος ίππος σε πολιορκεί, δούρειος σε γερνάει</p>
<p>Και η παραπάνω μέθεξη της μέρας με το μέλλοντα χρόνο αποκτά μία ξεχωριστή δυναμική, στο συγκεκριμένο ποίημα, αν συνυπολογίσουμε επιπροσθέτως, τη διακειμενική συνομιλία του Κοζία, με τρεις κορυφαίους ποιητές: τον Σικελιανό, το Σεφέρη και τον Καβάφη (ποιητικό ηχόχρωμα):</p>
<p>Όταν μία μέρα στον κήπο των Τρώων/ πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος/ χάνεται, φεύγει το πνεύμα (Σικελιανός)</p>
<p>Πέφτει η σάρκα/ και νέους έρωτες αναζητάμε/ καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει (η αρχαιοελληνική μυθολογία του Σεφέρη)</p>
<p>-Κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις–(Καβάφης, το ποίημα Τρώες)</p>
<p>Συνοψίζοντας την υπαρξιακή/ χρονική του αναμέτρηση, ο Γιώργος Κοζίας καταφέρνει με ποιητική μαεστρία να δείξει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων, όταν αυτά έρχονται αντιμέτωπα με την ανυπέρβλητη εξουσία του θανάτου. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση – που ο ποιητής του Εξάγγελου αίρεται στο ύψος του Άχτιστου χρόνου και της αιωνιότητας – τότε αναπόδραστα ενδύεται ένα ποιητικό ηχόχρωμα, που περισσότερο μοιάζει με το μεταφυσικό ένδυμα του θρησκευτικού λόγου. Ή πιο συγκεκριμένα, με την έκφραση του Παπαδιαμάντη, που έτσι ή αλλιώς έχει γονιδιακά αφομοιώσει και τα δύο: και τον μεταφυσικό και τον θρησκευτικό μετεωρισμό:</p>
<p>Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκο</p>
<p>«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;»</p>
<p>Τίποτε δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου.</p>
<h5><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Εντευκτήριο &#8211; Αρ. Τεύχους: 124 Δεκέμβριος 2022</p>
<p>Angelus Novus</p>
<p>Ποιον ακριβώς ρόλο καλείται να παίξει ο εξάγγελος στο ομότιτλο, καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Κοζία; Αν έπρεπε να διαλέξω, αντί για τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας, που εμφανίζεται προκειμένου να αναγγείλει κάτι το οποίο έχει διαδραματιστεί στον αόρατο χώρο πίσω από τα σκηνή (προβάλλοντας ή συνοψίζοντας συμβάντα απαραίτητα για τη συνέχιση της δραματικής αλληλουχίας), θα προτιμούσα τον άγγελο της Ιστορίας (Angelus Novus) του Κλέε και του Μιιένγιαμιν, που έχει στραμμένο το<br />
πρόσωπό του προς τα πίσω (προς τα ζωντανά ερείπια της ιστορικής πραγματικότητας) ενόσω είναι έτοιμος να φτεροκοπήσει προς τα επερχόμενα του μέλλοντος, με τη διαφορά πως θέλει πρωτύτερα να διασώσει από τη λήθη τούς αγώνες<br />
και τις θυσίες του παρελθόντος. Οι κουΐντες του Εξάγγελου του Κοζία κρύβουν (αν είναι να σκεφτούμε τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας) πρωτίστως τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, ενώ το ιστορικά παρελθόν στο οποίο διανοίγονται τα ποιήματα της συλλογής ισοδύναμοί, κατά πάσα πιθανότητα (αν είναι να σκεφτούμε τον άγγελο της Ιστορίας), με τη<br />
θεματική αλλά και με την υπαρξιακή ή την οντολογική της ταυτότητα:</p>
<p>[…]<br />
Ω αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω<br />
στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα<br />
για να τον ξαναδώ να μάχεται<br />
με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη<br />
και το έμπιστο στιλέτο του</p>
<p>Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης<br />
στην παρακμή της Λόντρας<br />
και στην εξάντληση τον Παρισιού<br />
Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής<br />
ενάντια σε φαύλους<br />
σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους</p>
<p>Κι άλλον τρόπο δεν έχω<br />
εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός<br />
μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών<br />
μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη<br />
μιαν ελπίδα σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.</p>
<p>Δεν παρακολουθεί πάντοτε ο Κοζίας τις διαδρομές και τις μετατροπές ή τις μεταστροφές της Ιστορίας στο βιβλίο του, ούτε συστεγάζει ετερογενή γεγονότα και ασύμπτωτες μεταξύ τους ιστορικές περιόδους κάτω από την ίδια σκέπη, όπως το δοκιμάζουν συχνά τα τελευταία χρόνια οι ποιητές νεότερων ή και πολύ νεότερων γενεών από τη δική του, φτιάχνοντας ένα pastiche που ταιριάζει στα μέτρα και στη λογική ενός άλλου πνεύματος. Η Ιστορία, παρ’ όλα αυτά, ξεμυτίζει κάθε τόσο από τους στίχους του Κοζία<br />
(ως τεκμήριο και συμβάν, ως μνημείο και ως απομνημονευμένος τόπος μα και<br />
ως καλλιτεχνικός υπαινιγμός ή ως μύθος αι ως αλληγορία), ορίζοντας και την<br />
ποιητική του: ό,τι περιμαζεύει ο άγγελος της Ιστορίας από τα αποκαΐδια της,<br />
αναλαμβάνει να προφυλάξει για λογαριασμό της μνήμης, αλλά και ό,τι ξεγλιστράει κάτω από τα φτερά του για να πεταχτεί στο χάος, καταλήγει στο πένθος και στον θρήνο: πένθος για τις χαμένες επαναστάσεις, τις εξεγέρσεις και τις ξεθεμελιωθείς σε οικουμενικά επίπεδο, και θρήνο για την αναπότρεπτη, εν κατακλείδι, απώλεια των πάντων:</p>
<p>[&#8230;]<br />
Στην Ουλμ έχουμε σύντροφο την Πτώση<br />
και μνηστή την Αυταπάτη<br />
Ω, πένθιμε ουρανέ, στην Ουλμ<br />
ο Κύριος δεν σώζει αστούς που πέφτουν.</p>
<p>Τίποτε, ωστόσο, από όλα αυτά, έστω κι αν βρισκόμαστε μπροστά στην κατακρήμνιση του υψηλότερου γοτθικού ναού του κόσμου, του ναού της Ουλμ, δεν είναι ικανό να δώσει τέλος στον πόθο για ζωή και στην επιθυμία για έναν άλλο βίο — ακόμα κι αν ένας τέτοιος βίος δείχνει νομοτελειακά αποκλεισμένος, ακόμα κι αν το σύμπαν θα γίνει ξανά και ξανά, χίλιες φορές, συντρίμμια. Και από εδώ ακριβώς αντλεί η ποίηση γενικά, και η ποίηση του Κοζία ειδικότερα, τη δύναμη και την ουσία της· με άλλα λόγια, τη ζωτική αναπνοή της — είναι σαν την ελπίδα και τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών<br />
του μελαγχολικού Σιγισμούνδου. Κι ένας τέτοιος κοντοτιέρος, μέγας εμπνευστής οχυρών, προστάτης των τεχνών, καθώς και ποιητής, δεν μπορεί παρά να τραγουδήσει και όλα όσα λογαριάζουμε συνήθως σαν απότοκα ή σαν σιωπηρά παραφερνάλια της Ιστορίας: από τη μάχη με την πολιτική μέχρι την αναμέτρηση με τον χρόνο, με την ανάλωση της ύπαρξης ή και με τον ίδιο τον θάνατο.<br />
Έχω ξαναγράψει (προ δεκαετίας σ’ αυτήν τη στήλη του Εντευκτηρίου) πως<br />
το ποιητικό σύστημα του Κοζία είναι ένα σύστημα χωρίς λυρικό εγώ, όπου οι εξάρσεις της ατομικής φωνής και η διαστολή τού όποιου προσωπικού αισθήματος (με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «προσωπικό αίσθημα» στην ποίηση) δεν έχουν καμιά θέση. Είναι κάτι που δεν προέκυψε εξαρχής στο έργο του αλλά κερδήθηκε, όπως όλες οι σημαντικές κατακτήσεις<br />
κατά την πορεία: από τον Ζωολογικό κήπο (1989) και τον Μάρτυρα<br />
που δεν υπήρξε (1995), που στάθηκαν, ασφαλώς, καταθέσεις με κάπως πιο εξομολογητικό χαρακτήρα, ο Κοζίας πέρασε πρώτα στο Πεδίον ρίψεων (2001) και εν συνεχεία στον Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες (2007), στον 41ο παράλληλο (2012) και στο Πολεμώντας υπό σκιάν&#8230; (2017), για<br />
να καταλήξει σε μία περίπλοκα υφασμένη ειρωνεία: αντίδοτο στη συγκινησιακή<br />
αφλογιστία της αισθηματολογίας και του μελοδραματισμού, που μπαίνουν συχνά από την πίσω πόρτα στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Κι αν ο εξάγγελος της αρχαίας τραγωδίας μιλάει στην ανά χείρας συλλογή για τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, όπως το έλεγα προεισαγωγικά, αν όντως μας υποδεικνύει το διακείμενο με το οποίο συνομιλεί τώρα ο Κοζίας, σε μία συνθήκη ελεύθερης (ακόμα και συνειρμικής ή υπερρεαλιστικού τύπου) ανταλλαγής, τότε θα χρειαστεί να μνημονεύσουμε τους πιο απροσδόκητους επισκέπτες: από Σολωμό, Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη και Σαχτούρη μέχρι<br />
Ρίλκε, Σελίν, Τσέλαν και Τούμας Τρανστρέμερ. Το ποιητικό παρελθόν και το<br />
διακείμενο, ωστόσο, δήλωναν ανέκαθεν την παρουσία τους στην ποίηση του Κοζία ως ένα διαρκές παιχνίδι ρητορικών τρόπων, οι οποίοι αυτονομούνται γρήγορα από τον τόπο της καταγωγής τους, για να υπονομεύσουν εκ των ένδον τη συγκρότηση της οποιασδήποτε συμπαγούς και ενιαίας ενότητας. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τον Εξάγγελο και με την περιδίνηση της Ιστορίας, σε ένα δείγμα ποιητικής γραφής με πολλαπλές εισόδους και εξόδους (όλες ανοιχτές και ποικιλοτρόπως προσβάσιμες), και σε ένα βιβλίο το οποίο συνιστά, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ωριμότερη και την ευτυχέστερη δουλειά του Κοζία &#8211; τουλάχιστον μέχρι στιγμής.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ &#8211; ΛΑΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 18/12/2021</p>
<p>«Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία ηχεί ως παιάνας συναισθηματικής εφόρμησης, έχει κάτι το αφυπνιστικό, το επαναστατικό, που συνδυάζεται με μία ανυποχώρητη εσωτερική πειθαρχία και δέσμευση στο υψηλό και στο ωραίο.<br />
Ο «Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης, δονείται από την ευθύνη του «καθοράν». Ορθώνεται ως Διγενής στο σύνορο της λογικής με το άλογο, το ομιχλώδες, το σκοτεινό και προειδοποιεί :<br />
«Σε σας μιλώ, τροπαιοφόρες συνειδήσεις<br />
Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων ποτέ να μην ξεχνάτε<br />
Υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι»<br />
Στέκει ασάλευτος στο μάτι ενός εγκόσμιου κυκλώνα, αιώνιος όμως κι άναρχος αυτός, σαν έξω από καθετί εγκόσμιο, κι αυτοσυστήνεται :<br />
«Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος<br />
Πιστός γιος της Βίας και του Πόθου».<br />
Δε διδάσκει με την τετριμμένη έννοια του όρου. Είναι όμως η ποίηση του Κοζία μια ποίηση διδακτική, που υπαγορεύει πρωτίστως τη ρήξη και τη σύγκρουση με κάθε υποκριτική σύμβαση, ως προϋπόθεση ελευθερίας. Ιδιότυπη, μοναδική, συνειδητά απαλλαγμένη από αισθητικές νοθείες και φραστικές υποχωρήσεις, υπάκουη μόνο σε μια βαθύτερη κι υπερκείμενη οργανική ενότητα που συνεχώς αναγεννάται μέσα από συμβολισμούς κι αμφισημίες, μοιάζει με τροφοδότη πλακούντα που πλάθει το αρχετυπικό έμβρυο του εσώτερου «είναι».<br />
Βυθίζεται στη μελέτη των ανθρωπίνων κι αξιοποιώντας μια γλώσσα τολμηρή και γενναία παρατηρεί :</p>
<p>«Σκιά όνου έξω από τα τείχη<br />
η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!</p>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών».<br />
Η υποβλητική δύναμη της έκφρασης και η ένταση του νοήματος είναι τα συστατικά της γοητείας που ασκεί η ποίηση του Κοζία. Κάθε στίχος μοιάζει με απόσταγμα αποστάγματος, με κορύφωση προηγηθείσας μάχης, με πυκνό, γεμάτο σφρίγος, επίλογο. Οικεία και απόκοσμη, σαφής και υπαινικτική, οξυδερκής και παιδικά αγνή, με ύφος πεζοφανές που ψιθυρίζει όμως ένα ανεπαίσθητο τραγούδισμα, ο «Εξάγγελος» μιλά απευθείας στο πρωτογενές κύτταρο της ύπαρξής μας και μας οδηγεί στην αυτεπίγνωση:<br />
«Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;<br />
Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου<br />
με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στην λήθη»<br />
και με αδυσώπητη ευθύτητα αποκαλύπτει την τραγική ουσία της ζωής που αιμορραγεί αβοήθητη από τις πιο βαθιές ψυχικές μας φλέβες:<br />
«Έρχεται κανείς, βρίσκει μια ζωή έτοιμη<br />
Δεν έχει παρά να την προβάρει<br />
Στην ούγια γράφει : Δέρμα εκτροφείου».<br />
Για να καταλήξει σε μία συγκλονιστική διαπίστωση στο ποίημα FALCONERIA :<br />
«Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος».<br />
Διαβάζοντας γευόμαστε ένα είδος συναισθηματικής κάθαρσης, η οποία δεν εκβιάζεται από τον ποιητή αλλά έρχεται ως επακόλουθο της αποδέσμευσης από οποιαδήποτε υποταγή σε κλισέ ποιητικές φόρμες και θέματα. Δουλειά της ποίησης εξάλλου δεν είναι να λύνει υπαρξιακά ή κοινωνικά προβλήματα. Υπακούει μόνο στην εσωτερική ανάγκη μετάγγισης του πνευματικού και ηθικού της βάθους. Υπάρχει χάριν του εαυτού της. Κι αυτός ο ωραίος «εγωισμός» είναι που τελικά δίνει απαντήσεις στον αποδέκτη αφού πυροδοτεί την επιθυμία προσέγγισής της· επιθυμία που σε ορισμένες εξαιρετικές στιγμές της ποιητικής παραγωγής, όπως στον «Εξάγγελο», κορυφώνεται σε διακαή πόθο. Κι είναι αυτός, ο πόθος, που τον κρατά σε συναισθηματική εγρήγορση. Είναι αυτός που τον ευλογεί με την γεύση του μόνιμα ανεκπλήρωτου· εγγύηση της αιώνιας νεότητας του στίχου, που διατρέχει το παρελθόν, το παρόν και θα διαβάζεται ως πάντα επίκαιρος, γιατί είναι ειλικρινά ανθρώπινος, και στο μέλλον.<br />
Ως επίλογο, θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση : σημαντικό στοιχείο που προσφέρει μονοπάτια προσέγγισης των ποιημάτων του Γιώργου Κοζία είναι ο τίτλος τους. Ο Καβάφης θεωρούσε πως «ο τίτλος αποτελεί ένα σχόλιον» στο ποίημα. Κι αυτό επιβεβαιώνεται σε κάθε σελίδα της συλλογής. Τίτλοι πρωτότυποι, που λειτουργούν σαν το φυτίλι ανάφλεξης των στίχων που θα ακολουθήσουν : «Μαύρη Επίδαυρος», «Περιοδεύων Θίασος Ντενίσοβα», «Σπασμένο Ρέκβιεμ», «Ο Θησαυρός των αηδονιών»…<br />
Επιβεβαιώνεται πως η αρχή λειτουργεί ως καταλύτης και προδικάζει πολλές φορές το τέλος.<br />
Ο Κοζίας με τον «Εξάγγελο» στέκει στην ψηλότερη ντάπια ενός κάστρου υπό πολιορκία και απευθύνει γενναίο χαιρετισμό :<br />
«Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ<br />
Χαίρε άγριο άτι πολεμικό<br />
Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό<br />
Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες».<br />
Κι ο αναγνώστης καλείται να αντιχαιρετήσει κι εν τέλει να αναμετρηθεί μαζί του.</p>
<h5><strong>ΜΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 02/12/2021</p>
<p>«ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ»</p>
<p>Ο εξάγγελος είναι πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή. Ο άλλος γνωστός και πολυτραγουδισμένος Αγγελος-εξάγγελος λέει κάποια στιγμή: «Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά/η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα/τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά/μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια» (Σαββόπουλος)</p>
<p>Ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία δεν έχει τέτοιο σκοπό: λέει την αλήθεια κοιτώντας μας κατάματα και κάποιες στιγμές, αν όχι πάντα, αδιαφορώντας για το επώδυνο της αποκάλυψης. Μας λέει αυτό που πρέπει και όχι αυτό που θέλουμε να ακούσουμε: ανοίγει την αυλαία των εσωψύχων μας και κάποτε τη ρίχνει κιόλας.</p>
<p>Ποιος είναι, λοιπόν; Και τι νέα μας φέρει; Είναι αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων; Ή μήπως εκείνος που με τα λόγια του εξιστορεί όσα δυσάρεστα θέλουμε να αποφύγουμε; Μήπως τα μυστικά που έρχεται να μας μολογήσει, είναι ουσιαστικά η ζωή μας και τα -για πολλούς λόγους- ανείπωτα; Μήπως ο Εξάγγελος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που συγκροτείται από τους φόβους, τις πληγές, τον τρόμο τον δικό μας, αλλά και τις χαρές και τις προσμονές και τις ελπίδες μας;</p>
<p>Ο Εξάγγελος δεν συντηρεί κοινότυπους μύθους περί ποιήσεως:</p>
<p>1.Δεν συντηρεί τον μύθο του διαχωρισμού σε «υψηλή» και «μη υψηλή» ποίηση. Η ποίηση του Κοζία είναι ποίηση ζωντανή, που σπαρταρά και που προκαλεί.</p>
<p>2.Επίσης, λέγεται ότι η ποίηση ξεκουράζει και λειτουργεί ως αναλγητικό για πολλές πορείες ματαιωμένων προσδοκιών. Η ποίηση του Κοζία δεν ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία σίγουρα. Είναι λόγος έξω από τα δόντια που δείχνει τα δόντια σε κάθε μορφή εξουσίας που με τον τρόπο της καταδυναστεύει.</p>
<p>Λέγεται ακόμα πως η ποίηση γλυκαίνει τους ανθρώπους. Μεταγγιζόμενοι οι καημοί και συγκοινωνούντες μέσω του γράφοντος με όσους άλλους νιώθουν να τους ταλαιπώρησε η άδικη μοίρα του ανεκπλήρωτου πόθου, του αγαπημένου Άλλου, της απωθημένης αγάπης. Μην ψάξετε. Μην απατάσθε: αυτή την ποίηση δεν θα τη βρείτε στον Εξάγγελο. Η δική του γραφή διεγείρει προκαλώντας την εγρήγορση του αναγνώστη αλλά και διαμαρτύρεται: γιατί αφήνουμε άλλους να διαφεντεύουν τη μοίρα μας.<br />
Είναι μια ποίηση εξεγερτική και αποκαλυπτική. Εναντιώνεται σ αυτούς που δεν σέβονται τη σκέψη, την ύπαρξη, την παρουσία μας. Φωνάζει, σπρώχνει, σπαράζει: απέναντι στην πατριαρχία, απέναντι στην αυταρχικότητα, απέναντι στην ιστορία που οι ασκούντες την εξουσία κατασκευάζουν.</p>
<p>Είναι μια ποίηση που ίσως θέλει να προσδώσει συγκεκριμένη προοπτική/οπτική στον αναγνώστη μέσω προσώπων, τόπων, στοιχείων που επιλέγονται. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να αναγνώσει τα ποιήματα με τον δικό του τρόπο, να ανακαλύψει τα δικά του νοήματα: το ταξίδι των λέξεων του ποιητή κάνει τον διάπλου της σκέψης των ανθρώπων, δύναται να τους οδηγήσει σε μύχια μονοπάτια αποκάλυψης όσων φοβούνται να παραδεχτούν πως υπάρχουν. Πως ναι, έτσι είναι τα πράγματα! Καθόλου ψεύτικος, ενοχλητικά παρατηρητικός ο Γιώργος Κοζίας.</p>
<p>Ακόμα και όταν πραγματεύεται σκληρά και επώδυνα θέματα όπως ο θάνατος, έχει αισιοδοξία φωτός γιατί μας μαθαίνει και το υπερασπίζεται με πάθος και με ρυθμό: η ζωή είναι επώδυνα ωραία. Πασχίζει να συνειδητοποιήσουμε πως το αναπόφευκτο τέλος δεν ταυτίζεται με την υποταγή. Πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας συνεχώς μαχόμενης παρουσίας με πίστη και αξιοπρέπεια, γιατί όπως έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς «μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή του ανθρώπου…». Μόνο έτσι συμβιβαζόμαστε, ναι : τα «Ηλιοτρόπια εκρήγυνται/τα τύμπανα σείονται πάλι…» α λ λ ά εμείς ξέρουμε ότι «ο κόσμος/δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε /Θάνατος επί πιστώσει/Αυτό είναι όλο…» Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο… Τίποτα τρομακτικό. Συνειδητοποιημένοι ξέρουμε ότι: «ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ». (ποίημα: Θάνατος για έναν λεγεωνάριο).</p>
<p>Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αμαχητί και μοιρολατρικά δεχόμαστε την πορεία των πραγμάτων. Δεν χαρίζουμε τις ζωές μας. Διεκδικούμε τον θάνατό μας, όπως μας πρέπει …ας υπάρχει «το πλήθος με τα ακάνθινα στεφάνια», ας υπάρχει «ο ήχος του τυμπάνου που αναγέλλει…» ναι, ας υπάρχει «Γη Χαναάν/γη των πιθήκων/γη των αποίκων/ γη του κανένα…» Γιατί όχι, ας υπάρχει και Γη των κακών στιγμών στο αρρωστημένο μυαλό άνανδρων και θρασύδειλων, Γη των κακών στιγμών στον κόσμο όλο! Ας «βγήκε η φρίκη έξω και μας ψάχνει/ κι εμείς σε κόσμο ξένο…» (ποίημα: Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς).</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία χωρίς να χαρίζεται στη σήψη και τον κάθε μορφής ρατσισμό, χαιρετίζει το φως, τον ήλιο και ελπίζει ότι μπορεί και πρέπει να διεκδικήσουμε και να ζήσουμε το δικό μας «όνειρο στο κύμα», χρησιμοποιώντας το μυαλό μας για να ανατρέψουμε τη μοίρα μας: «…κι όταν φάνηκε/μες τα κοράλλια και/ στις άγριες σμέρνες/ η πέτρινη γοργόνα/ η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου/ αδάμαστη, καλλίμορφη/ στο θαλασσινό της μεγαλείο/ -Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις/μια λίμπρα ακόμα/ ένα μερίδιο σάρκας/ επιπλέον τι κοστίζει (;)/ για χάρη σου/ αφήνω κόσμους ακέφαλους/ και κόσμους χωρίς λέπια/και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» (ποίημα: Όνειρο στο κύμα).</p>
<p>Αλλά και στο ποίημα Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός έκδηλος ο σεβασμός και η αγάπη του ποιητή απέναντι στη γυναίκα. Η γυναικεία παρουσία χαρτογραφημένη μέσω του ποιητικού του λόγου από αρχαιοτάτων χρόνων και μύθων ακρογωνιαίων μέχρι τη σύγχρονη απομυθοποιημένη ζωή. Η δραματική μοίρα των ανθρώπων σε μια εξαιρετικά λυρική απόδοση γεμάτη τρυφερότητα με μια ίσως από τις πιο τρυφερές αναφορές στη νεοελληνική γραμματεία για τα παιδιά που γεννήθηκαν και τα παιδιά που θα γεννηθούν: «…- κρίνα ανυπότακτα/λουλούδια της κοιλιάς τους-…»</p>
<p>Η γραφή του, ειρωνική έως βαθύτατα κυνική, σπαρακτική στην αυθεντικότητά της: «ό,τι σκοτώθηκε τ΄αδειάζουν/στην άλλη μεριά του τάφου/ και στρέφονται και κοιτούν το ρήγμα/ βλαστημώντας:/ -Ο θάνατός σου η ζωή μου!». Ουσιαστικά και αδιαλείπτως παρούσα η πολιτική σκέψη και η ανησυχία για τη σιγουριά ενός ανήθικου εφησυχασμού: «…και μεις τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/Ω, τι ωραία πέφτουμε/δημόσιοι και ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων» (ποίημα: Ζωώδες Επαρχείον) Είναι, άραγε, ή κατάντησε το δημόσιο ανόσιο;</p>
<p>Ο κόσμος σε παράκρουση, αλλά ο ποιητής, μαχόμενος στις επάλξεις: «Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός /αυτού του κούφιου κόσμου. Που πας , ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;» (ποίημα: Στον Καύκασο το φως). Η Επίδαυρος είναι μαύρη , η κενή κλίνη έχει μέσα της «σφάγια τους τρυφερούς φίλους», το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη – η ιστορία της ιστορίας μας με τα κορμιά των παιδιών μας, των πατεράδων, των παππούδων μας – κραυγάζει! Δεν θέλει «τους ανθρώπους κρεμασμένους στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας» (ποίημα: Θηβαϊκός κύκλος).</p>
<p>Δεν θέλει «λαούς που κοιμούνται, λαούς τυφλών» (ποίημα: Προς θεσσαλονικείς και κορινθίους) αλλά με μια ανατρεπτική προτροπή, που ο ποιητής υπερασπίζεται, απαιτεί «…Η ζωή είναι μια αγρύπνια, κύριε, /ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει» (ποίημα: ο Ελαφοκυνηγός)</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας σέβεται την ιστορία σε τρία επίπεδα:</p>
<p>1. την ιστορία ως γνώση γεγονότων, που διαμόρφωσαν συνθήκες κοινωνικές, πολιτικές εξελίξεις και τον κόσμο στην ολότητά του. Γι΄ αυτό και θεωρώ ότι χτίζει τη συλλογή του αναφερόμενος σε γεγονότα, ανακαλύψεις, μνημεία, αλλά και μύθους που διαμόρφωσαν εθνικές συνειδήσεις αλλά και φιλοσοφίες ζωής. Από τις κολαστήριες μάχες στο Κατίν, στο Βερντέν του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τα μαρτύρια των Εβραίων στη Μασάντα.</p>
<p>2. Σέβεται την ιστορία της ποίησης μέσω των εκπροσώπων που μεγαλούργησαν και την σμίλευσαν. Γι΄ αυτό στα ποιήματά του έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται ιεροί διάκονοι της τέχνης και η διακειμενικότητα του χωρίς να είναι κραυγαλέα, είναι εντούτοις πανταχού παρούσα: Θουκυδίδης, Παπαδιαμάντης, Κάλβος, Σολωμός, Σεφέρης, Λαπαθιώτης αλλά και Ταρκόφσκι, Μέινχοφ, , Γκριν, Τσελάν. Τόποι προσδιοριζόμενοι από μνημεία σπάνιου κάλους ή διαμετρήματος – Ονούρ, ονόματα, αποφθέγματα, στίχοι έτερων ποιητών δημιουργούν μια αχλύ γύρω από τον πυρήνα της ποίησης του Γιώργου Κοζία, που μπορεί αρχικά να αποτρέψει τον αναγνώστη από τα ποιήματά του που φαντάζουν απροσπέλαστα στη λογική. Τα αντικλείδια, όμως, του ποιητή βρίσκονται στα χέρια όποιου κατανοήσει ότι δεν πρόκειται για ποίηση μιας αλλά πολλών και πολλαπλών αναγνώσεων και κυρίως ερμηνειών.</p>
<p>3. Σέβεται κ α ι την ιστορία τη δική του: ως ανθρώπου που σεβόμενος τόσο τον γραπτό λόγο όσο και τους αναγνώστες του αγωνιά να δημιουργήσει ένα πόνημα με το οποίο επιθυμεί να μοιραστεί μαζί τους τη φιλοσοφία ζωής του, όπως διαμορφώνεται με το πέρασμα του χρόνου.<br />
Βασανιστική η ιδέα της απώλειας μέσω του θανάτου, αλλά εμφανής η λυτρωτικά καταλυτική παρουσία της ζωής ως αντίδοτο στη λήθη του φθαρτού μας σώματος αλλά και ως τρόπου διαιώνισης της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο. Τον απασχολεί ο θάνατος «εδώ θα βρείτε τα όνειρα και τα οστά ξεγυμωμένα…/ να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων/ των κοριτσιών, των αρχαγγέλων..» αλλά δεν παύει να παρατάσσει απέναντί του τη ζωή και την ιστορία – την ωριμότητα της σκέψης αλλά και την κυνικότητα της αλήθειας. «Τι είναι ζωή; τι μη ζωή; Και τι τ΄ανάμεσά τους;» (ποίημα: Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως)</p>
<p>Επανάληψη, προστακτικές, ρυθμός, ένταση, λέξεις-ξυράφια: δημιουργούν μια αναγνωστική σχέση αφύπνισης. Υπερδιέγερση και μαχητικότητα για τον δημιουργό, αντίσταση και φιλοσοφημένη θεώρηση για τον αναγνώστη. Θρησκευτικότητα προκλητικά παρούσα. Εικόνες κατάσπαρτες. Μια μυστηριακή προσέγγιση του κόσμου διάχυτη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας στο σύνολο του έργου του και ειδικά στη συγκεκριμένη συλλογή μάχεται το ανυποψίαστο και όσους «δεν γνώριζαν». Επιθυμεί, μάχεται διακαώς και προσπαθεί και απαιτεί υποψιασμένους αναγνώστες: «χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/…αντί για αντικείμενα δωρίστε τους αναμνήσεις/κάντε τους δώρο μια εμπειρία…» (ποίημα: Σε άνιση πάλη και αγώνα).</p>
<p>Δεν είναι αδύνατη η γνώση, δεν είναι επιτρεπτή η άγνοια. Μας προτρέπει συνεχώς να ανατρέψουμε τους εφησυχασμούς. Είναι ευκολότερο αν το αποφασίσουμε. Γι αυτό μας λέει: «Ελάτε… δεν είναι μακριά/ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε…/ελάτε σ΄αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο/..ελάτε περήφανα τα φύλα…/μη ρωτήσετε την καμαριέρα/…ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε» (ποίημα: HOTEL DE LA GLORIA)</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</strong></h5>
<p>Fractal 23/11/2021</p>
<p>Η ποίηση των εκατό φιορινιών</p>
<p>Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά ποιήματα. Ο «Εξάγγελος» του Κοζία δεν διαθέτει δυο, τρία, τέσσερα ποιήματα-κράχτες και δεν έχει τα υπόλοιπα σαν γέμισμα. Όλα τα ποιήματα από κοινού και καθένα ξεχωριστά δικαιώνουν τη θέση, τον ρόλο και τον λόγο τους αισθητικώ τω τροπω σε τούτη τη συλλογή. Όμως το «Χαρακτικό των εκατό φιορινιών» (σελ. 27) μου μίλησε κάπως αλλιώς:</p>
<p>Στο παζάρι<br />
των λευκών μετανοούντων<br />
σαν το χαρακτικό των εκατό φιορινιών<br />
μείναμε μονάχοι<br />
κάλφας κι αρχιμάστορας<br />
με τα σύνεργα στη ράχη<br />
Οι σύνδικοι μας ρίχνουν πέτρες<br />
κι ο Θεός τρυπάει τη σάρκα<br />
με πύρινους στίχους του γερο-Τούμας</p>
<p>«…το μόνο που θέλω να πω<br />
αστράφτει απρόσιτο<br />
σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»</p>
<p>Δεν ξέρω καλή ποίηση που να μην κουβαλά αυτήν ακριβώς την αγωνία του ανείπωτου, τουτέστιν τη βεβαιότητα της ανημποριάς όσον αφορά τις δυνατότητες του λόγου, απ’ όπου το άχθος και το άγος της, η βαθύτερη τραγικότητά της, όταν ιδρώνει, μοχθεί, κοπιάζει για να πει ό,τι εκ των προτέρων γνωρίζει ότι αδυνατεί να το πει. Αλλά αν το προχωρήσουμε λίγο, δεν είναι καθόλου μάταιη τούτη η κατά τ’ άλλα μάταιη προσπάθεια, αφού όσο σπάει τα μούτρα της η ποίηση αδυνατώντας να πει αυτό που θέλει να πει, τόσο περισσότερο μεγαλώνει κατά κάποια εκατοστά η επικράτεια της γλώσσας, της σκέψης και του συναισθήματος μέσα στον σκοτεινό ωκεανό που τη βρέχει από παντού και απειλεί να την ποντίσει.</p>
<p>Του Κοζία η ποιητική τραγικότητα αθροίζεται με την ιστορική και την υπαρξιακή μελαγχολία. Η ποίηση του πασχίζει να εκφράσει το ανείπωτο όχι σε κενό χρόνου ή συναισθημάτων αλλά μέσα στα ερείπια της ιστορίας και τη θλίψη της φθοράς και του θανάτου, απ’ όπου προκύπτει μια διπλή ή μάλλον μια τριπλή δεξαμενή θεμάτων: όσα αναφέρονται σε συμβάντα του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος, κουβαλώντας την ανάμνηση ενός δραματικού, πολεμικού ή άλλου γεγονότος. όσα αναφέρονται σε παλαιότερα ή σύγχρονα πρόσωπα, κουβαλώντας την ανάμνηση του σώματος, την εικόνα της μορφής και τη βεβαιότητα της φθοράς τους. κι εντέλει όσα αναμειγνύοντας το ιστορικό με το υπαρξιακό θέμα υποβάλλουν την ιδέα της βυθισμένης σε μάταιες πράξεις ματαιότητας των ανθρωπίνων.</p>
<p>Το ανθρώπινο πρόσωπο που προβάλλει μέσα απ’ τα ποιήματα αυτά δέχεται πανταχόθεν – σε συλλογικό και ατομικό, σε πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο – χτυπήματα, είναι γεμάτο μελανιές: «Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών» (Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους, σελ. 13), «Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου» (Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, σελ. 15), «Το απάνθρωπο, Γιατρέ / τον άνθρωπο πηγαίνει εκδρομή / χωρίς επιστροφή / με μαζούρκες, πολωνέζες και πένθιμα βαλσάκια» (Εκδρομή με κοριτσάκια, σελ. 17), «Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό» (Ζωώδες επαρχείον, σελ. 24), «Στο λάγνο φως που βασιλεύει / εφτά οργιές περνάς / Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος» (Falconeria, σελ. 33).</p>
<p>Και η ποίηση; Ποιον ρόλο παίζει, κατά τον Κοζία, η ποίηση σε όλα αυτά; Είναι το καταφύγιο; Η χώρα των Μακάρων; Ο ιδιωτικός παράδεισος; Ο θρηνωδός των ανθρωπίνων; Πάμπολλα ποιήματα της συλλογής έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα ή περιέχουν στοιχεία αυτοναφορικότητας σχετικά με τον ρόλο και τη θέση της ποίησης. Υπάρχει εδώ μια βαθιά συνείδηση ποιητικής ευθύνης, μια χωνεμένη, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, πολιτικότητα στη γραφή του Κοζία και μια διαρκής επίκληση στο χρέος της κριτικής, που δεν φωνασκεί, δεν πολιτικολογεί, δεν περιπτωσιολογεί, δεν παρασέρνεται απ’ την επικαιρότητα αλλά και δεν σωπαίνει μπροστά στο χάλασμα ούτε παύει να λέει ότι η ζωή είναι αλλού. Στο Αιματοβαμμένο ποίημα, για παράδειγμα, ο ποιητής Σιγισμούνδος o μελαγχολικός αναζητά «μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών» μια ελπίδα «σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών» και στο ποίημα Ατζεσιβάνο Πολεμιστής το ποιητικό υποκείμενο καλεί τον εαυτό του να γίνει «Αρχάγγελος με το σπαθί στα άδυτα του αδύτου».</p>
<p>Πολλές οι οφειλές του ποιητή, δηλωμένες ή εννοούμενες – από τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Αλεξάνδρου μέχρι τον Σελίν, τον Ρίλκε, τον Τράνστρεμερ, τον Γκριν, τον Αρσένι Ταρκόφσκι, την Ούρλικε Μάινχοφ –, έτσι που κάθε ποίημα να αντηχεί μια ή πολλές φωνές και να στήνει έναν ή πολλούς διαλόγους. Αλλά ανάμεσά τους η πιο σταθερή φωνή, αυτή με την οποία συνομιλεί ο Κοζίας απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της συλλογής είναι η σεφερική. Δεν είναι μόνο που την ακούμε φωναχτά σε ποιήματα όπως το «Ζωώδες επαρχείον», αλλά την ίδια στιγμή τη βλέπουμε, τη νιώθουμε και την καταλαβαίνουμε να αφήνει το δημιουργικό της στίγμα στη γραφή του Κοζία, κι ειδικότερα στο κλίμα της στοχαστικής αποστασιοποίησης, στις υφολογικές αποχρώσεις της πικρίας, στην ελεγχόμενη συναισθηματική θερμοκρασία, στην αίσθηση της ποιητικής ευθύνης και κυρίως στην αξιοποίηση του ιστορικού θέματος όχι χάριν της ιστορίας αλλά του παρόντος.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία είναι μια ποιητική σπουδή στο ανθρώπινο δράμα, ιδωμένο στις δυο κορυφώσεις του, την ιστορική-κοινωνική και την υπαρξιακή-μεταφυσική. Ο ποιητικός λόγος ξεκινώντας από διαφορετικούς δρόμους καταλήγει να μιλάει για την ενιαία ανθρώπινη υπόθεση στην πύκνωση της παρούσας τραγωδίας της. Ψηλαφεί την τραγωδία, σκύβει το κεφάλι, σφίγγει τα δόντια και μιλάει ποιητικά γι’ αυτήν με την πνευματική επίγνωση ότι, όσο και όπως μπορεί, οφείλει να μετριάσει την έντασή της. Κανένας διδακτισμός εδώ, καμιά μεσσιανική αντίληψη.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία είναι αληθινή ποίηση, δίχως εκπτώσεις, συμβιβασμούς και αλαζονείες.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<p>www.culturebook.gr 03/07/2021</p>
<p>Χρησιμοποιώντας ευρηματικά και πολύσημα ως τίτλο της έβδομής και καλαίσθητης ποιητικής συλλογής του τον «Εξάγγελο», το πρόσωπο, δηλαδή, της αρχαίας τραγωδίας το οποίο έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή, ο Γιώργος Κοζίας συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του φτιάχνοντας ποίηση ώριμη. Πιο συγκεκριμένα τα οικεία θέματα των προσωπικών και συλλογικών αδιέξοδων της γενιάς της μεταπολίτευσης, της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, της ηθικής και πνευματικής έκπτωσης και της αναπόφευκτης φθοράς του έρωτα υπάρχουν, βεβαίως, και σε αυτή τη συλλογή μαζί με μια νέα ισχυρή αίσθηση της εγγύτητας του θανάτου. Έχουμε, λοιπόν, μια λόγια ποίηση όπου η πόλη αποτελεί τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση, ορίζοντας μέσα από την προσωπική, εθνική και συλλογική ύβρη το τραγικό πλαίσιο μιας δίκαιης κάθαρσης.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης και εν πολλοίς ειρωνικός τίτλος της συλλογής «Εξάγγελος», που παραπέμπει παράλληλα και στο γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου, καθώς καταδεικνύει τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά τον προσωπικό θάνατο, το τέλμα, τον αναπόφευκτο, δηλαδή, προορισμό του γήινου ταξιδιού του ανθρώπου που βίωσε ένα αποκαρδιωτικό παρόν, μια ζωή μίζερη και τετριμμένη, χωρίς την αναμενόμενη αναγγελία κάτι ουσιαστικού και βαθύτερου. Η ζωή, επομένως, ορίζεται αφενός ειρωνικά και ταυτόχρονα τραγικά ως ένα ταξίδι κενό, διαμετρικά αντίθετο με το ταξίδι του καβαφικού ήρωα του ποιήματος «Ιθάκη», που επιστρέφει γεμάτος γνώσεις και εμπειρίες. Ένα σπαταλημένο ταξίδι που, καταλήγοντας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αμφισβητεί θρηνητικά και ειρωνικά αν έχει αξία και νόημα η ζωή η ίδια, ή αν το μήνυμα που φέρει τελικά ο «Εξάγγελος» είναι ότι η ζωή αποτελεί μια φάρσα που φανερώνει το τραγικό της ύπαρξης. Αφετέρου, μια τρίτη συμπληρωματική ερμηνεία του βαθύτερου μηνύματος του «Εξάγγελου» του Γιώργου Κοζία, είναι ότι η ζωή παρά το κράτος του θανάτου, κερδίζεται κάθε στιγμή μέσα από την ανθρωπιά, τη δημιουργία, την τέχνη και την αγάπη και όχι με το αλόγιστο κυνήγι του πλούτου, τον καταναλωτισμό, την κατανάλωση των σχέσεων, το συμφέρον, την καταστροφή της φύσης και την ανθρωποφαγία. Και μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος τελικά να υπερβεί τη ματαιότητα της ύπαρξης και να αποκτήσει φως και στηρίγματα στην κατά τα άλλα ατελή ζωή του.</p>
<p>Επομένως, ο ποιητής δεν εξωραΐζει την κοινωνικοπολιτική μας πραγματικότητα, αλλά με εμφανείς τους όρους του παρόντος και κάνοντας αναφορές στα σκοτεινά σημεία της πατρίδας, όπως στη φτώχεια, στο οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, στην αλλοτρίωση, στη στείρα προγονοπληξία, στον καιροσκοπισμό, στη γιγάντωση του άστεως και στην καλλιέργεια ενός ψευδοπολιτισμού καταγγέλλει πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές ενός λαού, που δεν αντιπαλεύει τα αρνητικά της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής του ζωής και δεν αντιδρά στην εθνική κατάπτωση. Η ψυχολογική εσωστρέφεια, μάλιστα, που παρατηρείται σε κάποια ποιήματα όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά αντίθετα δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, εμβαθύνοντας, μάλιστα, στο θέμα της ρημαγμένης και αλλοτριωμένης πατρίδας.<br />
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι, λοιπόν, ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης. Ο οξύς, επομένως, βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή του βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα, καθώς μέσα α) από την εμφανή πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, β) το λεκτικό παιχνίδι, γ) ενίοτε την ομοιοκαταληξία και τέλος δ) τη μετρική αγωγή και την έντονη μουσικότητα του στίχου απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη του δημοτικού τραγουδιού, προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, εκκλησιαστικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου), και κυρίως την έντονη διακειμενικότητα (απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, του Σεφέρη, του Ελύτη, και των καρυωτακικών σατίρων κ.ά.), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών και άλλων ρητορικών σχημάτων.<br />
Συνοψίζοντας, ο Γιώργος Κοζίας με την έβδομη του ποιητική συλλογή Εξάγγελος εμφανίζεται ώριμος και κατασταλαγμένος. Με απόψεις, σκέψεις και αισθήματα γύρω από καίρια ζητήματα ζωής και κυρίως με κατακτημένους εκφραστικούς τρόπους, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ποιητική περίπτωση ενός διαρκώς ευρισκόμενου σε πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση ανθρώπου της εποχής μας. Στοχαστικός, προκλητικός και εκφραστικά τολμηρός, δραματοποιεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έτσι μιαν επιφανειακά ειρωνική, κατά βάθος, όμως τραγική περσόνα. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να πούμε πως τα 38 ποιήματα της συλλογής υψώνονται σαν αμφίπλευροι καθρέφτες, πάνω στους οποίους καθρεφτίζεται το ραγισμένο μας πρόσωπο.<br />
Ο Ελαφοκυνηγός</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
και εικοσιένα αιώνες<br />
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν<br />
πάλι συναθροισμένο<br />
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό<br />
με την σάλπιγγα της Κρίσης<br />
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει</p>
<p>Στόχοι είμαστε, Κύριε<br />
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά<br />
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες<br />
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν<br />
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο<br />
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα<br />
στους βάλτους των ανθρώπων<br />
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου</p>
<p>Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε<br />
ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές<br />
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ&#8230;</strong></h4>
<h5><strong>ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου Περιοδικό Χάρτης &#8211; Αρ. Τεύχους: 11 Νοέμβριος 2019</p>
<p>Πρόκειται για την έκτη ποιητική συλλογή του ολιγογράφου πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία που παρουσιάστηκε στα γράμματα με τη συλλογήΖωολογικός κήπος, Στιγμή 1989. Πρόκειται για μια συλλογή από ελεγείες και σάτιρες που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη στη βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων χρόνων. Γιατί πρόκειται για ποίηση που μας αφορά κατορθωμένη με αγωνία και κόπο.<br />
Ο Κοζίας σε αυτή τη συλλογή συνομιλεί δυναμικά με το παρόν, διεκδικώντας τη συνέχεια. Βρίσκεται αντιμέτωπος με βαναυσότητες που συνθλίβουν αλλά δεν αποθαρρύνεται γιατί πιστεύει στον άνθρωπο και στις δυνατότητες του κι ας «ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει». Συνειδητοποιεί πως:</p>
<p>Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι<br />
Οι πασχαλιές των κοριτσιών<br />
Κι η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει.</p>
<p>Κάθε ποίημα αποτελεί ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσής του. Ένα κύτταρο που τροφοδοτείται από τα βιώματα του ποιητή αλλά και τα βιώματα των δίπλα του όπως αυτός τα αφουγκράζεται. Ο αναγνώστης γίνεται συνοδοιπόρος του ποιητή στο μακροβούτι του ποιητή στην πραγματικότητα και τις εξάρσεις της.<br />
Ο Κοζίας μας σταματά και μας προβληματίζει καίρια με τους στίχους του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι καταληκτικοί στίχοι στο ποίημα «Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ»</p>
<p>Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει<br />
Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ.</p>
<p>Ο ποιητής δεν πολεμά μόνος του. Το γεγονός δε ότι συνειδητοποιεί ότι πολεμά υπό σκιάν καθόλου δεν μειώνει την αξία του αγώνα του. Αφουγκράζεται τους γύρω του, πορεύεται μαζί τους, βιώνει με ουσιαστικό τρόπο την τραγικότητα των στιγμών, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τις ασύλληπτες δυνάμεις του ανθρώπου να αντισταθεί. Η ποίηση του αποτελεί κάλεσμα. Κάλεσμα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τίποτα μέσα της δεν μπορεί να κρυφτεί.</p>
<p>Έλα να δεις μάτια,<br />
Βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης<br />
Έλα να δεις το ωμό,<br />
Το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.<br />
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.<br />
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο<br />
Τους αιώνες να ανατινάζει.<br />
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,<br />
Τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.<br />
για αντίσταση.</p>
<p>Είναι φυσικό να διερωτάται κανείς πως μπορείς ένας λόγος τόσο αιχμηρός να καθίσταται ταυτόχρονα απολαυστικός. Το πηγαίο χιούμορ και ο ρυθμός αποτελούν τα κύρια εφόδια για το αποτέλεσμα στο οποίο φτάνει ο Κοζίας.<br />
Ο ρυθμός αποτελεί ένα από τα κύρια χαρίσματα της γραφής του. Πρόκειται για ένα βιωμένο, θα έλεγα, ρυθμό που δεν προκύπτει από την συμμόρφωση με συγκεκριμένα μέτρα. Ο Κοζίας δεν είναι διατεθειμένος να υποτάξει τον αυθορμητισμό του για χάρη ενός καλοσχεδιασμένο ρυθμού. Αντίθετα δια του ρυθμού εντείνει την αμεσότητα και τη δραστικότητα του ποιήματος. Αφυπνίζει τον αναγνώστη. Τον βάζει σε μια διάθεση αντίστασης σε αυτό που τον συνθλίβει.</p>
<p>Φως ανελέητο, ατίθασο σκοτάδι<br />
που πας έτσι δαιμονικό<br />
και σπαράζει η ελαιογραφία του Γκρέκο;<br />
Στραβά, κουτσά περνάει ἡ ζωή,<br />
μία ομορφιά καταραμένη<br />
με το αμαξάκι της σε άλλη ζωή πηγαίνει.</p>
<p>Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου. Τον τροφοδοτεί να αρθρώσει ένα λόγω ζωντανό που μέσα του δεν καταλαγιάζει η αγωνία γι’ αυτό που συμβαίνει.</p>
<p>Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,<br />
Κι ας λιποταχτεί η φύσις…<br />
Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε<br />
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας<br />
Δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.</p>
<p>Στη συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν… δεν υπάρχει ίχνος σοβαροφάνειας και μεμψιμοιρίας. Αλλά ούτε και διάθεση επίρριψης ευθυνών σε ένα απρόσωπο σύστημα. Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο στοιχείο ενός ζωντανού κύτταρου που ονομάζεται κοινωνία καλείται να κάνει την αυτοκριτική του.</p>
<p>Ενθάδε κείτονται<br />
Συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.<br />
Γελάει η Λήθη καλά συγκερασμένη…<br />
–Φίλε τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!</p>
<p>Τα ποιήματα προϋποθέτουν ένα σχέδιο μέσα στο οποίο ο αναγνώστης αναπνέει. Αξίζει να σταθεί κανείς στον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει τη σύνθεση, αξιοποιώντας αρχιτεκτονικά μέλη που είναι ταυτόχρονα μέλη ενός κοινωνικού ιστού υπό ανατίναξη. Αρχιτεκτονικά μέλη που δεν ασπάζονται το ωραίο αλλά το αληθινό. Που αφήνουν το οξύμωρο να δράσει και να τα ομορφύνει. Ο Κοζίας δίνει στην πολιτική ποίηση νέα πνοή με καθαρά προσωπικό ύφος, κατακτημένο με κόπο. Αξίζει να διαβαστεί.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 08/01/2018</p>
<p>Για τον Γιώργο Κοζία</p>
<p>Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.<br />
Γέμισε ο κόσμος<br />
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη<br />
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών<br />
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων</p>
<p>νομίσματα – θηρία που καραδοκούν<br />
έτοιμα να ρημάξουν<br />
τ΄ ατίθασα παιδιά<br />
τ΄ ανυποψίαστα παγώνια.</p>
<p>Κι εμείς εξόριστες φυλές<br />
πως να μεμφθούμε,<br />
μας ρούφηξαν την βούληση<br />
με το “ουκ είδα άνθρωπον”…<br />
στρατιώτη, πλούσιο, επάιτη<br />
πόρνη, μητέρα και προφήτη<br />
στα σάπια λεφτά αφανισμένους</p>
<p>τρομάξαμε, πήγαμε<br />
και χαθήκαμε εις το διηνεκές.</p>
<p>Φύση, μακρινή μου αγάπη<br />
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.</p>
<p>Παραθέτοντας το παραπάνω ποίημα του Γιώργου Κοζία από την τελευταία του ποιητική συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν, μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα αυτού του βιβλίου, όπου ο η άμεση κοινωνική κατακραυγή των στίχων φανερώνουν πως ο ρόλος του ποιητή, για μια ακόμη φορά, είναι να μιλήσει αληθινά και έξω από τα δόντια, χωρίς φανφαρονισμούς για το τι διαδραματίζεται γύρω μας. Απομακρυσμένοι από την φύση, από την ίδια μας την ουσιαστική καταγωγή, περήφανοι για τα αδιέξοδα που μόνοι μας φτιάξαμε, για τις χρυσές μας φυλακές και τις κολακείες περί κατάκτησης του εγώ μας, φτάνουμε στο σημείο να βρεθούμε ολόγυμνοι, απροστάτευτοι στην πραγματικότητα. Ο Κοζίας είναι ένας ποιητής που πολεμά υπό σκιάν. Ποια είναι όμως αυτή η σκιά; Αρχικά μοιάζει να πολεμά στην αφάνεια, αλλά όσο κανείς προχωρά διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, φαίνεται πως έρχεται μάλλον αντιμέτωπος με τις ίδιες τις σκιές που τον περιβάλλουν. Ο πόλεμος με την καθημερινότητά μας είναι μια συνεχής πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Εμείς είμαστε αυτοί που πήραμε λάθος δρόμο. Εμείς αυτοί που χάσαμε στην πορεία την ουσία. Και πως θα μπορούσε καλύτερα να πολεμήσει ένας ποιητής αυτές τις σκιές παρά με εφόδιο τις λέξεις. Λέξεις που είναι άμεσες, καίριες, και ουσιαστικές. Στα ποιήματα του Κοζία δεν θα βρει κάποιος υπαινιγμούς, λυρικές εκφάνσεις, αλλά έντονη δραματουργία που βοηθά στο να φαίνονται οι στίχοι γυμνοί από κάθε καλολογικό στοιχείο για να είναι ακόμα πιο αιχμηροί. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καταγγελία. Με μια πολιτική ποίηση που δεν πέφτει όμως στην παγίδα του επικαιρικού. Ο ποιητής πολεμά. Αντιδρά. Νιώθει κι ο ίδιος, όπως και όλοι οι άλλοι γύρω του να ασφυκτιά σε μια ζωή από δεύτερο χέρι:</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα</p>
<p>Νά ο μπαμπούλας, Το μαμμόθρεφτο<br />
Δίνουν τα χέρια<br />
Ύπουλη Παντομίμα<br />
και Ακροβάτης το Εγώ τους</p>
<p>Αν σπάσει το σκοινί, Κατάπιε</p>
<p>Το ξεχασμένο Χθες, το ανύπαρκτο Τώρα<br />
Κάνε γρήγορα, ξυπνούν<br />
Ασπλαχνία και Λαοδικεία με τα φτυάρια</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα<br />
Εσύ που δεν μπορείς Δεν θα ξεφύγεις<br />
Ώ διάολε, να, καταφτάνει η κουστωδία</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα</p>
<p>Είμαι η Χαρά, είμαι η Ορμή, είμαι το Γέλιο<br />
που επιστρέφουν λάμποντας και τραγουδώντας</p>
<p>Αχόρταγο Θέλω, Σκάβε, Θάβε, Ούρλιαξε, Ζήσε!</p>
<p>Αυτό το ποίημα, που πραγματικά το ζήλεψα για τον ρυθμό του(προσπαθήστε να το απαγγείλετε και θα καταλάβετε τι εννοώ), εμπερικλείει όλη την αγωνία του ανθρώπινου όντως που δεν έχει τα εφόδια να ξεφύγει από το εγώ του, από τα άγρια ένστικτά του, από την ίδια του την φθορά. Ο Γιώργος Κοζίας, μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και μια πορεία 25 χρόνων στα ποιητικά μας δρώμενα, καταφέρνει με το τελευταίο του βιβλίο να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και να επαναφέρει την ποίηση στα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι μια ποίηση που αναπαράγει τον καημό του ποιητή που βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της έμπνευσής του, γεγονός που το θεωρώ σημαντικό και φανερώνει πως ο ποιητής δεν ομφαλοσκοπεί, αλλά έρχεται αντιμέτωπος με τα καίρια προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Σε μερικά σημεία διαφαίνεται ο απόηχος ποιητών, όπως του Καβάφη και του Αναγνωστάκη, αλλά μόνο μέχρι εκεί. Ο Κοζίας έχει δική του προσωπική φωνή, στιβαρή, διανθισμένη με έναν πολύ δυνατό ρυθμό που δείχνει πως αν και εκ πρώτης όψεων αυτά τα ποιήματα φαίνονται να γράφτηκαν εν θερμό ψυχής, αφού έχουν ένα τόσο έντονο τόνο καταγγελίας, παρ΄ όλα αυτά είναι δουλεμένα τόσο που τίποτα δεν φανερώνει προχειρότητα. Το αντίθετο. Μια από τις καλύτερες συλλογές που διάβασα μέσα στο 2017.</p>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 13/11/2017</p>
<p>«Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης»</p>
<p>Σε κάθε εποχή, η ποίηση η οποία χρειάζεται τον προσωπικό χρόνο της σιωπής για να δημιουργηθεί και τον χώρο της εσωτερικής ειρήνης για να μεταγγιστεί, αντιμετωπίζεται με μια μυστηριακή στάση, που αφενός υποβάλλει τον σεβασμό από θαυμασμό και αφετέρου την απόσταση από άγνοια.</p>
<p>Στις μέρες μας, ιδιαίτερα, που ο θαυμασμός εξέπεσε στον εντυπωσιασμό, η άγνοια εκτάθηκε σε θράσος και ο λόγος θρυμματίστηκε σε λόγια, μπορεί η ποίηση να φαίνεται περιθωριοποιημένη, αλλά είναι αυτή που μπορεί να στηρίξει το όνειρο, να δώσει νόημα στους χτύπους της καρδιάς, να ανοίξει τους ορίζοντες της ζωής στο φως και να υπερασπίζεται την ελευθερία, εξασφαλίζοντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα πτήσης, έστω και μετά από πτώσεις. Γι’ αυτό η αληθινή ποίηση δεν εξυπηρετεί σκοπιμότητες, δεν διευκολύνει τη λήθη, ούτε εξαντλείται σε δημόσιες εξομολογήσεις. Ίσα-ίσα, διαθέτει τη δύναμη της γλώσσας γα να μεταφέρει αγωνίες, να φωτίζει –πάντα πλαγίως– επιθυμίες και ματαιώσεις και να διεγείρει το πάθος για όνειρα και αγάπες, δηλαδή για ειλικρινείς συναντήσεις προσώπων και στόχων.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν… ελεγεία και σάτιρες, δημιουργεί ένα αυτοσχέδιο κοκτέιλ ατίθασου σκότους και ανελέητης χαραυγής. Ο Κοζίας δεν διεκδικεί δάφνες εμπρηστικού ρήτορα ούτε δόξα εφήμερου προφήτη. Τον πόνο του και την ελπίδα του εκφράζει σε χρόνο πολέμου και σε τόπο σκιάς. Με άλλα λόγια, διαλέγει να πει αλήθειες με τον τρόπο της άρνησης και της αντίθεσης, αποδεχόμενος την αναγκαιότητα μιας λυτρωτικής σύγκρουσης με τον εαυτό μας προπάντων, που αρέσκεται να εμπιστεύεται το ψέμα και την απάτη. Ντυμένοι θεατρίνοι είδαμε το δράμα./ Ας μείνουμε στο θαύμα (σελ. 26) γράφει.</p>
<p>Και ζητάει συνοδοιπόρους, οι οποίοι ελεύθερα θα προσθέτουν τις ιδέες τους, αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν την ιδιώτευση, την περιχαράκωση στο εγώ τους. Αυτό, άλλωστε, υποδηλώνουν τα αποσιωπητικά στον τίτλο της συλλογής, που αποτελούν –όσο και αν φαίνεται οξύμωρο– τη μέγιστη μορφή σχολιασμού, αφού επιτρέπουν να αναφανούν οι σκέψεις και οι συνειρμοί του αναγνώστη. Ο Κοζίας είναι ο ποιητής που φοβάται όχι την ήττα αλλά την ηττοπάθεια και που παλεύει όχι για μια πρόσκαιρη νίκη αλλά για έναν διαρκή αγώνα. Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι/ οι πασχαλιές των κοριτσιών/ και η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει (σελ. 61) γράφει. Η ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν αποτελεί ουσιαστικά ποιητική σύνθεση υψηλής ποιότητας νοημάτων και τεχνικής της γραφής.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας κατορθώνει ταυτόχρονα να συνθέτει ελεγεία για τη χαμένη αυτοπεποίθηση και να σατιρίζει τους κάθε λογής φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της ατομικής και κοινωνικής αλλοτρίωσης. Και το πετυχαίνει με καθαρότητα γνώσης και ειλικρίνεια οργής. Η ποίησή του έχει την προφορικότητα του θάρρους και την εντιμότητα της απόφασης. Γράφει προκλητικά από πρόθεση και τρυφερά από διάθεση, προτάσσοντας την αξία της ευθύνης όχι ως συμβατική υποχρέωση αλλά ως σταθερό καθήκον του ατόμου με συνείδηση πολίτη. Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης./ Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο./ Έλα να δεις/ από τα κόκαλα βγαλμένη την Ελπίδα κι άδραξε το άστρο της αυγής./ Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος… (σελ.32) σημειώνει.</p>
<p>Σκάβει, λοιπόν, ο ποιητής μέσα του για να φτάσει στη ρίζα που τρέφει τη συμπαντική μνήμη. Θάβει το περιττό, το άχρηστο, που συντηρεί την ψευδαίσθηση της εικόνας. Ουρλιάζει για εγρήγορση, ζει με πάθος και ελπίζει στην εξέγερση των ερωτημάτων και των ερώτων, χωρίς απαίτηση απάντησης και ανταπόκρισης. Κι ακόμη, δεν διστάζει να εντάσσει στους στίχους ονόματα προσώπων και τόπων, σύμβολα θυμάτων και θαυμάτων. Γιατί ξέρει ότι η πληγή μπορεί να γίνει πηγή, η απάθεια συγκίνηση, το μέτριο σπουδαίο και η ύπαρξη ζωή. Και σατιρίζει το όποιο σύστημα –πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό– που επιβάλλει την εξουσία του με τον λεγόμενο ορθολογισμό και τη θρυλούμενη πρόοδο, ή με τα αυθαίρετα στερεότυπα και τις κάλπικες αξίες. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία/ Ανδρέα Κάλβε/ στη μάχη ή στην ξένη γη να μας θυμάσαι (σελ. 55) γράφει.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, ως γνήσιος ποιητής, «μετατρέπει το ορατό σε αόρατο και το αόρατο σε ορατό». Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συλλογή του, διανύει την απόσταση από την αγωνία μέχρι την απάθεια και από την κοινωνία της πληροφορίας μέχρι τη μοναξιά της φλυαρίας με συναίσθηση πολιτικής ευθύνης, πιστεύοντας δηλαδή ότι το εγώ και η κοινωνία είναι αξεχώριστες έννοιες. Είναι ζήτημα φωτός, βέβαια, και φωτισμού, ή αλλιώς, επείγει να αναμετρηθούμε με τις σκιές, με τον φόβο, με το σκοτάδι.</p>
<p>Κλείνω το σημείωμα μου, παραθέτοντας δύο στίχους που δίνουν αντιστικτικά το ποιητικό κλίμα και τον ποιητικό στόχο του Γιώργου Κοζία. Φύση, μακρινή μου αγάπη/ τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι (σελ. 11) και Κουράγιο, Άννα (Φίρλινγκ), το μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει (σελ.64).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΡΗΣ ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 06/07/2013</p>
<p>Η ποιητική της εξαπάτησης ή τα θαύματα της τεχνικής!</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας είναι ένας επίμονος ποιητής στους τρόπους με τους οποίους βλέπει το γύρω του κόσμο ανάποδα. Παρ’ όλη την επιμονή του όμως προχωρεί, σπρώχνει την έρευνά του για την ζωή μας, γιατί η ποίηση του Γ.Κ. είναι μια έρευνα, παράξενη, περίεργη ίσως, όμως έρευνα εν πρόοδο. Και αυτό φαίνεται από την πρόσφατη, 5η στη σειρά, ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «41ος Παράλληλος». Γι’ αυτή την ποιητική έρευνα (λογοτεχνικό εργαστήρι) χρησιμοποιεί δύο εργαλεία το ένα είναι ο Υπερρεαλισμός και το άλλο η Λογιοσύνη του ως δημιουργού.</p>
<p>Α. ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ</p>
<p>Ο «41ος Παράλληλος» περιέχει 42 ποιήματα τα περισσότερα αφηγήματα, που αρκετά περιλαμβάνουν και διαλόγους. Οι αφηγήσεις όμως, όπως και οι διάλογοι, είναι αλλόκοτες, εκφρασμένες με τρόπο, ιδιάζοντα, με το νόημα ότι δεν μοιάζουν με τις αφηγήσεις και τους διαλόγους της καθημερινής μας πραγματικότητας. Ακριβώς, αυτός είναι ο τρόπος του Υπερρεαλισμού.</p>
<p>Το ποίημα «Αμερικανική Σερενάτα» θα βοηθήσει να προσεγγίσουμε – αναλύσουμε την ποιητική μεθοδολογία του Γιώργου Κοζία:</p>
<p>Ασθενοφόρα εισβάλλουν με θόρυβο στον έρημο δρόμο./Βγαίνουν από μέσα κοντραμπάσα, βιολοντσέλα, ακορντεόν, /ηλεκτρικά πνευστά, κρουστά σατανικά.</p>
<p>Οι τραυματιοφορείς στήνουν τα αναλόγια-φορεία. /Ανοίγουν τις παρτιτούρες-γάζες.</p>
<p>Η ορχήστρα ξεσπά./ Το πεντάγραμμο χορεύει, η σερενάτα πετάει,/ανεβαίνει σε ουρανοξύστες άδειους, σκοτεινούς.</p>
<p>Απογοητευμένοι οι μουσικοί εξαφανίζονται./Μένει μόνος ο τραυματίας,/καλεί σε βοήθεια με τη σφυρίχτρα του:</p>
<p>-Κουράστηκα, θέλω να γιατρευτώ,/η πληγή είναι βαθειά, ματώνει, /η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!</p>
<p>Ο ποιητής ενώνει δύο εντελώς ασύμβατες καταστάσεις, είναι όμως εντελώς άσχετες; Δεν θα διστάσει να φέρει κοντά, αυτές τις δύο ετερόκλιτες καταστάσεις, του ασθενοφόρου που μεταφέρει έναν τραυματία και του αυτοκινήτου που μεταφέρει ένα μουσικό συγκρότημα. Ένα μικρό βήμα χρειάζεται, μέσα σε μια παράξενη σύγχυση, τα δύο αυτοκίνητα με τα τόσο διαφορετικά σύνολα να ενωθούν και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν μια εκρηκτική κατάσταση στους αναγνώστες και να καταλάβουν τον παραλογισμό του σύγχρονου κόσμου, εκεί δείχνει ο τελευταίος στίχος: «η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!».</p>
<p>Μέσα στο ίδιο πνεύμα, του παραλογισμού, τα αντικείμενα έχουν μια αυτόνομη ζωή, ανεξάρτητη από τη ζωή του ανθρώπου που τα κατασκεύασε και υποτίθεται ότι τον εξυπηρετούν, ενώ έχουν αποκτήσει απόλυτη αξία, αυτό εκφράζει το ποίημα «Τα έπιπλα τέρατα»:</p>
<p>-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,/με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.</p>
<p>Το τραπέζι προχωρά,/στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,/γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,</p>
<p>καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,/ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι/με την ψυχή ανάποδα.</p>
<p>Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα/ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…/Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»</p>
<p>Ο ευαίσθητος άνθρωπος μπορεί να αντιδρά βίαια σε μια τέτοια κατάσταση, τα θαύματα της τεχνικής. Ο στίχος «το όνομα μου Λεγεών» παραπέμπει ταυτόχρονα στο ευαγγέλιο του Λουκά, αλλά κυρίως στο έργο του Ντοστογιέφσκι «Δαιμονισμένοι» ή «Δαίμονες». Την καταστροφική μανία, ως αντίδραση, τη γνωρίζει πολύ καλά η εποχή μας.</p>
<p>Είναι όμως και οι κωμικές-γκροτέσκο καταστάσεις, που ακριβώς ο υπερρεαλιστής ποιητής τις χρησιμοποιεί για να δείξει πόσο στραβά είναι στην πραγματικότητα τα ορατά και τα αόρατα, πόσο το σοβαρό είναι αστείο και το αστείο σοβαρό.</p>
<p>Στο ποίημα «One man Circus» το γκροτέσκο στοιχείο αναδεικνύεται:</p>
<p>Στο κατώφλι του σπιτιού του, έγραψε: «άπατρις»,/σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του/και πρόσθεσε άλλη μια λέξη στον τοίχο: «άνεμος».</p>
<p>-Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος,/ δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,/στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο.</p>
<p>Ο «αθώος σαλτιμπάγκος» και το «αληθινό τσίρκο» είναι οι πραγματικές καταστάσεις.</p>
<p>Β. Η ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ</p>
<p>Στη σύλληψη του νοήματος του κόσμου βοηθάει τον ποιητή και η λογοτεχνική παράδοση, δική μας ή ξένη, λαϊκή ή λόγια. Και ο Γ.Κ. είναι λόγιος ποιητής. Σε όλες τις ποιητικές του συλλογές είναι φανερό αυτό, ιδιαίτερα στην προηγούμενη «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», όπου αναφέρονται ρητά ποιητές, πεζογράφοι, φιλόσοφοι, μουσικοί όπως Βόυτσεκ, Μωπασάν, Σοπενχάουερ, Ραχμάνινωφ, Στρίντμπεργκ, Ιονέσκο, Τσέχωφ, Γκόγκολ. Ιδιαίτερα όμως στην καινούργια συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ» στις σημειώσεις, στο τέλος του βιβλίου αναφέρει για έξι ποιήματα την πηγή της έμπνευσής του, που είναι κάποιο λογοτεχνικό έργο. Πέρα όμως από αυτές τις περιπτώσεις οι αναφορές είναι διάσπαρτες σε όλη τη συλλογή, είτε υπαινικτικά είτε ρητά, από τη λογοτεχνική, τη λαϊκή, τη θρησκευτική παράδοση. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ίσως ότι δεν υπάρχει και στην ποίηση παρθενογένεση! Άλλωστε στην καθημερινή μας συναναστροφή χρησιμοποιούμε πλήθος τέτοιες αναφορές με διάφορους τρόπους και διάφορους λόγους.</p>
<p>ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ</p>
<p>Άλλοτε σε έλεγαν Αγία Σεσίλια, άλλοτε ήσουν /η Μαρία Στιούαρτ, η δεσποινίς Άντερσον,</p>
<p>σε έλουζαν, σε χτένιζαν, σε μύρωναν.</p>
<p>Τα Ξένα μάτια την κοιτάζουν/ Έκθαμβη νέα ωραία η αμαρτία /κι η απιστία Δεύτερη Υπηρεσία./</p>
<p>Αργά ή γρήγορα θα χτυπήσουν την πόρτα/ οι υποψήφιοι προσκυνητές αθώοι, ταπεινοί, δειλοί.</p>
<p>Τα φύλλα συκής πέφτουν μαραμένα. /Έρχονται οι προξενητές με τα δώρα του ήλιου./</p>
<p>Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε… /Λάμπει το Ουράνιο Τόξο.</p>
<p>Σ’ αυτό το ποίημα ακούγονται λέξεις και ρυθμοί από το τραγούδι του ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, από τα πιο παλιά δημοτικά τραγούδια. Παρακολουθούμε μια ανατροπή της παραδοσιακής κοινωνίας. Η Αρετή, η ηρωίδα του δημοτικού τραγουδιού, με την πίστη της στα πρόσωπα που την αγαπούν ανατρέπεται από τη «νέα ωραία αμαρτία» και την «απιστία». Βρισκόμαστε στην αντίθετη ακριβώς κατάσταση, όπως λέει και ο προτελευταίος στίχος.</p>
<p>«Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε…»</p>
<p>Το ίδιο διαπιστώνουμε και στο ποίημα:</p>
<p>O ΠΡΟΦΗΤΗΣ</p>
<p>Μικρός προφήτης έριξε σε κορασιά τα μάτια./«Πεινώ, διψώ» της λέει. «Βοή μου»/</p>
<p>του αποκρίνεται «Τα σπλάχνα μου να φας!».</p>
<p>Ορμάει πάνω της, κάνει μια τρύπα/στα τρυφερά βυζιά, την βύζαινε /στόμα φιλήδονο, χείλος φαρμακωμένο.</p>
<p>Δάγκωνε μάνα του ουρανού, αλάτι του πελάγου/έπινε γάλα και κρασί από λαχταριστό κορμί</p>
<p>χωρίς να προφητεύει.</p>
<p>Ο ιδανικός κόσμος του Σολωμού εξαφανίζεται…</p>
<p>Η λαγνεία στέρησε τον ερωτευμένο του νεότερου ποιήματος από την ικανότητα να προφητεύει, δηλαδή να εισέρχεται στο βάθος των πραγμάτων. Και ο έρωτας τι έχει γίνει; Όπως τον καταγράφει ο Γιώργος Κοζίας, έχει γίνει αυτοερωτισμός (στο ποίημα «το μαγικό δέρμα») ή σκέτη παραγωγή ηδονής σωματικής («Η γυναίκα στο σκοπευτήριο») ή παρασυζυγική ηδονή («Οι ομπρέλες») ή πληρωμένος έρωτας («Cabaret..»).</p>
<p>Λείπει όμως η ερωτική αγάπη από την τελευταία συλλογή του Γ.Κ.; Όχι βέβαια! Αλλά είναι χαρακτηριστική η παρουσία της στο ποίημα:</p>
<p>η ωραια αμπελοσ</p>
<p>Μπαίνει στο αμπέλι, κλέβει μια ρώγα,/ την έβαλε στο στόμα της κι έπεσε νεκρή!/</p>
<p>Την έκλαψαν, την ξάπλωσαν σε κάσα σκαλιστή,/την κλείδωσαν, πέταξαν τα εννιά κλειδιά,</p>
<p>την ξέχασαν.</p>
<p>Φτάνει ο τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τα κλειδιά./ Βλέπει την κάσα, ξεκλειδώνει εννιά φορές,</p>
<p>μέσα η πεθαμένη κόρη πεντάμορφη/με ανοιχτά τα χείλη υγρά, ζουμερά./ Το πρόσωπό της</p>
<p>έλαμπε/ κι είχε σημαδάκι στο λαιμό στολίδι.</p>
<p>Σκύβει ο λεβέντης φιλάει τρείς/ την τέταρτη πετιέται του σταφυλιού η ρώγα!/ Έπαιξε</p>
<p>τα βλέφαρα η Ωραία Άμπελος/ ζωντάνεψε, του μίλησε:</p>
<p>«Νόστιμα ροζακιά, ασίκη, φρέσκα ροζακιά,/σταφύλια της Αγάπης τα φιλιά»</p>
<p>Ο ποιητής ακουμπάει στη λαϊκή παράδοση, στο γνωστό παραμύθι του παλληκαριού/του πρίγκιπα που με το φιλί του ανασταίνει την πεθαμένη/κοιμισμένη πεντάμορφη. Θέλει να υποδείξει, μήπως, ο Γ.Κ. ότι η γνήσια ερωτική αγάπη βρίσκεται μόνο στα παραμύθια; Πάντως σε δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, («Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» και «Πεδίον ρίψεων») τη γνήσια αγάπη την εικονογραφεί με δικά του, υποθέτω, παραμύθια. Ο Γ.Κ. όμως δεν χρησιμοποιεί την λογοτεχνική παράδοση για να την αναποδογυρίσει, μόνο αρκετές φορές τη βλέπει ως σύντροφο στη δική του ποιητική πορεία. Έτσι συμβαίνει με την ποίηση του Σεφέρη ή του Καβάφη. Στο ποίημά του «Τα εκτοπλάσματα» εικονογραφεί το σαράκι που κατατρώγει τα πάντα χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε.</p>
<p>Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους, /τρώνε τις πόρτες του σπιτιού, /τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα, /πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.</p>
<p>Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,/ έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες/</p>
<p>γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες, /κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.</p>
<p>Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια/εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα /καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:</p>
<p>-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!</p>
<p>Η συφορά, ειδοποιεί ο Καβάφης στο ποίημα «Ο Θεόδοτος» είναι κοντά μας και δεν την βλέπουμε: Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου/ το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —/ αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,/ φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.</p>
<p>Οι τελευταίοι στίχοι των δύο ποιημάτων σχεδόν ταυτίζονται. Και στο ποίημα «Ο υποβολέας», ο ποιητής διαλέγεται με τον Καβάφη το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και με πρώτη ανάγνωση τα σημεία που συνομιλούν οι δύο ποιητές. Υπάρχει και στα δύο ποιήματα «ο εξαίσιος θίασος», ο οποίος είναι «αόρατος» και ο Θεός που αποκαλείται «Λιποτάκτης» αντιστοιχεί στο «απολείπειν» του Καβαφικού τίτλου. Εδώ όμως καταχωρείται η ειδοποιός διαφορά.</p>
<p>Ο Καβάφης λέει «προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν/ Ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου».</p>
<p>Ο Γ.Κ. όμως επιμένει: «Όχι! Ήταν απάτη!!»</p>
<p>Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής<br />
Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής: Η απάτη, η παράσταση, το ψεύτισμα της ζωής γενικά! Ο ποιητής είναι αρκετά ευαίσθητος σ’ αυτή τη συλλογή απέναντι στην απάτη, στο θέατρο που παίζεται γύρω μας. Σε πρώτη ματιά είναι καμία δεκαριά και πλέον τα ποιήματα που συνθέτουν ένα περιβάλλον απάτης. Λέξεις που το προσδιορίζουν: μάσκες, ξύλινο ανθρωπάκι, μεταμφιεσμένος, τσίρκο, σαλτιμπάγκος, άλογα ξύλινα ψεύτικα, κούκλα, νευρόσπαστο, η κουρδισμένη κίσσα, για πάντα γελασμένος, απάτη, μαριονέττες, προσωπίδα, γελωτοποιός, κομπάρσοι, οι απατημένοι, ο πραίτορας των σκηνικών, η πόρνη της αυλαίας, χαρτιά σημαδεμένα, οι προδομένοι, κίβδηλα νομίσματα.</p>
<p>Στη συλλογή υπάρχει ένα ποίημα που δεν γίνεται ρητός λόγος για την απάτη, όμως αυτή βρίσκεται στην ουσιαστική λειτουργία της:</p>
<p>Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ</p>
<p>Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό/ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,/διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:</p>
<p>Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν/βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους/όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.</p>
<p>Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,/φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,/</p>
<p>ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.</p>
<p>Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,/λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…</p>
<p>Πώς να την χαρακτηρίζουμε την κατάσταση που αποδίδει αυτό το ποίημα; Απάτη; υποκρισία; θέατρο; αυταπάτη; Είναι όλα αυτά! Αλλά το τελευταίο δίστιχο μας πηγαίνει πέρα από αυτά που μας πλάνεψαν. Υπάρχει όμως και άλλο εύρημα στο ποίημα «Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ». Το θέμα του είναι ειλημμένο από τη θρησκευτική ζωή. Κείμενα, πρόσωπα, δραστηριότητες, σύμβολα είναι διάσπαρτα στη συλλογή. Φυσικά δεν πρόκειται για θρησκευτική ποίηση! Αλλά για μια ευφρόσυνη μεταφυσική αγωνία. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα έχεις την εντύπωσης ότι ασκεί σκληρή κριτική στις θρησκευτικές ιδέες, στα θρησκευτικά βιώματα του περιβάλλοντος κόσμου του:</p>
<p>«Ο δύστυχος ικετεύει την Θεία Πρόνοια, εκείνη τον εμπαίζει» (Οι Συνεργοί, 17).</p>
<p>«Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία» (Cabaret «Μις Υφήλιος, 51)</p>
<p>«- Χαλκιά και Πρωτομάστορα, φτιάξε καρφιά</p>
<p>(ο σταυρωμένος ποτέ δεν πάει χαμένος).</p>
<p>Εισάκουσόν μας Σατανά! (Η έβδομη απόδειξη, 21)</p>
<p>«Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος» καταραμένη εποχή:</p>
<p>«Ελπίζετε οι δυστυχείς – προσεύχεσθε οι ευτυχείς» (Cabaret…, 51)</p>
<p>Δεν είναι η εξαπάτηση μια κατάσταση απλή στη συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ». Πρέπει να τη δούμε σε σχέση με την πολιτική και το ποικιλώνυμο αλισβερίσι. Στο ποίημα «ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ» (σελ 36) είναι σαφής η αιχμή:</p>
<p>«Σάυλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή</p>
<p>δικό σου το εμπόρευμα – δική μας η τιμή».</p>
<p>Ανάμεσα στο «εμπόρευμα» και την «τιμή» θριαμβεύει η απάτη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, αν δεν είναι απογοητευμένος, είναι όμως θυμωμένος, κατέχεται από δαιμονική οργή. Θυμίζω δύο στίχους από το ποίημα «ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ»:</p>
<p>«Ανοίγω δρόμο με τον ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…»</p>
<p>Το όνομα «Λεγεών» είναι δυσοίωνο και απειλητικό.</p>
<p>Το ποίημα που συγκεντρώνει και συμπυκνώνει το νόημα των ποιημάτων της συλλογής</p>
<p>-αιρετικό και παρορμητικό- καθώς περιέχει και τον τίτλο της, «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», είναι η ΛΙΤΑΝΕΙΑ:</p>
<p>Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία. Σημαιοφόροι/οι ραβδοσκόποι ιερομόναχοι, οπισθοφύλακες</p>
<p>οι τεχνίτες /με τα σάρωθρα. Ουρλιάζουν του ήλιου οι αιχμάλωτοι/να σταματήσουν τις παρακλήσεις οι μετεωρολόγοι,/το συνδικάτο των αστρολόγων γονατιστοί/ικετεύουν να βρέξει αστέρια, να τους πνίξει.</p>
<p>Οι άγιοι σαπίζουν στη Γή της Επαγγελίας. Ανιχνευτές/οδηγούν πότε τις άσπρες λιτανείες πότε τις μαύρες. /Αστραπές προσκαλούν τους ζωολόγους, κεραυνοί/ φτύνουν τα σπλάχνα τους στο θάλαμο Επιτόκων./Ο γέρο Ιερεμίας καίγεται, κατουράει λάβα/κι ο αυτοκράτωρ Ουρανός ξερνάει αρουραίους.</p>
<p>Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία/με τα κεριά όλων των προδομένων.</p>
<p>Για όσους δεν γνωρίζουν, τι σημαίνει ο τίτλος της περίτεχνης συλλογής «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», ας ανατρέξουν στο γεωγραφικό χάρτη. Είναι ο παράλληλος που χωρίζει το Βορρά από το Νότο. Και με αυτόν τον τίτλο ο Γιώργος Κοζίας εκθέτει τα αποτελέσματα της ποιητικής-μαγικής έρευνάς του (σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος) για τα παράλογα της ζωής και της εποχή μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ</strong></h4>
<h5>ALICIA LECUMBERRI</h5>
<p>Η Καθημερινή 12/06/2007</p>
<p>Προσφέροντας ένα ποίημα για κάθε στιγμή</p>
<p>Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες είναι σαν ένα βιβλίο χωρίς αναγνώστες. Ο τίτλος ενός βιβλίου μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να ξυπνήσει μέσα του την επιθυμία να ξεκινήσει το ταξίδι της ανάγνωσης δίχως να αναρωτηθεί καν για τον προορισμό. Από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του ποιητή Γιώργου Κοζία, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», διαισθανόμουν πως κάτι διαφορετικό θα πρόσφερε, αφού ο τίτλος είναι ανατρεπτικός.</p>
<p>Ο ποιητής μάς προτείνει ένα ελκυστικό ταξίδι με αφετηρία το Πόντε Βέκιο της Φλωρεντίας, ξεκινώντας με «προδομένες αγάπες / Ξεχασμένες», έχοντας για προορισμό το ποίημα «Ομοίωμα», παρέα με τον Ροβινσώνα Κρούσο: «Ο Ροβινσών Κρούσος ανήρχετο / την κλίμακα σιωπηλός, ονειροπόλος. / Είχε ξεκάνει τον Παρασκευά! / Στο τελευταίο σκαλί τον περιμένει / το ομοίωμά του περίτεχνα μασκαρεμένο. / Φοράει στολή κιβδηλοποιού – αθέατο, / στους μεμυημένους ορατό, / διαλαλώντας: «Κορώνα ή γράμματα;» / Το νόμισμα αιωρείται, ταλαντεύεται, πέφτει, / ο μεταλλικός ήχος τον ξυπνά. «Ροβινσώνας ή Παρασκευάς;» / Με κάλπικη μονέδα / τι πραμάτεια θ’ αγοράσει!». Κατά τη διαδρομή της ανάγνωσης φτάνουμε σε πραγματικά και φανταστικά λιμάνια για να «αγαπηθούμε στις αποβάθρες των αναχωρήσεων / όταν δεν θα υπάρχει ανάμεσά μας θάλασσα», με συνεπιβάτες τον Βόιτσεκ, τον Ραβί, τον Σοπενχάουερ, τον Ραχμάνινωφ, την Καλλιόπη, τη Λίγεια, τη Μάρθα Ιωάννοβα, τη Μαργαρίτα και τη Σουλαμίτ, όλοι τους μετέωροι ταξιδιώτες κρατάνε για διαβατήριο: «Το παιχνίδι της επιθυμίας», το παιχνίδι στο οποίο «Τίποτα» δεν κερδίζει κανείς, αλλά μπορεί να χάσει «το Παν».</p>
<p>Στον «Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες» συμβιώνουν αρμονικά λόγος, εικόνες και μουσική. Ο ποιητής δίνει με δεξιοτεχνία τον τόνο στα ποιήματά του άλλοτε χρησιμοποιώντας μείζονα κλίμακα και άλλοτε ελάσσονα. Κάποια ποιήματα απηχούν εχθρούς και βάσανα ενώ άλλα μας προτείνουν παιχνίδια λέξεων, απαντήσεων – ερωτήσεων: «Για νίκες που έγιναν ήττες / για ήττες που ήταν νίκες…». Ο Γιώργος Κοζίας ωθώντας την ποιητική του στο μεταίχμιο της διακειμενικότητας – παρωδίας επιτυγχάνει τη δημιουργική ισορροπία και μας προσφέρει, με ευφυΐα, ένα ποίημα για κάθε στιγμή. Ο «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» είναι μια συλλογή που μας «πυροβολεί» νοηματικά και ρυθμικά. Ευέλικτοι και τηλεγραφικοί στίχοι -περίτεχνα μασκαρεμένοι με κέφι και χιούμορ- αντικατοπτρίζουν την ιλιγγιώδη ταχύτητα που τυλίγει ολόκληρη την κοινωνία καθώς και τον αναγνώστη. Η συλλογή αυτή διακρίνεται για την καλαισθησία της «Στιγμής» του μάστορα-τυπογράφου εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου και τα ποιήματά της λικνίζονται στην αγκαλιά των υπέροχων σχεδίων της ζωγράφου Εύας Τσακνιά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 20 Jul 2026 21:26:33 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23033</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική ρωγμή. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική ρωγμή. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες έχουν διακριθεί τόσο σε ελληνικά, όσο και σε διεθνή φεστιβάλ (Greek International Film Festival of Toronto, Mpumalanga International Film Festival, Kalakari Film Fest, Chania Film Festival and Chania Film Festival Edu, Athens International Digital Film Festival AIDFF, International Film Festival of Larissa &#8211; Thessaly κ.ά.). Αυτή την περίοδο κάνει το μεταπτυχιακό της στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Το Δαφοινόν δέρμα είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-77/" rel="attachment wp-att-23035"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23035" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1-187x300.jpg" alt="" width="311" height="499" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1-187x300.jpg 187w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1.jpg 398w" sizes="(max-width: 311px) 100vw, 311px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΑΦΟΙΝΟΝ ΔΕΡΜΑ (2026)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν παντού,<br />
σαν αθεράπευτες πόρνες,<br />
οι μάσκες·<br />
στους δρόμους, στις πλατείες,<br />
στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες.</p>
<p>Κοιτάζω<br />
τα χυμένα δάκρυα<br />
που επιστρέφουν<br />
στα μάτια τους.<br />
Κοιτάζω<br />
τον θάνατο<br />
που περπατάει<br />
επάνω τους<br />
σαν πρόστυχη αράχνη.</p>
<p>Περίεργα πλάσματα<br />
αυτές οι μάσκες.</p>
<p>Αν φυτρώσουν<br />
στο δέρμα τους<br />
λίγα λουλούδια παραπάνω,<br />
θα ανταγωνιστούν<br />
για το ποιος είναι<br />
ο πιο όμορφος τάφος.</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΟ II</strong></h5>
<p>Μέρα μεσημέρι, κατευθυνόμουν<br />
ύστερα από καιρό<br />
προς το νεκροταφείο.<br />
Ήθελα επειγόντως,<br />
ν’ ατενίσει λίγα<br />
δάκρυα στο πρόσωπό μου,<br />
μια παλιά αγαπημένη<br />
ψυχή.</p>
<p>Πλησιάζοντας τις πλάκες,<br />
βλέπω αλαφιασμένη,<br />
όλους τους τάφους ανοιγμένους.<br />
Όλους τους τάφους αδειανούς.</p>
<p>«Τι ψάχνεις εδώ πέρα, ανόητη;»<br />
μου φωνάζει απορημένη μια γριά<br />
που στεκόταν λίγο παραδίπλα. «<br />
Αφού στο σπίτι σου κοιμούνται&#8230;<br />
όλοι οι νεκροί».</p>
<h5><strong>Η ΒΡΟΧΗ</strong></h5>
<p>Μες στη βροχή κλαίει ο σκύλος<br />
γιατί εύχεται να ήταν γάτα·<br />
η γάτα δεν θα έκλαιγε ποτέ κάτω απ’ τη βροχή,<br />
η γάτα θα έκλαιγε κοιτάζοντας τον ήλιο.</p>
<p>Μέσα στον κόσμο αυτό,<br />
ό,τι έχω σκοτώσει<br />
δεν είναι λίγο.<br />
Η φύση δεν πρέπει καθόλου<br />
να με λυπηθεί<br />
όσα λουλούδια άγρια<br />
της ξερίζωσα ήταν πολλά,<br />
όσα φύλλα πράσινα<br />
κατέστρεψα με τα χέρια μου<br />
δεν ήταν λίγα.</p>
<p>Μες στη βροχή κλαίει πάλι ο σκύλος·<br />
πως αγαπούσε πολύ το αφεντικό του<br />
έχει ξεχάσει.<br />
Εγώ ξέχασα όλα όσα έχω σκοτώσει.</p>
<p>Σε ποιους εφιάλτες<br />
θα χτίσει πάλι τη φωλιά της<br />
αυτή η καρδιά;<br />
Όταν ξυπνάω απ’ το όνειρο<br />
δεν ακούω καν χτύπους.</p>
<p>Μια γάτα νιαουρίζει γλυκά<br />
γύρω από έναν χαρούμενο άνθρωπο.<br />
Ο σκύλος, με μάτια αγνά,<br />
καλωσορίζει<br />
τις κλωτσιές που του δίνουν στο στόμα<br />
το ζεστό του ψωμί.</p>
<p>Τι έχω σκοτώσει στη ζωή μου;<br />
Σαύρες, μύγες, πολύχρωμα έντομα,<br />
μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες.<br />
Δεν τα θυμάμαι όλα,<br />
κι ο σκύλος ακόμη ξεχνά<br />
πως εκείνον που αγαπούσε βαθιά<br />
μια μέρα τον δάγκωσε βαθύτερα.</p>
<p>Εδώ κι εκεί, με αίμα αγάπης<br />
τριγυρνούσε,<br />
γαβγίζοντας αφόρητα στους ανθρώπους,<br />
αλλά όχι στις γάτες,<br />
που γεμάτες απορία<br />
έβλεπαν τα σάλια να κυλάνε διαρκώς<br />
σαν καμπάνες που χτυπάνε συνεχόμενα<br />
ένα φρικτό χαρμόσυνο τραγούδι.</p>
<p>Η βροχή ήρθε προχθές·<br />
την περιμέναμε όλοι φυσικά,<br />
και σαν άγρυπνα παγωμένα μνήματα,<br />
σιωπηλοί.<br />
την ακούγαμε όλη νύχτα.</p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΡΦΙΑ TOT ΑΙΜΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το καλοκαίρι μάτωσε·<br />
η ομορφιά του αίματος<br />
δεν εκτιμήθηκε ακόμα.<br />
Πληγές παίρνουν φωτιά<br />
από την ανεπάρκεια<br />
ενός αρώματος.</p>
<p>Κόσμος βαρύς ·<br />
μα λιώνουν τα σώματά μας<br />
το ένα πάνω στ’ άλλο,<br />
βυθίζονται σε μία ψυχή.</p>
<p>Βαρύς ο κόσμος,<br />
βαριά η ομορφιά του αίματος,<br />
σατανική του έρωτα η ευλογία,<br />
απύθμενη η τρικυμία των δέντρων·<br />
λεμονιές,<br />
ελιές,<br />
βουκαμβίλιες.</p>
<p>Σπίθες αστεριών<br />
πέφτουν πάνω τους τα βράδια,<br />
σπίθες αίματος<br />
στάζουν αμείλικτα απ’ τον χρόνο,<br />
καρφώνονται στο κύμα της ημέρας.<br />
Θάνατος δεν υπάρχει<br />
παρά στα μάτια<br />
και στον ήλιο.<br />
Βλέπεις;<br />
Ναι, βλέπω<br />
την ηχώ που μεταφέρει η πεταλούδα<br />
στα φτερά της,<br />
τον θάνατο που θέλει<br />
να χορεύει με όλους,<br />
την ελευθερία<br />
που βρέχεται από αγκάθια,<br />
την ομορφιά του αίματος<br />
που λησμονήθηκε<br />
απ’ το σώμα.</p>
<p>Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα.</p>
<h5><strong>Η ΣΚΑΝΔΑΛΗ</strong></h5>
<p>Τα χείλια σου θα κόψω με ψαλίδι<br />
και θα τα εναποθέσω στοργικά<br />
πάνω στη ράθυμη, τυραννική σελήνη.<br />
Τόσο εκείνη όσο κι εγώ<br />
θα βγούμε κερδισμένες.<br />
Εκείνη, γιατί το κόκκινο είναι το χρώμα<br />
που ανυψώνει πάντοτε<br />
τη χιλιοφορεμένη ομορφιά της.<br />
Εγώ, γιατί θα βλέπω αιώνια τα χείλη σου,<br />
κι ακόμα κι όταν ξεραθεί το αίμα τους,<br />
θα μου θυμίζουν δυο απαλά,<br />
ονειρικά βατόμουρα.<br />
Είναι νόστιμα τα βατόμουρα.<br />
Νόστιμα ήταν τα χείλη σου.</p>
<p>Τα μάτια σου δε θα τα πειράξω.<br />
Τα μάτια σου τα μίσησα με τον καιρό,<br />
γιατί δεν με κοιτούσαν όπως πρώτα.<br />
Τα μάτια σου με φόβιζαν.<br />
Ένας ιδρώτας μέσα τους.<br />
Η φλέβα τους,<br />
μια διαλυμένη σιδηροδρομική γραμμή<br />
απ’ όπου εκτροχιάστηκα.</p>
<p>Τα χέρια σου όμως θα τα κόψω!<br />
Μ’ ένα χλωμό μαχαίρι θα τα ξεριζώσω.<br />
Εκείνα μ’ αγάπησαν πολύ<br />
και μ’ έσφιγγαν,<br />
σαν να ’θελαν να πεθάνουν μαζί μου.<br />
Εκείνα με μίσησαν πολύ<br />
και μου ανατίναξαν την καρδιά.</p>
<p>Ωστόσο<br />
θα τ’ ακουμπήσω δυνατά στο στήθος μου,<br />
θα τα δαγκώσω,<br />
θα τα χαϊδέψω,<br />
θα τα φιλήσω.<br />
Έπειτα,<br />
δανείζοντάς τους ένα φτηνό περίστροφο,<br />
θα τ’ αναγκάσω<br />
-εγώ αυτή τη φορά-<br />
να τραβήξουν σκανδάλη.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/7/2026</p>
<p>ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
πριν καθαρίσω τις ψυχαναλύσεις<br />
από τις πληγές,<br />
πριν αδειάσω το δέρμα<br />
από γλυκά φιλιά τεράτων<br />
πριν βρω τον έναν, όμοιό μου.</p>
<p>Λίγοι στίχοι από το ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» ένα από τα 22 ποιήματα της συλλογής της Μαίρης Κλαμπούρα «Δαφοινόν δέρμα» εκδόσεις Μετρονόμος 2026 που παρουσιάζουμε απόψε. Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, μετά από ένα θεατρικό έργο που έγραψε το 2014 με τίτλο «Ερωτική ρωγμή» και στο οποίο ήταν και ηθοποιός και βοηθός παραγωγής. Και επίσης έγραψε και σκηνοθέτησε 4 ταινίες μικρού μήκους.<br />
Τα ποιήματα της συλλογής περιστρέφονται γύρω από τον άνθρωπο και τα συναισθήματα, όμορφα και δυσάρεστα, μέσα στη ζωή.<br />
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Μάσκες» διαβάζουμε:</p>
<p>«Υπάρχουν παντού,/σαν αθεράπευτες πόρνες,/οι μάσκες·/<br />
στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες. /<br />
Κοιτάζω/τα χυμένα δάκρυα/που επιστρέφουν/στα μάτια τους.»</p>
<p>Στίχοι που ανταποκρίνονται στον άνθρωπο του χτες και του σήμερα που μέσα στη κοινωνία που ζούμε δεν ξέρουμε τί θα αντιμετωπίσουμε από τον συνάνθρωπο μας γνωστό ή άγνωστο. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη μάσκα του κάθε ανθρώπου. Και στο επόμενο ποίημα «Η ακηδία» η ποιήτρια μιλά για την αδιαφορία που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος από συνανθρώπους του.</p>
<p>Γράφει μεταξύ άλλων:</p>
<p>«Δεν χορέψαμε/τον πυρρίχιο χορό τους/δίχως ασπίδα./<br />
Αιωρούμεθα/σε μια ανυπόταχτη ακηδία.»</p>
<p>και κλείνει το ποίημα με στίχους σαν μια κραυγή:</p>
<p>«Θάλασσα,/αν μ’ ακούς,/γίνε καταραμένη και φρικτή./Πνίξε μας.»</p>
<p>Και ακολουθεί το ποίημα « Ο φόβος» που είναι μια συνέχεια των συναισθημάτων από τα προηγούμενα ποιήματα.<br />
Διαβάζουμε:</p>
<p>Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς.<br />
Φοβάμαι/μην κλέψω βλεφαρίδες/απ’ τα νεκρά τους μάτια/<br />
και ευχηθώ/να γεννηθούν/ξανά.</p>
<p>Η ποιητική φωνή της Μαίρης φτάνει πολύ βαθιά στο συναισθηματικό της κόσμο και αγγίζει τα συναισθήματα του αναγνώστη.</p>
<p>Ακολουθούν τρία ποιήματα για το «Όνειρο» στα οποία η ποιήτρια μας λέει<br />
στο «Όνειρο Ι»<br />
«Περπατούσα στον ύπνο μου/και μια σκιά/ μου κρατούσε σφικτά το χέρι»<br />
και συνεχίζει πιο κάτω:</p>
<p>«Καθώς περπατούσαμε,/της έδειχνα όλες τις γέφυρες που διέσχισα,/<br />
όλες τις θάλασσες που παραλίγο να πνιγώ,/όλα τα σεντόνια που λέρωσα,/<br />
όλες τις ταινίες που απέφευγα να δω,/όλα τα φίδια που με ονειρεύτηκαν/<br />
κι όλα τα χέρια που με χαστούκισαν/από αγάπη.»</p>
<p>Όνειρα που όπως τα περιγράφει η ποιήτρια μας δεν είναι καθόλου ευχάριστα και βέβαια γεννιούνται μέσα από δυσάρεστες σκέψεις και καταστάσεις όχι μόνο στη ποιήτρια αλλά στον κάθε άνθρωπο.</p>
<p>Στο «Όνειρο ΙΙ» διαβάζουμε</p>
<p>«Μέρα μεσημέρι, κατευθυνόμουν/ύστερα από καιρό/προς το νεκροταφείο./<br />
Ήθελα επειγόντως,/ν’ ατενίσει λίγα/δάκρυα στο πρόσωπό μου,/μια παλιά αγαπημένη/ψυχή.»</p>
<p>Μια επίσκεψη που για το κάθε άνθρωπο είναι μια δυσάρεστη εμπειρία που η ποιήτρια μας δεν διστάζει να τη μεταφέρει στον αναγνώστη για να ταξιδέψει κι αυτός στις δικές του μνήμες και εμπειρίες.</p>
<p>Στο «Όνειρο ΙΙΙ» διαβάζουμε:</p>
<p>«Είναι μια μικρή ζητιάνα έξω/απ’ την πόρτα μου.»</p>
<p>Μια συνάντηση που συγκλονίζει τη ποιήτρια ακόμα και στο όνειρο και βέβαια τον αναγνώστη. Διαβάζουμε για μια από τις πρώτες εικόνες της συνάντησης:</p>
<p>«Τα κέρματα που της δίνω/τ’ ακούω να πέφτουν κάτω/σαν ματωμένες σφαίρες επανάστασης./Το ψωμί το δαγκώνει/κάποιος περαστικός σκύλος./<br />
Όταν τελικά περνάει από τη σκέψη μου/να φύγω,/συνειδητοποιώ πως η γυναίκα αυτή/δεν έχει χέρια.»</p>
<p>Η ποιήτρια δραματοποιεί τη συνάντηση με τη μικρή ζητιάνα με ξεχωριστό ποιητικό λόγο που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει στη συνάντηση.</p>
<p>Στο ποίημα «Γέφυρα» η ποιήτρια αισθάνεται ότι έγινε η γέφυρα για τους άλλους και διερωτάται:</p>
<p>«Πόσοι δεν πάτησαν πάνω μου/για να περάσουν/στην απέναντι πλευρά/<br />
του καθρέφτη;»</p>
<p>Και συνεχίζοντας διερωτάται:</p>
<p>«Πόσους ανθρώπους ένωσα/χωρίς καμιά κλωστή;/Πόσους ανθρώπους έσωσα/από βουβό πνιγμό;»</p>
<p>Και βέβαια όταν απλώνεις χέρι βοήθειας σε όλους αυτό που σου μένει στο τέλος είναι η απογοήτευση τόσο που όπως γράφει η ποιήτρια</p>
<p>«Ένα κοράκι/στέκεται δίπλα μου./Με βλέπει και λυπάται.»</p>
<p>Και κλείνει το ποίημα με στίχους γεμάτους απόγνωση.</p>
<p>«Κουράστηκα να είμαι γέφυρα»,/του λέω./«Κι ούτε αποζητώ/να γίνω έμβλημα/της ιστορίας τους./Το μόνο που εύχομαι στ’ αλήθεια,/το μόνο που προσμένω,/είναι να έρθει πίσω/εκείνο το ποτάμι/και να με παρασύρει μαζί του,/όπου κι αν πάει.»</p>
<p>Ο ποιητικός της λόγος βλέπουμε ότι κινείται εύστοχα ανάμεσα στην όμορφη διάθεση και την ωμότητα. Και αυτή την αντίθεση του λόγου τη βλέπουμε στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.</p>
<p>Στο ποίημα «Η πεταλούδα» βλέπουμε τη σκληράδα σε μια πεταλούδα.</p>
<p>«Θα κάψω τα φτερά μιας πεταλούδας./Ας κοροϊδέψουν όσο θέλουν οι νεκροί./Όπως στερήθηκα το πέταγμα,/έτσι θα το στερήσω!»</p>
<p>Στο ποίημα «Η βροχή» διαβάζουμε για το σκύλο και τη γάτα και τις αντιθέσεις ανάμεσα τους αλλά και τις σχέσεις με τον άνθρωπο.<br />
Γράφει μεταξύ άλλων:</p>
<p>«Μια γάτα νιαουρίζει γλυκά/γύρω από έναν χαρούμενο άνθρωπο./<br />
Ο σκύλος, με μάτια αγνά,/καλωσορίζει/τις κλωτσιές που του δίνουν στο στόμα/το ζεστό του ψωμί./Τι έχω σκοτώσει στη ζωή μου;/<br />
Σαύρες, μύγες, πολύχρωμα έντομα,/μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες./Δεν τα θυμάμαι όλα,/κι ο σκύλος ακόμη ξεχνά/<br />
πως εκείνον που αγαπούσε βαθιά/μια μέρα τον δάγκωσε βαθύτερα.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η τελευταία ηδονή» διαβάζουμε για την απογοήτευση πόσο βαθιά σε αγγίζει όταν η προσφορά σου δεν έχει καμιά αναγνώριση.</p>
<p>« Κοιτώντας έναν βράχο,/θυμήθηκα, ξαφνικά,/πως αυτός ο κόσμος είχε πάντα την ανάγκη/να παίρνει από μένα/κι εγώ πάντα την ανάγκη/<br />
να του δίνω./Θα του έδινα λοιπόν ό,τι κι αν μου ζητούσε./Θα μου έδινε κι αυτός έναν ωραία/σκηνοθετημένο θάνατο;»</p>
<p>Και κλείνει τι ποίημα με λόγο γεμάτο ωμότητα και σκληρότητα.</p>
<p>«Τώρα τρέμω επάνω στον σταυρό./Και μόνο το απαράλλακτο κορμί μου/<br />
περιμένει με ανυπομονησία και δέος,/το τελευταίο χέρι,/<br />
που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/τόσο απλά και τόσο άμεμπτα,/<br />
την τελευταία ηδονή.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η ομορφιά του αίματος» η ποιήτρια μας εισχωρεί στο ανθρώπινο σώμα, στο αίμα και τον θάνατο για να μας πει:</p>
<p>«βλέπω/την ηχώ που μεταφέρει η πεταλούδα/στα φτερά της,/τον θάνατο που θέλει/να χορεύει με όλους,/την ελευθερία/που βρέχεται από αγκάθια,/<br />
την ομορφιά του αίματος/που λησμονήθηκε/απ’ το σώμα.»</p>
<p>Για τη ποιήτρια το αίμα είναι ζωή αλλά και θάνατος και το αναφέρει και στο<br />
και στο ποίημα «Παρανυχίδες</p>
<p>«Το βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι,/θα βάψω τα νύχια μου κατακόκκινα/σαν αίμα·/να μη φαίνονται τόσο έντονα στα δάχτυλα,/αυτές οι μικρές, ξεριζωμένες μου τύψεις.»</p>
<p>Το δε θάνατο και το νεκρό το συναντάμε κα σε άλλα ποιήματα της συλλογής. Και πιστεύω ότι αυτές οι αναφορές δίνουν αξία στη ζωή.</p>
<p>Στο ποίημα «Οι ελιές» διαβάζουμε</p>
<p>«Είναι η ώρα που ο ήλιος τρέμει,/κι αν φας κι άλλες ελιές,/κάποιος – να ξέρεις – θα πεθάνει».</p>
<p>Στο ποίημα «Το ψάρι» διαβάζουμε:</p>
<p>«Πες μου, πόσοι τάφοι/πιστεύεις πως είναι άδειοι;/Γιατί να φύγει ένας/<br />
νεκρός απ’ τον τάφο του;»</p>
<p>Στο ποίημα «Πρωτέας» γράφει η ποιήτρια:</p>
<p>«Έχω ακούσει αμέτρητες ιστορίες/για τον θάνατο:/βάναυσες αρρώστιες,/<br />
τρικυμίες αίματος στην άσφαλτο,/παιδιά κρεμασμένα/σε γερά κλαδιά δέντρων/όμοια με γινωμένα φρούτα.»</p>
<p>Σε δυο ακόμα ποιήματα διαβάζουμε:</p>
<p>Στο ποίημα «Η σκανδάλη»</p>
<p>«Τα χέρια σου όμως θα τα κόψω!/Μ’ ένα χλωμό μαχαίρι θα τα ξεριζώσω./<br />
Εκείνα μ’ αγάπησαν πολύ/και μ’ έσφιγγαν,/σαν να ’θελαν να πεθάνουν μαζί μου.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η νιφάδα»</p>
<p>«Μια πεταλούδα με χαιρέτησε/λίγο πριν πεθάνει./Δεν πρόλαβα να τρέξω πίσω της./Αχ, ας μην ήξερα να διαβάζω»</p>
<p>Σίγουρα οι στίχοι αυτοί προκαλούν ένταση στον αναγνώστη. Όμως είναι θέματα που είναι μέσα στην ίδια μας τη ζωή. Και η ζωή έχει τις ομορφιές της και πάντα κάτι έρχεται που φέρνει χαρά και αγάπη. Και αυτό έχει σημασία.<br />
Και όπως γράφει η ποιήτρια μας στο «Ένα ακόμα ποίημα»<br />
«Είπα πως δεν θα γράψω πάλι,/αλλά ήρθες σαν γέλιο/σε μια τραγική περίσταση,/και με χέρια πιο αγγελικά/απ’ τα λουλούδια/ Έγινα το τσαλακωμένο χαρτί που ξετύλιξες.»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>Fractal 28/04/2026</p>
<p>Η πρώτη ποιητική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα είναι μια νέα ποιητική φωνή. Στο σπίτι της ποίησης εισέρχεται με τη συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» (εκδόσεις Μετρονόμος, 2026). Το ομηρικό επίθετο «δαφοινόν» σημαίνει βαθυκόκκινο, αιματώδες, αιμοδιψές. Η λέξη χρωματίζει τη συλλογή, όπως και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του αίματος. Με τη χρήση του κόκκινου χρώματος και του αίματος η ποιήτρια διερευνά τα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής. Η σύνθεσή της έχει υπαρξιακή κυρίως θεματική. Εστιάζει στην ταυτότητα, στη σχέση με τους γονείς, στο τραύμα, στον θάνατο. Διακρίνεται επίσης από έντονη σωματικότητα με το δέρμα να γίνεται το πεδίο όπου εγγράφεται ο πόνος και η μνήμη.</p>
<p>Προκειμένου να καταγράψει ευστοχότερα τις αγωνίες της ύπαρξης η Μαίρη Κλαμπούρα καταβυθίζεται στο ασυνείδητο και στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού. Στο έντονα εσωτερικό τοπίο που δημιουργεί, κυριαρχούν γοτθικά στοιχεία και το παράλογο. Τα στοιχεία αυτά, διαβρώνοντας τον ορθό λόγο, εισάγουν μια υπερφυσική ενέργεια, έναν μυστικισμό που προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή για την ετερότητα και τεχνουργεί σκηνές τρομακτικές. Τα σκηνικά με τα φανταστικά και σκιώδη πλάσματα που δημιουργεί αντιστοιχούν στα υποσυνείδητα μέρη της ψυχής. Παράλληλα, μέσω τρομακτικών ονείρων εισέρχεται στα απωθημένα και στις δυνάμεις της επιθυμίας. Τα όνειρα ανοίγουν τις πόρτες της φυλακής στο πνεύμα, αφήνουν να εξέλθουν όσα καταπιέσαμε, όσα απωθήσαμε και καταχωνιάσαμε γιατί μας πλήγωσαν. Τα ποιήματα της Κλαμπούρα είναι κόκκινα από πάθος και δαφοινή από τραύμα.</p>
<p>Το ζήτημα της ταυτότητας προβάλλεται έντονο στη συλλογή. Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τον αληθινό εαυτό μέσα από το δίπτυχο σώμα-μνήμη. Το σώμα σχετίζεται με την ταυτότητα. Το δέρμα είναι ο φορέας της μνήμης και των βιωμάτων, το όχημα που μεταφέρει τις παρελθοντικές εμπειρίες, την ηδονή, τον πόνο. Αναζητά ωστόσο τον αληθινό εαυτό και μέσα από το δίπτυχο «πρόσωπο-προσωπείο», τις δύο στην πράξη διαστάσεις του εαυτού. Το ζήτημα της μάσκας απασχολεί έντονα την ποιήτρια, το μοίρασμα ανάμεσα στον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί με τον αληθινό εαυτό. Σε αυτόν ανοίγεται, σε αυτόν εστιάζει, αυτόν προσφέρει τους άλλους, αλλά και αυτός επιθυμεί να του προσφέρεται. Η αληθινή έκφραση του εαυτού γίνεται γέφυρα για τους άλλους την οποία παρέχει αφειδώλευτα, καταγγέλλοντας την ψεύτικη και απατηλή κατασκευή, την προσποίηση, την υποκρισία, τη βιτρίνα. Επικαλείται το γνήσιο. Τη μάσκα ταυτίζει με τον τάφο της προσωπικότητας.</p>
<p>ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ</p>
<p>[…]Περίεργα πλάσματα<br />
αυτές οι μάσκες.<br />
Αν φυτρώσουν<br />
στο δέρμα τους<br />
λίγα λουλούδια παραπάνω,<br />
θα ανταγωνιστούν<br />
για το ποιος είναι<br />
ο πιο όμορφος τάφος. (σελ. 9)</p>
<p>Η ποιήτρια καταγγέλλει επίσης την ακηδία, την απουσία διάθεσης για πνευματικό έργο στην κοινωνία μας. Στο ομώνυμο ποίημα χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να δηλώσει καθολικότητα, αλλά και την προστακτική έγκλιση «πνίξε μας» ως αίτημα ανατροπής.</p>
<p>ΑΚΗΔΙΑ</p>
<p>Δεν ακούσαμε<br />
τα ηχογόνα τους δάκρυα<br />
εμείς.</p>
<p>Δεν χορέψαμε<br />
τον πυρρίχιο χορό τους<br />
δίχως ασπίδα.</p>
<p>Αιωρούμεθα<br />
σε μια ανυπόταχτη ακηδία. […]</p>
<p>Θάλασσα,<br />
αν μ’ ακούς,<br />
γίνε καταραμένη και φρικτή.<br />
Πνίξε μας. (σελ. 10-11)</p>
<p>Στη θεματική της Κλαμπούρα υπάρχει έντονη αναφορά στους γονείς και στους προγόνους. Το ποιητικό υποκείμενο αναμετράται με τη σχέση αυτή, μια σχέση σημαδιακή από την οποία προσπαθεί αφενός να κρατηθεί, αφετέρου να απεγκλωβιστεί. Καταφύγιο αλλά και φυλακή η οικογένεια, συχνά δρα καταδυναστευτικά. Στο ποίημα «Ο φόβος» η σχέση με τους γονείς περιγράφεται με σωματικούς όρους. Την παιδική ηλικία όπως και τα τραύματά της τα μεταφέρουμε στο σώμα μας. Μια «κληρονομιά σάρκας». Όσο κι αν προσπαθούμε να κόψουμε την ουρά της σαύρας, αυτή «ξαναφυτρώνει», αναφέρει στο ποίημα «Ο φόβος».</p>
<p>Ο ΦΟΒΟΣ</p>
<p>Φοβάμαι τον θάνατο<br />
του μπαμπά και της μαμάς.</p>
<p>Φοβάμαι<br />
μην κλέψω βλεφαρίδες<br />
απ’ τα νεκρά τους μάτια<br />
και ευχηθώ<br />
να γεννηθούν<br />
ξανά.</p>
<p>Φοβάμαι τη μαμά και τον μπαμπά,<br />
μην τους αποκόψω απ’ τη σάρκα μου,<br />
όπως μια σαύρα την ουρά της<br />
και αυτοί φυτρώσουν ξανά.</p>
<p>Τρέμω<br />
μην μου φυτρώσουνε ξανά. (σελ. 12)</p>
<p>Η θεματική του έρωτα έχει επίσης δυναμική παρουσία στη συλλογή. Ο έρωτας από τη μια λειτουργεί ως δύναμη ζωής και δημιουργίας, από την άλλη συνδέεται με την απώλεια και τη συναισθηματική πληγή. Η αντίθεση αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του συναισθήματος και των ανθρωπίνων σχέσεων.</p>
<p>Η ΝΙΦΑΔΑ</p>
<p>[…] Δεν χιόνισε φέτος.<br />
Οι τριανταφυλλιές στον κήπο<br />
όλες κατεστραμμένες·<br />
ιστοί αράχνης κρατούν επάνω τους<br />
-ανέπαφο-<br />
εκείνο το παλιό σου μήνυμα·<br />
Δεν μ’ αγαπάς. […] (σελ. 53)</p>
<p>Τα φυσικά στοιχεία στη συλλογή της Κλαμπούρα, η δάφνη, τα φύλλα, οι ρίζες, τα δέντρα, συνδέονται με την ανθρώπινη εμπειρία. Ερμηνεύονται ως σύμβολα αντοχής, μεταμόρφωσης, μνήμης και άλλα.</p>
<p>Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ</p>
<p>[…] Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα. (σελ. 84)</p>
<p>Η παρουσία του θανάτου στη συλλογή της Κλαμπούρα προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή. Η ποιήτρια θέτει τον θάνατο στο επίκεντρο της θεματολογίας, συνδέοντάς τον όχι μόνο με το τέλος της ζωής αλλά και με το τέλος του έρωτα ή τη μελαγχολία. Στους στίχους της παρακολουθούμε φεγγαρόφωτα τοπία, φέρετρα, τάφους, ομίχλη, θάλασσα, βροχή, πένθος, μυστήριο, μακάβριες εικόνες. Τα τοπία, γεμάτα συναισθηματική ένταση, υποστασιοποιούν την υπαρξιακή θλίψη όπως και την αγωνία για το ανθρωπινότερο.</p>
<p>ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ</p>
<p>Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου.<br />
Σου υπόσχομαι πως θα<br />
είναι ζεστό<br />
και γεμάτο όνειρα.</p>
<p>Τόσο καιρό περίμενα<br />
κάποιον<br />
για να χωρέσει μαζί μου.</p>
<p>Τόσο καιρό φανταζόμουν<br />
ένα πρόσωπο κεντημένο<br />
από ομίχλη,<br />
μια φρεσκοβαμμένη<br />
απ’ τη βροχή ψυχή,<br />
έναν άνθρωπο που να κρατά<br />
τη μάσκα του στο χέρι<br />
αντί να τη φορά<br />
στο πρόσωπο.</p>
<p>Κρύψου στο φέρετρό μου. […]</p>
<p>Μα στο δικό μου φέρετρο<br />
δεν επιτρέπονται οι μάσκες. […] (σελ. 55-56)</p>
<p>Η συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα «Δαφοινόν δέρμα» διακρίνεται για τη δύναμη των εικόνων και τη συναισθηματική ένταση. Το ύφος είναι έντονο και κοφτό, καταγγελτικό, κινηματογραφικό, μελαγχολικό, νεορομαντικό, γεμάτο μεταφορές και συμβολισμούς. Η ποιήτρια υιοθετεί τη λιτή και ωμή γλώσσα, φορτισμένη θεατρικότητα. Η βία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Κυριαρχεί το τοπίο της άγριας ομορφιάς με την εικόνα της σάρκας, του αίματος και του πόνου. Κινούμενη ανάμεσα στο σκοτάδι και την αλήθεια η Μαίρη Κλαμπούρα στήνει μια νουάρ αισθητική με χαμηλό φωτισμό. Την ενδιαφέρει η εικόνα. Πολλά ποιήματά της φαντάζουν «κάδρα», storyboards, προέκταση κινηματογραφικής κάμερας. Στη σύγχρονη τέχνη η έννοια του abject (του αποτρόπαιου) εστιάζει στο αίμα, σε σωματικά υγρά, στο σώμα που αποσυντίθεται, στο πτώμα, σε κανιβαλιστικές φαντασιώσεις. Το abject έχει τις ρίζες του στην ψυχανάλυση. Φωτίζει τον φόβο του υποκειμένου απέναντι στην απώλεια της ατομικότητάς του. Κάνοντας χρήση εικόνων που προκαλούν σοκ και αποστροφή ο καλλιτέχνης του αποτρόπαιου επιθυμεί να αντιταχθεί στα κοινωνικά ταμπού, να διερευνήσει τη σκληρότητα στο πεδίο της αισθητικής. Η Κλαμπούρα χρησιμοποιεί λέξεις ωμές, χωρίς καλλωπισμούς, που προκαλούν δυσφορία και σοκάρουν. Επιδιώκει με τον τρόπο αυτό την εσωτερική μας αναστάτωση· επιθυμεί να αισθανθούμε την πληγή.</p>
<p>Αν ωστόσο η Κλάμπουρα στα ποιήματά της φαίνεται σκληρή, ακόμη και ερμητική, στη σύνθεση «Ένα ακόμη ποίημα» μοιάζει να χαμηλώνει τις άμυνες και να μιλάει για την ίδια την πράξη της γραφής. Είναι η στιγμή που παύει να κοιτάζει το σώμα (το «δέρμα») και ατενίζει το χαρτί, τη γέφυρα ανάμεσα στο τραύμα και τη λύτρωση.</p>
<p>ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑ</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
κάποιον που δεν μπορεί να χαϊδέψει<br />
μια απαλή πέτρα.<br />
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη μια πληγή<br />
μέσα στα ίδια μου τα μάτια. […]</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για ανθρώπους που, σαν άνεμος,<br />
ανοίγουν τις σελίδες των βιβλίων<br />
χωρίς να έχουν πρόθεση να τις διαβάσουν. […]</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
πριν καθαρίσω τις ψυχαναλύσεις<br />
από τις πληγές,<br />
πριν αδειάσω το δέρμα<br />
από γλυκά φιλιά τεράτων<br />
πριν βρω τον έναν, όμοιό μου.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
αλλά ήρθες σαν δαιμονικό φρούτο<br />
που στα τυφλά θα δάγκωνα,<br />
ακόμη κι αν άκουγα από μακριά<br />
το δηλητήριο.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά,<br />
αλλά ήρθες σαν ένα μικρό παιδί<br />
με πινέλα και χρώματα στα χέρια.<br />
Έγινα η πέτρα που ζωγράφισες.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω πάλι,<br />
αλλά ήρθες σαν γέλιο<br />
σε μια τραγική περίσταση,<br />
και με χέρια αγγελικά<br />
απ’ τα λουλούδια.<br />
Έγινα το τσαλακωμένο χαρτί<br />
που ξετύλιξες.</p>
<p>Είπα πως δεν θα χαρίσω ξανά<br />
τις λέξεις μου,<br />
μα με αιφνιδίασες υπέροχα,<br />
σαν το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης<br />
σαν υπνική παράλυση<br />
μέσα στη νύχτα.</p>
<p>Είπα πως δεν θα επαναλάβω την αλήθεια<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να χαϊδέψει μια κόλαση.<br />
Είπα πως το αίμα μου<br />
δεν θα φυλακιστεί<br />
μέσα σε δαφοινά,<br />
αιχμηρά υφάσματα.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά<br />
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.<br />
Μα σε είδα να με κοιτάζεις<br />
με βλέμμα πιο αστραφτερό<br />
από οποιοδήποτε πετράδι.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να με ερωτευτεί. Αλλά ήρθες,<br />
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος<br />
που έμεινα να κοιτάζω,<br />
δίχως να κάνω βήμα. (σελ. 45-47)</p>
<p>Στο ποίημα αυτό η γραφή παρουσιάζεται σαν οργανική σχεδόν διαδικασία. «Ένα ακόμη» ποίημα που πρέπει να γραφεί. Η γραφή γίνεται το «δέρμα» της ποιήτριας, ο τρόπος να αντιμετωπίσει την οικτρή συχνά πραγματικότητα, μια επαναλαμβανόμενη πράξη («ένα ακόμη ποίημα»), που εγκολπώνει την αίσθηση ότι οι λέξεις ίσως ποτέ δεν θα είναι αρκετές να περιγράψουν τον πόνο ή την εμπειρία. Το ποίημα αναπαριστά την αγωνία του καλλιτέχνη, την αέναη ανάγκη του να μετατρέπει το βίωμα σε λόγο, όσο οδυνηρό και αν είναι αυτό. Βεβαίως η σύνθεση μπορεί να εκληφθεί και ως ερωτική.</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα στο «Δαφοινόν δέρμα», κοιτάζοντας κατάματα το «σκοτάδι», με λέξεις σκληρές όπως ουρλιαχτά, πληγές, γροθιές, κραυγές, φίδια (ένα μοτίβο που επανέρχεται), στοχάζεται πάνω στη ζωή και στον θάνατο, στην προδοσία, την αγάπη, τον έρωτα, την ταυτότητα, τις σχέσεις. Αξιοποιεί νεορομαντικά, υπερρεαλιστικά και συμβολικά στοιχεία, δημιουργώντας ατμόσφαιρα εσωτερικότητας και στοχασμού.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ</strong></h5>
<p>diastixo.gr 05/05/2026</p>
<p>Δαφοινόν δέρμα</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα Δαφοινόν δέρμα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μετρονόμος, δεν είναι απλώς μια κατάθεση λόγου, αλλά μια εμπειρία θέασης. Και λέω θέασης, γιατί αυτό που προσωπικά θεωρώ πολύ σημαντικό στη συγκεκριμένη δουλειά είναι η ικανότητα να φιλτράρει κανείς τις background οπτικές. Να απομακρύνει, δηλαδή, το προφανές, το θορυβώδες, το επιφανειακό, και να επιμείνει σε εκείνες τις εικόνες που λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν ασυνείδητα.</p>
<p>Στην ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα, αυτό το φίλτρο είναι απολύτως παρόν. Ο κόσμος που χτίζεται εδώ δεν είναι φωτεινός με την κυριολεκτική έννοια. Είναι ένας κόσμος σκοτεινός, συχνά βίαιος, γεμάτος εικόνες που φέρουν ένταση, αίμα, σώμα, φθορά. Και όμως, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, αναδύεται μια παράξενη καθαρότητα.</p>
<p>Η ειρωνεία προς την κοινωνία, επίσης, διατρέχει τη συλλογή ως μια βαθύτερη αποδόμηση. Για μένα, η πιο έντονη ειρωνεία προς την κοινωνία εμφανίζεται στο ποίημα «Η Γέφυρα». Εκεί η Γέφυρα, ένα σύμβολο που κανονικά ενώνει, παρουσιάζεται κουρασμένη, σχεδόν εξαντλημένη από αυτή της τη λειτουργία. Έχει περάσει πάνω της πλήθος ανθρώπων, ιστοριών, εξουσιαστικών στοιχείων, αλλά η ίδια παραμένει ακίνητη, παραμελημένη, αόρατη.</p>
<p>Πριν προχωρήσω όμως σε αυτή την ανάγνωση, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη δική μου σχέση με τη Μαίρη Κλαμπούρα: τη γνώρισα πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν η πόλη της την είχε τιμήσει για τις ταινίες μικρού μήκους της. Ήταν ήδη τότε εμφανές πως είχε μια πολύ ιδιαίτερη ματιά, μια ματιά που δεν αρκείται στην αφήγηση, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει ένα ολόκληρο οπτικοακουστικό σύμπαν. Λίγο αργότερα, συνεργαστήκαμε στο εγχείρημα Jazzy Nomads, όπου ανέλαβε την οπτικοακουστική κάλυψη των δράσεων του φορέα στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας. Εκεί είδα ξανά αυτή τη χαρακτηριστική της ικανότητα. Να πιάνει το περιθώριο της εικόνας, αυτό που οι περισσότεροι προσπερνούν, και να το μετατρέπει σε κεντρικό στοιχείο.</p>
<p>Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η φυσική της μετάβαση στην ποίηση. Γιατί η ποίηση αυτής της συλλογής λειτουργεί σχεδόν κινηματογραφικά. Μας εκθέτει σε πραγματικές σκηνές. Σκηνές όπου το σώμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, ο θάνατος δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά παρούσα ύλη και η αγάπη εμφανίζεται συχνά μέσα από τη βία ή την απώλεια. Το σκοτάδι εδώ δεν είναι διακοσμητικό, είναι εργαλείο. Και η ειρωνεία δεν είναι απλώς ύφος, είναι άμυνα, αλλά και επίθεση ταυτόχρονα.</p>
<p>Αν επιστρέψουμε σε αυτό που ανέφερα στην αρχή, στο φιλτράρισμα των background οπτικών, θα έλεγα πως η Μαίρη Κλαμπούρα κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έχουμε συνηθίσει: δεν απομακρύνει το σκοτάδι για να δούμε καθαρά, αλλά μας βυθίζει μέσα σε αυτό, ώστε να αναγκαστούμε να δούμε αλλιώς. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη βύθιση, αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι πιο ουσιαστικές εικόνες, η μοναξιά, ο φόβος, η μνήμη, η ενοχή, η ανάγκη για σύνδεση.</p>
<p>Κι επειδή ίσως σε μια ποιητική συλλογή να ανακύπτει το ανθρώπινο ερώτημα αν ξεχωρίζει κάποιο ποίημα&#8230; Θα έλεγα πως δεν έχει και τόσο νόημα να ξεχωρίσουμε ένα ποίημα ως «το πιο δυνατό». Ίσως γιατί αυτή ακριβώς είναι η δύναμη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον «Πρωτέα». Την πρώτη φορά που το διάβασα, ένιωσα πως μιλά για ένα οδοιπορικό ζωής, για μια διαδρομή γεμάτη εμπειρίες, φθορά, μνήμη. Τη δεύτερη φορά, όμως, είδα κάτι διαφορετικό. Μια μορφή εγκατάλειψης, σχεδόν μια αλληγορία για την παραμέληση, ίσως και για τη θεσμική παραμέληση των ατόμων της τρίτης ηλικίας, για ό,τι δηλαδή κάποτε ήταν χρήσιμο, ζωντανό και τώρα στέκεται στο περιθώριο.</p>
<p>Και αυτό είναι που κάνει τα ποιήματα της συλλογής Δαφοινόν δέρμα εξαιρετικά. Κάθε ανθρώπινο μάτι μπορεί να δημιουργήσει ένα δικό του αφήγημα. Χωρούν δηλαδή πολλαπλές ερμηνείες. Ανοίγουν έναν διάλογο, όχι μόνο με το κείμενο, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και τελικά, ίσως αυτό που καταφέρνουν πιο ουσιαστικά είναι να εγείρουν προβληματισμούς που δεν τελειώνουν με την ανάγνωση, αλλά ξεκινούν από αυτή και οδηγούν σε κάτι πιο συλλογικό. Στο να ξεκινήσουμε πάλι, στο σήμερα, στο εδώ και τώρα, να μιλάμε για μια ποίηση που ανοίγει ξανά τον δίαυλο επικοινωνίας.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 09/05/2026</p>
<p>Φτιάχνοντας φτερά από σάρκα και αίμα</p>
<p>Δαφοινόν δέρμα (Μετρονόμος, 2026) επιγράφεται η ποιητική συλλογή της καινοφανούς ποιήτριας Μαίρης Κλαμπούρα και ήδη από τον τίτλο μπορούμε να αντιληφθούμε τις δύο κύριες πρώτες ύλες της ποίησής της. Αφενός το αρχαιοπρεπές επίθετο δαφοινός σημαίνει το βαθύ κόκκινο χρώμα και μεταφορικά τον αιμοβόρο, τον άτεγκτο, τον κτηνώδη. Αφετέρου το δέρμα μάς προϊδεάζει για το δίπολο σάρκα-ψυχή, όπου στη σάρκα γίνονται ορατές οι επιπτώσεις μιας ψυχής που πάσχει. Το ανά χείρας βιβλίο φέρει, επίσης, την ατμόσφαιρα της λογοτεχνικής γενιάς του ʼ20, η οποία χαρακτηρίζεται από τον συμβολισμό, τη μελαγχολία, την απαισιοδοξία, τη θλίψη, τη μοναξιά δίνοντας έμφαση στον εσωτερικό κόσμο, στον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο χαμηλόφωνα και υποβλητικά προσπαθεί να ισορροπήσει σε μια συναισθηματική ρευστότητα. Έτσι και στην ποίηση της Κλαμπούρα συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά μέσω συμβόλων που χρησιμοποιεί και συγκεκριμένων εκφραστικών επιλογών. Για παράδειγμα, καίριο ρόλο διαδραματίζει το υγρό στοιχείο (τα δάκρυα, η λάσπη, η θάλασσα, το σπέρμα, το αίμα) ως σκηνοθέτης που καθοδηγεί την ποιητική φωνή στο ξετύλιγμα του προσωπικού της νήματος.</p>
<p>Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα δίπολα στα οποία η Κλαμπούρα χτίζει τον ποιητικό της κόσμο. Εκτός από το σώμα και το πνεύμα, συναντούμε το πρόσωπο και το προσωπείο. Είναι συχνή η αναφορά στη μάσκα την οποία πολλοί άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά. Το ποιητικό υποκείμενο με λόγο καταγγελτικό και συναισθηματικά φορτισμένο επικρίνει τους ανθρώπους που φορούν μάσκες, επιδιδόμενοι συγχρόνως σε έναν ανώφελο και ατελείωτο ανταγωνισμό με όχημα την υποκρισία και την προσποίηση. Ένα ακόμα μείζον δίπολο: φως-σκοτάδι. Ανατρεπτικά η ποιήτρια αποφαίνεται φίλα προσκείμενη στο σκοτάδι, γιατί είναι αυτό που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέγγιση της αλήθειας μακριά από συμβατικούς κανόνες και καθωσπρεπισμούς. Το σκοτάδι επιτρέπει στο ποιητικό υποκείμενο να είναι ο εαυτός του, απελευθερωμένος και ανεξάρτητος.</p>
<p>Διακριτή είναι, επίσης, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και τον εαυτό του. Η ποιήτρια μετέρχεται συμβόλων προκειμένου να συνομιλήσει με τον εαυτό της, να τον πλησιάσει και ίσως να συμφιλιωθεί μαζί του. Η σάρκα την κρατά δεμένη με τις γονεϊκές φιγούρες, η σκιά στο όνειρό της είναι ο εαυτός της, οι ψυχές των νεκρών συγκάτοικοί της, μια ζητιάνα που επαιτεί για λίγα ψίχουλα αγάπης καταλαβαίνει ότι είναι η ίδια κοιτάζοντας τη μορφή της στον καθρέφτη. Στοιχεία της φύσης, ο άνεμος, το δέντρο, η λάσπη, το χώμα, λειτουργούν ως όχημα που όσοι βρέθηκαν κοντά στην ποιητική φωνή το εκμεταλλεύτηκαν, προκειμένου να γνωρίσουν καλύτερα τον δικό τους εαυτό. Με άλλα λόγια, η ποιήτρια εκφράζει με πικρία αλλά και ψυχραιμία το παράπονό της. Η ίδια έγινε γέφυρα, ώστε πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά της να οδηγηθούν σε μια κατάσταση αυτογνωσίας που τους επέτρεψε να συνεχίσουν, ενώ εκείνη, ευρισκόμενη μονίμως στο παρασκήνιο, δεν κατάφερε να δρέψει το χειροκρότημα από τον ίδιο της τον εαυτό. Έσωσε ψυχές αλλά η πράξη της δεν εκτιμήθηκε, έτσι που οι διαβρώσεις στο δέρμα της κατάντησαν κενοτάφιο που φύτρωσαν δηλητηριώδη φυτά, απόρροια του πόνου και της απογοήτευσης που γεύτηκε.</p>
<p>Ένα κοράκι<br />
στέκεται δίπλα μου.<br />
Με βλέπει και με λυπάται.<br />
«Πόσες φορές ευχήθηκα<br />
να με ανατινάξουν»,<br />
του ψιθυρίζω.<br />
«Γιατί να είμαι πάντα<br />
αυτό που ενώνει<br />
και ποτέ αυτό που ενώνεται;»<br />
Με βλέπει<br />
και δακρύζει.</p>
<p>(«Η γέφυρα», σ. 21)</p>
<p>Κι όταν κανείς κουράζεται να αποτελεί τη συγκολλητική ουσία, ψάχνει να βρει τη ρίζα του κακού, η οποία τις περισσότερες φορές αντανακλά στους γονείς. Σχέση ιδιαίτερα, πολύπλοκη, πολυδιάστατη. Ίσως τότε να μπήχτηκε στη σάρκα το πρώτο καρφί και να έσταξε το πρώτο αίμα. Άλλωστε, η Κλαμπούρα γνωρίζει ότι την ομορφιά τη γεννά ο πόνος και την ευτυχία η μελαγχολία. Έτσι, ο θάνατος, όχι μόνο ο βιολογικός, αλλά οι καθημερινοί μικροί θάνατοι για απλά και τετριμμένα της ζωής τρυπούν το σώμα και μεγεθύνουν τη θητεία του στον πόνο, τόσο που το ύστατο καρφί το δέχεται ηδονικά.</p>
<p>Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα.</p>
<p>(«Η ομορφιά του αίματος», σ. 34)</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα πέρα από τον υπαρξιακό στοχασμό, θίγει στο βιβλίο της και κοινωνικές πτυχές και, βέβαια, καταπιάνεται και με το θέμα του έρωτα. Συζητά, σαν να συζητά με ένα αγαπημένο της πρόσωπο, για τις συνέπειες της φτώχειας στη δημιουργία της προσωπικότητας, της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου. Για τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, γεννήματα της απαιδευσίας και απότοκα της φτώχειας. Για το πένθος της ομορφιάς και τη ζωγραφισμένη στα μάτια πικρία των βασανισμένων ανθρώπων. Κι ενώ τα χρόνια περνούν και οι συνθήκες αλλάζουν, κάποια πράγματα μένουν πάντα ίδια, όπως η κοινωνική αδικία και η εξουσία των ολίγων που διαβιούν σε βάρος των πολλών. Αυτή η γνώση ίσως είναι εκείνη που θρέφει τις τύψεις, οι οποίες πονούν, ενοχλούν και ασχημαίνουν την ψυχή σαν παρανυχίδες στα δάχτυλα.</p>
<p>Όχι, δεν ήταν ο άνεμος<br />
που ξερίζωσε το δέντρο μου·<br />
ήταν η θηλιά<br />
του κρεμασμένου ανθρώπου πάνω του·<br />
ήταν το βάρος της ψυχής του<br />
που το έριξε κάτω.</p>
<p>(«Το ψάρι», σ. 40)</p>
<p>Ο έρωτας στην ποίηση της Κλαμπούρα εμφανίζεται τόσο ως αιτία πόνου όσο και ως μοναδική απάντηση, που μπορεί, πράγματι, να καταστήσει εφικτή την αναζήτηση μιας ευτοπίας, όπου η ποιήτρια εναποθέτει τις ελπίδες της. Οι πληγές του έρωτα μονάχα με τρυφερότητα μπορούν να επουλωθούν και να κατανοηθούν και, συγχρόνως, το ολοπόρφυρο χρώμα του έρωτα, των χειλιών, του αίματος είναι αυτό που εν δυνάμει οδηγεί στην ψυχική σταύρωση. Εδώ επανερχόμαστε στο σύμβολο του σκοταδιού, της νύχτας που επιτρέπει στην ποιητική φωνή να απεκδύεται οποιουδήποτε φτιασιδιού και να προσφέρεται γυμνή και διαυγής στο αγαπημένο πρόσωπο. Ακόμα, το σκοτάδι λειτουργεί και ως χώρος και χρόνος που το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να αναμετρηθεί με την απώλεια του έρωτα, να τον πενθήσει και να συμφιλιωθεί με τη μοναξιά του. Ο έρωτας είναι το ψωμί και ταυτόχρονα και το μαχαίρι.</p>
<p>Πάντα επιστρέφω,<br />
γιατί το σκοτάδι<br />
δεν με εγκατέλειψε ποτέ.</p>
<p>Κι η αλήθεια είναι πως<br />
αγαπώ τ’ αστέρια περισσότερο απ’ τον ήλιο.<br />
Στ’ ορκίζομαι,<br />
περισσότερο απ’ τον ήλιο.</p>
<p>(«Το φέρετρο», σ. 57)</p>
<p>Συνολικά, η ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα διακρίνεται για τα γκόθικ στοιχεία της με κυρίαρχα το σκοτεινό και το ρομαντικό, αξιοποιώντας παράλληλα το μοτίβο των καταραμένων εραστών και τη διαλεκτική του τραύματος, όπου η πληγή, το δήγμα, ο πόνος επιχειρείται να καταπραϋνθούν μέσω της δημιουργίας των προϋποθέσεων, όπου το «μαζί» και το «εμείς» θα μπορούν να αποκτήσουν οντότητα και δυναμική, τέτοιες που θα ατσαλώσουν την εύθραυστη προσωπικότητα της ποιητικής φωνής.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά<br />
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.<br />
Μα σε είδα να με κοιτάζεις<br />
με βλέμμα πιο αστραφτερό<br />
από οποιοδήποτε πετράδι.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να με ερωτευτεί.<br />
Αλλά ήρθες,<br />
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος<br />
που έμεινα να κοιτάζω,<br />
δίχως να κάνω βήμα.</p>
<p>(«Ένα ακόμη ποίημα», σ. 47)</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 19/05/2026</p>
<p>Όνειρα και άλλα</p>
<p>Ήταν πάντα ο ποιητής, φάντασμα από μια μυστική, μια άλλη εποχή. Ένα όραμα υπήρξε σε έναν κόσμο αρκετά τραχύ για να χωρέσει την αδύναμη αισθαντικότητά του μες στις καλλιτεχνικές εκφράσεις. Το είπαν ποίηση και μεμιάς από εκεί το βλέμμα τους τραβήξανε. Έτσι ονομάζουν όλα όσα μας αφήνουν ολομόναχους και αμήχανους εμπρός στο θαύμα της ζωής. Ποίηση το λένε σαν διασώζεται, έτη φωτός μες στο μέλλον εκείνο που χάθηκε μα συγκράτησε την καθαρή του εντύπωση, ίσα για να διεγείρει το ενδιαφέρον κάποτε στα χρόνια του μέλλοντός μας. Ναι, ήταν πάντα ο ποιητής με τους ρεμβασμούς του, με τα πράγματα τα πολύ προσωπικά που περνούν σαν μετέωρα καΐκια μέσα από την Τηνιακή νύχτα. Ο ποιητής που κουβαλάει όπως η θάλασσα μακριά τα συμφραζόμενα. Είναι όλα αυτά ο ποιητής, που παλεύει να βρει και να αραδιάσει συνταιριασμένους τους χαμένους αρμούς μιας πνευματικότητας που γίνηκε βάρος, το πλαστικό λουλούδι με την ψεύτικη τη δόξα του. Αυτός, μόνον αυτός ξέρει πού κρύβεται η χαρά. Και όλο τη γυρεύει, αυτήν την γλαφυρή την ομορφιά. Και η τέχνη μεταμορφώνεται στα χέρια του σε έναν βίαιο φωτισμό. Τίποτε δεν γνωρίζει ο ποιητής, μόνο που μπορεί να συλλάβει κάτι από το απροσδόκητο και το μοιραίο σύρσιμο ενός σύννεφου. Τα άηχα της αστραπής είναι σε θέση να ξεκρίνει μες στον ορίζοντα που τρέμει. Μαζί του στέκει και γερνά ο ποιητής και ετούτο δεν συνιστά παρά το βασικό, το θεμελιώδες θεώρημα του βίου του. Μια ανεπανόρθωτη κίνηση, το τρέμουλο πάνω σε κάποιο πρόσωπο είναι ο ποιητής. Η μορφή είναι δική του, δανείζεται από τις ιστορίες και τα αισθήματά του, χάνεται και κερδίζει τον εαυτό της σαν σήμα απελπισμένο. Πιάνεται από τα σύρματα των τρόλεϊ και αργότερα κυλάει με το νερό στα περιθώρια των δρόμων. Παντού ο ποιητής, με τα εφόδια και με την καρδιά του την πελώρια, σαν φωτίζεται μέσα από τις γωνιές που καθίστανται πελώριες με τη χρήση της κατάλληλης σκιάς.</p>
<p>Καμιά φορά αυτός είναι που εκπληρώνει τη μετατόπιση από την πραγματικότητα ως τη λέξη του στίχου την πιο εμβληματική. Αυτήν που εκτελεί χρέη πειθούς ανάμεσα στις πλάκες των ετερόκλητων πραγμάτων. Καμιά φορά είναι οι λέξεις του που αδοκίμαστες, περνούν από μπροστά μας και εμείς από την έκπληξη πεθαίνουμε και τη βαθιά συνείδηση πως πάντοτε το ποιητικό ενεργητικό θα πιστώνεται στη φαντασία και τ’όνειρο.</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα, με το “Δαφοινόν Δέρμα” της, με το συγκλονιστικό έργο του Κάσπερ Πισκορόβσκι στο εξώφυλλο της καινούριας έκδοσης του Μετρονόμου συστήνεται στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό. Αυτό που ανά την επικράτεια αναζητά τις καινούριες φωνές της νεοελληνικής ποίησης, αυτές που καθιστούν θαμπωτικό φαινόμενο τη θάλασσα, όσες γνωρίζουν, λέει από ένστικτο το νόμο των ρυθμών και τη φρεσκάδα της αλήθειας όταν ουρλιάζει το πρώτη της, το αδοκίμαστο τ’όνομά της.</p>
<p>“Δαφοινόν”, σημαίνει τα άγρια θηρία ή τη βαθιά πορφύρα. Φαίνεται πως κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δυο οι άνθρωποι αντίκρισαν το αχαλίνωτο του πάθους. ¨Ετσι λέγεται ακόμη το κτηνώδες, το βάναυση και το αποτρόπαιο, μες στα σχήματα της ανθρώπινης μεταφοράς. Έτσι αβάσταχτο μοιάζει το δέρμα, κατάστικτο από χρόνο και μνήμη και επιθυμία εκπληρωμένη. Σημάδια τα χρόνια γράφουν επάνω του την οδύνη, “βαριά η ομορφιά του αίματος”, γράφει η ποιήτρια και έτσι μαθαίνεις να ονομάζεις αλλιώς τα πιο γνώριμα από τα φαινόμενα του κόσμου. Επειδή συνιστά χρέος και ευθύνη του ποιητή, να τραγουδήσει το όνειρο και τον εφιάλτη που αλλιώς εκβάλει μες στη ζωή των πραγμάτων. Πέρα μακριά το παρελθόν με όλη του την άφταστη τραγικότητα που κάνει στίχο η Λαρισαία δημιουργός. Είναι να λογαριάζει κανείς τούτη τη δοκιμή ως πράξη του υψηλού, σαν τάχα να γυρεύει κάποιος να συλλάβει το πρόσωπο τ’αγγέλου. Συνηθισμένη στο μοντάζ που χτίζει λίγο λίγο το παραμύθι της εικόνας, η θεατρολόγος και κινηματογραφίστρια ποιήτρια μας σκηνογραφεί επάνω στη χρυσή τομή του καιρού και σε τούτο το μεγάλο σκοπό ολόψυχα δίνεται, παίρνοντας δρόμους εκφορές του προσωπικού.</p>
<p>“Η πεταλούδα”, “Όνειρο Ι”, “Η δήμιος”, “Η βροχή” και μερικά ακόμη πολύστροφα ποιήματα σαν έπη του προσωπικού και του αγεωμέτρητου συνθέτουν το “Δαφοινόν Δέρμα” από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Μια συλλογή από λέξεις δακρυδόχους να φυλάξουν όλη τη θλίψη σου. Για εκείνους που πέρασαν, για εκείνους που τώρα μιλούν από τα βάθη της καρδιάς σου, για την αιωνιότητα που διαβαίνει “αλαφιασμένη” μέσα από τα χέρια μας. Όλα γλιστρούν μαζί με το χρόνο, μα έχει δίχτυα για να απλώνει το ποιητικό φαινόμενο, τέτοια που να μπορούν να συλλάβουν το άρρητο.</p>
<p>Ώρες ώρες ανάμεσα στη δημιουργό και τις λέξεις τρυπώνει η απεραντοσύνη. Ίσως επειδή είναι τόσα πολλά όσα λέγονται σε αυτήν την παρθενική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα στο αγώνισμα της ποίησης. Μια “φωνή” σαν της Ραχήλ, τον κόσμο πικρά τραγουδά. Δεν γυρεύει συμπόνια καμιά, μονάχα μες στην αμεριμνησία του γίγνεσθαι κυμαίνεται σαν στοχασμός μετέωρος. Ώσπου να βρει τη θέση της μες στην πρόζα που κυλάει σαν πηγή εντός του σώματός της, μες στους κόλπους της γλώσσας της. Με αυτήν και με τη συγκίνηση στο στόχαστρό της, τραβάει σαν βαρκούλα ξέφρενη η ποιήτρια από το δικό της το μερικό, σε ένα συνολικό γενναίο που ψάχνει να πει την αλήθεια. Ειλικρινά και συγκαλυμμένα να μιλήσει για τούτα τα χρόνια που ανατρέφουν την ποίηση του μέλλοντος.</p>
<p>“Παιδιά ολόγυμνα να τρέχουν και άστρα πάμφτωχα”, γράφει στο “Όνειρο Ι” η δημιουργός, “να προσκολλούνται στα βρώμικα πόδια τους, ηλίθιες ηθικολογίες να υψώνονται σαν σημαίες, ανθρώπους να κλείνουν σε φέρετρα άλλους ανθρώπους ηδονές να θριαμβεύουν”, τονίζει με νόημα και μέτρο η ποιήτρια που ήδη μετράει τέσσερεις ταινίες μικρού μήκους. Έτσι και τα ποιήματά της, φιλμ δίχως τέλος, βαπτισμένα μες στο αίνιγμα μιλούν για όλα όσα θα ‘λεγε το πεφταστέρι, έτσι όπως συντρίβεται μες στη στέρνα της ευχής, αν είχε λίγη ελπίδα ακόμη ζωντανή. Μια αγρύπνια ιδεών και αισθημάτων πυκνώνει την ουσία της ολοκαίνουριας αυτής συλλογής που βεβαιώνει τη μέριμνα του Μετρονόμου, ανάμεσα σε άλλους εκδοτικούς οίκους για την ποίηση που διαμορφώνεται μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα στα μοντέρνα εργαστήρια. Είναι άλλωστε πράγμα σπουδαίο να παίρνεις τη φαντασία τ’ ανθρώπου και μέσα από εκεί να πλάθεις σύμπαντα πρωτόφαντα και μαγεμένα. Στίχοι με τσακισμένη καρδιά, λέπια ψαριών που αστράφτουν από μακριά και έπειτα πάλι βρίσκουν το δρόμο για μια ποίηση που νιώθεται, που συνιστά μια ανταπόκριση της μηχανικής, της λεγομένης και των φυσικών πραγμάτων.</p>
<p>Μια μουσική πλανάται σαν χαμηλό βαρομετρικό της μελαγχολίας πάνω από το “Δαφοινόν Δέρμα”, μια μουσική που μιλά για τα πάντα. Τα πιο προσωπικά βιώματα, ολάνθιστα με ένα ασαφές, δεύτερο ενικό πρόσωπο, καθώς λέξεις και άνθρωποι βρίσκουν το δρόμο για την φυσικότερη έκφρασή τους. Λέξεις κοινές και ζωντανές, παύσεις, τραυλίσματα και δισταγμοί αποτελούν το υλικό της συλλογής. Ποιήματα γραμμένα για την ύστερη τους λέξη, όπως “νεκροί”, “καθρέφτες”, “ζωή”, αυτήν που απομένει σαν καθαρή εντύπωση όταν οι φωνές σωπάσουν. Και όταν το λευκό του χαρτιού σμίξει με τα ανθάκια του Τσαλς Μπωντλέρ ευθύς ολάκερη η ποίηση των αιώνων θα ξαναγραφτεί και καθένας μας θα μπορεί να πει ένα ευχαριστώ για το ταξίδι που ξανοίγεται μοναδικό για τον καθένα μας</p>
<p>Ζωγραφική και ποίηση, κρατούν το ίσο στη μαγεία της τέχνης, την ώρα που με μια “πικρή παραδοχή”, από εκείνες που αιωνίως διστάσαμε κάποιος γράφει, “δεν υπάρχει εδώ πέρα αυτό που ψάχνεις. Δεν υπάρχει εδώ πέρα αγάπη”, γράφει η Μαίρη Κλαμπούρα. Μα καθένας, μες σε τόσο δύσκολους καιρούς ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και αν δεν τη βρίσκει είναι που “τέλειωσε ο κόσμος”, με μια τρομερή παραδοχή, παιδί του καινούριου αιώνα, που κάλυψε όλους τους θορύβους και έκαμψε τις ερωτήσεις σου τις ρητορικές που μιλούν για τα πάντα.</p>
<p>Είναι και το δικό μου “Δέρμα” Δαφοινόν. Όπως και τα ποιήματα της συλλογής των εκδόσεων Μετρονόμος Μου φαίνεται πως κάθε τι μες σε ετούτα τα χρόνια κάτι αποσπασματικά θέλει να κατοικήσει, αυθαίρετα και λυρικά. Δεν το κατορθώνουν οι άνθρωποι και για αυτό και από μέσα τους διαβάζουν ποιήματα, όσο οι γραμμές τους, στα περιθώρια των στίχων, κρατούν το μέτρο το σιωπηρό και το εναλλασσόμενο που δραπετεύει από τις γραμμές και τις συνήθειες. Και αυτό ώσπου στα χέρια του καινούριου ποιητή όλα ετούτα να μεταβληθούν σε θήρα φαντασίας, σε μια χώρα τ’ ανήκουστου που δεν αποτελεί παρά τον πυρετό της ύπαρξής σου.</p>
<p>Κάθε ποιητικό σύμπαν μοιάζει με έναν κόσμο εκτός κυκλοφορίας και επικαιρότητας ‘Έτσι συμβαίνει με το “Δαφοινόν Δέρμα”. Μα ακριβώς μες σε μια επισήμανση όλο θάρρος και παραδοχή, κρύβει ο στίχος την βαθύτερη ουσία του. Κάθε στιγμή της κοινής μας ζωής βρίσκεται σε εκείνη την κόψη, στα πόδια μας έρχεται και φεύγει, σαν το ναι που δεν προλάβαμε να πούμε. Θέλει σθένος και αίσθηση μυστηρίου για να παλέψει κανείς με το αθόρυβο της πραγματικότητας, να σταθεί αντίκρυ στα κύματα του αφανισμού που όλα τα κάνουν να τρέμουν και να δειλιάζουν. Ναι, να πει πόσο κουράγιο θέλει, αφού έπειτα δεν υπάρχει γυρισμός. Να συλλάβει, λέει τη μουσική του καιρού του σαν έκτυπο ανάγλυφο είναι μεγάλο πράγμα.</p>
<p>Τώρα με το ρούχο του ποιήματος ντύνεται ο κόσμος και μες στη σιγαλιά όσα ρωτάει το αίμα του ακούει και αποκοιμιέται. Και το δέρμα του, “Δαφοινόν” και ο μετρονόμος να κρατεί το ρυθμό που αλλάζει με το συναίσθημα. Το ρυθμό που παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια του δρόμου που χαράζουν οι στίχοι της Μαίρης Κλαμπούρα. Για να γεννηθεί ένα όραμα τόσο αντικειμενικά οργανωμένο, με φαντασία και με ανθρωπιά ποτισμένο στις πιο κρίσιμες στιγμές του. Μια συλλογή που τραβά προς την αφαίρεση, ακροθίγοντας μια αφαίρεση που κερδίζει κανείς με ευγνωμοσύνη, με τιμή και με αναπαράσταση της μορφής, αυτού του τόσο εσωτερικού πράγματος. Μοιρασμένος ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα ο κόσμος. Και ο ποιητής στο μέσον, να μελετά τις αναλογίες του θαύματος, γυρεύοντας να κάνει και πάλι εύκολη του ανθρώπου την καρδιά. Ειρηνική.</p>
<h5><strong>Ν.Γ. ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS.GR 19/06/2026</p>
<p>«Στίχοι γραμμένοι με το χρώμα του αίματος»</p>
<p>Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα», η σκηνοθέτις Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί την παρθενική της εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί το έργο με τίτλο “Still Life” (Νεκρή φύση) του πολωνού καλλιτέχνη Kacper Piskorowski. Στο κέντρο του πίνακα δεσπόζει ένα γυάλινο μπολ με ένα σκούρο κόκκινο υγρό στον πυθμένα, από όπου αναδύονται κομμένα χέρια. Το έργο, που φιλοτεχνήθηκε το 2018, μοιάζει να αποτελεί μια ταιριαστή εισαγωγή στην ποίηση της Κλαμπούρα, όπου κυριαρχεί το «δαφοινόν»[1] χρώμα αλλά και το μαύρο του ερέβους.</p>
<p>Το βιβλίο εκκινεί με ένα απόφθεγμα του αείμνηστου συγγραφέα, φιλολόγου και κριτικού της λογοτεχνίας Ρένου Αποστολίδη. Η πρώτη φράση του αποφθέγματος («Δεν είμαστ’ από δω εμείς!») απηχεί την εντύπωση που θα αποκομίσει το αναγνωστικό κοινό διαβάζοντας τη συλλογή: πρόκειται για ένα έργο απόκοσμο, έξω από τα όρια της γραφής που έχουμε, ίσως, συνηθίσει. Το απόφθεγμα ολοκληρώνεται με τις φράσεις: «Αλλού κοιτάμε! Κι εκεί θα πάμε κάποτε, ό,τι κι αν γίνει εδώ!». Οι φράσεις αυτές μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ποιητική στόχευση της Κλαμπούρα. Έχει το βλέμμα της στραμμένο αλλού, σε σκοτεινές ατραπούς, τις οποίες οι περισσότεροι ομότεχνοί της δεν σκοπεύουν να διαβούν. Είναι, όμως, αποφασισμένη να ακολουθήσει την καλλιτεχνική της πορεία ό,τι κι αν συμβεί.</p>
<p>Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Οι μάσκες» (σελ. 9) δίνει τον τόνο. Οι μάσκες, σύμβολο εν προκειμένω της υποκρισίας, φαίνεται να «υπάρχουν παντού/[…] στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες». Ο θάνατος «περπατάει επάνω τους/σαν πρόστυχη αράχνη». Με «λίγα λουλούδια παραπάνω/θα ανταγωνιστούν/για το ποιος είναι/ο πιο όμορφος τάφος». Άνθρωποι ρηχοί, κενοί, χωρίς συναισθήματα μάς περιτριγυρίζουν. Τους βρίσκουμε ακόμα και στον οίκο του Θεού («στις εκκλησίες»). Φορώντας τις μάσκες θαρρούν πως μπορούν να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους. Οι μάσκες είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της συλλογής, τα οποία εμφανίζονται καθώς συνεχίζουμε την ανάγνωση.</p>
<p>Ένα ακόμη σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι ο θάνατος. Τον συναντάμε και στο τρίτο ποίημα με τίτλο «Ο φόβος» (σελ. 12). Εδώ ο θάνατος αφορά τους γονείς του ποιητικού υποκειμένου και έχει μια αμφίσημη χροιά. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο φόβος της απώλειας των γονέων («Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς») αλλά, από την άλλη, υπάρχει ταυτόχρονα το αίσθημα της λύτρωσης που φέρνει ο χαμός τους αλλά και ο φόβος της επανεμφάνισής τους («Τρέμω/μην μου φυτρώσουνε ξανά»). Αυτή η αμφισημία τείνει να υποχωρήσει στο ποίημα με τίτλο «Η δήμιος» (σελ. 25), όπου ο θάνατος των γονέων επέρχεται αυτή τη φορά με πρωτοβουλία του ποιητικού υποκειμένου («Ανέβασε τους γονείς της στο ικρίωμα/[…] Μια φλέβα αγαλλίασης ξεχύθηκε άθελά της,/ματώνοντας περίτρανα τη γλώσσα»). Ο θάνατος των γονέων λειτουργεί απελευθερωτικά («“Αντίο”,/ψέλλισε χωρίς να το εννοεί.»), καθώς «οι ενοχές της/[…] εξαφανίστηκαν από τα δάχτυλα». Κόντρα στην αστική ηθική, η Κλαμπούρα αμφισβητεί τον θεσμό της Αγίας Οικογένειας και υποδεικνύει ότι για κάποιους/ες η οικογενειακή ζωή μπορεί να είναι ένας εφιάλτης.</p>
<p>Ο θάνατος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο και στο ποίημα με τίτλο «Η τελευταία ηδονή» (σελ. 28), με το οποίο ολοκληρώνεται το άτυπο πρώτο μέρος του βιβλίου. Το ποιητικό υποκείμενο προσδοκά τον θάνατο των πάντων («προσευχόμουν μέσα στις σκιές,/να τελειώσει ο κόσμος,/να αυτοκτονήσουν όλοι»), συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του («Έδινα δυνατές γροθιές/στο στήθος μου/με την ελπίδα πως/θα σταματήσουν οι παλμοί,/πως η καρδιά θα σταματήσει»). Στην τελευταία πράξη του δράματος, το ποιητικό υποκείμενο οργανώνει τη σταύρωσή του («Πλήρωσα ανθρώπους για να με σταυρώσουν»). Πάνω στον σταυρό «η ψυχή χαμογελά» (σελ. 29) και το σώμα καρτερικά αναμένει «το τελευταίο χέρι,/που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/[…] την τελευταία ηδονή» (σελ. 30). Αυτή τη φορά η λύτρωση, η τελευταία ηδονή, είναι αποτέλεσμα όχι του χαμού κάποιου άλλου/κάποιων άλλων αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου.</p>
<p>Το άτυπο δεύτερο μέρος της συλλογής ανοίγει με ένα απόφθεγμα του καταραμένου ποιητή Charles Baudelaire: «Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία». Στο ποιητικό σύμπαν της Κλαμπούρα, όπως αντίστοιχα και στο κινηματογραφικό της σύμπαν, η ομορφιά συνυπάρχει με τη μελαγχολία.</p>
<p>Στο ποίημα με τίτλο «Το ψάρι» (σελ. 39) η ομορφιά του έρωτα που συμβολίζεται από ένα δέντρο συνυπάρχει με τη μελαγχολία που προκαλείται από το γεγονός ότι το αντικείμενο του πόθου του ποιητικού υποκειμένου χρησιμοποιεί το εν λόγω δέντρο ως αγχόνη. Έτσι, το δέντρο γίνεται τόπος μαρτυρίου και το ποίημα κλείνει με την πρόθεση μιας τελετουργικής ταφής ενός νεκρού ψαριού στα βάθη της θάλασσας.</p>
<p>Ο έρωτας επανέρχεται στο ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» (σελ. 45), όπου δεσπόζει μια σειρά από εικόνες, εν είδει ποιητικών σεκάνς, με τις οποίες η ποιήτρια περιγράφει τον ερχομό του αγαπημένου προσώπου. Το μικρό παιδί με τα πινέλα και τα χρώματα στα χέρια, ο εραστής που ξετυλίγει την ερωμένη του σαν τσαλακωμένο χαρτί, ο ερχομός του αγαπημένου που παρομοιάζεται με τον αιφνιδιασμό από το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης ή με το ξέσπασμα μιας φωτιάς στο δάσος, την οποία το έτερο πρόσωπο κοιτά αποσβολωμένο, όλες αυτές οι εικόνες σκηνογραφούν το ερωτικό συναίσθημα σε μια σπάνια στιγμή διαύγασης της σκέψης. Είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία της συλλογής όπου αχνοφέγγει η ελπίδα μιας κάποιας ευτυχίας.</p>
<p>Η ελπίδα αυτή σπινθηρίζει και στο ποίημα με τίτλο «Το φέρετρο» (σελ. 55), όπου κυριαρχεί ένας γοτθικός, θα λέγαμε, ρομαντισμός. Ο οίκος του θανάτου, το φέρετρο, ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο μοτίβο που συναντάμε σε διάφορα ποιήματα της συλλογής, γίνεται εδώ τόπος θαλπωρής. «Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου./Σου υπόσχομαι πως θα/είναι ζεστό/και γεμάτο όνειρα» παροτρύνει το ποιητικό υποκείμενο το έτερον ήμισυ. Το πρόσωπο αυτό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία, «κρατά/τη μάσκα του στο χέρι/αντί να τη φορά/στο πρόσωπο». Η μάσκα, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως σύμβολο υποκρισίας αυτή τη φορά αλλά ως ένα δομικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τον συγκεκριμένο άνθρωπο από τους κούφιους ανθρώπους. Το φέρετρο γίνεται το καταφύγιο των δύο εραστών που βρίσκουν τη θαλπωρή στο σκοτάδι, γιατί, όπως αναφέρει το ποιητικό υποκείμενο, «το σκοτάδι/δεν με εγκατέλειψε ποτέ» (σελ. 57). Το μόνο που μπορεί να διαρρήξει αυτή την ασυνήθιστη ερωτική κρυψώνα είναι η ένωση των δύο εραστών («κρύψου στο φέρετρό μου,/γιατί αν κάνουμε έρωτα/μπορεί και να το σπάσεις», σελ. 58).</p>
<p>Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» η Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί ένα αξιόλογο ντεμπούτο στα λογοτεχνικά πράγματα, κομίζοντας στην ποίηση την ατμοσφαιρικότητα, τη δύναμη της εικονοποιίας και την ανατρεπτικότητα που χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική της αφήγηση. Με δουλεμένη γλώσσα σκηνοθετεί μια σειρά από μικρές ιστορίες σ’ ένα ποιητικό σύμπαν που αμφισβητεί τα όρια της κρατούσας λογικής. Αναμένουμε το επόμενο βήμα τόσο στο σελιλόιντ όσο και στο χαρτί.</p>
<p>[1] Δαφοινός, -όν: 1. Λέγεται για άγρια θηρία, κοκκινωπός, καστανόξανθος, κατακόκκινος, ολοπόρφυρος, 2. Μεταφ., κτηνώδης, βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος, αιμοβόρος, αιμοδιψής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 04 Jul 2026 16:21:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22967</guid>

					<description><![CDATA[  Η Χριστίνα Κασσεσιάν γεννήθηκε στη Λευκωσία, το 1976. Σπούδασε νομικά στο ΕΚΠΑ και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ. Έχει πτυχίο ηλεκτρικής κιθάρας και jazz αρμονίας από το Ελληνικό Ωδείο. Γράφει ποίηση στα Αγγλικά και τα Ελληνικά.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως μεταφράστρια, επιμελήτρια γλώσσας και αρθρογράφος. Άρθρα, κριτικές, ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/"> <span class="screen-reader-text">ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Η Χριστίνα Κασσεσιάν γεννήθηκε στη Λευκωσία, το 1976. Σπούδασε νομικά στο ΕΚΠΑ και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ. Έχει πτυχίο ηλεκτρικής κιθάρας και jazz αρμονίας από το Ελληνικό Ωδείο. Γράφει ποίηση στα Αγγλικά και τα Ελληνικά.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως μεταφράστρια, επιμελήτρια γλώσσας και αρθρογράφος. Άρθρα, κριτικές, ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, έντυπα και ιστοσελίδες πολιτιστικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2008 συνεργάζεται ως κιθαρίστρια με τους bokomolech. Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής 2026)  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-001-9/" rel="attachment wp-att-22972"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22972" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001-208x300.jpg" alt="" width="342" height="493" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001.jpg 444w" sizes="(max-width: 342px) 100vw, 342px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-75/" rel="attachment wp-att-22970"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22970" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ.tif" alt="" width="1" height="1" /></a></p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ (2026)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Πειραματική σύνθεση για πλανήτες</strong><br /><strong>και κοσμικές χορδές</strong></p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Β. ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ</strong><br /><strong>Παύσεις, συγκοπή, αναχρονισμός</strong></h6>
<h5><strong>ΜΩΣΑΪΚΟ</strong></h5>
<p>Αντίκρυ στο παράθυρό μου έχει <br />ένα δέντρο. Δεν γνωρίζω αν <br />είναι μουριά, σαν εκείνες που <br />σκαρφάλωνα μικρή τρώγοντας στα <br />κλεφτά τους χυμώδεις καρπούς τους. Δεν <br />έχει σημασία</p>
<p>Κάθε τόσο το καλημερίζω. Πίνουμε <br />νωχελικά τον καφέ μας, λέμε τα νέα μας, <br />είναι η πρωινή συντροφιά μου. Παρηγοριά <br />μεγάλη</p>
<p>Τα απογεύματα σαν χαμηλώνω τις περσίδες <br />μοιάζει το πάτωμα θρύψαλα φωτεινά <br />Τα κλαριά του γίνονται μαυροντυμένες <br />κόρες. Απλώνουν τους ευλύγιστους βραχίονες</p>
<p>προς το μέρος μου και <br />η σκιά τους τραγουδά σπαρακτικά <br />μοιρολόγια για την κοίμηση <br />του ήλιου</p>
<h5><strong>ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ</strong></h5>
<p>Κάθε φορά που σου λέω <br />τελειώσαμε,<br />κυλιέσαι στα πόδια μου σαν <br />απατημένη ερωμένη</p>
<p>Κλαίγοντας με εκλιπαρείς <br />να μείνεις κι εγώ <br />υποκύπτω. Από <br />οίκτο, συναίσθημα ευτελές</p>
<p>Κάθε φορά που μου λες <br />τελειώσαμε,<br />φοβάμαι πως άγρια ξυπνούν <br />τα σωθικά μου, θα</p>
<p>χάσω τον έλεγχο. Σ’ εκλιπαρώ <br />να μείνεις κι εσύ <br />υποκύπτεις. Από <br />πλήξη, συναίσθημα ατελές</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Γ. ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ</strong><br /><strong>Πολύφωνες συγχορδίες, μετατροπίες, αρμονία</strong></h6>
<h5><strong>ΛΩΤΟΦΑΓΟΙ</strong></h5>
<p>Παρερμηνεύοντας τις ενδείξεις της βελόνας<br />χωρίς να διαβάσουμε τον ήλιο ή τη σελήνη <br />φτάσαμε ανερμάτιστοι στη δική μας Αφρική</p>
<p>Οι αυτόχθονες μάς υποδέχθηκαν με θέρμη <br />Έσκυψαν στοργικά, μας φρόντισαν <br />Χορτάσαμε καρπούς ευλογημένους, μας δρόσισαν <br />Και οι σαμάνοι τελετουργικά <br />γιάτρεψαν έλκη αφόρητα</p>
<p>Όπως προστάζει το έθιμο <br />έγιναν οι γυναίκες τους δικές μας <br />Και η προσδοκία μιας ατέρμονης ραστώνης <br />σίγασε μέσα μας τον νόστο</p>
<p>ήμασταν αφελείς</p>
<p>Σε δυο τέρμινα<br />μας βύθισαν στην αδηφάγο λήθη<br />Πούλησαν το σαρκίο μας<br />στη μισή τιμή &#8211; μαζί κι η αλυσίδα</p>
<p>Μας χλεύασαν αναφανδόν <br />μας διέσυραν <br />μας πρόσαψαν ειρωνικά <br />πως ήμασταν ανίκανοι<br />                            να αγαπήσουμε <br />                            να αγαπηθούμε</p>
<p>Δεχθήκαμε απαθείς τα τείχη τους <br />Σώπασε η μνήμη, μαζί κι η γλώσσα<br />Δίχως αντίσταση, παραδοθήκαμε <br />σε οικειοθελή λωτοφαγία</p>
<p>Αργήσαμε</p>
<p>Οι ακτές<br />δεν ήταν καν της Αφρικής<br />και η εξορία<br />δική μας ήταν γέννα</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΛΟΥΙΖΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Στη γιαγιά</p>
<p>Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι<br />έντεκα χρόνια<br />πέντε μήνες<br />εννιά ημέρες και<br />δεκαεννιά λεπτά</p>
<p>ή, αλλιώς,</p>
<p>τέσσερις χιλιάδες εκατόν ογδόντα ημέρες ακριβώς</p>
<p>εκατόν τριάντα επτά μήνες <br />συν ένα τρίτο του Οκτώβρη</p>
<p>πεντακόσιες ενενήντα επτά εβδομάδες<br />και μία ημέρα,<br />που μοιάζει αιωνιότητα<br />                               από τότε που έφυγες</p>
<p>Στον επόμενο τόνο<br />θα σύρω νοητά το χέρι στη μεριά σου <br />καρτερώντας την Ιερά Εξέταση<br />Θα ομολογήσω τις ειδεχθείς πράξεις των τελευταίων ετών</p>
<p>Παραδείγματος χάριν:<br />          Βρήκα δικό μου τρόπο να διπλώνω τα ρούχα <br />          0 νεροχύτης μου είναι ναυάγιο κεραμικών <br />          Στα σεντόνια μου χορεύουν νεράιδες, όχι παλικάρια <br />          Παραμένω αδέξια, καθόλου κυρία <br />          και, κατά περιστάσεις, ανορθόγραφη</p>
<p>Στον επόμενο τόνο θα υποσχεθώ<br />          να ανθίσουν οι βουκαμβίλιες <br />          να βγάλουν τα κυκλάμινα τον χειμώνα <br />          τα καλοκαίρια να μυρίζουν γιασεμί <br />          τα πιάτα μου δυόσμο και κανέλλα <br />          και τα συρτάρια λεβάντα από το Menton</p>
<p>Σε προηγούμενο τόνο<br />μια γυναίκα είκοσι χρόνια μεγαλύτερη<br />με ασπάστηκε σταυρωτά με μητρική προσήνεια<br />Στις μαλακές παρειές της<br />-όχι νεανικές, όπως του Σοφοκλή,<br />μα της πολύχρονης σοφίας-<br />νοσταλγώ το κατάλευκο δέρμα σου</p>
<p>Σε τόνο επίμονα προστακτικό<br />όταν οι νύχτες δεν ξημερώνουν από φόβο<br />η αύρα σου διαπερνά τον αριστερό ώμο μου<br />νιώθω λιγότερο μόνη<br />και συνεχίζω να γράφω το όνομά σου<br />με διαλυτικά στο γιώτα<br />έως ότου<br />ανταμώσουμε<br />ξανά</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΜΟΛΗΜΕΝΟ ΣΚΥΛΟΨΑΡΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στις αδερφές μου που επέζησαν</p>
<p>Θα σου πω ένα μυστικό:<br />Τότε που<br />έχωνες το κεφάλι μου βαθιά μες στο νερό <br />στη ράχη μου φύτρωναν αγκάθια <br />λευκά στίγματα<br />το στόμα μου έφτυνε φύκια και άμμο <br />κι από τα βράγχια αντλούσα το οξυγόνο μου</p>
<p>Έκανα πως πνιγόμουν για<br />να σε ξεγελάσω<br />Να κλέψω χρόνο<br />από τον χρόνο σου<br />Σ’ άρεσαν, θυμάμαι, από παλιά<br />τα παιχνίδια εξουσίας<br />Γέλαγες ειρωνικά κάθε φορά<br />λες και με κέρδιζες σε μια παρτίδα σκάκι</p>
<p>Όμως εγώ<br />γυρνούσα το ρολόι σου μπροστά<br />Έκλεβα χρόνο<br />από τον χρόνο σου<br />Και χρόνο με τον χρόνο<br />έμαθα να ξεγλιστρώ απ’ τα χέρια σου<br />χτυπώντας τα πτερύγια δυνατά</p>
<p>Μια κάποια μέρα,<br />πριν τελειώσει η εικονική ναυμαχία σου, <br />έμπηξα γερά τ’ αγκάθια στις παλάμες σου <br />Και αυτομόλησα σαν το σκυλόψαρο <br />-χωρίς κοπάδι πια, δίχως δηλητήριο- <br />υψώνοντας λευκή σημαία <br />στον εχθρό σου</p>
<h5><strong>ΩΔΗΣΣΕΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Για τον παππού μου, Χρίστο Κοντεμενιώτη</p>
<p>Μετά τη λήξη του Μεγάλου Εμφυλίου <br />αποκαρδιωμένος και με ψυχή τρεμάμενη <br />-όχι από φόβο, μα από βαθιά κι ανείπωτη θλίψη- <br />εξ ανάγκης τάχθηκες υπέρ των ηττημένων</p>
<p>Όχι πως ήταν λογικό, όχι <br />Μα ένιωθες υπόχρεος <br />ν’ ανταποδώσεις το καλό που <br />πίστευες πως σου είχαν κάνει <br />Να φανείς αντάξιος, ευσεβής</p>
<p>Κι όμως, γελάστηκες, καλέ μου <br />Τα νύχια σου φαγώθηκαν <br />τη στέρφα γη σαν όργωνες με τα <br />γυμνά σου χέρια γι’ άροτρο <br />Κι αντί να επουλώνονται, <br />βαθύτερες γίνονταν οι πληγές</p>
<p>Το στόμα δεν ξεδίψασε <br />Ξεράθηκε απ’ τη στέγνα <br />Ράγισε η γλώσσα σου στα δυο <br />σαν τις χαραγματιές που χώρισαν <br />το χώμα που σ’ ανάγιωσε με κόπο</p>
<p>Τα μάτια σου δεν είδαν φως <br />Μονάχα ομίχλη και κάπου στο βάθος <br />ένα απροσδιόριστο θολό περίγραμμα <br />αυτού που κάποτε και με περίσσιο θράσος <br />υποσχέθηκαν οι πάσης φύσεως κόλακες</p>
<p>Με λόγια θελκτικά σε μάγεψαν, όμοιοι Σειρήνες <br />Δέθηκες στο κατάρτι τους οικειοθελώς, μα <br />Οδυσσέας δεν ήσουν <br />ούτε κι εκείνοι Δαναοί <br />Σάπισε το καράβι από την άρμη<br />Έσπασε απ’ τον άνεμο κι από το μένος των νικητών</p>
<p>Στο μέσο των ματιών σου ευδιάκριτος<br />ο σπίλος της ταπείνωσης<br />Ωστόσο, γύρισες την πλάτη<br />-όρθια και περήφανη-<br />στον πειρασμό της λήθης<br />Δεν έδρεψες ποτέ καρπούς μήτε και δάφνες<br />Φρικτό το τίμημα, το πλήρωσες με μοναξιά</p>
<p>Και πριν αλέκτορα φωνήσαι<br />εκείνοι, οι ομοαίματοι, οι ομοούσιοι αδελφοί σου<br />μια νύχτα σαν κι αυτή<br />δίχως αιδώ σ’ αρνήθηκαν<br />Ξέσκισαν τα στήθη σου με βρόμικο μαχαίρι<br />για να θυμάσαι μέχρι την τελευταία ανάσα σου<br />πως ο Κάιν ήταν οπλαρχηγός των ηττημένων </p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΛΦΑ ΩΜΕΓΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στη μαμά</p>
<p>Το άλφα και το ωμέγα<br />δεν είναι απλώς δυο γράμματα<br />δεν είναι άκρα<br />Αρχή της ύπαρξης κι ωκεανός μαζί,<br />στηρίζουν τα ενδιάμεσα<br />στους άοκνους τους ώμους</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Δ. ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ</strong><br /><strong>Κοσμική αντίστιξη και αυτοσχεδιασμοί</strong></h6>
<h5><strong>ΜΠΛΟΣΟΜ</strong></h5>
<p>Θέλω να βλέπω<br />τα πέπλα σου να ανασαίνουν<br />πέταλα τρυφερά σε κήπους ακατέργαστους</p>
<p>Σαν μελωδία υπόκωφη<br />να χαϊδεύεις τον κοχλία των αυτιών μου <br />και σαν δοξάρι ζωηρό</p>
<p>Να διαπερνάς τους πόρους μου <br />με ορμή</p>
<p>Ασταμάτητη να είσαι</p>
<p>Σαν μπόρα ξαφνική <br />να ξεδιψάς το δέρμα μου</p>
<p>Ανυπότακτη να είσαι</p>
<p>Ν’ ανοίγεις τα μάτια σου τα πρωινά <br />και να χαμογελάς σαν το παιδί</p>
<p>Ν’ ανθίζεις θέλω</p>
<p>Να σου φιλώ το μέτωπο και <br />ν’ αναβλύζουν λιβάδια καταπράσινα</p>
<p>Άνοιξη</p>
<p> </p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΥ ΚΑΤΣΑΡΟΥ</strong></h5>
<p>www.monocleread.gr 14/05/2026</p>
<p style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ</strong></p>
<p>Η πρώτη εμφάνιση της Χριστίνας Κασσεσιάν με τη συλλογή Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής) συνιστά μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και ιδιοσυγκρασιακές παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει για μια κοσμογονική έκρηξη, όμως το βιβλίο λειτουργεί τελικά ως μια λεπτοδουλεμένη και αυστηρά ενορχηστρωμένη μελέτη πάνω στη δημιουργία, τη φθορά, τη μνήμη και την ανθρώπινη εμπειρία. Η ποιήτρια δεν αρκείται στο να χρησιμοποιεί την επιστήμη ως διακοσμητικό εύρημα ή επιφανειακή μεταφορά. Αντιθέτως, τη μετατρέπει στη βασική γλώσσα μέσω της οποίας επιχειρεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, το σώμα και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο αχανές σύμπαν. Η βαρύτητα γίνεται μοίρα, η αναπνοή χημική διαδικασία επιβίωσης, τα απολιθώματα μνήμη προγόνων. Έτσι η επιστήμη αποκτά συγκίνηση και η ποίηση αποκτά υλικότητα, λειτουργώντας ως μια νέα μεταφυσική και αποκτώντας συναισθηματικό βάρος, καθώς μετατρέπει το ανθρώπινο βίωμα σε μέρος μιας ευρύτερης κοσμικής διαδικασίας. Η Κασσεσιάν αξιοποιεί την επιστημονική ορολογία με τρόπο βαθιά ποιητικό, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο ψυχρές έννοιες μπορούν να μετατραπούν σε φορείς τρυφερότητας, απώλειας και υπαρξιακού δέους.</p>
<p>Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο επινοεί ποιητικά σύμβολα για να γεφυρώσει τη λογική με την ευαισθησία. Στην ποιητική της Κασσεσιάν, ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως ένα απομονωμένο ον που προσπαθεί να αντέξει το χάος και τη μοναξιά του κόσμου, αλλά ως οργανικό κομμάτι της κοσμικής ύλης, δεμένο άρρηκτα με τη φθορά και τη γέννηση των πάντων. Η «Σκοτεινή Ύλη» μετατρέπεται σε σύμβολο των σιωπών, των ελλείψεων και όσων δεν κατονομάζονται ποτέ πλήρως μέσα στη ζωή μας, ενώ το «Οξυγόνο» και το «Διοξείδιο» αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, περιγράφοντας τον ρυθμό της επιβίωσης, της αναπνοής και της ανθρώπινης εξάντλησης.</p>
<p>Η μνήμη, στη συλλογή αυτή, βιολογικοποιείται ως κάτι εγγεγραμμένο μέσα στο ίδιο το σώμα, στην ύλη, στην εξέλιξη και στη βιολογική ιστορία του ανθρώπου. Γίνεται σχεδόν οργανισμός. Κουβαλιέται μέσα στα κύτταρα, στα οστά, στο DNA, στα απολιθώματα, στην εξελικτική διαδρομή του ανθρώπινου είδους. Αναφορές σε «τριλοβίτες», «αμφίπλευρη συμμετρία» και «ασπόνδυλα απολιθώματα», πέρα από επιστημονικά θραύσματα, λειτουργούν και ως απόπειρα ανίχνευσης της ίδιας της καταγωγής του ανθρώπινου πόνου μέσα στη μακρά ιστορία της εξέλιξης. Η ποιήτρια μοιάζει να αναζητά τις ρίζες της απώλειας τόσο στην προσωπική εμπειρία όσο και βαθιά μέσα στον γεωλογικό και βιολογικό χρόνο, εκεί όπου το σώμα και η μνήμη γίνονται ένα με την ύλη.</p>
<p>Η συλλογή είναι επίσης βαθιά διαποτισμένη από τη μουσική παιδεία της δημιουργού, στοιχείο που γίνεται εμφανές θεματικά αλλά και δομικά. Οι ενότητες «Τονικό Κέντρο», «Ρυθμός» και τα «Ιντερλούδια» οργανώνουν το βιβλίο σαν ένα ιδιότυπο συμφωνικό έργο, όπου τα ποιήματα λειτουργούν ως μουσικές κινήσεις με εναλλαγές έντασης, παύσεων και επαναλήψεων. Ακόμη και η ίδια η σελιδοποίηση συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία νοήματος. Ο τρόπος που είναι τοποθετημένοι οι στίχοι πάνω στη σελίδα δεν είναι τυχαίος ή μόνο αισθητικός, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην εμπειρία του ποιήματος. Βιβλίακαι Λογοτεχνία</p>
<p>Η ποιήτρια χρησιμοποιεί τον χώρο της σελίδας σαν μέρος της ποιητικής γλώσσας. Τα κενά, οι αποστάσεις, οι παύσεις, η θέση ενός στίχου, όλα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που διαβάζεις και αισθάνεσαι το ποίημα.</p>
<p>Η Κασσεσιάν αξιοποιεί το λευκό ως οργανικό μέρος της σύνθεσης: η διάσπαση των λέξεων —όπως στο «Δι ο ξεί δι ο»— μιμείται τον κοφτό ρυθμό της αναπνοής, τον μετρονόμο της ύλης ή ακόμη και την ίδια την αποσύνθεση του σώματος και της γλώσσας. Η οπτική διάταξη των στίχων επιβραδύνει αναγκαστικά την ανάγνωση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει τα κενά, τις αποστάσεις και τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις. Έτσι, η ανάγνωση μετατρέπεται σε σωματική και σχεδόν ακουστική εμπειρία.</p>
<p>Παρά τον έντονα κοσμικό και θεωρητικό της προσανατολισμό, η ποιήτρια παραμένει γειωμένη στην ιστορική και συλλογική πραγματικότητα. Στο ποίημα «Εργόχειρο», η μεγάλη ιστορία της προσφυγιάς, της απώλειας και της επιβίωσης συμπλέκεται με τη μικρή ιστορία μιας οικογένειας. Οι «γενιές που δίδαξαν την τέχνη της προσφυγιάς» συνδέονται με την έννοια της «αιώνιας αθωότητας» και με την αδιάκοπη ανθρώπινη ανάγκη για ρίζες, πατρίδα και συνέχεια. Αντίστοιχα, το «Μωσαϊκό» λειτουργεί ως μία από τις πιο τρυφερές και επιτυχημένες μεταφορές της συλλογής: το δέντρο απέναντι από το παράθυρο, ο πρωινός καφές, οι σκιές πάνω στο πάτωμα γίνονται μικρές κοσμογονίες της καθημερινότητας. Η Κασσεσιάν μοιάζει να υπενθυμίζει ότι το «Big Bang» δεν ανήκει μόνο στην αρχή του σύμπαντος, αλλά επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μέσα στις πιο ασήμαντες, ανθρώπινες στιγμές.</p>
<p>Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι στοχασμοί της πάνω στον χρόνο και τον θάνατο. Η ποιήτρια προσεγγίζει το τέλος με έναν σχεδόν στωικό τρόπο, χωρίς δραματικές εξάρσεις ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως «μετρονόμος», ως η δύναμη που καθορίζει τον ρυθμό της ζωής και προσδίδει νόημα στην κίνηση των σωμάτων και των αναμνήσεων. Αντίστοιχα, η βαρύτητα —μοτίβο που επανέρχεται συχνά— είναι η δύναμη που «πάντα νικά», αλλά ταυτόχρονα η ίδια δύναμη που επιτρέπει στη σκιά να κινείται σε «τέλεια τροχιά» και να «υφαίνει με ύλη αόρατη το άπαν». Μέσα από αυτή τη διττότητα, η φθορά δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως απώλεια αλλά και ως προϋπόθεση συνοχής του κόσμου.</p>
<p>Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας είναι τελικά μια τολμηρή και πολυεπίπεδη συλλογή, που κατορθώνει να ενώσει δύο κόσμους οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται ως ασύμβατοι: την ψυχρή λογική της επιστήμης και την πυρακτωμένη ευαισθησία της ποίησης. Η Κασσεσιάν δεν φοβάται τη διανοητική πυκνότητα ούτε υποτιμά τον αναγνώστη της· αντίθετα, τον καλεί να περιπλανηθεί μέσα σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου η φυσική, η μνήμη, η απώλεια και η ανθρώπινη τρυφερότητα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα.</p>
<p>Πρόκειται για ένα βιβλίο που απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, καθώς σε κάθε επιστροφή αποκαλύπτεται μια νέα «κλωστή» μέσα σε αυτό το αχανές κουβάρι που ονομάζουμε σύμπαν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της συλλογής: ότι κατορθώνει να μας υπενθυμίσει πως είμαστε φτιαγμένοι ταυτόχρονα από αστρόσκονη, ιστορική μνήμη, οικογενειακά τραύματα και τις μικρές καθημερινές χαρές που επιμένουν να αντιστέκονται στη φθορά. Βιβλίακαι Λογοτεχνία</p>
<p>Μια τεχνικά άρτια πρώτη συλλογή, που καθιστά τη Χριστίνα Κασσεσιάν μία από τις νέες φωνές της νεότερης ελληνικής ποίησης που αξίζει να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα επόμενα χρόνια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>monocleread.gr 07/07/2026</p>
<p>Σ’ ένα δωμάτιο μισό και αδειανό, κατά κράτος ηττηθείς, τώρα πενθείς τον χρόνο που σου δόθηκε ως δάνειο.*</p>
<p>Κάποια έργα κυοφορούνται για πολύ καιρό, όχι ως αφηρημένες ιδέες αλλά ως συγκεκριμένες προοπτικές, των οποίων ο τοκετός αργεί, επειδή ακριβώς εκκολάπτονται σταδιακά, ετοιμάζονται με χειρουργική ακρίβεια, και το κάθε βήμα που οδηγεί από αναβαθμό σε αναβαθμό συνιστά μια αποκάλυψη σε τρόπους και νοήματα. Ένα τέτοιο έργο αποτελεί και η ποιητική σύνθεση της Χριστίνας Κασσεσιάν, Δομές μεγάλης κλίμακας (Στοχαστής, 2026), το οποίο, αν και πρώτο έργο της ποιήτριας σε καμία περίπτωση δεν είναι πρωτόλειο. Αντίθετα, αποδεικνύει επάξια ότι η πνευματική κύηση οδήγησε σε έναν ποιητικό τοκετό πολύ στέρεο, πολύ συμπαγή, με σαφή στόχο και κατεύθυνση. Η Κασσεσιάν καταθέτει ένα έργο απόλυτα συνεπές, πρωτίστως προς τον εαυτό του, τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με τις θεματικές του όσο και με την αισθητική του. Οι επιλογές της είναι συγκεκριμένες, χωρίς τυφλά σημεία, καθιστώντας το εγχείρημά της προϊόν συλλογισμένης, επίμονης και κοπιώδους προσπάθειας δίχως, όμως, να χάνει τον αυθορμητισμό της έμπνευσης, την ειλικρίνεια του ενστίκτου και την τρυφερότητα της εύθραυστης ψυχής που δεν φοβάται την έκθεση. Κομβικό ρόλο στο έργο της παίζει η μουσική. Ήδη από τον τίτλο υποψιαζόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μακρόπνοο μουσικό έργο άρρηκτα συμπλεγμένο με τον ποιητικό λόγο. Μουσικότητα και ποίηση δεν ξεχωρίζουν στο σύμπαν της Κασσεσιάν, ακόμα και στα πεζόμορφα ποιήματά της. Η μουσική είναι ο όρος sine qua non, για να μυηθεί κανείς στον ποιητικό της κόσμο. Η μουσική δεν λειτουργεί ως μότο ή ως εξωκειμενικό στοιχείο· βρίσκεται μέσα στο ποιητικό σώμα ως χώρος και χρόνος, που του επιτρέπουν να γεννηθεί, να μεγαλώσει, να ωριμάσει. Επομένως, η ποιητική σύνθεση της Κασσεσιάν αφορμάται από τη μουσική σύνθεση, που πλάθει την αντίληψή της για τη ζωή. Νότες και λέξεις είναι η πρώτη της ύλη, προκειμένου να μιλήσει για την πορεία της ζωής του ποιητικού υποκειμένου, για το πέρασμα από μια “ατροφική” γέννηση σε μια ενστικτώδη ορμή και από εκεί σε μια στιβαρή ενηλικίωση με πυξίδα την αιώνια αθωότητα των παιδικών χρόνων. Την πορεία αυτή καθορίζουν γεγονότα, πρόσωπα, συνθήκες που μετατρέπονται, με το πέρασμα του χρόνου, σε γλυκές και νοσταλγικές θύμησες ή σε πικρά τραύματα που αντιστέκονται στη λήθη. Οι ρίζες για το δέντρο είναι η πηγή της ζωής του. Οι ρίζες για το ποιητικό υποκείμενο είναι η πνοή του. Έτσι, εύλογα, η βιωμένη εμπειρία της απώλειας εγγράφεται μέσα του βαθιά και ανεξίτηλα, μαζί με τον καημό και τα αρώματα από τον νόστο για χαμένους τόπους ή χαμένα πρόσωπα. Ακόμα και ο έρωτας μοιάζει με νόστο που περνά από αλλεπάλληλες ταλαντώσεις. Τα έξι παραμυθητικά ιντερλούδια που παρεμβάλλονται στα μέρη της “μουσικοποιητικής” σύνθεσης επιστρέφουν επίμονα στον λύκο ως σύμβολο. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο λύκος δεν είν’ εδώ; Επικρατεί ελευθερί(ότητ)α ή αμηχανία; Αναρχία ή συμβιβασμός; Είναι η παρουσία του λύκου μια πρόφαση ή μια αναγκαιότητα; Μια αλήθεια ή ένα ψέμα; Και αν ο λύκος δεν υπάρχει, ποιος θα ορίσει τι τέλος θα ʼχει το παραμύθι; Μήπως (η αγωνία μας μάς οδηγεί) να τον εφεύρουμε; Πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από την αξιοποίηση της μουσικής ως πρώτης ύλης, η Κασσεσιάν αποδίδει μεγάλη σημασία στην παρουσίαση του ποιήματος ως οπτικού-εικαστικού αποτελέσματος, όπως λ.χ. στο ποίημα Αρχέγονες γραφές (σ. 41), αξιοποιώντας την παράδοση του καλλιγράμματος, καθώς και στην μαεστρική διακειμενική συνομιλία, όπως λ.χ. με την Virginia Woolf στο ποίημα «Παλίρροια» (σ. 25). Αξιοπρόσεκτη γραφή που προσφέρει μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική ποιητική εμπειρία.</p>
<p>*από το ποίημα «Μισό δωμάτιο» (σ. 26)</p>
<p> </p>


<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Apr 2026 20:24:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22872</guid>

					<description><![CDATA[  Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού κα. Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είναι Γραμματέας του ΔΣ της &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού κα. Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είναι Γραμματέας του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Ροές και θρομβώσεις (εκδ. Ιωλκός 2021)<br />Παλιρροϊκό κλείδωμα (εκδ. Ιωλκός, 2023)<br />Άφα(ν)τος έρωτας (εκδ. Ιωλκός, 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-74/" rel="attachment wp-att-22886"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22886" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1-214x300.jpg" alt="" width="250" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1-214x300.jpg 214w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1.jpg 457w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/280138-4/" rel="attachment wp-att-22885"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22885" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3-202x300.jpg" alt="" width="250" height="371" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3-202x300.jpg 202w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3.jpg 430w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/259156-001/" rel="attachment wp-att-22890"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22890" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001-203x300.jpg" alt="" width="250" height="369" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001.jpg 423w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>  ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ <br />αυτό (δεν) είναι βιβλίο  (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong><br /><strong>[ΦΟΒΟΣ ΠΡΩΤΟΣ]</strong></h5>
<p>(Θύμησες&#8230; Θυμάμαι στον ύπνο, ονειρεύομαι στον ξύπνιο, τόσο<br />ζωντανά που διεγείρομαι, ανατριχιάζω, αναστατώνομαι ολόκληρη)</p>
<p>Φοβάμαι μήπως δε σε ξαναγγίξω ποτέ, φοβάμαι μήπως ξαναγλιστρήσω σε αυτή την ανέραστη ζωή, που μοιάζει με αναρρωτική άδεια εσαεί. Από την άλλη, φοβάμαι μήπως σε ξαναγγίξω και ξαναγεννηθώ. Κάθε φορά, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποχωριστώ την αίσθηση του δέρματός σου στην παλάμη μου.</p>
<p>Μνήμες ακοής, αφής, γεύσης, όσφρησης, όρασης. Βλέμμα πελαγίσιο.<br />Έχω πελαγώσει.</p>
<p>Βρίσκομαι καταμεσής του πελάγου. Πελαγοδρομώ στα μάτια σου και δε λέω να πιάσω λιμάνι.</p>
<p>Κι αυτές οι προδότρες αισθήσεις, οι δωσίλογες <br />με τυραννάνε νυχθημερόν <br />με μνήμες πυρίκαυστες <br />(Ακόμα κι αυτή η μυρωδιά του έρωτος <br />δεν λέει να ξεκουμπιστεί)<br />Με ξεμυαλίζουν θύμησες πυριφλεγείς<br />Η φλόγα, αλίμονο<br />—ετούτο το άγιο φως του έρωτα— <br />δε λέει να σβήσει.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΣΦΥΞΙΑ</strong><br /><strong>[ΦΟΒΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ]</strong></h5>
<p>Σήμερα ξύπνησα —ή ακόμα κοιμάμαι;— μ’ έναν κόμπο στον λαιμό. <br />Οληνυχτίς, πάλευα να πάρω αέρα, να αναπνεύσω. Μα ο λαιμός μου<br />έφραξε, οι αεραγωγοί φρακάρισαν. Όλη τη νύχτα, περνούσα από <br />στενούς σωλήνες ασφυκτικούς, ίσα που χωρούσα να περάσω, <br />να βγάλω το πρόσωπό μου ν’ ανασάνω. Τουλάχιστον, αυτήν τη <br />φορά χώραγα — μετά βίας, αλλά χώραγα. Δεν το χωρούσε ο νους: <br />Μπορούσα, επιτέλους, να πάρω ανάσα κι, όταν πάλι δυσκολευόμουν, <br />έσκιζα τον λαιμό μου στα δύο, βγάζοντας μία μία τις στρώσεις του <br />δέρματος και γευόμουνα λαχταριστό τον αέρα στα πνευμόνια μου.</p>
<p>Είναι κι αυτό μια βελτίωση. Ας είναι&#8230; Ο επαναλαμβανόμενος <br />εφιάλτης γίνεται ολοένα και λιγότερο εφιαλτικός. Ίσως, με λίγη <br />ευχή, να μπορέσω να τον μετατρέψω σε όνειρο ερωτικό: από εφιάλτης, <br />όνειρο, από θάνατος, ερωτική συνεύρεση. Έτσι κι αλλιώς, στο τέλος <br />όλα μοιάζουνε —ακόμα και ο οργασμός— με μικρούς θανάτους ή <br />και ζωές.</p>
<p>Σκέφτομαι να ανοίξω καναδυό ονειροκρίτες, μήπως βγάλω άκρη, μα<br />μετανιώνω. Συνήθισα, παραδόξως, ν’ αγαπώ τους εφιάλτες μου αυτό <br />τον ανεξήγητο, τρομακτικό πυθμένα του μυαλού μου. </p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>Γλυκέ μου<br />Σε σένα που οδηγείς τους μύστες του έρωτα, θα ήθελα να σου πω πως:<br />Αυτός ο έρωτας δεν ήταν έρωτας <br />ήταν ιερουργία<br />Αυτός ο έρωτας ήταν μυστήριο που φανερώθηκε άξαφνα σ’ έναν <br />αμύητο αμαθή<br />Και τώρα που οδηγείς άλλους στην ατραπό του έρωτα <br />έχω να σου πω πως:<br />Δε θέλω άλλον έρωτα<br />γιατί ο νεοφώτιστος εμβαπτίστηκε<br />και δεν μπορεί να πλέει πια σε ανίερα νερά<br />(Θα μείνω, λοιπόν, στο εξής ανέραστη)<br />Παρ’ όλα αυτά <br />θα ήθελα να σου πω <br />ευχαριστώ<br />μα τα ακροδάκτυλά μου ακόμα μουδιάζουν, που σε άγγιζαν, <br />η αγκαλιά μου <br />ακόμα σ’ αναζητά&#8230;<br />Δυστυχώς, όπως λένε, το σώμα είναι το τελευταίο που ξεχνά.</p>
<p>Αυτά, λοιπόν! Έχε γεια&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΙΑ ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΚΡΑΥΓΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στη θάλασσά μου</p>
<p>Θάλασσά μου, βρέχει απόψε<br />Οι σταγόνες λυρωδούν τ’ αγαπημένο σου πρόσωπο<br />Θάλασσά μου, φουρτούνιασες<br />Θα σ’ αγγίξω μ’ ένα χάδι Απολλώνειο<br />κι ο Ποσειδώνας ας κουρεύεται!<br />Θα σε τραγουδήσω, όπως δε σε τραγούδησε ποτέ κανείς<br />Σ’ αγαπώ, θάλασσά μου<br />Βαθύ μου μπλε, έρωτά μου<br />παθιασμένο μου γκρίζο<br />μαύρο βελούδο σαν πέφτει το σκοτάδι<br />κόκκινο μου της αυγής<br />Ξημερώνει, θάλασσά μου<br />και βγαίνουμε, επιτέλους, στα ανοιχτά της αγάπης μας <br />ελλιμενισμένοι σφιχτά <br />ο ένας στο σώμα του άλλου&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΛΕΚΤΙΚΑ ΚΑΤΑΚΡΗΜΝΙΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στον Μιχάλη</p>
<p>Μες στην πολλή υγρασία του μυαλού<br />έσταζαν στίχοι, ανέφελοι<br />Υδρατμοί πέφταν μες στον ορυμαγδό<br />σαν απανωτές ενοράσεις ορμητικών χειμάρρων<br />ενώ η βεντάλια έριχνε<br />τις εναπομείνασες λέξεις<br />—εξατμίσεις τ’ απείρου—<br />κάτω<br />σε μια ταπεινή αυλή ενός <br />πυκνού Αυγούστου.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΕΣ ΑΤΟΜΙΚΟΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 440px;">Στον Χρηστό</p>
<p>Ο κύκλος είναι όπως τον τροχό <br />που κινείται αέναα μέσα στα όρια της ακτίνας του <br />Γι&#8217; αυτό κι εγώ δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον ήλιο <br />Το φεγγάρι διαχέεται&#8230;<br />Έτσι ανακάλυψα<br />έναν εαυτό που ξέφευγε<br />από την κυκλική φαυλότητα του κόσμου.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΡΑΙΟΣΠΑΡΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στη Χρυσταλλένη</p>
<p>Μέσα από την ποίηση κάθε λογής <br />συρρικνώνουμε το πένθος <br />συμπυκνώνουμε την Αγάπη <br />για να νικήσει, επιτέλους, η πυκνότητα <br />την αραιότητα του θανάτου.</p>
<p>Την οφείλουμε στους νεκρούς μας <br />αυτήν τη συμπύκνωση <br />για να ζουν κι αυτοί Αιώνια <br />όχι μόνο στο μεταίχμιο <br />κενών διαστημάτων<br />στον χώρο, στον χρόνο ή στη σύσταση των πραγμάτων <br />μα στην πυκνότητα της Καρδιάς μας.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ ΦΩΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το ’μαθα πια: δε μου χρειάζεται <br />είμαι αυτόφωτος <br />Κι όμως, φοβάμαι&#8230; <br />Αστρονόμοι πάνε κι έρχονται <br />περιφερόμενοι αστροφύλακες <br />Πασβάντηδες έξω απ’ το σπίτι <br />μη με συλλάβουν τα Στοιχειά.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΝΗΛΕΗ ΗΛΙΟ</strong><br /><strong>        ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>Κάτω απ’ τον ανελέητο ήλιο <br />κορμιά στεγνά <br />αφίλητα <br />Λίγο πιο κάτω <br />η οφθαλμαπάτη μιας όασης: <br />Η ζωή.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΚΔΟΤΟΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ο ποιητής: <br />Μήτε ειδήμων των λέξεων <br />Μήτε κάτοχος νοημάτων <br />Μήτε φορέας νοσημάτων <br />Μόνο έμπλεος αγάπης και <br />έρωτος.</p>
<p>Ένας ιστορητής μεγάλων ερώτων <br />που χαράχτηκαν βαθιά στις <br />λέξεις του&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΤΙΤΛΟΙ ΣΦΥΓΜΟΙ</strong></h5>
<p>Ο έρωτας είναι γι’ αυτούς που ζητάνε το πολύ<br />μα εσύ αρκείσαι με το λίγο.</p>
<p>~~~</p>
<p>Ένιωσα ανοιχτή στα πέταλα του έρωτα <br />κι έκλεισα, ύστερα, σφιχτά σαν μπουμπούκι.</p>
<p>~~~</p>
<p>Παρά την εκτυφλωτική πανσέληνο<br />προτιμώ τη λειψή ημισέληνο<br />γιατί αυτή αφήνει τα μικρά αστέρια να λάμψουν.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>[ΠΡΟΣ ΝΙΤΣΕ]</strong></h5>
<p>Ξαναδιαβάζοντας τον Υπεράνθρωπο <br />θυμήθηκα πάλι τις ρίζες μου <br />κι αγκάλιασα τις ρωγμές μου.</p>
<p>~~~</p>
<p>Ξεσκούριασμα σκέψεων<br />ξεσκόνισμα εγκεφαλοσυνάψεων<br />Το θέμα δεν είναι απλά να τινάξεις το χαλί!</p>
<p>~~~</p>
<p>Απαγγέλλω απνευστί <br />τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλια σου <br />Ωραιότεροι στίχοι <br />δε γράφτηκαν ποτέ&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Κάθε φορά που νιώθω<br />πως νεκρώνομαι<br />κάτι σαλεύει μέσα μου<br />Κάθε που αφυδατώνομαι<br />κάτι μουσκεύει εντός μου.</p>
<p>Κι είναι φορές που οι υγρασίες<br />γίνονται δάκρυα χαράς<br />Τότε χαίρομαι<br />που μπορώ ακόμα<br />να κλάψω από έρωτα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Εκείνη τη νύχτα<br />που μου χάρισες<br />το πρώτο χαμόγελό σου<br />ήτανε γεμάτο το φεγγάρι<br />Από τότε<br />κάθε που έχει πανσέληνο<br />βλέπω να σχηματίζεται<br />ολόγιομο το χαμόγελο<br />στο πρόσωπό σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΙΛΟΥΡΟΕΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Κυνηγώ βραβεία<br />όπως άλλοι τον επιούσιον<br />Κυνηγώ ανθρώπους<br />τσαλαπατώ συνειδήσεις<br />στρώνω κόκκινα χαλιά<br />που μοιάζουν με αιμάτινα ρυάκια<br />Κολυμπώ στα θολά νερά τους<br />που πάντα ρέουν<br />Μάλλον σε ακίνητους βάλτους βαλτώνω<br />Κροκοδείλια δάκρυα τρέχουν<br />από μάτια-σχισμές<br />όποτε αποκαλύπτομαι<br />Εσύ με ξεσκεπάζεις<br />και σε αποφεύγω<br />όπως ο διάολος το λιβάνι<br />Χθες βράδυ, μάλιστα<br />που με είχες αγκαλιά<br />ανακάλυψες συναισθήματα<br />αποκάλυψες φοβίες<br />νεοαποχτηθείσες ευαισθησίες<br />κι έφυγα τρέχοντας να γλείψω τις πληγές μου<br />αφήνοντας πίσω μου τη λεοντή…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στον Χρήστο</p>
<p>Εκτελείς μια ολόκληρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό σου<br />Παραδόξως<br />βλέπουμε πάντα τη σκοτεινή σου πλευρά<br />Η άλλη, αθέατη στα μάτια του κόσμου.<br />Τίποτα δε διαλύει τα σκοτάδια<br />όσο το φως μέσα σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ</strong></h5>
<p>Αναζητούσα επίμονα<br />ανάμεσα στα σκονισμένα ράφια<br />Βρέθηκε άξαφνα μπροστά μου<br />«Όχι», ψέλλισε<br />σαν να ήξερε τι ζητούσα<br />κι έπειτα σιωπή<br />Επέμεινα πεισματικά<br />«Δεν έχουμε, κύριε», επανέλαβε<br />Στο τέλος<br />ρίχνοντας φοβισμένες ματιές στ’ αφεντικό<br />—μετρούσε αυτός τα κέρδη της ημέρας—<br />στάθηκε απέναντί μου<br />μήπως, επιτέλους, καταλάβω<br />και μου ξεκαθάρισε συλλαβιστά<br />«πέ-θα-νε»<br />«Η ποίηση πέθανε»<br />Έπειτα στο ταμείο<br />—είχα πάρει ο δόλιος τα best seller μου—<br />έγειρε μαλακά στον πάγκο<br />και ξεψύχησε…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Παρακολούθησα σήμερα ένα σεμινάριο<br />Ο ομιλητής βουβός<br />το ακροατήριο κωφό<br />οι διοργανωτές άφαντοι<br />Παρήλθαν έτσι λίγες ώρες<br />Ξυπνήσαμε έπειτα<br />παρα-μορφωμένες παρουσίες από τον λήθαργο<br />και συρθήκαμε αργά αργά<br />ως την επόμενη παρουσίαση!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΡΟΦΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>Στην πρύμνη δένοντας ο βασιλιάς τη γοργόνα<br />την έσυρε στη στεριά<br />— την είχε ήδη χτυπήσει σε αφρούς και κύματα<br />Εκεί σφαδάζοντας<br />χτυπούσε πάνω κάτω την ουρά<br />Το ψάρι μέσα της διαμαρτυρόταν έντονα<br />όλο και ασθενέστερα έπειτα<br />ώσπου απώλεσε ουρά και λέπια.<br />Εκεί που έκρυβε τότε μια σπάνια ομορφιά<br />χάσκει τώρα μια οπή.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΙΑΝΥΧΤΕΡΕΥΟΝ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></h5>
<p>Έκτακτη ανακοίνωση:<br />Το γραφείο ποιητών διανυχτερεύει απόψε<br />Ευπρόσδεκτα όλα τα πλάσματα της νύχτας<br />Ο Οίστρος με τις μούσες του<br />οι μνήμες με τα απωθημένα τους<br />οι κυρίες επί των τιμών<br />οι μεγάλες ευαισθησίες<br />οι δύστοκες λέξεις<br />παρέα με τις μαίες τους<br />το φεγγάρι για την έμπνευση.</p>
<p>Συνωστισμός μεγάλος στις 12 και κάτι.</p>
<p>Σπεύσατε άυλα πλάσματα της νύχτας<br />Με το πρώτο φως της μέρας<br />να ενδυθείτε τους συνήθεις ρόλους<br />Μην πάρει κανείς χαμπάρι<br />τα νυχτοπερπατήματά σας<br />Μην υποψιαστεί κανείς<br />την πραγματική σας φύση.</p>
<p> </p>
<p><strong>ΟΔΟΣ ΚΑΒΑΦΗ 6, ΝΕΑΠΟΛΗ,</strong><br /><strong>        ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1974</strong></p>
<h5><strong>[ΠΡΟΣ ΚΑΒΑΦΗ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στους γονείς μου</p>
<p>Γεννήθηκα στην οδό Καβάφη<br />Έτσι εξηγείται η προσήλωσή μου<br />στον διοπτοφόρο σοφό κι ηδονιστή<br />Τόσα χρόνια κρατάει ο έρωτάς μας<br />μα εγώ τώρα τ’ ανακάλυψα<br />Ήταν εκεί<br />στην αρχή της σύλληψής μου<br />Πού να ’ξερα τότε<br />σε ποιες περιπέτειες θα με έβαζε<br />Και να που τώρα<br />στα 40 και κάτι<br />ακολουθώ τα βήματά του<br />στο πρώτο σκαλί<br />Ίσως εγώ<br />να μην ανέβω πιο πάνω<br />τη σκάλα της ποιήσεως<br />μα ο έρωτάς μας για πάντα θα κρατάει<br />Υπό το φως κεριών<br />με βαριά<br />ανατολίτικα αρώματα…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ…</strong></h5>
<h6><strong>[ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ]</strong></h6>
<p>Από καιρού εις καιρόν σκέφτομαι<br />πως πρέπει να ενεργοποιώ τη σκέψη μου<br />Κάπως πρέπει να δικαιολογώ κι γω τις πράξεις μου<br />εκ των υστέρων!</p>
<h6><strong>[ΠΙ ΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΣΚΑ ΟΜΟΡΦΙΑΣ :</strong><br /><strong>ΜΙΑ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ]</strong></h6>
<p>Κατασκευάζω ένα προσωπείο χειραφετημένης ντομάτας<br />Κάθε μέρα ξεφλουδίζομαι λίγο λίγο μπροστά στον καθρέφτη<br />Πολτοποιούμαι, μετατρέπομαι σε χυλό<br />Τι ήμουνα; Όχι πάντως μια ενήλικη γυναίκα όπως με έβλεπες εσύ<br />όπως μ’ αντίκριζαν οι άλλοι<br />Απλά ένα παιδί που αρέσκεται στις ντομάτες!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>Τι ζητάς;<br />Γιατί ακατάπαυστα<br />στο πρόσωπό μου βρέχεις;<br />Δε σου ’παν είμαι έρημος<br />και δε χαμπαριάζω από τερτίπια τέτοια;<br />Τι κι αν με ποτίσεις<br />το χώμα αμέσως θα στραγγίξω.<br />Κι αν μ’ αγαπήσεις<br />θα σε οδηγήσω<br />σε μια όαση παραίσθηση<br />δίχως υδάτινες ελπίδες.<br />Εκεί<br />θα σε κάψω με μια πύρινη φλόγα δράκοντα,<br />θα σε παγώσω με μια νυχτερινή<br />καμηλιδένια ανάσα<br />κι έπειτα –για το φινάλε–<br />θα σηκώσω μια φοβερή αμμοθύελλα<br />να σε σκεπάσει,<br />αιώνια να ζεσταθείς<br />κάτω από εκατομμύρια κόκκους άμμου.</p>
<p>Μετά, μετανιωμένος<br />θα ξαπλώσω δίπλα σου<br />κάτω από τον άνυδρο ουρανό της ερήμου<br />που θα βρέχει για πρώτη φορά<br />δάκρυ…</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ</strong></h5>
<p>Ούτε κι απόψε απαρτία.<br />Στη μελωδική συμφωνία της νύχτας<br />λείπει η φωνή σου<br />–πρώτο όργανο–<br />κι είναι αβέβαιο<br />αν θα την ξανακούσω ποτέ.</p>
<p>Ίσως, αν αφουγκραστώ,<br />να πιάσω το μείζονα απόηχο<br />της απουσίας σου.<br />Απόψε,<br />το πολύ αύριο<br />πέφτει η αυλαία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΥΧΤΑ ΜΥΡΙΖΕ ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Ήταν όμορφα απόψε.<br />Το παγκάκι στη θέση που έπρεπε<br />αντίκρυ στο φεγγάρι,<br />η πόλη βουβή για να ακούγονται οι ψίθυροι.<br />Έρημες ψυχές που ακροβατούν τα βράδια,<br />παίρνουν τα παγκάκια τους δειλά<br />και ξανοίγονται στα ανοιχτά της λεωφόρου.<br />Ευτυχώς, οι τροχονόμοι κοιμούνται απόψε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΙΗΤΩΝ:</strong><br /><strong>«ΤΑ ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ»</strong></h5>
<p>Έκτακτη ανακοίνωση:<br />Το γραφείο ποιητών διανυκτερεύει απόψε.<br />Ευπρόσδεκτα όλα τα πλάσματα της νύχτας.<br />Ο Οίστρος με τις μούσες του,<br />οι μνήμες με τα απωθημένα τους,<br />οι κυρίες επί των τιμών,<br />οι μεγάλες ευαισθησίες,<br />οι δύστοκες λέξεις<br />παρέα με τις μαίες τους,<br />το φεγγάρι για την έμπνευση.</p>
<p>Συνωστισμός μεγάλος στις 12 και κάτι.</p>
<p>Σπεύσατε άυλα πλάσματα της νύχτας.<br />Με το πρώτο φως της μέρας<br />να ενδυθείτε τους συνήθεις ρόλους.<br />Μην πάρει κανείς χαμπάρι<br />τα νυχτοπερπατήματά σας.<br />Μην υποψιαστεί κανείς<br />την πραγματική σας φύση.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙΚΕΙΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΟΙ</strong></h5>
<p>Μας ζήτησαν γη και ύδωρ<br />κι αυτός εξανέστη<br />και άνοιξε διάπλατα τον ασκό του.<br />Μαζί και η Πανδώρα<br />άνοιξε το κουτί της για συμπαράσταση<br />κι έδιωξαν άπαξ διά παντός τους αλλότριους<br />και γλιτώσαμε μια και έξω<br />απ’ τους υμέτερους.<br />Κι όλα πήγαιναν –τουλάχιστον επ’ ολίγον– κατ’ ευχήν.<br />Το πρόβλημα είναι τώρα οι ημέτεροι.<br />Ο κίνδυνος ήταν ανέκαθεν οι ημέτεροι …</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΜΥΝΕΣ</strong></h5>
<p>Έσυρε μια φωνή<br />με διαπέρασε πέρα ως πέρα.<br />Την έδεσα και γω σφιχτά<br />μ’ ένα σκοινί,<br />άγριο σκυλί<br />την έσερνα<br />να τρομάζει τους περαστικούς<br />κάθε φορά που κάποιος απ’ αυτούς τολμούσε<br />να διαβεί το κατώφλι<br />των παιδικών μου χρόνων.</p>
<p>Μεγαλώνοντας<br />έσφιγγε η θηλιά,<br />μου γάβγιζε με λύσσα.<br />Είχαν πια σωπάσει όλοι οι άλλοι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ</strong></h5>
<p>Κάθε μέρα μετά τη δουλειά<br />επέστρεφε στο άδειο σπίτι.<br />Εκεί, έτρωγε κάτι,<br />καθόταν στον καναπέ<br />παρέα με τις ελπίδες του.<br />«Αύριο θα βρεις την αγάπη» του υπόσχονταν<br />κι αυτός χαμογελούσε στωικά.</p>
<p>Τελικά,<br />αποφάσισαν<br />–κοινή συναινέσει–<br />να χωρίσουν.<br />Αυτός δεν άντεξε άλλο να περιμένει,<br />αυτές δεν ήθελαν πια να του πουλάνε φούμαρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Μάθαινα στα παιδιά<br />σφετεριστής θα πει άρπαγας.<br />Αναφερόμουν, βέβαια, στον Ευαγόρα<br />νόμιμο δικαιούχο<br />που του έκλεψαν το θρόνο<br />μέσ’ από τα χέρια.<br />Κόλλησα σ’ αυτό το νόμιμα<br />– ανήκε εξάπαντος στην οικογένεια των Τευκριδών<br />και στάθηκε αντάξιος του βαριού ονόματός του.<br />Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια,<br />τα πολιτεύματα, οι επαναστάσεις.<br />Μα σήμερα ακόμα αυτοί μας κυβερνούν,<br />οι νόμιμοι απόγονοι,<br />σφετεριστές των καιρών…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΟΙΝΗ ΜΟΙΡΑ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΣΤΙΧΩΝ</strong></h5>
<p>Ακροπατώντας<br />φτάνω στο χείλος των επίπλων.<br />Εκεί, θεόρατα βουνά με προσκαλούν<br />χαράδρες χαώδεις.<br />Λέω να πέσω στο χωνί<br />–το χαίνον στόμα που όλα τα χωνεύει–<br />μα δειλιάζω,<br />με μια δειλία που πρέπει μόνο στους θνητούς<br />(υπερτιμημένοι ήρωες ωχριούν<br />κι αναδεύονται στους τάφους τους).</p>
<p>Κοινή μοίρα μάς γειώνει.<br />Επιπρόσθετους πόνους<br />μην προσποιείσαι.<br />Μόνο να θυμηθείς χρειάζεται<br />τα αθέατα φαράγγια,<br />τη χρεοκοπία των μονοπατιών…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΚΑΒΑΦΗ</strong></h5>
<p>Ταξιδεύει εντός των τειχών προς την Ιθάκη.<br />Περιπλανιέται στη σκοτεινή κάμαρα<br />απ’ άκρη σ’ άκρη.<br />Σαλπάρει πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα.</p>
<p>Έγκλειστος πίσω από τα ερμητικά κλειστά παράθυρα<br />να αναλογίζεται τις παλιές ηδονές της νιότης,<br />να μετρά στωικά τα κεριά<br />που ανάβουν ένα ένα,<br />που σβήνουν διαδοχικά.<br />Ανεπαίσθητα οικοδομώντας την ένδοξη πυραμίδα του<br />λέξη προς λέξη…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΜΟΝΤΗ</strong></h5>
<p>Εσύ άνοιξες το δρόμο<br />και μεις ανάξιοι από πίσω<br />να μαζεύουμε τις Στιγμές σου.<br />Να περιμαζεύουμε τα θραύσματά σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ</strong></h5>
<p>Εσαεί<br />τον βασάνιζε το ερώτημα<br />μέχρι τη μέρα<br />που το κώνειο<br />τον βύθισε<br />στην αιώνια Απάντηση.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ</strong></h5>
<p>Μαγεμένος απ’ την εικόνα του<br />στεκόταν μπρος<br />στον κρυστάλλινο καθρέφτη.<br />Πουθενά, όμως, δεν έβρισκε<br />το πρόσωπό του.<br />Πουθενά δεν αναγνώριζε<br />το πραγματικό του πρόσωπο<br />κι ο καθρέφτης έγινε αίφνης<br />χίλια κομμάτια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΤΙΤΛΟΙ ΣΦΥΓΜΟΙ</strong></h5>
<p>Καταιγισμός πληροφοριών<br />και ’γω αφήνω ψίχουλα<br />μήπως βρω<br />το δρόμο προς την ουσία.</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Κι όλα πήγαιναν σύμφωνα<br />με το σχέδιο<br />μέχρι που αυτό<br />ναυάγησε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Η απόφαση ήταν καταδικαστική.<br />Δις εις θάνατον.<br />Το μόνο που απομένει τώρα<br />είναι να καθοριστεί<br />ο τρόπος εκτέλεσής του.<br />Διά φτερού ή ροπάλου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Η ακαδημαϊκή ελίτ παραδίδει<br />μαθήματα σοφίας.<br />Και τα έδρανα αδειανά<br />ακούνε το μάθημά τους<br />για πολλοστή φορά!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><strong>ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ</strong> <br />Πρόεδρος ΕΛΚ</h5>
<p>Η Εύη Ζορπίδου είναι φιλόλογος και ποιήτρια. Τα τελευταία χρόνια διατελεί γραμματέας στο Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (ΕΛΚ). Στην εργογραφία της περιλαμβάνονται τρεις καλαίσθητες και πολύ ποιοτικές ποιητικές συλλογές που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ιωλκός: «Ροές και Θρομβώσεις» (2021), «Παλιρροϊκό Κλείδωμα» (2023) και «Άφα(ν)τος Ερωτάς» (2025).</p>
<p>Τρία βασικά χαρακτηριστικά, κατά την άποψή μου, που μπορεί να διακρίνει κανείς στην ποίησή της είναι: η φιλοσοφική της διάθεση, η προσπάθεια εξέτασης των πραγμάτων σε βάθος και η άρνησή της να δεχτεί παθητικά καθωσπρεπισμούς και συνήθεις υποταγές των ανθρώπων σε νόρμες που &#8220;καθορίζει&#8221; η κοινωνία μας. Επιπρόσθετα, επιτυγχάνει να εισχωρεί με ευκολία στα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής και να αποκαλύπτει κρυμμένα συναισθήματα, συνθέσεις και αντιθέσεις. Προβάλλει αλήθειες και πραγματικότητες, πλάθοντας λέξεις ή συνδυάζοντάς τες περίτεχνα, ώστε, εν τέλει, να προβληματίσει τον αναγνώστη και να τον μυήσει στον δικό της ξεχωριστό τρόπο θέασης και διερεύνησης των πραγμάτων. Τα ποιήματά της είναι σύντομα, χωρίς φλυαρία, εύστοχα, με λυρισμό και συναίσθημα, όπου και όταν χρειάζεται, προσεγγίζοντας πληθώρα θεμάτων, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις.</p>
<p>Στην τρίτη, κατά σειρά, ποιητική της συλλογή επικεντρώνεται στον έρωτα, ο οποίος αποτελεί, θα έλεγα, μία από τις πιο σύνθετες και βαθιές ανθρώπινες εμπειρίες, καθώς δεν ορίζεται εύκολα με μία μόνο φράση. Αγγίζει ταυτόχρονα το σώμα, το συναίσθημα, τη σκέψη και -για πολλούς-την ψυχή. Στον τίτλο διαβάζουμε τον χαρακτηρισμό «άφατος» για τον έρωτα, δηλαδή απερίγραπτος, ανείπωτος, με την παρουσία, όμως, του «ν» στην παρένθεση, ο χαρακτηρισμός μετατρέπεται σε «άφαντος», δηλαδή εξαφανισμένος. Ο αναγνώστης προδιατίθεται ήδη από τον τίτλο για το ξεχωριστό περιεχόμενο της συλλογής. Ένα περιεχόμενο που προσεγγίζει τον έρωτα με τρόπο πολυσύνθετο: με εκρήξεις συναισθημάτων, υπονοούμενα, παραδοχές και προσμονές.</p>
<p>Οι στίχοι είναι, γενικά, λακωνικοί, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πεζόμορφοι, αισθησιακοί και έντονα ερωτικοί, πέρα από όρια και συμβάσεις, πάντοτε με φιλοσοφική διάθεση, τις περισσότερες φορές με λυρισμό και ένταση και, ενίοτε, με σαρκασμό και ειρωνεία. Σε κάποια σημεία διακρίνεται και διακειμενική συνομιλία με άλλους δημιουργούς και ομότεχνούς της.</p>
<p>Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της είναι ένα βιβλίο που, όπως η ίδια  -συνεχίζοντας το λογοπαίγνιο του τίτλου- δηλώνει, «αυτό (δεν) είναι ένα βιβλίο». Πρόκειται για μια μοναδική, στο είδος της, ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί, καθώς διεγείρει όλες τις αισθήσεις και, φυσικά, το πνεύμα του αναγνώστη &#8211; ιδίως αν αυτός αρέσκεται σε βαθυστόχαστη ποίηση που τον προσκαλεί, αλλά συνάμα και τον προκαλεί, σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Fractal 27/08/2024</p>
<p>Διαβάζουμε σε αυτό το ιδιαίτερα προσεγμένο και αριστοτεχνικά επιμελημένο βιβλίο:</p>
<p>« Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το Παλιρροϊκό κλείδωμα είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο Ροές και θρομβώσεις, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ιωλκός, το 2021. Είναι μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου».</p>
<p>Η επιστημονική (φιλολογική) κατάρτιση σε συνδυασμό με την λογιοσύνη και την ποιητική ευφυία προσδίδει μία κατά το μάλλον ή ήττον αυθεντική λαϊκότητα σε αυτό το πόνημα [με την έννοια του ευπρόσιτου, του προσφιλούς, του φιλόξενου – ο «επαρκής αναγνώστης» νιώθει ότι πλέει σε οικεία χωρικά ύδατα].</p>
<p>Ας περιηγηθούμε αυτή την ποιητική συλλογή ως ένα αξιοζήλευτα καλλιεργημένο χωροχρονικό πεδίο υψηλής ψαθυρότητας.</p>
<p>Ήδη ο τίτλος Παλιρροϊκό Κλείδωμα εμπεριέχει μία αντίθεση: η αποκρυσταλλωμένη κίνηση σπανίως κλειδώνεται σε ταξινομημένους κύβους. Η ρευστότητα δεν περιορίζεται στον χωροχρόνο αλλά κινείται ευτάκτως προς όλες τις κατευθύνσεις ακολουθώντας αδήριτους (αν και αγνώστους σ’ εμάς) συμπαντικούς νόμους.</p>
<p>Ο υπότιτλος «Ποιήματα» κι όχι «Ποίηση» καταδεικνύει την αποσπασματικότητα και την συλλεκτικότητα τού εγχειρήματος.</p>
<p>Η αφιέρωση «Στην οικογένειά μου» είναι σεμνή, λιτή, ακριβόλογη, δίκαιη… Ακόμα και το Σίγμα κεφαλαίο έχει σημασία.<br />Το πρώτο ποίημα με τον ευθύ τίτλο «ΑΚΟΥΣ;» [κεφαλαία, σαν κραυγή] στη σελίδα 9:</p>
<p>Τυλίγω στον καρπό μου ασημένια φεγγάρια<br />Φτύνω τ’ αστέρια στον κόρφο μου<br />μην τα ματιάξω<br />και χαθούν<br />Κι όμως<br />κάθε μέρα ξημερώνει…</p>
<p>Το εναρκτήριο λάκτισμα δίνει και τον τόνο, την θεματολογία και καθορίζει την υφολογία τής ρυθμικής συνδημιουργικής ανάγνωσης από τον επαρκή μελετητή των ποιητικών φαινομένων.</p>
<p>Όταν ερευνούμε συστηματικά το γίγνεσθαι καταδυόμεθα κάτω από το φαίνεσθαι τής περιρρέουσας ατμόσφαιρας και πλειοδοτούμε υπέρ μίας αναστάσεως των εποχών που είχε και λόγο και βήμα κοινωνικό η δραματική ποίηση.</p>
<p>Γιατί περί δραματικότητος πρόκειται (και μάλιστα τραγικής) η περιθωριοποίηση γνήσιων ποιητικών φωνών και η ελαχιστοποίηση τής επιρροής τους στην ιριδίζουσα πομφόλυγα τού παραισθητικού καταναλωτισμού μας.</p>
<p>Η πραγματική όμως επίδραση στην ουσία τού πανανθρώπινου πολιτισμού είναι διαχρονική, δεν προσμετράται και δεν επιμετριέται με τωρινά μέτρα και σταθμά.</p>
<p>Γι’ αυτό λοιπόν συνεχίζουμε νουνεχείς:</p>
<p>Όλα εκείνα που μας ξεσήκωναν<br />δεν είναι πια εδώ<br />Η τελευταία πρασινάδα ξεράθηκε<br />μέσα στη μήτρα της τέως γονιμότητας<br />Άδειες οι αγκαλιές από σώματα<br />Άδεια τα στόματα από φιλιά…</p>
<p>(από το ποίημα «Η στέρφα γη» στη σελίδα 10).</p>
<p>Η γοητεία τής συναισθητικής ταυτίσεως τής γης με το ερωτικό σώμα αποκαλύπτεται περίτρανα στο επόμενο ποίημα «Η υγρασία τού έρωτα» (σελ. 11). Εδώ διαφαίνεται ήδη μια σοφά μελετημένη δομή, ιδανική, ιδεατή (και ανέφικτη για τους αποδέλοιπους σύγχρονους μετανεωτερίζοντες)…</p>
<p>Και περνάμε στο άκρως συμβολικό ποίημα τής σελίδας 16 με τις σαφείς οικολογικές δηλώσεις-υποδηλώσεις-συνυποδηλώσεις:</p>
<p>ΥΔΡΟΦΟΡΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ</p>
<p>Κάθιδρος απολάμβανα τη ζωογόνο δροσιά<br />με διάθεση ελεγειακή<br />τραγουδώντας<br />το γλυκό παράπονό μου.<br />Και οι συναθροισμένες νεφέλες<br />επευφημούσαν<br />και έριχναν<br />το εξαγνιστικό τους ύδωρ<br />ξεπλένοντας την ξηρασία αιώνων<br />Μια ξηρασία πλήρη μιασμάτων…</p>
<p>Εδώ τίθεται και η αριστοτελική έννοια τού «μιάσματος» ως αποτέλεσμα Ύβρεως (υπερβάσεως τού μέτρου).</p>
<p>Αυτό ακριβώς το αρμονικό στίγμα επιχειρεί να διαφυλάξει η ποιήτρια με τον συγκερασμό γραφής-σιωπής, λεκτέου-αλέκτου, λογικού-αλόγου…</p>
<p>ΤΟ ΔΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ…</p>
<p>Έπεσε θανατικό στα ζωντανά<br />Ποια μοίρα μάς σημάδεψε βαθιά<br />κι έρχεται και πάει;<br />Έπεσαν λοιμοί<br />Ποια μοίρα μάς κατατρύχει βαριά;<br />Καλώ τον αόμματο, μα σοφό Οιδίποδα<br />να λύσει και πάλι το αίνιγμα<br />να σκοτώσει ξανά τη Σφίγγα<br />Μα αυτός<br />βαθιά παραδομένος στη νιρβάνα του<br />δεν κάνει πια τα ίδια λάθη. (σελ. 17)</p>
<p>Ο Οιδίποδας είναι παρών, ως βορά για τη Σφίγγα (που δεν την νίκησε ποτέ)<br />.<br />[ ΑΕΡΣΙΠΟΥΣ – ΟΙΔΙΠΟΥΣ ]</p>
<p>Αλλάξτε το β΄ συνθετικό!<br />Στο νου βρίσκεται το οίδημα<br />το μυαλό πρέπει να υψώνεται. (σελ. 65)</p>
<p>Ο Σοφοκλής πήγε λίγο παραπέρα από τα ομηρικά έπη. Κι εμείς από τότε δεν έχουμε μεταφερθεί μήτε έναν ελιγμό υψηλότερα, εκτός από τους ποιητές μας, που συγκροτούν μια αόρατη λαμπαδηδρομία ελευσίνιων, εξωκοσμικών μυστών.</p>
<p>Και η φυγή ανεπίτρεπτη άνευ ποιητικής αδείας:</p>
<p>…Αυτά τα πουλιά με τα μεγάλα φτερά αποδήμησαν<br />Αυτά τα λεύτερα πουλιά<br />πάει, πέταξαν. (σελ. 21)</p>
<p>Πικρός ο κοσμοχαλασμός. Χαρμολύπη μάς συνέχει.</p>
<p>[ ΠΡΟΣ ΚΥΠΡΟ ]</p>
<p>Αμφίαλη νήσε<br />υπερφίαλοι σε διεκδικούν μνηστήρες<br />ξεδιάντροπα ποθώντας το κορμί σου<br />Κι συ περικυκλωμένη περιμένεις υπομονετικά<br />γνέθοντας τον αργαλειό σου. (σελ. 89)</p>
<p>Και μόνον η συνεχιζόμενη Κατοχή τής Βόρειας Κύπρου, η ανεξέλεγκτη βία και η ατιμώρητη αλαζονεία, η τρομακτική καταπάτηση των διεθνών Νόμων (τού γραπτού κι απαραγράπτου Ηθικού Δικαίου, που επικαλείται η σοφόκλεια Αντιγόνη) καθιστούν τους ποιητές πολύτιμους σε μεταβατικούς καιρούς, είδος υπό προστασίαν, όντα προς επιβράβευσιν…</p>
<p>[ ΠΟΝΤΙΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ ] <br />Προέβαλαν μια εύσχημη δικαιολογία<br />Ένιψαν τας χείρας τους<br />και «καθάρισαν». (σελ. 66)</p>
<p>[ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΙ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΕΣ ]</p>
<p>Αριβίστες της ζωής<br />Τι καταλαβαίνετε τώρα; (σελ. 67)</p>
<p>Και η Ποιήτρια εκπληρώνει το κοινωνικό λειτούργημά της:</p>
<p>[ ΑΝΗΚΕΣΤΗ ΒΛΑΒΗ ]</p>
<p>Όσοι διαβάσουν τους στίχους μου<br />ας αναλάβουν τις ευθύνες τους! (σελ. 68)</p>
<p>Όσο για την ίδια ως πληγωμένο συνειδητοποιημένο άτομο:</p>
<p>[ ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟΝ ΈΠΟΣ ]</p>
<p>Γράφω το τελευταίο κεφάλαιο<br />Από δω και πέρα θέλω να ζήσω. (σελ. 73)</p>
<p>Μα πώς να ζήσεις με την επίγνωση τής άφατης θλίψης που σε ζώνει καθημερινά για τα κακώς κείμενα;</p>
<p>[ ΑΔΡΑΣΤΕΙΑ ΝΕΜΕΣΙΣ ]</p>
<p>Αναπόδραστη η τιμωρία<br />για τους σεμνούς… (σελ. 70)</p>
<p>Έτσι σαν χρησμός, για καιρούς μελλοντικούς…</p>
<p>Η εμπνευσμένη Ποιήτρια Ευδοκία Ζορπίδου είναι σημαντική λογοτέχνις “Poeta Vates”.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 02/07/2022</p>
<p>Στις ακατάλυτες ροές της ποίησης</p>
<p>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ</p>
<p>Κάποιος επέβαλε στο μυαλό διάχυτη ενδαγγειακή πλήξη<br />Θρόμβωσε τα όνειρά μας<br />μαγείρεψε την αθωότητά μας<br />έπηξε τους χυμούς της<br />αφυδάτωσε τα θέλω μας<br />αποχαύνωσε τη δημιουργικότητά μας.</p>
<p>Στο τέλος<br />-δίχως να το καταλάβουμε-<br />μας νάρκωσε<br />μας έλιωσε ξανά<br />μας έχυσε σε καλούπια<br />Μέχρι να στεγνώσουμε<br />διεμήνυσε την επιτυχία του εγχειρήματος<br />στους ανωτέρους του.</p>
<p>Αυτό το ποίημα, το πολύ χαρακτηριστικό, έδωσε και τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή, Ροές και θρομβώσεις, αντικατοπτρίζοντας σαφώς το ισχυρό κοινωνικοπολιτικού και υπαρξιακού περιεχομένου ποιητικό αποτύπωμα της Ευδοκίας Ζορπίδου σ’ αυτό το πρώτο της εκδοτικά ολοκληρωμένο ποιητικό δημιούργημα. Το εκφραστικότατο έργο του εξωφύλλου (του Σταύρου Αντωνόπουλου), σε πλήρη ενότητα και αρμονία με τους στίχους της ποιήτριας, δηλώνει το πνιγηρό αίσθημα συμπίεσης, το αφόρητο βάρος μιας συντριπτικά δυσβάσταχτης πραγματικότητας, η οποία απονεκρώνει από κάθε άποψη τον σύγχρονο άνθρωπο και τον καθιστά ανήμπορο να πιστέψει πλέον σε θαύματα και σε αλλόκοτους θαυματοποιούς.</p>
<p>ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ… [ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ]</p>
<p>Απολιθωμένο το πλήθος<br />παρακολουθούσε<br />Μαγεμένο το πλήθος<br />παρακολουθούσε τον θαυματοποιό<br />Κουρασμένο από τα θαύματα<br />τον κρέμασε<br />κι όλα επανήλθαν στο φυσιολογικό<br />χωρίς θαύματα και απρόοπτα.</p>
<p>Κι όμως, τις νύχτες η ποίηση βρίσκει την περπατησιά της, αβασίλευτη σεργιανίζει σε ακροβασίες λυρικές, ανυπότακτη παίρνει τους δρόμους του φεγγαριού, καθώς οι ψυχές ξανοίγονται στα ανοιχτά της απεραντοσύνης της.</p>
<p>Η ΝΥΧΤΑ ΜΥΡΙΖΕ ΠΟΙΗΣΗ<br />Ήταν όμορφα απόψε<br />Το παγκάκι στη θέση που έπρεπε<br />αντίκρυ στο φεγγάρι<br />η πόλη βουβή για να ακούγονται οι ψίθυροι<br />Έρημες ψυχές που ακροβατούν τα βράδια<br />παίρνουν τα παγκάκια τους δειλά<br />και ξανοίγονται στα ανοιχτά της λεωφόρου.</p>
<p>Ευτυχώς, οι τροχονόμοι κοιμούνται απόψε.</p>
<p>Η Ζορπίδου με τρόπο δηκτικό, καυστικό, αλλά και ευαίσθητο, τρυφερό προβάλλει την τέχνη ως την μόνη εκείνη γνήσια δύναμη αντίστασης στην επιβαλλόμενη τυποποίηση και στον αλλοτριωμένο τρόπο ζωής. Ως άνθρωπος ανθίσταται στην φασίζουσα νοοτροπία της εντυπωσιοθηρίας, των υποκριτικών συμβάσεων και της ιδιοτέλειας. Ως ποιήτρια εξεγείρεται στην κατεστημένη ηθική ενός αδηφάγου αναχρονιστικού συστήματος που διεκπεραιωτικά κανοναρχεί τις ζωές των ανθρώπων υπονομεύοντας ελευθερίες και ευαισθησίες, όνειρα και ιδανικά.</p>
<p>ΑΙΔΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΗ</p>
<p>Ενόψει της πολύκροτης δίκης<br />φόρεσαν τις καλές τους φορεσιές<br />τα λαμπερά ρητορικά τους σχήματα, χάριν εντυπωσιασμού<br />Προαποφάσισαν δε –ελαφρά τη καρδία-<br />και τις ποινές των ενόχων<br />Έστησαν εκ των ενόντων το σκηνικό<br />Φρόντισαν, μάλιστα, να παρίστανται<br />και τα οικεία Μέσα Ενημέρωσης της Μάζας<br />για να καλύψουν δεόντως τα τεκταινόμενα<br />Και οι συνήγοροι τήρησαν αιδήμονα σιγήν<br />και οι μάρτυρες σιγήν ιχθύος<br />Και όλοι αποχώρησαν περιχαρείς<br />πλην των ενόχων<br />μέχρι αποδείξεως<br />του εναντίου!</p>
<p>Η ποιήτρια αρνείται να αποδεχτεί έναν κόσμο προκατασκευασμένο, αυστηρά ορθοτομημένο και οριοθετημένο από κανόνες λογοκρατικούς, οι οποίοι αναστέλλουν τις ζωτικής ανάγκης φυσιολογικές ροές συναισθημάτων, και με επεμβάσεις αισθητικής, ανατάσσει με διάθεση πάντα ερωτική την οργανική της ενότητα, αποκαθιστώντας την έσωθεν φυσική ισορροπία και την έξωθεν θερμοδυναμική εντροπία.</p>
<p>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</p>
<p>Το πεφταστέρι πάει<br />ούτε και απόψε δεν το πρόλαβα<br />Μα έχω εσένα<br />τι άλλο να ζητήσω;<br />Σαν να ’ριξα όλα τα κέρματα<br />σαν να ευχήθηκα κοιτώντας μυριάδες πεφταστέρια<br />Μα είναι αχνό απόψε το χαμόγελό σου<br />έτσι φοβάμαι μήπως<br />κάποτε το νερό στερέψει στη Φοντάνα<br />Θα ξημερώσω τότε σε ένα εκτυφλωτικό<br />φως χειρουργείου<br />που δεν θα επιτρέπει νυχτοπαρατηρήσεις αστεριών<br />Θα μείνω, λοιπόν, εκεί<br />για μια επέμβαση αισθητική<br />μήπως προσθέσω το απολεσθέν για πάντα χαμόγελο<br />στο πρόσωπό μου<br />Ο χειρουργός θα πλύνει τότε τα χέρια<br />θα ρωτήσει το σκοπό της επέμβασης<br />και έντρομος θα νίψει ξανά τας χείρας<br />Θα με οδηγήσει έπειτα<br />ψυχοπονιάρης, ψυχοπομπός<br />μέχρι την τελευταία κατοικία του έρωτος.</p>
<p>Οι ροές του γνήσιου ερωτικού συναισθήματος, ως πηγές έμπνευσης, δημιουργικής πνοής και αγαπητικής συναλληλίας έρχονται αντιμέτωπες με τις θρομβώσεις, τους φραγμούς και τους περιοριστικούς όρους της ανηδονικής πραγματικότητας. Και οι ροές μετουσιώνονται σε στίχους, σε λέξεις, που επιζητούν την ανεμπόδιστη κυκλοφορία τους στις φλέβες του ποιητικού λόγου, αιμοδοτώντας όχι μόνο την ψυχοπνευματική υπόσταση του ανθρώπου αλλά και την βιολογική του ύπαρξη, καταγγέλλοντας με παρρησία τους σφετεριστές των καιρών.</p>
<p>ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</p>
<p>Μάθαινα στα παιδιά<br />σφετεριστής θα πει άρπαγας<br />Αναφερόμουν, βέβαια, στον Ευαγόρα<br />νόμιμο δικαιούχο<br />που του έκλεψαν τον θρόνο<br />μέσ’ από τα χέρια<br />Κόλλησα σ’ αυτό το νόμιμα<br />-ανήκε εξάπαντος στην οικογένεια των Τευκριδών<br />και στάθηκε αντάξιος του βαριού ονόματός του<br />Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια<br />τα πολιτεύματα, οι επαναστάσεις<br />Μα σήμερα ακόμα αυτοί μας κυβερνούν<br />οι νόμιμοι απόγονοι<br />σφετεριστές των καιρών…</p>
<p>Η ποίηση της Ζορπίδου είναι μια ποίηση ευθύβολη, αφτιασίδωτη, χωρίς περιττολογίες και ρητορισμούς, χωρίς εξάρσεις φθηνού εντυπωσιασμού και ρηχού συναισθηματισμού. Είναι μια ποίηση ουσιαστική, μεστή, στιβαρή και συνάμα αποκαλυπτική, η οποία φωτίζει με γενναιότητα σκοτεινές περιοχές της εγκλωβισμένης συνείδησης και διερευνά με τρόπο διαλεκτικό τις ανθρώπινες σχέσεις και την ηθική στάση του ατόμου μπροστά στις αναφύουσες κάθε φορά υποκείμενες νοσηρές καταστάσεις. Στις λέξεις της υφέρπει ένα παλλόμενο πάθος, η ένταση της γνήσιας ποιητικής συναρμογής και ακολουθίας, εκπεφρασμένη παράλληλα με έναν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, ο οποίος άλλοτε περιστρέφεται γύρω από την μόνωση του ανθρώπου και τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων και άλλοτε επικεντρώνεται στοχευμένα και θαυμαστά σε θέματα ποιητικής και μεταφυσικής. Πρόκειται για μια ποίηση με ευδιάκριτες επιρροές από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, είτε συνυφαίνεται με μοτίβα και πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας είτε συνδιαλέγεται με αρχαίους και σύγχρονους φιλοσόφους.</p>
<p>ΠΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ</p>
<p>Εσαεί<br />τον βασάνιζε το ερώτημα<br />μέχρι τη μέρα<br />που το κώνειο<br />τον βύθισε<br />στην αιώνια Απάντηση.</p>
<p>ΠΡΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗ</p>
<p>Με φόντο το βουνό<br />στεκόταν αγέρωχος<br />Οι κόρες των ματιών του<br />είχαν χάσει κάτι από την στρογγυλάδα τους<br />Είχαν πάρει κάτι<br />από την τριγωνική απόληξη της κορυφής…</p>
<p>Σε έναν από τους ποιητικούς της «σφυγμούς» η ποιήτρια με ύφος συνομιλητικό, οικείο αλλά και επιτακτικό, απευθύνεται σε όλους εμάς, διερωτάται, επιβεβαιώνοντας την πίστη της στην δύναμη της ποιητικής δημιουργίας ως πράξης υπέρτατης προσφοράς και ανανεώνοντας, ταυτόχρονα, το κάλεσμα της δικής μας υπόσχεσης για παλιρροϊκές μεταγγίσεις ανθρωπιάς. Έτσι, ακούμε τις ακατάλυτες ροές και στις δικές μας φλέβες, ακούμε στις λέξεις της τους σφυγμούς και της δικής μας ζωής.</p>
<p>Ερώτηση κρίσεως:<br />Ρέει αίμα στις φλέβες σου;<br />Περιμένω να μου μεταγγίσεις το χρόνο σου<br />Δε σου απέμεινε στιγμή<br />Δε μου απέμεινε σταγόνα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Mar 2026 11:46:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22840</guid>

					<description><![CDATA[. Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025) . . ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025) Στέκομαι τώρα εδώ. Μόνη, όπως συνηθίζεται συχνά. Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις. Άβολες οι θέσεις του σώματος γι’ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p>Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%cf%83%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22842"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22842" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg" alt="" width="290" height="411" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ.jpg 453w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%ce%b9/" rel="attachment wp-att-22843"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22843" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg" alt="" width="290" height="418" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ.jpg 443w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025)</strong></h4>
<p>Στέκομαι τώρα εδώ.<br />
Μόνη,<br />
όπως συνηθίζεται συχνά.<br />
Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις.<br />
Άβολες οι θέσεις του σώματος<br />
γι’ αυτούς που σηκώνουν τα μάτια από χαμηλά<br />
για ν’ αντικρίσουν εκείνους,<br />
που σκύβουν να τους συναντήσουν.</p>
<p>Εγώ εδώ μουτρώνω στα σύννεφα.<br />
Ελάχιστα με υπολογίζουν.<br />
Έχουν απλώσει επάνω στη μέρα.<br />
Στα κοτσύφια που ερωτοτροπούν<br />
και τις μέλισσες, που αποζητούν τα άνθη.<br />
Έχουν απλώσει πάνω στις σκέψεις και τις ενοχλούν.</p>
<p>Πόσες Κυριακές σαν αυτή<br />
θα νοσταλγήσεις σαν τις χάσεις;<br />
Η ακολουθία των Κυριακών<br />
είναι μια παρηγοριά<br />
στην ανασφάλεια του εντός και γύρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Δεν αναγνωρίζω την πόλη.<br />
Η ερημιά σκεπάζει τους δρόμους<br />
και τα πρόσωπα.<br />
Στριμωγμένοι σε ουρές άνευ λογικής<br />
τσακωνόμαστε με αγνώστους<br />
που δεν δίνουν δεκάρα.</p>
<p>Περιμένουμε</p>
<p>λεωφορεία που αργούν<br />
τηλέφωνα που παραμένουν σιωπηλά<br />
καλύτερες μέρες που η προοπτική τους<br />
χάνεται αβέβαιη.</p>
<p>Ίχνος ενθουσιασμού.<br />
Κι οι «επαφές» μας,<br />
επαφές νεκρών<br />
που έπαψαν από καιρό να νιώθουν<br />
και μες στους άλλους<br />
προσπαθούν να το ξορκίσουν.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κάτοικοι προαστίων<br />
με τις βερμούδες και τα ανατομικά σανδάλια<br />
απόντες τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού<br />
επιστρέφουν κάθε Κυριακή βράδυ<br />
κι έχουν στους ώμους τους<br />
το βάρος των προσδοκιών τους.<br />
Το ανεκπλήρωτο πιέζει την πλάτη τους,<br />
σχεδόν τους βυθίζει στη γη.</p>
<p>Πετούν σκουπίδια,<br />
βγάζουν βόλτα τον σκύλο<br />
και οι γυναίκες τους ποτίζουν τα φαρδιά μπαλκόνια<br />
– πολύ τυχερές που γλίτωσαν τις πολυκατοικίες…</p>
<p>Μαυρισμένες, ξανθές,<br />
με τον αέρα της μεσοαστικής ευμάρειας<br />
μάχονται πρόσκαιρα τη σκόνη του χρόνου<br />
που θα τις νικήσει</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
εκεί που όλα σωπαίνουν.</p>
<p>Βράδια, που οι πατεράδες<br />
βγαίνουν για γάλα<br />
και οι μαθητές, παρέες παρέες,<br />
πασχίζουν να τις επιμηκύνουν στις άκρες των δρόμων.</p>
<p>Στη σιδερώστρα που μαζεύεται,<br />
στα σάντουιτς της επόμενης μέρας,<br />
στη σιωπή των ζευγαριών<br />
ύστερα από μια μέρα με φίλους<br />
και στα φώτα των άδειων λεωφορείων.</p>
<p>Στάζουν θυμό και πίκρα<br />
για όσα δεν πρόλαβαν<br />
και ανανεώνουν το ραντεβού<br />
για νέες διαψεύσεις.</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
όταν πια όλοι κοιμούνται.</p>
<p>Στα πόδια του ανέστιου,<br />
που σέρνουν μηχανικά ένα χάρτινο κυπελλάκι παγωτού<br />
και δίνουν κλοτσιά στην κανονικότητα</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κι όταν νυχτώνει…<br />
τα γέλια και οι καβγάδες παίρνουν τέλος<br />
και τα παιδιά αποσύρονται.</p>
<p>Είναι αλλιώς οι ήχοι τότε.<br />
Πιο υπόκωφοι, πιο προσεκτικοί.<br />
Τρομακτικές οι μυστικές ζωές<br />
μέσα απ’ τα μισόκλειστα παράθυρα,<br />
κι όλες<br />
κάτι κοινό φοβούνται κι αποπνέουν.</p>
<p>Τότε είναι που μ’ επισκέπτεται ξανά η ανησυχία.<br />
Όλη τη μέρα τής ξέφευγα και την ξεχνούσα<br />
κι έλπιζα πως είχα πια τελειώσει μαζί της.</p>
<p>Πιστή στο βραδινό μας ραντεβού,<br />
με τριγυρίζει κι εγκαθίσταται εντός μου,<br />
με κατακλύζει και γίνεται αυτή κυρίαρχη των πάντων.<br />
Τα κόλπα μου δεν πιάνουν.<br />
Στα πάντα συμφωνώ μαζί της.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Όταν λείπει η αγάπη,<br />
παίρνει τη θέση της η τάξη.</p>
<p>Αποδεκατίζει τα ζιζάνια του κήπου,<br />
απογυμνώνει το χώμα από τους σπόρους<br />
και σφραγίζει τα παράθυρα με κορνίζες γάμων.</p>
<p>Καμιά σκόνη δεν θα εισχωρήσει<br />
να ανταγωνιστεί εκείνη των ψυχών.</p>
<p>Τα μπαγιάτικα πάθη θα αποξηρανθούν<br />
για τον χειμώνα<br />
ώστε τίποτε να μην πάει χαμένο.</p>
<p>Έτσι, το σπίτι σου θα γίνει η φυλακή σου<br />
κι ο τάφος σου δεν θα ’χει χώμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να αφήσω το ίχνος μου πάνω της.</p>
<p>Αμνήμων επιδείκνυε τον τουριστικό της εαυτό<br />
ακατανόητο στην παρακμή της.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να διασταυρώσω το βλέμμα μου<br />
με των ανθρώπων.</p>
<p>Απο-στρέφοντας<br />
έστρεφα στα ανθισμένα μπαλκόνια,<br />
ζήλευα την παράλογη παρουσία<br />
ενός ρολογιού τοίχου σε ένα από αυτά<br />
σχεδόν έκλαψα από νοσταλγία.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
κουφή στην οχλοβοή της.</p>
<p>Με το βλέμμα χαμηλωμένο<br />
με προσπέρασα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>www.koukidaki.gr</p>
<p>Γεννήθηκα δυτικά, στη Θεσσαλονίκη των χωματόδρομων, του σάμαλι σε χαρτάκι, με το αμύγδαλο στη μέση. Του πιάτου με το καλό φαΐ που αντάλλασσαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους. Του ταψιού της Κυριακής φερμένου από τον φούρνο και λεηλατημένου κατά το ήμισυ από παιδιά λιανά, παρατημένα στην τύχη τους –που ήταν οι δρόμοι–, παιδιά που τα λαμπερά τους μάτια έσβηναν για λίγο το χειμώνα στη διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο και αντίστροφα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της Εγνατίας οδού στα χρόνια της ακμής της και των ιστορικών καφέ της παραλίας, το Majestic, το Θερμαϊκό, το Αχίλλειο με τον «καλό καφέ», που ισοπεδώθηκαν μαζί με την ιστορία της πόλης. Των πάρκων πάνω και γύρω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου περνούσαμε τα βράδια της εφηβείας μας σε κυκλικούς σχηματισμούς οι φίλοι μιλώντας και γελώντας, χωρίς να χρειαζόμαστε χαρτζιλίκι. Του φεστιβάλ του Ρήγα τον<br />
Σεπτέμβρη, των πολύχρωμων σαλβαριών των «φρικιών», που ξεμύτιζαν την άνοιξη με την πρώτη λιακάδα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της στρατιωτικής τσάντας με τα συνθήματα και τις κονκάρδες, του κόκκινου φουλαριού του Παπάζογλου και του καπέλου του Λαχά, της «άπιαστης» –λόγω ηλικίας– Γαζίας.<br />
Κινήθηκα στη Θεσσαλονίκη του «κέντρου», επειδή τότε δεν υπήρχε «ζωή» στις συνοικίες. Οι δρόμοι οδηγούσαν στο κέντρο και το κέντρο σήμαινε συναντήσεις, ερεθίσματα, διασκέδαση και έμπνευση.<br />
Οι καλύτερες στιγμές ήταν όταν μόνη παρατηρούσα τους άλλους. Πίσω από τζάμια λεωφορείων, λοξά στον δρόμο, πάνω από έναν μυρωδάτο καφέ, στα μουλωχτά ενώ δήθεν είχα τα μάτια στο πεζοδρόμιο&#8230; Με τα μάτια δήθεν στο<br />
πεζοδρόμιο πέρασα όλη τη ζωή μου. Από συστολή αλλά και από σεβασμό στους ανθρώπους.<br />
Οι άνθρωποι είναι η έμπνευσή μου. Πίσω από τους ανθρώπους. Όχι αυτοί που βλέπω, αλλά που μαντεύω. Οι «μυστικές ζωές» αλλά κυρίως το δράμα τους, η αδυναμία να βιώσουν τη ζωή, γνώρισμα κοινό σε όλο το είδος.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια μουλωχτή παρατήρηση των τελευταίων χρόνων. Αυτό που ήξερα σαν πόλη, έχει αλλάξει. Και η αλλαγή γίνεται δραματικά αντιληπτή από τη διαπίστωση ότι τα βήματα δεν συνοδεύονται από καμιά συγκίνηση. Η ιστορία της νιότης μου διαγράφηκε στο όνομα «αναπλάσεων» κι αυτό που απέμεινε είναι άλλο ένα αντίτυπο πόλης χωρίς χαρακτήρα και χαρακτηριστικά. Μιας πόλης που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε – στην Ελλάδα.<br />
Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι ανάπτυξη είναι η ισοπέδωση και η ομοιομορφία. Η κατοχή από μεγάλα brands. Αντί να αξιοποιούν την Ιστορία, την αφανίζουν και την περιθωριοποιούν. Σε ένα περιβάλλον ξένο, περιπλανιέμαι απο-ξενωμένη και καταγράφω την αποξένωση που μοιραία μου προκαλεί.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια καταγραφή της αποξένωσης. Αυτής που βιώνουν οι κάτοικοι της πόλης αλλά και οποιασδήποτε πόλης. Οι άνθρωποι της εργασίας, των δρόμων, οι άνθρωποι γείτονες, αυτοί που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να σηκώσουν τα μάτια από το κινητό τους, οι άνθρωποι καταναλωτές και αυτοί που αποκαλούνται «ξένοι».<br />
Είναι μια καταγραφή της μοναξιάς και ταυτόχρονα μια καταγγελία της αδιαφορίας και της παραίτησης. Ένας τρόπος να φωνάξω «Προσέξτε τι συμβαίνει εδώ! Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει». Και βεβαίως να θέσω τη σκέψη «ό,τι κι αν είναι αυτό που κλέβει τις ζωές μας, πρέπει να το φτιάξουμε!»</p>
<p style="text-align: left;">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΟΓΟΙ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</strong></h5>
<p>Αράχνες έχουν στολίσει το μπαλκόνι μου.<br />
Στήνουν περίτεχνες παγίδες και βολεύονται<br />
γιατί ξέρουν πως η υπομονή αποδίδει.</p>
<p>Τα σαλιγκάρια αποφεύγουν τις συναντήσεις.<br />
Μαρκάρουν με βλέννα το πέρασμά τους<br />
κι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα φετινά βλαστάρια.</p>
<p>Πολλά, σχεδόν τα πατάς κάθε που κάνεις βήμα.</p>
<p>Είναι που η βροχή δε σταμάτησε<br />
κι ο ήχος της στη στέγη<br />
κάνει τους φόβους να γιορτάζουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="text-align: left; padding-left: 80px;">ΙΙ.</h6>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
μάς χαμογελούν, αγάπη μου.</p>
<p>Η δική σου κάτω από τη βροχή<br />
κι η δική μου με το δέρμα μαυρισμένο<br />
χαϊδεμένο από τα μάτια σου.</p>
<p>Πιάνονται απ΄ το χέρι<br />
και κοιμούνται η μια στην αγκαλιά της άλλης<br />
ώσπου η νέα μέρα να ανασύρει<br />
καινούργια αναζήτηση<br />
καινούργια ανάγκη<br />
καινούργιο αίσθημα απώλειας.</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
θα ανανεωθούν, αγάπη μου.</p>
<p>Γιατί ως τη στιγμή<br />
που η μέρα σου θα είναι και δική μου<br />
και η βροχή θα κάνει το χώμα να μυρίζει<br />
κάτω από τα πόδια μου<br />
και η θάλασσα θα αφήνει το αλάτι στο κορμί σου,</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας,<br />
ναι, αυτές οι καθημερινές λίγο αμήχανες στιγμές μας,<br />
είναι οι μόνες που μπορούν<br />
να μετριάσουν την απόσταση.</p>
<h5><strong>ΒΡΕΧΕΙ</strong></h5>
<p>Συμπαθητικά τα πάθη<br />
έτσι εξημερωμένα στις εσωτερικές μας τσέπες</p>
<p>συμπαθητική κι η ποταπότητα<br />
που καλημερίζει στις συναναστροφές μας.</p>
<p>Η μικροψυχία δίνει λάμψη στο βλέμμα<br />
και το ψεύδος σπρώχνει τα χείλη<br />
σχεδόν σε γκριμάτσες γέλιου.</p>
<p>Έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση;<br />
Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:<br />
βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΕΣ</strong></h5>
<p>Οι ερωμένες ξεβολεύονται τις Κυριακές.<br />
Την ώρα που χολιάζουν τραγικές,<br />
εκείνος οδηγεί με πεποίθηση τρία ζευγάρια χεράκια<br />
για τον εκκλησιασμό<br />
και το γλυκό με τη μαμά.</p>
<h5><strong>ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΙΙ.</h6>
<p>Είμαστε σκιές του εαυτού μας.</p>
<p>Τα βράδια<br />
τα όνειρα ξύνουν τις ενοχές μας<br />
βάζουν στέμμα στις αδυναμίες μας<br />
και προκαλούν αμηχανία στα ξυπνήματα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">VII.</h6>
<p>Είμαστε σκιές της απουσίας μας<br />
αθόρυβοι αποχωρήσαντες<br />
εκκωφαντικά κενοί.</p>
<p>Κατορθώνουμε<br />
ό,τι πασκίζουμε να αρνηθούμε<br />
υποκριτικά υποδυόμενοι<br />
άλλους εαυτούς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΧ.</h6>
<p>Ήμασταν σκιές του εαυτού μας</p>
<p>απόδειξη ότι υπήρξε φως<br />
κι ίσως<br />
κι ένας εαυτός.</p>
<p>Τώρα τυφλοί δινόμαστε στο χάος.</p>
<p>Όχι σκιές.<br />
Μόνο σκοτάδι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 23/11/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Σατιρίζοντας τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου</strong></p>
<p>Η Άννα Ξανθοπούλου στην ποιητική συλλογή της με τον αινιγματικό, λιτό και υποβλητικό τίτλο Λόγοι (εκδόσεις Βακχικόν, 2023) μάς εισάγει στον προσωπικό αλλά ταυτόχρονα και δημόσιο ποιητικό της κόσμο, καθώς όσα γράφει αντανακλούν γνωρίσματα της εποχής μας και εκκινώντας επαγωγικά από τις δικές της σκέψεις, τα δικά της βιώματα και τις δικές της προσλαμβάνουσες, εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να οδηγηθεί στην εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων και στην αποτύπωση αντιλήψεων σχεδόν καθολικών με πολύ μικρό ποσοστό λάθους, αμελητέο θα έλεγε κανείς. Η Ξανθοπούλου, ουσιαστικά, δομεί την ποιητική της στη βάση των σκιών, σε εκείνες τις σκοτεινές περιοχές, οι οποίες φωτίζονται αμυδρά, όσο η κύρια πηγή φωτός είναι στραμμένη αλλού, σε ένα άλλο σημείο του εαυτού μας, διότι η ποιήτρια κάνει λόγο για τον εαυτό και, γενικότερα, για τον Άνθρωπο. Η ποιήτρια σατιρίζει άλλοτε με κυνική και άλλοτε με φιλοπαίγμονα διάθεση, όμως πάντοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Έναν τρόπο, εν πολλοίς, κίβδηλο, συμβιβασμένο και οδυνηρά υποκριτικό. Οι σκιές, όσο απλώνονται και σκεπάζουν την πόλη, λειτουργούν ως καλοκουρδισμένες μαριονέτες σε μια θεατρική παράσταση, ενώ απηχούν ξέφρενη απόγνωση και θλιβερή ατολμία, εγκλωβισμένες όπως είναι σε μια σειρά πεπερασμένων κινήσεων. Δηλώνεται καταφανώς η έλλειψη συντροφικότητας και η απουσία επαρκούς χώρου και χρόνου για ανάπτυξη και καλλιέργεια μιας συναισθηματικά δυναμικής ταυτότητας, ενόσω η μοναξιά συνδαυλίζει τον φόβο και συνεπαγωγικά εξαγριώνει τον άνθρωπο. Παρόλα αυτά το δώρο της ζωής εξυψώνεται και υμνείται μακριά από τα εφήμερα και κίβδηλα βλέμματα που το κατασπαράσσουν, διανοίγοντας πληγές ανεπούλωτες.</p>
<p>Η ποιήτρια μετέρχεται της φωτογραφίας ως μέσου σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του παρελθόντος με το παρόν, της λήθης με τη μνήμη. Οι φωτογραφίες χαμογελούν στην ποιήτρια και σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ενώ αλλάζουν με τις εποχές/ και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε/ ή φωνάζουν/ για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. («Οι φωτογραφίες, Ι.», σ. 12) Οι φωτογραφίες μάς συντροφεύουν στο διάβα του χρόνου λειτουργώντας άλλοτε νοσταλγικά κι άλλοτε επώδυνα. Είναι τα απομεινάρια από ανθρώπινες σχέσεις ώριμα ολοκληρωμένες ή βεβιασμένα τελειωμένες, ενώ, παράλληλα, είναι εκείνες που μετριάζουν τις αποστάσεις και φέρνουν κοντά τα αγαπημένα πρόσωπα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις προτάσσονται από την ποιήτρια ως μείζον θέμα και εύλογα η παρουσία τους επανέρχεται στα ποιητικά κείμενα της συλλογής. Η καλλιέργεια και η ανθοφορία των ανθρωπίνων σχέσεων απαιτεί κόπο και χρόνο, πόνο και δάκρυ, θέληση και αυταπάρνηση. Να αγνοώ/ και να πλανώμαι/ να διάγω τον βίο μου εν αγνοία// να αεροβατώ/ και να ελπίζω,/ να προσπαθώ ν’ αδράξω ευτυχία.// Να μην πονώ/ να μη γνωρίζω/ να μην αφήνω ν’ αγγιχτώ.// Κι όταν κατάκοπη στη γη γυρίζω/ κανείς να μη μου λέει «σ’ αγαπώ». («Ν’ αεροβατώ, Ι.», σ. 14) Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από τον αποφατικό της λόγο, η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος διατυπώνει διακριτικά και εύστοχα συνάμα το απότοκο των προηγούμενων στίχων της.</p>
<p>Η Ξανθοπούλου με στίχους που προκαλούν έκπληξη στον αναγνώστη καυτηριάζει με σαφήνεια και χωρίς καμία διάθεση να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της τη συμβατικότητα και τον φαρισαϊσμό των ανθρωπίνων σχέσεων και του οικογενειακού θεσμού. Μ’ ανατριχιάζουν οι οικογένειες/ το «αυτονόητο»/ τα μυστικά τους. […] Πόση ατομικότης/ και πόση βία/ κάτω από την ίδια στέγη; («Οι οικογένειες», σ. 16) Είναι συμπαθητικά τα πάθη των ανθρώπων, συμπαθητική και η ποταπότητά τους συνταιριασμένη με τη μικροψυχία και το ψεύδος, εντούτοις η ποιήτρια προειδοποιεί: να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:/ βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες. («Βρέχει», σ. 17) Παράλληλα, εστιάζει στο ζήτημα της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου χρόνου, κατά τον οποίο ο άνθρωπος οφείλει, πρωτίστως από σεβασμό στον εαυτό του, να φεύγει από μια σχέση. Γράφει χαρακτηριστικά: νυχοπατώντας θα σε εγκαταλείψω/ την ώρα της μεγαλύτερης ασφάλειας. («Ασφάλεια», σ. 18) Βλέπουμε, επομένως, πως η ποιήτρια εν προόδω, από ποίημα σε ποίημα προσθέτει τα συστατικά εκείνα στοιχεία που συγκροτούν και συνέχουν το ποιητικό της οικοδόμημα, μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης, η οποία επιτυγχάνεται, κατά τη γνώμη μας, με το ποίημα «Υπάρχουν χίλιοι τρόποι» (σ. 19)</p>
<p style="padding-left: 40px;">Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
στα μέτρα των άλλων συμμορφωμένος,<br />
μέρος αταίριαστων «συνόλων»<br />
ευγνώμων και τρομοκρατημένος.<br />
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
να αφανιστείς στη φυσιολογικότητα των άλλων<br />
και να γίνεις πρωταγωνιστής ξένων ονείρων.<br />
Υπάρχουν χίλιοι λόγοι να θυμάσαι<br />
την προσωρινότητα των πατημάτων σου<br />
στη γη.</p>
<p>Η ποιήτρια απορρίπτει πασιφανώς την ανειλικρίνεια, την επιτήδευση, τη διπροσωπία και προκρίνει τη «λαθραία απόδραση» απ’ ό,τι μάς κρατά εγκλωβισμένους και δέσμιους σε μια υποτονική, ανιαρή, μονότονη και φλύαρη πραγματικότητα. Προκρίνει με όλη τη δύναμη της πένας της την αυθεντικότητα, ολοκληρώνοντας κυκλικά το βιβλίο της με το σπονδυλωτό – κατατετμημένο σε εννέα μέρη – ποίημα «Σκιές». Συνομιλεί διακειμενικά με το ποίημα «Είμαστε κάτι…» του Κ.Γ. Καρυωτάκη γράφοντας η ίδια: είμαστε κάτι καημένοι υπόλογοι/ θλιβερών αμαρτημάτων/ που μας αρέσει να ομολογούμε/ ως ένδειξη αλλαγής και θάρρους. (σ. 22) Εκκινεί από τη διαπίστωση ότι «είμαστε σκιές του εαυτού μας» εξηγώντας τους λόγους: η τυποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, η συμμόρφωση με τις κοινοτυπίες, η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, η κοινωνική απομόνωση, η αντιερωτική και ανέραστη εποχή μας, το ξόδεμα του εαυτού σε ό,τι επουσιώδες και κάλπικο, η θλιβερή δειλία, το στράγγισμα των ονείρων, το καταχώνιασμα της ελπίδας, το σκοτάδι των ψευδαισθήσεων, η πνευματική και συναισθηματική τυφλότητα, οι εξαρτήσεις και η ουσιαστική κενότητα που μας συνθλίβουν, οι στερήσεις και οι ελλείψεις που μας εξαγριώνουν και εν τέλει η απουσία φωτός από τη ζωή, οδηγεί την ποιήτρια σε χρόνο παρελθοντικό: ήμασταν σκιές του εαυτού μας// απόδειξη ότι υπήρξε φως/ κι ίσως/ κι ένας εαυτός. (σ. 31) Ο λόγος της Ξανθοπούλου μετουσιώνεται σε κραυγή προσπαθώντας να προειδοποιήσει και να προστατέψει εαυτόν και αναγνώστες από τη χαίνουσα άβυσσο του σκότους που απειλητικά γιγαντώνεται μπροστά στα μάτια μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 12/07/2023</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Η Άννα των στίχων</strong></p>
<p>Λόγοι προσωπικοί, είπε η ποιήτρια και δόθηκε στην πόλη. Άφησε μονάχα εδώ και εκεί σινιάλα πρόζες, σε πρώτο πρόσωπο, πληθυντικό. Κάποτε οι στίχοι θα επιστρέψουν, θα βρουν την σελίδα μιας συλλογής και εκεί θα υπάρξουν για πάντα, στοιχεία ενός προσωπικού θεωρήματος. Σαν αυτό που στοιχειοθετούν τα μικρά και τα μεγάλα στιχουργήματα της Άννας Ξανθοπούλου. Βιολέτες, πνιγμένες στην ομίχλη διαμορφώνουν τούτη την συλλογή με έναν δισύλλαβο, περιεκτικό τίτλο. Πρόζες δίχως ομοιοκαταληξίες που όμως γεννήθηκαν γνωρίζοντας τον τρόπο που έρχονται τα δάκρυα. Τις σημαδεύει ένα απροσμέτρητο βάθος σκέψης και συγκίνησης, έτσι όπως στα μάτια του μικρού σπουργιτιού η Άννα αντικρίζει τον εαυτό της. Όλα γραμμένα σε χρόνο μαγικό, σαν αεράκι στιγμιαίο που χαϊδεύει τα μαλλιά του αγοριού σε εκείνες τις φωτογραφίες. Αυτές που «που μας χαμογελούν αγάπη μου, που αλλάζουν με τις εποχές και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε ή φωνάζουν για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. Μια σταθερή θερμοκρασία», γράφει η Άννα Ξανθοπούλου, η Άννα των ποιημάτων, «συντηρούν την ασταθή μας διάθεση». Μες στο αχανές πέλαγο του εαυτού της, η δημιουργός αφήνει το φως να περάσει, φέγγοντας καινούριες απώλειες, καινούριες ανάγκες και αναζητήσεις. Σε πρώτο πρόσωπο, ενικό και συλλογικό την ίδια στιγμή, γραμμένες την ώρα που ασκούνται αντιστάσεις πάνω σε δυνάμεις πρωτόγνωρες. Ελπίζω, προσπαθώ, αεροβατώ, αγνοώ και πλανώμαι ταξιδεύοντας από τους μελαγχολικούς ενεστώτες ως την θηριωδία της ελπίδας. Είναι στίχοι από ένστικτο αυτοί που στελεχώνουν τα ποιήματα των «Λόγων» και δεν εξηγούνται, όπως τίποτε και κανείς δεν μπορεί να ερμηνεύσει την τέχνη με δίχως αυθαιρεσίες. Λέξεις παθιασμένες που δεν ρητορεύουν και δεν ξενίζουν μονάχα κρατούν όρθιο το τραγούδι της ευαίσθητης ψυχής, εκείνης που συλλαμβάνει παράξενα μεγέθη και γκρεμίζει σύμβολα. Με έναν συρτό ρυθμό, σκοτεινό και υπνωτικό η Άννα Ξανθοπούλου από το ατομικό ως το συλλογικό φθάνει στερεώνοντας τους στίχους της με τους αρμούς της εποχής μας, με τα μεγάλα της ψεύδη και με τις αυταπάτες, με της αγάπης το πέπλο. Δεν θα χρειαστεί τις φόρμες, δεν θα επιστρατεύσει σχήματα προπαρασκευασμένα η Άννα, μονάχα με ζωγραφιές θα μιλά, αναπαραστάσεις του μυστικού θαύματος, του απλού που ιχνογραφείται στο φόντο της ζωής και των προσώπων της, στις άπειρες τροπές της πιο επίκαιρης μυθολογίας. Κάτω από τις μαρκίζες των ποιημάτων της που ανάβουν και σβήνουν σαν παλλόμενες καρδιές, η Άννα εμφανίζει πτυχές της ύπαρξής μας, με εκείνον τον ίδιο τρόπο που αποκαλύπτονται οι φιγούρες στις φωτογραφικές πλάκες, αργά, μεθοδικά, δανείζοντας από το σκοτάδι όσο κουράγιο χρειάζεται για να φτιαχτεί ένα και μόνο ποίημα.</p>
<p>Στο σύντομο βιογραφικό της η ποιήτρια με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη του Τσίζεκ, του Χριστιανόπουλου, της ομίχλης του Ιωάννου και της Διαγωνίου, σημειώνει. «Αν έπρεπε να γράφουμε κάτι πέρα από τα ήδη υπάρχοντα δημιουργήματα, θα έπρεπε να είχαμε σωπάσει από καιρό, καθώς τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο». Η ανάγκη της επικοινωνίας, η καρδιά που εκπληρώνει τον σκοπό της όταν απομένει μονάχα σπάραγμα του εαυτού της ωθούν την Άννα Ξανθοπούλου προς την κατεύθυνση της ποιητικής δημιουργίας. Εκεί που δεν έχει μονάχα ανάσες και συμμετρίες, αλλά στίχους και ένα κουβάρι αστέρια που θα ξεδιαλύνει η καρδιά. Σαν εκείνους που αρθρώνουν την φωνή αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής όταν σαν πεταλούδα γεννιέται η άλλη όψη του κόσμου. Μες στο υλικό που διαμορφώνει την συλλογή της Άννας θα βρεις το μυστικό μετάλλευμα που υψώνει σε απόθεμα ποιητικό κάθε ήθος του καιρού μας. Τον φωτισμό που αναδεικνύει την εικόνα της εποχής μας θα βρεις και τον ποιητή που κλείνει εντός του τον κόσμο.</p>
<p>Στίχοι για να αντέχουν μες στα χέρια μας οι Κυριακές, όταν οι ερωμένες ξεβολεύονται και χολιάζουν τραγικές. Στίχοι σύννεφα που σε παίρνουν μακριά σε μια λαθραία απόδραση. Σκιές και χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις, χίλιες υπενθυμίσεις για το ανθρώπινο χρέος σε τούτη εδώ την πραγματικότητα. Τίτλοι και ποιήματα γεμάτα από τις ουλές και τα σημάδια μας, στίχοι που στα χέρια της Άννας ενσαρκώνουν το άθροισμα συσσωρευμένων γενικεύσεων που ιχνογραφούν τούτο τον αβέβαιο, τον πλανημένο καιρό. Ζωγραφιές σαν μοναξιές, τύψεις και ενοχές για εκείνα που έπραξες και για τα άλλα τα συμφραζόμενα που ακολουθούν τις πρόζες των Λόγων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Periou.gr 03/06/2023</p>
<p>Οι Λόγοι της Ξανθοπούλου συνιστούν έναν ισχυρό αντίλογο σε μια εποχή που βιώνεται από το ποιητικό υποκείμενο ως σκιά του εαυτού, ως βίωμα της μη αυθεντικής ζωής, ως ψευδαίσθηση ύπαρξης. Η ποιήτρια αναμοχλεύει τα καρυωτακικά περιγράμματα και τις απώτερες καταβολές της μπωντλαιρικής γαλλικής ποίησης για να ανασυστήσει εκδοχές της τραγικότητας στην καθημερινότητα της εποχής μας. Η πλήξη και η έλλειψη προοπτικής ταλανίζουν κάθε άτομο ναρκοθετημένο σε ένα ασφυκτικό και τελματώδες παρόν.</p>
<p>Προτέρημά της είναι ο ζωτικός εικονοπλαστικός λόγος της που συνθέτει μια ιδιότυπη αφηγηματική ροή, έναν ολιστικό ποιητικό λόγο, δίχως θρυμματισμούς ή θεματικές ασυνέχειες. Το δίπολο παρουσία-απουσία ενυπάρχει στη συλλογή ως συνεκτικός αρμός που συσπειρώνει σε μια ιδιότυπη συνύπαρξη όλες τις αντιθέσεις των καιρών. Η έννοια της φωτογραφίας στην ποίησή της σηματοδοτεί την ανάγκη αναμόχλευσης όλων των παρελθουσών στιγμών, ενώ από την άλλη υπαινίσσεται την νέκρωση της όποιας αντίδρασης σε μια παραλυτική διαδικασία που καθιστά τη ζωή άνευρη, τα συναισθήματα αναιμικά, τις σχέσεις αποπροσωποποιημένες.</p>
<p>Η ποιήτρια ακροβατεί μεταξύ συνειδητοποίησης και πλάνης, συναισθηματικής απεμπλοκής από όσα τής προκαλούν πόνο και βούλιαγμα στη αυτοανάλυση. Η ενδοσκόπηση καθίσταται μια οδυνηρή διαδικασία που καθηλώνει το παρόν σταθερά στο χτες, ενώ παράλληλα δεν αφήνει περιθώρια για το αύριο. Στους στίχους της καταγγέλλει τις επιφάσεις πολιτισμού που ανακλώνται στις σύγχρονες υποκριτικές αστικές συμβάσεις. Η εκάστοτε κοινωνική συμπεριφορά αποτιμάται αρνητικά στη βάση αλλοτρίωσης που ταλανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η δραματική υφή τους συνίσταται στην έλλειψη αυθεντικότητας, στην τυποποίηση κάθε πτυχής της ζωής σε επικοινωνίες άνευ ουσίας. Η έντονη απογοήτευση και πικρία της αποτυπώνουν την ασθμαίνουσα αγωνία της για ένα αρτιότερο μέλλον που να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων, αποτρέποντας κάθε εκδοχή πρόκλησης ψυχικού αδιεξόδου.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΕΥΛΑΛΙΑ ΠΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Bookpress.gr 23/07/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>«Οι λέξεις είναι εργαλείο και γιατρειά»</strong></p>
<p><strong>Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας;</strong></p>
<p>Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να βρει κάποια από τα πράγματα που σκέφτηκε, που δεν τα σκέφτηκε έτσι, που έζησε παρόμοια, που θα μπορούσε μέσα του να δει τον εαυτό του, καθώς και τη σχέση του με τους άλλους. Ένα βιβλίο που δεν ωραιοποιεί ή δεν αποφεύγει την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα την παρατηρεί, την εξετάζει, την κρίνει σκληρά ίσως, αλλά πάντα με έναν σκοπό: να την κάνει καλύτερη.</p>
<p><strong>Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;</strong></p>
<p>Όλοι φέρνουν κάτι, είτε γράφουν, είτε μιλούν, αν όχι καινούργιο, τότε δικό τους. Αν κάποιος είναι τόσο «κλειστός» σε κάτι που μόλις εμφανίζεται, τότε σημαίνει ότι αποκλείει οτιδήποτε δεν ξέρει ήδη, άρα απορρίπτει τις πιθανότητες έκπληξης και εξέλιξης…</p>
<p><strong>Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».</strong></p>
<p>Επειδή το γράψιμο δεν είναι «εργασία» για την οποία υπάρχει μεθοδολογία, ο αυτοσχεδιασμός είναι αναπόφευκτος. Οι λέξεις δεν είναι ένα άγνωστο εχθρικό περιβάλλον για να χαθείς, οι λέξεις είναι το εργαλείο και η γιατρειά σου.</p>
<p><strong>Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες ­–κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.– τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;</strong></p>
<p>Όλες οι μορφές τέχνης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ο κινηματογράφος, τα εικαστικά και τα κόμικς βοηθούν να εικονοποιηθεί η ιδέα ή η αίσθηση και η μουσική δίνει έμπνευση και ώθηση στο συναίσθημα. Είμαι ένας άνθρωπος που τα αγαπά όλα, άρα έχω αναφορές σε αυτά.</p>
<p><strong>Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;</strong></p>
<p>Νομίζω ότι στην περίπτωσή μου δεν ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα. Τα γραπτά μου βρήκαν αποδοχή γρήγορα και η συνεργασία μου με τον εκδοτικό οίκο που τους έδωσε την ευκαιρία να βγουν σε βιβλίο, ήταν εξαιρετική. Με θεωρώ τυχερή ως τώρα και ελπίζω να συνεχίσω να είμαι, τόσο εγώ όσο και όλες/οι όσοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Jan 2026 23:00:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22726</guid>

					<description><![CDATA[Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια ,δημοσιεύοντας κατά καιρούς έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις ΚΥΜΑ με τον τίτλο &#8221;ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22727"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22727" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/ΦΙΛΑΡΕΤΗ-210x300.jpg" alt="" width="301" height="431"></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΦΑΓΙΟΥΜ</strong></h5>
<p>Κι εγώ που κουβαλώ<br>Αιώνες ανήμπορους<br>Σε κάθε πόρο ανέγγιχτο<br>Από τον καύσο της ανάσας σου</p>
<p>Που κουβαλώ τόσα ερέβη<br>και στάχτες άλλες τόσες<br>από τη λάβα σου<br>που Πομπηία με βάφτισε<br>Πώς θέλεις να ξεχάσω?<br>Η μνήμη σου<br>Το τώρα<br>Το ύστερα<br>Το πάντα<br>Αναίσχυντα<br>Με έχει διαπομπεύσει&#8230;</p>
<p>Μα εγώ εκεί<br>Φαγιούμ σιωπηλό<br>Στον τοίχο της ζωής σου<br>Να μαρτυρώ ανελέητα<br>Έναν πυρίμαχο έρωτα</p>
<h5><strong>ΛΥΓΜΟΣ</strong></h5>
<p>Μου άρεσε κάθε βράδυ<br>να σου διαβάζω Λίγους στίχους<br>Μετά αγρίευαν τα μέσα μου<br>και ζητούσαν φωτιές<br>Εσύ έσπερνες στο μυαλό μου μικρούς θανάτους<br>και μάζευες κόλλυβα<br>Ένιωθες τα πλοκάμια μου<br>γύρω από το σκοτάδι σου<br>Δεν μιλούσες<br>Ξεχνούσες το μεγάλο μου όνομα<br>Με φώναζες Λυγμό<br>Κι εγώ έκλαιγα<br>γιατί χαμένοι πήγαιναν όλοι οι στίχοι μου<br>Τους έκαιγε ολοζώντανος ο Λυγμός<br>Κι εσύ αναπαυόσουν με απελπισιά<br>πάνω στα αποκαΐδια<br>Μα και κείνη η δήθεν αγάπη σου<br>πνιγόταν εξήντα οργιές βαθιά<br>στο μέλλον των ματιών μου<br>Κάθε βράδυ<br>πάντα την ίδια ώρα<br>στον αστερισμό της Απόγνωσης<br>πεθαίναμε μαζί<br>τυλιγμένοι στους καμένους στίχους μας<br>οικειοθελώς και αναπότρεπτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ</strong></h5>
<p>Φιλιά μου πετροκέρασα<br>αιμάσσοντα , φθονερά<br>Έτσι καθώς φυτρώνετε<br>στις παρυφές του πόθου<br>αφήστε με να οσμισθώ<br>την άχραντη ευωδιά σας</p>
<p>Είναι σκληρό να μη μπορώ<br>τουλάχιστον να σας ψαύσω<br>Ούτως ή άλλως η γλώσσα σας<br>με γραμμική ομοιάζει<br>Κι εγώ αγράμματος εραστής<br>πώς να σας ερμηνεύσω;</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ</strong></h5>
<p>Η νύχτα απλώνει ανασφάλειες<br>το καλοκαίρι δηλώνει αθώο<br>-κι ας μην είναι-<br>τα χιλιόμετρα ορίζουν τη λέξη δυστυχία</p>
<p>Αν ο ουρανός συνεχίσει να με κοροϊδεύει<br>θα τον ανατινάξω σύγκορμο<br>Κι ας γίνω η παράπλευρη απώλεια</p>
<p>Θα ανοίξω ένα πηγάδι<br>θα κατεβώ στην υγρή κοιλιά του<br>Το θάνατο θέλω να μυρίσω<br>πρώτη εγώ</p>
<p>Απόψε συμμάχησα με όλα τα νυχτολούλουδα<br>Θα κρυφτώ στη στάχτη της γύρης τους<br>μέχρι να σ&#8217; αντικρίσω να σκύβεις<br>να δεις αν μυρίζουν</p>
<p>Απίστευτο τί τεχνάζεται ο έρωτας<br>για να υποκλέψει ένα δήθεν άγγιγμα<br>ένα μάλλον φιλί</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ I</strong></h5>
<p>Είπα<br>θ&#8217; αφήσω το αποτύπωμά μου εκεί<br>εκεί στο μισάνοιχτο στρείδι<br>των χειλιών σου<br>άσπιλο μαργαριτάρι<br>να μαρμαρώνει τη μνήμη<br>αιώνια</p>
<h5><strong>ΣΙΣΥΦΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Βρεγμένοι δρόμοι<br>μιας κοιμώμενης πόλης<br>Οι λακκούβες προσχηματικές<br>Οι λογισμοί πριόνια<br>Οι πιτσιλιές της νύχτας<br>στο μεσοφόρι μου<br>Ο πόθος κατακερματισμένος<br>Η ομπρέλα υγρός λυγμός<br>Η καρδιά θρυμματισμένη</p>
<p>Ω. ! ασίγαστες σιωπές<br>και συ, ψυχή μου<br>των κεραυνών<br>και των Βεζούβιων<br>πώς αντέχεις να επωάζεις<br>έναν σισύφειο έρωτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛI ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Μασημένο αγριοτριαντάφυλλο<br>το φιλί μου<br>Οι λεπτομέρειες του πάθους<br>ασήμαντες<br>Τα πεφταστέρια άχρηστα<br>Τα ρίγη ατρικύμιστα<br>Τα μονοσύλλαβα άφωνα</p>
<p>Η ουρά του ήλιου στο φευγιό του<br>μαστίγιο για την αυταπάτη μας<br>Κουρτίνες που θροούν<br>ψελλίζοντας τα αμολόγητα<br>Και τέλος το κατακάθι του έρωτα<br>πικρό<br>σαν της αψιθιάς τη φλόγα</p>
<p>Δεν έχουν λυτρωμό<br>οι ένοχες αγάπες</p>
<h5><strong>ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών<br>Τα έλατα μαχαίρια<br>που δεν καρφώνονται ποτέ<br>στο στήθος του ουρανού<br>Τα χέρια μου φορούν ακόμη<br>τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων<br>Έχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη<br>αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω</p>
<p>Η φωνή του κοτσυφιού<br>Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου<br>κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο<br>ορίζουν τα βήματά μου</p>
<p>Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου<br>Πάντα αδηφάγο την ήξερα<br>κι όμως της τα έδωσα<br>Ίσως βγάλω φτερά<br>αν τελικά τα χάσω</p>
<p>Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν<br>δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες<br>που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος<br>θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ</strong></h5>
<p>Η νύχτα περπατάει σκεφτική<br>Στήνω παγίδες στον έρωτα<br>Στήνω αντίσκηνο στον πόνο μου<br>Χρόνια τον κατοικώ<br>σαν τη μοναξιά μου<br>Νομάς των προαστίων της καρδιάς<br>αόρατη ακόμη και για σένα</p>
<p>«Γιατί δε μου μιλάς;»</p>
<p>Σβήνω τα χνάρια του φεγγαριού πάνω σου<br>Ελευθερώνω τα πουλιά που έχω κρυμμένα στον κόρφο μου<br>Να σε φτάσουν θέλω<br>να σου τραγουδήσουν τα ανείπωτα</p>
<p>Κρατάς το μαχαίρι<br>κοιτάς την πληγή μου<br>Δεν με πονάς<br>Είσαι πιο μόνος από τη σιωπή<br>Γονατίζω μπροστά σου<br>Φιλώ τη θλίψη σου<br>Μη με φοβάσαι<br>Είμαι μέλι</p>
<p>Χαράζω με τα νύχια μου την κόκκινη γραμμή<br>ανάμεσά μας<br>Εσύ στο όνειρο<br>Εγώ στο σκοτάδι<br>Η αγάπη σε αναζήτηση των διακριτικών του πάθους</p>
<p>Έλα να κοιμηθούμε στο άσπρο της νύχτας<br>Δεν είναι πάντα μαύρο το χρώμα της απόγνωσης</p>
<h5><strong>ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΠΥΡ</strong></h5>
<p>Έσω καθίζηση<br>Χαμηλά έστρωσα να αναπαύσω την ψυχή μου<br>Δυο μάτια αναζήτησα<br>Φως ιλαρόν αγίας μνήμης<br>μεσ&#8217; τα σκοτάδια μου<br>Σκόνταψα στο σκαμνί σου συναξάρι μου<br>Ξεστράτισε από τις νότες η ψαλμωδία των καημών<br>στο κενοτάφιο της ζωής μου</p>
<p>Έσω εξιλέωση<br>των τραυμάτων<br>των παθών και των λαθών<br>των θανάτων και των αναστάσεων<br>των τίποτε και των ολότελα<br>Αγκομαχά η θύμηση<br>Στο σταυροδρόμι καταρρέει<br>Μαζί της κι εγώ</p>
<p>Έσω κατάνυξη<br>Φοράει το πνεύμα μου τα φλουριά<br>της Κομνηνής<br>Χύνεται στα χέρια μου το μελάνι της ιστορίας<br>Διαλέγω τις ψηφίδες μιας επανάστασης<br>Σφυροκοπά στα μηνίγγια μου η άλωση<br>του Εγώ<br>Κανείς προδότης<br>καμιά ιεροσυλία<br>Όλες οι κερκόπορτες δικές μου</p>
<p>Στο αρχαίο στασίδι ολόσωμη στέκεται η Μοίρα μου<br>Με υψωμένα τα χέρια δέεται<br>να αντέξει η πήλινη φτιαξιά μου το εσώτερον πυρ<br>της αναγέννησης<br>Πόσο χαίρομαι που γεννήθηκα πυράντοχη!</p>
<p>(Μετέωρα&#8230; αγναντεύοντας τους πύρινους βράχους της ζωής<br>μου&#8230;)</p>
<h5><strong>ΝΑ ΓΙΑΤΊ&#8230;</strong></h5>
<p>Να γιατί κάθε νύχτα<br>αλυσοδένω τα ρήματα<br>Να γιατί κάθε νύχτα<br>εχθρεύομαι τις παραλήγουσες<br>Γιατί π αιωνιότητα<br>τριγυρνάει αδέσποτη<br>κι αν πέσω πάνω της<br>χωρίς αντισώματα πια<br>θα μείνω αθάνατα<br>απελπισμένη</p>
<h5><strong>ΥΠΕΡΤΑΧΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξιδεύω τη ζωή μου<br>με υπερταχεία<br>ανηλεούς κατεύθυνσης<br>Στο τελευταίο βαγόνι<br>υπνώττουν οι επιβαίνουσες<br>προσδοκίες<br>Τσάι καυτό πάνω σε ράγες<br>εαρινής ομολογίας<br>ήττας<br>Δυο περιστέρια αυτόχειρες<br>σε μετωπική ιδεολογιών<br>Ο ινδός απέναντι μου<br>βυθισμένος<br>σε ένα οξειδωμένο ροκ<br>Πόση ζωή ξυπόλητη<br>αντέχει<br>να κουβαλάει απόψε<br>ο συρμός<br>των 12 παρά πέντε<br>γκρεμούς ;</p>
<h5><strong>ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ&#8230;</strong></h5>
<p>Η μαύρη γραμμή στον ορίζοντα<br>Η βουή των θνητών<br>που ανέμελα<br>τσαλαβουτούν στη λάσπη<br>Ο κεραυνός που γίνεται κάρβουνο<br>Η οσμή του ηφαιστείου<br>που θολώνει<br>την μέσα μου Πομπηία<br>Κι ο Σταυρός του Νότου<br>να δείχνει αμετάκλητα<br>το Πάθος<br>Πώς να περάσουν οι νύχτες<br>δίχως το φως σου;</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></h5>
<p>Οι Λέξεις<br>Οι στίχοι<br>Οι έρωτες<br>Οι ημίθεοι θνητοί<br>Οι απαγχονισμένοι χρησμοί<br>Όλα τελείωσαν<br>Εσύ έμεινες χωρίς μάσκα<br>Εγώ χωρίς χιτώνα<br>και η ιστορία μας χωρίς κοθόρνους<br>μίζερη , ασήμαντη, μικρή</p>
<p>Μείναμε τελικά<br>με ένα μήλο μισοφαγωμένο στα δόντια<br>και την ουλή από τη μαχαιριά του θανάτου να δείχνει<br>πόσο ερωτευμένοι υπήρξαμε με την αθανασία μας<br>κάποτε !</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ 2022-2024</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΑΛΩΘΗΚΑΜΕ ΜΑΤΑΙΩΣ</strong></h5>
<p>Και αναλωθήκαμε σε λόγια πολλά, φτηνά και χιλιοειπωμένα<br>Η γλώσσα μας από το ψέμα έχει μουδιάσει<br>Τα μάτια μας αδάκρυτα και στείρα πια<br>Και μεις ανέμελοι μέσα στην τόση αναίδειά μας<br>μέσ&#8217; στη χλιδή της ανείπωτης πενίας μας<br>σκονισμένοι στους χωματόδρομους της περηφάνειας μας<br>φυλακισμένοι στα διαβρωμένα δωμάτια<br>της άμοιρης αλαζονείας μας<br>Κι η έρμη ποίηση<br>ακόμη αντέχει<br>να μας ανέχεται<br>έτσι μικρούς και λίγους<br>ασκόπως να την περιφέρουμε<br>σε μάταιων συνάξεων ποικίλες οχλαγωγίες<br>Έρχονται όμως νύχτες εκδικητικές<br>στης ύπαρξής μας<br>το σκοτεινό παραγώνι<br>Ας ανάψουμε ένα κεράκι ελεήμον και συγχωρητικό<br>της τόσης αμετροέπειάς μας&#8230;</p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΑΙΕ ΜΟΥ ΙΟΥΛΙΕ ;</strong></h5>
<p>Πού πάει καλπάζοντας πάνω στα κύματα τούτος ο Ιούλιος;<br>Πού φεύγει με τόση βιάση η ποίησή του η αλμυρή;<br>Θα αναρωτιούνται σε λίγο οι γλάροι και τα μελτέμια που σέρνουν στα φτερά τους<br>πού είναι ο κύρης τους<br>Κι άλλη απάντηση δεν θα χουν από τη μυρουδιά των αχινών<br>τα θαλασσοφαγωμένα σανδάλια των Αγίων του Αιγαίου<br>και τα σπαρταρίζοντα στήθη της γοργόνας της Αντίπαρου<br>Πού κοιμάται πνιγηρό καταμεσήμερο<br>μέσ&#8217; τον ασβέστη του Ήλιου<br>ο χλωμός αστερίας της Αμμουλιανής;<br>Πού κλαίει<br>από σπασμένο σε χίλια θρύψαλλα έρωτα<br>ο βουτηχτής έφηβος των Αντικυθήρων;<br>Και πάλι<br>πού ξαποσταίνει μέσα στη λάβα της νιότης του<br>ο Κούρος της αρχαίας μου πατρίδας;<br>Ω! Μεσημέρι του Ιούλη μου<br>λιωμένο στο μέγα καύμα της ψυχής σου<br>αλυσοδεμένο στους θανατερούς τροχούς<br>του άμυαλου Φαέθωνα<br>ιδρωμένο και λιγόθυμο<br>πάνω στις καυτές πέτρες<br>της Κιμώλου!<br>Ω! Μεσημέρι του αδυσώπητου Ιούλη μου<br>Λιώσε με κι ανάστησέ με<br>μέσ&#8217; την ωραία κολυμβήθρα<br>της τέλειας ομορφιάς σου&#8230;</p>
<h5><strong>ΝΙΟΒΗ , ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΛΑΙΣ</strong></h5>
<p>Μέρες θέρους<br>ανυποψίαστα θλιβερές<br>Με ένα δρεπάνι αμφίστομο<br>να τεμαχίζει τον ήλιο σε δηλητηριώδεις μπουκιές<br>Με ένα καύμα να ρέει στις φλέβες του φεγγαριού<br>πού συνήθισε πια τις ιαχές του πολέμου<br>και τις εκατόμβες των δακρύων<br>Κάλυψε τα μάτια σου, Νιόβη<br>Καλύτερα βγάλτα<br>μικρότερος ο πόνος θα&#8217;ναι<br>πίστεψέ με<br>Τίναξε απ&#8217;τα ρούχα σου την άμμο της ερήμου<br>τυλίξου στο μαύρο ράσο<br>του πένθους των ανθρώπων<br>και μην ξεστομίσεις ούτε μια κατάρα<br>Δεν ωφελεί<br>πίστεψέ με<br>Λαμπαδιάζει απόψε ο ουρανός στην Ταμπρίζ<br>Ματώνουν τα κοχύλια στη θάλασσα της Άκρα<br>Δεν έχω ανάσα<br>Δεν έχω φωνή<br>Κι οι προσευχές μου όλες συντρίφτηκαν στη νεκρά ζωή των λόφων της Παλαιστίνης<br>Ο Αρχάγγελος της Αποκάλυψης βάζει δακρυσμένος στο θηκάρι το σπαθί του<br>Κουράστηκα, ψιθυρίζει<br>Πέθανα,κι ας είμαι αθάνατος<br>Σκύβω<br>τη δίψα της ψυχής να ανακουφίσω<br>Νερό πουθενά<br>Μόνον άμμος<br>και αίμα<br>Κουράστηκα, μονολογώ<br>Πεθαίνω κάθε μέρα<br>Όχι γιατί είμαι θνητή<br>αλλά γιατί δεν με αφήνουν<br>να είμαι άνθρωπος<br>αυτοί που θεοί αποφάσισαν πως είναι&#8230;</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ</strong></h5>
<p>Τούτος ο τόπος είν&#8217; θεός<br>Τον ορίζουν οι παπαρούνες της Ανάστασης<br>και τα μνήματα όσων πολύ αγαπήσαμε<br>Κάθε Σάββατο σαν το σημερινό<br>οι ψυχές σεργιανάνε μέσα σε εκκλησιές ευωδιαστές<br>και κήπους με υάκινθους και γιούλια<br>Εμείς<br>τις κρατάμε απ&#8217;το χέρι<br>και βάζουμε στις τσέπες τους<br>σπόρια σιτάρι και ρόδια κατακόκκινα<br>Στα χείλη τους στάζουμε λάδι καθάριο και μαυροδάφνη μέλι<br>Και σαν το σήμαντρο σημάνει εσπερινό<br>τους κατευοδώνουμε στην αντίπερα όχθη<br>με μιαν υπόσχεση<br>Να αξιωθούμε την άφατη<br>χάρη και χαρά<br>όλοι μαζί<br>να ανταμώσουμε σε μιας Αγάπης ανέσπερης το φως<br>που δε γνωρίζει τι πάει να πει<br>ο φόβος του θανάτου&#8230;</p>
<h5><strong>ΕΡΗΜΗΝ</strong></h5>
<p>Σπασμός<br>Ένα αιφνίδιο κρακ<br>Τρία μπάι πας σε ώρα αιχμής<br>Ακριβώς στη στροφή Κινστέρνας και Μακεδονομάχων<br>πέφτει το βλέμμα μου πάνω σου<br>Ξανά ο σπασμός<br>Κάτι μεταξύ Αλεξάνδρειας που με αποχαιρετά και έρωτα που ξεψυχά<br>αδιάκοπα<br>χρόνια τώρα<br>Στο πρώτο περίπτερο της παραλιακής αγοράζεις<br>σταυρόλεξο και Καρέλια<br>Σ&#8217; ακολουθώ σαν τη σκιά σου<br>Πιτσιρικάς περνάει με ηλεκτρικό πατίνι δίπλα μου<br>σχεδόν θανάσιμα<br>Η ταχύτητα δεν είναι πια το δυνατό μου σημείο<br>Μαζεύονται σύννεφα στον ορίζοντα<br>κι εσύ μαζεύεις τα μανίκια σου<br>Πρώιμος καύσωνας<br>ή<br>δυσβάστακτες σκέψεις;<br>Παραγγέλνεις καφέ<br>Κάνω το ίδιο<br>Δεν ξέρεις τί ώρα είναι<br>Αλλιώς<br>γιατί αναζητάς απάντηση σε ερώτηση που αιωρείται μέσα σου<br>εν αμφιβόλω;<br>Πέντε παρά είκοσι , απαντώ<br>κάνοντας πως μιλώ στο τηλέφωνο<br>Ξεχνώ πως είναι θαμμένο στην τσάντα μου<br>κάτω από τα γραπτά της Ιστορίας<br>Ο Δαρείος μάλλον με κοροϊδεύει<br>αλλά ποιος δίνει σημασία σε έναν βάρβαρο<br>Ο καφές δεν πίνεται<br>Η βροχή δεν έρχεται<br>Οι ποδηλάτες δεν μας κοιτάζουν<br>Το σταυρόλεξο δεν άνοιξε ποτέ<br>Η ώρα δεν αυτοκτόνησε όπως το είχα σχεδιάσει<br>Κι εσύ δεν γύρισες ποτέ να δεις<br>ποιος κάθησε πίσω σου<br>Πια κατάλαβα<br>Τις λύσεις τις ήξερες από παιδί<br>Το ρολόι ήταν σφιχτοδεμένο πάντα στο χέρι σου<br>Ο καφές σου ήταν πρόσχημα παραπλάνησης<br>Και ο έρωτας παρίστανε τον νεκρό<br>-προμελετημένο έγκλημα<br>παλαιόθεν &#8211;<br>Μόνον που εγώ έμεινα κολλημένη<br>σε κείνον τον σπασμό<br>που συνέτριψε όλη την ύπαρξή μου<br>και μάλιστα ερήμην μου&#8230;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ 2021-2022</strong></h5>
<h5><strong>ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ &#8230;!</strong></h5>
<p>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>Εφορμάς με όλες σου τις λόγχες σήμερα<br>και με σφάζεις<br>και ντύνεσαι στα μαύρα<br>και ολοφύρεσαι<br>και κάθε που ανοίγω τα παράθυρα<br>να μην πνιγώ<br>απ&#8217; τους καπνούς σου<br>Εσύ , μου δείχνεις<br>και μου δείχνεις<br>κι όλο κλαίς<br>και χτυπιέσαι<br>και θρηνείς<br>και φλόγες ξερνάς<br>και τα σωθικά μου ξεσκίζεις<br>Μνήμη μου<br>τέτοια μέρα<br>με έναν ήλιο<br>να μαστιγώνει ανελέητα<br>όπως τότε<br>τα βουνά του Πόντου<br>να λιώνει αίμα πηχτό<br>στη Μαύρη θάλασσα<br>των αλύτρωτων καημών μας<br>και των αδικαίωτων λυγμών μας<br>να γκρεμίζεται στον Άδη<br>μαζί με τις χιλιάδες αθώες ψυχές<br>Μνήμη μου<br>πάλι και ξανά<br>σήμερα<br>με θανατώνεις<br>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>δεν σταματάει ο πόνος<br>χρόνια τώρα<br>Τα δόντια του μένουν εκεί καρφωμένα<br>στα ογδονταοχτώ καμένα χωριά<br>της Κερασούντας<br>στα εβδομήντα χιλιάδες κουφάρια<br>της Αμάσειας<br>στα λεηλατημένα σώματα<br>και τα βεβηλωμένα κορμιά<br>της Σαμψούντας<br>Μνήμη μου<br>κλείσε τα αυτιά μου<br>Δεν αντέχω τις κραυγές<br>κλείσε τα μάτια μου<br>Δεν αντέχω τόση φρίκη<br>δεν αντέχω τόσο αίμα<br>να κατρακυλάει<br>στο στήθος της Ιστορίας<br>Δεν αντέχω να λέγομαι<br>Άνθρωπος<br>όσο εσύ μένεις πικρή και αδικαίωτη<br>μελανή και απορφανισμένη γλείφοντας<br>τις χαίνουσες πληγές σου<br>Μνήμη του Πόντου<br>του Γένους μου του καθημαγμένου<br>Αγία και αδούλωτη Μνήμη<br>Μη με προδώσεις &#8230;!</p>
<h5><strong>ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ</strong></h5>
<p>Μικρός θάνατος η κάθε σκέψη σου<br>Πατήματα χωρίς χνάρια<br>τα λόγια σου<br>Δεν αντέχεται τόση απουσία<br>Είναι εκκωφαντικός ο τρόπος που σπάζεις μέσα μου<br>από ανάσα σε ανάσα<br>κι από βλέμμα σε άλλο ένα πεθαμένο βλέμμα σου<br>Έπαψα προ πολλού να υπάρχω<br>στην καύτρα του τσιγάρου και στα τραγούδια της κάθε νύχτας σου<br>Αιωρούμαι άσκοπα στο χθες που σταυρώνει το τώρα<br>Δεν ξέρω γιατί πονάει τόσο πολύ ακόμη το χαμόγελό σου<br>Ούτε γιατί οι θεοί σε κρατάνε στα αζήτητα<br>Ίσως μια Νέμεση χρεώνει πολλά για μια τέτοια προδοσία κι εσύ ελπίζεις να γλιτώσεις φτηνά<br>το ικρίωμα<br>Ξηλώνω το δυσβάσταχτο<br>γιατί<br>πριν ανατείλει η καινούργια μέρα<br>Δεν πρέπει να με βρει ντυμένη κατάσαρκα<br>την απελπισία της αποτυχίας<br>να αγαπήσω τον πόνο μου<br>Αλλά και χωρίς αυτόν<br>απίστευτα δύσβατοι όλοι της ευτυχίας οι δρόμοι&#8230;</p>
<h5><strong>Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Κρίμα<br>Η νύχτα φοράει κόκκινες παντόφλες<br>και μαύρο πουκάμισο<br>Δεν την ήθελα<br>τόσο ανθρώπινη<br>τόσο συνηθισμένη<br>Ήλπιζα σε μια μαγεία<br>κάτι να σαλεύει περίεργα μέσα της<br>να τη βλέπω να μυρώνει<br>το ακατάληπτο<br>και το δεδομένο<br>και να τα κάνει θεϊκά<br>Ξέρεις<br>από καιρό ήθελα να σου μιλήσω<br>για το χώμα<br>για τα νερά<br>για τις πέτρες<br>και για κείνο το απ&#8217; όλα πιο σκληρό<br>τον έρωτα<br>Αλλά δίσταζα<br>μήπως και εξαιτίας μου<br>πιστέψεις<br>στον κλώνο της αμυγδαλιάς<br>και στο ξερό χορτάρι<br>Κι αν έτσι γίνει<br>τότε , αλίμονο,<br>δεν θα έχει πια η ποίηση<br>κανένα δικαίωμα<br>μήτε στο κορμί<br>μήτε και στην ψυχή σου<br>Ακριβώς όπως και η νύχτα σου<br>είτε φοράει μαύρο πουκάμισο<br>είτε φοράει απελπισμένο φως&#8230;</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΛΟΦΟ ΠΟΥ ΕΣΠΑΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Σαν ρημαγμένη από καιρό πολύ<br>σαν παραλοϊσμένη από τα τόσα βάσανα<br>κατέβαινε τον λόφο του Τεπέ<br>ψηλόκορμη και περήφανα ανθισμένη<br>ακόμη και τώρα<br>στα ογδόντα τόσα χρόνια<br>που κρεμόντουσαν σαν γιορντάνια<br>στο λαιμό της<br>Τι την προσπέρασε<br>Τι της έσβησε όλα τα χρώματα<br>Τι την αγρίεψε<br>μα και τι πολύ τηνε φοβήθηκε<br>δεν το&#8217;χε καταλάβει<br>Αυτή βαστούσε σφιχτά πάνω στην καρδιά της<br>τα σαλκίμια τα ευωδιαστά<br>και λίγους υάκινθους<br>να τα μοιράσει πάνω στα μνήματα<br>αυτών ,που είχαν για πάντα , φύγει<br>Το κορμί της βαρύ<br>Η σκέψη πεταλούδα<br>Το στόμα δροσερό<br>Τα βήματα αργά<br>Έσμιξε το βλέμμα της με μια μικρή χελώνα<br>Σα να της χαμογελούσε μέσα εκεί<br>στα βάτα και τις παπαρούνες<br>Της έμοιαζε πολύ<br>Σήμαντρο ακούστηκε εσπερινού<br>Άργησε<br>και θα την περίμενε σκυφτός και σιωπηλός<br>ο παπα Ανέστης<br>να διαβάσει το τρισάγιο το αναστάσιμο<br>για τους αγαπημένους της ψυχής της<br>Αυτή την ξέχασε ο Θεός εδώ κάτω<br>και του το χτυπούσε ετούτο το μικρό παράπονο<br>σε κάθε προσευχή της<br>Μα πώς να κάμψει τη βούληση<br>του Μεγαλοδύναμου<br>αφού &#8221;Αυτός μονάχα ξέρει&#8221;<br>Η μνήμη της χτισμένη κάθετα<br>ολόρθη σαν το κάστρο που γνέφει όλο τον κάμπο<br>απ την κορφή του λόφου<br>Όλα τα θυμόταν<br>λόγια, χάδια, αγάπες , και τις φαρμακερές σκλήθρες<br>του πόνου<br>Όλα<br>Και την πελεκούσανε αθόρυβα<br>βαθιά μέσα της<br>Μέχρι που πια δεν αισθανόταν τίποτε<br>Τίποτε<br>Μοναχά το δρεπάνι στοχαζόταν<br>που τη ζωή της θέρισε<br>προτού αυτή χρυσίσει από καρπό<br>Στο τελευταίο φιλί του ήλιου<br>έφτασε<br>Έσκυψε σαν ερωδιός μονάζων στις ερημιές<br>προσκύνησε το τελευταίο φως<br>το στερνό &#8221;εκέκραξα προς Σε&#8230;&#8221;<br>την πρώτη ανάσα της νύχτας<br>το πληγωμένο φτερό του Αρχάγγελου<br>στην πόρτα της εκκλησιάς<br>Κι έπειτα<br>σηκώθηκε με μια χαρά καρφωμένη κατάστηθα<br>στα μαύρα της ρούχα<br>με μιαν ελπίδα πανηγυρίζουσα<br>στα πονεμένα της μάτια<br>Ο ουρανός έγειρε ολάκερος πάνω της<br>Κρακ &#8230; έσπασε μύρια κομμάτια<br>Τα έτριψε σαν τη ρίγανη<br>μέσα στα δάχτυλά της<br>Και μοσχοβόλησε η πλάση<br>αγιοσύνη &#8230;!</p>
<h5><strong>ΠΩΣ ΝΑ ΓΛΥΚΑΘΕΙΣ&#8230;</strong></h5>
<p>Στην ερημιά του κόσμου<br>αναζητώ ένα πρόσωπο<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγονται οι ανάσες μου<br>Ο βασιλικός μαραζώνει<br>από κρυφό καημό<br>και ίσως έρωτα<br>Ανακινώ μηχανικά την αμφιθυμία μου<br>Πίκρα στα χείλη<br>Κατακάθισε μάλλον η ζάχαρη<br>Πώς να γλυκαθείς αόρατη ζωή μου<br>Οι άνθρωποι με προσπερνούν πάντα παγερά αδιάφοροι<br>Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο στίγμα στην προκαθορισμένη πορεία τους<br>Ακίνδυνο<br>Χωρίς καν την απαραίτητη θυμώδη απόχρωση<br>που ίσως κινητοποιούσε<br>το ελάχιστο ενδιαφέρον τους<br>Βυθίζομαι στον βυθό τους<br>Κανείς δεν θα με προσέξει<br>Ωραίος θάνατος<br>και ήσυχος<br>προπαντός<br>Το σήμερά μου σκάλωσε<br>σε μια παμπάλαιη εικόνα<br>του Άγιου Μόδεστου<br>προίκα της προγιαγιάς μου<br>Στηρίζω το βλέμμα μου στα στριφογυριστά κέρατα του αθώου βοδιού<br>που κρύβεται στα φτωχικά του ράσα<br>Ζηλεύω ετούτη την εκκωφαντικά απόλυτη ασφάλεια που νοιώθει<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγομαι από την αποτυχία της αναζήτησής μου<br>Χωρίς ένα πρόσωπο απέναντί σου<br>Πού να στραφείς πολυόμματη και διψασμένη, ψυχή μου&#8230;;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ 2020-2022</strong></h5>
<p><strong>Ο ΜΕΓΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ</strong></p>
<p>Σκυφτός<br>Τα χέρια πάντα σταυρωμένα<br>σαν την σταυρωμένη ζωή του<br>Λόγια λιγοστά<br>Εν ταις οπαίς της γης κρυμμένος<br>Όπως όλοι οι θησαυροί<br>άλλωστε<br>Νοσταλγός η σκέψις του εσύρθη εις την πεφιλημένην νήσον<br>Ενηγκαλίσθη νοερώς την φιλτάτην μορφήν του τάλανος πατρός<br>εθώπευσε τας παρειάς των δύσμοιρων αδελφών του<br>Εδάκρυσε<br>Έσφιγξε πεισμόνως την ευλογημένη του πένα<br>και<br>&#8211; Ω του παραδόξου θαύματος &#8211;<br>άπαντας τους εν σκιά θλίψεως και πτωχείας και πάσης δυστυχίας καθημένους<br>ανέστησεν<br>ομού και τον πολυβασανισμένον εαυτόν<br>Ούτως<br>ως στρουθίον μονάζον εις του κόσμου την ερημίαν<br>ως όνειρον εις το κύμα<br>και ως αστραπή παμφωτίζουσα<br>διέβη από γης εις τα εράσμια ουράνια καταλύματα<br>Ένθα η τρυφερή του καρδία θα αναπαύετο πλέον<br>από πάσαν οδύνην, λύπην και στεναγμόν&#8230;<br>Και ημείς,τέκνα του απορφανισμένα όντες,<br>γόνυ κάμπτομεν ευλαβώς<br>την αγίαν του ευχήν εκζητούντες<br>Και κάθε που θολώνει ο νους μας, αδελφοί<br>κάθε που τον βηματισμόν μας χάνομεν<br>εις αυτόν ας προστρέχωμεν&#8230;.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>Ω! ΝΕΚΡΕ ΓΥΜΝΕ &#8230;!</strong></h5>
<p>Ίσταμαι<br>κάτω από το ξύλο<br>που τόσοι προφήτες παίνεψαν<br>Εγώ , ο σκώληξ που ροκάνισε το σκήπτρο<br>που κάποτε μου χάρισες<br>Το τιποτένιο χορτάρι<br>το αφανισμένο από δυο πέτρες<br>που το αίμα Σου πότισε<br>Εγώ , η ακίδα του εμβαπτισμένου<br>στο όξος και στη χολή όλων των αιώνων<br>καλαμιού ,που Σε δρόσισε<br>Εγώ, το ένα από τα ζάρια<br>που διεκδίκησαν τον άρραφο χιτώνα Σου<br>Το τελευταίο της αστραπής βλεφάρισμα<br>πριν το &#8221;τετέλεσται&#8221;<br>Ίσταμαι<br>κάτω από το χωρίς είδος και κάλλος πρόσωπό Σου<br>Αιμορραγώ<br>από όλες τις αμφιβολίες<br>όλες τις αρνήσεις<br>όλα τα ασήκωτα ερωτηματικά<br>που φόρτωσες στις αδύναμες πλάτες μου<br>Δεν μπορώ να δω του ναού το σκισμένο παραπέτασμα<br>μήτε ν&#8217; ακούσω τη βοή των ανεωγμένων τάφων<br>Δεν μπορώ να αντικρίσω τις λεγεώνες των αγγέλων<br>που τον ιδρώτα Σου σκουπίζουν<br>μήτε του ήλιου το φρικτό σκοτείνιασμα<br>στου αγκαθωτού στεφανιού Σου τη θέα<br>Ίσταμαι<br>μόνη<br>μέσα στην οδυνηρή ερημιά της απιστίας μου<br>και με οδυνώμενα σπλάχνα αγριμιού λαβωμένου<br>κραυγάζω<br>Ὢ νεκρὲ γυμνέ καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε<br>Εσύ μπορείς να με δεις<br>μπορείς να με ακούσεις<br>Έλα , Πληγή μου και Πόνε μου<br>δείξε μου την πόρτα να βγω από τον Άδη<br>Εσύ, που τόσο καλά γνώρισες τα κατατόπια του&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΘΩΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Δεν είναι εύκολο να κόβεις μόνος σου τον ομφάλιο λώρο<br>Και να λες να!<br>Γεννήθηκα!<br>Γιατί το αίμα πάντα θα σε προδίδει<br>ακόμη και ξερό<br>πάνω στα λέπια της ψυχής<br>Και τα ποτάμια που λαχτάρησες να το ξεπλύνουν<br>-πίστεψέ με &#8211;<br>δεν τους αρέσει να γυρίζουν στις πηγές τους<br>Από την άλλη<br>Είναι και κείνη η μήτρα η σκοτεινή που φλεγμαίνει<br>κάθε φορά<br>που βρέφος θέλεις να ξαναμπαίνεις μέσα της<br>Ο πυρετός της<br>που δεν ξεχωρίζει ποιητές και μη<br>που καίει κάθε επέτειο γέννησης<br>και βραχυκυκλώνει κάθε μικρή ηλεκτρική μονάδα παραγωγής αισθημάτων<br>Δεν είναι εύκολο ποτέ<br>να περιμένεις να στεγνώσουν τα λοχεία<br>της ποίησης<br>για να μπορέσεις να βαπτισθείς στο βλέμμα της<br>να ονοματιστείς άνθρωπος εξ αρχής<br>να κάνεις τα καταγώγια του Άδη<br>να κλάψουν από ζήλεια<br>για την θανάτωση της φθοράς<br>Το μόνο εύκολο είναι<br>να παίζεις με τη λέξη<br>αθώα περιστερά<br>χαμογελώντας ουράνια&#8230;</p>
<p></p>
<p>.</p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:20:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22718</guid>

					<description><![CDATA[Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.<br>Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. Ο πατέρας της Κλέωνας Χατζηλαζάρου είχε σπουδάσει νομικά στην Γερμανία και την Αμερική και από το 1891 υπήρξε διερμηνέας στο προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη και από το 1905 συνδιευθυντής τού υποκαταστήματος τής νεοϊδρυθείσας Τράπεζας τής &#8220;Ανατολής&#8221; Ελληνικών συμφερόντων.<br>Υπάρχουν μαρτυρίες για την συμμετοχή του στον Μακεδονικό αγώνα, στον τομέα τού εξοπλισμού των Ελληνικών σωμάτων. Το 1912 με τη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ο βασιλιάς τής Ελλάδος Γεώργιος θα φιλοξενηθεί στο σπίτι τού Χατζηλαζάρου. Υπήρξαν στενές μεταξύ τους και στο Ισόγειο τού μεγάρου των Χατζηλαζάρων θα εκτεθεί η σορός τού Γεωργίου μετά την δολοφονία του στις 18-03-1913. Οι σχέσεις τής οικογένειας με το νέο βασιλιά Κωνσταντίνο υπήρξαν στενές.<br>Τον Απρίλιο τού 1917 λόγω τής πολιτικής κατάστασης διαφεύγει με όλη του την οικογένεια στη Γαλλία και στη συνέχεια στην Ιταλία.<br>Με τη λήξη τού Α&#8217; παγκοσμίου πολέμου το 1918 η οικογένεια θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.<br>Το 1986 η Μάτση Χατζηλαζάρου θα πει: Είμαι τρίγλωσση. Λόγω των μετακινήσεων των γονιών μου, έμαθα πρώτα αγγλικά, μετά Ιταλικά και όταν γύρισα στην Ελλάδα Ελληνικά». Στην πραγματικότητα τετράγλωσση λόγω των Γαλλικών τα οποία μιλούσαν στο σπίτι, κατά τις μεγαλοαστικές συνήθειες.<br>Από το 1931 η οικογένεια κατοικεί στην Αθήνα και με την πάροδο τού χρόνου λόγω και των πολιτικών μεταβολών και ανωμαλιών, έρχεται η οικονομική καταστροφή.<br>Παλαιότεροι Αθηναίοι, θυμούνται τη Μάτση Χατζηλαζάρου, μια λεπτή και ζωηρή Αθηναία, που ξεχώριζε στην κοσμική ζωή τής Αθήνας τη δεκαετία 30-40, όταν ήταν στα είκοσι της χρόνια και να αναφέρεται στις κοσμικές στήλες.<br>Παντρεύτηκε, πιο σωστά κλέφτηκε, με ένα νεαρό Γερμανό φοιτητή, τον Καρλ Σούρμαν τον οποίο δεν ήθελε η αυστηρή, αστική, πλούσια ακόμη οικογένεια Χατζηλαζάρου και ο γάμος έγινε κρυφά, σε μια αίθουσα τού «Σεσίλ» στην Κηφισιά («Σημειωματάριο», Η Καθημερινή 2.7.1987).<br>Το 1934 πεθαίνουν και οι δύο γονείς της με διαφορά έξι μηνών ο ένας από τον άλλο, αφού προηγουμένως έχουν καταστραφεί οικονομικά.<br>Το 1936 διαλύεται ο γάμος τής Μάτση Χατζηλαζάρου με τον Καρλ Σούμαν και τον Ιούλιο 1937 παίρνει διαζύγιο . <br>Μετά το διαζύγιο παντρεύεται τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, αλλά και ο γάμος αυτός θα κρατήσει πολύ λίγο. Θα διαλυθεί το 1938. Μαζί του όμως θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις καθ᾿ όλη τη διάρκεια τής ζωής της.<br>Το 1935 είχε γίνει γίνει η περίφημη διάλεξη του Ανδρέα Εμπειρίκου &#8220;Υπερρεαλισμός, μια νέα επαναστατική σχολή&#8221; και η έκδοση τής πρώτης ποιητικής του συλλογής &#8220;Υψικάμινος&#8221;. Ακολούθησε το 1936 η έκθεση με Υπερρεαλιστικά έργα στο σπίτι του Εμπειρίκου. Συγχρόνως ο Ανδρέας Εμπειρίκος άρχισε το επαγγελματικό ψυχαναλυτικό του έργο.<br>Η Μάτση θα προσφύγει στον Εμπειρίκο ως ψυχαναλυόμενη. Η σχέση θα μετατραπεί σε έντονη ερωτική σχέση. Ο Εμπειρίκος θα μυήσει την Χατζηλαζάρου στην ποίηση και το κίνημα τού Υπερρεαλισμού. Η Μάτση γοητεύεται από τον Υπερρεαλισμό, σαν κίνημα απελευθερωτικό από συμβάσεις κοινωνικές, σαν κίνημα ελεύθερης ποιητικής και ερωτικής έκφρασης. Η σχέση θα καταλήξει σε γάμο το 1939. Το ταξίδι τού &#8220;μέλιτος&#8221; θα γίνει στο Ναύπλιο, από το οποίο υπάρχουν στο αρχείο τής Χατζηλαζάρου πολλές φωτογραφίες. <br>Το χειμώνα του 1940-41, και ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο, η Χατζηλαζάρου παρακολουθεί σεμινάρια βοηθού νοσοκόμου τα οποία ολοκληρώνει ένα μήνα πριν οι Γερμανοί μπουν στην Ελλάδα. Για τις υπηρεσίες της στα στρατιωτικά νοσοκομεία Αθηνών, ο Ε.Ε. Σταυρός τής απένειμε το 1949 &#8220;Δίπλωμα και Μετάλλιο&#8221;.<br>Κατά την διάρκεια της Κατοχής συνεχίζονταν οι τακτικές συγκεντρώσεις τής Πέμπτης στο σπίτι τού Εμπειρίκου με ένα ευρύτατο κύκλο υπερρεαλιστών και νεωτερικών ποιητών (Ελύτης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Παπατσώνης, Νάνος Βαλαωρίτης, Κακναβάτος, Παπαδίτσας, και πολλοί άλλοι). <br>Την χρονική περίοδο τού 1943, μέσα στην κατοχή αλλά και τις έντονες πνευματικές αναζητήσεις, η Χατζηλαζάρου γνωρίζει τον ποιητή Ανδρέα Καμπά και συνδέεται ερωτικά μαζί του, εγκαταλείποντας τον Εμπειρίκο, με τον οποίο θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις. Ο Εμπειρίκος θα συνεχίσει να την βοηθά και να στηρίζει τις επιλογές της. Μάλιστα θα τής δώσει συστατική επιστολή για να συμπεριληφθεί στη λίστα υποτρόφων τού Γαλλικού Ινστιτούτου (Διευθυντής, ο Οκτάβιο Μερλιέ, γενικός γραμματέας Ροζέ Μιλλιέξ). Όταν η επιτροπή επιλογής ρώτησε τη Μάτση για πιο λόγο ήθελε να ταξιδέψει στη Γαλλία εκείνη απάντησε: «Για να αγγίξω ένα Πικάσσο, ένα Ματίς με το χέρι μου. Να μην τούς βλέπω reproduction». Οι Έλληνες διανοούμενοι αναχώρησαν στις 22 Δεκεμβρίου 1945, για τη Γαλλία με το &#8220;θρυλικό&#8221; πλοίο Ματαρὀα.<br>Η Μάτση είχε κάνει τις πρώτες ποιητικές της απόπειρες στα πρώτα χρόνια τής Κατοχής και τελικά θα καθαρογράψει 31 ποιήματα χρονολογημένα από 11-1-1939 έως 20-2-1942 με αφιέρωση στον &#8220;Ανδρέα&#8221;(Εμπειρίκο). Δέκα από αυτά θα συμπεριλάβει στην πρώτη της ποιητική συλλογή &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944 (με μια ξυλογραφία του Διαμαντή Διαμαντόπουλου).<br>Το 1945 στο 1ο τεύχος τού περιοδικού &#8220;Τετράδιο&#8221; η Χατζηλαζάρου δημοσιεύει τα &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221; <br>Το 1946 βγαίνει το διαζύγιο της Μάτσης με τον Εμπειρίκο. Η Χατζηλαζάρου αν και ταξιδεύει με το νέο της σύντροφο Ανδρέα Καμπά στη Γαλλία, χωρίζει μαζί του στα μέσα του 1946, για τον ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό.<br>Στη Γαλλία γνωρίζεται με τον Τριστάν Τζαρά τον Αντρέ Μπρετόν και τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό ανεψιό τού Πικάσσο. Με τον Βιλατό αρχίζει μια καινούργια ερωτική σχέση και θα ζήσουν μαζί για οκτώ χρόνια ως το 1954. Μέσω τού Βιλατό θα γνωρίσει τον Πικάσο και τον Ματίς.<br>Το 1947 ο Εμπειρίκος θα παντρευτεί με κουμπάρο τον Οδυσσέα Ελύτη, τη Βιβίκα Ζήση. Η Χατζηλαζάρου θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις με το νέο ζευγάρι.<br>Το 1949 εκδίδεται η ποιητική της συλλογή Cinq Fois στο Παρίσι, με έξι χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Τον Οκτώβριο 1951, εκδίδεται στην Αθήνα η ποιητική συλλογή της &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, πάλι με τέσσερεις χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Το 1954 η Μάτση και ο Βιλατό χωρίζουν. Διατηρεί όμως μαζί του, μια βαθιά φιλία, ακόμη και όταν ο Βιλατό παντρεύτηκε και απέκτησε οικογένεια. Η πυκνή αλληλογραφία τους διατηρείται έως το τέλος τής ζωής τής Μάτσης. 0 Βιλατό μετά το θάνατο τής Μάτσης θα προχωρήσει το 1989 σε δωρεά τριών έργων του στη μνήμη της.<br>Το 1954 εκδίδεται στο Παρίσι η ποιητική της συλλογή &#8221; La Frange des Mots&#8221; (Τα λόγια έχουν κρόσσια), η οποία είναι αφιερωμένη στον Βιλατό. Μεταφρασμένα στα Ελληνικά θα συμπεριληφθούν το 1979 στη συγκεντρωτική συλλογή: &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221;.<br>Το 1955 η Μάτση Χατζηλαζάρου συνδέεται ερωτικά με τον Καστοριάδη.<br>Το 1958 η Χατζηλαζάρου επιστρέφει στην Αθήνα.<br>Το διάστημα (1965-1973) δεύτερη διαμονή στο Παρίσι, ως διευθύντρια τού εκεί καταστήματος τού οίκου Βαράγκη. <br>Το 1973 οριστική επιστροφή στην Αθήνα.<br>Το 1975 θάνατος του Ανδρέα Εμπειρίκου.<br>Το 1979, έκδοση από τον Ίκαρο, τής συγκεντρωτικής συλλογής &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; με πρόλογο και επιμέλεια Αλέξανδρου Ξύδη. Περιλαμβάνει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές και 20 νέα ποιήματα με τον τίτλο &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221;<br>Το 1984 οι εκδόσεις &#8220;Κείμενα&#8221; του Φίλιππου Βλάχου εκδίδουν την ποιητική συλλογή της 7χ3.<br>Το 1985 δημοσιεύεται και πάλι από τα &#8220;Κείμενα&#8221; η συλλογή &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.<br>Το 1987 στις 16 Ιουνίου πεθαίνει η Μάτση Χατζηλαζάρου.<br>Το Δεκέμβριο 1989, οι εκδόσεις &#8220;Ίκαρος&#8221; εκδίδουν σε ένα τόμο με τον τίτλο &#8220;Ποιήματα 1944-1985&#8243; με επιμέλεια Γεωργίας Παπαγεωργίου, όλα τα ποιήματα που είχαν γραφεί στα Ελληνικά, και περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές &#8221; &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221;, &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, &#8220;Τα λόγια έχουν κρόσσια&#8221;, &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221; τις οποίες η ποιήτρια είχε ενώσει στη συγκεντρωτική συλλογή &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; και δύο ποιητικές συλλογές &#8220;7χ3&#8243;και το &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-115/" rel="attachment wp-att-22720"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22720" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg" alt="" width="311" height="453" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12.jpg 660w" sizes="(max-width: 311px) 100vw, 311px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h6>
<p>Δειγματολογικά εδώ τα ποιητικά κείμενα της Μάτσης Χατζηλαζάρου, <br>ένα είδος χειραψίας και προς τους σημερινούς κατοίκους<br>της Κοινότητας του Κάτω Γραμματικού, πρώτη εστία και γενέτειρα<br>των προγόνων πατέρων της.<br>Ωσάν γόνος του παρόντος γεωγραφικού σημείου (που ποτέ δεν<br>γνώρισε μα που επιθυμούσε ζωηρά κι αυτό και τη λαλιά του), η<br>πυρηνική ποίησή της ένα προσκύνημα και μια υπενθύμιση του <br>απέραντου διακονέματος των αγαθών (μα τόσον επώδυνων) <br>γραφών στην υπηρεσία της ανθρώπινης καθημερινότητας.<br>Ο πολιτισμός της ποίησης και πάλι παρών -η αρχή κάθε ομορφιάς <br>που όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι κατέχουν κρυμμένη τη δυνατότητά της.</p>
<p>Σημείωση:<br>Τα ενδεικτικά ποιήματα, Μνήμη της Μάτσης Χατζηλαζάρου, προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Τκαρος 1989, Αθήνα.<br>Η παρούσα ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου διανέμεται δωρεάν.</p>
<p style="text-align: center;">Μάρκος Μέσκος<br>Κάτω Γραμματικό Ν. Πέλλας, 2-9-2012</p>
<p></p>
<p>Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.<br>Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.<br>Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει<br>μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.<br>Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος<br>κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει<br>Τον καλπασμό του αλόγου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.<br>Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου<br>εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι<br>τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,<br>ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,<br>κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,<br>μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι<br>τα μέλη σου σφιχτοδεμένα &#8211; εκεί κάπως εντοπίζω<br>την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν<br>το δαγκωμένο φρούτο.<br>Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία &#8211; τα ποιήματα που<br>αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα<br>να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.<br>Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική<br>πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που<br>βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από<br>μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές<br>—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,<br>σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι &#8211; ή σαν γιαλός<br>το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,<br>ο αχινός &#8211; και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,<br>μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,<br>σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη<br>τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,<br>και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,<br>τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p>Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω<br>να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι<br>σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.<br>Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση<br>της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.<br>Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.<br>Η ποίησή μας είναι η ζωή.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.<br>Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.<br>Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας &#8211;<br>ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.<br>Τόσα δάση φλέγονται,<br>τόσα παγόβουνα λιώνουνε,<br>τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,<br>τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.<br>Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο<br>-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.<br>Η θάλασσα είναι παντάνασσα &#8211; πλένει όλους τους καημούς μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό<br>επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι<br>μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.<br>Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,<br>κι όταν ξανασταθούμε ν&#8217; ακούσουμε ο ήχος μας είναι<br>σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,<br>τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων<br>των κυμάτων.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου<br>τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,<br>το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως<br>και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου<br>όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου<br>όταν ζω.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν<br>αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,<br>ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος — για μένα που είναι η μέρα;<br>Πού ‘ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,<br>πού ‘ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ‘ναι<br>ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;<br>Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό<br>λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και<br>Aqua Marina.<br>Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να<br>πεθάνω όλους τους θανάτους.<br>Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε<br>γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε<br>όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε<br>με το ‘να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Στην Σ. X</p>
<p>Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;<br>Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;<br>Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες<br>επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.<br>Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο<br>κι ένα κόκκινο — ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.<br>Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο<br>τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου — ίσως τη δούνε, ίσως<br>την ακούσουνε.<br>Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,<br>τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα<br>και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι — τότε ίσως του<br>δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.<br>Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε<br>μου ‘φτάνε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.<br>Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,<br>και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,<br>και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν<br>την καρδιά μας;<br>Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,<br>το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της<br>δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου και οι παλμοί μου θε να ‘ναι<br>οι αναπνοές κι οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.<br>Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,<br>Έ ρ ω τ α, Έ ρ ω τ α.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;<br>Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,<br>κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.<br>Όλα μου σου τα χαρίζω — μες στον ήλιο και μες στο<br>ερωτικό χρώμα των ματιών σου.<br>Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει<br>το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;<br>έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.<br>Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;<br>Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,<br>η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά — αχ!<br>μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι<br>η τρυφερότης σου.<br>Ποιος να ‘ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;<br>Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης<br>Παρασκευής.<br>Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,<br>πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,<br>δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.<br>Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.<br>Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου<br>μες στα χαμομήλια.<br>Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου — με το φως,<br>με τον ήλιο.<br>Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί<br>μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Αυτή η τελευταία σταγόνα του κρασιού περιέχει την κραυγή<br>μιας μπουρούς, πάνω σ’ ένα κύμα αρμενίζει η σταρένια μου ψάθα.<br>Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο<br>της καρδιάς μου.<br>Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα<br>μάτια μου, τα στέρεψεν η θάλασσα.<br>Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού — απ’ αυτόν τον<br>τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.<br>Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τόσες πεταλίδες — σε κάθε<br>τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.<br>Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ’ τις παλιές μου φωτογραφίες<br>(εκεί που ‘μια τόσο απροστάτευτη) — φοβάμαι μη μου φανερωθεί<br>το προσωπικό μου δράμα.<br>Έτσι θα βρω μια μέρα μέσα στα σεντόνια μου ένα κόκκινο<br>τριαντάφυλλο — μες στην έντασή του θα παραμονεύει το βάρος<br>της τρυφερότητάς του.<br>Κι ας μη με πείθουνε τα χέρια των πολλών, κι οι αναπνοές<br>των πολλών ας μη θαμπώνουνε κανένα μου καθρέπτη — κάποτε<br>σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ’ το βουνό μ’ ένα μονάχα<br>στεναγμό ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<h5><strong>Απόγεμα</strong></h5>
<p>Μαύρη γάτα γυαλιστεροί<br>λάγνα σα μάτι<br>κατοικίδιο<br>εσύ ελεύθερο<br>στην ηδονή έχεις<br>μιαν ανάσα αλλόκοτη<br>ήμερη ήμερη ήμερη<br>η ράχη σου βρίσκει<br>μες στο δωμάτιο<br>όλα τα λησμονημένα χάδια</p>
<p>κι αν δοκίμαζα με σενανε<br>τα ξόρκια μου<br>κι αν σε ονομάτιζα<br>Γριγρίτσα μου γυαλιστερή<br>εσύ ελεύθερη</p>
<p>όχι καλύτερα<br>να σε πω Γριγρία<br>γυαλιστερή μου λάγνα<br>Γριγρία<br>μαύρη σα μάτι<br>παίζεις καθώς γράφω<br>ψευτοδαγκάνεις το στυλό μου<br>Γριγρία λεβεντιά<br>ξένοιαστα ζυγώνεις<br>τη μελάνη ή το λόγο<br>παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά<br>μα ποτές το ρήμα πεθαίνω.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι) </p>
<p></p>
<h5><strong>βράδυ</strong></h5>
<p>Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα<br>ανακάλυψε πως<br>μαζί της δεν έσερνε μόνο<br>τον στίχο της Βάρκιζας<br>αλλά και λίγην άμμο<br>που ‘τρίζε σιγά σιγά<br>μες στον ποδόγυρο<br>ενός φουστανιού<br>γι’ αυτό λέει<br>πάντα ακούω το άγχος<br>εκείνης της ώρας<br>που όλα θρυμματίστηκαν<br>κι έγιναν ένα<br>με την αμμουδιά<br>σάπια και άχρηστη<br>είμαι εδώ μόνη<br>πάνω στα τελευταία<br>συντρίμμια ζωής που ξέρω<br>η πίκρα μου η θλίψη<br>πλέουνε συνεχώς<br>κατά τη θάλασσα<br>σαν τα ψόφια ψάρια<br>που κατηφορίζει ο Σηκουάνας<br>Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα<br>θέλεις να βγεις<br>έλα ανοίγω την πόρτα<br>φύγε και συ<br>δε χωράνε πια τα ψέματα.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΦΗΚΕΣ</strong></h5>
<p>Κουκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή του ορίζοντα<br>φορτωμένο ψάρια και καρπούζια</p>
<p>μα είναι δυνατόν άλλου και την ίδια ώρα τα χώματα με τις <br>πετμεζένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να <br>στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος <br>πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα<br>δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα</p>
<p>κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται <br>πάνω στις λέξεις γραμμή του ορίζοντα τα δυο σου μάτια που<br>πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε <br>εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες <br>οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς <br>μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη<br>και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται <br>ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ</strong></h5>
<p>Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το<br>τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε<br>σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες<br>αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες<br>ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται<br>τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς <br>ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας</p>
<p>τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη<br>μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το<br>τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν <br>τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει<br>μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις<br>άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες <br>νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα<br>γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα <br>νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p>Εκεί που ‘ναι κιόλας κάπα ταυρομάχου αίμα και ήλιος και σκιά και<br>νότισμα της λαγάνας και αρώματα κανέλας που καίνε τον λαιμό<br>μας η έκρηξη της παρουσίας του όταν το σούρουπο αποκαμωμένο <br>καβαλάει έναν τοίχο και παριστάνει την μπουκενβίλια όλο άνθος <br>φραμπαλά και χείλια το ατέλειωτο στραγγάλισμα της απουσίας <br>που αυτή είναι ο φαύνος με οίστρους μουσικής πιο<br>τραχιά κι από τις περιστροφές ανθρώπου και ζώου όταν μάχονται<br>πιο χυμώδης και απ’ το παχύ φύλλο που νυχιάζω για να νιώσω το<br>μελίτωμα να κυλάει</p>
<p>στην αρχή ήτανε η μαύρη χάντρα των ματιών των φρυδιών των<br>μαλλιών το κούμπωμα οι ώμοι ενός ρούχου τ’ ακροφτερούγισμα<br>των χεριών όπως και όλου του ανθρώπου… η μύτη και οι απλωσιές<br>της λάμψης πάνω στα μαλλιά στην μύτη στα μάγουλα στα χέρια<br>η δύναμη των σκελιών τεντωμένη κάτω απ’ το ύφασμα η μυρουδιά <br>του καπνού και του νεφτιού κατά διαλείμματα και το χτύπημα<br>του ρολογιού μες στην πάνα) τσέπη μήνα Ιούλιο η κίνηση ν’ ακουμπάει <br>και να ξαναπιάνει το τσιγάρο με βαθιά φωνή τα δόντια γαλάζια απ’ το πολύ <br>να ‘ναι άσπρα όπως το άσπρο των ματιών και της χωρίστρας στο πλάι.</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια) </p>
<p></p>
<h5><strong>Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι</strong></h5>
<p>κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα<br>όλη νύχτα τις μετράνε μια μια το άλλο κομπολόι απλώνεται νωθρά <br>κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει</p>
<p>αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια τι\ς λεύκας</p>
<p>μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως<br>τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία</p>
<p>τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο</p>
<p>λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής</p>
<p>ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου</p>
<p>φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα<br>βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου</p>
<p>πόσο κάθετος είσαι<br>τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι<br>μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων</p>
<p>μ’ έχεις γοργόνα ακρόπλωρη</p>
<p>πέρα απ’ τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες<br>των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας<br>χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Στο Παρίσι<br>φύλλα κισσού τρυφερά βλαστάρια<br>φοίτα πάνω σε σκούρο πράσινο χαλί<br>σπαρμένο μ’ έξι δάχτυλα ζαρωμένα<br>που πέσανε απ&#8217; την κοκκινισμένη καστανιά<br>πέρα στον τόπο μου<br>φωνές υπόκωφες απορημένες<br>ναι να δρέψουμε τις μικροσκοπικές χελώνες<br>που διαβαίνουν μες στο μαλακό καυκί τους<br>αιφνίδια αποκάλυψη ζωής με θαμπώνει</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Ναοί στάδια κρανία διαφανή<br>σαρκαστικοί μάρτυρες του διάβα μας<br>μες στον ήλιο πνοές μυρουδιάς<br>να μπεις στη σκιά είναι κάθαρση<br>βουητό της σφήκας<br>πετάει και ψάχνει τα χείλια σου<br>πάντα με κάποια διακοπή<br>και ξεκίνημα τριγμού τζιτζικιών<br>ν’ αγγίξουμε τα τρυφερά βλαστάρια της κληματαριάς<br>πιο μακριά<br>το βουνό ξαπλωμένος ελέφαντας<br>εδώ ο εχθρός ή ο πόλεμος κορόιδευαν<br>τα πτώματα που πέρασαν από τ’ απόσπασμα<br>και απ’ τον λιμό</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Σκαρφάλωμα κατηφόρα σκαρφάλωμα και αφού<br>διαβείς την τελευταία πτυχή της γης<br>η παρουσία του ναού<br>που το τοπίο στις Βάσσες σηκώνει<br>ψηλά στα χέρια και συ να του δοθείς</p>
<p>το χώνεμα αυτό ανθρώπου και φύσης<br>δεν είναι διόλου πιο συνταρακτικό<br>απ’ τη βλάστηση του πλάτανου<br>ακόμα κι αν η δημιουργία είναι τυχερή σύνθεση<br>από μόρια πολυ-συναρμολογημένα<br>α να μπορούσα ν’ ανατρέψω λίγο το συνηθισμένο<br>ν’ ανακαλύψω μονάχα πώς να κάνω εγώ<br>μια αληθινή ανθισμένη περικοκλάδα<br>να φκιάσω χίλια μάτια πάντα διαφορετικά<br>να εφεύρω ένα βράχο με κατσίκια όλο σκιρτήματα<br>ν’ ανεβάσω στον ορίζοντα έναν τεράστιο ήλιο<br>λουλακί σε σχήμα χεριού</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p>Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου<br>κοχύλι άσπρο και πυρρό<br>παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα<br>αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα<br>εγώ όταν φύγω στο θάνατο<br>το κάλυμμα που θα ‘χω εκκρίνει<br>δε θα ‘ναι παρά λόγια λογιών</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΑΓΟΝΕΣ</strong></h5>
<p>Αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα<br>εισδύει μες στο κόκαλο<br>το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες<br>πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε</p>
<p>φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ<br>είναι σημάδια στις γλώσσες όπως<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το στόμα μου<br>δίχως τέλος φανερό<br>κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>ένας διάλογος παλάμη με παλάμη<br>και τα φύλλα αραιώνουνε<br>το φως εισδύει έως τους κρυφούς λοβούς<br>μες στη νωπή θαλπωρή<br>θαλάμη με παλάμη<br>τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς<br>τα λόγια είναι οι φλέβες της<br>όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια<br>σαν του καταδίκου τους χαλκάδες<br>τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο<br>με τον θάνατο<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα<br>σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι<br>τόσες σταγόνες που πλανιούνται<br>μετρημένες για κάθε μοίρα<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα</p>
<p style="text-align: center;">( Εκεί -πέρα εδώ, II)</p>
<p></p>
<p>Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις<br>κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά<br>της ζωής μου που γέρασε<br>βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες<br>είναι πληρωμένοι δολοφόνοι<br>ας οργανωθεί πια η σφαγή<br>απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, III)</p>
<p></p>
<h5><strong>50 000 000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<p>Είμαστε αλλόκοτες πόρτες λαδωμένες<br>καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις<br>σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και<br>θανάτου μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς<br>όναρ» έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια<br>μετέωρου στοχασμού όμως θυμάσαι<br>κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να <br>διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε<br>να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ</strong></h5>
<p>Άραγε<br>Με σκάπτεσαι κάπου κάπου<br>Θυμάμαι πως κοίταζες εσύ γητευτή<br>τα μάτια σου τόσο ερευνητικά<br>που να μου σκίζουν την καρδιά<br>έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα<br>ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο<br>μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος<br>απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα<br>λόγια μιας κλεψύδρας<br>που αναποδογυρίζει κάπου κάπου<br>άραγε με σκέπτεσαι</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>επίλογος</strong></h5>
<p>μετά από το έτος 2000<br>ο Ζακ Υβ Κουστώ<br>και οι άλλοι επιστήμονες<br>θα μας κάνουνε ν’ αγγίξουμε<br>τη χλιδή της ανακάλυψης<br>την έξαλλη ζωή της ύλης<br>την αξία ενός άστρου για μας<br>σε εκατομμύρια χρόνια φως<br>απόσταση τότε<br>ένας βίος ποίησης<br>δε θα βρίσκεται πια για<br>κανέναν στο υπερπέραν</p>
<p style="text-align: center;">(Καλοκαίρι, κύματα μνήμης)</p>
<p></p>
<p>Α η απελπισία του κάτισχνου Πούμα σαν περιφέρεται ακατάπαυστα <br>μες στο κλουβί του και ρουθουνίζει από πάνω ως κάτω καθένα<br>απ’ τα κάγκελά του και περπατάει κατά μήκος του τοίχου για να<br>φθάσει ως το βάθος της φυλακής του όπου κάθε φορά μπήζει μια<br>φωνή τόσο διαπεραστική και παράξενη που την ξανακούω ακόμα<br>μες στην τάφρο μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Στο τσίρκο όταν έχει διάλειμμα κοιτάω κάθε φορά με την ίδια <br>δυσφορία τον παλιάτσο που παραδέρνει σε όλα τα σημεία της πίστας<br>κρεμάει την ομπρέλα του το καπέλο του το σακάκι του και τα διάφορα <br>γιλέκα του μα τούτα σωριάζουνται μόλις συμπληρωθεί η κίνηση <br>γιατί δεν υπάρχει ίχνος τοίχου ή καρφιού γιατί είναι στο κενό<br>που κοπιάζει για να περιμαζέψει και να ξεσκονίσει τ’ αγαπητά<br>κουρέλια που ξανά δοκιμάζει να κρεμάσει και που πάντα σωριάζουνται σταμάτα σταμάτα λοιπόν εγώ είμαι ο παλιάτσος ο γελοίος<br>δεν ξέρω πια τι να κάνω όλα αυτά που ‘χαμέ αγαπήσει μαζί κι είμαι<br>εδώ δα με την καρδιά άδεια από σένα<br>ατελείωτο διάλειμμα χωρίς καμιά συνέχεια από τις βραχυκυκλωμένες <br>μέρες και τις απογνώσεις μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Ήταν η ώρα του φαγητού σ’ ένα ελληνικό χωριό έκανε ζέστη απ’ τ’<br>ανοιχτό παράθυρο ακούγαμε τα σταματήματα και τα ξεκινήματα<br>των τζιτζικιών όταν αναστατώθηκα από έναν άλλο θόρυβο<br>ένας άντρας που περπατούσε μπρος στο σπίτι έβηξε κι αυτός ο βήχας <br>του καπνιστή μου ‘τανε τόσο κοντινός όσο και το θρόισμα του<br>δικού μου<br>κορμιού<br>πως αυτός<br>μα αυτός είναι ήρθε να ξανασμίξουμε εσύ μου ξανάρχεσαι εσύ μ’<br>αγαπάς ακόμα εσύ με γυρεύεις όχι δεν είν’ αλήθεια ναι είναι αλήθεια <br>πρέπει να μάθω ξανά να μην τα υποψιάζουμαι όλα έχω ακόμα<br>το δικαίωμα να πιστεύω στον έρωτά μου για να με ξαναβρεί διέτρεξε <br>όλες τις αποστάσεις<br>όλα τ’ απραγματοποίητα<br>θαμπωμένη από χαρά σηκώνομαι απ’ το τραπέζι και ορμώ προς<br>την είσοδο σταματώ στο κατώφλι της πόρτας<br>μόλις πρόλαβα να δω έναν άγνωστό μου χωρικό που γύριζε απ’ τα<br>χτήματα κρατούσε πάνω στον ώμο το φκυάρι του είχε ύψος τέλεια<br>αποσταμένος</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα) </p>
<p></p>
<p>είσαι το μαύρο φίλντισι και όλοι του οι στόχοι έως το πλησίασμα<br>του άσπρου είσαι το κόκκινο το καρμίνι έτσι τα γραψίματά μου<br>είναι χαρτιά του τοίχου σκισμένα που κρέμουνται μες στο σπίτι<br>τώρα που γκρεμίζεται με τα δωμάτια να χάσκουνε πάνω στο δρόμο<br>πώς να γεράσω χωρίς εσένα για ποιόν να γράψω για ποιόν να ξυπνήσω <br>το πρωί ξαναβρίσκουμαι στο πεζοδρόμιο της δυστυχίας εκεί<br>που γίνεται κανείς αμέσως θεατρίνος ή άλλη κάποια προσποίηση<br>για να ξεφύγω απ’ τη φρίκη να ‘μια μόνη</p>
<p>μεγάλες εκτάσεις από μέρες όπου τίποτε για μένα δε ζει καιροί σάβανα γνώρισα επίσης και τους έρωτες του πιοτού και τα μισοψόφια<br>ποιήματα θρήνοι φτάσανε στο λαιμό μου αλλά τότε το σχοινί της<br>ανυπαρξίας μ’ έσφιγγε ακόμα παραπάνω</p>
<p>…………………………………………………………………………………………………………………………</p>
<p style="text-align: right;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Πως και δε θα ‘τανε μετρημένες οι μέρες μας<br>όταν οι κόκκοι της άμμου πάνω σε τούτον τον πλανήτη είναι<br>όσο μαθηματικά υπολογίσιμοι και τα δισεκατομμύρια οι γαλαξίες<br>τα έκπληκτα μάτια των χτυπημένων πουλιών<br>καθώς πετάνε θα μπορούσαμε να τα λογαριάσουμε<br>όπως και την ακριβή χρονολογία της τέλειας εξαφάνισης τους<br>μπα όλα αυτά τ’ αριθμητά<br>είναι απείρως απαράδεκτα<br>ο θάνατός μου κιόλας γνωστός για μένα μοναδικός<br>μετά απ’ αυτόν δε θα μπορώ<br>να φορέσω τη μαύρη μου μαντίλα για να σκορπίσω<br>τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των θρήνων μου<br>ψευδέστατη μοναδικότητα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, 111)</p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
