<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 25 Dec 2025 09:07:19 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 30 May 2025 06:07:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22111</guid>

					<description><![CDATA[Η Αναστασία Ανθρακοπούλου είναι μια αυτοδίδακτη εικαστικός. Την πορεία της ζωής της συντροφεύει η ζωγραφική, μέσα απ&#8217; αυτή εκφράζει τα συναισθήματα της με έκδηλη την αγάπη της για την φύση κυρίως το υγρό στοιχείο. Σε μικρή ηλικία σ&#8217; ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής. Το προσωπικό στούντιο της αργότερα ήταν αυτό που φιλοξένησε &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΘΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Η Αναστασία Ανθρακοπούλου είναι μια αυτοδίδακτη εικαστικός. Την πορεία της ζωής της συντροφεύει η ζωγραφική, μέσα απ&#8217; αυτή εκφράζει τα συναισθήματα της με έκδηλη την αγάπη της για την φύση κυρίως το υγρό στοιχείο. Σε μικρή ηλικία σ&#8217; ένα καλλιτεχνικό εργαστήρι πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής. Το προσωπικό στούντιο της αργότερα ήταν αυτό που φιλοξένησε χρώματα και καμβάδες για ατελείωτες ώρες δημιουργίας.<br>Η ζωγραφική αποτελεί για εκείνη ένα μέσο αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικού διαλογισμού σε μια προσπάθεια<br>αναζήτησης του εαυτού.<br>Τα πρώτα χρόνια το μολύβι και το κάρβουνο, έπειτα τα ακρυλικά χρώματα και αργότερα το λάδι πάνω σε καμβά αποτελούν το μέσο για να αποτυπώσει την ένωση του ανθρώπου με το νερό, ένα από τα πρώτα στοιχεία με τα οποία ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή κατά την εμβρυική ζωή του.<br>Η θάλασσα δίπλα στην οποία μεγάλωσε, από τα παιδικά της χρόνια αποτελούσε πηγή έμπνευσης για εκείνη καθώς ανέπτυξε μαζί της μια σχέση αγάπης , σεβασμού και ευγνωμοσύνης.<br>Η ανάγκη της να μοιραστεί την τέχνη και τα συναισθήματα της βρήκε τόπο στις εκθέσεις ζωγραφικής που συμμετείχε ως τώρα στην πρωτεύουσα, στην Θεσσαλονίκη όπου γεννήθηκε όσο και στην νησιωτική Ελλάδα που υπεραγαπά. Οι άνθρωποι που τίμησαν την ίδια και τα έργα της με την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους αποτελούν για εκείνη κίνητρο να συνεχίσει, δίνοντας μία βαθιά υπόσχεση πως πάντα θα υπερασπίζεται το όνειρο αποτυπώνοντας το σε κάθε πινελιά&#8230;<br>Όπως δηλώνει η ίδια για την πηγή έμπνευσης της :<br>&#8220;Δεν ξέρω τι αγαπώ περισσότερο τις πέτρες ή το νερό. Νομίζω πως τίποτε από τα δύο μόνο του δεν θα μου δημιουργούσε την μαγική αίσθηση που προκαλεί η συνύπαρξη τους.<br>Οι πέτρες στο μυαλό μου αντιπροσωπεύουν την δύναμη που εκφράζει ο συμπαγής όγκος καθώς αντιστέκεται στην ροή του νερού που με την ορμή του παλεύει να συμπαρασύρει κάθε τι που στέκεται εμπόδιο στον δρόμο του. Η αντίσταση της πέτρας σε κάθε τι που προτίθεται να την αλλοιώσει και να την μετακινήσει ήταν αυτή που πάντα με γοήτευε .<br>Ταυτόχρονα το πείσμα του νερού να μεταβάλλει κάθε τι που στέκεται εμπόδιο, αλλάζοντας την μορφή του, λειαίνοντας τις τραχές επιφάνειες, εξομαλύνοντας το έδαφος κι άλλες φορές χαράζοντας νέα πορεία, λειτουργούσε ως υπενθύμιση για μένα. Ένα μικρό καμπανάκι που μου θύμιζε πως πάντα υπάρχει τρόπος ακόμα και στα δύσβατα μονοπάτια να εκφράσεις τα κομμάτια της ύπαρξης σου αφήνοντας τα να ακολουθήσουν την φυσική ροή τους αβίαστα δίχως ενοχή για εκείνες τις σταθερές που μπορεί να αλλάξουν μορφή ακόμα και να σπάσουν σε χίλια πετραδάκια.<br>Κάποιοι λένε πως η φύση όταν την παρατηρείς μπορεί να σου δώσει τα πιο ισχυρά μαθήματα ζωής και πως έχει να σου δώσει λύσεις ακόμα και για τα πιο περίπλοκα &#8211; άλυτα ζητήματα της. Αυτό που με απόλυτη βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι κάθε φορά που νιώθω πως απομακρύνομαι από αυτή, μπερδεύομαι και χάνομαι ακόμα και στα πιο απλά θέματα της ζωής, έτσι κι αποζητώ την επαφή και την επανασύνδεση μου με εκείνη με κάθε τρόπο, πάντα με ένα σκοπό να ακούσω να μου λέει κάποιο από τα μυστικά της, ένα από εκείνα που πάντα με βγάζουν απ&#8217; τα αδιέξοδα, αυτά που δημιουργεί το μυαλό.&#8221;</p>
<p>https://www.facebook.com/anastasia.anthrakopoulou<br>https://www.instagram.com/art_anthrakopoulou?igsh=MXBpbGo0M2x5Ym84Zw==</p>
<p>Εκτός από&nbsp; τη ζωγραφική η&nbsp; άλλη αγάπη της Αναστασίας είναι η ποίηση και ετοιμάζεται να εκδώσει τη πρώτη της ποιητική συλλογή.&nbsp; &nbsp;Παραθέτω μερικά ποιήματα της για να έχουμε μια πρώτη εικόνα από τη ποιητική της γραφή.&nbsp;</p>
<p></p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Α&#8217; ΠΟΙΗΣΗ</strong></h4>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Πίσω απ’ τις φορεμένες ταμπέλες<br>επαναπαύεσαι στις δάφνες σου<br>σ&#8217; έναν κόσμο εθισμένο κόντρα στην ουσία<br>φοβισμένος άνθρωπος κι εσύ<br>προγραμματίζεσαι<br>παραμένεις αδρανής<br>στο σφιχτό κοστούμι σου<br>τσιμεντωμένος<br>αντιστέκεσαι σε μια ροή<br>μόνη φυγή.<br>Καλός ακροατής του νου<br>παραμύθια πουλάει.<br>Υποχωρείς<br>για το &#8220;ανήκειν&#8221;<br>πονάς μα δεν μιλάς<br>αγκυλώνεσαι<br>καταπίνεις τίτλους<br>κι ονειρεύεσαι.</p>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>ΚΙ ΟΜΩΣ..</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Επανήλθες<br>γνώριμα όλα<br>στα ίδια χνάρια<br>αυτά που περπατήθηκαν,<br>γνωστές γειτονιές<br>απωθημένων άνυδρων εδαφών,<br>πανομοιότυπες .<br>Απομένοντας απορημένη<br>μπροστά απ’ τις πινακίδες<br>&#8220;Το παρόν δεν διατίθεται&#8221;<br>για χρόνια<br>αχόρταγη ποθώντας<br>σχεδόν εκλιπαρώντας.<br>Ένα βλέμμα δήθεν πηγαίο<br>κατέληγε να γίνεται χυδαίο<br>του έρωτα πάθος<br>κατάρα θαρρείς.<br>Άφαντες ψυχές<br>καμουφλαρισμένα θέλω<br>προσδοκίες σωρό<br>χτίζοντας πάνω τους<br>μελλοντικές ζωές<br>απόμειναν<br>αφημένες<br>ανεκπλήρωτες<br>κοινό μοτίβο διαδρομής .<br>Ά ρε μάνα δε μ αγάπησες&#8230;</p>
<p style="padding-left: 200px;">
</p><h5 style="padding-left: 200px;"><strong>ΕΚΕΙΝΟ ΜΟΝΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Αγία μου ζωή<br>ούτε ένας κόκκος άμμου<br>δεν έμεινε πάνω μου<br>πράμα<br>δεν μου ανήκει,<br>αποκτήθηκε<br>δεν ζητήθηκε .<br>Το πλάτος της θάλασσας<br>εκείνο μόνο,<br>μη μου ζητήσετε το πόθεν έσχες<br>και φορολογηθώ για κάθε κυβικό νερού<br>για τα βάθη τα απύθμενα<br>που είναι γεμάτα από σάπια κουφάρια πλοίων .<br>Δεν ζήτησα τίποτε από δαύτα<br>Μόνο<br>τα ηλιοβασιλέματα<br>βουτούσα να ξεπλένω τα βάρη του κόσμου από πάνω μου.</p>
<h5>&nbsp;</h5>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Βγαίνω από το μπάνιο<br>στάζουν νερά<br>κατρακυλάει στο πάτωμα<br>η επιθυμία<br>σταγόνα γίνηκε<br>θάλασσα γίνηκε .<br>Σκεπάζω τα κύματα<br>μια πετσέτα στεγνή δεν αρκεί<br>μουσκεύει το κρεβάτι.<br>Σφιχτά το ύφασμα<br>δεμένο στο στήθος<br>λύνεται.<br>Ο καθρέφτης μαρτυρά<br>σμιλεύτηκε το σώμα<br>μαλάκωσε η ψυχή<br>λείπουν τα χέρια σου.<br>Αφρούς μαζεύω απ το πάτωμα<br>της ηδονής τα χάδια<br>χτυπά το κύμα<br>αλύπητα<br>οι μνήμες<br>μαστιγώνουν.<br>Σκεπάζω τον καθρέφτη<br>υδρατμούς<br>η πετσέτα αφήνει πάνω του<br>στεγνά ρούχα φορώ,<br>καθαρά ,<br>αψεγάδιαστα .<br>Κλείνω την πόρτα<br>πίσω μου μια θάλασσα από σένα.</p>
<p style="padding-left: 200px;">
</p><h5 style="padding-left: 200px;"><strong>ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Σ έναν κόσμο απόκοσμο<br>συνάντησα ταιριαστά τα δικά σου τοπία<br>αγνές σκηνές του παλιού σινεμά<br>μνήμες<br>κομμάτια του εαυτού μου .<br>Αταίριαστα<br>μεταφέρθηκαν<br>σε σύγχρονα ψυχολογικά θρίλερ.<br>Παιδικό τραύμα<br>σε μια ηλικία ενήλικη<br>θαρρείς έφηβος ακόμα<br>ο εαυτός μου<br>γνωρίζει τις πρώτες απογοητεύσεις .<br>Στα μάτια μου<br>ρομαντικά ραντεβού στη θάλασσα<br>έγιναν άλλο ένα<br>&#8220;μόνο γι’ απόψε &#8220;<br>χυδαία μεταμφίεση<br>παιχνίδι του μυαλού<br>δεν μπορεί να χωνέψει .<br>Οι εποχές άλλαξαν<br>Ο ελληνικός κινηματογράφου είναι ντεμοντέ.</p>
<p style="padding-left: 200px;">
</p><h5 style="padding-left: 200px;"><strong>ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΠΟΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Πάρε απ’ το χέρι το μικρό παιδί<br>αυτό που χρόνια περιμένει,<br>μέσα σου κατοικεί.<br>Οδήγησε το<br>εκεί που πάντα<br>ήθελε να βρεθεί.<br>Ο δρόμος μόνο φωτεινός<br>μόνο με θαύματα θα συναντηθεί<br>κάπου ζεστά<br>απ&#8217; την δική σου παλάμη<br>θα κρατηθεί<br>θα φέξει η μέρα<br>που θα δικαιωθεί.</p>
<p style="padding-left: 120px; text-align: left;">
</p><h4 style="text-align: center;"><strong>Β&#8217; ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21481 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-1-300x300.jpg" alt="" width="500" height="500" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-1-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-1-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-1-768x768.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/1-1.jpg 960w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21482 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2-300x300.webp" alt="" width="501" height="501" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2-300x300.webp 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2-1024x1024.webp 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2-150x150.webp 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2-768x768.webp 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/2.webp 1440w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21483 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/3-240x300.jpg" alt="" width="500" height="626" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/3-240x300.jpg 240w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/3.jpg 768w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21484 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/4-212x300.jpg" alt="" width="501" height="709" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/4-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/4.jpg 677w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><img loading="lazy" class=" wp-image-21485 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/5-239x300.jpg" alt="" width="500" height="628" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/5-239x300.jpg 239w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/5.jpg 764w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21486 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/6-282x300.jpg" alt="" width="500" height="532" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/6-282x300.jpg 282w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/6-768x818.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/6.jpg 901w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21487 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/7-211x300.jpg" alt="" width="500" height="711" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/7-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/7.jpg 674w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21488 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/8-300x209.jpg" alt="" width="510" height="355" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/8-300x209.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/8-768x534.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/8.jpg 960w" sizes="(max-width: 510px) 100vw, 510px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><img loading="lazy" class=" wp-image-21489 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/9-300x300.jpg" alt="" width="500" height="500" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/9-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/9-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21490 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/10-240x300.jpg" alt="" width="500" height="625" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/10-240x300.jpg 240w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/10.jpg 769w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p style="text-align: right;"></p>


<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΘΕΑ ΕΓΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΙΚΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b5%ce%b1-%ce%b5%ce%b3%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b5%ce%b1-%ce%b5%ce%b3%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 06 Apr 2024 21:32:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΘΕΑ ΕΓΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΙΚΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20884</guid>

					<description><![CDATA[ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΠΟΙΗΣΗ  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ &#8211; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΧΕΔΙΑ ΙΟΥΛΙΑ ΜΙΧΑΛΕΑ ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΕΥΣΡΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ . άνθεα εγχώρια ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ ΒΙΟΛΕΤΑ Η ΜΕΝΕΞΕΣ Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη· ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια την μυρωδιά του θανάτου Με τον ήλιο πάνω στα θαμπωμένα βλέφαρα μέτρησε δαχτυλίδια χρόνια συσσωρευμένα σε ομόκεντρους κύκλους Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b5%ce%b1-%ce%b5%ce%b3%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΘΕΑ ΕΓΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΙΚΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h5></h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ</strong></h5>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ  ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ &#8211; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h6>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΣΧΕΔΙΑ ΙΟΥΛΙΑ ΜΙΧΑΛΕΑ</strong></h6>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΕΥΣΡΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>άνθεα εγχώρια</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20885" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001-211x300.jpg" alt="" width="300" height="426" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001.jpg 451w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΒΙΟΛΕΤΑ Η ΜΕΝΕΞΕΣ</strong></h5>
<p>Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·<br />
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια<br />
την μυρωδιά του θανάτου<br />
Με τον ήλιο πάνω<br />
στα θαμπωμένα βλέφαρα<br />
μέτρησε δαχτυλίδια<br />
χρόνια συσσωρευμένα<br />
σε ομόκεντρους κύκλους<br />
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες<br />
μια βελονιά πάνω στο κενό<br />
Πάνω στο ματωμένο λείψανο<br />
στάθηκαν λευκές πεταλούδες<br />
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους<br />
Η μία έμεινε για πάντα εκεί<br />
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο<br />
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη<br />
που κόβουν βιολετιά λουλούδια<br />
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο<br />
πάνω από τις πλαγιές του λόφου<br />
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια<br />
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά<br />
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό<br />
Έκλεισε τα μάτια·<br />
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα<br />
από κοράκια</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20886" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002-212x300.jpg" alt="" width="300" height="425" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002.jpg 452w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΓΑΪΔΟΥΡΑΓΚΑΘΟ</strong></h5>
<p>Τι κι αν όμορφα χρωματίζεις<br />
ροζ τις πλαγιές των ορέων<br />
πλάι στο νέκταρ και την αμβροσία;</p>
<p>Τι κι αν όμορφα στολίζεις<br />
λευκές βούλες στα φύλλα<br />
σταγόνες γάλακτος<br />
κατά του θηλασμού του Θείου;</p>
<p>Γαϊδουρινά τα αγκάθια των συμβόλων είναι<br />
Γαϊδουρινή κι η υπομονή του Βρέφους</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20887" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003-213x300.jpg" alt="" width="300" height="423" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003-213x300.jpg 213w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003.jpg 455w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΑΓΑΥΗ Η’ ΑΜΑΡΑΝΘΟΣ Ο ΑΘΑΝΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Μπορεί· λέω μπορεί<br />
θαυμαστή να είναι η καταγωγή<br />
απόγονος μιας αρχαίας Μητέρας γης<br />
μιας Δαναΐδας, μιας Νηρηίδας ίσως<br />
ή/και κόρης βασιλέως</p>
<p>Τι να το κάνεις όμως<br />
που οι πράξεις την προδώσανε<br />
μια νύχτα με σελήνη<br />
Και παρέα με τις άλλες<br />
τις ξεμυαλισμένες<br />
σε έκσταση πάνω βακχική<br />
ξεθάρρεψε κι αυτή<br />
και κατασπάραξε<br />
βασιλικό πολτό,<br />
γυαλιστερές κι άλλα<br />
θρεπτικά για την υγεία</p>
<p>Παιδοκτόνος η Αγαύη είπανε<br />
στα νέα και στις ειδήσεις<br />
(Τι sic!)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20888" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004-206x300.jpg" alt="" width="300" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004.jpg 439w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΚΑΛΕΝΤΟΥΛΑ Η’ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ</strong></h5>
<p>Χρυσάφι της φύσης<br />
ανθίζεις στις Καλένδες<br />
μεγαλόπρεπα<br />
Και δεν έχει καλύτερο<br />
στην όψη της αρχής να διακρίνεις<br />
φως και λάμψη κάθε πρωτομηνιά</p>
<p>Και για τη ψυχή του Ιανού<br />
πεσκέσια και κεράσματα<br />
-μέλι, ξερά σύκα και χουρμάδες-.<br />
Κι ενώ περιφέρεσαι από σπίτι σε σπίτι<br />
ευχές να δίνεις και να παίρνεις<br />
τις γιορτινές μέρες προς τιμή του<br />
κάλαντα μελωδικά να τραγουδάς</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>άνθεα εξωτικά</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20889" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001-1-215x300.jpg" alt="" width="300" height="419" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001-1-215x300.jpg 215w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0001-1.jpg 458w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></h5>
<h5><strong>ΓΙΝΓΚ-ΣΟΥ</strong></h5>
<p><strong>KINA</strong></p>
<p>Στον σπαθιού τον χορό της<br />
Τα νέφη σταματούν<br />
Τα νερά ακινητούν<br />
Η γη βλασταίνει το αίμα της</p>
<p>Εγώ μια γυναίκα, ναι<br />
Στον πόλεμο, ναι<br />
Με το δικό σου το σπαθί<br />
Χόρεψα<br />
Έχυσα το αίμα μου<br />
Προσφορά<br />
για την αγάπη.<br />
Εσύ;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20890" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002-1-213x300.jpg" alt="" width="300" height="423" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002-1-213x300.jpg 213w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0002-1.jpg 455w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΜΕΛΑΤΙ</strong></h5>
<p><strong>ΤΖΑΚΑΡΤΑ, ΙΑΒΑ</strong></p>
<p>Με λένε Μελάτι, ή και Ζωή.<br />
Λευκή, ευωδιαστή και μικρή.<br />
Στολίζω γάμους, βαφτίσια, κηδείες.<br />
Κοσμώ την αγάπη και την υπόσχεση.<br />
Το βάθος, το ύψος και το πλάτος,<br />
ο κόσμος όλος στα λεπτά μου πέταλα.</p>
<p>Τώρα τελευταία, μαθαίνω και να κολυμπώ.<br />
Στα ρηχά ακόμα, μισό με ένα μέτρο,<br />
του χρόνου θα με πάνε στη μεγάλη πισίνα<br />
δυόμιση μέτρα πάτος βυθού.<br />
Τότε θα με λένε Οφηλία,<br />
θα κοσμώ το νερό,<br />
το ασήκωτο βάρος της ανθρωπότητας<br />
«Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20891" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003-1-216x300.jpg" alt="" width="300" height="416" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003-1-216x300.jpg 216w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0003-1.jpg 461w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΜΠΟΡΑΓΚΟ</strong></h5>
<p><strong>ΧΑΛΕΠΙ, ΣΥΡΙΑ</strong></p>
<p>«η ουσία του κόσμου είναι ένα λουλούδι»<br />
Abu Ward, Ο Τελευταίος Κηπουρός</p>
<p>«η ουσία του κόσμου είναι ένα λουλούδι,<br />
το χρώμα του, το άρωμά του, η δύναμή του να εμπνέει»<br />
είπε ο Άμπου, ο τελευταίος κηπουρός στο Χαλέπι,<br />
πέντε χρόνια καλλιεργεί στον κήπο του<br />
την μικρή του όαση με πολύχρωμους ανθούς<br />
λαχανικά, καρποφόρα δένδρα και φυτά.<br />
Στην φρίκη του πολέμου απαντά<br />
με ελπίδα στην πολιορκημένη πόλη<br />
μέσα σε ένα δροσερό μπουμπούκι<br />
γιορτάζει την ομορφιά και τη χαρά.</p>
<p>Σκοτώθηκε από βόμβα μες στον κήπο του<br />
κι ο μικρός γιος του Ιμπραήμ<br />
παρέμεινε ορφανός στην προσφυγιά<br />
με ένα μποράγκο στην καρδιά απ’ τον πατρογονικό του<br />
κήπο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20892" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004-1-220x300.jpg" alt="" width="300" height="409" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004-1-220x300.jpg 220w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/Untitled.FR12-0004-1.jpg 469w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<h5><strong>ΔΕΛΦΙΝΙΟ ΤΟ ΚΑΣΣΕΙΟ</strong></h5>
<p><strong>ΚΥΠΡΟΣ</strong></p>
<p>Σαν το ξάδερφό μου το δελφίνι του νερού<br />
ο κυριότερος εχθρός μου είναι ο άνθρωπος<br />
αν και είμαστε αδερφοί μες στη μικρή μας θάλασσα.<br />
Με πνίγουν μες στα δίχτυα τους<br />
με αναγκάζουν να ζω σε αιχμαλωσία<br />
με κλείνουν σε πάρκα για ψυχαγωγία<br />
σε τσίρκο, σε ενυδρεία, σε στρατιωτικές βάσεις.</p>
<p>Σμίγω με τον Διγενή ψηλά, κρατώ το φρούριο<br />
στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων.<br />
Μητέρα μου κι εμένα η Ειρήνη<br />
και οι χαμένες πατρίδες πανταχού.<br />
Όλοι μεγαλώνουμε στην ίδια μήτρα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 400px; text-align: left;"><strong>ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>Άνθεα εγχώρια</strong></h5>
<p><strong>Βιολέτα ή Μενεξές (Viola).</strong></p>
<p>Η ετυμολογία της λέξης «βιολέτα»<br />
προέρχεται από το υποκοριστικό του ιταλικού viola, ενώ η ετυμολογία της λέξης «μενεξές» προέρχεται από το τουρκικό menekse, το οποίο είναι περσικής προέλευσης. Σύμφωνα με έναν μύθο, υπεύθυνη για την ύπαρξη του φυτού είναι η θεά Αφροδίτη. Η θεά Αφροδίτη διαφωνούσε με τον γιο της Έρωτα για το αν είναι ομορφότερη από μια ομάδα νεαρών παρθένων και ο Έρως αμφισβητώντας τη μητέρα του ευνόησε τα νεαρά κορίτσια. Έτσι, η Αφροδίτη χτύπησε τόσο έντονα τα νεαρά κορίτσια μέχρι που γέμισαν μώλωπες και μετέπειτα τις μετάτρεψε σε βιολέτες.</p>
<h5><strong>Γαϊδουράγκαθο (Onopordum acanthium).</strong></h5>
<p>Το κοινό Γαϊδουράγκαθο ευδοκιμεί σε χώρες με μεσογειακό και ηπειρωτικό κλίμα, όπως στην Ελλάδα. Θέλει καλοκαίρια ξηρά και εδάφη αμμώδη ή<br />
αργιλώδη, πλούσια σε άσβεστο. Συναντάται κυρίως στην ύπαιθρο, σε ορεινές και πετρώδεις περιοχές αλλά και σε πεζοδρόμια ή στην άκρη της ασφάλτου, έχοντας την τάση να εμφανίζεται σε ανασκαμμένα ή διαταραγμένα εδάφη. Το άνθος του είναι στρογγυλό σαν σφαίρα, με αγκάθια. Τρώγεται από τους γαϊδάρους. Η χριστιανική παράδοση λέει ότι τα λευκά σημάδια στα πράσινα φύλλα του, προκλήθηκαν από το γάλα της Παρθένου Μαρίας που έσταξε πάνω στο φυτό, όταν ψάχνοντας ένα μέρος να θηλάσει το Χριστό, το μόνο καταφύγιο που βρήκε ήταν ένα μέρος γεμάτο γαϊδουράγκαθα</p>
<h5><strong>Αγαύη ή Αμάρανθος ο Αθάνατος (Agave).</strong></h5>
<p>Το γένος Αγαύη είναι κυρίως γνωστό για τα παχύφυτα και ξεροφυτικά είδη του πουσχηματίζουν συνήθως μεγάλους ρόδακες από δυνατά, σαρκώδη φύλλα. Η λέξη αγαύη σημαίνει θαυμαστή ή ευγενικής καταγωγής. Η Αγαύη ήταν κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου και αδερφή της Σεμέλης της μητέρας του Διόνυσου. Όταν η Σεμέλη κεραυνοβολήθηκε από τον Δία τον εραστή της, η Αγαύη διέδωσε πως ο Δίας τιμώρησε την αδερφή της γιατί τον συκοφάντησε. Αργότερα ο Διόνυσος εκδικήθηκε για την μητέρα του και επέβαλε βαριά τιμωρία στην Αγαύη. Όταν ο Διόνυσος επέστρεψε στη Θήβα, όπου<br />
βασίλευε τότε ο Πενθέας ο γιος της Αγαύης, διέταξε όλες τις γυναίκες της πόλης να πάνε στο βουνό Κιθαιρώνα, για να τελέσουν τα μυστήριά του. Ο Πενθέας που δεν συμφωνούσε με την εισαγωγή της λατρείας, προσπάθησε να κατασκοπεύσει τις Βάκχες. Η μητέρα του τον αντιλήφθηκε, τον πήρε για άγριο ζώο και μέσα στην μανία της τον κατασπάραξε διαμελίζοντας τον.</p>
<h5><strong>Καλεντουλα ή Το χρυσάφι της φύσης (Calendula).</strong></h5>
<p>Η Καλέντουλα είναι ένα από τα παλαιότερα φυτά που είναι γνωστό στη<br />
βοτανική ιατρική. Η ακριβής προέλευσή της χάνεται στα βάθη του χρόνου, αλλά πιστεύεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί για θεραπευτικούς και καλλυντικούς σκοπούς στην αρχαία Ελλάδα, στην Αίγυπτο, στην Ινδία και στις αραβικές χώρες. Η επίσημη ονομασία της είναι Calendula και προέρχεται από τη λατινική λέξη «calens», η οποία σημαίνει «η πρώτη μέρα κάθε μήνα», καθώς οι Ρωμαίοι ισχυρίζονταν ότι τότε ανθίζει. Ο Ιανός είναι ένας από τους παλαιότερους θεούς των Ρωμαίων. Ήταν ο θεός όλων των ενάρξεων και των μεταβάσεων. Η πρώτη ημέρα του έτους, η έναρξη της νέας χρονιάς και ο Ιανουάριος ήταν αφιερωμένος σε αυτή τη θεότητα, υποδεικνύοντας παράλληλα και τη σημασία της για τον ημερολογιακό λατρευτικό κύκλο των Ρωμαίων.</p>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>Άνθεα εξωτικά</strong></h5>
<h5><strong>Γινγκ-σου, ΚΙΝΑ.</strong></h5>
<p>Το λουλούδι Γινγκ-σου ([ylngsu]) είναι η κοινώς ονομαζόμενη Παπαρούνα (Papaver somniferum) που ευδοκιμεί σε Ευρώπη και Ασία. Συγκεκριμένα στην Κίνα αναφέρεται σε έναν μύθο του του αιώνα π.Χ. Η Γιου Σι ακολουθούσε τον σύζυγό της, Σιανγκ Γιου, αυτοκράτορα της Κίνας, σε όλες τις μάχες. Το 202 π.Χ. ηττήθηκε στην μάχη της Μπαϊξια. Η Γιου Σι χόρεψε<br />
τον παραδοσιακό κινέζικο χορό του σπαθιού για τον άνδρα της και ύστερα αυτοκτόνησε. Από το αίμα της, ο θρύλος λέει, φύτρωσαν παπαρούνες. Το άνθος έγινε για την Κίνα σύμβολο συζυγικής πίστης, αφοσίωσης και αγάπης. Από το λουλούδι αυτό στην Κίνα παράγεται και το ναρκωτικό Όπιο για τον εμπορικό έλεγχο του οποίου συσχετίζονται και οι Πόλεμοι του Οπίου, δύο πόλεμοι ανάμεσα στην Δυναστεία Τσινγκ της Κίνας και τις αγγλογαλλικές δυνάμεις στα μέσα του 19ου αιώνα. Η παπαρούνα έγινε επίσης αργότερα και<br />
το σύμβολο μνήμης των νεκρών του Α&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<h5><strong>Μελάτι, ΤΖΑΚΑΡΤΑ, ΙΑΒΑ.</strong></h5>
<p>To Μελάτι (Melati Putih) είδος λευκού γιασεμί, είναι ένα από τα τρία εθνικά λουλούδια της Ινδονησίας. Αειθαλής θάμνος, 0,5-3 μέτρα ύψος, με μικρά λευκά λουλουδάκια που ανοίγουν κυρίως το απόγευμα και κλείνουν το<br />
πρωί. Έχει μακρά παράδοση στον πολιτισμό της Ινδονησίας. Συμβολίζει την αγνότητα, την ειλικρίνεια, την ομορφιά στην απλότητα και την ταπεινοφροσύνη. Είναι το πιο σημαντικό λουλούδι σε γαμήλιες τελετές για διάφορες εθνοτικές ομάδες στην Ινδονησία, ειδικά στην Ιάβα, αλλά συχνά συνδέεται και με τον θάνατο. Στα παραδοσιακά τραγούδια και ποιήματα χρησιμοποιείται συχνά ως σύμβολο της πτώσης των ηρώων που θυσιάστηκαν για το έθνος και τη χώρα.<br />
Η Τζακάρτα είναι η πρωτεύουσα της Ινδονησίας και βρίσκεται στο μεγαλύτερο νησί την Ιάβα. Το αρχιπέλαγος της Ινδονησίας, ειδικότερα η Ιάβα, κατοικήθηκε από 1.5000.000 χρόνια πριν &#8211; ο Homo Sapiens περίπου 45000 χρόνια πριν. Η Ινδονησία έχει ένα καλά διατηρημένο φυσικό οικοσύστημα με τροπικά δάση που εκτείνονται σε περίπου 57% της γης της και είναι το έθνος με τη δεύτερη υψηλότερη βιοποικιλότητα στον κόσμο &#8211; περίπου 40.000 είδη ανθοφόρων φυτών με τα δυο τρίτα ενδημικά. Σύμφωνα με το τμήμα δασοκομίας της Ινδονησίας, επί του παρόντος 174 ενδημικά φυτά της Ινδονησίας αναφέρονται ως απειλούμενα είδη. Η απογραφή του 2020 κατέγραψε τον πληθυσμό της Ινδονησίας ως 270,2 εκατομμύρια, τον τέταρτο μεγαλύτερο στον κόσμο. Η Ιάβα είναι το πολυπληθέστερο νησί του κόσμου, 124 εκ. κατοίκους. Η μεγάλη πρωτεύουσα, η Τζακάρτα, μια πολύ πυκνοκατοικημένη, αναπτυσσόμενη πόλη που εκβιομηχανίζεται με ταχείς ρυθμούς, έχει τα περισσότερα εμπορικά κέντρα στον κόσμο. Αυτή τη στιγμή κατατάσσεται 12η για τον αριθμό των ουρανοξυστών. Η Τζακάρτα λόγω της ανεξέλεγκτης ανοικοδόμησης, της έλλειψης περιβαλλοντικής υποστήριξης, της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και των συνεχιζόμενων πλημμυρών, βυθίζεται έως και 17 εκατοστά ετησίως. Είναι μια από τις πιο γρήγορα βυθιζόμενες πρωτεύουσες στον κόσμο &#8211; 2,5 μέτρα τα τελευταία ίο χρόνια. Περίπου το 40 τοις εκατό της Τζακάρτα βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.</p>
<h5><strong>Μποράγκο, ΧΑΛΕΠΙ, ΣΥΡΙΑ.</strong></h5>
<p>Το Μποράγκο (Borago officinalis) γνωστό και ως μπουράντζα, κατάγεται από το Χαλέπι, Συρία, και ενδημεί στη Μεσόγειο. Τα άνθη του είναι τέλεια με πέντε τριγωνικού σχήματος πέταλα κυρίως μπλε χρώματος. Χρησιμοποιείται<br />
στο φαγητό και στη φαρμακευτική. Αποκαλείται και ως η «μαγική σφαίρα των φυτών» καθώς είναι ευεργετική για σχεδόν οτιδήποτε φυτεύεται κοντά, ειδικά φράουλες, αγγούρια, κολοκύθες, ντομάτες, κ.α. Προσελκύει τις μέλισσες ενώ απωθεί πολλά έντομα. Η λέξη μποράγκο συνηχεί με τη λέξη κουράγιο. Θρύλοι συνοδεύουν την ιστορία του. Το κέλτικο όνομά του, barrach, σημαίνει «άνθρωπος με θάρρος». Οι μεσαιωνικοί ιππότες το είχαν στα εμβλήματά τους για τον ίδιο λόγο. Στην Ελισαβετιανή Αγγλία, χρησιμοποιήθηκε για να διώξει τη σκέψη και τη μελαγχολία, και τα ζαχαρωμένα λουλούδια του πρόσφεραν παρηγοριά στα πάθη της καρδιάς. Τα λουλούδια του μποράγκο στο σπίτι λέγεται ότι φέρνουν ηρεμία και ειρήνη. Η πραγματική ιστορία και τα λόγια του Abu Ward, του «Τελευταίου Κηπουρού» όπως τον ονόμασαν, στο Χαλέπι. Το Χαλέπι είναι μια από τις πόλεις που έχει υποστεί μαζική καταστροφή από τον ΐ2ετή εμφύλιο πόλεμο στη Συρία ανάμεσα στο 2012-2016. Ο πόλεμος αυτός προκάλεσε την μεγαλύτερη σύγχρονη προσφυγική κρίση, 6,5 εκατομμύρια άνθρωποι.</p>
<h5><strong>Δελφίνιο το κάσσειο, ΚΥΠΡΟΣ.</strong></h5>
<p>Το Δελφίνιο το κάσειο (Del-<br />
phinium caseyi) είναι ένα από τα πλέον σπάνια ενδημικά της Κύπρου αφού ο αριθμός του δεν ξεπερνά τα 100. Βρίσκεται αποκλειστικά στο βόρειο μέρος της Κύπρου σε δύο σημεία της οροσειράς του Πενταδακτύλου: στην κορυφή του Αγίου Ιλαρίωνα και στην κορυφή του Κυπαρρισσόβουνου. Φτάνει σε ύψους 50-80 εκ. Βγάζει άνθη σε επάκριες και μασχαλιαίες ταξιανθίες, με χρώμα σκούρο βυσσινί. Η όψη του φυτού μοιάζει με το ρύγχος ενός δελφινιού, για αυτό και η ονομασία του γένους Delphinium. Η λέξη δελφίνι παράγεται από τον λεκτικό τύπο δελφύς, -ύος, που δηλώνει την μήτρα, τον χώρο που μεγαλώνει κάθε θηλαστικό. Το είδος αυτό έχει χαρακτηρισθεί ως CR (Κρίσιμα Κινδυνεύον) και προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης. Κινδυνεύει από περιβαλλοντικές μεταβολές, υπερβόσκηση, και από στρατιωτικές δραστηριότητες του κατοχικού στρατού.<br />
Ο Πενταδάκτυλος είναι οροσειρά που εκτείνεται κατά μήκος της βόρειας ακτής της Κύπρου. Κατά τον 11ον μέχρι 14ον αιώνα, όταν η Κύπρος δεχόταν συνεχείς θαλάσσιες επιδρομές από Σαρακηνούς και Φράγκους, κτίστηκαν στις κορυφές του τρία φρούρια &#8211; του Αγίου Ιλαρίωνα, του Βουφαβέντου και της Καντάρας. Το βουνό και ειδικότερα το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα συνδέεται με πολλούς μύθους για τον Διγενή Ακρίτα. Η περιοχή αποτέλεσε πεδίο<br />
σύγκρουσης μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων από τα πρώτα χρόνια του Κυπριακού Ζητήματος. Το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα αποτέλεσε θέατρο σκληρών μαχών κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής το 1974· Τελικά, ολόκληρη η οροσειρά πέρασε στην κατοχή του τουρκικού στρατού και όλος ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός εκτοπίστηκε. Σήμερα αποτελεί κομμάτι της επικράτειας της αυτοανακηρυχθείσας Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων Δικαίου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΠΙΜΕΤΡΟ</strong></h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ</strong></h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΗ «ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ»</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 1</strong></h5>
<p>Ανάμεσα στις ποιητικές συνθέσεις που συνδέθηκαν με τη φύση και τις διάφορες στιγμές της, δημιουργώντας, μάλιστα, μια παράδοση του είδους, υπήρξε το ιαπωνικό χαϊκού το οποίο ξεκίνησε ακριβώς από την αντίδραση που προκαλούσαν στους ποιητές οι διάφορες εκδηλώσεις της φύσης κατά τη διάρκεια των εποχών. Αλλά και νωρίτερα, σε άλλες εποχές και άλλους τόπους, το περιβάλλον τροφοδοτούσε τη δημιουργία άλλοτε αποτελώντας τον πυρήνα και άλλοτε το πλαίσιο ή τις λεπτομέρειες που συνοδεύσαν τη σύνθεση χαρίζοντάς της ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα και τόνο. Μια τέτοια εκκίνηση, λοιπόν, από ένα από τα ομορφότερα και πιο καλαίσθητα στοιχεία του περιβάλλοντος κόσμου επιχειρείται με το βιβλίο αυτό που αποτελεί, ταυτόχρονα, και μια συνάντηση δύο ποιητριών, της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, οι οποίες συνυπήρξαν ποιητικά μέσα από συνθέσεις που έχουν στο κέντρο τους ένα διαφορετικό κάθε φορά λουλούδι, είτε εγχώριο είτε εξωτικό. Πρόκειται για μια ιδέα από τις πιο ενδιαφέρουσες και δημιουργικές στο μέτρο και στο βαθμό που κάνει πράξη το πάγιο αίτημα της καλλιτεχνικής συνύπαρξης, αλλά και την ανάγκη της εποχής -ανάγκη που έχουν αφουγκραστεί πρώτοι οι καλλιτέχνες- για μια στροφή στον φυσικό κόσμο, για μια επανεκτίμηση της ομορφιάς και της αξίας του, για έναν επαναπροσδιορισμό των σχέσεων του ανθρώπου μαζί του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ: ΆΝΘΗ ΕΓΧΩΡΙΑ</strong></h5>
<p>Βιολέτα ή Μενεξές, Σπαθίφυλλο ή ο κρίνος της Ειρήνης, Αμάραντος ή Ελίχρυσος ο πολύτιμος, Ροδιά ή Το μήλο της Καρχηδόνας, Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος, Ορνιθόγαλο ή Το αστέρι της Βηθλεέμ, Κρίνο ή Ο κρίνος της Παναγίας, Γαϊδουράγκαθο, Χρυσάνθεμο, Ανεμώνη, Αμαρυλλίδα, Αγαύη ή Αμάρανθος ο Αθάνατος, Άστερ ή Αστράκι, Μανδραγόρας, Μαργαρίτα ή Ανθέμις, Τριανταφυλλιά, Καλέντουλα ή Το χρυσάφι της φύσης, Γεράνι, Ίρις ή<br />
Το μάτι του ουρανού και Γαρυφαλλιά ή Δ ίανθος ο καρυόφυλλος αποτελούν τα άνθη εκείνα στα οποία αφιερώνεται και από τα οποία εκκινεί καθένα από τα ποιήματα της Λιάτζουρα που φέρουν και τους αντίστοιχους τίτλους. Πρόκειται για συνθέσεις που άλλοτε τοποθετούνται και παραμένουν κοντά σε ένα πλαίσιο ρεαλιστικό, επιχειρούν δηλαδή να αποδώσουν περιγραφικά και ερμηνευτικά την εικόνα και τις λειτουργίες του συγκεκριμένου λουλουδιού, τεχνουργώντας ουσιαστικά μια λεκτική του αποτύπωση και άλλοτε απομακρύνονται από τον ρεαλισμό και την πραγματικότητα και δοκιμάζουν συνδέσεις με την ανθρώπινη ύπαρξη, συνήθως τη γυναικεία οντότητα, με την οποία επιχειρούν να διαμορφώσουν μια αναλογία. Στην πρώτη περίπτωση αναδεικνύεται η καταλυτική επενέργεια που έχει η οπτική, οσφρητική και απτική επαφή με το λουλούδι ενώ στη δεύτερη αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο η ανθρώπινη οντότητα προσδιορίζεται μέσα από τις εκδηλώσεις της φύσης, αποκτά το σχήμα και τη λειτουργία τους.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 3</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: ΆΝΘΗ ΕΞΩΤΙΚΑ</strong></h5>
<p>Γινγκ-σου, Ραφλέσια, Ναουπάκα, Ιβίσκος, Κόου-φάι, Καντούτα, Λωτός, Λουλούδι του Πάθους, Ντατούρα ή Τρομπέτα του διαβόλου, Κακάου, Μελάτι, Λέδεργουντ, Μιμόζα η ντροπαλή, Αγγέλικα Αρχαγγέλικα, Λάμπραντορ τσάι, Μποράγκο, Πρωτέα, Σιρούι, Λίλυ, Σάκουρα, το άνθος της κερασιάς και Δελφίνιο το κάσσειο αποτελούν τα άνθη, εξωτικά αυτή τη φορά, προερχόμενα από μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες περιοχές του πλανήτη που εξήπταν<br />
και εξακολουθούν να εξάπτουν το ενδιαφέρον και τη φαντασία των ανθρώπων, τα οποία επιλέγει η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου για να συναποτελέσουν τον δικό της ποιητικό «κήπο». Τα ποιήματα που φέρουν τους αντίστοιχους τίτλους είναι προσανατολισμένα σε μια περιοχή όπου το ερωτικό αίσθημα ή, πιο σωστά, το αίσθημα του πάθους δίνει τον ρυθμό και τον τόνο. Η Παπαγεωργίου με μια γλώσσα εκρηκτική και, ταυτόχρονα, βαθιά κι αισθαντική μοιάζει να απομακρύνεται κάπως από το αρχικό ερέθισμα και να μεταφέει τη δημιουργία της σε ένα πεδίο όπου πάλλεται η ανθρώπινη<br />
ψυχή όταν κινείται από το πάθος της ανακάλυψης, από την ανάγκη να βιώσει το νόημα και την αλήθεια της ζωής. Ωστόσο και παρά το γεγονός ότι τα άνθη της ποιήτριας προσλαμβάνουν το ανθρώπινο σχήμα, δεν παύουν στιγμή να διεκδικούν και να υπερασπίζονται την προέλευσή τους από το φυσικό περιβάλλον το οποίο μάλιστα νοηματοδοτούν κατά τέτοιον τρόπο και σε τέτοιον βαθμό ώστε αυτό να μοιάζει πως περιστρέφεται γύρω τους, πως αλλάζει και μεταβάλλεται ανάλογα με τη βούληση και την διάθεσή τους.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 4</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>«ΠΟΙΗΣΗ» ΟΠΩΣ «ΦΥΣΗ»</strong></h5>
<p>Το ερώτημα που, σχεδόν ασυναίσθητα, τίθεται και προκύπτει με αφορμή κάθε ποιητική συνύπαρξη, επομένως και με αφορμή τη συγκεκριμένη, αφορά τον βαθμό στον οποίο οι δύο ποιητικές φωνές συγκλίνουν και συναντιούνται ή, αντίθετα, απέχουν και διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν υπεισέρχεται και το δεδομένο της<br />
κοινής θεματικής αφετηρίας, της κοινής αφόρμησης που γεννά μια μεγαλύτερη δέσμευση στον ποιητή καθώς προσανατολίζει τη δημιουργία σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Ωστόσο, και παρά τις όποιες δεσμεύσεις και τη διαφαινόμενη σε μεγάλο βαθμό επιθυμία των δύο ποιητριών να συμπορευθούν και να εναρμονιστούν μέσα σε ένα ορισμένο περιβάλλον δημιουργίας, η Λιάτζουρα και η Παπαγεωργίου διαφοροποιούνται αισθητά μεταξύ τους όχι μόνο στην γλώσσα και την εκφραστική, στην ατμόσφαιρα και το κλίμα των ποιημάτων, αλλά και στον ίδιο τον χειρισμό της πρώτης ύλης τους που είναι, και για τις δύο, τα άνθη. Έτσι, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι η Λιάτζουρα ατενίζει τα άνθη ως αφορμή για να στοχαστεί πάνω στις ιδιότητές τους και στον τρόπο με τον οποίο αυτές αντανακλούν στον άνθρωπο, ενώ η Παπαγεωργίου εκκινεί περισσότερο ίσως από το συναίσθημα και το πάθος που κεντρίζει και προκαλεί την ποιητική της έγερση. Αυτός ο διαχωρισμός και η διάσταση, ωστόσο, δεν καταλήγει σε διάκριση ή διάσπαση. Κάθε<br />
άλλο μάλιστα. Γιατί αυτό που με ιδιαίτερη επιτυχία κατορθώνει η<br />
συγκεκριμένη συνύπαρξη είναι η ισορρόπηση ανάμεσα στον στοχασμό και την αισθηματική έκρηξη, η τόσο ελκυστική στην τέχνη ακροβασία ανάμεσα σε αυτές τις δύο ποιότητες ή κατευθύνσεις έτσι που η μία να διοχετεύεται ή να χωνεύεται από την άλλη, έτσι που το τελικό αποτέλεσμα να μην δείχνει την προέλευση των δύο επιμέρους μερών του από τη μία ή την άλλη περιοχή.</p>
<p>…/…</p>
<p>‘</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΙΑΜΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 11/06/2024</p>
<p>«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει»</p>
<p>Ο Πάμπλο Νερούδα ανάμεσα στις ρήσεις του λέει κάτι που το γνωρίζουμε σχεδόν όλοι “Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει”.</p>
<p>Όταν οι δυο ποιήτριες Κατερίνα Λιάτζουρα και Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μάς ανέθεσαν την τιμητική αποστολή της παρουσίασης του νέου βιβλίου τους «Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά» (εκδόσεις ΑΩ, 2023) σχηματίστηκε μέσα μου η αίσθηση ότι θα πάω επιτέλους ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στην ελληνική ενδοχώρα, και μια αυστηρά προσωπική κρουαζιέρα σε εξωτικές παραλίες που μόνο με τη φαντασία μου έχω καταφέρει να επισκεφτώ. Όταν όμως καταδύθηκα στη φαντασία τους – πιστέψτε με ποτέ δεν είναι εύκολη μια τέτοια κατάδυση – ήμουν πεπεισμένη ότι οι σαράντα συνολικά ποιητικές τους εκρήξεις με οδήγησαν χωρίς διάθεση λογοτεχνικού ψεύδους και εντυπωσιασμού στα απόκρυφα της στιχουργικής πλοκής του ανθολογίου τους. Υπάρχουν απόκρυφα στον στίχο; στον σύγχρονο στίχο που ακροβατεί ανάμεσα στην ελευθερία και στο πειθαρχημένο μέτρο; Ίσως σ’ αυτά να έχουν ήδη απαντήσει οι χιλιάδες αναγνώστες που επιλέγουν ως λογοτεχνικό είδος έκφρασής τους την ποίηση. Αυτήν που μιλάει κατευθείαν και χωρίς εξωτερικές παρεμβολές στην καρδιά τους.</p>
<p>Προσωπικά, θα σταθώ στα απόκρυφα των στίχων, με την έννοια της αίσθησης που μου άφησαν τα ΑΝΘΕΑ στο σύνολο τους και επειδή ο εξωτισμός έχει στα δικά μου μάτια κάτι που δεν έχω μπορέσει ακόμη να προσεγγίσω εκτός από μέσα από τα βιβλία μου, ξεφυλλίζω τα Εξωτικά της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου αφού πρώτα έχω απολαύσει την ποιητική φωτοσύνθεση της Κατερίνας Λιάτζουρα που με ξεναγεί όπως ένας επίμονος κηπουρός στα παρτέρια των αμάραντων, του μήλου της Καρχηδόνας, του ελλέβορου και των χρυσανθέμων της. Μεταλλάσσομαι σε πεταλούδα που έχει αφήσει για πάντα πίσω της το κουκούλι και κλέβει με χάρη το νέκταρ των εγχωρίων της. Αν οι ποιητικοί στίχοι δεν είναι νέκταρ ή και αμφιλεγόμενο «αφέψημα» τότε γιατί αρπίζουν τις ευαίσθητες χορδές μας;</p>
<p>Το ξεφύλλισμα έρχεται βράδυ, σαν ανάγκη όπως όλα τα εσωτερικά καλέσματα. Απαλά φώτα, διάθεση για απομόνωση, μυρωδιές από ένα γιασεμί της απέναντι αυλής ανάμεσα στον εφιάλτη των πολυκατοικιών, ένα βιβλίο που αρχίζει να σε πλανεύει αφαιρώντας σου τον «χάρτη» διαδρομής εντελώς. Η Κίνα, η Ινδονησία, η Χαβάη, η Αϊτή, η Ν. Ζηλανδία, το Μάτσου Πίτσου, τα νησιά Γκαλαπάγκος, η Αμερική, η Γουατεμάλα και η Ιάβα, η Τασμανία, ο Καναδάς και η Συρία, η Ν. Αφρική και η Ινδία, η Ιαπωνία και η Κύπρος προβάλλουν σαν ενδιάμεσοι σταθμοί, σαν κόκκινα σημεία στον χάρτη μου που οι βαθιές, ποιητικές ανάσες της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου τονίζουν με λέξεις – κλειδιά. Συνδιαλέγονται οι εξωτικές της χώρες κάτω απ’ τα πέταλα των λουλουδιών τους που στη δική μου ανάγνωση αντιπροσωπεύουν ψιθύρους για τη ζωή που ονειρευόμαστε αλλά δεν ζούμε. Για τις φωνές διαμαρτυρίας που δεν ακούγονται. Για το φως που φοβόμαστε να κοιτάξουμε κατάματα. Για τα πλάσματα της φύσης όπως ο κάβουρας στον « Ιβίσκο» της:</p>
<p>«Θέλω το νανούρισμα του κάβουρα – Να τον βάλεις στο καζάνι -Τραγουδησε μου γιαγιά πάλι με τον Χούνγκαν και τη Μάμπο, να ξεκουραστώ»</p>
<p>Για την ίδια τη φύση που οι άνθρωποι μέσα της γίνονται κυνηγοί, επιβήτορες και υμνητές της</p>
<p>«Δεν δείξαμε ποτέ ασέβεια, ακολουθούμε τους κανόνες» λέει στο «Λαμπραντορ τσαι.</p>
<p>Είναι ένα είδος μοντέρνας διαλεκτικής του 21ου αιώνα με ρινίσματα παιδικής αθωότητας η ποίηση της Μαργαρίτας, ένα είδος εθνικής φιλοσοφίας με πανέμορφα λουλούδια αλλά και βάλτους, με πίνακες λωτών αλλά και πολιτείες πάνω απ’ τα σύννεφα, με μεταφυσικές προεκτάσεις αλλά και αποδόμησης των περιττών, των άψυχων στοιχείων. Η ποίησή της είναι ορμή προς την ανεξαρτησία της σε όλα τα επίπεδα ξεκινώντας από το μεγάλο παιδί που κρύβει μέσα της. Ανήσυχη διαρκώς καλπάζει πάνω σε άτι στο δικό της σύννεφο για να προσγειωθεί πάνω απ΄τα Γκαλάπαγκος στο λουλούδι του πάθους της ποίησής της αναζητώντας την αψίδα του Δαρβίνου με ένα πολύ προσωπικό ύφος γιατί το μέλλον του πλανήτη είναι κάτι που την αφορά όπως και την Κατερίνα Λιάτζουρα.</p>
<p>«Αναρωτιέμαι αύριο θα είμαι εδώ – ή θα καταρρεύσω κι εγώ – και θα εξαφανιστώ και τότε ποιος πυλώνας θα υψωθεί;» στιχουργεί στο ποίημά της «Λουλούδι του πάθους»</p>
<p>Αντί να κλείσω με τον καθιερωμένο τρόπο, επιλέγω να θέσω ένα ερώτημα, καθόλου φιλοσοφικό στην ποιήτρια:</p>
<p>Γιατί αφού το όνομα της είναι λουλούδι, δεν έγραψε για μια εξωτική μαργαρίτα;</p>
<p>Άστοχη ερώτηση. Πρόλαβε ήδη στο πρώτο μέρος του βιβλίου στα εγχώρια άνθη της να γράψει η Κατερίνα Λιάτζουρα:</p>
<p>«Μαργαριτάρι στο κέντρο χρυσοκίτρινο</p>
<p>Κέντησε γύρω πέταλα στεφάνι»</p>
<p>Eπίσης ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα ότι η δική μας μαργαρίτα, αυτή που ανθοφορεί στη χώρα μας, έτσι κι αλλιώς κατάγεται από τη Μαδαγασκάρη και τη Ν. Αφρική.</p>
<p>Αφήστε με παρακαλώ να ονειρευτώ κάτω από το Καντούτα των΄Ανδεων με τις διαδρομές στο Μάτσου Πίτσου και τα μουσικά Κίπους και εγκαταλείψτε με δίπλα στον Ιβίσκο της Αϊτής γιατί συμπάσχω όπως όλοι μας στα παιδιά της που υπόκεινται στις χειρότερες μορφές παιδικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.</p>
<p>Σας ζητάω πολλά;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></p>
<p>FRACTAL 21/05/2024</p>
<p>Ανάσες γραφής ΙΙ</p>
<p>«Άνθεα», εκδ. ΑΩ, 2024</p>
<p>Πρώτα πρώτα ο ασυναίρετος τύπος: Άνθεα. Που για μένα σήμανε μια ευρεία θεώρηση, ποιητική, των ανθέων. Ήταν κάτι ευρύτερο τελικά.</p>
<p>Ας μη νομίσει, λοιπόν, ο αναγνώστης ότι θα διαβάσει ευχάριστα λυρικά ποιήματα για λουλούδια. Είναι πιο πολύπλοκη η γραφή.</p>
<p>Διακρίνουμε τρία μέρη στο βιβλίο: Το ποιητικό μέρος – βάζω μαζί την ποιητική σύμπραξη της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου – τις Σημειώσεις και το Επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου. Την έκδοση κοσμούν σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα, πριν από το ποίημα για το κάθε άνθος, εγχώριο και εξωτικό.</p>
<p>Στο ποιητικό σκέλος διακριτά συνεισφέρουν η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Η Λιάτζουρα γράφει για άνθη εγχώρια. Η Παπαγεωργίου για εξωτικά άνθη – έτσι συνδεόμαστε και με την πρόσφατη συλλογή της «Εξωτικά είδη».</p>
<p>Στα φυτά της Κατερίνας Λιάτζουρα μεταφορές, αναλογίες, μύθοι εισχωρούν στην έννοια του λουλουδιού και του δίνουν άλλη διάσταση. Έτσι, το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τον έρωτα, τον θάνατο, τους αγαπημένους απόντες. Το υποκείμενο μιλά σε πρώτο πρόσωπο ή απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο ή στο ίδιο το φυτό, όταν είχε ανθρώπινη φύση. Συνακόλουθα, προκύπτουν πολλές διακειμενικές αναφορές, σε μύθους, σε έργα τέχνης, σε μουσική. Μολονότι εγχώρια, αρκετά άνθη τα πρωτογνωρίζουμε από τα ποιήματα. Από ορισμένα φωτεινά ποιήματα, όπως τα «Αμάραντος ή Ελίχρυσος ο πολύτιμος», «Χρυσάνθεμο», «Αστέρι ή Αστράκι», «Μαργαρίτα ή Ανθεμίς», περνούμε σε πιο σκοτεινά, όπως τα «Μανδραγόρας», «Αγαύη ή Αμάρανθος ο αθάνατος», «Βιολέτα ή Μενεξές», ή και σε ιδιαίτερα στην τεχνική και στο φορτίο τους, όπως το «Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος» και το «Τριανταφυλλιά».</p>
<p>Τα φυτά της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου παίζουν αντίστοιχο ρόλο, διευρύνοντας τις αναφορές του ποιητικού υποκειμένου σε τόπους μακρινούς και συνακόλουθα σε άνθη άγνωστα, παράξενα, εξωτικά. Το όνομα του άνθους συνοδεύει και ο τόπος όπου φύεται, με συνέπεια και ακρίβεια. Τα θέματα είναι ανάλογα, όπως και γενικά στην ποίηση άλλωστε, ο έρωτας, ο θάνατος, η απώλεια, με πλήθος εκφραστικά μέσα. Το άνθος παίζει τις πιο πολλές φορές τον ρόλο του ποιητικού υποκειμένου, καθώς ταυτίζεται με κάποιο πρόσωπο («Λωτός», «Μελάτι», Μιμόζα η ντροπαλή», «Πρωτέα», «Σιρούι Λίλυ». Ή εισχωρούν σε μια αφήγηση και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της, εκείνο που είναι το κέντρο και η λύση ( «Ιβίσκος», «Νατούρα ή Τρομπέτα του Διαβόλου», «Λέδεργουντ», «Λαμπραντόρ τσάι»).</p>
<p>Εστίαση στον ανθρώπινο πόνο, είτε προέρχεται από τον έρωτα και την απομάκρυνση είτε από συνθήκες δύσκολες και τραγικές, του πολέμου για παράδειγμα ή της φτώχειας και της εκμετάλλευσης.</p>
<p>Και στις δύο ποιήτριες το πλαίσιο είναι η φύση. Και η σχέση της με τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων. Κοινό στοιχείο επίσης οι αναφορές στους μύθους, σε παραδόσεις και σε ιστορικά συμβάντα. Οι μεταμορφώσεις, συνέπειες κάποιων πράξεων. Όπως και η επισήμανση του δισυπόστατου της ύπαρξης και των πράξεων, του καλού και του καταστροφικού με αφετηρία το ίδιο άνθος, στη συγκεκριμένη περίπτωση («Μανδραγόρας», «Λουλούδι του πάθους»).</p>
<p>Στις Σημειώσεις γίνεται μια αναλυτική αναφορά στα άνθη των ποιημάτων. Κάθε άνθος με τις ιδιότητές του, με τη σύνδεσή του με τον μύθο ή την παράδοση που το ακολουθεί. Αλλά είναι ο τρόπος που είναι γραμμένες οι Σημειώσεις. Με αφήγηση που κρατά το ενδιαφέρον, σαν αφηγήσεις και παραμύθια, και φυσικά σε σύνδεση με το αντίστοιχο ποίημα.</p>
<p>Το πολύ προσεγμένο Επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου θέτει το γενικό πλαίσιο της συλλογής και προχωρεί σε ουσιαστικές επισημάνσεις και για τις δύο ποιήτριες και τα ποιητικά μέρη.</p>
<p>Αμάραντος ή Ελίχρυσος ο πολύτιμος<br />
Κάποτε σπόρους ανάμειξα<br />
με αμύγδαλα και μέλι<br />
και έπλασα γλυκά<br />
αιθέρια έλαια κτερίσματα<br />
και στα Κύθηρα με κατάνυξη<br />
θεούς και ημίθεους φίλεψα<br />
με την γλύκα τους<br />
τους γήινους έρωτές τους<br />
να θρέψουν<br />
Άφθαρτοι και αθάνατοι<br />
στην ελληνική ύπαιθρο<br />
οι χρυσαφένιοι σπόροι<br />
(Κατερίνα Λιάτζουρα, Άνθεα εγχώρια, σ. 15)</p>
<p>Μελάτι<br />
(Τζακάρτα, Ιάβα)<br />
Με λένε Μελάτι, ή και Ζωή.<br />
Λευκή, ευωδιαστή και μικρή.<br />
Στολίζω γάμους, βαφτίσια, κηδείες.<br />
Κοσμώ την αγάπη και την υπόσχεση.<br />
Το βάθος, το ύψος και το πλάτος,<br />
Ο κόσμος όλος στα λεπτά μου πέταλα.<br />
Τώρα τελευταία, μαθαίνω και να κολυμπώ.<br />
Στα ρηχά ακόμα, μισό με ένα μέτρο,<br />
του χρόνου θα με πάνε στη μεγάλη πισίνα<br />
δυόμιση μέτρα πάτος βυθού.<br />
Τότε θα με λένε Οφηλία,<br />
θα κοσμώ το νερό,<br />
το ασήκωτο βάρος της ανθρωπότητας<br />
«Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειό της».</p>
<p>(Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Άνθεα εξωτικά, σ. 79)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 27/04/2024</p>
<p>Οι δυο ποιήτριες, Κατερίνα Λιάτζουρα και Μαργαρίτα Παπαγεωργίου απλώνουν το άρωμα της ποιητικής τους γραφής μέσα σε Άνθεα εγχώρια και εξωτικά όπως είναι και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής. Η Μαργαρίτα και η Κατερίνα η κάθε μια με το δικό της προσωπικό λόγο γράψανε από κοινού τη ποιητική συλλογή Άνθεα εγχώρια και εξωτικά (Εκδόσεις ΑΩ Δεκέμβρη του 2023.)<br />
Στη ποιητική τους αυτή συνύπαρξη οι δυο ποιήτριες έχοντας στη σκέψη και στην έμπνευση τη φύση, απλώνουν την ευαισθησία τους στα άνθη, σμίγουν με τ’ αρώματα και την ομορφιά τους και δημιουργούν τις προϋποθέσεις να γεννηθούν τα ποιήματα της συλλογής. Η ποιητική ματιά της Κατερίνας απλώνεται στα άνθη που συναντάμε στη ελληνική φύση της δε Μαργαρίτας στα εξωτικά άνθη που συναντάμε σε όλη την υφήλιο.<br />
Εκτός από τα ποιήματα είναι, σημαντικά για τον αναγνώστη τα σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα για το κάθε λουλούδι, οι σημειώσεις που δίνουν πληροφορίες για όλα τα άνθη και το Επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου που αναφέρεται με λεπτομέρειες στη ποιητική σύνθεση Άνθεα.<br />
Σ΄ αυτή τη σύνδεση της ποίησης με τα άνθη, οι δυο ποιήτριες μας μιλούν κατ΄ αρχή για τη φυσική εικόνα και παρουσία του άνθους στα μάτια των ανθρώπων. Η Κατερίνα Λιάτζουρα πιο ρεαλιστική γράφει στο ποίημα «Σπαθίφυλλο ή ο κρίνος της Ειρήνης»:</p>
<p>Ένα φυτό είναι που δεν χρειάζεται τον ήλιο.<br />
Προσαρμόζεται σε οποιαδήποτε συνθήκη φωτός<br />
και δεν ανθίζει ανεξάρτητα το λουλούδι·<br />
δεν χρειάζεται κλάδεμα συχνά<br />
αφαιρούμε μονάχα τα φύλλα και τα άνθη από τη βάση<br />
όταν αυτά ξηραίνονται·<br />
ανθεκτικό είναι και σε ασθένειες και σε παράσιτα<br />
μα το σάπισμα των ριζών θέλει προσοχή<br />
καθώς η πιο συχνή αιτία είναι για την καταστροφή</p>
<p>Και στο ποίημα Τριανταφυλλιά μας λέει:</p>
<p>Αναρριχάται θαρραλέα<br />
φυλλοβόλα και πολυετή<br />
Κι ας είναι αποξυλωμένη η ρίζα της<br />
Κι ας είναι γεμάτος αγκάθια ο κορμός</p>
<p>Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου με λόγο αισθαντικό και κοντά στην ανθρώπινη ψυχή γράφει στο ποίημα «Πρωτέα από τη Νότια Αφρική» :</p>
<p>Η ύπαρξή μου είναι νίκη.<br />
Υπάρχω εκατομμύρια χρόνια.<br />
Ανθίζω σε σκληρό περιβάλλον<br />
καύσωνες, παγετούς, χαλάζι.<br />
Και να με κάψουν πυρκαγιές<br />
εγώ απελευθερώνω νέους σπόρους<br />
για νέες πολύχρωμες γενιές.</p>
<p>Και στο ποίημα Μελάτι από τη Τζακάρτα, Ιάβα διαβάζουμε:</p>
<p>Με λένε Μελάτι, ή και Ζωή.<br />
Λευκή, ευωδιαστή και μικρή.<br />
Στολίζω γάμους, βαφτίσια, κηδείες.<br />
Κοσμώ την αγάπη και την υπόσχεση.<br />
Το βάθος, το ύψος και το πλάτος,<br />
ο κόσμος όλος στα λεπτά μου πέταλα.</p>
<p>Σε άλλα ποιήματα η εικόνα του άνθους ταυτίζετε με την ανθρώπινη ύπαρξη και κυρίως με τη γυναίκα. Και η Κατερίνα αναφέρεται ονομαστικά σε γυναίκες από την αρχαία Ελλάδα όπως στο ποίημα Ροδιά ή το μήλο της Καρχηδόνας:</p>
<p>«Και να μνημονεύσεις την Περσεφόνη/ή/και την Προσερπίνα/και κάθε Madonna που κράτησε/στο χέρι της το ρόδι/σε έναν χορό καλοτυχίας»</p>
<p>Και σε άλλα ποιήματα αναφέρεται στην Αμαρυλλίδα, τη Πυθία και τη Ροδάνθη στην Αρχαία Κορινθία.</p>
<p>Η Μαργαρίτα αναφέρεται γενικότερα στη γυναίκα όπως στο Γινγκ-Σου, το λουλούδι από τη Κίνα που μας λέει «Εγώ μια γυναίκα, ναι/Στον πόλεμο, ναι/Με το δικό σου το σπαθί/Χόρεψα/Έχυσα το αίμα μου/Προσφορά για την αγάπη.» Κι ακόμα στο Σιρούϊ Λίλυ το σπάνιο φυτό της Ινδίας με το ροζ λουλούδι διαβάζουμε ένα συγκλονιστικό ποίημα: «Είμαι, λέει, γυναίκα. Το φύλο μου./Από τη γέννησή μου μεγαλώνω για ένα σκοπό./Να παντρευτώ. Να κάνω γιο./Από τα 12 με στέλνουν στον γαμπρό./Αν με δέρνει, με βιάζει, θα πω ευχαριστώ.»</p>
<p>Άλλα θέματα που απασχολούν τη Κατερίνα στη γραφή της είναι η σχέση του άνθους με τη Χριστιανική θρησκεία και την αρχαία ιστορία.</p>
<p>Γράφει στο ποίημα «Κρίνο ή κρίνος της Παναγίας»<br />
«Αληθεύει Παναγιά μου/πως δεν μύρισες τον κρίνο;/Λευκά καθάρια σέπαλα, είπαν,/άσπιλο το σώμα της Παρθένου/έξι χρυσοί ανθήρες/σπινθήρισμά ψυχής»</p>
<p>Και στο ποίημα «Γαϊδουράγκαθο» διαβάζουμε:</p>
<p>«Τι κι αν όμορφα χρωματίζεις/ροζ τις πλαγιές των ορέων/πλάι στο νέκταρ και την αμβροσία;/Τι κι αν όμορφα στολίζεις/λευκές βούλες στα φύλλα/σταγόνες γάλακτος/κατά του θηλασμού του Θείου;»</p>
<p>Ένα ποίημα που μιλά για το θηλασμό του Θείου Βρέφους.</p>
<p>Στο ποίημα «Ανεμώνη» η Κατερίνα μιλά με τους στίχους της για το όνομα της ανεμώνης που το πήρε από τους αρχαίους Έλληνες γιατί άνθιζε όταν φυσούσε ο άνεμος.</p>
<p>«Χνουδωτή ξεθώριαζε/στο έλεος του Ζέφυρου και του Βορέα/Δες· πώς βρέθηκε/μες στο άνθος της ηλικίας της/στην αγκαλιά του ανέμου;»</p>
<p>Επίσης στο ποίημα «Αγαύη ή Αμάρανθος ο αθάνατος» έχουμε μια ακόμα αναφορά στην αρχαιότητα:</p>
<p>«Μπορεί· λέω μπορεί/θαυμαστή να είναι η καταγωγή/απόγονος μιας αρχαίας Μητέρας γης/μιας Δαναΐδας, μιας Νηρηίδας ίσως/ή/και κόρης βασιλέως»</p>
<p>Η Μαργαρίτα στη σχέση εξωτικά άνθεα και θρησκεία γράφει στο ποίημα «Ιβίσκος» από τη Αϊτή, μια φτωχή χώρα του δυτικού ημισφαιρίου, αναφερόμενη στους ιερείς της θρησκείας των Βουντού, τον Χούνγκαν και τη Μάμπο</p>
<p>«Μαύροι ιβίσκοι με αριθμό στα πέταλα/Που είναι τα παιδιά;/Χαμένα σε ποιαν ήπειρο; ποια χώρα;/ποιο ορφανοτροφείο; ποιο δρόμο;/χωρίς μητέρα, πατέρα, πατρίδα/χωρίς ψωμί, χωρίς νερό,/χωρίς τη γλώσσα την παλιά,/σκλάβοι, Restavek»</p>
<p>Στίχοι που συγκλονίζουν για την εκμετάλλευση των παιδιών.</p>
<p>Για το λουλούδι Ναουπάκα της Χαβάης όπου το άνθος είναι μισό γιατί κατά μια εκδοχή η Χαβανέζα θεά της φωτιάς ζήλεψε τον επικείμενο γάμο της πριγκίπισσας Ναουπάκα με τον ψαρά Κάουϊ και τους χώρισε, γράφει η Μαργαρίτα:</p>
<p>«Φιλώ τα μάτια σου, μάτια μου,/στο αλάτι που μου φέρνει ο μπάτης/«Κάποτε θα είμαστε ξανά μαζί»/Τα λόγια σου, μισά μας πέταλα,/απ’ το λουλούδι που ’χες στο αυτί»</p>
<p>Και θα σταθώ στο τελευταίο ποίημα της συλλογής στο «Δελφίνιο το κάσσειο» από τη Κύπρο ένα σπάνιο λουλούδι που το βρίσκει κανείς στον Πενταδάκτυλο στη κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Γράφει η Μαργαρίτα:</p>
<p>Σμίγω με τον Διγενή ψηλά, κρατώ το φρούριο<br />
στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων.<br />
Μητέρα μου κι εμένα η Ειρήνη<br />
και οι χαμένες πατρίδες πανταχού.<br />
Όλοι μεγαλώνουμε στην ίδια μήτρα.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μας χαρίζουν μια ποιητική συλλογή ξεχωριστή για τη γραφή της, τις πληροφορίες για τα άνθη, για τα σχέδια των λουλουδιών που αναφέρονται στα ποιήματα. Η κάθε μια από τις δυο ποιήτριες έχει τη δικιά της προσωπική γραφή και θεώρηση. Όμως η συνύπαρξη τους θεωρώ ότι είναι απόλυτα πετυχημένη. Τα άνθεα εγχώρια ή εξωτικά φτάνουν στον αναγνώστη με την ίδια βαρύτητα και την ίδια ομορφιά και ταξιδεύουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη σε ένα κήπο μοναδικό, παραδεισένιο με ποιήματα άνθεα που δεν θα χαθούν στο χρόνο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ &#8211; ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 27/04/2024</p>
<p>Σαν τ’ άνθια ήρθαν της άνοιξης αυτοί, και σαν τα φύλλα</p>
<p>Σαν τ’ άνθια ήρθαν της άνοιξης αυτοί, και σαν τα φύλλα,[1]<br />
Τα «Άνθεα εγχώρια και εξωτικά» των εκδόσεων ΑΩ, αποτελούν ένα ξεχωριστό ποιητικό βιβλίο, όπως και ένα Ποιητικό ανθο-λόγιο, το οποίο κοσμείται και πλουτίζεται αισθητικά από τα όμορφα εικαστικά σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα. Ένας από τους λόγους που το καθιστούν ξεχωριστό και ιδιαίτερο είναι ότι αποτελεί γέννημα συνέργειας και συνδημιουργίας. Πραγματικά είναι αξιοθαύμαστο να γεφυρώνει κανείς τη μοναξιά που ενέχει η ποιητική δημιουργία και μάλιστα με κοινή πηγή έμπνευσης τα άνθη. Πολλοί ποιητές εμπνεύστηκαν από αυτά, όμως μπορεί και να είναι η πρώτη φορά που έχουμε μια ποιητική σύμπραξη με κοινή θεματική όπου τα άνθη, που αποτελούν την κορωνίδα της χλωρίδας, συνδιαλέγονται με τα ποιήματα, την κορωνίδα της τέχνης του λόγου, σύμβολα και τα δυο της ομορφιάς και της ελπίδας.<br />
Τα “Άνθεα” μου θύμισαν το ποίημα μου, όπου ταυτίζω μεταφορικά τον ανθοκόμο με τον ποιητή και τον ποιητή με ανθοκόμο της ποίησης: «Φρόντιζε τα άνθη / Αφουγκραζόταν τους κραδασμούς του κάλυκα / Τους σπασμούς των στημόνων / Τις ασθμαίνουσες ανάσες των πετάλων / Κρατούσε μυροδοχείο για τα δάκρυα /Τον λέγαν ανθοκόμο // Ήταν Ποιητής»[2]. Γιατί στα «Άνθεα Εγχώρια και εξωτικά»να έχουμε στην κυριολεξία δύο Ποιήτριες – Ανθοκόμους, την Κατερίνα Λιάντζουρα και τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, που μας ευωδιάζουν με τα ποιητικά αρώματα των θεάσεων και στοχασμών τους. Ναι, ανθοκόμοι της ποίησης, το ίδιο διατείνεται και η Ευσταθία Δήμου στο ενδιαφέρον επίμετρο του βιβλίου με τίτλο “Ποιητική «ανθοφορία»”, παρομοιάζοντας την ποιητική δημιουργία με την εργασία ενός κηπουρού με γνώση, έγνοια και φροντίδα για τα ποιητικά λουλούδια του.<br />
Με προμετωπίδα τον στίχο από την οδύσσεια του Ομήρου: «Σαν τ’ άνθια ήρθαν της άνοιξης αυτοί, και σαν τα φύλλα», οι δυο ποιήτριες – ανθοκόμοι ανοίγουν τους ποιητικούς κήπους τους για να μας μιλήσουν για την ομορφιά αλλά και τα δύσκολα της ζωής και της περατότητας της, φανερώνοντας τη δύναμη και τη σοφία του φυσικού στοιχείου και του ποιητικού λόγου. Τα άνθη μάς αγγίζουν οπτικά, οσφρητικά και απτικά γαληνεύοντας την ψυχή και το νου μας ή πυροδοτώντας ιδέες και δημιουργίες. Τα ποιήματα με την αισθητική ομορφιά τους, το λεκτικό και νοηματικό τους άγγιγμα δονούν την ψυχή και το πνεύμα μας. Τα λουλούδια με το άνθος τους σηματοδοτούν την κορύφωση της ζωής και την αντίστασή της στο θάνατο, το ίδιο κάνουν και τα ποιήματα με τις ιδέες, τις βαθύτερες έννοιες και το φως που ακτινοβολούν σαν τους ανθούς, δίνοντάς μας ελπίδα και κουράγιο μπρος στο μαύρο της ζωή και του θανάτου. Τα λουλούδια μας μιλούν και μας διδάσκουν το φως γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος: «Αν με βλέπαν να στέκομαι / Όρθιος, ακίνητος, μες / Στα λουλούδια μου, όπως / Αυτή τη στιγμή, / Θα νόμιζαν πως τα διδάσκω. / Ενώ / Είμαι εγώ που ακούω / Κι αυτά που μιλούν. / Έχοντας με στο μέσο / Μου διδάσκουν το φως.»[3].<br />
Ο κύριος λόγος που καθιστά ξεχωριστό το ποιητικό βιβλίο των “Ανθέων” αφορά στην ίδια την ποιητική γραφή των δυο ποιητριών, οι οποίες αφουγκράζονται τα άνθη, τις εξαίσιες οπτικές αποχρώσεις τους, τις αρωματικές ανάσες τους, και συνομιλούν μαζί τους μεταπλάθωντας τους σιωπηλούς ψιθύρους τους σε λόγο ποιητικό δίνοντάς τα βήμα να μας μιλήσουν όχι μόνο μέσω της σιωπής, όπως γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου: «Τ’ άλλα που είχες να μου πεις / Στης ψυχής σου το σκοτάδι βύθισέ τα… / θα ‘ρθει αυγή που θα τα ιδώ σε μια βιολέτα / Μην τα πεις / Θάρθει η ώρα να τα μάθω τον Απρίλη / Στο περιβόλι από τα μάτια, από τα χείλη / της σιωπής»[4].<br />
Οι δυο ποιήτριες έχουν κοινό στοιχείο εκκίνησης τα άνθη και την αγάπη τους για την ποιητική ανθοκομία. Και οι δυο αξιοποιούν μυθολογικά ή και ιστορικογεογραφικά στοιχεία των ανθέων προκειμένου να δομήσουν τα ποιήματά τους και να αποδώσουν μέσα από αυτά λεκτικά και ποιητικά τις συγκινήσεις, τις θεάσεις και τις ιδέες τους. Και οι δυο πλάθουν τα ποιητικά άνθη τους έχοντας ως βάση την εξωτερική εμφάνιση των λουλουδιών, τις ιαματικές ή φαρμακερές τους ιδιότητες, τις μυθολογικές απεικονίσεις, τους συμβολισμούς, τις μορφές και τα αρχέτυπα, που τα έχει προσδώσει η πολιτισμική και λαογραφική παράδοση των τόπων τους. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό της ποιητικής γραφής και των δυο αποτελεί η ενδιαφέρουσα διακειμενική συνομιλία τους με δημιουργούς και στοχαστές, υπενθυμίζοντας πχ την λαμπρότητα των χρυσάνθεμων εκείνου του τρελού του Ολλανδού, (σ. 27) ή κοινωνώντας την σοφία του παραδοσιακού χαιρετισμού των Μάγια: – INLAKECH –«Είμαι ένας άλλος Εσύ» – HALAKEN – «Εσύ είσαι ένας άλλος Εγώ», (σ. 77).<br />
Ως προς τις διαφορές τους η πρώτη φαίνεται από τον τίτλο και αφορά στο διαχωρισμό των ανθέων σε εγχώρια στα οποία επικεντρώνεται η Λιάντζουρα και στα εξωτικά στα οποία καταβυθίζεται η Παπαγεωργίου. Και βέβαια η κάθε μια σκιαγραφεί την ποιητική ανθοφορία της με το δικό της ποιητικό ύφος, τη φωτεινότητα και διαύγεια της γραφής της. Η Λιάντζουρα εκφράζει ποιητικό στοχασμό ορμώμενη από τα χαρακτηριστικά τους, τα ανθρωπομορφικά στοιχεία των μύθων τους και τις απεικονίσεις τους στον ανθρώπινο ψυχισμό, ενώ η Παπαγεωργίου εκφράζεται ωθούμενη από την συγκίνηση που νιώθει και τον ψυχοκοινωνικό προβληματισμό που εγείρεται συνειρμικά μέσα της από τη θέαση και τη μυθολογία των ανθών.<br />
Η Βιολέτα ή Μενεξές, το Σπαθίφυλλο ή ο κρίνος της ειρήνης, ο Αμάρα-<br />
ντος ή Ελίχρυσος ο πολύτιμος, ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος, το Ορνιθόγαλο ή το αστέρι της Βηθλεέμ, το Κρίνο ή Ο κρίνος της Παναγίας, το Χρυσάνθεμο και η Αμαρυλλίδα είναι κάποια από τα εγχώρια άνθη με τα οποία συνομιλεί η Λιάντζουρα, όπου ανασύροντας τις ιστορίες και τις μυθολογικές αναφορές τους αναπλάθει ευφάνταστες ποιητικές εικόνες για να εκφράσει ποιητικούς στοχασμούς και ιδέες. Έτσι πχ στη θέαση της Βιολέτας ανακαλώντας τον μύθο της όμορφης νέας, θύμα θανατηφόρας επίθεσης της θεάς Αφροδίτης, αναπαριστά τα άνθη της βιολέτας με λευκά σημαιάκια «Πάνω στο ματωμένο λείψανο / στάθηκαν λευκές πεταλούδες / Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους» (σ. 13), ενώ ολοκληρώνει με την ενορατική σκέψη: «δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα / από κοράκια» (σ. 13). Στη θέαση του κάλους της Αμαρυλλίδας αναλογιζόμενη τον μύθο του ματαιωμένου έρωτά της, επινοεί επιστολή του μαντείου των Δελφών με χρησμό που επισημαίνει στο «ΥΣ. Αμαρυλλίδα μου, έχει και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.» (σ. 31) ή εκφράζεται νουθετικά απευθυνόμενη στο άνθος « Αστέρ ή αστράκι / Πάψε να χύνεις / δάκρυα απερίσκεπτα / πάνω στη γη αστράκια / δεν πρόκειται να δεις / παρά μόνο σαν γυρίσεις / τον κόσμο τούμπαλιν / με μπόλικο κρασί / και λίγη φαντασία», (σ. 37). Άλλες φορές οι θεάσεις της ποιήτριας ανακαλούν βιωματικές εικόνες ή μνήμες από την σύγχρονη ελληνική παράδοση και τη λογοτεχνία, όπως στο «Γεράνι» που φέρνει στο νου μας εικόνες παραδοσιακής αυλής με αραδιασμένους τενεκέδες γεμάτους γεράνια στο χαγιάτι ή στο κατώφλι να λαμπυρίζουν πολύχρωμα καλωσορίσματα: «καλωσόρισμα σε σπίτι μυθικό / με το κλειδί να σε περιμένει / στα ριζά κάθε γερανιού / κάτω από τον κόκκινο βαμμένο / ντενεκέ της φέτας» (σ. 45), γράφει παραπέμποντας παράλληλα στο μυθιστόρημα του Χρόνη Μίσσιου «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι»[5].<br />
Η Παπαγεωργίου επιλέγει σπάνια κι εξωτικά άνθη από μακρινούς τόπους του πλανήτη, όπως το Γινγκ-σου από την Κίνα, το Ραφλέσι από τη Σουμάτρα ή το Ναουπάκα από τη Χαβάη και το Μελάτι από την Τζακάρτα. Πλάθει τα ανθο – ποιήματά της προσδίδοντας ανθρωπομορφικά στοιχεία στα άνθη και μέσα από αυτά αφηγείται τα ανθρώπινα πάθη και παθήματα με πάλλουσα κι αισθαντική γλώσσα όπου η φωνή του ποιητικού υποκειμένου και του άνθους συγχωνεύονται αγγίζοντας τον συγκινησιακό νου και τον αναστοχασμό του αναγνώστη. Ωθούμενη από την ομορφιά των ανθέων και των λέξεων, τον πόθο για φως, αλήθεια κι ανθρωπιά πλάθει τα εξωτικά ανθοποιήματά της προσφέροντας αρώματα ποιητικής ευαισθησίας, εκφράζοντας την ψυχοκοινωνική συνθήκη και το ανθρώπινο δράμα και θαύμα στο γεωγραφικό και πολιτισμικό τόπο προέλευσής των ανθών της.<br />
Έτσι πχ μέσα από ένα ολιγόστιχο και πυκνό ποίημα για το άνθος «Σίρουι Λίλυ» της Ινδίας, εφορμώντας από το μύθο της πριγκίπισσας Λίλυ, αλλά και την επίγεια κόλαση των γυναικών του τόπου της, πετυχαίνει να συγκλονίσει σκιαγραφώντας την οδυνηρή γυναικεία συνθήκη στην Ινδία που αποστερεί τη γυναίκα ακόμη και από την ανθρώπινη υπόστασή της, ωθώντας την σε υποταγή, σε απόρριψη της θηλύτητάς της και σε επιθυμίες μετενσάρκωσης σε άνδρα. Γράφει η ποιήτρια:<br />
«ΣΙΡΟΥΙ ΛΙΛΥ ΙΝΔΙΑ / Είμαι λέει γυναίκα. Το φύλο μου. / Από τη γέννησή μου μεγαλώνω για ένα σκοπό. / Να παντρευτώ. Να κάνω γιο. / Από τα 12 με στέλνουν στον γαμπρό. / Αν με δέρνει, με βιάζει, θα πω ευχαριστώ. / Αν πιάσω στην κοιλιά ένα θηλυκό, / αλίμονο, ντροπή ή το σκοτώνω ή να καώ. / Αν χηρέψω συμφορά, ζητιάνα ή δούλα θα γεννώ. / Είτε σαν τη Λίλυ εξόριστη σε πόλη εκεί ψηλά. / Αν φύγει θα πεθάνει. Το κάρμα λέει. / Ας περιμένω λοιπόν, να μετενσαρκωθώ. / Αν έχω τύχη, θα βγω αρσενικό. / Σε λίγες μέρες φτάνουν στο φεγγάρι. / Τον άλλο χρόνο και στον Άρη. / Μπορεί εκεί να βρω / τη ράτσα ή το είδος μου. / Δεν είμαι άνθρωπος εγώ. / Είμαι γυναίκα.» (σ. 93).<br />
Αλλού σκιαγραφείται η αγωνιστικότητα και η εμπιστοσύνη στον εαυτό, όπως το ανθο – ποίημα «Πρωτέα» για το εθνικό λουλούδι της Νότιας Αφρικής που συμβολίζει την αναγέννηση, το οποίο στην ποιητική του απόδοση ορθώνεται με παρρησία διαμηνύοντας: «Η ύπαρξή μου είναι νίκη», παραπέμποντας στη νίκη απέναντι στον ρατσισμό και το Απαρτχάιντ, ενώ η θέαση κάποιων άλλων εγείρει τον υπαρξιακό στοχασμό της ποιήτριας, όπως το Ιαπωνικό «Σακούρα, Το άνθος της Κερασιάς», όπου εκφράζονται ερωτήματα σχετικά με τη ζωή και το θάνατο: «Αν μάθεις να πεθαίνεις, / τότε θα μάθεις να ζεις.» (σ. 95).</p>
<p>Ένα τρίτος λόγος που καθιστά ιδιαίτερο τον ποιητικό βιβλίο των “Ανθέων” αφορά στον υπότιτλό του, δηλαδή στο ότι αποτελεί ένα Ποιητικό ανθο-λόγιο, με την αξιοποίηση του οποίου ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή και γνωριμία με τον κόσμο των ανθέων μέσα από έναν ποιητικό και αισθαντικό τρόπο, αντλώντας από τη σοφία και την ομορφιά της φύσης από την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος έχει δυστυχώς απομακρυνθεί χάνοντας τη δυνατότητα να την απολαύσει. Η αξιοποίησή του Ποιητικού ανθο-λόγιου γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα με την παράθεση των πλούσιων σημειώσεων, οι οποίες υποβοηθούν την γνωριμία του αναγνώστη με το κάθε άνθος, ως φυτό, τον τόπο προέλευσης, το μύθο και τον συμβολισμό του, αλλά και στην καλύτερη κατανόηση των ποιημάτων και των ιδεών που κομίζουν.<br />
Τόσο τα άνθη όσο και τα ποιήματα αποτελούν την κορωνίδα στην κλίμακα της ανθρώπινης αισθητικής απόλαυσης, αλλά και στην αναζήτηση ελπίδας και φωτός. Οι καλές ποιήτριες Κατερίνα Λιάντζουρα και Μαργαρίτα Παπαγεωργίου με το πλούσιο και στοχαστικό ποιητικό – ανθολόγιό τους μας προσφέρουν ποιητικά αγγίγματα ομορφιάς και ερεθισμάτων της επαφής μας με τη φύση, με τον εαυτό και τον άλλον, καθώς και ερεθίσματα συνέργειας, ποιητικής ομορφιάς, επαναπροσδιορισμού και επανάκτησης της σχέσης μας με τη φύση και βαθύτερο αφουγκρασμό της ομορφιάς και της σοφίας της,</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ</strong></h5>
<p>LITERATURE.GR 21/04/2024</p>
<p>Η τέχνη του ποιητικού μπουκέτου</p>
<p>Μια ποιητική συλλογή ορίζεται και καθορίζεται από τον τίτλο της, καθώς αυτός αποτελεί τη σκέπη υπό την οποία νοηματοδοτούνται κάθε φορά τα ποιήματά της, άλλοτε σε μικρότερες και άλλοτε σε μεγαλύτερες νοηματικές επεκτάσεις. Η συλλογή άνθεα εγχώρια και εξωτικά δηλώνεται στην ποιητική παραγωγή μέσω μιας λέξης πολλά υποσχόμενης σε κάθε της νοηματικό καπρίτσιο. Γιατί η λέξη «άνθος» παραπέμπει σε μια άμεση μετάφραση στο ίδιο το λουλούδι και, μάλιστα, την ώρα της ανθοφορίας του. Σε μια δεύτερη μετάφραση επεκτείνεται στην περίοδο της ανθοφορίας, στη φάση που όλα ανθίζουν, ενώ σε μια τρίτη στην αφρόκρεμα, στο διακεκριμένο δηλαδή μέρος ενός συνόλου, στη φάση δηλαδή που αυτό βρίσκεται στην ακμή του. Όσο για τον δικό μας χώρο, αυτόν της λογοτεχνίας, η λέξη «άνθη» ταυτίζεται με τα σχήματα τα καλλωπιστικά με τα οποία ο απλός λόγος μετατρέπεται σε τέχνη και καθίσταται ικανός να προσφέρει πνευματική, ηθική, μα κυρίως αισθητική απόλαυση.<br />
Η συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα αξιώνει να επιστεγάσει κάθε νοηματική απόχρωση. Καταρχάς, μέσα από αυτή παρελαύνουν τα ίδια τα άνθη, τα οποία, μάλιστα, απεικονίζονται συχνά με κάθε λεπτομέρεια στη μορφή που έχουν κατά την άνθησή τους. Έπειτα, τη συλλογή διαπερνά η περίοδος της ανθοφορίας, όχι μόνο των λουλουδιών, αλλά και των ιδεών, των συναισθημάτων, των τόπων, των ιστοριών, των μύθων και των κάθε είδους αφηγήσεων. Ταυτόχρονα, θαρρώ πως παρουσιάζεται η αφρόκρεμα των λουλουδιών, όχι από αισθητικής ασφαλώς άποψης, αλλά από την άποψη της συγκινησιακής τους δομής, του ιστορικού φορτίου που φέρουν και του τρόπου με τον οποίο συνδέονται με των ανθρώπων το πάθος και τα πάθη, με την ανθρώπινη μοίρα, με τον ρου της ιστορίας του ανθρώπου στη γη. Τέλος, η ποιητική γλώσσα και των δύο ποιητριών είναι μια γλώσσα άμεση μα γλαφυρή, απλή μα ζωντανή, έτσι που στο τέλος της ανάγνωσης να νιώθει κανείς ότι έχει βγει κερδισμένος από την επιλογή του να εγκύψει πάνω σε μια ποιητική συλλογή με κάποιες ιδιαιτερότητες σε σχέση με την ποιητική κανονικότητα της εποχής − αν, βέβαια, μας επιτρέπεται να μιλάμε για κανονικότητα στον χώρο της ποίησης.<br />
Και οι ιδιαιτερότητες της συλλογής αυτής είναι πολλές κι ενδιαφέρουσες. Καταρχάς, πρόκειται για μία ποιητική σύμπραξη της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, μία σύμπραξη η οποία γίνεται σε τρία επίπεδα. Αφενός, σε θεματικό επίπεδο, καθώς τόσο τα ποιήματα της μιας όσο και τα ποιήματα της άλλης φέρουν ως τίτλο και ως θεματική τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα λουλούδια. Της μιας τα εγχώρια λουλούδια, αυτά που ευδοκιμούν στη χώρα μας, αυτά με τα οποία έχουμε όλοι γαλουχηθεί, αυτά των οποίων οι οσμές έχουν σημαδέψει τις μεγάλες ή μικρές, τις ατομικές ή τις συλλογικές μας στιγμές. Της άλλης, τα εξωτικά, από τα οποία κάποια γνωρίζουμε και κάποια όχι, μα σίγουρα έχουν χαράξει κάποιων άλλων ανθρώπων τις μικρές ή τις μεγάλες στιγμές. Και κάπως έτσι, το εμείς συναντά το εσείς, το εγώ το εσύ, ο δικός μας του άλλου και ο εαυτός μας τον άλλον. Με λίγα λόγια το άπλωμα της συλλογής σε οικουμενικό επίπεδο, η σταδιακή του προέκταση από τον ελλαδικό χώρο σε μέρη μακρινά και τοπικά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όλα τα ποιήματα έχουν μια ιστορία ανθρώπινη να πουν που δεν ξεχωρίζει τόπο, χρώμα και φυλή αλλά υπογράφεται από την καθολική ανθρώπινη συνθήκη, οδηγεί, τελικά, σε έναν κύκλο που όταν κλείνει έχει αγκαλιάσει μέσα του των ανθρώπων τα έργα σε επίπεδο διατοπικό και άρα παγκόσμιο και οικουμενικό.<br />
Ταυτόχρονα, η σύμπραξη γίνεται σε επίπεδο μούσας, σε προπαρασκευαστικό επίπεδο, σε επίπεδο πρόκλησης της ποιητικής έμπνευσης. Και οι δύο ποιήτριες φαίνεται ότι δεν έχουν αφεθεί στον μοναχικό ποιητικό στοχασμό που μόνος του ανιχνεύει τον εαυτό και τον εξωτερικεύει. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσει τον ποιητικό του κορμό. Στη δική μας περίπτωση, οι ποιήτριες δεν αφήνουν την έμπνευση στην τύχη του εσωτερικού ερεθίσματος, της προσωπικής ανησυχίας, την οποία φυσικά προϋποθέτουν. Μα την ενθαρρύνουν μέσα από την αναζήτηση πληροφοριών τόσο για τη μορφή του εκάστοτε λουλουδιού και για τις ιδιαιτερότητές του, τόσο για τον τόπο όπου ευδοκιμεί και για τους μύθους που το φιλοξενούν στην καρδιά τους, όσο και συχνά για την ετυμολογική προέλευση του ονόματός του, αφού αυτή −σύμφωνα με την αριστοτελική ταυτότητα λέγεσθαι=είναι− μπορεί να νοηματοδοτήσει από τη δική της πλευρά ακόμη περισσότερο την ιστορία. Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι ακολουθήθηκε ένας κοινός δρόμος σύλληψης της ιδέας, κοντά σε εκείνον τον καβαφικό τρόπο κατά τον οποίο ο ποιητής οφείλει να διαμορφώσει τις συνθήκες για να γεννηθεί το ποίημα: αναζήτηση πληροφοριών, γνωριμία με τη μορφή του λουλουδιού, την προέλευσή του, τις συνθήκες στις οποίες ευδοκιμεί, αναζήτηση του μύθου, της ιστορίας που κουβαλά κατά το διάβα του στο αείροον ποτάμι του χρόνου, διαμόρφωση της ποιητικής ιδέας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έρχονται στο αναγνωστικό προσκήνιο μύθοι κι ιστορίες που ανάσαναν πριν ακόμη από την αρχαία εποχή, αλλά και ιστορίες που αγγίζουν τα σύγχρονα βιώματα, που ακουμπούν τις σημερινές ανθρώπινες ζωές. Και εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Αυτό το σύνολο των ιστοριών που εξακτινώνεται σε ένα ευρύτατο φάσμα χρόνου γράφεται πάνω σε μια κοινή βάση που λέγεται ανθρώπινος καημός, όπως αυτός νοηματοδοτείται τόσο από τον έρωτα όσο κι από το μίσος τόσο από την αλήθεια όσο κι από το ψέμα, τόσο από το θεμιτό και το δίκιο όσο κι από το αθέμιτο κι από τα άδικο, τόσο από τη ζωή όσο κι από τον θάνατο. Με λίγα λόγια, μύθοι διαφορετικών χρονικών περιόδων συνηχούν μέσα από την ποιητική συλλογή καταργώντας το φάσμα του χρόνου και υψώνοντας την ομορφιά και την τραγικότητα της ζωής σε έναν χρόνο άχρονο και για αυτό διαχρονικό. Έχοντας, λοιπόν, η συλλογή κατακτήσει μια θέση στο οικουμενικό και διαχρονικό στερέωμα, έχει αυτομάτως κατακτήσει μια θέση στον αυθεντικό χώρο της ποίησης. Γιατί τι άλλο είναι η ποίηση πέρα από τη δυνατότητα της τέχνης του λόγου να αφουγκράζεται την τέχνη της ζωής, που είναι μία και κοινή στη βάση της για όλους;<br />
Ένα τελευταίο επίπεδο στο οποίο, νομίζω, ολοκληρώνεται η ποιητική σύμπραξη της Λιάτζουρα με την Παπαγεωργίου είναι αυτό του σχηματισμού του ποιητικού κορμού, παρόλο που σε καθεμιά ποιήτρια αυτός βλασταίνει με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Με λίγα λόγια, στα ποιήματα της συλλογής συμπλέκονται τεχνηέντως πληροφορίες της μορφής του κάθε λουλουδιού, του τόπου όπου ενδημεί και της ιστορίας στην οποία πρωταγωνιστεί και διηθούνται μέσα από τον ποιητικό λόγο με τέτοιο τρόπο ώστε να συντεθεί μία νέα ιστορία, η οποία επανανοηματοδοτείται στο παρόν, επικαιροποιείται και λειτουργεί σε νέα συμφραζόμενα. Και κάπως έτσι η επιστήμη της φυτολογίας γίνεται τέχνη κι αποδεικνύεται ότι οι δυο αυτοί χώροι όχι μόνο αντίπαλοι δεν είναι αλλά συμπληρωματικοί κι επικουρικοί της ανθρώπινης ευτυχίας και προκοπής. Παρά τις διαφορές και τις συγκρούσεις που κατά καιρούς σημειώθηκαν μεταξύ επιστήμης και τέχνης και παρά την πλατωνική υποβάθμιση της τέχνης ως παραποιητικής των ιδεών, σήμερα απολαμβάνουμε μία συλλογή στην οποία η επιστήμη έχει τροφοδοτήσει την τέχνη, χωρίς να έχει αφήσει κανένα κατάλοιπο πάνω της εκτός από την πρώτη ύλη, το αφήγημα, και η τελευταία, η τέχνη δηλαδή, όχι μόνο δεν παραποιεί την ιδέα, αλλά την ανάγει σε αλήθεια ζωής.<br />
Επίσης ιδιαίτερος είναι ο τρόπος με τον οποίο οφείλει να διαβάσει κανείς τη συλλογή, προκειμένου να απολαύσει το βάθος και τα πλάτη της. Στην πρώτη ανάγνωση γνωριμίας θα ήταν καλό να διαβάσει μία φορά όλα τα ποιήματα με τη σειρά που ανθολογούνται. Στη δεύτερη φορά, θα πρέπει να προηγηθεί πριν από κάθε ποίημα η ανάγνωση των πληροφοριών που το αφορούν, έτσι ώστε κατά την ανάγνωση αυτού καθ’ εαυτού του ποιήματος ο αναγνώστης να απολαμβάνει τη χαρά της ταύτισης, της ανακάλυψης, της κατανόησης και της νοηματικής και φιλοσοφικής προέκτασης.<br />
Για τα μότο των βιβλίων έχουν επιλεγεί μεγάλοι δημιουργοί, οι οποίοι έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στον τρόπο με τον οποίο εμποτίζουν την ανθρώπινη ζωή με το φυσικό της περιβάλλον. Ο Όμηρος δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα για την ανέλιξη του ποιητικού στοχασμού των ποιητριών, με την αναφορά του στον ανθοφορικό οργασμό της άνοιξης: «ἦλθον ἔπειθ᾽ ὅσα φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ», προσημαίνοντας τη στιχένια ανθοφορία που θα ευωδιάσει στις σελίδες που θα ακολουθήσουν, ενώ ο Ερωτόκριτος και η Σαπφώ αντίστοιχα μέσα στην ελληνικότητά τους προαναγγέλλουν την ελληνική λουλουδένια ανθοφορία. Αντίστοιχα, στίχοι του Λι Μπάι και της Νόρμα Ντάνινγκ μας εισάγουν στο κομμάτι της ποίησης της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, δίνοντας το στίγμα μιας περιήγησης σε πιο εξωτικά μέρη. Μόνο που εδώ, ανάμεσα στα μότο του ξένου, του εξωτικού, φωλιάζει από κάτω το τρίτο μότο, που αποτελεί απόσπασμα στίχων της Λιάτζουρα. Με τον ίδιο τρόπο, η Λιάτζουρα αφιερώνει το ποίημα «Μαργαρίτα ή Άνθεμις» στην συν-ποιήτριά της Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, αποδεικνύοντας ότι τούτη η συνεύρεση δεν είναι μια επαγγελματική συνεργασία −πώς άλλωστε θα μπορούσε η ποίηση να καταταχτεί στο στενό πλαίσιο του επαγγέλματος και ποιος θα μπορούσε να αξιώσει να θεωρηθεί επαγγελματίας;− αλλά μια βαθιά σχέση συν-ύπαρξης, συν-πόρευσης, συν-δημιουργίας, μια σχέση ζωής που επιβεβαιώνει τον μοναδικό στίχο του αγαπημένου Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου που ιεραρχεί ως κατάκτηση ζωής τη γνώση ότι η συνδημιουργία είναι του καθενός το μεγάλο ποίημα.<br />
Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο αυτό θα προσφέρει στους αναγνώστες κάποια μικρά μπουκέτα από δύο λουλούδια, ένα από κάθε ποιήτρια, τα οποία με κάποιο τρόπο συνδέονται τεχνουργώντας μία μοναδική σύνθεση. Προσφέρεται για αρχή ένα μπουκέτο από αστεράκια ή αστράκια της Λιάτζουρα και από Κακάου της Παπαγεωργίου. Καταρχάς γιατί και τα δυο έχουν σχήμα αστεριού: Τα πρώτα, δημιουργημένα από τα δάκρυα της Αστερέας, που ξαπλωμένη στον ουρανό δεν έβλεπε καθόλου άστρα στη γη, συνδυάζονται υπέροχα με τους μπλε μωβ και κίτρινους τόνους του Κακάου, του οποίου η επεξεργασία παραλληλίζεται από την ποιήτρια με την αναγέννηση. Έτσι, με αυτόν το συνδυασμό καλώ τον αναγνώστη να αποδυθεί σε έναν αγώνα αναποδογυρίσματος του κόσμου σύμφωνα με τη Λιάτζουρα, σε μια μεθυστική περιδίνησή του, προκειμένου να ανακαλύψει τον δικό του έναστρο ουρανό:<br />
«Πάψε να χύνεις / δάκρυα απερίσκεπτα / πάνω στη Γη αστράκια / δεν πρόκειται να δεις / παρά μόνο σαν γυρίσεις / τον κόσμο τούμπαλιν / με μπόλικο κρασί / και λίγη φαντασία».<br />
Και ταυτόχρονα, να βιώσει την αναγέννησή του, όμοια με αυτή των Δίδυμων Ηρώων της Κοσμογονίας των Μάγια, όμοια με αυτή της επεξεργασίας του Κακάου, που στα χέρια των Μάγια μετατρέπονταν σε σοκολατένιο χρυσό. Κι έτσι, μέσα στον έναστρο ουρανό της Λιάτζουρα και μέσα από την αναγεννησιακή διαδικασία της Παπαγεωργίου, να ανακαλύψει ο αναγνώστης ότι, όπως σημειώνει και το μότο του ποιήματος της δεύτερης που αποτελούσε και τυπικό χαιρετισμό των Μάγια, «Είναι ένας άλλος Εσύ» κι ότι ο «Άλλος είναι ένας άλλος Εγώ» και, τελικά, όλοι μας είμαστε χιλιάδες πρόσωπα σε συσκευασία του ενός, χιλιάδες αστέρια που περιμένουμε να δεχτούμε την κυκλική επεξεργασία του Κακάου, για να λάμψουμε στον γήινο ουρανό της Αστερέας:</p>
<p>Κακάου<br />
ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ, ΜΑΓΙΑΣ<br />
– INLAKECH –«Είμαι ένας άλλος Εσύ»<br />
– HALAKEN – «Εσύ είσαι ένας άλλος Εγώ»<br />
παραδοσιακός χαιρετισμός των Μάγια<br />
Κρατούσε στη χούφτα το μικρό αστέρι.<br />
Προχωρούσε με όλους τους συνταξιδιώτες.<br />
1000 χρόνια είχαν περάσει κι όμως<br />
και αυτός ο κύκλος δεν έλεγε να κλείσει<br />
να ανοίξει επιτέλους ο άλλος ο προγονικός<br />
της αλληλεγγύης, της ελευθερίας,<br />
της ανάστασης, της αναγέννησης.<br />
Σαν τους κόκκους του κακάου<br />
σαν τους διδύμους στο λαβύρινθο,<br />
κι εγώ να ζυμωθώ, να αποξηραθώ,<br />
να καβουρντιστώ, να αλεστώ<br />
και να χυθώ στον ποταμό<br />
σαν δυο ψάρια να αναγεννηθώ.<br />
Κρατούσε στη χούφτα τους σπόρους.<br />
Περίμενε. Πλάι σου.<br />
Το δεύτερο μπουκέτο θα συντεθεί από το Ντατούρα της Παπαγεωργίου και το Χρυσάνθεμο της Λιάτζουρα, γιατί αυτά τα δύο ποιήματα συνδέονται με μια κοινή θέση και με μια ηχηρή αντίθεση. Εκκινούν και τα δυο από έναν πίνακα ζωγραφικής. Το πρώτο αναφέρεται στον εμβληματικό πίνακα «Αέρια» του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ, που απεικονίζει ακρωτηριασμένα στην όραση θύματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τους Ναζί, ύστερα από επίθεση με χημικά όπλα. Το Ντατούρα, το γνωστό αγκάθι, η παγίδα ή η τρομπέτα του διαβόλου ή αλλιώς το διαολόχορτο, η ξελογιάστρα, με λευκά άνθη και σχήμα τρομπέτας, περιέχει σε κάθε του σημείο επικίνδυνες ουσίες και ο χημικός πόλεμος επιστρατεύτηκε από τους αποικιοκράτες για να αντιμετωπιστεί αυτή η μαγική δύναμη που το φυτό έδινε στους Σαμάνους και κατόπιν επεκτάθηκε στη σύγχρονη ιστορία στον χώρο της χημικής τρομοκρατίας. Και να τα λόγια τους:<br />
Ντατούρα ή Τρομπέτα του Διαβόλου<br />
Αμερική<br />
[…]<br />
Εμάς, τέτοιους ένδοξους στρατιώτες<br />
Εκείνο το βρωμερό λουλούδι φταίει<br />
το λουλούδι του διαβόλου<br />
Εκείνο και οι σαμάνοι Ινδιάνοι<br />
Παίρνουν την εκδίκησή τους<br />
εκείνοι και τα παλιολούλουδά τους<br />
τα ζόμπι και οι μάγισσες.<br />
Ζιζάνια, ζιζάνια να ξεριζώσουμε.<br />
Καλά κάναμε και τους πήραμε τη γη τους<br />
Το ποίημα «Χρυσάνθεμο» της Λιάτζουρα, εμπνευσμένο από τους πίνακες του Vincent van Gogh με τα χρυσάνθεμα, που μετά θάνατον απέκτησαν αξία, τοποθετημένο στο συγκεκριμένο μπουκέτο καλείται να λειτουργήσει κατασβεστικά του πολέμου και του μίσους. Γιατί το χρυσό χρώμα του λουλουδιού, συνυφασμένο με την πολυτιμότητα και την καλοσύνη, αλλά κυρίως με τη λάμψη, μπορεί να αναδείξει το λευκό πίσω από τη μαύρη ιστορία του Ντατούρα:<br />
Χρυσάνθεμο<br />
Απ’ όλα τα χρυσάφια<br />
του κόσμου εγώ ξεχώρισα<br />
εκείνο που στο άνθος έδωσε<br />
το λαμπερό το όνομα<br />
Έπρεπε να χρυσίσει<br />
εξ αρχής στους πίνακες<br />
εκείνου του τρελού του Ολλανδού<br />
το ταπεινό<br />
για να αποκτήσει στη συνέχεια<br />
αμύθητη αξία<br />
Το τελευταίο μπουκέτο για σήμερα έχει εθνικό χαρακτήρα. Έχει ως θεματική τη φιλοπατρία, τόσο με τη μορφή της ελληνικότητας όσο και με τη μορφή της πατριδολατρίας. Αυτής που καθιστά το μέλος μιας εθνικής ομάδας κομμάτι μιας ξεχωριστής συλλογικότητας. Τοποθετώ, λοιπόν, σε αυτό τη Γαρυφαλλιά ή αλλιώς Δίανθο τον Καρυόφυλλο, το λουλούδι που απέκτησε ο Δίας σφηνώνοντας στη γη τον κεραυνό του, με τον Ιβίσκο, που για τους Αϊτινούς συμβολίζει την εθνική υπερηφάνεια, την αντίσταση στην αλλοτρίωση της εθνικής ταυτότητας στο όνομα ενός κάθε άλλο παρά υγιούς κοσμοπολιτισμού, την αντίθεση σε ένα τουριστικό πνεύμα που μπροστά στην υλιστική ευδαιμονία αποποιείται εθνικές αξίες και ιδανικά. Ξεκινώ με το ποίημα που αναβλύζει ελληνικότητα:<br />
Γαρυφαλλιά ή Δίανθος ο Καρυόφυλλος<br />
i<br />
[…]<br />
Τροπαιοφόρα και με δόρυ<br />
στρέφεσαι στους δράκους<br />
και μάχεσαι τους δαίμονες<br />
Αγέρωχη, σπαθάτη λικνίζεσαι<br />
στους αέρηδες κάθε εποχής<br />
ii<br />
Στην Γαρφουλίτσα<br />
Είμαι η Γαρυφαλλιά το λουλούδι και τ’ όνομα Είμαι ο ήλιος<br />
και η θάλασσα ο ουρανός τα σύννεφα τα αστέρια Είμαι το<br />
χώμα και το νερό Είμαι το Πήλιο Είμαι το Νεοχώρι Είμαι ο<br />
αιωνόβιος πλάτανος στην πλατεία το γάργαρο νερό της βρύ-<br />
σης το καφενείο στη σκάλα το πανηγύρι των Αγίων Αναργύ-<br />
ρων Είμαι η εκκλησία του Άγιου Δημήτρη, του Άη Γιώργη,<br />
της Παναγίας (ή/και το ξωκκλήσι της Παναγίας Τουρκο-<br />
γιάννη) Είμαι το πετρόχτιστο δίπατο ο ξυλόφουρνος το πλίν-<br />
θινο καμαράκι η ξερολιθιά η τζανεριά η μουριά η κρεβατιά<br />
Είμαι το ανηφορικό καλντερίμι το φιδίσιο μονοπάτι το αμπέ-<br />
λι η ελιά Είμαι η αντανάκλαση στο θάμπος του καθρέφτη το<br />
ξέφτι σ’ ένα κούφωμα η μπάρα πίσω από την πόρτα ο μεντε-<br />
σές που τρίζει το σιδερένιο κλειδί που γυρίζει Είμαι η δαντέλα<br />
στο κοφτό το σχέδιο στο κουρτινάκι το βελούδο και το μετάξι<br />
το νήμα είμαι και το βελονάκι Είμαι το γλυκό κυδώνι και η<br />
βυσσινάδα το καρύδι και η καραμέλα στην τσέπη της ποδιάς<br />
Είμαι το τρανζιστοράκι στο κομοδίνο το πόδι που κρατά τον<br />
ρυθμό η σκέψη που ταξιδεύει στα παλιά είμαι τα νιάτα είμαι<br />
η μνήμη […]<br />
Ποζάροντας πλάι σε αυτήν την εμβριθή χαρτογράφηση του αυθεντικού ελληνισμού ο λυγερός ιβίσκος του Rose Kayenn έρχεται να υπενθυμίσει ότι την ίδια αυθεντικότητα διεκδικούν όλοι οι λαοί, αποζητώντας το γλυκό νανούρισμα της γιαγιάς πατρίδας, κάθε φορά που οι αλλόκοτοι καιροί τους κάνουν να νιώθουν ανέστιοι:<br />
Ιβύσκος<br />
Αϊτή<br />
[…]<br />
Θέλω τον ιβίσκο τον rose kayenn<br />
όχι τα κόκκινα ζαχαρωτά<br />
που μου τα δίνουν ξένοι<br />
που μου αφαιρούν τη ζεστασιά<br />
που με γδύνουν από ό,τι αγνό<br />
που με κάνουν δούλο τους ξανά<br />
θέλω το νανούρισμα του κάβουρα,<br />
να τον βάλεις στο καζάνι,<br />
τραγούδησέ μου, γιαγιά, πάλι<br />
με τον Χούνγκαν και τη Μάμπο,<br />
να ξεκουραστώ<br />
Πολλά μπουκέτα και ποικίλους συνδυασμούς θα μπορούσε να επιχειρήσει κανείς σεργιανώντας στον ποιητικό κήπο που ονομάζεται άνθεα εγχώρια και εξωτικά. Να έρθει σε επαφή με χρώματα, ευωδιές και ιστορίες −μυθικές και πραγματικές− και να κάνει το δικό του στεφάνι. Εκείνο που κάθε αναγνώστης φορά μετά την καταβύθισή του σε στιχένιους βυθούς. Όσο πιο καλοπλεγμένο είναι το στεφάνι τούτο τόσο πιο εύκολη είναι η άνοδος από τον βυθό στην επιφάνεια. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το τέρμα του αναγνώστη δεν περιορίζεται στην κατάκτηση της επιφάνειας αλλά στην υπερκέρασή της και στη μετάβαση σε έναν πιο ανοιχτό και πιο καθαρό ορίζοντα, αυτόν στον οποίο μόνο η καλή ποίηση μπορεί να οδηγήσει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 16/04/2024</p>
<p>«Λευκά καθάρια σέπαλα…», «η ουσία του κόσμου είναι ένα λουλούδι,…»</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου ενώνουν την ποιητική τους με κοινή θεματική τα άνθη και μοιράζονται η κάθε μια με τη δική της οπτική τις καταγωγές τους. Η Κ. Λιάτζουρα τα Εγχώρια και η Μ. Παπαγεωργίου τα Εξωτικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ποίηση αντλεί έμπνευση από στοιχεία της φύσης. Αρχής γενομένης του Ρομαντισμού, ο οποίος μάλιστα προσέδιδε και ανθρώπινες ιδιότητες σε στοιχεία φυσικά, η φύση, όπως τα άνθη ή τα φυσικά φαινόμενα, αποτέλεσαν έμπνευση για τους ποιητές που τον εκπροσώπησαν. Επίσης ένα ξεχωριστό, νεώτερο, παράδειγμα αποτελεί το ιαπωνικό χαϊκού, του οποίου, παραδοσιακή θεματική αποτελεί η φύση, το περιβάλλον και ό,τι τα αποτελεί.<br />
Η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί ένα ιδιαίτερο εγχείρημα που ξεχωρίζει τόσο για την πρωτοτυπία της σύλληψης, όσο για τη λογοτεχνική του αξία, αφού πραγματοποιεί αυτό που υπόσχεται, όπως περιγράφεται και στην ανθολογική έρευνα που συμπεριλαμβάνεται στο τέλος της ποιητικής συλλογής σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Η Ευσταθία Δήμου αναλύει στο Επίμετρό της αυτήν τη ξεχωριστή πρόθεση των δύο λογοτεχνών να αντλήσουν την έμπνευσή τους στοχευμένα, με σκοπό να εξανθρωπίσουν τη φύση εκφράζοντας την εσωτερική τους φωνή. Και αν και, όπως αναφέρει, η Δήμου παρόλο που κάποιος θα δικαιούνταν να παραμείνει επιφυλακτικός απέναντι σε όποια διαφοροποίηση της ποίησης απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, πολλώ δε μάλλον σε άλλες μορφές του λόγου (πεζογραφία, θέατρο), αντιμετωπίζει αυτήν τη μορφή της τέχνης ως ένα κατακερματισμένο πεδίο ως προς τα θέματα και τις επιλογές. «Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να προτείνει μια εναλλακτική μέθοδο και διαδικασία ανάγνωσης,» αναφέρει η Ε. Δήμου, αφού, … «μια προσέγγιση η οποία θα αντικαθιστούσε το “θέμα” του ποιήματος με αυτό που θα μπορούσε να οριστεί ως “αφορμή” της δημιουργίας, ως αφόρμηση του ποιητή από ένα ερέθισμα το οποίο εντάσσεται και αντιπροσωπεύει βέβαια, ένα συγκεκριμένο θέμα…» (σελ. 135). Κομβικό σημείο της ανάλυσης της, αφού μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας συζήτησης για τις ποικίλες θεματικές που λειτουργούν ως έναυσμα για την ποίηση. Πόσο η ποίηση μπορεί να αφηγηθεί; Τι συνδέει τα εξω-ανθρώπινα με τα ανθρώπινα ερεθίσματα ώστε να προκαλέσουν μια δημιουργική αντίδραση τόσο στον ποιητή όσο και στον αναγνώστη; Ερωτήματα που τίθενται από την Ευσταθία Δήμου, με αφορμή τόσο την αφόρμηση της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και τη διαφοροποίηση της δημιουργικής αντίδρασης της κάθε ποιήτριας.<br />
Κοινό σημείο του ποιητικού σύμπαντος της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, είναι ο ανθρωποκεντρισμός με τον οποίο περιβάλλουν το κάθε λουλούδι, ενώ η θηλυκή ταυτότητα κυριαρχεί ανάλογα με την οπτική της κάθε μίας. Η Κατερίνα Λιάτζουρα, δανειζόμενη στοιχεία από την αρχαιότητα, αφηγείται τα χαρακτηριστικά των άνθεών της ρεαλιστικά κινούμενη, «Λευκά καθάρια σέπαλα, είπαν,/άσπιλο το σώμα της Παρθένου/έξι χρυσοί ανθήρες/σπινθήρισμα ψυχής», (Κρίνο ή Κρίνος της Παναγιάς, σελ. 23), χωρίς να παραλείπει να συνδεθεί με την ίδια την ύπαρξη. Ο έσω κόσμος, περιγράφεται σε μια ιστορική κατάβαση στη αρχαιότητα και καθώς η μυθολογία εκτυλίσσεται, η ποίησή της γειτνιάζει με την αρχαία τραγωδία, τη μυθολογία, τον πληγωμένο έρωτα και τις ανθρώπινες αξίες, οι οποίες έχουν έναν εξέχοντα ρόλο, καθώς ταυτίζεται η φύση των λουλουδιών με την ανθρώπινη ιστορία και κυρίως τη θηλυκή της οντότητα, «Πάψε να χύνεις/δάκρυα απερίσκεπτα/πάνω στη Γη αστράκια/δεν πρόκειται να δεις/παρά μόνο σαν γυρίσεις/τον κόσμο τούμπαλιν/με μπόλικο κρασί/και λίγη φαντασία» (σελ. 35, Άστερ ή Αστράκι). Νεοτερικότητα, η οποία φέρει στοιχεία αφηγηματικής ποίησης, ρομαντικά παρεστιγμένα, θεατρικότητα, λυρισμό και αρχαιοπρέπεια, καθώς συνδέει τα εγχώρια άνθη με την εσωτερικότητα μιας ποίησης η οποία έχει ως κέντρο της την αρχαία ελληνική θυμοσοφία, σ’ έναν λόγο ο οποίος κινείται και στα τρία ενικά πρόσωπα.<br />
Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, διαχειρίζεται τα εξωτικά της άνθη με ένα πάθος που μοιράζεται στοιχεία από την ίδια την ύπαρξη, το συναίσθημα και την αίσθηση του δικαίου που δεν αποδόθηκε. Το ποιητικό της σύμπαν φέρει τη φλόγα των πολιτισμών με τους οποίους συνδέονται τα έξωτικά της άνθη, καθώς περιηγείται την μυθολογία τους και «τραγουδά» τους καημούς του έρωτα, του ξεριζωμού και αιματηρών εθίμων, που συνδέονται με πράξεις τιμής «[…]Μα πώς να μάθεις να πεθαίνεις;/Θα σου το μάθει το κατάνα/το σπαθί του Σαμουράι;/Το ζωγραφισμένο άνθος της κερασιάς/στο πλευρό του καμικάζι;/[…]Αν μάθεις να πεθαίνεις,/τότε θα μαθεις να ζεις./Η υπέρτατη ομορφιά/την Άνοιξη που ανθίζουν οι κερασιές.» (Σακούρα, Το άνθος της κερασιάς, Ιαπωνία, σελ. 95). Εδώ, τα άνθη προσωποποιούνται και το θηλυκό άλλο ξεχωρίζει, καθώς η ποιήτρια το υπερασπίζεται, αφηγούμενη την πολύπαθη πορεία της ύπαρξής του σε πολιτισμούς και κοινωνίες όπου τα στερεότυπα το υποτιμούν, έως και το εξοντώνουν κυριολεκτικά. «Είμαι, λέει, γυναίκα. Το φύλο μου./Από τη γέννησή μου μεγαλώνω για ένα σκοπό./Να παντρευτώ. Να κάνω γιο./Από τα 12 με στέλνουν στον γαμπρό./Αν με δέρνει, με βιάζει, θα πω ευχαριστώ./Αν πιάσω στην κοιλιά ένα θηλυκό,/αλίμονο, ντροπή, ή το σκοτώνω, ή να καώ./Αν χηρέψω, συμφορά, ζητιάνα ή δούλα υα γενώ./Είτε σαν τη Λίλυ, εξόριστη σε πόλη εκεί ψηλά.» (Σιρούϊ Λίλυ, Ινδία, σελ. 93).<br />
Σπαθίφυλλο ή Κρίνος της Ειρήνης (σε. 53) και Δελφίνιο το Κάσσειο (σελ. 97) στέλνουν από κοινού το μήνυμα της Ειρήνης στην κατακλείδα της κάθε συλλογής -ενότητας. Η ελπίδα αποτελεί για τις ποιήτριες πρώτιστη μέριμνα και σπόρος για να καρπίσει ο αλληλοσεβασμός και η κοινωνική δικαιοσύνη στη γη.</p>
<p>Ο ρεαλισμός της Κ. Λιάτζουρα θα συμβουλεύσει συμβολικά και κρυπτικά σε μια απεύθυνση προς τον αναγνώστη αλλά και προς την ανθρωπότητα:</p>
<p>[…]<br />
Αν πάραυτα η Ειρήνη σας εξακολουθεί να μην ανθίζει<br />
Ελέγξτε παρακαλώ το περιβάλλον.<br />
Θέλει φροντίδα καθημερινή<br />
Και αποστραγγισμένο έδαφος.</p>
<p>Καταλήγοντας η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου θα σμίξει ως Δελφίνιο με τον Διγενή για να φωνάξει την κοινή τους καταγωγή. Άνθρωποι και φυτά, όλοι μας, αξίζουμε τον αλληλοσεβασμό και όση αγάπη περισσεύει, ώστε να ζήσουμε ειρηνικά.</p>
<p>Σμίγω με τον Διγενή ψηλά, κρατώ το φρούριο<br />
Στο σταυροδρόμι των τριών ηπείρων.<br />
Μητέρα μου κι εμένα η Ειρήνη<br />
Και οι χαμένες πατρίδες πανταχού.<br />
Όλοι μεγαλώνουμε στην ίδια μήτρα._</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 06/04/2024</p>
<p>Το ποιητικό ανθολόγιο της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου με τίτλο Άνθεα εγχώρια και εξωτικά (εκδ. ΑΩ, 2023), μοιάζει μ’ έναν κήπο ποίησης γεμάτο με ιστορίες, εικόνες, μυρωδιές. Σ’ αυτόν τον κήπο, ο αναγνώστης βιώνει πλήθος από εμπειρίες και ταυτόχρονα θαυμάζει τα σχέδια των λουλουδιών που φιλοτέχνησε η Ιουλία Μιχαλέα.</p>
<p>Το βιβλίο περιέχει τέσσερα μέρη. Το πρώτο περιλαμβάνει ποιήματα σχετικά με άνθη του Ελλαδικού χώρου, γραμμένα από την Κατερίνα Λιάτζουρα, το δεύτερο, ποιήματα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου για εξωτικά φυτά, το τρίτο σημειώσεις για κάθε λουλούδι, εστιάζοντας σε ιστορίες από την μυθολογία κυρίως, ενώ στο τέταρτο μέρος διαβάζουμε το εξαιρετικό επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου.</p>
<p>Τα ποιήματα αγγίζουν πολλαπλά, μιας και το κάθε λουλούδι λέγοντας την ιστορία του, ξεδιπλώνει σιγά σιγά πτυχές από την ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα επιλέγει από το πρώτο ποίημα με αναφορές στον θάνατο, να μιλήσει για τον κύκλο της ζωής, την ελαφρότητα της ύπαρξης, τον πεπερασμένο χρόνο. Δεν θα μείνουμε όμως με τη γεύση του θανάτου, αφού στη συνέχεια, ο αμάραντος, που συνδέεται με τον έρωτα του Πάρη και της ωραίας Ελένης, θα μας γλυκάνει και θα μας θυμίσει το ευμετάβλητο της ανθρώπινης κατάστασης. Από τον θάνατο στον έρωτα, στην αναπαραγωγή, την αναγέννηση, την ίδια τη ζωή.</p>
<p>Η ακολουθία των ποιημάτων δεν είναι καθόλου τυχαία, αντίθετα, βήμα βήμα συνθέτει έναν ενιαίο συλλογισμό για τον κόσμο μας. Έτσι, το ποίημα για τη ροδιά, το σύμβολο της γέννησης, αλλά και της καλοτυχίας, θέτει το φιλοσοφικό θέμα του βαθύτερου νοήματος στη ζωή. Τι είναι λοιπόν η καλή τύχη στη ζωή; Για την Κατερίνα Λιάτζουρα είναι η αρμονική συνύπαρξη: «σε έναν χορό καλοτυχίας/με όλους τους νεκρούς σου/και όλους τους ζωντανούς/ευχή στο στόμα κόκκινη/η συμφιλίωση».</p>
<p>Ούτε μια νότα δεν εξαιρείται από τη μουσική συμφωνία της συμπαντικής αρμονίας. Έτσι, προχωρώντας, θα συναντήσουμε τη δυαδικότητα στη φύση, μέσα από ένα λουλούδι, που λέγεται «Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος», το οποίο είναι δηλητηριώδες, αλλά ταυτόχρονα έχει ιαματικές ιδιότητες. Ολόκληρη η φύση σε ένα σύμβολο, με το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό στην ίδια οντότητα, να γέρνουν μια από τη μια, μιαν από την άλλη, να ισορροπούν. Κι ακολουθεί και άλλο άνθος, στο ίδιο μοτίβο, το «Αστέρι της Βηθλεέμ», να υπογραμμίσει την αντίφαση στην ουσία της ύπαρξης. Η απόλυτη ομορφιά είναι δηλητηριώδης. Η ομορφιά και το δηλητήριο μαζί.</p>
<p>Από τη μυθολογία περνάμε στην ιστορία και η Κατερίνα Λιάτζουρα θα θέσει στη συνέχεια ζητήματα εγχάραξης των θρησκειών. Ο κρίνος της Παναγίας, που από τη Χριστιανική θρησκεία προβλήθηκε ως σύμβολο αγνότητας και της άμωμης σύλληψης, με το «πρέπον» να κυριαρχεί, στην ουσία ανέτρεψε την παλαιότερη σημειολογία του κρίνου, που λόγω της μορφολογίας του, ήταν από τα πανάρχαια χρόνια σύμβολο της γονιμότητας. Το «πρέπον» τελικά επικράτησε, και το ποιητικό υποκείμενο αναρωτιέται:</p>
<p>«Κι ο Γαβριήλ ο αρχάγγελος;/με σκήπτρο δεν περιδιάβαινε/και κλαδί ελιάς στα χέρια;/τρις ανθό κρίνο ζωγραφιστό/είναι πιο πρέπον να κρατάει τώρα;/και μάλιστα δίχως γόνιμους στήμονες;/ δίχως επιδέξιες ορέξεις;/δίχως ονειρώξεις;/μόνο με στείρα όνειρα/μες στους εφιάλτες/μέσα στους αιώνες;»</p>
<p>Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ποιημάτων της Κατερίνας Λιάτζουρα, είναι οι διακειμενικές αναφορές, με τα λουλούδια να συνδέονται με διάφορες μορφές τέχνης και να προσκαλούν για εκτενείς αναγνώσεις και πολύπλευρη πρόσληψη. Έτσι, ανάμεσα στους μύθους, ξεπηδούν τα χρυσάνθεμα του Βαν Γκογκ, τα ποιήματα του Θεόκριτου , η Αγαύη από τις Βάκχες του Ευρυπίδη, το μυθιστόρημα του Χρόνη Μίσσιου με τίτλο «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», η φωνή της Sinead O’ Connor, καθώς και η φωνή του Μητροπάνου, να τραγουδάει την εμβληματική «Ρόζα».</p>
<p>Συνολικά, σε όλο το πρώτο μέρος, μέσα από το πολύχρωμο κουβάρι των μύθων, κυριαρχεί ο έρωτας, σε όλες του τις εκδοχές: Διεκδικητικός, ζηλόφθονος, ανεκπλήρωτος, εκδικητικός, αυτοκαταστροφικός, δηλητηριώδης, μεταπλαστικός.</p>
<p>Οδεύοντας προς το τέλος του πρώτου μέρους, το ποιητικό υποκείμενο θα θελήσει να τιμήσει ξανά τους νεκρούς και θα μνημονεύσει τις μεταμορφωμένες σε άνθη νύμφες ως μούσες που φέρνουν την έμπνευση. Παράλληλα, η έκκληση για ειρήνη και αρμονία θα γίνει πιο επιτακτική, κυρίως στο τελευταίο ποίημα, με τίτλο «Σπαθίφυλλο ή ο κρίνος της ειρήνης», κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, γιατί: «είναι ευαίσθητη πολύ/η Ειρήνη σας/σε μέταλλα και τοξικές ουσίες».</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος, η περιδιάβαση γίνεται σε ολόκληρη τη γη, δίνοντας στο βιβλίο μια εικόνα παγκόσμια, όπου όλα τα βάσανα φαντάζουν κοινά, ως μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου ξεκινάει με το άνθος Γινγκ Σου από την Κίνα για να θίξει το θέμα της γυναικείας αυτοθυσίας στον έρωτα. Κι έτσι θα προβάλλει το δίπολο έρωτας-θάνατος ξανά αποχτώντας υπόσταση μέσα από τα εξωτικά λουλούδια και τις ιστορίες τους. Είναι ένα λουλούδι από τη Σουμάτρα αλλόκοτο, που έχει τη μυρωδιά του θανάτου, ενώ ένα άλλο που έχει λειψά φύλλα και ο μύθος του σχετίζεται με τη θλίψη των εραστών που χωρίστηκαν βίαια. Σκέφτομαι ότι από μόνοι τους οι μύθοι αυτοί φέρουν ποιητικό φορτίο, πόσο μάλιστα όταν μεταπλάθονται σε Ποίηση:</p>
<p>«Φιλώ τα μάτια σου, μάτια μου,/στο αλάτι που μου φέρνει ο μπάτης/ «Κάποτε θα είμαστε ξανά μαζί»/Τα λόγια σου, μισά μας πέταλα,/απ’ το λουλούδι που ’χες στο αυτί»</p>
<p>Η εύθραυστη ομορφιά των λουλουδιών διαπερνάει τους στίχους της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, χαϊδεύει τις αισθήσεις, όμως ταυτόχρονα θέτει ερωτήματα και αποκαλύπτει πληγές. Έτσι, θα συνδέσουμε τον ιβίσκο της Αϊτής με τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού:</p>
<p>«Θέλω τον ιβίσκο τον rose Kayenn/όχι τα κόκκινα ζαχαρωτά/που μου τα δίνουν ξένοι/που μου αφαιρούν τη ζεστασιά/που με γδύνουν από ό,τι αγνό/που με κάνουν δούλο τους ξανά»</p>
<p>Η έννοια της ενότητας και της αρμονίας επανέρχεται και εδώ, με το τραγούδι και τον χορό των Αβοριγίνων, οι οποίοι συνδέουν την ελπίδα με τα κίτρινα ανθάκια από το δέντρο της ζωής. Και η έκκληση για ειρήνη και για εξισορρόπηση του κόσμου, θα συνεχιστεί και στο δεύτερο μέρος, ακολουθώντας ένα μοτίβο, όπου οι αρχαίοι λαοί των ινδιάνων, οι κατατρεγμένοι από τους αποικιοκράτες, θα παραταχθούν μπροστά μας, και θα προσευχηθούν στον ήλιο, κουβαλώντας όλη τη σοφία των μύθων της φύσης.</p>
<p>Η φύση κραυγάζει. Το λουλούδι του πάθους στα νησιά Γκαλαμπάγκος, θα μιλήσει για την υπερθέρμανση του πλανήτη, για την καταστροφή του περιβάλλοντος σε δραματικό τόνο. Και μέσα στην πολυφωνία της φύσης, όπου οι ήχοι συγκλίνουν, θα ακουστεί παράφωνα στην Αμερική, η φωνή του κυρίαρχου, του κατακτητή, που δαιμονοποιεί τη φύση:</p>
<p>«Εκείνο το βρωμερό λουλούδι φταίει/το λουλούδι του διαβόλου/Εκείνο και οι σαμάνοι Ινδιάνοι/Παίρνουν την εκδίκησή τους/εκείνοι και τα παλιολούλουδά τους/τα ζόμπι και οι μάγισσες./Ζιζάνια, ζιζάνια να ξεριζώσουμε./Καλά κάναμε και τους πήραμε τη γη τους».</p>
<p>Το ανθολόγιο αυτό καλεί εμάς τους αναγνώστες να πάρουμε διαφορετικούς ρόλους. Παράλληλα με την ποιητική απόλαυση, θα αποκτήσουμε γνώσεις για τις χώρες, την ιστορία, την τέχνη, για καταδιωγμένους λαούς παντού αλλά και θα θελήσουμε να ερευνήσουμε περεταίρω για να βρεθούμε μπροστά σε εκπλήξεις μέσα από διακειμενικές αναφορές. Θα παρουσιαστεί μπροστά μας μια από τις πιο εκθαμβωτικές απεικονίσεις, ο υπέροχος πίνακας του ζωγράφου Τζον Έβερετ Μιλέ με την Οφηλία στο νερό να κρατάει το λουλούδι της ζωής. Και θα πει η Μελάτι, το λουλούδι της ζωής στην Τζακάρτα:</p>
<p>«…θα με λένε Οφηλία,/θα κοσμώ το νερό,/το ασήκωτο βάρος της ανθρωπότητας/ «Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειό της».</p>
<p>Παράλληλα, θα ταξιδέψουμε ποιητικά, σε ένα σωρό μέρη: Από τη Γουατεμάλα με το κακαόδεντρο, στην Τασμανία με το Λέδεργουντ κι ύστερα στον Αμαζόνιο με τη μιμόζα, στη Βόρεια Ευρώπη, στον Καναδά. Και θα μετοικίσουμε στο πολύπαθο Χαλέπι στη Συρία, τη Νότια Αφρική, την Ινδία και την Ιαπωνία. Και θα διαπιστώσουμε με πίκρα για πολλοστή φορά, πως η ομορφιά της φύσης και η αναγέννηση, συνδέθηκαν με τον πόλεμο και τον θάνατο.</p>
<p>Το δεύτερο μέρος θα κλείσει με ένα φυτό, το «Δελφίνιο το κάσσειο» από την Κύπρο, το συγγενικό με το δελφίνι, που εκθέτει τα βάσανά του, για να υπογραμμίσει την κοινή ρίζα της φύσης και όλων των όντων, αυτήν τη μαγική ουσία που μας συνδέει. «Όλοι μεγαλώνουμε στην ίδια μήτρα» είναι ο τελικός στίχος ολόκληρου του ποιητικού ανθολογίου, που συνολικά, με τον πλούτο του, αγγίζει ψυχές και αισθήσεις, προβληματίζει, κινητοποιεί.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>STIGMALOGOU.GR 03/04/2024</p>
<p>Ανθούσα ποιητική σύμπραξη</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, δύο ποιήτριες αλλά και δύο άνθρωποι διαφορετικοί, με ξεχωριστές μνήμες και εμπειρίες, ενώνονται στο βιβλίο «Άνθεα εγχώρια και εξωτικά» (εκδόσεις ΑΩ, 2023). Η σύμπραξη ευοδώνεται, η συνομιλία είναι απολαυστική, το δε «ανθο-λόγιο», με τα υπέροχα σχέδια της εικαστικού Ιουλίας Μιχαλέα, ένα πολυτροπικό έργο τέχνης.</p>
<p>Θεματική της συλλογής τα λουλούδια, τα πιο όμορφα και ευωδιαστά μέρη των φυτών, όπου εδράζονται τα όργανα αναπαραγωγής και αναπτύσσεται ο καρπός· γενικότερα η φύση με την ευεργετική της παρουσία. Ο τίτλος, εκτός από την ελληνική λέξη «άνθος», παραπέμπει και στη ρωμαϊκή θεότητα «Anthea», τη δική μας «Ανθεία», μία από τις Χάριτες της μυθολογίας μας, θεά των λουλουδιών και των ανθισμένων στεφανιών, συνοδό της Αφροδίτης στα Αθηναϊκά αγγεία.</p>
<p>Τέσσερα τα μέρη του βιβλίου. Στο πρώτο αναπτύσσεται η ποιητική της Κατερίνας Λιάτζουρα η οποία επικεντρώνεται στα εγχώρια άνθη. Στο δεύτερο η ποιητική της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου· επικεντρώνεται στα εξωτικά λουλούδια. Ακολουθούν οι πληροφορίες για τα άνθη και το ιδιαίτερα κατατοπιστικό επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου με τίτλο ’’Ποιητική «ανθοφορία»’’.</p>
<p>Η ανάπτυξη της θεματικής των ανθέων διαφέρει όσο και οι προσωπικότητες των ποιητριών. Εάν ωστόσο αναζητήσουμε κάποια σύγκλιση, αυτή, πέρα από τον ύμνο για την ομορφιά και την ευεργετική επίδραση των λουλουδιών, είναι η διαφορετική στάση των κοινωνιών. Οι παραδοσιακές κοινωνίες έζησαν μέσα στη φύση, ενώ ο σημερινός άνθρωπος ζει έξω από τη φύση και με τη δράση του συνιστά τον καταστροφέα της.</p>
<p>Η φύση στον κυκλικό χρόνο των παραδοσιακών κοινωνιών, και ιδιαίτερα του κόσμου της αρχαίας Ελληνικής κοινωνίας, υπήρξε ολιστικά δεμένη με την ανθρώπινη ζωή. Θεοί, άνθρωποι και φύση αποτελούσαν μια αδιάσπαστη ενότητα, μια κοσμική τάξη. Στη δομή της βρισκόταν το μυστικό της κοσμικής αρμονίας, μιας ιερής και αιώνιας τάξης, η οποία έπρεπε να διαφυλάσσεται γιατί η διατάραξή της προκαλούσε Ύβρη η οποία επέφερε τη Νέμεση, την τιμωρία. Ο κυκλικός χρόνος «γέννηση-θάνατος-αναγέννηση» αφορούσε το σύνολο αυτής της κοσμικής τάξης. Οι θεοί πήγαζαν από τη φύση και ο άνθρωπος αποτελούσε μέρος αυτής της τάξης, διέπονταν από τους ίδιους νόμους.</p>
<p>Η έννοια της άγριας φύσης (natura) που έρχεται σε αντίθεση με το άστυ και τον πολιτισμό, ως ένα μέρος στο οποίο αξίζει να επιστρέψουμε για να βρούμε την αληθινή μας φύση, προϋποθέτει τον διαχωρισμό φύσης-ανθρώπου και αποτελεί γέννημα των νεότερων χρόνων.</p>
<p>Οι ποιήτριες εστιάζουν καθεμία με ξεχωριστό τρόπο στην αλληλένδετη σχέση των αρχαίων κοινωνιών με τα λουλούδια, όπως και στην αποκοπή του ανθρώπου των ημερών μας από αυτά. Στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες στο τέλος του βιβλίου, τα λουλούδια συνδέονται με τις ετυμολογίες των ονομασιών τους, τις ιδιότητες, τους μύθους και τη γεωγραφία των λαών που τους έπλασαν. Τα πραγματολογικά αυτά στοιχεία καθίστανται πολύτιμος αρωγός, όπως και τα σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα, τα οποία καλύπτουν την ανάγκη της οπτικής αναπαράστασης των λουλουδιών.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα συνομιλεί με τη βιολέτα, το σπαθίφυλλο, τον αμάραντο, τη ροδιά, τον ελλέβορο, το ορνιθόγαλο, τον κρίνο, το γαϊδουράγκαθο, το χρυσάνθεμο, την ανεμώνη, την αμαρυλλίδα, την αγαύη, το αστράκι, τον μανδραγόρα, τη μαργαρίτα, την τριανταφυλλιά, το γεράνι, την καλέντουλα, την ίριδα, τη γαρυφαλλιά. Τα ποιήματα φέρουν ως τίτλο τα λουλούδια. Η ποιητική εικονογραφεί την ελληνική ύπαιθρο και την ελληνική μυθολογία. Σε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, με ύφος στοχαστικό ή παραινετικό, όπως και σκωπτικό, η ποιήτρια ανακαλεί τη σχέση των λουλουδιών με τους μύθους, παίζει με τις ετυμολογίες των λέξεων, όμως και ανατρέπει τις λαϊκές παραδόσεις προσθέτοντας έναν σύγχρονο προβληματισμό, όπως συμβαίνει με το ποίημα «Ελλέβορος ο κυκλόφυλλος» (σελ. 19).</p>
<p>Ο ελλέβορος, φυτό δηλητηριώδες, συνδέεται με τον μύθο του Μελάμποδος. Ο Μελάμπους, ένας βοσκός από την Τίρυνθα, ανακάλυψε τις θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού το οποίο έτρωγαν τα αιγοπρόβατά του. Το ονόμασε μελαμπόδιο. Με αυτό θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου, τις Προιτίδες, οι οποίες είχαν καταληφθεί από μανία και νόμιζαν ότι είναι αγελάδες (μοσχίδες). Η Λιάτζουρα ανατρέποντας τον μύθο, τοποθετεί ως αφηγητή τον βασιλιά ο οποίος στέλνει επιστολή σε πρώτο πρόσωπο προς τον βοσκό, κάνοντας μια έκκληση. Το ποίημα ξεχωρίζει για τον σκωπτικό και χιουμοριστικό του χαρακτήρα:</p>
<p>ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ Ο ΚΥΚΛΟΦΥΛΛΟΣ</p>
<p>Σεβαστέ μου Μελάμπους, συγχώρα μου το θράσος.</p>
<p>Γράφω τούτες τις αράδες και πρόσκληση απόγνωσης σου στέλνω:<br />
έλα γρήγορα! σπεύσε που σου λέω!!</p>
<p>στα βουνά της Τίρυνθας<br />
τις μοσχίδες να θεραπεύσεις<br />
με εκχύλισμα από το κυκλόφυλλο<br />
από αυτό το μελαμπόδιο<br />
να τονώσεις τη μνήμη τους<br />
να πάψουν πια να γυρίζουν<br />
στο βασίλειο με μανία<br />
και να ισχυρίζονται με εμμονή<br />
πως είναι οι Προιτίδες!</p>
<p>Φιλιά από το Άργος,<br />
ο βασιλιάς Προίτος</p>
<p>Σκωπτικό και χιουμοριστικό ύφος διακρίνει και άλλα ποιήματα, όπως το ποίημα «Αστέρ ή Αστράκι» (σελ. 35) και το ποίημα «Αμαρυλλίδα» (σελ. 31), αναπτυγμένο επίσης με τη μορφή της επιστολής. Σύμφωνα με σχετικό μύθο, ο πανέμορφος βοσκός Αλταίονας αδιαφορούσε παντελώς για τον έρωτα της παρθένας νύμφης Αμαρυλλίδας. Καιόμενη εκείνη, συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών και ακολουθώντας τον χρησμό, τρυπώντας επί τριάντα ημέρες το δέρμα της στο σημείο της καρδιάς, έγραψε το όνομά της πάνω στην πόρτα του. Από τις σταγόνες του αίματος γεννήθηκε το φυτό. Ο ποιητής Θεόκριτος (315–250 π. Χ) από τις Συρακούσες, στα βουκολικά ποιήματά του με τίτλο Ειδύλλια, αναφέρει την Αμαρυλλίδα. Ιδού πώς ενσωματώνει τον μύθο στο ποίημα η Λιάτζουρα. Το σκωπτικό της σχόλιο τοποθετεί στο υστερόγραφο:</p>
<p>ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ</p>
<p>εκ του Γραφείου Ανεκπλήρωτων Ερώτων<br />
του Μαντείου των Δελφών</p>
<p>Αγαπητή Αμαρυλλίδα, ακολουθεί της μάντισσας ο χρησμός:</p>
<p>Τριάντα μερόνυχτα στην πόρτα<br />
να ακουμπάς<br />
με λευκό χιτώνα<br />
και τριανταφυλλιάς αγκάθι<br />
να τρυπάς·<br />
να τρυπάς της καρδιάς το δέρμα<br />
αίμα να στάξεις σπονδή<br />
στην πόρτα σταγόνα<br />
σταγόνα να ματώσεις<br />
της ομορφιάς σου τ’ όνομα<br />
στο χώμα να φυτρώσεις<br />
κατακόκκινη μια νέα</p>
<p>Και σαν ο άμυαλος<br />
εξακολουθεί<br />
περιφρόνηση να δείχνει<br />
δώσε προσοχή και άκου·<br />
τον κώμο στα ειδύλλια<br />
εκείνου του Συρακούσιου βουκόλου<br />
που σε πόθησε πολύ</p>
<p>Με εκτίμηση,<br />
Η Πυθία</p>
<p>ΥΣ. Αμαρυλλίδα μου, έχει και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.</p>
<p>Η Λιάτζουρα εικονοποιεί ποιητικά το φυτό και τις ιδιότητές του, συνομιλεί με διάσημα έργα ζωγραφικής, για παράδειγμα του Βαν Γκογκ στο ποίημα «Χρυσάνθεμο», με το λαϊκό τραγούδι, για παράδειγμα τη «Ρόζα» του Μητροπάνου στο ποίημα «Τριανταφυλλιά», με λογοτεχνικά έργα για παράδειγμα «Το κλειδί είναι στο γεράνι» του Χρόνη Μίσσιου. Δημιουργεί επίσης ποιήματα τρυφερά προς αγαπημένα πρόσωπα το όνομα των οποίων παραπέμπει σε λουλούδι, όπως Μαργαρίτα, Φιλίτσα, Γαρουφαλλίτσα.</p>
<p>Στα ποιήματα της Λιάτζουρα διακρίνουμε πανδαισία εικόνων και μεταφορών. Οι περιγραφές των λουλουδιών διασταυρώνονται με το δημοτικό τραγούδι και τη λαϊκή παράδοση, η αφήγηση ενώνεται με το σχόλιο για τα κακώς κείμενα της εποχής. Παράδειγμα το ποίημα «Σπαθίφυλλο ή ο Κρίνος της Ειρήνης» (σελ. 54), στο οποίο υποφώσκει δριμεία ειρωνεία-καταγγελία για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία:</p>
<p>[…] Αν πάραυτα η Ειρήνη σας εξακολουθεί να μην ανθίζει<br />
ελέγξτε παρακαλώ το περιβάλλον·<br />
θέλει φροντίδα καθημερινή<br />
και αποστραγγισμένο έδαφος<br />
γόνιμο και πλούσιο σε οργανική ύλη·<br />
και προσέξτε να είναι απεσταγμένο το νερό!<br />
καθώς είναι ευαίσθητη πολύ<br />
η Ειρήνη σας<br />
σε μέταλλα και τοξικές ουσίες</p>
<p>Την ενότητα της Κατερίνας Λιάτζουρα προαναγγέλλουν μότο από τον Ερωτόκριτο και τη Σαπφώ.</p>
<p>Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου για τα εξωτικά της «Άνθεα» χρησιμοποιεί ως μότο στίχους από το βιβλίο «Λι Μπάι» σε μετάφραση Γιώργου Βέη, από το βιβλίο «Παγωτό Εσκιμώων» της Νόρμα Ντάνινγκ σε μετάφραση Πηνελόπης Ζαλώνη και το ποίημα «Χρυσάνθεμο» της Κατερίνας Λιάτζουρα.</p>
<p>Γινγκ-σου, Ραφλέσια, Ναουπάκα, Ιβίσκος, Κόου-φάι, Καντούτα, Λωτός, Λουλούδι του Πάθους, Ντατούρα, Κακάου, Μελάτι, Λέδεργουντ, Μιμόζα η ντροπαλή, Αγγέλικα Αρχαγγέλικα, Λάμπραντορ τσάι, Μποράγκο, Πρωτέα, Σιρούι Λίλυ, Σάκουρα το άνθος της κερασιάς, Δελφίνιο το κάσσειο είναι τα εξωτικά φυτά με τα οποία συνδιαλέγεται η ποιήτρια. Φέρουν ομώνυμους τίτλους που συνοδεύονται από τη χώρα στην οποία ευδοκιμούν. Προέρχονται από διάφορες χώρες του πλανήτη, Κίνα, Σουμάτρα, Χαβάη, Αϊτή, Ινδία, Ιαπωνία, Κύπρο, Β. Ευρώπη, Αμερική, Νότια Αφρική.</p>
<p>Οι συνθέσεις της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου ενσωματώνουν μύθους από όλο τον κόσμο. Μεταλαμπαδεύουν την ιστορία και τα ήθη των χωρών, τα πάθη των αυτόχθονων, ποιήματα των οποίων διασώζει μεταφράζοντας στην ελληνική, ένα ιδιαίτερο στοιχείο της συλλογής. Οι λαϊκές δοξασίες αναδεικνύουν την άρρηκτη σχέση των λαών της γης με τη φύση, ενώ τα λουλούδια γίνονται φορείς των ανθρώπινων πόθων, του ανεκπλήρωτου έρωτα, της ειρήνης, της συνοχής, της αγάπης.</p>
<p>Οι πληροφορίες για τα εξωτικά άνθη και τις χώρες τους ανοίγουν έναν κόσμο γνώσης. Το λουλούδι γινγκ-σου αποτελεί σύμβολο συζυγικής πίστης για τους Κινέζους. Το συνοδεύει ένας υπέροχος μύθος. Η ραφλέσια, τεράστιο λουλούδι ύψους ενός μέτρου, έχει μυρωδιά πτώματος. Το άνθος Ναουπάκα φέρει το όνομα του καταδικασμένου έρωτα μιας πριγκίπισσας με έναν ψαρά. Ο Ιβίσκος, λουλούδι από την Αϊτή, γίνεται ποιητική σύνθεση που καταδικάζει το φαινόμενο Restavek και είναι από τα ωραιότερα ποιήματα στη συλλογή (σελ. 63).</p>
<p>Ο όρος Restavek προέρχεται από τη γαλλική γλώσσα rester avec, «να μείνεις με» και αφορά την εναπόθεση των παιδιών εκ μέρους πάμφτωχων γονέων σε ευκατάστατες οικογένειες με αντάλλαγμα να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού. Πολλά από αυτά τα παιδιά όμως συχνά δεν λαμβάνουν την κατάλληλη εκπαίδευση, ενώ διατρέχουν τον κίνδυνο σωματικής, συναισθηματικής και σεξουαλικής κακοποίησης.</p>
<p>ΙΒΙΣΚΟΣ Αϊτή</p>
<p>« κι αν δεν κοιμηθείς, ο κάβουρας σε φάει»<br />
«Dodo ti pitit mamman»<br />
παραδοσιακό νανούρισμα της Αϊτής</p>
<p>Μαύροι ιβίσκοι με αριθμό στα πέταλα<br />
Πού είναι τα παιδιά;<br />
Χαμένα σε ποιαν ήπειρο; ποια χώρα;<br />
ποιο ορφανοτροφείο; ποιο δρόμο;<br />
χωρίς μητέρα, πατέρα, πατρίδα<br />
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό,<br />
χωρίς τη γλώσσα την παλιά,<br />
σκλάβοι, Restavek</p>
<p>Θέλω τον ιβίσκο τον rose kayenn<br />
όχι τα κόκκινα ζαχαρωτά<br />
που μου τα δίνουν ξένοι<br />
που μου αφαιρούν τη ζεστασιά<br />
που με γδύνουν από ό, τι αγνό<br />
και με κάνουν δούλο τους ξανά</p>
<p>θέλω το νανούρισμα του κάβουρα,<br />
να τον βάλεις στο καζάνι,<br />
τραγούδησέ μου, γιαγιά, πάλι<br />
με τον Χούγκαν και τη Μάμπο,<br />
να ξεκουραστώ</p>
<p>Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μιλώντας συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, μεταποιεί τους μύθους των Μάγια, των Ιννού, των Ίνκας, των Μαόρι, των Αβορίγινων, των Σάμι. Μεταφέρει δοξασίες του Ινδουισμού, του Βουδισμού, των Βουντού. Με τον τρόπο της τιμά τις κουλτούρες των παραδοσιακών κοινωνιών, αναδεικνύοντας στη στενή σχέση των λαών τους με τη φύση. Παράλληλα, επεκτείνεται στο οικολογικό και στη γενικότερη παθογένεια της εποχής. Συνομιλεί με τον πίνακα «Αέρια» του John Singer Sargent, υπαινίσσεται ζητήματα δημοκρατίας και ισότητας φύλου. Στο ποίημα «Σιρούι Λίλυ, Ινδία», καυτηριάζει τη χώρα η οποία παρότι προγραμματίζει για το 2024 την πρώτη επανδρωμένη διαστημική αποστολή γύρω από τον Άρη, παραμένει βαθιά πατριαρχική και παραβιάζει βασικά γυναικεία δικαιώματα. Το λουλούδι συνδέεται με την ιστορία της πριγκίπισσας Λίλυ και του αγαπημένου της Σιρούι. Εκείνος έφυγε ή πέθανε, εκείνη περιμένει την επιστροφή του ακόμη και μετά θάνατον, ως λουλούδι.</p>
<p>ΣΙΡΟΥϊ ΛΙΛΙ<br />
ΙΝΔΙΑ</p>
<p>Είμαι, λέει γυναίκα. Το φύλο μου.<br />
Από τη γέννησή μου μεγαλώνω για ένα σκοπό.<br />
Να παντρευτώ. Να κάνω γιο.<br />
Από τα 12 με στέλνουν στον γαμπρό.<br />
Αν με δέρνει, με βιάζει, θα πω ευχαριστώ.<br />
Αν πιάσω στην κοιλιά ένα θηλυκό,<br />
αλίμονο, ντροπή, ή το σκοτώσω ή να καώ.<br />
Αν χηρέψω, συμφορά, ζητιάνα ή δούλα θα γενώ.<br />
Είτε σαν τη Λίλυ, εξόριστη σε πόλη εκεί ψηλά.<br />
Αν φύγει, θα πεθάνει. Το κάρμα, λέει.<br />
Ας περιμένω, λοιπόν, να μετενσαρκωθώ.<br />
Αν έχω τύχη, θα βγω αρσενικό.<br />
Σε λίγες μέρες φτάνουν στο φεγγάρι<br />
Τον άλλο χρόνο και στον Άρη.<br />
Μπορεί εκεί να βρω<br />
τη ράτσα ή το είδος μου.<br />
Δεν είμαι άνθρωπος εγώ.<br />
Είμαι γυναίκα. (σελ. 93)</p>
<p>H Ευσταθία Δήμου γράφει για την ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου στο επίμετρο:</p>
<p>«Η σύνδεση με τη γυναικεία οντότητα και φύση αποκτά εδώ ιδιαίτερο βάρος και σημασία. Με κοινό σημείο αναφοράς την ευαισθησία και […] την αντοχή, η γυναίκα ταυτίζεται με το λουλούδι, στο μέτρο και στον βαθμό που καθίσταται φορέας της ομορφιάς αλλά και της αλήθειας, των δύο συνιστωσών που αντιστοιχούν στην τέχνη και τη ζωή όπως αυτές συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται. […] Εκείνο, δηλαδή, που παρατηρείται είναι μια έξαρση της θηλυκότητας, η αναγωγή της σε πεμπτουσία της ζωής, σε εχέγγυο της διάρκειας και της παντοτινότητάς της. Παρατηρείται, όμως, και μια έξαρση της ιδιότητας που έχει η φύση να αναγεννιέται, να διατηρείται πάντα ζωντανή ακόμα κι όταν φαίνεται πως πλήττεται ανεπανόρθωτα και καταστροφικά». (σελ. 142)</p>
<p>Το βιβλίο «Άνθεα» της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου αποτελεί μια λυρική και στοχαστική σύνθεση η οποία με αφορμή τα λουλούδια θέτει προβληματισμούς για τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και το περιβάλλον. Η συνομιλία επιδαψιλεύει ποιητική απόλαυση αλλά και γνώσεις, αναψηλαφεί μύθους και κουλτούρες, τον πλούτο της γης και του ανθρώπινου πολιτισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/3/2024</p>
<p>Κατερίνα Λιάτζουρα, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου: “Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά”,</p>
<p>Σύγχρονος ποιητικός διάλογος με αφορμή τα λουλούδια</p>
<p>Στα Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά, της Κατερίνας Λιάτζουρα και της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου το θέμα που διαπραγματεύονται από κοινού αλλά και η κάθε μία ποιήτρια κρατώντας και αναπτύσσοντας τη δική της συγγραφική ιδιοπροσωπεία, δεν είναι άγνωστο ούτε και ασυνήθιστο, τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια ποίηση και τη λογοτεχνία. Στα καθ’ ημάς, σπουδαίοι νεοέλληνες ποιητές, όπως ο Κ. Π. Καβάφης στα «Τεχνητά Άνθη» και την «Ελεγεία των Ποιητών», η Μυρτιώτισσα στο «Ένα λουλούδι», ο Παύλος Νιρβάνας στο «Οδοιπόρος», οι Κώστας Ουράνης στο «Vita Nuova», o Κώστας Καρυωτάκης στο «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα», ο Γιάννης Ρίτσος στο «Αφύσικη άνθιση», ο Γ. Σεφέρης, στο «Για ένα διαθέσιμο τριαντάφυλλο», ο Νίκος Καρούζος στο «Ένα έρημο άνθος», όπως και πολλοί άλλοι, πιο σύγχρονοι, γνωστοί ή λιγότερο γνωστοί ως ποιητές, όπως ο Δημήτρης Καταλειφός στο «Απωθημένα» και ο Νίκος Δήμου στην «Αφιέρωση», έχουν σε διάφορες χρονικές περιόδους και υπό την επίδραση διαφορετικών λογοτεχνικών ρευμάτων και τεχνοτροπιών, ποικιλότροπα εμπνευστεί από κάποιο λουλούδι και έχουν πρωτότυπα σκιαγραφήσει τον ρόλο και την παρουσία του μέσα στη φύση, σε συνάρτηση και με την επίδρασή του στον άνθρωπο. Ωστόσο, δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση, όπου δύο δημιουργοί με αφορμή τα λουλούδια ενώνουν ταυτόχρονα τις εμπνεύσεις τους ανοίγοντας έτσι έναν σύγχρονο, ακανθώδη όσο και απαιτητικό διάλογο.</p>
<p>Γράφει η Λιάτζουρα για την Αμαρυλλίδα:</p>
<p>Αμαρυλλίδα<br />
εκ του Γραφείου Ανεκπλήρωτων Ερώτων<br />
του Μαντείου των Δελφών<br />
Αγαπητή Αμαρυλλίδα, ακολουθεί της μάντισσας ο χρησμός:</p>
<p>Τριάντα μερόνυχτα στην πόρτα<br />
να ακουμπάς<br />
με λευκό χιτώνα<br />
και τριανταφυλλιάς αγκάθι<br />
να τρυπάς·<br />
να τρυπάς της καρδιάς το δέρμα<br />
αίμα να στάξεις σπονδή<br />
στην πόρτα σταγόνα<br />
σταγόνα να ματώσεις<br />
της ομορφιάς σου τ’ όνομα<br />
στο χώμα να φυτρώσεις<br />
κατακόκκινη μια νέα</p>
<p>Και σαν ο άμυαλος<br />
εξακολουθεί<br />
εριφρόνηση να δείχνει<br />
δώσε προσοχή και άκου·<br />
τον κώμο στα ειδύλλια<br />
εκείνου του Συρακούσιου βουκόλου<br />
που σε πόθησε πολύ</p>
<p>Με εκτίμηση,<br />
Η Πυθία</p>
<p>ΥΣ. Αμαρυλλίδα μου, έχει και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.</p>
<p>Και η Παπαγεωργίου γράφει για το Γινγκ-σου:</p>
<p>Γιν<strong>γκ-σου (ΚΙΝΑ)</strong></p>
<p>Στου σπαθιού τον χορό της<br />
Τα νέφη σταματούν<br />
Τα νερά ακινητούν<br />
Η γη βλασταίνει το αίμα της<br />
Εγώ μια γυναίκα, ναι<br />
Στον πόλεμο, ναι<br />
Με το δικό σου το σπαθί<br />
Χόρεψα<br />
Έχυσα το αίμα μου<br />
Προσφορά<br />
για την αγάπη.<br />
Εσύ;</p>
<p>Στην από κοινού ποιητική τους συλλογή, οι δύο ποιήτριες υμνούν την ομορφιά, την ευθραυστότητα αλλά και την απαράμιλλη ανθεκτικότητα των λουλουδιών, επαινούν την ταπεινότητα και τη σοφία τους, όπως επίσης και την ευεργετική τους επίδραση στον άνθρωπο χάρη στις αμέτρητες θεραπευτικές τους ιδιότητες. Με πίστη στη διαχρονική δύναμη της ποίησης, και με κοινή προμετωπίδα στίχους από την Οδύσσεια του Ομήρου, αλλά και ξεχωριστά −από μεν τη Λιάτζουρα, στίχους από την Σαπφώ και τον Ερωτόκριτο, από δε την Παπαγεωργίου, με στίχους από τον Λι Μπάι σε μετάφραση Γιώργου Βέη, το «Παγωτό Εσκιμώων» της Νόρμα Ντάνινγκ καθώς και το ποίημα «Χρυσάνθεμο» της Κατερίνας Λιάτζουρα− συμπεριλαμβάνουν παράλληλα και σημαντικά πραγματολογικά στοιχεία, για το πότε, πού και κάτω από ποιες συνθήκες φύτρωσαν και ευημερούν τα λουλούδια στα οποία αναφέρονται, ή το αντίθετο, κινδυνεύουν από τον άνθρωπο και την απληστία του. Ως ατομικές ποιητικές οντότητες αλλά και με επίγνωση του ανήκειν σε μια παγκόσμια κοινότητα ως ενεργά και υπεύθυνα μέλη της, αφομοιώνουν, συναιρούν ή και αυτούσια ενσωματώνουν στους στίχους τους και το μυθολογικό τους υπόβαθρο, τόσο την προσωπική τους μνήμη και αίσθηση όσο και τον σύγχρονο προβληματισμό τους για την κλιματική αλλαγή, τους πολέμους και τις αιματηρές εμφύλιες ή παγκόσμιες συρράξεις.</p>
<p>Εδώ, είναι σαφές ότι δεν μιλάμε για ένα εγκεφαλικό ποιητικό σύνθεμα ως αποτέλεσμα μιας ευκαιριακής ή συγκαιρινής επιθυμίας συμπόρευσης, αλλά για ένα ενδιαφέρον εγχείρημα, απόρροια και κατάληξη μιας αγαπητικής συν-δημιουργίας η οποία, ως τέτοια, αναζητά, στοχάζεται και εντέλει ποιεί πρωτότυπο έργο, άλλοτε αναπαράγοντας με ρυθμό και μέτρο μύθους γνωστούς, κι άλλοτε χτίζοντας νέους ή παραλλάσσοντας και δίνοντας άλλο νόημα σε παλαιότερους∙ ένα νόημα το οποίο, πέρα από την ποιητική και αισθητική αξία του αγγίζει ευθέως, ή και πλαγίως αλλά το ίδιο γενναία και ευθαρσώς, σύγχρονα θέματα, όπως αυτό της επαπειλούμενης εξαφάνισης των ειδών της πανίδας και της χλωρίδας, και βέβαια των ανθέων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, με τη μείωση του αριθμού και του εύρους τους να έχει ήδη επιφέρει ανυπολόγιστες συνέπειες σε όσους και όσα τον κατοικούν.</p>
<p>Με όχημα τις κοινές εμπειρίες ή τα ιδιαίτερα βιώματά τους, όπως και τα επινοημένα και εντέχνως διαμορφωμένα ποιητικά προσωπεία τους, οι δυο ποιήτριες φτιάχνουν ένα δικό τους σύμπαν∙ καταφύγιο, σήμα κινδύνου αλλά και ανάχωμα σ’ αυτή την επικίνδυνα και ταχύτατα διογκούμενη καταστροφή. Προς τούτο, εικόνες, σκέψεις και στοχασμοί αναφύονται, σταχυολογούνται ή μεταμορφώνονται σε στίχους λυρικούς ή στοχαστικούς∙ λαϊκές δοξασίες που έχουν περάσει στη συλλογική μνήμη μέσ’ από μουσικές, τραγούδια, παραμύθια και ιστορικά, λογοτεχνικά ή άλλα αφηγήματα, και οι οποίες έχουν ως θέμα τους ή σημείο έμπνευσης και αφόρμησης τα λουλούδια, αποτελούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και τα δικά τους σημεία αναφοράς και έμπνευσης∙ σημεία τα οποία προσφέρουν συνάμα εκείνους τους κώδικες που καθιστούν δυνατό, αντικειμενικό και ευρύτερο το ποιητικό έργο τους∙ ένα έργο το οποίο, υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί ταυτόχρονα και ως ευεργετική δίοδος και διέξοδος, τόσο στη μεταξύ τους επικοινωνία όσο και στην επαφή του με τους αναγνώστες και ακροατές του.</p>
<p>Στα πιο πάνω συμβάλλουν επίσης καθοριστικά: α. οι Σημειώσεις με τις καίριες πληροφορίες που παρέχονται στον αναγνώστη, β. τα εμπνευσμένα από την ποίησή τους και επιμελημένα ειδικά για τη συλλογή τους σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα και γ. το ιδιαίτερα κατατοπιστικό Επίμετρο της Ευσταθίας Δήμου, ισχυροποιώντας, συμπληρώνοντας και εμπλουτίζοντας και τα τρία, το καθένα με τον δικό του τρόπο, τα ποιήματα της συλλογής. Απώτερος στόχος και των δύο ποιητριών, μέσω αυτής της πολύτροπης καταγραφής αλλά και ποιητικής μεταφοράς και μετάπλασης, να επανακτήσουν, να επαναφέρουν, να αποκαταστήσουν ή και να επανεφεύρουν μέσω της τέχνης την επαφή του ανθρώπου με το εαυτό και το περιβάλλον του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK.GR 13/3/2024</p>
<p>Η συλλογή με τίτλο «Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά», τής Κατερίνας Λιάτζουρα και τής Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, αποτελεί ανατομία τού ποιητικού λόγου ως καθρέφτη γενεσιουργό με όρους φύσης, δηλαδή με όρους αυθεντικότητας. Η φύση, λοιπόν, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δύο δημιουργών. Και το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το εξής: μπορεί η φύση ν’ αποτελέσει -αυτόνομα- θεματικό μοτίβο για τη σύγχρονη ποίηση, δίχως να παρεκκλίνει στον ρομαντισμό; Την απάντηση μας τη δίνουν οι δύο ποιήτριες. Διότι δε συντάσσουν μία συλλογή βασισμένη στη φύση αυτή καθαυτή, αλλά τέμνουν τη φύση για να την αντικρίσουν με όρους πολλαπλών επιπέδων ανθρώπινης αντιστοιχίας. Εάν αποκρύψουμε τους τίτλους των ποιημάτων και τις απεικονίσεις που τα συνοδεύουν, και διαβάσει κανείς τα ποιήματα, πλάθει στη συνείδησή του την ανθρώπινη παρουσία ως καθημερινή πράξη, ενταγμένη σε ένα σύνολο οπτικών με επίκεντρο εξατομικευμένες αναφορές στον φυσικό χώρο ως αντανάκλαση της ανθρώπινης δημιουργίας. Η φύση, δηλαδή, στα ποιήματα δεν είναι το θέμα, αλλά το έναυσμα, η πρώτη ύλη, προκειμένου να μορφοποιηθεί ο χώρος και ο χρόνος, μέσω τής ατομικής πράξης σε πεδίο αναδημιουργίας, ανάπλασης και ανακατεύθυνσης. Γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα, «Κάποτε σπόρους ανάμειξα/με αμύγδαλα και μέλι (…) άφθαρτοι και αθάνατοι/στην ελληνική ύπαιθρο/οι χρυσαφένιοι σπόροι» και μας μεταφέρει στην αγροτική περιφέρεια στην οποία τα προϊόντα τής γης είναι παράλληλα και οι δομές μίας αισθητικής αναπαραγωγής τού εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου.</p>
<p>Και ακριβώς επειδή η ίδια η φύση είναι γεμάτη αινίγματα και προσκαλεί τον άνθρωπο στις απαντήσεις που ο ίδιος θ’ αναζητήσει, προκειμένου να εφαρμόσει τα αποτελέσματά τους στη ζωή του, εμφιλοχωρούν πτυχές τής μυθολογίας ως ένα ιστορικό πρότυπο μέσω τού οποίου η ποίηση εντοπίζει τα δικά της νοήματα. Με άλλα λόγια, η φύση και ο ιστορικός χρόνος διαμορφώνουν μία ύλη τέτοια ώστε η ώσμωση πολλαπλών ποιοτήτων να μεταμορφώνει τη μυθολογία σε οδηγό τής καθημερινής ερμηνείας των πραγμάτων. Η φύση δηλαδή καθίσταται μετωπική καταγραφή των οριζουσών τής ανθρώπινης ύπαρξης με όρους απώλειας. Ο Χριστός, στη θρησκευτική του διάσταση, εντάσσεται εντός των ορίων τής άνθισης των συνθετικών εκείνων μορφών που τον θηλάζουν με την προοπτική τής υπομονής ενός μαρτυρίου που εκκολάπτεται ήδη από τη γέννησή του, και η Κατερίνα Λιάτζουρα μεταθέτει την ευθύνη στην ίδια τη φύση, ως προμετωπίδα μίας πορείας δεδομένης, με αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της. «Γαϊδουρινά τ’ αγκάθια των συμβόλων είναι/Γαϊδουρινή κι η υπομονή τού Βρέφους» υπογραμμίζει και αυτομάτως μάς μεταφέρει την εικόνα όχι τής σταύρωσης, αλλά τής μεταχρονικής αφετηρίας ως έναυσμα εμβάθυνσης στον πυρήνα τής φύσης, δηλαδή σε αυτόν τής αφαίρεσης. Αφαιρεί η ποιήτρια το συμβάν για να προσδώσει εκ νέου στη φύση τον απολεσμένο της χαρακτήρα, ενταγμένο σε μία ερωτική απόληξη με φόντο την ανατροπή των παραδοσιακών ερμηνειών και την ανάδειξη σειράς νέων προτάσεων που έχουν ως κέντρο τους διονυσιακές εορτές και εκφάνσεις. Διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Αστράκι», «αστράκια δεν πρόκειται να δεις/παρά μόνο σαν γυρίσεις/τον κόσμο τούμπαλιν/με μπόλικο κρασί/και λίγη φαντασία». Η ποίηση στο σημείο αυτό μεταθέτει την πραγματικότητα, μέσω τής φύσης, στην ενδοχώρα των ανθρώπινων υποστάσεων, όπως αυτή εμφανίζεται στην επιφάνεια των αισθήσεων. Αισθήσεις τις οποίες το εκάστοτε δρων υποκείμενο εκμαιεύει από τις υπάρχουσες συνθήκες που συναντά στη φύση, και όντας προϊόν αυτής και ο ίδιος μεταπλάθει τον εαυτόν του σε μία συνειρμική σχέση.</p>
<p>Τί κι αν, λοιπόν, μαδάμε μαργαρίτες στο ίδιο ερώτημα κάθε φορά; Οι λέξεις αποδίδουν όχι τις εικόνες που τεχνητά προσαρμόζουν σε αντιστοιχία, αλλά την πραγματικότητα που η αυθεντικότητα της ύπαρξης μεταδίδει, αυτήν την ίδια πραγματικότητα που μέσω τού ποιητικού λόγου αποκτά ουσία και περιεχόμενο, ταυτότητα και κατεύθυνση. Αυτή η ταυτότητα συνοδεύει γιορτές και ενθουσιώδη συναπαντήματα, μελωδικές νότες που κινούνται παράλληλα με το άνθισμα της φύσης, όταν η τελευταία γεννιέται ξανά και ξανά σ’ έναν κύκλο ζωής και θανάτου. Πράγματι, η φύση στην ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι ενταγμένη σε έναν κύκλο γένεσης και θανάτου με την έννοια ότι κάθε εποχή φέρει τα δικά της γνωρίσματα, διακριτά με τέτοιον τρόπο ώστε κάθε έκφανση της φύσης ν’ αποτελεί συνδαιτημόνα μιας πορείας αλλεπάλληλων εναλλαγών, δίχως αρχή και τέλος, καθώς η ζωή και ο θάνατος της φύσης εναλλάσσεται με τη ζωή και τον θάνατο των προϊόντων της, όπως ο άνθρωπος.</p>
<p>Από την άλλη πλευρά, η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου έχει έντονα τα σημεία τής σωματικής διάταξης. Το σώμα λειτουργεί ως προέκταση της φύσης και πάνω του συμβολοποιείται η επέκταση της φυσικής τάξης. Αυτή η τάξη δημιουργεί έναν κώδικα επικοινωνίας. Έναν κώδικα ο οποίος μεταδίδει όχι απλά εικόνες, αλλά ακόμη περισσότερο νοήματα. Τα νοήματα αυτά δεν εγκλωβίζονται στη φυσική αρχή, αλλά υπερβαίνουν τον φυσικό κλοιό για ν’ αυτονομηθούν στην ανθρώπινη υπόσταση. Γράφει χαρακτηριστικά, «Θα φτάσουμε τον ήλιο/βγάζοντας τη γλώσσα/στηλώνοντας το πόδι/χτυπώντας το στήθος/κραυγάζοντας δυνατά/γουρλώνοντας το μάτι/τραγουδώντας, ξεφυσώντας/σ’ ένα μεγάλο Χάκα», και ταυτόχρονα στρέφει το ενδιαφέρον από την άρνηση στη νέα θέση, σε μία διαλεκτική σχέση στην οποία σχηματοποιεί το «παρόν» εντοπίζοντας τους ακρογωνιαίους λίθους τού μέλλοντος στη δημιουργία τού νέου ανθρώπου, που ολοένα θα ομοιάζει στη φύση τής αυθεντικής πρώτης αρχής. Μία νέα πραγματικότητα η οποία δε γνωρίζει σύνορα. Εξάλλου, η φύση η ίδια δε γνωρίζει σύνορα. Από το Θιβέτ έως την Αίγυπτο και από την Ινδία έως την Περσία και την Ελλάδα, η ποιήτρια εντοπίζει το πλαίσιο στο οποίο το «αύριο» γνωρίζει τον εαυτόν του. Αυτό το «αύριο» είναι το «εγώ» τής δημιουργού σε χρόνο ενεστώτα. Ο άνθρωπος είναι η απάντηση στο ερώτημα που η φύση θέτει.</p>
<p>Αυτή η γένεση επιβάλλει εκ των πραγμάτων την αποσύνθεση του ατόμου έως ότου η νέα μορφή αποκτήσει τα στοιχεία εκείνα τής αυθεντικότητας που υπολείπονται στον παρόντα χρόνο, αυτόν της αλλοτρίωσης. «Σαν τους κόκκους τού κακάου/σαν τους διδύμους στον λαβύρινθο/κι εγώ να ζυμωθώ, ν’ αποξηραθώ/ να καρβουνιστώ/ν’ αλεστώ/και να χυθώ στον ποταμό, σαν δυο ψάρια ν’ αναγεννηθώ» γράφει και ο εξωτερικός κόσμος προσλαμβάνει τη μορφή που η ποίηση δίνει, δίχως προϋποθέσεις. Αντικρίζει τη ζωή ως αυτό που είναι στην πρώτη της μορφή, δηλαδή ως σώμα δίχως ταυτότητα, ως πρόσωπο δίχως όνομα. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου εμβαθύνει στις λέξεις για να εισπράξει εικόνες, τέμνει τον χρόνο κάθετα για να επαναφέρει τη χρονική απόσταση από την πρωτόγονη κατάσταση έως την πολιτική κατάσταση, για να στηρίξει την αναμόρφωση όπως τα παιδιά τού ήλιου και τής γης μαζί με τη φύση, όλοι στο ίδιο σύμπαν ανανέωσης και αναγέννησης. Η ουσία τής ζωής και τού κόσμου ενυπάρχει στη δύναμη που εμπνέει, η φύση ως χρόνια καλλιέργεια ανταμώνει με τις παραδόσεις τόπων και τοπίων, με τις ηθικές και ιδεολογικές αναφορές, σε ένα φάσμα μικροϊστοριών οι αφηγήσεις των οποίων γεφυρώνουν τον χρόνο και τη χωρική απόσταση από το εκάστοτε «σήμερα». Η δημιουργός, ως ηθοποιός επί σκηνής, είναι το φυτό μέσα από τα χείλη τού οποίου προβάλλονται αυτές οι ιστορίες με ανθρώπινο προσωπείο, προσωπείο ακριβώς επειδή ποτέ τα ίδια τα άνθη δεν αρνούνται τη φύση τους, αλλά υποδύονται πτυχές μίας εξωτερίκευσης με γνώμονα την ανταπόδοση. Άνθρωπος και φύση κινούνται σε παράλληλες τροχιές, με τη γυναίκα ειδικότερα να αποκτά επαναστατικά γνωρίσματα, γνωρίσματα αντοχής και αποφασιστικότητας στη διαπάλη των καιρών, διαπάλη που καταλήγει συνήθως στην ήττα και τη διάψευση. Μετά από κάθε ήττα εκείνο το οποίο μένει ζωντανό είναι η φύση ως επαναθεμελίωση της έννοιας της υπόσχεσης για μία νέα πορεία των πραγμάτων προς την αλήθεια.</p>
<p>Και οι δύο ποιήτριες εντοπίζουν έναν κοινό παρονομαστή στη φύση: αυτόν του ανθρώπου, του ανθρώπου είτε ως ιδιότητα με γλωσσικά και εκφραστικά μέσα υποστασιοποίησης αυτής, είτε ως, σε πρώτο πρόσωπο, αντιγραφή μίας πρακτικής που ενσαρκώνει την ανάγκη για γνώση και αλήθεια των πραγμάτων. Όσο κι αν διαφοροποιούνται σε επίπεδο έκφρασης και θεματικής αναφοράς, άλλο τόσο συναντιόνται στην τοποθέτηση της αυθεντικότητας της φύσης στον πυρήνα τής ίδιας τής γνώσης και τής ίδιας τής αλήθειας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ</strong></h5>
<p>literature.gr 26/06/2024</p>
<p>Σαράντα πολύχρωμα μπουκέτα που ευωδιάζουν αγάπη και έρωτα και ανθρώπινες αξίες</p>
<p>Ο λατίνος λυρικός ποιητής Οράτιος τον 1ο αι. π.Χ. αποφθεγματίζει: “ut pictura poesis” (η ζωγραφική μοιάζει με την ποίηση). Τέσσερις αιώνες νωρίτερα ένας έλληνας λυρικός ποιητής, ο Σιμωνίδης ο Κείος (5ος αι. π.Χ.) διατυπώνει την πρώτη ρητή συσχέτιση λογοτεχνίας-ζωγραφικής και προσαγορεύει «την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν». Κάποιες λέξεις, όπως και εικόνες, μας καταλαμβάνουν, όταν πλησιάζουμε πολύ κοντά τους ενώ κάποιες άλλες, όταν απομακρυνόμαστε από αυτές. Το ζητούμενο είναι η ώσμωση των τεχνών και αυτών με την κοινωνία. Προαπαιτούμενο η ιδέα ως μοχλός δημιουργίας. Η ιδέα οπτικοποιείται και νοηματοδοτείται γλωσσικά δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα σε δημιουργό και θεατή ή αναγνώστη, σε σημαίνον και σημαινόμενο. Η ανάμειξη των αισθήσεων (συναισθησία) είναι πολύ έντονη σε κινήματα των αρχών του 20ου αι. όπως ο Ντανταϊσμός, ο Φουτουρισμός, η Ρωσική Πρωτοπορία . Η κορύφωση έρχεται κατά τη δεκαετία του 1960 με την εννοιολογική τέχνη από τον αμερικανό Χένρι Φλιντ: η σκέψη για το νόημα ενός έργου τέχνης έχει προτεραιότητα έναντι της υλοποίησής του. Έμφαση στην ιδέα και εμπλοκή του θεατή-αναγνώστη.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου υπηρετούν αυτήν την πρόταση. Πήραν λέξεις και λουλούδια από όλον τον κόσμο, τα έπλεξαν και μας πρόσφεραν το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης αυτής συναισθησίας σε σαράντα ανθοδέσμες επιχειρώντας να μας εμπλέξουν στην περιπέτεια της ανάγνωσης. Σαράντα πολύχρωμα μπουκέτα που ευωδιάζουν αγάπη και έρωτα και ανθρώπινες αξίες. Σαράντα ανθοδέσμες που διακηρύττουν ανθρώπινα δικαιώματα, που καταγγέλλουν την εκμετάλλευση των αδυνάτων όπου γης, που φωνάζουν για Ειρήνη και σεβασμό στη Μητέρα Φύση. Βλέπετε η Μαργαρίτα και η Κατερίνα έχουν πολλά κοινά: το επάγγελμά τους και την αγάπη τους σε αυτό, την ποίηση, τις ευαισθησίες. Και τώρα σφραγίζουν όλα τα παραπάνω με τα άνθεα, την κοινή ποιητική σύνθεσή τους. Με κυρίαρχα εκφραστικά μέσα την προσωποποίηση των λουλουδιών, τις λυγερές μεταφορές, τα ερωτήματα αλλά και τα «παιχνίδια» με τα πρόσωπα, τις εικόνες, την ειρωνεία.</p>
<p>Από τη μια η Λιάτζουρα τρέχει στα λιβάδια της ελληνικής φύσης. Από εκεί συλλέγει τα λουλούδια της. Με τη βοήθεια της μυθολογίας, της ιστορίας και της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας μας μεταφέρει στον κόσμο των αξιών, των συναισθημάτων, των διεκδικήσεων, της Ειρήνης. Οι στίχοι της, απλοί, φωτεινοί, μυρωδάτοι, προκαλούν το ενδιαφέρον μας και πυροδοτούν, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, εκρήξεις αναζήτησης των μηνυμάτων.</p>
<p>Από την άλλη η Παπαγεωργίου πήρε τον δρόμο της οικουμένης, με μύθους και ιστορίες από κάθε μεριά του πλανήτη, για να διατρανώσει και εκείνη με τη σειρά της την πίστη στη δύναμη του ανθρώπου, να ουρλιάξει σιωπηρά για τα ανθρώπινα δικαιώματα, να υπερασπιστεί τη Μητέρα Φύση και την Ειρήνη. Οι δικοί της στίχοι το ίδιο ευθύβολοι και λαμπεροί, φωτίζουν τον δρόμο μας στο ταξίδι της ποιητικής της δημιουργίας.</p>
<p>Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς, στα πλαίσια μιας παρουσίασης, την αναγνωστική περιπέτεια που έζησε διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα της εξαίσιας αυτής ποιητικής συλλογής, φιλοτεχνημένης αναλόγως από την Ιουλία Μιχαλέα και πλαισιωμένης από τη διεισδυτική ματιά της Ευσταθίας Δήμου. Είναι υποχρεωμένος να αποστάξει σε λίγες μόνο αράδες τα αρώματα, τους χυμούς σαράντα λουλουδιών και να μας τα προσφέρει σε ένα μικρό κρυστάλλινο ποτήρι έτσι, σαν ένα ηδύποτο μετά από ένα σπουδαίο συμπόσιο.</p>
<p>Αυτό έκανα. Και έτσι θα το προσφέρω. σαν ένα κοκτέιλ Μαργαρίτα με Κατερίνα.</p>
<p>Στους ανθώνες της γης λοιπόν συνάντησα εν αρχή τη μελαγχολία, τη βιολετιά θλίψη. Μια πεταλούδα, η ψυχή, αγωνιά και αμύνεται για να αποφύγει το ράμφισμα του θανάτου. Λίγο πιο ’κει, η Ραφλέσια, πληρώνει το βαρύ τίμημα της παρασιτικής ζωής: τρέφεται από τη ζωή των άλλων και αυτό της προκαλεί δυσοσμία, μυρίζει θάνατο. Κι ενώ η αρχή του ταξιδιού ξεκινάει κάπως απαισιόδοξα, γρήγορα μας φέρνει στον αμάραντο δρόμο της αγάπης, τον αθάνατο, όπως οι θεοί και η ομορφιά της Ωραίας Ελένης. Την ίδια αγάπη που θα απαντήσουμε στη Χαβάη που, αν και διαμελίστηκε βίαια, προσδοκά την επανένωση μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα από εκείνη των εφήμερων ερώτων των αγοριών και κοριτσιών που σερφάρουν στα κύματα.</p>
<p>Ύστερα, τριάντα τρεις αιώνες πριν, συντυχαίνω το ρόδι της αφθονίας στην υγρή κοιλιά ενός ναυαγίου στη Μικρά Ασία γεμάτο θησαυρούς και μυστήριο. Οι βασιλοκόρες στο Άργος, μαινόμενες, με βάζουν στις πρώτες σκέψεις: ποιο γιατρικό, ποιο σκάρφι, «Σεβαστέ μου Μελάμπους», θα γιατρέψει τον σύγχρονο άνθρωπο από την τρέλα, από την ύβρη της καταδίωξης του χρόνου και του χρήματος; Ποιος; Τι; Ίσως εσύ, ένας βουκόλος, η επιστροφή στη Φύση; Ναι υπάρχει ελπίδα. ένα αστέρι την οδηγεί στη Βηθλεέμ.</p>
<p>Βέβαια «κι αν δεν κοιμηθείς, ο κάβουρας σε φάει». Ο πολιτισμός της βαρβαρότητας του λευκού ανθρώπου απειλεί, εκμεταλλεύεται, υποτάσσει. Θύματά του αθώα, τα παιδιά. Αλλά με ένα Χάκα ο ήλιος θα λάμψει. Χτυπώντας, κραυγάζοντας, τραγουδώντας στον χορό της ομαδικότητας και της αλληλεγγύης θα φτάσουμε τα άνθη στο δέντρο της ζωής. Ανηφορίζοντας, η νεότητα, το μονοπάτι για το Μάτσου Πίτσου, συντροφιά με τον κόνδορα και την αρκούδα, περνάει από την ομίχλη της εποχής και προετοιμάζει την αναγέννηση του κόσμου.</p>
<p>Και τίποτα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς αμφισβήτηση. «cogito ergo sum: αμφιβάλλω άρα υπάρχω». «Αληθεύει Παναγιά μου πως δεν μύρισες τον κρίνο;» Μια ευθεία επίθεση και άρνηση του κατεστημένου που χρειάζεται Γαϊδουρινή υπομονή, θείο συστατικό και χάρισμα, για να γκρεμιστεί. Και αναγνώριση της αξίας μας. Τα «πράγματα» έχουν αξία καθεαυτά. Δεν τα προσδιορίζουν ούτε η υπερβολή, ούτε η εμπορική συσχέτισή τους. Κι ας λένε οι σχετικιστές πως όλα δέχονται ξεχωριστές ερμηνείες. Ο λωτός είναι απλά ένα λουλούδι αν και το βάφτισαν σοφία, αγνότητα ή λησμονιά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα ιγκουάνα πεθαίνουν στα Γκαλαπάγκος και τα θαλασσοπούλια κρώζουν την αγωνία του κόσμου για το μέλλον, την επιβίωση.</p>
<p>Εκεί που αρώματα βαριά θολώνουν το πνεύμα, να ’σου μια ανεμώνη να την φυσάει ο άνεμος και να ξεθυμαίνει ο έρωτας και να αλαφρώνει η σκέψη. Να μια αμαρυλλίδα που καθοδηγείται στο πάθος από την Πυθία των Δελφών, αλλά της κλείνει το μάτι η ποιήτρια πως «έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια». Όσο για το μέλλον, αυτό είναι ένα παιδί που μπορεί να το σκοτώσει ο «Παιδοκτόνος» φανατισμός μιας γυναίκας που πρόδωσε την αδερφή της. Μια άλλη αδερφή, η Γαρυφαλλιά, είναι η μνήμη μας, τα πάντα που ορίζουν τη ζωή μας, η αιτία και αφορμή της ποίησης, το αίμα, το δάκρυ, «ο παλμός της καρδιάς, ο ρόγχος της ανάσας». Είναι η φίλη, η Μαργαρίτα. Που είναι δύσκολο να βρεις φίλη, τον άνθρωπο να σε καταλαβαίνει. Για να τον βρεις ίσως χρειαστεί να περάσεις ναυάγια και προδοσίες, να εργαστείς ακάματα σαν τις μέλισσες. Τότε ίσως βρεις τη Μαργαρίτα σου.</p>
<p>Το λιβάδι τώρα με γεμίζει φρίκη. Ο πόλεμος τυφλώνει τους ανθρώπους, φαντάσματα ντυμένα στρατιώτες. Κατακτητές ξεριζώνουν, ξεσπιτώνουν Ινδιάνους. Στην Τασμανία οι Αβορίγινες, το μέλι της ζωής, στον Ονειρόχρονό τους αντιστέκονται στη μανία του δυτικού ανθρώπου να τους «εκπολιτίσει». Στήνουν την ταπεινότητα απέναντι στην απληστία. Το ίδιο κάνει και η Μιμόζα στον Αμαζόνιο: προσπαθεί να αντισταθεί στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση των πάντων, στη μανία του ανθρώπινου ζώου για κέρδος, για πλούτο. Το ίδιο και η Αγγέλικα των Σάμι. Κηρύττει τη σοφία των παραδόσεων, την οικολογική συνείδηση, την αγωνία για το μέλλον της γης με την προτροπή να ακολουθούμε τις εντολές της φύσης. Αλλιώς… αλλιώς ο παράδεισός μας θα βυθιστεί κάτω από τα νερά της ανάπτυξης. Προτού να είναι αργά ας δείξουμε σεβασμό στη φύση. Ας μοιραστούμε «το φαγητό, τη φύση, ισότιμα» προτού αναγκαστούμε «να μαζέψουμε τα ζώα σε μια βάρκα».</p>
<p>Ο Μανδραγόρας μπορεί να μας σώσει από την καταστροφή, από τον θάνατο; Η απάντηση είναι όχι. Η O’Connor τραγουδάει: «έγδαρες το χιόνι με οπλές; έχεις ντυθεί τον άνεμο;», πάλεψες όσο ήσουν ζωντανός; Για να έρθει η ανατροπή χρειάζεται «μπόλικο κρασί και λίγη φαντασία». Το νέο θα έχει τη μορφή του Ιανού, το νέο θα μοιάζει με εκείνο το παλιό, με το κλειδί το φυλαγμένο στη γλάστρα, στο γεράνι. Με την επιστροφή στα αυτονόητα, την αρμονική συνύπαρξη με τη φύση, με την επιστροφή του έρωτα. Το αξίζουμε γιατί είμαστε κομμάτι του σύμπαντος, κουβαλάμε όλοι ουρανό μέσα μας. Στην ίριδα των ματιών μας καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος.</p>
<p>Από τούτη την ανθοδέσμη δεν θα μπορούσε να λείπει η πάλη για τη γυναικεία χειραφέτηση, οι αγώνες κατά των ρατσισμών. Όχι, η γυναίκα δεν είναι μόνο ομορφιά, «αναρριχάται θαρραλέα, φυλλοβόλα και πολυετής». Σαν την τριανταφυλλιά βγάζει αγκάθια για προστασία. Στην Ινδία δεν μπορεί κανείς να την προστατεύσει από την «μοίρα» που της έχουν ορίσει: να παντρευτεί, να κάνει γιο, να τη δέρνουν, να τη βιάζουν. Δεν είναι άνθρωπος. Είναι γυναίκα. Σύμβολο της καταπίεσης η γυναίκα, σύμβολο της καταπίεσης και οι «πολύχρωμες γενιές». Το ότι υπάρχουν είναι νίκη, μια νίκη που τη χρωστούν στο πείσμα και στη δύναμή τους. Νικώ τον θάνατο, νικώ την ελπίδα, λευτερώνομαι. Που πάει να πει «αν μάθεις να πεθαίνεις, τότε θα μάθεις να ζεις». Εμπνέομαι από την ομορφιά της ανθισμένης κερασιάς, ζω με επίγνωση της ευθραυστότητας της ζωής, ζω σε αρμονία με τον εαυτό και με τη φύση.</p>
<p>Οι ποιήτριες θα ολοκληρώσουν τη συμμετοχή τους στη συλλογή με δυο ποιήματα για την Ειρήνη. Καθόλου τυχαία επιλογή. Η Κατερίνα μας πληροφορεί ότι το δικό της (Σπαθίφυλλο ή ο κρίνος της ειρήνης) γράφτηκε λίγο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. «Αν πάραυτα η Ειρήνη σας εξακολουθεί να μην ανθίζει ελέγξτε παρακαλώ το περιβάλλον. θέλει φροντίδα καθημερινή και αποστραγγισμένο έδαφος». Η Μαργαρίτα μας ταξιδεύει στην Κύπρο. Στο ποίημα «Δελφίνιο το Κάσσειο» υπογραμμίζει πως όπως και το δελφίνι της θάλασσας έτσι κι αυτό έχει χειρότερο εχθρό τον άνθρωπο. Μητέρα του είναι η Ειρήνη «και οι χαμένες πατρίδες πανταχού».</p>
<p>Σας ευχαριστούμε πολύ, κυρίες</p>
<p>Μας αφήσατε εκεί έναν κήπο με λουλούδια αμάραντα που ευωδιάζουν τα πιο ανθρωπινά αρώματα.</p>
<p>Χαλκίδα, 29 Μαΐου 2024.</p>
<h5><strong>ΚΑΛΛΙΑ ΒΑΒΟΥΛΙΩΤΗ</strong></h5>
<p>https://www.culturebook.gr 24/06/2024</p>
<p>Τα «Άνθεα» αποτελούν μία γέννα ποιητική και διττή. Μία γέννα που κέντησαν με λέξεις η Κατερίνα Λιάτζουρα και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, συνεργατικά – ίσως και ενδεχομένως ως επιστέγασμα και της φιλίας που τις δένει χρόνια.</p>
<p>Άνθεα λοιπόν. Σαν να λέμε πως όλα είναι πιθανά αν τα θελήσει η θεά Φλόρα κατά τη ρωμαϊκή μυθολογία ή αλλιώς Χλωρίς που σχετιζόταν με τα λουλούδια και την Άνοιξη. Αλλιώς, παραλλάσσοντας ένα γράμμα πως η ομορφιά της Φύσης, των Χρωμάτων, της Ευωδιάς μετουσιώνεται σε έν-θεα. Αποκρίσεις δηλαδή θεϊκές. Μικρά δηλαδή θαύματα που το καθένα φέρει πίσω του μία μοναδική και ξεχωριστή ιστορία, έναν μύθο, ένα δίδαγμα, άλλοτε ηθικό, άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε περιπαικτικό και επιστεγασμένο με ένα ελαφρύ χιούμορ.</p>
<p>« Αμαρυλλίδα μου, έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια» θα μας πει η Κατερίνα Λιάτζουρα.</p>
<p>Μήπως όμως και αυτά τα μικρά θαύματα κάπου συναντώνται με την ποίηση; Γιατί και εκείνη ένα μικρό θαύμα αποτελεί για ποιητές και αναγνώστες.</p>
<p>Τα Άνθεα, αποτελούν μία απόπειρα χαρτογράφησης λουλουδιών εγχώριων όπως επιλέγει να τα παραθέσει και να τα ανθολογήσει η Κατερίνα και εξωτικών τα οποία χαρτογραφεί η Μαργαρίτα. Μία απόπειρα καταγραφής λουλουδιών που γίνονται αντιληπτά σαν δημιουργήματα με πολλαπλά πέταλα που θα μπορούσαν κάλλιστα να παραλληλίζονται με τα επίπεδα των αναγνώσεων. Το βίωμα, οι αισθήσεις, η εμπειρία, και ο υπαρξισμός απαρτίζουν το όχημα μέσω του οποίου διερευνώνται άνθεα που φέρουν τη ρίζα τους από τα αρχαικά χρόνια. Άνθεα, που έχουν ειδική βαρύτητα και συμβολισμούς ή άλλα που ήταν Νύμφες και προσωποποιημένα αποτέλεσαν περιφερειακούς ήρωες ή και πρωταγωνιστές στη μυθολογία ή σε ιστορίες των Λατίνων.</p>
<p>Η Λιάτζουρα σε αυτή την χαρτογράφηση ή περιήγηση στον κόσμο των λουλουδιών λειτουργεί άλλοτε ως εξερευνήτρια, άλλοτε ως κηπουρός, άλλοτε προσωποποιεί τα λουλούδια και συνομιλεί μαζί τους ως φίλη.</p>
<p>Αρέσκεται στο παιχνίδισμα αντίθετων εννοιών :</p>
<p>«Μυστήριο η ζωή</p>
<p>Μυστήριο και ο θάνατος»</p>
<p>θα πει στη Ροδιά της ή αλλιώς το Μήλο της Καρχηδόνας</p>
<p>Άλλοτε αμφισβητεί και αντιτίθεται στο παραδεκτό, στο παραδοσιακό, στον πουριτανισμό</p>
<p>«Αληθεύει Παναγιά μου</p>
<p>πως δε μύρισες τον κρίνο;»</p>
<p>Άλλοτε οικειοποιείται χριστιανικές αξίες και αρετές όπως η μακροθυμία του Θεού – ενώ παντρεύει στοιχεία και από τους Δώδεκα Θεούς :</p>
<p>«Γαϊδουρινά τα αγκάθια των συμβόλων είναι</p>
<p>γαϊδουρινή και η υπομονή του Βρέφους»</p>
<p>Στο «Χρυσάνθεμο» θα παραθέσει ποια είναι τα ουσιώδη και ποια όχι θα καυτηριάσει την αξία του πλούτου και θα ορίσει εκ νέου την αλήθεια του πλούτου για την ίδια</p>
<p>«Απ’όλα τα χρυσάφια<br />
Του κόσμου εγώ ξεχώρισα<br />
Εκείνο που στο άνθος έδωσε<br />
Το λαμπερό του όνομα»<br />
«Έπρεπε να χρυσίσει<br />
Εξ αρχής στους πίνακες<br />
Εκείνου του τρελού του Ολλανδού<br />
Το ταπεινό<br />
Για ν’αποκτήσει<br />
Στη συνέχεια<br />
Αμύθητη αξία.»</p>
<p>Πότε το ανεκτίμητο λοιπόν γίνεται ανεκτίμητο;</p>
<p>Στην Αμαρυλλίδα πάλι θα καταφύγει σε χρησμούς από το «Γραφείο Ανεκπλήρωτων Ερώτων Μαντείου των Δελφών»</p>
<p>Στο Αστέρ – η σχέση της Κατερίνας Λιάτζουρα με το άνθος για το οποίο γράφει γίνεται δυναμική – υπαρξιακά , μας προτρέπει με φαντασία να βλέπουμε τον κόσμο τούμπαλιν σε τόπους που τα δάκρυα μετουσιώνονται σε άστρα. Μεταστρέφεται η θλίψη και καθρεπτίζεται. Όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας.</p>
<p>Η παραίσθηση, ο χρόνος ως δίπολο στιγμής- αιωνιότητας, η ύπαρξη και η ανυπαρξία, η ζωή και ο θάνατος, η κοσμογονία, η ηθική, η ειρήνη και ο πόλεμος είναι μόνο ορισμένα από τα θέματα που η Κατερίνα αγγίζει σε βάθος με όχημα τα «Άνθεα» που εκτός από ένα βιβλίο ποιητικό, αποτελεί κατά την άποψη μου και ένα βιβλίο αμιγώς φιλοσοφικό.</p>
<p>Χωρίς ωστόσο όμως να είναι ένας φιλοσοφικός μονόλογος, ένα ατομικό ταξίδι.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα συνοδοιπορεί με τη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.</p>
<p>Η ποίηση της Κατερίνας με την ποίηση της Μαργαρίτας συνομιλεί de profundis ακόμα και αν το ύφος τους διαφέρει. Ακόμα και αν γεωγραφικά τα «Άνθεα» των δύο ποιητριών απέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα, ακόμα και αν μεταξύ τους έχουν διαφορετική προσέγγιση, στην ποίηση αλλά και στο πως αντιλαμβάνονται την ίδια την ύπαρξη. Η γλώσσα τους βρίσκει κοινό τόπο ή πιο ορθά γόνιμο και κοινό έδαφος μέσω της θεματολογίας τους.</p>
<p>Η μία διερωτάται για τις ουσιώδεις σχέσεις της ζωής, ώστε να εξάγει ευρύτερα συμπεράσματα, η Μαργαρίτα διερωτάται με αφορμή το συλλογικό για να οδηγηθεί σε ενδότερα δωμάτια της σκέψης της. Η μία εκκινεί από τον πυρήνα , αυτό που βρίσκεται «μέσα στο τσόφλι» για να απελευθερωθεί στον έξω κόσμο και η δεύτερη υπάρχει πανανθρώπινα και συλλογικά ώστε να κατάλήξει στο βαθιά κρυμμένο και εσωτερικευμένο.</p>
<p>Η Κατερίνα θα αναφέρει:</p>
<p>«οι αισθήσεις υποχώρησαν<br />
και χάθηκαν μαζί<br />
Με τις κινήσεις των κορμιών»<br />
ενώ η Μαργαρίτα παραθέτει:<br />
«Αν μάθεις να πεθαίνεις<br />
Τότε θα μάθεις να ζεις»</p>
<p>Η Μαργαρίτα στην ποίηση της θα καταπιαστεί στον πυρήνα της με τα Άνθεα – και τη σύνδεση με τη γυναικεία φύση. Όχι αρχετυπικά όπως οδηγείται η Κατερίνα αλλά ως πολεμίστρια. Θα μιλήσει για τη θέση της γυναίκας, για παραδόσεις καταπιεστικές, για το πως η γυναίκα σε κάποιες χώρες δεν βιώνει ούτε την παιδική της ηλικία.</p>
<p>Στο Σιρούι Λίλυ / Ινδία γράφει:</p>
<p>«Είμαι λέει γυναίκα. Το φύλο μου.<br />
Από τη γέννηση μου μεγαλώνω για ένα σκοπό.<br />
Να παντρευτώ. Να κάνω γιο.»</p>
<p>Η συγκεκριμένη λοιπόν ανθολογία, αποτελεί έναν ποιητικό διάλογο με κοινές φιλοσοφικές αφετηρίες , οι λέξεις χρησιμοποιούνται σαν να υπάρχει μία αδιόρατη συγγένεια ανάμεσα στην ποίηση των δύο γυναικών. Σαν ο διάλογος να αγγίζει μία ιεροτελεστία μεταφυσική η οποία δεν λησμονεί να θέσει επί τάπητος και φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα όπως η θηριωδία του πολέμου.</p>
<p>Στα εγχώρια Άνθεα αναφέρεται μάλιστα:</p>
<p>«Αν πάραυτα η Ειρήνη σας εξακολουθεί να μην ανθίζει<br />
ελέγξτε παρακαλώ το περιβάλλον»<br />
ενώ στα εξωτικά:<br />
«Στη φρίκη του πολέμου απαντά<br />
Με ελπίδα στην πολιορκημένη πόλη<br />
Μέσα σε ένα δροσερό μπουμπούκι<br />
Γιορτάζει την ομορφιά και τη χαρά<br />
Σκοτώθηκε από βόμβα μες τον κήπο<br />
Κι ο μικρός γιος του Ιμπραήμ<br />
Παρέμεινε ορφανός στην προσφυγιά<br />
Με ένα μποράγκο στην καρδιά απ’τον πατρογονικό του<br />
κήπο.»</p>
<p>Τα «Άνθεα» αποτελούν ένα βιβλίο αφορμή. Για να διευρύνουμε τα παράθυρα της σκέψης μας σε ένα ταξίδι, μία περιπέτεια λέξεων που φέρει στις αποσκευές της θρύλους, επιρροές από άλλους καλλιτέχνες λ.χ. Βαν Γκονγκ ή Μητροπάνο- τα άνθη δηλαδή γίνονται αντιληπτά όχι μόνο μέσω των λέξεων αλλά και μέσω των λοιπόν αισθήσεων -σύγχρονους προβληματισμούς, προσωπικές ανησυχίες αλλά και ηθικά διδάγματα, υπαρξιακές και οντολογικές αναζητήσεις. Είναι ένα υφαντό από πέταλα εγχώρια και εξωτικά που καίνε τον αναγνώστη ώστε να γίνει και ο ίδιος κοινωνός ιδεών αλλά και προβληματισμών.</p>
<p>Τα «Άνθεα» είναι όμως και μία αφορμή για να εξερευνήσουμε και τα βαθύτερα των συναισθημάτων μας αφού όπως είπε και ο</p>
<p>Κώστας Κρυστάλλης</p>
<p>« Για μένα και το πιο απλό λουλούδι μπορεί να μου γεννήσει σκέψεις, που να μου φέρουν δάκρυα στα μάτια.»</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΙΑΚΩΒΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 15/06/2024</p>
<p>Είναι κάπως σπάνιο να βλέπουμε λογοτέχνες να γράφουν βιβλία από κοινού. Συνήθως η συγγραφή, ειδικά η ποίηση, είναι μια πολύ μοναχική διαδικασία, ο ποιητής είναι μόνος, έχει απέναντί του τον κόσμο, το περιβάλλον δηλαδή, και αναμετριέται πάντα με τον εαυτό του. Το δίπολο της δημιουργίας του είναι αυτό που αντιλαμβάνεται και αυτό που καταφέρνει τελικά να εκφράσει στο χαρτί. Εδώ έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό, το οποίο είναι και πολύ ενδιαφέρον ως αποτέλεσμα, είναι κάτι που θα θέλαμε να βλέπαμε και πιο συχνά.</p>
<p>Εκτός από την κοινή συνεργασία, αποτελεί πρωτοτυπία και το γεγονός ότι οι δύο ποιήτριες δουλεύουν πάνω στο ίδιο θέμα. Όλες οι ποιητικές δουλειές βέβαια ανήκουν λίγο πολύ σε κάποιες κατηγορίες, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ συγκεκριμένο: ποιήματα για λουλούδια. Έχει λοιπόν τρομερό ενδιαφέρον να δούμε όχι μόνο πώς μπορούν να συνδυαστούν σε ένα βιβλίο δύο διαφορετικές ποιητικές φωνές, αλλά και πώς προσεγγίζει η κάθε ποιήτρια το θέμα. Ένα φιλόδοξο ποιητικό εγχείρημα, ιδιαίτερο και εντέλει επιτυχημένο, και ως ιδέα και ως σύλληψη και ως υλοποίηση.</p>
<p>Βάσει αυτής της λογικής λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι τα «Άνθεα», εκτός του ότι είναι ένα καλό βιβλίο, προσφέρουν κάτι στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή. Εκδίδονται κάθε χρόνο δεκάδες νέα ποιητικά βιβλία, δεν έχουν όλα κάτι να πούνε, δεν είναι όλα ποιοτικά, δεν έχουν όλα λόγο ύπαρξης και δεν προσθέτουν όλα κάτι στη λογοτεχνία. Τα «Άνθεα» λοιπόν προσθέτουν, προσφέρουν κάτι νέο, κάτι πρωτότυπο και κάτι ωραίο.</p>
<p>Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος. Ποιήματα δηλαδή για λουλούδια. Η Κατερίνα Λιάτζουρα γράφει για εγχώρια λουλούδια, η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου για εξωτικά, από διάφορα μέρη της γης. Ιστορίες λουλουδιών που συνδέονται με αρχαίους μύθους, με δοξασίες, αλλά και με την ιστορία της κάθε χώρας, με σύγχρονα προβλήματα, με προεκτάσεις κοινωνικές, περιβαλλοντολογικές, οικολογικές.</p>
<p>Όχι πως το κάθε ποίημα είναι η καταγραφή ενός μύθου. Ο μύθος είναι η αφορμή για να καταγράψει η κάθε ποιήτρια τις σκέψεις της και να τις συνδέσει και με άλλα θέματα στο σήμερα. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι όλοι οι μύθοι, καθώς και πληροφορίες για το κάθε λουλούδι και το μέρος προέλευσής του. Θα ήταν πιο βολικό για να τον αναγνώστη να ξεκινά από αυτές τις πληροφορίες και στη συνέχεια να πηγαίνει στο ποίημα.</p>
<p>Για παράδειγμα. Το ποίημα «Μελάτι» της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου συνδυάζει το ομώνυμο λουλούδι με τον τόπο προέλευσής του, την Ινδονησία και συγκεκριμένα την Τζακάρτα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες στο τέλος του βιβλίου, η Τζακάρτα συνεχώς βυθίζεται λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Έχει βυθιστεί 2,5 μέτρα τα τελευταία 10 χρόνια.</p>
<p>Με λένε Μελάτι ή και Ζωή.<br />
Λευκή, ευωδιαστή και μικρή.<br />
Στολίζω γάμους, βαφτίσια, κηδείες.<br />
Κοσμώ την αγάπη και την υπόσχεση.<br />
Το βάθος, το ύψος και το πλάτος,<br />
ο κόσμος όλος στα λεπτά μου πέταλα.</p>
<p>Τώρα τελευταία μαθαίνω και να κολυμπώ.<br />
Στα ρηχά ακόμα, μισό με ένα μέτρο,<br />
του χρόνου θα με πάνε στη μεγάλη πισίνα<br />
δυόμιση μέτρα πάτος βυθού.<br />
Τότε θα με λένε Οφηλία,<br />
θα κοσμώ το νερό,<br />
το ασήκωτο βάρος της ανθρωπότητας<br />
«Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειό της».</p>
<p>Πληροφορίες για το φυτό λοιπόν, σχόλιο για το πρόβλημα βύθισης της χώρας και κατ’ επέκταση για τα περιβαλλοντικά προβλήματα του πλανήτη μας και μια -πολύ ωραία συνδυασμένη- αναφορά στον Άμλετ του Σέξπιρ.</p>
<p>Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως αν δεν διαβάσει κανείς τις πληροφορίες στο πίσω μέρος του βιβλίου δεν θα μπορέσει να απολαύσει τα ποιήματα ή πως τα ποιήματα δεν λειτουργούν αυτόνομα. Απλώς θα κατανοήσει καλύτερα τις αναφορές και θα μάθει πληροφορίες που πιθανόν να αγνοούσε. Πρόκειται για ένα έξοχο δείγμα του πώς μπορεί να λειτουργήσει ο ποιητικός λόγος, του πώς μπορεί να σταθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πληροφοριών και πώς μπορεί να συνδυαστεί η γνώση με την ποιητική έκφραση και δημιουργία.</p>
<p>Τα «Άνθεα» είναι ένα πραγματικό μπουκέτο ποιημάτων, γεμάτα χρώματα, αρώματα, ωραίες λέξεις και απίστευτες ιστορίες. Αλλού τα ποιήματα είναι τρυφερά, αλλού σκληρά. Ή μάλλον, για να το θέσω καλύτερα, κάθε ποίημα συνδυάζει την τρυφερότητα του λουλουδιού με τη σκληρή ιστορία που κρύβεται από πίσω.</p>
<p>Ολόκληρη η συλλογή έχει μια αίσθηση σουρεαλιστικότητας, υπερβατικότητας, επειδή μιλά για μύθους, και την ίδια στιγμή πατά πολύ γερά στην πραγματικότητα, επειδή γίνεται συνεχώς η σύνδεση με το σήμερα και με τον κόσμο μας. Ο «Μανδραγόρας» της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι από τα πιο σκοτεινά και ορμητικά ποιήματα.</p>
<p>Μαυριδερές φιγούρες μανδραγούδες<br />
πλαισίωσαν την ομορφιά τη φρέσκια</p>
<p>Αφηρημένη σκαρώνω πάνω στη λαβή του δόρατος κουφιοκέφαλα όντα ρίζες απόκοσμες με διπλά τριπλά τα μέλη να ξεχύνουν καπνούς από στόμα και βρισιές βρωμερές ανάσες και ξυλιές πολλές ξυλιές και κλωτσιές από άρβυλα πατημασιές στην πλάτη και μπουνιές από γροθιές ατσάλινες και μικρά συννεφάκια να ξεχύνονται συνομιλίας:</p>
<p>αντέχεις μόνος μες στο τσόφλι;<br />
ένιωσες τα θραύσματα γυαλιού να γίνονται αίμα;<br />
γεύτηκες το αλάτι των αστεριών;<br />
γύρεψες ξεθωριασμένο χορτάρι;<br />
έγδαρες χιόνι με οπλές;<br />
μασούλισες την τούφα στην κορυφή του δέντρου;<br />
αγκάλιασες το βουνό μαζί με την καταιγίδα;<br />
έχεις ντυθεί τον άνεμο;<br />
Δοκίμασες αβγουδάτσα;</p>
<p>(ο ξύλινος αρκάνθρωπος φέτος, έχει τη φωνή της Sinead O Conor)</p>
<p>Κατά τα άλλα, οι φωνές των ποιητριών είναι πιο χαμηλές, πιο προσεκτικές, διαμαρτύρονται μεν, αλλά με έναν τρόπο πιο αθόρυβο. Οι ποιήτριες καταγράφουν όντως τα μεγάλα προβλήματα της ζωής και του κόσμου μας, αλλά επιλέγουν να το κάνουν με τον πιο τρυφερό τρόπο που μπορεί να υπάρξει, μέσω ενός λουλουδιού. Μπορούν τα λόγια ενός λουλουδιού να αλλάξουν τον κόσμο; Και κατ’ επέκταση, μπορούν τα λόγια ενός ποιητή να αλλάξουν τον κόσμο;</p>
<p>Τα «Άνθεα» είναι 40 ιστορίες. Τα εγχώρια άνθεα της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι γεμάτα ελληνική μυθολογία. Μύθοι περισσότερο ή λιγότερο γνωστοί, φανταστικά ή υπαρκτά πρόσωπα της αρχαιότητας, με αναφορές στο σήμερα, καθώς και αναφορές στον χριστιανισμό. Τα 20 εξωτικά άνθεα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου μάς ταξιδεύουν σε όλον τον κόσμο, Ιαπωνία, Ινδία, Αμαζόνιο. Έντονες αναφορές στην ιστορία των χωρών, πλούσια ιστορικά στοιχεία, κοινωνικά σχόλια. Όλα αυτά που ανέφερα βέβαια είναι στοιχεία που συναντάμε έτσι κι αλλιώς στην ποίηση, όμως εδώ, στα «Άνθεα», αυτό γίνεται με έναν τρόπο πρωτότυπο και ευφάνταστο χάρη στην επιλογή του λουλουδιού ως κεντρικό άξονα της συλλογής.</p>
<p>Ένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου που υπάρχει διάχυτο και κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος είναι η γυναικεία παρουσία. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή πολλά λουλούδια είναι γένους θηλυκού είτε επειδή πολλοί μύθοι είναι συνδεδεμένοι με γυναίκες είτε επειδή έτσι το επέλεξαν οι ποιήτριες.</p>
<p>Γινγκ-Σου, Κίνα (της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου)</p>
<p>Στου σπαθιού τον χορό της<br />
Τα νέφη σταματούν<br />
Τα νερά ακινητούν<br />
Η γη βλασταίνει το αίμα της</p>
<p>Εγώ μια γυναίκα, ναι<br />
Στον πόλεμο, ναι<br />
Με το δικό σου το σπαθί<br />
Χόρεψα<br />
Έχυσα το αίμα μου<br />
Προσφορά<br />
Για την αγάπη.<br />
Εσύ;</p>
<p>Σε πολλά ποιήματα όχι απλώς υπάρχουν αναφορές στη γυναίκα, όχι απλώς υπάρχουν έμμεσα σχόλια για τη θέση της γυναίκας, αλλά τα λουλούδια προσωποποιούνται και μιλούν ως γυναίκες, σηκώνοντας έτσι το βάρος του ποιήματος και κατ’ επέκταση το βάρος αυτού του κόσμου. Οι γυναίκες παθαίνουν, οι γυναίκες υποφέρουν, οι γυναίκες διώκονται ή αδικούνται από θεούς κι ανθρώπους, όμως εδώ έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν, να ακουστεί ο λόγος τους, έχουν μια ευκαιρία για δικαίωση ή έστω για λύτρωση μέσω της καταγραφής της αλήθειας.</p>
<p>Ένα άλλο ζήτημα που τονίζεται ιδιαίτερα στο βιβλίο είναι αυτό του περιβάλλοντος, της φύσης, όχι με την έννοια της ρομαντικής αποτύπωσης, αλλά με την έννοια της οικολογίας, της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος. Τα «Άνθεα», λόγω του θέματός τους αλλά και λόγω των προβληματισμών που θέτουν, μιλούν έμμεσα για την καταστροφή του περιβάλλοντος, για την επιτακτική ανάγκη της φροντίδας του, για επιστροφή στη φύση.</p>
<p>Τα 40 ποιήματα της συλλογής είναι ένας ποικιλόχρωμος καμβάς από φως και σκοτάδι, από μύθο και ιστορία, από σκληρές και μαλακές κουβέντες, από παρελθόν και παρόν. Οι θεοί της αρχαιότητας που αδικούν τους ανθρώπους, οι άνθρωποι που διαχρονικά αδικούν ο ένας τον άλλον, το περιβάλλον που καταστρέφεται, τα δικαιώματα που καταπατούνται. Η πορεία των λουλουδιών είναι η πορεία του κόσμου, ή τα μυστικά των λουλουδιών θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν τις αγκυλώσεις του κόσμου, αλλά οι άνθρωποι δεν ακούν, τα λουλούδια παραείναι ταπεινά για να λάβουν την προσοχή που τους αξίζει. Αυτό θα μπορούσε συνολικά να λειτουργήσει ως ένα επιπλέον μήνυμα της συλλογής, ότι η λύση βρίσκεται στα μικρά πράγματα που δεν αντιλαμβάνεται κανείς ή ότι θα πρέπει να απλοποιήσουμε τη ζωή μας και να ζήσουμε με λιγότερο θυμό, με λιγότερο μίσος, με λιγότερο ανταγωνισμό.</p>
<p>Το βιβλίο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, πολλή μελέτη, είναι ένα βιβλίο στο οποίο μπορεί κανείς να επανέλθει είτε για να αποστηθίσει τις πληροφορίες είτε για να ανακαλύψει νέα νοήματα σε κάθε ποίημα είτε απλώς για την αναγνωστική απόλαυση.</p>
<p>Τα «Άνθεα» είναι μια σπουδαία ποιητική συλλογή σε όλα τα επίπεδα. Βασίζονται σε μια εξαιρετική ιδέα που είχε την τύχη να υλοποιηθεί σωστά και να δώσει ένα πολύ δυνατό αποτέλεσμα. Συνδυάζουν ποίηση και πληροφορία. Συνδέουν δύο σύγχρονες ποιητικές φωνές που αλληλεπιδρούν με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Φέρνουν μαζί τον λόγο και την εικόνα, γιατί κάθε ποίημα συνοδεύεται και από το σκίτσο του εκάστοτε λουλουδιού, με σχέδια της Ιουλίας Μιχαλέα. Φέρνουν στην ποίηση κάτι φρέσκο, κάτι που αξίζει να διαβαστεί, κάτι που όντως αφορά τον αναγνώστη, είτε ο αναγνώστης αναζητά το υπερβατικό και το μυθολογικό είτε το ρεαλιστικό και την αλήθεια είτε τον προβληματισμό είτε τη γνώση. Είτε θέλει απλώς να απολαύσει καλή ποίηση.</p>
<p>Βιολέτα ή μενεξές (της Κατερίνας Λιάτζουρα)</p>
<p>Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη֗<br />
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια<br />
τη μυρωδιά του θανάτου<br />
Με τον ήλιο πάνω<br />
στα θαμπωμένα βλέφαρα<br />
μέτρησε δαχτυλίδια<br />
χρόνια συσσωρευμένα<br />
σε ομόκεντρους κύκλους<br />
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες<br />
μια βελονιά πάνω στο κενό<br />
Πάνω στο ματωμένο λείψανο<br />
στάθηκαν λευκές πεταλούδες<br />
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους<br />
Η μία έμεινε για πάντα εκεί<br />
άφησε το αποτύπωμά της στο ξύλο<br />
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη<br />
που κόβουν βιολετιά λουλούδια<br />
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο<br />
πάνω από τις πλαγιές του λόφου<br />
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια<br />
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά<br />
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό<br />
Έκλεισε τα μάτια<br />
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα<br />
από κοράκια</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΙΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 15/4/2025</p>
<p>Το πρώτο πράγμα με το οποίο συνομίλησε ο άνθρωπος, ακόμα πριν καν δημιουργηθεί το εργαλείο συνεννόησης των ανθρώπων, η γλώσσα, είναι η φύση. Η φύση που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη γλώσσα, ούτε κώδικες και συνθηματικά για να συνομιλήσει και να αλληλεπιδράσει κανείς μαζί της. Αρκούν οι αισθήσεις, η όραση, η όσφρηση, η αφή, η γεύση και η ακοή. Αυτό δηλαδή το βιολογικό σύστημα που συλλέγει πληροφορίες απ’ ό,τι υπάρχει γύρω του και το μεταφράζει σε αισθητικότητα, σε αίσθημα και για να το πάμε και πιο πέρα, τελικά αυτά τα σήματα του νευρικού μας συστήματος μεταπλάθονται σε συναισθήματα.<br />
Αξιοθαύμαστο πραγματικά είναι πως τα φυτά παρόλο που δεν έχουν νευρικό σύστημα όπως ο άνθρωπος μπορούν να αισθανθούν το φως, τη θερμοκρασία, την μηχανική πίεση, τις διάφορες χημικές ουσίες.<br />
Νομίζω πως αυτά είχαν ως εφαλτήριο οι ποιήτριες για να γράψουν αυτό το βιβλίο. Και όχι μόνο. Η φύση έτσι κι αλλιώς ορίζει τα πάντα, όρισε την αρχή και κάποια στιγμή, πιθανόν, θα ορίσει και το τέλος του σύμπαντος. Με τις λειτουργίες της αλλά και τους συμβολισμούς της καθορίζει τη ζωή των έμβιων όντων, μεταξύ αυτών και του ανθρώπου.<br />
Κι όλα τα λουλούδια μαζί είτε είναι εγχώρια, είτε εξωτικά, συνομιλούν σε αυτή τη γλώσσα τη βουβή, τη γλώσσα που δε χρειάζεται καμιά μετάφραση, που όμως είναι τόσο ειλικρινής, τόσο άμεση.<br />
Μια γλώσσα στην οποία συνομιλεί ο Μενεξές από την Ελλάδα, με το Μποράγκο από το Χαλέπι της Συρίας ή το Αστεράκι από την χώρα μας με το Κακάου από τη Γουατεμάλα και το Χρυσάνθεμο με την Τρομπέτα του Διαβόλου.<br />
Θα αναρωτηθεί κανείς βέβαια αν η φύση μπορεί από μόνη της και εξ ολοκλήρου να είναι το θέμα μιας ποιητικής συλλογής, πολλώ δε μάλλον μιας ποιητικής συνύπαρξης. Μιλάμε λοιπόν για αμιγώς ρομαντική ποίηση; Όχι, εδώ η φύση, τα άνθη, λειτουργούν ως μαγιά, ως πρώτη ύλη για το εις βάθος εξεταζόμενο θέμα που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος ανατέμνεται από την πένα της Κατερίνας και της Μαργαρίτας. Και ανατέμνεται με έναν χειρουργικό τρόπο (δεν θα μπορούσε άλλωστε η ανατομία αυτή να μην είναι χειρουργική), με το νυστέρι της αλληγορίας και του συμβολισμού.<br />
Άνθρωπος και φύση σε μια συνάντηση έξω από γεωγραφικά όρια. Δεν αλλάζει κάτι σε τίποτε από τα δυο, μέσα κι έξω από τις γραμμές του χάρτη, ανεξάρτητα από ζώνες καιρού και βαρομετρικά, μεσημβρινούς και ισημερινούς. Με τον ίδιο μηχανισμό, με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και η φύση και ο άνθρωπος παντού.<br />
Μέσα από αυτή τη συλλογή επιλέγοντας ποιήματα θα μπορούσαν να έχουν φτιαχτεί πολλές μικρότερες συλλογές με διαφορετικές θεματικές, διότι όπως αναφέρθηκε, το σημείο σύγκλισης και το κέντρο βάρους της είναι ο άνθρωπος και οι ιστορίες του, τα πάθη του, οι ματαιώσεις του, τα όνειρα του, όλα εκείνα όσα καθόρισαν και καθορίζουν το διάβα του πάνω στη γη. Το χνάρι δηλαδή που αφήνει στο πέρασμά του.<br />
Διαβάζοντας τα ποιήματα μπορεί να ανατρέξει κανείς και στις σημειώσεις που υπάρχουν στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου εκεί συνοπτικά και με πολύ εύληπτο τρόπο δίνονται πληροφορίες για το κάθε άνθος, ώστε να γίνει ακόμη πιο κατανοητό το τι συμβολίζει κάθε λουλούδι και πώς συνομιλεί με τον άνθρωπο, πώς οι αλήθειες τους φανερώνονται μέσα στα ποιήματα και πώς τα έχουμε συναντήσει ή τα έχουμε βιώσει στον ρου της ζωής μας. Πολύ ουσιαστικό και το επίμετρο της εξαιρετικής Ευσταθίας Δήμου στο τέλος του βιβλίου το οποίο διαβάζοντάς το επικυρώνονται μέσα μας όσα έχουμε εισπράξει από την ανάγνωση. Μπορεί κανείς να το διαβάσει και πριν την ανάγνωση των ποιημάτων, καθώς μας οδηγεί στον απαιτούμενο κάναβο, το νοητό δηλαδή πλέγμα, πάνω στο οποίο είναι σχεδιασμένη και δομημένη η συλλογή.<br />
Και με αφορμή τη λέξη «σχεδιασμένη» που είπα, πρέπει εδώ να σημειώσω πως το βιβλίο αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας έμπνευσης ή κάποιας ενστικτώδους ανάγκης των ποιητριών, είναι θα έλεγα, αποτέλεσμα καταρχήν μιας ποιητικής ωριμότητας η οποία προσέφερε το γόνιμο έδαφος για να διαμορφωθούν οι συνθήκες δόμησης του εν λόγω πονήματος, είναι μια γέννα, όπως κάθε έργο της τέχνης, μια γέννα όμως που προέκυψε από μια εγκυμοσύνη που επιδιώχθηκε και δεν «έτυχε». Και το τονίζω αυτό διότι φαίνεται πως είχαν διαμορφωθεί και ωριμάσει απόλυτα οι συνθήκες για αυτή τη συνομιλία των ποιητριών και έτσι αρμονικά συμπορευτήκαν σε αυτό τον ιδιαίτερο δρόμο, από τη σύλληψη της ιδέας, έως τη συλλογή των πληροφοριών, το πάντρεμα του κάθε άνθους, με μύθους, ιστορίες και συμβάντα, παλιότερα η και σύγχρονα, εγχώρια ή εξωτικά, που στάθηκαν και πρώτη ύλη για τα ποιήματα, όλα όμως σημεία μιας περιμέτρου που εντός του κυκλικού δίσκου που ορίζουν, κλείνουν την ίδια τη ζωή.<br />
Διαβάζοντας, έκανα στον νου μου πολλά ζευγαρώματα λουλουδιών, εννοώ ένα εγχώριο λουλούδι της Λιατζουρα στην ίδια ανθοδέσμη με ένα εξωτικό της Παπαγεωργίου, που καίτοι διαφορετικά στην εμφάνιση στα χρώματα, αναδίνουν το ίδιο άρωμα, έχουν την ίδια επίδραση στις αισθήσεις μας, τα απασχολεί δηλαδή το ίδιο θέμα.</p>
<p>Θα αναφέρω ένα παράδειγμα, αν και έχει τη μαγεία του να τα ανακαλύψει κάποιος μόνος του διαβάζοντας το βιβλίο. Το Ντατούρα της Παπαγεωργίου με το χρυσάνθεμο της Λιάτζουρα. Και τα δυο ποιήματα με αναφορές σε γνωστούς πίνακες ζωγραφικής. Το μεν Ντατούρα, στον αξεπέραστο αντιπολεμικό πίνακα του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ όπου παρουσιάζει στρατιώτες μετά από επίθεση με χημικά αέρια στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι ακριβώς, σαν τα αέρια του πολέμου και αυτό το λουλούδι, η τρομπέτα του διαβόλου είναι ικανό να δηλητηριάσει και να σκοτώσει.</p>
<p>//Ντατούρα ή τρομπέτα του διαβόλου (Αμερική)<br />
Μαργαρίτα Παπαγεωργίου<br />
Ο ένας γραπώνεται στον ώμο<br />
του μπροστινού να προχωρήσει<br />
όπου δεν έχει δέρμα φουσκαλιάσει<br />
όπου δεν πονάει φριχτά<br />
Μερόνυχτα σκοτάδι<br />
τρικλίζουμε χωρίς ανάσα<br />
Κόλαση, τα πάντα σκοτεινά,<br />
πού είναι το ουράνιο τόξο;<br />
Μερόνυχτα σκοτάδι<br />
Πώς μας κατάντησαν φαντάσματα, στοιχειά;<br />
Εμάς, τόσο ένδοξους στρατιώτες.<br />
Εκείνο το βρωμερό λουλούδι φταίει<br />
το λουλούδι του διαβόλου.<br />
Εκείνο και οι Σαμάνοι Ινδιάνοι<br />
Παίρνουνε την εκδίκησή τους<br />
Εκείνοι και τα παλιολούλουδά τους<br />
Τα ζόμπι και οι μάγισσες.<br />
Ζιζάνια, ζιζάνια να ξεριζώσουμε.<br />
Καλά κάναμε και τους πήραμε τη γη τους //</p>
<p>Το δε Χρυσάνθεμο της Λιάτζουρα στον πασίγνωστο πίνακα του (τρελού του Ολλανδού- όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ποιήτρια ) του Βίνσεντ βαν Γκογκ. Μια εικόνα που δρα ιαματικά πάνω στις φλεγμαίνουσες πληγές που ανοίγουν οι συρράξεις και οι πόλεμοι στον κόσμο.<br />
// Χρυσάνθεμο<br />
Κατερίνα Λιάτζουρα<br />
Απ’ όλα τα χρυσάφια<br />
του κόσμου εγώ ξεχώρισα<br />
εκείνο που στο άνθος έδωσε<br />
το λαμπερό το όνομα<br />
Έπρεπε να χρυσίσει<br />
εξ αρχής στους πίνακες<br />
εκείνου του τρελού του Ολλανδού<br />
το ταπεινό<br />
για να αποκτήσει στη συνέχεια<br />
αμύθητη αξία //<br />
Πολλοί τέτοιοί συνδυασμοί μπορούν να φτιάξουν πολλές διαφορετικές ανθηρές συνθέσεις, που ειτε με τις ομοιότητες ειτε με τις διάφορές τους, άλλοτε συμφωνώντας κι άλλοτε διαφωνώντας, συνομιλούν δυναμικά.<br />
Ο λόγος για τον οποίο γράφει η κάθε ποιήτρια φαίνεται να διαφέρει τόσο ανάμεσα στις δυο τους όσο κι ανάμεσα σε ποιήματα της καθεμιάς. Και άλλοτε πάλι μοιάζει να ξεκινά από το ίδιο ερέθισμα, από την ίδια αφετηρία και να καταλήγει στο ίδιο τέρμα, στο ίδιο σημείο άφιξης. Κι αυτό δίνει μια απίστευτη δύναμη αλλά κι δυναμική στο βιβλίο η οποία και περνάει στον αναγνώστη.</p>
<p>Η Κατερίνα Λιάτζουρα, (που έχει αναλάβει να μας μιλήσει για τα εγχώρια άνθη) με την πείρα ενός κηπουρού, ξέρει πολύ καλά όλες τις ενέργειες εκείνες που πρέπει να κάνει για να είναι ζωντανός και πάντα ανθοφορεμένος ο κήπος της. Ξέρει τα μυστικά τού κάθε λουλουδιού κι άλλοτε μας μιλά γι αυτά άμεσα και κυριολεκτικά, μας περιγράφει την ομορφιά τους, το τρόπο ανθοφορίας τους, τον κύκλο της ζωής τους, ορμώμενη από τις αισθητηριακές της προσλήψεις, (από το τι βλέπουν τα μάτια της, τι μυρωδιές φτάνουν στα ρουθούνια της) κι άλλοτε συνειρμικά μας οδηγεί στον συμβολισμό ή στο υπονοούμενο που εξάγεται από αυτή την εικόνα και τη λειτουργία και είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη ζωή, με την κατανόησή της, τη γνώση της, άλλα και την σοφία που μας προφέρει η ίδια η φύση. Με συχνές αναφορές σε θέματα της ελληνικής μυθολογίας όπου βεβαίως είχε σε προεξάρχουσα θέση τη φύση. Μέσα στους στίχους της ο άνθρωπος μετουσιώνεται σε άνθος και το άνθος σε άνθρωπο, μέσα από αυτή την αιώνια μυστική συλλειτουργία τους. Και επιμένει σε αυτή σχέση, επιμένει νιώθοντας αγωνία άλλα και στο βάθος μια σιγουριά (γιατί δεν μπορεί να γίνει και αλλιώς) πως αυτή η σχέση θα κρατηθεί ζωντανή και δυνατή και χρησιμοποιεί την ποίηση ως καταλύτη (ως επιταχυντή δηλαδή αυτής της χημικής αντίδρασης, της χημικής διεργασίας).<br />
H Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (που έχει αναλάβει να μας μιλήσει για τα εξωτικά άνθη), μας φέρνει στον νου την εικόνα της μέσα σε ένα δάσος με εξωτικά λουλούδια να τα παρατηρεί να τα αγγίζει διερευνητικά, με σεβασμό και απορία, με χαρά, αγωνία αλλά και συστολή συνάμα και να περιμένει να μιλήσει μαζί τους, να ανταλλάξουν απόψεις για τον άνθρωπο, για τη ζωή, για τις σχέσεις, να περιμένει να αντλήσει από τις ιστορίες τους διδάγματα και διδαχές, να τα αντιστοιχήσει με τις δικές της προσωπικές εμπειρίες και να στείλει το μήνυμα παντού, όπου υπάρχει κήπος στη γη, όπου υπάρχει άνθρωπος. Και να θυμίσει σε όλους πως όπως γεννιέται, ζει, συμπεριφέρεται και πεθαίνει ένα λουλούδι, έτσι ακριβώς αυτόν τον ίδιο κύκλο κάνει και ο άνθρωπος.<br />
Κι ελπίζει, και μας το μεταφέρει μέσα στους στίχους της πως θα διδαχθούμε από τη φύση, θα σκύψουμε πάνω από τα πολύπειρα εξωτικά άνθη και θα αφουγκραστούμε τις ιστορίες τους.<br />
Η αλήθεια, η ομορφιά, η αγάπη για τη φύση παίρνουν μέσα από τα ποιήματά της αυτό το παγκόσμιο μέγεθος που τους αξίζει, σαν αμφίπλευρα διαπερατή μεμβράνη που λειτουργεί άριστα μέσα στα ποιήματά της, δείχνει να ενώνει, να αλληλοεπιδρά και να αναγεννά τη φύση και τον άνθρωπο ταυτόχρονα.<br />
Οι δυο ποιητικές φωνές καίτοι η κάθε μια έχει το χρώμα της, το ύφος της και τον τρόπο της, πετυχαίνουν να συνομιλούν με πλήρη αρμονία, σαν δυο φωνές που τραγουδούν μαζί, άλλοτε κάνοντας η μια την πρώτη φωνή κι άλλη το σεκόντο και άλλοτε το αντίστροφο, μα πάντα σταθερά πάνω στη ίδια μελωδική γραμμή.<br />
Κρατώντας αυτό το βιβλίο στα χέρια μου ένιωσα πως κρατώ ένα φυτολόγιο και μαζί ένα άλμπουμ φωτογραφιών, ένα κλικ στιγμών, συναισθημάτων, λογισμών, ένα φιλοσοφικό εγχειρίδιο. Η ανάγνωση ενός βιβλίου, έτσι κι αλλιώς αλλάζει μορφές, ανάλογα με την οπτική, τις προσλαμβάνουσες και τις εμπειρίες του αναγνώστη.<br />
Σε κάθε περίπτωση, με όποιο τρόπο και αν διαβαστεί αυτή η συλλογή σίγουρα θα μας αφήσει το τύπωμά της. Γιατί είναι τόσο ιδιαίτερη ως ιδέα, ως σύλληψη, ως διάρθρωση.<br />
Το διάβασμα αυτού του βιβλίου είναι εμπειρία!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b5%ce%b1-%ce%b5%ce%b3%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΘΑΛΕΙΑ ΤΑΣΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 18 Aug 2023 22:14:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΑΛΕΙΑ ΤΑΣΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19918</guid>

					<description><![CDATA[Η Θάλεια Τάσου γεννήθηκε στον Πάνω Αμίαντο της Κύπρου, όπου έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της. Κατόπιν, πέρασε τα εφηβικά της χρόνια μέχρι το τέλος του Γυμνασίου στον Καλαπαναγιώτη της Κύπρου, πατρίδα των γονιών της. Σπούδασε στο Παρίσι, όπου απέκτησε διπλώματα στην Κοινωνιολογία, τη Γαλλική φιλολογία, τη Λογοτεχνία και τα Παιδαγωγικά.Αργότερα, σπούδασε Νομική &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΘΑΛΕΙΑ ΤΑΣΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Θάλεια Τάσου γεννήθηκε στον Πάνω Αμίαντο της Κύπρου, όπου έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της. Κατόπιν, πέρασε τα εφηβικά της χρόνια μέχρι το τέλος του Γυμνασίου στον Καλαπαναγιώτη της Κύπρου, πατρίδα των γονιών της. Σπούδασε στο Παρίσι, όπου απέκτησε διπλώματα στην Κοινωνιολογία, τη Γαλλική φιλολογία, τη Λογοτεχνία και τα Παιδαγωγικά.<br />Αργότερα, σπούδασε Νομική στο Μόντρεαλ, όπου διαμένει από το 1976, ασκώντας το επάγγελμα της δικηγόρου. Δίδαξε επίσης Κοινωνιολογία, Γαλλικά και Ελληνικά, σε κολέγια και σχολεία της ελληνικής κοινότητας. Δημοσίευσε άρθρα νομικού και πολιτικού περιεχομένου. Γράφει από τα μαθητικά της χρόνια. Ποιήματα και πεζά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Επίσης, ποιήματά της μεταφράστηκαν στα γαλλικά και τα αγγλικά, ενώ η ίδια μετέφρασε ποίηση από<br />τα ελληνικά στα γαλλικά και τα αγγλικά. Τελευταία, εκτός από το γράψιμο, ασχολείται με το σχέδιο και τη ζωγραφική<br />(μεταξύ άλλων: πορτραίτο, τοπία, νεκρή φύση, ζωντανό μοντέλο, κ.λπ.) και έχει πάρει μέρος σε διάφορες συλλογικές εκθέσεις.<br />Η ποιητική συλλογή &#8220;Κατάθεση&#8221; (Εκδ. Γερμανός 2023) είναι το πρώτο της βιβλίο ποίησης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19919 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΟ-201x300.jpg" alt="" width="331" height="494" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΟ-201x300.jpg 201w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΟ.jpg 428w" sizes="(max-width: 331px) 100vw, 331px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΤΑΘΕΣΗ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΙΘΑΚΗ</strong></h5>
<p>Οδυσσέα,<br />στον πηγαιμό για την Ιθάκη<br />δεν κουβαλούσες<br />Λαιστρυγόνες<br />μα ούτε Κύκλωπες.<br />Φρέσκος κι ωραίος<br />με σώμα σφριγηλό<br />και το αίμα καυτό<br />μέσα στις φλέβες,<br />ζάρωσες<br />κωπηλατώντας αδιάκοπα<br />παλεύοντας ενάντια<br />στις φωνές της σάρκας<br />και το κάλεσμα των σειρήνων.<br />Η πίστη σου<br />στο φτάσιμο στην πατρίδα<br />σου έδινε δύναμη.<br />Κύλησαν χρόνια και χρόνια<br />παλεύοντας,<br />μα ήρθαν<br />φοβεροί μαντατοφόροι<br />και σου ανήγγειλαν<br />πως οι καιροί<br />άλλαξαν,<br />τα μυρωδικά<br />είναι σπάνια<br />πια στην αγορά<br />κι όταν υπάρχουν,<br />βαριά φορολογούνται<br />από τις κυβερνήσεις.<br />Πως βγήκαν<br />λανθασμένοι οι ποιητές<br />κι η Ιθάκη πια<br />δεν υπάρχει.<br />Το μεταλλείο έκλεισε,<br />έρημο το σπίτι,<br />ό,τι απόμεινε<br />μια πόρτα κλειστή,<br />ένα κόκκινο μαντρόσκυλο<br />μοναδικό σημείο ζωής<br />στο ξεραμένο τοπίο<br />κι ο γερο-Πετρής<br />ο χτίστης<br />ξεδοντιασμένος<br />ο ίδιος<br />ένα μνημείο.<br />Οι σειρήνες φευγάτες<br />χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά,<br />οι σύντροφοι κι αυτοί φευγάτοι<br />βολεμένοι σε πόστα ηγεμονικά.</p>
<h5><strong>ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΟΝΤΡΕΑΛΙΤΙΣΣΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>IΙΙ</strong></p>
<p>«Όταν έφτασα στο λιμάνι,<br />ήταν όλα κάτασπρα.<br />Οι Ελληνίδες<br />χτυπιόντουσαν<br />κι οι Ιταλίδες<br />ξερίζωναν τα μαλλιά τους,<br />στο σπίτι του πατέρα μου<br />στο καρτιέ Σεν Ανρί<br />εκεί που πήγα να πάρω<br />το γάλα απ’ την ντουλάπα<br />τρόμαξα<br />μια τεράστια νυφίτσα<br />ασήμιζε στο φεγγαρόφωτο<br />κι όταν άναψα το φως,<br />είδα πως κατσαρίδες<br />περπατούσαν επάνω μου.<br />Από τότε<br />παραμιλώ στον ύπνο μου,<br />από τότε<br />ονειρεύομαι να φύγω<br />απ’ αυτόν τον τόπο».</p>
<h5><strong>ΑΔΟΥ ΑΝΑΒΑΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>V</strong></p>
<p>Ένας γλάρος<br />με περίεργο<br />αδέξιο περπάτημα<br />κόβει βόλτες<br />με τα καχεκτικά<br />ποδαράκια του,<br />ξάφνου ορμάει<br />απογειώνεται<br />διασχίζει τον αιθέρα<br />με ανοιγμένα φτερά<br />σαν να πρόκειται<br />γι’ άλλο πουλί.</p>
<h5><strong>ΟΡΦΕΩΣ ΕΠΙΚΛΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>VIII</strong></p>
<p>Απαγόρευσαν<br />ακόμη<br />και τα τραγούδια<br />σου, καλέ<br />μου Ορφέα.<br />Στα πανεπιστήμια<br />του πολιτισμένου<br />κόσμου<br />καταργούν τη διδασκαλία<br />των Ύμνων σου<br />ως να μην υπήρξες<br />ποτέ.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>IX</strong></p>
<p>Οι θνητοί<br />ζαλισμένοι<br />δεν τολμούνε<br />να πάρουνε<br />θέση.</p>
<h5><strong>Σ’ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΣΤΡΟΦΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></p>
<p>Κάθε που περνώ<br />απ’ αυτήν τη στροφή<br />αγναντεύω πέρα<br />τη θάλασσα.<br />Να ’ναι άραγε<br />η θάλασσα<br />του Ξερού;<br />Μια δρασκελιά<br />τόσο κοντά<br />μα και τόσο<br />μακριά!<br />Το μυαλό<br />το κυριεύει<br />η τρέλα,<br />θέλει<br />να ορμήσει<br />να κατηφορίσει<br />σαν ζαρκάδι<br />σαν μέλισσα<br />σαν πεταλούδα<br />σε παλιά<br />γνώριμα μέρη.<br />Στο λεωφορείο<br />της γραμμής<br />για τη Μόρφου<br />περνώντας<br />από Λεύκα<br />Πεντάγυια<br />στρωμένη<br />η διαδρομή<br />με χιλιάδες<br />κόκκινες<br />παπαρούνες.<br />Νά κι η κόκκινη<br />παραλία<br />του Ξερού.<br />Το προσκύνημα<br />στον Αϊ-Μάμα<br />επιστρέφοντας<br />από την τράπεζα<br />στη Μόρφου<br />με τα σπίτια<br />χωμένα<br />στις πορτοκαλιές<br />τη στάση στη Λεύκα<br />και την αγορά<br />της καθιερωμένης<br />σακούλας<br />με πορτοκάλια<br />σιεκκέρικα.*</p>
<p style="padding-left: 160px;">* Σιεκκέρικα. ποικιλία πορτοκαλιών με γλυκιά γεύση</p>
<h5><strong>ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΧΙ</strong></p>
<p>Οι ψυχές τους<br />είναι πάντα<br />εδώ,<br />περιφέρονται<br />γύρω μας<br />τους βλέπω<br />μπροστά μου<br />σαν οπτασία.<br />Έρχονται<br />και μας βρίσκουν<br />τις ώρες της περισυλλογής<br />στον Καλοπαναγιώτη<br />στο Μόντρεαλ<br />στ’ Ακολιού,<br />με την ανθοφορία<br />των δέντρων<br />την άνοιξη,<br />τα δέντρα<br />που αυτοί ανάστησαν<br />με τόση στοργή<br />μόχθο και αγάπη.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ</strong></h5>
<p>Υπάρχει πάντα<br />χώρος για εκπλήξεις.<br />Αλλά τώρα<br />οι εκπλήξεις<br />δεν μας εκπλήττουν πια.<br />Μπορούμε<br />να τις προβλέψουμε<br />με μαθηματική ακρίβεια.</p>
<p>Η μάγισσα Κίρκη<br />γαρ<br />μόλις κουνήσει,<br />το ραβδί της<br />ξέρουμε<br />πως οι μαριονέτες<br />μπαίνουν αυτόματα<br />σε δράση<br />ακολουθώντας<br />τις κινήσεις<br />των νημάτων.</p>
<p>Υπάρχουν δε<br />και μαριονέτες<br />μετά «διπλωμάτων».</p>
<p>Αυτά<br />και άλλα πολλά<br />συμβαίνουν<br />στην Πολιτεία<br />των θαυμάτων.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ</strong></h5>
<p>Χωρίς ηλικία<br />τάχα να υπήρξατε<br />νέοι<br />ποτέ;<br />Γυναίκες<br />με σταφιδωμένα<br />πρόσωπα<br />την ομορφιά σας<br />τη βύζαξε<br />ο καπιταλισμός<br />στα εργοστάσια<br />ίδιος Μινώταυρος<br />για να θεριέψει.<br />Δεν αναγνωρίζουμε<br />τα πρόσωπά μας,<br />στον καθρέφτη<br />προσωπεία<br />νεκρών.<br />Ξεριζωμένα δέντρα<br />θα μπορέσουμε<br />να στεριώσουμε<br />κάποτε;</p>
<h5><strong>Ο ΠΑΤΕΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></p>
<p>Φεύγεις&#8230;<br />Μας αφήνεις<br />το βάρος<br />της αξεπλήρωτης<br />αγάπης σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>II</strong></p>
<p>Τα μάτια<br />τα διαπεραστικά<br />αυτά τα μάτια<br />ξεθώριασαν.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>III</strong></p>
<p>Κι οι ομιλίες<br />που δεν μπορούσαμε<br />να διακόψουμε<br />κάποτε.<br />Πήρε<br />Τη θέση τους<br />μια ανυπόφορη<br />σιωπή<br />που μας τρυπά<br />το στομάχι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ</strong></h4>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19920 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ-186x300.jpg" alt="" width="300" height="484" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ-186x300.jpg 186w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ.jpg 596w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19921 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Γεωμετρική-Σύνθεση-300x225.jpg" alt="" width="408" height="306" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Γεωμετρική-Σύνθεση-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Γεωμετρική-Σύνθεση-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Γεωμετρική-Σύνθεση.jpg 960w" sizes="(max-width: 408px) 100vw, 408px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19922 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΔΙΑΦΟΡΑ-ΦΥΤΑ-238x300.jpg" alt="" width="300" height="378" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΔΙΑΦΟΡΑ-ΦΥΤΑ-238x300.jpg 238w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΔΙΑΦΟΡΑ-ΦΥΤΑ.jpg 762w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19923 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ελληνοκύπρια-με-παραδοσιακή-φορεσιά-207x300.jpg" alt="" width="300" height="435" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ελληνοκύπρια-με-παραδοσιακή-φορεσιά-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ελληνοκύπρια-με-παραδοσιακή-φορεσιά.jpg 662w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19924 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ερινύες-300x225.jpg" alt="" width="401" height="301" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ερινύες-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ερινύες-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ερινύες.jpg 960w" sizes="(max-width: 401px) 100vw, 401px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19925 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ζωντανό-μοντέλο-217x300.jpg" alt="" width="301" height="416" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ζωντανό-μοντέλο-217x300.jpg 217w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ζωντανό-μοντέλο.jpg 693w" sizes="(max-width: 301px) 100vw, 301px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19926 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΝΗΜΗ-ΣΟΦΙΑΣ-ΤΑΣΟΥ-300x225.jpg" alt="" width="401" height="301" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΝΗΜΗ-ΣΟΦΙΑΣ-ΤΑΣΟΥ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΝΗΜΗ-ΣΟΦΙΑΣ-ΤΑΣΟΥ-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΝΗΜΗ-ΣΟΦΙΑΣ-ΤΑΣΟΥ.jpg 960w" sizes="(max-width: 401px) 100vw, 401px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19927 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Παλιό-βιολί-300x225.jpg" alt="" width="401" height="301" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Παλιό-βιολί-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Παλιό-βιολί-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Παλιό-βιολί.jpg 960w" sizes="(max-width: 401px) 100vw, 401px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19929 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Χειμωνιάτικο-τοπίο-300x223.jpg" alt="" width="410" height="305" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Χειμωνιάτικο-τοπίο-300x223.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Χειμωνιάτικο-τοπίο-768x570.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Χειμωνιάτικο-τοπίο.jpg 960w" sizes="(max-width: 410px) 100vw, 410px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19930 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ωραία-Νύμφη-238x300.jpg" alt="" width="300" height="378" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ωραία-Νύμφη-238x300.jpg 238w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/Ωραία-Νύμφη.jpg 671w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19932 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/362687472_3638359203071587_6777540586540182656_n-300x224.jpg" alt="" width="361" height="269" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/362687472_3638359203071587_6777540586540182656_n-300x224.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/362687472_3638359203071587_6777540586540182656_n.jpg 674w" sizes="(max-width: 361px) 100vw, 361px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19934 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/354039670_3614689432105231_658941780441060418_n-211x300.jpg" alt="" width="301" height="428" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/354039670_3614689432105231_658941780441060418_n-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/354039670_3614689432105231_658941780441060418_n.jpg 676w" sizes="(max-width: 301px) 100vw, 301px" /></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 11 Apr 2023 21:01:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19357</guid>

					<description><![CDATA[Ο Βασίλης Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. Σπούδασε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Εργάσθηκε ως νοσοκομειακός γιατρός. Το 1991 παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην ποίηση και στη ζωγραφική. Παράλληλα ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό και εικαστικό δοκίμιο έχοντας γράψει μελέτες, δοκίμια και κριτικές για λογοτέχνες και ζωγράφους, της Θεσσαλονίκης κυρίως. Συνεργάστηκε με τα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Βασίλης Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. Σπούδασε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Εργάσθηκε ως νοσοκομειακός γιατρός. Το 1991 παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην ποίηση και στη ζωγραφική. Παράλληλα ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό και εικαστικό δοκίμιο έχοντας γράψει μελέτες, δοκίμια και κριτικές για λογοτέχνες και ζωγράφους, της Θεσσαλονίκης κυρίως. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά ‘’Πανδώρα’’ και ‘’Πάροδος’’. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί και στα περιοδικά ‘‘Αντί’’, ‘‘Ένεκεν’’, ‘’Νέα Εστία’’, ‘Παρέμβαση’, ‘’Πόρφυρας’’, στις τοπικές εφημερίδες, σε καταλόγους και λευκώματα ζωγραφικής. Έχει στο ενεργητικό του ένδεκα ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε περισσότερες από σαράντα ομαδικές. Το 2005 δημιούργησε τον μικρό εκθεσιακό χώρο ‘‘Δίπολο’’ όπου διοργανώνονται εκθέσεις βιβλίων και ζωγραφικής. Ήταν μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης καθώς και του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά. Έφυγε από τη ζωή στις 4 Μαρτίου 2022</p>
<p>Στην ανθολόγηση του ποιητικού έργου του Βασίλη Ιωαννίδη πολύτιμο βοήθημα είναι η Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Ειρήνης Κουκοβίνου «Ανιχνεύοντας την ποίηση του Βασίλη Ιωαννίδη», μια συμβολή στη μελέτη του έργου του (δημοσιευμένου και ανέκδοτου).. Σ’ αυτή τη ξεχωριστή μελέτη του έργου του Β.Ι. εκτός από τη πλήρη ανάλυση του έργου του και της ποιητικής γενιάς του 70 που ανήκει ο ποιητής, υπάρχει όλο το ποιητικό του έργο: Οι δυο δημοσιευμένες ποιητικές συλλογές ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ και ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ και τέσσερεις αδημοσίευτες οι: ΡΩΓΜΕΣ, ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΜΕΘΟΡΙΟ, ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ, ΘΥΡΑ ΕΞΟΔΟΥ.<br />
Ευχαριστώ την Ειρήνη Κουκοβίνου που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση όλων των ποιημάτων και κειμένων από τη διπλωματική της εργασία.</p>
<p style="text-align: right;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ (1998)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19446" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1-212x300.jpg" alt="" width="304" height="430" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1.jpg 453w" sizes="(max-width: 304px) 100vw, 304px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στη μυγδαλιά<br />
θ’ ανέβω<br />
να σε φτάσω∙<br />
έρωτα,<br />
πιο ψηλά<br />
απ’ τον ήλιο</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κάτω απ’ το παραθύρι σου<br />
θα ’ρθω κι απόψε<br />
από το φως σου<br />
φως να κλέψω<br />
και να πιω<br />
να ζεσταθώ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πού να σε κρύψω<br />
μη χαθείς,<br />
απ’ τη βροχή<br />
μη λιώσεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κισσό<br />
πλέκω τα χέρια μου<br />
γύρω<br />
απ’ το μέτωπό σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπέρμα σιωπής<br />
στον κόλπο∙<br />
μέσα μου βλασταίνω<br />
εντός μου ανθίζεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θέλω το αίμα σου<br />
να υπάρξω<br />
θες την ψυχή μου<br />
για να ζήσεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μια μια<br />
τις λέξεις<br />
της σιωπής σου<br />
πίνω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με λησμονάς<br />
με κόβεις<br />
με χωρίζεις<br />
και πάλι<br />
ξαναρχίζω<br />
απ’ την αρχή</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς να σε συντηρήσω;<br />
φλόγα που άναψε<br />
φωτιά που καίει<br />
σιγανή,<br />
σπίρτο μικρό,<br />
κερί που λιώνει<br />
μοναχό<br />
γρήγορα<br />
ελπίζω να καώ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το βάραθρο να γίνει φως<br />
πλατύσκαλο<br />
στον κόρφο σου<br />
να περπατήσω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανοίγουνε<br />
τα φύλλα της καρδιάς σου<br />
και με πνίγουν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σα ναυαγός,<br />
στο σκοτεινό σου βλέμμα<br />
πέφτω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μ’ αγγίζουν τρυφερά<br />
τα δάκτυλα<br />
του ήλιου,<br />
σκίρτημα σάρκας<br />
σιωπηλό</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έρως διάφανος<br />
με διαπερνά<br />
απ’ άκρη σ’ άκρη</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με στροβιλίζουνε<br />
τα χέρια του αέρα∙<br />
της καρυδιάς<br />
τα φύλλα πέφτουν.<br />
Μες στη σιωπή<br />
το πορφυρό σκοτάδι<br />
λάμπει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Νύχτα,<br />
σε κλείνω μέσα μου<br />
μου διαφεύγεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έρως απόρθητος<br />
και πώς να ξεδιψάσεις;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σταγόνες<br />
πρωινής δροσιάς<br />
τα χείλη σου,<br />
θάμα<br />
που όλο ψηλώνει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Διάφανο το κορμί σου<br />
κρυστάλλινο το φιλί<br />
πιο δροσερό<br />
κι απ’ της πηγής<br />
το ύδωρ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η μέρα<br />
ντύθηκε το βλέμμα σου<br />
και τρέχει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έστρωσε η μέρα<br />
ένα φιλί<br />
να περπατήσεις,<br />
έστρωσε ο ήλιος<br />
την χαρά<br />
για να χαρείς,<br />
κι ο δρόμος<br />
απ’ τα βάθη του<br />
στα χείλη σου<br />
να λάμψει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς να μιλήσει<br />
η σιωπή<br />
Λόγο δεν έχει∙<br />
μόνο τα μάτια σου<br />
μιλούν<br />
και ας σωπαίνουν∙<br />
μόνο τα χείλη σου<br />
επιμένουν<br />
τραγουδούν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Είσαι καθρέφτης,<br />
φως πέρα απ’ τα μάτια,<br />
όπως τα άστρα<br />
ο καθρέφτης τ’ ουρανού</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όλες οι λέξεις<br />
γίναν άστρα<br />
και σε ψάχνουν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα στον ύπνο σου<br />
ελπίζεις<br />
ξανανθίζεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πικρά τα στήθη σου<br />
σαν πικραμύγδαλο<br />
στα χείλη</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όπως σιωπή<br />
μετά την καταιγίδα<br />
η πίκρα<br />
στα μαλλιά σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μικρά τα μάτια σου<br />
κι ο έρωτας μεγάλος∙<br />
τόση σιωπή<br />
μαζεύτηκε,<br />
όμως<br />
δε λέει να βρέξει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποιο γιασεμί<br />
φυτρώνει<br />
μες στα μάτια σου-<br />
σε μεγαλώνει<br />
η μοναξιά<br />
πλάι στα στήθη,<br />
σε ντύνει απαλά<br />
η μέσα η φωνή σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Συλλογισμένη<br />
κάθεσαι στον ύπνο σου∙<br />
σαν αγκαλιά το χέρι σου,<br />
σταματημένο<br />
στον αέρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο μακρινός σου<br />
στεναγμός<br />
καημός που ρίζωσε<br />
στον κήπο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χέρια<br />
που αγωνίζονται<br />
να σε κρατήσουν,<br />
άστρο λευκό<br />
σε μαύρο ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σβήνεις στη σιωπή<br />
όπως σβήνεις<br />
το τσιγάρο στο χέρι<br />
η αγάπη<br />
καπνίζει ακόμη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λαιμός<br />
λεπτός μίσχος<br />
ανυψούμενη<br />
δίνη δακτύλων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κορμί πλαγιασμένο<br />
στον κάμπο,<br />
περιδινούμενο άστρο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θωπεία<br />
εναγκαλισμός<br />
μέθη,<br />
σιωπηρή<br />
των σωμάτων<br />
ανάλαφρη μέθεξη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στήθη σ’ αναμονή<br />
ανοιχτά στον άνεμο<br />
όλη μέρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τρύγος το χέρι<br />
γλυκός καρπός<br />
από τα στήθη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα στον κήπο<br />
κόρη γυμνή<br />
στην ρίζα λεμονιάς</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φράχτης ο πόθος,<br />
γυμνό κορμί<br />
παραδομένο σε ύπνο∙<br />
μέσα στα σκέλη<br />
αναμμένο κερί</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φιλημένη σάρκα<br />
αστράπτουσα<br />
εις ένωσιν μίαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καλλίγραμμο σύμπλεγμα<br />
ευωδία σωμάτων<br />
πέραν των ορίων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ώσμωση σωμάτων,<br />
μύρο,<br />
κλίνη της ψυχής<br />
αέρας μόνος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χυμός το φιλί<br />
στητός μαστός<br />
καρπός επί τραπέζης</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παρθένος άμωμος<br />
θηλάζουσα<br />
την κοίτη του νερού,<br />
πηγή<br />
αιδοίου δροσερού<br />
τη νύχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ύπτιος δισταγμός<br />
πάνω στα βράχια-<br />
σώμα<br />
που καίει ακόμα,<br />
μόνο στη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κρυμμένα πρόσωπα<br />
πιθάρια ραγισμένα<br />
ρινίσματα χαράς<br />
αστραφτερά<br />
σαν τα χρυσά φλουριά<br />
μες στην καρδιά</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λευκός αστράγαλος<br />
βυθισμένος<br />
σε κρυστάλλινο ύδωρ</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλαγιαστό φεγγάρι<br />
φέτα σιωπής στο στήθος<br />
άδειο μαξιλάρι</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγάρι στο μπαλκόνι<br />
κι ας είναι η νύχτα μόνη<br />
δίχως ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πανσέληνος<br />
κι η μοναξιά<br />
άστρο λαμπρό<br />
καταμεσής στον ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Άστραψε ο ουρανός<br />
γλυκό φιλί<br />
στα χείλη φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ημιτελή τοπία<br />
μες στη νύχτα<br />
όλο φως∙<br />
σαν ικεσία<br />
το μισό κορμί,<br />
να αιωρείται μόνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έστω δυο λέξεις<br />
κάποιες σταγόνες<br />
μια ψιλή βροχή<br />
από τον στεναγμό<br />
των άστρων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανθίζει ο πόνος<br />
δροσερά αστέρια<br />
ανθίζει ο έρως<br />
τριαντάφυλλα<br />
στο στήθος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λειψό φεγγάρι<br />
αγκαζέ<br />
με τ’ άστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σειρήνα σιωπηλή<br />
πλοίου που φεύγει<br />
μες στη νύχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έναστρη νύχτα<br />
αντίδωρο,<br />
της πικραμένης<br />
μέρας</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς ξεθυμαίνει<br />
κάποτε ο ουρανός<br />
και πλημμυρίζει<br />
η νύχτα λόγια;</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φθινόπωρο<br />
όλα μαραίνονται<br />
κι ο έρωτας<br />
ανθίζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αγκαλιά<br />
με το γυμνό κορμί<br />
ήρθε και ξάπλωσε<br />
ο στίχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλεκτή σιωπή<br />
ατέλειωτη<br />
με νήμα αγάπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όπως τραγούδι<br />
αηδονιού,<br />
του έρωτα ο πόνος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μικροί οι ώμοι<br />
ασήκωτο<br />
του έρωτα το βάρος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πολύτιμο ορυκτό<br />
ο έρωτας,<br />
μέταλλο αστραφτερό<br />
η αγάπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπίτι, του έρωτα<br />
ο στίχος<br />
πριν γίνει σκόνη,<br />
μακρινός του φθινοπώρου<br />
ήχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πηγή φωτός η σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λυγερός ανθός<br />
καρπός δακρύων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ευωδιά εντός σιγής<br />
ώριμος πόθος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λίμνη μοναξιάς<br />
στα μάτια∙<br />
Εναγκαλισμός</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σιωπηλός έρως<br />
άσβηστη φλόγα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Από σιωπή<br />
σε σιωπή<br />
κλίμακα πόθου</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα φωνή<br />
άλλη φωνή<br />
κλειστό φως<br />
άκτιστο<br />
εντειχισμένο<br />
στη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φλογέρα σιωπής<br />
άηχες λέξεις βροντερές<br />
να κρατηθούν<br />
μέσα σε ρόδο ανθηρό<br />
ελπίζουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κραυγή ρόδου<br />
ανέσπερο σέλας<br />
ρίγος σιωπής<br />
ανατέλλων βυθός<br />
γλυκύτατου πόνου<br />
σήμαντρον<br />
φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Υδρία στρογγυλή<br />
ρεμβάζουσα<br />
πλήρης πόθων∙<br />
κάνιστρο λυγερό,<br />
λιβάδι<br />
κρεμασμένο<br />
στον λαιμό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βήματα από μετάξι<br />
στο αχυρένιο στρώμα<br />
τ’ ουρανού-<br />
χαμόγελο που φέγγει<br />
μακρινό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν απαλό<br />
βελούδινο<br />
χνούδι σιωπής,<br />
επιστροφή,<br />
φιλί<br />
πάνω στο στήθος</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ (1995)</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;">Ειναι κατι αναρθρες κραυγες<br />
κατι οιμωγες<br />
έρημων δεντρων μες στη νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλεκονται τα κορμια<br />
και τα φιλια<br />
σφιχτά<br />
σαν κεντημενα αστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ομως ο ανεμος φυσά<br />
μας βρισκει αδυναμους<br />
και μας πετά πανω στα βραχια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οταν η νυχτα φτανει<br />
σ’ αποχαιρετω<br />
Ερχεται η μοναξια<br />
με παιρνει απ’ το χερι<br />
και κατεβαινουμε παρεα στο βυθο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απλωνω την καρδια μου<br />
διχως ταιρι<br />
με το μαχαιρι<br />
κοβω τον καημο στα δυό<br />
και σε κερνω</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στο ενα σου χερι<br />
ειναι τ’ αστρα<br />
και στ’ αλλο το φεγγαρι<br />
μα ο ηλιος δεν είναι κανενος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ω, τι γαληνη!<br />
Εσβησε και το τελευταιο αστρο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μ’ ένα λεπιδι στην καρδιά<br />
περηφανα<br />
φευγει κι αυτη η μερα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μες στο σκοταδι<br />
ναυαγοι θα ξεχυθουμε<br />
τη σηψη της ζωης<br />
με παθος να γευτουμε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η μοναξια είναι ένα θηριο<br />
που τριγυρνά στην ερημο<br />
μερα και νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εχει βαθια τις ριζες της στη γη<br />
Τρεφεται με τη θάλασσα και τ’ αστρα<br />
Γαντζωνεται πάνω στον ερωτα<br />
και τον ρημαζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τρωει τις σαρκες του<br />
και τον αφηνει μόνο<br />
να ξεψυχα<br />
και να πεθαινει στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη εχει εννια ματια<br />
και δυο κερατα<br />
εχει ενα στομα ερειπωμενο<br />
διχως δοντια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο ερωτας ειναι μικρος<br />
τον καταπινει ολοκληρο,<br />
αμασητο τον θαβει στην κοιλια της</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη εχει ενα βλεφαρο σα συννεφο<br />
σκεπαζει τον ηλιο και τον πνιγει<br />
ανεβαινει σαν αεροστατο<br />
ψηλα στον ουρανο<br />
σαν τη βροχη πεφτει στη γη<br />
και πλημμυριζει τις καρδιες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Για σπιτι εχει τον ανεμο<br />
τον συνοδευει σε ολες τις νεροποντες<br />
και τα ταξιδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη ειναι ενα μικρο παιδι<br />
μ’ ένα μεγαλο προσωπο<br />
που αντικριζει εκπληκτο<br />
τον αδειο οριζοντα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα τον μαδησει τον ερωτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">η νυχτα<br />
Τιναζεται το κορμι<br />
απο ηδονη και πονο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μπηγω βαθια στη σαρκα σου<br />
τα δοντια<br />
με τα σημαδια τους σε συγκρατω<br />
σφραγιδα ανεξιτηλη σου βαζω</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μα εσυ γλιστρας συνεχεια,<br />
Αφανιζεσαι<br />
καπνος γινεσαι<br />
ψηλα στον ουρανο ανεβαινεις<br />
και μου φευγεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα απο το μαυρο<br />
η καρδια σου<br />
που εμεινε να πεθαινει διχως αιμα<br />
να σπαρταρα σα ψαρι στον αερα<br />
με την ουρα κομμενη<br />
διχως λεπια<br />
χωρις τα βραγχια<br />
ν’ αναπνεει στο μολυσμενο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα απ’ τη φωνη σου<br />
το σκοταδι να γλειφει τις πληγες<br />
να τις ματωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερποντας ν’ ανεβαινει το βουνο<br />
ερποντας να το καιει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα από τα ματια σου<br />
ο γκρεμος<br />
τους σκοτωμενους υπνους να φυλαει</p>
<p style="padding-left: 40px;">μ’ ένα πικρο χαμογελο<br />
αγεφυρωτο<br />
που δεν τελειωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι κρυο απ’ τη σιωπη<br />
φεγγαρι πρασινο τυλιγμενο με βρυα<br />
φωτισε μου τον υπνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι με τα σιδερενια δοντια<br />
λυγισε μου τα δαχτυλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι με το φαγωμενο στομα<br />
φεγγαρι με τα ματωμενα χερια<br />
φεγγαρι με τα βουρκωμενα χειλη<br />
φωτισε μου τον υπνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">ριξε φωτοβολιδες στην ερημο</p>
<p style="padding-left: 40px;">φωτισε μου τη νυχτα<br />
φωτισε μου τα ονειρα<br />
σκεπασε μου τις πληγες<br />
κι αφησε μου την ανοιξη<br />
να καλπασει πεθαινοντας</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ηλιε μην κλαις<br />
Όλα τα δάκρυά σου φυλαξε τα<br />
στην ερημο που πας<br />
το γδαρσιμο του ανεμου να απαλυνεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ηλιε μην κλαις<br />
κανεις δε θα σε κλαψει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπειρε τα χερια σου στη λασπη<br />
να υψωθουν<br />
και την καρδια σου πεταξε την στα σκυλια<br />
να την κατασπαραξουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απ’ τα συντριμμια σου θα ξαναγεννηθεις<br />
κι από το αιμα σου<br />
η γη θα ξεδιψασει<br />
Ηλιε μην κλαις<br />
κανεις δε θα σε κλαψει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σκαλωνει η μερα πάνω στον ανεμο<br />
σκαλωνει η νυχτα πάνω στα βουνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ρεουν τα δακρυα της βροχης<br />
και τα φιλια του ανεμου<br />
φευγουν ματωμενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παγοβουνα φραζουνε το δρομο<br />
στεκουν μετεωρα και τραγουδουν<br />
μ’ ένα φεγγαρι κοκκινο στο στομα<br />
πετρωμενο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανθιζει καποτε ο κηπος<br />
μαραμενα λουλουδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι ριζες γυρευουν λιγο φως<br />
να ξεδιψασουν<br />
και τα κομμενα μελη από πηλο<br />
τριβονται ολοενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απλωνουν σα λεκες στον ουρανο<br />
και κρυβουν τα φεγγαρια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν τα κουρελια<br />
κρεμονται οι μερες<br />
και η θαλασσα γεμιζει μπαζα<br />
απ’ τα συντριμμια<br />
που ξεβραζουν τ’ αστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει η σταχτη<br />
που ακομα καιει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποια δοκαρια<br />
που αργουν να πεσουν<br />
στο σπιτι που από καιρο<br />
εχει ρημαξει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρουν<br />
καποια θλιμμενα φωτα<br />
που αστραφτουν μονα τους<br />
μετα την καταιγιδα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λαμπουν οι δρομοι τοτε<br />
σα φεγγαρια μες στη νυχτα<br />
κλεινουν τα ματια τους<br />
και σκαρφαλωνουν στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει<br />
η λυσσα της σιωπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">τα αγαλματα που πεφτουν<br />
μαλακά σαν τη βροχη<br />
το γελιο που πετρωσε<br />
μες στην ελπιδα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει η πεινα σου<br />
να ξαναδείς<br />
τα αστρα να πεθαινουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να δεις<br />
θα σε τυφλωσει ο ηλιος<br />
με το πολύ το φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθει η νυχτα<br />
και θα ‘ναι ο ουρανος αδειος<br />
γεματος ναρκες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χωρις ονομα<br />
θα ταξιδευουν τ’ αστρα<br />
στις εκβολες του ποταμου<br />
που δε γυρναει πισω</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι σε αγγιξε<br />
θα ξεγλιστρησει<br />
και θα το παρει ο ανεμος<br />
σα γυρη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Δε θα’ναι πια τα χερια σου<br />
πηγες ονειρου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απομακρα τα χειλη σου<br />
θα φευγουν<br />
θα βυθιστουν<br />
θα τα καλυψει η σταχτη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βρεχει συνεχεια πίκρα<br />
Μια σιγανη φωτια<br />
σου καιει τα ματια και τα χερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι αγαπησαμε πεθαινει<br />
μενει η σταχτη να ζεσταινει<br />
τις καρδιες μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο μπλε ουρανος μάς ξεγελά<br />
Γίνεται κοκκινος μολις βραδιάζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μες στην ομοχλη<br />
γλιστρουν και χανονται τα αστρα<br />
Τρυπες στα χερια και στο σωμα<br />
τρεχει ο καιρος<br />
τα δαχτυλα μας δεν τον συγκρατουν<br />
το σχημα του κορμιου σου<br />
χανεται στην αμμο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σκορπιες εικονες<br />
μαδουν τη μνημη και το χρονο<br />
τις παιρνει ο ανεμος<br />
και φευγει λυπημενος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βρεχει συνεχεια πίκρα<br />
Μια σιγανη φωτια<br />
Σου καιει τα ματια και τα χερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εξω λιακαδα<br />
και μεσα σου<br />
πικρο, γλυκο σκοταδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μια μερα ξαφνικα θα φυγεις<br />
σαν πλοιο που σαλπαρει σιωπηλα<br />
πάνω στις στεγες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πίσω θ’ αφησεις<br />
τα χερια σου να περιμενουν<br />
τον ηλιο κρυμμενο<br />
να τριγυρνα και να ονειρευεται<br />
μονάχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μα θα γυρισεις<br />
μιση φεγγαρι<br />
και μιση ψαρι</p>
<p style="padding-left: 40px;">θα΄χεις τα ματια σου ανοιχτα<br />
γεματα φυλλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα μπεις μεσα στις φλεβες μου<br />
και θα φυτεψες<br />
τ’ αστρα που χάθηκαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">τον μπλε ουρανο<br />
και τα πηγαδια που μας κλεψαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποτε ο ηλιος<br />
σου καιει τα ματια και τα χερια<br />
σου τρωει<br />
το σωμα και τον υπνο<br />
σ’ αφηνει να γαβγιζεις μόνο<br />
μες στο κηπο<br />
να δαγκωνεις τ’ αστρα και τη σιωπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποτε ο ηλιος<br />
σε πληγωνει τρυφερα<br />
μ’ ένα φιλι στα χειλη αστραπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σου αφηνει<br />
πικρά σημαδια στα δαχτυλα,<br />
σαν το φυλλο<br />
πεφτει ανεπαισθητα στη γη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα λιωσουν τα λογια<br />
μεσα στα μαλλια σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα φυγει ο ανεμος<br />
χωρις να σε ρωτησει<br />
μαζι του παιρνοντας<br />
το σχημα του κορμιου σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερημοι δρομοι<br />
θα βγούν να σε καλωσορίσουν<br />
θα’ χεις το στομα σου κλειστο<br />
γεματο πευκα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με ριζες κοκκινες απ’ το αιμα<br />
τον γκριζο οριζοντα θα σημαδευεις<br />
Καποτε ο ηλιος θ’ ανατειλει μαυρος<br />
θα μεινει μόνο το κρανιο σου<br />
να χαιρετα<br />
μ’ ένα φεγγαρι λαφυρο στο πετο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανοιγεις ξαφνικα τα ματια σου<br />
και βλεπεις έναν κοσμο αλλοκοτο<br />
έναν κοσμο ωραιο<br />
κι εσυ λειπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παντα ελειπες<br />
Ηταν ο ηλιος που εκρυβε τα ματια σου<br />
Τωρα στη θεση τους<br />
χιλιαδες άλλα ματια<br />
αλλά εσυ λειπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποιος θα σε φερει πισω<br />
να κλαψεις παρεα με τη βροχη<br />
τον ερχομο την Ανοιξης;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εκει που βρισκεσαι<br />
δεν φτανει η φωνη σου<br />
Τα αγαλματα ξεχνουν<br />
δεν υποφερουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λυγιζεις σαν τοξο στη μοναξια<br />
ανοιγεις τρυπες στο σωμα σου<br />
να μπαινονγαινει ο ανεμος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το ομοιωμα του καιρου<br />
στριφογυρναει γυρω απ’ το κορμι σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν την αμμο η ζωη σου<br />
και σαν τα βοτσαλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να μετρας τις μερες που περασαν<br />
να μετρας τις μερες που θα ’ρθουν<br />
και ο βυθος να σε κερδιζει συνεχεια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα μαραμενα ανθη να δεις<br />
και τη δροσια του φθινοπώρου<br />
να κρατησεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μαυρα πουλια θα’ρθουν και θα σε πνιξουν<br />
να μην κακοφορμισει η ανοιξη<br />
να μην πυορροησουνε τα χιονια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να μη γεμιζει το σωμα σου πληγες<br />
την τρικυμια ν’ αποφυγεις<br />
τον καταποντισμο των αστρων<br />
Φεγγαρια κοκκινα να μην κατέβουν<br />
στο μπαλκονι σου<br />
κι αραχνες να μην τυλιξουν τα ονειρα σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εδώ κυκλώνες κυκλωπες στρατοπεδευουν<br />
σαρωνουν τα βραχια και τ’ αγαλματα<br />
και στις σπηλιες μουγκριζει η μοναξια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με το χαμογελο να τεμνει τον οριζοντα<br />
με ανθισμενη την καρδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει καταμεσης στην καμαρη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Και περιμενουν<br />
Άλλος ππουλι εχει γινει<br />
άλλος ψαρι<br />
άλλος φυτο<br />
ή εξαισιο λουλουδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα ποδια τους στη γη γερα εχουν ριζωσει<br />
αγαλματα που μες στο χρονο ταξιδευουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει στην καμαρη<br />
και περιμενουν<br />
καθρεφτες διαθλουν<br />
τα ονειρα και τον ηλιο<br />
ραγιζουν τη σιωπη<br />
κι αφηνουν να φανει η νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σβηνουν τα προσωπα τους<br />
γινονται ένα<br />
που ταξιδευει μόνο του μες στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει στην καμαρη<br />
και περιμενουν<br />
απλωνουν τα χερια στο φεγγαρι<br />
μα η μοναξια φυσαει σα μελτεμι<br />
το παιρνει και το σπαει πάνω στα βραχια</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αλλοι καιροι θα’ ρθούν<br />
θα’ ναι βαριες οι πετρες<br />
πάνω στους ωμουν<br />
Μες στα πηγάδια<br />
θα κλαινε ομορφες κοπελες<br />
θα’ ναι γυμνα τα δεντρα<br />
Η θαλασσα δε θα’ χει τελειωμο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λειψα τα μελη μας<br />
Λειψος ο οριζοντας<br />
Λειψα και τα φιλια μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ολο κατι θα φευγει<br />
σαν το νερο θα ξεγλιστρα<br />
και θα ματωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κομμενα χερια<br />
σωματα ακεφαλα<br />
και στη γωνια στο τζακι<br />
ζεστή η θράκα από τις μνημες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθουν αλλοι καιροι<br />
πυρπολημενα ονειρα<br />
βαρκες στα βραχια εγκαταλειμμενες<br />
με ματια διχως βλεμμα<br />
ναυαγια της σιωπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι μας κερασε,<br />
ο καιρος θα λισμονησει,<br />
Ο,τι μας χαρισε η ζωη<br />
θα μας το παρει<br />
Η αφη του ερωτα<br />
θα φυγει από τα χερια μας<br />
πανοπλο το φθινιπωρο<br />
θα μας στεγασει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθουν αλλοι καιροι<br />
Τα ματια σου δε θα’ ναι τα δικα μου<br />
τα ματια μου δε θα’ ναι τα δικα σου<br />
ενας μεσοτοιχος<br />
θα μας χωριζει ξενους<br />
ενας καρεφτης θα μας δειχνει μόνους</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα ‘ρθουν αλλοι καιροι<br />
Η γη θα μας τραβηξει<br />
στο βυθο της<br />
και θα πετρωσουνε τα χειλη μας<br />
τα παλαι αγαπημενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ουτε η ηχω της ανοιξης<br />
θα φτανει στο κελι μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πως να σταθει ο ανεμος πάνω στα φυλλα<br />
χωρις να τα πληγωσει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κρυωνει η Ανοιξη πλάι στα δεντρα<br />
σφαδαζει το κορμι της<br />
διψά για λιγο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε κάθε αυλη τρεμουν τα χειλη σου<br />
σκαρφαλωνουν στις δτεγες<br />
να κυνηγησουν τον ηλιο που χανεται</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αντανακλασεις της σιωπης στα τζαμια<br />
ουτε ενα θρόισμα στα βλέφαρα<br />
ουτε ενας κτυπος στην καρδιά</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερχεται το φεγγατι διχως φως<br />
μ’ ένα βαρυ φορτιο μοναξιας<br />
να γειρει σαν παιδι που αποκαμε</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε κάθε προσωπο ο ατμος απ’ τη φωνη σου<br />
που εξατμιζεται·<br />
μια σιγανη βροχη τα δακτυλα σου<br />
που συλλαβιζουν αναρθρα τον πονο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλωτοι οι ποθοι<br />
γευονται τη χαρα του ανεφικτου·<br />
κατω από γεφυρες κομμενες<br />
τα πριονιδια του καιρου<br />
και της αγαπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα σταθεις στη γωνια να περιμενεις<br />
να χαμηλωσουν τ’ αστρα<br />
να κατέβει ο ουρανος ισαμε το μπόι σου<br />
για να τον πιασεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι παγωμενοι δρομοι<br />
συντηρουν την πίκρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τη φευγαλεα στιγμη ποιος να συλλαβει<br />
σε ποιο ενυδρειο να την κλεισει<br />
μη χαθει<br />
αυτή που γυρεψε έναν οριζοντα πλατυ<br />
λιγο πιο πάνω απ’ τις βουνοκορφες του ονείρου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εχεις τις ριζες σου καμενες<br />
ενας αερας δυνατος σε κυβερνά</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα χερια που σ’ αγκαλιασαν<br />
στεκουν ακινητα σαν κουτσουρα<br />
πελεκημενα απ’ την οδυνη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ξεθωριασαν τα ματια σου<br />
εγκαταλειπουνε τα σπιτια τους<br />
τους κυριευει η οργη<br />
της πληγωμενης Ανοιξης<br />
του τρυφερου φιλιου<br />
που αγνοηθηκε</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα φυγουν όλα<br />
Τα σπιτια θα χωθουνε μες στη γη,<br />
χωρις παραπονο θα λυγισουν<br />
τα καλοκαιρια<br />
μ’ έναν ηλιο στυφο, κρεμασμενο<br />
σαν κλωναρι ελιας<br />
πανω στα χειλη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να ξεδιψασεις δεν μπορεις<br />
Μικρά τα χερια σου.<br />
Μεσα απ’ τα ματια μου<br />
περνας και χανεσαι<br />
Αδυνατο να σταματησεις<br />
Συνεχεια ταξιδευεις<br />
Σκορπιζεις τη σταχτη πισω σου<br />
μ’ έναν καημο αλλων καιρων</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μπερδευονται οι εικονες<br />
τα προσωπα μας χανονται<br />
μες στο νερο διαλυονται αθορυβα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Δεν εχεις χερια να βαδισεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σιγα σιγα απογυμνωνεσαι απ’ το σωμα σου<br />
Εκει που ησουν δεν υπαρχεις<br />
Εκει που θα’ σαι δεν εισαι τωρα<br />
Ο,τι υπηρξαμε σκορπιζει<br />
Μονο η βροχη σε διαπερνα<br />
αφηνει λιγο απ’ τη δροσια της μοναξιας<br />
κι επειρα χανεται<br />
μεσα στη νυχτα διχως ιχνη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Άλλες εικονες θα’ ρθούν και θα μας δεσουν<br />
σ’ ένα αμφιβολο παρον γεματο παθος<br />
Το σφριγος της αγαπης<br />
θα μας συνεπαρει<br />
θ’ αφησει τα σημαδια του<br />
σα φως μεσα στην ερημο<br />
πλάι στα κοκκαλα που αποσυντιθενται</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ναι τα ματια σου εκει<br />
μεσα στη λασπη και θα βυθιζονται<br />
θα απομακρυνονται ολοενα<br />
Όμως θα’ ναι εκει<br />
και θα φωτιζουνε αδιάκοπα σα φαρος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πως να σταθει ο ανεμος πάνω στα φυλλα<br />
χωρις να τα ματωσει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα παιδια σερνουν<br />
με αορατους σπαγγους<br />
τα ονειρα της νυχτας<br />
Ενας χαρταετος περνά<br />
και χανεται μες στην ομιχλη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μενεις να κοιτας απορημενος<br />
με ματια οξειδωμενα<br />
κι εν νεκρο ψαρι<br />
στη θεση της καρδιας<br />
τ’ αστρα κομητες<br />
και το χαμενο οριζοντα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το φεγγαρι με μια κουβερτα<br />
τυλιγει τις πληγες του<br />
και παει να κοιμηθει<br />
πισω απ’ τις βουνοκορφες</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παλι στη μοναξια θα ακουμπησεις<br />
παλι εκει τον πονο σου θα πεις<br />
παλι εκει τα δακρυα σου θ’ αποθεσεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η πιο πιστη σου ερωμενη είναι αυτή<br />
αυτή που κατοικει στους αδειους τοιχους<br />
που ξερει να γελα με το φθινοπωρο<br />
ν’ απλωνει τρυφερα το χερι σρο χειμωνα<br />
αυτή που εχει στα ματια της<br />
ένα βαθυ ουρανο<br />
και μια μεγαλη θαλασσα<br />
γεματη δεντρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κάθε νυχτα<br />
βγαινουν τα ψαρια στη στερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αφηνουν το βυθο και ανεβαινουν<br />
αναζητωντας έναν άλλο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">στην προκυμαια τιναζουν το κορμι τους<br />
να διωξουνε τη σκονη και τα φυκια</p>
<p style="padding-left: 40px;">φωναζουν τα πουλιά<br />
και περπατουν στην παραλια<br />
πιασμενα χερι χερι<br />
απ’ τα φτερα και την ουρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">συνομιλουν στη γλωσσα των ανθρωπων<br />
που κοιμουνται<br />
μ’ ένα φεγγαρι μεγαλο<br />
σαν τη θαλασσα<br />
που τους φωτιζει αδιακοπα το δρομο<br />
κάθε νυχτα οι κηποι γεμιζουνε λουλουδια<br />
τα δεντρα ζουνε τη δικη του Ανοιξη<br />
που ξεψυχά και χανεται τη μερα</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>1. ΡΩΓΜΕΣ</strong></h4>
<p>Ένας ήλιος<br />
ανάπηρος<br />
όλο ουλές`<br />
τυλίγομαι<br />
τον μαύρο<br />
ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Τρύπησε το ντεπόζιτο<br />
και στάζει η ψυχή μου</p>
<p>*</p>
<p>Στην ερημιά<br />
ρίχνω τον κουβά<br />
κι αντλώ<br />
απ΄ την ψυχή μου</p>
<p>*</p>
<p>Κομπολογάκι<br />
δάκρυα<br />
για να μετρώ<br />
τον πόνο</p>
<p>*</p>
<p>Ένα σύννεφο<br />
ήρθε και κάθισε<br />
πάνω μου<br />
και βρέχει</p>
<p>*</p>
<p>Φλόγα λεπτή<br />
η ψυχή σου`<br />
βελόνα<br />
που τρυπά<br />
τη νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Σωσίβιο το φιλί σου<br />
μικρή παράταση<br />
ζωής<br />
στον επικείμενο<br />
πνιγμό</p>
<p>*</p>
<p>Το τελευταίο σου<br />
φιλί<br />
ταρίχευσα<br />
για πάντα</p>
<p>*</p>
<p>Τρέμουν τα χείλη`<br />
ούτε μια λέξη<br />
πριν τη μεγάλη<br />
νεροποντή</p>
<p>*</p>
<p>Άστραψαν τα μάτια<br />
έπεσε ο κεραυνός<br />
ορφάνεψε απόψε<br />
μια καρδιά</p>
<p>*</p>
<p>Με μαρτυρούν<br />
τα χέρια σου<br />
που λείπουν`<br />
μες στον αέρα<br />
τα σημάδια<br />
που αφήνουν</p>
<p>*</p>
<p>Είναι<br />
το πρόσωπό σου<br />
φεγγάρια<br />
τρύπια<br />
φαγωμένα,<br />
που με κοιτάζουν<br />
τρυφερά</p>
<p>*</p>
<p>Οβάλ το σχήμα<br />
των ματιών σου`<br />
ένα γαλάζιο κρύο<br />
όλο ρωγμές`<br />
δέντρο γυμνό<br />
σε γκρεμισμένο<br />
σπίτι<br />
*</p>
<p>Περιπολίες μοναξιάς<br />
τις νύχτες<br />
στο κορμί σου</p>
<p>*</p>
<p>Λείπεις<br />
στη θέση σου<br />
ένα ξεριζωμένο<br />
δέντρο</p>
<p>*<br />
Ούτε στον ύπνο<br />
η σιωπή<br />
δεν με χορταίνει</p>
<p>*</p>
<p>Ξέμεινε από καύσιμα<br />
ο έρωτας<br />
ούτε ένα δώρο<br />
στην καρδιά του χειμώνα</p>
<p>*</p>
<p>Από τη μέσα πόρτα<br />
του καιρού<br />
ξανανοίγει ένα παράθυρο`<br />
μια χαραμάδα<br />
βρόχινη σιωπή<br />
δέντρο πολύκλωνο<br />
σε λυπημένο κήπο</p>
<p>*</p>
<p>Κάποτε<br />
τα κομμένα χέρια<br />
θα φυτρώσουν στη μάντρα<br />
και οι φλέβες<br />
θα φυτρώσουν αγιόκλημα<br />
στο μακρύ τους ταξίδι</p>
<p>*</p>
<p>Συλλαβίζεις<br />
το νόημα<br />
του άδειου ρούχου<br />
στη λυσσασμένη<br />
νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Πλημμυρίζει<br />
η νύχτα`<br />
ανεβαίνουν<br />
τα νερά<br />
στο στήθος<br />
σε σκεπάζουν</p>
<p>*</p>
<p>Σύννεφα αναβλύζουν<br />
τα μάτια σου<br />
και σκοτεινιάζεις`<br />
βροχή κρυστάλλινη<br />
τυλίγει το κορμί σου<br />
ο δρόμος χάνεται<br />
στην παγωνιά</p>
<p>*</p>
<p>Έρχονται πάλι οι νύχτες<br />
εκεί να χωθείς,<br />
να χαθείς,<br />
μ΄ ένα φεγγάρι αόρατο,<br />
ζεστό,<br />
να φωτίζει υποδόρια<br />
τον κόρφο σου</p>
<p>*</p>
<p>Βέβηλα μάτια σε κοιτάζουν<br />
βυθίζεσαι<br />
χωρίς σκάφανδρο<br />
ακέραιος βυθίζεσαι.<br />
Μ΄ ένα χαμόγελο ζωής<br />
λανθάνον,<br />
σε κρύπτη μυστική<br />
ενταφιάζεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Αποσύρεσαι<br />
ξερός κορμός<br />
ανέστιος,<br />
χωρίς ρίζες,<br />
χωρίς κλαδιά<br />
αποσύρεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα φεύγεις,<br />
απομακρύνεσαι`<br />
χάνεται η φωνή σου,<br />
λυγίζει το βλέμμα σου.<br />
Σιγά-σιγά<br />
μες σε πηγάδι απύθμενο βουλιάζεις</p>
<p>*</p>
<p>Σαρώνει<br />
η νύχτα`<br />
εκλιπαρείς<br />
για λίγο<br />
φως</p>
<p>*</p>
<p>Αδειάζουν<br />
οι μέρες`<br />
μάταια<br />
τις σκεπάζεις<br />
με το σώμα σου</p>
<p>*</p>
<p>Κλειστοί οι δρόμοι<br />
ανοίγεις τρύπες<br />
στο σώμα σου<br />
και φεύγεις</p>
<p>*</p>
<p>Φεύγεις<br />
μ΄ όλα τα μυστικά<br />
φυλαγμένα στο στήθος</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο σημάδι<br />
η σκιά<br />
που αφήνεις<br />
πίσω σου</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε ένα ίχνος<br />
δεν άφησες`<br />
σα ξαφνική<br />
μπόρα<br />
πέρασες<br />
χάθηκες</p>
<p>*</p>
<p>Βομβαρδισμένες οι ψυχές<br />
αιχμάλωτες,<br />
σε διαρκή ομηρία`<br />
ανάβεις ένα κερί,<br />
προσεύχεσαι`<br />
χωρίς άλλες απώλειες<br />
να περάσει<br />
κι αυτή η μέρα</p>
<p>*</p>
<p>Όταν βρέχει<br />
τα πρόσωπά μας διαλύονται<br />
όπως τα άστρα<br />
στο φανέρωμα της μέρας.<br />
Έξω απ΄ το σπίτι,<br />
όλα τα αινίγματα<br />
ωριμάζουν σιωπηλά<br />
μες στον πικρό καρπό τους</p>
<p>*</p>
<p>Τα λόγια αυτά είναι τα τελευταία.<br />
Ανάμεσά μας ένα σύννεφο<br />
που μεγαλώνει`<br />
η πεδιάδα των δισταγμών,<br />
η δοκιμασία της ερήμου.<br />
Πίσω απ΄ τον καθρέφτη<br />
το μυστικό είδωλο,<br />
το ανείδωτο πρόσωπο`<br />
ένα κρυφό φως<br />
που διαφεύγει</p>
<p>*</p>
<p>Ποια υποψία<br />
ακυβέρνητου νερού<br />
στη λίμνη;<br />
Πρόσωπα<br />
διπλωμένα στα δύο<br />
μες στο νερό`<br />
χέρια απροσπέλαστα<br />
στην πρωινή ομίχλη</p>
<p>*</p>
<p>Ραγισμένα λόγια,<br />
άχρηστες χειρονομίες,<br />
σακατεμένες`<br />
όταν η καρδιά<br />
μεταναστεύει<br />
καλύτερη η σιωπή</p>
<p>*</p>
<p>Πυκνό πέφτει το χιόνι`<br />
χειμώνας`<br />
τοπίο λευκό.<br />
Χειρονομίες και λόγια<br />
που αστόχησαν<br />
και ταξιδεύουν<br />
ασυντρόφευτα<br />
στο χάος</p>
<p>*</p>
<p>Όλο και πληθαίνουν<br />
τα λόγια`<br />
όλο και λιγοστεύουν<br />
οι πράξεις</p>
<p>*</p>
<p>Μικραίνουν τα όνειρα<br />
για να χωρέσουν<br />
στις κλειστές καρδιές</p>
<p>*</p>
<p>Άνυδρα<br />
τα λόγια σου<br />
χωρίς τον ήλιο<br />
μέσα τους`<br />
προορισμένα<br />
στον χαμό</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε μια λέξη<br />
δεν κατάφεραν να πουν`<br />
γρήγορα κύλησε<br />
η ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Ό,τι δεν είπαν<br />
ό,τι δεν έκαναν<br />
τον βασανίζει`<br />
ναυάγια ζωής<br />
που ξέμειναν για πάντα<br />
στον βυθό</p>
<p>*</p>
<p>Μαραίνεται το φυτό<br />
στο κατώφλι`<br />
όπως μαραίνεται<br />
το κορμί<br />
στο έρημο σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Απλώνει σα λεκές<br />
η μοναξιά`<br />
ένα μικρό αιμάτωμα<br />
που με τα χρόνια<br />
μεγαλώνει</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχει νόημα<br />
η μεταμέλεια`<br />
όταν πληγεί<br />
ο πυρήνας<br />
χάνεται η ζωή<br />
δεν επανέρχεται</p>
<p>*</p>
<p>Όταν κοπούν<br />
τα χέρια,<br />
τα δάχτυλα<br />
ταξιδεύουν μόνα,<br />
άδειες βάρκες<br />
ναυαγισμένες</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε μπρος<br />
ούτε πίσω`<br />
παντού<br />
εγκαταλειμμένες μάντρες<br />
με άχρηστα υλικά</p>
<p>*</p>
<p>Αποδημία<br />
του μαύρου<br />
σπασμένα φτερά<br />
αγγέλων<br />
εξόριστα βράχια<br />
στον ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Μεσίστιο<br />
το κορμί<br />
μέσα στο σκάφος<br />
τρύπιο<br />
σκοτεινό</p>
<p>*<br />
Μες στον ωκεανό,<br />
άστρο<br />
σχεδία<br />
η ψυχή,<br />
που ταξιδεύει<br />
μόνη</p>
<p>*</p>
<p>Πίσω απ΄ τον τοίχο<br />
δέντρα νεκρά<br />
υψώνουν τα χέρια τους<br />
στον ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Μες σε πηγάδι<br />
φωνή έγκλειστη<br />
από καιρό</p>
<p>*</p>
<p>Η γη αφιλόξενη<br />
κι ο ουρανός<br />
μια ουτοπία</p>
<p>*</p>
<p>Είδωλο<br />
ραγισμένο καθρέφτη<br />
η ζωή<br />
λιγνό φως<br />
που υποκύπτει</p>
<p>*</p>
<p>Αλλάζουν όλα<br />
περιοδεύων θίασος<br />
η ζωή,<br />
σα σκηνικό θεάτρου</p>
<p>*</p>
<p>Ζωή σαβανωμένη<br />
στην πυρά,<br />
στάχτη<br />
που την σκορπίζει<br />
ο άνεμος</p>
<p>*</p>
<p>Ζευγάρι ταιριαστό<br />
ο θάνατος και η ζωή<br />
εκείνη του χαρίζει<br />
την δροσιά της<br />
αυτός το αιώνιο φιλί</p>
<p>*</p>
<p>Αιμάτινο βρέχει σκοτάδι<br />
κλείνει η αυλαία,<br />
ξεθωριάζει η εικόνα του κόσμου</p>
<p>*</p>
<p>Πόσο πολύ<br />
ματώνει η σιωπή<br />
πόσο πολύ<br />
σωπαίνουνε οι λέξεις</p>
<p>*</p>
<p>Πληγώνει το φως<br />
ολοένα και λιγοστεύει<br />
Στήνουν παγίδες<br />
τα χαλάσματα`<br />
χορταίνει η νύχτα<br />
κόκκινες κραυγές</p>
<p>*</p>
<p>Στραγγίζει η λύπη<br />
κατακαθίζει<br />
στο βυθό</p>
<p>*</p>
<p>Πέρα από τη λύπη<br />
ένα βλέμμα τεφρό<br />
ντυμένο στην ορφάνια</p>
<p>*</p>
<p>Όστρακο κλειστό<br />
η οδύνη`<br />
απροσπέλαστη</p>
<p>*</p>
<p>Σαν το κερί<br />
που σιγοκαίει<br />
ο πόνος</p>
<p>*</p>
<p>Κραυγή<br />
από κόκκινα φύλλα`<br />
ασυλλάβιστος πόνος<br />
στα χείλη</p>
<p>*</p>
<p>Ολόκληρος<br />
μια κραυγή<br />
που εκρήγνυται<br />
στα σκοτεινά</p>
<p>*</p>
<p>Ένας λυγμός<br />
που περιφέρεται<br />
άσκοπα<br />
μες στο σκοτάδι<br />
ασυντρόφευτος</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρη οθόνη<br />
η μνήμη`<br />
κραυγές πνιγμένων<br />
που καλούν<br />
σε βοήθεια<br />
κι έπειτα<br />
μια νεκρική σιγή<br />
σαν χιονισμένη πεδιάδα</p>
<p>*</p>
<p>Σα ρόδα<br />
σκάζουν τα μάτια<br />
κι από μέσα αναδύονται<br />
πουλιά,<br />
φτερά και ερείπια`<br />
ένα φεγγάρι κόκκινο,<br />
χωρίς σημαία,<br />
πέρασμα σκοτεινό<br />
στο ασάλευτο κύμα</p>
<p>*</p>
<p>Ήρθαν μέρες περίεργες<br />
λουσμένες απ΄ έξω<br />
κι από μέσα τεφρές`<br />
σώματα ακέφαλα<br />
πεταμένα στους δρόμους,<br />
αγωνία κι ατσάλι,<br />
και στα χέρια<br />
ένα βιολί λυπημένο,<br />
εξόριστο<br />
κρεμασμένο ανάποδα,<br />
μακριά απ΄ τη θήκη<br />
να κρατάει το ίσο</p>
<p>*</p>
<p>Φυσάει ο αγέρας ασταμάτητα`<br />
κτυπούν οι πόρτες τα παράθυρα.<br />
Ναυαγισμένοι δρόμοι.<br />
Μένουν μετέωρα τα φύλλα,<br />
εκστατικά, αδέητα,<br />
μέσα στης τρικυμίας τη γαλήνη</p>
<p>*</p>
<p>Καθώς πέφτει η βροχή<br />
επίμονα πάνω στα χρόνια<br />
όλο και πιο πολύ<br />
φαίνεται η εκδορά στο πρόσωπο,<br />
λογαριασμοί μετέωροι<br />
που λησμονήθηκαν,<br />
κάτι σκασίματα<br />
στην όψη του κορμιού,<br />
ένα χαμόγελο γεμάτο ουλές,<br />
σαν το τραγούδι της βροχής<br />
στις λαμαρίνες</p>
<p>*</p>
<p>Σταγόνες από υδράργυρο`<br />
φωνές<br />
που θρυμματίζονται<br />
σιωπηλά<br />
τη νύχτα<br />
Βήματα<br />
μακρινής πομπής<br />
πέρα<br />
απ΄ το θαμπό τζάμι</p>
<p>*</p>
<p>Η πέτρινη πόρτα<br />
ανοίγει<br />
προβάλλει<br />
το κερί<br />
με τον σπασμένο<br />
ήχο</p>
<p>*</p>
<p>Το χέρι<br />
κρεμασμένο<br />
απ΄ το ταβάνι<br />
σαν λάμπα<br />
που ολοένα σβήνει</p>
<p>*</p>
<p>Ο βαρκάρης<br />
ψαρεύει<br />
κόκκινα ψάρια<br />
στα μαύρα νερά</p>
<p>*</p>
<p>Νόμισμα αργυρό<br />
φεγγάρι<br />
Καβάλα στο βουνό</p>
<p>*</p>
<p>Όλη νύχτα<br />
πυρκαγιά<br />
και βροχή<br />
από άστρα</p>
<p>*</p>
<p>Μικρές ρωγμές<br />
στην πέτρινη νύχτα<br />
θραύσματα σελήνης<br />
από γρανίτη</p>
<p>*</p>
<p>Ένα λιγνό φωνήεν<br />
ασυντρόφευτο<br />
σαν άστρο<br />
καρφωμένο στην πλαγιά</p>
<p>*</p>
<p>Χάλκινα φεγγάρια<br />
πέφτουν τη νύχτα<br />
σα βροχή<br />
πάνω στα δέντρα</p>
<p>*</p>
<p>Αγρυπνία<br />
μεγαλώνει το γρασίδι<br />
στις ράγες.<br />
Χέρια λυχνάρια<br />
φυτρώνουν στις γλάστρες<br />
τις νύχτες.<br />
Περίκλειστο φως<br />
χώμα και ρίζες<br />
σ΄ ένα κορμί φεγγαρίσιο<br />
βαμμένο ιώδιο</p>
<p>*</p>
<p>Μες στις σιδηροτροχιές<br />
πέφτουν τα άστρα<br />
μαλακά<br />
σαν χιόνι<br />
κομμάτια εξόριστου<br />
ουρανού,<br />
καρποί ολόφωτοι,<br />
ευδόκιμοι<br />
στην στίλβουσα γαλήνη</p>
<p>*</p>
<p>Έρχεται η Άνοιξη<br />
και τα κορίτσια<br />
γίνονται αμυγδαλιές<br />
που σκαρφαλώνουν<br />
στις στέγες<br />
Αν γυρίσεις να κοιτάξεις<br />
θα δεις το σπίτι<br />
να πλέει στη θάλασσα<br />
μ΄ όλα τα φώτα σβηστά<br />
Ένας καπνός εξόριστος<br />
στις καμινάδες<br />
κι η μυρωδιά του φθινοπώρου.<br />
Εμείς θα έχουμε φύγει από καιρό</p>
<p>*</p>
<p>Όρθιοι οι νεκροί<br />
αμίλητοι<br />
σαν κυπαρίσια<br />
ασάλευτα,<br />
σφηνωμένα<br />
στο χώμα</p>
<p>*</p>
<p>Αγκαλιά<br />
με το φεγγάρι<br />
πομπτή ατελείωτη<br />
νεκρών</p>
<p>*</p>
<p>Χιλιάδες οι νεκροί,<br />
σαν πυροφάνια<br />
σε πύρινο<br />
κλοιό</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχει τόπο<br />
η λύπη<br />
να καθίσει.<br />
Απ΄ τις ρωγμές<br />
εισβάλλουν οι νεκροί<br />
με τα θλιμμένα<br />
μάτια</p>
<p>*</p>
<p>Ολομόναχοι οι νεκροί<br />
στα οδοφράγματα<br />
υπερασπίζονται<br />
τη μνήμη τους</p>
<p>*<br />
Πού πήγαν οι νεκροί;<br />
πού χάθηκαν;<br />
ούτε μια συλλαβή<br />
δεν έμεινε`<br />
αύτανδρους<br />
τους κατάπιε<br />
η ιστορία</p>
<p>*<br />
Όσοι αγωνίστηκαν<br />
αποδημήσανε νωρίς`<br />
αυτοί που επέζησαν<br />
κυκλοφορούν τις νύχτες<br />
σαν νεκροί</p>
<p>*</p>
<p>Για μια ιδέα<br />
αθέατη<br />
στους άλλους<br />
αγωνίστηκε<br />
ολόκληρη ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Ζει στο περιθώριο<br />
χωρίς<br />
να ξεθωριάζει</p>
<p>*</p>
<p>Για το ελάχιστο ο αγώνας,<br />
για κείνο το λιγοστό φως<br />
πάνω στο μνήμα`<br />
για ένα μικρό κλωνάρι<br />
ανθισμένους στίχους<br />
στον ξερό βράχο</p>
<p>*</p>
<p>Από μία λάθος νότα<br />
από έναν ήχο παράταιρο<br />
χαλάει η ζωή,<br />
όπως η μουσική<br />
όπως το ποίημα</p>
<p>*</p>
<p>Σα ναρκοπέδιο το ποίημα μοιάζει`<br />
η κάθε λέξη και μια νάρκη,<br />
βάζοντας στοίχημα<br />
με τη ζωή ή τον θάνατο</p>
<p>*</p>
<p>Ακουμπάς στο ποίημα<br />
όπως στο στήθος<br />
αγαπημένου νεκρού</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχω άλλο όπλο<br />
πάρεξ το στίχο,<br />
που ζητάει να βρει<br />
πέρασμα προς τον ήλιο.<br />
Έτσι που φυλακίστηκε<br />
το φως<br />
αργεί να δραπετεύσει</p>
<p>*</p>
<p>Χωρίς άγκυρες<br />
ταξιδεύουν οι λέξεις</p>
<p>*</p>
<p>Η όξινη βροχή<br />
οξείδωσε τους στίχους,<br />
τρύπησε την καρδιά<br />
και στάζει<br />
μες στις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Μπάζει νερά<br />
το ποίημα,<br />
σα σκάφος που βουλιάζει`<br />
ούτε μια λέξη ζωντανή<br />
να μπαλώσει την τρύπα,<br />
να εμποδίσεις για λίγο<br />
την επερχόμενη σήψη</p>
<p>*</p>
<p>Άστεγη<br />
έμεινε η ποίηση<br />
και περιφέρεται<br />
στους δρόμους<br />
ζητιανεύοντας</p>
<p>*</p>
<p>Ναυάγιο η ποίηση<br />
κι ο ποιητής<br />
ο ναυαγός</p>
<p>*</p>
<p>Διαμελισμένα<br />
κορμιά<br />
οι λέξεις`<br />
κομματιασμένες,<br />
βουβές,<br />
πεθνοφορούσες</p>
<p>*</p>
<p>Λέξεις εφήμερες<br />
που μάχονται<br />
με τα άγρια<br />
κύματα</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>2. ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΜΕΘΟΡΙΟ</strong></h4>
<p>Κλαδιά<br />
φορτωμένα ελιές<br />
ο κόσμος σου`<br />
ελαφρά τον τινάζεις<br />
και γεμίζουν τα χέρια<br />
καρπούς</p>
<p>*</p>
<p>Ρίζωσα<br />
στα στήθη σου<br />
πλουτίζω<br />
απ’ το χυμό σου</p>
<p>*</p>
<p>Σαν τριαντάφυλλα<br />
τα μάτια σου,<br />
αιμάτινα`<br />
όλο φωτιές</p>
<p>*</p>
<p>Κεριά που ανάβουνε<br />
τα μάτια σου<br />
τη νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Τα δυο σου μάτια<br />
φάροι<br />
που φωτίζουν<br />
το σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Ο ήλιος εγκαταστάθηκε<br />
στα μάτια σου<br />
και με ζεσταίνει</p>
<p>*</p>
<p>Βάλσαμο<br />
η εικόνα σου<br />
καθώς διαβαίνεις</p>
<p>*</p>
<p>Είσαι ο καθρέφτης<br />
που μέσα του<br />
αναδύεται<br />
το πρόσωπό μου</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στην έρημο<br />
η ανάσα σου<br />
με συντροφεύει</p>
<p>*</p>
<p>Τι απαλό το χέρι σου<br />
σαν γάζα<br />
μου γιατρεύει<br />
τις πληγές</p>
<p>*</p>
<p>Όπου κι αν πάω<br />
έρχεσαι πίσω μου`<br />
σκιά μου έχεις γίνει,<br />
θερμό πανωφόρι<br />
στις κρύες μέρες<br />
του χειμώνα</p>
<p>*</p>
<p>Ένα λεπτό χέρι<br />
μίσχος,<br />
ευωδιαστό χαμόγελο<br />
βροχή από άστρα,<br />
θωπεία τρυφερή`<br />
δίπλα μου εσύ,<br />
μορφή ασάλευτη<br />
καρτερική`<br />
μαζί σου η κάθοδός μου<br />
μυρωδικά γεμάτη</p>
<p>*</p>
<p>Την ώρα που κοιμάσαι<br />
φιλώ τον ύπνο σου,<br />
τα χείλη,<br />
την ψυχή.<br />
Αθόρυβα<br />
πλάι σου<br />
από το διπλανό δωμάτιο.<br />
Βελούδινα δάκτυλα<br />
η αγάπη μου<br />
στο μέτωπό σου`<br />
σαν φάντασμα αέρινο,<br />
ακοίμητος άγγελος,<br />
σε αγκαλιάζω</p>
<p>*</p>
<p>Με πολιορκεί<br />
το βλέμμα σου,<br />
με κυριεύει.<br />
Σκόνη γίνομαι,<br />
καπνός,<br />
που σκορπίζει<br />
στον άνεμο</p>
<p>*</p>
<p>Άστρα τα χέρια σου,<br />
αμφορείς,<br />
φρουροί ακοίμητοι`<br />
κυπαρίσσια<br />
ασάλευτα,<br />
που αγκαλιάζουν<br />
το ετοιμόρροπο<br />
σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Ήλιος πορφυρός<br />
ανατέλλεις<br />
μέσα μου`<br />
απρόσμενη βροχή<br />
σε εγκαταλειμμένο<br />
κήπο</p>
<p>*</p>
<p>Πλάι σου μαθαίνω<br />
το σκοτεινό νόημα<br />
του έρωτα,<br />
το τραγούδι της ζωής<br />
στη μαύρη λίμνη<br />
του θανάτου</p>
<p>*</p>
<p>Άγγελος είσαι,<br />
μικρός,<br />
χειροποίητος,<br />
καθημερινός`<br />
πηγάδι δροσερό<br />
στην έρημο,<br />
προσκέφαλο<br />
γαλήνης`<br />
άστρο περίλαμπρο<br />
τη νύχτα,<br />
που φωτίζει</p>
<p>*</p>
<p>Μου χαρίζεις δροσιά<br />
σου χαρίζω πόνο`<br />
όλο και μεγαλώνει<br />
το χρέος<br />
αδύνατο<br />
να σε εξοφλήσω.<br />
Η τόση πρόσφορα σου<br />
με σκοτώνει</p>
<p>*</p>
<p>Οι ανεπίδοτες επιστολές<br />
προσάναμμα στη μοναξιά,<br />
για να ζεστάνω τον χειμώνα<br />
το κορμί μου</p>
<p>*</p>
<p>Η τόση τρυφερότητα<br />
μοιάζει με μαχαιριά,<br />
σαν την κραυγή<br />
ετοιμοθάνατου<br />
στη σιωπή της νύχτας</p>
<p>*</p>
<p>Μακριά και λεπτά<br />
είναι του έρωτα<br />
τα χέρια,<br />
ασημένιες κλωστές<br />
που υφαίνουν<br />
την πίκρα`<br />
χέρια επικίνδυνα,<br />
ανάλαφρα,<br />
κατάλληλα<br />
για τρυφερότητα<br />
και για πνιγμό</p>
<p>*</p>
<p>Ύμνος στον έρωτα<br />
τα λόγια αυτά και τίποτε άλλο`<br />
τώρα που τρεμοπαίζει<br />
η ζωή,<br />
αδύναμη,<br />
σαν κεριού<br />
τη φλόγα,<br />
έτοιμη να σβήσει</p>
<p>*<br />
Όρθια πλάι<br />
στο δέντρο<br />
ανασαίνει`<br />
θαρρείς φωτίζεται<br />
ο κόσμος όλος</p>
<p>*</p>
<p>Κάθεται απέναντι<br />
και τον κοιτάζει`<br />
επίμονα τον κοιτάζει`<br />
κλαδάκι αδύναμο,<br />
λεπτό`<br />
αίφνης μεταμορφώνεται<br />
σε πλάτανο,<br />
τον προστατεύει</p>
<p>*</p>
<p>Αντίδοτο<br />
στη μοναξιά<br />
ο έρωτας`<br />
αντίδοτο<br />
στο πικρό<br />
χέρι<br />
του θανάτου</p>
<p>*</p>
<p>Αντέχει ακόμα<br />
ο έρωτας`<br />
γυμνός<br />
μες στον σκληρό του<br />
δίσκο<br />
απρόσκοπτα ανθίζει</p>
<p>*</p>
<p>Από την κοπριά<br />
του θανάτου<br />
ανθίζει ο έρωτας</p>
<p>*<br />
Έρως ανάλαφρος<br />
λιγνός,<br />
σαν ρίγος λεύκας</p>
<p>*</p>
<p>Ζευγάρια<br />
που υπερίπτανται`<br />
στρόβιλος<br />
ερωτευμένων δέντρων<br />
Στο γυμνό κλαδί<br />
στενάζει<br />
τ΄ αηδόνι</p>
<p>*</p>
<p>Αντί για λέξη<br />
ένα τοπίο ματωμένο<br />
που συνέχεια<br />
αιμορραγεί</p>
<p>*</p>
<p>Είναι κάποια χρώματα<br />
που δεν τα βλέπεις,<br />
που δεν τα είδες<br />
ποτέ`<br />
που τα ονειρεύεσαι<br />
μέρες και νύχτες,<br />
που ζούνε μέσα σου<br />
χωρίς<br />
να το γνωρίζεις<br />
σαν τη ζωή που φεύγει δίπλα μας</p>
<p>*</p>
<p>Μ΄ ένα σύννεφο<br />
ντυμένο στα μοβ<br />
ξυπνά ο ουρανός<br />
άσκεποι ήχοι,<br />
οκτάβες της βροχής<br />
στα μουσκεμένα δέντρα<br />
στα μονοπάτια<br />
του κορμιού<br />
φτερά και φύλλα<br />
βλεφαρίζουν</p>
<p>*</p>
<p>Μετάγγιση ζωής<br />
το μαύρο αίμα μου<br />
αν σου ταιριάζει<br />
πάρε τα χείλη μου<br />
να τα έχεις φυλαχτό,<br />
πάρε τα μάτια μου<br />
για να σε συντροφεύουν,<br />
πάρε την καρδιά μου<br />
και βάλε την<br />
μες την καρδιά σου<br />
για ν΄ ανθίσει</p>
<p>*</p>
<p>Να μου μιλάς συνέχεια,<br />
έστω<br />
με λόγια άηχα<br />
να μου μιλάς`<br />
με βλέμμα έναστρο<br />
να με κοιτάζεις,<br />
όταν ανάβουνε<br />
τα πρώτα φώτα<br />
όταν αρχίζει<br />
να πέφτει το σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Από το χέρι σου<br />
θα πιω<br />
τις τελευταίες σταγόνες<br />
του ήλιου,<br />
λίγο πριν κιτρινίσουνε<br />
και πέσουνε τα φύλλα το φθινόπωρο,<br />
λίγο πριν έρθει<br />
η παγωνιά,<br />
η τελευταία<br />
χειμωνιάτικη εισβολή,<br />
την ύστατη αποδημία<br />
αναγγέλλοντας</p>
<p>*</p>
<p>Τώρα που φεύγω<br />
δεν σ΄ αποχαιρετώ<br />
αφήνω τη σκιά μου<br />
μέσα στα όνειρα σου<br />
να ριζώσει`<br />
στο κάθε βήμα σου<br />
αθόρυβα<br />
να κατοικήσει<br />
συνοδός</p>
<p>*</p>
<p>Κόψε μου το χέρι,<br />
να περιφράξω<br />
τη μοναξιά σου,<br />
με δάκρυα<br />
να στολίσω<br />
την πίκρα σου<br />
μέσα στην έρημο<br />
που απλώνεται<br />
μπροστά σου<br />
σταυρός ολόρθος<br />
θα υψώνεται<br />
ο έρωτας,<br />
ακατανίκητος</p>
<p>*</p>
<p>Αθόρυβα,<br />
διακριτικά,<br />
σέρνεις τον πόνο σου.<br />
Μέσα<br />
σε θερμοκοιτίδα<br />
την συντηρείς,<br />
τον περιθάλπεις</p>
<p>*</p>
<p>Συνηθίζεις<br />
τον θάνατο<br />
σιγά-σιγά.<br />
Σε συντροφεύει<br />
αθόρυβα<br />
τις νύχτες<br />
σαν τη βροχή<br />
του φθινοπώρου<br />
στα πεσμένα<br />
φύλλα,<br />
σα μουσική<br />
σιωπηλή<br />
μέσα στις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Ανάλαφρος φεύγω<br />
χωρίς αποσκευές,<br />
από το βάρος<br />
του κορμιού<br />
που ερημώνει</p>
<p>*</p>
<p>Προπάντων<br />
όχι πίκρα,<br />
για το σύντομο<br />
αυτό<br />
και μακρινό<br />
ταξίδι</p>
<p>*</p>
<p>Όχι θρήνοι,<br />
όχι οδυρμοί,<br />
όχι κοιλάδα<br />
στεναγμών`<br />
τραγούδι σιωπηλό,<br />
λευκή γαλήνη,<br />
πεδιάδα ατελείωτη<br />
με άσπιλο<br />
χιόνι</p>
<p>*</p>
<p>Έστω αυτό το άγγιγμα<br />
να μείνει<br />
αχνό αποτύπωμα<br />
περιπλανώμενου φιλιού<br />
πάνω στο μέτωπό σου</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο γι΄ αυτό<br />
το ελάχιστο,<br />
το μέγιστο,<br />
να με θυμούνται`<br />
για τη σιωπή<br />
που έγινε έρωτας<br />
και πράξη`<br />
για το ανάλαφρο<br />
περπάτημα,<br />
μες στην οδύνη,<br />
για την ευπρέπεια<br />
της ποίησης<br />
που δεν πληγώνει</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στο μνήμα<br />
οι νεόνυμφοι<br />
σφιχτά αγκαλιασμένοι<br />
την ευτυχία<br />
απολαμβάνουν</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στο μνήμα εδώ,<br />
τα τρυφερά τα μάτια σου<br />
σαν σκέφτομαι,<br />
αναρριγεί θαρρείς<br />
μια δόση ευτυχίας,<br />
βάλσαμο και παρηγοριά,<br />
ανάχωμα,<br />
στη γρήγορη αποσύνθεση</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι<br />
να κατοικήσεις<br />
δε μπορείς`<br />
είναι η άλλη όχθη<br />
του καημού<br />
με τα κόκκινα άνθη<br />
και το τρύπιο φεγγάρι.<br />
Με νόημα μόνο<br />
σου μιλώ,<br />
με τον ψίθυρο του αέρα.<br />
Σύννεφο η αγάπη μου`<br />
περνάει τις νύχτες<br />
απέναντι,<br />
πικρή ασημένια<br />
βροχή<br />
ραντίζει τον ύπνο σου.<br />
Μείνε εκεί<br />
εδώ που βρίσκομαι<br />
ο τόπος αδιάβατος,<br />
να κατοικήσεις<br />
δεν μπορείς</p>
<p>*</p>
<p>Τι ηδυπαθές<br />
τι σκοτεινό<br />
και παρατεταμένο<br />
το φιλί τους στο λεωφορείο`<br />
σαν επιτάφιος θρήνος,<br />
αποχαιρετισμός<br />
στην άνοιξη που φεύγει,<br />
καθώς ανοίγει η πόρτα<br />
και το κορίτσι<br />
στρίβει στη στροφή<br />
και χάνεται για πάντα</p>
<p>*</p>
<p>Μαζί πορεύονται στη μοναξιά,<br />
μαζί σφυρηλατούν<br />
τα χρόνια που περνούν,<br />
μαζί τα απογεύματα<br />
στην παραλία κατεβαίνουν`<br />
τα τσακισμένα βήματά τους<br />
σέρνουν στο πλακόστρωτο,<br />
στην ίδια πάντα<br />
νικηφόρα αναμέτρηση.<br />
Πλέκουν τα δάκτυλα<br />
αντιστέκονται`<br />
η τρυφερή αφή<br />
τους συντροφεύει,<br />
καθώς σβήνει<br />
διαλύεται μες στο σκοτάδι.<br />
Σαν έρωτας αειθαλής<br />
το βάδισμά τους,<br />
φέγγει στα χαλάσματα<br />
την ώρα που επιστρέφουν</p>
<p>*</p>
<p>Τα πάντα ρει<br />
και ο έρωτας μένει</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>3. ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ</strong></h4>
<p>Ο ένας άνθρωπος<br />
τρώει τον άλλον,<br />
θέλει πολλούς<br />
για να χορτάσει·<br />
ανάγκη έχει<br />
μεγάλη·<br />
αν παραλείψει<br />
μία μέρα<br />
από ασιτία<br />
κινδυνεύει<br />
να πεθάνει</p>
<p>*</p>
<p>Όταν γελάω κλαις,<br />
όταν κλαίω γελάς,<br />
σε κάθε ευτυχία μου<br />
στενάζεις,<br />
κι όταν βουλιάζω<br />
θριαμβεύεις.<br />
Φίλος μου είσαι ανεκτίμητος,<br />
παντού το διαλαλείς·<br />
με βούλα και υπογραφή<br />
το αποδεικνύεις</p>
<p>*</p>
<p>Γλυκόλογα μη λες·<br />
άσε τα καλοπιάσματα<br />
και μη χαμηλοβλέπεις.<br />
Προπάντων<br />
μη με αγκαλιάζεις·<br />
το ξέρω μέσα σου<br />
πως είσαι έτοιμος<br />
για να με θάψεις</p>
<p>*</p>
<p>Όχι μισάνθρωπος·<br />
μισός άνθρωπος,<br />
από τα βόλια<br />
των ανθρώπων</p>
<p>*</p>
<p>Η απόφαση<br />
ήταν ομόφωνη<br />
νεκρών και ζωντανών.<br />
Στο μνήμα<br />
η δεξίωση να γίνει·<br />
να μην αδικηθεί<br />
κανείς·<br />
όλοι μαζί να συμμετέχουν</p>
<p>*</p>
<p>Ακονίζουν τα μαχαίρια·<br />
μπροστά ο μπουφές·<br />
είναι όλοι έτοιμοι<br />
σε θέση μάχης·<br />
ποιος πρώτος<br />
θα προλάβει,<br />
ποιος θα χορτάσει<br />
πιο πολύ<br />
ποιος πρώτος<br />
στο κόκκαλο<br />
θα φτάσει</p>
<p>*</p>
<p>Κήδευε τη ζωή του<br />
κάθε μέρα·<br />
όταν ήρθε ο θάνατος<br />
δεν είχε τίποτε<br />
για να κηδέψει</p>
<p>*</p>
<p>Τέσσερις<br />
τον κουβαλούσαν<br />
με δυσκολία·<br />
αν και ελαφρύς<br />
είχε πολύ<br />
βαρύνει<br />
η ζωή του</p>
<p>*</p>
<p>Ανοίχτηκε<br />
λάκκος ευρύχωρος,<br />
ωραίος,<br />
ακριβός·<br />
μοναδική τιμή,<br />
εξαίρετη,<br />
για να χωρέσει<br />
μια ζωή στο περιθώριο</p>
<p>*</p>
<p>Και μη μου πεις<br />
πως δεν σε ενημέρωσα,<br />
πως δε σε πληροφόρησα<br />
επαρκώς·<br />
όλα στο χώμα επιστρέφουν,<br />
εκεί τελειώνει το ταξίδι.<br />
Από τον τάφο σου μιλώ,<br />
μήνυμα- επιβεβαίωση<br />
Σου στέλνω·<br />
δυο λέξεις μόνο<br />
προτού προλάβει και με λιώσει<br />
η αποσύνθεση</p>
<p>*</p>
<p>Τίποτε δεν συγκράτησε<br />
η πόλη·<br />
χείμαρρος ορμητικός<br />
παρέσυρε τα πάντα.<br />
Μόνος και ξένος<br />
έμεινε<br />
στο ίδιο του το σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Ράβε, ξήλωνε·<br />
παντού μπαλώματα,<br />
παντού σκουπίδια·<br />
γεμάτη τρύπες<br />
και λακούβες<br />
η ζωή μας,<br />
σαν τα οδοστρώματα<br />
στην πόλη,<br />
που στενάζουν</p>
<p>*</p>
<p>Πορεία μες στην καταχνιά·<br />
σοβάδες που όλο πέφτουν,<br />
προσόψεις γκρίζες,<br />
σκυθρωπές,<br />
δρόμοι αδιέξοδοι,<br />
φαρμάκι<br />
που κυρίευσε το αίμα</p>
<p>*</p>
<p>Γκρίζο,<br />
μουντό<br />
και ρημαγμένο<br />
πρόσωπο<br />
που φθίνει·<br />
όπως τα διαλυμένα<br />
πεζοδρόμια<br />
που καθημερινά<br />
διαβαίνεις</p>
<p>*</p>
<p>Γέμισε<br />
άστεγους<br />
και αδέσποτα<br />
η πόλη·<br />
ο δήμαρχος<br />
και ο νομάρχης<br />
εγκαινιάζουν<br />
τα καινούρια<br />
έργα</p>
<p>*</p>
<p>Γεμάτο<br />
αδέσποτα σκυλιά<br />
το νεκροταφείο·<br />
κοιμούνται ήσυχα<br />
παρέα με τους πεθαμένους.<br />
Εκεί,<br />
κανείς δεν τα πειράζει</p>
<p>*</p>
<p>Από μνημόσυνο<br />
σε μνημόσυνο<br />
κι από κηδεία<br />
σε κηδεία<br />
κόλλυβα τρώει<br />
ο άστεγος,<br />
ο πεινασμένος·<br />
με νύχια<br />
και με δόντια<br />
κόντρα<br />
Στον θάνατο<br />
αντιστέκεται</p>
<p>*</p>
<p>Ένα- ένα<br />
τα άστρα<br />
πέφτουν.<br />
212<br />
Μένει<br />
ο άδειος<br />
ουρανός</p>
<p>*</p>
<p>Ορφανός<br />
ουρανός<br />
βυθισμένος<br />
στο χώμα</p>
<p>*</p>
<p>Ικρίωμα ο ουρανός,<br />
ποτάμι αίμα ο πόνος,<br />
όνειρα<br />
ζώα σε σφαγή</p>
<p>*</p>
<p>Σάπιο φορτίο·<br />
κωπηλατείς<br />
στον τρύπιο<br />
ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Ήλιος μαύρος·<br />
σταματημένη τροχιά·<br />
ούτε ανατολή<br />
ούτε δύση</p>
<p>*</p>
<p>Όλες τις μέρες συννεφιά·<br />
ράγισε ο ουρανός<br />
και βρέχει ασταμάτητα<br />
Όλες τις μέρες συννεφιά</p>
<p>*</p>
<p>Ψιθυριστή<br />
βροχή<br />
επίμονη,<br />
άδειοι δρόμοι·<br />
σκόρπιες<br />
φωνές<br />
στις κλειδωμένες<br />
πόρτες</p>
<p>*</p>
<p>Συνωμοτούν<br />
τα φώτα<br />
στους λόφους·<br />
ανάβουν<br />
σπίθες<br />
στις ψυχές,<br />
τις πυρπολούν</p>
<p>*</p>
<p>Αναμμένο κερί,<br />
λυγμός<br />
του ανέμου·<br />
περιφορά νεκρού<br />
ψηλά<br />
στα κυπαρίσσια</p>
<p>*</p>
<p>Τη νύχτα<br />
τα δέντρα<br />
λύνουν<br />
τα χέρια τους<br />
και ταξιδεύουν</p>
<p>*</p>
<p>Κλαδιά γυμνά,<br />
χέρια ασάλευτα<br />
στο πέτρινο<br />
στήθος</p>
<p>*</p>
<p>Οδοιπορούνε<br />
τα πουλιά<br />
χωρίς φτερά</p>
<p>*</p>
<p>Πετούν τα πουλιά<br />
κρώζουν<br />
μεταναστεύουν<br />
στο σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Φτερούγισμα πουλιών<br />
πριν πέσουν κάτω,<br />
κτυπημένα<br />
από ένα βόλι<br />
ή μια ανεπούλωτη πληγή</p>
<p>*</p>
<p>Κραυγή<br />
μετέωρη,<br />
αθέατη,<br />
που όλο<br />
βυθίζεται<br />
στα σκοτεινά</p>
<p>*</p>
<p>Σφίγγει ο κλοιός·<br />
τανάλια<br />
που συνθλίβει</p>
<p>*</p>
<p>Το λιγοστό φως<br />
ανήμπορο<br />
ματώνει·<br />
ανεβαίνει<br />
στον φράχτη<br />
σκαλώνει<br />
και πεθαίνει</p>
<p>*</p>
<p>Ένα σημείο,<br />
μια τελεία η ζωή·<br />
βήμα ανύπαρκτο,<br />
από το τίποτε<br />
στο τίποτε</p>
<p>*</p>
<p>Σχισμένη σημαία<br />
η αγάπη·<br />
τις νύχτες<br />
ανεμίζει πλησίστια<br />
στο γκρεμισμένο<br />
μπαλκόνι</p>
<p>*</p>
<p>Σαν την αθέατη<br />
πλευρά<br />
του φεγγαριού<br />
είναι το πρόσωπο<br />
που δεν διαβάζεται·<br />
ερμητικά κλειστό·<br />
ούτε επιφάνεια<br />
ούτε βυθός,<br />
άγονο και ξερό</p>
<p>*</p>
<p>Ο σακατεμένος<br />
έχει τρυφερή καρδιά<br />
που την προσφέρει<br />
έδεσμα<br />
στους πεινασμένους</p>
<p>*</p>
<p>Εγκαταστάθηκε μόνιμα,<br />
ρίζωσε·<br />
το τέλος πρόδηλο.<br />
Φουσκώνει η σιωπή<br />
στις φλέβες·<br />
νύχτα τεφρή,<br />
σφραγισμένη πόρτα·<br />
το φεγγάρι κατρακυλά<br />
στους λασπωμένους δρόμους</p>
<p>*</p>
<p>Με τα γυμνά κλαδιά<br />
το δέντρο<br />
σου κτυπά το τζάμι·<br />
φωνή απελπισμένη<br />
που γυρεύει<br />
λίγη συντροφιά</p>
<p>*</p>
<p>Δεν ωφελούν οι συναντήσεις<br />
τις νύχτες στον κήπο,<br />
καθισμένοι πλάι- πλάι.<br />
εσύ στον ίσκιο σου μιλάς<br />
κι εγώ με τα πουλιά.<br />
Κόκκινα και μαύρα<br />
με το χάραμα<br />
τα χέρια</p>
<p>*</p>
<p>Πώς να σου εξηγήσω<br />
έτσι όπως κοιτάζεις<br />
μ’ ένα βλέμμα τεφρό<br />
νυχτωμένοι καιρού;</p>
<p>*</p>
<p>Αν σου απλώσω το χέρι<br />
θα κοπεί απ’ τον μίσχο<br />
και το σπίτι θα γεμίσει<br />
ραγισμένους ίσκιους</p>
<p>*</p>
<p>Πώς χώρεσε λοιπόν<br />
απ’ την αυλόπορτα<br />
ως την εξώπορτα<br />
του σπιτιού<br />
ολόκληρη η ζωή;</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα<br />
πέφτουν τα φύλλα·<br />
επιστρέφουν<br />
στο χώμα·<br />
λίπασμα καρπερό<br />
για τις επόμενες σοδειές</p>
<p>*</p>
<p>Πριν να αρχίσουμε<br />
να μιλάμε,<br />
να μάθουμε πρώτα<br />
την αλφαβήτα της ζωής,<br />
με πράξεις<br />
να στεριώνουμε<br />
τα βήματά μας</p>
<p>*</p>
<p>Ψαύεις το πρόσωπό σου·<br />
σκιές και είδωλα·<br />
αέρας και μόνο αέρας·<br />
επιστροφή πουθενά</p>
<p>*</p>
<p>Σε ταξιδεύει<br />
ένας πυρπολημένος πόνος<br />
δίχως δάχτυλα,<br />
ένα σάπιο κορμί<br />
γδαρμένα όνειρα</p>
<p>*</p>
<p>Βρέχει αδιάκοπα<br />
πίκρα·<br />
ούτε ένα άνοιγμα<br />
στον ουρανό·<br />
μολύβι η ψυχή σου<br />
και βουλιάζει</p>
<p>*</p>
<p>Μόνος και άστεγος<br />
πορεύεται<br />
μες στη ζωή.<br />
Καμία ταμπέλα<br />
δεν μπορεί<br />
να τον στεγάσει.<br />
Τις διαπερνά<br />
η φθορά,<br />
το κρύο<br />
τις σφραγίζει</p>
<p>*</p>
<p>Μες στα σκουπίδια<br />
τα περιφρονημένα<br />
ψάχνεις·<br />
αλιευτής<br />
κρυμμένων θυσαυρών,<br />
ρακοσυλλέκτης<br />
ομορφιάς αθέατης</p>
<p>*</p>
<p>Κι οι τελευταίοι εναπομείναντες<br />
ξεθώριασαν<br />
κουράστηκαν να κουβαλούν<br />
τόσο φορτίο.<br />
Άλλος αέρας πικρός<br />
φυσά στις μέρες μας.<br />
Άλλαξε τοπίο<br />
νέο ντεκόρ χρειάζεται,<br />
μεταμοντέρνα εποχή,<br />
μεταμοντέρνα αισθήματα</p>
<p>*</p>
<p>Εξόριστος<br />
και γύρω- γύρω<br />
τείχη·<br />
αυτά που σου έβαλαν<br />
κι αυτά που επέλεξες.<br />
Απρόσιτος ο κήπος σου,<br />
γεμάτος<br />
σπάνια πουλιά·<br />
ένα άσπρο σύννεφο<br />
περνά,<br />
ρίχνει ψιλή βροχή<br />
και σε ποτίζει</p>
<p>*</p>
<p>Άνισος ο αγώνας,<br />
το τέλος γνωστό·<br />
ευθυτενής<br />
κι ωραίος,<br />
εντός σου οι ρωγμές·<br />
μάταια επιμένεις</p>
<p>*</p>
<p>Ήρθε ο καιρός<br />
μόνος,<br />
γυμνός,<br />
πάνω στα αναμμένα<br />
κάρβουνα<br />
να περπατήσεις</p>
<p>*</p>
<p>Καθηλωμένος μένεις,<br />
ενώ όλα γύρω<br />
μοιάζουν<br />
να κινούνται ασταμάτητα<br />
χωρίς σκοπό</p>
<p>*</p>
<p>Άδειες σελίδες<br />
άγραφες,<br />
που τις σκεπάζει<br />
αιώνια,<br />
ο πάγος και το χιόνι</p>
<p>*</p>
<p>Εξόριστες λέξεις·<br />
μες στο βυθό<br />
θαμμένες<br />
όλες οι κραυγές</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρες οι λέξεις,<br />
κάρβουνο αναμμένο<br />
στην πληγή</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα<br />
πικρίζουν<br />
οι λέξεις<br />
και σαπίζουν</p>
<p>*</p>
<p>Όπως σε κλειστό<br />
κελί,<br />
χωρίς φως,<br />
μέσα στο ποίημα<br />
κατοικείς</p>
<p>*</p>
<p>Τι να την κάνεις<br />
την ποίηση<br />
όταν με τη ζωή σου<br />
καθημερινά<br />
την θανατώνεις;</p>
<p>*</p>
<p>Ένας μύθος<br />
και η ποίηση·<br />
καταφύγιο<br />
για λίγους<br />
άλλοθι<br />
για τους πολλούς</p>
<p>*</p>
<p>Έναν στίχο ανάπηρο<br />
κεράκι που ανάβω,<br />
μνήμης θυμίαμα<br />
στους λυγερούς<br />
κι ανώνυμους νεκρούς μας</p>
<p>*</p>
<p>Μαρτύριο η ζωή,<br />
αγέλη λύκων<br />
οι άνθρωποι<br />
και η ποίηση<br />
ένα μικρό παυσίπονο</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ κι η ποίηση<br />
σ’ εγκαταλείπει·<br />
φοράει το καπέλο της<br />
και φεύγει,<br />
λιποτακτεί κι αυτή<br />
στις δύσκολες στιγμές.<br />
Λίγο αέρα θέλει<br />
ν’ αναπνεύσει,<br />
μια μεγαλύτερη<br />
ευρυχωρία·<br />
έχει και η ποίηση<br />
ανάγκη<br />
τις βολές της·<br />
δεν την αντέχει τόση ερημιά</p>
<p>*</p>
<p>Κάθε πρωί<br />
μ’ ένα φιλί<br />
ο θάνατος<br />
μας χαιρετά<br />
και φεύγει</p>
<p>*</p>
<p>Εφημερεύει απόψε<br />
ο θάνατος·<br />
υπερωρίες κάνει·<br />
να ξαναπάρει πίσω<br />
τα χαμένα</p>
<p>*</p>
<p>Με τρία πόδια<br />
τρέχει ο θάνατος,<br />
για να προλάβει</p>
<p>*</p>
<p>Φιλικός<br />
είναι ο θάνατος,<br />
πιο φιλικός<br />
απ’ τη ζωή·<br />
τουλάχιστον<br />
αυτός δεν ψεύδεται</p>
<p>*</p>
<p>Είναι και ο θάνατος<br />
μια ευκαιρία,<br />
το τελευταίο οχυρό·<br />
έστω την ύστατη<br />
στιγμή,<br />
ό,τι δεν έπραξες<br />
να διορθώσεις,<br />
ό,τι απόμεινε<br />
να περισώσεις</p>
<p>*</p>
<p>Κάποτε τελειώνει<br />
ο καθημερινός<br />
θάνατος.<br />
Έρχεται<br />
ο Μέγας θάνατος<br />
μαυροντυμένος<br />
και βάζει<br />
την επίσημη<br />
και οριστική<br />
σφραγίδα</p>
<p>*</p>
<p>Σουρώνεις,<br />
μαζεύεις,<br />
στεγνώνεις.<br />
Μια μάζα άμορφη,<br />
ένα κουβάρι·<br />
παραμορφώσεις<br />
άπειρες.<br />
Κοιτάζεις το πρόσωπό σου<br />
στον καθρέφτη·<br />
μια μύγα ακέφαλη<br />
σου γνέφει·<br />
μια μικροσκοπική κηλίδα<br />
μελανή<br />
που εκμηδενίζεται<br />
στο χάος</p>
<p>*</p>
<p>Σταδιακή υποχώρηση·<br />
τρίζουν<br />
οι πόρτες στο πάτωμα.<br />
Σκασίματα,<br />
σοβάδες που ξεφτίζουν,<br />
σπασμένα τζάμια·<br />
στόμα που χάσκει<br />
αδειανό<br />
σαν έρημο παράθυρο.<br />
Μέρα τη μέρα<br />
σαρώνουν οι απώλειες·<br />
καινούριες θέσεις,<br />
καινούρια οχυρώματα·<br />
ούτε λόγος για τη μεγάλη μάχη.<br />
Μια μικρή μόνο παράταση<br />
να κρατηθεί<br />
για λίγο στη ζωή<br />
το σκοροφαγωμένο δέντρο</p>
<p>*</p>
<p>Περίσσεψε<br />
ξεχείλισε ο πόνος.<br />
Όλο και πιο βαθιά<br />
τον κρύβεις·<br />
αθέατος,<br />
απρόσιτος να είναι,<br />
αμόλυντος·<br />
κανείς να μην ακούσει<br />
τις κραυγές,<br />
βέβηλα μάτια<br />
να μην δουν τις συστροφές<br />
που κάνει το κορμί,<br />
την παρατεταμένη σύσπαση<br />
στο πρόσωπο.<br />
Μόνο δική σου,<br />
αποκλειστικά δική σου<br />
είναι η δοκιμασία αυτή<br />
η προσφερόμενη<br />
κι ανέλπιστη οδύνη</p>
<p>*</p>
<p>Δάκρυα πολλά πρέπει να χύσουμε,<br />
ως τον παροξυσμό του πόνου<br />
να αφεθούμε,<br />
πολύ η ψυχή μας να ματώσει,<br />
μέρες πολλές τον ύπνο μας να χάσουμε,<br />
πάνω στα μνήματα να κοιμηθούμε,<br />
μήπως τα καταφέρουμε<br />
να επανορθώσουμε.<br />
μήπως και καταφέρουμε<br />
η γη να ξανανθίσει</p>
<p>*</p>
<p>Πως θα περάσουμε απέναντι;<br />
Τώρα που χάσαμε<br />
όλους τους νεκρούς μας,<br />
τώρα που κόπηκαν<br />
τα νήματα μαζί τους,<br />
ποιος θα βρεθεί να μας φωτίσει;<br />
Ποιος θα βρεθεί<br />
τις γέφυρες να στήσει πάλι;<br />
Μαζί με τους νεκρούς<br />
χάθηκε κι ο πορθμέας·<br />
όλα τα πλοία άφαντα,<br />
ούτε μια βάρκα<br />
ούτε μια σχεδία,<br />
ούτε ένα μονόξυλο<br />
για να περάσεις απέναντι</p>
<p>*</p>
<p>Όλα έχουν κριθεί<br />
από καιρό,<br />
από χρονολογία άγνωστη.<br />
Το μαύρο εγκαταστάθηκε<br />
μες στη ζωή μας,<br />
ανώφελο να το αρνείσαι.<br />
Το ρόδι έσπασε,<br />
ο καθρέφτης ράγισε,<br />
το μήλο σάπισε,<br />
φωτιές καίνε παντού,<br />
αποκαΐδια και συντρίμμια,<br />
οσμή από καμένη σάρκα·<br />
σκούρο πηγμένο αίμα<br />
τα λάφυρα των ημερών.<br />
Καμένη γη συλλέγεις,<br />
καμένες μνήμες,<br />
απανθρακωμένα αισθήματα,<br />
ρακοσυλλέκτης έρημων ψυχών.<br />
Όλα έχουν κριθεί από καιρό,<br />
από χρονολογία άγνωστη.</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρο<br />
κι άλλο μαύρο,<br />
πιο πολύ μαύρο·<br />
μαύρο εδώ,<br />
μαύρο εκεί,<br />
μαύρο στο πλάι,<br />
μαύρο πάνω,<br />
μαύρο κάτω,<br />
μαύρο μπροστά,<br />
μαύρο πίσω,<br />
μαύρο στο κέντρο,<br />
εκεί που φαίνεται,<br />
κι εκεί που δεν φαίνεται·<br />
όλα μαύρα,<br />
ατέλειωτα μαύρα·<br />
ούτε μια σπίθα φως,<br />
λευκό εξόριστο,<br />
ζωσμένοι από παντού<br />
στο μαύρο,<br />
μέχρι να θριαμβεύσει<br />
το σκοτάδι,<br />
τυφλοί να γίνουμε,<br />
να εννοήσουμε το επιτέλους</p>
<p>*</p>
<p>Είδα στον ύπνο μου απόψε τον Βαγγέλη.<br />
Στεκόταν όρθιος πλάι στα κυπαρίσσια.<br />
Είχε θλιμμένο βλέμμα ανθρώπου που υποφέρει.<br />
Μονολογούσε σιγανά σα να προσεύχονταν·<br />
«αργά τα βράδια βγαίνω από το μνήμα<br />
σεργιανώ,<br />
ανάμεσα στους τάφους περιφέρομαι,<br />
είναι στενάχωρα εκεί κάτω θλιβερά<br />
κι η μοναξιά πολλή».</p>
<p>&#8211; «Βαγγέλη φώναξα»,<br />
και η φωνή έσχισε το όνειρο<br />
σαν αστραπή,<br />
«ο φίλος σου ο Βασίλης είναι εδώ».<br />
Όμως αυτός δεν άκουσε,<br />
ήταν αλλού·<br />
περπάταγε στο πουθενά.<br />
Είχε στα χέρια του<br />
ένα φεγγάρι κατακόκκινο αγκαλιά<br />
και την καρδιά του διπλωμένη<br />
ανάμεσα στα γόνατα</p>
<p>*</p>
<p>Είναι όλοι εκεί, πλήθος κόσμου,<br />
τιμητικό άγημα θανάτου·<br />
σαν σε εθνική επέτειο εορτή<br />
παρελαύνουν·<br />
μαυροντυμένοι<br />
όπως ταιριάζει στην περίσταση.<br />
Μπροστά πηγαίνει η οικογένεια,<br />
ακολουθούν οι συγγενείς,<br />
οι φίλοι οι γνωστοί·<br />
πιο πίσω κάτι περίεργοι<br />
και στην ουρά, στο τέλος, από μακριά,<br />
οι άστεγοι συνοδοιπόροι,<br />
οι άποροι, περιπλανώμενοι<br />
από κηδεία σε κηδεία.<br />
Σέρνουν τα βήματά τους,<br />
μουρμουρίζουν,<br />
κλαίνε βουβά και με λυγμούς,<br />
οδύρονται·<br />
μπροστά στο φέρετρο<br />
σκύβουν φιλάνε το νεκρό,<br />
θωπεύουν το κρύο μέτωπο,<br />
υμνούν τις χάρες του<br />
τα προτερήματά του,<br />
την άδικη την μοίρα του τονίζουν·<br />
παρηγορεί ο ένας τον άλλον,<br />
εγκάρδια αγκαλιάζονται,<br />
χτυπήματα στην πλάτη φιλικά,<br />
να φύγει αυτό το βάρος, η επίμονη σκιά.<br />
Είναι όλοι εκεί στο προσκλητήριο<br />
και παρελαύνουν·<br />
παρόντες στο θάνατο<br />
απόντες στη ζωή.<br />
Αμίλητος ο νεκρός στο προαύλιο<br />
κάθεται και τους κοιτάζει.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>4. ΘΥΡΑ ΕΞΟΔΟΥ</strong></h4>
<p>Νοέμβριος 2009<br />
Σαλπίζει υποχώρηση.<br />
Δρόμος κλειστός<br />
και γύρω βάλτος·<br />
σκοτάδι<br />
και μέσα σου η φλόγα<br />
τρεμοσβήνει.<br />
Με βήμα αθόρυβο<br />
το σκοροφαγωμένο<br />
σώμα εγκαταλείπεις.<br />
Αγέρωχος,<br />
διάτρητος και μόνος,<br />
τη νύχτα<br />
προς τα άστρα<br />
δραπετεύεις</p>
<p>*</p>
<p>Το τέλος<br />
είναι πάντα πικρό·<br />
έχει τη στυφή<br />
γεύση<br />
του γκρεμισμένου<br />
ονείρου</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο ο λόγος<br />
έμεινε πιστός·<br />
μπαστούνι,<br />
στήριγμα,<br />
τη σκάλα<br />
να κατέβεις</p>
<p>*</p>
<p>Κόμπο- κόμπο<br />
ξηλώνεται<br />
η ζωή.<br />
Ακάθεκτος<br />
στο χώμα<br />
επιστρέφεις</p>
<p>*</p>
<p>Από το τίποτε<br />
επιστροφή στο τίποτε·<br />
στο ενδιάμεσο<br />
ένα ελάχιστο άνυσμα<br />
η ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Απέναντι στο είδωλο<br />
χαμογελάει ειρωνικά<br />
σα να σου λέει:<br />
«Εδώ στο ραγισμένο<br />
πρόσωπο<br />
η κάθε έπαρση<br />
πεθαίνει»</p>
<p>*</p>
<p>Μείνε ακίνητος,<br />
βουβός,<br />
ολόκληρος στη σιωπή<br />
βυθίσου.<br />
Μια πανοπλία<br />
από πετρώματα<br />
γρανίτη·<br />
δάκρυα<br />
στα υπόγεια.<br />
Τυλίξου το πανωφόρι<br />
του παγερού χειμώνα<br />
και φύγε μακριά<br />
από το προδομένο<br />
σώμα</p>
<h6><strong>Μετά τη νεφρεκτομή 2010</strong></h6>
<p>Έξω χιονίζει παγωνιά<br />
και μέσα κρύο.<br />
Αποχαιρετισμός·<br />
πέντε δάκτυλα<br />
στο ραγισμένο τζάμι.<br />
Καλπάζει ένα φθινόπωρο<br />
όλο φωτιά</p>
<p>*</p>
<p>Η μοναξιά<br />
φυτρώνει παντού.<br />
Σα ρημαγμένο σπίτι<br />
το κορμί σου καταρρέει.<br />
236<br />
Παίρνουν τα έπιπλα<br />
από μέσα σου και φεύγουν</p>
<p>*</p>
<p>Ένα πέρασμα απ’ το σκοτάδι<br />
η ζωή,<br />
μια σιωπηλή σήραγγα<br />
κι έπειτα ένα άλλο φως<br />
απ’ την αντίπερα όχθη.<br />
Τους χαιρετάς όλους<br />
από μακριά</p>
<p>*</p>
<p>Ξημερώνει μια άλλη μέρα<br />
κι εσύ φευγάτος<br />
στους λόφους.<br />
Όλο πουλιά και άστρα<br />
το κορμί σου·<br />
μια σιωπή<br />
ανάλαφρη σα μουσική</p>
<h6>*</h6>
<h6><strong>Φεβρουάριος 2011</strong></h6>
<p>Ο χρόνος έσπασε<br />
και θρυμματίστηκε.<br />
Καρφιά στο σώμα<br />
Στην ψυχή·<br />
πονάνε.<br />
Αργεί να ξημερώσει</p>
<p>*</p>
<p>Σιωπή<br />
στους τοίχους,<br />
στα παράθυρα,<br />
στις πόρτες·<br />
μέσα στα σπλάχνα<br />
ο μαυροφορεμένος<br />
ένοικος<br />
τρυπά με κομπρεσέρ<br />
τις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Μου γνέφουν<br />
τα φώτα φιλικά<br />
από την Άνω πόλη.<br />
Μες στην ομίχλη<br />
χάνονται<br />
πριν με φτάσουν.<br />
Κάποιο δοκάρι<br />
έπεσε κι απόψε</p>
<p>*</p>
<p>Τις νύχτες<br />
προσαράζεις·<br />
κτυπάς πάνω<br />
σε βράχια,<br />
σε ξέρες<br />
που ενεδρεύουν.<br />
Ναυάγιο άγριο<br />
που δεν τελειώνει.<br />
Μια νύχτα ακόμη<br />
ένα σκοτάδι,<br />
ένα βαθύ πηγάδι<br />
απύθμενο<br />
αδιάβατο</p>
<p>*</p>
<p>Κλείνω την πόρτα<br />
κι αποσύρομαι,<br />
να μην ταράξω<br />
τον ύπνο σου<br />
αγαπημένη.<br />
Πίσω απ’ τον τοίχο<br />
μαύρα σκυλιά<br />
αθέατα,<br />
με κυνηγούν·<br />
ξάγρυπνος εφιάλτης</p>
<p>*</p>
<p>Όλη τη νύχτα<br />
η τηλεόραση ανοιχτή,<br />
σαν φαντασίωση<br />
στο ρίγος και στη μοναξιά·<br />
σαν πρόβα<br />
επικήδειου ταιριάζει</p>
<p>*</p>
<p>Νάρθει επιτέλους ο ύπνος<br />
έστω για μια στιγμή,<br />
ανάσα δροσερή,<br />
χάδι ανάλαφρου<br />
να σε αγγίξει,<br />
νανούρισμα γλυκό,<br />
ελπιδοφόρο</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι<br />
οι λέξεις χάνουν<br />
τη φωνή τους·<br />
συντρίμμια είναι,<br />
ευρήματα αρχαιολογικά<br />
για το μουσείο.<br />
Θαμμένος στα ερείπια,<br />
οι διασώστες<br />
αδύνατον να μ’ εύρουν</p>
<p>*</p>
<p>Τους εγκαταλείπεις όλους,<br />
σαν αερόστατο ελλιποβαρές<br />
για να μην πέσεις.<br />
Χάνεις τα χέρια σου<br />
τη φωνή σου.<br />
Σε παγωμένο τόπο<br />
βρίσκεσαι,<br />
κανείς δεν σε ακούει·<br />
σαν αγνοούμενος από καιρό<br />
χαμένος μες στην έρημο</p>
<p>*</p>
<p>Τυλίγομαι στον στίχο,<br />
φορώ κατάσαρκα<br />
τις λέξεις·<br />
προσκέφαλο<br />
και πανωφόρι·<br />
ασπίδα συλλαβές.<br />
Πλέκω ιστό<br />
τα ποιήματα<br />
να με σκεπάσουν,<br />
στη θέρμη της φωτιάς τους<br />
να χωθώ<br />
να ζεσταθώ.<br />
Κρυώνω,<br />
βρέχει πολύ·<br />
οι δρόμοι έρημοι,<br />
τα σπίτια άδεια.<br />
Αγκαλιάζω τα ποιήματα γλυκά<br />
κι αποκοιμιέμαι</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Ιούλιος 2013</strong></h6>
<p>Ανηφόρα·<br />
βαρύ φορτίο<br />
στους ώμους.<br />
Ένα ίσωμα,<br />
μια πηγή<br />
να ξεποστάσεις<br />
για λίγο,<br />
να ανασάνεις</p>
<p>*</p>
<p>Γυρίζεις<br />
σελίδα,<br />
ακίνητος<br />
μένεις,<br />
αποχωρίζεσαι<br />
το σώμα σου</p>
<p>*</p>
<p>Ανήμπορες<br />
οι λέξεις<br />
σ’ εγκαταλείπουν.<br />
Αρνούνται να σ’ ακολουθήσουν<br />
μέσα στην έρημο</p>
<p>*</p>
<p>Πόνος<br />
βουβός<br />
σαν πυροβολισμός<br />
με σιγαστήρα</p>
<p>*</p>
<p>Να ξεχρεώσω<br />
τον πόνο,<br />
να μην οφείλω<br />
άλλη οδύνη<br />
στη ρημαγμένη<br />
ψυχή</p>
<p>*</p>
<p>Το ραδιοφωνάκι<br />
απ’ το απέναντι<br />
μπαλκόνι<br />
φάρος συντροφιάς</p>
<p>*</p>
<p>Κολυμπάς<br />
μες στα συντρίμμια</p>
<p>*</p>
<p>Επέτειος<br />
ή μνημόσυνο<br />
ετοιμασίες<br />
κατάλληλες<br />
και για τα δυο</p>
<p>*</p>
<p>Τι ξημερώνει<br />
αύριο;<br />
Αρνείσαι<br />
να μαντέψεις.<br />
Σα σφάγιο<br />
καρφώνεις<br />
την ψυχή σου</p>
<p>*</p>
<p>Σπάζουν τα νήματα,<br />
το χέρι<br />
που χαϊδεύει<br />
το μάγουλο.<br />
Μες στον σπασμένο<br />
καθρέφτη<br />
μετέωρες<br />
οι φωνές μας</p>
<p>*</p>
<p>Κομμένη η φωνή σου,<br />
κομμένα τα χέρια·<br />
αδύνατον<br />
να αγκαλιάσεις<br />
τον εαυτό σου</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ</strong></h4>
<p>Στο παράρτημα αυτό τοποθετούνται ποιήματα της εποχής των μνημονίων, τα οποία δεν ανήκουν ακόμα σε<br />
ολοκληρωμένη συλλογή.</p>
<p>Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
και θερίζει`<br />
θερίζει όνειρα κι ελπίδες,<br />
κόβει στα δυο τη νιότη<br />
που ανατέλλει.<br />
Δέντρα περήφανα, ευθυτενή,<br />
σωριάζονται στη γη,<br />
σώματα ακέφαλα στο αλώνι`<br />
θρήνοι, οιμωγές πανάρχαιες<br />
που κυματίζουν.<br />
Κατακαλόκαιρο<br />
κι η βαρυχειμωνιά<br />
σαλπίζει στο κατώφλι.<br />
Μες στην καρδιά<br />
εγκαταστάθηκε το χιόνι.<br />
Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
και θερίζει.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Πεντάλογος του σκότους</strong></h6>
<p>Σκοτεινό το βλέμμα σου<br />
κι απόψε,<br />
όλο απειλή`<br />
για νέες εκτελέσεις<br />
ετοιμάζεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Λεπίδες κοφτερές<br />
τα χέρια σου,<br />
αιμοσταγείς.<br />
Ανηλεώς<br />
σπέρνουν<br />
τον θάνατο</p>
<p>*</p>
<p>Κοιτάζω το πρόσωπό σου,<br />
αβυσσαλέο, παγερό,<br />
ρήγματα της ψυχής<br />
ανεπούλωτα.<br />
Με μίσος και με αίμα<br />
τρέφονται<br />
αδύνατο να γιατρευτούν</p>
<p>*</p>
<p>Στρέφω το πρόσωπό μου<br />
να μη σε βλέπω.<br />
Τυφώνας είσαι<br />
καταστροφικός.<br />
Γυρίζω την πλάτη<br />
κι απομακρύνομαι,<br />
με βήμα ταχύ<br />
απομακρύνομαι,<br />
για να σωθώ</p>
<p>*</p>
<p>Δολο-φόνος είσαι<br />
κι όχι διασώστης`<br />
Φονιάς με δόλο.<br />
Αντί γι’ αγάπη<br />
όλεθρο φέρνεις.<br />
Με τις κηδείες<br />
και το πένθος<br />
ηδονίζεσαι</p>
<p>*</p>
<h5><strong>Φόρος ύπαρξης</strong></h5>
<p>Ο άστεγος πληρώνει<br />
φόρο ύπαρξης,<br />
αλλιώς θα του κατάσχουν<br />
την ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Κατάκοπος ο θάνατος357<br />
Κατάκοπος ο θάνατος<br />
να εξολοθρεύει,<br />
μετακομίζει<br />
σε άλλη χώρα</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Νούμερα μόνο, αριθμοί</strong></h6>
<p>Επώνυμοι Αυτοί,<br />
ανώνυμο το πλήθος,<br />
απρόσωπο`<br />
νούμερα μόνο, αριθμοί,<br />
στο έλεος των Επωνύμων.<br />
Άριστοι Αυτοί στα Μαθηματικά`<br />
εκπαιδευμένοι στην Αφαίρεση`<br />
ειδίκευση, η Αφαίρεση ζωών.<br />
Με μια διάταξη,<br />
διαγράφουν μονοκονδυλιά<br />
χιλιάδες νούμερα-ανθρώπινες<br />
ζωές</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Το κυνοβούλιο</strong></h6>
<p>Τα σκυλιά αγανάκτησαν.<br />
Πλήττεται η ζωή τους<br />
καθημερινά.<br />
Με έφοδο κατέλαβαν<br />
Το κοινοβούλιο<br />
και το μετέτρεψαν<br />
σε κυνοβούλιο.<br />
Πήραν την κατάσταση<br />
στα χέρια τους.<br />
Καθαίρεσαν τους βουλευτές.<br />
Ψηφίζουν τώρα δημοκρατικά<br />
χωρίς γαυγίσματα,<br />
κουνώντας επιδέξια την ουρά.<br />
Για πρόεδρο επέλεξαν<br />
έναν γερασμένο γάιδαρο<br />
που έχει μεγάλη υπομονή<br />
και υπογράφει ασταμάτητα</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Η μόνη σου εξουσία</strong></h6>
<p>Διάτρητο το κορμί μου, όρθιο.<br />
Μου στερείς τον ήλιο<br />
και το φως λάμπει μέσα μου.<br />
Ρίζες βαθιές<br />
από τη γη στον ουρανό απλώνονται.<br />
Μέσα στα όνειρα ταξιδεύω.<br />
Αδύνατο να φράξεις το δρόμο μου.<br />
Αέρας είμαι,<br />
έμπλεος από αγάπη.<br />
Με θανατώνεις<br />
κι από το αίμα μου<br />
ανθίζουν τριαντάφυλλα.<br />
Μες στο σκοτάδι η μοίρα σου.<br />
Η μόνη σου εξουσία εκεί.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Ασύμπτωτοι δρόμοι</strong></h6>
<p>Ασύμπτωτοι δρόμοι,<br />
στην αρχή,<br />
στο τέλος,<br />
πάντα.<br />
Για μια στιγμή<br />
τέμνεσαι,<br />
χάνεσαι,<br />
διαλύεσαι`<br />
περνάς μες απ΄τον άλλο<br />
διάφανος,<br />
άυλος,<br />
ένα χάδι μόνο,<br />
μια κλεφτή ματιά,<br />
ένα άστρο τρύπιο,<br />
πομπός που εκπέμπει<br />
άνυδρη λύπη<br />
στο διάστημα.<br />
Κι έπειτα μόνος<br />
στο γκρεμό,<br />
να κοιτάς<br />
το καμένο δάσος,<br />
τις γερασμένες πεδιάδες`<br />
πίσσα και καταχνιά<br />
τα μεταλλεία της ψυχής.<br />
Ακροβασία αιχμηρή,<br />
ανάβαση σ’ απύθμενα<br />
πηγάδια.<br />
Τραυλίζει η μνήμη<br />
χώματα γεμάτη,<br />
και οι καρδιές<br />
τρυπημένες,<br />
ακρωτηριασμένα μέλη<br />
έξω από τους τάφους.<br />
Πέρασμα ανύπαρκτο<br />
μέσα στα ορυχεία.<br />
Κλειστή η είσοδος,<br />
αμπαρωμένη.<br />
Οι νεκροί μετρούν<br />
τις πληγές τους</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Νύχτα καλοκαιρινή, έντεκα παρά δέκα</strong></h6>
<p>Απλώνει η σιωπή, απλώνει,<br />
σαν το νερό κυλάει αργά,<br />
μέσα στα σπίτια μπαίνει,<br />
ποτίζει τους τοίχους,<br />
γλιστρά στο δάπεδο,<br />
μέσα στο αίμα εισχωρεί,<br />
θρόμβος πάνω στο στέρνο.<br />
Νύχτα καλοκαιρινή, έντεκα παρά δέκα.<br />
Ένα τριζόνι ξέμεινε μονάχο<br />
να θρηνεί τη μεγάλη φυγή.<br />
Το τρανζιστοράκι στο απέναντι μπαλκόνι<br />
σίγησε φέτος,<br />
όπως σιγούν τα όνειρα,<br />
όπως οι φωνές αγαπημένων<br />
που βγάζουν ξιφολόγχες<br />
και κόβουν από τη ρίζα τον καρπό,<br />
όπως τα παιδιά μας<br />
που γέμισαν πίσσα τα μάτια τους<br />
και στήνουν ενέδρες<br />
να συλλάβουν το φως.<br />
Είναι η ώρα που οι νεκροί<br />
βγαίνουν αργά από τα μνήματα απέναντι`<br />
φοράν λαστιχένια υποδήματα,<br />
περπατάνε αθόρυβα,<br />
κάτι σαν ψαλμωδία μουρμουρίζουν,<br />
με φαναράκια στα χέρια αναμμένα.<br />
Βγάζουν τον καημό τους περίπατο`<br />
σεργιανούν ένα γύρο<br />
κι επιστρέφουν ατάραχοι και πικραμένοι`<br />
ασημένιες κλωστές τα πόδια τους<br />
στο φεγγαρόφως.<br />
Λίγο πιο πέρα ο Ευθύμης<br />
γερμένος στα κάγκελα,<br />
μετράει τις πληγές,<br />
μετράει τις μέρες,<br />
τρυπημένη η καρδιά του, τα χέρια,<br />
τρυπημένος κι ο ορίζοντας.<br />
Με το σκοτάδι παλεύει,<br />
ρίχνει άγκυρα μέσα στα βράχια.<br />
Από ένα άστρο μακρινό,<br />
στέλνει σινιάλο ένα χαμόγελο<br />
με το πινέλο του ο Κωστάκης,<br />
με τη βραχνή<br />
τη λυγισμένη του φωνή<br />
και το δοξάρι απ’ το βιολί<br />
μέσα στα σύννεφα.<br />
Πίσω απ’ το παράθυρο,<br />
ακίνητη η Σούλα περιμένει.<br />
Απλώνει η σιωπή,<br />
παλίρροια βουβή<br />
που μας σκεπάζει όλους.<br />
Ένας λυγμός πονάει,<br />
λέει να βγει,<br />
μα εγκαταλείπεται ανώφελα<br />
και φεύγει.<br />
Μένει μονάχα<br />
ένα φεγγάρι μαύρο,<br />
ένα δάκρυ περασμένο στη θηλιά<br />
κι η μοναξιά<br />
να ουρλιάζει στα σκοτάδια.</p>
<p>*</p>
<p>Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.<br />
Πλατείες<br />
κρεμασμένες ανάποδα<br />
κι οι δρόμοι άδειοι.<br />
Σε κάθε σπίτι<br />
ένα ικρίωμα`<br />
λάμπουν<br />
τα άδεια κρανία.<br />
Φόνοι προμελετημένοι,<br />
κορμιά διαλυμένα<br />
απ’ την πτώση<br />
στο οδόστρωμα,<br />
κι ούτε ένας θρήνος`<br />
πρόσωπα μάσκες,<br />
παγερά,<br />
σβηστό το καντήλι,<br />
σε ομηρία τα αισθήματα.<br />
Πλήθος ανώνυμο<br />
οδεύει προς την έξοδο`<br />
εκεί περιμένουν<br />
οι ερπύστριες του θανάτου.<br />
Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.<br />
Εχθρός ο Άλλος`<br />
διαρκής απειλή.<br />
Όλοι εναντίον όλων<br />
μέχρι<br />
την τελική εξόντωση.<br />
Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Έρχεται ο καιρός</strong></h6>
<p>Έρχεται ο καιρός<br />
αλλάζει`<br />
αλλάζουν όλα<br />
ξαφνικά,<br />
σε μια νύχτα<br />
γκρεμίζεται ο ουρανός`<br />
ξεχνάς ονόματα,<br />
πρόσωπα σβήνουν,<br />
από τη μνήμη χάνονται`<br />
δρόμοι απογειώνονται,<br />
πλατείες αποσύρονται,<br />
χέρια φυτρώνουν<br />
σε μαντρότοιχους,<br />
κεφάλια λάμπουν<br />
κρεμασμένα<br />
μες στη νύχτα,<br />
κορμιά παρατημένα<br />
φλέγονται στην άσφαλτο.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που ο ήλιος<br />
γίνεται φεγγάρι.<br />
Φεύγουν όλοι τότε,<br />
αποχωρούν,<br />
οδεύουν άτακτα<br />
προς τα μετόπισθεν.<br />
Μένει μονάχα<br />
ένας μικρός<br />
λεμονανθός,<br />
να αγωνίζεται<br />
καρτερικός,<br />
περήφανος.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που λυγίζουν οι στέγες<br />
που λυγίζει<br />
η φωνή του ανθρώπου`<br />
μες σε κρατήρες<br />
σκοτεινούς<br />
βυθίζεται.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που εμείς,<br />
δεν είμαστε πια<br />
εμείς,<br />
που δεν υπάρχουμε.<br />
Στη θέση μας<br />
άλλοι άνθρωποι,<br />
ξένοι,<br />
κατοικούν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΜΑΤΑ<br />
ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</strong><br />
<strong>ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΟΥΚΟΒΙΝΟΥ </strong><br />
<strong>«ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ»</strong></h5>
<h6><strong>(Απόσπασμα 1)</strong></h6>
<h5><strong>Διαβάζοντας τα Φεγγάρια στο Βυθό</strong></h5>
<p>Τα Φεγγάρια στο βυθό, όπως προαναφέρθηκε, είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη<br />
Ιωαννίδη και αποτελείται από εικοσιπέντε ποιήματα, τα οποία γράφτηκαν τη διετία 1991- 1992<br />
και δημοσιεύτηκαν το 1995 στη Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχει σταθερή ομοιοκαταληξία , μερικές<br />
φορές τυχαίνει δηλαδή να ομοιοκαταληκτούν οι λέξεις, αρά ο ελεύθερος στίχος είναι αυτός που<br />
κυριαρχεί. Υπάρχει ρυθμός , αλλά ούτε κι αυτός είναι σταθερός, οπότε δεν μπορούμε να<br />
κάνουμε λόγο για μέτρο και ακριβή ρυθμοτονικά στοιχεία. Όσον αφορά τις στροφές, δεν έχουν<br />
ίσο αριθμό στίχων μεταξύ τους ούτε βέβαια υπάρχει ίσος αριθμός στροφών σε κάθε ποίημα.<br />
Όσον αφορά γενικά τη γλώσσα, και συγκεκριμένα την ποιητική, μπορούν πολλά να<br />
ειπωθούν. Η γλώσσα για τον ποιητή γίνεται σκοπός. Η Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού επισημαίνει<br />
ότι «η ποιητικότητα δεν είναι κατάσταση, λανθάνουσα έστω, των πραγμάτων, αλλά ιδιότητα που<br />
απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τα πράγματα» . Ο στρουκτουραλιστής της<br />
Σχολής της Πράγας Ίαν Μουκαρόφσκι θεωρεί ότι η ποίηση χαρακτηρίζεται από έναν ιδιαίτερο<br />
τρόπο χρήσης της γλώσσας: «Η λειτουργία της ποιητικής γλώσσας συνίσταται στη μέγιστη<br />
προβολή της έκφρασης». Ο Jeremy Hawthorn ερμηνεύει τη λέξη «προβολή» ως μια μορφή<br />
αποαυτοματοποίησης, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα δεν είναι ένα μέσο προς ένα<br />
συγκεκριμένο νόημα, αλλά αποτελεί η ίδια αντικείμενο στοχασμού έως τη γλώσσα . Τη<br />
διατύπωση αυτή ο Hawthorn θεωρεί αξιόλογη, επειδή θίγει το θέμα της ποιητικής γλώσσας<br />
αφήνοντας περιθώρια για τη συμμετοχή του αναγνώστη, αλλά και της ίδιας της γλώσσας.<br />
Αντίστοιχα, ο Μπαμπινιώτης αναφέρεται στον «αποαυτοματισμό» ή «προβολή» και τον συνδέει<br />
άμεσα με υφολογικές διαφοροποιήσεις .<br />
Αν θεωρήσουμε ότι η γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα σημείων με προκαθορισμένη δομή,<br />
δεχόμαστε ότι θέτει όρια, τα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να υπερβεί επιστρατεύοντας τη<br />
δημιουργικότητά του (linguistic creativity). Αυτή συνδέεται με ένα σύστημα λόγου γενικό και<br />
αφηρημένο που υιοθετεί η γλωσσική κοινότητα και στα πλαίσια του οποίου διαμορφώνονται<br />
ατομικά πρότυπα συστήματα λόγου. Η γλωσσική συγκρότηση κάθε ατόμου διαμορφώνεται<br />
ανάλογα με τη μόρφωση, την καλλιέργειά του, τις επικοινωνιακές του ανάγκες, το πολιτιστικό<br />
περιβάλλον του και την κοινωνική του κατάσταση. Ο βαθμός δημιουργικότητας στη γλώσσα του<br />
λογοτεχνικού κειμένου είναι άμεση συνάρτηση αυτού του προτύπου και της ενεργοποιήσεώς του<br />
από τον συγκεκριμένο δημιουργό σύμφωνα με την έμπνευση, την ευαισθησία και τις ικανότητές<br />
του στην τέχνη της επικοινωνίας . Ο Hawthorn συμφωνεί με αυτό και υποδεικνύει πως η γλώσσα<br />
δεν αποτελεί μέσο της λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα η πέτρα για τη γλυπτική. Ο συγγραφέας<br />
χειραγωγεί κάτι που είναι από τη φύση του επικοινωνιακό για να δημιουργήσει το<br />
λογοτεχνικό έργο. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό οι λέξεις είναι οι ιδέες . Επομένως, αν η<br />
συγκεκριμένη μορφή του ποιήματος αλλαχθεί, τότε θα αλλάξει και το περιεχόμενό του .<br />
Στη λογοτεχνία η γλώσσα είναι τόσο αυτό που αναπαριστά όσο και το μέσο γι’ αυτή την<br />
αναπαράσταση . Περιλαμβάνει μια σειρά επιλογών και αποκλίσεων από το γλωσσικό<br />
κατεστημένο. Ο ποιητικός λόγος στηρίζεται κατά βάση στις αποκλίνουσες από τους κανόνες της<br />
συμβατικής γλώσσας, αλλά χρησιμοποιεί και τις επιλογές , στοιχεία της καθημερινής<br />
συμβατικής γλώσσας. Ο Μπαμπινιώτης σημειώνει ότι «το παιχνίδι των αποκλίσεων, το<br />
ξεπέρασμα της συμβατικής γλώσσας, όχι ως εύκολο αποτέλεσμα φυγής, αλλά ως ακριβό έπαθλο<br />
σκληρής πάλης με τη γλώσσα είναι η ύψιστη μορφή γλωσσικής ελευθερίας, προσωπική<br />
κατάκτηση του δημιουργού, νίκη πάνω στη συμβατική γλώσσα» .<br />
Ο Jakobson αναγνωρίζει ως κύριες λειτουργίες της γλωσσικής επικοινωνίας την<br />
βιωματική, προθετική, αναφορική, ποιητική, επαφική και μεταγλωσσική. Η λεκτική δομή ενός<br />
μηνύματος εξαρτάται πρωταρχικά από την εκάστοτε επικρατούσα λειτουργία. Η ποιητική<br />
λειτουργία, η οποία είναι αυτή που μας απασχολεί, πραγματοποιείται με τρεις τρόπους. Πρώτα<br />
απ’ όλα, με επιλογές και αποκλίσεις από τον κώδικα της γλώσσας και έπειτα με την μετάβαση από<br />
το παραδειγματικό στο συνταγματικό επίπεδο της γλώσσας. Τα στοιχεία που επιλέγονται ή<br />
δημιουργούνται συνδέονται και συνδυάζονται με άλλα. Τέλος, η ποιητική λειτουργία προβάλλει<br />
την αρχή της ισοδυναμίας από τον άξονα της επιλογής (παραδειγματικό) στον άξονα του<br />
συνδυασμού (συνταγματικό). Η «αρχή της ισοδυναμίας» ερμηνεύεται ως η δυνάμει γλώσσα, οι<br />
δυνατότητες που προσφέρονται στον δημιουργό από το σύστημα του λόγου (langue) να<br />
συνταιριάσει τις λέξεις μέσα σε κατάλληλα γλωσσικά περιβάλλοντα (contexts), έτσι που να<br />
εκφράζουν σημασίες που δεν δηλώνουν στη συμβατική χρήση της γλώσσας, αλλά που θα έπρεπε<br />
ή θα μπορούσαν να σημάνουν. Έτσι, φτάνουμε στην ανα-σημασιολόγηση ή και μετα-<br />
σημασιολόγηση των λέξεων στον ποιητικό λόγο . Η διατύπωση της ποιητικής λειτουργίας από<br />
τον Jakob son είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση για κάθε λέξη γνωρισμάτων που δεν βρίσκονται<br />
καταχωρημένα σε κανένα λεξικό. Οι αντιστοιχίες στον άξονα συνδυασμού συμβάλλουν στην<br />
ενεργοποίηση «περιθωριακών» σημασιών που παίζουν σημαντικό ρόλο, για παράδειγμα στις<br />
μεταφορές. Πολύ συχνά μια σημασία διαμορφώνεται μόνο μέσα από ένα συνδυασμό. Η επιλογή<br />
γίνεται και δοκιμάζεται ως σημασιοδοτική, πράγμα που σε μία μη καλλιτεχνική γλώσσα θα<br />
θεωρούνταν ελάττωμα . Σε φωνολογικό επίπεδο η ισοδυναμία εμφανίζεται ως ομοιοκαταληξία,<br />
ισοσυλλαβία, ισοτονία, παρήχηση, ομοχρονία, συμμετρία, ομοιοτέλευτο κ.λ.π. μαζί με τα<br />
αντίθετά τους σχήματα . Δίπλα σε αυτά τα φαινόμενα μπορούν να προστεθούν τα κύρια<br />
χαρακτηριστικά των ήχων μιας γλώσσας τα οποία βρίσκουμε κάτω από τον όρο προσωδία, όπως<br />
ο τόνος, ο επιτονισμός, η διάρκεια και οι παύσεις . Απ’ αυτά τα φωνολογικά γνωρίσματα της<br />
ποιητικής γλώσσας μας ενδιαφέρει μόνο η παύση, διότι συνδέεται στενά με τη στίξη, η οποία έχει<br />
μεγάλο ενδιαφέρον στα Φεγγάρια στο βυθό.<br />
«Παύση είναι η στιγμιαία διακοπή του λόγου, της οποίας η λειτουργία συνίσταται στη<br />
δημιουργία αιτιολογημένων δεσμών ανάμεσα στους διάφορους ήχους, ώστε από τους ποικίλους<br />
αυτούς και αιτιολογημένους δεσμούς να αναδύεται και μία διαφορετική κάθε φορά σημασία» .<br />
Οπτικά η παύση δηλώνεται με το κενό ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και με γραφήματα που<br />
ονομάζονται σημεία στίξης. Η θέση ενός σημείου στίξης είναι εκεί όπου μιλώντας κανείς ή<br />
διαβάζοντας μεγαλόφωνα θα μπορούσε να σταματήσει, δηλαδή να κάνει παύση.<br />
Στον πεζό λόγο η στίξη σημασιοδοτεί τη συντακτική μονάδα. Στον ποιητικό λόγο ο στίχος<br />
αποτελεί το πρώτο διαφοροποιητικό στοιχείο από τον πεζό λόγο και εκείνο που στη σκέψη του<br />
αναγνώστη ειδοποιεί ότι πρόκειται για ποίηση. Στον στίχο οι συντακτικές ενότητες<br />
συμμορφώνονται σύμφωνα με τα ρυθμικά σχήματα. Αυτό συμβαίνει κατά βάση στην περίπτωση<br />
του ελεύθερου στίχου, ο οποίος σχηματοποιείται με τη φωνητική παύση στο τέλος του. Η<br />
Πολίτου- Μαρμαρινού επισημαίνει πως «ένας λόγος αναγνωρίζεται ως ποίημα γραμμένο σε<br />
ελεύθερους στίχους από το γεγονός ότι μέσω των παύσεων που δηλώνονται με τυπογραφικό κενό<br />
στη δεξιά πλευρά της σελίδας, ο λόγος αυτός διαιρείται σε ποικίλου μήκους τμήματα. Οι παύσεις<br />
αυτές, που δημιουργούν τους στίχους, αντιστοιχούν σε στιγμές σιωπής, δηλαδή διακοπής στη ροή<br />
των ήχων κατά την εκφώνηση. &#8220;Ετσι η παύση-τέλος στίχου είναι το μόνο από τα οργανικά<br />
συστατικά του έμμετρου στίχου που διατηρείται και στον ελεύθερο» .<br />
Ο I. A. Richards επισημαίνει ότι «ο ήχος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το κλειδί<br />
των επιπτώσεων που έχει η ποίηση» και ορίζει τον ρυθμό ως εξής: «Αυτή η συνύφανση των<br />
προσδοκιών, των εκπληρώσεων, των απογοητεύσεων, των εκπλήξεων την οποία επιφέρει η<br />
ακολουθία των συλλαβών είναι ο ρυθμός» . Συνεπώς, οι διακοπές των ηχητικών τμημάτων και<br />
η διάρκειά τους διαμορφώνουν τον ρυθμό στον ελεύθερο στίχο. Η διάρκεια αυτή μπορεί να<br />
καθοριστεί τόσο από την επιλογή κάποιου παυστικού σημείου στίξης, δηλαδή την τελεία, την άνω<br />
τελεία και το κόμμα, όσο και από τη συχνότητα εμφάνισης του κενού ανάμεσα στις λέξεις αλλά<br />
και ανάμεσα στους στίχους ή τις στροφές.<br />
«Μία ενδιαφέρουσα έρευνα με θέμα τον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης της ποίησης<br />
χειρίζεται την παύση στον ποιητικό λόγο πραγματοποίησε ο G. Dillon το 1976, η οποία<br />
κατέδειξε τα εξής: α) οι αναγνώστες έχουν ως στόχο μία τουλάχιστον παύση ανά στίχο, συνήθως<br />
στο τέλος του στίχου, αλλά κάποιες φορές επίσης στη μέση του. β) αναγνωρίστηκαν περιορισμοί<br />
στην προσθήκη ουσιωδών παύσεων σε ακολουθίες που αποτελούνται από στοιχεία απλής<br />
πρότασης και οι περιορισμοί αυτοί εμποδίζουν την πραγμάτωση των προσδοκώμενων παύσεων.<br />
γ) μερικοί αναγνώστες στηρίζονται περισσότερο στη στίξη, για να καθοδηγήσουν την τοποθέτηση<br />
της παύσης, ενώ άλλοι επιλέγουν ανάμεσα από τα κόμματα εκείνα στα οποία θα σταματήσουν.<br />
Όσοι έχουν την τάση να σταματούν στις προτάσεις τοποθετούν την παύση στα όρια της πρότασης,<br />
αν η ρυθμική προσδοκία δεν τους υποβάλλει κάτι άλλο (δεν είναι επείγουσα).» Επομένως, τα<br />
όρια του στίχου αναγνωρίζονται ως ηχητική τουλάχιστον παύση από τον αναγνώστη. Αυτό ίσως<br />
σημαίνει ότι υπάρχει παραλληλία ανάμεσα στα ηχητικά και νοηματικά όρια του στίχου. Όμως,<br />
αρκετοί από τους ποιητές που έγραψαν σε ελεύθερο στίχο κατήργησαν αυτήν την αντιστοιχία και<br />
χρησιμοποίησαν με όλο και πιο αποκλίνοντα τρόπο την παύση στο τέλος κάθε στίχου<br />
χρησιμοποιώντας τον διασκελισμό με μεγαλύτερη συχνότητα και περισσότερη ένταση .<br />
Αν δεχτούμε ότι η ποίηση γράφεται για να διαβαστεί, η στίξη αποτυπώνει οπτικά τις<br />
παύσεις της φωνής στον προφορικό λόγο. Η διάρκεια των παύσεων διαφοροποιείται ανάλογα με<br />
την επιλογή του συγγραφέα, δηλαδή η διάρκεια της τελείας είναι μεγαλύτερη από αυτή της άνω<br />
τελείας και του κόμματος. Ο Dillion παρατηρεί ότι «ένας σύνθετος παράγοντας στην ανάγνωση<br />
ενός κειμένου είναι το ότι έχουν στίξη. Γνωρίζουμε ότι μερικοί χρησιμοποιούν τα κόμματα ‘’με<br />
ρητορικό τρόπο”-δηλαδή για να δείξουν μία παύση με μικρής σημασίας συντακτικό στόχο-, ενώ<br />
κάποια κόμματα που έχουν συντακτική λειτουργία δεν αποτελούν συνήθη σημεία παύσης στον<br />
λόγο» . «Αυτήν τη σύγχυση κάποιοι ποιητές τείνουν να την ακυρώσουν, καταργώντας τη στίξη.<br />
Έτσι διαβάζουμε τη γνώμη του Andre Chedid: «Στο ποίημα απορρίπτω συχνά τη στίξη.<br />
Τυπογραφικά, αυτά τα κοψίματα μ’ ενοχλούν και επιπλέον αισθάνομαι ότι τα κεφαλαία, τα λευκά,<br />
αντικαθιστούν επαρκώς και δίνουν τον» . Ο ίδιος ποιητής βρίσκοντας τη στίξη πολύ φτωχή<br />
εφευρίσκει νέα σύμβολα: «Μερικές φορές χρησιμοποιώ επίσης μία μακριά γραμμή στο τέλος μιας<br />
λέξης σα να θέλω να την επιμηκύνω στο στόμα και τη σκέψη» .»<br />
Ο Μπαμπινιώτης, όμως, θεωρεί πως «η κατάργηση της στίξης οδηγεί, από σημειολσγικής<br />
πλευράς, στην αύξηση της πολυσημίας του λόγου, αφού αίρονται μ’ αυτήν οι προκαθορισμένοι<br />
δείκτες συνδέσεως ή οι συμβατικές μορφές σχολιασμού. Παραμονεύει, φυσικά, εδώ- όπως και σε<br />
κάθε κατάλυση των συμβάσεων- ο κίνδυνος της πολυ-ερμηνείας ή της αυθαίρετης ερμηνείας ή<br />
ακόμη και της παρ-ερμηνείας των γραφομένων. Έτσι το τίμημα της επιδιωκόμενης ελευθερίας<br />
στην έκφραση μπορεί να αποβεί βαρύ. Στον περιορισμό αυτού του κινδύνου συντελούν ορισμένοι<br />
παράγοντας μέσα από το ίδιο το κείμενο που αποτελούν ό,τι συλλήβδην ονομάζεται συνοχή του<br />
κειμένου» .<br />
Ορισμένοι ποιητές, λοιπόν, κατήργησαν τη στίξη στα ποιήματά τους, καθώς θεωρούσαν<br />
πως αυτή αποτελεί «οδηγίες» προς τον αναγνώστη. Άρα η αστιξία καταργεί την κατευθυνόμενη<br />
μονόσημη ανάγνωση και δίνει τη θέση της στην ελεύθερη και γι’ αυτό πολύσημη ανάγνωση. Αυτό<br />
ακριβώς συμβαίνει και στα Φεγγάρια στο Βυθό . Ο Ιωαννίδης δηλαδή κατά βάση δεν<br />
χρησιμοποιεί ούτε στίξη ούτε τόνους. Συγκεκριμένα στα εικοσιπέντε ποιήματα της συλλογής<br />
εντοπίζουμε μόνο πέντε φορές σημεία στίξης. Πιο συγκεκριμένα, δυο φορές ερωτηματικό στο<br />
δέκατο όγδοο («Ανοίγεις ξαφνικα τα ματια σου», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 37-38) και στο εικοστό<br />
δεύτερο ποίημα («πως να σταθείς ο άνεμος πάνω στα φύλλα», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 46- 51),<br />
μία φορά θαυμαστικό στο τέταρτο («Ω, τι γαληνη!», Φεγγάρια στο Βυθό, σ. 16), δυο φορές κόμμα<br />
στο τέταρτο («Ω, τι γαληνη!», Φεγγάρια στο Βυθό, σ. 16) και στο έκτο («Η λύπη εχει εννιά ματια»,<br />
Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 18-19) και μια φορά τελεία στο δέκατο ένατο («Τα μαραμένα άνθη να μη<br />
δεις», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 39-40). Όσον αφορά τον τονισμό, όπως είπαμε, είναι και σε αυτόν<br />
φειδωλός, καθώς υπάρχουν μόνο τριάντα δύο τονισμένες λέξεις . Η επιλογή των τόνων γίνεται<br />
τις περισσότερες φορές για να φανερώσει διάζευξη ή για να δείξει ότι η αντωνυμία που ακολουθεί<br />
αναφέρεται στην επόμενη λέξη και όχι στην προηγούμενή της. Για παράδειγμα, συναντούμε<br />
διάζευξη στην πρώτη στροφή του ποιήματος «Στεκουν εκεί καταμεσής στην καμαρη» και πιο<br />
συγκεκριμένα στους στίχους «Αλλος πουλί εχει γίνει/ άλλος ψάρι/ άλλος φυτό/ ή εξαίσιο<br />
λουλούδι», ενώ στο ποίημα «Ηλιε μην κλαις» οι τόνοι βρίσκονται στον στίχο «Ολα τα δάκρυά<br />
σου φύλαξε τα» για να καταδειχθεί η κτητική αντωνυμία που αναφέρεται στην λέξη δάκρυα και<br />
στον στίχο «Ο μπλε ουρανος μάς ξεγελά» του ποιήματος «Βρεχει συνεχεία πίκρα» ο τόνος<br />
βρίσκεται στην αντωνυμία, ώστε να δηλωθεί ως αντικείμενο του ρήματος και όχι για να υποδείξει<br />
αναφορά στη λέξη ουρανός. Σύνηθες είναι, επίσης, να υπάρχουν τόνοι έτσι ώστε αφενός να ξέρει<br />
ο αναγνώστης σε ποιο σημείο της λέξης θα τονίσει διαβάζοντας και αφετέρου για να γίνει πιο<br />
σαφής ο ρυθμός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο στίχος «κόβω τον καημό στα δυό» του<br />
ποιήματος «Οταν η νύχτα φτάνει», ο στίχος «Θα ’ρθει η νύχτα» από το «Να δεις» και ο στίχος<br />
«Βρεχει συνεχεία πίκρα» από το ομώνυμο ποίημα. Άλλες φορές, όμως, δεν μπορούμε να<br />
δικαιολογήσουμε, γιατί επιλέγει να τονίσει συγκεκριμένες λέξεις παρά τη γενική τακτική του,<br />
οπότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τυπογραφικό λάθος είτε του ποιητή είτε<br />
του εκδότη, ίσως από βιασύνη ή αμέλεια στην μεταγραφή.</p>
<p>Τις τέχνες τις είχε πολύ ψηλά μέσα του και ιδιαίτερα την ποίηση. Θαύμαζε και θεωρούσε<br />
μεγάλη τιμή και επίτευγμα αν μπορούσε κανείς να γράψει ποίηση αντίστοιχη με αυτή σημαντικών ελάσσονων ποιητών και πίστευε πως οι λογοτέχνες, μάλλον οι καλλιτέχνες γενικότερα, και οι διανοούμενοι, οι πνευματικοί άνθρωποι, είναι θεματοφύλακες της ομορφιάς, της αλήθειας και του δικαίου. Ταύτιζε την ποίηση με την ποιητική πράξη και είχε γι’ αυτούς εξιδανικευμένη εικόνα σα να ήταν μυθικά πρόσωπα. Παραδέχεται όμως πως αργότερα, όταν μπήκε στον χώρο αυτό, εισέπραξε μεγάλες απογοητεύσεις και διαψεύσεις και πως άργησε να αποδεχτεί πως όχι μόνο δεν ήταν τα πράγματα έτσι όπως τα φανταζόταν πρότερα αλλά τις περισσότερες φορές ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα. Με αυτή τη διαπίστωση πολλά κατέρρευσαν μέσα του, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να πιστεύει και να υπερασπίζεται τη συμπόρευση, αν όχι ταύτιση, ποιητικού έργου και ποιητικής πράξης, γιατί εκεί έβλεπε και τη δικαίωση της ποίησης αλλά και των ιδεωδών του ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2)</strong></h6>
<h5><strong>Διαβάζοντας τα Μικρά Ερωτικά</strong></h5>
<p>Τα ποιήματα που αποτελούν την ύλη των Μικρών Ερωτικών δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο<br />
1994 και 1995, ενώ εκδόθηκαν σαν ολοκληρωμένη συλλογή το 1998. Δεν έχουμε στοιχεία που<br />
αποδεικνύουν αν κάποια από αυτά είχαν δημοσιευθεί μεμονωμένα σε περιοδικά της εποχής. Όπως<br />
προαναφέρθηκε, πρόκειται για εβδομήντα οκτώ ποιήματα, ποιήματα ολιγόστιχα, μιας μόνο<br />
στροφής. Είναι καλό να διευκρινιστεί πως δεν πρόκειται για το ποιητικό σχήμα χαϊκού. Το χαϊκού<br />
είναι στιχουργική μορφή της ιαπωνικής ποίησης που αποτελείται από τρεις στίχους των πέντε,<br />
επτά και πέντε συλλαβών, απορρίπτοντας έτσι την πολυπλοκότητα και την αυστηρότητα της<br />
παραδοσιακής ποίησης και αναζητώντας μια ποίηση πιο απλή, πιο ανάλαφρη και πιο καθημερινή.<br />
Διαπνέεται από την ήρεμη μελαγχολία και την πίστη στην παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης,<br />
που χαρακτηρίζει συνολικά την ιαπωνική ποίηση . Η δική μας περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται<br />
ως χαϊκού, διότι δεν έχουμε μόνο τρίστιχα ποιήματα, αλλά και στα τρίστιχα που συναντούμε δεν<br />
βλέπουμε σταθερά την επανάληψη πέντε, επτά και πέντε συλλαβών. Γενικά ούτε ο αριθμός των<br />
συλλαβών ούτε ο αριθμός των στίχων είναι επαναλαμβανόμενος. Έτσι, μπορούμε να βρούμε<br />
ποίημα με μόνο ένα στίχο, όπως «Πηγή φωτός η σιωπή» (.Μικρά Ερωτικά, σ. 52), αλλά και με<br />
πολύ περισσότερους, όπως «Έστρωσε η μέρα/ ένα φιλί/ να περπατήσεις,/ έστρωσε ο ήλιος/ την<br />
χαρά/ για να χαρείς, / κι ο δρόμος/ απ’ τα βάθη του/ στα χείλη σου/ να λάμψει» {Μικρά Ερωτικά,<br />
σ. 20), «Πώς να μιλήσει/ η σιωπή/ Λόγο δεν έχει* / μόνο τα μάτια σου/ μιλούν/ και ας<br />
σωπαίνουν’ / μόνο τα χείλη σου/ επιμένουν/ τραγουδουν» {Μικρά Ερωτικά, σ. 21) και «Πώς να<br />
σε συντηρήσω;/ φλόγα που άναψε/ φωτιά που καίει/ σιγανή,/ σπίρτο μικρό,/ κερί που λιώνει/<br />
μοναχό/ γρήγορα/ ελπίζω να καώ» {Μικρά Ερωτικά, σ. 12). Ο ρυθμός διαμορφώνεται, χωρίς να<br />
βρίσκουμε πουθενά ομοιοκαταληξία, στο πλαίσιο του ελεύθερου στίχου. Αυτό που θα<br />
μπορούσαμε να επισημάνουμε ως κοινό στοιχείο με τα χαϊκού είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις<br />
η απλή και λιτή διατύπωση απαιτεί από τη μία μεγάλη δεξιοτεχνία και εκφραστική πυκνότητα και<br />
από την άλλη έναν μεγάλο βαθμό συμπλήρωσής της από τον αναγνώστη.<br />
Ο Ιωαννίδης για να διαμορφώσει την προσωπική του φόρμα μάλλον επηρεάστηκε από την<br />
κοινή αισθητική της τριάδας των ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης, δηλαδή του Ντίνου<br />
Χριστιανόπουλου, τον Νίκου- Αλέξη Ασλάνογλου και του Γιώργου Ιωάννου. Όπως μας<br />
πληροφορεί ο ίδιος ο Ασλάνογλου τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποίησαν και που προώθησαν<br />
μέσω της «Διαγώνιου» είναι τα εξής: «Πρώτα πρώτα η ανάγκη να απαλλαγεί ο ποιητικός λόγος<br />
από ελαττώματα που ήταν κληρονομιά της παραδοσιακής σχολής (θεματογραφία, πλατειασμοί,<br />
ρητορικά και άλλα φραστικά κλισέ, πολυλογία). Δεύτερο, φειδώ στη χρησιμοποίηση μοντέρνων<br />
εκφραστικών μέσων. Τρίτο, λαγάρισμα στην έκφραση, επεξεργασία του στίχου μέχρι την οριστική<br />
αποκρυστάλλωση. Ένας ελεύθερος στίχος που θα είχε τη δύναμη και τη υποβολή των καλύτερων<br />
επιτευγμάτων της παράδοσης. Αλλά και μια μοντέρνα γλώσσα, ικανή να ανταποκρίνεται στη<br />
σύγχρονη ευαισθησία. [&#8230;] Η εξομολόγηση παραμένει πάντα ο πυρήνας αυτής της ποίησης, η<br />
εξομολόγηση που είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ποίηση. Χωρίς λοιπόν να καυχώνται ότι την<br />
ανακάλυψαν, οι ποιητές της «Διαγώνιου» έδωσαν σ’ αυτήν τις δραματικές διαστάσεις- διάψευση,<br />
αδιέξοδο, απόγνωση- όπου ο λυρισμός, συγκρατημένος πάντα, δυναμώνει όσο ο σπαραγμός<br />
γίνεται πιο οξύς» . Ο Περικλής Σφυρίδης δηλώνει πιο συγκεκριμένα ότι το προσωπικό ύφος<br />
του Ιωαννίδη είναι φανερά επηρεασμένο από τα Μικρά Ποιήματα του Χριστιανόπουλου.<br />
Η τακτική του Ιωαννίδη όσον αφορά τη στίξη στη συγκεκριμένη συλλογή δε διαφέρει<br />
πάρα πολύ από την τακτική που ακολούθησε στα Φεγγάρια στο Βυθό, χωρίς όμως να είναι τόσο<br />
αυστηρός. Δε θέλει να επιβληθεί στον αναγνώστη, ούτε να τον κατευθύνει σε ανάγνωση<br />
μονόσημη, του αφήνει ελευθερίες, ενώ ταυτόχρονα με τη στίξη που επιλέγει να χρησιμοποιήσει<br />
του δίνει τις απαραίτητες οδηγίες, ώστε να δημιουργηθεί ο κατάλληλος ρυθμός και φυσικά να<br />
επιτευχθεί η κατανόηση του εκάστοτε ποιήματος. Από τα εβδομήντα οκτώ ποιήματα συναντάμε<br />
ένα ή και δύο σημεία στίξης στα τριάντα τέσσερα. Το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτά είναι<br />
κόμματα και άνω τελείες ακριβώς για τον λόγο που προαναφέρθηκε αλλά και για τη περίπτωση<br />
που το ποιητικό υποκείμενο αποστρέφεται σε κάποιον ή κάτι (π.χ. «Στη μυγδαλιά/ θ’ ανέβω/ να<br />
σε φτάσω ’ έρωτα,/ πιο ψηλά/ απ’ τον ήλιο», Μικρά Ερωτικά, σ. 7), ενώ βρίσκουμε και τρία<br />
ερωτηματικά, τα οποία έχουν ως σκοπό να γεμίσουν προβληματισμό στον αναγνώστη και να<br />
παρασύρουν τη σκέψη του σε ένα ταξίδι αναζήτησης της απάντησης. Για παράδειγμα «Έρως<br />
απόρθητος/ και πώς να ξεδιψάσεις;» (Μικρά Ερωτικά, σ. 17) και «Πώς ξεθυμαίνει/ κάποτε ο<br />
ουρανός/ και πλημμυρίζει/ η νύχτα λόγια;» (Μικρά Ερωτικά, σ. 47). Είναι σημαντικό να<br />
επισημανθεί πως ποτέ δε χρησιμοποιείται τελεία. Ίσως με αυτόν τον τρόπο το ποίημα δεν<br />
τελειώνει ποτέ, ίσως έτσι ο αναγνώστης το συντηρεί στο μυαλό και την καρδιά του και το<br />
συνεχίζει ατέρμονα. Τέλος, σε αντίθεση με τα Φεγγάρια στο Βυθό ο Ιωαννίδης επιλέγει να τονίσει<br />
κανονικά όλες τις λέξεις.<br />
Το θέμα που κυριαρχεί στη συλλογή αυτή είναι ο Έρωτας. Από τους μυθολογικούς ακόμα<br />
χρόνους προσφέρει στον άνθρωπο χαρές και ανησυχίες και στέκεται ο μεγάλος εμπνευστής του<br />
Λόγου, του Στοχασμού και της Τέχνης. Η αναδρομή που θα ακολουθήσει έχει ως σκοπό να δούμε<br />
μερικές από τις πτυχές του έρωτα έτσι όπως έχουν εκφραστεί διαχρονικά. Βέβαια, επειδή δεν είναι<br />
αυτός ο αυτοσκοπός της συγκεκριμένης μελέτης, δε θα αναλυθεί διεξοδικά, αλλά θα αναφερθούν<br />
μόνο κάποια παραδείγματα.<br />
Από τον αρχή της θεογονίας ο έρωτας είναι ο ακόρεστος δημιουργός, η λαμπάδα του χάους<br />
και η ψυχή του κόσμου, είναι ο κάλλιστος και λυσιμελής που ορμά από ακάθεκτος από τη ζωή<br />
στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή. Είναι δομικό στοιχείο της κοσμο- θεογονία μαζί με το<br />
Χάος, τη Γαία και τον Τάρταρο και συναποτελούν το ησιόδειο πρωταρχικό συμπαντικό<br />
σύστημα . Οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι ανθισμένοι με την υπέροχη ομορφιά του. Ο Ομηρος<br />
δημιουργεί τα αθάνατα έπη του παίρνοντας ως αφορμή τον έρωτα του Πάρη και της Ελένης. Οι<br />
ορφικοί αοιδοί είναι οι πρώτοι που προσαγόρεψαν τον Έρωτα «μέγαν, ορμητικόν, αγνόν,<br />
πολυμήχανον», που κρατά τα κλειδιά του ουρανού, της γης και της θάλασσας .<br />
Ο Πλάτωνος παρουσιάζει τον Έρωτα ως μαγευτικό δέντρο που απλώνει τα κλαδιά του ως<br />
τον ουρανό. Έτσι αποκτά δισυπόστατη φύση: είναι και γήινος και ουράνιος. Δεν αποτελεί μόνο<br />
για τον άνθρωπο ιδιάζουσα κατάσταση, αλλά ένα μεταφυσικό φαινόμενο για όλη τη φύση. «Είναι<br />
επιθυμία, που δεν είναι ούτε αθάνατη ούτε θνητή, ούτε θεία ούτε ανθρώπινη. Δεν είναι θεία, γιατί<br />
η επιθυμία προϋποθέτει στέρηση και οι θεοί τα έχουν όλα, οπότε δεν μπορούν να επιθυμούν κάτι.<br />
Δεν είναι θνητή, γιατί, αν έλειπε ολοκληρωτικά η επιθυμία, θα είχε συνέπεια να λείπει το Αγαθό.<br />
Η επιθυμία είναι κάτι το ανάμεικτο από το είναι και το μη είναι, είναι «δαιμόνιο». Κάτι ανάμεσα<br />
στους δυο κόσμους των θεών και των ανθρώπων, να διαβιβάζει τις επιθυμίες των πρώτων και τις<br />
παρακλήσεις των άλλων»16&#8217;1, να μεταβιβάζει στους θεούς τα ανθρώπινα και στους ανθρώπους τα<br />
θεϊκά. Ο Έρωτας αναζητά παντοτινά τα ωραία και τα αγαθά. Είναι γενναίος, ριψοκίνδυνος,<br />
ορμητικός και επιζητά την αθανασία. Ο Πλάτωνας, τέλος, θεωρεί πως η τέχνη, κάθε μορφή τέχνης,<br />
δεν είναι παρά ένας παγκόσμιος ύμνος προς τον Έρωτα .<br />
Ο Σωκράτης θεωρεί τον έρωτα ως ισχυρότατη επιθυμία και κύριο συντελεστή του θάρρους<br />
και της γενναιότητας, ο Αριστοτέλης βλέπει σε αυτόν το φυσιολογικό δεσμό, ο Εμπεδοκλής<br />
θεωρεί πως είναι δύναμη που πρωτοστατεί στην αιώνια τάξη του Σύμπαντος και δογματίζει πως<br />
τα όμοια ζητούνται ανάμεσά τους, ενώ ο Ηράκλειτος αντίθετα υποστηρίζει πως τα ανόμοια<br />
έλκονται. Ο Ξενοκράτης αποκαλεί τον έρωτα θεία φωτιά, που δίνει ζωή στην άμορφη και νεκρή<br />
φύση, ενώ ο Παυσανία τον ονομάζει πάνδωρο και ουράνιο. Οι Στωικοί τον ανυψώνουν σε περιωπή<br />
θρησκείας, ενώ αντίθετη είναι η θεωρία του Επίκουρου, ο οποίος τον βλέπει μόνο ως ηδονή και<br />
τον υποβιβάζει σε απλή σωματική ανάγκη. Ο Πλούταρχος εξαιρεί τον συζυγικό έρωτα, που<br />
κατορθδινει να μεταμορφώνει τον πόθο σε συναίσθημα ευγενικής λατρείας και σεβασμού, ενώ<br />
στον Αισχύλο ο έρωτας παρουσιάζεται ως γενικός νόμος του κόσμου. Ο χορός και οι θεοί ψάλλουν<br />
τη δημιουργική του δύναμη, αλλά δεν τολμούν να τον εκφράσουν σαν συναίσθημα αβρό και<br />
γλυκό. Ο Ευριπίδης θεωρεί τον Έρωτα πανίσχυρο θεό και ανώτερο από όλους και από όλα, ακόμα<br />
και απ’ τον ουρανό, ενώ αναφέρει πως ο έρωτας και η τρέλα είναι κάτι το ταυτόσημο. Ο Σοφοκλής<br />
τον θεωρεί ακαταμάχητο και κυβερνήτη θεών και ανθρώπων, ενώ η Σαπφώ, της οποίας η ζωή<br />
κυβερνάται από τον έρωτα, τον θεωρεί «γλυκόπικρο καημό», που της κεντρίζει το κορμί.<br />
Παράλληλα, όμως, με τις λογοτεχνικές όψεις του έρωτα, υπάρχει και αυτός των απλών και<br />
καθημερινών ανθρώπων, ο οποίος εκδηλώνεται στα συμπόσια, στην αγορά, στα θέατρα, στα<br />
γυμνάσια και στα χέρια μας έρχεται μέσα από τις αρχαίες ελληνικές επιγραφές. Συναντούμε<br />
λοιπόν όψεις του έρωτα που προβάλλουν άλλοτε ιδανικές και άλλοτε αγοραίες περιπτώσεις μιας<br />
κοινωνίας που θαύμαζε το ωραίο, απολάμβανε τις ερωτικές ηδονές αλλά και χρωμάτιζε αρνητικά<br />
ορισμένες σεξουαλικές δραστηριότητες. Μέσα από τις επιγραφές αναδεικνύονται ποικίλες<br />
εναλλαγές του έρωτα στη ζωή των ανθρώπων και αποσαφηνίζονται οι μορφές του έρωτα ως ένα<br />
διαχρονικό και αδιαμφισβήτητο φαινόμενο των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων .<br />
Μεγάλη είναι ήδη η λίστα σχετικά με τον έρωτα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και θα<br />
μπορούσε να είναι ακόμα μεγαλύτερη, αλλά δε θα σταθούμε περαιτέρω. Θα επισημάνουμε όμως<br />
ότι η ελληνική λογοτεχνία τραγούδησε έντονα τον έρωτα, τον έρωτα- απόλαυση, τον έρωτα-<br />
αίσθημα, τον έρωτα- επιθυμία, και στο πλαίσιο της βυζαντινής λογοτεχνίας, αλλά φυσικά και της<br />
νεοελληνικής, στην οποία και θα σταθούμε για λίγο, αναφέροντας κατά βάση γενικές πληροφορίες<br />
και εστιάζοντας περισσότερο σε σημαντικούς ποιητές .<br />
Στα δημοτικά τραγούδια «της αγάπης» η εμποδιζόμενη επιθυμία εξιδανικεύεται, αλλά το<br />
ερωτικό σώμα προβάλλει ολοκάθαρα, ενώ το θέατρο της βενετοκρατούμενης Κρήτης (1570-1669)<br />
εδράζεται στον έρωτα, τόσο στις τραγωδίες και τις κωμωδίες όσο και στο ποιμενικό δράμα. Κατά<br />
τα προεπαναστατικά χρόνια κείμενα με πυρήνα ερωτικές ιστορίες χρησιμοποιούνται ως ευχάριστο<br />
ηθικοδιδακτικό υλικό για τους νέους της εποχής. Μετεπαναστατικά ο έρωτας παρουσιάζεται στο<br />
ρομαντικό μυθιστόρημα ειλικρινής, περιπετειώδης και δραματικός, ενώ στην ποίηση εμφανίζεται<br />
σε μεταφυσική ατμόσφαιρα, με μελαγχολική, πεισιθάνατη διάθεση. Στους Επτανήσιους<br />
διακρίνεται ιδανισμός και πνευματικότητα. Ο Ανδρέας Κάλβος υπογραμμίζει πως μόνο κάτω από<br />
τα φτερά του έρωτα βρίσκει κανείς την πραγματική χαρά και την αληθινή ευτυχία, ενώ στην<br />
ποίηση του Διονύσιου Σολωμού το ερωτικό συναίσθημα παρουσιάζεται σαν φως που κατακλύζει<br />
την ψυχή και όχι σαν φλόγα που καίει το σώμα .<br />
Η Νέα Αθηναϊκή Σχολή (1880- αρχές 20ού) αντιμετωπίζει τον έρωτα με τρυφερό και<br />
χαμηλόφωνο λυρισμό και, παρόλο που το σώμα είναι πηγή ηδονής, αυτός στρέφεται στην καθαυτό<br />
ζωή. Ο Κωστής Παλαμάς ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο μορφές του έρωτα: την «ηδονιστική<br />
ακολασία» και τον υψηλό «ιδανισμό». «Ο Παλαμικός έρωτας είναι ένα πάθος γήινο, φλογερό,<br />
υποκειμενικό, που συνταράζει τη φαντασία, την ψυχή, τις αισθήσεις, αλλά κι ένας έρωτας «εκ των<br />
ένδον», δηλαδή μια ανάταση ανάμεικτη με δέος θρησκευτικό. Ο έρωτας του Ποιητή ανυψώνεται<br />
στις σφαίρες του πνευματικού, εκστατικά, παθητικά» . Στην πεζογραφία και στο δράμα ο<br />
ρεαλισμός και η ηθογραφία σε συνδυασμό με την εμφάνιση σοσιαλιστών συγγραφέων τοποθετεί<br />
τον έρωτα σε ένα σαφές κοινωνικό πλαίσιο, τις πατριαρχικές κοινωνίες της υπαίθρου ή της πόλης.<br />
Τις περισσότερες φορές ο ρομαντικός έρωτας συνθλίβεται από τη σκληρή πραγματικότητα και<br />
υποτάσσεται στις κοινωνικές συμβάσεις ή στη δύναμη του χρήματος που καταστρέφει τις<br />
ανθροδπινες σχέσεις .<br />
Έπειτα, οι πεζογράφοι του αισθητισμού γράφουν λυρικά, με αισθησιασμό και ηδυπάθεια.<br />
Στα έργα τους υπάρχει ένας έντονος σαρκικός ερωτισμός, κάποιες φορές με πεισιθάνατη διάθεση,<br />
ενώ άλλες ο έρωτας ταυτίζεται με την ύψιστη ηδονή. Στην ποίηση του αισθητιστή Κωνσταντίνου<br />
Π. Καβάφη φαντασία και πραγματικότητα διαπλέκονται και το ερωτικά ιδεώδες ανθίζει σε ρυπαρό<br />
περιβάλλον. Εδώ «δε θα βρει κανείς τα ιδανικά ερωτικά φτερουγίσματα και τα γνήσια<br />
αναβρύσματα του πάθους. Οι ερωτικοί του τόνοι είναι λιγοστοί. Ο Αλεξανδρινός ποιητής είναι<br />
υμνητής του έκνομου έρωτα, αναζητά αυτή την αισθησιακή ικανοποίηση και ζει με του ερωτισμού<br />
τα οράματα. Η σωματική συγκίνηση του φλογίζει τη μνήμη και επικαλείται συχνά το σώμα που<br />
αγάπησε» .<br />
Στην πεζογραφία του συμβολισμού ο έρωτας πνίγεται στη μελαγχολική ζωή των<br />
μικροαστών ή των μίζερων επαρχιωτών και στην ποίηση των νεορομαντικών και των<br />
νεοσυμβολιστών υποκύπτει στη γενική κόπωση και απαισιοδοξία, στην πεισιθάνατη διάθεση,<br />
παρά τη φιληδονία. Στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη βλέπει κανείς μόνο σε ένα ποίημα, την<br />
«Αγάπη», να φωτίζει την πικραμένη του ψυχή το λαμπερό του έρωτα φως. Η ψυχαναλυτικής<br />
βάσης λογοτεχνική παραγωγή της γενιάς του 30 αντιμετωπίζει το θέμα εντελώς διαφορετικά. Η<br />
υπερρεαλιστική ποίηση βλέπει τον έρωτα ως δύναμη και πηγή αισιοδοξίας, παράφορο και<br />
τολμηρό. Στον Ανδρέα Εμπειρικό βλέπουμε αρχικά υπαινικτικά την ερωτική διάθεση και<br />
αργότερα φτάνει στον σεξουαλικό ρεαλισμό συνδέοντας τον έριυτα με το θάνατο. Ο Οδυσσέας<br />
Ελύτης παρουσιάζει το έρωτα σε συνδυασμό με τα νιάτα, την οργιαστική ελληνική φύση και το<br />
αιγαιοπελαγίτικο φως, ενώ αντίθετα ο Γιώργος Σεφέρης τον θεωρεί παροδικό θάνατο. Στην<br />
πεζογραφία της ίδιας περιόδου, στο αστικό μυθιστόρημα ο έρωτας πρωταγωνιστεί σαρκικός και<br />
τυραννικός, δραματικός, ασύνειδος, μάταιος, καταστροφικός και άλλες φορές ανολοκλήρωτος<br />
Η μεταπολεμική λογοτεχνία των πρώτων δεκαετιών έχει την τάση να καταγράφει<br />
μαρτυρίες του πολέμου και του Εμφυλίου και να προβάλλει τα πολιτικά- ιδεολογικά προβλήματα,<br />
οπότε ο έρωτας δεν έχει θέση εδώ. Από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, όμως, οι λογοτέχνες<br />
νιώθουν πιο ελεύθεροι να ασχοληθούν με υπαρξιακά προβλήματα. Ο έρωτας πια φαίνεται ως<br />
διέξοδος στην κοινωνική αποξένωσή τους. Επικεντρώνονται στο ερωτικό σώμα (Κατερίνα<br />
Αγγελάκη- Ρουκ, Ασλάνογλου) ή στην ερωτική εμπειρία (Ντίνος Χριστιανόπουλος). Σε κάποιους<br />
παραμένει τραυματικός και όχημα απόδρασης από τον χώρο ή αντίδοτο στον κοινωνικό πόλεμο.<br />
Οι λογοτέχνες που εμφανίζονται από τη δεκαετία του 1960 και εξής επαναφέρουν τον<br />
έρωτα, γιατί ασχολούνται περισσότερο με την ανάλυση των ανθρωπίνων σχέσεων, παρά το<br />
γεγονός ότι η δικτατορία προκαλεί πληθώρα μυθιστορημάτων που μαρτυρούν τις εμπειρίες και<br />
παρά του ότι η δεκαετία του 1970 απαιτεί βαρύγδουπα κοινωνικά και υπαρξιακά μηνύματα. Στις<br />
δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα ο έρωτας κυριαρχεί στη λογοτεχνία και αυτό συμβαίνει<br />
για δύο λόγους. Ο πρώτος παράγοντας που συνετέλεσε ήταν η αύξηση των γυναικών συγγραφέων,<br />
προσθέτοντας τη φεμινιστική οπτική του, χωρίς να λείπει ο ρομαντισμός, και η ενασχόληση με<br />
συνθετότερες πλευρές του έρωτα. Ο δεύτερος είναι η συντριπτική επικράτηση της<br />
καθημερινότητας και του ιδιωτικού χώρου ως μυθοπλαστικού πεδίου.<br />
Επανερχόμενοι στον Ιωαννίδη, υπενθυμίζουμε πως ανήκει στη γενιά του 70 που<br />
διαμορφώνεται στο κλίμα της κατοχικής, μετακατοχικής, εμφυλιακής και μετεμφυλιακής<br />
Ελλάδας και αρχίζει να παράγει λογοτεχνικό έργο κατά τη δεκαετία του 70. Ο ίδιος, όμως, ο<br />
Ιωαννίόης γράφει και δημοσιεύει τις πρώτες δύο ποιητικές του συλλογές κατα τη δεκαετία του<br />
‘90, οπότε η θεματική που τον απασχολεί δεν σχετίζεται με αυτή της πρώτης περιόδου παραγωγής<br />
της γενιάς του. Τα Μικρά Ερωτικά, η δεύτερη συλλογή του, έχουν ως θέμα τους τον έρωτα, θα<br />
λέγαμε πως είναι αφιερωμένα σε αυτόν και τη ζωογόνο δύναμή του.</p>
<p>.</p>
<p><strong>Όλη η  Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Ειρήνης Κουκοβίνου «Ανιχνεύοντας την ποίηση του Βασίλη Ιωαννίδη»</strong></p>
<p>http://ikee.lib.auth.gr/record/320364/files/GRI-2020-27999.pdf</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ</strong></h5>
<p>ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ</p>
<p>Η έκθεση, με τίτλο ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, περιλαμβάνει 30 πίνακες και αποτελείται από δύο μέρη ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά με συγγενική γραφή και ύφος. Το πρώτο μέρος, από το οποίο αντλήθηκε ο τίτλος της έκθεσης, αριθμεί 15 έργα που χρονολογούνται στα 4 τελευταία έτη και αφορά τη σμίξη-σύμπλευση ζωγραφικής και λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίησης. Η αλληλοδιείσδυση αυτή δημιουργεί μια άλλου είδους απόδοση-παρουσίαση και πρόσληψη τόσο της ποίησης όσο και της ζωγραφικής. Η ποίηση αποκτά μια εικαστική διάσταση ενώ η ζωγραφική ένα διευρυμένο αφηγηματικό και διαλογικό πρόσωπο. Από τα 15 έργα τα 10 περιλαμβάνουν ποιήματα του Βασίλη Ιωαννίδη από τις ανέκδοτες ποιητικές συλλογές του, ‘’Ρωγμές’’, ‘’Θύρα εξόδου’’ και 7 ποιήματα από την επίσης ανέκδοτη συλλογή ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’. Σε 8 πίνακες υπάρχει το σύνολο σχεδόν των ποιημάτων της συλλογής ‘’Ρωγμές’’, δημοσιευμένα τα περισσότερα μετά το 1995 στα περιοδικά ‘’Πανδώρα’’, ‘’Πάροδος’’, ‘’Εμβόλιμον’’, και στους άλλους 2 ένα μέρος της συλλογής ‘’Θύρα εξόδου’’ με 15 ποιήματα. Τα 7 ποιήματα της συλλογής ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’ είναι διάσπαρτα σε 4 πίνακες. Τα υπόλοιπα 5 έργα περνούν από την προσωπική αφήγηση της ποίησης του Βασίλη Ιωαννίδη σε μια γενικότερη, με την συνομιλία- ανθολόγηση Θεσσαλονικέων ποιητών ξεκινώντας από τις παλαιότερες γενιές και πηγαίνοντας διαδοχικά προς τις νεότερες. Σε κάθε πίνακα υπάρχουν ποιήματα ενός μόνο λογοτέχνη` του Γιώργου Βαφόπουλου, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Πάνου Θασίτη, του Πρόδρομου Μάρκογλου και ένα , κατ’ εξαίρεση, διήγημα της Μαρίας Κουγιουμτζή από τη συλλογή διηγημάτων της ‘’Άγριο βελούδο’’. Το δεύτερο μέρος αριθμεί κι αυτό 15 έργα μικρών ως πολύ μικρών διαστάσεων και είναι μια επιλογή από διαφορετικές χρονικές περιόδους που συνδέονται ωστόσο στενά μεταξύ τους. Κοινό στοιχείο τους ένας σαφής αλλά ήπιος, λυρικός εξπρεσιονισμός, με έμφαση κυρίως στην αφαίρεση.<br />
Η αφετηρία- σύλληψη της σειράς των έργων ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, αρκετά ασαφής στην αρχή και ασχημάτιστη, ανάγεται πολύ πίσω στα εφηβικά χρόνια, όταν για πρώτη φορά ο Βασίλης Ιωαννίδης ήρθε σε επαφή με την ποίηση του Λόρκα που υπήρξε ένας από τους αγαπημένους του ποιητές. Ο Λόρκα ήταν ένας πολύπλευρος δημιουργός. Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, με δική του θεατρική ομάδα και θέατρο, μουσικοσυνθέτης, πιανίστας και τέλος ζωγράφος. Πολλές φορές τα ποιήματά του συνοδεύονταν από πολύ ωραία λιτά και εκφραστικά σχέδια ενώ και η υπογραφή του συχνά αποδίδονταν με εικαστικό τρόπο.. Την συνύπαρξη αυτή ποίησης και σχεδίων ο Αλμπέρτι είχε ονομάσει εύστοχα λυρικογραφίες. Η εντύπωση που προξένησαν στον Βασίλη Ιωαννίδη αυτές οι λυρικογραφίες ήταν καθοριστική. Λειτούργησε δραστικά μέσα του και άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα, το οποίο αναζητούσε τον δικό του προσωπικό τρόπο έκφρασης. Στοιχεία τυπωμένου λόγου από διάφορα έντυπα χρησιμοποιήθηκαν στη ζωγραφική με την ενσωμάτωσή τους στην εικαστική επιφάνεια κατά την δημιουργία έργων με τη μορφή κολάζ. Μια προσέγγιση της ζωγραφικής επιχείρησε ο γραπτός λόγος, κυρίως η ποίηση, με τα ιδεογράμματα, με τα οποία η διάταξη των λέξεων και των στίχων στον χώρο προσλάμβανε την μορφή γεωμετρικού σχήματος ή συγκεκριμένου σχεδίου. Μεταγενέστερα κάποιοι μεμονωμένοι στίχοι ή φράσεις συνόδευαν κάποτε διάφορους πίνακες, σαν ένα είδος σχόλιου, συμπληρωματικού και επεξηγηματικού. Στην Ελλάδα εκείνος που προχώρησε σημαντικά αυτό το δέσιμο ποίησης και ζωγραφικής ήταν ο Νίκος Χουλιαράς, που και αυτός σαν τον Λόρκα υπήρξε ένας πολύπλευρος και σημαντικός δημιουργός. Πεζογράφος, ποιητής, ζωγράφος, μουσικός. Αυτός εξέφρασε με εξαιρετικό τρόπο την ταυτόχρονη απόδοση ποίησης και ζωγραφικής και τιμήθηκε διεθνώς στη Λειψία για δύο βιβλία του, σαν τα καλύτερα σχεδιασμένα βιβλία στον κόσμο.</p>
<p>Ο Βασίλης Ιωαννίδης, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον Χουλιαρά, επιχειρεί να δέσει ακόμη περισσότερο τις δύο μορφές τέχνης στην ζωγραφική επιφάνεια, σε μια προσπάθεια καλύτερης ενσωμάτωσης της ποίησης στο εικαστικό έργο, καθιστώντας την έτσι συστατικό του στοιχείο. Το εγχείρημά του έχει διπλή κατεύθυνση. Μια καθαρά προσωπική, με την εικαστική απόδοση των τεσσάρων ανέκδοτων ποιητικών συλλογών του , που κατά χρονολογική σειρά είναι: ‘’Ρωγμές’’, ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’, ‘’Συμπόσιο στο μνήμα’’, ‘’Θύρα εξόδου’’ και μια δεύτερη γενικότερη που αφορά Θεσσαλονικείς ποιητές, ένα απάνθισμα ποιημάτων με τον τίτλο ‘’Κιβωτός’’, ένα είδος πνευματικής κιβωτού της Θεσσαλονικιώτικης ποίησης. Ο εικαστικός τρόπος απόδοσης είναι είτε ανεικονικός είτε παραστατικός. Η παράσταση επικεντρώνεται σε όψεις της Θεσσαλονίκης, κυρίως από την Άνω πόλη και το λιμάνι. Στην παρούσα έκθεση, που αποτελεί μια δειγματοληπτική απόπειρα παρουσίασης μικρού μέρους της σειράς των έργων ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, μια πρώτη κοινοποίηση-επίδειξη του μεγάλου αυτού οδοιπορικού, η απόδοση γίνεται ανεικονικά.</p>
<p>ΠΗΓΗ: το blog του σκετβε<br />
http://sketbe.blogspot.com/2014/12/o-b.html</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19445 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1-212x300.jpg" alt="" width="450" height="637" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1.jpg 678w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19447 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2-212x300.jpg" alt="" width="450" height="637" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2.jpg 678w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19448 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3-212x300.jpg" alt="" width="449" height="635" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3.jpg 678w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΘΕΟΔΩΡΑ ΦΟΥΤΡΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Sep 2021 16:12:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΟΔΩΡΑ ΦΟΥΤΡΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16393</guid>

					<description><![CDATA[Η Θεοδώρα Φούτρου γεννήθηκε στη Λευκωσία και ζει και εργάζεται στη Λεμεσό. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Καλές Τέχνες. Απέκτησε τον τίτλο Bachelor (Honors) in Fine Arts του Middlesex University καθώς και Μεταπτυχιακό στις Καλές Τέχνες στο Frederick University. Είναι Γενική Γραμματέας του Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών Κύπρου και μέλος του Δ.Σ. του Συντονιστικού Συμβουλίου των Πολιτιστικών Φορέων &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΟΔΩΡΑ ΦΟΥΤΡΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Θεοδώρα Φούτρου γεννήθηκε στη Λευκωσία και ζει και εργάζεται στη Λεμεσό. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Καλές Τέχνες. Απέκτησε τον τίτλο Bachelor (Honors) in Fine Arts του Middlesex University καθώς και Μεταπτυχιακό στις Καλές Τέχνες στο Frederick University.<br />
Είναι Γενική Γραμματέας του Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών Κύπρου και μέλος του Δ.Σ. του Συντονιστικού Συμβουλίου των Πολιτιστικών Φορέων της Λεμεσού. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και είναι η δημιουργός και διευθύντρια του πολυχώρου gARTen Artspace στη Λεμεσό. Έχει εκθέσει στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα Δημιουργικής Γραφής με την ποιήτρια και δοκιμιογράφο Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου και συμμετείχε με ποίηση στον τόμο Συν(γ)ραφές. εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον» 2018.<br />
«Πέφτοντας απ’ τη χαράδρα του παραμυθιού» (Ρώμη 2021) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16394" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR114.jpg" alt="" width="353" height="604" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR114.jpg 374w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR114-175x300.jpg 175w" sizes="(max-width: 353px) 100vw, 353px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑΔΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ (2021)</strong></h3>
<h4><strong>ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ</strong></h4>
<p>Βουτηγμένη στου λατομείου το λασπουριό<br />
ψάχνω τις ρίζες μου<br />
προσεύχομαι.<br />
Σε καμβάδες λευκούς<br />
αφήνω το Άγνωστο να ζωγραφίσει.</p>
<p>Χαλκέ και πυρίτη, σύμμαχοι της ρίζας<br />
δείξτε μου, γιατί σε τούτη τη γη<br />
μήπως και καταλάβω τη μοίρα μου.<br />
Πόσες ζωές και ποιες;</p>
<p>Η γεύση του μεταλλεύματος<br />
με χτυπάει στο πρόσωπο στυφή.</p>
<p>Τι με έχει φέρει ως εδώ;<br />
Από έρημο, τουλίπες, πυραμίδες<br />
απ’ του φωτός την πατρίδα<br />
κι από το «εν τούτω νίκα»<br />
πώς στου χαλκού το ορυχείο με πέταξες<br />
να ψάχνω ψήγματα πυρίτη;</p>
<p>Σε αλμυρό βαφτιστήριο την κάθαρση ζητώ.<br />
Αποστάγματα οσφραίνομαι κίτρων και αοράτων.<br />
Στου Υλάτη τον κατήφορο<br />
παραδίδομαι σε αφρισμένες υποσχέσεις<br />
μήπως και φτάσω στο άβατο<br />
της δικής σου αγκαλιάς.</p>
<p>Αθάνατη και αλώβητη να γονατίσω εμπρός σου<br />
και σαν άλλη Μαρία να σου πλύνω τα πόδια<br />
τα ματωμένα από καρφιά<br />
κι από χαρά να δακρύσω<br />
σαν Μαρία πια</p>
<p>γιατί ως Θεοδώρα<br />
τα έκανα μαντάρα.</p>
<h4><strong>ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΝΥΦΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ</strong></h4>
<p>Πέντε νύφες γονατιστές<br />
καρφωμένες στον τοίχο του σαλονιού<br />
μου έχουν την πλάτη γυρισμένη<br />
απαξιώνουν την ύπαρξή μου<br />
παγωμένες κοιτούν την κουνελότρυπα<br />
που οδηγεί στη χώρα τού Ποτέ.</p>
<p>Πέντε επαναλήψεις του εαυτού μου<br />
η Θεοδώρα, η γιαγιά μου<br />
η άλλη γιαγιά, η Κοραλία<br />
η μάνα μου<br />
η θεία<br />
η νονά μου.<br />
Καμία δεν σηκώνεται.</p>
<p>Πέφτω μέσα στην τρύπα<br />
με την ελπίδα να φτάσω στον κήπο<br />
των ομιλούντων λουλουδιών<br />
να αποκτήσω το πρέπον μέγεθος<br />
να ανασηκωθώ<br />
να συναντήσω και τον καπελά<br />
να προσθέσει λίγη μαγεία στη ζωή μου.</p>
<p>Με την ελπίδα πως μέχρι να φτάσω<br />
θα έχουν πέσει οι πύργοι με τα τραπουλόχαρτα<br />
και όλα τα αυθαίρετα<br />
θα τα έχει ήδη καταφέρει η Αλίκη<br />
θα είναι αλλιώς το παραμύθι.</p>
<h4><strong>ΒΙΟΠΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΦΑΝΤΙΚΗ</strong></h4>
<p>Το βράδυ δεν κοιμήθηκα<br />
ένιωθα ράκος.</p>
<p>Βαρύς ο λυτρωμός της άνοιξης<br />
αφού μας έμαθαν<br />
γονατιστούς να υφαίνουμε<br />
ξεροκόμματα<br />
μιας άλλης ζωής<br />
όχι δικής μας.</p>
<h4><strong>ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h4>
<p>Γράφω λόγια που αγνοώ<br />
σε σκόρπιες σελίδες.<br />
Ο δικός μου ο μίτος έχει γίνει κουβάρι<br />
κι αυτά λύνουν τους κόμπους<br />
σε ουρανό με ομπρέλες γυμνές.</p>
<p>Εκεί που ζω<br />
η καταχνιά δεν ξέρεις αν είναι σύννεφο<br />
ή σκόνη της ερήμου<br />
κι όταν βρέχει<br />
με κυνηγούν για να με προφυλάξουν<br />
δήθεν ενδιαφέρονται.</p>
<p>Δεν καταλαβαίνουν<br />
πως είναι διάτρητες<br />
γι’ αυτό δεν στέγνωσα ποτέ<br />
κι ότι μπορώ να ζεσταθώ<br />
μόνο με την κουβέρτα που πλέκουν<br />
με τα δικά μου νήματα<br />
και κάτι σχέδια στο τετράδιο<br />
οι λέξεις.</p>
<h4><strong>ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ Ή ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ</strong></h4>
<p>Κουρδισμένη στο μουσικό κουτί<br />
κόβεις κύκλους στη γυάλινη δαντέλα<br />
από το πετσετάκι της γιαγιάς.<br />
Το κουρδιστήρι<br />
μεγαλύτερο απ’ το μπόι σου<br />
για να σε ξεπερνά.</p>
<p>Στον ίδιο κύκλο<br />
στην ίδια δαντέλα<br />
στο ίδιο κουτί<br />
με την ίδια μουσική<br />
πάντα.</p>
<p>Ή</p>
<p>ακροβατείς στη γραμμή του ορίζοντα<br />
κεντώντας σταυροβελονιά την απόσταση<br />
κάνεις μια βόλτα στο κενό<br />
πάνω απ’ τις σκοπιμότητες<br />
έστω και αν το αποτέλεσμα είναι<br />
δωρεάν παραστάσεις για παιδιά στο Σέντραλ Παρκ<br />
αυτοβιογραφώντας το «reach the clouds».</p>
<p>Χωρίς δαντέλα<br />
χωρίς κουτί<br />
εκτεθειμένη στον καιρό.<br />
Χωρίς τη σκοτεινιά<br />
περίτεχνου ελκυστικού δοχείου<br />
χωρίς το κουρδιστήρι.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΣΤΜΦΩΝΗΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ</strong></h4>
<p>Πως ήταν, λέει, στημένο το παιχνίδι<br />
και πως ο Ιούδας μια χαρά φιλούσε.</p>
<p>Συνεχίζω να περπατώ στο σκοτάδι<br />
με ένα φανάρι στα μαλλιά-<br />
μόλις που βλέπω τα βήματά μου.<br />
Προς τι η τρεχάλα<br />
σε ακίνητη ρόδα;</p>
<p>Μήπως πρέπει τελικά να την πιστέψω;<br />
Για αυτήν μιλώ<br />
την πολυπόθητη<br />
και προσυμφωνημένη Ανάσταση.</p>
<p><strong>ΠΛΟΚΑΜΙΑ</strong></p>
<p>I</p>
<p>Υπάρχει ένας κόμπος<br />
λίγο πιο πάνω από το κέντρο μου.<br />
Με προειδοποιεί<br />
μα παραλύω.<br />
Με βιδώνει στη γη.</p>
<p>Έχω δοκιμάσει τα πάντα.<br />
Τα πλοκάμια του<br />
σφιχτά ακινητοποιούν τα βήματά μου.<br />
Έγινα δέντρο που πρέπει να περπατήσει.</p>
<p>Μπορώ, άραγε, να αναμετρηθώ μαζί του;</p>
<p>Περνά ο καιρός&#8230;<br />
Αντιδρώ<br />
το παίρνω γύρω γύρω<br />
μαλακά<br />
όπως μου βγαίνει.</p>
<p>Θα το κοιτάξω στα μάτια<br />
ακαριαία<br />
να νιώσει πως είμαι μεγαλύτερη απ’ αυτό<br />
τότε θα φύγει.</p>
<p>II</p>
<p>Σε αντίθεση με τον φόβο<br />
δεν κοιτάμε ποτέ κατάματα<br />
την αλήθεια.</p>
<p>Είναι η ασπίδα<br />
με το κεφάλι της μέδουσας<br />
είναι επίσης χαμαιλέοντας<br />
εκεί που νομίζεις πως τη βρήκες<br />
εξαφανίζεται<br />
παίρνοντας το χρώμα που τη βολεύει.</p>
<p>Κινείται λοιπόν στο επίπεδο των ερπετών.</p>
<p>Ωραία θα ήταν αν μπορούσαμε<br />
να την ξεφορτωθούμε<br />
ή να την αγνοήσουμε<br />
να κλείσουμε τα αυτιά.<br />
Ξέρετε την ιστορία με τον κουφό βάτραχο;</p>
<p>Γιατί εδώ που τα λέμε<br />
άλλο αλήθεια<br />
άλλο πραγματικότητα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΑΔΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΕΥΤΥΧΙΑ- ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 12/2/2022</p>
<p>Χαράδρα, άνοιγμα βαθύ της γης, συνήθως επίμηκες και στενό που σχηματίζεται ανάμεσα σε δυο βουνά, επονομαζόμενο αλλιώς φαράγγι.<br />
Πέφτω ή όπως λέμε γκρεμίζομαι, κατρακυλώ ή στην καλύτερη περίπτωση μεταπηδώ από το τσιμεντένιο ή το ξύλινο σε κάτι γήινο και χωμάτινο, σε αμμώδες ή υγρό, τουτέστιν βυθό θαλασσινό, λίμνης ή ποταμού. Μόνο που εδώ δεν μας λέει ο τίτλος πως κάποιος πέφτει στο αλλά από το…<br />
Μα μπορεί κάποιος να πέσει από μια χαράδρα; Έχει πιο κάτω από εκεί; Κι αν έχει, τότε θα είναι και πάλι χαράδρα ή κάτι άλλο; Μήπως μπαλκόνι; Εξέδρα; Βατήρας; Κι αν πέσει θα ακουστεί; Φυσιολογικά ναι, μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με ποίηση όπερ σημαίνει αναιρούνται και αντιστρέφονται κάποτε οι σημασίες και το αναμενόμενο ανατρέπεται και μένει ανανταπόδοτο. Πέφτει λοιπόν το υποκείμενο από το πεδίο της άυλης εξιστόρησης, από το παραμύθι δηλαδή, και μένει να εξετάσουμε πού μεταβαίνει, ποια αγκαλιά ή ποιος γκρεμός το υποδέχεται. Ο τίτλος της συλλογής δεν είναι παρά στίχος ποιήματος που μετακόμισε στο εξώφυλλο προϊδεάζοντας για τα περαιτέρω. Το παραμύθι, ως γνωστόν, παραστέκεται και παρηγορεί, παραμυθιάζει και εξαπατά, νανουρίζει και ξεναγεί. Πού ξεναγεί το παραμύθι; Ποιος αναγνωρίζεται ως ξένος και ποιος αναλαμβάνει να τον ξεναγήσει; Ο ξένος της ύπαρξης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, ο αποξενωμένος από τη φύση του, από την αρχική αλήθεια της ενότητας με το Όλον, αυτός είναι ο πρώτος πελάτης του παραμυθιού. Μα εδώ μιλάμε για ποίηση και όχι για μυθεύματα που ψεύδονται και παραπλανούν θα μπορούσε κάποιος να αντικρούσει. Η διαφορά του παραμυθιού από το ψέμα – όπως είπε και ο σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – είναι ότι το παραμύθι μπορεί συχνά να παραπέμπει σε φανταστικές καταστάσεις αλλά γίνεται η γέφυρα που συνδέει με την πραγματικότητα, ενώ το ψέμα την αποφεύγει.<br />
Και η ποίηση τι ρόλο παίζει στο παραμύθι; Για τον Πλάτωνα, ο ποιητής είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα ο κατ’ εξοχήν μυθολόγος. Δεν είναι απλώς ο διά των λέξεων πλαστουργός στιβαρών μορφών αλλά ο υψηλόφρων δημιουργός μύθων. Στην ποίηση της Θεοδώρας Φούτρου συνοικούν οι κώδικες και τα ρυθμικά πρότυπα μιας πολυφωνικής μυθολογίας δικαιώνοντας έτσι την άποψη της Kristeva πως κάθε κείμενο, είναι ένα μωσαϊκό από άλλα κείμενα και υπομνήσεις συγκροτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα παλίμψηστο που διαρκώς ανανεώνεται. Το παλίμψηστο αυτό ωστόσο ακολουθεί αντίστροφη πορεία. Ενώ δηλαδή στήνεται ο μύθος, ενώ παρακολουθούμε την πλοκή, ενώ διακρίνουμε τους έξω δράκους και τους μέσα λύκους εντέλει τα ψιχουλάκια του Κοντορεβιθούλη δεν οδηγούν στη ζεστή κουβερτούλα της παιδικής ασφάλειας, των υποσχέσεων και του τρυφερού κανακέματος. Όλο το βιβλίο συνεπώς δεν γράφεται για να αναδειχθεί ο μύθος αλλά αντιθέτως για να ξηλωθεί. Κι όλο αυτό όσο επώδυνο κι αν είναι βγάζει στο ξέφωτο της ενηλικίωσης. Δεν είμαι απόλυτα βέβαιη αν γίνεται συνειδητά ή όχι, πάντως το ευτυχισμένο τέλος δεν οδηγεί στην κάθαρση, αφού δεν έζησαν ούτε αυτοί καλά ούτε κι εμείς καλύτερα, με αποτέλεσμα να κάθεται στο ντιβάνι της ψυχανάλυσης η αλληγορία των παραμυθιών και η διάλυση των ψευδαισθήσεων. Η Φούτρου αποπειράται να επιστρέψει στον ανήλικο χρόνο και να παραπονεθεί εκ μέρους του παιδιού που ήταν για την κακομεταχείριση που υπέστη ως ενήλικας από τη σκληρή πραγματικότητά του. Η ασημόσκονη των παιδικών ημερών κάποτε κατακάθεται, το χαμένο γοβάκι αποτυγχάνει να αλλάξει τη μοίρα της Σταχτοπούτας και κανένα φιλί δεν ξυπνά τη Χιονάτη από τον παγωμένο της λήθαργο. Ο Hans Dieckmann υποστηρίζει πως ένας αποτελεσματικός τρόπος να βοηθηθεί ένας ενήλικας είναι να διηγηθεί το αγαπημένο του παραμύθι καθώς δεν έχει αποτυπωθεί τυχαία στη μνήμη μας.<br />
Η Θεοδώρα Φούτρου γράφοντας αυτή τη συλλογή αναλαμβάνει να φτιάξει η ίδια το δικό της παραμύθι, να το αφηγηθεί με στίχους εν είδει επιστροφής στην ηλικία της στοργής και των ανοιχτών δυνατοτήτων. Στην πορεία εκείνο που διαπιστώνεται είναι το μάταιο του εγχειρήματος και η κατακρήμνιση των ψευδαισθήσεων που οδηγεί στην απομάγευση.</p>
<p>[…] Γιατί την ξεγελάσατε; / Γιατί δεν είπατε πως έσκασε ο Λούκουλος / τρώγοντας τα μπαλόνια / η κοκκινοσκουφίτσα παντρεύτηκε τον κακό λύκο / ο κυνηγός ο ίδιος τούς πάντρεψε / και η γιαγιά συγκατατέθηκε / ή πως τη Χιονάτη / κανένα βασιλόπουλο δεν έσωσε / και μέχρι τώρα βρίσκεται / στο κέντρο του σαλονιού / στο σπίτι των νάνων. // Ακόμα και το αγγελάκι στο κάδρο / γιατί δεν τη μάζεψε / την ώρα που έπεφτε με θόρυβο / απ’ τη χαράδρα του παραμυθιού;<br />
«Ζωή σαν παραμύθι»<br />
Κι αλλού:<br />
[…] Η μοίρα πρόσταξε / να βγάλει μόνη της το μήλο απ’ τον λαιμό. / Κανένας πρίγκιπας ή Πάρης / ούτε καν βάτραχος / μήτε κάποια νεράιδα / δεν θα της άνοιγε τον δρόμο. / Μόνο ένα σακί πικραμύγδαλα / θα έπαιζε τον ρόλο του μίτου της Αριάδνης. / Σιγά σιγά τα άνοιγε / έναν Μινώταυρο έκρυβε το καθένα. / Κι αφού ο Ιάσονας δεν ήταν βέβαια παρών / μόνη της έπρεπε να λύσει τον γρίφο / και παρά την παράδοση, να υπερασπιστεί / ό,τι είχε απομείνει / από όσα είδε το μουσκεμένο προσκέφαλο.[…]<br />
«Σίγουρα όχι Ελένη»</p>
<p>Ως εκ τούτου η μόνη λύση διαφαίνεται στην αλλαγή πλεύσης σε μια απόπειρα αναζήτησης της καταγωγικής ταυτότητας, του προσώπου που κρυβόταν ως τώρα πίσω από τα δίχτυα σωτηρίας που ματαίως ανέμενε να τη σηκώσουν πάνω από τους φόβους της. Η πορεία προς Εμμαούς είναι υπόθεση μοναχική κι η καταβύθιση στα ορυχεία της ύπαρξης μας θέλει γυμνούς και με ελάχιστες αποσκευές ίσως μόνο με την παραδοχή της αδυναμίας να κατανοήσουμε όπως η ποιήτρια τον λόγο και την αποστολή της παρουσίας της στη γη. Η ρίζα είναι η διεύθυνση και ο σκοπός η κάθαρση. Η αγκαλιά. Η άνευ όρων αγκαλιά και η αγάπη. Ο Ιησούς δηλαδή.</p>
<p>[…] Σε αλμυρό βαφτιστήριο την κάθαρση ζητώ. / Αποστάγματα οσφραίνομαι κίτρων και αοράτων. / Στου Υλάτη τον κατήφορο / παραδίδομαι σε αφρισμένες υποσχέσεις / μήπως και φτάσω στο άβατο / της δικής σου αγκαλιάς. // Αθάνατη και αλώβητη να γονατίσω εμπρός σου / και σαν άλλη Μαρία να σου πλύνω τα πόδια / τα ματωμένα από καρφιά / κι από χαρά να δακρύσω / σαν Μαρία πια // γιατί ως Θεοδώρα / τα έκανα μαντάρα.<br />
«Μαρία Θεοδώρα»<br />
Ωστόσο, παρακάτω παίρνει τη γενναία απόφαση να σταματήσει να είναι πρόσωπο διλημματικό αθωότητας και ενοχής, να αποδράσει από τη φάρσα και τον μύθο, να γίνει εκείνη η ηρωίδα της ζωής της, να γίνει μάλιστα κάποτε ακόμα και η έξοδος από την κουνελότρυπα. Δεν μεταθέτει σε τρίτους την ευθύνη, δεν υποδύεται κάποιαν άλλη σε μια απόπειρα ύστατης μεταμφίεσης, ούτε εισέρχεται ικέτης στον μύθο αλλά αποφασίζει να στραφεί στον δυνατό, να του απευθυνθεί περήφανα και σθεναρά και με φωνή στεντόρεια να του ζητήσει να εκπληρώσει την επαγγελία και την προτροπή. Γράφει:<br />
[…] Ούτε για την Κασσιανή πρόκειται / κάθε άλλο / μια άλλη Θεοδώρα ψάλλει / όχι το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις… / αλλά το «Έρχου…» / χωρίς πέπλο / γονατιστή / μες στον λαβύρινθο / να διαλύσει την προσταγή / να στεγνώσει το μαξιλάρι.<br />
«Σίγουρα όχι Ελένη»</p>
<p>Η λύση βρίσκεται λοιπόν στο κάλεσμα, στη φράση κλειδί που πρωτοακούγεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη στο 22 κεφάλαιο «Ναι έρχομαι ταχύ. Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού». Το «έρχου», η μόνη προστακτική που ελευθερώνει είναι η λέξη που αφηγείται όλη την ιστορία αντίστασης της ανθρώπινης φύσης μέχρι την πλήρη παράδοσή της στην ελεύθερη επιλογή. Είναι το ρήμα που κηρύσσει την έναρξη του ερχομού. Πρόκειται για τη συνειδητή έκκληση βοήθειας, για την απεύθυνση στην αθωότητα και την αποδοχή, Γιατί αυτά είναι ο Ιησούς. Δεν είναι κήρυγμα και κριτική, δεν είναι τιμωρία και επιβράβευση, δεν είναι στέρηση και υποταγή. Είναι ελευθερία και πάλι ελευθερία. Μια άνευ όρων αγάπη. Και αυτά αποζητά η Φούτρου. Το άνευ όρων και ορίων, το πάντα και για πάντα, το όλοι και παντού, το ευτυχισμένο τέλος, το καθόλου τέλος, την αρχή των ιστοριών και την κατάργηση λογοκρισίας στο όνειρο, την οργιώδη βλάστηση των ερώτων και της καλοσύνης, το καθόλου τέλος. Το παραμύθι άλλωστε εμπεριέχει τον ενικό της ευτυχίας που όμως βασίζεται στο δίπολο του καλού με το κακό, εμπεριέχει θύματα και θύτες και δικαστές, κακές μητριές και αγαθές μητέρες, μάγισσες και νεράιδες, κακόβουλα ξωτικά και καπέλα με λαγούς και θαύματα. Η έξοδος από το δίπολο του παραμυθιού ωστόσο είναι εκείνη που μας εισάγει στην ενηλικίωση. Το «έρχου» έχει τον πληθυντικό της αγάπης και την ποιητική της κατάργησης του χρόνου. Άρα και πάλι το μη τέλος. Η ποίηση βέβαια είναι το αποκούμπι εκείνο που αναλαμβάνει τη συγκόλληση τη στιγμή που θα σταματήσει η διχοτόμηση του εαυτού.<br />
Ολόκληρη η πατρίδα στον τοίχο / μοιρασμένη σε καμβάδες / όπως και η ζωή μου.[…]</p>
<p>Γι’ αυτό κι εκείνη επιλέγει τη σοφή συνθήκη της συγκόλλησης που εξισορροπεί και υπερβαίνοντας το συναίσθημα οδηγείται στην ήρεμη γαλήνη που συνενώνει τα πάντα:</p>
<p>[…]Ψάχνω τον δρόμο / μαζεύω τα θραύσματα / ενώνω τις τελείες / περπατώ στο λευκό / μένω αμέτοχη.<br />
«Οκτωβριανές αποχρώσεις»<br />
Κι αλλού:<br />
[…] Με παρατηρώ / εύρημα ανασκαφής / που δεν ξανάδα / και περιμένει τη σκαπάνη. // Με χρυσό κολλάω τα κομμάτια μου / γκέισα και σαμουράι μαζί / αυτόχειρας / πριν απ’ το χαρακίρι.<br />
«Μπουσίντο»</p>
<p>Η παρούσα συλλογή δεν έχει ποιήματα που παραμένουν απλώς ποιήματα. Στην πορεία μεταμορφώνονται σε μικρούς αναβαθμούς απόδρασης, σε σκαλοπάτια και βήματα μαζί που οργανώνουν τη μυστική έξοδο της ποιήτριας στο ξέφωτο. Τέρμα, λοιπόν, τα παραμύθια! Με το βιβλίο αυτό τα αποχαιρετούμε! Και γι’ αυτό σας καλέσαμε. Για να τους κάνουμε μια γιορτή αντάξια των ψευδαισθήσεων και της χρυσόσκονής τους. Αποχαιρετούμε τη μικρή γοργόνα και τον βάτραχο, την Αριάδνη και τον Μινώταυρο, τον καπελά και την Αλίκη, τον μάγο του Οζ και τη Χιονάτη και καλωσορίζουμε τον γλάρο Ιωνάθαν, τον Ιησού των αιθέρων, που αναγγέλλει την ισορροπία και το πέταγμα.</p>
<p>ΙΩΝΑΘΑΝ</p>
<p>Σε ζυγαριά ακροβατώ επικίνδυνα.<br />
Στο πέταγμα του τελευταίου γλάρου<br />
αυτού που αποφάσισε να μην αποδημήσει<br />
βρίσκω ισορροπία.</p>
<p>Το ζήτημα είναι να μην ακολουθείς την αγέλη<br />
μου ψιθυρίζει το τελευταίο άλμπατρος<br />
και να ξεχνάς τ’ όνομά σου.<br />
«Ιωνάθαν»</p>
<p>Κυρίες και κύριοι, ξεφυλλίστε την κλωστή!<br />
Δώστε κλότσο να γυρίσει παραμύθι νέο ν’ αρχινήσει…<br />
Θα μιλά για ένα πουλί ίσως τον γλάρο Ιωνάθαν, και το πουλί αυτό αντί για το ψέμα θα κελαηδάει μόνο την αλήθεια. Θα μετατρέπει όλα τα λάθη σε σωστά και άφοβα θα εξιστορεί όσα κρύβει η ψυχή μας. Θα το λέει ο ένας στον άλλο και θα ησυχάζουμε γιατί τίποτα δεν θα ωραιοποιείται. Όλα θα αναπαύονται μες στην αποδοχή. Θα αρχίζει και θα τελειώνει κάπως έτσι:<br />
«Δεν με νοιάζει όπως κι αν είσαι! Σ’ αγαπώ γι’ αυτό που είσαι.»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΚΑΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16397" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/1.jpg" alt="" width="400" height="725" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/1.jpg 530w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/1-166x300.jpg 166w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16398" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/2.jpg" alt="" width="400" height="503" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/2.jpg 763w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/2-238x300.jpg 238w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16399" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-1024x683.jpg" alt="" width="400" height="267" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-1024x683.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-768x512.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-1536x1024.jpg 1536w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/3-2048x1365.jpg 2048w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16401" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/5.jpg" alt="" width="401" height="404" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/5.jpg 954w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/5-298x300.jpg 298w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/5-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/5-768x773.jpg 768w" sizes="(max-width: 401px) 100vw, 401px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16402" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/6.jpg" alt="" width="401" height="831" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/6.jpg 463w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/6-145x300.jpg 145w" sizes="(max-width: 401px) 100vw, 401px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16400" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/4.jpg" alt="" width="724" height="310" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/4.jpg 724w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/4-300x128.jpg 300w" sizes="(max-width: 724px) 100vw, 724px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ:</strong></h5>
<p><strong>Artist statement</strong><br />
Θεοδώρα Φούτρου</p>
<p>Η δουλειά της δανείζεται πρακτικές τόσο από την παράδοση όσο και από την πόπ κουλτούρα και εμπλέκει αναφορές και υλικά από το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον για να διαπραγματευτεί μέσα από έννοιες της εντοπιότητας το οικουμενικό. Σε αυτές τις διερευνητικές διαδικασίες μελετά πρακτικές στις οποίες η φύση συνεργεί και συμβάλλει στη δημιουργική πράξη χρησιμοποιώντας συχνά τις αισθήσεις. Η έρευνα της ασχολείται με τις έννοιες του υλικού και του άυλου, εστιάζοντας συχνά στην περιοχή μεταξύ τους. Aναφέρεται σε μια διαδικασία εσωτερικής διερεύνησης και ανάπτυξης, της οποίας τα στάδια είναι στο σύνολό τους σημαντικά και αλληλένδετα μεταξύ τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>EΠIMEΛHTHPIO KAΛΩN TEXNΩN KYΠPOY</strong></p>
<p>Η καλλιτέχνης δημιουργεί μέσω καταβυθίσεων στο χώρο του μεταλλείου της Καλαβασού μια εικαστική συνεργασία με τη φύση. Τα έργα αποτελούν αποτυπώσεις του χρόνου και του τόπου και συνιστούν μοναδικό δημιούργημα των συνθηκών στις οποίες εκτέθηκε το κάθε υλικό. Πρόκειται για μια ενδόμυχη μέθοδο αναζήτησης των θεμελιακών μας δομών την οποία η καλλιτέχνης θεωρεί απαραίτητη για τη συνέχιση της πορείας μας. Η συγκεκριμένη ενότητα ξεκίνησε με τη συμμετοχή στη Διεθνή φιλοξενία καλλιτεχνών στην Καλαβασό που διοργάνωσε το Επιμελητήριο το 2017 και εκ τότε συνεχίζεται. Μέρος μιας πιο εκτεταμένης έρευνας που αφορά τα στοιχεία της φύσης, η ενασχόληση της δημιουργού με την πιο βαριά ύλη ανατρέχει στην ιστορία και αρχαιολογία του νησιού και σχολιάζει τα υπαρκτά και τα μη υπαρκτά, την παρουσία και την απουσία τους, την ουσία και την όψη τους, την προοπτική τους να γίνουν κάτι άλλο ή να καταργηθούν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>THEODORA FOUTROU</strong><br />
<strong>THE DOMESTICATION OF THE BUTTERFLY</strong></p>
<p>Κάτι κατοικεί μέσα μου, θέλει λέει να φτιάξουμε μετάξι μαζί. Ξεκίνησε να υφαίνει το κουκούλι του, πάνω στον πνεύμονά μου, μου δυσκολεύει την αναπνοή. Του εξηγώ, πώς πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος&#8230; (απόσπασμα από προσωπικό ποίημα)</p>
<p>Μέσα από την πρακτική μου, αυτή της καταγράφης της αποτύπωσης διαδικασιών και μηχανισμών, παραθέτω τις δικές μου ιστορίες και προβληματισμούς που έχουν σχέση με το θέμα.<br />
Η έκθεση-εγκατάσταση αλλάζει μορφή παράλληλα με τον κύκλο εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της διαφοροποίησης των έργων.<br />
Πραγματεύεται το θέμα της συμμετοχής της φύσης στη δημιουργική διαδικασία, του έργου τέχνης ως διαδικασία και της έκθεσης ως έργο τέχνης. Η εξημέρωση της πεταλούδας αφορά όλα τα “εξημερωμένα” είδη και η μοίρα της θέτει ηθικά ερωτήματα για τις επεμβάσεις στην λειτουργία της ζωής.<br />
Η εκτροφή του μεταξοσκώληκα, στενά συνυφασμένη με την ιστορία του κόσμου, κάνει αναφορά στις καταβολές μας. Αποτελεί μεταφορά και θέτει επίσης ερωτήματα για την δική μας συνθήκη ύπαρξης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 11 Mar 2021 19:39:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=15257</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ντίνος Παπασπύρου γεννήθηκε το 1938 στη Θεσσαλονίκη. 0 πατέρας του κατάγονταν από το Στένωμα Ευρυτανίας και η μητέρα του από το Νεοχώριον Τρωάδος (Τσανάκαλε). Από το 1957, που αποφοίτησε από το Αμερικανίκό Κολλέγιο &#8220;Anatolia&#8221;, μέχρι το 1987 εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, φθάνοντας στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας. Άρχισε να ζωγραφίζει, αυτοδίδακτος, από το 1976 &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Ντίνος Παπασπύρου γεννήθηκε το 1938 στη Θεσσαλονίκη. 0 πατέρας του κατάγονταν από το Στένωμα Ευρυτανίας και η μητέρα του από το Νεοχώριον Τρωάδος (Τσανάκαλε). Από το 1957, που αποφοίτησε από το Αμερικανίκό Κολλέγιο &#8220;Anatolia&#8221;, μέχρι το 1987 εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, φθάνοντας στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας. Άρχισε να ζωγραφίζει, αυτοδίδακτος, από το 1976 και το 1977 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τη μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος». Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 200 ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έργα του έχουν κοσμήσει ως εξώφυλλα λογοτεχνικές εκδόσεις και υπάρχουν σε δημόσιες πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει επίσης εκδώσει το λογοτεχνικό βιβλίο «0 λάκκος», που περιέχει δεκαπέντε μικρά πεζά. Στο δεύτερο αυτό βιβλίο του περιλαμβάνονται άλλα επτά διηγήματά του, τα οποία έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έφυγε από τη ζωή στις  8/2/2024.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15260" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0001-757x1024.jpg" alt="" width="399" height="540" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0001-757x1024.jpg 757w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0001-222x300.jpg 222w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0001-768x1039.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0001.jpg 887w" sizes="(max-width: 399px) 100vw, 399px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15261" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0002-631x1024.jpg" alt="" width="396" height="643" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0002-631x1024.jpg 631w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0002-185x300.jpg 185w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΒΙΒΛΙΑ-0002.jpg 740w" sizes="(max-width: 396px) 100vw, 396px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΛΑΜΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ (2010)</strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ</strong></p>
<h4><strong>ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΡΙΖΕΣ ΕΔΩ</strong></h4>
<p>«Έλα μπάρμπα, πες μας για τη γουρούνα που μέθυσε στο κατώι και φεύγουμε».<br />
«Βρε τζαναμπέτηδες πάλι θέτε να με κογιονάρετε. Άντε σπίτι κι η<br />
Μαριγώ θα περιμένει»</p>
<p>Το ίδιο βιολί κάθε βράδυ. Με το που έκλειναν το μπακάλικό τους στην Αετοράχης, τα δυο αδέλφια Θανάσης και Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου του μπάρμπα τους για μουχαμπέτι και ιστορίες από τα παλιά. Ήταν η ώρα που ο μπάρμπα-Νικόλας ρουφούσε δίπλα στον σοφά τα δυο καθιερωμένα ποτηράκια κοκκινέλι και η σκέψη του ταξίδευε χρόνια πίσω στο Τσανάκαλε. Μεγαλομπακάλης τότε με όλα τα καλά στο μαγαζί και μεγάλη πελατεία και από τα γύρω χωριά.</p>
<p>Εκεί του το πρόλαβαν οι καλοθελητές των αδελφάδων του. «Η προκομμένη και αψήφιστη γυναίκα σου η Ζωγράφω αφήκε τη μεγάλη γουρούνα να μπει στο κατώι. Άνοιξε την κάνουλα του μεγάλου ξυλοβάρελου και πλημμύρισε το κατώι με εκατόν πενήντα οκάδες κόκκινο κρασί δέκα οχτώ χρονών». «Η Ζωγράφω μου να είναι καλά», και συνέχισε τους λογαριασμούς στο χοντρό τεφτέρι μπροστά του σαλιώνοντας το μολύβι χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Μέσα του όμως τον έτρωγε, θες να πάνε αυτές και να κακοκαρδίσουν τη Ζωγράφω. Μια και δυο στο σπίτι. Σαν χώθηκε στο κατώι τον έπιασε γέλιο σπαρταριστό. Η μεγάλη γουρούνα μέχρι την κοιλιά στο κρασί βολόδερνε και τρίκλιζε κουτουλώντας από τον ένα στον άλλο τοίχο. Τού&#8217;μεινε αυτό και κάθε φορά που διηγούνταν το περιστατικό λυνόταν στα γέλια, κάνοντας τις κινήσεις της μεθυσμένης γουρούνας.</p>
<p>Εκεί στο μπακάλικο έφτασε και το μαντάτο από το τουρκάκι παραγιό του ότι αρματωμένοι καβαλάρηδες έζωσαν το χωριό. «Αφεντικό εμείς σας αγαπάμε. Μα αυτοί είναι ξενόφερτοι με άγριες διαθέσεις για τους Ρωμιούς». Δυο χούφτες πεντόλιρα έκρυψε Βιαστικά μέσα στο σακί με τα φασόλια και τρεχάτος στο σπίτι. Πανικός στη γειτονιά. Όλοι φόρτωναν ότι μπόραγαν σε σούστες και κάρα και αλαφιασμένοι έφευγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για τα που είναι η σωτηρία. Το ίδιο και ο μπάρμπα-Νικόλας. Λίγα μπακίρια, μερικά προικιά των κοριτσιών, τη ραπτομηχανή χεριού Singer, νερό και λίγο κολατσιό για το δρόμο. Μπροστά ο ίδιος στο κουμάντο. Δίπλα η Ζωγράφω, πίσω, πάνω στη Singer, που έκαναν καναπέ για να την κρύψουν κιόλας, η κατάκοιτη από χρόνια κουνιάδα του Τριανταφυλλιά και πιο πίσω κολλητά το ένα πάνω στο άλλο τα τέσσερα κορίτσια τους, η Σοφία, η Βασώ, η θεοδίτσα και η τρίχρονη Ευδοξία. «Οι μεγάλες βάλτε μαύρα τσεμπέρια και ρούχα, πασαλείψτε μούτρα και χέρια με λάσπη και σβουνιές να φαίνεστε λερές γριές, μη σας αρπάξουν στον δρόμο οι Τούρκοι για την Ανατολή».<br />
Μερόνυχτα στον δρόμο. Σαν έφτασαν στη θάλασσα, κοσμοπλημμύρα. Με τα πολλά μπήκαν σε βαπόρι κατά πως τους πήγε το κύμα του κόσμου. Πήραν μια ανάσα, όμως το άγνωστο δεν άφησε τους μεγάλους να κλείσουν μάτι. Δυο<br />
μέρες μετά αντίκρισαν Βουνά. «Η Σαλονίκη», φώναξαν αυτοί που ήξεραν.</p>
<p>Τους άδειασαν στην παραλία σε κάτι μακρινάρια θαλάμους, το απολυμαντήριο, όπως τους είπαν. «Μια εβδομάδα εδώ και μετά θα σας τακτοποιήσουμε». Σε δέκα μέρες τους πήραν και, αφού διέσχισαν με κάρα μια άγνωστη σε όλους πόλη, τους έφεραν σε ένα μεγάλο τσαΐρι, το Λεμπέτ, έμαθαν μετά. Δυο, τρεις οικογένειες στο τσαντίρι. Γυφτιά, πείνα, το νερό λίγο και ο Βαρδάρης του &#8217;14 να τους ξυρίζει. Έξι μήνες εκεί. Μετά, ο Χρήστος, ο γιος τους, που από χρόνια είχε μπαρκάρει λαθραία στην Αμέρικα μη και υπηρετήσει στον τούρκικο στρατό, τους έστειλε το τσεκ. Πρώτο τους μέλημα να φύγουν από το Λεμπέτ, να βάλουν κεραμίδι στο κεφάλι τους. Το ημιυπόγειο στην Αετοράχης τους φάνηκε παλάτι. Το ασβέστωσαν το συγύρισαν και άρχισαν να οργανώνουν τη ζωή τους. Οι μεγάλες κόρες σε θελήματα. Δύσκολες οι δουλειές για τους πρόσφυγες, τους έβλεπαν με μισό μάτι. Πόσο τους πόναγε, νοικοκυραίοι αυτοί στον τόπο τους, να ακούν τους ντόπιους να λένε πως είχαν στη δούλεψή τους δυο ανθρώπους και έναν πρόσφυγα. Η μικρή στο σχολείο. Έξυπνη, πρώτη μαθήτρια, ήθελε να γίνει δασκάλα.</p>
<p>Σαν έφτασε το &#8217;17 άρχισαν να ξεσηκώνουν τον μπάρμπα-Νικόλα οι συγχωριανοί να γυρίσουν πίσω στο Τσανάκαλε. «Νικόλα, τα πράγματα ηρέμησαν. Τα καλαμπόκια είναι δυο μπόγια στην ξεκούραστη γη της πατρίδας». «Δεν ησυχάζει το Τουρκιό. Σιμά θα έχουμε τα ίδια. Μοίρα μας να ξεριζωθούμε ήταν από κει. Ας κάνουμε ρίζες εδώ». Αν και με λίγα γράμματα, τετράγωνο μυαλό ο μπάρμπα-Νικόλας. Το &#8217;22 τον δικαίωσε. Όμως τα βράδια, σαν ο Θανάσης και ο Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου της οδού Αετοράχης, παρόλο που δεν ήθελε να το δείχνει, αναπολούσε με λαχτάρα τα παλιά και μιμούνταν με γέλια τα κουνήματα της μεθυσμένης γουρούνας στο πλημμυρισμένο με κόκκινο κρασί κατώι του Τσανάκαλε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟΥ &#8217;43</strong></h4>
<p>0 πατέρας γύρισε κι εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στην κουζίνα αποσταμένος τα δυο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον<br />
προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. Ήταν η μερίδα που δικαιούνταν κάθε<br />
εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής.<br />
«Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές», έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντάς την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ και κει μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο.</p>
<p>0 μισθός του πατέρα ελάχιστα Βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελίζονταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. Όλη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και σπάνια λίγο στάρι.</p>
<p>Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε στο δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δυο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μια κουρελού. 0 πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι. «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή, θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δεν χώραγε από καμιά πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές γρήγορες κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. 0 πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.</p>
<p>Σαν τέλειωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρογγυλά στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. Άρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνισαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.</p>
<p>Έξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.</p>
<p>Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε πια απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;» πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι, «θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να έχουμε έξω στην<br />
αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς Έκθεσης. «Εγώ θέλω δέντρο Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. Έξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου να &#8216;ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και συ κάτι μητέρα;», λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα.<br />
«Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι και για τον γιο σου, τι να πω». Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.</p>
<p>Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδι και τα δέσαμε εδώ και κει. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «Τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο», χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.</p>
<p>Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πως μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ALPHA ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</strong></h4>
<p>Το τρένο έφθασε στην Κατερίνη νωρίς το πρωί. Από ώρα με τους γυλιούς στην πλάτη στριμωχνόμασταν στον προθάλαμο του Βαγονιού και με το που σταμάτησε αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Γενάρης του &#8217;60, ανήμερα του<br />
Αη-Γιάννη, ψιλόβροχο και υγρασία που περόνιαζαν τα κόκαλα, παρά τη χοντρή χειμερινή στολή και τη χλαίνη.</p>
<p>Ένας μονιμάς λοχίας, με πέτσινο πάνω από το χιτώνιο, μας παρέλαβε. «Δεκατρείς, γρουσούζικος αριθμός», ήταν η μόνη κουβέντα που άρθρωσε. Το RE0 διέσχισε την πλατεία, σκέτο λασποχώρι, με ελάχιστους να κυκλοφορούν και να τραβιούνται, μη και λερωθούν από τα νερά που πετούσε στο πέρασμά του το στρατιωτικό όχημα. Μετά μπήκε σε μια χωμάτινη ευθεία ανάμεσα σε χωράφια, έστριψε δεξιά και ανηφόρησε, μέχρι που φάνηκε μια πύλη. «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων», δέσποζε πάνω η επιγραφή με δυο κακοζωγραφισμένα άρματα στις άκρες. 0 Αλφαμίτης (Ασφάλεια Μονάδας) σήκωσε την μπάρα και κουνώντας το χέρι έδωσε το «ελευθέρας» στο αυτοκίνητο, που πέρασε χωρίς να κόψει, ενώ εκείνος ξοπίσω προσπαθούσε να δει τις νεόφερτες φάτσες. Γύρω το περιβάλλον άγριο, τρία μακρινάρια λαμαρινοσκέπαστα ξύλινα παραπήγματα, κολλητά τους σχεδόν ένα νεκροταφείο και απέναντι, σε ένα ισοπεδωμένο ύψωμα, αραδιασμένα άρματα και άλλα στρατιωτικά οχήματα</p>
<p>Χωρίς μιλιά κατεβήκαμε από το φορτηγό μπροστά σε ένα άλλο μικρότερο παράπηγμα με επιγραφή «Διοικητήριο». «Αλέκο, στους έφερα», φώναξε δυνατά ο μόνιμός και έφυγε, μαζί και η παγωμάρα που μας είχε μεταδώσει. Ξεσκούφωτο εμφανίστηκε στην πόρτα ένα καλόβολο στην όψη παλικάρι, χωρίς διακριτικά βαθμοφόρου. «Καλώς τους. Από πού έρχεστε;» «Από το ΚΕΤ», απαντήσαμε. «Αφήστε τα προσωπικά σας είδη και μπείτε ο ένας δίπλα στον άλλο, για να παρουσιαστείτε στον κ. Διοικητή. Χαιρετάτε, λέτε στρατιώτης τάδε, ειδικότητα, λαμβάνω την τιμή να παρουσιαστώ και να σας αναφέρω κ. Διοικητά ότι μετετέθην εκ του ΚΕΤ εις την Επιλαρχίαν Καταστροφέων Αρμάτων, διατάξτε». Επειδή ο κ. Διοικητής αργούσε, ο Αλέκος έπιασε μαζί μας κουβέντα «ποιοι από σας έχουν ειδικότητα<br />
γραφέα;». Είμαστε δύο. Μας πήρε μέσα «χρειαζόμαστε έναν για το Υπασπιστήριο και έναν για την Τεχνική Διαχείριση. Που εργαζόσασταν ως πολίτες;» «Σε τράπεζα», του είπα, «για τρία χρόνια». 0 άλλος σε μια εμπορική εταιρεία. «Εσένα, τραπεζικέ, θα σε κρατήσουμε μάλλον στο Υπασπιστήριο και εσένα θα σε Βάλουμε στην Τεχνική Διαχείριση», είπε στον<br />
άλλο, «με την προϋπόθεση Βέβαια ότι τα χαρτιά σας που θα έρθουν θα είναι εντάξει». Κατάλαβα τι εννοούσε παρά την παράλειψη της λέξης «εθνικώς» πριν την εντάξει.</p>
<p>Όταν καταταχθήκαμε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Κορίνθου ως υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί, Υ.Ε.Α. μας έλεγαν, η αγωνία μας ήταν να περάσουμε με επιτυχία δοκιμασίες σωματικές και πνευματικές, για να επιλεγούμε ως<br />
αξιωματικοί. Κανείς Βέβαια δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι όλα αυτά ήταν μια τυπική διαδικασία, διότι εκείνο που τελικά μετρούσε ήταν το «μπάρμπα στην Κορώνη» και το «εθνικώς εντάξει». Εννιά από μας ντυθήκαμε τελευταίοι, επειδή μας είχαν επιφορτίσει να βοηθούμε στην κατάταξη, ταξινομώντας τα έγγραφα του καθενός που είχαν σταλεί από Στρατολογία και αστυνομικές αρχές.</p>
<p>Κατά τη διαδικασία είχαμε συνεννοηθεί μεταξύ μας, μόλις πέσουν στα χέρια μας τα χαρτιά κάποιου από μας, να τα δώσουμε στον ενδιαφερόμενο να δει τι περιείχαν. Μου έφερε ένας συνάδελφος το χαρτί που είχε στείλει για μένα το<br />
παράρτημα Εθνικής Ασφάλειας του Β&#8217; Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης. Το πήρα στα χέρια. Ένα μεγάλο κόκκινο «Α» μέσα σε κύκλο δέσποζε πάνω από την επικεφαλίδα. Άρχισα βιαστικά να το διαβάζω και ένιωσα ικανοποίηση που με χαρακτήριζαν «έντιμο, ηθικό κλπ».Όμως στη συνέχεια, υπογραμμισμένη με κόκκινο, υπήρχε η σημείωση « ο πατήρ του Ιωάννης δεν εψήφισεν εις τας εκλογάς του 1946».</p>
<p>Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός και το άφησα στη στοίβα μαζί με τα άλλα χαρτιά που με αφορούσαν. Φτάνοντας προς το τέλος των δοκιμασιών, με την επιλογή να είναι προ θυρών, και βλέποντας την αλληλογραφία που έφτανε σε συναδέλφους με αποστολείς στρατηγούς, υπουργούς, βουλευτές, υποπτεύθηκα ότι ίσως να μην έφθανε το «έντιμος και ηθικός», ούτε οι σωματικές και πνευματικές ασκήσεις που μάλλον είχα περάσει με επιτυχία. Ψύλλοι μπήκαν στα αυτιά μου και όταν, σε συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων, ένας επέμενε ότι οι μύωπες έπρεπε να ξεχάσουν ότι θα επιλεγούν ως αξιωματικοί.</p>
<p>Τότε θυμήθηκα τον πρώτο εξάδελφο του πατέρα, που ήταν υφυπουργός συγκοινωνιών στην κυβέρνηση της ΕΡΕ. Του στέλνω ένα σύντομο γράμμα παρακαλώντας τον να συνδράμει στην επιλογή μου. Καταχάρηκα, όταν σε λίγες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα φάκελο που προέρχονταν από αυτόν.<br />
«Αγαπητέ μου, παρακολουθώ το αίτημά σας και θα σας ενημερώσω συντόμως δια αισίαν έκβασιν». Ήμουν βέβαιος ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Επειδή όμως αργούσε η «ενημέρωσις δια αισίαν έκβασιν», ξαναστέλνω δεύτερη επιστολή. Τυπικότατος ο κ. υφυπουργός μου απάντησε άμεσα: «Αγαπητέ μοι, μετέβην εις ΓΕΣ διά την υπόθεσίν σας, όμως επληροφορήθην ότι ανήκετε εις την κατηγορίαν «Α», δι&#8217; ό και δεν δύναμαι να πράξω τι». Έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτε. Εφόσον ήμουν «Α» τι το κακό.<br />
Το τι σήμαινε «Α» μου εξήγησε ένας συνάδελφος, που ο πατέρας του βρισκόταν πρόσφυγας στο «Παραπέτασμα». «Φίλε Ντίνο, εγώ σίγουρα δεν πρόκειται να επιλεγώ, διότι ο πατέρας μου βρίσκεται έξω, αλλά ούτε και εσύ, διότι σε θεωρούν υπό υποψία αριστερό, επειδή ο πατέρας σου δεν ψήφισε στις εκλογές του 1946».</p>
<p>Από τότε, όποτε ακούω τη λέξη «Αλφα», όπως &#8220;Alpha Bank&#8221;, &#8220;Alpha Τηλεόραση&#8221; και τα παρόμοια, μου έρχεται στο νου αυτή η παλιά ιστορία του στρατού. 0 «Α» που δεν ήταν άλφα-άλφα και χρειαζόταν επιτήρηση και Αλφαμίτη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΣ ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟΝ</strong></h4>
<p>Ήταν το πιο συχνό κυριακάτικο οδοιπορικό. Ανηφορίζαμε την Καυτανζόγλου μέχρι το ομώνυμο στάδιο με πρώτη ολιγόλεπτη στάση τα σκαλιά της ταβέρνας «Λαδά», το πάλαι ποτέ κόκκινο σπίτι, τόπο εκτελέσεων. Πανώρια μέχρι σήμερα τα τρία γέρικα κυπαρίσσια, παρά τα σφηνωμένα στους κόρφους τους Βλήματα από τα γερμανικά πολυβόλα, που θέριζαν πατριώτες. Γύρω σκορπισμένα γυαλιά, πρόσφατα σπασμένα ουζο-μπούκαλα κάποιας παρέας που τό &#8216;δώσε και κατάλαβε στη σκιά τους. Σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μήτρα σωστή, απέναντι ο μυχός Θερμαϊκού από Μεγάλο Καράμπουρνο μέχρι λιμάνι και η χιονισμένη κορφή του Ολύμπου.</p>
<p>Από κει παίρναμε τον χωματόδρομο μέσα στο δάσος του Σέϊχ-Σου, τα «Χίλια Δέντρα». Πάντοτε σαν τον διαβαίναμε μου έρχονταν στο νου οι στίχοι του Γιώργου Ιωάννου «Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό πάνε τα Χίλια Δέντρα, θα τα κάψουν», από την δεύτερη ποιητική του συλλογή, με το παραστατικό εξώφυλλο του Κάρολου Τσίζεκ. Βγαίνοντας από το δάσος, δεύτερη στάση τα σκαλιά του αναφυκτήριου «Κεδρηνός Λόφος». Κατηφόρισμα προς το κκλησάκι του Αγίου Παύλου και μετά ανηφόρα, κατά πως πηγαίνει ο σφαλτοστρωμένος ελικοειδής δρόμος, μέχρι την ευθεία που τρέχει παράλληλα με το κάστρο. Φάτσα η πρώτη Πορτάρα, έξοδος οχημάτων προς την πόλη, αριστερά η Μονή Βλατάδων, δεξιά η δεύτερη Πορχάρα με το Ναό των Αγίων Αναργύρων στο Βάθος. Από κει η νέα ανηφόρα μάς οδηγούσε από μόνη της στο Επταπύργιο, περισσότερο γνωστό ως Γεντί-Κουλέ.</p>
<p>Αρχές Μάρτη, γλυκό κυριακάτικο πρωινό. «Θα Βάλω κάτι ελαφρύ από πάνω, κατά πού βλέπεις να πηγαίνουμε;» ρωτώ την Ελένη. «Στην Πάνω Πόλη, καιρό έχουμε να πάμε». «Με τα πόδια ε;». «Περασμένα μεγαλεία», μου διαμήνυσε το λοξό ειρωνικό της βλέμμα.</p>
<p>Ταξί βρήκαμε αμέσως, «στην Πάνω Πόλη», λέω στον καλόβολο νεαρό που οδηγούσε. Όταν λέγαμε «Πάνω Πόλη» εννοούσαμε τη Μονή Βλατάδων. Από κει παίρναμε την Δημητρίου Πολιορκητού και κατηφορίζαμε αργά προς τον<br />
πολιτισμένο κόσμο των απρόσωπων πολυκατοικιών, απολαμβάνοντας αυτά που από παιδιά μας έλειψαν: καλντερίμια να διασχίζουν φρεσκο-ασΒεστωμένα σπιτάκια με ανοιχτά στο φως παραθύρια, από όπου ξεχύνονταν λογής μυρωδιές, προετοιμασία του καλού κυριακάτικου φαγητού, λαϊκά άσματα στη διαπασών και γατάκια σε πρώτο πλάνο να λούζονται ανέμελα και μεγαλόπρεπα. Αναψοκοκκινισμένα παιδιά, ξοπίσω τους σκυλιά, να τρέχουν ανάμεσα σε περικοκλάδες και αγριολούλουδα στα ξέφωτα. «Δεν πάμε κατευθείαν στο Επταπύργιο και κατηφορίζουμε από κει;» Συμφωνήσαμε και ο ταξιτζής πήρε το μήνυμα. Πριν το Βελλείδιο, πήξιμο. «Γιατί έτσι;» «τιμούν τον Νίκο Γκάλη σήμερα», είπα, «μα πάλι;» και έκοψε από την Γ&#8217; Σεπτεμβρίου για να ξεφύγει.</p>
<p>Ένα παρόμοιο πρωινό του &#8217;85 είχαμε επισκεφθεί το Γεντί- Κουλέ με ποδαράτο δρομολόγιο. Στεγάζονταν ακόμη εκεί οι περιβόητες φυλακές, που η ιστορία τους ξεκίνησε το 1890 και έληξε το 1989 όταν μεταφέρθηκαν στα Διαβατά. Χαμός μπροστά στην είσοδο από λογής κόσμο, ανάμεσα σε μικροπωλητές κάθε είδους, εν αναμονή του επισκεπτηρίου, θυμήθηκα τότε που δεκάχρονο παιδί, το 1948, με τη μητέρα πήγαμε να επισκεφθούμε τον θείο Λεβιδά, κλεισμένο ισόβια μετά τα Δεκεμβριανά της Αθήνας.</p>
<p>«Τι τον έχει τον κρατούμενο ο μικρός;», ρώτησε ένας κοιλαράς μουστακαλής αρχι-χωροφάλακας, «αν δεν είναι πατέραςή αδελφός δεν μπορεί να μπει μέσα».<br />
Έμεινα στο Χωροφυλακείο περί μένοντας τη μητέρα, ενώ ο καλοθρεμμένος επικεφαλής διαπληκτίζονταν για παρόμοιους λόγους με τους επισκέπτες που αγωνιούσαν να δουν για λίγο τους δικούς τους.</p>
<p>Την άλλη μέρα ήρθε σπίτι η κλήση από την Εθνική Ασφάλεια. «Τι τον έχετε τον κρατούμενο Λεβιδά;» και άλλα παρόμοια ανακριτικά. Έδωσε εξηγήσεις η μητέρα. «Και γιατί τον επισκεφθήκατε;» «Λίγο σπιτικό φαγητό και γλυκά, πώς να το κάνουμε έχουμε το ίδιο αίμα». «Αυτοί, κυρά μου, πήγαν να πιουν το δικό μας αίμα. Που τους ταΐζουμε πολύ τους είναι. Προσέξτε γιατί όλα αυτά γράφονται». Όχι πως φοβήθηκε αλλά, για να αποφεύγει την ανακριτική διαδικασία, τις επόμενες φορές επισκέπτονταν τον θείο ΛεΒιδά με μια χριστιανική οργάνωση, οπότε δεν γίνονταν έλεγχος ταυτοτήτων.</p>
<p>Μετά από χρόνια δυο τενεκέδες λάδι από την Καλαμάτα έφτασαν στο σπίτι και το σημείωμα : «Ευδοξία, ευχαριστώ. Δεν ήταν το σπιτικό φαγητό και τα γλυκά, ήταν το πρόσωπό σου, ένα παράθυρο στον έξω κόσμο για μένα. Λεβιδάς».</p>
<p>ΚατεΒήκαμε από το ταξί. «Κοίταξε, η πόρτα είναι ανοιχτή». Διαβάσαμε στην είσοδο ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο εσωτερικός χώρος ήταν επισκέψιμος. Μόλις δρασκελίσαμε το κατώφλι μάς περόνιασε υγρασία και το φως λιγόστεψε αισθητά. Παρατηρούσαμε τη δομή των τειχών. Παράταιρα υλικά, μάρμαρα ιστορημένα, κολώνες λοξοβαλμένες, ογκώδεις πέτρες, σίδερα, έδιναν την αίσθηση βιαστικής επισκευής ύστερα ίσως από κάποια επιδρομή στο φρούριο. Ανεβήκαμε μια σιδερένια ανεμόσκαλα και βρεθήκαμε στο κεντρικό φυλάκιο που δέσποζε στη μέση. Από κάτω στρυμωγμένη μια εκκλησούλα του Αγίου Ελευθερίου, «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν» η επιγραφή στο υπέρθυρο. Γύρω τρία τριώροφα νεότερα χτίσματα, οι ανδρικές φυλακές. Γυναικείες και στρατιωτικές σε εξωτερικά χτίσματα. Μπροστά οι χώροι όπου προαυλίζονταν οι κρατούμενοι. Πάνω τους ορθώνονταν δράκοι σωστοί τα πελώρια τείχη κτισμένα τους Βυζαντινούς, παλαιολόγειους και μεταβυζαντινούς, χρόνους.</p>
<p>«Βλέπω καλά, έχει χιόνια εκεί στη βάση του τείχους;» ρώτησα την κοπελίτσα που μας έδωσε το ενημερωτικό της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. «Καλά Βλέπετε, παρόλο που έχουν περάσει δέκα μέρες από τον χιονιά και όλα στην πόλη έχουν λιώσει, εδώ μένουν γιατί δεν τα φτάνει ο ήλιος».<br />
Κατεβήκαμε πάλι την ανεμόσκαλα και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο μέσα από στενούς και ανήλιαγους διαδρόμους, με σιδερένιες πόρτες δεξιά, αριστερά και μικρά συρταρωτά παράθυρα στο ύψος του ματιού. Άπλωσα το χέρι και αγγίζοντας τις χοντρές σκουριασμένες αμπάρες ένιωσα το<br />
ίδιο περόνιασμα όπως όταν μπαίναμε. «Οσμίσου κάθε γωνιάς το δάκρυ και το αίμα καθώς περιδιαβαίνεις τον χώρο αυτόν του μαρτυρίου. Κυριακή 2 Μαρτίου 2003», έγραψα στο βιβλίο επισκεπτών που υπήρχε στο κεφαλόσκαλο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΧΡΕΟΣ</strong></h4>
<p>«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασιαρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.<br />
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».</p>
<p>Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.<br />
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»<br />
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».<br />
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’ αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Τον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».<br />
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως θωμάκο τον παλαιστή;».<br />
Έγιναν τα τηλεφωνήματα. 0 Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου μετά Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη,<br />
μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».</p>
<p>Ήρθαν τα σμυρναίικα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε, «θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». 0 Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.<br />
Το κρύο είχε σφίξει, θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.<br />
«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο, θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.</p>
<p>Φλεβάρης του &#8217;60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.</p>
<p>Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.<br />
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».</p>
<p>Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο,<br />
γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.<br />
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.<br />
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια, θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».</p>
<p>Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα<br />
συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.</p>
<p>Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.<br />
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο<br />
κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες, θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο Βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.</p>
<p>Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα. «Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά». Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ότι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. 0 βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή RE0, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.</p>
<p>Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε<br />
με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του ΣΒορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.</p>
<p>«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες». Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση. Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό, θυμάμαι ότι<br />
έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, Βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα. «Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».<br />
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».</p>
<p>Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου. «Φεύγεις;», με ρώτησε. «Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».</p>
<p>Το απότομο φρενάρισμα του θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.<br />
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»<br />
«Μια χαρά, θωμά, ευχαριστώ».<br />
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.<br />
Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στον θωμά με αυτό το διήγημα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>Ο ΛΑΚΚΟΣ  (2000)</strong></h3>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Διαδρομές και στάσεις</strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<h4><strong>ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ</strong></h4>
<p>Στη γωνία Λεωφόρου Στρατού με το λάκκο βρισκόταν το ψηλότερο σπίτι της γειτονιάς, «το μέγαρο». Τρεις όροφοι και τέταρτος σε ρετιρέ, άγνωστη για την εποχή έκφραση. Όταν χτιζόταν, γύρω στο ’32 έλεγε η μητέρα μου, στην εκσκαφή των θεμελίων έβγαιναν συνέχεια στην επιφάνεια σωροί από πήλινα τσανάκια. Το οικόπεδο, που ήταν κολλητά με το δικό μας, βρισκόταν προφανώς σε χώρο οπού παλιότερα υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Αυτό φαίνεται ότι ήταν αλήθεια, γιατί και εμείς οι πιτσιρικάδες, όταν σκάβαμε λαγούμια για κρυψώνες στα πρανή του λάκκου, βρίσκαμε πολλά τέτοια, πήλινα τσιμπούκια περισσότερο, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη. Αρκετά από αυτά είχα συνθέσει και δένοντάς τα πάνω σε ένα χαρτόνι τα έδειξα στον καθηγητή μου της Ιστορίας στο «Ανατόλια». Προς μεγάλη μου στενοχώρια δεν έδωσε καμιά σημασία στο εύρημά μου. Λάτρης της κλασικής και προκλασικής ελληνικής περιόδου, δεν είχε λόγο να ενδιαφερθεί, πολύ περισσότερο, να συγκινηθεί από τα δικά μου τούρκικα ευρήματα.</p>
<p>Το μέγαρο άρχισε να το χτίζει ένας Καστοριανός. Στην αρχή το προόριζε για δίπατο. Ο γιος του όμως, που ήθελε το σπίτι να είναι το ψηλότερο στη γειτονιά, έπεισε τον πατέρα να το κάνει τετραώροφο. Τόσα χρήματα δεν υπήρχαν και ο πατέρας κατέφυγε στους τοκογλύφους. Τελικά, το σπίτι έγινε τετραώροφο, αλλά ο πατέρας, για να ξεφύγει από τους εκβιασμούς των τοκογλύφων, αναγκάστηκε να ξενιτευτεί προσωρινά στη μακρινή Αυστραλία, όπου τελικά έμεινε πάνω από τριάντα χρόνια. Στα χρόνια του πολέμου οι αρχές εγκατέστησαν στην κορυφή του μεγάρου μια μεγάλη σειρήνα για την προαναγγελία των συναγερμών. Όταν ηχούσε, τα μηνίγγια μας πήγαιναν να σπάσουν. Ένιωθα η βουή της να συνταράζει τα σωθικά μου. Δεν ξέρω αν ήταν από την ένταση του ήχου ή από το φόβο που ένιωθα βλέποντας τους μεγάλους να τρέχουν αλλόφρονες, για να κρυφτούν στο καταφύγιο που υπήρχε απέναντι στο Λυσέ. Όσοι δεν προλάβαιναν, στριμώχνονταν στο υπόγειο του μεγάρου. Όχι βέβαια ότι θα σώζονταν αν έπεφτε πάνω του βόμβα, αλλά να προφυλαχτούν από τα βλήματα που την άλλη μέρα οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς τα μάζευαν από τους γύρω δρόμους για παιχνίδι. Στην Κατοχή, οι γερμανικές αρχές έστειλαν τελεσίγραφο στους ενοίκους του μεγάρου. Να το εκκενώσουν μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες, γιατί επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του γερμανικού στρατού. Τους έκαναν όμως τη χάρη να τους παραχωρήσουν για μεταστέγαση άλλα σπίτια. Υπήρχαν πολλά άδεια τότε. Άλλα που άφησαν πίσω τους οι Εβραίοι και άλλα που εγκατέλειψαν άλλοι Θεσσαλονικείς, καταφεύγοντας στα γύρω χωριά, για να βρουν προστασία από τους βομβαρδισμούς αλλά και ψωμί.</p>
<p>Στο πίσω μέρος το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου το αγκάλιαζε μια πελώρια κληματαριά. Ήταν Αύγουστος και τα τσαμπιά με τα σταφύλια τη λύγιζαν από το βάρος. Πάντα τα λιμπιζόμουν βλέποντάς τα από μακριά. Περίμενα να ωριμάσουν, γιατί ήξερα, όπως κάθε χρόνο, η κυρία Ερμιόνη που έμενε εκεί θα με φώναζε, για να μου γεμίσει ένα σακούλι.</p>
<p>«Ντίνο, Ντίνο, πάρε ένα καλάθι και έλα», με φώναξε από το μπαλκόνι δείχνοντάς μου τα σταφύλια. Άλλο που δεν ήθελα. Άνοιξα την παραγκούλα που είχαμε για αποθήκη στην αυλή και διαλέγοντας το μεγαλύτερο καλάθι έφυγα βολίδα για το μέγαρο ανεβαίνοντας δυοδυο τα σκαλιά του.</p>
<p>«Μάζεψέ τα όλα, αν μπορείς», είπε και χαμηλώνοντας τη φωνή της «μη μας τα φάνε και αυτά οι φασίστες». Γέμιζα το καλάθι τσιμπώντας κάθε τόσο τις πιο κίτρινες ρόγες. Η κυρία Ερμιόνη με βοήθησε ως την πόρτα. Ήταν πολύ βαρύ το φορτίο για την ηλικία μου. Όμως τα κοκαλιάρικα μπράτσα μου έδειχναν μια περίεργη αντοχή, καθώς στο μυαλό μου δούλευε η σκέψη πως για πάνω από ένα μήνα σίγουρα θα είχαμε κάτι στο σπίτι να βάζουμε στο στόμα μας.</p>
<p>Δύο μέρες μετά γέμισαν τα μπαλκόνια Γερμανούς, που χαχάνιζαν και φώναζαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα. Στο διπλανό τοίχο κάρφωσαν ένα μεγάλο «V» που κάποιοι μεγάλοι έλεγαν ότι ήταν το σήμα της Βέρμαχτ, δηλαδή του γερμανικού στρατού. Δεν είχαμε μαζί τους κανένα πρόβλημα. Έρχονταν, έτρωγαν, χασκογελούσαν με τις κοπέλες που τους περιποιούνταν και μετά έφευγαν. Το μόνο δικό μας πρόβλημα ήταν η πείνα, που γινόταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν τους βλέπαμε να καταβροχθίζουν και να πίνουν τον αγλέορα. Το πρόβλημα της πείνας μας θα είχε λυθεί, αν ο πατέρας μου, που ήταν από τους λίγους καλούς αρχιμάγειρους της πόλης, δεχόταν να αναλάβει την κουζίνα τους, όταν του το ζήτησαν. Δούλευε τότε στη ΧΕΝ για ενα κομμάτι ψωμί. Αρνήθηκε με αυτή τη δικαιολογία. Παθητική αντίσταση όμως ήταν ο πραγματικός λόγος. Έτσι, πεινάσαμε όλη την Κατοχή και πουλήσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, για να επιβιώσουμε. Άλλοι που εργάστηκαν και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, πήραν και συντάξεις.</p>
<p>Περνούσε έτσι ο καιρός και μάθαμε να ζούμε στριμωγμένοι γύρω-γύρω από Γερμανούς. Πίσω μας η Εθνική Ασφάλεια που ελεγχόταν από τις γερμανικές αρχές, δίπλα μας το μέγαρο με τη λέσχη αξιωματικών τους και απέναντι το 50ό Σύνταγμα γεμάτο από γερμανικές ομάδες, τανκς, κανόνια και αυτοκίνητα. Σκέτη σφηκοφωλιά. Όμως, σιγά-σιγά άρχισα να πιάνω φιλίες μαζί τους. Όταν με έβλεπαν στην αυλή από τα μπαλκόνια του μεγάρου μου κουνούσαν το χέρι γελώντας και γω ανταπέδιδα. Ένα απόγευμα κάποιος που τον έβλεπα συχνά, πρέπει να ήταν του προσωπικού της λέσχης, άρχισε να μου μιλά χωρίς να καταλαβαίνω τι έλεγε.</p>
<p>«Ιχ πάτρικ», και έδειχνε με το χέρι το στήθος του.</p>
<p>«Ντου;»</p>
<p>Η μητέρα μου που παρακολουθούσε από το παράθυρο μου φώναξε:</p>
<p>«Σου λέει το όνομά του. Τον λένε Πάτροκλο. Πες του και συ πώς σε λένε».</p>
<p>Κοίταξα λίγο διατακτικά και είπα χαμηλόφωνα</p>
<p>«Ντίνο».</p>
<p>«Α, Ντινο», μου απάντησε ο «Πάτροκλος».</p>
<p>Για μια στιγμή χάθηκε μέσα και βγαίνοντας σήκωσε το χέρι και εκσφενδόνισε με δύναμη κάτι προς τη μεριά μου που έπεσε μέσα στα σπανάκια που είχε φυτεμένα ο πατέρας στην αυλή. Κατατρόμαξα και τρέχοντας χώθηκα στο σπίτι.</p>
<p>«Ντίνο κομ, κομ» άκουγα τον «Πάτροκλο» να φωνάζει από το μπαλκόνι. Έβγαλα φοβισμένος το κεφάλι από την πόρτα. Μόλις με είδε γελώντας και φωνάζοντας «κομ, κομ» έδειχνε προς το μέρος που έπεσε αυτό που πέταξε. Ξεθάρρεψα και πήγα προς τα σπανάκια. Αρχισα να σκαλίζω και σε λίγο πρόβαλλε μπροστά μου ένα μικρό πακετάκι τυλιγμένο με λαδόχαρτο. Το μάζεψα και το περιεργάστηκα στα χέρια. Ξανακοίταξα τον «Πάτροκλο». Μου έκανε νόημα βάζοντας το ένα του χέρι στο στόμα. Κατάλαβα ότι αυτό που μου πέταξε ήταν φαγώσιμο. Έβγαλα το λαδόχαρτο, ψαχούλεψα το περιεχόμενο με τα χέρια και το έφερα στη μύτη. «Για, για» φώναζε ο «Πάτροκλος» από το μπαλκόνι. Έβγαλα τη γλώσσα και την ακούμπησα πάνω του. Μια γεύση πρωτόγνωρη για μένα. Παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση το έχωσα στο στόμα. Δάγκασα μια, δυο και μετά οι δαγκωνιές δεν ελέγχονταν. Μύριζε σαν τα κυδώνια που κόβαμε από την κυδωνιά της αυλής μας αλλά ήταν πολύ πιο γλυκό και μαλακό. Ο «Πάτροκλος» συνέχιζε να φωνάζει «για, για» και να γελάει. Μετά μπήκε μέσα και ξαναβγαίνοντας άρχισε νέες, ρίψεις στην αυλή μας. Αυτή τη φορά έτρεξα χωρίς ενδοιασμό και γέμισα τσέπες, κόρφο και χέρια. Κάθε απόγευμα το ραντεβού μας με το Γερμανό ήταν τακτικό. «Θα είναι Αυστριακός», έλεγε η μητέρα, «αλλιώς δεν εξηγείται, Γερμανός και τόσο καλός!».</p>
<p>Κάποτε έφθασαν οι μέρες της απελευθέρωσης. Οι κοπέλες που εργάζονταν στη λέσχη έβγαιναν τα μεσημέρια στα μπαλκόνια και με κιάλια αγνάντευαν απέναντι στο Σέιχ-Σου τις αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, που περίμεναν να αδειάσουν την πόλη οι Γερμανοί, έτσι είχαν συμφωνήσει μαζί τους, και να ροβολήσουν προς τα κάτω. Την τελευταία μέρα της αποχώρησης όλη σχεδόν η γειτονιά είχε μαζευτεί μπροστά στο μέγαρο. Περίμεναν να φύγει και ο τελευταίος Γερμανός, για να ορμήσουν μέσα, και να αρπάξουν ό,τι μπορούσαν από το  περιεχόμενο του σπιτιού, σχεδόν όλα λεία των Γερμανών από εβραίικα σπίτια. Τελευταίος κατέβηκε ο «Πάτροκλος». Τρόμαξα να τον γνωρίσω με το κράνος, τις μπότες και ένα πέταλο στο στήθος. Πέρασε μέσα από το τσούρμο που περίμενε και κάποια στιγμή τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Κοντοστάθηκε και ανέκφραστος σήκωσε το δεξί του χέρι μέχρι τον ώμο. Καβάλησε μετά μια μοτοσικλέτα και από τη λεωφόρο Στρατού έφυγε βολίδα με κατεύθυνση τη νέα Διεθνή Έκθεση. Τον κοίταζα μέχρι που χάθηκε.</p>
<p>«Αυτός δε γλυτώνει με τίποτα», είπε κάποιος. «Αν ξεφύγει από τους δικούς μας του ΕΛΑΣ, θα τον περιμένουν οι παρτιζάνοι του Τίτο».</p>
<p>Πάτρικ ή Πάτροκλος, Αυστριακός ή Γερμανός, εμένα θα μου έλειπε ο φίλος.</p>
<p>«Έλα πάμε να βγάλουμε τα συρματοπλέγματα από την εξώπορτα της αυλής μας», με ξύπνησε η φωνή του πατέρα μου. Περπατήσαμε στο χορταριασμένο δρομάκι και φθάσαμε στη ζωσμένη με χοντρά συρματοπλέγματα καγκελόπορτα. Με ένα κασμά ξήλωσε τα σιδερένια στηρίγματα, σήκωσε με προσοχή τα συρματοπλέγματα και τα πέταξε με μανία στο λάκκο.</p>
<p>«Τώρα θα περνάμε από δω ελεύθερα», είπε χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Ο ΑΝΤΩΝΗΣ</strong></h4>
<p>Κυνηγημένος, δωδεκάχρονο παιδαρέλι, έφυγε από το χωρώ ο Αντώνης, όταν φρακάρισε ο νερόμυλος από τις πέτρες που του ’ρίξε. Ο Θανασούλας, ο πατέρας του, κλεισμένος για μέρες στο σπίτι από ντροπή στους συγχωριανούς, ξέσπασε, όταν το ’μάθε:</p>
<p>«Να τσακιστεί να φύγει και αφού οργώσει όλη την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, χωρίς να στεριώσει πουθενά, να  ‘ρθει ν’ αφήσει τα κόκαλα του στο χωριό».</p>
<p>Στο σπίτι μας ήρθε στα μέσα της γερμανικής κατοχής. Είκοσι ένα χρονών παλικάρι, ροδαλό και γεροδεμένο παρά τις δύσκολες μέρες και τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, όπου κοντινοί και μακρινοί συγγενείς. Ο πατέρας, πρώτος ξάδελφος, αδελφές οι μανάδες τους, και μοναδικός συγγενής στη Θεσσαλονίκη τον καλοδέχτηκε:</p>
<p>«Μείνε όσο θέλεις, Αντώνη. Μέχρι να βρεις κάτι να κάνεις ό,τι έχουμε και όταν έχουμε θα τρως και συ».</p>
<p>Δεν ήταν τεμπέλης. Απ’ την άλλη κιόλας μέρα βάλθηκε να τακτοποιεί το λαχανόκηπο και να επισκευάζει τις δυο αποθηκούλες της αυλής. Στη μια είχαμε ένα γουρουνάκι που μεγαλώναμε εμείς, αλλά θα παίρναμε μισιακό, όταν το σφάζαμε, με το γείτονα, που μας το ’δώσε, όταν ψόφησε στη γέννα η γουρούνα. Στο άλλο δυο τρεις κοτούλες. Χωρατατζής και πάντα καλόκεφος. Πολλές φορές αστειευόμενος άρπαζε με τα δυο δυνατά του χέρια τον πατέρα και τον σήκωνε ψηλά πάνω από το κεφάλι, όπως οι αρσιβαρίστες τη μπάρα.</p>
<p>Ήταν και ο δικός μου τιμωρός σαν ξέφευγα από τα χέρια της μητέρας, όταν μου τις έβρεχε. Με το «πιάσ’ τον Αντώνη», με δυο δρασκελιές μ’ άρπαζε, με σήκωνε ψηλά με το ένα χέρι και με το άλλο μου μαδούσε το μέσα μέρος από τα μπούτια με τσιμπιές, που ακόμα θυμάμαι το τσούξιμό τους. Λίγο μετά βρήκε δουλειές του ποδαριού. Πότε στο λιμάνι και τα λαδάδικα, πότε στα λεμονάδικα και το Βαρδάρι. Η συμμετοχή του στο σπίτι σε είδος. Μισό καρβέλι καλαμποκίσιο ψωμί, λίγες ελιές, πατάτες, ντομάτες ή άλλα ζαρζαβατικά και τέτοια, ανάλογα με το πού δούλευε. Περάσανε, δυο, τρεις μήνες. Ένα βράδυ, καθώς κουτσόπιναν με τον πατέρα, του ’σκάσε το μυστικό:</p>
<p>«Γιάννη, φεύγω για το βουνό».</p>
<p>Βρε χρυσέ μου, βρε καλέ μου, ο πατέρας, αλλά τίποτε.</p>
<p>«Και πως θα πας στο βουνό;»</p>
<p>«Θα πάρω ανηφόρα το λάκκο, θα βγω στο Σέιχ-Σου, από κει στο Ασβεστοχώρι, το Χορτιάτη και θα σμίξω με τα παιδιά».</p>
<p>«Και οι Γερμανοί; Θα σ’ ανοίγουν μέρος να περνάς;»</p>
<p>«Γιάννη, εγώ είμαι ζαγάρι, έχω τον τρόπο μου».</p>
<p>Το ’πε και το ’κάνε. Το άλλο βράδυ δε γύρισε σπίτι.</p>
<p>Πέρασε καιρός, δε θυμάμαι πόσος. Οι Γερμανοί όσο καταλάβαιναν πως έχαναν το παιχνίδι τόσο αγρίευαν με συλλήψεις και εκτελέσεις. Κοντά τους οι ταγματασφαλίτες, φόβος και τρόμος για όλο τον κόσμο. Φύλαγαν όμως τα νώτα τους. Άνοιξαν κατά διαστήματα πόρτες στη μάντρα του 50ού συντάγματος που έβλεπε προς το λάκκο και έσκαψαν σκαλιά στα πρανή του μέχρι την κοίτη.</p>
<p>«Το φίδι αγριεύει, όταν νιώθει πως βρίσκεται στα τελευταία του, μα και τότε ψάχνει τρόπο να ξεφύγει», έλεγαν ψιθυριστά οι γείτονες καθώς τους έβλεπαν.</p>
<p>Συγχρόνως έζωσαν όλο το λάκκο με μεγάλα αγκαθωτά σύρματα κάνοντάς τον απρόσιτο. Εμείς αποκλειστήκαμε σαν τα ποντίκια, καθώς η μόνη πρόσβαση που είχαμε προς τη Λεωφόρο Στρατού αποκλείστηκε με συρματόπλεγμα και η επικοινωνία μας με τον άλλο κόσμο γινόταν από την αντίθετη πλευρά διασχίζοντας δύο γειτονικά οικόπεδα που μας έβγαζαν στην οδό Κυβερνίδου. Θαρρώ τότε ένα βράδυ έγινε το πογκρόμ για τους Βούλγαρους που έμεναν στην περιοχή. Ήταν αρκετοί, αφού είχαν επιτάξει και την εκκλησία του Ιωάννου Χρυσοστόμου, ολοκλήρωσαν το χτίσιμό της και την είχαν για τις θρησκευτικές τους ανάγκες. Αν ταξιδέψει κανείς στη Βουλγαρία, θα δει πως μοιάζει σε κατασκευή με τις εκκλησίες εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πυροβολισμοί, μα κανένας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει. Την άλλη μέρα έλεγαν πως σκότωσαν πάνω από εκατό όπου τους έβρισκαν. Για πρώτη φορά είδα με τα μάτια μου σκοτωμένους. Τον μπάρμπα-Νικόλα, τον σαλεπιτζή, με το κόκκινο καλπάκι πεσμένο παραδίπλα ένα με τα αίματα. Τον Μπάνε, τον τσαγκάρη, έξω από το μαγαζάκι του ανάσκελα με χέρια και πόδια ανοιχτά.</p>
<p>Βλέπεις οι μέχρι τότε σύμμαχοι των Γερμανών άλλαξαν ρότα, καθώς το κουμάντο ανέλαβαν οι κομμουνιστές, και από τη μια στιγμή στην άλλη έγιναν οι χειρότεροι εχθροί. Και ο Αντώνης; Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Τόσα ακούγαμε για συμπλοκές, εκτελέσεις αιχμαλώτων και σφαγές.</p>
<p>«Ο Θεός να τον φυλάγει», έλεγε η μητέρα που είχε καλύτερες σχέσεις με τα θεία.</p>
<p>Φαίνεται πως οι ευχές της έπιασαν τόπο. Ένα βράδυ, καθώς ετοιμαζόμασταν για ύπνο, ακούστηκε ένα γρατσούνισμα στις γρίλιες του παραθύρου. Πατέρας και μητέρα κοιτάχτηκαν ανήσυχα. Οι μέρες πονηρές και ακόμη περισσότερο οι νύχτες, καθώς δεν ήξερες ποιον θα αντιμετωπίσεις.</p>
<p>«Γιάννη, Ευδοξία, εγώ είμαι, ο Αντώνης».</p>
<p>Πετάχτηκε ο πατέρας, σαν άκουσε τη γνώριμη φωνή, κι άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Όρμησε μέσα ένας Αντώνης ηλιοκαμένος, με μαύρο σακάκι και παντελόνι. Οι χοντρές του μπότες με καρφιά, σωστές οπλές αλόγου, ξεσήκωσαν τον αδελφό μου και μένα στα κρεβάτια μας από το θόρυβο που έκαναν, καθώς δρασκέλιζε το τσιμεντένιο πάτωμα της κουζίνας. Μετά τις πρώτες χαρές η ανησυχία.</p>
<p>«Θα μείνεις πια εδώ, η απελευθέρωση είναι κοντά», του είπε με σιγουράδα ο πατέρας.</p>
<p>«Φεύγω πάλι αύριο για το βουνό. Ήρθα για κάτι δουλειές».</p>
<p>Τη μητέρα άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια.</p>
<p>«Αντώνη, θα μας κάψεις. Θα πάμε άδικα ολόκληρη οικογένεια».</p>
<p>«Μην ανησυχείς Ευδοξία, ξέρω τι κάνω. Και να με πιάσουν μόνο επίσημη ταυτότητα θα βρουν πάνω μου που δείχνει ότι μένω στο 151, ένα άδειο σπίτι. Τα άλλα που κουβαλάω είναι τόσο μικρά που στη στιγμή τα χώνω στο στόμα και πάνε στο στομάχι και από το στομάχι ξέρεις που.„», δεν του ’λείπε ποτέ το χωρατό, «το κλείσιμο του λάκκου με δυσκόλεψε κι ανάθεμά τους είχαν κλειδωμένη τη σιδερόπορτα στην Κυβερνίδου, αλλά την καβάλησα».</p>
<p>Ξανάφυγε το άλλο πρωί και μαζί το βάρος της μητέρας. Ο πατέρας δεν το ’δείχνε αλλά έπιανε κουβέντα τους γείτονες και τους ξεμολόγαγε με τρόπο, να δει αν είχαν πάρει χαμπάρι τον βραδινό ερχομό του Αντώνη.</p>
<p>Μόνο η κυρα-Κατίνα του φαρμακοποιού, που έμενε στην Κυβερνίδου, έλεγε και ξανάλεγε πως γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε ένα δυνατό γδούπο έξω.</p>
<p>Σε λίγους μήνες ήρθε η απελευθέρωση. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους με τις γαλάζιες και συμμαχικές σημαίες στεφανώνοντας τους μαχητές του ΕΛΑΣ που άλλοι πεζοί και άλλοι καβάλα στα άλογα, με σταυρωτά τα φισεκλίκια, οι πιο πολλοί με γένια και μακριά μαλλιά, παρέλαυναν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Όλοι περιμέναμε να ξεχωρίσουμε κάπου τον Αντώνη, μα αυτός πουθενά. Ανήσυχος ο πατέρας έπιανε πότε τον ένα πότε τον άλλο Ελασίτη και ρωτούσε. Κανείς δεν ήξερε να πει. Βέβαιος πως χάθηκε σε κάποια συμπλοκή με Γερμανούς ή τον έπιασαν σε μια από τις καθόδους του στην πόλη και τον εκτέλεσαν ήταν πια ο πατέρας, καθώς είχε περάσει μήνας και πάνω από την απελευθέρωση και δε φαινόταν. Αμ’ δε! Ένα μεσημέρι, ο σκύλος μας, ο Μπόμπης, ορμά γαβγίζοντας ασταμάτητα στην ξύλινη καγκελόπορτα της αυλής. Αυτό γινόταν πάντα, όταν κάποιος ξένος μάς επισκεπτόταν. Τώρα όμως σηκωνόταν στα δυο πισινά πόδια κουνώντας σαν τρελός την ουρά, ένδειξη πως κάποιος γνώριμος θα δρασκέλιζε την αυλή. Ο Αντώνης, με μακριά μαλλιά και κοντογένι, γελώντας και χαϊδεύοντας το σκύλο έπεσε στις αγκαλιές του πατέρα και της μητέρας, ενώ ο αδελφός μου κι εγώ κρεμιόμασταν από τα δυο του χέρια και μας σήκωνε ψηλά, όπως παλιά. Αφού ξαπόστασε για λίγο με γλυκό και κρύο νερό κάτω από την κρεβατίνα της κληματαριάς, άρχισε να μας διηγείται. Σε μια ενέδρα που τους έστησαν οι Γερμανοί, ίσως μετά από προδοσία, αφού σκότωσαν αρκετούς, αιχμαλώτισαν άλλους τόσους. Τους έκλεισαν σε στρατόπεδο κάπου στην Ιερισσό και ήταν στην πρώτη γραμμή για εκτέλεση σε αντίποινα, αν οι αντάρτες έκαναν κάπου σαμποτάζ. Συγχρόνως τους τράβαγαν καθημερινά σε αγγαρείες, για να τους ταλαιπωρούν. Σε μια από τις αγγαρείες βρέθηκαν στην Ουρανούπολη. Αυτόν κι έναν άλλο τους φύλαγε στην άκρη κοντά στη θάλασσα ένας φρουρός. Καθώς γύρισε από την άλλη κόντρα στον αέρα να ανάψει τσιγάρο, τον κοπάνησαν με φτυάρι στο κεφάλι. Τρέχοντας πήδηξαν σε μια σαπιοβαρκα και άρχισαν με γρήγορες κουπιές να ξανοίγονται στο πέλαγος. Τους πήραν γρήγορα χαμπάρι οι άλλοι και άρχισαν να ρίχνουν με πολυβόλο. «Να, μια σφαίρα με πήρε εδώ και βγήκε από δω» και τραβώντας το παντελόνι πάνω από το δεξιό μηρό, μας έδειξε τα δυο σημάδια. Τον άλλο τον πήρε στο μπράτσο. Με κόπο έφτασαν στον Άθω. Τους περιμάζεψαν οι καλόγεροι και τους περιποιήθηκαν μέχρι να πάρουν τα πάνω τους. Τότε θυμήθηκε τον θείο Αρσένιο, αδελφό της μάνας του, που από δεκαοχτώ χρονών μόναζε στη  Σκήτη της Αγίας Άννης. Τον οδήγησαν στο μικρό του καλυβάκι πάνω στα βράχια και βάλθηκε να τον βοηθάει στη δουλειά πλέκοντας τσουράπια για τους καλογέρους των κοινοβίων. Θέλοντας και μη τον συνόδευε στις προσευχές αλλά κυρίως στις ψαλμωδίες καθώς είχε καλή φωνή.</p>
<p>«Ξέρεις, Γιάννη, τι αγαλλίαση νιώθεις καθώς ψάλλεις το Κύριε, εκέκραξα προς Σε και αγναντεύεις το πέλαγος;»</p>
<p>«Και τώρα τι θα κάνεις;», ρώτησε ο πατέρας.</p>
<p>«Να, κατέβηκα να πάρω για τον θείο Αρσένιο νήματα για τα τσουράπια και θα γυρίσω πίσω».</p>
<p>Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι ο πατέρας και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για τη δουλειά καθώς κόντευε τέσσερις. Τις επόμενες μέρες επιβεβαιώθηκε η δυσπιστία του καθώς γυρνώντας ένα βράδυ του λέει ο Αντώνης:</p>
<p>«Γιάννη, βρήκα δουλειά σε ένα σαλαμτζίδικο στη Μοδιάνο».</p>
<p>«Και τα νήματα του θείου Αρσένιου;»</p>
<p>«Αντάμωσα κάτι καλογέρους από τη Δάφνη και τα ’δωσα να του τα πάνε. Άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί δεν κλέβουν, όπως οι κοσμικοί».</p>
<p>Κάθε βράδυ ο αδελφός μου κι εγώ δεν κοιμόμασταν, αν δε γυρνούσε ο Αντώνης, γιατί πάντα μας έφερνε σ’ ένα χαρτί τα αποκόμματα που έμεναν από τα σαλάμια που πουλούσε.</p>
<p>Πέρασαν μήνες αναμπουμπούλας με τις καθημερινές συγκρούσεις δεξιών και αριστερών για τελική επικράτηση, που κορυφώθηκαν με τα Δεκεμβριανά της Αθήνας. Με την επικράτηση της δεξιάς άρχισε το άγριο κυνηγητό όλων των αριστερών και ιδιαίτερα αυτών που είχαν δράση, αφού πάνω χέρι είχαν πάρει πολλοί πρώην ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών. Οι κυνηγημένοι άρχισαν να φεύγουν στα βουνά. Το δεύτερο αντάρτικο είχε αρχίσει. Ανήσυχος και σκεφτικός ο Αντώνης όλο τον καιρό και ένα βράδυ ξανάπε στον πατέρα όπως παλιά:</p>
<p>«Γιάννη, αύριο φεύγω για το βουνό».</p>
<p>«Μείνε εδώ, κανείς δεν ξέρει ότι ήσουν με τον ΕΛΑΣ·</p>
<p>Στο κάτω κάτω πήγαινε πάλι στο Όρος στον θείο Αρσένιο», προσπάθησε να τον πείσει ο πατέρας, αλλά μάταια.</p>
<p>Μέχρι τον Αύγουστο του ’49 που έληξε ο εμφύλιος με την πτώση του Γράμμου, απ’ τον Αντώνη δεν είχαμε ακούσει τίποτε. Όλοι το πήραμε απόφαση ότι αυτή τη φορά δε γλίτωσε. Ο πατέρας είχε αφήσει τη ΧΕΝ, όπου από χρόνια εργαζόταν, και τώρα δούλευε με αυξημένο μισθό σε μια εγγλέζικη καντίνα που στεγαζόταν σ’ ένα ωραίο κτίριο παραδίπλα στο ορφανοτροφείο Μέλισσα μπροστά στη θάλασσα. Αυξήθηκε όμως και η οικογένειά μας με τη γέννηση των δυο αδελφάδων μου. Δύσκολα πάλι τα έβγαζε πέρα ο πατέρας. Εγώ, μετά από ένα τυχαίο γεγονός, έδωσα εξετάσεις μετά το δημοτικό και πέρασα με υποτροφία στο αμερικανικό «Ανατόλια» και ο πατέρας καμάρωνε. Γύρω στα ’55 ο ταχυδρόμος που μας έφερνε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα τα μικρά τσεκ, αλλά μεγάλα σε στήριξη για μας, του θείου από την Αμερική, έφερε ένα γράμμα με ένα περίεργο γραμματόσημο, που πάντα τα πρόσεχα καθώς έκανα μια ψευτοσυλλογή. Το πήρε στα χέρια της η μητέρα, κοίταξε περίεργη τον αποστολέα, κάποιος «Anton», σίγουρη πως έκανε λάθος ο ταχυδρόμος. Μετά σκίρτησε σαν είδε το επίθετο. «Είναι απο τον Αντώνη. Ζει μετά από τόσα χρόνια&#8230;». Το άνοιξε με λαχτάρα. Τέσσερις πυκνογραμμένες σελίδες. Πως έφυγε στη Βουλγαρία, μετά την πτώση του Γράμμου, πέρασε Σερβία, Αλβανία και βρέθηκε στην Ουγγαρία. Παντρεύτηκε μια ντόπια, καλή κοπέλα κι απόχτησε ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Δούλευε μαουνιέρης στο Δούναβη. Σκληρή δουλειά αλλά τα έβγαζαν πέρα. Η νοσταλγία για την πατρίδα μεγάλη, αλλά δεν μπόραγε να γυρίσει. Έπαθαν τα νεύρα του απ’ αυτό. Παρακάλαγε την μητέρα να του γράφει από κανένα γράμμα, γιατί θα ήταν ανακούφιση. Το να αλληλογραφείς τότε με χώρες του «παραπετάσματος», ήταν ένας λόγος. Τα γράμματα, είτε πήγαιναν είτε έρχονταν, λογοκρίνονταν όλα και μια ταινία έμπαινε στο πλάι για επιβεβαίωση. Δυο φορές κάλεσαν τη μητέρα στην ασφάλεια να την πείσουν να κόψει αλληλογραφία.</p>
<p>«Αφού τα διαβάζετε ξέρετε τι γράφω. Εγώ είμαι καλή χριστιανή και προσπαθώ να συμπαρασταθώ σε κάποιον που έχει ανάγκη». Πήγαινε τότε στη χριστιανική συνάθροιση, που έκανε κάθε Τετάρτη απόγευμα στην εκκλησία Αγίας Τριάδας ο Ζαχαρόπουλος, και είχε δέσει καλά με τα θεία. Η αλληλογραφία συνεχίστηκε για χρόνια. Η μητέρα ήταν ο γραμματέας του σπιτιού. 0 πατέρας πού και πού έγραφε δυο λόγια για χαιρετίσματα. «Γράψε και συ κανένα γράμμα, Γιάννη, ξέρεις πιο πολλά από μένα, αφού τελείωσες σχολαρχείο, ενώ εγώ είμαι του δημοτικού», του ’λεγε η μητέρα. Αλλά εκείνος δύσκολα έπιανε χαρτί και μολύβι, καθώς τον απασχολούσε η επιβίωσή μας και οι ανάγκες που συνέχεια μεγάλωναν. Η πίεση αυτή τον σακάτεψε πρόωρα. Πέθανε το ’62, πενήντα δύο χρονών, από υπερκόπωση, είπαν οι γιατροί. Δύσκολοι καιροί για το σπίτι. Η μικροσύνταξη του ΙΚΑ αργούσε να βγει, ο αδελφός μου φαντάρος, οι αδελφάδες μου σχολείο, ο μισθός που έπαιρνα από την Τράπεζα, πού είχα μπει τελειώνοντας το γυμνάσιο, πενιχρός, για να στηρίξει τις ανάγκες μας. Ξεχάστηκε ο Αντώνης, όπως ξεχνάς τον πόνο από μια αγκίδα και νιώθεις πιο πολύ τον πόνο που σου φέρνει ένα καρφί που πατάς αμέσως μετά.</p>
<p>Σε δυο τρία χρόνια τα πράγματα άρχισαν να ισορροπούν. Όχι πως ήμασταν άνετα, αλλά τα βγάζαμε πέρα. Κάπου εκεί, γύρω στα ’65, ένα απόγευμα μια γνωστή σιλουέτα είδαμε να διασχίζει τον κήπο. Ο σκύλος μας ο Μπόμπης είχε κι αυτός πεθάνει από χρόνια και η Λευκούλα, ένα μικρό κάτασπρο μαλλιαρό κανίς, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον Αντώνη και τον γάβγιζε αλύπητα μέχρι που μπήκε σπίτι και κλείσαμε την πόρτα. Αγνώριστος, δε θύμιζε με τίποτα το γεροδεμένο παλικάρι που ξέραμε. Πρόωρα γερασμένος με άσπρους κροτάφους, βάδιζε κουτσαίνοντας, ενώ τη μέση του είχε ζωσμένη με χοντρό ζωνάρι. «Με φάγαν οι υγρασίες και οι μαούνες του Δούναβη», έλεγε και ξανάλεγε. Είχε έρθει με ειδική προσωρινή άδεια λόγω ασθένειας.</p>
<p>«Και η γυναίκα, τα παιδιά σου;», ρώτησε η μητέρα.</p>
<p>«Δεν ήθελαν να έρθουν. Ίσως αργότερα».</p>
<p>Το βράδυ δεν έμεινε σπίτι. Θα γύριζε στο ξενοδοχείο που έμενε με άλλους δύο. Άφησε μόνο τα ρούχα του να πλύνει η μητέρα και άλλαξε με άλλα του πατέρα που είχαμε ακόμη. Σαν έφευγε τον σταμάτησα στην πόρτα. «Πάρε αυτό», και του ’βαλα στο χέρι ένα πεντακοσάρι — έπαιρνα τότε χίλιες οκτακόσιες το μήνα από την Τράπεζα— «έτσι για τις τσιμπιές που μου ’δίνες, να πιεις ένα κρασί με τους φίλους σου». Έσκυψε, με φίλησε κι αμίλητος έφυγε βιαστικά μη τυχόν και δω τα μάτια του που βούρκωσαν.</p>
<p>Τα τελευταία του νέα ήρθαν μετά ένα χρόνο, όταν μας επισκέφτηκε ένα ανιψάκι του πατέρα που υπηρετούσε τη θητεία του στη Θεσσαλονίκη. Αφού μας είπε για όλους στο χωριό, κάποια στιγμή θυμήθηκε: «Α, ναι.</p>
<p>Πέθανε και ο Αντώνης, αυτός που γύρισε από το παραπέτασμα. Μόλις είχε παντρευτεί μια που γνώριζε από παιδί. Κρίμα, δυο μήνες παντρεμένη και χήρα. Τον έφαγε το πιοτό». Ίσως και η παλιά κατάρα του πατέρα του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΙΑ ΕΝΤΙΜΗ ΕΡΕΥΝΑ</strong></h4>
<p>O θείος Χαράλαμπος ανασηκώθηκε στο ντιβανάκι του μικρού σαλονιού και με ακουμπισμένο το κεφάλι στο δεξί διπλωμένο χέρι κοίταζε την εξώπορτα που τρανταζόταν. Με το άλλο πίεζε το πάνω μέρος της κοιλιάς του. Το έλκος που τον βασάνιζε χρόνια έκανε σήμερα νωρίς την παρουσία του από το ξαφνικό ξύπνημα. Το προηγούμενο βράδυ είχε έρθει από το χωριό. Παρά την ολοήμερη ταλαιπωρία του ταξιδιού, φαινόταν μια χαρά και τα χωρατά και οι ιστορίες έπαιρναν και έδιναν με τον πατέρα μέχρι τα μεσάνυχτα. Ήταν δεν ήταν σαράντα πέντε αλλά τα μισά και περισσότερα χρόνια τα είχε περάσει σε ταλαιπωρίες. Από τους πρώτους που εντάχθηκαν στο Αγροτικό και μετά Κομμουνιστικό Κόμμα. Πρώτος στο χωριό προμηθευόταν τα βιβλία που μιλούσαν για τη νέα κοσμοθεωρία με κυρίαρχη την αγροτική και εργατική τάξη. Η δικτατορία Μεταξά τον άρπαξε από τους πρώτους. Ανάκριση, ξύλο, μετά εξορία. Κατάλοιπο το έλκος που δεν τον άφηνε να ησυχάσει μέρα νύχτα. Δεν τον εμπόδισε όμως να είναι από τους πρωτεργάτες της αντίστασης στην ιταλοκρατούμενη Ευρυτανία και αντιπρόσωπος του χωριού στο συμβούλιο της «Ελεύθερης Ελλάδας». Για γιατρούς ούτε να ακούσει. Ο πατέρας τον έπεισε να έρθει εκείνο τον Αύγουστο του ’47, έτσι για να μας δει μετά από χρόνια, όπως του είπε, ελπίζοντας πως θα τον κατάφερνε να πάει για εξετάσεις στο Θεαγένειο, που ήταν τότε γενικό νοσοκομείο.</p>
<p>Η εξώπορτα εξακολουθούσε να τραντάζεται συνθέμελα. Μου θύμισε εκείνο το βράδυ στο τέλος του πολέμου που οι Εγγλέζοι βομβάρδιζαν το λιμάνι. Τότε ο πατέρας μάς είχε μαζέψει όλους κάτω από τους χοντρούς παραστάτες στην πόρτα της κουζίνας, για να προφυλαχθούμε από τα βλήματα, ελπίζοντας ότι δε θα έπεφτε πάνω μας βόμβα που δε θα άφηνε τίποτε όρθιο. Τώρα αυτός και η μητέρα είχαν πεταχτεί από το κρεβάτι και κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλο διερωτόνταν ποιος ταρακουνούσε έτσι άγρια την εξώπορτα ξημερώματα ακόμα. Ούτε η Γερμανική περίπολος στην Κατοχή, που κτύπησε, για να μας υποδείξει να κλείσουμε τις γρίλιες με χαρτιά για καλύτερη συσκότιση, δεν είχε δείξει τέτοια αγριότητα. Τελικά, ο πατέρας αποφάσισε να σηκωθεί και τραβώντας απότομα την κουρτίνα από το μικρό καγκελωτό παραθυράκι ήταν έτοιμος για καβγά. Δεν πρόλαβε όμως. Τρεις φάτσες βλοσυρές τον καθήλωσαν: «Εθνική Ασφάλεια. Ανοίξτε και όλοι έξω».</p>
<p>Ρίχνοντας κάτι πρόχειρο επάνω μας δρασκελίσαμε την πόρτα. Τελευταίος ο θείος Χαράλαμπος με αργά βήματα προφανώς μαθημένος σε τέτοια.</p>
<p>Όρμησαν στο σπίτι και οι τρεις και άρχισαν να φέρνουν τα πάνω κάτω. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Τραπέζια, κρεβάτια, στρωσίδια., στρώματα, τα λιγοστά βιβλία ακόμη και τα κουζινικά κατσαρόλες, μαστραπάδες, πιάτα. Απορημένος πλησίασα την πόρτα της κουζίνας παρακολουθώντας τους. Αφού άδειασαν όλο τον πάγκο, άρχισαν να ανακατεύουν με μια κουτάλα τις στάχτες στις φουφούδες και να κτυπούν με την ανάποδη των δαχτύλων τα πλακάκια. Έξω ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Τότε είδα άλλες τρεις γνωστές μου, από τις βόλτες μου στην Ασφάλεια, φάτσες να είναι ακροβολισμένες στην πίσω αυλή του μεγάρου που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο από τη δική μας. Κοιτάζοντας στην αντίθετη πλευρά, άλλα δυο κεφάλια μάς κοίταζαν πάνω από τη διαχωριστική μάντρα της άλλης αυλής. Προχώρησα προς την ξύλινη καγκελόπορτα. Άλλος ένας καθόταν στο πεζούλι. Κάποια στιγμή το έργο των «ερευνητών» τελείωσε και σκουντουφλώντας πάνω από τον ορυμαγδό που έκαναν στο σπίτι βγήκαν στην αυλή.</p>
<p>«Ο κύριος θα έρθει μαζί μας», είπε ο ένας τους δείχνοντας το θείο Χαράλαμπο.</p>
<p>«Κοιτάξτε καλά μην κάνετε τίποτα στον αδελφό μου», είπε χωρίς δισταγμό ο πατέρας. « Ήρθε για εγχείρηση στομάχου».</p>
<p>Ο άλλος δεν απάντησε. Φεύγοντας όμως τελευταίος ο τρίτος, που φαινόταν συμπαθητικός για ασφαλίτης, σιγοψιθύρισε στον πατέρα:</p>
<p>«Μην ανησυχείτε. Μια εξακρίβωση μόνο».</p>
<p>Έτσι και έγινε. Σε λίγο γύρισε ο θείος Χαράλαμπος σπίτι με μόνο πρόβλημα το στομάχι του.</p>
<p>Την άλλη μέρα ο πατέρας διηγόταν το περιστατικό στον κύριο Τάκη, που έμενε στον πρώτο όροφο του μεγάρου.</p>
<p>«Γιάννη, να είσαι ευχαριστημένος. Σου έκαναν μια έντιμη έρευνα».</p>
<p>«Δηλαδή Τάκη τι εννοείς;», ρώτησε απορημένος ο πατέρας.</p>
<p>«Κοίταξε. Αν ήθελαν να σας κάνουν κακό και να σας αρπάξουν για τα ξερονήσια ήταν πολύ εύκολο. Ένα έγγραφο του ΚΚΕ ή ένα περίστροφο που τάχα θα εύρισκαν στο σπίτι σου, ενώ αυτοί θα τα είχαν φέρει μαζί</p>
<p>τους, θα ήταν ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία».</p>
<p>Ο πατέρας κούνησε σκεφτικός το κεφάλι και δεν έδωσε συνέχεια.</p>
<p>Σε λίγες μέρες ο θείος Χαράλαμπος μπήκε στο Θεαγένειο. Μετά τις προκαταρκτικές εξετάσεις και αναλύσεις δρομολογήθηκε η αγωγή που έπρεπε να ακολουθηθεί μέχρι την εγχείρηση. Όμως με την πρώτη που ξεκίνησαν, την πλύση στομάχου, πέταξε σωληνάκια και φιάλες στα μούτρα των γιατρών και των νοσοκόμων και νάτος πάλι στο σπίτι.</p>
<p>Έμεινε ακόμη λίγες μέρες και έφυγε για το χωριό. Όταν μετά δυο μήνες έφτασε γράμμα με το θλιβερό μαντάτο του θανάτου του από διάτρηση, η μητέρα δεν το έδωσε αμέσως στον πατέρα. Τυχαία το βρήκε την άλλη μέρα κάτω από τη γωνιά του στρώματος και ξέσπασε σε αναφιλητά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ</strong></h4>
<p>Ο Τζούλης έμενε στην Πέρδικα. Ένα παλιό δίπατο τουρκόσπιτο δίπλα στο λάκκο με αυλή  μπροστά και γύρω πέτρινο μαντρότοιχο με κεραμίδια. Στη μέση μια μεγάλη ξύλινη πόρτα με σιδερένια αμπάρα από μέσα.</p>
<p>Στο πάνω πάτωμα ανέβαινες από μια πέτρινη σκάλα στη μέση του σπιτιού. Έμπαινες σε ένα μεγάλο χολ σαν καθιστικό και γύρω του υπήρχαν τέσσερα δωμάτια που όλα επικοινωνούσαν με το καθιστικό και μεταξύ τους. Τα καλοκαίρια στις βραδινές συντροφιές έξω από τις πόρτες οι παλιότεροι διηγούνταν ιστορίες για το σπίτι. Πως ανήκε σε ένα πλούσιο Τούρκο που είχε τέσσερις γυναίκες. Δεν ορκίζονταν αν ήταν νόμιμες ή παλλακίδες. Σε κάθε δωμάτιο είχε από μια και αυτός την άραζε στο καθιστικό. Από εκεί, ανάλογα με τα κέφια του επισκεπτόταν τη γυναίκα που επιθυμούσε. Αφού έβγαζε τα μάτια του με τη μια, για να μην κρυώνει, όπως ήταν ξαναμμένος, άνοιγε τις ενδιάμεσες πόρτες και πήγαινε στις άλλες. Ο Στέφος έμενε στη Λεωφόρο Στρατού, στο ισόγειο ενός νεοκλασικού δίπατου. Μπροστά μεγάλη αυλή με λουλούδια, γύρω φράχτης στο ενάμισι μέτρο και από κει και πάνω σιδερένια κάγκελά. Οι γλυτσίνες που σφιχταγκάλιαζαν τα κάγκελα σου έσπαζαν τη μύτη από την ευωδιά, όταν περνούσες.</p>
<p>Ο Τζούλης και ο Στέφος ήταν από τους μεγαλύτερους της γειτονιάς, γύρω στα 13 με 14. Πάτοι στο σχολείο αλλά πρώτοι στα παιχνίδια, τις πονηριές και τα χαράμια. Ποτέ ένα παιχνίδι μαζί τους δεν τελείωνε ομαλά, αλλά με φωνές και καβγάδες που οι ίδιοι δημιουργούσαν, ιδίως όταν έχαναν. Όταν τύχαινε να παίζουν μόνο οι δυο τους θεωρούνταν ντέρμπι, όπως θα λέγαμε σήμερα. Τους περιτριγυρίζαμε όλοι και δίνοντας δίκαιο πότε στον ένα και πότε στον άλλο, επιδιώκαμε να αρπαχτούν, για να βγάλουμε τα απωθημένα μας. Έτσι, κάθε ντέρμπι τελείωνε με γερό πλάκωμα και ξύλο μεταξύ τους, μέχρι που ο ένας να αναγκαστεί από τον άλλο να φάει χώμα. Οι καθημερινοί σχεδόν καβγάδες δεν έλυναν τις διαφορές τους, αφού σκοπός του καθενός ήταν να περνάει το δικό του.</p>
<p>Ξαφνικά οι μεταξύ τους σχέσεις άλλαξαν. Τέρμα τα κοντραρίσματα και οι καβγάδες και ο ένας βοηθούσε αδελφικά τον άλλο στα παιχνίδια. Όταν αυτά τελείωναν, κατηφόριζαν οι δυο τους στο λάκκο και χάνονταν πίσω από τα αγριόδεντρα, τις βρομούσες, που ήταν γεμάτος ο λάκκος. Όλοι πηγαίναμε να σκάσουμε. Μπορεί να μην τους χωνεύαμε, όμως είχαμε χάσει τα άγρια πλακώματα στα ντέρμπι. Από την άλλη θέλαμε να εξιχνιάσουμε τι ήταν αυτό που συντέλεσε ένας Τζούλης και ένας Στέφος να αγαπήσουν σαν αδελφάκια. Κάποτε άρχισαν να εξαφανίζονται ξαφνικά, πολλές φορές στη μέση των παιχνιδιών, αφού ο ένας φώναζε το συνθηματικό «οράγιστ»!!</p>
<p>Μετά από μια τέτοια εξαφάνιση αποφασίσαμε να τους παρακολουθήσουμε. Μόλις χάθηκαν μέσα στις φυλλωσιές από πίσω τους και μείς, τσουλώντας στα πρανή του λάκκου από διαφορετικές μεριές. Σκαρφαλώσαμε στην απέναντι μεριά και μπουσουλώντας κάναμε έναν κύκλο γύρω από το σημείο που υποθέταμε ότι βρίσκονταν. Κοκαλώσαμε από ένα δυνατό βήχα και φτυσίματα, σαν κάποιος να είχε στραβοκαταπιεί και δυσκολεύονταν να πάρει αναπνοή.</p>
<p>«Φτου γαμώ», ήταν η φωνή του Τζούλη, «το πήρα ανάποδα στο στόμα».</p>
<p>Πλησιάσαμε πιο κοντά και τραβώντας ήρεμα τις τελευταίες φυλλωσιές αντικρίσαμε τον Στέφο αραχτό ανάσκελα σε μια λακκούβα να έχει στο στόμα ένα τσιγάρο και να το τραβά αρειμάνια. Ο Τζούλης είχε στο ένα χέρι τσιγάρο και με το άλλο σάλιωνε και έτριβε τα χείλια του συνεχίζοντας να βήχει και να φτύνει. Λες και ήμασταν όλοι μας συνεννοημένοι πεταχτήκαμε όρθιοι μπροστά τους, που παραλίγο να τους κοπεί η χολή.</p>
<p>«Ώστε έτσι ε, για τσιγάρο εξαφανιζόσασταν».</p>
<p>«Εμείς δηλαδή τι είμαστε;»</p>
<p>Ζαρωμένοι Τζούλης και Στέφος μας έδειξαν ένα στραπατσαρισμένο τσιγαροκούτι κάτω από μια μεγάλη πέτρα.</p>
<p>«Πάρτε αλλά τσιμουδιά, έτσι;»</p>
<p>Είχε μέσα τρία ολόκληρα και ένα μισό. Είμαστε οχτώ. Έκοψε ο Τζούλης τα ολόκληρα στη μέση και τα μοίρασε στους μεγαλύτερους.</p>
<p>«Εσείς οι δυο μικρότεροι κόψτε το μισό στη μέση», είπε.</p>
<p>Τα ρουφήξαμε όλοι βήχοντας. Όταν τελειώσαμε, πέσαμε μισοζαλισμένοι ανάσκελα στο χώμα περιμένοντας να περάσει η σκοτούρα.</p>
<p>«Κάτι ακόμα», είπε ένας μας, «αυτό το σύνθημα  οράγιστ πώς σας ήρθε;»</p>
<p>Ο Στέφος πήρε ένα τσαλί και άρχισε να γράφει στο χώμα: «τ-σ-ι-γ-ά-ρ-ο».</p>
<p>«Διάβασέ το ανάποδα, ρε».</p>
<p style="text-align: right;">       .</p>
<h4><strong>Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ</strong></h4>
<p>Το δρομολόγιο του Αιμίλιου ήταν παράλληλο με το λάκκο. Ξεκινούσε από τα τελευταία σπίτια του συνοικισμού Δόξας, όπου είχε το γαλατάδικο και συγκέντρωνε το γάλα από τσομπαναρέους της περιοχής. Νωρίς κάθε απόγευμα φορούσε την ξεθωριασμένη αλλά πεντακάθαρη μπλε στολή του και κρατώντας από ένα μεγάλο τσίγκινο γκιούμι σε κάθε χέρι περνούσε την οδό Νοσοκομείων και κατηφόριζε την Κιλκισίου. Σε κάθε διασταύρωση άφηνε στη μια γωνιά το ένα γκιούμι και με το άλλο χωνόταν σε σπίτια και αυλές στους κάθετους δρόμους, για να αδειάσει σε φρεσκογανωμένα τεντζεράκια και γυαλιστερά κατσαρόλια το φρέσκο λαχταριστό γάλα. Οι πιο πολλοί πλήρωναν με τη βδομάδα. Ο Αιμίλιος σημείωνε κάθε παράδοση στα τεφτεράκια των νοικοκυράδων και στο δικό του. Μερικοί παρατραβούσαν την πληρωμή αλλά ο Αιμίλιος ήταν καλόβολος και δε δυσανασχετούσε. Την καλόβολη διάθεση μερικοί καχύποπτοι την ερμήνευαν διαφορετικά. «Πρέπει να το νερώνει και να έχει μεγάλα περιθώρια κέρδους, γι’ αυτό δε διαμαρτύρεται». Τελευταίος σταθμός ήταν το τέρμα της Κιλκισίου εκεί που διασταυρώνονται η Πέρδικα και η Θεαγένους Χαρίση. Ακριβώς στη διχάλα των δύο δρόμων άφηνε το ένα γκιούμι και χανόταν για αρκετή ώρα στις τελευταίες αυλές, για να ολοκληρώσει την πρώτη φάση του δρομολογίου του και μετά από την Πέρδικα να πάει στη Λαχανά και να αρχίσει ένα αντίστροφο δρομολόγιο που κατέληγε πάλι στη Νοσοκομείων.</p>
<p>Όμως, η διχάλα της Πέρδικα με τη Θεαγένους Χαρίση ήταν για μας τους πιτσιρικάδες ο κεντρικός κόμβος των διάφορων παιχνιδιών μας. Γκαζιές, χαρτόνια, τσιλίκι και μόνιμα σχεδιασμένα κουτσό μάζευαν από νωρίς κάθε απόγευμα όλο το τσούρμο και από το παιδομάνι δύσκολα μπορούσε κανείς να διασχίσει τη μικρή πλατεία που σχηματιζόταν εκεί. Μόλις ακουγόταν η χαρακτηριστική φωνή «Γαλατάιιις» του Αιμίλιου, ξέραμε ότι τα παιχνίδια έπρεπε για αρκετή ώρα να σταματήσουν από τη στιγμή που θα άφηνε το γκιούμι με το γάλα στη διχάλα των δύο δρόμων. «Πάτε στο λάκκο να παίξετε», έλεγε μόλις μας έβλεπε, «αφήστε τον κόσμο να κάνει τη δουλειά του», φοβούμενος ότι πάνω στην ανεμελιά μας μπορεί να ρίχναμε το γκιούμι και να πήγαινε χαμένο το γάλα. Πολλές φορές, όταν δε σταματούσαμε, μας έβαζε στο κυνήγι και άρπαζε κανένα αυτί αν μας πρόφταινε. Σταματούσαμε, λοιπόν, και καθόμασταν στα σκαλοπάτια του απέναντι σπιτιού περιμένοντας να τελειώσει η παράδοση, για να ξαναρχίσουμε. Από κει πετούσαμε καμιά πέτρα σημαδεύοντας το αφημένο γκιούμι δίνοντας έτσι διέξοδο στην τσαντίλα μας.</p>
<p>«Να τον κάνουμε να μη ξαναπεράσει από εδώ», είπε ο Αυταράς.</p>
<p>—       «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι», συμφώνησε το Παζαβλό.</p>
<p>—       «Να του ρίξουμε χώμα μέσα στο γκιούμι», πρότεινε ο Στέφος.</p>
<p>—       «Το βρήκα», είπε ο Τζούλης. «Να κατουρήσουμε μέσα».</p>
<p>Όλοι βρήκαν καλή την ιδέα του Τζούλη, αλλά κανείς δε φαινόταν διατεθειμένος να το κάνει μέρα μεσημέρι. Κι αν κάποιος τον έβλεπε;</p>
<p>«Θα το κάνω εγώ», είπε αποφασιστικά ο Τζούλης.</p>
<p>«Δώστε μου δέκα τζιτζιλόνια, ελάτε όλοι σας γύρω και γω θα του το κατουρήσω».</p>
<p>«Α γαμήσου παλιο-Χολέρα. Δέκα τζιτζιλόνια για ένα κατούρημα;», πετάχτηκε ο Αρμένος.</p>
<p>Τα τζιτζιλόνια ήταν οι καινούργιες διάφανες γυάλινες γκαζιές με φανταχτερά κάθε λογής χρώματα που μόλις είχαν κυκλοφορήσει. Τις είχε μόνιμα στην προθήκη ο Μπέρια, ο μπακάλης στη γωνία Κιλκισίου και Ιωαννίνων και όλοι μας τις λιμπιζόμασταν αλλά ήταν ακριβές και δύσκολα τις αποχτούσαμε με το πενιχρό κυριακάτικο χαρτζιλίκι μας. Προτιμούσαμε να το διαθέτουμε στα</p>
<p>«Κυβέλεια», για να δούμε σε δυο εποχές την ταινία «Φου-Μαντσού» ή άλλες ενδιαφέρουσες καουμποίστικες με το «παλικαράκι» να θριαμβεύει πάντα στο τέλος και να επιβραβεύεται με τα δικά μας χειροκροτήματα.</p>
<p>«Κατούρα έτσι εσύ, ρε κωλο-Αρμένε», αγρίεψε ο Τζούλης.</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά συγκεντρώθηκαν με έρανο τα χρήματα για τα δέκα τζιτζιλόνια και η επιχείρηση κατούρημα ορίστηκε για το επόμενο απόγευμα.</p>
<p>Το «Γαλατάιιις» ακούστηκε, όπως πάντα, την καθορισμένη ώρα. Εκείνο το απόγευμα κανένα παιχνίδι δε βρισκόταν σε εξέλιξη στον κόμβο Περδίκα-Θεαγένους Χαρίση. Όλοι μας, καμιά δωδεκαριά, μαζεμένοι στα σκαλοπάτια του σπιτιού απέναντι στη διχάλα συζητούσαμε, κάνοντας πως δεν είδαμε τον Αιμίλιο που πρόβαλε από την Κιλκισίου και, ρίχνοντάς μας ένα καχύποπτο βλέμμα, προχώρησε και άφησε το ένα γκιούμι στο γνωστό σημείο. Μετά, αφού συνέχισε να μας λοξοκοιτάει, πήρε το άλλο και χώθηκε μέσα στις αυλές της οδού Κυβερνίδου. Αυτόματα σηκωθήκαμε όλοι και αργά, για να μη κινήσουμε την προσοχή, περιτριγυρίσαμε το γκιούμι. Ο Τζούλης στη μέση, κοντούλης καθώς ήταν δε φαινόταν καθόλου, τράβηξε από το χαλκά το συρταρωτό καπάκι και σηκωμένος στις μύτες των ποδιών, άρχισε να κατουράει στο στόμιο. Τον χαρακτηριστικό ήχο του κατουρλιού που πέφτει από ψηλά τον ακούγαμε όλοι, ενώ συζητούσαμε άσχετα και ήρεμα ο ένας με τον άλλο για να καλύψουμε το γεγονός και να μην τραβήξουμε την προσοχή περαστικών γειτόνων. Ο Τζούλης, όταν τελείωσε, ξανάβαλε το καπάκι και με τα χέρια σκούπισε μερικές σταγόνες που έπεσαν στο έξω μέρος. Ξανακαθίσαμε στα σκαλοπάτια περιμένοντας την επιστροφή του Αιμίλιου. Πρόβαλε σε λίγο από την Κυβερνίδου και αφού πάλι μας κοίταξε ερευνητικά και καχύποπτα, σήκωσε το γκιουμι και πήρε το δρόμο προς τη Λαχανά. Μόλις έστριψε, σηκωθήκαμε με κραυγές ικανοποίησης για το καλό τέλος της επιχείρησης, ενώ ο Τζούλης χάιδευε στη χούφτα του τα γυαλιστερά τζιτζιλόνια.</p>
<p>Θες όμως γιατί κάποιος από μας το εξομολογήθηκε στους γονείς του, θες γιατί κανένας περαστικός ή γείτονας μάς πήρε χαμπάρι, το γεγονός έφτασε στα αυτιά του Αιμίλιου. Το άλλο απόγευμα, χωρίς να προαναγγείλει την άφιξή του με το «Γαλατάιιις», ξεπρόβαλε σαν σίφουνας από την Κιλκισίου και, αφήνοντας και τα δύο γκιούμια κάτω, άρχισε να μας κυνηγάει με πέτρες και «μπαστάρδοι, άει στο διάλο», μέχρι που βρήκαμε καταφύγιο στο λάκκο και χαθήκαμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις.</p>
<p>Ο Αιμίλιος, καλού κακού, δεν ξανάφησε το γκιούμι στη διχάλα των δύο δρόμων. Αλλά και εμείς με το άκουσμα του «Γαλατάιιις» χωνόμασταν στις αυλές, γιατί ξέραμε ότι μας το κρατούσε μέχρι που να πιάσει έναν μας και τον ξυλοφορτώσει, για να ξεδώσει. Εγώ δεν ξαναήπια από το γάλα πού μας έφερνε ο Αιμίλιος.</p>
<p>«Μου φέρνει ξινίλες», δικαιολογούμουν στη μάνα μου και την έβγαζα με τσάι. Ακόμη και σήμερα έχω μια απέχθεια στο γάλα, γιατί, κάθε φορά που πλησιάζω το φλιτζάνι στο στόμα, έρχεται στα αυτιά μου ο χαρακτηριστικός ήχος που έκανε το κατουρλιό του Τζούλη καθώς έπεφτε στο γκιούμι.</p>
<p style="text-align: right;"> .</p>
<h4><strong>Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ</strong></h4>
<h1></h1>
<p>Τα σύνορα της γειτονιάς από τη μια πλευρά  τα καθόριζε ο λάκκος. Οι άλλες ήταν η Λεωφόρος Στρατού, η οδός Λαχανά και η οδός Νοσοκομείων. Κέντρα συγκέντρωσης για όλο το παιδομάνι της γειτονιάς, ολημερίς μέχρι αργά το βράδυ, ο λάκκος, οι κάθετοι σ’ αυτόν δρόμοι Πέρδικα, Θεαγένους Χαρίση, Ιωαννίνων και η Λαχανά. Γκαζιές, χαρτόνια, φράγκα, ανάλογα τι ήταν στη μόδα, τα παιχνίδια της ημέρας, χωρίς σταματημό, ενώ η Λαχανά, ο μόνος ασφαλτοστρωμένος δρόμος της γειτονιάς, βούιζε από τα πατίνια με ρουλεμάν που την ανεβοκατέβαιναν. Κάποια καλοκαιρινά καταμεσήμερα κουβάδες με νερό άδειαζαν πάνω μας από τα παράθυρα αγουροξυπνημένοι γείτονες που δεν έβρισκαν στιγμή ησυχίας. Τα βράδια το κρυφτό ή το κρυφτόμπικο κυριαρχούσαν. Σκαρφαλώματα σε ντουβάρια, πηδήματα από αυλές και άλλαγμα ρούχων, για να γίνει «φωτιά». Αναπόφευκτοι οι μεταξύ μας καβγάδες που όλοι τέλειωναν για το μεσημεριανό φαγητό ή τον βραδινό ύπνο.</p>
<p>Κάποτε όμως τα πράγματα άρχισαν να μην τελειώνουν εκεί. Μετά από ένα μεγάλο καβγά η γειτονιά διαμελίστηκε στην πάνω και την κάτω. Από την Ιωαννίνων μέχρι τη Λεωφόρο Στρατού ήταν η κάτω γειτονιά και από την Ιωαννίνων και πάνω μέχρι τη Νοσοκομείων η πάνω γειτονιά. Με τα σημερινά δεδομένα η Ιωαννίνων ήταν η πράσινη γραμμή. Καθημερινά βρισιές και πλακώματα σε απομονωμένους πιτσιρικάδες της κάτω γειτονιάς. Βλέπεις οι της πάνω ήταν λίγο μεγαλύτεροι και πιο σωματώδεις.</p>
<p>«Να οργανωθούμε», είπε ένας της γειτονιάς μας —της κάτω— «για να μη μας πιάνουν στον ύπνο».</p>
<p>Έγινε έρανος, αγοράστηκε μία κουδούνα, σαν αυτή που είχε ο επιστάτης του σχολείου, και ο καθένας την έπαιρνε με τη σειρά, για να φυλάγει σκοπιά στην Ιωαννίνων. Μόλις έβλεπε ύποπτη κίνηση και παραβίαση από τους άλλους της γειτονιάς που ελέγχαμε, βαρούσε την κουδούνα και όλοι μας τρέχαμε, για να απωθήσουμε τον «εισβολέα». Κράτησε πολλές μέρες αυτή η ιστορία. Σιγά, σιγά όμως ωρίμασε η σκέψη και στις δύο πλευρές να δοθεί ένα οριστικό τέλος στη διαμάχη με μια γενική αναμέτρηση και, όποια ομάδα θα επικρατούσε, θα είχε το πάνω χέρι στην όλη, διαμελισμένη σήμερα, γειτονιά. Σε μια συζήτηση στην οδό Ιωαννίνων, την πράσινη γραμμή ντε, που κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα, συμφωνήθηκε η λύση να δοθεί με ένα πετροπόλεμο. Καθορίστηκε ο χώρος. Η κάτω γειτονιά θα έπιανε την πλευρά του λάκκου από τη μεριά του 50ού Συντάγματος πάνω από την οδό Ιωαννίνων και η πάνω θα ήταν από την άλλη μεριά μέσα σε μια μεγάλη αυλή με μαντρότοιχο που κατέβαινε μέχρι την κοίτη του λάκκου. Άρχισαν εντατικά προετοιμασίες και σχεδιασμοί. Οι μεγαλύτεροι θα ήταν στην πρώτη γραμμή και οι μικρότεροι στα μετόπισθεν, για να εφοδιάζουν τους πρώτους με πέτρες και ό,τι άλλο χρειαζούμενο για τον πετροπόλεμο. Ετοιμάστηκαν σφεντόνες και ασπίδες από κομμένους πάτους βαρελιών. Σκάφτηκαν ορύγματα που σκεπάστηκαν με λαμαρίνες και από πάνω με χόρτα και κλαδιά για καμουφλάζ. Οι βοηθητικοί έφεραν από τα σπίτια τους άσπρα πανιά, ιώδιο και οινόπνευμα για τους τραυματίες.</p>
<p>Και η μεγάλη μέρα έφθασε. Την καθορισμένη ώρα άρχισε το άγριο πετροβόλημα και από τις δυο μεριές. «Αέρα, τους φάγαμε» και από τη μια και από την άλλη πλευρά, που φαίνονταν να το γλεντούν παρά τις βρισιές που ξεστόμιζαν και τη μανία που είχαν τα πρόσωπά τους. Τα παρατράγουδα δεν άργησαν να έρθουν. Μερικές πέτρες βρήκαν τα τζάμια δυο σπιτιών και άλλες μερικά κεφάλια και από τις δύο πλευρές. Κλάματα, φωνές και τρεξίματα γονιών και μεγαλύτερων αδελφών στην πλευρά της πάνω γειτονιάς. Αφού άλλους συμμάζεψαν και άλλους έδιωξαν, ροβόλησαν το πρανές του λάκκου, σκαρφάλωσαν στα φρούρια της κάτω γειτονιάς και με κλωτσιές και «άει στο διάολο, τσογλάνια, θα σκοτωθείτε» μας σκόρπισαν και εμάς.</p>
<p>Για μέρες δεν κυκλοφορούσε πιτσιρικάς ούτε της πάνω ούτε της κάτω γειτονιάς. Μας είχαν αμπαρώσει όλους μέσα οι δικοί μας. Μέρα με τη μέρα, αφού τα  πνεύματα ηρέμησαν αρκετά, η γειτονιά ξαναβρήκε τον παλιό ενιαίο ρυθμό της, αλλά για πολύ ακόμη καιρό οι πιτσιρικάδες ήμασταν κάτω από το άγρυπνο μάτι των μεγάλων δυνάμεων που επενέβησαν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ     </strong></h3>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15262" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/12.jpg" alt="" width="395" height="395" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/12.jpg 395w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/12-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/12-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 395px) 100vw, 395px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15263" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/7.jpg" alt="" width="384" height="384" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/7.jpg 331w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/7-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/7-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 384px) 100vw, 384px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15264" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/8.jpg" alt="" width="280" height="564" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/8.jpg 280w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/8-149x300.jpg 149w" sizes="(max-width: 280px) 100vw, 280px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15265" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/9.jpg" alt="" width="282" height="563" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/9.jpg 282w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/9-150x300.jpg 150w" sizes="(max-width: 282px) 100vw, 282px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15266" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/10.jpg" alt="" width="286" height="561" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/10.jpg 286w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/10-153x300.jpg 153w" sizes="(max-width: 286px) 100vw, 286px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15267" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/15.jpg" alt="" width="475" height="297" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/15.jpg 843w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/15-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/15-768x481.jpg 768w" sizes="(max-width: 475px) 100vw, 475px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15268" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/16.jpg" alt="" width="427" height="590" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/16.jpg 695w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/16-217x300.jpg 217w" sizes="(max-width: 427px) 100vw, 427px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15269" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/17.jpg" alt="" width="433" height="351" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/17.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/17-300x243.jpg 300w" sizes="(max-width: 433px) 100vw, 433px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15270" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/18-1024x440.jpg" alt="" width="602" height="259" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/18-1024x440.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/18-300x129.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/18-768x330.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/18.jpg 1257w" sizes="(max-width: 602px) 100vw, 602px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15271" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/19.jpg" alt="" width="444" height="323" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/19.jpg 720w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/19-300x218.jpg 300w" sizes="(max-width: 444px) 100vw, 444px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15274" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/20-001-773x1024.jpg" alt="" width="443" height="586" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/20-001-773x1024.jpg 773w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/20-001-226x300.jpg 226w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/20-001-768x1018.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/20-001.jpg 837w" sizes="(max-width: 443px) 100vw, 443px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15276" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/21-001-993x1024.jpg" alt="" width="444" height="458" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/21-001-993x1024.jpg 993w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/21-001-291x300.jpg 291w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/21-001-768x792.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/21-001.jpg 1121w" sizes="(max-width: 444px) 100vw, 444px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15277" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/22-001-704x1024.jpg" alt="" width="450" height="655" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/22-001-704x1024.jpg 704w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/22-001-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/22-001-768x1118.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/22-001.jpg 806w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15278" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/23.jpg" alt="" width="450" height="324" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/23.jpg 720w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/23-300x216.jpg 300w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15280" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/27.jpg" alt="" width="448" height="284" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/27.jpg 843w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/27-300x190.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/27-768x486.jpg 768w" sizes="(max-width: 448px) 100vw, 448px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15281" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2018.jpg" alt="" width="444" height="746" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2018.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2018-179x300.jpg 179w" sizes="(max-width: 444px) 100vw, 444px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15282" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-2-1024x734.jpg" alt="" width="463" height="332" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-2-1024x734.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-2-300x215.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-2-768x550.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-2.jpg 1129w" sizes="(max-width: 463px) 100vw, 463px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15283" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-3.jpg" alt="" width="449" height="732" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-3.jpg 589w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-3-184x300.jpg 184w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15284" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-4.jpg" alt="" width="450" height="615" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-4.jpg 703w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-4-220x300.jpg 220w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15285" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-5.jpg" alt="" width="449" height="447" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-5.jpg 337w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-5-300x298.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-5-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15286" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021.jpg" alt="" width="449" height="469" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021.jpg 772w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-287x300.jpg 287w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/2021-768x802.jpg 768w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-15287 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΑΡΤΕΜΙΣ.jpg" alt="" width="443" height="580" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΑΡΤΕΜΙΣ.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΑΡΤΕΜΙΣ-229x300.jpg 229w" sizes="(max-width: 443px) 100vw, 443px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15288" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Η-εκκλησία-Αγίου-Νικολάου-στην-Πλατεία-Δικαστηρίων.jpg" alt="" width="480" height="312" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Η-εκκλησία-Αγίου-Νικολάου-στην-Πλατεία-Δικαστηρίων.jpg 830w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Η-εκκλησία-Αγίου-Νικολάου-στην-Πλατεία-Δικαστηρίων-300x195.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Η-εκκλησία-Αγίου-Νικολάου-στην-Πλατεία-Δικαστηρίων-768x500.jpg 768w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15289" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Ημέρες-ΥΔΡΟΧΟΟΥ.jpg" alt="" width="449" height="356" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Ημέρες-ΥΔΡΟΧΟΟΥ.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Ημέρες-ΥΔΡΟΧΟΟΥ-300x238.jpg 300w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15291" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ-742x1024.jpg" alt="" width="450" height="621" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ-742x1024.jpg 742w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ-217x300.jpg 217w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ-768x1059.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ-1113x1536.jpg 1113w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΘΕΑΤΡΟ-ΣΚΙΩΝ.jpg 1407w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15292" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Θέατρο-Σκιών.jpg" alt="" width="451" height="458" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Θέατρο-Σκιών.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Θέατρο-Σκιών-296x300.jpg 296w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15293" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Μουσικοί-του-δρόμου-στο-πάρκο.jpg" alt="" width="451" height="320" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Μουσικοί-του-δρόμου-στο-πάρκο.jpg 720w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Μουσικοί-του-δρόμου-στο-πάρκο-300x213.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15294" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Οι-κυρίες-της-αυλής.jpg" alt="" width="456" height="453" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Οι-κυρίες-της-αυλής.jpg 855w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Οι-κυρίες-της-αυλής-300x298.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Οι-κυρίες-της-αυλής-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Οι-κυρίες-της-αυλής-768x764.jpg 768w" sizes="(max-width: 456px) 100vw, 456px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15295" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΟΜΟΡΦΗ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.jpg" alt="" width="451" height="612" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΟΜΟΡΦΗ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΟΜΟΡΦΗ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-221x300.jpg 221w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15297" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ-001.jpg" alt="" width="443" height="442" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ-001.jpg 413w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ-001-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ-001-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 443px) 100vw, 443px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15298" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΡΟΠΤΡΟ.jpg" alt="" width="450" height="697" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΡΟΠΤΡΟ.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΡΟΠΤΡΟ-194x300.jpg 194w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15299" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Στον-Χολομώντα-κάποτε....jpg" alt="" width="452" height="370" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Στον-Χολομώντα-κάποτε....jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Στον-Χολομώντα-κάποτε...-300x246.jpg 300w" sizes="(max-width: 452px) 100vw, 452px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15300" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Χασάπικο.jpg" alt="" width="448" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Χασάπικο.jpg 535w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/Χασάπικο-300x193.jpg 300w" sizes="(max-width: 448px) 100vw, 448px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15301" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΜΝΗΜΗ-ΠΑΤΕΡΑ.jpg" alt="" width="449" height="595" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΜΝΗΜΗ-ΠΑΤΕΡΑ.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΜΝΗΜΗ-ΠΑΤΕΡΑ-226x300.jpg 226w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15311" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/24.jpg" alt="" width="454" height="699" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/24.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/24-195x300.jpg 195w" sizes="(max-width: 454px) 100vw, 454px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15302" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/25-001-1024x847.jpg" alt="" width="449" height="372" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/25-001-1024x847.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/25-001-300x248.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/25-001-768x636.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/25-001.jpg 1200w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15303" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/26.jpg" alt="" width="448" height="550" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/26.jpg 759w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/26-244x300.jpg 244w" sizes="(max-width: 448px) 100vw, 448px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15304" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ.jpg" alt="" width="450" height="639" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ.jpg 507w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ-211x300.jpg 211w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15309" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/13.jpg" alt="" width="451" height="338" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/13.jpg 720w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/13-300x225.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15305" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/11.jpg" alt="" width="451" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/11.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/11-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%cf%83%cf%80%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΕΜΠΕΡΔΕΜΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 02 Dec 2020 21:08:12 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΕΜΠΕΡΔΕΜΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=14652</guid>

					<description><![CDATA[Η Γεωργία Δεμπερδεμίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κοζάνη όπου και πέρασε τα μαθητικά της χρόνια. Σπούδασε Τουριστικές επιχειρήσεις στην Λάρισα και ζει και εργάζεται στην Λαμία.Έχει εκδώσει την πρώτη ποιητική της συλλογή το 2015 «Η ΝΑΥΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ» και τη δεύτερη, «ΜΟΝΟΔΡΜΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ», το 2018 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.Ποιήματα της δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες και σε &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΕΜΠΕΡΔΕΜΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Γεωργία Δεμπερδεμίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κοζάνη όπου και πέρασε τα μαθητικά της χρόνια. Σπούδασε Τουριστικές επιχειρήσεις στην Λάρισα και ζει και εργάζεται στην Λαμία.<br>Έχει εκδώσει την πρώτη ποιητική της συλλογή το 2015 «Η ΝΑΥΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ» και τη δεύτερη, «ΜΟΝΟΔΡΜΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ», το 2018 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.<br>Ποιήματα της δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2016 το ποίημα της «Τα στενά της ανέχειας» βραβεύτηκε στον 16ο Ετήσιο Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης του Λογοτεχνικού περιοδικού «Κελαινώ»<br>Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με το θέατρο με την φωτογραφία την ζωγραφική και έχει πάρει μέρος σε πολλές εκθέσεις με τις αντίστοιχες ομάδες.<br>Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στην Ουκρανικά, Αγγλικά και Ισπανικά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-14654 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΒΙΒΛΙΟΝ-189x300.jpg" alt="" width="287" height="456" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΒΙΒΛΙΟΝ-189x300.jpg 189w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΒΙΒΛΙΟΝ-646x1024.jpg 646w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΒΙΒΛΙΟΝ.jpg 757w" sizes="(max-width: 287px) 100vw, 287px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-14655 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΝΑΥΣ-225x300.jpg" alt="" width="294" height="392" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΝΑΥΣ-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΝΑΥΣ-768x1024.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΝΑΥΣ.jpg 900w" sizes="(max-width: 294px) 100vw, 294px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2018)</strong></h3>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Α’ Νύχτες σα θρύμμα ποτηριού</strong></em></h5>
<h4><strong>ΑΡΑΓΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΕΔΩ;</strong></h4>
<p>Οι ψυχές, οι άνθρωποι<br>Ένα είδωλο<br>σπασμένο<br>σε χίλια καθρεπτάκια<br>σε χείλη<br>ασυλλάβιστα<br>Σε στιγμές γιασεμιού<br>Σε αναφιλητά σιωπές</p>
<p>Να ήταν γλυκιά η καρδιά</p>
<p>Μια στάλα<br>όλο κι όλο<br>η ζωή μας</p>
<h4><strong>ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ</strong></h4>
<p>Τις νύχτες<br>ασελγούσε<br>πάνω σ’ ένα ποτήρι<br>τελικά δεν έφτασε<br>ποτέ στον ουρανίσκο</p>
<p>ένα ποτήρι<br>άδειο<br>ούτε καν μισό</p>
<p>το μόνο<br>γεμάτο<br>που απομένει άνθρωπε<br>τούτο τον καιρό<br>είναι να ξεπερνάς</p>
<p>κάποτε να ξεχνάς</p>
<p>πάντα να ξεπερνιέσαι</p>
<h4><strong>ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ</strong></h4>
<p>Αυτό το ποίημα είν’ αέναο<br>πάλι πρέπει να έχει αρχή, τέλος<br>και όλα τα ακόλουθα</p>
<p>Χωμάτινα κάτω<br>οι άγγελοι, ψάλλουν<br>τον ουράνιο πατέρα<br>Τρεις φορές ο Πέτρος<br>Αρνήθηκε<br>Κι ο Ιούδας, για να μην προδώσει<br>Που τελικά πρόδωσε<br>Κρεμάστηκε<br>Δες τα μάτια σου στο φως<br>Κάνε εξομολόγηση<br>Στον μονόδρομο,<br>Άνευ όρων καθρέπτη<br>Έτσι ξετυλίγεται η ύπαρξη<br>βαρύ φορτίο και σήμερα</p>
<p>Καίγονται, σκοτώνονται, χωρίζουν<br>βίαια μάνες και παιδιά,<br>όλοι κοινωνοί και σύζυγοι<br>μουσκεμένοι από μία μικρή<br>λέξη, αφαιρετικότητας:<br>μη χειριζόμαστε ποτέ<br>προς εξαργύρωση την αγάπη</p>
<h4><strong>ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ</strong></h4>
<p>Πέταξες το μαντήλι<br>απ’ το τσεπάκι.<br>Χρώμα άλλαξες<br>στο χθεσινό σακάκι.<br>Καινούργιες έβγαλες<br>φωτογραφίες για<br>να θυμάσαι τις στιγμές.<br>Σε έναν ουρανό<br>κάρφωσες το φεγγάρι.<br>Έβαλες τις σιωπές<br>την νύχτα να φωνάζουν</p>
<p>Όλα επιμελώς τα διεκπεραίωσες<br>μ’ αυτό που δεν μπορείς ό,τι κι αν γίνει<br>να μας αλλάξεις είναι την ψυχή.</p>
<h4><strong>ΞΕΝΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</strong></h4>
<p>Με ξένες λέξεις<br>πίνεις από το στόμα<br>την φθαρμένη αγάπη.<br>Κοιτάζοντας με την πρώτη<br>ματιά ασημένιο το φεγγάρι<br>την γλώσσα ξήλωνες από<br>κόμπους και φωνήεντα.<br>Καρφώνεις την αλήθεια σου<br>σαν ψάρι σπαρταράς<br>με δίχως αίμα.<br>Γιατί οι ανθρώποι δεν μπορούν<br>ν’ αγαπηθούν όπως παλιά.<br>Όταν κι ο χρόνος τρέχει στις κρύες<br>αγκαλιές του παγερού χειμώνα.<br>Μια άγρυπνη φωνή τα χνώτα τους</p>
<p>θα ενώσει στον μονόδρομο καθρέπτη</p>
<h4><strong>ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩ</strong></h4>
<p>Χαρτογραφώ.<br>Κράτηση κάνω<br>στον ουρανό μου να ταξιδεύω<br>θα φυγαδεύσω ως και<br>την πολύχρωμη ουρά σου</p>
<p>με τα κολλητά<br>ξύλινα φτερά<br>από κει θα πιαστώ<br>από κει θα πετάξω τόσον<br>όσο πιο δύναμαι ψηλά</p>
<p>Ποιος χαρταετός άλλωστε δεν<br>μετά από πτώση τσαλακώθηκε</p>
<p>αφού άλλη δίοδος<br>ποτέ δεν θα υπάρχει</p>
<h4><strong>ΤΑ ΠΗΓΑΙΑ ΦΤΕΡΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στη μητέρα μου</p>
<p>Περίσσευμ’ απ’ αστέρια<br>δεν έχει η νύχτα<br>να μου δώσει</p>
<p>Δεν έχει χέρια<br>να απλώσει<br>ούτε χαμόγελο γλυκό</p>
<p>Τα δυο φτερά της θα<br>απλώσει<br>κι αστέρια<br>αν θα μου δάνειζε</p>
<p>Μάνα μοναδική<br>στην πλάση<br>όλες οι ρίζες της<br>των λουλουδιών της γης<br>δικά</p>
<p>Υφαίνει την αγάπη στο κορμί της<br>απ’ την ψυχή<br>ως και στον νου βαθιά</p>
<p>Πάντα μοναδικόν<br>πηγής απόσταγμα<br>σ’ ετούτη την πηγαία πλάση</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Β’ Των εποχών κουρσάρος</strong></em></h5>
<h4><strong>ΓΛΥΚΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ</strong></h4>
<p>Της νύχτας τα φεγγάρια αγαπώ.<br>Κάθε που έρχεται Σεπτέμβρης<br>στην αστροφεγγιά το κορμί μου ακουμπάω<br>Και συλλαβίζουν χείλη μου<br>τις μνήμες<br>Κείνες τις πρώτες<br>μελαγχολίες μου γλυκόπικρες.<br>Αέρινες κ’ οι ποτισμένες<br>αναμνήσεις. Δειλά<br>ανέρχονται στο νου ή στην ψυχή<br>Πώς να αντέξω τις λιακάδες τους.<br>Την άλλη και τις άλλες μέρες<br>που δεν μπορώ να σε ξεχάσω<br>ισιώνω τα μαλλιά μα βρίσκω κόμπους<br>και πλέκω την πλεξούδα μου<br>μήπως μικρές καρφίτσες μου φανούν</p>
<p>Και κάθε κόμπος μια χαρά<br>γέλιο άμα και δάκρυ.<br>Να ενθυμουμ’ εμμένω τις γιορτές:<br>αν φτάναμε ξανά μαζί<br>σε μια υψηλή κορφή μας!</p>
<h4><strong>ΑΔΙΟΡΑΤΗ ΦΩΝΗ</strong></h4>
<p>Νεφελωμένη ημέρα.<br>Αγγίζω τ’ ακροδάχτυλά σου.<br>Παγωμένα.<br>Ηδονικά γλείφεις πληγές ενώ<br>ράβω απαλά<br>στο στόμα σου φιλιά.<br>Πηδώ στον ουρανό μου<br>σε άλλην άλληνα ζωή.</p>
<p>Αδιόρατη συνείδησης φωνή.</p>
<p>Η καλύτερη αγάπη<br>πάντα είναι της ψυχής</p>
<h4><strong>ΟΚΤΩΒΡΗΣ</strong></h4>
<p>Θέλει να κρατάς<br>τα σήμαντρα φθινόπωρου<br>Υπέροχα δες χρώματα<br>άπειρου κάλλους.</p>
<p>Και πάλι Οκτώβρης.<br>Μήνες<br>ωσάν τους δείχτες ρολογιού<br>γυρνούν<br>Κάθε μια εποχή<br>και κάτι στιγματίζει<br>Σταγόνες βρόχινες παντού.</p>
<p>Θέλει αναμνήσεις<br>να κρατάς, που πέρασαν<br>Όνειρα, που χαθήκανε<br>στη λήθη της αγάπης<br>Οι σιωπηλοί τους πόθοι<br>να μη σβήσουν ποτέ<br>Κι όσα νιώθει η καρδιά<br>που να τα περιγράφει<br>δεν μπορεί<br>Γι’ αυτό, να επισκέπτεσαι<br>συχνά την ευτυχία.</p>
<p>Να την στοχάζεσαι αρετή<br>να την προσμένεις κόρη</p>
<h4><strong>ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ</strong></h4>
<p>Κουρσάρος μου<br>στέκεσαι Ιούλιε<br>στητός γυμνός<br>ένας θεός μικρός<br>μ’ ήρεμη δύναμη<br>φυσάς προς τους αιθέρες<br>μα άλλοτε κουρσεύεις τα<br>μανιασμένα κύματα<br>κ’ ίσως να γαληνέψεις κείνη την ψυχή<br>(μα θα σ’ αγαπώ χίλιες φορές)<br>Είσαι η μεγάλη αγάπη μου<br>στα μέσα του καλοκαιριού<br>Ταξίδι απροσπέλαστο γαλάζιο<br>Βγάζεις σπαθί κι ως<br>Βασιλέας δεν ήσουνα αλλά<br>την πήρες τη βασίλισσα<br>Στρατηγός δεν έκανες ποτέ<br>κι όμως ενίκησες.</p>
<p>Εύκολα η καταιγίδα<br>δεν απομακρύνεται</p>
<p>Εκεί που ανάβουνε φωτιές<br>λιώνουν και τα σπαθιά.</p>
<h4><strong>ΤΑΞΙΔΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</strong></h4>
<p>Οι πρώτες μάς αγκάλιασαν ψιχάλες<br>Ο ουρανός γεμάτος άσπρα σύννεφα<br>Γρήγορα κουκουλώνει γρήγορα<br>Μικρές στιγμές<br>Απόγευμα Φθινόπωρου<br>Στην επερχόμενη δύση του τρέχει<br>Μία γλυκιά μελαγχολία μου χαϊδεύει τα μαλλιά<br>Σκέψεις αρπαχτικές με διαπερνούν<br>Σαν ψυχή τρέμουνε κι ενώ<br>Τις ξετυλίγω διπλά<br>Τριπλά και η βροχή έρχεται<br>Είναι η αρχή να νεκρωθούν τα φύλλα<br>Με τις κρύες ανάσες<br>Πνοές και χρώματα θέλει να φυλακίσει<br>Σε όλο τον αιθέρα<br>Κλαδιά δες ξεγυμνώνονται.<br>Το χώμα έχει το πιο ωραίο άρωμα<br>Σαν έρωτας μυρίζει.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-14658" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ2-300x201.jpg" alt="" width="372" height="249" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ2-300x201.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ2.jpg 720w" sizes="(max-width: 372px) 100vw, 372px" /></p>
<p>Φωτ. Γ.Δ.</p>
<h4><strong>ΑΠΡΙΛΗΣ</strong></h4>
<p>Φύσηξε Απρίλης<br>Ντύθηκε παντού<br>Ξανθός και μυρωδάτος<br>Χαμόγελα και πονηριές<br>Ως κάτω από τα σύννεφα<br>Μας ομορφαίνει.<br>Απρίλη φύσηξε άφοβα έως να<br>Μαδήσουμ’ ένα &#8211; ένα φυλλαράκι.<br>Μήπως πετάξουμε κείνη την ώρα<br>Που δεν θ’ ανθίζει όλη η πλάσις<br>Κι όλες τις άσπλαχνες στιγμές ίσως αφήσουμε<br>Απ’ το πετσί χόρτο ξερό της γης μας.</p>
<p>Κρατώντας μόνο της ψυχής μιαν Άνοιξη</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>Η ΝΑΥΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ&nbsp; (2015)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΡΩΜΑ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΛΕΒΑΝΤΑ</strong></h4>
<p>Κοινότυπες καταστάσεις<br>λιμοκτονούν τις ζωές μας<br>διατριβή καθημερινή<br>προβάρουμε φτερά<br>αλλάζουμε ψευδαισθήσεις<br>ίσα για να νιώσουμε καλύτερα<br>είναι καταστάσεις που καίει<br>εντός μας<br>Άλλα εγώ μετρώ την ζωή<br>με πρόβες<br>με άρωμα μέλι και λεβάντα</p>
<h4><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ</strong></h4>
<p>Όταν είμαστε παιδιά παίζαμε<br>στις γειτονιές τζάμι<br>Στήναμε τα κεραμίδια όλο κόκκινα<br>το ένα πάνω στο άλλο<br>σαν φωτιά τσάκιζαν οι άκρες<br>έπεφταν στην γη<br>τώρα τα μαλλιά μας άσπρισαν<br>οι πόνοι μεγάλωσαν<br>μα θέλω να κομματιάσω<br>τα χρόνια σε μέρες ώρες<br>εκείνες οι στιγμές είναι χθες<br>οι στιγμές του τώρα αύριο<br>να ανεβαίνουμε σκαλοπάτια<br>από τις πάνω ανηφοριές<br>όσο να πεθάνει ο άνθρωπος<br>να ελπίζει ένα αύριο</p>
<h4><strong>ΣΥΡΤΑΡΑΚΙΑ</strong></h4>
<p>Νύχτωσε<br>Πάλι άνοιξα το συρταράκι<br>της ψυχής<br>τοποθέτησα όλα τα άσπρο κεντημένα<br>όνειρα μου<br>Παγιδευμένη πάντα το ανοίγω<br>κάθε μέρα τα χαϊδεύω δεν ξεχνώ<br>μα πως φοβάμαι μην μου πεθάνουν<br>και αφήσουμε θρύψαλα στην ψυχή μου</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-14659" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ4.jpg" alt="" width="291" height="280"></p>
<p>Φωτ. Γ.Δ.</p>
<h4><strong>ΑΥΤΑΠΑΤΗ</strong></h4>
<p>Πάλι θα σε βάλω<br>στις σιωπές μου<br>πετάει σπίθες<br>η αυταπάτη<br>κλέβοντας στιγμές<br>από το όνειρο<br>πόσες φορές θα πεθάνω<br>και θα ξανά γεννηθώ<br>από τις σκιές μου</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ</strong></h3>
<h4><strong>Ο ΜΗΝΑΣ</strong></h4>
<p>Τι θα φέρει πάλι<br>κοίτα τον ουρανό<br>και προχώρα</p>
<p>Τι θα δούμε<br>ό, τι και να έρθει<br>πάλεψε</p>
<p>Τι θα αφήσει πίσω<br>μάλλον πιο πολλά<br>συντρίμμια<br>από πέτρα χώμα νερό</p>
<p>Υπάρχει κι αγάπη</p>
<p>Αναγεννάται<br>το ταξίδι του κόσμου<br>Ξανά γεννιούνται<br>όμορφα οι καιροί</p>
<h4><strong>ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></h4>
<p>Παράξενα άργησε<br>ο χειμώνας<br>γλυκά μεγάλα κενά<br>η θάλασσα ακόμη λούζει<br>τα πυκνά μαλλιά μου</p>
<p>Την κοιτάζω ώρες<br>ατελείωτες<br>κι όμως ποτέ<br>δεν την χορταίνω</p>
<p>Και αυτή η ομιλία<br>με τα μάτια<br>κρύβει τόση αγάπη</p>
<p>Είναι και οι παιδικές πληγές<br>που προσπαθώ να βουλιάξω<br>χθες τελικά την κουβάλησα<br>μέσα μου</p>
<p>Έτσι μου είπε<br>πάντα θα περπατάς</p>
<h4><strong>ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ ΧΑΟΣ</strong></h4>
<p>Κλέφτης ο χρόνος<br>αναποδογύρισαν τα πάντα<br>μεγάλη αναστάτωση<br>σε όλες τις κοσμογονίες</p>
<p>Η αγάπη μπήκε στο συρτάρι<br>τα ιδανικά ακουμπισμένα στο κομοδίνο<br>οικονομίες κοινωνικές δομές πολιτικοί<br>απροσπέλαστο χάος</p>
<p>Αναμοχλεύω τι είδα<br>τι πέρασα<br>τι θα μας βρει</p>
<p>Ο νους μου γυρίζει εδώ εκεί<br>μια βάρκα με ένα κουπί<br>αναμαλλιάρικο το ταξίδι της θάλασσας<br>κι ας είναι δεν το απαρνιέμαι ποτέ</p>
<p>Και πάλι εκεί θα με βρεις<br>στις φεγγαρόλουστες νύχτες</p>
<p>Αναρριπίζει ο κλέφτης<br>ένας νέος άνεμος στα μάτια και στα χείλη<br>τις μέρες λαμπυρίσματα<br>τις νύχτες να μας αφουγκράζεται</p>
<p>Να δώσει ο θεός φως στις ελπίδες μας</p>
<h4><strong>ΛΕΩΝΙΔΑΣ</strong></h4>
<p>Τα πουλιά κελαηδούν<br>πάνω στα κυπαρίσσια<br>ο ήλιος δύει γλυκά<br>ο Λεωνίδας έμεινε βουβός<br>λικνίζει το σπαθί<br>από τα βουητά του αέρα<br>τα ρυάκια κελαρύζουν<br>δίνουν τη ζωή που χάθηκε<br>τόσο ξαφνικά.</p>
<p>Οι άνθρωποι άλλαξαν τους δρόμους<br>η άσφαλτος καεί έρημη<br>πόσο λυπάμαι να στέκω εδώ μόνη<br>θυμάμαι σκαρφάλωσες βουνά<br>κύλησες πέτρες<br>αγκάλιασες κορφές<br>περπάτησες χιλιόμετρα<br>με πείσμα πάλεψες τα ανίκητα<br>κακουχίες δίψα πείνα<br>πέρασες το μονοπάτι<br>με τις σκιές του θανάτου<br>κι όμως ο εφιάλτης<br>σε βρήκε ύπουλα.</p>
<p>Σφράγισες στο μυαλό μου<br>με τις ιστορίες σου<br>έκπληκτη η ανθρωπότητα<br>για την γενναιότητα σου<br>στους αιώνες ταξιδεύει<br>μια γροθιά Έλληνες<br>έλιωσαν στρατιές<br>μνήμες χρυσοκέντητες.</p>
<p>Ένας εφιάλτης<br>με πεθαμένες σιωπές<br>πέρασε το μονοπάτι<br>δακρύζω τώρα πάνω στην Χλόη<br>γιατί η γη κρατάει στα σπλάχνα της<br>τον πόνο 300 φορές.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-14661" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ3.jpg" alt="" width="281" height="280" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ3.jpg 281w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΦΩΤ3-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 281px) 100vw, 281px" /></p>
<p>Φωτ. Γ.Δ.</p>
<h4><strong>ΣΕ ΒΑΦΤΙΖΩ</strong></h4>
<p>Η λέξη ποίηση λείπει<br>εγώ σ&#8217; βαφτίζω έρωτα<br>η ποίηση δεν είναι μόνο<br>γένος θηλυκό<br>είναι πολύ αρσενικό.</p>
<p>Όταν γίνεται παιδί τρέμει<br>στη γαλήνη της αγκαλιάς<br>παντού το σώμα του<br>τρώγεται ατελείωτα<br>η αγάπη της καρδιάς σου<br>μπορεί να βρει παράδεισο?</p>
<p>Υπαρκτός ο πόνος<br>δεν μπορείς ν&#8217; αντισταθείς.</p>
<p>Αλίευσες την ψυχή μου<br>μ&#8217; είπες να ντυθώ γυναίκα<br>από τα πόδια μου έβγαλα<br>αργά τις μαύρες κάλτσες<br>τύλιξα παραμύθια<br>βραχιόλια στα χέρια.</p>
<p>Για να ακούν οι ήχοι τα όνειρα<br>φοράω ολόλευκο δαντελωτό φόρεμα<br>από το παλιό μπαούλο της γιαγιάς<br>βαμμένα κατά κόκκινα χείλη<br>τραγουδώ έρωτα<br>κοιμάμαι στα σεντόνια σου<br>χαράζω μαζί σου.</p>
<p>Μην γελάτε τον έρωτα<br>εσύ γιατί γελάς?<br>σ&#8217; εσένα μιλώ<br>γελάς ήρεμα σαρκαστικά<br>από μέσα καμένη σάρκα<br>νομίζεις πως ένιωσες?<br>μεθυσμένες περπατησιές.</p>
<p>Ξενερώνεις από πολλά<br>έχεις χρόνο να αφεθείς<br>μπορείς να μαζεύεις<br>τις σταγόνες όχι της βροχής<br>τα αίματα αυτά έχουν θλίψη.</p>
<h4><strong>ΝΟΤΙΣΜΕΝΑ</strong></h4>
<p>Είσαι μακριά μα τόσο κοντά<br>στην καρδιά μου<br>οχτώ και είκοσι η ώρα που βουτάει<br>η αγάπη στο φεγγάρι<br>αφύλαχτα θέλουμε να ξεδιπλώσουμε<br>το έσω κόσμο μας<br>μα για δες τίποτα δεν είναι όπως παλιά<br>είναι αλήθεια<br>οι σιωπές κρεμασμένες στις έξω πόρτες<br>αναποδογύρισαν οι αιώνες<br>τόσο πολύ έχουν αλλάξει τα αφίλητα<br>καρφωμένη αρμενίζω στον ουρανό<br>πάντα μια σκιά με ακολουθεί<br>κι αυτή η ομιλία με τα μάτια<br>κρύβει τα νοτισμένα φλέβαρα μου<br>για τα μελλούμενα μας.</p>
<h4><strong>ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ</strong></h4>
<p>Τι ωραία να βλέπω<br>θάλασσα<br>να αρμενίζω<br>γαλάζιο<br>και να αγαπώ<br>ουρανό.</p>
<p>Και τι ωραία<br>ο Ποσειδώνας<br>με την τρίαινα<br>να χτενίζει<br>τα κύματα</p>
<p>η Αφροδίτη<br>να λούζει<br>τα μαλλιά της<br>στο ξέφωτο.</p>
<p>Το μαντείο των Δελφών<br>να μασάει δάφνες<br>για να αφυπνίζει<br>τους ανθρώπους<br>πως γεννήθηκαν θνητοί.</p>
<p>Τι ωραία να μπορείς<br>να γίνεις λίγο Οδυσσέα<br>να φτάσεις Πηνελόπη<br>και ύστερα Αθήνα.</p>
<p>Να μάθεις από μέσα σου<br>καλύτερα την καρδιά<br>γιατί ο καθένας αφήνει<br>αποτυπώματα δικά του<br>μοναδικά.</p>
<h4><strong>ΒΟΥΒΕΣ ΣΙΩΠΕΣ</strong></h4>
<p>Κάποιοι πέθαναν νωρίς<br>και η θλίψη μεγαλώνει<br>που να ήξεραν την ερημιά<br>και της δικής μας της ψυχής<br>σφράγισαν μάτια<br>κλείσαν αυτιά<br>δίπλα στον εσταυρωμένο<br>στα κυπαρίσσια έχει γαλήνη<br>σιγαλιά μα ο ανήφορος βαρύς<br>για εκείνους πια έχει τελειώσει<br>εμείς εδώ στην γη<br>ας μην κοιτάμε μόνο το αλάτι<br>που πέφτει στις πληγές μας<br>κάτι δεν πράξαμε σωστά<br>με βήματα βουνά<br>άνθρωποι ας αναστηθούμε<br>να αγαπηθούμε εξ αρχής<br>μόνο αυτό μας σώζει<br>τα μάτια μας γκρίζα<br>βουβές σιωπές<br>νοσταλγούν μνήμες φιλιά<br>ας σκάψουμε με νύχια<br>τα παραθυρόφυλλα<br>να βγούμε νικητές να αγκαλιάσουμε<br>τις κεντημένες μας στιγμές.</p>
<h4><strong>ΑΔΙΑΒΑΣΤΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ</strong></h4>
<p>Οι άνθρωποι που δεν κάνουν Θόρυβο<br>συχνά κομματιάζουν την καρδιά<br>ακρωτηριάζουν τα δάχτυλα<br>πνίγουν τα φεγγάρια εντός τους<br>τις άσχημες στιγμές δεν μπορούν<br>να κοιτάζουν τ&#8217; άστρα<br>φορούν άσπρα παπούτσια<br>κι ας τους στενεύουν<br>κουβαλούν πάντα στην ραχοκοκαλιά<br>ένα αδιάβαστο παράδεισο<br>έπειτα ακολουθούν ένα μονοπάτι<br>και όπου τους βγάλει<br>ακόμη κι αν φύγουν<br>θα έχουν μείνει<br>πίσω για μνήμες πολλές.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ</strong></h3>
<p><img loading="lazy" class="size-medium wp-image-14662 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-1-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-1-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-1-768x1024.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-1-1152x1536.jpg 1152w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-1.jpg 1536w" sizes="(max-width: 225px) 100vw, 225px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="size-medium wp-image-14663 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-2-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-2-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-2-768x1024.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-2-1152x1536.jpg 1152w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-2.jpg 1536w" sizes="(max-width: 225px) 100vw, 225px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="size-medium wp-image-14664 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-3-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-3-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-3-768x1024.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-3-1152x1536.jpg 1152w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΠΙΝΑΚΑΣ-3.jpg 1536w" sizes="(max-width: 225px) 100vw, 225px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ</strong></h5>
<h4><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h4>
<p>«Μονόδρομος Καθρέφτης»,</p>
<p>FRACTAL 17/09/2019</p>
<p>Ο ρομαντισμός στην ποίηση της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου</p>
<p>Ο Roland Barthes, αναφερόμενος στην τέχνη και τη ζωή, έλεγε πως «έχουμε μπροστά μας δυο ηπείρους. Από τη μια ο κόσμος και η πληθώρα των γεγονότων του, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, ιδεολογικών. Από την άλλη το έργο του καλλιτέχνη, φαινομενικά μοναχικό και πάντοτε αμφίσημο, εφόσον επιδέχεται ταυτόχρονα πολλές σημασίες». Η λογοτεχνία, επομένως, σύμφωνα με τον Roland Barthes, είναι ένας εντελώς συμβολικός και ατομικός τρόπος παρουσίασης της πραγματικότητας. Ο καλλιτέχνης καταθέτει τις υποκειμενικές του απόψεις του για όσα συμβαίνουν, δημιουργεί το δικό του κοσμοείδωλο, το οποίο και προσπαθεί να μεταφέρει στον αναγνώστη.</p>
<p>Η Γεωργία Δεμπερδεμίδου, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή, με τίτλο «Μονόδρομος καθρέφτης», εκδόσεις Γαβριηλίδης, προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη μέσα από το μοτίβο του καθρέφτη. Ο καθρέφτης γίνεται εργαλείο με το οποίο εισέρχεται στον χώρο του ασυνειδήτου, εκεί όπου, σύμφωνα με τον ψυχίατρο Λακάν, βρίσκεται ο πυρήνας της ύπαρξής μας, η αληθινή μας ατομικότητα.</p>
<p>Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες, «Νύχτες σα θρύμμα ποτηριού» και «Των εποχών κουρσάρος», και είναι αφιερωμένη στον ποιητή Κώστα Ριζάκη. Βασικά της γνωρίσματα ο λυρισμός, η εσωτερική αναζήτηση, ο διάχυτος ερωτισμός και η ρομαντική διάθεση.</p>
<p>Τα ποιήματα της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου είναι έμφορτα από συναισθήματα. Τα χαρακτηρίζει το αίσθημα της ματαίωσης. Μελαγχολική η διάθεση με έντονη ροπή προς τη φαντασία και την ονειροπόληση. Μια τάση φυγής μέσω φαντασιώσεων από την αλλοτριωτική πραγματικότητα που φαίνεται πνιγηρή.</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο στη συλλογή «Μονόδρομος καθρέφτης» διψά για το απόλυτο. Ονειρεύεται έναν ιδανικό κόσμο αγάπης και έρωτα. Απογοητευμένο όμως από το παρόν, στρέφεται νοσταλγικά προς το παρελθόν, το οποίο και εξιδανικεύει. Οι συνθέσεις μοιάζουν θραύσματα μιας ψυχής κυριαρχημένης από τη διάψευση. Η επίκληση στην αγάπη αποτελεί μόνιμη επωδό, ενώ η νύχτα, αντανάκλαση της εσωτερικής διάθεσης, κατακλύζει τους στίχους. Εύγλωττος ο τίτλος στην πρώτη ενότητα: «Νύχτες σα θρύμμα ποτηριού.</p>
<p>Ω! ΝΥΧΤΑ</p>
<p>Ω! Νύχτα, νύχτα<br>κάθε νύχτα που έρχεσαι.<br>Ήθελα τόσα να σου πω<br>να σου ομολογήσω.</p>
<p>Για την αγάπη που τη ζωή<br>μαλακώνει για τα τραγούδια που<br>προσκυνήσαμε μαζί.</p>
<p>Γι’ αυτά που ζήσαμε δικά σου<br>και δικά μου, μα μία κραυγή<br>περιπλοκής χαρακωμένη.<br>Ήδη είχε καρφώσει στον μαύρο ουρανό<br>φεγγάρι μ΄ άσπρο το στεφάνι.</p>
<p>Και μες στον παραλογισμό της νύχτας<br>νόμιζα η ευτυχία πως ήταν.<br>Τώρα σαν τον θυμάμαι,<br>ήτανε</p>
<p>ματωμένα τα φιλιά<br>που δάκρυσαν στο πρώτο κόκκινο<br>φως της ημέρας.</p>
<p>Η επαφή με τη φύση στην ποίηση της Δεμπερδεμίδου αποτελεί πηγή πνευματικής εσωτερικότητας, στοιχείο που παραπέμπει στους ρομαντικούς, όπως και η πεσιμιστική διάθεση, απόρροια της ιδεαλιστικής προσμονής για το απόλυτο.</p>
<p>ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ</p>
<p>Σήμερα κάψε με<br>Μα έπειτα μέσα<br>από τις στάχτες σου</p>
<p>Βάψε με<br>με τα μάτια<br>της ψυχής</p>
<p>Άναψε την Πανσέληνο<br>να πέσουνε οι μάσκες</p>
<p>Να διαλύσει η θάλασσα<br>όλο της το αλάτι</p>
<p>Σκιές ή και<br>Πληγές</p>
<p>Αγάπες πάλι</p>
<p>Αγάπες</p>
<p>Το επίθετο και η εικονοποιία παίζουν βασικό ρόλο. Το ίδιο και τα ουσιαστικά τα οποία προσδίδουν πυκνότητα στον λόγο και αποτελούν δείγμα στασιμότητας. Πεινασμένες λέξεις, ξυραφιασμένες στιγμές, αιμόφυρτη αγκαλιά, ματωμένη μνήμη, καρφωμένες καρδιές, φθαρμένη αγάπη. Τα ρήματα είναι κυρίως αρνητικά ή παρελθοντικού χρόνου, απόρροια της απογοήτευσης ή της διάθεσης για επιστροφή προς ένα εξιδανικευμένο άλλοτε. Πολλές εξάλλου συνθέσεις στη συλλογή της Δεμπερδεμίδου στηρίζονται στην αντίθεση του τώρα και του τότε, του χθες και του σήμερα.</p>
<p>ΞΕΝΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</p>
<p>Με ξένες λέξεις<br>πίνεις από το στόμα<br>την φθαρμένη αγάπη.<br>Κοιτάζοντας με την πρώτη<br>ματιά ασημένιο το φεγγάρι<br>την γλώσσα ξήλωνες από<br>κόμπους και φωνήεντα.<br>Καρφώνεις την αλήθεια σου<br>σαν ψάρι σπαρταράς<br>με δίχως αίμα.<br>Γιατί οι ανθρώποι δεν μπορούν<br>ν΄ αγαπηθούν όπως παλιά.<br>Όταν κι ο χρόνος τρέχει στις κρύες<br>αγκαλιές του παγερού χειμώνα.<br>Μια άγρυπνη φωνή τα χνώτα τους</p>
<p>θα ενώσει στον μονόδρομο καθρέπτη</p>
<p>Η δεύτερη ενότητα, Των εποχών κουρσάρος, έχει ως πυρήνα της τους μήνες του χρόνου και τη φύση.</p>
<p>Άγιος Αύγουστος, Δεκέμβρης της αγάπης, Οκτώβρης, Ένας Σεπτέμβρης, Αγαπημένα στάχυα, Ταξίδι Φθινόπωρο. Κουρσάρος ο Ιούλιος – ο αγαπημένος μήνας της ποιήτριας.</p>
<p>ΤΑΞΙΔΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</p>
<p>Οι πρώτες μάς αγκάλιασαν ψιχάλες<br>ο ουρανός γεμάτος άσπρα σύννεφα<br>γρήγορα κουκουλώνει γρήγορα<br>μικρές στιγμές.<br>Απόγευμα Φθινόπωρου<br>στην επερχόμενη δύση του τρέχει.<br>Μία γλυκιά μελαγχολία μού χαϊδεύει τα μαλλιά<br>σκέψεις αρπαχτικές με διαπερνούν<br>σαν ψυχή τρέμουνε κι ενώ<br>τις ξετυλίγω διπλά<br>τριπλά και η βροχή έρχεται<br>είναι η αρχή να νεκρωθούν τα φύλλα.<br>Με τις κρύες ανάσες<br>πνοές και χρώματα θέλει να φυλακίσει.<br>Σε όλο τον αιθέρα<br>κλαδιά δες ξεγυμνώνονται.</p>
<p>Το χώμα έχει το πιο ωραίο άρωμα<br>σαν έρωτας μυρίζει.</p>
<p>Ιδιαίτερα ζωντανές είναι οι εικόνες που αναπαριστούν τις εποχές, με πρόδηλες επιρροές από την επτανησιακή σχολή, κυρίως τον Σολωμό και τον Κάλβο (ως προς τη χρήση αρχαιόπρεπων γραμματικών τύπων).</p>
<p>ΑΠΡΙΛΗΣ</p>
<p>Φύσηξε Απρίλης<br>ντύθηκε παντού<br>ξανθός και μυρωδάτος<br>χαμόγελα και πονηριές<br>ως κάτω από τα σύννεφα<br>μας ομορφαίνει.<br>Απρίλη φύσηξε άφοβα έως να<br>μαδήσουμ΄ ένα – ένα φυλλαράκι.<br>Μήπως πετάξουμε κείνη την ώρα<br>που δεν θ΄ ανθίζει όλη η πλάσις<br>κι όλες τις άσπλαχνες στιγμές ίσως αφήσουμε<br>απ΄ το πετσί χόρτο ξερό της γης μας.</p>
<p>Κρατώντας μόνο της ψυχής μιαν Άνοιξη</p>
<p>Το ελληνικό τοπίο είναι κυρίαρχο στην ενότητα Των εποχών κουρσάρος. Η υποβολή, οι εξεζητημένες λέξεις, η αίσθηση της απατηλής πραγματικότητας σε σχέση με το απόλυτο, αποτελούν στοιχεία που παραπέμπουν στον συμβολισμό. Τα στοιχεία της φύσης γίνονται σύμβολα προκειμένου να αποδώσουν τα συναισθήματα και τις ψυχικές διαθέσεις. Δίνεται έμφαση στον εσωτερικό κόσμο. Η διάθεση ονειροπόλησης και μελαγχολίας είναι έντονη. Η αισιοδοξία κάνει την εμφάνισή της με καλόχυμα όνειρα τη νύχτα.</p>
<p>Έβαψε ο ήλιος<br>την ημέρα στο φως.</p>
<p>Πιο ύστερα η νύχτα<br>με σιωπές θα ανάψει<br>καλόχυμα όνειρα.</p>
<p>Η Γεωργία Δεμπερδεμίδου στη συλλογή «Μονόδρομος καθρέφτης» δημιουργεί έναν ύμνο προς τη φύση και το συναίσθημα, ποιητική της νύχτας και του φεγγαριού, διάχυτη από νοσταλγία, ονειροπόληση και λυρισμό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ</strong></h4>
<p>Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018</p>
<p>ΜΙΑ ΣΤΑΛΑ ΟΛΟ ΚΙ ΟΛΟ Η ΖΩΗ ΜΑΣ (σπάει πλάκα!.. Λοιπόν εκεί σε θέλω: να μη χειριζόμαστε προς εξαργύρωση την αγάπη):<br>«Οι ψυχές, οι άνθρωποι / Ένα είδωλο σπασμένο σε χίλια καθρεφτάκια, σε χείλη ασυλλάβιστα<br>Σε στιγμές γιασεμιού / Σε αναφιλητά σιωπές / Να ήταν γλυκιά η καρδιά / Μια στάλα όλο κι όλο η ζωή μας»<br>Μ’ αυτό το ποίημα, ΑΡΑΓΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΕΔΩ (σελ. 11), πρώτο στη συλλογή της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ φανερώνεται μια μεταφυσική ανησυχία που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα διαχέεται και σε άλλα ποιήματα της συλλογής όπως για παράδειγμα στο ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ (σελ. 14), όπου, όμως, παραμονεύει και η πρώτη πρόταση/ απάντηση «μια στάλα όλο κι όλο η ζωή» γι’ αυτό, το μόνο που απομένει άνθρωπε είναι «να να ξεπερνάς, κάποτε να ξεχνάς, πάντα να ξεπερνιέσαι»:<br>«Τις νύχτες ασελγούσε / πάνω σ’ ένα ποτήρι / τελικά δεν έφτανε ποτέ στον ουρανίσκο<br>ένα ποτήρι άδειο, / ούτε καν μισό<br>το μόνο γεμάτο / που απομένει άνθρωπε τούτο τον καιρό / είναι να ξεπερνάς, / κάποτε να ξεχνάς, πάντα να ξεπερνιέσαι».<br>ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ο τίτλος της συλλογής, ΚΟΡΝΙΖΑ ΠΑΛΙΑ (σελ. 12) στην οποία η ποιήτρια μας κάνει γνωστές ευθύς εξαρχής για τις διαθέσεις της:<br>«Δεν μπορώ άλλες κορνίζες φτιασιδώματα.<br>Τι δουλειά έχω σε καθρέφτες, / σε μπογιές ή καμβάδες / που κόσμους ζωγραφίζουν γεμάτους χρυσόσκονη; / Εμένα μόνο η ντεμοντέ ζωή μου πάει γάντι».<br>Ντεμοντέ η ζωή αλλά το ποίημα της αέναη εξομολόγηση «στον μονόδρομο άνευ όρων καθρέφτη», μ’ αρχή μέση και τέλος και με αφαίρεση και με κατηγορική προσταγή:<br>«μη χειριζόμαστε ποτέ προς εξαργύρωση την αγάπη» (σελ. 15)<br>Τα πράγματα, οι καταστάσεις μεταβάλλονται, οι έννοιες αλλάζουν. Ο παραμορφωτικός καθρέφτης του χρόνου και η εσωτερική εστίαση των ποιητών προσδίδουν σ’ αυτά άλλες κάθε φορά διαστάσεις. Έτσι και η Γεωργία Δεμπερδεμίδου με την πρώτη της ποιητική συλλογή ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018: «αναπλάθει τον κόσμο μέσα από ένα ενδιαφέρον μείγμα μεταφορών, στοχασμών και αναζητήσεων για τον Άνθρωπο. Πλάθει πρισματικές εικόνες και στιχουργεί τη διάθλασή τους. Με μία ρομαντική διάθεση γεμάτη φως στοχάζεται για τον ανθρώπινο βίο, τον έρωτα και τη μνήμη…» (Δήμος Χλωπτσιούδης)<br>Γιατί η Ποίηση είναι καθαρή μια ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (σελ. 33): «Και τι θαρρείτε; / Μόνον τ’ αναφιλητά του έρωτα ή ένα ποτήρι ρέον κρασί / μεθά στα σωθικά ταξίδια διψασμένα; / Είναι η ζωή που βγάζει τα κλαδιά / με τον εαυτό παλεύει. / Φορές μπορεί να φόρεσε όσα καλά της / και θρηνεί επάνω από σπασμένα ποιήματα / αιώνιες τελείες, κόμματα μεγάλα». Γι’ αυτό «ας βάλουμε τις Σιωπές τη Νύχτα να φωνάζουν», προστάζει η ποιήτρια στο ποίημα ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ (σελ. 18). Είναι μια άσκηση Σιωπής, σημάδι ζωής και πάθους που επιβεβαιώνεται μέσα από τις αντιφάσεις της: «Για να υπάρχω σβήσε το φως / Κι ας γίνει η αγάπη νύχτα» (ΤΑ ΒΡΑΔΥΑ (σελ. 13)<br>Ακολουθούν επιλογές ποιημάτων από την πρώτη ενότητα της συλλογής ΝΥΧΤΕΣ ΣΑ ΘΡΥΜΜΑ ΠΟΤΗΡΙΟΥ και η παρουσίαση κλείνει με αντιπροσωπευτικά δείγματα και σχόλια για τη δεύτερη ενότητα: ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ [ART by victoria ivanova]</p>
<p>ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ<br>Όμορφα πάντα τα βράδια<br>όταν θρέφει όνειρα<br>πυκνώνει<br>η νύχτα<br>μενεξεδί<br>η μέρα<br>την ξεγυμνώνει όπως κορμί</p>
<p>μ’ απλά σαν πάθος<br>ξεφτίζει η αγάπη<br>στο φως<br>δεν θυμάμαι τίποτα<br>για να υπάρχω<br>σβήσε το φως</p>
<p>κι ας γίνει η αγάπη νύχτα</p>
<p>ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ<br>Αυτό το ποίημα είν’ αέναο<br>πάλι πρέπει να έχει αρχή, τέλος<br>και όλα τα ακόλουθα</p>
<p>Χωμάτινα κάτω<br>οι άγγελοι, ψάλουν<br>τον ουράνιο πατέρα<br>Τρεις φορές ο Πέτρος<br>Αρνήθηκε<br>Κι ο Ιούδας, για να μην προδώσει<br>Που τελικά πρόδωσε<br>Κρεμάστηκε<br>Δες τα μάτια σου στο φως<br>Κάνε εξομολόγηση<br>Στον μονόδρομο,<br>Άνευ όρων καθρέφτη<br>Έτσι ξετυλίγεται η ύπαρξη<br>βαρύ φορτίο και σήμερα</p>
<p>Καίγονται, σκοτώνονται, χωρίζουν<br>βίαια μάνες και παιδιά<br>όλοι κοινωνοί και σύζυγοι<br>μουσκεμένοι από μία μικρή<br>λέξη, αφαιρετικότητας:<br>μη χειριζόμαστε ποτέ<br>προς εξαργύρωση την αγάπη</p>
<p>Ω! ΝΥΧΤΑ<br>Ω! Νύχτα, νύχτα<br>κάθε νύχτα που έρχεσαι.<br>Ήθελα τόσα να σου πω<br>να σου ομολογήσω</p>
<p>Για την αγάπη που τη ζωή<br>μαλακώνει και τα τραγούδια που<br>προσκυνήσαμε μαζί.</p>
<p>Γι’ αυτά που ζήσαμε δικά σου<br>και δικά μου, μα μία κραυγή<br>περιπλοκής χαρακωμένη.<br>Ήδη είχε καρφώσει στον μαύρο ουρανό<br>φεγγάρι μ’ άσπρο το στεφάνι.</p>
<p>Και μες τον παραλογισμό της νύχτας<br>νόμιζα η ευτυχία πως ήταν.<br>Τώρα σαν τον θυμάμαι,<br>ήτανε</p>
<p>ματωμένα τα φιλιά<br>που δάκρυσαν στο πρώτο κόκκινο<br>φως της ημέρας.</p>
<p>ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ<br>Επιθυμίες διαδρομές<br>ή πεινασμένες λέξεις<br>Ασταμάτητα<br>τ’ αγκαλιάσματα.<br>Ξυραφιασμένες οι στιγμές<br>πάντοτε κλειδωμένες<br>Σε άσπρης κοιλιάς<br>το περίγραμμα<br>Δεν ξέρεις καν αν είναι απ’ το μυαλό<br>ή την καρδιά –μην κλαις!<br>Μια στοργική αγκαλιά<br>αιμόφυρτη στην άσφαλτο<br>Τσίμπημα σφήκας<br>στο γυμνό κορμί<br>Σημάδι ο απροσδόκητος<br>πρόωρος θάνατος.</p>
<p>Μα κάπου γύρω εδώ<br>σπάει πλάκα να σου κάνει<br>τούμπα ξανά η ζωή.</p>
<p>Εκεί λοιπόν σε θέλω</p>
<p>ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ<br>Χρόνια οι καρδιές καρφωμένες.<br>Σε κόγχες, σε κάγκελα.</p>
<p>Σήμερα ένα γαρύφαλλο έπεσε<br>στη μειωμένη μνήμη.</p>
<p>Διπλό αύριο θα στάζει<br>καλύτερο απ’ το σήμερα</p>
<p>ΞΕΝΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ<br>Με ξένες λέξεις<br>πίνεις από το στόμα<br>την φθαρμένη αγάπη.<br>Κοιτάζοντας με την πρώτη<br>ματιά ασημένιο το φεγγάρι<br>την γλώσσα ξήλωνες από<br>κόμπους και φωνήεντα.<br>Καρφώνεις την αλήθεια σου<br>σαν ψάρι σπαρταράς<br>με δίχως αίμα.<br>Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν<br>ν’ αγαπηθούν όπως παλιά.<br>Όταν κι ο χρόνος τρέχει στις κρύες<br>αγκαλιές του παγερού χειμώνα.<br>Μια άγρυπνη φωνή τα χνώτα τους</p>
<p>θα ενώσει τον μονόδρομο καθρέπτη</p>
<p>ΕΒΑΨΕ Ο ΗΛΙΟΣ<br>Έβαψε ο ήλιος<br>την ημέρα στο φως.</p>
<p>Πιο ύστερα η νύχτα<br>με σιωπές θα ανάψει<br>καλόχυμα όνειρα.</p>
<p>ΤΑ ΣΙΓΑΝΑ ΒΗΜΑΤΑ<br>Ένας δρόμος αρχίζει ή τελειώνει<br>πευκοβελόνες σε φως και σκοτάδια.<br>Ένα τίποτα μέσα σε όλα<br>κι η μια μέρα να σπρώχνει την άλλη</p>
<p>ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ<br>Σπασμένες αλυσίδες<br>-Υπενθύμιση-<br>Με κάλεσες σε μια όμορφη<br>Εκδήλωση<br>Η πρόσκληση υπέροχη<br>Το διαβατήριο έτοιμο<br>ταξίδι ως τα Κύθηρα<br>Όνομα<br>Διεύθυνση<br>Όλα ήσαν στην εντέλεια<br>Προορισμός<br>Παύλα<br>Μια θάλασσα ήρεμη<br>νεκρή εκκωφαντικά<br>Εσύ έλειπες (σημαντικό)<br>Ωραιότατη<br>που η νύχτα ήταν της καρδιάς σου<br>μαγική<br>Της είχες κλέψει<br>τον ουρανό με τ’ άστρα του<br>Δεν της έλειπε τίποτε<br>ένα βήμα μόνο στην αιωνιότητα.<br>Τ’ άστρα συνέχιζαν<br>τα μαγικά τους<br>νόμιζα κι εγώ πως<br>δεν θα σβήσουνε ποτέ<br>σε μια νύχτα<br>μέσα έσβησαν.<br>Έσκυψα ναν τα ρωτήσω<br>μα ήδη είχανε χαθεί<br>τόσον γιαυτό<br>γι’ αυτό σ’ αγάπησα</p>
<p>ΤΟ ΜΗ ΥΠΑΡΧΟΝ ΜΟΝΑΧΑ<br>Να ακουμπάς σ’ ανθρώπους που<br>έχουνε μελαγχολικά τα μάτια.</p>
<p>Να δίνεις ακατάπαυστα<br>ένα κομμάτι ένα της καρδιάς.</p>
<p>Αυτοί οι άνθρωποι φορούν<br>σκούρα τα χρώματα της ψυχής.</p>
<p>Να λειανθούν δε λένε οι γωνίες<br>την πίκρα αφόρητη απ’ την καρδιά<br>σέρνουνε κατακάθι.</p>
<p>Η γλώσσα πότε αλλάζει<br>ραχοκοκαλιά;</p>
<p>Όσο κι αν τους φιλάς στο στόμα<br>θ’ ακολουθούν το μονοπάτι αιώνια<br>μοναχικότητος όχι της μοναξιάς.<a class="components-button components-snackbar__action is-tertiary" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/">Προβολή άρθρου</a></p>
<p>Μα θα σου έχουν δώσει τον<br>καλύτερο παράδεισο όταν<br>ως μη υπάρξαντες ποτέ<br>χαθούν στο μισοσκόταδο.<br>[από τη συλλογή της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018]</p>
<p>ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ (η ποιήτρια) συναγελάζεται με εποχές και μήνες, στη δεύτερη ενότητα της συλλογής που φέρει τον παραπάνω τίτλο. Αλλά Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (με κεφαλαία οι τίτλοι ποιημάτων απ’ όπου ανθολογούνται οι παρακάτω στίχοι):<br>Εκεί η Άνοιξη «αγκαλιάζει το σύμπαν με ίδιον ένδυμα»: ζωγραφισμένοι πίνακες, λουλουδιασμένη γη «για της ψυχής το σ’ αγαπώ, για τα ταξίδια», ΔΙΠΛΗΣ ΠΤΥΧΗΣ (σελ. 39): «άσπρα όλα τα άνθη μυγδαλιάς δέστε το πρωινό επάνω στην καρδιά σας»!..<br>Και όταν έρχεται Σεπτέμβρης συλλαβίζουν τα χείλη ΓΛΥΚΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ (σελ. 41): «και κάθε κόμπος μια χαρά, γέλιο άμα και δάκρυ… αν φτάναμε ξανά μαζί σε μια ψηλή κορφή μας»!..<br>Έπεται… πρωθύστερος ο ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (σελ. 42) που έκρυβε στα μάτια μπόρες και καταιγίδες όσα «και τα δάκρυα της βροχής…» «Κι εγώ τις ματωμένες σου να προσκυνώ σιωπές… Τι εύκολο καρδιές να εξουσιάζεις»!..<br>Πολλές οι χειμωνιάτικες βραδιές στο ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ (σελ. 45) που με τ’ άσπρο του χιόνι εξαγνίζει δάκρυα «των πιο κρυφών ματιών». Τέλος εποχών, και η ποιήτρια, ξέροντας πολύ καλά ότι «η καλύτερη αγάπη πάντα είναι της ψυχής» αισθάνεται την ανάγκη, με καθαρές κουβέντες, να εξηγηθεί: «αν δεν μου δώσεις την ψυχή, μην περιμένεις, δίνε του. Μη με προσμένεις Έρωτα!..». ΑΔΙΟΡΑΤΗ Η ΦΩΝΗ της (σελ. 44): «Νεφελωμένη ημέρα. / Αγγίζω τ’ ακροδάχτυλά σου. / Παγωμένα / Ηδονικά γλείφεις πληγές ενώ ράβω απαλά / στο στόμα σου φιλιά / Πηδώ στον ουρανό μου / σε άλλην άλληνα ζωή. / Αδιόρατη συνείδησης φωνή…<br>Και πάλι ΟΚΤΩΒΡΗΣ (σελ. 47) «… να κρατάς τα σήμαντρα του φθινοπώρου… αναμνήσεις να κρατάς που πέρασαν / Όνειρα που χαθήκανε στη λήθη της αγάπης / Οι σιωπηλοί τους πόθοι να μη σβήσουν ποτέ…»<br>Μα τόσο κοντινή η γλυκιά ψυχής μελαγχολία ενός ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ (σελ. 49): «ηλιοκαμένα ακόμη τα κορμιά στ’ αλμυρίκια θ’ ακουμπούν / Να ταξιδέψουνε στο περασμένο καλοκαίρι / Τον χρόνο αφήνοντας… Ό,τι ήρθε άγγιξε / Ό,τι έφυγε δεν θα ξαναγυρίσει.<br>ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ (σελ. 51) ο Ιούλιος, η μεγάλη αγάπη στα μέσα του καλοκαιριού «στητός γυμνός, ένας θεός μικρός μ’ ήρεμη δύναμη… Ταξίδι απροσπέλαστο γαλάζιο… Εκεί που ανάβουνε φωτιές / λιώνουν και τα σπαθιά»<br>Ξερό κορμί του χρόνου Ο ΜΑΗΣ ΜΟΥ (σελ. 54) «Μάης και μάγεμα όλος / Έσκασε πρώτο το γλυκό φιλί… Η μυρωδιά μοναδική του Ζάλη / Η ομορφιά της φύσης του κατάσαρκα απλώνεται / Κεντάει την καινούργια της εσάρπα…»<br>Φυσάει ΑΠΡΙΛΗΣ (σελ. 56) ξανθός και μυρωδάτος και ίσως «όλες τις άσπλαχνες στιγμές αφήσουμε… κρατώντας μόνο της ψυχής μιαν ΑΝΟΙΞΗ (σελ. 55) που «ως και ο Αχέροντας φοβήθηκε / Στις σκοτεινιές του Κάτω Κόσμου»<br>Τελευταίο ποίημα της συλλογής Η ΒΡΟΧΗ (σελ. 57): «Σταλάζουν οι σιωπές απ’ τη βροχή μου. / Βαριά η ομίχλη της ψυχής… Αγέρας σηκώθηκε (μέσα μου) Σε θυμήθηκα… Σα βρεγμένο σώμα / Τρύπωσες στα ρουθούνια μου κι ύστερα ξέπνοα σε φύσηξα / Τότε άρχισε να βρέχει. Αυτή η βροχή θα είναι δική μου πάντα»<br>Σ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα ο ρομαντισμός, κρυμμένος κάποιες φορές στις στοχαστικές αναζητήσεις, είναι διάχυτος χωρίς ν’ αποτελεί αυτοσκοπό. «Οι λυρικές ανάσες ισορροπούν με αισθητικές μεταφορές και παρομοιώσεις» σημειώνει εύστοχα στην κριτική του ο Δήμος Χλωπτσιούδης, που σχολιάζει και την αντισυμβατική συχνά ως προς το συντακτικό άξονα γλώσσα: «Η άτακτη σειρά λέξεων σε προτάσεις σε ορισμένες συνθέσεις διαταράσσουν τη νοηματική αναμενόμενη πορεία της γλώσσας και μέσα από την ανοικειωτική σύνταξη έλκουν την προσοχή… όπως άλλωστε και μια χαρακτηριστική προφορικότητα με έντονο το διαλογικό στοιχείο. Έτσι, όμως, η ποιήτρια, αφήνει τον χρόνο σε μία ρευστή πορεία ειδικά στην απαγγελία…»<br>[Γεωργία Δεμπερδεμίδου, Μονόδρομος Καθρέφτης, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Παρουσίαση του βιβλίου «ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ» της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/NFjwUCdB2Ew?start=17&#038;feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΝΑΥΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</strong></h5>
<h4><strong>ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ</strong></h4>
<p>ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΕΜΠΕΡΔΕΜΙΔΟΥ(Η ΝΑΥΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ)</p>
<p>Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί προσκεκλημένοι .Σας ευχαριστούμε που ήρθατε απόψε εδώ να μας τιμήσετε με την παρουσία σας, να απολαύσετε έργα ζωγραφικής και να παρακολουθήσετε λογοτεχνία και ποίηση στα πλαίσια των εκδηλώσεων που έχει προγραμματίσει ο Όμιλος Φθιωτών Λογοτεχνών κ Συγγραφέων από 11 -23 Απριλίου για τη &#8220;2η Γιορτή Φθιωτικού βιβλίου&#8221;<br>Εμείς θα σας μιλήσουμε για το ποιητικό έργο της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου. Τίτλος του βιβλίου&#8221;Η Ναυς των Ονείρων&#8221;που εκδόθηκε από τη Δυάς Εκδοτική,Αθήνα 2015 .<br>Η λέξη ναυς είναι αρχαιοελληνική και έχει πολλές σημασίες ,σημαίνει<br>πλοίο, καράβι, σκάφος,τριήρη και μεταφορικά το μεσαίο κλίτος χριστιανικού ναού<br>Δεν είναι τυχαίο που επέλεξε αυτόν τον τίτλο η ποιήτρια, γιατί όπως θα δούμε τα πιο πολλά ποιήματά της, μιλάνε για όνειρο<br>Η ποίηση ως έντεχνος λόγος βρίσκεται στην ανωτάτη βαθμίδα.<br>Υπήρξε πανάρχαιο εκφραστικό μέσο του ανθρώπου και ως έντεχνος λόγος καλλιεργήθηκε πριν από την πεζογραφία.<br>Οι Έλληνες από την αρχαιότητα είχαν ιδιαίτερη επίδοση στην ποίηση ,η οποία άλλωστε είναι συνυφασμένη και με τις πρώτες πολιτιστικές εκδηλώσεις τους.<br>Δε ζει ο άνθρωπος ,μόνο και μόνο να εξασφαλίσει τον άρτο, την καθημερινή τροφή.Έχει ανάγκη τη θαλπωρή της αγάπης και το χάδι του έρωτα, την ομορφιά και την πολυχρωμία των νυχτολούλουδων,έχει ανάγκη τους ιριδισμούς της αυγής και του δειλινού, το άστρο των Χριστουγέννων, τις πασχαλιές της Ανάστασης..</p>
<p>Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από άλλα πολλά, κυρίως όμως έχει ανάγκη το όνειρο.<br>Μια τέτοια ξεχωριστή και όμορφη ποιητική παρουσία είναι η Γεωργία Δεμπερδεμίδου.<br>Περιδιαβαίνοντας το βιβλίο της «Η Ναυς των Ονείρων» και διαβάζοντας τα ποιήματά της πολλές φορές να εισέλθουμε στα μύχια της ψυχής της και να ερμηνεύσουμε σωστά τη σκέψη της, διαπιστώνουμε ότι μπροστά μας έχουμε μια κατεξοχήν λυρική ποιήτρια της αγάπης, του έρωτα και του ονείρου.<br>Η ποίηση της Γεωργίας δεν είναι μόνο αυτά ,είναι και μια κραυγή διαμαρτυρίας για κοινωνική δικαιοσύνη ,για το ανελεύθερο του ανθρώπου κι ένα παράπονο για όσα δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει.<br>Τα ποιήματά της όλα έχουν ελεύθερο στίχο ,δηλ οι στίχοι τους είναι χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξία.<br>Έχουν όμως άριστο ρυθμό κι είναι αυθεντικοί, της δικής της καρδιάς, των δικών της πιστεύω κι όλοι έχουν μια ελληνικότητα, ,γαλάζιο ουρανό ,θάλασσα και άπλετο φως, στίχοι μ&#8217; ευγένεια ,καλοσύνη και πίστη προς τον Θεό .</p>
<p>Ας αρχίσουμε λοιπόν να ξεδιπλώνουμε μέσω της ποίησής της, τον ψυχικό κόσμο της ποιήτριας, να τη γνωρίσουμε και να ζήσουμε μαζί της όσα έζησε εκείνη, πραγματικά γεγονότα ή επινοήσεις του νου.<br>Πάμε στο ποίημα &#8220;ΑΝΗΚΩ ΕΔΩ&#8221; και διαβάζουμε ένα απόσπασμα.<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.<br>Να ,περπατώ στα φεγγάρια μου<br>να, ταξιδεύω με τα όνειρά μου.<br>Ο δικός μου Θεός ,δε με ξέχασε<br>πολιορκεί την ψυχή μου</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.<br>Μεταγγίζω την καρδιά μου<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..<br>Την αγάπη τη ζήσαμε<br>μα αυτός ο έρωτας θερίζει<br>ανελέητα με το δρεπάνι του</p>
<p>Ποίηση αισθαντική, ονειρική ,όπου ο έρωτας πολιορκεί την ψυχή των ανθρώπων κι ο μικρός φτερωτός Θεός, ο γιος της Αφροδίτης και του Άρη πυρπολεί τις καρδιές μας και κάνουμε τις υπερβάσεις, τις τρέλες μας όπως συνηθίζει να λέει ο λαός.<br>Κι είναι η ποίηση μια μαγεία, ένα ατελεύτητο ονειρικό ταξίδι<br>στα απροσμέτρητα άστρα του Σύμπαντος<br>κι ένα ΑΡΩΜΑ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΛΕΒΑΝΤΑ (σελ40),όπως επιγράφεται ένα άλλο ποίημα της ποιήτριας.<br>Διαβάζουμε ένα απόσπασμα στίχων από το ποίημα αυτό .<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.<br>Φοράμε τα πάντα<br>προβάρουμε ψευδαισθήσεις.<br>Προβάρουμε και φτερά<br>Ίσα για να νιώσουμε καλύτερα<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;<br>Αλλά εγώ μετρώ τη ζωή<br>με πρόβες<br>σαν να υπάρχει άρωμα μέλι και λεβάντα</p>
<p>Και στο ποίημα ΥΠΑΡΞΗ ΟΝΕΙΡΟΥ η ποιήτρια συνεχίζει να μιλάει με όνειρο.<br>Διαβάζουμε στην ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ,σελ10</p>
<p>Το όνειρο κατοικεί<br>στις πονεμένες ψυχές των ανθρώπων<br>σαν δεύτερη ζωή..<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;<br>Μεταγγίζω την καρδιά μου<br>από τις χαρακωμένες κόκκινες γραμμές<br>Εξαγνίζω σώμα και ψυχή.</p>
<p>Εργάζομαι όπως το ΠΕΡΓΑΜΟΝΤΟ στον πρωινό αέρα, για δίκιο κι ελευθερία ,λέει ο ποιητής(Ελύτης) κι όπως μας λέει κι η Γεωργία<br>στο ποίημα<br>ΝΑΥΑΓΙΟ<br>Σκουριά και μολυβένια χρώματα<br>Άνθρωποι με ταμπελάκια και τίτλους<br>Για λίγους μόνο η ζωή</p>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..<br>Επείγον, οι άνθρωποι ξεθώριασαν<br>πούλησαν και τις ψυχές τους&#8230;..<br>Η ποιήτριά μας εργάζεται με ελπίδα ,όπως μας πληροφορεί στο ομώνυμο ποίημα.</p>
<p>ΕΛΠΙΔΑ<br>Πάνω στ&#8217; ακροδάχτυλά μου ,σταλάζει η ελπίδα<br>Είναι το κάλεσμα του φωτός, καρφωμένο.<br>Στις καρδιές &#8230;ολόλευκη, ασπροκέντητη<br>η τύχη μου ψάχνει με μαεστρία<br>να κουρνιάσει τις τρύπιες λέξεις<br>Το νέο είναι η αναγέννηση της ζωής, η ομορφιά και η επανάσταση ,είναι η ελπίδα της αύριον.<br>Αυτά με τον τρόπο της Γεωργίας, με τα δικά της μάτια.<br>Διαβάζουμε στο ποίημα</p>
<p>ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΗΚΑ (σελ 13)<br>Πάντα με τη γέννηση<br>υπάρχει ένας νέος ορίζοντας<br>με προέκταση.<br>Εκεί ακριβώς φαίνεται<br>το κουράγιο των ανθρώπων<br>ακόμη και των ξυπόλητων.<br>Μια ελπίδα στο μονοπάτι τους.</p>
<p>Η ποίηση είναι μια διαρκής αναζήτηση για το ιδεώδες ,για το τέλειο, είναι μια προσπάθεια να εισδύσουμε στο άβατο των ανθρώπων να αποκαλύψουμε τα μύχια της ψυχής τους κι αυτό το πετυχαίνει με θαυμάσιο τρόπο η ποιήτρια της αγάπης και των ονείρων με το σμιλεμένο της στίχο που μυρίζει Ελλάδα, λεβάντα και δίκταμο, θυμάρι και ρίγανη, φως του Απόλλωνα και φως του Θεού. Ξοδεύουμε τη ζωή μας για ψεύτικους ήλιους ,για χάρτινες μέρες όπως μας λέει η Γεωργία κι επιστρέφουμε στα πατροπαράδοτα κι επιστρέφουμε στον ασφαλή το λιμένα ,στην κιβωτό τη δική μας που είναι η οικογένειά μας<br>Καιρός να δούμε πως μεταλαμπαδεύει η ποιήτρια τις ζωές των δύο ήλιων της ,των δυο παιδιών της ,Βικτωρίας-Ασπασίας και του Δημήτρη και σαν τον ψαλμωδό φτιάχνει τον δικό της αίνο, προς τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό ,όπως στο ποίημα</p>
<p>ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΕΤΑΛΑΜΠΑΔΕΥΩ<br>Μεταλαμπαδεύω τις ζωές<br>των παιδιών μου.<br>Σφραγίδα -Ο Σταυρός<br>στο χέρι της καρδιάς μου<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..<br>Αφουγκράζομαι<br>τη Μοίρα<br>Μάνα<br>Παιδί<br>Αστείρευτη αγάπη<br>Όλα αλαφραίνουν στο πέρας<br>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.<br>Μια αγκαλιά ουρανό θα σας μαζέψω<br>όσο να φτάσουμε στ&#8217; άστρα<br>Εκεί θα ξανασυναντηθούμε ,άυλα<br>Ιησούς Χριστός.</p>
<p>Είναι κάτι στιγμές που η ποίηση είναι πόνος κι έχεις ανάγκη έναν παρήγορο λόγο να βγεις απ&#8217; το τέλμα.<br>Έχεις ανάγκη να αντέξεις το πικρό αντίο, όταν όλα σε μια σχέση αγάπης για δυο ανθρώπους κάποτε είναι ξένα κι ο έρωτας έχει ξεθωριάσει στα μάτια τους και τα φεγγερά περάσματα του έρωτα κι οι Πανσέληνοι ,γίνονται μίσος ,λόγια βαριά και εκδίκηση<br>Διαβάζουμε στα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΑΣ σελ 38<br>Πώς να γεμίσουμε<br>τις χούφτες από θάλασσα<br>τα Καλοκαίρια.<br>Πώς να γλυκάνουν</p>


<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/">Προβολή άρθρου</a></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/09/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/09/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 23 Sep 2020 18:23:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=14262</guid>

					<description><![CDATA[Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και σε ομαδικές εκθέσεις.Το 2020 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή «Το Αιώνιο Αίνιγμα» από τις εκδόσεις «Κίχλη». (Το 2021, στη Σοφία &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/09/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και σε ομαδικές εκθέσεις.<br />Το 2020 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή «Το Αιώνιο Αίνιγμα» από τις εκδόσεις «Κίχλη». (Το 2021, στη Σοφία Περδίκη απονεμήθηκαν τα βραβεία ποίησης «Jean Moreas» και «Μαρία Πολυδούρη», για την πρώτη της ποιητική συλλογή, η οποία συμμετείχε και στη βραχεία λίστα του περιοδικού «Ο Αναγνώστης», στην κατηγορία «πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή»), Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, στον συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT (μικρές εκδόσεις, 2015), στις<br />περιοδικές ανθολογίες πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (εκδ. Θράκα, 2016, εκδ. Μανδραγόρας, 2017 και 2020) και στην ανθολογία «Τα ποιήματα του 2020» (εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2021).<br />Το 2023 κυκλοφόρησε η συλλογή της με 42 χαϊκού Συλλαβίζοντας τον ίμερο με εξώφυλλο το πίνακα της Γυμνό.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21360 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Untitled.FR12-1-202x300.jpg" alt="" width="400" height="594" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Untitled.FR12-1-202x300.jpg 202w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Untitled.FR12-1.jpg 431w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20477 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΧΑΙΚΟΥ-001-219x300.jpg" alt="" width="405" height="554" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΧΑΙΚΟΥ-001-219x300.jpg 219w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΧΑΙΚΟΥ-001.jpg 351w" sizes="(max-width: 405px) 100vw, 405px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-17719 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΒΙΒΛΙΟ-001-1.jpg" alt="" width="404" height="617" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΒΙΒΛΙΟ-001-1.jpg 786w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΒΙΒΛΙΟ-001-1-197x300.jpg 197w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΒΙΒΛΙΟ-001-1-671x1024.jpg 671w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΒΙΒΛΙΟ-001-1-768x1173.jpg 768w" sizes="(max-width: 404px) 100vw, 404px" /></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 200px;"><strong>Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΝΑΝ IOΥNH</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Με ξέβρασε η θάλασσα<br />έναν Ιούνη<br />του περασμένου αιώνα<br />σε ακτή πολιορκημένη<br />από υπερμεγέθη γαϊδουράγκαθα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Βγήκα μ’ έναν παφλασμό<br />χωρίς αισθητό πόνο<br />—η δράκαινα με δάγκωσε<br />με γερή δόση αναισθησίας—<br />μόνο μια πληγή είχα για στόμα.<br />Τη γέμισα με του ιωδίου τα επιθέματα<br />φύκια λωρίδες μ’ έζωσαν σφιχτά<br />στα τσίνορα είχα τ’ αλάτια<br />και την οδύνη για δάκρυα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Χτυπήθηκα πάνω στης άμμου<br />τον πιο αιχμηρό κόκκο<br />πενήντα φορές<br />μέχρι να μαλακώσω<br />κι ύστερα έψαξα γι’ απάγκιο να στεγνώσω<br />ώσπου ν’ αποξηρανθώ κι εγώ.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μαζί με τ’ αγκάθια<br />άκουσα του όνου το πρώτο κλάμα<br />έναν Ιούνη<br />που άνοιξα τα μάτια<br />κι είδα την κόκκινη άβυσσο<br />να γίνεται γαλάζια.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΝΟΥΦΑΡΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Τριγύριζε κάθε πρωί<br />στην κυκλική τη λίμνη<br />πάντα ανυποψίαστη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τίποτα δεν της προκαλούσε ταραχή.<br />Ούτε οι σπίνοι που έστελναν<br />κινδύνου σήματα με το καλή μέρα<br />ούτε η γριά κουκουβάγια<br />που επέμενε στα μαύρα να θρηνεί<br />κι ας ήταν τόσο φωτεινή<br />η πρώιμη καλοκαιρινή αυγή.<br />Δεν πρόσεχε ποτέ<br />αν των κέδρων οι συστάδες<br />ενώνονταν εναντίον της επικίνδυνα· εκείνη πέρναγε<br />ανάμεσα απ’ τους στεγνούς κορμούς ανέμελα.<br />Κι αν ένας μυτερός καπνός<br />ανέβαινε συνεχώς για να τρυπήσει τον αέρα<br />δεν πήγαινε ο νους της<br />στου μίσους τη φωτιά<br />που καίει των ανθρώπων τα σωθικά.<br />Αγνάντευε σχηματισμούς στα σύννεφα<br />σαν φλέβες ανοιχτές<br />και συνέχιζε την ατέρμονή της πορεία<br />δίπλα στη φουσκονεριά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Όταν επέστρεφε<br />από την περιφορά στη λίμνη<br />τις νύχτες που αλυχτούσανε οι σκύλοι<br />κι έβλεπε δόντια κοφτερά μες στα σκοτάδια<br />μάδαγε αργά του λευκού της νούφαρου τα πέταλα<br />που διώχνουνε τον φόβο μακριά.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΣΕ ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Η απουσία σου είναι εκείνο το κουρτινάκι<br />στο παράθυρο μιας Σερίφου<br />δεν κουβαλάει ούτε γραμμάριο παραπάνω.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Είναι η δροσιά που πότιζε την πέτρα<br />μέσα στη σκοτεινή σπηλιά, δίπλα στα γλυκά νερά<br />δεν αποταμιεύεται σε καμία στέρνα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κυκλοφορεί σαν ανάσα<br />στο ιδρωμένο μέτωπο της νύχτας<br />δεν έχει χείλη<br />δεν δίνει λόγο<br />καλπάζει δίπλα στο κύμα<br />είναι το άσπρο άλογο που όταν με συναντά<br />στέκεται ακίνητο<br />παγωμένη εικόνα από ταινία<br />εκεί στη βορεινή βραχώδη παραλία.<br />Όταν έρχεται ο καβαλάρης<br />από βάριο κι υδράργυρο<br />με πέτρες γεμάτες τις τσέπες<br />σκοτεινιάζουν στο βλέμμα του οι ουρανοί.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Η παρουσία σου<br />γίνεται μολυβένια ακίδα<br />πάνω σε άγονη γραμμή.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΣΕΙΡΗΝΑ TOΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Η σύγκρουσή της με τον χρόνο<br />ήταν μετωπική.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τον έβλεπε από μακριά<br />να καταφτάνει<br />με ιλιγγιώδη ταχύτητα<br />κι έναν αιμοσταγή κινητήρα<br />μα δεν άκουσε<br />τη σειρήνα που τσίριζε<br />δεν την είδε έγκαιρα να φτύνει τα οξέα<br />τα χωράφια έγιναν χέρσα<br />κι εκείνη ούτε που πρόλαβε να τραβήξει<br />το σήμα κινδύνου<br />όσο ήταν σε κατάσταση γόνιμη<br />και ταξίδευε με αμέριμνα τρένα<br />προσδοκώντας να γίνει ένα<br />με τα ομιχλώδη τοπία.<br />Τώρα με ένα σημάδι<br />στο κέντρο του μετώπου<br />κι ένα κόκκινο λιβάδι για ποδιά<br />απλώνει τον δείκτη<br />στα μελλούμενα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Σε κάθε επόμενο τόνο<br />οι ώρες και οι εποχές της<br />θα είναι επείγουσες.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>BLUE</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Κάθε πρωί ξεθωριάζει<br />το μπλε κάποιας ανάμνησης.<br />Από του κοβαλτίου την άμμο<br />χαλίκι δεν μένει στη γλώσσα μου<br />παρά μια λέξη λευκασμένη.<br />Σφουγγίζω την υγρή ζωή<br />με το ’να χέρι<br />και με τ’ άλλο νίβω<br />τα νοήματα<br />αφαιρώ από τα πρόσωπα<br />τα μωβ τους στίγματα<br />εκείνα τα εναπομείναντα<br />υπολείμματα από τα λάμδα<br />όταν προφέρονται βαριά<br />μέσα στη λησμονιά ή τη νοσταλγία.<br />Αυτό που απομένει κάθε πρωί<br />είναι μια μελαγχολική ούλτρα Μαρίνα<br />σε ένα σκαρί που το έφαγε το κύμα<br />κι ένας αστερίας θαλασσί<br />να βυζαίνει το αλάτι.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΗΝ ΞΥΠΝΑΤΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Μην πλησιάζετε τον ποιητή<br />όταν κοιμάται.<br />Φωλιάζουν στα μάτια του<br />τα όνειρά σας<br />ιδροκοπούν οι πόθοι οι κοινοί<br />στο κρεβάτι του<br />στήνονται ιστοί<br />σκοροφαγώνονται οι γλώσσες<br />αναμασώνται δαφνόφυλλα πικρά<br />συνυπάρχετε στην αγκαλιά του<br />όλα μαζί τα καθαρόαιμα<br />σε συνουσία μπάσταρδη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μην τον ξυπνάτε τον ποιητή.<br />Μασουλάει την πιο ερεθιστική μνήμη<br />θα χαθεί<br />καθώς είναι και η πιο σύντομη.<br />Του μέλλοντος σας η εξίσωση<br />υπάρχει μόνο και μόνο για να λυθεί.<br />Το φως που εισβάλλει —να ξέρετε—<br />ενοχλεί.<br />Τραβήξτε το βαρύ παραπέτασμα<br />όσο ωραίο κι αν είναι<br />κι αποσυρθείτε ησύχως.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Εκεί που συγκεντρώνεται<br />η μεγάλη χαρά<br />στον αίματος τη γωνία<br />τα ιερά και τα όσια<br />καταγράφονται λεκέδες<br />σε στυπόχαρτα από μετάξι.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μη διαλύετε<br />του ποιητή τον εφιάλτη.<br />Μοιάζει νεκρός<br />μα σας έχει ερωτευτεί.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΕΣΜΕΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Κάθε μέρα σηκώνω<br />και μια πεσμένη γυναίκα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Πέφτουνε μ’ ένα θρόισμα τα πρωινά<br />σαν τα φθινοπωρινά τα φύλλα.<br />Γέμισαν τα ρημαγμένα πεζοδρόμια<br />με του φόβου τα σώματα<br />που με κοιτάζουν<br />με τα μεγάλα τους μάτια<br />θολωμένα από δάκρυα<br />περήφανα κρυμμένα.<br />Τα λόγια τους δεν βγαίνουν εύκολα<br />απ’ το ραμμένο στόμα.<br />Όλες άλαλες κείτονται<br />με τα γόνατα θρύψαλα<br />προσπαθώντας τη γύμνια τους να κρύψουνε<br />την ύστατη στιγμή<br />τραβώντας της ενοχής τη φούστα.<br />Τυλίγουν αμήχανα τα μπούτια<br />με τα λούτρινά τους παλτά<br />τα στήθια σφίγγουν με δεσμά σφιχτά<br />ρίχνουν τα μαλλιά<br />στα σημεία που ακόμα χαίνει η πληγή<br />«ήταν ατύχημα», ψιθυρίζουν, «δεν υπήρξα προσεκτική».</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τις ανασηκώνω ανάλαφρα με τα γερά μου μπράτσα.<br />Γυναίκες πεσμένες στα τέσσερα<br />από μικρά κοριτσάκια.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΟΙ ΔΕΛΦΙΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Οι Δελφίνες μιλούσαν<br />με φωνές συριστικές.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ανοιγόκλειναν τα χείλη<br />μόνο και μόνο για να σχηματίσουν με τα χνότα<br />τα σήματα εκείνα<br />που σημαίνουν αναγνώριση.<br />Σε μια συνωμοσία<br />του άλεκτου μπλεγμένες, έστρωναν με προσοχή<br />τη φούστα της βελούδινης γαλήνης<br />συγκρατούσαν την τραχιά οργή<br />μες στα διακριτικά τους δάχτυλα<br />τυλίγονταν με την κάπα<br />για να μη φαίνεται ο σφιγμένος αυχένας<br />έμπηγαν μια καρφίτσα<br />στα στέρνα τους<br />που πάλλονταν ρυθμικά<br />από μιαν άγρια καρδιά<br />κι είχαν τις χαίτες τους<br />κρυμμένες στην κουκούλα.<br />Αν, ο μη γένοιτο, ξέφευγε κάποια τούφα<br />με τσιμπιδάκι αλαβάστρινο<br />την στερέωναν πίσω<br />από το μετωπιαίο τους οστό.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Οι Δελφίνες κοιτούσαν<br />με βλέμματα κενά.<br />Ανοιγόκλειναν τα βλέφαρα<br />μόνο και μόνο για να<br />εντοπίσουνε την ενοχή η μια στην άλλη.<br />Έτειναν, τότε, το χέρι<br />χάιδευαν την κοινή<br />κυανή τους φλέβα<br />και μ’ ένα νεύμα συγκαταβατικό<br />έγερναν τα κεφάλια στον ώμο<br />αποφασισμένες να χορέψουν <br />της γενιάς τους τον χορό<br />με σάλτα στον αέρα<br />μέχρι να χαθούνε για πάντα<br />απ’ τον ορίζοντα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΑΝ ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 320px;">Στη μνήμη του θείου μου Αλέξανδρου Ίσαρη</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τώρα που έσβησαν<br />από το πρόσωπό σου<br />οι γραμμές της ζωής</p>
<p style="padding-left: 120px;">θυμήθηκα</p>
<p style="padding-left: 120px;">πώς γύρω απ’ αυτά τα μάτια<br />κατέγραφαν τις απουσίες<br />έσκαβαν στο χαμόγελο πλάι<br />των πικρών φιλιών τ’ αυλάκι<br />και γύρω απ’ τα μηνίγγια<br />ένα στεφάνι<br />με μονοκονδυλιά<br />που ξεκινούσε νοητά<br />πώς κοίταζε από των σκέψεων<br />τον λαβύρινθο να ξεφύγει.<br />Στο κέντρο των φρυδιών σου<br />έβλεπα τη λεπτότατη γραμμή<br />να καταλήγει.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Η άλλη γραμμή<br />η διακεκομμένη<br />που φανέρωνε τον δισταγμό<br />μπροστά στο κάθε τι τ’ ανέφικτο<br />κρύφτηκε σε τρυφερό λακκάκι<br />κατρακύλησε με μια σύσπαση<br />στον λαιμού σου το ηχείο<br />κι ακολούθησε τον αναστεναγμό<br />μέχρι το υπογάστριο.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τώρα που χάθηκαν για πάντα<br />του βίου σου οι ουλές<br />στην άσπρη σκόνη που απομένει<br />σε ιχνογραφώ από τα συμφραζόμενα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Όπως μου έμαθες.</p>
<p style="text-align: right; padding-left: 120px;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΜΕΡΟ (2023)</strong></h4>
<h6 style="text-align: center;"><strong>42 ΧΑΪΚΟΥ</strong></h6>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>2</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Τα λευκά κρίνα<br />σε είδαν ολόγιομη<br />και προσκύνησαν.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>13</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Πονηρός Λίβας<br />γλιστράει, μες στους μηρούς<br />ως κλέφτης χαδιών.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>25</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Οι βλεφαρίδες<br />των κοριτσιών στη σιέστα<br />χρυσές βεντάλιες.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>34</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Έχει θεριέψει,<br />ο αναρριχητικός<br />Χρυσός μου Πόθος.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>39</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Το ασημένιο<br />πέπλο μου θα σκεπάσει<br />ώμους και λόφους.</p>
<p> </p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20479 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΕΞΩΤΙΚΟ-300x211.jpg" alt="" width="419" height="295" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΕΞΩΤΙΚΟ-300x211.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΕΞΩΤΙΚΟ.jpg 524w" sizes="(max-width: 419px) 100vw, 419px" /></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>Εξωτικό</strong></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 200px;"><strong>ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ (2020)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή<br />βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα<br />το κρατάς σαν μωρό<br />σφιχτά κι απαλά<br />μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε<br />στους οφθαλμούς<br />τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά<br />μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κι ύστερα περνά από μπροστά σου<br />φευγαλέα η ματιά<br />μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις<br />όπως όταν η φλέβα φουσκώνει<br />το αίμα κυλά<br />τι τένοντας, τι τέντωμα<br />να σκάσει πάει η κρούστα<br />και είναι της πληγής τούτης ενόραση<br />η δερμάτινη μνήμη.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.<br />Είχε ξεφύγει<br />σε ηλικία ανήλικη<br />από το παρτέρι με τ’ άλλα<br />καλλωπιστικά φυτά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μια μέρα που την πότιζαν οξέα<br />για δυναμωτικά, ένιωσε<br />στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα<br />η φλούδα της να σκάει<br />στα πλευρά<br />οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν<br />έγκαυμα<br />δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μετά, στο πρόσωπό της<br />παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.<br />Την τύλιξαν με τουλπάνια<br />εμποτισμένα<br />να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία<br />όμως ή θεραπεία μάταιη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Οι ρόζοι γίναν μάτια<br />είδανε πέρα από τα σύρματα<br />στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα<br />αντιμίλησε στην οικογένεια <br />αμφισβήτησε όλα τα ποώδη<br />την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή<br />η κεκαλυμμένη<br />με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.<br />Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.<br />Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Το γυάλινο σπίτι είχε από καιρό φυσηθεί, είχε ψηθεί σε χιλιάδες <br />βαθμούς Κελσίου· η αποστείρωση επετεύχθη, κάτι μικροοργανισμοί <br />εξαφανίσθηκαν και ορθώθηκε σε θέα κοινή. Η άφιξή μας <br />στην κορυφή του λόφου έγινε αισθητή, τα κλειδιά πετάχτηκαν<br />στα γκρεμνά, μαζί με την καμπάνα ήχησαν σε συγχορδία αρμονική<br />&#8211; δεν τα είχαμε ανάγκη. Στο σπίτι τούτο εξάλλου, οι νέοι <br />κάτοικοι θα ήταν αποκαλυπτικοί, ολόκληρη η ζωή τους περίοπτη<br />Η μοναξιά του κρεβατιού τους η τόσο απόλυτη τώρα θα <br />ίδρωνε σε οργανικές στιγμές και οι γυάλινοι επισκέπτες με ζώων <br />χνώτα θα θόλωναν το τζάμι· αράχνη δε θα εισέβαλλε καμία,<br />γνωρίζοντας πως δε θα ‘βρισκε ταβάνι για να κρεμαστεί.<br />Ανάμεσα σε δυο πελώρια βράχια, σαν βόλος που παίζαμε <br />παιδιά, κύλησε η μπίλια · χωρίς θεμέλια, μόνο ένας θόλος μας <br />αγκαλιάζει, καμιά πλεκτάνη στην κάψουλά μας δεν περνάει,<br />κρεμάστηκε και η ταμπέλα: ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ. Το όραμα του <br />δάσους που μας ακολουθεί ανακλάται πάνω μας σαν αρχαία <br />προβολή.<br />Δεν επιδιώκουμε την εξαφάνιση, και η πρόθεσή μας αυτή<br />είναι, αν μη τι άλλο, έντιμη.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΚΑΤΙ ΠΑΙΔΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες<br />με πυροσβεστικούς κρουνούς.<br />Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια<br />χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες<br />πάνω σε σπασμένα τζάμια<br />μαζεύονται σε μια γωνιά<br />κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή<br />ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο<br />πυρώνουν σταδιακά<br />πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις<br />ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια<br />-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.<br />Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά<br />φλόγες μακριά πετούν<br />σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,<br />καίνε τα μαύρα νέφη,<br />καπνός στάζει από ψηλά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ξέρω κάτι παιδιά<br />που εξουδετερώνουν<br />τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΕΣΘΗΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Το ηλιακό εκκρεμές<br />δέχεται τις αχτίδες του χρόνου.<br />Με λεπτότατους δείκτες<br />προβάλλει σε τοίχο τις στιγμές<br />πέφτει της μέρας ο μπερντές<br />από τα δάχτυλα αόρατου παίκτη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τότε έρχονται τα παιδιά με τ’ άσπρα μαλλιά<br />μπουλούκι που έφτασε μέσα στα χιόνια<br />κυκλωμένο από τις αέναες στοές<br />ετοιμάζονται οι τροχαλίες<br />οι από μηχανής σωτήριες<br />φορούν στη θεά Τύχη<br />το στέμμα της με τ’ απόρθητα τείχη<br />πρωταγωνιστεί σε παράσταση στημένη<br />πριν από χίλια και βάλε χρόνια<br />άδεια έμεινε η οκτάγωνη κλίνη.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Στέκει τώρα στα σκοτάδια<br />αποκομμένη από το σώμα<br />ο κορμός της σ’ εκκρεμότητα<br />παρασκηνιακά<br />με τη χρυσή εσθήτα<br />κρατάει τον κόσμο ανάμεσα<br />στα δυο της πόδια.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Περιορίστηκαν οι λέξεις<br />σε παπούτσια στενά<br />μυτερά στην άκρη σκαρπίνια<br />κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες<br />έντρομα ρήματα<br />αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν<br />για ομολογίες<br />συγχωροχάρτια σε τραπέζια<br />υπογράφονται καθημερινά.<br />Ανένδοτα κάποια<br />υπόκεινται σε βασανισμούς<br />καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές<br />στην απομόνωση ψιθυρίζουν<br />κουράγιο, δάκρυ, ή σχοινί<br />ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές<br />φυσούν τον καπνό τους από κει<br />ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα<br />υπόσχονται.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Και το πρωί, στην αναφορά<br />κρύβουν όλα τα παθητικά φιλιά<br />δείχνουν τα νύχια τους, είναι καθαρά<br />προχωρούν στα συσσίτια.<br />Κάτω από τη μπότα του μυαλού που εποπτεύει<br />πίσω απ’ την πλάτη που απωθεί<br />σε στενά κελιά στοιβάζονται<br />σαν απορ-ρήματα<br />τα μεταβατικά χώρια από τ’ αμετάβατα<br />καθρεφτάκια κρύβουν στις καταπακτές<br />γράφουν στον ήλιο το νόημα<br />κρεμούν τα χέρια έξω απ’ τα σίδερα.<br />Κι όταν τα δάχτυλα συνθλίβονται<br />θυμούνται όρκους<br />μια μέρα όλα να τα πουν<br />ν’ αντέξουν.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΚΛΕΙΨΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Ίσως είμαστε διάττοντες, είπες<br />κι έσταξε η οροφή φωσφορικά και απλανή <br />αστράκια από εκείνα που αχτίδες συσσωρεύουν<br />τα είχαμε κολλημένα γερά<br />να μη φοβόμαστε τις κρύες νύχτες·<br />το ταβάνι τώρα μελανό<br />μας μούσκεψε ασήμια η βροχή<br />έγιν’ ένα με το κατάστικτό μας δέρμα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μικρές αναλαμπές, είπα, είμαστε<br />κι άστραψε ο γυάλινος θόλος, έλιωσε ο σκελετός<br />σίδηρος κάλυψε τα σκεύη τα ιερά<br />-τα έργα πώς να προστατέψεις;-<br />σήμαναν συναγερμοί, εκκενώθηκε η αγορά.<br />Πως είμαστε φαινόμενα έκτακτα<br />να λεχθεί δεν έπρεπε<br />αρχίζουν, βλέπεις, οι προγνώσεις<br />βγαίνουν ανακοινωθέντα<br />ανέτοιμοι οι πληθυσμοί<br />Αλλάζουν άξαφνα οι ουρανοί<br />καλύπτονται από σύννεφο πυκνό<br />τρέμουν οι βέβαιες λιακάδες:<br />ο ήλιος αυτός δεν μας αρέσει, θα φέρει καιρό</p>
<p style="padding-left: 120px;">Η νηνεμία αιτούμενο, αλλά<br />η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι<br />στη βωβή τους ζωή.<br />Να πάμε<br />λέει η πρόσκληση<br />επισήμως γδυμένοι<br />ένα βράδυ<br />όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα<br />και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά<br />ν’ αφήσουμε τις φωνές μας<br />στην κρεμάστρα<br />μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής<br />να βγάλουμε τα τακούνια<br />απ’ τα παπούτσια<br />και τα δόντια μας με την τανάλια<br />τα κόκαλά μας να τυλίξουμε<br />προσεκτικά<br />να μην κροταλίζουνε στα γέλια<br />να εκπνέουμε αθόρυβα<br />αντί να παίρνουμε ανάσα.<br />Στη σάλα τη μεγάλη<br />ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας<br />στην άκρη<br />και να στρωθούμε στο τραπέζι<br />με φόβο μπουκωμένοι.<br />Μάς εγκαλούν από απέναντι συχνά<br />να κάνουμε ησυχία.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Ήρθες ξημερώματα<br />να μας ζητήσεις τα κοινόχρηστα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μα εδώ είναι τα ιδιωτικά δωμάτια<br />έχουμε σπάσει τα ντουλάπια<br />τα στρώματά μας έχουν το αιμάτινό μας<br />μονόγραμμα<br />στα λουτρά έχουμε κρυμμένα τα μαχαίρια<br />το μάθημα ανατομίας αρχίζει στις εννιά<br />τα βιβλία μας πήρανε φωτιά<br />να ζεσταίνουμε τα χέρια τον χειμώνα<br />κι οι βρύσες στάζουνε μύρα πολύχρωμα.<br />Ψάξε και βρες ποιοι είμαστε από το χρώμα<br />που λιμνάζει στα υπόγεια.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ήρθες η ώρα τρεις<br />ν’ αρχίσεις το εξημέρωμα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Όμως εδώ<br />έχει φωλιάσει το θηρίο για τα καλά.<br />Και δεν το διαχειρίζεσαι πιά.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Τώρα κάθισε<br />στο συρμάτινο κεντίδι<br />και ηλεκτροφόρησε<br />τη φωνή σου<br />στα σύμπαντα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Αναρωτήσου:<br />Αν ήθελες μια ζωή<br />του θανάτου τον αχό<br />να περιορίσεις<br />πού πήγες κι έμπλεξες<br />στον ιστό της κραυγής<br />που συνταράζει<br />κι υστέρα στη σύγκρουση<br />γιατί προσκολλήθηκες;<br />Ρυθμός του αίματος<br />ανάβλυσες<br />κι έκανες εκείνα τα τρικ<br />στων δρόμων τη διασταύρωση.<br />Τα σπασμένα φανάρια<br />αναβοσβήνανε<br />τα δύο μάτια<br />παράταιρα γύριζαν<br />χαμός γινόταν<br />και τανάπαλιν διάσωση. <br />Τί το ‘θελες τότε<br />ανεμοδούρα εσύ ισχνή<br />και λικνίστηκες<br />αναίσχυντα<br />με τους μηρούς<br />τα χέρια ανοιγμένα<br />κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα</p>
<p style="padding-left: 120px;">Θρόιζε για πάντα τώρα<br />πάνω στα ουράνια<br />μεταλλικά μοτίβα.</p>
<p style="text-align: right; padding-left: 120px;">.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Παράξενο το παιχνίδι των συνειρμών.<br />Μου το&#8217; μαθαν σ&#8217; ένα σπίτι εσπερινό<br />χτυπημένο από σεισμό<br />έκτοτε βάλθηκα ν&#8217; ανακαλύπτω<br />πίσω απ&#8217; τις ρωγμές<br />την κρυμμένη κρήνη που στάζει<br />την υγρή ματιά που κοιτάζει<br />τη σχισμένη ταπετσαρία<br />κυριευμένη από το ρολό του μαρασμού<br />να σβήνει τις κηλίδες του χρόνου.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Το κουβαλάω πάντα μαζί μου<br />το παράξενο αυτό<br />παιχνίδι των συλλογισμών.<br />Κρυμμένη σε κασετίνα<br />η πολύτιμη αλληλουχία.<br />Τα πιόνια της<br />στήνω με επιμέλεια<br />στις άκρες των ερημικών<br />δρόμων που τραβώ<br />αφήνω ίχνη για τον χαμένο αδελφό.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Αραιώνουν οι άνθρωποι<br />στη μεγάλη πόλη των λέξεων.<br />Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου<br />ό,τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου<br />σεργιάνησε, μέχρι που έγινε σκιά<br />μαύρα κουρέλια βήματα<br />αποσύρονται βαριά, όπως οι σκέψεις<br />μετά από περισυλλογή<br />διαλύονται στην αναπόληση.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κι ο μέσα αιών της καρδιάς<br />αργά καλύπτει τα φύλλα<br />των άρρωστων δέντρων παράγωγα<br />σε μια λευκή σελίδα.<br />Με αποφατική εκφορά<br />λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας<br />για λίγο τα καπέλα<br />ώσπου να πέσει το βέλο στα μάτια<br />και μετά ερημιά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Αποσύρονται οι άνθρωποι<br />όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΣΤΕΓΝΟ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Όταν γίνομαι ένα σώμα στεγνό<br />που αναζητάει το σύννεφο<br />ψάχνει στις λέξεις να το βρει<br />σχηματίζοντας μοναχά<br />έναν κύκλο ελλειπτικό.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Παρακαλά το στόμα<br />σε γλώσσα τροπική<br />κολλούν ανάμεσα στα δάκτυλα τ&#8217; άστρα<br />ένα μεγάλο στον δείκτη, ακτινωτό<br />που μ&#8217; εμποδίζει να δω τα άλλα<br />τα πιο μικρά<br />τα μαλλιά μου μεταμορφώνονται<br />σε έκκληση<br />μαυρίζουν οι ουρανοί<br />ένα κύμα με παραδέρνει, του αίματος κύμα<br />που χτυπά με φόρα<br />πάνω στου νου τα στεγανά<br />και τα ποτίζει ανεξίτηλα<br />πιτσιλάει τα λευκά χαρτιά<br />με ακατάληπτα νοήματα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Τα χέρια κινούνται σε παραφορά<br />με τον άνεμο παρέα<br />που φέρνει από τα χάη στάχτη πυκνή<br />θολώνει την επιφάνεια<br />μένουνε μόνο κάτι στίγματα που μοιάζουν<br />μ&#8217; επιφωνήματα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στις σπηλιές που τις έγδερνε εξωτερικά ο ήλιος<br />στις εσοχές των χαδιών από χέρια ψημένα<br />ήρθαν και κάθησαν δύο περιστέρια.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κρατούσαν στα ράμφη ένα γράμμα κι ένα πετράδι.<br />Η πέτρα ήταν μαγνήτης, ο φάκελος είχε περιθώρια ωχρά<br />Τα μάτια μας έλαμψαν αναζητώντας τις λέξεις στο χώρο<br />Ύστερα ξαπλώσαμε<br />στης θάλασσας την επιφάνεια, απαλό κι υγρό το σώμα<br />άρχισε να υπαγορεύει το περιστέρι<br />έχοντας τους δυο πόλους στο στόμα<br />λόγια μεταδοτικά<br />η γλώσσα του έβγαινε κάθε λίγο προκλητικά<br />γέμιζε τα περιθώρια, τα μάτια γύριζαν προς τον ουρανό<br />και χάνονταν μαζί με κάθε προσανατολισμό.<br />Κι όσο γράφονταν οι σελίδες<br />κι όσο έπεφτε η ένταση του ήλιου<br />και τα κοχύλια άνοιγαν πετώντας φλόγες<br />σχηματίστηκε ατμός<br />έβγαινε από σιφόνι πήλινο ξεχασμένο στα πλαϊνά πρανή<br />άρχισε η κατολίσθηση.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Εκείνες τις μέρες στις σπηλιές που τις κύκλωνε εμφατικά ο ήλιος<br />μέσα στα μεταλλικά νερά γράφτηκε η ιστορία.<br />Πέρασε ανάμεσα από τοιχία<br />μέσα απ’ τις σπείρες του κοχλία.<br />Κι αν όλα έγιναν λάσπη αργίλου και το τοπίο μοιάζει αγνώριστο<br />η διήγηση των επαναλαμβανόμενων ήχων<br />μας θυμίζει το μακρινό εκείνο τραγούδι<br />των χειρονομιών.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΛΕΥΚΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Για μια στιγμή το φως στάθηκε πάνω στις λεύκες<br />Τις αναζωπύρωσε<br />Πέντε κόρες ευθυτενείς<br />παρουσιάστηκαν έκπαγλες<br />με χέρια μετέωρα γαλανά<br />φωσφόριζαν κάτω απ’ τη χλωμή σελήνη<br />κι εκείνη η λεπτότερη<br />κινήθηκε θαρρείς<br />σαν να την έσπρωξε ενθαρρυντικά<br />η πρεσβυτέρα με τα ροζιασμένα δάκτυλα<br />Απαλά<br />Κι ήταν το χάδι μιας ριπής του αγέρα<br />που λύγισε το δέντρο μπροστά μας<br />σε στάση προσφοράς<br />ψιθύρισε η βοή του κάτι<br />σε γλώσσα απόκοσμη<br />κατανοητή από το ρίγος<br />στη βάση του αυχένα<br />σάλεψε δροσιά στα κουρασμένα βλέφαρα<br />τα βρήκε σύμφωνα<br />σε μαύρο φόντο άστραψε η στιγμή<br />μας έκανε όλους διακριτούς<br />ακούσαμε θρήνους βουβούς.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Οι άλλες τρεις χόρεψαν στο πάλκο<br />τους καημούς<br />Στη σύγχυση των όγκων<br />είχαν κάτι από το εύπλαστο παρόν<br />Ας έρχονταν από όνειρο μακρινό<br />των λευκών<br />στα δάση του Βορρά<br />ατέλειωτων νυχτών.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Οι μέρες της οργής οι μικρές<br />εξελίσσονται σε τρόμο ανύποπτο.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Σκαλώνουν αγκάθι στον λαιμό<br />λεπτό το λεπτό<br />το κεφάλι σκυφτό<br />προσπαθούν να πάρουν αέρα<br />απ&#8217; όπου βρουν<br />κρεμιούνται σε τοίχο χαμηλό<br />εκεί πιέζεται το στέρνο<br />δέχονται χτυπήματα στον τράχηλο<br />μιλούν με γλώσσα λυμφατική<br />κανείς δεν τις ακούει<br />αφρίζει διάφορα η φωνή.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κι έχουν στο βλέμμα μια πληγή<br />σου ψιθυρίζουν οργισμένα ένα: &#8220;Αει&#8221;.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ξάφνου φτύνουν το αγκάθι<br />με σύσπαση νευρική<br />φυσούν στο άπνοο σώμα αναπνοή βαθιά<br />στις δύο με τρεις το ξημέρωμα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΑΡΑΝΔΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Είμαι το έρμαιο <br />ενός ονείρου αδηφάγου<br />που αρχίζει και τελειώνει<br />μέσα στα σπλάχνα του λευκού ταράνδου.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Αφομοιώνομαι τη μέρα αργά<br />γίνομαι η ύλη <br />που στα σκοτάδια τον φωτίζει<br />και τον καθοδηγεί<br />σ’ ανήλιαγα δάση<br />Ένα φωτεινό υπογάστριο<br />είμαι που ξαφνιάζει<br />τον φιλήσυχο περιπατητή.<br />Μπρος στα έκπληκτα μάτια<br />γίνομαι το λευκό του όραμα<br />βρίσκομαι την ίδια στιγμή<br />και στη γη και στον αέρα<br />ένα αιμοσφαίριο ζωής <br />για το σάλτο της απόδρασης<br />που καταλύει τη βαρύτητα<br />άδει βελάσματα<br />πιάνεται από τα κέρατα<br />με άλματα ημερικά<br />ώσπου απομένει<br />μόνο η τροχιά του<br />στους ουρανούς να διαγράφεται αχνά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Είμαι η κρύα φλόγα<br />που βγήκε αχός βραχνός της ηδονής<br />από του ζώου το στόμα<br />σαν καταλάγιασε η ορμή και τέλειωσε<br />το θηρευτικό παιχνίδι.<br />Σβήνω μόλις σουρουπώσει<br />για να ξανάψω μιαν άλλη κοιλιά<br />στα επόμενα όνειρα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΑΡΟΙΚΩ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Παροικώ στου δρόμου το πιο στενό σημείο<br />Καμιά ενόχληση εκεί<br />Πάρεξ μια σταλαγματιά στο τάσι<br />μικρή χρυσή περιουσία<br />τον κόσμο μου αποκαλύπτει<br />γίνεται αντιληπτό το κάτοπτρο.<br />Δείχνει τον πλούτο που κουβαλήθηκε<br />Εδώ στου δρόμου το σημείο το πιο στενό<br />έγινα ένα με το τοιχίο<br />η όψη μου μοιάζει να επιμηκύνεται<br />μια μορφή προπατορική<br />γλυκά λαλεί, του αμανέ η φωνή<br />που εντός μου κατοικεί.<br />Οσμίζομαι τη βροχή σε τούτη εδώ την εσοχή<br />Περιπλανώμενη ύπαρξη<br />χτίζομαι με πλίνθους<br />ξανά απ’ την αρχή.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΙΛΩΤΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Απλώνονται στα παγκάκια της παρακείμενης μέρας.<br />Είλωτες στη δούλεψη της αδράνειας<br />της πιο σκληρής αφέντρας<br />κάθιδροι θα ΄λεγε κανείς<br />κι όμως αυτές είναι οι συνέπειες της λιγοστής βροχής<br />πάνω στα μέτωπα τα ζαρωμένα<br />κοιτούν τα σύννεφα αποχαυνωμένα<br />απολειφάδια ενός ουρανού<br />που μέχρι το γιόμα<br />θα έχει πάρει του σάπιου μήλου το χρώμα.<br />Για την αλλαγή του κλίματος μονολογούν<br />κι η γόπα καίει τα χείλη<br />έγιναν σαρκώδη βούκινα της συμφοράς<br />Έξω απ της συνοικίας τα τείχη<br />Έξω απ τα όρια της ντροπής<br />και δεν ξεσηκώνεται ουδείς<br />καθώς κλειστά τα τελωνεία<br />με φράγματα σιωπής.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ολόγυρα<br />μόνο του πατημένου τριφυλλιού η αποφορά<br />των ζωτικών υγρών<br />νυχιά σκίζει το φρέσκο χώμα<br />ορίζοντας κύκλο νοητά<br />γύρω από τούτα τ΄ ανέστια όντα<br />σημάδι του χρόνου που περνά<br />αφήνοντας στη σήψη ενέχυρα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Τα ανθρώπινα κατάλοιπα<br />περιφέρονται τις νύχτες με φεγγάρι.<br />Παριστάνουν άλλοτε τον μάρτυρα<br />με την πληγή ανοιχτή<br />γυρεύουν κοάζοντας στις λασποπόλεις<br />χάδι από χέρι απαλό<br />όπως σ’ εκείνο το πορτρέτο που θυμούνται<br />όταν αναστρέφονται τα μάτια<br />πάνω κρεμασμένο από το μεγάλο κρεβάτι<br />τους το θυμίζει το σαράκι, τσιρίζει<br />τη σιωπή σχίζει στα δύο εκστατικά<br />λίγο πριν χαμηλώσουν τ’ ανακουφισμένα βλέφαρα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Άλλοτε πάλι<br />στων προσώπων τους βλέπεις το αντιφέγγισμα<br />λάμψης αστρικής, μη γελαστείς<br />από τα κοίλα χείλια<br />είναι υπάρξεις ημισεληνοειδείς.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Μέσα στους βραχώδεις κήπους<br />τραγουδάει η σπασμένη σιαγών αγωνίας αλαλαγμούς<br />το τραγούδι τους τις νύχτες ακούς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-21364" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class=" wp-image-21365 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ-204x300.jpg" alt="" width="405" height="595" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ-204x300.jpg 204w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ.jpg 435w" sizes="(max-width: 405px) 100vw, 405px" /></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ SPEAKNEWS </strong></h5>
<p><strong>Το 2020 κυκλοφόρησε η πρώτη σας ποιητική συλλογή «Το αιώνιο αίνιγμα» από τις εκδόσεις Κίχλη. Ποια θέματα αγγίζει η ποιητική σας γραφή;</strong></p>
<p>Πρόκειται για μια ποιητική ενότητα που αρθρώνεται πάνω στον ερωτικό και υπαρξιακό άξονα της ανθρώπινης κατάστασης στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου όλες οι προσδοκίες για ευδαιμονία, νομοτελειακά οδηγούνται στην αναπότρεπτη φθορά και τη δυστυχία (ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, όπως έλεγε ο Φρόυντ).<br />Ο έρωτας, όπως και η ποίηση αποτελούν τις μοναδικές αντιστάσεις μας απέναντι στην καταστροφική δύναμη του πολιτισμού και στην αυτοκαταστροφική παρόρμησή μας προς τη συντριβή. <br />Προσπάθησα να αποτυπώσω και να εξιχνιάσω όλα αυτά τα στοιχεία της έκστασης, του πάθους, της σιωπής, της σύγκρουσης, της κάθαρσης, αλλά και και του προσδιορισμού του χώρου και του χρόνου της μνήμης.</p>
<p><strong>Η μνήμη επηρεάζει τη γραφή σας ταξιδεύοντας σας στο χρόνο και σε γεγονότα που σας σημάδεψαν;</strong></p>
<p>Η μνήμη είναι το βασικό υλικό, η μαγιά θα έλεγα κάθε δημιουργικής διαδικασίας. Η ίδια η γλώσσα ήταν αυτή που με έκανε να σκάψω βαθιά στην προσωπική μου αλήθεια και στην ανθρώπινη εμπειρία της σύγχρονης πραγματικότητας, που περιορίζει και συνθλίβει κάθε μας κίνηση προς την ελευθερία, επιδιώκοντας παράλληλα, μέσω της γραφής, την υπέρβαση αυτής της ίδιας της πραγματικότητας και την εύρεση μιας απάντησης για την επούλωση του αιώνιου τραύματος. Το αίνιγμα παραμένει άλυτο.</p>
<p><strong>Σε κάποια ποιήματα αναφέρεστε στη γυναίκα. Στο ποίημα Τα μωβ θηλυκά λέτε: «Είμαστε περιορισμένες/ σε κελύφη από δέρμα πορώδες σκληρυμένο στη βροχή και τ’ αλάτι» και στο Όπως μας θέλουνε λέτε: «Μας θέλουνε να είμαστε πάντα/απαλές και λευκότατες.» Ποια η θέση της γυναίκας σήμερα στην Ελληνική κοινωνία;</strong></p>
<p>Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας νομίζω ότι διατρέχει πολλά ποιήματά μου. Στα δύο συγκεκριμένα ποιήματα που αναφέρεστε, υπάρχει μια πιο εμφατική αποτύπωση της στερεότυπης εικόνας των γυναικών με την οποία εκπαιδεύονται από την παιδική τους ηλικία και απαιτείται καθόλη τη διάρκεια του βίου τους. Η «απαλή», η «λευκότατη, η «ολοστρόγγυλη» γυναίκα, η παθητική ως προς τις διεκδικήσεις, η στοργική ως προς τις αποκρίσεις, η υπάκουη σε κοινωνικές προσταγές και σε ρόλους που προδιαγεγραμμένα θα πρέπει να υποδυθεί, αν θέλει να επιβιώσει. Όταν δεν είμαστε «όπως μας θέλουνε», συκοφαντούμαστε, τιμωρούμαστε, απολυόμαστε, δολοφονούμαστε. Όσο κι αν νομίζουμε ότι έχουν ξεπεραστεί, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες, αυτά τα στερεότυπα, οι βιασμοί και οι γυναικοκτονίες που μας συγκλονίζουν, είναι η κορυφή του παγόβουνου του γυναικείου ζητήματος. Πολλά έχουν κερδηθεί στο πεδίο των αγώνων, αλλά η γυναίκα στη σημερινή εποχή βρίσκεται και πρέπει να βρίσκεται στο δρόμο της διεκδίκησης των δικαιωμάτων της.</p>
<p><strong>Στο εξώφυλλο του βιβλίου σας υπάρχει ένα δικό σας έργο ζωγραφικής. Και βέβαια συμμετέχετε σε εκθέσεις ζωγραφικής με αξιόλογα έργα. Πείτε μας λίγα λόγια για το ζωγραφικό σας έργο και πώς συνδυάζετε ζωγραφική και λογοτεχνία στη καθημερινότητα σας;</strong></p>
<p>Η επιλογή ενός δικού μου πίνακα για το εξώφυλλο της συλλογής το «Αιώνιο Αίνιγμα», καταδεικνύει τις δύο ιδιότητές μου, της ποιήτριας και της ζωγράφου, κάτι που δεν είναι και τόσο συνηθισμένο. Για εμένα πρόκειται για εκφράσεις, απλώς με διαφορετικό κώδικα επικοινωνίας, του ίδιου φαινομένου -της ίδιας ανάγκης-, οπότε και γίνεται με φυσικό τρόπο ο συνδυασμός τους στην καθημερινότητά μου. Για παράδειγμα, η θεματολογία είναι κοινή. Και στη ζωγραφική μου η γυναικεία μορφή είναι δεσπόζουσα. Γυμνή, εκτεθειμένη στη φύση της και στη φύση των πραγμάτων, μέσα σε ονειρικά τοπία, μόνη ή σε γυναικεία συμπλέγματα, παρέα με ζώα, φυτά, σε θάλασσες ή σε βουνά, αλλά και περιπλανώμενη σε αστικά τοπία. Εγκλεισμένη σε δωμάτια διαμερισμάτων με πόρτες κλειδωμένες, παρέα με σκιές, δίπλα σε σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, αλλά και σε παράθυρα που οδηγούν παντού.</p>
<p><strong>Το οικογενειακό περιβάλλον σας επηρέασε στο να στραφείτε στη ποίηση και τη ζωγραφική;</strong></p>
<p>Το οικογενειακό περιβάλλον έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καλλιέργεια μου. Προέρχομαι από οικογένεια καλλιτεχνών και φιλότεχνων. Έτσι, έδωσαν σημασία σε ποιητικές εκφράσεις μου, ακόμα κι από την ηλικία των τριών ετών, κάτι που τους οδήγησε στην ηχογράφησή τους κι εν συνεχεία στη δημοσίευση «ποιημάτων» μου στο λογοτεχνικό περιοδικό Τραμ, το 1978. Στην πορεία, μέχρι την ενηλικίωσή μου, είχα την τύχη να μου δοθούν όλα τα κατάλληλα ερεθίσματα και ενθαρρύνθηκα στην ενασχόλησή μου με την τέχνη γενικότερα και με τη ζωγραφική ειδικότερα, την οποία και τελικά σπούδασα. Θεωρώ ότι όλα τα παιδιά έχουν ταλέντα και εκφράζονται καλλιτεχνικά, αλλά είναι σημαντικός ο ρόλος αρχικά της οικογένειας και του εκπαιδευτικού συστήματος στη συνέχεια, για τον εντοπισμό και για την καλλιέργειά τους.</p>
<p><strong>Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 έφυγε από τη ζωή ένας ξεχωριστός λογοτέχνης και ζωγράφος, ο Αλέξανδρος Ίσαρης, αγαπημένος σας θείος και αδελφός της μητέρας σας. Λίγα λόγια για τον άνθρωπο Ίσαρη και το έργο του.</strong></p>
<p>Είναι νωπή ακόμα η απώλεια του θείου μου και είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτόν και για τον πασίδηλο ρόλο που έπαιξε στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς και των επιλογών μου. Προσπαθώντας να μειώσω τη συναισθηματική φόρτιση, μπορώ να πω ότι έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 81 ετών, πριν από λίγες μέρες, ο Αλέξανδρος Ίσαρης. Ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο μεταφραστής, ο φωτογράφος, ο γραφίστας. Ένας σπουδαίος, πολυδιάστατος καλλιτέχνης, που αφιέρωσε τη ζωή του στην Τέχνη, παθιάστηκε μαζί της και δημιούργησε ακατάπαυστα, μέχρι την τελευταία του πνοή. Το σημαντικό του έργο θα μας συντροφεύει όλους όσους γίναμε, αλλά και όσους θα γίνουν στο μέλλον κοινωνοί του.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right; padding-left: 120px;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 14/12/2024</p>
<p>Όταν ηχεί η σειρήνα του χρόνου&#8230;</p>
<p>Η Σοφία Περδίκη συνεχίζει τη δημιουργική πορεία της καλλιεργώντας με επιμέλεια τα «παράξενα φυτά» του δικού της ποιητικού κήπου. Η φαντασία, η ομορφιά, η αρμονία και το φως είναι η αποστολή τους. Με τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης μάχονται να μετατρέψουν το σκοτάδι, το διοξείδιο του άνθρακα που σκορπίζουν στη γη τα ανθρώπινα όντα, τα εθισμένα στη βία, την αναλγησία, τον φόβο και την απάθεια, σε ένα φωτεινό όραμα ενός κόσμου εμπιστοσύνης, καλοσύνης και αλληλεγγύης. Μέσα από μια γραφή ονειρική συνθέτει απρόβλεπτες ελλειπτικές ιστορίες, οι εικόνες τους αναδύονται από το ασυνείδητο, έναν χώρο που προσλαμβάνει και αποθηκεύει με τον δικό του αινιγματικό τρόπο, στη δική του συμβολική γλώσσα τροποποιημένο και παραλλαγμένο το υλικό μιας αφιλόξενης και οδυνηρής πραγματικότητας.</p>
<p>Η σειρήνα του χρόνου είναι ο τίτλος της τρίτης συλλογής μιας δραστήριας δημιουργού που μοιράζει το ταλέντο της σε δύο απαιτητικές τέχνες, την ποίηση και τη ζωγραφική. Σαράντα ένα ποιήματα και ένας πίνακας δικός της επιλέχτηκαν να συνυπάρξουν στο βιβλίο αυτό που μέσα από μια πλούσια εικονοποιία αναδεικνύει τη γέννηση, τη διαμόρφωση και την εκδήλωση της καλλιτεχνικής ταυτότητας μιας γυναίκας δημιουργού. Οπως οι ζωγράφοι σχεδιάζουν παραλλαγές της αυτοπροσωπογραφίας τους, έτσι και στο βιβλίο αυτό βλέπουμε παραλλαγές του πορτρέτου της ποιήτριας, καθώς δοκιμάζει εναλλακτικές εκδοχές του εαυτού μέσω του λόγου, σε διάλογο με τον χρόνο και τις εσωτερικευμένες ηλικιακές φάσεις. Η δημιουργία προϋποθέτει τη διττότητα, τον διχασμό ανάμεσα στην εξωτερική, συμβατικά αποδεκτή πραγματικότητα και την εσωτερική αινιγματική, αυτή που υπαγορεύει ο ανέγνωρος κόσμος μέσα μας: «Μισή μέσα στην πραγματικότητα/ κι άλλη μισή δοσμένη σε διαστάσεις αφηρημένες/ του εαυτού μου απέκτησα/ εναλλακτικές εκδοχές».</p>
<p>Πέρα από τη χαρτογράφηση της δικής της ατομικής πορείας στον χρόνο, παράλληλα με τις εσωτερικές ανιχνεύσεις, τις υπαρξιακές κρίσεις, την αγωνία για τη φθορά που παραμονεύει, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την αθόρυβη πορεία της, η Περδίκη με άγρυπνη συνείδηση προσλαμβάνει και βιώνει την αγωνία και τη βαθιά θλίψη των ανθρώπων τού σήμερα, καθώς η ιδιώτευσή τους είναι συνώνυμη της παραίτησης και της απόσυρσης στην ξηρασία της μοναξιάς. Αυτόχειρες, επιλέγουν να κατακρεουργούν, να φιμώνουν τα αισθήματα, καλλιεργούν την ακηδία, τιμωρούν τη χαρά, επιλέγουν μια ζωή αυτοπεριορισμού, φόβου, διατήρησης μιας άγονης επιβίωσης εν τάφω, ενώ γύρω τους καταιγισμός απειλητικών γεγονότων αφανίζει κάθε ελπίδα και ενισχύει τον τρόμο και την άνευ όρων υποταγή. Η ζωή σε διαρκή αναστολή και καταστολή, ο χρόνος που αναλογεί στην ενσάρκωση του κάθε ανθρώπου συνεχίζει να κυλά με τον φυσικό ρυθμό του μέχρι την αιφνίδια στιγμή, όπου από συνοδοιπόρος και σύμμαχος μεταλλάσσεται στον πιο ισχυρό αντίπαλο. Η τέχνη αφυπνίζεται και μάχεται με τα δικά της μέσα να σημάνει συναγερμό, γίνεται η σειρήνα του χρόνου, ηχητικά και νοηματικά να λειτουργήσει σαν ξυπνητήρι των συνειδήσεων, τόσο σε ατομικό, υπαρξιακό πεδίο όσο και στο κοινωνικό επίπεδο. Μας καλεί να δούμε τη μαγεία και τη δύναμη της ζωής, τονώνει την επιθυμία μας να τη διεκδικήσουμε.</p>
<p>Σε αυτή την τρίτη συλλογή, η ποιήτρια ανοίγεται πέραν του ιδιωτικού πεδίου, τολμά να αρθρώσει έναν πιο δυναμικό λόγο για τον συλλογικό βίο μας. Αφήνει πίσω της τη συστολή και αναλαμβάνει, στον βαθμό που της αναλογεί, την ευθύνη της σειρήνας: «Σε κάθε επόμενο τόνο/ οι ώρες και οι εποχές της/ θα είναι επείγουσες». Ξεκινώντας με πιο προσωπικά, υπαρξιακά ποιήματα και συνεχίζοντας με εκείνα που αναπαριστούν κριτικά στιγμές και σκηνές του σύγχρονου βίου, η Περδίκη έχει οργανώσει ισορροπημένα και με γερά θεμέλια το οικοδόμημα του βιβλίου της. Ο λόγος των περισσότερων ποιημάτων ξετυλίγεται σε μικρούς στίχους με κοφτό, γρήγορο ρυθμό, όπως και η δομή των ποιημάτων μεριμνά για την ύπαρξη ευδιάκριτου εσωτερικού ρυθμού.</p>
<p>Η γυναικεία μορφή βρίσκεται στο επίκεντρο της συλλογής και λειτουργεί εκτός των άλλων και ως συνεκτικός ιστός, σαν το νήμα που συνδέει το «εγώ» με το «εμείς», είτε είναι η μυθική Ελένη είτε μια ανώνυμη γυναικεία μορφή, άλλοτε η περσόνα της ζωγράφου, της ποιήτριας αλλά και μια αφηρημένη έννοια προσωποποιημένη, όπως για παράδειγμα η εμπιστοσύνη στο ομότιτλο ποίημα. Η σύγχρονη πραγματικότητα επικαιροποιεί διαρκώς την κακοποίηση της θηλυκής αρχής, η οποία ακόμη απειλείται, αναλώνει την ενέργειά της για να αντιμετωπίσει τον φόβο, την ενοχή για την ίδια της τη φύση, για την αναζήτηση της ηδονής, και προσπαθεί να σπάσει το μοτίβο της υποτακτικής σιωπηλής φιγούρας με το οποίο έχει κατά κανόνα ανατραφεί. Το θέμα αυτό απασχόλησε την Περδίκη και στην πρώτη συλλογή της Το αιώνιο αίνιγμακαι εξακολουθεί να υπαγορεύει δραστικά δείγματα ποιητικού λόγου, όπως τα ποιήματα «Γυναίκες πεσμένες» και «Κατά παράδοση» στη Σειρήνα του χρόνου.</p>
<p>Φόρος τιμής αποδίδεται στον ποιητή, ζωγράφο, μεταφραστή Αλέξανδρο Ισαρη, με τον οποίο ανοίγει και κλείνει η συλλογή. Η έναρξη έχει ως μότο έναν στίχο του Ισαρη που αναφέρεται στη βιωματική αντίληψη του χρόνου και η έξοδος είναι ένα ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, όπου η ποιήτρια αποδέχεται την απουσία του, τον κατανοεί βαθύτερα, ιχνογραφώντας την εικόνα του με τη δική του μέθοδο ως εργαλείο, όπως εκείνος της το έμαθε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΑΥΛΑΚΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK.GR 06/11/2024</p>
<p>Πρόκειται για την τρίτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη με κεντρικό θέμα τον χρόνο, όπως και ο τίτλος της δηλώνει. Ωστόσο η έννοια της χρονικότητας σε θέση γενικής προσδιοριστικής μοιάζει να παραχωρεί ένα διακριτικό προβάδισμα στην προσδιοριζόμενη σειρήνα. Αυτή αρχικά λειτουργεί ως μαγικό θέλγητρο, γιατί ο χρόνος της νεανικής βιωτής έχει θελκτικό δυναμισμό, κατά την ωριμότητα όμως ως ήχος οξύς προειδοποιεί για τη δυστυχία της φθοράς και την εγγύτητα του θανάτου. Το άλυτο αυτό «Αιώνιο αίνιγμα» πραγματεύτηκε η ποιήτρια στο πρώτο, και βραβευμένο με τα βραβεία «Μαρία Πολυδούρη» και «Ζαν Μωρεάς» το 2021, ομώνυμο ποιητικό βιβλίο της (Kίχλη, 2020).</p>
<p>Μετά το Συλλαβίζοντας με τον ίμερο (Γερμανός, 2023), με τα 42 υμνητικά του έρωτα χαϊκού, στη νεοεκδοθείσα ποιητική συλλογή της (Ιούλιος 2024), η Σ. Π. πραγματεύεται τα γενόμενα στον βιωμένο χρόνο της. Η επιφανειακή αρχική ανάγνωση φανερώνει μια απλή καταγραφή όσων συνέβησαν, η εμβάθυνση όμως αποκαλύπτει μια διαμαρτυρία για τον τρόπο που αυτά συνέβησαν, καθώς η ποιήτρια ακούει πλέον τη σειρήνα για το επερχόμενο, αν και ακόμη μακρινό γι’ αυτήν τέλος, που διακριτικά υποβάλλεται στο δεύτερο μισό της συλλογής. Λέει χαρακτηριστικά στο πεζοποίημα «Τableau vivant», σελ. 41: «Η τοιχογραφία της εποχής μου έχει υποστεί πολλαπλές φθορές», φράση που συμπίπτει περίπου νοηματικά με τον στίχο-προμετωπίδα του βιβλίου: «Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια», του αείμνηστου θείου της, εικαστικού και ποιητή Αλέξανδρου Ίσαρη. Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα «Τώρα που έσβησαν οι γραμμές», αφιερωμένο στη μνήμη του Ίσαρη, που «έφυγε» αδόκητα, ενώ στο μυαλό του «έβρεχε ακόμη καλοκαίρια». Η ποιήτρια με όπλο τη μνήμη, και όπως ο ίδιος τής έμαθε, τον «ιχνογραφεί» ποιητικά -μια γροθιά στη φθορά του χρόνου και στον θάνατο- υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα και την οντολογία του: «Θα επιστρέψω φωτεινός».</p>
<p>Ο λόγος όμως πλέον για τη Σοφία Περδίκη και το εξαιρετικής καλαισθησίας νέο και τρίτο πλέον βιβλίο της, με τη φροντίδα των εκδόσεων ΑΩ και με εξώφυλλο που κοσμεί ζωγραφικό έργο της ίδιας, εύλογο αποτέλεσμα της ιδιότητάς της ως εικαστικού. Η χρωματική παλέτα, το πουλί και η γυναίκα-σειρήνα, με το όμορφο πρόσωπο και την ευθεία ματιά, αποτελούν μια πρόγευση για τον ποιητικό λόγο που θα ακολουθήσει αλλά και έναν υπαινιγμό της διακαλλιτεχνικότητας, δηλαδή της συγκοινωνούσας ύλης των δύο τεχνών στο βιβλίο, όπως αποτυπώνεται στη φράση «Ut pictura poesis» (Οράτιος, Ars Poetica).</p>
<p>Τοποθετημένο στη μέση της συλλογής το ποίημα «Η σειρήνα του χρόνου», αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια προαποφασισμένη τομή σε αυτήν, ταυτισμένη με την ηλικιακή ωριμότητα της ποιήτριας. Καταγράφονται τα χρόνια της νεότητας, που προηγούνται της τομής, και την ακολουθούν όσα θα ζήσει με περισσότερη προσοχή και με συγκεκριμένες αποφάσεις, όπως, εν είδει μηνύματος, στο τέλος του παραπάνω ποιήματος δηλώνει: «Η σύγκρουσή της με τον χρόνο/ήταν μετωπική» και: «Σε κάθε επόμενο τόνο/οι ώρες και οι εποχές της/θα είναι επείγουσες» ( σ. 35).</p>
<p>Παρακολουθώντας την παραπάνω αρχιτεκτονική, ως προς τα νοήματα, διάταξη των ποιημάτων της συλλογής, ο αναγνώστης επιστρέφει στο πρώτο ποίημα, «Έναν Ιούνη», στο οποίο η Σ.Π., με πρωτοτυπία έκφρασης, συστήνεται στον αναγνώστη από την ημέρα της γέννησής της. Παρά τον εξομολογητικό τόνο της, εξαρχής επιτυγχάνει το προσωπικό βίωμα να το υποβάλλει ως συλλογικό, ώστε να κερδίζει περισσότερο το ενδιαφέρον και να κινητοποιεί συναισθηματικά, στοιχείο που ανιχνεύεται ενδεικτικά στη φράση του παραπάνω ποιήματος: «στα τσίνορα είχα τ’ αλάτια/και την οδύνη για δάκρυα» (σελ. 9), ενώ συνεχίζει εξομολογούμενη στο ποίημα «Οι μέρες μου» (σελ. 10): «αντιστάθηκα με κιαροσκούρο/στων ειλημμένων σχεδίων τις προοπτικές».</p>
<p>Με έξυπνο τρόπο διατυπώνει στο ίδιο ποίημα και την πρώτη αίσθηση για την καλλιτεχνική διάσταση του εαυτού της: «Μισή μέρα στην πραγματικότητα/κι άλλη μισή δοσμένη σε διαστάσεις αφηρημένες». Τα παιδικά παιχνίδια, ταυτισμένα με την αθωότητα αλλά και την έναρξη του παιχνιδιού της ζωής, αποτυπώνονται εν φαντασία στο πεζοποίημα «Η παιδική χαρά» (σελ.11). Και μετά τις ζαχαρένιες κούκλες, την αμυγδαλόπαστα και τις σοφίτες, η φαντασία γίνεται μόνιμη φίλη στο κρεβάτι της εφηβείας. Ακολουθεί η πρώτη, η άγουρη νεότητα, και η συνειδητοποίηση ότι, κατά παράδοση, ως γυναίκες «βρεθήκαμε κλεισμένες/για να δείξουμε η μία στην άλλη / πώς να υπομένουμε βουβά τη ζωή». («Κατά παράδοση», σελ.14). Σε λίγους στίχους στο προηγηθέν αλλά και σε άλλα ποιήματα είναι εύστοχα αποτυπωμένη η γυναικεία μοίρα, ορισμένη από την κοινωνία και συνυφασμένη με τον κάθε τύπου εγκλεισμό, την υποταγή, ενίοτε και τον βιασμό σώματος και ψυχής. Η τσακισμένη εκ γεννήσεως με «δούρεια άλογα» γυναικεία φύση, με επιρροές στη σύλληψη από τον Όμηρο, τον Ευριπίδη, τον Σεφέρη αλλά και τον Ελύτη, αποτυπώνεται στο έξοχο ποίημα «Άνοιξη – Νεφέλη» (σελ.15).</p>
<p>Ωστόσο, ανυποψίαστα υποψιασμένη η ποιήτρια για όσα συναισθηματικά δεινά πρόκειται να της συμβούν, υποκύπτει στη φύση της και αναπόδραστα χάνεται στη δίνη του πρώτου έρωτα, καθώς έχει άγνοια γοητευτική, όπως δηλώνει ο «Μαγεμένος αυλός» του ομώνυμου ποιήματος (σελ. 20) και του παραμυθιού. Ακολουθεί μια σειρά ερωτικών ποιημάτων, τρία από τα οποία παρουσιάζουν εκφάνσεις του νεανικού έρωτα στην ορμή του, με λόγο αρκετά κρυπτικό. Το ποιητικό υποκείμενο, κατά την πορεία προς την ενηλικίωση, εκφράζει τη δυσκολία και την πάλη να μην απεκδυθεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ως ανθρώπου, να μην γίνει δηλαδή αυτό που θα ήθελαν οι άλλοι, καθώς το κρεσέντο του έρωτα και της αγάπης συνοδεύεται από τη διάψευσή τους και τη διαδικασία ενός επίπονου αλλά πολύ ποιητικού χωρισμού: «είχα προμηθευτεί εγκαίρως και τα χρυσά εισιτήρια» για την «παράσταση που έδινες». («Παράσταση» σελ.33). Για όλα τα ερωτικά συναισθήματα καταγράφεται σε επόμενα ποιήματα η αναπόληση και η νοσταλγία.</p>
<p>Τη σκληρή πραγματικότητα της ενήλικης ζωής, που τα όνειρα αλφαδιάζονται πια με την πραγματικότητα, τον θάνατο της αθωότητας και της εμπιστοσύνης καταγράφει στους στίχους: «Στο έδαφος που περπατάει/η εμπιστοσύνη/ανθίζουν εκείνα/τα λαμπερά ιώδη/άνθη των υποσχέσεων» («Η εμπιστοσύνη», σελ. 23).</p>
<p>Στο β΄ μέρος της συλλογής, η ποιήτρια, επεξεργαζόμενη τη μετωπική σύγκρουσή της με τον χρόνο, υποδηλώνει ότι βρίσκεται στο μεσοστράτι της ζωής. Οδηγείται στην επιλογή να «τραβάει χαρακιά» («Η χαρακιά», σελ. 36) και να απορρίπτει, ανθρώπους κυρίως, που η διάσωση των κοινωνικών τύπων κάποτε τής επέβαλε, γιατί ο πολύτιμος εναπομείνας χρόνος της απειλείται με ξόδεμα λόγω της παρουσίας τους. Αρχίζουν οι απολογισμοί, ενώ η φθορά της μνήμης, με επίπτωση στην ανάμνηση, γεμάτη γλυκόπικρο συναίσθημα, περιγράφεται με χρώματα στο ποίημα «Blue» (σελ. 40), μαζί με την αθέλητη αποδοχή της ηλικιακής πραγματικότητας ως «μελαγχολική ultramarina».</p>
<p>Στο εκπληκτικό «Tableau vivant» (σελ.41), ένα πεζοποίημα με ρυθμικό λυρισμό, η ποιήτρια μιλά για τον βιωμένο χρόνο με την ιδιότητα και το λεξιλόγιο του ζωγράφου, ενώ η ιδιαίτερότητα τής φύση του καλλιτέχνη αποτυπώνεται στο ποίημα «Τύφλωση» (σελ. 43). Με το ποίημα «Αποκαλυπτήρια» (σελ.45), η Σοφία Περδίκη υποδηλώνει την απόφασή της να εμφανιστεί δημόσια και με την ιδιότητα της ποιήτριας, γι’ αυτό και εύστοχα ακολουθούν δύο ποιήματα ποιητικής. Διακρίνεται η πάλη του ποιητή με τις λέξεις, το άνυσμά του να ανταποκριθεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα του νοήματος, ακόμη η ανάγκη του εγκλεισμού και της απομάκρυνσής του από τον κόσμο για να αποδώσει με λεκτική ακρίβεια αυτό που επιθυμεί.</p>
<p>Στα επόμενα δύο ποιήματα το νόημα σωματοποιείται. Στο ποίημα ποιητικής «Το σώμα του κειμένου» (σελ. 49), ένας μέντορας δίνει συμβουλές ποιητικής μέσω του σώματος, ενώ το νεκρό σώμα αποδίδει τον θάνατο των σχέσεων, που αφήνει τη θλίψη ως επίγευση από την πληγή της απομάκρυνσης. Με στοχαστική διάθεση και τον ίδιο πικρό, μελαγχολικό λυρισμό η ποιήτρια αντικρίζει τα ανθρώπινα. Υπαινιγμοί για τη μνήμη ως εφόδιο, για την ανάμνηση επίσης, και συγκινητική η έξυπνη και τρυφερή υπογράμμιση για την απώλεια της πρώτης σε μερικά ποιήματα.</p>
<p>Ξέχωρες οι αναφορές τής Σ.Π. στα γηρατειά και ό,τι αυτά επισείουν, στα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, όπως η κακοποίηση των γυναικών, η αλλοτρίωση, τα ευτελισμένα συναισθήματα, η αδυναμία επικοινωνίας, οι κλονισμένες ανθρώπινες σχέσεις, η επιβαλλόμενη αδιαφορία για τα κοινά, ο κυνισμός, η βία, η απουσία ιδεών και οραμάτων, με αποτέλεσμα το αληθινό και τόσο συγκλονιστικό συμπέρασμά της: «Ζούμε μέσα στα εκκωφαντικά προάστια/των αποφάσεων./Κλείνουμε τ’ αυτιά κι οδηγούμαστε αργά/στα σιωπητήρια», λέει στο ποίημα («Ορυμαγδός», σελ. 58). Υπογραμμισμένη στους παραπάνω στίχους η απουσία πολιτικής συνειδητοποίησης, καθώς η μνήμη επιβάλλεται να εξαφανιστεί, να κυριαρχεί η αναλγησία ή η κατάθλιψη, («Ρήγμα» και «Θλίψη» σσ. 67, 69).</p>
<p>Η νέα ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη αποτελεί έναν ακόμη ομόκεντρο κύκλο στον ανθρωποκεντρικό άξονα του ποιητικού της σύμπαντος. Απόλαυσα την πρωτοτυπία σύλληψης και εκφοράς των νοημάτων, το πλούσιο, πρωτότυπο και παιγνιώδες λεξιλόγιο αλλά και την πολύσημη και πολυεπίπεδη χρήση του. Κυρίαρχες οι μεταφορές, οι αλληγορίες, οι παρηχήσεις, προπάντων οι ζωντανές εικόνες, που η ποιήτρια κατασκευάζει, καθώς συμπορεύεται με την ιδιότητα της ζωγράφου. Επιλέγω μερικούς από τα πολλούς στίχους με παρόμοια χαρακτηριστικά: «Κάθε πρωί ξεθωριάζει/το μπλε κάποιας ανάμνησης./Από του κοβαλτίου την άμμο/χαλίκι δεν μένει στη γλώσσα μου». («Blue», σελ. 40).</p>
<p>Παρά την προσωπική θέαση της ζωής, η ποίηση της Σ.Π. απευθύνεται σε όλους. Είναι ποίηση ενδοσκοπική, κοινωνική, βαθιά υπαρξιακή, που με τον θεατρικό και παραμυθητικό τόνο, τον υπαινικτικό σαρκασμό, τον αυτοσαρκασμό και τη λεπτή ειρωνεία της αποτυπώνει τα δεινά του σημερινού ανθρώπου, της γυναίκας κυρίως. Και τα δεινά αυτά του πολιτισμού μας, ο τελευταίος πηγή δυστυχίας κατά τον Φρόιντ, συνυφαίνονται και με την υποκρυπτόμενη ενόρμηση του θανάτου. Με ποιήματα δομικά άρτια και με ουσιαστική επίδραση της ζωγραφικής στον στίχο της, η Σ.Π. σκιαγραφεί τη σκέψεις της, κυρίως με εικόνες. Οι τελευταίες βοηθούμενες από την πολυσημία τη μεταφορικότητα, την αλληγορία του λόγου και τις εύστοχες αναλογίες, διεγείρουν ποικιλοτρόπως συναισθηματικά, με στόχευση τόσο στο ατομικό όσο και στο συλλογικό μας βίωμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 19/10/2024</p>
<p>Οι αισθήσεις σε εγρήγορση και η διάσταση του χρόνου</p>
<p>Έγραφα αναφερόμενη στην πρώτη συλλογή της Σοφίας Περδίκη για την ατμόσφαιρα κινδύνου, ασφυξίας κάποτε. Για τη δύναμη των αισθήσεων που είναι σε εγρήγορση. Για τα σχήματα λόγου και το εύρος του λεξιλογίου.</p>
<p>Στη συλλογή αυτή τα προηγούμενα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν. Θα ήθελα επιπλέον να τονίσω τη διάσταση του χρόνου, ιδιαίτερα σημαντική στη συλλογή. Ο τίτλος άλλωστε, Η σειρήνα του χρόνου, προοικονομεί τη διάσταση αυτή.</p>
<p>Ας εστιάσουμε, για παράδειγμα, στο ομότιτλο ποίημα «Η σειρήνα του χρόνου». Το ποίημα βρίσκεται στο μέσον της συλλογής και θέτει καθοριστικά, πιστεύω, τις συνιστώσες για την ανάγνωση της συλλογής. Οι πρώτοι δύο στίχοι:</p>
<p>Η σύγκρουσή της με τον χρόνο</p>
<p>ήταν μετωπική.</p>
<p>Από εκεί και μετά, ο χρόνος παίρνει τη μορφή του τρένου. Ο αιμοσταγής κινητήρας, η σειρήνα που το ποιητικό υποκείμενο δεν άκουσε, ώστε να τραβήξει έγκαιρα το σήμα κινδύνου, τα χωράφια που έγιναν χέρσα και η ένωση του υποκειμένου με ένα ομιχλώδες τοπίο, μπορεί να διαβαστεί ως μια σύγκρουση τρομακτική, για όποιους λόγους, στη ζωή ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων, αλλά και, πιο συγκεκριμένα, να γίνεται αναφορά στη σύγκρουση των Τεμπών.</p>
<p>Η γλώσσα, με τη χρήση μεταφορών και, κυρίως, εικόνων, διευρύνουν τις δυνατότητες της ανάγνωσης.</p>
<p>Τώρα με ένα σημάδι<br />στο κέντρο του μετώπου<br />κι ένα κόκκινο λιβάδι για ποδιά<br />απλώνει τον δείκτη<br />στα μελλούμενα.</p>
<p>Σε κάθε επόμενο τόνο<br />οι ώρες και οι εποχές της<br />θα είναι επείγουσες. (σ. 35)</p>
<p>Ο χρόνος εντέλει σημαδεύει με την απειλή του τα μελλούμενα και δίνει τη διάσταση του επείγοντος, για τη ζωή που υπάρχει ή εξαχνώθηκε.</p>
<p>Οι εικόνες, λοιπόν, κρατούν τις αισθήσεις σε εγρήγορση, αυτό που ειπώθηκε και προηγουμένως αλλά και στις προηγούμενες συλλογές τής Περδίκη.</p>
<p>Στο ποίημα «Blue» τα χρώματα μπαίνουν στην όραση, στην αφή, στη γεύση, για να δημιουργήσουν συναισθήματα: φθοράς, απομάκρυνσης, αποδοχής της πραγματικότητας.</p>
<p>Κάθε πρωί ξεθωριάζει/ το μπλε κάποιας ανάμνησης./ Από του κοβαλτίου την άμμο/<br />χαλίκι δεν μένει ση γλώσσα μου/ παρά μια λέξη λευκασμένη. […]</p>
<p>αφαιρώ από τα πρόσωπα/ τα μωβ τους στίγματα/ εκείνα τα εναπομείναντα/ υπολείμματα από τα λάμδα/ όταν προφέρονται βαριά/ μέσα στη λησμονιά ή τη νοσταλγία.</p>
<p>Ύστερα έρχεται ο στοχασμός, πικρά λυρικός, να αφουγκραστεί την αλήθεια για τα ανθρώπινα και να μιλήσει για τη μελαγχολία από όσα χάθηκαν μέσα στον χρόνο.</p>
<p>Αυτό που απομένει κάθε πρωί/ είναι μια μελαγχολική ούλτρα Μαρίνα/</p>
<p>σε ένα σκαρί που το έφαγε το κύμα/ κι ένας αστερίας θαλασσί/ να βυζαίνει το αλάτι</p>
<p>(«Blue», σ. 40)</p>
<p>Το συγκεκριμένο ποίημα είναι χαρακτηριστικό για τη συλλογή, καθώς δίνει το στίγμα για όσα αναζητούνται, εκφράζονται, υπονοούνται, χρωματίζονται στη συλλογή. Με ένα διάχυτο μείγμα από μελαγχολία και θλίψη με λυρισμό, και, κάποιες φορές, μια απροσδιόριστη προσδοκία ή προσμονή.</p>
<p>Έτσι και στα ερωτικά ποιήματα, με τις σκέψεις και τις εικασίες να πλέκονται κοτσίδα, που ριγά υγρή μέσα σε τσόχινο καπέλο («Το καπέλο»). Ή το ποιητικό υποκείμενο να γίνεται εσάνς, που απιθώνεται σε λοβούς αυτιών και ψιθυρίζει ή αφήνει ίχνη σε στέρνα ερωτοχτυπημένα («Εσάνς»). Η φθίνουσα πορεία του έρωτα μέσα στον χρόνο και το χνάρι που αφήνει σαν απομεινάρι αρώματος.</p>
<p>Κάποιες φορές η ατμόσφαιρα γίνεται πιο βαριά. Σαν κάτι να βρίσκεται σε κίνδυνο, να ελλοχεύει ο κίνδυνος. Σαν επείγον περιστατικό.</p>
<p>Είναι πνιγμένος χρόνια τώρα/ είπαν με ύφος επίσημο/ όπως αρμόζει σε τιμώμενο νεκρό/ τυλίγοντας με το πανί της λήθης προσεχτικά/ τη μαχαιριά./ Αυτά είναι ζητήματα λεπτά. («Πνιγμένος», σ. 51)</p>
<p>Ατμόσφαιρα χειρουργείου, όταν διερευνάται η δύσκολη κατάσταση, στις σχέσεις, στις αποφάσεις, στη συμπεριφορά. Χαρακτηριστικό για την ατμόσφαιρα αυτή το ποίημα «Η χαρακιά», για τον τρόπο που το ποιητικό υποκείμενο αποφασίζει να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του.</p>
<p>Μόνο που να/ μαζεύτηκε το πύο πολύ/ και πίεσε τον λοβό στο μάτι/ ακινητοποίησε τον αυχένα/ πάνω σε μαξιλάρια πουπουλένια/ σε σημεία φραγής/έφτασε η αορτή/ έτσι που παύει η ροή. (σ. 36)</p>
<p>Στα ποιήματα ποιητικής διακρίνεται η πάλη του ποιητικού υποκειμένου-ποιητή με τις λέξεις, τις έννοιες, το κείμενο, μέσα στον χρόνο πάντοτε, σε μια αδιάκοπη πορεία προς κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η προσπάθειά του να γράψει για όσα θα ήθελε και όπως θα ήθελε. Με μεταφορικό λόγο δίνεται ο εγκλεισμός τού ποιητή σε έναν κόσμο μακριά από τους άλλους, αλλά και η αγάπη του για όσα θέλει να δει μέσα από το δικό του παρατηρητήριο.</p>
<p>Μη διαλύετε/ του ποιητή τον εφιάλτη./ Μοιάζει νεκρός/ μα σας έχει ερωτευτεί.</p>
<p>(«Μην ξυπνάτε τον ποιητή», σ. 47)</p>
<p>Η χρήση της αναλογίας, ταυτόχρονα με τη μεταφορική έκφραση, δίνουν την ιδιαίτερη διάσταση σε άλλη περίπτωση, διαμορφώνοντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα:</p>
<p>Ο γιατρός εξέτασε προσεκτικά/ το σώμα του κειμένου μου. […]</p>
<p>Μου συνέστησε/ κατεπειγόντως/ ανάπαυση από το νόημα/ και αποχή από κάθε ανοχή.</p>
<p>(«Το σώμα του κειμένου», σ. 49-50).</p>
<p>Τα ποιήματα της συλλογής είναι συχνά εκτεταμένα, και πάντως όχι ολιγόστιχα, που ωστόσο κρατούν τον σφυγμό τους, με τη συνδρομή των εικόνων και των συναισθημάτων. Ποικίλα σχήματα λόγου, αναλογίες κάποτε, δίνουν πολλές οπτικές στα ποιήματα.</p>
<p>Ώσπου φτάνουμε και στο πεζό ποίημα. Ποιητικότατος πεζός λόγος, όπου μέσα από μια τοιχογραφία, που αλλάζει μέσα στον χρόνο, αλλά και ανάλογα με τις εποχές, εκφράζεται η εξαπάτηση, η φενάκη. Και που τελειώνει, σαν αύρα αισιοδοξίας, με το πέταγμα της πεταλούδας κοντά στην παλλόμενη καρδιά, που «μας διαπερνά ακόμα ως πολύχρωμη ανατριχίλα». («Tableau vivant», σ. 41)</p>
<p>Το εξώφυλλο είναι έργο της Σοφίας Περδίκη, αναμενόμενο άλλωστε. Το ωραίο αλλά αινιγματικό πρόσωπο, η παρουσία του πουλιού, τα χρώματα, δημιουργούν αίσθημα ανησυχίας, καθώς η πολύσημη Σειρήνα-σειρήνα κοιτάζει κατάματα τον αναγνώστη.</p>
<p> </p>
<p>Η Σοφία Περδίκη μπήκε στη λογοτεχνία κουβαλώντας τη σημαντική σκευή της ζωγραφικής της. Η επίδραση της ζωγραφικής στον λόγο είναι εμφανής, καθώς αναδύονται καταστάσεις και συναισθήματα μέσα από τις εικόνες, με κυριολεξία ή με μεταφορές. Από εκεί και πέρα, οι λέξεις παίζουν τον δικό τους σημαντικό ρόλο, εκφράζοντας πολύσημα τη φθορά, την απομάκρυνση, την απώλεια, με καθοριστικό άξονα τον χρόνο. Η γλώσσα, με όλο το σημασιολογικό φορτίο που κουβαλά, διαμορφώνει συναισθήματα όπως η ανησυχία, η μελαγχολία, η θλίψη, η απόγνωση, καθώς τα άτομα ακούν – ή αγνοούν – τη σειρήνα του χρόνου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>alterthess.gr 2/12/2024</p>
<p>Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</p>
<p>Η σύγκρουσή της με τον χρόνο<br />ήταν μετωπική.</p>
<p>Τον έβλεπε από μακριά<br />να καταφτάνει<br />με ιλιγγιώδη ταχύτητα<br />κι έναν αιμοσταγή κινητήρα<br />μα δεν άκουσε<br />τη σειρήνα που τσίριζε<br />δεν την είδε έγκαιρα να φτύνει τα οξέα<br />τα χωράφια έγιναν χέρσα<br />κι εκείνη ούτε που πρόλαβε να τραβήξει<br />το σήμα κινδύνου<br />όσο ήταν σε κατάσταση γόνιμη<br />και ταξίδευε με αμέριμνα τρένα<br />προσδοκώντας να γίνει ένα<br />με τα ομιχλώδη τοπία.<br />Τώρα με ένα σημάδι<br />στο κέντρο του μετώπου<br />κι ένα κόκκινο λιβάδι για ποδιά<br />απλώνει τον δείκτη<br />στα μελλούμενα.<br />Σε κάθε επόμενο τόνο<br />οι ώρες και οι εποχές της<br />θα είναι επείγουσες.</p>
<p>ΟΛΟΣΤΡΟΓΓΥΛΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ</p>
<p>Έφερες έναν ολοστρόγγυλο καθρέφτη.<br />Τον κρέμασες στο κέντρο του μεγάλου δωματίου.</p>
<p>Εκεί στροβιλιζόμασταν οι Δερβίσηδες της μέρας<br />με τα Εγώ μας απαστράπτοντα<br />γεμίζοντας με ρινίσματα φωτός τον χώρο<br />κι οι σπίθες της νιότης μας<br />εναλλάσσονταν με του δέρματος τις αυλακιές<br />κατρακυλούσαν απ’ τις λευκές μας πιέτες<br />τα ονόματα που πήραμε<br />αλλά και δώσαμε στα πράγματα.<br />Γυάλινοι βόλοι με τα κρυμμένα μας αρχικά<br />που θα παρέμεναν ανεξιχνίαστα<br />εις τον αιώνα τον άπαντα.</p>
<p>Οι αντανακλάσεις των ζωών μας<br />αυτών που ζήσαμε σαν να ήμασταν οι Άλλοι<br />φευγαλέα περνούσαν από μπροστά μας.</p>
<p>Κάθε στροφή του κορμιού και μια εκδοχή.<br />Άλλοτε ν’ απλώνουμε τα ρούχα μας<br />στην κουνιστή καρέκλα<br />να πέφτουν τα κίτρινα αστέρια από τα πέτα<br />ανύποπτοι ν’ αγκαλιαζόμαστε<br />στ’ ανάκλιντρα.<br />Κι άλλοτε η σκιά μας να κατεβαίνει την ατέρμονη σκάλα<br />που οδηγεί στου χρόνου τα κελάρια<br />λίγα δάκρυα να λάμπουνε<br />στα τελευταία σκαλοπάτια.</p>
<p>Κάρφωσες στο κέντρο του μεγάλου δωματίου<br />το ολοστρόγγυλό σου κάτοπτρο.<br />Εκεί αλφαδιάζουμε τα όνειρα<br />Και θαμπώνουμε σταδιακά<br />Των μορφών μας τα περιγράμματα.</p>
<p>ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ</p>
<p>Αραιώνουν οι άνθρωποι<br />στη μεγάλη πόλη των λέξεων.<br />Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου<br />ό, τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου<br />σεργιάνησε μέχρι που έγινε σκιά<br />μαύρα κουρέλια βήματα<br />αποσύρονται βαριά όπως οι σκέψεις<br />μετά από περισυλλογή<br />διαλύονται στην αναπόληση.</p>
<p>Κι ο μέσα αιών της καρδιάς<br />αργά καλύπτει τα φύλλα<br />των άρρωστων δέντρων παράγωγα<br />σε μια λευκή σελίδα.<br />Με αποφατική εκφορά<br />λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας<br />για λίγο τα καπέλα<br />ώσπου να γίνει το βέλο στα μάτια<br />και μετά ερημιά.</p>
<p>Αποσύρονται οι άνθρωπο<br />όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.</p>
<p>Το 2020 είχα γράψει για την πρώτη και βραβευμένη συλλογή της ζωγράφου και ποιήτριας Σοφίας Περδίκη «ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ» (εκδ.Κίχλη): «Δημιουργεί τόσο δυνατές εικόνες με τις λέξεις της ώστε τα ποιήματά της να αποκτούν δραματική ένταση. Στήνουν θεατρικά σκηνικά όπου πάνω τους βαδίζει η ποιήτρια με τα ανώνυμα πρόσωπα της σε παρελθοντικούς αλλά και παροντικούς χρόνους και σε όλες τις εποχές, καθώς μετακινείται επιδέξια από το πρώτο ρηματικό πρόσωπο στο πρώτο πληθυντικό, κάνοντας μας συμμέτοχους στην περιπλάνηση.</p>
<p>Στήνουν κινηματογραφικά πλάνα εντός των οποίων η σκηνοθέτης- ποιήτρια δίνει ζωή στις λέξεις κι αυτές αποκτούν σώματα, φλέβες αιμάτινες που αναπνέουν και αιμορραγούν. Το τώρα πλέκεται με το χθες, βαδίζει μπρος και πίσω, ακολουθεί τα μονοπάτια της μνήμης.»</p>
<p>Στη τρίτη συλλογή της με τον τίτλο «Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» (μεσολάβησαν τα 42 χαϊκού στο βιβλίο «ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΜΕΡΟ», εκδ. Γερμανός, 2023), η ποιητική ζωγραφική της Σ. Περδίκη εξακολουθεί να κατατρύχεται από τα αιώνια ερωτήματα και μάλιστα απ’ αυτό που κατεξοχήν βασανίζει τον άνθρωπο στην ωριμότητά του, τον Χρόνο και τη σκόνη του που επικάθεται σε όλες τις πτυχές των ενδυμάτων του βίου (μας). Η διαφορά όμως από την πρώτη συλλογή έγκειται στην αισθητή μετατόπιση από το «εγώ» του προσωπικού, ερωτικού (κυρίως) βιώματος στο «εμείς» του συλλογικής κοινωνικής συνείδησης.</p>
<p>Με ευδιάκριτη ευαισθησία, η ποιήτρια συνεχίζει να παρατηρεί τον έξω και μέσα κόσμο της, συλλαμβάνοντας με όλες τις αισθητηριακές απολήξεις τις αλλαγές που μεταμορφώνουν την ανθρώπινη ταυτότητα στο διάβα του χρόνου, και να τις μεταπλάθει στιχουργικά σε ευσύνοπτα φιλοσοφικά δοκίμια. Στο προικώο σεντούκι του βίου της, που εγκιβωτίζει και τον δικό μας, έχουν συσσωρευτεί πλέον πολλές εικόνες, απορίες, υπαρξιακές αγωνίες και συναισθήματα.</p>
<p>Τι ζήσαμε, τι ερήμην μας συνέβη, τι διέφυγε από την αντίληψή μας, τι συνειδητά επιλέξαμε, τι (και αν) θα μπορούσαμε ν’ αποφύγουμε, τι δεν κατορθώσαμε να αλλάξουμε, τι ονειρευτήκαμε, ποια ιδανικά μας έθρεψαν, ποιοι φόβοι μας παρέλυσαν, ποιες μάσκες φορέσαμε, ποιες απογοητεύσεις μας σημάδεψαν και ποιες ματαιώσεις μας πλήγωσαν, ποια τύχη και ποια αναγκαιότητα καθόρισαν την πορεία μας, ποιο κοινωνικό υπόστρωμα στιγμάτισε την ατομική μας διαδρομή, πώς φτάσαμε στη ρωγμή που άνοιξε τις πύλες της μνήμης και ηλεκτροδότησε τον προειδοποιητικό ήχο της σειρήνας του χρόνου;</p>
<p>Όλα αυτά συναποτελούν το πλούσιο υλικό αυτής της συλλογής, χαρίζοντας στη μνήμη, την θεραπαινίδα της ποίησης, το προνόμιο να το αναδιατάξει, να πετάξει τα άχρηστα, να κρατήσει τα σημαντικά και στοχαστικά να μας κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τα παρόντα και τα μελλούμενα.</p>
<p>Ακόμα και η σειρά με την οποία εκτίθενται τα ποιήματα ακολουθεί με τίτλους και περιεχόμενο την προσωπική διαδρομή της ποιήτριας από την πρώιμη θέαση της ύπαρξης μέχρι το ώριμο καταστάλαγμα της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της επιτακτικής ανάγκης, που προκαλεί η συρρίκνωση του χρόνου, να ειπωθούν τα ανείπωτα. Αναφέρω χαρακτηριστικά κάποιους τίτλους από την αρχή μέχρι την τελευταία σελίδα: Έναν Ιούνη, Οι μέρες μου, Παιδική χαρά, Έχω μια φίλη….Η μάσκα, Τύφλωση, Αποκαλυπτήρια, Μην ξυπνάτε τον ποιητή, Ρήγμα, Αυτοθυσία, Οι άνθρωποι έχασαν το κέφι τους.</p>
<p>Η πορεία αυτή προαναγγέλλεται με το μότο της συλλογής, έναν στίχο δάνειο από τον σπουδαίο ποιητή και θείο της Σοφίας Περδίκη, Αλέξανδρο Ίσαρη «Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια» και κλείνει σαν κύκλος με το όνομά του στην αφιέρωση του τελευταίου ποιήματος «Τώρα που έσβησαν οι γραμμές», το μοναδικό που αφιερώνεται σε πρόσωπο από την ποιήτρια, χωρίς καθόλου να αποκόπτεται κι αυτό από τη συνεκτική κλωστή «χρόνος- μνήμη» που ενώνει νοηματικά τα προηγούμενα.</p>
<p>Η ποίηση της Σοφίας Περδίκη διαρκώς εικονοποιεί με ενάργεια (όπως και οι πίνακες της) όχι μόνο τα ερανίσματα του ατομικού βίου «Αιμάσσουσα η ψυχή μ’ εκείνο το άχτι που θέλει καρφί ή βελόνα. Τρυπάς. Σωσμός και πίδακας» αλλά κι εκείνα του κοινωνικού, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε με σαφήνεια επικριτικά εκφρασμένα:</p>
<p>«Ζούμε μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων…Ζούμε μέσα στον βόμβο των ειδήσεων που ξεκουφαίνουν…Ζούμε μέσα στα εκκωφαντικά προάστια των αποφάσεων. Κλείνουμε τ’ αυτιά κι οδηγούμαστε αργά στα σιωπητήρια.»</p>
<p>Λειτουργεί επίσης με επίγνωση σαν ένας «ολοστρόγγυλος καθρέφτης» όπου πάνω του και μαζί της μπορούμε να δούμε την αντανάκλαση όλων των προσωπείων του εαυτού μας, πριν θολώσει το περίγραμμά του:</p>
<p>«Οι αντανακλάσεις των ζωών μας/αυτών που ζήσαμε σαν να ήμασταν οι Άλλοι/φευγαλέα περνούσαν από μπροστά μας»</p>
<p> </p>
<p>Οι στίχοι της ηχούν σαν τη σειρήνα που θέλει να συντρίψει τη σιωπή, να δώσει διέξοδο στην επιβεβλημένη υποταγή και αφωνία:</p>
<p>«Εξάλλου, μέσα στα μαλαματένια τους κλουβιά όλοι έπρεπε να ζουν αρμονικά, χωρίς κρωξίματα μέχρι τα βαθιά γεράματα. Με χαμηλωμένα βλέμματα και φτερά μοναχικά να πεθαίνουν στ’ αναπαυτικά κιβούρια τους»</p>
<p>Χωρίς να εγκαταλείπει την χαρακτηριστική από την πρώτη συλλογή γυναικεία φωνή, άλλωστε σε αρκετά ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο δηλώνεται με θηλυκή υπόσταση, σε τούτη τη συλλογή ανοίγεται το σώμα και διευρύνεται η εμπειρία, αγκαλιάζοντας το ανθρώπινο όν σε όλες του τις ταυτότητες.</p>
<p>Στη «ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» αναγνώρισα με συγκίνηση τη δύναμη που έχει η καλά δουλεμένη ποιητική γλώσσα να προχωρήσει στα αποκαλυπτήρια, να σηκώσει τη σκόνη του χρόνου από το «βαρύ σεντόνι που προστατεύει του εαυτού μου το ομοίωμα» και να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια της, κι ας ήταν «η σύγκρουσή της με τον χρόνο μετωπική»</p>
<p>Είναι η καθοριστική στιγμή που η ποιήτρια συνειδητοποιεί πως «Σε κάθε επόμενο τόνο οι ώρες και οι εποχές της θα είναι επείγουσες»</p>
<p>Ποιος μπορεί να αρνηθεί πως δεν υπάρχει για τον καθένα μας αυτή η στιγμή;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΛΛΑΒΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΜΕΡΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 16/1/2024</p>
<p>Τα ερωτικά χαϊκού της Σοφίας Περδίκη</p>
<p>Γι’ αυτό το υγρό<br />παλλόμενο σώμα σου<br />η άμμος διψά.[i]</p>
<p>Η ιαπωνική ποιητική φόρμα των χαϊκού αποτελεί την πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Εξωτερικά υπακούει στην τεχνική σύμβαση των δεκαεφτά συλλαβών, κατανεμημένων σε τρεις στίχους από πέντε, επτά και πέντε συλλαβές αντίστοιχα. Στο περιεχόμενο συνδέεται κυρίως με τον κόσμο της φύσης, αλλά και με τις αυθόρμητες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής ή τη νομοτέλεια του ανθρώπινου βίου. Στις ημέρες μας η θεματική έχει επεκταθεί στον πάσχοντα άνθρωπο, ενώ η επεξεργασία είναι πιο ελεύθερη στην έκφραση του Δυτικού κόσμου. Την ποιητική των χαϊκού διακρίνει το περιπαικτικό πνεύμα, η ανάγκη για άκρα συντομία και αποφθεγματικότητα. Δεν είναι γραφή αυθόρμητη, απαιτεί άσκηση των δυνατοτήτων του λόγου, όπως και «ένα έσωθεν εκπορευόμενο μήνυμα με την αυθεντικότητα ενός φιλοσοφικού στοχασμού».[ii]</p>
<p>Η Σοφία Περδίκη, στη συλλογή της Συλλαβίζοντας τον ίμερο (εκδόσεις Γερμανός, 2023), καταπιάνεται με την ποιητική φόρμα των χαϊκού και μας χαρίζει σαράντα δύο υπέροχες συνθέσεις με τα γνωρίσματα του είδους. Ακολουθώντας το τρίστιχο των πέντε-επτά-πέντε συλλαβών, επικεντρώνεται θεματικά στον ίμερο. Ο Ίμερος είναι η προσωποποίηση του πόθου στην ελληνική μυθολογία. Ο Ησίοδος τον αναφέρει ως αδελφό του Έρωτα και του Αντέρωτα στη «Θεογονία» του, γιο της Αφροδίτης και του Άρη, συνδεδεμένο με τις Χάριτες και τις Μούσες. Η λέξη από το ρήμα ἱμείρω, που σημαίνει επιθυμώ σφοδρά, ποθώ, με κατακλύζει ως σκέψη.</p>
<p>Σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο τα χαϊκού της Σοφίας Περδίκη, δίνουν την αίσθηση της εξομολόγησης ή ενός διαλόγου με το ερώμενο πρόσωπο. Στο θεματικό περιεχόμενο αποτυπώνεται άμεσα ή έμμεσα η αντίληψη του έρωτα, το ίδιο και στην εικονοπλασία ή στους συμβολικούς κώδικες. Μοτίβο ευδαιμονίας ο έρωτας, συνδέεται με τη χαρά της ζωής και την πληρότητα της ύπαρξης. Συμφιλιώνοντας τον άνθρωπο με τον εαυτό και με τα ζωικά του ένστικτα, γράφει ο καθηγητής Ερατοσθένης Καψωμένος στο δοκίμιό του Ο έρωτας στο δημοτικό τραγούδι, «εξασφαλίζει την εναρμόνιση και την ισορροπία του Εγώ με τη φύση και το σύμπαν». Ροπή διονυσιακή, «ανατρέπει την αρμονία και τροφοδοτεί με εκρηκτικά πάθη. Παρωθεί στην αυθυπέρβαση και την αυτοκατάλυση του Εγώ, στην καθολική του αφομοίωση μέσα στο ερώμενο αντικείμενο».[iii]</p>
<p>Το στενά συνδεδεμένο με την αρμονία της φύσης και την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου βίωμα του έρωτα επιβεβαιώνει η Σοφία Περδίκη στα χαϊκού της. Την ένταση και τον συγκλονισμό από το καταλυτικό βίωμα· την τάση του ερωτευμένου να υπαχθεί ολοκληρωτικά στο αντικείμενο του πόθου του, να συγχωνευτεί με αυτό· τη χαρά και την πληρότητα που επιφέρει. Τρυφεροί και παιγνιώδεις οι στίχοι της, αισθαντικοί και με σωματικότητα, με παρομοιώσεις, μεταφορές, παραστατικές εικόνες. Λέξεις όπως φωτιά, λίβας, χάδι, αγκάλη, φιλί, αναστεναγμός, γλώσσα που υποδηλώνει τις ερωτογενείς ζώνες ή ό, τι μας έλκει στην ερωτική εμπειρία, κορμί, βόστρυχοι μηροί, λοβός, μαλλιά, δέρμα, πλάτη, αφαλός, γυμνότητα, ρήματα δυναμικά ή τρυφερά, όπως θεριέψει, φεγγοβολάει, συλλαβίζει, σπιθίζει.</p>
<p>Έχει θεριέψει<br />ο αναρριχητικός<br />Χρυσός μου Πόθος,</p>
<p>γράφει στο 34ο ποίημά της, συνδέοντας συνειρμικά τον έρωτα με τη φύση.</p>
<p>Όμως και η ποιητική τέχνη ένα βίωμα ερωτικό μήπως δεν είναι, ηδονή η εμπειρία της; Τον ίμερο της ποίησης τραγουδά επίσης η Σοφία Περδίκη στη συλλογή της Συλλαβίζοντας τον ίμερο.</p>
<p>Ηδονίζονται</p>
<p>με λέξεις οι ποιητές.</p>
<p>Σαν αιμομίκτες,</p>
<p>γράφει στο 32ο ποίημά της, συνδέοντας την ηδονή του έρωτα με την ηδονή του γραψίματος. Τους ποιητές, που από τις λέξεις ο ένας του άλλου αντλούν ευχαρίστηση, τους ονομάζει αιμομίκτες.</p>
<p>Η εικαστική αναπαράσταση των σκέψεων είναι διακριτή στη ποίηση της Περδίκη, όπως φάνηκε από την πρώτη της συλλογή Το αιώνιο αίνιγμα.[iv] Η δημιουργική φαντασία σε συνάρτηση με τον κόσμο των εμπειριών και των ιδεών ανάγεται και πάλι σε μια πραγματικότητα οπτική. Απόρροια της έτερης ενασχόλησής της με την τέχνη της ζωγραφικής η εικαστική αναπαράσταση, έκδηλη στην αποτύπωση των γλωσσικών μηνυμάτων, ανήκει στο κόσμο της καλλιτεχνίας της.</p>
<p>Οι βλεφαρίδες<br />των κοριτσιών στη σιέστα<br />χρυσές βεντάλιες. (25, σελ. 29)</p>
<p>Με τη συλλογή της Συλλαβίζοντας τον ίμερο η Σοφία Περδίκη συνεχίζει την παράδοση των χαϊκού στην Ελλάδα. Η θεματική του έρωτα και του πόθου που επιλέγει, τη συνδέει με μία από τις αρχαιότερες κατηγορίες ποίησης, που φθάνει ως την αρχαϊκή εποχή. Η ακαριαία σχεδόν αποφθεγματική διατύπωση, η εξομολογητική ή συνομιλιακή εκδίπλωση, η λυρική έκφραση, αποτυπώνουν παραστατικά μια από τις πιο δυναμικές κατηγορίες ποίησης από το παρελθόν έως σήμερα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 10/2/2024</p>
<p>Η ιαματική χάρη της Ευκάλυπτης</p>
<p>Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ</p>
<p>Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.<br />Είχε ξεφύγει<br />σε ηλικία ανήλικη<br />από το παρτέρι με τ’ άλλα<br />καλλωπιστικά φυτά.</p>
<p>Μια μέρα που την πότιζαν οξέα<br />για δυναμωτικά, ένιωσε<br />στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα<br />η φλούδα της να σκάει<br />στα πλευρά<br />οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν<br />έγκαυμα<br />δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.</p>
<p>Μετά, στο πρόσωπό της<br />παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.<br />Την τύλιξαν με τουλπάνια<br />εμποτισμένα<br />να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία<br />όμως ή θεραπεία μάταιη.</p>
<p>Οι ρόζοι γίναν μάτια<br />είδανε πέρα από τα σύρματα<br />στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα<br />αντιμίλησε στην οικογένεια<br />αμφισβήτησε όλα τα ποώδη<br />την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.</p>
<p>Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή<br />η κεκαλυμμένη<br />με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.<br />Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.<br />Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.</p>
<p>Η Ευκάλυπτη, είναι η μορφή που πρωταγωνιστεί στο ποίημα της Σοφίας Περδίκη, το οποίο βρίσκεται στην πρώτη ποιητική της συλλογή Το Αιώνιο Αίνιγμα, που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Κίχλη. Η γυναικεία μορφή, προικισμένη με τη δύναμη της δημιουργίας, μια δύναμη που ενθαρρύνει και ενισχύει την αμφισβήτηση των καθιερωμένων στάσεων και συμπεριφορών και οδηγεί σε μια προσωπική περιπετειώδη αναζήτηση, μια γυναικεία μορφή με το χάρισμα της παραμυθίας και της θεραπείας.</p>
<p>Η μορφή αυτή σταδιακά ανακαλύπτει και αποδέχεται τα χαρακτηριστικά της και τα χαρίσματά της, αντιστέκεται στην επιβαλλόμενη συμμόρφωση, αρνείται την ασφάλεια της ομοιομορφίας και ασκεί την τέχνη της θεραπείας. Ας υποθέσουμε ότι η Ευκάλυπτη είναι μια μεταφορά της τέχνης, μια δημιουργός- δέντρο, αψηφά τους δύσκολους καιρούς και ασκεί διακριτικά το φυσικό προορισμό της: σιγανά, ταπεινά και αθόρυβα να θεραπεύει, έστω για μια στιγμή, την ασχήμια και την ανισορροπία του κόσμου. Βλέπουμε γυναικείες μορφές σε αγαστή σύμπνοια με τη φύση, ονειρικά τοπία, με το φως της σελήνης ή του ήλιου να φωτίζει ένα εσωτερικό σύμπαν, όπου όλα τα στοιχεία του εναρμονίζονται και δημιουργούν την ατμόσφαιρα μιας φαντασιακής ιστορίας. Βλέπουμε πορτρέτα γυναικών, πορτρέτα επιθυμιών, διαθέσεων και βιωμάτων, που ξεπηδούν από της μνήμης το λαβύρινθο και λειτουργούν ως αντικατοπτρισμοί εικόνων από χαμένα παραμύθια, ως είδωλα αλλοτινών ηλικιών, που αίφνης δραπετεύουν από τα κρησφύγετα της λήθης. Η γυναίκα πρωταγωνιστεί άλλωστε τόσο στο εικαστικό όσο και στο λογοτεχνικό σύμπαν της Περδίκη. Το γυναικείο σώμα, ως σύμβολο ομορφιάς, γονιμότητας, ως φυσική δύναμη που μάχεται για τη συνέχιση της ζωής, γίνεται ένας καμβάς μέσα στον καμβά, όπου πάνω του χαράζονται ποικίλα συναισθήματα και αποχρώσεις συναισθημάτων με μια επιλεγμένη γκάμα χρωμάτων.</p>
<p>Το 2020 η ποιήτρια νικά τους δισταγμούς της και υπογράφει εκδοτικά την πρώτη ποιητική συλλογή. Το Αιώνιο Αίνιγμα. Η συλλογή αυτή δεν πέρασε διόλου απαρατήρητη. Τουναντίον πήρε τα βραβεία Πολυδούρη και Ζαν Μορεάς και συμμετείχε και στη βραχεία λίστα του περιοδικού Ο Αναγνώστης στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Κριτικά σημειώματα γράφτηκαν από ποιητές και κριτικούς για το βιβλίο αυτό, το οποίο μας σύστησε μια ώριμη ποιητική φωνή, την Σοφία Περδίκη, μια δημιουργό με το χάρισμα να βαδίζει με βήμα σταθερό σε δύο εξίσου απαιτητικές τέχνες και να ξεχωρίζει με τη διακριτή φωνή και το ύφος της και στις δύο. Οι δύο τέχνες αναπόφευκτα συνομιλούν και η συνομιλία αυτή είναι ευδιάκριτη στην ποίησή της θεματολογικά και τεχνικά. Η μία τέχνη τροφοδοτεί την άλλη και η γλώσσα των χρωμάτων, της φαντασίας και των σχημάτων απελευθερώνει ασυνείδητα δημιουργικές δυνάμεις και στο πεδίο του λόγου, λέξεις και στίχους που ολισθαίνουν από την παντοδύναμη εποπτεία του νου κι επομένως ανοίγουν διόδους για μια διαφορετική ιαματική θέαση της πραγματικότητας. Η γραφή της Σοφίας είναι απαιτητική, μεταφέρει τις εντυπώσεις, τα ερωτήματα για το αιώνιο αίνιγμα της ύπαρξης, μέσα σε ένα κόσμο που, ενώ από τη μια ορίζει την ευδαιμονία του καταναλωτικά και τεχνολογικά, την ίδια στιγμή παραδίδεται αυτοκαταστροφικά στη φθορά και τη διάλυσή του, ένα αίνιγμα που αντιστέκεται στις έτοιμες ισοπεδωτικές λύσεις, ακολουθεί το φυσικό κύκλο των εποχών από το έαρ μέχρι τον χειμώνα, παραμένοντας κάθε φορά αναπάντητο.</p>
<p>Ο νους και οι αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση προσλαμβάνουν τις ποικίλες εκφάνσεις και διαθέσεις της καθημερινότητας και η γλώσσα της ποίησης τις ανασυνθέτει δημιουργικά, αναζητώντας τις κρυμμένες δυνάμεις και δυνατότητες του έλλογου όντος να κατανοήσει το ρόλο του στο μυστηριώδες έργο της ύπαρξης. Η ποιήτρια δημιουργεί, συνδυάζοντας την οπτική του άγνωστου ατομικού εαυτού με εκείνη του κοινωνικού και πολιτικού εαυτού, ποθώντας να κρατήσει ζωντανά κάποια θραύσματα ελπίδας, καθώς απειλητικά φαινόμενα και γεγονότα μας περιβάλλουν, έχοντας επίγνωση πόσο Δύσκολο τοκετό θα έχει το θαύμα.</p>
<p>Μία συνείδηση σε εγρήγορση παρατηρεί του ψυχισμού τις ενορμήσεις, τις φαντασιώσεις και τις αναταράξεις, τις ανασύρει, καθαρίζοντας τις περιττές ερμηνευτικές προσμείξεις, αφήνοντας το βίωμα σε όλη του την ένταση αδιαμεσολάβητα να φανεί και να μιλήσει. Μικρές αφηγήσεις γεγονότων ανακαλούνται μέσω της μνήμης, αλλά όταν φτάνουν στο χαρτί έχουν αποπροσωποποιηθεί, δεν εκτίθενται εν θερμώ, φιλτράρονται μέσω της γραφής τα πραγματολογικά στοιχεία και μένει μόνο το απόσταγμα της εμπειρίας. Το ποιητικό υποκείμενο δεν αποσιωπά τις δυνάμεις καταστροφής ούτε τα ρήγματα που αυτές έχουν προκαλέσει στο συνειδησιακό πεδίο, καθώς επιλεγμένα ίχνη του αποτυπώνονται στο λευκό χαρτί. Ο έρωτας, η ερωτική πράξη διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στα κείμενα της συλλογής ως η ποθητή επανάσταση, ως η επώδυνη μαθητεία στο φαινόμενο της ζωής κι ας εμπεριέχει εν τη γενέσει του την αναπότρεπτη φθορά και την απώλεια. Ο υπαρξιακός χαρακτήρας της πρώτης αυτής συλλογής ενισχύεται και από την παρουσία ποιημάτων, όπου παρακολουθούμε την περιπετειώδη πορεία προς τη συνειδητοποίηση της δημιουργικής δύναμης που κρύβεται μέσα σε κάθε θηλυκή αρχή, τη διάθεσή της να επιτύχει την εσωτερική μεταμόρφωση, με πρώτο οδηγό τη φαντασία και το όνειρο. Χωρίς να καταφεύγει σε συνθηματολογικές και καταγγελτικές διατυπώσεις η ποιήτρια επισημαίνει μέσα από μια γραφή σωματική και ερωτική τον χρόνιο εγκλεισμό και αυτοεγκλωβισμό της θηλυκότητας μέσα στους περιορισμούς και τις προκαταλήψεις των κοινωνικών ρόλων, μέσα στη νοσηρή σύνδεση του έρωτα και της αγάπης με την κτητικότητα, την υποταγή και την άσκηση ελέγχου και εξουσίας. Ο λόγος της πλούσιος αλλά λιτός, αποφεύγει την εκζήτηση και τον εντυπωσιασμό, αξιοποιεί εύστοχα τις ηχητικές και μουσικές δυνατότητες της γλώσσας.<br />Μια δεύτερη νεόκοπη συλλογή με 42 χαϊκού Συλλαβίζοντας τον Ίμερο, 2023 από τις εκδόσεις Γερμανός έρχεται να ενισχύσει την αρχική διαπίστωση για την μεστή και ώριμη ποιητική γραφή της Περδίκη. Σ΄ αυτή τη δεύτερη ποιητική συλλογή μεταβαίνουμε σε μινιατούρες γραφής, σε μικρά θραύσματα λόγου με αυτοτέλεια, ακεραιότητα και δύναμη. Τα χαϊκού της Σοφίας έρχονται να αναδείξουν αισθήσεις και αισθήματα, έρχονται να μας ψιθυρίσουν αργά, καθαρά, να μας συλλαβίσουν τρυφερά τη μαγεία του ίμερου, την ιερότητα του ερωτικού πόθου μέσα από τη θεραπευτική δύναμη και ενέργεια της ποίησης, που καθαρίζει τη σκέψη μας από τα πλήγματα της ευτέλειας, της ασχήμιας και της εκμετάλλευσης με την οποία αντιμετωπίζεται στον σύγχρονο κόσμο ο έρωτας και ο πόθος. Μέσα σ’ αυτά τα εξ ορισμού πειθαρχημένα τρίστιχα κυκλοφορούν εικόνες, με έντονα χρώματα, κίνηση, δράση και ενέργεια, καθώς γίνονται πράξη, ζωντανεύουν μικρά ονειρικά θαύματα, στο συμπυκνωμένο χρόνο μιας στιγμής, καθώς λεπτομέρειες φωτίζονται κι αναδεικνύονται, ενώ οι αισθήσεις όλες ανθοφορούν. Το σώμα πρωταγωνιστεί, πλάθεται, αποδομείται, μέρη του σώματος ιχνογραφούνται, μέσα από τις λέξεις και αυτονομούνται σαν σε πίνακα ζωγραφικής, αναδεικνύονται οι σκιές, οι ήχοι, οι κινήσεις, οι ανάσες συλλαβίζονται από τους αγέρηδες, παίρνουν χρώμα, φωτίζονται, γίνονται εντέλει ακόμη και δώρο αναίμακτης θυσίας.</p>
<p>Θα κοινωνήσω<br />Με σταγόνες φράσεων<br />Που με δροσίζουν</p>
<p>Τα ποιήματα της Σοφίας Περδίκη, μαζί με τους πίνακες της ελπίζω να επιδράσουν πάνω μας ιαματικά σαν την ανάσα της Ευκάλυπτης, λένε πως θεραπεύει. Εγώ, προσωπικά, τους πιστεύω.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>ΘΕΥΘ Τεύχος 18 Δεκέμβριος 2023</p>
<p style="text-align: center;">Από το φεγγίτη στο δωμάτιο της γραφής</p>
<p style="text-align: center;">ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ: Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΣΚΑΨΩ<br />ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΤ<br />ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ<br />ΤΗΣ ΣΎΓΧΡΟΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ</p>
<p>Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη, Το Αιώνιο Αίνιγμα, εκδόθηκε το 2020 και εξαρχής έγινε φανερό πως επρόκειτο για μια συλλογή ώριμης δημιουργού, που με αυστηρότητα και περίσκεψη επέλεξε το υλικό του πρώτου βιβλίου της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε δημοσιεύσει ποιήματα της σε περιοδικά, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με το εικαστικό της έργο. Οι καλλιτέχνες που έχουν το χάρισμα να υπηρετούν με την ίδια σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα δύο τέχνες καλλιεργούν μια διαρκή και άτυπη συνομιλία ανάμεσα σ’ αυτές, καθώς η μία κεντρίζει την έμπνευση της άλλης και αφειδώς αλληλοτροφοδοτούνται θεματικά και στο επίπεδο της τεχνικής. Κοινή θεματολογία, πρωταγωνιστικός ρόλος του σώματος και των μορφών που αποδομούνται για να δείξουν την εσωτερική τους εικόνα, τη μεταμόρφωση που υφίστανται από τον τραυματισμό των σχέσεων, τη δοκιμασία του έρωτα και των υπαρξιακών αναζητήσεων. Τα πενήντα ποιήματα της συλλογής αναδεικνύουν ένα άγρυπνο βλέμμα που παρατηρεί τους ανθρώπους, τη φύση, τον κόσμο ως ένα δονούμενο ενιαίο σύνολο που κρύβει εκπλήξεις, δυνάμεις καταστροφής και αναγέννησης. Η τέχνη γίνεται η θεραπευτική ανάσα για να αντέξει το άτομο την πορεία του από την «εαρινή υπόσχεση» στη φθινοπωρινή φθορά και την αποσύνθεση.<br />«Πρόκειται για μια ποιητική ενότητα που αρθρώνεται πάνω στον ερωτικό και τον υπαρξιακό άξονα της ανθρώπινης κατάστασης στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου όλες οι προσδοκίες για ευδαιμονία, νομοτελειακά, οδηγούνται στην<br />αναπότρεπτη φθορά και τη δυστυχία (ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, όπως έλεγε ο Φρόιντ). Ο έρωτας, όπως και η ποίηση αποτελούν τις μοναδικές αντιστάσεις μας απέναντι στην καταστροφική δύναμη του πολιτισμού και στην αυτοκαταστροφική παρόρμησή μας προς τη συντριβή. Προσπάθησα να αποτυπώσω και να εξιχνιάσω όλα αυτά τα στοιχεία της έκστασης, του πάθους, της σιωπής, της σύγκρουσης, της κάθαρσης αλλά και του προσδιορισμού του χώρου και του χρόνου της μνήμης».<br />Η εικαστική ματιά είναι ευδιάκριτη στην ποίηση της Περδίκη, το χρώμα βάφει τις λέξεις, οι ονειρικές συνθέσεις συγκροτούν εικόνες στατικές και κινούμενες, ενίοτε μικρά σενάρια, ιστορίες που επιλεκτικά ανασύρει η μνήμη, τις φέρνει στο φως ν’ αναβιωθούν με τη μέγιστη δυνατή ένταση, χωρίς να χάσουν «τους χυμούς τους», πάντα με την προσδοκία της κάθαρσης. Η ποιήτρια αποφεύγει τις νοητικές ερμηνείες περί των βιωμάτων, τα αποδέχεται και τα εκθέτει χωρίς να τα κρίνει. Ο έρωτας, η ερωτική πράξη ως η ποθητή επανάσταση, ως η επώδυνη μαθητεία στο φαινόμενο της ζωής, που εμπεριέχει εν τη γενέσει του την αναπότρεπτη φθορά και την απώλεια, ορίζει μεγάλο μέρος του ποιητικού πεδίου της Περδίκη. Το σώμα είναι το υλικό πάνω στο οποίο εγγράφεται ο επίγειος βίος μας. Πόθοι, πάθη, φόβοι, πόνοι εκεί χαράζονται ανεξίτηλα. Η γραφή γίνεται λόγος σωματικός, τα σώματα αφηγούνται την ιστορία τους, την ιστορία μας, αυτό που πραγματικά είμαστε, από εκείνη ακόμη την απροσδιόριστη αρχή, από το πρώτο τραύμα της γέννησης. Οι αισθήσεις όλες αναπόφευκτα κινητοποιούνται, συμπλέκονται και συνεργάζονται. Η γλώσσα έχει ήχο και ρυθμό, έχει μουσική και αγκαλιάζει τις ποιητικές συνθέσεις, αφήνοντας έναν αισθητό απόηχο.<br />«Όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρικός “σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας”. Αναγνωρίζω το στοιχείο μιας, θα έλεγα, “σωματικής” ποίησης, με την έννοια ακριβώς του μέσου ή του πεδίου που χρησιμοποιώ συχνά για να μιλήσω για τις αισθήσεις, τις μεταμορφώσεις, τα τραύματα και τη φθορά. Ίσως και η πολύχρονη μελέτη του ανθρώπινου σώματος μέσω της ζωγραφικής να έχει παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την “εικαστική” αφηγηματική απεικόνιση, αλλά ίσως και το αντίθετο, δηλαδή η<br />επιλογή του γυμνού σώματος που πρωταγωνιστεί στους πίνακές μου, να έγινε γιατί σε σχέση με αφηρημένες απεικονίσεις, με ενδιαφέρει υπαρξιακά και με συγκινεί αισθητικά πολύ περισσότερο.<br />Η μνήμη είναι το βασικό υλικό, η μαγιά θα έλεγα κάθε δημιουργικής διαδικασίας. Η ίδια η γλώσσα ήταν αυτή που με έκανε να σκάψω βαθιά στην προσωπική μου αλήθεια και στην ανθρώπινη εμπειρία της σύγχρονης πραγματικότητας, που περιορίζει και συνθλίβει κάθε μας κίνηση προς την<br />ελευθερία, επιδιώκοντας παράλληλα, μέσω της γραφής, την υπέρβαση αυτής της ίδιας της πραγματικότητας, την ανατροπή της και την εύρεση μιας απάντησης για την επούλωση του αιώνιου τραύματος».<br />Η γραφή της Περδίκη είναι πολυεπίπεδη, αινιγματική και απαιτητική. Καλεί τον αναγνώστη να διασχίσει το «ηφαιστειακό τοπίο» και να πλησιάσει τον άγνωστο εαυτό, αυτόν που βρίσκεται «πίσω απ’ τον καθρέφτη» και κινεί τα νήματα του ποιήματος. Δεν απουσιάζουν από τη συλλογή ποιήματα που αναφέρονται στη θηλυκή αρχή και στο πώς αυτή βιώνει τη συντροφικότητα, τον έρωτα, το πένθος, την εξέγερση και τους ασφυκτικούς ρόλους που της επιβάλλονται, χωρίς ο λόγος της ποιήτριας να ολισθαίνει στη συνθηματολογία.<br />«Ο ποιητής θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να αφουγκράζεται τις δονήσεις και τα μηνύματα του καιρού του και να τα μετουσιώνει σε λόγο, με την αυθεντική του φωνή, καλώντας τον αναγνώστη να δει την πραγματικότητα με μια διαφορετική οπτική. Η “δημοφιλία” των ποιημάτων του είναι το τελευταίο που<br />θα πρέπει να τον απασχολεί, γιατί είναι μια πλασματική, άνευ ουσίας έννοια. Δεν έχει νόημα μια ποίηση εν είδει κοινωνικού σχολιασμού, όσο κι αν είναι του συρμού. Η εύληπτη, πεζογραφική αναπαραγωγή γεγονότων δεν είναι ποίηση, η στρατευμένη ποίηση είναι κατά κανόνα, και σε βάθος χρόνου, κακή ποίηση (υπάρχουν βέβαια αριστουργηματικές εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν όμως τον κανόνα). Όπως ως αναγνώστρια επιζητώ πολλαπλά επίπεδα<br />κατανόησης, διέγερσης κι απόλαυσης της ποίησης, όπως αναζητώ την έκπληξη και την ταραχή από το “ανοίκειο”, έτσι επιδιώκω να γράφω κι ελπίζω κάποτε να το καταφέρνω. Σκέφτομαι πόσο άραγε κρυπτική και μη κατανοητή θα ήταν ή εξακολουθεί να είναι για τους πολλούς αναγνώστες η ποίηση του Σεφέρη ή του Ελύτη, για παράδειγμα, αν απλώς τη διάβαζαν από τα βιβλία τους. Κι όμως τραγουδήθηκε τόσο από όλους, χάριν της σπουδαίας μελοποίησής τους από τους μεγάλους συνθέτες μας, έγινε μέρος της συλλογικής μας λαλιάς κι αγαπήθηκε με “της αγάπης αίματα”, ανεξάρτητα από<br />τον βαθμό κατανόησης των στίχων».<br />Η Σοφία Περδίκη με αφοσίωση επιμένει, παρατηρεί και καταγράφει την περιπέτεια του σημερινού ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του και να βιώσει το θαύμα της ζωής μέσα σε μια πραγματικότητα διόλου φιλική απέναντι σε τέτοιου είδους εγχειρήματα. Συνεχίζει την ποιητική της διαδρομή και τρία χρόνια μετά Το Αιώνιο Αίνιγμα, αναμένεται η δεύτερη συλλογή της με τον τίτλο Η Σειρήνα του Χρόνου.<br />«Είναι μια συλλογή ποιημάτων γύρω από την σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο. Ακολούθησα μια γραμμική πορεία ενηλικίωσης, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο, ξεκινώντας με τις παιδικές αναμνήσεις, τα όνειρα της νιότης, το φως και την ηδονή και προχωρώντας με τις πλάνες, τον πόνο της διάψευσης, την ωρίμαση, την εμβάθυνση στο σκοτάδι του υποσυνειδήτου, μέχρι τη συνειδητοποίηση της μεγάλης αλλά εν τέλει ωραίας περιπέτειας που είναι η ζωή. Με όλες και παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες της, παραμένει<br />αινιγματική και γοητευτική. Η αντίσταση στον κυνισμό της εποχής μας, γίνεται μέσω της έκφρασης, της ποίησης, της τέχνης. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω η ίδια την εξέλιξη της γραφής μου, ούτε και πρόκειται εξάλλου για μια ποιητική ενότητα που δημιουργήθηκε εγκεφαλικά, ως ένα προαποφασισμένο δηλαδή concept. Πολλές ποιητικές συλλογές δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο, όμως εγώ δεν λειτουργώ ούτε μπορώ να γράψω έτσι. Και οι δύο συλλογές μου διαμορφώθηκαν με την επιλογή ποιημάτων από ένα μεγάλο υλικό που<br />γράφτηκε την τελευταία δεκαετία, όπου κάθε φορά αναζήτησα ένα κοινό νήμα, ώστε να συν-δεθούν και να συν-ομιλήσουν μεταξύ τους. Κι ενώ το αίνιγμα παραμένει άλυτο και η Σειρήνα του Χρόνου με τη διττή της έννοια, όπως αποτυπώνεται στο ομώνυμο ποίημα της δεύτερης συλλογής μου, έχει<br />σημάνει τον συναγερμό της, το αίτημα της αντίστασης στο σκοτάδι, στη σωματική και κυρίως στην πνευματική φθορά, παραμένει ακέραιο. Εδώ, μου έρχονται στο νου οι στίχοι του Ντύλαν Τόμας. “Ευγενικά να μην την πεις την καληνύχτα τη στερνή [&#8230;] αντιστάσου, αντιστάσου στου φωτός την αρπαγή”».</p>
<p style="text-align: right;">&#8216;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p> </p>
<p>FRACTAL 25/08/2021</p>
<p>Το αιώνιο αίνιγμα, της Σοφίας Περδίκη</p>
<p>Η γλώσσα ψυχαγωγεί με τις υποκριτικές της ιδιότητες. Αυτές είναι οι πηγές του αισθητικού αποτελέσματος, έλεγε ο Σέλλευ. Και ο Ρώσος κριτικός Victor Shklovsky, ο οποίος εισήγαγε στη λογοτεχνία τον όρο ανοικείωση, ισχυριζόταν πως πρέπει να υπάρχει ένα όριο, μια αλλαγή ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωή, μια διάκριση μεταξύ της ίδιας της πραγματικότητας και της λεκτικής της αναπαράστασης που να κάνει τον οικείο κόσμο να μοιάζει ανοίκειος, σαν να τον βλέπαμε για πρώτη φορά.</p>
<p>Η Σοφία Περδίκη στην ποιητική της συλλογή Το Αιώνιο αίνιγμα (Κίχλη 2020) χρησιμοποιεί την ανοικείωση και με τις υποκριτικές της ιδιότητες ψυχαγωγεί τον αναγνώστη/αναγνώστρια. Η ποίησή της είναι ενδοσκοπική, κοινωνική, ερωτική. Δομείται πάνω στην αλληλουχία των εποχών. Ξεκινά με την αίσθηση της Άνοιξης και την εαρινή υπόσχεση και ολοκληρώνεται με τον Φθινοπωρινό μαρασμό, αναπαριστώντας ποιητικά τον αέναο κύκλο της ζωής και των πραγμάτων, τη γέννηση, την αναπαραγωγή, τον θάνατο.</p>
<p>Η ΕΑΡΙΝΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ</p>
<p>Έχετε κάποια ιδέα για την Εαρινή Υπόσχεση; Δόθηκε κατά τας γραφάς αρχές του τρίτου μήνα. Θα την καταλάβουμε, λένε, από έναν ξαφνικό παλμό κάτω από το υπογάστριο. Θα φουσκώσουμε σαν βασανισμένα πουλιά, όπως αν μας φυσούσαν αέρα στην κοιλιά, κι ύστερα θα αιωρηθούμε -πάνω κάτω-, θα σκάσουμε με θόρυβο υπόκωφο σε έδαφος ελαστικό, σε στρώμα χλόης. […] (σελ. 9)</p>
<p>Με αφετηρία την άνοιξη, εποχή αναγέννησης της φύσης, η ποιήτρια τραγουδά τη ζωοποιό δύναμη του έρωτα, μεταφέροντας τη μέθεξη, το πάθος, την ηδονή, αλλά και τις πληγές, τα τραύματα, τη φυλακή, το τέλος του συναισθήματος. Μετατοπίζεται στα ποικίλα ανθρώπινα προβλήματα και αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις, τα προσωπεία, τον κομφορμισμό. Η ποιητική αναφορά κλείνει με το φθινόπωρο που περιέχει τον μαρασμό.</p>
<p>ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</p>
<p>[…] Στο απόγειο της διάτασης, η αιχμή της έντασης μια πράσινη χορδή που τέντωσε και σπάει. Γιατί να είναι άραγε έτσι η φύση των πραγμάτων; Ένα ένα τώρα τα φύλλα τους ξεφορτώνονται, ξερά κλαδιά φράγματα στήνουν, να βουλώσουν θέλουν το μοναδικό το λούκι, το πιο πολύτιμο. Τον νόμο να επιβεβαιώσουν.</p>
<p>Στο πλήρες φάσμα της ανθοφορίας ο μαρασμός. (σελ. 75)</p>
<p>Ο έρωτας, η παντοδύναμη ροπή που αισθάνονται οι ψυχές, αποτελεί τη δημιουργική δύναμη της αεικίνητης φύσης, το φως που ευθύνεται για την ύπαρξη και την τάξη όλων των πραγμάτων στο Σύμπαν. Η ποιήτρια υμνεί την κοσμογονική δύναμη του έρωτα, την αιώνια και φθαρτή ουσία του, την υπερθετική δείνωση του συναισθήματος. Οι εικόνες μορφοποιούν μνήμες, πραγματικότητες, εμπειρίες. Το ίδιο και η σουρεαλιστική φαντασία, ο βιβλικός τόνος, ο στιχουργικός ρυθμός, η αρμονία.</p>
<p> </p>
<p>IN VITRO</p>
<p>Ήταν οι δυο τους<br />σαν σύμπλεγμα από πέτρα<br />μια ερωτική Pieta<br />έτσι ένιωθες<br />όταν τους αντίκριζες<br />καθηλωμένους από καιρό<br />σ’ ένα μπαλκόνι καλοκαιρινό.<br />Πάντα εκείνη με τ’ ανθισμένο φόρεμα<br />-τα γιασεμιά τής έγλειφαν τα γόνατα-<br />κι εκείνος γυμνός<br />από τη μέση και πάνω<br />-μάρμαρο ιδρωμένο παριανό-<br />είχε απλωμένο το χέρι στον ήλιο<br />επικαλούνταν τον Θεό<br />όταν έβλεπε κανένα σύννεφο<br />να γιγαντώνεται στο Αύριο.<br />Παράξενο το αίσθημα που είχες<br />όταν αντίκριζες εκείνους<br />τους δυο<br />ερωτευμένους<br />στον γυάλινό τους τύμβο […] (σελ. 23)</p>
<p>Η Σοφία Περδίκη με λεκτικά παιχνίδια, πρωτότυπες γλωσσικές εκφράσεις, θεατρικότητα, παραμυθικό τόνο αναπαριστά τις ανθρώπινες σχέσεις, τη θέση του γυναικείου φύλου, τα προσωπεία, τον δισυπόστατο -άγνωστο πολλές φορές- εαυτό μας, τη δίμορφη εν τέλει έκφραση του κόσμου μας που εμπεριέχει τη χαρά της ζωής και την τραγική μοίρα του θανάτου· το ευδαιμονισμένο φως και το σκοτάδι.</p>
<p>ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ</p>
<p>Περιορίστηκαν οι λέξεις<br />σε παπούτσια στενά<br />μυτερά στην άκρη σκαρπίνια<br />κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες<br />έντρομα ρήματα<br />αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν<br />για ομολογίες<br />συγχωροχάρτια σε τραπέζια<br />υπογράφονται καθημερινά.<br />Ανέκδοτα κάποια<br />υπόκεινται σε βασανισμούς<br />καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές<br />στην απομόνωση ψιθυρίζουν<br />κουράγιο, δάκρυ ή σχοινί<br />ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές<br />φυσούν τον καπνό τους από κει<br />ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα<br />υπόσχονται […] (σελ. 40)</p>
<p>Με πλούσιο λεξιλόγιο, μετωνυμίες, χρήση μεταγλώσσας, αποδόμηση γνωστών και συνηθισμένων εκφράσεων, η Σοφία Περδίκη προβληματίζεται για τα βαθιά ανθρώπινα θέματα, το αιώνιο αίνιγμα της ζωής. Οι στίχοι της έχουν σωματικότητα. Δίνονται ιμπρεσιονιστικά, με πλαστικότητα, πλησμονή φύσης. Σαν θεατρικές σκηνές.</p>
<p>ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ</p>
<p>Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι<br />στη βωβή τους ζωή.<br />Να πάμε<br />λέει η πρόσκληση<br />επισήμως γδυμένοι<br />ένα βράδυ<br />όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα<br />και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά<br />ν’ αφήσουμε τις φωνές μας στην κρεμάστρα<br />μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής<br />να βγάλουμε τα τακούνια<br />απ΄ τα παπούτσια<br />και τα δόντια μας με την τανάλια<br />τα κόκαλά μας να τυλίξουμε<br />προσεκτικά<br />να μην κροταλίζουνε στα γέλια<br />να εκπνέουμε αθόρυβα<br />αντί να παίρνουμε ανάσα.<br />Στη σάλα τη μεγάλη<br />ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας<br />στην άκρη<br />και να στρωθούμε στο τραπέζι<br />με φόβο μπουκωμένοι.[…] (σελ. 58)</p>
<p>Στα δυνατά της ποιήματα ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ και το ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝΕ, που αναφέρονται στη γυναίκα, ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ που έχει σχέση με τον κομφορμισμό.</p>
<p>ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ</p>
<p>[…] Είμαστε τα μωβ θηλυκά.<br />Φορούμε την προβιά μας<br />μ’ επιμέλεια τα πρωινά<br />και τις νύχτες γδυνόμαστε<br />κάτω από τον προβολέα<br />που με τη ζέση του μας εξάπτει<br />γινόμαστε θερμές πορτοκαλί<br />τα χείλη μας λεν την προσευχή<br />οι μήτρες μας φλογίζονται<br />κατ’ επανάληψη<br />την ώρα που γεννάμε μ’ έναν πόνο<br />όνειρα αποκαλυπτικά. <br />Είμαστε οι γυναίκες<br />που ζούμε<br />κλεισμένες ερμητικά<br />μέσα στο δικό τους ποίημα. (σελ. 60)</p>
<p>ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝΕ</p>
<p>[…] Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε<br />αβρές κι ευλαβικές<br />σε υπολειτουργία<br />ολοστρόγγυλες<br />να μην κόβουν τα μαχαίρια μας<br />τα σώματά μας<br />να μην έχουνε αιχμές<br />τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές.<br />Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες. (σελ. 69-70)</p>
<p> </p>
<p>ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ</p>
<p>Της είχαν μάθει να στρογγυλεύει τις λέξεις.<br />Να τρίβει την εσωτερική τους πλευρά<br />γερά με γυαλόχαρτα<br />ώσπου να φύγουν τα μαύρα τους μελάνια.</p>
<p>Κάθε στοιχείο ζωντανό<br />έπρεπε να πάψει πια να σπαρταρά<br />η πιο ανώδυνη έκφραση<br />ν’ ανέλθει στην επιφάνεια.<br />Μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα<br />Με καθαρό οινόπνευμα.<br />Τα άπλωνε στον ήλιο σε σινί<br />ν’ αποξηρανθούν καλά<br />το χνούδι τους να αποκτήσει<br />εκείνη την υφή<br />την κοινώς αποδεκτή<br />που όταν ανακατεύεται<br />με της σιωπής το γάλα<br />φουσκώνει αργά μες στα σωθικά […] (σελ. 61)</p>
<p>Η Σοφία Περδίκη προβληματίζεται για Το Αιώνιο αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μιλά για τον έρωτα, τον χρόνο, τη φθορά, τον θάνατο, το θρυμματισμένο όνειρο. Η συλλογή της ώριμη. Η γλώσσα της ανοίκεια. Οι στίχοι της δραματικοί. Οι προβληματισμοί της ανθρώπινοι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ</strong></h5>
<p>6/2/2021</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη, εικαστικού-ζωγράφου, στην επιμελημένη έκδοση της Κίχλης, κοσμείται από ένα δικό της έργο, με έντονο συμβολισμό: Ένα ωραίο γυναικείο πρόσωπο που ονειρεύεται, πλάι σε ένα πτηνό (κουκουβάγια μάλλον, «σοφία»), με πλουμιστό κεφάλι κι ανάμεσά τους λουλούδια. Μια σύνθεση ονειρική. Ο τίτλος της συλλογής είναι κι αυτός συμβολικός. Παραπέμπει στην εναγώνια προσπάθεια επίλυσης του «αιώνιου αινίγματος», που μπορεί να είναι το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου, του έρωτα και της προδοσίας.<br />Η μνήμη παίζει πρωταρχικό ρόλο σε όλη τη συλλογή «γιατί ένα σφουγγάρι κινούμενο είναι η μνήμη/την παρτιτούρα συνέχεια σβήνει/κι ό,τι απομένει/η μουσική». («Ό, τι απομένει»). Η μνήμη που εξαφανίζει σαν σφουγγάρι κάθε βασανιστική ανάμνηση, η μνήμη που αφήνει πίσω της τα περασμένα, όταν ένας νέος πυρακτωμένος έρωτας συνεπαίρνει το ποιητικό υποκείμενο: «Πυρωμένος καιρός/ήρθε κι εγκαταστάθηκε/ στο χειμωνιάτικό μου σώμα/ {…} Άφησα στάχτες τα περασμένα» («Κίτρινο βλέμμα»).<br />Ο έρωτας είναι παρών και διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Στην περίπτωση αυτή η ποιήτρια χρησιμοποιεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο ή το πρώτο πληθυντικό,, απευθυνόμενη στο ερωτικό υποκείμενο, άλλοτε με τρυφερότητα, άλλοτε με αμφισβήτηση, άλλοτε με καημό και πίκρα: «Στο κέντρο του κόσμου πιασμένος/- ήσουν, θυμάσαι;-/ένα σμάρι αχτίδες» («Σπείρες»), « Η πλάτη σου/του κόσμου το πιο μεγάλο/κάτοπτρο» («Η πλάτη σου»), «Σε βλέπω μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού./Είσαι ημιτελής με δέρμα πρόπλασμα {…} προκύπτεις αθώος ως προς τη θλίψη/μενεξεδής εσωτερικά/η έκπληξη μεγάλη αν σκεφτεί κανείς/ πόσες επιστρώσεις έχεις περαστεί/πόσο ξοδεύτηκε ιλουστρασιόν χαρτί» («Δαχτυλίδια καπνού»), «Ας αφηγηθούμε το κορμί./Να μείνει/έστω κάτι» («Ας μιλήσουμε»). Κάποιες φορές ο έρωτας εκφράζεται διαλογικά, με το δεύτερο και το πρώτο ενικό πρόσωπο, αλλά προμηνύει ένα άδοξο τέλος: «Ίσως είμαστε διάττοντες είπες/κι έσταξε η οροφή φωσφορικά και απλανή/αστράκια {…}Μικρές αναλαμπές, είπα, είμαστε/κι άστραψε ο γυάλινος θόλος/ {…} «Η νηνεμία αιτούμενο, αλλά/η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί» («Έκλειψη»). Άλλες φορές πάλι το ερωτικό υποκείμενο δύσκολα συνοψίζεται, υπάρχουν κενά και αποστάσεις χαρακτήρων που δυσκολεύουν τον προσδιορισμό του: «Για να σε συνοψίσω/πήρα απ’ τη νύχτα την περιπλάνηση/{…} μια κόλα λευκή έβγαλα/και γέμισε ξάφνου στίγματα/διακεκομμένα/κενά χωρίς ανάσα/σχέδια επί χάρτου τόσο πολλά/κι οι αποστάσεις των χαρακτήρων μας/εκεί, ανάμεσα στα διάκενα./Για της μορφής σου τη σύνοψη/πήρα απ’ το πρόσωπο/όλη του την ξενιτιά». («Για να σε συνοψίσω»). Υπάρχει βέβαια και ο ευφρόσυνος έρωτας, όπου οι δύο γίνονται ένα, και τότε εκφράζεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Με φως στα χείλη δώσαμε/ το φιλί που δεν αμφιβάλλει» («Το φιλί»). Συνήθως όμως τον έρωτα διαδέχεται η φθορά, οι όρκοι εξανεμίζονται, το τέλος έρχεται ανεπαίσθητα, αλλά οριστικά. Στην περίπτωση αυτή η ποιήτρια χρησιμοποιεί το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο, που αποκτά μια ισχύ καθολικότητας: «Οι επαφές τους δεν ήταν συχνές./Όποτε βρίσκονταν/μιλούσαν για τον κεραυνό./ {…} Είχαν ακούσει για τον διακόπτη του χρόνου/ν’ ανοιγοκλείνει/σε μια έκτακτη των σωμάτων συστολή/μα συνήθως ήταν τόσο μαγνητισμένοι/που αδιαφορούσαν /για την επερχόμενη βλάβη./Έμειναν να κοιτούν με απορία/των χεριών τους τη χαμένη ισχύ/το φως του «μείνε για πάντα» που χάνεται/τα κομμένα των ματιών καλώδια». («Διακόπτης»).<br />Ένα ιδιαίτερο ποίημα είναι το «In vitro». Αναφέρεται στο ερωτικό σύμπλεγμα δύο ερωτευμένων που η ποιήτρια περιγράφει με ξεχωριστή τρυφερότητα: «Ήταν οι δυο τους/ σαν σύμπλεγμα από πέτρα/μια ερωτική Pieta/ {…} Παράξενο το αίσθημα που είχες/όταν αντίκριζες εκείνους/τους δυο/ερωτευμένους/ στον γυάλινό τους τύμβο./Σου άφηνε μια εικόνα ένωσης in vitro/μια μυρωδιά από διάρκεια./Όπως/τα καλλωπιστικά/αμάραντα φυτά». Εξίσου ιδιαίτερο ποίημα, με τον έντονο συμβολισμό του, είναι και «Ο σκιώδης» φωτογράφος: «Του αρέσουν τα είδωλα να είναι/αρκούντως αποξηραμένα/συλλέγει όλους τους χυμούς τους/στον κάδο/ με τ’ ανακυκλωμένα αισθήματα/κι αφού τα πολτοποιεί μεθοδικά/αποκτά τη δική του ενέργεια/γίνεται μια μοναχική φωταψία».<br />Στην ποιητική συλλογή της Σ.Π. υπάρχει και μια ομάδα ποιημάτων που θα τα χαρακτήριζα πιο εσωτερικά. Η ποιήτρια σκύβει μέσα της και ψάχνει τον εαυτό της, αυτόν τον άγνωστο, κοιτάζει τα τραύματά της, αυτά που προέρχονται από την παιδική ή την ενήλικη ζωή της και μιλά συνήθως σε πρώτο ενικό πρόσωπο: «Έχω ένα μάτι θολό/που κοιτάζει τον κόσμο/σα να’ ταν μέσα σε σάκο αμνιακό/ {…} Το άλλο μάτι/-το περισκοπικό-/το στερεώνω κάθε πρωί/ όταν βγαίνει το κεφάλι/από του ύπνου το υποβρύχιο/και παρατηρώ/ {…} τον άγνωστο Εαυτό/να σκύβει/βαριανασαίνοντας/μέσα μου/σε ανύποπτο χρόνο/και να με κοιτά» («Δυο μάτια»). Στο ποίημα «Συντέλεια» κυριαρχούν τα ρήματα: Ονειρεύτηκα, θυμήθηκα, αφουγκράστηκα, ενώ στο σπαραχτικό ποίημα, «Η σκούρα κηλίδα» κυριαρχούν μια σειρά από προστακτικές, Κοίταξέ με, Μην κοιτάς, Σκύψε, δες με, επικλήσεις και εκκλήσεις πιο πολύ στον αναγνώστη να μην μείνει στην επιφάνεια, αλλά να ψάξει πιο βαθιά, να βρει το αληθινό της πρόσωπο, αυτό που έμαθε με επιμέλεια να καλύπτει: «Μην κοιτάς την επιφάνεια/που επιμένει φωτεινή/να κρύβει τη μαύρη σκιά./Έμαθε μ’ επιμέλεια/ν’ απλώνει τον ασβέστη/στην άμωμη όψη./Σκύψε πίσω απ’ τον καθρέφτη/ στου χαλκού την επίστρωση/που κυκλώνει τα’ ασήμι/και τη μορφή μου διαβρώνει. Εκεί που το χνότο έχει θολώσει/δες με/στην πιο σκοτεινή μου απόχρωση». Αντίστοιχα νοηματικά είναι και τα επόμενα ποιήματα, «Από την ανάποδη», με τους χαρακτηριστικούς καταληκτικούς στίχους: «Ντύθηκα την ανάποδη όψη μου κι εγώ./Εκεί κρύφτηκα», καθώς και το ποίημα, «Θέριεψε νύχτα», όπου με παράπονο μέμφεται τις Μοίρες που στανικά τής στέρησαν για πάντα «στης σκέδασης του φωτός/τα ωραία φαινόμενα».<br />Τα τραύματα αιμορραγούν συνεχώς, ιδίως τα ανεπούλωτα, τα νωπά ακόμη τραύματα: «Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά./Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους/ {…} «Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές/πληγές αιμορραγούν/σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά/τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα/αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν./ Ανήκεστος η βλάβη» («Ο κανόνας»). Για τα παιδικά τραύματα και το τέλος των ψευδαισθήσεων θα μιλήσει η Σ.Π. και στο ποίημα «Όπως των Ίνκας τα παιδιά», χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Είναι συγχρόνως ένα ποίημα καταγγελτικό για την ανθρώπινη υποκρισία: «Τραφήκαμε από νωρίς με σύννεφο./Ήταν γλυκό πολύ και μείναμε γρήγορα/χωρίς δόντια./Μας τρώνε από τότε μικρά τρωκτικά/ {…}Ηττημένοι πάμε σε κάθε μάχη a priori/{…} στις γλυκερές φωνές ματώνουνε τ’ αυτιά/στην υποκρισία μπροστά μας πιάνει ναυτία». Το ίδιο καταγγελτικό για την ανθρώπινη αναλγησία πάνω στην τρυφερή ηλικία είναι και το ποίημα «Χόρεψα»: «Χόρεψα με πόδια γυμνά/πάνω σε πυρωμένο χώμα./Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή/μου είχαν κλέψει τα παπούτσια/σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι/άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ/να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί./Περπάτησα πολύ πριν φτάσω εκεί./Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές» Άλλη αναφορά σε παιδικό τραύμα γίνεται στο ποίημα, «Στο επόμενο όνειρο», σε δεύτερο ενικό πρόσωπο αυτή τη φορά: «Κι εσύ που στεκόσουν προ ολίγου/ζαρωμένη στον αέρα φιγούρα/κι έβλεπες το τραύμα σου/από την εναιώρηση/στη βραχώδη πλαγιά/μετρούσες τον σπασμό σου/κι ευχόσουν/να μην είναι η πληγή αυτή/στο γόνατο το παιδικό/που θα σε έκοβε για πάντα στα δυο/βρίσκεσαι τώρα σε σταθερή ανάσα/σ’ ένα συγκεκριμένο/ χειμωνιάτικο τοπίο/Κοιτάς/της μνήμης σημάδι/για το γεράκι που θα’σαι/στο επόμενο όνειρο». Γιατί βέβαια όλα μπορούν να συμβούν στο όνειρο, ακόμη και το να είσαι γεράκι, αφού «μέσα στο όνειρο εγκαταλείπονται όλα/ και ξαναβρίσκονται σε μια στιγμή/ ακαριαία».<br />Μια πολύ σημαντική ομάδα ποιημάτων και, ίσως από τα ωραιότερα και τα πιο σπαραχτικά, αναφέρονται στις γυναίκες. Στις γυναίκες με τη μεγάλη καρδιά και τα σφραγισμένα στόματα, τις γυναίκες, όπως τις θέλουνε οι άλλοι, σε μόνιμη υπολειτουργία: «Είμαστε οι γυναίκες/που ζούμε/κλεισμένες ερμητικά/μέσα στο δικό τους ποίημα» («Τα μωβ θηλυκά»), «Της είχαν μάθει να μη λέει πολλά/και πώς να βγάζει εγγαστρίμυθα/τον στεναγμό απ’ το στόμα/σαν να’ τανε καπνού τουλύπα» («Στεναγμός»), «Μας θέλουνε να είμαστε πάντα/απαλές και λευκότατες./Να παραμένουμε μονίμως/σε μια κατάσταση άσηπτης/τρυφερότητας/τα χείλη να στάζουν/λόγια μελωμένα/ {…}Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε/αβρές κι ευλαβικές/σε υπολειτουργία/ολοστρόγγυλες/να μην κόβουν τα μαχαίρια μας/τα σώματά μας/να μην έχουνε αιχμές/τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές./Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες» («Όπως μας θέλουνε»). Και μόνο, όταν απελευθερωθεί η γυναίκα από έναν τυραννικό έρωτα, συνειδητοποιείται και ξαναβρίσκει την ελευθερία: «Κάθε φορά που έφευγε/την άφηνε μισή./Με το ένα χέρι άγγιζε/τα πράγματα/της ξέφευγαν οι στιγμές/μέσα απ’ τα δάχτυλα/ {…}Μίλαγε σε όλους με μισόλογα./ Περίμενε τα απογεύματα/καρτερικά πίσω απ’την πόρτα/σε κατάσταση ημίαιμη/να σμίξει μαζί του έπρεπε/για να ολοκληρωθεί ξανά./Όταν έφυγε εκείνος πια για πάντα/την άφησε γυμνή./Φόρεσε ένα ρούχο ανδρόγυνο/άνοιξε την πόρτα/και πήρε/βαθιά ανάσα. («Μισόλογα»).<br />Η φύση είναι επίσης παρούσα, αλλά με μικρότερη ένταση, στα ποιήματα της Σ.Π., όπως στα: «Η Ευκάλυπτη», «Το ατύχημα», «Φθινόπωρο».<br />Τελικά δόθηκε απάντηση στο ποίημα «Το αιώνιο αίνιγμα», από το οποίο τιτλοφορήθηκε και η συλλογή; Όχι, δεν δόθηκε απάντηση, το αίνιγμα θα παραμένει, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν για την επίλυσή του. Γι’ αυτό και ο τόνος του ποιήματος, σε δεύτερο πρόσωπο, είναι επιτιμητικός, «πού πήγες κι έμπλεξες, γιατί προσκολλήθηκες; Τι τό’θελες τότε {…} και λικνίστηκες {…} κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα;», αλλά και τιμωρητικός: Με μια σειρά προστακτικών, κάθισε, ηλεκτροφόρησε, Αναρωτήσου, θρόιζε: «Θρόιζε για πάντα τώρα/πάνω στα ουράνια/μεταλλικά μοτίβα».<br />Η Σοφία Περδίκη, με τα πενήντα ποιήματά της, μας έδωσε μια πλούσια, πολύ ενδιαφέρουσα και με μεγάλη ποικιλία θεμάτων, ποιητική συλλογή. Με ιδιαίτερη μαεστρία και θεατρικότητα οργανώνει έναν κόσμο που πάσχει, αγωνιά, αγωνίζεται, αλλά και ελπίζει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ</strong></h5>
<p>ΦΡΕΑΡ 27/01/2021</p>
<p>Στην πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Το αιώνιο αίνιγμα (Κίχλη, 2020), η Σοφία Περδίκη καταθέτει μία εκτενή συλλογή ποιημάτων, την οποία τυπώνει αφενός σε ώριμη ηλικία και αφετέρου ύστερα από μακροχρόνια επαφή με την ποιητική πράξη. Υπό την έννοια αυτή, η συλλογή δεν περιλαμβάνει ούτε νεανικά ούτε πρωτόλεια ποιήματα, αλλά ποιήματα τα οποία έχουν επιλεγεί με κατασταλαγμένη ματιά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποτυπώνουν τον τόνο της ποιήτριας, που συμβαίνει να είναι και ιδιαίτερος και αναγνωρίσιμος.</p>
<p>Ως γενικό οδηγό περιήγησης στο σύμπαν της Περδίκη θα χρησιμοποιηθούν κάποιοι στίχοι από το ποίημα «Στο επόμενο όνειρο», το οποίο συνομιλεί με το αμέσως προηγούμενο Το αιώνιο αίνιγμα, που χαρίζει και τον τίτλο στη συγκεκριμένη συλλογή. Στίχοι ενδεικτικοί που μας αποκαλύπτουν, κατά την άποψή μου, τη λογική, τις προθέσεις και τους τρόπους του ποιητικού υποκείμενου εν συντομία:</p>
<p>Πιο κει πρόσωπα αχνά/ με μάτια έντρομα κοιτούν/ το στημένο σκηνικό/ η ανάσα του μεγάλου βατράχου/ ψιθυρίζει στη γη/ την τελευταία προσευχή/ ένα ρυγχόσπερμα ανθίζει ξαφνικά/ μες στην αυλή/ ενώ κανείς δεν το ποτίζει/ μια πρόταση μυστική/ εκεί που πάει να συνταχτεί/ γίνεται θρύμματα και τότε αρχίζουν τα αινίγματα. («Στο επόμενο όνειρο»)</p>
<p>Η Περδίκη, έχοντας απομακρυνθεί από την αυθόρμητη καταγραφή της συναισθηματικής έντασης ή της στιγμιαίας εντύπωσης που αναζητά εκτόνωση, δημιουργώντας συναισθηματολογικούς στίχους που εκβιάζουν το συναίσθημα με κοινότοπους λυρικούς κραδασμούς, βρίσκεται στον δρόμο της πραγματικής ποιητικής δημιουργίας – ας εξαιρεθούν κάποια ελάχιστα ποιήματα που γέρνουν προς έναν υπέρμετρο συναισθηματισμό, αν και η σύλληψη της ιδέας παραμένει πρωτότυπη. Η θεματική της είναι ο εγκλεισμός, η καταπίεση, το ψυχικό αδιέξοδο, οι λειψές ανθρώπινες σχέσεις, ο ευνουχισμός, ο θάνατος. Ωστόσο, στους τρόπους της ποιήτριας, μια τετριμμένη ποιητικά ανθρώπινη πραγματικότητα αποκτά άλλη διάσταση, καθώς εξωραΐζεται και εξαϋλώνεται μέσα από μια «σωματική αναδίπλωση»: Αν η ποίηση γράφεται με το σώμα, η Περδίκη μάς δηλώνει ότι το ποιητικό πρόσημο λαμβάνει τη σωματική διάσταση ως αίτιο και αιτιατό συνάμα. (Πυρωμένος καιρός/ ήρθε και εγκαταστάθηκε/ στο χειμωνιάτικό μου σώμα). Ας σημειωθεί ότι το ομώνυμο ποίημα της συλλογής έχει επίσης σε πρώτο πλάνο αυτήν την ψυχική ένταση που κατα/γράφεται και στο σώμα του βιβλίου (Τι το ’θελες τότε/ ανεμοδούρα εσύ ισχνή/ και λικνίστηκες/ αναίσχυντα/ με τους μηρούς/ τα χέρια ανοιγμένα/ κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα;).</p>
<p>Στην ποίησή της η μεταφορά είναι πανταχού παρούσα είτε ως μοχλός της στιχουργικής (μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα/ με καθαρό οινόπνευμα) είτε ως άξονας κατασκευής ολόκληρου του ποιήματος (Βρέθηκαν λίμνες σιαμαίες/ στο κέντρο παλίρροιας αμνιακής). Κατ’ επέκταση, η Περδίκη δεν περιγράφει απλώς, αλλά στήνει κόσμους. Εφευρίσκει σκηνικά. Χρησιμοποιεί το φαντασιακό για να εντάξει τις εντυπώσεις και τις εντάσεις του ποιητικού υποκειμένου και για να σχολιάσει την πραγματικότητα, καλύπτοντας με μαεστρία την πρωταρχική εντύπωση, ώστε να την αποκαλύψει εν συνεχεία με τον τρόπο που αγαπά η λογοτεχνία, όταν συζητούμε για τον ρόλο της ανοικείωσης στην τέχνη.</p>
<p>Στα σκηνικά της ανευρίσκουμε πινελιές άλλοτε ιμπρεσιονιστικές, άλλοτε περισσότερο αφαιρετικές όπου το νόημα θρυμματίζεται, όπως δηλώνει η ίδια, και άλλοτε υπερρεαλιστικές σε μυστικά ή μυστηριώδη τοπία όπως άλλωστε και στη ζωγραφική της. Έτσι, ιδιαίτερα αφηγηματική, δημιουργεί περίεργες ιστορίες με έντονο κάποτε το ονειρικό στοιχείο και το στοιχείο του παραμυθιού (Τραφήκαμε από νωρίς με σύννεφο./ Ήταν γλυκό πολύ και μείναμε γρήγορα χωρίς δόντια). Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι τα μεγεθυμένα ασήμαντα συμβάντα (Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι/ στη βωβή τους ζωή./ Να πάμε λέει η πρόσκληση/ επισήμως γδυμένοι/ ένα βράδυ), τα παραμορφωμένα, παραλλαγμένα ή προς άλλη χρήση/λειτουργία πρόσωπα ή αντικείμενα (Είμαστε τα μωβ θηλυκά./ Φορούμε την προβιά μας μ’ επιμέλεια τα πρωινά […] Η Σελάνα αποταμιεύει/ την ολόγιομη νύχτα/ ανάμεσα σε δύο στήθη/ στη σκοτεινή σχισμή του ορίου/ τρυπώνει ακτίνα/ κι ύστερα απ’ τους ώμους/ δαγκάνα μηχανική την ξεσηκώνει), η ανάλυση μιας στιγμιαίας απόφανσης (Για να σε συνοψίσω/ πήρα απ’ τη νύχτα την περιπλάνηση/ τα λιωμένα παπούτσια/ μικρά περασμένα λάστιχα σε μαλλιά στιλπνά […] Για της μορφής σου τη σύνοψη/ πήρα απ’ το πρόσωπο/ όλη του την ξενιτιά.)</p>
<p>Τα ποιήματά της έχουν ροή, δουλεμένη γλώσσα και άξονες αναφοράς με συστοιχίες ανάμεσα στο έξω και στο μέσα. Δεν λείπουν τα συνειδητά ή και ασυνείδητα παιχνίδια με τις λέξεις και τους δευτερογενείς τους ήχους, που παράγουν αμφισημία και πολλαπλά νοήματα. (Δεν μεταβολίσαμε φαίνεται καλά/ τα άμυλα [άμυλα, άμιλλα, αλλά και α-μιλα/αμίλητα, εξ ου και οι φωνές εν συνεχεία]/ στις γλυκερές φωνές ματώνουν τ’ αυτιά) Από την άλλη πλευρά, ίσως μια μελλοντική αφαιρετική παρέμβαση –εάν, βεβαίως, αυτό ταιριάζει με τους στόχους της ποιήτριας–, να αναδείκνυε περισσότερο την ιδιαιτερότητα της σύλληψης και της εικόνας, προτάσσοντας τη δύναμη της λέξης έναντι της λειτουργίας της αφήγησης. Η Περδίκη έτσι κι αλλιώς έχει όλη εκείνη τη δυναμική της ανάπλασης ακόμη και της πιο οδυνηρής πραγματικότητας αλλά και της ικανότητας να εποπτεύει το υλικό της από απόσταση, κι ο αναγνώστης σίγουρα έχει να κερδίσει από την ανάγνωση των ποιημάτων της.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK Τρίτη, 20/10/2020</p>
<p>Η ανάγνωση της νέας συλλογής της Σοφίας Περδίκη με εισάγει σ&#8217; ένα έντονα σουρεαλιστικό ταξίδι, όπου το κύριο συναίσθημα, είναι η «ονειρική και ποιητική διάθεση», άλλωστε, όπως και η ίδια αναφέρει, η «η ονειρική και η ποιητική διάθεση ως απάντηση και ως συνειδητή στάση ζωής απέναντι στην πραγματικότητα, μπορούν να προσδώσουν σε αυτήν νέες διαστάσεις που να την υπερβαίνουν.» Μπαίνω σ&#8217; έναν κόσμο όπου οι εικόνες έχουν τα χρώματα του ονείρου και αποδίδονται με τα χαρακτηριστικά της αυτόματης γραφής. Αντικρίζω χρώματα που παραπέμπουν σε αναπαραστάσεις που με παραπέμπουν συνειρμικά στην άλλη ιδιότητα της Περδίκη. εκείνη της ζωγράφου. Άλλωστε, το εξώφυλλο του βιβλίου της είναι ένας πίνακας που φιλοτέχνησε η ίδια και με προετοιμάζει για το ταξίδι στο όνειρο. Έντονες οι αντιθέσεις των χρωμάτων περιγράφουν το βάθος και τη διάσταση του χρόνου. Ακόμα και η μορφολογία της γλώσσας της έχει να δηλώσει το ενδιαφέρον της για την εικόνα, καθώς επιλέγει το πολυτονικό σύστημα για να αποτυπώσει τους στίχους της στο χαρτί.<br />Η σουρεαλιστική της διάθεση εγκαταλείπει τα πινέλα και αποδίδεται με όπλο την ψηφίδα της. Ο καμβάς της ξετυλίγεται και με οδηγεί, έξω από κάθε προκατάληψη σε περιγραφές που παραπέμπουν σε ονείρωξη. Ο λόγος της πλούσιος, κινείται, περιγράφει, αφηγείται, καθώς απέχει από οτιδήποτε θα τον χαρακτήριζε λυρικό με την κλασσική έννοια του όρου. «Να μιλήσουμε για σώματα/αυτά τα τρυφερά σαρκώδη/με την αφή της γλώσσας/να ιερογλύψουμε τις λέξεις/ώσου να λειανθούν.»<br />Η ποίηση της Περδίκη ταξιδεύει στον χρόνο, αφού όπως αναφέρει «δομείται πάνω στην αλληλουχία των εποχών ξεκινώντας με την αίσθηση της Άνοιξης και την «εαρινή υπόσχεση» και τελειώνει με τον Φθινοπωρινό μαρασμό.» Δεν έχει στόχο να διδάξει, ή θυμηθεί αλλά να υμνήσει τον έρωτα, το φως. Ταυτόχρονα, διακρίνω μια ήρεμη διαμαρτυρία, τόσο θηλυκή που θρυμματίζει κάθε αντίσταση. Για εκείνην, η ομορφιά της ύπαρξης, όπως αυτή συνδέεται με την ερωτική παρόρμηση, αποτελεί το ελιξίριο προς την ποθητή ευδαιμονία. Η ανατομία του έρωτα, ακριβέστερα είναι αυτή που την οδηγεί στο φως, «Τις στιγμές που η όραση οδηγεί στην αφή/…/και σκάει η κρούστα/και είναι της πληγής τούτης η ενόραση/δερμάτινη μνήμη.»<br />Τα επίθετά της κινούνται, περιγράφουν, πλάθουν εικόνες που επιχειρούν μια βαθιά τομή στον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου ακολουθώντας το μονοπάτι του έρωτα. Τον περιγράφει «IN VITRO» και in vivo. «Ήταν οι δυό τους/σαν σύμπλεγμα από πέτρα/μια ερωτική Pieta/έτσι ένιωθες/όταν τους αντίκριζες/καθηλωμένους από καιρό/σ&#8217; ένα μπαλκόνι καλοκαιρινό.» Ο έρωτας που δεν χαρίζεται σε κανέναν, περιφέρεται ανελέητος, καθώς μυούμενος μυσταγωγεί, ξεγυμνώνει, κατασπαράσσει ηδονικά τη γυμνή σάρκα κι ακολουθεί το φως. «Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες/με πυροσβεστικούς κρουνούς/[…]ώσπου ερωτεύονται μ&#8217; έρωτα οργισμένο/πυρώνουν σταδιακά/πλημυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις…»<br />Το φως, ο χρόνος. Οι ονειρώξεις της Περδίκη ακολουθούν εκστατικά τις εναλλαγές των εποχών χτίζοντας σύμβολα. «Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ» αναζητά την ελευθερία και αναγεννάται σ&#8217; ένα συμβολικό περιβάλλον, όπου οι περιγραφές της ποιήτριας με οδηγούν σε συνειρμούς, σχεδόν, διονυσιακούς[…]«Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή/η κεκαλυμμένη/με μια ομορφιά πρωτόγνωρη./Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει τη μορφή. Η ανάσα της λένε πως θεραπεύει.»<br />Η ποίηση της Περδίκη ξεδιπλώνει τα σύμβολα της υπομονετικά, χωρίς να κραυγάζει. Αφήνει το φως να την παρασύρει σχεδόν σιωπηλά, εγκαταλείποντας τις σκιές προκειμένου ν&#8217; αναδυθεί στο φως.. […]«Ο σκιώδης φωτογράφος/των ευαίσθητων στιγμών/αποτυπώνει την υγρασία/πάνω σε λευκά χαρτιά/…» Ελευθερώνει τα σύμβολα της ταπεινά, […]«Τα έπαιρνα/τα έκρυβα στο στόμα/κι ευχαριστιόμασταν/ως την κροκάτη ώρα./Όλο το βράδυ εις σάρκα μίαν.», ωστόσο με μια ήρεμη δύναμη, που είναι αλήθεια ότι οδηγείται σε μικρά κρεσέντο, έτσι σαν καρδιογράφημα, ακολουθώντας το σφυγμό της ύπαρξης γενικότερα. Η ζωή σε κάθε της μορφή καλπάζει στις γραμμές της Περδίκη και τα επίθετά της καθορίζουν τις εντάσεις. Άλλοτε μούχρωμα, θυμός και πάλι το φως που διεκδικεί στις «ΣΙΑΜΑΙΕΣ ΛΙΜΝΕΣ», μία βαθιά «τομή» κι άλλοτε με το «ηλιακό εκκρεμές» να μετρά τον χρόνο και τους χαμένους έρωτες […] «Στέκει τώρα στα σκοτάδια/αποκομμένη από το σώμα/… /με τη χρυσή εσθήτα /κρατάει τον κόσμο ανάμεσα/στα δυό της πόδια.» Ο έρωτας, το φως, και πάλι ο έρωτας […] «Με φως στα χείλη δώσαμε/το φιλί που δεν αμφιβάλλει.»<br />Η ποιήτρια δεν ξεχνά τις λέξεις. Τις λέξεις που προσωποποιούνται και «ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ», τις λέξεις που «ασκούν πιέσεις» και αποσπούν «ομολογίες», που γίνονται ρήματα κίνησης, «μεταβατικά» και «αμετάβατα», που κουβαλούν συναισθήματα, «θυμούνται όρκους» και απειλούν […] όλα να τα πουν/ν&#8217; αντέξουν.»<br />Η Περδίκη, τρυφερά, με τις ίδιες λέξεις,περιγράφει τη θηλυκή προσφορά, τη γυναικεία «φύση», όπως αυτή στερεοτυπικά διαμορφώθηκε κατά τους αιώνες. «ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ», αποκτούν φωνή. Η μάνα, «στήθια γαλακτερά…» η σύζυγος, η ερωμένη […] «και στόματα/σφραγισμένα/από το αιώνιο μειδίαμα», περιορισμένες […] «σε κελύφη από δέρμα πορώδες/σκληρυμένο στη βροχή και τ&#8217; αλάτι.», διεκδικεί. Η θηλυκή φύση της ποιήτριας υψώνεται συχνά με την ίδια ήρεμη δύναμη που διέπει όλο το ύφος της ποιητικής της συλλογής και αναζητά σχεδόν σιωπηλά τη «δικαίωση». […]«Είμαστε τα μωβ θηλυκά./Φορούμε τη προβιά μας/μ&#8217; επιμέλεια τα πρωινά/και τις νύχτες γδυνόμαστε/κάτω από τον προβολέα/που με τη ζέστη του μας εξάπτει/γινόμαστε θερμές πορτοκαλί.»<br />Καθώς το σουρεαλιστικό ταξίδι μου της ανάγνωσης φτάνει στο τέλος, ακούω τη θηλυκή φωνή της ποιήτριας να δυναμώνει, […]«Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε αβρές κι ευλαβικές/ σε υπολειτουργία, ολοστρόγγυλες…». Εγκαταλείπει το ονειρικό σουρεαλιστικό της καμβά και εγκαθίσταται με έναν ρεαλιστικότερο «θηλυκό» λόγο σε θέση φεμινιστική. Καθώς φθινοπωριάζει […]«πάνω στα ουράνια/μεταλλικά μοτίβα.», η ποιήτρια, αρνούμενη λες, τη σκληρή πραγματικότητα, «ξανασκαλώνει» «ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ». Ελπίζει, ωστόσο… Αντλεί τη δύναμη απ&#8217; τα σημάδια που χάραξαν τη θηλυκή της φύση […]«Κοιτάς/της μνήμης το σημάδι/για το γεράκι που θα &#8216;σαι/στο επόμενο όνειρο.» και υπηρετεί το ισχυρότερο σύμβολό της, το φως. Εκείνο, που την οδηγεί στη δύναμη κι αυτή με τη σειρά της στην απόφαση και στην ελευθερία της αυτοδιαχείρισης.<br />Κι ο έρωτας; […]«πηχτές μελάτες σταγόνες» που στάζουν «από τ&#8217; ανοιχτά παράθυρα.» Περιπλανάται στην «οδό των Ρόδων», σ&#8217; ένα από τα δύο πεζά ποιητικά αφηγήματα της συλλογής της. Η ελπίδα δεν την εγκαταλείπει. Το όραμα, η πίστη, στην, «ονειρική» ανθρώπινη ένωση με γεμίζει ελπίδα. Γιατί εκείνες τις «πηχτές μελάτες σταγόνες»…<br />[…]Τα δύο όστρακα της χλωροφύλλης τις νιώθουν βαθιά μέσα τους να εισέρχονται…»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 20/07/2022</p>
<p>Τα ουσιαστικά της ζωής</p>
<p>Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη συστήνεται με τον πολύσημο τίτλο Το αιώνιο αίνιγμα που ανοίγει και ανοίγεται σε μια σειρά ερμηνειών οι οποίες έχουν στο ένα άκρο τους τη ζωή και στο άλλο την τέχνη. Πρόκειται για μία φράση που καλεί και εμπλέκει τον αναγνώστη στη διαδικασία του προσδιορισμού μιας προσωπικής εκδοχής για το αίνιγμα αυτό που μπορεί, με την ίδια πιθανότητα, να έχει ή να μην έχει απάντηση και λύση. Πραγματικά, από μια πρώτη κιόλας περιήγηση στα ποιήματα της συλλογής, αντιλαμβάνεται κανείς την προσπάθεια της ποιήτριας να βυθιστεί μέσα στα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης τα οποία εδράζουν τόσο στην άυλη, όσο και στην υλική, καθαρά σωματική της πλευρά. Γιατί σε όλα σχεδόν τα ποιήματα παρεισφρέουν, σαν στοιχεία θεμελιώδη και θεμελιακά της δημιουργίας, λέξεις που αναφέρονται με άκρα ευθύτητα στο ανθρώπινο σώμα, συχνά μάλιστα συνιστούν κομμάτια του που ταυτίζονται με όλη την ύπαρξη, στη σωματική της διάσταση και πτυχή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ποίηση που επιχειρεί να ανιχνεύσει τον τρόπο ή τους τρόπους με τους οποίους περι-γράφεται η ανθρώπινη οντότητα, όχι μόνο έτσι όπως συλλαμβάνεται στην ακινητοποιημένη της συνθήκη, αλλά και στις αντιδράσεις ή της συμπεριφορές της. Γι’ αυτό και πολλές φορές η ποιήτρια εισάγει στις συνθέσεις της στοιχεία του παράδοξου, του ανοίκειου, του ασυνήθους, για να δείξει ακριβώς την παράδοξη, ενίοτε, φύση της ανθρώπινης κατάστασης, έτσι όπως αυτή μορφοποιείται υπό την καταλυτική επενέργεια των συνθηκών και των καταστάσεων της ζωής που μοιάζουν ασύντακτες και, ταυτόχρονα, θυελλώδεις: Κι ύστερα περνά από μπροστά σου/ φευγαλέα η ματιά/ μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις/ όπως όταν η φλέβα φουσκώνει/ το αίμα κυλά/ τι τένοντας, τι τέντωμα/ να σκάσει πάει η κρούστα/ και είναι της πληγής τούτης ενόραση/ η δερμάτινη μνήμη. («Η όραση στην αφή»)</p>
<p>Κεντρική θέση μέσα στα ποιήματα της συλλογής έχει το στοιχείο της φαντασίας που εισβάλλει δυναμικά στους στίχους για να τους μεταθέσει, να τους μεταφέρει από το επίπεδο του κατά-νοητού στο επίπεδο του υπερ-νοητού, σε ένα πεδίο, δηλαδή, όπου όλα λειτουργούν και υπάρχουν υπακούοντας στους δικούς τους νόμους και αρχές, τις αρχές της τέχνης. Στενά συνυφασμένη με αυτήν τη μέθοδο και λειτουργία είναι η εικαστική ματιά της ποιήτριας η οποία, πολλές φορές, προκαλεί τη μετακύληση των ποιημάτων από το επίπεδο του λόγου στο επίπεδο της εικόνας. Είναι δηλαδή τέτοιος ο χειρισμός των λέξεων και των λεκτικών συνόλων που αυτά εκβάλουν αμέσως σε σχήματα καλλιτεχνικά, σχήματα και σχέδια που προδίδουν μια ξεκάθαρα ζωγραφική-εικαστική λογική και προσέγγιση. Όταν, μάλιστα, τα σχήματα αυτά μπαίνουν στη διαδικασία της κίνησης τότε προκύπτει αυτό που θα όριζε κανείς ως κινούμενο σχέδιο, ως ένα είδος ποιητικού «κόμικ», μέσα στο οποίο συνυφαίνεται το στοιχείο του κωμικού και, μαζί, το στοιχείο του τραγικού, η συνύπαρξη των οποίων οδηγεί και προκαλεί τον γνωστό κλαυσίγελο. Χαρακτηριστικός προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ο χειρισμός και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες ακροβατούν, πράγματι, ανάμεσα στην αλήθεια και την ανατροπή της, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το έξω-πραγματικό.</p>
<p>Ο ποιητικός λόγος της Περδίκη είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έντονα και αισθητά μεταφορικός αφού, σε λεκτικό καθαρά επίπεδο, αυτό το σχήμα λόγου κυριαρχεί και προεξάρχει. Καθώς όμως μεταφέρεται κανείς από αυτό το επίπεδο στο αντίστοιχο των σημάνσεων και των σημασιών αντιλαμβάνεται ότι η ποίηση και η ποιητική της δημιουργού μετακυλύει και μεταφέρεται από τη μεταφορά στην αναπαράσταση, αρχίζει δηλαδή και προσεγγίζει θεατρικές μεθόδους και τεχνικές προκειμένου να μεταδώσει το μήνυμά της. Αυτή η παρατήρηση συνδέεται και εξηγεί ίσως και την ευρεία και εκτεταμένη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου το οποίο, κάποιες φορές, προτιμά η ποιήτρια για να προκρίνει ακριβώς την αντιπροσωπευτικότητα, την ενδεικτικότητα και τον παραδειγματικό χαρακτήρα των ποιημάτων της τα οποία διαφεύγουν κατά πολύ από το πλαίσιο και το κλίμα της αυτοαναφορικότητας και γίνονται το δοχείο που περιέχει και φιλοξενεί περισσότερες από μία φωνές ενοποιημένες μεταξύ τους και κατευθυνόμενες σε μια κοινή γραμμή, σε έναν κοινό ορίζοντα: Είμαστε τα μωβ θηλυκά./ Φορούμε την προβιά μας/ μ’ επιμέλεια τα πρωινά/ και τις νύχτες γδυνόμαστε/ κάτω από τον προβολέα/ που με τη ζέση του μας εξάπτει/ γινόμαστε θερμές πορτοκαλί/ τα χείλη μας λεν την προσευχή/ οι μήτρες μας φλογίζονται/ κατ’ επανάληψη/ την ώρα που γεννάμε μ’ έναν πόνο/ όνειρα αποκαλυπτικά. («Τα μωβ θηλυκά») Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι η αυτοαναφορικότητα εξοβελίζεται από τα ποιήματα της Περδίκη. Αντίθετα, σε κάποια ποιήματα, προβάλλει ολοκάθαρα και δίνεται πραγματικά η εντύπωση ότι η ποιήτρια μιλά και εκθέτει τον εαυτό της. Η εντύπωση όμως αυτή, σε δεύτερη ανάγνωση, υποβαθμίζεται και υπονομεύεται από την πλαστότητα ή μάλλον την πλαστικότητα των ποιημάτων της, την αίσθηση δηλαδή που αποκομίζει ο αναγνώστης ότι τα ποιήματα είναι κατασκευές που κανοναρχούνται και καθοδηγούνται από την επιδίωξη της ομορφιάς, από την καλλι-τεχνία ως κατευθυντήρια ιδέα και αρχή. Αυτή η συγκεκριμένη τεχνοτροπία μπορεί να καθιστά την ανάγνωση ενδεχομένως περισσότερο απαιτητική, στην πραγματικότητα όμως υποβάλλει πιο έντονα τη διάθεση και το κλίμα, το νόημα και το μήνυμα που έγκειται ακριβώς στη συνειδητοποίηση ότι οι λεπτομέρειες της ζωής και του κόσμου διασώζουν και μεταφέρουν το νόημα και την ουσία, την αλήθεια, την ομορφιά, την ηθική.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟ 28/4/2022</p>
<p>Διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της Χώρας αναμονής της Αριάδνης Καλοκύρη, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή προσδοκία για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση, καθώς το κείμενο φανερώνει μια φρέσκια ματιά λεπταίσθητων αποχρώσεων που ανάγει τη λεπτομέρεια του ασήμαντου σε ένα έστω και εφήμερο αισθητικό γεγονός.</p>
<p>«Σαπούνι»</p>
<p>Σαπούνι, αχνό ροζ.<br />Σκληρό, άοσμο, καμπύλο﮲<br />ίχνος φράσης στη μια πλευρά.</p>
<p>Λίγες σταγόνες νερού αλλάζουν την υφή του.<br />Γίνεται λείο, τα δάχτυλα γλιστρούν και το χαϊδεύουν.<br />Διάφανες μπάλες ξεπηδούν, τρωτές κυψέλες.<br />Σβήνω τη φράση, γράφω άλλες, πλάθω λέξεις μες στα νύχια.</p>
<p>Άρωμα τριαντάφυλλου με αγκυλώνει.<br />Να το λουλούδι, άνθισε μπροστά μου﮲<br />κάθε του πέταλο γλιστρά από τα χέρια<br />αιωρείται.</p>
<p>Στις παλάμες ένας κόκκινος κήπος<br />με τριαντάφυλλα ριζώνει.<br />Τον διασχίζει ένα λευκό ποτάμι.<br />Είναι ο αφρός, που έχει ποτίσει, έχει κρύψει κάθε χέρι.</p>
<p>Φαίνεται τώρα μόνο το σαπούνι<br />να κυνηγάει λυσσασμένα<br />τη μορφή του.</p>
<p>Προχωρώντας, όμως, στο δεύτερο ποίημα προσέκρουσα στη θολή συμβολική γλώσσα μιας δύστροπης εικονοποιίας που δεν ευστοχεί στην απαραίτητη, για μια βατή αναγνωστική πρόσληψη, αντιστοιχία μεταξύ πράγματος και λέξης:</p>
<p>«Αλλαγή σχεδίου»</p>
<p>Γεμίζω, αδειάζω και σκορπίζω<br />στιγμές της εκτροπής.<br />Αλλάζει χρώμα η πλέξη σου από τη σκόνη.</p>
<p>Υπάρχει μια εσωτερική απόσταση που οδηγεί σε λάθος δρόμο.</p>
<p>Στρεφόμαστε αλλού, αποφεύγουμε το σημείο<br />τομής, αλλά ψυχικής- μην κοπούμε﮲<br />παίζουμε με τις ώρες, ξεγλιστράμε στο χώρο. […]</p>
<p>Εδώ το νόημα διαφεύγει σε ένα λόγο ασυνεχή ή, αλλού, σε θραύσματα λεπτομερειών που χάνουν την αιχμή τους μέσα σε μια γεμάτη διάκενα αποτύπωση. Ενώ σε αρκετά σημεία η ποιήτρια φαίνεται να διαθέτει την διαυγή όραση των πραγμάτων, σε άλλα θολώνει αυτή την όραση σε μισοσβησμένα προφίλ στιγμών, φευγαλέες κατατομές ονείρων, χωρίς την περιρρέουσα συνάφεια των υλικών που θα έκανε ευκρινείς τις συνάψεις. Αυτή η παλινδρόμηση συνεχίζεται σε αρκετά ποιήματα της συλλογής. Μετά το απερίφραστο «Μαξιλάρι» ακολουθεί η «Αιώνια μάχη» με τη σελήνη του ύπνου, υποθέτω. Ενώ αρχίζει με μια εικόνα που με σχετική ασφάλεια μπορείς να αποκωδικοποιήσεις και που ενισχύει με έρρυθμο ολιγόστιχο ανάπαιστο:</p>
<p>Ασφαλές προσωπείο<br />αλειμμένο στην πέτρα.<br />Μια αγέλη αστέρια και<br />στη μέση το φως σου.<br />Λέαινα τρως κομμάτια σκοτάδι […]</p>
<p>συνεχίζει με κλειστές, μη λειτουργικές λεπτομέρειες (π.χ.: «Ξεδιπλώνεις γεράνια / για τη νίκη της πέψης») που εγκλείουν τον αναγνώστη σε αμφίβολα και μη προσβάσιμα σύμβολα και ερμητικούς συνειρμούς. Έτσι αυτές οι σκοτεινές αναλογίες στην ελλειπτικότητά τους, που εκπορεύονται από προσωπικές εννοιολογήσεις, παραμένουν διαφεύγουσες για τον αναγνώστη. Ενώ η εκκίνησή της είναι συχνά το συγκεκριμένο, πράγμα που το δείχνουν και οι τίτλοι πολλές φορές των κειμένων («Μια κουταλιά», «Άγριο κυκλάμινο», «Στην πόλη», «Το δαχτυλίδι»), το στιγμιότυπο εξαχνώνεται σε ένα συγκεχυμένο χωροχρόνο, σαν να λαμβάνει χώρα σε ένα γριφώδες όνειρο.</p>
<p>«Χορεύουν»</p>
<p>μόνα<br />παίζει μουσική<br />η αράχνη<br />νυχτικό πεπρωμένο<br />σκισμένο χορτάρι<br />και χαλίκια με μέλι</p>
<p>Δυο πόδια τρέμουν<br />τέμνουν<br />θέλουν να τρέξουν<br />σπάνε και πέφτουν<br />Βουτάνε<br />σε φλόγα σκουριάς<br />στο χώμα – στο χώμα!</p>
<p>Αυτό βέβαια δε συμβαίνει στον ίδιο βαθμό σε όλα τα ποιήματα, κάποια εκ των οποίων επιτρέπουν μέσα στο απατηλό τους περίγραμμα την «ορατότητα» (π.χ. «Κατοικία»). Ο αναγνώστης όμως συχνά χάνεται σε ένα λόγο φλουταρισμένο που δεν συναιρεί, αλλά συγχέει τα πρόσωπα, τα αισθήματα και τα πράγματα.</p>
<p>Σε αυτή την πρώτη συλλογή διαβλέπω δυνατότητες και εύστοχες στιγμές που, για να γονιμοποιήσουν τη συνέχεια, η ποιήτρια, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ξεσκαρτάρει τα υλικά που δημιουργούν μια νεφελώδη αχλύ και να ενισχύσει τη συνεκτικότητα των συστατικών. Γιατί πάνω από όλα ένα ποιητικό κείμενο είναι κατάστρωση ενός σχεδίου, μια στρατηγική δομή των υλικών. Αυτά τα υλικά, αν είναι παράταιρα, χάσκουν και εξαρθρώνουν τον άξονα που είναι η βασική σύλληψη, η οποία οφείλει μέσα στην όποια περιέλιξή της να μη ξεχάσει την αφετηρία της και να γυρίσει σε αυτήν.</p>
<p>Ανισότητα διέκρινα και στη δεύτερη συλλογή, της Σοφίας Περδίκη, σε μεγαλύτερη έκταση αυτή τη φορά, καθώς εδώ επιδιώκεται με περισσότερη εξωστρέφεια και περιφραστικότητα να οριστεί ένας ποιητικός χώρος ακόμα ρευστός και ετερογενής στις επιρροές του. Κι εδώ διακρίνω μια αμφιρρέπεια ανάμεσα στην οικονομία εύστοχων συλλήψεων που περαιώνονται με συνέπεια και στην άμετρη συσσώρευση στίχων που μπουκώνουν το ποίημα.</p>
<p>Π.χ. στο «Όπως μας θέλουν» ο αναγνώστης παρακολουθεί την εκτύλιξη ενός συλλογισμού που κατατείνει, με καλές στάσεις, σε ένα καίριο τέλος.</p>
<p>Μας θέλουν να είμαστε πάντα<br />απαλές και λευκότατες.</p>
<p>Να περιμένουμε μονίμως<br />σε μια κατάσταση άσηπτης<br />τρυφερότητας<br />τα χείλη μας να στάζουν<br />λόγια μελωμένα […]</p>
<p>Μα θέλουνε να είμαστε πάντοτε<br />αβρές κι ευλαβικές<br />σε υπολειτουργία<br />ολοστρόγγυλες<br />να μην κόβουν τα μαχαίρια μας<br />τα σώματά μας<br />να μην έχουνε πληγές<br />τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές.</p>
<p>Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες.</p>
<p>Σε πολλά άλλα, το αποτέλεσμα υπονομεύεται από το συγκεχυμένο ή φλύαρο σκηνικό, όπως στα δύο ακόλουθα:</p>
<p>«Σπείρες»</p>
<p>Σπείρες απλώνουν στη νύχτα<br />τις ψευδείς αισθήσεις του βάθους<br />ξεδιπλώνοντας στο κενό<br />φλούδες που μάζεψε το όνειρο.</p>
<p>Τύλιγαν το σώμα με λωρίδες<br />είχαν άρωμα εσπεριδοειδούς<br />σε λίκνο ποτισμένο μέχρι τον τελευταίο<br />του ξύλου λίκνο, τον πιο μικρό<br />του χρόνου το απειροελάχιστο σημείο.</p>
<p>Ή στο «Δαχτυλίδια καπνού»</p>
<p>Σε βλέπω μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού.<br />Είσαι ημιτελής με δέρμα πρόπλασμα<br />και μαλλιά σύννεφα βορείων χωρών.<br />Συμπαγείς και καθορισμένες οι εκτάσεις των χεριών σου<br />ανοιγοκλείνουνε αυλαίες<br />παρουσιάζουν τα δάση του χειμώνα σε τρεις πράξεις<br />με φινάλε το δράμα όλων των εποχών<br />που κουμπώνεται στο άσπρο γιλέκο σταυρωτά<br />με δέκα σκουριασμένα κουμπιά η παρτιτούρα. […]</p>
<p>Εδώ ο αναγνώστης χάνεται στον μακροπερίοδο λόγο και τη θαμπή απροσδιοριστία των επιμέρους εικόνων. Ό,τι απομένει είναι λόγια που πνίγουν κάποια καλά ποιήματα που υπάρχουν στη συλλογή. Κυρίως αυτά που επιδιώκουν την πυκνότητα με τον μετρημένο στίχο και πραγματεύονται την κοινωνική ταυτότητα του θήλεος. Η ποιήτρια μοιάζει να παλεύει να βρει το ύφος της ανάμεσα σε λυρικές αμφισημίες, πεζολογικά παραδοξολογήματα, αυτοματοποιημένες ποιητικές φόρμουλες, υπερρεαλιστικές επιβιώσεις, υφολογικές ταλαντεύσεις. Όλα τα παραπάνω παράγουν μια ανώριμη πρώτη συλλογή που δεν έχει χωνέψει τα ετερογενή της υλικά, ούτε έχει τιθασεύει την επιθυμία της να δημιουργήσει ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων που πριν φτάσουν στη όραση διαθλώνται μέσα στην μη κατασταλαγμένη γλώσσα καταλήγοντας έτσι όχι στη βαθύτητα αλλά στην αδιαφάνεια.</p>
<p>Και οι δυο αυτές πρώτες δουλειές συνομιλούν με τα πάθη του εγώ, του έρωτα, της ύπαρξης. Ενώ πραγματώνουν σε ορισμένες τους στιγμές την πρόθεσή τους, παλεύοντας να προσεγγίσουν το υπόρρητο δεύτερο επίπεδο του νοήματος χάνονται σε υπόγειες διαδρομές λέξεων (κυρίως η δεύτερη συλλογή), σαν μια διήθηση στον κόσμο ενός ονείρου που παραμορφώνει τα περιγράμματα. Η σοφή ισορροπία είναι το ζητούμενο όλων όσοι γράφουμε, γι’ αυτό και είναι γόνιμο μετά την πρώτη έφοδο στην ατελεύτητη αυτή δοκιμή του λόγου να αξιοποιήσει ο δημιουργός τα μέχρι τώρα κέρδη και να αναλογιστεί όσα τον ρίχνουν στα ξέβαθα της ποιητικής γλώσσας.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ</strong></h3>
<p> </p>
<p style="text-align: right;"><img loading="lazy" class=" wp-image-14265 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Dreaming-300x300.jpg" alt="" width="424" height="424" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Dreaming-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Dreaming-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Dreaming-768x768.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Dreaming.jpg 946w" sizes="(max-width: 424px) 100vw, 424px" />.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>DREAMING</strong></h3>
<p> </p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter" src="https://1.bp.blogspot.com/-e1S7En-xgZA/VrYyijiERLI/AAAAAAAACCQ/U1YPl9Jem0A/s320/%25CE%2591%25CE%25BD%25CE%25B1%25CE%25BC%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25AE.jpg" width="412" height="594" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ANAMONH</strong></h3>
<p> </p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-14267 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Άνοιξη-207x300.jpg" alt="" width="395" height="572" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΝΟΙΞΗ</strong></h3>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-14268 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αντίο-300x292.jpg" alt="" width="409" height="398" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αντίο-300x292.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αντίο-768x746.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αντίο.jpg 960w" sizes="(max-width: 409px) 100vw, 409px" /></p>
<p> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΝΤΙΟ</strong></h3>
<p> </p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-14269 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αποχαιρετισμός-291x300.jpg" alt="" width="426" height="439" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αποχαιρετισμός-291x300.jpg 291w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αποχαιρετισμός-768x792.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/09/Αποχαιρετισμός.jpg 931w" sizes="(max-width: 426px) 100vw, 426px" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ</strong></h3>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter" src="https://2.bp.blogspot.com/-aUed9X8WcCY/VrYyrmrNLyI/AAAAAAAACCg/niFKmLOOaOM/s320/%25CE%2586%25CF%2584%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF%2B1.jpg" width="450" height="338" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ 1</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-j_1YhzVwjMo/VrYyuqUaYtI/AAAAAAAACCk/VCkOfD0rwfU/s320/%25CE%2586%25CF%2584%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF%2B2.jpg" width="427" height="451" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ 2</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-645GKS_gtIo/VrYyxuDREeI/AAAAAAAACCo/6mN-9kbIiRc/s320/%25CE%2586%25CF%2584%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF%2B3.jpg" width="436" height="437" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ 3</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-JgdrnCFvMCs/VrYy0okJa9I/AAAAAAAACCs/SUZW0R36dkw/s320/%25CE%2586%25CF%2584%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF%2B4.jpg" width="368" height="516" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ 4</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-t-hhzOSvfBM/VrYy3YD5GbI/AAAAAAAACCw/-pIJnJT_XoA/s320/%25CE%2586%25CF%2584%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF%2B5.jpg" width="353" height="518" /></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ 5</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://3.bp.blogspot.com/-8XERN6aM7hU/VrYy95pM12I/AAAAAAAACC0/2ecsojdtJ2A/s320/%25CE%2593%25CF%2585%25CE%25BC%25CE%25BD%25CF%258C%2B%25CE%25BC%25CE%25B5%2B%25CE%25BA%25CE%25B1%25CF%2580%25CE%25AD%25CE%25BB%25CE%25BF.jpg" width="355" height="481" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-kIEdrVQXfyo/VrYy_-nqANI/AAAAAAAACC4/FNLcF7r4kwE/s320/%25CE%2593%25CF%2585%25CE%25BC%25CE%25BD%25CF%258C.jpg" width="449" height="375" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΓΥΜΝΟ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/--sy-x8Mi9Xw/VrYzC0ORRBI/AAAAAAAACC8/Uf08hQHzyG0/s320/%25CE%2595%25CE%25A1%25CE%2597%25CE%259C%25CE%25A9%25CE%25A3%25CE%2597.jpg" width="425" height="340" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΕΡΗΜΩΣΗ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-9aCLOsV_oiw/VrYzJCSsfqI/AAAAAAAACDA/WaxAUBrFt8k/s320/%25CE%2595%25CF%2586%25CE%25B7%25CE%25B2%25CE%25B9%25CE%25BA%25CF%258C.jpg" width="433" height="436" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΕΦΗΒΙΚΟ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-b4RsQKlTuKU/VrYzNc5m2gI/AAAAAAAACDE/wxoDOCJM6ts/s320/%25CE%2597%2B%25CE%25B5%25CF%2580%25CF%258C%25CE%25BC%25CE%25B5%25CE%25BD%25CE%25B7%2B%25CE%25BC%25CE%25AD%25CF%2581%25CE%25B1.jpg" width="404" height="598" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-tKHfM2ox90I/VrYzP3DVJuI/AAAAAAAACDI/6bGNwc8vvu8/s320/%25CE%259D%25CE%25BF%25CF%2583%25CF%2584%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25B3%25CE%25AF%25CE%25B1.jpg" width="441" height="435" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://3.bp.blogspot.com/-P28YQeecs9I/VrYzTUO7uAI/AAAAAAAACDM/ZJ5xmeWpxjk/s320/%25CE%259F%2B%25CE%25B3%25CE%25B5%25CE%25BB%25CF%2589%25CF%2584%25CE%25BF%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25B9%25CF%258C%25CF%2582.jpg" width="456" height="446" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-tQ7AuRiHOx0/VrYzXN65zzI/AAAAAAAACDQ/Iu2rSUYsXL8/s320/%25CE%259F%25CE%25BD%25CE%25B5%25CE%25B9%25CF%2581%25CE%25B9%25CE%25BA%25CF%258C.jpg" width="477" height="341" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΟΝΕΙΡΙΚΟ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-FU_XOR2uVH8/VrYzbEjQU6I/AAAAAAAACDU/_Nd9EStAoOY/s320/%25CE%25A0%25CE%25BB%25CE%25AC%25CE%25BD%25CE%25B7.jpg" width="401" height="563" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΠΛΑΝΗ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-5TwJiVxoDNM/VrYzdk-mjII/AAAAAAAACDY/AC3jFkjtW2c/s320/%25CE%25A0%25CE%25BF%25CE%25B9%25CF%258C%2B%25CE%25BC%25CF%2580%25CE%25B1%25CE%25BB%25CF%258C%25CE%25BD%25CE%25B9.jpg" width="402" height="536" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-Ei68BDX0shk/VrYzh7HTOjI/AAAAAAAACDg/xIJWmNTtLrM/s320/%25CE%25A3%25CE%25B1%25CE%25BD%2B%25CF%2584%25CE%25BF%2B%25CF%2583%25CE%25BA%25CF%258D%25CE%25BB%25CE%25BF%2B%25CE%25BC%25CE%25B5%2B%25CF%2584%25CE%25B7%2B%25CE%25B3%25CE%25AC%25CF%2584%25CE%25B1.jpg" width="439" height="438" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://2.bp.blogspot.com/-U4PTvml-tCs/VrYzkETsBEI/AAAAAAAACDk/HAZMIcUd2KM/s320/%25CE%25A4%25CF%2583%25CE%25B9%25CE%25B3%25CE%25B3%25CE%25AC%25CE%25BD%25CE%25B1.jpg" width="436" height="435" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΤΣΙΓΚΑΝΑ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="" src="https://1.bp.blogspot.com/-Pfrq7GDtTC4/VrYzmc6h2zI/AAAAAAAACDo/4G0qRu21gGI/s320/%25CE%25A7%25CE%25B1%25CF%2581%25CE%25AC%25CE%25B6%25CE%25B5%25CE%25B9..jpg" width="455" height="458" /></p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<h3 style="text-align: center;"><strong> ΧΑΡΑΖΕΙ</strong></h3>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p style="text-align: center;"> </p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/09/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 06 Feb 2020 23:51:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12633</guid>

					<description><![CDATA[Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο). Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>


</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).</p>
<p>



</p>
<p>Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.</p>
<p>



</p>
<p>«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»</p>
<p>



</p>
<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter is-resized"><img loading="lazy" class="wp-image-12615" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/02/2-2.jpg" alt="2" width="537" height="393" /></figure>
</div>
<p>



</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Niki Marangou  Νίκη Μαραγκού" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/IwtL1is-n7M?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="NIKI MARANGOU Water surfaces" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/cBsKcsiaRLc?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio">
<div> </div>
</figure>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>



</p>
<h3><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h3>
<p>



</p>
<p>ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, πoίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαιvoς πoίησης 1981)<br />ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, πoίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείo πoίησης 1988)<br />ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείo πεζoγραφίας 1991)<br />ΠΑΡΑΜΥΘIΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.<br />ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)<br />ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2003<br />ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.<br />SELECTIONS FROM THE DIVAN, Λευκωσία 2001<br />UND SIE FEIERTEN HOCHZEIT, 2001 Κολωνία<br />RECIPES FOR KATERINA, 2003<br />SEVEN TALES FROM CYPRUS, Nicosia 2003<br />DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών<br />Doktor ot Bneha, Foundation of Bulgarian Literature, Sofia 2005<br />Din Famagusta la Vienna, Editura Meronia, Bucureşti 2005<br />From Famagusta to Vienna, Athens, 2005<br />Το παλικάρι με το τάσι, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής<br />Ο τσαγγάρης και ο βασιλιάς. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής<br />NICOSSIENSES, με τον Λιθουανό φωτογράφο Arunas Baltenas, Βίλνιους, Λιθουανία 2006<br />Μια νύχτα με τον Αλέξη (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007<br />Ο δαίμων της πορνείας, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007<br />Von Famagusta nach Wien, Kitap Verlag, Klagenfurt, 2008<br />From Famagusta to Vienna, Αραβική Έκδοση από τις εκδόσεις Rimal, Βηρυτός 2010<br />From Famagusta to Vienna, Eloquent books, USA 2010<br />ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010<br />18 Αφηγήσεις, Ροδακιό, Αθήνα 2012</p>
<p>



</p>
<p>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ<br />ΑΛΕΧΑΝΔΡΙΑ, (μετάφραση από τα γερμανικά) του Γιοαχίμ Σαρτόριους εκδ.Ροδακιό, Αθήνα 1999</p>
<p>



</p>
<p>ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ<br />1975 Γκαλερύ Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, εγκαίνια Αδαμάντιος Διαμαντής<br />1982 Κοχλίας, Λευκωσία, εγκαίνια Γ.Π. Σαββίδης<br />1987 μαζί με τον Ανδρέα Καραγιάν, Γκαλερύ Γκλόρια, Λευκωσία<br />1990 Γκαλερύ Γκλόρια<br />1990 Οδός Αθηνών, Λεμεσός<br />1991 Abu Feisal, Λευκωσία<br />1996 Γκαλερύ Γκλόρια<br />2012 Αισχύλου 83</p>
<p>



</p>
<p>ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ<br />1993 Μπιενάλε Γραφικών Τεχνών, Λουμπλιάνα<br />1996 Μπιενάλε Αλεξανδρείας</p>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-image"><img loading="lazy" width="1600" height="1000" class="wp-image-12623" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5.jpg" alt="ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5.jpg 1600w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1024x640.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-768x480.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1536x960.jpg 1536w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1200x750.jpg 1200w" sizes="(max-width: 1600px) 100vw, 1600px" /></figure>
<p>



</p>
<h4><strong>Προς Αμυδράν ιδέα (2013)</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,<br />για τη διάχυση του φωτός,<br />την ανημποριά της αγάπης,<br />και την παροδική ζωή μας,<br />μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,<br />ότι αυτό που συνέβηκε το 74<br />δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,<br />κάθε μέρα.</p>
<p>



</p>
<p>Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού<br />από τη θάλασσα<br />και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του<br />σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας<br />φωνάζει να βγούμε από το νερό.<br />Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες<br />στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.<br />Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες<br />καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες<br />πόρτες, κλεμμένα χερούλια.<br />-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ<br />είναι γραμμένο το όνομα της.<br />-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε<br />από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, <br />(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).<br />-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*<br />έτσι το λένε στα τουρκικά.</p>
<p>



</p>
<p>ganimet λάφυρο πολέμου  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τα σημεία των καιρών έδειχναν<br />πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου<br />κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος<br />ο καλύτερος μαθητής του Jacopo<br />βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον<br />τρούλο<br />δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος<br />έρως<br />έβαζε τα χρώματα στη σειρά,<br />το χονδροκόκκινο, την όχρα,<br />και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί<br />τη δουλειά.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αργεί το μνημόσυνο<br />και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.<br />Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης<br />σε μαύρο φόντο<br />κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,<br />υλικά του Άδη,<br />όπως αυτά που έβρισκα<br />στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου<br />απομεινάρια από τη φωτιά του<br />Μεγάλου Σαββάτου.<br />Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.</p>
<p>



</p>
<p>Ιούνιος 2008</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στον Τεκκέ<br />υπήρχε μια σκιερή αυλή<br />ένα περιβόλι με αμυγδαλιά <br />ροδιά και συκιά <br />για να τρώνε οι πιστοί<br />κι ένα αρχαίο πηγάδι <br />με νερό.<br />Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα<br />38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.<br />Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες <br />μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,<br />που ήρθαν από την Παλαιστίνη.<br />Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου <br />μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί <br />και γιόρταζαν μαζί.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΡΟΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Είδα στο βουνό <br />το ύδωρ των αετών*<br />την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν<br />μα πιο πολύ ατένισα<br />τις πτυχώσεις, <br />τα λαμπρά ενδύματα,<br />τα πορφυρά,<br />το στόλισμα του ξύλου,<br />με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,<br />τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες<br />που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά <br />το σαράκι.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στον Νίκο Νικολάου</p>
<p>



</p>
<p>Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα<br />ήταν το πιο ζεστό,<br />έφερνε στη θεία νερό<br />να το ραντίζει και να το σκουπίζει.<br />Κάθε βράδυ<br />περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,<br />θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.<br />Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,<br />μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά<br />τριγύριζε στα γύρω χωριά.<br />Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά<br />όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος<br />και έτρεχε<br />πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα<br />και μετά στη θάλασσα<br />για να μην κάψει τα πόδια του<br />έκλαψε πικρά.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες <br />και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,<br />ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας<br />και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι<br />μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία<br />την Piazza di Basso,<br />να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού<br />γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία<br />όλο το σιτάρι στη Βενετία<br />και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο <br />από το «άγαλμα»<br />ή δίνουν εκεί ραντεβού <br />πάνω στα τείχη της Λευκωσίας<br />ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό<br />με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα <br />είναι ο Διονύσιος Σολωμός <br />που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο<br />προς το “nandos flame grilled chicken”<br />γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια <br />μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι<br />κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,<br />ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα<br />φουντούκια, σταφίδες.<br />Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο <br />με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.<br />— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι, <br />είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά<br />στο τζαμί Μπαρκούκ. <br />Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα <br />μια ζακέτα με λουλούδια.<br />Αδύνατον να κοιμηθώ.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Αγγελική έλεγε<br />καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον<br />και τρώγαμε μεζέδες<br />ότι η μάνα της <br />πρόσεξε πόσο γαλανά <br />ήταν τα μάτια του άντρα της<br />όταν του τα έκλεισε <br />για τελευταία φορά.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη<br />να περνάς από σιντριβάνια,<br />κήπους νυχτερινούς,<br />νούφαρα, υάκινθους,<br />μήλα των Εσπερίδων.<br />Το φως τα ανατρέπει όλα,<br />αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,<br />τα σκοτεινά, τα αμίλητα</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Επιστρέφοντας<br />βήμα βήμα<br />στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου<br />περιμένω το σύνηθες θαύμα<br />που είναι κρυμμένο με επιμέλεια<br />στην 25η σελίδα.<br />Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,<br />οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο<br />και ο έρωτας μου φαίνεται<br />υπόθεση πια μακρινή.<br />Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΥΡΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αύριο<br />θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του<br />γιατί ο κόσμος τούτος<br />έχει κανόνες απαράβατους<br />και περιγράμματα αμετακίνητα<br />που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω<br />κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση<br />της ελευθερίας<br />και ευφραίνομαι<br />στην θέα των καραβιών με φώτα<br />στην παραλία της Λεμεσού<br />διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν<br />που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της<br />ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος<br />κινώντας μηχανικά τις φτερούγες</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Περασμένα μεσάνυχτα<br />βροχή, άνεμος δυνατός<br />μόνη στο σπίτι<br />η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική<br />όπως το απόγευμα <br />που έκοβα φρούτα στην κουζίνα<br />ήρεμα <br />και τα ρούχα που άπλωσα<br />έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα<br />όμως μέχρι το άλλο πρωί <br />είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι<br />και μια ψιλή βροχή <br />τα μαλάκωσε<br />έτσι που πατούσα μαλακά<br />και προσεκτικά <br />προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης<br />σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν<br />μαλλιά λευκά<br />μέλη βαριά <br />νέα παιδιά, <br />η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα<br />κι αυτός έκλεισε την πόρτα <br />πέρασαν σαράντα χρόνια.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου<br />όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι<br />ήπια από το νερό του πηγαδιού<br />που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.<br />Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε<br />σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.</p>
<p>



</p>
<p>Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,<br />που είχε το χάρισμα της προφητείας<br />κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες<br />για να κρατούν την πόλη<br />αγκυροβολημένη στη στεριά.<br />Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια<br />είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα<br />που τα συγκρατούσαν<br />χρυσές πόρπες<br />και τον γεροντάκο<br />που περνούσε σε φοινικοβελόνες<br />ένα ένα τα γιασεμιά.<br />Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη<br />μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,<br />μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου<br />το θαύμα που είναι μια γλώσσα,<br />το θαύμα που είναι μια θρησκεία,<br />το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,<br />όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση<br />αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα<br />του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του<br />που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια<br />στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές<br />πάνω σε καμήλες<br />που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου<br />τη μέρα που ο τουρκικός στρατός<br />μπήκε στην Αμμόχωστο<br />και ο Κωνσταντής οκτάχρονος<br />έφυγε με την οικογένεια του,<br />πάει και καθαρίζει την παραλία<br />από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,<br />τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει<br />γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.<br />Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης<br />μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο<br />ένα αγόρι πέφτει κάτω<br />και πληγώνει το γόνατο του<br />Μια γυναίκα κλαίει.<br />Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά<br />και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό<br />τις πληγές με παπαρούνες<br />τους τάφους με θυμάρι</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν<br />με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν<br />Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει<br />από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού<br />και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.<br />Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους<br />και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.<br />Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου<br />Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς<br />να βρω ψάρι καλό στην αγορά<br />βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα<br />έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,<br />μες τις καλές της μέρες.<br />Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη<br />και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο<br />για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί<br />πήρα τον Γιώργο από το σχολείο<br />κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί<br />κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια,<br />κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες<br />στον υπολογιστή.<br />Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,<br />με κατάλαβε από τη φωνή μου<br />Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα<br />νηστίσιμο<br />και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα<br />στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να<br />πιάνουν ήλιο το πρωί<br />και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,<br />με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος</p>
<p>



</p>
<p>Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της<br />πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,<br />ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />μα προσπαθώ ισάξια τ<br />ούτο το σπίτι να φροντίζω,<br />τούτο το σπίτι και τους ένοικους του<br />όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.</p>
<p>



</p>
<p>Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της<br />με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Μη δώσεις σαπούνι<br />γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη<br />μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα<br />μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό<br />μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια <br />από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου<br />μη δώσεις σαπούνι<br />μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ<br />και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Την τρομερή στιγμή που <br />η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα<br />να χάνεται στον ορίζοντα<br />δεν την ξέχασε ποτέ.<br />Και δεν την παρηγόρησε<br />ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου<br />ούτε η corona borealis <br />που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>



</p>
<h4>  <strong style="color: var(--ast-global-color-2); font-size: 2.30769rem;">DIVAN (2005) 1967-2000</strong></h4>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Αρχή Ινδίκτου </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις<br />στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες<br />ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή<br />όπως λέει ο Άραβας ποιητής<br />είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα<br />που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα<br />ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει<br />ούτε ηδύς ούτε αλγεινός<br />και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων<br />την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία<br />και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου<br />ανάβει τη λάμπα του<br />μνήμην ποιείς<br />της άμμινης κύτης<br />άλλα και του φενόλου και του χιτώνος<br />ιδιόχρωμου, λευκού,<br />γράψον το όνομα εις χαρτάριον<br />ή εις φύλλον<br />ονειρετησία.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αρχή Ινδίκτου<br />που μπορεί να είναι και Μάρτης<br />όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας<br />δεν αντιστέκεσαι<br />φτιάχνεις ένα άγαλμα<br />και το κοσμείς με τιμές και όργια<br />που εφάπτονται της μνήμης<br />μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,<br />το πράσινο του παγονιού<br />στις φτερούγες του Αρχάγγελου<br />οι μέρες με τους ένθεους φίλους<br />πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα<br />ομόπτερου έρωτος χάριν<br />και οι άλλες στο Rajastan<br />η ακινησία που τις ακολουθεί<br />ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται<br />να βρει την εσωτερική φωτιά<br />την αναχώρηση από την ηδονή<br />πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι<br />όταν στις υπαίθριες κουζίνες<br />στο έμπα του νέου χρόνου<br />οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο<br />περπάτησες ως το ξενοδοχείο<br />ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις<br />οι δρόμοι, τα φύλλα.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,<br />με τις ερυθρές αποχρώσεις<br />φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής<br />αιθάλεια, ανεμόεσσα,<br />τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια<br />σε πόλεις που οι τοίχοι τους<br />είναι ζωγραφισμένοι με πλοία<br />Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,<br />Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,<br />η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο<br />και ξεφυλλίζει τη μπογιά</p>
<p>



</p>
<p>καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου<br />να αξιωθείς να γράψεις<br />υπέρ αυτών<br />γράμματα μη ειδότων.</p>
<p>



</p>
<p>Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή<br />άντίϋετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.<br />Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος</p>
<p>



</p>
<p>Το μεσημέρι στο Ναύπλιο<br />Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό<br />οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια<br />τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια<br />τον Τίβερη<br />περίεργα πουλιά<br />κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο<br />το βουητό της μύγας<br />τετραγωνίζει τα μωσαϊκά<br />ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,<br />τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,<br />πέντε γλόμποι<br />παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού<br />αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα<br />πού ανεπαίσθητα κινεί<br />ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως<br />ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων<br />Λουκιανός</p>
<p>



</p>
<p>Γιατί ρε Διονύση,<br />δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα<br />με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια<br />όταν κατοικεί σε σπίτι<br />που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του<br />κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα<br />με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του<br />όπου πέφταν τα νομίσματα<br />χρυσά και αργυρά<br />κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι<br />ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους<br />ως βαθιά μέσα στη νύχτα<br />στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια<br />με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια<br />και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους<br />στέφανα και δημητριακά<br />πουλιά ερπετά πέταλα<br />αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι<br />πιο μαλακά απ’ τον ύπνο</p>
<p>



</p>
<p>Έτσι Διονύση,<br />μέσα στο γενικό θαλάσσωμα<br />της ανακρίβειας<br />των αισθημάτων<br />πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,<br />δεν έχω παρά να σου πω<br />πως σε πεθύμησα πολύ.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όποιος περάσει στην άλλη όχθη<br />δε γυρίζει πίσω ποτέ<br />με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε<br />με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό<br />θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας<br />και το πρωί θα τριγυρνά<br />σε συνοικίες αράπικες<br />μικρομάγαζα στολισμένα<br />με χρωματιστά λαμπιόνια<br />γλυκά αμύγδαλα ποτά<br />θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι<br />θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη<br />και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.</p>
<p>



</p>
<p>Ανάμεσα στους κίονες<br />με τ άνθη του λωτού και του παπύρου<br />θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα<br />κάποια ρωμαϊκή επιγραφή<br />κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο<br />ή ένα άλογο ή μια ρομφαία<br />και θα ξαναθυμάται<br />μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή<br />την περασμένη του ζωή<br />το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο<br />τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά<br />κάποτε ακόμα και τη θάλασσα<br />αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.<br />Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου<br />θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε<br />θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό<br />μόνη εσύ θα τα ακούς<br />μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στη γυναίκα έφτανε η μέρα<br />και η υπακοή στα σήματα των ζώων<br />Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν<br />πως ήταν θνητός<br />μηχανικός στο φτωχό συνεργείο<br />με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια<br />τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα<br />ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού<br />πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης<br />που δεν ταξιδεύει πια<br />που δεν χασομερεί δεν παίζει<br />που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της<br />γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές<br />γυναίκες έντρομες<br />που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν<br />να θυμάται την καμπύλη της ράχης της<br />ενώ χαλαρώνει τις βίδες<br />τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά<br />καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα<br />με τον αχό της μάχης<br />μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος<br />εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη<br />Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη<br />και η μέρα με αέρα φωτεινή<br />τα ήμερα δέντρα οι σκιές<br />η κρήνη του ήλιου<br />η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.</p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>DIVAN </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη<br />φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας<br />στο μαγαζί<br />κοσμούν το πάτωμα<br />ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων<br />κάτι σαν<br />«αμφιπότατε», «πότε»<br />«πάντα»<br />κάτι μου έρχεται να πω<br />μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.</p>
<p>



</p>
<p>Σεπτ. 1988</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της<br />πάνω από το πανί<br />το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι<br />ήχησε το ξύλινο κουτάλι<br />στην πήλινη κούπα<br />ανακαλώντας ήχους<br />παλιότερους από μάς<br />έτσι όπως η μυρωδιά<br />που έβγαινε από το λινό<br />και οι πρώτες σταγόνες της βροχής<br />στις σκληρές γωνιές της πέτρας<br />φέρναν μαζί τους<br />μέσα από ένα λουτρό φωτός<br />αφηγήσεις της Χαλιμάς<br />σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές<br />στρωμένες με κιλίμια<br />διηγήσεις του Πρωτομάστορα<br />Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά<br />που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,<br />χτίστης, μαχαλεπάρης.<br />Το μολυβί χρώμα της πέτρας<br />είναι συνέχεια του ουρανού</p>
<p style="padding-left: 160px;"><br />Όκτ. 1988</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ανήμερα του Προφήτη Ηλία<br />στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος<br />τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,<br />«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»<br />άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου<br />«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,<br />σκέφτηκα.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη<br />φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο<br />αντί να γράφω ποιήματα<br />την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά<br />την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία<br />την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα<br />μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε<br />μες στην παλιά την πόλη<br />άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι<br />που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή<br />με το εξαίσιο άρωμά της.</p>
<p>



</p>
<p>Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη<br />άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη<br />τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα<br />το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα<br />θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο<br />κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 280px;">Γενάρης 1993</p>
<p>



</p>
<h5> </h5>
<h5><strong>ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,<br />από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια<br />σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή<br />δε με βοηθάει όμως για να σου πω<br />αυτό ποy νιώθω<br />μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα<br />του κειμένου<br />στο σχολιασμό του επιμελητή<br />και την αδυναμία του έρωτα<br />όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 160px;">1993



</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κι όμως το γέλιο αντηχούσε<br />στην αυλή του Άγιου Λαζάρου<br />καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο<br />πριν από το δείπνο.<br />Μιλούσες για την αίθουσα<br />Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι<br />για τον Αλέξανδρο<br />σου &#8216;λεγα για τη ματιά που έριξα<br />στον άλλο κόσμο<br />πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια <br />και τις κουκουβάγιες <br />όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο, <br />ευτελή κλουβιά<br />καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου<br />δεμένα πρόχειρα με νήμα<br />νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.<br />Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι<br />στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,<br />δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,<br />για να φτάσουν σούρουπο<br />στην Πύλη των Λεόντων.<br />Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί <br />πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Οκτ. 1993</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΟΓΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κουνάει ακόμα το καράβι<br />μια δεξιά, μια αριστερά,<br />ή και βουλιάζει<br />σε ταραγμένο ύπνο<br />μαύρα νερά<br />περάσματα<br />φτερουγίσματα πουλιού<br />ρηχό βουβό<br />σαν κλάμα \<br />που δεν φαίνεται<br />που δεν το βλέπει άλλος<br />αχνό τρεμούλιασμα χειλιών<br />παίξιμο των βλεφάρων<br />βάραθρο ανοίγει στην καρδιά<br />και πέφτω όλη μέσα</p>
<p>



</p>
<p>ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ<br />κλαδάκι να πατήσω<br />μα όλο πέφτω σε βαθύ<br />και πιο πυκνό σκοτάδι</p>
<p>



</p>
<p>μη δεις μην ακούσεις μάτια μου<br />τί λένε τα πουλάκια.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Δεκ. 1994</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΑΓNAYPA</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα<br />και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα<br />του γραπτού λόγου<br />δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις<br />πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή<br />πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο<br />το σώμα αναζητά το οικείο χάδι<br />ενώ η ψυχή το άγνωστο<br />ευφραίνεται στις σιωπές<br />στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα<br />που κάθεται στη μέση της ομήγυρης<br />και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα<br />παρακολουθεί.



</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΑ ΕΠΟΧΗΣ</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου<br />σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα<br />και τις χρωματιστές κλωστές<br />στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές<br />στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι<br />και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους</p>
<p>



</p>
<p>Οκτώ το πρωί<br />το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο<br />σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται<br />δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα<br />στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους<br />σήμερα πρέπει να φύγω.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Γιαλούσα 1974</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>—Κάθε φορά που περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,<br />με πονούσε το στομάχι,<br />τώρα θέλω να μείνω εδώ,<br />από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,<br />—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης<br />είχα πορτοκάλια στο χωρίο,<br />—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,<br />το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,<br />ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις<br />για την Αυστραλία,<br />ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,<br />και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της<br />στη θάλασσα<br />με το λεωφορείο του καταυλισμού</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε<br />η ώριμη γνώση<br />η κατάφαση του πάθους<br />και η αβεβαιότητα του έρωτα<br />μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα<br />με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως<br />και τις μικρές ακροπόλεις<br />πάνω στις ταράτσες<br />για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς<br />χωρίς πουθενά για να πιαστώ</p>
<p>



</p>
<p>Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά<br />πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε<br />τις ομπρέλες που αραίωναν<br />αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια<br />σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα<br />πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,<br />κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ακόμα ένα καλοκαίρι<br />μέσα στα σχήματα και τα χρώματα<br />της νεκρής του θάλασσας<br />πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά<br />άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου<br />άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου<br />τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα<br />την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου<br />την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα<br />στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης<br />αποικία της θάλασσας<br />αύριο θα ‘ρθω να σε βρω<br />αργά το απόγευμα<br />θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι<br />πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι<br />εσύ θα στέκεσαι ακίνητος<br />στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων<br />με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου<br />τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή<br />φυγάς θεόθεν κι αλήτης<br />οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής<br />εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ<br />έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες<br />τα θαλασσοκτόνα λόγια<br />ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Να μην τελειώνεις με το παρελθόν<br />να το πλησιάζεις τόσο<br />που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές<br />κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι<br />μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο<br />πλάι στην ακίνητη λίμνη<br />το μεσημέρι<br />με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή<br />τη σμίκρυνση του φόβου<br />και τον homo ludens<br />και τη συκιά την άκαρπη<br />όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού<br />και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου<br />η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά<br />η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα<br />η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει<br />μην κλαις μικρή Ερμιόνη<br />πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα<br />κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια<br />ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου<br />τα πεύκα στον ανήφορο<br />πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές<br />τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού<br />θα ’ρθει πάλι η μαμά σου<br />θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 160px;">Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Με την υγρή ζωή σου<br />να σου κολλά ανάμεσα στα πόδια<br />και να μη σ’ αφήνει<br />να ετοιμαστείς για τη συνηγορία<br />την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο<br />ο άντρας που κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο<br />για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα<br />ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω<br />ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου<br />μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη<br />κουρασμένη διψασμένη<br />μόνη<br />να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους<br />και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς<br />με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια</p>
<p>



</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 200px;">Γιαλούσα, άνοιξη 1974</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι<br />μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση<br />τη γεύση τού αχινού<br />το φιλί της αχιβάδας<br />το κυμάτισμα των φυκιών<br />και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα<br />απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος<br />πού χάθηκες και ποιός<br />πρωτοστατεί τώρα στα κύματα<br />πώς μ’ άφησες κι έφυγα<br />συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς<br />σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα<br />τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα<br />πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί</p>
<p>



</p>
<p>«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες<br />στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη<br />τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες</p>
<p>



</p>
<p>Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι<br />το σπίτι με τις αγριοσυκιές<br />τις πέτρες τις αστραφτερές<br />και τις επαναληπτικές φωνές<br />σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές<br />κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή<br />κι αδιόρατη<br />σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι<br />στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία<br />και στο παλιό το σπίτι<br />με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά<br />κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου</p>
<p>



</p>
<p>Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα<br />έτσι που σου αφήνεται<br />έτσι που σε σέρνει<br />έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους<br />φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά<br />άλλο πράγμα η θάλασσα<br />έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές<br />σκαρφαλώνει στις ταράτσες<br />μπλέκεται στα φαρμακεία<br />φτάνει στα δικαστήρια<br />σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς<br />μια μυρωδιά από χαρούπια<br />σκουριά φιλιά ναυάγια<br />για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί<br />στον αληθινό μου προορισμό</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.<br />Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα<br />τον πατέρα μου.</p>
<p>



</p>
<p>Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη</p>
<p>



</p>
<p>Ένα φεγγάρι σαν κλωστή<br />πάνω απ’ τη Λευκωσία<br />20 του ’Ιούλη 1979,<br />πάνω από τη γη όλο ξεχνάς<br />το κοφτερό μαχαίρι</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Θα ξαναβρείς τα βήματά σον<br />Τάκης Σινόπουλος</p>
<p>



</p>
<p>Θα ξαναβρείς τα βήματά σου<br />Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα<br />Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς<br />τα βήματά σου<br />θα κοιμηθείς στο ’Άβατο<br />θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι<br />θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι<br />με τις μετόπες και τους ρόδακες<br />και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής<br />θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη<br />και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις<br />δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες<br />απογεύματα στο Ναύπλιο<br />χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου<br />με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού<br />μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα<br />ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου<br />ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 240px;">Παλιά ’Επίδαυρος</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,<br />«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου<br />να πάω στου Μελισσάκρου<br />ετέλειωνεν η μέρα<br />και εξύπνουν που τα χαράματα<br />μεν χάσω ούτε λεπτόν»</p>
<p>



</p>
<p>Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο<br />γυρίζει τα καφενεία<br />τα κέντρα της Λευκωσίας<br />τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο<br />προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει<br />τ’ ατέλειωτα μεσημέρια<br />τα πρωινά<br />«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα<br />γαλήνεψαν οι σορκοί<br />κάτω από την επιφάνεια του νερού<br />νιώθω παντού την παρουσία σου</p>
<p>



</p>
<p>Φθινόπωρο 1976</p>
<p>


<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>


</p>
<h4><strong>18 Αφηγήσεις  (2012)</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.</p>
<p>



</p>
<h2>  </h2>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.</p>
<p>



</p>
<h2>  </h2>
<p>



</p>
<h4><strong>Ο δαίμων της πορνείας  (2007)</strong>



</h4>
<h5>



</h5>
<h5><strong>NICOSSIESES (απόσπασμα)</strong></h5>
<p>



</p>
<p>…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013</strong></h4>
<p>



</p>
<h2> </h2>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-image"><img class="wp-image-2734" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/1-cf80cf81cebfcf83cebacebbceb7cf83ceb7-cebdceb9cebaceb7cf832.jpg?w=500" alt="1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2" /></figure>
<p>



</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<p>Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη, ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .



</p>
<h2>



</h2>
<h4><strong>Βικτωρία Καπλάνη</strong> </h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Διαβάζοντας</strong> <strong>τη Νίκη Μαραγκού</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).</p>
<p>



</p>
<p>Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.</p>
<p>



</p>
<p>Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.</p>
<p>



</p>
<p>Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.</p>
<p>



</p>
<p>Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.</p>
<p>



</p>
<p>Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.</p>
<p>



</p>
<p>Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.</p>
<p>



</p>
<p>Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.</p>
<p>



</p>
<p>Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.</p>
<p>



</p>
<p>Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε</p>
<p>



</p>
<p>και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.</p>
<p>



</p>
<p>Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.</p>
<p>



</p>
<p>Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.</p>
<p>



</p>
<p>Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.</p>
<p>



</p>
<p>Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.</p>
<p>



</p>
<h2> </h2>
<p>



</p>
<h4><strong> Αρχοντούλα Διαβάτη</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Δεν της πήρα λουλούδια</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.</p>
<p>



</p>
<p>Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.</p>
<p>



</p>
<p>Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.</p>
<p>



</p>
<p>Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.</p>
<p>



</p>
<p>Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.</p>
<p>



</p>
<p>Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.</p>
<p>



</p>
<p>Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».</p>
<p>



</p>
<p>Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.</p>
<p>



</p>
<p>«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».</p>
<p>



</p>
<p>Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»</p>
<p>



</p>
<p>Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».</p>
<p>



</p>
<p>Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»</p>
<p>



</p>
<p>Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»</p>
<p>



</p>
<p>Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».</p>
<p>



</p>
<p>Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»</p>
<p>



</p>
<p>Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.</p>
<p>



</p>
<p>Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.</p>
<p>



</p>
<p>Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.</p>
<p>



</p>
<p>Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.</p>
<p>



</p>
<h3> </h3>
<p>



</p>
<h4>  <strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΤΤΑΛΙΔΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ</strong></h4>
<p>



</p>
<h6>Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού</h6>
<p>



</p>
<p>Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013</p>
<p>



</p>
<p><strong>Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα </strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…</p>
<p>



</p>
<p><strong>Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Η αγάπη της θάλασσας</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».</strong></p>
<p>



</p>
<p>Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Είχε φίλους στα κατεχόμενα;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πώς ήταν στις φιλίες της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τα βιβλία και ο Κοχλίας</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι βιβλία διάβαζε;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Κέντημα με φθαρμένες κλωστές</strong></h4>
<p>



</p>
<p>Νίκη Μαραγκού</p>
<p>



</p>
<p>Γεζούλ μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία</p>
<p>



</p>
<p>Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.</p>
<p>



</p>
<p>Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.</p>
<p>



</p>
<p>Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.</p>
<p>



</p>
<p>Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.</p>
<p>



</p>
<p>Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;</p>
<p>



</p>
<p>«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».</p>
<p>



</p>
<p>«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010</p>
<p>



</p>
<p>Επιμέλεια Μισέλ Φάις</p>
<p>



</p>
<h4 class="has-text-align-center"><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</strong></h4>
<p>



</p>
<h4><strong>Πάμπος Κουζάλης</strong></h4>
<p>



</p>
<p>Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:</p>
<p>



</p>
<p>Στο πένθος το γλυκύτατο<br />του μακρινού Φαγιούμ<br />τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;<br />Ενύσταξεν η ψυχή σου;</p>
<p>



</p>
<h4> <strong>Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου </strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011</strong></h5>
<p>



</p>
<p>«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα</p>
<p>



</p>
<p>Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.</p>
<p>



</p>
<p>Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.</p>
<p>



</p>
<p>Κριμαία και Κύπρος</p>
<p>



</p>
<p>Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.</p>
<p>



</p>
<p>Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.</p>
<p>



</p>
<p>Κοινωνικοί ρόλοι</p>
<p>



</p>
<p>Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.</p>
<p>



</p>
<p>Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.</p>
<p>



</p>
<p>Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Βασιλική Χρίστη</strong></h4>
<p>



</p>
<p><strong>ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>20.07.2012/diavasame.gr</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Ιστορίες γυναικών</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.</p>
<p>



</p>
<p>Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.</p>
<p>



</p>
<p>Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Μαρίνα Σχίζα</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013</p>
<p>



</p>
<p>Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».</p>
<p>



</p>
<p>Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».</p>
<p>



</p>
<p>Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.</p>
<p>



</p>
<p>Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.</p>
<p>



</p>
<p>Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.</p>
<p>



</p>
<p>Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.</p>
<p>



</p>
<p>Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»</p>
<p>



</p>
<p>Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»</p>
<p>



</p>
<p>Ζωγραφική</p>
<p>



</p>
<p>Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.</p>
<p>



</p>
<p>Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.</p>
<p>



</p>
<p>Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</strong></h4>
<div class="edit-post-visual-editor">
<div class="edit-post-visual-editor__content-area">
<div class="is-desktop-preview">
<div class="editor-styles-wrapper block-editor-writing-flow" tabindex="-1">
<div class="is-root-container block-editor-block-list__layout" data-is-drop-zone="true">
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-475d962d-3288-49a7-b964-e324dce37979" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="475d962d-3288-49a7-b964-e324dce37979" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/154514_457799727569872_2107620442_n1.jpg?w=224&amp;h=300" alt="154514_457799727569872_2107620442_n" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-fb1a4cda-c007-4b85-9773-645f7e22134e" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="fb1a4cda-c007-4b85-9773-645f7e22134e" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/536096_455151071168071_91073531_n1.jpg?w=281&amp;h=300" alt="536096_455151071168071_91073531_n" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-dbf6e43b-8037-4a93-b877-26ea486d7615" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="dbf6e43b-8037-4a93-b877-26ea486d7615" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/alexandrian-coffe-shop1.jpg?w=232&amp;h=300" alt="Alexandrian-coffe-shop" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-d503848b-f433-45ba-9b4c-ffe69d9c9f53" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="d503848b-f433-45ba-9b4c-ffe69d9c9f53" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/athens-nov2009-0061.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-98c3d661-9ba5-44ff-82e5-ace2a35b9c51" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="98c3d661-9ba5-44ff-82e5-ace2a35b9c51" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/birds-0041.jpg?w=300&amp;h=299" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-f56270a5-64ef-4698-997d-bfc83cb37cb2" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="f56270a5-64ef-4698-997d-bfc83cb37cb2" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/etching-window-with-chair1.jpg?w=191&amp;h=300" alt="etching-window-with-chair" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-ee1758a5-e71e-4566-973f-60a639aa152c" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="ee1758a5-e71e-4566-973f-60a639aa152c" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-21.jpg?w=156&amp;h=300" alt="fish-2" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-51b517aa-5a70-409c-a0eb-73f3983f6322" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="51b517aa-5a70-409c-a0eb-73f3983f6322" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-11.jpg?w=225&amp;h=300" alt="fish-1" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b1e63205-9a68-4f3b-a68d-70c89f7ecad4" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b1e63205-9a68-4f3b-a68d-70c89f7ecad4" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-31.jpg?w=266&amp;h=300" alt="fish-3" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b562811e-8c60-428b-bd17-868f7f20bb1b" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b562811e-8c60-428b-bd17-868f7f20bb1b" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-etch-11.jpg?w=217&amp;h=300" alt="fish-etch-1" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-83c9714c-4a42-4661-83ba-c917fdeb6dbf" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="83c9714c-4a42-4661-83ba-c917fdeb6dbf" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/forsters-hotel-alex1.jpg?w=213&amp;h=300" alt="Forsters-Hotel-Alex" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-1d78ca2c-629f-4e97-81e4-42f6d7fd8cfa" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="1d78ca2c-629f-4e97-81e4-42f6d7fd8cfa" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/karpouzi1.jpg?w=178&amp;h=300" alt="karpouzi" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-28d5a907-bf40-4ae2-b8fe-04b988e4d017" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="28d5a907-bf40-4ae2-b8fe-04b988e4d017" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/kipos1.jpg?w=254&amp;h=300" alt="kipos" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-c156f7f3-b4ae-46b8-a9a4-401331295d4c" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="c156f7f3-b4ae-46b8-a9a4-401331295d4c" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/mansia1.jpg?w=231&amp;h=300" alt="mansia" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-5f8fb83f-ef1c-4f01-a95d-89f11cc12a65" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="5f8fb83f-ef1c-4f01-a95d-89f11cc12a65" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki14912.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki1491" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-13749d78-8388-4299-a916-2cac15f3b16f" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="13749d78-8388-4299-a916-2cac15f3b16f" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki94991.jpg?w=231&amp;h=300" alt="niki9499" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-8f80da66-ae4e-4c63-89f3-deaab0a04145" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="8f80da66-ae4e-4c63-89f3-deaab0a04145" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki34931.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki3493" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-f465a736-50eb-4f75-b249-8a2e7a07f397" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="f465a736-50eb-4f75-b249-8a2e7a07f397" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki54951.jpg?w=300&amp;h=239" alt="niki5495" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-d23c51f2-9570-4903-a58c-803ce61cbdd0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="d23c51f2-9570-4903-a58c-803ce61cbdd0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki74972.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki7497" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-6a64ec17-76b3-47c1-87ce-593c338e1032" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="6a64ec17-76b3-47c1-87ce-593c338e1032" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki94992.jpg?w=231&amp;h=300" alt="niki9499" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-e129b768-b0a2-4f1e-9e0d-29ab23a5afe0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="e129b768-b0a2-4f1e-9e0d-29ab23a5afe0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p60401831.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-649c0b6c-7296-43da-b09c-07bade514aa6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="649c0b6c-7296-43da-b09c-07bade514aa6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p60800601.jpg?w=246&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-17b51ede-1074-4374-89f6-470c56d6bb80" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="17b51ede-1074-4374-89f6-470c56d6bb80" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p62201051.jpg?w=295&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-1c694687-5065-4c58-ae6e-329c32b51ad0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="1c694687-5065-4c58-ae6e-329c32b51ad0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100521.jpg?w=212&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-ca90d870-2247-4bc2-ad08-74f11e339571" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="ca90d870-2247-4bc2-ad08-74f11e339571" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100531.jpg?w=219&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-4c3b20c3-332c-4227-94bb-426e704d3385" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="4c3b20c3-332c-4227-94bb-426e704d3385" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100541.jpg?w=232&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-805ad977-f830-4e02-a770-dd2a6adb9074" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="805ad977-f830-4e02-a770-dd2a6adb9074" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100591.jpg?w=222&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-e5983764-4a52-4103-b968-dfa5b7f9e28e" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="e5983764-4a52-4103-b968-dfa5b7f9e28e" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100601.jpg?w=219&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b6b19676-cdc2-442e-a59e-fe97cba641ad" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b6b19676-cdc2-442e-a59e-fe97cba641ad" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100641.jpg?w=182&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-8cd270b9-0b0f-47bf-8606-010def108fef" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="8cd270b9-0b0f-47bf-8606-010def108fef" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/painting-10_2009-0171.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-dcccb99d-e386-43dd-a145-5756a2926aa6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="dcccb99d-e386-43dd-a145-5756a2926aa6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/rue-de-crete1.jpg?w=233&amp;h=300" alt="Rue-de-Crete" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-36afbfbe-c5fc-46f1-b53f-f63e8096a0d6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="36afbfbe-c5fc-46f1-b53f-f63e8096a0d6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/rue-sala-el-din1.jpg?w=218&amp;h=300" alt="Rue-Sala-El-Din" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b246895a-c930-460b-862e-178ec7a9753b" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b246895a-c930-460b-862e-178ec7a9753b" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/shoes1.jpg?w=204&amp;h=300" alt="shoes" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="block-list-appender wp-block" tabindex="-1" data-block="true">
<div class="block-editor-default-block-appender" data-root-client-id="">
<p class="block-editor-default-block-appender__content" tabindex="0" role="button" contenteditable="true" aria-label="Προσθήκη μπλοκ"> </p>
<div class="components-dropdown block-editor-inserter" tabindex="-1"> </div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<div tabindex="0"> </div>
</div>
</div>
<div class="popover-slot"> </div>
</div>
<div class="edit-post-layout__metaboxes">
<div class="edit-post-meta-boxes-area is-normal">
<div class="edit-post-meta-boxes-area__container"><form class="metabox-location-normal">
<div id="poststuff" class="sidebar-open">
<div id="postbox-container-2" class="postbox-container">
<div id="normal-sortables" class="meta-box-sortables ui-sortable"> </div>
</div>
</div>
</form></div>
<div class="edit-post-meta-boxes-area__clear"> </div>
</div>
<div class="edit-post-meta-boxes-area is-advanced">
<div class="edit-post-meta-boxes-area__container"><form class="metabox-location-advanced">
<div id="poststuff" class="sidebar-open">
<div id="postbox-container-2" class="postbox-container">
<div id="advanced-sortables" class="meta-box-sortables ui-sortable">
<div id="webdados_fb_open_graph" class="postbox">
<div class="postbox-header">
<h2 class="hndle ui-sortable-handle">Open Graph and Twitter Card Tags</h2>
<div class="handle-actions hide-if-no-js"> </div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</form></div>
</div>
</div>
<p> </p>
<p>


<p></p>


<h3><span style="color:#000000;">&nbsp;</span><span style="color:#000000;">&nbsp;</span><span style="color:#000000;">&nbsp;</span></h3>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 14 Jan 2018 09:34:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=9214</guid>

					<description><![CDATA[. Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971. Είναι νυμφευμένος και πατέρας δυο παιδιών. Εργάζεται στο Γραφείο Ευημερίας ως ιδρυματικός λειτουργός. Είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων και ένθερμος υποστηρικτής της δια βίου άθλησης. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους (Αρμίδα  2011) Δρόμου Δρώμενα (Αρμίδα  2012) Κουνήσου μούχλα  [Με εικαστικες δημιουργίες της Πόλας Χατζήπαπα] (Αρμίδα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971. Είναι νυμφευμένος και πατέρας δυο παιδιών. Εργάζεται στο Γραφείο Ευημερίας ως ιδρυματικός λειτουργός. Είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων και ένθερμος υποστηρικτής της δια βίου άθλησης.</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους (Αρμίδα  2011)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δρόμου Δρώμενα (Αρμίδα  2012)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κουνήσου μούχλα  [Με εικαστικες δημιουργίες της Πόλας Χατζήπαπα] (Αρμίδα 2014)<br />
Θέα από μπαλκόνι (Γαβριηλίδης 2018)<br />
Όσα ξέφυγαν της σιωπής  (Αρμίδα 2021)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15589" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/5-2.jpg" alt="" width="411" height="662" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/5-2.jpg 497w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/5-2-186x300.jpg 186w" sizes="(max-width: 411px) 100vw, 411px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15590" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ143.jpg" alt="" width="633" height="422" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ143.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ143-300x200.jpg 300w" sizes="(max-width: 633px) 100vw, 633px" /></p>
<h2></h2>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15591" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ144.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ144.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΒΙΒΛΙΑ144-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<h2></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΟΣΑ ΞΕΦΥΓΑΝ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2021)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΠΑΓΩΓΗ</strong></h4>
<p>Ξεκίνησε να γράφει και χάθηκε<br />
Μονοπάτια δύσβατα<br />
μαγευτικά<br />
αληθινά<br />
Η ελευθερία περνάει από τις συμπληγάδες λέξεις<br />
την ώρα που γράφεται ένα ποίημα</p>
<p>Όχι ακούραστα<br />
το ποίημα ζητά λύτρα<br />
Αν η ψυχή σου έχει λέξεις να του δώσει<br />
θα σ’ ελευθερώσει</p>
<p>Μα είναι απ’ αυτές τις συνθήκες<br />
θύμα και θύτης<br />
προλαβαίνουν ν’ αναπτύξουν μιαν ιδιαίτερη σχέση<br />
Κανείς δεν χορταίνει<br />
ούτε ο ποιητής ούτε το ποίημα</p>
<p>Ο ποιητής πάντα θα επιστρέφει<br />
το ποίημα πάντα θα απαιτεί λύτρα<br />
ο αναγνώστης θα αμφιταλαντεύεται</p>
<h4><strong>ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΤΙΑ</strong></h4>
<p>Έκοψα ένα ποίημα<br />
από την ανθισμένη ποιητιά<br />
και σ’ το χάρισα (<br />
Μαράθηκε στο βάζο σου δυο μέρες μετά<br />
και να πω πως δεν το ’ξέρα&#8230;</p>
<p>Δεν κόβουμε λουλούδια από το δάσος<br />
δεν γιορτάζουμε ανθεστήρια<br />
σκοτώνοντάς τα<br />
δεν<br />
δεν<br />
δεν<br />
μακριά</p>
<h4><strong>ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΦΩΤΑ ΣΒΗΣΤΑ</strong></h4>
<p>Στέκομαι έξω απ’ το μεγάλο σπίτι<br />
βλέπω<br />
αναρωτιέμαι<br />
σε πόσα τετραγωνικά στεγάζεται η μοναξιά<br />
Μαύρη φιγούρα διακρίνεται μέσα απ’ το παράθυρο<br />
βράδυ, σβηστά τα φώτα<br />
σκόνταψε στην παρατηρητικότητά μου</p>
<p>Ο σκύλος ανήσυχος μπλέκεται στα πόδια μου<br />
σε πόσα τετραγωνικά στεγάζεται η μοναξιά, τον ρωτώ<br />
Γαβγίζει παιχνιδιάρικα, κουνά την ουρά<br />
και μου δείχνει τον δρόμο<br />
για τον καθιερωμένο βραδινό περίπατό μας</p>
<h4><strong>ΑΝΑΙΜΑΚΤΑ</strong></h4>
<p>Βουτηγμένο το μαχαίρι στα δάκρυα<br />
καρφωμένο στο στήθος της λέξης<br />
η συνείδηση παλεύει<br />
να κερδίσει άλλη μια μάχη</p>
<p>Έτσι γράφω τα ποιήματα<br />
έτσι κερδίζω τις μάχες εγώ<br />
αναίμακτα<br />
το αίμα ωστόσο<br />
ρέει</p>
<h4><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h4>
<p>Πάνε χρόνια ένα σύννεφο λίγη βροχή να φέρει<br />
Στρώματα σκόνης δημιούργησαν<br />
μια σαρκοφάγο γύρω του<br />
σιγά-σιγά έγινε μούμια</p>
<p>Ό,τι γλίτωσε ήταν ο αλήτης που τριγυρνούσε έξω</p>
<p>Η συνέλευση των νεκρών ποιητών τον απέβαλε<br />
απ’ τα μητρώα της<br />
με το αιτιολογικό πως ανέπνεε ακόμα<br />
Η συνέλευση των ζωντανών ποιητών δεν τον ενέκρινε<br />
γιατί ποτέ δεν έζησε</p>
<h4><strong>ΘΑ ΣΤΟΧΕΥΣΩ</strong></h4>
<p>Θα στοχεύσω<br />
θα σε ευθυγραμμίσω<br />
με την ακίδα του ποιητή<br />
θα τραβήξω τη σκανδάλη<br />
κι έτσι διάτρητη από τις λέξεις μου<br />
θα γονατίσω να προσκυνήσω τις πληγές σου</p>
<h4><strong>ΜΙΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΣΤΗ ΛΕΞΗ</strong></h4>
<p>Μια μαχαιριά στη λέξη<br />
να τη διαμελίσω την κακούργα<br />
να την αποδομήσω, να την απαξιώσω<br />
να κρατήσω το αγα απ’ τη μια<br />
σαν αγάς να σε κοιτάζει<br />
κι απ’ την άλλη το πω<br />
ένα πω επαναλαμβανόμενο<br />
σαν μεγάλος ενθουσιασμός, πω-πω<br />
τα κατάφερα<br />
Μα δεν λύνεται ο κόμπος<br />
ούτε κόβεται στα δυο<br />
Λερναία Υδρα γίνεται<br />
και πιο πολύ σε αγαπώ</p>
<h4><strong>ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΟΙΗΤΗ</strong></h4>
<p>Το βιογραφικό του ποιητή<br />
-που μόνος του συνέταξε-<br />
ήταν τόσο πλούσιο<br />
με βάθος και βάρος από σπουδές<br />
επαίνους και βραβεία<br />
Τόσο μα τόσο πλούσιο<br />
που δεν χρειάστηκε<br />
να γυρίσω σελίδα να διαβάσω<br />
τίποτ’ άλλο απ’ την ποίησή του</p>
<h4><strong>ΡΙΠΕΣ ΖΩΗΣ</strong></h4>
<p>Τη σιωπή θέλω να εκφράζει<br />
το τελευταίο ποίημά μου<br />
Να ναι μια σιωπή βαθιά<br />
τόσο βαθιά<br />
που ν’ ακούς το βουητό της</p>
<p>Τίποτα<br />
δεν κατάφερε ν’ αλλάξει η ποίησή μου<br />
τίποτα<br />
εκτός του να με κρατήσει όρθιο<br />
εμπρός στις ριπές του πολυβόλου<br />
μιας ζωής<br />
μιας ζωής που πυροβολεί ανελέητα</p>
<p>Τη σιωπή ενός τίποτα θέλω να εκφράζει<br />
το τελευταίο ποίημά μου<br />
ως απόηχο της συνειδητοποίησης<br />
μα και της άρνησης<br />
να πεθάνω μαλάκας</p>
<h4><strong>ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ</strong></h4>
<p>Εμένα, οι φίλοι μου είναι δρομείς<br />
είναι πουλιά που τρέχουν<br />
είναι ελάφια με φτερά<br />
είναι αγάπη και χαρά<br />
είναι παιδιά<br />
που ξέχασαν να μεγαλώσουν</p>
<p>Εμένα οι φίλοι μου είναι ποιητές<br />
γράφουν δεν γράφουν<br />
τρέχουν δεν τρέχουν</p>
<h4><strong>ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ</strong></h4>
<p>Αντάν τζιαι είδεν η κουφή<br />
την κωλοσυρμαθκιά της<br />
ξιππάστηκεν που το κακό<br />
που έφερνεν μιτά της</p>
<p>Τζιαι σου λοάσαι άθρωπος<br />
τάχατες κόφκει ο νους σου<br />
τζιαι σιαίρεσαι με το κακό<br />
ώς τζιαι του διπλανού σου</p>
<h4><strong>ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ</strong></h4>
<p>Εξίασεν ο πλάστης μου<br />
αθρώπινο καλούπι<br />
μέσα στον φούρνο, στην πυρά<br />
εκρούσαν νάκκον τα μυαλά<br />
τζι ονόμασεν τον «stupid»</p>
<p>Τζι εφκήκεν ο μισάθρωπος<br />
στεγνός που την αγάπη<br />
που μες στες φλέβες του περνά<br />
τζιαι που το στόμα του περνά<br />
μίσος τζιαι το γινάτι</p>
<p>Λυπούμαι τον που τον θωρώ<br />
θα εν’ δυστυχισμένος<br />
θέλει συμπάθκειο τζιαι στοργή<br />
πέρκει γλυκάνει η ψυσιή<br />
τζι εν’ κρίμαν ο καημένος</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΘΕΑ ΑΠΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ (2018)</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διηγήματα</span></h3>
<h4 style="padding-left: 30px; text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Θα σε τιμωρήσω, κακό παιδί» του έλεγε, κι αυτός γελούσε. Δεν άργησε εκείνη η ημέρα&#8230; Τον κάλεσε να έρθει στη σκηνή του μικρού θεάτρου να την συναντήσει όταν θα τελείωνε την πρόβα της με τη συμφωνική ορχήστρα. Του είχε υποσχεθεί ότι πριν αναχωρήσουν θα περνούσε μαζί του μια νύχτα που θα του έμενε αξέχαστη, αφήνοντας υπονοούμενα για ερωτικά παιχνίδια: «σαν αυτά που σου αρέσουν και&#8230; κάτι παραπάνω». Την επόμενη μέρα θα ταξίδευε για συναυλία στην Ευρώπη. «Έτσι, θα σ’ έχω χορτάτο, μην μου κάνεις καμιά απιστία όσο θα απουσιάζω», «Στις 11:15 να είσαι εδώ» του έγραψε στα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δύο τελευταία μηνύματα, λίγη ώρα νωρίτερα σ’ ένα διάλειμμα από την πρόβα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είχαν αποχωρήσει όλοι. «Θα κλείσω εγώ την πόρτα φεύγοντας. Θα μείνω ακόμη λίγο να δουλέψω μερικά σημεία που με δυσκολεύουν» είπε στον διευθυντή της ορχήστρας που την καληνύχτισε. Το ρολόι, όταν έμεινε εντελώς μόνη, έδειχνε έντεκα και πέντε πρώτα λεπτά. Με γρήγορες κινήσεις κατευθύνθηκε στα παρασκήνια και επέστρεψε με ένα μεγάλο κομμάτι καραβόσκοινο και ένα μεταλλικό κουτάκι που έμοιαζε με μεγάλο τηλεχειριστήριο, ενώ από τη δερμάτινη τσάντα της έβγαλε χειροπέδες, </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φτερά από περιστέρια, τρίχες αλόγου από ένα σπασμένο δοξάρι, ένα μπουκαλάκι με λάδι για μασάζ, ένα σάλι για τον λαιμό κι ένα τριαντάφυλλο. Τα παρέταξε σε ευδιάκριτο σημείο στο πάτωμα, πήρε το τηλέφωνό της, σχημάτισε τον αριθμό του και με απαλή φωνή του είπε: «Είμαι έτοιμη. Αργείς;».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ανεβαίνω τα σκαλιά, σ’ ένα λεπτό είμαι εκεί» της απάντησε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μέχρι να εμφανιστεί, πέταξε τα ρούχα από πάνω της και στάθηκε γυμνή να τον περιμένει. Όταν ανέβηκε ο άντρας στη σκηνή, κάτι πήγε να πει, αλλά δεν τον άφησε. «Απόψε δεν θα πεις τίποτα, θα είσαι ο κομπάρσος στο έργο μου» του είπε. Αυτός χαμογέλασε, έκλεισε το στόμα και δέχτηκε να του το σφραγίσει με την αυτοκόλλητη ταινία που του επιδείκνυε. Στη συνέχεια τού έβγαλε αργά όλα τα ρούχα, πήρε στο ένα της χέρι το φτερό, στο άλλο τις χειροπέδες κι άρχισε να τον χαϊδεύει. Σταμάτησε και του ζήτησε να φέρει τα χέρια πίσω. Του πέρασε τις χειροπέδες, τον χάιδεψε ακόμη λίγο στα γεννητικά όργανα με το φτερό και μετά άρπαξε το σάλι και τις τρίχες αλόγου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">από το σπασμένο δοξάρι, γονάτισε μπροστά του και τις κρέμασε στο πέος του. Σηκώθηκε και του έκλεισε τα μάτια με το σάλι της. Αυτός δεν αντιδρούσε καθόλου, απολάμβανε ό,τι του έκανε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξαφνικά σταμάτησε και απομακρύνθηκε μερικά βήματα, πήρε το σχοινί και το λάδι στα χέρια της, επέστρεψε και του πέταξε στο σώμα μερικές σταγόνες λάδι, ενώ με το σχοινί κάτι προσπαθούσε να φτιάξει. Του πέταξε ακόμη μερικές σταγόνες λάδι, τελείωσε αυτό που έφτιαχνε με το σχοινί, πήρε το τριαντάφυλλο και του το έβαλε κοντά στη μύτη να το μυρίσει. Αυτός χαμογέλασε. Μετά μάδησε το τριαντάφυλλο και έριξε τα πέταλα στο σώμα του, </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">από το κεφάλι προς τα κάτω. Την ίδια κατεύθυνση ακολούθησε και το χάδι του χεριού της- φτάνοντας στους αστραγάλους, τύλιξε και τα πόδια του με μαγνητική ταινία. Σηκώθηκε, πάτησε το τηλεχειριστήριο και κατέβηκε από την οροφή ένα συρματόσχοινο που στην άκρη είχε έναν γάντζο, στον οποίο πέρασε μέσα την πρώτη από τις δύο θηλιές που έφτιαξε νωρίτερα, ενώ τη δεύτερη την πέρασε στον λαιμό του συντρόφου της. Αυτός δεν πρόλαβε να αντιδράσει καθόλου ούτε περνούσε από το μυαλό του μέχρι εκείνη τη στιγμή τι τον περίμενε. Πάτησε το κουμπί και τον τράβηξε προς τα πάνω, τόσο όσο να μην αιωρείται, σαν να στεκόταν στις μύτες των ποδιών του. Εντελώς απαθής στα βογκητά και στις άναρχες κραυγές του, σαν δικαστής και δήμιος, του αναγγέλλει την ετυμηγορία της και την καταδίκη του εις θάνατον με </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άμεση εκτέλεση!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τοποθέτησε επίτηδες τη θηλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, για να μην σπρωχτεί προς τα πίσω το κεφάλι κατά την ανύψωση και πιεστούν οι αυχενικοί σπόνδυλοι, επιφέροντας έναν πιο γρήγορο θάνατο. Πάτησε το κουμπί του τηλεχειριστηρίου εκ νέου και τον ανασήκωσε περίπου τριάντα εκατοστά πάνω από το δάπεδο. Ήθελε να τον κάνει να υποφέρει μ’ έναν θάνατο αργό και οδυνηρό, από ασφυξία. Περπάτησε με γοργό βήμα, ανέκφραστη, προς το βιολοντσέλο, που ήταν αφημένο στο πάτωμα, αγνοώντας τις κραυγές του συντρόφου της. Γονάτισε και το πήρε στα χέρια της, έκανε μερικά βήματα και στάθηκε απέναντι του. Κάθισε, τοποθέτησε το βιολοντσέλο ανάμεσα στα πόδια της, έπαιξε μερικές νότες, για να σιγουρευτεί ότι ήταν καλά κουρδισμένο, πήρε το δοξάρι με το δεξί της χέρι, σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε, σαν να ατένιζε τον μαέστρο της ορχήστρας έτοιμη να δεχτεί την καθοδήγησή του. Άρχισε να παίζει. Ο πλούσιος και δυνατός ήχος του </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βιολοντσέλου κάλυπτε τις κραυγές του, που με δυσκολία έβγαιναν από την πλαστική αυτοκόλλητη ταινία που του σφράγιζε το στόμα, ενώ εκείνη, σοβαρή </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και ατάραχη, συνέχιζε να παίζει βλέποντας τα πόδια του αιωρούμενου άντρα να κινούνται πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, και αυτοσχεδίαζε τη μελωδία του επερχόμενου θανάτου, ανάλογα με τις απέλπιδες κινήσεις και κραυγές που έβλεπε και άκουγε. Πέντε γεμάτα λεπτά κράτησε ο αυτοσχεδιασμός, τόσο μέχρι που ήταν σίγουρη ότι ολοκλήρωσε την «τιμωρία» της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σταμάτησε μερικά δευτερόλεπτα για να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να την ενημερώσει: «Με σκότωσε πρώτος και μετά τον τιμώρησα. Μην εκπλήσσεστε που με ακούτε να σας μιλώ. Ελάτε να μας πάρετε». Πήρε και πάλι το δοξάρι στο χέρι και συνέχισε να παίζει, αυτή τη φορά ένα πένθιμο εμβατήριο. Οι σειρήνες της αστυνομίας και του ασθενοφόρου δεν </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άργησαν να την προειδοποιήσουν ότι σε μερικά δευτερόλεπτα θα βρισκόταν αντιμέτωπη μαζί τους. Στον ήχο του πένθιμου εμβατηρίου προστέθηκαν και τα βήματα των αστυνομικών πάνω στο ξύλινο πάτωμα που ακούγονταν να δυναμώνουν. Σταμάτησε, παράτησε το βιολοντσέλο στο πάτωμα, πέταξε το δοξάρι και στάθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό σαρανταπεντάρι περίστροφο, το έφερε στον κρόταφο και μόλις είδε τον πρώτο αστυνομικό πάτησε τη σκανδάλη. Η εξιχνίαση της υπόθεσης δεν ήταν δύσκολη. Όλο το μαρτυρικό υλικό βρισκόταν στη μνήμη της μικρής κάμερας που στεκόταν στο τρίποδο και συνέχιζε ακόμα να γράφει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΥΠΟ ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗΣ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τον φίλησε και τον σκέπασε καλά, τον καληνύχτισε και έκανε να φύγει. Πριν πατήσει τον διακόπτη για να σβήσει το φως, ο γιος του τον ρώτησε:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Θα πας στο γραφείο να γράψεις;».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ναι, έχω να παραδώσω ένα άρθρο και, παρόλο που είμαι πολύ κουρασμένος, πρέπει να κάτσω να δουλέψω».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Μείνε στο δωμάτιό μου, φέρε το laptop εδώ στο γραφείο μου, μου αρέσει να σε νιώθω κοντά μου μέχρι να κοιμηθώ».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Δεν θα σε ενοχλεί που θα έχω αναμμένο το φως;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Όχι, άσ’ το αναμμένο».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ούτε θα μου κάνεις συνέχεια ερωτήσεις που θα μου διακόπτουν τον ειρμό της σκέψης μου;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ούτε!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τράβηξε το χέρι από τον διακόπτη, βγήκε έξω και επέστρεψε σχεδόν αμέσως έχοντας στο χέρι μια μικρή βαλίτσα. Την τοποθέτησε στο γραφείο, έβγαλε και άναψε το laptop και περιμένοντάς το να φορτώσει συνάντησε το βλέμμα του γιου του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Παπά, τι γράφεις;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ένα θέμα για την κατάσταση της οικονομίας και τις επιδράσεις τύπου ντόμινο που επιφέρει στη δομή της κοινωνίας μας».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Δεν κατάλαβα τίποτα&#8230;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις&#8230; στα έντεκα μου ούτε κι εγώ καταλάβαινα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Τώρα δηλαδή καταλαβαίνεις;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Έλα ντε! Καλή ερώτηση! Αν καταλαβαίναμε εμείς οι μεγάλοι, δεν θα κάναμε τόσα ασυγχώρητα λάθη, που δυστυχώς θα τα βρει και η δική σου γενιά στον δρόμο της».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έκανε να ρωτήσει κάτι άλλο ο μικρός, αλλά του έκοψε τη φόρα ο πατέρας του:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Φτάνει η κουβέντα. Είπαμε δεν θα με ενοχλείς. Έχω πολλή δουλειά. Αλλιώς, θα σηκωθώ να πάω στο γραφείο, να έχω την ησυχία μου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Όχι, εντάξει. Καληνύχτα, παπά μου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Καληνύχτα, αγάπη μου!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να μου δώσεις ακόμη μια αγκαλίτσα και ένα φιλί;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να σου δώσω».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξεκίνησε να γράφει ο πατέρας υπό το βλέμμα δύο πελώριων καφέ ματιών, που ανοιγόκλειναν για αρκετή ώρα μέχρι να βαρύνουν και να πάρει τελικό ο ύπνος τον μικρό, ψελλίζοντας ένα ακόμη «αγαπώ σε, μπαμπά μου» και γυρίζοντας πλευρό προς τον τοίχο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πριν αρχίσει καλά καλά να γράφει για την κατάσταση της οικονομίας και τις επιδράσεις τόπου ντόμινο που επιφέρει στη δομή της κοινωνίας μας, άρχισε να ξεφεύγει με το μυαλό του βλέποντας τον γιο του κουλουριασμένο στο κρεβάτι. Άρχισε να ξεφεύγει από την εργασία του και να θυμάται πως όταν κι αυτός ήταν μικρός του άρεσε που καθόταν ο δικός του πατέρας στο δωμάτιό του και έγραφε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο πατέρας του σημερινού πατέρα, και παππούς του μικρού παιδιού, ήταν συγγραφέας. Έχει ακόμα την παλιά μεταπολεμική γραφομηχανή που αγόρασε ο πατέρας του από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αγγλία- μια γερμανική μαύρη Optima του 1975, και θυμήθηκε πως ο πατέρας του είχε να το λέει: «οι γερμανικές γραφομηχανές είναι οι καλύτερες». Ο πατέρας του είχε μακαριστεί λίγο πριν γεννηθεί ο εγγονός, που κοιμόταν πλέον ήρεμος στο κρεβάτι, όταν είχαν αρχίσει να εισβάλλουν στη ζωή μας για τα καλά οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κάτι που δεν συμπάθησε ποτέ. Έγραφε ως τα βαθιά γεράματα, παραμένοντας πιστός στον έρωτά του με τον ήχο της γραφομηχανής, αυτό το για άλλους εκνευριστικό αλλά για εκείνον μελωδικό </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τακ τακ της παλιάς γραφομηχανής. «Πώς μπορείτε να γράφετε στα μουγγά, χωρίς να ακούτε τον ήχο του πληκτρολογίου; Δεν σας καταλαβαίνω» έλεγε. Και που να ζούσε ακόμα έως τις μέρες μας, ν’ άκουγε πως αυτή του την απορία κάποιο επιχειρηματικό μυαλό την συμμερίστηκε και δημιούργησε ένα πρόγραμμα για ηλεκτρονικούς υπολογιστές που κάνει το πληκτρολόγιό τους να ακούγεται σαν παλιά γραφομηχανή!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τρεις γενιές μέσα στο ίδιο δωμάτιο: ο παππούς μέσα από τη σκέψη του πατέρα με τη γραφομηχανή του, ο πατέρας μπροστά στον υπολογιστή και ο γιος, που όλη μέρα είναι με το tablet στο χέρι και μέχρι να μεγαλώσει, ποιος ξέρει πόσο θα εξελιχθεί η τεχνολογία και πώς θα γράφει, αν θα γράφει, ή θα εφεύρουν κάποιο μηχάνημα που θα διαβάζει τη σκέψη του και θα την μετατρέπει σε γραπτό κείμενο! Ο πατέρας δεν έγραφε πλέον. Σκεφτόταν, ταξίδευε με το μυαλό του, έφερνε στη θύμησή του την παιδική του ηλικία, τότε που ο δικός του πατέρας καθόταν στο δωμάτιό του μπροστά στη γραφομηχανή και δημιουργούσε τις ιστορίες, τα διηγήματα και τα ποιήματά του. Νοστάλγησε τον ήχο της γραφομηχανής που τον νανούριζε σαν ήταν μικρό παιδί&#8217; εκείνον τον ήχο που σε κάθε πάτημα των δαχτύλων ήταν διαφορετικός, κι ας έμοιαζε με τον προηγούμενο. Αλλιώς ακουγόταν το </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χτύπημα στο πλήκτρο όταν πατούσε με το μικρό δαχτυλάκι του αριστερού χεριού το άλφα και αλλιώς ακουγόταν με τον δείκτη του δυνατού δεξιού χεριού όταν έδινε εντολή στο ήτα να πάρει τη θέση του στο χαρτί, αλλιώς το space και αλλιώς η επαναφορά της σελίδας στην αρχή του περιθωρίου για την επόμενη γραμμή. Αλλιώς ακουγόταν ο ήχος της γραφομηχανής όταν ο πατέρας είχε έμπνευση. Όταν είχε ρέουσα σκέψη, άκουγες τη γραφομηχανή ακατάπαυστα, σαν πολυβόλο, που έριχνε ριπές σκέψεων πάνω στο χαρτί. Πληκτρολογούσε γρήγορα ο πατέρας, και το παινευόταν, έγραφε πάνω από είκοσι λέξεις το λεπτό. Για μια στιγμή σκέφτηκε να σηκωθεί να πάει στην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αποθήκη να βρει εκείνη την παλιά γραφομηχανή του πατέρα του και να την φέρει δίπλα του να του κρατά παρέα τα βράδια, το ανέβαλε όμως για την επομένη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο μικρός κοιμόταν εδώ και ώρα, ο πατέρας του τον έβλεπε καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή και νοσταλγούσε τη δική του παιδική ηλικία. Νοσταλγούσε τις στιγμές που περνούσε με τον δικό του πατέρα ακούγοντας το τακ τακ της παλιάς γραφομηχανής και θυμήθηκε χαμογελώντας πως ποτέ δεν ανέφερε στον δικό του πατέρα πόσο τον ενοχλούσε αυτό το τακ </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τακ, γιατί προτιμούσε να τον νιώθει δίπλα του μέσα στο παιδικό του δωμάτιο ενόσω κοιμόταν. Έκλεισε το laptop, έσβησε το φως, ξάπλωσε δίπλα στον γιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και αποκοιμήθηκε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΠΠΟΥΣ, ΠΑΙΔΙΑ ΚΙ ΑΓΓΟΝΙΑ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Βλέπεις το φεγγάρι; Μια νύχτα με πανσέληνο θα σε ανεβάσω στα σύννεφα, να την κάνω μπάλα και να παίξουμε ποδόσφαιρο!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Και μαζί μου, παπά, τι θα παίξεις;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Όλοι μαζί θα παίξουμε, κουκλίτσα μου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Μα δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ε, τότε, θα κάνουμε τσουλήθρα από το φεγγάρι και θα πέφτουμε στα πουπουλένια σύννεφα μαζί!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Κοροΐδευε όσο θες την αδελφή μου, αλλά όχι εμένα, ρε παπά, εγώ μεγάλωσα, γίνομαι δώδεκα την άλλη εβδομάδα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ε και; Τι κι αν γίνεσαι δώδεκα, τι κι αν η αδελφή σου είναι επτά και τι κι αν εγώ είμαι σαράντα δύο; Ακόμη κι αν είσαι σίγουρος πως δεν γίνονται κάποια πράγματα, μην σταματήσεις ποτέ να τα ονειρεύεσαι. Αυτό θα σε βοηθήσει να κρατήσεις ευαίσθητη την ψυχούλα σου όταν θα μεγαλώσεις. Θυμάσαι όταν ήσουν μικρός, πριν ακόμα γεννηθεί η αδελφή σου, που καθόμασταν τα καλοκαίρια αγκαλιά στο πεζούλι της βεράντας και κοιτάζαμε τα αστέρια και σου τραγουδούσα: “ψηλά ψηλά στον ουρανό λάμπει ένα αστέρι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάθομαι και το κοιτώ κρατώντας στο ένα χέρι τον γιο μου τον λεβέντη μου που με γεμίζει ελπίδα&#8230; ’;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Θυμάμαι, και μου άρεσε πολύ! Ύστερα όμως γεννήσατε την αδελφή μου και με ξεχάσατε».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Πάλι τα ίδια, ρε μωρό μου; Θυμάσαι που μας παρακαλούσες να σου κάνουμε αδελφάκι;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Αδελφάκι ναι. Αγόρι όμως, όχι κορίτσι».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Γιατί, ρε, τι σου κάνει η αδελφή σου;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Α, τίποτα, τη ζωή μου κόλαση μόνο!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Εμένα είναι η ζωή μου κόλαση που σε έχω για μεγάλο μου αδελφό&#8230;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Σταματήστε να τσακώνεστε κι ελάτε να καθίσουμε στο πεζούλι αγκαλιά, για να δούμε τα άστρα και το φεγγάρι».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και έτσι αγκαλιά με τα δυο παιδιά του κοιτώντας στον ουρανό περνούσε ο καιρός- η θεματολογία των συζητήσεων και η σύσταση της παρέας άλλαζε και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι στίχοι του τραγουδιού αναπροσαρμόζονταν αναλόγως&#8230; « ψηλά ψηλά στον ουρανό λάμπει ένα αστέρι, κάθονται και τα κοιτούν παππούς, παιδιά κι αγγόνια, κάθονται κι αναπολούν πώς πέρασαν τα χρόνια&#8230;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι ένα από τα θέματα που όλοι θα ήθελαν, αν είναι δυνατόν, να μην περάσει ποτέ απ’ το μυαλό τους, αλλά κάποια στιγμή αναπόφευκτα, όσο κι αν «φοβάμαι για όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα», που λέει και το γνωστό άσμα, και θα περάσει από τη σκέψη μας, αλλά και θα γίνει! Περί θανάτου ο λόγος βέβαια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τον κύριο Δημήτρη Κοντογιαννάκη άρχισε να τον απασχολεί έντονα ο θάνατος από τη μέρα που βγήκε στη σύνταξη, και όσο μίκραινε ο υπολειπόμενος χρόνος της ζωής του, τόσο τον φόβιζε και τόσο προσπαθούσε να το φιλοσοφήσει το πράγμα. Μια μέρα, ενώ σκότωνε τις ώρες του στο καφενείο της γειτονιάς διαβάζοντας στην εφημερίδα τις «αγγελίες θανάτου», έπεσε το μάτι του σε μια διαφήμιση που το κύριο σλόγκαν της ήταν: «Όχι, εμείς δεν παρέχουμε υπηρεσίες τέλεσης κηδείας, εμείς δεν σας θάβουμε, εμείς σας βοηθάμε να ζήσετε αιώνια». Τι να ήθελε να πει άραγε αυτή η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διαφήμιση; σκέφτηκε. Μήπως είναι κάποια θρησκευτική αίρεση που προσπαθεί με πιασάρικα συνθήματα να προσελκύσει υποστηρικτές; ή είναι όντως γραφείο τελετών που προσπαθεί να αλιεύσει πελάτες με αυτόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τον προκλητικό τρόπο; Η φράση «εμείς σας βοηθάμε να ζήσετε αιώνια» έκανε τη ματαιοδοξία του να χτυπήσει κόκκινο και, χωρίς να το καλοσκεφτεί, έκοψε το απόκομμα με την αγγελία και το έβαλε στην τσέπη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Την επόμενη μέρα το πρωί βγήκε απ’ το σπίτι λέγοντας στη γυναίκα του ότι θα πήγαινε στο καφενείο για κάνα δυο ώρες. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβγαλε από την τσέπη το απόκομμα με τη διαφήμιση και ξεκίνησε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε είκοσι περίπου λεπτά ήταν έξω απ’ το γραφείο και χωρίς να δειλιάσει καθόλου πέρασε μέσα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Καλημέρα σας».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Καλημέρα σας! Παρακαλώ, περάστε. Σε τι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να, διάβασα αυτό εδώ στην εφημερίδα και ήθελα να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Καθίστε. Να σας παραγγείλω ένα καφεδάκι;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ένα σκέτο, αν δεν είναι κόπος».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μέχρι να συστηθούν και να μπουν στο ψητό, έφτασε και ο καφές.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Λοιπόν, κύριε Δημήτρη μου, το γραφείο μας δεν είναι, όπως θα διαβάσατε και στην εφημερίδα, γραφείο τελετών. Εμείς αναλαμβάνουμε αφού τελευτεί το μυστήριο της εξοδίου ακολουθίας και γίνει η ταφή».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Και αυτό που διαφημίζετε “εμείς σας βοηθάμε να ζήσετε αιώνια” τι είναι;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να σας εξηγήσω. Εμείς κατασκευάζουμε τάφους με μια ουσιώδη διαφορά από τους συμβατικούς που γνωρίζετε. Στο σημείο του σταυρού ή του μαρμάρου, όπου, ως συνήθως, τοποθετείται η φωτογραφία του αποθανόντα, εμείς τοποθετούμε μια οθόνη η οποία έχει ενσωματωμένη μια κάρτα μνήμης. Σε αυτή την κάρτα μνήμης μπορούμε να αποθηκεύσουμε μια συλλογή φωτογραφιών του αποθανόντα, έτσι ώστε ο επισκέπτης να βλέπει στιγμές από τη ζωή του. Εάν επιθυμεί ο πελάτης, μπορούμε να δείχνουμε και μια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ταινία από τη ζωή του, αφού ένας αισθητήρας κίνησης θα αναγνωρίζει ότι κάποιος στέκεται μπροστά στον τάφο, οπότε και θα αρχίζει η ταινία να προβάλλεται. Διαθέτουμε μάλιστα και κινηματογραφικό συνεργείο, όπου ακόμη και την κηδεία μπορούμε να την οπτικογραφήσουμε και να προβάλλουμε στιγμιότυπα. Επίσης, αν επιθυμεί ο πελάτης, την αφήγηση στην ταινία μπορεί να την κάνει ο ίδιος προτού πεθάνει και να την ενσωματώσουμε στην ταινία μεταθανάτια. Λαμβάνουμε πάντα πολύ σοβαρά υπόψιν την ιδιαίτερη αισθητική του πελάτη στη μουσική υπόκρουση, στη σκηνοθετική και φωτογραφική προσέγγιση και σε ό,τι άλλο μπορεί να ενδιαφέρει τον ίδιο. Σε αυτό το σημείο, είναι χρήσιμο να σας ενημερώσω ότι διαθέτουμε και την πρωτοποριακή υπηρεσία “like ” after death·, όπου ο επισκέπτης, αν και εφόσον του αρέσει αυτό που βλέπει, μπορεί να πατήσει στην οθόνη το εικονίδιο “like”. Οι πελάτες που συγκεντρώνουν τα περισσότερα “like” ανά εξάμηνο μπαίνουν σε κλήρωση για δωρεάν μνημόσυνο και τρισάγιο! Το γραφείο μας, αγαπητέ, έχει και οικολογικές ευαισθησίες και πρωτοπορούμε φτιάχνοντας ταφόπλακες με ειδικά φωτοβολταϊκά πλαίσια, που μοιάζουν με μάρμαρο ή γρανίτη, και από εκεί τροφοδοτούν με ηλεκτρισμό την οθόνη και το ηλεκτρικό κερί, διασφαλίζοντας έτσι ότι ποτέ δεν θα σβήσει η φλόγα και ούτε η οθόνη θα χρειαστεί επαναφόρτιση. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουμε την αιώνια παρουσία του αποθανόντα στη γη με το μικρότερο κόστος, ανάλογα βέβαια με το πακέτο υπηρεσιών που θα διαλέξει, γιατί έχουμε και άλλες υπηρεσίες υποβοηθητικές, όπως μεταθανάτια ενημέρωση -σύμφωνα πάντα με την εκ των προτέρων συνεννόηση με τον πελάτη- των προσωπικών λογαριασμών σε κοινωνικά δίκτυα και ιστοσελίδες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Και με την επίσημη εκκλησία, τι γίνεται; Πώς σας αντιμετωπίζει; Χρειάστηκε να τους ενημερώσετε; Έχετε άδεια για όλα αυτά που κάνετε ή θα δώσουμε το χρήματά μας, και όταν έρθει εκείνη η ώρα –που να μην έρθει ποτέ—, θα τα χάσουμε και δεν θα μπορούμε να τα διεκδικήσουμε και πίσω!»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Κοιτάξτε, κύριε Δημήτρη, είμαστε σοβαρή εταιρεία, η οποία διαθέτει όλες τις άδειες από τις εκκλησιαστικές αλλά και τις δημοτικές αρχές όπου βρίσκονται τα εργαστήρια και τα γραφεία μας. Μάλιστα η επίσημη εκκλησία βρήκε τόσο ενδιαφέρουσα την παρουσίαση του επιχειρηματικού μας πλάνου, που ζήτησε και μπήκε και μέτοχος της εταιρείας μας, οπόταν, μείνετε ήσυχος, δεν μιλάτε με επιτήδειους καιροσκόπους».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Σας ευχαριστώ πολύ για την παρουσίαση. Καλό σας απόγευμα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να κλείσουμε ένα ραντεβού για&#8230;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Όχι, δεν χρειάζεται, το αποφάσισα! Θα ζητήσω να αποτεφρωθεί το νεκρό μου σώμα και την τέφρα μου να την σκορπίσουν στο ποτάμι πίσω από το σπίτι μου».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΘΕΑ ΑΠΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ήθελε να έχει για κρατούμενο ένα τέλος κι από εκεί να αρχίσει να χτίζει, να δημιουργεί, να προσπαθήσει ίσως να ανατρέψει το προδιαγραφόμενο τέλος, να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παιδευτεί, να ονειρευτεί, να πειραματιστεί και να καταλήξει. Αν σας ακούγεται ανάποδο και παράδοξο αυτό, τι να σας κάνω, δεν σκέφτονται δα όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καλά καλά δεν ξημέρωσε και το ραδιόφωνο παίζει Σεζάρια Εβόρα το τραγούδι «Sodade». Πρώτος καφές, πρώτο τσιγάρο. Από το μπαλκόνι η θέα τις Κυριακές είναι η ίδια μα και διαφορετική. Πρώτη και σημαντική η ταχύτητα των πραγμάτων που ακούει και βλέπει. Τις Κυριακές στο μπαλκόνι ο αέρας φέρνει και ευχάριστες μυρωδιές δέντρων, θάμνων, φαγητών από τις γειτονικές κουζίνες και τα ψηλά φουγάρα των μαγειρείων της λεωφόρου κάτω από την πολυκατοικία. Το φθινοπωρινό αεράκι διαπεραστικό, σκύβει και κοιτάζει το κενό. Την χώριζαν από το έδαφος έξι όροφοι. Καμιά εικοσαριά μέτρα, σκέφτηκε. Να μια καλή ιδέα γι’ αυτό που έψαχνε- μια βουτιά στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κενό και τέλος. Μετά όμως από που να αρχίσει; Και πάλι δεν της εγγυάται κανείς ότι θα ζήσει. Έκανε μια έκφραση που έμοιαζε με μειδίαμα και αμέσως το διόρθωσε με χαμόγελο. Παιχνίδι με το μυαλό της, με τον ίδιο της τον εαυτό. Η ζωή δεν περνά, οι άνθρωποι την προσπερνούν βιαστικά και όταν φτάσει το τέλος, την αναζητούν, κοιτάζουν πίσω, αλλά πάει, αυτή χάθηκε. Στέκεται στο μπαλκόνι, κάτω στα πόδια της η πόλη, όπου μεγάλωσε και αγαπά, ακριβώς μπροστά από την τάφρο και τα ενετικά τείχη. Δεξιά της το μεγάλο εργοτάξιο με την ανακατασκευή της πλατείας Ελευθερίας, που κρατά χρόνια. Απέναντι η παλιά πόλη, τα εντός των τειχών καμπαναριά και μιναρέδες, σημαίες, λάβαρα, μάρμαρο, γυαλί, πουρόπετρα, μπετό, κεραμίδια και τελευταίως φωτοβολταϊκά πλαίσια, αυτόπτες μάρτυρες της πολύχρονης ιστορίας της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεύτερο τσιγάρο, πριν τελειώσει ακόμα ο πρώτος καφές. Από τα ηχεία του ραδιοφώνου χαμηλόφωνα ακούει «Buena Vista Social». Χτυπά το τηλέφωνοήταν η κολλητή της:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Να σου πω, πάει ο Μάριος, τέλος. Τρία χρόνια με κοροϊδεύει, και, αφού δεν μπορούσα να τον έχω ολοκληρωτικά δικό μου, δεν θα τον έχει ούτε η γυναίκα του».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Τι μαλακία έκανες πάλι;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Το βράδυ δούλευε η γυναίκα του και πέρασα από το σπίτι του. Μαλώσαμε, αλλά καταλήξαμε να κάνουμε έρωτα για πρώτη φορά στο σπίτι του, στο σαλόνι, και να μας κοιτάζει μέσα από τη φωτογραφία του γάμου τους, που ήταν στον τοίχο, η γυναίκα του. Πριν φύγω σκέφτηκα και έκανα μια τρέλα- μπήκα στο μπάνιο τους, τάχα για να φρεσκαριστώ λίγο, και άφησα το εσώρουχό μου στο ντουλάπι με τα άπλυτα ρούχα τους».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Όχι&#8230;»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το τηλεφώνημα της φίλης της ανέτρεψε την ηρεμία της. Διαφωνούσε με την πράξη της, αλλά, ναι, ήταν και αυτό ένα τέλος, και μάλιστα οριστικό. Τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η φίλη της θα μπορούσε μέσα από τη σεισμική δόνηση που προκάλεσε στη ζωή της, και του έως χθες εραστή της, να ξεκινήσει από την αρχή. Όσο για την ίδια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το τέλος που αναζητούσε ήταν η ίδια η ζωή που την προσπερνούσε. Έσβησε το τσιγάρο, πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε κάτω, έστρεψε το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε στο άδειο μπαλκόνι και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χάθηκε μέσα στον κόσμο. Από εκείνη τη μέρα τη ζωή δεν την χάζεψε ποτέ ξανά από το μπαλκόνι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ΕΧΘΡΟΣ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο γερο-Αδάμος και η Αδάμαινά του (παλιά ήταν σύνηθες φαινόμενο τις γυναίκες να τις φωνάζουν με το όνομα του αντρός τους) κάθονταν στο ξωπόρτι με την πλάτη γυρισμένη στον ήλιο και έπιναν το απογευματινό τους καφεδάκι. Μπροστά τους τέσσερα νεαρά, σχεδόν αμούστακα παιδιά, που λίγο νωρίτερα συζητούσαν (σχεδόν μάλωναν) για άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Ο φόβος, η καλλιέργεια του φανατισμού και της ξενοφοβίας είναι στο φόρτε τους στην ανώριμη κυπριακή κοινωνία του εικοστού προτού αιώνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάποτε τα πράγματα ήταν διαφορετικά, σήμερα όχι, αύριο ίσως να αλλάξουν πάλι προς το καλύτερο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κουβαλώντας στις πλάτες του τη σοφία των ογδόντα πέντε χρόνων του, ο γερο-Αδάμος είχε πάντα μια ιστορία να διηγηθεί για να προβληματίσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τους νεότερους:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Θα σας πω μια ιστορία από αυτές που εσείς δεν προλάβατε να ζήσετε. Πριν πολλά πολλά χρόνια ο δικός μου παππούς, ο πατέρας του πατέρα μου, ο παππούς Αδάμος, ζούσε σε μεικτό χωριό. Ήξερε να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γράφει και να μιλά τουρκικά τόσο καλά όσο και τα ελληνικά, γιατί φοίτησε στο τουρκοκυπριακό σχολείο του μεικτού χωριού του. Οι γονείς του τον πάντρεψαν με τη γιαγιά μου, που καταγόταν από ένα άλλο πιο μικρό μεικτό χωριό, όπου η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Ελληνοκύπριοι. Εκεί ζούσαν και καμιά τριανταριά ηλικιωμένοι Τουρκοκύπριοι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">»0 παππούς μετακόμισε στο σπίτι που πήρε ως προίκα η γιαγιά και έφτιαξαν μαζί το σπιτικό τους. Ήταν φιλήσυχος άνθρωπος, βαθιά θρησκευόμενος και εργατικός και διατηρούσε άριστες σχέσεις με όλους τους συγχωριανούς Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Δούλευε στα χωράφια, ενώ ήταν και επίτροπος στην εκκλησία του χωριού. Για να βοηθήσει τους Τουρκοκύπριους συγχωριανούς του που δεν γνώριζαν γράμματα -και μη έχοντας χότζα στο χωριό- δέχτηκε να τους βοηθήσει στην άσκηση των</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θρησκευτικών τους υποχρεώσεων διαβάζοντάς τους κάθε Παρασκευή αποσπάσματα από το Κοράνι μέσα στο τζαμί.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτή του η πράξη δεν άρεσε σε κάποιους Ελληνοκύπριους συγχωριανούς, που τον κατήγγειλαν στον δεσπότη, ο οποίος σε αυστηρό ύφος τον κάλεσε ή να σταματήσει να τους διαβάζει από το Κοράνι ή να παραιτηθεί από επίτροπος στην εκκλησία του χωρίου. Ο παππούς μου, παρόλο που σεβόταν —ίσως η καταλληλότερη λέξη να είναι φοβόταν— τον δεσπότη, βρήκε τη δύναμη και του είπε: “Ο χριστιανισμός, δέσποτά μου, μας διδάσκει την αγάπη. Εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω. Εγώ, δεσπότη μου, δεν ζυγίζω τον άνθρωπο με το χρώμα, τη θρησκεία ή τη γλώσσα του παρά με το τι άνθρωπος είναι. Οι λέξεις δεν αλλάζουν νόημα όταν τις λέει Τούρκος ή Έλληνας. Το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πεινώ και το aclik κάνει το ίδιο γουργουρητό στο στομάχι και του Έλληνα και του Τούρκου”. Ο δεσπότης άλλαξε το αυστηρό του ύφος και τον παρακάλεσε να είναι λίγο πιο διακριτικός, γιατί κάποιοι φανατικοί του χωριού έρχονταν και του μετέφεραν αλλιώς την κατάσταση».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εμένα μου έκανε τρομερή εντύπωση η ιστορία που διηγήθηκε μια άλλη μέρα στα παιδιά ο γερο-Αδάμος. Μια αληθινή ιστορία, όπως τους τόνισε, με ήρωα έναν μεσήλικα -σήμερα- καθηγητή πανεπιστημίου. Ο καθηγητής έμεινε ορφανός σε ηλικία τεσσάρων χρόνων όταν το 1964 Τουρκοκύπριοι εκτέλεσαν εν ψυχρώ τον πάτερα του ενώ έβοσκε στα χωράφια το κοπάδι του, σε αντίποινα για μια ανάλογη συμπεριφορά Ελληνοκύπριων την προηγούμενη μέρα σε διπλανό χωριό. Τον καθηγητή και την αδελφή του τους μεγάλωσε με χίλιες δυο στερήσεις η μάνα τους, κάνοντας δύο δουλειές, χωρίς να ξαναφτιάξει ποτέ τη ζωή της, αν και χήρεψε πολύ νέα. Το ιδιαίτερο αυτής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της τραγωδίας είναι πώς το αντιμετώπισε ο καθηγητής. Συζητώντας το θέμα με τον γερο-Αδάμο, όταν μεγάλωσε, του είπε:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Περάσαμε δύσκολα εγώ και η αδελφή μου, αλλά περισσότερο η μάνα μας. Θα μπορούσα να αφήσω τον θυμό, την οργή, τη λύπη και όλα τα αρνητικά συναισθήματα που ένιωθα κατά καιρούς για τον τρόπο που έχασα τον πάτερα μου να με οδηγήσουν στο μίσος, στον φανατισμό, στον εθνικισμό, στον φασισμό, αλλά, αντ’ αυτού, προτίμησα όλα αυτά τα αρνητικά να τα μετατρέψω σε αγάπη για τον συνάνθρωπό μου. Κατάλαβα από νωρίς πολύ καλά ότι αυτό το παιχνίδι μίσους και αλληλοεπίρριψης ευθυνών δεν έχει νικητές και ηττημένους. Αυτό το παιχνίδι δεν έχει καν ισοπαλία. Είναι το μόνο παιχνίδι που το «σκότωσαν έναν δικό μας» και το «σκοτώσαμε έναν δικό τους»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δεν φέρνουν ποτέ ισοπαλία αλλά δύο ήττες.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2></h2>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΟΥΝΗΣΟΥ ΜΟΥΧΛΑ (2014)</span></strong></h3>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο δρομέας</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάποτε ήθελα να γίνω ξυλοπόδαρος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κοιτώ στα ίσια δέντρα και πουλιά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Παλιάτσος-ξυλοπόδαρος, να μπερδεύω και να μπερδεύομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βαμμένος, θλιμμένος, χαρούμενος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με μια τεχνητή, μεγάλη σταγόνα δάκρυ στο πρόσωπό μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ύστερα ακολούθησα το ένστικτό μου και έγινα δρομέας,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δρομέας μεγάλων αποστάσεων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και έτσι μπορώ να τρέχω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο απέραντο των ονείρων μου και να κρύβομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μες στο χαμόγελο μπροστά σου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για κοίταξε καλά, με βλέπεις;</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-large wp-image-9218" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-00012.jpg?w=657" alt="1-Untitled.FR12 - 0001" width="657" height="1024" /></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πενταδάκτυλος</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με μούντζωνε τόσα χρόνια,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που σχεδόν είχα εμπεδώσει την ενοχή μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και ας ήμουν μωρό παιδί τότε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μια οροσειρά ενοχών με επικίνδυνες κατολισθήσεις συναισθημάτων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και όταν έγινε κατορθωτό, έτρεξα να το σκαρφαλώσω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να χώσω τη μούρη μου ανάμεσα στα δάχτυλά του,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να φάω τη μούντζα από κοντά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να θεραπευτεί η ψυχή μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να εξιλεωθώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα ένιωσα ακόμα πιο ένοχη την ενοχή μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μαγνητίζει επικίνδυνα η θέα, ζαλίζει το άρωμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το εδώ, όταν το βλέπεις από απέναντι, έχει άλλη όψη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το απέναντι, όταν το βλέπεις από τόσο κοντά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεγαλώνει τη μούντζα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κληροδοτεί στο μωρό παιδί την ευθύνη και καταργεί τις δικαιολογίες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αυτό το βουνό είναι μόνο για να αγαπιούνται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην παλάμη του άνθρωποι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άνθρωποι χωρίς ταμπέλες.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9219" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-00021.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0002" width="1600" height="1353" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 240px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε στάση αναμονής</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είμαι διαρκώς σε μια προσωρινή κατάσταση,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε στάση αναμονής,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε σταθμό, χωρίς να ξέρω το μεταφορικό μέσο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα είμαι πανέτοιμος, καρτερώ να επιβιβαστώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έχω στις αποσκευές μου δύο χέρια, δύο πόδια και ένα κορμί,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που τα κρατά ένα μυαλό, που αρνιέται να αποδεχτεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την προδιαγραφόμενη πορεία των κάθε λογής «λογικών».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άνοιξε μου να περάσω, να αφήσω σε μια γωνιά τις αποσκευές μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φίλεψέ με γλυκό του κουταλιού, καφέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και δύο ρουφηξιές από το δικό σου τσιγάρο, να ξαποστάσω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μπαίνω στο σώμα μου και φεύγω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχω, τρέχω, τρέχω&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο χρόνος, η ώρα, η στιγμή, η απόσταση, το συναίσθημα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλα μετριούνται αλλιώτικα από ένα δρομέα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ακόμα και το «πέραν πάσης λογικής αμφισβήτησης»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αμφισβητείται για λίγο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δοκίμασέ το και θα δεις.</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="size-full wp-image-9220 alignleft" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/3.jpg" alt="3" width="627" height="800" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μα και σχεδόν ανίκητος</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στους δρόμους της πόλης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κινούνται πολλοί μελλοθάνατοι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περπατάνε, σπρώχνονται, οδηγούνε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κορνάρουν, βρίζονται.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στη στάση του λεωφορείου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μαθητές, αλλοδαποί, εργάτες,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μελλοθάνατοι&#8217;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκοτώνουν τις μέρες τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιμένοντας τη σειρά τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και εσύ τρέχεις,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περνάς από δίπλα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν το δρομέα του Αργύρη Χιόνη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν το θλιμμένο και μοναχικό δρομέα του,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «που δεν τρέχει για να φτάσει πρώτος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που δεν τρέχει για να φτάσει καν».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχει σχεδόν ακίνητος, μα και σχεδόν ανίκητος.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9221" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0004.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0004" width="1081" height="1600" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να εξαφανίζεσαι</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να τρέχεις, να ασκείς ψυχή και σώμα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα η ψυχή να είναι πιο μπροστά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να βγαίνεις από το σώμα σου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να παρατηρείς εσένα και τους άλλους,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να επιστρέφεις,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να βάζεις μικρές διορθωτικές πινελιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το βράδυ, πριν κοιμηθείς,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κλείνεις πονηρά το μάτι στον καθρέφτη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όχι εσύ στο είδωλό σου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλλά η ψυχή στο σώμα σου.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-large wp-image-9222" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0005.jpg?w=809" alt="1-Untitled.FR12 - 0005" width="809" height="1024" /></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στη βροχή</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δύο μέρες σ’ έπλενα ψυχή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δύο μέρες με το κορμί μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτρεχα μέσα στη βροχή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε οάσεις της ερήμου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάθε βήμα σαν το δόρυ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκάλιζε την καρδιά μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έγινε η πέτρα εύφορη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σπείρω τα όνειρά μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γεύτηκα δάκρυ και βροχή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλμύρα από ιδρώτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ατσάλωσα την αντοχή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαμήλωσα τα φώτα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να χορέψω στη ζωή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καλό, κακό και πόνο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι στο δρόμο μου βρεθεί,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι και αν ανταμώνω.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9223" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0006.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0006" width="1177" height="1600" /></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με αντίπαλο έμενα</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα πόδια σπρώχνουν την ψυχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και η ψυχή τα πόδια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και στο ταξίδι της ζωής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περνάω τα εμπόδια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πληρώνω το αντίτιμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στου δρόμου τα διόδια,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τρέχω να φτάσω να χαρώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όσα μου ’χει ταμένα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σ’ έναν αγώνα αντοχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με αντίπαλο έμενα.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9225" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-1-untitled-fr12-0007.jpg" alt="1-1-Untitled.FR12 - 0007" width="800" height="697" /></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν αγγελιοφόρος</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε είδα να τρέχεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν αγγελιαφόρος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο δρόμο που ενώνει γη και ουρανό,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί στη γραμμή του ορίζοντα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σε είδα να τρέχεις, αφήνοντας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια ρωγμή στο χρόνο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια ρωγμή στον πόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μια ελπίδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ότι το αδύνατο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μπορεί να γίνει δυνατό.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="size-full wp-image-9226 alignleft" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0008.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0008" width="1227" height="1600" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεκατέσσερις Αυγούστου</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτρεξα και σήμερα (40η επέτειος της δεύτερης εισβολής)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ως εκεί που δυο ειρηνευτές με σταμάτησαν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «You are in the risk area», μου είπε ο ένας ευγενικά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το χέρι να άπλωνες, θα είχες στην παλάμη σου την Αμμόχωστο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το τουρκικό φυλάκιο λίγα μέτρα μπροστά μου υπερυψωμένο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Λίγα μέτρα πίσω, σε μη «risk area»,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βουτιά στη θάλασσα, κολύμπι προς τα ανοιχτά και ξάπλα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τα χέρια στο σβέρκο για μαξιλάρι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Απόλυτη ηρεμία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Αφού μπορώ να ξαπλώνω στη θάλασσα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γιατί να μην μπορώ να τρέξω στην επιφάνειά της;», σκέφτηκα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Όχι, για να το «παίξω» Χριστός, αλλά για να ζήσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ως άνθρωπος άλλη μια μικρή χαρά.»</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9227" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0009.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0009" width="1600" height="1300" /></p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επίλογος (Γενέθλια)</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν θες να με σκοτώσεις,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εμπόδισε με από το να τρέχω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και θα είναι ένας θάνατος αργός, βασανιστικός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έχω γενέθλια σήμερα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έφτασα στο μισό και κάτι του προσδοκώμενου ορίου ζωής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Νιώθω νέος, γερός και δυνατός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ευεξία πρέπει να μετριέται με την ποσότητα των χιλιομέτρων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έχω τρέξει κοντά τρεισήμισι φορές το γύρο της γης μέχρι σήμερα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γι’ αυτό μη με ρωτάτε αν τρέχω ακόμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εγώ ποτέ δε σας ρώτησα για τα αυτονόητα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τον εαυτό σας να ρωτήσετε πότε θα ξεκινήσει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πότε θα ξεκολλήσει από το δολοφόνο καναπέ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που τροφοδοτεί τη σωματική και εγκεφαλική παράλυσή σας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τον εαυτό σας να ρωτήσετε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πότε θα επαναστατήσει η ψυχή σας,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πότε θα σας φωνάξει:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Κουνήσου μούχλα&#8230;».</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9228" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-untitled-fr12-0010.jpg" alt="1-Untitled.FR12 - 0010" width="1600" height="1319" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όλα άρχισαν όταν ο Κώστας ζήτησε από την Πόλα να «παντρέψει» ένα σκίτσο της, που είδε σε σελίδα κοινωνικής δικτύωσης, με ένα δικό του ποίημα, που μόλις είχε γράψει, με θέμα το τρέξιμο. Το «πάντρεμα» των δύο δημιουργιών ήταν μια όμορφη σύμπτωση των δύο δρομέων-δημιουργών. Εκείνο το πρωί, η Πόλα έτρεξε στη θάλασσα. Κάθε της βήμα ήταν ένα παιχνίδι με το κύμα, μπρος-πίσω, πάνω- κάτω. Το σκίτσο, μια απλή παιχνιδιάρικη γραμμή με κύκλους και καμπύλες, αντανακλούσε την απορία του Κώστα, όπως αυτή εκφραζόταν στο ποίημά του: «Αν τα πόδια είχαν πινέλα, τι σχήματα, άραγε, θα ζωγράφιζαν;».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για τους επόμενους δέκα μήνες οι δύο τους συνομιλούσαν ζωγραφίζοντας και γράφοντας&#8230; Κάποιες φορές την αρχή έκανε η Πόλα, στέλλοντας στον Κώστα ένα σκίτσο της, ενώ άλλες φορές πρώτος δημιουργούσε ο Κώστας. Έγινε γρήγορα φανερό ότι το κοινό τους θέμα, το τρέξιμο, είναι και για τους δύο τρόπος ζωής και αστείρευτη πηγή έμπνευσης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">* * *</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Πόλα Χατζήπαπα γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε Καλές Τέχνες στις ΗΠΑ και Visual Communications στο Λονδίνο. Έχει παρουσιάσει πέντε ατομικές εκθέσεις και έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές τόσο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το τρέξιμο εδώ και 25 περίπου χρόνια.</span></p>
<h2></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 30px; text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΡΟΜΟΥ ΔΡΩΜΕΝΑ (2012)</span></strong></h3>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ξεκίνημα</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">0 Άρης ήταν από τα παιδιά που, αν γεννιόταν δύο δεκαετίες αργότερα από τη μέρα που γεννήθηκε, σίγουρα θα χαρακτηριζόταν ως ένα παιδί με στοιχεία ελλειμματικής συγκέντρωσης και υπερκινησίας. Τότε, όμως, στο περιβάλλον του τον χαρακτήριζαν απλώς ζωηρό και άτακτο, έξυπνο αλλά τεμπέλη και μέτριο προς κακό μαθητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με έντονα ακόμα τα σημάδια της προσφυγιάς, καταγόμενος από την επαρχία της Κερύνειας, βρέθηκε να κατοικεί μαζί με τους γονείς και τα άλλα τρία του αδέλφια σ’ ένα μικρό ενοικιαζόμενο σπίτι στην πράσινη γραμμή, κοντά στον ιππόδρομο, στον Άγιο Δομέτιο. Τα χρόνια της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φοίτησής του στο δημοτικό σχολείο τα πέρασε στο περιθώριο- στο περιθώριο από τους δασκάλους του λόγω των μαθησιακών του δυσκολιών, στο περιθώριο και από τους συμμαθητές του κατά τα διαλείμματα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μπάλα δεν κλώτσησε ποτέ του είτε γιατί ήταν πολύ αδέξιος είτε γιατί απλώς δεν του άρεσε το ποδόσφαιρο. Του άρεσαν τα μοναχικά παιχνίδια. Γυρνούσε τις γειτονιές και σκαρφάλωνε σε δέντρα και στέγες. Του άρεσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να βρίσκει τις φωλιές των πουλιών και να παίρνει από αυτές τα αυγά ή τα μικρά σπουργίτια, τα οποία προσπαθούσε να μεγαλώσει. Τα ομαδικά παιχνίδια τα βαριόταν, γιατί έπρεπε να ακολουθεί κανόνες, να δείχνει πνεύμα ομαδικότητας κι εκείνη την εποχή αυτό το «χάρισμα» δεν το διέθετε. Στο μόνο παιχνίδι που συμμετείχε μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς ήταν οι αγώνες δρόμου που διοργάνωναν. Ευτύχησε να μεγαλώσει την εποχή που υπήρχαν ακόμα οι αλάνες. Εκεί διαγωνιζόταν και το ευχαριστιόταν, γιατί ξεχώριζε και αυτό τον έκανε να αισθάνεται όμορφα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αυτό, όμως, που του άρεσε πιο πολύ να κάνει ήταν να καβαλά το ποδήλατό του, να διανύει πέντε με έξι χιλιόμετρα δρόμο και να κυνηγά τα περδίκια τρέχοντας. Μόλις τα εντόπιζε, τα έκανε να πετούν και τότε άρχιζε να τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κυνηγά. Παρατηρούσε πού θα προσγειώνονταν κι έτρεχε προς το μέρος τους, για να τα τρομάξει. Αυτά με τη σειρά τους απογειώνονταν και πάλι, για να προσγειωθούν καμιά εκατοστή μέτρα πάρα πέρα. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν για τέσσερις-πέντε φορές, μέχρι που τα περδίκια δεν είχαν πλέον δύναμη να πετάξουν. Έτρεχαν, όμως, για να ξεφύγουν από τον Άρη που συνέχιζε να τα κυνηγά μέχρι να πιάσει ένα από αυτά στα χέρια του. Σε αυτό το «άθλημα» επιδίδονταν και άλλοι νεαροί της περιοχής του και ο Άρης παινευόταν πως μέσα σ’ ένα χρόνο κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να αιχμαλωτίσει δεκαοκτώ περδίκια -αριθμός ρεκόρ για πολλά χρόνια στη γειτονιά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το σπίτι του ήταν το τελευταίο της γειτονιάς που απέκτησε τηλεόραση, μία μαυρόασπρη NEC δεκατεσσάρων ιντσών. Την ίδια περίοδο ο γείτονάς τους, ο κύριος Κωστής, προχωρούσε τεχνολογικά τη γειτονιά ένα βήμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πιο μπροστά, όντας περήφανος για την πρώτη έγχρωμη τηλεόραση, είκοσι επτά ιντσών, που είχε αγοράσει. Τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες του 1984 η έγχρωμη τηλεόραση του κυρίου Κωστή είχε την τιμητική της. Τα βράδια την έβγαζε έξω στη βεράντα όπου όλοι οι περίοικοι μαζεύονταν, για να δουν για πρώτη φορά σε απευθείας μετάδοση τους Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονταν στο Αος &#8216;Αντζελες των Ηνωμένων Πολιτειών, από τις 28 Ιουλίου μέχρι τις 12 Αυγούστου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Άρης, δώδεκα-δεκατριών χρονών τότε, καθόταν στην περίφραξη του σπιτιού του ή ακουμπούσε στα κάγκελα και παρακολουθούσε τους αγώνες όση ώρα ο γείτονάς του είχε αναμμένη την τηλεόραση. Τη μέρα που διεξάχθηκε το αγώνισμα του μαραθωνίου δρόμου εκκολάφθηκε το σκουλήκι του δρομέα μέσα του. Την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησε να τρέχει. Έκτοτε, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, τρέχει ακόμα και είναι πλέον βέβαιος πως θα συνεχίσει να τρέχει όσο μπορεί. Εύχεται, αν είναι δυνατόν, μία μέρα, πλήρης ημερών, να πεθάνει τρέχοντας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το βάφτισμα του πυρός</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Άρης ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο, παρόλο που από τότε τερμάτισε άλλους τριάντα τουλάχιστον μαραθωνίους, το συναίσθημα που ένιωσε την πρώτη φορά που περνούσε τη γραμμή του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τερματισμού, δεν το ξέχασε ποτέ. Ο κάθε αγώνας είναι διαφορετικός, είναι μία υπέρβαση και μία ξεχωριστή νίκη απέναντι στην ύπαρξη του κάθε μαραθωνοδρόμου, αλλά η πρώτη φορά είναι σαν τον πρώτο έρωτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Άρης ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο στην Πάφο, την όμορφη παραλιακή πόλη της μικρής του πατρίδας. Ήταν ένα πρωινό Κυριακής και είχε στοιχηματίσει με τον εαυτό του ότι θα τερμάτιζε ανεξαρτήτως χρόνου. Είχε προηγηθεί μία αποτυχημένη προσπάθεια, όταν εγκατέλειψε τον αγώνα στα τριάντα οκτώ χιλιόμετρα και αυτό τον πείσμωνε ακόμα πιο πολύ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο συγκεκριμένο μαραθώνιο δε λάμβαναν μέρος πολλοί αθλητές- ήταν δεν ήταν εκατό, ντόπιοι και ξένοι. Η διαδρομή ήταν δύσκολη, οι αθλητές λίγοι, με αποτέλεσμα οι δρομείς να αραιώσουν πολύ γρήγορα. Ο Άρης βρέθηκε να τρέχει μόνος του από τα πρώτα πέντε χιλιόμετρα. Είχε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βάλει στόχο να κρατήσει ένα ρυθμό διανύοντας το κάθε χιλιόμετρο σε περίπου τέσσερα λεπτά, κάτι που κατάφερνε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η διοργάνωση ήταν πολύ καλή, τα χιλιόμετρα ήταν μαρκαρισμένα ένα προς ένα κι έτσι ο Άρης μπορούσε να ελέγχει εύκολα το ρυθμό του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Υπομονή, υπομονή και πάλι υπομονή&#8230; Τα τρία αυτά στοιχεία πρέπει οπωσδήποτε να τηρεί ο κάθε μαραθωνοδρόμος. Βρισκόταν για αρκετά χιλιόμετρα στην Τρίτη θέση, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία, αφού ο μοναδικός του στόχος ήταν να περάσει τη γραμμή του τερματισμού. Μετά το πρώτο μισό της διαδρομής, επειδή ένιωθε καλά, έχασε για λίγο τη συγκέντρωσή του και ανέβασε ρυθμό, υπερτίμησε τις δυνάμεις του. Έβλεπε για ώρα τον προπορευόμενο του αθλητή και βιάστηκε να κάνει «αλλαγή» για να τον προσπεράσει, κάτι που τελικά κατάφερε στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σιγά-σιγά κατάφερε να περάσει το τριακοστό δεύτερο χιλιόμετρο, κοίταξε το χρονόμετρό του και ήταν τέσσερα λεπτά πιο γρήγορος από το στόχο που είχε θέσει. Χαμογέλασε και σκέφτηκε πως όλα πήγαιναν καλύτερα από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι υπολόγιζε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει κάποια κράμπα ή κάποιο μυϊκό πόνο ούτε κάποιο από αυτά τα περίεργα πονάκια στο στομάχι, στο συκώτι ή στη σπλήνα, αλλά ούτε και τους καρδιακούς του παλμούς να ανεβαίνουν ιδιαίτερα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εκατό μέτρα μπροστά του βρισκόταν η πινακίδα με την ένδειξη «τριακοστό τέταρτο χιλιόμετρο». Κοίταξε το χρονόμετρό του. Είχε πέσει λίγο ο ρυθμός του, αλλά θεώρησε ότι αυτό οφειλόταν στο μεγάλο ανήφορο που βρισκόταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα μέσα του χιλιομέτρου που μόλις ολοκλήρωνε. Οκτώ χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό ήταν σχεδόν σίγουρος πως όλα κυλούσαν ομαλά. Ποτέ, όμως, δεν ξέρεις πότε θα προκόψει κάποιο πρόβλημα στο μαραθώνιο&#8230; Κι έτσι ξαφνικά από το πουθενά ένιωσε σαν να τον χτύπησε από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απέναντι ένας άνεμος, σαν να σκέπασε το μυαλό του ένα σύννεφο κάνοντάς τον να τα βλέπει όλα γύρω του γκρίζα, σαν να είχε ένα χέρι απέναντι του, στο ύψος του στήθους του, να του βάζει αντίσταση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αναπνοές, αυτοσυγκέντρωση, σκεφτόταν πως «θα περάσει»&#8230; Μα δεν περνούσε&#8230; Ακολούθησαν τρία χιλιόμετρα. Σε κάθε μέτρο σκεφτόταν να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Ένιωθε να πονά τα πόδια του, ένιωθε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βαρύ το κεφάλι του, σαν να πιεζόταν μέσα σε μία μέγγενη. Ο ρυθμός του από τέσσερα λεπτά το χιλιόμετρο έπεσε στα πέντε. Στο τριακοστό ένατο χιλιόμετρο δεν άντεξε. Ξέσπασε σε κλάματα. Ενώ έτρεχε άκουσε μία γυναικεία φωνή να του φωνάζει, «έλα Άρη, μπορείς», παρακινώντας τον να κάνει την υπέρβαση. Έσφιξε τα δόντια. Ένιωθε ότι σερνόταν και όχι ότι έτρεχε. Επαναλάμβανε στον εαυτό του, «ή θα πεθάνεις ή θα τερματίσεις», ενώ τα δάκρυα έρρεαν από τα μάτια του ακόμα πιο πολύ εξαιτίας του ιδρώτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έμεναν λιγότερο από μερικές εκατοντάδες μέτρα. Με τα μάτια του θολά από τα δάκρυα που προκαλούνταν πλέον και από την παρότρυνση των γνωστών του που παρακολουθούσαν τον αγώνα και νιώθοντας σίγουρος πως επιτέλους θα κατακτούσε ένα όνειρό του, ξέσπασε σε λυγμούς περνώντας κάτω από την αψίδα του τερματισμού. Το χρονόμετρο έγραφε «δύο ώρες, πενήντα δύο λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα». Νιώθοντας τόσο μεγάλη ικανοποίηση κι ευτυχία, χρόνια μετά, όταν απέκτησε το πρώτο του παιδί είχε να λέει πως ανάλογα συναισθήματα χαράς κι ευτυχίας ένιωσε όταν ήταν παρών στη γέννηση του πρώτου του παιδιού, αλλά και όταν τερμάτισε στον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κουνήσου μούχλα… !</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεγάλωσε, έκανε οικογένεια, τα πράγματα άλλαξαν, οι προτεραιότητες άλλαζαν συνεχώς, ο γάμος, τα τρεχάματα για την οικοδόμηση της συζυγικής κατοικίας, το πρώτο παιδί και μετά το δεύτερο&#8230; Η καθημερινότητα ήταν δύσκολη, αλλά το τρέξιμο παρέμενε η μόνη αμετάκλητα σταθερή αξία. Παρέμενε η σανίδα σωτηρίας του και η επιπλέον χωρητικότητα στο ποτήρι που, αν και ήταν έτοιμο να ξεχειλίσει, ποτέ δεν ξεχείλιζε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μία εικόνα σφηνωμένη στο πίσω μέρος του μυαλού του από τα νεανικά του χρόνια, εμφανιζόταν κάθε φορά που ο Άρης έκανε να «λασκάρει» λίγο από τη γραμμή που είχε χαράξει και ακολουθούσε τόσα χρόνια. Κάθε φορά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που έκανε την εμφάνισή της, τον έκανε να το «βάζει στα πόδια», κρατώντας τον σε εγρήγορση με τον καλύτερο τρόπο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πρόκειται για μία γελοιογραφία, που απεικόνιζε έναν παχύσαρκο αξύριστο μεσήλικα άντρα, βυθισμένο σε μία πολυθρόνα απέναντι στην τηλεόραση να παρακολουθεί νωχελικά ποδόσφαιρο. Το άδειο κουτί από την πίτσα, που μόλις είχε καταβροχθίσει ήταν πετάμενο στο πάτωμά, τρία-τέσσερα άδεια τενεκεδάκια μπίρας βρίσκονταν σκορπισμένα ανάμεσα στα πόδια του κι ένα ακόμα γεμάτο στο δεξί του χέρι, ενώ με το αριστερό του κρατούσε το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τηλεχειριστήριο. Το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό, για να μην σκάσουν τα κουμπιά, ενώ η πολυθρόνα αναστέναζε από τα περιττά κιλά που κείτονταν πάνω της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο άνθρωπος «μούχλα», όπως θα μπορούσε κάποιος να τον αποκαλέσει, παρουσιαζόταν, σε όλο αυτό το σκηνικό, να φωνάζει σε ποδοσφαιριστή που συμμετείχε στον αγώνα που παρακολουθούσε στην τηλεόραση: «Κουνήσου μούχλα&#8230;!».</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δύο πόδια μόνα στο δρόμο</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν τύχει να δείτε στο δρόμο σας δύο πόδια να τρέχουν από μόνα τους, μην τρομάξετε. Είναι τα πόδια του Άρη. Κάποτε το σκάνε από το υπόλοιπο κορμί του, αφού δεν αντέχουν, βαριούνται την καθημερινότητα του, τη δουλειά του, τη μουρμούρα του, τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν, την οικογένειά του. Κάποτε, όταν περάσουν ώρες να τρέξει, ο Άρης γίνεται πολύ εκνευριστικός και γι’ αυτό τα πόδια του το σκάνε και ξεκινούν να τρέχουν από μόνα τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αυτά τα πόδια λειτουργούν σαν να έχουν μάτια και μυαλό, σαν να είναι πόδια ενός τυφλού, που έμαθαν να τρέχουν στο σκοτάδι. Ξέρουν πολύ καλά πού πάνε, δε σκοντάφτουν, δεν χτυπάνε στους περαστικούς. Βγαίνουν στο δρόμο και τρέχουν προς το πλησιέστερο πάρκο, τρέχουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέχρι να ιδρώσουν, να εκτονωθούν, να αποβάλουν τις τοξίνες, να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Ύστερα επιστρέφουν ήρεμα, για να πάρουν τη θέση τους στο υπόλοιπο «χαμένο κορμί» του Άρη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα πόδια όταν επιστρέφουν, βρίσκουν τον Άρη αγχωμένο, στρεσαρισμένο, ένα καζάνι που βράζει&#8230; Του δίνουν τότε μία κλωτσιά υπενθυμίζοντάς του πως είναι ώρα να πάει να τρέξει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το προσωπικό blog του Άρη</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένας δρομέας είναι φύσει ανήσυχο πνεύμα. Οι ανησυχίες του συνήθως πάνε πιο πέρα απ’ όσα «βλέπει» η μύτη του. Ο εσωτερικός αναβρασμός του Άρη έβρισκε διέξοδο σ’ ένα διαδικτυακό blog που διατηρούσε. Εκεί έγραφε ό,τι τον απασχολούσε, ενώ προεξάρχουσα θέση είχαν τα θέματα που σχετίζονταν με το τρέξιμο και τη λογοτεχνία, την οποία θεωρούσε ως τη δεύτερή του μεγάλη αγάπη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Η γκόμενά μου είναι το τρέξιμο», έλεγε στη γυναίκα του, ενώ την ώρα που έτρεχε «απατούσε» την «γκόμενά» του με την ποίηση και την πεζογραφία, αφού τις εικόνες που του «κατέβαιναν» τρέχοντας, τις μετέτρεπε σε στίχους και μικρές ιστορίες. Σ’ ένα από τα post του εξήγησε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναλυτικά το λόγο που το έκανε:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Αφορμή για να ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο μού έδωσε ένας φίλος, ο οποίος γνωρίζοντάς με καλά μου επισήμανε ότι η εικόνα που εκπέμπω μέσα από αυτά που γράφω στο blog -αλλά και από άλλα που έτυχε να διαβάσει- έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση με τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στάση ζωής που έχω υιοθετήσει στην καθημερινότητά μου και σε πλήρη αντίθεση με το χαμογελαστό άνθρωπο, που, ακόμα και την ώρα που τρέχει, είναι μες στην «τρελή χαρά», όλος χαμόγελα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Φερνάντο Πεσσόα έγραψε ότι «ποιητής είναι εκείνος που πηγαίνει πάντα πιο πέρα απ’ ό,τι μπορεί να κάνει». Δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ποιητής, αλλά το γράψιμο με κάνει να αισθάνομαι πως πηγαίνω πιο πέρα από αυτό που μπορώ να κάνω στη ζωή μου. Ζούμε σ’ έναν κόσμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον οποίο οι κοινωνικές, σοβινιστικές, εκκλησιαστικές και πολιτικές κλίκες μάς βομβαρδίζουν από παντού, προσπαθώντας να εξουσιάσουν το μυαλό μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δε σημαίνει ότι υιοθετώ όσα γράφω ή ότι ταυτίζομαι με τους χαρακτήρες που δημιουργώ. Πολλές φορές γράφω πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τη δική μου στάση ζωής. Μέσα από τη σύγκρουση αυτή διαλέγομαι με</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον εαυτό μου και προχωρώ πιο πέρα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το γράψιμο είναι ένας τρόπος που με βοηθά να ισορροπώ ανάμεσα στο «θέλω» και στο «μπορώ», ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό» εαυτό μου, ανάμεσα στο «ηθικό» και το «ανήθικο», ανάμεσα στο «φως» και το «σκοτάδι» του μυαλού μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Έλληνας διανοητής και φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης αναφερόμενος στην ατομική αυτονομία, είπε: «Στη λέξη αυτονομία υπάρχουν δύο ρίζες, η λέξη «αυτός» (εγώ ο ίδιος) και η λέξη «νόμος». Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τη ρίζα αυτός και ξεχνούν τη ρίζα νόμος. Αυτόνομος είναι αυτός που δίνει στον εαυτό του ένα νόμο. Δεν μπορούμε να εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας χωρίς φρένο κι έλεγχο.»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αυτήν την αυτονομία υιοθετώ, προσπαθώντας να σκέφτομαι και τις δύο ρίζες της λέξης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έτρεχε κι «έγραφε» ή έγραφε κι «έτρεχε».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν η πόλη κοιμάται</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ξυπνητήρι χτυπά&#8230; Τετάρτη, πέντε η ώρα το πρωί. Σηκώνομαι, πηγαίνω στην κουζίνα και φτιάχνω έναν καφέ. Μέχρι να τον ετοιμάσω, έχω ήδη φάει μία μπανάνα και λίγους ξηρούς καρπούς αμυγδάλου. Παράλληλα, φορώ ρούχα και παπούτσια. Η ώρα πέντε και δεκαπέντε είμαι στο αυτοκίνητο. Οδηγώ και από το μισάνοικτο παράθυρο μπαίνει το δροσερό αεράκι χαϊδεύοντάς με. Έξω έχει φως, ξημερώνει πολύ νωρίς. Λίγο πριν μας αφήσει η άνοιξη, το καλοκαίρι βιάστηκε να μας τρίξει τα δόντια του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στις πέντε και τριάντα το σκηνικό γίνεται πολύ διαφορετικό. Λίγο πριν «έτρεχα» οδηγώντας το αυτοκίνητό μου για να μην καθυστερήσω, ενώ τώρα βρίσκομαι στο γήπεδο της Αγγλικής Σχολής στη Λευκωσία και τρέχω με τα πόδια. Όταν η πόλη κοιμάται, είναι απίστευτο πόσοι άνθρωποι κάνουν την πρωινή τους γυμναστική τόσο νωρίς, ξεκινώντας με τον καλύτερο τρόπο τη μέρα τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχω σχεδόν καθημερινά, για είκοσι πέντε χρόνια τώρα, σε διάφορους χώρους και διαφορετικές ώρες: στο πάρκο της Αθαλάσσας, στο πάρκο της Ακαδημίας, στην Αγγλική Σχολή, στο γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου&#8230; Τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρωινά μικρά πηγαδάκια τριών-τεσσάρων ατόμων, τους μοναχικούς περιπατητές και δρομείς, που κάνουν την πρωινή τους προπόνηση, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικού στρώματος, όλους τους ενώνει ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχω, παρατηρώ και ακούω διάφορες κουβέντες. Αυτές τις μέρες, λόγω των βουλευτικών εκλογών, κυριαρχούν οι πολιτικές συζητήσεις, ενώ δε λείπουν και τα πειράγματα μεταξύ φίλων -ένας μάλιστα κρατά παρουσίες και δίνει κίτρινες κάρτες, άμα το κρίνει απαραίτητο! Μία άλλη χαρακτηριστική εικόνα που έχει τυπωθεί στο μυαλό μου είναι η παρουσία στο γήπεδο μίας ηλικιωμένης μαυροφορεμένης γιαγιάς. Η αντίθεση του μαύρου φουστανιού της με τα άσπρα αθλητικά της παπούτσια μού έκανε εντύπωση. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ενώ περπατούσε, έκανε ταυτόχρονα και σμιλί (εργόχειρο). Ήταν τόσο μάλιστα προπονημένη στο σμιλί που οι κινήσεις της γίνονταν αυτοματοποιημένα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πολύ γέλιο ρίξαμε πέρσι το καλοκαίρι, όταν σαν φωτοβολίδα έσκασε σ’ ένα από τα πρωινά μας στέκια ένας σαρανταπεντάρης Ελλαδίτης, ο οποίος συνόδευε μία νεαρή γυναίκα. Και τι δεν της έλεγε ο άνθρωπος στα πλαίσια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του αδιάκριτου φλερταρίσματός του&#8230; Μέχρι πως ήταν σε προ-ολυμπιακή ομάδα της έλεγε -σε ποιο άθλημα δεν καταλάβαμε- και ότι τελικά δεν τον πήραν, γιατί του έφαγε άλλος τη θέση! Μιλούσε δυνατά, εύκολα τον ακούγαμε στην πρωινή ησυχία. Μία μέρα όταν τους προσπεράσαμε με σχετική ταχύτητα, τον ακούσαμε να της λέει: «Τους βλέπεις αυτούς; Αυτοί δεν τρέχουν, αυτοί κάνουν πως τρέχουν!».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μίαν άλλη μέρα της έδειχνε ασκήσεις, τεντώματα, και ήταν όλες λάθος -οι γυμναστές της παρέας το επιβεβαίωναν. Μία ώρα κάθε μέρα όλο αυτός μιλούσε, τη φωνή της κοπέλας δεν την ακούγαμε. Μετά από δύο εβδομάδες σταματά να μιλά αυτός και άρχισε να μιλά συνεχώς η γυναίκα. «Κάτι άλλαξε», σχολιάσαμε&#8230; Αυτό κράτησε μόνο δύο μέρες και μετά ο κύριος δεν ξαναπάτησε το πόδι του εκεί. Τη γυναίκα την είδαμε για ακόμα δύο-τρεις φορές και μετά χάθηκε και αυτή&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μικρές στιγμές από την πρωινή γυμναστική&#8230;</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεσάνυχτα και κάτι</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκείνη τη μέρα, παρόλο που το μυαλό του ήταν γεμάτο με σκόρπιες σκέψεις, παρόλο που περίμενε να βραδιάσει και να περάσει τη γνωστή σε όλους τους οικογενειάρχες διαδικασία μέχρι να κοιμηθούν τα μωρά, για να καθίσει να αδειάσει τη σκέψη του σε μία «κόλλα» από λευκό ηλεκτρονικό χαρτί, τελικά δεν του έβγαινε, σαν να βαριόταν να γράψει οτιδήποτε. Όχι πως τον υποχρέωνε κανείς να γράψει κάτι, αλλά αυτή η διαδικασία γινόταν για χρόνια τώρα. Ένιωθε όπως το στρατιώτη που αποθέτει το όπλο και την εξάρτυσή του μετά τη σκοπιά και πηγαίνει ανάλαφρος να ξεκουραστεί ή σαν ένα σφουγγάρι που το στύβεις, για να είναι και πάλι έτοιμο να ρουφήξει ό,τι βρεθεί στο δρόμο του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Καθόταν κι έβλεπε γι’ αρκετή ώρα την άδεια «κόλλα» κι έβρισκε διάφορες δικαιολογίες, για να μη βάζει τα δάχτυλά του στα πλήκτρα του υπολογιστή. Ξαφνικά πέρασε από το μυαλό του η σκέψη, «πόσες και πόσες φορές πριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάω να τρέξω δε βαριόμουν, αλλά πάντα μα πάντα όταν ξεκινούσα να τρέχω, τα πόδια μου έβρισκαν από μόνα τους το δρόμο, τη δύναμη και το κέφι, για να με κάνουν να νιώσω ζωντανός γι’ άλλη μία μέρα;».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έτσι ξεκίνησε να γράφει. Το μυαλό σιγά-σιγά απελευθέρωσε τα δάχτυλα και στη «λευκή» ηλεκτρονική κόλλα άρχισαν να ξεπετάγονται γράμματα που κρατούσαν χέρι-χέρι, λες και χόρευαν σε ρυθμό καλαματιανό σχηματίζοντας προτάσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το τρέξιμο το θεωρεί τόσο αυτονόητο που συχνά αναρωτιόταν, «μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος στη γη που να μην του αρέσει να τρέχει;». Θυμήθηκε και χαμογέλασε πόσο ηλίθιος μπορεί να φαίνεται μερικές φορές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τις «εμμονές» του με ό,τι έχει να κάνει με το τρέξιμο. Όταν γνώριζε έναν άνθρωπο, από τις πρώτες τους συναντήσεις τον βολιδοσκοπούσε αν του αρέσει η γυμναστική και ειδικά το τρέξιμο. Δε θα ξεχάσει την αμηχανία που ένιωσε, όταν ρωτούσε, κάπως επίμονα, μία νέα συνάδελφό του αν της άρεσε να τρέχει. Αυτή, σε κάποια στιγμή, σηκώθηκε από την καρέκλα και με το χέρι της τού έδειξε το κορμί της -θα είχε καμιά εικοσαριά περίσσια κιλά- λέγοντάς του: «Νομίζεις πως αυτό το κορμί κάνει για τρέξιμο ή μας κοροϊδεύεις;».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάνοντας αυτοκριτική ο Άρης σκέφτηκε ότι κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε κάποιον να ασχοληθεί με κάτι που δε θέλει ή στο οποίο δεν έχει κλίση, όσο απλά και αγνά κι αν το έχει ο ίδιος στο μυαλό του. Αυτό από μόνο του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι ρατσιστικό. Ο καθένας θα πρέπει να προσπαθεί να βλέπει και την άλλη όψη των πραγμάτων, να υπάρχει αλληλοσεβασμός στην όποια διαφορετικότητα. Και με τη διαπίστωσή του αυτή πήγε για ύπνο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το τέλος που ονειρεύεται</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάπου εκεί στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του, ας αφήσουμε ήσυχο τον Άρη. Ας αφήσουμε ήσυχους τον Κώστα, το Χρίστο, το Χριστάκη, το Γιώργο, το Στέλιο, το Σέργιο, το Μιχάλη, το Φύτο&#8230; Ας αφήσουμε ήσυχους όλους τους δρομείς στους οποίους θα μπορούσε να ανήκει κάτι από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτό το βιβλίο, μία παράγραφος, μία σελίδα, μία ή και περισσότερες ιστορίες&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ας αφήσουμε ήσυχο τον Άρη να συνεχίζει να τρέχει, να συνεχίζει να αντλεί οξυγόνο από κάθε βήμα σε κάθε μέτρο, σε κάθε χιλιόμετρο. Όσα περισσότερα βήματα κάνει τόσο πιο καθαρό είναι και το οξυγόνο που παίρνει, τόσο πιο «καθαρή» γίνεται και η ζωή του. Θα συνεχίσει να τρέχει, ώσπου μία μέρα να έρθει το τέλος, όπως αυτός το ονειρεύεται, χαμογελώντας πονηρά, λες και με αυτόν τον τρόπο εξοικειώνεται και γίνεται φίλος με το θάνατο. Το τέλος το περιγράφει ως εξής:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Είναι μέρες που νιώθω τόση ευφορία, τόση μεγάλη ευτυχία όταν τρέχω μόνος στο πάρκο ή στο δάσος, όταν γίνομαι ένα με τη μάνα γη. Νιώθω ότι απογειώνομαι, ότι ελευθερώνομαι από τη βαρύτητά της, ότι γίνομαι ανάλαφρος, ότι τα πόδια μου δεν πατούν στο χώμα, αλλά ότι τρέχω στον αέρα. Νιώθω στα στήθια την ψυχή μου να μεθά από χαρά. Ανοίγω τα χέρια, τα τεντώνω σε σχήμα σταυρού και συνεχίζω να τρέχω και παρακαλώ το Θεό, στον οποίο δεν πολυπιστεύω, αν υπάρχει και με ακούει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αν μου χρώστα έστω μία χάρη, μία μέρα έτσι να με πάρει από εδώ. Να με πάρει ενώ τρέχω με ανοιχτά, τεντωμένα τα χέρια σε σχήμα σταυρού. Να απογειωθώ και να φύγω, να χαθώ ευτυχισμένος.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΠΝΕΩ </span></strong><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ (2011)</span></strong></h3>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Για τούτη την ώρα που&#8230;</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τούτη την ώρα που η επιθυμία σε σπρώχνει να πουλήσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ψυχή σου στον διάβολο για τριάντα αργύρια, τούτη την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ώρα που το πάθος δεν έχει λάθος, τούτη η ώρα δεν χωρεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη λογική&#8217; ακολούθα τη σπίθα που σου δείχνει το δρόμο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για τούτη την ώρα εγώ γράφω στον τοίχο του κοιμητηρίου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απ’ όπου έτυχε να περνώ, μια ευχή &#8211; προσευχή για σένα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τη γράφω για να τη δουν οι ζωντανοί από έξω και να τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νιώσουν οι νεκροί από μέσα. «Η ενοχοποίηση της ηδονής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επινοήθηκε για να μας εξουσιάζουν κοινωνικοεκκλησιαστικές-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σοβινιστικές κλίκες- γι’ αυτό ζήσε όπως αγαπάς».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την ένιωσαν οι νεκροί μέσα από τον τοίχο και σκοτώθηκαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για άλλη μια φορά. Το διάβασε και ένας ξεχασμένος ποδηλάτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του ονείρου, σαν περνούσε από έξω, και στάθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για ώρα και χάζευε. Έφυγα. Το άλλο πρωί είδα να το σβήνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με μπόγια οι υπάλληλοι καθαριότητας του δήμου. Οι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νεκροί μετρήθηκαν και βγήκαν παραπάνω.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κύκλος</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επιθυμίες φανερές, αφανέρωτες,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανεκπλήρωτες, εκπληρωμένες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο φόβος, η «λογική», το «παράλογο».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το «ανήθικο», το «ηθικό»&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ανηθικότητα της ηθικής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το «ψέμα», η «αλήθεια».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κατάλοιπα «τοξικά», ανασφάλειες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Υποτίμηση, υπερτίμηση&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το σωστό στη λάθος στιγμή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το λάθος στη σωστή στιγμή&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ησυχία, ο «θάνατος» παραμονεύει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω να φτάσω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το μάταιο είναι ένα βήμα πιο μπροστά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν σταματώ- τρέχω, τρέχω, τρέχω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχει και η καθημερινότητα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μικρά, μεγάλα «θέλω&gt;&gt; κάνουν παρέλαση,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα δύο, ένα δύο, υπό τους ήχους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στρατιωτικού εμβατηρίου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Βρέχει βροχή συναισθημάτων,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγει ο ουρανός ουράνιο τόξο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 0 χείμαρρος τα ξερνά όλα με ορμή στη θάλασσα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποτάμι στεγνώνει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το τέλος της εποχής σηματοδοτεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την αρχή της επόμενης.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάποτε</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα είμαι ένας άλλος, θα είσαι μια άλλη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα με κοιτάξεις, θα σε κοιτάξω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ζήσουμε ξανά, μέσα από μια ματιά, την οδύνη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ζήσουμε ξανά, μέσα από μια ματιά, την ηδονή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα είμαι ένας άλλος, θα βγαίνει από μέσα μου ένας νέος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και θα τον σπρώχνω, θα του κλείνω την πόρτα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρνώντας σου την πλάτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι, θα είσαι μια άλλη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα το σκάσει από τη μικρή σχισμή του ματιού σου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια σταγόνα που δεν θα ονομάσεις δάκρυ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να μην το παραδεχτείς.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάποτε θα ανταμώσουμε και πάλι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τσακισμένα τα κορμιά μας από τα χρόνια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι ψυχές μας με μια φωνή θα ουρλιάξουν: «Ανάθεμά σας&#8230;»</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ονειροπαγίδα</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καμιά ονειροπαγίδα δεν σε γλυτώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τον εφιάλτη που ζεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κανένα άσυλο δεν δαμάζει την τρέλα μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το σύστημά σας δεν είναι συμβατό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τον οργανισμό μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όχι, δεν είμαι εγώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που χρειάζομαι μεταμόσχευση ιδεών.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εσείς πρέπει να σταματήσετε να δίνετε βαρβιτουρικά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όταν φταρνίζεται ο λαός.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξημερώνει Κυριακή</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξημερώνει Κυριακή&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήμουν κυνηγός, θα σκότωνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήμουν οπαδός, θα έβριζα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήμουν του οκταώρου υπηρέτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και της οικογένειας εργάτης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα έπαιρνα γυναίκα και παιδιά για εκδρομή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήμουν νέος, δεν θα καθόμουν εδώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήμουν γέρος, θα αναπολούσα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίσως και ως την εκκλησιά να περπατούσα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξημερώνει Κυριακή&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν είχα έρωτα να δώσω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ήμουν σε μια αγκαλιά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν πονούσα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα έκανα το δάκρυ κομποσκοίνι να προσευχηθώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν λυπόμουν, θα είχα ελπίδα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν χαιρόμουν, θα είχα συντροφιά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξημερώνει Κυριακή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το τίποτα με τίποτα δεν το μπορώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα αν το τίποτα σ’ ένα χαρτί είναι η αρχή του κάτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτό το τίποτα κρατώ και προχωρώ.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μόλις χθες γεννήθηκες</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μόλις χθες γεννήθηκες&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μα πριν προλάβουν τα ταξιδιάρικα πουλιά να βρουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζεστά μέρη να ξεχειμωνιάσουν&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πριν τα χελιδόνια κτίσουν τη φωλιά τους, πριν ακόμα από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον βολβό ο κρίνος να βλαστήσει&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εσύ είσαι κιόλας μέσα στις καμπανούλες του και τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εξερευνάς με του μωρού την απορία, μα και του γέρου τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναστεναγμό. Βρήκες κιόλας τον τρυφερό κορμό του, τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αγκάλιασες, κατρακύλησες και κατέβηκες στο χώμα&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα χέρια σου δεν σε βαστούσαν γερά και ξέφυγες λίγο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«έπεσες με τα μούτρα», έγλυψες με τη γλώσσα σου το χώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τα χείλη σου, η αναπνοή σου μυρίζει ακόμα χώμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σηκώθηκες, τίναξες τα ματωμένα και λερωμένα σου γόνατα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και έφυγες&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλέπω τον δρόμο που περπατάς,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βλέπω τι καιρός σε συντροφεύει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλέπω τα μάτια σου μια να λάμπουν και να κοιτούν ψηλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μια να βρέχονται, αλλά εσύ δεν σταματάς, προχωρείς,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βάζεις σε λειτουργία τους ματοκαθαριστήρες που έχεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενσωματωμένους επάνω στα βλέφαρά σου, σου διώχνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δάκρυ και προχωρείς&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ό,τι καιρό και αν έχει, χαμογελάς και αυτό είναι ένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όπλο που φοβούνται τα στοιχειά του δάσους και ανοίγουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δρόμο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλέπω τον δρόμο, είναι μακρύς με πολλά δέντρα κατά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μήκος του, δεξιά και αριστερά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όπως ρουφάς τα μέτρα και μαζεύεις χιλιόμετρα, όσο το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαμόγελο κρατά τόσο πιο πολύ το ουράνιο τόξο προσεγγίζεις&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να εγώ σε βλέπω, ναι μπορώ να σε δω. Σε λίγο θα είσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάμεσα στο κόκκινο και το πράσινο και θα κολυμπάς, θα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανεβαίνεις στην κορυφή του και θα κάνεις τσουλήθρα και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα κατεβαίνεις από την άλλη μεριά&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετά θα παίζεις κρυφτό με το λιλά, όταν το κίτρινο θα σε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κυνήγα&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τέτοια παιχνίδια σε καρτερούν&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και θα χαμογελάς &#8230;και θα χαμογελάς &#8230; και θα χαμογελάς,</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είχα κάτι φίλους</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είχα κάτι φίλους «επαναστάτες», «αναρχικούς»,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χίπηδες, αξύριστους , «ροκάδες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έπιναν το κρασί της κουλτούρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από το πιο «ίη»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κουλτουριάρικο στέκι της πόλης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και έκαναν όνειρα&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αγαπούσα τα όνειρά τους&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έγραφαν συνθήματα με σπρέι στους τοίχους,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάπνιζαν οκλαδόν, με την μπίρα παρά πόδας στα πάρκα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συζητούσαν με τις ώρες και έκαναν όνειρα&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αγαπούσα τα όνειρά τους&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Χθες η συνεστίαση των φίλων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έμοιαζε με συνέδριο επιχειρηματιών·</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτρωγαν, κάπνιζαν, μιλούσαν, γελούσαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και έκαναν όνειρα&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γαμώ την κατάντια μας&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με φόβισαν πολύ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα πάρα πολύ τα καινούργια όνειρά τους.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αναπνέω τη σιωπή τους</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιμένοντας να περάσουν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μου δίνουν την αίσθηση πως περνούν αργά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα να με βασανίσουν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την άλλη μέρα βλέπω τον λόγο ύπαρξής τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι μέρες δεν περνούν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κοιτάς μπροστά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα να βλέπεις που έρχονται.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε κάθε κορμί που ναυάγησα</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε κάθε κορμί που ναυάγησα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα κομμάτι της ψυχής μου άρπαξε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μετάγγισα στην πληγή μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να σωθώ το αίμα άλλης πληγής,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα με αίμα πληγής, πληγή δεν κλείνει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ήπια νερό με βδέλλες και σκουλήκια, για να ξεδιψάσω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και από τότε έχουν τροφή και νερό τα ερπετά ανεξάντλητη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάθε κορμί ένα κομμάτι της ψυχής μου ρουφούσε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέχρι που ψυχή δεν έμεινε στο σώμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέχρι που το σπέρμα για κατούρημα από το κορμί κυλούσε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέχρι που η ηδονή και οργασμός στα λεξικά κλειστήκαν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέχρι που το μέχρι, δεν ξέρω και εγώ πού κρύφτηκε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η πάλη έρωτα και σάρκας μέσα μου φουντώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και με καθιστά ανέραστο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφού το πολύ δεν γεύτηκα και το λίγο πλέον το αρνιέμαι.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η τακτική της αποφυγής</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σου έτυχε ποτέ να μην έχεις όρεξη να κάνεις απολύτως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τίποτα, να έχεις χίλια δύο πράγματα και όμως να κάθεσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απέναντι τους και να μην έχεις όρεξη; Να κοιτάζεις από το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παράθυρο σαν να περιμένεις να δεις κάτι, να είσαι αφηρημένος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για πολλή ώρα με καρφωμένο το βλέμμα στη γωνιά του ταβανιού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σου έρχεται να κλάψεις χωρίς να υπάρχει λόγος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να θυμώνεις με τον εαυτό σου για ό,τι υποσυνείδητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε ενοχλεί, χωρίς όμως να το αφήνεις να βγει στο συνειδητό,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γιατί δεν έχεις το κουράγιο να το αντιμετωπίσεις;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σου έτυχε ποτέ να θέλεις να μιλήσεις σ’ έναν άνθρωπο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να του ανοίξεις την ψυχή σου, να μοιραστείς τη μιζέρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σου μαζί του, να γυρέψεις ένα λεκτικό χάδι, μια κουβέντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παρηγοριάς και να μην βρίσκεις;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Ελπίδα έχει το όνομα, αλλά όχι τη χάρη&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πιάνει στο χέρι το κινητό τηλέφωνο και πάει στο μενού.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Επέλεξε το ευρετήριο, Αγάπιος, Άγγελος, Αντρέας, Άντρη&#8230;,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Βασίλης, Βάσω&#8230;, Γαβριέλα, Γιάννα, Γιώργος&#8230;, Δέσπω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δημήτρης, Διαμάντω&#8230;, Χρήστος, Χριστόφορος&#8230; Τριακόσια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαράντα δύο ονόματα αποθηκευμένα στη μνήμη του τηλεφώνου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με αλφαβητική σειρά τα πέρασε όλα, ένα ένα, αλλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με κανένα δεν αισθανόταν ότι μπορούσε να μοιραστεί αυτά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που ένιωθε τη δεδομένη στιγμή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τι στο διάβολο, φίλους έχω, ρε γαμώτο, είπε και πέταξε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το τηλέφωνο στον απέναντι τοίχο. Τα θραύσματα του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τηλεφώνου τη κτύπησαν στο μάγουλο και της έγδαραν το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δέρμα. Ήταν σαν να της ανταπέδιδε το κτύπημα ο τοίχος ή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καλύτερα ήταν σαν να την κτυπούσαν τα τρακόσια σαράντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δύο ονόματα που ήταν αποθηκευμένα στη μνήμη του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τηλεφώνου της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένα αιμάτινο δάκρυ από το πληγωμένο της μάγουλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κύλησε και έπεσε στο γκρίζο κεραμικό. Έσκυψε και είδε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον αντικατοπτρισμό να της γυρίζει την πλάτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η τακτική της αποφυγής σκοτώνει.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ανάποδα πρέπει να φοράς</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν με βλέπεις να γυρνώ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μανδύα νεκρικής σιωπής να φορώ, μην ησυχάζεις,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι που μάχομαι με τον έσω κόσμο μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και δύναμη δεν έχω να δώσω στην ψυχή της έξω εικόνας μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είναι που παλεύω θηρία να δαμάσω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι που θέση γερεύω να βρω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάμεσα στη φωτιά, την καταιγίδα, τη μέρα και τη νύκτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ανάποδα πρέπει να φοράς καμιά φορά, άνθρωπε&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ανάποδα το δέρμα σου και την ψυχή σου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ανάποδα, για να μπορείς να κοιτάς όσα σε μαχαιρώνουν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να μπορείς να αγαπάς όσα σε σκοτώνουν.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φταίμε όλοι</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φταίμε όλοι για την κοινωνική μας κατάντια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν ξέρω αν μου αξίζει να κλάψω και αν ναι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για τι να πρωτοκλάψω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίμε όλοι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει η νοικοκυρά που κλείστηκε στο σπίτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μαγειρεύει αμέριμνη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο εργαζόμενος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που εξαντλεί το «καθήκον» του στο οκτάωρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο γείτονάς μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που μου λέει: «Δεν βαριέσαι, όλοι το ίδιο είναι.»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο «ωχαδερφισμός» του δίπλα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που είναι μεταδοτικός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο «βολευτής» της αντιπολίτευσης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που ετοιμάζει επικήδειους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τη σκέψη στο κομματικό όφελος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο «βολευτής» της συμπολίτευσης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που πιο πολύ ρέει το δάκρυ του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για τους ψήφους που θα απολέσει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίει ο επαγγελματίας καριέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που έκτισε την ανέλιξή του στην ανοχή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίνε οι γονείς μας και οι δάσκαλοί μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που μας έμαθαν να σωπαίνουμε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίω εγώ που φωνάζω με τις λέξεις μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα ο ήχος τους δεν φτάνει πουθενά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίμε όλοι, γιατί ακόμα και τώρα κοιμόμαστε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίμε όλοι, γιατί δεν μαθαίνουμε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φταίμε όλοι, γιατί θα ξανακάνουμε τα ίδια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα πιο πολύ φταίμε όλοι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γιατί όλοι αύριο θα έχουμε ξεχάσει.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Διάλογος</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο «ποιητής» καθόταν για πολλή ώρα μπροστά στον υπολογιστή,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλλά δεν έγραφε ούτε λέξη στο λευκό ηλεκτρονικό χαρτί που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στεκόταν απέναντι του. Αυτό το σκηνικό επαναλαμβανόταν για</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέρες τώρα. Καθόταν, φαινόταν πως σκεφτόταν, ίσως και να ήταν αφηρημένος. Τ<br />
ο γεγονός είναι πως ούτε λέξη δεν έγραφε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τώρα, κάπου μεταξύ του χθες και του αύριο, ενώ το ρολόι στον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπολογιστή έδειχνε ήδη 00:01 κάτι τον ταρακούνησε, κάποιο μήνυμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του έστελναν τα τρία μηδενικά και ο αριθμός ένα ήταν σαν να έπαιζε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το πιστόλι του αφέτη, ξεκινούσε το χρονόμετρο και αυτός στεκόταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη γραμμή της εκκίνησης, για να λάβει μέρος στον «αγώνα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ναι, ξεκινάμε», σκέφτηκε, αλλά&#8230; πάλι δείλιασε. «Τι να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γράψω, δεν μου κατεβαίνει καμιά ιδέα, που να με συνεπαίρνει».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκεί που δεν είχε τι να γράψει, άρχισαν να εμφανίζονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δειλά δειλά οι πρώτες λέξεις στην οθόνη, άρχιζε ένας διάλογος<br />
με το ηλεκτρονικό χαρτί που στεκόταν απέναντι του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&#8211; Τι σε απασχολεί; τον ρωτά. Έχει τόσες μέρες που κάθεσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εδώ και δεν μου χάρισες ούτε με μια λέξη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">-Δεν βρίσκω τίποτα που να με συγκινεί για να το γράψω.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όλα μου φαίνονται ίδια. Έκλεισε αυτό το παράθυρο που είχα στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μυαλό και έμπαινε μέσα στο κεφάλι μου αυτή η διαφορετική ματιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που έβλεπα τα πράγματα. Τώρα τίποτα, απάντησε ο ποιητής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">-Γιατί τώρα τίποτα, τι έγινε; ρώτησε το ηλεκτρονικό χαρτί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίησή του που άρχισε να του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποσπά λέξεις, οι οποίες γίνονταν προτάσεις και έντυναν το έως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πριν λίγο γυμνό κορμί του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&#8211; Φοβάμαι, φοβάμαι πως παραδόθηκα στη βουή του κόσμου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φοβάμαι πως αυτή η σιωπή μου είναι το κύκνειο άσμα του ποιητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Περνά η ώρα, το ρολόι στον υπολογιστή δείχνει τώρα 00:51 και ο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάλογος σταμάτησε εδώ και αρκετά λεπτά. Φοβόταν και το ηλεκτρονικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαρτί να συνεχίσει την κουβέντα. Έτσι όπως τον έβλεπε να βυθίζεται στη σιωπή του γνώριζε πως δεν το είχε και πολύ να πατήσει το «delete»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και να το ξεγυμνώσει πάλι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όλα τέλειωσαν στις 01:31 γυρνώντας την πλάτη ο ένας στον άλλο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ηλεκτρονικό χαρτί πήρε τον τίτλο «παράλογος διάλογος» και έγινε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «save» στο «folder», ημιτελές. Και ο ποιητής πήγε και κοιμήθηκε ανήσυχος.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η πόρνη της πλατείας</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τη γνωρίζει η πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα αυτή προχωράει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αδιάφορα σφυρίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε κανένα δεν μιλάει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βγάζει βόλτα στην πλατεία,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα νεκρά όνειρά της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ένα σκύλο μεγαλώνει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έχοντας για συντροφιά της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καταραμένη μοναξιά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καταραμένα χρόνια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πού χαθήκανε, πού πήγαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στης ζωής τα βαγόνια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καταραμένη μοναξιά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χίλια πρόσωπα έχεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όσα και να σου έχει κάνει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάλι εσύ την αντέχεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τη γνωρίζει όλη η πόλη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα ξεχνούν το όνομά της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είναι η πόρνη της πλατείας,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γράψει η ταυτότητά της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να μπορούσε για λίγο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να άλλαζε το ριζικό της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Θα ήθελε να ήταν σκύλος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και αυτή το αφεντικό της.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τελευταίο γράμμα</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έγραφε μόνο, όταν ήταν ερωτευμένος. Ήταν μια αναγκαία προϋπόθεση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να μπορέσουν να γονιμοποιηθούν τα θηλυκά κύτταρα του εγκεφάλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του και να γεννήσουν. Όταν ήταν ερωτευμένος, προκαλούνταν μια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πνευματική διέγερση, άνοιγε αυτό το μικρό παραθυράκι στον εγκέφαλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και από εκεί κρυφοκοίταζε, παρατηρούσε μέρα &#8211; νύκτα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποκωδικοποιούσε ό,τι τον έλκυε, τα συμπύκνωνε υπό μορφή ποιημάτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ή διηγημάτων και τα άφηνε να αναπαυτούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν δεν ήταν ερωτευμένος, το «παράθυρο» έκλεινε, γύρω του ήταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλα μαύρα, ούτε καν γκρίζα, δεν έβλεπε απολύτως τίποτα.<br />
Όταν ήταν ερωτευμένος, το κάθε κλάσμα δευτερολέπτου αποκτούσε τεράστια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σημασία, ζούσε με ένταση και πάθος. Ο χρόνος γι&#8217; αυτόν δεν μετρούσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν στους άλλους ανθρώπους της σύγχρονης πόλης όπου κατοικούσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και που μαστιζόταν από φρενίτιδα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Την τελευταία φορά που ερωτεύτηκε είχε κάνει ένα βήμα παραπάνω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενώ παρατηρούσε το πέταγμα μιας άσπρης πεταλούδας με καφέ, κόκκινες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μπλε βούλες στα φτερά της. Σηκώθηκε και την ακολούθησε αμίλητος, αφήνοντας πίσω στο γραφείο το χέρι του να κρατά την πέννα και να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποτυπώνει σαν φωτογραφική μηχανή στο χαρτί ό,τι ένιωθε και έβλεπε εκείνη τη δεδομένη στιγμή .</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μεθυστικός ο χορός της πεταλούδας, χόρευε-χόρευε, μάγευε τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συγγραφέα και τον οδήγησε στον μαγικό της κόσμο. Ο συγγραφέας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άρχισε να βγάζει φτερά, σε λίγο πετούσε μαζί με τις άλλες πεταλούδες. Προσέγγισε για μια στιγμή το παραθυράκι από όπου είχε εισχωρήσει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έκανε πίσω και με μια απότομη κίνηση έκλεισε το παραθυράκι του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μυαλού και αυτοεγκλωβίστηκε μέσα στον παραμυθένιο κόσμο των</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πεταλούδων. Το χέρι του ήταν εκεί έξω στο μαύρο τοπίο της καθημερινότητάς του, πάνω στο γραφείο, να κρατά μια πέννα που της στέγνωσε, με την πάροδο του χρόνου, το μελάνι. Ο ποιητής μπήκε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κλείστηκε σ’ ένα ποίημά του και εγκατέλειψε την ποίησή του.</span></p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θα φύγω για λίγο και μην με γυρέψετε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα φύγω με το τελευταίο χελιδόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το πρώτο σύννεφο του φθινοπώρου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κλείνομαι σε μια σταγόνα δάκρυ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και να γελώ μονάχος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέχρι που τα ηχοκύματα του γέλιου μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σπάσουν το δάκρυ και βγω ξανά στο φως.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το έχω ανάγκη να φεύγω κάθε τόσο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να αλητεύω ξεχασμένος στα μέρη που απαρνήθηκα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h2></h2>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Όσα ξέφυγαν της σιωπής</strong></h4>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h4>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 1/8/2021</p>
<p>Κώστας Πατίνιος: «Όσα ξέφυγαν της σιωπής», εκδόσεις Αρμίδα, 2021.</p>
<p>Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Πατίνιου υπό τον πολύ εκφραστικό τίτλο «Όσα ξέφυγαν της σιωπής» διακρίνεται για τη μεγάλη θεματική της ευστοχία. Κι αυτό ισχύει τόσο για τα ποιήματα κοινωνικής ενσυναίσθησης όσο και για τα ποιήματα ποιητολογικής εντρύφησης. Γιατί σ’ αυτές τις δυο μεγάλες θεματικές υποκατηγορίες θα χώριζα ολόκληρο το βιβλίο.</p>
<p>Μιλώντας για την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Κ.Π. «Κουνήσου μούχλα», 2014, είχα χαρακτηρίσει «μόνιμη αρετή» την αποφθεγματικότητα και τη λακωνικότητα των στίχων του. (Φιλ. 18.5.2015) Σήμερα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση, διαπιστώνω ότι ο ποιητής έχει αναγάγει τον αισθητικό μινιμαλισμό σε modus vivendi της ποιητικής του. Το ευσύνοπτο όλων των δημιουργημάτων του, η περιεκτική, συμπυκνωμένη λακωνικότητα των στίχων του είναι από τα κύρια γνωρίσματα αυτής της συλλογής. Ό,τι περιττεύει, ό,τι απλώς διακοσμεί ή μόνο φορτίζει συναισθηματικά, αφαιρείται: «Αφαίρεσα πρώτα το όνομα / το φύλο σου / μετά τη διεύθυνση, τον αριθμό / τον ταχυδρομικό κώδικα / έπειτα τη γλώσσα / Προχώρησα διαγράφοντας τον Χριστό / τον Μωάμεθ, τον Βούδα / και βρήκα τον Άνθρωπο / και βρήκα τον Θεό». (σελ. 23)</p>
<p>Παρόλο που απόλυτος θεματικός διαχωρισμός δεν μπορεί να ισχύσει, καθώς η ποιητική παρεισφρέει μέσα στην κοινωνιολογική υφή και αντιστρόφως, θα ήθελα να ξεκινήσω την περιδιάβαση μου στη νέα συλλογή του Κ.Π. από τα ποιήματα κοινωνικής ενσυναίσθησης. Ο ποιητής θεματοποιεί κοινωνικά φαινόμενα, νοοτροπίες, συμπεριφορές, στάσεις ζωής. Η μοναξιά, η θλίψη, η συντριβή, η ήττα, η αποτυχία, η φυγή, η παράδοση, τον απασχολούν συχνά, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα. Ο Κ.Π. μοιάζει να ελκύεται ιδιαιτέρως από τις άδοξες και αδιέξοδες συναισθηματικές καταστάσεις. Αντλεί συχνά τις εμπνεύσεις του από τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της ζωής. Η μοναξιά φαίνεται ότι τον θέλγει ιδιαίτερα ως ποιητικό υποκείμενο. Αφού σε αυτήν αναφέρεται και στο «Βράδυ με φώτα σβηστά» (σελ. 26) αλλά και στο «Στις όχθες της μοναξιάς» (σελ.34) όπου ξεκάθαρα διαλογίζεται με ευθύτητα: «Στις όχθες της μοναξιάς / συνάντησα τη σιωπή / Από ευγένεια της είπα ‘καλησπέρα’ / από συνέπεια δεν απάντησε».</p>
<p>Οι κίβδηλες συμπροφορές των ανθρώπων, η επιτήδευση, η υπεροψία, η επιδειξιμανία, πασιφανώς ερεθίζουν τον ποιητή και ενεργοποιούν τη δηκτικότητα και καυστικότητά του. Πιο κάτω βλέπουμε πως τα αξιώματα αλλοιώνουν αρνητικά κάποιο, καθιστώντας τον απρόσιτο, απρόσωπο και μακρινό: «Φίλε διευθυντή / ο καφές με φίλους δεν γράφεται στην ατζέντα σου / δεν πίνεται με ‘ραντεβού’ / Ή ακόμη χειρότερα, / δεν σου τον υπενθυμίζει η γραμματέας σου / Φίλε διευθυντή / ο καφές δεν έχει πλέον γεύση / όταν τον πίνουμε μαζί». (σελ. 40)</p>
<p>Το ίδιο δηκτικά ο Κ.Π. ψέγει και την πόζα, τη …δηθενιά, όπως λέγεται πια στην καθομιλουμένη: «Το βιογραφικό του ποιητή / -που μόνος του συνέταξε- / ήταν τόσο πλούσιο / με βάθος και βάρος από σπουδές / επαίνους και βραβεία / Τόσο μα τόσο πλούσιο / που δεν χρειάστηκε / να γυρίσω σελίδα να διαβάσω / τιποτ’ άλλο απ’ την ποίησή του». (σελ. 48)</p>
<p>Όπως και στην προηγούμενη συλλογή του, ο Κ.Π. υμνολογεί τις μεγάλες του αγάπες που είναι το τρέξιμο και το γράψιμο, δηλαδή η φυσική και η πνευματική άσκηση, πάντοτε σε συνδυασμό: «Το τρέξιμο κι η ποίηση, να μου το θυμηθείτε / απ’ τον γιατρό του μέλλοντος θα συνταγογραφείται… / …Λίγα χιλιόμετρα μπορούν μαζί με ένα ποίημα / την ανθρωπότητα μπροστά να πάρουν ένα βήμα». (σελ. 60) Και μόλις τρία ποιήματα παρακάτω ολοκληρώνει με την κατακλείδα: «…το τρέξιμο / είναι ποίημα που γράφεται με τα πόδια». (σελ. 63)</p>
<p>Ώρα όμως να αναφερθούμε και στα ποιήματα ποιητικής που εμπεριέχει η συλλογή. Προσέξτε πόσο παραστατικά περιγράφει ο Κ.Π. την εσωτερική κοσμογονική διεργασία της πνευματικής δημιουργίας. Λακωνικά, ευσύνοπτα και ευφάνταστα. Εδώ επικεντρώνεται στα ψυχικά αποθέματα, τη ψυχική υποδομή που αποτελεί δεσπόζουσα προϋπόθεση δημιουργίας: « …το ποίημα ζητά λύτρα / Αν η ψυχή σου έχει λέξεις να του δώσει / θα σ’ ελευθερώσει…». (σελ. 16)</p>
<p>Στο πολύ ενδιαφέρον ποίημα «Τεκμήριο ανασφάλειας» (σελ. 27) ο Κ.Π. πραγματεύεται το πότε καταξιώνεται ένας δημιουργός και το δημιούργημά του. Μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου πανηγυρικά και επίσημα ή εντός του ίδιου του καλλιτέχνη, βαθιά και ταπεινά. Η επιλογή του ποιητή είναι βεβαίως προφανής.</p>
<p>Ο Κ.Π. συναναστρέφεται ομότεχνους του λογοτέχνες και αντλεί διδάγματα, εμπνεύσεις και ερεθίσματα από αυτή τη συνάφεια. Τα συναισθήματα και οι κρίσεις δεν έχουν πάντοτε θετικό πρόσημο. Υπάρχουν αρνητικά φαινόμενα αλλά και παραδείγματα προς αποφυγή, τα οποία ο Κ.Π. εντοπίζει και αναδεικνύει. Πχ να πως σκιαγραφείται πάλαι ποτέ σπουδαίος ποιητής που τώρα, άνευ έμπνευσης, παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: «Πάνε χρόνια ένα σύννεφο λίγη βροχή να φέρει / Στρώματα σκόνης δημιούργησαν / μια σαρκοφάγο γύρω του / σιγά-σιγά έγινε μούμια / Ό,τι γλίτωσε ήταν ο αλήτης που τριγυρνούσε έξω / Η συνέλευση των νεκρών ποιητών τον απέβαλε από τα μητρώα της / με αιτιολογικό πως ανέπνεε ακόμα / Η συνέλευση των ζωντανών ποιητών δεν τον ενέκρινε / γιατί ποτέ δεν έζησε». (σελ. 36) Βέβαια, το ποίημα αυτό μπορεί να δεχθεί πολλές αναγνώσεις και να «ξεκλειδώσει» με διάφορα «κλειδιά&#8221;. Καθώς έμπνευση που εξέπνευσε, μπορεί και να μην …έπνευσε ποτέ!</p>
<p>Άφησα για το τέλος ένα ιδιωματικό ποίημα ποιητικής, που θεωρώ πως αποτελεί μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Είναι ποίημα αυτοαναφορικό, απόλυτα λιτό και ιδιαιτέρως σεμνό. Παν’ απ’ όλα, είναι ποίημα ευθύ, ειλικρινές και ανεπιτήδευτο. Με δυο λόγια, όπως όλη η ποίηση του Κ.Π.: «Άμα θκιαβάζω ποιητές / που’ χουν μυαλό ξιουράφι / λαλώ, ο νους μου εν’ αλαβρύς / ίσια μιας όρνιθας πελλής / που κάμνει ότι γράφει… / Μα εν κουρκάρω, μάχουμαι / τζι ας ορνιθοσκαλίζω / μπορεί με τσάππισμα πολλύ / πάνω στην πέτρα να φανεί / ποίημα που να το ρίζω». (σελ. 67)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κουνήσου μούχλα</span></strong></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 18/5/2015</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Κουνήσου μούχλα»,  2014</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποίηση ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σύζευξη εικόνας και στίχου. Αυτό επιχειρείται στο βιβλίο του Κώστα Πατίνιου και της Πόλας Χατζήπαπα. Έτσι δεν ξενίζει κανένα που οι πλείστοι στίχοι του Κ.Π. έχουν έντονο εικαστικό υπόβαθρο και τα σκίτσα της Π.Χ. έχουν βαθιά ποιητική διάθεση. Όμως θα μιλήσω αποκλειστικά για την ποίηση, καθότι για τα εικαστικά δηλώνω παντελώς αδαής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τι θα ακολουθήσει από τους πρώτους κιόλας στίχους στο πρώτο ποίημα του βιβλίου: «Όταν τρέχω συχνά περνά από το μυαλό μου η εικόνα πως τα πόδια μου / είναι πινέλα και ο δρόμος ένας τεράστιος καμβάς. / Τι ζωγραφιά, άραγε, θα σχημάτιζαν τα βήματα μου;». Σελ. 11)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ποίηση του Κ.Π. έχει μια υπερβατική καθολικότητα στη ματιά της, δεν περιχαρακώνεται πίσω από συναισθήματα, δεν εγκλωβίζεται σε στερεότυπα. Π.χ. ο ποιητής αναφερόμενος στον Πενταδάκτυλο, λέει: «Αυτό το βουνό είναι μόνο για να αγαπιούνται / στην παλάμη του οι άνθρωποι. / Άνθρωποι χωρίς ταμπέλες». (σελ. 15)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κ.Π. γράφει πρώτ’ απ’ όλα ποίηση ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας. Φαινομενικά ο ποιητής σχολιάζει τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά πάντοτε κοιτάζει μέσα του: «Μην κοιτάς τους χάρτες, μέσα σου δες… / Σύγχρονες τεχνολογίες, δορυφόροι, / gps, google maps, για να μη χάνεσαι, / με ένα κουμπί κοινοποιείς το στίγμα σου / …χαμένε άνθρωπε. / Άσε τα πόδια σου να καθαρίσουν το μυαλό σου, / άσε τα πόδια σου να καθορίσουν / το στίγμα σου στους δρόμους…». (σελ. 19)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ως δρομέας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο Κ.Π. υμνεί το δρόμο, τη διαδρομή, την πορεία, για τις εξαγνιστικές, λυτρωτικές, καθαρτικές ιδιότητες τους, για τον πλούτο των συναισθημάτων και των εμπειριών και κυρίως για την αποτελεσματικότητά τους. Να ένας ενδεικτικός στίχος: «Δάκρυα, ιδρώτας, εσωτερικές αστραπές και βροντές, /χείμαρρος, που παρασέρνει τα προβλήματα / και τα πνίγει στη θάλασσα των χιλιομέτρων». (σελ. 21)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κ.Π. δεν είναι βέβαια υμνωδός μόνο του δρόμου, είναι υμνωδός και του τρεξίματος ως μίας εξίσου εξαγνιστικής, θεραπευτικής και λυτρωτικής διαδικασίας, του τρεξίματος που το εξομοιώνει με την τέχνη: «Είναι τέχνη να τρέχεις, / όπως το να αγαπάς, να ερωτεύεσαι, / να πέφτεις, να σηκώνεσαι, / να συγχωρείς, να ταπεινώνεσαι. / Γιατί η ευτυχία είναι επιλογή, που βρίσκεται σε κίνηση». (σελ. 25)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το τρέξιμο, ως ένα δρομολόγιο προς την αυτογνωσία, διατρέχει όλο το βιβλίο από σελίδα σε σελίδα: «Όταν τρέχω, κάνω ‘αντίσταση’ κατά του κακού μου εαυτού. / Αν δεν τρέξεις, δε θα με μάθεις. / Αν δεν τρέχω, με χάνω». (σελ. 29) Αλλά το τρέξιμο, κατά τον ποιητή, δεν είναι μόνο ταξίδι αυτογνωσίας, είναι και αναμέτρηση με τον ίδιο μας τον εαυτό: «…τη μια με προσπερνώ, την άλλη με κυνηγώ, / άλλοτε τερματίζουμε χέρι &#8211; χέρι, / ποτέ μονάχος, πάντα δύο. / Και αν με βλέπεις έναν, / είναι που είσαι εσύ μισός». (σελ. 33)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο αγώνας δρόμου είναι αγώνας διάνοιξης προοπτικής, αγώνας να αχνοχαράξει μια ελπίδα, αγώνας για ένα καλύτερο αύριο, σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα. Όπως λιτά και άμεσα το διατυπώνει ο Κ.Π.: «Σε είδα να τρέχεις / αφήνοντας / μια ρωγμή στο χρόνο, /μια ρωγμή στον πόνο / και μια ελπίδα / ότι το αδύνατο / μπορεί να γίνει δυνατό». (σελ. 51)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια από τις αρετές της ποίησης του Κ.Π. είναι πιστεύω και η αποφθεγματικότητά της. Ο ποιητής είναι συνήθως λακωνικός, ευσύνοπτος και με έφεση στις γενικεύσεις, δηλαδή στην εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων μέσα από ειδικές καταστάσεις. Παραθέτω ένα ενδεικτικό παράδειγμα αποφθεγματικότητας: «Ο στόχος πάντα θα προηγείται, / για να μπορούμε να κυνηγάμε τη ζωή, / για να αξίζει να ζούμε». (σελ. 53)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από την ποίηση του Κ.Π. δεν λείπει ο λυρισμός, συνυπάρχει μαζί με τη δομή, τη ρώμη, την πειθαρχία, το ρυθμό και την ταχύτητα ενός δρομέα. Και είναι ένας λυρισμός πέρα για πέρα υπερβατικός, καθώς έχει να τιθασεύσει τόσα στοιχεία φαινομενικά ασύμβατα μαζί του: «Το πρωί, καθώς ανατέλλει ο ήλιος, / σχηματίζεται μια κίτρινη λεωφόρος μέσα στη θάλασσα, / μια ηλιόστρατα. / Λέω, μια μέρα, να την πάρω και όπου με βγάλει. / Να τρέχω ως το βράδυ, μέχρι το φεγγάρι να ρίξει / τη φεγγαρόστρατα του μέσα στη θάλασσα, / …». (σελ. 59)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θέλω ακόμη να σημειώσω πως είδα με συμπάθεια τις μια-δυο περιπτώσεις που ο Κ.Π. επιχείρησε να γράψει σε παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο. Το αποτέλεσμα ελέγχεται για τις συνήθεις αβαρίες που παρεισφρέουν μέσα στην αυστηρή αρχιτεκτονική δόμηση της ομοιοκαταληξίας, όμως παράλληλα προσφέρει και μια δροσιά, τη δροσιά της πρωτόλειας δουλειάς σε αυτή τη μορφή και τεχνοτροπία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γενικά όμως, έχω την εντύπωση ότι το θεματικό μοτίβο ολόκληρης της ποιητικής συλλογής όπως επίσης και οι τεχνοτροπικές φόρμες που χρησιμοποίησε ο ποιητής, εξαντλήθηκαν προτού εξαντληθούν οι σελίδες του βιβλίου. Με δυο λόγια, τουλάχιστον ένα μέρος της επανάληψης μοτίβου και φορμών, έχω τη γνώμη πως θα μπορούσε να αποφευχθεί με μεγαλύτερη σύμπτυξη, ελλειπτικότητα και πυκνότητα λόγου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΦ. Αλήθεια 23/1/2014</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δρόμου Δρώμενα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το πρώτο βιβλίο του Κώστα Πατινιού μας είχε χαρίσει μια ευχάριστη έκπληξη, τόσο για τον ποιητικό του τίτλο «Είναι μέρες που αναπνέω τη σιωπή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τους» (Εκδόσεις Αρμίδα, 2011) όσο και για το περιεχόμενό του. Ποιήματα, πεζοτράγουδα και διηγήματα δεμένα μ&#8217; ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, γεμάτα χιούμορ και πρωτότυπες εικόνες. Και τώρα, δυο σχεδόν χρόνια μετά, έρχεται το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεύτερο βιβλίο του, «Δρόμου Δρώμενα», να μας χαρίσει ακόμα μια φορά τη χαρά της δροσερής αυτής γραφής, μιας γραφής ελεύθερης από τις συμβατικότητες και τον συντηρητικό τρόπο που μας συνηθίζουν δεκάδες περιπτώσεις άλλων λογοτεχνών.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Κώστας Πατίνιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1971. Εργάζεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ως Λειτουργός σε Ίδρυμα με παιδιά με ειδικές ανάγκες. Είναι παντρεμένος κι έχει δυο παιδιά. Όντας ο ίδιος αθλητής μεγάλων αποστάσεων είναι ένθερμος υποστηρικτής της διά βίου άθλησης, την οποία θεωρεί ασπίδα στην παρακμή που χαρακτήριζα την εποχή μας. Κι είναι ακριβώς αυτά τα «πιστεύω» του που εκφράζει στις μικρές αυτές ιστορίες του τόμου που σας προτείνουμε σήμερα. Αυτοτελείς μικρές ιστορίες, λοιπόν, ποικίλων συναισθημάτων, που όλες μαζί δημιουργούν μια μεγάλη, μια νουβέλα ή μυθιστόρημα με ήρωα τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άρη (τον ίδιο τον συγγραφέα), ένα δρομέα μεγάλων αποστάσεων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέσα από ης σελίδες του νιώθουμε την ανάσα του υπέροχου αυτού αθλητή και την αγωνία του να ξεπερνά κάθε φορά το δικό του ρεκόρ. Και ποιο είναι άραγε το&#8230; «τέλος» &#8211; το ρεκόρ &#8211; που ονειρεύεται ο ήρωας Άρης, ο συγγραφέας Κώστας να φθάσει: Ένα «ημιμαραθώνιο». ή κάποιο «μαραθώνιο». ή κάτι άλλο;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αυτά τα ερωτήματα, κι άλλες ίσως απορίες σας. θα τις λύσετε διαβάζοντας αυτό το δροσερό, γεμάτο χιούμορ, γεμάτο χαρά και όνειρο βιβλίο. Ο Πατίνιος είναι σίγουρα ένας ανεπιτήδευτος κι αυθόρμητος συγγραφέας, κι έτσι περίπου πρέπει να ‘ναι και στη ζωή του. Η γραφή του δεν έχει να κάνει με το νόμο των σκοπιμοτήτων που επιβάλλονται απ&#8217; έξω. Η γραφή του Πατινιού λειτουργεί από μέσα βαθιά του. σαν ανάγκη να πει στους αναγνώστες του πως «η διά βίου άθληση μπορεί να γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας, για να αποτελέσει ασπίδα προστασίας από τις παγίδες του σύγχρονου τρόπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζωής. Και δεν τα λέει με κήρυγμα, με διδακτισμό. Τα λέει μέσα από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ενδιαφέρουσα διαδρομή, μέσα από ία «δρώμενα» του δρόμου του ήρωα του. του Άρη. Μέσα από την απλότητα της γραφής του ο Πατίνιος πέτυχε να διανοίξει τον ορίζοντα του προβληματισμού, όσο δεν μπορούν να κατορθώσουν δεκάδες άλλοι με τα σοβαροφανή κείμενό τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τελειώνοντας, αυτό το βιβλίο είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που θα ‘θελες να το ξαναδιαβάσεις. Είναι μια πηγή χαράς, αισιοδοξίας, δροσιάς που σε κάνει, σε κάθε του αράδα, να χαμογελάς. Τι άλλο να πει κανείς; Πως μέσα από τα λιτά αυτά πεζογραφήματα, τα γεμάτα σοφία, ερχόμαστε τελικά σ’ επαφή με μια ατόφια ποιητική ψυχή; Σίγουρα ΝΑΙ!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ευχαριστώ μ’ όλη μου την καρδιά τη φίλη-συγγραφέα Μαρία Ολυμπίου που μου το δάνεισε και τον μικρό Ορέστη Πατίνιο που της το έχει αφιερώσει. Σημειώνω τέλος την εκδοτική αρτιότητα του βιβλίου και την υπέροχη φωτογραφία του εξωφύλλου, που ανήκει στο Μιχάλη Θεοχαρίδη.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 11/6/2018</span><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Θέα από μπαλκόνι», 2017.</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Διηγήματα άπλετης ανθρωπογεωγραφίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αυτοαναφορικότητα, η βιωματικότητα και η κοινωνική παρατηρητικότητα είναι οι κύριες παράμετροι που καθορίζουν τις βασικές θεματικές του Κώστα Πατίνιου ως διηγηματογράφου. Ο συγγραφέας είναι δρομέας, είναι πατέρας εφήβων, και λειτουργός του Δημοσίου στο Γραφείο Ευημερίας. Αυτές οι ιδιότητες καθορίζουν και τη θεματική διαπασών στα αφηγήματά του. Στα πλείστα κείμενά του ανιχνεύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλού σε μεγαλύτερο και αλλού σε μικρότερο βαθμό.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα πιο πολλά διηγήματα του Κ.Π. έχουν κοινωνική υφή και χαρακτήρα, ενώ μέσα από αυτά ξεδιπλώνονται κοινωνικές ευαισθησίες και προτεραιότητες. Τα δε χαρακτηριζόμενα και ως διηγήματα ιδιωτικού χώρου είναι αριθμητικά λιγότερα, ενώ ακόμα και από αυτά δεν λείπουν οι κοινωνικές προεκτάσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το βιβλίο του Κ.Π. περιλαμβάνει συνολικά 26 αφηγήματα. Τα πιο πολλά είναι ευσύνοπτα έως μινιατουριστικά, ειδολογικά δε κάποια ταξινομούνται ως διηγήματα και κάποια άλλα μάλλον ως χρονογραφήματα ή και μικρά ενσταντανέ της ζωής και της καθημερινότητας που μας περιβάλλει και ενίοτε μας καταβάλλει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κ.Π. ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ανθρωπογεωγραφία και αυτή διατρέχει όλες τις θεματικές του. Αυτό συμβαίνει είτε αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα από τον επαγγελματικό του χώρο, τον οικογενειακό του κύκλο ή το κοινωνικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος, οι έγνοιες, οι ανησυχίες, οι προσδοκίες και τα όνειρά του είναι στο επίκεντρο της συγγραφικής προσοχής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θα ήθελα ν’ αρχίσω με κάποιες ενδεικτικές αναφορές σε διηγήματα με προφανείς αναφορές στον επαγγελματικό περίγυρο του συγγραφέα. Στο διήγημα «Ακατάλληλος υπάλληλος» (σελ.42) ανιχνεύονται αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και στοιχεία αυτοαναφορικότητας. Γίνεται λόγος για έναν αντισυστημικό λειτουργό πρώτης γραμμής, ο οποίος κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε απόρρητα στοιχεία από υπηρεσιακούς φακέλους για να γράψει και να εκδώσει μια συλλογή από διηγήματα. Η υπηρεσιακή δίωξή του καταρρέει, όταν η διευθύντριά του αντιλαμβάνεται ότι ο ίδιος έχει πολύ φιλική σχέση με τον γενικό διευθυντή του αρμόδιου υπουργείου! Πρόκειται για ένα γλαφυρό διήγημα κριτικής των κάκιστων νοοτροπιών που αναπτύσσονται στις υπηρεσίες του Δημοσίου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αναλόγου πνοής είναι και το διήγημα «Δυο φίλοι και μια ιστορία» (σελ.91) όπου θεματοποιείται η ανέλιξη στο Δημόσιο, ο ψυχρός υπολογισμός, ο καριερισμός, ο αριβισμός που κάνει τους ανθρώπους παγοκολόνες και στυγνούς χρησιμοθήρες. Στις σελίδες του σκιαγραφούνται τυπολάτρες, ψυχροί και απρόσωποι διευθυντές και διευθύντριες, που κρατούν τις αποστάσεις για να μην στραπατσάρουν τα ίμεϊτς τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ώρα όμως να περάσω στα κοινωνικής υφής διηγήματα του Κ.Π. Εύστοχο και παραστατικό θεωρώ το διήγημα «Ο Γιώρκος από το Μπακλαντές». (σελ.88) Πρόκειται για μια ανθρώπινη ιστορία βιοπάλης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Εδώ εκ παραλλήλου ψέγονται και οι μαφίες των κολλεγίων, που στην ουσία πουλούν βίζες σε ξένους εργάτες δήθεν φοιτητές. Το διήγημα συνιστά και μια μικρή ωδή στην ανθρώπινη μεγαλοψυχία. Το τσιράκι που έγινε μάστρος στη χώρα του και τώρα με την οικονομική κρίση στην Κύπρο θέλει να ανταποδώσει βοηθώντας τον πρώην μάστρο του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάμω στο διήγημα «Ο εχθρός» (σελ.127) όπου ο συγγραφέας αντιμάχεται στερεότυπα που ταλανίζουν τη ζωή μας, όπως π.χ. η διακοινοτική εχθρότητα ή έστω αντιπαλότητα μεταξύ Ε/κ και Τ/κ. Αναδεικνύει βαθιά βιωματικά στοιχεία δικοινοτισμού και συμβίωσης, μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων του. Απαράμιλλα παραστατική η ιστορία του παππού, εκκλησιαστικού επιτρόπου σε δικοινοτικό χωριό, που τις Παρασκευές όμως, όντας εγγράμματος και τουρκομαθής, διάβαζε αποσπάσματα από το κοράνι σε αναλφάβητους Τ/κ συγχωριανούς του. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι που κάποιοι τον κάρφωσαν στο δεσπότη. Άλλος ήρωας, στο ίδιο διήγημα, μονολογεί με πίκρα αλλά επί της ουσίας: «…το παιχνίδι μίσους και αλληλοεπίρριψης ευθυνών δεν έχει νικητές και ηττημένους. Αυτό το παιχνίδι δεν έχει καν ισοπαλία». (σελ.130) Και πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, ανάλογες συμπεριφορές, είναι καθολική και συνολική ήττα που επιφέρουν, για όλους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θεωρώ πως το πιο πλήρες, το πιο ολοκληρωμένο διήγημα της συλλογής είναι το πρώτο στο βιβλίο, το «Μυστικά γυναικών» (σελ.19) που είναι συνάμα και το πιο εκτενές. Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό αφήγημα με τέσσερις, φαινομενικά, άσχετες ιστορίες μεταξύ τους, που όμως όλες μαζί και η κάθε μια χωριστά κρύβουν έναν έρωτα μυστικό, απαγορευμένο και κοινωνικά μη αποδεκτό. Η Δανάη, που όντας φοιτήτρια στο Λονδίνο, έκαμε παιδί με τον Αφροαμερικανό εραστή της, το έδωσε για υιοθεσία, αποκρύβοντας τα πάντα από την οικογένειά της. Η Μαρία που ενώ ήταν το άλλοθι για την εξωσυζυγική σχέση της φίλης της, δημιούργησε η ίδια εξωσυζυγική σχέση με τον ίδιο εραστή. Η Στέλλα, ανύπαντρη που έκανε σεξ με τον παντρεμένο, αλλά επιστήθιο, φίλο της μόνο και μόνο για να αποκτήσει παιδί. Όμως ύστερα από εξετάσεις διαπίστωσε ότι ο φίλος της έχει αζωοσπερμία, άρα το εντός γάμου παιδί του τελευταίου δεν είναι δικό του. Και η Ελένη που ως ψυχολόγος δημιούργησε σχέση με κατάδικο στις φυλακές και το παιδί που απέκτησε μαζί του, χρόνια μετά, έπιασε δουλειά στο ίδιο σωφρονιστικό ίδρυμα όπου παραμένει ακόμα έγκλειστος ο πατέρας του. Και χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Και οι τέσσερις ιστορίες κρύβουν μια τραγικότητα και μια τρυφεράδα που αποδίδονται από το συγγραφέα με ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θα ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση αναφερόμενος σε δύο διηγήματα ποιητικής. Πρώτα για το ενδιαφέρον «Η Μαργαρίτα απ’ το απέναντι βιβλίο». (σελ.116) Σ’ αυτό το μινιατουρίστικο αφήγημα ποιητικής ο συγγραφέας συνομιλεί με την ηρωΐδα ενός μελλοντικού του μυθιστορήματος. Αλλά αντί να αποτελειώσει αυτός αυτήν, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, η ηρωΐδα σπρώχνει στο ικρίωμα τον συγγραφέα! Ο Κ.Π. δεν διστάζει να δοκιμάζει πράγματα νεωτερικά, αλλά και να δοκιμάζεται σε άγνωστα, για τον ίδιο, αχαρτογράφητα νερά. Είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται να τσαλακωθεί και δεν κρύβεται κάτω από κανένα καβούκι καθωσπρεπισμού.</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
