<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΚΥΠΡΟΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 15 Jan 2026 18:04:08 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΚΥΠΡΟΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΕΥΑ ΠΟΛΥΒΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/08/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/08/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 05 Aug 2025 21:49:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΟΥΒΕΛΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΑ ΠΟΛΥΒΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22288</guid>

					<description><![CDATA[Η Εύα Πολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία, όπου και ζει με τον σύζυγο και την κόρη της. Σπούδασε κλασική φιλολογία και ιστορία του αρχαίου κόσμου, πρώτα στην Κύπρο και ακολούθως στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Εργάζεται ως καθηγήτρια στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας και παράλληλα δραστηριοποιείται στον χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού, κυρίως μέσω του Κέντρου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/08/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΑ ΠΟΛΥΒΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Εύα Πολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία, όπου και ζει με τον σύζυγο και την κόρη της. Σπούδασε κλασική φιλολογία και ιστορία του αρχαίου κόσμου, πρώτα στην Κύπρο και ακολούθως στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Εργάζεται ως καθηγήτρια στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας και παράλληλα δραστηριοποιείται στον χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού, κυρίως μέσω του Κέντρου Λογοτεχνικών και Πολιτισμικών Σπουδών (ΚΕΛΟΠΟΣ), του οποίου είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος. Μελέτες και άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, ενώ έχει δημοσιεύσει επίσης διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και την Ελλάδα. Οι ορτανσίες είναι το πρώτο της βιβλίο.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/08/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-112/" rel="attachment wp-att-22291"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22291" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/08/Untitled.FR12-213x300.jpg" alt="" width="305" height="430" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/08/Untitled.FR12-213x300.jpg 213w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/08/Untitled.FR12.jpg 455w" sizes="(max-width: 305px) 100vw, 305px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΟΡΤΑΝΣΙΕΣ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Από τα σοκάκια ενός ορεινού χωριού της Κύπρου τη δεκαετία του ’70 ως τις μεγάλες λεωφόρους μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής μητρόπολης, η Ελένη αφηγείται θραύσματα της ζωής της, εικόνες, ήχους και παραδόσεις μιας εποχής που πέρασε. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια ξεδιπλώνονται μέσα στον απόηχο του πολέμου, αλλά και υπό τη σκιά μιας ψυχικής νόσου, για να συναντήσουν εν τέλει το παρόν. Σταθερό σημείο αναφοράς τού τότε και του τώρα, οι ορτανσίες.<br />
Στο πρώτο της βιβλίο, η Εύα Πολυβίου συνθέτει με μαεστρία μία σπονδυλωτή νουβέλα με εννέα κεφάλαια που, ως άλλα κομμάτια ενός πολύπλοκου παζλ, τοποθετημένα στη σωστή σειρά στοιχειοθετούν μία εν πολλοίς ενιαία αφήγηση, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ιστορία ενηλικίωσης, ιδωμένη αντίστροφα μέσα από τη μνήμη, την κρίση και τη λογοτεχνική φαντασία της ηρωίδας της.</p>
<h6>ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5</h6>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙ</strong></h5>
<p>Τα βράδια του καλοκαιριού, ο κεντρικός δρόμος του χωριού μας με τα μαγαζάκια του και τις ολάνθιστες ορτανσίες στα μεγάλα παρτέρια πάνω στα πεζοδρόμια έσφυζε από ζωή. Οι αργόσχολοι παραθεριστές -κυρίως ζευγάρια συνταξιούχων, αλλά και αρκετοί δημόσιοι υπάλληλοι από την πρωτεύουσα με τα παιδιά και τα σκυλιά τους- περιφέρονταν νωχελικά, φλυαρώντας μεταξύ τους και απολαμβάνοντας τη δροσερή αύρα του βουνού. Κάθε τόσο κοντοστέκονταν, για να χαιρετήσουν κάποιον γνωστό τους που ερχόταν από απέναντι, και ύστερα συνέχιζαν τη βόλτα τους χαζεύοντας αδιάφορα δεξιά κι αριστερά. Τη φασαρία όλου αυτού του συρφετού κάλυπτε πλήρως το κασετόφωνο του Χάμπου απ’ το καφενείο στη γωνιά, που έπαιζε στη διαπασών όλα τα μεγάλα σουξέ της εποχής: «Μαρία με τα κίτρινα» του Βασίλη Δημητρίου, με τη φωνή της Αλεξίου, «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» με τη Βίκυ Μοσχολιού, «Κορίτσι με τα παντελόνια» του Μανώλη Μητσιά, και φυσικά, «Το πουκάμισο το θαλασσί» του Κουγιουμτζή, με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα. Γιατί η ζωή προχωρούσε μπροστά, μαζί της και εμείς, κι ας ήταν ακόμη οι μνήμες τόσο νωπές και επώδυνες, τουλάχιστον για τους μεγαλύτερους. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος και προτού αρχίσει για τα καλά η<br />
μεγάλη κίνηση, μαζευόμασταν όλες οι φιλενάδες στην ταράτσα του ξενοδοχείου Ηλύσια, στο πιο κεντρικό σημείο του δρόμου, για να τα πούμε και να κόψουμε κίνηση. Η Μαρία, η Φρόσω, η Σοφία, η Φωτεινή κι εγώ. Από τις πέντε μας, η Φωτεινή ήταν η μόνη που έμενε στη Λευκωσία και έμπαινε στην παρέα μας κάθε καλοκαίρι, όταν ερχόταν στο χωριό για να περάσει τις διακοπές με τον παππού και τη γιαγιά της. Αυτή την ώρα ξεπρόβαλλε και ο Νίκος, ο μοναχογιός του μπακάλη, με το μηχανάκι του, για να πουλήσει παγωμένα σιροπιαστά από πόρτα σε πόρτα. Γαλακτομπούρεκα, κανταΐφια, μπακλαβάδες με φιστίκι, και σάμαλι που μοσχομύριζε μαστίχα, είχαν μεγάλη πέραση μεταξύ των παραθεριστών, που σηκώνονταν από τη μεσημεριανή σιέστα και τους χρειαζόταν λίγη ενέργεια πριν βγουν στο βραδινό σουλάτσο.<br />
Ο Νίκος ήταν ο ωραίος του χωριού. Δεν ξέρω αν εκείνο το θαλασσί πουκάμισο που είχε καθιερώσει και φορούσε κάθε μέρα το είχε εμπνευστεί απ’ το ομώνυμο τραγούδι, ή αν είχε αντιληφθεί πόσο πολύ ταίριαζε με το χρώμα των ματιών του, πάντως, αυτή η χρωματική αρμονία σε συνδυασμό με τα τρία ανοικτά κουμπιά που άφηναν να φανεί το ηλιοκαμένο του στέρνο, τον έκαναν να μοιάζει στ’ αλήθεια με σταρ του σινεμά.<br />
Όλες μας ήμασταν λίγο τσιμπημένες μαζί του, αλλά η Σοφία δεν έκανε τίποτε για να το κρύψει.<br />
Το πουκάμισο το θαλασσί,<br />
μια φορούσα εγώ και μια εσύ,<br />
σιγοτραγουδούσε κάθε φορά που τον έβλεπε να περνάει από μπροστά μας. Εκείνος έκανε πως δεν άκουγε, αλλά το στήθος του φούσκωνε σαν παγώνι. Προχωρούσε αργά, περνώντας τάχα αδιάφορα το χέρι του μέσα απ’ την πλούσια σγουρή του κώμη, και οι αθώες καρδούλες μας πήγαιναν να σπάσουν απ’ την πρωτόγνωρη επιθυμία.<br />
Μόνο η Φωτεινή δεν φαινόταν να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό μας. Βλέπεις, εκείνη ήταν πρωτευουσιάνα- είχε άλλα στάνταρ, πολύ ανώτερα απ’ τα δικά μας. «Είναι πανύβλακας<br />
και χωριάτης» έλεγε. «Ο άντρας πρέπει να έχει επίπεδο. Και προοπτικές· κυρίως προοπτικές&#8230;» Παραδεχόταν όμως και αυτή πως εμφανισιακά δεν ήταν και τόσο άσχημος, και με δυο τρεις στιλιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσε να περάσει και για ωραίος.<br />
Όσο για τις προοπτικές του Νίκου, ο πατέρας μου, που τον είχε μαθητή του στο γυμνάσιο, πάντα έλεγε πως αυτό το παιδί μια μέρα θα πήγαινε πολύ μπροστά γιατί, μπορεί το σχολείο γενικά να το βαριόταν και να ήταν στουρνάρι σε όλα τα μαθήματα, στα μαθηματικά όμως δεν τον έπιανε κανένας. Η σχέση του με τους αριθμούς ήταν μαγική. Μπορούσε να κάνει και την πιο περίπλοκη πράξη στο μυαλό του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Φαίνεται ότι όλες εκείνες οι εργατοώρες στο μπακάλικο του πατέρα του, πίσω απ’ την ταμειακή μηχανή, είχαν πιάσει τόπο. Τα μαθηματικά προβλήματα δε, η ειδικότης του. Για να μη μιλήσουμε για άλγεβρα, που την έπαιζε στα δάκτυλα, κι ας μην είχε ανοίξει βιβλίο ποτέ του.<br />
Μια από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες του καλοκαιριού στο χωριό ήταν η Σόνια, μια πληθωρική κυρία αρμενικής καταγωγής που ερχόταν κάθε Ιούλιο ανελλιπώς. Η διαμονή της κρατούσε συνήθως τρεις με τέσσερις εβδομάδες, όσο χρειαζόταν δηλαδή για να αδειάσει το μυαλό της και να γεμίσει τις μπαταρίες της, όπως έλεγε η ίδια, και επέλεγε πάντα να μένει στα Ηλύσια. Η εντυπωσιακή της εμφάνιση κι ο κοσμοπολίτικος αέρας της, τόσο διαφορετικός από τον μικροαστισμό που απέπνεαν οι υπόλοιποι παραθεριστές, δεν άργησαν να κινήσουν το ενδιαφέρον μας, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν αντιληφθήκαμε πως και εκείνη επιζητούσε την προσοχή μας.<br />
Στην αρχή κανονίζαμε να πέφτουμε πάνω της δήθεν τυχαία, νωρίς το απόγευμα, όταν κατέβαινε στη μεγάλη βεράντα για τον καφέ της. Σιγά σιγά ξεθαρρέψαμε -ξεθάρρεψε και εκείνη- και πιάσαμε την κουβέντα. Έτσι μάθαμε λοιπόν πως υπήρξε μοντέλο και ότι σε μια πορεία δεκαπέντε χρόνων είχε περπατήσει σε όλες τις μεγάλες πασαρέλες της Ευρώπης και της Αμερικής. Μάθαμε για τα ονειρεμένα ταξίδια της σε όλο τον κόσμο, τις φωτογραφίσεις, τα εξώφυλλα, για τους μεγάλους έρωτες που πέρασαν απ’ τη ζωή της και για τον Πάμπλο, έναν Αργεντίνο φωτογράφο που γνώρισε στο Παρίσι, ο οποίος της ράγισε την καρδιά κι έγινε η αφορμή να καταστρέψει την καριέρα της.<br />
Οι ιστορίες της μας γοήτευαν, μας γέμιζαν ενθουσιασμό, ζήλια, πάθος, ανυπομονησία. Ακόμα και αυτή η ερωτική απογοήτευση φάνταζε τόσο συναρπαστικά δραματική, που δεν βλέπαμε την ώρα να ζήσουμε κάτι αντίστοιχο. Και καθώς, όπως κάθε καλός αφηγητής, είχε καταφέρει να μας πείσει πέρα για πέρα πως όλα αυτά ήταν αληθινά, προσωπικά της βιώματα, αυθεντικές μνήμες και συναισθήματα που μοιραζόταν μαζί μας έτσι απλά και απροσχημάτιστα, αφήνοντάς μας να δούμε βαθιά μες στην ψυχή της, αρχίσαμε σιγά σιγά να νιώθουμε μια οικειότητα που μας επέτρεπε πλέον να παίρνουμε πρωτοβουλίες; να την καλούμε στις βόλτες μας, θεωρώντας δεδομένο ότι δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει από το να τριγυρίζει μαζί μας στα σοκάκια του χωριού σαν την κυρία Ντορεμί, να της κάνουμε χάρες και θελήματα τα οποία δεν μας είχε ζητήσει ή ακόμα, να την πλησιάζουμε κάθε φορά που τη βλέπαμε στη βεράντα και να στρογγυλοκαθόμαστε απρόσκλητες δίπλα της.<br />
Κάπως έτσι λοιπόν, ένα μεσημέρι που όλοι κοιμούνταν και εμείς<br />
βαριόμασταν, αποφασίσαμε με τη Σοφία να πάμε στο δωμάτιο της να της πάμε φρέσκια σπιτική βυσσινάδα, ελπίζοντας, φυσικά, ότι θα μας καλούσε μέσα για ψιλοκουβέντα. Η κυρία Σόνια καθυστέρησε λίγο να μας ανοίξει και, όταν<br />
τελικά μισάνοιξε την πόρτα, είδαμε πως φορούσε ένα θαλασσί πουκάμισο μισοκουμπωμένο και τα μαλλιά της ήταν ασυνήθιστα ακατάστατα. Είχε πονοκέφαλο, είπε, και είχε ξαπλώσει.<br />
Μας ευχαρίστησε ευγενικά για τη βυσσινάδα και μας ξεφορτώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.<br />
Είχαμε προσέξει βέβαια πως κάτω απ’ το πουκάμισο δεν φορούσε τίποτε. Ξεχώριζε καθαρά το αφράτο στήθος της και οι απαλοί, καλοσχηματισμένοι της γοφοί, αλλά αυτό εμένα προσωπικά δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ήξερα, βλέπεις, από μια ξαδέλφη μου, που είχε Αρμένισσες φιλενάδες, πως τους άρεσε γενικά να κοιμούνται γυμνές και μάλιστα θεωρούσαν τα ρούχα στον ύπνο όχι μόνο άβολα, αλλά και ανθυγιεινά. Μόλις όμως έκλεισε η πόρτα και κάναμε δυο βήματα παραπέρα, η Σοφία με έσπρωξε στη γωνιά και μου ψιθύρισε οργισμένη: «Το ’δες αυτό; Αυτή η τσούλα φορούσε το πουκάμισο του Νίκου». «Τι είν’ αυτά που λες;» απόρησα εγώ που, αν και είχα κλείσει τα δεκαπέντε, παρέμενα εν πολλοίς αθώα και κάπως αφελής. «Πού το βρήκε το πουκάμισο του Νίκου και το φόρεσε; Και εν πάση περιπτώσει, τι να το κάνει κιόλας; Αυτή έχει τόσα ωραία ρούχα. Πρόσεξες εκείνο το κίτρινο συνολάκι που φορούσε προχτές;» Η Σοφία ήταν έτοιμη να εκραγεί. «Καλά, είσαι τελείως ηλίθια;» ούρλιαξε σχεδόν μέσα στ’ αυτί μου. Και παρατώντας με σύξυλη στις σκάλες, έτρεξε να το προλάβει στις άλλες.<br />
Οι υποψίες και οι ισχυρισμοί μας δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, αυτό όμως δεν μας εμπόδισε καθόλου να περάσουμε όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι συζητώντας τη, διασύροντάς την παντού και στολίζοντάς τη με κάθε λογής κοσμητικά επίθετα που η αγωγή και η ηλικία μου δεν θα μου επέτρεπαν πλέον να επαναλάβω. Τελικά, αποφάσισε να φύγει λίγες μέρες νωρίτερα εκείνο το καλοκαίρι η κυρία Σόνια μας. Η μητέρα της αρρώστησε ξαφνικά και έπρεπε να γυρίσει επειγόντως κοντά της, είπε στον κύριο Αντώνη, τον διαχειριστή του ξενοδοχείου, όταν ζήτησε να πάρει πίσω ένα μέρος των χρημάτων που είχε πληρώσει προκαταβολικά. Και τον επόμενο Ιούλιο δεν εμφανίστηκε. Ούτε τον μεθεπόμενο, αλλά πολύ που μας ένοιαζε πια. Μέχρι να δεις και να πεις, την είχαμε κιόλας ξεχάσει.<br />
Τα χρόνια πέταξαν σαν τα πουλιά. Η παρέα των κοριτσιών σκόρπισε κι όλες πήραν τον δρόμο τους εντός ή εκτός. Παιδιά, εγγόνια, έρωτες, διαζύγια, καριέρες&#8230; Ό,τι πρόλαβε η καθεμιά. Ο Νίκος ανέλαβε το μπακάλικο του πατέρα του και γρήγορα το μετέτρεψε σε μια σύγχρονη υπεραγορά που εξυπηρετούσε ολόκληρη την περιοχή. Και «Το πουκάμισο το θαλασσί», με την ασύγκριτη φωνή του Νταλάρα, έγινε κλασικό και το μεταδίδουν πλέον στις καλτ εκπομπές.<br />
«Το πουκάμισο το θαλασσί» ήταν το τραγούδι που έπαιζε το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, όταν διέκοψε ξαφνικά το πρόγραμμά του για να ανακοινώσει ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός. Η μάνα μου, μέχρι το τέλος της ζωής της, δεν κατάφερε ποτέ να το ακούσει ολόκληρο χωρίς να βάλει τα κλάματα. Λες και έφταιγε εκείνο για τις αμαρτίες που μας έφεραν την καταστροφή. Σε μένα πάλι, το τραγούδι αυτό ανασύρει από τον σκοτεινό λαβύρινθο της μνήμης εικόνες μιας εποχής που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί: καλοκαίρι· ο κεντρικός δρόμος του χωριού γεμάτος κίνηση· οι ορτανσίες και από τις δυο μεριές ολάνθιστες· η μουσική στη διαπασών· ο Νίκος με το πουκάμισο το θαλασσί και το μηχανάκι του φορτωμένο γλυκά να τρέχει αφήνοντας πίσω του ρυάκια από σορόπι, και εμείς να τον χαζεύουμε απ’ την ταράτσα των Ηλυσίων ξελιγωμένες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>ΑΛΗΘΕΙΑ 26/6/2025</p>
<p>Η συγγραφέας Εύα Πολυβίου, από την πρώτη κιόλας συγγραφική της δημιουργία, καταθέτει με μεστή γλώσσα και με το δικό της, ιδιαίτερο ύφος το προσωπικό της στίγμα στον χώρο της λογοτεχνίας και της δημιουργίας ευρύτερα. Εικόνες που αναβλύζουν από αθωότητα, γλαφυρότητα και άψογη εικονοπλαστική ικανότητα, μας ταξιδεύουν νοερά σε μια εποχή που αν και έχει ήδη παρέλθει, στιγματίζει ανεξίτηλα το παρόν μας. Οι γραμμές του βιβλίου αναδίδουν φινέτσα, ευαισθησία, πηγαίο χιούμορ και βαθιά αίσθηση του ιστορικού χωροχρόνου όπου εκτυλίχθηκε η μυθοπλαστική δομή του βιβλίου.<br />
Η Εύα Πολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία, όπου ζει με τον σύζυγο και την κόρη της. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Ιστορία του Αρχαίου Κόσμου, πρώτα στην Κύπρο και ακολούθως στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Εργάζεται ως καθηγήτρια στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας και παράλληλα δραστηριοποιείται στον χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού, κυρίως μέσω του Κέντρου Λογοτεχνικών και Πολιτισμικών Σπουδών (ΚΕΛΟΠΟΣ), του οποίου είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος. Μελέτες και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και πρακτικά συνεδριών, ενώ έχει δημοσιεύσει επίσης διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.<br />
Γράφει χαρακτηριστικά, στο εξώφυλλο του βιβλίου; «Από τα σοκάκια ενός ορεινού χωριού της Κύπρου τη δεκαετία του 70 ως τις μεγάλες λεωφόρους μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής μητρόπολης, η Ελένη αφηγείται θραύσματα της ζωής της, εικόνες, ήχους και παραδόσεις μιας εποχής που πέρασε. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια ξεδιπλώνονται μέσα στον απόηχο του πολέμου, αλλά και υπό τη σκιά μιας ψυχικής νόσου, για να συναντήσουν εν τέλει το παρόν. Σταθερό σημείο αναφοράς τού τότε και τού τώρα, οι ορτανσίες. Στο πρώτο της βιβλίο, η Εύα Πολυβίου συνθέτει με μαεστρία μία σπονδυλωτή νουβέλα με εννέα κεφάλαια που, ως άλλα κομμάτια ενός πολύπλοκου παζλ, τοποθετημένα στη σωστή σειρά στοιχειοθετούν μία εν πολλοίς ενιαία αφήγηση, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ιστορία ενηλικίωσης, ιδωμένη αντίστροφα μέσα από τη μνήμη, την κρίση και τη λογοτεχνική φαντασία της ηρωίδας της».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/08/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%b2%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/07/%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83-15-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85-1974/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/07/%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83-15-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85-1974/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 14 Jul 2025 20:50:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22216</guid>

					<description><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ 15 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974 Το πρωί κοιτάξαμε από το παράθυρο τα άρματα μάχης να οργώνουν παράξενα με τις ερπύστριες τους τους δρόμους της Λευκωσίας. Το γιατί το μάθαμε πιο ύστερα. Γκρέμισαν τα τείχη της Λευκωσίας -όσα απόμειναν από την πολιορκία του Λαλά Μουσταφά το 1571- για να διευκολύνουν τη &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/07/%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83-15-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85-1974/"> <span class="screen-reader-text">ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>15 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974</strong></h5>
<p>Το πρωί κοιτάξαμε<br />
από το παράθυρο<br />
τα άρματα μάχης<br />
να οργώνουν παράξενα<br />
με τις ερπύστριες τους<br />
τους δρόμους<br />
της Λευκωσίας.<br />
Το γιατί<br />
το μάθαμε πιο ύστερα.<br />
Γκρέμισαν τα τείχη<br />
της Λευκωσίας<br />
-όσα απόμειναν<br />
από την πολιορκία του Λαλά Μουσταφά<br />
το 1571-<br />
για να διευκολύνουν<br />
τη δεύτερη άλωση<br />
του 1974.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>Ο ΡΙΜΑΧΟ ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">στον Λ. Μαύρο</p>
<p>Εκεί<br />
στην κορυφή της οδού Κοραή<br />
επί του προμαχώνος των τειχών<br />
εκεί<br />
στο τεντωμένο νήμα του ορίζοντα<br />
ήταν για μέρες σκεπασμένη<br />
με ύφασμα λευκό<br />
και μας περίμενε υπομονετικά<br />
σαν ταπεινή κυριολεξία.<br />
Κάθε πρωί<br />
άκουγε τα πουλιά να μελωδούν<br />
ύστερα τ’ αυτοκίνητα<br />
και τους περαστικούς<br />
κατά τις δέκα<br />
μύριζε τα ζεστά κουλούρια<br />
και τα σάντουιτς του Ολυμπιακού<br />
το μεσημέρι<br />
την ξυπνούσαν απ’ τη ζέστη<br />
τα τζιτζίκια.<br />
Τα δειλινά ωστόσο<br />
που εγλύκαινε ο καιρός<br />
έψελνε από στήθους τον εσπερινό<br />
μαζί με τον παπά<br />
του διπλανού Αϊ-Γιάννη.<br />
Και τότες<br />
επέστρεφαν όλα τα πουλιά<br />
πετώντας σε ασύλληπτους σχηματισμούς<br />
μέχρι που ν’ απομείνει μόνο<br />
ένα ισχνό φως<br />
για να κουρνιάσουν στο σκοτάδι.<br />
Τις νύχτες πάλι<br />
κρυφοκοιτούσε τ’ άστρα<br />
που πέφταν σαν ήλιοι<br />
στον γκρεμό<br />
και τα κρυφορωτούσε<br />
σαν Τριανταφυλλένη<br />
ένα-ένα:<br />
Ευαγόρα για πες<br />
ήτανε μαλακό το σκοινί<br />
όσο ήθελες;<br />
Κι ύστερα έκλαιγε<br />
μες στον ύπνο της γλυκά<br />
και μ’ ένα τράνταγμα φριχτό<br />
άνοιγε τα φτερά της<br />
στον αέρα.<br />
Εκεί λοιπόν<br />
στην κορυφή της οδού Κοραή<br />
επί του προμαχώνος των τειχών<br />
εκεί<br />
στο τεντωμένο νήμα του ορίζοντα<br />
ήταν για μέρες σκεπασμένη<br />
με ύφασμα λευκό<br />
μέχρι τις 15 Ιουλίου<br />
του 1974<br />
ημέρα Δευτέρα<br />
στις 8 το πρωί ακριβώς που<br />
έφαγε μια σφαίρα ελληνική<br />
12.7 χιλιοστών<br />
κατάστηθα.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ</strong></h5>
<p>Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε<br />
στα χείλη μας σαν πέτρα.<br />
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε<br />
στα δόντια του πρωινού.</p>
<p>Ένα αχ σα στεναγμός<br />
ένα αχ οργή και σίδερο<br />
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού</p>
<p>Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!<br />
Με τόσες μνήμες άδικες<br />
στα δάχτυλα μιας μέρας<br />
που τη φοβόμασταν πριν έλθει<br />
με τόσες μνήμες άδικες<br />
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.<br />
Τι να σου πρωτογράψω!</p>
<p>Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.</p>
<p>Καταγράφω απλώς τις στιγμές.<br />
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.<br />
Οι στιγμές που δεν φεύγουν<br />
που δεν λένε να φύγουν<br />
που δεν θα φύγουν ποτέ.<br />
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.</p>
<p>Βράδυ<br />
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί<br />
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος<br />
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός</p>
<p>Βράδυ</p>
<p>και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές<br />
της Λευκωσίας<br />
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο<br />
πρόσωπο της Λευκωσίας.<br />
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;</p>
<h5><strong>ΜΗΤΡΟΚΤΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Με τα νεκρά κοχύλια της<br />
μαζεύει το πρώιμο αίμα<br />
η θάλασσα<br />
βογκώντας. Κι ο ήλιος<br />
καρφωμένος πισώπλατα<br />
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού<br />
σιωπά κοιτώντας.<br />
Ιούλιο μήνα<br />
βγαίνουν τα μαχαίρια<br />
στον κάμπο. Και το βουνό<br />
πιστάγκωνα δεμένο<br />
σαν το τραγί στα χέρια<br />
του χασάπη.<br />
Το φονικό<br />
οργώνει πρώτα τη ματιά<br />
πριν συναντήσει το κορμί<br />
στο δίστρατο και στράφτει<br />
σαν ατσάλι<br />
στη χούφτα του καλοκαιριού.</p>
<p>Αυτούς που κάρφωσαν<br />
πισώπλατα τον ήλιο<br />
τους είδε μες στη νύχτα<br />
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές<br />
το γνώρισεν η γη<br />
μες στην αγρύπνια της<br />
κι η θάλασσα<br />
καθώς βογγούσε<br />
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια<br />
το πρώιμο αίμα<br />
του Ιουλίου.</p>
<h5><strong>ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ (1948-2022)</strong></h5>
<h5><strong>15.7.1974</strong></h5>
<p>Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να<br />
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο<br />
το τελευταίο καλοκαίρι —<br />
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων<br />
τις στέγες των σπιτιών.<br />
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους<br />
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω<br />
πόρτα στον Άη Γιάννη,<br />
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.<br />
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα<br />
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,<br />
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα<br />
στους κροτάφους στη μνήμη<br />
βαθιά ως το μέλλον.</p>
<p>Τον ήξερες αλλιώτικα<br />
τον κυπριώτικο ήλιο<br />
θεία Μαρίνα την αυγή<br />
με τα περιστέρια στους ώμους.</p>
<h5><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ (1941-2021)</strong></h5>
<h5><strong>ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΒΡΑΔΙ 15.7.74</strong></h5>
<p>Δεν είναι η Λευκωσία απόψε<br />
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,<br />
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,<br />
αυτή που ξέραμε ως εχτές<br />
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.<br />
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο<br />
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.<br />
Η Λευκωσία απόψε πολεμά<br />
και πέφτει.</p>
<h5><strong>ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ</strong></h5>
<p>Δεν είνʼ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.<br />
Το ʼχετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σʼ άλλους αιώνες,<br />
όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες.<br />
Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,<br />
τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα.<br />
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,<br />
τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους<br />
το αίμα πότισε πλούσο τη γη<br />
κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο.<br />
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,<br />
τίποτα απʼ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες,<br />
Έλληνες του πικρού καιρού<br />
και της Απελπισίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/07/%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83-15-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85-1974/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΑ ΚΙΝΝΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 21 Feb 2025 17:24:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΑ ΚΙΝΝΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21900</guid>

					<description><![CDATA[Η Έλενα Σάββα Κιννή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Αφού ακολούθησε Γραμματειακές Σπουδές, εργάστηκε στην «Τράπεζα Κύπρου», από όπου και αφυπηρέτησε πρόωρα το 2022. Παρακολούθησε τα Εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας &#8211; Αλεξάνδρας Λουκίδου και συμμετείχε με ποίηση στον τόμο Συν(γ)ραφές, εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον» 2018. Παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας στη «Σχολή Πρακτικής Φιλοσοφίας» στη &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΑ ΚΙΝΝΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Έλενα Σάββα Κιννή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Αφού ακολούθησε Γραμματειακές Σπουδές, εργάστηκε στην «Τράπεζα Κύπρου», από όπου και αφυπηρέτησε πρόωρα το 2022.<br />
Παρακολούθησε τα Εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας &#8211; Αλεξάνδρας Λουκίδου και συμμετείχε με ποίηση στον τόμο Συν(γ)ραφές, εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον» 2018.<br />
Παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας στη «Σχολή Πρακτικής Φιλοσοφίας» στη Λεμεσό.<br />
Έλαβε μέρος στη συλλογική Ποιητική Ανθολογία &lt;Αποστάγματα Ψυχής» των βιβλιοεκδόσεων «Αναζητήσεις» 2015.<br />
Ασχολείται με τη στιχουργική. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί και κυκλοφορούν σε cd καθώς και σε διάφορες πλατφόρμες.<br />
Το τραγούδι «Το Μονοπάτιν» σε μουσική Νάτιας Έλληνα απέσπασε το 3ο βραβείο στον Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού το 2017.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/untitled-fr12-105/" rel="attachment wp-att-21901"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-21901" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/02/Untitled.FR12.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/untitled-fr12-002-6/" rel="attachment wp-att-21906"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-21906" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/02/Untitled.FR12-002-179x300.jpg" alt="" width="355" height="595" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/02/Untitled.FR12-002-179x300.jpg 179w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/02/Untitled.FR12-002.jpg 286w" sizes="(max-width: 355px) 100vw, 355px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΑΣΑ</strong></h5>
<p>Κι αν κάπου<br />
στο κεντημένο λιβάδι της ακτής<br />
στους πράσινους κάμπους της θάλασσας<br />
σε ένα άλμπουρο μοναχικό<br />
κατακρεουργημένο<br />
που μεσοπέλαγα ιχνηλατεί<br />
κρυμμένη την αγάπη<br />
αντικρύσεις σε πλήρη αταραξία<br />
τον δάσκαλο<br />
ντυμένο τον χιτώνα του φωτός</p>
<p>είναι συνομωσία<br />
μη διστάσεις<br />
άπλωσε το χέρι</p>
<p>ίαση θα ’ναι.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΩ ΤΑ ΠΡΟΣΚΑΙΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></p>
<p>Δεν είναι επιθυμία απλή<br />
ν’ αναζητώ την πρόγνωση<br />
στη μέση δυο παγόβουνων.<br />
Να προσδοκώ την αλισάχνη<br />
στα πρόθυρα πνιγμού.<br />
Να ψάχνω δεύτερο κλειδί<br />
για το χαμόγελό μου.<br />
Να κρύβομαι<br />
σ’ ενός σπουργίτη τη σκιά<br />
ακόμα κι από μένα.</p>
<p>Γιατί, δεν είσαι γλύπτης<br />
κι εγώ δεν είμαι η πέτρα που λαξεύεις<br />
ωστόσο μ’ έμαθες μαζί σου να μιλώ.<br />
Ούτε ελγίνεια προτομή.<br />
Όμως, αιχμαλωτίζω<br />
τις άβατες χαράδρες σου<br />
να έχει κάτι να θυμάται η αφή.</p>
<p>Η κατάληξη έχει φυσικά προηγηθεί<br />
μα συνεχίζω<br />
να ξεριζώνω τα αγκάθια<br />
με τα χέρια.</p>
<h5><strong>TO ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Η πλημμυρίδα από πού ξεκινά;<br />
Απογειώνονται οι σταγόνες της βροχής<br />
όπως μια πέτρα από παλάμη παιδική.<br />
Αδιάφορες τότε φιγούρες λικνίζονται<br />
προς άγνωστο προορισμό.</p>
<p>Κοίταξε στα μάτια τη γαλήνη<br />
μα δεν την αναγνώρισε.<br />
Φάνταζε αναπάντεχα έγχορδο σκεβρωμένο.<br />
Τον έκανε να επαναστατήσει.<br />
Ήταν άλλες οι συχνότητες.</p>
<p>Μπορεί μια δεύτερη ευκαιρία<br />
να θεωρηθεί<br />
εκτός από προκλητική και επικίνδυνη;<br />
Η σκουριασμένη του κραυγή<br />
ραγίζει τώρα τον ορίζοντα<br />
έσχατη παράκληση πριν τον τορπιλισμό.<br />
Ήταν το χιόνι εκείνο<br />
που τον έσωσε απ’ τη φωτιά;</p>
<p>Οι εμπνεύσεις τελευταία<br />
κατηφορίζουν αμήχανα<br />
ξενυχτούν επίμονα στο προσκέφαλό του<br />
προσμένοντας επίδοξες συλλήψεις.<br />
Πώς έγιναν ποίημα;<br />
Μόνο εκείνος ήξερε<br />
κι ας ήταν από την αρχή<br />
ναυαγισμένο.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΡΗΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Η μέρα κελαρύζει<br />
οι σκέψεις μεταμφιέζονται<br />
στάχτη στα μάτια της νύχτας σκορπίζουν.<br />
Με οδηγούν σε χειμώνες<br />
για να ’χει ανάγκη η γύμνια μου<br />
διάλυμα ασπιρίνης.<br />
Αιχμαλωτίζω τις πιο αιχμηρές<br />
κι όσες στριφογυρίζουν<br />
χωρίς να ζαλιστούν<br />
χαμογελώντας με κάποια ειρωνεία.</p>
<p>Κόντρα στους δισταγμούς<br />
ανοίγω το παράθυρο<br />
τις αραδιάζω στο περβάζι.<br />
Δίχως λόγο αποχαιρετιστήριο<br />
χωρίς καμία τελετή<br />
σαν να υπήρξαν μέρος<br />
επίπλωσης φθαρμένης<br />
που τώρα ανακαινίζεται<br />
τις αφήνω στον άνεμο να τις πάρει.</p>
<p>Άσκοπες βόλτες στη μνήμη<br />
δεν χωρούν.</p>
<h5><strong>ΕΘΕΛΟΤΥΦΛΟΥΜΕ</strong></h5>
<p>Μια «καληνύχτα» άνοιξε το παράθυρο<br />
ρίχνοντας στην ανομβρία της ασφάλτου<br />
μια ματιά<br />
και στη δική μας μία δεύτερη.</p>
<p>Το ότι ντυθήκαμε το φως της<br />
ήταν ψευδαίσθηση.<br />
Μπορούσαμε μόνο τη σκιά της<br />
να υποστούμε<br />
και ν’ αγκαλιάσουμε τα μπράτσα μας<br />
που είχαν κλειδώσει από καιρό.<br />
Μια αστραπή γαντζώθηκε<br />
σαν έκπληξη στη μνήμη<br />
κι ένα σκυλί στάθηκε πλάι μας<br />
να μας εξημερώσει.</p>
<p>Έχει ο Θεός.<br />
Θα ’ρθει και το φθινόπωρο.<br />
Προς το παρόν το καλοκαίρι στάζει<br />
τα φώτα προσπερνούν<br />
μα ο παραλογισμός βηματίζει αργά<br />
πίσω από μαύρο μακρύ φουστάνι<br />
με φτερά<br />
που δεν κατάφερε ποτέ του<br />
να γίνει αερόστατο.</p>
<h5><strong>ΠΙΣΩ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΑΡΑ</strong></h5>
<p>Αναγνωρίζω στα σημάδια του καφέ<br />
μια πέστροφα ανάποδα στο ρεύμα.<br />
Λες να ’ναι αυτή που χτες<br />
με φίλησε στο στόμα;<br />
Από καιρό, βαγόνι παριστάνω<br />
με ανάστροφο προορισμό.</p>
<p>Θαρρώ πως σιγοτραγουδά<br />
κάτι από Βιβάλντι.<br />
Λέει πως είναι η πέμπτη εποχή<br />
εκείνη που αργεί<br />
αλλά προβλέπεται να έρθει.</p>
<p>Προλαβαίνω, άραγε, να της πω<br />
πως μόνο αν έβγαζε φτερά<br />
θα με γυρνούσε πίσω;<br />
Μα πώς να χωρέσω<br />
σε διάφανο μπουκάλι<br />
μια τέτοια εύφλεκτη αλήθεια;</p>
<p>Βλέπεις, δεν γράφουμε πια<br />
γράμματα.</p>
<h5><strong>ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ</strong></h5>
<p>Σε μύρισε η θάλασσα<br />
κι αντάριασε αμέτοχο το κύμα.<br />
Η πλάτη του πιάνου σου<br />
μόνη αυτή σε στάση ορθή.<br />
Απρόσιτη η βεράντα σου<br />
το καλωσόρισμά της σκουριασμένο.</p>
<p>Ο χρόνος σήμερα πατά στις μύτες των ποδιών<br />
να μη θρυμματιστούν εκείνα που υπήρξανε<br />
και μόνο το αναγνωστικό<br />
«Μάνα μ’ σγουρός βασιλικός<br />
πλατύφυλλος και δροσερός.<br />
Μάνα μου, ποιος τον πότιζε<br />
και ποιος τον κορφολόιζε;»<br />
μόνο αυτό στην ίδια πάντοτε σελίδα να ρωτά.<br />
Κανένας, μάνα μου, ούτε ένας.</p>
<p>Κάποια μπουκάλια πεταμένα στην κουζίνα<br />
μέσα απ’ την κοφτερή τους διαφάνεια<br />
μοιράζονται το δάκρυ τους μαζί σου.<br />
Ένα παπούτσι άνεργο<br />
ψάχνει το δέρμα του σε μια γωνιά.<br />
Δεν πρόλαβε ούτε δυο βήματα να κάνει<br />
απ’ το κουτί του.<br />
Το χτες λιωμένο στα πατώματα.<br />
Καρφί βαθιά μπηγμένο στο κεφάλι το παρόν.<br />
Δεν είναι η λύπη που σκόνταψε<br />
σε χρόνια σκοτεινά.<br />
Δεν της αρκεί η συμπάθεια.<br />
Αξιώνει μια κάποια γιατρειά<br />
σαν τον διαβητικό<br />
που το γλυκό ονειρεύεται<br />
κι αν είναι να πνιγεί, ας γίνει αυτό<br />
σε μία θάλασσα από ζαχαρωτά.</p>
<h5><strong>Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">για τον πεντάχρονο Χρηστάκη</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>I</strong></h6>
<p>Τρέξε και κρύψου στο σπίτι, του είπε.<br />
Όταν παίζει ένα παιδί<br />
ποτέ του δεν φαντάζεται<br />
πως παίζει και η ζωή μαζί.<br />
Σπόρος που βλάστησε κι ευφόρησε<br />
το στερνοπαίδι<br />
ανάσαινε παρέα με τα σύννεφα<br />
κάποτε ακροβατούσε όπως τα προμηνύματα.<br />
Κουλουριάστηκε κάτω από το τραπέζι.<br />
Εκεί το έβρισκαν συχνά τα βράδια<br />
λίγο πριν το «ευλόγησαν<br />
την βρώσιν και την πόσιν».</p>
<p>Δυο τουφεκιές ο άπιστος<br />
και λύγισε ο βλαστός.<br />
Τυφώνας που ενέδρευε<br />
το ουρλιαχτό της μάνας<br />
λευκό σεντόνι ο φόβος της<br />
πίσω του δεν κοιτούσε.<br />
Είπαν, δήθεν, πως χάθηκε<br />
μες στο νοσοκομείο.<br />
Οι τοίχοι να το ρούφηξαν;<br />
Να τους χαλάσει μάταιο.<br />
Πώς ν’ αποτρέψει το θεριό;<br />
Πονούν οι απογνώσεις.</p>
<p>«Αγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά<br />
που ποτζοιμίζεις τα μωρά<br />
ταξίδεψε το, φέρμου το<br />
γιατί εν μωρό μου, θέλω το».</p>
<p>Από τότε μες στη σκισμένη αφίσα σιωπά<br />
με κοντό παντελονάκι<br />
φανέλα ασπρόμαυρη ριγέ<br />
με το κλαδάκι του πλεγμένο σφιχτά<br />
γύρω από το δέντρο<br />
που μια σταγόνα χλωροφύλλης περιμένει.</p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΑ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ</strong></h5>
<p>Χαι έτρεχε ασταμάτητα<br />
θαρρείς και ήταν ήλιος<br />
που η δύση τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά.<br />
Όμως, πολύ δεν έλαμψε.<br />
Άλλωστε, στιλβωτικά με αγάπη<br />
δεν υπήρχαν.<br />
Όση κατείχε ήταν ανήμπορη<br />
να την ξοδέψει για τον εαυτό της.<br />
Από επιλογή τον προσπερνούσε<br />
κι όταν θυμόταν να τον θυμηθεί<br />
τον έβρισκε λαχνό για κλήρωση.</p>
<p>Η ισοπέδωση του βωμού της<br />
ξεκίνησε ταυτόχρονα<br />
με τα προβλήματα στα άκρα της.<br />
Κι όμως, δεν τα παράτησε<br />
ακόμα κι όταν κατέληξε<br />
καρέκλα σπασμένη με δυο πόδια<br />
και δεκανίκι δανεικό σε παλιατζίδικο<br />
ποτέ της δεν ικέτεψε<br />
για ένα χέρι λούστρο.</p>
<h5><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Δεν είναι πως σε χόρτασα ζωή<br />
ούτε πως δεν προσμένω τα καλύτερα.<br />
Είναι που μπορώ ακόμα<br />
να κρατώ γερά<br />
λευκές γδαρμένες μνήμες.</p>
<p>Μα, αν διστάζω<br />
ή αποφεύγω πλέον<br />
να διαβάζω τις σιωπές σου<br />
είναι που τρομάζω<br />
μη και μιλήσουν<br />
μην απαιτήσουν<br />
κι εγώ δεν τις ακούσω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ. (2024)</strong></h5>
<h5><strong>ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Φανταστείτε μια κοπέλα σε μια εξέδρα της θάλασσας, όχι μπροστά στη θάλασσα, όχι απέναντι από τη θάλασσα, αλλά επάνω στη θάλασσα.</p>
<p>Φανταστείτε την λοιπόν την ίδια στιγμή που άλλοι αβέβαιοι θα ταλαντεύονταν και θα ισορροπούσαν, εκείνη με βεβαιότητα κυρίαρχου και δαμαστή συγχρόνως να δίνει εντολή και να εκφωνεί όχι ένα ποίημα ούτε ένα τραγούδι αλλά την ίδια την ταυτότητά της, θαρρείς και συστήνεται στο άγνωστο, θαρρείς και οφείλει σε κάποιον να απολογηθεί. Μα, βρίσκεται σε δικαστήριο; Της έχει απαγγελθεί κάποια κατηγορία; Εκείνο που μόνο γνωρίζουμε είναι ότι σπεύδει να διευκρινίσει το πρόσωπο και την αγωνία του.</p>
<p>«Η θάλασσα είμαι εγώ» θα πει. Δεν λέει αγαπώ τη θάλασσα, δεν εξωραΐζει το νερό και τα ιάματά του, δεν το δοξολογεί.</p>
<p>Αντιθέτως, σε πλήρη ταύτιση με το πρόσωπο έρχεται να δηλώσει ότι εκείνο που κατά βάθος ρέει μέσα της δεν είναι το αίμα αλλά το υγρό αλμυρό στοιχείο το οποίο</p>
<p>συντηρεί με το αλάτι του ό,τι πάει να αλλοιωθεί<br />
αενάως κινείται άλλοτε υπόκωφα και σιγανά και άλλοτε με την ορμή οργισμένης οντότητας που έρχεται να ανακινήσει και να ταράξει τον βυθό καταποντίζοντας Τιτανικούς και ψαρόβαρκες.<br />
Και τέλος 3. συγγενεύει με τον θρήνο και το παράπονο, με τον λυγμό και φυσικά αναφέρομαι στην αλμύρα των δακρύων.</p>
<p>Όλα αυτά σε έναν μόνο τίτλο ο οποίος ανοίγει την αυλαία και παρουσιάζει τον πρωταγωνιστή. Μα είναι η ποιήτρια ο πρωταγωνιστής; Είναι η θάλασσα; Θα σας απογοητεύσω. Κανένας από τους δύο. Ο πρωταγωνιστής είναι η ίδια η ποίηση, κι ας νομίζει η Κιννή ότι εκείνη συστήνεται, ότι εκείνη τόλμησε αυτή την προκλητική δήλωση.</p>
<p>Θα μπορούσε να λέει σε μια δική μου παράφραση του ποιήματός της:</p>
<p>Ιδού εγώ η θάλασσα η κεντημένη στο λιβάδι της ακτής αυτή που περιμένει τον δάσκαλο ντυμένο τον χιτώνα του φωτός. Μα, έχει το φως χιτώνα; Κι αν είναι χιτώνας αυτό που μεσοπέλαγα κρύβει την αγάπη, τότε οι πράσινοι κάμποι της θάλασσας ποια συνωμοσία τεχνουργούν και γιατί η ποιήτρια απλώνει το χέρι, γιατί επιμένει να ονομάζει δάσκαλο εκείνον που έρχεται προς αυτήν σαν θεραπευτής;</p>
<p>Ό,τι και να είναι, το πρώτο ποίημα της συλλογής το ονομάζει «Ανάσα», λες και η ίδια η γραφή στην απαρχή της, από την πρώτη κιόλας σελίδα της, τη σώζει από πνιγμό. Λες και ένας Χριστός επί των υδάτων την καλεί να περπατήσει μαζί του.</p>
<p>Και μία αναγκαία στο σημείο αυτό διευκρίνηση.</p>
<p>Η ποίηση δεν είναι ενασχόληση των αργόσχολων και των τακτοποιημένων, δεν είναι χόμπι σαν την ορειβασία, τη ζωγραφική, το κέντημα και την πεζοπορία. Είναι μια άκρως επώδυνη συνθήκη που όποιος δεν το γνωρίζει πλανάται πλάνην οικτρά να θεωρεί ότι κάποιος γράφοντας εκτονώνεται, σχεδιάζει λεξούλες, βάζει και λίγο ρυθμό και έτσι περνά τον χρόνο του. Αντιθέτως, είναι μια διαδικασία επώδυνη, μια εγχείρηση χωρίς αναισθητικό, καθώς η γλώσσα εξορύσσει από βάθη μεγάλα τις πιο κρυμμένες ακόμα και από εμάς αλήθειες μας, αυτές που η καθημερινότητα με τις ταχύτητές της τις βάζει κάτω από το χαλί, όμως εκείνες εκδικούνται.</p>
<p>Μια πολυθρόνα ψυχανάλυσης είναι η γραφή και αυτό δεν είναι πάντα αναίμακτο. Γιατί αυτή η εξήγηση;</p>
<p>Γιατί οι στίχοι σε ένα διαρκές και σταδιακό ξεφλούδισμα του εαυτού συστήνουν στο ποιητικό υποκείμενο τον ίδιο του τον εαυτό. Και αυτό προϋποθέτει αν μη τι άλλο γενναιότητα, για να μην πούμε άγνοια κινδύνου.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η ταύτιση της ποιήτριας με το υγρό στοιχείο θα λέγαμε πως δεν είναι τόσο δήλωση θαυμασμού και αγάπης όσο κυρίως η αίσθηση ότι η θάλασσα διαθέτει την πλήρη δυνατότητα των εναλλαγών στη διάθεση και στην ελευθερία.</p>
<p>Με άλλα λόγια, της επιτρέπεται η κυκλοθυμία, κάτι που την καθιστά γοητευτική και μυστηριώδη. Κάτι ανάλογο στον άνθρωπο βέβαια θα θεωρούνταν μάλλον απαγορευτικό και κατακριτέο.</p>
<p>Ως εκ τούτου, στην ποίηση της Έλενας Σάββα Κιννή κυρίαρχη προβάλλει η διελκυστίνδα ανάμεσα στη σύμβαση και στην ελευθερία, ο έλεγχος και η συστολή απέναντι στην τρικυμία και το ξέσπασμα.</p>
<p>Ό,τι κινδυνεύει να ξηλωθεί το μπαλώνει, τις σκέψεις της φροντίζει να τις έχει καταχωνιασμένες σε σημείο ασφαλές γιατί «Γυμνά καλώδια ηλεκτροφόρα» οι σκέψεις και «κινδυνεύουν να βραχούν».</p>
<p>Κρατά απόσταση ασφαλείας από τα αιχμηρά και ζημιογόνα των σχέσεων, από τους δισταγμούς και τις επιθυμίες, να έχει το κεφάλι της ήσυχο.</p>
<p>Μικρή κρατούσα αποστάσεις / απ’ τις ανεξιχνίαστες επιθυμίες / αργότερα απ’ τα πλοία που ανέμιζαν δάκρυα</p>
<p>θα πει στο ποίημα «Πρεσβυωπία», ενώ στο ποίημα «Ελένη» γράφει:</p>
<p>Σακατεμένα γόνατα / απ’ τον καιρό της Τροίας σε προδίδουν / μα από τον όλεθρο /κρατιέσαι σε απόσταση.</p>
<p>Το πρόσωπο λοιπόν και το προσωπείο του σε μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στα διεστώτα. Κι αυτά είναι από τη μια η κατά κόσμο εικόνα μας που πάντα συμβαδίζει με τις επιθυμίες των άλλων και από την άλλη η βαθιά μαλακή ύλη της ψυχής που γυρεύει να ανασάνει. Και εδώ παρατηρείται το εξής παράδοξο.</p>
<p>Άκουσον, άκουσον, το σχέδιο διάσωσης επιχειρείται από τον ίδιο τον πνιγμένο.</p>
<p>Δεν είναι επιθυμία απλή / ν’ αναζητώ την πρόγνωση /στη μέση δυο παγόβουνων. / Να προσδοκώ την αλισάχνη στα πρόθυρα πνιγμού./ Να ψάχνω δεύτερο κλειδί / για το χαμόγελό μου. /Να κρύβομαι /σε ενός σπουργίτι τη σκιά /ακόμα κι από μένα.</p>
<p>(Συναρμολογώ τα πρόσκαιρα I)</p>
<p>Η αλισάχνη, το δεύτερο κλειδί για να ξεκλειδωθεί το χαμόγελο αλλά και η σκιά του σπουργίτη που θα κρύψει το πρόσωπό της ακόμα και από τον ίδιο της τον εαυτό είναι όλα τα σημαντικά σύνεργα που η ίδια η ποίηση εγχειρεί στο ποιητικό υποκείμενο για να σωθεί μόνο του.</p>
<p>Κι αν δεν σωθεί; Κι αν αποδειχτεί μικρή η ζωή για σωτηρίες και διασώσεις; Για εκείνη την περίπτωση αφήνει «Υστερόγραφο» και παραγγέλλει:</p>
<p>Όταν θα φύγω / να μου φορέσεις το φουστάνι το γλυφό / και κοίτα να μου κρύψεις στον ποδόγυρο / φως σκοτεινό / τους γρίφους/ τα μετέωρα// προζύμι στην επόμενη ζωή / για να βλαστήσω.</p>
<p>Τουτέστιν, από όλα τα υπάρχοντα παίρνει μαζί της το φόρεμα της θάλασσας, αναθέτοντας σε ρούχο γλυφό να ενδυθεί το άσαρκο. Παίρνει μαζί της φως σκοτεινό, κάτι σαν τον φακό των ανθρακωρύχων, παίρνει το αίνιγμα που είναι η ίδια η ποίηση και η ζωή συγχρόνως, γιατί είναι βαρετός ακόμα και ο θάνατος, αν όλα είναι λυμένα και τέλος παίρνει μαζί της και τα μετέωρα, εκείνες τις περιοχές που δεν στερεώνονται, δεν καταλήγουν, δεν σταθεροποιούνται αλλά ανάμεσα γης και ουρανού βιώνουν την ελευθερία της αιώρησης.</p>
<p>Η ίδια η ζωή, αυτή η σύμβαση ανάμεσα στα «θέλω» και στα «οφείλω» είναι συνθήκη ασφυκτική, ένας δρόμος δύσβατος που η Έλενα Σάββα Κιννή ωστόσο τον διαβαίνει σφυρίζοντας έναν σκοπό.</p>
<p>Ο ρυθμός, τόσο εκείνος της εσωτερικής ρύθμισης και αρμονίας όσο και εκείνος της ποίησης που αναλύεται σε μέλος ή στίχο είναι μαζί με τη θάλασσα οι συνταξιδιώτες της. Διορθώνω, μάλλον η θάλασσα είναι ο κατεξοχήν ρυθμός της αέναης κίνησης και εναλλαγής, η παρηγορητική ηχητική σιωπή που συμπαραστέκεται στα επικίνδυνα εγχειρήματά μας. Και βέβαια κανένα πιο μοναχικό και δραματικό εγχείρημα από την ίδια την αγωνία της ύπαρξης να κρατηθεί στη ζωή.</p>
<p>[…] Σύμφωνα με το λεξικό / η ακινησία δεν μπορεί να θεωρηθεί / συνώνυμη της ασφάλειας. / «Κύριε, πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου», / Πάγοι είμαστε / που επιπλέουν υπομονετικά / με την ελπίδα / -να αποφύγουμε το παγοθραυστικό- / όλο να ξεμακραίνει.// Κάποτε θα αναρριχηθούν / οκτάβες από μαυρόασπρα πλήκτρα / ώσπου να ξεδιπλωθεί / δοξαστικός λυγμός στο άπειρο. // Γιατί τόσος καπνός;</p>
<p>«Γάζα σε αχρηστεία»</p>
<p>Η ανθρώπινη φύση παγωμένη ήδη από τη γέννησή της μπροστά στη γνώση του επικείμενου τέλους γίνεται εκείνο το απόκομμα πάγου που επιπλέει και προσεύχεται να μην τη συναντήσει το παγοθραυστικό. Η ελπίδα αυτή δυστυχώς αποδεικνύεται φρούδα. Το παγοθραυστικό ολοένα πλησιάζει. Και τότε μια άλλη ελπίδα αναδύεται, εκείνη του ρυθμού και του ήχου που επιφέρει την αρμονία στην ταραχή.</p>
<p>Οι οκτάβες βέβαια που ξεδιπλώνουν λυγμό δοξολογίας διαπιστώνουν ηττημένες τον καπνό να απορροφά την ανάσα.</p>
<p>Και όσο κι αν πάλι επικαλείται τον ρυθμό να συνδράμει και να ελαφρύνει την τραγικότητα, ωστόσο εκείνη αμετανόητα παρούσα αδιαφορεί και συνεχίζει το έργο της. Γράφει αναφερόμενη σε κάποια πουλιά:</p>
<p>Κρυμμένο είχαν στα πέλματα / το νόημα του κόσμου / κι ένα σπυρί ψωμί, ένα λιοκόκκι / – εμένα ας πούμε – / στο πιο μακρύ τους νύχι / σ’ ελεύθερη αναρρίχηση χωρίς εξοπλισμό / ευημερία εφήμερη να ζω/ μα το ολίσθημα άδοξο / παράφωνη η πτώση έστω / και αν τη συνόδευε απ’ το ράδιο / η πέμπτη του Μπετόβεν.</p>
<p>Η ζωή με τους κανόνες, τα μοιρογνωμόνια και τα υποδεκάμετρά της είναι πάντα επί των επάλξεων για τη συνείδηση της ποιήτριας, η οποία δεν τρέφει ψευδαισθήσεις για τους ποικίλους αφανισμούς που καραδοκούν να ακυρώσουν την ύπαρξη.</p>
<p>Η συνειδητοποίηση πάντως πως το ολίσθημα καραδοκεί καθιστώντας την πτώση αναπόφευκτη, την αναγκάζει να πάρει τα μέτρα της από νωρίς και να κρατά τις αποστάσεις από τα αναπάντεχα και οδυνηρά. Με λίγα λόγια, συνήθισε να υπεκφεύγει κρατώντας τον ψυχισμό της σε θερμοκρασία δωματίου.</p>
<p>[…] Τώρα η ζωή γδέρνεται και λαβώνεται / και τα κομμάτια χάνονται/ όπως η αθωότητα. /Έμαθαν και τα δάκρυα να κολυμπούν / μόνο στα μαξιλάρια/ κάποιες φορές σαν υπεκφυγή/ παρέα με το σαπούνι / και στα ποτάμια κάποτε /να μοιάζουν σημαδούρες /θαρρούν πιασμένα στα κλωνιά / πως θα κρυφτούν της νύχτας / μα λυγίζουν.// Μεγαλώνω όπως με ορμήνεψες, μαμά / – εκτός από βολβούς – / σπόρους που δεν λυγίζουν / όνειρα εποχιακά, πρωτόγνωρες ελπίδες./ Κρατιέμαι από κιτρινισμένες συνταγές /με τον διακόπτη της ζωής / σταθερό στη χαρμολύπη. / Κατά τα άλλα / βουλιάζω ξυπόλητη / στην απομόνωση της αγάπης.<br />
«Λευκές σελίδες»</p>
<p>Κι όμως υπάρχει πάντα εκείνο το μυστικό πέρασμα της μνήμης που επέζησε, γιατί είναι μια θωρακισμένη μνήμη που κράτησε λέξεις στη σιωπή μα, όπως λέει: «βρέθηκαν βρεγμένες με οινόπνευμα / λες κι έψαχναν /πριν απ’ το ολοκαύτωμα μια πλεύση».</p>
<p>Βέβαια, η συνθήκη της αδιατάρακτης ειρηνικής ζωής δεν γίνεται αναίμακτα. Αντίθετα, απαιτεί κόπο και μέθοδο και ικανότητα δεινού και ταλαντούχου ηθοποιού.</p>
<p>Προσποιούμαι ένα φεγγάρι / που γεννιέται από τη Δύση./ Κατσαρόλα που κοχλάζω /με το καπάκι μου κλειστό. /Ο θάνατος μυρίζει συντριβή /αδιαφορώ αν δεν ξυπνήσω. Θρύμματα τώρα το ψωμί /που ζύμωνε η πείνα μου. / Γιατί κλαίω; //Η λαχτάρα μου ανεμίζει /πόθους ανυποψίαστους./ Ζωγράφησε, με παροτρύνει /την παράνοια του έρωτα / τη γαλήνη της μουσικής / το μέτρημα της προσευχής / τα φτερά στο παραμύθι / το έλεος.</p>
<p>Αυτά είναι τα πέντε στοιχεία που συγκροτούν και ίσως συγκρατούν την ποίηση της Κιννή.</p>
<p>Επαναλαμβάνω: Ο έρωτας, η μουσική, η προσευχή, το παραμύθι, το έλεος.</p>
<p>Η κλίμακα είναι απόλυτα φυσική και άκρως δικαιολογημένη:</p>
<p>Και έρχεται ο έρωτας ο ξαφνικός που ευθύνεται για την ταχυκαρδία, την αρρυθμία και την ταραχή.</p>
<p>Και έρχεται η μουσική να εναρμονίσει και να συνθέσει, να εκτονώσει την αρρυθμία και την ταραχή.</p>
<p>Και έρχεται η προσευχή να καταθέσει το αίτημα, να επιληφθεί ο ίδιος ο Θεός για την αποκατάσταση της ευρυθμίας, να πάψει η ταραχή.</p>
<p>Και έρχεται το παραμύθι να μας θυμίσει πως έζησαν αυτοί καλά κι εμείς ίσως λίγο καλύτερα. Μα, η ψυχή γνωρίζει πως είναι παραμύθια όλα αυτά, κι εκείνοι που αγαπήσαμε μας πρόδωσαν και πού να κλείσει μάτι η ψυχή τώρα που πιο πολύ επιμένει η αρρυθμία και η ταραχή.</p>
<p>Και τότε έρχεται το έλεος και γίνεται θάλασσα η ψυχή, μια θάλασσα όμως λάδι όπως αυτό που μπαίνει στην πληγή για να την κλείσει.</p>
<p>Και τότε μόνο φεύγει η αρρυθμία και η ταραχή.</p>
<p>Και τότε μόνο η θάλασσα, που είναι η Έλενα, ηρεμεί και γαληνεύει.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/02/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bd%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/12/%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/12/%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 01 Dec 2024 18:10:06 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21722</guid>

					<description><![CDATA[Η Καλή Κουρκουμέλη Χαραλαμπίδου γεννήθηκε στην Κεφαλονιά , όπου και αποφοίτησε από το Βαλλιόνειο Γυμνόσιο Κεραμειών. Στη συνέχεια σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών. Εργόστηκε στη Μέση Εκπαίδευση γιο κάποια χρόνια στην Ελλάδα και έπειτα , μετά το γάμο της με τον Αντρέα Πολυνείκη Χοραλαμπίδη, στην Πάφο, όπου για 31 χρόνια &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/12/%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΚΑΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Καλή Κουρκουμέλη Χαραλαμπίδου γεννήθηκε στην Κεφαλονιά , όπου και αποφοίτησε από το Βαλλιόνειο Γυμνόσιο Κεραμειών. Στη συνέχεια σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών. Εργόστηκε στη Μέση Εκπαίδευση γιο κάποια χρόνια στην Ελλάδα και έπειτα , μετά το γάμο της με τον Αντρέα Πολυνείκη Χοραλαμπίδη, στην Πάφο, όπου για 31 χρόνια υπηρέτησε στο Κυπριακό Δημόσιο ως καθηγήτρια και Διευθύντρια σε Λύκεια και Γυμνάσια της Πάφου. Σ&#8217; ένα έντονα πολιτικοποιημένο περιβάλλον, έδωσε δραστήρια το παρών της τόσο στα πολιτιστικά δρώμενα της Πάφου όσο και στους αγώνες για λευτεριά και δικαίωση της Κύπρου, σε στιγμές κρίσιμες για τον τόπο. Ασχολήθηκε με ίήλο και αγάπη με το Σχολικό θέατρο και ιδιαίτερα με το Αρχαίο Ελληνικό δράμα. Ποιήματα, άρθρα και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά.<br />
Το 2019, εκδίδει την πρώτη ποιητική της συλλογή «Τα εν Δυνάμει». Η παρούσα ποιητική συλλογή «Ήχος Εντός» είναι η δεύτερό ποιητική της κατάθεση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21726 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-002-198x300.jpg" alt="" width="351" height="532" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-002-198x300.jpg 198w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-002.jpg 317w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21725 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-0002-188x300.jpg" alt="" width="351" height="560" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-0002-188x300.jpg 188w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/12/Untitled.FR12-0002.jpg 401w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΗΧΟΣ ΕΝΤΟΣ (2024)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ</strong><br />
<strong>Σκέψεις &#8211; Προβληματισμοί &#8211; Διάφορα</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΝΑ</strong></h5>
<p>Μόνα, Ξεχωριστή μορφή,<br />
Ξεχωριστά βαρύ και το φορτίο που φέρνεις.<br />
Δεν εμετάνοιωσες ποτέ γι&#8217; αυτό,<br />
λάμπεις ολόκληρη το βρέφος σαν θωπεύεις.<br />
Ξενυχτάς μόνα, μα με χαρά πρωί πάντα ξυπνάς<br />
κάθε φορά που η αγκαλιά σου,<br />
τους φόβους των παιδιών σου<br />
μες στη νύχτα θεραπεύει.</p>
<p>Μόνα, λαβώνει την καρδιά τού κάθε ανθρώπου,<br />
ο βουβός πόνος σου για το παιδί σου,<br />
που δε θα γυρίσει πια.<br />
Και συ της Κύπρου μάνα πονεμένη,<br />
στα μάτια σου διαβάζουμε<br />
τη θλίψη όλου του κόσμου,<br />
τη ραγισμένη κάθε μάνας την καρδιά,<br />
το σπαραγμό που ο πόλεμος μας φέρνει.<br />
Αυτόν τον πόνο μάνα πικραμένη<br />
πάντα θα τον κουβαλάς<br />
και πάντα μόνη θα τον υπομένεις.<br />
Μάνα, δε θά ‘ντεχες για τίποτ&#8217; άλλο<br />
τις κακουχίες και τις πίκρες της ζωής.<br />
Μόνο για τα παιδιά σου, μάνα, θυσιάζεις<br />
και καλοπέραση και νιάτα και ψυχή.</p>
<p>Μια κορυφή στον κόσμο μέσα<br />
μόνα, ψηλώνεις όσο άνθρωποι υπάρχουν.<br />
Δεν έχουν άλλο στήριγμα τόσο μεγάλο<br />
παρά τη θαλπωρή μιας αγκαλιάς,<br />
πού &#8216;ναι γλυκιά και τρυφερή<br />
σαν τα φιλιά σου.</p>
<p>Σεπτέμβριος, 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΗ ΑΤΥΧΗΣ</strong></h5>
<p>Σε είπαν θεά και πολύ σε λατρέψανε.<br />
Ιερή και πανσέβαστη σ&#8217; είπαν.<br />
Δύναμη αθόρυβη είσαι ειρήνη,<br />
που ό,τι καλό και μεγάλο<br />
στον κόσμο μας γίνεται,<br />
μες στη γαλήνη και στη χαρά σου γεννιέται.<br />
Στη φωτιά του πολέμου και στο αίμα<br />
που αλύπητα χύνεται γυρίζεις την πλάτη.<br />
Αυτός ο αγέρας δεν είναι παρά μια αδύνατη πνοή,<br />
όσο για να συντηρείσαι.<br />
Για μας είσαι η ίδια η ζωή,<br />
η ίδια η ανάσα μας.<br />
Θεά είσαι της προκοπής και του πνεύματος.<br />
Δυστυχώς όμως στους καιρούς μας ατύχησες.<br />
Προπέτασμα σ&#8217; έβαλαν να χάνονται πίσω σου<br />
και από σε ν&#8217; αλαργεύουν<br />
οι αδελφές σου οι αχώριστες,<br />
η Ευνομία και η Δίκη.<br />
Χωριστά απ&#8217; αυτές εσύ δεν υπάρχεις,<br />
δεν έχεις ταυτότητα.<br />
Μια ψευδεπίγραφη είσαι αρχή,<br />
που μόνο το ατυχής σε εκφράζει.</p>
<p>Πάφος, 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΑΛΑΤΕΙΑ</strong></h5>
<p>Στην αγαπημένη φίλη όταν αποφοιτήσαμε από το πανεπιστήμιο</p>
<p>Όταν πρωτοβρεθήκαμε είμαστ&#8217; αθώα κορίτσια,<br />
με τ&#8217; όνειρο ανεμπόδιστο<br />
και την ψυχή γεμάτη.<br />
Μέσα βαθιά μας κλείναμε<br />
τη φλόγα του ωραίου<br />
κι ήταν ο κόσμος όμορφος<br />
και η ελπίδα ακέρια.<br />
Τώρα η πορεία τέλειωσε,<br />
τώρα η πορεία αρχίζει.<br />
Τώρα δεν είμαστε μικρές,<br />
δεν είμαστε μεγάλες.<br />
Έχει χλομιάσει τ&#8217; όνειρο<br />
μα και δεν έχει σβήσει.<br />
Τώρα αν αλλάξει ο δρόμος μας<br />
θα βρούμε σταυροδρόμι<br />
στης σκέψης τα πετάγματα<br />
και στης καρδιάς τη ζέση.<br />
Με όνειρα και αντοχές<br />
εύχομαι αγαπημένη,<br />
τα σκαλοπάτια της ζωής όλα να τ&#8217; ανεβούμε,<br />
μ&#8217; όποια κι αν έχουν χρώματα<br />
μ&#8217; όσες ζωές κι αν κρύβουν.</p>
<p>Αθήνα, Δεκαετία 1960</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΥΠΑΡΞΗ</strong></h5>
<p>Μέσα στα δέντρα, μέσα στη θάλασσα,<br />
έξω απ’ τα μαύρα στόματα των βράχων,<br />
ανάμεσα στις μυρωδιές που σκορπίζουν<br />
τα άσπρα κρινάκια της άμμου,<br />
νοιώθεις αρχέγονη την ύπαρξή σου.<br />
Αισθάνεσαι βαθιά κι αθόρυβη την ανάσα σου,<br />
αρχέγονη την εικόνα που απλώνεται γύρω σου,<br />
εάν φυσικό κανείς δεν τρομάξει τα κύματα.<br />
Τέτοιες στιγμές βγαίνεις<br />
απ&#8217; τον εαυτό σου, βλέπεις από<br />
απόσταση<br />
τη μικρή, πολύ μικρή κουκκίδα<br />
που είσαι,<br />
με μια πρωτόγνωρη αίσθηση,<br />
που θά&#8217; θελες να διαρκέσει για πάντα.</p>
<p>Πάφος, Αύγουστος 2022</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Τέλειωσαν όλα.<br />
Σβήσανε οι φρούδες ελπίδες.<br />
Μας πληγώνει κατάκαρδα, σκληρά,<br />
η πραγματικότητα,<br />
ορατή τόσο ξεκάθαρα τώρα.<br />
Το πρώτο άγγιγμα του εχθρού<br />
στην έρημη, την άφωνη πόλη,<br />
φέρνει στην άκρη της γλώσσας μας<br />
το απευκταίον:« η πόλις εάλω».<br />
Δε θέλω να κλάψω, αρνούμαι<br />
να το αποδεκτώ.<br />
Δεν έχουμε άλλη δύναμη, δεν έχουμε<br />
άλλα δάκρυα για χαμένες πατρίδες.<br />
Θυμό τώρα έχουμε, οργή,<br />
που η σιωπή και η μακρόχρονη καρτερία<br />
απάτη ήτανε πόλη αγαπημένη.<br />
Η ομορφιά ήσουνα με το πνεύμα σμιγμένα.<br />
Οι γαλανόξανθες παραλίες σου<br />
τραβούσαν το νου και ξεστράτιζαν την καρδιά<br />
για άλλα ταξίδια,<br />
μέσα στις μυρωδιές και τα αρώματά σου.<br />
Τώρα σιωπή, τώρα κατήφεια,<br />
τώρα ντροπή.<br />
Προς τι τάχα τα μοιρολόγια; θα πεις.<br />
Προς τι; ρωτάμε και μεις.<br />
Αλήθεια γίνονται θαύματα;<br />
ΙΣΩΣ.</p>
<p>Πάφος, 8/8/2021<br />
Μέρα που οι κατοχικές δυνάμεις άνοιξαν την κλειστή πόλη της Αμμόχωστου</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ</strong><br />
<strong>Της Φύσης &#8211; Της Αγάπης &#8211; Διάφορα</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ</strong></h5>
<p>Την απλωσιά της θάλασσας<br />
τη χαίρονται τα όρη.<br />
Πανύψηλα ανεβαίνουνε έρωτες ν&#8217; ανταμώσουν,<br />
ενώ πλάι στη θάλασσα ο φλοίσβος κελαηδάει.<br />
Χίλιες φορές σ&#8217; ένα βουνό το στέκι σου να στήσεις,<br />
να &#8216;ναι ψηλό κι η θάλασσα<br />
στα πόδια του ν&#8217; αφρίζει,<br />
παρά στα τάρταρα της γης<br />
μες στο βαθύ σκοτάδι.<br />
Στις κορυφές να στέκεσαι<br />
μ&#8217; όλη τη γη δική σου,<br />
με λογισμούς αέρινους<br />
που στοχασμούς γεννάνε.<br />
Απόλαυσε την ομορφιά και τη χαρά της φύσης<br />
κι άσ&#8217; το βαρκάρη κατά κει<br />
να σου ζητάει πορθμεία.</p>
<p>Πάφος, 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΕΦΕΛΕΣ ΑΣΗΜΟΦΩΝΕΣ</strong></h5>
<p>Δε θα &#8216;μαι γω σ&#8217; αυτήν του κόσμου τη γιορτή,<br />
που θα &#8216;ρθει αν επιτέλους κάποτε έρθει.<br />
Μόνο μικρές χαρές θα κουβαλώ που πανηγύρι θα φαντάζουν<br />
σ&#8217; αγριοκαίρι.<br />
Ένα θεριό η θάλασσα και κρέμασε<br />
στο φόντο του &#8216;ουρανού φιγούρες απ&#8217; τα νέφη.<br />
Απόμακρες φιγούρες, Ξένες, Ξωτικές,<br />
που στην ψυχή χρώματα αλλόκοτα<br />
και μια μισόφωτη γαλήνη φέρνουν.<br />
Τι κόσμους φτιάχνουν με τα νέφη οι ουρανοί!<br />
Τι μέρη άγνωστα, αλαργινά σμιλεύουν!<br />
Μορφές παράξενες, τοπία ονειρικά<br />
που ασημόφωνες κιθάρες με χρυσές χορδές<br />
τους ρεμβασμούς στη μοναξιά μου συντροφεύουν.</p>
<p>Πάφος, Ιανουάριος 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Κάτω απ&#8217; της νύχτας το μάτι<br />
βαδίζουμε σκυφτοί να βρούμε<br />
αραξοβόλι, εκεί να κρατηθούμε.<br />
Μα όμως στης μέρας τη θωριά<br />
καμιά σκιά δε θα μας Ξεγελάσει,<br />
πράματα πολλά ο ήλιος θα μας δείξει.<br />
Αυτός θα αποδιώξει τη σκοτεινή νυχτιά.<br />
Η κρυσταλλένια η πηγή<br />
τα όνειρά μας θα δροσίσει.<br />
Εκεί θα μείνουμε, χωρίς κανένας δισταγμός,<br />
χωρίς καμιά θολούρα<br />
τη ζωή μας να συγχύζει.</p>
<p>Πάφος, Δεκ.2022</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Με κοίταζες και μού &#8216;λεγες<br />
τώρα ας τελειώσει ο κόσμος,<br />
στο χαλασμό του ας χαθώ,<br />
ας σταματήσει ο χρόνος.<br />
Όταν σε νιώθω δίπλα μου<br />
τι χρόνος ! τι αντάρα!<br />
Την πούλια ο κόσμος ντύνεται<br />
κι ο αυγερινός τα άστρα.<br />
Ούτε στρατί θα ψάχνουμε<br />
ούτε μεγάλους δρόμους,<br />
στον ουρανό θα βλέπουμε<br />
τη χάρη όλου του κόσμου.<br />
Και μες στ&#8217; αστέρια τα πολλά<br />
ένα διπλό στολίδι,<br />
το&#8217; να της πούλιας ξέφυγε,<br />
τ&#8217; άλλο τ&#8217; αποσπερίτη.</p>
<p>Πάφος, Μάιος 2023</p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ</strong><br />
<strong>Λευτεριά &#8211; Πατρίδες &#8211; Διάφορα</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΑΜΕΝΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>Ένας ψίθυρος στην απόλυτη σιωπή.<br />
Αμέσως μετά ταραχή.<br />
Αδειάζει η πόλη.<br />
Και καθώς κυνηγημένοι τρέχουν<br />
οι άνθρωποι, τα πολύχρωμα λουλούδια<br />
τσαλακωμένα φωνάζουν.<br />
Όμως κανείς δεν ακούει.<br />
Με πόση αγάπη τα φύτεψε<br />
και τα μεγάλωνε η όμορφη κόρη.<br />
Μα τούτη την ώρα αυτό δε μετράει.<br />
Τώρα η ζωή τσαλακώνεται,<br />
η πόλη στενάζει βαριά,<br />
τα λουλούδια μαραίνονται,<br />
τα παιδιά απορούνε.<br />
Αθώα,<br />
ζητάνε τις κούκλες τους<br />
που έμειναν πίσω,<br />
τα στρατιωτάκια τους, που δεν ακολούθησαν.<br />
Κι ήτανε τόσο καλά<br />
και δε μοιάζουν με αυτούς,<br />
που τώρα σκορπίζουν τη φρίκη.<br />
Πότε θα γυρίσουμε πίσω; ρωτάνε.<br />
Καμία απάντηση, μονάχα ένα δάκρυ.</p>
<p>Πάφος 2022<br />
Για τις πολύπαθες πόλεις της Ουκρανίας</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p>Πέρασε τη ζωή της με μια φωτογραφία στα χέρια.<br />
Με μια ελπίδα μετέωρη, που θέλει όμως \/ο τη συντηρεί ασταμάτητα.<br />
Πέρασαν χρόνια. Η μορφή της μαράθηκε.<br />
Το γέλιο αυθόρμητο ποτέ δεν ακούστηκε,<br />
σ&#8217; αυτό το μαύρο τοπίο της αναμονής.<br />
Μπορεί να μη ^ει το παιδί της,<br />
μπορεί.. αλλά και πάλι<br />
τίποτα δεν της απαγορεύει να ελπίζει.<br />
Ίσως και να ζει, μα ποιος ξέρει που να &#8216;ναι;<br />
Κι όταν αργότερα της δώσανε<br />
τα λιγοστά κόκκαλα που απόμειναν,<br />
τα πήρε βουβή, τα φίλησε με λατρεία,<br />
τα μοιρολόγησε και τα συνόδεψε<br />
στην ταφή.<br />
0 κύκλος έκλεισε.<br />
Δεν έμεινε τίποτα πια να περιμένει.<br />
Χάθηκαν και οι ψευδαισθήσεις.<br />
Τώρα με τη φωτογραφία πάντα στην αγκαλιά της,<br />
ετοιμάζεται για το στερνό της ταξίδι προς τη μεγάλη συνάντηση.<br />
Πάφος, 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ</strong><br />
<strong>Πένθιμα</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΡΕΝΑΤΑ (ΕΛΕΓΕΙΟΝ)</strong></h5>
<p>Ήσουν ανθός μες στους ανθούς<br />
χαρά του κόσμου ήσουν,<br />
το γέλιο ήσουν της αυγής<br />
τριαντάφυλλο η μορφή σου.<br />
Τώρα γιατί χαμήλωσες;<br />
Γιατί έκλεισες τα μάτια;<br />
Δε βλέπεις πόσοι σε φιλούν;<br />
Πόσοι για σένα κλαίνε;<br />
Ψάχνει ο πατέρας να σε δει,<br />
τη λεβεντιά σου ψάχνει.<br />
Κι η μάνα πνίγει τους λυγμούς.<br />
Δε σου ταιριάζουν λέει.<br />
Εσένα πρέπουν σου χοροί,<br />
γιορτές και πανηγύρια,<br />
πρέπουν σου όνειρα γλυκά<br />
που να σκορπίζουν γύρω<br />
αρώματα και ομορφιές<br />
στων λουλουδιών τους κήπους<br />
κι όχι ο δρόμος π&#8217; άνοιξε<br />
ο μαύρος καβαλάρης.</p>
<p>Πάφος, Αύγουστος 2023</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ (2019)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ</strong><br />
<strong>Αναζητήσεις</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΔΡΟΜΗ</strong></h5>
<p>Τι κι αν γυρίζεις πίσω κάθε ώρα,<br />
το πίσω δε μπορεί παρόν να γίνει,<br />
αχνό φωτάκι ακόμα αν λαμπυρίζει,<br />
λογάριασέ το για σβησμένο τώρα.</p>
<p>Οι λύπες κι οι χαρές μάς προσπεράσαν,<br />
δεν έχουν αντοχές, πίκρα μας φέρνουν.<br />
Τη μαγική θωριά τους αλλού στρέφουν<br />
κι όλα σ &#8216;αυτή τη ζήση έχουν γεράσει.</p>
<p>Ο κόσμος τούτος σαν τρελός φαντάζει,<br />
κι αλλόκοτος μας παίρνει και μας φέρνει.<br />
Απ&#8217; τα παλιά τίποτα πια δε μένει</p>
<p>κι αυτά που λες πως Ιουν έχουν πεθάνει.<br />
Σ &#8216;αναδρομή μη στηριχτείς, στοχάσου:<br />
Κόπος χαμένος, αλλαγή δε φέρνει.</p>
<p>(Σονέτο)</p>
<p>Πάφος, Σεπτέμβρης 2018</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΟΓΟ</strong></h5>
<p>Ρωτάς ον έφυγε η ζωή.<br />
Που αντιστεκόμαστε είναι λοιπόν η λύση;<br />
Που πνίγουμε το βουητό με ψίθυρο<br />
είναι σκοπός;</p>
<p>Που αποστομώνουμε με τσάχαλα<br />
το αγριωμένο ρέμα<br />
είναι ουσία;</p>
<p>Παράξενα όμως,<br />
επιμένουμε να υποκρινόμαστε<br />
-πάντως με επιτυχία-<br />
που ξεγελιέται η ζωή ότι δεν έφυγε<br />
και τα χαμόγελα πως δήθεν<br />
τόσο δε διέγραψαν μάκρος.</p>
<p>Δρασκελίζουμε έπειτα με άνεση τάχα<br />
το αδόκητο ρήγμα,<br />
ακουμπισμένοι στην πρόκληση της ελπίδας,<br />
που οριοθετεί ανυποψίαστα,<br />
η αφιλότιμη,<br />
το συγχυσμένο πεδίο του παράλογου.</p>
<p>Πάφος, 31/1/2000</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ</strong></h5>
<p>Είπαν βουλιάζουμε.<br />
Ορθόστηθα τα κύματα μας απειλούν,</p>
<p>χανόμαστε.</p>
<p>Εσύ το ζώπυρο το νεύρο σου,<br />
το απόθεσες<br />
στην παθογόνα σκέψη σου.<br />
Ακύρωσες τη δράση<br />
με τις αμήχανες<br />
κι ανώφελες κινήσεις σου&#8217;<br />
δεν αναζήτησες καν τα σωσίβια.</p>
<p>Εσύ κι εσύ κι εσύ, κακόσορτοι,<br />
από την πλώρη ουρλιάζοντας πηδήσατε<br />
και πριν τον καταποντισμό<br />
πιάσατε πάτο.</p>
<p>Λίγοι μονάχα &#8211; ελάχιστοι &#8211; καρτέρεσαν,<br />
να αναμετριούνται<br />
με τις θύελλες και τους ανέμους,<br />
με νύχια και με δόντια<br />
να κρατιούνται&#8230;</p>
<p>Ίσως ορθοποδήσει το σκαρί.</p>
<p>Ίσως σωθούνε<br />
να σωθούμε!</p>
<p>Πάφος, Νοέμβρης 2014</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ</strong><br />
<strong>Φωνές Πατρίδας</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>Ιούλιος 1974. Αντίστροφη η πορεία</strong><br />
<strong>του ήλιου στο μαρτυρικό νησί.</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>1 ΚΕΡΥΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Γέλιο που χάθηκες στο μαύρο πρωινό,<br />
χαρά που σβήστηκες στην άραχνη μέρα,<br />
αγέρα που πάγωσες στην κορφή του Άγιου Ιλαρίωνα,<br />
στον ίσκιο του κατακτητή.<br />
Μυρωμένη ανάσα του καλοκαιριού, πνοή που κόπηκες<br />
στη λατρεμένη Κερύνεια.<br />
Κερύνεια το κάστρο σου πένθιμο,<br />
βουβά τα καράβια σου,<br />
ακίνητα τα δροσερά νερά σου.<br />
Και το αρχαίο καράβι σου;<br />
Μα δεν ακούτε λοιπόν πώς κτυπούν τα κουπιά<br />
στους ανέμους;<br />
Δε βλέπετε πώς διασχίζει τους αιώνες φορτωμένο την<br />
ιστορία;<br />
Κι ο Πενταδάκτυλος;<br />
Μαχαιρωμένος κατάστηθα μας πνίγει,<br />
μα είναι εκεί, όγκος ακίνητος και περιμένει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>2 ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Απ&#8217; της Κερύνειας την πληγωμένη αγάπη,<br />
η μνήμη αδυσώπητη μας γυροφέρνει στην προδομένη<br />
Αμμόχωστο.</p>
<p>Βασιλεύουσα στις καρδιές μας,<br />
ανυπεράσπιστη<br />
στη δολιότητα του εισβολέα<br />
φέρνει εκεί δανά και δανά<br />
την ψυχή και το νου μας,<br />
εκεί στη θλιβερή σιωπή της.</p>
<p>Πανάρχαια μάρμαρα της Σαλαμίνας<br />
μας στέλνετε ακόμα τη λάμψη σας.</p>
<p>Ο ήλιος ανελέητος,<br />
καθρεφτίζει πάνω σας τις ακτίνες του,<br />
που μας καίνε,<br />
που άναψαν κιόλας<br />
φωτιά στις καρδιές μας<br />
για να μη σβήσει ποτέ τούτη η λάμψη,<br />
να μην τη θαμπώσει ποτέ<br />
η βαριά σκιά του Αττίλα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>3 ΜΟΡΦΟΥ</strong></h5>
<p>Στη Μόρφου δε γροικιέται πια η ζωή.<br />
Ξεθώριασαν τα χρώματα και τα αρώματα.<br />
Θολός ο αγέρας τη δέρνει, μας καίει.<br />
Σκιασμένα τα πουλιά δεν κελαηδούνε,<br />
τα περιβόλια Ξερά δεν ανθίζουνε,<br />
σκορπίστηκαν οι μυρωδιές τους<br />
στη βρώμικη ανάσα των Ξένων που τη διαφεντεύουν.<br />
Μα εσύ μικρή, γλυκιά πολιτεία όλο και περιμένεις.</p>
<p>Τόποι αγαπημένοι προσκυνητάρια<br />
των πατέρων μας,<br />
βουβές αλειτούργητες<br />
εκκλησιές μας&#8230;</p>
<p>Χτυπούν οι καμπάνες!<br />
Άκου !Χτυπούν οι καμπάνες!<br />
Χτυπούν οι καμπάνες&#8230;<br />
Δε μπορεί.<br />
Κάποια μέρα θα χτυπήσουν πια λεύτερες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ</strong></h5>
<p>Το αίμα για τη λευτεριά<br />
όπου χυθεί και πέσει,<br />
κυλάει ποτάμι,<br />
αντρειώνεται,<br />
άλικο χρωματίζει το χώμα<br />
όπου διαβαίνει.</p>
<p>Και ‘κει στην άκρη του γιαλού,<br />
&#8216;κει που τραβάει το ρέμα,<br />
φράχτης πυκνός ορθώνεται<br />
ρανίδα μην περάσει.</p>
<p>Είναι οι γυναίκες,<br />
πού ‘δώσαν το αίμα των παιδιών τους,<br />
στη λευτεριά το χάρισαν,<br />
στο κύμα δεν το δίνουν.</p>
<p>Πάφος, Απρίλης 2018</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ</strong><br />
<strong>Ψήγματα καρδιάς</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>Μια συννεφιά κι όλα θαμπά<br />
κι όλα θολά τριγύρω.<br />
Μελαγχολία απέραντη<br />
στη φύση είν&#8217; απλωμένη-<br />
καμμιά ηλιαχτίδα πουθενά<br />
ούτε ένα γέλιο, μια χαρά,<br />
η πλάση αργοπεθαίνει.</p>
<p>Πώς λαχταρώ τη θύελλα,<br />
την άγρια καταιγίδα!<br />
Μέσα της κρύβει δύναμη,<br />
κατακλυσμό, αντάρα-<br />
δεν είναι τόσο τρομερή<br />
είναι σκληρή, μα αληθινή<br />
κι&#8217; ας μοιάζει με κατάρα.</p>
<p>Της Κυριακής τ&#8217; απόγιομα<br />
όλα θολά τριγύρω.<br />
Αργοπεθαίνει μέσα μου<br />
κάθε πνοή στη φύση.<br />
Μελαγχολία, ακεφιά,<br />
ούτε ήλιος ούτε καταχνιά.</p>
<p>Άραγε θα φωτίσει;</p>
<p>Αθήνα, 1960</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΤΙΤΛΟ</strong></h5>
<p>Ήρθες!</p>
<p>Το όνειρο γίνηκε κομμάτια<br />
κι ήτανε όμορφο,<br />
φτιαγμένο ήτανε με αίμα,<br />
με ψυχή και με σκέψη.</p>
<p>Και γίνηκε κομμάτια.</p>
<p>Το είχε πολύ δουλέψει η αγάπη μου<br />
προστατευμένο,<br />
στης καρδιάς τ&#8217; απόσκια<br />
και τ&#8217; απάνεμα<br />
και σε περίμενα ανυπόμονα να φτάσεις<br />
στην όψη και στις χάρες απαράμιλλος.</p>
<p>Κι ήρθες!</p>
<p>Μα ο ήλιος όλα τά &#8216;σβήσε.<br />
Το αίμα, η ψυχή, η σκέψη πάγωσαν.<br />
Το όνειρο γίνηκε κομμάτια&#8230;.</p>
<p>Αθήνα, 1962</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΕΥΚΟ ΚΡΙΝΑΚΙ</strong></h5>
<p>Κοιμάσαι απόψε κι είσαι ανύποπτο<br />
κι είσαι μικρό, λευκό κρινάκι.<br />
Κοιμάσαι γιε μου και στον ύπνο σου<br />
σου δίνω χάδι και γλυκό φιλάκι.</p>
<p>Κοιμήσου ρόδο, ω λαχτάρα μου,<br />
δροσάτο αγνό τριανταφυλλάκι<br />
και της νυχτιάς τα κρύα ονείρατα<br />
τα σβιεί της μάνας το φιλάκι.</p>
<p>Άραγε νιώθεις τόσο ανίδεο,<br />
τόσο άδολο, άκακο παιδάκι<br />
το χτυποκάρδι τ &#8216;ανυπότακτο<br />
της μάνας σου λευκό κρινάκι;</p>
<p>Πάφος, Οκτώβριος 1968</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/12/%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΥΡΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/05/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/05/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 06 May 2024 20:01:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΥΡΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21028</guid>

					<description><![CDATA[  Γεννήθηκα στις 15 Αυγούστου 1950 σε δύσκολους καιρούς, σ’ ένα αλλιώτικο τότες Μόρφου! Δρόμοι χωματένιοι, σπίτια κτισμένα με πλινθάρι, ένα χωριό γεμάτο αλώνια, με λιγοστά περιβόλια και με ανθρώπους του μόχθου! Μεγάλωσα μαζί με το χωριό μου, που κάθε μέρα που περνούσε, το έκανε πιο όμορφο και πιο πλούσιο! Οι χωματένιοι δρόμοι έγιναν άσφαλτος, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/05/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΥΡΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Γεννήθηκα στις 15 Αυγούστου 1950 σε δύσκολους καιρούς, σ’ ένα αλλιώτικο τότες Μόρφου! Δρόμοι χωματένιοι, σπίτια κτισμένα με πλινθάρι, ένα χωριό γεμάτο αλώνια, με λιγοστά περιβόλια και με ανθρώπους του μόχθου! Μεγάλωσα μαζί με το χωριό μου, που κάθε μέρα που περνούσε, το έκανε πιο όμορφο και πιο πλούσιο! Οι χωματένιοι δρόμοι έγιναν άσφαλτος, τα χωράφια περιβόλια, τα σπίτια παλάτια κι όλα έδειχναν πως η Μόρφου θα εξελισσόταν σε μια μεγαλούπολη, πρωτεύουσα μιας εύφορης επαρχίας! Ένα προδοτικό πραξικόπημα και μια βάρβαρη εισβολή, οδήγησαν όλους τους Μορφίτες στην προσφυγιά, σε έναν άλλο κόσμο, μια διαφορετική ζωή! Όλα όσα δημιούργησαν, χάθηκαν σε μια στιγμή, κόπηκε η ζωή όλων μας, άλλαξαν τα όνειρά μας κι η ιστορία μας γράφτηκε σε άλλα χώματα! Εμένα και την οικογένειά μου πια μας οδήγησε σε ξένους τόπους, μακριά στην Αυστραλία, όπου εργάστηκα για δώδεκα χρόνια δάσκαλος σε δημόσιο σχολείο, διατηρώντας ταυτόχρονα και ιδιωτικό απογευματινό σχολείο ελληνικών! Δίδαξα επίσης στην κυπριακή κοινότητα παραδοσιακούς χορούς, ελληνικούς &#8211; κυπριακούς <br />για 11 χρόνια, σε εκατοντάδες Ελληνόπουλα και Κυπριόπουλα.</p>
<p>Οι ποιητικές συλλογές του Κώστα είναι στη Κυπριακή διάλεκτο!</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Κάποιες στιγμές  Λευκωσία 2016<br />Οι στράτες μου  Λευκωσία 2019<br />Του νου μου τα καμώματα εν της ψυσιής μου χρώματα (2024)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21746 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/ΤΟΥ-ΝΟΥ-ΜΟΥ-ΤΑ-ΚΑΜΩΜΑΤΑ-208x300.jpg" alt="" width="355" height="512" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/ΤΟΥ-ΝΟΥ-ΜΟΥ-ΤΑ-ΚΑΜΩΜΑΤΑ-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/ΤΟΥ-ΝΟΥ-ΜΟΥ-ΤΑ-ΚΑΜΩΜΑΤΑ.jpg 443w" sizes="(max-width: 355px) 100vw, 355px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21029 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/Untitled.FR12-0001-218x300.jpg" alt="" width="350" height="481" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/Untitled.FR12-0001-218x300.jpg 218w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/Untitled.FR12-0001.jpg 465w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21030 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/05/Untitled.FR12-0002-203x300.jpg" alt="" width="350" height="518" /></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΤΟΥ ΝΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ ΕΝ ΤΗΣ ΨΥΣΙΗΣ ΜΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ (2024)</strong><br /><strong>Ποίηση στην κυπριακή ντοπιολαλια</strong></h4>
<h5><strong>ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ</strong></h5>
<p>Με της ψυσιής μου αρώματα<br />τζιαι με του νου μου χρώματα<br />τες λέξεις μο ’ ννά βάψω,<br />πα’ στ’ ουρανού τα δώματα,<br />του χρόνου τα καμώματα<br />όσα μπορώ να γράψω!</p>
<p>Του κόσμου ούλλα τα κρίματα<br />έκαμά τα ποιήματα,<br />τον πόνον να τζιηέψω,<br />τούντης ζωής τα βήματα,<br />τζιαι τ’ άγρια τα τζιύμματα,<br />με πείσμαν να παλέψω!</p>
<h5><strong>ΜΟΡΦΟΥ</strong></h5>
<p>Τούντην αγάπην οι τζιαιροί <br />ν’ αλλάξουν εν μπορέσαν<br />τζι όντας αφήσω την ζωήν,<br />στην τελευταίαν μου πνοήν,<br />Μόρφου εννά ’σαι μέσα!</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ</strong><br /><strong>(Ποιήματα για τη Μόρφου μας)</strong></p>
<p> </p>
<h5><strong>ΝΑΙ! ΜΟΡΦΟΥ ΕΣ ΑΕΙ!</strong></h5>
<p>Ναι! Η καρκιά μου έν&#8217; ποτζιεί τζι ο νους μου, κάθε μέραν,<br />στην κάθε μου αναπνοήν,<br />νώθω μιαν δυνατήν νοήν<br />Μορφίτικου αέρα!</p>
<p>Ναι! Πενήντα γρόνοι φύασιν μα όσοι τζιαι να φύουν,<br />τούντης καρκιάς οι χτύποι της,<br />μα τζι η χαρά τζι η λύπη της<br />με Μόρφου εννά σμιουν!</p>
<p>Ναι! Το είναι μου ούλλον έν&#8217; ποτζιει, ποδά έν&#8217; μόνον ψέμαν,<br />τζι αν μου εσσιήζαν την καρκιάν,<br />ήτουν να τρέξει ομορφκιάν<br />Μορφίτιτζιην στο γαιμαν!</p>
<p>Ναι! Ξέρει το κόμα τζι ο Θεός που ρίζει την ζωήν μου,<br />τζιειπάνω εννά κουβαλώ,<br />μόνο του Μόρφου στο μυαλό<br />τζιαι μέσα στην ψυσιήν μου!</p>
<p>Ναι! Το γινάτιν μου έν&#8217; πολλύν Μόρφου που &#8216;χω για σέναν,<br />τζιαι σιήλιοι γρόνοι εν κανούν,<br />για να σε βκάλουν που τον νουν,<br />μ&#8217; εμέν εγίνης έναν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΣΤΡΑΤΕΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Για τούντες στράτες έχω το πάντα τζι εννά το λέω,<br />έν’ θάλασσα που σιαίρουμαι κάθε στιγμήν να μπλέω,<br />μέσα τους εβαΐλισεν η μοίρα το καλόν μου,<br />ξήσιειλες να ’χουν μυρωδκιές Μόρφου μες στο μυαλόν μου!</p>
<p>Για τούντες στράτες έκλαψα μα άλλον έθθα κλάψω,<br />ροθέσια τζιαι ανάολους στον νουν μου εννά θάψω,<br />μνήμες πο ’ ννά ’ρτει η ώρα τους εγιώ ’ννά τες στολίσω,<br />μιτά σας ούλλες ως στην μιαν να ξαναπαρπατήσω!</p>
<p>Άλαλες γηά γλυκόλαλες, όφκαιρες γηά γεμάτες<br />μέσα στον νουν εμείνασιν οι ίδιες οι στράτες,<br />Μόρφου για σεν προσεύχουμαι με την ψυσιήν μου τάμαν,<br />δκυο του Σεπτέβρη στην αυλήν να φέξει τ’ Αι Μάμα!</p>
<p>Τζιαι σιήλιους γρόνους μακριά, τούτ’ έν’ η μόνη στράτα,<br />εικόνες πο’ν λείβκουν ποττέ τ’ αμπάρκα μόν’ γεμάτα,<br />Μόρφου ούλλες οι στράτες σου έν’ ποταμοί που μνήμες,<br />η ομορφκιά τους να γραφτεί θέλει σιηλιάες ρίμες!</p>
<p>Τες ρίζες σου ποτίζω τες με δάρκα τόσους γρόνους,<br />πα’ στον κορμόν έσιει καμούς μα ποσπασιάν στους κλώνους,<br />τζι αθθούς γεμάτους πομονήν με μυρωδκιές δικές σου,<br />τζι έθθα μαράνουσιν ποττέ για μας οι ομορφκιές σου!</p>
<p>Για τούντες στράτες έκλαψα μα άλλον έθθα κλάψω,<br />ροθέσια τζιαι ανάολους στον νουν μου εννά θάψω,<br />μνήμες πο’ ννά ’ρτει η ώρα τους εγιώ ’ννά τες στολίσω,<br />μιτά σας ούλλες ως στην μιαν να ξαναπαρπατήσω!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΩΤΗ ΣΕΠΤΕΒΡΗ</strong> <br />( αύριον του Άι Μάμα )</h5>
<p>Πρώτη του μήνα σήμερον τζιαι πρώτη του Σεπτέβρη,<br />του η Μάμα η γιορτή κοντά σο ’ ννά μας έβρει,<br />τ’ αμμάθκια μας να τρέχουσιν τζιαι οι καρκιές να σπάζουν,<br />ως πόσον πιον τούτον τον κακόν τζι έλεος να φωνάζουν!</p>
<p>Να ’μαστεν Μόρφου έσσω σου μα εσού να ’σαι κλαμένη,<br />με τα παιδκιά σου πρόσφυγες τζι εσούνη σκλαβωμένη!<br />Πρώτη Σεπτέβρη τζι αύριον εννά ’νι δκυο του μήνα,<br />γοιον τα δεντρά σου άποτα τζιαι τα παιδκιά σου μείναν!</p>
<p>Tζιαι ξερανίσκουν Μόρφου μου τζιαι οι δικοί σου κλώνοι<br />αφούτις αρρωστήσαν τους κοντά πενήντα γρόνοι!<br />Να ’μαστεν Μόρφου δίπλα σου μα εσού να ξωμακρίζεις,<br />να ’μαστεν μες στ’ αγκάλια σου όμως να μεν μας ρίζεις!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΟΝΟΣ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΥ</strong></h5>
<p>Οι μυρωδκιές του γιασεμιού<br />αντέχασιν στον χρόνον,<br />τ’ άστρα γελούσαν τ’ ουρανού<br />πάνω σου φέγγαν μόνον!</p>
<p>Η γη σου εποτίζετουν<br />αγάπην μα ζιαι δρώμαν,<br />τζι ο κόσμος σου στολίζετουν<br />του φεγγαρκού σου χρώμαν!</p>
<p>Τωρά του ήλιου οι συγγενείς<br />συνάμενοι γυρόν σου,<br />τζι εσού φοάσαι μεν φανείς<br />μέσα στο μίζαρόν σου!</p>
<p>Μόρφου μου τζιειν την ομορφκιάν<br />θάβκουν την σιέρκα ξένου,<br />τζι έχουμεν μέσα στην καρκιάν<br />πόνον ξεριζωμένου!</p>
<p>Σιήλιες εικόνες, ζωγραφκιές<br />που σεν ο νους σωρεύκει<br />μες στες δικές σου ομορφκιές<br />ελπίδαν πιον γυρεύκει!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1974</strong></h5>
<p>Τούτες οι μέρες βρίσκουν με σ’ αγαπημένα μέρη,<br />άγριος μήνας δυστυχώς στου χρόνου το δεφτέριν,<br />που ’μελλεν εις στον τόπον μου καταστροφήν να φέρει!</p>
<p>Τούτες τες μέρες νιώθω τες μασιέριν να με σφάζει,<br />μαύρον σεντόνιν γίνουνται τον νουν μου να σιεπάζει<br />τζι ό,τ’ έχω μέσα στην καρκιάν γινήσκεται μαράζιν!</p>
<p>Τούτες οι μέρες έν’ φωθκιά μέσα μου που μεινίσκει,<br />κάθε στιγμήν κάθε λεπτόν ο πόνος πολλυνίσκει,<br />διψά η μνήμη μα νερόν, πικρόν κοντά τους βρίσκει!</p>
<p>Έν μέρες που χαθήκασιν όνειρα μα τζι ελπίδες,<br />που η ψυσιή γερήμωσεν με το κακόν που είδες,<br />τους τόπους σου να γίνουνται αλύτρωτες πατρίδες!</p>
<p>Τούτες οι μέρες δυστυχώς αλλάξαν την ζωήν μας,<br />μαζίν της εμοιράσασιν τον νουν που το κορμίν μας,<br />το ’ναν κομμάτιν έμεινεν ποτζιεί μέ την ψυσιήν μας!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Πενήντα χρόνια έν&#8217; πολλά έκρουσεν η ψυσιή μου,<br />λείπεις μου Μόρφου, εμάρανεν δίχα σου η ζωή μου,<br />τζι εν το βαστάγνω τούτον πιον το καστιόρημάν μου,<br />να σε θωρώ μα να σε ζιω μόνον εις στ&#8217; όρομάν μου!</p>
<p>Εννά ζητήσω του Θεού μιαν τελευταίαν χάρην,<br />μιαν νύχταν καλοτζιαιρινήν να πεψει έναν φεγγάριν,<br />για να μου ψέξει να δκιαβώ έσσω μου πέρκι γιάνω,<br />τζειαμαί που &#8216;δα το πρώτον φως την πίκραν να γλυκάνω!</p>
<p>Να παρπατήσω λεύτερος τες στράτες που με ξέραν,<br />ν&#8217; αναπνεύσω όσον μπορώ Μορφίτικον αέραν,<br />με μυρωδκιές των γιασεμιών, με φκιόρα των αυλών σου,<br />τζιαι να γεμώσω το μυαλόν μ&#8217; αθθούς των περβολιών σου!</p>
<p>Πενήντα χρόνια έν&#8217; πολλά, άντεξα τζιαι αντέχω,<br />γιατί εσένα Μόρφου μου πάντα στον νουν μου έχω,<br />μιτά σου λεύτερην ζωήν, όσον τζι ας ένι λλίη,<br />αν ζήσω τότες η ψυσιή ήσυχη εννά φύει!</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 2η</strong> <br />( ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς μου )</h5>
<p><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ</strong></p>
<p>Φίλοι μου να ’σιετε στον νουν σήμερον τούντην μέραν,<br />να την αφιερώσετε,<br />τζιαι πρέπουσαν να δώσετε,<br />τιμήν εις στον πατέραν!<br />Εγιώ αφιερώνω του στίχους να τον τιμήσω<br />τζι υπόσχουμαι του στον σταυρόν<br />τ’ όνομαν του άμαν θωρώ<br />τον λον μου εννά κρατήσω!<br />Είπα του τζιαι τον όρκον μου ποττέ έθθα πατήσω,<br />τζιαι την Γωνιάν έναν πρωίν<br />με την δικήν του την νοήν<br />ούλλην εννά ραντίσω!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΑΝΑ ΙΙ</strong></h5>
<p>Ήρτες νύχταν μανούλλα μου πάνω μου να κουμπήσεις,<br />τζι εγέμωσες τον ύπνον μου όμορφες αναμνήσεις,<br />ξημέρωμαν εγέμωσες δύναμην την ψυσιήν μου,<br />τ’ απόγευμαν στ’ αγκάλια σου έπνασεν το κορμίν μου,<br />τζι άμαν εσύγρασεν ξανά ήρτες για να μου τζιήσεις,<br />τ’ αμμάθκια μου γλυτζιά-γλυτζιά την νύχταν να τα κλείσεις!<br />Τζι άμαν ξυπνήσω εννά σε δω Μάνα μου όπως ήσουν,<br />πάνω στην Γην η ομορφκιά ούλλου του παραδείσου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ</strong></h5>
<p>Μόλις εχάραξεν το φως τζι η νύκτα νίνην μέρα,<br />ένιωσα τες ψυχούλλες σας μέσα εις στον αέραν<br />τζι ανάπνευσα τόσον βαθκιά που ευτύς γίνηκα έναν<br />μιτά σας, δίπλα στον Θεόν εβάλετε τζι εμέναν!<br />Τζι εζήτησα Του μιαν στιγμήν τους τρεις μας να μας πέψει,<br />στην Μόρφου τζιαι στα Λιβερά να μας ι- δκιατζιηνέψει,<br />να δούμεν, να χορτάσουμεν, μνήμες να μοιραστούμεν,<br />μάνα μου τζιαι πατέρα μου πριχού ποχωριστούμεν!<br />Μόλις εχάραξεν το φως τζιαι την οσσιάν σας είδα,<br />αρτύρησεν η πίστη μου τζι εγέμωσα ελπίδαν!</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 3η </strong><br /><strong>( διάφορα διαλεκτά ποιήματα της ζωής )</strong></h5>
<h5><strong>ΕΛΠΙΔΑ</strong></h5>
<p>Άλλοι έν’ που ορίζουσιν το μέλλον το δικόν μου,<br />μες στούντην κακοριζιτζιάν ήβρα το φάρμακόν μου,<br />πάντα ομπρός μου να θωρώ άσπρον αντίς για γκρίζον,<br />μέσα σ’ όμορφον αύριον να ζιώ τζιαι να ελπίζω!</p>
<p>Πάντα μου ονειρεύκουμαι να ζιω σε κόσμον άλλον,<br />στην Γην μ’ όμορφα πλάσματα τζι όμορφον περιβάλλον,<br />τζι ότι τ’ αμμάθκια μου εν μπορούν, με το μυαλόν μου είδα,<br />άλλοι λαλούν το ανύπαρκτον μα εγιώ λαλώ το ελπίδαν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ</strong></h5>
<p>Όσον τζι αν ζήσει ο άδρωπος πάντα εννά ’νι λλίον,<br />αφούτις άμαν εννά θαφτεί,<br />ούλλη η ζωή του εννά γραφτεί<br />σε όφκαιρον βιβλίον!</p>
<p>Ας πάει εκατόν γρονών τζι άλλα εννά εζήταν,<br />φύει εν φύει άξυππα,<br />τζειαμαί θωρεί που εννά πα<br />έναν μηδέν πως ήταν!</p>
<p>Τούντης ζωής το μέτρημαν έννεν προτεραιότης <br />τ’ αδρώπου πο ’σιει κατά νουν,<br />πως σιήλια γρόνια εν κανούν<br />αφ’ ούλλα έν’ ματαιότης!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΚΙΑ</strong></h5>
<p>Η αγάπη μου έν’ ποταμός για σας, που ξησιειλίζει,<br />έν’ μουσκοκάρφιν σπάνιον π’ ολόγρονα μυρίζει,<br />μοιάζει με τζιείνην του Χριστού πο ’ σιεν η Παναγία,<br />που πλυμανίσκει την καρκιάν τζιαι την ψυσιήν μαγείαν!</p>
<p>Η αγάπη μο’ν’ η ίδια, μοιράζεται στους τρεις σας,<br />στες λύπες σας τζιαι στες χαρές εν δύναται χωρίς σας,<br />γιατί τζι οι τρεις σας είσαστεν στον νουν μου πάντα κέντρον<br />τρία τα πι’ όμορφα κλωνιά πα’ στης ζωής το δέντρον!</p>
<p>Η αγάπη μου έν’ άδολη, έν’ ήλιος πόν’ ι-σβήνει,<br />εγιώ ΄ννά φύω κάποτε μα τζιείνη εννά μείνει,<br />μες στην ψυσιήν σας δύναμη για να σας προστατεύκει,<br />εννά ’ν’ τζειαμαί που πάνω σας , ποττέ της έθθα φεύκει!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Μέσα στην φτώσειαν η χαρά τζι η πιο μιτσιά έν’ μιάλη,<br />ψουμίν βραστόν έν’ η καρκιά, οι ελιές έν’ καλοσύνη,<br />έν’ του κρασιού η μυρωδκιά της ευτυχίας ζάλη,<br />τζι η γεύση του έν’ τ’ ουρανού η απεραντοσύνη!<br />Δκυο λόγια αγάπης που καρκιάς μέσα στο «εις υγείαν»,<br />τζι η πλινθαρένια αρκοντιά μες τον οσσιόν να παίζει,<br />ο ήλιος με τα χρώματα μοιράζει ευλογίαν<br />τζι η φτώσεια ν’ αφανίζεται που πάνω στο τραπέζιν.<br />Στασέκκα μου, Πολύδωρε τζι εσέν Παρασιευκού μου,<br />ο νους μου πάντα έσιει σας τζειαμαί αγκαλιασμένους,<br />μες στη Γωνιάν που έγινεν εικόνα του χωρκού μου,<br />θωρώ σας πα’ στον ουρανόν μαζίν αγαπημένους!<br />Τούτα διούν μου δύναμην του πόνου έν’ ασπίδα,<br />φτωχά αλλά τζιαι όμορφα γρόνια μες στην γωνιάν μου,<br />έχω τα πάντα μες στον νουν του πόθου μου ελπίδα,<br />να ζωντανέψω μιαν στιγμήν ούλλην την γειτονιάν μου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΒΟΥΝΟΝ ΜΟΥ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΕ</strong></h5>
<p>Όνειρον είδα Τζιύπρος μου<br />Τζι εγέμωσα ελπίδαν<br />Πα’ στο βουνόν τ’ αμμάθκια μου<br />Άλλην σημαίαν είδαν<br />Άραγες νάν’ αληθινόν<br />Άραγες σου έν’ ψέμαν<br />Εγίνην τούτον το βουνόν<br />Με την ψυσιήν μας έναν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙΝ ΤΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ</strong></h5>
<p>Ο ήλιος εσυμπούρκησεν αλώπως το φεγγάριν,<br />πως τ’ άστρα κλέφτουν του το φως τζιαι ούλλην του την χάρην!</p>
<p>Που το κακόν του φούσκωσεν άλλαξεν λλίον χρώμαν,<br />μα τζι εκατέβην νακκουρίν που τ’ ουρανού το δώμαν!</p>
<p>Είδεν το τζιαι ποθαύμασεν ο κόσμος τζι ούλλοι είπαν,<br />είντα καλά να γίνετουν στη μέσην να ’σιεν τρύπαν,</p>
<p>να βκαίνει φως αληθινόν, το φως των αστερκών μας,<br />φως των ψυχών πουπανωθκιόν που φέγγουν των χωρκών μας!</p>
<p>Άκουσεν τούτην την ευτζιήν τζιαι άλλαξεν τροπάριν,<br />τζι εξαναγίνην το μιτσήν μα όμορφον φεγγάριν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΝΤΖΙΕΛΙΑ</strong></h5>
<p>Θέλω στερνήν παραντζιελιάν πριν φύω να αφήσω,<br />λλίην αν έχω εκτίμησην,<br />έτσι για να ’χω θύμησην,<br />μιαν χάρην θα ζητήσω!</p>
<p>Τζειαμαί πο ’ ννά με θάψουσιν, αν έν’ σε ξένον χώμαν,<br />ούτε τζιούριν να κτιστεί,<br />προσωρινά εννά θαφτεί,<br />το άψυχον μου σώμαν!</p>
<p>Το πρώτον μου μνημόσυνον αν θέλετε να γίνει,<br />μες στου σπιθκιού μου την αυλήν,<br />να σας ι-βλέπει τζι η ψυσιή,<br />γιατί τζειαμαί θα μείνει!</p>
<p>Αν δείτε τζι ένι δύσκολον, τα γρόνια τζιαι περνούσιν,<br />φυτέψετε έναν γιασεμίν,<br />τζι οι ρίζες του που κά’ στην γην,<br />έσσω μου εννά βκούσιν!</p>
<p> </p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΣΤΡΑΤΕΣ ΜΟΥ (2019)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ</strong></p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ</strong></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Η στράτα σου μανούλα μου <br />έν’ πάντα μες στον νουν μου<br />τζιαι τζιείνες του πατέρα μου, <br />μες στην ζωήν τανούν μου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΟΥ ΤΟΥ ΧΡΩΣΤΩ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ&#8230;</strong></h5>
<p>Τζιύρη μου η ψυχούλα σου το Ψυχοσάββατόν σου,<br />στου Μόρφου δκιατζιηνεύκεται πα’ στο ποδήλατόν σου<br />έναν γυρόν, μιαν αγκαθκιάν ούλλα να τ’ αγκαλιάσεις,<br />μες στη γωνιάν τους γείτονες ούλλους να τους χορτάσεις!<br />Τζι είμαι τζι εγιώ μες στην αυλήν μιτσίν μωρόν ακόμα,<br />να σε θωρώ να σιαίρουμαι να βκαίνεις πα’ στο δώμαν,<br />ψηλά να βκάλεις τάχατες στον ουρανόν πετάσιν<br />για μέναν, να ’χω μιαν ζωήν μόνον οσσιόν τζιαι πνάσην!<br />Τζιύρη μου, η ψυχούλα σου έν’ μες στον ουρανόν μου<br />για να πετά πουπανωδκιόν όπως τον άγγελόν μου, <br />σαν το πετάσιν γίνεσαι, πάνω στα σόζυά σου,<br />εγιώ, να κρεμμαλλίζουμαι τζιαι να πετώ μιτά σου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ </strong></h5>
<p>Αγάπην θέλησα τζι εγιώ να έβρω τι σημαίνει,<br />στα μάθκια σου μανούλα μου κατάλαβα τι ένι,<br />στο δειν σου είδα πιο πολλά τζι ένωσα παραπάνω<br />στην αγκαλιάν σου έμαθα αγάπην να χορτάνω!<br />Όσα τζι αν κάμω στην ζωήν όσα τζι αν αποκτήσω,<br />αξίζουν όσον μιαν στιγμήν με σεν να ξαναζήσω,<br />για να σου πω πως σ’ αγαπώ, να σ’ αγκαλιάσω τζι άλλον,<br />για όσα σε επίκραναν έναν συγνώμην μιάλον<br />τζι αν εννά ξαναγεννηθώ άλλην ζωήν να ζήσω,<br />με σέναν πάλε μάνα μου θέλω να την βαδίσω!<br />Σήμερα μνημονεύκω σε στον Άην Μάμαν μάνα<br />τζι αν μεν μπορώ λυπητερά να παίξω την καμπάνα,<br />εσό ’ ννά ακούεις μάνα μου πο ’ ννά κτυπά η καρκιά μου<br />ξανά μες στην αγκάλην σου, σαν τζι η δική σου να ’μουν!</p>
<h5><strong>ΔΚΥΟ ΛΕΞΕΙΣ</strong></h5>
<p>Μες στο δεφτέριν της ζωής δκυο λέξεις ξεχωρίζουν,<br />το νόημαν της ύπαρξης ούλλων εμάς ορίζουν <br />τζι όπου ο σπόρος τους βλαστά αθθούσιν τζιαι μυρίζουν!</p>
<p>Λαλούν η μάνα έν’ η μια τζι η άλλη ο «πατέρας», <br />η μια έν’ το ξημέρωμα, το φως, μα τζι ο αέρας,<br />η άλλη έν’ η γλυκασιά τζιαι χρώμαν της ημέρας!</p>
<p>Μανά φωνάζει το μωρόν, μανά φωνάζει ο μιάλος<br />γέννημαν ήλιου τζιαι ζωής της μάνας μας το κάλλος<br />την θέσην της εν ημπορεί θεός να πιάσει άλλος!</p>
<p>Πατέρα θα φωνάξουσιν ούλλοι τους άμαν έχουν<br />ανάγκην τες γλυκάες του, που στην καρκιάν του τρέχουν,<br />να ’χουν στες δυσκολίες τους ούλλα για να τ’ αντέχουν!</p>
<p>Μες στο δεφτέριν της ζωής δκυο λέξεις ξεχωρίζουν,<br />το νόημαν της ύπαρξης ούλλων εμάς ορίζουν<br />τζι όπου ο σπόρος τους βλαστά αθθούσιν τζιαι μυρίζουν!</p>
<p>Λαλούν η μάνα έν’ η μια τζι η άλλη ο «πατέρας»,<br />η μια έν’ το ξημέρωμα, το φως, μα τζι ο αέρας,<br />η άλλη έν’ η γλυκασιά τζιαι χρώμαν της ημέρας!</p>
<p>Μανά φωνάζει το μωρόν, μανά φωνάζ’ ο μιάλος<br />γέννημαν ήλιου τζιαι ζωής της μάνας μας το κάλλος<br />την θέσην της εν ημπορεί θεός να πιάσει άλλος!</p>
<p>Πατέρα θα φωνάξουσιν ούλλοι τους άμαν έχουν<br />ανάγκην τες γλυκάες του, που στην καρκιάν του τρέχουν,<br />νά’ χουν στες δυσκολίες τους ούλλα για να τ’ αντέχουν!</p>
<p><strong>ΠΑΡΑΠΟΝΟΝ</strong></p>
<p>Αν κάμει λάθος ο γονιός ούλλοι τον καταγνώνουν,<br />παραπονονιούνται τα παιδκιά<br />πως σημασίαν εν τους δκιά,<br />μόνα τους μεαλώνουν!</p>
<p>Αμμά’ν έσιει σιειρότερον, λαλώ με παρρησίαν,<br />παιδίν να μεν ι-νοιάζεται<br />αν ο γονιός χρειάζεται<br />δικήν του σημασίαν!</p>
<p>Τζιείνος που σου ’δωκεν ζωήν θέλει με την ψυσιήν του,<br />πάντα την σημασίαν σου,<br />μα τζιαι την παρουσίαν σου<br />μέσα εις την ζωήν του!</p>
<p>Τούτον μου το παράπονον ας το σκεφτούσιν λλίον<br />παιδκιά που έχουν τους γονιούς<br />όπως τους παρακατινούς<br />μες στο γεροκομείον!</p>
<p>Παιδκιά που μεαλώσασιν μ’ αγάπην τζιαι ουσίαν<br />οφείλουν πάντα να διούν<br />στους γέρους όσον ημπορούν<br />πρέπουσαν σημασίαν!</p>
<p><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ</strong></p>
<p style="padding-left: 120px;">Μόρφου,<br />οι στράτες σου με τ’ ουρανού<br />τ ’ αστέρκα εννά σμίξουν,<br />το φως τους άμαν γρειαστεί<br />το σπίτιν μο ’ννά δείξουν!</p>
<p><strong>ΜΟΡΦΟΥ ΜΟΥ</strong></p>
<p>Θέλω το κλάμαν που ’καμα σαράντα τόσα γρόνια<br />να γίνει κλάμαν της χαράς τζιαι να κρατήσ’ αιώνια!<br />Η πίκρα που ζωγράφιζα μες στην ζωήν που τότες<br />θέλω να γίνει μουσική με της ελπίδας νότες,<br />να ξανακτίσω όνειρα για τ’ αύριον πο ’ ννά ’ρτει,<br />στράτες ν’ ανοίξω να δκιαβώ μες στου μυαλού τον χάρτη,<br />κοντά σου να με βκάλουσιν, γονατιστός να φτάσω,<br />στο σπίτιν π’ αναγιώθηκα να γείρω πιον να πνάσω!<br />Θέλω το κλάμαν που ’καμα, Μόρφου μου, τόσους γρόνους<br />να γίνει κλάμαν της χαράς, να δκιώξει τούντους πόνους,<br />που γρόνια πιλατεύκουν με περίτου που σαράντα,<br />να ’βρει η καρκιά μου νεπαμόν τζιαι η ψυσιή αμάνταν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΝΑ’ ΜΟΥΝ</strong></h5>
<p>Να ’μουν βροσιή να πότιζα Μόρφου τα χώματά σου,<br />ήλιος να φέγγω να ’ρτουσιν οι ομορφκιές κοντά σου,<br />χορόν μές στα περβόλια σου μιτά τους για να στήσω<br />τζι όσους με το παράπονον εφύαν ν’ αναστήσω!<br />Να ’μουν φεγγάριν πάνω σου να φέγγω, στα στενά σου<br />να παρπατούν οι χωρκανοί τζι εσού λεύτερη να ’σουν,<br />να ζήσουν έστω μιαν στιγμήν τα όμορφα τα γρόνια<br />για να κρατήσει η αγάπη τους για σεν Μόρφου αιώνια!<br />Να ’μουν αέρας δυνατός Μόρφου μου να σε ζώσω,<br />όσους πατούν τες στράτες σου ξένους να ξηριζώσω,<br />που τούτους ό,τι κτίστηκεν εγιώ να το χαλάσω,<br />τζι άμαν σε δω ελεύθερον Μόρφου μου εννά πνάσω!<br />Να ’μουν κοντά σου Μόρφου μου ούλλα να τα αλλάξω,<br />δεντρόν ξερόν τζι αν έμεινα κλώνους εννά πετάξω,<br />ρίζες βαθκιές να μεν λακτώ, ό,τι τζιαι να μου κάμουν<br />βροσιή, φεγγάριν, άνεμος τζι ήλιος για σέναν να ’μουν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΚΥΟ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ</strong></h5>
<p>Άγιέ μου Μάμα, κάμε μας σήμερον τούντην χάρην,<br />να βκεις μια βόλταν αν μπορείς πάνω εις το λιοντάριν,<br />τζιαι να δκιαλλάξεις νακκουρίν γυρόν που το παζάριν,</p>
<p>να δεις τον κόσμον πο ’ ρκεται για να σε προσκυνήσει,<br />τον πόθον της επιστροφής για να σου μαρτυρήσει,<br />τζιαι την ελπίδαν πάνω σου με πίστην ν’ ακουμπήσει!</p>
<p>Άγιέ μου Μάμα, να χαρείς, κάμε μου το χαττίριν,<br />έναν σου θαύμαν ι-μπορεί τον κόσμο ν’ αναγείρει,<br />τζιαι στην αυλή σου να γενεί ξανά το παναΰριν!</p>
<p>Σήμερον πόν’ η μέρα σου κάμε αλλό ’ναν θαύμαν,<br />όσοι εφύαν με καμόν αφού εν επροκάμαν,<br />να ’ρτουσιν για να φέρουσιν στην εκκλησιάν σου τάμαν,</p>
<p>σήμερα πόν’ η μέρα σου με της ψυσιής τ’ αμάθκια,<br />κάμε να δω μες στα στενά, μέσα στα μονοπάθκια,<br />στες γειτονιές τζι όπου δικλάς δικά τους νάν’ σημάθκια!</p>
<p>Τζι αν τύχει, Άη Μάμα μου, του γρόνου έτσι μέραν,<br />να ξαναζωντανέψουμεν του Μόρφου που καρτέραν,<br />ενν’ αναπνεύσουμεν μαζίν ελεύθερον αέραν!</p>
<p>Τότες τζι εγιώ γονατιστός που μέσα στο παζάριν,<br />στην εκκλησιάν σου εννά βκω τζι όσον τζιαιρόν μου πάρει,<br />εννά δοξάζω τον Θεόν τζιαι την δικήν σου χάρην!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΝΑ ΣΕ ΧΟΡΤΑΣΩ</strong></h5>
<p>Τόπους πολλούς εγύρισα <br />στην Κύπρον τζιαι στα ξένα,<br />μα’ν είδα άλλον όμορφον<br />Μόρφου μου σαν τζι εσέναν!</p>
<p>Όπου τζι αν πάω πεθυμώ<br />πάντα την μυρωδκιάν σου,<br />του κόσμου ούλλου τα καλά,<br />που σιες μες στην ποδκιάν σου!</p>
<p>Για ’ναν καλόν σου να ’γραφα<br />θα γέμωνα βιβλία,<br />σιήλια τραούδκια να σου πω<br />ακόμα εννά’ν λλία!</p>
<p>Ήσουν τζιαι θα ’σαι μιαν ζωήν<br />ο λόγος π’ αναπνέω,<br />για μεν το πρώτον μέλημαν<br />μα τζιαι το τελευταίον!</p>
<p>Την στράταν δίχα το στραφίν<br />θέλω πριν να την πιάσω,<br />στ’ αγκάλια σου να παρπατώ,<br />ώσπου να σε χορτάσω!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΓΙΩ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΓΙΟΚΚΑ ΜΟΥ ( μάνα του 1974 )</strong></h5>
<p>Εγιώ σε κλαίω γιόκκα μου μόνον, κανένας άλλος,<br />γιατί για μέναν ο καμός τζι ο πόνος έν’ μεάλος,<br />αφού θωρώ συνότζιαιρους με σέν’ τωρά να ζιούσιν<br />τζιαι δίπλα που τον τάφον σου περνούν μα εν δικλούσιν!<br />Θωρώ τους τζιείνους που ’χασιν τα μέσα τζιαι τα πλούτη,<br />ούτε κοντέψαν της φωθκιάς μέ ξέραν που παρούτι ,<br />σήμερον λοαρκάζουνται οι πρώτοι των αδρώπων<br />τζι έχουν του κόσμου τον ππαράν, που φαν που τούντον τόπον!<br />Εγιώ σε κλαίω γιόκκα μου, εγιώ που έχασά σε,<br />στ’ άνθος της ηλικίας σου ήρωαν έθαψά σε,<br />μα λείπεις μου τόσον πολλά τζι έν’ μαύρη η ζωή μου,<br />για μέναν ήσουν η χαρά, μέσα στο γέλιον ήμουν,<br />ώσπου σε φέραν γιόκκα μου σε μέναν σκοτωμένον<br />τζι ακόμα πιο σιειρόττερον είπασιν προδομένον,<br />νείεν καεί τζιείνη στιγμή που σ’ άφηκα τζιαι πήες,<br />τζειαμαί στην πρώτην την γραμμήν την προδοσίαν είες!<br />Εγιώ σε κλαίω γιόκκα μου σαράντα τόσους γρόνους<br />που να ’χουν την κατάραν μου τζιαι να γεμώσουν πόνους,<br />τζιείνοι που επροδόσασιν τον τόπον τους που κάψαν<br />ούτε παιδίν με συγγενήν δικόν τους εν εθάψαν!<br />Τζι αν ο Θεός που πανωδκιόν ακούει τούντο κλάμαν,<br />ας δώκει έναν έλεος, ας κάμει έναν θαύμαν<br />τζι όσην ζωήν σου στέρησεν ας πιά’ που την ζωήν μου,<br />να σμίξεις έστω γιόκκα μου ψυσιή με την ψυσιήν μου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Αύγουστον μήναν η χαρά<br />που έσσω μας εχάθην<br />τζι η πίκρα του ξεριζωμού<br />έμελλεν να μας μάθει,<br />της προσφυγιάς τα βάσανα<br />να μπουν μες στην ζωήν μας,<br />να μείνει ο νους μας που ποτζιεί,<br />ποδά νάν’ το κορμίν μας!<br />Αύγουστον μοιραστήκασιν<br />στα δκυο τα όνειρά μας,<br />έσιει που τότες το κακόν<br />τούτον καστιορά μας<br />τζι όπου πατούμεν πας στην γην<br />βλαστούν δικά μας δάρκα,<br />γίνουνται φκιόρα προσμονής<br />μες στου μυαλού τ’ αμπάρκα!<br />Αύγουστος πάντα θα κρατά<br />πιο ζωντανές τες μνήμες,<br />να κλαίουν της ψυχούλλας μας<br />οι πικραμμένες ρίμες,<br />ώσπου να γίνει τ’ άδικον<br />να ξηλειφτεί για πάντα,<br />άλλους να πνάσει η ψυσιή<br />τζι εμάς να ’βρει αμάνταν!</p>
<p><strong>ΕΓΙΩ ΦΩΝΑΖΩ</strong></p>
<p>Εγιώ φωνάζω δυνατά<br />με ούλλην την ψυσιήν μου,<br />όσον τζι αν είμαι μακριά<br />πάντα κοντά σου ήμουν,</p>
<p>γιατί ο νους τζι η σκέψη μου<br />μιτά σου μεαλώνναν<br />τζι οι στράτες μου ολόισσιες<br />ποττέ τους εν εκλώνναν,</p>
<p>οι ρίζες μου ποτίζουνται<br />νερόν που τες πηγές μου<br />τζιαι σιήλια μίλια μακριά<br />γιατρεύκουνται οι πληγές μου!</p>
<p>Εγιώ φωνάζω δυνατά<br />με τον δικόν μου τρόπον,<br />πως όσον ζιω εννά αγαπώ<br />περίτου τούντον τόπον,</p>
<p>γιατί ο νους μου τζι η καρκιά<br />πάνω του έν’ που δρέφουν,<br />κάθε στιγμήν κάθε λεπτόν,<br />κοντά του επιστρέφουν</p>
<p>τζειαμαί που ένιωσα χαρές<br />μα τζιαι την πρώτην λύπην<br />τα δάρκα μου εν σταματούν,<br />τόσον πολλά μου λείπει!</p>
<p>Εγιώ φωνάζω δυνατά<br />πάντα εννά φωνάζω<br />μνήμες τζιαι συναισθήματα<br />σ’ ούλλους να δκιαμοιράζω</p>
<p>για να φωνάξετε τζι εσείς<br />πέρκιμον ακουστούμεν<br />τζι ανοίξει η στράτα της χαράς<br />έσσω μας να στραφούμεν!</p>
<p> </p>
<p><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ</strong></p>
<p style="padding-left: 120px;">Η στράτα τούτη βκάλλει με<br />στ ’ονείρου μου το κάλλος,<br />της ομορφκιάς απέραντος<br />τόπος, καμός μεάλος!</p>
<p><strong>ΛΙΒΕΡΑ</strong></p>
<p>Τον κόσμον όταν έπλαθεν ο πλάστης μ’ εποστάθην,<br />είπεν να πνάσει νακκουρίν έναν λεπτόν τζι εστάθην<br />στα Λιβερά μας, έπνασεν τζι ύστερις πιον εχάθην!<br />Τζειαμαί που ξηποστάθηκεν είπεν να κάμει χάρην,<br />εγέμωσεν τον ουρανόν μ’ άστρα τζι έναν φεγγάριν<br />την γην με τόσην ομορφκιάν να μεν έσιει ζευκάριν!<br />Πραγματικά πιο όμορφον εν εξανάδα τόπον,<br />τα Λιβερά κτιστήκασιν με του Θεού τον κόπον<br />τζι ομόρφησεν τα πιο πολλά το πάθος των αδρώπων!<br />Πάντα στον νουν μο ’ ννά ’ρκουνται τες πίκρες μου να φεύκουν,<br />οι ομορφκιές των Λιβερών μνήμες να πιλατεύκουν,<br />τα γρόνια πo ’ ζησα τζειαμαί πάντα τζειαμαί πεζεύκουν!</p>
<p>Εννά ’ρκεται στην μνήμην μου<br />τον πόνον να γλυκάνει,<br />ο τόπος που αγάπησα <br />ώστι να ανεφάνει, <br />τζειαμαί στην άκραν του χωρκού <br />τ’ όνομαν του Καπλάνη!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΣΗΜΙΝ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ</strong></h5>
<p>Στα Λιβερά πάντα ο νους μα τζι η καρκιά μου πάει,<br />στο λιμνιονίν να δροσιστώ,<br />με αναμνήσεις να λουστώ,<br />στες κοσιμιάν του Μάη!</p>
<p>Την μνήμην ακονίζω την ποττές να μεν ξηάσω,<br />την στράταν που παρπάτησα<br />σιήλιες φορές, εκράτησα<br />μες στου μυαλού το δάσος!</p>
<p>Στα Λιβερά πάντα ο νους τον Μάην ταξιδεύκει<br />τζιαι τα φτερά μου να κοπούν,<br />τζειαμαί στο σπίτιν του παππού<br />η θύμηση πεζεύκει!</p>
<p>Στα Λιβερά οι μυρωδκιές έτσι τζιαιρόν ζαλίζουν,<br />φέρνουν στον νουν μου ομορφκιές<br />τζιαι οι δικές μου οι παδκιές,<br />ακόμα ξεχωρίζουν!</p>
<p>Τζιείν’ τ’ ασημίν της θάλασσας τες πρωινές τες ώρες<br />ήταν σαν να ’τουν το νερόν,<br />έναν ωραίον όνειρον,<br />στο ξύπνιον σου που θώρες</p>
<p>Στα Λιβερά πάει ο νους ολόισια στον Φάρον<br />βουττά μέσα στα τζιύμματα,<br />λούνεται με ποιήματα<br />όμορφα τζιαι καλμάρω!</p>
<p> </p>
<p><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ</strong></p>
<p style="padding-left: 120px;">Άμαν πεθάνω μεν έρτεις στον τάφο μου να κλάψεις,<br />γιά να μου πεις αγάπας με τζιαι μαύρα θα τα βάψεις,<br />πόσον πολλά με σκέφτεσαι τζιαι πόσον θα σου λείψω,<br />θά ’τον καλά να τ’ακόυα πριχού για πάντα κρύψω!</p>
<p><strong>ΕΡΩΤΙΚΟΝ</strong></p>
<p>Αν φύω πρώτος ’φήνω σου<br />ττεμπίσιην να μέν κλάψεις,<br />τζι ας νώθεις πόνον μέσα σου,<br />μαύρα να μέν τα βάψεις,<br />πάνω στο μνήμαν αν μπορείς<br />«αγάπη μου» να γράψεις!</p>
<p>Μ’ αν φύεις πρώτη έξερε<br />έθθα σε συγχωρήσω,<br />γιατί πο ’ ννά ψυχομαχώ<br />αν δεν σε αντικρίσω,<br />τον θάνατον μου δκυο φορές<br />εγιώ εννά τον ζήσω!</p>
<p>Κάλλιον να φύουμεν τζι οι δκυο<br />να σου κρατώ το σιέριν,<br />την ώραν που ο θάνατος<br />εννά’ν δροσιάς αέριν,<br />πα’ στον δικόν μου ουρανόν<br />να λάμπεις σαν αστέριν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝΟΙΞΗΝ</strong></h5>
<p>Άνοιξην μες στα μάθκια σου θωρώ τζιαι ποθαυμάζω,<br />αφού ’σαι φκιόρον σπάνιον μες στης καρκιάς το βάζον!</p>
<p>Άνοιξην νιώθω που φιλώ εσέναν πας στα σιείλη<br />τζι ανθίζουν ούλλα τα δεντρά γυρόν μου έναν μίλιν!</p>
<p>Άνοιξην ένιωσα προχτές μες στο κρεβάτιν που ’μουν,<br />τζι ήρτες εκουλλουρώθηκες μιτά μου σαν τζιοιμούμουν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ</strong></h5>
<p>Αλώπως τούτον το γυαλλίν<br />όπως τζι αν το κοιτάξω,<br />έσιει με άχτιν πιο πολλύν,<br />λαλώ να το πετάξω!</p>
<p>Άλλαξα το πολλές φορές<br />αμμά’ν το ίδιον πράμαν,<br />δείγνει μου ψας τζι έχω χαρές<br />μα φύρνουμαι στο κλάμαν!</p>
<p>Λαλούν με τούτον πως θωρείς<br />τον νουν τζιαι την ψυσιήν σου,<br />σπίασε νάκκον αν μπορείς<br />τι είσαι τζιαι ποιος ήσουν.</p>
<p>Ώσπου εσπίασα καλά<br />τζι εία μέσα το φως μου<br />έστω αργά, έστω θολά<br />να τρεμοσβήνει ομπρός μου!</p>
<p>Είδα ξεκάθαρα τωρά<br />ποιος που τους δκυό’ ν’ ο ψεύτης<br />τζι είπα για πρώτην μου φοράν<br />εγιώ ’μαι, ο καθρέφτης!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑΝ 1</strong></h5>
<p>Μπροστά σου υποκλίνομαι που σεβασμόν τζιαι μόνον<br />στην δύναμήν σου να γεννάς, ν’ αντέχεις τόσον πόνον,<br />να είσαι της ζωής πηγή στα βάθη των αιώνων!</p>
<p>Μπροστά σου υποκλίνεται τζι ο πιο σκληρός σατράπης,<br />γιατί είσαι μάνα του, αρφή, σύντροφος τζιαι προστάτης,<br />η πιο μεάλη του χαρά τζι αιτία της αγάπης!</p>
<p>Μπροστά σου υποκλίνεται ολόκληρη η πλάση,<br />γιατί έδωκές της νόημαν, λόγον να σε θαυμάσει,<br />που γίνηκες ο θεμελιός, της ύπαρξής μας βάση!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΦΙΛΙΑ!</strong></h5>
<p>Αν αξιώθης στην ζωήν κάποιες στιγμές ωραίες,<br />σίουρα θέσην έχουσιν<br />πρώτην τζιαι την κατέχουσιν,<br />της νιότης οι παρέες!</p>
<p>Στον νουν σου πάντα φέρνεις τα, έν’ αναμνήσεις πρώτες,<br />τα χρόνια τα νεανικά<br />έν’ χρώματα ανοιξιάτικα<br />τζιαι μελωδίας νότες!</p>
<p>Τότες, εξόν της φτώσιας μας , πλούσιαν παρουσίαν<br />μες στην ζωήν μας είχασιν<br />φιλίες που εμείνασιν,<br />με τάτιν τζιαι ουσίαν!</p>
<p>Φίλοι μου να το ξέρετε ό,τι τζι αν πω έν λλία,<br />ύμνος αγάπης άδολης,<br />αντίδοτον πικρής χολής<br />πάντα έν’ η φιλία!</p>
<p>Φίλοι μου,<br />κάποιες στιγμές μες στην ζωήν έν φκιόρα που μυρίζουν,<br />μες στην ψυσιήν σας κλείστε τες,<br />να μεν χαθούν κρατήστε τες<br />γιατί πολλά αξίζουν!</p>
<p>Κάτω αν ππέσεις έξερε έθθα βρεθούν καμπόσοι<br />εξόν που μάνα γηά παιδίν,<br />μόνον ο φίλος θα σε δει,<br />πάνω να σε σηκώσει!</p>
<p>Φίλοι μου ,<br />σας εύχουμαι από καρκιάς γρόνια καλά τζι υγείαν,<br />τους φίλους να ’σιετε στον νούν<br />τζιαι η ψυσιή του καθενού<br />θα νιώθει ευλογίαν!</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΑΓΓΟΝΙΝ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Θωρώ σε τζι αγαλλίασην νώθω μες στην καρκιάν μου,<br />ακούω σε τζιαι παίζουσιν οι μουσικές στ’ αφκιά μου,<br />γιατί είσαι το πιο όμορφον φκιόρον μες στην ποδκιάν μου!<br />Έφερες μου τζιαι φέρνεις μου πάντα χαράν μεάλην,<br />μόνον «παππού» να μου λαλείς τζι εν θέλω λέξην άλλην,<br />με την ψυσιήν μου όσον ζιω θα σ’ αγαπώ καπάλιν!</p>
<p>Χρόνια πολλά τζιαι όμορφα πάνω σου θα κεντήσω,<br />ούλλους τους στίχους της χαράς για σεν να τραγουδήσω,<br />με ρούχον της αγάπης μου πλούσια θα σε ντύσω!<br />Χρόνια πολλά να τα μετράς, μ’ αξίαν σ’ ό,τι κτίζεις<br />εκτίμησην τζι όι ππαράν πάντα σου να κερτίζεις<br />τζιαι την ζωήν σου τίμια προπάντων να βαδίζεις!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΝ</strong></h5>
<p>Δκυο λόγια εννά πω για σέναν το παιδίν μου,<br />που ’ σουν η πρώτη η χαρά τζιαι θαύμαν στην ζωήν μου<br />τζι εννά ’σαι πάντα σου στην θέσην της καρκιάς<br />η δύναμη, πο’ ννά κρατά γερά θεμελιωμένα,<br />της λογικής τα χρόνια μας τα περασμένα,<br />μάνα εννά ’σαι της δικής μας ομορφκιάς!</p>
<p>Είσαι το θαύμαν που γεμώνει μας αγάπην,<br />έσιεις την μέσα σου την πίστην τζι εν εχάθην,<br />ούτε θαρκούμαι όσον ζιεις εννά χαθεί!<br />Είσαι το φκιόρον να το κόψεις πο’ ν ημπόρεις,<br />γιατ’ίέν’ αθθός της μάνας, της αρφής τζιαι κόρης<br />τζι έτσι εννά μείνει γιατί έθθα μαραθεί!</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ (2016)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 1.</strong><br /><strong>«ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥΝ, ΨΥΣΙΗΝ ΚΑΡΚΙΑΝ»</strong></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Μες στην καρκιάν, ψυσιήν τζιαι νουν πάντα σου πληγωμένος<br />έσσω σου νά’σαι πρόσφυγας, στον τόπο σο’νας ξένος!</p>
<h5><strong>Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ</strong></h5>
<p>Ο πλάστης μου εστόλισεν τον τόπο μου γρουσάφιν,<br />του παραδείσου μοίρασεν το πιο πασιύν χωράφιν,<br />εγέμωσέν τον με δεντρά, φκιόρα τζιαι μυρωδκιές,<br />εσύναξεν πού ’λλην την Γην δαμαί τες ομορφκιές!</p>
<p>Κάποιας Θεάς το όνομαν ομόρφυνέν τον τζι άλλον,<br />ο κόπος των αδρώπων του έκαμεν τον μεάλον.<br />Μ’ αγάπην εφυτέψαν τον γυρόν τον τόπον τούτον,<br />περβόλια, που τους έδωκαν ζωήν καλήν τζιαι πλούτον!</p>
<p>Αγάπησα τον τόπο μου γιατί ανάγιωσέν με,<br />μιαν μέραν μόνο να στραφώ, Πλάστη μου, ξόρτωσέ με,<br />να γείρω το κορμάτζιν μου πας στο γλυτζιύν το χώμαν,<br />να πιει νερόν του κάμπου μας τζιαι το πικρόν μου στόμαν!</p>
<p><strong>ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΨΥΣΙΗ</strong></p>
<p>Τζειαμαί που εγεννήθηκες εσού τζιαι οι γονιοί σου,<br />στα μέρη που θαφτήκασιν ούλλοι σι πρόγονοί σου,<br />οι θύμησες της νιότης σου, οι πρώρες οι αγάπες,<br />που έξερες τζι εξέραν σε οι χωματένιες στράτες,<br />ο νους σου τρέσιει σα νερόν για να σε ξηδιψάσει,<br />τζειαμαί που θέλει το κορμίν να γείρει για να πνάσε<br />Τον τόπον π’ αναγιώθηκες ποττέ σου εν ξηάνεις,<br />η μυρωδκιά του έν’ μέσα σου μέχρι που να πεθάνεις.<br />Τον τόπον που σε μιάλυνεν, όσον τζι αν σου στερήσουν,<br />είσαι ψυσιή μ’ αδούλωτη πον ημπορούν να δήσουν!</p>
<h5><strong>ΜΙΑΝ ΣΤΙΓΜΗΝ</strong></h5>
<p>Θεέ μου νείεν ημπόρεια, χάρην να σου ζητήσω,<br />ας έν’ τζιαι μόνον μιαν στιγμήν,<br />είτε καλήν, για άσσιημην,<br />μες στην γωνιάν να ζήσω!</p>
<p>Τζειαμαί που αναγιώθηκα τζι είδα το πρώτο φως μου,<br />που θαύμασα τζι απόρησα,<br />πρώτην φοράν που γνώρισα,<br />την ομορφκιάν του κόσμου!</p>
<p>Θεέ μου νείεν ημπόρεια κάτι που ’σέν να κλέψω,<br />με πλούτη θέλω με λεφτά,<br />καμπόσα γρόνια θά ’κλεφτα,<br />πίσω να επιστρέφω,</p>
<p>μες στην γωνιάν, μες στο στενόν καντούνιν πριν πεθάνω.<br />_ιαν στιγμή ν’ αξιωθώ,<br />τίποτες άλλον εν ποθώ,<br />που τούτον παραπάνω!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΜΟΥ ΑΣΜΑΝ</strong></h5>
<p>Ψυσιή μου άντεξες πολλά, άντεξε κόμα νάκκον,<br />πριχού να βκεις τζιαι σύρουν με τζι εμένα μες στον λάκκον,<br />πέρκιμον ζήσουμεν τζι οι δκυο του γυρισμού το θαύμαν,<br />να σε γεμώσω με χαράν τζιαι κάμνω ’γιώ το κλάμαν!</p>
<p>Άντεξε λλίον να χαρείς καρκιά μου πέρκι φτάσω,<br />να κάτσω έστω μιαν στιγμήν έσσω μου για να πνάσω,<br />γιατ’ εν πολλύν το βάσανον τα γρόνια που σωρόψαν,<br />ήμουν μιτσής με όνειρα που τα φτερά του κάψαν!</p>
<p>Ας γίνει έτσι στην γωνιάν το τέλος μου να ζήσω,<br />τζιαι με κομμένα τα φτερά εννά ξαναπετήσω!<br />Μπορεί τα γρόνια να’ν πολλά νά ’νει μεγάλον χάσμαν<br />στου Μόρφου όμως εννά πω το κύκνειόν μου άσμαν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙΝ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Το σπίτιν π’ αναγιώθηκα τον νουν πάντα στοισιώνει,<br />θωρώ το με την σκέψην μου τζι εικόνες με γεμώνει,<br />όσον τζιαι να το σάζουσιν, μαζί μου μαραζώνει!</p>
<p>Κάθε πλιθθάριν του τζι ευτζιή που τζιείνους που το κτίσαν<br />με την ψυσιήν τους για πηλόν τζιαι μ’ όνειρα το στήσαν,<br />τζι εμάς με σιήλια βάσανα τζιει μέσα αναστήσαν!</p>
<p>Μες στα βολίτζια του χωστόν έπαιζα κάθε νύκταν,<br />στο χωματένιον πάτωμαν έθαβκα κάθε πίκραν,<br />μες στην αυλήν του ο έρωτας με τ’ άστρα εξενύκταν!</p>
<p>Πάνω στην πόρταν τ’ αρμαρκού πίσω της χαραγμένος,<br />ένας δεκαπενταύγουστος έμεινεν ξεχασμένος,<br />για μέναν έν’ η μοίρα μου, στους κλέφτες ένει ξένος!</p>
<p>Το σπίτιν π’ αναγιώθηκα αξίζει με παλάθκια,<br />Λ ,<br />γιατ’ έν’ γεμάτον με παθκιές δικές μου τζιαι σημάδκια,<br />για μέναν έν’ τραντάφυλλον για τζιείνους έν’ αγκάθκια!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΗΣ</strong></h5>
<p>Κάθε Ιούλης που περνά, στοιβάζει τζι έναν πόνον,<br />σαράντα γρόνια έν’ πολλά,<br />τούτ’ η καρκιά να κουβαλά,<br />μαράζιν με τον τόνον!</p>
<p>Κάθε Ιούλης πο ’ρκεται, κρούζει τα σωθικά μας,<br />με όσα επεράσαμεν,<br />τα γρόνια μας που χάσαμεν,<br />μακρά που τα χωρκά μας!</p>
<p>Κάθε Ιούλης φέρνει μας εικόνες τζι αναμνήσεις,<br />έτσι κατακαλότζιαιρα,<br />πίκραν μας δκιουν απλόσιερα,<br />τζιαι λόγον να δακρύσεις!</p>
<p>Κάθε Ιούλης τζιαι καρφίν κτυπά πας στον σταυρόν μας,<br />μ’ αντέξαμεν τζι αντέχουμεν,<br />γιατί το δίτζιον έχουμεν,<br />δύναμην στο πλευράν μας!</p>
<p> </p>
<h5><strong>2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ</strong> </h5>
<p>Αγιέ μου Μάμα κάμε μας σήμερον τούντην χάρην,<br />να βκεις μια βόλταν αν μπορείς πάνω εις το λιοντάριν,<br />τζιαι να δκιαλλάξεις νακκουρίν γυρόν που το παζάριν,</p>
<p>α δεις τον κόσμον πο ’ρκεται για να σε προσκυνήσει,<br />τον πόθον της επιστροφής για να σου μαρτυρήσει,<br />τζιαι την ελπίδαν πάνω σου με πίστη ν’ακουμπήσει!</p>
<p>Αγιέ μου Μάμα να χαρείς, κάμε μου το χατίριν,<br />ένα σου θαύμαν η μπορεί τον κόσμον ν’ αναγείρει,<br />τζιαι στην αυλήν σου να γενεί ξανά το παναΰριν!</p>
<h5><strong>ΕΙΝΤΑ ΚΑΛΑ</strong></h5>
<p>Είντα καλά να γίνετουν να πάω γρόνια πίσω,<br />στου Αϊ- Μάμα την αυλήν το πνεύμαν μου ν’αφήσω,<br />πραγματικήν Ανάστασην, μίαν φοράν να ζήσω!</p>
<p>Είντα καλά να στόλιζαν οι τρεις οι εκκλησιές μας,<br />ξανά τον Επιτάφιον φκιόρα που τες αυλές μας<br />τζιαι κρίνα να συνάουσιν που μέσα στες ψυσιές μας!</p>
<p>Είντα καλά να κάμναμεν Πάσχαν μες στην αυλήν Του,<br />Καλόν Λόγον τζιαι λειτουρκάν για την Ανάστασήν Του,<br />τζι αντίς τζιερίν καθένας μας ν’ αφταίνει την ψυσιήν του!</p>
<p>Είντα καλά να γίνετουν Λαμπρή στον Αϊ- Μάμαν,<br />’ αφταίναμεν την λαμπρατζιάν ούλλοι γυρόν αντάμα,<br />τζι ας έσβηνεν που της χαράς το σιονωτόν το κλάμαν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΙΛΑΡΙΩΝΑ</strong></h5>
<p>Δεν ησυχάζει η ψυσιή, όσα καλά τζιαι να ’σιει,<br />ώσπου θωρώ τζιείν’ τον οχτρόν πας στου βουνού τη ράσιη<br />Ο νους μα τζι η καρτούλα μου έσιει σαράντα γρόνια,<br />που πνάζουν άμα σιεπαστεί τζιείν’ το βουνόν με σιόνια!<br />Στέκουμαι τζιαι παρακαλώ να φύει που ομπρός μου,<br />να καθαρίσει το βουνόν ή να χαθεί το φως μου,<br />να μεν θωρούν τα μάθκια μου τζι έν’ μιάλη τιμωρία,<br />να προσπαθούν ν’ αλλάξουσιν ούλλην την ιστορία!<br />Αγιέ μου Ιλαρίωνα είνταλος το σηκώνεις<br />τούτον το βάρος πάνω σου τζιαι δεν το ξηφορτώνεις;<br />Άπλωσε την σιερούκλαν σου όπως τζιαι τον Ακρίταν,<br />να ξαναπλάσεις το Βουνόν όμορφον όπως ήταν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ</strong></h5>
<p>Πατέρα, δεν σε έζησα&#8230; είπαν μου αγνοείσαι,<br />ότι μεγάλος ήρωας που ούλλους θεωρείσαι,<br />τζιαι πως κοντά τζιαι δίπλα μου μίαν ζωή θα είσαι!</p>
<p>Έν’ η αλήθκεια ένιωθα πάντα μου περηφάνια,<br />τζι άμα σε συναφέρνασιν στον ουρανόν εφτάναν<br />οι προσευχές νά ’σαι καλά μέχρι τα επουράνια!</p>
<p>Όμως μέσα μου έκρουζα τζι έλιωνα κάθε μέρα,<br />που ούλλοι τους εκτός που μέν’, εφώναζαν «πατέρα»,<br />τζι άμα τολμούσα να το πω χάνετουν στον αέρα!</p>
<p>Είχα πληγήν που έστασσεν γρόνια πολλά για σέναν,<br />κάθε λεπτόν, κάθε στιγμή ήταν για μέναν ξένα,<br />τζιαι δεν εχάρηκα ποττέ γενέθλια, ουτ’ έναν!</p>
<p>Έννεν καθόλου εύκολον όταν με συναφέρνουν,<br />ν’ ακούω σαν ναν’ όνομαν «παιδίν τ’ αγνοουμένου»,<br />να νιώθω πως λυπούνται με, σαν τζι είμαι γιος νιου ξένου!</p>
<p>Μα άντεξα πατέρα μου, γρόνια πολλά περάσαν,<br />τα μάθκια μου να κλαίουσιν για σέν’ ν εν εξηάσαν,<br />τζι ήρτεν η ώρα τζι η στιγμή κακά μαντάτα φτάσαν!</p>
<p>Μέσα στην κάσιαν έβαλαν σαράντα τόσους γρόνους,<br />ζησιείλησεν που δάκρυα, πίκρες, καμούς τζιαι πόνους,<br />ιζι αγάπην που μου έλειψεν ίσια με σιήλιους τόνους!</p>
<p>Μαζί με σέναν έθαψα ούλλον μου το μαράζι,<br />τ&#8217; αγνοουμένου ο θάνατος, με την ζωήν ι-μοιάζει,<br />λύτρωσην τζιαι ανεπαμόν σε όσους ζιουν μοιράζει!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (2)</strong></h5>
<p>Μπορεί νά ’νει μαυρόασπρες, μπορεί να’ν μακκωμένες,<br />απορεί τζιείνες που μείνασιν να’ ν λλίες, μετρημένες,<br />αλλά τες μνήμες μας κρατούν πάντα ακονισμένες!</p>
<p>Θωρώ τες τζι ονειρεύκουμαι τζιείν’ τα ωραία χρόνια,<br />πας στο δεντρόν της θύμησης βλαστούσιν τζι άλλα κλώνια,<br />τζι άμα καρπίσει θα τα ζιω φαίνεσταί μου αιώνια!</p>
<p>Εν’ οι φωτογραφίες σου ούλλες οι αναμνήσεις,<br />στιγμές για σέναν ιερές, μέσα σου αν τες κλείσεις,<br />στον τόπον που σ’ανάγιωσεν μπορεί να ξαναζήσεις!</p>
<p>Εν’ οι φωτογραφίες μας, το φως πόν’ν να μας φέξει<br />έν’ το νερόν της πομονής, καθένας μας ν’ αντέξει,<br />στον τόπον που γεννήθηκεν να’ν η στερνή του λέξη!</p>
<p><strong>ΕΛΠΙΔΑ</strong></p>
<p>Έχω πολλά ’κόμα να πω, καμπόσα να τσιαττίσω<br />για το χωρκόν μου π΄ αγαπώ, ώστι να ξεψυσιήσω!</p>
<p>Μα ’χω ελπίδαν στον Θεόν να ζήσω ως την μέραν<br />πόν’ να στραφώ στον τόπον μου, στο σπίτιν που καρτέραν</p>
<p>για να το βάψω χρώματα των παιδικών μου γρόνων,<br />με αναμνήσεις τζιαι χαρές, μ’ ονόματα γειτόνων,</p>
<p>για να φυτέψω στην αυλήν της μάνας μου τα φκιόρα,<br />τζι ας ζήσω τούτες τες στιγμές έστω για μίαν ώρα!</p>
<p>Άμα τελειώσ’ η ώρα μου, γονατιστός θα σιύψω,<br />να πω αλλό’ ναν τσιαττιστόν τζι ύστερις πιον να κρύψω!</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 2.</strong><br /><strong>«ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΜΟΥ»</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Γέννημα Μόρφου ανάγιωμαν στες στράτες τζιαι στ’αλώνια,<br />πρόσφυγας δίχα νεπαμόν που πάππον ως αγγόνια!</p>
<h5><strong>ΟΜΟΡΦΚΙΕΣ</strong></h5>
<p>Τωρά έν’ που κατάλαβα τες ομορφκιές του κόσμου,<br />που γέρασαν τα μάθκια μου τζι ελλίανεν το φως μου,<br />τζι εν ι-μπορώ πίσω να δω, μα ούτε τζιαι ομπρός μου!</p>
<p>Τόσον τζιαιρόν εθώρουν τα μα’ ν τζι εξεχώριζά τα,<br />τζι ας είχα μάθκια αετού, όσον τζι εσπίαζά τα,<br />τα όμορφα με τ’άσσιημα πάντα εσύγχυζά τα!</p>
<p>Τωρά θωρώ καλλύττερα, με φως που την ψυσιήν μου,<br />όι ποιος θά ’μαι αύριον ή κάποτε ποιος ήμουν,<br />ξέρω ποιος είμαι σήμερον τζι έν’ όμορφ’η ζωή μου!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Μάθε πως κάθε σου στιγμήν που σου τυχεν να ζήσεις<br />είτε καλήν, γιά άσσιημην, εν ι-μπορείς να σβήσεις,<br />μεινίσκουν μέσα στο μυαλόν, γίνουνται αναμνήσεις!</p>
<p>Τα γρόνι’ άμα περάσουσιν σε κάποιαν ηλικίαν,<br />αν κάτσεις ν’ αναλογιστείς ποιαν έχουν σημασίαν,<br />θα καταλάβεις της ζωής την άχαρην ουσίαν!</p>
<p>Την κάθε μιαν ξεχωριστά στιγμήν ενν’ αθυμάσαι,<br />άλλες εννάν παρηορκά, γι άλλες εννά λυπάσαι,<br />μα ούλλες θα σε κάμνουσιν τον Χάρον να φοάσαι!</p>
<p>Οι αναμνήσεις έν’ του νου η τελευταία πράξη,<br />καθένας όσα πρόλαβεν στον κόσμον να συνάξει,<br />μόνον ο θάνατος μπορεί που μες στον νουν ν’ αρπάξει!</p>
<p><strong>ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΝ</strong></p>
<p>Που ’μουν μιτσής εγνώρισα τζι εγιώ κάμποσον πόνον<br />μα τζι αδικίες της ζωής, την πίκραν με τον τόνον,<br />μ’ ακρώστηκα της μάνας μου να μεν τα βάλω κάτω,<br />τζι αντίς ποτήριν όφκαιρον θωρώ μισογεμάτο!<br />Όσον σκληρή τζι αν η ζωή εφάνηκεν μιτά μου,<br />έχω ελπίδαν, πομονήν τζιαι βλέπω ομπροστά μου!<br />Φτώσειαν όσοι δεν έζησαν, λλίον να υποφέρουν,<br />την γλύκαν πο ’σιει η ζωή, με μάθασιν, με ξέρουν,<br />ούτε ποττέ τους ομορφκιάν στον κόσμον εννά δούσιν,<br />το γέρημον ποτήριν τους όφκαιρον το θωρούσιν!</p>
<p><strong>ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΖΙΑΙ ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ</strong></p>
<p>Τα λόγια που ’χου νόημαν, παντού όπου τα βρίσκεις<br />πάνω στου νου την βούφαν σου, καλά να τα φανίσκεις,<br />για να γινούσινν ύφασμαν χρήσιμον να σε ντύνει,<br />μες στην ζωήν σου να ρϊάς ποττές εν θα σ’αφήνει!</p>
<p>Τα λόγια που ’χουν νόημαν πάντα να κάμνεις πράξην<br />με μαστορκάν τζι υπομονήν θα γίνουσιν μετάξιν,<br />πόν’ δυνατόν τζι αντέχει μας τζι έν’ όμορφον ακόμα,<br />να’σιει ο κόσμος να φορεί με το δικόν σου χρώμα!</p>
<p>Τα λόγια σου, τα λόγια μου, θα έχουν σημασίαν,<br />αν με τες πράξεις μας περνούν κάθε δοκιμασίαν,<br />τζιαι γίνουνται το στόλισμαν τζι η ομορφκιά του κόσμου,<br />για νά ’σιει την αξίαν του ο λος σου τζιαι ο λος μου!</p>
<h5><strong>ΚΑΥΣΩΝΑΣ (ερωτικά τετράστιχα)</strong></h5>
<p>Κάμνει τον καύσωναν να φύει,<br />άμαν της νέψω νά ’ρτει<br />στ’ αγκάλια της που χώνουμαι,<br />παντές τζι’ έχουμε Μάρτη!</p>
<p>Περίτου που τον καύσωναν κρούζει με τζιείν’ το δειν της,<br />με μάθκια θυμωθκιάρικα<br />σηκώνει τζιείν’ το βρυν της,<br />τζιαι νεύκει μου πως άδικα καρτέρουν το φιλίν της!</p>
<p>Περίτου που την κόλασην η Λευκωσία γίνην,<br />δουλεύκουν κλιματιστικά,<br />μα γιω εγκλιματίστηκα,<br />σ’ αγκάλια πόν’ καμίνιν!</p>
<p>Για να περάσ’ ο καύσωνας πρέπει να με τραττάρει,<br />γλυκόν καρύδιν με νερόν,<br />τζι ένα φιλίν της δροσερόν,<br />ούλλα θα τα καλμάρει!</p>
<p>Εννά περάσ’ ο καύσωνας μα ’ννά μου μείν’ η κάψα,<br />τα δκυο της σιείλη να ’ν καλά,<br />να τα φιλήσω ’ντα ’θελα,<br />τζι άλλες φωθκιές μου άψα!</p>
<p>Μέσα σε τούντον καύσωναν είδα την τζιαι περπάταν,<br />τζιαι κατά τζιει που ίσιωνεν,<br />την γην που κάτω έλιωνεν,<br />κάθε παθκιάν που πάταν!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΜΟΝΑΞΙΑ</strong></h5>
<p>Η μοναξιά έν’ άσσιημον παιγνίδιν του θανάτου,<br />για να σε πάρει εύκολα έρκεται τζιαι τανά του!<br />Η μοναξιά έν’ πρόωρον σημάδιν του φευκιού σου,<br />κανένας εν ενοιάζεται, με σημασία δκιου σου!<br />Η μοναξιά έσιει παιδκιά την πίκραν τζιαι τον πόνον<br />τζιαι σύμμαχον στο βάσανον τον περιπαίκτη χρόνον!</p>
<h5><strong>Η ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Η αγάπη έν’ στον ουρανόν το πιο μεάλον άστρον<br />έν’ της ζωής θεμέλιον<br />τζιαι της ψυσιής το τέλειον,<br />της ευτυχίας κάστρον!</p>
<p>Η αγάπη όπου φυτευτεί βλαστά τζιαι μεαλώνει<br />τζι ένα δεντρόν γινίσκεται<br />χαρά πάνω του βρίσκεται<br />γλυκούς καρπούς γεμώνει!</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 3.</strong><br /><strong>«ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ»</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Η απληστία στην ζωήν έν’ παραπάνω βήμαν<br />μαθαίνει σε εις τα πολλά,<br />γίνεσαι όμως άθελα,<br />του Μαμμωνά το θύμαν!</p>
<p><strong>ΕΚΠΟΙΗΣΕΙΣ 2</strong></p>
<p>Πρώτα ήρτεν το κούρεμαν τωρά οι εκποιήσεις,<br />είνταλος νά ’σιεις όρεξην φτωσιέ μου να γ.. .εννήσεις,<br />με τόσον άγχος εν μπορείς ούτε να κατουρήσεις!</p>
<p>Αν εκατάλαβες καλά, εκάμαν τα με δόλον,<br />το σύστημαν εβρώμησεν τζιαι βκάλει έναν ζόλον,<br />εκάμαν σε τζιαι έσσιυψες για να σου πιαν τον κώλον,</p>
<p>Πριν να σου γίνει η ζημιά, κάμε τζι εσούνι κάτι,<br />σήκωσε την π,.αντιέρα σου τζιαι κάμε την βαρβάτη,<br />τζιαι ζέξε τους ούλλους που μιαν να τους ι-βκει τ’ αμμάτι!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΜΕΓΓΕΝΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑΣ</strong></h5>
<p>Ανάθεμάν τον που γρωστεί τζι από ’σιει να πλερώσει,<br />που κάτω που το φορτηγόν έβαλαν μας αντρόσιν,<br />εμείς τρώμεν που πάνω μας τζι άλλοι το κρέας τρώσιν!</p>
<p>Τούντον λαόν εκάμαν τον ύπνος να μεν τον πιάνει,<br />φαϊν να φάει εν έσιει, ταΐζουν τον ρεπάνι,<br />για όρεξην, τζι άμα μασά την γλώσσαν να δακκάνει!</p>
<p>Καθούμαστεν όπως τ’ αρνιά που πάσιν στο σφαγείον,<br />το Γιούρογκρουπ, η Τρόικα, το διεθνές κουρείον<br />σαν τον κκουλλάν που πάνω μας, επιάν μας το ταμείον,</p>
<p>τζι ούλλους αντζιελοσιάζουν μας με τούντες εκποιήσεις,<br />στραντζίσαν μας κατά Θεόν με σιήλιες απαιτήσεις,<br />ούτε μια στάξη έμεινεν φτύμμα για να τους φτύσεις!</p>
<p>Η μέγγενη της Τρόικας σφίγγει μας να μας λύσει,<br />εννά μας κάμει λάστιχον πριν να μας εκποιήσει,<br />να σιύβκουμεν για να μπορεί καλά να μας γ&#8230;.υαλλίσει!</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΚΡΙΣΗ</strong></h5>
<p>Αν έν’ κακόν τζιαι ξόρισ’ το Θεέ μου, τούντην κρίση,<br />τζιαι κούντα λλίον τον τροχόν της φτώσειας να γυρίσει.</p>
<p>Να μεν πεινούσιν οι μισοί τζι οι άλλοι να πετάσσουν,<br />κάμε τους ασυχχώμπατους τον ύπνον τους να χάσουν,</p>
<p>να φοηθούσιν νακκουρίν πέρκιμον εν μας κλέφτουν,<br />γιατί οι αθεόφοοι στον Μαμμωνά πιστεύκουν.</p>
<p>Έχουν μας όπως τα αρνιά, κλωτσούν μας σαν τον φούρπον,<br />δώσ’ τους που πάνω κάμποσον, φόρτωσ’ τους μ’ έναν κούσπον,</p>
<p>τζιαι πέψε τους στό Μιτσερόν να μάθουν να τσαππίζουν,<br />ελιές με ξεροκόμματον να τρων, που το αξίζουν.</p>
<p><strong>ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΦΥΓΑΔΕΣ</strong></p>
<p>Να κάμουμεν υπομονήν τζιαι φέτος να αντέξουμεν,<br />λαλούν μας τούτον το κακόν του γρόνου εννά ρέξουμεν,</p>
<p>πέρκιμον έν’ αλήθκεια τους, να μεν μας περιπαίζουσιν,<br />τζιαι με τον πόνον του φτωχού ποθκιάντραπα να παίζουσιν!</p>
<p>Απού το ψέμαν το πολλύν εράϊσαν οι τοίσιοι τους,<br />άλλα εν θα αντέξουμεν ν’ ακούσουμεν, κατύσιη τους!</p>
<p>Αν πάλε μέσα στο φαΐν όπου τους βρίσκω χάννω τους,<br />να ξέρουν πως οι τοίσιοι τους θα ππέσουν ούλλοι πάνω τους!</p>
<p><strong>ΤΑ ΔΩΡΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΟΥΛΛΟΥΣ ΣΑΣ</strong></p>
<p>Σήμερον θα προσποιηθώ τον Άγιον Βασίλη,<br />τζιαι δώρα εννά πάρετε που τα δικά του σιείλη!</p>
<p>Το πρώτον τζιαι καλλύττερον δώρον εννά το δώσω,<br />στον τόπον που μεγάλωσα τζιαι αγαπώ τον τόσο,<br />θαύμαν ο γρόνος πόν’ να μπει να τον ελευθερώσει,<br />τ’ άδικα που υπόφερεν να μεν τα ξανανιώσει!</p>
<p>Σε ούλλους τους πολιτικούς θα δώσω έναν πράμαν,<br />πόν’ να τους κάμει να πονούν για τζιείνα που μας κάμαν,<br />συνείδησην που εν έχουν&#8230; καμπόσες ερινύες,<br />να παραιτήσουν τες κλεψιές τζιαι τες παρανομίες!</p>
<p>Ελπίδαν τζιαι υπομονήν σε όσους υποφέρουν,<br />δύναμην να παλέψουσιν για να τα καταφέρουν,<br />να ’χουσιν πίστην στον Θεόν που τον παρακαλούσιν,<br />να έχουν την υγείαν τους τζι ούλλα εννά σαστούσιν!</p>
<p>Στους φίλους τζιαι τους συγγενείς τους φέρνω ευκαιρίες,<br />να κάμουσιν λλιόττερες που πέρσι αμαρτίες,<br />να μάθουσιν να συγχωρούν τ’ ανθρώπινα τα λάθη,<br />την ανθρωπιάν να έβρουσιν πο’τζιείνην που εχάθη!</p>
<p>Άφηκα το καλλύττερον, για όσους καρτερούσιν,<br />κάθε πρωτοχρονιάν εμέναν για να δούσιν,<br />εννά ’μαι πάντα μέσα τους όποτε με φωνάζουν,<br />αγάπην όταν μάθουσιν στους άλλους να μοιράζουν!</p>
<p>(Άγιος Βασίλης)</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p><blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="ZvvfNw1lvi"><a href="https://speaknews.gr/2025/07/07/kostas-spyris-peninta-chronia-en-polla/">ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΥΡΗΣ: «Πενήντα χρόνια έν πολλά…»</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΥΡΗΣ: «Πενήντα χρόνια έν πολλά…»&#8221; &#8212; Speak News" src="https://speaknews.gr/2025/07/07/kostas-spyris-peninta-chronia-en-polla/embed/#?secret=l16zDiAvFb#?secret=ZvvfNw1lvi" data-secret="ZvvfNw1lvi" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p>.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΣΤΡΑΤΕΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ</strong></h5>
<p>Δρ Λογοτεχνίας, φιλόλογος-συγγραφέας</p>
<p>Ο Μορφίτης δάσκαλος και ποιητής Κωνσταντίνος Σπυρής, που μας έδωσε το 2016 την πρώτη του ποιητική συλλογή, γραμμένη στη γλώσσα της ντοπιολαλιάς, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κάποιες στιγμές», συνεχίζει την ανοδική ποιητική του πορεία με μια νέα ποιητική κατάθεση, με τον αρκούντως εύγλωττο και περιεκτικό τίτλο «Οι στράτες μου». Οι στράτες μου που δκιάβηκα αγάπην έν ’γεμάτες/, τζι αν είσιεν λλίες άσσιημες, όμορφες έκαμά τες, γράφει στο εξώφυλλο, κάτω από τον τίτλο, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το ποιητικό ταξίδι που του επιφυλάσσεται καθώς θα κάνει το σεριάνι στο βιβλίο, στις στράτες όπου βάδισε ο ποιητής και τόσο περίτεχνα αποτυπώνει και αναδεικνύει, με τη δύναμη της έμπνευσης και της γραφίδας του.<br />Ο Σπυρής, έχοντας στη φαρέτρα του ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο, αλλά και έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, που ξεχειλίζει από αγάπη και νοσταλγία για τη Μόρφου, την κατεχόμενη γενέτειρά του, με την οποία τον συνδέουν άρρηκτοι δεσμοί, αναμνήσεις, βιώματα, χαρές και λύπες, πρόσωπα αγαπημένα που έφυγαν πια από ανάμεσά μας και ανεπανάληπτες στιγμές των παιδικών και νεανικών του χρόνων, καταγράφει ποιητικά όλα όσα βίωσε πριν από την τραγωδία της εισβολής και της προσφυγιάς, στη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας και στις αγαπημένες γειτονιές της χαράς και της ξεγνοιασιάς, και τα<br />μεταπλάθει σε στίχους που ταξιδεύουν τον αναγνώστη στις στράτες του ποιητή και στον κόσμο των σκέψεων, των ιδεών, των προβληματισμών και των προσδοκιών του.</p>
<p>Το βιβλίο αρχίζει με ένα εισαγωγικό σημείωμα, που φέρει τον τίτλο της συλλογής «Οι στράτες μου» και αποτελεί μια αυτοβιογραφική καταγραφή και εξομολόγηση για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τα χρόνια της αθωότητας και της ανεμελιάς, όπως τα έζησε στην αγαπημένη του γενέτειρα, τη Μόρφου. Στο κείμενο αυτό, που είναι γραμμένο σε πεζό λόγο, ο Σπυρής μάς μιλά για τα μαθητικά του χρόνια στο δημοτικό και το γυμνάσιο, για τους δασκάλους και τους καθηγητές του, για τη ζωή της γειτονιάς και τους ανθρώπους της, για τις επιδόσεις του στο σχολείο, στο θέατρο και στον χορό.<br />Εκφράζει ακόμα την περηφάνια του για τη Μόρφου και για τα σωματεία της, τον Διγενή και την ΑΕΜ, και ολοκληρώνει το εισαγωγικό του σημείωμα με την αναφορά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, όπου φοίτησε για τρία χρόνια<br />και σπούδασε δάσκαλος, με πρώτο διορισμό στην Κυπερούντα και στο Λουτρό, όπου υπηρέτησε για τρία χρόνια. Ως εισαγωγή στην ποιητική του συλλογή θα πρέπει επίσης να θεωρηθούν τα δύο μακροσκελή ποιήματα «1974 Πράξη Πρώτη» και «1974 Πράξη Δεύτερη», που παραθέτει στη συνέχεια, όπου καταθέτει ποιητικά όσα τραγικά βίωσε στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής ως έφεδρος στρατιώτης, εκφράζοντας ταυτόχρονα οργή και αγανάκτηση για την προδοσία, και ανείπωτο πόνο και πίκρα για την προσφυγιά και τον ξεριζωμό από τις πατρογονικές εστίες.<br />Ακολουθούν στη συνέχεια άλλες τέσσερις ενότητες με ποιήματα στα οποία ο λαϊκός ποιητής αποτυπώνει με τον στίχο του, βιώματα, σκέψεις, ιδέες, και προβληματισμούς, με θεματικό επίκεντρο τη γενέτειρά του Μόρφου, τα Λιβερά και τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα. Στην πρώτη ενότητα ο λαϊκός ποιητής γράφει ποιήματα για τη μάνα και τον πατέρα του, που έφυγαν με την πίκρα και το παράπονο της προσφυγιάς. Τα ποιήματα αυτά, που είναι κυριολεκτικά βγαλμένα απ’ την ψυχή του, φανερώνουν την απέραντη αγάπη και την εκτίμηση που είχε για τους γονείς του, η μνήμη των οποίων είναι βαθιά χαραγμένη στη σκέψη και στην ψυχή του, όπως γράφει χαρακτηριστικά στο τετράστιχο που προτάσσει στην αρχή της ενότητας: Η στράτα, σου μανούλα μου εν’ πάντα μες στον νουν μου/τζιαι τζείνες του πατέρα μου μες στην ζωήν τανούν μου. Στη δεύτερη ενότητα κυρίαρχο θέμα είναι η γενέτειρά του Μόρφου, για την οποία γράφει όμορφα νοσταλγικά ποιήματα, γεμάτα αγάπη, οργή και πίκρα αλλά και ελπίδα και βεβαιότητα για την επιστροφή. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα για τα Λιβερά, έναν τόπο ιδιαίτερα αγαπημένο για τον ποιητή, όπου βίωσε ανείπωτες χαρές και εμπειρίες στα παιδικά του χρόνια, τις οποίες αναπολεί νοσταλγικά με τη δύναμη της ποιητικής του έμπνευσης. Ο ποιητής περιγράφει επίσης με ποιητική δεξιοτεχνία, λυρική και νοσταλγική διάθεση τις μοναδικές ομορφιές του τοπίου των Λιβερών και τις εικόνες που γέμιζαν τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, εικόνες που χαράκτη καν ανεξίτηλα στη μνήμη του και ζωντανεύουν ποιητικά μέσα από τους στίχους του.<br />Η ποιητική συλλογή «Στες στράτες μου» του Κωνσταντίνου Σπυρή ολοκληρώνεται με την τέταρτη ενότητα, που είναι και η μεγαλύτερη. Με προφανή φιλοσοφική διάθεση, ο Σπυρής γράφει ποιήματα για τον έρωτα, για το καταλυτικό πέρασμα του αδυσώπητου χρόνου, για τα γηρατειά, για τη γυναίκα, για τον δάσκαλο, για τη ζωή και για τον άνθρωπο, για τη φιλία, την ελπίδα και το βαθύτερο νόημα της ζωής. Η συλλογή τελειώνει με ένα ποίημα-ύμνο για την Κύπρο και για την Κυπερούντα, όπου έζησε τρία χρόνια ως δάσκαλος.<br />Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, μέσα από την οποία καταδεικνύεται η εξελικτική πορεία του ποιητή, ο οποίος με ποιητική δεξιοτεχνία, επαρκή γνώση και χρήση της κυπριακής διαλέκτου, προσεγμένη στιχουργική και ευαισθησία, γράφει καινούργια ποιήματα στη γλώσσα της ντοπιολαλιάς, που τέρπουν αλλά και συγκινούν, ταυτόχρονα τον αναγνώστη, ο οποίος, αβίαστα, ταυτίζεται με τον λαϊκό ποιητή, γίνεται συνταξιδιώτης στο ποιητικό του οδοιπορικό και συμμέτοχος στην οργή, την πίκρα και τον αβάστακτο πόνο του της προσφυγιάς και του συνεχιζόμενου εδώ και 45 χρόνια ξεριζωμού από τις πατρογονικές ρίζες. Με την ευχή να είναι καλοτάξιδο το καινούργιο του βιβλίο, συγχαίρω τον Κωνσταντίνο Σπυρή για τη νέα του πιοητική συλλογή «Οι στράτες μου», ευχόμενος επίσης καλή συνέχεια με νέες εμπνεύσεις και ποιητικές καταθέσεις, που εμπλουτίζουν την κυπριακή λαϊκή ποιητική δημιουργία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ</strong></h5>
<p>Εκπαιδευτικός, λογοτέχνης</p>
<p>Μετά από τόσα χρόνια κατοχής, προσφυγιάς και προσμονής, η ψυχή του Κώστα Σπυρή δεν λύγισε, αλλά δυνατή και περήφανη αναζητά τα παλιά, με τη γενέτειρά του Μόρφου, κομμάτι από τον εαυτό του, να κάθεται βασίλισσα κυρά στον θρόνο της ποίησής του, κυρά και βασίλισσα στους πόθους και στα όνειρά του. Έτσι, η ποίησή του στην ποιητική του συλλογή «ΟΙ ΣΤΡΑΤΕΣ ΜΟΥ», άρρηκτα δεμένη με τις παιδικές του αναμνήσεις, γυροφέρνει τον αναγνώστη σε κάθε γωνιά της κωμόπολης των παιδικών του χρόνων, δίνοντάς του την ευκαιρία να ξαναζήσει τη Μόρφου μέσα από μεστούς σε περιεχόμενο στίχους, να θαυμάσει τη χάρη των απλών ανθρώπων της, να ταυτιστεί με αγαπημένα πρόσωπα του ποιητή και να γίνει κοινωνός του άσβεστου πόθου του για επιστροφή.<br />Οι στράτες, όχι μόνο του γενέθλιου του χώρου, αλλά και οι στράτες που περπάτησε ο ποιητής στην πολυκύμαντη ζωή του και ο ιδεώδης, σχεδόν ιδανικός, έρωτας του για τον τόπο του και τους ανθρώπους του, δεσπόζουν στην ποίηση του Κώστα Σπυρή, με έναν ανεπαίσθητο, διυλισμένο σπαραγμό ή πάθος. Μια ποίηση που όχι μόνο ανακαλεί εμπειρίες και μνήμες της εποχής πριν από την προσφυγοποίηση του ποιητή, αλλά και εκφράζει τις χαρές και τις λύπες της ζωής, υμνεί τη μάνα, τον πατέρα, τη γυναίκα, τον έρωτα, τη φιλία, τη φύση και οποιοδήποτε άλλο θέμα αγγίζει την ευαίσθητη ψυχή του δημιουργού της. Στίχοι λιτοί, ειλικρινείς, μουσικοί και ενίοτε γνωμικοί, στίχοι περίτεχνοι εκφράζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πλούσιες εμπειρίες του ποιητή με αυθορμητισμό και σεμνότητα. Στίχοι διαποτισμένοι με τον αβάστακτο ψυχικό πόνο του ξεριζωμού, που μιλούν κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη και τον συγκινούν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΛΛΑΣ</strong></h5>
<p>Εκπαιδευτικός, λογοτέχνης</p>
<p>ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΟΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ</p>
<p>Καθώς γυρίζει η σκέψη μου στην φοιτητική μου ζωή στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου στα μακρινά χρόνια της δεκαετίας του 70, φίλοι παλαιοί και συμφοιτητές μού έρχονται έντονα στη μνήμη. Ανάμεσά τους και ο εκ Μόρφου σπουδαστής Κωνσταντίνος Σπυρής με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του: μιαν ευδιάκριτη φινέτσα, μια συμπαθητική και φιλική<br />προσέγγιση προς όλους, ένας ενθουσιασμός και μια πολλαπλή καλλιτεχνική ροπή συνδυασμένη με χιουμοριστική διάθεση.<br />Τώρα, μετά από τον όγκο ή το γοργό και αδυσώπητο φτερούγισμα του χρόνου, μετά από τόσες συλλογικές και ατομικές περιπέτειες και ηφαιστειώδεις αλλαγές και ανακατατάξεις, με κέντρο πάντα το καθημαγμένο πρόσωπο της πατρίδας και του λαού μας, συναντιόμαστε πάλι με τον αγαπητό φίλο τόσο αλλαγμένοι και πάντα οι ίδιοι. Συναντιόμαστε καθώς μας καλεί τώρα σε συμπόσιο ποιητικό με πολλά και καταρρακτώδη ποιήματά του, όλα χυμένα στην αθάνατη κυπριακή ντοπιολαλιά. Και το κάλεσμά του είναι πηγαίο, βαθιά ανθρώπινο και δελεαστικό, θα έλεγα, αφού τα ποιήματά του είναι αυθεντικά και τόσο συγκινητικά, βγαλμένα από καθαρή βιωματική πηγή και δοσμένα με γνήσια ποιητική διάθεση.<br />Ο Κ. Σπυρής, καλός δάσκαλος και ώριμος πια άνθρωπος και ποιητής, μπαίνει<br />στη χορεία των ποιητών μας με απλές και ολοκληρωμένες φωνές που μας κερδίζουν με τη γνησιότητα του αισθήματος, την αυθορμησία, την καλή τεχνική τους, τη λαϊκή σοφία, το γερό παραδοσιακό και ιδεολογικό τους υπόβαθρο και τα καθαρά μηνύματα.<br />Μετά τη σκληρή προσφυγιά ο δάσκαλος ποιητής έζησε βίο πολύπλαγχκτο και εν πολλοίς πλάνητα Και τώρα επιστρέφει με τον βαθύ καημό της ψυχής που γίνεται, φυσικώ τω τρόπω, τραγούδι. Και πώς αλλιώς μπορούσε να γίνει μέσα<br />στη σιδερένια αυτή εποχή, εποχή απρόσωπη και αποξενωτική, με το βάρος του νόστου της κατεχόμενης πατρίδας να τον τυραννεΐ, να τον συνέχει. <br />Έτσι η σκέψη του ποιητή γυρίζει αδιάλειπτα στην κατεχόμενη ιδιαίτερη πατρίδα του με όσα ιερά και απαράγραπτα αυτή σημαίνει -πρόσωπα, τοπία, εκ κλησιές, γειτονιές και τόσα άλλα. Επιστρέφει με το τραγούδι που βρίσκει τη<br />φυσική ροή του στην ιστορική ντοπιολαλιά μιας, που αβίαστα τού δίδαξαν οι ποιητικοί του πρόγονοι αλλά και όσοι αφανείς και άγνωστοι φορείς από τον αλησμόνητο κοινωνικό περίγυρο όπως τον προσέλαβε μέσα από τα παιδικά του όνειρα και την παιδική αθωότητα. Κι οι μνήμες αυτές δεν έχουν μαραθεί.<br />Τις θρέφει και τις ζωντανεύει του πόνου και της αγάπης ιερή βροχή. Κι άπλωσαν ρίζες κι έγιναν κλωνάρια θαλερά για να έρθουνε στις φυλλωσιές τους να λαλήσουν τα εύλαλα πουλιά των στίχων του, πηγαία και λυτρωτικά, με όλο τον φόρτο του πόνου και του νόστου που τους διαρρέει.<br />Σε ό,τι αφορά τη θεματική της συλλογής, μεγάλο μερτικό παίρνουν τα ποιήματα τα εμπνευσμένα από τον οικογενειακό περίγυρο -μάνα, πατέρας και στενοί συγγενείς. Τι πιο φυσικό αφού τα πρόσωπα αυτά εκπροσωπούν, ή σωστότερα, ενσαρκώνουν την ιδέα και τον ιερό τόπο της πατρίδας και περιφέρονται στη μνήμη με τη σεπτή παρουσία τους πέραν του τόπου και του χρόνου! Δεν λείπουν, βέβαια, και τα ποιήματα για ιστορικούς χώρους όπως και κάποια με φιλοσοφική διάθεση και γνωμολογική χροιά, όπως και κάποια άλλα που διακρίνονται για το σατιρικό τους περιεχόμενο.<br />Γενικά τα ποιήματα της δεύτερης αυτής σειράς του Κ. Σπυρή αποτελούν ένα θερμό ομίλημα ψυχής που σε σταματά για την ειλικρίνεια και πηγαιότητα του αλλά και για την όχι ευκαταφρόνητη γνώση της ντοπιολαλιάς και τη ρυθμική τάξη και εμμετρότητά του. Δυο μικρά δείγματα</p>
<p>Το γιασεμίν σου άπλωσεν,μάνα μου, τζι εννά φτάσει<br />στην άκραν του παράδεισου εσέναν ν’αγκαλιάσει<br />τζιαι μέσα στην ψυχούλλαν σου οι κλώνοι ενν’αθθίσουν,<br />ουλλη η γη τζι ο ουρανός με σεν εννά μυρίσουν.<br />………………………………………………………………………………………</p>
<p>Τζιύρη μου,η ψυχούλλα σου το Ψυχοσάββατό σου<br />στου Μόρφου δκιατζιηνεύκεται πά ’ στο ποδήλατό σου<br />έναν γυρόν, μιαν αγκαθκιάν ούλα να τ’ αγκαλιάσεις<br />μες στη γωνιάν τους γείτονες ούλλους να τους χορτάσεις<br />τζι είμαι τζι εγιώ μες στην αυλήν μιτσίν μωρόν ακόμα<br />να σε Οωρώ νασιαίρουμαι που βκαίννεις πά ’ στο δώμαν<br />ψηλά ναβκάλεις τάχατες στον ουρανόν πετάσιν<br />για μέναν να ’χω μιαν ζωήν μόνον οσσιάν τζαι πνάσην.</p>
<p>Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος είναι σχεδόν αποκλειστικά η στιχουργική μονάδα των ποιημάτων. Κι αυτό είναι φυσικό αφού ο δεκαπεντασύλλαβος αποτελεί τον βασικό και συνήθη στίχο της δημοτικής και λαϊκής ποίησης. Ωστόσο η χρήση και άλλων μέτρων θα πρόσθεταν στα ποιήματα λειτουργώντας ως μια ανάσα και μια ποικιλότητα στη ροή του λόγου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ</strong></h5>
<p>Δικηγόρος (εκ Μόρφου ορμώμενος και τώρα-ως πότε; στη Λεμεσό)</p>
<p>Λεμεσός 18/04/2019.</p>
<p>ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ/ΕΚΔΟΣΗΣ <br />ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ Κ. ΣΠΥΡΗ</p>
<p>Για ακόμη μια φορά έχω τη τύχη και την ευχαρίστηση να διαβάσω, τώρα τη 2η ποιητική συλλογή του φίλου και συμπολίτη μου Κώστα Σπυρή, γραμμένη και αυτή τη φορά στη δική μας ντοπιολαλιά.<br />Είναι ομολογουμένως ιδιαίτερη για μένα η τιμή που μου δίδεται να χαιρέτισα) την έκδοση αυτή και ευχάριστη η ευκαιρία να προμελετήσω τα ποιήματα του φίλου μου, τα οποία, όπως και η προηγούμενη του συλλογή, είναι μεστά ανθρωπισμού, συναισθημάτων-που ομολογουμένως σε συμπαρασέρνουν στο τι ο ποιητής θέλει να μεταδώσει &#8211; και πλήρη αγάπης προς τον «τόπο που γεννήθηκα κι ας τον κρατούν οι ξένοι&#8230;” αλλά και προς τον συνάνθρωπό μας και ιδιαίτερα τους γονείς, τα παιδιά του και το στενό αγαπημένο του συγγενικό περιβάλλον. (Διάβαζε κυρίως τα ποιήματα: «Σου το χρωστώ πατέρα μου” «Αν ήταν”, «Για το 1ο μου παιδίν”, «Για την δεύτερην μου κόρην” και «Για τον γιον μου”).<br />Ποιήματα που βγαίνουν όχι μόνο νοητικά αλλά και συναισθηματικά από την<br />ψυχή και την καρδιά του ποιητή και που μεταδίδουν διδάγματα, καθοδήγηση, ελπίδα, απολησμοσύνη και βαθιά γλυκά και κάποτε πικρά συναισθήματα ανθρωπιάς, μισεμού, αναπόλησης και αναμονής «&#8230;σαράντα τόσο γρόνια&#8230;»<br />«Να’ μουν φεγγάριν πάνω σου να φέγγω, στα στενά σου&#8230;» (βλ.«Μόρφου μου»).<br />Δεν απουσιάζει όμως και το καθ’ όλα πλέον δικαιολογημένο παράπονο και ο πόθος του ποιητή, και όλων μας, για την άδικη Κατοχή των κατεχόμενων χωριών μας από τους Τούρκους Αττίλες, που ως ένας πνευματικός άνθρωπος ο Κ.Σπυρής, αποτυπώνει πολύ έντεχνα στα ποιήματά του με τον χαρακτηριστικό δικό του περιγραφικό-σαν εικονογράφημα-τρόπο. «Οι πέτρες εγινήκασιν τσιακκίλες να τσακρούσιν, κάθε φοράν που τες πατούν οι ξένοι να πονούσιν&#8230; τζιείνοι που τα εκλέψασιν σιγά σιγά σαπίζουν&#8230;» (βλ.«Τζειαμαί που εγεννήθηκα»).<br />Στη νέα του αυτή ποιητική συλλογή ο Κώστας δεν παρέλειψε να παρουσιάσει. μια πράγματι, ολοκληρωμένη δουλειά και δεν παρέλειψε να «πεταχτεί» και λίγο-πολύ στο άλλο χωριό που τον συνδέει ψυχή τε και σώματι, στα Λιβερά που γέμιζαν τον νου του με εικόνες όπως: «στοισιά του δάσους άγρια-και-στη θάλασσαν γοργόνες&#8230;» αλλά και να τη διανθίσει με στίχους ερωτικούς, μεστούς από αγνή, άδολη Αγάπη αλλά και που διαλαλεί τον «φόβο» του «Αν φύω πρώτος» και τη στέρηση που ο θάνατος του αγαπημένου μας προσώπου μας προκαλεί «αλλά εγιώ θα σε γυρεύκω&#8230;»<br />Αγαπητέ φίλε Κώστα,-<br />Για άλλη μια φορά διαβάζοντας τα ποιήματά σου, με έριξες σε βαθιά συναισθηματικά πηγάδια και σε δύσκολα μακριά μονοπάτια. Έπιασα τον εαυτό μου κάθε φορά που τέλειωνα ένα ποίημά σου, σκεφτικό και αρνητικό να ξεφύγει από τις εικόνες και τα συναισθήματα που έβγαιναν από αυτό. Κατάληξα να στηρίζω το κεφάλι μου στο χέρι μου και να σκέφτομαι, να σκέφτομαι&#8230;<br />Απλά, μετά που «ξέφυγα» από τις ποιητικές χειροπέδες σου, πήρα την πέννα και σου γράφω σαν επίλογο στα όσα πιο πάνω σού «καταλογίζω»:- ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ και περιμένουμε και την 3η ποιητική συλλογή σου. Η 2η απλά σε έβαλε να υπογράψεις και να δεσμευτείς ότι θα επανέλθεις, θα συνεχίσεις και θα εμπλουτίσεις ακόμη περισσότερο την πνευματική/ πολιτιστική μας κληρονομιά. Υπέγραψες συμβόλαιο με το κοινό σου και δεσμεύτηκες να μας χαρίσεις και άλλες εικόνες και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα.<br />Εμείς αναμένουμε&#8230;<br />Με την άδολη και βαθιά εκτίμηση, την αγάπη και τη φιλία μου αλλά και με ένα<br />μεγάλο ευχαριστώ που με κατάντησες κοινωνό του έργου σου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/05/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΟΛΓΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%bf%ce%bb%ce%b3%ce%b1-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%bf%ce%bb%ce%b3%ce%b1-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 08 Apr 2024 19:55:37 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΛΓΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20903</guid>

					<description><![CDATA[Η Όλγα Οικονομίδου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1975. Είναι απόφοιτος του πανεπιστημίου Κύπρου στις επιστήμες της αγωγής και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Βurningham. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός στη Δημοτική Εκπαίδευση και ως Σύμβουλος Μουσιακής Αγωγής του Υπουργείου Παιδείας Αθλητισμού και Νεολαίας Κύπρου. Είναι ενεργό μέλος σε εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς ομίλους συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%bf%ce%bb%ce%b3%ce%b1-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΟΛΓΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Όλγα Οικονομίδου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1975. Είναι απόφοιτος του πανεπιστημίου Κύπρου στις επιστήμες της αγωγής και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Βurningham. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός στη Δημοτική Εκπαίδευση και ως Σύμβουλος Μουσιακής Αγωγής του Υπουργείου Παιδείας Αθλητισμού και Νεολαίας Κύπρου. Είναι ενεργό μέλος σε εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς ομίλους συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα και έχει παρουσιάσει πρακτικές της εκπαίδευσης σε επιστημονικά συνέδρια. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει βραβευτεί σε παγκύπριους πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς ποίησης. Τα Θαμνολίβαδα (Μανδραγόρας 2023) είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20906 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/ΘΑΜΝΟΛΙΒΑΔΑ-196x300.jpg" alt="" width="350" height="535" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/ΘΑΜΝΟΛΙΒΑΔΑ-196x300.jpg 196w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/ΘΑΜΝΟΛΙΒΑΔΑ.jpg 386w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΘΑΜΝΟΛΙΒΑΔΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ</strong></h5>
<p>Θα ’θελα να ’μουν<br />
εκ γενετής<br />
ανεμολόγιο.</p>
<p>Αδιάκοπα να χαράσσω<br />
ροές και πορείες ανέμων.<br />
Να διαιρούμαι σε τεταρτοκύκλια,<br />
προς ενενήντα μοίρες έκαστο<br />
και να ’χουνε στραμμένα<br />
προς το μέρος μου<br />
των ναυτικών τα μάτια.</p>
<p>Στην πραγματικότητα,<br />
υπάρχω ως γυναίκα.<br />
Αγαπώ τους ανέμους,<br />
τους αφουγκράζομαι καθώς<br />
σηκώνουν τη σκόνη μου<br />
ή ελαφρώς το φόρεμά μου.<br />
Άπταιστα τους γράφω στο<br />
τετράδιο ορθογραφίας.</p>
<p>Λεβάντες, Όστρια, Γαρμπής<br />
Πουνέντες, Τραμουντάνα.</p>
<p>Έπειτα σηκώνω πανιά<br />
και φεύγω&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ</strong></h5>
<p>Νόστος.<br />
Μνήμη που δεν σωπαίνει.<br />
Μνήμη που επιμένει<br />
όπως το κύμα που κατατρώει τον βράχο.</p>
<p>Μνήμη τοξεύτρα<br />
στο κέντρο της ύπαρξης.</p>
<p>Σαλαμίνα &#8211; Αμμόχωστος.<br />
Από τα βάθη του καιρού<br />
νυν και αεί<br />
για πάντα μνήμη.</p>
<h5><strong>ΚΑΡΤΕΡΟΥΜΕΝ</strong></h5>
<p>Το καλοκαίρι εκείνο δεν ξέραμε.</p>
<p>Δεν μπορούσαμε ούτε<br />
να φανταστούμε πως<br />
τ’ ανοιχτά πουκάμισα<br />
τα ιδρωμένα μέτωπα<br />
τα ψάθινα καπέλα<br />
τα πιτσιρίκια με τα κοντά<br />
παντελονάκια<br />
τα ακρογιάλια στην Αμμόχωστο<br />
τα καράβια της Κερύνειας<br />
ο περήφανος Πενταδάχτυλος&#8230;</p>
<p>Όλα μας αποχαιρετούσαν.</p>
<h5><strong>ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ</strong></h5>
<p>Στο χοντρό ξύλινο τραπέζι<br />
της μοντέρνας καφετέριας<br />
τοποθετώ ευλαβικά<br />
τα προσφιλή βιβλία ποίησης<br />
τον παγωμένο μου καφέ<br />
το ψάθινο καπέλο<br />
και κεντρικά<br />
-στο πιο ανάγλυφο σημείο επάνω-<br />
κόλλες ημίλευκες<br />
πασαλειμμένες με λέξεις<br />
γεμάτες προσμονή για να γραφτούν<br />
στίχοι να γίνουν.</p>
<p>Γράφω και σβήνω λέξεις.<br />
Γράφω και σβήνω την απουσία σου.</p>
<p>Μα οι λέξεις μου<br />
παραμένουν μετέωρες<br />
βγάζουν κεφάλι, χέρια, πόδια<br />
αγανακτισμένες<br />
βγαίνουν στο πεζοδρόμιο ν’ ανασάνουν<br />
διαδηλώνοντας τη θλίψη τους.</p>
<p>Πορεία διαμαρτυρίας είναι κι η ποίηση.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΡΗΜΑ</strong></h5>
<p>Τρία παιδιά είναι ο τόπος μου.<br />
Μπουμπουκιασμένα κλωνάρια στον κάμπο μου.<br />
Δύο οικογενειακοί τάφοι είναι ο τόπος μου<br />
με σώματα ανθρώπων που μ’ ανάθρεψαν.<br />
Ένα ζευγάρι χέρια είναι ο τόπος μου<br />
που γράφουν αταίριαστους στίχους.<br />
Μηδέν βεβαιότητα είναι ο τόπος μου<br />
που ξεκρεμάει τις μέρες του χρόνου.<br />
Μείον ένα όνειρο είναι ο τόπος μου<br />
που παγώνει το μαξιλάρι κάθε βράδυ.</p>
<p>—Καλή μου, σταμάτα το μέτρημα&#8230;</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΟΘΗΚΗ</strong></h5>
<p>Μάνα,<br />
θα δανειστώ απόψε τα γράμματά σου.<br />
Παίρνω το μι για τις μνήμες μου.<br />
Το άλφα για τα άστοχα λόγια μου.<br />
Ένα νι είναι αρκετό όσα «ναι» ’λέγαν τα μάτια σου.<br />
Το τελευταίο άλφα ταιριάζει στις αναβολές μου.<br />
Μόνο που ο θάνατος δεν περιμένει ούτε και από αλφάβητο γνωρίζει.<br />
Να του έλεγα λίγο να σταθεί στο έψιλον της ενοχής μου<br />
ή έστω στο πι μίας παράτασης.</p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στη μητέρα μου Στέλλα</p>
<p>Εδώ και έναν χρόνο ανοίξαμε ίο τελευταίο σου σπίτι<br />
και σε αφήσαμε να ξεκουραστείς.<br />
Γεμίσαμε το κενό που μας έμεινε με πέντε κουβάδες χώμα.<br />
Μπροστά από τον υπόλευκο σταυρό και τ’ όνομά σου<br />
φυτέψαμε βασιλικό, λεβάντες, γεράνια και λίγα χαμολούλουδα<br />
γιατί σου άρεσαν<br />
αλλά και για παρηγοριά δική μας.<br />
Τόση γαλήνη στον ένα επί δύο τετραγωνικά εγκόσμιο κήπο σου<br />
που βλέπαμε να μεγαλώνει εν τη απουσία σου.<br />
Πολύχρωμη ζωή, ευωδιαστή, πάνω σε θάνατο,<br />
μαζί με το νέο παράδοξο «αιωνία η μνήμη»<br />
και το «Προσδοκώ Ανάστασιν Νεκρών».</p>
<p>Έριχνα στο νερό την αγάπη και τη συγγνώμη μου<br />
και πότιζα τον κήπο σου με δάκρυα.<br />
Τα βράδια φανταζόμουνα τις ρίζες των φυτών<br />
να μεγαλώνουν πεισματικά για να σε φτάσουν,<br />
να πούνε όσα δεν πρόλαβα.</p>
<p>Σαν έμαθα<br />
πως τα λουλούδια σου ξεριζώθηκαν<br />
πως ο τεχνίτης ήταν έτοιμος να κόψει τον χωμάτινο ομφάλιο λώρο<br />
θύμωσα πολύ με αυτήν την αλλαγή<br />
-πώς μπορεί η ζωή ν’ αλλάζει τις ώριμες εικόνες<br />
δίχως έστω μια μικρή προετοιμασία;-</p>
<p>Έτσι, τον φετινό Μάρτιο φυτέψαμε λουλούδια σου<br />
στους κήπους των σπιτιών μας<br />
να ’χουμε μια ρίζα να ποτίζουμε<br />
εις μνήμη αιωνία&#8230;</p>
<p><strong>10 ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΠΑΡΕΑ</strong></p>
<p>(Επιλογή 4 Χαϊκού)</p>
<p>1<br />
Του Οδυσσέα<br />
ο νόστος -χελιδόνι<br />
κάθε άνοιξη.</p>
<p>3<br />
Η αγκαλιά σου<br />
παιδί μου λευκά κρίνα<br />
ανοιξιάτικα.</p>
<p>8<br />
Σιωπηλά πουλιά<br />
πνίγονται στης ποίησης<br />
τις καταδύσεις.</p>
<p>10<br />
Πάμφωτη φύση<br />
μπολιάζεις με ελπίδα<br />
m βασιλικό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΘΕΟΧΑΡΗΣ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 5/3/2024</p>
<p>Με υπαρξιακές αναφορές και κοινωνικούς συνειρμούς</p>
<p>Υπάρχουν πολλά φυτά, που κατατάσσονται στην κατηγορία των θάμνων. Είναι μικρά και ταπεινά, όμως, βγάζουν πανέμορφα λουλούδια και κάποια από αυτά υπέροχες μυρωδιές. Ας φανταστούμε λιβάδια γεμάτα λουλουδιασμένους και μυρωδάτους θάμνους και ας τους αντιπαραβάλλουμε με ένα βιβλίο. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς: Μα μπορεί ένα βιβλίο να είναι τόσο όμορφο; Μπορεί, αν το περιεχόμενό του έχει την ομορφιά και το άρωμα αυτών των θάμνων.</p>
<p>Είμαστε στην ευχάριστη θέση να έχουμε αυτό το βιβλίο, δηλαδή την ποιητική συλλογή της Όλγας Οικονομίδου «Θαμνολίβαδα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Τα ποιήματα της συλλογής είναι μικρά σε μέγεθος, λιτά όπως οι θάμνοι και μεστά νοήματος αφήνοντάς μας την αίσθηση της ομορφιάς και του αρώματος, που αποπνέουν. Ταυτόχρονα, η συλλογή περιέχει ευάριθμα ποιήματα και άρα εδώ ταιριάζει και το δεύτερο συνθετικό του τίτλου.</p>
<p>Αφού λοιπόν, έχουμε αρώματα η ζωή μπορεί να κλειστεί σε ένα μπουκάλι ακριβής κολόνιας ή σε ένα βαζάκι μαρμελάδας για δήθεν ασφάλεια, όμως: «Η ζωή μου, ωστόσο / επιμένει / να διαφεύγει / από γυάλινα δοχεία εγκλεισμού. / Γράφοντας / τη δική της ιστορία / διαλέγει ελεύθερη την απομόνωση.»</p>
<p>Όμως, η ζωή έχει και τις δύσκολες στιγμές και τα δικά της κρίσιμα ερωτήματα. Η Όλγα Οικονομίδου θα θέσει το ερώτημα: «Λησμονιά είναι / να ξεχνάει κανείς ή να ξεχνιέται;» Αυτές οι δύσκολες στιγμές κάνουν αρκετούς ανθρώπους να φαίνονται πρόωρα γερασμένοι καθώς: «Τα γηρατειά είναι έννοια σχετική.» Ό,τι μας πονάει, το αφαιρούμε, όμως, αυτό εξακολουθεί να μας βαραίνει: «Επιτυχημένη ήταν η επέμβαση. Εύγε! / Κρίμα που πίσω της άφησε / αυτά που ακόμα κουβαλώ / εντός μου.»</p>
<p>Μέσα από τις διάφορες υπαρξιακές αναφορές η ποιήτρια κάνει κοινωνικούς συνειρμούς και μας δίνει έναν δικό της ποιητικό ορισμό: «Πορεία διαμαρτυρίας είναι και η ποίηση.» Τα ποιήματα περιέχουν λέξεις, που κυοφορούνται από την Όλγα Οικονομίδου. Μόνο, που η κύηση λέξεων δεν είναι εύκολη. Πολλές φορές γίνεται βασανιστική: «Ο τράχηλός μου στενεύει / και κλείνει. / Κι εγώ γεννάω / παιδιά-δάκρυα / για να μπορέσω να αναπνεύσω…»<br />
Η ποίηση της Όλγας Οικονομίδου μας εκπλήσσει ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος της συλλογής. Η ποιήτρια διατηρεί μια διακειμενικότητα με άλλους ποιητές, όπως τον Καβάφη: «Σαν ξημερώσει / σαν έτοιμη από καιρό / μα όχι θαρραλέα / να πετάξω.» και κλείνει την συλλογή της με δέκα ακόμα πιο μικρά θαμνάκια χαϊκού.</p>
<p>Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Όλγας Οικονομίδου «Θαμνολίβαδα» είναι ένα έργο πολλά υποσχόμενο και τα ποιήματά της σύμφωνα με δικούς της στίχους: «θα γίνουν θαμνολίβαδα / ή πόες / ή αγριολούλουδα. / Υπάρχει βλέπεις / και η χαμηλή αυτοφυής βλάστηση.»</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/12/2023</p>
<p>Πορεία διαμαρτυρίας είναι και η ποίηση</p>
<p>Η πρώτη εμφάνιση της Όλγας Οικονομίδου στα ελληνικά γράμματα, με τη συλλογή 47 ποιημάτων με τίτλο «Θαμνολίβαδα» από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.</p>
<p>Η παρουσία της ποιήτριας καθόλου δεν είναι αμελητέα καθώς δείχνει έμπειρη και δοκιμασμένη γραφή από το χρόνο δίνοντας την υπόσχεση ό,τι η συνέχεια θα έχει αναγνωστικό ενδιαφέρον. Φωτεινός λόγος. Με πλούσιο λεξιλόγιο, πάντα δοσμένο με οικονομία, στοιχείο που αναδεικνύει την καλή ποίηση. Δεν γράφει με βαρύγδουπες λέξεις για να κάνει δήθεν τη διαφορά, αλλά εκφράζεται απλά και κατανοητά χαρίζοντας απλόχερα το δικό της πνευματικό ύφος με στίχους γεμάτους έννοιες, αλληγορίες και συμβολισμούς. Ο συμβολισμός παίζει κυρίαρχο ρόλο στα ποιήματα καθώς η αφετηρία του βασίζεται στη θεώρηση του κόσμου ως ενός συνόλου από σύμβολα των οποίων το βαθύτερο νόημα καλείται η ποιήτρια να ερμηνεύει μέσω της ποιητικής της εκφοράς. Που σημαίνει ότι μας προσφέρει τροφή για σκέψη.</p>
<p>Η αξία στην ποίηση της δεν μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά με βάση την ανατροπή που παρουσιάζει στο τέλος, σχεδόν, κάθε ποιήματος.</p>
<p>Απόσπασμα από το ποίημα ΕΠΕΜΒΑΣΗ</p>
<p>Επιτυχημένη ήταν η επέμβαση. Εύγε! /Κρίμα που πίσω της άφησε /αυτά που ακόμα κουβαλώ /εντός μου.</p>
<p>Ο υποκειμενικός τρόπος έκφρασης, όπου η έκταση της μπορεί να καλύπτει μια ποικιλία εμπνευσμένων θεμάτων και ιδεών αποδεικνύει και τη δυναμική της γραφής της. Η έμπνευση προέρχεται από την εσωτερική και προσωπική διάθεση της να εκφράσει και να μοιραστεί τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις της με τον κόσμο. Τα ποιήματα της έχουν αξία γιατί είναι καλογραμμένα, κι εκφράζουν συναισθήματα με βαθύτητα που αναδεικνύουν κρυμμένες αλήθειες προκαλώντας ενδιαφέροντα ερωτήματα και ποικιλότροπες σκέψεις.</p>
<p>Γράφω και σβήνω λέξεις. /Γράφω και σβήνω την απουσία σου. /Μα οι λέξεις μου /παραμένουν μετέωρες/ βγάζουν κεφάλι, χέρια, πόδια /αγανακτισμένες /βγαίνουν στο πεζοδρόμιο ν’ ανασάνουν/ διαδηλώνοντας τη θλίψη τους. /Πορεία διαμαρτυρίας είναι και η ποίηση.</p>
<p>Ο λόγος της Όλγας Οικονομίδου αποδεικνύει ότι έχει ζήσει την πρωτεϊκή εμπειρία πλούσιων συναισθημάτων, όπως είναι η χαρά, η φιλία, ο έρωτας, η αγάπη, η θλίψη, ο χωρισμός, η απώλεια, ο θάνατος και μπορεί από αυτό τον πλούτο να διατηρεί μέσα της ζωντανές τις εμπειρίες από κάθε γεγονός και με τη δυνατότητα της ενηλικίωσης όσο και με την τρυφερότητα ενός παιδιού με απεριόριστες επιθυμίες, να ξαναβρίσκει μέσα στους στίχους της εκείνες τις διαστάσεις που ανασταίνουν τα όνειρα.</p>
<p>Να ξαναβρεί το πρωταρχικό αντικείμενο και την πρώιμη εμπιστοσύνη που είναι χαμένη στην πραγματικότητα. Κάθε στίχο που δημιουργεί, μπορεί να ξαναζήσει μέσα από τον πνευματικό της ταγό, τη γνώση της αλήθειας, θέτοντας βάσεις για μία κατάσταση όπου μπορεί να μπει και να ριζώσει η ελεύθερη ψυχή</p>
<p>Τα ποιήματα δείχνουν ότι την έχουν απασχολήσει πολύ οι διαπροσωπικές σχέσεις, σε βαθμό που ν’ αντιπροσωπεύουν την πιο αληθινή έκφραση της ύπαρξής της. Προβάλει την εσωτερική φωνή της που είναι η θέαση ενός κόσμου αληθινά σκληρού και όμορφου, μα συνάμα μαγικού, όπως θα επιθυμούσε να βρίσκεται η ψυχή της στα πάλαι ποτέ μαγικά νεανικά της χρόνια, όπου όλα φαντάζουν την αθωότητα.</p>
<p>Κυκλικός χρόνος /Ο δικός του ο χρόνος ήταν κυκλικός. /Με το ξημέρωμα στο στήθος /και τον θάνατο στα κόκκαλα /ακούει τα ψιθυρίσματα των φαντασμάτων /από τα κλειστά παράθυρα. /Στο μεταξύ ημέρες χάνονται /και γίνονται ξανά σκοτάδι.</p>
<p>Εμφανής η πρόθεση της να φέρνει στα μέτρα της ένα σχέδιο σε εξέλιξη εκφράζοντας με εσωτερική παρόρμηση κάθε υπαρξιακή της αγωνία.</p>
<p>Για την Οικονομίδου η ποίηση δεν είναι μόνο ένας παράγοντας πολιτισμού, αλλά και τρόπος προσέγγισης στην πραγματικότητα της ζωής. Με την ευαισθησία της ψυχής της συλλαμβάνει τη λεπτομέρεια η οποία συνιστά μέρος της υπάρχουσας κατάστασης διαμέσω της λεπτομέρειας, που είναι ο συνδετικός κρίκος και το σημείο επαφής ν’ ανακαλύπτει τη μυστική υπόσταση της ζωής, η οποία αφορά τη σχέση με το όλον.</p>
<p>Ο λόγος της λειτουργεί ως δρόμος για την ποιότητα μιας φορτισμένης ενεργειακής δυναμικότητας, συνοψίζοντας την ουσία σε λόγω αλήθειας και ωραιότητας. Η ποιήτρια δανείζεται εικόνες από το φυσικό πεδίο για να αναπαραστήσει αυτό που συμβαίνει στον έσω εαυτό της. Με τη γραφή της διαδραματίζει την ασκητική της πορεία και γίνεται μάρτυρας από το υπαρξιακό στο πνευματικό στοιχείο. Η Οικονομίδου βιώνει το γεγονός της ζωής συνειδητά προσεγγίζοντας με δέος την κάθε της πλευρά και λειτουργεί αυτόνομα σύμφωνα με τις ενδόμυχες πεποιθήσεις της.</p>
<p>ΣΚΟΥΡΙΑ /Όταν νυχτώνει /προσηλώνομαι κι εγώ στην εργασία μου.</p>
<p>Τρίβω με αλάτι και λεμόνι της κουριά /της ασημένιας εικόνας μου /μήπως και λίγη από την παλιά μου λάμψη αποκτήσω. /Προς το ξημέρωμα /παρατηρώ απελπισμένη τη μαυρίλα να επιμένει. /Αχ, πάλι με παραμύθιασαν με γιατροσόφια /για τις πληγές μου;</p>
<p>Αυθεντικοί στίχοι απέναντι στις παρορμήσεις της ψυχής, από μία ρέουσα μνήμη ως απόρροια προσωπικών βιωμάτων, που φωτίζει την περιοχή των αισθημάτων.</p>
<p>Η ποίηση για την Οικονομίδου δεν είναι κήρυγμα, είναι ανάγκη να εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια. Γίνεται διδασκαλία ζωής με τον πιο διακριτικό τρόπο, γιατί ο γραπτός λόγος επικυρώνεται από το ίδιο το βίωμα της και είναι η απόλυτη κατάθεση της αλήθειας.</p>
<p>Συνοψίζοντας η ποίηση της είναι αποτέλεσμα μιας ακατανίκητης υπαρξιακής ανάγκης, η οποία μέσα από τους στίχους της βεβαιώνει, ότι οι λέξεις έχουν περάσει από πολλά εμπειρικά στάδια φτάνοντας σε βάθη που μόνο η ψυχή εκεί, έχει τον λόγο</p>
<p>Εν κατακλείδι, τα ποιήματα της είναι ζωντανά σύμφωνα με τις ανθρώπινες ανάγκες· κι εκτός από την αισθητική συγκίνηση που προκαλεί ο λόγος της, καταφέρνει να περνάει μηνύματα μεταφέροντας τον αναγνώστη στην αφετηρία για προβληματισμό και με έκδηλο ενδιαφέρον να τεθεί πρωταγωνιστής στις ιδεολογικές της προσεγγίσεις.</p>
<p>Τα ποιήματα της μπορούν με την ιδανική τους εσωτερικότητα να γίνουν ψηφίδες φωτεινές χαρίζοντας το φως εκείνο που ο αναγνώστης έχει ανάγκη μέσα από τη νηφαλιότητα του να διαμορφώσει έναν καινούριο φανταστικό κόσμο.</p>
<p>Σε όλα της τα ποιήματα γίνεται αντιληπτή η αποφυγή του περιττού, και συχνά η επιγραμματική έκφραση της πυκνότητας ενός εμφανούς σαρκασμού που μεταδίδει έναν συγκρατημένο ρεαλισμό.</p>
<h5><strong>ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΟΥΣΙΑΣ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 15/12/2023</p>
<p>Με την ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Θαμνολιβαδα (έργο εξωφύλλου: Απόστολος Γιαγιάννος, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα Ιούνιος 2023, σελ. 64), μας παρουσιάζεται για πρώτη φορά η κύπρια ποιήτρια κι εκπαιδευτικός Όλγα Οικονομίδου. Μέσα σε 47 ποιήματα σκιαγραφεί την πρωτόλεια σύσταση της στο αναγνωστικό κοινό. Τα ποιήματα της Οικονομίδου διακατέχονται από την ανάγκη για αποφυγή του εσωτερικού ψυχικού πόνου ο οποίος εγκλωβίζεται και σωματοποιείται μέσω της παρελθούσας μνήμης, αποζητώντας την λήθη. Τα ποιήματα της διαπνέονται από μια εσωτερική ορμή ώστε να ξορκίσει την θλίψη, την μοναξιά και τον πόνο του θανάτου. Το ύφος της είναι έντονα εσωτερικό ενώ ο ποιητικός λόγος της Οικονομίδου χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και αντιφάσεις τις οποίες ορίζει η ανάγκη για απελευθέρωση από έναν εγκλωβισμένο εαυτό. Οι λέξεις των ποιημάτων της γίνονται αυτόπτες μάρτυρες των προσωπικών εξομολογήσεων («κυοφορώ λέξεις παρατεταγμένες στα τοιχώματα της μήτρας μου») της κάνοντάς τες κοινωνούς ενός προσωπικού ταξιδιού που ξεκινά συνήθως την νύχτα, είναι γεμάτο από μοναχικότητα ενώ την ίδια στιγμή είναι αδήριτη η ανάγκη της διαχείρισης του εσωτερικού και εξωτερικού πένθους. Το ποίημα με τίτλο «Καρτερούμεν» συγκαταλέγεται στις εξαιρέσεις που δείχνουν την προσπάθεια για απόδραση του ποιητικού υποκειμένου( το ποίημα μιλά για την κατοχή της Κύπρου) από την δεινότητα του εσωτερικού ψυχικού πόνου. Ο τίτλος της συλλογής μας υποβάλλει σε ένα περιβάλλον όπου το έργο της Οικονομίδου κινείται στο μεταίχμιο μιας φθαρτής ύπαρξης. Ο ποιητικός λόγος γίνεται το άρμα για διέξοδο από την πνιγηρή πραγματικότητα με τις λέξεις να λειτουργούν θεραπευτικά και πρόσκαιρα ν’ απαλύνουν το ποιητικό υποκείμενο από την κατάσταση που έχει περιέλθει.</p>
<p>Η Οικονομίδου γράφει για να αποδράσει και να θεραπευτεί από την ερήμωση και την απουσία που της προκαλούν οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι η θλίψη για καθετί θνητό. Χρησιμοποιεί και το φυσικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο ως ένα λυτρωτικό επέκεινα ενάντια στον θάνατο, ειδικά στο ποίημα με τίτλο «Μνημόσυνο». Το σημαίνον του πόνου υποβάλλεται από τον σημαινόμενο της μνήμης («Επέμβαση», «επιτυχημένη ήταν η επέμβαση / κρίμα που άφησε πίσω της αυτά που κουβαλώ εντός μου») και ενός έντονου ελεγειακού στοιχείου που κάποιες φορές κάνει την ποίηση να μοιάζει ως ένα φθονερό καταφύγιο αφού θυμίζει οικεία κακά κατά τον Καρυωτάκη.(«Για να αποδιώξω το ενδεχόμενο/ διώχνω ευγενικά μακριά μου λέξη την λέξη/ στίχο τον στίχο/ στροφή την στροφή», «Πιθανότητα»). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η διακειμενικότητα του ποιήματος «Νέοι της Σιδώνος 1992» στο οποίο η παθητικότητα των νέων(«σκοτεινά τα πρόσωπα των νέων»/ «βουβές σκιές σε λερωμένους τοίχους») έρχεται σε αντίθεση με την ενεργητική αντίδραση των νέων (τηρουμένων των συνθηκών κάθε εποχής) στα αντίστοιχα ποιήματα των Καβάφη και Αναγνωστάκη. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ακόμη να διαδραματίζει το στοιχείο του μύθου που χρησιμοποιείται για να εντείνει την δραματοποίηση του ποιητικού λόγου όπως φαίνεται στο ποίημα «Λήθη Ι» («Η μνήμη μου ανακυκλώνεται/ ψάχνοντας χαραμάδα διαφυγής/ σωτήρια οδό/ σε χώρα Λωτοφάγων»). Η επίγευση που μας αφήνει αυτή η πρώτη συλλογή της Όλγας Οικονομίδου με την πρώτη ματιά φαίνεται πνιγηρή, σπαρμένη με κάθε λογής εμπόδια που εγκλωβίζουν το ποιητικό υποκείμενο σε έναν εσωτερικό πόνο, ο οποίος διαπνέεται υφολογικά και γλωσσικά από έναν έντονο λυρισμό με αντιθετικές κι αντιφατικές συνδηλώσεις αλλά και έντονους συμβολισμούς. Για μια λυτρωτική κι εντέλει απελευθερωτική λειτουργία της ποίησης («Φτού ξελευθερία») που δείχνει την πάλη κάθε δημιουργού με το αντικείμενο της τέχνης του ώστε να το παραδώσει ελπιδοφόρα στην κοινωνία αφήνοντας το αποτύπωμα του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 13/04/2024</p>
<p>Μνήμη και εσωτερικότητα</p>
<p>«Θαμνολίβαδα» είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Όλγας Οικονομίδου (Μανδραγόρας, 2023). Η λέξη δηλώνει λιβάδια στα οποία κυριαρχούν οι θάμνοι, η ταπεινή χλωρίδα, η σημασία της οποίας είναι σημαντική για το οικοσύστημα. Τους στίχους κατακλύζουν αγριολούλουδα και γλάστρες, πεταλούδες και πυγολαμπίδες· η ομορφιά του φυτικού στοιχείου στη γοητευτική συνύπαρξή του με την πανίδα, το ζωικό βασίλειο.</p>
<p>Σύνθεση μίας ενότητας τα «Θαμνολίβαδα», με την προσθήκη δέκα χάικου -δημιουργιών ιαπωνικής τεχνικής, γύρω από τους άξονες, υπαρξιακό, μνήμη-χρόνος, έρωτας, πατρίδα, ποίηση. Το υπαρξιακό και η αναψηλάφηση της ζωής και των σχέσεων μέσω της μνήμης και του διελθόντα χρόνου, διασταυρώνονται με τις δραματικές κορυφώσεις της ζωής, τον έρωτα και τον θάνατο.</p>
<p>Αφηγηματική κυρίως ποιήτρια η Οικονομίδου, γράφει συνήθως σε πρώτο πρόσωπο. Τους στίχους διαπνέει εσωτερικότητα. Φιλτραρισμένο το συναισθηματικό της υλικό στο διυλιστήριο του συνειδητού, με λογική διάρθρωση, παραδίδεται δραματικό στον αναγνώστη, χωρίς όμως ελλείψεις και χάσματα. Σαν εσωτερικοί μονόλογοι οι συνθέσεις, ένας διάλογος με τον εαυτό ή με τον Άλλο. Ο εξομολογητικός τόνος του ποιητικού υποκειμένου σε συνδυασμό με την αφήγηση διαμορφώνουν ένα σκηνοθετικό περιβάλλον που δίνει την αίσθηση ότι η ποιήτρια υποδύεται στην προσπάθειά της να δώσει διέξοδο στις εκφραστικές δυνατότητες του δικού της προσώπου.</p>
<p>ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ</p>
<p>Λίγο μετά τα μεσάνυχτα<br />
το κοριτσάκι ξυπνάει ανήσυχο.<br />
Μέσα στο μισοσκόταδο<br />
ψάχνει τα περασμένα του χρόνια<br />
τους περασμένους ανθρώπους<br />
τις περασμένες μέρες που ξέχασε<br />
να χαμογελάσει στο φως.</p>
<p>Ξυπνάω κι εγώ.<br />
Βάζω το κοριτσάκι για ύπνο<br />
με νανουρίσματα και χάδια<br />
το κοιμίζω.<br />
–Τι το ψάχνεις; του λέω.<br />
Θα είσαι πάντα ένα παιδί<br />
σε γερασμένο σώμα. (σελ. 37)</p>
<p>Η υπαρξιακή αγωνία στο ποιητικό τοπίο της Όλγας Οικονομίδου παρουσιάζεται υπογειωμένη. Αυτό που αναδύεται έντονα είναι μια διάθεση φυγής, η ανάγκη απόδρασης από έναν κλοιό και μια απομόνωση που ωστόσο φαίνεται να έχει επιλεγεί. […] Γράφοντας/ τη δική της ιστορία/ διαλέγει ελεύθερη την απομόνωση. (ΑΕΡΟΣΤΕΓΩΣ, σελ. 11)</p>
<p>Η αφηγηματικότητα και η εξομολόγηση σε συνδυασμό με την παραστατική γλώσσα προσδίδουν μια ιδιότυπη γοητεία στη φωνή της Οικονομίδου, η οποία, αν και στην πρώτη της εκδοτική αποτύπωση, διακρίνεται από ωριμότητα και γοητεία.</p>
<p>ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗ ΛΗΓΟΥΣΑ</p>
<p>σε σύστημα πολυτονικό<br />
η μακρόχρονη λήγουσα των ρημάτων όταν τονίζεται<br />
παίρνει περισπωμένη<br />
αργεῖς<br />
κλαῖς<br />
τρῶς<br />
ἀγαπῶ</p>
<p>μια μέρα δεν άντεξα<br />
κατάπια μαζί με τον καφέ μου ένα μακρόχρόν(ι)ο σ’ αγαπώ.<br />
-μετά από τόσες προσπάθειες φιλοξενίας<br />
δεν μου έκανε τη χάρη να ειπωθείσαν το κατάπια<br />
πήγε και κατακάθισε φαρδιά πλατιά η περισπωμένη μες στην καρδιά μου<br />
κοίτα να δεις που αυτή τότε όλο πλάταινε όπως η περιφέρειά μου<br />
σαν μεγαλώνω<br />
δεν μπορούσα τουλάχιστον να καταπιώ ένα σ’ αγαπώ<br />
σε σύστημα μονοτονικό<br />
να σμικρύνει η οξεία την αμβλεία γωνία των λογισμών μου; (σελ. 55)</p>
<p>Ο χρόνος που περνά και οδηγεί σε αναψηλάφηση, απλώνει την αίσθηση του ανικανοποίητου και μιας μοναξιάς, όπως και την ανάγκη της δράσης, μιας κίνησης που θα πετάξει πέρα τα «δεσμά», θα απομακρύνει από την καθημερινή ρουτίνα και τις συμβάσεις, μιας προσδοκίας.</p>
<p>Ανεμολογιο</p>
<p>Θα ’θελα να ’μουν<br />
εκ γενετής<br />
ανεμολόγιο.</p>
<p>Αδιάκοπα να χαράσσω<br />
ροές και πορείες ανέμων.<br />
Να διαιρούμαι σε τεταρτοκύκλια,<br />
προς ενενήντα μοίρες έκαστο<br />
και να ’χουνε στραμμένα<br />
προς το μέρος μου<br />
των ναυτικών τα μάτια.</p>
<p>Στην πραγματικότητα,<br />
υπάρχω ως γυναίκα.<br />
Αγαπώ τους ανέμους,<br />
τους αφουγκράζομαι καθώς<br />
σηκώνουν τη σκόνη μου<br />
ή ελαφρώς το φόρεμά μου.<br />
Άπταιστα τους γράφω στο<br />
τετράδιο ορθογραφίας.</p>
<p>Λεβάντες, Όστρια, Γαρμπής<br />
Πουνέντες, Τραμουντάνα.</p>
<p>Έπειτα σηκώνω πανιά<br />
και φεύγω… (σελ. 8)</p>
<p>Χρόνος και μνήμη επαναφέρουν τις μορφές αγαπημένων προσώπων που έχουν φύγει από τη ζωή. Δεσπόζει η παρουσία της μητέρας, η φιγούρα της οποίας επανέρχεται, όπως και της πατρίδας με τα παθήματά της: οι κατεχόμενες περιοχές, η Αμμόχωστος, η Κερύνεια, ο Πενταδάκτυλος.</p>
<p>[…] Σαλαμίνα – Αμμόχωστος./ Από τα βάθη του καιρού/ νυν και αεί/ για πάντα μνήμη. (ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ, σελ.14)</p>
<p>Η χρήση της κυπριακής διαλέκτου ξεχωριστή στο ποίημα ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ (σελ. 15).</p>
<p>Εκτός από την απουσία των αγαπημένων προσώπων και τη θλίψη της κατακερματισμένης πατρίδας, η ματαιωμένη ερωτική προσδοκία πυροδοτεί έντονα το ποιητικό συναίσθημα.</p>
<p>[…] Όλα όσα υπήρξες σήμερα/ τα άφησες εκεί/ μια μάζα αέρινη/ το φως, το γέλιο, γαλάζιες λίμνες.// Στο τραπεζάκι/ κι αυτό λευκό/ αφήνω τελειωμένους τους καφέδες/ μήπως και αναστείλω/ τη ροή τετελεσμένων. […] (ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, σελ.18)</p>
<p>Η ανάγκη της λήθης αναδύεται δυνατή:</p>
<p>ΛΗΘΗ ΙΙ<br />
Λησμονιά είναι<br />
να ξεχνάει κανείς ή να ξεχνιέται;</p>
<p>Η λήθη επιλέγει την καρδιά.<br />
Με την καρδιά ξεχνάω. Όχι με το μυαλό.<br />
Επιλέγω τη λήθη για να σε συγχωρέσω. (σελ. 13)</p>
<p>Ο λεπτός σαρκασμός δεν απουσιάζει από τις συνθέσεις όπως και οι ελπίδες για μια νέα αρχή η οποία παίρνει τη μορφή θαμνολίβαδων:</p>
<p>[…] Να υποθέσουμε/ πως θα γίνουν θαμνολίβαδα/ ή πόες/ ή αγριολούλουδα. Υπάρχει βλέπεις/ και η χαμηλή αυτοφυής βλάστηση. (ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΗ, σελ. 19)</p>
<p>Όσον αφορά την ποίηση, παρουσιάζεται ως θεραπεία αλλά και ως πορεία διαμαρτυρίας.</p>
<p>[…]Νυν και αεί ονειρεύομαι/ και θεραπεύομαι. (ΛΕΞΕΙΣ, σελ. 23)</p>
<p>[…]Μα οι λέξεις μου/ παραμένουν μετέωρες/ βγάζουν κεφάλι, χέρια, πόδια/ αγανακτισμένες/ βγαίνουν στο πεζοδρόμιο ν’ ανασάνουν/ διαδηλώνοντας τη θλίψη τους// Πορεία διαμαρτυρίας είναι κι η ποίηση. (ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ, σελ. 25)</p>
<p>Χαμηλόφωνος ο λυρισμός της Οικονομίδου και με τη συμμετοχή της φύσης. Το πλήθος των μεταφορών, των εικόνων και των μετωνυμιών, η χρήση της αντίθεσης του φωτός με το σκοτάδι, της διακειμενικότητας (συνομιλία με ποιητές όπως ο Αναγνωστάκης και ο Καβάφης), η ανασηματοδότηση των αρχαίων μύθων (όπως στο ποίημα ΠΗΝΕΛΟΠΗ, σελ. 45) διαμορφώνουν ένα γοητευτικό ποιητικό τοπίο. Την κορύφωση του δραματικού συναισθήματος συνοδεύει η ηρεμία μιας «κάθαρσης». Είναι και αυτή ένα από τα στοιχεία που χαρίζουν την ηδονή της λογοτεχνίας στις δημιουργίες της Όλγας Οικονομίδου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΟΔΩΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 21/05/2024</p>
<p>«Ο έρωτας, η μοναξιά, η ματαιότητα της ύπαρξης αποτελούν επαναλαμβανόμενα στοιχεία των ποιημάτων»</p>
<p>Η κυρία Όλγα Οικονομίδου προφανώς ασχολείται επισταμένως με τη λογοτεχνία, αφού πέραν της αγάπης της γι’ αυτήν, η οποία προκύπτει από την ανάγνωση της εν λόγω ποιητικής συλλογής της, εργάζεται ως εκπαιδευτικός και προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις της και στις επόμενες γενιές.</p>
<p>Η συλλογή ποιημάτων Θαμνολίβαδα είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει και ομολογουμένως η πρώτη της εμφάνιση είναι αξιοσημείωτη. Βέβαια έργα της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά κι έχει λάβει μέρος σε διαγωνισμούς, όπου και βραβεύτηκε, αλλά το ατομικό βιβλίο διαθέτει άλλη βαρύτητα.</p>
<p>Η συλλογή αποτελείται από 49 ποιήματα, των οποίων η έκταση κυμαίνεται από λίγους στίχους μέχρι και μια σελίδα. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια λυρική ποιήτρια που δεν στρέφεται προς τις μεγάλης εκτάσεως συνθέσεις, αλλά προτιμά να καταθέσει σύντομες δημιουργίες με πυκνό λόγο και λιτή δομή.</p>
<p>Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για «λυρική» δημιουργό, δεν πρέπει να δημιουργηθεί η παρανόηση, ότι η ποιήτρια ασχολείται μόνο με το χώρο των συναισθημάτων, αφού τα ποιήματά της διαθέτουν ένα υπαρξιακό, φιλοσοφικό υπόβαθρο. Η δημιουργός με αφορμή αντικείμενα και περιστατικά της καθημερινότητας εκφράζει σκέψεις και προβληματισμούς που αφορούν θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ζωής. Ο έρωτας, η μοναξιά, η ματαιότητα της ύπαρξης κυριαρχούν και αποτελούν επαναλαμβανόμενα στοιχεία των ποιημάτων.</p>
<p>Ο λόγος της κυρίας Οικονομίδου είναι απλός, χωρίς πολλά στολίδια και μουσικότητες. Την ενδιαφέρει να αποτυπώσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της με σαφήνεια και καθαρότητα. Είναι σαφές, ότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα έργο ώριμης δημιουργού, που έχει κατασταλάξει τόσο ως ποιήτρια, όσο και ως άνθρωπος. Δεν επιθυμεί να διδάξει και να κανοναρχήσει, αλλά να μοιραστεί τους φόβους, τις ελπίδες και τα συναισθήματά της με τον κάθε ευαίσθητο αναγνώστη. Το βιβλίο αποτελεί παρακαταθήκη, αλλά και υπόσχεση για το μέλλον.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>Μανδραγόρας 11/6/2024</p>
<p>Τα Θαμνολίβαδα της Όλγας Οικονομίδου</p>
<p>Αν η ζωή σε κάποιο δρόμο της φαίνεται τελικά σαν θαμνολίβαδο, όπου τα όνειρα, οι ελπίδες, οι προσδοκίες παραμένουν στο χαμηλό ύψος ενός θάμνου, όταν όλα ήθελαν και όλα έδειχναν πως θα έπρεπε να ανυψωθούν σαν δέντρο…</p>
<p>Αν η συνείδηση, η σκέψη, το συναίσθημα, η γλώσσα, συμπλέκονται σε ένα αυτοφυές και αυθόρμητο, εκ βάθους ζωής και καρδίας αποτύπωμα…</p>
<p>Αν μία γυναίκα, έχει συλλέξει στη διαδρομή του βίου συναίσθημα έντονο, πάθος ψυχοφθόρο, εμπειρική σοφία, αναστοχαστική επιμονή, τότε προκύπτει κάποια στιγμή μία ποιητική συλλογή, ένα πρώτο σκαλί, το οποίο καλείται μετά να οικοδομήσει και την ανάλογη σκάλα…</p>
<p>Η πρώτη ποιητική συλλογή της Όλγας Οικονομίδου με τον τίτλο Θαμνολίβαδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2023, αποτελεί μια χαρτογράφηση του εσωτερικού τοπίου μιας νέας φωνής στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Μέσα από τις σελίδες της, η ποιήτρια καταθέτει με έντονη ειλικρίνεια τις σκέψεις, τις ανησυχίες, τους ρεμβασμούς της, πλέκοντας ένα δίκτυο συναισθηματικών και πνευματικών ερεθισμάτων που αποκαλύπτουν την ψυχή της.</p>
<p>Η πρώτη αυτή ποιητική διαδρομή είναι εν πολλοίς αυτοαναφορική. Εκκινεί δηλαδή από την ίδια, τα βιώματα, τις εμπειρίες, τα συναισθήματα, τους στοχασμούς. Η ποιήτρια τοποθετείται απέναντι στην ψυχοσύνθεσή της και απέναντι στον κόσμο, στον περιβάλλοντα χωροχρόνο. Μια ποιητική ενδοσκόπηση; Μια εξομολογητική γραφίδα; Ένας αναστοχασμός ως παρωθητικός παράγοντας για γνώση, επίγνωση και περαιτέρω ανάγνωση της ζωής;</p>
<p>Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς από τα ποιήματα της Όλγας στο σύνολό τους, είναι αυτή ενός εσωτερικού προβληματισμού που μετατρέπεται σε στιχούργημα ακριβώς για να μπορέσει να αποκτήσει μια πιο μαλακή υφή, να αποβάλει την αιχμηρότητα μέσα σε έναν εξίσου αιχμηρό βίο.</p>
<p>Η ποιήτρια είναι η γυναίκα, είναι η μάνα, είναι η κόρη, είναι η Κύπρια, είναι εν τέλει η ποιήτρια, καθώς σαν πεταλούδα, όπως αναφέρει στο ποίημα της σελίδας 10, θα πάρει την κλίση της βροχής και θα πετάξει στα χιονισμένα δάση.</p>
<p>Και ως ποιήτρια, ασχολείται ή παίζει, αν θέλετε συνεχώς με τις λέξεις. Σε παιχνίδι λεκτικό και …επιλεκτικό. Αλλά και ιαματικό, καθώς η δύναμη της δημιουργίας αντισταθμίζει τις τυχόν απώλειες του βίου. Ενδεικτικά δύο διαδοχικά ποιήματα στις σελίδες 22 και 23. Στο ποίημα «Κρεμάστρες» γράφει: Οι λέξεις παραμένουν στις κρεμάστρες/ σαν καλοσιδερωμένα πουκάμισα/ έτοιμα να φορεθούν τις Κυριακές. Και στο ποίημα «Λέξεις» γράφει παραστατικά: Σε χαρτί λευκό και πρόχειρο/συχνά δεκάδες λέξεις αραδιάζω/ Μικρές μεγάλες/ απλές ή λιγότερο συνήθεις/ Ωδή στο αναπάντεχο/ Νυν και αεί ονειρεύομαι και θεραπεύομαι.</p>
<p>Συμπληρωματικά και στο ποίημα «Σκέψεις», σελ. 41, με την ίδια αφηγηματική και εικονοπλαστική ποίηση η Όλγα συνδέει τις σκέψεις, ιδιαίτερα αυτές που κυνηγούν επίμονα την ύπαρξή της με το βάρος του ακρωτηριασμού, με τη στιχουργική εν τέλει κατάληξη. Μία βάσανος στοχαστική, αναστοχαστική, η οποία καταλήγει σε «βαρύ περιδέραιο στίχων» κατά την έκφρασή της.</p>
<p>Και ίσως η ποίηση ή ένα ποίημα να είναι αυτό που μπορεί να χειριστεί καλύτερα από τη ζωή, καλύτερα από την οποιαδήποτε σχέση με τους ανθρώπους. Αυτό εισπράττω στο ποίημα «Πόθος»: Θα θελα να ’σαι/ ένα ποίημά μου.// Στους στίχους σου/ να κρεμάω τους φόβους μου/ και στα αποσιωπητικά σου/ ν’ αφήνω τις ελπίδες μου.</p>
<p>Την Όλγα την πρόσεξα για πρώτη φορά, ως ποιήτρια, όταν απάγγειλε σε μια εκδήλωση ένα ποίημα για την Αμμόχωστο. Είναι γνωστή η σύνδεσή μου, ψυχική και συναισθηματική με την γενέθλια πόλη. Μου έκανε εντύπωση το συναίσθημα που έβαλε στο ποίημά της, παρόλο που δεν είναι πρόσφυγας από την κατεχόμενη πόλη μου. Ένιωσα τη συλλογικότητα της έμπνευσης, όταν η εισβολή γίνεται πίκρα που κατακάθεται σαν απειλητικό σύννεφο πάνω από όλο το νησί.</p>
<p>Ορμώμενη από την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, η Όλγα γράφει στη σελ. 14 της συλλογής για την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα»: Νόστος./ Μνήμη που δεν σωπαίνει./ Μνήμη που επιμένει/ όπως το κύμα που κατατρώει τον βράχο.</p>
<p>Η ποίηση της Όλγας είναι εν πολλοίς εικονοπλαστική. Σε μεταφέρει στην ενέργειά της. Σου δίνει την εντύπωση, μέσα από σωρεία ρημάτων, ενεργητικής κυρίως φωνής, ότι περιγράφει σε έναν αόρατο «Άλλον» τι κάνει, τι βλέπει, πώς αισθάνεται. Ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα, έτσι όπως εμφανίζονται στη σειρά των ποιημάτων:</p>
<p>Λίγο πριν ξημερώσει, βγαίνω στους δρόμους να περπατήσω<br />
Αγαπώ τους ανέμους, τους αφουγκράζομαι<br />
Τη ζωή μου θα μπορούσα να την κλείσω σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας. Να το ανοίγω κάθε τόσο και να τη γεύομαι.<br />
Η λήθη επιλέγει την καρδιά. Επιλέγω τη λήθη για να σε συγχωρέσω.<br />
Δικλίζω εις το βούττημαν του ήλιου να σε έβρω (Σημειώνουμε εδώ τη χρήση της τοπικής διαλέκτου) Και αλλού: Θαρκούμαι πως αμπλέπω σε μάνα μου αγαπημένη</p>
<p>Κάθε φορά που φεύγεις/ κοντοζυγώνω τις δύο υπόλευκες καρέκλες [ ] Στο τραπεζάκι/ κι αυτό λευκό/ αφήνω τελειωμένους τους καφέδες. («Απόγευμα Κυριακής»)<br />
Kι αφού λοιπόν/ δεν μπορώ να σε συναντήσω/ ετοιμάζω το πιστό σου αντίγραφο («Αντίγραφο»).<br />
Επίμονα τροχίζω το παλιό ψαλίδι<br />
Παίρνω το μι για τις μνήμες μου/ Το άλφα για τα άστοχα λόγια μου («Γραμματοθήκη»). (Σημειώνω τη χρήση των γραμμάτων της αλφαβήτας).</p>
<p>Πέρα όμως από την πρωτοπρόσωπη ποίηση, θα δούμε την ποιήτρια σε κάποια ποιήματα να απομακρύνεται από την πρώτη ενέργεια. Είναι σαν να βγάζει τον εαυτό της από το προσωπικό βίωμα, τη σκέψη και το συναίσθημα και τον κοιτάζει από μία απόσταση αν όχι ασφαλείας, τουλάχιστον μεγαλύτερης ευκρίνειας. Αναφέρω ενδεικτικά το ποίημα «Πηνελόπη», σελ. 45: Της κλέψανε τα όνειρα/ όσους πολύ αγάπησε/ τον χρόνο και τον χώρο της/ Γίνεται έτσι κάθε βράδυ Πηνελόπη/ υφαίνοντας τον νέο Οδυσσέα/ μακρύ σεντόνι/ το τυλίγεται τα βράδια/ χωρίς των μνηστήρων την ενοχλητική επίσκεψη.</p>
<p>Την ίδια αποστασιοποίηση, επιστρέφοντας σε εποχές αθωότητας και τρυφερής άγνοιας, επιχειρεί στο ποίημα «Αναζήτηση», σελ. 37: Λίγο μετά τα μεσάνυχτα/ το κοριτσάκι ξυπνάει ανήσυχο./ Μέσα στο μισοσκόταδο/ ψάχνει τα περασμένα του χρόνια/ τους περασμένους ανθρώπους/ τις περασμένες μέρες που ξέχασε/ να χαμογελάσει στο φως.// Ξυπνάω κι εγώ./ Βάζω το κοριτσάκι για ύπνο/ με νανουρίσματα και χάδια/ το κοιμίζω./ «―Τι το ψάχνεις», του λέω./ «Θα είσαι πάντα ένα παιδί/ σε γερασμένο σώμα.»</p>
<p>Το πιο ενδεικτικό όμως ποίημα της συλλογής, το οποίο αποτυπώνει περισσότερο την ανάγκη της ποιήτριας να μεταθέσει κατά μία έννοια τυχόν ανασφάλειες και φοβίες, εκβάλοντάς τες σε μια άλλη διαδρομή, η οποία την απενεχοποιεί εν μέρει από αυτές, είναι το ποίημα της σελίδας 54, «Στην αγκαλιά του πάντα»: Μια γυναίκα περπατά στη γραμμή της άποψης/ –συμφωνεί, διαφωνεί, δεν γνωρίζει–/ ποζάρει δίχως μακιγιάζ στην αγκαλιά του πάντα/ «δεν θα ποτίσω τη ματαιοδοξία μου με φίλτρα», λέει/ η ρυτίδα στο μεσόφρυδο αυλακιάζει/ «το πόδι της χήνας» μεγαλώνει/ ο χρόνος λιγοστεύει.</p>
<p>Το ποίημα αυτό μου δίνει την αφορμή να μιλήσω και για διακείμενα στην ποιητική συλλογή. Η διακειμενικότητα ορίζει όλο εκείνο το πλέγμα των σχέσεων που αναπτύσσουν ποιήματα/κείμενα μεταξύ τους, είτε είναι του ίδιου ποιητή/συγγραφέα είτε απέχουν μεταξύ τους χωροχρονικά. Είναι εκείνο που ο Genette περιέγραψε ως «οτιδήποτε θέτει σε σχέση, ανοιχτή ή μυστική, το κείμενο με άλλα κείμενα».</p>
<p>Κατά την Kristeva κάθε κείμενο «συγκροτείται ως μωσαϊκό παραθεμάτων, κάθε κείμενο είναι απορρόφηση και μετασχηματισμός ενός άλλου κειμένου και η ποιητική γλώσσα διαβάζεται, τουλάχιστον, ως διπλή</p>
<p>Στην περίπτωση της Όλγας και στην πρώτη αυτή συλλογή της, η διακειμενικότητα προκύπτει αυτοφυής, αν μου επιτρέπεται ο όρος, επηρεαζόμενη και από τον τίτλο της συλλογής. Ως πρώτη ποιητική συλλογή μεταφέρει συνειδητά και ασύνειδα αρχέτυπα, όπως η Πηνελόπη, στίχους ή και τίτλους ποιημάτων τα οποία συνδέονται με γνωστά υφιστάμενα δημιουργήματα.</p>
<p>Έχω αναφέρει τον τίτλο «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα πιο πάνω, τίτλος του Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Στην ίδια γραμμή και το ποίημα «Νέοι της Σιδώνος 1992 μ.Χ.», θυμίζοντας και τον Αλεξανδρινό ποιητή.</p>
<p>Το ποίημα επίσης «Καρτερούμεν» συνειρμικά μας οδηγεί στον Δημήτρη Λιπέρτη, Το ποίημα αυτό δεν αναπτύσσεται εν τέλει σε κυπριακό ιδίωμα. Όλα όμως παραπέμπουν στην Κύπρο και στη σύγχρονη τραγωδία: Το καλοκαίρι εκείνο δεν ξέραμε.// Δεν μπορούσαμε ούτε/ να φανταστούμε πως/ τ’ ανοικτά πουκάμισα/ τα ιδρωμένα μέτωπα/ τα ψάθινα καπέλα/ τα πιτσιρίκια με τα κοντά/ παντελονάκια/ τα ακρογιάλια στην Αμμόχωστο/, τα καράβια της Κερύνειας/ και ο περήφανος Πενταδάχτυλος…// Όλα μας αποχαιρετούσαν.</p>
<p>Στη συλλογή υπάρχουν επίσης στίχοι που παραπέμπουν σε τραγούδια: στη σελίδα 33 «στου βράχου τη σχισμάδα», στη σελίδα 39 «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά»…</p>
<p>Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν στον αναγνώστη τα ποιήματα στη συλλογή με αναφορές στη μητέρα της ποιήτριας, την οποία και έχασε πρόσφατα. Η απώλεια έχει δώσει αφορμή για τα ωραιότερα κατ εμένα ποιήματα της συλλογής, γιατί αποπνέουν γνήσιο συναίσθημα και μετατρέπουν το συγκινησιακό φορτίο της ποιήτριας σε συναίσθημα συγκίνησης του αναγνώστη. Ειδικά όταν η απώλεια ανεβαίνει στο άρμα της κυπριακής διαλέκτου, αφού φαίνεται πως η μητρική γλώσσα είναι πεδίο που ανεβάζει τον δυναμισμό αλλά και την τρυφερότητα ταυτόχρονα των στίχων: Αντάν να φκει φως φεγκαρκού/ θαρκούμαι πως αμπλέπω σε/ μάνα μου αγαπημένη./ Μα λίον λίον χάνεσαι/ Φέφκεις/ ανακατώνεσαι μες στη θολούρα. («Αγγάλιασμα»)</p>
<p>Ο θάνατος της μάνας πιο έντονος στο ποίημα «Γραμματοθήκη»: Μάνα,/ θα δανειστώ απόψε τα γράμματά σου. [ ] Μόνο που ο θάνατος δεν περιμένει ούτε και από αλφάβητο γνωρίζει…</p>
<p>Το αποκορύφωμα της μετάπλασης ενός τόσο θλιβερού, ανατρεπτικού βιώματος στο ποίημα «Μνημόσυνο» για το οποίο υπάρχει άλλωστε και ειδική αφιέρωση στη μητέρα Στέλλα. Επειδή τα μνημόσυνα ανακαλούν και οι φωνές τους μπορεί να είναι πιο οξείες από αυτές που τις γέννησαν. Γράφει η Όλγα με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Έριχνα στο νερό την αγάπη και τη συγγνώμη μου/ και πότιζα τον κήπο σου με δάκρυα. Στίχος που αποκρυπτογραφεί μια ολόκληρη διαδρομή της μοναδικής σχέσης της ποιήτριας με τη μητέρα της. Στίχος που έχει ανάγκη να διατυπώσει η ποιήτρια για να ελαφρύνει το παρελθόν, να διευρύνει το μέλλον.</p>
<p>Η ποίηση μπορεί να είναι εν τέλει απελευθερωτική, επαναστατική. Πορεία διαμαρτυρίας η ποίηση, όπως αναφέρει στο ποίημα «Διαμαρτυρία», σελ. 25. Είναι όμως και μια απέκδυση όσων μπορεί να περιορίζουν τον άνθρωπο, τη γυναίκα σε φόρμες του καιρού και διαχρονικά στερεότυπα. Ενδεικτικό το ποίημα της σελίδας 47 «Στάση εργασίας»: Τούτη την Κυριακή/ αποτάσσομαι των καθηκόντων μου:/ κανένα ψητό στον φούρνο/ κανένα άπλωμα μπουγάδας…</p>
<p>Σε αυτό το ποιητικό ψηφιδωτό της εσωστρέφειας κυρίως, της στοχαστικής και αναστοχαστικής φωνής, φαίνονται κάπως ξένα ίσως στη συλλογή τα δέκα χαϊκού που κατά τον τίτλο κάνουν παρέα. Ως χαϊκού, ως είδος δηλαδή, αποτελούν ένα άλλο μέρος της συλλογής. Ως περιεχόμενο, αγγίζουν περισσότερο μια πιο φυσιολατρική ηχώ των βημάτων της ποιήτριας, καθώς αναμειγνύουν το φυσικό στοιχείο με τη διαδρομή της Όλγας, ανθρώπινη και ποιητική. Ενδεικτικά: Η αγκαλιά σου, παιδί μου λευκά κρίνα, ανοιξιάτικα. Και ίσως θα μπορούσε να τα θεωρήσει κανείς και ως μία σύνοψη της συλλογή. Αν πάρουμε για παράδειγμα, το τελευταίο χαϊκού: Πάμφωτη φύση, μπολιάζεις με ελπίδα το βασιλικό.</p>
<p>Εδώ ένα μικρού αναστήματος φυτό, ο βασιλικός, με χαρακτηριστική όμως μυρωδιά, και άρρηκτα συνδεδεμένος με τις κυπριακές αυλές, δέχεται το φως της ελπίδας σε μια ανάλογα φωτισμένη μέρα. Θα μπορούσε ο αναγνώστης, μετά και από την ανάγνωση όλης της συλλογής, να ταυτίσει τον βασιλικό με την ποιήτρια, η οποία μπορεί να ατενίζει πλέον ή επιθυμεί να ατενίζει πλέον τις πιο φωτεινές μέρες της ζωής της.</p>
<p>Δεν θα μπορούσε κανείς να ολοκληρώσει αυτή την παρουσίαση, χωρίς να κάνει μνεία στην εκδοτική αρτιότητα της συλλογής. Ένα καλαίσθητο βιβλίο, όπως μας έχουν συνηθίσει οι Εκδόσεις Μανδραγόρας, σε επιμέλεια του Κώστα Κρεμμύδα και της Τζέλας Ασπρογέρακα-Γρίβα. Σε 60 σελίδες, 48 ποιήματα συν τα δέκα χαϊκού και με έργο εξωφύλλου, πολύ χαρακτηριστικό για τη συλλογή, του Απόστολου Γιαγιάννου.</p>
<p>Συμπερασματικά…</p>
<p>Η Όλγα Οικονομίδου μας συστήνει μέσα από αυτή τη συλλογή έναν κόσμο όπου η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσον ανάπτυξης ιδεών αλλά ένας οργανισμός που ζει και αναπνέει μέσα από την αυτοαναφορικότητά της. Το αυτοαναφορικό στοιχείο στην ποίηση της Όλγας δεν είναι απλά μια στυλιστική επιλογή αλλά ένας τρόπος να ανασκαφεί βαθύτερα στην ψυχή της δημιουργού και να αναδειχθούν οι πιο έντονες και προσωπικές της στιγμές</p>
<p>H Όλγα έχει πατήσει στο πρώτο σκαλί, κατά τον Αλεξανδρινό ποιητή. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Κι είναι υψηλή, πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα. Κάθε νέος ποιητής πρέπει να διακατέχεται από εκείνη την αδυσώπητη ανάγκη να δημιουργήσει, να εκφράσει, να αντλήσει από το βαθύ εσωτερικό του πηγάδι και να φέρει στην επιφάνεια το ύδωρ που κρατεί δροσερή την ποιητική διαδρομή του. Ποίηση απλή αλλά όχι απλοϊκή, ποίηση εξομολογητική, που αφήνει ωστόσο μια μικρή ομίχλη σε αυτά που την έχουν υποκινήσει .</p>
<p>Γράφει άλλωστε στο ποίημα «Βροχή»: [ ]κρεμάσαμε κι εμείς στη βεράντα μας ένα ζευγάρι μάτια./ να ξεπλυθεί/ για να διακρίνουμε με ευκρίνεια στις μέρες της ομίχλης.</p>
<p>Μέρες όμως που πάντα θα υπάρχουν όχι μόνο για την ποιήτρια αλλά για όλους, καθώς ο εσωτερικός μας κόσμος αντανακλάται στον περιβάλλοντα χώρο. Ο Λουί Αραγκόν θεωρεί την ποίηση ως έναν καθρέφτη της κοινωνίας. Στα θαμνολίβαδα ισχύει ασφαλώς και αυτό αλλά πολύ περισσότερο ο αναγνώστης εισπράττει έναν καθρέφτη της ποιήτριας. Το προσωπικό και το κοινωνικό στοιχείο συνυπάρχουν, αλλά τα θαμνολίβαδα, ως πρώτη ποιητική συλλογή, αντανακλούν περισσότερο εσωτερικές διεργασίες της ποιήτριας.</p>
<p>Αυτό που η Όλγα καταφέρνει στην πρώτη της συλλογή, ανάμεσα σε μνήμη και επιλεκτική λήθη, και είναι πάρα πολύ σημαντικό, είναι να εκφέρει ένα λόγο με τη δική της χροιά. Δεν είναι φερέφωνο, δεν μιμείται. Κι αυτό πρέπει κατά την άποψή μου να διατηρήσει στον δρόμο της στην ποίηση. Να αναπτύξει περαιτέρω τον προσωπικό της χαρακτήρα, και αυτό θεωρώ θα είναι πλέον και το ζητούμενο. Η Ποίηση είναι μια συνεχής άσκηση ανάμεσα στην ανάγνωση και στη γραφή, τη γραφή και την ανάγνωση. Ποίηση είναι εν τέλει το ποιητικό βίωμα και το ήθος που αναδύεται μέσα από τη συνεχή άσκηση.</p>
<p>Δεν μπορεί κανείς να κρίνει έναν κήπο από ένα μόνο λουλούδι. Μπορεί όμως να ιχνηλατήσει τα χρώματα, τα αρώματα, τις προοπτικές, τη γενικότερη τάση. Το μεγάλο στοίχημα για κάθε ποιητή και ποιήτρια που εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή είναι πάντα η συνέχεια. Πιστεύω, μετά από την εμπειρία της γραφής αλλά κυρίως της ανάγνωσης, ότι ο ποιητής ή ποιήτρια ολοκληρώνει ένα ποιητικό χαρακτήρα στην τρίτη πια συλλογή. Εύχομαι στην Όλγα να διαβεί αυτό τον δρόμο με την ομορφιά των λέξεων και την κατάθεση της δικής της φωνής στο πολυσύνθετο ποιητικό πεδίο του καιρού μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>Fractal 3/12/2024</p>
<p>Η ποίηση της Όλγας Οικονομίδου</p>
<p>Ο Αμερικανός συγγραφέας και κριτικός Πήτερ Σώυλερ Μίλλερ (P. S. Miller, 1912-1974) είχε διατυπώσει για τον λυρισμό τον εξής ορισμό: «Λυρικό χαρακτηρίζεται ένα βραχύ ποίημα προσωπικής αποκάλυψης ή εξομολόγησης που προβάλλει μια υποκειμενική συνείδηση, ατομική και αυτοαναλυόμενη».</p>
<p>Ο ορισμός του Μίλλερ μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί στην ποίηση της Όλγας Οικονομίδου. Στην ποιητική της συλλογή με τίτλο «Θαμνολίβαδα» (Μανδραγόρας, 2023), διακρίνουμε μια καλλιτεχνική συνείδηση αυτοαποκαλυπτόμενη και αυτοαναλυόμενη.</p>
<p>Η λέξη Θαμνολίβαδα ταυτίζεται με την αυτοφυή βλάστηση, τους θάμνους, χλωρίδα στην οποία δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, όμως έχει μεγάλη σημασία για το οικοσύστημα. Η Οικονομίδου, μέσα από μια ευδαιμονία λυρισμού στην οποία μετέχει η φύση – εικόνες με γλάστρες, αγριολούλουδα, πεταλούδες, πυγολαμπίδες- μεταμορφώνει τα Θαμνολίβαδα σε σύμβολο προσδοκίας και αισιοδοξίας. Η ταπεινή βλάστηση γίνεται αιτία για μια νέα όραση, μια νέα νοοτροπία, για απελευθέρωση. Αγκαλιάζει τη ζωή και τον έρωτα, εξομαλύνει τις αντινομίες ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο, δρα ευεργετικά δημιουργώντας μια γενικότερη ατμόσφαιρα αισιοδοξίας, που μεταφέρεται σε ολόκληρη τη συλλογή, κάτι ανάλογο με την επενέργεια της «Τρελής ροδιάς» στο ποίημα του σπουδαίου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.</p>
<p>Στο ποιητικό σώμα της συλλογής η ποιήτρια προσθέτει δέκα χάικου –δέκα δημιουργίες που ακολουθούν την ιαπωνική ποιητική φόρμα, την πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Τα χάικου εξωτερικά υπακούουν στην τεχνική σύμβαση των δεκαεφτά συλλαβών, κατανεμημένων σε τρεις στίχους των πέντε, επτά και πέντε συλλαβών αντίστοιχα, ενώ στο περιεχόμενο συνδέονται με τον κόσμο της φύσης, τις αυθόρμητες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, τη νομοτέλεια του ανθρώπινου βίου. Η Οικονομίδου υιοθετεί τα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία των ιαπωνικών χάικου: τη σύνδεση με τον κόσμο της φύσης και τις αυθόρμητες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, τη νομοτέλεια του ανθρώπινου βίου.</p>
<p>Οι βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η συλλογή «Θαμνολίβαδα» είναι το υπαρξιακό, ο χρόνος, η μνήμη, ο έρωτας, η πατρίδα, η ποίηση. Είναι τα θέματα που ανασκάπτει η ποιήτρια. Συνήθως έχουμε ένα ποιητικό υποκείμενο που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και χωρίς κρυπτικότητα. Όσα σκέπτεται και αισθάνεται, περνούν από το φίλτρο του συνειδητού, με αποτέλεσμα το συναισθηματικό υλικό να παραδίδεται λογικά δομημένο και ευκρινές στον αναγνώστη.</p>
<p>Το εξομολογητικό των συνθέσεων παραπέμπει σε εσωτερικούς μονολόγους, σε διάλογο με τον εαυτό ή με τον συνάνθρωπο. Σε συνδυασμό ωστόσο με το αφηγηματικό πλαίσιο, ο εξομολογητικός τόνος και η υποκειμενικότητα του πρώτου προσώπου διαμορφώνουν ένα περιβάλλον σκηνοθετικό και θεατρικό.</p>
<p>ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ</p>
<p>Λίγο μετά τα μεσάνυχτα<br />
το κοριτσάκι ξυπνάει ανήσυχο.<br />
Μέσα στο μισοσκόταδο<br />
ψάχνει τα περασμένα του χρόνια<br />
τους περασμένους ανθρώπους<br />
τις περασμένες μέρες που ξέχασε<br />
να χαμογελάσει στο φως.</p>
<p>Ξυπνάω κι εγώ.<br />
Βάζω το κοριτσάκι για ύπνο<br />
με νανουρίσματα και χάδια<br />
το κοιμίζω.<br />
–Τι το ψάχνεις; του λέω.<br />
Θα είσαι πάντα ένα παιδί<br />
σε γερασμένο σώμα.</p>
<p>Το υπαρξιακό, από τα θέματα που απασχολούν την ποίηση της Οικονομίδου, δεν διατυπώνεται ευθέως. Παρουσιάζεται έμμεσα, συνδεδεμένο με τα γηρατειά και τη φθορά, με παρέλευση του χρόνου και τον εσωτερικό απολογισμό που τη συνοδεύει. Αναδύεται έντονα μια διάθεση φυγής, μια ανάγκη απόδρασης από έναν κλοιό, από μια απομόνωση η οποία ωστόσο φαίνεται να έχει εν πολλοίς επιλεγεί.</p>
<p>ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ</p>
<p>Θα ’θελα να ’μουν<br />
εκ γενετής<br />
ανεμολόγιο.</p>
<p>Αδιάκοπα να χαράσσω<br />
ροές και πορείες ανέμων.<br />
Να διαιρούμαι σε τεταρτοκύκλια,<br />
προς ενενήντα μοίρες έκαστο<br />
και να ’χουνε στραμμένα<br />
προς το μέρος μου<br />
των ναυτικών τα μάτια.</p>
<p>Στην πραγματικότητα,<br />
υπάρχω ως γυναίκα.<br />
Αγαπώ τους ανέμους,<br />
τους αφουγκράζομαι καθώς<br />
σηκώνουν τη σκόνη μου<br />
ή ελαφρώς το φόρεμά μου.<br />
Άπταιστα τους γράφω στο<br />
τετράδιο ορθογραφίας.</p>
<p>Λεβάντες, Όστρια, Γαρμπής<br />
Πουνέντες, Τραμουντάνα.</p>
<p>Έπειτα σηκώνω πανιά<br />
και φεύγω…</p>
<p>Ο χρόνος, σημαντικό ζήτημα στην ποίηση της Οικονομίδου, οδηγεί σε προσωπικό απολογισμό, όπως ήδη έχουμε αναφέρει. Καθώς διαρκώς παρέρχεται, παρασύρει το ποιητικό υποκείμενο σε αναμετρήσεις: των ονείρων με την πραγματικότητα, της ζωής με τον θάνατο, των παρόντων με τους απόντες. Η αίσθηση του ανικανοποίητου και της μοναξιάς είναι αποτέλεσμα της αναψηλάφησης· όμως και η αβεβαιότητα, που εκπορεύεται από την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Η προσδοκία ωστόσο δεν χάνεται ούτε και η ανάγκη μιας αποφασιστικής δράσης που θα απομακρύνει από τα «δεσμά» της ρουτίνας ή των συμβάσεων.</p>
<p>Ο θάνατος, μια τελολογική κατάσταση, μια υπαρξιακή νομοτέλεια με επώδυνες απώλειες που εγείρει αναπάντητα ερωτήματα, αποτελεί σταθερό μοτίβο στην ποίηση και γενικότερα στη λογοτεχνία. Η Οικονομίδου ακουμπά το ζήτημα του θανάτου με την επαναφορά των μορφών αγαπημένων προσώπων που δεν είναι πια στη ζωή. Συνδέει επομένως τον θάνατο με τη μνήμη και με τον χρόνο. Η απουσία της μητέρας στην ανάμνηση αυτή είναι κυρίαρχη.</p>
<p>ΓΡΑΜΜΑΤΟΘΗΚΗ</p>
<p>Μάνα,<br />
θα δανειστώ απόψε τα γράμματά σου.<br />
Παίρνω το μι για τις μνήμες μου.<br />
Το άλφα για τα άστοχα λόγια μου.<br />
Ένα νι είναι αρκετό όσα «ναι» ’λέγαν τα μάτια σου.<br />
Το τελευταίο άλφα ταιριάζει στις αναβολές μου.<br />
Μόνο που ο θάνατος δεν περιμένει ούτε και από αλφάβητο γνωρίζει.<br />
Να του έλεγα λίγο να σταθεί στο έψιλον της ενοχής μου<br />
ή έστω στο πι μίας παράτασης.</p>
<p>Κυρίαρχη είναι και η έννοια της πατρίδας. Η θαλασσοφίλητη Κύπρος που ταλανίζεται ασταμάτητα μετά την εισβολή του 1974, οι άνθρωποί της που έζησαν την προσφυγιά μέσα στην ίδια τους τη χώρα, γίνονται αφορμή για ιδιαίτερες δημιουργίες με αναφορά τις κατεχόμενες περιοχές, την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Πενταδάκτυλο.</p>
<p>ΚΑΡΤΕΡΟΥΜΕΝ</p>
<p>Το καλοκαίρι εκείνο δεν ξέραμε.</p>
<p>Δεν μπορούσαμε ούτε<br />
να φανταστούμε πως<br />
τ’ ανοιχτά πουκάμισα<br />
τα ιδρωμένα μέτωπα<br />
τα ψάθινα καπέλα<br />
τα πιτσιρίκια με τα κοντά<br />
παντελονάκια<br />
τα ακρογιάλια στην Αμμόχωστο<br />
τα καράβια της Κερύνειας<br />
ο περήφανος Πενταδάχτυλος…</p>
<p>Όλα μας αποχαιρετούσαν.</p>
<p>Εκτός από την απουσία των αγαπημένων προσώπων και τη θλίψη της κατακερματισμένης πατρίδας, ο έρωτας πυροδοτεί το ποιητικό συναίσθημα, θέμα ιδιαίτερα προσφιλές και εκτεταμένο στη λογοτεχνία. Στη συλλογή «Θαμνολίβαδα» ωστόσο ο έρωτας δεν παρουσιάζεται με την κοσμογονική σημασία που του αποδίδει ο Σικελιανός, τη γονιμοποιητική δύναμη που του δίνει ο Βρεττάκος, τη φυσική αξία που του προσδίδει ο Ελύτης. Κινείται στο επίπεδο του προσωπικού βιώματος, εκπέμποντας το αίσθημα της ματαίωσης, όπως και την έντονη ανάγκη της λήθης.</p>
<p>ΛΗΘΗ ΙΙ</p>
<p>Λησμονιά είναι<br />
να ξεχνάει κανείς ή να ξεχνιέται;</p>
<p>Η λήθη επιλέγει την καρδιά.<br />
Με την καρδιά ξεχνάω. Όχι με το μυαλό.<br />
Επιλέγω τη λήθη για να σε συγχωρέσω.</p>
<p>Το θέμα της ποίησης απασχολεί επίσης την Οικονομίδου. Οι αυτοαναφορικές δημιουργίες αποδίδουν θεραπευτικές ιδιότητες στην ποίηση. Ωστόσο η ποίηση παρουσιάζεται και ως πορεία διαμαρτυρίας.</p>
<p>ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ</p>
<p>Στο χοντρό ξύλινο τραπέζι<br />
της μοντέρνας καφετέριας<br />
τοποθετώ ευλαβικά<br />
τα προσφιλή βιβλία ποίησης<br />
τον παγωμένο μου καφέ<br />
το ψάθινο καπέλο<br />
και κεντρικά<br />
-στο πιο ανάγλυφο σημείο επάνω-<br />
κόλλες ημίλευκες<br />
πασαλειμμένες με λέξεις<br />
γεμάτες προσμονή για να γραφτούν<br />
στίχοι να γίνουν.</p>
<p>Γράφω και σβήνω λέξεις.<br />
Γράφω και σβήνω την απουσία σου.</p>
<p>Μα οι λέξεις μου<br />
παραμένουν μετέωρες<br />
βγάζουν κεφάλι, χέρια, πόδια<br />
αγανακτισμένες<br />
βγαίνουν στο πεζοδρόμιο ν’ ανασάνουν<br />
διαδηλώνοντας τη θλίψη τους.</p>
<p>Πορεία διαμαρτυρίας είναι κι η ποίηση.</p>
<p>Αξίζει τέλος να επισημάνουμε τη διακειμενικότητα που παρουσιάζει η γραφή, τη συνομιλία με στίχους ποιητών, όπως ο Αναγνωστάκης και ο Καβάφης.</p>
<p>O λυρισμός στην ποίηση της Οικονομίδου είναι χαμηλόφωνος, με χρήση μεταφορών και εικόνων, της αντίθεσης του φωτός με το σκοτάδι. Η γλώσσα πλούσια· έχουμε και σύνθεση στην ιδιαίτερα εύηχη κυπριακή διάλεκτο. Το αφηγηματικό στοιχείο, ο εξομολογητικός τόνος, η παραστατική και με ρυθμό γλώσσα, προσδίδουν ιδιαιτερότητα στην ποίηση της Οικονομίδου. Η φωνή της ακούγεται ρυθμική και ώριμη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΠΑΣ</strong></h5>
<p>ΘΡΑΚΑ 4/7/2025</p>
<p>Ποίηση του μεσόστρατου</p>
<p>Τα Θαμνολίβαδα, η πρώτη πλήρης ποιητική κατάθεση της Όλγας Οικονομίδου, περιέχει 48 σύντομα ποιήματα (όσα και τα χρόνια της ποιήτριας κατά το έτος έκδοσης της συλλογής) και 10 χαϊκού.</p>
<p>Η παραπάνω έμμεση αναφορά στην ηλικία της ποιήτριας, αν και παρένθετη, είναι σημαντική και καθόλα συναφής με τον θεματικό πυρήνα του βιβλίου, για τον οποίο μάλιστα ο αναγνώστης προϊδεάζεται εγκαίρως. Γιατί, όπως ο Dante Aligheri στον πρώτο στίχο της Θείας Κωμωδίας τονίζει ότι το ποιητικό του ταξίδι στο Επέκεινα ξεκίνησε «στα μισά του δρόμου της ζωής [του][1]», έτσι και η Οικονομίδου στην αρχή του παρόντος βιβλίου υπαινίσσεται ότι η περιπλάνησή της στα Θαμνολίβαδα ξεκινά στα μισά του δρόμου της δικής της ζωής. Με άλλα λόγια, συνθέτει κι αυτή μια ποίηση του μεσόστρατου, μια ποίηση για το μέσο της βιοτικής μας πορείας: αποτυπώνει, δηλαδή, ποιητικά το μεταβατικό ηλικιακό στάδιο των 40+, την υπαρξιακή κρίση που το συνοδεύει, και μια διαφαινόμενη εσωτερική μετατόπιση, προϊόν αναθεάσεων και αναθεωρήσεων.</p>
<p>Το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής («Βραδινός Περίπατος») έχει χαρακτήρα οδοδείκτη: εκεί η ποιήτρια, λίγο πριν ξημερώσει, βγαίνει να περπατήσει «με συνοδεία τα σαράντα τέσσερα χρόνια [της]». Σύντομα,όμως, αυτά την προσπερνούν και ανηφορίζουν τρέχοντας, ενώ η ίδια, ανήμπορη, διαπιστώνει ότι δεν έχει τη φυσική αντοχή να τα ακολουθήσει. Ο συμβολισμός διαυγής: ο Χρόνος και η νεότητα περνούν, αφήνοντας πίσω τους σώματα φθαρμένα και δυσκίνητα, με τον θάνατο ασφαλώς να επίκειται. Εδώ, πλην της υπαρξιακής αγωνίας, έκδηλη είναι και η διαίρεση του βίου της ποιήτριας σε δύο εφαπτόμενες αλλά διακριτές ηλικιακές φάσεις: στα σαράντα τέσσερα βιωμένα χρόνια της αφενός, και στην περίοδο που ξεκινά μετά από αυτά αφετέρου. Εκεί ακριβώς εκτείνονται τα Θαμνολίβαδα: στον μεταιχμιακό εσωτερικό χώρο μεταξύ ενός παρελθόντος που πρέπει να αποτιμηθεί και ενός παρόντος που δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί.</p>
<p>Ο μεταιχμιακός αυτός χώρος είναι σκοτεινός. Το υποκείμενο των ποιημάτων συχνά βιώνει μία συνθήκη πραγματικού ή δυνητικού εγκλωβισμού. «Τη ζωή μου/ θα μπορούσα να την κλείσω/ σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας» γράφει η Οικονομίδου. Ή αλλού ψέγει τον εαυτό της, επειδή μένει επίμονα «κλεισμένη στο μικρό ψιλικατζίδικο με τις ληγμένες μνήμες». Οι επώδυνες μνήμες και οι σκοτεινές σκέψεις αποτελούν σε ολόκληρη τη συλλογή ένα αφόρητο βάρος, από το οποίο το ποιητικό υποκείμενο δυσκολεύεται να απαλλαγεί: «Αδυνατώ να συμφιλιωθώ/ με τις σκέψεις μου», γράφει. «Καθώς επίμονα με περικυκλώνουν/ βουλώνω τα αυτιά μου/ με βότσαλα». Και στο επίκεντρο των σκοτεινών σκέψεων βρίσκεται η απώλεια (της μάνας κυρίως), ο έρωτας (που παραμένει βασανιστικά ανεξομολόγητος), το φάσμα του γήρατος και του θανάτου και φυσικά η κυπριακή τραγωδία με τα δικά της ανυπόφορα τετελεσμένα. Κορύφωση της υπαρξιακής αστάθειας που διατρέχει το βιβλίο είναι η πλήρης διάσταση ανάμεσα στην πραγματική και στην επιθυμητή ταυτότητα, διάσταση που ενίοτε τρέπεται σε μεταμορφωτική ορμή:«Από αύριο ή έστω μεθαύριο/ σκέφτομαι να μεταμορφωθώ/ σε πεταλούδα», σημειώνεται σε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της συλλογής.</p>
<p>Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό υπαρξιακό δάσος, ωστόσο, η ποιήτρια οραματίζεται και ανακαλύπτει διεξόδους, καθιστώντας την αγωνία του μεσόστρατου διαχειρίσιμη. Στα Θαμνολίβαδα η φυγή παραμένει εφικτή («Ανεμολόγιο»), η μεταμόρφωση δυνατή («Πεταλούδα»), η ελευθερία επιλέξιμη («Αεροστεγώς»),η αποχή από τα δεσμά των έμφυλων ρόλων αναγεννητική («Στάση Εργασίας»). Σημαντικός είναι, επίσης, ο ρόλος που δίνεται στην ποιητική δημιουργία: το υποκείμενο, αν και κρατά αμφίθυμη στάση απέναντί της («Πιθανότητα»), αν και πιστεύει ότι δεν μπορεί να την ελέγξει ή να την καθυποτάξει («Σκέψεις»), αντιλαμβάνεται και αξιοποιεί την ιαματική της λειτουργία («Λέξεις», «Επίτοκος»). Και, ασφαλώς, έσχατος τρόπος διαφυγής από το υπαρξιακό άγχος παραμένει η λήθη: κεντρική έννοια του βιβλίου, ύψιστη προϋπόθεση γαλήνης και υπέρτατη επιδίωξη, που, όμως, αποδεικνύεται συνήθως μη κατορθωτή.</p>
<p>Ως ποίηση του μεσόστρατου, τα Θαμνολίβαδα, διαπνέονται, επίσης, από μια διάθεση στοχαστική και –κυρίως– αναθεωρητική. Ο τίτλος της συλλογής συνδέεται στενά με τις ελπίδες του υποκειμένου και τις προσδοκίες του για το μέλλον. Στο ποίημα «Αναρρίχηση» το θαμνολίβαδο είναι ένας χώρος φυσικός, όπου κυριαρχεί «η χαμηλή αυτοφυής βλάστηση», και αντιπαρατίθεται στον κήπο ή στο μπαλκόνι, έναν προστατευμένο τεχνητό χώρο που κοσμείται με αναρριχώμενα καλλωπιστικά φυτά. Η ποιήτρια, λοιπόν, προσπαθώντας να οριοθετήσει και -εν μέρει- να αναθεωρήσει την ύπαρξή και τον βίο της, συνδέει εαυτήν με ό,τι συμβολίζουν τα θαμνολίβαδα: με την ταπεινότητα, την προσήλωση στην ουσία της ύπαρξης και την αυτονομία.</p>
<p>Τεχνοτροπικά, τα ποιήματα των Θαμνολίβαδων, θυμίζουν αρκετά την εξομολογητική ποίηση (confessional poetry), που εμφανίζεται στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Αν και δεν διακρίνονται ασφαλώς από την ίδια προκλητική ελευθεριότητα, περιβάλλονται από παρόμοια αύρα: είναι σχεδόν αποκλειστικά πρωτοπρόσωπα και αφοπλιστικά ειλικρινή. Η Οικονομίδου, όπως η Sylvia Plath και η Anne Sexton, ιχνογραφεί τα εσωτερικά της τοπία με τρόπο άμεσο, χωρίς χρήση ποιητικών προσωπείων ή άλλων τεχνητών παραπετασμάτων και χωρίς να διστάζει να αναφερθεί ακόμη και σε εμπειρίες αυστηρά προσωπικές (όπως π.χ. στο ποίημα «Επέμβαση»). Γλωσσικά, υιοθετεί μια γλώσσα απλή και εύληπτη και,μολονότι χειρίζεται με ευχέρεια μεταφορές και σύμβολα, δε συσκοτίζει ποτέ το ποιητικό της σημαινόμενο.</p>
<p>Τα Θαμνολίβαδα της Όλγας Οικονομίδου είναι μια ειλικρινής αυτοπροσωπογραφία, που, όμως, υψώνεται πάνω από το ατομικό βίωμα και κατορθώνει να αποτυπώσει εμπειρίες πανανθρώπινες. Πρόκειται για ένα ποιητικό βιβλίο που διαθέτει την ουσιαστικότητα και τη δεξιοτεχνία μιας ώριμης δημιουργικής δουλειάς, εμποτισμένης, εντούτοις, με τη δροσιά και τη διαυγή αθωότητα ενός πρωτόλειου έργου. Σε ένα από τα ποιήματα του βιβλίου διαβάζουμε:</p>
<p>Σήμερα βρέχει<br />
τον αποχαιρετισμό της Άνοιξης.<br />
Ωραίος καιρός.<br />
Σαν παιδί που δε χορταίνει το παιχνίδι<br />
κρεμάσαμε κι εμείς στη βεράντα μας ένα ζευγάρι μάτια<br />
να ξεπλυθεί<br />
για να διακρίνουμε με ευκρίνεια στις μέρες της ομίχλης.</p>
<p>Και εδώ εσωκλείεται, νομίζω, το μυστικό της ποιητικής διαύγειας των Θαμνολίβαδων. Η ποιήτρια, στο μεσόστρατο της βιοτικής της διαδρομής, συνεχίζει συνειδητά να διατηρεί ζωντανό το παιδί μέσα της, πράγμα που επιτρέπει στη γραφή της να μην κατρακυλά ανεπίστρεπτα στο θολό σκοτάδι και στην ακινησία. Και το σπουδαιότερο: παίζοντας διαρκώς με τα πράγματα, με τις λέξεις προπάντων, και εναρμονίζοντας την ύπαρξή της με τη ροή των φυσικών στοιχείων, κατορθώνει να διατηρεί καθαρό και λειτουργικό το κύριο όπλο της–και όπλο κάθε ποιητή: το βλέμμα της.</p>
<p>[1]Nel mezzo del cammin di nostra vita (Dante Aligheri, Inferno 1.1)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%bf%ce%bb%ce%b3%ce%b1-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 16 Mar 2024 20:28:56 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20854</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαρία Χριστοδούλου κατάγεται από την Αμμόχωστο και ζει στη Λάρνακα. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Reading, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις και έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους στην Κύπρο και &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαρία Χριστοδούλου κατάγεται από την Αμμόχωστο και ζει στη Λάρνακα. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Reading, στο Ηνωμένο Βασίλειο.<br />
Ποιήματα και διηγήματά της έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις και έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η ποιητική της συλλογή «Χειρονομίες στο φως» βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Βραβείου Θράκα 2023- Είναι μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Λάρνακας και της Πολιτιστικής Κίνησης Λάρνακας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20856 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-001-207x300.jpg" alt="" width="350" height="507" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-001-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-001.jpg 441w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<h3></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ  (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ</strong></h5>
<p>Το ποίημα δρασκελίζει,<br />
με φωνή δυνατή<br />
και ένα τσούρμο σωσίβια<br />
στις σελίδες.<br />
Απορροφά όσα συμβαίνουν<br />
μέσα και έξω από το σώμα<br />
βάφει τις φράσεις με ζωή<br />
και σύντομα αναδύεται<br />
με ένα διάφανο άσπρο.<br />
Κολλάει σαν γόμα<br />
όλες τις λέξεις<br />
που πρέπει να ειπωθούν<br />
να γεμίσουν οι αισθήσεις<br />
από τις φλέβες του ουρανού<br />
να σμιλέψουν μικρά θαύματα<br />
ανοιξιάτικα.</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ</strong></h6>
<h4></h4>
<h5><strong>ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Αυτόχθονες<br />
με ελληνικό λοφίο<br />
περιλαίμιο φοινικικό<br />
ουρά ασσυριακή<br />
πόδια γεμάτα πληγές.</p>
<p>Αποσύρονται<br />
διακριτικά στις αθόρυβες<br />
στιγμές της πατρίδας.</p>
<p>Κάτοικοι χρόνια πολλά<br />
στο νησί των τραυματιοφορέων<br />
αναζητούν ταυτότητες<br />
με σφραγίδες και σύμβολα.</p>
<p>Αιγύπτιοι, Πέρσες<br />
Ρωμαίοι, Ναΐτες<br />
Λουζινιανοί, Ενετοί<br />
Οθωμανοί, Άγγλοι<br />
με ομοιοκατάληκτες φωνές<br />
στις κτήσεις.</p>
<p>Από δεντρί σε δένδρο<br />
από κλαρί σε θάμνο<br />
κι οι άλλοι να πουλούν<br />
υλικά οικοδομής.</p>
<p>Σχισμένη η ταπετσαρία.<br />
Παρακολουθούν τη μούχλα<br />
να απλώνεται<br />
σαν γάγγραινα στη σάρκα.</p>
<p>Αλά ούνα, αλά ντούε,<br />
αλά τρε, ο δημοπράτης<br />
επιμένει.</p>
<p>Στο σφυρί η πατρίδα<br />
και η σιωπή<br />
θύελλα πλέον<br />
θα ακουστεί.</p>
<p>Στήνεται χορός<br />
με τις εκρήξεις<br />
του θυμού.</p>
<p>Η ψήφος έχει νόημα;</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Ανάμεσα σε ουρανό και γη<br />
αγκαλιάζω ό,τι με ορίζει.</p>
<p>Πετροχελίδονα εμφανίζονται<br />
δύναμη κινητήρια το πέταγμά τους.</p>
<p>Προχωρώ ανατολικά<br />
εκεί όπου γεννιέμαι<br />
τα καλοκαίρια<br />
να σβήσω τα κεράκια<br />
μπροστά στη λευκοντυμένη τούρτα.</p>
<p>Μετανιώνω.</p>
<p>Τη φλόγα<br />
ζωντανή θα φυλάξω<br />
απάγκιο στους φόβους<br />
που βρίσκονται<br />
στις αίθουσες αναμονής<br />
και εκείνους που ζουν<br />
μες στα χαμόσπιτα</p>
<p>στους φόβους<br />
για τα πάθη της ψυχής<br />
που σέρνουν τον άνθρωπο<br />
στα υπόγεια.</p>
<p>Επιτέλους<br />
με τη φλόγα αναμμένη<br />
ορμή πύρινη<br />
στη ζωή κάθε αγωνιστή.<br />
Γιορτάζω.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΙΧΝΟΣ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h5>
<p>Απλώνεις σεντόνι υφαντό<br />
ζωγραφίζεις πουλιά<br />
στα ολόλευκα της αγάπης.<br />
Τάζεις στον χειμώνα κρίνα<br />
για να’ ναι το πέρασμά του ούριο<br />
και οι σκιές μας διάφανες.<br />
Ξορκίζεις την ψυχή στα<br />
χαρακώματα της μνήμης.<br />
Το δάκρυ κι η προσευχή σου<br />
σκάλα στιβαρή<br />
για να ανέβω αγιόκλημα<br />
στα σύννεφα βουνά μου.</p>
<p>Όταν τη ματιά σφαλίσεις<br />
όπως το ξέφτι το αέναο<br />
χαϊδεύεις της ζωής<br />
τον ουρανό μου<br />
τον κάνεις ουρανό σου.</p>
<p>Μάνα<br />
στο ταπεινό σου ίχνος<br />
γονυπετώ.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ</strong></h5>
<p>Ο γαλαξίας αδίστακτος<br />
τις ρυτίδες του χρόνου<br />
να σωπάσουν κάνει,.<br />
Ο χρόνος το κορμί<br />
σμιλεύει.<br />
Αυτή διαβάζει<br />
ιστορίες για αρχαγγέλους<br />
που οδηγούν<br />
σε μυστικές διαδρομές.<br />
Με λόγια ιχνογραφεί<br />
γέφυρες φωτεινές<br />
να σιγάσει το θεριό<br />
που ορφάνια γεννάει.</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ</strong></h6>
<h4></h4>
<h5><strong>ΜΟΝΑΞΙΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΗ</strong></h5>
<p>Δεν είναι κύκλος<br />
ούτε καν τετράγωνο<br />
μόνο ένα μακρόστενο ορθογώνιο<br />
με κοφτές πλευρές και πλέγμα πυκνό.</p>
<p>Το παρατηρώ καθημερινά<br />
να υποφέρει ανήλιαγο.<br />
Κι εκείνη η φιγούρα<br />
περιστρέφεται νυχθημερόν.<br />
Την καλημερίζω.<br />
Ανταποδίδει τον χαιρετισμό<br />
και τρέχει να κρυφτεί.<br />
Μια δεύτερη λέξη<br />
αιωρείται.</p>
<p>Την επομένη τολμώ να χαιρετήσω και πάλι.<br />
Καμία απόκριση.<br />
Προλαβαίνω το δάκρυ της.<br />
Αντανάκλαση στο ηλιοχάραγμα.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΚΟΜΠΟΛΟΪ</strong></h5>
<p>Το χέρι μετατοπίζει<br />
τις χάντρες μία μία<br />
άλλοτε για τα καρφιά<br />
και άλλοτε για τις λαβωματιές.</p>
<p>Στο καλντερίμι<br />
σε καρέκλα μαβιά<br />
ο παππούς με το κομπολόι<br />
κι εγώ σε απόσταση<br />
πεντόβολα παίζω.</p>
<p>Την ευχή παιδιά μου,<br />
την ευχή, σιγομουρμουρίζει.<br />
Να βρέξει η αγάπη Του.</p>
<p>Σκύβω και φιλώ το χέρι<br />
την ψυχή να ξεδιψάσω.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Οι οξύρρυγχοι<br />
στα νερά της Αφροδίτης<br />
τα σιτηρά της ελπίδας<br />
η σοδειά του πράσινου καλαμποκιού</p>
<p>όλα στην ώρα τους ταγμένα<br />
για μέρες<br />
που είναι άλαλες και τυφλές<br />
για χρόνους<br />
που σέρνεται ο ήλιος.</p>
<p>Τα σπαρτά<br />
και τα πηγάδια της αυλής<br />
γέμισαν θάλασσα<br />
και κρίματα πνιγμένων.</p>
<p>Προσευχή κάνω<br />
αυγουστιάτικα.<br />
Το φεγγάρι ολόγιομο<br />
ανατέλλει.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>Ο ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>προσγειώθηκε στο βάζο με τη μαρμελάδα.<br />
Πετούσε στο λιβάδι και βοσκούσε<br />
παπαρούνες, ανεμώνες, μαργαρίτες.<br />
Έφτιαχνε κερήθρα περίτεχνα<br />
να φωλιάσει.</p>
<p>Ο έρωτας κουρσάρος.</p>
<p>Ένα γιορντάνι χρωματιστό ο κόσμος.<br />
Το Σ’ΑΓΑΠΩ σε όλες τις βεγγέρες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20908" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΘΥΡΟ-ΣΤΗΝ-ΑΝΟΙΞΗ2-237x300.jpg" alt="" width="350" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΘΥΡΟ-ΣΤΗΝ-ΑΝΟΙΞΗ2-237x300.jpg 237w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΘΥΡΟ-ΣΤΗΝ-ΑΝΟΙΞΗ2.jpg 757w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></h5>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20909 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΗΛΙΟΧΑΡΑΓΜΑ-225x300.jpg" alt="" width="351" height="468" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΗΛΙΟΧΑΡΑΓΜΑ-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΗΛΙΟΧΑΡΑΓΜΑ.jpg 720w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΗΛΙΟΧΑΡΑΓΜΑ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20910 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ-9-225x300.jpg" alt="" width="350" height="467" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ-9-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ-9.jpg 720w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ</strong></h6>
<p style="text-align: center;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20911 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΜΑΖΙ-300x225.jpg" alt="" width="467" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΜΑΖΙ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΜΑΖΙ-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΜΑΖΙ.jpg 960w" sizes="(max-width: 467px) 100vw, 467px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΜΑΖΙ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20912 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ-300x225.jpg" alt="" width="467" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ.jpg 960w" sizes="(max-width: 467px) 100vw, 467px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20913 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΡΕΜΑ-ΣΤΟ-ΧΙΟΝΙ-300x225.jpg" alt="" width="467" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΡΕΜΑ-ΣΤΟ-ΧΙΟΝΙ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΡΕΜΑ-ΣΤΟ-ΧΙΟΝΙ-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΡΕΜΑ-ΣΤΟ-ΧΙΟΝΙ.jpg 960w" sizes="(max-width: 467px) 100vw, 467px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΡΕΜΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΠΟΠΗ ΑΡΩΝΙΑΔΑ</strong></h5>
<p>slpress.gr 6/6/2024</p>
<p>Την Μαρία Χριστοδούλου την γνωρίζω λίγο σε προσωπικό επίπεδο. Δέχτηκα να γράψω για το πρώτο της βιβλίο, καθώς εκείνη το διάλεξε, που σημαίνει ότι θεωρεί πως η γνώση, η αγάπη μου για την ποίηση και η αυστηρή οπτική μου, μπορούν να υποστηρίξουν το βιβλίο της. Η ουσιαστική στήριξη ενός βιβλίου, σίγουρα δεν είναι ν’ αραδιάζουμε διθυράμβους και μεγάλα λόγια, πράγμα που αποφεύγω επιμελώς, καθώς όλοι ενεργούμε στην γραφή κι όλοι επιδεχόμαστε βελτίωση, σε όποιο σημείο κι αν βρισκόμαστε.</p>
<p>Ας φύγουμε όμως από τα γενικά κι ας πάμε να δούμε το έργο της Μαρίας Χριστοδούλου. Θα σταθώ αρχικά στην επιλογή του τίτλου, καθώς αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο έργο της δημιουργού, όπως το έχει δομήσει στην ψυχή, το μυαλό της και τέλος στο χαρτί. “Χειρονομίες στο φως”. Αυτόματα, μας δίνει αίσθηση θάρρους και καλλιτεχνική αντίληψη. Μέσω των χειρονομιών στο φως, (καθώς αποτελεί το πιο ισχυρό στοιχείο της φύσης), επιτυγχάνεται μια διαφορετική διάσταση στην επικοινωνία και την έκφραση, προσφέροντας έναν ποιητικό και μαγικό τρόπο να μεταδώσουμε τα συναισθήματά μας και να επηρεάσουμε το κοινό μας.</p>
<p>Το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί σίγουρα ενδιαφέρον. Η δημιουργός κάνει βαθιές βουτιές στον εσωτερικό της κόσμο και στην συνέχεια έντονα τινάγματα στην μαγεία της φύσης. Τολμηρή η έναρξη του βιβλίου με την τοποθέτηση ενός ποιήματος με θέμα την ποιητική, δηλαδή, μια ακόμα προσπάθεια για τον ορισμό της ποίησης. Τί σημαίνει αυτό; Δηλώνει αυτόματα σεβασμό κι αγάπη προς την ποίηση, τόλμη για την παρθενική της εμφάνιση στον χώρο της αδίστακτης κρίσης και κριτικής.</p>
<p>Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες, η μία τιτλοφορείται “χειρονομίες” και η άλλη “επισκέψεις”. Θα ξεκινήσω με τους πρώτους τέσσερις στίχους του πρώτου ποιήματος και κατά συνέπεια, την πρώτη πρόταση της συλλογής.</p>
<p>Το ποίημα διασκελίζει<br />
με φωνή δυνατή<br />
και ένα τσούρμο σωσίβια<br />
στις σελίδες.</p>
<p>Διαβάζοντας προσεκτικά αυτούς τους στίχους, θα δούμε ότι λείπουν δύο λέξεις ποιητική αδεία. Δηλαδή, το ποίημα διασκελίζει με φωνή δυνατή (το τί διασκελίζει) παραλείπεται. Και ένα τσούρμο σωσίβια στις σελίδες, παραλείπεται το ρήμα, που θα μπορούσε να είναι ( βρίσκεται, υπάρχει, πλέει).</p>
<p>Ενώ, παραλείποντας το (και) στον τρίτο στίχο, αλλάζει τελείως η εικόνα και το νόημα. Και γίνεται:</p>
<p>Το ποίημα διασκελίζει / με φωνή δυνατή / ένα τσούρμο σωσίβια / στις σελίδες.<br />
Ήθελα να σας δείξω με αυτό, το πόσο κόπο, μελέτη κι αφοσίωση χρειάζεται, ώστε να δημιουργήσει κάποιος μια αξιοπρεπή και ευθύβολη ποιητική συλλογή.</p>
<p>Ποίηση λυτρωτική<br />
Μια περιπλάνηση λοιπόν, στις λυτρωτικές αισθήσεις και τα φωτεινά ανοίγματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Μαρίας Χριστοδούλου. Η ποίηση, αποτελεί λύτρωση για τον δημιουργό της, αναζητά διόδους ν’ αγγίξει χορδές σε σταυροδρόμια διερχομένων αναγνωστών και όσων παρίστανται απόψε συνοδοιπόροι μας. Η στιγμή της δημιουργίας, λουσμένη πάντοτε σ’ ένα φως. Η γλώσσα της, ελληνική, ζώσα, αλλάζει φόρμες, ροή, ποτέ τις ρίζες της και τα ιδανικά της. Αφετηρία στο μήνυμα ζωτικής σημασίας που εμπεριέχει, η καθάρια πίστη στη μύχια απαίτηση για ψυχική και πνευματική θεία κοινωνία.</p>
<p>Μετάληψη</p>
<p>Άσε με να βυθιστώ<br />
σε ένα ποτήρι κρασί με λίγο ψωμί<br />
να ξορκίσω τ’ αγριοκέρι<br />
να διασπάσω τους ψεύτικους θεούς<br />
να δώσω ιαχή στη σιωπή.<br />
Δεν έχουν φραγή οι νεόδμητοι<br />
ούτε κορνίζα στη ζωή<br />
αλλά κρυστάλλινη σκέψη<br />
με ιριδισμούς μελωδικούς<br />
και στο πρόσωπο φεγγάρι.</p>
<p>Άσε με να γίνω κοινωνός.</p>
<p>Σιωπή, αδυσώπητη, ανελέητη, άτεγκτη, συνεκτικό στοιχείο της ποίησης, αντίσταση -ανάσταση ενίοτε εμμονή σφραγιδόλιθος ήθους και αξιών.</p>
<p>Αγγίζοντας την ποίηση της Μαρίας Χριστοδούλου συνειδητοποιούμε ότι σε μια ζοφερή εποχή, όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η επαναστατική τεχνολογία έως την τεχνητή νοημοσύνη, εισέβαλλαν βίαια στο προσκήνιο της κοινωνικής ζωής, προσπαθώντας να θέσει τον καλλιτέχνη στο περιθώριο. Η Μαρία καταφεύγει στους στίχους, τις λέξεις και την οραματική εικόνα ως μοναδική διαφυγή έκφρασης των ανεκπλήρωτων επιθυμιών της. Δίχως κάθε λογής ανώφελους φιλολογισμούς, δημιουργός στην ουσία της με την συσταλτική έννοια του όρου υπηρετεί ασίγαστα, υπομονετικά, την ελευθερία και την ευαισθησία, διαθέτοντας ευφράδεια, τολμηρότητα οραμάτων και στιχουργική δεξιότητα. Κατάθεση ψυχής στους ακροατές-αναγνώστες το πρώτο της ποιητικό έργο.</p>
<p>Μνημονεύει μια πατρίδα<br />
Ο λόγος της εδράζεται στην υπαρξιακή αναζήτηση του σύμπαντος και της προσδοκίας. Συλλαβές, λέξεις, λήμματα, ρήματα, σχήματα σε διάταξη ασύμμετρη, συμμετρική κατ’ επιλογή, μεταλαμβάνουν μια πατρίδα που θρηνεί τους ηρωισμούς και αναζητεί μέλλον αβέβαιο, υπαινίσσεται πόθους δικαίωσης, ειρωνευόμενη το ολέθριο σπάσιμο του ολόκληρου.</p>
<p>Άλλο ένα σπάσιμο του ολόκληρου</p>
<p>Μόνο το μισό θέλω.<br />
Μ’ αρέσει η ψευδαίσθηση<br />
να ζω με τα σύννεφα<br />
να τα βλέπω να ταξιδεύουν<br />
να γίνονται χίλια κομμάτια<br />
να βρίσκονται σε καρυδότσουφλο<br />
σε μισό καρυδότσουφλο<br />
αλλιώς δεν βάζει μπρος<br />
Αφαιρεί τα βαρίδια και επιπλέει.</p>
<p>Μόνο το μισό θέλω<br />
να στύβω χυμό<br />
και να παίρνω πορτοκάλι.</p>
<p>Η Χριστοδούλου μνημονεύει μια Κύπρο, που πόνεσε διαμελίζοντας τα άκρα της, τραγωδός σε νυχτερινή περιπολία κεντά χρωματιστές μεταφορές, αποκρυσταλλώνει συναισθήματα, μεταγγίζει λέξεις, μεγεθύνει κραυγές. Εικόνες περιπλανώμενες, μες στον πυρήνα τους σιγοκαίει η ελπίδα μιας ζωής που αντιστέκεται σε όποια μορφή υποταγής. Πίσω από το ρυθμικό πλέγμα, την ποικιλία των μέτρων αντικρίζουμε ένα ολοκληρωμένο δημιούργημα, μέσω του οποίου η δημιουργός αποκαλύπτει τους τρεις ζωτικούς πυρήνες της υπόστασής της, υπαρξιακή μελαγχολία, τον κοινωνικό προσανατολισμό και τη συνειδητή ελευθερία του προσωπικού ιδεώδους.</p>
<p>Με ένα καπέλο</p>
<p>Στήνω σκηνές με ήρωες<br />
τα κατοικίδιά μου<br />
παίρνω ανηφόρες και κατηφόρες<br />
στις χάρτινες τσουλήθρες του κόσμου.<br />
Κάνω παρέα με πολύχρωμες φιγούρες<br />
στα στενοσόκκακα</p>
<p>Η συλλογή<br />
καπέλα ηλίου, φεντόρες, στέκες<br />
ψάθινα με μυρωδιά καλοκαιρινή<br />
καπέλα επίσημα με φίνα κατάλευκη δαντέλα.<br />
Συνειδητή η κάθε επιλογή.</p>
<p>Μ’ ένα καπέλο σχίζω το πέπλο<br />
της αβεβαιότητάς μου<br />
προσπερνώ τα περίεργα στόματα<br />
γίνομαι καταιγίδα έτοιμη<br />
να δαμάσει κάθε αιχμαλωσία.</p>
<p>Είναι εμφανές ότι η ποιήτρια αιμορραγεί, διαρρηγνύει τα σπλάχνα της σε θριαμβικό μοιρολόι για τις πατρίδες που χάθηκαν, για το θαύμα που βαθιά πληγώθηκε. Ήχοι ανεμοθύελλας σιγανοί που όλο γιγαντώνονται αντιλαλούν κόσμους, απόκρημνες φωνές της Οικουμένης, κι ανάμεσά τους η αδέσποτη άσωτη σιωπή της καταιγίδας που απελαύνει. Επιθετικοί προσδιορισμοί σε διαδραστική διάταξη, διακυμάνσεις παρομοιώσεων, συνομωσία σιωπών, όλα βγαλμένα από τα θησαυρίσματα της γενναιόδωρης απέθαντης γλώσσας μας.</p>
<p>Το πνεύμα και η ψυχή της φορούν φτερά, ανεμίζοντας ως να αφανιστούν πέρα από το ασήμι της θάλασσας, πίσω από τις ισχνές γραμμές των οριζόντων, καθώς τα ηχητικά κύματα ενός παρελθόντος- μέλλοντος αντηχούν στα εσώτερα των μύθων της ποίησης. Η Μαρία Χριστοδούλου χειρίζεται τη δυσκολία της τοποθέτησης των σημείων στίξης, προσφέροντας τις απαιτούμενες αναπνοές στον αναγνώστη.. Απεκδύεται τον μανδύα του εγωκεντρισμού, την ευκολία της βιωματικής αφήγησης, υψώνει το εμείς υπεράνω του ατομικού γίγνεσθαι ενός κόσμου που αργοπεθαίνει, αναδύοντας ως πυρήνα της τον άνθρωπο. Τα θέματα της ποίησης σχεδόν πάντα ίδια, θάνατος, έρωτας, χρόνος, άνθρωπος, φύση. Η δημιουργός βουλιάζει στο ανεκπλήρωτο, γίνεται δίκοπη στο άδικο λεπίδα, εγκολπώνεται την ελευθερία του στίχου.</p>
<p>Συνδυάζει ρυθμούς, περνώντας πότε σκληρά κι άλλοτε τρυφερά από τον ρεαλισμό σ έναν ιδιόμορφο σουρεαλισμό. Στο τέλος μόνο η ποίηση μετράει, η οποία δεν μπορεί να ανεχθεί δεσμά κι εφήμερες ταμπέλες. Μια ποιητική συλλογή που σφραγίζεται από το αίσθημα της δημιουργού σε μια εκδοτική έκφραση των εκδόσεων “Θράκα”, που επισφραγίζει το ποιοτικό αποτέλεσμα.<br />
Μας καλεί μελωδικά!<br />
Αυτό χρειάζεται μια πρώτη ποιητική συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ KΟYNIO</strong></h5>
<p>«ΑΛΗΘΕΙΑ» 9/6/2024</p>
<p>Αφορμή για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τη Μαρία Χριστοδούλου στάθηκε π ποιητική συλλογή της «Χειρονομίες στο Φως». Ποίηση με βάθος με μελαγχολική χαρά, με χαρούμενη μελαγχολία &#8211; δεν είναι μια διαρκής πάλη με τις αντιφάσεις η ζωή μας; · με βουτιές στις θάλασσες<br />
και στις λίμνες του παρελθόντος, ποίηση ήρεμη και οργισμένη ταυτόχρονα αλλά, σε κάθε περίπτωση, λυρική. Η Μαρία Χριστοδούλου, κρατώντας τη δάδα της ποίησης ψάχνει το φως της γνώσης, της αλήθειας, της αγάπης. Παράλληλα, ακουμπά επάνω σε πρόσωπα που σημάδεψαν και, λίγο πολύ, διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της ενώ φιλοτεχνεί, με απαράμιλλη ευαισθησία, και τις πληγές μιας μοιρασμένης πατρίδας που την πατάει η μπότα του κατακτητή.<br />
Η ίδια, από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής αποτυπώνει γλαφυρά<br />
τον ορισμό της ποίησης. Ή μάλλον, της ποιήσεως: «Το ποίημα δρασκελίζει/με φωνή δυνατή/και ένα τσούρμο σωσίβιο/τις σελίδες/Απορροφά όσα συμβαίνουν/μέσα και έξω από το σώμα/βάφει τις φράσεις με ζωή/και σύντομα αναδύεται/με ένα διάφανο άσπρο/Κολλάει σαν γόμα/όλες τις λέξεις/που πρέπει να ειπωθούν/να γεμίσουν οι αισθήσεις/από τις φλέβες του ουρανού/να σμιλέψουν μικρά θαύματα/ανοιξιάτικα».</p>
<p>Εσείς βρήκατε την ποίηση ή εκείνη βρήκε εσάς;</p>
<p>Την κυνηγούσα από μικρή στα δρομάκια των παιδικών μου χρόνων.<br />
Με θυμάμαι να απαγγέλλω σε κάθε σχολική γιορτή και μετά να γράφω τις δικές μου αράδες πάνω σε κουτιά, σε χαρτομάντιλα. Και το ταξίδι συνεχιζόταν. Μεγαλώναμε μαζί, ωριμάζαμε&#8230; μέχρι που ξεκίνησα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Τότε ήταν που πήρα την απόφαση να δουλέψω πιο συστηματικά, να συγκεντρώσω τα ποιήματά μου και τελικά να φτάσω στην έκδοση του πρώτου μου βιβλίου.</p>
<p>Ούτως ή άλλως, τι ψάχνετε γράφοντας ποίηση;</p>
<p>Γράφω από εσωτερική ανάγκη. Η ποίηση για μένα είναι λύτρωση, είναι μια συνθήκη με φως που ξεθωριάζει τα σκοτάδια. Μέσα από αυτήν αναδύεται η ελπίδα, η τόλμη, η καλοσύνη &#8211; αρετές καταλυτικές και καθοριστικές Ο δάσκαλός μου στη δημιουργική γραφή, Αντώνης Δ. Σκιαθάς λέει συχνά πως η ποίηση είναι κώδικας ζωής. Άρα άκρως απαραίτητη για την ύπαρξή μας!</p>
<p>Από ποιο πηγάδι αντλείτε συνήθως τις εμπνεύσεις σας;</p>
<p>Εμπνέομαι από τα προσωπικά μου βιώματα, την ιστορία του τόπου μου<br />
και όχι μόνο, τη φύση &#8211; δέντρα, πουλιά, λουλούδια, το κάθε τι που<br />
με περιβάλλει Λατρεύω τη θάλασσα, αυτή την αέναη πηγή έμπνευσης<br />
για όλους τους λογοτέχνες, από την εποχή του Ομήρου.</p>
<p>Κι άμα στερέψει το πηγάδι;</p>
<p>Τέτοια πηγάδια δεν στερεύουν. Αρκεί να υπάρχει πνοή ζωής «Ζούμε. αγαπούμε, δημιουργούμε». Αυτό είναι το δικό μου σλόγκαν και σίγουρα<br />
άχι για σκοπούς διαφήμισης Η δυναμική της ζωής είναι απεριόριστη<br />
και ζωή χωρίς αγάπη και δημιουργία, για μένα, δεν υφίσταται.</p>
<p>Ωστόσο, πέρα από τον σπινθήρα της έμπνευσης, σε πρακτικό πια<br />
επίπεδο, τι χρειάζεστε προκειμένου να καθίσετε μπροστά στον<br />
υπολογιστή;</p>
<p>Αρχικά, με δεδομένο όντως τον σπινθήρα της έμπνευσης, στον<br />
διαθέσιμο χρόνο που έχω ή που θα δημιουργήσω, γράφω και<br />
σβήνω στο τετράδιό μου. Αυτό έχει διάρκεια. Στη συνέχεια,<br />
αφήνω το ποίημα να ξεκουραστεί και μετά το επεξεργάζομαι, μέχρι<br />
να νιώσω πως τελειοποιήθηκε. Ακολούθως σειρά έχει ο υπολογιστής.</p>
<p>Πώς θα ήταν η ζωή σας χωρίς την ποίηση;</p>
<p>Μονότονη, θα ένιωθα περιορισμένη σε ένα κλουβί και θα προσπαθούσα,<br />
μάταιο θα ήταν, να κελαηδήσω. Ο γνωστός Ελβετός συγγραφέας Henri<br />
Frederic Amiel είχε πει πως «η ζωή χωρίς ποίηση είναι ζωή χωρίς απεραντοσύνη. είναι σαν ένα τοπίο χωρίς ουρανό: ασφυκτιά». Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Αναπνέω γράφοντας στίχους.</p>
<p>Και πώς θα ήταν η ζωή γενικώς;</p>
<p>Άχρωμη και άγευστη. Η ποίηση ειδικότερα και η δημιουργία γενικότερα<br />
δίνει μια άλλη χροιά στην καθημερινότητά μας.<br />
Ο Γιάννης Ριτσος είχε πει πως «η ποίηση πρέπει να &#8216;ναι ένας οδηγός<br />
μάχης και ευτυχίας!» Να το παραφράσω λίγο. Η ποίηση είναι οδηγός<br />
μάχης και ευτυχίας. Είναι αυτή που θα δημιουργήσει ή θα φτιάξει τον<br />
κόσμο μέσα από ης λέξεις (Leggo, 2008).</p>
<p>Παρόλα αυτά, γιατί η ποίηση δεν μπορεί να νικήσει τη βαρβαρότητα; Εκτός κι αν μπορεί.</p>
<p>Η ποίηση μπορεί να είναι το αντίδοτο στη βαρβαρότητα και στο έρεβος<br />
της ζωής. Ανοίγει δρόμους στον κάθε άνθρωπο και του επιτρέπει να ξεφεύγει από τους φόβους και τα προβλήματα που τον πολιορκούν. Συνοδεύει την εξέλιξή του και τον κάνει πιο Άνθρωπο με το Α κεφαλαίο. Ίσως να μην μπορέσει να επιφέρει το θαύμα, αλλά σίγουρα θα λιγοστεύσει το<br />
δράμα που υπάρχει στη ζωή μας.</p>
<p>Ένας ποιητής οφείλει, εξ ορισμού, να είναι ασυμβίβαστος, ασυνθηκολόγητος. ακόμα και αιρετικός ή πρόκειται για ξεπερασμένα στερεότυπα;</p>
<p>Όχι, φυσικό. 0/η κάθε ποιητής/ποιήτρια μπορεί να έχει τις δικές του/της<br />
αρχές και απόψεις είτε αυτό συμφωνεί με την πλειοψηφία είτε όχι.<br />
Το σημαντικό είναι να διατηρεί την ταυτότητά του/της και να υπηρετεί<br />
την τέχνη του/της με σεβασμό.</p>
<p>Αλήθεια, σε η υπερτερεί η ποίηση της πεζογραφίας;</p>
<p>Πρόκειται για δύο λογοτεχνικό είδη που, σύμφωνα με τον Charles Baudelaire. έχουν συγκεχυμένα όρια. Ένα ποίημα μπορεί να μην έχει μέτρο<br />
και να μην είναι χωρισμένο σε στίχους.<br />
Γενικά, τα άρια μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου είναι πλέον ρευστά,<br />
θεωρώ λοιπόν, άτι δεν τίθεται θέμα να υπερτερεί το ένα ή το άλλο είδος<br />
λόγου, αλλά να αγγίζει τον ακροατή/αναγνώστη και να τον μετακινεί<br />
προς κάτι καλύτερο.</p>
<p>Όταν γράφετε ταξιδεύετε;</p>
<p>Χωρίς ταξίδια δεν γράφονται στίχοι. Υπάρχουν κοντινοί προορισμοί όπως<br />
ο κήπος στην αυλή του σπιτιού αλλά και μακρινοί, όπως μια άλλη χώρα<br />
την οποία έχω επισκεφθεί. Να μην ξεχνάμε ότι μπορούμε να ταξιδέψουμε και με τη φαντασία μας.</p>
<p>Έντγκαρ Αλαν Πο: «θα όριζα εν συντομία την ποίηση σαν τη ρυθμική δημιουργία της ομορφιάς χρησιμοποιώντας λέξεις», θα συμφωνήσετε μαζί του;</p>
<p>Ο στίχος έχει ρυθμό και μέσα από αυτόν γλιστράει η ομορφιά παντού.<br />
Το θέμα είναι να έχεις οργανώσει τα πάντα ώστε να χωρέσουν αυτή την<br />
ομορφιά και να την απελευθερώσουν.</p>
<p>Και. τελικά, η ποίηση είναι μια αισιόδοξη ή μια απαισιόδοξη ματιά στην ψυχή του κόσμου;</p>
<p>Για μένα είναι μια αισιόδοξη ματιά, έστω κι αν υπάρχουν Συμπληγάδες.<br />
γιατί αυτή η ψυχή έχει δημιουργηθεί από την αγάπη και μπορεί με αυτήν<br />
οδηγό να υπερβεί την ασχήμια που επικρατεί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ OLYMPOSVOICE ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΙΚΗΡΟΠΟΥΛΟ</strong></h5>
<p>Γράφει ποίηση αρκεί να συγκινηθεί, γράφει ποίηση γιατί θέλει να αγγίξει έστω και ένα μικρό κομματάκι στις καρδιές των άλλων.<br />
Η Μαρία Χριστοδούλου κατάγεται από την Αμμόχωστο και ζει στη Λάρνακα.<br />
Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Reading, στο Ηνωμένο Βασίλειο με κύριο θέμα την οργάνωση, διοίκηση και σχεδιασμό της εκπαίδευσης. Είναι βοηθός διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης.<br />
Ασχολείται με την ποίηση, την πεζογραφία, τον χορό, τη ζωγραφική καθώς και με δράσεις που έχουν ως στόχο την επίτευξη καλύτερης ψυχικής υγείας και ευημερίας των νέων.<br />
Ποιήματα και διηγήματά της έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις και έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους στην Κύπρο και στο εξωτερικό.<br />
Η πρώτη της ποιητική συλλογή, «Χειρονομίες στο φως», βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Βραβείου Θράκα 2023.<br />
Είναι μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Λάρνακας και της Πολιτιστικής Κίνησης Λάρνακας.<br />
Ας γνωρίσουμε την Κύπρια ποιήτρια μέσα από την αποκλειστική συνέντευξή της στο OlymposVoice.<br />
Επιμέλεια:<br />
Θεοχάρης Μπικηρόπουλος<br />
Συγγραφέας -Blogger</p>
<p>1. Πώς ξεκίνησε το συγγραφικό/εκδοτικό σας ταξίδι;</p>
<p>Έγραφα από μικρό παιδί πάνω σε κουτιά, σε χαρτομάντιλα, όπου φανταστεί κανείς. Είχα από νωρίς μια ιδιαίτερη κλίση προς την ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Το προσωπικό εκδοτικό μου ταξίδι όμως, ξεκίνησε πρόσφατα με την ποιητική συλλογή «Χειρονομίες στο φως».</p>
<p>2. Τι σας εμπνέει;</p>
<p>Πηγή έμπνευσης η φύση, το καθετί που μας περιβάλλει, τα βιώματά μου.</p>
<p>3. Γιατί αυτό που γράφετε θέλετε να το μοιραστείτε με τον κόσμο;</p>
<p>Διότι θέλω να αγγίξω έστω και ένα μικρό κομματάκι στις καρδιές των άλλων, να αφήσω να διεισδύσει σ’ αυτές το ΦΩΣ όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι και το αποζητώ.</p>
<p>4. O Charles Baudelaire, σε μία περίοδο που τα όρια της λογοτεχνίας και της ποίησης ήταν συγκεχυμένα, είχε γράψει «Να είσαι ποιητής, ακόμη και στον πεζό λόγο». Στη σημερινή εποχή, υπάρχουν όρια ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία;</p>
<p>Θεωρώ ότι δεν υπάρχουν εμφανείς διαφορές ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία. Ένα ποίημα μπορεί να μην έχει μέτρο και να μην είναι χωρισμένο σε στίχους. Γενικά, τα όρια μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου είναι πλέον ρευστά.</p>
<p>5. Πού σας βρίσκει η ποίηση;</p>
<p>Παντού, σε ανύποπτο χρόνο, φτάνει να συγκινηθώ.</p>
<p>6. Μιλήστε μας για το βιβλίο σας.</p>
<p>Στο βιβλίο μου αναζητώ ένα φως, εντός και εκτός. Έστω κι αν η χαρά μελαγχολεί υπάρχει πάντα λύση. Ζούμε μέσα στο θαύμα τής δημιουργίας και αυτό από μόνο του είναι μοναδικό και ελπιδοφόρο.<br />
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από τριάντα επτά ποιήματα και χωρίζεται σε δύο μέρη: ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ και ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ.</p>
<p>7. Τι πιστεύετε ότι αποκομίζει από το βιβλίο σας ο αναγνώστης ;</p>
<p>Τις χειρονομίες ενός κοριτσιού, μιας γυναίκας, ενός ανθρώπου που παρά τις αντιξοότητες, θέλει να ζήσει με ΦΩΣ για το ΦΩΣ!</p>
<p>8. Ποιο θεωρείτε ως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι συνάνθρωποί μας, οι φίλοι, οι γείτονές σας;</p>
<p>Την απομάκρυνση από τον Θεό, όσο κι αν ακούγεται αυτό συντηρητικό, με αποτέλεσμα πλήθος δεινών όπως είναι η αποδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας , η αποξένωση, η σεξουαλική κακοποίηση, ο χουλιγκανισμός, η χρήση ναρκωτικών, η οικονομική δυσπραγία και τόσα άλλα.</p>
<p>9. Είναι η πιο &#8220;ποιητική&#8221; απάντηση που έχω λάβει σε αυτή την ερώτηση και αυτό σας κάνει ξεχωριστή. Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία;</p>
<p>Το «έρωτος φύσις» του π. Φιλόθεου Φάρου, όπου ο έρωτας δεν είναι κάτι που αισθανόμαστε αποκλειστικά για έναν άνθρωπο, αλλά είναι μια στάση ζωής.</p>
<p>10. Τι σημαίνει για εσάς ευτυχία;</p>
<p>Η ευτυχία είναι επιλογή. Νιώθω ευτυχισμένη στο τώρα, χωρίς να ασχολούμαι με το πριν και το μετά. Ζω την κάθε στιγμή, όποια κι αν είναι αυτή. Διαχειρίζομαι με προσοχή όλα όσα έρχονται, εύκολα και δύσκολα. Αποδέχομαι, ελέγχω τις σκέψεις μου, αγκαλιάζω τον εαυτό μου και προσπαθώ για την καλύτερη εκδοχή μου. Η ευτυχία βρίσκεται στο μυαλό και στην καρδιά μας.</p>
<p>11. Το προσωπικό σας απόφθεγμα;</p>
<p>Αγάπη, αγάπη, αγάπη!</p>
<p>Θέλουμε να χαρίσετε στους αναγνώστες του «OlymposVoice» ένα απόσπασμα (ή ποίημα) από το βιβλίο σας.</p>
<p>Ευχαριστώ από καρδιάς για τη συνέντευξη αυτή. Θα ήθελα να χαρίσω στους αναγνώστες σας το ποίημα «Διψώ»:</p>
<p>Διψώ<br />
Γυρολόγος έγινα<br />
σε δρόμους, στενά, λεωφόρους.<br />
Ανέβηκα στην κουπαστή<br />
πέταξα στον αιθέρα.<br />
Αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρένα<br />
όλα τα δοκίμασα.<br />
Ανατολή στην έρημο<br />
δύση στην παγωμένη στέπα.<br />
Φώναξα στα άλμπατρος<br />
μίλησα με τους πιγκουίνους.<br />
Τίποτα, τίποτα.<br />
Χέρια φτερούγες άνοιξα.<br />
Με ανύψωσαν<br />
τόσο όσο<br />
να γεμίσουν<br />
τα μάτια μου ουρανό<br />
και δυο υγρές τελείες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Feb 2024 20:41:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20752</guid>

					<description><![CDATA[Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Εξέδωσε το 1993 την ποιητική συλλογή Επιάστηκεν το φεγγάρι και το 2015 τη συλλογή Κυρτός αλατοπώλης (κρατικό βραβείο ποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2016). Ακόμη, έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και το σενάριο μιας ταινίας και έχει &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Εξέδωσε το 1993 την ποιητική συλλογή Επιάστηκεν το φεγγάρι και το 2015 τη συλλογή Κυρτός αλατοπώλης (κρατικό βραβείο ποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2016). Ακόμη, έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και το σενάριο μιας ταινίας και έχει επιμεληθεί πέντε ψηφιακούς δίσκους ήχου (cd) στους οποίους διαβάζει ποιήματα του Καβάφη, του Παντελή Μηχανικού, του Θεοδόση Νικολάου, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και του Κώστα Μόντη. &#8220;Το κόκκινο άλογο&#8221; είναι το πρώτο του βιβλίο πεζογραφίας.<br />
«Προτελευταία αλήθεια» (Σαιξπηρικόν 2023) είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20753 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-1-207x300.jpg" alt="" width="350" height="507" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-1-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-1.jpg 441w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΒΙΒΛΙΟ0001.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20755" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΒΙΒΛΙΟ0001.tif" alt="" width="1" height="1"></a> <img loading="lazy" class=" wp-image-20756 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΒΙΒΛΙΟ0001-212x300.jpg" alt="" width="350" height="495" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΒΙΒΛΙΟ0001-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΒΙΒΛΙΟ0001.jpg 452w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟΤΕ</strong></h5>
<p>Τότε π’ ανάβαμε το άφοβο κερί<br />
να μας κοιτάζει η νύχτα στα μάτια·<br />
και μας ξυ7Γνούσε γάργαρο το γέλιο τ’ ουρανού<br />
π’ ολονυχτίς ξεφάντωνε με τ’ άνθη στην αυλή.</p>
<p>Τότε -για τότε μιλώ—<br />
που λέγαμε καλή μέρα<br />
και νιώθαμε τα ψάρια της αυγής<br />
να μπαινοβγαίνουν με χάρη στα δίχτυα.</p>
<p>Τότε που γεννούσαμε ζωή μες στη ζωή<br />
ξέροντας πως κάποτε θα μας σκοτώσει.</p>
<h5>
<strong>ΑΘΕΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το μέρος ήτανε τόπος κάποτε</p>
<p>ένα βυθισμένο λιμάνι<br />
που κρατά τα ναυάγιά του πνιγμένα<br />
να μην φανούν</p>
<p>μνήμες, που κλαίουν σιωπηλά<br />
καρτερώντας τους θρήνους για να ξεσπάσουν·<br />
και σκιές, σκιές μες στα χαλάσματα<br />
που δεν προλαβαίνεις να τις δεις<br />
και λείπουν·<br />
κι ιστορίες,<br />
ιστορίες που φλέγονται να ειπωθούν<br />
και &#8220;ψάχνουν τα στόματα που θα τις πούνε.</p>
<p>Εσύ, αθέατος<br />
αφού τα μάτια που θα σε κάναν υπαρκτό<br />
τα τύφλωσ’ εκείνος ο καιρός<br />
π’ άφησε για ενθύμιο κόγχες.</p>
<h5>
<strong>Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΓΙΟΣ</strong></h5>
<p>Ισχνές σκιές που μοιάζουνε γριές<br />
με αλάτι λεπτό στις ρυτίδες της μνήμης,<br />
περιφέρουν τον πρόσφυγα άγιο<br />
στα νυχτερινά σοκάκια της Λευκωσίας.</p>
<p>Το σκυλί που στρίβοντας χάθηκε στο στενό<br />
τρέχει ξοπίσω απ’ το φθαρμένο σύνθημα,<br />
που το φέρνει και το παίρνει ο αέρας<br />
κατά καιρούς.</p>
<p>Καθώς βαδίζαν οι γριές,<br />
κάποια ψιθύρισε -μόλις που ακούστη-<br />
«έννεν καλά ο άγιος· δρώννει».</p>
<p style="padding-left: 240px;">*έννεν: δεν είναι, *δρώννει: ιδρώνει</p>
<h5>
<strong>Η ΓΥΜΝΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ</strong></h5>
<p>Μπροστά στον πίνακα και τον χαζεύει<br />
μα δεν καταλαβαίνει τίποτα.</p>
<p>Σπεύδει με βιάση στη γυμνή Αφροδίτη.</p>
<p>Χαϊδεύει με τη σκέψη του το στήθος<br />
χουφτώνει με λαχτάρα τους μηρούς.<br />
Και κρύβει το τρέμουλό του ο λάγνος<br />
που βρέθηκε στο μουσείο κατά λάθος.</p>
<p>Θα έχει να λέει όταν γυρίσει·<br />
σαν κάθεται τις νύχτες με τους φίλους<br />
κάτω απ’ το μισό φεγγάρι<br />
κάτω απ’ τις αρχαίες φοινικιές.</p>
<p>Βέβαια δε θα τους πει -θα ντρέπεται-<br />
πως τις νύχτες κοιμάται μαζί της αγκαλιά<br />
πως κοιμάται με την Αφροδίτη της Κύπρου αγκαλιά</p>
<p>πως κοιμάται μαζί της.</p>
<h5>
<strong>ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Έμαθες να μπαίνεις στον ύπνο μου<br />
με το νυχτικό του θανάτου σου<br />
σιδερωμένο και καθαρό.</p>
<p>Καλωσόρισες μητέρα.</p>
<p>Μόνο που απόγε<br />
-σε παρακαλώ-<br />
μην κάνεις πως δεν υπάρχεις<br />
πως είναι όλα στο μυαλό μου<br />
όλα στη φαντασία μου<br />
κι άκουσέ με<br />
άκουσέ με μια φορά</p>
<p>έστω και τώρα<br />
έστω και τώρα.</p>
<h5>
<strong>ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Τρύπωσαν στο μυαλό μου αθόρυβα<br />
φτιάξαν μια καμαρούλα και μείναν.</p>
<p>Μες στο σκοτάδι κοιτούν εμένα<br />
μες στη σιωπή ρωτούν εμένα</p>
<p>διόλου μεταξύ τους δεν κοιτιούνται<br />
διόλου μεταξύ τους δεν ρωτιούνται·<br />
εμένα.</p>
<p>Τι ν’ απαντήσω, τι να πω<br />
που κάθε μου λέξη αχνοτρέμει αβέβαιη<br />
μέσα στο νόημα που μου είπαν πως έχει.</p>
<h5>
<strong>Ο ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Λίγες ημέρες μετά απ’ την ταφή<br />
κι οι φίλοι δεν τον αναφέρουν πια.</p>
<p>Τις νύχτες σταθερά στο στέκι.</p>
<p>Κοιτούν αυτούς που έρχονται<br />
κοιτούν αυτούς που φεύγουν<br />
και περνούν την ώρα τους<br />
μ’ έξυπνα πειράγματα κι αστεία.</p>
<p>Ψες εμφανίστηκε κι η Στέλλα.</p>
<h5>
<strong>ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ</strong></h5>
<p>Δεν τα κατάφερε στη ζωή του και το ξέρει<br />
ό,τι κι αν δοκίμασε να κάνει, απέτυχε.<br />
Μα δεν τον νοιάζει πια καθόλου-<br />
κάθεται στην αυλή του και κοιτά<br />
τις ζωές των άλλων να περνούν.</p>
<p>Όταν όμως ακουστεί<br />
ο χτύπος του μπαστουνιού της να σιμώνει<br />
ταράζεται. Τώρα είναι μια γριά<br />
τότε την θέλαν όλοι.</p>
<p>Στον γάμο της δεν πήγε· ήταν Κυριακή<br />
κι έτρεξε στον ιππόδρομο·<br />
να τα χάσει όλα.</p>
<p>Τη νύχτα τραγούδια και βιολιά.</p>
<p>Με κρυμμένο το κεφάλι στα σεντόνια<br />
την έβλεπε μες στ’ άσπρο νυφικό<br />
να λάμπει από χαρά. Την ψεύτρα.</p>
<h5>
<strong>ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ</strong></h5>
<p>Στην πλατεία που ταΐζαμε τα περιστέρια<br />
τώρα περιφέρονται παράνομοι.</p>
<p>Αυτοί που ακόμη κι αν φτάσουν<br />
πρέπει για πάντα να φεύγουνε.</p>
<p>Περπατούν λες κι όπου να ’ναι θα πνιγούν<br />
κι έχουν ο καθένας τους μάτια πολλά<br />
αν κι είναι το βλέμμα τους ένα.</p>
<p>Τον είδα·<br />
φορούσε το σακάκι μου<br />
ήταν μικρό<br />
ήταν στενό</p>
<p>τον έσφιγγε.</p>
<h5>
<strong>ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ</strong></h5>
<p>Είναι κάτι πουλιά<br />
που σε γνωρίζουν χωρίς να το ξέρεις</p>
<p>αυτά που ραμφίζουν τις ρωγμές<br />
για να γίνεις ερείπιο</p>
<p>τα σκοτεινά πουλιά·<br />
που σκιάζονται την ομορφιά<br />
και το γέλιο του πρωινού<br />
-εάν σου υπόσχεται κάτι.</p>
<h5>
<strong>ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ</strong></h5>
<p>Επέμενες<br />
έμπαινες από δω, έμπαινες από κει<br />
σπάζοντας παράθυρα, γκρεμίζοντας τις πόρτες-<br />
μέχρι που κατέκτησες τα εδάφη μου όλα.</p>
<p>Έγινες κυρίαρχος ενός άλλου εαυτού<br />
ανθρώπου άλλου, ξένου.<br />
Για να πάρω ανάσα περιμένω τον ύπνο σου-<br />
αν και τα όνειρά μου θα ονειρευτείς,<br />
τους εφιάλτες θα δεις που μ’ ανήκουν.</p>
<p>Είσαι ο θυμός της ηττημένης σου ζωής<br />
κι ας γυαλίζει το μάτι σου απ’ τις νίκες.</p>
<p>Το πουλί που κελαηδά το πρωί<br />
ξέρω πως το ακούς κι εσύ,<br />
μα για μένα λαλεί</p>
<p>είναι δικό μου.</p>
<h5>
<strong>ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ</strong></h5>
<p>Προσπάθησα<br />
προσπάθησα πολύ<br />
να γίνω έστω και λίγο<br />
καλύτερος άνθρωπος.</p>
<p>Τώρα, τελειώνει τώρα<br />
τώρα, τελειώνω τώρα.</p>
<p>Θα είμαι ο λυπημένος νεκρός.</p>
<p>Ένα πουλί<br />
θα μου κλείσει τα μάτια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ (2015)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Α’ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΓΥΡΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα<br />
στο λιμάνι της πικρής μου εκδοχής.</p>
<p>Μήτε καπετάνιος μήτε ναυαγός•<br />
ένα θολό φυλλάδιο ναυτικό.</p>
<p>Το ριζικό του ψαριού σπαρταρά<br />
στα δίχτυα λυπημένων ψαράδων.</p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω<br />
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,<br />
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.</p>
<p>Πέρα απ&#8217; το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•<br />
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.</p>
<p>Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε<br />
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.<br />
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά<br />
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.</p>
<p>Πέρα απ&#8217; το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.</p>
<p>Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•<br />
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.</p>
<h5>
<strong>ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΜΑΡΤΙΟΥ</strong></h5>
<p>Αστέρια λάμπουν την ουράνια λύπη.<br />
Σεμνών ευωδίες μυροφόρων Μαρτίου.</p>
<p>Χέρι αλμυρό<br />
πώς αγγίζει<br />
νερό που αγάλλεται;</p>
<p>Αιώνων τοπίο αναλλοίωτο πόθων.</p>
<p>Μυροφόρες: Αρωματικό φυτό με μωβ άνθη [λεβάντα).<br />
Ευδοκιμεί την άνοιξη στα ημιορεινά της Κύπρου.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Β’ ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ</strong></h5>
<p>Έρχεται νύχτα η στιγμή που ξέρεις ότι φταις εσύ.<br />
Χρώμα κόκκινο πνιχτό ταράζεται μες στο σκοτάδι</p>
<p>Ούτ&#8217; ένα φύλλο, ένα άγνωστο πράσινο φύλλο,<br />
ούτ&#8217; ένα φύλλο δεν ανασαίνει στη μέγιστη σιωπή.</p>
<p>Ποιος θα εκπέμψει χάνομαι<br />
ποιος θ&#8217; αρπάξει τη σανίδα στον πνιγμό;</p>
<h5><strong>ΥΓΡΕΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΕΣ</strong></h5>
<p>Μουδιάζουν τα μέλη της ζωής•<br />
η θάλασσα ντύθηκε κήτος.</p>
<p>Νηφάλια εσίγησε το φως<br />
στις υγρές προκυμαίες.</p>
<p>Από του ήσυχου φόβου το φινιστρίνι,<br />
σεπτό το καραβάκι θωρείς της φωνής<br />
τρυφερά να βουλιάζει στο άλμα εις βάθος σου.</p>
<p>Γλάρος μαύρος κρατά την ψυχή<br />
στο πικρό ημισέληνο ράμφος.</p>
<p>Καλησπέρισε ωραίος τη λύπη τ&#8217; ουρανού,<br />
καθώς τα λάθη σου θα εγείρονται αναστημένα.</p>
<h5><strong>ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΛΥΠΗ</strong></h5>
<p>Ούτε φεύγεις ούτε μένεις- υπάρχεις<br />
στο δριμύ ακαθόριστο της παραμεθορίου.</p>
<p>Το τραίνο που δεν περιμένεις<br />
γιατί να αναχωρήσει;</p>
<p>Την ασάλευτη λύπη διασχίζοντας<br />
πέρα να σε πάει από τα σύνορα,<br />
εκεί όπου ο κόσμος υπάρχει.</p>
<p>Ανέκδοτο εισιτήριο του πουθενά,<br />
κίτρινος λυγμός ενός φύλλου που πέφτει.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Γ’ ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ</strong></h5>
<p>Κάθισε στο παγκάκι της αυλής,<br />
πολύ προσεχτικά<br />
— μην πέσει.</p>
<p>Ξεδίψασε η δίψα του,<br />
κουράστηκ&#8217; η επιθυμία του να θέλει•<br />
άλλο να θαυμάσει δεν μπορεί η ψυχή.</p>
<p>Σκυφτός κοιτάζει χαμηλά<br />
κάτω κοιτά<br />
το χώμα.</p>
<p>Και δεν νιώθει τα δυο παιδιά,<br />
που κλέβουν τριαντάφυλλα<br />
για τα ωραία κορίτσια του Επιταφίου.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΑΞΩΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Το παγωμένο όταν δεν υπάρχει αισθάνομαι χέρι του Θεού.</p>
<p>Από τα μυρωμένα των παλαιών μεταξωτά σεντόνια<br />
πασχίζοντας ασάλευτες φωνές χειρονομούν.</p>
<p>Ν&#8217; αντικρίσ&#8217; η ψυχή ανέτοιμη την πατρίδα που ηυλογήθη.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Δ’ ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ</strong></h5>
<p>Δάσος από τρεμάμενες σκιές, τριξίματα<br />
φτερουγίσματα αθέατα αιφνίδιων σπίνων•<br />
κρυμμένα για να σε ταράζουν αναφιλητά.</p>
<p>Με εικόνες που εφώτισε φεγγαριού πεπρωμένο<br />
εστερεώθη των λαθών η λυπημένη διαύγεια•<br />
έκθετο κόσμημα της κρυφής σου πληγής.</p>
<p>(Τον κόσμο διαβαίνεις με βήμα σκοτεινό<br />
κυρτός αλατοπώλης υφάλμυρων καιρών.)</p>
<p>Στ&#8217; άγρια σαν σαλέψουν θηκάρια του χαμού<br />
τα λερωμένα και τυφλά του δίκαιου μαχαίρια,<br />
μες στης ψυχής τη νύχτα στράφτει κείνο το φως.</p>
<p>Πλησίον κάπου πάντοτε ξυπνά παιδί και κλαίει.<br />
Τ&#8217; άδολο κάτω χείλος του τρέμει• και ριγεί.</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΛΥΓΜΟΣ</strong></h5>
<p>Με σταγόνες αγωνίας στο στήθος<br />
που σταλάζει η θυμωμένη πληγή,<br />
χύνεις λάδι στις παλιές πυρκαγιές<br />
να καούν οι μαινόμενες μνήμες.</p>
<p>Δεν είναι γιατί βύζαξες από λαβωμένη θηλή<br />
που ακούγεται κόκκινος ο λυγμός της φωνής.<br />
Είναι οι ντροπιασμένες λέξεις που αιμορραγούν<br />
επειδή κηλίδωσες με πράξεις το νόημά τους.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<strong>Ε’ ΔΙΚΑΙΗ ΛΥΠΗ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΒΑΒΕΛ</strong></h5>
<p>Το στόμα σου κατάμεστο από λέξεις</p>
<p>λέξεις που λουφάζουν μην τις μιλήσεις<br />
λέξεις που φωνάζουν να τις φωνάξεις<br />
λέξεις που σφάζονται μεταξύ τους<br />
και στάζουσιν αίματα στην αυλή της Βαβέλ.</p>
<p>Είσ&#8217; ένα στόμα ρημαγμένο από νοήματα</p>
<p>η φωνή της πληγής π&#8217; αναζητάει τον λόγο•<br />
στο μύχιο προσδοκώντας πηγάδι να βρει<br />
το πνιγμένο κουράγιο της μοίρας.</p>
<p>Μα πάντα πνέει κάτι απ&#8217; τα βάθη του<br />
όταν το βράδυ η αγρύπνια βουβαίνει•<br />
μοιάζει μ&#8217; αεράκι γλυκό που ποθεί<br />
των χειλιών σου τη δίκαιη λύπη.</p>
<p>Στις χορδές της φωνής<br />
θα καθίσουν πουλιά.</p>
<p>Θα κοιτάζουν χωρίς να μιλάνε.</p>
<h5>
<strong>ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ</strong></h5>
<p>Αφού προσκυνήσει του Χριστού<br />
την πρωινή ημίφωτη θλίψη,<br />
αμέριμνη δήθεν, η μητέρα κεντά<br />
τ&#8217; ατέλειωτο μαντήλι των ενοχών της.</p>
<p>Το ένα μάτι στο βελόνι,<br />
τ&#8217; άλλο στη στροφή του δρόμου•<br />
καίγεται να φανώ για τούρκικο καφέ.</p>
<p>— Η καλή σεβαστή μου μητέρα<br />
που με θήλασε χαλασμένη ζωή. —</p>
<p>Μ&#8217; είδε να μπαίνω και στριφογυρίζει<br />
στο δάχτυλο τη βέρα του γάμου της.<br />
Χαμογελά μ&#8217; ένα χαμόγελο χρυσό•<br />
που θερμαίνει το αίμα απότομα:<br />
να πεθάνει την πληγή πυρετός.</p>
<p>(Μα στο γυμνό κλαρί το πουλί αχνοτρέμει,<br />
ακούγοντας να επιστρέφει από το μέλλον βουβή<br />
η μονόλεπτη κραυγή που το γέννησε.)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h5>
<p>Ο Φιλελεύθερος 17/10/2016</p>
<p>Κυριάκος Ευθυμίου: «Κυρτός αλατοπώλης», 2015</p>
<p>Στίχοι που αναβλύζουν ρέουσα θλίψη</p>
<p>Ο Κυριάκος Ευθυμίου γράφει στίχους βαθιάς εσωτερικότητας, ενδοσκόπησης και ενατένισης βιωμάτων και εμπειριών. Ο ποιητής επιχειρεί αδιάλειπτες αξιολογικές προσεγγίσεις στον μέσα κόσμο του. Και, σχεδόν κατά κανόνα, αφήνει να διαχέεται στην ατμόσφαιρα μια στυφή γεύση πίκρας, απογοήτευσης, ενδεχομένως και ήττας ή παράδοσης. Στις πλείστες των περιπτώσεων, οι στίχοι του Κ.Ε. αναβλύζουν μια ρέουσα θλίψη. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα: «Παίρνω την ψυχή μου αγκαλιά / γέρνω τρυφερά στο λαιμό της. / Δάχτυλά μου λιγνά, μυρίζετε χώμα». (σελ. 20)</p>
<p>Η ποίηση του Κ.Ε., κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζεται από μια πεσιμιστική διάθεση, η οποία, κατά κάποιο τρόπο, απορρέει και από τις θεματικές του. Αφού, κατά κύριο λόγο, θεματοποιεί το θάνατο, τη λύπη, τον πόνο, τον σπαραγμό, την αμαχητί παράδοση, αντί ενός ατελέσφορου και χωρίς νόημα αγώνα.</p>
<p>Στιγμές-στιγμές δίδεται η εντύπωση ότι ένα μαύρο πέπλο απλώνεται και καλύπτει όλη την ποίησή του. «Γάτες αργοσαλεύουν / όπως το μαύρο μέσα στη νύχτα». (σελ. 35)</p>
<p>Οι στίχοι συντριβής, παράδοσης, ίσως και ήττας απαντώνται παντού μέσα στην συλλογή: «Ιαχές κινούν από το νου κι επιστρέφουν / στις αδιάφορες πλατείες που μας ρήμαξαν» (σελ. 53). Όπως προανέφερα ήδη, ο ποιητής επιλέγει να τραγουδήσει τον πόνο και το φόβο, τη λύπη, την πληγή, τη θλίψη. Και συνάμα ψέγει εκείνους οι οποίοι δεν δεικνύουν αλληλεγγύη ή συμπόνια στα βιώματα και τα συναισθήματα αυτά. Από την άλλη, η πικρία και η πίκρα μάλλον υπερισχύουν της όποιας καταγγελτικότητας στον τόνο και το ύφος που χρησιμοποιεί: «Οι νιφάδες που μουσκεύουνε δεν είναι του χιονιού / είναι τα παγωμένα δάκρυα των αδήλωτων φόβων. / Το ψύχος που σε τυραννά δεν είναι του καιρού / είν’ η άρνηση των φίλων ν’ αγαπήσουνε πληγές». (σελ. 52)</p>
<p>Η λύπη συχνά προσλαμβάνεται ως τροφός δημιουργίας για τον ποιητή. Αφού την παρομοιάζει με το φως: «Ως εδώ ήταν το φως που μ’ αναλογούσε / δεν μεγαλώνει η λύπη μου άλλο…». Και όλα αυτά μέσα από την αέναη διεργασία της δημιουργίας. Μιας διεργασίας επίπονης και επίμοχθης. Το ίδιο ποίημα ολοκληρώνεται ως εξής: «Αγκαλιάζω το σπλάχνο που μεγάλωσα μέσα μου. / Εκουράστηκα, του λέω, και σε γεννώ παιδί μου. / Σωπαίνει· τρέμει, χάνει το χρώμα μου». (σελ. 25)</p>
<p>Και αφού ο ποιητής μιλά για τον πόνο, το λυγμό, τη θλίψη, την πληγή και την παράδοση, πώς είναι δυνατό να μη μιλά για τη ματαιότητα; Βεβαίως, μιλά και γι’ αυτήν, με τον ίδιο σπαραγμό: «Τόσοι ολολυγμοί για μια σιγή· / τόσα τελούμενα για μια ακινησία· / τόσος Λόγος για το τίποτε». (σελ. 56)</p>
<p>Ο Κ.Ε. μιλά συχνά για τη ματαιότητα, το ανώφελο ή ατελέσφορο κάποιων επίπονων, επίμοχθων και συνάμα θλιβερών διεργασιών: «Στα ραγδαία βαγόνια της συντριβής / οι χλωμοί επιβάτες του μοιραίου λάθους- / διασχίζουν το γκρίζο μάταιων περιοχών». (σελ. 45)</p>
<p>Γενικά, ο Κ.Ε. γράφει ποίηση μεγάλης κρυπτικότητας και ελλειπτικότητας, με δύσβατα κλειδιά, ευρεία αφαιρετικότητα, πλατιά υπαινικτικότητα και δύσκολους συμβολισμούς, συχνά αμφίσημους ή πολύσημους και σχεδόν κατά κανόνα δύσκολα προσπελάσιμους.</p>
<p>Οφείλω να ομολογήσω ότι αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής, παρά την προσπάθεια που κατέβαλα, δεν μπόρεσα τελικά να τα «ξεκλειδώσω». Κι αυτή η παραδοχή ουδόλως συνιστά, ούτε καν έμμεσα, μομφή για τον ποιητή Κ.Ε. Η αδυναμία «ξεκλειδώματος» ενδεχομένως και να είναι αποκλειστικά δική μου. Εδώ, απλώς καταγράφεται προς γενικό προβληματισμό.</p>
<p>Βεβαίως, ενώ η δεσπόζουσα θέση των θεματικών του ανήκει στον ιδιωτικό χώρο, ο Κ.Ε., έμμεσα και κρυπτικά, καταγράφει και στάσεις ζωής, έναντι του κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα στο αστικό τοπίο: «Έσμιξε κι έδεσε με τις πέτρες που / τον λιθοβολούν». (σελ. 34)</p>
<p>Παρόλη την υπαινικτικότητα, κρυπτικότητα των στίχων του Κ.Ε., παρόλο τον πλέρια ιδιωτικό χώρο που φωτίζεται σε αυτούς, είναι στιγμές που πιστεύω πως μέσα από την ποίηση του διαχέεται και ένα φως στη σύγχρονη πικρή ιστορία του τόπου μας. Εδώ δίνει το παρόν του και ένα υποδόριο κριτικό στίγμα: «Δεν είναι γιατί βύζαξες από λαβωμένη θηλή / που ακούγεται κόκκινος ο λυγμός της φωνής. / Είναι οι ντροπιασμένες λέξεις που αιμορραγούν / επειδή κηλίδωσες με πράξεις το νόημά τους». (σελ. 55)</p>
<p>«Μήτε καπετάνιος μήτε ναυαγός / ένα θολό φυλλάδιο ναυτικό». (σελ. 11) Έτσι αυτοπροσδιορίζεται ο ποιητής στο εισαγωγικό ποίημα της συλλογής του.</p>
<p>Στίχοι ποιητικής ξεπροβάλλουν συχνά στα ποιήματα του. Ακόμα κι αν φαινομενικά η θεματική είναι άλλη, αυτοί παρεισφρέουν καίρια, έστω κι αν τούτο γίνεται ακροθιγώς. Υπάρχουν βεβαίως και αμιγή ποιήματα ποιητικής. Στο παράδειγμα που ακολουθεί ο Κ.Ε. προσλαμβάνει την ποίηση ως μια άσκηση αυτογνωσίας: «Τούτες τις λέξεις ποιος τις γράφει, / ποιος ειν’ αυτός που νομίζει πως είμαι; / Γυρεύω το ίχνος π’ οδηγεί στο βήμα μου / σ’ ένα ακατάσχετο τοπίο δυσχερειών». (σελ. 60)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>ΓΙΑΝΝΗΣ H. IΩΑΝΝΟΥ</p>
<p>Περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 109 2015</p>
<p>Το έργο χωρίζεται σε πέντε ενότητες, που διατηρούν μεταξύ τους μια σχετι­κή ανεξαρτησία. Η οργάνωση της συλ­λογής δεν φαίνεται να πραγματοποι­ή­θηκε με στόχο μια οποιανδήποτε νοη­μα­τική αιτία. Παρ’ όλ’ αυτά, επιτυγ­χά­νεται μια εξελικτική πορεία που εγκαι­νιάζεται με τους αποφθεγματικούς στί­χους με τους οποίους ανοίγει και κλεί­νει η συλλογή: «Το φεγγάρι φωτί­ζει τρυφερά τ’ ακατάληπτο. Ένα σώμα αμίλητο με τα μάτια κλειστά». Η είσο­δος αυτή ανακοινώνει την επιδίωξη του ποιητή στην πορεία που θα διανύ­σει. Αναζητά το ακατάληπτο μέσα από μια μοναχική πορεία, αποξενωμένος, με ελάχιστη κατανόηση από τον περιβάλ­λοντα κόσμο. Διεισδύει σε μύχιες σκέ­ψεις, ενοχές, αγωνίες, πληγές και φοβί­ες, και τις ανασύρει στην επιφάνεια με λέξεις μέσα στις οποίες συχνά δεν χω­ρούν τα νοήματα, τα βιώματα και οι καταστάσεις που αποκαλύπτει. Oι λέξεις προσωποποιούνται, χαρακτηρί­ζονται από έναν ανθρωπομορφισμό, επικυρώνοντας τη θέση του Mallarmé, ότι δηλαδή η ποίηση γίνεται με λέξεις, όχι με ιδέες. Μέσα από αυτόν τον αν­θρωπομορφισμό, επιτυγχάνεται η υ­πέρβαση της βούλησης του ποιητή και η αυθεντική έκφραση του υποσυνεί­δητου.</p>
<p>Αναδεικνύεται μια διάσταση ανάμε­σα στον ποιητικό εαυτό και στον υπαρ­ξιακό. Oι δύο διαστάσεις συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται: «Αυτός που ήμουν έγινα» (σ. 51), κατ’ αναλογία προς το ελυτικό «Αυτός που γύρευα είμαι» (Το Άξιον Εστί) και το “Je est un autre” («Εγώ είναι ένας άλλος») του Rimbaud. Η πληθυντική αυτή έκφραση τον οδη­γεί σε μια αυτοδιάσπαση που του επι­τρέπει να αποσυντίθεται και να διαλέ­γεται με τα στοιχεία που συνθέτουν το είναι του: φωνή, ψυχή, δάκτυλα κτλ. Έτσι, διοχετεύεται μέσα στο κείμενο μια πολυφωνική μορφή έκφρασης, που αναδεικνύει έναν υπαρξιακό πλουραλι­σμό ο οποίος ακυρώνει την έννοια της αντίφασης. Η αντίφαση είναι χαρακτη­ριστικό της λογικής, όχι της καλλιτε­χνικής δημιουργίας: «Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα» (σ. 11), «Έλα, ύπνε, κλείσε την πόρτα της φωνής» (σ. 12), «Έλα, φωνή μου, παρακαλώ σε, ας φύγουμε από δω, μιλώντας» (σ. 17) ή «παίρνω την ψυχή μου αγκαλιά» (σ. 20): «Από­μακρος καθίσταμαι. Ενδύομαι το πρό­σωπο που είμαι» (σ. 37). Η πολυφωνία αυτή εκφράζει έναν συνεχή διάλογο με τον εαυτό του, ο οποίος αναδεικνύει βιωματικές καταστάσεις, αισθήματα και συν-αισθήματα που αλληλοσυ­γκρούονται μέσα σε έναν κόσμο χαοτι­κό. Η προσωποποίηση των λέξεων λει­τουργεί ως υπέρβαση της ατομικής βού­λησης και στηρίζει αυτόν τον διά­λογο, επιτρέποντας την αυθεντική έκ­φραση του υποσυνείδητου: «Τούτες τις λέξεις ποιος τις γράφει, ποιος είν’ αυτός που νομίζει πως είμαι;» (σελ. 60) ή «Το στόμα σου κατάμεστο από λέ­ξεις/ λέξεις που λουφάζουν μην τις μιλή­σεις/ λέξεις που φωνάζουν να τις φωνάξεις/ λέξεις που σφάζονται μεταξύ τους..» (σελ. 59). Oι λέξεις ανεξαρτητοποι­ού­νται από το υποκείμενό τους, θέτοντας τον ποιητι­κό εαυτό πάνω από τον υπαρξιακό. O ποιητικός άνθρωπος εί­ναι αυτός που μπορεί να συλλάβει την πληρότητα ε­νός κόσμου αντιφατικού, χαοτικού και σίγουρα τραυματικού.</p>
<p>O γενικός τόνος της συλλογής είναι χαμηλός, συχνά διακριτικός. Υποβό­σκει μια συνεχής απαισιοδοξία, μια μα­ταιοδοξία γι’ αυτό που άλλοι θα αποκα­λούσαν κοινωνικές, εθνικές, θρησκευ­τικές ή ιδεολογικές αξίες, ή ακόμη κοινωνική καταξίωση, μια παρακμιακή ατμόσφαιρα σε έναν κόσμο αυτοαναι­ρούμενο, γεμάτο ενοχές, μύχιους και ανομολόγητους φόβους, αγωνίες, υπο­κρισίες και διαψεύσεις: «Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής. Μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες» (σ. 14). Καμιά μεγάλη ιδέα ή προοπτική δεν είναι σε θέση να υποκα­ταστήσει ή να πληρώσει το υπαρξιακό κενό. Μόνο οι μικρές καθημερινές χα­ρές μέσα από την σπουδή του ασήμα­ντου. Η στοργή και η τρυφερότητα της μάνας έρχεται να απαλύνει τις πληγές. Ενώ οι μικρές και ασήμαντες λεπτομέ­ρειες αναδεικνύονται πολύ σημαντικές στην καθημερινότητα του ποιητή. Η λύπη είναι το κυρίαρχο συναίσθημα στη σχέση του ποιητή με τον κόσμο: «λυπημένων ψαράδων», «ουράνια λύ­πη», «ασάλευτη λύπη», «δεν μεγαλώ­νει η λύπη μου», «σαν λυπημένο χρώμα», «λυπημένη διαύγεια», λυπη­μένα ασάλευτα χείλη», «δίκαιη λύπη» ― και αυτές οι εκφράσεις είναι μόνο ενδεικτικές. Η μοναξιά είναι το κατα­φύγιό του, που κατοικείται από τους φόβους, τις φοβίες, τα τραύματα, τις ενοχές, τον πόνο, τις πληγές και την πίκρα. Ταυτόχρονα, επιτρέπει στον ποι­ητή να υιοθετήσει μια διερευνητική προσέγγιση στη σχέση του με τον περι­βάλλοντα κόσμο, έναν κόσμο υποκρι­τικό, παρακμιακό λειτουργώντας λυ­τρωτικά, απελευθερώνοντας τη δημι­ουργική δύναμη που αποτελεί την ά­μυνά του έναντι του κόσμου αυτού.</p>
<p>Η συλλογή κλείνει με δύο απο­φθεγ­ματικούς στίχους, που προφανώς λει­τουργούν ως έξοδος και απαντούν στους αντίστοιχους της εισόδου: «Κάθε αυγή ντυμένη ξενιτιά. Με ρούχα που μυρίζουν αναχωρήσεις», μια ρήση που θυμίζει το ποίημα «Αναχώρηση» (σ. 29): «Ώρα να φύγω τώρα. Να πάω.» Η αποξένωση του ποιητή από τα ανθρώ­πινα και τα εγκόσμια, και η συνεχής αναχώρησή του για την αναζήτηση του εαυτού του ουσιαστικά κλείνει τη συλλογή, δημιουργώντας την προοπτι­κή της συνεχούς αναζήτησης ενός κά­ποιου νοήματος σε έναν κόσμο που δεν έχει νόημα.</p>
<p>Από αισθητική άποψη, τα κείμενα της συλλογής είναι πολύ προσεγμένα, γραμμένα σε μια γλώσσα ταυτόχρονα α­πλή αλλά και βασανιστικά μελετημέ­νη. Oι λέξεις χρησιμοποιούνται σε ιδι­αί­τε­ρα δυναμικούς συσχετισμούς και με­τα­φέρουν μια ιδιαίτερη φόρτιση σε σχέ­ση με το νοηματικό τους περιεχό­με­νο. Επι­τυγχάνεται έτσι μια νοηματική α­κρί­βεια που συνδυάζει τον ρυθμό με την παρηχητική μουσικότητα του στί­χου.</p>
<p>Το μεταφορικό σύστημα είναι πράγ­ματι πλούσιο και πρωτότυπο και χαρα­κτηρίζεται από τολμηρούς συσχετι­σμούς που δημιουργούν εικόνες προ­σωπικές, προσδίδοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα ταυτότητας στο αισθητικό του σύστημα: «σκυθρωπών διαψεύσεων» (σ. 43), «λυπημένη διαύγεια» (σ. 44), «δρι­μύ ψέμα των ουρανών» (σ. 46), «πρό­σφυγες φόβοι» (σ. 54), «θυμωμένη πλη­γή» (σ. 55) «πνιγμένο κουράγιο» (σ. 59), «ενάρετα ξίφη» (σ. 61), «μάταιο λυγμό» (σ. 65). O μηχανισμός της εικονοπλα­σίας στηρίζεται στην σύζευξη επιθέτων ή επιθετικών προσδιορισμών φορτι­σμένων με έντονα συναισθήματα ή η­θικό περιεχόμενο από τη μια και αφη­ρημένες έννοιες και βιωματικές κατα­στάσεις από την άλλη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρωτότυπες εικό­νες που προκαλούν συνεχώς το πνεύμα του αναγνώστη και ασυναίσθητα ει­σχωρούν και αποτυπώνονται μέσα του, αφυπνίζοντας και ερεθίζοντας ό,τι πιο ανθρώπινο ενυπάρχει ως απωθημένο βίωμα, φοβία, χαρά ή λύπη, αγωνία ή ενοχή, ή ακόμη και περιέργεια.</p>
<p>Η συλλογή του Κυριάκου Ευθυμίου είναι στην πραγματικότητα μια λυτρω­τική πράξη που του επιτρέπει να περά­σει από τους βασανιστικούς προβλημα­τισμούς για τον κόσμο και τη ζωή, στην ανάδειξη της σεμνότητας, της αυ­θεντικότητας, της ειλικρίνειας, της απλής και ασήμαντης καθημερινότη­τας, ως αξιών της πορείας μας από τη γέννηση στον θάνατο. Ενδεικτικό γι’ αυτό είναι το ποίημα «Παράφορο φιλί», όπου ο ποιητής αναμετράται με την αγωνία και τον φόβο μας του θανάτου, για να φτάσει στη λύτρωση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Τα Νέα&#8221;/ &#8220;Βιβλιοδρόμιο&#8221; 30/1/2016</p>
<p>Στην αντίπερα όχθη του λόγου</p>
<p>Με ένα προηγούμενο ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Επιάστηκεν το φεγγάρι» αλλά και θεατρικά έργα, σενάρια, μεταφράσεις και επιμέλειες ψηφιακών δίσκων των ποιητών Κ.Π. Καβάφη, Παντελή Μηχανικού, Θεοδόση Νικολάου, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Κώστα Μόντη, μας συστήνεται ο κύπριος ποιητής Κυριάκος Ευθυμίου, έτσι ώστε το νέο του ποιητικό βιβλίο με τον ευρηματικό τίτλο «Κυρτός αλατοπώλης» να δημιουργεί μια ευάρεστη προσδοκία. Ενδεικτικό του μετασχηματισμού της σε βεβαιότητα το ποίημα «Γερμανικό τοπίο». «Ο αξιωματικός που πυροβόλησε πρώτος / στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο / πέθανε ειρηνικά την περασμένη Τρίτη / κι ετάφη, το δειλινό της επομένης, / στο μικρό κοιμητήριο του Ντίλσμπεργκ. / Τίποτα βεβαίως δεν γνώριζαν οι επιβάτες / του αμέριμνου τουριστικού λεωφορείου / που διέσχιζε την ώρα της κηδείας την κοιλάδα. / Και θαύμαζαν απ’ τα παράθυρα / οι Νέοι Εβραίοι / το φιλήσυχο γερμανικό τοπίο. / Μερικοί σχολίαζαν ζωηρά / τη νίκη της Μακάμπι μ’ ένα μηδέν / επί της Μπάγερν Μονάχου».</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΑΤΑΣΑ ΑΘΗΑΙΝΙΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 12 Feb 2024 21:07:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΑΤΑΣΑ ΑΘΗΑΙΝΙΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20718</guid>

					<description><![CDATA[Η Νατάσα Αθηαινίτου &#8211; Κυπριανού γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1972. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Saint Louis University (MA in Curriculum and Instruction). Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δημοτική εκπαίδευση από το 1992. Με την ποίηση ασχολείται από το 2013. Παρακολούθησε μαθήματα δημιουργικής γραφής για 2 χρόνια στο εργαστήρι δημιουργικής &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΝΑΤΑΣΑ ΑΘΗΑΙΝΙΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Νατάσα Αθηαινίτου &#8211; Κυπριανού γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1972. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Saint Louis University (MA in Curriculum and Instruction). Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη δημοτική εκπαίδευση από το 1992. Με την ποίηση ασχολείται από το 2013. Παρακολούθησε μαθήματα δημιουργικής γραφής για 2 χρόνια στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής και ανάγνωσης στην Ευτυχία Αλεξάνδρα- Λουκίδου ποιήτρια και<br />
δοκιμιογράφο και συμμετείχε στην ομαδική Ανθολογία «Συν( γ)γραφές», εκδόσεις Τεχνοδρόμιο (2018) με 4 ποιήματα της. Αργότερα ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διαδικτυακά ιστολόγια και διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Νέα Εποχή και άλλα). Το βιβλίο «Με ή χωρίς πεταλούδες» ήταν η πρώτη της ποιητική συλλογή και εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αφή». Η «Επιστροφή» είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20826 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ-Β-216x300.jpg" alt="" width="340" height="472" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ-Β-216x300.jpg 216w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ-Β.jpg 461w" sizes="(max-width: 340px) 100vw, 340px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20720 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-0002-203x300.jpg" alt="" width="341" height="504" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-0002-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-0002.jpg 650w" sizes="(max-width: 341px) 100vw, 341px" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>Εισαγωγή</strong></h5>
<p>Ο ήλιος μόλις έχει ανατείλει στον ορίζοντα. Είναι Ιούνης μήνας και οι<br />
πέτρες καίνε στο λόφο της Αμαθούντας, δίπλα από τους κίονες και τα<br />
λουτρά, δίπλα από τους τάφους και την αύρα του καλοκαιριού.<br />
Στην Ακρόπολη φθάνει η μυρωδιά από την αλμύρα της θάλασσας<br />
κι αποβραδίς μια διάφανη γυναικεία φιγούρα επιστρέφει από το<br />
παρελθόν με φτερά άλμπατρος και ένα στεφάνι με πολύτιμα πετράδια<br />
επάνω στα λυτά της μαλλιά. Εκεί, στην είσοδο του ναού της Αφροδίτης<br />
περιφέρεται σαν οπτασία. Έξαφνα αρχίζει να συνομιλεί με ένα ξένο<br />
περιηγητή. Αυτός, καθισμένος σ΄ένα βράχο φορά καπέλο ψάθινο κι<br />
έχει μονίμως κρεμμασμένο στον ώμο, ένα βαρύ σακίδιο.</p>
<p>-Σε βλέπω έκπληκτο ξένε, ηλιοκαμένο τα χαράματα να ξαποσταίνεις<br />
αναμοχλεύοντας τα σύνεργά σου έξω από μια σπηλιά με θύμισες<br />
πολλές. Κι εγώ όπως κι εσύ, επιστρέφω μετά από τόσα χρόνια.<br />
Σε είδα ξανά χθες το βράδυ, επάνω στην Ακρόπολη να απαθανατίζεις<br />
με το φωτογραφικό σου φακό το πελώριο πιθάρι στην είσοδο του ναού<br />
κι ύστερα να φωτογραφίζεις τη δύση του ήλιου πέρα από το λιμάνι. Σε<br />
βλέπω ενώ προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήτανε η πόλη παλιά την ώρα<br />
που σκάβεις το χώμα και το μυρίζεσαι.<br />
Σε προδίδουν τα σανδάλια σου. Σε προδίδει η λεβεντιά σου.<br />
Ήρθες κι εσύ εδώ ξανά-όχι από περιέργεια- γιατί κατά πώς φαίνεται<br />
σε νοιάζει η πόλη. Σε προδίδει το χαμόγελό σου, μα εγώ τώρα σε<br />
χρειάζομαι να κάνουμε μαζί μία περιήγηση γιατί χωρίς τη δική σου<br />
μαρτυρία<br />
όσα κι αν ειπωθούν, δεν θα έχουνε καμία αξία<br />
ούτε στο παρόν, ούτε στην αιωνιότητα.</p>
<p>Περιηγητής:<br />
-Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω μετά από τόσο καιρό, Αριάδνη ως ένας απλός<br />
περιηγητής. Ήρθα κι εγώ ξανά εδώ με όλα τα σύνεργά μου γιατί καλά το<br />
κατάλαβες, η πόλη πως με νοιάζει. Την κουβαλάω χρόνια μέσα μου<br />
κι επάνω στο πετσί μου. Τα βράδια αφουγκράζομαι το πηλαλητό των<br />
κυμάτων της, τις ιστορίες των ανθρώπων, τα ψάρια καθώς ξεγλιστράνε<br />
από τα δίχτυα<br />
εισπνέω τη μυρωδιά του σχίνου και της κουμανδαρίας κι ονειρεύομαι<br />
πως συνεχίζει να υπάρχει. Γιατί ό,τι ζήσαμε, δε χάνεται. Τίποτα που<br />
αγαπήσαμε, δεν παύει να υπάρχει και γύρω μας και μέσα μας κι<br />
απάνω στο κορμί μας.<br />
Πάμε..</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>α΄</strong></h5>
<p>Στην άκρη της πόλης<br />
ακτινοβολεί τα βράδια<br />
κάτω από πέπλο φωτισμένο<br />
ένα αρχαίο βασίλειο.</p>
<p>Περπατώντας ανάμεσα στα χαλάσματα<br />
ακούγονται φωνές γυναίκας που γεννά<br />
αφού είχε διαβάσει αμέτρητες φορές<br />
πλαστά γράμματα.<br />
Όμως κάπου θα πρέπει να κατανοήσει·<br />
να διακρίνει τα πραγματικά κίνητρα της αποβίβασης:<br />
Έγνοια καθαρή ή μήπως ανάγκη επιβίωσης;<br />
Ίσως κάτι ανάμεσα στα δύο.<br />
Τώρα εδώ, έχουνε ρίξει ασυνείδητοι<br />
σκουπίδια πλαστικά.</p>
<p>Ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη<br />
ηχεί χορός ανδρικός<br />
ανακατεμένος με κλάμα και τιμές.<br />
Τι να τις κάνει όμως τις τιμές;<br />
Όλα εν ζωή διαμείβονται.<br />
Από εκεί φαίνεται θολό το λιμάνι<br />
μισοβυθισμένο στη θάλασσα<br />
με καράβια φορτωμένα<br />
μαύρο χρυσό, αλάτι και χαλκό.</p>
<p>Ύστερα αίφνης ένα βουητό<br />
τρυπάει τ’ αυτιά της<br />
κι εμπρός της ζωντανεύει<br />
το κρανίο του Ονήσιλλου<br />
γεμάτο μέλισσες ακόμη<br />
ενώ στα πέριξ αναδύεται μια ανυπόφορη<br />
οσμή.<br />
Από μακριά ακούγονται ποδοβολητά<br />
τεράστιοι ογκόλιθοι που μετακινούνται<br />
ενώ οι μάχες προβάλλονται μαβιές<br />
στον απέναντι λόφο.</p>
<p>Τώρα η πόλη έρημη κι εγκαταλελειμμένη<br />
σαν κόρη που τιμωρήθηκε για τις επιλογές της<br />
κοιμάται ατάραχη·<br />
μοναδική της συντροφιά<br />
οι κίονες<br />
και οι λόφοι με τα αγριολούλουδα<br />
απολιθώματα μιας λάμψης, αλλοτινών εποχών.<br />
Στα κιονόκρανα<br />
έχουν θαφτεί<br />
λέξεις κι εντολές<br />
που δεν πρόλαβε κανείς να τις διαβάσει<br />
πριν το αποχαιρετιστήριο σάλπισμα.</p>
<p>Τα βράδια πάλι<br />
την ώρα που η πόλη κοιμάται<br />
μέσα στη σιωπή και την ομορφιά<br />
οι πέτρες και οι κίονες φωτίζονται<br />
κι εκείνη κρατώντας στον κόρφο της<br />
ένα μπουκέτο αγριολούλουδα<br />
περιφέρεται νοερά στους λόφους<br />
σαν σκιά<br />
αγναντεύοντας τη θάλασσα.</p>
<p>Ένα μπουκέτο αγριολούλουδα<br />
και μια θάλασσα<br />
ήτανε κάποτε, όλη η ζωή της…</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>η’</strong></h5>
<p>Το κέντρο της Δημοτικής Αγοράς<br />
δεν έχει ανάγκη από βαρύγδουπα ονόματα.</p>
<p>Έχει ανάγκη από φωνές ανθρώπων<br />
που αρκούνται με τα λίγα<br />
από το αμαξολόι και τα διαλαλήματα<br />
των κουλουράδων<br />
τον γδούπο από το κοπάνημα των ρεβιθιών<br />
τις μυρωδιές της αντζούγιας<br />
και της ζεστής πατσιάς.</p>
<p>Από ένα μεγάλο δέντρο σκιερό<br />
που θα μαζέψει επάνω στους ώμους του<br />
μέσα σε δερμάτινους ασκούς<br />
τις ανάσες των περιβολάρηδων<br />
των εμπόρων και των ψαράδων<br />
που φώναζαν<br />
«Ψάρι φρέσκο πουλάμε, μπαρμπούνι<br />
και λυθρίνι, τρεις λίρες η οκά!».</p>
<p>Κι ύστερα να ξεφουσκώσει τους ασκούς<br />
με όλη του τη δύναμη<br />
για να γεμίσει η Αγορά ζωντάνια.<br />
Να βγάλει καινούρια φυλλώματα<br />
που θα σκεπάζουνε μαζί<br />
με τις αγέρωχες φτερούγες του Γρηγόρη Αυξεντίου<br />
το παλαιό το σπίτι του γιατρού στην Πλατεία<br />
όπου με άκρα μυστικότητα<br />
χειρουργήθηκε τον Απρίλη του πενήντα έξι<br />
και τόσα άλλα:<br />
Τις αψιδωτές πύλες<br />
τις πετρόκτιστες κατασκευές<br />
τα καταστήματα με τα φρούτα<br />
και τα τρόφιμα με τα περιτυλίγματα<br />
τις καφετέριες<br />
και τα μπαράκια με τους νέους</p>
<p>γιατί οι άνθρωποι πάντοτε χρειάζονταν τις πλατείες<br />
για να συναθροίζονται<br />
ρυθμίζοντας τις ανάσες τους<br />
εισπνέοντας μαζί με το Γρηγόρη</p>
<p>ένα μεθυστικό, αεράκι λευτεριάς</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>λ΄</strong></h5>
<p>Είχε ένα μαγικό σχοινί.</p>
<p>Το άπλωνε στο δάπεδο<br />
φέρνοντας κοντά τα δύο του άκρα<br />
και ξαφνικά αγκάλιαζε ολόκληρο τον κόσμο.<br />
Έβλεπε μέσα σε αυτό πεδιάδες καταπράσινες<br />
τα χνουδωτά εντελβάις των Άλπεων<br />
το ημερολόγιο των Μάγια<br />
τα ζώα στη σαβάνα<br />
αστέρια και καράβια νεφελώματα κι ανθρώπους<br />
σε πολιτείες μακρινές.<br />
Όλα ήταν όμορφα, στεφανωμένα φως<br />
και χαμομήλια.</p>
<p>Κάποτε πηγαίνανε μαζί στην εξοχή.<br />
Εκεί άρχιζε να λικνίζεται στο παραμικρό<br />
φύσημα του ανέμου<br />
και να σιγοτραγουδά<br />
ένα σκοπό αλαργινό.<br />
Απελευθερωνόταν<br />
κι αγκάλιαζε σφιχτά τους κορμούς των δέντρων.<br />
Τότε τα φύλλα κλαίγανε και τα πουλιά λαλούσαν.<br />
Το κοιτούσε νοσταλγικά,<br />
το χάιδευε απαλά<br />
και του ψιθύριζε<br />
αινίγματα πολλά<br />
σαν τότε που έπαιζαν μαζί<br />
με τ’ άλλα τα παιδιά μες στις αυλές τους<br />
και χαιρότανε πολύ που άντεξε στη φθορά<br />
για να της θυμίζει συχνά<br />
εκείνο το κόκκινο ποδήλατο<br />
τα δέντρα, τα τζιτζίκια, τα γιασεμιά<br />
και όλους της τους φίλους<br />
απ’ την παλιά τη γειτονιά…</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ο΄</strong></h5>
<p>Φόρεσε το πολύχρωμό της πανωφόρι<br />
κι άφησε απ’ έξω, την κίτρινη βροχή.</p>
<p>Ανέβηκε στο λευκό βουνό<br />
με το μενεξεδί σύννεφο<br />
και είδε από ψηλά μια πολιτεία<br />
με πευκόφυτα πάρκα<br />
κατάστικτα με άσπρες πινελιές<br />
και ουρανοξύστες- θερμοκήπια.</p>
<p>Άρπαξε το χλιμίντρισμα<br />
των μαύρων αλόγων απ’ τα γκέμια<br />
και πέταξε σε πολιτείες με ιγκλού<br />
και αφηγήσεις<br />
παρεξηγημένων θηλαστικών.</p>
<p>Καφέ ελάφια κάθονταν σε δέσμες<br />
υπεριώδους φωτός<br />
και οι κυνηγοί εξόντωναν ανελέητα<br />
λευκές αρκούδες, πολικές<br />
ενώ τα μικρά τους<br />
τους δάγκωναν τα πόδια.</p>
<p>Η φύση όμως, κουνούσε με νόημα σιωπηλά το κεφάλι.</p>
<p>Αύριο πάλι με λερωμένα τα χέρια<br />
θα τρέχουν σαν τυφλοί<br />
στους γκρίζους, υπεραστικούς δρόμους<br />
σε λυπημένες διαδρομές<br />
πνιγμένοι μες στο σύννεφο.</p>
<p>και θα ’ναι τόσο μόνοι, μες στο γκρίζο<br />
όσο ποτέ άλλοτε…</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>σ’</strong></h5>
<p>Άνοιξε τα μάτια κι έκλαψε<br />
κοιτώντας πέρα από τις ατέλειες<br />
στο βάθος ενός καταπράσινου τούνελ.<br />
Μύριζε άνοιξη<br />
και στο δάσος χόρευαν κατακόκκινα τα μούρα.</p>
<p>Ό, τι κι αν έβλεπε, έλαμπε<br />
ό,τι κι αν άγγιζε, άνθιζε<br />
κι ό, τι γευόταν, ξαναγεννιόταν αυτούσιο.</p>
<p>Ύστερα, βγήκε από το τούνελ<br />
κι αίφνης όλα χάθηκαν.<br />
Τότε, κοιτώντας πίσω ξανά<br />
είδε στο βάθος της σήραγγας<br />
ένα τρένο να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.</p>
<p>Όσο απομακρυνόταν<br />
τόσο καλύτερα το έβλεπε</p>
<p>ενώ στις ράγες του άνθιζαν κόκκινες παπαρούνες&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>χ΄</strong></h5>
<p>Κάθε Ιούλιο, έκτοτε<br />
περιφέρεται τις Κυριακές<br />
στον αυλόγυρο της εκκλησιάς<br />
με ράσα και πετραχήλια<br />
σε μια προσπάθεια να διαλευκάνει<br />
την αλήθεια.</p>
<p>Κρατώντας το κεφάλι του<br />
μες στις χούφτες του<br />
οσφραίνεται διακριτικά<br />
με το φωτεινό του εγκέφαλο<br />
τις ψαλμωδίες που αναρριχώνται<br />
από το ιερό, στα παράθυρα<br />
και έπειτα στον τρούλο<br />
του μαρμάρινου ναού.<br />
Κατόπιν, εισέρχεται αλαφροΐσκιωτος<br />
ο Γιονούζης<br />
από τον άμβωνα στο προαύλιο<br />
κι από εκεί έξω από το ιερό βήμα<br />
της Αγίας Νάπας.</p>
<p>Αίφνης παίρνει σάρκα και οστά<br />
κι αρχίζει να ψέλνει δυνατά<br />
φτάνοντας σε άχρονες στιγμές κατάνυξης<br />
όπως και τότε που βγήκε το φιρμάνι.<br />
Σαν να μην πέρασε μια μέρα…<br />
Κι όμως, ο δόλος αιωρείται ακόμη<br />
στην ατμόσφαιρα.<br />
Οι εικόνες πιο όμορφες από ποτέ<br />
αφηγούνται με τα εύγλωττα χείλη<br />
των αγίων την ιστορία ενός αιμοσταγούς πολέμου<br />
με ανόητα φιρμάνια.</p>
<p>Στο τέλος κάθε λειτουργίας<br />
αποχωρεί σαν άνεμος<br />
τραντάζοντας τα καθίσματα<br />
και τους πολυελαίους<br />
κι εύχεται τον επόμενο Ιούλιο<br />
να ξυπνούσαμε απ’ τον λήθαργο<br />
και να ανεβαίναμε όλοι μαζί<br />
κρατώντας χέρι- χέρι<br />
τις βουνοκορφές του Πενταδαχτύλου.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20827" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-2-195x300.jpg" alt="" width="326" height="501" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-2-195x300.jpg 195w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Untitled.FR12-2.jpg 417w" sizes="(max-width: 326px) 100vw, 326px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ (2020)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ</strong></h6>
<h5><strong>ΠΡΟΤΟΜΗ</strong></h5>
<p>Ένα κουβάρι ξετυλίγω<br />
μήπως φέξει λίγο φως.<br />
Τώρα, στην άκρη τού λαβυρίνθου<br />
δίπλα από την τοιχογραφία<br />
αντικρύζω τα σύνεργά σου.</p>
<p>Τα άφησες εκεί, μα αυτά σε περιμένουν<br />
να σμιλέψεις και πάλι μια προτομή.<br />
Χωρίς φτιασίδια και λεπτεπίλεπτα μοτίβα,<br />
γεωμετρικά, χωρίς ελεφαντόδοντο και σμάλτο.</p>
<p>Μια προτομή εξόχως αυστηρή,<br />
σχεδόν απωθητική.<br />
Πάνω σε πέτρα να τη λαξεύσεις<br />
και μόνο τα απαραίτητα<br />
να τής χαράξεις.</p>
<p>Να τής αφαιρέσεις όμως τη λαλιά.</p>
<p>Κι’ όταν τελειώσεις<br />
κρύψε την καλά<br />
σ&#8217; ένα μπαούλο ξύλινο<br />
και ρίξε το κλειδί στη θάλασσα.<br />
Φοβάμαι πώς θα σ’ απαξιώσουν<br />
σαν μάθουν πώς το έργο σου<br />
γεννήθηκε κατά παραγγελίαν!</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ</strong></h6>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>«Σκέφτομαι άρα υπάρχω»</strong></h6>
<h5><strong>ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ</strong></h5>
<p>Υδρόβια πουλιά της γενεάς των Νησσιδών<br />
επιπλέουν συχνά στις όχθες<br />
και με γοργά κτυπήματα φτερών<br />
σε διαγώνιους σχηματισμούς<br />
παρηγορούν την ερημία του ουρανού.</p>
<p>Ε, σεις, μουγκοί μετανάστες<br />
πέρα απ’ τη θάλασσα του βορρά<br />
βγαλμένοι από παραμύθι<br />
τσαλαβουτάτε στα διάφανα νερά<br />
ξεγελώντας την πείνα σας<br />
και το ένα πόδι πίσω απ’ την πλάτη σας<br />
διπλώνοντας περίτεχνα μες στη σιωπή<br />
να μη πουν πως είστε υπάκουοι και δειλοί.</p>
<p>Κάποτε πλέκατε στεφάνια από δάφνες και χρυσό.<br />
Κάποτε συγγράφατε εσείς τους νόμους<br />
σε πάπυρους φτιαγμένους με λωτό<br />
εκεί που τα επιμέρους δε μεταβάλλανε το σύνολο<br />
και οι κλιμακώσεις απουσίαζαν οικτρά.<br />
Εκεί που η μικρή σας αδερφή ακόμα πλέκοντας ψιθυρίζει:<br />
—Το νερό μαλακώνει τον βράχο.<br />
—Θα κάνω υπομονή. Θα βρω τ’ αδέρφια μου.</p>
<p>Στην άκρη του παραμιλητού σας<br />
μια ήπειρος γηραιά σας περιμένει<br />
για να λουστείτε στα ιαματικά νερά<br />
κάποιας αρχέγονης πηγής<br />
που διαψεύδει την ανυπαρξία της.<br />
Εκεί στη χώρα του απρόβλεπτου και του τυχαίου<br />
μεταμορφώνεστε<br />
κι’ επιστρέφετε.</p>
<p>Έντεκα μαύρα πουλιά, σκίζοντας τον ουρανό<br />
επιστρέφετε.<br />
Έντεκα μαύροι κύκνοι, βασιλιάδες πια.<br />
Επιστρέφετε.<br />
Φαινόμενα σπάνια μιας υψηλής<br />
τυχαίας ανατροπής.<br />
Έντεκα πουκάμισα φτιαγμένα από αγάπη<br />
πέφτουν απαλά στην πλάτη σας.</p>
<p>Άξαφνα, ακούγεται βροντή.<br />
Έντεκα πρίγκιπες υποκλινόμενοι στο αιώνιο Καλό<br />
πιασμένοι χέρι χέρι μ’ ένα κορίτσι<br />
που παραδόθηκε στ’ όνειρο.</p>
<p>Γιατί, καλά το λένε,<br />
πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε<br />
είναι να είμαστε λιγότερο<br />
έως καθόλου<br />
βέβαιοι για όλα.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΑΞΙΑ</strong></h5>
<p>Η μοναξιά είναι σιωπή<br />
ντυμένη με βιώματα και λέξεις.</p>
<p>Γοργά ξεθάβει θησαυρούς<br />
άλλοτε τους σκεπάζει<br />
μα πιο πολύ τις σάρκες μας<br />
λαίμαργα τις κατατρώει έως να στάξουν αίμα.<br />
Συχνά &#8211; πυκνά μονολογώντας<br />
γράφει ένα τραγούδι<br />
με νότες ζόρικες<br />
δίχως παύσεις και κορώνες<br />
για βασιλιάδες γυμνούς<br />
και ανόητους.</p>
<p>Η μοναξιά έχει φίλες<br />
φευγάτες πεταλούδες<br />
που δύσκολα ζυγιάζουνε<br />
μα ούτε επιστρέφουν<br />
γιατί βαρέθηκαν να επιθυμούν<br />
μα πιο πολύ να ορίζουν<br />
αυτά που δεν χαρίζονται<br />
και δεν αποτιμούνται.</p>
<p>Η μοναξιά είναι φωτιά<br />
και μέσα από τις στάχτες της<br />
ανθίζουνε κλωνάρια.</p>
<h5><strong>ΨΥΧΗ</strong></h5>
<p>Όταν οι χαραμάδες στη μάσκα ασβεστωθούν<br />
άπλετο φως θα περιλούσει<br />
το πρόσωπο του γένους των ανθρώπων.<br />
Από μηχανής θεοί και κάθε λογής μαντατοφόροι<br />
θα εκλείψουν κάποτε.<br />
Αρχέτυπα ενός αέρινου κόσμου<br />
θα μαγνητίσουν από τα βάθη μιας πηγής<br />
ομοιώματα υπάρξεων.<br />
Χορικά θ&#8217; απαγγέλλουν οι άγγελοι<br />
με αρμονία τρεις λέξεις μοναχά:<br />
Είμαι, θέλω, επιθυμώ<br />
κι οι προσευχές ενός γραφικού μονόλογου<br />
θα επιστρέφουν.</p>
<p>Δεν κατέχω και δε με κατέχουν.<br />
Δεν είναι δα η ζωή μια απλή συναλλαγή λογαριασμών.<br />
Δεν είναι καν υπαρκτά τα όσα προαναγγέλλει<br />
ο προαιώνιος φόβος των ανθρώπων.</p>
<p>Όλα ρέουν και στροβιλίζονται αδιάκοπα<br />
σ&#8217; έναν ατέρμονο χορό μιας αναζήτησης<br />
καταδικασμένης αλίμονο<br />
σε μια ιερή και τραγική επανάληψη.</p>
<p>-Έχει επιλογή ο Σίσυφος;<br />
-Αν ναι, τότε έχουμε κι εμείς.</p>
<h5><strong>ΔΙΑΘΛΑΣΗ</strong></h5>
<p>Πως να ανατρέψω μια συνθήκη με φειδώ;<br />
Πως να αλλάξω τις λέξεις<br />
σαν συνωστίζονται άτακτα<br />
έξω από το ποίημα;<br />
Όσο και να κοιτάζω τους κύκλους<br />
και τις τομές που σχηματίζουν<br />
μου φαίνεται ανώφελο<br />
να περπατώ<br />
μονάχα στο περίγραμμα.</p>
<p>Ανθίζει ο κήπος<br />
κάτω από τα πόδια μου<br />
γαργαλάει τα ακροδάχτυλά μου<br />
σαν φυτό που αναρριχάται<br />
σκοντάφτω λίγο<br />
κι’ ύστερα πετώ<br />
σαν σφαίρα που βρόντηξε<br />
σε χάλκινο καθρέφτη<br />
κι’ άλλαξε διεύθυνση<br />
κι’ άλλαξε μορφή.</p>
<h5><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΗ </strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στη Μary-Rose</p>
<p>Σε μια ξεθωριασμένη βαλίτσα<br />
έπνιξα την κραυγή μου.</p>
<p>Σε πηγάδι βαθύ<br />
το στήθος μού κρυώνει.<br />
Σε υδάτινο ιερό<br />
χιλιάδες αναφιλητά<br />
ανυπεράσπιστη<br />
κατάθεσα τα δάκρυά μου.</p>
<p>Αγκομαχώντας μες στη λασπουριά<br />
ψάχνω ίχνη απ&#8217; το χαμόγελο<br />
του παιδιού μου<br />
την ώρα που τα ρυμουλκά διασώσεως<br />
πηγαινοέρχονται στην επιφάνεια άπρακτα.<br />
Άγγελοι ακροβατούνε σε υγρά σχοινιά<br />
αγκαλιάζοντας τον πόνο<br />
ενώ εγώ, με θρυμματισμένη τη φωνή θα συλλαβίζω:</p>
<p>-Βοηθήστε με! ν&#8217; αναπαυθεί η ψυχή μου.<br />
Να κοπάσει το μοιρολόι της μάνας μου!<br />
ίσως και τα δικά σας τα παιδιά<br />
ενήλικες πια να μετρούν χρόνια πολλά<br />
στο Αλφαβητάρι του παραδείσου…</p>
<h5><strong>ΑΝΟΙΞΗ</strong></h5>
<p>Ο χειμώνας κύλησε αργά. Ξεχάσαμε πως έπεφτε η βροχή στο τζάμι<br />
νεκρή από νόημα. Οι μέρες προχωρούσαν με την επίγνωση της φθοράς.<br />
Τα φύλλα κιτρινισμένα ικέτευαν να προλάβουν μία θέση στον ουρανό<br />
λίγο πριν από την αποσύνθεση. Ποτέ στ&#8217; αλήθεια δεν κατάλαβα γιατί αργεί<br />
τόσο πολύ η άνοιξη. Να &#8216; ναι θαρρείς κι αυτή απότοκο ενός παλαιού<br />
διακανονισμού, μέρος ενός ανώτερου σχεδίου; Τότε που ξέγνοιαστη μαζί<br />
με Νύμφες μάζευε λουλούδια στο Νύσιο πεδίο; Ή πάλι μια αθώα πράξη<br />
εξαγνισμού θεία οικονομία μετά το πένθος του χειμώνα; Ποιος ξέρει;<br />
Κανείς μας ποτέ δε θα μάθει εθελοτυφλώντας στο χορό των μελισσών.<br />
Κανείς δε θα μάθει τι θα πει ομορφιά την ώρα που το κύμα αγκυλώνει<br />
το βράχο. Δε θα μάθει τι θα πει μεγαλοσύνη την ώρα που οι φωνές σμίγουν<br />
σε δοξαστικό γιατί το ουσιώδες δεν είναι ορατό και το ορατό δεν είναι βέβαιο.<br />
Γιατί η Άνοιξη είναι εκ φύσεως, αγνή. Προτείνει απροκάλυπτα το στήθος της<br />
πρωτόγαλα να στάξει στα χείλη των παιδιών. Ανοίγει τα έγκατα του Κόσμου<br />
να ξεθυμάνουν οι ψυχές και το ιερό της εκκλησιάς για να σωθεί η ελπίδα.<br />
Μοσχοβολάνε μύρο οι νύχτες. Ονειρεύονται αγγέλους τα παιδιά. Είναι-,<br />
αλήθεια η άνοιξη και πλάνη ο χειμώνας. Πολλά τα δώρα που ενταφιάζονται<br />
εντός μας. Ανάψτε τη λαμπάδα της αγάπης να φέξουμε κι εμείς.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ</strong></h6>
<p><strong>«το φαινόμενο της πεταλούδας»</strong></p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ</strong></h5>
<p>Ανοίγω μια ρωγμή στο κενό<br />
κι ενταφιάζω ό,τι ανώφελα αντιστέκεται.</p>
<p>Ένα και μόνο βότσαλο αρκεί<br />
σαν πέσει στο νερό<br />
κύκλους πολλούς ομόκεντρους<br />
να ανακινήσει.<br />
Τρέχω ασθμαίνοντας.<br />
Πετώ στα σύννεφα ανεβαίνω.<br />
Η ψυχή μου μετέωρη<br />
μεταξύ ουρανού και γης<br />
πιάνει κουβέντα με τα όνειρα.<br />
Από ψηλά όλα μικρά μου φαίνονται.<br />
Μικρά τα δέντρα<br />
μικρό το πλήθος συνωστίζεται υπνωτισμένο<br />
στις μεγαλουπόλεις.</p>
<p>Οι έρωτες μικροί κι ασήμαντοι<br />
μονάχα η ομορφιά μαγνητίζει<br />
τα μάτια της ψυχής μου σαν διαστέλλονται<br />
αποκρυσταλλώνοντας<br />
εικόνες και θάματα πολλά.<br />
Στο νεφελώδες μεσοδιάστημα<br />
με ανεπαίσθητες κινήσεις των φτερών<br />
ξεσκονίζω τις στάχτες<br />
κι’ αναμνήσεις θολές γυαλίζω.<br />
Κανείς δε ξέρει ποτέ άλλωστε<br />
αν η ξαφνική έκρηξη του ηφαιστείου<br />
θα έχει την έκβαση της Πομπηίας.</p>
<p>Μετά, τίποτα!<br />
Κανείς δε θυμάται.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Όταν ερωτεύομαι<br />
παρατηρώ με δέος<br />
τις θεϊκές σου λεπτομέρειες.</p>
<p>’Εξέχουν σαν ρομφαίες αγγέλων<br />
απειλητικές και ακαταμάχητες.<br />
Δεν είμαι από ατσάλι<br />
ούτε από πέτρα.<br />
Ταγμένη σε αυτή την περιπλάνηση<br />
οικειοθελώς διερευνώ επιδερμικά τη μοναξιά<br />
στοχεύοντας σε μια πλήρη<br />
&#8211; κατά τα άλλα &#8211; συνεύρεση.</p>
<p>Δεν μετανιώνω που ανοίγω<br />
απροκάλυπτα το στήθος μου<br />
ούτε χαίρομαι όταν χάνω.<br />
Ο έρωτας άλλωστε πάντα οδηγεί στο θάνατο.</p>
<p>Ακόμα και αν η ανάγκη αφαιρεθεί<br />
θα μένει πάντα<br />
ως υπόλοιπο της πράξης αυτής<br />
ενώ η επιθυμία θα ανακυκλώνεται αέναη.<br />
Κι όσοι συχνά ονειρευτήκαμε μονάχα έγχρωμα<br />
και εύλαλα πουλιά<br />
γίναμε ερήμην μας ολίγον τι σοφοί<br />
σαν νυχτοπούλια<br />
που γαντζωμένα σε κλαδιά βελανιδιάς<br />
με ματωμένα φτερά και με τα μάτια υγρά<br />
κρώζουν αμετανόητα μες την ανίερη νυχτιά:<br />
Φεγγαράκι μου λαμπρό<br />
φέγγε μου να περπατώ.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</strong></h6>
<p><strong>«Μικρές πατρίδες για ανέστιους και πένητες»</strong></p>
<h5><strong>ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΠΡΑΞΙΑ</strong></h5>
<p>Μια έναστρη νύχτα γέμισε το δωμάτιο φως.<br />
Σου είπα:<br />
&#8211; Πάμε να σεργιανίσουμε στον ουρανό;<br />
Χαμογέλασες.<br />
Πέρασαν χρόνια.<br />
Τ’ αστέρια αντικατέστησαν διάττοντες κομήτες.</p>
<p>Στο μεταξύ, τα στάχυα μαράθηκαν.<br />
Οι γειτονιές ερήμωσαν<br />
κι’ οι πόρτες των σπιτιών<br />
σφαλισμένες γερά<br />
παρέμειναν εκεί<br />
φωτογραφία ασπρόμαυρη<br />
του απολιθωμένου χρόνου.</p>
<p>Ήρθαν ξένοι.<br />
Διέρρηξαν τα συρματοπλέγματα.<br />
Μα εσύ, εκεί<br />
πιστός στρατιώτης μιας άκαμπτης παράδοσης<br />
να κοιτάς τους άλλους με διαφορά ταχύτητας<br />
να ξύνουν τη σκουριά, να ξαναβάφουν τις πόρτες<br />
κίτρινο βαθύ, σχεδόν πορτοκαλί.<br />
Με βία να ξεριζώνουν τ’ αγκάθια<br />
και τραγούδια να γράφουν στους δρόμους<br />
της δικής σου συνοικίας.</p>
<h5><strong>ΚΥΠΡΟΣ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Η πρώτη μας ταυτότητα υπήρξε το γαλάζιο.<br />
Η δεύτερη, το πορτοκαλί.</p>
<p>Και τα δύο αυτά χρώματα<br />
τα σμίξαμε φυτεύοντας γύρω τους ροδιές και κυπαρίσσια.<br />
Ύστερα τα σκεπάσαμε με δύο τεράστιες φτερούγες φοινικιάς.</p>
<p>’Εγώ τ’ αγάπησα και τα δύο το ίδιο βαθιά.<br />
Ύστερα φώναξα μια μικρή γοργόνα που κοιμότανε στα βράχια.<br />
Την εμπιστεύτηκα και θέλησα να της δείξω<br />
τα αγαπημένα μου χρώματα.<br />
Κοινωνήσαμε παρέα κρασί θαλασσινό<br />
από κανάτα ορειχάλκινη την ώρα της ανατολής.<br />
Μυρίσαμε ανθούς πορτοκαλιάς<br />
κι’ ύστερα τους αλείψαμε στα πρόσωπά μας για να φεγγοβολάνε.</p>
<p>Μα πάντα έρχονται οι ξένοι.</p>
<p>Κλέβουνε άνθη από τις πορτοκαλιές και χορτάρι από το πέλαγο.<br />
Ύστερα φτιάχνουνε με αυτά στεφάνια με αγκάθια και όστρακα.<br />
Την επόμενη μέρα τα αλυσοδένουνε στις πόρτες των σπιτιών<br />
και στις εικόνες.<br />
Κάποτε και στα αγάλματα.</p>
<p>Μα τίποτα δεν φέγγει, ούτε μυρίζει όπως παλιά.</p>
<h5><strong>ΓΛΑΡΟΙ</strong></h5>
<p>Στα ταξίδια της βροχής<br />
οι γλάροι έχουνε ξεχωριστά προνόμια<br />
και μιαν άλλη κοσμοθεωρία.<br />
Μιαν ήρεμη αύρα<br />
σαν σκίζουν σε σμήνη τον ουρανό<br />
φτιάχνοντας σχήματα ιδεών<br />
ενώ αναστοχάζονται.</p>
<p>Φευγαλέα τα ίχνη της στιγμής<br />
αποτυπώνονται στη μνήμη του ουρανού.<br />
Φωτογραφίζοντας ευλαβικά<br />
τους μικροσκοπικούς φάρους των κάβων<br />
πετώντας αντίθετα στον άνεμο<br />
κόντρα στα κατάρτια της σιωπής.</p>
<p>Ανοίγουν περήφανα τις μακριές τους φτερούγες<br />
κοιτάνε κατάματα τον ήλιο<br />
ελεύθεροι ταξιδευτές στων αιθέρων.<br />
Κάποτε μες στις σχισμές<br />
των παραθαλάσσιων βράχων<br />
καιροφυλακτούν οι αλεπούδες<br />
κι’ ο φόβος θεριεύει<br />
απλώνοντας τα μαύρα πέπλα του<br />
απειλώντας τις αποικίες<br />
των μικρών γλαροπουλιών.<br />
Στα βάθη των ωκεανών<br />
ρουφούν του παφλασμού<br />
τον ιερό απόηχο.<br />
Ευφραίνονται και πνίγουν την κραυγή τους<br />
αφήνοντας άσπρα πούπουλα<br />
σε μακρινές ακτές.</p>
<p>Κι’ όταν ο νόστος μέσα τους<br />
φουντώνει σπαραχτικός,</p>
<p>επιστρέφουν.</p>
<h5><strong>Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΙΣ</strong></h5>
<p>Βραδιάζει.<br />
Στο λιμάνι τα πλοία σώπασαν πίσω απ’ τα σύννεφα.<br />
Οι ναυτικοί ξεμπάρκαραν υπνωτισμένοι.<br />
περπατώντας στα σκοτεινά σοκάκια</p>
<p>Τότε Εκείνη<br />
ξεχώρισε σαν βουβή οπτασία μέσα στη νύχτα.<br />
Είχε φορέσει ανάποδα τη μαύρη της μαντήλα<br />
προτού ξεμυτίσει αθέατη<br />
στην προκυμαία της γαλάζιας πατρίδας.<br />
Με πίκρα είναι γραμμένο το όνομά της με πίκρα.<br />
Όλεθρο και καπνό μυρίζει το κορμί της.<br />
Αυτήν, βλέπω, με τα σβησμένα μάτια<br />
και τη μαντίλα ανάποδα δεμένη σαν γόρδιο δεσμό<br />
που δεν έμελλε ποτέ κανείς να λύσει.<br />
Γι’ αυτήν, γράφω, που περιφέρεται ρακένδυτη<br />
την ώρα που ανεβοκατεβαίνουν τα δάκτυλά μου<br />
στα πλήκτρα του ακορντεόν.</p>
<p>Ένα παιδί με κίτρινο ποδήλατο τής χαμογέλασε.<br />
Ένα ζευγάρι ερωτευμένων τη φοβήθηκε.<br />
Ένα γατί μπλέχτηκε στα βήματά της.<br />
Ένα άστρο φώτισε τη σκιά της.</p>
<p>Μετά σκοτάδι&#8230;</p>
<p>Έβαλε το πανωφόρι της στο δρόμο<br />
κι αποκοιμήθηκε.<br />
Πάνω απ’ τα χνώτα της<br />
δυο περιστέρια φτερούγισαν<br />
κι έσβησαν όλες τις φωτιές.</p>
<p>Ημέρεψε.</p>
<p>Μια φεγγοβολή είχε μόλις σχίσει<br />
τον θαμπό ορίζοντα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ</strong></h6>
<p><strong>«ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»</strong></p>
<h5><strong>Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Την ώρα πού βραδιάζει<br />
διαγράφεται η σκιά του.</p>
<p>Τον θυμάμαι να μαζεύει σταφύλια<br />
απ’ το κλήμα στην αυλή μας<br />
και μετά να χαμογελάει.<br />
Χαιρότανε για πράγματα απλά, μα σπουδαία.<br />
Τη λεμονιά, που άνθιζε στο περιβόλι μας<br />
το γιασεμί, που μύριζε τα βράδια<br />
την παρέα των φίλων<br />
τα γέλια των παιδιών.</p>
<p>Ο πατέρας μου αγαπούσε το δίκιο<br />
κι ας μην το έβρισκε πάντα.<br />
Άνοιγε φτερούγες διάπλατες<br />
κι υποδεχόταν το κύμα, τα βράχια<br />
και τα χαμόγελα των φίλων.<br />
Με κοιτούσε με μάτια μεγάλα, ορθάνοιχτα<br />
παραθυρόφυλλα βαριά μα όχι αμπαρωμένα</p>
<p>«Μην τρέχεις, κορίτσι μου, μην πέσεις».</p>
<p>Μάς περίμενε τις Κυριακές<br />
και μας εξηγούσε τη βροχή<br />
και τη γλώσσα των αποδημητικών πουλιών.<br />
Αγαπούσε τη ζωή, το τραγούδι<br />
και όλες τού ήλιου τις ανατολές.<br />
Ξυπνούσε με το ψέλλισμα μιας ιδέας<br />
πού κάποτε πίστεψε<br />
και κοιμόταν με την ελπίδα<br />
μιας κατακρεουργημένης αθωότητας.</p>
<p>Ο πατέρας μου ήτανε άνθρωπος κοινός<br />
μα για μένα μεγάλος<br />
και ζει για πάντα στην καρδιά μου.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Στο παιδί μου δεν έπαψα ποτέ<br />
να λέω παραμύθια.<br />
Για νεράιδες και δράκους,<br />
τον ήλιο και το φεγγάρι<br />
όταν κλαίει κι όταν ρωτάει.</p>
<p>Στο παιδί μου δεν έπαψα ποτέ<br />
να χαϊδεύω τα όνειρα<br />
με ψεύτικα φτερά από μετάξι.<br />
Το άφησα να πλανάται ερήμην του,<br />
ηθελημένα σε κόσμους γυάλινους και σεντεφένιους.<br />
Δεν θέλησα καν να το προστατέψω<br />
από την ανίερη αποκάλυψη του αληθούς.</p>
<p>Ποιος ξέρει&#8230;<br />
Ο δικός του κήπος μπορεί να περιμένει.<br />
Να του φυτέψει σοφά και με αγάπη<br />
κρινάκια του γιαλού και γιασεμιά<br />
για να κουρνιάσει.<br />
Όταν οι άγγελοι κατέβουν στο σκοτάδι<br />
εγώ θα χαίρομαι<br />
πού κάποτε τού έλεγα<br />
πολλά και ψεύτικα παραμύθια.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ</strong></h6>
<p><strong>«Ό σκληρός Απρίλης του 2020»</strong></p>
<p style="padding-left: 240px;">Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας<br />
Μες απ’ την πεθαμένη γη τίς πασχαλιές, σμίγοντας<br />
Θύμηση κι’ επιθυμία, ταράζοντας<br />
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.</p>
<p style="padding-left: 240px;">(T.S. Eliot, άπό τήν «Ερημη Χώρα»<br />
μτφ. Γιώργος Σεφέρης)</p>
<h5><strong>ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ</strong></h5>
<p>Κλουβί κλειδωμένο<br />
πόρτα σφαλισμένη<br />
με φτερά παγωνιού<br />
αιχμαλωτίζει ξανά<br />
την παιδική μου αθωότητα.<br />
Ανοίγω άξαφνα την πόρτα<br />
κι από το στήθος μου<br />
εξακοντίζονται περιστέρια.<br />
Συνδράμω κι εγώ απειροελάχιστα στο θαύμα<br />
πυροβολώντας τη φθορά<br />
-αντίσταση ειρηνική προβάλλουσα-<br />
στέλνοντας καταπαντού<br />
ταχυδρόμους αγάπης.</p>
<p>&#8211; Μικρή μου, Χάιντι<br />
χαίρομαι που σε ξανασυναντώ<br />
σαν τρέχεις στους λόφους των Άλπεων.</p>
<p>Θέλω μαζί εκεί στο μακρινό Μάιενφελντ<br />
να φυλακίσουμε οι δύο μας<br />
το βέλασμα της κατσίκας<br />
στην αδιάφθορη αγροικία της ψυχής μου<br />
και να βυζάξουμε πρωτόγαλα<br />
σαν τότε που ήμαστε παιδιά.</p>
<p>Στο μεσοδιάστημα<br />
μεταξύ ευδαιμονίας και φόβου<br />
μας περιμένει η ελπίδα.</p>
<h5><strong>ΑΘΑΝΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>Κάποιοι άνθρωποι ακουμπάνε με παράπονο το πρόσωπό τους.<br />
Γυρεύουν την αφή μιας άλλης εποχής χωρίς ηλικία.<br />
Ένα τίναγμα του κεφαλιού<br />
μια γοητική χειρονομία στον ώμο<br />
στη χαραμάδα της μνήμης.<br />
Στο μπαλκόνι μια γριούλα<br />
αιωρούμενη δίχως το βάρος της αγάπης<br />
που έλκει τη ζωή.</p>
<p>Στο παγκάκι ένας κύριος<br />
μετράει αδιαλείπτως<br />
τα θραύσματα του χρόνου<br />
στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ένα όνομα<br />
τυπωμένο με κεφαλαία γράμματα,<br />
διερευνά ακόμη την επιθυμία<br />
για αθανασία.</p>
<p>Μακριά ακούγεται ο απόηχος της θάλασσας που όλη τη γη καρτερικά<br />
αγκαλιάζει και δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Μονάχα κάτι καράβια<br />
το μαρτυράνε την ώρα που τρίζουνε αράζοντας σε ένα νησί και κάτι<br />
ναύτες πειρατές με χείλη που σφυρίζουνε.</p>
<p>Στην πνιγμένη ανάσα των βημάτων τους<br />
η ψυχή τους γυρεύει το δάσος με τα πουλιά<br />
και το παιδί μια αλάνα με πεταλούδες<br />
που ξυπνάνε απ’ το λήθαργο.</p>
<p>Όμως μπροστά στο ηλιοβασίλεμα<br />
τίποτα δεν έχει σημασία τώρα πιά.<br />
Σπαράζουν ήδη τα γερασμένα μάτια τους<br />
κι’ απ’ τα λευκά τους στήθη<br />
βλασταίνουν κίτρινες μαργαρίτες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ 10/2/2024</p>
<p>Ένα υποδειγματικό &#8211; ποιητικά, γλωσσικά, συναισθηματικά και αισθητικά &#8211; οδοιπορικό στο χτες και στο σήμερα, στο παρόν και στο παρελθόν, στο ασπρόμαυρο και στο έγχρωμο, στο κοσμοπολίτικο και στο κλασικό μιας πόλης που καταφέρνει να ενώνει την ανάπτυξη με την παράδοση και που λατρεύεται από όσους συντόνισαν την ανάσα τους με τη δική της. Μια αφηγηματική Οδύσσεια που σφύζει από νοσταλγία και υψώνει κύματα συγκίνησης με τις αλήθειες τής Νατάσας Αθηαινίτου Κυπριανού και, βεβαίως,<br />
με τους στίχους της που φιλοτεχνούν, αυτομάτως, εικαστικές δημιουργίες. Η πόλη, οι δρόμοι της, τα σοκάκια της, οι μικροπωλητές της τα μνημεία της, οι αλάνες με τα πιτσιρίκια να τιτιβίζουν αναγγέλλοντας τον ερχομό της άνοιξης, τα σινεμά της η θάλασσά της που ψέλνει, οι ιστορικές της καταβολές, τα κτήρια που, πίσω από τις πόρτες τους, καθρεφτίζονται ελπίδες, όνειρα, οράματα, αγώνες και αγωνίες, τα αγάλματα των ηρώων, οι τοίχοι που κρατάνε ακόμα την μπογιά των συνθημάτων, οι προσωπικότητες και οι φυσιογνωμίες που σημάδεψαν τη Λεμεσό, αφήνοντας παρακαταθήκες που δεν πρόκειται να φθαρούν ποτέ.<br />
Συμμετρικά δομημένη, με λογοτεχνική αλλά και με εκδοτική καλαισθησία, με εύστοχους συμβολισμούς, η «Επιστροφή» δεν είναι απλώς μια ποιητική συλλογή. Είναι και ένας ύμνος για την καλλονή που λέγεται Λεμεσός και που, χάρη στις επινοήσεις της συγγραφέως και την αμεσότητα της γραφής της, γίνεται και η δική μας πόλη &#8211; στιγμές στιγμές, περπατάμε στα πεζοδρόμιά της, την αράζουμε στις καφετέριές της, μπαίνουμε στον Ζωολογικό της Κήπο, παρελαύνουμε μέρος στο καρναβάλι της, κόβουμε πονηρές βόλτες στην Πλατεία Ηρώων, φτιάχνουμε χαρταετούς με το νήμα της εφηβείας συντονιζόμαστε με τζιτζίκια του Ελύτη. φοράμε τα καλά μας γιατί θα φωτογραφηθούμε οικογενειακώς, κάνουμε δεύτερη φωνή στον Μάριο Τόκα<br />
και, όσοι είμαστε κάποιας ηλικίας, περιμένουμε, στημένοι καραούλι έξω από το Γ.Σ.Ο., να ανοίξουν οι πόρτες και να καμαρώσουμε, από κοντά, τον Πανικό Κρυστάλλη, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου και τον Δήμο Καρεκλά,</p>
<p>«ο’<br />
Φόρεσε το πολύχρωμό της πανωφόρι<br />
κι άφησε απ&#8217; έξω, την κίτρινη βροχή.</p>
<p>Ανέβηκε στο λευκό βουνό<br />
με το μενεξεδί σύννεφο<br />
και είδε από ψηλά μια πολιτεία<br />
με πευκόφυτα πάρκα<br />
κατάστικτα με άσπρες πινελιές<br />
και ουρανοξύστες- θερμοκήπια.</p>
<p>Άρπαξε το χλιμίντρισμα<br />
των μαύρων αλόγων απ’ τα γκέμια<br />
και πέταξε σε πολιτείες με ιγκλού<br />
και αφηγήσεις<br />
παρεξηγημένων θηλαστικών.</p>
<p>Καφέ ελάφια κάθονταν σε δέσμες<br />
υπεριώδους φωτός<br />
και οι κυνηγοί εξόντωναν ανελέητα<br />
λευκές αρκούδες, πολικές<br />
ενώ τα μικρά τους<br />
τους δάγκωναν τα πόδια.</p>
<p>Η φύση όμως, κουνούσε με νόημα σιωπηλά το κεφάλι.<br />
Αύριο πάλα με λερωμένα τα χέρια<br />
θα τρέχουν σαν τυφλοί<br />
στους γκρίζους υπεραστικούς δρόμους<br />
σε λυπημένες διαδρομές<br />
πνιγμένοι μες στο σύννεφο.</p>
<p>και θα ’ναι τόσο μόνος μες στο γκρίζο<br />
όσο ποτέ άλλοτε».</p>
<p>Πραγματικά, τόσο μόνοι αλλά και τόσο ωραίοι μέσα στη μοναξιά τους.<br />
‘Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΦΗ. Εικαστική φιλοξενία: Νικολέτα Κυπριανού. Καλλιτεχνικός σχεδιασμός- φιλοτέχνηση εξωφύλλου: Κυριάκος Α. Παπαδόπουλος</p>
<p style="text-align: right;">&#8216;</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ»</p>
<p>« Η εύθραυστη παλάμη της μνήμης/ γύρισε τρεμάμενη το πόμολο/ ανοίγοντας με δέος την πόρτα/ του παιδικού της κόσμου». (σελ.6)<br />
Ο τίτλος του βιβλίου από μόνος του εξυπονοεί την αέναη επιστροφή των στίχων της ποιήτριας στην απέραντη δεξαμενή μνήμης, όπου οι στέρεες πια και σχηματισμένες εικόνες του παρελθόντος προικοδοτούν με νοσταλγία και βαθιά εσωτερική κατάνυξη τις φευγαλέες στιγμές του παρόντος. Τα βιώματα της λεμεσιανής ποιήτριας κατατίθενται στα χρονοντούλαπα της συλλογικής μνήμης, καθιστώντας το όλο έργο της ως μια αέναα εμπλουτισμένη ιστορική κατάθεση.<br />
Το αόριστο μα συγχρόνως συλλογικό οικογενειακό συγκείμενο της πόλης που την γέννησε, πριμοδοτεί τις καθάριες κι αμόλυντες εικόνες της άχρονης κι επαναλαμβανόμενης παιδικότητας της δημιουργού: « Το επόμενο φθινόπωρο/την ξανάβγαζε σκονισμένη απ΄ το συρτάρι/ κι ευχότανε να αντέξει και φέτος στη φθορά/γιατί αυτή η ομπρέλα με το μωβ χρώμα και τους μαύρους κύκλους/ έμοιαζε πολύ σ εκείνην που κράταγε παιδί», γράφει χαρακτηριστικά στο στ΄ απόσπασμα του έργου( σελ. 7).<br />
Η ποιήτρια ουδόλως δείχνει να πτοείται απ΄ την οριστική απουσία των παιδιών απ΄ τις γειτονιές της αγαπημένης της πόλης, καθώς οι φωτογραφίες του παρελθόντος της ανασύρουν μέσα απ΄ το υποσυνείδητό της, τις γλυκές φωνές και τα γάργαρα γέλια της παιδικότητάς της. « Τα παιδιά δεν παίζουνε πια στην αυλή του/ ούτε κρύβονται πίσω απ΄ τις φυλλωσιές των θάμνων στον κήπο/ Κι όμως, γέλια και φωνές ξεπηδάνε από τις φωτογραφίες/ ανεβαίνουνε γοργά στους τοίχους και στη στέγη»( ζ΄ απόσπασμα). Στο ίδιο απόσπασμα η ποιήτρια παραθέτοντας μια ισχυρή και πικρή αντίθεση, επισκιάζει το ονειρικό τοπίο των πρώιμων χρόνων της ζωής της. « Για τους κτηματομεσίτες και τους developers άλλωστε/ η ομορφιά του δεν έχει καμία απολύτως σημασία/ Λένε πως στη θέση του/ δεν βλέπουνε, παρά μια πολυώροφη πολυτελή πολυκατοικία» γράφει, αναφερόμενη στην περιφορά του Επιταφίου της Παντάνασσας « κάθε Μεγάλη Παρασκευή/κάθε γελαστό Απρίλη».<br />
Πιο κάτω η ποιήτρια -στο απόσπασμα η΄- διατηρεί τους ίδιους νοσταλγικούς τόνους, συγκρίνοντας σταθερά και αμετάκλητα το νοσταλγικό παρελθόν της με το παρόν : « Το κέντρο της Δημοτικής Αγοράς/ δεν έχει ανάγκη από βαρύγδουπα ονόματα/ Έχει ανάγκη από φωνές ανθρώπων/ που αρκούνται με τα λίγα».<br />
Σήμα κατατεθέν και κεντρομόλος δύναμη των στίχων της ποιήτριας αποτελεί η απροσμέτρητη και καθαρτήρια ομορφιά της θάλασσας. «Όσοι μεγαλώσαμε σε πόλεις γελαστές κοντά στη θάλασσα/ με κομφετί, μπάντες και τραγούδια/ το βρίσκουμε πιο εύκολο να σφυρίζουμε ανέμελα στις παρελάσεις πια» γράφει στο απόσπασμα κ΄, κατορθώνοντας να σμίξει την καθαρτήρια αλμύρα που αποπνέουν όλοι οι άνθρωποι που είχαν την τύχη να μεγαλώσουν σε παραλιακές πόλεις σε μια χαρμόσυνη συλλογικότητα, η οποία ορθώνεται στιβαρή, αγέρωχη και πρωτίστως απαλλαγμένη από την τοξική τύρβη της καθημερινότητας. « Κι ακόμα, συχνά πολύ συχνά/ φορώντας το πλατύ μας χαμόγελο/ που ενίοτε καταλήγει σε αρχαϊκό μειδίαμα/ γνωρίζουμε πως η θάλασσα/ θα θεραπεύει πάντα/ εκείνα που θα απωλέσουμε από Δευτέρας».<br />
Στο μ΄απόσπασμα, η ποιήτρια κατορθώνει με μοναδική ποιητική δεξιοτεχνία να καταδείξει τον πλουραλισμό και την πολυμορφία στην αφήγηση ως κομβικά στοιχεία στην κατανόηση και επεξήγηση της πραγματικότητας που περιβάλλει γνωστούς και άγνωστους συμπολίτες της: « Τρένα οι ψυχές μας/ Κάθε βα- γό- νι κι ένα σημαίνον/ Κάθε ε- πι-βά-της και σημαινόμενο» γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του αποσπάσματος, για να ενισχύσει λίγο πιο κάτω με πιο διάφανες εικόνες τον συλλογισμό της:<br />
« Έπειτα από αμέτρητα ταξίδια/τα σημεία ζεύξης χαλαρώνουν/ Κάθε επιβάτης -σημαινόμενο/ αρχίζει τη δική του αφήγηση/ αρθρώνοντας λόγο για μελλοντικά δρομολόγια».<br />
Στο ρ΄ απόσπασμα, η Αθηαινίτου εξυμνεί την αμίμητη ομορφιά του ντυμένου στα κατάλευκα τοπίου, δρασκελώντας χαρούμενη και ευτυχισμένη τις παρυφές του αγαπημένου της βουνού, του Τροόδους. « Όμως, παντού τώρα ανθίζουν μυγδαλιές/ κι επάνω στα λευκά και ροζ κλωνάρια τους/ κοιμούνται μέλισσες και πεταλούδες/ αναμένοντας το ζεστό χάδι για να ξυπνήσουν» μάς λέει με ακράτητη αισιοδοξία, απομακρύνοντας με αλληγορική διάθεση τις βαριές και σκουριασμένες κλειδώσεις του χειμώνα . Στίχοι δε του αποσπάσματος ρ΄ αποδίδουν με γλαφυρότητα και ευαισθησία τον κρυμμένο μύρο της ευαισθησίας που αναβλύζει από τα βάθη της άχρονης ταυτότητας της ποιήτριας: « Άνοιξε τα μάτια κι έκλαψε/ κοιτώντας πέρα από τις ατέλειες/ στα βάθη ενός καταπράσινου τούνελ/ Μύριζε άνοιξη/ και στο δάσος χόρευαν κατακόκκινα τα μούρα/ Ό, τι κι αν έβλεπε, έλαμπε/ ό, τι κι αν άγγιζε, άνθιζε/ κι ό, τι γευόταν, ξαναγεννιόταν αυτούσιο».<br />
Στο χ΄ απόσπασμα, οι στίχοι της ποιήτριας βυθομετρούν με κριτική διάθεση και περίσκεψη τις μαύρες μέρες του πολέμου και της καταστροφής. « Σαν να μην πέρασε μια μέρα…» μάς λέει, μετατρέποντας το παρελθόν μας σ΄ ένα μακρόσυρτο και εναγώνιο παρόν. « Κι όμως ο δόλος αιωρείται ακόμη στην ατμόσφαιρα/ Οι εικόνες πιο όμορφες από ποτέ/αφηγούνται με τα εύγλωττα χείλη/ των αγίων την ιστορία ενός αιμοσταγούς πολέμου/με ανόητα φιρμάνια».<br />
Πιο κάτω η ποιήτρια, διαπιστώνει με χαρά και βαθιά, στοχαστική διάθεση πως παρ’ όλη την πυκνή παρουσία ξένων ανθρώπων στην αγαπημένη της πόλη, η βαθύτερη ουσία η οποία αδιάλειπτα ταυτοποιεί τη δική της ύπαρξη κατορθώνει στο τέλος και πιστοποιεί τη μοναδική και ανεπανάληπτη παρουσία της στον κόσμο. « Σήμερα, παρακολουθώντας απέναντι/ από το παραλιακό καφενεδάκι τους μετανάστες να συναθροίζονται κάθε Κυριακή/ απολαμβάνοντας το γαλάζιο της θάλασσας/σκέφτομαι πως: «Παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια/κάποιοι άνθρωποι και κάποια κτήρια παραμένουν ίδια/ όποιο χρώμα κι αν κουβαλάνε, όπως κι εγώ» μάς εξομολογείται χαρακτηριστικά. Λίγο πιο κάτω κιόλας η δημιουργός επιβεβαιώνει πανηγυρικά τη δική της ταυτότητα πάντα σε συνάρτηση και λειτουργική, αγαπητική σχέση με τους άλλους: « εξακολουθώ να έχω την ίδια εντόπια φωνή/ που πηγάζει από τα έγκατα/ της δικής μου πατρίδας/ και της δικής μου αγαπημένης παραθαλάσσιας πόλης… ‘ πρέπει να βλέπεις παντού την ομορφιά/ γιατί κατά βάθος, όλα είναι όμορφα’/ Ευτυχώς, συνεχίζω να υπάρχω/ σταθερός παρατηρητής της ιστορίας της πόλης μου/ ‘ Σας παρακαλώ, διασώστε την αδέρφια μου». Στο ίδιο απόσπασμα -ψ΄- η ποιήτρια βυθομετρώντας τα χρόνια που έχουν παρέλθει τοποθετεί στον πυρήνα των προβληματισμών της τον ίδιο της τον εαυτό. « Εδώ και κάμποσα χρόνια όλα έχουν αλλάξει( ή μάλλον εγώ μεγάλωσα πολύ και δεν ξεχωρίζω πια τις εποχές!)» καταθέτει χαρακτηριστικά, με θάρρος και αυτοσαρκασμό.<br />
Η ποιήτρια μέσω κιόλας της αδιάλειπτης εσωτερικής κουβέντας που έχει εγκαθιδρύσει μέσα της με τις ποικίλες συνεπακόλουθες πραγματικότητες που επιφέρει η ακατάπαυστη ροή του χρόνου στις ανθρώπινες ζωές, μπορεί και επισημαίνει τις πρώτες και αυθεντικές ορίζουσες της προσωπικής της κοσμοθέασης: « Κι είναι αλήθεια άξιο απορίας/ Πώς από ψηλά όλα τους φαίνονται αλλιώς;/ Πανέμορφες οι καταγάλανες λίμνες/ και οι γκρίζες πολιτείες με τα εργοστάσια/Πανέμορφα και των φτωχών τα καταφύγια/όπως και οι παράγκες των νέγρων/ κατά μήκος των υπεραστικών δρόμων/ έξω από τις μεγαλουπόλεις/ που φαντάζουν γραφικές στα μάτια των επισκεπτών/ Άλλο πράγμα ο ουρανός!» γράφει για μας στο καταληκτικό απόσπασμα του ποιήματός της. Η κορύφωση όμως της άδολης και αληθινής σχέσης που έχει η ποιήτρια τόσο με την πόλη της όσο και τον κόσμο γύρω της, αποτυπώνεται εύγλωττα μέσα στους ακόλουθους στίχους: « Ύστερα η πόλη με ένα σάλτο/ επιστρέφει και πάλι/ Μετέωρη ανάμεσα σε δυο κύκλους/ σκέφτεται πως/ αν και ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα/ και πως η ζωή δεν είναι/ μια φευγαλέα εικόνα»<br />
Αποτιμώντας συνολικά την εν λόγω ποιητική συγκομιδή, θα μπορούσαμε πιστεύω κάλλιστα να ισχυριστούμε πως οι μνήμες στην ποίηση της Νατάσας Αθηαινίτου-Κυπριανού, αποτελούν από τη μια αμετακίνητες σημαδούρες του παρελθόντος και από την άλλη άσβεστους φωταγωγούς του μέλλοντος. Συγκεκριμένες τοποθεσίες, όπως και ονόματα ανθρώπων που άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στην ιστορία της πόλης και της πατρίδας της γενικότερα, παρελαύνουν νοσταλγικά στους πυκνογραμμένους και μεστούς στίχους της ποιήτριας. Το μαυρόασπρο τοπίο του συνθετικού ποιήματος « Επιστροφή» εναλλάσσεται ασταμάτητα μαζί με το έγχρωμο, κυοφορώντας μέσα του μνήμες και σκέψεις χαρμόσυνες και ελπιδοφόρες για το αύριο: « Πρέπει να ξέρει κανείς να ξεχωρίζει/ τα πράγματα/ Όλοι και όλα μας καλούν/ σε μια συνομιλία ουσιαστική/ με τον τόπο, τον χρόνο/ και τους ανθρώπους/ για να ανθίσουνε ξανά/ κάτω από τα σύννεφα- αερόστατα/ οι καταπράσινοι κάμποι, τα δέντρα/ οι λόφοι με τις παπαρούνες/ και τους μαρμάρινους κίονες/ Η Μεσόγειος/ πέπλο ανάλαφρο/ ας της χαϊδεύει το μέτωπο εσαεί».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b1-%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 10 Feb 2024 19:21:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20707</guid>

					<description><![CDATA[Η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου γεννήθηκε το 1949 στη Λεμεσό, από γονείς Έλληνες, πρόσφυγες του 1922 από τη Μικρά Ασία. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αφυπηρέτησε ως Συντονίστρια Διευθύντρια σχολείων Πόλης και Επαρχίας Λεμεσού. Διετέλεσε Γραμματέας του Κυπριακού Κέντρου Συγγραφέων ΠΕΝ και είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου για την ίδρυση του &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου γεννήθηκε το 1949 στη Λεμεσό, από γονείς Έλληνες, πρόσφυγες του 1922 από τη Μικρά Ασία. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αφυπηρέτησε ως Συντονίστρια Διευθύντρια σχολείων Πόλης και Επαρχίας Λεμεσού. Διετέλεσε Γραμματέας του Κυπριακού Κέντρου Συγγραφέων ΠΕΝ και είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου για την ίδρυση του οποίου πρωτοστάτησε. Έχει εκδώσει 14 ποιητικές συλλογές, ένα θεατρικό έργο, 3 συλλογές διηγημάτων, 7 κριτικές μονογραφίες, ένα μυθιστόρημα, κριτικά κείμενα, επιστολογραφία και 9 Ανθολογίες Ποίησης. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε 13 γλώσσες, αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική, σουηδική, φινλανδική, ρουμανική, βουλγαρική, σέρβική, κροατική, αραβική και φαρσί. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στην αγγλική και τουρκική. Βραβεύτηκε: με Α&#8217; Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1986, με Α&#8217; Βραβείο Διηγήματος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου το 2005, με Α&#8217; Βραβείο Ποίησης στο Γ&#8217; Φεστιβάλ Ποίησης Θεσσαλονίκης 2007, με Αριστείο Βιβλίου για Ιστορικό Διήγημα από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.Ο.Κ.) το 2014, με Τιμητική Διάκριση από τον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάς-Κύπρος το 1993 σε Διαγωνισμό Διηγήματος. Η ποιητική συλλογή «Marginallia» (2015) που περιλαμβάνει ποιήματα από κοινού με την Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα πήρε Α&#8217; Βραβείο ως βιβλίο της χρονιάς από τον ΕΠΟΚ, όπως και τα Κριτικά Κείμενα «Ο άλλος χρόνος» ως βιβλίο της χρονιάς 2021. Η ποιητική συλλογή «Αγαπημένε», Αφή 2013, ήταν στην βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 2022 το ποίημά της «Τυραννία του χρόνου &#8211; Ο πρόσφυγας» πήρε το 2° Βραβείο σε Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης. Θεωρείται από τους κριτικούς ως μια από τις πιο καταξιωμένες φωνές της γενιάς της. Υπήρξε Ιδρυτικό μέλος του Λαογραφικού Ομίλου Λεμεσού και γραμματέας του, ιδρυτικό μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Λεμεσού και Ταμίας του Συμβουλίου του και ιδρυτικό μέλος της ΕΘΑΛ (Ελληνικής Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού). Συνολικά έχει γράψει 36 βιβλία.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>«Τοις Έντευξομένοις» (1978),<br />
«Ενεστίαση» (1980),<br />
«Εννιά Ποιήματα» (1986),<br />
«Ένας Αργοναύτης ανάμεσα στις Συμπληγάδες» (1986) (Α&#8217; Κρατικό Βραβείο Ποίησης),<br />
«Ποιητική Αδεία Λεόντιου Μαχαιρά» (1994),<br />
«Κάτοπτρον Έρωτος και Θανάτου» (1997),<br />
«Το περίσσευμα τής σιωπής» (2003),<br />
«Το Δέντρο στο Σπίτι» (2008),<br />
«Αγαπημένε» (2013), (ανάμεσα στα 5 υποψήφια για Κρατικό Βραβείο Ποίησης),<br />
«Marginalia» (2015), κοινή έκδοση με την Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, (Α&#8217; Βραβείο και Βιβλίο της χρονιάς από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδος, Ε.Π.Ο.Κ.,<br />
(2017),<br />
«12 + 2 ποιήματα για την ελληνόφωνη κάτω Ιταλία και Σικελία» (2016),<br />
«Και ταξιδεύοντας να μου γράφεις» (2018),<br />
«Πανσέληνος»(2020).<br />
«Ο μυστικός νυχτοφύλακας» (2023)<br />
«Η τυραννία του χρόνου» (Αρμίδα 2024)»</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>«Αξιοθέα» (1982) &#8211; θεατρικό έργο<br />
«Αλέξανδρος Εμμανουήλ Κεχαγιόγλου» (1994) &#8211; συλλογή διηγημάτων<br />
«Έξι κύπριοι ποιητές» (1998) &#8211; λογοτεχνικά πορτρέτα<br />
Literary Profiles, V. Panayiotidou Korfioti (1998)<br />
P. Peonides (2004)<br />
D. Gotsis (2006)<br />
M. Panayiotou Papaonisiforou (2011)<br />
Andreani Eliofotou (2014)<br />
Alexandra Galanou (2018)<br />
Nadia Stylianou (2020)</p>
<p><strong>LITERARY PROFILES</strong></p>
<p>«Ο καφές της Φιλαρέτης» (2009) &#8211; συλλογή διηγημάτων, 2η έκδοση 2010 (Αριστείο Ιστορικού Διηγήματος Ε.Π.Ο.Κ. 2014)<br />
«Οδός Κουμανδαρίας», συλλογή διηγημάτων (2015)<br />
«Ο άλλος χρόνος», κριτικά κείμενα (2021)<br />
«Ιστορίες Γραμματοσήμων», επιστολογραφία &#8211; κριτικά κείμενα (2021).</p>
<p><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΙΗΣΗΣ:</strong></p>
<p>“Face of an island” (2002) 25 κύπριοι ποιητές στην αγγλική γλώσσα<br />
«Λεμεσός – Η Μπαλάντα της Πόλης μου» (2003)<br />
Ανθολογία Ποιημάτων και Λεύκωμα καλλιτεχνικών φωτογραφιών για τη Λεμεσό, δίγλωσση έκδοση στην ελληνική και αγγλική<br />
«Ως θυμίαμα – Μικρή ποιητική Ανθολογία για τους ηρωο-μάρτυρες Σολωμό Σολωμού και Τάσο Ισαάκ» (2004)<br />
«Η Ευρώπη στην Κυπριακή Ποίηση» (2006), δίγλωσση έκδοση στην ελληνική και αγγλική<br />
«Ανθολογία ταξιδιωτικής ποίησης της νεοελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου» (2012)<br />
«Η ποίηση για την ποίηση από Κύπριους ποιητές» (2012)</p>
<p><strong>ἩΜΕΡΟΛΟΓΙΑ: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:</strong></p>
<p>«Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2013, Αφιέρωμα στη Μικρά Ασία», (2012)<br />
«Ημερολόγιο 2014, Μαρτυρίες προσφύγων τού 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο» (2013) (EPOC GABBY AWARDS – CYPRUS BEST AND BRIGHTEST 2014)<br />
«Ημερολόγιο 2015, Μαρτυρίες προσφύγων τού 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο» (2014)<br />
«Ημερολόγιο 2016, Επιστολές, έγγραφα και μαρτυρίες προσφύγων τού 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο» (2015)<br />
«Ημερολόγιο 2017, Ιστορίες, Μαρτυρίες, Επιστολές, Έγγραφα και Τραγούδια προσφύγων τού 1922 από τη Μικρά Ασία στην Κύπρο» (2016)<br />
«Ημερολόγιο 2018, Φυσιογνωμίες Μικρασιατών στην Κύπρο και ποιήματα σέ καραμανλήδικη γραφή» (2017)<br />
«Ημερολόγιο 2019, Μαρτυρίες Προσφύγων τού 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο και Αναμνήσεις από μικρασιατικές γεύσεις», (2018)<br />
«Ημερολόγιο 2020,Μαρτυριες Προσφύγων του 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο και Μικρασιάτες εκπαιδευτικοί»(2019)<br />
«Ημερολόγιο 2021 με Τιμητικό Αφιέρωμα στα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση 1821-2021 και Μαρτυρίες Προσφύγων του 1922 για τη Μικρά Ασία από την Κύπρο και Μικρασιατικά παραμύθια» (2020)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21759 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Η-ΤΥΡΑΝΝΙΑ-ΤΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ-195x300.jpg" alt="" width="221" height="340" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Η-ΤΥΡΑΝΝΙΑ-ΤΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ-195x300.jpg 195w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/Η-ΤΥΡΑΝΝΙΑ-ΤΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ.jpg 417w" sizes="(max-width: 221px) 100vw, 221px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20708 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/125-1-300x180.jpg" alt="" width="570" height="342" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/125-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/125-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20709 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/226-1-300x180.jpg" alt="" width="570" height="342" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/226-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/226-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20710 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/317-1-300x180.jpg" alt="" width="570" height="342" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/317-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/02/317-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2024)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Της ποίησης</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></p>
<p>Δεν τον αψήφησα ποτέ.<br />
Υπήρξα μέχρι αηδίας<br />
υπάκουη.<br />
Αναδείκνυα τις γοητευτικές<br />
ή ανούσιες επισκέψεις του.<br />
Ήταν ο κυνηγός<br />
κι εγώ το θήραμα.<br />
Ο μέγας κι εγώ ο ευτελής.<br />
Τον κοίταζα ευθυτενώς<br />
στα μάτια.<br />
Η αδρεναλίνη μου<br />
έδινε νόημα στην ύπαρξή του.</p>
<p>Δεν τον προσπέρασα ποτέ,<br />
αλλά νομίζω<br />
ταπεινά<br />
πως τον σημάδεψα,<br />
πως τον καθήλωσα<br />
πολλές φορές<br />
με το μαχαίρι<br />
της ποίησης.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>VIII</strong></p>
<p>Μέσα στο λίγο και το πολύ<br />
των χρονοδιαγραμμάτων<br />
ρέω σαν ποτάμι ανεπιστρεπτί<br />
συμπαρασύροντας τη θλίψη.<br />
Γίνε, Ποίηση, η αγκάλη του δέντρου,<br />
ο ρυθμός της ανάσας του,<br />
η γαλήνη του ακίνητου χρόνου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XII</strong></p>
<p>Η πρώτη ύλη<br />
του ποιητή<br />
είναι η λύπη.</p>
<p>Την βρέχει<br />
την ζυμώνει<br />
την ψήνει<br />
και την κόβει σε λέξεις.</p>
<p>Όλη η διαδικασία<br />
είναι επώδυνα λυτρωτική.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής πατρίδας</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XV</strong></p>
<p>Λαχτάρα<br />
Να διαβείς τη Μεσόγειο.<br />
Να μετρήσεις μία-μία<br />
τις βραχονησίδες<br />
τους κίονες<br />
τ’ αρχαία θέατρα<br />
τα κάστρα<br />
τους βυθούς<br />
να φτάσεις επιτέλους<br />
στον εαυτό σου,<br />
να βαπτιστείς ξανά,<br />
να προσκυνήσεις το χώμα<br />
και να μην είναι όνειρο,<br />
να είναι έρωτας βιώσιμος,<br />
λαχτάρα<br />
να ξαναγεννηθείς<br />
μέσα από τα κύματα<br />
μέσα από τα δέντρα<br />
μέσα από τα βότσαλα.<br />
Λαχτάρα<br />
να διαβείς τη Μεσόγειο<br />
τον χρόνο<br />
την ιστορία<br />
μα για να πας πού αλλού<br />
στο σπίτι σου<br />
που σου το πήραν ξένοι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXII</strong></p>
<p>Τα θραύσματα του χρόνου<br />
άηχα ή εκκωφαντικά<br />
μοιάζουν με πυρηνικά μανιτάρια<br />
που εκτοξεύθηκαν<br />
για να πληγώσουν ανεπανόρθωτα<br />
τη μνήμη.<br />
Οι υπαίτιοι<br />
ορατοί η αόρατοι<br />
βυθίστηκαν οικειοθελώς<br />
στη λήθη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">2.8.2019</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής Θράκης</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXIII</strong></p>
<p><strong>Καθ’ οδόν προς Θράκη</strong></p>
<p><strong>1</strong></p>
<p>Φεύγω.<br />
Ο τόπος είναι ο ίδιος.<br />
Μένω κι όταν φεύγω.<br />
Όλα επαναλαμβάνονται.<br />
Θέλω να φύγω<br />
και θέλω να μείνω.<br />
Τα βουνά, το χώμα,<br />
οι ελαιώνες<br />
κι όταν φεύγω μου γνέφουν<br />
θα μας βρεις<br />
κι άλλου,<br />
δεν θα μας αφήσεις<br />
πίσω σου.<br />
Τίποτα δεν μένει πίσω.<br />
Όλα τα παίρνεις μαζί σου<br />
κι όλα μένουν<br />
να σημαίνουν<br />
την παρουσία σου<br />
στην απουσία σου.</p>
<p style="padding-left: 120px;">4.4.2023</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>4</strong></p>
<p>Από γεννησιμιού σου<br />
περπατάς<br />
στους δρόμους του Παράδεισου<br />
παράλληλα στο χείλος<br />
της αβύσσου.<br />
Δρόμοι βουνών και θάλασσας<br />
εμφυσούν τα χρώματα<br />
και του φωτός και του σκότους.</p>
<p style="padding-left: 120px;">4.4.2023</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής Ελευσίνας</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXV</strong></p>
<p><strong>Τέσσερα ποιήματα της ’Ελευσίνας</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α΄</strong></p>
<p>Μας καλούν όλα τα ’Έψιλον<br />
να ξαναπερπατήσουμε<br />
στην Ιερά οδό,<br />
να πορευθούμε<br />
προς το μυστικό Άβατο<br />
να πενθήσουμε<br />
να νηστέψουμε<br />
να προσευχηθούμε<br />
να μεταμορφωθούμε<br />
από σκουλήκι σε χρυσαλλίδα<br />
να φτερουγίσουμε<br />
από τον Κάτω στον Άνω Κόσμο<br />
ξαναγεννημένοι<br />
διάφανοι<br />
ανάεροι<br />
προπατορικοί<br />
από την κάθαρση<br />
της ’Έλευσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής λέξης</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXIX</strong></p>
<p>Χίλια τρισεκατομμύρια γαλαξίες.<br />
Ο καθείς με εκατόν<br />
δισεκατομμύρια άστρα.<br />
Κι εμείς νομίζουμε<br />
πως η φωνή μας<br />
κατακτά τον χώρο,<br />
πως η φωνή μας<br />
νίκα τον χρόνο.<br />
’Εκτός κι αν η λέξη<br />
είναι η δική μας ταυτότητα<br />
μέσα στο σύμπαν<br />
κι έχει τη δική της στο άπειρο τροχιά.</p>
<p style="padding-left: 200px;">10.7.2019</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXX</strong></p>
<p><strong>Η δασεία της ηδονής.</strong></p>
<p>Η δασεία της ηδονής.<br />
Δεν θυμόμουν<br />
ότι η ηδονή<br />
δασύνεται.<br />
Της προσδίδει<br />
μια εσωστρέφεια<br />
η δασεία,<br />
ενώ η οξεία<br />
την απελευθερώνει,<br />
την καθιστά<br />
σχεδόν περαστική,<br />
λες και πορεύεται<br />
αγκαλιά με τη λήθη.<br />
Σε αντίθεση<br />
με την άνευ όρων και ορίων<br />
καταβύθιση στο βάθος<br />
της δασυνόμενης ύπαρξής της,<br />
στα σπλάχνα του εαυτού της,<br />
στα έγκατα της ευφορίας της.<br />
Και βέβαια χωρίς πνεύμα<br />
δεν έχει<br />
ούτε παρελθόν ούτε μέλλον.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής μνήμης</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXXVIII</strong></p>
<p>Αλλά<br />
μεγαλύτερη δωρεά του<br />
στα γένη των γενεών<br />
είναι η μνήμη.<br />
Πως και δεν την πήρε<br />
μαζί του<br />
μια και καλή;<br />
Ξέχασε να κοιτάξει πίσω του;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XL</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Στις γυναίκες που φεύγουν καιόμενες</strong></p>
<p><strong>Θρήνος</strong></p>
<p>Έφυγες<br />
λουσμένη το σκότος<br />
από την αυτοπυρπόλησή σου,<br />
λαμπάδα φλογισμένη<br />
κι υστέρα κάρβουνο<br />
ορυκτό<br />
ένα με τη γη.<br />
Επιστροφή<br />
η πιο επώδυνη<br />
η πιο τραγική<br />
να καις τη σκέψη που σε έκαψε.<br />
Καίγεται ο εσκοτισμένος νους;</p>
<p>Επιβιώνει ο νους ως μνήμη;<br />
Ταξιδεύει στο σύμπαν<br />
ο καιόμενος,<br />
στρόβιλος<br />
πάθους και παραφροσύνης,<br />
που τρομάζει<br />
τη συνείδησή μας<br />
και στοιχειώνει<br />
την ύπαρξη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">9.4.2020</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής αγάπης</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XLV</strong></p>
<p>Αυτοί που μας αγάπησαν πολύ<br />
έχουν πεθάνει.<br />
Ζούμε με την αγάπη τους<br />
όπως θα ζήσουν τα παιδιά μας<br />
με τη δική μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LIII</strong></p>
<p>Χάσαμε τις Περσίδες<br />
κι αυτό το καλοκαίρι.<br />
Μόνο στην ανάκληση του παρελθόντος<br />
οι φωτεινές κινούμενες στιγμές<br />
στον ουρανό.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LVI</strong></p>
<p>Το θέλημα της καρδίας του</p>
<p>Μέρα πρώτη<br />
έφυγε παίρνοντας μαζί του<br />
λίγους στίχους για το φως<br />
ξέροντας<br />
«πως το σώμα είναι φως<br />
και πως η ελπίδα<br />
ανθίζει μέσα στο φως».<br />
Εβδομάδα Παθών.<br />
Βιαζόταν να πάει<br />
ν’ ακούσει<br />
το τροπάριο της Κασσιανής</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Του έρωτα</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXIV</strong></p>
<p>Ειδώλιο εναγώνιου έρωτος<br />
νίκα τον χρόνο.<br />
Πάνοπλος ο έρως<br />
Ετοιμοπόλεμος.</p>
<p>Ειδώλιο κόρης<br />
κρατά<br />
πουλί και ρόδι<br />
στην αιωνιότητα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής μουσικής</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXV</strong></p>
<p>Παίξε, λύρα.<br />
Παίξε, λαούτο.<br />
Να λιγοθυμήσει<br />
ο Έρως.<br />
Να του δώσει φιλί<br />
ο χρόνος.<br />
Να κλονιστεί ό θάνατος.</p>
<p>Παίξε, λύρα.<br />
Παίξε, λαούτο.<br />
Φιλί ο ήχος σας<br />
στις λέξεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Τής Σάρας</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXVII</strong></p>
<p><strong>Στη Σάρα</strong></p>
<p>Κάθομαι κι ατενίζω<br />
την ιτιά της αυλής μου.<br />
Οι κλώνοι της<br />
γέρνουν προς τη γη<br />
ερωτικά.<br />
Λικνίζονται με το χάδι<br />
του άνεμου.<br />
Ήρθε, ήρθε το Φθινόπωρο,<br />
ανακοινώνει η λυγερή,<br />
αφιέρωσε λίγο χρόνο<br />
στις αισθήσεις σου.<br />
Αλλάζουν τα χρώματα,<br />
οι ήχοι, η ηλικία.<br />
Εφτά φορές το δέκα<br />
ψιθυρίζουν.<br />
«Δεν φοβούμαι τη βροχή<br />
ούτε τον κεραυνό<br />
ούτε τα βεγγαλικά<br />
ούτε την καταιγίδα.<br />
Κι ο λύκος είναι<br />
μέσα στο παραμύθι»,<br />
λέει γενναία η Σάρα,<br />
σχεδόν τεσσάρων χρόνων.</p>
<p style="padding-left: 160px;">16.9.2019</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Του χρόνου και του καιρού</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXXII</strong></p>
<p>Απομακρύνομαι<br />
από όλους και απ’ όλα.<br />
Παίζω τον ρόλο<br />
του χρόνου.<br />
Γιατί δεν έχω πιά<br />
ηλικία.</p>
<p style="padding-left: 80px;">31.7.2019</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXXIII</strong></p>
<p>Ο χρόνος ο ξένος<br />
ο προσωπικός, που δεν μας ανήκει,<br />
ο περαστικός<br />
κι ο προσωρινός,<br />
στη σκέψη μας<br />
κλεψύδρα και πυξίδα μαζί.<br />
Αφόρητες οι εκκρεμότητες.<br />
Τις αποδιώχνουμε.<br />
Γυρνούμε τον τροχό,<br />
κοιτούμε τους δείκτες,<br />
να φύγει, να φύγει<br />
και τι να ’ρθει<br />
που δεν θα φύγει;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>LXXVI</strong></p>
<p>Χάνονται οι στιγμές.<br />
Χάνονται.<br />
Μην τις αφήνεις.<br />
Μην τις πετάς<br />
από τ’ αγκίστρι του χρόνου<br />
πίσω στη θάλασσα.<br />
Δέσε τις στιγμές<br />
κορδέλλες στα μαλλιά σου<br />
αλλιώς θα έρθουν παλίρροια<br />
να καταβροχθίσουν<br />
τα κύτταρα<br />
του εγκεφάλου σου.</p>
<p>Δεν νικάς τον χρόνο<br />
με την απώθηση.<br />
Καλύτερα να σε αναστατώνουν<br />
παρά να σβήνονται.<br />
Που θα σταθείς,<br />
όταν χαθούν;<br />
Σου ανήκουν.<br />
Κράτα τις.<br />
Είναι το είναι σου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΣ (2023)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 1922-2022</strong></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Α&#8217; Ποιήματα της Μικρασίας 2022</strong></h6>
<h5><strong>ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ</strong></h5>
<p>Όσο μεγαλώνω<br />
Αναμνήσεις με βαραίνουν<br />
μπρούντζος ασήκωτος,<br />
τόνοι μαρμάρου.<br />
Κλείνω τα μάτια.<br />
Να φυλάξω το βλέμμα<br />
για το αύριο.<br />
Καλύτερα να ονειρεύομαι<br />
παρά να θυμάμαι.<br />
Ο νόστος με αναστατώνει.<br />
τόσα χρόνια, τόσοι αιώνες,<br />
Κι εγώ στη ρίζα τού στροβίλου<br />
πρόσφυγας από γενιά<br />
κι από συνείδηση.</p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΙV</strong></h5>
<p>Έπρεπε να βρούμε<br />
νυχτοφύλακα<br />
για την τιμή και το σέβας<br />
στο κόσμημα τού ενθυμήματος<br />
ώσπου να πλύνουμε<br />
να στεγνώσουμε, να σιδερώσουμε<br />
τίς σημαίες.<br />
Νυχτοφύλακα,<br />
όχι για τη Νέκυια<br />
-πώς πάλλεται η ψυχή μας-<br />
άλλα για την άνοδο<br />
από τον Άδη<br />
-άνοδο, ανάταση, ανάσταση-<br />
σ’ ένα επιτύμβιο<br />
πάλλευκο μάρμαρο.</p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ V</strong></h5>
<p>Έπρεπε να βρούμε<br />
νυχτοφύλακα<br />
να παραφυλάει<br />
τ’ ολοκέντητο σεντόνι<br />
του ύπνου των νεκρών,<br />
μέχρι ν’ αναδιπλωθούν<br />
στον αιθέρα<br />
οι σημαίες<br />
φτερούγες αγγέλων.<br />
Να παραφυλάει<br />
τούς ήχους τής νύχτας<br />
και τίς αφές τής μέρας.<br />
Να παραφυλάει<br />
να μην ανατείλει η μνήμη<br />
χωρίς το χειροκρότημά μας.</p>
<h5><strong>1922, 1974</strong></h5>
<p>Ο χρόνος τραυματίζει.<br />
Ο χρόνος δεν επουλώνει.<br />
Ο χρόνος εγκλωβίζεται σέ αριθμούς.<br />
Ημερομηνίες, χρονολογίες, εκατονταετηρίδες,<br />
χιλιετίες γίνονται σταθμοί τής διαχρονίας,<br />
αιματηρές σφραγίδες τής διάνοιας,<br />
οδοδείκτες τής μνήμης<br />
ανεξίτηλοι,<br />
τής ψυχής ολοκαύτωμα<br />
πού ούτε ό θάνατος ξεπερνά<br />
ούτε ό θάνατος διαγράφει.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Β&#8217; Ποιήματα τής Μικρασίας 1986-2021</strong></h6>
<h5><strong>Η ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p>Μεταφυσικό τοπίο<br />
που ζητάς ερημίτες<br />
να περιγράφουν το εγκαλλώπισμά σου.<br />
Ποιος προπλασμός ψυχής<br />
σέ στερέωσε;</p>
<p>Εκείνη<br />
η Μικρασία<br />
με τις μορφές των προσφύγων<br />
αγαπημένων προγόνων και πατέρων<br />
που χρύσωσαν την παιδική σου μνήμη<br />
μαζί με τις μορφές των άγιων<br />
κλεισμένες στην Ασίνου και τον Άρακα<br />
δίπλα στο πράσινο βουνό και τη θάλασσα<br />
που σε γέννησε.</p>
<p>Ένα σκοτεινό ιερό η μνήμη.</p>
<p>Η παρουσία των αιώνων η μνήμη.</p>
<p>Μια σκεπή που αγγίζει τη γη.</p>
<p>Στη δροσιά της καταφεύγουμε<br />
ν’ απαλλαγούμε από το βάρος<br />
τής αβύσσου.</p>
<p>Ποιητική Συλλογή<br />
«Ένας Αργοναύτης ανάμεσα<br />
στις Συμπληγάδες»<br />
Λεμεσός, 1986</p>
<h5><strong>Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ α&#8217;</strong></h5>
<p>Μια φορά κι’ ένα καιρό<br />
αλόγα πετούν<br />
πουλιά τραγουδούν<br />
Άι Γιώργηδες πολεμούν το θεριό<br />
στην Καππαδοκία<br />
στη Μακεδονία<br />
στην Κύπρο<br />
Αποξεχάστηκε η γιαγιά<br />
δεμένη το μαλλί στο λαιμό της<br />
&#8211; ο μίτος αξετύλιχτος &#8211;<br />
κι’ εγώ κοιμήθηκα μες στο βασίλειο μου<br />
μπαλκόνι που δεν βλέπει γη<br />
να μη γυρίσει ο χρόνος</p>
<p>Μόνο ο καθρέφτης ο γερτός<br />
χωνεύει μέσα του<br />
αλλάζοντας της κάμαρας την προοπτική<br />
τα βήματα του χρόνου.<br />
Κι’ όμως, για δες, μπορώ να κλείσω τα μάτια<br />
και να μην έχω βγει απ’ το παραμύθι<br />
και να μην έχει η γιαγιά πεθάνει<br />
αλύτρωτη νοσταλγός<br />
χρόνια τώρα<br />
και να μην έχει πατηθεί<br />
το παλιό σπίτι τής γιαγιάς,<br />
η πρώτη σκακιέρα τής ζωής μου &#8230;</p>
<p style="text-align: right;">1.11.92<br />
Ποιητική Συλλογή<br />
«Κάτοπτρον έρωτος και θανάτου»<br />
Λεμεσός, 1997</p>
<h5><strong>Η ΠΡΟΕΦΗΒΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ β&#8217;</strong></h5>
<p>Νήματα ξετυλίγονται<br />
προς εποχές και πρόσωπα<br />
από σελίδες<br />
και στροβιλίζομαι<br />
μες στο χορό και μες στα πάθη τους<br />
γιατί εισχωρώ σ’ ετούτο το ιερό<br />
επαναστάτρια<br />
πού το κλειδί του ό κλειδοκράτορας<br />
κρατεί με μια γητεύτρα περηφάνια<br />
Κατέχει ο πρόσφυγας τού ’22 στην Κύπρο<br />
πως δρόμους ανοίγουν ανεξίτηλους<br />
η μνήμη κι’ η γραφίδα</p>
<p>Δε θέλησα να βγω απ’ αυτό ποτέ<br />
&#8211; κληρονομιά ανεκτίμητη &#8211;<br />
πριν εξαντλήσω τις λέξεις<br />
και γνωρίσω τα νήματα άπειρα<br />
που φέρνουν σ’ άλλα νήματα</p>
<p>Και νάμαι που υφαίνω τη ζωή<br />
Βιβλιοφάγος στυλίτης αλύτρωτος<br />
Και νάμαι που μετρώ τη ζωή<br />
με τα βιβλία κλειδιά<br />
πού καταργούν συρματοπλέγματα</p>
<p>Άραγε θα κληρονομήσουν τα παιδιά μας<br />
τη μνήμη μας<br />
και το κλειδί πού διαιωνίζει<br />
τη μνήμη μας;</p>
<p style="text-align: right;">29.11.92<br />
Ποιητική Συλλογή<br />
«Κάτοπτρον έρωτος και θανάτου»<br />
Λεμεσός, 1997</p>
<h5><strong>ΞΕΝΑΓΗΣΗ 1</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στην Αλλάγια</p>
<p>Μάτια στεγνά και φλογισμένα<br />
ψάχνουν την ευλογία<br />
στη θέαση,<br />
στο πρώτο αντίκρισμα<br />
του αρχαίου και νέου τοπίου.<br />
Κόρυκος, Κορακήσιον, Αλλάγια<br />
που γέννησε τους γεννήτορες<br />
και υποδέχεται<br />
τα παιδιά και τα εγγόνια τους.<br />
Σταλακτίτες και σταλαγμίτες<br />
αναπνέουν κρυμμένοι<br />
στον αόρατο χρόνο,<br />
ενώ τα τείχη<br />
του οχταπύργιου<br />
πορφυρά<br />
αγκαλιάζουν χιλιόμετρα<br />
σαν να είναι<br />
ο Άη Αφέντης τού Βουνού.</p>
<p>Βρέχει χρυσά νομίσματα<br />
απ’ τα δέντρα.<br />
Ο Αλέξανδρος κι ο Απόλλωνας<br />
στις δύο όψεις.<br />
Πόθος για αρετή.<br />
Δευτέρα των Αρχαγγέλων.<br />
Τετάρτη των Νηστειών.<br />
Σάββατο των Κεκοιμημένων.</p>
<p>Βρέθηκε λυμένος<br />
από τα σίδερα της φυλακής<br />
ο άγιος των ναυτικών.</p>
<p>Κάποιος που πνιγόταν<br />
τον φώναξε<br />
κι αυτοστιγμεί<br />
προσγειώθηκε εμβρόντητος<br />
από τη θάλασσα στο σπίτι του&#8230;!</p>
<p>Εράπισεν η θέα<br />
τους επισκέπτες.<br />
Εσκίρτησεν η σάρκα.<br />
Αγαλλίασε το πνεύμα.<br />
Τόση ομορφιά<br />
τόση ομορφιά<br />
πονεί και κρούζει<br />
γενιά προς γενιά.</p>
<p style="text-align: right;">Μικρά Ασία<br />
Αλλάγια-Μύρα<br />
17.2.2018<br />
Ποιητική Συλλογή<br />
«Και ταξιδεύοντας<br />
να μου γράφεις»<br />
Εκδόσεις Αρμίδα, Λευκωσία 2018</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>Πανσέληνος</strong></h5>
<p>Φεγγάρι, φύλαξε τα λόγια μου.<br />
Η σκιά, η σκουριά, η σήψη,<br />
τα λάθη, το πάθος<br />
δοκιμάζουν την αντοχή μας<br />
δοκιμάζουν<br />
τα φτερά μας.</p>
<p>Οξειδωμένο<br />
και πανώλεθρο το βουνό<br />
με τα Εκατό Σπίτια της Ρήγαινας<br />
σκοτεινά<br />
σ’ ατενίζει,<br />
ξενητεμένο χωρίς ξενητειά.</p>
<p>Σπαράγματα βλέπεις τού χρόνου<br />
να εκτοξεύονται<br />
μηνύματα σημαίας αλλότρια.<br />
Αθέατες οι φωλιές των αετών.<br />
Έχεις μόνο τον Άγιο Ιλαρίωνα<br />
να σου γνέφει<br />
και τούς μάρτυρες της Καντάρας<br />
να κάνουν σινιάλο.<br />
Από το ύψος<br />
της ταπεινοφροσύνης.</p>
<p>………………………………</p>
<p>Δεν έχει ψευδώνυμο.<br />
Ποτέ δεν είχε<br />
μέσα σε αρίθμητους<br />
καιρούς μαρτυρίων.<br />
Ο πόνος του ατέρμονος.</p>
<p>Αντιφεγγίζει<br />
το φωτοστέφανο σου<br />
στις πλαγιές και τα κάστρα του.<br />
Υποβάλλεις την ιδέα<br />
της γονιμότητας<br />
με το σεληνόφως<br />
σαν γυναικείος μαστός.<br />
Φύλαξε την άξια<br />
των συμβόλων.<br />
Θυγατέρες της Σοφίας<br />
η Πίστη, η Αγάπη κι η Ελπίδα.<br />
Φύλαξε τη Σοφία,<br />
την υπομονή.<br />
Τις κόρες και τους γιούς<br />
του νησιού.<br />
Να προσμένεις.</p>
<p>Αμίλητες οι αμίαντες<br />
Παναγιές,<br />
η Παναγία η Βάτος<br />
η Παναγία του Πάθους<br />
η Αφέντρικα<br />
η Περίβλεπτος<br />
μητέρες της ελεημοσύνης<br />
δεν αντιχαιρετούν πιά<br />
την Τροοδίτισσα<br />
και την Παναγιά του Κύκκου<br />
στις απέναντι κορυφογραμμές.</p>
<p>Ο κυρ Μανουήλ Πανσέληνος<br />
από το &#8216;Άγιον Όρος,<br />
ο Φώτης Κόντογλου<br />
από το Αϊβαλί,<br />
ο Θεοφάνης ο Κρης,<br />
ο Μιχαήλ Αστραπάς<br />
απ’ τη Θεσσαλονίκη<br />
και την Οχρίδα<br />
δείχνουν με το πινέλο<br />
αγιογράφοι &#8211; αγάλματα<br />
δείχνουν με τη γραφίδα τους<br />
το Μοναστήρι του Χρυσοστόμου<br />
στο Βουφαβέντο<br />
και της Κανακαριάς την εκκλησιά.</p>
<p>……………………………………………………..</p>
<p>Ανεξάντλητο το πέλαγος<br />
της θλίψης μας.<br />
Γίνε οικτίρμων,<br />
φεγγάρι μου,<br />
πρέσβευε το έλεος<br />
μέσα στον ανοικτίρμονα χρόνο.</p>
<p>Η φύση<br />
δοκιμάζει τα όρια<br />
της αντοχής του βουνού,<br />
τα όρια<br />
της ψυχής μας.<br />
Το βουνό είναι η αποκάλυψη<br />
των ορίων μας.<br />
Απεγνωσμένοι, ανάξιοι<br />
ικετεύουμε<br />
να κοπάσει<br />
ο σάλος της καρδίας μας.<br />
Δεν μπορούμε<br />
να αποκρύψουμε<br />
όπως εσύ,<br />
στη σκοτεινή πλευρά σου<br />
το θρυμματισμένο μας πρόσωπο<br />
τον θρυμματισμένο μας χρόνο.</p>
<p>Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας<br />
ο Νώε, ο Μωυσής<br />
νοερό νήμα<br />
φωτεινό &#8211; Αραράτ, Σινά.<br />
Κιβωτός και περιστερά<br />
και εντολές στην πέτρα<br />
και άκρα του άχρονου<br />
χώρου.<br />
Σιωπή.</p>
<p>Το βουνό<br />
παλάμη ανοικτή<br />
σε καλεί να στηριχτείς<br />
σ’ αυτήν<br />
για το άλμα<br />
πού αναμένει<br />
η ψυχή.</p>
<p>Να αισθάνεσαι<br />
το σχήμα του<br />
όχι σαν ανάμνηση<br />
αλλά θόλο εκκλησιάς<br />
ένα σκληρό καρύδι,<br />
ένα πουλί<br />
με τη φωνή της Μεσαορίας<br />
ηχώ στα φαράγγια.<br />
Το βουνό<br />
είναι ή κλίμακα<br />
του ονείρου σου.</p>
<p>Ικετεύουμε<br />
η δρόσος τ’ ουρανού<br />
ν’ αγγίξει τη γη<br />
που διψά.</p>
<p>……………………………………………….</p>
<p>Φόρεσε τα πολύχρωμα φτερά<br />
και τις χάντρες σου<br />
και χόρεψε<br />
έναν μιμικό χορό<br />
αρχαϊκό,<br />
να καθαιρέσεις<br />
το είδωλο του σκότους,<br />
το σύνδρομο<br />
του αποκλεισμού.</p>
<p>Εξορκιστής γίνε<br />
του Μινώταυρου.<br />
Να φέρεις,<br />
προσωπιδοφόρε,<br />
με τη νυχτερινή σου τελετή<br />
τη λειτουργία της ειρήνευσης<br />
το χαίρε των Μυροφόρων.</p>
<p>Προστάτευε το βουνό<br />
και<br />
φέγγε μου<br />
να ξαναπερπατήσω,<br />
φέγγε μου<br />
να ξαναπερπατήσω<br />
στο βουνό.</p>
<p style="text-align: right;">21.9.2019<br />
Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ</strong></h5>
<p>Επιστρέφω.<br />
Μέσα στα τείχη σου.<br />
Μέσα στην καρδιά<br />
τής πέτρας σου.<br />
Μέσα στα νήματα<br />
τής αλόης.<br />
Μέσα στα ψήγματα<br />
του χαλκού<br />
και τα θρύψαλα<br />
τού κάρβουνου.<br />
Μέσα στο μέλι τής κερήθρας.<br />
Ριζώνω και ξεριζώνομαι.<br />
Εμφυσάς ζωή μέσα μου.<br />
Εισπνέω τον λυγμό σου.<br />
Γίνομαι η γωνία<br />
του βλέμματός σου.<br />
Κατοικείς μέσα μου.<br />
Ριζώνω και ξεριζώνομαι.<br />
Έρχομαι,<br />
ανηφορίζω στο χρόνο,<br />
έρχομαι,<br />
εξακολουθώ να έρχομαι.<br />
Εκδιώκομαι,<br />
άλλα επιστρέφω.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑ, ΕΣΥ</strong></h5>
<p>Ήταν ο φτερωτός έρωτας εκείνος<br />
που είδαμε<br />
να ίπταται πάνω<br />
απ&#8217; τα γαλάζια κύματα<br />
της θάλασσας<br />
ανάμεσα σε δελφίνια.<br />
Κι ήταν ο έρωτας<br />
στο άρμα του<br />
να το σέρνουν<br />
ένας κριός κι ένας τράγος<br />
μέσα από δάση διάφανα.<br />
Μας χάρισε τη νιότη μας<br />
και τη μνήμη της νιότης μας<br />
ξανά και ξανά.<br />
Στην άλλη προθήκη<br />
κόρη ανασηκώνει το ιμάτιο&#8230;<br />
Μα ποιος είν&#8217; αυτός σιμά της;<br />
Χαμογελά, μυρίζεται το κρίνο<br />
κι έχει αγκαλιά<br />
έναν πετεινό;</p>
<p style="padding-left: 240px;">Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών<br />
15.9.2017</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ</strong></h5>
<p>Έσκυψα.<br />
Το αυτί μου στα χείλη σου.<br />
Τόσο σιγανά<br />
κι απρόσμενα.<br />
Μετααιώνια<br />
μεταστροφή.<br />
Ένας πηγαίος χαιρετισμός.<br />
Έτρεμαν οι Λέξεις.<br />
Ήμουν πολύ κοντά<br />
στο μάγουλό σου.<br />
Αποζήτησες την υπόσχεση.</p>
<p>Μα το μέλλον<br />
είναι πύλη σκοτεινή<br />
και το κλειδί<br />
χαμένο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">26.8.2017</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ</strong></h5>
<p>Παράλληλα με τον ποταμό<br />
και το τραίνο.<br />
Παράλληλα με τα δέντρα<br />
ανεβαίνουμε.<br />
Μαζί μας ο Μιχαήλ Κατακουζηνός<br />
ο Δη μητριός Καρατζάς<br />
ο Ρήγας Φεραίος,<br />
ο Γιαννούλης Χαλεπάς<br />
ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Ρουμανία<br />
5.8.2017</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΘΑΜΒΟΥΣ</strong></h5>
<p>Έρωτα θαμβούς<br />
επλήσθησαν τα σπλάχνα μου<br />
και έγινα άμμος<br />
της θάλασσας<br />
και τ&#8217; ουρανού νεφέλη<br />
πήγασος πιά<br />
κι εύξεινος ποντοπόρος</p>
<p style="padding-left: 240px;">Θεσσαλονίκη<br />
21.6.2017</p>
<h5><strong>ΑΛΛΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ</strong></h5>
<p>Πρέπει να υπάρχει<br />
ένας Γαλαξίας<br />
μέσα στο σύμπαν<br />
η τα σύμπαντα,<br />
στον όποιο<br />
να έχουν μετοικήσει<br />
οι ψυχές<br />
των νεκρών<br />
αγαπημένων μας.</p>
<p>Αυτή είναι η ύπαρξη<br />
ζωής<br />
σε άλλους πλανήτες<br />
και με συνταράσσει</p>
<p style="padding-left: 200px;">29.8.2016</p>
<h5><strong>ΚΟΙΤΑ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ</strong></h5>
<p>Μην κλείνεις τα μάτια.<br />
Κοίτα το ποτάμι.<br />
Παίρνει τις θύμησες<br />
μαζί του<br />
κι αυτές χορεύουν<br />
μαυλιστικά<br />
σε κάθε γυροκύλισμα του νερού.</p>
<p>Πρόσεξε μην αποκοιμηθείς.<br />
Θα χάσεις τις εκβολές<br />
στην απέραντη θάλασσα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Βοσνία<br />
11.8.2016</p>
<h5><strong>ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</strong></h5>
<p>Οι λέξεις<br />
δεν είναι αποδημητικά<br />
πουλιά.<br />
Χρειάζονται βέβαια<br />
εύκρατο κλίμα<br />
για να επιβιώσουν,<br />
να μη χαθούν<br />
στα ξένα.</p>
<p>Είναι χελιδόνια<br />
οι λέξεις<br />
που κάθονται<br />
στο ηλεκτροφόρο<br />
σύρμα περιμένοντας<br />
την Άνοιξη.</p>
<p>Θέλουν τη φωλιά τους<br />
οι λέξεις<br />
ν&#8217; αυγατίσουν τη ζωή.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Ντουμπρόβνικ<br />
9.8.2016</p>
<h5 style="padding-left: 240px;"><strong>ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ</strong></h5>
<p>Εκατοντάδες ομπρέλες<br />
δέχονταν μαζί με τη βροχή<br />
τις νότες<br />
απ&#8217; τίς σονάτες του Σοπέν<br />
που ταξίδευαν<br />
ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων<br />
χορεύοντας<br />
με τις σταγόνες τού νερού<br />
προς την ακοή,<br />
που δεν έχει ηλικία,<br />
εκατοντάδων ακροατών.</p>
<p>Η μουσική καταργεί<br />
τον χρόνο<br />
και κάτω απ&#8217; τη βροχή.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Βαρσοβία<br />
16.7.2016</p>
<h5><strong>Η ΚΕΝΤΗΤΡΙΑ</strong></h5>
<p>Πούλιες η τιρτίρ<br />
μεταξωτά νήματα<br />
για τη σάρκα του κεντήματος.<br />
Ο χρόνος γίνεται ριζοβελονιά.<br />
Όχι, όχι, δεν χρειάζονται<br />
επίχρυσες η αργυρές κλωστές<br />
για να λυτρώσεις τη σκέψη σου<br />
από τις υδάτινες πορείες θανάτου<br />
των απάτριδων<br />
των προσφύγων<br />
των μεταναστών<br />
των κυνηγημένων και διωκομένων<br />
της νύχτας και της ημέρας<br />
τούτης της ζωής και εκείνης,<br />
της άλλης&#8230;<br />
Τα νήματα γίνονται σύρματα<br />
μεταλλικά ελάσματα.<br />
Αιμορραγείς.<br />
Κι όμως πολύ το ήθελες<br />
σαν τους μακάριους ασκητάδες<br />
να κεντήσεις<br />
στολή αφθαρσίας<br />
για όλους τους απελπισμένους.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Αθήνα<br />
11.6.2016</p>
<h5><strong>ΤΑ ΒΑΪΑ ΤΩΝ ΦΟΙΝΙΚΩΝ</strong></h5>
<p>Ο ουρανός κι η γη<br />
θα περάσουν.<br />
Τα Λόγια της αγάπης<br />
θα μείνουν<br />
να στηρίζουν<br />
τον οίκο της δικαιοσύνης<br />
ενάντια στη ρομφαία των θλίψεων<br />
και τις ακοές των πολέμων<br />
οδυρμούς, ιαχές, κραυγές<br />
ενάντια στα ξηρά και γυμνά οστά<br />
στα οστά τα ταπεινωμένα<br />
με αντίλυτρο την ψυχή.</p>
<p style="padding-left: 240px;">24.4.2016</p>
<h5><strong>ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Θα τόλεγα Διονυσιασμό.<br />
Να χορεύουν τα πάθη τους,<br />
τον έρωτά τους,<br />
χέρια που κανακεύουν τον αέρα,<br />
πόδια που αλαφροπατούν τη γη<br />
από το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα,<br />
ολόκληρο χωριό<br />
μ&#8217; ένα κλωνί βασιλικό στ&#8217; αυτί.</p>
<p style="padding-left: 240px;">27.9.2014</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ</strong></h5>
<p>Βουνοπλαγιές δασωμένες<br />
κι ανάμεσα τους<br />
αγάλματα μακεδονομάχων,<br />
κορμοί αγέρωχοι,<br />
ευθυτενείς,<br />
ψυχές δοσμένες στα οράματα<br />
&#8211; ό οβολός τής ιστορίας<br />
στη μνήμη,<br />
στον αποστακτήρα του μέλλοντος.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Φλώρινα-Μακεδονία<br />
24.8.2014</p>
<h5><strong>ΑΠΕΙΛΗ</strong></h5>
<p>Φοβούμαι τον Φόβο<br />
που ήρθε να συγκατοικήσουμε<br />
σαν να μην ηττήθηκε ποτέ,<br />
που ήρθε να λοιδορήσει<br />
τους αγώνες της λήθης,<br />
που ήρθε να ρίξει μαύρο<br />
στην κάλπη της μνήμης<br />
και να σβήσει τον εξαγνισμό,<br />
ο όποιος νόμιζε πως είχε τερματίσει<br />
με την επώδυνη αθλητοπρέπειά του,<br />
που ήρθε να περιγελάσει<br />
τον ελλιμενισμό του καιρού<br />
σε μιας γαλήνης επιτέλους<br />
τη νηνεμία.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Στο αεροπλάνο για Λονδίνο<br />
9.8.2014</p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ</strong></h5>
<p>Τόσες εποχές<br />
στα σπλάχνα του χωνεμένες<br />
η αγχόνη, η εκκλησιά,<br />
οι φυλακές, η εθνοφρουρά.<br />
Και στην αυλή του δίχως κάγκελά<br />
ανυποψίαστα παιδιά<br />
γινόμαστε ο λιόντας βασιλιάς<br />
η ο πολέμαρχος λαός,<br />
παιγνίδια των παιδιών<br />
σε φθονερούς καιρούς<br />
ως την εφηβεία μας,<br />
εφηβεία των ηρώων και των ποιητών.<br />
Οδός Τσανάκκαλε και βασιλίσσης Βερεγγάριας,<br />
«Κάστρο της Σωτηρίας της Ψυχής»<br />
δηλώνει η αραβική του επιγραφή<br />
και δεν αφήσαμε<br />
να γίνει ορόσημο της πράσινης γραμμής,<br />
οδόφραγμα διχασμού,<br />
αλλά ορόσημο της μάχιμης ζωής μας.</p>
<p>Τώρα, γύρω απ&#8217; την αυλή του<br />
καφετέριες, εστιατόρια, σνάκς<br />
τόχουν κάμει αόρατο.<br />
Ένα Μουσείο, που δεν το επισκέπτεται κανείς,<br />
ένα Μουσείο με βραδινό φωτισμό.</p>
<p style="padding-left: 240px;">14.8.2010</p>
<h5><strong>Η ΕΛΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ</strong></h5>
<p>Οι ελιές στην κατεχόμενη γη<br />
δε θα γεράσουν ποτέ.<br />
Είναι το δέντρο αγώνισμα.<br />
Κρατούν αναμμένο τον λύχνο της ελπίδας<br />
από το Άλφα του νηπίου<br />
μέχρι το Ωμέγα του γέροντα.</p>
<p>Συντροφεύουν τους τάφους των προγόνων.<br />
Κι ο Άη Βασίλης βασιλιάς<br />
κάθε πρώτη του χρόνου<br />
σταυρώνει τα φύλλα τους<br />
για το φανέρωμα της αγάπης.<br />
Είναι το δέντρο πηγή.</p>
<p>Οι ελιές στην κατεχόμενη γη<br />
δίνουν καρπό στην ιστορία<br />
και λάδι στο καντήλι του ονείρου<br />
για την επιστροφή<br />
των προσφύγων και των Αγνοουμένων<br />
στον ελαιώνα της ειρήνης.</p>
<p>Οι ελιές στην κατεχόμενη γη<br />
δε γνωρίζουν σύνορα.<br />
Είναι το δέντρο ευλογία.<br />
Είναι το δέντρο ζωή.</p>
<p style="padding-left: 240px;">2006</p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ</strong></h5>
<p>Σήμερα<br />
ανάμνηση του θαύματος<br />
όταν ο άγιος<br />
έβγαλε το ψάθινο σκουφί του<br />
και τ&#8217; ακούμπησε άφθορο<br />
στον βράχο του γιαλού<br />
KL ύστερα κράτησε το κεραμίδι της σκεπής ψηλά<br />
ωσάν το Α και το Ω<br />
κι εκείνο έγινε φλόγα.<br />
Έλαμψε το κύμα<br />
και φανερώθη η σελήνη<br />
με τη φεγγαρόσκονη να ελευθερώνεται αθόρυβη<br />
στην επιφάνεια της θαλάσσης<br />
εγκολπωμένη τον φάρο φωτός αιώνια<br />
γιατί δεν μπορούν τα οδοφράγματα<br />
να την εμποδίζουν να θυμάται<br />
πως η πανσέληνος επαναλαμβάνεται<br />
όπως το θαύμα της ασύνορης ζωής.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 240px;">Λευκωσία<br />
Μέρα ανάμνησης<br />
θαύματος Αγ. Σπυρίδωνα<br />
11.8.2003</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>12+2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2016)</strong></h4>
<p style="padding-left: 440px;">3 Ιουλίου 2015<br />
Απουλία &#8211; Μπάρι</p>
<p style="padding-left: 80px;">I nifta ighiurise san imera<br />
Anonimo<br />
&#8220;Passiuna tu Kristu&#8221;</p>
<h5><strong>ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ</strong></h5>
<p>Σαν άλλοι Αχαιοί<br />
απόγονοι τους κι εμείς<br />
με τον καημό της Μεσογείου<br />
οι πιο ακριτικοί απ&#8217; τον ουρανό<br />
προσγειωθήκαμε<br />
στη γη της Απουλίας.<br />
Συκιές, ελιές, πεύκα, φραγκόσυκα<br />
μας υποδέχτηκαν με τη λαύρα του ήλιου.<br />
Μνημονεύσαμε τον ζωγράφο Αλταμούρα<br />
και την τραγική εκείνη<br />
Ελένη ή τον κανένα, γυναίκα του,<br />
περαστικοί.<br />
Όλα τα λιμάνια έχουν τους ανέμους τους<br />
και το ρόδο των ανέμων<br />
στην καρδιά μας.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 320px;">Εξήγηση<br />
Ή νύχτα έγινε μέρα<br />
Ανώνυμου<br />
Ποίημα της Ελληνο-Σαλεντινής γης<br />
«Τα πάθη τον Χριστού»</p>
<p style="padding-left: 400px;">7 Ιουλίου 2015<br />
Σικελία &#8211; Αίτνα</p>
<p style="padding-left: 120px;">‘Orrio to fengon ίο ‘pu s’ όste panu<br />
Anonimo<br />
«Orrio to fengo»</p>
<h5><strong>ΑΙΤΝΑ</strong></h5>
<p>Άφησα κι εγώ<br />
τα σάνταλά μου<br />
στην Αίτνα,<br />
θυσία στο βολκάνο<br />
από σεβασμό στον Εμπεδοκλή.<br />
Πώς ανέβηκε τρεισήμισι χιλιάδες μέτρα<br />
πάνω από τη θάλασσα;<br />
Πώς ανέβηκε τη μαύρη πέτρα<br />
τού ηφαιστείου,<br />
το άσπρο χιόνι που τυφλώνει,<br />
μέχρι τους κρατήρες,<br />
μέχρι τα φουμαρόλια,<br />
για να ενωθεί με τη λάβα<br />
σαν συμπαντική ύπαρξη;</p>
<p>Δοκίμασα κι εγώ<br />
το μέλι των ανθέων<br />
της Αίτνας.</p>
<p>Εξήγηση<br />
Ωραίο που ήταν το φεγγάρι πάνωθέ σου<br />
Ανώνυμου<br />
«Ωραίο το φεγγάρι».</p>
<p style="padding-left: 400px;">10 Ιουλίου 2015<br />
Σαλέντο &#8211; Ότραντο</p>
<p style="padding-left: 160px;">‘Anemo, rindineddha<br />
plea tάlassa se guaddhi<br />
ce a putt &#8216;e ste&#8217; ‘ceftazzi<br />
ma to kkalό ccerό</p>
<p style="padding-left: 360px;">Giuseppe Aprile<br />
&#8220;Anemo rindeneddha&#8221;</p>
<h5><strong>ΦΤΕΡΑ AΠΟ ΓΥΑΛΙ</strong></h5>
<p>Μάρτυρες και πρόσφυγες<br />
άγιοι και περιηγητές<br />
σε εκκλησίες<br />
σε κάστρα<br />
μέσα στα έγκατα και στο βυθό.<br />
Πόσα χωρούν τα μάτια<br />
κι η ψυχή;<br />
’Εποχές κι αιώνες<br />
απολειφάδια της ιστορίας.<br />
Η θέα που σε πληγώνει<br />
το σαπιοκάραβο στο Ότραντο<br />
που στήθηκε μνημείο<br />
έτοιμο να πλεύσει<br />
με σειρές φτερά από διάφανο γυαλί<br />
στην πρύμνη και την πλώρη,<br />
μάρτυρας ανοξείδωτος<br />
της προσφυγιάς.</p>
<p>Εξήγηση<br />
Ποιος ξέρει, χελιδονάκι<br />
ποια θάλασσα πέρασες<br />
κι από πού έφτασες,<br />
με τον καλό καιρό.</p>
<p>Giuseppe Aprile<br />
«Ποιος ξέρε, χελιδονάκι;»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>MARGINALIA (2015)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΑΝ ΡΙΠΗ ΟΦΘΑΛΜΟΥ</strong></h5>
<p>Είπες μικρά ποιήματα<br />
να γράφουμε.<br />
Να χωρούν<br />
στο ξάφνιασμα της σιωπής<br />
στον αναστεναγμό του χρόνου<br />
στο χαίρε του έρωτα<br />
και στο λυγμό της λύπης.<br />
Σαν ριπή οφθαλμού<br />
που αφήνει μέγα πόνο<br />
στην καρδιά.<br />
Μια αφορμή για συνομιλία<br />
ολιγόστιχη.</p>
<p style="padding-left: 240px;">5,10,2012</p>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Η γέφυρα του αίματος<br />
ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο<br />
κτίζεται απ’ την αγάπη.<br />
Ο έρωτας σου τρώει τα σπλάχνα<br />
αποσυντονίζει την καρδιά<br />
βουτιά στο κενό<br />
απογείωση στον έβδομο ουρανό.<br />
Φεύγει κι όταν μένει.<br />
Η αγάπη μένει κι όταν φεύγουν<br />
οι άνθρωποι,<br />
γέφυρα να αντιπεράσουμε<br />
τον πόνο, τη βία, τον πόλεμο,<br />
γέφυρα κτισμένη από θυσίες,<br />
πέτρα την πέτρα,<br />
προσευχή και παράκληση,<br />
γέφυρα να μας ενώνει<br />
στη ζωή και στον θάνατο.</p>
<p>Άνοιξε τα μάτια σου<br />
και περπάτησέ την.</p>
<h5><strong>ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ΑΠΟΣΒΕΣΗ</strong></h5>
<p>Μα να περιμένεις<br />
τη λήθη<br />
με τόση ανυπομονησία.<br />
Να μετράς τις ώρες,<br />
τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα<br />
για να τα ξεχάσεις.<br />
Καταργείται το απωθημένο;<br />
Ηθελημένη απόσβεση<br />
εαυτού.<br />
Είναι κι αυτή μια θλιβερή<br />
σωτηρία.</p>
<p>Ποια επανάσταση;<br />
Άκουσα καλά;<br />
Φταίνε οι καθρέφτες.<br />
Εστιάζουν στο μήλο<br />
της Έριδος<br />
ακόμα.</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Είναι απόκρυψη εαυτού;<br />
Είναι μυστική οδός;<br />
Είναι μετερίζι κι υπέρβαση;<br />
Δεν είναι ελευθερία λόγου.<br />
Είναι όμως λόγος ελευθερίας.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΑΜΑ</strong></h5>
<p>OL νεκρές μάνες<br />
δεν εμφανίζονται<br />
ποτέ<br />
στα όνειρα<br />
μην πικραθούν<br />
οι μνήμες.</p>
<p>Το γάλα που βυζάξαμε<br />
ήτανε νάμα<br />
μιας πηγής<br />
που δεν γνωρίζουμε<br />
κι όμως πιστεύουμε<br />
στη χάρη της<br />
αιώνια.</p>
<h5><strong>ΜΕ ΣΩΖΕΙ Η ΛΕΞΗ</strong></h5>
<p>Από το μάρμαρο της λήθης<br />
με σώζει η λέξη,<br />
η ετυμολογία της,<br />
η διαχρονία της,<br />
όπως κι οι ορίζοντές της,<br />
ο λόγος και ο Λόγος.</p>
<p style="padding-left: 200px;">2.3.2013</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ</strong></h5>
<p>Μιλούν όλοι<br />
τόσο πολύ<br />
και ταυτόχρονα,<br />
ώστε δεν έχουν<br />
καταλάβει<br />
ότι βυθίστηκες<br />
από καιρό<br />
στη Σιωπή.<br />
Μπορεί και να<br />
αποχωρήσεις,<br />
αν καταλάβεις<br />
ότι χρειάζεται<br />
να συμμετάσχεις.</p>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ</strong></h5>
<p>Πάλι<br />
δεν κοιμήθηκα απόψε.<br />
Αναζήτησα τις λέξεις<br />
και το παιγνίδι τους<br />
με τα αισθήματα,<br />
την καλήν αγγελία,<br />
τον ιλασμό,<br />
τον οικτιρμό,<br />
την κάθαρση,<br />
την αγκαλιά<br />
της φωτεινής νεφέλης.<br />
Πάλι δεν κοιμήθηκα<br />
απόψε.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Σε είδα<br />
από μακριά.<br />
Ήσουν κι εσύ<br />
προσηλωμένη<br />
στον σπασμό της χρυσαλίδας<br />
σαν βγαίνει απ’ το κουκούλι<br />
την άχρονη στιγμή.<br />
Δεν συναντηθήκαμε μετά.<br />
Μεταξωτή κλωστή<br />
η σκέψη<br />
μας δένει.<br />
Ξέρω πως δεν<br />
σ’ αφήνουν να κοιμηθείς<br />
τα οδυνηρά της μνήμης,<br />
όπως κι εμένα,<br />
δεινά.</p>
<h5><strong>ΑΛΤ</strong></h5>
<p>Απαγορευμένη ζώνη.<br />
Αλτ.<br />
Μη φωτογραφίζετε.<br />
Αλτ.<br />
Αφαίμαξη αισθήσεων.<br />
Αποστράγγιση μνήμης.<br />
Αλτ.<br />
Έτσι νομίζετε!</p>
<p style="padding-left: 240px;">23,3,2013</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ (2008)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Ο Όνειρος έσερνε το χορό<br />
μέσα στο άδειο σπίτι.<br />
Από κοντά τ’ αδέλφια του<br />
ο Ύπνος και ο Θάνατος.<br />
Αχός δεν ακουγόταν.<br />
Ο Δέντρος ριζωμένος αντιστύλι<br />
χρόνια<br />
ένιωθε τους κραδασμούς του εφιάλτη<br />
κι΄ άντεχε<br />
άντεχε.<br />
Σαν τον σταυρό<br />
ισορροπούσε…</p>
<p style="padding-left: 240px;">29.4.2007</p>
<h5><strong>ΟΦΘΑΛΜΟΣ ΔΙΚΗΣ</strong></h5>
<p>Το σπίτι τόχουν μυρώσει<br />
νήματα σαν εκκλησιά<br />
οι περικοκλάδες, τ’ αναρριχητικά<br />
τ’ αγριόχορτα.<br />
Τόχουν μυρώσει<br />
κυκλωτικά τα δέντρα,<br />
ένοικοι οικείοι<br />
συγγενείς<br />
φίλοι κι’ αδελφοί<br />
της φύσης.<br />
Τα δέντρα ειρηνεύουν<br />
τις ψυχές των ξεριζωμένων,<br />
ψυχές-θεατές του σπιτιού<br />
από τηλεσκοπίου,<br />
τριάντα τόσα χρόνια<br />
κρυμμένοι παρατηρητές<br />
πίσω από τα εχθρικά φυλάκια<br />
να παρακολουθούν<br />
σαν φυσιολάτρες μυστικοί<br />
σαν ένας πελώριος οφθαλμός δίκης<br />
το χαμένο τους σπίτι.</p>
<p style="padding-left: 240px;">29.4.2007</p>
<h5><strong>ΑΛΩΘΗΚΑΜΕ</strong></h5>
<p>Ένας δούρειος ίππος<br />
περιμένει έξω απ’ την πόρτα.<br />
Τον γνωρίζουμε καλά<br />
από τα αναγνώσματά μας<br />
της επικής εποχής.<br />
Κοιτάζουμε καιρό<br />
απ’ την κλειδαρότρυπα<br />
επιφυλακτικοί.<br />
Δεν του ανοίγουμε.<br />
Αλλά ξαφνικά<br />
εμείς βρισκόμαστε έξω<br />
κι’ αυτός μέσα,<br />
χωρίς αίματα και φωτιές.<br />
Αλωθήκαμε<br />
γιατί δεν είχαμε ολική θέα.<br />
Η κλειδαρότρυπα μας ξεγέλασε.</p>
<p style="padding-left: 240px;">8.4.2007</p>
<h5><strong>ΜΑΡΤΥΡΙΑ</strong></h5>
<p>Μαρτυρεί η Χαρίτα Μάντολες<br />
για τον αιχμάλωτο και το δέντρο.</p>
<p>Κατέφυγε ο ξεριζωμένος<br />
στην κουφάλα της ελιάς<br />
να σωθεί.<br />
Κι’ όταν οι οπλοφόροι<br />
εισβολείς στο χώμα της γης του<br />
τον εντόπισαν,<br />
αγκάλιασε σφικτά τον κορμό<br />
κι’ έδεσε με το φλοιό του.<br />
Αδύνατο να τον αποσπάσουν<br />
από το δέντρο.<br />
Τον σκότωσαν έτσι,<br />
δεμένο της ψυχής<br />
της αφής<br />
της εικόνας της.<br />
Ένα με την ελιά<br />
ο απελπισμένος<br />
που βρήκε έρωτα θανάτου<br />
πιο δυνατό απ’ τον εαυτό του.</p>
<p>Χαρίτα Μάντολες<br />
σου φιλούμε το χέρι<br />
γονατιστοί<br />
για το ποίημα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">23.5.2007</p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ</strong></h5>
<p>Θα κρατούμε το κεφάλι μας<br />
κάτω απ’ τον ώμο.<br />
Όχι, δεν είμαστε μάρτυρες<br />
ούτε όσιοι.<br />
Όχι, δεν είμαστε ξενιτεμένοι<br />
ούτε μετανάστες.</p>
<p>Πρόσφυγες είμαστε<br />
που επισκεπτόμαστε σαν τουρίστες<br />
τα σπίτια μας<br />
ακέφαλοι<br />
ματαιωμένοι<br />
χωρίς ταυτότητα.</p>
<p>Πριν γίνουμε στήλες άλατος<br />
βρε αδερφέ,<br />
έναν καφέ θα τον πιούμε…!</p>
<p style="padding-left: 240px;">4.5.2007</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2003)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<h5><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Α’</strong></p>
<p>Κι’ η ποίηση<br />
ένα κουτί από φίλντισι<br />
που καρτερεί<br />
την Πανδώρα του</p>
<p>το χρώμα της ύπαρξης<br />
απ’ την οξείδωση της θλίψης</p>
<p>ένα ταξίδι<br />
στο λαβύρινθο της μνήμης</p>
<p>γράφει τη ζωή<br />
αντίσταση στο θάνατό της<br />
για να πληρώνει<br />
αιώνων τίμημα<br />
στις άγρυπνες ώρες.</p>
<p>Κι’ η ποίηση<br />
η επιλογή της μνήμης<br />
ν’ αναδύεται.</p>
<p>Κι’ η ποίηση<br />
λιποτάκτης απ’ το εκκρεμές<br />
του χρόνου, σύμμαχος του καιρού</p>
<p>ευεργεσία της στέρησης</p>
<p>περίσσευμα της αγωνίας</p>
<p>σύντροφος του ονείρου<br />
η προσωπική<br />
και οικουμενική μας αλήθεια.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<h5><strong>ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΙΙ</strong></h5>
<p>Σε διάπλου ονείρου<br />
ταξιδεύω<br />
με καράβι αρχαίο<br />
συναντώ βυζαντινά τρόπαια<br />
σε ακτές μ’ αροδάφνες<br />
έμβρυα σε πύθους προϊστορικούς<br />
που δε γεννήθηκαν ακόμα<br />
τειχιά κάθετα<br />
κάστρων αναγεννησιακών<br />
συμπλέω με δελφίνια<br />
που θεοί τα ιππεύουν<br />
ακολουθώ ταύρους και ζαρκάδια<br />
που κολυμπούν<br />
με καταγωγή Μικρασίας<br />
απ’ Ανατολή σ’ Ανατολή<br />
από Βορρά σε Βορρά</p>
<p>Ταξιδεύω πλοηγός<br />
ανέμων που υπόσχονται<br />
σε φορά μίσους<br />
να μην ξεμπαρκάρουν<br />
ξανά απ’ το ασκί</p>
<p>Πατριάρχες ευλογούν<br />
με μανδύες σαν βουνών πλαγιές<br />
τ’ ακρογιάλια που έφυγαν<br />
τ’ ακρογιάλια που θάρθουν</p>
<p>Σε διάπλου ονείρου<br />
ταξιδεύοντας χαρτογράφω<br />
σαν νιογέννητος γεωγράφος<br />
σαν αρχαίος Αναξίμανδρος<br />
νοερές ευλογίες τυφλών ποιητών<br />
σε σχήμα ιχθύος<br />
σε σχήμα νησιού, του δικού μου νησιού</p>
<p>Τελετή το ταξίδι ευπλοίας<br />
που ατέλειωτη μένει<br />
σαν ξυπνώ<br />
υμνωδία που χάνει τη φωνή<br />
κι’ η λειτουργία μαρμαρώνει<br />
σαν ξυπνώ<br />
ο πλωτάρχης εγώ του ονείρου<br />
ο φυγάς<br />
ο φευγάτος<br />
ο πρόσφυγας<br />
στο νησί το μισό</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Β&#8217;</strong></p>
<p>Δεν είναι ο έρωτας σκαλί<br />
ν’ ανηφορίσει η ψυχή σου<br />
το βουνό.<br />
Είναι σκαλί να κατεβεί<br />
το σώμα μες στη θάλασσα<br />
συντονισμένο της παλίρροιας<br />
στου φεγγαριού τις όψεις<br />
να σείσει το βουνό<br />
και<br />
σεισμός και βρυχηθμός και τρανταγμός<br />
να αφυπνίσουν την ψυχή<br />
σεισμός και βρυχηθμός και τρανταγμός<br />
να δονήσουν την ψυχή<br />
σεισμός και βρυχηθμός και τρανταγμός<br />
να σώσουν την ψυχή<br />
να μνημονεύουν την ψυχή<br />
στον άλλο κόσμο.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑΞΙΔΙ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Γ</strong></p>
<p>Οι ποιητές<br />
ταξιδεύουν<br />
σαν τις μέλισσες.</p>
<p>Τα άνθη των ερώτων τους<br />
σταθμοί ανεφοδιασμού<br />
της μνήμης.</p>
<p>Οι ποιητές<br />
ταξιδεύουν<br />
μέσα στο δωμάτιό τους<br />
με λέξεις οχήματα<br />
τελούντα σε αγρυπνία<br />
και σιωπηλή κίνηση.</p>
<p>Οι ταξιδιώτες ποιητές<br />
έχουν την ποίηση τους<br />
διαβατήριο.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<h5><strong>ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Α&#8217;</strong></p>
<p>Πρέπει να περιμένω το χρόνο<br />
να κατηφορίσει ομαλά στην πεδιάδα<br />
όσο απότομα και κραυγαλέα<br />
κι’ αν ανέβηκε το βουνό.</p>
<p>Πρέπει να μάθω να ζω<br />
με τον εαυτό μου χωρίς τείχη.<br />
Διαφορετικά θα καθίσω και θ’ απελπιστώ.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>A&#8217;</strong></p>
<p>Φωνές της Μεσογείου<br />
φιλημένες από το κύμα της αυγής<br />
και δεν είναι όνειρο<br />
πως μπορούν να σώσουν<br />
τον άνθρωπο.<br />
Αν αναλάβουν από μια στιγμή<br />
να σώσουν απ’ το θάνατό της.<br />
Κάθε στιγμή να γίνει ποιητική.<br />
Να μην αφήσουν περιθώρια στο κενό.<br />
Πώς να επιτρέψουν περιθώρια στο κενό<br />
όταν ερωτεύονται τη στιγμή<br />
όταν ερωτεύονται τον άνθρωπο<br />
που ερωτεύεται τη στιγμή;<br />
Όταν κάθε στιγμή γίνεται ποίημα;</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΦΙΛΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΦΙΛΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Δ&#8217;</strong></p>
<p>Έρχεται πριν από σένα<br />
το προμήνυμα<br />
η αύρα<br />
ο μαγνητισμός<br />
το προοίμιό σου<br />
να με συναντήσει.<br />
Πριν με συγκλονίσει ο σεισμός<br />
αφουγκράζομαι το στεναγμό της γης.<br />
Πριν ακούσω το τραγούδι<br />
αφουγκράζομαι τις νότες<br />
να συγχρονίζονται.<br />
Πριν φανείς<br />
μισοκλείνουν τα μάτια μου<br />
στο όνειρο του ερχομού σου.<br />
Ξέρω ότι η επόμενη στιγμή μας ανήκει<br />
όπως ανήκει σε όλους<br />
γεμάτη κραδασμούς.</p>
<p>Μπορούμε να είμαστε έτοιμοι.<br />
Οι αισθήσεις είναι σεισμογενείς<br />
και τις αποκοιμίζουμε αιώνες.<br />
Τα αισθήματα είναι ηφαιστιογενή<br />
και τα προσπερνούμε επίπεδοι.<br />
Έρχεται προς εμάς η παλίρροια<br />
μας προκαλεί η άμπωτις<br />
οι πλανήτες αλλάζουν θέση<br />
η σελήνη προσωπεία<br />
κι’ εμείς δεν είμαστε έτοιμοι<br />
για καμμιά αλλαγή<br />
για κανένα συναπάντημα.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ</strong></h6>
<h5><strong>ΔΕΝΤΡΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ ΣΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ</strong><br />
<strong>ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑ</strong></h5>
<p>Στο ακρωτήρι του πόνου και της νοσταλγίας<br />
που μαχαιρώνουν τις στιγμές<br />
πως έγιναν τα χρόνια<br />
φύλλα του χειμώνα<br />
που σμίγουν με τη γη<br />
κι’ απολιθώνουν το θυμητικό της;</p>
<p>Πρόσεξε πως περπατάς.<br />
Το χώμα ακούει<br />
και θυμάται.<br />
Το χώμα δέχεται τις λέξεις<br />
λίθους πολύτιμους<br />
με τον καιρό.<br />
Το χώμα<br />
από τις εποχές των δέντρων<br />
δίνει νόημα<br />
στη μνήμη του τοπίου.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΔΩΡΕΑ</strong></h6>
<h5><strong>Η ΔΩΡΕΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Γ</strong></p>
<p>Μέσα στην ανδρεία σου<br />
να προσπεράσεις το νήμα της μοίρας<br />
υπήρξες σεμνός αληθινός<br />
φίλος του χρόνου.</p>
<p>Μέσα στη γνώση του απρόβλεπτου<br />
η εγκράτεια σου<br />
έβαλε την ψυχή<br />
φύλακα του σώματος<br />
κι’ υπήρξες γιατρός του χρόνου.</p>
<p>Μέσα στη συνείδηση της θνητής παρουσίας<br />
οικονόμησες το χάρισμα<br />
που καταργεί τη φθορά<br />
πιστωτής του χρόνου.</p>
<p>Τώρα που το σώμα δεν έχει τα πρωτεία<br />
μην το υποτιμήσεις.<br />
Μην ακροβατείς στα μόρια του χρόνου.<br />
Ισορρόπησε σ’ αυτά.</p>
<p>Μέσα σου οι αρτηρίες<br />
δεν χρονομετρούν ωσάν κλεψύδρα<br />
τη ζωή του σώματος.<br />
Αίμοδοτούν<br />
και της ψυχής το πρόσωπο.<br />
Μην το ξεχνάς.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΦΟΒΟΣ</strong></h6>
<h5><strong>Ο ΦΟΒΟΣ</strong></h5>
<p>1. Ο φόβος<br />
αυτού που καρφώνεται<br />
στο πλέγμα<br />
που δε σκαρφαλώνει<br />
στον ιστό,<br />
με κοντή ανάσα<br />
με διχασμένους πνεύμονες<br />
ακινητοποιημένος<br />
στον καθημερινό χρόνο<br />
που τον σέρνει<br />
τέως και απονύχτερο<br />
μες στο σκότος του φάρυγγά του<br />
ο φόβος.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΧΑΪ-ΚΑΪ</strong></p>
<h5><strong>ΕΙΚΟΣΙΤΕΣΣΕΡΑ ΧΑΪ-ΚΑΪ</strong></h5>
<h5><strong>ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Σαν κυκλάμινου<br />
ανεπαίσθητη στιγμή<br />
το ευ του έρωτα.</p>
<p>Πόθε αλύτρωτε<br />
φλόγισε την άνοιξη<br />
να δροσερέψεις.</p>
<p>Ροδιάς ευφορία<br />
πορφυρώνει τον έρωτα<br />
στήθος γυναίκας.</p>
<p>Σ’ αγαπώ στο φως<br />
Σ’ αγαπώ και στο σκότος<br />
Δέξου το φιλί.</p>
<p>Ερωτευμένος<br />
μικρός ναύτης τραγουδά<br />
και ξεμακραίνει.</p>
<p>Ξερό πιθάρι<br />
που με δρόσιζες παλιά<br />
σκοτεινή μνήμη.</p>
<p>Η άλλη μέρα<br />
υπόσχεση ονείρου<br />
η ελπίδα ζει.</p>
<p>Σαν κυκλάμινο<br />
ανυποψίαστου βράχου<br />
ανθός ο έρωτας.</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ</strong></h5>
<p>Δίνει η κερασιά<br />
στη μνήμη των χρωμάτων<br />
κόκκινο φιλί.</p>
<p>Μυρίζει νύχτα<br />
το γιασεμί στους δρόμους<br />
άγιασε ο καιρός.</p>
<p>Κανέλα δυόσμος<br />
γεύομαι μυρίζομαι<br />
γοητευμένη.</p>
<p>Η φυλλωσιά<br />
κλείνει στην αγκάλη της<br />
δώρα μυστικά.</p>
<p>Κυριακή πρωί<br />
και βγήκε στο σεργιάνι<br />
ο ήλιος γελαστός.</p>
<p>Με συνεπαίρνει<br />
κάθε φύλλου η κίνηση<br />
άθροισμα ζωής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ (1997)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΑΓΡΥΠΝΙΑ</strong></h5>
<p>Σ&#8217; έχουν καλέσει και σένα σε Αγρυπνία;<br />
Κάθε πρωί<br />
μου φέρνουν τη σφραγισμένη πρόσκληση<br />
Δυο περιστέρια ακούω να φτερουγίζουν μακριά<br />
Ώρα μία ως τρεις τα μεσάνυχτα<br />
Αγρυπνία<br />
υπέρ των αιχμαλώτων<br />
υπέρ των προσφύγων<br />
υπέρ των διωκομένων<br />
των αγνοουμένων<br />
των πληγέντων<br />
Και αγρυπνώ<br />
Στο γκέτο καρτερώντας το βήμα του δασκάλου<br />
Στη φυλακή με τον απεργό πείνας<br />
Στο τείχος του αίσχους<br />
Στο συνοικισμό του πρόσφυγα<br />
Στην πλατεία με το φοιτητή της ειρήνης<br />
Στη νεκρή ζώνη<br />
Στο δρόμο της επιστροφής</p>
<p>Στην αλύτρωτη γη<br />
Απόψε, έλα κι&#8217; εσύ<br />
Ν&#8217; αγρυπνήσουμε μαζί<br />
Θα νικήσουμε τον ύπνο<br />
υπέρ των αδικουμένων</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ</strong></h5>
<p>Νησί που σε σκοτώνουν<br />
οι χρωματισμοί<br />
και τα ονόματα είν&#8217; ανοιχτές πληγές σου</p>
<p>Κακοφορμίζει η ιστορία<br />
&#8216;Άπελπις δεν οδεύει τ&#8217; άψήλου<br />
Τα φτερά της χτυπούν στην πέτρα<br />
κι&#8217; ακούγεται ή κραυγή του τείχους<br />
να ξενίζει τους ξενόφερτους<br />
ανερμήνευτη<br />
ανθρωποπούλι πού κλαίει<br />
έναν καημό<br />
για τα δέντρα<br />
που δε γίνονται πια ποιήματα<br />
για το χώμα πού διψά<br />
για το λάδι που δε θρέφει το καντήλι</p>
<p>Νησί που σ&#8217; ανασταίνουν οι χρωματισμοί<br />
Ξέρεις, έχεις φωνή<br />
φωνήεντα και σύμφωνα<br />
κοχύλια αναδυόμενα βυθών αλλεπαλλήλων<br />
Έχεις φωνή ποιητάρη στήθος μέταλλο<br />
φωνήεντα και σύμφωνα οι στρατοί σου<br />
διαπερνούν τα τείχη των αιώνων<br />
φυτεύουν δέντρα<br />
κι&#8217; αναίμαχτα γιατρεύουν τον καιρό</p>
<h5><strong>ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΟΣ ΙΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στην έκπαιδευτικό Μελαξώ<br />
που διετέλεσε εγκλωβισμένη<br />
στη Βόρεια Κύπρο</p>
<p>Γνέθεις μετάξι<br />
με το ρυθμό των ερώτων<br />
τραγικό θανάτου σπασμό<br />
των πάλλευκων πεταλούδων<br />
που απεγκλωβίστηκαν<br />
απ&#8217; το κουβούκλι του άδολου χώρου<br />
του δηλωμένου στ&#8217; αλφαβητάρι τ&#8217; Ομήρου<br />
πνεύμα εσύ μελισσοφόρου κρανίου<br />
φτερούγα ασωμάτου<br />
ακοίμητη εναγώνια κι&#8217; άγια</p>
<p>Γνέθεις εγκλωβισμένη<br />
σε άγνωστη πορεία<br />
και στις πορείες μυστική παρουσία<br />
σε μια υπόγεια καταπαχτή<br />
στο Βορρά 1974 και έξης</p>
<p>Ο λόγος σου πυξίδα Τεύκρου<br />
εντός των πυλών της οδύνης<br />
διδάσκει τους κλασσικούς και τους σύγχρονους</p>
<p>Ο λόγος σου κοινωνεί απ&#8217; το καντήλι τ&#8217; ανέσπερο<br />
των βυζαντινών εικόνων<br />
Ξεδιπλώνει το λάβαρο του Διονύσιου Σολωμού<br />
στο μοιρασμένο αιθέρα</p>
<p>Θέλει την Αρετή του Κάλβου<br />
και την Άνοιξη του Σικελιανού<br />
και δεν καπηλεύτηκε<br />
τα βουνά τα μοναστήρια τη θάλασσα<br />
Γνέθεις μετάξι<br />
σε μια πενταδάχτυλη κορυφογραμμή<br />
απανταχού αόρατη στο μεταίχμιο<br />
εστία παρηγορήτισσα<br />
γιατί είσαι συ<br />
βουνό και μοναστήρι και θάλασσα<br />
Μελαξώ ίμερόεσσα<br />
ποθεινή πατρίδα<br />
Νόστιμον ήμαρ</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΔΩΜΑΤΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ Γ’</strong></h5>
<p>Γαλάζιοι τοίχοι<br />
βιταμίνη ασβεστίου<br />
με τα πουλιά να μπαινοβγαίνουν<br />
ψάλλοντας τις Εποχές</p>
<p>Η πίστη η ελπίδα κι’ η αγάπη<br />
τριάδα κάλλους<br />
ζωγραφιά από ψηλά<br />
να μου μηνά<br />
&#8211; Σ’ εμάς προσηλώσου<br />
τα παιδιά που θα γεννήσεις<br />
θα μας μοιάζουν</p>
<p>Το θρανίο βιβλιομπάουλο με μυστικά<br />
Στο μελανοδοχείο ο πεννοφόρος<br />
λάβαρο για την παρέλαση του ονείρου</p>
<p>Και οι γιαγιάδες Δέσποινα και Φωτεινή<br />
σε μαύρες φουστάνες διπλοπόδι στα κρεββάτια<br />
ραψωδοί ενός έπους που αρχίνησε<br />
στην άλλη ακτή<br />
και δεν έχει τέλος ούτε<br />
στη στωική κι’ αμάραντη<br />
γενέθλια Κύπρο</p>
<p>Το παραμύθι τους<br />
ο Ιστός της Πηνελόπης &#8230;</p>
<p style="padding-left: 240px;">1.11.92</p>
<h5><strong>Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ Α’</strong></h5>
<p>Η έξοδος του ‘Αγίου Φωτός<br />
Η Καλημέρα στον καθρέφτη κάθε ώρα<br />
Το παραθύρι νύχτα μέρα ανοιχτό<br />
να μπαινοβγαίνει ευωδιαστή η προσδοκία<br />
Της Ανατολής το πλουμιστό χαλί<br />
κτήμα ανθοκόμου ομηρικού<br />
κηπουρού του γαλαξία<br />
αληθινό καράβι πρόσφυγα<br />
που άραξε<br />
σε τούτο το σωτήριο νησί</p>
<p>Διαβάζαμε το Ρωμανό το Μελωδό<br />
με τη γιαγιά<br />
Ρωτόκριτο και Σολωμό<br />
τα Ευαγγέλια, το Γεροστάθη, τη Μυθολογία<br />
τον Μικρό ‘Ήρωα, το Βασίλη Μιχαηλίδη<br />
την Κασσιανή και τη Γοργόνα την αδερφή<br />
του Μεγαλέξαντρου<br />
Υφαντής ονείρων ο χρόνος<br />
ο ταχυδαχτυλουργός</p>
<p>‘Ύστερα μεσάνυχτα πιά<br />
βάζαμε το σταυρό μας<br />
“Πες Δόξα Σοι, πριν κοιμηθείς” ψιθύριζε<br />
“για να ξυπνήσεις με την ευλογία<br />
της ζωής”</p>
<p style="padding-left: 240px;">1.11.92</p>
<h5><strong>Η ΩΡΙΜΗ ΗΛΙΚΙΑ</strong></h5>
<p>Χωρίς δωμάτιο<br />
Χωρίς σκεπή και γη<br />
και δίχως παραθύρι<br />
Αρκεί το σώμα σου<br />
να ενίσταται στις χρόνιες πορείες<br />
στον εγκλωβισμό<br />
στην ημικατοχή της πατρίδας<br />
Αρκείς και επαρκείς<br />
να ενοικείς στο ποίημα<br />
που διεκδικεί<br />
και απαιτεί το χώρο<br />
των προγόνων σου και των παιδιών σου<br />
το χώρο των αιώνων<br />
όπου κατοίκησαν η α-λήθεια<br />
τα οράματα<br />
κι’ οι προσευχές μας</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ</strong></h6>
<h5><strong>Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Ένα βαθύ πηγάδι<br />
ο Έρως<br />
Σκύβω να καθρεφτιστώ</p>
<p>Ρίχνω μαντήλι<br />
υγραίνεται στο δάκρυ του<br />
Ρόδο του ρίχνω<br />
ο ύπνος του ευωδιάζει</p>
<p>Σκύβω να καθρεφτιστώ</p>
<p>Πηγάδι ξεροπήγαδο<br />
Πηγάδι αναβρυτάρι<br />
Ποιος θε ν’ αντλήσει το νερό<br />
Ποιος θε να σ’ εξαντλήσει<br />
που όποιος το πιεί<br />
δεν ξεδιψά.</p>
<p>Κι’ ο διψασμένος έρημος;</p>
<h5><strong>Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Η παρουσία σου<br />
αύρα<br />
περιστέρι<br />
κλωνίν ελιάς<br />
άνθος λεβάντας<br />
διαφανής<br />
γλαυκή<br />
μωβ</p>
<p>Η απουσία σου<br />
βυθός<br />
χωρίς διάθλαση<br />
δίχως ήχο<br />
Η απουσία σου<br />
απουσία μου</p>
<p>Η παρουσία σου<br />
Η παρουσία μου<br />
ποίημα</p>
<h5><strong>Η ΑΓΚΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Η αγκάλη του έρωτα<br />
σαν ρίζες δέντρου<br />
που μ’ εγκλωβίζουν<br />
και με τρομάζουν<br />
και με δοξάζουν<br />
Ο στεναγμός του<br />
θρόισμα δάσους<br />
που σημαδεύει την ακοή<br />
Και το φιλί<br />
η πλημμυρίδα της αφής</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΙΟΝΕΣ</strong></h5>
<p>Πέρασε απ’ την αυλή των πορτοκαλλιών<br />
πρώτα<br />
Μην ξεχάσεις το μονοπάτι της μυρτιάς<br />
να γοητευτείς<br />
να ερωτευτείς<br />
να εξαγνιστείς<br />
Σε περιμένει το δάσος με τους κίονες<br />
Πάρε και τα πουλιά<br />
μαζί με τους ανθούς<br />
στον κόρφο ή τα μαλλιά σου<br />
Σε περιμένει ο χορός της ψυχής<br />
Σε περιμένει στο δάσος</p>
<h5><strong>ΚΑΘΕ ΔΕΝΤΡΟ</strong></h5>
<p>Κάθε δέντρο με διδάσκει<br />
να ισορροπώ στον ορίζοντα</p>
<p>Κάθε δέντρο με διδάσκει<br />
να ριζώνω στο θάνατο</p>
<p>για να ερωτεύομαι τη ζωή</p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΑΣΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Το δάσος χοάνη του έρωτα<br />
της γαλήνης ενδοχώρα<br />
του πάθους αναστεναγμός<br />
κλίμακα του φωτός</p>
<p>Το δάσος κλίνη πρωτεϊκή<br />
θηκάρι μνήμης</p>
<p>Το δάσος που μετρά<br />
το βάθος της περισυλλογής<br />
την ήμερη έκπληξη της ζωής<br />
που διαθλάται ολόγελη<br />
πίσω απ’ τα δέντρα</p>
<p>Το δάσος θρέφει<br />
μέσα του την ελπίδα</p>
<p>λευτερώνει των κλειδώσεων την ορμή<br />
Το δάσος ο έρωτας το φως</p>
<p>Φλοιοί που επαναλαμβάνουν<br />
τον κύκλο της μαγικής αλήθειας</p>
<p>τη νοσταλγία της ζωής<br />
ενάντια στην πίκρα του θανάτου</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΣΠΟΝΔΗ ΣΤΗ ΓΛΥΠΤΙΚΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>II</strong></p>
<h5><strong>ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ ΜΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στο γλύπτη Θόδωρο Παπαγιάννη</p>
<p>Αυτό είναι το προικιό μου<br />
η πέτρα<br />
κι’ η αλήθεια της<br />
το ενάντιο ρεύμα στην Αχερουσία της λησμοσύνης<br />
που βαφτίζει<br />
στην ευθανασία</p>
<p>Ο κόσμος του πηλού και της πνοής</p>
<p>Ο κόσμος που λειτουργεί<br />
και σαν πρώτα και σαν πάντα<br />
Μέτρο που μέτρα<br />
την ένταση και την αγωνία της ζωής</p>
<p>Αφές υφασμάτων στο μάρμαρο<br />
Ρίγη της πέτρας στις κοπές<br />
’Απαύγασμα μετάλλων<br />
Αυτό είναι το προικιό μου</p>
<p>Συναπτές οι εποχές εκατοίκησαν<br />
σε μορφές που λυτρώνονται<br />
και λυτρώνουν<br />
που ακινητούν τα πεπερασμένα<br />
τέμνουν τη γρηγορούσα σκέψη<br />
-παφλάζοντας το συναίσθημα-</p>
<p>Παλίρροιες στις αισθήσεις<br />
Αυτό είναι το προικιό μου<br />
Έρωτας έρωτας έρωτας<br />
η τέχνη<br />
καθώς αναδύεται εκ βαθέων<br />
ο άνθρωπος<br />
καθώς αυτονομείται<br />
μέσα της και διά μέσου της</p>
<p>Αυτό είναι το προικιό μου<br />
αρχή δίχως τέλος<br />
οδύνη κι’ ωραιότης</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ (1994)</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">Χρήσι είνε νά φουμίσωμεν<br />
τήν άγίαν νήσον καί όσον<br />
την φουμίσω δεν θέλω πείν<br />
ψέμματα<br />
Λεόντιος Μαχαιράς. 1.30</p>
<p>Αφουγκράστηκα τον καβαλλάρη<br />
συνοδό των σταυροφόρων<br />
να ξαποσταίνει<br />
στο δέντρο παλληκάρι<br />
να ξεδιψά στη βρύση τοϋ κριαριού<br />
και να καλπάζει<br />
αόρατος μπροστάρης<br />
στις όχθες των καλαμιών<br />
πέρα στη χρυσαμμουδιά<br />
μέχρι την εκτυφλωτική αλυκή</p>
<p>Να καταγράφει στον ορίζοντα<br />
μικρήν ενθύμηση<br />
τα όνειρα των παιδιών της νήσου<br />
και να ψηλαφά τα βάσανα των ανθρώπων<br />
Ολ’ η ψυχή του ένα φέουδο<br />
ταμένο της γλυκείας χώρας Κύπρου</p>
<p>***</p>
<p style="padding-left: 240px;">Καί λαλούν οί λάς ότι τούτον<br />
τόν λίθον ένι λίθος τής ελευθερίας<br />
Λεόντιος Μαχαιρας. 1.11</p>
<p>Πορεύτηκε ο Λεόντιος<br />
όλβιος της Ιστορίας<br />
με τη γραφίδα του<br />
στη θήκη τοϋ σπαθιού του<br />
κι’ ακόλουθος όντας έφιππος<br />
της εφήμερης εξουσίας<br />
ανέβηκε στο δικό του φρούριο<br />
Εφόδιό του η λαλιά της πατρίδας του<br />
που κατέγραψε<br />
η λύπη και το κλάμα<br />
που κατέγραψε<br />
των άφεντών η διάβασις<br />
που κατέγραψε ώσάν προφήτης τοϋ παρελθόντος<br />
σε τούτο το λίθο<br />
που είναι της ελευθερίας<br />
και η άνάσα του αιώνες βαριά&#8230;</p>
<p>***</p>
<h5><strong>Θάνατος του ρε Τζένιου</strong></h5>
<p>Διότι οί Σαρακηνοί τό νησσίν<br />
αίχμαλωτεύσαν το<br />
Λεόντιος Μαχσ.ιρας. 5.702</p>
<p>Ούχί ή ψυχή πλεϊόν έστι τής τροφής<br />
καί τό σώμα τού ενδύματος;<br />
Κατά Ματθαίον, ς’, 27-28</p>
<p>Και δεν ξαναγέλασε ποτές του<br />
Αυτός που χάλασε<br />
διακόσιες χιλιάδες ψυχές<br />
που και στη φυλακή<br />
κουβάλησε<br />
το μάγειρό του<br />
Αύτός που εξανδραπόδισε ένα νησί<br />
Οι μεγάλοι του πλήρωσαν<br />
το θρόνο<br />
τα πουκάμισα και τα βρακιά<br />
του Ιανού<br />
του ξένου<br />
του ρήγα<br />
του άπληστου</p>
<p>Και παρά την ολονυχτία<br />
το μεσοπεντήκοστο</p>
<p>πως να ξαναγελάσει<br />
που αγάπησε πιότερο κι’ απ’ τη ζωή του<br />
αυτό που έχασε;</p>
<p>***</p>
<p style="padding-left: 240px;">Καί βάλλετε τό νησσίν τούτον<br />
είς σκάνταλον καί άνοίγετε<br />
τ’ αμματία του λαόν καί νά<br />
ρεβελιάσουν</p>
<p style="padding-left: 240px;">Λεόντιος Μαχαιράς, 1,45</p>
<p>Έδωσαν τα χέρια<br />
για δέκα χρόνια<br />
μήνες δέκα<br />
μέρες δέκα<br />
δέκα ώρες<br />
συμφωνία ειρήνευσης<br />
σε σχήμα κενό<br />
σχήμα μάταιης δόξας<br />
ν’ απειλεί την ιστορία<br />
εμπαιγμός εαυτών και αλλήλων<br />
εμπαιγμός της ειρήνης<br />
χρόνια μήνες μέρες ώρες λεπτά<br />
σκάνδαλο που γυρίζει σε καταιγίδα<br />
καταιγίδα που οργίζει τ’ αγριοπερίστερα<br />
και τα μάτια ξέρουν<br />
αντίστροφη μέτρηση<br />
ώσπου να βρεθεί ο καιρός<br />
ο επιτήδειος του πολέμου<br />
ξανά και ξανά</p>
<p>Ας βασιλεύει τουλάχιστον<br />
μέχρι το έλα του χρόνου<br />
η πρωτοτυπία του παιχνιδιού&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.Ο.Κ.) 21/9/2023</p>
<p>Η κυρία Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου είναι μια πολυγραφότατη και αναγνωρισμένη ποιήτρια και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1949 στην Λεμεσό από γονείς Μικρασιάτες που έφτασαν στην Κύπρο ως πρόσφυγες. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στην Κύπρο. Υπηρέτησε, πριν συνταξιοδοτηθεί, ως Συντονίστρια Διευθύντρια σχολείων πόλης και επαρχίας Λεμεσού, ενώ διετέλεσε γραμματέας του Κυπριακού κέντρου Συγγραφέων ΠΕΝ και πρόεδρος των Μικρασιατών Κύπρου. Έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές, θεατρικά, διηγήματα, και άλλα, ενώ έργα της έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Συνολικά έχει συγγράψει 36 βιβλία. Η ανά χείρας ποιητική συλλογή, γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, διαπνέεται από έναν νοσταλγικό, τρυφερό πόνο για το δράμα των προσφύγων της Μικρασίας. «Πώς να θεραπεύσω/επώδυνες μνήμες/μισό φεγγάρι/μισό πρόσωπο/ολόκληρη η θλίψη/ενός πρόσφυγα», μας λέει στο ποίημα «Το φάρμακο του χρόνου». Η ποίηση που περιέχει η συλλογή αυτή είναι γεμάτη από δυνατές μεταφορές και εικόνες. Όπως για παράδειγμα σε μια σειρά ποιημάτων με τίτλους του μνημείου, θρηνώντας τους νεκρούς, αναφωνεί «έπρεπε να βρούμε /νυχτοφύλακα/να παραφυλάει/το ολοκέντητο σεντόνι/του ύπνου των νεκρών». Με πόση ευαισθησία και λεπτότητα μας μεταφέρει η κυρία Σαββίδου τον πόνο του ξεριζωμένου λαού! Αν και για την ποιήτρια είναι «ένα σκοτεινό ιερό η μνήμη», δεν της λείπει η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, όταν για παράδειγμα στο ποίημα «Αντιπελάργηση» καταλήγει «… με την αντιπελάργηση/η είσοδος στον μέλλοντα αιώνα/με όπλο το φως/με λόγο το φως/απ’ την ρωγμή» και αλλού, «ήθελα να περάσω από άλλη πόρτα/που βγάζει κατάστηθα στο φως». Η ποιήτρια επιχειρεί να διατηρήσει, όχι μόνο στην μνήμη της αλλά και στην μνήμη της ιστορίας, ζωντανή την φρίκη της προσφυγιάς. Εξάλλου για την μνήμα γράφει: «Ναι, εμείς δεν σκοτώνουμε την μνήμη/εμείς ζούμε απ’ την μνήμη/εμείς κεντούμε στο σώμα μας την μνήμη/με μετάξι απ’ το σκουλίκι/το ακοίμητο/σκίζει την σάρκα το βελόνι/ ο πόνος βαθύς/πώς αλλιώς θα θυμόμαστε;». Τι άλλο να πει κανείς για την ανθρωπιά που διαπνέει αυτούς τους στίχους;</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ</strong></h5>
<p>ΠΟΙΕΙΝ 7/5/2020</p>
<p>Άγιος νόστος και ψυχικη λύτρωση<br />
στην ποίηση της Μόνας Σ. Θεοδούλου</p>
<p>Ο ποιητης Δημήτρης Παπαδίτσας, στις 17 Νοεμβρίου 1963, απο τη Λέρο όπου βρισκόταν, στέλνει στο αδελφικο-του φίλο Επαμεινώνδα Χ. Γονατα, μία μακροσκεληεπιστολη για να τον ευχαριστήσει, πρώτιστα, για κάποιο βιβλίο του R.Rolland που του απέστειλε και το οποίο αναφερόταν στον «ΑκραγαντινοΕμπεδοκλη», όπως απεκάλεσε τον αρχαίο Έλληνα πυθαγόρειο φιλόσοφο, το οποίο το διάβασε, το ευχαριστήθηκε και του ήλθε «σαν ουράνια δροσια που κατεβαίνει σ’ ένα μαύρο τέλμα». Γιατι το βιβλίο, όπως έγραφε στη συνέχεια, τον βρήκε «σε μία από τις τραγικότερες στιγμες» που περνούσε εκείνες τις μέρες, αποκαλύπτοντας στον φίλο-του πως βρέθηκε «στο κέντρο συνωμοσιων, δολοπλοκιων, φαρισαϊσμων, πλεκτανων».</p>
<p>Και συνέχιζε:</p>
<p>«Η ανθρώπινη ψυχη και το ανθρώπινο πνεύμα μόνο όταν δονούνται απο ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) γίνονται άνθη». Σημείωνε, επίσης, πως «η βράβευση του Μίλτου (Σαχτούρη) μ’ έκανε ευτυχη». Και κατέληγε με το «Υ.Γ. – Να μου γράφεις έστω και βαδίζοντας».¹</p>
<p>Hφράση αυτη του Δημήτρη Παπαδίτσα, η γεμάτη αποομορφιααλλακαιαποτα συναισθήματα της φιλίας καιτης αγάπης, φαίνεται, πως εντυπωσίασε τη Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, γιατι τροφοδότησε και ενεργοποίησε αμέσως τη σκέψη και τη έμπνευσή-της, όπου επιχείρησε να την αξιοποιήσει ποιητικα, πράγμα που οδήγησε στη δημιουργία της δικης-της φράσης «Και ταξιδεύοντας να μου γράφεις», που είναι, όπως βλέπουμε,ένα θραύσμα απο την φράση του Δ. Παπαδίτσα και που αποτέλεσε στη συνέχεια τον τίτλο της καινούργιας συλλογης-της. Με αυτο τον τρόπο όμως, αποδεικνύεται για άλλη μία φορα, η λειτουργικηδιακειμενικότητα, όταν και όπου χρειάζεται να υπάρχει, ανάμεσα σε εμπνευσμένα κείμενα, αλλα και η βαθια αλληλεγγύη που πρέπει να τα διακρίνει, όπως υπέδειξε και ο αξέχαστος Γιάννης Δάλλας².</p>
<p>Η αλληλεγγύη, εξάλλου, στην περίπτωση της εν λόγω συλλογης, εκδηλώνεται και μέσα απο τα πολλα παραθέματα που τοποθέτησε η Μ. Σαββίδου, ως μότο, στην αρχητου βιβλίου-της,καθως και στην αρχηαρκετων ποιημάτων-της, που είναι βέβαια, αυτα τα παραθέματα, το απόσταγμααπο τη σκέψη ήαποτον στοχασμο σπουδαίων ποιητων και κορυφαίων διανοούμενων, όπως του Αισχύλου, του Πινδάρου, του Ανδρέα Κάλβου, του Γιώργου Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου, του Βασίλη Μιχαηλίδη, του Θεοδόση Νικολάου, του ΘεοδωρηΚαλλιφατίδη, του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, του Ιτάλο Καλβίνο αλλαείναι και στίχοιαπο Μικρασιάτικα τραγούδια και Κρητικες μαντινάδες, τα οποία σίγουρα αποτέλεσαν τον σπινθήρα που πυρπόλησε τη σκέψη και τη έμπνευσή-της και που ενίσχυσαν τη δικη-της δημιουργία, ακριβωςόπως οπλίζουν οι σιδηροδοκοι τις σύγχρονες οικοδομες.</p>
<p>ΕΝΑ ΛΥΡΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ</p>
<p>Η καινούργια συλλογη, λοιπον, της Μ. Σαββίδου, που κυκλοφόρησε το 2018, απο τις εκδόσεις Αρμίδα, με τα συνήθη εκδοτικα δεδομένα, θεωρείται πολυσέλιδο και μεγάλο βιβλίο. Συγκεκριμένα, αποτελείται απο 120 σελίδες και περιέχει 85 ποιήματα, ολιγόστιχα ή πολύστιχα, που αρχίζουν απο ένα στίχο και φθάνουν μέχρι τους 100 (δες ποίημα «Λεμεσος»). Τα πλείστα όμως, είναι ποιήματα που κυμαίνονται μεταξυ, τριων,τεσσάρων ή πέντε στίχων.</p>
<p>Ουσιαστικα όμως, η συλλογηαυτη, όπως διαφαίνεται και απο τους χρονικους και τοπικουςπροσδιορισμους που υπάρχουν στο τέλος των ποιημάτων που τη συγκροτουν, αλλα και απο το περιεχόμενό-τους, συνιστα ένα πολύχρον’οδοιπορικο, όμως με μορφηποιητικη, που οδηγει στην αυτογνωσία της ποιήτριας.</p>
<p>Είναι, για την ακρίβεια, ένα ταξιδιωτικο ημερολόγιο, δοσμένο μέσα απο μίασειρα ποιημάτων, στα οποία εγκιβώτισε επεξεργασμένο, με ευαισθησία και τεχνικη αρτιότητα, όλο τοπρωτογενεςυλικοπου συνέλεξεαπο τις πολλες και διάφορες επισκέψεις-της σε ωραίες πόλεις, με μεγάλη πολιτισμικη παράδοση, αλλα και σε γνωστουςαρχαιολογικους χώρους, με μεγάλο αποθεματικουλικο και επιστημονικο ενδιαφέρον, καθως και σε χώρους ιστορικους, που θυμίζουν χαμένες πατρίδες και αλύτρωτα ελληνικα εδάφη. Είναι, στην πλειονότητά-τους,πανάρχαιοι ελληνικοι χώροι, «φορτωμένοι μνημεία και μνήμες», κατα την έκφραση του Ερατωσθένη Καψωμένου, που δίνουν στην ποιήτρια-ταξιδεύτρια τα ερείσματα για«να εξακτινώνειδιαρκως τον ποιητικο λόγο-της απο τη γεωγραφικη στην ιστορικη και πολιτισμικη διάσταση του χώρου»³.</p>
<p>Με αυτο τον τρόπο όμως,αποδεικνύεται, όπως και στην περίπτωση του Γ. Σεφέρη,πως τα ποιήματά-της είναι «στενα δεμένα με τα πράγματα» που είδε και έζησε. Φράσηασφαλωςτου Γ. Σεφέρη, που αλίευσεαπο γράμμα-του προς τον Ανδρέα Καραντώνη,την οποία αξιοποίησεκαι ως μότο στο ποίημά-της που τιτλοφορείται «Επίσκεψη στο αρχαίο Ιδάλιον», στη σελίδα 85, του βιβλίου-της.Κοντολογις, η Μ. Σαββίδου, σε αυτοειδικα το βιβλίο-της, αντλει το υλικο-της απο εμπειρίες της ζωης και της πολύπλοκης δράσης-της.</p>
<p>Στο καταγεγραμμένο, λοιπον,λυρικοοδοιπορικο-της, που η αφετηρία-του ανάγεται στις 11.8.2003 και η λήξη-του στις 5.4.2018, απο μία πρώτη ματια, πληροφορούμαστε πως η Μ. Σαββίδου επισκέφθηκε 20χωρια και πόλεις, αρχαίες ή σύχρονες, νεκρες ή ζωντανες, και 20 χώρες ή γεωγραφικουςπροορισμους. Οι επισκέψεις αυτες, πέραν απο τις εντόπιες, αφορούσαν στην πλειοψηφία-τους ταξίδια σε χώρες της Ευρώπης – νότιας, κεντρικης και βόρειας.</p>
<p>Έτσι, έχει σχηματισθει έναςμακροσκελης κατάλογος που περιλαμβάνει χωρια και πόλεις όπως: Καλαβασος, Αλλάγια, Μύρα, Αττάλεια, Άσπενδος, Θήβες, Θεσσαλονίκη, Ντουμπρόβνικ, Τσεστοχόβα, Άουσβιτς, Ζακοπάνε, Βαρσοβία, Αθήνα, Λεύκαρα, Φλώρινα, Καστορια, Λονδίνο, Πάφος, Λευκωσία καιΔάλι.</p>
<p>Περιλαμβάνει και χώρες ήγεωγραφικουςπροορισμους όπως: Μικρα Ασία, Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχαιολογικο Μουσείων Θηβων, Σαγμάτιο όρος, Κοιλάδα των Μουσων (Θήβες), Ρουμανία, Σαντορίνη, Ακρωτήρι, Κεφαλλονια, Ζάκυνθος, Βοσνία, Κρακοβία, Μακεδονία, Σπηλια του Δράκου (Καστορια), Αγγλία, Σκωτία, Κροατία, Πολωνία, Φαράγγι του Νερέτβα και Ελλάδα.</p>
<p>Εντος των ποιημάτων όμως, σε αρκετους στίχους-τους, μνημονεύονται και διάφοροι άλλοι γεωγραφικοι τόποι.</p>
<p>Ενδεικτικο της όλης ταξιδιωτικης ατμόσφαιρας που επικρατει στην καινούργια συλλογη-της είναι και τογεγονος πωςαρκετααπο τα ποιήματά-της, τα εμπνέεται και τα γράφει εν πτήσει ή εν πλω, άλλοτε μέσα στο αεροπλάνο, δηλαδη στον αέρα, και άλλοτε πάνω στο πλοίο, δηλαδη στη θάλασσα.</p>
<p>Ηκαλπάζουσα σκέψη-της, σε αυτες τις πολύωρες περιπλανήσεις-της, λειτουργεικάποτε και σαν σκαπάνη πουκρατάει στα χέρια-του ο ευαίσθητος αρχαιολόγος, που την κτυπάει με προσοχη πάνω στοσκληρο χώμα και αμέσως έρχονται στην επιφάνεια αρχαία πολύτιμα ευρήματα. Για τη Μ. Σαββίδου όμως, η αρχαιολογικηαυτη«σκαπάνη», όταν την χρησιμοποιει, φέρνει στην επιφάνεια της σκέψης-τηςολόκληρες ξεχασμένες σελίδες απο την Αρχαιογνωσία, την Ιστορία, τους θρύλους και τις παραδόσεις-μας. Βέβαια, αν σωστα καταλαβαίνω, η Αρχαιολογία ως επιστήμη, είναι το κρυφοαπωθημένο-της και οι διάφοροι δημοφιλειςαρχαιολογικοι χώροι θα μπορούσαν να ήταν το δεύτερο σπίτι-της. Στο ποιήμα«Ούτε», που περιγράφειμία τέτοια επίσκεψή-της στην ιστορικη πόλη της Θήβας, θα γράψει:</p>
<p>«Οι αισθήσεις πλανεμένες. / Μπήκαμε στην πόλη / και το όνομα / δεν το φοράει κανεις. / Παλια σημάδια μας κρυφοκοιτάζουν. / Ακόμη και το ξενοδοχείο-μας / το λένε «Διονύσιον». / Η δοκιμη γευσιγνωσίας / ξεστράτισε τον νου. / Μάς διέφυγε, μάς διέφυγε / πως εδώ άφησαν άκλαυτο / κι άθαφτο / για τα σκυλια / τον Πολυνείκη».</p>
<p>Σελ. 29</p>
<p>Σε αυτο το προμελετημένο καικαλα σχεδιασμένο οδοιπορικο-της, πραγματικο και συνάμαποιητικο, όπως αφήνει ν’ αντιληφθούμε, δεν βαδίζει μόνη-της η Μ. Σαββίδου. Την συνοδεύουν και τη συμπαραστέκονται, έστω και νοερα, σημαντικες, και υποθέτω αγαπημένες-της,μορφες, απο τον χώρο της Ιστορίας, της Λογοτεχνίας, της Τέχνης αλλα και της Θρησκείας και της Πολιτικης. Τη συνοδεύουν διάσημοι ήρωες και πολιτικοι, συγγραφεις και ποιητες, αρχάγγελοι και άγιοι.Ακριβωςόπως τα εκθέτει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Παράλληλα», και το οποίο εμπνεύσθηκε στη Ρουμανία :</p>
<p>Παράλληλα με τον ποταμο / και το τραίνο. / Παράλληλα με τα δέντρα / ανεβαίνουμε./</p>
<p>Μαζι-μας ο Μιχαήλ Κατακουζηνος/ ο Δημήτριος Καρατζας / ο Ρήγας Φεραίος, / ο ΓιαννούληςΧαλεπας / ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.</p>
<p>Σελ. 35</p>
<p>ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ-ΤΗΣ</p>
<p>Οι πηγες της έμπνευσής-της όμως, δεν προέρχονται μόνο αποαυτα τα πανάρχαια ερείπια, που τα επισκέπτεται σε τακταχρονικα διαστήματα. Απεναντίας, είναι πολλες και διάφορες οι πηγες της έμπνευσής-της. Και το σπουδαιότερα: είναι αστείρευτες! Τέτοιες πηγες είναι η φύση – με τα βουνα, τα δάση, τα ποτάμια και τις θάλασσές-της, το αρχαίο και το σύγχρονο τοπίο, το αίνιγμα της ύπαρξης και γενικα της ζωης, τα αιώνια προβλήματα του έρωτα και του θανάτου αλλα και τα εγγόνια-της, οι πρόσφυγες, ο νόστος και η νοσταλγία, η ανθρώπινη απώλεια και οι αγαπημένοι-της νεκροι, μαζιφυσικακαι ο ανθρώπινος πόνος. Γράφει στο ποίημα «Άλλοι ουρανοι»:</p>
<p>Πρέπει να υπάρχει / ένας Γαλαξίας / μέσα στο σύμπαν / στον οποίο / να έχουν μετοικήσει / οι ψυχες / των νεκρων / αγαπημένων-μας.</p>
<p>Αυτη είναι η υπάρξη / ζωης / σε άλλους πλανήτες / και με συνταράσσει.</p>
<p>Σελ. 47</p>
<p>Ο νόστος και η νοσταλγία όμως – φυσικη και μεταφυσικη, είναι εκείνες οι δύοκεντρικεςπηγες που αρδεύουν συνεχως την έμπνευση και την ποίησή-της. Νόστος ασίγαστος για τις χαμένες πατρίδες και τις πατρογονικες εστίες που, όσο αργει να φθάσει η ευλογημένη μέρα της επιστροφης, δηλαδητο πολυπόθητο «νόστιμονήμαρ», για το οποίο αρνήθηκε την αθανασία ο Οδυσσέας, ολοένα και φουντώνειαυτος ο νόστος, ολοένα και την παιδεύει, με αποτέλεσμα να παίρνει ιερες και άγιες, αλλα και καταλυτικες, διαστάσεις μέσα στην αγαλήνευτη ψυχη-της.</p>
<p>Σίγουρα, η νοσταλγία,δηλαδη ο αγιάτρευτος ψυχικος πόνος (το γνωστο άλγος), που γεννάει η προσμονη και που το δυναμώνει η λαχτάρα της επιστροφης στην πατρίδα, έτσι όπως τώρααναδύεται μέσα απο την ποίηση της Μ. Σαββίδου, ίσως να είναι το πιο δυνατο,αλλαψυχοφθόρο, συναίσθημα που βασανίζει την ποιήτρια, την οποία αισθάνεται, (και μαζι-της την αισθάνονται και όλοι οι αναγνώστες-της), σαν μία θηλιααπο συρματόσχοινο που σφίγγει ολοένα και περισσότερο τον λαιμο-της.</p>
<p>Είναιακριβως η ίδια, άσβηστη νοσταλγία, που κυριεύεισχεδον όλους τους απογόνους εκείνων που ξεριζώθηκαν βίαια, πριν από πολλα χρόνια, αποτις εστίες-τους και που τώρασαν πυρακτωμένη λάμα κατεβαίνει βαθια στα σπλάχνα-τους. Νιώθει, για την ακρίβεια,σαν «μια απόγονος ενός ατελεύτητου καημου, μια κληρονόμος της απτης ιστορίας», όπως αναφέρει στο διήγημά-της «Διπλεςζαριες»⁴.</p>
<p>Ας δούμε τώρα, πως η ποιήτρια, που τυγχάνει να είναι πρόσφυγας δεύτερης γενιαςαπο τη Μικρα Ασία, περιγράφει στην ποίησή-της αυτο το ψυχικο μαρτύριο-της, όταν σε μία ξενάγησή-τους στην Αλλάγια, αντίκρισεμαζι με άλλους επισκέπτες, για πρώτη φορα τις καρτερικεςπατρογονικες εστίες-τους:</p>
<p>«Ταξιδέψαμε / σε τρεις ουρανους / για να φθάσουμε. / Ήταν ο Μέγας Εσπερινος. / Και εμειςεκει. / Ύστερα απο ενενήντα τρία χρόνια / ξεριζωμου των γονιων-μας. / Ύστερα απο ενενήντα τρία χρόνια / αδιέξοδης οδου / Θυρανοίξεια. / Στην Παμφυλία. / Απόγονοι του κτήτορα / της εκκλησίας…».</p>
<p>Σελ. 13</p>
<p>Όλα αυταβέβαια,είναι θλιβερα και πικρασυναισθήματα που, όσο παράξενο και οξύμωρο κι αν ακούγεται, κάποιες φορες, λιπαίνουν, τις ρίζες της ποίησης, της κάθε ποίησης, για να πετάξει κλώνους και κλαδια. Για να γεμίσει χυμους και στην κατάλληλη ώρα να δώσει τους ώριμους καρπους-της. Και όπως χαρακτηριστικα έλεγε ο Μίλτος Σαχτούρης, «χωρις πόνο δεν γράφεται ωραία ποίηση».</p>
<p>Επιπλέον, η Μ. Σαββίδου, όπως διαπιστώνω, εμπνέεται και απο ένα ωραίο ξένο στίχο, απο ένα γλυπτο ή ένα άλλο έργο Τέχνης, απο ένα καθημερινο στιγμιότυπο στο δρόμο, απο τη βροχη, τα έθιμα και τις παραδόσεις-μας, απο την ανθρώπινη βία, απο τα στρατόπεδα μαζικης εξόντωσης ανθρώπων που δημιούργησαν οι Ναζι, αλλα και απο τα ανελέητα γηρατεια.</p>
<p>Σε αυτο το κλίμα, δηλαδητης εγκατάλειψης της τρίτης ηλικίας, μάς μεταφέρει το ποίημα που τιτλοφορείται «Έως πότε;»:</p>
<p>Ευκινησία / με εγκατέλειψες. / Τι να σου προσάψω; / Προδοσία; /Ημερομηνία λήξεως; / Τιμωρία; / Με προβληματίζει / αυτη η τύχη / ως τρίτης ηλικίας ένοικο / που φαίνεται /αλλα δεν είμαι. / Μ’ άλλα η ψυχη-μου / ασχολείται / κι επιμένει.</p>
<p>Αλλα οι βάρβαροι ήρθαν / και κτυπουν την πόρτα. / Θα ανοίξει, δεν θα ανοίξει; / Έως πότε;</p>
<p>Σελ. 83</p>
<p>Είναι ένα ολοκληρωμένο, περίτεχνο,ποίημα, γεμάτο όμως με αβάστακτη θλίψη, στο οποίο ο ακροατης ή ο αναγνώστης αφουγκράζεταικαι κάποιους απόηχους, όμωςκαλα αφομοιωμένους,απο την ποίηση της αξέχαστης ΚικηςΔημουλα.</p>
<p>Ίχνη, ασφαλως,απο τη σκέψη ή τον στοχασμο άλλων πνευματικων ανθρώπων συναντάμε και σε άλλους στίχους-της, όπως π.χ. οι στίχοι«Αρχίζει το ποίημα / με τη λέξη αλλα. / Ο στοχασμος / που προηγήθηκε / πλεονάζει / όπως το όνειρο / που σε πήρε / κάτω απ’ τη γη / να περπατας σε ρίζες δέντρων», απο το ποίημα που τιτλοφορείται «Αλλα», που παραπέμπουν, εμμέσως πλην σαφως, στη φράση του Στ.Μαλλαρμε «η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες, αλλα με λέξεις».</p>
<p>ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ-ΤΗΣ</p>
<p>Με αυτό το χωροχρονικο πλαίσιο, πουαδρομερωςέχω περιγράψει πιο πάνω, είναι φανερο πλέον πως η Μ. Σαββίδου δημιούργησε, με σπουδη και τέχνη, ένα απέραντο ουρανο. Δημιούργησε όμως και τα φτερα-της για να πετάξει μέσα σ’ αυτό το ολοφώτεινο ουρανο.</p>
<p>Δημιούργησε, με άλλα λόγια, το σκηνικο χώρο-της ή, πιο σωστα, το ποιητικο σύμπαν-της, όπου εκει βιώνει όλα τα ανθρώπινα, μικρα ή μεγάλα. Βιώνει όμως και τα θεία, τα φυσικα και τα μεταφυσικα. Θέλει και επιδιώκει όμως, να φθάσει και σε άλλους Γαλαξίες, σε άλλα σύμπαντα, αδιερεύνητα και εν πολλοις απλησίαστα απο την ανθρώπινη σκέψη και σοφία. Πρώτιστα όμως, βιώνει και εκφράζει την υπαρξιακη αγωνία-της στα έσχατα όρια της προσωπικης-της ελευθερίας, εστιασμένη πάντοτε στη ματαιότητα όλων των ανθρωπίνων.</p>
<p>Ας μην ξεχνάμε πως το ποίημα είναι η πιο αυθεντικη απεικόνιση του ΄΄εγω΄΄ του ποιητη. Είναι, δηλαδη, η ανάγλυφη απεικόνιση τού μέσα και τού έξω κόσμου-του. Μέσα σε αυτοτο ποιητικο σύμπαν, επομένως, η Μ. Σαββίδου φτερουγίζει σαν αρχάγγελος, μέρα νύχτα, και έμπλεηαποενθουσιασμο και μέθη, παράγει αδιάκοπα την μαλαματένια ποίησή-της, που απλόχερα τώρα μάς προσφέρει ή δωρίζει.</p>
<p>Φρονω πως όλος ο φιλοσοφικοςστοχασμος-της, πάνω στις ράγες του οποίουτροχοδρομει την ιδιοσυστασία-της, καθως και την αποκρυσταλλωμένη και ώριμη πλέον κοσμοθεωρία-της, αντανακλάται ξεκάθαρα μέσα αποτην φράση «ανάμεσα στον πάνω και στον κάτω κόσμο» – φράση που ανήκει στον κορυφαίο πνευματικο άνθρωπο Νίκο Τριανταφυλλόπουλο, την οποία παραθέτει ως μότο στην αρχη της συλλογης-της.</p>
<p>Αυτα τ’ αστραφτερα αποσπάσματα,εξάλλου, τα γεμάτα με στοχαστικη ενέργεια, τ’ οποία τοποθέτησε μέσα στην συλλογη-της, τα εκλαμβάνωκαι σαν τους οδοδείκτες, που κατευθύνουν σωστα την ψυχη-της όταν φτεροκοπαασταμάτητα μέσα σε αυτο το ποιητικο σύμπαν, που στωϊκα έχει δημιουργήσει και που μας καλει τώρα να το επισκεφτούμε.</p>
<p>Γιατι, διερωτώμαι, εκτοςαπολαμπεροςοδοδείχτης,τι άλλο μπορεινα είναι το απόσπασμα του Ιτάλο Καλβίνο, που παραθέτει δίκην μότο, στην αρχη του βιβλίου-της, και στο οποίο ο σπουδαίοςΙταλος συγγραφέας διερωτάται αν «ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθον-σου ή ταξιδεύεις για να ξαναβρεις το μέλλον-σου;». Βέβαια, στην περίπτωση της Μ. Σαββίδου, στηζυγαρια της σκέψη-της αντιλαμβάνομαι πως βαραίνει περισσότερο το πρώτο σκέλος της φράσης του Ι. Καλβίνο.</p>
<p>ΠΟΙΗΣΗ: Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ</p>
<p>Είναι γενικη διαπίστωσηπως η ποίηση που παράγεται σήμερα, σε τοπικο και διεθνες επίπεδο, στο μεγαλύτερο μέρος-της, είναι άγρια, θολη, ακόμησκοτεινηκαι ακατάλυπτη, αλλα και τρικυμισμένη, όπως είναι και η εποχη-μας. Γνωρίζουμε όμως, αρκετακαλα, πως η ποίηση είναι και ο καθρέπτης μέσα στον οποίο αντικαθρεπτίζεται απαράλλαχτη μία κοινωνία ή μία εποχη, ήσυχη ή ταραγμένη, με όλες τις ομορφιες και με όλα τα ψεγάδια-της.</p>
<p>Στην ποίηση της Μ. Σαββίδουόμως συμβαίνει εντελωςτο αντίθετο. Γιατι είναι μία ποίηση βελούδινη, στοχαστικη, που διακρίνεται για την απλότητα, τη ηρεμία, τη γαλήνη και τον απαλοβηματισμο-της, άσχετα αν είναι πλημυρισμένη με αφόρητο πόνο, πίκρα αλλα και με ατελεύτητη νοσταλγία.</p>
<p>Εκείνο όμως, που εντυπωσιάζει περισσότερο,σε αυτη την ποίηση,είναι ένα είδος ουράνιας μουσικης πουδιαχέεταιμέσ’απο τους στίχους-της. Μιαυποβλητικηαλλαασύληπτημουσικη, που μόνο οι επαρκεις αναγνώστες, οι καλα μυημένοι στο μυστήριο της ποίησης, μπορουν να τη νιώσουν αλλα, όπως με κατευθύνει η διαίσθησή-μου, και οι κωφάλαλοι.</p>
<p>Θέλω να τονίσω, γενικα μιλώντας, πως υπάρχουνποιήματα ή στίχοι που δεν εξηγούνται μεαισθητικα κριτήρια ή με τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμα. Το ίδιο συμβαίνεικαι με κάποια ποιήματα της Μ. Σαββίδου. Επομένως, είναι καλύτερα, νομίζω, να τα αφήνουμε ατάραχααυτατα ποιήματα, στηνιερηησυχία-τους. Γιατι, όπως έλεγε και ο Γ. Σεφέρης, η ποίηση δεν ερμηνεύεται. Είναι καλύτερα να την απολαμβάνεις, διαβάζοντας ή ακούοντάς-τη.</p>
<p>Πρέπει, κάποτε, να πιστέψουμεπως η αληθινη ποίηση είναι έναμυστικοκαλα κρυμμένο σ’ εφτασφράγιστοκουτι. Και αυτο το κουτι δεν ανοίγει με κανένα κλειδι. Μόνο με τη ευαισθησία και την αγάπη-μας μπορειν΄ανοίξει. Και σύμφωνα με τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον ευγενη και υπέροχο αυτοΘεσσαλονικιοποιητη, «όπως κάθε μυστικο», έτσι και η ποίηση, «θα έχανε τη μαγεία-του αν εξηγότανλογικα».</p>
<p>Η ποίηση και η μαγεία-της, όπως σωστα υποδεικνύεικαι ο κριτικος Δημήτρης Νικορέτζος, είναι όπως τα πουλια και το κελάηδημά-τους. «Με τα ξόβεργα μπορεις να πιάσεις τα πουλια, δεν μπορεις να πιάσεις ποτε το κελαήδημά-τους».</p>
<p>Επομένως, διερωτώμαι, με ποια λογικη ή ποια ασφαληαισθητικα κριτήρια μπορει κάποιος να ερμηνεύσει ή να ζωγραφίσει τη μαγεία που μεταφέρουν τ’ ακόλουθα δύο ποιήματα της Μ. Σαββίδου;</p>
<p>Ευχή</p>
<p>Η θλίψη ας είναι / δάκρυ του σταλαγμίτη / που θέλει αιώνες να πετρώσει.</p>
<p>και</p>
<p>Συγχώρεση</p>
<p>Της έστειλε ένα κοφίνι / αναμμένα κάρβουνα. / Κι εκείνη σε απάντηση / ένα κοφίνι νερο. / Τα λόγια περιττεύουν.</p>
<p>Τα μικρααυτα ποιήματα είμαι βέβαιος πως δεν εμπίπτουν σε κανένα ερμηνευτικο πλαίσιο. Επομένως, δεν επιδέχονται καμία ερμηνεία. Όμως, είναι αδύνατον που να μην σε σαγηνέψουν και να σε καθηλώσουν με την ανεξάντλητη μαγεία και το μυστήριο που περιέχουν!</p>
<p>Μόνο ότανο αναγνώστης λειτουργει, πιστεύω, με όλες τις αισθήσεις-του (όραση, ακοη, γεύση, όσφρηση, αφη), μπορει να νιώσει, σε μεγάλο βαθμο, την ποίηση της Μ.Σαββίδου,ειδικα τη μαγεία και το μυστήριο που εκπέμπει αυτή η ποίηση, στην επιθυμίαασφαλωςτου αναγνώστη να τη διαγνώσει σωστα και να την απολαύσειικανοποιητικα, αφουπρώτα εννοήσει πως πρέπει να την πλησιάσει με απέραντη αγάπη και σεβασμο. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως ανάφερα, ας παραμείνει μόνο στοστάδιο της απόλαυσης, που έχει να του προσφέρει αυτη η ποίηση.</p>
<p>Ας μην μάς διαφεύγει πωςστην ποίηση της Μ. Σαββίδου, δεν υπάρχουν μόνο οι ήχοι. Υπάρχουν και λειτουργουνκαι τα χρώματα, οι μυρωδιες, οι γεύσεις αλλακαι τα χάδια, ανθρώπινα ή θεϊκα!</p>
<p>Προσωπικα, αυτη τη τελετουργία των αισθήσεων την αισθάνθηκα στο ποίημα «Παράκληση», το οποίο και παραθέτω:</p>
<p>Ανάμεσα στα βουνα, / στα κυπαρίσσια / των βουνων, / στα ποτάμια / των βουνων, / στους αμπελώνες / των βουνων, / ένας άνθρωπος / μόνος / παρακαλει / τον εαυτο-του / να τον σώσει / απο την οργη, / τη θλίψη και / την ανάγκη / αναζητώντας / το χέρι του Θεου.</p>
<p>Σελ. 55</p>
<p>Εδω, σε αυτο το ωραίο ποίημα, είναι αδύνατον που να μην δεις,τόσο με τα πραγματικα μάτια-σου, όσο και μεαυτα της ψυχης-σου, τα χρώματα των βουνων και των κυπαρισσιων. Είναι αδύνατον που να μην ακούσεις τους ήχους των νερων που κυλάνε στα ποτάμια, που να μην γευθεις τους χυμουςαπο τις ρόγες του μαύρου σταφυλιου που συνθλίβονται μέσα στο στόμα-σου, που να μην νιώσεις το ζεστοχάδι του Θεου πάνω στο κεφάλι-σου.Εδω, σε αυτο το ποίημα, ο μοναξιασμένοςανθρωπος «που παρακαλει / τον εαυτο-του», να τον σώσει απο τα πάθη-του, μπορει να είμαι εγω ή, όλοι εσεις που θα διαβάσετε το ποίημα.</p>
<p>ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</p>
<p>Στη νέα συλλογη της Μ. Σαββίδου υπάρχει και ένας σεβαστοςαριθμοςαπο ποιήματα ποιητικης, όπως έχει καθιερωθει να λέγονται. Δηλαδη είναι ποιήματα που αναφέρονται στην τέχνη και την τεχνικη, και γενικα στη διαμόρφωση του ίδιου του ποιήματος. Υπάρχουν, επίσης, ποιήματα για τις λέξεις και τη επενέργειά-τους μέσα στο ποίημα, που μαρτυρουν, στην ουσία, ένα διάλογο της ποιήτριας με αυτα τα ποιήματά-τηςκαθωςκαι με τις λέξεις που τα οικοδομουν. Είναι, για την ακρίβεια, ο βαθυςπροβληματισμος-της για τη σωστη συγκρότηση των ποιημάτων-της, τόσο απο την πλευρατου περιεχομένου όσο και αποτην πλευρα τηςμορφης, καθως και η μεγάλη αγωνία-της για τη λειτουργία και την αποδοχη που θα τύχουν τα ποιηματα-τηςαπο το πλατυκοινο, όταν θα αφεθουν στην αδέκαστη κρίση-του.</p>
<p>«Το ποίημα / ένα παιγνίδι / που μάς χάρισαν παιδια / να ξεχνούμε τον χρόνο και τον πόνο, / οι άγγελοι του σύμπαντος», γράφει η Μ. Σαββίδου στο ποίημα «Συνάντηση», (σελ. 46), για να μάς ουρανοδρομήσει σε μεγάλο βάθοςκαι στη συνέχεια να μάς προσγειώσει ανώμαλα μέσα στα λειβάδια της παιδικης αθωότητά-μας, τότε που λειτουργούσαμε με την αγνηψυχη του ποιητη, πλημυρισμένη απο αγάπη για το κάθε τι που υπάρχει γύρω-μας. Και αλήθεια, πόσο δίκαιο είχε ο μεγάλος Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα όταν, πριν απο χρόνια, αποφάνθηκε πως «μένοντας παιδι, γίνεσαι ποιητης».</p>
<p>Βέβαια, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουνοι λέξεις στην ποίηση της Μ. Σαββίδου. Εννοω τις λέξεις που επιλέγει για να τις τοποθετήσει μαστορικα και αρμονικαμέσα στα ποιήματά-της. Τις δικες-της, δραστικες, λέξεις που οδηγουν στην απόλυτη εκφραστικη ακρίβεια. Ο ποιητικος-της λόγος όμως συγκεντρώνει όλη την ενέργειά-του στο ρήμα, εκφρασμένο σε χρόνο παρελθοντικο, Αόριστο ή Παθητικο Αόριστο, όπως π.χ.οι λέξεις ταξιδέψαμε, βρεθήκαμε, ήρθαμε, περάσαμε.</p>
<p>Ιδιαίτερο ενδιαφέρονόμως, παρουσιάζει ο τρόπος που αισθάνεται τη λειτουργία αυτων των επιλεγμένων λέξεων μέσα στα ποιήματά-της, που άλλοτε τις βλέπει να πετάνε στον αέρα σαν πράσινα φύλλα ή σαν ανοιξιάτικα χελιδόνια στον ουρανο, και άλλοτε σαν ακριβα πετράδια ή ζάρια στα χέρια-μας, προσδίδοντάς-τους κάποτεδιατροφικες ήιαματικεςιδιότητες και κάποτεψυχαγωγικες. Τρία τέτοια, πολυμικρα, ποιήματα, είναι αυτα που ακολουθουν:</p>
<p>Δύσπνοια</p>
<p>Νομίζω ότι δεν αναπνέω / Ορμω στις λέξεις / και αρχίζω να διαβάζω / και θεραπεύομαι.</p>
<p>Σελ. 32</p>
<p>Οι λέξεις</p>
<p>Θα έρθουν οι μέρες, / θα περάσουν. /</p>
<p>Τα φύλλα διψουν,/ η ματιαδιψα. /</p>
<p>Πίνεις το νερο / με κλειστα βλέφαρα / και ψυθυρίζεις / από το σημείο μηδεν: /</p>
<p>Οι λέξεις με ξεδιψουν.</p>
<p>Σελ. 34</p>
<p>Οι λέξεις-μας</p>
<p>Έλα να παίξουμε / Έλα να τρέξουμε / Έλα ν’ ανταμωθούμε. / Οι λέξεις-μας / πεντάπετρα και ζαρια.</p>
<p>Σελ. 63</p>
<p>Ιατρικα(και παραστατικα) μιλώντας, αυτεςοι λέξεις που επιλέγει η Μ. Σαββίδου, θα έλεγα πως είναι σαν τα αιμοφόρα αγγεία που χαρίζουν ευρωστία και απρόσκοπτη ζωη στον ανθρώπινο οργανισμο. Είναι, με άλλα λόγια, αυτες οι πανάκριβες λέξεις, το ιερο αίμα-της. Γιατι, το ποίημα, όπως έλεγε και ο ευφυέστατος Τάκης Βαρβιτσιώτης, «είναι το αίμα-σου που αστράφτει συμπυκνωμένο σε μία λέξη».Για τη Μ. Σαββίδου όμως, οι λέξεις είναι και χελιδόνια, όπως ακριβως λέει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Χελιδόνια οι λέξεις»:</p>
<p>Οι λέξεις / δεν είναι αποδημητικαπουλια. / Χρειάζονται βέβαια / εύκρατο κλίμα / για να επιβιώσουν, / να μη χαθουν / στα ξένα. /</p>
<p>Είναι χελιδόνια / οι λέξεις / που κάθονται / στο ηλεκτροφόρο / σύρμα περιμένοντας / την Άνοιξη. /</p>
<p>Θέλουν τη φωλια-τους / οι λέξεις / ν’ αυγατίσουν τη ζωη.</p>
<p>Σελ. 56</p>
<p>Αλλα και σ’ ένα άλλο, μεμονωμένο, στιχάκι-της, λέει η Μ. Σαββίδου: «Ποίηση / Μάννα στην έρημο». Όπως και στο προηγούμενο ποίημα, και εδω αποκαλύπτεται, σαν ήλιος πελώριοςλαμπερος, όλη η πεμπτουσία της ποίησής-της. Γιατι βλέπεις αμέσως, έστω και νοερα, τη δημιουργο και την ποίησή-της, να υποκλίνονται βαθια, με σεβασμο και με δέος,μπροστα στο ανεκτίμητο θαύμα που λέγεται ανθρώπινηζωη.</p>
<p>ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Μ’ ΕΝΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ</p>
<p>Ολοκληρώνοντας αυτη την εν προόδω παρουσίαση, θέλω να εκμυστηρευθω πως, όταν διάβαζα το βιβλίο της Μ. Σαββίδου με τα καινούργια ποιήματά-της,μπροστα στα έκπληκτα μάτια-μου, αποκαλυπτόταν σταδιακα, όλη η έκταση μίας τεράστιας στέρνας που ήταν γεμάτη με ζεστο δάκρυ, πόνο και πίκρα ενω, ταυτόχρονα, βίωνα, στιγμη τη στιγμη, τα δρώμενα μίας σύγχρονης τραγωδίας, με διακριτα τα καταποσον μέρη-της, δηλαδηΠρόλογος-Πάροδος (Χορικα)-Επεισόδιο-Στάσιμον-Έξοδος- Κομμος, αλλα μ’ ένα μόνο πρωταγωνιστη.</p>
<p>Διάβαζα την προσωπικητραγωδια της Μ. Σαββίδου όπου, μέσα αποαυτο το αρκετακαλα δομημένο βιβλίο, που συνιστα την ποιητικη χαρτογραφία-της, η ποιήτρια επεδίωξε τη λύτρωση και την ψυχικη-της κάθαρση. Και στις μέρες-μας, μόνο η αληθινη και πανανθρώπινη ποίηση, πιστεύω, μπορει να προσφέρει στον άνθρωπο αποτελεσματικη κάθαρση και λύτρωση, ψυχικη και σωματικη, άσχετα αν αυτη όλη η διαδικασία μερικεςφορεςμπορει να οδηγήσει στη συντριβη του δημιουργου. Γράφει στο ποίημα «Ξενάγηση ΙΙ» (στην Αλλάγια):</p>
<p>«Συντριβη. / Κι όμως είχαν συναχτει / όλοι οι άγιοι γύρω-μας / απο την Πέργη, τη Σίδη, την Αττάλεια / για να θυμηθούμε μέρες αρχαίες, / άγιοι με φωτοστέφανα / άφθορα / να ευλογήσουν τον ερχομο-μας, / να μας συνοδεύουν / στα βυζαντινα τείχη / στα χιλιόμετρα της μεσογειακηςακτης, / στο οχυρο του Ιουστινιανου, / στην Πύλη του Ανδριανου, / να βαφτίσουν το βλέμμα-μας στο ποτάμι, / στον καιρο της φωτιας και της φυγης.</p>
<p>Ήρθαμε συντριμμένοι ικέτες…».</p>
<p>Σελ. 16</p>
<p>«Κύριε, βοήθα να θυμούμαστε πως έγινε τούτο το φονικο», ικέτευε ένας άλλος Μικρασιάτης πρόσφυγας, ο Γιώργος Σεφέρης. Μαζι με τις δικες-του ικεσίες, ας προσθέσουμε τώρα και τις δικες-μας.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>MARGINALIA</strong></h5>
<p>Εταιρεία Λογοτεχνών Λεμεσού &#8220;Βασίλης Μιχαηλίδης&#8221;</p>
<p>MARGINALIA ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΤΟΥΜΑΖΗ ΡΕΜΠΕΛΙΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΡΑ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ</p>
<p>Slider 13/07/2016</p>
<p>&#8230;&#8230;..</p>
<p>Από την άλλη, η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, μέσα από ένα δικό της προσωπικό ύφος, ακολουθεί ένα διαφορετικό δρόμο, μια «μυστική οδό», μέσα από την «απόκρυψη του εαυτού» (σελ. 51), μέσα από την «υπέρβαση του εαυτού» (σελ. 75). Αποστασιοποιείται όσο μπορεί από την ύλη και επιχειρεί να ανασκάψει το πνευματικό, το άυλο, για να βρει «την μετανάστευση της θλίψης» (σελ. 73), το δικό της φως, για «να βρει τον ουρανό» (σελ. 57). Χρησιμοποιεί διαφορετικά στιχουργικά μέσα, ποιητικά υλικά, εφορμάται από διαφορετικά ποιητικά εναύσματα για να ακολουθήσει μια άλλη ιδιοπρόσωπη ενδοσκόπηση. Εντοπίζει τις «αόρατες παρουσίες» (σελ. 61), ανοίγει τα παράθυρα για να την κατοικήσουν οι αναμνήσεις «των ανθρώπων, των αγαλμάτων, των πόλεων» (σελ. 65). Βυθοσκοπεί την ιστορία και «κάνει τους πόθους παραμύθι» (σελ. 67). Ετυμολογεί, διαχρονίζει, αρμενίζει στους ορίζοντες των λέξεων, για να διασωθεί από τις λέξεις και από το «μάρμαρο της λήθης» (σελ. 69). Αναγνωρίζει τις δωρεές από τον «ποιητή των θαυμάτων» (σελ. 71), αναγνωρίζει ότι «οι λέξεις δεν είναι μόνο λέξεις» (σελ. 73) αλλά φωνές που αντηχούν στις «στοές του σώματος» (σελ. 73). Αγρυπνά τα βράδια και βλέπει «ένα πολύφωτο στον ουρανό» (σελ. 79). Αγρυπνά τα βράδια αναζητώντας «τον ιλασμό, τον οικτιρμό, την κάθαρση, την αγκαλιά της φωτεινής νεφέλης» (σελ. 85) από τα «πελώρια κύματα» που δημιουργούνται στο «βάθος του νου» της (σελ. 87). Η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου «βγαίνει στην αγορά, γεμίζει το καλάθι της με λέξεις, τις καρφώνει στο πέτο κι επιστρέφει». Κι όταν πάρει στα χέρια της το μολύβι «γεμίζει το σπίτι πεταλούδες» (σελ. 91). Θέλει να δοξάσει το θαύμα «πίσω από κάθε επιφώνημα, μπροστά από κάθε θαυμαστικό» (σελ. 101) εις πείσμα κάθε «απαγορευμένης ζώνης», εις πείσμα κάθε «αφαίμαξης αισθήσεων», εις πείσμα «κάθε αποστράγγισης της μνήμης» (σελ. 103).</p>
<p>Η Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου γράφει για την προσφυγιά «που κρύβεται πίσω από κάθε ποίημα» (σελ. 15), για «τον χειμώνα της περαστικής ζωής» (σελ. 17), για «τον λυγμό της λύπης» (σελ. 19), για τη «γαλήνη της αγάπης» (σελ. 25).</p>
<p>Και μας συμβουλεύει:</p>
<p>Να μεστώσει ο χρόνος<br />
με την ποίηση<br />
Όχι να κυλήσει.<br />
Να τον αφήσουμε<br />
να παίζει μέσα στα φύλλα<br />
της φοινικιάς με τον ήλιο<br />
αγαπώντας τον εαυτό του,<br />
όπως η ώριμη γυναίκα<br />
τη θηλυκότητά της.</p>
<p>(σελ. 21, Το παιγνίδι).</p>
<p>Οι μοναδικές μας ποιήτριες αναλύονται σε φως, μεταμορφώνονται, γίνονται ρήματα για να προσφέρουν την ιδιοπρόσωπη, για κάθε μια, ποιητική γραφή τους, ως απόσταγμα μεστωμένης ποίησης και διάπυρης βιωματικής γραφής. Δεν τις αφήνουν να κοιμηθούν τα «οδυνηρά της μνήμης» (σελ. 93) και ως ερευνήτριες του φωτός, αναζητούν τη μια λέξη, τον ένα στίχο, το ένα ποίημα που θα τις διασώσει από το «χαώδες κενό» (σελ. 83). Γνωρίζουν πολύ καλά πως «η τραγωδία δεν φορά μάσκα». Γνωρίζουν πολύ καλά πως «δεν μεταμφιέζεται η τραγωδία» (σελ. 105). Η τραγωδία είναι ζωντανή και το μόνο που μας διασώζει είναι η Άνοιξη, η ανθοφορία των λέξεων, το μόνο που μας διασώζει είναι η ποίηση.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/02/%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1-%cf%83%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
