<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Fri, 06 Mar 2026 19:33:26 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 13 May 2025 22:09:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22075</guid>

					<description><![CDATA[Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής επιμόρφωσης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα. Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Αάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/"> <span class="screen-reader-text">ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής επιμόρφωσης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα.<br />
Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Αάρισα και στη Θεσσαλονίκη.<br />
Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση.<br />
Εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία, πέντε ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα.</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<h6><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h6>
<p>Τελεία και παύλα, [Γαβριηλίδης 2005]<br />
<span style="font-size: 1rem;">Αυτά, Γαβριηλίδης [2008]<br />
Η Ιστορία Ίδια [Γαβριηλίδης 2019]<br />
Σ&#8217; ότι εάν υπήρξα (Εκδ. Κουκκίδα 2025)<br />
Ο ασφαλής ποιητής (Εκδ. Κουκκίδα 2025)</span></p>
<h6><strong>ΠΕΖΟ<br />
</strong></h6>
<p>Ξέρω τι θα γίνει [Εντύποις 2018]</p>
<p><strong>ΠΑΙΔΙΚΑ</strong></p>
<p>(2019) Λύκοι και πρόβατα, Μεταίχμιο<br />
(2019) Ο Θοδωρής και οι φίλοι του!, Τζιαμπίρης &#8211; Πυραμίδα<br />
(2018) Ξέρω τι θα γίνει, Εντύποις<br />
(2018) Το παιχνίδι των δοντιών, Μεταίχμιο<br />
(2014) Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, Φελεκίδου Βαρβάρα (2008) Αυτά, Γαβριηλίδης<br />
(2006) Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, Κέδρος<br />
(2006) Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, Κέδρος<br />
(2006) Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, Κέδρος<br />
(2005) Τελεία και παύλα, Γαβριηλίδης<br />
(2004) Η μαγική κούπα, Σύγχρονοι Ορίζοντες</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22070" rel="attachment wp-att-22070"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22070" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-300x217.jpg" alt="" width="500" height="362" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-768x555.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001.jpg 960w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/140-2/" rel="attachment wp-att-22077"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22077" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-300x217.jpg" alt="" width="496" height="359" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-768x554.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140.jpg 960w" sizes="(max-width: 496px) 100vw, 496px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/attachment/238/" rel="attachment wp-att-22078"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22078" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-300x217.jpg" alt="" width="499" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-768x554.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238.jpg 960w" sizes="(max-width: 499px) 100vw, 499px" /></a></p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Σ’ Ο,ΤΙ ΕΑΝ ΥΠΗΡΞΑ (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΚΚΕΝΤΡΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Εκείνο το χέρι και το πόδι ελεύθερα<br />
απ’ τους περιορισμούς του κορμού<br />
ανήκουν στο μαύρο αιωνίως<br />
συνομιλούν με τα πιο αρχέτυπα χορικά<br />
ένα εδώ κι ένα εκεί<br />
επιστρατεύονται στον χωροχρόνο<br />
κι αφηγούνται αενάως την ιστορία τους</p>
<p>Εκείνο το αίμα ρέει ανάμεσα<br />
από χείλη κι ενθύμια σφραγίζει<br />
μάτια κοκαλωμένα στην ομορφιά πριν το τέλος<br />
(διαλέγουν και διαλέγονται με το φως οι νεκροί<br />
λένε οι αρχαίοι μύθοι) σφραγίζει<br />
λέξεις χτυπημένες ενώ στροβιλίζονται<br />
στα πεδία της μάχης ημιθανείς</p>
<p>Ίσως ο δέκτης τρελάθηκε μονολογώ στα διαλείμματα<br />
αίμα πηγαινοέρχεται ανάμεσα χερτζ και ίντσες<br />
διαστάσεις και εντάσεις μελετά<br />
αναποφάσιστο κοντοστέκει στις γωνίες<br />
πριν κυλήσει στο πάτωμα βάψει<br />
το χαλί αναρριχηθεί στο ταβάνι σκοτώσει<br />
ό,τι περισσεύει αθώο τυλίξει<br />
με κόκκινο μανδύα τα έπιπλα</p>
<p>To ξύλο καίγεται γρήγορα<br />
το αίμα είναι στυφό &#8211; σκάσε<br />
σιγά τη σφαγή σιγά τη φωτιά<br />
εξ αντανακλάσεως ο θρήνος<br />
πιότερο με θηριωδία φέρνει</p>
<p>Όταν κλείνω τον δέκτη καταγράφω το συμβάν<br />
κι υπογράφω,<br />
«Πολεμική του καναπέ ανταποκρίτρια»</p>
<h5><strong>ΔΙΑΤΡΗΤΗ ΦΥΓΑΣ</strong></h5>
<p>Αν είμαι διάτρητη ποιον νοιάζει<br />
Αναρωτιόταν η μικρή φυγάς<br />
Από τον εαυτό της άμοιρη<br />
Γιατί στον όμορο πλανήτη τής Νόησης<br />
Ξηλώθηκε ένα νήμα καλέ μου<br />
Ένα μόνο μικρό νήμα και δες<br />
Τα χέρια μου είναι άδεια από όλα<br />
Του το ψέλλισα από ευγένεια<br />
Στα μούτρα αλλά μουρμουριστά<br />
Καθώς λιγόψυχο ποτάμι που<br />
Στέρευε όπως κυλούσε</p>
<p>&#8211; Του το είπες; &#8211; Του το είπες;<br />
Κελαηδούσαν τα άπιστα πουλιά</p>
<p>Και ποιον νοιάζει λοιπόν<br />
κορμί στοιχειωμένο γέφυρες σπασμένες<br />
με τα περασμένα όλα τα μελλούμενα<br />
Ένα στόμα ανήσυχο<br />
Ένα κορμί ένα στόμα<br />
Ποιον νοιάζει που είμαι διάτρητη</p>
<p>Τραγουδούσε παράφωνα το κορίτσι<br />
Από όλους μακριά<br />
Κι ας έβλεπε μικρά φώτα στα μάτια τους<br />
Ψέματα ήταν<br />
Ξέρεις πώς καίνε τα ψέματα<br />
Σβήνουν τα μάτια και μένουν τα ψέματα<br />
Ποιον νοιάζει μια διάτρητη μικρή φυγάς;<br />
Στο κάτω κάτω έχω κιόλας φύγει.</p>
<h5><strong>ΚΕΝΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Να μάθεις κέντημα<br />
Προτίμησε το από τις ονειροπολήσεις<br />
Γυναικεία δάχτυλα βελονιασμένα<br />
Από αιώνες υποταγμένης ομορφιάς<br />
Έδειχναν τον σωστό δρόμο</p>
<p>Μα εγώ κιόλας φευγάτη</p>
<p>Πώς να ακούσω από βυθό<br />
Το κολύμπι στο κενό είναι απαιτητικό<br />
Απ’ την αρχή δρόμοι και σημεία<br />
Να οριστεί στο τίποτα ένα καινούργιο σύμπαν<br />
Πριν σε σκεπάσει η λάσπη</p>
<p>Δεν έμαθα τότε που έπρεπε<br />
Χωρίς διλήμματα<br />
Να σημαδεύω το κενό με ομορφιά<br />
Μία για όλους<br />
Δοκιμασμένη γενιές</p>
<p>Σεμέδες σε στρωμένες κρεβατοκάμαρες<br />
Αστικά σαλόνια<br />
Με μισόκλειστα παραθυρόφυλλα<br />
Αυλές πλημμυρισμένες γέλια<br />
Τριαντάφυλλα και γυναικείο ιδρώτα</p>
<p>Τι κρίμα<br />
Πολλές φορές το είπα<br />
Την ώρα της γραφής</p>
<p>Δεν έμαθα τότε που έπρεπε<br />
Μονόδρομα να σχεδιάζω<br />
Τον διάκοσμο των λογισμών μου<br />
Σε ασφαλή τελάρα τις λέξεις ν’ απλώνω<br />
Με πολύχρωμους μουλινέδες<br />
Κινήσεις ακριβείας<br />
Να μην αποφασίζω παρά<br />
Την επανάληψη της μικρής ιστορίας του φύλου μου<br />
Στις επιφάνειες που εμπόδιζαν για αιώνες<br />
Τα δάκρυα να μιλήσουνε στη γη.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΣΟ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να σκάψω<br />
Πόσο βαθιά να σκαλίσω το χώμα<br />
Τα χέρια να βυθίσω στις λέξεις<br />
Τα νύχια<br />
Τρέμω τα έγκατα τη λάσπη<br />
Με ρινίσματα χρυσού πλασμένη ωστόσο<br />
Τα παράξενα κλάσματα φοβάμαι<br />
Τις βλοσυρές αναλογίες<br />
Τις ζυγαριές ακριβείας<br />
Δεν παζαρεύουν διαφορές<br />
Δεν επιτρέπουν αναθεωρήσεις<br />
Είν’ ένας τέλειος εφιάλτης<br />
Με χαμένα παιδιά ανάμεσα<br />
Κλαίνε σα σαλεμένες γάτες<br />
Όπως απ’ τον κερματισμένο εαυτό τους κρύβονται<br />
Φοβάμαι τα χοροπηδητά των άυλων σωμάτων<br />
Τα παιχνίδια της θλίψης όταν στενεύει ο δρόμος<br />
Είναι νύχτα βαθιά μες στο ποίημα</p>
<p>Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να ρουφήξω<br />
Πόσο βαθιά να γνωρίσω το χώμα<br />
Το στόμα να κολλήσω στις λέξεις<br />
Επανωτίζω τα χείλη στο πώμα<br />
To μπουκάλι ακμαίο ναυάγιο<br />
Μιας χαμένης μικρής Ατλαντίδας<br />
Ποια αρχή με δικάζει και πάλι<br />
Να βυζαίνω στιγμές τελειωμένες<br />
Ο καιρός είν’ υγρός και σακάτης<br />
Στην καρδιά του λιωμένου μου χρόνου<br />
Αθώρητες σπηλιές παντού λεκέδες μνήμης<br />
Κρατημένη ακέραια η δανεική ανάσα<br />
Του αόρατου βαμπίρ της πρότερης μέρας<br />
Διεκδικεί το γουργουρητό των παρακείμενων ωκεανών<br />
Μια νέα τρομακτική ευκαιρία, όπως ας πούμε<br />
Ένα μέλλον που δεν της ανήκει<br />
Έτσι η τόλμη ξοδεύεται στο ανέφικτο<br />
Κι είναι μια σκούρα θάλασσα στο ποίημα</p>
<p>Όμως στο βάθος που λες<br />
Ένα τίποτα το ποίημα που θάλλει αιωνίως.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ανοίγω τον καθρέφτη<br />
Μεριάζει σαν ξεκλείδωτη πόρτα<br />
το γυαλισμένο μου είδωλο<br />
Πιάνει να λέει την ιστορία<br />
ο αφηγητής<br />
που δε μου μοιάζει<br />
-όπως κανένας αρχετυπικός αφηγητής<br />
τους ήρωές του-<br />
που δε με βλέπει<br />
-όπως κανένας κουκλοπαίχτης<br />
τις μαριονέτες του-<br />
που δε μ’ ακούει<br />
-όπως κανένας διευθυντής ορχήστρας<br />
ένα πειθήνιο βιολί του-<br />
Πλάθει τους μύθους του<br />
παίζοντας το φως στα δάχτυλα<br />
καλοπροπονημένος ζογκλέρ<br />
ενόσω εγώ στάμπα κολλημένη στον τοίχο<br />
στον εαυτό μου ζητώ να επιστρέφω</p>
<p>Ξεκάθαρο ωστόσο:<br />
Ο καθρέφτης πρέπει να πει την ιστορία<br />
κι εγώ να δρέψω τις επιλογές του<br />
επιμένοντας όπως το εγώ αποφασίζει<br />
να ιστορηθώ<br />
Ο αφηγητής συνεχίζει<br />
Σίγουρα δεν ακούει<br />
Δε βλέπει<br />
Δε μου μοιάζει</p>
<p>Κανένας δε θα πει την ιστορία μου αποφασίζω<br />
Ξεκολλώ απ’ τον τοίχο<br />
Το είδωλο επιστρέφει ακέραιο<br />
και πέφτω με φόρα στο μέλλον μου</p>
<p>ΥΓ. Για τις ανάγκες του επιλόγου να ειπωθεί πως<br />
κι ένα χαμόγελο μοιρασμένο σε θρύψαλα<br />
σε μια ευκτική ή μελλοντική επανένωση των σπασμένων<br />
μένει χαμόγελο σε κάθε χρόνο</p>
<h5><strong>ΦΥΓΗ</strong></h5>
<p>Έφυγε μέσα σε παλιό αμάξι<br />
Ίσα που πήγαινε μες στο πηχτό σκοτάδι<br />
Μια ξένη η νύχτα που τώρα γνώριζε<br />
Έκλεισε την πόρτα χωρίς ήχο<br />
Φόρεσε ένα καρό κασκόλ<br />
Από τα επτά στην ντουλάπα του<br />
Ένα για κάθε μέρα της βδομάδας<br />
Πήρε μαζί του της Κυριακής<br />
Έξω ένα μυρμήγκι φύλαγε τον ύπνο τους<br />
Μια μουσική αιχμηρή<br />
το φωτοστέφανο στις παλιές λαμαρίνες<br />
Δεν ήξερε απ’ αυτά<br />
Το σπίτι μια μεγάλη φωλιά<br />
Τον ουρανίσκο του πότιζαν ποτάμια καυτό χαμομήλι<br />
Οι φωνές των παιδιών κύκλος μαγικός<br />
Εκείνη μια σκάλα για έναν νόθο ουρανό<br />
Ήταν όλα κανονικά<br />
Μια σταθερή ροή όπως των δεικτών του ρολογιού<br />
Δε θα άλλαζε τίποτε<br />
Αν δεν κοιμόταν μια νύχτα με μάτια ανοιχτά<br />
δεν έβλεπε να μαδάει μέσα στις χούφτες του<br />
αυτό που είχε πετάξει<br />
Και μια βαθιά τρύπα στο μέρος της καρδιάς.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΚΚΕΝΤΡΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</strong></h5>
<p>Με το φθινόπωρο δεν πολυμιλώ<br />
Δε σηκώνουν οι βροχές εξομολογήσεις<br />
Πέφτουν επάνω τους βίαια<br />
Ένα γίνονται με το χώμα τα μυστικά<br />
Ψάχνεις να βρεις το χαμένο όνομα μες στις λάσπες<br />
Τη μυρωδιά του σε σωρούς από φύλλα</p>
<p>Με το φθινόπωρο πολλά πολλά δεν έχω<br />
Όλο ακούσιες επιστροφές και αντίο<br />
Δεν ξέρει υποσχέσεις να μοιράζει<br />
Από το τίποτα να χτίζει κόσμους<br />
Ο αέρας του σφυρίζει ανάμεσα<br />
Στους πύργους που αντέχουν απ’ το καλοκαίρι<br />
Το νέο σκηνικό της άμμου εγκαθίσταται στα μάτια<br />
Έγινε πια αόρατη εικόνα που τα τσούζει<br />
Ό,τι περισσεύει διαλύεται στο φως που χαμηλώνει</p>
<p>Χρόνια και ψάχνω επίμονα τις εκδοχές του<br />
Τόσοι το ύμνησαν<br />
Κλείνω τ’ αυτιά μου στα κελεύσματα του ατόφιου ήλιου<br />
Τα μάτια μου στα γαλανά της κάλλη<br />
Στο κίτρινο ανοίγομαι με απλωτές μεγάλες<br />
Ο καιρός βοηθάει<br />
Ούτε κρύο ούτε ζέστη<br />
Αυτό είναι το φθινόπωρο<br />
Ένας χρυσός μέσος όρος της θλίψης<br />
Ευλογία όταν μετριέσαι με<br />
Το κενό επαναλαμβάνω ακούραστα</p>
<p>Τι τα θέλεις<br />
Έρχεται η νύχτα αποφασισμένη<br />
Να σφραγίσει τα στόματα<br />
Να παίξει έναν ρόλο<br />
Το σκοτάδι ευεργετούσε πάντα τους χαμένους<br />
Τους ποιητές και τους αριθμομνήμονες<br />
Δε χάνουν δευτερόλεπτο της μεταμόρφωσης<br />
Μετρώντας από μέσα</p>
<p>Μα τι τα θέλεις<br />
Η νύχτα φτάνει γρήγορα<br />
και δίχως τυμπανοκρουσίες<br />
Δεν προλαβαίνεις να θλιβείς ή ν’ ανανήψεις<br />
Να πιεις απ’ το μελάνι της για να πετάξεις<br />
Ή χίλιοι κόμποι να σε δέσουν από λέξεις<br />
Ψέματα ή μάγια</p>
<p>(Είναι απλώς μια ακόμη νύχτα φθινοπώρου<br />
Μια επίπεδη απουσία φωτός στον χρόνο)</p>
<h5><strong>ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ</strong></h5>
<p>Μερικές μέρες &#8211; πώς γίνεται<br />
Στέκουν πέτρινες με διάθεση σφίγγας<br />
Ανεξιχνίαστα κόμματα τις περιέχουν<br />
Ούτε μπρος ούτε πίσω ελίσσονται<br />
Παραμένουν μετέωρες γιατί<br />
Καμία κατεύθυνση δεν είναι οριστική<br />
&#8211; εκτός ίσως ο θάνατος<br />
Αυτό όμως το ξέρουν όλοι<br />
-Μια γνώση άχρηστη-</p>
<p>Παραμένουν αβέβαιες γιατί<br />
Απόλυτο είναι το τίποτα<br />
Ποιος δεν το θυμάται</p>
<p>Παραμένουν μισές, ατελείς γιατί<br />
Ακέραια μόνο η πρώτη θλίψη<br />
Την ώρα που έρχεσαι και δεν ξέρεις</p>
<p>Αυτές είναι απλώς μέρες πέτρινες<br />
Δονούνται σα μοναχικές χορδές<br />
Σε τρομακτικές κοσμοπλημμύρες<br />
Ξέρουν πως ο θάνατος, το τίποτα, η πρώτη θλίψη<br />
Εκείνες είναι απλώς ασήμαντο προανάκρουσμα<br />
Ή κι ένα ξέφτι μιας χαμένης μνήμης<br />
Μπορεί το απόσταγμα του τέλους<br />
(Αν θες το συζητάμε)<br />
Τίποτα δε θα βγει, να ξέρεις<br />
Το χαμόγελό σου θα πετρώσει. Μόνο.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;</strong></h5>
<p>Να βγάλεις τα δόντια της Ποίησης<br />
Είναι μια κοπιαστική δουλειά</p>
<p>Στην επικεφαλίδα<br />
Στρίβεις εκατέρωθεν την τανάλια<br />
Κι όπως τεμαχίζονται οι συλλαβές<br />
Χαμηλότονες οιμωγές<br />
Από ξέμπαρκα φωνήεντα</p>
<p>Ζωηρές υλακές<br />
Σύμφωνα αιμόφυρτα<br />
Διανθίζουν τον κάματο με ηδονή<br />
Εκτέλεση μετά μουσικής<br />
Η αρχή τόσο εύκολη πάντα</p>
<p>Το κύριο σώμα πιο συμπαγές<br />
Ή πιο απροσδιόριστο δείχνει<br />
Με κρεμάμενες λέξεις<br />
Και κρεμασμένα όνειρα<br />
Φίλιους γλωσσοδέτες<br />
Κι ανοίκεια περάσματα<br />
Στο φως ή το σκοτάδι</p>
<p>Ένα σχέδιο χθόνιο<br />
Κρυμμένο στο κωδικό βλέμμα<br />
Του Ποιητή<br />
Αυτό το αίνιγμα<br />
Πρέπει να αποκεφαλίσεις<br />
Πριν σε καταπιεί</p>
<p>Και εκεί μπορεί να βρεις τα σκούρα<br />
Ανάμεσα στους δόλιους στίχους<br />
Γκρέμνια και δαίδαλοι</p>
<p>Πάλεψε είναι μόνο λέξεις<br />
Ο Ποιητής πάντοτε δραπετεύει<br />
Στις νεώτερες όσο τις χτίζει<br />
Πάλεψε έχει τον τρόπο<br />
Για τον θάνατο η τανάλια<br />
Εκτός αν ίσως<br />
Βρούνε απάγκιο στον μυχό της</p>
<p>Δίνουνε κάποτε οι Ποιητές στις λέξεις<br />
Γενετικές πληροφορίες για τις μάχες<br />
Να κάνεις την τανάλ-ι-α φωλιά σου<br />
Το πιο πανούργο απ’ τα ποιητικά τεχνάσματα.</p>
<p>ΥΓ.<br />
Ό,τι και να γίνει όμως<br />
Οι ποιητές -όλοι το ξέρουν-<br />
Κολυμπούν στις θαμπάδες των γυαλιών τους<br />
Κι είναι φορές που πνίγονται<br />
Από καθημερινά κύματα σκόνης<br />
Κρύβουν τα δάχτυλά τους<br />
Στις ποντικοπαγίδες<br />
Κάθε ξεφωνητό ένας καινούργιος στίχος<br />
Μόνο όταν μαθαίνουνε τη μυρωδιά τους<br />
Τα τρωκτικά δεν καταδέχονται<br />
Τα τελευταία δάχτυλα<br />
Αυτά θέτουν εν τέλει<br />
Επί τον τύπον των ήλων</p>
<p>(Πόση ζημιά να κάνεις<br />
Με τα κουρέλια των χεριών.)</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΞΟΡΚΙΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΟΤΙ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ</strong></h5>
<p>Ότι η αγάπη είναι θηλιά<br />
Βρόχος τα στεγνά μεσημέρια<br />
Τα δάχτυλα όταν κουράζονται<br />
να σκάβουνε στο δέρμα</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι τρόμος<br />
Ανήμερα του Παιδιού<br />
Σαν κάτω απ’ το κρεβάτι<br />
βόλοι διαβολικοί γελούνε</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι θύελλα<br />
Στο δάσος που στοιχειώσαν<br />
εκδρομείς ανήξεροι<br />
άνευ δακρύων τη βροχή ατενίζουν</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι θρύλος<br />
Ένα ποτάμι από οξύ<br />
Μια λίμνη μανιασμένη<br />
Ένα στόμα αίμα</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι ζήτημα<br />
Μια βιοψία τη νύχτα<br />
Ένα λάθος το πρωί<br />
Η συνταγή που χάθηκε</p>
<p>(Απ’ τον φαρμακοτρίφτη σου)</p>
<p>Κι ο φαρμακοτρίφτης πάντα θα κεντά το λάθος με σπουδαίες<br />
κλωστές στο τρυφερό σου δέρμα έτσι θα εξαντληθούνε<br />
οι ανοιχτές πληγές γλυκά και καθώς πρέπει θα κακοφορμίσουν<br />
τα ποιήματα θα συσταλούν οι γυμνές λέξεις τι<br />
περιμένεις από τόση επιστήμη να διορθώνει τα ρήγματα<br />
της νύχτας σχολαστικά;</p>
<h5><strong>ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΤΕΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Για την κόρη μου</p>
<p>Κι ήξερα πως όταν λέω «κοτσύφι»<br />
Γλιστρώ σημαίνει στο κουκούλι της λέξης<br />
Αλλάζω σε κάμπια εγκυμονούσα<br />
τα τρυφερά της σύμφωνα<br />
το όνειρο της χαμηλής πτήσης</p>
<p>Κι ήθελα να αθροίζω γέλια<br />
Ακριβά υλικά στο κρησφύγετό της<br />
Χοάνη άχρονες εκπλήξεις στο μαξιλάρι της<br />
Σε ένα σούσουρο νότες σοφές<br />
Ένα σπιτάκι με θηλιές από αγάπη</p>
<p>Κι ήτανε πριν βγούμε στη σκηνή με τα φώτα<br />
Για να ντυθούμε τις καινούργιες μας πράξεις<br />
Ήσυχα να ξεχειμωνιάσω στον τοσοδούλη λοβό της<br />
Να γεννήσω -το έταξα- ώς την άνοιξη<br />
τα καινούργια φτερά της</p>
<p>(Να με βρίσκει πεταλούδα άφτερη να τριγυρνώ<br />
στη σκιά απ’ το φως της.)</p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Κατρακυλώ βαθιά τη νύχτα<br />
Στο στήθος σου μονήρης<br />
Απροστάτευτη από συμβόλαια<br />
Γυμνή ένδυμα νυχτερινού περιπάτου<br />
Όταν αρχίζουν οι μεταμορφώσεις χρυσή βροχή<br />
Θα τυλιχτείς στα μαλλιά μου<br />
Όπως ασάλευτος προσμένεις το θαύμα<br />
Βαρομετρικά χαμηλά υψηλά ποσοστά υγρασίας<br />
Οι άνεμοι ασθενείς με μεταπτώσεις<br />
Ένας διάφανος φλοίσβος στα σεντόνια<br />
Μεσίστια τα συνοδά όνειρα<br />
Συναντιόμαστε στον παφλασμό των κορμιών<br />
Αλλόκοτοι μικροί θεοί<br />
Οι ώρες μάς φέρνουν πίσω καθημερινούς</p>
<p>«Μερικά ταξίδια τελειώνουν πάντα το πρωί»</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΔΙΑ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ<br />
</strong></h5>
<p>Αν θέλεις την αλήθεια στο κάδρο<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Άφησε ανθρώπους να πηγαινοέρχονται<br />
Ένα πολύχρωμο πλήθος<br />
Δίνει δώρα και φεύγει<br />
Γεμίζει τον τόπο ανάσες δροσερές<br />
Και γίνεται καπνός πριν σκοτεινιάσει<br />
Αν κάνουν πως μιλούν μην ξεχαστείς<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Σβήσε τα επιπλέον χρώματα<br />
Ακολούθησε τις οδηγίες των ματιών τους<br />
Προτίμησε το απογευματινό φως<br />
Είναι αρκετά κοντά στην αλήθεια<br />
Ένα βήμα πριν τις ανεπιθύμητες απόπειρες<br />
Σμίκρυνε τους τυπικούς επισκέπτες<br />
Περνούν τις θύρες αλύγιστοι<br />
Ευθυτενή πρόσωπα<br />
Αμήχανα χέρια<br />
Αναποφάσιστες λέξεις<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Μην τους εξαφανίσεις<br />
Μία καλή σμίκρυνση<br />
Δικαιούνται ένα κομμάτι στο κάδρο<br />
Διεκδικούν λύσεις, δεν το θυμάσαι;<br />
Έχουν μια ατζέντα από φορμόλη<br />
Γράφουν, σβήνουν, λένε, ξελένε<br />
Βγάλε τις λέξεις είπαμε<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Τώρα εκείνοι κάθονται οκλαδόν<br />
Ή καπνίζουν<br />
Ή ρεύονται<br />
Ή θυμώνουν<br />
C9]<br />
Ή κάνουν έρωτα<br />
Ή γεννάν παιδιά<br />
Ή έχουν κατάθλιψη<br />
Ή κοιμούνται<br />
Ή ελπίζουν.<br />
Ίσως να πίνουν τσάι.<br />
Κι ένα κοριτσάκι<br />
Κουνάει μια γυμνή κούκλα<br />
Μπροστά στα ασφαλτοστρωμένα μας μούτρα<br />
Αυτό σε πρώτο πλάνο<br />
Ούτε κλαίει<br />
Ούτε γελάει<br />
Η κούκλα είναι ξεμαλλιασμένη<br />
Και δε φοράει τίποτα, τσιτσίδι<br />
Δεν έχει άλλο. Μην κουράζεσαι.<br />
Το κάδρο σου τέλειωσε.<br />
Κι αυτή είναι η αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΔΑΚΡΥΑ</strong></h5>
<p>Περίμεναν τόση ώρα να κατηφορίσουν.<br />
Χθεσινές δουλειές να τελειώσουν<br />
Ανούσιες ανταλλαγές λέξεων<br />
Δολοφονικές βεβαιότητες<br />
Να ταξινομούνται πάνω στο τραπέζι.<br />
Τα βαρίδια μιας δομημένης ρουτίνας<br />
Ένα άδειο βλέμμα<br />
Κι άλλο ένα<br />
Η απουσία γλείφει<br />
Ό,τι ξέμεινε σφριγηλό.<br />
Ύστερα λοιπόν η σειρά τους.<br />
Το κορμί σε συναγερμό<br />
Πλημμυρίδα άμπωτη<br />
Ασυγχρόνιστα στην περιοχή της καρδιάς.<br />
Κάτι που άρχισε να τρίζει<br />
Πάει να ανοίξει<br />
Μια παλιά υπόσχεση, μια ξεχασμένη πόρτα.<br />
Τίποτα δεν ολοκληρώθηκε<br />
Μαζεύτηκαν προς τα πίσω<br />
Τα ρέοντα ερωτηματικά<br />
Οι υγρές απώλειες<br />
Οι δρόμοι του νερού<br />
Άτακτη υποχώρηση<br />
Στα όρια του κενού.<br />
Για τα περαιτέρω<br />
Χάθηκε το κλειδί<br />
Ή έφταιξαν τα προαπαιτούμενα χρέη.<br />
Τα μάτια έμειναν απότιστοι βολβοί.</p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ</strong></h5>
<p>Δεν ακούμε μουσική μαζί.<br />
Όχι πια, ούτε την κλασική<br />
Που μου ’μαθες να μετρώ<br />
Τις εισόδους των οργάνων<br />
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες<br />
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά<br />
Λόγια ανθισμένα<br />
Που ακουμπούσα με φιλιά<br />
Στο μαξιλάρι σου<br />
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.<br />
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα<br />
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες<br />
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό<br />
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει<br />
Ένα κορμί όρθιο<br />
Ένα κορμί ξαπλωμένο<br />
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.<br />
Κι έτσι αγάπη μου<br />
Οι νότες πια κατρακυλούν<br />
Στο κορμί μου γυμνές<br />
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο<br />
Στήθος της αμαζόνας.<br />
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι<br />
Η Κρύα φοράει κάλτσες<br />
Στα μελανιασμένα της όνειρα.<br />
Οι νότες κατρακυλούν<br />
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,<br />
Στα χέρια μου<br />
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.<br />
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου<br />
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες<br />
Πολεμίστρες μουσικής<br />
Να απλώνω τα μαλλιά μου<br />
Στα χώματα<br />
Να σέρνονται στα χώματα<br />
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.<br />
Δεν είσαι εκεί<br />
Να τυλιχτούν γύρω σου<br />
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου<br />
Σαν η αιώνια υπόσχεση<br />
Η αιώνια απειλή<br />
Ο πιο θνητός έρωτας<br />
Στο βασίλειο των ερώτων.</p>
<p>(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Βακχικό, τ.32)</p>
<h5><strong>ΔΟΚΙΜΕΣ ΜΕΤΡΟΥ</strong></h5>
<p>Τότε που η αμετρία χάθηκε<br />
Μετοίκησε το ανυπόληπτο πάθος<br />
Νηνεμείς οι σχέσεις οι στιγμές<br />
Άδειασε η πολιτεία<br />
Απ’ τους ψηλοπόδαρους μουσικούς<br />
Είδα τα δάχτυλά τους να εξαερώνονται<br />
Γέμισαν οι στοές της αγοράς αρχαγγέλους<br />
Με απόχες παγιδεύανε ό,τι έλαθε της Νέας Εποχής<br />
Τις ξεμαλλιασμένες προσευχές μας<br />
Λαχανιάσματα σε στοργικούς στάβλους<br />
Συλλέγανε κρυφά τις ονειρώξεις<br />
Των έγκλειστων δεσποινίδων<br />
Έμεινε ένας κρανίου τόπος<br />
Στολισμένος γιρλάντες ευπρεπισμού<br />
Έμειναν μονολεκτικές απαντήσεις σε τοξικές ερωτήσεις<br />
Περιφερόταν μια μακιγιαρισμένη θλίψη.<br />
Αχυρένιος ο πόνος<br />
Όταν κεντάς με γαντοφορεμένα δάχτυλα κρίνου<br />
Κήπους γυμνούς<br />
Σπίτια απαλλαγμένα από τη ζέστη<br />
Τους είναι άγνωστο το κρύο<br />
Δεν ξέρουν από αίμα και φωτιές.</p>
<p>Αν θέλεις σάρκα<br />
Να κάτσεις στο περβάζι μεσάνυχτα<br />
Να κελαηδήσεις ουρλιαχτά<br />
Να ορμηνέψεις τρελούς<br />
Να γίνεις χώμα διάολε<br />
Πριν κλάψεις για τη μουσική<br />
Πριν νοσταλγήσεις φόβους<br />
Το νου σου<br />
Θέλει κότσια η ακροβασία στο κενό<br />
Έχει αγκάθια η μνήμη των νεκρών πουλιών<br />
Αν θέλεις αυτή την ελευθερία<br />
Γδύσου τους στρατολογημένους σου άθλους<br />
Βγες στο κατώφλι άοπλος<br />
Και καλωσόρισε τους εφιάλτες σου.</p>
<h5><strong>Η ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Η κάθε μέρα<br />
Όπως κυλάει στο δέρμα σου<br />
κυλάει και στο δικό μου<br />
Απ’ το μεσόφρυδο ξεκινά<br />
Συντηρεί θυμούς και λύπες<br />
Περιγράφει απώλειες και διαψεύσεις<br />
Ρυμοτομεί τον πόνο<br />
Και προχωράει υγρά αυλάκια<br />
Σκαπανείς με συνέπεια<br />
Στις φυλλοβόλες μας ώρες<br />
Αργά σκάβουν τσαλακωμένους ανδριάντες<br />
Μισιακούς θεούς αποκρουστικές αλήθειες<br />
Κατεβαίνουν μοιραία στο λαιμό<br />
Μες στην αυλή τους ταξιδιάρικα<br />
Βαθαίνουν με τα άψυχα χάδια<br />
Συνωμοτούν για ένα ευθύ καρδιογράφημα<br />
Βαπτισμένο κανονικό<br />
Τόσο που γίνεται εμμονικό<br />
Δαιμονικό.</p>
<p>Η κάθε μέρα ανυποχώρητη<br />
Κάνει έφοδο στις όψεις της ομίχλης<br />
Στα τεθλασμένα όνειρα<br />
Στις ασαφείς υποσχέσεις<br />
Μάχεται τις οδύνες και τις ηδονές<br />
Ξεδιάντροπα μας αφοπλίζει<br />
Μας γδέρνει<br />
Απ’ την αλήθεια του κορμιού<br />
Ξελευτερία φωνάζει εκείνο<br />
Ξέπλεκα μαλλιά τυλίγουνε αντένες<br />
Δεν κλείνεις εύκολα το στόμα στην αλήθεια.<br />
Έφοδος όμως<br />
Ο στρατός των επαναλήψεων<br />
Ατσαλάκωτοι κλώνοι στη σειρά<br />
Ρυθμός εμβατήριο<br />
Μισή μερίδα, φοράνε μάσκες<br />
Νομίζεις είναι ομορφιά<br />
Σιγουριά ζεστασιά<br />
Μην το νομίζεις<br />
Έχουνε τσακισμένα πρόσωπα από μέσα<br />
Διαλυμένα περιοχές υγρές<br />
Μάζα αδιαφοροποίητη χωρίς χαρές<br />
Χάρες<br />
Η μόνη σιγουριά<br />
Βαδίζουν μια ακόμη μάχη κερδισμένη<br />
Επ’ ώμου έχουν τη ρουτίνα<br />
Ρυθμικές εκπυρσοκροτήσεις κι έτσι<br />
Φονεύουν το μικρό απροσδόκητο<br />
Την παράνομη θλίψη<br />
Απροστάτευτα στους ναούς μιας μακρινής θύμησης<br />
Μιας ακόμη πιο μακρινής ελπίδας.</p>
<p>Η κάθε μέρα ανυπέρβλητος θεός.</p>
<h5><strong>ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ</strong></h5>
<p>Μικρή φιλική κουκουβάγια<br />
Με κόμπους ιδρώτα<br />
Στα χοντραγυαλιά<br />
Όταν πετάει πάνω κάτω<br />
Σκουντουφλά στα δέντρα<br />
Και το δάσος βουίζει αρχαία μυστικά.<br />
Το πρωί φοβάται τα θρύψαλα του σκοταδιού<br />
Στο ασπράδι των ματιών της.<br />
Καθαρίζει τη φωλιά της<br />
Με τα αγχωμένα χνότα της<br />
Και μαζεύεται σ’ ένα σοφό ύπνο<br />
Γεμάτο ερωτηματικά.<br />
Φοβάμαι να τη ρωτήσω<br />
Για όσα δεν απορώ.</p>
<h5><strong>ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ…</strong></h5>
<p>Παράξενος έρωτας<br />
Απροσδιόριστης υφής<br />
Ντυμένος λέπια<br />
Απλωμένος σε σανίδες<br />
Τελευταίας σωτηρίας<br />
Ελίσσεται ωσαννά<br />
Χορεύοντας<br />
Κατρακυλά κίτρινες μέθες<br />
Φαλτσάροντας<br />
Χαρίζεται σε ου ραγούς<br />
Φωλιάζει σε απόκληρες ανάσες<br />
Παράξενος έρωτας<br />
Μεγάλωσε σε φυλακή<br />
Ξέρει από θυσίες της σάρκας<br />
Τα ταγγισμένα απόβραδα<br />
Πριν σκίσω τα ομορφότερα ποιήματα<br />
Πριν δεθώ καλλίπυγους εφιάλτες<br />
Πριν ερωτευτώ ξανά πλουμιστές απώλειες<br />
Πριν απελάσω τον οίκτο<br />
Θρονιάζεται στα γόνατα της θλίψης<br />
Βουρκώνοντας εξαερώνεται στους μεγάλους ουρανούς<br />
Υπόσχεται ροδαλά, παχουλά μηδέν<br />
Υποκλίνεται δουλικά στους ακύμαντους δρόμους<br />
Άφτερος δοκιμάζει ουράνιες πτήσεις<br />
Παραμιλά, σου λέω, ανύπαρκτες λέξεις<br />
Ονειρεύεται λιωμένες χιονοστιβάδες<br />
Μέχρι τις ρίζες των μαλλιών βυθίζεται<br />
Σε ληγμένα σκοτάδια<br />
Παράξενος έρωτας<br />
Τι παράξενος έρωτας…</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΡΓΟ</strong></h5>
<p>Θα παρελάσω πρώτη στην πομπή των χελιδονιών<br />
Σε αιώνες άδειους απ’ τα βήματά σου<br />
Ούτε μία μικρή υπόσχεση<br />
Αυτό είναι το έργο απ’ την αρχή<br />
Ένα δωμάτιο με αόρατες αντηχήσεις.</p>
<h5><strong>ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ακόμη κι ο πόνος<br />
Έμαθε να ζωγραφίζει<br />
Τον κομμένο λαιμό του.<br />
Αυτοθαυμάζεται.<br />
Κανακεύει τις ματωμένες του σάρκες.<br />
Υπονομεύει με τα τερτίπια της τέχνης<br />
Τη βασιλεία του.</p>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ</strong></h5>
<p>Όταν ακόμη η μέρα δίνει παράσταση<br />
Τρικλίζοντας με βήμα αστάθειας<br />
Σαν να πατάει από γυαλιά ανάμεσα<br />
Χρώματα που δεν της ταιριάζουν<br />
Ο ουρανός χάνεται<br />
Πριν το χειροκρότημα φεύγει<br />
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του<br />
Τυλίγεται ντρέπεται για τα καμώματά της<br />
Φεύγει κι είναι έρημα<br />
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες<br />
Σπιτάκια από σύννεφα<br />
Αν όχι αυτός, τότε τι<br />
Μαθαίνω πώς είναι να απλώνω το βλέμμα<br />
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά<br />
Όμως ένας ολόκληρος κόσμος<br />
Παρατημένος στην τύχη του σκέφτομαι<br />
Στρέφω το βλέμμα<br />
Ψηλά όμως όχι<br />
Πώς είναι χωρίς αυτό που μάθαμε να είναι<br />
Ένας δεδομένος ουρανός<br />
Κι έπειτα το τρένο φτάνει όπου έπρεπε<br />
Ή ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε<br />
Βγαίνω έξω<br />
Ένα καινούριο σύμπαν<br />
Να κάνω τις δουλειές μου έστω και χωρίς<br />
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-<br />
Ένα μπουφάν φουσκωτό από αέρα<br />
Σύννεφα ξεχασμένα<br />
Νιώθω γαλάζια<br />
Ξεκολλάω απ’ τη γη<br />
Με το μπουφάν το φουσκωτό<br />
Πασχίζω<br />
Και πασχίζω<br />
Λίγο ψηλότερα<br />
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι όταν τον φτάνεις<br />
Κι έτσι στοιχίζομαι ε τις αέριες μάζες γύρω μου<br />
Τεντώνομαι διπλώνομαι<br />
Κάνω γωνίες αεροναυπηγικής δυναμικής<br />
Το κορμί μου παγώνει<br />
Σε στάσεις ενστικτώδους τελειότητας<br />
Με το μπουφάν το φουσκωτό<br />
Το μαύρο<br />
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-<br />
Φτερά και πούπουλα<br />
Να κακαρίζει ο τόπος<br />
Και δεν σαλεύω<br />
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη<br />
Ήτανε νόθα τα πουλιά<br />
Φτερά μισά και πούπουλα δαρμένα<br />
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε<br />
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά<br />
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό<br />
Και πάλι φτάνοντάς τον.<br />
Και κάπου εκεί<br />
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη<br />
Και το μπουφάν να κελαηδάει τα επί γης μου χρέη<br />
Τα αιτήματα περί ουρανού σε περιπτύξεις με το χώμα<br />
Και κάπου εκεί το παίρνω απόφαση<br />
Όπως μιλάς πρέπει να πετάς<br />
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο από την έλλειψη φτερών της προκοπής<br />
Αέρα στο μπουφάν μου<br />
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω<br />
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου<br />
Στο τέλος – δεν μπορεί-<br />
Θα αναστηθεί κάτι στη θέση του ουρανού<br />
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.</p>
<p>(Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα www.thraca.gr)</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΥΤΑ (2008)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΟΝΟ</strong></h5>
<p>Κουβαλώ ένα ποτάμι<br />
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.<br />
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών<br />
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.</p>
<p>ΤΑΞΙΔΙ<br />
Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.<br />
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν<br />
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.<br />
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.<br />
Συνεχίζω να είμαι μουγγή<br />
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.<br />
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ</strong></h5>
<p>Στην κόψη της θλίψης<br />
το παρόν θολώνει<br />
από εικονίσματα του χθες<br />
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ<br />
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.</p>
<p>Η φρίκη φτιασιδώνεται<br />
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.<br />
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως<br />
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να &#8216;ναι.</p>
<p>Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας<br />
τυλίγονται προσεκτικά<br />
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών<br />
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους<br />
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.</p>
<h5><strong>ΠΙΚΡΕΣ</strong></h5>
<p>Κλεισμένες σφιχτά<br />
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,<br />
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,<br />
οι πίκρες που μας αναλογούν<br />
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.<br />
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας<br />
θα καταφέρει να ορθοποδήσει<br />
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.<br />
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες<br />
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας<br />
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια<br />
με τα σαρκοβόρα τους στόματα<br />
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.<br />
Τη ζωή μας.</p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ</strong></h5>
<p>Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,<br />
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.<br />
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός<br />
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.</p>
<p>Να γίνει πώς;<br />
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;<br />
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,<br />
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.<br />
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας<br />
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές<br />
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής<br />
στο καρναβάλι των επιλογών μας.</p>
<p>Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,<br />
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο<br />
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο<br />
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.</p>
<p>Για όνομα του φόβου!<br />
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;<br />
Ίσως γι&#8217; αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες<br />
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.</p>
<h5><strong>ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου<br />
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια<br />
στο μέτωπο του έρωτα.<br />
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν<br />
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης<br />
στα βήματά μας.<br />
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;<br />
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.<br />
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.<br />
Γνώριμα και απειλητικά.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ</strong></h5>
<p>Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.<br />
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου<br />
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα<br />
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.<br />
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα<br />
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους<br />
τους δρόμους που παρέκαμψα<br />
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση<br />
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο<br />
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία<br />
γύρω απ’ το κρεβάτι μου<br />
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα<br />
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
δουλεύω οκτάωρο<br />
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα<br />
κάνω έρωτα άλλη μία<br />
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.<br />
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.<br />
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου<br />
στο κόκκινο της φωτιάς τους.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα<br />
να πλησιάσουν.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.<br />
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,<br />
και χωρά στη χούφτα μου.<br />
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα<br />
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–<br />
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΜΕΣΑ</strong></h5>
<p>Στην κοίτη της λύπης μου<br />
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό<br />
με δικά μου χρώματα<br />
– που και που δανείζομαι<br />
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.<br />
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.<br />
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας<br />
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;</p>
<p>Στην κοίτη της χαράς μου<br />
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.<br />
Χωρίς ενδοιασμούς<br />
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.<br />
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.<br />
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές<br />
και τα καταπίνω αμάσητα.</p>
<p>Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά<br />
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.<br />
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου<br />
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί<br />
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.</p>
<h5><strong>ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ</strong></h5>
<p>Αιδοία και δάκρυα<br />
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες<br />
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.<br />
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.</p>
<p>Τη μέρα περισσεύουν<br />
στη νύχτα δε χωρούν.</p>
<p>Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί<br />
πως συνιστούν με επιτυχία<br />
συναφείς απομιμήσεις ζωής.</p>
<h5><strong>ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.<br />
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.<br />
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.<br />
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο<br />
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.<br />
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.<br />
Συνοψίζεται<br />
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ<br />
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών<br />
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.</p>
<h5><strong>ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ</strong></h5>
<p>Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας<br />
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.<br />
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.</p>
<p>Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.<br />
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων<br />
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.</p>
<p>Kannst du tanzen?<br />
Can you dance?<br />
Εγώ αψηφώ το θάνατο.</p>
<p>Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.<br />
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.<br />
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου<br />
άμμο και όνειρα και νερά.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις<br />
που συνοψίζονται στα μάτια σου<br />
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.<br />
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν<br />
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη<br />
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια<br />
αναζητώντας νύμφες στα δάση.<br />
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά<br />
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.<br />
Μυρμηγκιάζουν το φως<br />
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.<br />
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου<br />
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.<br />
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα<br />
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.<br />
Αν είναι να ηγείται κάποιος,<br />
θα ’θελα τη μουσική<br />
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ</strong></h5>
<p>Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.<br />
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.<br />
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.<br />
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,<br />
οι γραμμές των ματιών,<br />
οι σκιές της νύχτας μου.<br />
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.</p>
<h5><strong>ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ</strong></h5>
<p>Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια<br />
Σαν το αίμα που καίει<br />
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους<br />
Σαν την πληγή που αγαπά<br />
την επαφή της με τον αέρα<br />
Σαν το κραγιόν που θόλωσε<br />
τον καθρέφτη του νου σου<br />
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο<br />
Με ένα αντίο.</p>
<h5><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ</strong></h5>
<p>Η έμπνευση κρυώνει<br />
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη<br />
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι<br />
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί<br />
στα ερείπια-θεμέλια<br />
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα<br />
–το πιο όμορφο τραγούδι<br />
της εποχής των κύκνων–<br />
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ<br />
να ξηλώνει ποδόγυρους<br />
να οσμίζεται<br />
να περιμένει.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ</strong></h5>
<p>Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι<br />
Στις έννοιες οι λέξεις<br />
πρόστυχες αναδεύουν.<br />
Θα ’θελα από ένα κελάρι<br />
να τις ξετρυπώσω μία μία<br />
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού<br />
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο<br />
– σαν μαλακή ανάσα.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΙΚΑ</strong></h5>
<p>Μάτια αφημένα στους καθρέφτες<br />
μιας άλλης αντίληψης<br />
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα<br />
των ερωτικών υπαινιγμών<br />
καθώς στάλες του πρωινού καφέ<br />
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους<br />
απρόσωπα.<br />
Τώρα σκύψε στην άρνηση<br />
στα όρια του εγωισμού.<br />
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης<br />
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.<br />
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο<br />
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.</p>
<p>Τελικά η ανία<br />
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.</p>
<h5><strong>ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ</strong></h5>
<p>Και τότε έρχεται.<br />
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας<br />
με συντεταγμένες ανθρώπου<br />
κλειδώνει τα όνειρά μου<br />
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι<br />
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου<br />
διαχέει αόρατο δηλητήριο<br />
και παράφρονες χυμούς θανάτου.<br />
Και τότε φεύγει.</p>
<p>Όταν τελειώνει<br />
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη<br />
σ’ ένα βρομερό μπαρ.</p>
<h5><strong>ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές<br />
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.<br />
Οι σκέψεις μου μαβιές<br />
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους<br />
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.<br />
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται<br />
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.</p>
<p>Όσο μεγαλώνω,<br />
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες<br />
σκουραίνουν οι δεύτερες.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ</strong></h5>
<p>Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.<br />
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.<br />
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου<br />
μέσα μου.<br />
&#8230; Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ</strong></h5>
<p>Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.<br />
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.<br />
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.<br />
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.<br />
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.<br />
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.<br />
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές<br />
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.<br />
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.<br />
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.<br />
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.<br />
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.<br />
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,<br />
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.<br />
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.</p>
<p>Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες<br />
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.<br />
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.<br />
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.</p>
<h5><strong>ΝΑ</strong></h5>
<p>Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε<br />
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές<br />
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε<br />
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.</p>
<p>Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν<br />
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα<br />
Όχι για τ’ άλλα<br />
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά<br />
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.</p>
<p>Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών<br />
που παιδιά-κοχύλια γεννούν<br />
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν<br />
Όχι κατοικίδια λιβανωτά<br />
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα<br />
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.</p>
<p>Και τέλος<br />
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–<br />
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας<br />
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε<br />
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της<br />
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν<br />
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών<br />
και των ημίθεων<br />
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας<br />
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών</p>
<p>Που ξημερώνει στο δάσος<br />
Και την επόμενη μέρα περπατάμε<br />
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών<br />
Που πλένεται με φως<br />
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας<br />
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους<br />
Και τα φοράμε κατάστηθα.<br />
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια<br />
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα<br />
Στην ίδια συλλαβή.</p>
<p>Ναι γιατί όχι;<br />
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή<br />
της ανυπαρξίας<br />
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης<br />
Που τάζει και ξετάζει<br />
Λέει ξελέει<br />
Γελά και ξεγελά.<br />
Αυτά.<br />
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί<br />
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.<br />
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας<br />
Που μια φορά τ’ ακούς καλά<br />
Και δεν ξυπνάς ν&#8217; ακούσεις κι άλλο<br />
Γιατί ότι ήταν ξέγινε<br />
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες<br />
Τα δάχτυλα φαγωμένα<br />
Τρίβονται οι αντοχές<br />
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής<br />
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας<br />
κατοικεί στα έπιπλα.</p>
<p>Τα φαντάσματα συναγωνίζονται<br />
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως<br />
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.</p>
<p>Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά<br />
και δυσανάγνωστα<br />
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,<br />
κολυμπώ ελεύθερη.</p>
<p>Με αστραφτερά χέρια<br />
δοκιμάζω απλωτές<br />
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα<br />
σε μελαψούς πειρατές.</p>
<h5><strong>ΑΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<p>«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε<br />
μία γενιά και πέθανε.<br />
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε<br />
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.<br />
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε<br />
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της<br />
να ανανήψει στους ουρανούς.</p>
<p>Το γέρικο άχρονο σκιουράκι<br />
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος<br />
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.<br />
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.<br />
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.</p>
<h5><strong>ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<p>Τόση θέληση για τη ζωή τους!<br />
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!<br />
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!</p>
<p>Όταν έρχεται,<br />
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.<br />
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.<br />
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.<br />
Δεν περιμένουν απαντήσεις<br />
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.<br />
Δε σκύβω το κεφάλι.<br />
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους<br />
αντανακλά την ενοχή τους.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΡΑΣ</strong></h5>
<p>Χαμήλωσα το κεφάλι,<br />
καθρέφτισα την αγωνία μου.<br />
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα<br />
ένα να γίνω με την κοίτη.<br />
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.<br />
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.<br />
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.<br />
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.<br />
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.</p>
<p>«Και μήπως έρχεται ποτέ;»<br />
άκουσα σαν μέσα απ&#8217; όνειρο<br />
την γκρινιάρικη φωνή<br />
του παμπάλαιου θηλυκού<br />
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.<br />
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών<br />
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης<br />
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας<br />
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών<br />
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.</p>
<p>Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.<br />
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,<br />
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.<br />
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης<br />
που δε ρωτά, δε ρωτά&#8230;</p>
<h5><strong>ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ</strong></h5>
<p>«Μη με ξανακοιτάξεις έτσι»<br />
απαίτησε χωρίς να το εννοεί.<br />
«Δε θα μπορέσω να σε ξανακοιτάξω αλλιώς»<br />
της ψιθύρισε εκείνος.<br />
Έκλεισε την απειλή στο πιο παλιό συρτάρι της.<br />
Πέταξε το κλειδί.<br />
Πέταξε κι αυτή σφιχταγκαλιασμένη<br />
με το ανύπαρκτο μέλλον.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ</strong></h5>
<p>Στο κορμί μου συνωμοτούν σατράπηδες<br />
Στο μυαλό μου ακονίζονται μαχαίρια<br />
Στην ψυχή μου πολεμούν δαίμονες.<br />
Αιμορραγώ αιώνιες αλήθειες<br />
στη λεκάνη του ασυνείδητου.</p>
<p>Ποια νάρκη θα ξετρυπώσει πάλι<br />
το κατσούφικο πρόσωπο της καθημερινότητας<br />
στο θολωμένο οπτικό μου πεδίο;<br />
Προσδοκώ με πάθος<br />
την επιστροφή της γνώριμης απειλής της.<br />
Η αναμονή της επικείμενης καταστροφής<br />
να στριμωχτεί στα όρια αντοχής<br />
του ανθρώπινου μέτρου.</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">στην Ασπασία-Ραμόνα</p>
<p>Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο<br />
Μια σελίδα χωρίς γραμμές<br />
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο<br />
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη<br />
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο<br />
Τη δομή μιας φτερούγας<br />
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.<br />
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Τα κορμιά ήταν κίνηση χωρίς ύλη.<br />
Δε χαιρέτησαν, δεν προσπέρασαν<br />
δε ζήτησαν άδεια.<br />
Βολεύτηκαν ωστόσο.<br />
Οι παλιές ελπίδες,<br />
σαν δειλά κοράκια στο τελείωμά τους,<br />
φώτιζαν αναιμικά προσώρας.<br />
Τα καινούρια στοιχειά δεν ήταν θεριά.<br />
Θέριευαν όμως με το χρόνο<br />
σαν λιτανείες από μιλιούνια ρασοφόρων.</p>
<p>Χρόνια συλλέκτης στεναγμών σε άπλυτες κούπες<br />
είχε ξεμάθει να υποδέχεται<br />
και να ξεναγεί αγνώστους.<br />
Στην τσέπη του ένα παλιό κομπολόι.<br />
Στο στήθος του ένα ρημαγμένο ρολόι.<br />
Στη γλώσσα του ένα κάψιμο<br />
απ’ τους δρόμους που άρχιζαν και τέλειωναν<br />
στο κατακάθι του καφέ του.<br />
Με αυτά έκανε το ορίστε<br />
στους νεοφερμένους.<br />
Δεν άνοιξε διάλογο μαζί τους.<br />
Άλλωστε τι να πει;</p>
<p>Οσμίστηκε όμως τους λόγους τους.<br />
Τους βρήκε ξεχασμένους<br />
σαν το αγιόκλημα στο πατρικό του.<br />
Γκρεμισμένος σαν τα όνειρα<br />
που τον ταξίδευαν παιδί.<br />
Αποφασισμένους όπως τα δάχτυλά του<br />
όταν τσαλάκωναν τη διαβασμένη εφημερίδα.<br />
Παρ’ όλα αυτά, κάτι τον έσπρωχνε<br />
να τους παραδώσει το νυστέρι του φόβου.<br />
Επαγγελματικό, μαζί κοιμόνταν, μαζί ξυπνούσαν<br />
Χρόνια χάραζε την όψη του επιμελώς.<br />
Τα μάτια του ήταν στεγνά<br />
Δεν είχε δάκρυα να παζαρέψει.<br />
Παρέδωσε όμως χωρίς δεύτερη σκέψη<br />
Τα βαφτισμένα χαμόγελα<br />
με τα μισάνοιχτα δόντια,<br />
τα τεντωμένα χείλη,<br />
καρφωμένα στο τελείωμα των ματιών.<br />
«Παράδοση άνευ όρων λοιπόν&#8230; Αυτό περιμέναμε»<br />
παραδέχτηκαν οι καινούριες ελπίδες<br />
και αυτοδιορίστηκαν φύλακες-άγγελοί του.</p>
<h5><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ</strong></h5>
<p>Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες<br />
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.<br />
Θάλασσα κι ουρανός<br />
καιρός άγριος στην κάψα του<br />
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.<br />
Στον αφρό των κυμάτων<br />
σπάνε γυάλινες θύμησες.<br />
Στον αχό της άμμου<br />
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.<br />
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων<br />
παραμονεύεις εσύ ανίκητος<br />
Αεικίνητος<br />
Ρευστός<br />
Αειφόρος<br />
Ερπετός<br />
Αειθαλής<br />
Εσύ<br />
Καινούριος και παλιός<br />
Εσύ<br />
Στη σκιά της μέρας<br />
Στον παφλασμό της νύχτας<br />
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο<br />
Εσύ.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ</strong></h5>
<p>Τα τρίμματα του ανεξήγητου<br />
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.</p>
<p>Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας<br />
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα<br />
πριν τριτώσει το κακό.</p>
<h5><strong>ILLUSIONS</strong></h5>
<p>Τεμαχίζονται τα όνειρα<br />
σε περασμένες γεύσεις<br />
και βουτιές στο ανέφικτο.<br />
Το φως μιας κίτρινης λάμπας<br />
επισταμένα τακτοποιεί τις απώλειες<br />
σε επερχόμενες μοναχικές νύχτες.<br />
Οι πήχεις χαμηλώνουν διαρκώς.<br />
Πράσινοι κορμοί σωριασμένοι ολούθε<br />
στοιβάζονται στις γωνίες των ματιών μας<br />
σαν πνιγμένα μωρά.</p>
<p>Να ελπίσεις τι;<br />
Κι όμως.<br />
Στο κατακάθι της νύχτας<br />
Στο πηγάδι του φόβου<br />
Ψάχνω ακόμη στα τυφλά<br />
Την υγρή σκιά της παλάμης σου.</p>
<h5><strong>Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ</strong></h5>
<p>Πριν χίλια χρόνια<br />
μια παλλακίδα με ορμήνεψε<br />
να ορκιστώ σε μια ιδέα<br />
με σάρκα και οστά<br />
και στύση ελεγχόμενη<br />
απ’ τις σκιές του κορμιού μου<br />
στον ουρανό του κρεβατιού.</p>
<p>Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες<br />
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου<br />
ακατανόητους χάρτες απουσίας.</p>
<h5><strong>ΟΠΑΔΟΙ</strong></h5>
<p>Εντέλει κάθε φάμπρικα<br />
απομακρύνει από την πλαδαρότητα<br />
και προσανατολίζει στη ματαιότητα.<br />
Τα εργοστάσια ονείρων ωστόσο<br />
κατασκευάζουν οπαδούς.<br />
Ψηλούς και κοντούς.<br />
Απαισιόδοξους και αιθεροβάμονες.<br />
Απροετοίμαστους και οργανωμένους.<br />
Οπαδούς.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Μια φυλακή από φράουλες<br />
–δεν τίθεται θέμα–<br />
θα ’ταν ευπρόσδεκτη<br />
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.</p>
<p>Για σένα όμως όχι.</p>
<p>Ένα παράπονο από μέλι<br />
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–<br />
θα ανύψωνε το ηθικό<br />
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.</p>
<p>Το δικό σου όμως όχι.</p>
<p>Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς<br />
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς<br />
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων<br />
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια<br />
–τα δικά μου–<br />
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα<br />
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–<br />
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες<br />
του κορμιού μου<br />
και στρογγυλεύεις.</p>
<p>Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε<br />
και γίνεσαι ο κύκλος<br />
που κλείνει το μέλλον μου.</p>
<p>.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ (2018)</strong></h4>
<p>(Αποσπάσματα)</p>
<h5><strong>Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ</strong></h5>
<p>Αγάπησα δυο φορές. Μπορεί και τρεις τώρα που το σκέφτομαι. Όταν αγαπάω αδειάζω απ&#8217; όλα. Και μένει η αγάπη. Κι έτσι όπως είμαι, άδειο σακί, της λέω καλωσήρθες. Σαν το σπίτι σου της λέω, βολέψου, όπου βρεις χώρο, απλώσου. Και γίνομαι όλη μια υποδοχή για να ταιριάζει το σχήμα της. Καλοβολεύεται και αρχίζει τα δικά της.<br />
Ένα κέντημα στην αρχή που ξεκινάει από τον λαιμό και διασχίζει τον οισοφάγο. Κατρακυλάει σα μεθυσμένο. Κατασκηνώνει μες το στομάχι μου. Εκεί μαζεύονται οι παλιοί πόνοι. Εκεί, πότε κοιμούνται πότε ξυπνούν και άντε μου λένε, δε θυμάσαι, πότε κιόλας ξέχασες; Δεν ξέχασα, δεν ξεχνάω ποτέ. Πώς να ξεχάσω; Ζω με μνήμες δανεικές. Ζω με μνήμες που αψήφησαν το παρόν και το μέλλον μου. Ζω με μνήμες που σχίζουν σε εκατοντάδες μικρά κομματάκια τα ερωτηματικά μου σαν παλιόχαρτα.<br />
Πόσο τον ήθελα! Ήταν μια αγάπη που έκαιγε όπως η άμμος τα αυγουστιάτικα μεσημέρια. Μια αγάπη όλο ρωγμές από τη βεβαιότητα πως ποτέ. Ποτέ, γιατί δεν ήταν ο ήλιος που τον τύφλωνε. Δεν ήταν το νερό που έσταζε στα μάτια του. Ήταν εκείνη απλωμένη πάνω του σαν φωτιά και νερό και χώμα, σαν όλα τα στοιχειά της φύσης μαζί. Εκείνη στα χέρια του που μιλούσαν άλλοτε με τις εποχές. Πάντα με το κορμί της. Κι εγώ κάπου εκεί. Με τη γνώριμη φωλιά στο στομάχι μου. Το κέντημα να με<br />
ταξιδεύει. Ένιωθα πως ο βαθύς πόνος σκάλιζε έργα τέχνης στο κορμί μου. Γινόμουν όμορφη, όλο και πιο όμορφη, δεν το έβλεπε; Πώς δεν το έβλεπε; Οι ώρες κυλούσαν αργά, αποφάσιζαν με περίσκεψη τα χρώματα εκείνο το καλοκαίρι και για μένα ήταν ίδια, όλα ίδια. Τα εκτυφλωτικά πρωινά, τα μεσημέρια που καιγόταν ο τόπος, τα δειλινά, οι μεγάλες, δροσερές νύχτες, όλα ίδια, την ώρα που την έκλεινε στην αγκαλιά του και το γέλιο του ήταν δικό της. Μόνο για κείνη. Ένα γέλιο που δε σου ανήκει είναι ένα γέλιο κακό. Ένα γέλιο που γεμίζει το μυαλό σου τρύπες. Τρύπες που ανοίγονται μπροστά σου. Που θέλουν να σε καταπιούν. Μπορεί την ώρα που κοιμάσαι. Προσπαθούσα να μένω συνέχεια ξύπνια. Να μετράω τον πόνο μου σε λεπτά. Να βουλώνω με σκέψεις τις τρύπες. Όμως και οι σκέψεις γλιστρούσαν με το πιο απαλό αεράκι που ανακάτευε τα μαλλιά του. Γιατί δεν έφυγα; Μάλλον γιατί δεν είχε έρθει η ώρα. Έσκαβα λαγούμι και ακόμη δεν ήταν έτοιμο. Δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω αν και γιατί. Θυμάμαι μόνο τις τσαλακωμένες λαμαρίνες. Το κρύο στο μέρος της καρδίας. Τα πόδια μου ασάλευτα. Την Όλγα να γελάει σαν τρελή. Θυμάμαι το βλέμμα του κομμένο στα δυο, ένα κομμάτι χρόνου πριν κι ένα μετά, το γέλιο δικό της και το γέλιο κανενός πια και τα χέρια του που δε θα ξαναμιλούσαν με το κορμί της. Θυμάμαι μια λίμνη κόκκινη κάτω από το φεγγάρι. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Ξέρασα πάνω μου. Τον αγάπησα πρώτη. Ήμουνα η πρώτη που τον αγάπησα.<br />
Κι υστέρα ήρθε ο άλλος σαν άγγελος. Ένα αγόρι γεμάτο μουσικές και γέλιο. Ένα καινούριο αγόρι με το ίδιο όνομα. Γιατί άργησες; τον ρώτησα μα δεν κατάλαβε τίποτα, είμαι σίγουρη, γιατί με κοίταξε με βλέμμα καθαρό, χωρίς απαντήσεις. Δεν πειράζει, δε συγχρονίζονται τα όνειρα σκέφτηκα και συνέχισα να τον αγαπάω με ελπίδα. Γελούσε και πίστευα πως αυτό είναι ένα γέλιο για μένα. Πόσο όμορφο να σου ανήκει ένα γέλιο σκεφτόμουν και χάιδευα τα μαλλιά του. Η μπορεί και όχι. Ίσως μόνο με τη φαντασία μου. Δεν ήταν ακόμη η ώρα, γιατί να βιαστεί κάνεις να αλυσοδέσει το όνειρο; Ας ανθίσει καλύτερα, να ριζώσει και έτσι βουτούσα στο γέλιο του χανόμουν στο γέλιο του και δε φοβόμουν καθόλου! Ήξερα τον δρόμο μα και αν όχι, ήταν ένα δάσος<br />
από έρωτα, που αλλού να χαθώ; Μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Όμως όχι. Όχι. Για άλλη μια φορά όχι. Τον μάγεψε με τα μακριά μαλλιά της, με τις νωθρές κινήσεις, με το φιλντισένιο βλέμμα της. Τον μάγεψε γιατί μπορεί απλώς να είναι μάγισσα. Είναι μια κανονική μάγισσα.</p>
<p>Απλώνει στη νύχτα τα μαλλιά της<br />
Εξουσιάζει τις ανάσες<br />
Στύβει τη θλίψη<br />
Μένει μια φιδογυριστή γραμμή<br />
Να τραγουδάει σα σειρήνα<br />
Έξω απ&#8217; την πόρτα της<br />
Μπροστά στα πόδια της<br />
Κι εκείνοι της παραδίνονται<br />
Υπάκουα σαν ηττημένος στρατός<br />
Ρίχνουν στα πόδια της τις εξαρτύσεις τους<br />
Της χαρίζουν το γέλιο τους<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;</p>
<p>Δεν μπορούσα να αποφασίσω εγώ. Δεν ήταν δική μου απόφαση. Η ζωή και ο θάνατος εννοώ. Και φυσικά και ο έρωτάς τους. Γιατί έφτασε ένα λεπτό. Τι λέω, μια στιγμή. Μπήκε στο μπαρ που καθόμασταν, κάθισε στο τραπέζι μας. Συστήθηκε μονή της. Εγώ έτσι κι αλλιώς ούτε που θα το σκεφτόμουν.<br />
Δεν είχα λέξεις, οι λέξεις μου είχαν πετάξει. Είχα μεταμορφωθεί σε έναν απλό θεατή, σε έναν βουβό θεατή μπροστά σε αυτό το θαύμα που εκτυλισσόταν μπροστά μου. Τα γνωστά. Τα μαλλιά της απλωμένα στη νύχτα, το τραγούδι της θλίψης μπροστά στα πόδια της, να τον καλεί μαυλιστικά. Δεν ήθελε πολύ. Την αγάπησε σαν τρελός. Κι εγώ δεν πρόλαβα ποτέ να του χαϊδέψω τα μαλλιά.<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες; , ·<br />
Ένας μανδύας έπεφτε στο μυαλό μου και σκέπαζε το παρόν. Δεν ένιωθα τον πόνο. Έφευγε μαζί με τις ζωντανές στιγμές. Πού ήμουν; Ποια ήμουν; Τι έλεγχα; Πόσο πίστευα σε εκείνο που ερχόταν, συνέβαινε; Κανείς δεν ήταν μαζί μου. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Δεν άφηνα αποτυπώματα. Ήξερα,<br />
δεν ήμουν εγώ. Εγώ ήμουν φευγάτη σε μια μικρή περιοχή θαλπωρής. Ακόμη και ο φόβος έμοιαζε ασήμαντος. Έμοιαζε φίλος. Φτιαγμένος για να με ταξιδέψει σε έναν κόσμο από τραπουλόχαρτα. Έβλεπα τα μάτια τους καρφωμένα γερά με καρφιά στο πάτωμά. Και γελούσα. Ένα γέλιο δικό μου. Ένα γέλιο που μου ανήκε.<br />
Δεν μπορούσα να φύγω από το μυαλό μου. Δεν έφταιγα για το μέλλον. Κανένας δεν μπορεί να ορίσει το μέλλον. Ούτε καν οι μάγισσες.<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;<br />
Ο τρίτος έρωτας ήταν ο μοιραίος. Ήρθε σα θεία δίκη όταν όλα είχαν τελειώσει. Όταν όλα είχαν φύγει απ&#8217; τα χέρια μου. Και απ&#8217; το μυαλό μου<br />
Όταν όλα είχαν γίνει ένα ποτάμι αίμα στην άσφαλτο. Μέτρησα τα βήματά μου μέχρι να τον συναντήσω. Ήξερα πως τον είχα σκεφτεί 1.863 φορές<br />
μέχρι να φτάσω. Όσες τα βήματά μου. Δεν έφταιξα για τίποτα. Όλοι πήραν αυτό που τους άξιζε.</p>
<p>Οι μάγισσες είναι για την πυρά, τα είπαμε αυτά<br />
Δεν ξέρω ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες.<br />
Ξέρω μόνο πως η Όλγα δεν κατάλαβε ποτέ.</p>
<h5><strong>Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ</strong></h5>
<p>Η αδερφή μου έχει έναν παράξενο τρόπο να σέρνει τις λέξεις. Λες και θέλει να τις κάνει δικές της. Λες και προσπαθεί να τις πείσει να την ακολουθούν και όταν τελειώνει ο ρόλος τους. Λες και της ανήκουν.<br />
Η αδερφή μου είναι παράλογα έξυπνη. Το μυαλό της δεν έχει μάθει να υποτάσσεται στους νόμους που το ελέγχουν. Τα βάζει συνέχεια με τα όριά του. Με τους δεσμούς που εμείς όλοι μάθαμε να δεχόμαστε. Είναι τόσο πεισματάρα!<br />
Πηγαίναμε Δημοτικό όταν μου είπε πως ήθελε να μάθει ισπανικά. Βαριόταν πολύ να κάνει μαθήματα, ήθελε όμως να διαβάσει τον Δον Κιχώτη από το πρωτότυπο. Όταν την είδα να υπογραμμίζει με κόκκινο μαρκαδόρο τις σελίδες του πρώτου τόμου, όταν την άκουσα να ψιθυρίζει ένα ποτάμι λέξεων σε μια γλώσσα που δεν ήξερα και ούτε και αυτή ήξερε, όταν είδα τις ακατανόητες σημειώσεις της στα περιθώρια του βιβλίου την κοίταξα απλώς μέσα στα μάτια.<br />
«Τα ονειρευόμουν. Για νύχτες.»<br />
Αυτό μου είπε. Τι; Τις λέξεις μάλλον όπως δένονται μεταξύ τους, τους ήχους, τα μυστικά της γλώσσας.<br />
Τρόμαξα. Μου διάβαζε πριν κοιμηθούμε ένα κεφάλαιο στα ισπανικά και εκείνη γελούσε ή δάκρυζε, σταματούσε μόνο για να σημειώσει ή να υπογραμμίσει και εγώ κάτω από τα σκεπάσματα έτρεμα από έναν βαθύ, πρωτόγνωρο φόβο. Έκλεινα σφιχτά τα αυτιά μου με τα χέρια μου. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο. Τι με πείραζε; Αφού δεν καταλάβαινα λέξη. Δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτό το αλλόκοτο τοπίο που είχε αρχίσει να μας κυκλώνει. Τι με πείραζε; , 7 ,<br />
Ώρες ώρες ένιωθα πως η αδερφή μου ζούσε απλωμένη στον χρόνο σα χταπόδι. Ζητούσε μερίδιο από το παρελθόν, έστριβε τον λαιμό μελλοντικών στιγμών όταν της κάπνιζε. Το παρόν ήταν του χεριού της. Και εγώ, εγώ ένιωθα τα πλοκάμια της να σαλεύουν γύρω μου, να χώνονται στα μαλλιά μου, κάτω απ&#8217; τα ρούχα μου. Ώρες ώρες να τυλίγονται γύρω απ&#8217; τον λαιμό μου..<br />
Την αγαπούσα. Πάντα την αγαπούσα. Ήθελα να τη γνωρίσω, ήθελα να με καταλάβει. Ήμασταν αδερφές σκεφτόμουν και έπειτα όμως έβλεπα πως αυτό δε δημιουργούσε κανένα αυτονόητο.<br />
Η Ντίνα ήταν φτιαγμένη αλλιώς, από μια παράξενη ύλη που φωσφόριζε ξαφνικά μες τη ζωή μας. Κυκλωμένη από αυτή τη φωτεινή αύρα δεν τα Ρ ποτέ με το σκοτάδι. Ταίριαζε με το σκοτάδι. Πόσο ταίριαζε! Ώρες ώρες σκεφτόμουν πως έμοιαζε σαν άλλη εκδοχή του.<br />
Μας σύστηνε σε μια πραγματικότητα που μας απωθούσε αλλά μας ανάγκαζε να μας αφορά. Ήμασταν ελάχιστοι μπροστά της. Κι εγώ και όλοι μας, στεκόμασταν θαμπωμένοι να αναρωτιόμαστε για την πηγή της δύναμης και της ευφυΐας της. Τόσο πολύ έξυπνη! Τόσο περισσότερο έξυπνη από όλους μας! Τρομάζαμε.<br />
«Πόσο όμορφη είσαι!» μου έλεγε εκείνη κάποιες φορές και τα μάτια της έκαιγαν. Δεν μπορεί να ζήλευε. Γιατί; Ήταν πολύ περισσότερο από ωραία. Ήταν εκείνη που ξεχώριζε.<br />
Δεν ξέρω. Καμιά φορά σκεφτόμουν πως μπορεί και να μην της έφτανε αυτό.<br />
Μπορεί και κάτι να μου ξέφευγε.<br />
Εγώ πάλι δεν υπήρχα μόνη μου. Ήμουν φτιαγμένη για να απορροφώ και να αντανακλώ το φως των άλλων. Ήμουν φτιαγμένη για να αγαπώ και μόνο έτσι υπήρχα πραγματικό. Και αγάπησα. Αγάπησα και αγαπήθηκα δυνατά. Η ζωή ήταν καλή μαζί μου σ&#8217; αυτό. Με το σταγονόμετρο όμως. Η αγάπη μου δόθηκε για λίγο, σαν ένα διάλειμμα στο κενό, σαν αντίδωρο πες.<br />
Ένας πλασματικός χρόνος, ένας αχαρτογράφητος τόπος. Κι έπειτα τα χέρια τους η χώρα μου. Τα μάτια τους ο κόσμος μου. Εγώ, που χωρούσα ακριβώς στο εύρος των ματιών τους. Αυτό ήταν όλο. Αυτό ήμουν εγώ. Έτσι μόνο υπήρχα.<br />
Κι ύστερα, η καρδιά μου χωρίς χτύπο μπροστά στα νεκρά κορμιά τους. Γιατί;<br />
Το γιατί όταν το απευθύνεις σε ανίδεους αποδέκτες γίνεται αιχμηρό ψαλίδι που ξαναματώνει την πληγή. Γυρνάει μπούμερανγκ μες τα σπλάχνα σου. Το γιατί είναι μια φενάκη, μια σκατοψευδαίσθηση &#8211; τακτοποιήματος της οδύνης, του ακατανόητου της απώλειας. Το γιατί είναι μια μαλακεία που σε ξαναχωρίζει σε κομματάκια πριν και μετά, σε ό, τι υπήρξες και ό, τι δε θα ξαναείσαι ποτέ. Το γιατί μεταμορφώνει τη ζωή σου σε ένα τρελό, αβάσταχτο παζλ που δε θα τελειώσεις ποτέ.<br />
Εγώ όμως απηύθυνα το γιατί στη σοφή αδερφή μου. Γιατί Ντίνα; Γιατί; Και εκεί, μέσα στα βαθιά, ακατανόητα μάτια της, ακριβώς πίσω από το μειδίαμα, σα σχισμή να μπαινοβγαίνει ο πόνος, πίσω από το παλιό της γέλιο, έψαχνα να βρω&#8230; Τι; Τι έψαχνα να βρω; Γιατί Ντίνα; Γιατί σε μένα; Γιατί αυτό; Η αναπνοή μου γινόταν βαριά, μια καταδίκη.<br />
Η αδερφή μου ήταν σοφή. Ήταν πάντα η σοφή της οικογένειας. Περισσότερο σοφή απ&#8217; όσο δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.<br />
Είχαν και οι τρεις τους το ίδιο όνομα. Ίσως έπρεπε το δω στα μάτια της τη νύχτα με το τροχαίο. Ή όταν της είπα για τον Θανάση. Ίσως έπρεπε να το σκεφτώ από την αρχή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ</strong></h5>
<p>Λάφυρα του Αυγούστου<br />
https://pgoutas.blogspot.com/</p>
<p>Ενδιαφέρουσα η πέμπτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Ρίας Φελεκίδου (μεταξύ άλλων εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία και μία νουβέλα), που τιτλοφορείται Ο ασφαλής ποιητής και τυπώθηκε το 2025 από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Ποιήματα για την αλληλουχία των εποχών, την πανανθρώπινη πορεία της γυναίκας στη γη, την ερωτική αγωνία, τις ασύλληπτες μικρές χαρές της ζωής, για τις δενδροφυτεύσεις έρημων ζωών, για παιδιά που έρχονται από μακριά δοκιμάζοντας ν’ αντιγράψουν τη φωνή των πουλιών.</p>
<p>Από τις επιμέρους ποιητικές συστάδες (ενότητες) του βιβλίου ξεχώρισα το ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ (κυρίως για την αίσθηση της μη βεβαιότητας και της μη ποιητικής ασφάλειας, που χαρακτηρίζουν το γράψιμο της ποιήτριας), με πέντε συνολικά ποιήματα, που προσιδιάζουν στη στόχευση με εκείνα του βιβλίου του Στεργιούλα, αλλά και με κάποια ποιήματα του βιβλίου του Νικηφόρου. Αντιγράφω από τη σ. 45 το τελευταίο κομμάτι του ποιήματος «Χανς, ένας ασφαλής ποιητής», που, κατά τα φαινόμενα, χάρισε τον τίτλο και σ’ ολόκληρη τη συλλογή.</p>
<p>&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;</p>
<p>Ο Χανς τίποτα δραστικό δεν αποφασίζει.<br />
Δε συνιστούν ύλη ποιητική οι αποφάσεις.<br />
Μόνο να γράφει και να σβήνει και να αγωνιά.<br />
Η Ποίηση μέγγενη, μαγίστρα και μαυλίστρα<br />
Στο δωμάτιό του τον κρατά περήφανα να ιππεύει<br />
ίππους αόρατους σαν πέφτει η νύχτα<br />
και να μαζεύει ολόγυρά του ωδικά πουλιά<br />
το φως να διαλαλούν που επιστρέφει. Όμως<br />
παραμένει πάντα ζωντανή η σιγουριά του<br />
κι οι στίχοι του βέλη να σημαδεύουνε τους τοίχους</p>
<p>Μ’ απ’ τις ποιητικές βολές του ο κόσμος μένει απείραχτος.</p>
<p>•</p>
<p>Δεν γνωρίζω, τελικά, πόσο&#8230; απείραχτος μένει ο κόσμος από τη συγγραφή των τριών παραπάνω ποιητικών βιβλίων, που σας τα συστήνω ανεπιφύλακτα. Η ανάγνωσή τους, όμως, ακόμα κι αν δεν μεταμορφώσει τον περίγυρό μας προς το καλύτερο και το ευγενέστερο, το λιγότερο θα αλλάξει, έστω προσώρας, τον τρόπο σκέψης μας, θα μας ωφελήσει ως οντότητες και ως συνειδήσεις.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 24/06/2020</p>
<p><strong>Ποιήματα ποιητικής και βαθιάς μεταφυσικής κατ’ ιδίαν</strong></p>
<p>Ρία Φελεκίδου, «Η Ιστορία Ίδια», ποιήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019, σελ. 72</p>
<p>Ποιήματα ποιητικής και βαθιάς μεταφυσικής κατ’ ιδίαν. Η ποιητική φωνή θρηνεί τον χαμένο της ουρανό και τα αγάλματα των θεών που δεν είναι πλέον έμψυχα αλλά κενά νοήματος και άνευ ζωντανής λαλιάς. “Απέσβετο λάλον ύδωρ” και ο ποιητής ένα κενό ανάμεσα σε δύο τελείες.<br />
Παρ’ όλα αυτά αντιστέκεται. Απευθύνεται στον μυημένη αναγνώστη, στον επαρκή θεατή του ιδιωτικού ψυχοδράματος, ενόσω το πλατύ κοινό έχει ήδη προ πολλού γυρίσει την πλάτη σε μια τέχνη επιτηδευμένη και κενή περιεχομένου.<br />
Αυτή η υπαρξιακή προοπτική είναι πέρα κι από τη θεοκρατική αντίληψη του ποιητή ως προφήτη, παρ’ όλο που εκστομίζει χρησμούς και καταγράφει αμφίσημες προτάσεις.<br />
Η τεχνική της αντιθετικής εκπλήξεως βρίσκει εδώ την πλέρια εφαρμογή της. Ο αναγνώστης διαρκώς αφυπνίζεται χάρη σε εικόνες μεγάλης ενάργειας και σχήματα απρόβλεπτα.<br />
Ιδιόλεκτος καθημερινής προφορικότητας, στίζεται από λαϊκές, σχεδόν ευθυμογραφικές πινελιές του τύπου “…πιο πολύ πεθαίνεις”, αλλά κάτω από αυτή την ηθελημένη δραματικότητα υποφώσκει μία μανία σχεδόν τελειοθηρική, αφού όλα είναι πλεγμένα χιλιάδες φορές, γυαλισμένα και στιλβωμένα μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, εις ανάμνησιν ίσως άλλων εποχών που υπήρχε ακόμα η έγνοια για τη μορφή και δεν βασίλευε το περίφημο “περιεχόμενο” που μας έχει πια κουράσει όλους.<br />
Διασκελισμοί σταυροειδείς, χιάσεις του νοήματος, μουσικές βακχικές, διονυσιακές ενοράσεις, μα πάνω απ’ όλα αυτή η εκλεπτυσμένη αισθητική που δεν επιτρέπει χθόνιες ακρότητες.<br />
Ο Πάρις ως όφις στον Κήπο της Εδέμ δίνει το μήλο του Κάλλους (ή της Γνώσης, ανάλογα) με την ελπίδα πως όλα αυτά θα ξαναπάρουν τον δρόμο τους από την αρχή, ο χωροχρόνος θα αναδιπλωθεί και οι χρονοταξιδιώτες ποιητές θα αναδειχθούν για μιαν ακόμη φορά ως πνευματικοί ταγοί και όχι ως περιθωριακοί παρίες, όσοι ξέφυγαν από τις μισαλλόδοξες πυρές του Μεσαίωνα.<br />
Εδώ θίγεται το ακανθώδες θέμα του ποιητή χωρίς θεατό, της ποίησης χωρίς κυρίαρχη ιδεολογία, του εποικοδομήματος χωρίς θεμέλια, κτισμένου στην άμμο…<br />
Πρώτη φορά το αίτημα αυτό αποκτά μια τόσο έντονη απαιτητικότητα και γίνεται πραγματικά ποθούμενο, ή θρηνούμενο με τρόπο σχεδόν ερωτικό.<br />
Η απουσία δεν αφορά εδώ το πρόσωπο του εραστή, αλλά την ιδέα ενός θεού-αφέντη, κυρίαρχου και κατευναστικού ταυτόχρονα, μιας οντότητας που θα προσέφερε την ιδεολογική ασφάλεια και την αισθητική κανονικότητα εκείνη που θα χρειαζόμασταν ίσως για να μην νιώθουμε ανερμάτιστοι.<br />
Παράξενο το αίτημα αυτό στους σύγχρονους μεταβατικούς, μεταιχμιακούς καιρούς μας, αναδιατυπωμένο με έναν τρόπο σχεδόν θυμοσοφικό, χωρίς ίχνος όμως διδακτικότητας, παρ’ όλο που τα γνωμικά περισσεύουν και ξεχειλίζουν, χαρίζοντας ίσως στον τυπωμένο λόγο μια διάσταση υπερτοπική και διαχρονική.<br />
Η ελληνική γλώσσα σε όλο της το μεγαλείο. Ακόμα και το ρήμα “επανωτίζουν” που το χρησιμοποιούμε σε στρώσεις σπιτικών γλυκών ή σε …τέντες, χρησιμοποιείται εδώ αναβαθμιζόμενο ποιητικά. Αλλά και τα “ζέπελιν” και το “λεοπάρ” υπάρχει, σεμνά και ταπεινά μέσα στην γλωσσική αλληλουχία.<br />
Θαυμάζω την συνθετική ικανότητα αυτής της ποιήτριας που μοιάζει σα να έρχεται από άλλοτε, κάπου βαθιά στην αναδιπλούμενη έλικα του χωροχρόνου και κοιτάζει την εποχή μας με δέος, αλλά και με κάποια απαξίωση, απολύτως θεμιτή και αναλογίσιμη.<br />
Σίγουρα δεν θα μπορούσα να διαβάσω ένα τόσο λεπτεπίλεπτο, καλοδουλεμένο ποιητικό βιβλίο σε μια εποχή προχειρότητας και διαφημιστικού ναρκισσισμού. Από τα λίγα που αξίζουν να αναλυθούν και να μελετηθούν ως πρόταση λογοτεχνική για τις επόμενες δεκαετίες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ</strong></h4>
<p>Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.</p>
<p>elliniki-gnomi 10/2/2015</p>
<p><strong>Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;</strong></p>
<p>Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou</p>
<p><strong>Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;</strong></p>
<p>Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.</p>
<p>Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.</p>
<p>«<strong>Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;</strong></p>
<p>Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.</p>
<p>Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.</p>
<p><strong>Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;</strong></p>
<p>Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.</p>
<p><strong>Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;</strong></p>
<p>Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.</p>
<p><strong>Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;</strong></p>
<p>Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.</p>
<p>Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.</p>
<p>Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.</p>
<p>«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους Το βάρος ακόμη μιας μέρας Κι ακόμη μιας Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται Και φεύγουν Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες Και τότε τον άκουσα Τον άκουσα και πήγα μαζί του Ήτανε μάγισσες και δράκοι Και βασιλόπουλα μαζί του Και βασιλοπούλες Αχ πήγα μαζί του Έξω απ’ τις εποχές Και ο χρόνος πάγωσε Στις σχισμές των δαχτύλων μου Εκεί Στη Χώρα των Παραμυθιών Που Λέγονται».</p>
<p><strong>Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;</strong></p>
<p>Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.</p>
<p>«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.</p>
<p><strong>Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;</strong></p>
<p>Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».</p>
<p>Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!</p>
<p><strong>Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;</strong></p>
<p>Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.</p>
<p><strong>Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;</strong></p>
<p>Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.</p>
<p><strong>Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;</strong></p>
<p>Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.</p>
<p>Σας ευχαριστώ πολύ.</p>
<p>Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.</p>
<p>Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 28 Apr 2024 18:37:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20993</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί στη στήλη «Γνώμες» της ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos-news.gr.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>-Σαν Παλιόψαθα των Εθνών Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2017<br />
-Φκειάνω μίαν Σημαία Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2018<br />
-Δύναμις Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2019<br />
-Πενήντα και οκτώ Αλεξίκακα άρθρα Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2021<br />
-Εδώδιμο Ειλητάριο, Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2022<br />
-Καθαρά πράγματα Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2023<br />
-Ανέκπτωτα Εκδόσεις Ινφογνώμων 2024</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21039 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21041" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΤΙ ΜΥΡΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ούτος έστίν ό θυρεός τοϋ θηρευτού τε<br />
καί άλιέως των ψυχών προς σωτηρίαν.<br />
Σημεϊον έν ώ διασκορπίζονται<br />
Θείω φωτί καταφλεγόμεναι πάσαι αί έναντίαι δυνάμεις.<br />
Τύπος πάντων τιμιότερος<br />
ό τής σκυλεύσεως τοϋ θανάτου τόπος.<br />
ΤΩ&#8230; των άπολλυμένων μωρία!<br />
Ού καθηλοϋται ή τοϋ Θεοϋ Σοφία καί Δύναμις δι’ ήλων,<br />
ουδέ καθελεϊται ή πανένδοξος Βασιλεία διά ξύλων.<br />
Διά τοϋ Σταυρού συνελήφθη καί συνετρίβη<br />
ύπό τοϋ φιλάνθρωπου Θεανθρώπου ό μισάνθρωπος.<br />
Έν τή ιδία αυτού παγίδι ένέπεσεν ό έκπεσών,<br />
την πονηριάν αύτής ή κακή κεφαλή<br />
άφ’ έαυτής κατάδηλην δεικνύουσα.<br />
Διά τοϋ Σταυρού δν έστησας,<br />
έκών άκων όντως εωσφόρος γέγονας μισόκαλε.</p>
<p>Τών σωζομένων ή χορεία Σταυρόν φιλεΐ<br />
καί στεντόρεια φωνή ομολογεί<br />
τό σημεϊον τής άκρας ταπεινώσεως<br />
καί τής τελείας τοϋ Χριστού άγάπης.<br />
Σταυρός ή σφραγίς τοϋ Παντοκράτορος<br />
εις χρυσόβουλον δωρεάς<br />
μονών αιωνίων.<br />
Ουτος τό λύτρον δι’ου πάντες<br />
δύνανται έξαγορασθήναι.<br />
Δι’ ήλων τό έλεος<br />
τής τρισηλίου Θεότητος<br />
προσηλώθη έν σχήματι καταλλαγής.<br />
Άπαρνήσεως εαυτού<br />
τό ακολούθως άναληφθέν φορτίον·<br />
Σταυρός ό έλαφρύς ζυγός,<br />
οδός Κυρίου.</p>
<p>Βάναυσον τού νόμου κραταίωμα,<br />
έσχατης τιμωρίας έργαλεϊον,<br />
άποτροπαίας εξουσίας έπιβολή<br />
καί τυραννίας φύλαξ,<br />
δι’ άχράντου αίματος πόρρω ήλλοιώθης.<br />
Νϋν ύπάρχεις ιλαρόν<br />
τής χάριτος απαύγασμα,<br />
προτέρας αίγλης άποκατάστασις,<br />
ένδοξου έλευθερώσεως ευκαιρία,<br />
ορατών τε καί αοράτων τυράννων<br />
συντριβή καί άπώλεια.<br />
Ό σπορεύς καί γεωργός<br />
καί τού δένδρου τής ζωής ξυλουργός,<br />
ξύλον νέον<br />
διά τού ίδιου αίματος<br />
άνέστησεν προς άνάστασιν.</p>
<p>Τών άγιων άγιότατον ξύλον<br />
έν ω παρέδωκε αιμα, ύδωρ καί πνεύμα<br />
ό Βασιλεύς τής Δόξης.<br />
Των τιμίων τιμιότατον ξύλον<br />
ο άκαταπαύστως ύμνοΰσιν πάσαι<br />
αί στρατιαί των Αγγέλων.<br />
Των κοσμίων κοσμιότατον ξύλον έν ω αεί νικώμεν.<br />
Θεού βούλευμα έν ω νικάται φύσεως τάξις.<br />
Πρώτου, δευτέρου και τρίτου ουρανού τό έπίκεντρον<br />
τό νέκρωσαν τού &#8216;Άδου τό κέντρον.<br />
Σταυρέ τού Σωτήρος, τής Άναστάσεως,<br />
τής τού Κυρίου δευτέρας παρουσίας,<br />
τής αιωνίου ζωής<br />
καί τής άνακαινίσεως τής κτίσεως προοίμιον,<br />
φύλαττε πάντας τούς σε προσκυνοΰντας<br />
έν μετανοία καί αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑΣ ΕΠΑΙΝΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">ε&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη εγκράτεια!<br />
Πανοπλία ψυχής άτρωτη.<br />
Πηγή ισχύος αστέρευτη.<br />
Πνεύματος τροφοδοσία.<br />
Υπεραισθησίας μέθοδε.<br />
Κάλλος δυσπερίγραπτο.<br />
Μύρου ανάβλυση.<br />
Ησυχίας μυστικό.<br />
Ηρεμίας μετάγγιση.<br />
Καθαρότητας έκλαμψη.<br />
Τιμή Παναγίας.<br />
Ολκέ χάριτος.<br />
Στολή ψυχής άρρητος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ς&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη υπομονή!<br />
Καταφύγιο σωφροσύνης ασφαλές.<br />
Εμπιστοσύνη Θεού έμπρακτη.<br />
Στήλη ήθους.<br />
Καθαρτήρια κάμινος.<br />
Οικοδομή χαρακτήρα.<br />
Εργαστήριο ελπίδας.<br />
Μαρτυρίου στέφανος.<br />
Ευκαιρία σωτηρίας.<br />
Διαρκής προσευχή.<br />
Μακάριο τέλος.<br />
Πρακτική φιλοκαλίας.<br />
Πέρας διαδρομής αγίας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ζ&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη δικαιοσύνη!<br />
Τριαδικής ειρήνης μίμηση.<br />
Αγαθοποιίας δύναμη ακατάλυτη.<br />
Θεοτρόπος πυξίδα.<br />
Δυνάμεως φίλτρο.<br />
Νοός ησυχαστήριο.<br />
Ψυχής κατάπλασμα.<br />
Θεοσεβείας απαύγασμα.<br />
Προσευχής παρρησία.<br />
Καρποφορίας λίπασμα.<br />
Ερινύων αμυντήριο.<br />
Εξημέρωση θηρίου.<br />
Χειρ βοήθειας Κυρίου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">η&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη ανδρεία!<br />
Πασών αρετών υπόσταση.<br />
Προαπαιτούμενο τελικής δικαίωσης.<br />
Ευπραξίας επιμονή.<br />
Ήθους διασφάλιση.<br />
Ελευθερίας φρόνημα.<br />
Επανόρθωσης δύναμη.<br />
Αγαθού προστασία.<br />
Ομολογίας κραυγή.<br />
Θυσίας θυμίαμα.<br />
Καρτερίας φύλακα.<br />
Φλόγα αυταπάρνησης.<br />
Της απώλειας άρνησις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΕΚΠΤΩΤΑ (2024)</strong></h4>
<p>(Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr<br />
από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.)</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΕΡΙΧΑΡΑΚΩΜΕΝΟΙ </strong></h5>
<p>Όσοι λίγοι πια έχουν απομείνει επιμένοντας με αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια, ποιότητα κι εντιμότητα στα έργα που κάνουν, περιχαρακώνονται. Τους περιχαρακώνουν τα συστήματα, περιχαρακώνονται κι οι ίδιοι από μόνοι τους. Χτίζουν γύρω τους από έναν καστρότοιχο, για να αμύνονται· για να προστατευτούν από τις κοτρόνες που εξακοντίζουν εναντίον τους οι καταπέλτες της φαυλοηλιθιοκρατίας. Χτίζουν αυτοί, αλλά τους χτίζουν ένα ακόμα ντουβάρι απ’ έξω ολόγυρα οι αχόρταγοι, εγωπαθείς εξουσιαστές και τα τσιράκια τους. Έτσι γίνεται σε μερικές πολιορκίες, όταν ο αμυνόμενος παραδόξως αντέχει. Βαστάς εσύ τα τείχη σου, σου χτίζουνε κι οι εχτροί απ’ ολόγυρα ένα δικό τους και γίνεσαι διπλά περίκλειστος. Έτσι οι πολιορκητές νομίζουν πως νικούν, γιατί λογαριάζουνε τα πράγματα με τον κοσμικό, με τον υλιστικό τους τρόπο. Μα σ’ αυτήν την περίπτωση τα μέτρα και τα σταθμά είν’ αλλιώτικα. Η ελευθερία είναι μέσα από τα τείχη τα διπλά κι η σκλαβιά είναι απ’ έξω. Ο κόσμος νομίζει πως οι έγκλειστοι λυσσάνε από τη δίψα. Μα αυτοί πίνουν από πηγή αστέρευτη και ζωοδόχο. Κινώντας για την πηγή όπου πάνε για να πιουν τ’ αθάνατο νερό, ψέλνουν στο δρόμο εκείνο το ανυπέρβλητο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού: «δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ’ αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα».</p>
<p>Οι απ’ έξω οικτίρουν αυτούς τους ελεύθερους πολιορκημένους, γιατί νομίζουνε πως μέσα «τα μάτια η πείνα εμαύρισε» όπως θα το ’γραφε κι ο Σολωμός. Αλλά οι έγκλειστοι έχουνε κάτι μαυροντυμένους αρχιμάγειρες που κάθε πρωί βρίσκουν (ένας Θεός ξέρει πώς) και τους ετοιμάζουν λογιών-λογιών αρτοσκευάσματα. Τ’ απόγευμα πάντα τους ετοιμάζουν υψηλή μαγειρική βασισμένη στα κρεατικά. Κάνουν το σταυρό τους, λοιπόν, οι έγκλειστοι, και καλοτρώνε και δοξάζουν τον Θεό ενθυμούμενοι τον Προφήτη Ηλία, ότι «κόρακες έφερον αυτώ άρτους το πρωί και κρέα το δείλης» (Γ΄ Βασ. 17,6).</p>
<p>Οι έξω λογαριάζονται για ελεύθεροι, αλλά είναι σκλαβωμένοι στα συστήματα. Προσκυνήσανε και φιλήσανε δαχτυλίδια∙ μπήκανε στα κόλπα, αλλά ο δυνάστης τους είναι απάνθρωπος∙ μέσα τους ζουν την κόλαση κι υποφέρουν. Έχουν την ψευδαίσθηση πως επικοινωνούν, αλλά κοινωνία δεν έχουν με κανέναν τελικά. Λυπούνται δήθεν τους έγκλειστους για την απομόνωσή τους, αλλά η δική τους μοναξιά μέσα στις φλυαρίες και τα λόγια τα επιφανειακά και τ’ ανόητα είναι αφόρητη. Μέσα απ’ τα τείχη, όμως, είν’ αλλιώς! Ναι, δεν υπάρχουν πολλοί… Αλλά οι λίγοι και καλοί αρκούν. Μέσα στην ησυχία, μια χούφτα φίλων καρδιακών που επικοινωνούν κι είναι στο ίδιο μήκος κύματος αρκεί. Άλλη πιο πλούσια κοινωνική ζωή απ’ αυτήν υπάρχει;</p>
<p>Και πάλι οι έγκλειστοι νομίζονται για δυστυχείς, καθώς δεν μπορούν να βγουν έξω∙ το κάστρο έχει γίνει γι’ αυτούς σαν το κελί κανενός ερημίτη. Δεν μπορούν να ταξιδέψουν, μήτε να πάνε ταξίδια αναψυχής και τουρισμού. Αλλά οι επιφανειακοί άνθρωποι δεν μπορούν να προσεγγίσουν τη μυστική ελευθερία της κίνησης των απροσκύνητων. Γιατί αυτοί, «είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν» (Β΄ Κορ. 12,2) ταξιδεύουν όπου θελήσουν αυτοστιγμεί. Σε θάλασσες και σε βουνά, σε ερήμους και σε κάμπους, σε πολιτείες και σε αξιοθέατα κάθε λογής πετούν ανεμπόδιστοι. Τα βλέπουν όλα, τα εξερευνούν, τα χαίρονται και τα ψηλαφούν χωρίς τις κοινές ταλαιπωρίες των ταξιδιωτών∙ χωρίς ξενοδοχεία και εισιτήρια, χωρίς στρίμωγμα στις ουρές των επισκεπτών, χωρίς αναμονές.</p>
<p>Οι κακεντρεχείς εχθροί και πολιορκητές, βέβαια, και σ’ ένα ακόμα πράγμα εξαντλούν την χαιρεκακία και το φθόνο τους. Επιχαίρουν, γιατί νομίζουν πως πνίγουν κι αποσιωπούν το λόγο των περιχαρακωμένων. Ότι ο κόσμος δεν πρέπει να ακούει τις αντρείες κραυγές της ελευθερίας, τον έμπλεο πνευματικότητας και συγκινητικό λόγο και τους θούριους, μην και ξεσηκωθεί. Αφήνουν να κυκλοφορεί ανεμπόδιστος ένας κάποιος χαμηλής ποιότητας λόγος αντιπολιτευτικός στην τυραννίδα που έχουν εγκαθιδρύσει. Κι αυτό το κάνουν επίτηδες. Πρόκειται για έναν θόρυβο από λόγο στεγνό, ξύλινο, αδύνατο και προβληματικό. Αναμασήματα που αφήνουν τον κόσμο ασυγκίνητο. Κι από την άλλη είναι ο δικός τους λόγος. Εξουσιαστικός, παρελκυστικός, γεμάτος φαιδρές σοφιστείες ανακατεμένες με στείρες αγαπολογίες και προσκλήσεις σε ειρηνικούς δήθεν συμβιβασμούς. Γιομάτος από το δηλητήριο του σχετικισμού, του εφησυχασμού, του υλισμού, του ψευδοφανούς πραγματισμού και του σκοταδιστικού τους διαφωτισμού.</p>
<p>Νομίζουν έτσι πως ο λόγος των εγκλείστων πνίγεται, χάνεται∙ ελπίζουν πως αυτοί έτσι θα πάψουν να τον αρθρώνουν. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θ’ αποκαρδιωθούν, σκέφτονται. Μα οι περιθωριοποιημένοι κι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα δεν απογοητεύονται. Ξέρουν πως αυτά τα πράγματα δεν μετριούνται στο πόσοι ακούν, πόσοι διαβάζουν έναν λόγο, αλλά στο πόσοι τον κοινωνούν και δακρύζουν, ανατριχιάζουν, υψηλοφρονούν. Με το ένα δάκρυ ενός ανθρώπου κερδίζεται η περίεργη αυτή αναμέτρηση που για τους έξω είν’ ανταγωνισμός κι επίδειξη, αλλά γι’ αυτούς χρέος και δωρεά από το περίσσευμα της καρδιάς τους.</p>
<p>Οι μαρμαρωμένοι βασιλιάδες μέσα στα πέτρινα διπλοτειχισμένα ζωηφόρα κενοτάφιά τους «έχουν το νου τους στον Άδη και δεν απελπίζονται», σύμφωνα με την οδηγία που έδωσε ο ίδιος ο Κύριος στον Άγιο Σιλουανό των Αθωνίτη. «Εκ του στόματος» αυτών «ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1,16) ξεθηκαρώνει λίγο-λίγο. Και ξέρετε κάτι; Αυτό δεν μπορείτε να το αποτρέψετε!</p>
<h5><strong>ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΠΟΤΕ ΑΡΧΟΝΤΙΑ</strong></h5>
<p>Μέσα από την ποικιλία του ψηφιακού αρχείου της ΕΡΤ μπορεί ν’ αλιεύσει κανείς πολύτιμα μαργαριτάρια. Ένα τέτοιο είναι το επεισόδιο με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου» από την υπέροχη σειρά εκπομπών ονόματι «Παρασκήνιο». Το αφιέρωμα αυτό στον σπουδαίο ζωγράφο, αγιογράφο και λογοτέχνη μας προβλήθηκε για πρώτη φορά στη δημόσια τηλεόραση τον Απρίλιο του 1982. Αρκετοί της ηλικίας μου και οι μεγαλύτεροί μας θα θυμούνται με νοσταλγία τον πνευματικό πλούτο εκπομπών όπως το «Παρασκήνιο» ή το «Μονόγραμμα». Τα νέα παιδιά, όμως, αμφιβάλω αν έχουν ιδέα. Όσα απ’ αυτά είναι ξύπνια και κρατούν μυαλό καθαρό, ας βουτήξουν σ’ αυτά τα ψηφιακά αρχεία για να βρουν θησαυρούς. Δυστυχώς, πολλά παιδιά δεν τολμούν να βγουν από την παραζάλη τους και να πάνε βαθύτερα, αλλά μένουν να πλατσουρίζουν στα ρηχά και δηλητηριασμένα ή –στην καλύτερη περίπτωση– θολά νερά των σύγχρονων τηλεοπτικών θεαμάτων. Σ’ αυτά τα παιδιά έχω να πω πως καλά θα είναι να το πάρουν απόφαση και ν’ αποδράσουν. Να πάνε κόντρα στο ρεύμα και στις τεχνουργημένες μόδες. Να παραμερίσουν πια το φτηνό, το μέτριο και το ψεύτικο∙ ας σκάψουν μόνα τους να βρουν το αυθεντικό και το βαρύτιμο. Στην εποχή μας, λυπάμαι που το λέω, απαιτείται απ’ τα παιδιά αυτενέργεια και κίνηση προς τον πολύτιμο λόγο. Όσοι νομίζουν πως κάτι τέτοιο είν’ εύκολο, γελιούνται∙ ότι κάθε κίνηση προς την ελευθερία θέλει κόπο, χρόνο, αρετή και τόλμη.</p>
<p>Κινούμενος, όμως, προς αυτή την κατεύθυνση, όποιος νεαρός ή και μεγαλύτερος στην ηλικία παρακολουθήσει την εκπομπή που προτείνω, θα δει τι λένε για τον κυρ-Φώτη η μονάκριβη κόρη του Δέσποινα και ο γαμπρός του Γιάννης Μαρτίνος. Θα δει δυο μεγάλους λογοτέχνες μας, τον Στρατή Δούκα και την Έλλη Αλεξίου, σε μεγάλη πια ηλικία να διηγούνται, να εξιστορούν – Θεέ μου, τι τύχη! Θα δει τι έχουν να πουν ο θρυλικός εκδότης των εκδόσεων «Αστήρ» Αλέξανδρος Παπαδημητρίου, αλλά και ο εμβριθής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Ζίας. Αξίζει να σταθούμε σ’ αυτά που διηγείται η Έλλη Αλεξίου:</p>
<p>Μια μέρα του 1922, λέει, μπήκε ο Πρωτοπάτσης στο σπίτι κρατώντας ένα βιβλίο. Εννοεί, βέβαια, τον Αντώνη Πρωτοπάτση (Μυτιλήνη, 1897 – Αθήνα, 1947) που έκανε μεγάλη καριέρα ως γελοιογράφος, εικαστικός και λογοτέχνης σε Μυτιλήνη, Παρίσι και Αθήνα. Η συντροφιά που ήταν συναγμένη στο σπίτι ήταν αμιγώς λογοτεχνική. Απαρτιζόταν φυσικά από την Αλεξίου και τον σύζυγό της Βάσο Δασκαλάκη, την αδερφή της Έλλης και σύζυγο του Καζαντζάκη Γαλάτεια, και τον Μάρκο Αυγέρη. Το βιβλίο που κράδαινε στο χέρι του ενθουσιωδώς ο επισκέπτης ήταν το περίφημο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου. Το βιβλίο το είχε εκδώσει ο Στρατής Δούκας στο τυπογραφείο του Αιολικού Αστέρα στο Αϊβαλί, το 1920.</p>
<p>Οι ύμνοι του Πρωτοπάτση για το έργο του Κόντογλου κέντρισαν το ενδιαφέρον της παρέας. Κάθισαν και τον άκουσαν να τους το διαβάζει από την αρχή μέχρι το τέλος εκείνο το βράδυ κι έμειναν εντυπωσιασμένοι. Ένιωσαν όλοι πως πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό στα ελληνική λογοτεχνία. Λυπήθηκαν που ένας τέτοιος καλλιτέχνης βρίσκεται πρόσφυγας στη Μυτιλήνη υποφέροντας στη φτώχεια και την αφάνεια. Πρόλαβε και πέρασε με τη βάρκα του ο κυρ-Φώτης από την πατρίδα του το Αϊβαλί απέναντι στη Λέσβο, για να γλιτώσει από τις θηριωδίες και το μαχαίρι των Τούρκων. Δεν τον γνώριζαν προσωπικά, δεν ήξεραν τίποτε από το ταλέντο του στη ζωγραφική∙ δεν είχαν ιδέα αν ήταν άνθρωπος κοινωνικός ή μονόχνοτος, αν ήταν ευχάριστος ή στριφνός, καλόβολος ή στραβόξυλο. Από ένα κείμενό του αποφάσισαν να τον φέρουν στην Αθήνα και να του βρουν δουλειά στις εκδόσεις του Ελευθερουδάκη. Έτσι κι έγινε. Τον πρώτο καιρό, μάλιστα, τον φιλοξένησε στην Αθήνα το ζεύγος Δασκαλάκη-Αλεξίου παρά την οικονομική τους δυσχέρεια. Δυο δωμάτια είχαν όλα κι όλα, μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία. Τον έβαλαν να κοιμάται στην τραπεζαρία.</p>
<p>Όλα αυτά έγιναν από ένα κείμενό του που διάβασαν μια βραδιά. «Δηλαδή», λέει επί λέξει η σπουδαία Έλλη Αλεξίου, «η αφορμή του ερχομού του ήταν η αξία του». Από αυτή την αξία του πλούτισαν τα επόμενα χρόνια τα ελληνικά γράμματα κι οι τέχνες. Ωφελούνται, συγκινούνται και διαπαιδαγωγούνται γενιές και γενιές. Θαυμάζουμε τους πίνακες και τις τοιχογραφίες του, ρουφάμε τα κείμενά του, προσκυνάμε τις αγιογραφίες που ιστόρησε το ευλογημένο χέρι του αποδίδοντας την τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Πόσοι, λοιπόν, και πόσο ωφελήθηκαν από την υψηλοφροσύνη και την αρχοντιά αυτής της λογοτεχνικής παρέας και την απόφαση που πήρε εκείνο το βράδυ;</p>
<p>Φιλότιμο, ούτε ίχνος φθόνου. Δύναμη κι ευγένεια ψυχής, πουθενά ανασφάλεια. Μεγαλοψυχία, ούτε δείγμα μικροπρέπειας. Όταν ανιδιοτελώς αναγνωρίζεις, παραδέχεσαι και προβάλλεις την αξία του άλλου, περιβάλλεσαι κι ο ίδιος σου από αίγλη. Κανείς δεν είδε εκείνο το βράδυ τον Κόντογλου ως ανταγωνιστή. Δεν φοβήθηκαν πως θα τους κλέψει τη δόξα, το κοινό, τη θέση, την εξουσία. Κανείς δεν συγκρίθηκε μαζί του. Δεν φούντωσαν τα συμπλέγματα της ψυχής κανενός, και κανένα νοσηρό εγώ δεν τρώθηκε. Τέτοια πνευματικά αναστήματα, τέτοια μαργαριτάρια αναζητήστε λοιπόν παιδιά μου. Στο βυθό όμως να ψάξετε. Γιατί στον αφρό, οπωσδήποτε, δεν θα τα βρείτε…</p>
<h5><strong>Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Αναφέρομαι μερικές φορές στα γραπτά μου στον μαρμαρωμένο βασιλιά. Πιστεύω ότι ο Τριαδικός μας Θεός τον διατηρεί εν ύπνω με θαυματουργικό τρόπο, όπως διατήρησε τα επτά παιδιά κάποτε στην Έφεσο. Ο Μαξιμιλιανός, ο Εξακουστωδιανός, ο Ιάμβλιχος, ο Μαρτινιανός, ο Διονύσιος, ο Αντωνίνος κι ο Κωνσταντίνος κρύφτηκαν μαζί σε μια σπηλιά, για να γλιτώσουν από τα βασανιστήρια και το θάνατο κατά το διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον των χριστιανών ο απάνθρωπος Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος. Κοιμήθηκαν και ξύπνησαν καμιά διακοσαριά χρόνια μετά, με αυτοκράτορα Κωνσταντινουπολίτη∙ ήταν ο Θεοδόσιος ο δεύτερος, ο επιλεγόμενος και νεότερος ή καλλιγράφος. Κάπως έτσι φαντάζομαι θα έχουν τα πράγματα και στην περίπτωση του μαρμαρωμένου.</p>
<p>Πάντως, όταν αναφέρομαι σ’ αυτόν το θρύλο, το κάνω με ψυχολογία ναυαγού. Νιώθω ότι γράφω ένα μήνυμα που το βάζω σε μπουκάλι, το οποίο αφήνω στη θάλασσα ελπίζοντας πως κάποιος θα το βρει για να το αφήσει δίπλα του, εκεί που κοιμάται. «Ξύπνησες; Έλα αμέσως! Βιάσου, μην αργείς!». Με όλα αυτά που βλέπω γύρω μου και με την όλη παρακμή και το γενικό ξεχαρβάλωμα, μοιάζω με ναυαγός στην απογοήτευση, στην αποκαρδίωση και στην απελπισία τη μαύρη∙ παλεύω με τα κύματα, θαλασσοδέρνομαι. Τον βλέπω σαν τον καπετάνιο του καραβιού που έρχεται να μας σώσει.</p>
<p>Δεν με πειράζει που κάποιοι με οικτίρουν και λένε: «κοίτα να δεις, επιστήμονας πράγμα και πιστεύει στις λαϊκές δοξασίες… Κρίμα…». Γιατί, αν μερικοί καλοπροαίρετοι έρθουν να με ρωτήσουν επί του θέματος, θα μου δώσουν μια καλή ευκαιρία να τους εξηγήσω, όχι βέβαια πράγματα σχετικά με τον μαρμαρωμένο βασιλιά, αλλά το τι θα πει πραγματικά επιστήμη κι έρευνα.</p>
<p>Για τον μαρμαρωμένο τι να τους πω; Δεν τα ψάχνω σχολαστικά τα πράγματα. Πού γράφει τι και τα παρόμοια. Δεν θέλω να ξεψαχνίζω τις προφητείες λέξη προς λέξη και να προσπαθώ να πιθανολογήσω πώς τον λένε, ποιος είναι και το πού μπορεί να είναι η κρύπτη του. Ακόμα περισσότερο το πότε θα ξυπνήσει, κι αν πράγματι πλησιάζει ο καιρός γι’ αυτό. Εμένα μου αρκεί η πίστη πως μια μέρα θα σηκωθεί, για να δοξαστεί ο Τριαδικός μας Θεός. Επίσης, για να επανέλθει ο ελληνισμός στην ευλογημένη αποστολή του που είναι η διάδοση του αυθεντικού μηνύματος της σωτηρίας και της Ανάστασης του Σωτήρα Χριστού. Ότι είναι κρίμα να ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο καλό που μπορεί να δει ο άνθρωπος και να μην το μοιράζεσαι με τους άλλους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Η πίστη, λοιπόν, μου αρκεί∙ καταπώς το λέει ο χριστοφόρος και χριστοειδής Απόστολος Παύλος: «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1).</p>
<p>Βέβαια, άλλοι δεν με οικτίρουν απλώς, αλλά με κατηγορούν για εθνικιστή. Αυτοί είναι αδαείς και επιπόλαιοι που δεν μπαίνουν σ’ ένα κάποιο βάθος για να δουν την προαίρεσή μου. Αντιδρούν απλώς στις λέξεις ως ακούσματα, όπως αντιδρούσαν τα σκυλιά του Παβλόφ στο κουδούνι και τους έτρεχαν τα σάλια. Ακούνε «βασιλιάς» και φρουμάζουν, γιατί τους έρχονται στο μυαλό οι βασιλόφρονες και το «ψωμί κι ελιά και Κώτσο βασιλιά»! Ή οι μεγαλοϊδεατισμοί και οι πολέμαρχοι που θα κινήσουν πόλεμο για κατακτήσουν τον κόσμο. Εκεί κάπου μπλοκάρει το μυαλό τους και πάει περίπατο η λογική… Εμένα, ωστόσο, δεν με αφορούν αυτά τα πράγματα.</p>
<p>Αντίθετα, μ’ ενθουσιάζει το γεγονός ότι, κατά το θρύλο, ένας ευλογημένος άνθρωπος του Θεού κι έμπειρος κυβερνήτης θα ξυπνήσει για βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, και θα υπηρετήσει τον απλό άνθρωπο και την πατρίδα ταπεινά στο πλαίσιο μιας κανονικής, κατ’ ουσίαν δημοκρατίας. Εθνικισμός είναι να ονειρεύομαι πως θα πάψει να πεθαίνει, να υποφέρει, να βασανίζεται και να εμπαίζεται αναίτια ο κοσμάκης, εξαιτίας της ανεπάρκειας του καθεστώτος της κομματικής φαυλοηλιθιοκρατίας;</p>
<p>Άλλοι πάλι λένε πως οι αναφορές μου στον συγκεκριμένο θρύλο δηλώνουν εθνολογικό συντηρητισμό. Αυτούς, ενώ μπορεί να διαφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να τους σφίξω το χέρι! Γιατί δείχνουν πως δεν είναι αγράμματοι, όπως οι άλλοι που μιλούν για εθνικισμούς, αλλά ώριμοι και καλοπροαίρετοι επιστήμονες. Βλέπετε πόσο ωραία κι επιστημονικά το θέτουν; Χαίρεται κανείς να συζητά με τέτοιους ανθρώπους, ακόμα κι αν διαφωνεί. Μου δίνουν έτσι την ευκαιρία να υπενθυμίσω σε όλους πως η συντήρηση και η πρόοδος, ως έννοιες (και όχι ως λέξεις-ήχοι προς εκδήλωση εξαρτημένων αντανακλαστικών), μπορεί να έχουν καλή η κακή σημασία, ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, η έννοια της συντήρησης είναι θετική στην πρόταση «το τυρί πρέπει να μπει στη συντήρηση, για να μην χαλάσει». Αντίθετα, η έννοια της προόδου αρνητική στην πρόταση «ο καρκίνος εξαπλώνεται προοδευτικά».</p>
<p>Η ελπίδα της θεϊκής επέμβασης με την έγερση του μαρμαρωμένου βασιλιά δεν με κάνει παθητικό ως πολίτη. Ενώ η λογική μου μου λέει πως με τις ευλογίες της πλειοψηφίας των Ελλήνων ψηφοφόρων (κι όχι βέβαια τις δικές μου) την έχουμε κάτσει τη βάρκα για τα καλά, εγώ συνεχίζω να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Όχι μόνο γιατί έτσι πρέπει, αλλά κι από φιλότιμο. Φιλότιμα ας περισώσουμε ότι μπορούμε. Για να βρει και κάτι όρθιο στην πατρίδα ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, όταν ξυπνήσει.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΚΙΝΙΣΜΑ </strong></h5>
<p>Τις μέρες αυτές γυρίζει στο μυαλό μου η φράση που είπε ο Κύριος στον Απόστολο Πέτρο κατά τον Μυστικό Δείπνο: «ιδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» (Λουκ. 22,31). Σινιάζω πάει να πει κοσκινίζω. Το κοσκίνισμα υπονοεί έναν πιο δυνατό πειρασμό, μια πιο δεινή δοκιμασία από τις συνηθισμένες, μ’ αυτές τις νευρικές και βίαιες κινήσεις. Τίναγμα πέρα-δώθε· και πότε-πότε μια κοφτή προς τα πάνω. Αναταράζονται του σιταριού οι σπόροι, αναδεύονται, χοροπηδούν και τρίβονται στο συρμάτινο πλέγμα. Κι αυτός ο ήχος της τριβής…</p>
<p>Φορέσαμε από μια ψεύτικη κορόνα ο καθένας και περνιόμασταν για πριγκηπέσσες και πριγκιπόπουλα. Ήρθε κι ένας ιός της οικογένειας «κορόνα» «του σινιάσαι» ημάς όπως το στάρι.</p>
<p>Κοσκίνισμα. Μου κόβεται η ανάσα σαν το σκέφτομαι… Κόβει την ανάσα αυτό το διαβολόσπερμα. Σαρακοστή, πορεία προς τα Θεία Πάθη, και οι καμπύλες στα διαγράμματα των επιδημιολόγων ανεβαίνουν, για να ζωγραφιστεί στο τέλος κάτι σαν λόφος. Γολγοθάς. Μνήμη θανάτου κι άλλα ζητήματα υπαρξιακά· και φόβος. «Eάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20). Έρημοι δρόμοι, δεν κυκλοφορεί τίποτα· τα βουνά στα πέρα μέρη, όμως, κόβουν βόλτες… Ευτυχώς υπάρχουν Άγιοι, πάντα υπάρχουν οι Άγιοι που ’χουν μέσα τους του σιναπιού το σπόρο. Σαν φτάσει η πίστη και γίνει τόση, τότε είναι που την λες κι εμπιστοσύνη στον Θεό.</p>
<p>«Τοιούτος ο ανθρώπινος εγωισμός· δεν ανέχεται να θεωρεί εαυτόν ταπεινούμενον· αποστέργει να παραδεχθή, ότι τα πάντα δεν τίθενται επί της πλάστιγγος της ιδίας τρυτάνης, και ότι τα αυτά σταθμά δεν είναι κατάλληλα προς στάθμισιν των φυσικών και υπερφυσικών πραγμάτων· φρονεί, ότι περί όλων δέδοται αυτώ δογματίζειν και περί όλων αποφαίνεσθαι· εν τω δικαίω αυτού αρνείται την θαυματουργόν της πίστεως δύναμιν, αποφαίνεται δε ως από τρίποδος, ότι τα θαύματα είναι φυσικώς αδύνατα· διότι το θαύμα λαμβάνον χώρα ανατρέπει τους νόμους της φύσεως».1</p>
<p>Φραστ-φραστ! Φραστ-φρουστ! Φεύγουν τα πίτυρα, τα παίρνει ο αέρας. Βγαίνουν στον αέρα κατά πλειοψηφία, κατ’ επιλογήν. Δημοσίως περιδινούνται με δηλώσεις· βλάσφημα λόγια, έπεα πτερόεντα. «Ευθύς δε τούτων ακούσας ο διάβολος ήσθη και χαίρων έφη τοις αυτού· “Ευφράνθην, ω φίλοι. Ότι τοις εμοίς με εστηρίξατε…”».2 Πέφτουν οι μάσκες. Πίτυρα λογιώ-λογιώ, μικρούτσικα, μικρά ή λίγο μεγαλύτερα. Πέρασαν από το πλέγμα, κάπως πέρασαν –πάντως πέρασαν– και τώρα αιωρούνται.</p>
<p>Αλλά υπάρχουν ευτυχώς οι καρποί που μένουν εδραίοι. Καθαρά λόγια κι άφθορα. «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως» που γράφει κι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Γι’ αυτούς, δοξάζουμε τον Θεό και λέμε: «Ω μακάριαι γλώσσαι, όσαι την ιεράν εκείνην αφήκαν φωνήν, ην αήρ μεν δεξάμενος ηγιάσθη, άγγελοι δε ακούσαντες επεκρότησαν· διάβολος δε μετά δαιμόνων ετραυματίσθη· Κύριος δε εν ουρανοίς απεγράψατο».3</p>
<p>Ω καρπέ του σίτου κεκαθαρμένε! Μίλησέ μας! Τι ποθείς; «Σιτάρι είμαι του Θεού και θα αλεστώ στα δόντια των θηρίων, για να βρεθώ άρτος καθαρός του Χριστού» (Ιγνατίου Θεοφόρου, Επιστολή προς Ρωμαίους).4 «Στον Θεοφόρο Ιγνάτιο υπάρχει ένα ανθρώπινο άνθισμα. Δεν τον αγγίζει η απελπισία. Ζει εκτός της τραγωδίας του ανθρώπινου γένους. Μια ορμή ακατανίκητη τον συνεπαίρνει, πέρα απ’ ότι μπορεί να προσεγγίσει η διάνοια. Επίκειται η ουράνια λύτρωση. Τα φτερά για να βγούμε απ’ την κοιλάδα αυτή του αίματος, είναι η μνήμη του θανάτου και η απόγνωση που γεννιέται απ’ την απομάκρυνσή μας απ’ τον Θεό».4</p>
<p>«Τα φτερά για να βγούμε…». Να βγούμε στα μπαλκόνια και να τραγουδάμε σάμπως κάνουν οι Ιταλοί. Όχι άσματα του συρμού, αλλά άσματα βουτηγμένα στην ανδρεία της ελληνικής ψυχής και παράδοσης. Άσματα μνήμης θανάτου, προγεύσεις ζωής αιωνίου. «Χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου, να μπω για να σκουπίσω. Να μπω για να σκουπίσω, τον τόπο τον παντοτινό όπου θα κατοικήσω». Νά ποια είναι ποίηση αθάνατη! Νά ποια είναι αυθεντική θεολογία! Φύγετε απ’ εδώ ρε πίτυρα! Περνάει ο Στράτος ο Παγιουμτζής με τ’ αναστάσιμα μπουζούκια του Βαμβακάρη και του Περιστέρη.</p>
<p>Ναι… και τις μετακινήσεις μας θα περιορίσουμε στο ελάχιστο. Και μέσα θα κλειστούμε. Και τα χέρια μας να τα πλένουμε συνέχεια και να τα έχουμε σαν ξένα κι όχι δικά μας μέχρι που θα τ’ απολυμάνουμε. Και αποστάσεις αναμεταξύ μας ας κρατήσουμε. Τους ευπαθείς ας τους προφυλάξουμε. Και σ’ όσα διατάζει η πολιτεία θα πειθαρχήσουμε. Ανθρωπίνως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, μ’ επιμέλεια κι εξαντλητικά. Αλλά να θυμόμαστε ότι μέχρις ένα σημείο φτάνουν τ’ ανθρώπινα μέτρα κι οι επιστημοσύνες μας. Απ’ εκεί και μετά, την εμπιστοσύνη μας με λόγια κι έργα να την έχουμε στον Θεό, ότι Αυτός μόνο μπορεί να μας σώσει.</p>
<p>«Τoν δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών» (Ρωμ. 14,1). Αλλά τα «πίτυρα» που μας καλούν δημοσίως για απαρτία στην απιστία, όσο ψηλά κι αν στέκονται ας μην τ’ ακολουθήσουμε. Δεν μας συμφέρει…</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΗΜΩΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ </strong></h5>
<p>Κεφάλαιον 1ο: Δεν βαριέσαι… είπαμε μια κουβέντα παραπάνω</p>
<p>Ικανός αριθμός επιστημόνων, πολιτικών και άλλων συμπατριωτών μας με θέσεις ευθύνης βεβαίωναν πριν από μήνες το πανελλήνιο ότι τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 «είναι αποτελεσματικά και απόλυτα ασφαλή» ή «είναι αποτελεσματικά και εκατό στα εκατό ασφαλή». Η καινοφανής στην ιστορία των βιολογικών-ιατρικών επιστημών τοποθέτηση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχτηκε ήδη με δραματικό τρόπο για αρκετούς συνανθρώπους μας αναληθής.</p>
<p>Η πέρα από αμφιβολία ευθύνη έγκειται στην λέξη «απόλυτα» και σ’ εκείνο το μαγικό 100%. Κάποιοι απ’ αυτούς που εξέφρασαν την εξωφρενική αυτή ανακρίβεια, συνεχίζουν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους χωρίς αιδώ∙ μάλιστα, κουνάν και αυστηρά το δάχτυλο σε όσους επιλέγουν να μην εμβολιαστούν.<br />
Αλλά δεν βαριέσαι… Πάνω στον ενθουσιασμό τους είπαν τότε και μια κουβέντα παραπάνω βρε αδερφέ… Μην το κάνουμε θέμα.</p>
<p>Κεφάλαιον 2ο: Δεν δικαιούσαι διά να ομιλείς</p>
<p>Πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ, αφού τοποθετήθηκε υπέρ του εμβολιασμού και τον συνέστησε, προέτρεψε τους κληρικούς που διαφωνούν να κρατήσουν τη γνώμη τους για τον εαυτό τους και να μην «προπαγανδίζουν» κατά του εμβολιασμού.<br />
Δηλαδή, την ώρα που ο ίδιος ασκεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δημόσιας έκφρασης των στοχασμών του, ακριβώς την ίδια ώρα προτρέπει κάποιους αδελφούς του να το αποποιηθούν. Προφανώς, επειδή έχουν αντίθετη άποψη. Για τον ίδιο λόγο θεωρεί ότι αυτοί «προπαγανδίζουν».</p>
<p>Να φανταστώ ότι εκείνος κάνοντας ακριβώς το ίδιο (σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα δημοσιότητας) δεν προπαγανδίζει, αλλά απλώς κοινοποιεί κάποιες πατρικές του συμβουλές.</p>
<p>Κεφάλαιον 3ο: Ποια πολυφωνία;</p>
<p>Η προβολή της άποψης αυτών που είναι υπέρ του εμβολιασμού, σε σχέση με αυτούς που στέκονται κριτικά απέναντί του, είναι απολύτως ετεροβαρής – αυτό το αντιλαμβάνονται και οι πέτρες. Σχηματικά, σε αυτήν την αντιγνωμία εάν οι διαφωνούντες είναι ο Δαβίδ, το όλο σύστημα της κάθε μορφής εξουσίας της χώρας που όχι μόνο προτρέπει διά του λόγου, αλλά και επιβάλει με σκληρά μέτρα τον εμβολιασμό, ισοδυναμεί με δέκα χιλιάδες πάνοπλους Γολιάθ. Και κάπου εκεί εμφανίζεται κι ο ηγούμενος (βλ. κεφάλαιον 2)να πει γλυκά-γλυκά και πατρικά στον Δαβίδ την ώρα που αυτός δέχεται έναν ορυμαγδό από βέλη και ακόντια, πως δεν πρέπει να αμυνθεί πετώντας πετρούλες με το σφεντονάκι του, γιατί δεν είναι σωστό…</p>
<p>Κεφάλαιον 4ο: Ανοίκειες γενικεύσεις</p>
<p>Λυπάμαι που ακούω την άποψη συναδέλφων επιστημόνων, αλλά και πολλών άλλων ακόμα, ότι με την πράξη του συγκεκριμένου εμβολιασμού δηλώνουμε την εμπιστοσύνη μας στην επιστήμη. Αυτή η θεώρηση είναι λανθασμένη και αντιεπιστημονική. Ακόμα χειρότερα: πρόκειται για απαράδεκτη γενίκευση γκουρουϊστικού χαρακτήρα που είναι καταφανώς παράλογη. Η επιστημονική αλήθεια που έχει παγιωθεί μετά από πολύχρονες δοκιμές και μελέτες δεν συμποσούται με μια επιστημονική υπόθεση που βρίσκεται ακόμα σε διαδικασία διερεύνησης.</p>
<p>Κεφάλαιον 5ο: Σχίζω τα πτυχία (και τις επιστημονικές δημοσιεύσεις μου μαζί)</p>
<p>Στην επιστημονική έρευνα συνοπτικά ακολουθούμε την εξής μεθοδολογία: διατύπωση πρωτότυπου επιστημονικού ερωτήματος προς διερεύνηση – κατάλληλος πειραματισμός – καταγραφή αποτελεσμάτων – στατιστική ανάλυση αποτελεσμάτων – απάντηση του ερωτήματος.<br />
Όταν μιλάμε για ένα νέο εμβόλιο (απέναντι σε πρωτοεμφανιζόμενο παθογόνο) που χορηγείται για πρώτη φορά, αυτό ονομάζεται –και είναι κλινική– δοκιμή. Είτε δοκιμάζεται σε δέκα, είτε σε εκατομμύρια, είναι κλινική δοκιμή. Ο αριθμός των υποκειμένων του πειραματισμού δεν υποκαθιστά τον χρόνο της αναμονής, δηλαδή της διάρκειάς του.<br />
Εξ ορισμού, αφού ερευνάς δεν γνωρίζεις τα αποτελέσματα του πειραματισμού σου (εκτός αν είσαι προφήτης).<br />
Η ορθή ερευνητική μεθοδολογία (κι αυτή η ρημάδα η κοινή λογική) επιτάσσει («διά ροπάλου») την πλήρη καταγραφή των παθολογιών που αναπτύχθηκαν στα υποκείμενα μετά τη χορήγηση, για να ακολουθήσει η στατιστική ανάλυση των καταγραφών αυτών. Έτσι θα εντοπιστούν στατιστικώς σημαντικοί συσχετισμοί και –επομένως– θα εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.<br />
Διάβασα την επώνυμη μαρτυρία ενός άτυχου νέου που εμφάνισε κάποια σοβαρή πάθηση μετά από τον εμβολιασμό του. Γράφει για τους γιατρούς που τον εξέτασαν: «Αυτό που δεν έχουν πει σίγουρα πάντως είναι ότι μπορεί να οφείλεται στο εμβόλιο! Δεν έχει βρεθεί τέτοια παρενέργεια στο εμβόλιο. Το αποκλείουμε, καθώς θα είχαν βρεθεί παρόμοια περιστατικά με το δικό σου, πράγμα που δεν έχει συμβεί έως τώρα».<br />
Με αυτές τις αντιλήψεις… «ενθάδε κείται» και «κηδεύομεν σήμερον» την άλφα-βήτα της βιολογικής-ιατρικής έρευνας. Πρόκειται για ξεκάθαρη μεροληψία (bias) στην καταγραφή αποτελεσμάτων.<br />
Η έκταση της κάκιστης αυτής ερευνητικής πρακτικής στη χώρα μας φαίνεται πως είναι εκτεταμένη. Δεν βγάζει κίτρινες ο διαιτητής και το παιχνίδι γίνηκε κλωτσοπατινάδα.</p>
<p>Κεφάλαιον 6ο: Το κοινό περί δικαίου αίσθημα</p>
<p>Εάν με ενημερώσεις πλήρως για τους πιθανούς κινδύνους ενός εγχειρήματος και με αφήσεις ελεύθερο να το αναλάβω, δεν φέρεις ευθύνη εάν μου συμβεί κάτι. Εάν καταχρώμενος την εξουσία σου μου ασκήσεις πίεση για να πράξω κάτι και υποστώ ζημία, τότε φέρεις ακέραια την ευθύνη. Εάν μάλιστα με παραπληροφορήσεις συστηματικά αποκρύπτοντας μου τους πιθανούς κινδύνους του εγχειρήματος, με προτρέψεις ενεργά και, επιπλέον στο τέλος, με υποχρεώσεις να το αναλάβω, η ευθύνη σου πια είναι αδιαμφισβήτητη. Το σκεπτικό αυτό ανήκει στην πρωτόλεια ανθρώπινη ηθική· στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.<br />
Είναι τερατολογίες αυτά που σου γράφω, τίμιε και φιλότιμε αναγνώστη; Μήπως είναι παράλογα; Σκέψου, σκέψου επιτέλους…</p>
<h5><strong>ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ </strong></h5>
<p>Ο έλεγχος και η ποδηγέτηση του κοπαδιού, μιας αγέλης ή ενός πλήθους τέλος πάντων, επιτυγχάνεται με εκφοβισμούς. Δείτε τον τσομπάνη που σφυρά, φωνασκεί ή χτυπά με τη μαγκούρα του από κανένα ζώο. Δείτε και τα μαντρόσκυλα που γαβγίζουν κι εκφοβίζουν τα ζώα τρέχοντας απ’ εδώ κι από ‘κεί για να τα βάλουν στην επιθυμητή πορεία. Παρακολουθήστε πώς κυνηγούν οι λύκοι και τα λιοντάρια δουλεύοντας ομαδικά με εκφοβισμούς και κατευθύνοντας ένα κοπάδι από εκατοντάδες θηράματα, μέχρι να βρουν την ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν μερικά για να τα κατασπαράξουν.</p>
<p>Το καίριο γεγονός του ελέγχου έγκειται στην αδυναμία του ατόμου και τελικά του κοπαδιού να σχεδιάσει στρατηγικά τις κινήσεις του. Αντιδρά άμεσα, σχεδόν αντανακλαστικά σ’ έναν εκφοβισμό παίρνοντας την κατεύθυνση που του επιβάλλεται. Δεν σκέπτεται πού πάει· δεν υπολογίζει δύο ή τρεις ή περισσότερες κινήσεις μπροστά. Κάθε φορά κινείται κατά την ανάγκη ή τον φόβο της στιγμής. Μέχρι που στο τέλος παγιδεύεται και καταλήγει στο μαντρί, στο σφαγείο ή στα σαγόνια του θηρευτή.</p>
<p>Αυτό, όμως, το κάνουν τα ζώα που δεν μπορούν να δουν μπροστά, να διανοηθούν και ν’ αναλύσουν τις πιθανές επιπτώσεις μίας κίνησης ή μίας ενέργειάς τους· αδυνατούν να σχεδιάσουν μεθοδικά την αντίδρασή τους. Την άμυνα και –γιατί όχι– την αντεπίθεσή τους. Με λίγα λόγια, δεν ελέγχουν το φόβο τους που γίνεται πανικός. Ο άνθρωπος, όμως, υποτίθεται ότι δεν είναι έτσι. Εκτός κι αν ξεπέφτει διανοητικά, ηθικά και πνευματικά τελείως και γίνεται καταπώς ψέλνει ο Προφητάκτας Δαυίδ: «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48,13).</p>
<p>Ο άνθρωπος κανονικά σκέπτεται τις κινήσεις του. Κρατά μια κάποια ψυχραιμία και προσπαθεί να έχει καθαρό το μυαλό. Ακόμα κι όταν αναγκαστεί μπροστά σ’ έναν μεγάλο κίνδυνο να το βάλει στα πόδια, τρέχει και σκέπτεται· βλέπει γύρω του πού πηγαίνει και σχεδιάζει –έστω αδρά και εσπευσμένα– τις επόμενες κινήσεις του για να σωθεί. Κι αν βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κινδύνους, ας πούμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, κάθεται ακίνητος στον τόπο του· σε ένα παρόν όπου ακόμα δεν κινδυνεύει και περιμένει. Κάθετ’ ακίνητος σαν τη λεοπάρδαλη ή σαν την τίγρη και περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει την κίνησή του, αν κι όποτε αυτή προκύψει.</p>
<p>Αυτό θέλει να πει το σοφό ρητό που στα λατινικά διατυπώνεται ως εξής: «In dubio abstine». Δηλαδή, όταν έχεις αμφιβολία για το προς τα πού να πας ή τι να κάνεις, καλύτερα κάτσε στ’ αυγά σου και περίμενε λίγο να κάτσει κάτω η σκόνη, μήπως και δεις καλύτερα ή μάθεις κάτι ή προκύψει στο μεταξύ κάτι που θα σε βοηθήσει να πάρεις την απόφαση. Αν το ανάγουμε στο παράδειγμα της Σκύλλας και της Χάρυβδης, ο σοφός σού λέει πως δεν έχει νόημα να πας καρφί πάνω στη Χάρυβδη επειδή τρόμαξες από το βρυχηθμό της Σκύλλας. Αν μάλιστα είσαι και κανένας εγωπαθής την ώρα που σε τρώει η Χάρυβδη φωνάζεις στη Σκύλλα απέναντι: «Ορίστε βρε παλιο-Σκύλλα, δεν τα κατάφερες να με φας!». Εεε… Τότε είσαι για γέλια και για κλάματα.</p>
<p>Το να κρατάει κανείς την ψυχραιμία του και καθαρό μυαλό μπροστά σε δύσκολες κι επικίνδυνες καταστάσεις και ειδικά σε περιπτώσεις «ζωής και θανάτου», που λένε, είναι μεγάλο προτέρημα. Στον πόλεμο, σε φυσικές καταστροφές, αρρώστιες κι ατυχήματα και στις δύσκολες υποθέσεις και στα βάσανα της ζωής η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ακόμα και το «ο τολμών νικά» εάν δεν εφαρμόζεται με τη δέουσα ψυχραιμία και μεθοδικότητα χάνει την αξία του.</p>
<p>Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το «in dubio abstine» έχει σημαίνουσα βαρύτητα στην ιατρική πράξη και ηθική. Γιατί όταν από βιασύνη, επιπολαιότητα κι έλλειψη ψυχραιμίας με το ενδεχόμενο –και μπροστά στο φόβο– μιας αρρώστιας (Σκύλλας) σπεύδεις να πας σε μια πειραματική προληπτική θεραπεία (Χάρυβδη) που και αναποτελεσματική είναι αλλά και βλαπτική αποδεικνύεται, τότε υπάρχει ευθύνη.</p>
<p>Είναι λεπτό το ζήτημα, αλλά ευκολονόητο· αρκεί να σκεφτεί κανείς απλά και καθαρά. Προπάντων, πρέπει κανείς να μάθει να ξεχωρίζει το γεγονός από το ενδεχόμενο. Το πρώτο είναι ένα αναπόδραστο παρόν, ήγουν μια πραγματικότητα. Το δεύτερο αναφέρεται στο μέλλον ως κάτι που ίσως συμβεί, ίσως όμως και όχι. Το να βιώνεις μέσα σε πανικό ένα μελλοντικό ενδεχόμενο ως γεγονός του παρόντος δεν είναι υγιές. Ο σκοτισμένος νους τότε μπορεί να σε οδηγήσει σε σπασμωδικές κινήσεις· μπορεί να γίνεις εύκολα υποχείριο κάποιων επιτήδειων, μπορεί να πας αφελώς στη Χάρυβδη, και τέλος.</p>
<p>Πάντως, είτε πας από τη Σκύλλα είτε από την Χάρυβδη, έφυγες και καλό παράδεισο… Η αναπόδραστη μοίρα των βροτών. Ωστόσο, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά με ηθικές διαστάσεις. Τούτες απασχολούν προφανώς αυτούς π’ άφησες πίσω. Τους δικούς σου ανθρώπους, συγγενείς, φίλους, συμπολίτες, αλλά και το κράτος του οποίου υπήρξες εν ζωή φορολογούμενος πολίτης. Αν σ’ έριξαν τα κύματα πάνω σε κάποια Σκύλλα, εάν η αρρώστια σε βρήκε, τότε… Αυτά δυστυχώς συμβαίνουν· όλοι από κάτι θα φύγουμε.</p>
<p>Εάν, όμως, από το φόβο σου μη και σε φάει η Σκύλλα, πήγες από μόνος σου να συναντήσεις με προγραμματισμένο ραντεβού τη Χάρυβδη, τότε υπάρχει<br />
θέμα…</p>
<h5><strong>EΝΕΚΕΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ </strong></h5>
<p>Κάποτε σε τούτον τον τόπο περπατούσες κι εύρισκες κάπου λίγο δίκιο να ξεδιψάσεις. Ξαπόσταινες λίγο και πήγαινες παρακάτω. Μα είναι καιρός τώρα που γέμισαν οι δημοσιές με δαιμονανθρώπους και γίνηκ’ ο τόπος έρημος. Έρημος σου λέω· τέτοια που τώρα καταλαβαίνεις τι θα πει να πεινάς και να διψάς για δικαιοσύνη. Γιατί άλλο να την αγαπάς, άλλο να τη γυρεύεις, άλλο να την εργάζεσαι και να την υπηρετείς· κι άλλο να την πεινάς και να τη διψάς.</p>
<p>Και πας… Κι η γλώσσα σου είναι στεγνή, τα χείλη σου σκασμένα. Κι αυτή η σκόνη… Δεν βλέπω· ανάθεμά τη σκόνη! Ποιος το ψιθύρισε; «Μακάριοι οι πεινωντες και διψωντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6).</p>
<p>Περπατούσα μέσ’ τη σκόνη και ψιθύριζα μακαρισμούς «…και έκλαιγα και έλεγα και λέγω. Διατί έλεγα αυτό και λέγω με κλάματα να μας σώσεις και να είναι η δικιοσύνη σου; με αυτό φραινόμαστε και ζώμεν, ότι τιμωρίζεται γενικώς η αρετή και δοξάζεται η ασέβεια· Διατί περικαλιώμαι; Ότι αυτείνοι χάσαν τη δικιοσύνη σου και την υπόσκεσήν τους και όρκο τους και μας κατήντησαν τέτοιοι οπού φαινόμαστε, και μισαφιραίοι και κατατρεμένοι εις την πατρίδα της γεννήσεώς μας»¹.</p>
<p>Και περπατούσες μέσ’ στη σκόνη κι είπες «διψώ». «Ίνα τελειωθή η γραφή», γι’ αυτό κι εσύ το είπες (Ιω. 19,28). «Οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους» (Ιω. 19,28) και χολής και δηλητηρίων και τοξινών φυσικών τε και συνθετικών, σού τον κουνούσαν –τον σπόγγο– πέρα-δώθε μπροστά στο πρόσωπο. Πάσας γοητείας και φαρμακείας μετερχόμενοι υπάρχουν· και γυάλιζε το μάτι τους. Έλεγαν: «Έστω δε ημών η ισχύς νόμος της δικαιοσύνης, το γαρ ασθενές άχρηστον ελέγχεται. ενεδρεύσωμεν δε τον δίκαιον, ότι δύσχρηστος ημίν εστί και εναντιούται τοις έργοις ημών και ονειδίζει ημίν αμαρτήματα νόμου και επιφημίζει ημίν αμαρτήματα παιδείας ημών» (Σοφ. Σολ. 2,11).</p>
<p>Κι απέστρεψες το πρόσωπό σου απ’ αυτήν την αηδία. Αδικίας και ανομίας και αυθαιρεσίας μεστοί εστέ, είπες. Κι άρχισε η δίωξη κι η καταδίωξη. Ο διωγμός, δηλαδή που λένε, κι όλα τα συμπαρομαρτούντα. Αλλά αναρωτήθηκες: «Τότε γιατί λέω μεμνημένοι τοίνυν κλπ.;»², και σήκωσες φωνή μεγάλη: «Γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας, οπαδοί της αδικίας κι’ ατιμίας!»³. Ναι, εναντιούμαι τοις έργοις υμών!</p>
<p>Περπατούσα στην έρημο και ψιθύριζα «μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης (Ματθ. 5,10). Κι έκανα ώρα να δω ψυχή. Ώσπου φάνηκε ένας άλλος διψασμένος να ‘ρχεται με βήματα βαριά απ’ απέναντι. Διασταυρωθήκαμε, με κοίταξε με κόκκινα μάτια και μου λέει: «Ποια δικαιοσύνη ρε φίλε;». «Του Θεού του λέω, Του Θεού…». «Ε… τότε ‘ντάξει», μου λέει. «Είπα κι εγώ», μου λέει. Κι όπως έφευγε τον άκουσα που τραγουδούσε έναν ‘μανέ ρεμπέτικο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βγάλε κυρά μου το πανί που έχεις μπρος στα μάτια,<br />
με το πανί τυφλώνουνται, όσοι φροντίζουν νόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βάλτο μπροστά στο στόμα σου, κάλυψε και τη μύτη,<br />
έτσι, μαθές το συνηθάν όσ’ είν’ στους… υπονόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε βρόμικα λαγούμια πας και στις στοές τις μαύρες.<br />
Και το σπαθί τι το κρατάς; Άδικα το κραδαίνεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μόνο το ζύγι κράτα το, φάρμακα κι άλλες σκόνες<br />
και τ’ άσπρα των πολιτικών να τα καλοζυγίζεις.</p>
<p>Κι όπως χανόταν η φωνή πίσω μου μέσ’ στη σκόνη… «Έι, φίλε! Πώς σε λένε;», φώναξα. «Δαβίδ», ήρθ’ η απάντηση. «Περίμενε! Μη φεύγεις, άλλο τραγούδι ξέρεις;». Κοντοστάθηκε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Τι εγκαυχά εν κακίᾳ, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν;<br />
αδικίαν ελογίσατο η γλώσσα σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον.<br />
ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπὲρ του λαλήσαι δικαιοσύνην.<br />
δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος» (Ψαλ. 51,3-7).</p>
<p>Και αυτοί που διώκονται ένεκεν δικαιοσύνης σαν δουν τον αισχρό διώκτη τους, τον πάσα ένα ανθρωποδαίμονα, να πέφτει με θόρυβο…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«…θα γελούν που τον θωρούν κι ετούτα θα λογούνται·<br />
Για δες τον, που βοήθεια Θεού δεν πεθυμούσε,<br />
που στον περίσσο πλούτο του ήλπιζε και θαρρούσε,<br />
κι έγινε μέγας και τρανός με ψέματα κι απάτες»⁴.</p>
<p>«Τοις δε Σαρδαναπάλου μνημείοις επιγέγραπται “Ταύτ´ έχω όσς´ έφαγον και εφύβρισα”»⁵.</p>
<p>Όσοι απομείνατε Έλληνες γυρνάτε μεσ’ τη σκόνη ψάχνοντας λίγο δίκιο να ξεδιψάσετε. Μα εγώ γυρνώ σ’ αυτήν εδώ την έρημο –τη λέω της Γεδρωσίας– για να ‘βρω κείνον που έχυσε το λίγο νερό που του πρόσφεραν. Ω παι, την από Γαυγαμήλων, θα του πω. Κι αυτός θα καταλάβει. Με τεντωμένο το σπαθί, απάνω στ’ άλογό του, καλπάζοντας θ’ ακοντιστεί καρφί προς τον Δαρείο. Του όφεος την κεφαλή, χάσιμο χρόνου τ’ άλλα. Ως τότε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Υπομονή αποκαμωμένο βλέμμα και θα ’ρθει η ώρα του σεισμού.<br />
Κι ο ουρανός θ’ ανοίξει και για σένα.<br />
Μίαν άνοιξη περιμένοντας<br />
στο σταυροδρόμι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Και θα ’χουν σταυρούς οι δρόμοι.<br />
Και θα λάμπουν τ’ αδικημένα σας πρόσωπα.<br />
Και πετράδια θα φοράτε τα δάκρυα που χύσατε.<br />
Να ’ναι καλός μονάχα ο δρόμος που διασχίσατε»⁶.</p>
<h5><strong>ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ </strong></h5>
<p>Οι ιερές ακολουθίες της ευλογημένης πίστης μας μάς κερνούν ως νέκταρ αθανασίας τον Θεόπνευστο ποιητικό λόγο. Κατεξοχήν, μάλιστα, οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Ποιος δεν έχει ακούσει, για ν’ αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ότι σήμερα Μεγάλη Τρίτη ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής; Το τροπάριο αυτό είναι ένα ποίημα για τη μετάνοια που συνέθεσε μία όμορφη και λογιότατη κυρά της Πόλης που έζησε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνα μ.Χ. και αγίασε, καθώς έγινε μοναχή και ηγουμένη μοναστηριού.</p>
<p>Ακολουθώντας τον μέγα Πατριάρχη των ποιητών και υμνωδών της Αλήθειας, τον Προφητάνακτα Δαβίδ, είναι πολλοί οι Άγιοι της Ορθοδοξίας μας που με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος έγραψαν ανυπέρβλητα ποιητικά αριστουργήματα. Αλλά μήπως κι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν έχει ποιητικότητα; Δεν περιέχουν αποστροφές ουρανομήκους ποίησης τα γραπτά του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Αποστόλου Παύλου; Όλα, μα όλα τα κείμενα των Αγίων της Ορθοδοξίας μας περιέχουν μαζί με το σωτηριολογικό τους μήνυμα και ποιητικό λόγο σπάνιας αξίας. Φωτισμένα και διδακτικά τα λόγια του σύγχρονου Αγίου μας του Πορφύριου: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής».[1]</p>
<p>Όσοι παρακολουθείται την αρθρογραφία μου, είδατε ότι τον τελευταίο καιρό καταπιάστηκα με την απόδοση ύμνων των Αγίων Ρωμανού, Ιωάννη Δαμασκηνού και Κοσμά του ποιητή. Ένιωσα πως η καθ’ υπερβολήν φτηνή, άχαρη, ποταπή, μίζερη, υποκριτική, άθεη, απνεύματη, κακοήθης και -για όλ’ αυτά- επικίνδυνα εγκληματική εποχή μας το απαιτούσε. Παράλληλα, όμως, όπως φαίνεται και σε παλιότερα άρθρα μου με τίτλους: «Η ποίηση είναι παντού»[2] και «Να ημερέψει η γη», εξαιτίας αυτής της αναγκαιότητας, με το ίδιο κίνητρο, ψάχνω να βρω τον υψηλού επιπέδου ποιητικό λόγο και σε μέρη που δεν είναι προφανή.</p>
<p>Σε μια εποχή ψευδαισθήσεων στην οποία κυριαρχεί το δήθεν, το επίπλαστο παντού, συμπεριλαμβανομένης της λογοτεχνίας και της ποίησης, θ’ ανθολογήσω στο σημερινό άρθρο αποσπάσματα υψιπετούς ποιητικού λόγου από τις επιστολές του Αγίου Ιωσήφ του ησυχαστή και σπηλαιώτη (1897-1959). Ο Αγιορείτης Γέροντας υπήρξε μέγας ασκητής και στύλος της Ορθοδοξίας και αγιοκατατάχτηκε το 2020.</p>
<p>Υπάρχουν πολλά εξαιρετικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και ημερίδων, ομιλίες, ακόμα και ένα ωραίο ντοκιμαντέρ για τον βίο, το πνευματικό έργο και τις διδαχές του Αγίου Ιωσήφ. Σ’ αυτά θα βρει κανείς το μείζον, από θεολογικής απόψεως. Στο άρθρο αυτό, ακροθιγώς αναφέρομαι στο έλασσον, δηλαδή στη λογοτεχνική αξία του ποιητικού λόγου του Αγίου. Κι όμως -αυτή είναι η ομορφιά και η δύναμη της ποίησης- αυτό το έλασσον με έναν τρόπο καρδιακό μιλάει εξίσου δυνατά με το μείζον. Παρά το γεγονός ότι ο Άγιος έγραψε και έμμετρα ποιήματα που διασώθηκαν, εγώ δεν αλιεύω ποιητικά μαργαριτάρια από αυτά, αλλά από υψηλής ποιητικής αξίας αποστροφές του πεζού λόγου των επιστολών του. Ας δούμε, λοιπόν, πέντε μικρά παραδείγματα που διάλεξα. Στο σύντομο σχόλιο που ακολουθεί, προσπαθώ να διασκεδάσω την αμηχανία μου μπροστά στο Αγιοπνευματικό ποιητικό φαινόμενο.</p>
<p>α) «Αχ, αδελφή μου, τα δάκρυά μου ην απερίγραπτα, και τώρα εισέτι δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω δια να γράψω· αλλά και το χαρτί σου που γράφω εγέμισα».[3]<br />
Αχ, Άγιε! Πώς «αναχαιτίζει» κανείς τα τέτοιας λογής δάκρυα; Ειδικά εάν είναι «δια να γράψει;» Και το χαρτί της πώς το γεμίζεις με δάκρυα; Και με λόγια αγιασμένα το γεμίζεις, αλλά μην το κάνουμε θέμα. Πώς το ποτίζεις και το χαλάς με δάκρυα το χαρτί; Ναι, όντως φαίνεται αναγκαία η αναχαίτιση.</p>
<p>β) «Ω γλυκειά μας Μανούλα, ω φως της ψυχής μας, ω αγάπη ανόθευτος, ω ζωή της ψυχής μας!» [3]<br />
Ω γλυκύτατε πάτερ! Πώς…; Πώς τα κατάφερες και τα είπες όλα για την Παναγιά μας μέσα σε μια γραμμή; «Αγάπη ανόθευτος», «Ζωή της ψυχής μας». Ο Παράκλητος στα ψιθύρισε στ’ αυτί και τα ‘γραψες· άλλη εξήγηση δεν έχω…</p>
<p>γ) «Όμως, μην λησμονής ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβη το πνεύμα Αυτός όπου σοι το έδωσεν, εσύ πάλιν θα κτίζεσαι στα ντουβάρια».3<br />
Ζωή μου, η ρίζα σου φυτρώνει στο χώμα. Αλλά ζωή μου, η ρίζα σου είναι κι ίδια της χώμα. Και θάνατος σωματικός εστί να γίνω πάλι χώμα· και να με πάρει -να με πάρει λέω- ένας τίμιος ή άτιμος -το ίδιο κάνει- εργάτης, για να χτίσει ένα ντουβάρι. Καλό Παράδεισο παιδιά!</p>
<p>δ) «Θέλων να διαθερμάνω της ψυχής σας την θέρμην…»<br />
Και το καταφέρνεις Άγιε Ιωσήφ. Διαθερμαίνεις της ψυχής μας την θέρμη. Και τω Θεώ Δόξα!</p>
<p>ε) «Έκανε 17 έτη εις την κορυφήν του Προφήτου Ηλία παλεύων με δαίμονας και κεραυνιζόμενος από τους καιρούς, έμεινε άσειστος στύλος υπομονής».<br />
Αν γραφόταν αυτό ως επίγραμμα απάνω στον τάφο (σιγά μην βρεις τάφο!) του Γέροντα Γεράσιμου του ασκητή (σε αυτόν αναφέρεται ο Άγιος Ιωσήφ) θα λέγαμε πως μόνο ένας νέος Πίνδαρος θα μπορούσε να έχει γράψει κάτι τέτοιο…<br />
Τέτοια ανυπέρβλητη αξία έχει ο ευλογημένος και χαριτωμένος θεόπνευστος ποιητικός λόγος των Αγίων της πίστης μας. Δώστε βάση. Πιο εύκολα θα περάσει τότε το Πάθος. Κι η Ανάσταση μετά δεν αργεί!</p>
<h5><strong>ΨΗΦΙΣΤΕ ΑΤΙΘΑΣΑ</strong></h5>
<p>Το σύστημα του κομματικού φεουδαλισμού που κρατά διαχρονικά δέσμια τη χώρα μας, ανήκει σε έναν ευρύτερο διεθνή αποικιοκρατικό-εξουσιαστικό μηχανισμό. Ανά εποχές και σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες το γεγονός αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές.</p>
<p>Ουσιαστικά, ο εκάστοτε πρωθυπουργός της χώρας έχει τη θέση του ιθαγενή έπαρχου-κυβερνήτη της αποικίας και το πολιτικό σύστημα είναι ο ευρύτερος υποστηρικτικός μηχανισμός του. Τα καθήκοντά του δεν περιλαμβάνουν τη λήψη αποφάσεων, αλλά την εφαρμογή αποφάσεων που έχουν ληφθεί εκτός της χώρας από την υπερκείμενη αρχή. Προφανώς οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα της αποικίας, αλλά αυτών που τη διαφεντεύουν. Άλλωστε, από τη φύση τους οι αυτοκρατορίες και οι διάφορες παραλλαγές του αποικιοκρατικού-φεουδαρχικού συστήματος που επιβάλλουν, εκμεταλλεύονται και συχνά ξεζουμίζουν μέχρι εξαθλίωσης τις αποικίες και τους υποτελείς δουλοπάροικούς τους.</p>
<p>Επομένως, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό δεν κοπιάζει για την παραγωγή ιδεών, μέτρων, θεσμών και νομοθετημάτων υψηλής και χαμηλής πολιτικής. Αυτά του υπαγορεύονται. Εκεί που ξοδεύει την ενέργειά του, αυτό για το οποίο αμείβεται σχετικώς πλουσιοπάροχα, είναι η υλοποίηση και η εφαρμογή τους. Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται, καθώς θα πρέπει συνεχώς να ικανοποιούνται τρεις συνθήκες:</p>
<p>α) Να συντηρείται η ψευδοφάνεια ενός κατ’ επίφαση δημοκρατικού πολιτεύματος.</p>
<p>β) Να ανταμείβονται οι πολυάριθμοι άτυποι αξιωματούχοι των χαμηλότερων βαθμίδων και οι συνεργάτες του συστήματος μέσα στις κομματικές, κρατικές, κοινωνικές και επαγγελματικές δομές.</p>
<p>γ) Να αποκρύπτονται, να διασκεδάζονται και αν χρειαστεί να καταστέλλονται με πλάγια μέσα οι αντιδράσεις. Να ξεθυμαίνει ο κοινωνικός αναβρασμός. Τελικά, να συλλέγονται τα απαραίτητα εκλογικά ποσοστά που απαιτούνται για τη συνέχιση και επιβίωση του συστήματος.</p>
<p>Στη δυσάρεστη πραγματικότητα που συνοπτικά παρουσιάζω παραπάνω, έχω αναφερθεί στην αρθρογραφία μου τα τελευταία χρόνια με διάφορους εκφραστικούς τρόπους και προσεγγίσεις. Είναι, βέβαια, αρκετοί οι διανοητές παλαιότεροι και σύγχρονοι που την περιγράφουν –είτε στις διάφορες εκφάνσεις της είτε εποπτικά– με τη δική τους οπτική. Από τους σύγχρονούς μας ενδεικτικά αναφέρω ειδικούς στο αντικείμενο επιστήμονες όπως τον πολυγραφότατο ομότιμο καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργο Κοντογιώργη, τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργο Κασιμάτη και τον αρκετά νεότερο δραστήριο πολιτικό επιστήμονα Σταύρο Καλεντερίδη.</p>
<p>Δεν ξέρω πόσο εισακούγονται όλα όσα έχουν αναλύσει στο επίπεδο της πολιτικής προσέγγισης του ζητήματος αυτοί, αλλά κι άλλοι αξιόλογοι συμπατριώτες μας στο δημόσιο γραπτό και προφορικό τους λόγο. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Αυτό συμβαίνει για τρεις κυρίως λόγους:</p>
<p>α) Το εξουσιαστικό σύστημα κορύφωσε τη φαυλοκρατική συμπεριφορά του. Δίνεται η εντύπωση ότι η προεργασία που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια, έφτασε στο επιθυμητό σημείο. Πλέον προχωρά απροκάλυπτα και θέτει σε εφαρμογή σχεδιασμούς για την επιβολή ενός σκληρότερου καθεστώτος με σύγχρονα χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού.</p>
<p>β) Οι διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενεργούν και αποκαλύπτονται πλέον ξεκάθαρα ως εργαλεία ενός υπερεθνικού εξουσιαστικού συστήματος με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά για την εφαρμογή σύγχρονων εκδοχών αποικιοκρατίας και φεουδαρχίας. Δεν προασπίζονται τη δημοκρατία και τις παραδοσιακές αξίες της.</p>
<p>γ) Ο πλανήτης βρίσκεται σε εμπόλεμη αναταραχή. Ο πόλεμος θα επεκτείνεται και θα κλιμακώνεται με κλασσικά, αλλά και με άλλα σύγχρονα και καινοφανή μέσα και αναμένεται να επηρεάσει δραματικά και την πατρίδα μας.</p>
<p>Τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών θα επηρεάσουν καίρια την ένταση και τον χαρακτήρα των έμπονων δοκιμασιών του ελληνικού λαού, οι οποίες θα κλιμακωθούν το επόμενο διάστημα. Δεν είναι μόνο θέμα αξιοπρέπειας και πατριωτισμού· είναι πια θέμα επιβίωσης η διεκδίκηση της εθνικής μας κυριαρχίας και μιας κρατικής δομής αυθεντικά δημοκρατικής και αφιερωμένης στο ευ ζην του πολίτη. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται:</p>
<p>α) Τα χαμηλόβαθμα στελέχη και οι ψηφοφόροι των κομμάτων εξουσίας να συνειδητοποιήσουν ότι, μπροστά στα επικείμενα γεγονότα, τα όποια ανταλλάγματα πήραν θα εξαϋλωθούν και όσα προσδοκούν να πάρουν θα ακυρωθούν. Ως απλοί στρατιώτες του κομματισμού, είναι απολύτως αναλώσιμοι. Ήρθε η ώρα να δουν το συμφέρον τους με τη ματιά του σοφού Περικλή. Όσο βολεμένοι κι αν είναι στα ιδιωτικά τους πράγματα θα καταστραφούν τελείως, αν καταστραφεί η πατρίδα. Αν όμως ξεβολευτούν, ακόμα κι αν είναι σε δύσκολη θέση προσωπικά, έχουν πολλές ελπίδες να σωθούν αν η πατρίδα στέκεται στα πόδια της.</p>
<p>β) Οι ψηφοφόροι που αγαπούν τις παραδοσιακές αρχές του ελληνικού κι Ορθόδοξου πολιτισμού να μην παρασυρθούν και πάλι από κάποιο κόμμα του τύπου «ΛΑΟΣ» ή «ΑΝΕΛ.» που για μια ακόμα φορά ετοιμάζεται να υφαρπάξει τη ψήφο τους, ώστε να την ακυρώσει. Το σύστημα είναι πάντα ένα βήμα μπροστά και έχει ήδη έτοιμη την παγίδα. Όποιος μπορεί να βάλει δυο σκέψεις στη σειρά καταλαβαίνει…</p>
<p>γ) Ο Έλληνας ψηφοφόρος να ενεργήσει απροσδόκητα, ασύμμετρα, απρόβλεπτα. Τα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας σχεδιάζουν επιμελώς και μεθοδικά. Έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους απέναντι στις προφανείς κατευθύνσεις της εκλογικής μας αντίδρασης. Η ενίσχυση μικρών κομμάτων με απολύτως μηδενική προϊστορία στο Κοινοβούλιο είναι μονόδρομος. Η αναστάτωση του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού είναι ο μοναδικός δόκιμος και εφικτός στόχος στην παρούσα συγκυρία. Η απροσδόκητη εκλογική συμπεριφορά δεν είναι πολιτική λύση· αλλά θα δημιουργήσει γόνιμες συνθήκες γι’ αυτήν.<br />
Εκτός από αρετή θέλει και τόλμη η ελευθερία.</p>
<h5><strong>ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ </strong></h5>
<p>Στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, τον τελευταίο καιρό, συνεχώς εμφανίζεται μπροστά μου και μ’ απασχολεί γόνιμα το ζήτημα της σχέσης που έχει η μορφή (η τεχνική) με την ουσία (το νόημα) στη λογοτεχνία, αλλά και στην τέχνη γενικότερα. Αφορμή στάθηκε η εμπειρία που αποκόμισα από την προσπάθειά μου να αποδώσω ποιητικά τους ύμνους του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού. Στο εισαγωγικό σημείωμα της πρόσφατης έκδοσης αυτού του εγχειρήματος,1 εξηγώ γιατί η μορφή στην οποία κατέληξα («ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση»), προσφέρει στο να ζωντανέψει ποιητικά την απαράμιλλη τέχνη του Αγίου Ρωμανού στη σύγχρονη εκδοχή της γλώσσας μας.</p>
<p>Προσφάτως, χρειάστηκε να ετοιμάσω τη σύντομη τοποθέτησή μου για την παρουσίαση δύο βιβλίων2,3 του φίλου λογοτέχνη Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, που θα γίνει μεθαύριο Πέμπτη στις 19:30 στην αυλή της Αγιορείτικης Εστίας (όσοι είστε στη Θεσσαλονίκη, αξίζει τον κόπο να έρθετε).</p>
<p>Το ένα από τα δύο βιβλία που θα παρουσιαστούν δεν είναι καινούργιο. Τιτλοφορείται Ο πιο σύντομος δρόμος, και είναι επανέκδοση (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1999).</p>
<p>Καθώς κατατριβόμουν με την παρουσίαση, λοιπόν, συνειδητοποίησα το πόσο εμφανής γίνεται στο συγκεκριμένο έργο μια υποδειγματικά άρρηκτη σχέση μορφής και ουσίας. Δηλαδή, υπάρχει η κατάλληλη επιλογή των στοιχείων εκείνων της συγγραφικής τεχνικής που δένουν απόλυτα και υπηρετούν το όλο νόημα του έργου. Το στοιχείο αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία στα καλύτερά της, είναι πολύ χαρακτηριστικό και σε ένα ακόμα βιβλίο του Αλέξανδρου, με τίτλο Ο αγρός του αίματος.4</p>
<p>Το πράγμα, όμως, δεν σταμάτησε εκεί· τα θετικά πρότυπα συνέχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου. Ο Ισίδωρος Παπαδάμου, καλός φίλος του Αλέξανδρου, είναι φιλόλογος, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και του τζουρά, τραγουδοποιός, αλλά και γνωστός οργανοποιός εγχόρδων. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τη φωνή και το μπουζούκι του στο συγκρότημα των Χειμερινών Κολυμβητών, τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Ο Ισίδωρος είναι ωραίος και αυθεντικός καλλιτέχνης. Οι στίχοι του περιέχουν στιγμές υψηλής ποιητικής δημιουργίας. Δείτε μία που καταγράφει στο βιβλίο Ο πιο σύντομος δρόμος3 ο Κοσματόπουλος:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα βράδια που ζήσαμε τα ονειρικά<br />
μέσα σ’ ιδέες τυλιγμένοι<br />
με μαζεμένα κι απλωμένα τα φτερά<br />
κι ενώ μιλούσαμε απαλά<br />
η καρδιά μας ήτανε σχισμένη.</p>
<p>Αλλά και η μουσική του, ενώ συνδυάζει στοιχεία του παραδοσιακού και του ρεμπέτικου, απομακρύνεται συχνά απ’ αυτά και τα υπερβαίνει ελεύθερα και ιδιόρρυθμα, αλλά πάντοτε αρμονικά. Έτσι, ως σύγχρονη δημιουργία με χαρακτηριστικό προσωπικό ύφος, διαλέγεται γνήσια με την παράδοση και τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής ανά τους αιώνες. Αυτό στις μέρες μας σπανίζει. Αλληγορικά μιλώντας: αν ζούσε ο Στράτος Παγιουμτζής, θα έβλεπε πιο πολλά στοιχεία της καλλιτεχνικής του ψυχής μέσα σ’ ένα τραγούδι του Ισίδωρου, παρά σ’ ένα τραγούδι δικό του παιγμένο από μια σύγχρονη λαϊκή ορχήστρα. Πώς γίνεται αυτό; Και πώς γίνεται ν’ ακούς Παπαδάμου και να νιώθεις (όχι ν’ αντιλαμβάνεσαι, να νιώθεις) μια συνάφεια με τη βυζαντινή λαϊκή μουσική, όσο μπορούμε να την γνωρίζουμε από τις προσπάθειες του μεγάλου συνθέτη και μουσικολόγου μας Χριστόδουλου Χάλαρη;</p>
<p>Γίνεται, καθώς το γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για ανάλογο ζήτημα που αφορά το λογοτεχνικό ύφος και τη γλώσσα. Μιλάει για την «ατόφια ελληνική φωνή» στα δημοτικά τραγούδια και στα γραπτά του Μακρυγιάννη, θέτοντάς τα ως παραδοσιακό θεμέλιο και λέει: «Αυτή είναι η φύση της γλώσσας μας. Το στοιχείο που μας καθαρίζει και μας οδηγεί, και που, δουλεύοντας την έκφρασή μας, θα πρέπει να μιμηθούμε, όχι εξωτερικά καθώς έγινε κάποτε ως την κατάχρηση, αλλά στην εσωτερική του λειτουργία…».5</p>
<p>Μετά απ’ αυτά τα θετικά πρότυπα, η συγκυρία μού ’φερε και το αρνητικό. Όλα πήγαιναν καλά στον Όρθρο. Σαν ξεκίνησε όμως η Θεία Λειτουργία, αντί για τους ψάλτες ανέλαβε δράση μια χορωδία ανδρών με ύφος κανταδόρικο. Ανακατεύτηκε η ψυχή μου. «Αυτή τη μουσική παράδοση, την ιερή και πανάρχαιη, αγωνίζονται να διασπάσουν, να παραποιήσουν οι διάφοροι ανόσιοι και άμουσοι κανταδόροι, που ακούγονται, δυστυχώς ακόμα να παρεμβάλλουν τις φωνητικές επιδεικτιάσεις τους ανάμεσα στους σεμνούς ύμνους της λειτουργίας…», έγραφε ο Μυριβήλης.6</p>
<p>Ο Κόντογλου έγραψε, βέβαια, τα περισσότερα γι’ αυτούς που θέλουν «να ντύσουν “τα αμάραντα μνημεία” της υμνολογίας, με άλλο μουσικό φόρεμα της εποχής μας, ήγουν με την ανθισμένην αμυγδαλιά, με βαρκαρόλες, και τα παρόμοια».7 «Ποιος Έλληνας μπορεί να πει πως νιώθει κατάνυξη από τα μουσικά αυτά μασκαραλίκια…», γράφει αλλού.8</p>
<p>Πόσο ακαλαίσθητη, παράταιρη και φτηνή μπορεί να γίνει η τέχνη, όταν η μορφή απάδει προς την ουσία… Κρίμα στις Μητροπόλεις που σχετίζονται επισήμως με τέτοια φαινόμενα.</p>
<h5><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ </strong></h5>
<p>Σε δυο μέρες θα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη η 19η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου. Ο αέρας της πόλης –μαζί με τις μαγιάτικες μυρωδιές– άρχισε ήδη να φέρνει κι αυτήν του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Σ’ αυτό το κλίμα, λέω σήμερα να κάνω το κέφι μου και να ανθολογήσω από τον ποιητικό λόγο δικών μου φίλων και γνωστών. Παίρνω να σας κεράσω, λοιπόν, αποσπάσματα απ’ τα γραπτά τους που μ’ άρεσαν. Όπως μου ‘ρχεται θα σας τα δώσω, σκέτα χωρίς σχόλια. Έτσι, όπως μου ’ρχεται τ’ αντιγράφω· σας τα δίνω γι’ αντίδοτα στα δηλητήρια της εποχής.</p>
<p>Γράφει ο Αλέξανδρος1<br />
Στο ποίημα «Αποχαιρετισμός»:</p>
<p>Ξημέρωμα στα τείχη ακούς θρήνο<br />
πέτρες, κονιορτός στις κατακόμβες<br />
σκάβουν θεμέλια σπιτιών –<br />
οι λέξεις έχουν ιστορία<br />
στιγμή γεννιούνται και υπάρχουν.</p>
<p>Και στο «Περιφορά»:</p>
<p>Τροχιές γραμμένες στις αχτίνες του ήλιου<br />
ο Θεριστής ο Τρυγητής ο Αλωνάρης ανακαλούν<br />
ονόματα<br />
όχι σκέψεις που καθρεφτίζουν καημούς<br />
λόγια ν’ απηχούν σημασίες πραγμάτων.</p>
<p>Παιχνίδι της μέρας η μιλιά του ανθρώπου<br />
η σκέψη στένεψε τον κόσμο.<br />
Άνω σχώμεν τας καρδίας.</p>
<p>Γράφει ο Γιάννης2<br />
Στο ποίημα «Ήλιε»:</p>
<p>Στην άμμο της Κεραμωτής κλαις,<br />
όταν ξημερώνει,<br />
στην άκρη μιας ματιάς κλειστής,<br />
η νύχτα μένει μόνη.</p>
<p>Και στο «Θρησκειοείδωλα»:</p>
<p>Θεέ τρισσέ στο ένα σου και ένα στα τρισσά σου,<br />
έδειξες αυτοπρόσωπα<br />
τα δικαιώματά σου.</p>
<p>Γράφει η Μαρία3<br />
Στο ποίημα «Εν δυνάμει πραγματικότητα»:</p>
<p>Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος<br />
κι η θάλασσα<br />
κι ο βράχος<br />
λιγοστεύει φλούδα φλούδα<br />
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος.</p>
<p>Και στο «Απολογία»:</p>
<p>Μάρτυς μου τα δάκρυα<br />
ορκιζόταν<br />
λες κι ο πόνος<br />
είναι ζήτημα αλήθειας.</p>
<p>Γράφει ο Κώστας4<br />
Στο Όρος<br />
ο ήλιος<br />
βιάζεται να βγει.</p>
<p>Θέλει κι αυτός να συνεργήσει.</p>
<p>Στην καύση της καρδίας.</p>
<p>και:</p>
<p>Έρχεσαι πάλιν<br />
Άνοιξη<br />
και προκαλείς πάλην.<br />
Ένδοθεν.</p>
<p>κι ακόμα:</p>
<p>Κυκλοφορούν ελεύθερες<br />
λέξεις που έχασαν<br />
το νόημά τους</p>
<p>και δεν βολεύονται<br />
σε καινούργιες γνωριμίες.</p>
<p>Γράφει η Βιβή5<br />
Η Μάνα: Κάθε φορά που, κάτι, μας έβγαζε, καινούριο<br />
από την καθημερινότητά μας, κι ο πιο απλός πυρετός<br />
ίσως, χωνόμουν στην πολυθρόνα της γωνίας. Μάζευα τα<br />
πόδια από κάτω μου. Μια μπάλα γινόμουνα. Να κρυφτώ<br />
ήθελα. Να μη με δει ο Θεός και θυμηθεί ότι υπάρχω<br />
και μου στείλει κι άλλη δοκιμασία.</p>
<p>και:</p>
<p>Ήλθε η Κόρη! Ω! είναι τόσο όμορφη κι αυτή.<br />
Δεν έχει γαλάζια μάτια σαν τ’ αγόρια.<br />
Έχει όμως καρδιά 20 αγοριών.</p>
<p>Γράφει ο Τάσος6<br />
Στο διήγημα «Εικοσικάτι Ιουνίου»:</p>
<p>Κάθε πρωί που ξυπνώ σκίζω το χαρτάκι της προηγούμενης από το ημερολόγιο. Εικοσιπέντε Ιουνίου. Των Φεβρωνίας, Ορεντίου, Γεωργίου και Προκοπίου του Νεομάρτυρος. Εικοσιπέντε Ιουνίου… Κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει… θα θυμηθώ! Τι είναι σήμερα; Σέρνω τις σαγιονάρες μου προς τον καναπέ. Παίρνω να διαβάσω το βυζαντινό κράτος του Ιωάννη Καραγιαννόπουλου και ρουφάω χρονολογίες και ονόματα αυτοκρατόρων. Αναρωτιέμαι πόσοι και πώς έγιναν αυτοκράτορες μέσα στους αιώνες. Μόνον εγώ δεν κατάφερα να γίνω αυτοκράτορας του εαυτού μου.</p>
<p>και στο «Κουαρτέτο»:</p>
<p>Είναι στιγμές που μια αφελής αισιοδοξία σε κάνει να πιστεύεις ότι το πεπρωμένο κάνει το χατίρι στις επιθυμίες σου!</p>
<p>Γράφει ο Διονύσης7<br />
Στο ποίημα «Ανδρέας Κάλβος»:</p>
<p>Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι: οι ποιητές<br />
θα αμφιβάλλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους<br />
βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους,<br />
και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν<br />
από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες<br />
υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.</p>
<p>Και στο «Πήγαινες στη δουλειά»:</p>
<p>Παράξενο που τόσα χρόνια<br />
πάντα στην ίδια αυτή διαδρομή<br />
δεν είχες δει ούτε τα δέντρα ούτε τα βουνά<br />
παράξενο που όλο έτρεχες για να προλάβεις<br />
σαν μια σκηνή από ταινία σε επανάληψη.</p>
<p>Γράφει ο Ισίδωρος<br />
Στο τραγούδι «Σεντουκιασμένοι φλώροι»:8</p>
<p>Κάποιοι ποθούν να κυβερνούν<br />
σε χώρα, σε βαπόρι<br />
μα δεν το ξέρουν που ’ν’ κι αυτοί<br />
σεντουκιασμένοι φλώροι.</p>
<p>και στο «Φαλτσέτες»:9</p>
<p>Ο ύπνος μου δυσκόλεψε και η ζωή φωνάζει,<br />
που ’ναι βρε ψεύτη άνθρωπε το πάθος που κοχλάζει;</p>
<p>Το ’χω ακόμα μέσα μου, ζωή που με μαλώνεις.<br />
Σου ’στρωσα ωραία απλωσταριά, τα ντέρτια σου ν’ απλώνεις.</p>
<p>Τι κι αν με κόβεις με γυαλιά, με σχίζεις με φαλτσέτες,<br />
τις εμορφιές μου θα ζητάς, για να τις πίνεις σκέτες!</p>
<p>Αυτά ήταν τα λουλούδια που ’κοψα, για να σας τα προσφέρω σήμερα. Κατά μια έννοια –έτσι ανθολογώντας– μπορεί να πει κανείς πως… «πιάσαμε τον Μάη» και μ’ έναν άλλον τρόπο.</p>
<p>_____<br />
1. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Μικρά είσοδος, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1978.<br />
2. Ιωάννης Γ. Κουρεμπελές, Ξενοτόκος, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2018.<br />
3. Μαρία Λάτσαρη, Εν δυνάμει πραγματικότητα, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.<br />
4. Κωνσταντίνος Δ. Σαμοΐλης, Εν αγνοία μου, εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2023.<br />
5. Βιβή Φαρσαλιώτου, 75 μέρες και 1 βράδυ μαζί, εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2022.<br />
6. Τάσος Κουδούνης, Η αμηχανία του ασανσέρ και άλλες ιστορίες, εκδ. Το κεντρί, Θεσσαλονίκη 2014.<br />
7. Διονύσης Στεργιούλας, Καθόλου ποιήματα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2019.<br />
8. Ισίδωρος Παπαδάμου, Άλμπουμ Σεντουκιασμένοι φλώροι, «Σε δισκάδικα δεν μπαίνουν ούτε κέρδη τα μαραίνουν» Records, 2007.<br />
9. Andreas Papadamou (27.4.2023), «”Οι φαλτσέτες” μουσική-στίχοι: Ισίδωρος Παπαδάμου» (Video), YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=qDJs9AsHIwI.</p>
<p>ΣΗΜΕΙΩΣΗ</p>
<p>Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΙ ΕΓΡΑΦΑ;</strong></h5>
<p>Έγραψα ποιήματα<br />
που ’ταν εκεί ολόγυρα,<br />
παντού·<br />
άδικο το ‘βρισκα<br />
π’ άλλος κανείς<br />
δεν κάθονταν να τα<br />
καθαρογράψει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ</strong></h5>
<p>Ώδινεν βράχος<br />
κι έτεκεν εκείνο το τραγούδι<br />
που ως κόρη<br />
το ’δαμε να βγαίνει μουσκεμένο<br />
απ’ τη θάλασσα της συγκίνησης.</p>
<p>Έτρεχαν τ’ αλμυρά νερά από πάνω της<br />
κάτω στην άμμο.<br />
Κι ύστερα έκανε λίγο έτσι,<br />
σκύβοντας ελαφρά στα δεξιά κι<br />
έπιασε με τα δυο χέρια<br />
τα μακριά μαλλιά της.</p>
<p>Τα έστυψε -θυμάσαι;- κι έπεσε κι άλλο<br />
νεράκι κάτω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΑΧΥΡΟ</strong></h5>
<p>Κάμποσο απ’ το ξερό χόρτο της λογικής<br />
επιτέλους εμποτίστηκε.</p>
<p>Ως εκ τούτου<br />
άχυρο επίλοιπο,<br />
εις το όνομα της καθίζησης<br />
σε ταΐζω στους κινητήριους ίππους</p>
<p>της κοινά αποδεκτής άνοιξης.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1991)</p>
<h5><strong>ΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΥΠΑΛΑΜΩΝ ΥΜΝΩΝ</strong></h5>
<p>Όχι άλλες αισθηματολογίες<br />
και πράγματ’ αλλοπρόσαλλα,<br />
άμετρα και αταίριαστα<br />
προς εντυπωσιασμούς ακαλαίσθητους.</p>
<p>Προς Θεού,<br />
μη γράφετε άλλο έτσι βρε παιδιά!</p>
<p>Και τον λόγο γιατί τον σακατεύετε;<br />
Αφήνοντας κάτι λέξεις σαν αγκωνάρια<br />
απά στο μονοπάτι.</p>
<p>Με βρίσκουν συνέχεια στο καλάμι·<br />
και πονώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ</strong></h5>
<p>Κάθε π’ ανοίγω το συρτάρι.,<br />
ακούω τις τσιρίδες σας τραγούδια μου.</p>
<p>Την ψυχή μου συνθλίβετε μ’ ανάθεμα.</p>
<p>«Τώρα πια ανδρωθήκαμε, βγάλε μας έξω.<br />
Στείλε μας, δείξε μας, θέλουμε ν’ ακουστούμε».</p>
<p>Αχ! τραγούδια μου&#8230;<br />
Πετάξτε μόνα σας, πετάξτε&#8230;<br />
Και φωλιάστε στις καρδιές των ανθρώπων.<br />
(Να γινότανε&#8230;)</p>
<p>Πού να τρέχω τώρα εγώ να βρω<br />
τους ειδικούς φιλόλογους και τους εκδότες;</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1992)</p>
<h5><strong>MOΙ ΕΝΝΕΠΕ, ΜΟΥΣΑ</strong></h5>
<p>Όταν στα δώματα<br />
επιτέλους τραβιούνται οι κουρτίνες<br />
οι βαριές,<br />
το συνηθίζει ο ήλιος να στέλνει με τη μούσα<br />
κάτι φλούδες, κάτι ρετάλια κι ένα λευκό χαρτί.</p>
<p>Για να τυλίγει μ’ αυτά ο κοσμάκης τον καλό τον λόγο και<br />
να τον κάνει δώρο.</p>
<p>Κι έτσι να παίρνει αντίδωρο</p>
<p>πότε μια κρύα βρύση,<br />
πότε πουλάκια καλλικέλαδα,<br />
πότε γάτες που ξέρουνε να πιάνουνε τα φίδια στις αυλές.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1994-2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ξεκίνησα τη διαδικασία τυπικά με<br />
επίκληση στη Μούσα.<br />
Έπιασαν φωτιά οι μαύρες κουρτίνες.</p>
<p>Επίκληση πρώτη:<br />
Μέχρι και το κελί μου<br />
διάφανο το κάνατε,<br />
για να μου στερήσετε το δάκρυ.</p>
<p>Επίκληση δεύτερη:<br />
Έχει κι η ατυχία τα όριά της.<br />
Λίγοι όμως τα’ χουν εξερευνήσει.</p>
<p>Επίκληση τρίτη:<br />
Το χαρτί κι ένα δαγκωμένο μολύβι<br />
η απαντοχή μου.</p>
<p>Επίκληση τέταρτη:<br />
Γιατί έτσι!<br />
Βρέχω τα χαρτιά μου με τραγούδια.</p>
<p>Διάψαλμα:<br />
Πολλές φορές<br />
η αγάπη γίνεται γελοία.<br />
Κι είναι το μόνο γελοίο<br />
που συμπαθώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988-1993)</p>
<h5></h5>
<h5 style="text-align: left;"><strong>ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ</strong></h5>
<p>Αχού! Κι ωιμέ&#8230;! Ψυχούλες διψασμένες.</p>
<p>Όσο τίποτ’ άλλο θα ‘θελα σφιχτά να σας κρατήσω.<br />
Να σας ευχαριστήσω, για να σας ευχαριστήσω.</p>
<p>Και τις ιδέες πίσω απ’ το λαμπερό σας βλέμμα<br />
να ελευθερώσω.</p>
<p>Γιατί μου φάνηκαν σαν πολύχρωμα πουλιά<br />
που αργοπεθαίναν σε κλουβί<br />
ασημένιο.</p>
<p>Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω<br />
για ν’ ανταποδώσω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1989)</p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>Έναν Αύγουστο, μια μέρα<br />
ξεχάστηκα.<br />
Απ’ τον πηχτό, ζεστό αέρα<br />
πιάστηκα.<br />
Κι ανέβηκα ψηλά,<br />
αργά και σιωπηλά.</p>
<p>Βρήκα τα δελφίνια μου·<br />
βρήκα και κεντήματα σε βυσσινί βελούδο.<br />
Βρήκα και τους Αγγέλους μου<br />
που μ’ ασημιά μαχαίρια<br />
έκοβαν τα σκοινιά.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1993)</p>
<h5><strong>ΑΦΟΒΑ</strong></h5>
<p>Αν ήτανε, αν ήτανε<br />
να φοβηθώ να γράψω,<br />
καλύτερα, καλύτερα<br />
να πέθαινα.</p>
<p>Μόνος μες τη ντροπή και ψόφος!</p>
<p>Ότι είναι γνωστό πως η Παναγία μας<br />
το αδίκως αποκομμένο χέρι<br />
«γραμματέως οξυγράφου»<br />
το προσκολλά τελείως,<br />
τελείως στον τόπο του.</p>
<p>Ξανά λειτουργικό το αποκαθιστά<br />
πλήρως.</p>
<p>Ορθή είν’ η δόξα μας.<br />
Κι αν αυτό δεν το πιστεύομε,<br />
κενό το καύκαλο ημών<br />
και κλούβιο το μυαλό μας<br />
και νερουλό το μεδούλι μας<br />
και η ψυχή μας φτενή<br />
κι αδύνατα τα ποδάρια μας<br />
και τα στήθια μας αχυρένια.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΥΝΑΜΙΣ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΝΥΠΝΙΟΝ</strong></h5>
<p>Ευ λέγεις, ένα στα εκατό ενύπνια μπορεί ν’ αξίζει.<br />
Μα και στον ξύπνιο το αυτόν.</p>
<p>Η βάτος η καιόμενη και η βροχή η μηδέποτε δαπανώμενη·<br />
μηδέποτε κεκαυμένη η καρδιά που ουδέποτε εκπίπτει.</p>
<p>Η τρισεύγενη κι ο Ακρίτας<br />
κι αυτή που έξω βάλλει τον φόβον.</p>
<p>Ήγουν, τον διώχνει σαν κανένα παλιόσκυλο<br />
από εκείνα που κρατούν το κεφάλι χαμηλά,<br />
χαμάθεν και άνω θρώσκουν τάχατες&#8230;</p>
<p>Κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή<br />
(ή με χωρίς, το ίδιο κάνει)<br />
φωτιά που να μην καίει,<br />
είναι η καρδιά τους που ειρηνεύει μοναχή<br />
κι αγάλλεται ακτίστως.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 2015)</p>
<h5><strong>ΑΝΕΛΕΗΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξίδια ανελέητα και θ’ ανηφορίσω.<br />
Κεράκια στην άμμο.<br />
Όμηρος των κυμάτων.</p>
<p>Στο στασίδι<br />
αμάραντα λουλούδια αναβλύζω,<br />
όταν ποδηλατείς κι οι μπούκλες σου χορεύουν.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα οι ευχές μου,<br />
όταν πέφτουν τ’ αστέρια απ’ τα μάτια σου<br />
κάθε που κοιμάσαι, για να λάμψουν ξανά.<br />
Όμηρος των θαυμάτων.</p>
<p>Παράγω συμμετρία<br />
στολίδια<br />
άνθη λεμονιάς.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα κι<br />
αυτά τα ύφαλα<br />
στεγνά δεν τα ’χει δει κανείς.</p>
<p>Κι ωστόσο εγώ θα ζω πια εδώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Μάιος 1995)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ</strong></h5>
<p>Ουαί υμίν.<br />
Αρχή και τέλος στα νερά&#8230;</p>
<p>Με δυο ανάσες,<br />
έφτιαξε η ποιητική μου διάθεση<br />
τις χαρακιές στην ξύλινη πόρτα.</p>
<p>Κι από την πέτρα άφησα να κρέμεται ένα μειδίαμα·<br />
ένα παγωμένο φύλλο στο προαύλιό σου.<br />
Αχ! Πολυασβεστωμένο παρεκκλήσι<br />
της αφής.</p>
<p>Δυο δυο τα κεράκια για το βροχερό στασίδι της αναμονής.<br />
Δυο δυο τα κεράκια γι&#8217; αυτόν που περιμένει στη βροχή.</p>
<p>Κι όλα τα σύννεφα συνόψισαν μια είσοδο.<br />
Τρίζοντας πέρασαν οι δυο ακτίνες<br />
το σκουριασμένο κάγκελο<br />
που ’τριψα το μέτωπό μου·<br />
μην και γίνει η πληγή μου φανερή και με δαχτυλοδείχνουν.</p>
<p>Όχι, δε ζήτησα πολλά.</p>
<p>Ότι η καρδιά μου πέρασε αυτά που φτιάχνουν τις καρδιές των τεράτων<br />
και δεν επωφελήθηκε.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιανουάριος 1992)</p>
<h5><strong>ΜΕΤΡΟΝ</strong></h5>
<p>Καρδούλα μου<br />
τω αναγιγνώσκοντι.<br />
Την εικοστή έβδομη ημέρα της εβδομάδας<br />
αναθάρρησα,<br />
ενδεδυμένος τη γλύκα των υδρατμών σου.<br />
Κι όμορφα νιώθοντας,<br />
όμορφος<br />
άσκησα την ελαστικότητα των γοητευτικών μου άκρων.</p>
<p>Κι ήταν σα ν’ ανασήκωνα την πλάκα<br />
που ’χε σκαλιστό ένα όνειρο<br />
πολύ-πολύ καιρό δουλεμένο.<br />
Ταξίδι το ταξίδι, με προσοχή.<br />
Κι έσφυζε ζωή από κάτω.</p>
<p>Κι έσφιξα τη ζωή,<br />
μην και με πάρει από κάτω<br />
έτσι που γεννήθηκα ονειροπόλος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 1991)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ</strong></h5>
<p>Πίσω απ’ το τζάμι κοίταζα τα βρεγμένα και περίμενα.</p>
<p>Πρόσωπα διάφορα.<br />
Απρόσωπα, αδιάφορα.</p>
<p>Πίσω από κρύο τζάμι,<br />
αυλακωμένο.</p>
<p>Ανέκφραστος. Φαινομενικά απαθής.<br />
Κι ας έψαχνα με βλέμμα απεγνωσμένο.</p>
<p>Τα φύλλα που στροβιλίζονται<br />
εχθρεύονται τα οράματά μου.<br />
Αλλά λίγο με νοιάζει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Δεκέμβριος 1988)</p>
<h5><strong>ΤΑΛΕΝΤΟ</strong></h5>
<p>Δεν απολογήθηκε ποτέ για το κενό στις χρονολογίες.<br />
Ανάβοντας ένα σπίρτο, αποκάλυψε ότι βαριόταν.</p>
<p>Γιατί είχε γίνει εύκολο.<br />
Σχεδόν εθιστικό.<br />
Κι αυτό ήταν το μυστικό:<br />
δεν ήταν πια μεθυστικό.</p>
<p>Λοιπόν·<br />
εσείς που είστε ειδικοί,<br />
αλλά κι οι άλλοι οι περισπούδαχτοι,<br />
έτσι να ξεχωρίζετε τους μεγάλους της τέχνης.</p>
<p>Να τους παρακολουθείτε,<br />
καθώς αυτοί βαριούνται να δημιουργούν,<br />
όταν βαριούνται να δημιουργούν.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούλιος 2000)</p>
<h5><strong>Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ</strong></h5>
<p>Το άρωμα του βασιλικού στο περβάζι<br />
είναι που μαρμαρώνει τις στιγμές.<br />
Και το λευκό σεντόνι που στεγνώνει<br />
καθρεφτίζει τους αγγέλους.<br />
Να σέβεστε το βασιλικό και το σεντόνι</p>
<p>στ’ αλήθεια.</p>
<p>Να χαίρεστε τις ανθισμένες λεμονιές και τα κρυφά τα γέλια.</p>
<p>Αυτά π’ αξίζουν,<br />
πράγματι,<br />
είναι για όλους ίδια.</p>
<p>Ανεξίτηλα.<br />
Απαράλλαχτα αναδύονται<br />
στα κύματα που δίνουν νόημα στον χρόνο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΦΕΚΟΠΤΕΙΟ</strong></h5>
<p>Δουλεμένη ψυχή,<br />
πυρωμένη από αδυσώπητο ήλιο.<br />
Κι αυτή η σκόνη &#8230;</p>
<p>Στο παλιό καφεκοπτείο απ’ έξω.<br />
Ξύλο παλιό.<br />
Ιδρώνει η τρομπέτα<br />
σε μπλουζ ρυθμούς.</p>
<p>Το απόγευμα αργά,<br />
αργά στάζει.</p>
<p>Γλυκιά αρχή της νύχτας.<br />
Νόστος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούνιος 1991)</p>
<h5><strong>ΛΕΣ;</strong></h5>
<p>Είναι στίχοι μου<br />
π’ όλοι καταλαβαίνουν.<br />
Τα αισθήματα, όμως, που γεννιούνται απ’ αυτούς<br />
δεν είναι μπορετό να εκφραστούν με πάσα ευκολία.</p>
<p>Γι’ αυτό,<br />
νομίζω πως -ίσως- τελικά<br />
(λέω μπορεί)<br />
να ’μαι ένας ποιητής<br />
μιας κάποιας αξίας.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Φεβρουάριος 2014)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΔΩΔΙΜΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού</strong></h5>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ</strong></h5>
<p><strong>(Απόσπασμα)</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Μέχρι να φτάσουμε εδώ, όμως, εγώ παιδεύτηκα. Με Βασάνισε η απόδοση<br />
των ύμνων του Αγίου. Στην αρχή με Βασάνισε πολύ. Είχα, Βέβαια, την υπέροχη φιλολογική δουλειά αυτού του Βράχου του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, του Οσίου Κουστέναρου, όπως τον αποκαλώ -και δεν το παίρνω πίσω. Αυτή, όμως, ήταν η Βάση. Ένιωθα πως έπρεπε, όφειλα να πάω παραπέρα. Είδα τις δουλειές άλλων. Καλές· αλλά -ψέματα δεν θα πω- δεν ευχαριστήθηκα ολότελα. Έκανα τις πρώτες μου απόπειρες· δεν ικανοποιήθηκα πλήρως. Δεν ζωντάνευε ο λόγος του Αγίου στα νέα ελληνικά. Οπόταν, μια στιγμή με φώτισε ο Πανάγαθος κι είπα ν’ αφήσω τις εξυπνάδες. Είπα να κοιτάξω τον δρόμο της λαϊκής μας παράδοσης, για να ξεστραβωθώ.<br />
Λέτε πως δεν συνέβαλε ο Άγιος Ρωμανός με τους εκατοντάδες υπέροχους ύμνους του στη διαχρονική πορεία και στην εξέλιξη της λαϊκής μας παράδοσης; Γύρισα, λοιπόν, στην παράδοσή μας κι άφησα τον ρυθμό της -αυτόν που υπάρχει μέσα σε όλους μας- ελεύθερο να με οδηγήσει. Η αρχαία κι η Βυζαντινή μας ποίηση εκφράζονται στη διαχρονική τους εξέλιξη στα τραγούδια του λαού, στα λεγάμενα δημοτικά -γιατί όχι και στα ρεμπέτικα. Αυτή η έκβαση, αυτή η κατάληξη ένιωσα πως θα έπρεπε να γίνει η δική μου αρχή κι οδηγός. Έπιασα το νήμα απ’ εκεί κι αυτό στο οποίο κατέληξα νομίζω πως είναι ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση. Λέω νομίζω, γιατί δεν είμαι φιλόλογος και τα τεχνικά δεν τα γνωρίζω. Πάντως, μου φάνηκε πως μ’ αυτήν την προσέγγιση ο λόγος του Αγίου Ρωμανού ερχόταν και ζωντάνευε!<br />
Εκ των υστέρων διάβασα τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη στις «Δοκιμές» κι όλα απόκτησαν νόημα: «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας. Αλλά για να κάνετε αυτή τη δουλειά, για να επιδοθείτε σ’ αυτή την εσωτερική προσήλωση, θα σας βοηθήσουν οι άνθρωποι του καιρού σας, που με τον καλύτερο τρόπο μπόρεσαν να εκφραστούν στην ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό, καθώς πιστεύω, η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση. Πόσες ερμηνείες για τη λιτότητα της αρχαίας τέχνης δεν θα ήταν περιττές λ.χ. αν μπορούσαμε να νιώσουμε καλά την τέχνη ενός δημοτικού τραγουδιού;»<br />
Αυτός ήταν ο δρόμος λοιπόν· αλλά οι παράμετροι που έπρεπε να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα ήταν πολλές. Έπρεπε:<br />
α) να υπάρχει ο ποιητικός ρυθμός<br />
β) να διασωθεί ακέραιο το νόημα, το πνεύμα και το συναισθηματικό φορτίο των στίχων<br />
γ) να διασωθεί ακέραια (Θεός φυλάξοι, χωρίς ολισθήματα!) η λεπτή, η πλούσια, η πατερική, η ορθοδοξότατη, η θεόπνευστη θεολογική παιδαγωγία<br />
και διδασκαλία του Αγίου Ρωμανού<br />
δ) να αποδοθεί με κάποιον τρόπο η νοστιμάδα των λογοτεχνικών σχημάτων<br />
-οι αντιθέσεις, τα χαρακτηριστικά «Ρωμανικά» λογοπαίγνια, οι εσωτερικές ομοιοκαταληξίες- και η ζωντάνια των διαλόγων<br />
ε) να διατηρηθεί η ροή του νοήματος και η διασύνδεση του προτελευταίου<br />
στίχου με τον τελευταίο που είναι ο ίδιος σε όλους τους οίκους και λέγεται εφύμνιο.</p>
<p>Η δυσκολία ήταν μεγάλη. Αναγκάστηκα να πάρω αρκετές ελευθερίες και να ζητήσω πολλές φορές άδεια από την κυρα-ποίηση -ευτυχώς που είναι εύκολη και μεγαλόχαρη σ’ αυτό το ζήτημα. Όταν νόμισα, λοιπόν, στο τέλος πως τα κατάφερα κι άρχισα να δημοσιεύω τα πρώτα κοντάκια στο pontos-news, άρχισα να μπαίνω σε σκέψεις, συλλογιζόμενος εκ των υστέρων τα μεγέθη με<br />
τα οποία βάλθηκα ν’ αναμετρηθώ. Ενδεικτικά θ’ αναφέρω δυο-τρία πράγματα μόνο, καθώς το μεγαλείο της ποίησης του Αγίου Ρωμανού έχει πια αναγνωριστεί διεθνώς κι είναι πολλοί οι «υμνωδοί» του Υμνωδού μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν ήταν που είπε ο Άγιος Πορφύριος: «ο Ρωμανός ήταν όλος μέσα στη χάρη και ό,τί έγραψε είναι τέλειο»;<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης ότι: «Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθε που έφτασε σώος ως τις μέρες μας. Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και -δυστυχώς- σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερθολής»;4 Και πιο κάτω πάλι γράφει:<br />
«Απ’ αυτήν την άποψη, πιστεύω, το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολόνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μιαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος».<br />
Για το Άγιο Ρωμανό δεν γράφει ο σύγχρονος μεγάλος δάσκαλος του γένους μας π. Ανανίας Κουστένης: «Ο Ρωμανός είναι μια αποκάλυψη. Στο διάβα των αιώνων εμέθυσε πολλούς. Μεγάλος μάστορας του λόγου και άγιος του Θεού. Άνθρωπος αγάπης και ταπείνωσης. Καθώς διαβάζουμε τους Ύμνους του, νοιώθουμε στ’ αλήθεια πως μας πιάνει απ’ το χεράκι και πολύ απαλά και<br />
στοργικά μας πηγαίνει εκεί που θέλει. Κι εμείς χαιρόμαστε κι αφηνόμαστε σ’ εκείνον. Και τρυγάμε αχάλαστες χαρές KL αλλάζει λίγο-λίγο η ζωή μας.»; Η μετάφραση του π. Ανανία είναι ακριβής, εμβριθής και σεμνή. Είναι η μετάφραση ενός φιλόλογου με επιπλέον σπουδές στη Θεολογία και στη Βυζαντινή φιλολογία. Είναι η μετάφραση ενός αληθινού παπά που υπήρξε «παθών και ουχί μαθών τα θεία». Είναι η μετάφραση ενός Οσίου-τελεία. Αποπνέει σεβασμό στο αρχαίο κείμενο και στον Άγω Ρωμανό. Ο σεβασμός και το ταπεινό φρόνημα του π. Ανανία διατρέχει όλο το μεταφραστικό του έργο, αλλά και τον πρόλογό του στο βιβλίο και τα σύντομα σχόλιά του που εμφανίζονται στο τέλος του κάθε κοντακίου.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-21002" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21004" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg" alt="" width="493" height="611" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg 242w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001.jpg 517w" sizes="(max-width: 493px) 100vw, 493px" /></p>
<p>Όπως η γη η ξεραμένη τους καταρράκτες τ&#8217; ουρανού ν&#8217; ανοίξουν με λαχτάρα περιμένει,<br />
έτσι κι ο Αδάμ που μες στον Άδη σώκλειστος παράμενε, Εσένα ανάμενε<br />
του κόσμου τον Σώστη και Ζωοδότη<br />
κι έλεγε του Άδη: «Τι κορδώνεσαι;<br />
Στάσου μαζί μου, στάσου λίγο, για να δεις μετά από λίγο<br />
την εξουσία σου συντρίμμια σ&#8217; οικτρή κατάσταση και τη δική μου στα ύψη<br />
αποκατάσταση.<br />
Τώρ&#8217; εμένα δυναστεύεις και το γένος μου και μάς κρατάς δεμένους,<br />
σύντομα, όμως, θα μας δεις από σένα λυτρωμένους.<br />
Έρχετ&#8217; ο Χριστός για εμένα κι εσέ σε πιάνει ρίγος.<br />
Το τυραννικό σου πολίτευμα Αυτός 9α καταλύσει<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21006" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg" alt="" width="558" height="324" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2.jpg 640w" sizes="(max-width: 558px) 100vw, 558px" /></p>
<p>«Την επηρμένη σου ισχύ την έχει ταπεινώσει τώρα σαν ήρθε ο Χριστός.<br />
Τέλεια ενανθρωπίστηκε· παίρνοντας την μορφή μου Αυτός σε κατατρόπωσε.<br />
Το τίμιο αίμα του έδωσε, για να μ&#8217; εξαγοράσει<br />
κι Αυτός που υπάρχει άφθαρτος απ&#8217; τη φθορά με σώνει.<br />
Παντού γύρω τα μάτια σου όσο και να τα στρέφεις, το ίδιο θέαμα θωρσύν σα<br />
να &#8216;ναι στοιχειωμένα:<br />
οι τάφοι όλ’ είν’ αδειανοί κι εκεί ανάμεσά τους ένας κακάσχημος γυμνός στέκεται ντροπιασμένος.<br />
Γιά πες μας κλειδοκράτορα -ωχού κατακαημένε!- πού είναι τώρα οι κλειδωνιές, πού έχεις τις αμπάρες;<br />
Ο Ιησούς μου εδώ κατέβηκε, σκόνη σού τα &#8216;κάνε όλα.<br />
Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;<br />
Τη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21008" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg" alt="" width="557" height="306" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 557px) 100vw, 557px" /></p>
<p>Το παγωμένο το νερό χτυπάει τη σάρκα των βροτών σαν του σπαθιού την κόψη-<br />
κι όμως, κι αυτό δεν μπόρεσε να σας αποθαρρύνει.<br />
Χιτώνες σεις αόρατους είχατε φορεμένους, κείνους που οι φλόγες του Θεού<br />
περίτεχνα υφαίνουν.<br />
Έτσι, με άφοβη καρδιά, Άγιοι μάρτυρές μας,<br />
έτσι παραταχθήκατε έτοιμοι για τη μάχη απέναντι στον παγετό,<br />
στο κοφτερό το κρύο.<br />
Κι όπως καλοδεχόσασταν θείου φωτός ακτίνες που απ&#8217; τα ύψη τ’ ουρανού<br />
πάνω σας κατέβαιναν,<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21009" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg" alt="" width="570" height="287" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p>Τα Πάθη και τα θαύματα και τον εκούσιο θάνατο του Ιησού τα ξέραν· βάση<br />
δώσαν οι μάρτυρες,<br />
φιλότιμα το πήραν κι έσπευσαν σ’ ανταπόδοση· τα Πάθη με παθήματα και<br />
τη θανή<br />
αντάμα με θάνατο μαρτυρικό σκύφτηκαν ν&#8217; αντιδώσουν και τέτοια λόγια έλεγαν:<br />
«Αν έπαθε όσα έπαθε ο ολωσδιόλου αθώος, σκέψου εμείς που είμαστε<br />
με λάθη φορτωμένοι·<br />
για σκέψου, ο Αναμάρτητος να σταυρωθεί το στέργει&#8230;<br />
Κι εμείς&#8230; που απ&#8217; την κοιλιά της μάνας μας στην αμαρτία ζούμε; Πρόθυμα<br />
στα μαρτύρια τώρα θε να ριχτούμε».<br />
Τέτοια κι άλλα παρόμοια λέγανε και καρδιώναν· κι έτσι, μ’ αξιοπρέπεια<br />
τον τύραννο υποτάξαν.<br />
Βάσανα δεν σας έσκιαξαν, εδραίοι μέχρι τέλους<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΕΦΑΝΟΝ</strong></h5>
<h4 style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21012" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg" alt="" width="552" height="289" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 552px) 100vw, 552px" /></h4>
<p>Από τους σπόρους που έσπειρε ο ουράνιος σπορέας,<br />
πρώτος απ&#8217; όλους είσ’ εσύ στο χώμα φυτεμένος, εσύ ο Πρωτομάρτυρας<br />
ο μυριοπαινεμένος. Για τον Χριστό πρώτος εσύ<br />
ο τρισευλογημένος το αίμα σου το έχυσες πάνω στην έρμη γη μας.<br />
Κι Αυτός&#8230; ψηλά εκεί στους ουρανούς, εσένα πρώτ’ απ&#8217; όλους στην κεφαλή<br />
σε έστεψε με στέφανο της νίκης· ότι των του Χριστού αθλητών πρώτος εσύ<br />
υπάρχεις. Στεφανηφόρος στέκεσαι στο νέφος των Αγίων·<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21013" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg" alt="" width="550" height="253" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p>Κι αυτόν σαν τον συλλάβανε οι που μισούν τα Θεία και τον τραδολογούσανε<br />
στη μαύρη σύναξή τους, λόγια πικρά του λέγανε και τον κατηγορούσαν:<br />
«Για δείτε εδώ τι πιάσαμε σήμερα και κρατάμε! Του Ιησού υποστηρικτή και<br />
χαλαστή του νόμου!<br />
Τον Μωυσή μάς πρόσβαλε, τον νόμο ακυρώνει και παραδέχεται Θεό κείνον<br />
εκεί τον πλάνο».<br />
Κι αμέσως πήρανε φωτιά οι φθονεροί, οι οργίλοι κι ευθύς το αποφάσισαν κι<br />
όλοι μαζί κραυγάζουν: «Αν είναι έτσι»,<br />
είπανε, «αν είναι έτσι», λένε, «θα σε πετροβολήσουμε μέχρις που να πεθάνεις».<br />
Και τότ&#8217; εκείνος του Θεού ο διαλεχτός στρατιώτης με θάρρος αντιγύρισε κι<br />
αυτά είναι που τους είπε: «Προδότες είστε μια ζωή και δολεροί φονιάδες-<br />
ως τώρα δεν αφήσατε προφήτη για προφήτη, ούτ&#8217; ένας τους δεν γλίτωσε απ&#8217;<br />
τα δικά σας χέρια-<br />
πού είναι το περίεργο; Σκοτώστε με κι εμένα- έτσι μου το &#8216;χει να χαθώ, έτσι<br />
το ’χει να πάω<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21020" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg" alt="" width="548" height="259" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66.jpg 640w" sizes="(max-width: 548px) 100vw, 548px" /></p>
<p>Εσύ προφήτη π&#8217; απ’ τα πριν σού δείχνει ο Θεός μας κάποια μεγαλουργήματα<br />
που &#8216;χει στο σχέδιό Του,<br />
Ηλία που &#8216;σαι ξακουστός σ’ ολάκερο τον κόσμο, συ που με μια σου επίκληση<br />
τα σύννεφ’ είχες κάνει να μην το ρίχνουν το νερό π&#8217; ανάμεν’ ολ&#8217; η πλάση,<br />
μεσίτευε για χάρη μας στον Άγιο Θεό μας που σαν Αυτόν<br />
φιλάνθρωπος δεν είν&#8217; άλλος κανένας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 29/7/2023</p>
<p>Προτεινόμενη στάση ζωής</p>
<p>Οι περισσότεροι ποιητές δημοσιεύουν την πρώτη τους συλλογή σε μικρή ηλικία. Όταν αυτό δεν συμβαίνει και εμφανίζονται αργά στο εκδοτικό προσκήνιο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν τους οδήγησε στην επιλογή αυτή ο παρορμητισμός που χαρακτηρίζει την πρώτη νεότητα, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για αυτογνωσία και επικοινωνία. Έτσι, οι δύο πρώτες συλλογές ενός εικοσάχρονου ή εικοσιπεντάχρονου δεν είναι το ίδιο με τις δύο πρώτες συλλογές ενός πενηντάχρονου ή πενηνταπεντάχρονου, που είχε τον χρόνο να σκεφτεί περισσότερο για τη σημασία της ποίησης στη ζωή και για τη σημασία της ποίησης στη ζωή του. Αυτό φαίνεται να ισχύει ακόμη και όταν μια νέα συλλογή περιλαμβάνει και παλαιότερα ή πολύ παλαιότερα ποιήματα, εφόσον η απόφαση για έκθεση στο ευρύ κοινό είναι κάτι διαφορετικό από το να κρατάμε ποιήματα στο συρτάρι μας και εφόσον ένα σύνολο αποτελεί ξεχωριστή, ενιαία δομή και όχι απλώς άθροισμα των επιμέρους τμημάτων του.</p>
<p>Η σχέση του Θ. Π. με την ποίηση ξεκινά κυριολεκτικά από την παιδική του ηλικία, όταν ανακάλυπτε τον Όμηρο και διάβαζε σαν παραμύθι τις περιγραφές της Ιλιάδας. Συνεχίζεται όμως και κατά κάποιον τρόπο ολοκληρώνεται κατά την ηλικιακή του ωριμότητα με τη μελέτη των βυζαντινών υμνογράφων και ιδιαιτέρως του Ρωμανού του Μελωδού, τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης θεωρούσε μέγιστο ποιητή. Η μεταφορά ύμνων του Ρωμανού στη νεοελληνική κοινή, που επιχείρησε ο Θ. Π., απέφερε ώριμους καρπούς. Ο τρόπος που αποδίδει την ιδιαίτερη αυτή ποίηση είναι φιλολογικά και θεολογικά άρτιος, αλλά και πρωτότυπος, αφού περιλαμβάνει μετρικά στοιχεία του δεκαπεντασύλλαβου και εκφράσεις της καθομιλουμένης. Υπάρχει ακόμη αξιοποίηση γλωσσικών τύπων του παρελθόντος στα πλαίσια της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας.</p>
<p>Επί του προκειμένου, ένα ερώτημα που προκύπτει σε σχέση με τα προηγούμενα είναι εάν και κατά πόσο η ενασχόληση με τη βυζαντινή υμνογραφία έχει συμβάλει στο αισθητικό αποτέλεσμα της πρόσφατης τουλάχιστον ποιητικής παραγωγής του. Αυτό όμως θα το δούμε στην επόμενη, την τρίτη ποιητική συλλογή, που θα περιλαμβάνει ποιήματα των τελευταίων χρόνων. Η δική μου άποψη είναι ότι τα ποιήματά του έρχονται από άλλο δρόμο, από μια αυτόνομη ποιητική φλέβα, που για δεκαετίες παρέμενε αφανής αλλά όχι αδρανής. Από τις χρονολογίες σύνθεσης που παρατίθενται στο τέλος των ποιημάτων, προκύπτει ότι υπάρχει μια αδιάκοπη συνέχεια από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα.</p>
<p>Το βλέμμα του ποιητή στις δύο συλλογές εστιάζεται κάθε φορά σε διαφορετικά τοπία, που μπορεί να αφορούν είτε τον εξωτερικό κόσμο είτε να είναι εσωτερικά ή μεταφυσικά. Μπορεί ακόμη να πρόκειται για στιγμές που επιχειρεί να τις εγκλωβίσει στη γραφή ή για προβολές στον περιβάλλοντα χώρο, για προβολές του πνεύματος στην ύλη. Ή και για απλές, καθημερινές σκέψεις. Παρατηρεί τους ανθρώπους και σχολιάζει κοινωνικά φαινόμενα ή ψάχνει για τα λογικά και ηθικά κενά σε κυρίαρχες σήμερα απόψεις. Αφού καταθέσει μέσα σε λίγους στίχους την άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε απρόσμενη άποψή του, ολοκληρώνει το ποίημα χωρίς ιδεολογήματα, χωρίς να επιχειρηματολογεί περαιτέρω και χωρίς να επιθυμεί πάση θυσία να πείσει τον αναγνώστη. Υπάρχει ένα γενικό πλαίσιο απόψεων, πίστης και κοσμοθεωρίας, στο οποίο προσφεύγει και από το οποίο εμπνέεται, αλλά το πλαίσιο αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία του στη γραφή και στην έκφραση. Αντιθέτως, τον απελευθερώνει.</p>
<p>Ακόμη και στις λογικές του υπερβάσεις, η κοινή λογική είναι παρούσα. Οπότε τα ποιήματα είναι καταρχήν κατανοητά. Χαρακτηρίζονται από ευθύτητα και αμεσότητα, έννοιες που, όσο και αν τις θεωρούμε εγγενείς στην ανθρώπινη φύση, συνήθως πρέπει κανείς να τις έχει διδαχθεί. Είτε από τη ζωή είτε από ομοτέχνους του.</p>
<p>Διαβάζοντας τα ποιήματα των δύο συλλογών θα παρατηρήσουμε τις διαφορές τους στη μορφή, στο ύφος και στο περιεχόμενο, που δεν οφείλονται μόνο στο ότι γράφτηκαν σε μακρινές μεταξύ τους χρονολογίες. Άλλα θυμίζουν καταγραφές ημερολογίου, άλλα είναι πιο λυρικά, άλλα στοχαστικά, άλλα περιγραφικά και άλλα «εκτός πλαισίου». Ολοκληρώνοντας όμως την ανάγνωσή τους ίσως διαπιστώσουμε ότι μέσα από τη μεγάλη ποικιλομορφία αναδύεται μια ενιαία κοσμοθεωρία και μια προτεινόμενη στάση ζωής.</p>
<p>Η θεματολογία των ποιημάτων του δεν περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Γράφει για ποικίλα θέματα και συχνά προβληματίζεται για τη λειτουργία της ποίησης, του λόγου, της έκφρασης. Όπως σε ένα κάτοπτρο καθρεφτίζεται ό,τι βρίσκεται απέναντί του, με ανάλογο τρόπο στα ποιήματα των δύο συλλογών καθρεφτίζονται στιγμές της ζωής ή και η ίδια η ζωή. Κάτι άλλο που έχει εδώ τη σημασία του είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις προέχει η ποίηση και ακολουθούν το περιεχόμενο και οι ιδέες. Με αποτέλεσμα τα ποιήματα να παραμένουν ενδιαφέροντα, ακόμη και όταν ο αναγνώστης προβάλει σε αυτά τη διαφορετική του άποψη ή και τη διαφωνία του.</p>
<p>(Κείμενο ομιλίας από την εκδήλωση παρουσίασης των δύο ποιητικών συλλογών στη 19η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 6.5.2023)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 1ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/3cXAlXkCOzY?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 2ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/WdP-EqE1w7g?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 3ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/HdL4Wb64_AI?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 06 Aug 2023 21:56:59 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19889</guid>

					<description><![CDATA[Η Νίκη Γκίζη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στην ιδιωτική εκπαίδευση. Σπούδασε παράλληλα Πολιτισμολόγος στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ Είναι απόφοιτος Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Διιδρυματικό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία έχει ασχοληθεί με εργαστήρια γραφής &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Νίκη Γκίζη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.<br />
Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στην ιδιωτική εκπαίδευση.<br />
Σπούδασε παράλληλα Πολιτισμολόγος στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ<br />
Είναι απόφοιτος Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Διιδρυματικό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ.<br />
Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία έχει ασχοληθεί με εργαστήρια γραφής σε μαθητές, φοιτητές και ενηλίκους. Η αγάπη της για την ιστορία και την έρευνα την οδήγησε στη συγγραφή και τη μετάφραση έργων στα Αγγλικά.<br />
Έργα της όπως «Ο Πρόσφυγας» (2018), το “tabula rasa”(2019), «…για να επιβιώσω»,(2022), «Ο χρόνος περνά και χάνεται», (2023), (συλλογικό), Εκδ. Παρέμβαση, «Για έναν πλάνη σαλό», (2023) έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.<br />
Το ιστορικό μυθιστόρημα, «Μόρια, Παμμήτωρ γη», (2001), Εκδόσεις Γκοβόστη, τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό που διοργανώθηκε από το «Πολιτιστικό Σωματείο Culture 4All – Πολιτισμός για όλους», και από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών»<br />
Το μυθιστόρημα της «Η Καμπύλη της Καμπάνας»,(2022), εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Γκοβόστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19890 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ-203x300.jpg" alt="" width="351" height="519" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ.jpg 600w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19891 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ-201x300.jpg" alt="" width="350" height="523" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ-201x300.jpg 201w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ.jpg 600w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ (2022)</strong></h4>
<p><strong>ΟΠΙΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Αγγέλματα ηχούν από το εωθινό τραγούδι των Κολοσσών του Μέμνονα στο Νείλο, το βουητό των κοχυλιών της Άκαμπα, το αηδονοκόρακο της Μπουχάρα, το Κέρας του Διαβόλου της Αμπράς, την «πόλη των Φοινικόδεντρων», την Μπαμ-ιλανί τη φαυλίστρια πόλη της χλιδής και της ακολασίας. Λεγεώνες της Τιμής προβάλλουν από το ναό του Διός στη Ρώμη, τις δώδεκα υπερμεγέθεις καμπάνες της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Στρατεύματα και πομπές, ορδές από καβαλάρηδες τριποδίζουν από τον Άγιο Αυγουστίνο, από το καμπαναριό του Χοντρού Πέτρου της Κολωνίας, την οργισμένη καμπάνα του Βελιγραδίου, που όταν έπιασε πυρκαγιά το κωδωνοστάσιο έσπασε και δεν ήχησε ποτέ ξανά. Από όλες τις καμπάνες της Ασίας, της Ευρώπης, της Αφρικής, της Αμερικής, από κάθε εποχή, από κάθε τόπο, από κάθε πολιτισμό ξεπηδούν σαν σε καλειδοσκόπιο πανάρχαιες εικόνες, ήχοι ρυθμικοί, παλιές ζωικές δυνάμεις.</p>
<p>Είναι το γνωστό στα παραμύθια κάλεσμα του χρόνου.</p>
<p><strong>(Απόσπασμα σελ. 87-92)</strong></p>
<p>Ήταν Σάββατο το χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα όταν μια φάλαγγα από επτά γερμανικά αυτοκίνητα με μαυραγορίτες, που όμως δεν ήταν μαυραγορίτες αλλά ναζί καμουφλαρισμένοι, με “ανθρώπους εμπιστοσύνης”, Έλληνες, που τους είχαν “συνεργάτες” στη δούλεψή τους οι Γερμανοί, ακούστηκε να πλησιάζει. Μπα, δεν είναι τίποτα, μαυραγορίτες είναι μην ανησυχείτε, είπε ο κυρ Ζήσης. Η κυρά Ζαφείρα η γειτόνισσα μάζεψε τα ασπρόρουχα μην τα μαυρίσει η σκόνη του δρόμου. Μα δεν ήταν. Ήταν Γερμανοί που έψαχναν αντάρτες του χωριού που κατέβαιναν από τα βουνά, τους έκαναν ζημιές στο στρατό, στον εξοπλισμό, στα πυρομαχικά. Ένας Γερμανός σκοτωμένος ίσον με πενήντα και εκατό αμάχους. Έστησαν οι ναζί ενέδρα στους αντάρτες ώστε όταν θα πλησίαζαν ανυποψίαστοι, να τους σκοτώσουν. Οι πρώτοι που σκότωσαν ήταν πέντε αγρότες στον Καρακόλιθο και δώδεκα αγρότες που δούλευαν στα χωράφια. Μπήκαν στο Δίστομο έπιασαν τα φυλάκια στα υψώματα τριγύρω. Οι κάτοικοι αναστατώθηκαν. Έστειλαν τον παπά και τον πρόεδρο του χωριού να μάθουν τι συμβαίνει. Οι ναζί δεν έδωσαν λογαριασμό. Επέμεναν να ρωτούν αν υπάρχουν αντάρτες στο χωριό. Η οργάνωση είπε, όχι εδώ αντάρτες δεν έχουμε. 0 παππάς και ο πρόεδρος είπαν, κι αν έχουμε αυτοί δεν χτυπάνε. Έφυγαν οι ναζί ήσυχοι, φορτωμένοι με τους ψεύτικους μαυραγορίτες. Αλίμονο όμως, έξω από το χωριό Στείρι τους χτύπησαν αντάρτες, αυτοί που δεν χτυπάνε. Σκότωσαν δυο Γερμανούς. Τον διοικητή που ήταν άσχημα τον έφεραν οι δικοί του πίσω στο Δίστομο. Τον ξάπλωσαν στην πλατεία του χωριού. Πέθανε. Μας κοροϊδέψατε, είπαν οι ναζί, χτυπάνε και εδώ οι αντάρτες. Για εκδίκηση ξεχύθηκαν από τα τρία φυλάκια που υπήρχαν γύρω από το χωριό. Πόρτα πόρτα θέριζαν με τα πολυβόλα όποιον εύρισκαν. Ορμούσαν στα σπίτια, σκότωναν γυναίκες, αποκεφάλιζαν γυναίκες, άνδρες, παιδιά, μωρά, ηλικιωμένους που έπεφταν στα πόδια τους. Εκλιπαρούμε έλεος. Λυπηθείτε μας. Παναγιά σώσε μας. Γιατί μας χτυπάτε; Τι σας κάναμε; φώναζαν οι κάτοικοι. Όμως οι διαταγές ήταν ιερές. Χτυπάτε στο ψαχνό. Δώστε τους ένα γερό μάθημα. Η κάπνα μπλέχτηκε με το αίμα το ανθρώπινο, των γιδιών, των αλόγων τις κραυγές, έγινε ένα πράγμα σκόνης και σιωπής. Οικογένειες στοιβάχτηκαν στο πλακόστρωτο μέχρι πέρα στον πλάτανο. 0 ουρανός σκιάχτηκε. Έγνεψε το απίστευτο. Η καμπάνα του Άι Νικόλα χτύπησε πανικόβλητη νταν νταν&#8230; νταν νταν. Χαμός στο Δίστομο, σήμανε. Σφαγή μεγάλη σάλπισε. Κάποιοι πρόλαβαν να τρέξουν προς τη Σφήνα, στην Παναγιά, κρύφτηκαν στον Άγιο Μάμα, άλλοι κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους, στα υπόγεια. 0 δασάρχης με γυναίκα και τρία παιδιά, ο ειρηνοδίκης με τέσσερα σχολιαρόπαιδα και γυναίκα, ο κρεοπώλης, ο μανάβης, ο δάσκαλος&#8230; Νεκροί. Αμέτρητοι. Διάσπαρτοι. Κείτονταν πάνω στα κρεβάτια, μπροστά στα πλυσταριά, πίσω από τις αυλόπορτες που έχασκαν ανοικτές, πάνω στα τρύπια ξύλινα δοκάρια, στα σχισμένα υφαντά. Γερμανοί ναζί κλωτσούσαν πόρτες, ξήλωναν παράθυρα, μεντεσέδες, γάζωναν τον αέρα από τις δέκα το πρωί έως τις τέσσερις το απόγευμα. Η Νικολάτα ίσα που πρόλαβε να στάξει λίγο νερό στο στόμα του πατέρα της πριν βγάλει την τελευταία του πνοή στο δρόμο. Τη μάνα της δεν την πρόλαβε καθόλου. Όταν τη βρήκε ανάσκελα στις σκάλες του σπιτιού, ήταν ακόμα ζεστή. Το κορμί της είχε γίνει σαν το τρυπητό της κουζίνας από τις σφαίρες. Με τα μυαλά έξω. Αδειανό σαρκίο. Με τα χέρια τεντωμένα. Τα πόδια κλειστά σαν τον Εσταυρωμένο. Ξέδεσε το λευκό μαντήλι το κεντημένο με χρυσή κλωστή από το λαιμό της σκοτωμένης, το έκρυψε στον<br />
κόρφο της. Ένα μικρότερο κορίτσι από τη γειτονιά με βαμμένα ρούχα από κόκκινο κρασί και μαλλιά από φρέσκο αίμα της τραβούσε το χέρι. Ήθελε να κατέβει μαζί της στο κατώι του σπιτιού του, εκεί που είχε κρυφτεί η οικογένεια. 0 πατέρας της την είχε χώσει στο βαρέλι με το κρασί. Φοβόταν να αντικρύσει μέσα στη σκοτεινιά τη μάνα, τον πατέρα, τα δυο αδέρφια της με<br />
βλήμα στο κεφάλι. Πόνεσε τη μικρή η Νικολάτα. Κατέβηκε πρώτη. Τους σκέπασε το πρόσωπο με τσουβάλια, μια κουρελού, που βρήκε πεταμένα εκεί γύρω. Έφυγε τρέχοντας. Έπεσε πάνω σε έναν Αυστριακό στρατιώτη. Με τραχιά κίνηση την άρπαξε από τα ρούχα, την πέταξε πίσω από την ξύλινη πόρτα ενός σπιτιού. Κάτω, πέσε κάτω, ούρλιαξε. Γάζωσε με το οπλοπολυβόλο το εσωτερικό, αλλά δεν στόχεψε εκείνη, μόνο το ταβάνι του σπιτιού. Βρόντησε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Τον άκουσε να φωνάζει «Gut» σε κάποιον απέναντι. Είδε μέσα από τη χαραμάδα έναν Γερμανό να σημαδεύει με μπογιά στον τοίχο του σπιτιού απέναντι ένα X. Για να ξέρει ο επόμενος ότι σ’ αυτό το σπίτι όλα είχαν τακτοποιηθεί. Οι μπότες του ήταν κατακόκκινες από το αίμα. Άκουσε ήχο βούρτσας. Το μαύρο της μπογιάς έσταζε στις χαραμάδες της δικής της πόρτας. Κατάλαβε ότι ο Αυστριακός που την πέταξε πίσω σημάδευε την πόρτα τους με X. Όλα είχαν τακτοποιηθεί Οι μπότες αυτού του ανθρώπου ήταν καθαρές. Άκουσε λυγμό στο δωμάτιο. Πετάχτηκε πίσω. Αντίκρισε τη γιαγιά Ασημίνα, τυλιγμένη με μια μαντήλα, κουλουριασμένη στα πλακάκια δίπλα στο τζάκι. Τα μαλλιά της είχαν γίνει κάτασπρα από τους σοβάδες που έπεσαν στο κεφάλι της από τα βόλια του Αυστριακού. Η γιαγιά σήκωσε τα σκονισμένα φουστάνια της με χέρια που έτρεμαν. Τράβηξε από κάτω τον εγγονό της και τη μικρή κόρη της γειτόνισσας. Τα μικρά ήταν σώα.<br />
Έτρεμαν από τρόμο. Άνοιξαν το στόμα να κλάψουν, μα η γιαγιά τούς έκλεισε το στόμα με τις παλάμες. 218 νεκροί ο απολογισμός. Έκλαψε η Γιαννούλα πολύ. Είκοσι άτομα της οικογένειάς της έπλεαν μέσα κι έξω από τα κρασοβάρελα. Λύγισε ο Βασίλης. Έχασε τα λογικά του όταν κατέβηκε την τρίτη μέρα από τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και αντίκρισε δεκαοκτώ της<br />
οικογένειας του τρύπιους από σφαίρες. Ήρθαν άλλοι άνθρωποι ξένοι στο χωριό. Φώναζαν με ένα τεράστιο χωνί. «Είμαστε του Ερυθρού Σταυρού. Όσοι θέλετε να μας δώσετε τα παιδιά σας μπορούμε να τα πάρουμε».<br />
Αντιλάλησαν οι λόφοι από την είδηση. Στόμα με στόμα τη μετέφεραν σ’ αυτούς που ήταν ακόμα κρυμμένοι στους λόγγους και στα βουνά. Κάποιοι τα παρέδωσαν, άλλα πήγαν από μόνα τους. Δεν είχε μείνει κανένας δικός τους να τους δώσει χέρι με χέρι.<br />
Πήρε το δρόμο για το Ξεροβούνι. Έπεσε σε ενέδρα Γερμανών. Έψαχναν αντιστασιακούς που είχαν βρει καταφύγιο στο βουνό. Κρύφτηκε ανάμεσα σε πουρνάρια, γκόρτσια, σκίνα, σε έδαφος σκληρό και χέρσο, σκόνταψε πάνω σε μια μάνα που κρατούσε αγκαλιά το γιό της, μάζευε με βιασύνη τα σκόρπια μυαλά του πεθαμένου, τα έβαζε πίσω στη θέση τους. Άκουγε μοιρολόγια, λυγμούς, κλάματα, βουητό από οχήματα που έσερναν κανόνια, αντάρα από φάλαγγες που απομακρύνονταν. Το Δίστομο καιγόταν. 0 καπνός έκρυβε τον ουρανό. Την ευωδιά του μελόψωμου την αντικατέστησε μπόχα και δυσωδία. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σ’ ένα κορμί πεσμένο μπρούμυτα πάνω στη ράχη. Αναγνώρισε τον γερό λαιμό του αδερφού της, τις φαρδιές πλάτες, τα μπράτσα τα γυμνασμένα από την αγροτική δουλειά με το κεφάλι στη θέση του. Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να το ψάχνω, μουρμούρισε. Τον γύρισε ανάσκελα. Του σκέπασε το μωλωπισμένο πρόσωπο με τη λευκή ποδιά της. Τα δόντια του ήταν σφιχτά κλεισμένα σαν να ήθελε να σφαλίσει τη φλόγα της οργής μέσα του. Μάλλον επέστρεφε στο χωριό να τους βοηθήσει. Τον άφησε εκεί. Συνέχισε πανικόβλητη να ψάχνει τον αγαπημένο της. Σκαρφάλωνε στα τέσσερα, αναποδογύριζε πτώματα. Τουλάχιστον να μην του έχουν κόψει το κεφάλι, έλεγε και ξανάλεγε. Αυτό δεν θα το αντέξω. Έχω τόσο πολλούς να θάψω σήμερα&#8230; Με ποια σειρά να τους θάψω; Να βάλω πρώτα τον πατέρα, μετά τη μάνα, δίπλα τον αδερφό κι ύστερα τον αγαπημένο ή να<br />
βάλω πρώτα τον πατέρα μετά τον αδερφό, ύστερα τη μάνα και μετά τον αγαπημένο. Για ένα είναι βέβαιη. 0 αγαπημένος θα είναι στο τέλος της σειράς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ (2021)</strong></h4>
<p><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Στο ιστορικό μυθιστόρημα Μόρια, Παμμήτωρ γη, ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού. Μέσα από γεγονότα άλλοτε αστεία και άλλοτε δραματικά, θα γνωρίσει παραμυθάδες και γνωστικούς με άποψη και θέση ζωής, θα αγκαλιάσει καλά κρυμμένα συναισθήματα, λόγια που ανασταίνουν και πληγώνουν, θα γευτεί μυρωδιές και αρώματα της Μεσογείου και της Ανατολής. Στα 2.500 χρόνια ιστορίας της Λέσβου, θα γνωρίσει τη δημιουργία και τον πολιτισμό, θα γευτεί τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις, θα θυμηθεί όλες εκείνες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση, θα μοιραστεί ζωές και χαρές που ταξιδεύουν με καραβάκια χάρτινα σε πλάνητες που φτιάχνει, ψάχνοντας την απάντηση στο ερώτημαː «Τελικά, τι είναι πιο δύσκολο, να μισήσεις ή να εμπιστευθείς;»</p>
<p><strong>(Απόσπασμα σελ. 83-89)</strong></p>
<p>Πάνω στον πάγκο του σπιτιού μας, υπήρχαν σκόρπιοι χάρακες, τρίγωνα, ημικύκλια, ένα κουτί με διάφορα μολύβια, πολύχρωμα ξύσματα, γόμες, μαρκαδόροι, οι μακέτες δυο σπιτιών, μιας γέφυρας, της Παλμύρας -της<br />
«Νύμφης της Ερήμου»- με άμμο γύρω της, ο Παρθενώνας και το Αιγυπτιακό μουσείο του Κάιρου, ήταν απλωμένα στο πάτωμα. Πηδούσαμε πάνω από το μουσείο για να μετακινηθούμε. Κάτω υπήρχαν μισοτελειωμένα σχέδια, ξύλινες παλέτες, μακετόχαρτα, ριζόχαρτα, φελιζόλ, κόλλες, πριονίδια, σιμιγδάλι. Αναρωτιόμουν πώς γίνεται διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικά μέρη της γης να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο!<br />
Αν ήξερα καλύτερα ελληνικά θα του έλεγα ότι αισθανόμουν σαν χελιδόνι του σπιτιού, ξένος του ιερού, εραστής της γης και ποταμός της θάλασσας. Του έδειξα μια φωτογραφία -με χρώματα της γης- στερεωμένη σε ένα σκουριασμένο καρφί, σε μια τρύπα ανάμεσα στις πέτρες του τοίχου. Μου είπε ότι είναι «κάνθαρος» ένα δοχείο που το χρησιμοποιούσαν για να πίνουν κρασί τον 6ο αιώνα π.Χ. Μου έδειξε την επιγραφή «ΕΥΜΑΧΟΣ» χαραγμένη πάνω. Με περηφάνια είπε ότι είχαν βρεθεί πολλά κειμήλια των προγόνων του στη Λέσβο, από την αρχαϊκή εποχή. Κοίταξε τον πατέρα του, που συνέχιζε<br />
σκυμμένος τη δουλειά, και είπε:<br />
«Ο πατέρας είναι άσσος στο ράβδισμα των ελιών. Ε, πατέρα!» ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Τον βοηθάω κι εγώ καμιά φορά. Ε, έτσι δεν είναι;» ξαναρώτησε για επιβεβαίωση. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του πατέρα του γιατί ακούστηκε μια φωνή: «Πλύνετε όλοι τα χέρια σας κι ανεβείτε επάνω για φαΐ. Έχω στρώσει τραπέζι. Δεν κάνει να κρυώσει το φαγητό», είπε η μάνα του και χάθηκε βιαστική.<br />
«Άντε, ελάτε πάμε. Μεσημέριασε», είπε ο πατέρας. Έπλυνε σε μια γούρνα τα χέρια του, τα σκούπισε καλά και ακούμπησε το αριστερό χέρι πάνω στον ώμο μου. Το χέρι του ήταν ζεστό, απαλό, όπως το χέρι του πατέρα μου όταν με αγκάλιαζε από τους ώμους. Είχα πολύ καιρό να νιώσω αυτό το άγγιγμα! «Δεν πεινάω έφαγα. Θα φύγω&#8230; με περιμένουν», είπα. Μόνο το στομάχι μου ήξερε πόσο άδειο ήταν! Το στομάχι δεν γεμίζει με μοναξιά. Πόσο καιρό είχα να γευτώ μυρωδάτη ζεστή συντροφιά! «Έλα&#8230; κι αν δεν θέλεις να φας, θα μας κάνεις παρέα. Άντε, θα σας αφήσω να πιείτε και μια γουλιά κρασί σήμερα, για το καλωσόρισες» είπε ο πατέρας του.<br />
Η τραπεζαρία ήταν γεμάτη βιβλία, αγαλματάκια, πήλινα διακοσμητικά, παπύρους με ζωγραφιές, πίνακες με εικόνες από τη φύση της Λέσβου. Το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο -που ήταν σχεδόν απέναντι από το σπίτι- σε μια<br />
μεγάλη ξύλινη κορνίζα, στόλιζε τον μεγάλο τοίχο. Δίπλα στο Υδραγωγείο υπήρχε μια άλλη χρυσή, σκαλιστή με τη φωτογραφία της Σαπφούς. Είχε πλούσια μαλλιά, ψηλά σε κότσο, κρατούσε μια λύρα και φορούσε ένα αέρινο<br />
λευκό ύφασμα τυλιγμένο γύρω από τους ώμους, δεμένο με μια αστραφτερή πόρπη στο πλάι. Τραγουδούσε τον έρωτα 2.600 χρόνια πριν, ταράζονταν οι καρδιές όταν την άκουγαν, έκανε τη σιωπή να παγώνει. Ο Κωνσταντίνος γύρισε από την κουζίνα με μια πιατέλα στα χέρια και την ακούμπησε πάνω στο ξύλινο τραπέζι, που είχε όψη και γεύση Αιγαίου, στρωμένο με ένα κάτασπρο, κοφτό τραπεζομάντηλο, πέντε πιάτα δαντελωτά με μπλε και κίτρινα χρώματα, ευωδιαστό ψωμί στα κάρβουνα μέσα σε μια πήλινη γαβάθα, μεγάλα διαφανή ποτήρια και μια κανάτα με κρυστάλλινο, δροσερό νερό. Στην πιατέλα άχνιζε ρύζι με κουκουνάρι, σταφίδες και ντομάτα, ενώ δίπλα είχε φρέσκα καλαμάρια, γεμιστά με μπόλικα μυρωδικά που μοσχομύριζαν θάλασσα. Μου έκανε νόημα να καθίσω σε μια σκαλιστή, ξύλινη καρέκλα. Το δράμα που ζούσα μετατοπίστηκε από το τραπέζι μέσα μου, ένιωσα τύψεις, για τη μάνα και την Αίσα, για το τυποποιημένο άνοστο φαγητό στον πλαστικό δίσκο που θα έτρωγαν στο ΚΥΤ. Δεν έπρεπε να μείνω άλλο! Τι γύρευα εγώ εδώ, σε ξένο σπίτι; Εγώ είμαι περαστικός από τη Λέσβο. Θα φύγω. Θα πάμε στο Βερολίνο&#8230; Κάθισα όμως! Ήταν αδύνατον να φύγω. Η πεζή αλήθεια των αισθήσεων υπερτερούσε της συνείδησής μου. Μόλις είχα γευτεί την πρώτη μπουκιά, όταν άνοιξε η πόρτα. Μια κοπέλα μπήκε μέσα. Γιατί αναπηδούσαν τα πιάτα; Γιατί κουδούνιζαν τα ποτήρια; Η μπουκιά που μόλις είχα βάλει στο στόμα μου, σταμάτησε στον λαιμό μου. Διέσχισε βιαστική την τραπεζαρία και όρμησε στον πατέρα του Κωνσταντίνου, του έδωσε ένα σφυριχτό φιλί και χύθηκε σε μια καρέκλα. Ήταν ψηλή με μακριά, κυματιστά, σκουρόχρωμα μαλλιά, στερεωμένα ψηλά σε αλογοουρά, δεμένα με ένα κόκκινο μαντήλι, ενώ μερικές τούφες είχαν ξεφύγει από το δέσιμο και έπεφταν ανέμελα στους ώμους της. Είχε λευκή επιδερμίδα, δροσερό πρόσωπο και μάτια φωτεινά, στο χρώμα του ουρανού, βλέμμα έντονο και διαπεραστικό. Το στόμα μου χάσκει ανοικτό ή έφυγε το σαγόνι μου από τη θέση του; αναρωτήθηκα. Ντράπηκα για τις φαντασιώσεις μου και έμπηξα τα νύχια στην παλάμη για να συνειδητοποιήσω την επάρκεια. Μεγαλύτερη από τον Κωνσταντίνο, φορούσε στενό τζιν, μπότες με ένα ανάλαφρο και άσπρο μπλουζάκι που άφηνε τη νιότη της να διακρίνεται και το μυαλό μου να ταξιδεύει! Τον καρπό του χεριού της στόλιζε ένα βραχιολάκι, με κόκκινη και άσπρη κλωστή, πλεγμένο κόμπο, κόμπο με ένα κουμπάκι, στην άκρη.<br />
«Καλώς την!» παραπονέθηκε η μάνα. Στράφηκε στον άντρα της, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα. «Όλη μέρα έξω με τον Λάκτα&#8230; Δεν βοηθάει καθόλου! Όλη την ώρα στη γύρα». Μετά από δευτερόλεπτα σιωπής που φάνηκαν αιώνας, εκείνος είπε. «Τι να κάνουμε τώρα&#8230; είναι αργά για να την δώσουμε πίσω. Εσύ κι εγώ την κάναμε&#8230; θα τη λουστούμε&#8230; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να την πουλήσουμε σε κανένα παζάρι, μπας και βγάλουμε τα έξοδά της&#8230;» Εκείνη πετάχτηκε από την καρέκλα, και χωρίς να πει τίποτα, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Η αγκαλιά τους ήταν πολύχρωμη σαν τα<br />
χρώματα που γεννά ο κόκκινος ήλιος στο ηλιοβασίλεμα, η ζεστασιά της έφτανε μέχρι εμένα, το φιλί τους σαν το γλυκό λεμόνι που έκανε η μάνα μου.<br />
«Πώς κι άφησες τον “Λάκτα” σου και μας καταδέχτηκες; Να σου γνωρίσω τον καινούργιο μου φίλο, τον Ραζάν&#8230; Ραζάν, η αδελφή μου, η Εριφύλη. Η μοναδική ασχολία της αδελφής μου είναι το άλογό της, ο Λάκτα&#8230; Δεν προσπαθώ ποτέ να συγκριθώ μαζί του. Το ξέρω ότι θα βγω χαμένος. Ξημεροβραδιάζεται στον Ιππικό Σύλλογο», είπε ο Κωνσταντίνος. Αντάλλαξαν ματιές σαν να κοίταζαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Σαν δυο αδέλφια, που ξέρουν να μαλώνουν και να τα βρίσκουν γιατί έχουν πειραματιστεί πολλές φορές στο παρελθόν. «Ζηλεύεις;» τον ρώτησε πειραχτικά και γύρισε σ’ εμένα.<br />
«Γεια σου&#8230; Ραζάν, είπαμε;»<br />
«Ναι&#8230; Ραζάν».<br />
«Και από πού είσαι Ραζάν;» με ρώτησε.<br />
«Από τη Συρία&#8230; Από το Χαλέπι».<br />
«Έχεις συγγενείς;»<br />
«Ναι έχω τη μάνα, την Αΐσα&#8230; και τον πατέρα».<br />
«Πότε ήρθατε;»<br />
«Πριν εξήντα εννέα μέρες».<br />
«Και περιμένετε τα χαρτιά σας ε; Πού θα πάτε;»<br />
«Θα πάμε στο Βερολίνο».<br />
«0 πατέρας σου τι δουλειά κάνει;» ρώτησε όλο περιέργεια.<br />
«Τώρα δεν κάνει καμιά δουλειά&#8230; χάθηκε στη θάλασσα».<br />
«Πνίγηκε; δηλαδή&#8230; δεν έχεις πατέρα;» ρώτησε με καρφωμένα τα τεράστια μάτια της επάνω μου. Για λίγο δεν μίλησε κανένας. «Δεν σε λογαριάζει κανένας αν δεν γίνεις ατσάλι ή πουλί σε παραμύθι τελικά», είπα αυθόρμητα. Οργή πλημμύρισε τα σωθικά μου. Τα ποτήρια σκιάχτηκαν, πάγωσαν με την ανάγκη να σιωπήσουν, κρύος αέρας πέρασε μέσα από την κλειστή πόρτα.<br />
«Εριφύλη, έλα να με βοηθήσεις στην κουζίνα» πετάχτηκε η κυρία Μαριγώ, που είχε το ίδιο όνομα με τη μητέρα μου, στα ελληνικά. «Φεύγεις τρέχοντας», είπε ο Κωνσταντίνος. Η Εριφύλη μούγκρισε όπως ακριβώς και η Αΐσα σ’ εμένα! Τελικά, όλα τα αδέλφια ίδια είναι. Την ίδια γλώσσα βγάζουν παντού στη γη! Χτυπήματα στην εξώπορτα, φωνές, τραγούδια παιδιών έσωσαν την κατάσταση. Η μητέρα του Κωνσταντίνου, η κυρία Μαριγώ, πήγε ν’ ανοίξει.</p>
<p>«&#8230;ήρθε η χελιδόνα&#8230;<br />
ήρθε και άλλη μεληδόνα&#8230;<br />
κάθισε και λάλησε&#8230;<br />
και γλυκά κελάηδησε:<br />
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ&#8230;<br />
και Φλεβάρη φοβερέ&#8230;<br />
κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις&#8230;<br />
καλοκαίρι θα μυρίσεις&#8230;<br />
κι αν χιονίσεις και αν κακίσεις&#8230;<br />
πάλι Άνοιξη θ’ ανθίσεις!»</p>
<p>Ήταν ένα τσούρμο παιδιά. Στο ένα χέρι, στερεωμένο πάνω σε ένα ραβδί, κουνούσαν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού με κουδουνάκια και πολύχρωμες φούντες γύρω από το λαιμό του, στο άλλο χέρι κρατούσαν ένα καλάθι με φύλλα κισσού.<br />
«1η του Μάρτη σήμερα», είπε ο πατέρας του Κωνσταντίνου, ο κύριος Σοφοκλής. «Γιορτάζουμε το τέλος του χειμώνα&#8230; έρχονται τα χελιδόνια και η άνοιξη. Εριφύλη, να θυμηθείς, στο τέλος του μήνα, να βγάλεις τον “μάρτη” από το χέρι σου· να φτιάξουν τα χελιδόνια φωλιά». Ακόυσα την κυρία Μαριγώ να λέει στα παιδιά: «Δεν σας δίνω τίποτα&#8230; τίποτα»! Εκείνα άρχισαν να την<br />
κοροϊδεύουν και να την απειλούν!<br />
«Μην τα πειράζεις τα παιδιά!» φώναξε ο κύριος Σοφοκλής, «φίλεψέ τα!» Ο Κωνσταντίνος έφερε στις χούφτες του άβραστα αυγά και ξηρά σύκα, τα έβαλε στο καλάθι των παιδιών. Εκείνα ευχαρίστησαν και έφυγαν βιαστικά. Κλείνοντας την πόρτα η κυρία Μαριγώ είπε ότι θα περάσουν από όλα τα σπίτια του χωριού για τα «Χελιδονίσματα». Θα δώσουν τα αυγά στο δάσκαλο ή<br />
θα τα πουλήσουν, για να κάνουν πράγματα που χρειάζονται στο σχολειό τους. Έβαλα στο στόμα τη δεύτερη μπουκιά. Το καλαμάρι το έκοβαν όλοι με το μαχαίρι, το έτρωγαν αργά! Εγώ&#8230; γιατί ήθελα να βουτήξω στο πιάτο, να το αρπάξω με τα χέρια, να στουμπώσω από γεύσεις, οσμές, εικόνες, ρύζι■ βάλσαμο στον λαιμό μου. Αντί για αυτό, μάσησα τη δεύτερη μπουκιά, να<br />
μην τελειώσει η αίσθηση αυτή! Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι έτρωγα κάτι που ζούσε στη θάλασσα, κάτι που μπορεί να μιλούσε με τον πατέρα μου, να χάιδευε τα μαλλιά του, να κοίταζε τα ανοικτά παγωμένα μάτια του όταν του ζητούσε βοήθεια και εκείνο να έμενε άπραγο! Έσπρωξα το πιάτο μακριά. Σίγουρα δεν τον βοήθησε το καλαμάρι, ειδάλλως “εκείνος” θα ήταν εδώ μαζί μας! Πετάχτηκα επάνω τρομοκρατημένος. «Φεύγω&#8230; Συγνώμη&#8230; Άργησα&#8230; με περιμένει η μάνα» είπα και έτρεξα στην εξώπορτα σαν σίφουνας. Όχι μόνο δεν πεινούσα άλλο πια, αλλά ήθελα να βγάλω και ό,τι υπήρχε μέσα μου. Κανένας δεν πρόλαβε να πει κουβέντα, καθώς κουτρουβαλούσα τις σκάλες έφτασα στην αυλόπορτα του δρόμου, άκουσα τον Κωνσταντίνο να φωνάζει: «Ραζάν&#8230;να ξανάρθεις». Ήμουν ήδη αρκετά μακριά. Μόλις έστριψα στη γωνία, έβαλα όλα μου τα δάχτυλα βαθιά στο στόμα. Ξέρασα ό,τι είχα και δεν είχα στο στομάχι μου. Κομματάκια από το καλαμάρι εκσφενδονίστηκαν πάνω στο χώμα, χώθηκαν ανάμεσα στις πέτρες και στα χόρτα. Έστρεψα το βλέμμα μακριά προς τη θάλασσα, δαίμονες άνοιξαν την πόρτα της, φούσκωσαν τα νερά της, μαύρισαν τα σύννεφα, ζωγράφιζαν ένα τεράστιο Α στον ουρανό, σκούπισα τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια μου, θάμπωσε το βλέμμα μου, λύγισε η ψυχή μου. Από τη μια μέρα στην άλλη ο πατέρας μου ήταν αγνοούμενος,<br />
παραχωμένος κάπου στα μουλωχτά, άγνωστο σε ποιο βάθος, μήκος και πλάτος ακριβώς. Η φωνή του είχε σιγήσει&#8230; Αν και το θέμα ήταν να σταματήσει να μου λείπει του φώναξα! «Μπαμπά;» Δεν απάντησε&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 20/12/2022</p>
<p>Μια περιήγηση στην Ιστορία του κόσμου</p>
<p>Όλοι εν τέλει τελούμε υπό την σκέπη αυτής της καμπάνας, σε όποιο σημείο της καμπύλης και αν ζήσαμε, για όλους θα χτυπήσει με τον ίδιο ήχο ακόμη κι αν απαγορεύσουμε κάθε κρούση της. Κ.Χατζηαντωνίου.</p>
<p>Έχει λεχθεί πως αν θέλει κανείς να δει την βαθύτερη όψη της κοινωνίας μιας εποχής και να φτάσει σε αξιόπιστα συμπεράσματα για την εικόνα και την πορεία της, είναι απαραίτητο να εξετάσει την λογοτεχνία της. Και θα ήταν, θα πρόσθετα, ακόμη πιο διαφωτιστική αυτή η εξέταση, αν επικέντρωνε κανείς όχι στα προβεβλημένα έργα ή ονόματα των ακραίων της εκφάνσεων, των υψηλότερων ή των ταπεινότερων, αλλά σε βιβλία που διαπερνώντας είδη και τεχνικές, βάζουν ως στόχο να μιλήσουν για τον κόσμο μας ως ένα όλον και όχι απλώς να αφηγηθούν άρτια μια ιστορία.</p>
<p>Στο βιβλίο της Νίκης Γκίζη, κάτω από το εύρημα της καμπύλης μιας καμπάνας, απλώνεται ολόκληρη η Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και οι προϊστορικές του ρίζες. Φιλόδοξος ο σκοπός και παρακινδυνευμένος ο τρόπος μα ενδιαφέρων και πρωτότυπος αφού η λογοτεχνία του καιρού μας δείχνει να έχει παραιτηθεί από τη φιλοδοξία για το όλον, που υπερβαίνει τη διάκριση τέχνης και ζωής, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται συχνά σε μια συντεχνιακή αντίληψη που αρχίζει και τελειώνει με τη μορφή.</p>
<p>Εδώ, με αδιαφορία για τη μορφή, όλα υπηρετούν το αίσθημα μιας περιήγησης στην ιστορία του κόσμου, με σταθμούς οι οποίοι φανερώνουν τις προθέσεις της συγγραφέως. Κεντρικά πρόσωπα σε αυτή την περιήγηση ο Ισπανός διευθυντής του μουσείου του Πράδο Μιγκέλ Γκαλιάνο και μια ελληνογερμανίδα βιολόγος, η Καλουσώ. Ο Μιγκέλ, μοναχικός, ανέστιος και ιδιότροπος άνθρωπος, δεν είναι ένας τυπικός τεχνοκρίτης. Στοχάζεται, αισθάνεται, ζει μια άλλη ζωή μέσα στις συλλογές του Πράδο, που είναι ο ιδεώδης κόσμος του, συνομιλεί με αρχέτυπα και συγχρόνως αναζητά με πάθος αυτό που υπάρχει πέρα από την αντικειμενική περιγραφή.</p>
<p>Ένας ήρωας που δυσφορεί με τις άστοχες κουβέντες, τα ανώφελα πάθη, τους άβαθους ενθουσιασμούς. Που έχει στα χέρια ένα ανομοιογενές υλικό από αλήθειες και θεωρεί ασύλληπτες ηδονές τις κραυγαλέες σιωπές. Εγκλωβισμένος για χρόνια στην ανάμνηση της Καλουσώς που έφυγε, νιώθει το μεταφυσικό σύγκρυο της ύπαρξης που το φέγγος της τέχνης δεν μπορεί να θερμάνει. Γνωρίζει τις ζωτικές αλήθειες που οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες και σχολές τέχνης πιστεύουν ότι είναι καθήκον τους να μεταδώσουν, όμως αυτό δεν αρκεί να τον συγκρατήσει από τον μετεωρισμό στο κενό.</p>
<p>Όπως ο ήρωάς της, έτσι και η συγγραφέας, πιστεύω πως νιώθει ότι η τέχνη δεν είναι ένα ζήτημα γεύσης, αλλά εμπεριέχει τον όλο άνθρωπο. Είτε δημιουργούμε είτε προσλαμβάνουμε ένα έργο τέχνης, το φέρουμε με όλο μας το συναίσθημα, τη διάνοια, τα ήθη, τη μνήμη, με κάθε τι που μέσα σε μια έκλαμψη σε μια ορισμένη στιγμή κι από ένα μόνο σημείο, μπορεί να φωτίσει τον κόσμο. Έτσι, μπορεί να μιλά για τον Ρέμπραντ ή τον Μουνκ, για τον Ρενουάρ ή τον Πικάσο αλλά ξέρει ότι όλα εν τέλει τελούν υπό μία ιδεατή καμπάνα. Μια καμπάνα που σκεπάζει αμέτρητες κουβέντες και ιστορίες καθημερινού πόνου των ανθρώπων και της οποίας τον ήχο, η συγγραφέας δοκιμάζει –και το επιτυγχάνει– να μεταφέρει στον αναγνώστη. Ο ήχος αυτός διασχίζει τον χρόνο, πλέει πάνω από εποχές και χώρες και ντύνει πλήθος εικόνων και χαρακτήρων, από τους πιο μεταξωτούς ως τους πιο σκοτεινούς ενώ η καμπύλη της δεν έχει, φευ, το χρώμα του ουράνιου τόξου αλλά του πολυκαιρισμένου αίματος: γένεση και φθορά, χαρές και οδύνες, πανηγύρι και ζόφος.</p>
<p>Με την επιστράτευση της μαθηματικής έννοιας της καμπύλης της καμπάνας, που παριστά την κανονική κατανομή μεταβλητών και η οποία προσομοιάζει με το κωδωνοειδές σχήμα μιας καμπάνας (αφού οι άνθρωποι με τις συνήθεις ιδιότητες, συνωστίζονται κάτω από το κέντρο της – ο μέσος όρος των ανθρώπων με τη συνηθισμένη ζωή), παρακολουθούμε την κατανομή των σφαλμάτων και των παραβάσεων αλλά και του μεγαλείου που συγκροτεί την ανθρώπινη ιστορία. Αν στο κέντρο που ανυψώνεται, οι χαρακτήρες γίνονται μια συμπαγής μάζα που υφίσταται την εξουσία και δεν ξεχωρίζει, στις άκρες δεν υπάρχουν μόνο τα έργα της ανομίας αλλά και οι δημιουργοί υψηλών έργων. Όχι απαραίτητα φημισμένων. Υψηλό έργο είναι κι ο έντιμος βίος του απλού ανθρώπου.</p>
<p>Υπό την έννοια αυτή η καμπύλη της καμπάνας αποδεικνύεται κλειδί αυτού του βιβλίου. Μέσα από τα αγγέλματά της, άλλοτε οδυνηρά, πνιγμένα στη σκόνη και το αίμα, με ατομικά σφάλματα και κοινωνικές θεωρίες που οδηγούν σε ιστορικά εγκλήματα, και άλλοτε λυτρωτικά, σαν δροσερές ιδέες που οδηγούν τους ανθρώπους στα υψηλά, η καμπάνα άλλοτε δίνει ρυθμό στον κόσμο κι άλλοτε σώζει την πολύτροπη μουσική του. Οι νότες της είναι η μελοποίηση του κόσμου πέρα από χρόνο και χώρο. Η υπενθύμιση πως όλοι εν τέλει τελούμε υπό την σκέπη αυτής της καμπάνας, σε όποιο σημείο της καμπύλης και αν ζήσαμε και πως για όλους θα χτυπήσει με τον ίδιο ήχο ακόμη κι αν απαγορεύσουμε κάθε κρούση της.</p>
<p>Θα ήταν ίσως πολύ θεωρητικά όλα αυτά αν δεν υπήρχε στο βιβλίο της Γκίζη μια εναργής περιγραφή γεγονότων που ξεκινά από την προϊστορία, από την αρχαία Βαβυλώνα και την αρχαία Αίγυπτο, για να φτάσει μέσω της Ρώμης και του Βυζαντίου στον σύγχρονο κόσμο, με ένα κομβικό μύθο του βιβλίου να εντοπίζεται στον τόπο καταγωγής της μητέρας της Καλουσώς, στο μαρτυρικό Δίστομο, και από εκεί στη μεταπολεμική Γερμανία αλλά και στην αποικιοκρατούμενη Αφρική, στη Ναμίμπια συγκεκριμένα, όπου μια υπαρξιακή κλήση οδηγεί την κόρη της.</p>
<p>Θα ήταν ίσως πολύ θεωρητικά όλα αυτά αν δεν υπήρχε στο βιβλίο της Γκίζη μια εναργής περιγραφή γεγονότων που ξεκινά από την προϊστορία, από την αρχαία Βαβυλώνα και την αρχαία Αίγυπτο, για να φτάσει μέσω της Ρώμης και του Βυζαντίου στον σύγχρονο κόσμο, με ένα κομβικό μύθο του βιβλίου να εντοπίζεται στον τόπο καταγωγής της μητέρας της Καλουσώς, στο μαρτυρικό Δίστομο, και από εκεί στη μεταπολεμική Γερμανία αλλά και στην αποικιοκρατούμενη Αφρική, στη Ναμίμπια συγκεκριμένα, όπου μια υπαρξιακή κλήση οδηγεί την κόρη της. Μέσα από το ιστορικό παλίμψηστο που επικαλύπτει τα προηγούμενα στρώματα, με εξπρεσιονιστικές πινελιές που σωματοποιούν τον κόσμο, η συγγραφέας καταφέρνει, τα σώματα, φορείς άλλοτε φωτός και άλλοτε σκότους, να αποκτούν μια προοπτική πέρα από τη διάσταση αρχαίου- νέου και να υπηρετούν την ιδέα της που, αν την ερμηνεύω σωστά, θεωρεί όπως όλα, όσο παλιά ή καινούργια κι αν είναι, συνιστούν ένα αιώνιο τώρα, ένα διαρκές παρόν που μας καλεί να πάρουμε θέση.</p>
<p>Έτσι, αρχέγονες ιστορίες, αλήθειες και ψέματα, κακοφορμισμένα τραύματα και παραμύθια ιαματικά, γλυκές παραβολές και προϊστορικά λασπόνερα, πλέκονται με τη σύγχρονη πραγματικότητα που διαμόρφωσε ένα νέο τύπο ανθρώπου, πέρα από τον οικονομικό άνθρωπο που υποτάσσει τα πάντα στο κέρδος, έναν τύπο που δεν γνωρίζει όριο ή άλλη υπέρβαση στη ζωή παρά μόνο την αέναη διασκέδαση. Πρόκειται για τον άνθρωπο μιας σύνθεσης κατανάλωσης και διασκέδασης, που συνενώνει τον Homo Economicus με τον Homo Festivus.</p>
<p>Η ανάγνωση, όταν είναι συστηματική, είναι τέχνη που διαφέρει μόνο ανεπαίσθητα από την τέχνη της γραφής.</p>
<p>Η ανάγνωση, όταν είναι συστηματική, είναι τέχνη που διαφέρει μόνο ανεπαίσθητα από την τέχνη της γραφής. Δεν έχει νόημα να μιμηθούμε συνεπώς το αμάρτημα πολλών κριτικών που καταντούν λογοκριτές και δεν διαβάζουν πλέον αλλά σαρώνουν, βάζουν ετικέτες, ταξινομούν και σχεδόν πάντα βασίζονται σε επί τροχάδην αναγνώσεις, ή, το χειρότερο, υμνούν τη δημοσιογραφική γλώσσα και την έλλειψη λογοτεχνικότητας που συχνά σερβίρεται μάλιστα ως μοντέρνο ύφος.</p>
<p>Στο βιβλίο της Γκίζη μπορούμε να θαυμάσουμε πώς αναπτύσσεται στις σελίδες του ένα συγκρότημα ήχων και ονείρων που τείνουν προς μια ομορφιά πρωτογενή, ειδικά όταν αφθονούν οι λέξεις που συγκροτούν με την πυκνότητα και τη βαρύτητά τους μιαν εντυπωσιακή χορογραφία για το πανηγύρι της ζωής, όπως αυτό απλώνεται κάτω από την καμπύλη της καμπάνας.</p>
<p>Στο βιβλίο της Γκίζη μπορούμε να θαυμάσουμε πώς αναπτύσσεται στις σελίδες του ένα συγκρότημα ήχων και ονείρων που τείνουν προς μια ομορφιά πρωτογενή, ειδικά όταν αφθονούν οι λέξεις που συγκροτούν με την πυκνότητα και τη βαρύτητά τους μιαν εντυπωσιακή χορογραφία για το πανηγύρι της ζωής, όπως αυτό απλώνεται κάτω από την καμπύλη της καμπάνας. Αυτό που ο ήρωάς της, ο αισθητικός άνθρωπος, δεν μπορεί να χαρεί όμως, καθώς ασφυκτιά στο μικρό του θησαυροφυλάκιο, το ζηλευτό μουσείο που βρέθηκε αλλά που δεν μπορεί να του χαρίσει τη λύτρωση αφού ούτε την ανιστορική ινδική ψυχή, που υπόσχεται λήθη των πάντων, διαθέτει, ούτε την αιγυπτιακή που εστιάζει μόνο στο παρελθόν και το μέλλον, παραβλέπει το παρόν και τείνει στο άπειρο μέσα από την πέτρα και τη μούμια.</p>
<p>Είναι ενδιαφέρον να σταθεί κανείς σε αυτόν τον αισθητικό άνθρωπο, που έχει μιαν ατυχία και μια τύχη. Ζει στον μεταμοντέρνο κόσμο που είναι ο κόσμος του ιστορικού χειμώνα, όπου ο κοσμοπολιτισμός, ο ωφελιμισμός και ο σκεπτικισμός κυριαρχούν κι η τέχνη, επιτηδευμένη και κενή, καταντά καλλιτεχνική βιομηχανία ενώ μια χωρίς Θεό ηθικολογία θέλει να επιβάλλει νέα δεσμά. Αν αυτή είναι η ατυχία του Μιγκέλ, η Καλουσώ είναι η τύχη του. Η δυνατότητα δηλαδή να υπάρχει πάντοτε η ελπίδα της ερωτικής λύτρωσης ως οδός διαφυγής. Αρκεί να βρει τη δύναμη να φτάσει ως τον κόσμο της Καλουσώς, όπου όλα είναι ρευστά, όσο κι αν μοιάζουν πιο στέρεα στην ουμανιστική της αντίληψη, αφού κι αυτή έχει τους δικούς της δαίμονες. Η αποκάλυψη του πραγματικού παρελθόντος του πατέρα της και η αντίσταση στα διάφορα μικρά Ράιχ του κόσμου μας, ραγίζουν βεβαιότητες και θέτουν εκ νέου ερωτήματα. Καθώς ψηλαφίζει και καταγράφει εικόνες, απόψεις και συναισθήματα, δεν ξέρω αν η Καλουσώ μαντεύει έστω θαμπά το μυστήριο της αιώνιας αντιδικίας ανθρώπου και κόσμου, της επιτακτικής ανάγκης να υπερβούμε τον χρόνο. Το βέβαιο είναι ότι αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί επ’ άπειρον να απλουστεύει για να λυτρωθεί με ιδέες και σχήματα, είτε επιστημονικά είτε καλλιτεχνικά.</p>
<p>Το ύφος του βιβλίου, βέβαια, μέσα από το οποίο εξελίσσεται η παρακολούθηση αυτών των δύο κεντρικών χαρακτήρων, με ένα συνεχές στοχασμών και αισθημάτων, δυσκολεύει ίσως τον αναγνώστη αλλά χαρίζει κάτι σημαντικό. Την αίσθηση του ενιαίου όλου του κόσμου και της γραφής που δεν χωρίζεται. Έτσι, οι διαρκείς μεταπτώσεις, από το παρελθόν στο παρόν, από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο αφήγησης και οι κάπως ασύνδετες προς το σύνολο παρεκβάσεις, χωρίς κεφάλαια, δηλαδή χωρίς στεγανά, έχουν ως αποτέλεσμα τα πλευρά της ιστορίας, καθώς ταξιδεύει, να τα χτυπάει η θάλασσα. Αυτό όμως έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα, ο λεκτικός (ψυχικός και εκφραστικός) αυτοματισμός, να γίνεται αιχμηρός, εσωτερικός, με τα πράγματα να στεγάζονται σε κάτι υπερπραγματικό, πέρα από κάθε στατικό περίγραμμα.</p>
<p>Αυτή η μετάσταση της μορφής από το αισθητό στο υπεραισθητό, η διαρκής αφύπνιση μέσα σε όνειρο, η υποβολή των λέξεων, ο συγκρητισμός των πιο ανόμοιων στοιχείων, θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μια άλογη σύνθεση με κίνητρο την αναζήτηση μιας νέας γραφής που η ενότητά της είναι ακριβώς η διάλυση, το ρήγμα μεταξύ έμπνευσης και νόησης.</p>
<p>Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια σχετική συζήτηση που δεν είναι όμως του παρόντος. Ο κριτικός νους, και αναφέρομαι σε κάθε ανάγνωση και όχι στην επαγγελματική κριτική, είναι χρήσιμο να βγαίνει από τα σύνορα του χρόνου και της αισθητικής, για να αντικρίζει οπλισμένος με ιστορική αίσθηση τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά φανερώματα. Μέσα από την πολυμορφία του γραπτού λόγου να συλλαμβάνει τα αιώνια στοιχεία αλλά και τα επίκαιρα ή τα ασυνήθιστα. Το λυρικό ύφος, για παράδειγμα, το οποίο πηγάζει από την πολύτιμη διάχυση της εσωτερικής ύπαρξης και που θα γίνει με τη βοήθεια της τεχνικής έκφραση, δεν αφορά μόνο την ποίηση, όπως πολλοί νομίζουν. Αφορά και την πεζογραφία. Κι αν το αρχέγονο λυρικό κύτταρο είναι ο πόνος του ανθρώπου που έχει τη δίψα της δημόσιας έκφρασης (σε αυτό μόνο διαφέρει από τον κοινό άνθρωπο ο δημιουργός), η πρόσκληση του αναγνώστη από τη συγγραφέα να πέσει στη θάλασσα της ιστορίας, να στραφεί οραματικά στο παρελθόν, να ταξιδέψει όπου φυσά ο άνεμος της σύμπτωσης, οδηγεί σε κάτι που συναντάμε στις πιο μοντέρνες τεχνικές: ο αναγνώστης γίνεται συνδημιουργός του βιβλίου.</p>
<p>Τι είναι τελικά η καμπύλη της καμπάνας; Μια ιστορία με επινοήσεις και επιλογές έμπνευσης που χωρίς την τεχνική της πλοκής ή δραματικές συγκρούσεις χαρακτήρων, που πάντα κινούν το ενδιαφέρον, καταφέρνουν να υπηρετούν μιαν ιδέα η οποία πάλλεται και ηχεί άλλοτε πένθιμα και άλλοτε εορταστικά; Ένας κύκλος που από την προϊστορία θα οδηγήσει τον άνθρωπο πάλι στην προϊστορία αφού ο πολιτισμός της μορφής καταρρέει; Ή μήπως η διασωστική καταγραφή ενός πόθου που γέννησε το ιδεώδες της απολλώνιας ενιαίας ύπαρξης όταν η διονυσιακή ευθυμία των αισθήσεων αποδείχθηκε αδύναμη να δώσει σχήμα στο ασύλληπτο;</p>
<p>Σκέπτομαι πως η διάλυση της μορφής είναι μια παρορμητική άμυνα του ασυνείδητου, που νοσταλγεί το άπειρο μα δεν αντέχει πια ιεραρχίες, που αναζητεί πορτραίτα μα βρίσκει τη σαφήνεια των γραμμών ανυπόφορη. Η φύση δίνει ενότητα και σημασία στις εντυπώσεις και τις αισθήσεις, η Γκίζη το ξέρει και οι σελίδες της προϊστορίας, εν προκειμένω, δεν είναι τυχαίο πως είναι αριστοτεχνικά γραμμένες. Όταν περνάμε στην Ιστορία όμως, που δεν είναι φύση αλλά πνεύμα, πέρα από τη λογική του χώρου, υπάρχει η λογική του χρόνου και της εξέλιξης. Η οργανική αναγκαιότητα του τετελεσμένου και όχι των γεγονότων ή των προθέσεων.</p>
<p>Η απόσταση από τα γεγονότα και τα βιβλία, αγαπητοί φίλοι, έχει την πρώτιστη σημασία. Από μακριά ένα τραίνο το βλέπουμε να κινείται αργά. Κάποιος που είναι πολύ κοντά βλέπει την ταχύτητα, τα χαρακτηριστικά του. Όταν περάσει, μπορούμε να το παρακολουθούμε πώς χάνεται. Αυτή η οπτική αβεβαιότητα αφορά κατ’ εξοχήν τα βιβλία. Γράφοντας για να δώσει σχήμα ενιαίο στη γνώση και τη φαντασία, η Γκίζη δίνει στην πρώτη ύλη της γραφής, στις λέξεις, πνευματική προοπτική. Από τη συζήτησή της με όλα τα πνεύματα της λύπης του ανθρώπου, πέρα από τόπο και χρόνο, βλέπουμε να σχηματίζεται μια Χορωδία των Νεκρών, που δεν προσδοκά πια μια αφήγηση αλλά μια μεταμόρφωση. Μια χορωδία που ακούει με προσοχή τα λόγια μας και προσμένει τον ήχο μιας καμπάνας για να αρχίσει πάλι το τραγούδι της που δεν θα γνωρίζει πια από καμπύλες αλλά θα μας συνέχει όλους στην προοπτική της αιωνιότητας. Προοιωνίζοντας αυτό το τραγούδι ίσως, ο Μιγκέλ βγαίνει από τον ερμητικά κλειστό κόσμο του, όπου έχει μάθει να ζει στην άπνοια και ταξιδεύει στο Βερολίνο προς αναζήτηση της Καλουσώς, σε ένα τέλος που είναι ανοιχτό σε κάθε εξέλιξη. Κι είναι αυτή η έξοδος από τον κλειστό κόσμο της αισθητικής στον κόσμο της έκστασης κάτι που δικαιώνει αυτό το τόσο ιδιαίτερο βιβλίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΡΑΧΑΝΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 10/5/2023</p>
<p>Διπλό ταξίδι</p>
<p>Μια καμπάνα ρυθμίζει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τις ζωές μας, κι ας μην κατανοούμε πάντα τον τρόπο και τη μεθοδολογία. Η καμπάνα γίνεται η αφορμή για ένα διπλό ταξίδι στις πιο μύχιες, τις πιο καλά κρυμμένες εσωτερικές πλευρές των δύο ηρώων αλλά ταυτόχρονα και σε μια ιστορική αναδρομή στα πιο σαθρά μονοπάτια της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη.</p>
<p>«Αχ, βρε Άννα… ο κόσμος άλλαξε πια. Κάνει θόρυβο. Τώρα η γέφυρα έχει έναν νερόμυλο στη βόρεια και έναν στη νότια πλευρά. Πάω εκεί τα βράδια, κάθομαι δίπλα στα ρυάκια κι ακούω το νερό να κελαρύζει… Και το νερό Άννα… Το νερό είναι διάφανο και καθαρό. Μυρίζει σαν μωρό όταν γεννιέται. Έχει αψίδες η γέφυρα. Και τειχισμένα κτήρια επάνω της. Είναι δεμένη γερά με βαριά λιθάρια και πέτρες. Καμιά φωτιά δεν μπορεί να την κάνει στάχτη. Κανένας σίφουνας να την καταστρέψει ξανά. Δεν χρειάζεται να την κάψουμε για να βρούμε στέγη. Έχουμε μια γέφυρα γερή κι είναι αμαρτία να κάνουμε κάτι τέτοιο. Αυτή από μόνη της μας φροντίζει. Είναι η δική μας γέφυρα. Η γέφυρά μας. Μπορείς κι εσύ να έρθεις μια μέρα στη γέφυρα. Κανένας δεν θα σε διώξει».</p>
<p>Από όλες τις καμπάνες της Ασίας, της Ευρώπης, της Αφρικής, της Αμερικής, από κάθε εποχή, από κάθε τόπο, από κάθε πολιτισμό ξεπηδούν σαν σε καλειδοσκόπιο πανάρχαιες εικόνες, ήχοι ρυθμικοί, παλιές ζωικές δυνάμεις. Είναι το γνωστό στα παραμύθια κάλεσμα του χρόνου…</p>
<p>Ο Μιγκέλ Γκαλιάνο είναι διευθυντής του μουσείο Πράδο της Μαδρίτης.</p>
<p>Η Καλουσώ Γκλεν (Γερμανίδα από πατέρα, Ελληνίδα από μάνα) είναι βιολόγος και εργάζεται στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Βερολίνου και ασχολείται με τη μοριακή βιολογία και γενετική. Ερευνά κρανία και οστά, που τις δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν και που βοηθούν στο παρόν. Φτιάχνουνε φάρμακα για ασθένειες που κάποτε η επιστήμη δεν μπορούσε να δώσει λύσεις.</p>
<p>Η Καλουσώ πηγαίνει στη Ναμίμπια κουβαλώντας μαζί της τριακόσια κρανία. Επιστρέφει τόσα λίγα κρανία, από χιλιάδες κρανία που μεταφέρθηκαν για έρευνα, στα εργαστήρια της Γερμανίας, αποτέλεσμα της άγνωστης γενοκτονίας των Χερέρο και των Νάμα από το Δεύτερο Ράιχ.</p>
<p>Εκεί στη Ναμίμπια η Καλουσώ θα συναντήσει την Άννεκε. Είναι η Άννεκε που δημιουργεί το μέλλον της μικρής ανάπηρης Θάντι…</p>
<p>Η Άννεκε θα συμβουλέψει την Καλουσώ Γκλεν: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό από το κορμάκι ενός παιδιού που υποφέρει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό από να κάνεις ένα παραδομένο παιδί να χαμογελάσει. Αν κάποιος ενδιαφερθεί… κάτι στον κόσμο θα αλλάξει. Πρέπει κάποιος να αποφασίσει τι πρέπει να κρατήσει και τι πρέπει να αφήσει πίσω του. Μακάρι οι έρευνές σου να λειτουργήσουν σαν ξυπνητήρι. Δεν έχει νόημα Καλουσώ να ζεσταίνεσαι μόνο από το χνώτο της επιστήμης σου. Μπορείς Καλουσώ; Μπορείς να γίνεις κάτι περισσότερο από φίλη μια ανάπηρης;»</p>
<p>Ο Μιγκέλ είχε ερωτική σχέση πέντε χρόνια με την Καλουσώ. Δεν την εμπόδισε όταν έφυγε. Δεν φώναξε, δεν εκλιπαρούσε να γυρίσει, να ζητήσει συγνώμη, να κλάψει ζωηρά, να ξεριζώσει τα μαλλιά του. Καμία ελληνική τραγωδία δεν διαδραματίστηκε στον χωρισμό τους. Κανένας οδυρμός, θρήνος, δάκρυ δεν έπεσε. Η Καλουσώ έφυγε μακριά του με την άγρια λαχτάρα να τον σβήσει από τη μνήμη της. Επέστρεψε στην πατρίδα της, τη Γερμανία.</p>
<p>Ο Μιγκέλ τον έρωτα τον έχει ξεχάσει. Πουθενά δεν μπορεί να τον θυμηθεί παρά μόνο στο πρόσωπο της Καλουσώ. Βρίσκεται πάντα ψυχή και σώμα κοντά της. Έχει κοντά δεκαπέντε χρόνια να τη δει. Δεκαπέντε χρόνια είναι πολύς καιρός. Την πεθύμησε.</p>
<p>Ο Μιγκέλ έχει γίνει εργασιομανής και πότης. Τώρα είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ένας μοναχικός λύκος. Συνομιλεί με τον εαυτό του. Δεν κάνει σχέσεις. Ούτε καν προσωπικές. Δουλεύει στο μουσείο δεκαοκτώ ώρες. Έχει σαν τον Δον Κιχώτη μόνο ένα σκοπό να σώσει την Δουλτσινέα Καλουσώ που δεν τον θέλει, που τον αποδιώχνει από κοντά της.</p>
<p>Ο Μιγκέλ βρίσκεται σε παραισθητική διαύγεια, βλέπει άλογες πράξεις και ακούει λόγια περίσσια, άσκεφτα. Σχήματα, μορφές, ιδέες, συναισθήματα, αναμνήσεις σέρνουν αθόρυβα βήματα πάνω από ζωγράφους, γλύπτες και χαράκτες.</p>
<p>Ο Μιγκέλ ακούει αρχέγονες ιστορίες,στοιβάζει πράξεις και λόγια ανθρώπων που του μεταφέρουν μηνύματα για τη ζωή, για τον θάνατο. Αφουγκράζεται αλήθειες και ψέματα, παραμύθια ιαματικά για θεραπευμένες πληγές για κακοφορμισμένα τραύματα που μπολιάζουν τις ψυχές. Βλέπει εικόνες που προσπαθούν να χωρέσουν στα μάτια.</p>
<p>Ο Μιγκέλ στον ερμητικά κλειστό δικό του κόσμο έχει να μάθει να ζει στην άπνοια. Ζει μια ζωή που δεν του ανήκει. Ισόβια πικρή η γεύση της, γεμάτη αντιφάσεις, κίνηση και εσωτερικούς προβληματισμούς. Μια ζωή που πενθεί καρτερικά την ισόβια μοναξιά της. Γραπώνεται από τις δικές του αδικίες που πρέπει να μανταρέψει. Του πήρε χρόνια να μάθει πόσο στενά είναι τα όρια του χρόνου και του κόσμου. Ότι η ομορφιά είναι η ύψιστη αρχή τάξης και στην τέχνη και στη ζωή. Ότι τα πάθη αγοράζουν τους ανθρώπους. Ότι πάντα υπάρχει τρόπος να επαναδιαπραγματευθεί κανείς τις αξίες του. Η γνώση αυτή ήρθε σαν έκλαμψη, ξαφνικά, από τους προγόνους του, από τις κραυγές του μικρού Φαρούκ, την ευγνωμοσύνη του Ιντέφ, την επιβολή του βασιλιά Ουνίς, το μέγεθος της δύναμης του Αρχιερέα της Βαβυλώνας που έκανε τον βασιλιά Χαμουραμπί να προσκυνά τα μελλούμενα, την υποδούλωση της Νέαϊρα στην κυρά της, της Ουλπίας που ανεχόταν να της ξύνουν με το νύχι τη ρόγα από το στήθος της, της Ναννώ στο πεπρωμένο, τη μετάνοια του αυτοκράτορα Βασίλειου μπροστά στο νεκρό παιδί του ,τα γιατροσόφια της μάγισσας Γουίκα, την Άννα που έζησε τον έρωτά της πέρα από κάθε αντιξοότητα. Ο καθένας με τα χαρακτηριστικά του στήνουν τα κεραμίδια της στέγης που καλύπτουν το ένα το άλλο και όλα μαζί φτιάχνουν τη μία και μοναδική στέγη που προστατεύει το κεφάλι του. Αδιάκοπα είναι τα κύματα των προγόνων που έρχονται από το παρελθόν, τα πονήματά τους που του τρέφουν το μυαλό στο ατέλειωτο ταξίδι της ύπαρξης. Τα μάτια του κοιτάνε πίσω αλλά και μπροστά. Απορεί γιατί είναι άνθρωπος. Ζει μέσα στην κοινωνία, έχει ακόμα αξίες και συνείδηση, έχει καλά κρυμμένα αισθήματα, κλαίει κρυφά, μετανιώνει για απερίσκεπτες πράξεις, πονάει γιατί η Καλουσώ δεν ήταν στην Αθήνα. Νιώθει λύτρωση που μπορεί ακόμα να πονάει. Αν δεν πονούσε, θα θρηνούσε τον εαυτό του. Αν δεν έκλαιγε δεν θα ήταν άνθρωπος. Αν δεν ήταν έτσι, θα ήταν πληρωμένο χέρι, στυγνός εκτελεστής, απάνθρωπος και όχι άνθρωπος. Δεν θέλει να ζει σαν αριθμός. Δεν θα αφήσει τους αριθμούς να τρυπώσουν στο μυαλό του, στο συνειδητό του, στη φαντασία του γιατί θα πολλαπλασιαστούν, θα γίνουν όγκος, θα υπονομεύσουν το μυαλό του, θα διαλύσουν το ηθικό του, θα χάσει τον εαυτό του. Όσο κι αν προσπάθησε να τους περιορίσει τελικά τους παραχώρησε την πρώτη θέση στη ζωή του. Η επανάστασή του είναι σιωπηλή, σχεδόν αόρατη, αλλά πραγματική. Μπορεί να τους δαμάσει. Το σπέρμα του είναι η δύναμή του. Η ελευθερία τους είναι ο πολιτισμός του…</p>
<p>Ο Μιγκέλ θέλει να βρει την Καλουσώ. Του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Κάθε μέρα του λείπει περισσότερο. Δίνει υποσχέσεις στον εαυτό του ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι θα ψάξει να τη βρει και κάθε μέρα βρίσκει μια δικαιολογία και το αναβάλλει. Οι μέρες γίνονται αβάσταχτα βαριές. Γκρεμίζουν τις αντοχές του. Νοερά βήματα τον οδηγούν στο πεπρωμένο του…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ</strong></h5>
<p>culturepoint.gr 30/1/2023</p>
<p>Μια καμπάνα ρυθμίζει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις ζωές μας, κι ας μην κατανοούμε πάντα τον τρόπο και τη μεθοδολογία. Δεν είναι ότι ο ήχος μιας καμπάνας έρχεται να σημάνει την αρχή και το τέλος, την απόλυτη ευτυχία και την απόλυτη δυστυχία. Είναι κυρίως ότι η καμπάνα λειτουργεί καθοριστικά στο πλαίσιο του κοινωνικού γίγνεσθαι και με την στατιστική, γκαουσιανή μορφή της.</p>
<p>Αποτυπώνει τη διασπορά μιας σειράς παραγόντων, από βιολογικούς έως οικονομικούς, θέτοντας όρους και όρια στις ατομικές επιλογές και τις συλλογικές διαδικασίες.</p>
<p>Στο νέο μυθιστόρημα της Νίκης Γκίζη “Η καμπύλη της καμπάνας” από τις εκδόσεις Γκοβόστη, η καμπάνα, και στις δυο της εκδοχές, γίνεται η αφορμή για ένα διπλό ταξίδι στις πιο μύχιες, τις πιο καλά κρυμμένες εσωτερικές πλευρές των ηρώων αλλά ταυτόχρονα και σε μια ιστορική αναδρομή στα πιο σαθρά μονοπάτια της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη.</p>
<p>Ο Μιγκέλ, ένας δύστροπος, μοναχικός άνθρωπος που προτιμά να χάνεται στον ιδεατό κόσμο της τελειότητας της τέχνης και να αναζητεί εκεί την πιο ολοκληρωμένη ικανοποίηση, από το να μάχεται καθημερινά για τις εφήμερες απολαύσεις που χάνουν την αξία τους μόλις κλείσουν τον μικρό κύκλο της επιρροής τους. Η Καλουσώ, ψάχνει στα απτά “απολιθώματα” του “πολιτισμού” μας, το “σκελετό” των ανομολόγητων σφαλμάτων των ισχυρών, αυτών που “κάθονται” στην κορυφή της καμπάνας και επιβάλλουν τον δικό τους ρυθμό.</p>
<p>Το παρελθόν συναντά το παρόν και αγωνιά για το μέλλον. Από τα προϊστορικά επιτεύγματα, τους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας και το Βυζάντιο έως την κατοχική Ελλάδα και την αποiκιοκρατούμενη Αφρική, αποκαλύπτεται το μεγαλείο και τα ντροπιαστικά πεπραγμένα για τα οποία είμαστε ικανοί.</p>
<p>Χαρτογραφεί τον πόνο που μπορεί να τρέχει σαν σλάλομ στην καμπάνα της γνώσης και της άγνοιας, της αγάπης και του μίσους.</p>
<p>Η Νίκη Γκίζη καταθέτει ένα μετα-μυθιστόρημα, με πρωτότυπη μορφή, ποιητικό λόγο, ιστορική εξερεύνηση και κοινωνικό προβληματισμό. Η σύγχρονη λογοτεχνία, πριν καταντήσει τυποποιημένη αναπαραγωγή ενός κοινώς αποδεκτού μέσου όρου, που μέμφεται την τέχνη και την τεχνική που δεν μπορεί να συλλάβει, οφείλει να σταθεί με προσοχή πάνω σε τέτοιες προσπάθειες και να τους δώσει το χρόνο που χρειάζονται για να αποκτήσουν τη δυναμική που τους αρμόζει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΛΟΥΚΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>συγγραφέας, μέλος ΦΟΘ</p>
<p>Το βιβλίο «Μόρια Παμμήτωρ γη», εκδόσεις Γκοβόστη της Νίκης Γκίζη, πήρε το Α΄ Βραβείο από την Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all. Ο σκοπός του διαγωνισμού ήταν η ανάδειξη της Ιστορίας της Μόριας τα τελευταία 2500 χρόνια.<br />
Η Νίκη Γκίζη, σε ένα πόνημα γεμάτο ευαισθησία και ενσυναίσθηση καταγράφει, εξετάζει και επιχειρεί να ερμηνεύσει το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ερευνά την πραγματική, διοικητική και νομική κατάσταση στην Ελλάδα σχετικά με τις προσφυγικές ροές. Εξετάζει τους λόγους που διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος το προσφυγικό ζήτημα εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Σκιαγραφεί τις δομικές ανεπάρκειες που υπάρχουν στη διαχείριση του προσφυγικού στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μας προτρέπει με τον τρόπο της σε μια πιο ανθρώπινη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, αλλά και την ανάγκη συνύπαρξης και διευκόλυνσης ενός ασφαλούς διαδρόμου για όλους αυτούς τους ανθρώπους από τις χώρες προέλευσης στις χώρες προορισμού.<br />
Με τη συνεργασία εργαζόμενων από το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης, τη Frontex, διάφορες ΜΚΟ, τη EUROPOL, την OXFAM, την EASO, το ΚΕΕΛΠΝΟ, εθελοντών, τοπικών αρχών, του απλού κόσμου, προσφύγων και μεταναστών, ήρεμα χωρίς εντυπωσιακές κορώνες, η συγγραφέας επιτυγχάνει να μεταφέρει στον αναγνώστη τα διαχρονικά προβλήματα της προσφυγιάς μέσα από μια μαρτυρία συναισθημάτων και σκέψεων. Βγαίνει στον κόσμο, εκτίθεται και μαρτυρά όσα άκουσε και έζησε στο νησί.<br />
Αφού προηγήθηκε μια ενδελεχής έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική της Μυτιλήνης, ακολούθησε μια επιτόπια έρευνα στο χωριό Μόρια και συζητήσεις στα καφενεία με τους ντόπιους. Την ακολουθούμε σε ένα οδοιπορικό σε ένα νησί που απλώνεται ολόκληρη η Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και οι συμπεριφορές του ανθρώπου.<br />
Έτσι κατορθώνει στο βιβλίο της «Μόρια παμμήτωρ γη» να μας ταξιδέψει στη Μυτιλήνη, ένα νησί φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας, και το χωριό Μόρια για το οποίο ακούστηκαν δεικτικοί απαξιωτικοί προσδιορισμοί με σχόλια όπως &#8230;νεκροταφείο ψυχών &#8230; &#8230;νεκροταφείο της ανθρώπινης εξαθλίωσης, &#8230;του πόνου&#8230;, &#8230;ένα νέο Γκουαντάναμο (Guadanamo)&#8230; κλπ. Η Μόρια, είναι «ο βολικός βάρβαρος της Ευρώπης», εκεί όπου η Ευρώπη καλύπτει τις αβελτηρίες, τους φόβους, τον εγωκεντρισμό και την ασυνειδησία απέναντι στους πρόσφυγες. Για τον Ραζάν, η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του.<br />
Κανένας δεν μπορεί να ορθώσει φράγματα στη γη, να κλείσει τις πόρτες του κόσμου. Οι άνθρωποι είναι σαν το τρεχούμενο νερό &#8211; αν το εμποδίσεις σε ένα μέρος, βρίσκει άλλο δρόμο να περάσει. Έτσι λειτουργεί ο νόμος της φύσης. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει σε έναν τόπο, μετακινείται σε έναν άλλο.<br />
Το ανθρώπινο δίκαιο δεν αναγνωρίζει σύνορα.<br />
Οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν ελευθερία επιλογής για τον τόπο που θέλουν να ζήσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να ζουν ανεξέλεγκτα όπου θέλουν. Ο σεβασμός στον νέο τόπο εγκατάστασης, στα νέα ήθη, έθιμα και παραδόσεις είναι αυτονόητος. Η ευθύνη και από τις δυο<br />
πλευρές η ίδια.<br />
Μια παρέα εφήβων ο Ραζάν, η Αίσα, ο Κωνσταντίνος, η Εριφύλη, η Μυρσίνη, ο “μουτζούρης” και άλλοι, δένονται με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, έρωτα, χαρές, απογοητεύσεις και ανατροπές. Παίζουν μπάλα κάτω από το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο της Μόριας, ανακαλύπτουν τη Σαπφώ, τον Λόγγο, τον Ελύτη.<br />
Η Νίκη Γκίζη γραπώνει τους κατοίκους από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς, τους αποδίδει τη χαμένη ανθρώπινη υπόσταση τους. Η ιστορία δεν είναι πάντα ένδοξη, μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός έχει φτάσει, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, πολλές φορές στο τάνιμα. Και επειδή κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους είναι καλό να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να διεκδικούμε δικαιωματικά σεβασμό και εμπιστοσύνη.</p>
<p>Χρησιμοποιεί όπως λέει: «λάθρα», τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία της Μόριας. Παρατηρεί τον άνθρωπο που κουβαλάει στην πλάτη ασχήμιες και ξινισμένες συμπεριφορές. Εξιστορεί τα γεγονότα, όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα του άλλου. Αφήνει τις λέξεις να μας ταξιδεύουν, μας παραπέμπει σε έννοιες βαθιές, όπως ο άνθρωπος και η ιστορία του, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η αυτοδιάθεση, η δύναμη της ψυχής. Μας εξοικειώνει με τον όρο «μετανάστευση» που παραμένει ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης προόδου. Γιατί ο φόβος για τον «βάρβαρο» ζει και σήμερα, το ίδιο όπως παλιά.<br />
Μαζί με το βιβλίο ταξιδεύουμε μέσα από ξηρά και θάλασσα για να φτάσουμε στη εν δυνάμει νέα πατρίδα μέσα από εξαντλητικές κι επικίνδυνες διαδρομές.</p>
<p>Το μήνυμα που μας μεταφέρει η Νίκη Γκίζη μέσα από το βιβλίο «Μόρια παμμήτωρ γη» είναι να επανεξετάσουμε την κοσμοθεώρησή μας, το μέλλον μας ως κοινωνία. Να κατανοήσουμε ότι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το ελάχιστο δείγμα τιμής στον πρόσφυγα, σε αυτό το καινούργιο είδος ανθρώπου &#8220;που κλείνεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους εχθρούς του και στα στρατόπεδα εγκλεισμού από τους φίλους του&#8221; όπως λέει η Χάνα Άρεντ.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΙΤΤΑΚΗ</strong></h5>
<p>ΚΥΠΡΟΣ ΛΕΜΕΣΟΣ 25/5/22</p>
<p>Νίκη Γκίζη, φίλτατη φίλη<br />
Με τη συνέργεια των κοινωνικών δικτύων που κρύβουν και ευχάριστες εκπλήξεις, γνώρισα το βιβλίο σου, και μέσα από αυτό την σπάνια ποιότητα ενός ανθρώπου και συγγραφέα. Δεν πρόλαβα να το αγοράσω η ίδια, μου το χάρισε ένας αγαπημένος φίλος που γνωρίζει καλά τη διαχρονική λατρεία μου για τα βιβλία. Έγραψα τότε στο Facebook, σε ανύποπτο χρόνο, πριν καν σε γνωρίσω και πριν καν διαβάσω το βιβλίο… Η κοινοποίησή μου αποδείχθηκε εκ των υστέρων προφητική.<br />
«Βιβλία λατρεία διαχρονική !!!<br />
«Μόρια, Παμμήτωρ Γη»&#8230;Τα νεοαποκτηθέν<br />
Όσοι κρατάμε ακόμα στα χέρια μας βιβλία, φαινόμαστε σε πολλούς αλλοπρόσαλλοι, αφελείς, ρομαντικοί και στη χειρότερη περίπτωση αργόσχολοι (αυτό μου το εξέφρασε πρόσφατα ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο&#8230;γι’ αυτό και ήταν περισσότερο απογοητευτικό&#8230;<br />
Σε καιρούς που η επιγραμματική και πρόχειρη γραφή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλά κρατεί, το πόνημα ενός συγγραφέα είναι εκ προοιμίου αξιέπαινο. Πριν καν ανοίξεις το βιβλίο, θαυμάζεις και επαινείς! Η λέξη πόνημα ετυμολογικά εμπερικλείει τη λέξη πόνος. Το συγγραφικό έργο προϋποθέτει κόπο και πόνο. Niki Gkizi, είστε αξιοθαύμαστη και αξιέπαινη!<br />
Και όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι το ταξίδεμα με ένα βιβλίο είναι μαγεία, ας συνεχίσει να αναλώνεται στην υπερέκθεση στα ανώφελα ερεθίσματα που ανελέητα μας κατακλύζουν.<br />
Ένα βιβλίο είναι μια πρόκληση- πρόσκληση για να υποβάλουμε τον εαυτό μας στο επίπονο έργο της κατάργησης της άγνοιας και της κατάκτησης της αυτογνωσίας. Ή έστω της αντιπαραβολής της δικής μας ζωής με άλλες, άλλων ανθρώπων, άλλων εποχών, άλλων δυσκολιών, άλλων πραγματικοτήτων, άλλων συναισθημάτων, άλλων σχέσεων.<br />
Στο τετ α τετ με ένα βιβλίο, συντελείται μια ιερή διαδικασία για όποιον διαθέτει τα αισθητήρια. Διαδικασία προβληματισμού, συλλογισμού, κριτικής, αυτοκριτικής, καθρεφτισμού του εαυτού μας και τοποθέτησής του στα πράγματα του κόσμου. Το μεγαλείο είναι η επανατοποθέτηση. Που είναι η αδιάσειστη μαρτυρία της αλλαγής.<br />
Ευχαριστώ και ευγνωμονώ τον αγαπημένο φίλο που μου χάρισε αυτό το βιβλίο και μου έδωσε τόση χαρά! Ευχαριστώ όλους τους φίλους που ενισχύουν την αγάπη για τα βιβλία!!! Πολύτιμες οι φιλίες που κατανοούν, επιβραβεύουν και συντηρούν την εμμονική μας φιλαναγνωσία!<br />
Τώρα πια, ευγνωμονώ και τη συγγραφέα του βιβλίου για το πολύτιμο έργο της και περιποιεί τιμή για μένα να αναφέρομαι σε αυτήν και το βιβλίο της.</p>
<p>Όντως…στο τετ α τετ με το βιβλίο Μόρια Παμμήτωρ Γη, συντελέστηκε μια ιερή διαδικασία. Προβληματισμού, συλλογισμού, αντιπαραβολής της δικής μου ζωής με άλλων ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση οι άλλοι άνθρωποι ήταν οι πρόσφυγες μετανάστες από τη μια και οι ντόπιοι κάτοικοι της Μόριας από την άλλη. Καλλιεργήθηκε η ενσυναίσθηση για τις δικές τους δυσκολίες, για άλλες πραγματικότητες. Για την κατάργηση της άγνοιας. Και της επανατοποθέτησης στα πράγματα του συγκεκριμένου κόσμου αυτού.</p>
<p>Από παιδί, βίωσα την τραγωδία του να ζω σε μια μοιρασμένη πατρίδα με αδιέξοδα σε συρματοπλέγματα που παραπέμπουν στην κατεχόμενη πατρίδα που δε γνώρισα ποτέ. Μεγάλωσα με μνήμες ανθρώπων με ραγισμένα πρόσωπα από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής. Νεκροί, αγνοούμενοι, πρόσφυγες. Μια τραγωδία που ξεθώριασε σιγά-σιγά, αλλά δε θα σβηστεί ποτέ.<br />
Ως δασκάλα, ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνέπειες και τη σκληρότητα ενός άλλου πολέμου και των μεταναστευτικών ροών που προκαλεί, όταν υποδέχθηκα κι εγώ στην τάξη μου πριν 4 χρόνια, ένα κορίτσι 8 χρόνων από τη Συρία. Τη Σοφία. Που επικοινωνούσε μόνο με τα εκφραστικά της μάτια όλα τα ανείπωτα που δεν μπορούσε να εκφράσει με τον άγνωστο γλωσσικό κώδικα της χώρας που τώρα τη φιλοξενούσε. Στα μάτια αυτού του κοριτσιού αναμετρήθηκα για πρώτη φορά με τις ενοχές μου για τη ξενοφοβία που υπόβοσκε στην ψυχή μου. Που επέτρεπα να συντηρείται από τα αρνητικά σχόλια που άκουα και διάβαζα κατά καιρούς για τα προβλήματα που δημιουργούν οι μετανάστες στις βολεμένες ζωές και συνειδήσεις μας. Η Σοφία από τη Συρία ήταν η αφύπνιση. Η μεγάλη πρόκληση για μένα. Για να αποκτήσω θέαση και άποψη αυτή τη φορά από την αντίπερα όχθη. Ως δασκάλα που έχει χρέος να προσφέρει αμερόληπτα το καλύτερο που μπορεί για όλους τους μαθητές της, αναγκάστηκα να ανακαλύψω την ιστορία της, ξεκινώντας μια πιο ενδελεχή μελέτη για την ιστορία γενικά των μεταναστών. Ήθελα να καταλάβω. Να ξεφύγω από τη βολική επιλογή της αποστασιοποίησης.<br />
Το βιβλίο «Μόρια», ήταν για μένα η πρόσκληση. Η απάντηση σε αυτή την αναζήτηση. Η συνοδοιπορία με τους ήρωες του βιβλίου, έφερε τη μεγάλη αποκάλυψη. Παρθένων συναισθημάτων που γεννήθηκαν από τη διαφορετική οπτική που προσφέρει. Απαλά και τρυφερά, αβίαστα και γλαφυρά, μέσα από τα μάτια και τις καρδιές των ηρώων, κατάφερε να ισορροπήσει μέσα μου τα πώς και τα γιατί της άγνοιας και της ξενοφοβίας. Αλλά και να επιβεβαιώσει με ένα γλυκό τρόπο την περηφάνια για έναν ελληνικό τόπο και τους ανθρώπους του που κουβαλούν τη λεβεντιά και την ανθρωπιά ως λάβαρο. Άφησε στη ψυχή μου το κατακάθι της ελπίδας. Για τη δυνατότητα συνύπαρξης με το διαφορετικό, για τη λυτρωτική δύναμη του μοιράσματος.<br />
Η ιστορία του Ραζάν, της Αΐσα και της Μαριάμ, ήταν η συνέχεια της ανείπωτης ιστορίας της μαθήτριάς μου Σοφίας. Και της ιστορίας που κουβαλά κάθε ψυχή ενός πρόσφυγα μετανάστη. Η συνέχεια της μύησής μου στην ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας των προσφύγων. Από όποιο μέρος της γης. Υπενθύμιση ότι η προσφυγιά είναι μια πληγή που δεν αφορά μόνο στη δική μου πατρίδα και το παρελθόν της.</p>
<p>Απόσπασμα από το βιβλίο, σελ. 18:<br />
«Φλεβάρης, η νύχτα είναι βουβή αλλά και φλύαρη, ξάστερη και σκοτεινή, με τσουρουφλίζει και με παγώνει. Δεν ξέρω ποιο κρύο είναι πιο δυνατό, αυτό που είναι έξω από το isobox ή αυτό που είναι μέσα στη ψυχή μου; » μονολογεί ο Ραζάν.<br />
Διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό, απάντησα αυθόρμητα, με ένταση: Ραζάν, το κρύο της ψυχής είναι το χειρότερο. Για όλους μας. Σε ευχαριστώ που με τη συμπόρευση μαζί σου μέσα στο υπέροχο αυτό βιβλίο, Παμμήτωρ Γη, έμαθα να ταυτίζομαι με τις χαρές και τις δυστυχίες ενός ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίδειξη της ταυτότητάς του. Ξαφνικά στα βιώματά μου, το προσφυγικό αντίσκηνο στην Κύπρο του 1974, αντικαταστάθηκε με το isobox στο ΚΥΤ εκεί στη Μόρια. Η εξοικείωση με την κάθε ανθρώπινη ψυχή και τη διαφορετικότητά της και η αποδοχή της κοινής μοίρας στον κόσμο. Έχεις δίκαιο. (απόσπασμα από το βιβλίο σελ. 220): «Όταν έχεις έναν αγνοούμενο που δεν του έχεις δώσει το τελευταίο φιλί, η γήινη ιδιότητά του δεν μεταφέρεται στη μνήμη, δεν βοηθάει ο χρόνος την ψυχή σου να μερώσει, γιατί δεν τον έχεις κατευοδώσει στην νέα του κατοικία. Δεν είναι εύκολο να συνεχίσεις χωρίς να ξέρεις τον τόπο που βρίσκεται, δεν είναι εύκολο να λησμονήσεις τον άδικο χαμό. Σωματοποιείς το βουβό μαράζι. Γι’ αυτό ελπίζεις, περιμένεις, ψάχνεις, ακούς το μάνταλο της πόρτα να ανοίγει, ακούς βήματα, κάποιον να σε φωνάζει μέσα στη νύχτα. Έχεις πόνο που πρέπει να σβήσεις, αλλά δε σβήνει…». Συγγνώμη Ραζάν, έχασα για λίγο την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Και όταν διάβαζα αυτά τα συγκλονιστικά και συγκινητικά που περιγράφεις, για μια στιγμή δεν έκλαιγα για τους αγνοούμενους πρόσφυγες στη θάλασσα της Λέσβου μόνο, αλλά έκλαψα και για τους αγνοούμενους της πολύπαθης Κύπρου. Παρόμοιος, κοινός ο πόνος.<br />
Όταν η ψυχή ζεσταθεί από τη ζέση της ενσυναίσθησης που καλλιεργεί ένα βιβλίο για οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα, τοπικό ή παγκόσμιο, κοντινό ή μακρινό, πρόσφατο ή παλιό, τότε γίνεται πρόσφορο έδαφος για να αποκτήσει η παγκοσμιοποίηση της αγάπης έναν φορέα. Κάθε αναγνώστης και ένας φορέας για την ευαισθητοποίηση και τη θετική αλλαγή για ολόκληρο τον κόσμο. Λιθαράκι-λιθαράκι, βήμα-βήμα, λέξη-λέξη, έτσι επιτελούνται αθόρυβα και θαυματουργικά οι μεγάλες αλλαγές στις ψυχές των ανθρώπων και κατ’ επέκταση στις ζωές τους.<br />
Νίκη Γκίζη, σε ευχαριστούμε. Με το βιβλίο σου προσθέτεις στην γκάμα των καλώς πεπραγμένων για την αλλαγή για έναν καλύτερο κόσμο, ευκταίως δίκαιο και αγαθό. Φιλόξενο και παρήγορο για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Σμιλεύεις τις ψυχές των αναγνωστών και σίγουρα πέτυχες αυτό που είπε κάποτε ο Σαράντος Καργάκος για το καλό βιβλίο. Πως είναι το σκαπτικό εργαλείο της ψυχής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΟΥΚΙΑΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>ΛΕΜΕΣΟΣ ΚΥΠΡΟΣ 25/6/22</p>
<p>«Μόρια Παμμήτωρ γη», Λεμεσός</p>
<p>Το κάλεσμα για τη συγγραφή του βιβλίου “ Μόρια Παμμήτωρ γη” η Νίκη Γκίζη το δέχτηκε από την προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all. Ο διαγωνισμός αφορούσε την ανάδειξη της Ιστορίας της Λέσβου τα τελευταία 2500 χρόνια με σκοπό την αποκατάσταση της ιστορίας του. Αποτέλεσμα αυτού του διαγωνισμού ήταν το βιβλίο να πάρει το Α΄ Βραβείο από την Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.<br />
Και καθώς η γνώση είναι δύναμη, και η Λογοτεχνία είναι ένας τρόπος μνήμης μα και μάθησης που ξεφεύγει από τη στείρα μελέτη της Ιστορίας. Η Γκίζη άρπαξε την ευκαιρία και χρησιμοποιήσε το λογοτεχνικό λόγο για να μας βάλει στην καρδιά του ζητήματος. Στο βιβλίο της αναδεικνύει τη σπουδαιότητα του νησιού και αποτυπώνει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία. Με τον τρόπο της, στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα και μας βοηθά να δούμε κατάματα τον άνθρωπο που κουβαλάει αγόγγυστα στην πλάτη γεγονότα που τον πληγώνουν, ενώ ταυτόχρονα σε μορφή μυθιστορήματος αναδεικνύει την ιστορία της Ανατολίας. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει ένα συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα της ιστορίας.</p>
<p>Η Λέσβος είναι ένα νησί φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας. Όταν παρουσιάστηκε το μεταναστευτικό πρόβλημα, το χωριό Μόρια δέθηκε με το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Ένα από τα πιο προβεβλημένα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης στην Ευρώπη. Δέχτηκε απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς από τον ξένο τύπο. Αποκάλεσαν τη Μόρια, νεκροταφείο ψυχών, τόπο ανθρώπινης εξαθλίωσης, τόπο του πόνου&#8230;, ένα νέο Γκουαντάναμο κλπ. 3.500 πρόσφυγες ήταν η χωριτικότητα του Κέντρου Υποδοχής. Αντί για αυτό δέχτηκε 23.000 πρόσφυγες και μετανάστες. Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των αρχών. Όσοι απερίσκεπτα έκριναν συμπεριφορές και αντοχές των νησιωτών μέσα από φωτογραφίες στα μέσα ενημέρωσης, που έδειχναν το κορμάκι ενός μωρού πάνω στην άμμο, αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά. Δεν γνώριζαν καλά την πραγματικότητα.<br />
Η ισορροπία της συνέπειας και του λόγου χάθηκε, γιατί υπήρχε μια πολύ ειδοποιός διαφορά. Είναι τελείως διαφορετικό να κρίνεις κάποιον από μια φωτογραφία και άλλο πράγμα να ζεις την πραγματικότητα. Οι νησιώτες της Λέσβου έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, βουτούσαν στη θάλασσα, πάλευαν με τα κύματα, τραβούσαν τις μάνες, έπαιρναν αγκαλιά τα μωρά, τα έβγαζαν στη στεριά, τους έδιναν το φιλί της ζωής.<br />
Πράγματι, τα νερά του βορειανατολικού Αιγαίου δεν είναι πάντοτε το ίδιο όμορφα. Κάποιες φορές γίνονται υγροί τόποι πόνου και ταφής, σαν τις θάλασσες στις τραγωδίες του Αισχύλου. Η Μόρια, ένα χωριό στα ανατολικά της Λέσβου, στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Δημητρίου, δεν είναι μόνο ένας τόπος οικείος για τους παραθεριστές. Μετουσιώνεται σε παράθυρο με θέα την ελπίδα για ανθρώπους που δυστυχούν. Για τους ξεριζωμένους ανθρώπους, αυτή η γη του πλανήτη είναι άγνωστη. Αν-οίκεια. Και το δίπολο «οικείο-ανοίκειο» αναδιπλώνεται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, μέσα από ένα πλήθος ιλαροτραγικών καταστάσεων.</p>
<p>Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:<br />
«Στο ιστορικό μυθιστόρημα Μόρια Παμμήτωρ γη, ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού… μέχρι… ή να εμπιστευθείς;». Εδώ θα διαβάσεις όλη την παράγραφο.<br />
Και πράγματι, η Νίκη μας βοηθά να καταλήξουμε στα δικά μας συμπεράσματα που μπορεί να είναι και διαφορετικά. Μας βοηθά να δούμε κατάματα τον άνθρωπο που κουβαλάει αγόγγυστα στην πλάτη γεγονότα που τον πληγώνουν, αλλά πρέπει να ζήσει μαζί τους. Χρησιμοποιεί τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία του νησιού. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει ένα συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα αλλά με το βλέμμα της ιστορίας.</p>
<p>Η Νίκη Γκίζη έκανε μια μεγάλη έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική για την ιστορία του νησιού. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει μία συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα της ιστορίας. Μίλησε με τους νησιώτες. Μίλησε και με τους πρόσφυγες και μετανάστες. Έμεινε στο νησί, το γνώρισε, το περπάτησε. Μίλησε με τους εργαζόμενους στο ΚΥΤ (Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης), τη Frontex, με πολλές ΜΚΟ, τη EUROPOL, την OXFAM, την EASO, το ΚΕΕΛΠΝΟ. Πήρε συνεντεύξεις από εθελοντές, από τις τοπικές αρχές, τον απλό κόσμο, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.</p>
<p>Στο βιβλίο της «Μόρια Παμμήτωρ Γη» γραπώνει τους κατοίκους από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς. Αποδίδει τη χαμένη ανθρώπινη τους υπόσταση. Η ιστορία δεν είναι πάντα ένδοξη. Μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός και ο κυπριακός λαός έχουν φτάσει, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, πολλές φορές στο τάνιμα. Από το παρελθόν μέχρι σήμερα ακόμη. Κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους. Γνωρίζουμε ότι η ιστορία διαστρεβλώνεται. Η Νίκη Γκίζη υψώνει τη φωνή της μέσα από τη γραφή, εναντιώνεται στα επιπόλαια συμπεράσματα, διεκδικεί ανθρώπινα, δικαιωματικά τον σεβασμό των νησιωτών και την εμπιστοσύνη στην ιστορία και τη συμπεριφορά τους. Μας μεταφέρει σε όμοιες καταστάσεις στο πιο πρόσφατο παρελθόν και στο σήμερα, στην τραγωδία του απάνθρωπου παραλογισμού να συνεχίζεται σε ένα άγνωστο μέλλον. Ναι, μπορεί η κατάσταση να ξέφυγε, μπορεί να έγιναν λάθη, αλλά η ανθρωπιά δεν έλλειψε. Κάποιοι νησιώτες αντέδρασαν, κάποιοι άλλοι τους υποδέχτηκαν, κάποιοι απλά συμβιβάστηκαν. Για κανέναν δεν είναι εύκολο να ξεριζώνεται από το σπίτι του, την πατρίδα του ή να δέχεται άλλους ανθρώπους που δεν γνωρίζει.</p>
<p>Εμείς εδώ στην Κύπρο ζούμε εδώ και ……… χρόνια τη διχοτόμηση του νησιού μας. Πες ότι θέλεις αν θέλεις για την Κύπρο και τη διχοτόμηση, την ιστορία που μεταφέρετε στα παιδιά που δεν πρέπει να ξεχάσουν.</p>
<p>Οι ήρωες του βιβλίου, είναι άνθρωποι καθημερινοί και προσιτοί. Αποζητούν το σταθερό μέσα στο χάος. Το θέμα του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από μια παρέα εφήβων. Ο Ραζάν, η Αίσα, ο Κωνσταντίνος, η Εριφύλη, η Μυρσίνη, ο “μουτζούρης” και άλλοι ‒με τις ιδιαιτερότητες τους ο καθένας‒ πρόσωπα, άλλα αληθινά και άλλα φανταστικά για τις ανάγκες της διήγησης, δένονται με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, γεύονται τον εφηβικό έρωτα, χαρές, απογοητεύσεις και ανατροπές στις επιλογές τους. Ανακαλύπτουν τη Σαπφώ, τον Λόγγο, τον Ελύτη και άλλους. Για τον Ραζάν η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του.<br />
Κάποιοι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν σταδιακά στην κοινωνική και οικονομική ζωή του νησιού, άλλοι έφυγαν ή επαναπατρίστηκαν. Ο ξεριζωμός ξεπερνά τα χρονικά και γεωγραφικά όρια του τόπου και του χρόνου.</p>
<p>Εδώ διάβασε την παράγραφο σελ.45 Ε!…. κυρά αρχόντισσα!&#8230; μέχρι σελ. 46 …και συνάμα δυναμικούς που τραγουδούν τη ζωή&#8221;.</p>
<p>Στο κοσμοείδωλο της παράδοσης η συγκρότηση και η διατήρηση της ταυτότητας του ανθρώπου εμπεριείχε πάντα την έννοια του αυτονοήτου. Σε αντίθεση το κοσμοείδωλο του σήμερα, το οικείο, το γνώριμο, το φίλιο, δεν εκλαμβάνεται οπωσδήποτε ως θεμελιακό στοιχείο, γιατί συνεχώς μεταβάλλεται, ανατροφοδοτείται. Ο άνθρωπος περιορίζεται σε πολιτισμικά μοτίβα, ηθικοποιεί καταστάσεις και φαινόμενα, αντιδρά στη διαφορετικότητα. Νιώθει ασφάλεια να ζει σε μια νεο-παραδοσιακή κοινωνία που του εγγυάται την πρόοδο του «εμείς». Με άλλα λόγια, η διαπολιτισμική επαφή τον κατευθύνει σε μια συνεχή μάχη, που δεν έχει ως αντίπαλο τον «άλλον», αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Το κάτοπτρο όλων εκείνων που έμαθε, ασπάστηκε, αγάπησε κάποτε. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών υπήρξαν από την εποχή που ο άνθρωπος πάτησε στα πόδια του και πάντα θα υπάρχουν. Η γη όμως αγκαλιάζει το διαφορετικό για αιώνες.</p>
<p>Στο βιβλίο Μόρια Παμμήτωρ γη ο αναγνώστης θα περιπλανηθεί από το υδραγωγείο του Αδριανού μέχρι το μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Βασιλείου σε μια ιστορική διαδρομή όλο μεταίχμια, μεταβολές, αφηγήματα και κριτικές. Η ελιά εμφανίζεται ως διαχρονικό σύμβολο που ενώνει διαφορετικούς πολιτισμούς και ανθρώπους. Η ελιά εμφανίζεται και ως σύμβολο ευμάρειας, δύναμης, προστασίας, ευστροφίας, ειρήνης, γαλήνης, ελπίδας, σωτηρίας, ευλογίας. Άπειρα «θέλω», «μπορώ» και «πρέπει» διασταυρώνονται από την Ανατολή μέχρι το Αιγαίο. Με τον ίδιο τρόπο που κάποτε η αμοιβαιότητα μεταφράζονταν σε πολύτιμους λίθους, μέταλλα, χρώματα και αρώματα.</p>
<p>Το πόνημα «Μόρια Παμμήτωρ γη», της Νίκης Γκίζη στρώνει το έδαφος της συνύπαρξης των ανθρώπων με μια αφήγηση που εστιάζει στη συνύπαρξη. Είναι γεμάτο πολυεπίπεδα σύμβολα που σαν βεντάλιες αγγίζουν ένα πλήθος λαών-φυλών που αναπτύχθηκαν σε πολιτισμικά λίκνα. Μας οδηγεί κλιμακωτά στην κατάκτηση της γνώσης, ή για να το πούμε διαφορετικά, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όσα θα θέλαμε να αποφύγουμε. Η ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής είναι το όπλο της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΑ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ</strong></h5>
<p>ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ «ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ» ΝΙΚΗΣ ΓΚΙΖΗ 19.12.22 ΑΘΗΝΑ</p>
<p>Ο Φραντς Κάφκα είχε πει ότι φαντάζεται τον παράδεισο σαν μία βιβλιοθήκη, οπότε αισθάνομαι σήμερα πολλή τυχερή που ξεπερνώ πολλαπλά αυτή την προϋπόθεση, καθώς είμαι σε έναν ζεστό χώρο, ανάμεσα σε βιβλία και συντροφιά με όλους εσάς που ήρθατε για να τιμήσουμε την αγαπημένη μας φίλη Νίκη Γκίζη.<br />
Μνημονεύοντας πάλι τον τσέχο συγγραφέα, είχε γράψει ότι τα βιβλία τα οποία έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Η Νίκη Γκίζη κάνει ακριβώς αυτό, μιλά για πράγματα που εθελοτυφλούμε, που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε. Η Μόρια δεν είναι μία απλή αφήγηση μιας ιστορίας προσφύγων. Η συγγραφέας, δίνοντας ενιαίο σχήμα στη γνώση και στη φαντασία, μας ξεναγεί σε έναν τόπο ευλογημένο, σε έναν τόπο καταφύγιο, μαθημένο να κανακεύει τους ξένους λαούς που πατούσαν τα χώματά του ανά τους αιώνες. Μας συστήνει τους ανθρώπους του, τις συνήθειες, τις παραδόσεις τους, αλλά και το ήθος και τις αξίες τους, στοιχεία τα οποία διαφαίνονται μέσα από την αλληλεπίδρασή τους με τους χιλιάδες πρόσφυγες που υποδέχονται, χωρίς τη θέλησή τους και τη στιγμή που η Ευρώπη τους κουνά το δάχτυλο.<br />
Στη μυθοπλασία της Νίκης Γκίζη, η επιστράτευση της οικογένειας του Ραζάν που καταφθάνει στο νησί, το παρελθόν που κουβαλά αυτή η οικογένεια Σύριων με όλο του το φορτίο, το οποίο προσκρούεται στην αδιέξοδη καθημερινότητα του ΚΥΤ και αργότερα στις δυσκολίες προσαρμογής τους στον νέο τόπο, όλα αυτά, συνιστούν μία πρόσκληση του αναγνώστη από τη συγγραφέα. Η Νίκη Γκίζη θίγει το προσφυγικό – το οποίο συνήθως προβάλλεται με χαρακτηριστικά εγκληματικής απειλής ή κινδύνου εθνικής αλλοίωσης, ως άλλο. Ως ένα ζήτημα διαρκές παρών που μας καλεί να πάρουμε θέση.<br />
Θα εστιάσω στον κεντρικό ήρωα και στην πρόθεση της Γκίζη να μιλήσει για το «όλον» μέσα από το υποκείμενο, την ιδιωτική σφαίρα του πρόσφυγα και πιο συγκεκριμένα από την οπτική ενός εφήβου. Ενός αγοριού 15 ετών που λόγω εφηβείας έχει ούτως ή άλλως να διαχειριστεί ραγδαίες βιοσωματικές αλλαγές και εξελίξεις στην ψυχοσύνθεσή του, στις νοητικές του ικανότητες, στη σεξουαλικότητά του και λόγω συνθηκών καλείται να ανταποκριθεί στη διακύβευση της ζωής του, της ταυτότητάς του, της επιβίωσής του στη νέα πατρίδα. Όλα αυτά, θα ήταν μόνο θεωρητικά εάν η συγγραφέας δεν είχε σμιλεύσει τον ήρωά της με τέτοιο τρόπο, ώστε να επικεντρωθεί στο βάθος της ψυχής του και να ανασύρει τους προβληματισμούς του μέσα από συμπεριφορές.<br />
Ο ήρωας βρίσκεται σε ένα περιβάλλον διπολικό. Η Λέσβος από αγαπημένος προορισμός του πατέρα του μετουσιώνεται στον τάφο του (καθώς είναι αγνοούμενος στα νερά της Μεσογείου όπως και χιλιάδες άλλοι ορμώμενοι εξ΄ ανατολής.) Από την άλλη, τούτο το νησί γίνεται το σκαλοπάτι για την ελπίδα, ο ενδιάμεσος σταθμός για τη Γη της Επαγγελίας, την Ευρώπη.<br />
Ο Ραζάν βρίσκεται σε ένα συνεχές καθεστώς αμφιθυμίας. Η ενοχή διαδέχεται την καθαρότητα και το αίσθημα δικαίου και αντίστροφα. Η αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης από διακρατική σε τοπική κλίμακα αντιστρέφει την ιδιότητά του από πρόσφυγα σε εισβολέα. Ο ίδιος συνδέει τη διαφυγή του με την παράνομη είσοδό του στη χώρα, με αποτέλεσμα να γίνεται διστακτικός στο ντόπιο κάλεσμα του Κωνσταντίνου. Την ίδια ώρα όμως, η ψυχή σπαρταρά να γευτεί αυτό που της αρμόζει, τον έρωτα, τη φιλία, το γέλιο, το νοιάξιμο.<br />
Ο Ραζάν είναι ένας έφηβος που δυσφορεί και αναπνέει. Η αποχώρησή του από την πατρίδα και η μη ομαλή εγκατάστασή του, παλεύοντας πια για τα βασικά αγαθά, τον κάνουν να χάσει το χώρο του επάνω στη γη, να νιώθει ότι ανήκει σε ένα χωρικό κενό, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Η αναπόφευκτη τριβή του όμως με τα πρότυπα ζωής του τόπου, η συνειδητοποίηση από τον ίδιο ότι υπάρχουν κοινές πολιτιστικές αξίες ανάμεσα στην παλιά και νέα πατρίδα, ότι οι άνθρωποι της Μόριας πονούν και αγαπούν με τον ίδιο τρόπο με τους δικούς του στο Χαλέπι, όλα αυτά σηματοδοτούν την σταδιακή απορρόφησή του από τη νέα κοινωνία. Το πώς ξεδιπλώνεται αυτή η αλλαγή, σύμφωνα με την Γκίζη θα σας το δείξω διαβάζοντας ένα απόσπασμα. (Σελ. 105, «Την πρώτη μέρα καθόμουν στα σκαλιά και άκουγα. […] Άνοιγα το μάνταλο και έτρεχα έξω.»)<br />
Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς τον εαυτό σου ως άλλο, να μην τον κρίνεις, να νιώθεις ότι κουβαλάς εσύ στην πλάτη σου τη λύση ενός παγκόσμιου προβλήματος, να απορρίψεις ή να παντρέψεις τα πολιτισμικά σου εφόδια στην ανάγκη σου να ενταχθείς και να επιλέξεις τελικά το θεμιτό μονοπάτι για να ζήσεις. Πόσο μάλλον όταν είσαι έφηβος…<br />
Η συγγραφέας φύτεψε εύλογα διλλήματα στον ήρωά της, φώτισε τον ψυχισμό του, του έδωσε τα μάτια της αλήθειας και πόδια δυνατά να πατήσει στη γη και να στεριώσει στη Μόρια από επιλογή.<br />
Ο Ραζάν στη γραφή της Γκίζη από θύμα ξεριζωμού γίνεται φάρος στη συνείδησή μας για κάθε στιγμή που έχουμε λυγίσει σε ανούσιες δυσκολίες της καθημερινότητας.<br />
Η πένα της, λυτρωτική, στάζει ανά τακτά διαστήματα αποστάγματα ζωής, αισιοδοξίας, λειτουργεί ως φάρμακο στην ανατροφοδότηση της στυγνής πραγματικότητας.<br />
Οι άνθρωποι ενώνονται στα δύσκολα και το μεγαλείο αυτής της ένωσης πολλές φορές έγκειται στην θέληση που αντλούν οι φαινομενικά αδύναμοι.<br />
Από προσωπική εμπειρία θα μιλήσω. Λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, έχοντας έρθει σε επαφή με αυτούς τους πονεμένους ανθρώπους έστω και από την αντίθετη πλευρά, η δύναμή τους είναι αστείρευτη. Με αφορμή αν θυμάστε τα επεισόδια στον Έβρο τον Φλεβάρη του 2020 με την υποκινούμενη εισροή προσφύγων από την Τουρκία, χρησιμοποιώντας τους ως ασύμμετρη απειλή, ήθελα να αναδείξω την ομορφιά που μπορεί να κουβαλά μέσα του ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα, με ένα ποίημα.<br />
Μία σκηνή που εκτυλίσσεται στο συρματόπλεγμα του Έβρου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, ανάμεσα σε ένα στρατιώτη από τη μία πλευρά του φράχτη και σε ένα κορίτσι που κρατά στα χέρια του μία κούκλα, από την άλλη. Τόσο κοντά και τόσο μακριά… Θα κλείσω με αυτό.</p>
<p>Διπλή Ομηρία</p>
<p>Δυο ζωές κουβαλάς.<br />
Μία, βουρκωμένη στα μάτια σου<br />
στάζουν ηλιοβασιλέματα της Ανατολής.<br />
Η άλλη, ψεύτικη ασφυκτιεί στον κόρφο σου,<br />
ζαλίζεται από το τρέμουλο της αγκάλης σου σαν τη νανουρίζεις.</p>
<p>Δυο ψυχές κουβαλώ.<br />
Μια του θεριού, του Λάδωνα,<br />
που κάνει πνίχτη το ποτάμι<br />
και ναρκοπέδιο στρώνει στον δρόμο της ελπίδας.<br />
Η άλλη, του παιδιού, του τρελού,<br />
παίρνει σφυρί, τον κόσμο να σπάσει,<br />
μονοπάτια γόνιμα να φτιάξει,<br />
να παραδώσει σε αγγέλους γη δυνατή.</p>
<p>Εγώ κι εσύ απέναντι.<br />
Ένοικοι στην ίδια οριογραμμή.<br />
Είναι οι λίγες στιγμές μας βόλτα<br />
σε τόπους ήσυχους κι ανέγγιχτους από πολέμου χέρι.<br />
Γλώσσα κοινή το βλέμμα, να με καρφώνουν τα γιατί σου.<br />
Αφήνεις την στοργή σου,<br />
στο ένα μπράτσο.<br />
Φουσκώνει η τσέπη, κάτι ψάχνεις.<br />
Χωράει η παλάμη σου κλειστή στο σύρμα.<br />
Την ανοίγεις, ψωμί μου φανερώνεις και μου γνέφεις :<br />
Θες;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>υ.δ. ΑΠΘ-ΠΕ 02, ΠΕ 34</p>
<p>ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ Τ. 23 ΣΕΠΤ. 2022</p>
<p>Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε: «&#8230;ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού&#8230;». Και πράγματι, το ανά χείρας πόνημα, γεμάτο πολυεπίπεδα σύμβολα, που<br />
σαν βεντάλιες αγγίζουν ένα πλήθος λαών-φυλών που αναπτύχθηκαν σε άλλοτε πολιτισμικά λίκνα, μας οδηγεί κλιμακωτά στην κατάκτηση της γνώσης, ή για να το πούμε διαφορετικά, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όσα θα θέλαμε να αποφύγουμε. Τα ύδατα του βορειανατολικού Αιγαίου δεν είναι<br />
πάντοτε το ίδιο όμορφα. Κάποιες φορές γίνονται υγροί τόποι πόνου και ταφής, σαν τις θάλασσες στις τραγωδίες του Αισχύλου (βλ. Αγαμέμνων). Η Μόρια, χωριό στην ανατολική της Λέσβου, στους πρόποδες του λόφου τού Αγίου Δημητρίου, τόπος οικείος για τόσους Έλληνες παραθεριστές, μετουσιώνεται σε παράθυρο με θέα την ελπίδα για άλλους τόσους &#8211; εξ Ανατολών ορμώμενους- πρόσφυγες, ήτοι σε ένα εκ των πιο προβεβλημένων κέντρων<br />
υποδοχής και ταυτοποίησης. Για αυτούς, όμως, αυτή η γη είναι άγνωστη,<br />
αν-οικεία. Και το δίπολο «οικείο-ανοικείο» αναδιπλώνεται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, μέσα από ένα πλήθος ιλαροτραγικών καταστάσεων.<br />
Οι ήρωες του βιβλίου, άνθρωποι καθημερινοί και προσιτοί, αποζητούν το σταθερό μέσα στο χάος. Άλλωστε, είναι γεγονός ότι τα σταθερά πρότυπα αναπαράγουν την έννοια της «οικειότητας»- μείζονος σημασίας εύρημα για ισχυρούς και μη. Σύμφωνα με τον μετα-μεταμοντερνιστη κοινωνιολογο<br />
Zygmunt Bauman (π.χ. “Can We Live Together, Equality and Difference. Feature Review”, New Political Economy, 6(3) (2001), pp. 427-429), στο κοσμοείδωλο της παράδοσης, η συγκρότηση και η τήρηση της ταυτότητας εμπερίεχε την έννοια του αυτονοήτου, εν αντιθέσει με το κοσμοείδωλο του<br />
σήμερα, όπου το οικείο δεν εκλαμβάνεται οπωσδήποτε ως θεμελιακό στοιχείο, εφόσον αυτό συνεχώς μεταβάλλεται, ανατροφοδοτείται, και ως εκ τούτου δεν φέρει εύκολα μια σταθερή &#8211; και- κονστρουκτιβιστή σε επίπεδο<br />
συλλογικής ταυτότητας μορφή· μια μορφή πλησίον τού «αρχετυπικού» με την εκτύλιξη των ενδο-κοινωνικών ζυμώσεων. Ο άνθρωπος φαλκιδεύεται σε αμφισημικά πολιτισμικά μοτίβα, (ανα)ηθικοποιεί καταστάσεις και φαινόμενα (συνήθως υπό την επιρροή της θρησκείας), επιζητώντας από φόβο για το<br />
πολιτισμικό αύριο τη δημιουργία μίας νεο-παραδοσιακής κοινωνίας που θα του εγγυάται διαχρονικά ένα είδος ασφαλείας και προόδου του «εμείς». Με άλλα λόγια, η επαφή με την ορμή τού διαπολιτισμικού δύναται να κατευθύνει τον άνθρωπο σε μια αέναη μάχη, που δεν έχει ως αντίπαλό τον «άλλον», καθώς αντίπαλος, του ανθρώπου εν προκειμένω, είναι ό ίδιος του εαυτός, το κάτοπτρο όλων εκείνων που έμαθε, ασπάστηκε, (ψευδο)αγάπησε κάποτε.<br />
Και τί είναι οι άνθρωποι; Αγρίμια που δεν μπορούν να ζήσουν μονιασμένοι σε μία γη, που για χρόνια το διαφορετικό αγκαλιάζει; Από το υδραγωγείο τού Αδριανού μέχρι το μεταβυζαντινό ναό τού Αγίου Βασιλείου, μια ιστορική διαδρομή όλο μεταίχμια, μεταβολές, μετα-αφηγήματα και μετα-κριτικές. Ουκ ολίγα σύμβολα ενώνουν πολιτισμούς και ανθρώπους, λ.χ. η ελιά: σύμβολο της ευμάρειας (από το δώρο της θεάς Αθηνάς και τα εφάμιλλα με τις καλύτερες χουρμαδιές ελαιόδεντρα του Κορανίου), δύναμης-προστασίας (από το ρόπαλο του Ηρακλή), ευστροφίας (από το ξύλο με το οποίο ο Οδυσσέας τύφλωσε τον Κύκλωπα Πολύφημο), ειρήνης-γαλήνης-ελπίδας (από το περιστέρι στην κιβωτό του Νώε στην Παλαιά Διαθήκη), της σωτηρίας-ευλογίας (από την πάντοτε αναμμένη με λάδι ελιάς λυχνία προς τον Αλλάχ)&#8230; Ουκ ολίγα «θέλω», «μπορώ» και «πρέπει» διασταυρώνονται πλέον απροσδόκητα, αν και κάποτε συναντιόντουσαν υπό άλλες συνθήκες, τότε που από τη Συρία μέχρι το Αιγαίο κυριαρχούσε η αμοιβαιότητα μεταφρασμένη σε πολύτιμους λίθους, μέταλλα, χρώματα και αρώματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/1/2022</p>
<p>–Κυρία Γκίζη, μιλήστε μας για το νέο βιβλίο σας, “ Μόρια Παμμήτωρ γη”.</p>
<p>Έναυσμα της συγγραφής του υπήρξε η προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού, εκ μέρους του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all, για την ανάδειξη της Ιστορίας της Μόριας τα τελευταία 2500 χρόνια, ή είχατε υπόψη σας να ασχοληθείτε με το θέμα λόγω γενικότερης ευαισθητοποίησής σας στο ζήτημα της μετανάστευσης και τα ανθρώπινα δράματα που προκαλεί;</p>
<p>Παρεμπιπτόντως, θερμά συγχαρητήρια για το πρώτο βραβείο με το οποίο σας τίμησε η Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.</p>
<p>Η εκπαιδευτική μου ιδιότητα μου έδωσε τη δυνατότητα να διδάξω και να διδαχθώ από μαθητές 10 έως 60 χρόνων. Το κυριότερο μάθημα που πήρα από τη διαδρομή μου πλάι τους είναι ότι, οι άνθρωποι έχουν και ρόλο και άποψη αρκεί κάποιος να τους παραθέσει τα γεγονότα με ρεαλισμό και αξιοπιστία. Όταν οξύνθηκε το μεταναστευτικό πρόβλημα και άρχισα να διαβάζω τις προσβλητικές αναφορές του ξένου τύπου για το μικρό αυτό νησί, τη Μυτιλήνη, που είναι φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας και του χωριού Μόρια, ένιωσα ότι χάθηκε η ισορροπία της γνώμης γιατί υπήρχε μια πολύ ειδοποιός διαφορά. Οι Μυτιληνιοί βουτούσαν στη θάλασσα, αγκάλιαζαν με τα μπράτσα τους ζωντανούς και πνιγμένους, τους έσερναν έξω με κίνδυνο τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι χιλιόμετρα μακριά έβγαζαν συμπεράσματα, έκριναν συμπεριφορές και αντοχές από φωτογραφίες που έβλεπαν στο διαδίκτυο.</p>
<p>Όταν είδα κατά τύχη τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό του Πολιτιστικού Σωματείου Culture4all άρπαξα σαν ναυαγός την ευκαιρία να συνομιλήσω με τους αναγνώστες με απλά λόγια, σαν παραμύθι μήπως και να ανακαλύψουμε μαζί την ιστορική αλήθεια. Η ενδελεχής έρευνα για τους πρόσφυγες σε συνδυασμό με την ιστορία της Μυτιλήνης έδωσε στο βιβλίο το Πρώτο Βραβείο από την Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.</p>
<p>–Στην αφήγησή σας έχετε ενσωματώσει πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που αφορούν τη Μόρια και ολόκληρη τη Λέσβο, πάμπολλα μυθολογικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, ψυχολογικά- σε σχέση με τους ήρωές σας -στοιχεία. Επίσης πολλά τοπιογραφικά και λαογραφικά στοιχεία, έτσι που φαίνεται σαν να έχετε περάσει ένα μέρος της ζωής σας στον τόπο. Συμβαίνει αυτό, ή είναι όλα αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας;</p>
<p>Αν και θα ήθελα να έχω περάσει περισσότερο χρόνο στο νησί, γιατί είναι πραγματικά υπέροχο, το έχω επισκεφτεί δυο φορές μόνο. Φίλους απέκτησα από την πρώτη μου ακόμα επίσκεψη σαν τουρίστρια, αλλά στην δεύτερη για την επί τόπου έρευνα του βιβλίου υπήρξαν εργαζόμενοι στη Frontex, σε ΜΚΟ, στο ΚΥΤ, πρόσφυγες, μετανάστες και κάτοικοι που μου έδωσαν πληροφορίες για το εξωτερικό και εσωτερικό δράμα των προσφύγων, των μεταναστών και των κατοίκων του νησιού. Τους χρωστώ τεράστια ευγνωμοσύνη γιατί μόνο με τη συγγραφική μου έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική, επίπονη αλλά ταυτόχρονα και ευχάριστη διαδικασία για εμένα, δεν θα μπορούσα να αποτυπώσω τη συμβίωση ετερόκλητων ανθρώπων.</p>
<p>-Ήρωές σας είναι τα πρόσωπα μιας αστικής οικογένειας μεταναστών από το Χαλέπι της Συρίας. Πρωταγωνιστής ο δεκαπεντάχρονος γιος Ραζάν που είναι και αφηγητής του μεγαλύτερου μέρους του βιβλίου. Τι επέδρασε και δεν πραγματοποίησε τελικά τον αρχικό στόχο του να πάει στο Βερολίνο;</p>
<p>Ο Ραζάν είναι υπαρκτό πρόσωπο, όπως και άλλα πρόσωπα και ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του βιβλίου. Δεν έφυγε τελικά για το Βερολίνο −τη γη της Επαγγελίας όπως νόμιζε− γιατί συνειδητοποίησε ότι το χορτάρι του γείτονα μπορεί μας φαίνεται πιο πράσινο, αλλά δεν είναι. Η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του. Δεν ήταν ο έρωτας που τον κράτησε, αλλά γιατί αναγνώρισε παρόμοια χαρακτηριστικά με του τόπου του, ίδιες αγωνίες, λαχτάρες, συμπεριφορές, ανθρώπους που όμως φορούσαν διαφορετικό βραχιόλι στο χέρι.</p>
<p>Αποφάσισε να μείνει όταν ο διπλανός, που στην παρούσα περίπτωση είναι ο Μοριανός, έγινε η αιτία της χαράς του.</p>
<p>-Ποια ήταν η πρόθεσή σας για τη χρήση, στην αφήγησή σας, του μεταφυσικού στοιχείου, των ονείρων, και του μαγικού ρεαλισμού;</p>
<p>Ο κόσμος δεν μαθαίνει ιστορία από συγγράμματα, πραγματείες και ιστορικά βιβλία, μαθαίνει από ό,τι αγγίζει, οσμίζεται, ονειρεύεται, ταυτίζεται. Διαθέτουμε δυο πολύ ισχυρά στοιχεία σαν χώρα. Τη γλώσσα και τη θάλασσα. Η γλώσσα γιατί διαβάζεται γραπτά εδώ και 4.000 χρόνια και η θάλασσα γιατί σε πάει παντού. Αυτά τα δυο στοιχεία σε συνδυασμό με τον μαγικό ρεαλισμό με βοήθησαν να κατεβάσω την ιστορία από το σκονισμένο ράφι της βιβλιοθήκης και να την βάλω δίπλα στο μαξιλάρι μου. Καθώς τα ενύπνια ταΐζονται μόνο από τη φαντασία, στη μυθιστοριοποιημένη γραφή που δίνουν στα γεγονότα οι λογοτέχνες, το μεταφυσικό στοιχείο, τα όνειρα και ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχουν.</p>
<p>-Είναι ορατό ότι έχετε μια ιδιαίτερη ευαισθησία γύρω από τα συναφή κοινωνικά ζητήματα. Υπάρχει κάποια σκηνή του έργου που σας προκάλεσε δυσκολία στη γραφή της ή στο συναισθηματικό σας κομμάτι;</p>
<p>Λύγισα από πολλές σκηνές όταν βρέθηκα στο νησί. Αμφισβήτησα την αμεροληψία μου, ιδιαίτερα όταν προσπάθησα να γραπώσω από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς, την ανθρώπινη υπόσταση των κατοίκων, των προσφύγων και των μεταναστών για να τη φέρω στην επιφάνεια. Σκέφτηκα ότι η ιστορία δεν είναι γραμμική στην πορεία της, δεν είναι πάντα ένδοξη, μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός έχει φτάσει, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, πολλές φορές στο τάνιμα. Και επειδή κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους πήρα θάρρος και συνέχισα γιατί είναι καλό να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να διεκδικούμε δικαιωματικά σεβασμό και εμπιστοσύνη.</p>
<p>-Τι ήταν η θάλασσα για τον Ραζάν και τη μητέρα του; Πως αντιμετώπισαν την απώλειά τους;</p>
<p>Η θάλασσα ήταν το μέσον που θα τους οδηγούσε στην ερωτική σύνδεση με τη ζωή, τη λαχτάρα του πανηγυριού, της αισιοδοξίας, τη γλυκιά τρέλα που έχασαν, τη χαρά της επανένωσης με το ανθρώπινο στοιχείο που τους στέρησε ο πόλεμος. Αντιμετώπισαν την απώλεια τους με στωικότητα και αισιοδοξία για το μέλλον μόνο όταν είδαν κατάματα την πραγματικότητα, όταν πάτησαν γερά στη γη. Μέχρι τότε ο ψυχισμός τους ήταν ελλειμματικός, επιζητούσαν το όνειρο και την ελπίδα χωρίς να βλέπουν το σύνολο, αλλά τη μονάδα του εαυτού τους.</p>
<p>–Είχαμε δει εικόνες ιδιαίτερης φροντίδας των κατοίκων του νησιού για τους ανθρώπους των πρώτων μεταναστευτικών κυμάτων. Ισχύει ακόμη αυτή η διάθεση μεγάλου μέρους των ανθρώπων για όσους μένουν στο νησί ή η συνήθεια των τραγικών γεγονότων τους έχει σκληρύνει; Υπάρχει διάθεση ουσιαστικής ενσωμάτωσης;</p>
<p>Το Κέντρο υποδοχής και Ταυτοποίησης είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει 3.500 πρόσφυγες. Όσο η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη δεν υπήρχαν προβλήματα. Λιμενικό, Αστυνομία, δημόσιες υπηρεσίες, τοπικές αρχές, καταλύματα, γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, διατροφή, στέγαση, εκπαίδευση συνεργάζονταν με αρμονία και αποτελεσματικότητα. Από τη στιγμή όμως που οι βάρκες άρχισαν να ξεβράζονται στις ακτές του νησιού σωρηδόν και ανεξέλεγκτα σε τόσο μικρό διάστημα και οι πρόσφυγες ξεπέρασαν τις 20.000 ανθρώπους η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο.</p>
<p>Οι κάτοικοι πέρασαν από διάφορα στάδια. Από τη συμπαράσταση, την απλή συμπάθεια μέχρι την αγανάκτηση και την αντίδραση διαδραματίστηκαν πολλά γεγονότα που τους κλόνισαν. Αυτό το σκοπό όμως έχει το βιβλίο να αναδείξει τα καλά και τα άσχημα της ανθρώπινης υπόστασης παραθέτοντας τα γεγονότα σε μυθιστοριοποιημένη μορφή.</p>
<p>-Τι είδους έρευνα σας ελκύει να κάνετε, εννοώ στο διαδίκτυο, σε βιβλιοθήκες σε ιστορικά αρχεία ή σε εφημερίδες, ή σε όλα αν χρειαστεί, εννοώ και επιτόπια έρευνα και πόσο χρόνο είστε διατεθειμένη να ξοδέψετε προκειμένου να γράψετε ένα βιβλίο ;</p>
<p>Η έρευνα μου για να είναι έγκυρη και αξιόπιστη συμπεριλαμβάνει όλα όσα προαναφέρατε, αλλά ομολογώ ότι χωρίς την επιτόπια έρευνα, όταν αναφέρομαι σε έναν τόπο, αισθάνομαι ατελής. Ο χρόνος της έρευνας εξαρτάται από το αντικείμενο της. Στο βιβλίο της Μόριας αφιέρωσα δυο χρόνια για να ολοκληρώσω την ενδελεχή έρευνα της ιστορίας του νησιού με πολύ διάβασμα και διαμονή στη Μόρια. Αυτό που χάρηκα πάντως είναι ότι έκανα πολλές φίλες και φίλους στο νησί, ήπιαμε αρκετό κρασί και ούζο της παραγωγής τους καθώς τα λέγαμε.</p>
<p>-Ανάμεσα στους ήρωές σας υπάρχουν συγκεκριμένοι πραγματικοί άνθρωποι πάνω στους οποίους στηρίξατε τον μύθο σας;</p>
<p>Απόλυτα, επεξεργαζόμουν ακόμα τον τρόπο που θα έγραφα, μέχρι που ένα πρωί κατεβαίνοντας με τα πόδια τον δρόμο από το ΚΥΤ προς την Παναγιούδα είδα μια μικρή όμορφη κοπέλα με μαντήλα στο κεφάλι να καταβρέχει με έναν πίδακα νερού δυο μικρά καταϊδρωμένα παιδιά που χοροπηδούσαν γύρω της, προφανώς για να τα δροσίσει από τη ζέστη. Βιάστηκα να τους προλάβω και έμαθα ότι ήταν ο Ραζάν, η Αίσα και η μητέρα τους Μαριάμ που πήγαιναν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα. Η Μαριάμ μου είπε ότι δεν μπορούσε να μπει στο νερό αν δεν συνόδευε αγόρι.</p>
<p>Επειδή όμως η απόσταση ήταν μεγάλη και τα παιδιά της ζεσταίνονταν είχε ανοίξει μια τρύπα στον πάτο του μπουκαλιού και τα δρόσιζε. Η εικόνα μιας μικρομάνας που προσπαθούσε να διασκεδάσει τη σκληρή καθημερινότητα των παιδιών της με επηρέασε πολύ.</p>
<p>–Στο βιβλίο σας οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι αυτό που λέμε καλοί άνθρωποι. Υπάρχουν κάποιες ηθικές αρχές που σας ελκύουν ή το αντίθετο, προκειμένου να δημιουργήσετε έναν ήρωα;</p>
<p>Η ηθική με την έννοια της συνέπειας και της ατομικής ευθύνης έχει μεγάλη σημασία για εμένα. Για να βελτιώσουμε τη δυαδικότητα και τα δίπολα καλός-κακός, ανώτερος-κατώτερος που είναι ο κυρίαρχος τρόπος αντίληψης και θέασης των ανθρώπων του μέσου όρου αυτών που απαρτίζουν την κοινωνία πρέπει να δουλέψουμε την αγαπητική σχέση μεταξύ μας. Το άτομο γεννιέται και μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον με κανονιστικές συμπεριφορές και αξίες που του δίνει κίνητρα και στόχους να χτίσει το εγώ του. Από τη στιγμή που τα ενστερνίζεται, υιοθετεί ασυνείδητα τις ιδέες και τα κίνητρα της πραγματικότητας και αποκτά μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Όταν όμως αυτό το περιβάλλον είναι κακοποιητικό και θίγονται οι αξίες, η προσωπικότητα, η ασφάλεια, η ιδιοκτησία του τότε προχωρά σε «αντίποινα» που τον οδηγούν σε κοινωνικό αποκλεισμό. Τα «αντίποινα» άλλοτε δημιουργούν δράματα και άλλοτε ήρωες. Από αυτή την άποψη θα επιχειρούσα με ευχαρίστηση να περιγράψω έναν «αποκλεισμένο» ήρωα που γεννά «αντίποινα»</p>
<p>-Ποιες είναι οι ιστορικές περίοδοι που σας ενδιαφέρουν περισσότερα ή σε ποια κοινωνικά ζητήματα δίνετε προτεραιότητα, ώστε να αποτελέσουν τον καμβά κάποιου επόμενου βιβλίου σας;</p>
<p>Στόχος μου είναι χρησιμοποιήσω έστω και λάθρα τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσω τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία. Να δω τον άνθρωπο εδώ και τώρα, τον άνθρωπο που κουβαλάει στην πλάτη ασχήμιες και ξινισμένες συμπεριφορές. Να πω συνοπτικά τα γεγονότα, όχι με το δικό μου βλέμμα αλλά με το δικό του. Το λογοτεχνικό μυθιστόρημα μπορεί να γίνει πηγή γνώσης, να ερμηνεύσει ατομικές και ομαδικές συμπεριφορές της εκάστοτε εποχής.</p>
<p>Μέσα από το λογοτεχνικό λόγο μπορούμε να αναγνωρίσουμε συνθήκες ζωής, φαινόμενα, πρόσωπα, γεγονότα, θέληση, επιλογή, συναίνεση των ανθρώπων σε αξίες, αρχές και κανόνες. Αν τα αναγνωρίσουμε, θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε και το «Γιατί».</p>
<p>–Θεωρείτε τη γραφή μία ευγενή πνευματική ενασχόληση ή μία εσωτερική ανάγκη να εκφράσετε την κοσμοθεωρία σας γύρω από τη ζωή, ή ακόμη και μία τρόπον τινά “εξομολογητική” παρηγοριά;</p>
<p>Το ζητούμενο της δικής μου γραφής είναι μια περιδιάβαση σε θέματα που κινητοποιούν δημιουργικά κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, όποιο κι αν είναι το μετερίζι του, ώστε να σχηματίσει μια σφαιρική άποψη για τα πράγματα, να συνομιλήσει ευκολότερα με τον εσωτερικό εαυτό του. Δεν έχω τις οριστικές απαντήσεις για το πώς να ζει κανείς, ειδάλλως θα τις είχα εφαρμόσει πρώτα για τον εαυτό μου, ούτε με ενδιαφέρει το ιστορικό γεγονός σαν ημερομηνία και επέτειος. Νοιάζομαι για ό,τι επηρεάζει την κοινωνία, τον άνθρωπο, την καρδιά των συναισθημάτων, τις ιδέες, την πορεία, τη συμπεριφορά του. Εξομολογητικά θα σας πω ότι εγώ προσωπικά την ιστορία τη χρειάζομαι γιατί με κάνει «μικρότερη» και αυτό το θεωρώ υγεία.</p>
<p>-Μπορείτε να αναφέρετε μια εμπειρία σας μέσα από την οποία διαπιστώσατε τη δύναμη της γλώσσας;</p>
<p>Σας ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να σας μεταφέρω αυτή την εμπειρία. Μεγάλωσα σε ένα χωριό όπου ο παππούς μου ήταν δάσκαλος σε ένα μονοθέσιο σχολείο για τριανταπέντε συναπτά χρόνια. Τον θυμάμαι να λέει «Όλοι οι εργαζόμενοι δίνουν στη δουλειά τους ό,τι έχουν ο δάσκαλος δίνει στα παιδιά ό,τι ”είναι”, όπως επίσης έλεγε να μην ξεχνάτε να λέτε «Ευχαριστώ». Τα ρήματα «έχω», «είναι» και «ευχαριστώ» με τη δύναμη που έχουν, πάντα μου δημιουργούσαν μια αβεβαιότητα που καμιά φορά λογίζομαι ότι είναι και η πηγή της λογοτεχνικής γραφής μου.</p>
<p>–Πείτε μας μια πιθανά πραγματοποιήσιμη ευχή για την Ελληνική Λογοτεχνία.</p>
<p>Να παραμένει πάντα σε εγρήγορση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΚΙΡΗ</strong></h5>
<p>Vivlio-Life.gr 8/4/2022</p>
<p>Πίσω από το βιβλίο της Νίκης Γκίζη κρύβεται ένας διαγωνισμός που στάθηκε αφορμή, ωστόσο, να βρεθεί στο όμορφο νησί της Μυτιλήνης και να ζήσει από κοντά τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου Υποδοχής και Αποκατάστασης της Μόριας. Άνθρωποι που αναζήτησαν την ελπίδα ταξιδεύοντας μακριά από την πατρίδα τους βρέθηκαν στον δρόμο της και μίλησαν μαζί της. Όσα της είπαν και κατέγραψε είναι σίγουρο πως θα φανούν γνώριμα στον αναγνώστη όταν συνειδητοποιήσει τη βαθιά συγγένεια που τον συνδέει με τους ήρωες. Από τη συνομιλία μας για το Vivlio-life έντονη έμεινε στο μυαλό μου η τελευταία της πρόταση: «Σκεφτόμουν πόσο πλουσιότερος μπορεί να γίνει κάποιος όταν ανακαλύψει κοινά σημεία με τον πολιτισμό του “Άλλου” αφού έτσι τα έφερε ο καιρός και σκόνταψε η ιστορία. Το μοίρασμα σε κάνει πλουσιότερο στη ζωή. Το αγκύλωμα σε εμμονές σε κάνει φτωχότερο.»</p>
<p>Η έμπνευση πίσω από το μυθιστόρημά σας, βρίσκεται σ’ έναν Πανελλήνιο διαγωνισμό. Μιλήστε μας για τη στιγμή που μια προκήρυξη έγινε συγγραφική πρό(σ)κληση.</p>
<p>Η συγγραφή του βιβλίου «Μόρια Παμμήτωρ γη» ήταν για εμένα πρόκληση και όχι πρόσκληση. Όταν είδα τον Πανελλήνιο διαγωνισμό που προκήρυξαν το Πολιτιστικό Σωματείο «Culture4AlΙ-Πολιτισμός για Όλους» και η «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» ξεκίνησα να γράφω χωρίς δεύτερη σκέψη. Η ανάγκη του διαγωνισμού γεννήθηκε λόγω της όλο και περισσότερο διογκούμενης ταύτισης του χωριού Μόρια με απαξιωτικά σχόλια του ξένου τύπου για την εγκατάσταση, τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου Υποδοχής και Αποκατάστασης (Hot Spot)) στην περιοχή της Μόριας, τις συνθήκες διαβίωσης, της συμπεριφοράς των κατοίκων, των αρχών της Μυτιλήνης και των προσφύγων. Οι διοργανωτές θεώρησαν ότι ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να αποδώσει απλά και κατανοητά την ανθρώπινη διάσταση αυτής της δύσκολης στιγμής του τόπου και των ανθρώπων μια και ο όγκος, η συχνότητα και η ελλιπής γνώση έκαναν τη συναισθηματική φόρτιση δυσβάσταχτη για τους Μοριανούς να τη διαχειριστούν. Κάθε δυσκολία στη ζωή μας είναι μια επανασύνδεση με την πραγματικότητα και τότε οι άνθρωποι έχουμε μια λαμπρή ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τα πιστεύω και τις αξίες μας, να επανεξετάσουμε τί πρέπει να κρατήσουμε και τί πρέπει να προσπεράσουμε, πού κάναμε λάθος και πού όχι. Ένας πόλεμος, μια λάθος συμπεριφορά, μια αδικία, μια αλήθεια, ένα ψέμα, είναι ευκαιρίες για να θυμηθούμε για τί πράγμα παλεύουμε στη ζωή. Ξεχνιέται ο άνθρωπος καμιά φορά στην καθημερινότητα και πρέπει να σταματήσει, να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη, να τον αξιολογήσει για να μπορέσει να συνεχίσει, να πάει παραπέρα. Έτσι εγώ πήρα το ερέθισμα του νου και της καρδιάς και το βιβλίο πήρε το Α΄ Βραβείο.</p>
<p>Με ποια συναισθήματα είπατε “ναι” σ’ αυτό το κάλεσμα και ποια ήταν τα συναισθήματά σας καθώς τοποθετούσατε τους ήρωές σας στις σελίδες σας;</p>
<p>Ήρθα στη θέση αυτών των ανθρώπων της Μυτιλήνης και της Μόριας και αναρωτήθηκα τί έπρεπε να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι όταν διάβαζαν τα υβριστικά σχόλια στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το νησί τους. Να υποκριθούν ότι δεν ξέρουν τίποτα; Να αποκηρύξουν τον τόπο τους; Να τον αρνηθούν; Να σιωπήσουν από ντροπή; Να βουβαθούν; Να κάνουν τί; Και μέχρι πότε; Έζησα στιγμές τραγικές και μαγικές δίπλα στους ντόπιους, στους πρόσφυγες και μετανάστες όταν μου διηγούνταν το χρονικό της ζωή τους. Είναι μια εμπειρία και ανάμνηση πολύτιμη και παντοτινή για εμένα αυτή η συμβίωσή μου με όλους. Τους χρωστώ ευγνωμοσύνη γιατί με καλοδέχτηκαν, συνεργάστηκαν, άνοιξαν την καρδιά τους, μου έδειξαν εμπιστοσύνη, μου εκμυστηρεύτηκαν δυσκολίες και μυστικά της ζωής τους που ούτε τα φανταζόμουν.</p>
<p>Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, τους βασικούς πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός σας. Τον Ραζάν, την Αίσα και τη Μαριάμ. Είναι αληθινά πρόσωπα που εντάξατε στην ιστορία σας;</p>
<p>Ο Ραζάν, η Αίσα και η Μαριάμ είναι όντως υπαρκτά πρόσωπα. Τους συνάντησα ένα πρωί περίπου στις δέκα όταν έφευγα από το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης και κατέβαινα με τα πόδια προς το παραθαλάσσιο χωριό, την Παναγιούδα. Μπροστά μου προχωρούσε μια μικροκαμωμένη κοπέλα με μαντήλα στο κεφάλι και δυο παιδιά. Έμεινα σε απόσταση και τους παρατηρούσα. Τα παιδιά δυσανασχετούσαν με τη ζέστη, λύγιζαν τα κορμιά τους, σπρώχνονταν, κοντοστέκονταν κάτω από τα φυλλώματα των ελιών στην άκρη του δρόμου. Κάποια στιγμή η γυναίκα σήκωσε ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι με νερό και με τον πάτο του μπουκαλιού άρχισε να καταβρέχει με πίδακα νερού τα δυο μικρά καταϊδρωμένα παιδιά προφανώς για να τα δροσίσει από τη ζέστη. Όπως όλα τα παιδιά από τη δυσφορία πέρασαν αυτόματα στη χαρά, άρχισαν να γελούν, να κυνηγιόνται, να χοροπηδούν. Βιάστηκα να τους προλάβω και έμαθα ότι ήταν ο Ραζάν, η Αίσα και η μητέρα τους Μαριάμ που πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα. Η Μαριάμ δεν επιτρέπονταν να μπει στο νερό αν δεν συνόδευε αγόρι, αλλά το κυριότερο που μου είπε ήταν ότι όταν έμπαινε στη θάλασσα αισθάνονταν το χάδι του άντρα της. Επειδή όμως η ζέστη και η απόσταση ήταν μεγάλη και τα παιδιά της γκρίνιαζαν είχε ανοίξει μια τρύπα στον πάτο του μπουκαλιού για να τα δροσίζει στη διαδρομή. Η εικόνα αυτής της μικρομάνας που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μάνα στον πλανήτη που ομορφαίνει τον κόσμο των παιδιών της, οποιασδήποτε γυναίκας που αναζητά το χάδι του αγαπημένου της με επηρέασε πολύ.</p>
<p>Ποιες από τις συνήθειές τους έφεραν από την πατρίδα τους οι ήρωές σας, τις οποίες δεν είχαν πρόθεση να αλλάξουν;</p>
<p>Όλα όσα έφεραν οι ήρωες του βιβλίου από την πατρίδα τους θα φανούν στον αναγνώστη του βιβλίου γνώριμα όταν συνειδητοποιήσει τη βαθιά συγγένεια που τον συνδέει με τους ήρωες. Οι συνήθειες, οι συνταγές, οι νοοτροπίες, οι εικόνες είναι κοινοί παρανομαστές του ανθρώπου όμως εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο. Δεν έχει σημασία αν οι Σύροι βάζουν κάρδαμο στην τυρόπιττα και οι Έλληνες όχι. Όταν η βόμβα γκρεμίζει τη σκεπή της εκκλησίας δεν έχει σημασία αν μέσα διαμελίστηκαν Έλληνες, Σύροι ή οι χωρικοί της Γκέρνικα. Όταν ο ορθόδοξος ανάβει το κερί δεν έχει σημασία που ο καθολικός ανάβει το ρεσώ. Και οι δυο στον ένα Θεό προσεύχονται. Για να αλλάξει κάποιος τις συνήθειες του πρέπει να τις πλάσει σαν ζυμάρι, να γίνουν μαλακές, να τους δώσει άλλο σχήμα. Δεν είναι εύκολο. Γι αυτό άλλωστε κάποιοι ήρωες έμειναν στη Λέσβο και άλλοι όχι. Η Αΐσα για παράδειγμα που κράτησε σκληρές και άκαμπτες τις συνήθειές της δεν άντεξε να μείνει στη Μόρια γιατί η προσαρμογή της είχε μια χρονοκαθυστέρηση που τη γέμιζε άγχος. Αντίθετα ο Ραζάν κατάφερε να ξεφύγει από τις μνήμες της πατρίδας του, τις έκανε εύπλαστες, τις δούλεψε και συνειδητοποίησε ότι το μήνυμα ήταν το κάλεσμα της ζωής και όχι ο τόπος.</p>
<p>Εριφύλη. Μαζί με τον αδερφό της Κωνσταντίνο είναι οι δυο Έλληνες που θα συναντήσουμε στην πλοκή. Μιλήστε μας γι αυτούς τους δυο χαρακτήρες.</p>
<p>Είναι δυο συνηθισμένα νησιωτάκια που ήρθαν αντιμέτωπα με καθολικές αλήθειες και το αίσθημα ευθύνης από μικρή ηλικία. Ότι μέχρι χθες τους φαίνονταν αδιανόητο σήμερα είναι λογικό αφού πρέπει αναγκαστικά να συμβιώσουν με Σύρους, Ιρακινούς, Αφγανούς, κ. ά. Στο πρόσωπό τους αντανακλούν οι προβληματισμοί, η δυσφορία, ο κλονισμός, η διαμαρτυρία, η άρνηση, η αποδοχή, η συμπαράσταση, το παράπονο όλων των Μυτιληνιών. Γεύτηκαν αντιφατικά συναισθήματα συμπόνιας και αποστροφής και τα γεύονται ακόμα μέχρι και σήμερα. Φανταστείτε να έχεις στα πόδια σου ένα παιδάκι μια γυναίκα, έναν άντρα με ένα μωρό στην αγκαλιά να βουλιάζουν στη θάλασσα και εσύ να τον ρωτάς γιατί ήρθες ή να μένεις αμέτοχος. Φανταστείτε όμως και να έχεις πέντε ελιές τριακοσίων χρόνων κληρονομιά του παππού του παππού σου, μοναδικό εισόδημα να σπουδάσεις τα παιδιά σου και να τις βρίσκεις κάρβουνα δίπλα στις σκηνές. Ένας χαλασμός άλλαξε τον ειρηνικό και ασφαλή κόσμο του νησιού, αυτόν που τους υποσχέθηκαν οι γονείς τους και έγινε μερικώς ανύπαρκτος. Η αντανάκλαση της προσφυγιάς όμως ήταν εκεί και θα τους κυνηγούσε σε όλη τους τη ζωή και αυτοί έπρεπε να πορευτούν με τη συνείδηση τους. Γι’ αυτό και το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο αναγνώστης είναι «Τελικά, τί είναι πιο δύσκολο, να μισήσεις ή να εμπιστευθείς;»</p>
<p>Έρωτας. Δεν κοιτά χρώμα, θρησκεία, ηλικία. Είναι ένα κεφάλαιο σημαντικό στην ιστορία σας. Πόσο μπορεί να κάνει αυτό το υπέροχο συναίσθημα μια ταλαιπωρημένη ψυχή να ελπίζει σε μια καλύτερη ζωή;</p>
<p>Ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι λάθους και μάθους, πάθους και μίσους, διαφορών και ομοιοτήτων. Είναι μια γλυκιά πρό(σ)κληση της ζωής να μάθεις τα όριά σου, να ψάξεις τη σκέψη του άλλου, να εκνευριστείς, να συγχωρήσεις, να συνταιριάξεις, να διαφωνήσεις με κάποιον που δεν είναι η αδερφή, η μάνα, ο πατέρας, ο θείος σου. Είναι κάποιος άγνωστος και εσύ ίσως ταλαιπωρημένος -πάντως άοπλος- μπροστά του πρέπει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, να ισοπεδώσεις το χρόνο, να χτίσεις γέφυρες για να φτιάξεις ένα ερωτικό καταφύγιο που να έχει φτερά, να κοιτάζει ψηλά αλλά να πατάει γερά στη γη.</p>
<p>Έχετε πει πως σκοπός σας είναι να εξιστορήσετε τα γεγονότα, όχι με το δικό σας βλέμμα αλλά με το βλέμμα των ηρώων σας. Τι θα βρούμε ψάχνοντας βαθιά μέσα στο βλέμμα τους;</p>
<p>Στο βιβλίο δεν έχω άποψη, ούτε νουθετώ κανέναν, απλά περιγράφω. Ο σκοπός είναι ο αναγνώστης να δει στο βλέμμα των ηρώων τη μεγάλη εικόνα, το κάλεσμα της ζωής ώστε να νιώσει μικρότερος. Δεν είναι κακό νομίζω. Ίσα ίσα που ο άνθρωπος το χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε στις μέρες μας, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά και να πιστέψει ότι ανήκει στον «Κόσμο των Λίγων» και έχει το αλάνθαστο. Δεν είναι εύκολο. Γι αυτό άλλωστε κάποιοι από τους ήρωες άλλαξαν στην πορεία και άλλοι όχι. Η Αΐσα για παράδειγμα δεν άντεξε να μείνει στη Μόρια γιατί η προσαρμογή της στη Μόρια είχε μια χρονοκαθυστέρηση που τη γέμισε άγχος, οι μνήμες της παρέμενα σκληρές και άκαμπτες, πράγμα που την εμπόδισε να προσαρμοστεί στη ζωή του χωριού. Αντίθετα ο Ραζάν κατάφερε να κάνει τις μνήμες της πατρίδας του εύπλαστες, τις δούλεψε και συνειδητοποίησε ότι το μήνυμα της ζωής ήταν το κάλεσμα και όχι ο τόπος. Ο αναγνώστης του βιβλίου θα πλάσει το δικό του ζυμάρι για να βρει το δικό του κάλεσμα της ζωής, όποιο κι αν είναι αυτό.</p>
<p>Ποια ήταν η σχέση σας με το όμορφο Ελληνικό νησί πριν ασχοληθείτε μαζί του, κατά τη διάρκεια της συγγραφής και σήμερα που η «Μόρια Παμμήτωρ γη» βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία;</p>
<p>Η πρώτη μου επίσκεψη, σαν τουρίστρια, ήταν μια όμορφη ανάμνηση από νόστιμες ελιές, όμορφα αρχοντικά, κουφάρια διαφορετικών πολιτισμών άλλα ανακαινισμένα, άλλα ρημαγμένα, πεζοπορία, ακτές, υπέροχους κολοκυθοανθούς, γκιουζελμέδες, ούζο και καλή παρεούλα με τους Μυτιληνιούς.<br />
Στη δεύτερη επίσκεψη αφού πήρα άδεια από τις αρχές για τις ανάγκες της συγγραφής, με εντυπωσίασε το καλωσόρισμα, η προθυμία να μου δώσουν κάθε πληροφορία οι εργαζόμενοι στο Κέντρο, οι λιμενοφύλακες, οι διασώστες, οι ξένοι ανταποκριτές, οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, η πολιτοφυλακή, οι αρχές του νησιού, οι εθελοντές ντόπιοι και ξένοι που άφησαν τις οικογένειες και τις δουλειές τους και ήρθαν στη Λέσβο για να βοηθήσουν.<br />
Σήμερα που το βιβλίο βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία αισθάνομαι σαν να έχω καταθέσει την ψυχή μου σε δημόσια θέα είναι η αλήθεια. Η εμπιστοσύνη όμως που του δείχνουν οι αναγνώστες ενισχύει την πίστη μου ότι άξιζε αυτό το μοίρασμα μαζί τους και μου δίνει δύναμη για τη συγγραφή της επόμενης δουλειάς μου.</p>
<p>«Στο μυθιστόρημά σας ο αναγνώστης «θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού», γράφετε. Αναλύστε αυτήν την πρόταση.</p>
<p>Ήταν από εκείνες τις φορές που αλήθειες και ψέματα έκαναν τα μάτια μου να τρέχουν δάκρυα. Σκεφτόμουν πόσο πλουσιότερος μπορεί να γίνει κάποιος όταν ανακαλύψει κοινά σημεία με τον πολιτισμό του “Άλλου” αφού έτσι τα έφερε ο καιρός και σκόνταψε η ιστορία. Το μοίρασμα σε κάνει πλουσιότερο στη ζωή. Το αγκύλωμα σε εμμονές σε κάνει φτωχότερο. Το ομόγλωσσο, το ομοαίματον και το ομόθρησκον είναι καλό που ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά έχει νόημα σε μια κοινωνία, όπως η σημερινή, που τα σύνορα αλλάζουν ανά πάσα στιγμή, να περιχαρακωνόμαστε πίσω από αγκαθωτά σύρματα και υψωμένους φράχτες;</p>
<p>Η έρευνά σας για τη Μυτιλήνη και τη Μόρια ήταν ενδελεχής όπως λέτε. Από πού ξεκίνησε αυτό το ταξίδι αναζήτησης και πού αλλά και πώς το ολοκληρώσατε;</p>
<p>Το ταξίδι ξεκίνησε με προσωπική μελέτη έργων του Ελύτη, του Βενέζη, του Λόγγου, της Σαπφούς, του Θεόφιλου, συνεχίστηκε με έρευνα σε αρχαιολογικά τεκμήρια, ιστορικά δεδομένα, συγγράμματα και διατριβές που αναφέρονται στο ιστορικό, πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, έρευνα στη λογοτεχνία, τη φιλολογική παράδοση, τη λαογραφία και όχι μόνο. Ολοκληρώθηκε με την επιτόπια έρευνα και με πολλές επισκέψεις από τα ξημερώματα στον καταυλισμό, γιατί εκείνη την ώρα ήταν βολικό να μου μιλήσουν οι εργαζόμενοι και τέλος στη Μόρια με συζητήσεις στα καφενεία, επισκέψεις σε σπίτια και στις εκκλησίες και περπάτημα στη εξοχή για να ακούσω τους ήχους της γης και τη μυρωδιά της θάλασσας.</p>
<p>2.500 χρόνια ιστορίας μετράει η Λέσβος. Ποια ήταν τα πιο σημαντικά γεγονότα που συμπεριλάβατε στο βιβλίο σας;</p>
<p>Όλη η ιστορία του νησιού είναι σημαντική. Η ιστορία της Λέσβου είναι τόσο βαριά και μεγάλη που δεν μπορώ να πω ότι ένα ιστορικό γεγονός είναι πιο σημαντικό από το άλλο. Ξεκινάει από την αρχαιότητα τότε που η Μεσόγειος ήταν ξηρά και η μετακίνηση από τη Λέσβο στην Ανατολία γίνονταν με τα πόδια. Συνεχίζει με τους Σαρακηνούς καταπατητές, Ρωμαίους, Βενετούς, Καταλανούς πειρατές, Γενοβέζους, Βυζαντινούς, Οθωμανούς και Έλληνες. Αλλά ποιός απ’ όλους μας θυμάται ότι ο Χαϊρεντίν πασάς ο γνωστός Μπαρμπαρόσα, που σημαίνει κοκκινογένης, αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς της σημερινής Αλγερίας είχε γεννηθεί στον Παλαιόκηπο Γέρας της Λέσβου. Ή ότι όταν ο Μωάμεθ έφτασε κάτω από τα τείχη της Μυτιλήνης με ισχυρό στόλο και πολυάριθμο στρατό για αποβίβαση έστειλε τελεσίγραφο στον διοικητή Νικολό Γκαττιλούζιο Β’ να παραδώσει το νησί, εκείνος το απέρριψε και ο κανονιοβολισμός της Λέσβου διήρκησε εικοσιεπτά ολόκληρες ημέρες. Ή ότι ο Αυτοκράτορας Αδριανός, είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχτισε το Υδραγωγείο της Μόριας, το μοναδικό όρθιο μνημείο της ρωμαϊκής περιόδου που έχουμε από τον 2ο αιώνα μ.Χ., για να μεταφέρει 127.000 κυβικά μέτρα νερού από τον Όλυμπο στη Μυτιλήνη.<br />
Ίσως κυριότερο ιστορικό γεγονός θεωρώ ότι πολλοί ξεριζωμένοι Έλληνες βρήκαν καταφύγιο σε πόλεις της Συρίας, στη Δαμασκό, τη Χομς και το Χαλέπι με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, τη Μικρασιατική καταστροφή και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πανικόβλητοι, στην προσπάθεια τους να σωθούν, μόνοι ή με τις οικογένειες τους, έδεναν βαρέλια με σχοινιά, τα έκαναν πλεούμενα, θαλασσοδέρνονταν με τα κύματα, τους ανέμους έπεφταν στη θάλασσα της Λέσβου και ξεβράζονταν στις απέναντι όχθες της Ανατολής.</p>
<p>«…θα γευτεί τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις, θα θυμηθεί όλες εκείνες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση» γράφετε για το νησί μας. Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις “διακρίσεις” και “δικαίωση”;</p>
<p>Η -λόγω και έργω- κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου. Ο σεβασμός στον άνθρωπο. Είτε είναι μελαμψός, λευκός, κίτρινος στην επιδερμίδα, θέλει να προσεύχεται στο Εγώ ή στο μη–Εγώ, στην Ύπαρξη ή στη μη–Ύπαρξη ενός προσώπου, ενός Θεού, γονατισμένος, όρθιος, με τα μάτια στο ουρανό, στη γη, στο τοτέμ, με λιτανεία, χωρίς λιτανεία, μιλάει αλαμπουρνέζικα ή ελληνικά. Είναι προσωπική υπόθεση πώς χτίζει ο καθένας μέσα του τις λέξεις “διάκριση” και “δικαίωση”, αλλά είναι σίγουρο ότι συνιστούν το βασικό θεμέλιο της δημοκρατίας. Ο κόσμος έχει γίνει ένα χωριό, δεν έχουμε περιθώρια λοιδορίας, ρατσισμού, ύβρεως ή διαφορετικότητας. Η δικαίωση έρχεται μόνο όταν αναγνωρίσουμε ότι η αλήθεια η δική μας είναι ίδια με την “άλλη” αλήθεια του άλλου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>PHILENEWS 2/3/2022</p>
<p>Για το ιστορικό μυθιστόρημα βιβλίο «Μόρια, Παμμήτωρ γη» η Νίκη Γκίζη έλαβε το Α’ Βραβείο σε πανελλήνιο διαγωνισμό που διοργάνωσαν το Πολιτιστικό Σωματείο Culture 4All και η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Μέσα από γεγονότα άλλοτε αστεία κι άλλοτε δραματικά, το βιβλίο ταξιδεύει τον αναγνώστη στα 2500 χρόνια ιστορίας της Λέσβου, για να γνωρίσει τη δημιουργία και τον πολιτισμό, να θυμηθεί όλες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση.</p>
<p>– Τι έστρεψε το ενδιαφέρον σας στο συγκεκριμένο θέμα;</p>
<p>Η ενασχόλησή μου με την ιστορία και την κοινωνιολογία για πολλά χρόνια και το ενδιαφέρον για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ασύνειδα μ’ έστρεψε στη Λέσβο, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Με τις τελευταίες ταχύτατες εξελίξεις της εισροής τόσων ανθρώπων στον ελληνικό χώρο και ιδιαίτερα στα ακριτικά νησιά, το ζήτημα έγινε νέο πεδίο αντιπαράθεσης ενός μανιχαϊστικού διπόλου: «εμείς» κι οι «άλλοι». Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να βάζουμε εύκολα θετικό και αρνητικό πρόσημο για τις αντιλήψεις. Συνήθως αυτό που μας ξενίζει, όταν κάποιος απρόσκλητος εισβάλλει στη χώρα, είναι ο φόβος της διαφορετικότητας, της εθνικής απειλής, του ξεβολέματος. Αυτόματα, ο «Άλλος» γίνεται μαύρο πρόβατο γιατί ταυτίζεται με τον εισβολέα που θα μας επιβάλλει τις «κακές συνέπειες» της πολυπολιτισμικότητας.</p>
<p>– Τι επιδιώκει να προσφέρει το βιβλίο πάνω στη συζήτηση για το μεταναστευτικό;</p>
<p>Την αποτύπωση του φαινομένου στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς μισαλλόδοξες και ξενοφοβικές κραυγές. Είναι μια προσπάθεια ν’ αναδείξει απλά, σαν παραμύθι, την ανθρώπινη διάσταση των προσφύγων και των κατοίκων που μιλάνε ανθρώπινα. Αφού λοιπόν μιλάμε όλοι ανθρώπινα, μπορούμε να καθίσουμε γύρω από ένα τραπέζι και με τη συζήτηση να βρούμε τη λύση στην πίεση του μεταναστευτικού ζητήματος. Καλοπροαίρετα, συντονισμένα, με λογική, μακριά από ακραίες ξενοφοβικές κραυγές, αφορισμούς και ιδεοληψίες.</p>
<p>– Τι σας τρομάζει περισσότερο σε σχέση με όσα συμβαίνουν σήμερα στη Μόρια;</p>
<p>Το μόνο που με τρομάζει είναι η αδιαφορία, η έλλειψη ενσυναίσθησης, ο αποκλεισμός, η σκληράδα του ανθρώπου που γεννιέται μαλακός σαν ζυμάρι και μέχρι να πεθάνει γίνεται άκαμπτος, σκληρός σαν πέτρα.</p>
<p>– Μπορεί ν’ αλλάξει η επικρατούσα εικόνα για περιοχές υποδοχής, όπως η Λέσβος;</p>
<p>Μπορεί κάλλιστα, όταν υπάρχει η σωστή πληροφόρηση. Η Μυτιλήνη είναι ένα νησί που κουβαλά πάνω του 2500 χρόνια ιστορίας. Η έρευνά μου σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική, σε συνδυασμό με τη βοήθεια των εργαζομένων στο ΚΥΤ, στη Frontex, σε ΜΚΟ, στη EUROPOL, στην OXFAM, στην EASO, στο ΚΕΕΛΠΝΟ, καθώς επίσης οι εθελοντές, οι τοπικές αρχές, ο απλός κόσμος, οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες με βοήθησαν ν’ αναδείξω τον πολιτισμό, την κοινωνία, τα αρχαιολογικά τεκμήρια, τη φιλολογική παράδοση, τη λαογραφία, τα ήθη, τα έθιμα, τον Θεόφιλο, τον Ελύτη, τη Σαπφώ κι όχι μόνο, μέσα από τη λογοτεχνία.</p>
<p>– Ποιες σκέψεις σας προκαλεί η ταύτιση της Μόριας με την έννοια του κολαστηρίου;</p>
<p>Ένα χωριό που δάνεισε το όνομα του στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης και οι Μοριανοί είναι άδικο να λοιδορούνται με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς στα ξένα μέσα ενημέρωσης. Όταν διάβασα τέτοια σχόλια στον ευρωπαϊκό τύπο θεώρησα χρέος μου να μιλήσω. Κι ο καλύτερος τρόπος να ακουστεί η ιστορία του μεταναστευτικού προβλήματος καθαρά, σταθερά και με σαφήνεια, ήταν μέσα από τη μυθιστοριοποιημένη αφήγηση λεπτών προσωπικών καταστάσεων των ηρώων, που όσο κι αν αρχικά φαντάζουν ατομικές, τελικά επηρεάζουν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.</p>
<p>– Είναι η έκφραση συμπόνιας βασικός στόχος της λογοτεχνίας;</p>
<p>Σ’ ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που αναπαριστά μια πιστή ανάπλαση του εξωτερικού κόσμου, σε συγκεκριμένη εποχή, η έκφραση συμπόνιας δεν είναι μια μονοσήμαντη λεκτική κατασκευή. Αποτυπώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαλύπτει την ιδεολογία, τις πρακτικές, την κοινωνική αλληλεγγύη μιας κοινωνίας. Σε μια εποχή άνυδρου ορθολογισμού και αμφισβήτησης βασικών αξιών της ζωής μας, σκοπό έχει να κάνει τον αναγνώστη ν’ αποφύγει την εμμονική αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων με στόχο την διαμόρφωση κοινωνικών στάσεων, ή ακόμα και να βγει από τον βάλτο. Να του κινητοποιήσει τα ανθρώπινα ένστικτα μέσα από τη μνήμη, τη γνώση του συλλογικού εαυτού για ένα καλύτερο μέλλον.</p>
<p>– Ποια πτυχή της αφήγησης σας δυσκόλεψε περισσότερο τεχνικά και συναισθηματικά;</p>
<p>Δυο φορές επισκέφτηκα τη Μυτιλήνη. Η πρώτη ήταν ταξίδι εξερεύνησης, τη δεύτερη λύγισα. Λύγισα γιατί ο Μοριανός που σήκωσε φράχτες γύρω από το σπίτι του είχε πλέον όνομα και πρόσωπο, είχαμε πιει κρασί και ούζο μαζί. Τον έλεγαν Γιώργο, Νίκο, Εριφύλη. Δεν ήταν κάποιος απρόσωπος «δικός μου» που θα έκρινα τη συμπεριφορά, την υπομονή, τις αντοχές και τα νόμιμα δικαιώματά του. Το ίδιο ένιωσα όμως και με τους πρόσφυγες. Πέρασα κοντά είκοσι μέρες μαζί τους μέσα κι έξω από τον καταυλισμό. Δεν ήταν ο λαθραίος «ξένος» που έκαψε τις ελιές, έκλεψε τις κότες, τα κατσίκια, τα μαρούλια. Ήταν ο Ραζάν με το χαριτωμένο τσουλούφι στο πλάι που συνόδευε τη μαμά του στη θάλασσα αν και δεν του άρεσε το μπάνιο. Η Αΐσα που ονειρευόταν να πετάξει με αεροπλάνο να συναντήσει τον μπαμπά της στον ουρανό. Ο Μουράτ, που κάθε βράδυ ένας ηλικιωμένος τον περίμενε στο πολυτελέστατο αυτοκίνητο έξω από τον καταυλισμό κι εκείνος έτρεχε να τον βρει γιατί θα γυρνούσε τα ξημερώματα με δέκα ευρώ στην τσέπη. Είχε πέντε αδέρφια και μια μάνα στη σκηνή και το Βερολίνο είναι πολύ μακριά.</p>
<p>– Τι απασχολεί κυρίως τη σκέψη σας και επιδιώκετε να το περάσετε μέσα από τη συγγραφή;</p>
<p>Αυτό που με απασχολεί είναι η μεγάλη εικόνα που κάνει τον άνθρωπο μικρό. Αυτό είναι υγεία, τουλάχιστον για εμένα. Λειτουργώ σαν συνωμότης. Χρησιμοποιώ λαθραία τον λογοτεχνικό λόγο. Ξεκλειδώνω τη διαδικασία της συνδιαλλαγής του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 11 Apr 2023 21:01:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19357</guid>

					<description><![CDATA[Ο Βασίλης Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. Σπούδασε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Εργάσθηκε ως νοσοκομειακός γιατρός. Το 1991 παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην ποίηση και στη ζωγραφική. Παράλληλα ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό και εικαστικό δοκίμιο έχοντας γράψει μελέτες, δοκίμια και κριτικές για λογοτέχνες και ζωγράφους, της Θεσσαλονίκης κυρίως. Συνεργάστηκε με τα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Βασίλης Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1948. Σπούδασε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Εργάσθηκε ως νοσοκομειακός γιατρός. Το 1991 παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην ποίηση και στη ζωγραφική. Παράλληλα ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό και εικαστικό δοκίμιο έχοντας γράψει μελέτες, δοκίμια και κριτικές για λογοτέχνες και ζωγράφους, της Θεσσαλονίκης κυρίως. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά ‘’Πανδώρα’’ και ‘’Πάροδος’’. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί και στα περιοδικά ‘‘Αντί’’, ‘‘Ένεκεν’’, ‘’Νέα Εστία’’, ‘Παρέμβαση’, ‘’Πόρφυρας’’, στις τοπικές εφημερίδες, σε καταλόγους και λευκώματα ζωγραφικής. Έχει στο ενεργητικό του ένδεκα ατομικές εκθέσεις και συμμετοχή σε περισσότερες από σαράντα ομαδικές. Το 2005 δημιούργησε τον μικρό εκθεσιακό χώρο ‘‘Δίπολο’’ όπου διοργανώνονται εκθέσεις βιβλίων και ζωγραφικής. Ήταν μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης καθώς και του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά. Έφυγε από τη ζωή στις 4 Μαρτίου 2022</p>
<p>Στην ανθολόγηση του ποιητικού έργου του Βασίλη Ιωαννίδη πολύτιμο βοήθημα είναι η Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Ειρήνης Κουκοβίνου «Ανιχνεύοντας την ποίηση του Βασίλη Ιωαννίδη», μια συμβολή στη μελέτη του έργου του (δημοσιευμένου και ανέκδοτου).. Σ’ αυτή τη ξεχωριστή μελέτη του έργου του Β.Ι. εκτός από τη πλήρη ανάλυση του έργου του και της ποιητικής γενιάς του 70 που ανήκει ο ποιητής, υπάρχει όλο το ποιητικό του έργο: Οι δυο δημοσιευμένες ποιητικές συλλογές ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ και ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ και τέσσερεις αδημοσίευτες οι: ΡΩΓΜΕΣ, ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΜΕΘΟΡΙΟ, ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ, ΘΥΡΑ ΕΞΟΔΟΥ.<br />
Ευχαριστώ την Ειρήνη Κουκοβίνου που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση όλων των ποιημάτων και κειμένων από τη διπλωματική της εργασία.</p>
<p style="text-align: right;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ (1998)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19446" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1-212x300.jpg" alt="" width="304" height="430" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-1.jpg 453w" sizes="(max-width: 304px) 100vw, 304px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στη μυγδαλιά<br />
θ’ ανέβω<br />
να σε φτάσω∙<br />
έρωτα,<br />
πιο ψηλά<br />
απ’ τον ήλιο</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κάτω απ’ το παραθύρι σου<br />
θα ’ρθω κι απόψε<br />
από το φως σου<br />
φως να κλέψω<br />
και να πιω<br />
να ζεσταθώ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πού να σε κρύψω<br />
μη χαθείς,<br />
απ’ τη βροχή<br />
μη λιώσεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κισσό<br />
πλέκω τα χέρια μου<br />
γύρω<br />
απ’ το μέτωπό σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπέρμα σιωπής<br />
στον κόλπο∙<br />
μέσα μου βλασταίνω<br />
εντός μου ανθίζεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θέλω το αίμα σου<br />
να υπάρξω<br />
θες την ψυχή μου<br />
για να ζήσεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μια μια<br />
τις λέξεις<br />
της σιωπής σου<br />
πίνω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με λησμονάς<br />
με κόβεις<br />
με χωρίζεις<br />
και πάλι<br />
ξαναρχίζω<br />
απ’ την αρχή</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς να σε συντηρήσω;<br />
φλόγα που άναψε<br />
φωτιά που καίει<br />
σιγανή,<br />
σπίρτο μικρό,<br />
κερί που λιώνει<br />
μοναχό<br />
γρήγορα<br />
ελπίζω να καώ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το βάραθρο να γίνει φως<br />
πλατύσκαλο<br />
στον κόρφο σου<br />
να περπατήσω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανοίγουνε<br />
τα φύλλα της καρδιάς σου<br />
και με πνίγουν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σα ναυαγός,<br />
στο σκοτεινό σου βλέμμα<br />
πέφτω</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μ’ αγγίζουν τρυφερά<br />
τα δάκτυλα<br />
του ήλιου,<br />
σκίρτημα σάρκας<br />
σιωπηλό</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έρως διάφανος<br />
με διαπερνά<br />
απ’ άκρη σ’ άκρη</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με στροβιλίζουνε<br />
τα χέρια του αέρα∙<br />
της καρυδιάς<br />
τα φύλλα πέφτουν.<br />
Μες στη σιωπή<br />
το πορφυρό σκοτάδι<br />
λάμπει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Νύχτα,<br />
σε κλείνω μέσα μου<br />
μου διαφεύγεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έρως απόρθητος<br />
και πώς να ξεδιψάσεις;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σταγόνες<br />
πρωινής δροσιάς<br />
τα χείλη σου,<br />
θάμα<br />
που όλο ψηλώνει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Διάφανο το κορμί σου<br />
κρυστάλλινο το φιλί<br />
πιο δροσερό<br />
κι απ’ της πηγής<br />
το ύδωρ</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η μέρα<br />
ντύθηκε το βλέμμα σου<br />
και τρέχει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έστρωσε η μέρα<br />
ένα φιλί<br />
να περπατήσεις,<br />
έστρωσε ο ήλιος<br />
την χαρά<br />
για να χαρείς,<br />
κι ο δρόμος<br />
απ’ τα βάθη του<br />
στα χείλη σου<br />
να λάμψει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς να μιλήσει<br />
η σιωπή<br />
Λόγο δεν έχει∙<br />
μόνο τα μάτια σου<br />
μιλούν<br />
και ας σωπαίνουν∙<br />
μόνο τα χείλη σου<br />
επιμένουν<br />
τραγουδούν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Είσαι καθρέφτης,<br />
φως πέρα απ’ τα μάτια,<br />
όπως τα άστρα<br />
ο καθρέφτης τ’ ουρανού</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όλες οι λέξεις<br />
γίναν άστρα<br />
και σε ψάχνουν</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα στον ύπνο σου<br />
ελπίζεις<br />
ξανανθίζεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πικρά τα στήθη σου<br />
σαν πικραμύγδαλο<br />
στα χείλη</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όπως σιωπή<br />
μετά την καταιγίδα<br />
η πίκρα<br />
στα μαλλιά σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μικρά τα μάτια σου<br />
κι ο έρωτας μεγάλος∙<br />
τόση σιωπή<br />
μαζεύτηκε,<br />
όμως<br />
δε λέει να βρέξει</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποιο γιασεμί<br />
φυτρώνει<br />
μες στα μάτια σου-<br />
σε μεγαλώνει<br />
η μοναξιά<br />
πλάι στα στήθη,<br />
σε ντύνει απαλά<br />
η μέσα η φωνή σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Συλλογισμένη<br />
κάθεσαι στον ύπνο σου∙<br />
σαν αγκαλιά το χέρι σου,<br />
σταματημένο<br />
στον αέρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο μακρινός σου<br />
στεναγμός<br />
καημός που ρίζωσε<br />
στον κήπο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χέρια<br />
που αγωνίζονται<br />
να σε κρατήσουν,<br />
άστρο λευκό<br />
σε μαύρο ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σβήνεις στη σιωπή<br />
όπως σβήνεις<br />
το τσιγάρο στο χέρι<br />
η αγάπη<br />
καπνίζει ακόμη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λαιμός<br />
λεπτός μίσχος<br />
ανυψούμενη<br />
δίνη δακτύλων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κορμί πλαγιασμένο<br />
στον κάμπο,<br />
περιδινούμενο άστρο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θωπεία<br />
εναγκαλισμός<br />
μέθη,<br />
σιωπηρή<br />
των σωμάτων<br />
ανάλαφρη μέθεξη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στήθη σ’ αναμονή<br />
ανοιχτά στον άνεμο<br />
όλη μέρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τρύγος το χέρι<br />
γλυκός καρπός<br />
από τα στήθη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα στον κήπο<br />
κόρη γυμνή<br />
στην ρίζα λεμονιάς</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φράχτης ο πόθος,<br />
γυμνό κορμί<br />
παραδομένο σε ύπνο∙<br />
μέσα στα σκέλη<br />
αναμμένο κερί</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φιλημένη σάρκα<br />
αστράπτουσα<br />
εις ένωσιν μίαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καλλίγραμμο σύμπλεγμα<br />
ευωδία σωμάτων<br />
πέραν των ορίων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ώσμωση σωμάτων,<br />
μύρο,<br />
κλίνη της ψυχής<br />
αέρας μόνος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χυμός το φιλί<br />
στητός μαστός<br />
καρπός επί τραπέζης</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παρθένος άμωμος<br />
θηλάζουσα<br />
την κοίτη του νερού,<br />
πηγή<br />
αιδοίου δροσερού<br />
τη νύχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ύπτιος δισταγμός<br />
πάνω στα βράχια-<br />
σώμα<br />
που καίει ακόμα,<br />
μόνο στη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κρυμμένα πρόσωπα<br />
πιθάρια ραγισμένα<br />
ρινίσματα χαράς<br />
αστραφτερά<br />
σαν τα χρυσά φλουριά<br />
μες στην καρδιά</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λευκός αστράγαλος<br />
βυθισμένος<br />
σε κρυστάλλινο ύδωρ</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλαγιαστό φεγγάρι<br />
φέτα σιωπής στο στήθος<br />
άδειο μαξιλάρι</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγάρι στο μπαλκόνι<br />
κι ας είναι η νύχτα μόνη<br />
δίχως ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πανσέληνος<br />
κι η μοναξιά<br />
άστρο λαμπρό<br />
καταμεσής στον ουρανό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Άστραψε ο ουρανός<br />
γλυκό φιλί<br />
στα χείλη φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ημιτελή τοπία<br />
μες στη νύχτα<br />
όλο φως∙<br />
σαν ικεσία<br />
το μισό κορμί,<br />
να αιωρείται μόνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έστω δυο λέξεις<br />
κάποιες σταγόνες<br />
μια ψιλή βροχή<br />
από τον στεναγμό<br />
των άστρων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανθίζει ο πόνος<br />
δροσερά αστέρια<br />
ανθίζει ο έρως<br />
τριαντάφυλλα<br />
στο στήθος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λειψό φεγγάρι<br />
αγκαζέ<br />
με τ’ άστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σειρήνα σιωπηλή<br />
πλοίου που φεύγει<br />
μες στη νύχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Έναστρη νύχτα<br />
αντίδωρο,<br />
της πικραμένης<br />
μέρας</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πώς ξεθυμαίνει<br />
κάποτε ο ουρανός<br />
και πλημμυρίζει<br />
η νύχτα λόγια;</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φθινόπωρο<br />
όλα μαραίνονται<br />
κι ο έρωτας<br />
ανθίζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αγκαλιά<br />
με το γυμνό κορμί<br />
ήρθε και ξάπλωσε<br />
ο στίχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλεκτή σιωπή<br />
ατέλειωτη<br />
με νήμα αγάπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όπως τραγούδι<br />
αηδονιού,<br />
του έρωτα ο πόνος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μικροί οι ώμοι<br />
ασήκωτο<br />
του έρωτα το βάρος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πολύτιμο ορυκτό<br />
ο έρωτας,<br />
μέταλλο αστραφτερό<br />
η αγάπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπίτι, του έρωτα<br />
ο στίχος<br />
πριν γίνει σκόνη,<br />
μακρινός του φθινοπώρου<br />
ήχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πηγή φωτός η σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λυγερός ανθός<br />
καρπός δακρύων</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ευωδιά εντός σιγής<br />
ώριμος πόθος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λίμνη μοναξιάς<br />
στα μάτια∙<br />
Εναγκαλισμός</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σιωπηλός έρως<br />
άσβηστη φλόγα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Από σιωπή<br />
σε σιωπή<br />
κλίμακα πόθου</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μέσα φωνή<br />
άλλη φωνή<br />
κλειστό φως<br />
άκτιστο<br />
εντειχισμένο<br />
στη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φλογέρα σιωπής<br />
άηχες λέξεις βροντερές<br />
να κρατηθούν<br />
μέσα σε ρόδο ανθηρό<br />
ελπίζουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κραυγή ρόδου<br />
ανέσπερο σέλας<br />
ρίγος σιωπής<br />
ανατέλλων βυθός<br />
γλυκύτατου πόνου<br />
σήμαντρον<br />
φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Υδρία στρογγυλή<br />
ρεμβάζουσα<br />
πλήρης πόθων∙<br />
κάνιστρο λυγερό,<br />
λιβάδι<br />
κρεμασμένο<br />
στον λαιμό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βήματα από μετάξι<br />
στο αχυρένιο στρώμα<br />
τ’ ουρανού-<br />
χαμόγελο που φέγγει<br />
μακρινό</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν απαλό<br />
βελούδινο<br />
χνούδι σιωπής,<br />
επιστροφή,<br />
φιλί<br />
πάνω στο στήθος</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΣΤΟ ΒΥΘΟ (1995)</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;">Ειναι κατι αναρθρες κραυγες<br />
κατι οιμωγες<br />
έρημων δεντρων μες στη νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλεκονται τα κορμια<br />
και τα φιλια<br />
σφιχτά<br />
σαν κεντημενα αστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ομως ο ανεμος φυσά<br />
μας βρισκει αδυναμους<br />
και μας πετά πανω στα βραχια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οταν η νυχτα φτανει<br />
σ’ αποχαιρετω<br />
Ερχεται η μοναξια<br />
με παιρνει απ’ το χερι<br />
και κατεβαινουμε παρεα στο βυθο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απλωνω την καρδια μου<br />
διχως ταιρι<br />
με το μαχαιρι<br />
κοβω τον καημο στα δυό<br />
και σε κερνω</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στο ενα σου χερι<br />
ειναι τ’ αστρα<br />
και στ’ αλλο το φεγγαρι<br />
μα ο ηλιος δεν είναι κανενος</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ω, τι γαληνη!<br />
Εσβησε και το τελευταιο αστρο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μ’ ένα λεπιδι στην καρδιά<br />
περηφανα<br />
φευγει κι αυτη η μερα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μες στο σκοταδι<br />
ναυαγοι θα ξεχυθουμε<br />
τη σηψη της ζωης<br />
με παθος να γευτουμε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η μοναξια είναι ένα θηριο<br />
που τριγυρνά στην ερημο<br />
μερα και νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εχει βαθια τις ριζες της στη γη<br />
Τρεφεται με τη θάλασσα και τ’ αστρα<br />
Γαντζωνεται πάνω στον ερωτα<br />
και τον ρημαζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τρωει τις σαρκες του<br />
και τον αφηνει μόνο<br />
να ξεψυχα<br />
και να πεθαινει στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη εχει εννια ματια<br />
και δυο κερατα<br />
εχει ενα στομα ερειπωμενο<br />
διχως δοντια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο ερωτας ειναι μικρος<br />
τον καταπινει ολοκληρο,<br />
αμασητο τον θαβει στην κοιλια της</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη εχει ενα βλεφαρο σα συννεφο<br />
σκεπαζει τον ηλιο και τον πνιγει<br />
ανεβαινει σαν αεροστατο<br />
ψηλα στον ουρανο<br />
σαν τη βροχη πεφτει στη γη<br />
και πλημμυριζει τις καρδιες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Για σπιτι εχει τον ανεμο<br />
τον συνοδευει σε ολες τις νεροποντες<br />
και τα ταξιδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η λυπη ειναι ενα μικρο παιδι<br />
μ’ ένα μεγαλο προσωπο<br />
που αντικριζει εκπληκτο<br />
τον αδειο οριζοντα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα τον μαδησει τον ερωτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">η νυχτα<br />
Τιναζεται το κορμι<br />
απο ηδονη και πονο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μπηγω βαθια στη σαρκα σου<br />
τα δοντια<br />
με τα σημαδια τους σε συγκρατω<br />
σφραγιδα ανεξιτηλη σου βαζω</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μα εσυ γλιστρας συνεχεια,<br />
Αφανιζεσαι<br />
καπνος γινεσαι<br />
ψηλα στον ουρανο ανεβαινεις<br />
και μου φευγεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα απο το μαυρο<br />
η καρδια σου<br />
που εμεινε να πεθαινει διχως αιμα<br />
να σπαρταρα σα ψαρι στον αερα<br />
με την ουρα κομμενη<br />
διχως λεπια<br />
χωρις τα βραγχια<br />
ν’ αναπνεει στο μολυσμενο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα απ’ τη φωνη σου<br />
το σκοταδι να γλειφει τις πληγες<br />
να τις ματωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερποντας ν’ ανεβαινει το βουνο<br />
ερποντας να το καιει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιο περα από τα ματια σου<br />
ο γκρεμος<br />
τους σκοτωμενους υπνους να φυλαει</p>
<p style="padding-left: 40px;">μ’ ένα πικρο χαμογελο<br />
αγεφυρωτο<br />
που δεν τελειωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι κρυο απ’ τη σιωπη<br />
φεγγαρι πρασινο τυλιγμενο με βρυα<br />
φωτισε μου τον υπνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι με τα σιδερενια δοντια<br />
λυγισε μου τα δαχτυλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φεγγαρι με το φαγωμενο στομα<br />
φεγγαρι με τα ματωμενα χερια<br />
φεγγαρι με τα βουρκωμενα χειλη<br />
φωτισε μου τον υπνο</p>
<p style="padding-left: 40px;">ριξε φωτοβολιδες στην ερημο</p>
<p style="padding-left: 40px;">φωτισε μου τη νυχτα<br />
φωτισε μου τα ονειρα<br />
σκεπασε μου τις πληγες<br />
κι αφησε μου την ανοιξη<br />
να καλπασει πεθαινοντας</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ηλιε μην κλαις<br />
Όλα τα δάκρυά σου φυλαξε τα<br />
στην ερημο που πας<br />
το γδαρσιμο του ανεμου να απαλυνεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ηλιε μην κλαις<br />
κανεις δε θα σε κλαψει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σπειρε τα χερια σου στη λασπη<br />
να υψωθουν<br />
και την καρδια σου πεταξε την στα σκυλια<br />
να την κατασπαραξουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απ’ τα συντριμμια σου θα ξαναγεννηθεις<br />
κι από το αιμα σου<br />
η γη θα ξεδιψασει<br />
Ηλιε μην κλαις<br />
κανεις δε θα σε κλαψει</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σκαλωνει η μερα πάνω στον ανεμο<br />
σκαλωνει η νυχτα πάνω στα βουνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ρεουν τα δακρυα της βροχης<br />
και τα φιλια του ανεμου<br />
φευγουν ματωμενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παγοβουνα φραζουνε το δρομο<br />
στεκουν μετεωρα και τραγουδουν<br />
μ’ ένα φεγγαρι κοκκινο στο στομα<br />
πετρωμενο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανθιζει καποτε ο κηπος<br />
μαραμενα λουλουδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι ριζες γυρευουν λιγο φως<br />
να ξεδιψασουν<br />
και τα κομμενα μελη από πηλο<br />
τριβονται ολοενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απλωνουν σα λεκες στον ουρανο<br />
και κρυβουν τα φεγγαρια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν τα κουρελια<br />
κρεμονται οι μερες<br />
και η θαλασσα γεμιζει μπαζα<br />
απ’ τα συντριμμια<br />
που ξεβραζουν τ’ αστρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει η σταχτη<br />
που ακομα καιει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποια δοκαρια<br />
που αργουν να πεσουν<br />
στο σπιτι που από καιρο<br />
εχει ρημαξει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρουν<br />
καποια θλιμμενα φωτα<br />
που αστραφτουν μονα τους<br />
μετα την καταιγιδα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λαμπουν οι δρομοι τοτε<br />
σα φεγγαρια μες στη νυχτα<br />
κλεινουν τα ματια τους<br />
και σκαρφαλωνουν στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει<br />
η λυσσα της σιωπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">τα αγαλματα που πεφτουν<br />
μαλακά σαν τη βροχη<br />
το γελιο που πετρωσε<br />
μες στην ελπιδα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε συντηρει η πεινα σου<br />
να ξαναδείς<br />
τα αστρα να πεθαινουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να δεις<br />
θα σε τυφλωσει ο ηλιος<br />
με το πολύ το φως</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθει η νυχτα<br />
και θα ‘ναι ο ουρανος αδειος<br />
γεματος ναρκες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Χωρις ονομα<br />
θα ταξιδευουν τ’ αστρα<br />
στις εκβολες του ποταμου<br />
που δε γυρναει πισω</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι σε αγγιξε<br />
θα ξεγλιστρησει<br />
και θα το παρει ο ανεμος<br />
σα γυρη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Δε θα’ναι πια τα χερια σου<br />
πηγες ονειρου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Απομακρα τα χειλη σου<br />
θα φευγουν<br />
θα βυθιστουν<br />
θα τα καλυψει η σταχτη</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βρεχει συνεχεια πίκρα<br />
Μια σιγανη φωτια<br />
σου καιει τα ματια και τα χερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι αγαπησαμε πεθαινει<br />
μενει η σταχτη να ζεσταινει<br />
τις καρδιες μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο μπλε ουρανος μάς ξεγελά<br />
Γίνεται κοκκινος μολις βραδιάζει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μες στην ομοχλη<br />
γλιστρουν και χανονται τα αστρα<br />
Τρυπες στα χερια και στο σωμα<br />
τρεχει ο καιρος<br />
τα δαχτυλα μας δεν τον συγκρατουν<br />
το σχημα του κορμιου σου<br />
χανεται στην αμμο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σκορπιες εικονες<br />
μαδουν τη μνημη και το χρονο<br />
τις παιρνει ο ανεμος<br />
και φευγει λυπημενος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βρεχει συνεχεια πίκρα<br />
Μια σιγανη φωτια<br />
Σου καιει τα ματια και τα χερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εξω λιακαδα<br />
και μεσα σου<br />
πικρο, γλυκο σκοταδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μια μερα ξαφνικα θα φυγεις<br />
σαν πλοιο που σαλπαρει σιωπηλα<br />
πάνω στις στεγες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πίσω θ’ αφησεις<br />
τα χερια σου να περιμενουν<br />
τον ηλιο κρυμμενο<br />
να τριγυρνα και να ονειρευεται<br />
μονάχος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μα θα γυρισεις<br />
μιση φεγγαρι<br />
και μιση ψαρι</p>
<p style="padding-left: 40px;">θα΄χεις τα ματια σου ανοιχτα<br />
γεματα φυλλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα μπεις μεσα στις φλεβες μου<br />
και θα φυτεψες<br />
τ’ αστρα που χάθηκαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">τον μπλε ουρανο<br />
και τα πηγαδια που μας κλεψαν</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποτε ο ηλιος<br />
σου καιει τα ματια και τα χερια<br />
σου τρωει<br />
το σωμα και τον υπνο<br />
σ’ αφηνει να γαβγιζεις μόνο<br />
μες στο κηπο<br />
να δαγκωνεις τ’ αστρα και τη σιωπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καποτε ο ηλιος<br />
σε πληγωνει τρυφερα<br />
μ’ ένα φιλι στα χειλη αστραπη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σου αφηνει<br />
πικρά σημαδια στα δαχτυλα,<br />
σαν το φυλλο<br />
πεφτει ανεπαισθητα στη γη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα λιωσουν τα λογια<br />
μεσα στα μαλλια σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα φυγει ο ανεμος<br />
χωρις να σε ρωτησει<br />
μαζι του παιρνοντας<br />
το σχημα του κορμιου σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερημοι δρομοι<br />
θα βγούν να σε καλωσορίσουν<br />
θα’ χεις το στομα σου κλειστο<br />
γεματο πευκα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με ριζες κοκκινες απ’ το αιμα<br />
τον γκριζο οριζοντα θα σημαδευεις<br />
Καποτε ο ηλιος θ’ ανατειλει μαυρος<br />
θα μεινει μόνο το κρανιο σου<br />
να χαιρετα<br />
μ’ ένα φεγγαρι λαφυρο στο πετο</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ανοιγεις ξαφνικα τα ματια σου<br />
και βλεπεις έναν κοσμο αλλοκοτο<br />
έναν κοσμο ωραιο<br />
κι εσυ λειπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παντα ελειπες<br />
Ηταν ο ηλιος που εκρυβε τα ματια σου<br />
Τωρα στη θεση τους<br />
χιλιαδες άλλα ματια<br />
αλλά εσυ λειπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποιος θα σε φερει πισω<br />
να κλαψεις παρεα με τη βροχη<br />
τον ερχομο την Ανοιξης;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εκει που βρισκεσαι<br />
δεν φτανει η φωνη σου<br />
Τα αγαλματα ξεχνουν<br />
δεν υποφερουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λυγιζεις σαν τοξο στη μοναξια<br />
ανοιγεις τρυπες στο σωμα σου<br />
να μπαινονγαινει ο ανεμος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το ομοιωμα του καιρου<br />
στριφογυρναει γυρω απ’ το κορμι σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σαν την αμμο η ζωη σου<br />
και σαν τα βοτσαλα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να μετρας τις μερες που περασαν<br />
να μετρας τις μερες που θα ’ρθουν<br />
και ο βυθος να σε κερδιζει συνεχεια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα μαραμενα ανθη να δεις<br />
και τη δροσια του φθινοπώρου<br />
να κρατησεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μαυρα πουλια θα’ρθουν και θα σε πνιξουν<br />
να μην κακοφορμισει η ανοιξη<br />
να μην πυορροησουνε τα χιονια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να μη γεμιζει το σωμα σου πληγες<br />
την τρικυμια ν’ αποφυγεις<br />
τον καταποντισμο των αστρων<br />
Φεγγαρια κοκκινα να μην κατέβουν<br />
στο μπαλκονι σου<br />
κι αραχνες να μην τυλιξουν τα ονειρα σου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εδώ κυκλώνες κυκλωπες στρατοπεδευουν<br />
σαρωνουν τα βραχια και τ’ αγαλματα<br />
και στις σπηλιες μουγκριζει η μοναξια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Με το χαμογελο να τεμνει τον οριζοντα<br />
με ανθισμενη την καρδια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Φυγε πριν είναι αργα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει καταμεσης στην καμαρη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Και περιμενουν<br />
Άλλος ππουλι εχει γινει<br />
άλλος ψαρι<br />
άλλος φυτο<br />
ή εξαισιο λουλουδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα ποδια τους στη γη γερα εχουν ριζωσει<br />
αγαλματα που μες στο χρονο ταξιδευουν</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει στην καμαρη<br />
και περιμενουν<br />
καθρεφτες διαθλουν<br />
τα ονειρα και τον ηλιο<br />
ραγιζουν τη σιωπη<br />
κι αφηνουν να φανει η νυχτα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σβηνουν τα προσωπα τους<br />
γινονται ένα<br />
που ταξιδευει μόνο του μες στο σκοταδι</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στεκουν εκει στην καμαρη<br />
και περιμενουν<br />
απλωνουν τα χερια στο φεγγαρι<br />
μα η μοναξια φυσαει σα μελτεμι<br />
το παιρνει και το σπαει πάνω στα βραχια</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αλλοι καιροι θα’ ρθούν<br />
θα’ ναι βαριες οι πετρες<br />
πάνω στους ωμουν<br />
Μες στα πηγάδια<br />
θα κλαινε ομορφες κοπελες<br />
θα’ ναι γυμνα τα δεντρα<br />
Η θαλασσα δε θα’ χει τελειωμο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Λειψα τα μελη μας<br />
Λειψος ο οριζοντας<br />
Λειψα και τα φιλια μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ολο κατι θα φευγει<br />
σαν το νερο θα ξεγλιστρα<br />
και θα ματωνει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κομμενα χερια<br />
σωματα ακεφαλα<br />
και στη γωνια στο τζακι<br />
ζεστή η θράκα από τις μνημες</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθουν αλλοι καιροι<br />
πυρπολημενα ονειρα<br />
βαρκες στα βραχια εγκαταλειμμενες<br />
με ματια διχως βλεμμα<br />
ναυαγια της σιωπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ο,τι μας κερασε,<br />
ο καιρος θα λισμονησει,<br />
Ο,τι μας χαρισε η ζωη<br />
θα μας το παρει<br />
Η αφη του ερωτα<br />
θα φυγει από τα χερια μας<br />
πανοπλο το φθινιπωρο<br />
θα μας στεγασει</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ρθουν αλλοι καιροι<br />
Τα ματια σου δε θα’ ναι τα δικα μου<br />
τα ματια μου δε θα’ ναι τα δικα σου<br />
ενας μεσοτοιχος<br />
θα μας χωριζει ξενους<br />
ενας καρεφτης θα μας δειχνει μόνους</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα ‘ρθουν αλλοι καιροι<br />
Η γη θα μας τραβηξει<br />
στο βυθο της<br />
και θα πετρωσουνε τα χειλη μας<br />
τα παλαι αγαπημενα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ουτε η ηχω της ανοιξης<br />
θα φτανει στο κελι μας</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πως να σταθει ο ανεμος πάνω στα φυλλα<br />
χωρις να τα πληγωσει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κρυωνει η Ανοιξη πλάι στα δεντρα<br />
σφαδαζει το κορμι της<br />
διψά για λιγο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε κάθε αυλη τρεμουν τα χειλη σου<br />
σκαρφαλωνουν στις δτεγες<br />
να κυνηγησουν τον ηλιο που χανεται</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αντανακλασεις της σιωπης στα τζαμια<br />
ουτε ενα θρόισμα στα βλέφαρα<br />
ουτε ενας κτυπος στην καρδιά</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ερχεται το φεγγατι διχως φως<br />
μ’ ένα βαρυ φορτιο μοναξιας<br />
να γειρει σαν παιδι που αποκαμε</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε κάθε προσωπο ο ατμος απ’ τη φωνη σου<br />
που εξατμιζεται·<br />
μια σιγανη βροχη τα δακτυλα σου<br />
που συλλαβιζουν αναρθρα τον πονο</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πλωτοι οι ποθοι<br />
γευονται τη χαρα του ανεφικτου·<br />
κατω από γεφυρες κομμενες<br />
τα πριονιδια του καιρου<br />
και της αγαπης</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα σταθεις στη γωνια να περιμενεις<br />
να χαμηλωσουν τ’ αστρα<br />
να κατέβει ο ουρανος ισαμε το μπόι σου<br />
για να τον πιασεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι παγωμενοι δρομοι<br />
συντηρουν την πίκρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τη φευγαλεα στιγμη ποιος να συλλαβει<br />
σε ποιο ενυδρειο να την κλεισει<br />
μη χαθει<br />
αυτή που γυρεψε έναν οριζοντα πλατυ<br />
λιγο πιο πάνω απ’ τις βουνοκορφες του ονείρου</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εχεις τις ριζες σου καμενες<br />
ενας αερας δυνατος σε κυβερνά</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα χερια που σ’ αγκαλιασαν<br />
στεκουν ακινητα σαν κουτσουρα<br />
πελεκημενα απ’ την οδυνη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ξεθωριασαν τα ματια σου<br />
εγκαταλειπουνε τα σπιτια τους<br />
τους κυριευει η οργη<br />
της πληγωμενης Ανοιξης<br />
του τρυφερου φιλιου<br />
που αγνοηθηκε</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα φυγουν όλα<br />
Τα σπιτια θα χωθουνε μες στη γη,<br />
χωρις παραπονο θα λυγισουν<br />
τα καλοκαιρια<br />
μ’ έναν ηλιο στυφο, κρεμασμενο<br />
σαν κλωναρι ελιας<br />
πανω στα χειλη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να ξεδιψασεις δεν μπορεις<br />
Μικρά τα χερια σου.<br />
Μεσα απ’ τα ματια μου<br />
περνας και χανεσαι<br />
Αδυνατο να σταματησεις<br />
Συνεχεια ταξιδευεις<br />
Σκορπιζεις τη σταχτη πισω σου<br />
μ’ έναν καημο αλλων καιρων</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μπερδευονται οι εικονες<br />
τα προσωπα μας χανονται<br />
μες στο νερο διαλυονται αθορυβα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Δεν εχεις χερια να βαδισεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σιγα σιγα απογυμνωνεσαι απ’ το σωμα σου<br />
Εκει που ησουν δεν υπαρχεις<br />
Εκει που θα’ σαι δεν εισαι τωρα<br />
Ο,τι υπηρξαμε σκορπιζει<br />
Μονο η βροχη σε διαπερνα<br />
αφηνει λιγο απ’ τη δροσια της μοναξιας<br />
κι επειρα χανεται<br />
μεσα στη νυχτα διχως ιχνη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Άλλες εικονες θα’ ρθούν και θα μας δεσουν<br />
σ’ ένα αμφιβολο παρον γεματο παθος<br />
Το σφριγος της αγαπης<br />
θα μας συνεπαρει<br />
θ’ αφησει τα σημαδια του<br />
σα φως μεσα στην ερημο<br />
πλάι στα κοκκαλα που αποσυντιθενται</p>
<p style="padding-left: 40px;">Θα’ ναι τα ματια σου εκει<br />
μεσα στη λασπη και θα βυθιζονται<br />
θα απομακρυνονται ολοενα<br />
Όμως θα’ ναι εκει<br />
και θα φωτιζουνε αδιάκοπα σα φαρος</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πως να σταθει ο ανεμος πάνω στα φυλλα<br />
χωρις να τα ματωσει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα παιδια σερνουν<br />
με αορατους σπαγγους<br />
τα ονειρα της νυχτας<br />
Ενας χαρταετος περνά<br />
και χανεται μες στην ομιχλη</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μενεις να κοιτας απορημενος<br />
με ματια οξειδωμενα<br />
κι εν νεκρο ψαρι<br />
στη θεση της καρδιας<br />
τ’ αστρα κομητες<br />
και το χαμενο οριζοντα</p>
<p style="padding-left: 40px;">Το φεγγαρι με μια κουβερτα<br />
τυλιγει τις πληγες του<br />
και παει να κοιμηθει<br />
πισω απ’ τις βουνοκορφες</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Παλι στη μοναξια θα ακουμπησεις<br />
παλι εκει τον πονο σου θα πεις<br />
παλι εκει τα δακρυα σου θ’ αποθεσεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">Η πιο πιστη σου ερωμενη είναι αυτή<br />
αυτή που κατοικει στους αδειους τοιχους<br />
που ξερει να γελα με το φθινοπωρο<br />
ν’ απλωνει τρυφερα το χερι σρο χειμωνα<br />
αυτή που εχει στα ματια της<br />
ένα βαθυ ουρανο<br />
και μια μεγαλη θαλασσα<br />
γεματη δεντρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">*</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κάθε νυχτα<br />
βγαινουν τα ψαρια στη στερια</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αφηνουν το βυθο και ανεβαινουν<br />
αναζητωντας έναν άλλο ουρανο</p>
<p style="padding-left: 40px;">στην προκυμαια τιναζουν το κορμι τους<br />
να διωξουνε τη σκονη και τα φυκια</p>
<p style="padding-left: 40px;">φωναζουν τα πουλιά<br />
και περπατουν στην παραλια<br />
πιασμενα χερι χερι<br />
απ’ τα φτερα και την ουρα</p>
<p style="padding-left: 40px;">συνομιλουν στη γλωσσα των ανθρωπων<br />
που κοιμουνται<br />
μ’ ένα φεγγαρι μεγαλο<br />
σαν τη θαλασσα<br />
που τους φωτιζει αδιακοπα το δρομο<br />
κάθε νυχτα οι κηποι γεμιζουνε λουλουδια<br />
τα δεντρα ζουνε τη δικη του Ανοιξη<br />
που ξεψυχά και χανεται τη μερα</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>1. ΡΩΓΜΕΣ</strong></h4>
<p>Ένας ήλιος<br />
ανάπηρος<br />
όλο ουλές`<br />
τυλίγομαι<br />
τον μαύρο<br />
ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Τρύπησε το ντεπόζιτο<br />
και στάζει η ψυχή μου</p>
<p>*</p>
<p>Στην ερημιά<br />
ρίχνω τον κουβά<br />
κι αντλώ<br />
απ΄ την ψυχή μου</p>
<p>*</p>
<p>Κομπολογάκι<br />
δάκρυα<br />
για να μετρώ<br />
τον πόνο</p>
<p>*</p>
<p>Ένα σύννεφο<br />
ήρθε και κάθισε<br />
πάνω μου<br />
και βρέχει</p>
<p>*</p>
<p>Φλόγα λεπτή<br />
η ψυχή σου`<br />
βελόνα<br />
που τρυπά<br />
τη νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Σωσίβιο το φιλί σου<br />
μικρή παράταση<br />
ζωής<br />
στον επικείμενο<br />
πνιγμό</p>
<p>*</p>
<p>Το τελευταίο σου<br />
φιλί<br />
ταρίχευσα<br />
για πάντα</p>
<p>*</p>
<p>Τρέμουν τα χείλη`<br />
ούτε μια λέξη<br />
πριν τη μεγάλη<br />
νεροποντή</p>
<p>*</p>
<p>Άστραψαν τα μάτια<br />
έπεσε ο κεραυνός<br />
ορφάνεψε απόψε<br />
μια καρδιά</p>
<p>*</p>
<p>Με μαρτυρούν<br />
τα χέρια σου<br />
που λείπουν`<br />
μες στον αέρα<br />
τα σημάδια<br />
που αφήνουν</p>
<p>*</p>
<p>Είναι<br />
το πρόσωπό σου<br />
φεγγάρια<br />
τρύπια<br />
φαγωμένα,<br />
που με κοιτάζουν<br />
τρυφερά</p>
<p>*</p>
<p>Οβάλ το σχήμα<br />
των ματιών σου`<br />
ένα γαλάζιο κρύο<br />
όλο ρωγμές`<br />
δέντρο γυμνό<br />
σε γκρεμισμένο<br />
σπίτι<br />
*</p>
<p>Περιπολίες μοναξιάς<br />
τις νύχτες<br />
στο κορμί σου</p>
<p>*</p>
<p>Λείπεις<br />
στη θέση σου<br />
ένα ξεριζωμένο<br />
δέντρο</p>
<p>*<br />
Ούτε στον ύπνο<br />
η σιωπή<br />
δεν με χορταίνει</p>
<p>*</p>
<p>Ξέμεινε από καύσιμα<br />
ο έρωτας<br />
ούτε ένα δώρο<br />
στην καρδιά του χειμώνα</p>
<p>*</p>
<p>Από τη μέσα πόρτα<br />
του καιρού<br />
ξανανοίγει ένα παράθυρο`<br />
μια χαραμάδα<br />
βρόχινη σιωπή<br />
δέντρο πολύκλωνο<br />
σε λυπημένο κήπο</p>
<p>*</p>
<p>Κάποτε<br />
τα κομμένα χέρια<br />
θα φυτρώσουν στη μάντρα<br />
και οι φλέβες<br />
θα φυτρώσουν αγιόκλημα<br />
στο μακρύ τους ταξίδι</p>
<p>*</p>
<p>Συλλαβίζεις<br />
το νόημα<br />
του άδειου ρούχου<br />
στη λυσσασμένη<br />
νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Πλημμυρίζει<br />
η νύχτα`<br />
ανεβαίνουν<br />
τα νερά<br />
στο στήθος<br />
σε σκεπάζουν</p>
<p>*</p>
<p>Σύννεφα αναβλύζουν<br />
τα μάτια σου<br />
και σκοτεινιάζεις`<br />
βροχή κρυστάλλινη<br />
τυλίγει το κορμί σου<br />
ο δρόμος χάνεται<br />
στην παγωνιά</p>
<p>*</p>
<p>Έρχονται πάλι οι νύχτες<br />
εκεί να χωθείς,<br />
να χαθείς,<br />
μ΄ ένα φεγγάρι αόρατο,<br />
ζεστό,<br />
να φωτίζει υποδόρια<br />
τον κόρφο σου</p>
<p>*</p>
<p>Βέβηλα μάτια σε κοιτάζουν<br />
βυθίζεσαι<br />
χωρίς σκάφανδρο<br />
ακέραιος βυθίζεσαι.<br />
Μ΄ ένα χαμόγελο ζωής<br />
λανθάνον,<br />
σε κρύπτη μυστική<br />
ενταφιάζεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Αποσύρεσαι<br />
ξερός κορμός<br />
ανέστιος,<br />
χωρίς ρίζες,<br />
χωρίς κλαδιά<br />
αποσύρεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα φεύγεις,<br />
απομακρύνεσαι`<br />
χάνεται η φωνή σου,<br />
λυγίζει το βλέμμα σου.<br />
Σιγά-σιγά<br />
μες σε πηγάδι απύθμενο βουλιάζεις</p>
<p>*</p>
<p>Σαρώνει<br />
η νύχτα`<br />
εκλιπαρείς<br />
για λίγο<br />
φως</p>
<p>*</p>
<p>Αδειάζουν<br />
οι μέρες`<br />
μάταια<br />
τις σκεπάζεις<br />
με το σώμα σου</p>
<p>*</p>
<p>Κλειστοί οι δρόμοι<br />
ανοίγεις τρύπες<br />
στο σώμα σου<br />
και φεύγεις</p>
<p>*</p>
<p>Φεύγεις<br />
μ΄ όλα τα μυστικά<br />
φυλαγμένα στο στήθος</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο σημάδι<br />
η σκιά<br />
που αφήνεις<br />
πίσω σου</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε ένα ίχνος<br />
δεν άφησες`<br />
σα ξαφνική<br />
μπόρα<br />
πέρασες<br />
χάθηκες</p>
<p>*</p>
<p>Βομβαρδισμένες οι ψυχές<br />
αιχμάλωτες,<br />
σε διαρκή ομηρία`<br />
ανάβεις ένα κερί,<br />
προσεύχεσαι`<br />
χωρίς άλλες απώλειες<br />
να περάσει<br />
κι αυτή η μέρα</p>
<p>*</p>
<p>Όταν βρέχει<br />
τα πρόσωπά μας διαλύονται<br />
όπως τα άστρα<br />
στο φανέρωμα της μέρας.<br />
Έξω απ΄ το σπίτι,<br />
όλα τα αινίγματα<br />
ωριμάζουν σιωπηλά<br />
μες στον πικρό καρπό τους</p>
<p>*</p>
<p>Τα λόγια αυτά είναι τα τελευταία.<br />
Ανάμεσά μας ένα σύννεφο<br />
που μεγαλώνει`<br />
η πεδιάδα των δισταγμών,<br />
η δοκιμασία της ερήμου.<br />
Πίσω απ΄ τον καθρέφτη<br />
το μυστικό είδωλο,<br />
το ανείδωτο πρόσωπο`<br />
ένα κρυφό φως<br />
που διαφεύγει</p>
<p>*</p>
<p>Ποια υποψία<br />
ακυβέρνητου νερού<br />
στη λίμνη;<br />
Πρόσωπα<br />
διπλωμένα στα δύο<br />
μες στο νερό`<br />
χέρια απροσπέλαστα<br />
στην πρωινή ομίχλη</p>
<p>*</p>
<p>Ραγισμένα λόγια,<br />
άχρηστες χειρονομίες,<br />
σακατεμένες`<br />
όταν η καρδιά<br />
μεταναστεύει<br />
καλύτερη η σιωπή</p>
<p>*</p>
<p>Πυκνό πέφτει το χιόνι`<br />
χειμώνας`<br />
τοπίο λευκό.<br />
Χειρονομίες και λόγια<br />
που αστόχησαν<br />
και ταξιδεύουν<br />
ασυντρόφευτα<br />
στο χάος</p>
<p>*</p>
<p>Όλο και πληθαίνουν<br />
τα λόγια`<br />
όλο και λιγοστεύουν<br />
οι πράξεις</p>
<p>*</p>
<p>Μικραίνουν τα όνειρα<br />
για να χωρέσουν<br />
στις κλειστές καρδιές</p>
<p>*</p>
<p>Άνυδρα<br />
τα λόγια σου<br />
χωρίς τον ήλιο<br />
μέσα τους`<br />
προορισμένα<br />
στον χαμό</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε μια λέξη<br />
δεν κατάφεραν να πουν`<br />
γρήγορα κύλησε<br />
η ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Ό,τι δεν είπαν<br />
ό,τι δεν έκαναν<br />
τον βασανίζει`<br />
ναυάγια ζωής<br />
που ξέμειναν για πάντα<br />
στον βυθό</p>
<p>*</p>
<p>Μαραίνεται το φυτό<br />
στο κατώφλι`<br />
όπως μαραίνεται<br />
το κορμί<br />
στο έρημο σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Απλώνει σα λεκές<br />
η μοναξιά`<br />
ένα μικρό αιμάτωμα<br />
που με τα χρόνια<br />
μεγαλώνει</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχει νόημα<br />
η μεταμέλεια`<br />
όταν πληγεί<br />
ο πυρήνας<br />
χάνεται η ζωή<br />
δεν επανέρχεται</p>
<p>*</p>
<p>Όταν κοπούν<br />
τα χέρια,<br />
τα δάχτυλα<br />
ταξιδεύουν μόνα,<br />
άδειες βάρκες<br />
ναυαγισμένες</p>
<p>*</p>
<p>Ούτε μπρος<br />
ούτε πίσω`<br />
παντού<br />
εγκαταλειμμένες μάντρες<br />
με άχρηστα υλικά</p>
<p>*</p>
<p>Αποδημία<br />
του μαύρου<br />
σπασμένα φτερά<br />
αγγέλων<br />
εξόριστα βράχια<br />
στον ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Μεσίστιο<br />
το κορμί<br />
μέσα στο σκάφος<br />
τρύπιο<br />
σκοτεινό</p>
<p>*<br />
Μες στον ωκεανό,<br />
άστρο<br />
σχεδία<br />
η ψυχή,<br />
που ταξιδεύει<br />
μόνη</p>
<p>*</p>
<p>Πίσω απ΄ τον τοίχο<br />
δέντρα νεκρά<br />
υψώνουν τα χέρια τους<br />
στον ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Μες σε πηγάδι<br />
φωνή έγκλειστη<br />
από καιρό</p>
<p>*</p>
<p>Η γη αφιλόξενη<br />
κι ο ουρανός<br />
μια ουτοπία</p>
<p>*</p>
<p>Είδωλο<br />
ραγισμένο καθρέφτη<br />
η ζωή<br />
λιγνό φως<br />
που υποκύπτει</p>
<p>*</p>
<p>Αλλάζουν όλα<br />
περιοδεύων θίασος<br />
η ζωή,<br />
σα σκηνικό θεάτρου</p>
<p>*</p>
<p>Ζωή σαβανωμένη<br />
στην πυρά,<br />
στάχτη<br />
που την σκορπίζει<br />
ο άνεμος</p>
<p>*</p>
<p>Ζευγάρι ταιριαστό<br />
ο θάνατος και η ζωή<br />
εκείνη του χαρίζει<br />
την δροσιά της<br />
αυτός το αιώνιο φιλί</p>
<p>*</p>
<p>Αιμάτινο βρέχει σκοτάδι<br />
κλείνει η αυλαία,<br />
ξεθωριάζει η εικόνα του κόσμου</p>
<p>*</p>
<p>Πόσο πολύ<br />
ματώνει η σιωπή<br />
πόσο πολύ<br />
σωπαίνουνε οι λέξεις</p>
<p>*</p>
<p>Πληγώνει το φως<br />
ολοένα και λιγοστεύει<br />
Στήνουν παγίδες<br />
τα χαλάσματα`<br />
χορταίνει η νύχτα<br />
κόκκινες κραυγές</p>
<p>*</p>
<p>Στραγγίζει η λύπη<br />
κατακαθίζει<br />
στο βυθό</p>
<p>*</p>
<p>Πέρα από τη λύπη<br />
ένα βλέμμα τεφρό<br />
ντυμένο στην ορφάνια</p>
<p>*</p>
<p>Όστρακο κλειστό<br />
η οδύνη`<br />
απροσπέλαστη</p>
<p>*</p>
<p>Σαν το κερί<br />
που σιγοκαίει<br />
ο πόνος</p>
<p>*</p>
<p>Κραυγή<br />
από κόκκινα φύλλα`<br />
ασυλλάβιστος πόνος<br />
στα χείλη</p>
<p>*</p>
<p>Ολόκληρος<br />
μια κραυγή<br />
που εκρήγνυται<br />
στα σκοτεινά</p>
<p>*</p>
<p>Ένας λυγμός<br />
που περιφέρεται<br />
άσκοπα<br />
μες στο σκοτάδι<br />
ασυντρόφευτος</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρη οθόνη<br />
η μνήμη`<br />
κραυγές πνιγμένων<br />
που καλούν<br />
σε βοήθεια<br />
κι έπειτα<br />
μια νεκρική σιγή<br />
σαν χιονισμένη πεδιάδα</p>
<p>*</p>
<p>Σα ρόδα<br />
σκάζουν τα μάτια<br />
κι από μέσα αναδύονται<br />
πουλιά,<br />
φτερά και ερείπια`<br />
ένα φεγγάρι κόκκινο,<br />
χωρίς σημαία,<br />
πέρασμα σκοτεινό<br />
στο ασάλευτο κύμα</p>
<p>*</p>
<p>Ήρθαν μέρες περίεργες<br />
λουσμένες απ΄ έξω<br />
κι από μέσα τεφρές`<br />
σώματα ακέφαλα<br />
πεταμένα στους δρόμους,<br />
αγωνία κι ατσάλι,<br />
και στα χέρια<br />
ένα βιολί λυπημένο,<br />
εξόριστο<br />
κρεμασμένο ανάποδα,<br />
μακριά απ΄ τη θήκη<br />
να κρατάει το ίσο</p>
<p>*</p>
<p>Φυσάει ο αγέρας ασταμάτητα`<br />
κτυπούν οι πόρτες τα παράθυρα.<br />
Ναυαγισμένοι δρόμοι.<br />
Μένουν μετέωρα τα φύλλα,<br />
εκστατικά, αδέητα,<br />
μέσα στης τρικυμίας τη γαλήνη</p>
<p>*</p>
<p>Καθώς πέφτει η βροχή<br />
επίμονα πάνω στα χρόνια<br />
όλο και πιο πολύ<br />
φαίνεται η εκδορά στο πρόσωπο,<br />
λογαριασμοί μετέωροι<br />
που λησμονήθηκαν,<br />
κάτι σκασίματα<br />
στην όψη του κορμιού,<br />
ένα χαμόγελο γεμάτο ουλές,<br />
σαν το τραγούδι της βροχής<br />
στις λαμαρίνες</p>
<p>*</p>
<p>Σταγόνες από υδράργυρο`<br />
φωνές<br />
που θρυμματίζονται<br />
σιωπηλά<br />
τη νύχτα<br />
Βήματα<br />
μακρινής πομπής<br />
πέρα<br />
απ΄ το θαμπό τζάμι</p>
<p>*</p>
<p>Η πέτρινη πόρτα<br />
ανοίγει<br />
προβάλλει<br />
το κερί<br />
με τον σπασμένο<br />
ήχο</p>
<p>*</p>
<p>Το χέρι<br />
κρεμασμένο<br />
απ΄ το ταβάνι<br />
σαν λάμπα<br />
που ολοένα σβήνει</p>
<p>*</p>
<p>Ο βαρκάρης<br />
ψαρεύει<br />
κόκκινα ψάρια<br />
στα μαύρα νερά</p>
<p>*</p>
<p>Νόμισμα αργυρό<br />
φεγγάρι<br />
Καβάλα στο βουνό</p>
<p>*</p>
<p>Όλη νύχτα<br />
πυρκαγιά<br />
και βροχή<br />
από άστρα</p>
<p>*</p>
<p>Μικρές ρωγμές<br />
στην πέτρινη νύχτα<br />
θραύσματα σελήνης<br />
από γρανίτη</p>
<p>*</p>
<p>Ένα λιγνό φωνήεν<br />
ασυντρόφευτο<br />
σαν άστρο<br />
καρφωμένο στην πλαγιά</p>
<p>*</p>
<p>Χάλκινα φεγγάρια<br />
πέφτουν τη νύχτα<br />
σα βροχή<br />
πάνω στα δέντρα</p>
<p>*</p>
<p>Αγρυπνία<br />
μεγαλώνει το γρασίδι<br />
στις ράγες.<br />
Χέρια λυχνάρια<br />
φυτρώνουν στις γλάστρες<br />
τις νύχτες.<br />
Περίκλειστο φως<br />
χώμα και ρίζες<br />
σ΄ ένα κορμί φεγγαρίσιο<br />
βαμμένο ιώδιο</p>
<p>*</p>
<p>Μες στις σιδηροτροχιές<br />
πέφτουν τα άστρα<br />
μαλακά<br />
σαν χιόνι<br />
κομμάτια εξόριστου<br />
ουρανού,<br />
καρποί ολόφωτοι,<br />
ευδόκιμοι<br />
στην στίλβουσα γαλήνη</p>
<p>*</p>
<p>Έρχεται η Άνοιξη<br />
και τα κορίτσια<br />
γίνονται αμυγδαλιές<br />
που σκαρφαλώνουν<br />
στις στέγες<br />
Αν γυρίσεις να κοιτάξεις<br />
θα δεις το σπίτι<br />
να πλέει στη θάλασσα<br />
μ΄ όλα τα φώτα σβηστά<br />
Ένας καπνός εξόριστος<br />
στις καμινάδες<br />
κι η μυρωδιά του φθινοπώρου.<br />
Εμείς θα έχουμε φύγει από καιρό</p>
<p>*</p>
<p>Όρθιοι οι νεκροί<br />
αμίλητοι<br />
σαν κυπαρίσια<br />
ασάλευτα,<br />
σφηνωμένα<br />
στο χώμα</p>
<p>*</p>
<p>Αγκαλιά<br />
με το φεγγάρι<br />
πομπτή ατελείωτη<br />
νεκρών</p>
<p>*</p>
<p>Χιλιάδες οι νεκροί,<br />
σαν πυροφάνια<br />
σε πύρινο<br />
κλοιό</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχει τόπο<br />
η λύπη<br />
να καθίσει.<br />
Απ΄ τις ρωγμές<br />
εισβάλλουν οι νεκροί<br />
με τα θλιμμένα<br />
μάτια</p>
<p>*</p>
<p>Ολομόναχοι οι νεκροί<br />
στα οδοφράγματα<br />
υπερασπίζονται<br />
τη μνήμη τους</p>
<p>*<br />
Πού πήγαν οι νεκροί;<br />
πού χάθηκαν;<br />
ούτε μια συλλαβή<br />
δεν έμεινε`<br />
αύτανδρους<br />
τους κατάπιε<br />
η ιστορία</p>
<p>*<br />
Όσοι αγωνίστηκαν<br />
αποδημήσανε νωρίς`<br />
αυτοί που επέζησαν<br />
κυκλοφορούν τις νύχτες<br />
σαν νεκροί</p>
<p>*</p>
<p>Για μια ιδέα<br />
αθέατη<br />
στους άλλους<br />
αγωνίστηκε<br />
ολόκληρη ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Ζει στο περιθώριο<br />
χωρίς<br />
να ξεθωριάζει</p>
<p>*</p>
<p>Για το ελάχιστο ο αγώνας,<br />
για κείνο το λιγοστό φως<br />
πάνω στο μνήμα`<br />
για ένα μικρό κλωνάρι<br />
ανθισμένους στίχους<br />
στον ξερό βράχο</p>
<p>*</p>
<p>Από μία λάθος νότα<br />
από έναν ήχο παράταιρο<br />
χαλάει η ζωή,<br />
όπως η μουσική<br />
όπως το ποίημα</p>
<p>*</p>
<p>Σα ναρκοπέδιο το ποίημα μοιάζει`<br />
η κάθε λέξη και μια νάρκη,<br />
βάζοντας στοίχημα<br />
με τη ζωή ή τον θάνατο</p>
<p>*</p>
<p>Ακουμπάς στο ποίημα<br />
όπως στο στήθος<br />
αγαπημένου νεκρού</p>
<p>*</p>
<p>Δεν έχω άλλο όπλο<br />
πάρεξ το στίχο,<br />
που ζητάει να βρει<br />
πέρασμα προς τον ήλιο.<br />
Έτσι που φυλακίστηκε<br />
το φως<br />
αργεί να δραπετεύσει</p>
<p>*</p>
<p>Χωρίς άγκυρες<br />
ταξιδεύουν οι λέξεις</p>
<p>*</p>
<p>Η όξινη βροχή<br />
οξείδωσε τους στίχους,<br />
τρύπησε την καρδιά<br />
και στάζει<br />
μες στις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Μπάζει νερά<br />
το ποίημα,<br />
σα σκάφος που βουλιάζει`<br />
ούτε μια λέξη ζωντανή<br />
να μπαλώσει την τρύπα,<br />
να εμποδίσεις για λίγο<br />
την επερχόμενη σήψη</p>
<p>*</p>
<p>Άστεγη<br />
έμεινε η ποίηση<br />
και περιφέρεται<br />
στους δρόμους<br />
ζητιανεύοντας</p>
<p>*</p>
<p>Ναυάγιο η ποίηση<br />
κι ο ποιητής<br />
ο ναυαγός</p>
<p>*</p>
<p>Διαμελισμένα<br />
κορμιά<br />
οι λέξεις`<br />
κομματιασμένες,<br />
βουβές,<br />
πεθνοφορούσες</p>
<p>*</p>
<p>Λέξεις εφήμερες<br />
που μάχονται<br />
με τα άγρια<br />
κύματα</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>2. ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΜΕΘΟΡΙΟ</strong></h4>
<p>Κλαδιά<br />
φορτωμένα ελιές<br />
ο κόσμος σου`<br />
ελαφρά τον τινάζεις<br />
και γεμίζουν τα χέρια<br />
καρπούς</p>
<p>*</p>
<p>Ρίζωσα<br />
στα στήθη σου<br />
πλουτίζω<br />
απ’ το χυμό σου</p>
<p>*</p>
<p>Σαν τριαντάφυλλα<br />
τα μάτια σου,<br />
αιμάτινα`<br />
όλο φωτιές</p>
<p>*</p>
<p>Κεριά που ανάβουνε<br />
τα μάτια σου<br />
τη νύχτα</p>
<p>*</p>
<p>Τα δυο σου μάτια<br />
φάροι<br />
που φωτίζουν<br />
το σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Ο ήλιος εγκαταστάθηκε<br />
στα μάτια σου<br />
και με ζεσταίνει</p>
<p>*</p>
<p>Βάλσαμο<br />
η εικόνα σου<br />
καθώς διαβαίνεις</p>
<p>*</p>
<p>Είσαι ο καθρέφτης<br />
που μέσα του<br />
αναδύεται<br />
το πρόσωπό μου</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στην έρημο<br />
η ανάσα σου<br />
με συντροφεύει</p>
<p>*</p>
<p>Τι απαλό το χέρι σου<br />
σαν γάζα<br />
μου γιατρεύει<br />
τις πληγές</p>
<p>*</p>
<p>Όπου κι αν πάω<br />
έρχεσαι πίσω μου`<br />
σκιά μου έχεις γίνει,<br />
θερμό πανωφόρι<br />
στις κρύες μέρες<br />
του χειμώνα</p>
<p>*</p>
<p>Ένα λεπτό χέρι<br />
μίσχος,<br />
ευωδιαστό χαμόγελο<br />
βροχή από άστρα,<br />
θωπεία τρυφερή`<br />
δίπλα μου εσύ,<br />
μορφή ασάλευτη<br />
καρτερική`<br />
μαζί σου η κάθοδός μου<br />
μυρωδικά γεμάτη</p>
<p>*</p>
<p>Την ώρα που κοιμάσαι<br />
φιλώ τον ύπνο σου,<br />
τα χείλη,<br />
την ψυχή.<br />
Αθόρυβα<br />
πλάι σου<br />
από το διπλανό δωμάτιο.<br />
Βελούδινα δάκτυλα<br />
η αγάπη μου<br />
στο μέτωπό σου`<br />
σαν φάντασμα αέρινο,<br />
ακοίμητος άγγελος,<br />
σε αγκαλιάζω</p>
<p>*</p>
<p>Με πολιορκεί<br />
το βλέμμα σου,<br />
με κυριεύει.<br />
Σκόνη γίνομαι,<br />
καπνός,<br />
που σκορπίζει<br />
στον άνεμο</p>
<p>*</p>
<p>Άστρα τα χέρια σου,<br />
αμφορείς,<br />
φρουροί ακοίμητοι`<br />
κυπαρίσσια<br />
ασάλευτα,<br />
που αγκαλιάζουν<br />
το ετοιμόρροπο<br />
σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Ήλιος πορφυρός<br />
ανατέλλεις<br />
μέσα μου`<br />
απρόσμενη βροχή<br />
σε εγκαταλειμμένο<br />
κήπο</p>
<p>*</p>
<p>Πλάι σου μαθαίνω<br />
το σκοτεινό νόημα<br />
του έρωτα,<br />
το τραγούδι της ζωής<br />
στη μαύρη λίμνη<br />
του θανάτου</p>
<p>*</p>
<p>Άγγελος είσαι,<br />
μικρός,<br />
χειροποίητος,<br />
καθημερινός`<br />
πηγάδι δροσερό<br />
στην έρημο,<br />
προσκέφαλο<br />
γαλήνης`<br />
άστρο περίλαμπρο<br />
τη νύχτα,<br />
που φωτίζει</p>
<p>*</p>
<p>Μου χαρίζεις δροσιά<br />
σου χαρίζω πόνο`<br />
όλο και μεγαλώνει<br />
το χρέος<br />
αδύνατο<br />
να σε εξοφλήσω.<br />
Η τόση πρόσφορα σου<br />
με σκοτώνει</p>
<p>*</p>
<p>Οι ανεπίδοτες επιστολές<br />
προσάναμμα στη μοναξιά,<br />
για να ζεστάνω τον χειμώνα<br />
το κορμί μου</p>
<p>*</p>
<p>Η τόση τρυφερότητα<br />
μοιάζει με μαχαιριά,<br />
σαν την κραυγή<br />
ετοιμοθάνατου<br />
στη σιωπή της νύχτας</p>
<p>*</p>
<p>Μακριά και λεπτά<br />
είναι του έρωτα<br />
τα χέρια,<br />
ασημένιες κλωστές<br />
που υφαίνουν<br />
την πίκρα`<br />
χέρια επικίνδυνα,<br />
ανάλαφρα,<br />
κατάλληλα<br />
για τρυφερότητα<br />
και για πνιγμό</p>
<p>*</p>
<p>Ύμνος στον έρωτα<br />
τα λόγια αυτά και τίποτε άλλο`<br />
τώρα που τρεμοπαίζει<br />
η ζωή,<br />
αδύναμη,<br />
σαν κεριού<br />
τη φλόγα,<br />
έτοιμη να σβήσει</p>
<p>*<br />
Όρθια πλάι<br />
στο δέντρο<br />
ανασαίνει`<br />
θαρρείς φωτίζεται<br />
ο κόσμος όλος</p>
<p>*</p>
<p>Κάθεται απέναντι<br />
και τον κοιτάζει`<br />
επίμονα τον κοιτάζει`<br />
κλαδάκι αδύναμο,<br />
λεπτό`<br />
αίφνης μεταμορφώνεται<br />
σε πλάτανο,<br />
τον προστατεύει</p>
<p>*</p>
<p>Αντίδοτο<br />
στη μοναξιά<br />
ο έρωτας`<br />
αντίδοτο<br />
στο πικρό<br />
χέρι<br />
του θανάτου</p>
<p>*</p>
<p>Αντέχει ακόμα<br />
ο έρωτας`<br />
γυμνός<br />
μες στον σκληρό του<br />
δίσκο<br />
απρόσκοπτα ανθίζει</p>
<p>*</p>
<p>Από την κοπριά<br />
του θανάτου<br />
ανθίζει ο έρωτας</p>
<p>*<br />
Έρως ανάλαφρος<br />
λιγνός,<br />
σαν ρίγος λεύκας</p>
<p>*</p>
<p>Ζευγάρια<br />
που υπερίπτανται`<br />
στρόβιλος<br />
ερωτευμένων δέντρων<br />
Στο γυμνό κλαδί<br />
στενάζει<br />
τ΄ αηδόνι</p>
<p>*</p>
<p>Αντί για λέξη<br />
ένα τοπίο ματωμένο<br />
που συνέχεια<br />
αιμορραγεί</p>
<p>*</p>
<p>Είναι κάποια χρώματα<br />
που δεν τα βλέπεις,<br />
που δεν τα είδες<br />
ποτέ`<br />
που τα ονειρεύεσαι<br />
μέρες και νύχτες,<br />
που ζούνε μέσα σου<br />
χωρίς<br />
να το γνωρίζεις<br />
σαν τη ζωή που φεύγει δίπλα μας</p>
<p>*</p>
<p>Μ΄ ένα σύννεφο<br />
ντυμένο στα μοβ<br />
ξυπνά ο ουρανός<br />
άσκεποι ήχοι,<br />
οκτάβες της βροχής<br />
στα μουσκεμένα δέντρα<br />
στα μονοπάτια<br />
του κορμιού<br />
φτερά και φύλλα<br />
βλεφαρίζουν</p>
<p>*</p>
<p>Μετάγγιση ζωής<br />
το μαύρο αίμα μου<br />
αν σου ταιριάζει<br />
πάρε τα χείλη μου<br />
να τα έχεις φυλαχτό,<br />
πάρε τα μάτια μου<br />
για να σε συντροφεύουν,<br />
πάρε την καρδιά μου<br />
και βάλε την<br />
μες την καρδιά σου<br />
για ν΄ ανθίσει</p>
<p>*</p>
<p>Να μου μιλάς συνέχεια,<br />
έστω<br />
με λόγια άηχα<br />
να μου μιλάς`<br />
με βλέμμα έναστρο<br />
να με κοιτάζεις,<br />
όταν ανάβουνε<br />
τα πρώτα φώτα<br />
όταν αρχίζει<br />
να πέφτει το σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Από το χέρι σου<br />
θα πιω<br />
τις τελευταίες σταγόνες<br />
του ήλιου,<br />
λίγο πριν κιτρινίσουνε<br />
και πέσουνε τα φύλλα το φθινόπωρο,<br />
λίγο πριν έρθει<br />
η παγωνιά,<br />
η τελευταία<br />
χειμωνιάτικη εισβολή,<br />
την ύστατη αποδημία<br />
αναγγέλλοντας</p>
<p>*</p>
<p>Τώρα που φεύγω<br />
δεν σ΄ αποχαιρετώ<br />
αφήνω τη σκιά μου<br />
μέσα στα όνειρα σου<br />
να ριζώσει`<br />
στο κάθε βήμα σου<br />
αθόρυβα<br />
να κατοικήσει<br />
συνοδός</p>
<p>*</p>
<p>Κόψε μου το χέρι,<br />
να περιφράξω<br />
τη μοναξιά σου,<br />
με δάκρυα<br />
να στολίσω<br />
την πίκρα σου<br />
μέσα στην έρημο<br />
που απλώνεται<br />
μπροστά σου<br />
σταυρός ολόρθος<br />
θα υψώνεται<br />
ο έρωτας,<br />
ακατανίκητος</p>
<p>*</p>
<p>Αθόρυβα,<br />
διακριτικά,<br />
σέρνεις τον πόνο σου.<br />
Μέσα<br />
σε θερμοκοιτίδα<br />
την συντηρείς,<br />
τον περιθάλπεις</p>
<p>*</p>
<p>Συνηθίζεις<br />
τον θάνατο<br />
σιγά-σιγά.<br />
Σε συντροφεύει<br />
αθόρυβα<br />
τις νύχτες<br />
σαν τη βροχή<br />
του φθινοπώρου<br />
στα πεσμένα<br />
φύλλα,<br />
σα μουσική<br />
σιωπηλή<br />
μέσα στις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Ανάλαφρος φεύγω<br />
χωρίς αποσκευές,<br />
από το βάρος<br />
του κορμιού<br />
που ερημώνει</p>
<p>*</p>
<p>Προπάντων<br />
όχι πίκρα,<br />
για το σύντομο<br />
αυτό<br />
και μακρινό<br />
ταξίδι</p>
<p>*</p>
<p>Όχι θρήνοι,<br />
όχι οδυρμοί,<br />
όχι κοιλάδα<br />
στεναγμών`<br />
τραγούδι σιωπηλό,<br />
λευκή γαλήνη,<br />
πεδιάδα ατελείωτη<br />
με άσπιλο<br />
χιόνι</p>
<p>*</p>
<p>Έστω αυτό το άγγιγμα<br />
να μείνει<br />
αχνό αποτύπωμα<br />
περιπλανώμενου φιλιού<br />
πάνω στο μέτωπό σου</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο γι΄ αυτό<br />
το ελάχιστο,<br />
το μέγιστο,<br />
να με θυμούνται`<br />
για τη σιωπή<br />
που έγινε έρωτας<br />
και πράξη`<br />
για το ανάλαφρο<br />
περπάτημα,<br />
μες στην οδύνη,<br />
για την ευπρέπεια<br />
της ποίησης<br />
που δεν πληγώνει</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στο μνήμα<br />
οι νεόνυμφοι<br />
σφιχτά αγκαλιασμένοι<br />
την ευτυχία<br />
απολαμβάνουν</p>
<p>*</p>
<p>Μέσα στο μνήμα εδώ,<br />
τα τρυφερά τα μάτια σου<br />
σαν σκέφτομαι,<br />
αναρριγεί θαρρείς<br />
μια δόση ευτυχίας,<br />
βάλσαμο και παρηγοριά,<br />
ανάχωμα,<br />
στη γρήγορη αποσύνθεση</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι<br />
να κατοικήσεις<br />
δε μπορείς`<br />
είναι η άλλη όχθη<br />
του καημού<br />
με τα κόκκινα άνθη<br />
και το τρύπιο φεγγάρι.<br />
Με νόημα μόνο<br />
σου μιλώ,<br />
με τον ψίθυρο του αέρα.<br />
Σύννεφο η αγάπη μου`<br />
περνάει τις νύχτες<br />
απέναντι,<br />
πικρή ασημένια<br />
βροχή<br />
ραντίζει τον ύπνο σου.<br />
Μείνε εκεί<br />
εδώ που βρίσκομαι<br />
ο τόπος αδιάβατος,<br />
να κατοικήσεις<br />
δεν μπορείς</p>
<p>*</p>
<p>Τι ηδυπαθές<br />
τι σκοτεινό<br />
και παρατεταμένο<br />
το φιλί τους στο λεωφορείο`<br />
σαν επιτάφιος θρήνος,<br />
αποχαιρετισμός<br />
στην άνοιξη που φεύγει,<br />
καθώς ανοίγει η πόρτα<br />
και το κορίτσι<br />
στρίβει στη στροφή<br />
και χάνεται για πάντα</p>
<p>*</p>
<p>Μαζί πορεύονται στη μοναξιά,<br />
μαζί σφυρηλατούν<br />
τα χρόνια που περνούν,<br />
μαζί τα απογεύματα<br />
στην παραλία κατεβαίνουν`<br />
τα τσακισμένα βήματά τους<br />
σέρνουν στο πλακόστρωτο,<br />
στην ίδια πάντα<br />
νικηφόρα αναμέτρηση.<br />
Πλέκουν τα δάκτυλα<br />
αντιστέκονται`<br />
η τρυφερή αφή<br />
τους συντροφεύει,<br />
καθώς σβήνει<br />
διαλύεται μες στο σκοτάδι.<br />
Σαν έρωτας αειθαλής<br />
το βάδισμά τους,<br />
φέγγει στα χαλάσματα<br />
την ώρα που επιστρέφουν</p>
<p>*</p>
<p>Τα πάντα ρει<br />
και ο έρωτας μένει</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>3. ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ</strong></h4>
<p>Ο ένας άνθρωπος<br />
τρώει τον άλλον,<br />
θέλει πολλούς<br />
για να χορτάσει·<br />
ανάγκη έχει<br />
μεγάλη·<br />
αν παραλείψει<br />
μία μέρα<br />
από ασιτία<br />
κινδυνεύει<br />
να πεθάνει</p>
<p>*</p>
<p>Όταν γελάω κλαις,<br />
όταν κλαίω γελάς,<br />
σε κάθε ευτυχία μου<br />
στενάζεις,<br />
κι όταν βουλιάζω<br />
θριαμβεύεις.<br />
Φίλος μου είσαι ανεκτίμητος,<br />
παντού το διαλαλείς·<br />
με βούλα και υπογραφή<br />
το αποδεικνύεις</p>
<p>*</p>
<p>Γλυκόλογα μη λες·<br />
άσε τα καλοπιάσματα<br />
και μη χαμηλοβλέπεις.<br />
Προπάντων<br />
μη με αγκαλιάζεις·<br />
το ξέρω μέσα σου<br />
πως είσαι έτοιμος<br />
για να με θάψεις</p>
<p>*</p>
<p>Όχι μισάνθρωπος·<br />
μισός άνθρωπος,<br />
από τα βόλια<br />
των ανθρώπων</p>
<p>*</p>
<p>Η απόφαση<br />
ήταν ομόφωνη<br />
νεκρών και ζωντανών.<br />
Στο μνήμα<br />
η δεξίωση να γίνει·<br />
να μην αδικηθεί<br />
κανείς·<br />
όλοι μαζί να συμμετέχουν</p>
<p>*</p>
<p>Ακονίζουν τα μαχαίρια·<br />
μπροστά ο μπουφές·<br />
είναι όλοι έτοιμοι<br />
σε θέση μάχης·<br />
ποιος πρώτος<br />
θα προλάβει,<br />
ποιος θα χορτάσει<br />
πιο πολύ<br />
ποιος πρώτος<br />
στο κόκκαλο<br />
θα φτάσει</p>
<p>*</p>
<p>Κήδευε τη ζωή του<br />
κάθε μέρα·<br />
όταν ήρθε ο θάνατος<br />
δεν είχε τίποτε<br />
για να κηδέψει</p>
<p>*</p>
<p>Τέσσερις<br />
τον κουβαλούσαν<br />
με δυσκολία·<br />
αν και ελαφρύς<br />
είχε πολύ<br />
βαρύνει<br />
η ζωή του</p>
<p>*</p>
<p>Ανοίχτηκε<br />
λάκκος ευρύχωρος,<br />
ωραίος,<br />
ακριβός·<br />
μοναδική τιμή,<br />
εξαίρετη,<br />
για να χωρέσει<br />
μια ζωή στο περιθώριο</p>
<p>*</p>
<p>Και μη μου πεις<br />
πως δεν σε ενημέρωσα,<br />
πως δε σε πληροφόρησα<br />
επαρκώς·<br />
όλα στο χώμα επιστρέφουν,<br />
εκεί τελειώνει το ταξίδι.<br />
Από τον τάφο σου μιλώ,<br />
μήνυμα- επιβεβαίωση<br />
Σου στέλνω·<br />
δυο λέξεις μόνο<br />
προτού προλάβει και με λιώσει<br />
η αποσύνθεση</p>
<p>*</p>
<p>Τίποτε δεν συγκράτησε<br />
η πόλη·<br />
χείμαρρος ορμητικός<br />
παρέσυρε τα πάντα.<br />
Μόνος και ξένος<br />
έμεινε<br />
στο ίδιο του το σπίτι</p>
<p>*</p>
<p>Ράβε, ξήλωνε·<br />
παντού μπαλώματα,<br />
παντού σκουπίδια·<br />
γεμάτη τρύπες<br />
και λακούβες<br />
η ζωή μας,<br />
σαν τα οδοστρώματα<br />
στην πόλη,<br />
που στενάζουν</p>
<p>*</p>
<p>Πορεία μες στην καταχνιά·<br />
σοβάδες που όλο πέφτουν,<br />
προσόψεις γκρίζες,<br />
σκυθρωπές,<br />
δρόμοι αδιέξοδοι,<br />
φαρμάκι<br />
που κυρίευσε το αίμα</p>
<p>*</p>
<p>Γκρίζο,<br />
μουντό<br />
και ρημαγμένο<br />
πρόσωπο<br />
που φθίνει·<br />
όπως τα διαλυμένα<br />
πεζοδρόμια<br />
που καθημερινά<br />
διαβαίνεις</p>
<p>*</p>
<p>Γέμισε<br />
άστεγους<br />
και αδέσποτα<br />
η πόλη·<br />
ο δήμαρχος<br />
και ο νομάρχης<br />
εγκαινιάζουν<br />
τα καινούρια<br />
έργα</p>
<p>*</p>
<p>Γεμάτο<br />
αδέσποτα σκυλιά<br />
το νεκροταφείο·<br />
κοιμούνται ήσυχα<br />
παρέα με τους πεθαμένους.<br />
Εκεί,<br />
κανείς δεν τα πειράζει</p>
<p>*</p>
<p>Από μνημόσυνο<br />
σε μνημόσυνο<br />
κι από κηδεία<br />
σε κηδεία<br />
κόλλυβα τρώει<br />
ο άστεγος,<br />
ο πεινασμένος·<br />
με νύχια<br />
και με δόντια<br />
κόντρα<br />
Στον θάνατο<br />
αντιστέκεται</p>
<p>*</p>
<p>Ένα- ένα<br />
τα άστρα<br />
πέφτουν.<br />
212<br />
Μένει<br />
ο άδειος<br />
ουρανός</p>
<p>*</p>
<p>Ορφανός<br />
ουρανός<br />
βυθισμένος<br />
στο χώμα</p>
<p>*</p>
<p>Ικρίωμα ο ουρανός,<br />
ποτάμι αίμα ο πόνος,<br />
όνειρα<br />
ζώα σε σφαγή</p>
<p>*</p>
<p>Σάπιο φορτίο·<br />
κωπηλατείς<br />
στον τρύπιο<br />
ουρανό</p>
<p>*</p>
<p>Ήλιος μαύρος·<br />
σταματημένη τροχιά·<br />
ούτε ανατολή<br />
ούτε δύση</p>
<p>*</p>
<p>Όλες τις μέρες συννεφιά·<br />
ράγισε ο ουρανός<br />
και βρέχει ασταμάτητα<br />
Όλες τις μέρες συννεφιά</p>
<p>*</p>
<p>Ψιθυριστή<br />
βροχή<br />
επίμονη,<br />
άδειοι δρόμοι·<br />
σκόρπιες<br />
φωνές<br />
στις κλειδωμένες<br />
πόρτες</p>
<p>*</p>
<p>Συνωμοτούν<br />
τα φώτα<br />
στους λόφους·<br />
ανάβουν<br />
σπίθες<br />
στις ψυχές,<br />
τις πυρπολούν</p>
<p>*</p>
<p>Αναμμένο κερί,<br />
λυγμός<br />
του ανέμου·<br />
περιφορά νεκρού<br />
ψηλά<br />
στα κυπαρίσσια</p>
<p>*</p>
<p>Τη νύχτα<br />
τα δέντρα<br />
λύνουν<br />
τα χέρια τους<br />
και ταξιδεύουν</p>
<p>*</p>
<p>Κλαδιά γυμνά,<br />
χέρια ασάλευτα<br />
στο πέτρινο<br />
στήθος</p>
<p>*</p>
<p>Οδοιπορούνε<br />
τα πουλιά<br />
χωρίς φτερά</p>
<p>*</p>
<p>Πετούν τα πουλιά<br />
κρώζουν<br />
μεταναστεύουν<br />
στο σκοτάδι</p>
<p>*</p>
<p>Φτερούγισμα πουλιών<br />
πριν πέσουν κάτω,<br />
κτυπημένα<br />
από ένα βόλι<br />
ή μια ανεπούλωτη πληγή</p>
<p>*</p>
<p>Κραυγή<br />
μετέωρη,<br />
αθέατη,<br />
που όλο<br />
βυθίζεται<br />
στα σκοτεινά</p>
<p>*</p>
<p>Σφίγγει ο κλοιός·<br />
τανάλια<br />
που συνθλίβει</p>
<p>*</p>
<p>Το λιγοστό φως<br />
ανήμπορο<br />
ματώνει·<br />
ανεβαίνει<br />
στον φράχτη<br />
σκαλώνει<br />
και πεθαίνει</p>
<p>*</p>
<p>Ένα σημείο,<br />
μια τελεία η ζωή·<br />
βήμα ανύπαρκτο,<br />
από το τίποτε<br />
στο τίποτε</p>
<p>*</p>
<p>Σχισμένη σημαία<br />
η αγάπη·<br />
τις νύχτες<br />
ανεμίζει πλησίστια<br />
στο γκρεμισμένο<br />
μπαλκόνι</p>
<p>*</p>
<p>Σαν την αθέατη<br />
πλευρά<br />
του φεγγαριού<br />
είναι το πρόσωπο<br />
που δεν διαβάζεται·<br />
ερμητικά κλειστό·<br />
ούτε επιφάνεια<br />
ούτε βυθός,<br />
άγονο και ξερό</p>
<p>*</p>
<p>Ο σακατεμένος<br />
έχει τρυφερή καρδιά<br />
που την προσφέρει<br />
έδεσμα<br />
στους πεινασμένους</p>
<p>*</p>
<p>Εγκαταστάθηκε μόνιμα,<br />
ρίζωσε·<br />
το τέλος πρόδηλο.<br />
Φουσκώνει η σιωπή<br />
στις φλέβες·<br />
νύχτα τεφρή,<br />
σφραγισμένη πόρτα·<br />
το φεγγάρι κατρακυλά<br />
στους λασπωμένους δρόμους</p>
<p>*</p>
<p>Με τα γυμνά κλαδιά<br />
το δέντρο<br />
σου κτυπά το τζάμι·<br />
φωνή απελπισμένη<br />
που γυρεύει<br />
λίγη συντροφιά</p>
<p>*</p>
<p>Δεν ωφελούν οι συναντήσεις<br />
τις νύχτες στον κήπο,<br />
καθισμένοι πλάι- πλάι.<br />
εσύ στον ίσκιο σου μιλάς<br />
κι εγώ με τα πουλιά.<br />
Κόκκινα και μαύρα<br />
με το χάραμα<br />
τα χέρια</p>
<p>*</p>
<p>Πώς να σου εξηγήσω<br />
έτσι όπως κοιτάζεις<br />
μ’ ένα βλέμμα τεφρό<br />
νυχτωμένοι καιρού;</p>
<p>*</p>
<p>Αν σου απλώσω το χέρι<br />
θα κοπεί απ’ τον μίσχο<br />
και το σπίτι θα γεμίσει<br />
ραγισμένους ίσκιους</p>
<p>*</p>
<p>Πώς χώρεσε λοιπόν<br />
απ’ την αυλόπορτα<br />
ως την εξώπορτα<br />
του σπιτιού<br />
ολόκληρη η ζωή;</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα<br />
πέφτουν τα φύλλα·<br />
επιστρέφουν<br />
στο χώμα·<br />
λίπασμα καρπερό<br />
για τις επόμενες σοδειές</p>
<p>*</p>
<p>Πριν να αρχίσουμε<br />
να μιλάμε,<br />
να μάθουμε πρώτα<br />
την αλφαβήτα της ζωής,<br />
με πράξεις<br />
να στεριώνουμε<br />
τα βήματά μας</p>
<p>*</p>
<p>Ψαύεις το πρόσωπό σου·<br />
σκιές και είδωλα·<br />
αέρας και μόνο αέρας·<br />
επιστροφή πουθενά</p>
<p>*</p>
<p>Σε ταξιδεύει<br />
ένας πυρπολημένος πόνος<br />
δίχως δάχτυλα,<br />
ένα σάπιο κορμί<br />
γδαρμένα όνειρα</p>
<p>*</p>
<p>Βρέχει αδιάκοπα<br />
πίκρα·<br />
ούτε ένα άνοιγμα<br />
στον ουρανό·<br />
μολύβι η ψυχή σου<br />
και βουλιάζει</p>
<p>*</p>
<p>Μόνος και άστεγος<br />
πορεύεται<br />
μες στη ζωή.<br />
Καμία ταμπέλα<br />
δεν μπορεί<br />
να τον στεγάσει.<br />
Τις διαπερνά<br />
η φθορά,<br />
το κρύο<br />
τις σφραγίζει</p>
<p>*</p>
<p>Μες στα σκουπίδια<br />
τα περιφρονημένα<br />
ψάχνεις·<br />
αλιευτής<br />
κρυμμένων θυσαυρών,<br />
ρακοσυλλέκτης<br />
ομορφιάς αθέατης</p>
<p>*</p>
<p>Κι οι τελευταίοι εναπομείναντες<br />
ξεθώριασαν<br />
κουράστηκαν να κουβαλούν<br />
τόσο φορτίο.<br />
Άλλος αέρας πικρός<br />
φυσά στις μέρες μας.<br />
Άλλαξε τοπίο<br />
νέο ντεκόρ χρειάζεται,<br />
μεταμοντέρνα εποχή,<br />
μεταμοντέρνα αισθήματα</p>
<p>*</p>
<p>Εξόριστος<br />
και γύρω- γύρω<br />
τείχη·<br />
αυτά που σου έβαλαν<br />
κι αυτά που επέλεξες.<br />
Απρόσιτος ο κήπος σου,<br />
γεμάτος<br />
σπάνια πουλιά·<br />
ένα άσπρο σύννεφο<br />
περνά,<br />
ρίχνει ψιλή βροχή<br />
και σε ποτίζει</p>
<p>*</p>
<p>Άνισος ο αγώνας,<br />
το τέλος γνωστό·<br />
ευθυτενής<br />
κι ωραίος,<br />
εντός σου οι ρωγμές·<br />
μάταια επιμένεις</p>
<p>*</p>
<p>Ήρθε ο καιρός<br />
μόνος,<br />
γυμνός,<br />
πάνω στα αναμμένα<br />
κάρβουνα<br />
να περπατήσεις</p>
<p>*</p>
<p>Καθηλωμένος μένεις,<br />
ενώ όλα γύρω<br />
μοιάζουν<br />
να κινούνται ασταμάτητα<br />
χωρίς σκοπό</p>
<p>*</p>
<p>Άδειες σελίδες<br />
άγραφες,<br />
που τις σκεπάζει<br />
αιώνια,<br />
ο πάγος και το χιόνι</p>
<p>*</p>
<p>Εξόριστες λέξεις·<br />
μες στο βυθό<br />
θαμμένες<br />
όλες οι κραυγές</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρες οι λέξεις,<br />
κάρβουνο αναμμένο<br />
στην πληγή</p>
<p>*</p>
<p>Ολοένα<br />
πικρίζουν<br />
οι λέξεις<br />
και σαπίζουν</p>
<p>*</p>
<p>Όπως σε κλειστό<br />
κελί,<br />
χωρίς φως,<br />
μέσα στο ποίημα<br />
κατοικείς</p>
<p>*</p>
<p>Τι να την κάνεις<br />
την ποίηση<br />
όταν με τη ζωή σου<br />
καθημερινά<br />
την θανατώνεις;</p>
<p>*</p>
<p>Ένας μύθος<br />
και η ποίηση·<br />
καταφύγιο<br />
για λίγους<br />
άλλοθι<br />
για τους πολλούς</p>
<p>*</p>
<p>Έναν στίχο ανάπηρο<br />
κεράκι που ανάβω,<br />
μνήμης θυμίαμα<br />
στους λυγερούς<br />
κι ανώνυμους νεκρούς μας</p>
<p>*</p>
<p>Μαρτύριο η ζωή,<br />
αγέλη λύκων<br />
οι άνθρωποι<br />
και η ποίηση<br />
ένα μικρό παυσίπονο</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ κι η ποίηση<br />
σ’ εγκαταλείπει·<br />
φοράει το καπέλο της<br />
και φεύγει,<br />
λιποτακτεί κι αυτή<br />
στις δύσκολες στιγμές.<br />
Λίγο αέρα θέλει<br />
ν’ αναπνεύσει,<br />
μια μεγαλύτερη<br />
ευρυχωρία·<br />
έχει και η ποίηση<br />
ανάγκη<br />
τις βολές της·<br />
δεν την αντέχει τόση ερημιά</p>
<p>*</p>
<p>Κάθε πρωί<br />
μ’ ένα φιλί<br />
ο θάνατος<br />
μας χαιρετά<br />
και φεύγει</p>
<p>*</p>
<p>Εφημερεύει απόψε<br />
ο θάνατος·<br />
υπερωρίες κάνει·<br />
να ξαναπάρει πίσω<br />
τα χαμένα</p>
<p>*</p>
<p>Με τρία πόδια<br />
τρέχει ο θάνατος,<br />
για να προλάβει</p>
<p>*</p>
<p>Φιλικός<br />
είναι ο θάνατος,<br />
πιο φιλικός<br />
απ’ τη ζωή·<br />
τουλάχιστον<br />
αυτός δεν ψεύδεται</p>
<p>*</p>
<p>Είναι και ο θάνατος<br />
μια ευκαιρία,<br />
το τελευταίο οχυρό·<br />
έστω την ύστατη<br />
στιγμή,<br />
ό,τι δεν έπραξες<br />
να διορθώσεις,<br />
ό,τι απόμεινε<br />
να περισώσεις</p>
<p>*</p>
<p>Κάποτε τελειώνει<br />
ο καθημερινός<br />
θάνατος.<br />
Έρχεται<br />
ο Μέγας θάνατος<br />
μαυροντυμένος<br />
και βάζει<br />
την επίσημη<br />
και οριστική<br />
σφραγίδα</p>
<p>*</p>
<p>Σουρώνεις,<br />
μαζεύεις,<br />
στεγνώνεις.<br />
Μια μάζα άμορφη,<br />
ένα κουβάρι·<br />
παραμορφώσεις<br />
άπειρες.<br />
Κοιτάζεις το πρόσωπό σου<br />
στον καθρέφτη·<br />
μια μύγα ακέφαλη<br />
σου γνέφει·<br />
μια μικροσκοπική κηλίδα<br />
μελανή<br />
που εκμηδενίζεται<br />
στο χάος</p>
<p>*</p>
<p>Σταδιακή υποχώρηση·<br />
τρίζουν<br />
οι πόρτες στο πάτωμα.<br />
Σκασίματα,<br />
σοβάδες που ξεφτίζουν,<br />
σπασμένα τζάμια·<br />
στόμα που χάσκει<br />
αδειανό<br />
σαν έρημο παράθυρο.<br />
Μέρα τη μέρα<br />
σαρώνουν οι απώλειες·<br />
καινούριες θέσεις,<br />
καινούρια οχυρώματα·<br />
ούτε λόγος για τη μεγάλη μάχη.<br />
Μια μικρή μόνο παράταση<br />
να κρατηθεί<br />
για λίγο στη ζωή<br />
το σκοροφαγωμένο δέντρο</p>
<p>*</p>
<p>Περίσσεψε<br />
ξεχείλισε ο πόνος.<br />
Όλο και πιο βαθιά<br />
τον κρύβεις·<br />
αθέατος,<br />
απρόσιτος να είναι,<br />
αμόλυντος·<br />
κανείς να μην ακούσει<br />
τις κραυγές,<br />
βέβηλα μάτια<br />
να μην δουν τις συστροφές<br />
που κάνει το κορμί,<br />
την παρατεταμένη σύσπαση<br />
στο πρόσωπο.<br />
Μόνο δική σου,<br />
αποκλειστικά δική σου<br />
είναι η δοκιμασία αυτή<br />
η προσφερόμενη<br />
κι ανέλπιστη οδύνη</p>
<p>*</p>
<p>Δάκρυα πολλά πρέπει να χύσουμε,<br />
ως τον παροξυσμό του πόνου<br />
να αφεθούμε,<br />
πολύ η ψυχή μας να ματώσει,<br />
μέρες πολλές τον ύπνο μας να χάσουμε,<br />
πάνω στα μνήματα να κοιμηθούμε,<br />
μήπως τα καταφέρουμε<br />
να επανορθώσουμε.<br />
μήπως και καταφέρουμε<br />
η γη να ξανανθίσει</p>
<p>*</p>
<p>Πως θα περάσουμε απέναντι;<br />
Τώρα που χάσαμε<br />
όλους τους νεκρούς μας,<br />
τώρα που κόπηκαν<br />
τα νήματα μαζί τους,<br />
ποιος θα βρεθεί να μας φωτίσει;<br />
Ποιος θα βρεθεί<br />
τις γέφυρες να στήσει πάλι;<br />
Μαζί με τους νεκρούς<br />
χάθηκε κι ο πορθμέας·<br />
όλα τα πλοία άφαντα,<br />
ούτε μια βάρκα<br />
ούτε μια σχεδία,<br />
ούτε ένα μονόξυλο<br />
για να περάσεις απέναντι</p>
<p>*</p>
<p>Όλα έχουν κριθεί<br />
από καιρό,<br />
από χρονολογία άγνωστη.<br />
Το μαύρο εγκαταστάθηκε<br />
μες στη ζωή μας,<br />
ανώφελο να το αρνείσαι.<br />
Το ρόδι έσπασε,<br />
ο καθρέφτης ράγισε,<br />
το μήλο σάπισε,<br />
φωτιές καίνε παντού,<br />
αποκαΐδια και συντρίμμια,<br />
οσμή από καμένη σάρκα·<br />
σκούρο πηγμένο αίμα<br />
τα λάφυρα των ημερών.<br />
Καμένη γη συλλέγεις,<br />
καμένες μνήμες,<br />
απανθρακωμένα αισθήματα,<br />
ρακοσυλλέκτης έρημων ψυχών.<br />
Όλα έχουν κριθεί από καιρό,<br />
από χρονολογία άγνωστη.</p>
<p>*</p>
<p>Μαύρο<br />
κι άλλο μαύρο,<br />
πιο πολύ μαύρο·<br />
μαύρο εδώ,<br />
μαύρο εκεί,<br />
μαύρο στο πλάι,<br />
μαύρο πάνω,<br />
μαύρο κάτω,<br />
μαύρο μπροστά,<br />
μαύρο πίσω,<br />
μαύρο στο κέντρο,<br />
εκεί που φαίνεται,<br />
κι εκεί που δεν φαίνεται·<br />
όλα μαύρα,<br />
ατέλειωτα μαύρα·<br />
ούτε μια σπίθα φως,<br />
λευκό εξόριστο,<br />
ζωσμένοι από παντού<br />
στο μαύρο,<br />
μέχρι να θριαμβεύσει<br />
το σκοτάδι,<br />
τυφλοί να γίνουμε,<br />
να εννοήσουμε το επιτέλους</p>
<p>*</p>
<p>Είδα στον ύπνο μου απόψε τον Βαγγέλη.<br />
Στεκόταν όρθιος πλάι στα κυπαρίσσια.<br />
Είχε θλιμμένο βλέμμα ανθρώπου που υποφέρει.<br />
Μονολογούσε σιγανά σα να προσεύχονταν·<br />
«αργά τα βράδια βγαίνω από το μνήμα<br />
σεργιανώ,<br />
ανάμεσα στους τάφους περιφέρομαι,<br />
είναι στενάχωρα εκεί κάτω θλιβερά<br />
κι η μοναξιά πολλή».</p>
<p>&#8211; «Βαγγέλη φώναξα»,<br />
και η φωνή έσχισε το όνειρο<br />
σαν αστραπή,<br />
«ο φίλος σου ο Βασίλης είναι εδώ».<br />
Όμως αυτός δεν άκουσε,<br />
ήταν αλλού·<br />
περπάταγε στο πουθενά.<br />
Είχε στα χέρια του<br />
ένα φεγγάρι κατακόκκινο αγκαλιά<br />
και την καρδιά του διπλωμένη<br />
ανάμεσα στα γόνατα</p>
<p>*</p>
<p>Είναι όλοι εκεί, πλήθος κόσμου,<br />
τιμητικό άγημα θανάτου·<br />
σαν σε εθνική επέτειο εορτή<br />
παρελαύνουν·<br />
μαυροντυμένοι<br />
όπως ταιριάζει στην περίσταση.<br />
Μπροστά πηγαίνει η οικογένεια,<br />
ακολουθούν οι συγγενείς,<br />
οι φίλοι οι γνωστοί·<br />
πιο πίσω κάτι περίεργοι<br />
και στην ουρά, στο τέλος, από μακριά,<br />
οι άστεγοι συνοδοιπόροι,<br />
οι άποροι, περιπλανώμενοι<br />
από κηδεία σε κηδεία.<br />
Σέρνουν τα βήματά τους,<br />
μουρμουρίζουν,<br />
κλαίνε βουβά και με λυγμούς,<br />
οδύρονται·<br />
μπροστά στο φέρετρο<br />
σκύβουν φιλάνε το νεκρό,<br />
θωπεύουν το κρύο μέτωπο,<br />
υμνούν τις χάρες του<br />
τα προτερήματά του,<br />
την άδικη την μοίρα του τονίζουν·<br />
παρηγορεί ο ένας τον άλλον,<br />
εγκάρδια αγκαλιάζονται,<br />
χτυπήματα στην πλάτη φιλικά,<br />
να φύγει αυτό το βάρος, η επίμονη σκιά.<br />
Είναι όλοι εκεί στο προσκλητήριο<br />
και παρελαύνουν·<br />
παρόντες στο θάνατο<br />
απόντες στη ζωή.<br />
Αμίλητος ο νεκρός στο προαύλιο<br />
κάθεται και τους κοιτάζει.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>4. ΘΥΡΑ ΕΞΟΔΟΥ</strong></h4>
<p>Νοέμβριος 2009<br />
Σαλπίζει υποχώρηση.<br />
Δρόμος κλειστός<br />
και γύρω βάλτος·<br />
σκοτάδι<br />
και μέσα σου η φλόγα<br />
τρεμοσβήνει.<br />
Με βήμα αθόρυβο<br />
το σκοροφαγωμένο<br />
σώμα εγκαταλείπεις.<br />
Αγέρωχος,<br />
διάτρητος και μόνος,<br />
τη νύχτα<br />
προς τα άστρα<br />
δραπετεύεις</p>
<p>*</p>
<p>Το τέλος<br />
είναι πάντα πικρό·<br />
έχει τη στυφή<br />
γεύση<br />
του γκρεμισμένου<br />
ονείρου</p>
<p>*</p>
<p>Μόνο ο λόγος<br />
έμεινε πιστός·<br />
μπαστούνι,<br />
στήριγμα,<br />
τη σκάλα<br />
να κατέβεις</p>
<p>*</p>
<p>Κόμπο- κόμπο<br />
ξηλώνεται<br />
η ζωή.<br />
Ακάθεκτος<br />
στο χώμα<br />
επιστρέφεις</p>
<p>*</p>
<p>Από το τίποτε<br />
επιστροφή στο τίποτε·<br />
στο ενδιάμεσο<br />
ένα ελάχιστο άνυσμα<br />
η ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Απέναντι στο είδωλο<br />
χαμογελάει ειρωνικά<br />
σα να σου λέει:<br />
«Εδώ στο ραγισμένο<br />
πρόσωπο<br />
η κάθε έπαρση<br />
πεθαίνει»</p>
<p>*</p>
<p>Μείνε ακίνητος,<br />
βουβός,<br />
ολόκληρος στη σιωπή<br />
βυθίσου.<br />
Μια πανοπλία<br />
από πετρώματα<br />
γρανίτη·<br />
δάκρυα<br />
στα υπόγεια.<br />
Τυλίξου το πανωφόρι<br />
του παγερού χειμώνα<br />
και φύγε μακριά<br />
από το προδομένο<br />
σώμα</p>
<h6><strong>Μετά τη νεφρεκτομή 2010</strong></h6>
<p>Έξω χιονίζει παγωνιά<br />
και μέσα κρύο.<br />
Αποχαιρετισμός·<br />
πέντε δάκτυλα<br />
στο ραγισμένο τζάμι.<br />
Καλπάζει ένα φθινόπωρο<br />
όλο φωτιά</p>
<p>*</p>
<p>Η μοναξιά<br />
φυτρώνει παντού.<br />
Σα ρημαγμένο σπίτι<br />
το κορμί σου καταρρέει.<br />
236<br />
Παίρνουν τα έπιπλα<br />
από μέσα σου και φεύγουν</p>
<p>*</p>
<p>Ένα πέρασμα απ’ το σκοτάδι<br />
η ζωή,<br />
μια σιωπηλή σήραγγα<br />
κι έπειτα ένα άλλο φως<br />
απ’ την αντίπερα όχθη.<br />
Τους χαιρετάς όλους<br />
από μακριά</p>
<p>*</p>
<p>Ξημερώνει μια άλλη μέρα<br />
κι εσύ φευγάτος<br />
στους λόφους.<br />
Όλο πουλιά και άστρα<br />
το κορμί σου·<br />
μια σιωπή<br />
ανάλαφρη σα μουσική</p>
<h6>*</h6>
<h6><strong>Φεβρουάριος 2011</strong></h6>
<p>Ο χρόνος έσπασε<br />
και θρυμματίστηκε.<br />
Καρφιά στο σώμα<br />
Στην ψυχή·<br />
πονάνε.<br />
Αργεί να ξημερώσει</p>
<p>*</p>
<p>Σιωπή<br />
στους τοίχους,<br />
στα παράθυρα,<br />
στις πόρτες·<br />
μέσα στα σπλάχνα<br />
ο μαυροφορεμένος<br />
ένοικος<br />
τρυπά με κομπρεσέρ<br />
τις φλέβες</p>
<p>*</p>
<p>Μου γνέφουν<br />
τα φώτα φιλικά<br />
από την Άνω πόλη.<br />
Μες στην ομίχλη<br />
χάνονται<br />
πριν με φτάσουν.<br />
Κάποιο δοκάρι<br />
έπεσε κι απόψε</p>
<p>*</p>
<p>Τις νύχτες<br />
προσαράζεις·<br />
κτυπάς πάνω<br />
σε βράχια,<br />
σε ξέρες<br />
που ενεδρεύουν.<br />
Ναυάγιο άγριο<br />
που δεν τελειώνει.<br />
Μια νύχτα ακόμη<br />
ένα σκοτάδι,<br />
ένα βαθύ πηγάδι<br />
απύθμενο<br />
αδιάβατο</p>
<p>*</p>
<p>Κλείνω την πόρτα<br />
κι αποσύρομαι,<br />
να μην ταράξω<br />
τον ύπνο σου<br />
αγαπημένη.<br />
Πίσω απ’ τον τοίχο<br />
μαύρα σκυλιά<br />
αθέατα,<br />
με κυνηγούν·<br />
ξάγρυπνος εφιάλτης</p>
<p>*</p>
<p>Όλη τη νύχτα<br />
η τηλεόραση ανοιχτή,<br />
σαν φαντασίωση<br />
στο ρίγος και στη μοναξιά·<br />
σαν πρόβα<br />
επικήδειου ταιριάζει</p>
<p>*</p>
<p>Νάρθει επιτέλους ο ύπνος<br />
έστω για μια στιγμή,<br />
ανάσα δροσερή,<br />
χάδι ανάλαφρου<br />
να σε αγγίξει,<br />
νανούρισμα γλυκό,<br />
ελπιδοφόρο</p>
<p>*</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι<br />
οι λέξεις χάνουν<br />
τη φωνή τους·<br />
συντρίμμια είναι,<br />
ευρήματα αρχαιολογικά<br />
για το μουσείο.<br />
Θαμμένος στα ερείπια,<br />
οι διασώστες<br />
αδύνατον να μ’ εύρουν</p>
<p>*</p>
<p>Τους εγκαταλείπεις όλους,<br />
σαν αερόστατο ελλιποβαρές<br />
για να μην πέσεις.<br />
Χάνεις τα χέρια σου<br />
τη φωνή σου.<br />
Σε παγωμένο τόπο<br />
βρίσκεσαι,<br />
κανείς δεν σε ακούει·<br />
σαν αγνοούμενος από καιρό<br />
χαμένος μες στην έρημο</p>
<p>*</p>
<p>Τυλίγομαι στον στίχο,<br />
φορώ κατάσαρκα<br />
τις λέξεις·<br />
προσκέφαλο<br />
και πανωφόρι·<br />
ασπίδα συλλαβές.<br />
Πλέκω ιστό<br />
τα ποιήματα<br />
να με σκεπάσουν,<br />
στη θέρμη της φωτιάς τους<br />
να χωθώ<br />
να ζεσταθώ.<br />
Κρυώνω,<br />
βρέχει πολύ·<br />
οι δρόμοι έρημοι,<br />
τα σπίτια άδεια.<br />
Αγκαλιάζω τα ποιήματα γλυκά<br />
κι αποκοιμιέμαι</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Ιούλιος 2013</strong></h6>
<p>Ανηφόρα·<br />
βαρύ φορτίο<br />
στους ώμους.<br />
Ένα ίσωμα,<br />
μια πηγή<br />
να ξεποστάσεις<br />
για λίγο,<br />
να ανασάνεις</p>
<p>*</p>
<p>Γυρίζεις<br />
σελίδα,<br />
ακίνητος<br />
μένεις,<br />
αποχωρίζεσαι<br />
το σώμα σου</p>
<p>*</p>
<p>Ανήμπορες<br />
οι λέξεις<br />
σ’ εγκαταλείπουν.<br />
Αρνούνται να σ’ ακολουθήσουν<br />
μέσα στην έρημο</p>
<p>*</p>
<p>Πόνος<br />
βουβός<br />
σαν πυροβολισμός<br />
με σιγαστήρα</p>
<p>*</p>
<p>Να ξεχρεώσω<br />
τον πόνο,<br />
να μην οφείλω<br />
άλλη οδύνη<br />
στη ρημαγμένη<br />
ψυχή</p>
<p>*</p>
<p>Το ραδιοφωνάκι<br />
απ’ το απέναντι<br />
μπαλκόνι<br />
φάρος συντροφιάς</p>
<p>*</p>
<p>Κολυμπάς<br />
μες στα συντρίμμια</p>
<p>*</p>
<p>Επέτειος<br />
ή μνημόσυνο<br />
ετοιμασίες<br />
κατάλληλες<br />
και για τα δυο</p>
<p>*</p>
<p>Τι ξημερώνει<br />
αύριο;<br />
Αρνείσαι<br />
να μαντέψεις.<br />
Σα σφάγιο<br />
καρφώνεις<br />
την ψυχή σου</p>
<p>*</p>
<p>Σπάζουν τα νήματα,<br />
το χέρι<br />
που χαϊδεύει<br />
το μάγουλο.<br />
Μες στον σπασμένο<br />
καθρέφτη<br />
μετέωρες<br />
οι φωνές μας</p>
<p>*</p>
<p>Κομμένη η φωνή σου,<br />
κομμένα τα χέρια·<br />
αδύνατον<br />
να αγκαλιάσεις<br />
τον εαυτό σου</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ</strong></h4>
<p>Στο παράρτημα αυτό τοποθετούνται ποιήματα της εποχής των μνημονίων, τα οποία δεν ανήκουν ακόμα σε<br />
ολοκληρωμένη συλλογή.</p>
<p>Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
και θερίζει`<br />
θερίζει όνειρα κι ελπίδες,<br />
κόβει στα δυο τη νιότη<br />
που ανατέλλει.<br />
Δέντρα περήφανα, ευθυτενή,<br />
σωριάζονται στη γη,<br />
σώματα ακέφαλα στο αλώνι`<br />
θρήνοι, οιμωγές πανάρχαιες<br />
που κυματίζουν.<br />
Κατακαλόκαιρο<br />
κι η βαρυχειμωνιά<br />
σαλπίζει στο κατώφλι.<br />
Μες στην καρδιά<br />
εγκαταστάθηκε το χιόνι.<br />
Ο αδελφός πήρε το δρεπάνι<br />
και θερίζει.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Πεντάλογος του σκότους</strong></h6>
<p>Σκοτεινό το βλέμμα σου<br />
κι απόψε,<br />
όλο απειλή`<br />
για νέες εκτελέσεις<br />
ετοιμάζεσαι</p>
<p>*</p>
<p>Λεπίδες κοφτερές<br />
τα χέρια σου,<br />
αιμοσταγείς.<br />
Ανηλεώς<br />
σπέρνουν<br />
τον θάνατο</p>
<p>*</p>
<p>Κοιτάζω το πρόσωπό σου,<br />
αβυσσαλέο, παγερό,<br />
ρήγματα της ψυχής<br />
ανεπούλωτα.<br />
Με μίσος και με αίμα<br />
τρέφονται<br />
αδύνατο να γιατρευτούν</p>
<p>*</p>
<p>Στρέφω το πρόσωπό μου<br />
να μη σε βλέπω.<br />
Τυφώνας είσαι<br />
καταστροφικός.<br />
Γυρίζω την πλάτη<br />
κι απομακρύνομαι,<br />
με βήμα ταχύ<br />
απομακρύνομαι,<br />
για να σωθώ</p>
<p>*</p>
<p>Δολο-φόνος είσαι<br />
κι όχι διασώστης`<br />
Φονιάς με δόλο.<br />
Αντί γι’ αγάπη<br />
όλεθρο φέρνεις.<br />
Με τις κηδείες<br />
και το πένθος<br />
ηδονίζεσαι</p>
<p>*</p>
<h5><strong>Φόρος ύπαρξης</strong></h5>
<p>Ο άστεγος πληρώνει<br />
φόρο ύπαρξης,<br />
αλλιώς θα του κατάσχουν<br />
την ζωή</p>
<p>*</p>
<p>Κατάκοπος ο θάνατος357<br />
Κατάκοπος ο θάνατος<br />
να εξολοθρεύει,<br />
μετακομίζει<br />
σε άλλη χώρα</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Νούμερα μόνο, αριθμοί</strong></h6>
<p>Επώνυμοι Αυτοί,<br />
ανώνυμο το πλήθος,<br />
απρόσωπο`<br />
νούμερα μόνο, αριθμοί,<br />
στο έλεος των Επωνύμων.<br />
Άριστοι Αυτοί στα Μαθηματικά`<br />
εκπαιδευμένοι στην Αφαίρεση`<br />
ειδίκευση, η Αφαίρεση ζωών.<br />
Με μια διάταξη,<br />
διαγράφουν μονοκονδυλιά<br />
χιλιάδες νούμερα-ανθρώπινες<br />
ζωές</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Το κυνοβούλιο</strong></h6>
<p>Τα σκυλιά αγανάκτησαν.<br />
Πλήττεται η ζωή τους<br />
καθημερινά.<br />
Με έφοδο κατέλαβαν<br />
Το κοινοβούλιο<br />
και το μετέτρεψαν<br />
σε κυνοβούλιο.<br />
Πήραν την κατάσταση<br />
στα χέρια τους.<br />
Καθαίρεσαν τους βουλευτές.<br />
Ψηφίζουν τώρα δημοκρατικά<br />
χωρίς γαυγίσματα,<br />
κουνώντας επιδέξια την ουρά.<br />
Για πρόεδρο επέλεξαν<br />
έναν γερασμένο γάιδαρο<br />
που έχει μεγάλη υπομονή<br />
και υπογράφει ασταμάτητα</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Η μόνη σου εξουσία</strong></h6>
<p>Διάτρητο το κορμί μου, όρθιο.<br />
Μου στερείς τον ήλιο<br />
και το φως λάμπει μέσα μου.<br />
Ρίζες βαθιές<br />
από τη γη στον ουρανό απλώνονται.<br />
Μέσα στα όνειρα ταξιδεύω.<br />
Αδύνατο να φράξεις το δρόμο μου.<br />
Αέρας είμαι,<br />
έμπλεος από αγάπη.<br />
Με θανατώνεις<br />
κι από το αίμα μου<br />
ανθίζουν τριαντάφυλλα.<br />
Μες στο σκοτάδι η μοίρα σου.<br />
Η μόνη σου εξουσία εκεί.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Ασύμπτωτοι δρόμοι</strong></h6>
<p>Ασύμπτωτοι δρόμοι,<br />
στην αρχή,<br />
στο τέλος,<br />
πάντα.<br />
Για μια στιγμή<br />
τέμνεσαι,<br />
χάνεσαι,<br />
διαλύεσαι`<br />
περνάς μες απ΄τον άλλο<br />
διάφανος,<br />
άυλος,<br />
ένα χάδι μόνο,<br />
μια κλεφτή ματιά,<br />
ένα άστρο τρύπιο,<br />
πομπός που εκπέμπει<br />
άνυδρη λύπη<br />
στο διάστημα.<br />
Κι έπειτα μόνος<br />
στο γκρεμό,<br />
να κοιτάς<br />
το καμένο δάσος,<br />
τις γερασμένες πεδιάδες`<br />
πίσσα και καταχνιά<br />
τα μεταλλεία της ψυχής.<br />
Ακροβασία αιχμηρή,<br />
ανάβαση σ’ απύθμενα<br />
πηγάδια.<br />
Τραυλίζει η μνήμη<br />
χώματα γεμάτη,<br />
και οι καρδιές<br />
τρυπημένες,<br />
ακρωτηριασμένα μέλη<br />
έξω από τους τάφους.<br />
Πέρασμα ανύπαρκτο<br />
μέσα στα ορυχεία.<br />
Κλειστή η είσοδος,<br />
αμπαρωμένη.<br />
Οι νεκροί μετρούν<br />
τις πληγές τους</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Νύχτα καλοκαιρινή, έντεκα παρά δέκα</strong></h6>
<p>Απλώνει η σιωπή, απλώνει,<br />
σαν το νερό κυλάει αργά,<br />
μέσα στα σπίτια μπαίνει,<br />
ποτίζει τους τοίχους,<br />
γλιστρά στο δάπεδο,<br />
μέσα στο αίμα εισχωρεί,<br />
θρόμβος πάνω στο στέρνο.<br />
Νύχτα καλοκαιρινή, έντεκα παρά δέκα.<br />
Ένα τριζόνι ξέμεινε μονάχο<br />
να θρηνεί τη μεγάλη φυγή.<br />
Το τρανζιστοράκι στο απέναντι μπαλκόνι<br />
σίγησε φέτος,<br />
όπως σιγούν τα όνειρα,<br />
όπως οι φωνές αγαπημένων<br />
που βγάζουν ξιφολόγχες<br />
και κόβουν από τη ρίζα τον καρπό,<br />
όπως τα παιδιά μας<br />
που γέμισαν πίσσα τα μάτια τους<br />
και στήνουν ενέδρες<br />
να συλλάβουν το φως.<br />
Είναι η ώρα που οι νεκροί<br />
βγαίνουν αργά από τα μνήματα απέναντι`<br />
φοράν λαστιχένια υποδήματα,<br />
περπατάνε αθόρυβα,<br />
κάτι σαν ψαλμωδία μουρμουρίζουν,<br />
με φαναράκια στα χέρια αναμμένα.<br />
Βγάζουν τον καημό τους περίπατο`<br />
σεργιανούν ένα γύρο<br />
κι επιστρέφουν ατάραχοι και πικραμένοι`<br />
ασημένιες κλωστές τα πόδια τους<br />
στο φεγγαρόφως.<br />
Λίγο πιο πέρα ο Ευθύμης<br />
γερμένος στα κάγκελα,<br />
μετράει τις πληγές,<br />
μετράει τις μέρες,<br />
τρυπημένη η καρδιά του, τα χέρια,<br />
τρυπημένος κι ο ορίζοντας.<br />
Με το σκοτάδι παλεύει,<br />
ρίχνει άγκυρα μέσα στα βράχια.<br />
Από ένα άστρο μακρινό,<br />
στέλνει σινιάλο ένα χαμόγελο<br />
με το πινέλο του ο Κωστάκης,<br />
με τη βραχνή<br />
τη λυγισμένη του φωνή<br />
και το δοξάρι απ’ το βιολί<br />
μέσα στα σύννεφα.<br />
Πίσω απ’ το παράθυρο,<br />
ακίνητη η Σούλα περιμένει.<br />
Απλώνει η σιωπή,<br />
παλίρροια βουβή<br />
που μας σκεπάζει όλους.<br />
Ένας λυγμός πονάει,<br />
λέει να βγει,<br />
μα εγκαταλείπεται ανώφελα<br />
και φεύγει.<br />
Μένει μονάχα<br />
ένα φεγγάρι μαύρο,<br />
ένα δάκρυ περασμένο στη θηλιά<br />
κι η μοναξιά<br />
να ουρλιάζει στα σκοτάδια.</p>
<p>*</p>
<p>Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.<br />
Πλατείες<br />
κρεμασμένες ανάποδα<br />
κι οι δρόμοι άδειοι.<br />
Σε κάθε σπίτι<br />
ένα ικρίωμα`<br />
λάμπουν<br />
τα άδεια κρανία.<br />
Φόνοι προμελετημένοι,<br />
κορμιά διαλυμένα<br />
απ’ την πτώση<br />
στο οδόστρωμα,<br />
κι ούτε ένας θρήνος`<br />
πρόσωπα μάσκες,<br />
παγερά,<br />
σβηστό το καντήλι,<br />
σε ομηρία τα αισθήματα.<br />
Πλήθος ανώνυμο<br />
οδεύει προς την έξοδο`<br />
εκεί περιμένουν<br />
οι ερπύστριες του θανάτου.<br />
Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.<br />
Εχθρός ο Άλλος`<br />
διαρκής απειλή.<br />
Όλοι εναντίον όλων<br />
μέχρι<br />
την τελική εξόντωση.<br />
Τώρα η σιωπή<br />
αίμα και στάχτη.</p>
<p>*</p>
<h6><strong>Έρχεται ο καιρός</strong></h6>
<p>Έρχεται ο καιρός<br />
αλλάζει`<br />
αλλάζουν όλα<br />
ξαφνικά,<br />
σε μια νύχτα<br />
γκρεμίζεται ο ουρανός`<br />
ξεχνάς ονόματα,<br />
πρόσωπα σβήνουν,<br />
από τη μνήμη χάνονται`<br />
δρόμοι απογειώνονται,<br />
πλατείες αποσύρονται,<br />
χέρια φυτρώνουν<br />
σε μαντρότοιχους,<br />
κεφάλια λάμπουν<br />
κρεμασμένα<br />
μες στη νύχτα,<br />
κορμιά παρατημένα<br />
φλέγονται στην άσφαλτο.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που ο ήλιος<br />
γίνεται φεγγάρι.<br />
Φεύγουν όλοι τότε,<br />
αποχωρούν,<br />
οδεύουν άτακτα<br />
προς τα μετόπισθεν.<br />
Μένει μονάχα<br />
ένας μικρός<br />
λεμονανθός,<br />
να αγωνίζεται<br />
καρτερικός,<br />
περήφανος.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που λυγίζουν οι στέγες<br />
που λυγίζει<br />
η φωνή του ανθρώπου`<br />
μες σε κρατήρες<br />
σκοτεινούς<br />
βυθίζεται.<br />
Έρχεται ο καιρός<br />
που εμείς,<br />
δεν είμαστε πια<br />
εμείς,<br />
που δεν υπάρχουμε.<br />
Στη θέση μας<br />
άλλοι άνθρωποι,<br />
ξένοι,<br />
κατοικούν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟΣΠΑΜΑΤΑ<br />
ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</strong><br />
<strong>ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΟΥΚΟΒΙΝΟΥ </strong><br />
<strong>«ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ»</strong></h5>
<h6><strong>(Απόσπασμα 1)</strong></h6>
<h5><strong>Διαβάζοντας τα Φεγγάρια στο Βυθό</strong></h5>
<p>Τα Φεγγάρια στο βυθό, όπως προαναφέρθηκε, είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη<br />
Ιωαννίδη και αποτελείται από εικοσιπέντε ποιήματα, τα οποία γράφτηκαν τη διετία 1991- 1992<br />
και δημοσιεύτηκαν το 1995 στη Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχει σταθερή ομοιοκαταληξία , μερικές<br />
φορές τυχαίνει δηλαδή να ομοιοκαταληκτούν οι λέξεις, αρά ο ελεύθερος στίχος είναι αυτός που<br />
κυριαρχεί. Υπάρχει ρυθμός , αλλά ούτε κι αυτός είναι σταθερός, οπότε δεν μπορούμε να<br />
κάνουμε λόγο για μέτρο και ακριβή ρυθμοτονικά στοιχεία. Όσον αφορά τις στροφές, δεν έχουν<br />
ίσο αριθμό στίχων μεταξύ τους ούτε βέβαια υπάρχει ίσος αριθμός στροφών σε κάθε ποίημα.<br />
Όσον αφορά γενικά τη γλώσσα, και συγκεκριμένα την ποιητική, μπορούν πολλά να<br />
ειπωθούν. Η γλώσσα για τον ποιητή γίνεται σκοπός. Η Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού επισημαίνει<br />
ότι «η ποιητικότητα δεν είναι κατάσταση, λανθάνουσα έστω, των πραγμάτων, αλλά ιδιότητα που<br />
απορρέει από τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τα πράγματα» . Ο στρουκτουραλιστής της<br />
Σχολής της Πράγας Ίαν Μουκαρόφσκι θεωρεί ότι η ποίηση χαρακτηρίζεται από έναν ιδιαίτερο<br />
τρόπο χρήσης της γλώσσας: «Η λειτουργία της ποιητικής γλώσσας συνίσταται στη μέγιστη<br />
προβολή της έκφρασης». Ο Jeremy Hawthorn ερμηνεύει τη λέξη «προβολή» ως μια μορφή<br />
αποαυτοματοποίησης, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα δεν είναι ένα μέσο προς ένα<br />
συγκεκριμένο νόημα, αλλά αποτελεί η ίδια αντικείμενο στοχασμού έως τη γλώσσα . Τη<br />
διατύπωση αυτή ο Hawthorn θεωρεί αξιόλογη, επειδή θίγει το θέμα της ποιητικής γλώσσας<br />
αφήνοντας περιθώρια για τη συμμετοχή του αναγνώστη, αλλά και της ίδιας της γλώσσας.<br />
Αντίστοιχα, ο Μπαμπινιώτης αναφέρεται στον «αποαυτοματισμό» ή «προβολή» και τον συνδέει<br />
άμεσα με υφολογικές διαφοροποιήσεις .<br />
Αν θεωρήσουμε ότι η γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα σημείων με προκαθορισμένη δομή,<br />
δεχόμαστε ότι θέτει όρια, τα οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να υπερβεί επιστρατεύοντας τη<br />
δημιουργικότητά του (linguistic creativity). Αυτή συνδέεται με ένα σύστημα λόγου γενικό και<br />
αφηρημένο που υιοθετεί η γλωσσική κοινότητα και στα πλαίσια του οποίου διαμορφώνονται<br />
ατομικά πρότυπα συστήματα λόγου. Η γλωσσική συγκρότηση κάθε ατόμου διαμορφώνεται<br />
ανάλογα με τη μόρφωση, την καλλιέργειά του, τις επικοινωνιακές του ανάγκες, το πολιτιστικό<br />
περιβάλλον του και την κοινωνική του κατάσταση. Ο βαθμός δημιουργικότητας στη γλώσσα του<br />
λογοτεχνικού κειμένου είναι άμεση συνάρτηση αυτού του προτύπου και της ενεργοποιήσεώς του<br />
από τον συγκεκριμένο δημιουργό σύμφωνα με την έμπνευση, την ευαισθησία και τις ικανότητές<br />
του στην τέχνη της επικοινωνίας . Ο Hawthorn συμφωνεί με αυτό και υποδεικνύει πως η γλώσσα<br />
δεν αποτελεί μέσο της λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα η πέτρα για τη γλυπτική. Ο συγγραφέας<br />
χειραγωγεί κάτι που είναι από τη φύση του επικοινωνιακό για να δημιουργήσει το<br />
λογοτεχνικό έργο. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό οι λέξεις είναι οι ιδέες . Επομένως, αν η<br />
συγκεκριμένη μορφή του ποιήματος αλλαχθεί, τότε θα αλλάξει και το περιεχόμενό του .<br />
Στη λογοτεχνία η γλώσσα είναι τόσο αυτό που αναπαριστά όσο και το μέσο γι’ αυτή την<br />
αναπαράσταση . Περιλαμβάνει μια σειρά επιλογών και αποκλίσεων από το γλωσσικό<br />
κατεστημένο. Ο ποιητικός λόγος στηρίζεται κατά βάση στις αποκλίνουσες από τους κανόνες της<br />
συμβατικής γλώσσας, αλλά χρησιμοποιεί και τις επιλογές , στοιχεία της καθημερινής<br />
συμβατικής γλώσσας. Ο Μπαμπινιώτης σημειώνει ότι «το παιχνίδι των αποκλίσεων, το<br />
ξεπέρασμα της συμβατικής γλώσσας, όχι ως εύκολο αποτέλεσμα φυγής, αλλά ως ακριβό έπαθλο<br />
σκληρής πάλης με τη γλώσσα είναι η ύψιστη μορφή γλωσσικής ελευθερίας, προσωπική<br />
κατάκτηση του δημιουργού, νίκη πάνω στη συμβατική γλώσσα» .<br />
Ο Jakobson αναγνωρίζει ως κύριες λειτουργίες της γλωσσικής επικοινωνίας την<br />
βιωματική, προθετική, αναφορική, ποιητική, επαφική και μεταγλωσσική. Η λεκτική δομή ενός<br />
μηνύματος εξαρτάται πρωταρχικά από την εκάστοτε επικρατούσα λειτουργία. Η ποιητική<br />
λειτουργία, η οποία είναι αυτή που μας απασχολεί, πραγματοποιείται με τρεις τρόπους. Πρώτα<br />
απ’ όλα, με επιλογές και αποκλίσεις από τον κώδικα της γλώσσας και έπειτα με την μετάβαση από<br />
το παραδειγματικό στο συνταγματικό επίπεδο της γλώσσας. Τα στοιχεία που επιλέγονται ή<br />
δημιουργούνται συνδέονται και συνδυάζονται με άλλα. Τέλος, η ποιητική λειτουργία προβάλλει<br />
την αρχή της ισοδυναμίας από τον άξονα της επιλογής (παραδειγματικό) στον άξονα του<br />
συνδυασμού (συνταγματικό). Η «αρχή της ισοδυναμίας» ερμηνεύεται ως η δυνάμει γλώσσα, οι<br />
δυνατότητες που προσφέρονται στον δημιουργό από το σύστημα του λόγου (langue) να<br />
συνταιριάσει τις λέξεις μέσα σε κατάλληλα γλωσσικά περιβάλλοντα (contexts), έτσι που να<br />
εκφράζουν σημασίες που δεν δηλώνουν στη συμβατική χρήση της γλώσσας, αλλά που θα έπρεπε<br />
ή θα μπορούσαν να σημάνουν. Έτσι, φτάνουμε στην ανα-σημασιολόγηση ή και μετα-<br />
σημασιολόγηση των λέξεων στον ποιητικό λόγο . Η διατύπωση της ποιητικής λειτουργίας από<br />
τον Jakob son είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση για κάθε λέξη γνωρισμάτων που δεν βρίσκονται<br />
καταχωρημένα σε κανένα λεξικό. Οι αντιστοιχίες στον άξονα συνδυασμού συμβάλλουν στην<br />
ενεργοποίηση «περιθωριακών» σημασιών που παίζουν σημαντικό ρόλο, για παράδειγμα στις<br />
μεταφορές. Πολύ συχνά μια σημασία διαμορφώνεται μόνο μέσα από ένα συνδυασμό. Η επιλογή<br />
γίνεται και δοκιμάζεται ως σημασιοδοτική, πράγμα που σε μία μη καλλιτεχνική γλώσσα θα<br />
θεωρούνταν ελάττωμα . Σε φωνολογικό επίπεδο η ισοδυναμία εμφανίζεται ως ομοιοκαταληξία,<br />
ισοσυλλαβία, ισοτονία, παρήχηση, ομοχρονία, συμμετρία, ομοιοτέλευτο κ.λ.π. μαζί με τα<br />
αντίθετά τους σχήματα . Δίπλα σε αυτά τα φαινόμενα μπορούν να προστεθούν τα κύρια<br />
χαρακτηριστικά των ήχων μιας γλώσσας τα οποία βρίσκουμε κάτω από τον όρο προσωδία, όπως<br />
ο τόνος, ο επιτονισμός, η διάρκεια και οι παύσεις . Απ’ αυτά τα φωνολογικά γνωρίσματα της<br />
ποιητικής γλώσσας μας ενδιαφέρει μόνο η παύση, διότι συνδέεται στενά με τη στίξη, η οποία έχει<br />
μεγάλο ενδιαφέρον στα Φεγγάρια στο βυθό.<br />
«Παύση είναι η στιγμιαία διακοπή του λόγου, της οποίας η λειτουργία συνίσταται στη<br />
δημιουργία αιτιολογημένων δεσμών ανάμεσα στους διάφορους ήχους, ώστε από τους ποικίλους<br />
αυτούς και αιτιολογημένους δεσμούς να αναδύεται και μία διαφορετική κάθε φορά σημασία» .<br />
Οπτικά η παύση δηλώνεται με το κενό ανάμεσα στις λέξεις, αλλά και με γραφήματα που<br />
ονομάζονται σημεία στίξης. Η θέση ενός σημείου στίξης είναι εκεί όπου μιλώντας κανείς ή<br />
διαβάζοντας μεγαλόφωνα θα μπορούσε να σταματήσει, δηλαδή να κάνει παύση.<br />
Στον πεζό λόγο η στίξη σημασιοδοτεί τη συντακτική μονάδα. Στον ποιητικό λόγο ο στίχος<br />
αποτελεί το πρώτο διαφοροποιητικό στοιχείο από τον πεζό λόγο και εκείνο που στη σκέψη του<br />
αναγνώστη ειδοποιεί ότι πρόκειται για ποίηση. Στον στίχο οι συντακτικές ενότητες<br />
συμμορφώνονται σύμφωνα με τα ρυθμικά σχήματα. Αυτό συμβαίνει κατά βάση στην περίπτωση<br />
του ελεύθερου στίχου, ο οποίος σχηματοποιείται με τη φωνητική παύση στο τέλος του. Η<br />
Πολίτου- Μαρμαρινού επισημαίνει πως «ένας λόγος αναγνωρίζεται ως ποίημα γραμμένο σε<br />
ελεύθερους στίχους από το γεγονός ότι μέσω των παύσεων που δηλώνονται με τυπογραφικό κενό<br />
στη δεξιά πλευρά της σελίδας, ο λόγος αυτός διαιρείται σε ποικίλου μήκους τμήματα. Οι παύσεις<br />
αυτές, που δημιουργούν τους στίχους, αντιστοιχούν σε στιγμές σιωπής, δηλαδή διακοπής στη ροή<br />
των ήχων κατά την εκφώνηση. &#8220;Ετσι η παύση-τέλος στίχου είναι το μόνο από τα οργανικά<br />
συστατικά του έμμετρου στίχου που διατηρείται και στον ελεύθερο» .<br />
Ο I. A. Richards επισημαίνει ότι «ο ήχος στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το κλειδί<br />
των επιπτώσεων που έχει η ποίηση» και ορίζει τον ρυθμό ως εξής: «Αυτή η συνύφανση των<br />
προσδοκιών, των εκπληρώσεων, των απογοητεύσεων, των εκπλήξεων την οποία επιφέρει η<br />
ακολουθία των συλλαβών είναι ο ρυθμός» . Συνεπώς, οι διακοπές των ηχητικών τμημάτων και<br />
η διάρκειά τους διαμορφώνουν τον ρυθμό στον ελεύθερο στίχο. Η διάρκεια αυτή μπορεί να<br />
καθοριστεί τόσο από την επιλογή κάποιου παυστικού σημείου στίξης, δηλαδή την τελεία, την άνω<br />
τελεία και το κόμμα, όσο και από τη συχνότητα εμφάνισης του κενού ανάμεσα στις λέξεις αλλά<br />
και ανάμεσα στους στίχους ή τις στροφές.<br />
«Μία ενδιαφέρουσα έρευνα με θέμα τον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης της ποίησης<br />
χειρίζεται την παύση στον ποιητικό λόγο πραγματοποίησε ο G. Dillon το 1976, η οποία<br />
κατέδειξε τα εξής: α) οι αναγνώστες έχουν ως στόχο μία τουλάχιστον παύση ανά στίχο, συνήθως<br />
στο τέλος του στίχου, αλλά κάποιες φορές επίσης στη μέση του. β) αναγνωρίστηκαν περιορισμοί<br />
στην προσθήκη ουσιωδών παύσεων σε ακολουθίες που αποτελούνται από στοιχεία απλής<br />
πρότασης και οι περιορισμοί αυτοί εμποδίζουν την πραγμάτωση των προσδοκώμενων παύσεων.<br />
γ) μερικοί αναγνώστες στηρίζονται περισσότερο στη στίξη, για να καθοδηγήσουν την τοποθέτηση<br />
της παύσης, ενώ άλλοι επιλέγουν ανάμεσα από τα κόμματα εκείνα στα οποία θα σταματήσουν.<br />
Όσοι έχουν την τάση να σταματούν στις προτάσεις τοποθετούν την παύση στα όρια της πρότασης,<br />
αν η ρυθμική προσδοκία δεν τους υποβάλλει κάτι άλλο (δεν είναι επείγουσα).» Επομένως, τα<br />
όρια του στίχου αναγνωρίζονται ως ηχητική τουλάχιστον παύση από τον αναγνώστη. Αυτό ίσως<br />
σημαίνει ότι υπάρχει παραλληλία ανάμεσα στα ηχητικά και νοηματικά όρια του στίχου. Όμως,<br />
αρκετοί από τους ποιητές που έγραψαν σε ελεύθερο στίχο κατήργησαν αυτήν την αντιστοιχία και<br />
χρησιμοποίησαν με όλο και πιο αποκλίνοντα τρόπο την παύση στο τέλος κάθε στίχου<br />
χρησιμοποιώντας τον διασκελισμό με μεγαλύτερη συχνότητα και περισσότερη ένταση .<br />
Αν δεχτούμε ότι η ποίηση γράφεται για να διαβαστεί, η στίξη αποτυπώνει οπτικά τις<br />
παύσεις της φωνής στον προφορικό λόγο. Η διάρκεια των παύσεων διαφοροποιείται ανάλογα με<br />
την επιλογή του συγγραφέα, δηλαδή η διάρκεια της τελείας είναι μεγαλύτερη από αυτή της άνω<br />
τελείας και του κόμματος. Ο Dillion παρατηρεί ότι «ένας σύνθετος παράγοντας στην ανάγνωση<br />
ενός κειμένου είναι το ότι έχουν στίξη. Γνωρίζουμε ότι μερικοί χρησιμοποιούν τα κόμματα ‘’με<br />
ρητορικό τρόπο”-δηλαδή για να δείξουν μία παύση με μικρής σημασίας συντακτικό στόχο-, ενώ<br />
κάποια κόμματα που έχουν συντακτική λειτουργία δεν αποτελούν συνήθη σημεία παύσης στον<br />
λόγο» . «Αυτήν τη σύγχυση κάποιοι ποιητές τείνουν να την ακυρώσουν, καταργώντας τη στίξη.<br />
Έτσι διαβάζουμε τη γνώμη του Andre Chedid: «Στο ποίημα απορρίπτω συχνά τη στίξη.<br />
Τυπογραφικά, αυτά τα κοψίματα μ’ ενοχλούν και επιπλέον αισθάνομαι ότι τα κεφαλαία, τα λευκά,<br />
αντικαθιστούν επαρκώς και δίνουν τον» . Ο ίδιος ποιητής βρίσκοντας τη στίξη πολύ φτωχή<br />
εφευρίσκει νέα σύμβολα: «Μερικές φορές χρησιμοποιώ επίσης μία μακριά γραμμή στο τέλος μιας<br />
λέξης σα να θέλω να την επιμηκύνω στο στόμα και τη σκέψη» .»<br />
Ο Μπαμπινιώτης, όμως, θεωρεί πως «η κατάργηση της στίξης οδηγεί, από σημειολσγικής<br />
πλευράς, στην αύξηση της πολυσημίας του λόγου, αφού αίρονται μ’ αυτήν οι προκαθορισμένοι<br />
δείκτες συνδέσεως ή οι συμβατικές μορφές σχολιασμού. Παραμονεύει, φυσικά, εδώ- όπως και σε<br />
κάθε κατάλυση των συμβάσεων- ο κίνδυνος της πολυ-ερμηνείας ή της αυθαίρετης ερμηνείας ή<br />
ακόμη και της παρ-ερμηνείας των γραφομένων. Έτσι το τίμημα της επιδιωκόμενης ελευθερίας<br />
στην έκφραση μπορεί να αποβεί βαρύ. Στον περιορισμό αυτού του κινδύνου συντελούν ορισμένοι<br />
παράγοντας μέσα από το ίδιο το κείμενο που αποτελούν ό,τι συλλήβδην ονομάζεται συνοχή του<br />
κειμένου» .<br />
Ορισμένοι ποιητές, λοιπόν, κατήργησαν τη στίξη στα ποιήματά τους, καθώς θεωρούσαν<br />
πως αυτή αποτελεί «οδηγίες» προς τον αναγνώστη. Άρα η αστιξία καταργεί την κατευθυνόμενη<br />
μονόσημη ανάγνωση και δίνει τη θέση της στην ελεύθερη και γι’ αυτό πολύσημη ανάγνωση. Αυτό<br />
ακριβώς συμβαίνει και στα Φεγγάρια στο Βυθό . Ο Ιωαννίδης δηλαδή κατά βάση δεν<br />
χρησιμοποιεί ούτε στίξη ούτε τόνους. Συγκεκριμένα στα εικοσιπέντε ποιήματα της συλλογής<br />
εντοπίζουμε μόνο πέντε φορές σημεία στίξης. Πιο συγκεκριμένα, δυο φορές ερωτηματικό στο<br />
δέκατο όγδοο («Ανοίγεις ξαφνικα τα ματια σου», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 37-38) και στο εικοστό<br />
δεύτερο ποίημα («πως να σταθείς ο άνεμος πάνω στα φύλλα», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 46- 51),<br />
μία φορά θαυμαστικό στο τέταρτο («Ω, τι γαληνη!», Φεγγάρια στο Βυθό, σ. 16), δυο φορές κόμμα<br />
στο τέταρτο («Ω, τι γαληνη!», Φεγγάρια στο Βυθό, σ. 16) και στο έκτο («Η λύπη εχει εννιά ματια»,<br />
Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 18-19) και μια φορά τελεία στο δέκατο ένατο («Τα μαραμένα άνθη να μη<br />
δεις», Φεγγάρια στο Βυθό, σσ. 39-40). Όσον αφορά τον τονισμό, όπως είπαμε, είναι και σε αυτόν<br />
φειδωλός, καθώς υπάρχουν μόνο τριάντα δύο τονισμένες λέξεις . Η επιλογή των τόνων γίνεται<br />
τις περισσότερες φορές για να φανερώσει διάζευξη ή για να δείξει ότι η αντωνυμία που ακολουθεί<br />
αναφέρεται στην επόμενη λέξη και όχι στην προηγούμενή της. Για παράδειγμα, συναντούμε<br />
διάζευξη στην πρώτη στροφή του ποιήματος «Στεκουν εκεί καταμεσής στην καμαρη» και πιο<br />
συγκεκριμένα στους στίχους «Αλλος πουλί εχει γίνει/ άλλος ψάρι/ άλλος φυτό/ ή εξαίσιο<br />
λουλούδι», ενώ στο ποίημα «Ηλιε μην κλαις» οι τόνοι βρίσκονται στον στίχο «Ολα τα δάκρυά<br />
σου φύλαξε τα» για να καταδειχθεί η κτητική αντωνυμία που αναφέρεται στην λέξη δάκρυα και<br />
στον στίχο «Ο μπλε ουρανος μάς ξεγελά» του ποιήματος «Βρεχει συνεχεία πίκρα» ο τόνος<br />
βρίσκεται στην αντωνυμία, ώστε να δηλωθεί ως αντικείμενο του ρήματος και όχι για να υποδείξει<br />
αναφορά στη λέξη ουρανός. Σύνηθες είναι, επίσης, να υπάρχουν τόνοι έτσι ώστε αφενός να ξέρει<br />
ο αναγνώστης σε ποιο σημείο της λέξης θα τονίσει διαβάζοντας και αφετέρου για να γίνει πιο<br />
σαφής ο ρυθμός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο στίχος «κόβω τον καημό στα δυό» του<br />
ποιήματος «Οταν η νύχτα φτάνει», ο στίχος «Θα ’ρθει η νύχτα» από το «Να δεις» και ο στίχος<br />
«Βρεχει συνεχεία πίκρα» από το ομώνυμο ποίημα. Άλλες φορές, όμως, δεν μπορούμε να<br />
δικαιολογήσουμε, γιατί επιλέγει να τονίσει συγκεκριμένες λέξεις παρά τη γενική τακτική του,<br />
οπότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τυπογραφικό λάθος είτε του ποιητή είτε<br />
του εκδότη, ίσως από βιασύνη ή αμέλεια στην μεταγραφή.</p>
<p>Τις τέχνες τις είχε πολύ ψηλά μέσα του και ιδιαίτερα την ποίηση. Θαύμαζε και θεωρούσε<br />
μεγάλη τιμή και επίτευγμα αν μπορούσε κανείς να γράψει ποίηση αντίστοιχη με αυτή σημαντικών ελάσσονων ποιητών και πίστευε πως οι λογοτέχνες, μάλλον οι καλλιτέχνες γενικότερα, και οι διανοούμενοι, οι πνευματικοί άνθρωποι, είναι θεματοφύλακες της ομορφιάς, της αλήθειας και του δικαίου. Ταύτιζε την ποίηση με την ποιητική πράξη και είχε γι’ αυτούς εξιδανικευμένη εικόνα σα να ήταν μυθικά πρόσωπα. Παραδέχεται όμως πως αργότερα, όταν μπήκε στον χώρο αυτό, εισέπραξε μεγάλες απογοητεύσεις και διαψεύσεις και πως άργησε να αποδεχτεί πως όχι μόνο δεν ήταν τα πράγματα έτσι όπως τα φανταζόταν πρότερα αλλά τις περισσότερες φορές ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα. Με αυτή τη διαπίστωση πολλά κατέρρευσαν μέσα του, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να πιστεύει και να υπερασπίζεται τη συμπόρευση, αν όχι ταύτιση, ποιητικού έργου και ποιητικής πράξης, γιατί εκεί έβλεπε και τη δικαίωση της ποίησης αλλά και των ιδεωδών του ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2)</strong></h6>
<h5><strong>Διαβάζοντας τα Μικρά Ερωτικά</strong></h5>
<p>Τα ποιήματα που αποτελούν την ύλη των Μικρών Ερωτικών δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο<br />
1994 και 1995, ενώ εκδόθηκαν σαν ολοκληρωμένη συλλογή το 1998. Δεν έχουμε στοιχεία που<br />
αποδεικνύουν αν κάποια από αυτά είχαν δημοσιευθεί μεμονωμένα σε περιοδικά της εποχής. Όπως<br />
προαναφέρθηκε, πρόκειται για εβδομήντα οκτώ ποιήματα, ποιήματα ολιγόστιχα, μιας μόνο<br />
στροφής. Είναι καλό να διευκρινιστεί πως δεν πρόκειται για το ποιητικό σχήμα χαϊκού. Το χαϊκού<br />
είναι στιχουργική μορφή της ιαπωνικής ποίησης που αποτελείται από τρεις στίχους των πέντε,<br />
επτά και πέντε συλλαβών, απορρίπτοντας έτσι την πολυπλοκότητα και την αυστηρότητα της<br />
παραδοσιακής ποίησης και αναζητώντας μια ποίηση πιο απλή, πιο ανάλαφρη και πιο καθημερινή.<br />
Διαπνέεται από την ήρεμη μελαγχολία και την πίστη στην παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης,<br />
που χαρακτηρίζει συνολικά την ιαπωνική ποίηση . Η δική μας περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται<br />
ως χαϊκού, διότι δεν έχουμε μόνο τρίστιχα ποιήματα, αλλά και στα τρίστιχα που συναντούμε δεν<br />
βλέπουμε σταθερά την επανάληψη πέντε, επτά και πέντε συλλαβών. Γενικά ούτε ο αριθμός των<br />
συλλαβών ούτε ο αριθμός των στίχων είναι επαναλαμβανόμενος. Έτσι, μπορούμε να βρούμε<br />
ποίημα με μόνο ένα στίχο, όπως «Πηγή φωτός η σιωπή» (.Μικρά Ερωτικά, σ. 52), αλλά και με<br />
πολύ περισσότερους, όπως «Έστρωσε η μέρα/ ένα φιλί/ να περπατήσεις,/ έστρωσε ο ήλιος/ την<br />
χαρά/ για να χαρείς, / κι ο δρόμος/ απ’ τα βάθη του/ στα χείλη σου/ να λάμψει» {Μικρά Ερωτικά,<br />
σ. 20), «Πώς να μιλήσει/ η σιωπή/ Λόγο δεν έχει* / μόνο τα μάτια σου/ μιλούν/ και ας<br />
σωπαίνουν’ / μόνο τα χείλη σου/ επιμένουν/ τραγουδουν» {Μικρά Ερωτικά, σ. 21) και «Πώς να<br />
σε συντηρήσω;/ φλόγα που άναψε/ φωτιά που καίει/ σιγανή,/ σπίρτο μικρό,/ κερί που λιώνει/<br />
μοναχό/ γρήγορα/ ελπίζω να καώ» {Μικρά Ερωτικά, σ. 12). Ο ρυθμός διαμορφώνεται, χωρίς να<br />
βρίσκουμε πουθενά ομοιοκαταληξία, στο πλαίσιο του ελεύθερου στίχου. Αυτό που θα<br />
μπορούσαμε να επισημάνουμε ως κοινό στοιχείο με τα χαϊκού είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις<br />
η απλή και λιτή διατύπωση απαιτεί από τη μία μεγάλη δεξιοτεχνία και εκφραστική πυκνότητα και<br />
από την άλλη έναν μεγάλο βαθμό συμπλήρωσής της από τον αναγνώστη.<br />
Ο Ιωαννίδης για να διαμορφώσει την προσωπική του φόρμα μάλλον επηρεάστηκε από την<br />
κοινή αισθητική της τριάδας των ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης, δηλαδή του Ντίνου<br />
Χριστιανόπουλου, τον Νίκου- Αλέξη Ασλάνογλου και του Γιώργου Ιωάννου. Όπως μας<br />
πληροφορεί ο ίδιος ο Ασλάνογλου τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποίησαν και που προώθησαν<br />
μέσω της «Διαγώνιου» είναι τα εξής: «Πρώτα πρώτα η ανάγκη να απαλλαγεί ο ποιητικός λόγος<br />
από ελαττώματα που ήταν κληρονομιά της παραδοσιακής σχολής (θεματογραφία, πλατειασμοί,<br />
ρητορικά και άλλα φραστικά κλισέ, πολυλογία). Δεύτερο, φειδώ στη χρησιμοποίηση μοντέρνων<br />
εκφραστικών μέσων. Τρίτο, λαγάρισμα στην έκφραση, επεξεργασία του στίχου μέχρι την οριστική<br />
αποκρυστάλλωση. Ένας ελεύθερος στίχος που θα είχε τη δύναμη και τη υποβολή των καλύτερων<br />
επιτευγμάτων της παράδοσης. Αλλά και μια μοντέρνα γλώσσα, ικανή να ανταποκρίνεται στη<br />
σύγχρονη ευαισθησία. [&#8230;] Η εξομολόγηση παραμένει πάντα ο πυρήνας αυτής της ποίησης, η<br />
εξομολόγηση που είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ποίηση. Χωρίς λοιπόν να καυχώνται ότι την<br />
ανακάλυψαν, οι ποιητές της «Διαγώνιου» έδωσαν σ’ αυτήν τις δραματικές διαστάσεις- διάψευση,<br />
αδιέξοδο, απόγνωση- όπου ο λυρισμός, συγκρατημένος πάντα, δυναμώνει όσο ο σπαραγμός<br />
γίνεται πιο οξύς» . Ο Περικλής Σφυρίδης δηλώνει πιο συγκεκριμένα ότι το προσωπικό ύφος<br />
του Ιωαννίδη είναι φανερά επηρεασμένο από τα Μικρά Ποιήματα του Χριστιανόπουλου.<br />
Η τακτική του Ιωαννίδη όσον αφορά τη στίξη στη συγκεκριμένη συλλογή δε διαφέρει<br />
πάρα πολύ από την τακτική που ακολούθησε στα Φεγγάρια στο Βυθό, χωρίς όμως να είναι τόσο<br />
αυστηρός. Δε θέλει να επιβληθεί στον αναγνώστη, ούτε να τον κατευθύνει σε ανάγνωση<br />
μονόσημη, του αφήνει ελευθερίες, ενώ ταυτόχρονα με τη στίξη που επιλέγει να χρησιμοποιήσει<br />
του δίνει τις απαραίτητες οδηγίες, ώστε να δημιουργηθεί ο κατάλληλος ρυθμός και φυσικά να<br />
επιτευχθεί η κατανόηση του εκάστοτε ποιήματος. Από τα εβδομήντα οκτώ ποιήματα συναντάμε<br />
ένα ή και δύο σημεία στίξης στα τριάντα τέσσερα. Το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτά είναι<br />
κόμματα και άνω τελείες ακριβώς για τον λόγο που προαναφέρθηκε αλλά και για τη περίπτωση<br />
που το ποιητικό υποκείμενο αποστρέφεται σε κάποιον ή κάτι (π.χ. «Στη μυγδαλιά/ θ’ ανέβω/ να<br />
σε φτάσω ’ έρωτα,/ πιο ψηλά/ απ’ τον ήλιο», Μικρά Ερωτικά, σ. 7), ενώ βρίσκουμε και τρία<br />
ερωτηματικά, τα οποία έχουν ως σκοπό να γεμίσουν προβληματισμό στον αναγνώστη και να<br />
παρασύρουν τη σκέψη του σε ένα ταξίδι αναζήτησης της απάντησης. Για παράδειγμα «Έρως<br />
απόρθητος/ και πώς να ξεδιψάσεις;» (Μικρά Ερωτικά, σ. 17) και «Πώς ξεθυμαίνει/ κάποτε ο<br />
ουρανός/ και πλημμυρίζει/ η νύχτα λόγια;» (Μικρά Ερωτικά, σ. 47). Είναι σημαντικό να<br />
επισημανθεί πως ποτέ δε χρησιμοποιείται τελεία. Ίσως με αυτόν τον τρόπο το ποίημα δεν<br />
τελειώνει ποτέ, ίσως έτσι ο αναγνώστης το συντηρεί στο μυαλό και την καρδιά του και το<br />
συνεχίζει ατέρμονα. Τέλος, σε αντίθεση με τα Φεγγάρια στο Βυθό ο Ιωαννίδης επιλέγει να τονίσει<br />
κανονικά όλες τις λέξεις.<br />
Το θέμα που κυριαρχεί στη συλλογή αυτή είναι ο Έρωτας. Από τους μυθολογικούς ακόμα<br />
χρόνους προσφέρει στον άνθρωπο χαρές και ανησυχίες και στέκεται ο μεγάλος εμπνευστής του<br />
Λόγου, του Στοχασμού και της Τέχνης. Η αναδρομή που θα ακολουθήσει έχει ως σκοπό να δούμε<br />
μερικές από τις πτυχές του έρωτα έτσι όπως έχουν εκφραστεί διαχρονικά. Βέβαια, επειδή δεν είναι<br />
αυτός ο αυτοσκοπός της συγκεκριμένης μελέτης, δε θα αναλυθεί διεξοδικά, αλλά θα αναφερθούν<br />
μόνο κάποια παραδείγματα.<br />
Από τον αρχή της θεογονίας ο έρωτας είναι ο ακόρεστος δημιουργός, η λαμπάδα του χάους<br />
και η ψυχή του κόσμου, είναι ο κάλλιστος και λυσιμελής που ορμά από ακάθεκτος από τη ζωή<br />
στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή. Είναι δομικό στοιχείο της κοσμο- θεογονία μαζί με το<br />
Χάος, τη Γαία και τον Τάρταρο και συναποτελούν το ησιόδειο πρωταρχικό συμπαντικό<br />
σύστημα . Οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι ανθισμένοι με την υπέροχη ομορφιά του. Ο Ομηρος<br />
δημιουργεί τα αθάνατα έπη του παίρνοντας ως αφορμή τον έρωτα του Πάρη και της Ελένης. Οι<br />
ορφικοί αοιδοί είναι οι πρώτοι που προσαγόρεψαν τον Έρωτα «μέγαν, ορμητικόν, αγνόν,<br />
πολυμήχανον», που κρατά τα κλειδιά του ουρανού, της γης και της θάλασσας .<br />
Ο Πλάτωνος παρουσιάζει τον Έρωτα ως μαγευτικό δέντρο που απλώνει τα κλαδιά του ως<br />
τον ουρανό. Έτσι αποκτά δισυπόστατη φύση: είναι και γήινος και ουράνιος. Δεν αποτελεί μόνο<br />
για τον άνθρωπο ιδιάζουσα κατάσταση, αλλά ένα μεταφυσικό φαινόμενο για όλη τη φύση. «Είναι<br />
επιθυμία, που δεν είναι ούτε αθάνατη ούτε θνητή, ούτε θεία ούτε ανθρώπινη. Δεν είναι θεία, γιατί<br />
η επιθυμία προϋποθέτει στέρηση και οι θεοί τα έχουν όλα, οπότε δεν μπορούν να επιθυμούν κάτι.<br />
Δεν είναι θνητή, γιατί, αν έλειπε ολοκληρωτικά η επιθυμία, θα είχε συνέπεια να λείπει το Αγαθό.<br />
Η επιθυμία είναι κάτι το ανάμεικτο από το είναι και το μη είναι, είναι «δαιμόνιο». Κάτι ανάμεσα<br />
στους δυο κόσμους των θεών και των ανθρώπων, να διαβιβάζει τις επιθυμίες των πρώτων και τις<br />
παρακλήσεις των άλλων»16&#8217;1, να μεταβιβάζει στους θεούς τα ανθρώπινα και στους ανθρώπους τα<br />
θεϊκά. Ο Έρωτας αναζητά παντοτινά τα ωραία και τα αγαθά. Είναι γενναίος, ριψοκίνδυνος,<br />
ορμητικός και επιζητά την αθανασία. Ο Πλάτωνας, τέλος, θεωρεί πως η τέχνη, κάθε μορφή τέχνης,<br />
δεν είναι παρά ένας παγκόσμιος ύμνος προς τον Έρωτα .<br />
Ο Σωκράτης θεωρεί τον έρωτα ως ισχυρότατη επιθυμία και κύριο συντελεστή του θάρρους<br />
και της γενναιότητας, ο Αριστοτέλης βλέπει σε αυτόν το φυσιολογικό δεσμό, ο Εμπεδοκλής<br />
θεωρεί πως είναι δύναμη που πρωτοστατεί στην αιώνια τάξη του Σύμπαντος και δογματίζει πως<br />
τα όμοια ζητούνται ανάμεσά τους, ενώ ο Ηράκλειτος αντίθετα υποστηρίζει πως τα ανόμοια<br />
έλκονται. Ο Ξενοκράτης αποκαλεί τον έρωτα θεία φωτιά, που δίνει ζωή στην άμορφη και νεκρή<br />
φύση, ενώ ο Παυσανία τον ονομάζει πάνδωρο και ουράνιο. Οι Στωικοί τον ανυψώνουν σε περιωπή<br />
θρησκείας, ενώ αντίθετη είναι η θεωρία του Επίκουρου, ο οποίος τον βλέπει μόνο ως ηδονή και<br />
τον υποβιβάζει σε απλή σωματική ανάγκη. Ο Πλούταρχος εξαιρεί τον συζυγικό έρωτα, που<br />
κατορθδινει να μεταμορφώνει τον πόθο σε συναίσθημα ευγενικής λατρείας και σεβασμού, ενώ<br />
στον Αισχύλο ο έρωτας παρουσιάζεται ως γενικός νόμος του κόσμου. Ο χορός και οι θεοί ψάλλουν<br />
τη δημιουργική του δύναμη, αλλά δεν τολμούν να τον εκφράσουν σαν συναίσθημα αβρό και<br />
γλυκό. Ο Ευριπίδης θεωρεί τον Έρωτα πανίσχυρο θεό και ανώτερο από όλους και από όλα, ακόμα<br />
και απ’ τον ουρανό, ενώ αναφέρει πως ο έρωτας και η τρέλα είναι κάτι το ταυτόσημο. Ο Σοφοκλής<br />
τον θεωρεί ακαταμάχητο και κυβερνήτη θεών και ανθρώπων, ενώ η Σαπφώ, της οποίας η ζωή<br />
κυβερνάται από τον έρωτα, τον θεωρεί «γλυκόπικρο καημό», που της κεντρίζει το κορμί.<br />
Παράλληλα, όμως, με τις λογοτεχνικές όψεις του έρωτα, υπάρχει και αυτός των απλών και<br />
καθημερινών ανθρώπων, ο οποίος εκδηλώνεται στα συμπόσια, στην αγορά, στα θέατρα, στα<br />
γυμνάσια και στα χέρια μας έρχεται μέσα από τις αρχαίες ελληνικές επιγραφές. Συναντούμε<br />
λοιπόν όψεις του έρωτα που προβάλλουν άλλοτε ιδανικές και άλλοτε αγοραίες περιπτώσεις μιας<br />
κοινωνίας που θαύμαζε το ωραίο, απολάμβανε τις ερωτικές ηδονές αλλά και χρωμάτιζε αρνητικά<br />
ορισμένες σεξουαλικές δραστηριότητες. Μέσα από τις επιγραφές αναδεικνύονται ποικίλες<br />
εναλλαγές του έρωτα στη ζωή των ανθρώπων και αποσαφηνίζονται οι μορφές του έρωτα ως ένα<br />
διαχρονικό και αδιαμφισβήτητο φαινόμενο των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων .<br />
Μεγάλη είναι ήδη η λίστα σχετικά με τον έρωτα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και θα<br />
μπορούσε να είναι ακόμα μεγαλύτερη, αλλά δε θα σταθούμε περαιτέρω. Θα επισημάνουμε όμως<br />
ότι η ελληνική λογοτεχνία τραγούδησε έντονα τον έρωτα, τον έρωτα- απόλαυση, τον έρωτα-<br />
αίσθημα, τον έρωτα- επιθυμία, και στο πλαίσιο της βυζαντινής λογοτεχνίας, αλλά φυσικά και της<br />
νεοελληνικής, στην οποία και θα σταθούμε για λίγο, αναφέροντας κατά βάση γενικές πληροφορίες<br />
και εστιάζοντας περισσότερο σε σημαντικούς ποιητές .<br />
Στα δημοτικά τραγούδια «της αγάπης» η εμποδιζόμενη επιθυμία εξιδανικεύεται, αλλά το<br />
ερωτικό σώμα προβάλλει ολοκάθαρα, ενώ το θέατρο της βενετοκρατούμενης Κρήτης (1570-1669)<br />
εδράζεται στον έρωτα, τόσο στις τραγωδίες και τις κωμωδίες όσο και στο ποιμενικό δράμα. Κατά<br />
τα προεπαναστατικά χρόνια κείμενα με πυρήνα ερωτικές ιστορίες χρησιμοποιούνται ως ευχάριστο<br />
ηθικοδιδακτικό υλικό για τους νέους της εποχής. Μετεπαναστατικά ο έρωτας παρουσιάζεται στο<br />
ρομαντικό μυθιστόρημα ειλικρινής, περιπετειώδης και δραματικός, ενώ στην ποίηση εμφανίζεται<br />
σε μεταφυσική ατμόσφαιρα, με μελαγχολική, πεισιθάνατη διάθεση. Στους Επτανήσιους<br />
διακρίνεται ιδανισμός και πνευματικότητα. Ο Ανδρέας Κάλβος υπογραμμίζει πως μόνο κάτω από<br />
τα φτερά του έρωτα βρίσκει κανείς την πραγματική χαρά και την αληθινή ευτυχία, ενώ στην<br />
ποίηση του Διονύσιου Σολωμού το ερωτικό συναίσθημα παρουσιάζεται σαν φως που κατακλύζει<br />
την ψυχή και όχι σαν φλόγα που καίει το σώμα .<br />
Η Νέα Αθηναϊκή Σχολή (1880- αρχές 20ού) αντιμετωπίζει τον έρωτα με τρυφερό και<br />
χαμηλόφωνο λυρισμό και, παρόλο που το σώμα είναι πηγή ηδονής, αυτός στρέφεται στην καθαυτό<br />
ζωή. Ο Κωστής Παλαμάς ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο μορφές του έρωτα: την «ηδονιστική<br />
ακολασία» και τον υψηλό «ιδανισμό». «Ο Παλαμικός έρωτας είναι ένα πάθος γήινο, φλογερό,<br />
υποκειμενικό, που συνταράζει τη φαντασία, την ψυχή, τις αισθήσεις, αλλά κι ένας έρωτας «εκ των<br />
ένδον», δηλαδή μια ανάταση ανάμεικτη με δέος θρησκευτικό. Ο έρωτας του Ποιητή ανυψώνεται<br />
στις σφαίρες του πνευματικού, εκστατικά, παθητικά» . Στην πεζογραφία και στο δράμα ο<br />
ρεαλισμός και η ηθογραφία σε συνδυασμό με την εμφάνιση σοσιαλιστών συγγραφέων τοποθετεί<br />
τον έρωτα σε ένα σαφές κοινωνικό πλαίσιο, τις πατριαρχικές κοινωνίες της υπαίθρου ή της πόλης.<br />
Τις περισσότερες φορές ο ρομαντικός έρωτας συνθλίβεται από τη σκληρή πραγματικότητα και<br />
υποτάσσεται στις κοινωνικές συμβάσεις ή στη δύναμη του χρήματος που καταστρέφει τις<br />
ανθροδπινες σχέσεις .<br />
Έπειτα, οι πεζογράφοι του αισθητισμού γράφουν λυρικά, με αισθησιασμό και ηδυπάθεια.<br />
Στα έργα τους υπάρχει ένας έντονος σαρκικός ερωτισμός, κάποιες φορές με πεισιθάνατη διάθεση,<br />
ενώ άλλες ο έρωτας ταυτίζεται με την ύψιστη ηδονή. Στην ποίηση του αισθητιστή Κωνσταντίνου<br />
Π. Καβάφη φαντασία και πραγματικότητα διαπλέκονται και το ερωτικά ιδεώδες ανθίζει σε ρυπαρό<br />
περιβάλλον. Εδώ «δε θα βρει κανείς τα ιδανικά ερωτικά φτερουγίσματα και τα γνήσια<br />
αναβρύσματα του πάθους. Οι ερωτικοί του τόνοι είναι λιγοστοί. Ο Αλεξανδρινός ποιητής είναι<br />
υμνητής του έκνομου έρωτα, αναζητά αυτή την αισθησιακή ικανοποίηση και ζει με του ερωτισμού<br />
τα οράματα. Η σωματική συγκίνηση του φλογίζει τη μνήμη και επικαλείται συχνά το σώμα που<br />
αγάπησε» .<br />
Στην πεζογραφία του συμβολισμού ο έρωτας πνίγεται στη μελαγχολική ζωή των<br />
μικροαστών ή των μίζερων επαρχιωτών και στην ποίηση των νεορομαντικών και των<br />
νεοσυμβολιστών υποκύπτει στη γενική κόπωση και απαισιοδοξία, στην πεισιθάνατη διάθεση,<br />
παρά τη φιληδονία. Στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη βλέπει κανείς μόνο σε ένα ποίημα, την<br />
«Αγάπη», να φωτίζει την πικραμένη του ψυχή το λαμπερό του έρωτα φως. Η ψυχαναλυτικής<br />
βάσης λογοτεχνική παραγωγή της γενιάς του 30 αντιμετωπίζει το θέμα εντελώς διαφορετικά. Η<br />
υπερρεαλιστική ποίηση βλέπει τον έρωτα ως δύναμη και πηγή αισιοδοξίας, παράφορο και<br />
τολμηρό. Στον Ανδρέα Εμπειρικό βλέπουμε αρχικά υπαινικτικά την ερωτική διάθεση και<br />
αργότερα φτάνει στον σεξουαλικό ρεαλισμό συνδέοντας τον έριυτα με το θάνατο. Ο Οδυσσέας<br />
Ελύτης παρουσιάζει το έρωτα σε συνδυασμό με τα νιάτα, την οργιαστική ελληνική φύση και το<br />
αιγαιοπελαγίτικο φως, ενώ αντίθετα ο Γιώργος Σεφέρης τον θεωρεί παροδικό θάνατο. Στην<br />
πεζογραφία της ίδιας περιόδου, στο αστικό μυθιστόρημα ο έρωτας πρωταγωνιστεί σαρκικός και<br />
τυραννικός, δραματικός, ασύνειδος, μάταιος, καταστροφικός και άλλες φορές ανολοκλήρωτος<br />
Η μεταπολεμική λογοτεχνία των πρώτων δεκαετιών έχει την τάση να καταγράφει<br />
μαρτυρίες του πολέμου και του Εμφυλίου και να προβάλλει τα πολιτικά- ιδεολογικά προβλήματα,<br />
οπότε ο έρωτας δεν έχει θέση εδώ. Από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, όμως, οι λογοτέχνες<br />
νιώθουν πιο ελεύθεροι να ασχοληθούν με υπαρξιακά προβλήματα. Ο έρωτας πια φαίνεται ως<br />
διέξοδος στην κοινωνική αποξένωσή τους. Επικεντρώνονται στο ερωτικό σώμα (Κατερίνα<br />
Αγγελάκη- Ρουκ, Ασλάνογλου) ή στην ερωτική εμπειρία (Ντίνος Χριστιανόπουλος). Σε κάποιους<br />
παραμένει τραυματικός και όχημα απόδρασης από τον χώρο ή αντίδοτο στον κοινωνικό πόλεμο.<br />
Οι λογοτέχνες που εμφανίζονται από τη δεκαετία του 1960 και εξής επαναφέρουν τον<br />
έρωτα, γιατί ασχολούνται περισσότερο με την ανάλυση των ανθρωπίνων σχέσεων, παρά το<br />
γεγονός ότι η δικτατορία προκαλεί πληθώρα μυθιστορημάτων που μαρτυρούν τις εμπειρίες και<br />
παρά του ότι η δεκαετία του 1970 απαιτεί βαρύγδουπα κοινωνικά και υπαρξιακά μηνύματα. Στις<br />
δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα ο έρωτας κυριαρχεί στη λογοτεχνία και αυτό συμβαίνει<br />
για δύο λόγους. Ο πρώτος παράγοντας που συνετέλεσε ήταν η αύξηση των γυναικών συγγραφέων,<br />
προσθέτοντας τη φεμινιστική οπτική του, χωρίς να λείπει ο ρομαντισμός, και η ενασχόληση με<br />
συνθετότερες πλευρές του έρωτα. Ο δεύτερος είναι η συντριπτική επικράτηση της<br />
καθημερινότητας και του ιδιωτικού χώρου ως μυθοπλαστικού πεδίου.<br />
Επανερχόμενοι στον Ιωαννίδη, υπενθυμίζουμε πως ανήκει στη γενιά του 70 που<br />
διαμορφώνεται στο κλίμα της κατοχικής, μετακατοχικής, εμφυλιακής και μετεμφυλιακής<br />
Ελλάδας και αρχίζει να παράγει λογοτεχνικό έργο κατά τη δεκαετία του 70. Ο ίδιος, όμως, ο<br />
Ιωαννίόης γράφει και δημοσιεύει τις πρώτες δύο ποιητικές του συλλογές κατα τη δεκαετία του<br />
‘90, οπότε η θεματική που τον απασχολεί δεν σχετίζεται με αυτή της πρώτης περιόδου παραγωγής<br />
της γενιάς του. Τα Μικρά Ερωτικά, η δεύτερη συλλογή του, έχουν ως θέμα τους τον έρωτα, θα<br />
λέγαμε πως είναι αφιερωμένα σε αυτόν και τη ζωογόνο δύναμή του.</p>
<p>.</p>
<p><strong>Όλη η  Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Ειρήνης Κουκοβίνου «Ανιχνεύοντας την ποίηση του Βασίλη Ιωαννίδη»</strong></p>
<p>http://ikee.lib.auth.gr/record/320364/files/GRI-2020-27999.pdf</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ</strong></h5>
<p>ΚΡΕΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ</p>
<p>Η έκθεση, με τίτλο ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, περιλαμβάνει 30 πίνακες και αποτελείται από δύο μέρη ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά με συγγενική γραφή και ύφος. Το πρώτο μέρος, από το οποίο αντλήθηκε ο τίτλος της έκθεσης, αριθμεί 15 έργα που χρονολογούνται στα 4 τελευταία έτη και αφορά τη σμίξη-σύμπλευση ζωγραφικής και λογοτεχνίας και ειδικότερα της ποίησης. Η αλληλοδιείσδυση αυτή δημιουργεί μια άλλου είδους απόδοση-παρουσίαση και πρόσληψη τόσο της ποίησης όσο και της ζωγραφικής. Η ποίηση αποκτά μια εικαστική διάσταση ενώ η ζωγραφική ένα διευρυμένο αφηγηματικό και διαλογικό πρόσωπο. Από τα 15 έργα τα 10 περιλαμβάνουν ποιήματα του Βασίλη Ιωαννίδη από τις ανέκδοτες ποιητικές συλλογές του, ‘’Ρωγμές’’, ‘’Θύρα εξόδου’’ και 7 ποιήματα από την επίσης ανέκδοτη συλλογή ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’. Σε 8 πίνακες υπάρχει το σύνολο σχεδόν των ποιημάτων της συλλογής ‘’Ρωγμές’’, δημοσιευμένα τα περισσότερα μετά το 1995 στα περιοδικά ‘’Πανδώρα’’, ‘’Πάροδος’’, ‘’Εμβόλιμον’’, και στους άλλους 2 ένα μέρος της συλλογής ‘’Θύρα εξόδου’’ με 15 ποιήματα. Τα 7 ποιήματα της συλλογής ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’ είναι διάσπαρτα σε 4 πίνακες. Τα υπόλοιπα 5 έργα περνούν από την προσωπική αφήγηση της ποίησης του Βασίλη Ιωαννίδη σε μια γενικότερη, με την συνομιλία- ανθολόγηση Θεσσαλονικέων ποιητών ξεκινώντας από τις παλαιότερες γενιές και πηγαίνοντας διαδοχικά προς τις νεότερες. Σε κάθε πίνακα υπάρχουν ποιήματα ενός μόνο λογοτέχνη` του Γιώργου Βαφόπουλου, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Πάνου Θασίτη, του Πρόδρομου Μάρκογλου και ένα , κατ’ εξαίρεση, διήγημα της Μαρίας Κουγιουμτζή από τη συλλογή διηγημάτων της ‘’Άγριο βελούδο’’. Το δεύτερο μέρος αριθμεί κι αυτό 15 έργα μικρών ως πολύ μικρών διαστάσεων και είναι μια επιλογή από διαφορετικές χρονικές περιόδους που συνδέονται ωστόσο στενά μεταξύ τους. Κοινό στοιχείο τους ένας σαφής αλλά ήπιος, λυρικός εξπρεσιονισμός, με έμφαση κυρίως στην αφαίρεση.<br />
Η αφετηρία- σύλληψη της σειράς των έργων ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, αρκετά ασαφής στην αρχή και ασχημάτιστη, ανάγεται πολύ πίσω στα εφηβικά χρόνια, όταν για πρώτη φορά ο Βασίλης Ιωαννίδης ήρθε σε επαφή με την ποίηση του Λόρκα που υπήρξε ένας από τους αγαπημένους του ποιητές. Ο Λόρκα ήταν ένας πολύπλευρος δημιουργός. Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, με δική του θεατρική ομάδα και θέατρο, μουσικοσυνθέτης, πιανίστας και τέλος ζωγράφος. Πολλές φορές τα ποιήματά του συνοδεύονταν από πολύ ωραία λιτά και εκφραστικά σχέδια ενώ και η υπογραφή του συχνά αποδίδονταν με εικαστικό τρόπο.. Την συνύπαρξη αυτή ποίησης και σχεδίων ο Αλμπέρτι είχε ονομάσει εύστοχα λυρικογραφίες. Η εντύπωση που προξένησαν στον Βασίλη Ιωαννίδη αυτές οι λυρικογραφίες ήταν καθοριστική. Λειτούργησε δραστικά μέσα του και άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα, το οποίο αναζητούσε τον δικό του προσωπικό τρόπο έκφρασης. Στοιχεία τυπωμένου λόγου από διάφορα έντυπα χρησιμοποιήθηκαν στη ζωγραφική με την ενσωμάτωσή τους στην εικαστική επιφάνεια κατά την δημιουργία έργων με τη μορφή κολάζ. Μια προσέγγιση της ζωγραφικής επιχείρησε ο γραπτός λόγος, κυρίως η ποίηση, με τα ιδεογράμματα, με τα οποία η διάταξη των λέξεων και των στίχων στον χώρο προσλάμβανε την μορφή γεωμετρικού σχήματος ή συγκεκριμένου σχεδίου. Μεταγενέστερα κάποιοι μεμονωμένοι στίχοι ή φράσεις συνόδευαν κάποτε διάφορους πίνακες, σαν ένα είδος σχόλιου, συμπληρωματικού και επεξηγηματικού. Στην Ελλάδα εκείνος που προχώρησε σημαντικά αυτό το δέσιμο ποίησης και ζωγραφικής ήταν ο Νίκος Χουλιαράς, που και αυτός σαν τον Λόρκα υπήρξε ένας πολύπλευρος και σημαντικός δημιουργός. Πεζογράφος, ποιητής, ζωγράφος, μουσικός. Αυτός εξέφρασε με εξαιρετικό τρόπο την ταυτόχρονη απόδοση ποίησης και ζωγραφικής και τιμήθηκε διεθνώς στη Λειψία για δύο βιβλία του, σαν τα καλύτερα σχεδιασμένα βιβλία στον κόσμο.</p>
<p>Ο Βασίλης Ιωαννίδης, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον Χουλιαρά, επιχειρεί να δέσει ακόμη περισσότερο τις δύο μορφές τέχνης στην ζωγραφική επιφάνεια, σε μια προσπάθεια καλύτερης ενσωμάτωσης της ποίησης στο εικαστικό έργο, καθιστώντας την έτσι συστατικό του στοιχείο. Το εγχείρημά του έχει διπλή κατεύθυνση. Μια καθαρά προσωπική, με την εικαστική απόδοση των τεσσάρων ανέκδοτων ποιητικών συλλογών του , που κατά χρονολογική σειρά είναι: ‘’Ρωγμές’’, ‘’Έρωτας στη μεθόριο’’, ‘’Συμπόσιο στο μνήμα’’, ‘’Θύρα εξόδου’’ και μια δεύτερη γενικότερη που αφορά Θεσσαλονικείς ποιητές, ένα απάνθισμα ποιημάτων με τον τίτλο ‘’Κιβωτός’’, ένα είδος πνευματικής κιβωτού της Θεσσαλονικιώτικης ποίησης. Ο εικαστικός τρόπος απόδοσης είναι είτε ανεικονικός είτε παραστατικός. Η παράσταση επικεντρώνεται σε όψεις της Θεσσαλονίκης, κυρίως από την Άνω πόλη και το λιμάνι. Στην παρούσα έκθεση, που αποτελεί μια δειγματοληπτική απόπειρα παρουσίασης μικρού μέρους της σειράς των έργων ‘’Κρεμάστε τους ποιητές στους τοίχους’’, μια πρώτη κοινοποίηση-επίδειξη του μεγάλου αυτού οδοιπορικού, η απόδοση γίνεται ανεικονικά.</p>
<p>ΠΗΓΗ: το blog του σκετβε<br />
http://sketbe.blogspot.com/2014/12/o-b.html</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19445 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1-212x300.jpg" alt="" width="450" height="637" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-1.jpg 678w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19447 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2-212x300.jpg" alt="" width="450" height="637" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-2.jpg 678w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19448 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3-212x300.jpg" alt="" width="449" height="635" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/AFISA-3.jpg 678w" sizes="(max-width: 449px) 100vw, 449px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%b7%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 10 Apr 2023 10:10:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19437</guid>

					<description><![CDATA[Η Σοφία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα. Συμμετείχε στην συλλογή διηγημάτων: «Ένας κήπος, ένα γεύμα και ένας έρωτας.» (εκδ.Ελκυστής 2019) , στην συλλογή ποιημάτων και πεζών: «Φλέβες γραφής» (εκδ. Ρώμη 2019) και στην συλλογή διηγημάτων: «Επιστολές από μια άλλη Ήπειρο.»(εκδ.Ρώμη 2022). Έργα της έχουν επίσης δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά: Χάρτης, Φρέαρ, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Σοφία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα.<br />
Συμμετείχε στην συλλογή διηγημάτων: «Ένας κήπος, ένα γεύμα και ένας έρωτας.» (εκδ.Ελκυστής 2019) , στην συλλογή ποιημάτων και πεζών: «Φλέβες γραφής» (εκδ. Ρώμη 2019) και στην συλλογή διηγημάτων: «Επιστολές από μια άλλη Ήπειρο.»(εκδ.Ρώμη 2022). Έργα της έχουν επίσης δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά: Χάρτης, Φρέαρ, Περί ου, Παρέμβαση, Θευθ, Εμβόλιμον, Εxitirion και Fractal και Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.<br />
Η συλλογή διηγημάτων Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ Εκδόσεις 2023) είναι το πρώτο της προσωπικό βιβλίο.<br />
Ακολουθεί η επόμενη συλλογή της διηγημάτων &#8220;Η Κούκλα της Σελήνης (ΑΩ Εκδόσεις 2026)</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 200px;"><strong>Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ (2026)</strong></h4>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/%ce%b7-%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%83%ce%b5%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%83-001/" rel="attachment wp-att-22785"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22785" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Η-ΚΟΥΚΛΑ-ΤΗΣ-ΣΕΛΗΣΗΣ-001-207x300.jpg" alt="" width="351" height="509" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Η-ΚΟΥΚΛΑ-ΤΗΣ-ΣΕΛΗΣΗΣ-001-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Η-ΚΟΥΚΛΑ-ΤΗΣ-ΣΕΛΗΣΗΣ-001.jpg 441w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><br />
ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ<br />
</strong></h5>
<p>Ένα μήλο σφηνώνει στο στόμα μου. Η Εύα περπατά γυάλινη σε &#8220;ψηλοτάκουνες γόβες κι εγώ ραγίζω.<br />
Η Αριάδνη δραπετεύει από τον στάβλο με την αγελάδα κι εγώ είμαι το κομμένο σκοινί.<br />
Η κυρία Bird αρνείται τα ξένα φτερά κι οι ώμοι μου γεμίζουν με πούπουλα.<br />
Ένα καρφί από ένα σπασμένο τακούνι τρυπά ένα κοινό όνειρο.<br />
Κι εγώ μένω εκεί, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, μια μικρή πάνινη κούκλα μετέωρη στο φως της Σελήνης.</p>
<h5><strong>ΛΕΞΕΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ</strong></h5>
<p>Και ξαφνικά, έχανα τις λέξεις. Ξέφευγαν και χωνόντουσαν στο βαθύ πηγάδι μέσα μου. Άπλωνα τα χέρια να τις πιάσω, μα κάθε φορά χωνόμουν κι εγώ όλο και περισσότερο στο στόμιό του. Στηριζόμουν στις μύτες των ποδιών, τεντωνόμουν όσο μπορούσα. μήπως και τις φέρω ξανά στην επιφάνεια. Τις έφερνα ως το χείλος. Την τελευταία στιγμή γλιστρούσαν πάλι μέσα, σαν να με κορόιδευαν.<br />
Ήταν τότε που, για πρώτη φορά, είδα στον κήπο μου το πανούργο πουλί που το έλεγαν Κίσσα. Άπλωσα το χέρι να της συστηθώ, μα δεν θυμόμουν το όνομά μου. Μπήκα τρομαγμένη στο σπίτι, κοίταξα τον καθρέφτη κι εκεί σιγά-σιγά, με κόπο. κατάφερα να με ανασύρω μέσα απ’ το γυαλί. Τότε η Κίσσα ταραγμένη πέταξε μακριά, έξω από το σπίτι μου.<br />
Πέρασαν μέρες. Σήμερα, ο καθρέφτης είναι θολός. Οι λέξεις μου πνιγμένες από ώρα, και η Κίσσα στέκει ξανά έξω απ’ το παράθυρό μου. Κάνω το λάθος και την αφήνω να μπει μέσα, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί το επέτρεψα.<br />
Εκείνη τότε ρημάζει όλους τους καθρέφτες. Κι εγώ, πια, δεν είμαι παρά ένα μικρό παιδί που κλαίει γοερά. Τότε το πονηρό πουλί κλέβει το πολυτιμότερο κόσμημά μου: τη φωνή μου.<br />
Τώρα, το μόνο που απέμεινε από εμένα είναι η Κίσσα που μιμείται το κλάμα μου. Κλάμα που δεν είναι πια δικό μου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΜΩΡΟ</strong></h5>
<p>Τη συνάντησα στην παραλία αργά το απόγευμα. Φορούσε μαντήλα και έκρυβε σχεδόν όλο της το πρόσωπο. Στα χέρια της κρατούσε ένα βρέφος, σκεπασμένο, που κοιμόταν.<br />
Περπατήσαμε μαζί. Τη ρώτησα: Ποια είσαι; Τι γυρεύεις τέτοια ώρα εδώ; Το μωρό είναι δικό σου;<br />
Μου απαντούσε με γρίφους.<br />
Μας πήρε το βράδυ. Γύρισα το κεφάλι μου για μια στιγμή και εκείνη εξαφανίστηκε από μπροστά μου, μαζί με το μωρό.<br />
Το επόμενο βράδυ ξανάρθε. Με πλησίασε και έβγαλε τη μαντήλα της. Τα μάτια της, χάντρες από φίλντισι. Στο πρόσωπό της υπήρχαν χιλιάδες χρώματα. Τα αυτιά της, βράγχια που ανοιγόκλειναν και σου έφερναν όλους τους ήχους της θάλασσας. Στη μέση της φορούσε μια ζώνη φτιαγμένη από φεγγαρόσκονη.<br />
Με άφησε και πήρα στα χέρια το μωρό της. Το ξεσκέπασα. Προς έκπληξή μου, είδα ένα ψάρι στη θέση του.<br />
Με άφησε να το χαϊδέψω. Γλιστρούσε πολύ. Μάτωσαν τα χέρια μου από τα ακάνθινα πτερύγιά του. Μα το κράτησα σφιχτά. Δεν το άφησα.<br />
Με το αίμα μου έγραψα το πρώτο μου ποίημα.</p>
<h5><strong>ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ</strong></h5>
<p>Ο Ίκαρος δεν μιλούσε· ούτε άκουγε. Όσα δεν έφταναν στο στόμα και στα αυτιά του, άνθιζαν στα δάχτυλά του. Ζωγράφιζε πεταλούδες. Μαύρες και λευκές. Διάφανες και πολύχρωμες. Σιωπηλές σαν ανάσα· ή ξεσπούσαν σε χρώματα.<br />
Κάθε απόγευμα πήγαινε στην άκρη της γειτονιάς·<br />
ένα χωράφι γεμάτο αγριόχορτα. Καθόταν στο χώμα και άφηνε τις πεταλούδες να ξεπηδήσουν από τα χέρια του. Όταν τελείωνε, πετούσαν. Πρώτα στο χαρτί* μετά γύρω του· τελικά μέσα του.<br />
Τότε γινόταν ελαφρύς. Πολύ. Πετούσε. Κι ας μην είχε φτερά.<br />
Μια νύχτα, σε όνειρο, είδε ένα σιδερένιο τέρας να σαρώνει το χωράφι: ξεριζωμένα χόρτα, σπασμένα φτερά, χρώματα-δάκρυα στο χώμα. Δεν ξαναπήγε. Ίσως φοβόταν μήπως η πραγματικότητα ήταν πιο σκληρή από το όνειρο.<br />
Πέρασαν πολλές μέρες· κλεισμένος στο σπίτι. Όλα ακίνητα. Ώσπου ένα πρωί, μια πεταλούδα γλίστρησε μαζί με τον αέρα από το μισόκλειστο παράθυρο. Λευκή. Προσγειώθηκε στον ώμο του. Έμεινε εκεί. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν, σαν να φοβόταν να πιστέψουν. Μα τα χέρια θυμήθηκαν. Και άρχισαν να ψάχνουν.<br />
Το μπλοκ ζωγραφικής ήταν εκεί. Τον περίμενε. Τα χρόνια πέρασαν. Τα φτερωτά πλάσματα επέστρεψαν στα ακροδάχτυλά του. Ταξιδεύουν τώρα σε κορνίζες-παράθυρα και ντύνουν τοίχους που ψιθυρίζουν σιωπές.<br />
Κανείς δεν λέει λέξη, όταν τις αντικρίζει. Όμως κάτι μέσα τους φτερουγίζει.</p>
<h5><strong>ΜΙΤΟΣ</strong></h5>
<p>Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε αγροτόσπιτο η Αριάδνη. Δίπλα στο σπίτι ένας στάβλος με μια αγελάδα και έναν ταύρο και παραδίπλα ένα μικρό κοτέτσι με λογιών-λογιών κότες και έναν κόκορα.<br />
Τις περισσότερες ώρες της μέρας την έβρισκες χωμένη στα άχυρα να χαϊδεύει με τα δυο της χέρια τα μικρά κοτοπουλάκια, που μόλις έβγαζαν το πρώτο τους χνούδι.<br />
Τα χρόνια περνούσαν. Δεν έμαθε γράμματα, μόνο να καθαρίζει το σπίτι, το κοτέτσι και τον αχυρώνα. Ένα πρωινό, μην μπορώντας να ελέγξει τη δύναμη της αγάπης στις παλάμες της, έγινε η αιτία να ξεψυχήσει ένα μικρό πλασματάκι με βελούδινο τρίχωμα και ανύπαρκτα φτερά.<br />
Δεν ξαναπήγε στο κοτέτσι. Της άρεσε πλέον ο στάβλος και με τις ώρες παρατηρούσε τον δυνατό ταύρο. Τον τάιζε, τον πότιζε, τον καθάριζε. Την<br />
αγελάδα δεν την πλησίαζε. Το ένιωθε πως κάτι την έδενε μ’ αυτήν, μα φοβόταν να το μάθει. Την αρραβώνιασαν μικρή.<br />
Το ίδιο βράδυ στον στάβλο βόγκηξε από απίστευτο πόνο, καθώς ο αρραβωνιαστικός έπεσε από πάνω της, έχοντας το ίδιο παγερό βλέμμα, με ’κείνο του ταύρου, όταν ανέβαινε με οίστρο πάνω στην ανυπεράσπιστη αγελάδα.<br />
Εκείνη την ώρα ο αρραβωνιαστικός και ο ταύρος είχαν γίνει ένα. Για πρώτη φορά έψαξε με το βλέμμα της την αγελάδα. Πόσο έμοιαζαν τα μάτια τους!<br />
Το άλλο πρωί και οι δύο άφαντες. Τις έψαξαν παντού, δεν τις βρήκαν πουθενά. Στη θέση τους μόνο ένα σκοινί παρατημένο.</p>
<h5><strong>ΕΓΩ, ΟΙ ΔΥΟ</strong></h5>
<p>Ούρλιαζαν μέσα μου. Η μία έκλαιγε. Η άλλη φώναζε. Ήθελαν να με αλλάξουν. Τη φωνή μου, τις σκέψεις, το σώμα μου.<br />
Και τα κατάφεραν. Όμως σιχαίνονταν η μία την άλλη. Μάλωναν λυσσασμένα. Μου διέλυαν τον εγκέφαλο.<br />
Πάλευα. Δεν είχα τη δύναμη να επιλέξω. Ήμουν δυστυχισμένη. Εγώ ήθελα μόνο εμένα.<br />
Η μόνη μου σωτηρία, η ασθενική μνήμη.<br />
Ξεχνούσα εύκολα, και κάθε φορά, λίγο μετά τη μεταμόρφωση, από τη μία στην άλλη, νόμιζα πως ήμουν εγώ. Το μεσοδιάστημα όμως, που εκείνες με διεκδικούσαν αλύπητα, υπέφερα πολύ. Μόνο στον ύπνο μου, ελάχιστες φορές, ονειρευόμουν ότι εκείνες αγαπιόνταν αληθινά. Μόνο τότε, ένιωθα ολόκληρη.<br />
Ένα βράδυ, ξύπνησα από ένα όνειρο και τις οδήγησα στη λίμνη, κοντά στο σπίτι μου. Στάθηκα μπροστά στα νερά και καθρεφτίστηκα. Μα το είδωλό μου δεν υπήρχε.<br />
Έντρομη, έπεσα στη λίμνη να τις ψάξω. Τα χέρια μου κουνιόνταν νευρικά, σπασμωδικά, σαν να μην ήταν δικά μου. Το νερό ήταν καθρέφτης δίχως πρόσωπο. Αυτό ήταν πιο τρομακτικό κι από τις δυο τους. Πάλεψα ώρα με τα νερά, μέχρι που δεν είχα άλλη δύναμη. Παραδόθηκα στον βυθό.<br />
Έξω από τη λίμνη, εκείνες στάθηκαν σιωπηλές. Τα πρόσωπά τους ωχρά, χωρίς το ροδαλό μου χρώμα. Πιάστηκαν για πρώτη φορά χέρι με χέρι. Και μ’ αποχαιρέτησαν. Για μία και μοναδική φορά, πραγματικά ευτυχισμένη.</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΤΑΜΟΠΛΟΙΟ</strong></h5>
<p>Τις έβλεπα κάθε φορά κρυμμένος πίσω από το τζάμι, τις σατέν, γυαλιστερές γόβες της. Τις φορούσε μια γειτονοπούλα που περπατούσε συχνά μπροστά από το σπίτι μου.<br />
Ο ιδιαίτερος ήχος τους ανακάτευε το στομάχι μου, σαν να ήμουν μέσα σε τρικυμία. Κρατιόμουν από την κουρτίνα, όπως ένας ναυαγός κρατιέται στην επιφάνεια από ένα ελαφρύ αντικείμενο, προτού τον ρουφήξει η θάλασσα.<br />
Το βράδυ τις ονειρεύτηκα. Τα πόδια μου γλίστρησαν μέσα τους. Ένα μίνι, διαφανές φόρεμα αγκάλιαζε το πάνω μέρος των μηρών μου. Δεν ήμουν πλέον ο δειλός, μπερδεμένος έφηβος, αλλά μια γυναίκα ποταμόπλοιο.<br />
Με ψηλά φουγάρα, καμπίνες πολυτελείας, ηλιοφώτιστα μπαρ, όπου μέσα τους διασκέδαζαν χιλιάδες άντρες. Το όνειρο τελείωσε με μια λευκή υγρασία στο στομάχι μου.<br />
Το πρωί βρήκα τις γόβες έξω από το δικό μου παράθυρο.</p>
<h5><strong>Η ΚΟΥΚΛΑ, ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ</strong></h5>
<p>Τη βρήκε ένα απόγευμα, μέσα σ’ ένα παλαιοπωλείο της οδού Ερμού, ξεχασμένη σε μια σκονισμένη προθήκη. Μια πάνινη κούκλα, με μάτια ασημένια φεγγάρια που έμοιαζαν να κοιτούν παντού, μαλλιά από μαύρο μετάξι και στόμα κλειστό, σφραγισμένο με ζωγραφισμένα κάγκελα, σαν να φυλάκιζαν ένα αρχαίο αίνιγμα. Στο κιτρινισμένο κουτί της υπήρχε καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι: «Η κούκλα της Σελήνης. Προσοχή! Μην την αφήσεις να σε κοιτάξει για πολλή ώρα».<br />
Η Έλσα χαμογέλασε, τη σήκωσε στα χέρια της και προσπάθησε να απομακρύνει τη σκόνη που τη σκέπαζε. Τότε ακούστηκε ένας στριγκός, υπόκωφος ήχος, που έμοιαζε να κρύβει μυστικά.<br />
Με ενθουσιασμό την αγόρασε και την πήρε μαζί στο ατελιέ της. Ένα παλιό, φωτεινό δωμάτιο γεμάτο καμβάδες και χρώματα που μύριζαν λάδι και βερνίκι. Μόλις την έβαλε πάνω στο τραπέζι, μια ασημένια λάμψη αναπήδησε από τα μάτια τής κούκλας. Παρόλη την προειδοποίηση, η Έλσα την κοίταξε για αρκετή ώρα και έπειτα άρχισε να ζωγραφίζει.<br />
Πιάνοντας τον χρωστήρα, κάθε πινελιά που άφηνε πάνω στον καμβά δεν έμοιαζε δική της· έμοιαζε κάποιος άλλος να την καθοδηγεί. Τα χρώματα ανακατεύονταν μόνα τους· το μπλε και το ασημί χορεύανε σαν ουρανός με υγρά φεγγάρια, και οι μορφές που ζωγράφιζε αποκτούσαν κίνηση.<br />
Μια γυναικεία φιγούρα, που δεν είχε σχεδιάσει η Έλσα, αλλά σχηματίστηκε από το πινέλο στα δάχτυλά της, άρχισε να της μιλά μέσα από τον πίνακα: «Συνέχισε, αλλιώς θα χαθώ».<br />
Όταν το πινέλο άγγιξε τον πίνακα, η φιγούρα αναστέναξε, σαν να ήταν αληθινή ύπαρξη. Το ατελιέ είχε γίνει πλέον ένας ζωντανός παράδοξος κόσμος όπου η φαντασία και η πραγματικότητα είχαν συγχωνευθεί, και η κούκλα της Σελήνης ήταν η πηγή αυτής της μαγείας και είχε καταλάβει την ψυχή της.<br />
Το επόμενο πρωινό, η Έλσα ήταν άφαντη. Το μόνο σημάδι της στο ατελιέ ήταν ένα πορτρέτο της που την παρουσίαζε με μάτια βουρκωμένα φεγγάρια, βαθιά και σκοτεινά, και στο κάτω μέρος του πίνακα, αντί για υπογραφή, μια μικροσκοπική πάνινη κούκλα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ (2023)</strong></h4>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20039 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-209x300.jpg" alt="" width="352" height="505" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-209x300.jpg 209w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ.jpg 445w" sizes="(max-width: 352px) 100vw, 352px" /></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20031" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20031" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ.tif" alt="" width="1" height="1" /><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-1.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20032" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-1.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-4.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20036" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/ΤΟ-ΣΠΙΤΙ-ΣΤΗ-ΡΑΧΗ-4.tif" alt="" width="1" height="1" /></a></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.<br />
Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν&#8230;</p>
<p>Είκοσι πέντε μικροί, παράξενοι, γοητευτικοί, ιδιαίτεροι κόσμοι. Είκοσι πέντε μικρά σύμπαντα. Είκοσι πέντε μινιατούρες. Οι ρίζες της ελιάς που βρίσκονται σε προχωρημένη άνοια, υφάντρες ταραντούλες, ένα πλωτό σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, ένα στέλεχος πολυεθνικής φυτεμένο στο χώμα, ένα σπίτι που πονάει, μια σκιά που κωπηλατεί κάτω από τη βάρκα ενώ στο πάνω μέρος της κανείς δεν κρατάει κουπιά, μία σκούπα που διεκδικεί τα εργασιακά της δικαιώματα, μία μαύρη γάτα που σκεπάζει έναν ουρανοξύστη, η Εριφύλη με τα λευκά γιακαδάκια που σκίζεται στα δύο, ένα ελάφι που συνοδεύει ένα ανεμόπτερο πάνω από τις στέγες ενός μικρού χωριού, ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα που πάλλεται μέσα σε έναν πίνακα, μία γιγάντια ξύλινη κότα με μία μητέρα κλεισμένη στην κοιλιά της, όλα ψηφίδες ενός μαγευτικού, πολύχρωμου μωσαϊκού, μία συλλογή διηγημάτων στην οποία όλα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή και μία συγγραφέας που ταξιδεύει ανάμεσα στους απειράριθμους κόσμους της φαντασίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΥΦΑΝΤΡΕΣ</strong></h5>
<p>Ήταν αργά το βράδυ, όταν έφθασα στην εγκαταλειμμένη βιοτεχνία των υφαντών. Υπολόγιζα ότι θα ήμουν εκεί νωρίς το απόγευμα, αλλά μια<br />
αβαρία με το αυτοκίνητο με πήγε πολλές ώρες πίσω. Δεν υπήρχε<br />
ξενοδοχείο στην περιοχή.<br />
Η μεσίτρια που μου είχε δώσει τα κλειδιά μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί το βράδυ, υπήρχε μια κρεβατοκάμαρα που χρησιμοποιούσε παλιά ο<br />
βιοτέχνης. Την επομένη θα ερχόταν εκείνη για να της τα παραδώσω και<br />
να αποφασίσω αν με ενδιαφέρει το οίκημα.<br />
Ήταν γεμάτη από ιστούς η κρεβατοκάμαρα. Καθάρισα μόνο τον χώρο πάνω από το κρεβάτι. Ευτυχώς μέσα σε μια ντουλάπα βρήκα κάτι καθαρά σκεπάσματα, έστρωσα και κατάκοπος έπεσα να κοιμηθώ.<br />
Μοναδικός φωτισμός ένα παλιό πορτατίφ, η λάμπα του τρεμόσβηνε, έμοιαζε να χαροπαλεύει ανάμεσα σε δύο κόσμους, μην μπορώντας να αποφασίσει πού ανήκει. Την άφησα ανοικτή. Δεν μ’ έπιανε ο ύπνος, αλλά τελικά τα κατάφερα.<br />
Ένα ανεπαίσθητο τρίξιμο της πόρτας ξαφνικά με ξύπνησε.<br />
Πέντε γυναικείες φιγούρες έρποντας στα τέσσερα εύκαμπτες, απίστευτα συμμετρικές με πλησίασαν.<br />
Κουνούσαν παράξενα τα κεφάλια τους, πότε δεξιά και πότε αριστερά, μα σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους. Φορούσαν ρόμπες εργασίας. Τα τρία τελευταία κουμπιά τους έλειπαν, με αποτέλεσμα οι λευκοί, όμορφοι μηροί τους να είναι σε πλήρη θέα.<br />
«Ποιες είστε;», ψέλλισα μισοκοιμισμένος.<br />
Με πλησίασαν δίχως να μιλούν. Άρχισαν να με αγγίζουν και να με φιλούν. Τα χέρια τους μαλακά. Τα χείλη τους άφηναν πάνω μου μια κολλώδη ουσία που μου μούδιαζε το σώμα και το μυαλό και δεν μ’ άφηνε να αντιδράσω. Άρχισαν να με γδύνουν. Τα κορμιά τους βελούδινα, μ’ ένα χνούδι απαλό, σαν μωρού. Ήταν μια απίστευτη βραδιά. Δεν καταλάβαινα αν είμαι ξύπνιος ή ναρκωμένος.<br />
Όταν όμως μία από εργάτριες άρχισε να βγάζει από τον αφαλό της μεταλλικές κλωστές και να πλέκει μ’ αυτές μια θηλιά, κατάλαβα ότι εκείνη<br />
προοριζόταν για τον λαιμό μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι έντρομος.<br />
Ως διά μαγείας, οι εργάτριες εξαφανίστηκαν, στη θέση τους πάνω στο σεντόνι μου εμφανίστηκαν πέντε ταραντούλες. Αντί για κεφάλια φορούσαν τα πρόσωπα των εργατριών. Με χλεύαζαν βγάζοντας κοροϊδευτικά τις γλώσσες τους. Έφυγα κακήν κακώς από τη βιοτεχνία. Άφησα τα κλειδιά πάνω στην πόρτα.<br />
Όταν άναψα τη μηχανή του αυτοκινήτου, θυμήθηκα ότι η μεσίτρια στη συνάντησή μας φορούσε ένα παράξενο αραχνοΰφαντο φόρεμα.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ</strong></h5>
<p>Είμαι ορφανή. Ονομάζομαι Μελίσα.<br />
Η θεία Ματθίλδη με μεγάλωσε. Μένω μαζί της.<br />
Φέτος που είμαι δεκάξι, η θεία αποφάσισε ότι έχω μεγαλώσει αρκετά και πρέπει να παντρευτώ.<br />
Τρεις επίδοξους μνηστήρες έφερε στο σπίτι μας.<br />
Τον Άντριου που είναι οδοντίατρος και τον κερώσαμε γλυκό κεράσι. Τον Πήτερ που είναι κρεοπώλης και του κάναμε το τραπέζι με μπούτι χοιρινό, και τον Τζόναθαν που έχει καφενείο και τον καλέσαμε για τσάι.<br />
Η θεία σήμερα το βράδυ μου ανακοίνωσε πως αύριο πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσω ποιον από τους τρεις θα παντρευτώ.<br />
Πήγα νωρίς για ύπνο και έκλαιγα χαμηλόφωνα, για μη με ακούσει η θεία.<br />
Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος.<br />
Τότε ήταν που είδα τον Άντριου να κάθεται στην καρέκλα του γραφείου μου και, καθώς έτρωγε το γλυκό κεράσι, γέμισε σάλια όλο του το πρόσωπο και κάποια στιγμή εκείνα έγιναν γλιστερά χέλια, που πήδηξαν στο κενό και γέμισαν το πάτωμα του δωματίου μου.<br />
Πάνω στο κομοδίνο μου κάθεται ο Πήτερ, μασουλά το χοιρινό και, καθώς το ξεκολλά από την πέτσα, αισθάνομαι ότι είμαι εγώ το ψητό και τα ρούχα μου η πέτσα που την ξεσκίζει.<br />
Δίπλα στον καθρέπτη μου ο Τζόναθαν ρουφά το τσάι του και ο ήχος τρυπά τα αυτιά μου, ζεματίζει τον εγκέφαλό μου.<br />
Αρχίζω να ουρλιάζω βοήθεια, μα δεν βγαίνει ήχος. Τρέμω ολόκληρη, οι τρεις άντρες γίνονται βλοσυρές νυχτερίδες και πετούν από πάνω μου.<br />
Πριν καταφέρουν να ρουφήξουν το αίμα μου, ξυπνώ. Είναι πρωί, τρέχω στο παράθυρο, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα.<br />
Για πρώτη φορά στη ζωή μου τα χείλη μου σχηματίζουν από μόνα τους τη λέξη όχι.<br />
Όχι επαναλαμβάνω δυνατά για να το ακούσω κι εγώ και μία άγρια χαρά με κατακλύζει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΛΕΒΕΣ ΓΡΑΦΗΣ (ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΚΔ. ΡΩΜΗ 2019)</strong></h4>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19439 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-208x300.jpg" alt="" width="301" height="434" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Untitled.FR12.jpg 667w" sizes="(max-width: 301px) 100vw, 301px" /></p>
<h5></h5>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Ο ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ ΛΥΚΟΣ</strong></h5>
<p>Εγώ η μικρή κοκκινοσκουφίτσα,<br />
ο όμορφος κυνηγός εσύ,<br />
μου υποσχέθηκες<br />
ταξίδι στη θάλασσα.<br />
Όταν φτάσαμε,<br />
η βάρκα είχε χαθεί.<br />
Θα την περάσουμε με τα πόδια,<br />
μου είπες,<br />
κι εγώ τυφλά<br />
σε ακολούθησα.<br />
Όταν τη διασχίζαμε,<br />
εγώ έγινα ένα τεράστιο πρόβατο<br />
κι εσύ ο κακός λύκος<br />
που έπαιζε το βιολί του.<br />
Μετά από πολύ καιρό,<br />
φτάσαμε επιτέλους στη στεριά.<br />
Εγώ είμαι πλέον μεγάλη μουσικός<br />
κι εσύ ο πρώτος κυνηγός<br />
που έφαγε το λύκο που είχε μέσα του.<br />
Βιολί όμως δεν μου ξανάπαιξες ποτέ.</p>
<h5><strong>ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ</strong></h5>
<p>Πεταλούδα του Απρίλη<br />
με έλεγες κι εγώ χαμογελούσα,<br />
δεν πίστευα στα λόγια σου.<br />
Μα μια μέρα που ήταν<br />
Πρωταπριλιά, τα πίστεψα.<br />
«Στα μάτια, αχ! στα μάτια σου<br />
πανέμορφοι ιριδισμοί.<br />
Στα χείλη, αχ! στα χείλη σου<br />
το νέκταρ δε χορταίνω.<br />
Εκλιπαρώ σε, σε ποθώ<br />
μακριά μου μην πετάξεις».<br />
Σ&#8217; άκουσα κι έμεινα μαζί σου.<br />
Κι ήρθαν βαριοί Χειμώνες<br />
τσάκισαν τα φτερά<br />
καυτά καλοκαίρια<br />
που έλιωσαν ό, τι απέμεινε από αυτά.<br />
Και να &#8216;μαι πάλι την πρώτη μέρα<br />
ενός Απρίλη γέρου.<br />
Τώρα σαν κάμπια σέρνομαι.<br />
Στη θέση των όμορφων φτερών<br />
ορθώνεται καμπούρα άσχημη,<br />
γεμάτη γνώση.<br />
Μα τι παράξενο.<br />
Εσύ όταν με κοιτάς,<br />
βλέπω στα μάτια σου<br />
πάλι εκείνη την πεταλούδα τ&#8217; Απρίλη</p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ</strong></h5>
<p>Μια βάρκα λαστιχένια, τρύπια.<br />
Εγώ, Εσύ και τα Παιδιά.<br />
Μια καθώς πρέπει οικογένεια<br />
σε ναυάγιο,<br />
σε μαύρα αβαθή νερά.<br />
Ένα μοναδικό κουπί<br />
ασταμάτητα κουνάς<br />
μ&#8217; έναν ρυθμό αλλόκοτο<br />
που δε μας βοηθά,<br />
μας πάει μόνον πιο βαθιά.<br />
Ο γιός κάνει κουπιά τα χέρια-<br />
να σωθεί προσπαθεί<br />
όχι από το ναυάγιο,<br />
μα από το πολύ το βάρος.<br />
Εγώ αδειάζω τα νερά&#8217;<br />
αν σκεφτώ και σταματήσω,<br />
θα πνιγούμε.<br />
Η κόρη δε βοηθά,<br />
μονάχα κλαίει σιωπηλά.<br />
Έχουν περάσει ώρες πολλές,<br />
κοιτώ τον άντρα μου στα μάτια<br />
που κάποτε ήταν καθρέπτης καθαρός.<br />
Τώρα σπασμένα κρύσταλλα<br />
δίχως το είδωλό μου.<br />
Η κόρη ξυπνά από τον λήθαργο<br />
και πηδά στη θάλασσα,<br />
το ίδιο κι ο γιός μου,<br />
κολυμπάνε.<br />
Εγώ και Εσύ<br />
παραμένουμε στη βάρκα.</p>
<h5><strong>ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ CIEL</strong></h5>
<p>Μια βάρκα μικρή<br />
δίχως πανιά<br />
μέσα στα σπλάχνα της<br />
μοναχά εγώ και εσύ<br />
και δύο κουπιά<br />
στη μέση ενός ωκεανού<br />
που έχει χρώμα del.<br />
Τα ίσαλα της βάρκας σε πλήρη αρμονία<br />
με τη νοητή γραμμή ουρανού και θάλασσας.<br />
Αισθανόμαστε μουσική<br />
δεν έχει ήχο, μα εμείς την ακούμε.<br />
Στη μέση του πουθενά όλα γίνονται.<br />
Μαγεμένοι ανταλλάσσαμε παθιασμένα φιλιά.<br />
Τώρα η βάρκα μας δεμένη από τον λαιμό,<br />
εσύ λείπεις, εγώ είμαι εκεί,<br />
σ&#8217; ένα δωμάτιο σκοτεινό,<br />
με κάποιον άλλον.<br />
Το μόνο που έμεινε από εμάς,<br />
αυτή η βάρκα που φυλακίστηκε για πάντα<br />
να αιωρείται στο κενό<br />
σ’ ένα φθηνό ξενοδοχείο<br />
που έχει το όνομα «CIEL</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<p style="text-align: center;"><strong>(Αδημοσίευτα και δημοσιευμένα στα λογοτεχνικά περιοδικά </strong><br />
<strong>ΠΕΡΙ ΟΥ, ΦΡΕΑΡ, FRACTAL, ΕΞΙΤΗΡΙΟ )</strong></p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ</strong></h5>
<p>Ονειρεύτηκα.<br />
Ήμασταν<br />
δελφίνια,<br />
ανταλλάσσαμε<br />
πλαταγίσματα,<br />
μαγεμένα<br />
βουτούσαμε<br />
στην μήτρα<br />
της θάλασσας,<br />
να ξαναγεννηθούμε<br />
λαχταρούσαμε.<br />
Έγινα<br />
όστρακο,<br />
στιλπνός<br />
μέσα μου<br />
βυθίστηκες,<br />
γίνηκες<br />
η σάρκα μου.<br />
Έγινα<br />
ουρανός,<br />
γλάρος εσύ<br />
ανάλαφρα<br />
με διέσχισες.<br />
Ώσπου<br />
δίχως πίσω<br />
να κοιτάξεις,<br />
γίνηκες ξένος,<br />
τσακίστηκα<br />
στην πραγματικότητα.</p>
<h5><strong>ΕΜΠΝΕΥΣΗ</strong></h5>
<p>Πάντα έβρισκα το λευκό χρώμα<br />
ψυχρό και αδιάφορο.<br />
Εκείνο που με γοήτευε<br />
ήταν το μαύρο.<br />
Στα σκοτεινά μονοπάτια του<br />
θέλω να κυνηγώ με ξόβεργες<br />
αγριοπούλια<br />
Δεν θέλω να τα αιχμαλωτίσω<br />
μόνο για μια στιγμή<br />
το κελάηδημα τους να κλέψω<br />
και πάλι πίσω θα τ’ αφήσω.<br />
Θέλω να φτάσω στον πυρήνα<br />
του σκοταδιού,<br />
και στο πιο ζεστό σημείο του<br />
πριν λιώσω,<br />
από μέσα μου<br />
να ξεπροβάλλει<br />
μαύρος πάνθηρας<br />
το ποίημα.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΕΥΧΕΣ</strong></h5>
<p>Οι ευχές δεν φιμώνονται<br />
κυκλοφορούν ελεύθερες.<br />
Δεν μας τρομάζουν<br />
και κατ’ εξαίρεση,<br />
δεν απολυμαίνονται.<br />
Οι λέξεις τους<br />
χιλιοειπωμένες,<br />
γίνονται όμως<br />
ποίημα<br />
για μια μοναξιά<br />
που γιόρταζε, αφέθηκε<br />
και για πρώτη φορά<br />
μοιράστηκε.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ</strong></h5>
<p>Βουτώ στον βάλτο<br />
κολυμπώ<br />
με νερόφιδα<br />
ένας δραπέτης<br />
με πορτοκαλί στολή<br />
και δυο μάτια ζάχαρη<br />
μες στη θολούρα<br />
προκλητικά<br />
μου γνέφει,<br />
μας χωρίζει<br />
αλήθεια ρευστή<br />
και η αόρατη γυάλα του.</p>
<h5></h5>
<h5><strong>Η ΜΩΒ ΟΜΠΡΕΛΑ</strong></h5>
<p>Ένα λιοντάρι<br />
βρυχάται<br />
στο στομάχι<br />
ενός ποντικού.<br />
Ένας<br />
αετός<br />
ξεψυχά,<br />
έντομα<br />
ρουφούν<br />
το περήφανο<br />
σώμα του.<br />
Και εκείνη<br />
η κοπέλα<br />
σ&#8217; ένα πάρκο<br />
στο Χάρκοβο ,<br />
που περπατά<br />
αμέριμνη<br />
κρατώντας<br />
μια ομπρέλα<br />
με μωβ μαργαρίτες ,<br />
σκάει<br />
σαν μανιτάρι<br />
όταν ξεσπά βροχή<br />
ο πόλεμος.<br />
Έχω και εγώ,<br />
μια ίδια ομπρέλα .</p>
<h5><strong>Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ</strong></h5>
<p>Εγώ, εσύ και το παιδί μας<br />
σ&#8217; εκείνον τον πίνακα.<br />
Με κατάλευκη σάρκα εγώ<br />
δίχως μελανιές,<br />
αφού έλειπαν τα χέρια σου.<br />
Το παιδί στην κούνια του.<br />
Εσύ πανέμορφος.<br />
Έλειπαν και τα πόδια σου.<br />
Δίχως την κλωτσιά σου<br />
γεννήθηκε το παιδί μας<br />
και τώρα κοιμάται ήσυχο<br />
στον πίνακα που φαντάστηκα.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΛΤΟ</strong></h5>
<p>Θα &#8216;θελα<br />
να’ μαι το<br />
παλτό σου.<br />
Να με φοράς<br />
ολόκληρη .<br />
Έστω μονάχα<br />
τα κουμπιά του,<br />
να σπρώχνεις<br />
σε μικρές σπηλιές<br />
το σώμα μου,<br />
δεμένο<br />
χειροπόδαρα<br />
και εκείνο<br />
σαν χέλι<br />
να γλιστρά<br />
και<br />
να σε κλείνει.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ</strong></h5>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20037" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Το-φινιστρίνι-2-300x200.jpg" alt="" width="300" height="200" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Το-φινιστρίνι-2-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/Το-φινιστρίνι-2.jpg 600w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>Ήσουν λιακάδα,<br />
μα η θλίψη<br />
σαν ασταμάτητη<br />
βροχή<br />
σε ξέπλυνε.<br />
Καταιγίδα έγινες,<br />
σαρώνεις το φώς<br />
στα μάτια μου.<br />
Μαύρος κύκνος<br />
εγώ,<br />
που χορεύει<br />
μες στο νερό<br />
επικίνδυνα.<br />
Από το φινιστρίνι<br />
ενός άλλου κόσμου<br />
κοιτάς αμέτοχος.<br />
Σε εκλιπαρώ<br />
με το χορό<br />
σε θέλω πίσω.<br />
Γίνεσαι υγρό<br />
στους πνεύμονες,<br />
ανεβαίνω ψηλά<br />
επιτέλους<br />
σε φθάνω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>https://alterthess.gr 2/10/2023</p>
<p>Υδάτινες μικροϊστορίες</p>
<p>Από καλή τύχη, τις καλοκαιρινές μέρες που διάβαζα τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, διάβασα και το άρθρο του ποιητή και δοκιμιογράφου Θωμά Τσαλαπάτη, στην μόνιμη στήλη του που φιλοξενεί το φύλλο της Εφημερίδας Των Συντακτών, με τον τίτλο «Το πεζοποίημα». Σε αυτό ο καλός ποιητής γράφει «Πάντοτε πίστευα πως η κάθε εποχή επιβάλλει τις γλωσσικές και λογοτεχνικές εκφράσεις που της ταιριάζουν καλύτερα. …Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί, αλλά εκτιμώ πως το πεζοποίημα είναι ο πιο ταιριαστός ποιητικός τρόπος της εποχής μας. Λόγω της βραχύτητάς του, του μεικτού του τρόπου, της μη κραυγαλέας ποιητικότητάς του. Το ίδιο το πεζοποίημα είναι δύσκολο να οριστεί. Ως πεζοποίημα περιγράφουμε την ποιητική εκείνη φόρμα που στέκει εκτός στίχου ως προς τη μορφική της διάταξη, αλλά ταυτόχρονα προσεγγίζει την ποίηση ως προς τη σύνθεση, την ποιητικότητα των μοτίβων, την αφαιρετικότητα. Είναι σύντομο (προς χάριν κυρίως της ενότητας), συμπυκνώνει τους εκφραστικούς τρόπους της παραδοσιακής ποιητικής και συνήθως αποφεύγει τον αυστηρό προσδιορισμό του χρόνου, του χώρου, των επί μέρους χαρακτηριστικών του πρωταγωνιστή κ.λπ. Κάποιες φορές έχει στοιχεία αφήγησης, άλλες φορές όχι. Το βασικό όμως είναι πως η αφηγηματικότητα ποτέ δεν κυριαρχεί, ενώ σχεδόν πάντοτε ο τόνος δίνεται από την σκηνοθεσία του ποιήματος»</p>
<p>Το συγκεκριμένο απόσπασμα και όλο το άρθρο του Θ. Τσαλαπάτη, εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο τις πρώτες σκέψεις μου για το βιβλίο της Σοφίας Τριανατφυλλίδου. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στο πεζοποίημα είναι εμφανή και στα μικροδιηγήματα της πρώτης της συλλογής. Δεν είναι βέβαια καινοφανής η υιοθέτηση της μικρής φόρμας στη μακραίωνη ιστορία της προφορικής και γραπτής αφήγησης. Τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα γνωμικά, ολιγόστιχες παραβολές του δημοτικού τραγουδιού και αλληγορικοί μύθοι, συμπύκνωσαν μέσα στους αιώνες, βιώματα, σκέψεις, αγωνίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς, χρησιμοποιώντας το μαγικό στοιχείο και το παράδοξο, τη φαντασία και την υπέρβαση του πραγματικού, την μεταφορά, την αλληγορία και την μετωνυμία για να μιλήσουν για τα μεγάλα και σοβαρά της ανθρώπινης κατάστασης.</p>
<p>Τη Σοφία Τριανταφυλλίδου τη γνώρισα ως ποιήτρια από τις δημοσιεύσεις της τόσο στον προσωπικό της λογαριασμό στο διαδίκτυο, όσο και στις ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες, και τα χαρακτηριστικά της ποιητικής της αναγνώρισα και στα διηγήματά της. Θα έλεγα συνοπτικά πως η θεματολογία, το ύφος, η γλώσσα και τα εκφραστικά της σχήματα δραπέτευσαν από τη στιχουργική της και έπλασαν τον συμβολικό κόσμο των πεζών της: Αφαιρετικότητα, απουσία φωνασκούντος λυρισμού, εκφραστική συντομία χωρίς εκπτώσεις στην ουσία, μικρά σενάρια καθημερινότητας που υπερβαίνουν την ρεαλιστική θέαση του βίου χωρίς αυτή η επιλογή να αλλοιώνει την ουσία της αλήθειας τους. Είκοσι πέντε (25) μικρής έκτασης γραφές εκφράζουν στην πυκνή ύφανσή τους το πνεύμα και τις αναζητήσεις της εποχής μας. Όπως σωστά έγραψε ο Θ. Τσαλαπάτης, κάθε εποχή έχει τη λογοτεχνία της, έτσι και η δική μας ανέδειξε τη μικρή φόρμα ώστε να ξεφλουδίσει την επιφάνεια και να φανερώσει το κουκούτσι της. Η συγγραφέας επέλεξε αυτή τη μορφή έκφρασης για να ψηλαφίσει τα στίγματα της ζωής πάνω στο σώμα και να προχωρήσει στα εσώτερα στρώματα, κάτω από την επιδερμίδα των φαινομένων.</p>
<p>Τα διηγήματά της είναι πεζά ποιήματα αφού κινούνται με θαυμαστή ισορροπία μέσα στα γεωγραφικά σύνορα που ορίζουν ο σουρεαλισμός με τον μαγικό ρεαλισμό. Με τη γραφή της ζωγράφισε 25 πίνακες ψυχαναλυτικής ποιητικής αποδόμησης σαρκοβόρων σχέσεων, αφενός εντός της μικρής οικογενειακής εστίας, στο τραπέζι της οποίας σερβίρονται συχνά σπαραγμένα τα ανθρώπινα μέλη της και αφετέρου εντός της μεγαλύτερης που συνιστά η κοινωνία των ανθρώπων. Με σκηνοθετική μαεστρία ταινιών μικρού μήκους, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, χωρίς εκρήξεις, χωρίς λέξεις -πυροτεχνήματα, έστησε τα σκηνικά των ιστοριών της, εκλύοντας βραδείας καύσης συναισθήματα που κορυφώνονται στο ανατρεπτικό κάθε φορά τέλος τους. Και αυτή είναι η δύναμη της ποιητικής τους.</p>
<p>Αριστοτεχνική στην πύκνωση, καταδύεται στα σκοτάδια του ανθρώπινου ψυχισμού και με καθοδική κλιμάκωση φθάνει στη λύση του αινίγματος, γιατί κάθε ύπαρξη είναι ένα αίνιγμα που πρέπει να απαντηθεί, χωρίς όμως αυτή η απάντηση να σημαίνει αναγκαστικά και κάθαρση, λύτρωση δηλαδή από τα δεσμά των οποιοδήποτε συμβάσεων ή των κακοφορμισμένων πληγών. Εκτός αν η λύτρωση είναι η ίδια η αποφόρτιση των ανείπωτων στον καναπέ του ψυχαναλυτή, που στην περίπτωση μας δεν είναι άλλος από την ίδια τη λογοτεχνία. Ας μου επιτραπεί να παρομοιάσω τη γραφή της με το νέο κύμα του παράδοξου (Greek weird) στο ελληνικό σινεμά, αυτό του Γ. Λάνθιμου ή της Αθηνάς Τσαγγάρη που διαχειρίζονται με την κινηματογραφική γλώσσα τα ίδια θέματα, χώνοντας βαθιά το νυστέρι στην κουκουλωμένη δυστυχία. H διαφορά με το σινεμά έγκειται στην ελευθερία της φαντασίας που η λογοτεχνία επιτρέπει, ώστε να συμπληρώνει καθένας και καθεμία το δικό τους/της πλάνο. Στα διηγήματα της Σοφίας μόνο όμορφα και αγγελικά δεν είναι πλασμένος ο κόσμος μας. Εικόνες λιτές αναδύουν στην επιφάνεια της συνείδησης το σκληρό, το συμπαγές κατακάθι του υποσυνείδητου. Ο κόσμος που αρνείται να δει τον εαυτό του καθρεφτίζεται στις ιστορίες της σαν ανεστραμμένο είδωλο. Η αγνότητα προθέσεων και πράξεων είναι μια ουτοπία άνευ συνόρων.</p>
<p>Η τρέλα, οι ανομολόγητες σκέψεις, η βία, η κακοποίηση, κυρίως της γυναίκας, η καταπίεση, ο αυταρχισμός των σχέσεων εξουσίας στην πατριαρχικά οργανωμένη κοινωνία μας, η απελπισία που γεννά ο θάνατος, η απώλεια της μνήμης και της λογικής ως έσχατο καταφύγιο του ψυχικού πόνου, οι φοβίες, η πληγή της απόρριψης που οδηγεί στην ανορεξία ή στη βουλιμία, η δίψα για αγάπη, είναι οι κλωστές που ράβουν το ύφασμα τους. Αν το αναποδογυρίσουμε θα ανακαλύψουμε τον τρόπο με τον οποίο δέθηκαν περίτεχνα οι κόμποι που βασανίζουν την ύπαρξή μας. Στο επόμενο στάδιο, η ανάγνωση θα ανοίξει την προσωπική διαδρομή. Θα καμπυλώσουν οι λέξεις και θα καταδυθούμε στην αρχική συνθήκη, στο υδάτινο περιβάλλον που μας γέννησε και μας παρείχε την ζεστασιά της θαλπωρής. Θα αναζητήσουμε μαζί με την συγγραφέα το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού ώστε να μπορούμε να αναπνεύσουμε μέσα στη θάλασσα της οδύνης. Τα πρόσωπα των ιστοριών της θέλουν να αποτινάξουν από σάρκα και ψυχή τη βία που υπέστησαν, και επειδή αυτό δεν είναι εύκολο, αναλαμβάνει η συγγραφέας να τους δώσει φωνή, να γίνουν οι λέξεις της το εξομολογητήριο. Η λογοτεχνία γίνεται η «αίθουσα της συμφιλίωσης» όπως ονομάζουν οι Καθολικοί το ξύλινο κουτί της εξομολόγησης, με τη διαφορά πως δεν εκμυστηρεύονται δικές τους αμαρτίες αλλά αυτές των άλλων που τραυμάτισαν τη ζωή τους. Ο λόγος είναι το πρώτο βήμα προς την απελευθέρωσή τους. Με μία πρόταση, το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι κυρίως κατάθεση ποικίλων τραυμάτων.</p>
<p>Αντιγράφω για επίρρωση των προηγούμενων :</p>
<p>«Ξαπλώνω στο χορτάρι, κυλιέμαι στα πεσμένα φύλλα, λερώνω τα ρούχα μου. Κάποια στιγμή ξελύνω τα μακριά μαλλιά μου και αρχίζω να πλέκω σ’ αυτά λουλούδια. Κάθομαι στα τέσσερα και αρχίζω να σκάβω με τα χέρια μου το φρέσκο χώμα δίχως σταματημό. Αγρίμι που θέλει να κρύψει κάτι. Βγάζω βιαστικά τα ρούχα και το ρολόι από την τσάντα και τα θάβω γρήγορα. Μαζί με αυτά θέλω να θάψω και την προηγούμενη ζωή μου…» ( Η θέση του διευθυντή)</p>
<p>Γράφει για τον κακοποιητή αλκοολικό πατέρα :</p>
<p>«Εκείνη τη μέρα στη λίμνη , εκείνος κωπηλατούσε κατσουφιασμένος, η μητέρα δεν έβγαζε άχνα και εγώ έσφιγγα το αρκουδάκι στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά ένα πυροβολισμός και το σώμα του «πατέρα» στη λίμνη. Κάτω από τη βάρκα, η σκιά του κωπηλατούσε ακόμη απειλητικά. Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα.» (Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα)</p>
<p>Όταν θα πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας και θα διαβάζετε τις ιστορίες του, τότε θα καταλάβετε πως αυτές έχουν ρυθμό, έχουν ποιητική πνοή, έχουν τη γλώσσα των στίχων που απλώθηκαν σε πεζή μορφή.</p>
<p>Διαβάζοντας το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού» θυμήθηκα τη θέση του Ζακ Λακάν: το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα, γι’ αυτό και οι περισσότερες ψυχαναλυτικές μέθοδοι παράγουν κείμενα, λόγο θεμελιωμένο στα όνειρα, στις αφηγήσεις, στα ανέκδοτα, στα σωματικά συμπτώματα. Στο δρόμο αυτό τέμνεται το έργο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, που γέννησε και τον σουρεαλισμό, με αυτόν της λογοτεχνίας, αφού και οι δύο μοιράζονται κοινό υλικό και μεθόδους: τα όνειρα, τη δημιουργία εικόνων και εκφράσεων, την ποιητική της οργάνωσής τους και την αφήγηση. Υλικά δηλαδή που συνθέτουν και το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού»</p>
<p>Κλείνοντας θα θυμίσω και τους στίχους του Γ. Σεφέρη από το ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός» :</p>
<p>Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές<br />
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη<br />
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή<br />
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·<br />
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο<br />
μνησιπήμων πόνος.</p>
<p>Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στα διηγήματά της μίλησε με παραβολές, γιατί η φρίκη έχει πολλά πρόσωπα και δεν κουβεντιάζεται εύκολα. Οι ιστορίες της δεν σκόπευαν να αναπαραστήσουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα αλλά να εγγράψουν, κατά τον Λακάν και πάλι, τις ρωγμές που η μη αναπαράστασή της προκαλεί.</p>
<p>Καλοτάξιδο το «Σπίτι…» σου Σοφία, είθε να πάρει πολλούς στη ράχη ενός ψαριού και στο υδάτινο τοπίο μιας μήτρας γαλήνιας και ελευθερώτρας!</p>
<p>Το κείμενο διαβάστηκε ως εισήγηση στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, την Τετάρτη 27/9/2023, στη Θεσσαλονίκη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>frear.gr 2/10/2023</p>
<p>Συμβολική εικονοπλασία στη διηγηματογραφία της Σοφίας Τριανταφυλλίδου</p>
<p>Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε με σιγουριά, έγραφε ο Χέρμπερτ Ριντ στο βιβλίο του Η τέχνη σήμερα. Ότι από την τέχνη αντλούμε ευχαρίστηση. «Υπάρχει σ’ αυτήν ένα συγκινησιακό στοιχείο, μια συναισθηματική απόγευση που οφείλει τη δύναμή της στο γεγονός ότι διεγείρει κάποιες πολύ βαθιές, πολύ αόριστες και εξαιρετικά γενικευμένες αναμνήσεις. Θα έλεγε κανείς ότι η τέχνη εισχωρεί στο υπόστρωμα όλων των συγκινησιακών αποχρώσεων της ζωής. Φαίνεται να αντλεί τη συγκινησιακή δραστικότητά της από τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής μας. Ίσως να ανακαλεί στον νου μας τα κατάλοιπα που άφησαν στο πνεύμα μας οι διάφορες συγκινήσεις, χωρίς όμως να μας υπενθυμίζει τις πραγματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να έχουμε τον απόηχο της συγκίνησης, χωρίς τον περιορισμό και την ιδιαίτερη κατεύθυνση που είχε το συγκεκριμένο βίωμα. Όμως αυτή είναι η τέλεια σκιαγράφηση του αφηρημένου συμβολισμού.»</p>
<p>Αόριστες και γενικευμένες αναμνήσεις, βαθιά συναισθηματική διέγερση, αφηρημένος συμβολισμός, είναι οι λέξεις που χρησιμοποίησε για την τέχνη ο Άγγλος ποιητής και δοκιμιογράφος Χέρμπερτ Ριντ λίγα χρόνια πριν. Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στη συλλογή διηγημάτων της Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ, 2023) επιδίδεται με ζήλο στην τέχνη του λόγου και από τη μεριά του/της δημιουργού είναι βέβαιο ότι αντλεί ευχαρίστηση, όπως και ότι χρησιμοποιεί τον αφηρημένο συμβολισμό, μια εικονοπλασία που αποτυπώνει αλληγορικά τον αόριστο και αχανή υποκειμενικό μας κόσμο. Τα είκοσι πέντε λιλιπούτεια διηγήματά της εισβάλλουν στον χώρο της ζωής συμβολικά εικονοποιώντας τις κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις. Η θεματική καταπιάνεται με την άνοια, τη μοναξιά, την απώλεια, την επανασύνδεση με τον εαυτό, τον αμοραλισμό ορισμένων εργαζομένων της εποχής μας, τη γυναικεία κακοποίηση, την τυποποίηση της ζωής, τη στέρηση της αγάπης, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.</p>
<p>Στις διηγήσεις της ενυπάρχει το στοιχείο του τραύματος, της στέρησης, αλλά και η ανάγκη μιας διαφυγής. Κάποιες ιστορίες, οι οποίες πηγάζουν από το ασυνείδητο και τις απωθημένες μνήμες, βρίσκουν διέξοδο σε υπερρεαλιστικές εικόνες.</p>
<p>Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.</p>
<p>Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν.</p>
<p>Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα με περιμένει. Γνωρίζει και αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας.<br />
(Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, σελ. 13)</p>
<p>Οι αφηγήσεις έχουν τόνο εξπρεσιονιστικό. Συχνά η συγγραφέας δίνει ζωή σε αντικείμενα, σ’ ένα σπίτι, στη σκούπα, στις γόπες του τσιγάρου. Μέσα από τις πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις τους θίγει ζητήματα κοινωνικά, τη βία, την εργασιακή εκμετάλλευση, την καταπίεση. Άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο οι αφηγήσεις είναι πάντα σύντομες, η γραφή εικαστική και κινηματογραφική, ποιητική, με παραμυθικά και αλληγορικά στοιχεία. Περιέχει επίσης ανατροπές και έντονο το στοιχείο της φαντασίας.</p>
<p>Ο κόσμος της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι ρευστός, όπως του ψαριού στο οποίο επιθυμεί να χτίσει το σπίτι της. Εκφράζει το αίσθημα της διάσπασης, του κατακερματισμένου υποκειμένου της μετανεωτερικότητας, αλλά και της αέναης κίνησης, της αλλαγής. Βραχυπερίοδος ο λόγος και κοφτός, συμβολικός, αμφίσημος ενίοτε και αόριστος, χωρίς ευδιάκριτο νόημα, αφήνει τη φαντασία να κάνει στις δικές της διαδρομές, να προβεί στους δικούς της συνειρμούς.</p>
<p>Τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, την έντονη ανάγκη της στοργής και της επανασύνδεσης με τον εαυτό. Η κομψή έκδοση κοσμείται με εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή.</p>
<p>ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ<br />
Read, Herbert, 1984. Η τέχνη σήμερα. Κάλβος, Αθήνα, 130-131.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ</strong></h5>
<p>http://www.periou.gr 30/9/2023</p>
<p>Ένα παιδί της μνήμης που αναδύεται απ΄τις ρωγμές ενός παρελθόντος, ενός παρόντος, ίσως και μιας προ-οικονομίας του μέλλοντος, κοσμεί το εξώφυλλο της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, με τίτλο « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού και άλλες μικρές υδάτινες ιστορίες».</p>
<p>Αυτό το εσωτερικό παιδί, πρωταρχική μορφή ύπαρξης, με παιγνιώδη τρόπο γραφής, άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση και άλλοτε ως παντογνώστης αφηγητής, συνομιλεί με τον αναγνώστη και τον μυεί στον μυστικό κόσμο της συγγραφέως.</p>
<p>Γραφή σύντομη, σε μικρή φόρμα, με οικονομία λέξεων και πλοκής, με ανατροπές, χωρίς να παραλείπει τη βύθιση στον εσωτερικό κόσμο της , ούτε να χάνεται το νόημα του σκοπού του μηνύματος.</p>
<p>Άλλοτε πάλι οι σύντομες ιστορίες της αποτελούν μία πρόκληση για τον δημιουργικό αναγνώστη, καθώς καλείται να συμπληρώσει νοερά τα κενά της αφήγησης με δικές του σκέψεις, να αναδείξει αυτά που δεν λέχθηκαν, ίσως και να αλλάξει με δικές του ανατροπές το τέλος της ιστορίας.</p>
<p>Με το μαγικό κλειδί της ποιητικής συνένωσης λέξεων και ιδεών, ανοίγει την πύλη προς τον «κόσμο του θαυμαστού» και συνέχει το πραγματικό και το αλλόκοτο ως καθημερινό και κοινό, το υπερφυσικό και το ανεξήγητο ως μέρος της υπαρκτής πραγματικότητας.</p>
<p>Η Σοφία Τριανταφυλλίδου χωρίς ιδεασμούς και αναστολές, διαχειρίζεται ευσύνοπτα την τεχνική της γραφής του μαγικού ρεαλισμού, του υπερρεαλισμού, της ανιμιστικής πίστης, του συμβολισμού με εικόνες και ανατροπές του φανταστικού κόσμου της.</p>
<p>Επιλέγει, ίσως όχι τυχαία, τίτλο με σύμβολα αρχετυπικά (θάλασσα, ψάρι, σπίτι), και μας προϊδεάζει για τις υδάτινες ιστορίες των ηρώων που θα συναντήσουμε στην ανάγνωση του βιβλίου της.</p>
<p>Ο Γάλλος φιλόσοφος Γκαστόν Μπασελάρ, στο έργο του «Το νερό και τα όνειρα», με φιλοσοφική προσέγγιση, διακρίνει δύο φαντασίες: «Μία φαντασία που ζωντανεύει το τυπικό αίτιο και μία φαντασία που δίνει ζωή στην υλική αρχή ή, πιο συνοπτικά, τη μορφολογική και την υλική φαντασία». Δύο φαντασιακές δυνάμεις που συχνά συνεργάζονται και δεν μπορούμε να τις διαχωρίσουμε απόλυτα, γιατί η μία συνυπάρχει με την άλλη σε μία πλήρη ενότητα. 1.</p>
<p>Στον αφηγηματικό λόγο της συγχωνεύει το ρεαλιστικό με το φανταστικό και μέσω της προσομοίωσης προσεγγίζει την καθημερινότητα, που βρίθει από πάθη και ένστικτα (ατομικά και συλλογικά).</p>
<p>Ο κόσμος της χαρακτηρίζεται από αντίθετες αντιλήψεις. Είναι ο αισθητηριακός κόσμος απέναντι από την μεταφυσική έξω-αισθητηριακή αντίληψή του.</p>
<p>Το καλό απέναντι από το κακό, το σκοτάδι απέναντι από το φως. Τα θετικά τρυφερά συναισθήματα και το ένστικτο της ζωής ενάντια στο ένστικτο του θανάτου και την αρχέγονη σκληρότητας του.</p>
<p>Ο αφηγηματικός λόγος σε όλο το σώμα της συλλογής διακρίνεται από την χρονική και την άχρονη πραγματικότητα, από την πολυπλοκότητα της ρευστότητας του χρόνου, την επικέντρωση στην περιγραφική λεπτομέρεια που δημιουργεί έντονες μαγευτικές εικόνες.</p>
<p>Γράφει στο διήγημα «Τα λουλούδια του πάθους», (σελ 39).</p>
<p>« Είμαι δεκατριών ετών. Το βράδυ στον ύπνο μου, βλέπω τις μικρές αδελφές μου, αντί για κεφάλι έχουν παιδικά ρολόγια καρτούν, οι μεγαλύτερες μεγάλα ρολόγια σαν αυτό στο καμπαναριό της εκκλησίας, και ο μοναδικός αδελφός μου ένα χοντροκομμένο τετράγωνο ρολόι με ασημένιο μπρασελέ. Το πρόσωπο της μητέρας μου έχει αντικατασταθεί από ένα λεπτεπίλεπτο ρολόι που οι δείκτες του γυρίζουν απελπιστικά αργά. Στο κεφάλι του πατέρα όμως δεσπόζει το πιο ακριβό ρολόι που κάνει συνεχώς τικ τακ και δεν χάνει ποτέ κανένα ήχο. Όλα ήταν τέλεια.»…</p>
<p>Η Σ.Τ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους χαρακτήρες και τους ρόλους που παίζουν τα μέλη μιας οικογένειας, ο πατριαρχικός έλεγχος του αρσενικού και η υποταγή του θηλυκού. Όλοι σαν καλό-κουρδισμένα ρολόγια επιδέχονται το σατυρικό χιούμορ με την υποβόσκουσα ειρωνεία της συγγραφέως.</p>
<p>Τα διηγήματα, γραμμένα σε πεζό λόγο με ποιητική χροιά, μάς μεταφέρουν στο κόσμο της μυθοπλασίας όπου όλα μπορούν να συμβούν με τον ίδιο τρόπο που θα συνέβαιναν στο κόσμο της πραγματικότητας.</p>
<p>Υπαρξιακές ανησυχίες και προβληματισμοί μορφοποιούνται ως εικόνες σε επίπεδο λόγου και τέχνης.</p>
<p>Θέματα που απασχολούν την συγγραφέα είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, οι δεσμοί που τους ενώνουν, ο λειτουργικός ή ο δυσλειτουργικός τρόπος σύνδεσης τους, η συνύπαρξη και η αντιπαράθεση σε περιβάλλοντα οικεία ή ανοίκεια με όλη τη φυσικότητα και την παραδοξότητα τους.</p>
<p>Συναισθήματα αναδύονται από τη «σκιά» και από το «φως» της ψυχής, χωρίς ενοχή ή υπεροχή, αλλά με καθαρότητα και γνησιότητα αντικειμενικότητας και παραδοχής.</p>
<p>Ανοίγει και κλίνει τη συλλογή της με την μορφή της πρωταρχικής σχέσης, τον σημαντικό «Άλλον», την μητέρα.</p>
<p>Γράφει στο διήγημα «Μάνα»,( σελ. 9.</p>
<p>«Μετρούσε αιώνες η ελιά που αγκάλιαζε το πατρικό μας, ζητώντας μόνο λίγο νερό .Τώρα οι ρίζες της σε προχωρημένη άνοια μπερδεύουν τις διαδρομές και, αντί να χαθούν στο υπέδαφος, ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες έξω από το χώμα. Εκεί έβρισκα καταφύγιο στα παιδικά μου χρόνια….»</p>
<p>Υπαρξιακή ανάγκη να συμφιλιώσει τη ζωή και τον θάνατο μ΄ ένα ασύμβατο τρόπο και ασαφή όρια ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό. Αλληγορική η προσομοίωση της γέρικης ελιάς με την μητέρα σε άνοια, την αδυσώπητη φθορά του χρόνου και τις πληγές, την άρνηση της απώλειας. Ανιμιστική η προσπάθεια της ελιάς να αλλάξει την φυσική πορεία των ριζών της προς το βάθος της γης και να κατευθυνθεί προς το φως του ήλιου, τη ζωή. Συμβολικό το λευκό μανταρισμένο σεντόνι-σάβανο που σκεπάζει το σώμα της ελιάς, ενώ την ίδια στιγμή το παιδί κρύβεται στην αγκαλιά της, έτσι όπως ήταν η πρωταρχική θύμηση του πρώιμου δεσμού μαζί της.</p>
<p>Έντονη η λαχτάρα του παιδιού για την παρουσία και την αγάπη της μητέρας. Αναγκαία η μορφή και το βλέμμα της για να καθρεφτιστεί και να βρει την ταυτότητα του. Θεραπευτική η αγκαλιά της ακόμη και όταν είναι κρυμμένη μέσα σε μία «Μεγάλη ξύλινη κότα» (σελ.49), όπως μας λέει στο διήγημα της με τον ίδιο τίτλο.</p>
<p>Τραυματική η απώλεια της μάνας για το παιδί. Γίνεται αναφορά στην ορφάνια, στην εγκατάλειψη, στην απόρριψη, στην έλλειψη γονεϊκής προστασίας που κατακερματίζουν τον πυρήνα της ύπαρξης και τού στερούν την πίστη, την αισιοδοξία, την επιθυμία για ζωή.</p>
<p>Στα διηγήματα «Ματίνα-Άλκηστη (σελ.16-18), η απουσία της μάνας, η ταύτιση μαζί της, η αδυναμία του παιδιού ως αυτόνομη ύπαρξη, δημιουργούν σύγχυση και αλλοτρίωση του Εγώ και του Εσύ, της προσωπικότητας και της ταυτότητας του.</p>
<p>Από την άλλη στο διήγημα «Εριφύλη» (σελ31-32), η παρουσία της αυταρχικής και ελεγκτικής μητέρας πνίγει τον αυθορμητισμό και την ελευθερία της βούλησης του παιδιού, το εμποδίζει να ενηλικιωθεί σε συνύπαρξη της αρσενικής και θηλυκής φύσης του.</p>
<p>Το παιδί απεγνωσμένα αναζητάει το ταξίδι στη γνώση του κόσμου, να πετάξει σε ουρανό, ταξιδευτής σ΄ ένα πλασματικό δικό του κόσμο, με ή χωρίς χάπια. Να βυθιστεί επιθυμεί σαν ψάρι στη θάλασσα, να ερωτευθεί, να αγαπήσει, να πονέσει, να αρχίσει από την αρχή, ως Αδάμ, Εύα, Λίλιθ, χωρίς να χάσει την δυνατότητα της επιστροφής στο σπίτι της στεριάς, στο αρχέτυπο σύμβολο της ασφάλειας που υπόσχεται η αγκαλιά της αρχέγονης μητέρας γης.</p>
<p>Στο διήγημα της « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού», η ηρωίδα υπάρχει συγχρόνως σε πραγματικό και φανταστικό κόσμο.</p>
<p>Γράφει: (σελ.13).</p>
<p>«Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα…»</p>
<p>Σε ένα μονόλογο σπαραχτικό, που δεν χρησιμοποιεί μόνο ωραίες λογοτεχνικές εκφράσεις, αλλά εκφράζει βαθιά συναισθήματα, κτίζει το σπίτι της στη ράχη ενός ψαριού. Βυθίζεται στη θάλασσα του ασυνειδήτου, εκεί από όπου ξεκίνησε η ύπαρξη της, με θύμισες τραυματικές σπαράζει για τις απώλειες των επιθυμιών της. Διχασμένη, ανάμεσα στην ελευθερία και την σιγουριά της εξάρτησης, την ρευστότητα του υγρού στοιχείου και την ασφάλεια του σπιτιού πάνω στο βράχο, μνημονεύει με νοσταλγία την πρωταρχική ομορφιά της ύπαρξης της.</p>
<p>«Όχι μόνον οι μνήμες μας αλλά και οι λησμονιές μας έχουν ένα κατάλυμα. Το ασυνείδητο μας έχει ένα κατάλυμα. Η ψυχή μας είναι μια κατοικία και μαθαίνουμε να ζούμε μέσα σε αυτήν.», γράφει ο Μπασελάρ. 2.</p>
<p>Με μία ελεγεία κλίνει το μονόλογο της.</p>
<p>«Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα περιμένει. Γνωρίζει κι αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας».</p>
<p>Για ποιες απώλειες η συγγραφέας μάς κάνει κοινωνούς, άλλοτε ονοματίζοντάς τες και άλλοτε υπαινικτικά δίνοντας λόγο, σκέψεις και συναισθήματα σε αντικείμενα του περιβάλλοντος χώρου;</p>
<p>Η ανιμιστική προσέγγιση του κόσμου, δίνει την δυνατότητα να γίνει παντογνώστης παρατηρητής και να δει το τραγικό πρόσωπο της Μέδουσας μέσα από την αντανάκλαση στην ασπίδα του ήρωα.</p>
<p>Στο διήγημα «Ανοιχτή αγκαλιά», (σελ 42-43), η ηρωίδα με ειρωνεία λοιδορεί την ανύπαρκτη γονεϊκή αγκαλιά-του πατέρα και της μητέρας- από την ώρα της γέννησης της και μετέπειτα, την μη αποδοχή επειδή είναι θηλυκό έναντι του διδύμου αρσενικού αδελφού. Ο πόνος της απόρριψης του φύλου της, μετατρέπεται διαχρονικά σε εχθρότητα του μη αποδεκτού σώματος (βουλιμία ή ανορέξια, υποκατάστατο της στερημένης ψυχικής τροφής και αγάπης ), υπονομεύοντας την προσωπικότητα της.</p>
<p>Γράφει: «Εγώ στον καθρέφτη βλέπω το μικρό μωρό που ποτέ δεν αποδέχτηκαν».</p>
<p>Και στο διήγημα « Το σπίτι», μιλάει υπαινικτικά για την απώλεια και τον θρήνο του θανάτου, δίνοντας με συμβολισμό τη σχέση γονιών-παιδιού, τη σχέση της αγάπης, τον πόνο της χαμένης ευτυχίας με την οποία ήταν ποτισμένοι ακόμη και οι τοίχοι του σπιτιού. Δίνεται ο λόγος σε ένα αντικείμενο του χώρου, το σπίτι, και η δυνατότητα να εκφράσει συναισθήματα, σαν να έχει την ίδια ψυχή και τα συναισθήματα με τους ανθρώπους που το κατοικούν.</p>
<p>Μονολογεί το βιωμένο σπίτι και κλαίει, προσπαθεί να κλείσει το θρήνο της απώλειας, να κρατήσει το τελευταίο μήνυμα του αγαπημένου παιδιού που άφησε στους οικείους του, λίγο πριν φύγει ξαφνικά από την ζωή.</p>
<p>Γράφει το σημείωμα που άφησε το παιδί. « Ό,τι και να συμβεί, εγώ θα σας αγαπάω».</p>
<p>Και συνεχίζει η ροή των σκέψεων της συγγραφέως να κινείται στα επίπεδα της συνειδητότητας των δύο διαστάσεων, στην αμφιθυμία ανάμεσα στην ικανοποίηση της επιθυμίας (θέλω) και την αντίσταση του πρέπει (αξίες και απαγορεύσεις), άλλοτε σε συμφωνία και άλλοτε σε ενδοψυχική σύγκρουση.</p>
<p>Τα διηγήματα της δεν αφηγούνται μόνο μια ιστορία αλλά είναι μια μεταφορά που σκιαγραφεί τις πράξεις των ηρώων, καλές και κακές , σ΄ ένα σύμπαν πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, παράλογο και χαοτικό.</p>
<p>Η Σ.Τ. με εργαλείο την μεταφορά, ως Θησέας με το νήμα της Αριάδνης μπαίνει στο λαβύρινθο αγγίζοντας το σκοτάδι και τον Μινώταυρο του ανθρώπινου είναι.</p>
<p>Συναισθήματα, μη αποδεκτά στο κοινωνικό status, αναδύονται μέσα από την μυθοπλασία και βιώνονται από τους ήρωες των διηγημάτων, επιτυγχάνοντας έμμεσα την δικαίωση και την κάθαρση.</p>
<p>Κοινωνική αδικία, ματαίωση, θυμός, μίσος, εκδίκηση, ενοχή, έγκλημα, λαγνεία, πάθη ενστίκτου και ορμής θανάτου παίρνουν τη μορφή των ηρώων στα διηγήματα του φανταστικού.</p>
<p>Στα διηγήματα « Ύφάντρες». (σελ10-11), « Πόθος»(σελ.34-35), και «Παραμάνα»,( σελ.30), περιγράφεται αλληγορικά η λαγνεία, ο πρωτόγονος κανιβαλισμός, η ακόρεστη σεξουαλικότητα.</p>
<p>Η ενοχή περιγράφεται, σαν βάρος του λάθους και της αμαρτίας, σαν αυτοτιμωρία στις αφηγήσεις των ηρώων, «Η θέση του Διευθυντή»( σελ.19-20. και « Ο χυλός» ( σελ ).</p>
<p>Και στα διηγήματα « Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα» ( σελ24-25), «Η μαύρη γάτα» (σελ.36).» Οι γόπες» (σελ.27-28), ζωντανεύει η οργή και η εκδίκηση για την αδικία, την προσωπική και κοινωνική βία και κακοποίηση.</p>
<p>Ως αντίσταση σε όλη αυτή την ανθρώπινη παθογένεια, η Σοφία Τριανταφυλλίδου γκρεμίζει τον μαθηματικό κόσμο της Λογικής και επιστρέφει στον κόσμο του συναισθήματος και της εξατομίκευσης.</p>
<p>Γράφει στο διήγημα « Ο άγνωστος Χ», σελ. 14-15» .</p>
<p>[….Την επομένη, ο μαθηματικός μου κόσμος κατέπεσε. Οι ανισότητες δίχως νόημα πλέον. Τραχιά σύμβολα εξαφανίστηκαν και εγώ για πρώτη φορά βρήκα τον άγνωστο Χ στο δικό μου ανάστημα. ΟΧΙ μονάδα , αλλά μοναδική.»]</p>
<p>Η μοναξιά και η θλίψη της ανικανοποίητης γνώσης δεν την τυφλώνει πλέον.</p>
<p>Ποιο μήνυμα μας στέλνει με την συλλογή της η Σ.Τ. για την επόμενη ημέρα;</p>
<p>« Πάντα υπάρχει μια σκιά ζωής που αντιστέκεται στις απώλειες», μάς λέει το εσωτερικό παιδί της μνήμης του εξωφύλλου και η δημιουργός αυτής της ευφάνταστης συλλογής κλίνει στον αναγνώστη το μάτι με το νόημα της εν-συναίσθησης και της αυτογνωσίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ</strong></h5>
<p>ΤΟ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ με τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι πως δεν μιλάει απευθείας για το θέμα, αλλά το θέτει πλαγίως , αποφεύγοντας την κοινοτοπία του γεγονότος, πετυχαίνοντας όχι μόνο το νέο βλέμμα, αλλά κατορθώνει μέσα από εσωτερικές διαδικασίες, ώριμες και πυκνές να αναδείξει πέρα από το θέμα, αυτό που απαιτεί η λογοτεχνία. Την υπέρβαση και την μετάβαση, σα να είναι το γεγονός και η ουσία του δύο συγκοινωνούντα δοχεία, που ενδημούν στην υγρασία όλων των υγρών, από τα δάκρυα μέχρι τη γεύση των σεξουαλικών εκκρισεων. Μυστικά και υπόγεια, μέσω στριφογυρίσεων τα ανομολόγητα ομολογούνται, και πετυχαίνουν την κάθαρση. Με έναν τρόπο μοναδικό, ακέραιο, βαθύ και οραματικό, σαν την φωτιά που λειαίνει τα μέταλλα.<br />
Η Τριανταφυλλίδου αρπάζει την ιδέα, την αναποδογυρίζει, αλλάζει την γραμμή , το ντιζάιν, το χρώμα, το στρίφωμα, ξηλώνει, αναιρεί, προσθέτει, όχι φανταχτερά αξεσουάρ , αλλά διακριτικές πινελιές, και φτιάχνει έναν καινούργιο κόσμο, όπου όλα χωρούν, και αναπτύσσονται, με τελικό αποτέλεσμα την όαση της ανάγνωσης , το σφικτό και απείρως σωστά ολοκληρωμένο έργο της γραφής. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του, κανένα κενό δεν αλλοιώνει την πληρότητα του τέλους. Ένα μέγιστο κατόρθωμα που ίσως οφείλει πολλά στην ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>Εφημ. ΕΣΤΙΑ 8/10/2023</p>
<p>Η συγγραφεύς γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και εργάσθηκε στον τραπεζικό τομέα. Μέχρι στιγμής έχει γράψει μόνον διηγήματα, τα όποια έχουν δημοσιευθεί σέ προηγούμενη συλλογή και σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα περιεχόμενα του νέου βιβλίου της είναι μικρά διηγήματα, σχεδόν μικροσκοπικά, τα όποια η ίδια χαρακτηρίζει μινιατούρες.<br />
Κάποια από αυτά όμως είναι εξαιρετικά, όπως το «Η αδελφή του συγγραφέα», που είναι βαθιά συγκινητικό και δυνατό. Δεν είναι όλα τα κείμενα ισότιμα, αλλά συνθέτουν μία εικόνα τής κοινωνίας μας με μεγάλη ευαισθησία και σαφή αγάπη για τον άνθρωπο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΟΥΛΗ ΙΕΡΑΠΕΤΡΙΤΑΚΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/3/2024</p>
<p>Σοφία Τριανταφυλλίδου «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού &amp; άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες», εκδ. ΑΩ, σελ. 56</p>
<p>Ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλα επιτρέπονται κι όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή</p>
<p>Η Τέχνη όπως υποστήριξε ο πρωτοδόσκαλος του Ρομαντικού Κινήματος Colleridge είναι συμφιλίωση του εξωτερικού με τον εσωτερικό κόσμο. Με την ιδιοφυία του ο καλλιτέχνης, επενεργεί πάνω στα αισθήματα υπερπηδώντας τους δυϊσμούς που θέτει η λογική, αφαιρεί από τα σώματα όση ύλη χρειάζεται για να εκφράσει αυτό που γυρεύει να αποκαλυφθεί, το εσωτερικό τραγούδι της ψυχής, συντρίβοντας την αποπνιχτική ατομικότητα.</p>
<p>Χάρη στην Τέχνη ο άνθρωπος βρίσκει τρόπο να ικανοποιήσει τις απωθημένες του λαχτάρες, τους φόβους, τα πάθη, ξεφεύγοντας από τις επιταγές της συμμόρφωσης και της κανονιστικής ανάγκης. Γιατί σε τελευταία ανάλυση η Τέχνη, δεν είναι παρά μια κραυγή ελευθερίας, όπως διακήρυξε ο Hengel στην «Αισθητική» του.</p>
<p>Ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της εσωτερικής αναζήτησης, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, γυρεύει να μας αποκαλύψει το δικό της εσωτερικό τραγούδι.</p>
<p>Ό,τι αγάπησε, ό,τι φοβήθηκε, ό,τι πεθύμησε και δεν απόκτησε, ό,τι ονειρεύτηκε και δεν πραγματοποιήθηκε, συναισθήματα, βιωματικά τοπία, αγαπημένα πρόσωπα, όπως το αρχετυπικό πρόσωπο της μάνας με το οποίο καθόλου τυχαία, αρχίζει η διήγηση του βιβλίου, μετουσιώνονται σε αυτόνομα έργα Τέχνης, έξω από περιορισμoύς που θέτει ο θεμελιακός χρόνος σε παρόν, παρελθόν και μέλλον.</p>
<p>Το αποτέλεσμα εiκοσι πέντε μικροί γοητευτικοί κόσμοι που ο καθένας απ’ αυτούς, είναι κι ένας πίνακας ζωγραφικής που εκπέμπει τα δικά του πολλαπλά νοήματα, όπως η διήγηση της Εριφύλης: «Ζω σ’ ένα σπιτάκι στη φύση. Οι φούστες που φορώ, έχουν μοτίβα από ζωντανά φύλλα. Κάθε πρωί πηγαίνω και τα μαζεύω. Το μεσημέρι πλέκω στη φούστα μου. Η αήθεια είναι δεν ταιριάζουν καθόλου με τα λευκά δαντελένια γιακαδάκια που μου ράβει η μητέρα όπως εκείνη δεν μου επιτρέπει να τα ξηλώνω. Αυτό με στεναχωρεί πολύ. Μια μέρα δεν άντεξα. Σχίστηκα στα δύο. Άφησα το ένα κομμάτι στο σαλόνι μας, αυτό με τη δαντέλα Το άλλο με τα φύλα, δραπέτευσε στο δάσος Η μητέρα έκλαιγε όλη την μέρα Αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω Κατέληξα με ολόλευκα γιακαδάκια να την παρηγορώ στο σπίτι. Τα πράσινα φύλλα από τη φούστα όμως ξεκόλλησαν Παρέμειναν στο δάσος Εκεί θα με περιμένουν πάντα.»</p>
<p>Η Τέχνη, μας είπε ο Νίτσε, είναι το μεγάλο διεγερτικό της ζωής που σπρώχνει το δημιουργό να φιλιώσει τα αφίλιωτα να συνθέσει τυφλές αντικρουόμενες δυνάμεις. Αλλά για να τα καταφέρει, οφείλει να αποσπαστεί από τον κόσμο των φαινομένων, πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από την αδικία και τον πόνο και να αφήσει τη φαντασία να κάνει το δικό της έργο. Ποιό είναι αυτό; Να συμμαζέψει το διαμελισμένο κόσμο των φαινομένων, να τους δώσει υπόσταση φέρνοντάς τα όλα στο φως. Έτσι και η Σοφία Τριανταφυλλίδου. Τη βαθύτατη δημιουργική ανάγκη για έκφραση, την εμπιστεύεται στην γοητευτική δύναμη της φαντασίας. Έτσι μπορεί να κάνει ότι ποθεί η ψυχή της. Να κάνει τραμπάλα στη ράχη ενός ψαριού, να φορά το δάσος στη φούστα της∙ έτσι μονάχα ένα πουλί μπορεί να πάλλεται ολοζώντανο σ’ ένα πίνακα ζωγραφικής∙ έτσι μια ξύλινη κότα μπορεί να πετά, έχοντας κλεισμένη στην κοιλιά της, τη μητέρα!</p>
<p>Κωπηλατώντας ολομόναχη στον ωκεανό των καταπιεσμένων συναισθημάτων, γίνεται ‘’ταξιδεύτρια κόσμων», όπως ποθεί η ψυχή της∙ γιατί αυτό είναι το ποθούμενο, το ουσιώδες! Να απελευθερωθεί από υπαρξιακές αγωνίες και να ενωθεί με το φώς! Προϋπόθεση, όμως, γι’ αυτή την ιδανική κατάσταση της ψυχής, η αποτίναξη του «ζουρλομανδύα» ενός κόσμου, ολότελα αποπνιχτικού και παράφρονα που στο κείμενο μας δίδεται με ένα δυνατό συμβολισμό της ρόμπας που αντί για κουμπιά, έχει επάνω της ραμμένα χάπια.</p>
<p>«Με λένε ταξιδεύτρια</p>
<p>Για φόρεμα μου χάρισαν μια ρόμπα με μακριά μανίκια που αντί για κουμπιά έχει επάνω της ραμμένα χάπια. Με στενεύει αλλά τη συνήθισα.</p>
<p>Τη φορώ τα βράδια στο σκοτάδι. Τυλιγμένη μέσα της ,αισθάνομαι μαργαριτάρι κλεισμένο σε όστρακο. Ο σκληρός ασβεστόλιθος με προστατεύει από το σύρσιμο των ερπετών. Πριν με πάρει ο ύπνος, μασουλώ τα κουμπιά. Το ξημέρωμα με βγάζουν από μέσα της, είμαι τότε έτοιμη και ταξιδεύω στο φως.»</p>
<p>Ουτοπία άραγε η σωτηρία μέσω της λογοτεχνικής δημιουργίας; σίγουρα κανείς δεν σώθηκε από αυτήν. Όμως κάθε δημιουργία είναι μια μορφή, ίσως η ανώτερη, μορφή εξομολόγησης. Χάρη σ’ αυτόν τον εξομολογητικό της χαρακτήρα, παρακινεί τις ψυχές ν’ ανοίξουν, να εμπαθήσουν, να συγκινηθούν με αμοιβαιότητα. Ταυτόχρονα όμως μέσω της λογοτεχνικής δημιουργίας προσφέρεται στον αναγνώστη η ευχαρίστηση να περάσει στο κατώφλι μιας άλλης πραγματικότητας∙ να λύσει γρίφους κι αινίγματα, να αποκρυπτογραφήσει σύμβολα και εικόνες, για να φτάσει στην βαθύτερη αγωνία του δημιουργού.</p>
<p>Φυσικά λίγη σημασία έχει για τον αναγνώστη αν ανακαλύψει τον πυρήνα της.</p>
<p>Εξ άλλου δεν είναι αυτός ο σκοπός∙ εκείνο που μετράει πάνω απ όλα, είναι η απόλαυση της ανάγνωσης. Αυτή που ένιωσα κι εγώ, ταξιδεύοντας μαζί με τη συγγραφέα στο ποιητικό σύμπαν που δημιούργησε, όπου όλα επιτρέπονται κι όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή.</p>
<p>Ένα πολυπρόσωπο σύμπαν με χρώματα και μυρουδιές, που φτιάχνει και χαλάει η δημιουργός του μέσα στην ευρυχωρία του συμβολικού χώρου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/11/2023</p>
<p>Ένα αλλόκοτο σύμπαν, όπου το παράδοξο κυριαρχεί, τα αντικείμενα μιλούν, συναισθάνονται, αντιδρούν, τα ζώα μεταμορφώνονται ανάλογα με το φως της μέρας ή σπαρταρούν κάτω από τα σεντόνια, οι άνθρωποι αποκτούν δέρμα ταπετσαρίας, τα παιδιά μεταμορφώνονται σε χαροπούλια, δημιουργεί η Σοφία Τριανταφυλλίδου, στο βιβλίο της «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού κι άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ.</p>
<p>Πρόκειται για εικοσιπέντε μικρο-διηγήματα που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, επιχειρώντας διαφορετικές ερμηνείες του κόσμου. Σαν παιδικοί πίνακες ζωγραφικής που ρέπουν στο αλλόκοτο, η συγγραφέας αλλοιώνοντας τη συνηθισμένη αντίληψη των πραγμάτων και τις ερμηνείες τους, κατασκευάζει εικόνες και μικρόκοσμους που καταργούν τα λογικά όρια και κινούνται στα όρια μιας άλλης εμπειρίας.</p>
<p>Έτσι τα αντικείμενα, τα ζώα, οι ανθρώπινες υπάρξεις αποκτούν διαστάσεις υπερφυσικές, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που κάνουν τον ομοιόμορφο κόσμο να μεταμορφώνεται. Κάθε λεπτομέρεια φωτίζεται από τη συγγραφέα, που ξεδιπλώνει και ξεσηκώνει τις πτυχές ενός δεύτερου κόσμου, ο οποίος κρύβεται κάτω από την συνηθισμένη τάξη των πραγμάτων. Μια ποιητική διάσταση κυριαρχεί στις σύντομες αυτές ιστορίες, που ενίοτε κουβαλούν μια αδιάλειπτη μελαγχολία.</p>
<p>«Σε παρακαλούσα να μην τρέχεις. Έχει φανοστάτες παντού, μου έλεγες. Όμως στη μοιραία στροφή, ο φανοστάτης απ΄ τη μεριά μου έγινε σπίρτο μισοσβησμένο- ενώ ο δικός σου σπίρτο, που κάηκε ολόκληρο». (Οι φανοστάτες, σελ 48)</p>
<p>Μέσα σε λίγες γραμμές, η Τριανταφυλλίδου γεννάει εκπλήξεις, γοητεύει με τις μινιατούρες- ιστορίες της, ανατρέπει κάθε λογική τάξη εμπλέκοντας τον αναγνώστη σε αυτή την περιπέτεια συνεχών εκπλήξεων. Διαβάζοντας το βιβλίο δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις το ρυθμό της γραφής της, καθώς συναρμολογεί τις ψηφίδες ενός πολύχρωμου μωσαϊκού. Ο αναγνώστης ξεφεύγει από αυτό που πίστευε ότι θα ήταν η τελική κατάληξη και μπαίνει σε έναν κόσμο αλλεπάλληλων ανατροπών.</p>
<p>Στο βιβλίο κυριαρχούν έντονες εικόνες, που η συγγραφέας κατασκευάζει μέσα από μια καθαρή, απλή γραφή, η οποία διαθέτει ακρίβεια και παραστατικότητα. Έτσι το παράδοξο στοιχείο εξισορροπείται και προβάλλει σαν μια εκδοχή της ζωής, που τα μάτια αδυνατούν να δουν με την πρώτη ματιά αλλά σιγά σιγά επεξεργάζονται και συνηθίζουν να το κοιτούν.</p>
<p>«Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου…Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του κι άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.</p>
<p>Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια του πέφτουν ξαφνικά, τρυπούν δυνατά και ματώνουν…» (σελ. 13, Το σπίτι στην ράχη ενός ψαριού, απόσπασμα)</p>
<p>Αυτή η αισθητηριακή προσέγγιση των θεμάτων, όπου το αρχέγονο στοιχείο κυριαρχεί, συναντώντας τον μαγικό ρεαλισμό, μορφοποιεί την πρώτη ύλη και προσδίδει μια ενστικτώδη σκληράδα στα όντα, που η συγγραφέας δημιουργεί. Έτσι έμμεσα, σε ένα σύμπαν που ακροβατεί μεταξύ ονειροπόλησης και πραγματικότητας, η Τριανταφυλλίδου μεταφέρει τον μύθο, τον τοποθετεί μέσα στην καθημερινή ζωή, αποδεικνύοντας τη ρευστότητα ενός κόσμου, όπου όλα είναι πιθανά κι όλα αίρονται ανά πάσα στιγμή. Τα πράγματα, τα πρόσωπα, τα ζώα αποκτούν ένα χαρακτήρα ιδιαίτερο, μυθικό και ευφάνταστο, σαν μια μορφή αντίστασης σε έναν κόσμο σκληρό, που μέσα από την αλληγορία και τη μεταφορά, ψάχνει τρόπο να ανταπεξέλθει στις συνεχείς ματαιώσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 31/10/2023</p>
<p>Νοσηρές συμπεριφορές και δύστροπες κοινωνικές προεκτάσεις</p>
<p>Η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, ευτύχησε να φιλοξενηθεί από τις, άψογης αισθητικής, εκδόσεις ΑΩ. Ένα όμορφο εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή (‘A little story’) διακοσμεί την καινούργια (Ιούλιος 2023) ετούτη έκδοση. Η συγγραφέας του βιβλίου όπως πληροφορούμαστε από το εσώφυλλο γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (δεν αναφέρεται ο χρόνος γέννησης) και έως τώρα δημοσίευσε έργα της σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Είκοσι πέντε διηγήματα, μικρές ιστοριούλες μιας έως τριών σελίδων, εκάστη, περιλαμβάνονται στην ενδιαφέρουσα ετούτη συλλογή. Κυριαρχεί η σύντομη φόρμα, με περικοπή και οικονομία λέξεων και φράσεων σε μια απλή στην πλειονότητα των περιπτώσεων πλοκή, με κάποια κενά της συνέχειας της ιστορίας, και με ελάχιστες ανατροπές στην υπόθεσή τους. Σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο ξετυλίγονται τα προφανή και βαθύτερα νοήματα της συγγραφέως τα οποία καλείται να ανιχνεύσει και αποκωδικοποιήσει ο αναγνώστης. Η Σοφία Τριανταφυλλίδου μας περιγράφει τον κόσμο των κύριων χαρακτήρων της, με έντονα στοιχεία παρμένα από τον ρεαλισμό, τον συμβολισμό και ακόμα από την περιοχή του υπερρεαλισμού. Σε όλα αυτά, εμπλέκεται η καθημερινότητα των ολίγων αριθμητικά πρωταγωνιστών των διηγημάτων, πλημμυρισμένη από πάθη, έννοιες, υπονοούμενα, σκληρά, μακροχρόνια και πολλάκις ανομολόγητα. Στο διήγημα ‘Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα’, αναφέρεται σε δύστροπες και νοσηρές διαπροσωπικές ενδοοικογενειακές, εν προκειμένω, σχέσεις. Γράφει, για παράδειγμα, η συγγραφέας, για εκείνον τον αλκοολικό πατέρα που κακοποιούσε βάναυσα τη σύζυγό του, σε σχετική ερώτηση της αφηγήτριας στη μητέρα της: «…Τι είναι αυτά τα σημάδια; …… Ο μπαμπάς με ζωγραφίζει, σκιές και χρώματα είναι, ακόμη και τα δάκρυα. Εκείνη τη μέρα στη λίμνη, εκείνος κωπηλατούσε κατσουφιασμένος, η μητέρα δεν έβγαζε άχνα και εγώ έσφιγγα το αρκουδάκι στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά ένα πυροβολισμός και το σώμα του «πατέρα» στη λίμνη. Κάτω από τη βάρκα, η σκιά του κωπηλατούσε ακόμη απειλητικά. Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα.»</p>
<p>Πέρα από την ανθρώπινη κακοποίηση, ειδικά των ανήμπορων και των γυναικών, συνήθη θέματα τα οποία εμφιλοχωρούν στα διηγήματα αυτά, είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα ανθρώπινα πάθη. Εκκεντρικές σκέψεις, αδικαιολόγητες και ακραίες συμπεριφορές, αδικίες, τυραννίες, δεσποτισμός, κατάχρηση εξουσίας, η απελπισία, η αγάπη και η απόρριψή της, το παράλογο, η μνήμη, όπως και πολλά άλλα, είναι οι συνιστώσες των μικρών ιστοριών της.</p>
<p>«Ξαπλώνω στο χορτάρι, κυλιέμαι στα πεσμένα φύλλα, λερώνω τα ρούχα μου. Κάποια στιγμή ξελύνω τα μακριά μαλλιά μου και αρχίζω να πλέκω σ’ αυτά λουλούδια. Κάθομαι στα τέσσερα και αρχίζω να σκάβω με τα χέρια μου το φρέσκο χώμα δίχως σταματημό. Αγρίμι που θέλει να κρύψει κάτι. Βγάζω βιαστικά τα ρούχα και το ρολόι από την τσάντα και τα θάβω γρήγορα. Μαζί με αυτά θέλω να θάψω και την προηγούμενη ζωή μου…». Κι αμέσως μετά, κατρακυλά στο τέλος της σελίδας το αποκορύφωμα, «Η εικόνα όμως του Μάικ που έπεσε στο κενό, επειδή του πήρα τη θέση του διευθυντή, δεν θα μ’ αφήσει ποτέ να ξεχάσω» που έρχεται ως λάθος, θεϊκή τιμωρία, ενοχή, ντροπή, ταπείνωση, ή τί άλλο, άραγε; (Η θέση του διευθυντή).</p>
<p>Θα έπρεπε εδώ να σημειώσουμε και να συμπληρώσουμε ότι όλα τα διηγήματα έχουν τη μορφή σύμπλευσης ποιητικού και πεζού κειμένου, με ενσωματωμένα τα στοιχεία του ρεαλιστικού με το φανταστικό. Στη ‘Μάνα’, στην αρχή-αρχή του βιβλίου, γράφει πως, «Μετρούσε αιώνες η ελιά που αγκάλιαζε το πατρικό μας, ζητώντας μόνο λίγο νερό. Τώρα οι ρίζες της σε προχωρημένη άνοια μπερδεύουν τις διαδρομές και, αντί να χαθούν στο υπέδαφος, ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες έξω από το χώμα. Εκεί έβρισκα καταφύγιο στα παιδικά μου χρόνια….Σήμερα δεν με αναγνώρισε», φέροντας σε αγαστή συνέργεια τη ζωή και το θάνατο, το πραγματικό με τα όνειρα, τον παντοδύναμο χρόνο και την επίδρασή του σε δέντρα και ανθρώπους, την προϊούσα φθορά όλων των υπάρξεων, την μη αποδοχή, μερικές φορές, της σκληρής πραγματικότητας που παρουσιάζεται επώδυνη μπροστά μας.</p>
<p>Στην «Ανοιχτή αγκαλιά», η αφηγήτρια ξεδιπλώνει και σκιαγραφεί με υφέρπον παράπονο και περισσή ειρωνεία την μακροχρόνια σχέση με τον πατέρα και τη μητέρας της, από τα μακρυνά χρόνια της γέννησής της, αφού ήταν κορίτσι αντί του αναμενόμενου αγοριού. Η πατρική και μητρική απόρριψη μετατρέπεται σταδιακά σε ακατάσχετη όρεξη, λαιμαργία, ανεξέλεγκτη βουλιμία και τελικά παχυσαρκία, δίκην υποκατάστατου της απαράδεκτης και απορριπτέας οικογενειακής συμπεριφοράς απέναντί της. Κι’ η ίδια αναγκαστικά γράφει με παράπονο για την επώδυνη γι’ αυτή πραγματικότητα, ότι δηλαδή, «Εγώ στον καθρέφτη βλέπω το μικρό μωρό που ποτέ δεν αποδέχτηκαν»!</p>
<p>Σε κάθε διήγημα τελικά η Σοφία Τριανταφυλλίδου, σκιαγραφεί με παραστατικό και ποιητικό, συνάμα, τρόπο τους κύριους χαρακτήρες των μικρών της ιστοριών, άλλοτε με χιούμορ, ειρωνεία και άλλες φορές με έκδηλη νοσταλγία την καθημερινή πραγματικότητα με όσα αυτή εμπεριέχει. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι μεγάλο μέρος των κειμένων της αφορά τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την παρουσία και την ‘έλλειψη’ του πατέρα ή της μητέρας, περισσότερο, και το σπουδαιότερο πώς αυτές ξεδιπλώνονται και αποκαλύπτονται στο πέρασμα του χρόνου με τα ανάλογα τραυματικά ψυχικά συμβάματα.</p>
<p>Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων της ‘Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού’, αποτυπώνει αλληγορικά τον υποκειμενικό μας κόσμο, τις προσωπικές συμπεριφορές με τα βαθύτερα αίτιά τους και τις ευρύτερες κοινωνικές τους προεκτάσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Apr 2023 17:50:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19369</guid>

					<description><![CDATA[ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ. Ο Ανέστης Ευαγγέλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ανέστη Παπαδοπούλου) γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς κατάγοντας από τον Πόντο και ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τέλειωσε το, τότε επτατάξιο, Αμερικανικό κολλέγιο «Ανατόλια». Το 1955 και για ένα διάστημα (1955-1956) παρακολούθησε νομικά στο Αριστοτέλειο. Το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ.</p>
<p>Ο Ανέστης Ευαγγέλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ανέστη Παπαδοπούλου) γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς κατάγοντας από τον Πόντο και ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τέλειωσε το, τότε επτατάξιο, Αμερικανικό κολλέγιο «Ανατόλια». Το 1955 και για ένα διάστημα (1955-1956) παρακολούθησε νομικά στο Αριστοτέλειο. Το 1952, με τη βοήθρια λίγο αργότερα και των δασκάλων του Λάμπρου Παραρά και Νίκου Παπαχατζή (του μετέπειτα διεθνώς γνωστού, λαμπρού μελετητή και μεταφραστή του Παυσανία), δυο βαθιά καλλιεργημένων και αντισυμβατικών πνευματικών ανθρώπων, αλλά και χάρη στην πλούσια δανειστική βιβλιοθήκη του «Ανατόλια», αρχίζει να διαβάζει λογοτεχνία και φιλοσοφία και ν’ ανακαλύπτει Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίλκε, Ντοστογιέβσκι, αλλά και Σοπεγχάουερ και Σπινόζα και Φρόυντ και Φρειδερίκο Νίτσε, από τις, θρυλικές πια, εκδόσεις Γκοβόστη, Μαρή, Δαρεμά, Αναγνωστίδη…<br />Το 1955, μαθητής ακόμα, γνωρίζει από κοντά τον ποιητή Γιώργο Θέμελη (που κατοικούσε τότε σε μια παλιά αλλά υπέροχη τουρκική μονοκατοικία, ένα στενό πιο κάτω από το πατρικό του σπίτι, στην Πάνω Πόλη) και γράφει την πρώτη, μαθητική μελέτη για την ποίηση του. Το 1956 εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, για ν’ αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και εμφανίζεται για πρώτη φορά στη λογοτεχνία με το ποίημα Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από το μακρύ ταξίδι (τεύχος 6 Δεκέμβριος 1958, σελ. 154, του περ. «Το περιοδικό μας»).<br />Μετά το θάνατο του πατέρα του (1957) , ένα γεγονός που, μαζί με το θάνατο του αδελφού του, σε πολύ τρυφερή ηλικία, τον σημάδεψε βαθιά και τον οδήγησε στη ποίηση, σαν σε καταφύγιο, παίρνει μέρος στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1960 και διακρίνεται με Πρώτο Έπαινο &#8211; βραβεία δεν είχαν δοθεί εκείνη τη χρονιά &#8211; για την, ανέκδοτη τότε, συλλογή του Περιγραφή εξώσεως. Στην κριτική επιτροπή, ανάμεσα σε άλλους : Εμμανουήλ Κριαράς, Βασίλης Τατάκης, Μανόλης Αναγνωστάκης. Στην τελετή απονομής γνωρίζεται, για πρώτη φορά, με τον ποιητή των Εποχών και της Συνέχειας, που τον ενθαρρύνει την ίδια χρονιά, γράφοντας το πρώτο κριτικό σημείωμα για την πρώτη του συλλογή (που, στο μεταξύ, κυκλοφόρησε) &#8211; ένα σημείωμα άκρως επαινετικό στη συντομία του (περ. «Κριτική», Σ. 11-12, Σεπτ. &#8211; Δεκ. 1960).<br />Δυο άνθρωποι τον βοήθησαν αποφασιστικά στα πρώτα του βήματα, οι ποιητές Γ. Θέμελης και, κυρίως ο Αναγνωστάκης. Αργότερα βέβαια, γνωρίστηκε και με όλους τους συγγραφείς της πόλης, που τους οφείλει πολλά, και ιδιαίτερα, από τους παλιούς, με τον Γ. Θ. Βαφόπουλο, με τον οποίο τον συνδέει μια σχεδόν ταυτόσημη βιοθεωρία. Γενικά, ο ποιητής θεωρεί την ποίηση και την πεζογραφία του, πέρα από ξένες γόνιμες επιδράσεις (Ρίλκε, Κάφκα, κ.ά.), πνευματικό παιδί της λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης, που άρχισε να δημιουργείται από το 1932, με την ίδρυση του περ. «Μακεδονικές Ημέρες».<br />Η λογοτεχνική αυτή παράδοση χαρακτηρίζεται έντονα από το στοιχείο της ενδοστρέφειας, της οδυνηρής αναδίπλωσης, μιας τάσης να αναδεικνύεται, σχεδόν αποκλειστικά, η σκοτεινή πλευρά της ζωής ως η πιο σταθερή και βαρύνουσα διάσταση της. (Δεν είναι τυχαίο ότι ο αμιγής, υμνητικός, λυρικός, πρώτος υπερρεαλισμός, δεν ευδοκίμησε ποτέ σ’ αυτή τη μουντή, γεμάτη βυζαντινές μνήμες και μυστικιστική πνευματική ατμόσφαιρα, πόλη. Η Θεσσαλονίκη δεν είχε ποτέ &#8211; και δεν θα έχει ίσως και στο μέλλον &#8211; έναν δικό της Γκάτσο, έναν Εμπειρίκο, έναν Εγγονόπουλο και φυσικά, έναν ηλιοπότη, μεταφυσικό του φωτός Οδυσσέα Ελύτη). Γιατί ο πόνος, δεν είναι συνήθως το βασικό δομικό υλικό της τέχνης όλων σχεδόν των αξιόλογων δημιουργών της Θεσσαλονίκης, ποιητών και πεζογράφων.<br />Ο Ευαγγέλου &#8211; στο ψευδώνυμο κατέληξε γιατί η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα με την ποίηση, εθεωρείτο ίδιον… μη σοβαρού ανθρώπου την εποχή εκείνη, και οι ποιητές ζούσαν περίπου ως παράνομοι και παρίες του κοινωνικού περιθωρίου &#8211; εργάστηκε ως εκτελωνιστής στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης επί 32 συνεχή χρόνια, από το 1960 ως το τέλος του 1991, οπότε αποσύρθηκε για λόγους υγείας.<br />Εξέδωσε 8 ποιητικά βιβλία και το 1988 συγκέντρωσε σε ένα τόμο όλη την ως τότε ποιητική εργασία του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Παρατηρητής» με τίτλο Τα ποιήματα, 1956 &#8211; 1986. Έγραψε ακόμα και δημοσίευσε τα πεζογραφήματα Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά (Νεφέλη 1985) και τα βιβλία Ανάγνωση και Γραφή («Παρατηρητής», 1981) και Εννέα εκδοχές για τη ποίηση και την ποιητική («Παρατηρητής», 1990) όπου συγκέντρωσε κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Φέτος εξέδωσε το τελευταίο (ένατο) ποιητικό βιβλίο του, με τίτλο Το Χιόνι και η Ερήμωση («Χειρόγραφα», 1994) και τον τόμο <br />Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1950 &#8211; 1970) («Παρατηρητής», 1994) μια ανθολογία και συγχρόνως γραμματολογία της αφανούς και παρασιωπημένης αυτής γενιάς; των ελληνικών γραμμάτων, έργο που τον απασχόλησε 25 χρόνια, μια έρευνα, μελέτη του έργου των εκπροσώπων της, όταν κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτούς και οι περισσότεροι ήταν παντελώς άγνωστοι (συχνά και με τη θέληση τους), ακόμα και (κάποιοι απ’ αυτούς) και στο εξαιρετικά περιορισμένο, εξειδικευμένο και ενήμερο κοινό της ποίησης (ποιητές, κριτικούς και γραμματολόγους). Η ανθολογία αυτή, στις 630 περίπου σελίδες της αρχίζει με ένα εκτεταμένο πρόλογο του ανθολόγου &#8211; επιμελητή, συνεχίζεται με μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή του καθαρόαιμου κριτικού της γενιάς αυτής Γιώργου Αράγη, όπου, μέσα σε 35 πυκνοτυπωμένες σελίδες, γίνονται καίριες τομές και βγαίνουν γόνιμα συμπεράσματα, ακολουθεί η εκτεταμένη ανθολόγηση 45 ποιητών, συμπεριλαμβανομένου και του ανθολόγου, ποιήματα του οποίου, σε επίμετρο, ανθολόγησε ο Γ. Αράγης, και κλείνει με τους πίνακες και τα ευρετήρια. (Χρονολογικός πίνακας ποιητών, με το έτος γέννησης, έτος πρώτης δημοσίευσης και έτος πρώτης έκδοσης, Χρονολογικός πίνακας ποιητικών συλλογών των ποιητών που ανθολογούνται, από το 1950 ως το 1992, οπότε και σταματάει η έρευνα του επιμελητή, Ευρετήριο τίτλων και πρώτων στίχων, Ευρετήριο ποιητών και, φυσικά, με τον Πίνακα περιεχομένων). <br />Η ανθολογία περιέχει επαρκή ανθολόγηση, σύντομο και τυποποιημένο βιογραφικό σημείωμα, πλήρη εργογραφία, μεταφράσεις ποιημάτων σε ξένες γλώσσες, και εκτεταμένη κριτικογραφία για το έργο των παρακάτω ποιητών, κατά σειρά πρώτης εμφάνισης, εκτός του ανθολόγου που, όπως προαναφέρθηκε, ανθολογείται σε Επίμετρο: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Βασίλης Καραβίτης, Σπύρος Τσακνιάς, Κική Δημουλά, Τάσος Κόρφης, Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου, Ζέφη Δαράκη, Αλέξης Ζακυνθηνός, Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ορέστης Αλεξάκης, Λουκάς Κούσουλας, Τάσος Πορφύρης, Λεωνίδας Ζενάκος, Γιάννης Νεγρεπόντης, Μάρκος Μέσκος, Ματθαίος Μουντές, Νίκος Γρηγοριάδης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ, Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Θωμάς Γκόρπας, Κώστας Πασβάντης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Θανάσης Τζούλης, Γιώργης Μανουσάκης, Γιώργος Δανιήλ, Τάσος Ρούσσος, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Γιολάντα Πέγκλη, Π. Σωτηρίου, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ανδρέας Αγγελάκης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Μάνος Ελευθερίου, Τάσος Γαλάτης, Νίκος Καρανικόλας, Μάριος Μαρκίδης, Βαγγέλης Ροζακέας, Κώστας Ροδααίκης, Τάσος Δανέγρης, Τόλης Νικηφόρου, Νανά Ησαΐα, Χρίστος Λάσκαρης, και Μαρία Καραγιάννη. Πρόκειται για ανθολογία ποιητών και όχι ποιημάτων. Αυτό σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτήν ποιητές που έγραψαν ένα ή και περισσότερα καλά ποιήματα (που δεν συγκροτούν όμως μαζί με όσα έγραψαν, ένα ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο σύνολο), αλλά όσοι με το έργο τους, μικρό ή μεγάλο σε έκταση &#8211; δεν έχει σημασία &#8211; έχουν κερδίσει πια την προσωπική τους φωνή και έχουν προσθέσει τον δικό τους, ευδιάκριτο ήχο, στην πολυφωνία της ποίησης της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της. Λογική συνέπεια που απορρέει από το είδος αυτών των ανθολογιών, καθώς αποσκοπούν στον εντοπισμό και την ανάδειξη κοιτασμάτων μάλλον παρά στην ανακάλυψη μεμονωμένων ψηγμάτων, είναι ο περιορισμένος αριθμός των ποιητών αλλά σ’ αντιστάθμισμα, η επαρκής ποσοτικά δειγματοληψία του έργου τους, ενώ θυσιάζονται αναπόφευκτα αρκετά καλά, αλλά μοναχικά και χωρίς συνέχεια ποιήματα. Η ανθολογία περιλαμβάνει ποιητές που γεννήθηκαν από το 1929 ως το 1940, χρονικά όρια που καθορίστηκαν από τον Αργυρίου και, όσο ξέρω, δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από κανέναν. Ο παρενθετικός, εξάλλου, χρονικός δείκτης του τίτλου θέλει να δηλώσει ότι οι ποιητές, που τελικά συγκροτούν με το έργο τους την ανθολογία, εμφανίστηκαν όλοι, εκτός από δυο εξαιρέσεις, στην εικοσαετία 1950-1970. Πρόκειται για ανθολογία αντιπροσωπευτική όλων των τάσεων, που υπάρχουν και έχουν επισημανθεί από την κριτική, οπότε &#8211; σπανίως &#8211; η τελευταία καταδέχτηκε να προσέξει <br />κάποιους από τους εκπροσώπους της γενιάς αυτής, με μοναδικό κριτήριο την ποιότητα, εννοημένη αποκλειστικά ως αισθητική δικαίωση της γνησιότητας: οι καλύτεροι ποιητές κάθε τάσης με τα καλύτερα ποιήματα τους. Κάθε κριτικογραφική πληροφορία που μας έστειλαν οι ποιητές &#8211; συχνά ελάχιστες, γιατί πολλοί απ’ αυτούς αδιαφόρησαν ή δεν κρατούσαν αρχείο &#8211; διασταυρώθηκε από τον επιμελητή, όσο γινόταν, για την αποφυγή τυχόν λαθών και συμπληρώθηκε με την έρευνα σε 55 περιοδικά της περιόδου 1950 &#8211; 1992, με αποδελτίωση κριτικών σημειωμάτων, δοκιμίων, άρθρων και μελετών για τους ποιητές της ανθολογίας. <br />Ο επιμελητής προσπάθησε να δώσει μια αυστηρή, δωρική σχεδόν μορφή στην ανθολογία &#8211; αποφεύγοντας εικόνες, φωτογραφίες και άλλα εντυπωσιακά στοιχεία &#8211; προσπαθώντας να την καταστήσει, εκτός από ενημερωτικό καθρέφτη της ποίησης μιας εποχής, εργαλείο για τους μελλοντικούς μελετητές της λογοτεχνίας μας.<br />Σε ότι αφορά την πρόσφατη συλλογή μου Το Χιόνι και η Ερήμωση, αποτελείται από δυο μέρη (στο Χιόνι με ποιήματα της περιόδου 1987 &#8211; 1990, μέρος που συνεχίζει, ως ένα βαθμό, το κλίμα και την ατμόσφαιρα της προηγούμενης συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα («Ιδίοις Αναλώμασιν» 1987), και (Ερήμωση), με ποιήματα γραμμένα από το 1989, χρονιά που με πρωτοχτύπησε η επάρατος, ως το 1993. <br />Ο Ευαγγέλου μετά την μεταπολίτευση του 1974, πήρε ενεργό μέρος στην πολιτιστική κίνηση της Θεσσαλονίκης, κυρίως μέσω της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος, που την εποχή εκείνη ανέπτυξε εντονότατη δράση. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Σε ότι αφορά τέλος την πνευματική ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης αυτή βοηθάει, μακριά απ’ τους πειρασμούς της εύκολης δημοσιότητας και προβολής της Αθήνας, στην απομόνωση των συγγραφέων και στην όσο γίνεται πιο επιμελημένη γραφή. Η ατμόσφαιρα αυτή βοήθησε αποφασιστικά και τον Ευαγγέλου και διαμόρφωσε καίρια το έργο του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19383 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-300x208.jpg" alt="" width="630" height="436" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19384 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19382 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19385 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>«Περιγραφή εξώσεως», Θεσσαλονίκη, 1960 &amp; εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1995<br />«Μέθοδος αναπνοής», Θεσσαλονίκη, 1966<br />«Αφαίμαξη &#8217;66-&#8217;70, Θεσσαλονίκη, 1971<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1970)» (συγκεντρωτική έκδοση), Θεσσαλονίκη, 1974<br />«Το διάλειμμα», Θεσσαλονίκη, 1976<br />«Τα χαι-κάι», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1978<br />«Απογύμνωση», εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1979<br />«Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα», Θεσσαλονίκη, 1987<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1988<br />«Το χιόνι και η ερημοποίηση», εκδ. Χειρόγραφα, 1994<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1993)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Καπάνι, Θεσσαλονίκη, 2007</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ :</strong></p>
<p>«Το ξενοδοχείο και το σπίτι», 1966<br />«Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1985 &amp; εκδ. Σύγχρονοι ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2001</p>
<p><strong>ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ :</strong></p>
<p>«Ανάγνωση και γραφή», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1981<br />«Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1990<br />&#8220;Αναγνώσεις και θέσεις&#8221; Κριτικά κείμενα Εισαγωγή, φιλολογική φροντίδα: Αλέξης Ζήρας (Γαβριηλίδης 2010)</p>
<p> </p>
<p><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ :</strong></p>
<p>«Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1994</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"> </p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19395 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19396 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81-200x300.jpg" alt="" width="462" height="693" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81.jpg 534w" sizes="(max-width: 462px) 100vw, 462px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19397 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19398 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19399 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-300x200.jpg" alt="" width="530" height="354" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12.jpg 800w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΩΣΕΩΣ (1960)</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω ποιος είμαι<br />και πού πάω, έχασα το σπίτι μου. <br />Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ</p>
<h5><strong>ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙ</strong></h5>
<p>Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί<br />τη βίαιη έξωση από το προγονικό σπίτι,<br />με τα παλιά έπιπλα πεταμένα στους δρόμους, σπασμένα,<br />όταν ακόμα το παιδί αμέριμνα έπαιζε<br />τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού.<br />Κι όμως ο Θεός το ήξερε: το σπέρμα του κακού<br />υπήρχε από τότε ακόμα, αθόρυβα, μυστικά<br />απεργάζονταν το πεπρωμένο μου.</p>
<p>Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο<br />κινούμαι σε μια περιοχή φανταστική<br />ο κόσμος μου είναι καμωμένος από υλικά του ονείρου.<br />Γνωρίζω καλά το παρόν, διαρκώς βεβαιούμαι<br />απέκτησα τη βεβαιότητα των πεθαμένων<br />ομιλώ με σταθερή φωνή για τις ερχόμενες μέρες.</p>
<p>Εποχή του θρύλου, ω πόσο χαμένη,<br />απίθανη φαντάζεις, απρόσιτη<br />και στην πιο τολμηρή φαντασία.</p>
<p>Δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη.</p>
<p>Πού είναι τα μάτια μου και τα παλιά μου τα ρούχα.<br />Πού είναι το πρόσωπό μου και τα τρύπια μου παπούτσια.<br />Τι έγινε η φωνή μου, ποιος την έκλεψε<br />πού είναι τα μεγάλα παλαιικά δωμάτια που φύλαξαν την άγνοιά μας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,<br />μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,<br />ως εσύ, αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή<br />γι’ αυτούς που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ή τα ’χασαν ανεξήγητα,<br />για όσους δεν έχουνε πού την κεφαλήν κλίναι,<br />καθώς όταν σου ρίχνουνε φαρμάκι στο ποτήρι<br />και δεν έχεις πια γεύση παρά μόνο για πίκρα,<br />καθώς ένα παιδί που του αρπάζουνε το παιχνίδι του<br />και το αφήνουν με άδεια χέρια σε μια έρημη σάλα–<br />με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς<br />σταλάζεις ένα σύννεφο στην καρδιά, θολώνεις τη μέρα<br />τυλίγεις με ομίχλη τα πρόσωπα, παιδεύεις<br />τα τελευταία που μας έμειναν όνειρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ</strong></h5>
<p>Τοπίο υγρό, ακαθόριστο, μες στην ομίχλη,<br />αίσθηση φευγαλέα πραγμάτων λησμονημένων μες στο χρόνο∙<br />φωνές ανασυρμένες από σκοτεινά βάθη,<br />κομματιασμένες, μισοφαγωμένες,<br />ποντισμένες βαθιά σ’ αβέβαιη καταχνιά<br />κι εκείνοι οι ερειπωμένοι τοίχοι<br />με πλούσια, πυκνή βλάστηση, στους πρώην διαδρόμους.</p>
<p>Έτσι έρχονται κάποτε μέσα στον ύπνο<br />τα εξαίσια πράγματα της πρώτης αίγλης:<br />το σπίτι με τον καλό καπνό που ανεβαίνει,<br />η στέγη και το κατάλυμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕΣ&#8217; ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά<br />κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,<br />πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,<br />καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,<br />άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝ ΘΡΗΝΩ</strong></h5>
<p>Αν θρηνώ<br />δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου<br />και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη<br />(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)<br />δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο<br />που μου νυχτώνει την όψη∙<br />είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,<br />βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις<br />έτοιμες από καιρό, νοήματα<br />που δεν μπορούν να βγουν<br />αφού εσύ<br />δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν άνθρωποι που και μόνον επί τη θέα τους τρομάζεις:<br />δε χρειάζεται καν να σου αποκαλύψουν την ψυχή τους,<br />πρόσωπα με σταματημένη την κίνηση, απολιθωμένα,<br />φαγωμένα, βαθουλωμένα σαν τις θαλάσσιες πέτρες,<br />–πνοή ζωής δεν περνάει ποτέ απ’ αυτά τα μάτια–<br />άλλοτε πάλι παραμορφωμένα οικτρά, αγνώριστα,<br />δίχως μύτες, στόμα, παρειές, και στα μάτια<br />δυο άδειες τρύπες.</p>
<p>Καμιά φορά τους συναντάς στο δρόμο<br />κι έντρομος το πρόσωπο αλλού στρέφεις ή αρχίζεις<br />να τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς για ν’ αποδιώξεις<br />έτσι το απαίσιο θέαμα.</p>
<p>(Τίποτα, τίποτα δε φτάνει<br />την οξύτητα της οδύνης στα πρόσωπά μας.)</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΛΑΒΕ, ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας<br />να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω<br />οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με<br />κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ–<br />τούτη την ύστατη ώρα<br />πρόλαβε, ποίηση<br />λέξεις<br />αίμα από το αίμα μου<br />από τη σάρκα μου σάρκα<br />πρόλαβε, ποίηση<br />πριν έρθει η νύχτα<br />να διασώσω κάτι από το πρόσωπό μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></h5>
<p>Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ<br />θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,<br />να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,<br />να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα<br />να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω<br />πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω<br />θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής<br />την περιοχή που μου δόθηκε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΘΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΡΟΧΩΡΕΙΣ</strong></h5>
<p>Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις<br />μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,<br />να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια<br />που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,<br />καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,<br />πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:<br />είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ<br />που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις<br />νερό και λάσπη, με τα ίδια<br />υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.</p>
<p>Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους<br />πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις<br />τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,<br />λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν<br />από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,<br />το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως<br />δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.</p>
<p>Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,<br />χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,<br />πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος<br />πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.</p>
<p>Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός<br />μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει<br />το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:<br />μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα<br />που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,<br />που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,<br />μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ</strong></h5>
<p>Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης<br />που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει<br />από τόπο σε τόπο, μακριά<br />από το πάτριο χώμα, και δίχως<br />να το καταλαβαίνει η νοσταλγία<br />του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,<br />και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας<br />να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —<br />έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,<br />που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας<br />σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας<br />από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο<br />ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν<br />τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο<br />τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο<br />κι όταν<br />καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει<br />σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή<br />με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως<br />ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —<br />πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση<br />λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος<br />που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας<br />πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ </strong><br /><strong>ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΠΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ </strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></h5>
<p>Στη σειρά καθόμαστε και περιμένουμε:<br />έτοιμες οι βαλίτσες, οι αποσκευές.<br />Βλέπεις την ώρα, βηματίζεις,<br />όλο αναμονή ’σαι, ανησυχία,<br />κι οι μελλοντικοί σύντροφοι, όλοι<br />σιωπηλοί, μοναχικοί, σαν χαμένοι<br />μέσα τους, μιλούνε και στη στιγμή<br />αισθάνεσαι στην αδιάκοπη απουσία:<br />μόνοι, πικροί και σαν υπνωτισμένοι.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>II</strong></h5>
<p>Δεν σε αρνούμαι, ζωή, με όσα κι αν φέρνεις<br />όμως πολύ, με θάνατο, μου έρχεσαι αλλοιωμένη.<br />Πολλές παραχωρήσεις έκαμα, δείχτηκ’ απέναντί σου<br />συγκαταβατικός, στην οδύνη κατεύνεσα,<br />αγάπησα σχεδόν τούτους τους στενούς<br />λασπωμένους δρόμους, τη νύχτα, την ομίχλη και τα τρωκτικά —<br />όμως μη με εξαντλείς, στο έσχατο<br />μη με φέρνεις σημείο.</p>
<p>.</p>
<h4> </h4>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ (1966)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ <br />εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος. <br /><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΩΣΕΩΣ</strong></p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ</strong></h5>
<p>Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε<br />έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει<br />πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια<br />άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια<br />όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ<br />που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —<br />πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν<br />τις σκοτεινές μου αλληγορίες.</p>
<p>Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς<br />πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ, ΘΕΕ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Το ξέρεις, Θεέ μου, πως δε θέλω<br />πολλά πράγματα για να ζήσω· ξέρεις<br />πόσο ολιγαρκές είναι το τέκνο σου.<br />Χρήματα δε σου ζήτησα ποτέ<br />να με βοηθήσεις ν’ αποκτήσω, μήτε<br />ωραία γυναίκα, να ζηλεύουν οι άλλοι.<br />Τίποτα δε σου ζήτησα κι όχι μονάχα<br />τώρα που δε μ’ ακούς παρά και πρώτα.<br />Να σ’ απασχολήσω δεν τόλμησα με το άτομό μου<br />να σου μιλήσω, να σου πω για το χαμένο σπίτι.<br />Όμως τώρα σ’ το ζητάω, Θεέ μου, δεν μπορώ<br />απόκαμα να τριγυρνώ στους δρόμους σαν αλήτης<br />έκανα υπομονή όσο μπόρεσα<br />άλλο δεν έμεινε κουράγιο στην καρδιά μου:</p>
<p>βρες μου ένα σπίτι, χτίσε μου ένα σπίτι —<br />δεν μπορώ έτσι άστεγος να ζήσω.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ARS POETICA</strong></h5>
<p>Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,<br />ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,<br />έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι<br />αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,<br />μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.</p>
<p>Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –<br />όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση<br />θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι<br />ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι<br />γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα<br />άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,<br />ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,<br />το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΙΚΗ</strong></h5>
<p>Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις<br />από τη μνήμη σου εντελώς· είναι καιρός<br />να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα<br />που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,<br />με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,<br />τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους, να τ’ αγαπήσεις<br />σαν να ’τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια·<br />είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια<br />που τριγυρίζουν στις γωνίες, να γίνεις φίλος<br />με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις<br />σαν να ’ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό.</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη<br />και μόνο η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση —<br />πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΓΗΙΝΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που γήινο στήριγμα δε με κρατεί<br />πάρεξ η θαμπωμένη μνήμη του σπιτιού∙<br />τώρα που εσπάσαν ανεξήγητα μία μία<br />(ή εγώ τις έσπασα) όλες οι γέφυρες∙<br />τώρα που και η πλέον δύσβατη ατραπός που απέμεινε<br />από εχθρικά και άγρια χόρτα έχει φράξει–<br />καιρός πλέον να μιλήσουμε εμείς οι δύο<br />καιρός σαν παλιοί φίλοι να δώσουμε τα χέρια<br />να συνεννοηθούμε επιτέλους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΘΥΜΑΤΑ ΑΠΑΤΗΣ</strong></h5>
<p>Θε μου η ζωή, ξέραμε, είναι κάτι χωριστό<br />απ’ το θάνατο, πράγμα διαφορετικό, αντίμαχο —<br />κυρίως αυτό. Έτσι κινήσαμε αθώοι και πλήρεις<br />ανύποπτοι και δυνατοί, ανοιχτήκαμε<br />στην άπλα του πελάγου, στον πολύβουο πόντο,<br />δίχως προφύλαξη καμιά, καθώς ταιριάζει<br />στους αθώους, στους ανύποπτους και δυνατούς,<br />ανοιχτήκαμε<br />όσο βαστούσε η δύναμη κι η μπόρεσή μας.</p>
<p>Τώρα<br />μετά από τόσα χρόνια ταξιδιού<br />μετά από τόση περιπλάνηση, από τόση πάλη<br />με τα στοιχεία της θάλασσας, με τον αέρα<br />καταλαβαίνουμε το νόημα της περιπέτειας<br />το νόημα του ταξιδιού, πως θύματα<br />απάτης πέσαμε, πως ξεγελαστήκαμε<br />αφού εκείνο που ζωή ονομάζαμε<br />δεν ήταν (τώρα το βλέπουμε) παρά<br />η άλλη όψη του θανάτου.</p>
<p>Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΣ</strong></h5>
<p>Έλα, λοιπόν, τέρας με τα πολλά κεφάλια, το άγριο στόμα,<br />ύπουλο τρωκτικό που από τα μέσα τρως τα σωθικά μου,<br />χθαμαλό φίδι, εργατικό και ακούραστο,<br />που αθόρυβα μου φαρμακώνεις την καρδιά με μικρές δόσεις·<br />έλα, κοράκι αχόρταγο με τ’ άγρια νύχια<br />τέρας με τα πολλά κεφάλια, το άγριο στόμα,<br />έλα και σήμερα να πάρεις ματωμένη σάρκα<br />να πιείς αίμα ζεστό και κόκκινο,<br />έλα, δε σε φοβάμαι πια, δεν κρύβομαι —<br />δεν έμειναν πια σωθικά, δεν έμεινε αίμα,<br />δεν έμεινε άλλη σάρκα, άλλη καρδιά,<br />έλα να μετρηθούμε πια στήθος με στήθος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ, ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ</strong></h5>
<p>Τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνται<br />κι εγώ γελιέμαι πως ο Θεός μ’ ακούει και προσεύχομαι,<br />πόσες φορές δε ζήτησα<br />πόσες φορές δεν παρακάλεσα:</p>
<p>Θεέ μου, κάνε πιο απλόν<br />πάρε αυτό το κορμί και τσάκισέ το<br />σπάσε τα κόκαλά μου, αφάνισε το δέρμα μου<br />πάρε αυτήν την πολύπλοκη καρδιά και κάν’ τη στάχτη<br />κάνε μου λιώμα το κρανίο<br />δώσε ένα τέλος στο τυραννισμένο αυτό μυαλό &#8211;<br />κι ύστερα πάρε κάνε με από την αρχή,<br />γέννησέ με ξανά όπως δε μ’ έκαμεν η μάνα μου,<br />κάνε με απλόν και μονοκόμματο<br />όπως κομμένον άγριο βράχο σε φαράγγι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΦΟΡΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ</strong></h5>
<p>Φορές φορές συλλογίζομαι τι χρειάζονται όλ’ αυτά<br />τι χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου<br />η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη<br />το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.</p>
<p>Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Χρόνια στην εξορία δύσκολα,<br />δίχως πατρίδα, ξένος μες στους ξένους,<br />άστεγος και γυμνός, με τσάκισαν.</p>
<p>Το μέλλον μου ασφαλές:<br />ότι είχα μου το πήρεν η ζωή<br />και του θανάτου δεν αφήκε τίποτα να πάρει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Φαρμακερά λουλούδια, σαρκοβόρα,<br />ρουφάν αχόρταγα το αίμα απ’ την καρδιά.</p>
<p>Αλλιώς δεν τρέφονται, αλλιώς δε μεγαλώνουν.</p>
<p>Παράξενες βλαστήσεις, τερατώδεις,<br />αλλιώς δε δίνουν το άρωμά τους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Είχε ανέβει στην πιο ψηλή κορφή<br />κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.<br />Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο<br />άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν<br />μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα<br />μαχαίρια κράταγαν και πέτρες και πλησίαζαν<br />ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον<br />να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες<br />λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια<br />κατάλαβε το τέλος του.</p>
<p>Όμως η φωνή του<br />λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους<br />και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ</strong></h5>
<p>Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μου ’δωσε<br />απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.<br />Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,<br />διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου,<br />ζητάνε πάνω απ’ όλα τη φωνή μου.</p>
<p>Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο<br />παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου<br />πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά<br />είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους<br />όμως την τελευταία στιγμή<br />έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΦΑΙΜΑΞΗ &#8217;66-70 (1971)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ</strong></h5>
<p>Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη, <br />μια φέτα είναι ψυχής. <br />Πέρνα απαλά, <br />παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα, <br />από τη μια στροφή στην άλλη <br />των ποιημάτων.<br />Πρόσεχε <br />μην τα πονέσεις.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης.</strong></em><br /><em><strong>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ</strong></em></h6>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΟΥΛΙ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Παράξενο πουλί μου, μαθημένο<br />στα σκοτεινά</p>
<p>σου στήσανε παγίδες, σε κυνήγησαν<br />σου ’κοψαν με γυαλιστερά στιλέτα τα φτερά<br />νόμισαν πως σε σκότωσαν.</p>
<p>Έσκυψα ταπεινά, με δάχτυλα που τρέμαν,<br />το στήθος μου άνοιξα κι ευλαβικά<br />σε πήρα κι σε απίθωσα βαθιά.</p>
<p>Η φωνή σου<br />θαυματουργά ραντίζει τώρα τις πληγές μου<br />γίνεται φίλτρο μαγικό</p>
<p>παράξενο πουλί, μαθημένο<br />στα σκοτεινά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ MOΥ</strong></h5>
<p>Δεν τα θυμούνται πια τα τραύματα, δεν έχουν μνήμη, <br />το σπαραγμό, το αίμα και την παραμόρφωση. <br />Βούλιαξαν όλα μαγικά και χάθηκαν.</p>
<p>Ήμερο φως, παρήγορο, φωτίζει τώρα τη μορφή τους <br />κι αχνό χαμόγελο, αράγιστο και ωραίο.</p>
<p>Μοναχικοί, αλαφροΐσκιωτοι, σχεδόν παιδιά <br />ίσως μόνο μ’ εν’ αδιόρατο παράπονο στα χείλη <br />κάτοχοι της πιο τέλειας ομορφιάς <br />οι αγαπημένοι μου κοιμούνται σε απρόσιτα άστρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΠΕΡΙΛΑΜΠΡΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά,<br />με φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,<br />ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη,<br />δόκανο σίγουρο κι αλάθητο για τους αθώους,<br />μην ανυπομονείς, λοιπόν, μη βιάζεσαι &#8211;<br />τον έχεις στο χέρι σου κι αυτόν.</p>
<p>Ήτανε βέβαια λίγο δύστροπος, σε κούρασε,<br />όμως δε σου ξεφεύγει πια είναι δικός σου<br />— και ποιος σου ξέφυγε, άλλωστε, ποτέ &#8211;<br />μόνο που δε σου δίνει τώρα τη χαρά του θρίαμβου &#8211;</p>
<p>μόνος του σου προσφέρεται, σπεύδει σχεδόν,<br />έτοιμος για όλα τα ενδεχόμενα, αποφασισμένος,<br />βεβαιωμένος, πια, βεβαιωμένος,<br />κάτοχος του πολύπλοκου μηχανισμού της σκευωρίας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΚΗΠΟΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Ο κήπος μου, είναι παράξενος πολύ.<br />Ήλιος δεν τον ζεσταίνει ουδέ πνοή <br />αέρα από τα δέντρα του περνά ποτέ, <br />άνθρωπος δεν τον είδε, δεν τον διάβηκε, <br />μες στα βαθιά μου υπόγεια τον έχω κρύψει.</p>
<p>Εκεί, τις νύχτες μόνο, με προφύλαξη, <br />όταν οι ένοικοι του σπιτιού μακάρια κοιμούνται, <br />λαθραία γλιστρώ από μυστική καταπακτή κι ακροπατώντας, <br />στο σκοτεινό μου υπόγειο, ασφαλής, τρυπώνω.</p>
<p>Νερά δεν έχει ο κήπος μου- εγώ το ξέρω<br />πώς μεγαλώνουνε τα δέντρα του, πώς βγάζουν άνθη.<br />Τη μέρα ασφυκτιούν, συστρέφονται, κραυγάζουν, <br />γίνονται άγρια φονικά, τρων τα παιδιά τους, <br />σχίζουν τίς σάρκες τους.</p>
<p>Όμως τις νύχτες<br />έρχομαι εγώ και τα ποτίζω με αίμα <br />ανοίγω όλες τις φλέβες μου να πιούν <br />να μεγαλώσουν τα πικρά μου δέντρα <br />ν’ ανθίσουν τα φαρμακωμένα τους λουλούδια <br />και στα κλαδιά<br />την πλέον απόκρυφη ώρα της νυχτός <br />τ’ ακρωτηριασμένα μου πουλιά να κελαηδήσουν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΥΡΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ</strong></h5>
<p>Την ώρα πού φυσούσε μ’ όλη τη δύναμη του στέρνου του <br />κι έσβηνε, όλα μεμιάς, και τα τριαντατρία κεριά, <br />κι οι άλλοι, ανύποπτοι, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους <br />και τον χειροκροτούσαν—<br />πώς μπήκε εκεί, πώς τρύπωσε μες στο μυαλό του<br />—αχ, πώς δεν επρονόησε να φράξει τίς ρωγμές,<br />τίς επικίνδυνες, απατηλές ρωγμές, του εγκεφάλου—<br />πώς παρεισέφρησε παρείσακτη η σκέψη<br />και εξογκώθηκε ραγδαία σαν τον καρκίνο,<br />επίμονη, αδηφάγος, μοχθηρή,<br />πώς να<br />έτσι περίπου,<br />σαν με ένα φύσημα,<br />έσβησαν και χαθήκανε τα τριαντατρία του χρόνια, <br />κι ανάμεσά τους τα καλύτερα <br />και τα μοναδικά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΖΩΗ</strong></h5>
<p>Γριά φτιασιδωμένη,<br />με κούφια δόντια,<br />βήχοντας και καπνίζοντας,<br />με χνότα που βρομούν,<br />πίνοντας αλκοόλ και βλαστημώντας,</p>
<p>άπιστη ερωμένη μου παλιά,<br />κακεντρεχή συντρόφισσα, υποκρίτρια,<br />εγώ, το πιο ανύποπτο απ’ τα θύματά σου,<br />γριά φυματική μου πόρνη,<br />ξοφλημένη τώρα,<br />εγώ<br />σ’ αγαπώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ MOΥ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ</strong></h5>
<p>Όλοι, θυμάμαι, μου ’λεγαν ν’ αλλάξω επάγγελμα.</p>
<p>Πρώτος μου ’κάνε λόγο, σοβαρά, ο πατέρας μου, <br />υστέρα η μάνα μου, παρακαλεστικά, με δάκρυα στα μάτια, <br />έπειτα οι φίλοι μου, οι συμμαθητές, οι συγγενείς,<br />ν’ αλλάξω επάγγελμα για να προκόψω.</p>
<p>Σαν να ’μουν άρρωστος, σαν να ’θελα γιατρό.</p>
<p>Πόσος καιρός επέρασε από τότε&#8230;<br />Μ’ ανοιχτά<br />μάτια, πικραμένος, πέθανες πατέρα μου, <br />μάνα μου άσπρισαν τα μαλλιά σου, <br />φίλοι καλοί σκορπίσατε κι οι πιώ πολλοί <br />έχετε τώρα γιούς να συμβουλεύετε—</p>
<p>όμως εγώ, στο μεταξύ, δεν πρόκοψα, <br />μου ήταν τελείως αδύνατο:</p>
<p>έμεινα εκεί, στον κήπο μου και στα φυτά μου, <br />στο πίσω μέρος του σπιτιού, στη σκοτεινή αυλή, <br />μ’ εκείνα τα παλιά μου σύνεργα, ένας κηπουρός.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Τι αίμα, Θεέ μου, πόσος πόνος,<br />τι δάκρυα καυτά,<br />πόσο<br />ν’ αναλωθώ έπρεπε,<br />πόσο, σαν τους ερωτευμένους,<br />όλος λαχτάρα,<br />με κρυφή προσμονή,<br />να σπεύδω κάθε φορά προς τη βέβαιη καταστροφή μου,<br />να πέφτω γυμνός, δίχως προφύλαξη, σ’ όλες τις φωτιές.</p>
<p>Πόσο έπρεπε, λοιπόν, η φτωχή σάρκα να ταπεινωθεί,<br />να γίνει άθυρμα και ανώνυμος κονιορτός,<br />ετούτα τα γυμνά, τα ελάχιστα,<br />τα πιο δικά μου οστά για να κερδίσω.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Ανάβαση</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><em>Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.</em></strong><br /><strong><em>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ</em></strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΑΒΑΣΗ</strong></h5>
<p>Σπίτι μου πατρογονικό, σ’ αφήνω πια.<br />Όχι που σε ξεχνώ, που σε ξεγράφω,<br />— φέγγουν εντός μου τα ερείπιά σου και με ζεσταίνουν,<br />θησαυρισμένα με καημό και υπομονή,<br />λάμπουν μέσα στο αίμα μου — όμως τώρα<br />σ’ αφήνω πια.</p>
<p>Φόβοι μου σκοτεινοί για τη ζωή,<br />φθορά των ημερών μου ανεπαίσθητη,<br />τρόμε του καθημερινού θανάτου,<br />όχι που δεν υπάρχετε, που σας αρνούμαι —<br />το μαρτυράει κάθε πρωί το σώμα μου,<br />φέρνει τα ίχνη ματωμένα η ψυχή μου — μα τώρα<br />σας αφήνω πια.</p>
<p>Ήδη εννοώ: τα ερείπιά μου<br />τμήμα απειροελάχιστο των ερειπίων, κι ο θάνατος<br />τμήμα καθολικότερου θανάτου.</p>
<p>Με τι φωνή να πω για σένα, σπίτι μου<br />όταν γύρω γκρεμίζονται χιλιάδες σπίτια,<br />και πώς για τους καθημερινούς μικρούς θανάτους μου<br />και τους μικρούς μου τρόμους να μιλάω ακόμα,<br />τώρα που ένα ένα σκοτώνονται τ’ αδέρφια μου,<br />πέφτουνε δολοφονημένα απ’ τους Ενόχους;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΩΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος <br />είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.<br />Θ.Σ. ΕΛΙΟΤ</p>
<p>Κορμιά ταπεινωμένα των αθώων,<br />χέρια και πόδια ανάκατα, σωρός,<br />μνημεία μικρά της αδικίας, ανώνυμα,<br />κρανία που, βέβαια, αγιάσατε —κι ας λεν<br />κι ας σας ξεγράφουνε ολούθε οι Γραμματείς,<br />οι Υπέρμαχοι των ’Ιδεών, οι Τηρηταί των Νόμων,<br />όλο το Τσούρμο, Θεέ μου, ας χύνει τη χολή του—<br />αίμα πάνω στο αίμα, μαύρο και πηχτό,<br />σώματα φτωχικά των αδελφών μου,<br />γενήκατε πολλά, πού να σας βάλω.</p>
<p>Χώρος δεν είναι πια, μέρος δεν έμεινε, <br />όλες οι κάμαρές μου γέμισαν, <br />γέμισαν τα υπόγειά μου, ξεχείλισαν, <br />άλλο δεν παίρνει ο κήπος μου, δε φτάνει.</p>
<p>Πού να σας βάλω αδέλφια μου, πού να σας θάψω, <br />κανένας να μη μείνει παραπονεμένος, <br />μια σκοτεινή, ζεστή γωνιά, για τον καθένα, <br />θήκη μικρή, πονετική της λησμονιάς, <br />πού να ’βρω λίγο δίκαιο χώμα</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΝΤΟΥ ΤΟ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΟ ΨΩΜΙ</strong></h5>
<p>Παντού το κλέβουν το ψωμί.</p>
<p>Τ’ αρπάζουν χέρια τοκογλύφων,<br />το παίρνουν Γραμματείς Εντεταλμένοι,<br />το χώνουμε σε υπόγεια, το στοιβάζουν.</p>
<p>Εκεί τ’ αναλαμβάνουν ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι<br />και στα σοφά των δάκτυλα Ειδικοί,<br />χείλη ποιητών, αβρά, το κάνουν ύμνο<br />να τον μαθαίνουν τα παιδιά,<br />του πλέκουν φωτοστέφανο να λάμπει.</p>
<p>Εκεί αρχίζει η λεπτή διαδικασία,<br />οι απαραίτητες διεργασίες συντελούνται,<br />επέρχονται οι εκπληκτικές διαμορφώσεις</p>
<p>για να βγει θάνατος μια μέρα<br />για να βγει αίμα.</p>
<p>Παντού το κλέβουν το ψωμί<br />Θεέ μου, παντού.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά<br />και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,<br />προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη<br />να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις<br />για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,<br />για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,<br />για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,<br />και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,<br />βάζοντας όλη σου την αντοχή για νάβρεις τους ενόχους —<br />σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,<br />σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,<br />σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο<br />και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Σ&#8217; Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ ΩΣ ΤΩΡΑ</strong></h5>
<p>Σ’ ό,τι έχω γράψει ως τώρα, ό,τι έχω κάνει, ό,τι έχω πει,<br />κι εκεί ακόμα όπου είναι δύσκολο να ξεχωρίσει,<br />όπου, αντίθετα, δείχνομαι τόσο διαφορετικός,<br />μοναχικός και άγριος μες στις κραυγές μου,<br />απρόσιτος με τις μεγάλες μου φωνές μέσα στη νύχτα —</p>
<p>όχι μονάχα τώρα αλλ’ από πάντοτε,<br />σ’ όλο το δρόμο που έκανα, δεν ήταν ούτε μια στιγμή<br />που να μην είχα επίμονα, καρτερικά απλωμένα<br />τα χέρια μου σε σένα, γείτονά μου και αδελφέ μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ (1976)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Και στα πιο σκοτεινά λαγούμια<br />τα πιο βαθιά<br />τα πιο λησμονημένα<br />έρχεται κάποτε<br />ωσάν σε διάλειμμα<br />κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει<br />θαυματουργό<br />παρήγορο<br />το φως.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ</strong></h6>
<h5><strong>ΕΛΕΥΣΗ</strong></h5>
<p>Χρόνια της πέτρας, δύσκολα, καιροί<br />σκληροί, σε βράχον απάνω άνυδρο, φαρμακερό<br />γρανίτη, με σαύρες ολόγυρα κι ουδ’ ένα<br />πράσινο φύλλο, σ’ έχτισαν, ψυχή μου.</p>
<p>Πόσος καιρός επέρασε δεν ξέρω,<br />χειμώνα καλοκαίρι, γυμνός και πένης,<br />σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς.</p>
<p>Κι ήρθες εσύ<br />έτσι αναπάντεχα, βούλα της άνοιξης, σώμα<br />ανάερο της αυγής, και αξιώθηκα<br />για μια στιγμή να σε κρατήσω τρυφερά<br />στην αγκαλιά μου. Μες στο σκοτάδι<br />άκουσα την καρδιά σου να χτυπά∙ σε πήρα,<br />καθώς που παίρνουν τα πουλιά, στα χέρια μου.</p>
<p>Αχ, δεν το φανταζόμουνα πως μια στιγμή<br />μονάχα πάθους, ένα μόριο χρόνου,<br />θα ’φτανε να ζεστάνει όλη τη ζωή μου.</p>
<p>Πώς πρέπει τώρα<br />να προσέχω, Θεέ μου.<br />Και μία μόνον<br />αδέξια κίνηση, εμέ του αμάθευτου, του στερημένου,<br />μπορεί να σε πληγώσει.</p>
<p>Δεν είχε,<br />λοιπόν, παγώσει όλο μου το αίμα;<br />Είχε απομείνει,<br />σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς, μια κρύπτη;</p>
<p>Έλα να σε φιλήσω, βούλα της άνοιξης,<br />σώμα ανάερο της αυγής,<br />αγάπη–</p>
<p>πρώτη φορά τρελαίνονται τα λόγια μου,<br />κι όλα αυτά τα παράξενα συμβαίνουν<br />πρώτη φορά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ ΕΓΙΝΕ ΛΙΒΑΔΙ</strong></h5>
<p>Το στήθος μου έγινε λιβάδι·</p>
<p>άνθη μυστηριακά φύτρωσαν στα σημάδια <br />χλόη καλύπτει τίς ουλές θαυματουργά, <br />πουλιά με κατοικούν, νερά αναβλύζουν</p>
<p>το στήθος μου έγινε λιβάδι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΑΔΙ</strong></h5>
<p>Αν ήθελες να μ’ αγγίξεις λίγο<br />και τα χέρια να φέρεις απαλά επάνω στις πληγές<br />θα ’βλεπες πόσο εύκολα θα πετούσα<br />κλαδιά και φύλλα.</p>
<p>Πόσο,<br />σαν ελατήριο συσπειρωμένος, τόσα χρόνια,<br />είμαι έτοιμος να τιναχτώ·</p>
<p>και προπαντός,<br />σαν το παλιό δαδί, το στεγνωμένο,<br />ή σαν τα δάση τα ξερά στον κατακόρυφο<br />ήλιο του Αυγούστου,<br />φωτιά ν’ αρπάξω μ’ ένα τίποτα<br />και να καώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΕΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Βγήκε το νέο φεγγάρι ξαναμμένο, ερωτικό, <br />και στα νυχτερινά νερά του ποτάμιου βουτάει <br />στην έξαψή του.</p>
<p>Καλό φεγγάρι, αδερφικό, που με καταλαβαίνει, <br />έτσι που δίπλα του, ανάμεσα στα νοτισμένα <br />χόρτα, στις ιτιές, όμοια αναστατωμένος, ξαγρυπνώ, <br />καθώς σε περιμένω, χλωρός και εύρωστος, <br />στην έξαψή μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΛΑΦΥΡΟ</strong></h5>
<p>Στιγμή μοναδική<br />του χρόνου λάφυρο.</p>
<p>Σε κράτησα νυχτερινή<br />απτή<br />κι όνειρο δεν ήταν<br />πλάνη δεν ήτανε της στέρησης<br />αντικατοπτρισμός της παιδεμένης<br />φαντασίας</p>
<p>που μπλέχτηκαν τα σώματά μας<br />που πάλεψαν<br />που ο θάνατος για μια στιγμή<br />μοναδική<br />είχε καταργηθεί.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΞΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>Αχ, σκοτεινό λαγούμι μου, σ’ αφήνω πια.<br />Περάσαμε πολύν καιρό μαζί<br />σ’ αγάπησα.</p>
<p>Όστρακα απόκρημνα, πονετικά<br />αιχμηρά γυαλιά κι εσείς, αγκάθια μου<br />αγαπημένα, καλά με προστατέψατε<br />ως εδώ, καλά με κρύψατε:<br />χέρια<br />και πόδια και στήθος και πλευρά,<br />και τα μάτια να λάμπουν, άγρυπνα πάντα,<br />πίσω απ’ τις πολεμίστρες.<br />Καλά ως εδώ. Γιατί ήρθε<br />με τα φτερά της τρέλας και καθώς μπόρα καλοκαιρινή,<br />αγάπη ήρθε αναπάντεχη, ιαματική, και με μαλάκωσε<br />λάδι γλυκό πότισε το κορμί μου.</p>
<p>Ένα ένα<br />πέφτουνε τώρα, ξεκολλούν άχρηστα πια τα όπλα μου.<br />Καιρός<br />να βγω στο φως. Γυμνός· ανθρώπινος πια· ημερωμένος.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ</strong></h6>
<p> </p>
<h5><strong>ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ</strong></h5>
<p>Ψυχή και σώμα διαρκώς έτοιμα, ανοιχτά,<br />και σ’ επιφυλακή κράτησα πάντα<br />(κι ας ήτανε για να καταστραφώ)<br />όλος εμπιστοσύνη μέσα μου για να δεχτώ,<br />και να ’μαι άξιος γι’ αυτό, την άγια,<br />την αναπάντεχη επίσκεψη της έκπληξης.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΦΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ</strong></h5>
<p>Όποιος τολμά και δίνει, οποίος φτωχαίνει από <br />παράφορη προσφορά —μην τον λυπάσαι: γίνεται <br />πλουσιότερος, πιο ωραίος.</p>
<p>Ο που κινδυνεύει,<br />ο πού χωρίς επιφυλάξεις αφήνεται στα κύματα <br />και ένα ένα χάνει τα ρούχα του και γυμνός <br />απομένει και έρημος καταμεσής του πόντου—<br />μην τον λυπάσαι<br />στο αίμα του λάμπει βαθιά ο άπεφθος χρυσός <br />των αφρισμένων κυμάτων.</p>
<p>Να κλαις<br />αυτόν που δεν μπορεί από φιλαργυρία να δώσει, <br />τον που φοβάται μη φθαρεί κι ολημερίς <br />κλεισμένος στο καβούκι του μετράει το βιός του <br />κι έντρομος βλέπει ολοένα ν’ αλαφραίνει <br />το πουγγί του —αυτόν να κλαις:</p>
<p>ασκημαίνει με τον καιρό και κιτρινίζει<br />ωσάν το σουρωμένο δαμάσκηνο, το στρεβλωμένο,<br />πού δεν επρόλαβε να το γλυκάνει ο ήλιος<br />που αδικημένο απόμεινε και δε μαλάκωσε<br />γιατί από μέσα το ρούφηξε κακό σκουλήκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΥΛΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ανάμεσα από σωρούς σκουπιδιών, ερειπίων, θανάτων<br />και ποταμούς δακρύων,<br />λάμπουνε καταχωνιασμένα, ελάχιστα,<br />τα υλικά της χαράς.<br />Ψάχνε<br />με υπομονή και πίστη απέραντη<br />καθώς τα πετεινά τ’ ουρανού σε χιονισμένον<br />έρημο κάμπο<br />και μάζευέ τα πετραδάκι πετραδάκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></h6>
<p>Σαν τα παλιά εικονίσματα που ανάμεσα<br />απ’ τα φθαρμένα χρώματα και το λιωμένο ξύλο<br />απ’ την πικρήν αρπάγη του καιρού<br />κρατάν ακόμα απείραχτα τα μάτια<br />και βουρκωμένα σε θωρούν, σοφά<br />από πολλήν επίγνωση μες στη σιωπή τους<br />από πολλήν ακινησία κι από μόνωση-<br />έτσι<br />μέσ’ από τον καιρό μού έρχεσαι τώρα<br />και τα μάτια σου πονεμένα με θωρούν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΕΡΙ</strong></h5>
<p>Γύρισε πάλι.<br />Κάθε βράδυ<br />ένα χέρι κακό μπαίνει στο σπίτι μου,<br />αναποδογυρίζει τα έπιπλα, βάφει<br />μαύρους τους τοίχους, ξηλώνει τα σανίδια<br />από το δάπεδο, ξεσχίζει τις κουρτίνες,<br />σπάνει τις λάμπες μία μία, θολώνει<br />τους καθρέφτες, ρίχνει φαρμάκι στο νερό,<br />ανοίγει το ψυγείο και μαγαρίζει<br />όλα τα τρόφιμα, καίει τα χαρτιά μου.</p>
<p>Μαύρο χέρι.<br />Τα ξημερώματα, αποκαμωμένο,<br />έρχεται στο λαιμό μου να κουλουριαστεί,<br />με πνίγει.<br />Μην αργείς άλλο, λοιπόν.<br />Βλέπεις;<br />Δεν έχω περιθώριο, εξάντλησα<br />και το πιο ελάχιστο, το τελευταίο<br />απόθεμα της αντοχής μου: γύρισε πάλι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΟΣΟ ΛΙΓΟ</strong></h5>
<p>Πόσο λίγο χρειάστηκε <br />ένα τίποτα<br />για να χτυπήσει πάλι άρρυθμα η καρδιά σου <br />και σαν ελάφι χλωρό ν’ αναπηδήσει <br />έκπληκτο</p>
<p>πόσο εύκολο ήταν <br />απλό<br />για να κυλήσει πάλι στις φλέβες σου το αίμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ</strong></h5>
<p>Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου–<br />μην το ξεχνάς.<br />Κι αν τώρα<br />τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός<br />και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου<br />και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς<br />και δυο γλυκές κουβέντες–<br />μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά<br />και μιαν αγάπη για τους στερημένους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΧΑΙ-ΚΑΙ (1978)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Ωραία που λάμπουν<br />ματωμένα τα στήθη<br />των αδελφών μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Αχ, το αίμα, το αίμα<br />αδέρφια μου, που εχύθη<br />πού να το κρύψω.</p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Ω, να προσπέσω<br />στα κάγκελά σου, Πόρτα,<br />τα στρεβλωμένα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">4</p>
<p>Κ.Ρ.<br />Τα πόδια ετούτα<br />να προσκυνήσω, κόρη,<br />που σ’ τα ετσακίσαν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">5</p>
<p>Το χώμα τούτο<br />Έλληνες κλείνει εφήβους.<br />Διαβάτη στάσου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">6</p>
<p>Ε, μαυροπούλι!<br />Πες τους πως στην καρδιά μου<br />τους έχω κλείσει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">7</p>
<p>Απ’ τους νεκρούς πιο<br />αμείλικτο δικαστή<br />ξέρεις κανέναν;</p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Χάδι μητέρας<br />αττικό χώμα γίνου<br />για τον Διομήδη.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Λάμψαν τα ουράνια —<br />ψηλά ανεβαίνει ωραίος<br />ο Διομήδης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">10</p>
<p>Αυτοί ’ναι οι άγιοι<br />που πίστεψα, παιδί μου.<br />Μην το ξεχάσεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">11</p>
<p>Μάταια φωνάζεις —<br />οι νεκροί δεν ακούνε,<br />δεν ζωντανεύουν.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΡΡΩΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ</strong></h6>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Μπουμπουλίνας 18<br />Σ’ εκκλησιές, άλλοι.<br />Εγώ σ’ εσένα θα ‘ρθω<br />άγια Ταράτσα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Παιδί της Κύπρου<br />μη με κοιτάς στα μάτια,<br />μη με ανακρίνεις.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Μέρες του ’76.<br />Αχ, πώς γελάνε<br />και στα κρυφά για σφαγείο<br />μας ετοιμάζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">4</p>
<p>Βρες μου έναν τόπο<br />όπου να μη ματώνουν<br />τους ποιητές του.</p>
<p style="padding-left: 40px;">10</p>
<p>&#8230; κι οι ποιητές να εκ-<br />λείψουν, πάση θυσία —<br />μας ξεσκεπάζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">11</p>
<p>Εδώ μιλάνε<br />όλοι· για το καλό σου<br />λέγε τι ξέρεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">12</p>
<p>Σκοτάδι πέφτει<br />βαρύ, στον κόσμο πάλι.<br />Προσευχηθείτε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>Τι να σου κάνει<br />κι η ποίηση σ’ έναν τόσο<br />βρόμικο κόσμο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Απ’ όξω πάντα.<br />Βολικό καταφύγιο<br />κι άλλοθι η ποίηση.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Ποιον κοροϊδεύεις;<br />Τα λόγια σου δεν κρύβουν<br />τη μέσα γύμνια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">20</p>
<p>Όταν μας κρίνουν<br />αύριο, η ποίηση μόνη<br />δε θα σε σώσει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">25</p>
<p>Τα σπαραγμένα<br />λόγια μας ποιος θ’ ακούσει<br />και δε θα κλάψει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">26</p>
<p>Ανάσα ανθρώπου<br />λαχτάρησα να νιώσω<br />σ’ αυτή τη ζούγκλα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">27</p>
<p>Φύσα αεράκι<br />να μαλακώσει λίγο<br />η σκληρή καρδιά τους.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">33</p>
<p>Θα σε συντρίψουν<br />φουκαρά μου, όπως είσαι<br />φτωχός και αθώος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">34</p>
<p>Ο αδερφός βγάζει<br />το μάτι του αδερφού σου<br />για λίγο κέρδος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">35</p>
<p>Κι ο που τολμήσει<br />κόντρα να πάει στο ρέμα,<br />αλίμονό του.</p>
<p style="padding-left: 40px;">43</p>
<p>Ήλιε μου γιάνε<br />τα βαθιά μας σημάδια.<br />Αθώωσέ μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">44</p>
<p>Αδικημένος,<br />πλάι στους αδικημένους<br />η θέση σου είναι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">45</p>
<p>Με τη φωνή μου,<br />ανάπηρη έστω, εδώ είμαι<br />πάντα αδερφοί μου.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Θυμάσαι τότε<br />που, φυλαχτό, στο στήθος<br />μου σε κρατούσα;</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Ά, τα μαλλιά σου <br />μοσχοβολάνε ακόμα <br />μέσ’ απ’ τα χρόνια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Μια στιγμή μόνο<br />χαράς κι έλαμψε όλη<br />μεμιάς η ζωή σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Α, πόσο λάμπει<br />το σώμα – το ημέρεψε<br />βάλσαμο της αγάπης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">12</p>
<p>Απόψε η νύχτα<br />μου συντρίβει το στήθος,<br />μ’ εξουθενώνει.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>Τραγούδι βγάζει <br />το συντριμμένο στήθος <br />ή όνειρο βλέπω;</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Ω, μη μιλάς πια<br />για φτερά — είναι καιρός<br />να τα ξεχάσεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Τα γυμνά δέντρα<br />ν’ αποφεύγεις: θυμίζουν<br />την ερημιά σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">21</p>
<p>Δε θα γλιτώσω:<br />τα μάτια σου δε σβήνουν<br />ούτε στον ύπνο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">22</p>
<p>Λάμπουν στον ύπνο<br />αμείλικτα φεγγάρια<br />τα δυο σου μάτια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">26</p>
<p>Φεγγαράκι τής<br />κόλασης ανατέλλει<br />το πρόσωπό σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">27</p>
<p>Πότε, επιτέλους,<br />θα πεθάνει η μορφή σου,<br />θα μ’ αθωώσεις;</p>
<p style="padding-left: 40px;">28</p>
<p>Λάμπεις αγάπη<br />πολύ για των ανθρώπων<br />τ’ άπραγα μάτια.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΣΤΕΓΑ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Πώς ευωδιάζουν <br />τα δάκρυα των ανθρώπων, <br />πώς λάμπει ό πόνος.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Τρυφερή που ήταν <br />η κοιλιά σου όταν μέσα <br />σάλευε ο γιος μου.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Κλάματα ακούω.<br />Βρέφος γεννήθη ή μήπως <br />ξόδι περνάει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">7</p>
<p>Αυγινή χλόη,<br />δάκρυα χαράς μού φέρνεις<br />μες στο Φλεβάρη.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Να σε φιλήσω <br />που μάχεσαι το χιόνι <br />πυράκανθά μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Κι oι πεθαμένοι <br />κάθε άνοιξη σκιρτάνε <br />μέσα στο χώμα</p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>και τρόπος για να την αποφεύγουμε<br />Διάβαζε πρόζα —<br />στις φυλλωσιές των λέξεων<br />θηρία δεν κρύβει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">14</p>
<p>Α, τι καθρέφτης<br />τρομαχτικός η ποίηση.<br />Έλεος δεν έχει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Βαριά λιθάρια,<br />σωρός, έχουν συνθλίψει<br />τη μικρή ζωή σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Οι ματωμένες<br />γούβες θα μαρτυράνε<br />το πέρασμά μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">24</p>
<p>Πόσο θ’ αντέξεις <br />γυμνός ακόμα, <br />δίχως καμιά αυταπάτη;</p>
<p style="padding-left: 40px;">25</p>
<p>Τη δύσκολη ώρα, <br />όταν όλα τελειώνουν, <br />πού θ’ ακουμπήσεις;</p>
<p style="padding-left: 40px;">31</p>
<p>Στην άγρια νύχτα <br />η καρδιά μου αγρυπνάει <br />για σέ, αδερφέ μου.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">32</p>
<p>Με το θηρίο <br />μετρήθηκα για σένα.<br />Να με θυμάσαι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ (1979)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Επίμονο<br />σφριγηλό<br />ακατανίκητο<br />μεσ’ απ’ τα ερείπια πάντα θα φυτρώνει<br />και θα παρηγορεί<br />το φλογερό τριαντάφυλλό σου<br />ποίηση.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΩΜΩΔΙΑ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά,<br />με φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,<br />ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη.<br />ΑΦΑΙΜΑΞΗ ’66- ’70</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΡΕΟΣ</strong></h5>
<p>Σιωπή τρομακτική του στερεώματος,<br />μην πουν δεν έκαμα το χρέος,<br />απόφυγα την αναμέτρηση μαζί σου.<br />Φωνές<br />χιλιάδες μέσα στη φωνή μου και χέρια<br />τεντωμένα μες στα χέρια μου· αίμα<br />μέσα στο αίμα μου, προγονικό, εδώ είμαι<br />δε σας πρόδωσα:<br />στην κόψη ετούτη του γκρεμού<br />από σας ανεβασμένος —με πόσο πόνο<br />αλλά και πείσμα αδάμαστο— χρέος<br />που το αποδέχτηκα και με περήφανο<br />πένθος το σηκώνω, που άλλη δεν ξέρω<br />έπαλξη πιο άγρια, πιο μοναχική,<br />με νύχια και δόντια κρατημένος καταμεσής<br />στο χάος για να βλέπω και να μαρτυρώ—<br />εδώ είμαι αδέρφια μου κι από το στήθος<br />τραγούδι βγάζω μ’ όση δύναμη έχω<br />η ανθρώπινη φωνή για ν’ ακουστεί<br />και το σκοτάδι για μια στιγμή να λάμψει<br />να ταπεινωθεί<br />ν’ αντιλαλήσει η μαύρη νύχτα απ’ την κραυγή μας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΝΕΣ</strong></h5>
<p>Τη μέρα πνίγονται απ’ τους θορύβους<br />των μηχανών τις σκεπάζουν<br />οι αγώνες για το ψωμί, για το δίκιο,<br />η φλογερή βουή των δρόμων, η άσπλαχνη<br />έως θανάτου αναμέτρηση για μια φέτα<br />ζωής.<br />’Αν θες ν’ ακούσεις ψίθυρο του έρωτα<br />ή βόγκο του θανάτου και προπαντός<br />παράπονο της μοναξιάς, στήσε τ’ αυτί<br />στη σιγαλιά της νύχτας κι αφουγκράσου<br />καθώς τις πρέπει, με άκρο σεβασμό,<br />ως αναδύονται από έρημα κρεβάτια,<br />τις φωνές των ανθρώπων.<br />Και φίλησε<br />καθώς εικόνα σ έρημη εκκλησιά, με συντριβή,<br />τα σιωπηλά τους δάκρυα που ευωδιάζουν<br />παράξενα, και στην καρδιά σου κλείσ’ τα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΟΔΥΝΗ ΛΑΜΠΕΙ</strong></h5>
<p>Τ&#8217; αληθινό διαμάντι για ν’ αναφανεί<br />με αξίνες και λεπίδια κοφτερά<br />ανάγκη να το μακελέψεις,<br />μεθοδικά και αλύπητα,<br />από το κάρβουνο που στοργικά το κλεί.</p>
<p>Το φως δεν είναι που αστράφτει στις πλευρές του<br />τώρα που το κρατείς στα χέρια και το χαίρεσαι.<br />Η οδύνη μόνο λάμπει της εξόρυξης, πόνος<br />βαθύς, ώσμε τις ρίζες, που στοιχειώνει<br />σαν σιγανή φωτιά από μέσα τον πυρήνα<br />και στις πλευρές αντανακλά θαυματουργά.<br />Λάμψη άχραντη που τίποτε δεν τη θολώνει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></h5>
<p>Άγνωστε φίλε του τωρινού η του μελλούμενου καιρού<br />τώρα που το σώμα μου ζεστό ανασαίνει δίπλα σου τον ίδιο αγέρα<br />ή όταν θα γίνω τρυφερό ανοιξιάτικο χορτάρι σε ραχούλα,<br />πάρε προσεχτικά και ζέστανε τούτες τις λέξεις<br />σε φιλικό σκοτάδι.</p>
<p>Τα μεθυσμένα λόγια των ποιητών<br />κρυώνουν πάντα μέσα στις σελίδες των βιβλίων<br />κι αδιόρθωτα ονειρεύονται διαρκώς αποδράσεις</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΙΝΕΤΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Μείνετε, ποιήματα μου, στη σκόνη και στη σιωπή<br />του συρταριού, και συνηθίστε στο πυκνό σκοτάδι.<br />Έτσι κι αλλιώς,<br />θα ταξιδεύετε ολομόναχα μέσα στα χρόνια,<br />τα άνυδρα χρόνια που επελαύνουν σαν χιονοστιβάδα,<br />έτσι κι αλλιώς,<br />πρέπει να ετοιμάζεστε: το σκότος προεκτείνεται παράξενα<br />μέσα στο φως, η σκόνη στη διαφάνεια κι η σιωπή<br />μέσα στον ήχο.<br />Έτσι κι αλλιώς,<br />στην άκρη υπομονετικά μας περιμένει<br />για να μας καταπιεί κι ανθρώπους και ποιήματα<br />η μαύρη νύχτα που όλους θα μας εξισώσει.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Βρέθηκα στο καταγώγιο-<br />μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα<br />ΑΦΑΙΜΑΞΗ ’66-‘70</p>
<h5><strong>ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΟ ΑΓΕΡΙ</strong></h5>
<p>Φαρμακωμένο αγέρι του καιρού<br />για στάσου να ξεκουραστείς στην ερημιά η φύγε<br />για λίγο από τ’ αστέρι μας, όπου γυρίζεις<br />σε κακιά τύψη ακόμα και τον έρωτα,<br />το γέλιο των παιδιών η την πιο ταπεινή,<br />πρώτη ευφροσύνη των ανθρώπων, να ζεσταίνονται<br />στου ήλιου το φως.</p>
<p>Προπάντων<br />σταμάτα να σφυρίζεις κι απορίες<br />—ρωτήματα αναπάντητα— να επισωρεύεις<br />στα λαμπερά του μάτια κι από τώρα<br />να τα θολώνεις: σ’ ανασαίνει ο γιός μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ</strong></h5>
<p>Πόρνες ξεδοντιασμένες και χοντρά ποντίκια<br />στους διαδρόμους, πράκτορες, μαστροποί,<br />κλέφτες, φονιάδες, προσωπιδοφόροι,<br />σημαδεμένοι όλοι από φριχτές πληγές, <br />με χαλασμένο το αίμα τους, αγόρι μου, και σάπιο<br />το μεδούλι βαθιά βαθιά στα κόκαλά τους</p>
<p>εδώ λοιπόν σου μέλλεται να ζήσεις<br />κι εσύ, τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν<br />κινείται, Ιστορία παλιά, λάσπη αιώνια,<br />αγαπημένο, βρωμερό πανδοχείο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΠΑΡΑΧΑΡΑΓΜΕΝΗ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Με παραχαραγμένη τη ζωή μας,<br />που άλλοι κινούν, αθέατοι, τα νήματά της,<br />παραμορφωτικά αλλοιωμένοι στο μηχανικόν αιώνα,<br />τραυλίζοντας γλώσσες ακατάληπτες, δίχως πατρίδα<br />και ρίζες μες στην ίδια μας πατρίδα,<br />περνούν τα χρόνια, φίλοι μου, περνώ κι εγώ<br />με το μαχαίρι της φωνής μου στομωμένο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Μέρα τη μέρα, ανεπαίσθητα,<br />πως εκποιήσανε τα χρόνια σου<br />μέρα τη μέρα πως εξάρθρωσαν<br />πως παρόπλισαν τη φωνή σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Ό,τι πιο πολύ αγάπησες στη ζωή τόσα χρόνια,<br />το σπίτι σου, τα βιβλία σου, τα έμπιστα<br />πράγματα που ένα κομμάτι τούς έδωσες<br />απ’ την ψυχή σου, και κρυφά τα καμάρωνες,<br />και με στοργή, τις νύχτες, τα ταξινομούσες,</p>
<p>τώρα που τρίζουν τα δοκάρια, οι σοβάδες<br />πέφτουν, η οροφή χάσκει ανοιχτή<br />στον ουρανό και καταχθόνιο το σκοτεινό<br />νερό εισβάλλει από παντού–</p>
<p>ανάγκη να τα παρατήσεις και να βγεις στους δρόμους<br />και μην κοιτάξεις τίποτε να διασώσεις<br />τώρα που ένα ένα χάσανε το νόημά τους<br />και τόσοι φίλοι, που δεν τους λογάριαζες ως τώρα,<br />σε περιμένουνε στους δρόμους, τόσοι σύντροφοι,<br />σ’ έχουν ανάγκη, και τους έχεις, σε καλούν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Τώρα να γίνεις ταπεινός, ν’ αφήσεις<br />τη μάταιη σοφία των βιβλίων και στης πράξης<br />το μεγάλο σχολείο να μαθητέψεις.<br />Εκεί να δεις<br />πόσο λίγο μετρούν, πόσο φτωχά φαντάζουν<br />όλα τα χρόνια που έχασες γνώσεις μαζεύοντας,<br />όλα σου τα χαρτιά μαζί πως δεν βαραίνουν<br />στη δίκαιη πλάστιγγα που όλους τελικά θα μας μετρήσει<br />–όχι την υπερβατική εκείνη αλλά την άλλη,<br />την πιο ταπεινή, που καθημερινά, ωστόσο, μας ελέγχει–<br />όσο μια μόνο απλή χειρονομία ζεστής<br />αλληλεγγύης προς τ’ αδέλφια σου, μια ανώνυμη,<br />ανάμεσα σε χιλιάδες παρόμοιες ολόγυρά σου,<br />πράξη θυσίας.</p>
<h5><strong>ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΧΑΡΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Τόλη Καζαντζή</p>
<p>Άρρωστα χρόνια<br />λύκοι φυλάν τα πρόβατα<br />κι όσο θυμάμαι<br />μέσα στη λάσπη πάντα κολυμπούσες<br />και πού να βγάλεις φωνή, δε βγαίνει<br />με το στόμα γεμάτο από σκατά<br />κι αν βγει</p>
<p>κανείς δε θα σ’ ακούσει.</p>
<p>Αχ, πού μας οδηγούν<br />ποιοι και προς τα πού τα νήματα κινούνε,<br />βρώμικο, χοντρό παιχνίδι, στο καταγώγιο του αιώνα,</p>
<p>τα μάτια μου προσπαθώ να καθαρίσω, να δω –<br />τίποτα:</p>
<p>Στη Νέα Υόρκη, στη Μόσχα, στο Πεκίνο,<br />λύκοι φυλάν τα πρόβατα παντού.</p>
<p>Από τις σχάρες γαντζωμένος του υπόνομου<br />εδώ είμαι, αδέρφια μου, κι απόκριση ζητώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΠΕΙ</strong></h5>
<p>Ωραία που λάμπει σήμερα ο ήλιος.<br />Σημαίες κυματίζουν στα μπαλκόνια,<br />ακούγονται εμβατήρια, κι ο κόσμος<br />ξεχύθηκε έξω πάλι, εαρινός.<br />Το βράδυ<br />μετά από την παρέλαση, τους λόγους,<br />στη φωταγωγημένη πόλη μας θα μας δεχτούν<br />(τι εκλεκτά φαγιά, τι μουσικές, τι λάμψη!)<br />χαμογελώντας, μ’ όλα τους τα επιτελεία, οι Αρχηγοί,<br />κι ως το πρωί στους δρόμους θα κρατεί ο χορός.</p>
<p>Όμως εγώ<br />που ξόδεψα τα χρόνια μου, νύχτες ατέλειωτες,<br />ολόμονος να μελετώ πίσω από την επίσημη<br />των λόγων εκδοχή τι αναδεύεται κάθε φορά,<br />ν’ αποκρυπτογραφώ χαμόγελα και στάσεις,<br />εγώ<br />που ήδη τους βλέπω να τρέχουνε στα ενδότερα<br />και τα χέρια, χαιρέκακα, να τρίβουν,<br />τα κέρδη λογαριάζοντας με τους σοφούς τους υπολογιστές<br />σε χάρτες σκυμμένοι, σε διαγράμματα και σε καμπύλες<br />αλάνθαστες, και να τσουγκρίζουν τα ποτήρια–</p>
<p>εγώ σας εξορκίζω, φίλοι μου, τη νύχτα<br />αυτή μη γελαστεί κανείς και ξεκινήσει<br />κανείς πια να μην πάει στη γιορτή παρά<br />να μαζευτούμε όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος,<br />να δούμε τι μπορεί να γίνει με τους Αρχηγούς,<br />μ’ όλους, χωρίς εξαίρεση, τους Αρχηγούς,<br />γιατί ακονίζουν κιόλας τα μαχαίρια, αδέλφια μου,<br />και νευρικά τα ρολόγια τους κοιτάζουν,<br />–λάμπουν παράξενα τα μάτια τους, σημαδιακά–<br />γιατί, άλλη μια φορά, μας ετοιμάζουν για σφαγείο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΥΟ ΕΡΗΜΑ ΙΧΝΗ</strong></h5>
<p>Θα μείνουν τάχα<br />στα μαύρα ετούτα βράχια που κληροδοτούμε<br />στα παιδιά μας, σαύρες γεμάτα<br />κι έχιδνες μοχθηρές,<br />θα μείνουν<br />δυο έστω ματωμένα ίχνη<br />έρημα<br />να μαρτυράνε ταπεινά στον αιώνα<br />το πέρασμά μας;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1987)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Ένοχος όλων των δακρύων</strong><br /><strong>ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ</strong></p>
<h5><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα ήταν, περασμένες δύο, χειμωνιάτικη,<br />έξω χιονιάς λυσσομανούσε κι έκανε φριχτά<br />να τρίζουν τα παραθυρόφυλλα, σαρώνοντας<br />των δέντρων τα γυμνά κλαδιά, όταν χτύπησε<br />το κουδούνι της πόρτας.<br />Ποιος να ’ναι τέτοιαν<br />ώρα, σκέφτηκα, και με τέτοιο διαβολόκαιρο,<br />και την καρδιά μου να φτεροκοπάει σαν τρομαγμένο<br />πουλί, νιώθοντας μέσα μου, προς την εξώθυρα<br />κίνησα αφήνοντας στη μέση τα χαρτιά μου.</p>
<p>Στ’ άνοιγμά της,<br />κατάκοπος από μακριάν οδοιπορία, ως φαίνεται,<br />με τους ώμους σκυφτούς, κάτασπρος απ’ το χιόνι,<br />το βαλιτσάκι του κρατώντας στο ζερβί του χέρι,<br />είδα να στέκεται ο Γιατρός και πριν προλάβω<br />λέξη ν’ αρθρώσω την είσοδο να δρασκελάει<br />και βαρύς να σωριάζεται στην πρώτη πολυθρόνα<br />καρφώνοντας το βλέμμα του μ’ επιμονή<br />πότε στα μάτια μου και πότε στο ρολόι του<br />σαν να ’λεε: άργησα.</p>
<p>Κύριε Καθηγητά,<br />δώστε μου ακόμα μια παράταση, τραύλισα τότε,<br />από πόνον οξύ μορφάζοντας στα σωθικά μου,<br />δώστε μου ακόμα μιάν ελάχιστη παράταση.</p>
<p>Το ξέρω,<br />είναι ένα ζώο κακό, μ’ έχει ρημάξει<br />με τα γαμψά του νύχια, μου ήπιε το αίμα,<br />ρούφηξε το μεδούλι από τα κόκαλά μου<br />μεθοδικά, μ’ έχει γεράσει πρόωρα.</p>
<p>Τις νύχτες,<br />ωστόσο, με την απαλή του γούνα μου σκεπάζει<br />συχνά τις πληγές και με ζεσταίνει, είπα,<br />κι όπως αυτός συνέχιζε να με κοιτάει στα μάτια<br />μειδιώντας τώρα αινιγματικά κι ένιωσα ξάφνου<br />τα μέλη μου να παραλύουν και κρύος ιδρώτας<br />να περιρρέει το σώμα μου, θα μπορούσα, ικέτεψα,<br />να γίνω σκλάβος σας στο υπόλοιπο του βίου μου,<br />να γράφω ωδές νυχθημερόν για τη δόξα και το μεγαλείο σας,<br />να βράζω ταπεινά και να ετοιμάζω τα νυστέρια σας,<br />μόνο μη μου το βγάλετε το ζώο αυτό απ’ το στήθος—<br />δεν έχω, Κύριε, υπάρχοντα, δεν έχω φίλους,<br />δεν έχω τίποτα δικό μου σ’ αυτό το παγωμένο<br />άστρο.<br />’Αν είναι ανάγκη να επέμβετε οπωσδήποτε,<br />τα χέρια θα δεχόμουν να μου κόψετε η τα πόδια<br />κι αν αυτό δεν αρκεί, με τις σοφές ενέσεις σας,<br />δώστε μου τότε ένα γαλήνιο τέλος.</p>
<p>’Έτσι είπα<br />και στα μάτια τον κοίταξα εκλιπαρώντας,<br />όλος λαχτάρα, μιάν απάντησή του.</p>
<p>&#8216;Όμως εκείνος<br />αμίλητος σηκώθηκε τότε και πήγε<br />προς την κουζίνα και τον είδα να βγάζει<br />από το βαλιτσάκι του και να φοράει<br />με τελετουργικές κινήσεις τη λευκή του μπλούζα,<br />απρόσιτος και ανεξιχνίαστος, τρομερός,<br />με το γιγάντιο τώρα σώμα του γεμίζοντας όλο το χώρο,<br />και να ετοιμάζει τα νυστέρια του χαμογελώντας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όρμηξαν και τον ξέσκισαν στα δυο<br />η λέαινα η μεγάλη κι η λέαινα η μικρή<br />με νύχια κόκκινα, με δόντια αστραφτερά.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p>Τη σάρκα σπάραξαν και μόνο στην καρδιά<br />και στο μυαλό σαν έφτασαν χυμήξανε<br />η μια στην άλλη μήπως κι αστοχήσουν<br />στη δίκαιη μοιρασιά.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p>Τέλος ριχτήκαν λιμασμένες και του λιάνισαν<br />τα κόκαλα κι ηδονικά τα τραγανίσανε<br />ως το μεδούλι κι έγλειψαν το χυμένο αίμα<br />μην απομείνει τίποτε να τον θυμίζει πια.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΒΡΟΧΟΥΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ</strong></h5>
<p>’Ήμασταν όλοι μαζεμένοι στο προαύλιο<br />’κείνο το πρωινό του Οχτώβρη και λιαζόμασταν<br />με κόπο σέρνοντας τα κάτισχνα μας πόδια<br />στο βρώμικο λιθόστρωτο, με τα κουρέλια<br />των ενδυμάτων μας που είχαν κολλήσει<br />στις ανοιχτές πληγές, όταν —ποιος το περίμενε;—<br />τρυφερά συννεφάκια ξεπρόβαλαν στον ουρανό<br />και τρέχανε και παίζανε και έσταξαν<br />μια κι υστέρα δυο και τρεις σταγόνες<br />κι άρχισε μια βροχούλα σιγανή,<br />ουράνια δρόσος.<br />Τότε σηκώθηκε ένας απ’ το πλήθος<br />κι έκλαιγε και στηθοκοπιόταν κι έλεγε<br />κι όλοι μαζί έπαναλαβαίναμε τα λόγια του:</p>
<p>Βροχή, βροχούλα ιαματική των ουρανών<br />πλύνε μας τις πληγές, καθάρισέ μας<br />μαλάκωσε το σώμα μας και την ψυχή μας<br />γιάτρεψε το μυαλό μας<br />μην αποστρέφεις πιά το πρόσωπό σου απ’ τους φτωχούς σου.</p>
<p>Τέλος του Οχτώβρη, παραμονές Χειμώνα, μη μας λησμονείς<br />τέλος του Οχτώβρη, παραμονές Χειμώνα, ελέησέ μας<br />μάθε μας την ’Αγάπη.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,<br />ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.</p>
<p>Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ<br />ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,<br />τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός<br />του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.</p>
<p>Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα<br />κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.</p>
<p>Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,<br />τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα<br />στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,<br />μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΕΝΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας<br />με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό<br />και κέντημα το λεν<br />κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει<br />και το μαζεύουν κόμπο κόμπο–<br />όμοια<br />με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό<br />χαράχτηκε απ&#8217; τα χρόνια η ζωή μου<br />κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν<br />σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα<br />να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια</p>
<p>χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα<br />και φεύγει νικημένη η μοναξιά</p>
<p>χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους<br />των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα<br />εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία</p>
<p>χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν<br />μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής<br />και χέρια<br />άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι<br />κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους<br />μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΛΟΥΚΑΣ ΒΕΝΕΤΟΥΛΙΑΣ</strong></h5>
<p>Κύριε, ανάπαψε τον με τους δίκαιους.<br />Το κόκκινο<br />που τόσο αγάπησε, κι από τα χέρια του<br />παρήγορα έλαμψε ευγενέστερο των ρόδων,<br />δεν ήταν μόνο της ιδέας που τον αξίωσε<br />αδελφικά να σμίξει με συντρόφους, φεύγοντας<br />–όσο αποφεύγεται με τέτοια, όσο ξορκίζεται–<br />την κοινή μοίρα.<br />Το κόκκινο, που τόσο αγάπησε,<br />ήταν η αθώα καρδιά του που αγρυπνούσε<br />τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη<br />γλυκοκοιμόταν, και μυστικά, δίχως παράπονο,<br />μάτωνε για τ’ ανθρώπινα.<br />Κύριε, αν υπάρχεις,<br />κι ένα ολιγόπιστο μπορείς ν&#8217; ακούς, κατάταξέ τον<br />–ότι πολύ μαρτύρησε η ψυχή του για την ομορφιά<br />και στον τροχό οσιώθηκε το φτωχό σώμα–<br />κατάταξέ τον με τους δίκαιους κι ανάπαψέ τον.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Μ/Σ ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΩΦ</strong></h5>
<p>Πρωί στο πολυθόρυβο λιμάνι πάλι βρέθηκα<br />ανάμεσα σε τσιμινιέρες που καπνίζαν,<br />σε γερανούς και σε καμιόνια φορτωμένα.</p>
<p>Στο χέρι χαρτοφύλακα κρατώ γεμάτον<br />μ’ έγγραφα τελωνειακά.<br />Ιούλιος μήνας<br />και ο ήλιος ανάλγητος στην άσφαλτο που λιώνει.</p>
<p>Περπατώντας βιαστικός, με το μαντίλι μουσκεμένο<br />στο λαιμό, ξάφνου διακρίνω ανάμεσα<br />στο δάσος των καταρτιών και των φουγάρων<br />σκαρί ολόλευκο, παράξενα υπερήφανο<br />και ωραίο. Στην πλώρη του με κόπο ξεδιαλύνω<br />συλλαβίζοντας συγκινημένος –τρέμουν<br />τα χείλη μου, υγραίνονται τα μάτια–<br />σε δύστροπη, κυριλλική γραφή, με κόκκινα γράμματα.<br />τ’ όνομά του: ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΟΦ.<br />Όνομα<br />όχι ενός άγιου της χριστιανοσύνης, καθώς<br />συνηθίζεται, αλλά ενός όσιου κι ενός μάρτυρα<br />της Ποίησης και της Επανάστασης.<br />Συντριμμένος<br />παίρνω το μουσκεμένο μου μαντίλι και σφουγγίζω<br />τα δάκρυά μου· στοχάζομαι το παλικάρι.<br />Εκείνος<br />διάβηκε τον σύντομο έστω βίο του, φλεγόμενο άστρο<br />και κάηκε τέλος μες στην πίστη του, ωραίος.<br />Δεν ήτανε γραφτό του να επιζήσει και να δει<br />πώς εκποιούνται τα όνειρα, πώς αποφέρει<br />σε συμπαιγνίες στυγερές υπεραξία το αίμα<br />και να πεθαίνει λίγο λίγο σε φριχτή απιστία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΤΡΟΠΗ</strong></h5>
<p>Ξύπνησα το πρωί<br />και είδα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.</p>
<p>Και μέτρησα ένα ένα τα φριχτά σημάδια.</p>
<p>Και την ντροπή της γέννησής μου συλλογίστηκα<br />καθώς με την ανάστροφη του δεξιού χεριού μου<br />εσκούπιζα ατελέσφορο, ανεπαρκές<br />ένα μου δάκρυ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ</strong></h5>
<p>Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε<br />ο πατέρας μου.<br />Στείλε μου μερικά<br />πενηνταράκια ούζο, μου είπε,<br />και καναδυό κούτες τσιγάρα<br />σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια<br />να σας συλλογιέμαι.<br />Και –να μην<br />το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους<br />φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,<br />ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.</p>
<p>Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες<br />και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια<br />της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΑΛΑΞΕΙΔΙ</strong></h5>
<p>Είδα στο Γαλαξείδι τα καράβια.<br />Μεγάλα<br />φορτηγά, που διασχίζαν κάποτε<br />πάμφωτα τους ωκεανούς τις νύχτες, αψηφώντας<br />τους σφοδρούς άνεμους και τα ερεβώδη κύματα</p>
<p>δεμένα τώρα το ένα δίπλα στ’ άλλο, με σκουριασμένες<br />τις αλυσίδες, σ’ ακινησία θανάτου.</p>
<p>Με τα επιβλητικά ονόματά τους, κάπου<br />ψηλά στην πλώρη, ξεθωριασμένα.<br />Με όλους <br />τους ναύτες, ξέμπαρκους από καιρό,<br />να περιφέρουν την απελπισία τους άνεργοι<br />στα καταγώγια και τα πορνεία του Πειραιά.</p>
<p>Παραιτημένα, υπάκουα πιά, δεμένα<br />το ένα δίπλα στ’ άλλο, με κάτι, ωστόσο,<br />απ’ την παλιάν ορμή στο φέρσιμό τους,<br />κάτι ανυπόταχτο στη στάση τους παρ’ όλες<br />τις ταπεινώσεις που έχουν υποστεί, <br />όλες τις συμπαιγνίες, τις φρικτές, της Τύχης.</p>
<p>Είδα στο Γαλαξείδι τα καράβια.<br />Κι άθελά μου<br />τα μεγαλόπνοα σχέδια της νεότητάς μου συλλογίστηκα<br />που τα χλευάζει ο μοχθηρός και δολοπλόκος Χρόνος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΠΟΝΟ</strong></h5>
<p>Γιατί ’σαι πάλι λυπημένος,<br />μου λέει ένα πρωί η μητέρα μου καθώς<br />στη σκοτεινή γωνιά μου μ’ ηύρε ασάλευτον<br />ως πάντα, καθισμένου στην αρχαία καρέκλα,<br />μ’ εκείνα τα παλιά μου ενδύματα που λιώσαν<br />επάνω μου και κρέμονται ξεφτίδια, μα εσύ κλαις, <br />αγόρι μου, μου κάνει, τα δάκρυά σου,<br />βλέπω, κυλούν και βρέχουνε τα μάγουλά σου, τι έχεις,<br />τι να ’χω, βρε μάνα μου, της λέω, δεν είναι<br />τίποτα, να έτσι, λιγάκι μόνο εσυλλογίστηκα<br />εκείνα τα μεγάλα μας φτερά, τα εξαίσια,<br />που ανένδοτα επιμένουν πάντοτε ν’ ανοίγουν,<br />μη διδασκόμενα ποτές απ’ τις αποτυχίες, υπερήφανα,<br />κι οι ώμοι μας οι αδύναμοι δεν τα κρατούν και πέφτουν<br />μες στην ντροπή την άθλια και την ταπείνωση—<br />και το παράπονο με πήρε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;<br />ρώτησα το φεγγάρι.<br />Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;<br />Άλλος δεν είναι<br />που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει<br />την προσοχή και τα χτυπήματά σου;</p>
<p>Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι<br />θα είμαι καλό παιδί<br />και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.</p>
<p>Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά<br />και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,<br />εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο<br />εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΜΕΣΗ TOY ΤΑΞΙΔΙΟΥ</strong></h5>
<p>Χωρίς πικρία, χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο<br />στη μέση του ταξιδιού,<br />τριάντα χρόνια σκίζοντας<br />τις σάρκες μου μ’ αλύπητα μαχαίρια να σ’ εξευμενίσω,<br />στραγγίζοντας με λύσσα και την τελευταία<br />σταγόνα του αίματός μου για να ξεδιψάσεις,</p>
<p>τριάντα χρόνια —αιώνες, κάθε μέρα<br />τη ζωή μου καταστρέφοντας για ν’ αξιωθώ<br />χαρούμενη επιτέλους να σε δω<br />Αρχόντισσά μου—</p>
<p>και να ’μαι τώρα:<br />χωρίς διόλου<br />πικρία, στη μέση του ταξιδιού,<br />χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο,<br />γαλήνιος καρτερώ το θάνατο αφημένος<br />στα χέρια σου.<br />Πες το γλυκό,<br />πλάνο τραγούδι σου, Κυρά μου,<br />καθώς ο ήλιος γέρνει πίσω απ’ τα βουνά<br />και η νύχτα φτάνει. Νανούρισέ με.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Κλείτο Κύρου</p>
<p>Ένα πρωί θα ’ρθουν, δε θα ξεφύγεις<br />—και ποιος, άλλωστε, ξέφυγε ποτέ—<br />άγγελοι μ’ άσπρες μπλούζες, θα σε πάρουν<br />στα χειρουργεία τ’ ουρανού, θα σε ξαπλώσουν<br />σε λευκά σεντόνια τρεις μέρες και τρεις νύχτες να σου βγάλουν<br />το ανάπηρο πουλί που κατοικεί μες στην καρδιά σου,<br />μεθοδικά να σου λειάνουν τις γωνιές του εγκεφάλου<br />που σε ξεχώρισαν φρικτά μέσα στον κόσμο, να σ’ αποδώσουν<br />αρτιμελή και γιατρεμένο, χωρίς τα μαύρα<br />εκείνα στίγματα που σημαδεύουν το κορμί σου<br />να ενταχθείς κι εσύ επιτέλους και να ησυχάσεις<br />να ζήσεις το υπόλοιπο του βίου σου εν ειρήνη.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ</strong></h5>
<p>Όσο για μένα μην ανησυχείτε—<br />είμαι καλά, πολύ καλά.<br />Δεν έχω βέβαια,<br />τίποτα πιά δικό μου, τα ’χασα όλα<br />με του καιρού το πέρασμα ένα ένα<br />όμως βολεύτηκα<br />σε τούτο το ετοιμόρροπο ξενοδοχείο κι οι μέρες μου<br />κυλούν ειρηνικά κι ασπρίζω δίκαια.</p>
<p>Τα βράδια, για να περάσει η ώρα, παίζω<br />χαρτιά με τους ρουφιάνους και τα πουτανάκια,<br />κλέβουμε ο ένας τον άλλο, τσακωνόμαστε,<br />όμως στο τέλος όλα μέλι γάλα.<br />Κάποιος<br />θα φέρει κόκκινο, φτηνό κρασί, άλλος<br />μεζέδες, κι αφού τα κοπανήσουμε για τα καλά<br />θα διασκεδάζουμε μ’ αισχρά και βρωμερά<br />ανέκδοτα ώσπου να φέξει.</p>
<p>Άλλοτε πάλι,<br />κάποια, γλυκά απογεύματα του Σεπτεμβρίου, την ώρα<br />που ο ήλιος γέρνει πίσω απ’ τις οικοδομές κι ακούγεται<br />μέσα στο σούρουπο που κατεβαίνει ακροπατώντας μουσική<br />απόμακρη από φυσαρμόνικα, ο νους μας τρέχει<br />στα ευρύχωρα δωμάτια των παιδικών μας χρόνων<br />στα σπίτια που είδαμε για πρώτη<br />φορά το φως, πριν μας τ’ αρπάξουνε και πριν <br />μας τα γκρεμίσουνε και τότε<br />αγκαλιαζόμαστε όλοι και με φλογερά<br />δάκρυα που μουσκεύουνε τα φτωχικά<br />και παλιωμένα ρούχα μας κομμάτι<br />νιώθουμε να ζεσταίνονται τα κόκαλά μας<br />και το αίμα να κυλάει μια ιδέα πιο γρήγορα<br />στις παγωμένες φλέβες.<br />Λοιπόν,<br />ας είμαστε ολιγαρκείς:<br />κουτσά στραβά<br />δ καιρός περνάει και προσεγγίζουμε<br />επιπλέον και το τέρμα.<br />Ευλογημένο<br />ας είναι τ’ όνομά Του.<br />Να ’στε<br />πάντα χαρούμενοι και ν’ αγαπάτε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ (1994)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 240px;"><strong>Στην Ντίνα</strong></h6>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ (1987-1990)]</strong></h5>
<h5><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Στον Κρίτωνα Ζωάκο</p>
<p>Χιονίζει πάλι σήμερα.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.<br />Θυμάμαι<br />ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν<br />κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο<br />και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.<br />Είχε ανοίξει<br />μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει<br />μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.<br />Τι κάνεις<br />εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;</p>
<p>Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του<br />οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα<br />και μια κακία που δε θα λησμονήσω<br />–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–<br />για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους<br />για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα<br />παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι<br />κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου<br />ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.<br />Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα<br />πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.<br />Αργότερα,<br />όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα<br />να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς<br />της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι<br />πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους<br />παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω<br />τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.</p>
<p>Σήμερα ωστόσο,<br />μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο<br />των πρώτων παιδικών μου χρόνων,<br />χιονίζει πάλι.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.</p>
<p>Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει<br />με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη<br />τις πράξεις και τις παραλείψεις μας<br />τις χαρές και τις λύπες μας<br />τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας<br />τους έρωτες<br />τις φιλίες<br />τα λάθη μας και τις εξάρσεις.</p>
<p>Κατευνάζει την αλαζονεία∙<br />διδάσκει την ισότητα∙<br />χορηγεί την ειρήνη.</p>
<p>Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.<br />Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.</p>
<p>Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΑΝΤΡΕΑΣ</strong></h5>
<p>Τα βράδια πίνω τον καφέ μου<br />στο καφενείο των τρελών.<br />Πιάνω ένα τραπεζάκι, στη γωνιά,<br />κι ένας ένας έρχονται οι φίλοι μου, καλά<br />παιδιά, αίφνης ο Αντρέας, ο καπετάνιος, με την ωραία,<br />κι ας έλιωσεν απάνω του, στολή, με τα χρυσά<br />σιρίτια του, με το κασκέτο<br />άψογα φορεμένο στο λευκό κεφάλι,<br />έχασα το συμβολισμό μου, καλέ μου<br />κύριε, μου λέει, και δεν είναι<br />ζωή πιά αυτή.</p>
<p>Τον άκουγα καπνίζοντας<br />απανωτά τσιγάρα και μιλήσαμε έτσι<br />πολλήν ώρα, ωσότου ενύχτωσε για τα καλά,<br />ο πόνος της ψυχής είναι φριχτός, κύριέ μου,<br />γι&#8217; αυτό και κάθε Κυριακή πάω στο γήπεδο,<br />εγώ είμαι λάτρης, ξέρετε, του ποδοσφαίρου,<br />γιατί εκεί μαζεύονται πολλοί άνθρωποι μαζί<br />κι είναι μια ζεστασιά, όσο να πεις, και δεν κρυώνουμε<br />γιατί εγώ δεν έχω το συμβολισμό μου<br />κι αυτό που κάνετε τώρα, φίλτατέ μου,<br />για μένα τον φτωχό, τον τιποτένιο, που μ’ ακούτε<br />με τόση προσοχή, εγώ δεν πρόκειται ποτέ<br />να το ξεχάσω και να σας ευλογεί ο Χριστός—<br />και δάκρυα αυλάκωναν, θερμά, το γερασμένο<br />πρόσωπό του.<br />Ο Αντρέας ο καπετάνιος,<br />ο αδερφός μου, στο καφενείο των τρελών.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ARS POETICA</strong></h5>
<p>Όχι στη μαγεία των λέξεων<br />στη λάμψη και στα κουδουνίσματα που βγάζουν<br />όταν χτυπά η μια στην άλλη—<br />όχι στην αλχημεία της γλώσσας</p>
<p>όχι στο λαβύρινθο των πολλαπλών παραπομπών<br />στην αναιμική ποίηση των σοφών εργαστηρίων<br />που βγάζουν δεκαπέντε στίχους<br />και τρεις σελίδες σημειώσεις για να τους στηρίξουν</p>
<p>ναι στις υπέροχες<br />στρογγυλές<br />πολυδύναμες<br />τέλεια σμιλεμένες από τον καιρό<br />λέξεις της γλώσσας μας<br />καθώς κροκάλες μαύρες στο Εμπόριό<br />που βγήκαν λάβα φλογερή απ’ τα σπλάχνα<br />της γης μας και τις ελείανε το κύμα<br />χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια<br />όσο να ’ρθούν να λάμψουν από μέσα τους<br />και να δοξάσουν πάλι την τρομερή καταγωγή τους</p>
<p>όχι στη μεταφυσική με τη γραβάτα<br />στην ’Αγωνία της &#8220;Ύπαρξης με κεφαλαία<br />στα μεγάλα συνθετικά ποιήματα<br />που γράφονται στις διακοπές τα καλοκαίρια</p>
<p>όχι στις ιδέες κοινής χρήσεως<br />στη ρητορεία της αδελφοσύνης <br />στα γλυκερά αισθήματα<br />στα φουσκωμένα λόγια</p>
<p>όχι στον ανώδυνο λυρισμό</p>
<p>ναι στα αιχμηρά πράγματα<br />στην απαράμιλλη λάμψη της απόλυτης γύμνιας<br />στους αδάμαντες των δακρύων</p>
<p>ναι στο ζεστό<br />παντοδύναμο<br />κατακόκκινο αίμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘60</strong></h5>
<p>Ανάμεσα στο φαρμάκι της οχιάς<br />και του λύκου το δόντι<br />μες στην ομίχλη και το φόβο<br />μες στον πανικό<br />και υπό το βλέμμα πάντα των χαφιέδων<br />γνωρίσαμε τον κόσμο εμείς.</p>
<p>Για τούτο είναι τα λόγια μας φτωχά,<br />δίχως εξάρσεις, δίχως μουσική,<br />κι οι στίχοι μας αιμορραγούν συνήθως.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΡΑΚΙ</strong></h5>
<p>Ζηλεύω τους χριστιανούς<br />ζηλεύω τους κομμουνιστές</p>
<p>έχουν τα ευαγγέλια, τους προφήτες τους<br />έχουν στρατιές αγίων και μαρτύρων<br />να δείχνουν σταθερά το δρόμο<br />να ορθοτομούν το λόγο της αλήθειας<br />να έρχονται αρωγοί και σύντροφοι<br />τη δύσκολη ώρα<br />όταν βυσσοδομούν οι αιρετικοί ή όταν<br />ορδές άπιστων εμφανίζονται αιφνιδίως<br />προ των πυλών και κινδυνεύει η Πόλη.</p>
<p>Δεν έμαθαν ποτέ τους τι σημαίνει<br />κατάρα του μυαλού</p>
<p>δεν ξέρουν τι θα πει σαράκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΗΛΕΦΩΝΟ</strong></h5>
<p>Τηλέφωνο —άπιστο σκυλί<br />σε φροντίζω κάθε μέρα<br />σε ξεσκονίζω<br />να λάμπεις, να ’σαι ωραίο</p>
<p>στην πιο περίοπτη θέση<br />σε θρόνιασα του σαλονιού<br />στην πιο ακριβή κονσόλα</p>
<p>πληρώνω ανελλιπώς τα τέλη σου<br />βρέξει-χιονίσει<br />μη και σου λείψει τίποτα</p>
<p>κι εσύ εκεί<br />μαύρη κατάμαυρή μου σφίγγα<br />αχάριστη<br />υποκρίτρια<br />πεισματικά σωπαίνεις χρόνια τώρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Α, τα ποιήματα<br />που έπαψαν να σαλεύουν στην ψυχή<br />σ’ έκπαγλη νιότη</p>
<p>που γράφτηκαν<br />που τέλειωσαν<br />που κρυσταλλώθηκαν σε λέξεις</p>
<p>που κάποτε<br />–σπανίως–<br />αγγίζει την ακινησία τους μια αληθινή καρδιά.</p>
<p>Σαν τους ωραίους, απαρηγόρητους νεκρούς,<br />όταν, καμιά φορά, αναδύονται στον ύπνο μας<br />με λίγη γύρη αθανασίας στα χείλη.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΡΗΜΩΣΗ (1989-1993)</strong></h5>
<h5><strong>ΚΑΘΙΖΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Γιώργο Αράγη</p>
<p>Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.</p>
<p>Ήταν που ήταν πρόχειρα φτιαγμένος<br />απ’ την αρχή<br />ήταν που κλέψαν οι εργοδηγοί<br />και οι εργολάβοι<br />που βάλανε λειψό χαρμάνι<br />οι αχρείοι</p>
<p>ήρθε από πάνω και η βροχή<br />κι ανοίξανε τα ουράνια<br />και κάθισε<br />και βούλιαξε<br />και γέμισε ρωγμές βαθιές<br />ωσάν πληγές<br />κι ωσάν κραυγή διαμαρτυρίας προς τα άστρα.</p>
<p>Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.<br />Σαν τη ζωή μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΙΟΝΙ</strong></h5>
<p>Έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p>Χωρίς βιασύνες κι επιπολαιότητες<br />και τις γελοίες αναστολές των αρχαρίων<br />αργά<br />μεθοδικά<br />με άψογο στυλ<br />μου πήρες ένα μεγάλο κομμάτι<br />απ’ την ψυχή μου.</p>
<p>Με σκουριασμένο πριόνι<br />με πετσόκοψες.</p>
<p>Βασιλιά Παντοκράτορα<br />Ύψιστε Νομοθέτη<br />έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Οι ΜΙΚΡΕΣ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ</strong></h5>
<p>Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Κοίτα να πας σε άλλες γειτονιές<br />σε άλλα βουνά και σ’ άλλες θάλασσες—</p>
<p>θα βρεις κι εκεί αρτιμελή, ανίδεα σώματα<br />για να τα μακελέψεις<br />με το κατάμαυρο φτερό σου να μαυρίσεις<br />κι άλλες ψυχές—</p>
<p>κοίτα να λησμονήσεις λίγο τη Θεσσαλονίκη<br />κι αυτόν ο που σε κάρφωσε τόσες φορές<br />άφοβα μες στα μάτια<br />σαν άντρας άλλον άντρα<br />και δεν ελάκισε ποτές στη φριχτή θέα.</p>
<p>Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Γιατί έχω μερικά ποιήματα<br />να φτιάξω ακόμα<br />να τροχίσω εδώ μια λέξη<br />να στιλβώσω εκεί μια φράση</p>
<p>—αυτές οι μικρές εκκρεμότητές μας που λατρεύεις<br />και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις—</p>
<p>να ψάλω και άλλους ύμνους, άλλα εγκώμια<br />όλα για σένα, ’Άρχοντά μου και Δεσπότη μου<br />όλα για τη δόξα, το μεγαλείο και τη δύναμή σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑ</strong></h5>
<p>Προσηλωμένος πάντα<br />στους δρόμους όπου μ’ έταξε<br />η θέλησή Σου,<br />κοιτώντας χαμηλά<br />μην τύχει και πατήσω<br />από τα ταπεινά Σου πλάσματα ούτε ένα,<br />γυμνόν, ανυπεράσπιστο κοχλία,<br />μυρμήγκι, σκουληκάκι, κάμπια,<br />πάντα με αγαθές προθέσεις, με καλό ήθος-<br />γιατί με κακοήθεια μ’ ανταμείβεις;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ</strong></h5>
<p>’Ας γράφουν άλλοι για το έργο σου, ας πουν<br />για την Κυρα-Λισάβετ, την Παρέλαση,<br />το Τελευταίο σου καταφύγιο, τον Σκαρίμπα.<br />Αρμοδιότεροι υπάρχουν, να το κάνουν.</p>
<p>Σ’ έμενα πέφτει ο κλήρος να θυμίσω<br />την άλλη σου διάσταση, τη θρυλική,<br />δόξα και καύχημα των μακεδονικών γηπέδων.</p>
<p>Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ<br />οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν<br />το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ<br />ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.</p>
<p>Ήσουνα πάντα το ίνδαλμά μου.<br />Εσύ<br />στην πρώτη ομάδα, χαρισματικός,<br />κι εγώ αναπληρωματικός, να περιμένω.</p>
<p>Στις προπονήσεις προσπαθούσα να σε μιμηθώ<br />κι από τον πάγκο σε καμάρωνα τις Κυριακές<br />και ζητωκραύγαζα σε κάθε ενέργειά σου.</p>
<p>Τώρα, που ήρθε η ώρα μου να καθιερωθώ<br />—δυόμισι χρόνια παίζω ανελλιπώς<br />στην πρώτη ομάδα—<br />ορκίζομαι σε στάση προσοχής<br />τη θέση σου να μην ντροπιάσω, παλικάρι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΤΩΧΟ ΣΙΟΡΑΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">«Ο σταυρός είναι το αποκρουστικότερο<br />σχήμα που υπάρχει στον κόσμο.»<br />Στον Κυρ-Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη</p>
<p>’Α, που να ξεραθεί το χέρι του, αναφώνησα<br />ο που ετόλμησε να γράψει βλαστήμια τόσο βδελυρή<br />—και τι σαν το ’πε ο Γκαίτε,<br />δεν ήταν ανθρωπάκι σαν κι εμάς κι αυτός,<br />δεν έσφαλλε ποτές του;—<br />να βρίσει το Σταυρό Σου, Χριστέ μου, και τον δικό μου πιά<br />τώρα που αφήνομαι σιγά σιγά στα χέρια Σου<br />τα αιματωμένα, να μου καλύψουνε τη γύμνια<br />του σώματος και της ψυχής—<br />και ευθύς,<br />είσαι μαλάκας, χάραξα οργισμένος<br />στο περιθώριο της σελίδας.</p>
<p>Αργότερα,<br />όταν τον διάβασα ολόκληρον,<br />συχώρα τον, Χριστέ μου, Ικέτεψα<br />—κι έκλαιγα μ’ αναφιλητά—,<br />ετούτος είναι μες στην άρνησή του<br />πιο κι από μένα τον φτωχό για σένα διψασμένος,<br />συχώρεσε το γειτονάκι μου<br />τη φλογερή ψυχή<br />που ξενιτεύτηκε στα εικοσιεφτά του στη Γαλλία<br />που έχασε και γλώσσα και πατρίδα,<br />και στείλε την ουράνια δρόσο Σου και σύντρεξε τον<br />έτσι καθώς έμενα, τον πολύ πιο ταπεινό,<br />ευδόκησε η πονεμένη Σου καρδιά να με συντρέξει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΡΗΜΩΣΗ</strong></h5>
<p>Είμαι ένας φτωχός και έρημος άνθρωπος πιά<br />όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.</p>
<p>Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν<br />το φαρμακώσανε πολλές φορές<br />το έκαψαν<br />το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.</p>
<p>Άγγελος του Θανάτου με κεραύνωσε<br />σύντριψε την αλαζονεία μου<br />πήρε κομμάτια από σώμα και ψυχή.</p>
<p>Κύριε, εσύ που δέχτηκες<br />φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους<br />στον οίκο Σου<br />δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,</strong><br /><strong>ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ</strong></h5>
<p>Αν πρέπει να τελειώνει, να τελειώνει, Κύριε—<br />δεν διαφωνώ επί της ουσίας πιά<br />δεν διαμαρτύρομαι.<br />Όμως αλλού<br />υπέροχα, με μιαν ανακοπή, συνοπτικός<br />—πού τέτοια τύχη για μας τους παρακατιανούς,<br />για τη φτωχολογιά Σου— κι αλλού<br />να τον αφήνεις να εκτραχηλίζεται<br />να αμαυρώνει τη φήμη Σου στους αιώνες<br />εξαντλώντας όλες τις διαδικασίες<br />περιφέροντας την απόφαση από γραφείο σε γραφείο<br />μη και λείψει καμιά υπογραφή οιμωγής<br />καμιά σφραγίδα πόνου—<br />ο Λιγδιάρης;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">«Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis nick<br />vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:<br />Σίβυλλα τι θέλεις; respondebat ilia: άποθανειν θέλω »</p>
<p>Μωρέ όχι μόνο αποθανείν <br />όχι μόνο θέλω<br />αλλά και πάραυτα<br />και εκλιπαρώ αποθανείν,<br />και όχι γιατί γέρασα τάχα<br />και χαλεπόν το γήρας και άλλα τέτοια<br />—σωστά, σωστότατα βεβαίως, που φθέγγονται<br />όσοι τα ζήσανε εντούτοις τα χρονάκια τους—<br />άλλα γιατί<br />το σώμα είναι φτωχό και δεν αντέχει<br />έλιωσε πιά<br />και η ψυχή —α, η ψυχή— κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει, με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ</strong></h5>
<p>Αυτά, στο προηγούμενο ποίημα.<br />Ευθύς αμέσως όμως, συντριμμένος,<br />ήμαρτον Χριστέ μου, απολογούμαι,<br />εσύ μονάχα ξέρεις για τα βάσανα<br />του κόσμου και για τις συμφορές που πέφτουν<br />στο κεφάλι μας.<br />Εσύ μόνο κατέχεις το χρυσό<br />κλειδί, που ξεκλειδώνει ένα ένα όλα τα μυστήρια<br />όπου παραπατάει ζαλισμένο το φτωχό μυαλό μας.</p>
<p>Φώτισέ με.<br />Δωσ’ μου τη δύναμη ν’ αντέχω,<br />να τα δέχομαι όλα.</p>
<p>Αγόγγυστα·<br />γαλήνια·<br />εν ειρήνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ (2001)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Δυο ελάχιστοι χώροι, σχεδόν κελιά, ήταν όλο κι όλο το σπίτι. Διάδρομο δεν είχε: ή εξώπορτα άνοιγε κατευθείαν στο μοναδικό δωμάτιο, όπου δεξιά, σου, μια άλλη μικρότερη οδηγούσε στην κουζίνα. ’Αντικριστά της εισόδου, κατά<br />μήκος του τοίχου, υπήρχε ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και, αριστερά, εάν παλιό, μικρό ανάκλιντρο. Την όλη επίπλωση συμπλήρωνε μια αρχαία καρέκλα, βοηθώντας, μαζί με τ’ άλλα δυο έπιπλα που ανάφερα, στο να γεμίζει ό περισσότερος χώρος του δωματίου. Πάνω από το ανάκλιντρο, ένα μικρό, τετράγωνο άνοιγμα στον τοίχο, χρησίμευε για παράθυρο. Από κει εισχωρούσε ένα σκοτεινό φως τα καλοκαίρια κι ακόμα σκοτεινότερο το χειμώνα, γιατί ήταν βορινό και δεν το ’βρίσκε ήλιος. Μόνο τ’ απογεύματα, απ’ την εξώθυρα, που την αφήναν ανοιχτή στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, έμπαινε λίγο φως ήλιου, φτάνοντας ως τη μέση, επειδή το σπίτι ήταν χαμηλό, και για λίγην ώρα, το σιδερένιο κρεβάτι. Τον περισσότερο χρόνο όμως η πόρτα έμενε κλειστή κι έτσι το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο απ’ το μελαχρινό φως που εισέδυε απ’ το βορινό παράθυρο.<br />Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος, κατάκοιτος, ένας άνθρωπος περίπου πενήντα χρονών, μάλλον ψηλός, αποστεωμένος τελείως, γεμάτος πληγές. ’Έμενε μονίμους σχεδόν ανάσκελα, με τα χέρια και τα πόδια τεντωμένα πάνω στα σεντόνια, μακριά, κοκαλιάρικα, δίχως σάρκα. Το δέρμα είχε κολλήσει πάνω στα οστά, που ξεχώριζαν καθαρά, και οι πλευρές μετριούνταν όπως στα σφαγμένα ζώα. Όλο το σώμα του πρόβαλλε κατάσπαρτο από τρύπες, το πρόσωπο, ο λαιμός, το στήθος, τα χέρια, μέχρι κάτω στα δάχτυλα των ποδιών, απ’ όπου, κάθε λίγο, έβγαινε πύο και αίμα και κυλούσε πάνω σε απλωμένα, πάνω από τα λερωμένα, άπλυτα από καιρό σεντόνια, χαρτιά κι εφημερίδες.<br />Ο άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να μένει συνεχώς σχεδόν ακίνητος, γιατί και η παραμικρότερη κίνηση προκαλούσε τρομερούς πόνους στις πληγές. Κάθε μέρα, έστρεφε για λίγα λεπτά μόνο στο ένα πλευρό για να ξεμουδιάσει και μετά γυρνούσε πάλι στην ίδια θέση. Ωστόσο, παρ’ όλη τη συνεχή αυτή ακινησία, δεν κατόρθωνε ν’ απαλλαγεί απ’ τους πόνους. Έπασχε από μιάν άγνωστη αρρώστια, που τον βρήκε πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα ήταν παιδί. Εκεί που δεν είχε τίποτα, άρχισε ξαφνικά ν’ αδυνατίζει χωρίς λόγο, ενώ συγχρόνως φάνηκαν κάτι σπυριά στην αρχή που, με τον καιρό, μεγάλωσαν κι έγιναν πληγές που δεν έκλειναν. Έκτοτε δοκίμασε όλα τα γνωστά φάρμακα δίχως αποτέλεσμα και οι γιατροί, που επανειλημμένα τον εξέτασαν, στάθηκε αδύνατο να διαγνώσουν από τι έπασχε.<br />Ο άνθρωπος στην αρχή έλπιζε, ήταν και η ηλικία που μπορεί να ελπίζει κανείς, σιγά σιγά όμως άρχισε να το καταλαβαίνει, να συνηθίζει στην ιδέα της αρρώστιας, στο τέλος το πήρε απόφαση πως δεν επρόκειτο να γιατρευτεί. Σ’<br />αυτό το κρεβάτι έμενε ξαπλωμένος από τότε, σαράντα χρόνια, στην ίδια τον περισσότερό καιρό στάση, βλέποντας το ταβάνι. Κάθε τόσο τιναζόταν από φρικτούς πόνους ουρλιάζοντας και νέο αίμα έτρεχε τότε απ’ τις πληγές. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει πιά τις φωνές, δεν διαμαρτύρονταν κι όταν ακόμα ξύπναγαν τρομαγμένοι τη νύχτα: είχαν μπει, κατά κάποιον τρόπο, στη ζωή τους οι φωνές αυτές. Ωστόσο, είχε στιγμές που ηρεμούσε μίση, μία, ακόμα και δύο ώρες, και τότε ήταν σχεδόν ευτυχισμένος, αγαπούσε τα πάντα εκείνη την ούρα: το λερωμένο κρεβάτι, τα παλιά έπιπλα, τη σκόνη, και προπαντός το λίγο, το μετρημένο φως του ήλιου, που έμπαινε απ’ την ανοιχτή πόρτα τα καλοκαίρια. Δεν τον άγγιζε το φως, δεν έφτανε. Κρεμούσε όμως το ένα χέρι κάτω, από τη μια πλευρά του κρεβατιού, και το έψαυε. Είχε μια περίεργη αίσθηση για το φως, αίσθηση που ασφαλώς στερούνται οι υγιείς: όταν άγγιζε τον ήλιο αισθανόταν ν’ αγγίζει κάτι ζωντανό, το ’πιάνε και το χάιδευε όπως χαϊδεύουμε αγαπημένο ζώο.<br />Τον άρρωστο τον υπηρετούσε μια γριά, ψηλή, ξερακιανή, με πρόσωπο τετράγωνο και σκληρά χαρακτηριστικά. Ήταν η μητέρα του. Η ομιλία της βαριά, σχεδόν αντρική, σταθερή, δίχως το παραμικρό σπάσιμο στη φωνή. Το<br />πρόσωπό της γεμάτο βαθιά αυλάκια, που κατέβαιναν κάθετα από τα ρουφηγμένα μήλα στο τετράγωνο πηγούνι, είχε κάτι σκληρό κι αποφασιστικό στην έκφραση. Μιλούσε σπάνια, μόνο για τ’ απαραίτητα, παραστέκοντας τον κατάκοιτο ανόρεχτα, με κινήσεις μηχανικές. Κινούνταν με δυσκολία στον λίγο χώρο ανάμεσα στο κρεβάτι, την καρέκλα και το ανάκλιντρο (που το χρησιμοποιούσε για ύπνο το βράδυ), φρόντιζε τον άρρωστο, καθάριζε τις πληγές, άλλαζε τις λερωμένες εφημερίδες με νέες, του έδινε το φαΐ μέσα στο στόμα, τον βοηθούσε να εκτελεί επί τόπου τις φυσικές του ανάγκες. Αυτό γινόταν όλη την ημέρα από τότε που εκείνος αρρώστησε: μαγείρευε το πρωί στην κουζίνα κι ύστερα, ως το βράδυ, και τις περισσότερες ώρες τη νύχτα,<br />ως τα χαράματα, ξαγρυπνούσε κοντά του. Ποτέ δεν επαναστατούσε μ’ αυτή την κατάσταση πιά: όπως και ο γιός της, το είχε πάρει κι αυτή απόφαση. Αυτό είναι, σκεφτόταν συχνά, και πρέπει να το κάνεις. Ο Θεός σ ’ έκανε για<br />ν’ αλλάζεις πληγές. Της ήταν αδιάφορο εντελώς ότι ζούσε, φρόντιζε τον κατάκοιτο μηχανικά, σαν κάτι που πρέπει να γίνει, που δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αισθήματα δεν είχανε μείνει σ’ αυτή την ύπαρξη, μιλούσε με μετρημένες, άχρωμες, κοφτές κουβέντες, δίχως την παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπο, σαν η φωνή να μην έβγαινε απ’ το στόμα αλλ’ από βαθιά, μεσ’ απ’ τα σπλάχνα. <br />Ο άνθρωπος, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν μπορούσε ποτέ σχεδόν να σκεφτεί, δεν του έμενε καιρός να συνειδητοποιήσει τη μοίρα του: ζούσε όπως ένα τραυματισμένο μυρμήγκι που το πάτησαν αλλά δεν το σκότωσαν η όπως τα άρρωστα, γέρικα άλογα, που πρέπει ακόμα να δουλεύουν. Ωστόσο, σ’ εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ηρεμούσε, έφτανε στο σημείο ν’ αποδέχεται, μ’ ευγνωμοσύνη σχεδόν, πως η ζωή ωραία είναι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ</strong></h5>
<p>Ήταν πρωί όταν κατέβηκε τη σκάλα του ξενοδοχείου και πήρε πάλι τους δρόμους. Το σπίτι το θυμόταν, βέβαια όχι μ’ όλες του τις λεπτομέρειες, αλλά μπορούμε να πούμε πως συγκροτούσε ακόμα στη μνήμη του τα κύρια χαρακτηριστικά του. Ήταν μία μεγάλη, διώροφη μονοκατοικία παλιού ρυθμού, με μεγάλα παράθυρα στον ήλιο, κήπο με οπωροφόρα, σε κάποια ήσυχη γειτονιά, μακριά απ’ το πολυθόρυβο κέντρο της πόλης. Θυμότανε το δρόμο και τον αριθμό του σπιτιού, κι ακόμα, όλους τους κοντινούς μ’ αυτόν δρόμους, αλλά απ’ τον πολύ καιρό που είχε να περάσει απ’ τα μέρη εκείνα, αμφέβαλλε αν θα το ’βρίσκε τελικά, γι’ αυτό και πήρε για κάθε ενδεχόμενο, κι αυτή τη φορά, κι έναν οδηγό πόλεως.<br />Συντελούσε η θαυμάσια, καλοκαιρινή μέρα, ο αέρας που ανέβαινε απ’ τη θάλασσα κι εισχωρούσε δροσερός στα πνεμόνια, και δεν το κατάλαβε πως είχε γίνει κιόλας μεσημέρι όταν έφτασε σε μια μικρή πλατεία και γύρευε να ’βρει την πινακίδα με τ’ όνομά της παίρνοντας με τη σειρά τα σπίτια; Δεν ήξερε. Γευμάτισε πρόχειρα σ’ ένα λαϊκό μαγειρείο, στο πόδι σχεδόν, για να συνεχίσει την αναζήτηση, φοβούμενος μην τον πάρει η νύχτα και δεν προλάβει.<br />Η πλατεία όπου είχε φτάσει ήταν τόπος αφετηρίας πολλών δρόμων, ο ένας απ’ τους οποίους διακλαδιζόταν σ’ άλλους μικρότερους όπου, σ’ έναν απ’ αυτούς, έπρεπε να υπήρχε το σπίτι. Μόλις έστριψε στη γωνία, αμέσως πέρασε σαν σε οθόνη κινηματογράφου, αστραπιαία, από τη μνήμη του, όλη η γειτονιά, ο δρόμος όπου βρισκόταν το κτίριο, τα γειτονικά οικήματα, μερικά μαγαζιά, ένας γέρος που σε μιαν άκρη επαιτούσε, παίζοντας μ’ εν’ αρχαίο ακορντεόν τραγούδια της εποχής. Χαμογελούσε καθώς βάδιζε: ήταν φανερό πως αυτή τη φορά είχε πετύχει: το σπίτι, το δίχως άλλο, θα ’ταν εκεί. Έβαλε τον οδηγό στην τσέπη του αφού δεν του χρειαζόταν πιά και περπατούσε, έτρεχε σχεδόν, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στους έκπληκτους διαβάτες, που γυρνούσαν και τον κοίταζαν άλλοι απορώντας κι άλλοι βρίζοντας χαμηλόφωνα, μέσα στα δόντια τους.<br />Είχε αρκετή ακόμα απόσταση να διανύσει αλλά, καθώς επαλήθευαν μια μια οι παλιές αναμνήσεις όσο προχωρούσε, δεν σκεφτόταν τίποτ’ άλλο από το σπίτι: ούτε την κούραση που αισθανόταν στα πόδια ύστερα από τόσων ωρών συνεχές βάδισμα, ούτε τον ήλο που άρχιζε να χαμηλώνει, να κρύβεται πίσω απ’ τις οικοδομές, αφού δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος να μην προλάβει να φτάσει πριν πέσει η νύχτα: ήταν ζήτημα δέκα λεπτών δρόμου ακόμα.<br />Βρισκόταν τώρα σε μια μεγάλη πάροδο απ’ όπου, προχωρώντας και περνώντας άλλες τρεις παρόμοιες, θα συναντούσε μια άλλη στενότερη, όπου, μπαίνοντας, θ’ αντίκριζε να φράζει την πάροδο η σιδερένια πόρτα του κήπου του παλιού δίπατου σπιτιού. Προχώρησε, πράγματι, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πέρασε τις τρεις παρόδους και πλησίαζε στη γωνιά της τέταρτης. Εκεί, έπρεπε να ήταν ένα περίπτερο και, πλάι, ο γέρος με το ακορντεόν, που τώρα δεν θα ζούσε βέβαια. Πραγματικά, ήταν εκεί το περίπτερο και, στην άλλη γωνιά, κάτι γνώριμα μαγαζιά. ’Έσπευσε ακόμα λίγο λαχανιασμένος, πήρε τη στροφή. Μπροστά του απλωνόταν ένας ολόισιος, ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που χανόταν στο βάθος του ορίζοντα δίχως τίποτα να τον φράζει.<br />Εκείνη τη στιγμή κάτι τον τσίμπησε, κανένας κοριός μάλλον η καμιά ψείρα, και ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του και ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι γύρισε κάποιον διακόπτη. Ένα ποντίκι, αιφνιδιασμένο απ’ το έξαφνο φως, άφησε στη μέση κάτι που ροκάνιζε κάτω από ένα τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου, έκανε ένα γύρο ταχύτατα στις γωνιές σαστισμένο, για να πάει να χωθεί μετά στην τρύπα του, κάτω από τα σαρακοφαγωμένα σανίδια του πατώματος. Ο άνθρωπός μας, έτριψε τα μάτια του για λίγο, με άτρεμο, σταθερό χέρι, γύρισε το διακόπτη κι έπεσε να συνεχίσει τον ύπνο του.<br />Έμενε, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ελεεινό ξενοδοχείο, μαζί με πόρνες, λαθρέμπορους και σκοτεινούς ανθρώπους του υπόκοσμου. Το σπίτι του το είχε χάσει πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα, ήταν έφηβος. Βολεύτηκε, από τότε, σ’ αυτό το παλιοξενοδοχείο, που, σιγά σιγά σχεδόν τ’ αγάπησε, το ’κάνε δεύτερο σπίτι του. ’Αγάπησε τις ετοιμόρροπες, ξύλινες σκάλες, που έτριζαν, τα λερωμένα σεντόνια όπου πλάγιαζε, τα δυο τρία άθλια έπιπλα, σκεπασμένα από παχύ στρώμα σκόνης και λέρας χειμώνα—καλοκαίρι, το σαρακοφαγωμένο δάπεδο όπου περιδιάβαζαν τη νύχτα, ανενόχλητα, τα τρωκτικά, αγάπησε τους μεσονύχτιους καβγάδες και τις φωνές των κοινών γυναικών, που έμεναν στα πλαϊνά δωμάτια και μάλωναν, ενίοτε, με τους δύστροπους και απαιτητικούς πελάτες, έγινε φίλος, γρήγορα, μ’ όλο τον υπόκοσμο που έμενε εκεί.<br />Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να νοσταλγεί το παλιό, δίπατο σπίτι του, με τον κήπο του και τα πολλά του τα δέντρα. ’Αναρίθμητες φορές το γύρεψε, έκανε μέρες ολόκληρες περπατώντας, πόσα χιλιόμετρα δεν διάνυσε, αφήνοντας κατά μέρος όλες του τις δουλειές, για να το εντοπίσει. Φτάνοντας, τέλος, στη διαπίστωση, πως άμα χάσει κανείς μια φορά το σπίτι του δεν μπορεί πιά να το βρει, είχε περιοριστεί από καιρό τώρα να το αναζητεί, σπανίως βέβαια κι αυτό, στον ύπνο του. </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΑΤΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<p>Καμιά φορά τα βράδια, όταν ησυχάζουν οι θόρυβοι κι οι δικοί μου κοιμούνται στα διπλανά δωμάτια, δεν ξέρω τι με σπρώχνει να σκαλίζω παλιές φωτογραφίες και προπαντός να στέκω στις δικές σας. Είναι βέβαια και οι άλλοι, αγαπημένοι κι αυτοί καθώς εσείς, δεν λέω, όμως να, πως η το πω, υπάρχει ο τρόπος, δεν χρειάζονται γι’ αυτούς φωτογραφίες. Μπορώ να τους ξυπνήσω, καθώς χαμογελούν αχνά μέσα στον ύπνο τους, και να τους αγκαλιάσω σφιχτά για να βεβαιωθώ- μπορώ να τους μιλήσω, ν’ ακούσω τη φωνή τους, να μυρίσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίνει το σώμα τους και έχει ποτίσει όλα τους τα ρούχα. Όμως με σας; Που τέτοιες δυνατότητες. Σήμερα, βέβαια, υπάρχουν τα μέσα, για τη φωνή τουλάχιστον. Παίρνεις ένα μαγνητόφωνο κι εγγράφεις τη φωνή, και την έχεις πρόχειρη όταν τη χρειαστείς. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, που να βρεθεί τέτοιο πράμα -μόλις που είχαν αρχίσει να εισάγονται τα διαβολικά αυτά μηχανήματα απ’ το εξωτερικό, και ήταν πανάκριβα.<br />Θυμάμαι, στην προτελευταία τάξη του γυμνασίου, είχανε φέρει στο σχολείο τη μαγική συσκευή, για ν’ αρχίσουμε, λέει, να συνηθίζουμε σιγά σιγά στις τεχνολογικές επινοήσεις της εποχής μας. Περνούσαμε ένας ένας μπροστά στο μικρόφωνο, οι δύο ρόδες περιστρέφονταν αργά, με μιάν αλάνθαστη και παντοδύναμη σοφία, λέγαμε ο καθένας ό,τι του κατέβαινε την ούρα εκείνη, κι ύστερα ακούγαμε τη φωνή μας μ’ επιφωνήματα έκπληξης αλλά και με γέλια, μόλις περνούσε το πρώτο ξάφνιασμα, γιατί οι περισσότεροι είχαμε πάρει ύφος προηγουμένως, και συνήθως κοροϊδεύαμε τους καθηγητές μας, απομιμούμενοι την προσποιητή αυστηρότητα της φωνής τους και το, καθιερωμένο πιά, σούφρωμα των φρυδιών. <br />Μένουν, λοιπόν, οι φωτογραφίες, η λάμπα του γραφείου μου και ο μεγεθυντικός μου φακός. Φτωχά σύνεργα, δε λέω, ξεπερασμένα, όμως κάτι πετυχαίνει κανείς και μ’ αυτά.<br />Να, λόγου χάρη, αυτή η νεανική φωτογραφία σου, πριν παντρευτείς και κάνεις οικογένεια, όταν, εργένης και ρέμπελος γλεντζές καθώς ήσουν, παίρνατε τα σαββατοκύριακα, με τον αχώριστο φίλο σου τον Γιάννη Μανωλίδη, τις κοπέλες σας, και χανόσασταν σ’ ακρογιαλιές η σε δάση. Εδώ, στη ρίζα ενός πλατάνου, στο Χορτιάτη, με το κορίτσι σου αγκαλιά, και πάνω ο Γιάννης, στα κλαδιά, να προσπαθεί να πιάσει το δικό του, που του έχει, βλέπω, ξεφύγει, και σαν κατσίκι σκαρφαλώνει επιδέξια προς την κορυφή, με μιάν ανάλαφρη κίνηση, χαριτωμένη, του κορμιού.<br />Εδώ, πάλι, αρκετά χρόνια αργότερα, με τη μητέρα, στην Έδεσσα, ανάμεσα σε νερά τρεχούμενα και πλούσια βλάστηση. Όρθιοι, οι δυο σας μόνο σε πρώτο πλάνο, στο βάθος κιόσκι τουριστικό και —κουκκίδες— δυο τρία παιδιά που κυνηγιούνται, έχεις περάσει το δεξί σου χέρι απαλά γύρω από το λαιμό της, φοράς ψαθάκι του παλιού καλού καιρού ριγμένο προς τα πίσω μόρτικα, τα κεφάλια σας μόλις που γέρνουν ακουμπώντας μεταξύ τους αλαφρά, και οι δυο ντυμένοι του συρμού, με τριαντάφυλλο, αν δε γελιέμαι, στην κομβιοδόχη σου, το δεξί πόδι σου με χάρη διπλωμένο πάνω στ’ άλλο, γέλιο ανέμελο δίχως καμιά σκιά όσο κι αν ψάχνω, αγναντεύοντας μακριά, σάμπως τον ουρανό, με μιάν ανεπαίσθητη κλίση, προς τα πίσω, του κεφαλιού σου.<br />Την ίδια χαριτωμένη στάση, η μάλλον κίνηση, το ίδιο ανέμελο ύφος έπαιρνες, θυμάμαι, όταν, χρόνια μετά, γυρνώντας τις μικρές ώρες σπίτι, σουρωμένος θα ’ρθω πάλι στην παλιά σου γειτονιά, ακουγόταν η φωνή σου να τραγουδά, κι από τη μισανοιγμένη πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου, καθώς το φως που άναβες στο σαλόνι με ξυπνούσε ξαφνικά, σ’ έβλεπα να κάνεις αδέξια τα βήματα του ρεμπέτικου χορού, πηγαίνοντας σιγά σιγά προς το διπλανό δωμάτιο, όπου η μητέρα ξαγρυπνούσε περιμένοντάς σε, και προσπαθώντας έτσι να της πάρεις τον αέρα, να την εξευμενίσεις με γέλα και με τραγούδια, σαν να μην ήξερε τι έκανες όλες αυτές τις ώρες, που ξενυχτούσες κάθε βράδυ, που έχανες ό,τι με τόσο κόπο και αγωνία οικονομούσες την ήμερα.<br />Μες στο σκοτάδι, στήνοντας τ’ αυτί, άκουγα τα παράπονα της μητέρας, ενώ εσύ προσπαθούσες να την καλοπιάσεις. Δε θα τα ξαναπιάσω στα χέρια. μου, σ’ το υπόσχομαι —ήταν η συνηθισμένη σου καταφυγή, και μια φορά θυμάμαι που σ’ άκουσα, μ’ αναφιλητά που δεν προσπαθούσες καθόλου να τα κρύψεις, να κλαις, χτυπώντας με απελπισία τις γροθιές σου στο κομοδίνο, δίπλα στο μεγάλο σιδερένιο σας κρεβάτι. Συνήθως, βέβαια, η μητέρα σε συγχωρούσε, αν και το ήξερε πια πως τα ίδια θα επαναλαμβάνονταν ακριβώς και την άλλη μέρα, και όλες τις άλλες, οπούς χθες και προχθές, τόσα χρόνια τώρα, και τότε αρχίζατε τα χάδια και τα φιλιά κι εγώ έγερνα, ήσυχος πιά, ανακουφισμένος, να συνεχίσου τον ύπνο μου, χαμογελώντας, με ικανοποίηση σχεδόν, μες στο σκοτάδι.<br />Κάποτε, ωστόσο, άρχιζε να κλαίει εκείνη, πνίγοντας τους λυγμούς της στο μαξιλάρι, κι εσύ τότε γινόσουν έξω φρένων, φώναζες και της μιλούσες με τον χειρότερο τρόπο, κι άρχιζε μια λογομαχία αλύπητη, που δεν έλεγε, θαρρείς,<br />να τελειώσει. ’Α, τι βαριές κουβέντες αλλάζατε τότε, θεέ μου, τι άγρια, σπαραχτικά λόγια, ώσπου ν’ ακούσω το χαρακτηριστικό τρίξιμο του κρεβατιού που σήμαινε ότι, αποκαμωμένοι πιά να σχίζετε τις σάρκες σας, γυρίζατε πλάτη με πλάτη και βουλιάζατε ο καθένας στη γωνιά του, μουρμουρίζοντας, μέσα στα δόντια του, τα δικά του.<br />Κάτι τέτοιες νύχτες ήτανε, που ενώ, σε λίγο δεν ακουγόταν το παραμικρό απ’ την κρεβατοκάμαρά σας -σημάδι πως είχατε, ήδη, βυθιστεί στον πρώτο ύπνο-εγώ, στριφογυρνούσα, ως το πρωί σχεδόν, στο αναστατωμένο μου στρώμα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κλείσω μάτι, και, την αυγή, καθώς μου έφερνε το γάλα η μητέρα, απορούσε όταν της παραπονιόμουν διαρκώς για πονοκέφαλο, περίεργο, λέγοντας, εσύ, μικρό παιδί, να μην μπορείς να κοιμηθείς, να υποφέρεις από τώρα από αϋπνίες.<br />Τα τελευταία χρόνια, αν και ανέκαθεν ήτανε τέτοιο το σκαρί σου -ξερακιανός αλλά στητός, στεγνός αλλά μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική λεβέντικη κορμοστασιά των ορεσίβιων προγόνων σου του Πόντου— άρχισες λίγο λίγο να<br />χλομιάζεις, να χάνεις το αγέρωχο σου ύφος, κι ένα παράπονο να γράφεται στις κόγχες των ματιών σου. Άρχισες να μην έχεις όρεξη, να κουράζεσαι γρήγορα, κάτι μικρό ενοχλήσεις όταν ουρούσες, λίγο αίμα αργότερα, και ο γιατρός να σου το πει έτσι ξεκάθαρα, χωρίς προσχήματα. Τι γρήγορα ήρθαν όλα τ’ άλλα, θεέ μου, τι γρήγορα έρχονται, παρ’ όλα όσα λένε.<br />Μου μένουν βέβαια τώρα οι φωτογραφίες σου, κιτρινισμένες ίσως λίγο απ’ τον καιρό, θαμπές, η λάμπα του γραφείου μου και ο μεγεθυντικός μου φακός. Φτωχά σύνεργα, δε λέω, ξεπερασμένα, όμως κάτι πετυχαίνει κανείς και μ’<br />αυτά.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ο Ανέστης Ευαγγέλου διαβάζει δύο ποιήματά του</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ.m4v" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/6Ns-AcKpnBc?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ποίηση Ανέστης Ευαγγέλου</strong><br /><strong>Μουσική Κώστας Λειβαδάς</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Φορές - φορές συλλογίζομαι /Μίλτος Πασχαλίδης-Κώστας Λειβαδάς" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/3v8Aqlj3R54?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ποίηση: Ανέστης Ευαγγέλου</strong><br /><strong>Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Υπόγεια Ρεύματα - Με παραχαραγμένη τη ζωή μας | Ypogeia Revmata - Me paraharagmeni ti zoi mas" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/PJKTtYZm3i4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</strong></h4>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: </strong></h5>
<h6><strong>ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ </strong><br /><strong>Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός (Εκδόσεις Σοκόλη 2006)</strong></h6>
<p><strong>Α. ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Ας δούμε όμως αναλυτικά τις ποιητικές συλλογές και τις συγκεντρωτικές<br />εκδόσεις, καθώς και τα συγκεκριμένα εμπειρικά και βιωματικά δεδομένα που<br />τες μεταπλάθουν.</p>
<h6><strong>1. Περιγραφή εξώσεως, Θεσσαλονίκη 1960.</strong></h6>
<p>Ο ποιητής περιγράφει ως εξής βιβλιογραφικά τη συλλογή, όπως και όλες τις<br />εκδόσεις άλλωστε ως το 1985, σε «Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα», που έστειλε στις 3.2.1986 στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και αντίγραφό του βρίσκεται στο Αρχείο (ΙΙ.3.1): «Περιγραφή εξώσεως. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη από τον εκδοτικό οίκο Μ. Τριαντάφυλλου Υιοί, σε 500 αντίτυπα. Περιέχει 22 ποιήματα, γραμμένα από το 1956 ως το 1960, ποιήματα που, πριν δημοσιευτούν σε βιβλίο, είχαν υποβληθεί στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1960 τιμήθηκαν με Δ’ Έπαινο (Βραβείο δεν απονεμήθηκε τη χρονιά εκείνη). Σελ. 30».<br />Η επιγραφή (μότο) της συλλογής («Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω ποιος είμαι/έχασα το σπίτι μου») προέρχεται από την πρώτη ενότητα («I», στίχ. 23-24) της συλλογής του Γιώργου Θέμελη (1900-1976) Δενδρόκηπος (1955) [= Ποιήματα Θεσσαλονίκη 1969] και προαναγγέλλει με σαφήνεια χαρακτηριστική τη θεματική της συλλογής. Από τα είκοσι δύο ποιήματα τα μισά, όσα κατέχουν τις θέσεις 1, 4, 5, 7, 8,11,12,16,17, 18,19, είναι άτιτλα, ενώ στα περιεχόμενα σημαίνονται με τον πρώτο στίχο ή τις πρώτες φράσεις του. Θα τιτλοφορηθούν οριστικά, για συγκεκριμένους πρακτικούς λόγους, στη συγκεντρωτική έκδοση<br />του 1974, οπότε και θα προστεθούν άλλα δύο ποιήματα. Θεματικός πυρήνας είναι η απώλεια του προγονικού σπιτιού, η «έξωση από το προγονικό σπίτι» για την ακρίβεια («Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί»), και η υποχώρηση <br />του ποιητή στα ενδότερα της ύπαρξης. Το ποιητικό υποκείμενο, έχοντας χάσει το σπίτι του, βρίσκεται εκτεθειμένο μέσα σ’ έναν κόσμο εχθρότητας και φθοράς. Ερείπια, χαλάσματα, σκοτάδι, ομίχλη και λασπωμένοι δρόμοι συνθέτουν το καινούριο τοπίο, στο οποίο καλείται να υπάρξει. Μέσα σ’ αυτόν τον άξενο χώρο, που προκαλεί το αποκρουστικό αίσθημα του ερπετού κάτω από τα ρούχα («Θέλω, ακόμα, να πω»), το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιά, οδύρεται, δραπετεύει εντέλει στη χώρα του μύθου, που ενσαρκώνει η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, η εποχή της άγνοιας και της αθωότητας, η οποία στα μάτια του παίρνει το σχήμα του χαμένου παραδείσου. Καθώς όμως η επιστροφή είναι αδύνατη, η αναζήτηση, δειλά έστω, στρέφεται στην ανίχνευση των αιτίων του αδιεξόδου αλλά και στην εξεύρεση, ανεπιτυχή ακόμα, οδών διαφυγής, όπως οι άλλοι κι ο Θεός. Ένας τρόπος διάσωσης του προσώπου εντοπίζεται για μια στιγμή στην τέχνη της ποίησης. Ωστόσο το ποιητικό υποκείμενο δεν αρκείται σ’ αυτό. Μπροστά στην αναγκαιότητα αποδέχεται την οδύνη, αρκεί να αντισταθμίζεται από την ανθρώπινη αλληλεγγύη.</p>
<h6><strong>2. Μέθοδος αναπνοής, Θεσσαλονίκη 1966.</strong></h6>
<p>«Μέθοδος αναπνοής. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1966 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη, σε 300 αντίτυπα. Περιέχει 23 ποιήματα, γραμμένα από το 1960 ως το 1965. Σελ. 31» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Την επιγραφή της συλλογής αποτελούν δύο στίχοι της προηγούμενης: «Εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ / εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος» («Εδώ», στίχ. 6-7). Αυτό σημαίνει πως η εσωτερική εξορία του ποιητικού υποκειμένου συνεχίζεται. Τα μοτίβα παραμένουν τα ίδια, αν εξαιρέσει κανείς την παραίτηση από την αναζήτηση του χαμένου παραδείσου της παιδικής<br />ηλικίας. Βέβαια επείγει κι εδώ το πρόβλημα της στέγης, καθώς μεγαλώνει η εχθρότητα του περιβάλλοντος, ομολογείται όμως η αλλοτρίωση και αναγνωρίζεται επίμονα η αναγκαιότητα αποδοχής της κατάστασης, ενώ αναφαίνεται για πρώτη φορά το μοτίβο «ζωή-σκευωρία». Το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί πως η μοναξιά του δεν είναι μοναδική, αλλά η όποια απόπειρα υπέρβασής της αποβαίνει άκαρπη. Καθώς ούτε κι ο Θεός αποκρίνεται στις εκκλήσεις του, δεν του μένει παρά να καταφύγει στην ποίηση, που στην περίπτωσή του σώζει ως «μέθοδος αναπνοής». Κείμενα ποιητικής τα περισσότερα, δείχνουν μια «επικίνδυνη» άφεση στην καλλιτεχνική ψευδαίσθηση, ενώ ο τόνος γίνεται οξύτερος, καθώς το αδιέξοδο φαντάζει πλήρες.<br />Τον ίδιο μήνα του 1966 εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και η πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων Το ξενοδοχείο και το σπίτι, ιδιωτικά κι αυτή, με πέντε κείμενα και μια παράλληλη θεματική, ένα είδος προ-ποιητικού υλικού.</p>
<h6><strong>3. Αφαίμαξη ’66-70, Θεσσαλονίκη 1971.</strong></h6>
<p>«Αφαίμαξη ’66-’70. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 1971 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη, σε 500 αντίτυπα. Περιέχει 25 ποιήματα, γραμμένα από το 1966 ως το 1970. Σελ. 42» («Βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή ανοίγει μ’ ένα προλογικό ποίημα («Στον αναγνώστη»), που εφιστά την προσοχή του αναγνώστη στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίσει τα κείμενα, και μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη επιγράφεται «Το κακό παιχνίδι» και περιλαμβάνει δεκαέξι ποιήματα. Έχει ως επιγραφή ένα στίχο από την προηγούμενη συλλογή: «Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης» («Θύματα απάτης», στίχ. 20). Η δεύτερη, με τίτλο «Ανάβαση» και οχτώ ποιήματα, δανείζεται κι αυτή ως επιγραφή ένα στίχο από την ίδια συλλογή: «Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος» («Είναι πολλοί», στίχ. 5). Οι θεματικοί άξονες προαναγγέλθηκαν ήδη. Από τη μια, η ζωή, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινότητά της, καταπιεστική, εξοντωτική, «καταγώγιο» («Κατάθεση»), «σκευωρία» («Νύχτα περίλαμπρη»), «παιχνίδι σικέ» («Ένα παιχνίδι σικέ»), «διαδικασία σταδιακής εξαπατήσεως» εντέλει («Η κατάληξη»). Από την άλλη, η ιδεολογική ωρίμανση και η ενεργητική στάση απέναντι στα πράγματα. Εγκαταλείπεται πια το προγονικό σπίτι και η στέγαση συντελείται στην προσέγγιση με τους άλλους. Η κοινωνική οπτική φαίνεται να παρακολουθεί τους ιστορικούς καιρούς (δικτατορία του 1967), κατονομάζοντας αδίσταχτα τους ενόχους κι αποδίδοντας σαφώς τις ευθύνες. Και βέβαια δεν απολείπει η ποιητική αυτοαναφορά: η ποίηση-πουλί, η ποίηση-θηρίο, ο ποιητής-κηπουρός αλλά κι ο ποιητής-θύμα. Οι θεματικές πάροδοι ελάχιστες: η μνήμη των μακρινών νεκρών και το πέρασμα του χρόνου.</p>
<h6><strong>4. Τα ποιήματα (1956-1970), Θεσσαλονίκη 1974.</strong></h6>
<p>«Συγκεντρωτική, ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε το 1974 στη Θεσσαλονίκη από<br />το τυπογραφείο Α. Συνάπαλος και Σία, σε 1500 αντίτυπα, με εξώφυλλο και<br />γραφική επιμέλεια του Δ. Καλοκύρη. Περιέχει τα ποιήματα των προηγούμενων τριών συλλογών, με την προσθήκη δύο ανέκδοτων ποιημάτων (“Ενδοστροφή”, “Σαν τους ξενιτεμένους”). Σελ. 101» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η έκδοση επιχειρήθηκε να γίνει από τα «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου, αλλά τελικά ναυάγησε λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Εκδόσεις. Ο λόγος αυτής της επιδίωξης εξηγείται παραστατικά από τον ποιητή σε μια από τις επιστολές που έστειλε στον εκδότη των «Κειμένων»:</p>
<p>Έχω βγάλει μέχρι τώρα 3 ποιητικά βιβλία. Το πρώτο το ’60 σε 300 αντίτυπα, το δεύτερο το ’66 σε 300 πάλι και το τελευταίο πέρσυ, σε 500 &#8211; όλα ιδιωτικές εκδόσεις. Όπως έχω γράψει και του Έκτορα [Κακναβάτου], και όπως και σεις πολύ καλά γνωρίζετε, οι εκδόσεις αυτές ήταν και είναι καταδικασμένες. Βγάζεις το βιβλίο σου, το στέλνεις σε πέντε-δέκα ανθρώπους που καταλαβαίνουν, λογοτέχνες (και που, αλλιώς, απαξιούν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ν’ αγοράσουν βιβλίο ομοτέχνου τους, ιδίως νέου, θεωρώντας το γόητρό τους προσβλημένο) και σε δυο τρεις εφημερίδες και περιοδικά, παίρνεις ύστερα υπομάλης τα αντίτυπα και τα γυρίζεις από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο αντιμετωπίζοντας τα εχθρικά βλέμματα των βιβλιοπωλών -όταν δεν σε αποπέμπουν κιόλας «δεν παίρνουμε, κύριε, ποιήματα»- τέλος δίνεις όσα κατορθώσεις να δώσεις και ύστερα από ένα χρόνο πας και τα μαζεύεις σαν ένοχος ή τα εγκαταλείπεις εντελώς, γιατί ντρέπεσαι να πας και να σου πουν «πουλήθηκε ένα ή δύο αντίτυπα» ή, πολλές φορές, και κανένα. Έτσι, τα βιβλία είναι σα να μη βγήκαν ποτέ, εφ’<br />όσον δεν έφτασαν στον άλλο, δεν έγιναν γέφυρα επικοινωνίας.<br />(27.1.1972, AAE.VII.4.34)</p>
<p>Το θέμα των ιδιωτικών εκδόσεων είναι κεντρικό στο έργο του Ευαγγέλου. Ο ποιητής θα τυπώσει ιδιωτικά τις εφτά από τις δεκαπέντε εκδόσεις του -εξαιρείται η ανεπίσημη Οι άλλου για τον Ευαγγέλου-, που συμβαίνει μάλιστα και οι εφτά να αφορούν το λογοτεχνικό του έργο: πέντε ποιητικές συλλογές, πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων και πρώτη έκδοση των<br />πεζογραφημάτων. Το γεγονός μάλλον δεν είναι τυχαίο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια με την εκδοτική περιπέτεια της ποιητικής συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα και της δεύτερης συγκεντρωτικής έκδοσης Τα ποιήματα (1956-1986).<br />Με δεδομένη τη στάση του ποιητή να μην επεμβαίνει στο προγενέστερο έργο του, οι διαφοροποιήσεις στη συγκεντρωτική έκδοση του 1974 δεν μπορεί παρά να είναι ελάχιστες, πέρα βέβαια από τα στοιχεία στίξης και ορθογραφίας, και όλες εκτός του κειμενικού σώματος. Στα άτιτλα ποιήματα της πρώτης συλλογής Περιγραφή εξώσεως η συγκεντρωτική βάζει τίτλους, όπως ήδη επισημάνθηκε, που τους παίρνει ατόφιους από τα περιεχόμενα της συλλογής και που συνήθως είναι ο πρώτος στίχος ή οι πρώτες φράσεις του: 1 («Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί»), 4 («Μα πώς λοιπόν μεγάλωσε τόσο»), 5 («Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα»), 7 («Αν θρηνώ»), 8 («Ω εσύ, πράγμα αρπαγμένο»), 11 («Θέλω, ακόμα, να πω»), 12 («Υπάρχουν άνθρωποί»), 16 ‘Τούτο τον κίνδυνο»), 17 («Πού οδηγούμαι λοιπόν Θεέ μου»), 18 («Δεν την αρνιέμαι την οδύνη»), 19 («Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς»). Η τιτλοφόρηση υπαγορεύτηκε από συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν τε τη σύγχυση που προκλήθηκε στην Ανθολογία συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως 1930-1960 των Άρη Δικταίου &#8211; Φαίδρου Μπαρλά (Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1961, σσ. 177-178), όταν κάτω από δύο έντιτλα ποιήματα, Ομίχλη» και «Πρόλαβε, ποίηση», οι ανθολόγοι παρέθεσαν, προφανώς από απροσεξία, δύο, άτιτλα τότε, ποιήματα («Θέλω, ακόμα, να πω» και «Υπάρχουν άνθρωποι») στην πρώτη περίπτωση και ένα, άτιτλο επίσης («Τούτο τον κίνδυνο»), στη δεύτερη. Σύγχυση που, κατά το πρώτο της μέρος, αναπαράγεται και στην ποιητική ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού. Η δεύτερη και σημαντικότερη βέβαια διαφοροποίηση έχει να κάνει με την προσθήκη δύο ποιημάτων, τα οποία «χρονικά και συναισθηματικά», όπως γράφει ο ποιητής στη σημείωση της έκδοσης (σ. 101), «ανήκοντας στο κλίμα και στην εποχή που γράφτηκε η συλλογή Περιγραφή εξώσεως, έμειναν ως τώρα ανέκδοτα και ενσωματώνονται εδώ, βρίσκοντας τη θέση τους, στον φυσικό τους χώρο». Πρόκειται για το ποίημα «Ενδοστροφή», που παίρνει τη 19η θέση, ανάμεσα στα ποιήματα «Δεν την αρνιέμαι την οδύνη» και «Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς», και για το ποίημα «Σαν τους ξενιτεμένους», που μπαίνει μπροστά από το τελευταίο ποίημα «Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από μακρύ ταξίδι». Τέλος στο ποίημα «Ανάβαση» της τρίτης συλλογής Αφαίμαξη ’66-ΎΟ προστίθεται ένα κενό ανάμεσα στους στίχους 13-14, προφανώς για να τονιστεί η κοινωνική συνειδητοποίηση, που δηλώνεται στους στίχους 14-16.</p>
<h6><strong>5. Το διάλειμμα, Θεσσαλονίκη 1976.</strong></h6>
<p>«Το διάλειμμα. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1976 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο “Κρόνος”, Ν. και Κ. Σουρνόπουλος, σε 650 αντίτυπα, με εξώφυλλο και γραφική επιμέλεια του Δ. Καλοκύρη. Περιέχει 27 ποιήματα, γραμμένα από το 1972 ως το 1975. Σελ. 43» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή, που ανοίγει μ’ ένα προλογικό ποίημα, «Το φως», και κλείνει μ’ ένα επιλογικό, «Στην καταφρόνια και στη φτώχεια», μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Στο καμίνι» και περιλαμβάνει δεκατρία ποιήματα, ενώ η δεύτερη, «Μετά την καύση», δώδεκα. Βασική θεματική της συλλογής αποτελεί το λυτρωτικό γεγονός του έρωτα. Στην πρώτη ενότητα εκφράζεται η έκπληξη και η υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία που προκαλεί η αναπάντεχη επίσκεψη της χαρμόσυνης στιγμής. Στιγμής που υπογραμμίζεται εντονότερα, καθώς βρίσκει το ποιητικό υποκείμενο αγριεμένο σε μια εποχή στέρησης και ερημιάς. Η ερωτική ευφροσύνη το ημερώνει, μεταποιεί το σκότος σε φως και παγώνει το χρόνο καταργώντας το θάνατο, παρόλο που δεν απουσιάζει ολότελα και η υποψία του τέλους μέσα στην έξαρση της ευδαιμονίας. Το δεύτερο μέρος γίνεται στοχαστικότερο. Ύστερα από το πάθος έρχεται η ώρα της περισυλλογής και της φιλοσοφικότερης θεώρησης των πραγμάτων. Κάτω από τη νέα οπτική το ποιητικό υποκείμενο επισημαίνει τη σπουδαιότητα της προσφοράς και τη φωτεινή πλευρά της ζωής, αν και βυθίζεται στην απελπισία, κάθε που απομακρύνεται για λίγο από το αντικείμενο του πόθου.<br />Για Το διάλειμμα λέει ο ποιητής σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΤ-1 («Τέχνη και πολιτισμός», 17.4.1989) και που κείμενο και αντίγραφά της βρίσκονται στο Αρχείο του (II.3.3, III.26, 27) [περ. Εντευκτήριο 50 Απρίλιος- Ιούνιος 2000) 74]:</p>
<p>Ο έρωτας εισβάλλει τροπαιοφόρος, θα μπορούσε κανείς να πει, στο βιβλίο αυτό: το λαμπαδιάζει και το φεγγοβολεί αναγεννητικά απ’ την αρχή ως το τέλος. Στο πρώτο μέρος της συλλογής, παρακολουθούμε την έλευση και τη νίκη του έρωτα πάνω στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, στη φθορά και στο θάνατο, ενώ στο δεύτερο, βλέπουμε τη μεταμόρφωση του ερωτευμένου προσώπου, μεταμόρφωση που το συμφιλιώνει λυτρωτικά με τους ανθρώπους και με τα πράγματα του κόσμου τούτου, ακόμα και με το αποτρόπαιο σκουλήκι του τάφου, ωσάν φανέρωμα κι αυτό της αιώνιας και παντοδύναμης συνέχειας της ζωής. Γενικά, πιστεύω ότι το βίωμα αυτό είναι το πιο φωτεινό μέσα σε όσα έχω γράψει.</p>
<p>Αν όμως το βίωμα αυτό είναι το πιο «φωτεινό», την ίδια στιγμή συμβαίνει να είναι και το πιο προσωρινό, όπως ο ίδιος και πάλι γράφει σε σημείωση της συνέντευξής του προς το Θανάση Θ. Νιάρχο, δέκα χρόνια νωρίτερα:</p>
<p>Τέλος, σ’ ένα επίπεδο ιδιωτικό αυτός, που δεν είναι όμως διόλου άσχετο με τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές δομές, αντίθετα μάλιστα, επηρεάζεται βαθύτατα, κάποτε ακόμα και καθορίζεται τελεσίδικα από αυτές, υπάρχει βέβαια ο έρωτας, που παραμένει πάντα μια υπέροχη δυνατότητα, ένα παράθυρο που μας δόθηκε για την ελπίδα, αλίμονο όμως πολύ εύθραυστο για το αδέξιο φέρσιμο των ανθρώπων μας προσφέρθηκε ο τρόπος της εξόδου προς το φως, αλλά όχι και η δύναμη ν’ αντέξουμε για πολύ, συνηθισμένοι στο σκοτάδι, την εκτυφλωτική του λάμψη &#8211; ακόμα μια, ανάμεσα σ’ άλλες, απόδειξη της Ασυναρτησίας.<br />(«Συνομιλία με τον Θανάση Θ. Νιάρχο», Ανάγνωση και γραφή, σσ. 112-113)</p>
<h6><strong>6. Τα χάι-κάί, «Κέδρος», Αθήνα 1978.</strong></h6>
<p>«Τα χάι-κάι. Τυπώθηκε τον Απρίλιο του 1978 στην Αθήνα από τις εκδόσεις “Κέδρος”, σε 1.000 αντίτυπα. Περιέχει 116 ποιήματα, γραμμένα από το 1976 ως το 1977. Σελ. 44» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Τα ποιήματα κατανέμονται σε τέσσερις ενότητες: «Νεκροί του Νοέμβρη» (1-11), «Άρρωστα χρόνια» (1-45), «Της αγάπης» (1-28), «Άστεγα» (1-32). Οι τίτλοι των ενοτήτων είναι εύγλωττοι. Επιστρέφει εδώ η κοινωνική θεματική, η οποία συνδέεται με την εμπειρία της εφτάχρονης δικτατορίας (1967-1974).<br />Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στους νέους που θυσιάστηκαν στο Πολυτεχνείο στις 17 του Νοέμβρη 1973. Η πύλη του Πολυτεχνείου και οι νεκροί καθαγιάζονται στα μάτια του ποιητικού υποκειμένου, ενώ ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Διομήδης [Κομνηνός] (1956-1973) κι ο Αλέξανδρος [Παναγούλης] (1939-1976). Η δεύτερη ενότητα αναφέρεται στα δύσκολα χρόνια της εφταετίας. Μοτίβα επανερχόμενα εδώ η μητριά πατρίδα, τα βασανιστήρια, η δίωξη των ποιητών και των ονειροπόλων, οι τύψεις του ποιητή για την αδυναμία του να πράξει σαν τους ήρωες, η ποίηση-άλλοθι, το σπίτι-βόλεμα, το εχθρικό περιβάλλον των δεινοσαύρων. Η τρίτη ενότητα χτίζεται στις μνήμες της ερωτικής εμπειρίας: η ιαματική δύναμη της αγάπης, το φύτρωμα των φτερών στους ώμους και η τυραννική παρουσία της μνήμης είναι ορισμένα από τα μοτίβα της ενότητας αυτής. Η τελευταία στεγάζει τα ποιήματα που δε χώρεσαν στις προηγούμενες, προφανώς γιατί δεν ταίριαζαν με το συγκεκριμένο εμπειρικό πυρήνα τους. Αναφέρονται κι αυτά πάντως σε όψεις του έρωτα και του θανάτου αλλά και σε όψεις της ποίησης και της ποιητικής.<br />Τους λόγους που επέβαλαν την καταφυγή στην ιδιότυπη μορφή του χάι-κου εξηγεί ο ποιητής στο κείμενο της τηλεοπτικής του συνέντευξης, που όμως κατά το μέρος αυτό δε μεταδόθηκε (ό.π.):</p>
<p>Αν εξαιρέσει μάλιστα κανείς καμιά δεκαπενταριά όλο κι όλο ποιήματα της μιάμισης ή των δύο το πολύ σελίδων στο σύνολο της εργασίας μου, κανένα άλλο ποίημα δεν ξεπερνά σε έκταση τη μια σελίδα, ενώ πάρα πολλά αρκούνται σε δέκα ή δεκαπέντε μόνο στίχους. Στα Χάι-κάι τώρα, για ν’ απαντήσω στο ερώτημα σας (που, ας σημειωθεί, γράφτηκαν την εποχή που έγραφα κάποια από τα ποιήματα της Απογύμνωσης, του επόμενου δηλαδή βιβλίου μου, 1976 ως 1977) κατέφυγα από μιαν ανάγκη που αισθάνθηκα κάποια στιγμή να πειθαρχήσω σε μια αυστηρότατη και άκρως απαιτητική ποιητική φόρμα, όπου σε τρεις μόνο στίχους δεκαεφτά συνολικά συλλαβών, θα έπρεπε να κλείνω ένα πλήρες ποιητικό σύμπαν αυτή τη φορά, με την αυτοτέλεια και την αυτάρκεια του ακαριαίου λόγου.</p>
<p>Τον ίδιο χρόνο ο ποιητής συγκεντρώνει ανεπίσημα σ’ έναν πρόχειρο τόμο το μεγαλύτερο μέρος των κριτικών -μαζί και ορισμένες επιστολές ή αποσπάσματά τους- που γράφτηκαν για το ως τότε έργο του κάτω από τον τίτλο Οι άλλοι για τον Ευαγγέλου (Θεσσαλονίκη). Η έκδοση προοριζόταν για τους μελετητές και τους ανθολόγους και έλυνε προβλήματα πρακτικής φύσης<br />όπως γράφεται στη σημείωση της δεύτερης σελίδας.</p>
<h6><strong>7. Απογύμνωση, «Εγνατία», Θεσσαλονίκη 1979.</strong></h6>
<p>«Απογύμνωση. Τυπώθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις “ΕΓΝΑΤΙΑ/σειρά ΤΡΑΜ”, σε 1.000 αντίτυπα, με δύο σχέδια του Π.Χ. Μάρκογλου. Περιέχει 26 ποιήματα, γραμμένα από το 1970 ως το 1978. Σελ. 46» («Βιοβιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή θυμίζει την Αφαίμαξη ’66-70 από πολλές απόψεις. Ύστερα aπό ένα προλογικό ποίημα («Αίνος»), που υπογραμμίζει την ανεξάντλητη αντοχή της ποίησης, κατανέμει τα υπόλοιπα είκοσι τέσσερα σε δύο ενότητες, όπως και η Αφαίμαξη: «Η κωμωδία», με εννιά ποιήματα, και «Το πανδοχείο», με δεκάξι. Ως επιγραφή και στα δύο μέρη επιλέγονται στίχοι της Αφαίμαξης, διόλου τυχαία ασφαλώς. Για το πρώτο: «Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά, φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,/ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη» («Νύχτα περίλαμπρη», στίχ. 1-2)· για το δεύτερο: «Βρέθηκα στο καταγώγιο-/μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα» («Κατάθεση», στίχ. 1-2). Κωμωδία, και μάλιστα «φρικτή» («Η κωμωδία»), δεν είναι παρά το «Το κακό παιχνίδι» της Αφαίμαξης, η ζωή της οδύνης και της ματαιότητας, η ζωή -εμπαιγμός. Ο ποιητής- μάρτυρας του καιρού του, ο ποιητής-έρημο στρουθί, τα έρημα κρεβάτια της νύχτας, η ευωδιά των δακρύων, η λάμψη της οδύνης, η πρόσληψη της ποίησης η νύχτα που θα εξισώσει ανθρώπους και ποιήματα, είναι οι επιμέρους όψεις της βασικής θεματικής δομής στην πρώτη ενότητα. Στη δεύτερη το κέντρο καταλαμβάνει απόλυτα η ασχήμια του κόσμου. Πανδοχείο «βρωμερό» ο κόσμος («Πανδοχείο»), «φαρμακωμένο» το αγέρι («Φαρμακωμένο αγέρι»), η ζωή παραχαραγμένη» («Με παραχαραγμένη τη ζωή»), και το ποιητικό υποκείμενο κάνει έκκληση στους κατατρεγμένους να συνειδητοποιήσουν τις αιτίες της μοίρας τους και να περάσουν στη δράση, σμίγοντας με τους συντρόφους. Την ίδια στιγμή διχάζεται ανάμεσα στην αναγκαιότητα της δράσης και στο ιδεολογικό αδιέξοδο, ενώ και πάλι σπαράσσεται από τις τύψεις για τη διάσταση λόγου και πράξης που το χαρακτηρίζει. Τύψεις που εντείνονται όλο και περισσότερο, καθώς έχει την ικανότητα να βλέπει πίσω από τους καθρέφτες, δείχνοντας τους ενόχους.<br />Το 1981 κυκλοφορούν στη Θεσσαλονίκη από τον εκδοτικό οίκο «Παρατηρητής» τα κείμενα λογοτεχνικής κριτικής Ανάγνωση και γραφή και το 1985, από τις Εκδόσεις της Αθήνας «Νεφέλη» αυτήν τη φορά, σε δεύτερη έκδοση και με την προσθήκη δύο ακόμα κειμένων, τα πεζογραφήματα Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά.</p>
<h5><strong>8. Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, «Ιδίοις αναλώμασιν», Θεσσαλονίκη 1987.</strong></h5>
<p>Πρωτοκυκλοφόρησε το 1987 στη Θεσσαλονίκη, ιδιωτικά και πάλι, με σχέδιο και επιμέλεια εξωφύλλου του Μάρκου Μέσκου, και περιέχει είκοσι πέντε ποιήματα, που γράφτηκαν από τον Ιανουάριο του 1981 ως τον Οκτώβριο του 1986. Ο όρος «Ιδίοις αναλώμασιν» προέρχεται από τον τίτλο της έκδοσης Ιδίοις αναλώμασιν. Μια συλλογική έκδοση, που πραγματοποίησαν το 1985<br />στη Θεσσαλονίκη ποιητές, πεζογράφοι και κριτικοί της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η συλλογή επιχειρήθηκε να εκδοθεί από οίκο της Αθήνας, όπως φαίνεται από τη σχετική αλληλογραφία του Ευαγγέλου, αλλά η απόπειρα δεν ευοδώθηκε. Σε επιστολή του προς τον Αντώνη Φωστιέρη ο ποιητής εκθέτει την αδυναμία του να εκδώσει τη συλλογή στην Αθήνα, κατονομάζοντας οίκους και εκδότες στους οποίους απευθύνθηκε, και εκφράζει τη βαθιά του πίκρα γι’ αυτήν την αντιμετώπιση:</p>
<p><em>Αντώνη, είμαι πενήντα χρονώ και έχω πίσω μου μια κάποια ιστορία με το «κερατένιο επάγγελμα του λογοτέχνη». Δεν είμαι αυτός που θα κρίνει την ιστορία αυτή! Για ένα πράγμα, ωστόσο, είμαι βέβαιος: Στο θηρίο της ποίησης πρόσφερα τις σάρκες μου πάντα μ’ εμπιστοσύνη, με αγόγγυστη προθυμία και με ανένδοτη ειλικρίνεια. Και φτάνω τώρα, «στη μέση του ταξιδιού», να γράψω μερικά από τα καλύτερα ποιήματα μου, τα πιο ώριμα, τα πιο σπαραχτικά υπαρξιακά κείμενα που αξιώθηκα ποτέ, -είμαι βέβαιος ότι κι εσύ θα το διαπιστώσεις όταν τα διαβάσεις- και δεν έχω τον τρόπο να τα κοινοποιήσω, να φτάσουν στους ανθρώπους, τη στιγμή που άλλοι, με πολύ μικρότερη θητεία στην ποίηση, τα καταφέρνουν θαυμάσια. Τι συμβαίνει, αλήθεια; Είμαι άραγε τόσο ανάξιος, τόσο κακός ποιητής;</em></p>
<p>(14.10.1983 [1986], AAE.VII.1.55)</p>
<p>Η εξήγηση του γεγονότος από τον ίδιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αν μάλιστα πάρει κανείς υπόψη του και το ναυάγιο, έναν περίπου χρόνο νωρίτερα, της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του από τις Εκδόσεις<br />«Νεφέλη»:</p>
<p><em>Αποφάσισα λοιπόν να τυπώσω πρώτα τη συλλογή μου και, για το σκοπό αυτό, κατέβηκα στην Αθήνα το Σεπτέμβρη εις αναζήτησιν εκδότη. Δυστυχώς δεν κατάφερα τίποτα. Διαπίστωσα ακόμα μια φορά, ότι αν δεν είσαι δικτυωμένος</em><br /><em>με τα κατεστημένα κυκλώματα που ελέγχουν σήμερα την πνευματική μας ζωή, είσαι χαμένος «από χέρι». Τίποτε και καμιά δύναμη, δεν μπορεί να τα βάλει μαζί τους. Η αξία, η αυθεντικότητα, η αθωότητα της ποίησης, είναι πολύ ανίσχυρες, αν δεν συνοδεύονται από άλλα προσόντα, για να παλέψουν με τους πνευματικούς ελέφαντες του λεκανοπεδίου. Αποφάσισα λοιπόν να εκδώσω, ιδίοις αναλώμασιν, τη συλλογή μου.</em></p>
<p>(Επιστολή προς Δημήτρη Μαλακάση -Τσέκο, 26.10.1986, AAE.VII.2.27)</p>
<p>Οι τόνοι στη συλλογή αυτήν έχουν χαμηλώσει οριστικά και η θεματική έχει<br />αλλάξει ριζικά. Υπάρχουν βέβαια τα γνώριμα μοτίβα της απώλειας του σπιτιού, των κατατρεγμένων, η ποίηση-βάσανο και η ποίηση-ζώο, η ιδεολογική διάψευση, ο κόσμος-πανδοχείο, μαζί με ορισμένα καινούρια αλλά περιορισμένα, όπως η διάψευση των ονείρων της νιότης και το σημάδεμα του φεγγαριού. Κυρίως όμως υπάρχει η παραδοχή του θανάτου. Ο χρόνος που πέρασε απάλυνε τις μνήμες, που τόσο νωρίς και τόσο βαθιά σημάδεψαν τον ποιητή. Οι αγαπημένοι νεκροί αναδύονται από το βάθος του καιρού με τις θνητές τους συνήθειες, επανεντάσσονται στη ζωή και γίνονται μέρος της καθημερινότητας. Το ποιητικό υποκείμενο συνδιαλέγεται ή απλώς συναντιέται μαζί τους στο σπίτι ή στο δρόμο, πάντα απροσδόκητα, ενώ δεν απουσιάζουν και οι νωπές εκδοχές του θανάτου, όπως του δεκατετράχρονου αγοριού και του αγαπημένου φίλου.</p>
<p>Για την αίσθηση θανάτου που αναδίδει η συλλογή ο ποιητής λέει στην<br />τηλεοπτική του συνέντευξη (ΑΑΕ.ΙΙ.3.3, ΙΙΙ.26,27 = περ. Εντευκτήριο 50, ό.π.,75-76):</p>
<p>Υπάρχουν αρκετά επιτύμβια ή μάλλον ποιήματα διαλόγου με αγαπημένους<br />νεκρούς. Ωστόσο δε νομίζω ότι από αυτή τη συλλογή βγαίνει μια αίσθηση θανάτου τόσο όσο μια αίσθηση αποδοχής, στωικής αποδοχής του θανάτου. Αποδοχής που έχει να κάνει με την ωριμότητα ή, αν θέλετε, με τη δύσκολη ηλικία των πενήντα, όπου στενεύουν κάποια περιθώρια, αλλά και αποκτάται η γνώση ότι καθετί που έχει μιαν αρχή είναι σωστό, δίκαιο και τελικά κατευναστικό, να έχει και κάποιο τέλος.</p>
<p>Εκτενέστερα θα μιλήσει για τα θεματικά αλλά και τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της συλλογής λίγο αργότερα σε επιστολή του προς το Γιώργο Αράγη (7.2.1990, AEE.VII.3.14).37 Συγκεκριμένα, ανακρούοντας την άποψη του κριτικού, που βλέπει στη συλλογή «εμπειρική στασιμότητα και καμιά ουσιαστική εμπειρική διαφοροποίηση από την αμέσως προηγούμενη συλλογή, την Απογύμνωση», θα πει σχετικά με τη θεματολογία της συλλογής:</p>
<p>Εγώ λοιπόν, αντίθετα, πιστεύω ότι όχι μόνο από την Απογύμνωση, αλλά και από όλο το υπόλοιπο έργο μου, η Επίσκεψη διαφοροποιείται σημαντικά, όχι μόνο στο πεδίο της εμπειρίας, αλλά και όσον αφορά την ίδια την ποιητική.<br />Γιατί είναι η πρώτη φορά που: Πρώτον: Ο θάνατος, άλλοτε ως επικρεμάμενη άμεση απειλή «στη μέση του ταξιδιού», άλλοτε ως γεγονός που αφορά αγαπημένα πρόσωπα του οικογενειακού ή φιλικού μου περιβάλλοντος, εισβάλλει τόσο καθοριστικά στο σώμα των ποιημάτων (π. χ. Η Επίσκεψη, Βροχούλα φθινοπωρινή του ελέους, Χιόνι της Μοίρας, Λουκάς Βενετούλιας, Η Συνάντηση, Υπεραστική Συνδιάλεξη, Η εμφάνιση, Στη μέση του ταξιδιού, Η επέμβαση, Υστερόγραφο) και χρωματίζει τόσο έντονα τη συλλογή μου. (Βέβαια, καιπαλαιότερα ο θάνατος έκανε την εμφάνισή του σε πολλά από τα ποιήματά μου αλλά αυτό γινόταν κατά κανόνα έμμεσα, με τη μορφή της φθοράς. Ποτέ σχεδόν, και πάντως ποτέ τόσο κυριαρχικά και βίαια, ως άμεση απειλή του βιολογικού τέλους.) Δεν είναι τυχαίο, λ.χ., ότι για πρώτη φορά υπάρχουν εδώ ποιήματα όπου οι ζωντανοί συνδιαλέγονται με τους νεκρούς σχεδόν άνετα, ζουν από τώρα μαζί, σαν να μην υπάρχει τίποτε που να τους χωρίζει.</p>
<h6><strong>9.Τα ποιήματα (1956-1986), «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1988.</strong></h6>
<p>Η έκδοση, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του ποιητή, είχε μια περιπέτεια ανάλογη με εκείνη της συγκεντρωτικής του 1974. Επρόκειτο αρχικά να γίνει το 1986 από τη «Νεφέλη», μαζί με την έκδοση των πεζογραφημάτων Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά -αυτή έγινε-, αλλά ο εκδότης υπαναχώρησε και, καθώς δεν υπήρχε συμβόλαιο, η έκδοση τελικά ματαιώθηκε, σύμφωνα με τα λεγάμενα του Ευαγγέλου. Στο ζήτημα της έκδοσης αυτής από μεγάλο οίκο της Αθήνας ο ποιητής έδινε ιδιαίτερη σημασία, όπως δείχνουν οι επιστολές που έστειλε σε μια σειρά φίλους λογοτέχνες, ζητώντας τους συχνά να μεσολαβήσουν. Σε μια από αυτές προς τον Κώστα Στεργιόπουλο εξηγεί τους λόγους που τον αναγκάζουν να απευθυνθεί σε οίκους της Αθήνας κι όχι της Θεσσαλονίκης. Κατά τα γραφόμενά του, οι εκδοτικοί οίκοι της πόλης του, τους οποίους αριθμεί σε τρεις και κατονομάζει, είναι άσχετοι με την έκδοση ποιητικών κειμένων, με αποτέλεσμα να κάνουν εκδόσεις «από αισθητική άποψη, εντελώς απαράδεκτες», και είναι «ξεκομμένοι από τα μέσα ενημέρωσης», ενώ, θεωρώντας τη λογοτεχνία «συμπλήρωμα της προσφοράς τους», την προωθούν ελάχιστα (18.4.1985, AAE.VII.1.36).<br />Τελικά η έκδοση θα γίνει στη Θεσσαλονίκη από τον «Παρατηρητή» και θα συμπεριλάβει όλες τις συλλογές που είχαν κυκλοφορήσει ως το 1987, ενώ τα χρονικά όρια του τίτλου αναφέρονται προφανώς στο χρόνο γραφής των<br />ποιημάτων. Συνεπής στη γνωστή, από τη συγκεντρωτική έκδοση του 1974, διακηρυκτική του αρχή να μην επεμβαίνει στο προγενέστερο έργο του, ο ποιητής διατηρεί τη μορφή των κειμένων, αλλάζοντας ελάχιστα μονάχα τη στίξη και διορθώνοντας τα ορθογραφικά λάθη. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα της Απογύμνωσης Πανδοχείο», που εδώ παρατίθεται χωρίς τους τελευταίους στίχους:</p>
<p>11 Αχ, μήτε ο θάνατος δε θα μπορέσει<br />να μας ξεπλύνει από τις αποτρόπαιες<br />πράξεις μας.</p>
<p>Ο ποιητής είναι πολύ προσεκτικός, όταν παρατηρεί ότι η αλλαγή αυτή «δε συνιστά μεταγενέστερη επέμβαση αλλά μια δεύτερη μορφή (παραλλαγή) του ποιήματος, παραλλαγή που το 1978, χρονιά που τέλειωσε η γραφή του, υπήρχε ήδη αλλά δεν είχε τότε προτιμηθεί, και τώρα προκρίνεται ως ισότιμη με την πρώτη και καταχωρείται εδώ χωρίς να την αναιρεί» (σημείωση Α&#8217;. β, σ. 251).<br />«Ισότιμη» βέβαια η παραλλαγή είναι τρόπος του λέγειν, μια και, απουσιάζοντας από τη συγκεντρωτική έκδοση, καταδικάζεται στην αφάνεια της επιμέρους συλλογής. Η μοναδική αυτή επέμβαση ίσως δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι για τους συγκεκριμένους στίχους είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του, τον καιρό που πρωτοεκδόθηκε η Απογύμνωση, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα αγαπητό στον ποιητή:</p>
<p>Πάρα πολύ μ’ αρέσει και το της σελ. 25 [«Πανδοχείο»], μολονότι εδώ θα είχα να κάνω μια (διόλου υποχρεωτική) παρατήρηση. Νομίζω πως οι τρεις τελευταίοι στίχοι μπορούσαν και να λείπουν. Το νόημα και η συγκίνηση ολοκληρώνονται ήδη. Έχω την υποψία ότι και σένα σε προβλημάτισαν λίγο αυτοί οι στίχοι.<br />(Επιστολή προς Ανέστη Ευαγγέλου, Ηράκλειο Αττικής,<br />[23.6.1979], AAE.VIII.7.1· βλ. και σ. 671)</p>
<p>Δυο χρόνια αργότερα, το 1990, κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη, από τον «Παρατηρητή» και πάλι, το κείμενο &#8211; μανιφέστο του ποιητή Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική, που μοιράζεται σε εννιά, αριθμητικά τιτλοφορημένες, ενότητες. Το ποιητικό αυτό δοκίμιο φαίνεται να έχει υπόψη του κυρίως τη συλλογή του Γιώργου Θέμελη Arspoetica (Θεσσαλονίκη 1974), η οποία επίσης τιτλοφορεί αριθμητικά τις δώδεκα ενότητές της.</p>
<h6><strong>10. Το χωνί και η ερήμωση, «Χειρόγραφα», Θεσσαλονίκη 1994.</strong></h6>
<p>Η τελευταία συλλογή -και η μοναδική με αφιέρωση (στην Ντίνα)-, που κυκλοφορεί το Φεβρουάριο, δύο μήνες πριν από το θάνατο του ποιητή, μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη, «Το χιόνι (1987-1990)», περιλαμβάνει εννιά ποιήματα, ενώ η δεύτερη, «Ερήμωση (1989-1993)», δεκατρία, γραμμένα όλα στα χρόνια της ασθένειας. Το πρώτο μέρος συνεχίζει να κινείται κατά βάση στην κατεύθυνση της προηγούμενης συλλογής: συνάντηση με το νεκρό μικρό αδερφό στο πρώτο και πιο εκτεταμένο ποίημα της ενότητας, η ποιητική σταδιοδρομία και η ποιητική τέχνη, η μοναξιά και η ιδεολογική διάψευση. Το δεύτερο αναφέρεται εξολοκλήρου στην αγωνία που προκαλεί η εμπειρία του επικείμενου θανάτου. Το ποιητικό υποκείμενο, ολότελα ακάλυπτο μπροστά στην αμείλικτη στιγμή του τέλους, βιώνει βασανιστικά τον αβάσταχτο πόνο του σώματος. Στην οριακή αυτήν κατάσταση διαμαρτύρεται, αντιστέκεται, κάνει επείγουσες εκκλήσεις στο Θεό, την ίδια στιγμή που ειρωνεύεται και σαρκάζει τη μεροληπτική αγαθότητά του και τον παραλογισμό του θανάτου.<br />Τον ίδιο μήνα κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη, από τον «Παρατηρητή» αυτήν τη φορά, το τελευταίο έργο του Ευαγγέλου Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970). Ανθολογία, 1994, με εκτενή εισαγωγή του Γιώργου Αράγη.</p>
<p>Αυτές είναι οι οχτώ ποιητικές συλλογές και οι σημασιολογικές τους δομές. Μια συνολικότερη θεώρησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε ορισμένες γενικότερες παρατηρήσεις. Οι έξι από τους οχτώ τίτλους είναι συμβολικοί και υποδηλώνουν γενικά το<br />θέμα τους. Μία δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), ενώ μια άλλη έχει τίτλο τεχνοτροπικό (Τα χάι-κάι). Με εξαίρεση την ειδική περίπτωση αυτής της τελευταίας, όλες οι άλλες συλλογές κινούνται ανάμεσα στα είκοσι και είκοσι εφτά ποιήματα: 24 (Περιγραφή εξώσεως), 23 (Μέθοδος αναπνοής), 25 (Αφαίμαξη ’66-’70), 27 (Το διάλειμμα), 116 (Τα χάι-κάι), 26 (Απογύμνωση), 25 (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), 20 (Το χιόνι και η ερήμωση). Σύνολο: 286 ποιήματα. Ή 170, αν εξαιρεθούν τα 116 της συλλογής Τα χάι-κάι, που έτσι κι αλλιώς έχουν έναν άλλο, ιδιότυπο, χαρακτήρα λόγω της σύντομης και πάγιας μορφής τους. Κατά μέσο όρο οι συλλογές κυκλοφορούν κάθε τέσσερα περίπου χρόνια, με πιο<br />κοντινές μεταξύ τους Το διάλειμμα (1976), Τα χάι-κάι (1978) και την Απογύμνωση (1979). Αν παραμερίσουμε τις δύο πρώτες από αυτές τις τελευταίες (163 ποιήματα οι δυο μαζί, πάνω από το μισό της συνολικής παραγωγής), οι οποίες γράφονται παράλληλα με τα ποιήματα της Απογύμνωσης, κάτι που διαπιστώνεται πρώτη και τελευταία φορά, συνιστώντας κι από την άποψη αυτή διάλειμμα, θεματικό η πρώτη, τεχνοτροπικό η δεύτερη, τότε ο μέσος όρος ανέρχεται σε πέντε τόσα χρόνια. Όχι μικρός, για να γραφούν είκοσι, σύντομα εν γένει ποιήματα, της μιας σελίδας, τέσσερα το χρόνο. Το γεγονός πως στο μεταξύ γίνονται κι άλλες εκδόσεις δεν αλλάζει σε τίποτα τα πράγματα, γιατί ο Ευαγγέλου είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, ποιητής.<br />Δύο συλλογές παίρνουν τον τίτλο τους ενόλω ή ενμέρει από ποιήματά τους (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, Το χιόνι και η ερήμωση). Πέντε από τις οχτώ (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Τα χάι-κάι, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση) μοιράζουν τα ποιήματά τους σε ενότητες, θεματικά οι τέσσερις πρώτες, η πέμπτη και χρονολογικά. Σε δύο ενότητες μοιράζουν τα ποιήματα οι τέσσερις (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση) και σε τέσσερις η ειδική περίπτωση Των Χάι-κάι. Όταν οι ενότητες είναι δύο, υπάρχει προλογικό ποίημα (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Απογύμνωση) &#8211; σε μια περίπτωση και επιλογικό (Το διάλειμμα). Η επωνυμία των ενοτήτων αντλείται από τίτλο ποιήματος τους σε τρεις συλλογές: Αφαίμαξη<br />’66-’70, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση. Στην τελευταία μάλιστα συλλογή η συναρμογή είναι στενότερη, καθώς οι τίτλοι των δύο ποιημάτων δεν είναι μονάχα τίτλοι των ενοτήτων, αλλά ανάγονται και στον τίτλο της συλλογής.<br />Τρεις συλλογές έχουν επιγραφή (Περιγραφή εξώσεως, Μέθοδος αναπνοής, Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα). Όταν όμως η συλλογή μοιράζεται σε δύο μέρη, οι επιγραφές μεταφέρονται στις ενότητες σε δύο περιπτώσεις (Αφαίμαξη ’66-’70, Απογύμνωση), σε μία δεν υπάρχουν καθόλου (Το διάλειμμα), ενώ σε άλλη μία υποκαθίστανται κατά κάποιον τρόπο από τους χρόνους γραφής (Το χιόνι και η ερήμωση). Με εξαίρεση την επιγραφή της πρώτης συλλογής, που είναι ξένη, όλες οι άλλες, συλλογών και ενοτήτων αλλά όχι ποιημάτων, είναι αυτοπαραθέματα, τα οποία αντλούνται κατά κανόνα από την προηγούμενη κάθε φορά συλλογή.41 Παράλληλα τίτλοι ποιημάτων γίνονται συχνά τίτλοι ενοτήτων, ενώ σπανιότερα τίτλοι ποιημάτων ή ενοτήτων γίνονται τίτλοι συλλογών. Αυτή η αναγωγή τίτλων από τα ποιήματα στις ενότητες και στις συλλογές αλλά κι ο τρόπος που μπαίνουν οι επιγραφές σε συλλογές και ενότητες παρουσιάζουν μια ορισμένη συμμετρία, όπως διαφαίνεται από τον πίνακα που ακολουθεί (όπου Ε= επιγραφή):</p>
<p>Τίτλοι συλλογών<br />Περιγραφή εξώσεως Ε(ξένη) ενοτήτων ποιημάτων<br />Μέθοδος αναπνοής<br />Αφαίμαξη ’66-’70 Ε Το κακό παιχνίδι Ε Ένα παιχνίδι σικέ<br />Ανάβαση Ε Ανάβαση<br />Το διάλειμμα Στο καμίνι<br />Μετά την καύση <br />Τα χάι-κάι Νεκροί του Νοέμβρη<br />Άρρωστα χρόνια<br />Της αγάπης<br />Άστεγα <br />Απογύμνωση Η κωμωδία Ε Η κωμωδία<br />Το πανδοχείο Ε Το πανδοχείο<br />Η επίσκεψη και άλλα Ε <br />ποιήματα Η επίσκεψη<br />Το χιόνι και η ερήμωση Το χιόνι (1987-1990) Το χιόνι<br />Ερήμωση (1989-1993) Ερήμωση</p>
<p>Η συμμετρία δομικής υφής, που διαπιστώνεται από τον πίνακα, φαίνεται να στηρίζεται σε μια ανάλογη διευθέτηση των σημασιολογικών δομών. Στις δύο πρώτες συλλογές, Περιγραφή εξώσεως και Μέθοδος αναπνοής, τα βασικά θέματα είναι η έξωση από το σπίτι των προγόνων, η εχθρότητα και η σήψη του κοινωνικού χώρου, το επικοινωνιακό αδιέξοδο. Το ποιητικό υποκείμενο αντιμετωπίζει απολύτως αρνητικά το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να ενταχθεί και, μην έχοντας τη συνείδηση και τη δύναμη να παλέψει τις αντιξοότητες, υποχωρεί στα ενδότερα, παρόλο που αναζητά στηρίγματα στον<br />έξω κόσμο: στους άλλους, στο Θεό. Σ’ αυτήν τη φάση η πιο κοντινή διέξοδος είναι η ποίηση, επιλογή που γρήγορα αποδεικνύεται αναποτελεσματική, καθώς η ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου για ουσιαστική επικοινωνία<br />υπερβαίνει το ψεύδος-υποκατάστατο της τέχνης. Αυτή η οντολογική διάσταση μετασχηματίζεται σε κοινωνική στην τρίτη συλλογή Αφαίμαξη ’66-’70, κυρίως στη δεύτερη ενότητά της, και παγιώνεται με τις συλλογές του 1976 Το διάλειμμα και του 1978 Τα χάι-κάι, για να κορυφωθεί στη συλλογή του 1979 Απογύμνωση, και πάλι κατεξοχήν στη δεύτερη ενότητα. Οι συνθήκες ζωής, πολιτικές και κοινωνικές, ωθούν το ποιητικό υποκείμενο στην υπέρβαση της εσωτερικής του εξορίας και στην προσέγγιση με τους άλλους, η οποία έχει δύο μορφές: την αρχέγονη του έρωτα (Το διάλειμμα και η τρίτη ενότητα «Της αγάπης» της συλλογής Τα χάι-κάι) κι εκείνη της κοινωνικής ένταξης ή και της στράτευσης (Αφαίμαξη ’66-’70, οι δύο πρώτες ενότητες της συλλογής Τα χάι- κάι «Νεκροί του Νοέμβρη» και «Άρρωστα χρόνια» και Απογύμνωση). Αυτήν τη διαδικασία εξόδου από τον ατομικό χώρο και ένταξης στον κοινωνικό αποδίδει ο ποιητής με τον όρο «κοινωνικοποίηση της γραφής». Στις δύο τελευταίες συλλογές Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα και Το χιόνι και η ερήμωση επιστρέφει η οντολογική διάσταση των πραγμάτων και του κόσμου, καθώς το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί με τους αγαπημένους μακρινούς νεκρούς του (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), αλλά και αγωνιά για το δικό του, επικείμενο λόγω της νόσου, τέλος (Το χιόνι και η ερήμωση). Μια γενική ιδεολογική σκιαγράφηση του ποιητικού του έργου κάνει ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξη που παραχώρησε στους δημοσιογράφους Βησσαρίωνα Σταύρακα και Κωστή Λιόντη το 1986, ένα χρόνο πριν από την έκδοση της προτελευταίας συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα:</p>
<p>Έτσι αν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει μια υπαρξιακή διάσταση στην ποίησή μου, διάσταση που βρίσκει την έκφρασή της κυρίως στις δυο πρώτες συλλογές μου και στα πρώτα πεζογραφήματά μου, θα μπορούσε επίσης να προσθέσει άλλες δύο: την ερωτική (κατά κύριο λόγο στη συλλογή Το Διάλειμμα και σε αρκετά από Ταχάι-κάι) και αυτήν της κοινωνικής συμμετοχής, της ένταξης, θέλω να πω, των ατομικών πληγών μέσα σε ευρύτερα πλαίσια, ένταξη που καταλήγει κάποτε ακόμα και στην πολιτική «στράτευση» (Αφαίμαξη ’66- ’70, Τα χάι-κάι και Απογύμνωση). Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα ότι το άγχος, ο φόβος και η συνείδηση της υπαρξιακής ορφάνιας των πρώτων χρόνων, χωρίς να χάνονται, χωνεύονται λίγο λίγο και από συλλογή σε συλλογή μες στην επίγνωση της κοινότητας της ανθρώπινης μοίρας και στις διαρκείς απόπειρες για την υπέρβασή της με όπλα τον έρωτα και την κοινωνική αλληλεγγύη &#8211; τη «στράτευση» ενάντια στην αδικία και την ποικιλόμορφη βία της εξουσίας. [&#8230;] Έτσι, στα νεότερα ποιήματά μου, όσα έγραψα μετά την Απογύμνωση και δεν έχουν ακόμα συγκεντρωθεί σε βιβλίο, έχουν ωστόσο κάποια απ’ αυτά δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις, θα μπορούσε κανείς εύκολα να επισημάνει<br />μια επιστροφή σε υπαρξιακούς τόνους, αυτή τη φορά ίσως οξύτερους παρά ποτέ και βέβαια, ενισχυμένους με την εν τω μεταξύ κτηθείσα πείρα.<br />[«Η υπαρξιακή οδύνη ενός συγγραφέα», εφ. «Η Αυγή» (16.3.1986)]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ</strong></h5>
<p>Το Τραμ, τχ. 13-14 (Ιούνιος 1990),</p>
<p>«Ανέστης Ευαγγέλου: Τα ποιήματα (1956-1986)»</p>
<p>Τα Ποιήματα (1956 &#8211; 1986) του Ανέστη Ευαγγέλου αποτελούν συνολική έκδοση της μέχρι τώρα δημοσιευμένης ποιητικής δουλειάς του. Πρόκειται για μια δουλειά τριάντα χρόνων που είχε παρουσιαστεί νωρίτερα με τις ακόλουθες εφτά συλλογές. Περιγραφή εξώσεως 1960, Μέθοδος αναπνοής 1966, &#8216;Αφαίμαξη 1971, Το Διάλειμμα 1976, Τα Χάί &#8211; Και 1978, Απογύμνωση 1979. Η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα 1987. Τα ποιήματα αυτών των συλλογών μας παραπέμπουν ευθέως στην προσωπική σχέση του ποιητή με το περιβάλλον μέσα στο όποιο έζησε. Ένα περιβάλλον εξαιρετικά αρνητικό για το όποιο αξίζει να γίνει ιδιαίτερα λόγος.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>I</strong></h6>
<p>Ο Ευαγγέλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937. Ανήκει συνεπώς στην «κλάση» του &#8217;60 η στη «χαμένη γενιά» η «γενιά χωρίς ιδανικά», σ&#8217; αυτή που για να συνεννοούμαστε ονομάζουμε συμβατικά δεύτερη μεταπολεμική. Αναφορικά με τα ιστορικά γεγονότα θα πρέπει να θυμόμαστε πως η γενιά αυτή μεγάλωσε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η πρώτη επαφή της με τον κόσμο έγινε μέσα στον πόλεμο και στην κατοχή και άρχισε να παίρνει συνείδηση του εαυτού της στη διάρκεια του εμφύλιου. Έζησε τα χρόνια της πρώτης ωριμότητας κάτω από το βάρος της μετεμφυλιακής ψυχροπολεμικής κατάστασης και, μόλις πρόλαβε να γνωρίσει την αναλαμπή του «ένα &#8211; ένα &#8211; τέσσερα», ήρθε η δικτατορία και τα υπόλοιπα. Πάνω απ&#8217; όλα όμως ό,τι σφράγισε αρνητικά τον ψυχισμό της είναι το γεγονός ότι μπήκε στη ζωή σε μια στιγμή που δεν έμενε γι&#8217; αυτή κανένας ενεργός ρόλος. Το Ιστορικό δράμα είχε παιχτεί σύντομα κι αιματηρά κι ό,τι έμενε μετά ήταν το καταθλιπτικό βάρος των συνεπειών του. Το πως είδαν και έζησαν τις συνέπειες αυτές οι πρωταγωνιστές του δράματος είναι στενά συναντημένο με τον τρόπο της συμμετοχής τους σ&#8217; αυτό. Για τους πρωταγωνιστές δηλαδή οι συνέπειες, ανεξάρτητα από την ποιότητά τους, στάθηκαν χρωματισμένες από το είδος της συμμετοχής τους στα σχετικά γεγονότα.<br />Η πρώτη μεταπολεμική γενιά π.χ., σχεδόν στο σύνολό της, είδε πάνω στην εφηβεία της να χαράζουν κάποιες ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Πίστεψε σ&#8217; αυτές και αγωνίστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση για την πραγματοποίησή τους. Στον αγώνα της αυτό, καθώς είναι γνωστό, ατύχησε. Και μάλιστα πλήρωσε ακριβά τα όνειρά της που τα &#8216;δε τελικά να διαψεύδονται βάναυσα. Πάντως έστω κι έτσι, μ&#8217; έναν αγώνα αδικαίωτο στην πλάτη της, η πρώτη μεταπολεμική γενιά βρέθηκε για ένα σύντομο διάστημα πάνω στη σκηνή της ιστορίας σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Σύντομο διάστημα που στάθηκε εντούτοις έντονα και πολύτροπα δραστικό. Και κάτι τέτοιο από μια άποψη μπορεί να γεμίζει έκτοτε και μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια δε θα ‘λεγε εύκολα κανείς, αν έβλεπε συνολικά το πράγμα, πως είναι μια αξιοζήλευτη γενιά η πρώτη μεταπολεμική. Κάθε άλλο. Κοιταγμένη ωστόσο από τη μεριά της δεύτερης μεταπολεμικής είναι αξιοζήλευτη. Γιατί η δεύτερη μεταπολεμική υπήρξε από την αρχή κι εξακολουθητικά αποπαίδι της ιστορίας. Όπως είπα παραπάνω τη γενιά αυτή τη σφράγισε το γεγονός ότι μπήκε στη ζωή σε μια στιγμή που δεν είχε τίποτε να κάνει. Σα να &#8216;ρθε σε μια ώρα που ήταν περιττή η αχρείαστη. Έτσι, καθώς βρέθηκε από νωρίς έξω από το ιστορικό παιχνίδι, δεν είχε καμιά δυνατότητα ομαδικής δράσης. Πράγμα που σημαίνει αναγκαστικά έλλειψη ομαδικής ζωής και μάλιστα σ’ όλα τα επίπεδα, όπως λ.χ. στο πνευματικό. Δεν είναι π.χ. τυχαίο ότι ποτέ δεν εκπροσωπήθηκε από ένα περιοδικό, μια κίνηση, μια δραστηριότητα με διάρκεια κ.λπ. Να σημειωθεί έξαλλου πως ενώ την ίδια εποχή σε άλλες χώρες είχε παρουσιαστεί η αντίδραση της οργής, εδώ σε μας μια τέτοια αντίδραση ήταν αδιανόητη εξαιτίας της ιδιόμορφα καταπιεστικής κατάστασης που επικρατούσε. Με αυτές τις προϋποθέσεις &#8211; ιστορικά απόβλητη, έλλειψη ομαδικής ζωής και αναπνέοντας τη δηλητηριώδη ατμόσφαιρα μιας αρκετά μακρόχρονης περιόδου &#8211; η δεύτερη μεταπολεμική γενιά προσανατολίστηκε προς τη μόνη δυνατότητα που της έμεινε. Τη δυνατότητα της στενά ατομικής εμπειρίας και της περισυλλογής. Μια δυνατότητα που ευνόησε βέβαια τις διαπιστώσεις και τις κρίσεις από τη μια μεριά αλλά και το σκεπτικισμό και την απαισιοδοξία για τα γενικότερα ζητήματα από την άλλη.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>II</strong></h6>
<p>Να περάσουμε όμως στα ποιήματα του Ευαγγέλου. Και πρώτα πρώτα να δούμε την κάθε μια από τις εφτά συλλογές του από εμπειρική άποψη. Να δούμε δηλαδή το εμπειρικό υλικό της. Με την πρώτη συλλογή, την Περιγραφή εξώσεως, έχουμε το οδυνηρό ξύπνημα μιας νέας ύπαρξης μέσα σ&#8217; ένα ψυχρό και άξενο περιβάλλον. ’Οδυνηρό γιατί η νέα ύπαρξη αποζητάει ενστικτώδικα, ως περιβάλλον, έναν κόσμο καλύτερο. Έτσι κινείται σε δυο διαφορετικά και μάλλον αντιθετικά επίπεδα. Από το ένα μέρος μαθαίνει πάνω στο πετσί της τις αρνητικές πτυχές της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Και από τ’ άλλο, καθώς δε συμβιβάζεται μαζί της, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια κατάσταση εσωτερικής εξορίας. Έκτοτε αυτή η κατάσταση της εσωτερικής εξορίας της γίνεται ο οικείος χώρος όπου μπορεί σχετικά να οικονομεί τον εαυτό της. Ως κάτοικος του βασιλείου της μιλάει για το αίσθημα της ασφυξίας που την πνίγει και το κλίμα της απάτης που δηλητηριάζει τις ψυχές. Μιλάει επίσης για τις θετικές βεβαιότητες τις όποιες αναζήτησε χωρίς να τις βρει, για τα σημεία του κακού: την ομίχλη, τα ερείπια, τους λασπωμένους δρόμους κ.λπ. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία αρητόρευτη, μια ομιλία ήπια θρηνητική που συχνά παίρνει τη μορφή της προσευχής. Προσευχής βέβαια χωρίς θρησκευτική χροιά. Καλύτερα όμως ν&#8217; ακούσουμε, δειγματοληπτικά, τον ίδιο τον ποιητή.</p>
<p>Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης<br />που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει<br />από τόπο σε τόπο, μακριά<br />από το πάτριο χώμα, και δίχως<br />να το καταλαβαίνει η νοσταλγία<br />του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,<br />και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας<br />να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —<br />έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,<br />που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας<br />σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας<br />από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο<br />ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν<br />τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο<br />τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο κι όταν<br />καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει<br />σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή<br />με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως<br />ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —<br />πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση<br />λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος<br />που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας<br />πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.</p>
<p>Ο τίτλος της συλλογής. Περιγραφή εξώσεως, στην κυριολεξία σημαίνει &#8211; εννοώ μέσα στα κείμενα που στεγάζει &#8211; έξωση από το πατρικό σπίτι. Είναι αλήθεια πως την εποχή που γράφεται η Περιγραφή εξώσεως συντελείται η ανοικοδόμηση των μεγάλων πόλεων. &#8216;Ανοικοδόμηση που έχει ως συνέπεια το πέρασμα του κόσμου από τα σπίτια &#8211; μονοκατοικίες στα άξενα διαμερίσματα των πολυκατοικιών. Πάντως ο Ευαγγέλου δεν περιορίζει τη σημασία του τίτλου στο θέμα της «έξωσης» από το πατρικό σπίτι &#8211; μονοκατοικία. Το νόημα του τίτλου είναι κατεξοχήν μεταφορικό και σημαίνει τη στέρηση του περιβάλλοντος εκείνου που ο κάθε άνθρωπος το προϋποθέτει και το αναζητάει μετά τη γέννησή του. Αυτό το περιβάλλον που ο ποιητής δεν το γνώρισε παρά ως επιθυμία, ως έλλειψη και ως αναζήτηση. Περιττό να πω ότι περιβάλλον εδώ σημαίνει το κάθε τι που αποτελεί θετική προϋπόθεση υλικής, ψυχικής και πνευματικής ζωής.<br />Με τη δεύτερη συλλογή, τη Μέθοδο αναπνοής, συνεχίζεται η εμπειρική δοκιμασία της πρώτης. Αίσθημα ασφυξίας, κλίμα απάτης, έλλειψη θετικών βεβαιοτήτων, αδιέξοδο και αντίρροπα πάλι αποδοχή της εσωτερικής εξορίας ως ένα τρόπο επιβίωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η φράση εσωτερική εξορία έχει την έννοια της παθητικής αντίστασης στις αρνητικές συνθήκες του περιβάλλοντος. Το νέο άτομο δε δέχεται τους όρους με τους οποίους παίζεται το κοινωνικό και πολιτικό παιχνίδι. Αρνιέται τους προαποφασισμένους κανόνες αυτού του παιχνιδιού και μένει αμέτοχο. Και καθώς, στη συγκεκριμένη περίσταση πάντα, οποιοδήποτε είδος πρακτικής αντίστασης στους δοσμένους κανόνες συνεπάγεται βέβαιο κίνδυνο και μάλιστα χωρίς αντίκρισμα, υποχωρεί στον πλασματικό μικρόκοσμό του. Το άτομο αυτό μπορεί να παρακολουθεί τα γεγονότα, να τα εξετάζει από διάφορες πλευρές, να τα κρίνει και κάποτε να τα κατανοεί, όχι όμως και να τα δέχεται. Πρόκειται δηλαδή για οντότητα μόνο εσωτερικά ενεργή. Πάντως όσο και να οικονομεί κανείς τον εαυτό του με μια τέτοια ενεργητικότητα, εφόσον αυτή προκύπτει ως προϊόν σκληρής ανάγκης και όχι ως προϊόν ελεύθερης εκλογής αποτελεί τελικά μια κατάσταση δυσάρεστη ως οδυνηρή.</p>
<p>Ό τίτλος Μέθοδος αναπνοής δηλώνει από πρώτη άποψη προσπάθεια εθισμού και συμφιλίωσης με το περιβάλλον. Σέ σχέση όμως με τα ποιήματα πού στεγάζει ή φράση είναι ειρωνική και σημαίνει μάλλον το αντίθετο. Θέλω να πω ότι επισημαίνει κυρίως τη δυνατότητα και επομένως τον κίνδυνο του συμβιβασμού. Εξάλλου καθεαυτή ή φράση Μέθοδος αναπνοής αποτελεί οξύμωρο σχήμα λόγου το όποιο δηλώνει ανοίκεια καταπίεση ή τέτοια άσκηση σωματικής λειτουργίας. Να δούμε όμως ένα συναφές ποίημα τής συλλογής. Επιγράφεται «&#8217;Υποθήκη πατρική».</p>
<p>ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΙΚΗ</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις<br />από τη μνήμη σου εντελώς· είναι καιρός<br />να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα<br />που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,<br />με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,<br />τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους, να τ’ αγαπήσεις<br />σαν να ’τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια·<br />είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια<br />που τριγυρίζουν στις γωνίες, να γίνεις φίλος<br />με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις<br />σαν να ’ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό.</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη<br />και μόνο η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση —<br />πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.</p>
<p>Η τρίτη συλλογή, η &#8216;Αφαίμαξη, φέρνει στο νου &#8211; ως λέξη και ως επισήμανση τη συλλογή Καθημαγμένοι του Γιάννη Νεγρεπόντη, ενός άλλου ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Εξάλλου γενικότερα, ως πραγματογνωσία, συγκλίνει προς ένα σημείο προς το όποιο συγκλίνουν από διαφορετικούς δρόμους και άλλοι συνομήλικοι του ποιητή. Ο Καρανικόλας π.χ., ο Μάρκογλου, ο Λεοντάρης και πιο αιρετικά αλλά σαφώς η ερωτική τριάδα των Χριστιανόπουλου, Ασλάνογλου, Ιωάννου. Υπάρχουν βέβαια κι εδώ όλα τα βασικά εμπειρικά δεδομένα που συναντούμε στις δυο προηγούμενες συλλογές του ποιητή. Αν κάτι αλλάζει τώρα είναι η οπτική γωνία του υποκειμένου που παρουσιάζει κάποια διαφοροποίηση.<br />Αρχικά παρατηρούμε πως η πρώτη οξύτητα της διαμαρτυρίας υποχωρεί σε μια ηπιότερη αντίδραση. Ο νεανικός πόνος, η έκπληξη, τα ανήσυχα ερωτήματα, δίνουν τόπο σε μια καρτερικότερη ενατένιση των συντελεσμένων. Κι ίσως γι’ αυτό βλέπουμε μια σχετική μετακίνηση από το στενά ατομικό προς το συ λογικότερο. Το ενδιαφέρον βαθμιαία στρέφεται προς τα γενικότερα ζητήματα με ανάλογες διαπιστώσεις και συλλογισμούς. Το ποιητικό εγώ διαπιστώνει αποτελέσματα αλλά και σκέφτεται πάνω στις αιτίες και στους πιθανούς ένοχους. Υπάρχει δηλαδή εδώ περισσότερη στοχαστική στάση απέναντι στα πράγματα και ανάλογη επεξεργασία των εμπειρικών στοιχείων. Με δυο λόγια θα έλεγα πως στις δυο προηγούμενες συλλογές κυριαρχεί το πάθος, ενώ στην ’Αφαίμαξη κερδίζει έδαφος η στοχαστική διάθεση. Ήδη όμως στη Μέθοδο αναπνοής είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια αυτής της φοράς προς μια στοχαστικότερη επεξεργασία της συγκίνησης. Θα ήταν πάντως δύσκολο να διακριθεί με σαφήνεια αν δεν έπαιρνε τις διαστάσεις που πήρε στην Αφαίμαξη. Να πάρουμε όμως πάλι μια ιδέα της ποιητικής πράξης από πρώτο χέρι.</p>
<p>Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά<br />και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,<br />προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη<br />να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις<br />για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,<br />για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,<br />για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,<br />και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,<br />βάζοντας όλη σου την αντοχή για νάβρεις τους ενόχους —<br />σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,<br />σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,<br />σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο<br />και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.</p>
<p>Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής. Αφαίμαξη, τρεις συλλογές γεμάτες σκοτεινιά, οδύνη και αδιέξοδο, όπου η θετική όψη της ζωής φαίνεται οριστικά χαμένη. Ξαφνικά όμως για το ποιητικό εγώ το σκηνικό αλλάζει άρδην. &#8220;Αν και στη γενική κατάσταση δεν αλλάζει τίποτε, από ορισμένη πλευρά αστράφτει φως.<br />Ευτυχισμένες στιγμές έρχονται να διακόψουν την οδυνηρή πραγματογνωσία και να σημάνουν την ώρα του έρωτα. Η τέταρτη συλλογή, Το Διάλειμμα, αφορά την εμπειρία της ερωτικής ευφροσύνης. Για την ακρίβεια η συλλογή χωρίζεται σε δυο μέρη, με πρώτο το Στο καμίνι και δεύτερο το Μετά την καύση. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε το πάθος για ζωή να εκδηλώνεται τόσο έντονα όσο ανέλπιστα του δόθηκε η δυνατότητα να εκδηλωθεί. Τα πάντα ξεχνιούνται για λίγο για να χωρέσει όσο γίνεται πιο ατραυμάτιστη η νέα εμπειρία.</p>
<p>Στιγμή μοναδική<br />του χρόνου λάφυρο.</p>
<p>Σε κράτησα νυχτερινή<br />απτή<br />κι όνειρο δεν ήταν<br />πλάνη δεν ήτανε της στέρησης<br />αντικατοπτρισμός της παιδεμένης<br />φαντασίας</p>
<p>που μπλέχτηκαν τα σώματά μας<br />που πάλεψαν<br />που ο θάνατος για μια στιγμή<br />μοναδική<br />είχε καταργηθεί.</p>
<p>Βέβαια για μια στιγμή ίσως όλα μπορούν να ξεχαστούν. ’Αλλά πόσο κρατάει μια στιγμή; &#8216;Ήδη στο δεύτερο μέρος, το Μετά την καύση, η συγκίνηση αρχίζει να δίνει έδαφος στη σκέψη. “Αν και βρισκόμαστε ακόμη στο ερωτικό αλώνι, το δεύτερο μέρος αποτελεί μάλλον έναν απολογισμό του πρώτου. ’Από την πλευρά αυτή το Στο καμίνι, ως εμπειρία θυμική, είναι αντίστοιχη με την Περιγραφή εξώσεως και τη Μέθοδο αναπνοής, ενώ το Μετά την καύση, ως στοχαστικότερο, είναι αντίστοιχο με την ’Αφαίμαξη. Φυσικά από αυτή την πλευρά μονάχα, δηλαδή απλώς ως αντίδραση απέναντι στα πράγματα περισσότερο η λιγότερο ευθέως θυμική και τίποτε άλλο. Από τα προηγούμενα θα φάνηκε πως ο τίτλος Διάλειμμα έχει τη σημασία της ερωτικής σφήνας η όποια αμβλύνει, όσο διαρκεί, την άμεση επαφή του ποιητικού εγώ με τη γύρω του καταθλιπτική κατάσταση.<br />Η πέμπτη συλλογή, Τα Χάι &#8211; Κάι, δεν αντιπροσωπεύει ορισμένη εσωτερική περιπέτεια. Μάλλον προδίνει το δισταγμό του ποιητή να καταδυθεί αμέσως ύστερα από το Διάλειμμα στον εσωτερικό του παιδεμό. Δεν αρνιέται βέβαια το κεκτημένο φορτίο των περασμένων αφού με γνώρισμα αυτό το φορτίο παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του. Και γύρω του συμβαίνουν αξιοπρόσεχτα γεγονότα. Το βλέμμα του λοιπόν είναι στραμμένο προς τους άλλους. Θεματικά Τα Χάι &#8211; Κάι αναφέρονται<br />στο Πολυτεχνείο («Νεκροί του Νοέμβρη»), στη Χούντα («Άρρωστα χρόνια»), στον έρωτα («Της Αγάπης») και σε διάφορα άλλα μικροθέματα («Άστεγα»). Όπως προανάφερα Τα Χάι &#8211; Κάι προδίνουν μάλλον το δισταγμό του ποιητή να περάσει αμέσως μετά Το Διάλειμμα στο βασανιστικό στίβο της εσωτερικής του ζωής. Πράγμα που του δίνει το περιθώριο να ασκηθεί πάνω σ’ ένα είδος τεχνικής η όποια από το ένα μέρος απαιτεί δεξιοτεχνία μικρογράφου, ενώ από τ’ άλλο αποκλείει ανοιχτές θεματικές αναπτύξεις. Έτσι μ’ αυτή τη συλλογή έχουμε ένα μικρό γαλαξία διάφορων διαπιστώσεων, παρατηρήσεων, κρίσεων κ.λπ. Ενώ κατά τα άλλα υπάρχει σχετική ανάπαυλα.<br />Με την έκτη συλλογή, την ’Απογύμνωση, έχουμε σαφή υποχώρηση προς την Αφαίμαξη. Φαίνεται πως κανένας έρωτας δε μπορεί να στηρίξει για πολύ μια ζωή με ιστορικό μείον. Κι εδώ αμέσως μετά την ένταση της ερωτικής συνάντησης ο ποιητής νιώθει πάλι τις σκληρές αιχμές της γύρω του πραγματικότητας. Τα βασικά στοιχεία που φέρνουν την Απογύμνωση κοντά στην Αφαίμαξη είναι, πρώτα, ότι τα πράγματα βλέπονται από κάποια απόσταση και με σχετική στοχαστική διάθεση. Έχουμε δηλαδή σε μεγάλο βαθμό επεξεργασία των θυμικών καταστάσεων και ανάλογη διατύπωση. Έπειτα και στις δύο συλλογές υπάρχουν αντιδράσεις πάνω σε γεγονότα συλλογικά. Κι αυτό θα πει πως το στενά ατομικό δίνει έδαφος στο συλλογικότερο. Υπάρχει επίσης η ίδια στυφή γεύση της πραγματικότητας και το ίδιο βάθος της απόγνωσης. Η Απογύμνωση γράφεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και θα ’λεγε κανείς πως κάποια, έστω και μικρή, αισιοδοξία θα έπρεπε να είχε εισχωρήσει στα κείμενά της. Κι όμως όχι, κανένα ίχνος αισιοδοξίας δε διαφαίνεται. Φανερό πως για τον ποιητή, που είναι ώριμος πιά από πείρα και γνώση, που ξέρει πως η ζωή του έχει σφραγιστεί αρνητικά για πάντα και που βλέπει πέρα από τις διακυμάνσεις της<br />τρέχουσας πραγματικότητας, δεν προκύπτει κανένας σοβαρός λόγος αισιοδοξίας.<br />&#8216;Υπάρχουν απλώς ορισμένα γεγονότα που αξίζει να προσεχτούν και να υπογραμμιστούν. Κάπως έτσι.</p>
<p>Με παραχαραγμένη τη ζωή μας,<br />που άλλοι κινούν, αθέατοι, τα νήματά της,<br />παραμορφωτικά αλλοιωμένοι στο μηχανικόν αιώνα,<br />τραυλίζοντας γλώσσες ακατάληπτες, δίχως πατρίδα<br />και ρίζες μες στην ίδια μας πατρίδα,<br />περνούν τα χρόνια, φίλοι μου, περνώ κι εγώ<br />με το μαχαίρι της φωνής μου στομωμένο.</p>
<p>Η έβδομη και τελευταία συλλογή, Η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα, δείχνει μάλλον εμπειρική στασιμότητα. Σ’ αυτή για πρώτη φορά ο Ευαγγέλου (εξαιρώ Τα Χάι &#8211; Κάι που είναι προϊόν τεχνικής άσκησης στο περιθώριο μιας ψυχικής ανάπαυλας) δε δηλώνει με την επιγραφή της ορισμένη εμπειρική φάση. &#8216;Αφήνοντας έτσι να εννοηθεί πως δεν υπάρχει ουσιαστική εμπειρική διαφοροποίηση από την αμέσως προηγούμενη συλλογή, την ’Απογύμνωση. Κάτι που επαληθεύεται από τα ίδια τα πράγματα, από την ανάγνωση δηλαδή των κειμένων της ’Επίσκεψης. Παραπέμποντας έτσι σε ό,τι είπα για την ’Απογύμνωση, αντιγράφω παρακάτω ένα χαρακτηριστικό κείμενο της τελευταίας συλλογής.</p>
<p>Στα βρώμικα νερά του λιμανιού<br />μια μέδουσα επιζεί.<br />Αγκομαχώντας,<br />με το δυσκίνητο και πλαδαρό κορμί της,<br />που έχασε το γαλάζιο του και γέμισε<br />φριχτά σημάδια του αναπόφευκτου,<br />βούλες του γένους της καταραμένες,<br />κινείται αργά μεσ’ από κόπρανα<br />μεσ’ από προφυλακτικά και πετρελαιοκηλίδες.</p>
<p>&#8216;Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ έκανε<br />τα μαγικά ταξίδια της νεότητας<br />στα πέρατα του κόσμου: στον κυματοθραύστη.<br />’Εδώ ερωτεύτηκε κι ανάστησε με τον καιρό<br />παιδιά κι εγγόνια για να χάσει, τέλος,<br />όλες τις αυταπάτες της, μία μία,<br />για θάλασσες τάχα πιο καθαρές που κάπου<br />&#8211; δεν μπορεί &#8211; πρέπει να υπάρχουν.</p>
<p>Κάθε πρωί τη βλέπω δακρυσμένος,<br />την προσκυνώ<br />και τη χαϊδεύω με το βλέμμα.<br />Είναι γριά, είναι άσχημη και μόνη πιά<br />μέσα στο πλαδαρό κορμί της&#8217; όμως επιμένει.<br />Μες στον μεγάλο υπόνομο του κόσμου<br />συντηρεί το είδος.</p>
<p>Κοιτάζοντας εποπτικά τη δουλειά του Ευαγγέλου, με βάση τα εμπειρικά στοιχεία της, θα παρατηρούσα τα ακόλουθα. α) Στις συλλογές Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής και Το Διάλειμμα, προέχουν οι στενά προσωπικές αντιδράσεις. Ενώ στην Αφαίμαξη, Τα Χάι &#8211; Κάι, την Απογύμνωση και την ’Επίσκεψη περνούμε σε συλλογικότερο δεδομένα, β) Στην Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδο αναπνοής και πρώτο μέρος από Το Διάλειμμα (Στο Καμίνι), έχουμε ανταποκρίσεις από μια άμεση επαφή με τα πράγματα, όπου η συγκίνηση και το πάθος δίνουν το βασικό τόνο. Αντίθετα σ&#8217; όλο το υπόλοιπο μέρος των ποιημάτων έχουμε ανταποκρίσεις από κάποια απόσταση από τα γεγονότα και στοχαστικότερη διάθεση, γ) Το Διάλειμμα είναι η μόνη συλλογή όπου η στάση του ποιητικού εγώ είναι θετική απέναντι στην πραγματικότητα, ενώ σ&#8217; όλο το άλλο έργο είναι έντονα αρνητική.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΙΙΙ</strong></h6>
<p>Στα προηγούμενα είδαμε την ποίηση του Ευαγγέλου από εμπειρική σκοπιά κι ίσως είναι σκόπιμο να τη δούμε αμέσως παρακάτω από βιωματική. Από βιωματική βέβαια είναι ένας λόγος, αφού μεταξύ άλλων θα πρέπει, κανονικά, να πάρουμε ένα ένα όλα τα ποιήματα του βιβλίου και να τα δείξουμε, όσο γίνεται, από τη συγκεκριμένη πλευρά. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα οδηγούσε σε μια ανοικονόμητη εργασία η όποια δεν είναι στις προθέσεις του κειμένου τούτου. Θα πάρω έτσι την ελευθερία, γενικεύοντας αυθαίρετα. να σχηματοποιήσω.<br />Θα έλεγα λοιπόν πως όλα τα ποιήματα του Ευαγγέλου &#8211; εξαιρώ για την ώρα τη συλλογή Το Διάλειμμα στην όποια θα αναφερθώ υστερότερα ξεχωριστά για λόγους που θα εξηγήσω &#8211; προϋποθέτουν δυο καταστάσεις. Μία πραγματική και μία αποζητούμενη η επιθυμητή. Η πραγματική αφορά το υπαρκτό περιβάλλον του ποιητικού εγώ, ενώ η αποζητούμενη αποτελεί μάλλον πλάσμα του. Η πραγματική αντιμετωπίζεται πάντοτε αρνητικά και η επιθυμητή πάντοτε θετικά. Αυτές οι δυο καταστάσεις δεν εκφράζονται σ&#8217; όλα τα ποιήματα συμμετρικά. Η πρώτη, η πραγματική που άφορά το υπαρκτό περιβάλλον, δεν απουσιάζει από κανένα ποίημα.<br />Και, έκτος από ένα μικρό μέρος, καλύπτει εκφραστικά ολόκληρο σχεδόν τον όγκο των κειμένων. &#8220;Ένα σχετικό παράδειγμα.</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μέσα σ&#8217; αυτούς<br />τους σκοτεινούς λασπωμένους δρόμους όπου προχωρούμε.<br />όλο προχωρούμε μεσ&#8217; από γούβες ψηλαφώντας.<br />τυφλοί μες στο σκοτάδι και την καταχνιά<br />βουτώντας ως τα γόνατα στην παχιά λάσπη &#8211;<br />εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ<br />εγώ ο φτωχός καθώς εσείς. ο έρημος.<br />γυμνός μέσα στα βρώμικα νερά σε σας μιλώ<br />εδώ που τώρα βρίσκομαι, εδώ<br />που τα κοράκια διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.</p>
<p>Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για μια καθαρά αρνητική εκδοχή του περιβάλλοντος του ποιητικού εγώ. Εκδοχή που τη συναντούμε έτσι η αλλιώς εκφρασμένη σ&#8217; όλο το έργο του Ευαγγέλου &#8211; με μόνη εξαίρεση Το Διάλειμμα. Η δεύτερη κατάσταση, η αποζητούμενη, άλλοτε εκφράζεται ως ένα βαθμό, άλλοτε απλώς δηλώνεται και άλλοτε υπονοείται χωρίς να δηλώνεται καν. Και μοναχά σε λίγες περιπτώσεις τυχαίνει να καλύπτει εκφραστικά ένα σημαντικό μέρος κειμένου. Κάτι που συμβαίνει π.χ. στο ακόλουθο ποίημα.</p>
<p>&#8216;Έλα λοιπόν μ «τ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />μικρή φωνή χαμένη, περιπλανημένη.<br />όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά<br />κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,<br />πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,<br />καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,<br />άνοιξε δρόμο μεσ&#8217; από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.</p>
<p>Σύμφωνα με τα προηγούμενα η πρώτη από τις δύο καταστάσεις παρουσιάζεται ως υπαρκτό κακό, ενώ η δεύτερη ως επιθυμητό καλό προς το όποιο γίνεται συχνά επίκληση. Για την πρώτη έχω μιλήσει αρκετά όταν αναφέρθηκα στην εμπειρική βάση των ποιημάτων και δε χρειάζεται τώρα ιδιαίτερη παρουσίαση. Για τη δεύτερη θα πρέπει ίσως να πω δυο λόγια. Πρόκειται για έναν ευκταίο κόσμο προς τον όποιο προσανατολίζεται ορμέμφυτα το ποιητικό εγώ και μάλιστα από αντίδραση προς το υπαρκτό περιβάλλον του. Αν και δεν έχει μορφή συγκροτημένου και οργανωμένου συνόλου, είναι εντούτοις έντονα αισθητός μέσα στα ποιήματα. Έχουμε άλλωστε κάμποσους στίχους η φράσεις που αναφέρονται στην έλλειψή του. Όπως π.χ. οι παρακάτω στίχοι:</p>
<p>’Εποχή του θρύλου, ω πόσο χαμένη,<br />απίθανη φαντάζεις, απρόσιτη<br />και στην πιο τολμηρή φαντασία.<br />η<br />Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,<br />μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,<br />ω εσύ αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή&#8230;</p>
<p>Ό,τι όμως κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, αναφορικά με τον αποζητούμενο κόσμο, είναι το γεγονός ότι, ενώ καλύπτει ως έκφραση ελάχιστη έκταση των κειμένων και συνήθως μονάχα υπονοείται, εντούτοις ασκεί ισχυρότατη έλξη στο ποιητικό εγώ το όποιο φέρεται πάντοτε προς αυτόν. Είναι σαν τη βελόνα της πυξίδας που έλκεται πάντα προς το βόρειο πόλο. Η θέση βέβαια από την όποια ξεκινάει η ποιητική πυξίδα για να στραφεί προς το δικό της πόλο είναι εκείνη του περιβάλλοντος. Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο όποιο οργανώνεται εκάστοτε η αφετηρία του ποιητικού γεγονότος. Αφετηρία που συνήθως ως διατύπωση καλύπτει ολόκληρη την έκταση των κειμένων. ’Έχουμε συνεπώς σε κάθε ποίημα βάση η αφετηρία το πραγματικό περιβάλλον και φορά προς τον αποζητούμενο κόσμο του ποιητή. Αυτό ασφαλώς δε σημαίνει ότι σε κάθε ποίημα έχουμε την ίδια ακριβώς αφετηρία, ούτε την ίδια ένταση φοράς. (Το δοσμένο περιβάλλον, πέρα από το επίπεδο της θεωρητικής γενίκευσης όπου αναφέρεται σαν ένα, στο επίπεδο της καθημερινής πράξης παρουσιάζει άπειρες πτυχές). Είπα παραπάνω πως κάνει εντύπωση το πόσο ισχυρή έλξη ασκεί στην ύπαρξη ο αποζητούμενος κόσμος της. Πράγμα που σημαίνει ότι με ανάλογη ένταση στρέφεται από την κάθε φορά συγκεκριμένη αφετηρία προς το σημείο αυτού του κόσμου. Και παρατηρείται το φαινόμενο πως όσο πιο αρνητικά εκφράζεται η εκάστοτε αφετηρία, τόσο πιο έντονα τελικά απογειώνεται απ’ αυτή το ποιητικό υποκείμενο. Πρόκειται, καθώς πιστεύω, για μια μορφή αντιστροφής, όπου όσο βαθύτερα ζει κανείς μια αρνητική κατάσταση τόσο ουσιαστικότερα την υπερακοντίζει. Έχω πει πως στην ποίηση του Ευαγγέλου υπάρχει εμπειρικό αδιέξοδο εξαιτίας του αποπνικτικού περιβάλλοντος. Αυτό είναι αλήθεια. &#8216;Αλλά βιωματικό αδιέξοδο σ’ αυτή την ποίηση δεν υπάρχει, γιατί το βίωμα καθαυτό αποτελεί υπαρξιακή δικαίωση. Από τη στιγμή που ο Ευαγγέλου καταφέρνει να κάνει ποίηση, που θα πει να βιώνει και να εκφράζει το εμπειρικό του αδιέξοδο, καταφέρνει ταυτόχρονα και να κολάζει αυτό το αδιέξοδο. Στο βιωματικό επίπεδο η κάθε αρνητική λεπτομέρεια της πραγματικότητας μπορεί ν’ αποτελεί υλικό μιας συναρπαστικής περιπέτειας, όπου στο τέλος το υποκείμενο βγαίνει κατά κάτι κερδισμένο. Και ακριβώς μιας τέτοιας περιπέτειας την ανάπτυξη μας δίνουν τα ποιήματα του Ευαγγέλου ως βιώματα. Την κάπως εκλογικευμένη θέση πάνω σ&#8217; αυτό το ζήτημα μας τη δίνει και ο ίδιος ο ποιητής στο παρακάτω ποίημα.</p>
<p>Τούτο τον κίνδυνο πρέπει πολλές φορές ακόμα να τον αρθρώσω,<br />έστω με άλλα λόγια το ίδιο πράμα να πω,<br />πρέπει άπειρες φορές και μ’ όση δύναμη έχω να μιλάω γι’ αυτόν<br />ώσπου να γίνει βουή μεγάλη, συνεχής, στα τύμπανά μου &#8211;<br />κι όχι για να τον κάνω πιο οικείο, να το συνηθίσω,<br />αφού για την περιουσία μου δεν πρόκειται,<br />το σπίτι μου, την υπόληψη έστω, τα υπάρχοντά μου<br />μα για τα πιο βαθιά μου κύτταρα, τα μυστικά<br />αγκωνάρια που στηρίζουν την ύπαρξη.</p>
<p>Πρέπει πολλές φορές ακόμα να τον αρθρώσω για να σηκώνονται<br />εκείνες οι κρυφές, άγιες φωνές, μεσ&#8217; απ’ τα κόκαλα<br />μεσ’ απ’ τα κόκαλα να σηκώνονται και ν’ αγρυπνούν.</p>
<p>Δύσκολα θα διατύπωνε καθαρότερα κανείς αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων κατά την όποια «αρθρώνοντας» το κακό «σηκώνονται&#8230; οι κρυφές, άγιες φωνές&#8230;». Από τα προηγούμενα θα έγινε αντιληπτό, πιστεύω, ότι ο τρόπος με τον όποιο αντιμετωπίζεται και εκφράζεται η πραγματικότητα, στην ποίηση του Εύαγγέλου, είναι σαφώς αρνητικός. Κι επειδή αυτός ο τρόπος καλύπτει ως έκφραση τα εννιά δέκατα των δοσμένων κειμένων, μπορώ να πω ότι είναι ο κυρίαρχος και ο<br />αντιπροσωπευτικός. Από αυτή την άποψη η ποίηση του Ευαγγέλου βρίσκεται στη συνέχεια μιας παράδοσης η όποια αρχίζει από το δημοτικό τραγούδι κι έχει στα νεότερα χρόνια κορυφαίους σταθμούς την ποίηση του Καρυωτάκη, του Σεφέρη και του Αναγνωστάκη.<br />Από τα σχετικά με τη βιωματική πλευρά της ποίησης για την όποια μιλώ εξαίρεσα από τα προηγούμενα τη συλλογή Το Διάλειμμα. Η εξαίρεση αυτή έγινε επειδή με Το Διάλειμμα αλλάζει κάπως το σκηνικό. Στα ποιήματα αυτής της συλλογής έχουμε πάλι δυο καταστάσεις αλλά κι οι δυο είναι πραγματικές. Η μία είναι το γνωστό μας περιβάλλον και η άλλη ορισμένο ερωτικό γεγονός. Η πρώτη δεν εκφράζεται αλλά δηλώνεται απλώς η υπονοείται. Η δεύτερη εκφράζεται κατά τρόπο που ως λόγος να καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την έκταση των κειμένων. Η πρώτη αντιμετωπίζεται κι εδώ πάντοτε αρνητικά, ενώ η δεύτερη πάντοτε θετικά. Έτσι Το Διάλειμμα, συγκριτικά με το υπόλοιπο έργο του Ευαγγέλου, παρουσιάζει τις εξής διαφορές, α) Στο υπόλοιπο έργο ο λόγος αφορά κατεξοχήν το περιβάλλον, ενώ στο Διάλειμμα ο λόγος προϋποθέτει απλώς την ύπαρξη αυτού του περιβάλλοντος, β) Στο Διάλειμμα, το υποκείμενο φέρεται προς μια απτή και συγκεκριμένη πραγματικότητα την όποια αποζητάει &#8211; την ερωτική εμπειρία, γ) Στο Διάλειμμα, αντίθετα από το άλλο έργο, η έκφραση έχει έντονα θετικό χαρακτήρα. Πέρα βέβαια από αυτές τις διαφορές, στο επίπεδο του βιωματικού γίγνεσθαι καθαυτού έχουμε μάλλον ομοειδές «πηλίκον». Γιατί στο επίπεδο αυτό δεν έχει καθοριστική σημασία η διάφορη εμπειρική ποιότητα που χωρίζει Το Διάλειμμα από το υπόλοιπο έργο. Είτε οικονομεί δηλαδή κανείς ορισμένο βίωμα μέσα από αρνητικές εμπειρικές συνθήκες, είτε το οικονομεί μέσα από θετικές, το τελικό αποτέλεσμα έχει την ίδια ειδολογική άξια. Έτσι όταν ο Ευαγγέλου σκιαγραφεί στο Διάλειμμα την ερωτική ευφροσύνη. την σκιαγραφεί ως εμπειρία. Ενώ στο βιωματικό επίπεδο μας δίνει ότι από τη σχετική αναφορά κερδίζεται ως ποίηση.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>IV</strong></h6>
<p>’Αναφορικά με την τεχνική πλευρά στην ποίηση του Ευαγγέλου τα πράγματα είναι αρκετά άπλα. Αν εξαιρέσουμε Τα Χάι &#8211; Κάι. επικρατεί ο ελεύθερος (ανισοσύλλαβος, ανομοιοκατάληκτος) στίχος. Ο λόγος &#8211; όπως συμβαίνει άλλωστε γενικότερα στη σύγχρονη ποίηση &#8211; εκφέρεται σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, έτσι ώστε να ταυτίζει κανείς το ποιητικό εγώ με τον ποιητή η έστω με ορισμένη εκδοχή του. Παρόλο όμως το πρώτο πρόσωπο η θέση του ποιητικού εγώ απέναντι στην πραγματικότητα δεν είναι πάντα ίδια. Στις συλλογές Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής, και πρώτο μέρος από Το Διάλειμμα (Στο Καμίνι) η ποιητική όραση παρακολουθεί από κοντά, θα ’λεγα εξ επαφής, την πραγματικότητα. Και ο λόγος είναι λόγος μάρτυρα που υποφέρει και εκφράζει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Αντίθετα στις υπόλοιπες συλλογές υπάρχει κάποια απόσταση από τα πράγματα, με συνέπεια ο λόγος να είναι μάρτυρας πάλι αλλά λιγότερο θυμικού χαρακτήρα. Πάντως η βασικότερη τεχνική στην ποίηση του Ευαγγέλου είναι η τεχνική της μεταφορικής σχηματοποίησης που πιάνει συνήθως όλη την έκταση των κειμένων στα όποια εφαρμόζεται. Και μια κι έγινε κουβέντα για μεταφορική σχηματοποίηση θα ήθελα να πω ότι ένας τύπος της που βλέπουμε αρκετές φορές είναι εκείνος της προσευχής Ως έκφραση τώρα ο συγκεκριμένος λόγος είναι λιτός, απερίφραστος, και γυμνός από κοσμητικά στοιχεία. Κάτι που μεταξύ άλλων σημαίνει ότι δε συγκαλύπτει αδυναμίες με διάφορα υπερρεαλιστικά τεχνάσματα. Απλώς ως έκφραση γυρεύει να αντιστοιχεί κατά τον καιριότερο τρόπο με τα εκάστοτε βιωματικά δεδομένα. Θα ήταν ίσως δυνατό κρίνοντας αβασάνιστα κανείς να θεωρήσει αυτόν το λόγο αδούλευτο η εύκολο. Κάτι τέτοιο βέβαια δε συμβαίνει &#8211; δεν πρόκειται για αδούλευτο λόγο. Στο επίπεδο της διατύπωσης, εφόσον διαχωρίζουμε χοντρικά, υπάρχουν τρεις τύποι λόγου. Ο ακαλλιέργητος, ο σχετικά καλλιεργημένος που επιδείχνει την όποια επεξεργασία του και ο καλλιεργημένος που δε φανερώνει το μόχθο της επεξεργασίας του. Συνήθως θεωρούμε το δεύτερο τύπο σπουδαία και δύσκολη μορφή λόγου. Στην πραγματικότητα εντούτοις αποτελεί αλάνθαστο σύμπτωμα εκφραστικής μειονεξίας. Στην ποίηση για την όποια μιλώ έχουμε διατύπωση του τρίτου τύπου, όπου ένας δουλεμένος λόγος έχει ξεπεράσει τη φάση της επεξεργασίας, κερδίζοντας την απλότητα και την ευθύτητα προς τις όποιες αποβλέπει κάθε σοβαρή εκφραστική προσπάθεια. Πρόκειται συνεπώς για κατάκτηση που είναι, εφόσον μιλούμε για<br />ποίηση, εξαιρετικής σημασίας. Πως το ξέρουμε όμως, πως φαίνεται δηλαδή αυτό μέσα στο κείμενο; Όσο μπορώ να κρίνω φαίνεται η διαφαίνεται από τα ακόλουθα: από την έλλειψη αμηχανίας, τη διαφάνεια και την πληρότητα της διατύπωσης. Ο λόγος &#8211; ο γραφτός εδώ &#8211; έχει τη δυνατότητα να υποδηλώνει πράγματα τα όποια δεν ελέγχονται από τη θέληση των συγγραφέων. Κι ένα απ’ αυτά είναι η εκφραστική αμηχανία που βλέπουμε τόσο συχνά στα κείμενα ιδίως των νέων. Το άλλο, η διαφάνεια, αφορά την καθαρότητα με την όποια μας παρουσιάζεται κάθε φορά το αντικείμενο της διατύπωσης. Κατά πόσο δηλαδή ο λόγος αποδίνει το αντικείμενό του έτσι που να διαγράφεται, με ορισμένο τρόπο, απτά στην αντίληψη του αναγνώστη. Το τρίτο, η πληρότητα, είναι ασφαλώς δυσκολότερο να σταθμιστεί. &#8216;Υπάρχει ωστόσο μια κάποια δυνατότητα να σταθμίζει κανείς αν έχει να κάνει με ολοκληρωμένο λόγο η με ανολοκλήρωτο. Να κρίνει μ’ άλλα λόγια αν η διατύπωση, μολονότι ας πούμε διαφανής, στενεύει η ακρωτηριάζει ως κάποιο βαθμό το αντικείμενο της. Πράγμα που σημαίνει ότι στο κείμενο υπάρχουν αθέλητα εκφραστικά κενά τα όποια δείχνουν ότι ο συγγραφέας του δεν ήταν κύριος του εκφραστικού οργάνου του. Ας δούμε τώρα ένα γραφτό του Ευαγγέλου.</p>
<p>Όταν έπεσε το βαρύ μαχαίρι<br />και μου άνοιξε τη βαθιά πληγή που έχω στο στήθος<br />δεν μπορούσα, βέβαια, να καταλάβω τη σημασία του:<br />έπρεπε ο χρόνος να διαγράψει την τροχιά του.</p>
<p>Έκτοτε έπαθα και έμαθα πολλά &#8211; κυρίως<br />αυτό: πως πρέπει πλέον να συνηθίσω,<br />να αγαπήσω την πληγή<br />να αγαπήσω το βαρύ μαχαίρι.</p>
<p>Ελπίζω να συμφωνούμε ότι δε βλέπουμε σ’ αυτούς τους στίχους αμηχανία, αδιαφάνεια και έλλειψη πληρότητας, με την έννοια που ανάφερα αυτές τις λέξεις παραπάνω. Και αντίθετα ότι ο λόγος υποδηλώνει &#8211; όπως και σ’ ολόκληρη τη δουλειά του ποιητή &#8211; σίγουρο χέρι που διαγράφει μια μεταφορική κατάσταση με σαφήνεια και πληρότητα. Αναφορικά με τον απέριττο τρόπο της διατύπωσης στην ποίηση αυτή είναι χαρακτηριστικό πως δυο πολύ συχνά σχήματα σύνταξης είναι τα ακόλουθα: υποκείμενο &#8211; ρήμα &#8211; αντικείμενο, ρήμα &#8211; υποκείμενο &#8211; κατηγορούμενο. Πράγμα που μεταφράζεται σε ουσιαστικό η αντωνυμία &#8211; ρήμα &#8211; ουσιαστικό η αντωνυμία &#8211; ρήμα &#8211; επίθετο. Κι όμως μ’ αυτόν τον τόσο απέριττο τρόπο όχι μόνο δεν έχουμε εκφραστικά κενά αλλά αντίθετα έχουμε σαφή δείγματα εκφραστικών επιτευγμάτων. ’Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως λέξεις όπως «σπίτι», «πανδοχείο», «ομίχλη», «μνήμη», «χαλάσματα», «δρόμοι», «παιδί» και τόσες άλλες έχουν αναβαπτιστεί έτσι που να κερδίζουν μέσα στη δοσμένη ποίηση ειδική φόρτιση.<br />Ο Ευαγγέλου ανήκει στην κατηγορία των ποιητών εκείνων που παρουσιάζονται ώριμοι αμέσως, από το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής. Εννοώ ώριμοι από κάθε άποψη. Επειδή όμως εδώ αναφέρομαι στην έκφραση θα έλεγα πως σ’ αυτόν τον τομέα, από την πρώτη ως την τελευταία συλλογή, δεν έχουμε ουσιαστική εξέλιξη, αλλά ευθύς εξαρχής εκφραστική ωριμότητα. Και πως η μόνη αξιοπρόσεχτη διαφοροποίηση είναι αυτή που έχω σημειώσει ήδη, ότι δηλαδή στις πρώτες συλλογές κυριαρχεί η συγκίνηση , ενώ στις επόμενες κερδίζει έδαφος η στοχαστική διάθεση. Κι η τέτοια διαφορά αντανακλά, όπως είναι φυσικό, στο χαρακτήρα της έκφρασης.<br />Είχα πει στην αρχή σ’ ένα σημείο πως η συγκεκριμένη ποίηση αποτελεί μια αρητόρευτη διαμαρτυρία. Με τη λέξη αρητόρευτη εννοούσα δυο πράγματα. Πρώτα χαμηλό τόνο φωνής. Κάτι που δε θα δυσκολευτεί κανείς πιστεύω να το διαπιστώσει στα λίγα κείμενα που χρησιμοποίησα στις προηγούμενες σελίδες η διαβάζοντας ολόκληρο το έργο. Είναι αλήθεια πως ο Ευαγγέλου διαμαρτύρεται, αλλά διαμαρτύρεται χωρίς κραυγαλέους τόνους. Η διαμαρτυρία του γίνεται αντιληπτή κυρίως ως αίτημα δικαιοσύνης ενός ανθρώπου με ανθρωπιστικά ιδεώδη. Το δεύτερο συστατικό της λέξης αρητόρευτη έχει να κάνει με την ανιδιοτέλεια του λόγου. Ιδιοτελής είναι ο λόγος που είναι πριν απ’ όλα υποκριτικός. Με την έννοια ότι έχει στόχο τον αναγνώστη και όχι το αντικείμενο που σύμφωνα με άγραφη συνθήκη οφείλει να εκφράσει. Η πιο συνηθισμένη μορφή τέτοιας παρασπονδίας, όπως τη διαπιστώνουμε καθημερινά σε διάφορα κείμενα του συναφιού, είναι εκείνη της φίλαυτης υπερβολής. &#8216;Υπερβολικός πόνος, υπερβολικό δέος, υπερβολική αθωότητα, υπερβολική γνώση κ.λπ. Στην ποίηση για την όποια μιλώ η διατύπωση, σ’ όποιο επίπεδο και να την εξετάσει κανείς, δεν παρουσιάζει τέτοιου είδους έκτροπές. Γι’ αυτό και είναι<br />εξαιρετικά πειστική.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>V</strong></h5>
<p>Τα Ποιήματα (1956 &#8211; 1986) αποτελούν έναν τόμο 250 σελίδων. Μέσα σ’ αυτές τις σελίδες κατασταλάζει η δοκιμασία μιας ζωής, η οποία σύμφωνα με όσα προανάφερα παρουσιάζει τα εξής τρία βασικά επίπεδα. &#8216;Ιστορικό και συνακόλουθα εμπειρικό αδιέξοδο στα πλαίσια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Βιωματική ανάλωση του δοσμένου αδιεξόδου ως τις ακραίες του συνέπειες. ’Οργανική έκφραση, τέλος, της ανάλωσης αυτής κατά τρόπο δεξιοτεχνικά λιτό και επαρκή. Πρόκειται δηλαδή για τη δοκιμασία μιας ζωής η όποια μεταφράζεται σε έξοχη ποίηση. Το γεγονός ότι η ποίηση αυτή, παρόλα τα σχετικά που γράφτηκαν, δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη ως μία από τις αξιολογότερες μεταπολεμικές, χαρακτηρίζει ευθέως την κριτική μας ανεπάρκεια. Με τον Ευαγγέλου και όλους σχεδόν τους συνομήλικούς του ποιητές ξαναγίνεται με άλλο τρόπο ό,τι είχε συμβεί με την πρώτη μεταπολεμική γενιά στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τότε που δημοσιεύονταν διάφορα συγκαταβατικά κειμενάκια για τον Αναγνωστάκη, τον Παπαδίτσα, το Σαχτούρη κ.λπ. Θα πει ίσως κανείς ότι δεν είναι τόσο η κριτική μας ανεπάρκεια που προέχει, όταν παραγνωρίζονται αξία έργα, όσο η πολύμορφη πολιτική της συναλλαγής. Μπορεί να είναι αλήθεια, άλλα χρειάζεται μου φαίνεται εξαιρετική δόση ανεπάρκειας για να ενδίδει η λογοτεχνική κίνηση ενός τόπου στην ευτέλεια μιας τέτοιας πολιτικής. &#8216;Άλλωστε είναι παρατημένο πως η επάρκεια κατά κανόνα συνεπάγεται ανάλογη αξιοπρέπεια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ</strong></h5>
<p>ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ: <br />Το χιόνι και η ερήμωση, ποιήματα, εκδόσεις χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1994</p>
<p>Εξώπολις, τχ. 1 (Φθινόπωρο 1994)</p>
<p>και η ψυχή -ά, η ψυχή- κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.<br />(ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ)</p>
<p>Χθες (ανήμερα του Αγίου Πάσχα), αργά προς το βράδυ, τηλεφώνησα στον ποιητή της Θεσσαλονίκης ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, για τις καθιερωμένες ευχές με την ευκαιρία της ονομαστικής του εορτής αλλά και για να του ανακοινώσω ότι διαβάζω το βιβλίο του ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ, παράλληλα με τον βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Σημειώσεις για ποιήματα που δεν γράφτηκαν και το σχολιάζω στο περιθώριο, σκοπεύοντας πολύ σύντομα να δημοσιέψω τους συνειρμούς που μου γεννάει η ανάγνωσή του.<br />Πάντα τιμούσα και ξεχώριζα τον αποτραβηγμένο προς τα βάθη του ποιητικού του πυρήνα ποιητή της Θεσσαλονίκης με το προστατευτικό περικάρπιο της σιωπής γύρω του για να μη φθείρεται μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου και τις αθέμιτες και αλόγιστες αντιφάσεις του. Τον στοχάζομαι στην κέλλα του σαν τους παλαιότερους μοναχούς αφοσιωμένο σε ό,τι πιστεύει και υπηρετεί με ένα είδος επίμονης ιδεοληψίας· ποτέ δε νέρωσε το κρασί του σε θέματα αρχών, συνέπειας και ποιότητας του λόγου-ένας αμπελουργός περιχαρακωμένος, αλλά καθόλου μισαλλόδοξος και ναρκισσικά εσώκλειστος, στην άμπελο της ποίησης του, φυτευμένη και καταρτισμένη από τον ίδιο και ποτισμένη από κρουνούς του αίματός του αθέατους, γιατί κυλούν προς τα μέσα, προστατευμένοι από το αδιαπέραστο φράγμα του ήθους του, για να μην κηλιδωθούν στων σχέσεων το καθημερινό παιγνίδι, σε μια εποχή που ο καθένας θέλει να έχει τον κολαούζο του και τον πολιτικό του πιο πολύ από όσο το γιατρό του και τον δάσκαλό του (πού, αλήθεια, να βρεθεί ο τελευταίος στις μέρες της σιτοδείας που περνούμε;)<br />Γράφω σήμερα (δεύτερη μέρα του Αγίου Πάσχα) και μπερδεύεται ο λόγος μου ανάμεσα σε παροντικούς και παρελθοντικούς χρόνους (οι δεύτεροι με το ζόρι γλιστρούν στο κείμενο), γιατί μόλις χθες το βράδυ, στην εορταστική μου τηλεφωνική επικοινωνία, πληροφορήθηκα από την γυναίκα του ότι την προτεραία είχε επιστρέφει από το νεκροταφείο, όπου είχαν εμπιστευθεί το σκήνωμα του Ανέστη φαγωμένο και κατατρεγμένο από την ύπουλη αρρώστια. Όπως μάλιστα άκουα, έμενα αποσβολωμένος και εκτεθειμένος στο θόρυβο που σήκωναν τα λόγια μου, γιατί ήμουν πολύ παρορμητικός στην τηλεφωνική επικοινωνία- δεν άφηνα τη γυναίκα του να ανακόψει το κύμα των λόγων μου (έχω από καιρό μεγάλη και ανυπόκριτη αγάπη στην άπεφθη ανθρωπιά και αμεσότητα -θα έλεγα τραυματισμένη αθωότητα- που έχει ο λόγος του Ανέστη ισοζυγισμένος με ανάλογη πράξη ζωής).<br />Τι τραγικές εμπλοκές και εκπλήξεις (προς τη μεριά του μαύρου) επιφυλάσσει η μοίρα στον αδύναμο άνθρωπο, που δεν μπορεί να απομακρυνθεί πολύ από το χείλος του γκρεμού- εκεί παίρνει σημάδι, όπως γίνεται στα παιχνίδια των παιδιών&#8230;<br />Καθώς μάλιστα μας περιβάλλει ο θάνατος από πολλές μεριές, νιώθουμε κιόλας τον ακοίμητο σκώληκα, που έλεγε ο μακαρίτης Ανδρέας Εμπειρικός, να κατεβαίνει από τα απατηλά φυλλώματα της συκομουριάς, που είναι το δένδρο της ζωής μας, και να διολισθαίνει κοντά μας για τα δικά του αναπότρεπτα δικαιώματα. Θεέ μου, λέω, πόσο με διακατέχει ο θάνατος Ανέστη Ευαγγέλου και πόσο έκθετα και έντρομα είναι τα συναισθήματά μου μπροστά στην ιλαρότητα και την τέρψη του Αγίου Πάσχα, που ανέτειλε μόλις χθες με τις χοές των θεοφρόνων μυροφόρων στον ορίζοντα του έαρος&#8230;<br />Αλλά, από την άλλη μεριά, οι επιτάφιες και επικήδειες σκέψεις με βοηθούν να ξαναδιαβάσω, μέσα από το θάνατο του φίλου που προέκυψε, το βιβλίο του ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ. Το γεγονός του θανάτου του μάλιστα είναι ένα άλλο κείμενο μέσα στο ποιητικό του κείμενο, πιο αρχαϊκό και αυθεντικό- το συνάντησα αυτό το πρωτογενές θανατηφόρο προ-κείμενο κατά τις προηγούμενες αναγνώσεις, αλλά δίσταζα να φέρω στο φως τις απροκάλυπτες συνδηλώσεις του &#8211; τα εμφανή του σημαίνονται που από όλες τις μεριές τους έμπαζαν το μαύρο επισκέπτη. Με εμπόδιζε και το φράγμα της βιογραφίας και παθογραφίας, παρόλο που το θεωρώ πολύ επισφαλές και απατηλό δίχτυ, που μπερδεύει και παγιδεύει- από τις τρύπες του υπεκφεύγει και απουσιάζει το ζητούμενο. <br />Εδώ αλλάζουν τα πράγματα, γιατί ο ποιητής είχε την φοβερή συναίσθηση -όχι απλώς την προαίσθηση που επιτρέπει κάποια απόσταση- του επερχόμενου, που εγώ αγνοούσα- μόλις λίγα θραύσματα είχα πάρει από το στόμα του δια τηλεφώνου, μέσα φυσικά από άμυνες του εγώ του- ποιος τολμά άλλωστε να πάει την ερώτηση πιο πέρα; Απωθούμε στο ασυνείδητο το αναπότρεπτο από ανυποψίαστα αποθέματα άμυνας. Έπειτα, δε μας αφήνει ο ναρκισσισμός της ζωής, αν κι αυτό το ενορμητικό συναίσθημα είναι από ζωή και θάνατο, σαν ένα κράμα σχεδόν ομοούσιο. Θέλω να πω (μιλώντας γενικά) πιάνεται και από το κενό του ο αβοήθητος βροτός, όταν έρθει η έσχατη ώρα. Ακόμα και ο ιερός Δαμασκηνός της Νεκρώσιμης ακολουθίας -του τραγικού ποιήματος με το οποίο απερχόμαστε πλούσιοι και φτωχοί- δεν αποσιωπά το μέγα τρόμο που δεν έχει το εγκόσμιο αντίγραφό του και αντίτιμό του:</p>
<p>«Οίμοι οίον αγώνα έχει η ψυχή,<br />χωριζομένη του σώματος!<br />Οίμοι πόσα δακρύει τότε<br />και ουχ’ υπάρχει ο ελαιών αυτήν!<br />Προς τους αγγέλους τα όμματα<br />ρέπουσα,<br />άπρακτα καθικετεύει<br />Προς τους ανθρώπους τας χείρας<br />εκτείνουσα,<br />ούκ έχει τον βοηθουντα&#8230;</p>
<p>Χρειάστηκε ο θάνατος του Ανέστη Ευαγγέλου για να φωτιστούν τα κείμενα του από μέσα, όπως συμβαίνει στο Φαίδωνα του Πλάτωνα, που ο πράος φιλόσοφος προστρέχει στην παρηγοριά της ποίησης· δε βρήκε πιο σίγουρο παραμύθιον, για να μεταβεί από το εδώθε στο εκείσε με ελαφρότερη την ψυχή: «Ασφαλέστερον γαρ είναι μη απιέναι πριν αφοσιώσασθαι ποιήσαντα ποιήματα και πειθόμενον τω ενυπνίω» (Φαίδων, 61 α-b). Μουσικήν ποιεί και εργάζεται και ο ποιητής μας καθώς πλησιάζει στου μνήματός του το ανοιχτό στόμα. Το κλίμα της ποίησης του δεν είναι αυτό της Νέκυιας, όπου η αναγωγή του ατόμου (της μονάδας) στο συμπάσχον σύνολο θα μετρίαζε ενδεχομένως την κυριαρχία του θανάτου- λείπει από τα ποιήματα της Ερήμωσης ο πληθυντικός που συναντούμε αίφνης στο Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου ή στο τοπίο με τους ασφοδέλους του Νίκου Κάλας. Όταν το άτομο συναντά τους άλλους ή τον Άλλο (με κεφαλαίο Α), που λέει ο Jacques Lacan, γενικεύει ή καθολικεύει την περίπτωσή του, όσο τραγική και άν είναι· κ’ αυτή η γενίκευση λειτουργεί ακόμα και μπροστά στο ανοιχτό στόμα (το χαίνον στόμα) του τάφου, ως ο έσχατος αμυντικός μηχανισμός, παρόλο που φαίνεται ως παραδοξολόγημα. Έτσι καταλαβαίνω<br />τους στίχους T.S. Eliot:</p>
<p>Πεθαίνω το δικό μου θάνατο και<br />τον θάνατο εκείνων<br />που έρχονται κατόπιν</p>
<p>(Ένα τραγούδι για τον Συμεών, μεταφρ. Κλείτου Κύρου).</p>
<p>Στον Ευαγγέλου έχουμε το κατάμονο άτομο μέσα στη ερημότητα του θανάτου του &#8211; καταλαβαίνω γιατί ο επιμέρους τίτλος του βιβλίου του είναι «ερήμωση».<br />Τα τελευταία ποιήματα του Νίκου Καρούζου ή, παλαιότερα, τα Επικείμενα (νομίζω πως αυτός ήταν ο τίτλος) του Φαιδρού Μπαρλά κινούνται στο ίδιο κλίμα∙ μου αφυπνίζουν κοινούς συνειρμούς.<br />Ο τόσο πρόωρα χαμένος ποιητής της Θεσσαλονίκης βγαίνει από το ίδιο το χτυπημένο κορμί του, όχι για να το αρνηθεί, αλλά για να περιγράφει (από μέσα και από έξω) τη διαδοχική φθορά του (μια τέτοια στάση μέσα και έξω από το καταρρέον σώμα συναντά κανείς στο Franz kafka). Δε λείπει μάλιστα από τα ποιήματα του Ευαγγέλου και μια διάθεση τραγικής σάτιρας (θα ’λεγα και τραγικής ειρωνείας, γιατί ο ποιητής προ-γνωρίζει και προοικονομεί το επερχόμενο), που, αν καταλαβαίνω καλά, απομυθοποιεί ή και λοιδορεί τον ίδιο το θάνατο. Αλλά πρέπει να προφυλάξω τον αναγνώστη ή τον εαυτό μου ορθότερα, γιατί ο αναγνώστης μπορεί να οικειώνεται αμεσότερα την ποίηση του Ευαγγέλου, χωρίς τα προκαταρκτικά που σωρεύω σ’ αυτή. Θέλω να πω πως θα είναι λάθος αν συνδέσουμε ή συνδυάσουμε την απομυθοποίηση του θανάτου και επιπλέον την τραγική ειρωνεία με μιαν υπονούμενη άρνηση προς τη ζωή. Αντίθετα, ο Ευαγγέλου σ’ όλο το έργο του καταφάσκει στη ζωή· ψίχα και ψυχή του έργου του είναι η ανθρωπιά, έστω και βαλλόμενη από πολλές μεριές ή επειδή ακριβώς βάλλεται και δεν έχει τον βοηθούντα.<br />Θα παραθέσω τέσσερα ποιήματα, που υποστηρίζουν, όπως νομίζω, τις σκέψεις μου αυτές (φοβούμαι την οίηση για να μιλήσω για ερμηνευτική εκδοχή):</p>
<p>ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΙΟΝΙ</p>
<p>Έκανες καλά τη δουλειά σου.<br />Χωρίς βιασύνες κι επιπολαιότητες<br />και τις γελοίες αναστολές των<br />αρχαρίων<br />αργά<br />μεθοδικά<br />με άψογο στυλ<br />μου πήρες ένα μεγάλο κομμάτι<br />απ’ την ψυχή μου.</p>
<p>Με σκουριασμένο πριόνι<br />με πετσόκοψες.</p>
<p>Βασιλιά Παντοκράτορα<br />Ύψιστε νομοθέτη<br />έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p>ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΑ</p>
<p>Προσηλωμένος πάντα<br />στους δρόμους όπου μ’ έταξε<br />η θέλησή Σου,<br />κοιτώντας χαμηλά<br />μην τύχει και πατήσω<br />από τα ταπεινά σου πλάσματα<br />ούτε ένα,<br />γυμνόν, ανυπεράσπιστο κοχλία,<br />μυρμήγκι, σκουληκάκι, κάμπια,<br />πάντα με αγαθές προθέσεις, με<br />καλό ήθος∙<br />γιατί με κακοήθεια μ’ ανταμείβεις;</p>
<p>ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ</p>
<p>«Nam sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis<br />vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:<br />Σίβυλλα τι θέλεις· respondebat ilia: αποθανείν θέλω».</p>
<p>Μωρέ όχι μόνο αποθανείν<br />όχι μόνο θέλω<br />αλλά και πάραυτα<br />και εκλιπαρώ αποθανείν,<br />και όχι γιατί γέρασα τάχα<br />και χαλεπόν το γήρας και άλλα τέτοια<br />-σωστά, σωστότατα βεβαίως, που φθέγγονται<br />όσοι τα ζήσανε τα χρονάκια τους∙<br />αλλά γιατί<br />το σώμα είναι φτωχό και δεν αντέχει<br />έλιωσε πια<br />και η ψυχή -ά, η ψυχή- κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει, με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.</p>
<p>ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,<br />ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ</p>
<p>Αν πρέπει να τελειώνει, να τελειώνει, Κύριε—<br />δεν διαφωνώ επί της ουσίας πιά<br />δεν διαμαρτύρομαι.<br />Όμως αλλού<br />υπέροχα, με μιαν ανακοπή, συνοπτικός<br />—πού τέτοια τύχη για μας τους παρακατιανούς,<br />για τη φτωχολογιά Σου— κι αλλού<br />να τον αφήνεις να εκτραχηλίζεται<br />να αμαυρώνει τη φήμη Σου στους αιώνες<br />εξαντλώντας όλες τις διαδικασίες<br />περιφέροντας την απόφαση από γραφείο σε γραφείο<br />μη και λείψει καμιά υπογραφή οιμωγής<br />καμιά σφραγίδα πόνου—<br />ο Λιγδιάρης;</p>
<p>Σε δύο επίσης ποιήματα από τα καλύτερα (αν και ρητορικότερα) του βιβλίου (Τόλης Καζαντζής και ω, ανημπόρια του σώματος πριν από το τέλος) ο συγκρατημένος θυμός του ποιητή εξισορροπείται ή και υπονομεύεται από την ίδια σάτιρα όπως και στα προηγούμενα τέσσερα ποιήματα, αλλά με πιο συγκρατημένο τρόπο- παραθέτω το δεύτερο:</p>
<p>Ω, ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ<br />ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΤΕΛΟΣ <br />Αφού την -ψυχή ζητάς<br />γι’ αυτήν παθιάζεσαι και κάνεις σαν τρελός<br />ψυχή, ψυχούλα να’ ναι κι όποιου να’ ναι,<br />αδιαφορώντας για ηλικίες κι άλλες μικρολεπτομέρειες<br />που σάρκωσαν τις έννοιες αδικία, παράλογο<br />κι ακατανόητο στους φτωχούς ανθρώπους</p>
<p>αφού την ψυχή ζητάς<br />ακόρεστος πάντοτε και διψασμένος<br />ακατάβλητος,<br />που δεν έγειρες να κοιμηθείς ούτε λεπτό<br />απ’ την αυγή του κόσμου</p>
<p>με τα πολλά κουστούμια, τα καπέλα σου<br />τις άπειρες γραβάτες, τα πουκάμισα, τα πανωφόρια,<br />με τις στρατιές των παπουτσιών σου-<br />όλα διαφορετικά<br />σ’ απέραντη ποικιλία σχεδίων, χρωμάτων και συνδυασμών<br />εσύ<br />ο Μέγας Μεταμφιεσμένος κι ο Μέγας σιωπηλός</p>
<p>αφού την ψυχή ζητάς<br />γιατί δεν στέλνεις<br />τουλάχιστο τον αδελφό σου<br />-τί πιο απλό-<br />έστω, στη χάση και στη φέξη,<br />έστω, δύο τρεις ωρίτσες,<br />κομμάτι να ξεκουραστεί<br />να μην πονεί, να μην σπαράζει<br />-εξόν κι αν πρόκειται για κάποιους τυχερούς<br />που τους θερίζεις ανεξήγητα μια κι έξω-</p>
<p>τί σου ’φταίξε και το λιανίζεις λίγο λίγο<br />που είναι από τη φτιάξη του εύτρωτο<br />έστω κι αν σε φωνάζουν Αχιλλέα</p>
<p>αφού δεν είναι ο στόχος σου<br />δεν είναι το ζητούμενο<br />παντάπασι</p>
<p>γιατί το σώμα τύραννός<br />βρε Αθλιε;</p>
<p>Ο ενικός του ποιητή μου θυμίζει το Γάλλο φιλόσοφο Montaiqne, ο οποίος θεωρούσε το θάνατο ατομική υπόθεση· είναι ο έσχατος ναρκισσιμός του άραγε ή η πλήρης εγκαταβίωση του κενού; Ίσως και τα δύο, γιατί ο ναρκισσισμός είναι από ζωή και από θάνατο. «Στην τέχνη», λέει η γνωστή Γαλλιδα φιλόσοφος, που ερωτοτροπεί με την ψυχανάλυση, Sarah kofman, «ικανοποιούνται συγχρόνως ο Έρως και οι ενορμήσεις του Θανάτου. Εντούτοις μπορούμε να πούμε ότι αυτές που κυριαρχούν είναι οι ενορμήσεις του θανάτου. Το κλειδί της τέχνης είναι ο ναρκισσισμός» (Ι’ en fance de l’ art, une interpretation de Γ esithetique freudienne, Payot 1970 σελ. 180). Αυτές τις ενορμητικές και συναισθηματικές καταστάσεις η Sarah kofman της συνδέει με την παιδική ηλικία και ιδιαίτερα με το μηχανισμό της μετουσίωσης ( Sublimation), που βρίσκεται στα ριζώματα γένεσης της τέχνης. Εντέλει η τέχνη συνδεόμενη άμεσα και έμμεσα με τον έρωτα και τον θάνατο, διαμέσου του μηχανισμού της μετουσίωσης, προσφέρει αμυντικές υπηρεσίες (είναι το παραμύθιον που συναντούμε στο Φαίδωνα ή η<br />νάρκη του άλγους και οι ηδονές εν φαντασία και λόγω, καθώς λέει ο Καβάφης).<br />Είμαι βέβαιος (αν και πρέπει να αποφεύγει κανείς τέτοιες αποφάνσεις, όχι μόνο για τον φόβο της οίησης και της ύβρης αλλά και για να μην απολιθώνεται και γίνεται αδιαλεκτική η σκέψη του) είμαι βέβαιος λοιπόν ότι ο μηχανισμός της μετουσίωσης, που σημαίνει παροχέτευση της ενόρμησης σε μορφώματα τέχνης, λειτουργεί ως λύτρο, ως φάρμακο (νάρκη του άλγους που λέει ο Αλεξανδρινός) στα ποιήματα του Ανέστη Ευαγγέλου· γιατί έχω τη γνώμη πως κάτω από ένα δεύτερο ή τρίτο στρώμα ανάγνωσης διαφαίνεται αυτό το στέρεο κλίμα του κουράγιου, με το οποίο ο ποιητής αντικρίζει το μαύρο άγγελο, μέσα στο τόσο ανθρώπινο αλωνάκι του πόνου του. Έχει πρό-γνωση τελεία του επερχόμενου, που λέει ένας από τους πατέρες της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα ελέγχει το άλγος εσωτερικεύοντάς το, αποποιείται της σπαραξικάρδιες οιμωγές ή των δειλών τα παρακάλια και υπερβαίνει (όπως νομίζω τουλάχιστον) τον πανικό &#8211; τέτοιο βίωμα εγώ δε συνάντησα στα ποιήματα του Ευαγγέλου και αυτό το λογίζω προς τιμήν της ζωής του και του βιολογικού θανάτου του όπως και προς τιμήν της ποίησης του. Μέσα σε μια εποχή αποσάθρωσης των πατροπαράδοτων αξιών και των ερεισμάτων που έχει ανέκαθεν η ψυχή του ανθρώπου, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης έδειξε έμπρακτα πως η ποίηση μας βοηθάει να ζήσουμε και (το κυριότερο) να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, χωρίς να αρνηθούμε ούτε στο ελάχιστο τις ομορφιές της ζωής· μέσα στο παιγνίδι του κόσμου, καθώς θα έλεγε ο πλατωνικός Αξελος, είναι και το κέρδος και η ζημία (για παιγνίδι μίλησε ως γνωστόν και ο Πλάτων στο Φαιδρό και στη Ζ’ Επιστολή).<br />Το ότι μπόρεσε ο ποιητής να κρατήσει το μέτρο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αποποιούμενος τόσο τη σιωπή όσο και τη οιμωγή, είναι ένα κέρδος για τον άνθρωπο και την ποίηση· κοιτάξτε την ισομετρία του παρακάτω<br />ποιήματος, παρόλο που εντός του κεραυνώνεται η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπου:</p>
<p>ΕΡΗΜΩΣΗ</p>
<p>Είμαι ένας φτωχός και έρημος άνθρωπος πιά<br />όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.</p>
<p>Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν<br />το φαρμακώσανε πολλές φορές<br />το έκαψαν<br />το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.</p>
<p>Άγγελος του Θανάτου με κεραύνωσε<br />σύντριψε την αλαζονεία μου<br />πήρε κομμάτια από σώμα και ψυχή.</p>
<p>Κύριε, εσύ που δέχτηκες<br />φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους<br />στον οίκο Σου<br />δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.</p>
<p>Αν μπορούσε να εργαστεί κανείς διακειμενικά, προσφεύγοντας σε άλλα κείμενα, ομόλογα, όπως συνηθίσαμε να λέμε, ή συνάλληλα, ακολουθώντας τους νόμους των συνειρμών που γεννά η ανάγνωση του επιθανάτιων αυτών κειμένων του Ανέστη Ευαγγέλου, θα έβλεπε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η προσέγγιση του μέτρου (δεν τολμώ να πω η κατάκτηση του), γιατί εύκολα ο λόγος, που αρθρώνεται μπροστά στου μνήματος το ανοιχτό στόμα με τον ακοίμητο σκώληκα να σαλεύει στα φυλλώματά του, μπορεί να εκτραπεί, να αποκόψει τις εσωτερικές ίνες και τους ειρμούς που τον κρατούν συνεπή προς το όποιο ύψος του, όπως θα έλεγε ο ανώνυμος συγγραφέας της πραγματείας Περί ύψους, και να μεταβληθεί σε κοπετό αδόλεσχο, που δε θα έπειθε (η πειθώ του κειμένου είναι από τις κύριες αρετές του ύφους του). Καταλαβαίνω πόσο δυσκολεύονται και πόσο εύκολο είναι να εκκλίνουν και να παραπατήσουν, όταν αρθρώνουν τον επιθανάτιο λόγο ακόμα και δάσκαλοι αυτού του ύφους, όπως ο Μπέργκμαν, ο Μπουνουέλ και ο Μπατάιγ ή ο δικός μας Παλαμάς στον Τάφο, παρόλο που στις παραπάνω περιπτώσεις -εκτός από αυτή του Μπατάιγ- βλέπουμε το θάνατο απέξω ή μέσα σε έναν πλατύ πληθυντικό, όπως νομίζω πως συμβαίνει στον Ελιοτ, το Σεφέρη και το Συνόπουλο. Τα μεγάλα υπαρξιακά θέματα, όπως αυτό του θανάτου, που είναι άλυτη και αναπάντηση πρόκληση για την τέχνη, από την εποχή του Ευριπίδη (νομίζω πως είναι ένας από τους πρώτους υπαρξιακούς μελετητές του θέματος μαζί φυσικά με τον Πλάτωνα του Φαίδωνα) είναι ένα είδος φωτιάς στα χέρια του δημιουργού που μπορεί να προξενήσει θαύματα αλλά και εγκαύματα μη ιάσιμα.<br />Υπόδειγμα στο είδος αυτού του λόγου νομίζω πως αποτελούν τα Νεκρώσιμα ιδιόμελα (ισάριθμα προς τους οχτώ ήχους) του Ιωάννου Μοναχού του Δαμασκηνού όπως ανέφερα και παραπάνω. Μου κάνει εντύπωση, πολύ ευμενή, ο υπαρξιακός (θα έλεγα βιολογικός) τρόμος, που δεν κρύβεται μέσα σε σχήματα μεταφυσικά και υπερβατικά αλλά ούτε και εκκλίνει προς το ανεξέλεγκτο και απειθάρχητο σπαραγμό, που θα καθιστούσε το<br />λόγο ανειμένο και αδόλεσχο:</p>
<p>Θρηνώ και οδύρομαι<br />όταν εννοήσω τον θάνατον<br />και ίδω εν τοις τάφοις<br />κειμενην την κατ’ εικόνα Θεού<br />Πλασθείσαν ημιν ωραιότητα,<br />άμορφον, άδοξον,<br />μη έχουσαν είδος.<br />Ω του θαύματος!<br />τι το περί ημάς<br />τούτο γέγονεν μυστήριον;<br />Πώς παρεδόθημεν τη φθορά,<br />και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;&#8230;</p>
<p>Πρόκειται για εξαίσιο ποίημα, παρόλη την τραγικότητά του ή ίσως γι’ αυτό- διότι αποτυπώνει το απαράδεκτο της φθοράς, που συνέχει και βυθίζει στην ανυπαρξία την πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, την οποία βλέπει ο ιερός ποιητής «άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος». Ορθώς ο Ιωάννης Δαμασκηνός, που είναι από τους σωματικότερους ποιητές της γλώσσας μας, (παραμένει ανεκμετάλλευτο και αγνώριστο ακόμα μεταλλείο η σωματικότητα στην ποίηση της ορθοδοξίας) προσονομάζει το θάνατο «φοβερώτατον μυστήριον; Αυτό το φοβερότατο μυστήριο της φθοράς -φθοράς οντολογικής της πλασθείσας ωραιότητας &#8211; είχε την τόλμη ο Ανέστης Ευαγγέλου να το αντικρίσει κατά πρόσωπο και όχι μόνο μια στιγμή, που δεν αφήνει το κεραυνοβόλο χτύπημα περιθώρια να δει κανείς ως το βάθος τη σημασία του και τις συνέπειες του, αλλά σε μεγάλη διάρκεια που τη μάκραινε περαιτέρω η οδύνη και το άλγος όπως κι η βεβαιότητα του επερχόμενου μαύρου αγγέλου. Εννοώ πως είχε την τόλμη να αντικρίσει το μαύρο με τα δώρα που του είχε χαρίσει η μνημοσύνη, η μητέρα των Μουσών που την τίμησε ως την ύστερη πνοή του:</p>
<p>Αυτό, στο προηγούμενο ποίημα.<br />Ευθύς αμέσως όμως, συντριμμένος,<br />ήμαρτον, Χριστέ μου, απολογούμαι,<br />εσύ μονάχα ξέρεις για τα βάσανα<br />του κόσμου και για τις συμφορές που πέφτουν<br />στο κεφάλι μας.<br />Εσύ μόνο κατέχεις το χρυσό<br />κλειδί, που ξεκλειδώνει ένα ένα όλα τα μυστήρια<br />όπου παραπατάει ζαλισμένο το φτωχό μυαλό μας.</p>
<p>Φώτισε&#8217; με.<br />δωσ’ μου τη δύναμη ν’ αντέχω,<br />να τα δέχομαι όλα.</p>
<p>Αγόγγυστα<br />γαλήνια<br />εν ειρήνη.</p>
<p>(Ποίημα που θέλει να γίνει προσευχή)</p>
<p>Έκαμε, με άλλα λόγια ποίημα, τον ίδιο το θάνατό του, όπως γράφει ο Γκαίτε στον Τορκουάτο Τάσσο. Αυτή την έσχατη πράξη ευγένειας και θάρρους την παρομοιάζω με δωρεά σώματος που σώζει ζωές. Αν είναι έτσι, τότε δεν είναι μικρή τιμή για την ποίηση στις μέρες σιτοδείας που ζούμε.</p>
<p>Σημείωση:<br />Την κριτική δοκιμή για το βιβλίο του Ανέστη Ευαγγέλου Το χιόνι και η ερήμωση τη συνέλαβα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας ή λίγο νωρίτερα, με άλλη διάρθρωση, άλλη δομή καθώς συνηθίσαμε να λέμε- άρχιζα<br />πιο σχηματικά από το πρώτο μέρος του βιβλίου που ο τίτλος του προλέγει τη διφυΐα του. Έριχνα μάλιστα προκαταρκτικά το βάρος σε δυο κείμενα αφηγηματικά του &#8216;πρώτου μέρους (Το χιόνι, σλ. 11- 13, και Σταδιοδρομία, σελ. 14- Ι 5), που τα θεωρώ από τα καλύτερα σ’ όλη την δουλειά του Ανέστη, με κύριο γνώρισμα του ύφους τους την απρόσκοπτη αφήγηση και τη συνειρμική-ανακλητική ροή των γεγονότων. Το πρώτο κείμενο (Το χιόνι) το έβλεπα μέσα από μια ψυχαναλυτική ανάγνωση ως κύριο σημαίνον, που παλινδρομεί ανάμεσα στο παρόν και τα παρωχημένα και απωθημένα στο ασυνείδητο του δημιουργού βιώματα και πλάσματα. Χτίζει ο ποιητής μέσα από τις ασυνείδητες προσχώσεις και εκβολές του Εγώ του τον προσωπικό μύθο του, που τα κύρια στοιχεία, τα ριζώματα (με την έννοια που έδινε ο Εμπεδοκλής στη λέξη)<br />έρχονται από την παιδική ηλικία. Αγγίζουμε εδώ το θέμα της απορροής της τέχνης (των διαφόρων μορφωμάτων της), τόσο από τα πεδία της παιδικής ηλικίας &#8211; χαμένα και άγνωστα μέσα στα πετρώματα της συνείδησης- όσο και<br />από τις βαθύδινες και σκοτεινές περιοχές του ίδιου του ασυνειδήτου του δημιουργού, που είναι και χώρα των ονείρων. Μόλις αγγίζω αυτό το θέμα, όπως. είπα, που θέλει πολλή μελέτη (βλ. το βιβλίο μου Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, εκδ. Οδυσσέας Αθ. 1993). Σημειώνω μόνο εν παρόδω όσα<br />l;eei o Fr;oynt sto dok;imi;o toy la creation litteraire et le reve eveille (G. WWWWW. ΩΙΙ, σελ. 217-218):<br />«Ένα σημαντικό σύγχρονο γεγονός αφυπνίζει στον ποιητή την ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος, που ως επί το πλείστον ανήκει στα χρόνια της<br />παιδικής ηλικίας, από όπου προέρχεται η παρούσα επιθυμία που βρίσκει την πλήρωσή της στην ποίηση&#8230;» Κάνω αυτή την παρέκβαση με αφορμή το κείμενο Α. Ευαγγέλου Το χιόνι, που ο ποιητής το βλέπει αμφίθυμα:</p>
<p>Χιονίζει πάλι σήμερα.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.<br />Θυμάμαι<br />ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν<br />κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο<br />και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.<br />Είχε ανοίξει<br />μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει<br />μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.<br />Τι κάνεις<br />εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;</p>
<p>Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του<br />οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα<br />και μια κακία που δε θα λησμονήσω<br />–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–<br />για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους<br />για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα<br />παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι<br />κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου<br />ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.</p>
<p>Αργότερα ο ποιητής (μέσα, πάντα, στο ίδιο κείμενο) όχι μόνο συμφιλιώνεται με το χιόνι αλλά και το θεωρεί «χιόνι της μυστικής αγάπης πια». Μέσα από τα αμφιθυμα (αλληλοεναντιούμενα) συναισθήματά του αρπάζεται από τους όρμους της παιδικής ηλικίας, για να γλιτώσει από τις δίνες και τα ναυάγια. Η παλιννόστηση στη χώρα της παιδικής ηλικίας &#8211; μητρική χώρα την λέει η Joulia Kristeva, απηχώντας απόψεις του Πλάτωνα από τον Τιμαιο- είναι<br />και επιστροφή στο φαντασιακό (imaginaire) που σχετίζεται με<br />το χαμένο παράδεισο της δυαδικής σχέσης μας (Relation duelle)<br />με το μητρικό μορφοείδωλο (Imago Maternelle).<br />Το άλλο κείμενο του Ανέστη Ευαγγέλου με τον τίτλο Σταδιοδρομία συνείρει μέσα μου ανάλογες σκηνές από μια νουβέλα του Κάφκα που ο μοναδικός ταξιδιώτης της χάνεται στην χιονισμένη kalda.</p>
<p>Αλεξανδρούπολη, Παρασκευή της Διακαινησίμου, που συμβάλλεται η ακολουθία της Ζωοδόχου Πηγής</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ</strong></h5>
<p>DIASTIXO.GR 15/12/2019</p>
<p>«Ανέστης Ευαγγέλου: Μια άλλη ανάγνωση των ποιημάτων του»</p>
<p>Αφορμή να γραφτεί ετούτο το κείμενο υπήρξε ένα σύντομο γράμμα του αείμνηστου ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου που βρήκα, εντελώς τυχαία, στο αρχείο μου ανάμεσα σε γράμματα φίλων, χαρτιά με στίχους, σημειώματα και άλλα χειρόγραφα. Συχνά, στη ζωή κάθε ανθρώπου συμβαίνουν γεγονότα, εντελώς τυχαία, που για κάποιο λόγο έπρεπε να συμβούν, όπως η συνάντησή μου και η γνωριμία με τον αναγνωρισμένο ταλαντούχο Θεσσαλονικιό ποιητή.</p>
<p>Ήταν το καλοκαίρι του 1965, όταν, επιστρέφοντας από μια σύντομη παραμονή μου στο Λονδίνο, έμεινα λίγο στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενούμενη της μητέρας του, της αείμνηστης κυρίας Κλειώς. Είχα πάει στην Αγγλία να συνεχίσω ανώτερες σπουδές με εκπαιδευτική άδεια. Αλλά δεν έμεινα. Εντελώς τυχαία, εκεί γνώρισα την αδερφή του, την Ηρώ, και τη μητέρα τους και συγκατοικήσαμε το λίγο διάστημα που έμεινα στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, γίναμε φίλοι και ανταλλάξαμε τα πρώτα μας βιβλία. Για ένα μάλιστα από τα δύο πρώτα του βιβλία είχα γράψει σε εφημερίδα του Αγρινίου. Ύστερα, χαθήκαμε ίσαμε το 1996, οπόταν βρεθήκαμε ξανά με την Ηρώ και πληροφορήθηκα ότι και ο Ανέστης Ευαγγέλου από το 1994, δύο χρόνια πριν από τον συνομήλικό του, τον Κώστα Χωρεάνθη, είχε εκδημήσει στην άλλη διάσταση.</p>
<p>Διαβάζοντας τις λίγες γραμμές στο συγκεκριμένο γράμμα, που αναφερόταν σε «μια ξεπερασμένη (φιλολογική) κόντρα» ανάμεσα σ’ εκείνον και τον συνομήλικό του, αείμνηστο επίσης, ποιητή Κώστα Χωρεάνθη και κολακευτικά σχόλια για τα ποιήματα της συλλογής μου Μυρρίνη που, προφανώς, του είχα στείλει, συγκινήθηκα.</p>
<p>Σκέφτηκα να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του, έχοντας υπόψη μου τα πρώτα του ποιήματα. Μελετώντας, ωστόσο, το σύνολο του δημοσιοποιημένου ποιητικού του έργου, που η σύζυγός του κυρία Ντίνα Παπαδοπούλου-Ευαγγέλου είχε την καλοσύνη να μου εμπιστευτεί, εκτιμώ ότι το κατορθωμένο ποιητικό έργο του σημαντικού Θεσσαλονικιού δημιουργού χρήζει μιας από περιωπής θεώρησης, απαλλαγμένης από οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση.</p>
<p>Γράφοντας ετούτες τις γραμμές μιλάω αποκλειστικά για την ποίηση του Ανέστη Ευαγγέλου, σε μια απόπειρα κατανόησης του βαθύτερου νοήματος και της ουσίας της, προτάσσοντας το επιγραμματικό ποίημα της ενότητας: «Αφαίμαξη» (’66-’70) που αναφέρεται στην επάρατη επταετία της Χούντας των συνταγματαρχών και στην ιστορική επέτειο του Πολυτεχνείου, μέσω του οποίου απευθύνεται στον αναγνώστη και του εφιστά την προσοχή:</p>
<p>Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη,<br />μια φέτα είναι ψυχής.<br />Πέρνα απαλά,<br />παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα,<br />από τη μια στροφή στην άλλη<br />των ποιημάτων.<br />Πρόσεχε<br />μην τα πονέσεις.<br />(«Στον αναγνώστη», σελ. 65)</p>
<p>Έμμεσα, ωστόσο, πλην σαφώς, δίνει το στίγμα της ποίησής του, ποίησης τρυφερής, λαγαρής και απροσποίητης, αληθινής, θαρρείς κομμάτι από την ίδια του τη σάρκα, φέτα της ψυχής του. Και σου επιβάλλει να τη σεβαστείς, να μην την αγγίξεις με ανόσια χέρια και βέβηλα μάτια. Αυτό που θέλει να πει, δεν έχει ενδοιασμούς, το λέει καθαρά και με παρρησία.</p>
<p>Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή.</p>
<p>Ποιητής ήπιων τόνων ο Ανέστης Ευαγγέλου, σεμνός, με ήθος και όραμα, με αίσθηση του μέτρου, του ρυθμού και της αρμονίας, με προσωπικό ύφος, ευαίσθητος αλλά και μαχητικός, με σταθερές απόψεις, ανέντακτος, αγωνιστής με συναίσθηση ευθύνης και με πείσμα, με αγάπη για τον τόπο, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, για την Ελλάδα και τον πολύπαθο λαό της. Ποιητής με αρχές και σταθερά πιστεύω. Πονάει, γνοιάζεται τον απλό, τον καθημερινό άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, που συνθλίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της αγωνίας κι αργοπεθαίνει στα γρανάζια της βιοπάλης για το ψωμί της φαμελιάς του. Το καθολικό πρόβλημα είναι και δικό του, το νιώθει. Μπαίνει στη θέση του άνεργου που θυσιάζει την προσωπική του ζωή, τα δικά όνειρα, τα ιδανικά, το δικό του μέλλον, για να δώσει ικανοποίηση, λίγη ανακούφιση στην οικογένειά του, παρηγοριά στην αδύναμη μητέρα του:</p>
<p>Την εποχή εκείνη είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά.<br />Δύσκολα χρόνια, ο πατέρας είχε πεθάνει, ο αδερφός μου<br />στην ξενιτιά, το πατρικό μας λησμονημένο, σε ξένα χέρια,<br />πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, κι εμείς να στριμωχτούμε τελικά<br />σε τούτο το παλιόσπιτο το τούρκικο, όπου έμπαζε από παντού<br />νερά κι ο αγέρας το χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, να το σαρώσει&#8230;<br />(«Σταδιοδρομία»)</p>
<p>Γεννημένος το δεύτερο έτος μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας, μεγαλώνει στα μαύρα χρόνια που ακολούθησαν, βιώνει τον πόλεμο του ’40 και τον Εμφύλιο, όπως όλοι της δικής μας γενιάς, που κουβαλούμε στο κορμί μας τις πληγές και τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους η Κατοχή και ο Εμφύλιος. Δεν ξεχνάει. Ταράζουν εφιάλτες τον ύπνο του. Ο θάνατος είναι πάντα εκεί, τον διαισθάνεται δίπλα του, ορατός, αόρατος, μόνιμος συγκάτοικος στην ποίησή του. Η παρουσία του θανάτου, αμέσως ή εμμέσως, είναι αισθητή στο σύνολο σχεδόν των ποιημάτων του, χωρίς να επηρεάζει την κοινωνική του ζωή. Είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος που ζει έντονα την καθημερινότητά του. Εργάζεται, αγαπάει, ερωτεύεται. Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή. Ξέρει, είναι ενήμερος, δεν έχει αυταπάτες, δεν παριστάνει τον γενναίο, αλλά ξέρει, είναι βέβαιος πως τον ακολουθεί. Αν «η ζωή είναι το μέγα καλό και πρώτο», ο θάνατος είναι το μέγιστο κι αναπότρεπτο Κακό. Και άδικος. Και δεν μπορεί να καταλάβει την ανοχή του Θεού.</p>
<p>Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη.</p>
<p>Στο πρώτο ποίημα της δεύτερης συλλογής διαφαίνεται πόσο τον έχει βασανίσει η απώλεια αγαπημένων, πόσο τον έχει στιγματίσει ο θάνατος ως γεγονός και ως κακό μη αναστρέψιμο:</p>
<p>Δεν μίλησα ακόμα όσο έπρεπε<br />έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει<br />πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια<br />όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ<br />που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω –<br />πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν<br />τις σκοτεινές μου αλληγορίες.</p>
<p>Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς<br />πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.<br />(«Δε μίλησα ακόμα», σελ. 39)</p>
<p>Η συλλογή κυκλοφόρησε το 1960, όταν ο ποιητής ήταν 23 ετών. Ίσαμε τότε είχαν συμβεί τόσες συμφορές. Πόλεμοι, χαλασμοί, ξεσπιτωμοί, θάνατοι προσφιλών του που δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Έχει φωλιάσει μέσα του η υποψία της επέλασης του θανάτου από τότε που συνειδητοποίησε τι συνέβαινε γύρω του και ύπουλα τον πιλατεύει, φθείροντάς τον σωματικά με κάθε τρόπο, με την αγωνία για το αύριο, με τον πόνο των άλλων, βλέποντας το κακό να πέφτει πάνω στα κεφάλια των αθώων. Δεν τον αφήνει να ησυχάσει το άδικο, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Σε όσους επιθυμούν κι επιδιώκουν να του κλείσουν το στόμα, να του σταματήσουν τον καταγγελτικό λόγο, κάνει σαφές ότι διεκδικεί το δικαίωμα να μιλήσει με τη δύναμη που του δίνει η εμπειρία του θανάτου, γεγονός που σηματοδοτεί και τη σχέση του με τον πνευματικό περίγυρο, αλλά και την απόφασή του να εναντιωθεί στο σαθρό κοινωνικό και πνευματικό κατεστημένο που θέλει να τον κάνει να σωπάσει. Απαντάει με ένα ποίημα καυστικό, δηλωτικό της δυναμικής του ποιητικού του λόγου:</p>
<p>Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μού ’δωσε<br />απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.<br />Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,<br />διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.</p>
<p>Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο<br />Παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου<br />πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά<br />είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους<br />όμως την τελευταία στιγμή<br />έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.</p>
<p>Σε όλο του το ποιητικό έργο βλέπεις την αγωνία του ποιητή για το μέλλον αυτού εδώ του τόπου και του ταπεινού λαού του. Από τους πρώτους στίχους της πρώτης του ποιητικής συλλογής, Περιγραφή εξώσεως, εικονογραφεί τη θέση του και τη σχέση με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ξέρει πού βρίσκεται. Έχει επίγνωση, γνωρίζει τι έχει στον σάκο των αποσκευών του, διατυπώνει σαφείς απόψεις, προβληματισμούς που χαρακτηρίζουν την εν γένει στάση του στη ζωή και στην Τέχνη. Πίσω από τους συμβολισμούς που ενέχουν οι λέξεις «άστεγος», «ακάλυπτος», «εξόριστος», «πρόσφυγας», νιώθει μόνος και ενδεής μέσα στο ίδιο του το σώμα, μετέωρος μέσα σ’ έναν κόσμο αδιάφορο, με θολό παρελθόν, με ένα διαρκώς μετακινούμενο παρόν και ένα δυσοίωνο μέλλον. Ως τα είκοσι τρία του χρόνια (χρονολογία έκδοσης της πρώτης του συλλογής), έχει απόψεις ξεκάθαρες, αποκρυσταλλωμένες ιδέες, σταθερές θέσεις, η σκέψη του είναι προσηλωμένη στα ιδανικά που πιστεύει, ο λόγος του σαφής, συγκροτημένος, η ποίησή του είναι διαυγής, αποσαφηνισμένοι οι στόχοι του:</p>
<p>Ποιος μπορούσε να φανταστεί<br />τη βίαιη έξωση από το προγονικό μου σπίτι&#8230;<br />&#8230;Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο<br />δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη</p>
<p>Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη. Υπάρχει διάχυτη αγωνία, ένας διαρκής φόβος και πόνος για τον πρόσφυγα που δεν έχει «πού την κεφαλήν κλίναι», που δεν βρίσκει πουθενά απανεμιά, μια σταθερή παλάμη γης να ακουμπήσει, να σταθεί και να βρει συμπόνια, λίγη αγάπη, ανθρωπιά. Μέσα σ’ αυτό το χάος που δημιούργησαν οι απανωτές συμφορές στη χώρα και στην οικογένειά του, αισθάνεται ο ίδιος σκόρπιος, μόνος κι έρημος, ψάχνει απεγνωσμένα τον πρώτο του εαυτό, το παιδικό, το μυθικό του πρόσωπο στα χρόνια της αθωότητας μέσα σ’ έναν ερειπωμένο, κατεστραμμένο κόσμο:</p>
<p>Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια, μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />[&#8230;] άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα</p>
<p>Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση του ουσιώδους και του δρόμου προς τον χαμένο παράδεισο της ψυχής, κάποτε γίνεται έμμεση, πλην σαφής αμφισβήτηση της άνωθεν αρωγής και εκφράζεται εμμέσως με τους εύδηλους στίχους:</p>
<p>Αν θρηνώ [&#8230;]<br />είναι [&#8230;] που εσύ δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες<br />(«Αν θρηνώ», σελ. 15)</p>
<p>και εμφανίζεται συχνά στο ποιητικό του έργο, δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, γιατί δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του κακού στον κόσμο και τον θάνατο:</p>
<p>&#8230;ήτανε μόνο<br />δεκατέσσερω χρονώ – και μου το παίρνεις, Θάνατε;<br />[&#8230;] Στο πανδοχείο που, άξαφνα, έγινε ο κόσμος<br />πού ν’ ακουμπήσω; Οι άνθρωποι πού είναι;<br />Και τ’ ουρανού η κουβέρτα πώς να με ζεστάνει<br />έτσι που σε μια νύχτα, έλιωσε και εισβάλλει<br />από παντού το ψύχος του θανάτου;<br />(«Χιόνι της μοίρας», σελ. 220-221)</p>
<p>Ακόμα και στα όνειρά του, στη συνάντηση με φίλο του, προσπαθεί να του θυμίσει πως υπάρχει:</p>
<p>&#8230;εσύ ’σαι σαρανταπέντε χρόνια κιόλας πεθαμένος, ψέλλισα<br />και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου&#8230;<br />(«Η συνάντηση», σελ. 230-231)</p>
<p>Τα ποιήματά του όλα εκφράζουν το καθολικό αίτημα για ισότητα και δικαιοσύνη, αλλά όχι με κραυγές και διαμαρτυρίες εντυπωσιασμού, αλλά με πόνο ψυχής, μιας ψυχής που κλαίει και μιας τρυφερής καρδιάς που πονάει για τον πόνο του άλλου, καταγγέλλει το άδικο που γίνεται εις βάρος του άλλου, του πλαϊνού του, τον οποίο αποκαλεί αδερφό του και τον νιώθει σάρκα από την ίδια σάρκα με τη δική του:</p>
<p>Στην άγρια νύχτα<br />η καρδιά μου αγρυπνάει<br />για σε, αδερφέ μου.</p>
<p>Με το θηρίο<br />μετρήθηκα για σένα.</p>
<p>Να με θυμάσαι<br />(Χάι Κάι – «Άστεγα», σ. 176, 31, 32)</p>
<p>Τα 116 Χάι Κάι, χωρισμένα σε 4 ενότητες –«Νεκροί του Νοέμβρη» (11), «Άρρωστα χρόνια» (45), «Της αγάπης» (28) και «Άστεγα» (32)– από σελίδα 135 έως σελίδα 176 σε σύνολο 302 σελίδων, με την επιγραμματική μορφή, τη θαυμαστή πυκνότητα, τη χαρακτηριστική δομή και τη διακριτική νοηματική σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρίστιχα κάθε ενότητας, κατέχουν, ίσως όχι τυχαία, τον μεσαίο χώρο του συνόλου των σελίδων του βιβλίου, όπου εκ των πραγμάτων εστιάζεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αποτελούν το κέντρο βάρους του περιεχομένου και της ενότητας που απαρτίζει το σύνολο των ποιημάτων και των συλλογών του κατορθωμένου έργου του Ανέστη Ευαγγέλου.</p>
<p>Το επισημαίνω αυτό γιατί τα πριν και τα μετά ποιήματα, παρά τις όποιες διαφορές και αυξομειώσεις που παρουσιάζουν, είναι ισοβαρή. Υπάρχει ισορροπία μεταξύ των δύο μερών. Από το πρώτο ίσαμε το τελευταίο ποίημα, υπάρχει η ίδια ένταση, η ίδια φόρτιση. Ωστόσο, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο ποιητής, εκτός από τον αγώνα και την αγωνία της έκφρασης, όσο προχωρούσε συνειδητοποιούσε πως είχε να παλέψει και με εκείνους που κρατούσαν ξύλα και μαχαίρια και πέτρες και κραύγαζαν: «Σκοτώστε τον». Και θέλουν να τον γκρεμίσουν από το ηθικό του βάθρο, να φάνε τις σάρκες του, να ξεσχίσουν το υλικό του περίβλημα, να αμαυρώσουν το ηθικό του κάλλος:</p>
<p>…Όμως η φωνή του<br />λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους<br />και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια<br />(«Ο ποιητής», σελ. 60)</p>
<p>Όπως διεκδικεί και το δικαίωμα να ζήσει. Να ολοκληρώσει το ποιητικό του έργο θέλει, να μην αφήσει πίσω του εκκρεμότητες. Η ποίηση είναι η μεγάλη του αγάπη, η έγνοια του. Και προτρέπει τον θάνατο, που πολλές φορές τον έχει μακελέψει, να πάει αλλού με το κατάμαυρο φτερό του να μαυρίσει/ κι άλλες ψυχές:</p>
<p>&#8230;Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Γιατί έχω μερικά ποιήματα<br />να φτιάξω ακόμα<br />να τροχίσω εδώ μια λέξη,<br />να στιλβώσω εκεί μια φράση</p>
<p>–Αυτές οι μικρές εκκρεμότητές μας που λατρεύεις<br />και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις–<br />(«Οι μικρές εκκρεμότητες του βίου», σελ. 271)</p>
<p>Παραγγέλλει του θανάτου, υποκλινόμενος μπροστά στην παντοδυναμία και τη δόξα του, και αποκαλεί «Άρχοντά» του και «Δεσπότη» του. Παρά ταύτα, μέσα από τις ανατροπές, τις ελάχιστες αναθεωρήσεις και επανατοποθετήσεις που κάνει, παραμένει πιστός στις αρχές του και στις αξίες του ανθρωπισμού, όπως αξιώνει η «δικαιοσύνη» και η «ηθική» της ποίησης, γιατί «η ζωή μας δεν πάει ποτέ χαμένη».</p>
<p>.</p>
<p> </p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 01 Feb 2023 18:31:21 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19105</guid>

					<description><![CDATA[Η Ειρήνη Καραγιαννίδου γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε Νομική και ζει στη Θεσσαλονίκη. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Παραθαλάσσιο Οικόπεδο (Πανοπτικόν 2017) Οι τέσσερις εποχές του [Α] (Λογότεχνον 2013) . . ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ (2017) ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ Για εμάς που γνωρίζουμε τη σκοπιμότητα της βροχής, ο πνιγμός δεν καταλογίζεται στο ποίημα. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΔΟΜΗΣΗΣ ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΟΚ Είναι κάποιες πανσέληνοι ίδιες &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ειρήνη Καραγιαννίδου γεννήθηκε στη Δράμα. Σπούδασε Νομική και ζει στη Θεσσαλονίκη.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Παραθαλάσσιο Οικόπεδο (Πανοπτικόν 2017)<br />
Οι τέσσερις εποχές του [Α] (Λογότεχνον 2013)</p>
<p style="text-align: center;">.</p>
<p style="text-align: center;">
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0001-1.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-19107 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0001-1.jpg" alt="" width="300" height="416" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0001-1.jpg 461w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0001-1-216x300.jpg 216w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0002.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-19108 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0002.jpg" alt="" width="300" height="428" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0002.jpg 449w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/Untitled.FR12-0002-210x300.jpg 210w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ (2017)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ</strong></h6>
<p>Για εμάς που γνωρίζουμε τη σκοπιμότητα της βροχής,<br />
ο πνιγμός δεν καταλογίζεται στο ποίημα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΔΟΜΗΣΗΣ</strong></h6>
<h5>
<strong>ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΟΚ</strong></h5>
<p>Είναι κάποιες πανσέληνοι ίδιες παιδικές χαρές<br />
Σε φέρνουν βόλτα γύρω-γύρω όλοι<br />
Μα ώσπου να γίνεις ο Φιλέας Φογκ<br />
και πεις τις μέρες μοίρες<br />
Έχουνε κιόλας γίνει μία τραμπάλα νύχι<br />
Φιλεύσπλαχνες στο βάθος του χρησμού τους<br />
Να έχεις πάντα κάτι να μασάς.</p>
<h5>
<strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΠΙΠΛΟΚΗ</strong></h5>
<p>Κι ο άλλος που έρχεται<br />
Με μια μικρή ελεγεία στους κροτάφους<br />
Τίποτα δεν γνωρίζει από δακτυλικό εξάμετρο<br />
Αυτά όμως όλα είναι λεπτομέρειες<br />
Πριν φας εσύ τα νύχια<br />
Σε προλαβαίνει ο τόρνος<br />
Δέκα συν δέκα δάχτυλα με μαθηματική ακρίβεια<br />
τα λιώνει ένα-ένα με το χαρτί πάνω στην πέτρα<br />
Κι ουρλιάζει το φεγγάρι ως το σούρουπο<br />
Σαν τη ληγμένη βοδινή κονσέρβα<br />
Που την αδειάζουμε<br />
Κι έπειτα τη χωνεύουμε βελάζοντας στιχάκια.</p>
<p>Μεθαύριο το φεγγάρι θα ’ναι τσέρκι άτσαλα κομμένο<br />
ο πόλεμος τελειώσει θ’ αρχίσει ο θερισμός<br />
Τα μεροκάματά μας σε σιτάρι<br />
Μπορεί και σε μάτια. Τελοσπάντων,<br />
αυτή η αριθμητική μ’ έχει μπερδέψει</p>
<p>Ξεφλούδισέ με ολόκληρη.</p>
<h5>
<strong>ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ</strong></h5>
<p>Στην επαρχία ως συνήθως<br />
κάπου μεταξύ Βενιζέλου δώδεκα και Σκρα γωνία<br />
διασταυρώνονται οι σιωπές<br />
όπως διασταυρώνονταν κι οι παύσεις<br />
έντεκα παρά τέταρτο<br />
μ’ εκείνον τον κοκκινολαίμη<br />
που ’σπαγε το παιχνίδι της σιωπής<br />
μόλις σώπαινε ο θόρυβος του αυτοκινήτου</p>
<p>Εσύ κοιτούσες ένα ανοιξιάτικο αστέρι<br />
κι έγραφες ποιήματα<br />
με βραδύτητα που πιθανόν<br />
το χρώμα στον λαιμό του ξέβαφε<br />
αποτελείωνες τη φράση σου συμβολικά<br />
τεντώνοντας μπροστά τα πόδια<br />
η γάτα τρόμαζε από τον γδούπο τής πατημασιάς αφού<br />
με τον καιρό σαφώς και είχε χάσει το ανάλαφρο<br />
το βάδισμα των αιλουροειδών του δάσους<br />
Κατόπιν εγώ γυρνούσα<br />
Και βλέπαμε ειδήσεις<br />
Καθώς έπαιζες νευρικά τα δάχτυλά σου<br />
Δυο-τρεις σταγόνες αίμα έβρεχε.</p>
<h5>
<strong>ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">
Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες / παίζουμε τις<br />
παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα / είναι καλό παιχνίδι /<br />
παίζεται βουβά/ κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι/ καίγεται</p>
<p>Πρώτα ο άνεμος<br />
Ύστερα το λιμάνι<br />
λεπτομερέστατο κάτω απ’ τον ήλιο<br />
τη λογική των πραγμάτων</p>
<p>Μονορούφι καπνίζουμε τις αντοχές<br />
Σκεπάζουμε το στήθος σημαίες καταστρώματος<br />
Τη μνήμη τη φυλάμε στα πιο χλωρά τριφύλλια<br />
δίχως κουκούτσι ελιάς<br />
Είναι φορές η νύχτα βρεγμένη αλισίβα<br />
Πρώτα ο άνεμος<br />
Ύστερα ο άνεμος</p>
<p>Γυρίζω εδώ λιγότερο πουλί.</p>
<h5><strong>ΛΑΘΟΣ ΗΛΙΚΙΑ</strong></h5>
<p>Βγάλε τον Αύγουστο από το αυτί μου<br />
Ο άκμονας κλωθογυρνάει προπέλα<br />
Στις έξι κάθε μέρα με πιάνει σκοτοδίνη<br />
Βάλε τρεις μέρες του Φλεβάρη<br />
Δεν ξέρω από κοχύλια<br />
Ανάμεσα στις κόρνες των ειδήσεων<br />
σε ποιας ταινίας τίτλους βρίσκομαι,<br />
δεν ξέρω<br />
Θα πήγαινα για ψάρεμα<br />
Μα μόλις δίχτυα ρίξω<br />
Το κόκκινο ανάβει</p>
<p>Είμαι σε ηλικία ασυρματίστριας.</p>
<h5>
<strong>ΑΣΚΑΡΔΑΜΥΚΤΙ</strong></h5>
<p>Μ’ αρέσει που θυμώνει όταν με βλέπει<br />
να μπαίνω στο νερό τα βράδια<br />
που γυρίζει ο καιρός και κατεβαίνουν<br />
άδεια τα κλαδιά<br />
Είσαι τρελή φωνάζει όμως πού να ’ξερε<br />
Πόσο χτυπούν οι φλέβες μου<br />
κεράσια ώριμα όταν μιλά<br />
για κρατικούς προϋπολογισμούς,<br />
συνέδρια υπουργικά<br />
Κι εγώ παραμένω σταθερό<br />
μέτριο νόμισμα<br />
Αβλαβής<br />
χαλασμένη συσκευή<br />
που χτυπά ή δεν χτυπά<br />
Κυρίως μια πιστή ρομαντική<br />
Αφού στην ίδια πάντα στάση αυτοκτονώ<br />
Βουτηγμένη ως τον λαιμό<br />
σε αναπτύξεις.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΜΗ ΝΟΜΙΖΕΙΣ Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΜΙΑ ΑΓΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">
<strong>I.</strong></p>
<p>Τα κορίτσια των δώδεκα και κάτι<br />
λαμπάκια πράσινα που αναβοσβήνουν<br />
Την ώρα της προσωποκράτησης<br />
Πριν ο εκταμιευτής τους άστρα ρίξει<br />
Μαζεύουν τα φτερά βολίδα<br />
Φεύγουν ξυπόλυτα από τον χορό<br />
μην τύχει και το γδάρουν το φεγγάρι<br />
γδάρουν τον τελευταίο νυχτοφύλακα<br />
Ξεσαρκωμένα άδεια κουφάρια γίνουν &#8211;<br />
Κολοκύθια</p>
<p>Δεν λένε αντίο.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>II.</strong></p>
<p>Τα βράδια τρίζω τα δόντια<br />
Εις ώτα μη ακουόντων<br />
Νόσημα αδιόρατο οι κοπτήρες<br />
Κράτα καλού-κακού μικρό καλάθι</p>
<p>Η χώνεψη προϋποθέτει θάρρος.</p>
<h5><strong>ΙΔΑΝΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ</strong></h5>
<p>Μπορούσε να μην ήταν ίσκιος<br />
Να ’χε δυο μάτια ζωντανά<br />
Δυο χείλη<br />
Ξεχασμένα προγράμματα στην τσέπη<br />
από έργα κινηματογράφου που έβλεπε μαζί του<br />
Γιατί αυτό γίνεται κανονικά και πάντα<br />
Μια ίδια ώρα<br />
Το λίγο απόγευμα<br />
Μια ίδια νύχτα<br />
Κι ο δρόμος<br />
άλλοτε κι άλλοτε<br />
Ποτέ έξω απ’ το ποίημα.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΥΟ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν κάποιες παράξενες τροχιές<br />
τυφλά εκτεθειμένες<br />
Απ’ όταν ο Ίκαρος αγόρασε<br />
δυο χέρια ξένα μες στις καταιγίδες<br />
πάνω στου χελιδονιού το μάτι<br />
κέντησε την ανάγκη σου.<br />
Μάρτης ίσως ήταν, ίσως μήνας θαλασσινός<br />
σταυρό που γέννησε ο ήλιος<br />
και οι τουρίστες βιαστικά μιαν απεργία πείνας<br />
φορτώσανε στην άσφαλτο.</p>
<p>Έκτοτε όλα βαίνουν κατά τας γραφάς επιεικώς: Η Εγνατία οδός<br />
σχεδόν έχει τελειώσει, εγώ μεγάλωσα, αγόρασα έναν σκύλο, έκανα<br />
τέσσερα παιδιά, μένω σε μονοκατοικία<br />
Ολόκληρη κοπέλα θα ’λεγες εσύ<br />
Δεν θα ’χες κι άδικο<br />
Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους<br />
Κάθε που έφευγες ψήλωνα έναν πόνο.</p>
<h5></h5>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ</strong></h6>
<h6>
<strong>ΕΝΤΟΣ ΕΔΡΑΣ</strong></h6>
<p>Συνήθως, λένε, οι νεκροί<br />
Έρχονται απρόοπτα<br />
Αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα<br />
Όταν μισοξεχνάς το όνομά τους, τη μάρκα των τσιγάρων,<br />
το χρώμα των ματιών τους<br />
Αν η χωρίστρα ήταν απ’ τη δεξιά μεριά, όταν μισοξεχνάς το σκορ<br />
εκείνου του αγώνα<br />
Δόξα Δράμας-Λεβαδειακός, τη γεύση απ’ το παστέλι, το γυάλινο<br />
μπουκάλι με χυμό ώριμου βύσσινου &#8211; 232ml γυάλινη συσκευασία<br />
μιας χρήσης και επιστρεφόμενη &#8211;<br />
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες<br />
Τότε, λένε, έρχονται<br />
Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος<br />
να πάρει πίσω το μαχαίρι<br />
Μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη<br />
Την ώρα δεν την ξέρω<br />
Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα<br />
όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό<br />
Χωρίς φωνές<br />
Χωρίς νερό<br />
Χωρίς εσένα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ [ Α ] (2013)</strong></h4>
<h5>
<strong>[Ειρήνη ημίν]</strong></h5>
<p>Κι εγώ<br />
που βλέπω κάθε πρωί<br />
να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου<br />
καταγγέλλω τον καιρό<br />
επί οπλοφορία.</p>
<p>Τα σύννεφα τρέχουν<br />
βιαστικά<br />
όταν τα κυνηγά η βροχή.</p>
<h5><strong>[Κάποτε θα είναι αλλιώς]</strong></h5>
<p>Το βράδυ θα ανοίξω τα παράθυρα<br />
να κοιτάξει το δωμάτιο ουρανό<br />
στην οδό Λησμονιάς<br />
θα γυρέψω την τρικυμία του ωκεανού<br />
στο αλλοτινό βλέμμα σου<br />
μασώντας τα χειρόγραφα<br />
που μου &#8216;ταξες.</p>
<p>Έτσι λέω.<br />
Στην πραγματικότητα Απόψε<br />
θα διπλοκλειδώσω τις πόρτες<br />
να κουτουλάει αεροστεγώς<br />
το λιβάνι στους τοίχους<br />
θα σφραγίσω τα παράθυρα<br />
Φοβάμαι<br />
τον άνεμό σου<br />
τον αέρα της αναμμένης μου ερήμου.</p>
<p>Εσύ<br />
θα έρθεις μιαν άλλη νύχτα<br />
θα έρθεις να μου διαβάσεις ποιήματα.<br />
Κάποια άλλη νύχτα όμως<br />
γιατί αύριο θα ξαναβρέξει<br />
χαϊδεύοντας λευκές προσμονές.</p>
<h5><strong>[Στην πυρά]</strong></h5>
<p>Με φορούσες<br />
κι ο κόσμος σου<br />
κατάσαρκα<br />
σε πτυχή αγαπημένη<br />
τσέπης.</p>
<p>Γδύνεσαι τώρα<br />
και τα ρούχα σου<br />
φιλούν τη φωτά<br />
ανθρώπινο προσάναμμα.</p>
<p>Π(υ)ροδότη!</p>
<h5>
<strong>[Φώτα]</strong></h5>
<p>Άναψε μέσα μου τη μέρα<br />
όσο νυχτώνει<br />
και χαμηλώνουν οι ώρες<br />
πριν ξημερώσει<br />
να μάθω να ξεχωρίζω<br />
το βήμα σου<br />
πίσω από μένα<br />
και στην αργή συνήθεια των έντιμων συλλαβών σου<br />
να λάμπω<br />
στην άκρη του δρόμου<br />
&#8211; Ευρυδίκη &#8211;<br />
μέσα<br />
σε τόσους αιώνες σκοταδιού.</p>
<h5><strong>[Πριν τα μεσάνυχτα]</strong></h5>
<p>Διαβρωτική ύπαρξη η νύχτα<br />
ανοίγει το στόμα της<br />
χάνεται<br />
στη σκληρότητα του πόνου<br />
όπου ό,τι υπάρχει καίγεται<br />
σχεδόν μετά μένους<br />
Εμείς<br />
κισσοί σπασμένοι σε βαλτόνερα<br />
σκαρφαλώνουμε<br />
απ’ τις στάχτες<br />
με περιδίνηση<br />
γινόμαστε η ειμαρμένη<br />
που &#8211; τόσο &#8211; αφελείς<br />
χειροκροτούσαμε<br />
ως έμπνευση.</p>
<h5><strong>[Ίχνη]</strong></h5>
<p>Αστόλιστη<br />
σ’ ένα ξεγυμνωμένο πέλαγο<br />
φαντάζομαι καταμεσής<br />
τα μάτια σου<br />
αλογάκια της θάλασσας<br />
εύθυμα να τρέχουν.</p>
<p>Πάτα στις μύτες των ποδιών<br />
μετρώντας καλοκαίρια<br />
δέκα-δέκα τα χνάρια τάφροι<br />
&#8211; πόσο απαλό να &#8216;ναι το βήμα σου<br />
όταν σηκώνεις απουσίες &#8211;<br />
να τελειώσεις γρηγορότερα την άθροιση<br />
να σκύψω εσπερινός<br />
να φιλήσω τ&#8217; απομεινάρια στα απόνερα<br />
να αποθέσεις ξερολίθια τάφους στην αμμουδιά<br />
να σμιλέψουν οι πρωινές ηλιαχτίδες τις κόρες σου</p>
<p>γιατί πού να βγάζει αυτός ο δρόμος δίχως θάλασσα<br />
δίχως τη θάλασσά σου;</p>
<h5><strong>[Η Άνοιξη άργησε]</strong></h5>
<p>Φτιάξε ένα ρούχο<br />
να αντέχει τη φωτιά του φιλιού σου<br />
παπούτσια με φτερά<br />
ζωγράφησε μια μέρα<br />
με όλες τις αποχρώσεις<br />
διαφορετική aπ’ όλες τις άλλες<br />
δέρμα νέο<br />
πάνω στα ίδια κόκκαλα<br />
με μόνιμο παιχνίδισμα του ήλιου<br />
αφαιρώντας τα σύμβολα της δύσης<br />
να πλησιάσουμε το φως<br />
χωρίς να μας βαραίνει<br />
η ζυγαριά του χρόνου<br />
τα ρολόγια να δείχνουν πίσω<br />
ο’ εκείνο το ζεστό εικοσιτετράωρο.</p>
<p>Αργείς.<br />
Περνάμε ενσυνείδητα μεσάνυχτα.</p>
<h5>
<strong>[Καλοκαιρινό παραμύθι]</strong></h5>
<p>Επέστρεφε στην όμορφη αθωότητα<br />
στο παραμύθι<br />
Σεβάχ θαλασσινός<br />
v’ ανταμώσεις<br />
τη μνήμη την παλτά,<br />
το χρώμα του αίματος στο κύμα,<br />
τη φωνή δίχως προσωπείο<br />
Λήθη<br />
καραμέλα σε ακηλίδωτο στόμα<br />
που όταν θ&#8217; αγγίξει ξανά υφάλους-χείλη<br />
αυτά θα καπνίσουν<br />
φωτιές.</p>
<h5><strong>[Αυγή]</strong></h5>
<p>Την αυγή ξεδιαλύνουν οι υπάρξεις<br />
κι’ οι γελωτοποιοί<br />
που φορούν ακάνθινες γλώσσες<br />
σύρονται από τα ενδότερα.</p>
<p>Στο κρεβάτι του θριάμβου<br />
μένουν τα σώματα μόνο<br />
αρχή καλοκαιριού<br />
να χαίρονται την πρώτη τους Άνοιξη.</p>
<h5><strong>[01/04&#8230; Σαν ψέμα]</strong></h5>
<p>Από το άνοιγμα του τοίχου<br />
μιας αργής Δευτέρας<br />
θα σκιτσάρω το φευγιό σου<br />
βήμα-βήμα<br />
κόβοντας τις ρίζες σου<br />
να χαθείς χαρταετός<br />
ανυπεράσπιστα ανεμοδαρμένος</p>
<p>κι εγώ θ&#8217; αγγίζω<br />
&#8211; τάχα &#8211; ατάραχη<br />
καλούμπα από καπνό και αποτσίγαρα<br />
να κοιτάζω<br />
μέχρι να ακτινοβολήσω ξανά<br />
σημαδεμένη</p>
<p>γιατί θα ο&#8217; έχω λησμονήσει<br />
έναν ψεύτη Απρίλη.</p>
<h5><strong>[Θαλάμι]</strong></h5>
<p>Δίχως νερό κάποτε<br />
ενδεχομένως<br />
δεν ήμουν άλλο τίποτα<br />
πέρα απ&#8217; το λουλακί όνειρό σου<br />
πέρα από μια προδομένη κορνίζα<br />
ξέθωρη απ&#8217; την αλμύρα.<br />
Άσε την ανάσα αυτό το βράδυ<br />
να σε ψάξει<br />
γίνομαι στεριά<br />
να ακουμπήσεις τρικυμίες</p>
<p>Έλα να μαντέψεις τη δική μου<br />
&#8211; θέλει κανάκεμα &#8211;<br />
που ανάγλυφα σκαλίζει<br />
Απουσίες<br />
που κάνει δήθεν πως αγνοεί την ησυχία<br />
και παζαρεύει παλιές νηνεμίες.</p>
<p>Να ξαποστάσω &#8211; Πρωτέα μου &#8211;<br />
γι&#8217; αυτή τη νύχτα μόνο.</p>
<h5>
<strong>[Ηλεκτρική καταιγίδα]</strong></h5>
<p>Νερά ακατάσχετα<br />
παίρνουν αντάμα τους<br />
όλα τα κάτωχρα &#8211; πια &#8211; τετράδια<br />
μην αμελήσεις<br />
να φυλάξεις τ’ αλφαβητάρια,<br />
γιατί ούτε με πλημμυρίδες δε μπορώ<br />
να σε φτάσω.</p>
<p>Απλωτές λήθης</p>
<p>σήμερα<br />
που είναι τα όνειρα<br />
κατάφορτα μετεωρίτες<br />
σκοντασμένα πεφταστέρια<br />
στείλε τη σκιά<br />
έστω και μιας λειψής φτερούγας<br />
να προστατέψω<br />
τα μουλιασμένα οστά μου<br />
κι εγώ θα σε ποθώ<br />
ακόμη και σε νερά μαγνητισμένα<br />
με όλα τα κύματα επ’ ώμου.</p>
<h5><strong>[Ειρωνείες στο κρεβάτι]</strong></h5>
<p>Μου αρκεί μια υποψία<br />
βραχνής εντολής<br />
για να βεβηλώσω<br />
την επικράτειά σου<br />
δίχως κανένα αλύχτισμα<br />
&#8211; ευτυχισμένη &#8211;<br />
που θα λατρεύεις την ηδονή<br />
του κλαυσίγελού μου.</p>
<p>Δε πα να σε κρύβει ο ορίζοντας του σεντονιού..</p>
<h5><strong>[Το άλας σου]</strong></h5>
<p>Να γευτούμε λίγη άλμη αυτήν<br />
&#8211; που με περισσή ακρίβεια<br />
στοιβάζουν τα δάκρυα<br />
στις αλυκές του μυαλού &#8211;<br />
και μετά να βυθιστούμε<br />
στην άλλη<br />
&#8211; αυτή των φιλιών<br />
τη μη χορτασμένη &#8211;<br />
κάτω απ’ τη σιωπή των πευκοβελόνων<br />
να χαράξουμε<br />
με θαλασσινό νήμα<br />
λόγια<br />
από γαλήνιο οργισμένο νερό,<br />
γιατί ανάμεσά μας<br />
θα τρέχει πάντα<br />
η υπόκωφη βοή<br />
μανιασμένης λαχτάρας<br />
φράγμα<br />
που θα πασχίζει να μη σπάσει.</p>
<h5>
<strong>[64 άπνοιες]</strong></h5>
<p>Ανάμεσα σε σκιές και φρουρές<br />
περιφραγμένα τετράγωνα<br />
αιφνιδίως μαραμένη<br />
από θέση<br />
&#8211; υπερνοτισμένης ισχύος &#8220;en passant•&#8221; &#8211;<br />
σε πλάγια κίνηση<br />
διάλεξα<br />
το χρώμα του κατάφωρου<br />
χηρεμού.</p>
<p>Η μοναδική παράκληση<br />
που έχω τώρα να παίξω<br />
-ανάμεσα σε ριπές &#8220;gambit&#8221; φθοριούχες<br />
αξιωματικών &#8211;<br />
είναι κοιτώντας ίππους λευκούς<br />
ακαθόριστα<br />
-φευ-</p>
<p>Κλείσ&#8217; το!<br />
0 βασιλιάς και το πιόνι<br />
στο ίδιο κουτί φυλακίζονται<br />
εν τέλει.<br />
Με ή χωρίς δεύτερη παρτίδα.</p>
<h5><strong>[Γιορτή αιώνιων εκρήξεων]</strong></h5>
<p>Κι όπως κοιμάσαι<br />
απατώντας με κύματα<br />
σου μιλώ σαν να σε ξέρω<br />
επειδή μοιάζεις στην ψυχή μου<br />
&#8211; θαρρώ &#8211;<br />
κατάφωρα εμπλεκόμενη<br />
σε αιχμηρές περιπλανήσεις.</p>
<p>Βάλε απόστροφο το θόλο σου<br />
αντίστροφα,<br />
να προστατέψω την εύθραυστη όψη μου<br />
την ακούραστη αναμονή της λάβας σου<br />
να περισώσω<br />
έστω και σε απανθράκωση<br />
ως άλλη Πομπηία.</p>
<h5>
<strong>[Γοργόνειο άσμα]</strong></h5>
<p>Τάχα τι φοβήθηκες;<br />
Πως το πράσινο τρεμούλιασμα<br />
που επιθυμούσε<br />
με περισσή αλλοφροσύνη<br />
να σε κοιτάξει<br />
είναι η Μέδουσα;</p>
<p>Έλα να παραλάβεις το «Γοργόνειο»<br />
σ/π/α/σ/μ/έ/ν/ο.</p>
<h5><strong>[Χιονάτη]</strong></h5>
<p>Έλα να φυτέψεις λουλουδένια στέμματα<br />
ονειρεύομαι<br />
έναν ύπνο βαθύ<br />
πάνω στον πορφυρό ουρανό σου<br />
κι ένα φιλί λευκό<br />
&#8211; πιο πάλλευκο κι aπ’ τ’ όνομά μου &#8211; .</p>
<p>Αυτοί που θέλουν<br />
να συντρίψουν<br />
των δηλητηριασμένων<br />
το ξέσπασμα.,<br />
έχουν έμβλημά τους<br />
μόνο τη φωτά<br />
σημαία<br />
κόκκινη στο μαύρο.</p>
<p>Μπες!<br />
Όπως κοιμάμαι με βεγγαλικά σβηστά,<br />
το χαμηλωμένο φως<br />
δε γνωρίζει τίποτα από υπερηφάνεια.</p>
<h5><strong>[Χέρια]</strong></h5>
<p>Σαν διάφανα πηγαίνουν<br />
σαν πολύχρωμα έρχονται<br />
πουλιά ενδημικά<br />
μόνο παροδικά<br />
τα ακουμπάς<br />
ξαπλώνουν περίλεπτα<br />
επάνω μου<br />
αχνά<br />
σε λινό που σπαράζει<br />
νιώθω εποχές<br />
απ&#8217; όλες τις υφηλίους.</p>
<p>Ύστερα από το ολοκαύτωμα<br />
κάθε ανορθόδοξο πέταγμά μου<br />
γίνεται καλλιγραφία.</p>
<h5>
<strong>[Τι είσαι;]</strong></h5>
<p>Αγνοώ<br />
αν είσαι κύμα μαγνητικό<br />
ικεσία πλεούμενης λαχτάρας<br />
ή απλώς θαλάσσια συνείδηση.<br />
Γεγονός είναι<br />
πως και στον ύπνο μου<br />
ακόμη,<br />
είτε σαν αποκολλημένο όστρακο<br />
είτε σαν τρεμάμενος γαλαξίας<br />
ανασυνθέτω<br />
το όλο της ημέρας σου<br />
σε μια κουταλιά θείο<br />
και ξεδιψώ<br />
από παράταση αλμύρας</p>
<p>αλλά<br />
υπάρχει μια οσμή<br />
μπαγιάτικων εσώψυχων στο πάτωμα.</p>
<p>Ήταν η προσπέλαση του εντελώς ξαφνικού,<br />
ήταν που έγινα μπουκάλι<br />
για να σε π-ε-ρ-ι-Έ-Χ-Ω.</p>
<h5><strong>[Ο σκοποβόλος]</strong></h5>
<p>Στήσου στον ακρόλιθο της μνήμης</p>
<p>αγάλματα ήρθαν<br />
να μας αντικαταστήσουν<br />
και στόχευσε- &#8212;&#8212;&#8212;<br />
να ραγίσει συθέμελα<br />
η κρύα μονοτονία της πέτρας<br />
να ξαναζωντανέψουν σώματα<br />
να επιβιβαστούν συσπάσεις<br />
σωτήρια μουγκρίζοντας<br />
για καινούρια ταξίδια<br />
με τις προπέλες προς πάσα κατεύθυνση<br />
σ’ εκείνα τα μέρη<br />
τα ξανθά<br />
της ζωής ή της φαντασίας.</p>
<p>Αν φύτρωναν λουλούδια από σκάγια στα βράχια<br />
θα ήσουν Εσύ.</p>
<h5><strong>[Μάτια μου]</strong></h5>
<p>Κάτω απ’ την καλύπτρα των σύννεφων<br />
νύχτα<br />
πάνω από την πόλη<br />
ο’ όλο το πλάτος<br />
υπάρχει<br />
η αγκαλιά σου<br />
τα χέρια σου<br />
&#8211; αιχμές αστεριών<br />
παρασύρουν<br />
σε μετωπική σύγκρουση<br />
διάττοντες κομήτες &#8211;<br />
τα χείλη σου<br />
&#8211; κάθε τοίχος πάλλεται<br />
παραλύει στο μειδίαμά τους &#8211;</p>
<p>Μα αν τα μάτια σου<br />
ανέβαιναν<br />
απ’ τους άτεμνους ορίζοντες</p>
<p>να &#8216;ξερες πως<br />
όλα τα φεγγάρια θα ριγούσαν<br />
σκορπίζοντας<br />
γιατί δε θα ‘χαν άλλο φως να κλέψουν.</p>
<h5><strong>[Καμβάς]</strong></h5>
<p>Θα είμαι εδώ!<br />
Τ’ αυτό το χαρτί<br />
μονοκοντυλιά<br />
υδατοδιαλυμένη εκολίνα<br />
να περιμένω<br />
εσένα</p>
<p>Κι όταν αγγίξεις οριακά<br />
passe partout<br />
και γίνεις καρφί<br />
στη δική μου οπή περιωπής<br />
θα γυρίσω<br />
προσωπογραφία με χρώματα<br />
πάνω σε canson<br />
χασκογελώντας νευρικά<br />
μασώντας φτέρες.</p>
<p>(μέχρι τότε<br />
θα βρίσκομαι κρεμασμένη).</p>
<h5><strong>[Αποτέφρωση]</strong></h5>
<p>Την τεφροδόχο των στίχων σου<br />
δίχως έλεος θα σκορπίσω<br />
να δω<br />
πως πνίγει η κάθε λέξη<br />
το όνομά μου</p>
<p>Εγώ που έλαμπα<br />
διάστικτη<br />
μέσα στα άσπρα σου δωμάτια,<br />
να κείτομαι τώρα<br />
&#8211; απ&#8217; τα χέρια που πιο πολύ αγάπησα-<br />
πλανόδιο νεκροσάβανο<br />
σε θλιμμένο φτηνό τραγούδι.</p>
<h5><strong>[Ξέρω]</strong></h5>
<p>Ξέρεις πως σε περιμένω<br />
πίσω απ’ το τόξο των φρυδιών<br />
ξέρες πως θα είσαι<br />
η αιώνια έκπληξη.</p>
<p>Να επιστρέφεις κάθε τόσο<br />
νύχτες και ημέρες<br />
με εναλλακτική φορεσιά &#8211; να επιστρέφεις &#8211;<br />
κάθε τόσο<br />
αργά και ακούραστα.</p>
<p>Είναι ο κενός χώρος που σε απαιτεί,<br />
είναι που η καρδιά μου<br />
είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 20/1/2018</p>
<p>Τρεις δυναμικές ποιητικές φωνές</p>
<p>Η Ειρήνη Καραγιαννίδου (1979) στο δεύτερο ποιητικό της βιβλίο Παραθαλάσσιο οικόπεδο μας κομίζει μια ποίηση που ενώ ξεχειλίζει από μια δική της αμεσότητα, ταυτόχρονα παραμένει κρυπτική, εκεί όπου η μετωπικότητα −μια ποιητική θα λέγαμε «μαγκιά»− συναντά και συμπορεύεται με μια υπόγεια αμφισβήτηση των πραγμάτων, προσβλέποντας ενδεχομένως στη διάβρωση και ίσως στην αποσάθρωση του υπαρκτού.<br />
Ας ξεκινήσουμε όμως με τον τίτλο: «Παραθαλάσσιο οικόπεδο». Πρόκειται για έναν μετωνυμικό προφανώς τίτλο, καθώς ούτε η θάλασσα φαίνεται να είναι όντως η θάλασσα, ούτε το οικόπεδο αποκαλύπτεται και λειτουργεί ως οικόπεδο. Η θάλασσα μάλιστα εμφανίζεται ως τσιμέντο. Ενας τίτλος που συνδιαλέγεται και παραπέμπει στο εικαστικό έργο του εξωφύλλου, το οποίο και θυμίζει τη ζώνη «Στάλκερ» ή τον ωκεανό του «Σολάρις», του κινηματογραφιστή Αντρέι Ταρκόφσκι και των αδερφών Στρουγκάτσκι και Στάνισλαβ Λεμ −στο επίπεδο των συγγραφέων− αντίστοιχα.</p>
<p>Ενα εξώφυλλο, που ενώ μας εντάσσει και μας αποκαλύπτει τον κόσμο ως δυστοπία, ως έναν αινιγματικό δύσκολο χωροχρόνο, ταυτόχρονα δεν αποκλείει την -έστω στρεβλή- υλοποίηση της όποιας όντως επιθυμίας μας, στη διαρκή της πάλη με τη μνήμη, στην εμφανή και στην υπόγεια, σκοτεινά περιρρέουσα, διάστασή της.</p>
<p>Εδώ εντάσσεται και το κομβικό ποίημα «Εντός έδρας», το οποίο συνοψίζει την ποίηση της Καραγιαννίδου. Ενα ποίημα όπου με τα γυάλινα μπουκάλια της βυσσινάδας, των 232ml, καλεί και φέρνει, εμφανίζοντας έστω προβολικά −ίσως φασματικά− όχι μόνο τον νεκρό, προφανώς, πατέρα αλλά και άλλους υλοποιημένους νεκρούς. Υπαρκτούς και ανύπαρκτους. Γράφει: «Συνήθως, λένε, οι νεκροί / έρχονται απρόοπτα / αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα». Και συνεχίζει: «αν η χωρίστρα […]», «όταν μισοξεχνάς […]», με «όλες αυτές τις λεπτομέρειες», λοιπόν, «τότε, λένε, έρχονται» οι νεκροί. «Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα / όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό» «μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη», «έρχονται», «χωρίς φωνές / χωρίς νερό / χωρίς εσένα».</p>
<p>Οπου η ποιήτρια, αν μη τι άλλο, παραπέμπει και συνομιλεί με τους νεκρούς σε μια παραλλαγή, σε μια επίγεια ίσως Νέκυια, όπως ο πρωταγωνιστής του «Σολάρις» που επιστέφει από τις −υπό τον Ωκεανό υλοποιημένες− μνήμες, στα πόδια του γήινου πατέρα. Υπογραμμίζοντας επαναληπτικά πως «Αύγουστο θα σου αλλάξω πλευρό να κοιτάζεις τη θάλασσα» −πατέρα;− και πως «έτσι και αλλιώς, ο θάνατος και ο έρωτας είναι υποθέσεις του κορμιού» («Το σπίτι»), για να αποκλείσει και τις όποιες πιθανές παραπλανητικές παρερμηνείες.</p>
<p>Από εκεί η ποιήτρια ανοίγεται σ’ ένα σύμπαν −πέρα από το ιστορικο-κοινωνικό του όλου πράγματος− που παιχνιδίζει με τρόπο ακατανόητο, τουλάχιστον για μας. Σαδιστικό, με τη σκληρότητα ενός παιδιού, ίσως ως ένας θεός εν εξελίξει. Και μας μιλά για κάποιον που «επιμένει να την κατοικεί»: «Χθες είδα μια στιγμή / Στο άνοιγμα της πόρτας / Εκείνον που επιμένει να με κατοικεί» («Λεωφόρος Νίκης)».</p>
<p>Πρόκειται για μια ποίηση εσωστρεφή και αυτο-απευθυνόμενη. Μια ποίηση όμως που κομίζει τη βεβαιότητα πως η Καραγιαννίδου δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη-ακροατή της. Δεν επιθυμεί να επιβληθεί, να κερδίσει έδαφος για τον εκφορέα ενός ακόμη λόγου. Διαποτισμένη από τη ματαιότητα, το περιττό και το πολυτελές του κόσμου, αφρίζει στις παρυφές του χωροχρόνου, κοινωνώντας το περιττό της φύσης και της θέσης της. Αυτο-αναιρείται, αυτο-υπονομεύεται για να δείξει τον πραγματικό πόνο, την αγωνία ενός ανθρώπου, που αναζητά χωρίς προσχηματισμένα φίλτρα και χωρίς συγκεκριμένη φορά. Ως ένα «αγρίμι από κρύσταλλο».</p>
<h5>
<strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Κοράλλι&#8221; 14/12/2017</p>
<p>Η ΝΕΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ</p>
<p>Μόλις η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου, το<br />
«Παραθαλάσσιο οικόπεδο» ήταν για εμένα μια άκρως ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Η νεανική αμεσότητά της και μια διάθεση απορίας απέναντι στη δήθεν «ευαισθησία και τον υπέρμετρο ρομαντισμό των άλλων»,<br />
αναμφίβολα συνηγόρησαν σε αυτό.<br />
’Ας ξεκινήσουμε όμως από τον τίτλο. Τι πάει να πει «παραθαλάσσιο οικόπεδο»; Καταρχήν, ένα οριοθετημένο τμήμα γης, το όποιο προορίζεται για την ανέγερση κάποιου κτίσματος. Σημαίνει ακόμη: προνομιακή θέση πλάι στη θάλασσα, και μια σχέση μαζί της που, δυνητικά, αναπτύσσεται με πολλαπλές διακυμάνσεις. Θέλω να πω ότι η θάλασσα ενεργεί ως ένα τοπίο συμβάντων, τα όποια προσλαμβάνουμε μέσω των διανοητικών και θυμικών μας λειτουργιών, αλλά μπορεί μέσα μας να μεταστοιχειωθούν σε λειτουργίες του φαντασιακού και μεταφορικά σχήματα. Και εδώ, πράγματι έχουμε να κάνουμε με αυτό. Επιχειρώντας να εντοπίσω στα ’ίδια τα κείμενα τα στοιχεία εκείνα που τα συνδέουν με τον τίτλο, για το μεν οικόπεδο σκέφτομαι ότι ενδεχομένως σημαίνει έναν ιδιωτικό, αν και εκτεθειμένο χώρο, ενώ ό,τι φαίνεται να κυριαρχεί αναφορικά με τη θάλασσα είναι η απειλητική της εκδοχή, με κατάληξη τον πνιγμό. Συνειρμικά, το μυαλό μου πήγε στον Καρυωτάκη και στην πρώτη, αποτυχημένη απόπειρα της αυτοχειρίας του.<br />
Μέσα από τούτη πλέον την οπτική, μπορείς να προσεγγίσεις τα ποιήματα σαν μικρές ελεγείες, μπροστά από τις όποιες, ωστόσο, εμφανίζονται, δίκην σάτιρας, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και η αποδόμηση. Κάποιοι δηλαδή από τους, φαινομενικά επιθετικούς, μα κατά βάθος αντιπροστατευτικούς μηχανισμούς που υιοθετούν άτομα τα όποια νιώθουν ευάλωτα και ανυπεράσπιστα. Ευάλωτα απέναντι σε καθετί που αισθάνονται ως απώλεια, ανυπεράσπιστα απέναντι σε συμβάσεις που κανοναρχούν τη ζωή τους, απέναντι στον χρόνο που φθείρει, αλλά και επιβεβαιώνει τίς ουτοπίες και το ανέφικτο. Ευάλωτα, εντέλει, και ανυπεράσπιστα απέναντι στην αδυναμία του ίδιου τους του εαυτού να αντιμετωπίσει διαφορετικά επώδυνες καταστάσεις.<br />
Σε μια τέτοια αμυντική συγκρότηση, ακόμη και ο έρωτας απωθείται συναισθηματικά. «Έτσι κι αλλιώς, ο θάνατος κι ο έρωτας είναι υποθέσεις του κορμιού», υποστηρίζει η Καραγιαννίδου. Και για τον μεν θάνατο, αρκεί να μπορείς να τον παίζεις σωστά. Όσον άφορά όμως στο ερωτικό στοιχείο -από τον σεξουαλικό υπαινιγμό του motto της συλλογής, «’Έχετε δει, υποθέτω,, θάλασσα να πνίγεται αι άνθρωπο, / να λέει όλα μέσα», μέχρι το «εκλιπαρούμε για γλωσσόφιλα» και το «ξεφλούδισέ με ολόκληρη», που συναντούμε στη συνέχεια-, μπορεί αφενός αυτό να προκρίνεται στα ποιήματα ως σωματική ένταση του απτού, από την άλλη όμως υποθάλπει την ιδέα ότι τουλάχιστον η<br />
προτροπή: «ξεφλούδισε με ολόκληρη», είναι στην πραγματικότητα μια επίκληση και μια ανάγκη «να φτάσεις στα βαθιά φυλλώματα», εκεί όπου «το φεγγάρι παραμένει τρυφερό /Ακόμη και στη χάση του».<br />
Σε αντιστοιχία με τον τίτλο, τα περιεχόμενα κατανέμονται σε τρεις ενότητες: την εισαγωγική, ως «Προσημείωση», την κύρια, ως «Συντελεστή δόμησης», και την επιλογική, ως «Έκτος σχεδίου». Θεωρώ ότι πρόθεση της Καραγιαννίδου είναι, όχι το να προσδώσει στη στιχουργική της την έννοια μιας καθαυτής διαδικασίας χτισίματός της, αλλά εκείνη των πολεοδομικών, θα λέγαμε, περιορισμών που τη διέπουν. Αυτό βεβαίως γεννά και ανάλογες προσδοκίες οργάνωσης των κειμένων, τις όπου ι όμως η ποιήτρια φροντίζει να ακυρώνει συνεχώς, παραβιάζοντας η υπονομεύοντας κείμενους τρόπους και κανόνες, και εγγράφοντας, σε ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο, τις αρχές και το περιβάλλον ενός δικού της παιχνιδιού. Γράφει: Τις νύχτες που μεγαλώνουνε οι φεγγαράδες/παίζουμε/τις παντρειές της ξέρας με τη θάλασσα/είναι καλό παιχνίδι/παίζεται βουβά/κι όποιον τον πάρει το σκοτάδι /καίγεται.<br />
Αυτό το παιχνίδι, του γάμου της ξέρας με τη θάλασσα, που εν πολλοίς, είναι το ίδιο το παιχνίδι του ανθρώπου με τη ζωή, επιχειρεί να παίξει με προσωπικούς ποιητικούς όρους η Καραγιαννίδου. Χωρίς να φοβάται τις λέξεις και τα εκκρεμή συμφραζόμενα, δίχως να διστάζει μπροστά σε νοηματικούς διασκελισμούς, παράδοξες μεταφορές και απρόσμενες παρομοιώσεις, δημιουργεί ποιήματα όπου η διαρκώς ανήσυχη και κοφτή κίνηση της γλώσσας αποτυπώνεται σε μια συνεχή αλληλοαναίρεση αισθήσεων και αισθημάτων, εικόνων που ολοκληρώνονται και άλλων που διαθλώνται και μετεωρίζονται στη διαδρομή τους, για να καταλήξουν σε ακροτελεύτιους στίχους, πολλές φορές επιγραμματικούς. Στο ποίημα ΠΙ και Φι διαβάζουμε: Όλο και κάποιος προλαβαίνει το φεγγάρι / μέσα ο έναν καθρέφτη /χρόνια γυρεύοντας να ξεπεράσει / τη γραμμή που ορίζει ι το απόμακρο / εντοιχίζοντας στο μέτωπο το μάτι /Αντίθετα στην ασάφεια περιγραφής των φόνων, / στα αδηφάγα / στόματα χορτάτων / και τις αυθαιρεσίες που φυτρώνουνε αυθαίρετα στους στίχους /&#8217;Ώσπου ο Πολύφημος να σπάσει χίλια κομμάτια /Πρέπει ν&#8217; αγαπιόμαστε μονόφθαλμα πολύ.<br />
Είναι το ίδιο φεγγάρι που εδώ είναι μέσα σ&#8217; έναν καθρέφτη, άλλου είναι τσέρκι και άλλου μια τραμπάλα νύχι, πού άλλοτε ουρλιάζει και άλλοτε<br />
είναι ένα φεγγάρι έκθετο στους πέντε δρόμους, και που κατέχει μια θέση κυρίαρχη με σκηνοθεσία των ποιημάτων. Δεν ξέρω αν ή πυκνότατη παρουσία του στο βιβλίο οφείλεται απλώς σε ποιητική διάθεση ή αν, εκλαμβανόμενο ως θηλυκή αρχή της δημιουργίας του κόσμου και ως στοιχειό του γυναικείου φαντασιακού και του υποσυνείδητου, ενέχει εσκεμμένα θέση συμβόλου.<br />
Σύμβολο πάντως η όχι το φεγγάρι, μαζί με το σούρουπο, τα χαμηλωμένα φώτα, τον άνεμο, την απειλητική θάλασσα, συνθέτουν ένα σκηνικό σημαινομένων, τα σημαίνοντα των όποιων, ωστόσο, σκηνοθετούνται άλλου. Σε έναν ενδότερο χώρο, όπου συνομιλούν η συγκρούονται το δραματικό με το γκροτέσκο, οι παραδοχές με την ειρωνική αποκαθήλωσή τους. Στο ποίημα «Δίχως ψέματα στις ούγιες» διαβάζουμε: Έλεγα πως δεν θα τύχαινε σε εμένα / Και να που απόψε λιώνει το φεγγάρι -Όλοι / νομίζουν γίνεται στο έργο / Κι εσύ δεν θέλεις να υποδέσεις και δεν μπορείς /Εάν η πέτρα η το ψαλίδι / Πλανεύουνε καλύτερα Αυλίδες// Καλά λοιπόν. Δέσε τα κορδόνια, λύσε τα σκυλιά /Χρειάζεσαι μια ουλή να κρατηθείς /Όταν υπάρχει ζήτημα.<br />
Τούτη η απεύθυνση στο άλλο πρόσωπο, αποκαλύπτει μια βαθύτερη επιθυμία -η και ανάγκη: Να βγει προς τα έξω το εσωτερικό σκηνικό και οι πράξεις που διαδραματίζονται εκεί, να ακουστούν οι λέξεις που κόβουν τις φλέβες τους, να ενεργοποιήσουν, εντέλει, τον υποκείμενο άλλο. Να τον σηκώσουν από τη θέση του θεατή και να τον κάνουν συμμέτοχο. «Είσαι τρελή, φωνάζει, όμως που να &#8216;ξερε». Αυτός που δεν ξέρει, πρέπει να μάθει. Να μάθει, τι; Ότι «Με λένε Ειρήνη, Γένος ανυπεράσπιστο», ότι «κοιμάμαι πάντα μπρούμυτα / Με το &#8216;να άκρο σηκωμένο», ότι «στα δεκαπέντε μου η τώρα στα σαράντα / θα ούρλιαζα με τόσο λίγο πένθος»&#8217; και πρέπει ακόμη να «υποπτευθεί τίς ιστορίες έκτος θέματος».<br />
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως στην ουσία έχουμε να κάνουμε με μια δοκιμασία ψυχής, την όποια η Καραγιαννίδου επιχειρεί να διασκευάσει, σε διαδικασία διαχείρισης καταστάσεων, επιστρατεύοντας τεχνητές αποστάσεις, απρόοπτες φράσεις, η ακόμη και έναν οιονεί κυνισμό. Όμως, παρά τον υπερθεματισμό της νευρικότητας που διακατέχει την ύπαρξη &#8211; την ύπαρξή της- με μια φαινομενική ψυχραιμία, παρά το υδατοστεγές προσωπείο που φορά, η πικρία που προκαλούν οι απογοητεύσεις και οι διαψεύσεις είναι εκεί. Η λύπη για στιγμές και μνήμες αισθήσεων και επιμελώς αποποιημένων συναισθημάτων, που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πιά, η που υπάρχουν και προορίζεται νομοτελειακά να χαθούν, είναι παρούσα.<br />
Θα άξιζε τέλος να σταθούμε και στους τίτλους των ποιημάτων -χάριν παραδείγματος αναφέρω μερικούς: «Πτέρυγα Άλφα Ταύ», «Δύο Οδύσσειες και μια υπομονή», «Εσιέν στη σέντρα», «Το κέρατό μου, μέσα»-, τους όποιους θα χαρακτήριζα αντιστικτικούς, σε σχέση με το περιεχόμενο. Αντιστικκτικούς, με την έννοια ενός άλλου γεγονότος, που μπορεί να προκαλέσει διαφορετικούς συνειρμούς, και που καταφέρνουν, εντούτοις, χωρίς να επιγράφουν το νόημα, αλλά μάλλον συμβάλλοντας στην Ατμόσφαιρα, να δημιουργούν την αίσθηση ότι Αποτελούν Αρμονικό κομμάτι του ποιήματος.<br />
Κι ένας μικρός επίλογος: Θέλω να πιστεύω πως η Ειρήνη Καραγιαννίδου διαθέτει τα προσόντα εκείνα ώστε να μεταβεί, Από την ενικότητα του ποιητικού Εγώ, που προς το παρόν τη διακρίνει, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου. Άλλωστε, και όπως το διατυπώνει ο Σέιμους Χήνυ, αυτό Ακριβώς είναι η ποίηση: «γλώσσα και κόσμος».</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ</strong></h5>
<p>&#8220;Fractal&#8221; Νοέμβριος 2017</p>
<p>«Γιατί η γλώσσα είναι για να σπάει»</p>
<p>Καμιά φορά καταλήγει ιδιαίτερα δύσκολο να προχωρήσεις σε μια κριτική παρουσίαση ενός ανθρώπου που γνωρίζεις a priori πως είναι ποιητής και δεν χρειάζεσαι κανένα τυπογραφικό για να αναγνωρίσεις την αξία του ποιητικού του λόγου.</p>
<p>Ίσως καταλήξει ανορθόδοξη αυτή η αισθητική ανάγνωση του βιβλίου της Ειρήνης Καραγιαννίδου από τις εκδόσεις Πανοπτικόν (2017)</p>
<p>Η ποιητική συλλογή «Παραθαλάσσιο Οικόπεδο» σκεδάζεται εντός του τυπωμένου βιβλίου σε τρία μέρη:</p>
<p>Προσημείωση<br />
Συντελεστής Δόμησης<br />
Εκτός Σχεδίου<br />
όπου αντίστοιχα:<br />
στο πρώτο μέρος φιλοξενείται ένα δίστιχο ακαριαίο ποίημα, το αγαπημένο μότο της ποιήτριας: «Για εμάς που γνωρίζουμε τη σκοπιμότητα της βροχής, ο πνιγμός δεν καταλογίζεται στο ποίημα»,<br />
το δεύτερο μέρος αποτελείται από σαράντα ποιήματα ακραίας συμπύκνωσης<br />
και το τελευταίο μέρος από δύο ποιήματα που το τελευταίο το θεωρώ ως μότο αποφώνησης (Καμιά φορά σε γαζώνω. Να μπορείς τον θάνατο να παίζεις σωστά.)</p>
<p>Όσοι γνωρίζουν το έργο της Ειρήνης Καραγιαννίδου νομίζω πως πραγματικά έλκονται από την ευρηματικότητα μιας νεογλώσσας που χρησιμοποιεί, ενδυναμώνοντας την αφαίρεση μέσω αφηρημένων τέλεια συνταγμένων ετεροπροσδιορισμών. Στην πραγματικότητα οι στίχοι της, όπως κτίζονται καταργούν την οριζόντια σκέψη ακόμα και του πιο υποψιασμένου αναγνώστη, δημιουργώντας νησίδες που σε εξαναγκάζουν σε άλματα νοητικά και συναισθηματικά.</p>
<p>Η Ειρήνη Καραγιαννίδου δεν χρησιμοποιεί καμία αργκό για να εντυπωσιάσει αφού νομίζω, υποψιάζομαι δηλαδή πως γνωρίζει πολύ βαθιά τον κανόνα της ποίησης. Ξέρει πως η αργκό ή η όποια γλωσσική επιτήδευση ζει για όσον καιρό ωφελείται από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και κατανοείται· και μετά, ω! δυστυχώς εξαφανίζεται βουλιάζοντας και το ποίημα και τον ποιητή. Αυτό είναι ένα δίδαγμα που λαμβάνει κανείς διαβάζοντας τέτοια ποίηση.</p>
<p>Θα εμμείνω, λέγοντας πως η ποιήτρια έχει απαλλαχθεί από τις αδρές της επιρροές, τις έχει χωνέψει και έχει ιδρύσει το δικό της γλωσσικό ιδίωμα, άρα μια φωνή η οποία είναι ολωσδιόλου αναγνωρίσιμη και την ξεχωρίζει. Πατάει πάνω σε ρίζες υπερρεαλισμού, αλλά τα επίθετά της έχουν μια ελυτική οικειότητα, όπου η αγάπη, η ευσπλαχνία, ο πόνος, ο φόβος, ο έρωτας και ο θάνατος μπορούν να αναφέρονται σε όλους.</p>
<p>Απορώ με την ευαισθησία μερικών<br />
Και τον υπέρμετρο ρομαντισμό των άλλων<br />
Μ’ όλα αυτά τα μάι γκοντ και μάι λορντ<br />
Με τα εξαίσια των Καναρίων νήσων τα καρτ ποστάλ<br />
και τις σελήνες μες στα βάζα<br />
Σε άλλα νέα λοιδορώ<br />
Να’ χει η χάρη σου αξίωση<br />
να μπλέκονται στα πόδια δορυφόροι.</p>
<p>Ξέρετε τι σημαίνει το φεγγάρι να’ ναι έκθετο στους πέντε δρόμους<br />
Μάτι δεν κλείνει όλο το βράδυ.</p>
<p>Έχει ένα οικείο σαχτουρικό σύμπαν. Αντιλαμβάνεται την φύση με υπερβολές κι αφήνεται να τρωθεί κι από ανέμους κι από φεγγάρια κι από πουλιά, ενώ έχει μια έντονη μεταφυσική, θεολογική σχεδόν συνομιλία, με τις εγκατεστημένες εικόνες της περιόδου που η Ελλάδα προσπαθούσε να συνταιριάξει το όποιο χριστιανικό ιδεώδες πρέσβευε με την δυτική της κοινωνικοποίηση.<br />
Σαφώς και αυτός ο εγκιβωτισμός, αποκαλύπτει μια τρομερή ευαισθησία, μια ισορροπία τρόμου και αυτήν τη μεγάλη σιωπή της ποιήτριας. Τα ποιήματά της είναι σιωπηλά. Δεν μπορώ να τα απαγγείλω μεγαλοφώνως ίσως γιατί να επιδρούν πάνω μου ακόμα πιο καταλυτικά. Έχουν μια σκληρή και τραχιά επιφάνεια ή είναι ένα καλειδοσκόπιο, που κάθε φορά ανάλογα με το φως λαμβάνουν άλλες διαστάσεις, αλλά η σιωπή της επιμένει.</p>
<p>ΕΚΠΟΙΗΣΗ</p>
<p>Υπάρχουν νύχτες, γράφεις,<br />
Που τα φεγγάρια δεν σε χορταίνουν<br />
Θες να δαγκώσεις δρόμους<br />
Να ξεσκίσεις στηθαία<br />
Να καταπιείς χιλιόμετρα</p>
<p>Μ’ αυτά και μ’ αυτά<br />
Οι ποιητές νηστικοί όλο μένουν</p>
<p>Ρε, άσε τα χαρτιά σου λέω κι έλα.</p>
<p>ΖΑΝΑΞ</p>
<p>κι είχες μια πίστη για την αγάπη<br />
όπως το δάσος στα καταραμένα έντομα</p>
<p>Αύριο θα σου αλλάξω μεριά<br />
Θα σε βάλω να κοιτάς το παράθυρο<br />
Όμορφη χαραυγή θα μουρμουρίζει ο κόσμος<br />
Όταν τριζοβολάς την απαγορευμένη λέξη.<br />
Υπό άλλες δικαιολογίες παλιά<br />
Τέτοιες μέρες σ’ έβγαζα στη βεράντα<br />
ν’ ανάψεις τσιγάρο<br />
Φύτευες καύτρες στη γλάστρα<br />
Μέχρι που πήρες σκύλο<br />
Γαύγιζα επικαλούμενη κυριότητα εγκαυμάτων.</p>
<p>Η Ειρήνη Καραγιαννίδου από τους ποιητές που σαρώνουν τη γλώσσα και όταν φτάνουν στα χέρια μου τους αποθέτω δίπλα μου και μιλάμε μιλάμε μιλάμε μέχρι εξάντλησης κι έπειτα κοιμόμαστε κι ονειρευόμαστε πως η γλώσσά μας στέγνωσε κι έσπασε, γιατί η γλώσσα είναι για να σπάει.</p>
<p>Αν και τα ποιήματα έχουν μια συναισθηματική αλληλουχία, ένα κοινό τοπίο ανάδυσης, εντούτοις εγώ θα σας συμβούλευα να τα διαβάσετε αποσπασματικά. Λειτουργούν άμεσα, αλλά θα κατανοήσετε πως έχουν τη δυνατότητα εναπόθεσης και ανάδυσής τους σε χρόνο και τόπο που δεν φαντάζεστε. Είμαι πεπεισμένος πως τα ποιήματα της Καραγιαννίδου δεν είναι μολότοφ αλλά καλοσχεδιασμένες βόμβες τρομοκράτη.</p>
<p>Πριν κλείσω αυτό το σημείωμα αισθητικής ανάγνωσης, θέλω να επισημάνω ένα σημείο: σας μίλησα για την σιωπή της ποιήτριας και θέλω να διευκρινίσω πως ξεχωρίζω πάντα το έργο από το πρόσωπο. Το άρτιο αυτό γλωσσικό της χειροτέχνημα σαφώς και την εμπεριέχει, αλλά έχει απόλυτα τη δική του φυσιογνωμία. Ο Στρατής Πασχάλης λέει ό,τι θα ήθελα ακριβώς να πω: «όσο πιο προσωπικά ασκούμε το γράψιμο, τόσο πιο πολύ νιώθουμε την ανάγκη της ατομικής αυτοθυσίας στο όνομα του κειμένου. Της απόλυτης πραγμάτωσής μας στο χαρτί, πάνω κι έξω από το εγώ μας. Ο αληθινός (ποιητής), τελικά, ψάχνοντας να αποτυπώσει το πιο αυθεντικό του πρόσωπο, καταντά να νιώθει, όταν γράφει, ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο».</p>
<p>Λεωφόρος Νίκης</p>
<p>Χθες είδα μια στιγμή<br />
Στο άνοιγμα της πόρτας<br />
Εκείνον που επιμένει να με κατοικεί<br />
Σαν να ‘χε μεταμορφωθεί<br />
Σ’ ένα σπιτίσιο πράγμα<br />
Σ’ ένα ακόμη έπιπλο.</p>
<p>Οι φοινικιές θ’ ανθίσουνε κι εφέτος<br />
Όπως θα’ λεγε κι ο ποιητής<br />
παίζοντας το ψέμα στα δάχτυλά του.</p>
<p>Όλα ήταν όπως τ’ άφησε<br />
πράσινα, κόκκινα, μαβιά<br />
Μ’ ένα σακάκι μαύρο θάνατο<br />
πάνω απ’ την ομορφιά τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ [Α]</strong></h5>
<h5>
<strong>ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΚΟΚΚΟΣΗ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr Ιανουάριος 2015</p>
<p>Με την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων που συναπαρτίζουν την ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λογότεχνον, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως το θέμα που δεσπόζει είναι ο έρωτας. Οι εποχές εναλλάσσονται χωρίς τη φυσική τους αλληλουχία. Έτσι, την ερωτική άνοιξη διαδέχεται ο κλειστός χειμώνας, που παραδίδει το ποιητικό υποκείμενο σε μια άνιση μάχη, σε μια σιωπή εκκωφαντική. Γι αυτό και η αφηγηματική φωνή ζητά να σφυρηλατηθεί από την αρχή, για να έρθουν οι εποχές στη φυσική τους αλληλουχία. Οι εποχές μπλέκονται μεταξύ τους σκιαγραφώντας τη διάθεση των σωμάτων που άλλοτε χαίρονται αρχή καλοκαιριού την πρώτη τους άνοιξη και άλλοτε τα γυροφέρνει ο χειμώνας αρχή άνοιξης.<br />
Οι πρωταγωνιστές παραδίδονται σε ένα παιχνίδι ρόλων, όπου εναλλάσσουν μορφές προκειμένου να περιΕΧΟΥΝ ο ένας τον άλλο. Αγνοώ αν είσαι κύμα μαγνητικό/ Ικεσία πλεούμενης λαχτάρας/Η απλώς θαλάσσια συνείδηση. Επιδίδονται σε ένα παιχνίδι λέξεων όπου δεσπόζει το στερητικό Α, που εκφράζει την Α-γωνία της εγκαταλελειμμένης φωνής, την α-σημαντη προσπάθεια της ποιήτριας να αρθρώσει έστω και το -Α-, αυτό το Α που της στερεί την ερωτική γαλήνη, που θα μπορούσε να συμβολίζει την αγάπη, την απώλεια, την απόγνωση ή την αμφιθυμία της. Γραμμένα άλλοτε σε α’ και άλλοτε σε β’ ενικό, τα ποιήματα της συλλογής αποτυπώνουν τις εναλλαγές των συναισθημάτων σε αντιστοιχία ή αναντιστοιχία με τις εναλλαγές των εποχών, σκιαγραφώντας το γενικότερο αμφίθυμο κλίμα της συλλογής.<br />
Η ποίηση της Καραγιαννίδου δημιουργεί εικόνες στο χαρτί σαν προσωπογραφίες σε καμβά και ήχους όμοιους με άσματα. Σήμερα μ’ αυτή την καταστροφική λάμψη του φεγγαριού θα γιγαντώσω το κενό σου θα δια στείλω τον ορίζοντα ώστε να είναι τα χάδια επιβραδυνόμενα σε μια άστοχη μάζα αγκαλιάς- της δικής μου. (&#8230;) Πνίγοντας τη γλώσσα στο οξύ του ονόματος σου φωνάζουν &#8220;έλα&#8221; με ταχύτητα φωτός.<br />
Η συλλογή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελεγεία στον έρωτα ή στην απουσία αυτού. Κάθε ποίημα της συλλογής αποθεώνει τον έρωτα, παρόντα και απόντα, επερχόμενο και παρελθοντικό, προσδίδοντάς του μια νέα νοηματική διάσταση, μια νέα δυναμική.</p>
<h5>
<strong>ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 7/10/2014</p>
<p>Περιδιαβαίνοντας στην πρώτη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου με τίτλο Οι τέσσερις εποχές του [α] ο αναγνώστης/τρια δεν μπορεί παρά αρχικά να σταθεί στον αρχέγονα γλωσσολαλικό ήχο του σημαίνοντος Α, που αποτελεί υπέρτατη παραπομπή σε πληθώρα σημαινόμενων: Το Α σαν επιφώνημα χαράς και λύπης, οδύνης και ηδονής, έκπληξης, και έκστασης, λυγμού και θρήνου αφού και το Απολλώνειο, αλλά και το Διονυσιακό στοιχείο περικλείει. H συλλογή θα μπορούσε ακόμη να διαβαστεί ως ένα ενιαίο μακροσκελές ποίημα με πρόλογο την προμετωπίδα του, που φέρει τον τίτλο «Σ’ εσένα» και επίλογο το τελευταίο της συλλογής ποίημα με τίτλο «Ξέρω». Μετά την ανάγνωσή τους, Οι 4 εποχές του α δεν είναι, εν τέλει, μόνο τέσσερις, μια και αποτελούν πολλαπλάσιο: Αγάπης αγώνα άγονου της ανάγκης, της απαίτησης, της απουσίας, της ανάσας, της απελπισίας, της αναμονής, της προσμονής, της αβεβαιότητας, της αρχής και του ατελεύτητου τέλους, της επανάληψης και της επιστροφής, της ματαίωσης, του ετεροκαθορισμού, της επιθυμίας (που συνεχώς ξεγλιστρά μετατοπιζόμενη), της γλώσσας (που την κατοικεί και την ορίζει), της ηδονής και της οδύνης, του «υπάρχειν» εις τον Κόσμον κατά Χάιντεγκερ.</p>
<p>Ο έρωτας είναι όλες οι εποχές του α, «ένα βάσανο, μια λέξη, ένα γράμμα» γράφει η Τζούλια Κρίστεβα στις Ιστορίες Αγάπης. Μοναχικός, καθότι στην ουσία του ανεπικοινώνητος αφού τη στιγμή κατά την οποία το άτομο ορά εαυτό ως εξόχως αληθινό, έντονα υποκειμενικό, αλλά και βιαίως ηθικό – ως γενναιόδωρα έτοιμο να κάνει τα πάντα για τον άλλο – ανακαλύπτει ταυτόχρονα τα όρια της κατάστασης του, καθώς και την αδυναμία και την ολισθηρότητα του συμβολικού της γλώσσας συστήματος, αλλά και τη μοναδική καταφυγή (παρότι αβέβαιη και ρευστή) που αυτή του προσφέρει. Ως σύγχυση «ταυτότητας», σύγχυση και συμφυρμός λέξεων, ό έρωτας είναι στην κλίμακα του ατόμου μια αναπάντεχη επανάσταση, ένας αθεράπευτος κατακλυσμός, ένα κοντινό πλάνο στην αιωνιότητα για τον οποίο μπορείς να μιλήσεις μόνο εκ των υστέρων. «Υπό το κράτος του αδυνατείς να μιλήσεις γι΄αυτόν», σύμφωνα με την Κρίστεβα, διότι τότε τα περιττά άνθη πασών των συμβάσεων πέφτουν, φουντώνει και φλέγεται το δέντρο της επιθυμίας και ανυπεράσπιστα θρυμματίζονται στους ανέμους τα φιλιά που δεν χορταίνονται ποτέ. Αλλά και ο Ρολάν Μπαρτ στα Αποσπάσματα Ερωτικού λόγου μας λέει:</p>
<p>«Ο ερωτικός λόγος (όπως και το σημαινόμενο του) χαρακτηρίζεται από μιαν άκρα μοναξιά. Το λόγο αυτόν τον μιλούν χιλιάδες υποκείμενα .… αλλά δεν τον στηρίζει κανείς. Τον έχουν εγκαταλείψει πλήρως οι περιρρέουσες γλώσσες, οι οποίες ή τον αγνοούν, ή τον υποτιμούν ή τον χλευάζουν. Έτσι ο λόγος αυτός βρίσκεται αποκομμένος όχι μόνο από την εξουσία αλλά και από τους μηχανισμούς της (επιστήμες, γνώσεις, τέχνες). Όταν ένας λόγος παρεκκλίνει κατ’ αυτό τον τρόπο, συρόμενος από την ίδια του τη δύναμη, προς την κατεύθυνση του ανεπίκαιρου και φέρεται εκτός πάσης αγελαιότητας, δεν έχει άλλη επιλογή: πρέπει να αποβεί ο τόπος, ο ισχνότατος έστω, μιας κατάφασης».</p>
<p>Στην ποιητική συλλογή της Ε. Καραγιαννίδου συναντάμε αυτή την κατάφαση του έρωτα, ακόμη κι όταν δεν υφίσταται παρά ως μια ανάσα που προσπαθεί να επιβληθεί στη δύσπνοια σε τόπους κενού και απουσίας. Η κατάφαση αυτή άλλοτε χτίζεται γρήγορα κι άλλοτε μισογκρεμίζεται ή καταρρέει σαν από δυνατό σεισμό για ν’ αναδυθεί και πάλι ως μικρό νησί μέσα από ταραγμένο ωκεανό μόνο και μόνο για να προσφέρει καταφύγιο στον ερωτικό λόγο της ποιήτριας, γιατί όσο ζωογόνο κι αν είναι το αντικείμενό του, δεν γίνεται να μας κυριεύσει δίχως να μας κάψει αφήνοντας πίσω τη χάσκουσα (και χαίνουσα) ναρκισσιστική πληγή στην επαφή μας με τον εξειδανικευμένο Άλλο, μετατρέποντάς την, ωστόσο, σε τόπο παραγωγής σημείων, παραστάσεων και νοήματος. Ωστόσο ο έρωτας στα ποιήματα της Καραγιαννίδου δεν δραπετεύει από κανένα παραμύθι. Δεν παρουσιάζεται σαν πρεσβευτής μιας – εφήμερης έστω – ευτυχίας, αλλά ξεγυμνωμένος απ’ την αχλή του μύθου φορά μόνο το διάφανο ρούχο της προδιαγεγραμμένης ματαίωσης. Εμφανίζεται στη σκηνή χωρίς σενάριο, δίχως πρόβα, για να δείξει το πρόσωπό του μετά την συναναστροφή του, αιώνες τώρα, με τους θνητούς κι αδύναμους ανθρώπους, στις πραγματικές του διαστάσεις, δηλαδή.</p>
<p>[Το άλας σου]</p>
<p>Να γευτούμε λίγη άλμη<br />
αυτήν<br />
-που με περισσή ακρίβεια<br />
στοιβάζουν τα δάκρυα<br />
στις αλυκές του μυαλού-<br />
και μετά να βυθιστούμε<br />
στην άλλη<br />
-αυτή των φιλιών<br />
τη μη χορτασμένη-<br />
κάτω απ’ τη σιωπή των πευκοβελόνων<br />
να χαράξουμε<br />
με θαλασσινό νήμα<br />
λόγια<br />
από γαλήνιο οργισμένο νερό,<br />
γιατί ανάμεσά μας<br />
θα τρέχει πάντα<br />
η υπόκωφη βοή<br />
μανιασμένης λαχτάρας<br />
φράγμα<br />
που θα πασχίζει να μη σπάσει.</p>
<p>σα να ‘ναι το τραγικό<br />
-αυτονόητα-<br />
αναγκαία συγκοπή<br />
της ευτυχίας.</p>
<p>Το ατελεύτητο του έρωτα είναι δεδομένο αρχής γενομένης με εκείνο το Εδεμικό αφήγημα μέσω του οποίου ντύθηκε την ενοχή και αιώνες τώρα προχωρά ανυπεράσπιστος. Αυτή την ενοχή απεκδύεται η ποιήτρια και κάνει πολύ καλά αν κρίνουμε από το ποιητικό αποτέλεσμα. Ο έρωτας είναι ατελεύτητος σαν συναίσθημα, σαν ουσία, σαν ποιητικό φετίχ, σαν πίστη. Η παραδοχή για την ιερότητα του έρωτα προβάλλεται στα ποιήματα αυτά με όλα τα όπλα που διαθέτει η ποιήτρια στο δικό της Άσμα Ασμάτων.</p>
<p>Να επιστρέφεις κάθε τόσο<br />
νύχτες και ημέρες<br />
με εναλλακτική φορεσιά -να επιστρέφεις-<br />
κάθε τόσο<br />
α ρ γ ά και ακούραστα.</p>
<p>Είναι ο κενος χώρος που σε απαιτεί,<br />
είναι που η καρδιά μου<br />
είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σου.</p>
<p>Κι ενώ ξέρουμε καλά ότι είναι «φτωχό» το οπλοστάσιο, των λέξεων για να «μιλήσει» » για κάτι τόσο δυνατό, εδώ μας αποκαλύπτεται η ύπαρξη και η εγκαθίδρυση ενός ισχυρού όπλου. Είναι οι ρωγμές και τα διάκενα ανάμεσα στις λέξεις (αυτών που σώθηκαν και πήραν τη θέση τους στο ποίημα). Είναι οι αιχμηρές ακμές των λέξεων που κείτονται κομματιασμένες στο πάτωμα και τα απομεινάρια των άλλων που σερνάμενες προσπαθούν να περισώσουν κάτι απ’ τα φτερά τους. Είναι οι σιωπές και η εκκωφαντική ηχώ τους. Η Καραγιαννίδου καταφέρνει και μαζεύει τα κομμάτια τους, περιποιείται τα τραύματα των συλλαβών και τις ανασυνθέτει. Καταφέρνει να μιλήσει γι αυτό που «αποσιωπάται», φωνάζει η σιωπή εδώ, η διαδρομή απ’ το συναίσθημα στην οιμωγή αποτυπώνεται στο ποίημα. Το γδάρσιμο στα τοιχώματα του ουρανίσκου και το κάψιμο στο λαιμό αποκτούν περίγραμμα και γίνονται αρμοί για το ποίημα.</p>
<p>Εσύ<br />
θα έρθεις μιαν άλλη νύχτα<br />
θα έρθεις να μου διαβάσεις ποιήματα.<br />
Κάποια άλλη νύχτα όμως<br />
-γιατί αύριο θα ξαναβρέξει-<br />
χαϊδεύοντας λευκές προσμονές.</p>
<p>Είναι έντονη, ωστόσο, και η σωματική παράμετρος του έρωτα εν είδει τρικυμίας στην εν λόγω συλλογή. Αυτή την τρικυμία περιγράφει στα ποιήματά της τρόπο ιδιαζόντως η ποιήτρια με το αναγνώστη και την αναγνώστρια να μη βγαίνουν ατσαλάκωτοι, ούτε στεγνοί απ’ αυτήν, μια και στα ποιήματά εμπεριέχεται η εξόχως ανθρώπινη πτυχή του έρωτα, το εξιδανικευμένο του κατάλοιπο, όπως και το υπαρξιακό του αδιέξοδο.<br />
«Ωρες, ώρες μια πληγή κι άλλες ώρες μια ευτυχία μου γεννά την επιθυμία να χαθώ» λέει ο Βέρθερος του Γκαίτε. Στα ποιήματα της Ε. Καραγιαννίδου νιώθεις στο δέρμα σου να ανασηκώνεται ελαφρά η επιδερμίδα απ’ τον αέρα αυτό του αφανισμού που μπορεί να πνέει είτε από τον ουρανό της απόλυτης πληρότητας του έρωτα, είτε από το σκοτεινό πηγάδι της απώλειας και της απελπισίας, τα οποία καταφέρνει και ισοσκελίζει στη ζυγαριά, σα να χρωστά ένα παλιό ξεχασμένο χρέος που πρέπει να ξεπληρώσει με τις λέξεις. Η ευαίσθητη ισορροπία των στίχων της, καταφέρνει να διαγράψει ισόπλευρα και φωτεινά πρίσματα με ρευστά υλικά, όπως άλλωστε είναι τα βασικά υλικά του έρωτα και της ζωής που χάρη στην πρωταρχική κατοπτρική προσήλωση στον αγαπώμενο Άλλο, μεσω της στέρησης και της συνακόλουθης επιθυμίας του ως απόντως – επιθυμία ακατάσβεστη, ολική και αδύνατη. «Έτσι κι’ αλλιώς», σύμφωνα με την ποιήτρια, «Ο Βασιλιάς και το πιόνι στο ίδιο κουτί φυλακίζονται εν τέλει»</p>
<p>[Άλεφ]</p>
<p>Σκάψε λίγο ακόμη<br />
σ’ εκείνο το λακκάκι του λαιμού<br />
με σκαπάνη ένα γράμμα<br />
σκάψε βαθιά<br />
να νοτίσει το χώμα<br />
ν’ ανθίσουν πουλιά<br />
με σπόρους πλανητών<br />
και σπάνιες λάμψεις</p>
<p>θα ονειρευτώ<br />
πως είσαι καταπακτή<br />
λουσμένη από μαργαρίτες<br />
να μπω<br />
να μη μπω<br />
να μπω<br />
δε θα μπω.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΛΕΝΑ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%bd%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%bd%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 23 Jan 2023 22:07:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΕΝΑ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19068</guid>

					<description><![CDATA[Η Έλενα Γκιργκένη γεννήθηκε το 1997 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η Παρασελήνη είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, ενώ κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα και μεταφράσεις της στην ηλεκτρονική σελίδα Εξιτηρίου. . . ΠΑΡΑΣΕΛΗΝΗ (2022) ΟΦΗΛΙΑ Νούφαρα πρισματικά Πλεούμενα στο νερό μιας &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%bd%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΕΛΕΝΑ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Έλενα Γκιργκένη γεννήθηκε το 1997 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η Παρασελήνη είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, ενώ κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα και μεταφράσεις της στην ηλεκτρονική σελίδα Εξιτηρίου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-1.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19069 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-1.jpg" alt="" width="400" height="544" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-1.jpg 471w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-1-221x300.jpg 221w" sizes="(max-width: 400px) 100vw, 400px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>ΠΑΡΑΣΕΛΗΝΗ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΦΗΛΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Νούφαρα πρισματικά<br />
Πλεούμενα στο νερό μιας ζωής συντριμμένης<br />
Το απαλό χάδι του ήλιου στο μάγουλό σου<br />
Όταν άπλωνε το χέρι να σε αγγίξει<br />
Νύφη του ποταμού<br />
Οφθαλμαπάτη<br />
Μανδύας γύρω σου το δάσος<br />
Κι όσα οι άλλοι αγνοούν<br />
Ο άνεμος σε συνοδεύει<br />
Οδηγός και προστάτης<br />
Μέχρι να περάσεις την πύλη του κάστρου<br />
Και να επιστρέφεις ακόμη μία φορά<br />
Στην εποχή του θανάτου σου.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Νιώθω τα πυρωμένα μάτια των θεών<br />
Στον σβέρκο μου<br />
Νιώθω το βάρος όλου του κόσμου<br />
Στις πλάτες μου<br />
Κι ας είναι ο Άτλας<br />
Που τον κρατάει στις δικές του</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κάθε μου κίνηση<br />
Κάθε βήμα<br />
Κάθε σκέψη<br />
Του μέλλοντος<br />
Με οδηγεί με βεβαιότητα<br />
Στην εκπλήρωσή της προφητείας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ποτέ δεν ζήτησα τίποτα από αυτά που απλόχερα<br />
μου δόθηκαν<br />
Κι όμως<br />
Το μόνο που πραγματικά επιθυμώ<br />
Είναι αυτό που μου αρνούνται<br />
Θεοί και άνθρωποι εμπόδια<br />
Πο ιο θα είναι το τίμημα<br />
Που πρέπει να πληρώσω<br />
Για να κρατήσω το χέρι σου στο ατέρμονο φως;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Χρυσάνθεμα και μέλι<br />
Δίπλα στο παράθυρο<br />
Ο πρωινός ήλιος έχει μια ξεχωριστή ζεστασιά<br />
Καφές και κανέλα<br />
Στο μπαλκόνι<br />
Όλα ανθίζουν<br />
Ανάκατα μαλλιά και<br />
Μάτια που χαμογελούν<br />
Ζεστό μάρμαρο κάτω απ’ τα πόδια</p>
<p style="padding-left: 80px;">Έρχεται καλοκαίρι.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΘΕΡΙΝΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μυρίζω στον αέρα του Αυγούστου<br />
Το τέλος του καλοκαιριού<br />
Όλα τα δεινά που έπονται</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα<br />
Για να δούμε το αιώνιο φως<br />
Να ανατέλλει<br />
Από το υγρό σώμα<br />
Δε μπορώ να μην σκέφτομαι<br />
Τη ματαιότητα της συνύπαρξής μας.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γλυκόπικρη ανάμνηση<br />
Που αναδύεται απ’ τον σκοτεινό πυθμένα της λήθης<br />
Σε κάθε παγωμένο ξημέρωμα<br />
Που έρχεται δίχως φως</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τι ειρωνεία,<br />
Ξημέρωμα χωρίς φως</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τι ανούσιο,<br />
Εγώ χωρίς εσένα.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Σε βρίσκω<br />
σε κάθε ροζ ηλιοβασίλεμα<br />
στη ζέστη του καλοκαιρινού απογεύματος<br />
στο βιβλίο με τα ποιήματα της Nora May French<br />
που κάθεται στο γραφείο μου<br />
και με κοιτάζει με οίκτο<br />
από τη μέρα που πέταξες ανάμεσα στα σύννεφα</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σε βρίσκω<br />
στους αστερισμούς που αναγνωρίζω στον καθαρό ουρανό<br />
στον παφλασμό των κυμάτων την ανατολή<br />
στην έκθεση του Munch<br />
που είδαμε στη Βιέννη<br />
όταν ξέκλεψες τρεις μέρες για να γιορτάσουμε<br />
τη συνύπαρξή μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η χιλιομετρική μας διαφορά όλο και αυξάνεται<br />
κάθε βιαστικό κλείσιμο του τηλεφώνου<br />
η απουσία του ονόματος σου απ’ την οθόνη μου<br />
απ’ τις ανησυχίες<br />
απ’ τις αναζητήσεις.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σε χάνω.</p>
<p style="padding-left: 80px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px; text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ</strong></h5>
<p>Αναζητώντας την αλήθεια με σύμβολα της ποιητικής γλώσσας</p>
<p>Ένα από τα πρώτα και πιο επιδραστικά μέσα στη διαχρονία τους ποιήματα ερωτικής έκφρασης είναι αυτό της Σαπφούς.</p>
<p>ΣΑΠΦΩ<br />
δέδυκε μὲν ἀ σελάννα<br />
καὶ Πληΐαδες· μέσαι δὲ<br />
νύκτες, παρὰ δ᾿ ἔρχετ᾿ ὤρα,<br />
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω.</p>
<p>Η Σελήνη και οι Πλειάδες έδυσαν,<br />
είναι μεσάνυχτα· εποχή, ώρα, νιότη<br />
παρέρχονται κι εγώ κοιμάμαι μόνη.<br />
(σε μετάφραση του Κορνήλιου Καστοριάδη)</p>
<p>Η Σελάνα, το σέλας του ουρανού την ανοιξιάτικη ώρα, τότε που οι Πλειάδες δύουν πριν τα μεσάνυχτα φέρνει το ποιητικό υποκείμενο στον «καιρό», στην κατάλληλη δηλαδή και ιδανική ώρα της νιότης του, της ψυχικής και πνευματικής του έκφρασης.<br />
Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Έλενας Γκιρκένη έχει κέντρο του το θαυμαστό φαινόμενο της παρασελήνης. Η ποίησή της εστιάζει στα φυσικά φαινόμενα, όπως είναι η παρασελήνη και η οφθαλμαπάτη. Άλλωστε και τα δύο φαινόμενα είναι τεχνάσματα, όπως έγραψε και ο Σεφέρης, είναι ζητήματα του φωτός.<br />
Άλως ονομάζεται το οπτικό φαινόμενο που προκαλείται από τη διάθλαση του σεληνιακού φωτός πάνω στους παγοκρυστάλλους των νεφών. Οι κρύσταλλοι ενεργούν σαν πρίσματα, παραμορφώνουν το φως και το κάνουν να φαίνεται σαν στεφάνι γύρω από τη Σελήνη . Πρόκειται για ένα φωτεινό φαινόμενο, ανάλογο με το παρήλιο, που παρατηρείται κάποτε γύρω από την Σελήνη και παρουσιάζεται με την μορφή φωτεινών δακτυλίων. Στην απλή γλώσσα των ανθρώπων ονομάζεται το «αλώνι τού φεγγαριού» . Η σελήνη λοιπόν ως σύμβολο θηλυκότητας, φαντασίας και θέλξης φωτίζει την προσωπική ποιητική έκφραση της Έλενας Γκιργκένη.<br />
Ο ποιητικός κόσμος της Έλενας Γκιργκένη είναι ο κόσμος του σύμπαντος. Η επενέργειά του στην πνευματική διαδρομή και την καλλιτεχνική γλώσσα της δημιουργού είναι εμφανής. Στο ποίημα «Οφηλία» διαβάζουμε: /Νούφαρα πρισματικά/Πλεούμενα στο νερό μιας ζωής συντριμμένης/Το απαλό χάδι του ήλιου στο μάγουλό σου/Όταν άπλωνε το χέρι να σε αγγίξει/Νύφη του ποταμού/Οφθαλμαπάτη/ (σ.10).<br />
Ο κόσμος αυτός καταλύει τον συμβατικό χρόνο και τις υποδιαιρέσεις του και συνδιαλέγεται με τον άχρονο κόσμο του μύθου. Η Σελήνη και ο Ήλιος, η βροχή από αστέρια και ο Ωκεανός συνομιλούν ή και αναμετρώνται με τη Γη και την κεντρομόλο της δύναμη. Το ίδιο το Σώμα γίνεται ελκυστής η μήπως έλκεται από το βάθος του υπαρξισμού;<br />
Στο ποίημα «Φωτιά στο δάσος» γράφει: /Το σώμα/Θέλει να βυθιστεί στη γη/ Έλκεται στο κέντρο της/ Η ίδια σου η γλώσσα/ Βαρίδι στο στόμα σου/ Τα κόκκαλα/ αδύναμα κλαράκια/ Που μαστιγώνει ο άνεμος/ (σ.16)<br />
Εκεί βρίσκονται οι μορφές με τις οποίες οι ποιήτρια συνομιλεί μέσα σε ένα απλό αλλά και υποβλητικό σκηνικό: Μια χαραμάδα/ να με ξαναβάλει στον κόσμο σου/ Να γλυστρήσω μέσα της και να βρεθώ/ σε καιρούς που δεν ζήσαμε/ Να ακούσω/ Τη σιωπή του Προμηθέα/ που υπομένει τα ανυπόφορα δεσμά του/ Έναν αοιδό να λέει το όνομά σου/ (ποίημα «C», σ. 12).<br />
Η ποιήτρια χρησιμοποιεί την αισθητηριακή αντίληψη ως πεδίο γνώσης και οντολογίας. Η ενάργεια της αντίληψης αυτής γεννά ισχυρά συναισθήματα στο υποκείμενο. /Πιστεύω τα μάτια μου/ γράφει στο πρώτο ποίημα της συλλογής της. Και συνεχίζει /Σύμβολα μιας άγνωστης γλώσσας/ Δεν ξέρω τι μου λένε/ Πυκνώνουν/ Τα ακολουθώ/ Μου θυμίζουν τον κόσμο που ήξερα/ Σύμβολα της δικής μου γλώσσας./ Σύμφωνα με την επικούρεια φιλοσοφία η σύνδεση μεταξύ αίσθησης και συγκίνησης γίνεται με τη βοήθεια της ισχυρής εντύπωσης. Στο ποίημα «Καταιγίδα» γράφει: Ήχος γνωστών βημάτων/ Η σκιά σου στο τζάμι της πόρτας/ Σαν πένθιμος αγγελιοφόρος/ Όλα τα δάκρυα του ουρανού/ Πάνω σου/ Στάζουν στο ξύλινο πάτωμα της σκοτεινής κουζίνας μου/ («Καταιγίδα», σ.25), ενώ στο ποίημα «Μια ευτυχής συγκυρία» οι αισθήσεις στρέφουν το πρόσωπο προς το πρόσωπο του χρυσού ήλιου: /Χρυσάνθεμα και μέλι/ Δίπλα στο παράθυρο/ Ο πρωινός ήλιος έχει μια ξεχωριστή ζεστασιά/ Καφές και κανέλα/ Στο μπαλκόνι/ Όλα ανθίζουν/ Ανάκατα μαλλιά και/ Μάτια που χαμογελούν/ Ζεστό μάρμαρο κάτω απ’ τα πόδια/ Έρχεται καλοκαίρι/ («Μια ευτυχής συγκυρία», σ. 19). Τέλος στο ποίημα «Θάλασσα από δέντρα» η αίσθηση της ποιήτριας συνδέει τη Φύση-το Σώμα-την Γνώση: /Τα φύλλα που κροταλίζουν κάτω απ’ τα πόδια μου/ Τα πόδια μου που δεν αντέχουν άλλο/ Τα μάτια μου που δεν ξεχωρίζουν την αλήθεια από την πλάνη/ ( «Θάλασσα από δέντρα», σ. 7).<br />
Θα συνεχίσω την κριτική μου με τα ζητήματα τεχνικής των ποιημάτων της Έλενας Γκιργκένη καθώς και με τις κύριες θεματικές αυτών. Κυριαρχούν τα οξύμωρα σχήματα, οι πλούσιες μεταφορές, ο βραχύς στίχος, οι έντονες ρηματικές φράσεις, η θέση και δήλωση, η δράση και αντίδραση, τα εννοιολογικά δίπολα όπως η γνώση και η άγνοια, η φύση και ο άνθρωπος, η ζωή και ο θάνατος που με την έντονη χρήση της προσωπικής αντωνυμίας διατυπώνουν άποψη για τον εαυτό και τον κόσμο. Ο φυσικός κόσμος πάλλεται στους στίχους των ποιημάτων, οι αισθήσεις βρίσκονται σε υψηλή εγρήγορση. Τεχνικά γίνεται συχνή αξιοποίηση των αναφορικών προτάσεων και ακόμη περισσότερο αξιοποιείται η έντονη εικονοπλασία που δημιουργεί και αποτυπώνει στο χαρτί έναν κόσμο.<br />
Θα τολμήσω να παρατηρήσω πως οι σπουδές της Έλενας στον Κινηματογράφο αποδίδονται ποιητικά μέσω μίας κινηματογραφικής σειράς σκηνών καθώς ένα σύνολο στίχων αποδίδουν μια σκηνή με ενότητα χώρου και χρόνου, με γρήγορη ροή και ευφάνταστες εικόνες: /Αγκαλιάσματα/Καταδικασμένα απ’ τη νύμφη/ Στα βουνά του Πηλίου/ Οι οπλές χτυπούν πάνω στην πέτρα/ Ώρα να μάθεις όσα ως τώρα αγνοούσες/ Δίπλα στη φωτιά/ Χρυσό δέρμα/ Τρεμάμενα ακροδάκτυλα/ Διστακτικά,/ Μετά, Διεκδικητικά./ ( «Θεράπων», σ. 14).<br />
Πρόκειται για μια μοντέρνα ποίηση με άνισες στροφές ή και ανύπαρκτες στροφές, ποιήματα που ρέουν στο χαρτί χωρίς να μπορούν να οριοθετηθούν σε στεγανά, με έντονη χρήση του πρώτου και του δεύτερου προσώπου, με επιλεγμένα ή και φειδωλά εκπεφρασμένα επίθετα, με χρωματικές συνθέσεις πάνω στον χάρτινο καμβά, με χρήση συμβόλων, με υπερρεαλιστικές εκφράσεις. Ένας βιωμένος λυρισμός κεντά τη συλλογή με στοιχεία έκφρασης του συναισθήματος χωρίς να φτάνει σε υπερβολές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: /Τι ειρωνεία,/ Ξημέρωμα χωρίς φως/Τι ανούσιο,/Εγώ χωρίς εσένα./ («Θερινή μελαγχολία», σ.24)<br />
Τα κύρια θέματα και μοτίβα στο ποιητικό σώμα της «Παρασελήνης» είναι:<br />
1. Τα ζητήματα του φωτός και της σκιάς.<br />
2. Οι μορφές και τα σκηνικά του αρχαίου ελληνικού μύθου, η Κίρκη, ο Προμηθέας, ο Άτλας, η Τροία, το Πήλιο.<br />
3. Ο φυσικός κόσμος: τα δέντρα, η πέτρα, το χώμα, η φωτιά, η γη και ο ουρανός, ο άνεμος, ο ήλιος, τα αστέρια, ο ποταμός, το δάσος, η βροχή.<br />
4. Ο ρέων χωροχρόνος και η αναζήτηση της Αλήθειας.<br />
5. Το τραγούδι, η ηχώ, ο χορός ως μετεωρισμός και ακροβασία.<br />
6. Η γυναικεία μορφή και ενέργεια, η Σελήνη, η μητέρα, η Νύμφη, η θεότητα.<br />
7. Ο έρωτας, το σώμα, η σάρκα, η γλυκόπικρη μνήμη, ο θάνατος.<br />
8. Το πρώτο και τελευταίο θαύμα, ο μυστικισμός.<br />
9. Τα χρώματα και η ένταση τους.<br />
10. Ο υπαρξισμός, ο κόσμος του Εγώ και κυρίως ο κόσμος του γλωσσικού συμβολισμού, της γλωσσικής αυθυπαρξίας.</p>
<p>Συμπερασματικά, πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί από το μύθο, τοποθετείται στον κόσμο, μιλά συχνά στο πρώτο ενικό, μια ποίηση της νεότητας με συγκρατημένο ερωτισμό, ενδοσκόπηση και θέαση του εαυτού, σωματοποίηση του Εγώ, αστικές αναφορές, αναζήτηση λεπτών αποχρώσεων των συναισθημάτων, αναζήτηση της αλήθειας με σύμβολα της προσωπικής της γλώσσας, ευθύβολη ματιά και κυρίως υπαρξιακή αγωνία που έχει εξέλιξη και καλλιτεχνική συνέχεια.<br />
Στο ερώτημα του Οδυσσέα Ελύτη στον Μικρό Ναυτίλο αν θα επιζήσει το φεγγάρι της Σαπφούς από το φεγγάρι του Άρμστρογκ η Παρασελήνη της Έλενας Γκιργκένη απαντά καταφατικά. Όσο οι νέοι άνθρωποι γράφουν ποίηση η απάντηση θα συνεχίσει να είναι καταφατική. Όσο οι άνθρωποι διαβάζουν ποίηση η απάντηση συνεχίζει την κατάφαση.<br />
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το ποίημα «Σελήνη» του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Σαραντάρη ως μικρό δώρημα στη νέα ποιήτρια:</p>
<p>Σελήνη αθρόα παρουσία<br />
Ελένη η καμπύλη του κόσμου<br />
Μ’ εβένινη σημασία<br />
Η πύλη ανοίγει στον ξένο<br />
Στ’ αγέρι</p>
<p>Τ’ αλέτρι οργώνει τον κάμπο<br />
Εκεί που δεν βλέπει η καρδιά</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%bd%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 21 Jan 2023 14:37:59 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19044</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Είναι ποιητής, μεταφραστής και έκδοτης. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Πολιτικές ’Επιστήμες και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις και στην Κοινωνική Πολιτική. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2005 ίδρυσε και από τότε διευθύνει τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί σέ πολλές γλώσσες και &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Είναι ποιητής, μεταφραστής και έκδοτης. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Πολιτικές ’Επιστήμες και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις και στην Κοινωνική Πολιτική. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2005 ίδρυσε και από τότε διευθύνει τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί σέ πολλές γλώσσες και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, ενώ ο ίδιος έχει λάβει μέρος σέ διάφορα φεστιβάλ και συμπόσια ποίησης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.. Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορεί επίσης η ποιητική του συλλογή Παιχνιδότοπος (2016), η οποία έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί στα γαλλικά, στα δανικά και στα σερβικά.<br />
To πρόσφατο βιβλίο του Κυψέλες (Κίχλη, 2021) ήταν υποψήφιο για το βραβείο ποίησης των περιοδικών &#8220;αναγνώστης&#8221; και &#8220;χάρτης&#8221;.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Άηχες κραυγές, (Κατσάνος, 2001)<br />
Αφροδίτη, (Κατσάνος, 2003)<br />
Ακάνθινη πόλη (Κατσάνος 2006)<br />
Συνέδριο αναισθησιολογίας (Σαιξπηρικόν 2008)<br />
Το παντζάρι και ο διάβολος (Τυπωθήτω 2008)<br />
Jesu Christiana (Μαγικό Κουτί &amp; Fata Morgana 2011)<br />
ERO(S) (Σαιξπηρικόν 2011)<br />
Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση (Σαιξπηρικόν 2013)<br />
Παιχνιδότοπος (Κίχλη 2016)<br />
Love Is Loss ( Σαιξπηρικόν 2019)<br />
Κυψέλες (Κίχλη 2021) [υποψήφιο για το βραβείο ποίησης των περιοδικών &#8220;αναγνώστης&#8221; και &#8220;χάρτης&#8221;]</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</strong></p>
<p>2003 Pink Floyd: Is there anybody out there?, Κατσάνος, Θεσσαλονίκη<br />
2005 Madrugada, Κατσάνος, Θεσσαλονίκη<br />
2007 Τζιμ Μόρρισον: Μια αμερικάνικη προσευχή, Κατσάνος, Θεσσαλονίκη<br />
2008 Ο Μπουκόβσκι για τον Μπουκόβσκι, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη<br />
2022 Edgar Allan Poe Το κοράκι</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/166.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19045 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/166.jpg" alt="" width="600" height="360" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/166.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/166-300x180.jpg 300w" sizes="(max-width: 600px) 100vw, 600px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/249.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19061 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/249.jpg" alt="" width="600" height="337" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/249.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/249-300x169.jpg 300w" sizes="(max-width: 600px) 100vw, 600px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/341.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19062 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/341.jpg" alt="" width="601" height="338" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/341.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/341-300x169.jpg 300w" sizes="(max-width: 601px) 100vw, 601px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 200px;"><strong>ΚΥΨΕΛΕΣ (2021)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Μόνον εμείς ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Οι κυψέλες είναι σύγχρονες πόλεις που χτίσαμε<br />
πάνω σε ερείπια όταν ήμαστε παιδιά</p>
<p style="padding-left: 80px;">γεωμετρία μνήμης<br />
ένα δωμάτιο είν’, η μάνα<br />
μήτρα που γεννάει σώματα που μέσα τους καίει<br />
ανάγκη λαξευμένη στην πέτρα — χωρίς εσύ, χωρίς εγώ<br />
ανοιχτή, γυμνή και διχασμένη — όπως διχασμένος<br />
είναι ο κόσμος σε μια εσωτερική έκταση που δεν<br />
τον βλέπεις μέχρι να φανεί κάποτε εκείνο το<br />
διαπεραστικό φως που σκοτώνει δίχως να ξέρει πώς<br />
(όταν τα μάτια γίνονται πόδια)<br />
σ’ οδηγεί σ’ αυτόν τον προς κάθε κατεύθυνση<br />
ατελείωτο τόπο<br />
(μες στο μέλι μεγαλώνει το σκοτάδι —<br />
από κει που έφυγες θα εμφανιστεί<br />
ο ουρανός<br />
και θα ‘χει το βλέμμα σου (</p>
<p style="padding-left: 80px;">τα μάτια είναι η τελευταία εικόνα της γης<br />
μπουμπούκια πού είναι πιο πολύ αίσθηση παρά χρώμα<br />
γι’ αυτόν τον απύθμενο συνωστισμό ζωής (</p>
<p style="padding-left: 80px;">μέσα στις κυψέλες πού έφτιαξα<br />
ήθελα να σου δώσω έναν χορό<br />
ήθελα να σου δώσω τα χέρια μου<br />
ήθελα να σου δώσω τη γλώσσα μου<br />
μια συνθήκη ελευθερίας σαν μια αλήθεια<br />
που αρχίζει ξανά και ξανά</p>
<p style="padding-left: 80px;">θέλω όταν θα γεμίζουμε τα όπλα μαζί<br />
να ξαναγίνουμε παιδιά<br />
το πρόσωπό σου να είναι στραμμένο<br />
προς τον κήπο με τις λεμονιές<br />
να φτάσουμε εκεί πριν απ’ τη μνήμη<br />
πριν απ’ τις πόλεις<br />
πριν από εμάς</p>
<p style="padding-left: 80px;">δεν υπάρχει το εκεί. δεν υπάρχουν οι λεμονιές.<br />
δεν υπάρχει η μνήμη δεν υπάρχουν οι πόλεις.<br />
μόνον εμείς</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Το λουλούδι επινοεί τη μέλισσα ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ή μέλισσα κατάλαβε<br />
ότι η φύση την αγαπούσε<br />
αλλιώς τώρα θα ήταν από καιρό νεκρή<br />
κι έτσι έσκυψε να ακούσει τον χτύπο της καρδιάς<br />
του αγριολούλουδου με το όνομα Έμιλι Μπροντέ<br />
(πρόσκαιρη αίσθηση αιωνιότητας)</p>
<p style="padding-left: 80px;">μαύρη σκόνη στα πέταλά του<br />
μιας άλλης εποχής — επιθυμία<br />
λίκνισμα παράξενης γλώσσας<br />
εκεί που οι υπόνομοι μένουν ανοιχτοί<br />
(πρωί πρωί στη Μητροπόλεως)</p>
<p style="padding-left: 80px;">εκείνη δεν υποψιάστηκε τίποτα<br />
— μες στην αναμονή η λήθη—<br />
τα πράγματα γύρω εξαφανίστηκαν<br />
η μέλισσα κατάλαβε πώς δεν ανήκει<br />
σε κανέναν παρά μόνο σ’ αυτό<br />
το αγριολούλουδο<br />
που ξαφνικά<br />
απελευθέρωνε την αβέβαιη διάρκεια<br />
της νιτρογλυκερίνης<br />
(— είσαστε αυτή που περιμένω;<br />
θα με κάνετε ευτυχισμένο;)</p>
<p style="padding-left: 80px;">δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς<br />
διψούσε για έκταση<br />
και κάποιος άλλος<br />
διψούσε<br />
για πόλεμο</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Ο κόσμος μου &#8211; II ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Η αγάπη μου είναι ασυνεχής<br />
γι’ αυτό και διαφορετική</p>
<p style="padding-left: 80px;">στις συνέχειές της είναι σαν ανοιξιάτικο βράδυ<br />
απλώνεται αργά πάνω στους κόκκινους κέδρους</p>
<p style="padding-left: 80px;">μορφάζει νυχτοπούλι στην άκρη της περικοκλάδας<br />
στις ασυνέχειες μου έρχεται φτιασιδωμένη</p>
<p style="padding-left: 80px;">με ένα και μόνο μάτι — μα είναι όμορφη πολύ<br />
και τότε είναι άνοιξη αληθινή, μα κείνη δεν το ξέρει</p>
<p style="padding-left: 80px;">γιατί στη συνέχειά της το φύλο της είναι βρεγμένο διαρκώς<br />
στην ασυνέχειά μου το αίμα αλλάζει τ’ όνομα του με πολλούς τρόπους</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ερυθρά Θάλασσα, κοκκινογούλι, παπαρούνα, έξοχή<br />
η αγάπη μου είναι ασυνεχής — όπως η ιστορία</p>
<p style="padding-left: 80px;">η αγάπη μου είναι μοναξιά που μεγαλώνει από κάτι ασήμαντο<br />
σε μιάν άλλη εποχή έζησε και ζει — η αγάπη μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">εγώ είμαι μια συνέχεια αποσπασματική<br />
έτσι, ενίοτε πνίγω την αγάπη μου σε μιάν άλλη αγάπη</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Κυψέλες ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Πού να ’ναι οι μέλισσες;<br />
στις κυψέλες;<br />
στο πολύτιμο σκοτάδι<br />
του μυαλού σου;<br />
στη λέξη που με<br />
ακολουθεί στο στόμα;</p>
<p style="padding-left: 80px;">— που να ’ναι οι μέλισσες;</p>
<p style="padding-left: 80px;">— αιχμάλωτες στην ελευθερία</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Τόποι χωρίς αισθήματα &#8211; ΙΙ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μερικές φορές μπαίνοντας σπίτι<br />
έχω την εντύπωση πως εσύ κοιμάσαι στο κρεβάτι μου<br />
ξαπλώνω δίπλα σου κι όταν σε αγκαλιάζω είμαι σε ένα όνειρο<br />
διασχίζοντας το πάρκο ενός ασύλου<br />
οπού συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων<br />
ο Γιώργος Χειμωνάς, η Λούλα Αναγνωστάκη,<br />
ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Δημήτρης Δημητριάδης</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ξαφνικά σε βλέπω να πηδάς από ένα παράθυρο —<br />
νομίζοντας —στο δικό σου όνειρο— πως πηδάς σ’ ένα πάρκο<br />
που έχει παιδιά που παίζουν. είναι άνοιξη στο όνειρό σου<br />
και μεθάς πίνοντας κρασί για να φέρεις τη ζωή σου σε μια ευθεία.</p>
<p style="padding-left: 80px;">χάρτινα λουλούδια, πλαστική χλόη, πισίνα Playmobil, δέντρα<br />
από πλαστελίνη,<br />
όλα τόσο αρμονικά δοσμένα, ξυπνάω και δεν είσαι δίπλα μου.<br />
Σε φαντάζομαι να έχεις αποδράσει σε ένα καλοκαίρι γύρω<br />
στις έξι το απόγευμα, ο έρωτάς μας δεν έχει επινοηθεί<br />
ακόμα, αλλά δεν φαίνεται και κανείς άλλος δίπλα σου<br />
ερωτευμένος.</p>
<p style="padding-left: 80px;">ξυπνάς από μια απερίγραπτη γαλήνη. ’Αναταράζεσαι, το<br />
νιώθω, από μια ελάχιστη σιωπή εισέρχεται η ερμηνεία<br />
του ονείρου, είναι μια ερμηνεία ψυχρή, που εισχωρεί<br />
παντού σαν ρίγος και αποκαλύπτει μακριά το φως. το<br />
όνειρό πασχίζει να την αποφύγει, κι εσένα μαζί, μα δεν<br />
μπορεί να βγει, μιας κι εδώ βασιλεύει ήδη το έξω. το<br />
δημιούργησες ίσως χωρίς να το γνωρίζεις, δεν θέλω να<br />
γράψω ποίηση, θέλω απλώς να σου πω για τα δέντρα, την<br />
πόλη, τα χωράφια, θέλω να ζωγραφίσω μια ψυχή καθαρή<br />
—χωρίς σκιές— και να σου τη χαρίσω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">οι τόποι που αγαπήσαμε είναι τόποι χωρίς αισθήματα.<br />
βρισκόμαστε στα σύνορα της Κυψέλης, η χώρα στο βάθος,<br />
ο σφυγμός έρπει στο υπόλοιπο ζωής που άφησα στο<br />
μπαλκόνι μου. αυτό που ήμασταν δεν είναι εμείς, εκείνο<br />
βρισκόταν εδώ. εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας έκτος<br />
ονείρου, αλλά που;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ίσως η μέρα ν’ αρχίσει χωρίς εμάς.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Αισθήματα χωρίς τόπους &#8211; II ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Αυτή η νύχτα, είναι συναίσθημα χωρίς τόπο<br />
οριζόντιο τάνυσμα σαν χασμουρητό<br />
από τη σπηλιά των χειλιών σου<br />
κάθε βράδυ η ίδια οριζόντια στιγμή<br />
μια ρωγμή στην ερυθρότητα της ύπαρξης</p>
<p style="padding-left: 80px;">η ζωντανή σου μορφή στέκεται με τον ίδιο τρόπο<br />
ανάμεσα στα ιδρωμένα αγάλματα<br />
απαλός κραδασμός όταν η ιστορία εισέρχεται<br />
στην ανάσα &#8211; η σιωπή σου αλλάζει σε μουρμουρητό</p>
<p style="padding-left: 80px;">αυτή η στιγμή είναι συναίσθημα δίχως τόπο<br />
γιατί οι τόποι που γνώρισα ήτανε τόποι συνεχώς σε φυγή<br />
μέρη χωνεμένα μες στα ερείπια της ίδιας της κίνησης τους<br />
εσύ, εγώ και ο κενός χώρος &#8211; αποτελούμε την ίδια μας την απουσία</p>
<p style="padding-left: 80px;">[γνωρίζουμε τόσο καλά ο ένας τον άλλο, δίχως να<br />
συναντιόμαστε]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Περιμετρικά της Κυψέλης &#8211; II ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Προχωρώ κατά μήκος μιας πόλης σαν να πήγαινα κατά<br />
μήκος μιας πόλης που ξεκινάει από το μυαλό<br />
προχωρώ κατά μήκος του μυαλού σαν να πήγαινα<br />
κατά μήκος ενός μυαλού που ξεκινάει από μια αίσθηση τρέλας<br />
προχωρώ κατά μήκος μιας αίσθησης τρέλας σαν να πήγαινα<br />
κατά μήκος μιας αίσθησης τρέλας που ξεκινάει από έναν μετεωρισμό.<br />
ο μετεωρισμός με οδηγεί σε μια κυψέλη με το όνομα Νέα Υόρκη<br />
δεν με ενδιαφέρει η πόλη παρά μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης<br />
ένα συγκεκριμένο σταυροδρόμι<br />
η κραυγαλέα ανοικειότητα ενός γυάλινου ουρανοξύστη<br />
η χαώδης κοσμοσυρροή στο τεράστιο εμπορικό κέντρο<br />
ένας σταθμός γεννήσεων κοντά στην 5η Λεωφόρο (μία γέννηση ανά πέντε λεπτά)<br />
ολότητα ανεπαίσθητης βίας εισέρχεται στο στομάχι μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">κυρίως, η φάτσα μου κρεμασμένη σε περίπτερο, σε φωτογραφία εφημερίδας δίπλα στους<br />
συντετριμμένους γονείς των θυμάτων πρόσφατου μακελειού σε γυμνάσιο της περιοχής.</p>
<p style="padding-left: 80px;">(τίποτα το καινούργιο, τίποτα το σπουδαίο μέχρι τώρα, έκτος:<br />
α. από τον τίτλο της φυλλάδας: Τόποι χωρίς αισθήματα<br />
β. το συναίσθημα σκοτώνει τον άνθρωπο<br />
γ. λείπεις εσύ<br />
δ. ο κόσμος πια δεν έχει καμιά μαγεία)</p>
<p style="padding-left: 80px;">[προχωράω. σταματάω, γυρίζω πίσω, δεν με ακολουθεί κανείς,<br />
η Νέα Υόρκη, μια υπέρτατη κοινοτοπία έξω από τη φαντασμαγορία του σελιλόιντ. δίχως φόβο, δίχως δόξα, δίχως υπόσχεση η θεϊκή μανία, πυκνοκατοικημένη, όμως σχεδόν ακατοίκητη]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Αγάπη μετά τα αισθήματα επιστρέφει &#8211; I ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μου έγραψες ένα μήνυμα πως σίγουρα θα επέστρεφες στην<br />
κυψέλη, όμως σε ποια κυψέλη δεν είπες Στην κυψέλη ποιου<br />
σταθμού, ποιας πόλης, ποιας ηπείρου; Συνωστίζομαι στην<br />
αφετηρία του Gare de Lyon — στη γραμμή 10 Σε θυμάμαι<br />
σαν κομμάτι νύχτας Είδα πολλές μεταμορφώσεις, πολλούς<br />
αφανισμούς Την ώρα που σου γράφω αυτό το μήνυμα<br />
αναρίθμητα τρένα κινούνται προς κάθε πιθανή κατεύθυνση,<br />
ραδιοκύματα μέσα απ’ το κεφάλι, κόσμος, αδρεναλίνη,<br />
μικρόβια, αρρυθμία, ποίημα της Γης, πρωινή φωτοχυσία</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κάποτε θα έρθεις, θα συναντηθούμε σε μια μητρόπολη θα<br />
κάνουμε πως δεν γνωρίζει ο ένας τον άλλον, όμως ακόμα κι<br />
αν μιλήσουμε, αυτή η ομορφιά δεν θα μείνει εδώ αιώνια<br />
Κάποτε, σε ένα άλλο μέρος της Γης, ένα ζευγάρι θα ζήσει<br />
ακριβώς την ίδια σκηνή Η άνοιξη θα έρθει με όλα τα<br />
βλέμματά της, θα ριζώσει με τον ίδιο τρόπο σε απαλό σκοτάδι<br />
κι εμείς κάποιοι άλλοι θα είμαστε, δεν θα είμαστε εμείς Θα<br />
ξαπλώσουμε κωμικά στη νεκρή λεωφόρο και θα κοιτάξουμε<br />
κατάματα τον μεσημεριανό ήλιο μέχρι να γίνουμε συνεργοί<br />
στην τυφλότητα μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα μπουμπούκια δεν γνωρίζουν πως φυτρώνουν μέσα απ’ τα<br />
τσιμέντα, ανθίζουν σε κάθε δυνατό παρόν, κι έτσι πάντα θα<br />
ανθίζουν Κι εσύ θα είσαι τότε κάποια που θα απλώσει το<br />
λευκό της χέρι να πιάσει τα πέταλα πάνω απ’ το κεφάλι —<br />
δέκα χρόνια πριν, η μια μέρα μετά, η ίδια ομορφιά Θα βρεις<br />
τη δύναμη να σηκώσεις τα βλέφαρα, να δώσεις σχήμα στο<br />
καινούργιο φως, σ’ έναν έρωτα που γεννιέται ξανά, δέκα<br />
χρόνια πριν, μια μέρα μετά — σε έναν ουρανό καμωμένο από<br />
ελευθερία και παιδιά που γελάνε</p>
<p style="padding-left: 80px;">δέκα χρόνια πριν — μια μέρα μετά / ο άγγελός μας ζωγράφισε<br />
ουλές στο χώμα<br />
θα ήμασταν εμείς αν μετατοπιζόταν λίγο το σώμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Αισθήματα χωρίς δέρμα &#8211; III ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Καλοκαίρι. ’Ιούνιος<br />
αρχίζει και μοιάζει σαν παιδική ηλικία<br />
ακόμη και η ηλικία των σαράντα χρόνων<br />
αρκεί να μπορείς να εκλογικεύσεις<br />
αυτή τη διαδρομή της μνήμης<br />
αφαιρώντας της το δέρμα<br />
αντικρίζεις τα αρχέτυπα και τις λάμψεις<br />
το μαύρο αιλουροειδές του σπιτιού<br />
που είναι το αποτύπωμα όσων έφυγαν</p>
<p style="padding-left: 80px;">ξεμακραίνει μέσα σε γαλάζιο και μαβί φως<br />
ξεμακραίνει και πάει, μέχρι που αποχωρίζεται κι απ’ τον ίδιο της<br />
τον εαυτό (τον καιρό που υποκλίνεται η βιολέτα)</p>
<p style="padding-left: 80px;">όταν ήμουν μικρός, με έπλεναν με νερό της βροχής<br />
σήμερα πλένουν το χώμα και είναι σαν να πλένουν εμένα</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ σε ένα σημείο όπου σ’ αγγίζω πιο βαθιά απ’ τη λογική ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Νύχτα με τον Αλμπέρ Καμύ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κάθε χρόνο τέτοια μέρα<br />
θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία<br />
που είχα τραβήξει στο κοιμητήριο της Μονμάρτης</p>
<p style="padding-left: 80px;">μένω κατάπληκτος από τη σκοτεινή λάμψη —<br />
την πυκνότητα της ενέργειάς της, που στερεοποιεί το σύμπαν<br />
δυναμώνει τη σκέψη μου για ανθρώπους αγαπημένους<br />
που δεν είναι δίπλα μου πιά</p>
<p style="padding-left: 80px;">ένα ευνοϊκό αίνιγμα με βοηθάει και πάλι να κατανοήσω<br />
τη μορφολογία των πραγμάτων</p>
<p style="padding-left: 80px;">σκέφτομαι πως όλα στο τέλος καταλήγουν σε αυτή την ασπρόμαυρη<br />
φαντασμαγορία με τις ανθισμένες κερασιές στα παρτέρια του κήπου</p>
<p style="padding-left: 80px;">σκέφτομαι το παράλογο του κόσμου</p>
<p style="padding-left: 80px;">από την άλλη, λέω, με τόσο ήλιο στη μνήμη πως μπόρεσες<br />
να στοιχηματίσεις στο παράλογο;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Μετά ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Το απολιθωμένο πέτρωμα της κυψέλης<br />
θυμίζει τον σχηματισμό ενός νέου πλανήτη<br />
πάνω από το κεφάλι μου, αλλά και την αιτία<br />
μιας τσαλακωμένης ψυχικής διάθεσης</p>
<p style="padding-left: 80px;">ας παίξουμε ξανά με το βλέμμα<br />
μέσα στη μορφολογία της πόλης που υπνώνει<br />
εμείς, που κάποτε, έστω για μια νύχτα<br />
υπήρξαμε βασιλιάδες — εκεί που υπήρχε ακόμη<br />
η δυνατότητα μιας λίμνης</p>
<p style="padding-left: 80px;">σε ένα δάσος με ανακαινισμένα δωμάτια<br />
με τη συστολή των συναισθημάτων<br />
τα δέντρα τριγυρνάνε σε απόλυτα ίση απόσταση<br />
από την περίμετρο της λίμνης</p>
<p style="padding-left: 80px;">(αναμένοντας την πτήση με προορισμό τον Αμαζόνιο)<br />
η κάμερα έχει το σχήμα εκείνης της λίμνης<br />
που συνεχώς μετακινείται μαζί μου<br />
μια στιγμή ευρύχωρη που άλλοτε κάθεται πάνω στη μύτη<br />
μου σαν μέλισσα — άλλοτε όχι</p>
<p style="padding-left: 80px;">ίσως τελικά ο κόσμος να έχει ένα μάτι<br />
όπως οι πίνακες του Μπρακ<br />
το μάτι που δεν φαίνεται<br />
είναι μια αίσθηση ότι σ’ αγγίζω κρυφά<br />
(το μάτι που φαίνεται είναι η άλλη όψη των πραγμάτων)</p>
<p style="padding-left: 80px;">είναι ένας άνθρωπος μόνος<br />
είναι ένας τόπος έρημος<br />
είναι μια πέτρα που της λείπει το νόημα<br />
θα ήθελε κάποιος να την πάρει στα χέρια<br />
να τη νανουρίσει σαν να ’ναι μωρό<br />
να την τρίψει σαν να ’ναι άμμος<br />
να καθαρίσει επιτέλους τη βία απ’ το αίμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">θυμάται πως ήταν τα χρόνια που έζησε<br />
σφηνωμένη στον τοίχο του σπιτιού μας<br />
θυμάται την ανατομία του μυαλού του Κάιν<br />
όπως και να ’χει —<br />
διστάζει πολύ να επιστρέψει στους ανθρώπους<br />
απεχθάνεται τη βία</p>
<p style="padding-left: 80px;">είναι νωρίς ακόμη μέσα στην κυψέλη</p>
<p style="padding-left: 80px;">είναι νωρίς ακόμη μέσα στην κυψέλη</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>LOVE IS LOSS (2019)</strong></h4>
<p style="text-align: center;"><strong>Ένα λεύκωμα με 30 τετραχρωμίες &#8211; ποπ έργα της εικαστικού Αριάδνης Βιτάσταλη</strong><br />
<strong>Συνοδευόμενα από 30 ποιήματα των Γιώργου Αλισάνογλου, Αγγελικής Κουρμουλάκη.</strong></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ</strong></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΔΙΑΦΑΝΟ ΣΩΜΑ</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Η κοπέλα με το πελιδνό δέρμα<br />
έτσι όπως ξεμακραίνει θαρρείς<br />
μέσα απ’ τα σύννεφα<br />
φεύγει μέσα από το διάφανο της σώμα<br />
η διαφάνειά της περιβάλλει τη γη<br />
η πυξίδα δείχνει ακριβώς προς την κατεύθυνση<br />
όπου η άνοιξη εκρήγνυται</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0001.jpg"><img loading="lazy" class="size-full wp-image-19048 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0001.jpg" alt="" width="450" height="640" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0001.jpg 450w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0001-211x300.jpg 211w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></a></p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΦΙΛΙ</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Άφησα ένα φιλί στην παλάμη σου<br />
(για να κερδίσω την αγάπη σου αιώνια)</p>
<p style="text-align: center;">στο δωμάτιο βρέχει όλη μέρα<br />
(μια βροχή τόσο λευκή όσο το αίμα κόκκινο)</p>
<p style="text-align: center;">το φιλί έγινε τριαντάφυλλο πάνω από το κεφάλι σου<br />
Do you love me, do you love me, do you love me,<br />
like I love you!!!</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0002-1.jpg"><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-19049" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0002-1.jpg" alt="" width="398" height="640" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0002-1.jpg 398w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0002-1-187x300.jpg 187w" sizes="(max-width: 398px) 100vw, 398px" /></a></p>
<p style="text-align: center;">
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Κλεισμένη στα μάτια σου η σκιά ενός φύλλου<br />
(άνοιξε τα αλλιώς θα σκοτεινιάσεις από μέσα)</p>
<p style="text-align: center;">έξω, μια υπέροχη μέρα για ελευθερία<br />
(μια παιωνία λευκή, που είναι πιο πολύ φυγή παρά ελεγεία )</p>
<p style="text-align: center;">Siouxsie &#8211; eve white / eve black</p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0003.jpg"><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-19050" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0003.jpg" alt="" width="640" height="455" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0003.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0003-300x213.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></a></p>
<p style="text-align: center;">
<h6 style="text-align: center;"><strong>IMMORTALITY</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Όταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην τραγουδήσεις<br />
Ούτε έναν στίχο δικό μου<br />
γιατί θα τρομάξει ο θάνατος και η γαλήνη<br />
και άντε να τον πείσεις πως οι στίχοι μου ήταν<br />
μια μυστική κραυγή ελευθερίας για την πολυπόθητη αθανασία<br />
άντε να του δώσεις να καταλάβει πως όταν λέω αθανασία<br />
εννοώ έναν κόσμο που δεν υπόκειται σε ερμηνείες</p>
<p style="text-align: center;">νυστάζω, έχω παλέψει πολύ γι’ αυτό, έχω κερδίσει τη σιωπή<br />
με το σπαθί μου &#8211; τόσα και τόσα τραγούδια και μια τυχαία<br />
κραυγή κάποιου παιδιού που ποτέ δεν θα μάθει πως υπήρξα</p>
<p style="text-align: center;">όχι, καλύτερα να μην πεις τίποτα &#8211; πες μόνο<br />
πως ήμουν ένας άνθρωπος σε τέσσερις ρόλους<br />
πες πως απόψε κάποιος έριξε κάτι μέσα στο ποτό μου<br />
κι εξαφανίστηκα</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0004.jpg"><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-19051" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0004.jpg" alt="" width="447" height="640" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0004.jpg 447w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0004-210x300.jpg 210w" sizes="(max-width: 447px) 100vw, 447px" /></a></p>
<p style="text-align: center;">
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΥΣΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΟΥΝ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ</strong></h6>
<p style="text-align: center;">Αγάπησα τη διαδρομή της προς το κεφάλι<br />
μιας καρφίτσας &#8211; το όμοιο με<br />
το κεφάλι του σύμπαντος<br />
το κατεστραμμένο της καλοκαίρι &#8211; το όμοιο με<br />
το δικό μου καλοκαίρι<br />
αγάπησα τα διαλυμένα της χείλη &#8211; τα όμοια με<br />
τα δικά μου χείλη</p>
<p style="text-align: center;">πιο πολύ αγάπησα<br />
τον πλατύγυρο σφυγμό<br />
γύρω απ’ το πρόσωπό της<br />
τον ίδιο με τον σφυγμό<br />
του χρυσάνθεμου</p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0005.jpg"><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-19052" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0005.jpg" alt="" width="472" height="640" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0005.jpg 472w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/Untitled.FR12-0005-221x300.jpg 221w" sizes="(max-width: 472px) 100vw, 472px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΑΙΧΝΙΔΟΤΟΠΟΣ (2016)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>[ ΠΟΛΕΜΟΣ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">« Στα όνειρά του η χλωμή του νύφη ερχόταν να τον βρει<br />
προβάλλοντας από μια καταπράσινη φυλλωσιά. Οι ρώγες<br />
της πορσελάνινες και τα πλευρά της βαμμένα λευκά. Το<br />
χαμόγελό της, τα χαμηλωμένα μάτια της. Το πρωί χιόνιζε<br />
πάλι. Χάντρες μικροσκοπικού γκρι πάγου παράλληλα με<br />
τα καλώδια πάνω τους [&#8230;].»</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Η αλήθεια της ανά δευτερόλεπτο ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Η μητέρα μου, μια οποιαδήποτε γυναίκα<br />
που δραπέτευσε από το βασίλειο της Τροίας<br />
μια οποιαδήποτε γυναίκα που δραπέτευσε<br />
από το βασίλειο της Δανιμαρκίας<br />
η μητέρα μου, δραπέτευσε από το βασίλειο της Γαλλίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">τραυματίστηκε στον εμφύλιο της Αυστρίας<br />
φυλακίστηκε στον εμφύλιο της Ισπανίας<br />
σκοτώθηκε στον εμφύλιο της Ουκρανίας<br />
η μητέρα μου<br />
ήταν Ελένη, Οφηλία, Μαρία Αντουανέτα,<br />
ήταν Θηρεσία, Αραγονία, Οξάνα, Κίρκη, Πηνελόπη,<br />
Πενθεσίλεια, Λευκοθέα<br />
η μητέρα μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">ακολουθεί τους κύκλους αίματος των προγόνων της<br />
διεκδικεί το μερίδιό της στον κόσμο<br />
διασχίζει νεκρή τις κάμαρες του Μπίρκεναου</p>
<p style="padding-left: 80px;">κανένας ρόλος δεν της αποδόθηκε απόψε<br />
μια οποιαδήποτε γυναίκα η μητέρα μου<br />
που το όνομα της είναι Βικτώρια</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Μονοπάτια των αναλογιών ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Είχαμε πολύ δρόμο μπροστά μας<br />
και στρέμματα γης να μπαλώσουμε<br />
το πρόβλημα ήταν πως δεν γνωρίζαμε<br />
αν βρισκόμασταν στη νύχτα της Ευρώπης<br />
ή στο ιμιτασιόν περσικό χαλί του δωματίου</p>
<p style="padding-left: 80px;">αν το κοκκινάδι στο μάγουλο ήταν αίμα<br />
ή γλυκό του κουταλιού μολότοφ,<br />
κι έπειτα, εκείνη η αδιόρατη μορφή<br />
που τρεμόπαιζε μακριά, μέσα σε αλλεπάλληλες<br />
στρώσεις μνήμης, ήταν ένα συμβάν θεού<br />
σε αναπηρικό καρότσι<br />
ή ο ήρωας παππούς σε μια εποχή<br />
που δεν μπορούσε να προφέρει τ&#8217; όνομά μου;</p>
<p style="padding-left: 80px;">είχαμε πολύ δρόμο μπροστά μας<br />
και στρέμματα γης να μπαλώσουμε<br />
το πρόβλημα ήταν πως ακόμα μιλούσαμε<br />
γλώσσα ξένη<br />
Κίρκη εγώ, Οδυσσέας εσύ</p>
<p style="padding-left: 80px;">θέριευε μέσα σου ένα τοπίο<br />
σε καταδίωκε, δεν ήταν κρυψώνα να κατοικηθεί<br />
λεωφόροι κατάσπαρτοι με τριανταφυλλένιες μήτρες<br />
νεογέννητα διψούσαν, τα χείλη τους<br />
θήλαζαν αίμα<br />
κλωστές νοτισμένες περνούσαν απ&#8217; τη δυσκαμψία της ανάγκης</p>
<p style="padding-left: 80px;">[όταν τα μικρά παιδιά με τα καλάζνικοφ έλεγαν:<br />
«στα ψέματα παίζαμε» έλεγαν την αλήθεια –<br />
Στο καθένα τους αντιστοιχούσαν εκατό θάνατοι –<br />
μόλις γύριζαν το κεφάλι τα πετύχαινε η νύχτα]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Παιχνιδότοπος ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Η βροχή έφερε στάχτη<br />
επέστρεψε σαν πέπλο<br />
το γκρίζο παρελθόν<br />
οι τάφοι χρόνια ανοιχτοί<br />
ξεκοιλιασμένοι</p>
<p style="padding-left: 80px;">μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη<br />
ξένε και συνοδοιπόρε τον κορμιού μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">νεκροί, κρατώντας την ανάσα<br />
όλο συμπόνια ο ένας για τον άλλο<br />
μοιράζονται προμήθειες<br />
στο τελευταίο σύνορο του χρόνου<br />
ανταλλάσσουν νέα, εφημερίδες στις συγκεντρώσεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">οι ψυχές τους αναμαλλιασμένες στον αέρα<br />
καρφωμένες σημαίες στα διστακτικά κόκαλα<br />
ανεμίζουν καθώς βροντούν οι θύρες του παιχνιδότοπου</p>
<p style="padding-left: 80px;">στο σιωπητήριο τη νύχτα<br />
τα κόκαλα επιστρέφουν πίσω στις σάρκες<br />
οι προβολείς φωτίζουν τα ραμμένα κορμιά<br />
τα κοράκια σκαρφαλώνουν στα<br />
αστερωμένα μάρμαρα</p>
<p style="padding-left: 80px;">οι νεκροί αγαπάνε τα ποιήματα<br />
ντύνονται στρατιώτες, ψάχνουν για γλώσσα<br />
ανοίγουν τις οθόνες του ουρανού<br />
συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο</p>
<p style="padding-left: 80px;">δύσκολα κυλά η κυκλοφορία<br />
μέσα σε τόσους πολέμους</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Πόλεμος/Νυρεμβέργη ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Αυτός ο πόλεμος συνέβη<br />
στο σκοτάδι του μυαλού σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μια παλιά γερμανική ιστορία,<br />
η κάθε ιστορία, όπως τα στρατιωτάκια<br />
που παίζαμε μικροί</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τώρα, από τον Έλβα, το μυαλό μου<br />
τρέχει στον Έβρο, στα χίλια του δέλτα δέντρα<br />
σταμάτησαν να μ&#8217; αγαπούν οι φίλοι<br />
όταν τους είπα δεν παίζω άλλο</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ξαπλώνω στο γρασίδι και μετράω παιχνίδια,<br />
πολέμους, φίλους, εχθρούς,<br />
μετράω τρυφερότητες</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ο ήλιος φωτίζει το μολυβένιο στρατιωτάκι<br />
εκείνων των χρόνων – ο κοκκινολαίμης δίπλα<br />
το τσιμπάει με το ράμφος, στριγκά τιτιβίζει<br />
Πέρασαν χρόνια και δεν διακρίνω ποιος απ&#8217; τους<br />
δυο μας έπεσε στη μάχη – ποιος ζει</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Πόλεμος /Duktus ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Αυτός ο πόλεμος συνέβη<br />
στο σκοτάδι ενός συρταριού<br />
πύργοι και ματωμένα βασίλεια</p>
<p style="padding-left: 80px;">τα νομίσματα παραχάραξαν</p>
<p style="padding-left: 80px;">Άλλαξα πόλεις και χώρες<br />
πρόσωπα και ανθρώπους<br />
αλλάζω εσένα κι εμένα</p>
<p style="padding-left: 80px;">τα νομίσματα παραχάραξα</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μισός περίστροφο, μισός χέρι<br />
ξεπετάχτηκε από τον λαιμό μου<br />
μαύρο νερό με το όνομα Λουδίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">τα νομίσματα παραχάραξε</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η θερμοκρασία του συρταριού<br />
είναι η θερμοκρασία της κοιλιάς σου<br />
τόσοι πόλεμοι, τόσοι έρωτες, τέτοια συντριβή<br />
τέτοια λατρεία</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σου φύλαξα ένα βρέφος στο συρτάρι<br />
στο τέλος, όταν θα σου τα&#8217; χουν πάρει όλα<br />
θα μείνει στον πάτο λίγο αίμα μέσα σε γαλάζιο φως</p>
<p style="padding-left: 80px;">Συγγνώμη που κατέληξες εδώ<br />
σ&#8217; αυτό που είναι το σώμα μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Συρία ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ο βίος των ανθρώπων δεν ήταν παρά<br />
ένας,<br />
δεν ήταν παρά<br />
πολλοί,<br />
αντικατοπτρισμοί<br />
κατοικημένοι από ίσκιους</p>
<p style="padding-left: 80px;">σύννεφο πάνω από τις χώρες<br />
τρεμόσβηνε στο μάτι του πουλιού</p>
<p style="padding-left: 80px;">χώθηκα στη σπηλιά σαν κάπρος και περίμενα</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Άντεν ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κι είχε σκεπάσει τις πόλεις, τα βουνά<br />
η γνώριμη ρήση του Εμίλ Σιοράν</p>
<p style="padding-left: 80px;">η νοσταλγία για βαρβαρότητα είναι<br />
η τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού</p>
<p style="padding-left: 80px;">ορθολογισμός; φονική αταξία;<br />
υπερβολές &#8211; βρισκόμασταν ήδη<br />
πολύ μετά<br />
καλωσορίζαμε τη νυχτερινή παλίρροια</p>
<p style="padding-left: 80px;">ενώ οι σκύλοι κομμάτιαζαν τον αφέντη</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Στη μικρή διόπτρα της Ιστορίας ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μοιάζουν για άνθρωποι που μεταφέρουν σχοινί<br />
ψυχωμένοι μέσα στους υπονόμους της Ιστορίας<br />
Περπατώντας πάνω στα 2015 λεκιασμένα τριαντάφυλλα-<br />
μαργαριτάρια Στο περιδέραιο-στραγγάλη της Κόμισσας<br />
Europa έτσι όπως ορθώνεται μαρμάρινη και ρημαγμένη<br />
στο φόντο του αττικού ουρανού Οι αυτόχειρες του<br />
φωτοφράχτη Γύρω απ’ τα πόδια της φύλλα σκοτεινά Γη<br />
τους η κλαδεμένη από κάθε καλό ελευθερία Τέφρες<br />
καπνοδόχοι κλάσμα σκοτεινό Φθινόπωρο στον πολιτισμό<br />
μα μνήμη άνοιξης μοιάζει να τους οδηγεί στον ουρανό</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ 7 λεύγες κάτω από την ρίμα τον καιρού — θαμμένοι<br />
εκεί όπου ανθίζει μια &#8220;Αλεξάνδρεια τον νου<br />
— και όλοι οι νεκροί υποκλίνονται σ’ αυτό]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Επωδός ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κάτω απ&#8217; τη σάρκα μου<br />
σκοτεινοί &#8211; άγνωστοι<br />
υπογράφουν τη μοναξιά μου<br />
εργάζονται ως εσώτερη ρωγμή<br />
πέρα από τον νόμο της ζωής<br />
και της ηλεκτρικής σιωπής τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αγκαλιάζουν ο ένας την αμφιβολία του άλλου<br />
τόσο γερά, που επαληθεύεται ο χρησμός<br />
που άκουσα στα αψινθοπωλεία της Βοημίας<br />
&#8220;Από τη Δύση κύριοι γυρίσαμε πάλι πεινασμένοι&#8221;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κι από την άλλη,<br />
ούτε ένα ερωτικό σονέτο απόψε<br />
να υπογράψει<br />
την αιωνιότητά μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>[ ΜΝΗΜΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">« Ή τέχνη. Και αυτές οι στάχτες&#8230; »</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Μεμβράνη ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Το παιδί αγαπά να κρύβεται σε απαλή μεμβράνη ενώ<br />
η τηλεόραση παίζει σκηνές από το Ολοκαύτωμα<br />
επαναφέροντας στον χώρο μια επιθανάτια αγωνία</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πέρασαν δεκαετίες από εκείνη την ασφυκτική βροχή<br />
της ντροπής και το παιδί πέθανε ξανά και ξανά<br />
πιο πολύ από την εποχή του Έζησε με δρασκελιές μες<br />
στα ποιήματα που αγάπησε και δεν θέλει πιά να γεννηθεί<br />
στα σκοτεινά νερά αυτής της πόλης με τις σύνθετες<br />
γεωμετρικές μορφές που ξεπετάγονται ξεδοντιασμένοι<br />
κίονες μέσα απ’ την ελεγχόμενη σιωπή των σημερινών στίχων</p>
<p style="padding-left: 80px;">Δεν κατέχει πιά τον εαυτό του Αποτελεί το σώμα του<br />
μια μεγάλη απουσία μεταξύ εκείνου κι εκείνου<br />
του μωσαϊκού κενού Ασθμαίνοντας σε αίθουσες αναμονής<br />
γίνεται μέρος της ιστορίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ένα χνούδι ζεστό μα αραιωμένο στην κοιλιά της μητέρας<br />
έτσι όπως κείται θαρρείς σφυρήλατη στο χώμα<br />
από φιλάργυρη μανία του καιρού Ετοιμόγεννη εδώ<br />
και χρόνια πλάι στο κινέζικο λούνα παρκ,<br />
στους προμαχώνες του θανάτου</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Μια σκέψη για εκεχειρία ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Όταν πια βρεθώ στον τόπο μου<br />
θα είμαι περίπου εκατό χρονών<br />
τη νύχτα που θα πέσω να κοιμηθώ<br />
πρέπει να πω στον Τζων ότι δεν χρειάζεται<br />
σαξόφωνο για το βραδινό σιωπητήριο<br />
παρά μόνον ένας επίδεσμος στα μάτια<br />
τα στήθη της και η τρομπέτα του Μάιλς</p>
<p style="padding-left: 80px;">Εκεί ακριβώς που τα υπέροχα ποτάμια συναντιούνται<br />
τα γεμάτα αίμα ρουθούνια μου να χάνονται μες<br />
στην τυφλότητα του Ομήρου, όπως φτερουγίζουν<br />
τα κουπιά με ρυθμό κοφτό, προς το πέτρινο κρεβάτι<br />
της Χάρυβδης</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Σκεπάστε με Πεύκα εσείς/εσείς/ Κέδροι με αναρίθμητα<br />
κλαριά/ κρύψτε με/ κάντε με/ κάντε με να ονομάσω όλα όσα<br />
έβλεπα]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Romeo &amp; Juliet / War all the time ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κάποτε πήραμε κι εμείς μέρος στη μάχη<br />
ερωτεύτηκα την Ιουλιέτα<br />
ερωτεύτηκες τον Ρωμαίο</p>
<p style="padding-left: 80px;">Καβάλα σε ξύλινο αλογάκι<br />
ανταλλάξαμε την αγάπη με αγάπη<br />
ξεφλουδίσαμε το τίποτα με τίποτα</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πεθάναμε με θάνατο αληθινό για την αγάπη<br />
γίναμε κούκλες ζαχαρένιες<br />
σε γλώσσες παιδικές λιώσαμε για την αγάπη</p>
<p style="padding-left: 80px;">Περάσαμε στην παγκόσμια ιστορία του μίσους<br />
μόνο με την αγάπη, ερωτευμένοι εις τούς αιώνες,</p>
<p style="padding-left: 80px;">πιο μόνοι παρά ποτέ</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">[ Όταν η μνήμη μου καίει τα μάτια ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η μνήμη είναι ένα γενετήσιο σημάδι Κινείται διαρκώς<br />
πίσω από τον ισημερινό του ματιού — κλείστρο που επιλεκτικά<br />
αφήνει να περνάει ο χρόνος ως ευκρινής και διφορούμενη<br />
εικόνα στο εσωτερικό τραύμα του μυαλού Σταθερά<br />
και αδιάκοπα μεταφέρει τον έξω χώρο στην εσωτερικότητά<br />
μας έως ότου ο μέσα χώρος γίνει μεγαλύτερος από τον έξω<br />
Η σάρκα ατροφεί τα κόκαλα μικραίνουν Στο τέλος τυφλώνει<br />
τα ενοχλητικά μάτια Μέσα στο σκοτάδι η μνήμη έπαναλαμβάνει<br />
το έργο της φύσης σαν τον ανάπηρο που ξέχασε<br />
πως περπατάνε</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>[ ΛΑΦΥΡΑ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">«Στις πλάγιες των λόφων παλιά σπαρτά νεκρά κι ισοπεδωμένα.<br />
Τα άγονα δέντρα στη ράχη γδαρμένα και μαύρα στη βροχή.<br />
Και τα όνειρα τόσο πλούσια σε χρώμα. Πώς αλλιώς να σε καλέσει<br />
ο θάνατος; Προχωρώντας το παγωμένο χάραμα σκόρπιζε ακαριαία<br />
στάχτη. Σαν κάποιες αρχαίες νωπογραφίες θαμμένες για αιώνες που<br />
άξαφνα εκτέθηκαν στο φως.»</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Λάφυρο Άνοιξης ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Αυτή η ξαφνική ρωγμή στον ουρανό<br />
η απειλητική εμφάνιση της φύσης<br />
με έσπρωχναν στην ευφυία</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το σώμα αδυνατεί να πει<br />
ο πόθος διατρέχει τις κνήμες<br />
η νύχτα αγαπά χωρίς λεπτομέρειες</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γυμνώνομαι με τρόπο θανάτου<br />
ορκίζομαι να συνεχίσω να αγωνιώ<br />
με το χέρι οπλισμένο λέξεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ Κι όμως, το ποίημα δεν είναι από λέξεις<br />
είναι από διάστημα βουβό, καθώς χάνεται<br />
στο βάθος αυτής της εικόνας<br />
που είχε κιόλας αλλάξει σε ά ν ο ι ξ η ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Λάφυρο Ύπαρξης ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Πουλί στεντόρειο<br />
που πετάς ψηλά, πέρα από τα ναυάγια των πόλεων<br />
πες μου, έχω πεθάνει κι είμαι ακόμα εδώ;</p>
<p style="padding-left: 80px;">-είμαι αρκετά νεκρός για τον κόσμο αυτό;-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιατί κάθε νύχτα είναι η ίδια νύχτα<br />
μα εγώ σε άλλο τέρμα φτάνω;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Λάφυρο Λήθης ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Διαμαντένιο χρυσόψαρο<br />
κολυμπάει κάτω απ’ το δέρμα<br />
σταματάει σε κάθε<br />
λέξη που αρθρώνω<br />
αλλάζει κατεύθυνση<br />
σε κάθε μικρή η μεγάλη<br />
σιωπή<br />
μεταγγίζει αίμα<br />
από καρδιά σε καρδιά<br />
από τη λέξη στη σιωπή<br />
μεγαλώνει<br />
επικίνδυνα<br />
έξω από εαυτό<br />
συνεχώς ξεχνάει τι είναι — σμαράγδι;<br />
και που βρίσκεται — λιβάδι;<br />
ζει σαν ανάπαυση η απουσία<br />
κι όλο ξεχνάει<br />
το φαιοπράσινο φως<br />
τη σταχτιά σκιά<br />
που μεγαλώνει<br />
στην ακινησία του κροτάφου<br />
ξεχνάει την υδροφορία των ωκεανών<br />
που ξεχύνονται μέσα του<br />
αγωνιά για περισσότερο χώρο<br />
στον χώρο μου<br />
με αναγκάζει<br />
να αποδράσω από τη βαρύτητα μου<br />
με ωθεί<br />
σε σωματική συρρίκνωση<br />
στις θήκες των λαγόνων μου<br />
το απατηλό του χρυσούργημα<br />
θα εισβάλει σε λίγο<br />
στη σπηλιά του μυαλού μου<br />
μια καινούργια χώρα<br />
θα ανθίσει<br />
θα λάμπω,<br />
μα δεν θα θυμάμαι</p>
<p style="padding-left: 80px;">θα παρασύρομαι από το είδος<br />
πέτρα<br />
θα σέρνομαι από εσένα σε σένα<br />
νεφρίτης<br />
από νύχτα σε νύχτα<br />
θα λάμπω<br />
μα δεν θα θυμάμαι</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Λάφυρο Μητέρας ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Την αγαπάω<br />
όταν με φιλάει στον λαιμό<br />
και μου λέει πως όλα θα πάνε καλά</p>
<p style="padding-left: 80px;">την αγαπάω όταν με παίρνει στους ώμους<br />
να διασχίσουμε τη θάλασσα κολυμπώντας</p>
<p style="padding-left: 80px;">πιο πολύ όμως, την αγαπάω<br />
όταν παραμονεύει κίνδυνος<br />
και προσπαθεί να με κοιμίσει με τα σάλια της</p>
<p style="padding-left: 80px;">όταν μας συλλαμβάνουν<br />
κι εκείνη μπήγει τους κυνόδοντες στον λαιμό μου<br />
προσφέροντάς μου ένα είδος ψεύτικης αιωνιότητας</p>
<p style="padding-left: 80px;">[κατάγεται απ&#8217; το Νότο &#8211; ζωγραφίστηκε στον δρόμο /<br />
πεθαίνει συνεχώς πριν από μένα / η φωνή της φτάνει<br />
στ&#8217; αυτιά μου, συριγμός αγέννητης πριγκίπισσας]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>[ ΟΡΙΑ ΑΝΟΙΞΗΣ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">&#8220;Μην κοιτάξεις τα φαγώσιμα που προσφέρθηκαν ως θυσία,<br />
ούτε καν να περάσεις από δίπλα.<br />
Καλύτερα δώσε μια δραχμή κι αγόρασε λουκάνικα.<br />
Με μια δραχμή παίρνεις κι ένα σύκο, κι αν περιμένεις λίγο,<br />
χίλια. Ο χρόνος είναι θεός για τους φτωχούς.&#8221;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Επίγραμμα ΙΙ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κοιμόμουν στο φλιτζάνι του καφέ Ήμουν η μοίρα<br />
στα χαρακώματα Βούλιαζα με τα ψηλά κλαδιά μου<br />
στου Φιλοδήμου τα Επιγράμματα<br />
Στον βάλτο βυθίζοντας τα μακριά πλευρά της<br />
στα πλευρά μου οι δυνατοί μηροί της — ματωμένοι·<br />
ένα ένα ν’ αραδιάζω τα ιδιώματά της κάτω απ’ τα γόνατά μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στης Στυμφαλίας τα νερά ό,τι είδα ήταν θαυμαστό<br />
Τι ώμους και τι χέρια λεία προκλητικά και μαραμένα<br />
Στο κέντρο της λίμνης η κοιλιά γυρνούσε πάλι<br />
στης Κυδίλλης το τριχωτό ηβαίο το χλωρό<br />
Κουλουριαζόταν πάνω μου Της έσκιζα τα σωθικά με τα δικά μου<br />
Με πλοκάμια σπασμένα αράδιαζα ένα ένα τα θέλγητρά της</p>
<p style="padding-left: 80px;">Λάφυρα πολέμου τα αγκάθια γύρω απ’ τη στήλη,<br />
που ‘γιναν βιολέτες το πρωί<br />
Το κορμί της, τρυφερό βλαστάρι<br />
Ό,τι υπήρξε ήταν θαυμαστό</p>
<p style="padding-left: 80px;">Οι ασύλληπτες μάχες του καλοκαιριού<br />
Το γέλιο της, καθώς μεταμορφωνόταν σε μεταξοσκώληκα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ (2013)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Το τομίδιο αυτό, γραμμένο εξ ολοκλήρου σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατά την περίοδο Μαρτίου- Ιουνίου 2013, προέκυψε από μία μακρά συζήτηση μετά το πέρας τής οποίας, το ίδιο βράδυ, αποφάσισα να στείλω στο μαίηλ τού συνομιλητή μου ένα ποίημα, απαύγασμα τής συζήτησής μας, το Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση. Μού απάντησε σχεδόν αμέσως με το Η άλλη κατεύθυνση. Δεν είχαμε παρά να συνεχίσουμε.<br />
Τα δεκατέσσερα ποιήματα που συνιστούν το παρόν βιβλίο είναι, λοιπόν, γραμμένα εξ ολοκλήρου σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Είναι δηλαδή μία αλληλογραφία πολλαπλών, αλληλοσυμπληρούμενων και αντιμαχόμενων, κατευθύνσεων, γραμμένη εν θερμώ, εξ ου και στο τέλος κάθε «επιστολής» θεωρήσαμε σκόπιμο να αναγράφεται η ημερομηνία και η ώρα τής αποστολής τους.<br />
Το κείμενο με τον τίτλο «Η ενέσιμη ποίηση» που συντάχθηκε για να αποτελέσει το επίμετρο τού βιβλίου, αποφασίσαμε να ενταχθεί κι αυτό στο κυρίως «σώμα» των ποιητικών ανταλλαγών αφού είναι γραμμένο λίγες μόλις μέρες πριν την ολοκλήρωση των δύο τελευταίων «επιστολών», άρα μέσα στον βρασμό των αμοιβαίων ανταποκρίσεων η ένταξη αυτή γίνεται για να υπογραμμιστεί η έγχρονη διάσταση τής ανταλλαγής αλλά και να τονιστεί ο ζέων, δηλαδή τυχαίος, απρόβλεπτος και απρογραμμάτιστος, χαρακτήρας τού όλου εγχειρήματος.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Οι λέξεις αποτυπώνουν την αστάθεια των πραγμάτων<br />
Την αναζήτηση του χαμένου χρόνου<br />
Δεν ήμασταν πια ποιητές<br />
Ξεπεράσαμε την έννοια της ποίησης<br />
Όχι επειδή ζήσαμε υπερβολικά μακριά της<br />
Μα υπερβολικά κοντά της<br />
Κυρίως, επειδή βγήκαμε από αυτήν</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η αυστηρότερη και συγχρόνως λεπτεπίλεπτη<br />
Αστάθειά μας, απαγορεύει σε μας σήμερα<br />
Να είμαστε ακόμη ποιητές<br />
Τα πιο πολύτιμα ελαττώματα<br />
Προσδιορίζουν την ύψιστη<br />
Θνητότητά μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Είμαστε κωμικοί<br />
Σφιχταγκαλιάζοντας<br />
Ετοιμοθάνατες γυναίκες<br />
Πεθαίνουμε από Σώμα<br />
Όλοι<br />
Ακατάπαυστα<br />
Γιατί το σώμα χρωστάει<br />
Στον κωμικό<br />
Θα πρέπει να του χρωστάει<br />
Έτσι,<br />
Η επιστροφή της άνοιξης<br />
Δεν μπορεί να προκόψει<br />
Από μια φευγαλέα προσπάθεια<br />
Έρχεται ακριβώς</p>
<p style="padding-left: 80px;">Εξ’ αιτίας μιας πολύτιμης φάρσας<br />
Σε βάρος του ποιητή<br />
Από μια σπουδαία<br />
Αυθάδεια της εποχής<br />
Που ξεσκίζει<br />
Που διαθέτει<br />
Χωρίς όρια το σώμα<br />
Προς αυτή την αλόγιστη<br />
Κατεύθυνση της γλώσσας<br />
Ν’ ακουστεί!</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ Ξαφνικά ο ουρανός καθαρίζει Λουλούδι ψηλαφεί ολόγυρα το σώμα Κανείς δεν ρώτησε για σένα Στην πλάτη σου διακλαδίζεται η σιωπή Τα ίχνη σου βλέμμα βλέμμα έψαχναν να φωτίσουν Μα κανείς δεν ρώτησε για σένα<br />
Επουλώθηκε το βαθύ; Κάτι υπήρχε ανάμεσά τους Ο συγκινημένος άνθρωπος Ξαφνικά ο ουρανός καλύφθηκε από μαύρα σύννεφα ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιώργος Αλισάνογλου&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; 17 Μαρτίου 2013 &#8211; &#8211; 3:33 μ.μ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κι όμως<br />
μία αλόγιστη στιγμή<br />
παραδομένη στην εμβέλειά της<br />
και αφημένη να καταλήξει στον προορισμό της<br />
δεν έχει άλλη κατεύθυνση<br />
απ’ την καρδιά τού χρόνου<br />
που χάνεται όταν δεν πλήττεται<br />
ολοταχώς με τόλμη καίρια και ακαριαία<br />
επιδιώκοντας να μετατρέψει<br />
την ακαμψία σε κάμψη τής αδράνειας<br />
και την σιωπή σε λόγο παραινετικό<br />
Έτσι σιγά η οχλαγωγία<br />
τέμνεται το μηδέν<br />
θίγεται το προαιώνιο<br />
και επανέρχεται το αρχικό<br />
Τότε όλα ηρεμούν<br />
όχι από χορτασμό και άδειασμα<br />
αλλά από εκπλήρωση<br />
εκείνου τού ελάχιστου που είναι<br />
η έλευση τού πλήρους<br />
και σπινθιροβολεί για μια στιγμή<br />
εκείνο που είναι στιγμιαίο<br />
ενώ θα έπρεπε<br />
αν ήμασταν στ’ αλήθεια ζωντανοί<br />
να διαρκεί<br />
όσο το Σύμπαν</p>
<p style="padding-left: 80px;">Δημήτρης Δημητριάδης&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;17 Μαρτίου 2013 &#8211; 17:59 μ.μ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Η ΕΔΩ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Σιγά σιγά<br />
Άρχισα να ονειρεύομαι<br />
Αισθανόμουν<br />
Ικανός<br />
Για ανελέητα αισθήματα<br />
Ήμουν προορισμένος<br />
Να φθαρώ<br />
Από κάτι ιερό<br />
Είδα το Σημείο να<br />
Μεταφέρεται στην μέση<br />
Ανάμεσα στα δυο μου μάτια<br />
Κι όμως<br />
Ήταν ακόμα απροσδιόριστο<br />
Βρισκόταν εκεί<br />
Προς στιγμήν σταθερό<br />
Κι όμως με αποπροσανατόλιζε<br />
Υπεξέφευγε<br />
Δύσκολα περιγραφόταν</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σήκωσα τα βλέφαρα<br />
Και απότομα<br />
Είχα μπροστά μου<br />
Έναν τόπο ανοίκειο<br />
Ακατανόητο<br />
Πεινασμένο<br />
Μια γαλήνη<br />
Έμοιαζε να παρεμβάλλεται<br />
Ανάμεσα σε μένα<br />
Και στο απόκοσμο τοπίο<br />
Εκείνου του ανθρώπου<br />
Όχι σαν εμπόδιο ή σαν απόσταση<br />
Παρά σαν ανάμνηση που την ζούσα<br />
Στο παρόν<br />
Στον προθάλαμο<br />
Της άγνωστης αυτής νύχτας</p>
<p style="padding-left: 80px;">Προσπέρασα ερειπωμένες σκοπιές<br />
Τεράστιες κοίτες παραποτάμων<br />
Γεμάτους από στρώματα πετρελαίου<br />
Και ελαστικών<br />
Υπέργειες γέφυρες πάνω από<br />
Λεηλατημένους δρόμους<br />
Στα προάστια της ανάγκης<br />
Περπατούσα φωτιζόμενος<br />
Από τις αναλαμπές<br />
Των βιοχημικών σιωπών<br />
Στα ερείπια των εγκαταλελειμμένων κινηματοθεάτρων<br />
Τα τσακισμένα κορμιά των ηθοποιών<br />
Κείτονταν κάτω από κόκκινες ιτιές<br />
Ενώ γρασίδι φύτρωνε ανάμεσα από τα δάχτυλά τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">Είχα τριγύρω μου αυτή την κατήφεια<br />
Μια έσχατη θνητότητα<br />
Από την οποία έπρεπε να διαφύγω</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αν και ανήκα στην εποχή του πόνου<br />
Ένιωσα ν’ αλλάζω εποχές<br />
Πασχίζοντας να υπερασπιστώ έστω βουβός<br />
Το ευγενικό αίσθημα του χρόνου<br />
Τα μάτια συνεχώς χαμηλωμένα<br />
Στην κατεύθυνση του σώματος<br />
Εκεί όπου ο ανδρόγυνος άγγελος<br />
παραδίδεται στην εμβέλεια του πάθους</p>
<p style="padding-left: 80px;">&#8211; Κι όμως Καμία ανάταξη απόστασης-</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Αυτός ο αβάσταχτος παλιμπαιδισμός των ποιητών Αυτοί οι Βοργίες του πνεύματος με στοιχειώνουν Μια ολόκληρη ζωή Νύχτα παραμυθένια &#8211; νύχτα αποφασιστική Λίγη παραπάνω αγωνία και η Άνοιξη θα γινόταν το αντίθετό<br />
της! ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιώργος Αλισάνογλου&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;17 Μαρτίου 2013 &#8211; 18:53 μ.μ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Η ΕΚΕΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Δεν φαίνεται τίποτε<br />
ακόμη<br />
Κι όμως είναι εξ αρχής εκεί<br />
Αυτό που δεν φαίνεται<br />
ακόμη<br />
Εσύ θα το φέρεις<br />
για να φανεί<br />
Το φέρεις<br />
όποιος κι αν είσαι<br />
Ο σκελετός σου είναι<br />
φτιαγμένος απ’ αυτό<br />
Τώρα στέκεσαι εδώ<br />
και αρκείσαι<br />
αλλά δεν είσαι ήσυχος<br />
Σε κάτι άλλο προσβλέπεις<br />
Δεν είναι θέμα φαντασίας<br />
Πρέπει να προηγηθεί το γεγονός<br />
Το κάτι που δεν φαίνεται<br />
ακόμη<br />
είναι αυτό που θα συμβεί<br />
Αν δεν συμβεί<br />
κανείς δεν μπορεί να το φέρει<br />
Κι όμως<br />
όλοι το φέρουν<br />
Κι αυτό περιμένει<br />
να το κάνουν όλοι<br />
να συμβεί<br />
Αυτός είναι ο προορισμός<br />
τής κατεύθυνσης<br />
Ένας αόρατος κρίνος<br />
που ήδη ευωδιάζει<br />
Τα πέταλά του<br />
σχεδόν μάς αγγίζουν<br />
Ποιος τα αισθάνεται<br />
Όποιος τα αισθάνεται<br />
εμπρός<br />
ας το δείξει<br />
Είναι ο καιρός τής ένδειξης<br />
Ό,τι γίνεται αισθητό<br />
πρέπει να δείχνεται<br />
Είναι ο καιρός τής μη απόκρυψης<br />
Ό,τι είναι κρυμμένο<br />
πρέπει να φαίνεται<br />
Ο καιρός τής άλλης φανέρωσης<br />
Με γειωμένα αποτελέσματα<br />
Με έμπρακτες συνέπειες<br />
Η πράξη ως όρος τών μεταβάσεων<br />
από την απελθούσα τάξη<br />
στην επερχόμενη τάση<br />
Ο ήλιος πια ανατέλλει<br />
από αλλού<br />
και είναι άλλος<br />
Είναι ένας ήλιος<br />
από νέες λέξεις<br />
Αρχίστε να τις μαθαίνετε<br />
Αρχίστε να τις συλλαβίζετε<br />
Αρχίστε να τις λέτε<br />
Αρχίστε να τις ανταλλάσσετε<br />
Αρχίστε να τις ζήτε<br />
Ένα σιωπηλό καφενείο στο ημίφως<br />
είναι η πρώτη εικόνα<br />
τού μέλλοντος<br />
Όταν ανοίξουν οι τάφοι<br />
θα προβάλλουν<br />
οι αφανείς ζωντανοί<br />
Έρχονται<br />
να γευστούν<br />
το άγνωστο<br />
Υποδεχθείτε τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">Δημήτρης Δημητριάδης&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;17 Μαρτίου 2013 &#8211; 19:32 μ.μ</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[ Η ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Το πρωί το ποίημα απουσίαζε από την θέση του<br />
Που σημαίνει ότι το βλέμμα σου<br />
Έπαψε να υπάρχει<br />
Πιθανόν να μετα/τοπίστηκε<br />
Σε πορώδη κρυπτογραφήματα οθόνης μεγάλης<br />
Σε κάποιον υπαινιγμό ή λίκνισμα Π-οίησης<br />
Οπωσδήποτε μάταιης</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κάτι έχει σαπίσει<br />
Σ’ αυτή την εποχή της ελπίδας<br />
Άραγε ποια επιλέξαμε και ποια μας ανήκει;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Καλά λες!<br />
Φανερώνεται και παρουσιάζεται<br />
Οικείο όσο το έγκλημα<br />
Ανοίκειο όσο η τέχνη σου<br />
Με πλάτη στραμμένη στα ερείπια<br />
Του κόσμου<br />
Ωσάν μια νύχτα εφιαλτική<br />
Όπου ο θεός και το δημιούργημά του<br />
Μαζί ματώνουνε στο τέλος</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κι όμως ζεις<br />
Και το ποίημα<br />
Αρχίζει πάλι μέσα σου<br />
Δοκιμάζει την απομάκρυνση<br />
Στην ιδέα μιας προσπάθειας<br />
Να αγκαλιάσει το ανοίκειο<br />
Η ακραία δυσκολία<br />
Της κατάστασής σου<br />
Είναι το ποίημα<br />
Τίποτε δεν μιλά ζωηρότερα<br />
Στον κόσμο<br />
Απ’ αυτή την γεμάτη υποσχέσεις<br />
Γλώσσα<br />
Που είναι γλώσσα μιας απόλυτης θλίψης<br />
Βιώνεται σαν κάθετη κίνηση<br />
Ακαριαία<br />
Στο έπακρο</p>
<p style="padding-left: 80px;">Με σπειροειδείς ελιγμούς κατεβαίνει<br />
Στην ύλη του ασυνείδητου<br />
Στη νύχτα του ύπνου – πριν απ’ τον ύπνο</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Να προλάβω να κλείσω την τηλεόραση]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Οι λέξεις λίγες όμως συμπαγείς<br />
Σπάνια ανοίγουν και γίνονται τάφος<br />
Η οθόνη είναι το κέντρο σου<br />
Η εικόνα μετατοπίζει το κενό<br />
Σαν να φτερουγίζει το ποίημα<br />
Στα μετακινούμενα επίπεδα του προσώπου σου<br />
Το βλέμμα σου σφηνώνει στην ένωση των τοίχων<br />
Το ποίημα είναι μια ουλή<br />
Προς τις μητροπόλεις του κόσμου</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η οθόνη κάποτε σβήνει –<br />
[ το ποίημα μπορεί και να χαθεί – η ποίηση μένει ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ίπταται στο σκοτάδι</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ένα πέταγμα απόλυτης καθαρότητας που φανερώνει</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Οι λέξεις συντελούνται έξω από την φωνή – αστράφτουν<br />
και χάνονται]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σχεδόν υπάρχεις και αναπνέεις – για λίγο</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τόσο μακριά όσο ένας έφηβος τόπος</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ύστερα υποδύεσαι και κατοικείς_</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιώργος Αλισάνογλου&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;27 Μαρτίου 2013 &#8211; 12:51 μ.μ</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Η ΕΝΟΙΚΕΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ο Κόσμος<br />
ενοθονισμένος<br />
Ο Κόσμος<br />
γεννήτωρ κατά συρροήν<br />
ενοθονίσεων<br />
Η οικειότητα<br />
τού ενοθονισμού<br />
Οι ενοθονισμένοι<br />
σε ποσοστώσεις Κοσμικές<br />
Οι ένοικοι<br />
τού ενύαλου ανάμεσα<br />
και τών ασύμπτωτων αποστάσεων<br />
Ενοθονώνω σε όλους τούς χρόνους<br />
Ενοθονώνομαι σε όλες τίς στάσεις<br />
Ο χρόνος<br />
πέρα από συστολή και διαστολή<br />
Ο χρόνος<br />
ως ενοθονίαση<br />
κατακλυσμική και αδιάγνωστη<br />
Ως νέα διάσταση<br />
τής αρχής και τού τέλους<br />
Και σάρκα<br />
ενοθονιαστική<br />
Δείχνεται ολόκληρη<br />
αναδεικνύει τίς πτυχές της<br />
εκθέτει την ολότητά της<br />
αρχίζει εκείνο που έχει τελειώσει<br />
κι εκείνο που δεν έχει αρχίσει<br />
δίνεται<br />
πιο ασύστολα από πριν<br />
πριν από την ενοθόνωση<br />
πιο απροκάλυπτα από τον ενοθονιασμό<br />
καταλύει δεσμά και απαγορεύσεις<br />
λυτρώνεται θεαματικά<br />
υπερβαίνει αναιδώς<br />
τον κανόνα τον νόμο τον δεκάλογο<br />
ενοθονισμένη<br />
ενυαλωμένη<br />
ως νέος κανών<br />
ως αρχαίος νόμος<br />
και δεκάλογος καινοφανής<br />
η σάρκα<br />
Αυτά από την μια<br />
Είναι και η άλλη<br />
Η<br />
ακατάληκτη επίδοση τής αποκτημένης συνεύρεσης<br />
που περιγράφει τον εαυτό της ως άθραυστη<br />
και ως αποστρεφόμενη την παγερότητα<br />
και ως αποδεδειγμένη θερμότητα υγειών σπόρων<br />
Μία<br />
ουρανομήκης κατάφαση κατακλύζει την φύση<br />
και αναβλασταίνει την απόκρυφη χειμαζόμενη υγρασία<br />
Ό,τι<br />
σπερματώδες βρίσκει τον τρόπο να διεκδικήσει την οφειλόμενη<br />
σ’ αυτό πρωτοκαθεδρία<br />
Η<br />
θερμή λευκότητα αναδεικνύεται σε προϋπόθεση τής νέας<br />
επανίδρυσης των ριζών<br />
και η εντόσθια υλικότητά της επιβάλλεται ως ο μοναδικός<br />
φορέας τής άλλης υγείας<br />
Τα<br />
εδάφη αναδιπλώνονται σε ακραίες εκδοχές τής αφικνούμενης<br />
ερυθράς γονιμότητας<br />
εμφανίζοντας χρωματισμούς που έργα τέχνης εντελή τούς<br />
έχουν πρωτογενώς επινοήσει<br />
Η<br />
πρώτη συντριβή τού ενοθονισμού είναι η ένσαρκη μεταβολή<br />
του σε σώμα προσιτό και πρόσφορο<br />
Η<br />
δεύτερη αρχίζει με την υποδούλωσή του στα πάθη των<br />
δακτύλων και των χειρισμών<br />
Οι<br />
άλλες όλες ακολουθούν με καταιγιστικές συνέπειες ώστε<br />
το σταθερό τοπίο τής ακαμψίας να λυθεί<br />
και να βρεθεί στην θέση τού γνωστού το αδιάγνωστο και<br />
τού εξαντλημένου η αφετηρία των αντλήσεων<br />
Άλματα ασυνέχειες τομές<br />
απότομοι διασκελισμοί<br />
ανεξήγητες αλληλουχίες<br />
καινοφανείς συνειρμοί<br />
Η<br />
επικράτεια τού όναρος<br />
φέρνει την λογική τής νύχτας<br />
στο ξάστερο σκότος τής μέρας<br />
Ας<br />
μην σταματήσει<br />
ποτέ<br />
αυτό ποτέ<br />
Δες<br />
την κοινοτοπία<br />
πώς θρυμματίζει<br />
μόνη της<br />
το σκεπτικό της<br />
Η<br />
ίδια δεν αντέχει πια<br />
την αντοχή της<br />
Το σώμα<br />
είναι μια σκέψη<br />
ζέουσα<br />
Κρατάει μέσα της<br />
την ποίηση<br />
Μία οθόνη από αίμα<br />
περιμένει<br />
από όλα τα χέρια<br />
να σχηματίσουν πάνω της<br />
το ποίημα<br />
Κι αυτό<br />
θα είναι εξάπαντος<br />
συντριπτικά<br />
πρωτοφανές<br />
και ανοθόνιστο</p>
<p style="padding-left: 80px;">Δημήτρης Δημητριάδης&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;4 Απριλίου 2013 &#8211; 8:34 π.μ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Η ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Εδώ το ποίημα<br />
Δοκιμάζει την απομάκρυνση<br />
Από ό,τι έως τώρα ονομάτισε Κόσμο<br />
Διεισδύει ολόκληρο μέσα στο σώμα<br />
Ολοσχερώς<br />
Με μια απόλυτη όσο και ανείπωτη<br />
Ηδυπάθεια<br />
Γιγαντώνεται<br />
Γίνεται θεόρατο<br />
Οράται από παντού<br />
Σε μια σιωπή εγκληματικά ηθελημένη<br />
Ξεριζώνει από το στήθος του<br />
Τον καρκίνο της ελπίδας<br />
Την μοναξιά των γενεών<br />
Παραβιάζει τις σφραγισμένες σάρκες<br />
Των παιδιών</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ζωή είναι αυτό<br />
Το οτιδήποτε τυχαίο<br />
Που υποβάλλει μια<br />
Δυνατότητα<br />
Μα που ταυτόχρονα την αναιρεί<br />
Συχνά<br />
Μέσα απ’ τον σάλαγο<br />
Της ιστορίας<br />
Μια αιώνια δυνατότητα<br />
Επιβιώνει<br />
Κι όμως<br />
Αυτός ο έρωτας<br />
Αναγγέλλει<br />
Την τρομαχτική εξαφάνιση<br />
Αυτού που υπάρχει<br />
Γιατί ό,τι μέσα μου οικοδομεί<br />
Ταυτόχρονα καταρρέει<br />
Κι όμως η καρδιά<br />
Για πάντα κατοικείται<br />
Ό,τι σκότωσες πρέπει<br />
Ν’ αγαπάς<br />
Εκείνο το αίσθημα<br />
Που όλο αρχίζει<br />
Από ένα θάμβος ουρανού<br />
Από ένα κάλλος ή μια ηδονή<br />
Και μετά δίχως να τελειώνει<br />
Τελειώνει</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αναλογίζομαι μια νέα ηθική<br />
Της τέχνης<br />
Όπου το δράμα αρνείται<br />
Να συντελεστεί<br />
Το ποίημα σε πόζα πόρνης<br />
Ένας άγγελος<br />
-Είδος υβριδικό-<br />
Που φτάνει πάντα<br />
Όταν είναι πολύ αργά<br />
Αποκαμωμένος<br />
Έτσι όπως αιωρείται<br />
Μεταξύ του εγκλήματος<br />
Και του έρωτα<br />
Για να κρατηθεί<br />
Καθώς πέφτει<br />
Από τρύπα σε τρύπα<br />
Μανιασμένος</p>
<p style="padding-left: 80px;">Καλώ την αγωνία μου<br />
Σιωπηλά<br />
Επικαλούμαι όμως<br />
Παράφορα ευτυχής<br />
Τους κωμικούς<br />
Τους πρίγκιπες<br />
Και την δενδρογαλιά<br />
Εδώ που φτάσαμε<br />
Με κοπετούς<br />
Με σύμβολα ωχρά<br />
Στη μοναξιά των λεωφόρων<br />
Η κραυγή για ελευθερία<br />
Ο έρωτας<br />
Η τέχνη<br />
Αρχίζουν σαν περίπατος<br />
Εκεί που όλα έμοιαζαν<br />
Να έχουν αποφασιστεί<br />
Σ’ αυτή την εξισωμένη πραγματικότητα<br />
Η θέση μας φαντάζει αφοπλιστική<br />
Εδώ &#8211; ένα συναίσθημα<br />
Δυναμώνει το φτερούγισμα<br />
Αύριο το ποίημα θα τελειώσει<br />
Κατοικούμε μέσα του<br />
Μας έχει διαποτίσει<br />
Άκλαυτη γη<br />
Το έχουμε ενσαρκωθεί<br />
Ωσάν υπαίθρια ηδονή<br />
Έχει μαζέψει απ’ όλους τα πάντα<br />
Μέσα στους διαδρόμους<br />
Όλο φωνές<br />
Ξάγρυπνες ώρες</p>
<p style="padding-left: 80px;">Καμία φωνή!<br />
Μόνο τα στόματα<br />
Κατοικούμε μέσα τους<br />
Μέσα στους διαδρόμους<br />
[Δεν είμαστε πια ποιητές]<br />
Είμαστε σάρκα που λυγίζει να βρει<br />
Καμία φωνή<br />
Στάζει μελάνι<br />
Δεν θέλει να επουλωθεί<br />
Το βαθύ γίνεται<br />
Ακόμα πιό βαθύ<br />
Πεθαίνουμε από Σώμα<br />
Είμαστε οι Κωμικοί<br />
Προς<br />
Αυτή<br />
Την<br />
Αλόγιστη<br />
Κατεύθυνση<br />
[Της Τύχης]<br />
Να<br />
Ακουστεί</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ Και αυτή είναι η πιο απόμακρη δυνατότητα ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιώργος Αλισάνογλου&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;11 Ιουνίου 2013 &#8211; 1:28 μ.μ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[Η ΑΡΧΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">στον James Wylie</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το αδάκρυτο βλέμμα είναι δακρυσμένο<br />
Η στομωμένη όραση έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό<br />
Κάτι μέσα στο πλήθος εξέχει με τρόπο εξέχοντα</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το πλήθος είναι δύσοσμα πυκνό<br />
φωνασκεί υποκινούμενο με τετράποδη αυταρέκεια<br />
με ουραγούμενη αυτάρκεια<br />
συγχορδίζεται αχόρδιστα<br />
αίρεται στο ύψος τού αδερμάτιστου μηδενός<br />
τής εκσαρκωμένης σωματοδεσίας<br />
τού άθερμου εξόλου<br />
Το πλήθος αρκείται στην εκτίπωσή του<br />
κατοπτρίζεται στην ανειδωλώσή του<br />
στην αποθερμασμένη εκγυάλισή του<br />
Κινείται με όρους ακινησίας<br />
αιτεί με ρυθμούς επαιτείας<br />
με ανήδονη νεότητα<br />
Ο ανηδονισμός σιδηροκρατεί<br />
Ο ανηδονισμός χειροκροτείται<br />
επευφημείται μεγαφωνείται<br />
ψηφοδοτείται<br />
διαψωνίζεται πληθησμιακώς<br />
Το πλήθος εκπάσχει<br />
Εκεί<br />
κάπου εκεί<br />
σε μία άκρη<br />
σε ένα ημίφως<br />
σε μία μη διακριτή σχισμή<br />
σε ένα ασήμαντο σημείο<br />
σε μία άχρονη στιγμή<br />
σε βαθμό αφάνειας<br />
εμφανίζεται κάτι<br />
αυτό που κάνει<br />
το αδάκρυστο βλέμμα να δακρύσει<br />
την στομωμένη όραση<br />
να μείνει με το στόμα ανοιχτό<br />
εμφανίζεται κάτι<br />
Το πλήθος απορρέει ως απορία<br />
κυλίεται σε παφλασμό ουδέτερο<br />
δεν αντιλαμβάνεται παρά μόνο το άσημο<br />
αδιαφορεί για ό,τι διαφέρει<br />
για ό,τι εκτρέπεται<br />
για ό,τι δεν σημαίνει<br />
εκτέφρωση και εκφερέτρωση<br />
Το πλήθος νεκροταφείται<br />
Πλήθος εντάφιο<br />
Και κάπου εκεί<br />
εκεί<br />
στο άβλεπτο σημείο<br />
εκεί<br />
το βλέμμα δακρύζει<br />
η όραση επανοράται<br />
το νεύρο της πυρώνεται<br />
το κέντρο της αναβλασταίνει<br />
η όραση γίνεται όραμα<br />
από αυτό που οράται<br />
αυτό που οράται την γονιμονίζει<br />
την ενηδονίζει την εγχυμώνει<br />
η όραση γεννάται<br />
από αυτό που την γεννά<br />
αυτό το κάτι<br />
κοινότροπο αλλά που ανεντοπίζεται<br />
ορατό αλλά που αορατίζεται<br />
παρόν αλλά που εξαπουσιάζεται<br />
απτό αλλά που αφηρημερώνεται<br />
αυτό το κάτι<br />
το κάτι<br />
διαφωτίζει με χάρη<br />
αυτό<br />
χαριτωμενίζει<br />
εναρκτηριώνει<br />
αναχλωρίζει<br />
αναδωρίζει<br />
αναδέχεται την αρχαία εκκίνηση<br />
εξαρχίζει<br />
είναι εκεί<br />
κάπου εκεί<br />
αλλά είναι<br />
είναι το άσημο φύλλωμα<br />
η αφανής χλωρασιά<br />
ο ανήκουστος βόμβος<br />
ο κρουστός παλμός<br />
ολόσωμος δροσισμός<br />
έκπαγλος πλαταγισμός<br />
η ανείδωτη φλέβα<br />
ένας ανερχόμενος βλαστός<br />
Το βλέμμα δονείται απ’ τον λυγμό<br />
Η όραση χαιρετίζει το ορατό<br />
κι αυτό τής χαρίζεται<br />
ευχαρσώς</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το πλήθος έχει ενμηδενιστεί<br />
Το χάρισμα<br />
άρχεται</p>
<p style="padding-left: 80px;">Δημήτρης Δημητριάδης&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;16 Ιουνίου 2013 &#8211; 14:59 μ.μ</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>JESU CHRISTIANA (2011)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>I. ΕΠΙΚΛΗΣΗ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Vox Humana</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">ΚΑΠΟΤΕ, ένα βρέφος μ’ επισκέφθηκε στο όνειρό μου·<br />
δεν μίλησε- δεν μίλησα· μόνο που τα πηδάλια της σκέψης του<br />
μου μετέφεραν την ιδέα ότι<br />
αν εμπιστευόμουν μια μελλοντική προσευχή<br />
σε μια Θεά της σιωπής<br />
η προσευχή δεν θα αποκαλυπτόταν ποτέ<br />
παρά μόνο σ’ εκείνον που είναι ταγμένος-<br />
να ασκείται στην Σιωπή_</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Vox Terrena</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Ο Πύργος του Σίσυφου</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">1 Νησί ανάμεσα ουρανό και γη 2 στον Ωκεανό 3 απροσδιόριστο<br />
πού· 4 εκεί τα πάντα είναι γράμματα 5 μόνο που τίποτα δεν<br />
ονομάτισαν ακόμη- 6 όπου κι αν το μάτι σταθεί απόλυτο<br />
κενό επιφάνειας 7 κανένας αντίλαλος ουρανού δεν απαντάει<br />
εδώ 8 μόνο στο βάθος 9 πέρα μακριά 10 ένας θνητός Πύργος<br />
ξεπροβάλλει υπομονετικά την αυγή-<br />
11 το σούρουπο χάνεται ξανά 12 και την αυγή 13 και κάθε αυγή<br />
14 το πρωί<br />
15 ο Πύργος υψώνεται στα ενδιάμεσα αιθέρια 16 γιγαντώνεται<br />
17 για να τελειώσει η κορωνίδα του- 18 λογχίζει/ διαπερνάει τα<br />
σύννεφα/ γράμματα 19 μα όταν φυσάει ο βοριάς 20 τα σύννεφα<br />
γίνονται βροχή 21 αρχίζει η Εποχή των Κατακλυσμών<br />
22 των κυμβάλων 23 των τρελλών- 24 και τότε ο Πύργος<br />
βυθίζεται στο νερό 25 το μάτι πετά ξανά προς τα μακρινά λευκά<br />
26 αρχίζει να μιλά- 27 λοξοδρομεί εμπρός 28 η φύση φτιάχνει<br />
νέα γράμματα 29 αρχίζει ο Πύργος ξανά 30 η μουσική ξεχειλίζει<br />
31 τρυπάει τα τείχη 32 μια νότα 33 μια λέξη 34 δεν βγαίνει 35<br />
ύστερα ίσως να 36 μετά λίγο<br />
37 αύριο θα βγει 38 με παρασέρνει η γλώσσα- 39 η Θεά με<br />
εμπιστεύεται- 40 ήρθε/ όταν 41 η ποίηση είναι στον δρόμο 42<br />
στον ουρανό αρχίζει λιμπρέτο 43 η λευκότητα ήρθε μετά τον<br />
κατακλυσμό 44 η ποίηση έρχεται κατόπιν- 45 ένα δύσκολο<br />
χαμόγελο για να με κάνει να γράφω_ 46 ρυθμικά τρένα<br />
κυκλοφορούν στο σώμα μου 47 πάλλομαι κάτω απ’ τα ιδρωμένα<br />
μου βλέφαρα 48 αφήνομαι στον ρυθμό των πόλεων- 49<br />
διασταυρωμένες σιδηροτροχιές μέσα από σκοτεινά τούνελ 50<br />
με κάνουν να/ 51 σχεδόν επιθυμώ να προσδώσω 52 νόημα στην<br />
σιωπή 53 ξανά- 53 μέσα στη μήτρα μιας πόρνης Θεάς<br />
54 ως απειλή<br />
η Βαβέλ<br />
η Βαβέλ<br />
55 ο Πύργος<br />
ξανά_</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 160px;"><strong>II. ΠΡΟΣΕΥΧΗ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ουρανός με τους καθρέφτες-</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Οι λέξεις αποκόβονται απ’ τα νοήματά τους. Έτσι<br />
αποσπασμένες, διαμελίζονται τελικά πάνω σε μια εικονική<br />
ύπαρξη- το αντικείμενο είναι ελεύθερο να μεταμορφωθεί σ’<br />
οτιδήποτε- ερμαφρόδιτες λέξεις αντικατοπτρίζονται πάνω<br />
στους διάσπαρτους καθρέφτες. Το συναίσθημα εικονοποιείται-<br />
σαν ερωτική συνουσία. Πολλαπλές αντιπαραθέσεις ήχων,<br />
χρωμάτων, οσμών, λέξεων, λάμπουν αλλόκοτα. Η ποίηση<br />
ελευθερώνεται δρασκελίζοντας από τα γιγάντια παράθυρα. Οι<br />
καθρέφτες στρέφονται προς το μέρος του τοίχου να φωτίσουν<br />
τις μέσα εσοχές του χρόνου. Η αυγή έρχεται με νέο αίμα. Μια<br />
γυναίκα αρχίζει να αιμορραγεί ανάμεσα στα σκέλια. Ασημένια<br />
κραυγάζει- χαϊδεύει τον θρήνο μας. Είναι κάτοικος αυτής της<br />
πολιτείας. Ω, Jesu Christiana.<br />
Το αίμα τρέχει χλωρό απ’ το κορμί της- τόσο, όσο χλωρό είναι<br />
το κορμί της- σαν καινούργια προσευχή- και η προσευχή είναι<br />
τόσο καινούργια, όσο χλωρή είναι η μέρα που κοντοστέκεται<br />
από πάνω μας- και με την προσευχή ενώνουμε τις χούφτες<br />
μας και γινόμαστε ένα. Η γυναίκα ως ενσώματη ποίηση μέσα<br />
στα οξειδωμένα πράσινά μου χείλη- με καλεί σαν ιστορία που<br />
έρχεται καρρέ καρρέ-<br />
«στρόμπο» αίσθηση άγουρης όρασης/ που θα ερωτευτεί τα<br />
μάτια-<br />
ίσως αύριο- όμως όχι ακόμα_<br />
Σκύβω πάνω απ’ το τόσο σώμα σου να το αγκαλιάσω Jesu<br />
Christiana- να αγκαλιάσω το άρωμα που υπάρχει στο στόμα<br />
σου και τότε ξυπνάμε μαζί και ’συ έχεις τα χέρια σου απλωμένα<br />
προς το μέρος μου, βγαίνουν απ’ το σώμα σου και μου αγγίζουν<br />
απαλά το μέτωπο. «Σε χρίζω ποιητή» λες και χάνεσαι μέσα στον<br />
καθρέφτη- κι ώσπου να κάνω να σε δω όλοι οι καθρέφτες Jesu<br />
Cristiana &#8211; Jesu Christiana παντού- και ν’ ακούγεται Προκόφιεφ<br />
-σονάτες για φλάουτο και πιάνο- σαν πυρετός να με καίει η<br />
κόλασή σου μέσα μου έξω και παντού-<br />
Τι είναι αυτό το συναίσθημα Jesu Christiana, δαίμονας-<br />
δαίμονας που μ’ αρπάζει σαν λιοντάρι- με βία κυλιόμαστε<br />
στον ουρανό- παραφυλάει τις νύχτες μαγείας μεθυσμένος να<br />
μου προκαλέσει τρόμο- κι όμως, μέσ’ απ’ τον τρόμο ένα φως<br />
γυαλίζει στο μάτι μου σαν χειρονομία μιας μεγάλης γνώσης-<br />
ενώ τα λιοντάρια προβάρουν τις αυριανές τους νίκες στους<br />
καθρέφτες κι ύστερα τεμπελιάζουν πλαγιασμένα- ενώνονται<br />
τα στόματά τους- το ένα μέσα στο άλλο/ το άλλο μέσα στο<br />
ένα/ το όλο μέσα στο όλο/ ρουφώντας στόμα με στόμα/<br />
βυθίζοντας το όλο μέσα στο πιο όλο. Κι ύστερα έρχεται η μέρα<br />
ανελέητη. Πρόσοψη ψηφιδωτή στο βλέμμα του μετά παντού- Ο<br />
λόγ[ο(ς)λος] ρυθμικά εξατμίζεται στην θέα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Οι Άγιοι</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Jesu Christiana να ελευθερώσουμε τους άγιους από τις<br />
φυλακές- να πάρουν τα ηνία τα σκουλήκια, το αίμα των<br />
τρελλών να κυλάει στις θάλασσες και στα ενυδρεία- να<br />
αφυπνίσουμε το ξύπνημα, να νομιμοποιήσουμε το πράσινο<br />
έγκλημα- τους άγιους υπηρέτες να κάνουμε ποιητές- θλιμμένοι<br />
ήρωες, όλοι τους μια παρεξήγηση. Ο μικρός τυμπανιστής- ο<br />
μικρός πρίγκιπας- ο μικρός νικολά- «θλιμμένε πρίγκιπα της<br />
Δανιμαρκίας»- «στο καλό πικρή βασίλισσα»-<br />
Jesu Christiana φανερώσου στους παρεξηγημένους αυριανούς<br />
ήρωες των δρόμων- δείξε τους τα κοφτερά σου δόντια,<br />
κάνε τους να χαμογελούν με μια ώρα μαγείας &#8211; ελάτε<br />
όλες εσείς οι γυμνές νύμφες της αμαρτίας, ευνουχίστε<br />
επιτέλους τους προφήτες που κακαρίζουν στις κορυφές των<br />
πολυτελών ξενοδοχείων- κόρες των στρειδιών με τα λευκά<br />
σας μαργαριτάρια σφηνωμένα στα δόντια φτύστε προς το<br />
πληγωμένο φεγγάρι για να φωτίσει λίγη νίκη- και χορέψτε<br />
τρελλά ένα βαλς με τον αυριανό σας φονιά- σαν δανεικοί<br />
ηθοποιοί τούτου του λυτρωτικού θρήνου.<br />
Jesu Cristiana-<br />
Ότι θα σ’ έβρισκα πάντοτε το είχα σίγουρο. Χρόνια τώρα μ’<br />
έβλεπα να κείτομαι στους μέσα σου ανέμους- στην παρθένα σου<br />
γη, σε μια τρύπα στον ωκεανό, να με κατοικούν ορίζοντες δικοί<br />
σου- σε περίμενα κι ανθίζω &#8211; σαν τέρας των θεών, σαν φάρσα<br />
χλευαστική. Μέσα στις πόλεις υπάρχουμε και θα υπάρχουμε<br />
μέχρι να αποδιώξουμε από πάνω μας τις πόλεις- εκεί που η<br />
λάσπη μου φαίνεται σαν μουσική, σαν να λαμπάδιασαν οι<br />
κεραυνοί κι έγιναν πυρσοί στο ανοιχτό μου κρανίο- κι άλλους<br />
πυρσούς αναζητώ να νοικιάσω έναν μήνα τον χρόνο και να τον<br />
βάζω φωτιά μέχρι να ερωτευτούν οι λέξεις μου τα πόδια σου,<br />
τα πόδια σου την αυθάδική μου σκοτεινιά- Jesu Christiana τη<br />
νύχτα ζεστάθηκα κι ονειρεύτηκα βροχή- μια άλλη νύχτα οι<br />
Άγιοι μ’ είχαν προ-ορίσει για το έγκλημα/ οι ίδιοι Άγιοι τώρα με<br />
ορίζουν για τον ύπνο. Θα κοιμηθώ. Θα πεθάνω για να διαψεύσω<br />
τον θάνατο. Γιατί ο θάνατος είναι η ζωή. Ο Θάνατος. Χωρίς<br />
αυτόν η ζωή αφαιρείται. Μπαίνω στον θάνατο με μάτια καθαρά-<br />
με κραυγές/ ιαχές. Με σώμα. Ολόκληρο το σώμα. Με μυαλό. Το<br />
όλο μυαλό. Με αίσθημα συγγενικό μπαίνω στον θάνατο. Γιατί<br />
άλλος τρόπος δεν είναι. Η μόνη ζωή. Η πάντα ζωή. Θα είναι από<br />
θάνατο.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 160px;"><strong>III. ΑΛΧΗΜΕΙΑ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Νύχτα στο ιπποδρόμιο</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ποιος θα μπορέσει να μου λύσει<br />
τους πέτρινους καλπασμούς που με ζώνουν-<br />
έχω χαθεί μέσ’ στους δολοφόνους ζωντανός &#8211;<br />
και μήτε που ξημέρωσε ακόμα<br />
ολόισιοι τοίχοι κιτρινισμένοι<br />
και μέσα τους χτισμένοι άνθρωποι<br />
που δεν πρόφτασα να φιλήσω- που αδυνατώ<br />
να γνωρίσω &#8211; κι όλη τη νύχτα ακούω<br />
τις σκουριασμένες αλυσίδες τους<br />
να σέρνονται σαν βογκητά εγκυμονούσας φοράδας-<br />
ερημώθηκε ο κήπος που κρεμόταν χρόνια<br />
γύρω απ’ το κλεμμένο μου χρυσάφι<br />
και το χρυσάφι σαν θειάφι φωσφορίζει<br />
μέσ’ στη θηριωδία μου- και πια δεν βγάζει άχνα<br />
σαν άγιος στέκομαι πάνω στο καμμένο μου χρυσάφι<br />
προσεύχομαι με κατάρες ακατάληπτες<br />
κι όταν το ξημέρωμα ανοίγει το φράγμα του ποταμού<br />
ορδές οι δολοφόνοι μ’ επισκέπτονται, σαν τσακάλια ουρλιάζουν<br />
και λαϊκά τραγούδια της λησμονιάς στ’ αυτιά μου<br />
χερουβείμ κρέμονται απ’ τα γαλάζια σύννεφα-αλεξίπτωτα<br />
και προσγειώνονται πολύτιμα πετράδια στο αίμα μου<br />
πλάι στο ιπποδρόμιο καλπάζουν ασέλωτα άλογα και μουγκρίζει<br />
ο αέρας σύρριζα απ’ τον τελευταίο μου γύρο-<br />
ψάχνουμε ο ένας τον άλλον- μα κανείς πουθενά<br />
κάτω στον υπόνομο το λευκό πιάνο της κυρίας Μπραμς<br />
σε Μάλερ πιτσικάτο &#8211; και οι δολοφόνοι ετοιμάζουν<br />
μέσ’ στο τεχνητό φως του χρόνου νέες σφαγές<br />
και το όνειρο γίνεται καταχνιά από ριπές<br />
λάμπει το ισχνό φως στο δένδρο των κρεμασμένων-<br />
κυμάτων παφλασμοί και τάπητες της αγρύπνιας-<br />
βαμμένος με ρουμπίνι στο μέτωπο και με μάτια<br />
ινδικά πίσω από την γραμμή του ορίζοντα- οπλίτης<br />
περιμένω μπροστά στους φαλλούς τους τα μαρμάρινα φιλιά<br />
αναγνωρίζω την θέα- έχω ξανάρθει εδώ- εδώ έχω ξανάρθει<br />
η ποίηση είναι καινούργια και ματωμένη &#8211; μια λέξη μού<br />
είπε τ’ όνομά της: Jesu Christiana!<br />
Την έζωσα μ’ ένα κουβάρι απ’ τους παρθενικούς της υμένες<br />
κι ένοιωσα το απέραντο κορμί της σαν σωματοποιημένη<br />
ποίηση-<br />
και μετά κενό- κυλιστήκαμε στο πυρωμένο θειάφι<br />
τα σώματά μας γυμνά και κίτρινα σαν κέρινα σβήσανε στο<br />
ελάχιστο-<br />
οι δολοφόνοι ήρθαν και μας αποτέλειωσαν με τις λόγχες τους<br />
τις αργυρές<br />
και ύστερα το φιλί μου στα χείλη της απολιθωμένο<br />
όπου να ’ναι τα νεύρα μου σπάνε &#8211; ας τσουγκρίσουμε τα<br />
ποτήρια<br />
ξύπνησα πάνω στον μαρμάρινο εξώστη και ήταν μεσημέρι-<br />
όλα τόσο απλά σαν μια παιδική λεξούλα<br />
οι δολοφόνοι μου χτισμένοι μέσ’ στους τοίχους έσερναν τα<br />
βαριά δεσμά τους<br />
τις πνοές- το σώμα μου- προς το φως-<br />
ήταν η αρχή- η Γέννησή μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Άδοξη νύχτα – στον Παράδεισο</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ας υποθέσουμε σκηνικό καλαμποχώραφου-<br />
άδοξη νύχτα<br />
σύννεφο αναλλοίωτο μέσα<br />
στον τροπικό της καταστροφής<br />
χωρίς σχήμα/ χωρίς καταφύγιο<br />
απ’ τα πλευρά σου αιωρούνται ανονομάτιστες λέξεις<br />
χαμένος για χρόνια τριακόσια και παραπάνω στα σπλάχνα σου μέσα<br />
όπου η ψυχή της μουσικής μου ανασαίνει σαν<br />
μέταλλο ζεστό τις ανδαλουσιάνικες ιαχές σου/ χωμάτινη σκιά</p>
<p style="padding-left: 80px;">This is not a work of poetry/ not yet of one man_</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιατί η ποίηση δεν είναι/ η ποίηση είναι το κακό/ που θαυμάζεται<br />
σε χρόνο ακριβό/ σε κενό χρόνο/ εκείνον που αγαπιέται-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στην οθόνη των ουράνιων διαστροφών δαμάζεται<br />
ετερογλωσσία ανέμου / αφή πουλιών κοντά στον Απρίλιο<br />
υπνοφόρος καιρός πάνω απ’ τα κεφάλια του όχλου</p>
<p style="padding-left: 80px;">Και μετά το σύννεφο πάλι-<br />
τέσσερα σύννεφα πάνω απ’ τον δρόμο<br />
που σέρνει το φαλακρό φίδι μέσα στο ξεραμένο άχυρο<br />
και στα κέρινα καλαμπόκια- το σκιάχτρο φυσάει την φωτιά<br />
που άναψε ο τζίτζικας με της Κίρκης το πέτρινο τσακμάκι-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Θεά λαξεμένη από βροχή μέσ’ στην ορμή της νιότης/<br />
σαν ρεύμα βραδινής ηλεκτροπληξίας<br />
Θεά δραπετεύουμε απ’ τις κλωστές της φυλακής-<br />
εκείνη και ’γω μαζί εγώ σχεδόν εκείνη/<br />
(στην αυγή της πόλης η ήπειρος (color di Luce)</p>
<p style="padding-left: 80px;">και σαν Μαντόνα μισή ½ σχεδόν γυμνή στο κάτω πάτωμα<br />
συνθέτοντας τους νέους δρόμους &#8211;<br />
μονοπάτια νεογέννητων παιδιών<br />
μήτρες αγγέλων βαλσαμωμένες στην λεωφόρο- τα βατράχια<br />
κοάζουν τρεις<br />
φορές<br />
Η άρνηση! Η άρνηση! Η άρνηση!<br />
Το πρωινό στον βάλτο σαν παλάτι ορθωμένο στο πολύ φως-<br />
λέξη στρογγυλή προηγείται/ άδοξη νύχτα_</p>
<p style="padding-left: 80px;">1 2 3_ αμέτρητα ατσαλένια μιλιά<br />
υπνωτικών σιδηροδρόμων με οδηγούν<br />
σε περίγραμμα λίμνης ευπαθούς νερού-<br />
δυο μπουκέτα κύκνων λευκών ανά ζεύγος<br />
λικνίζονται πλάι στα ψιλά γράμματα των τίτλων τέλους<br />
από βιολετί φιλί &#8211;<br />
σαν μίσχος φωτός διά μέσου σύννεφου<br />
κυανή ματιά<br />
λευκή μπάντα στην όχθη<br />
διάφωνες νότες<br />
στα δένδρα<br />
αυτοσχεδιασμός-<br />
ρετσιτατίβο<br />
προσευχή<br />
η Νέα Ορλεάνη·<br />
αίμα μ’ ακολουθεί-<br />
ο αγγελικός κηπουρός-<br />
ο πρίγκιπας της Δανίας<br />
με δάκρυα στα μάτια<br />
σφαδάζει σε ξένο σώμα<br />
αξιολύπητη λογική<br />
κυριεύει τον πατέρα<br />
εκεί που κρύβεται<br />
τεράστιος και μεγαλόθυμος<br />
ωσάν τέχνασμα της φαντασίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Οι Θεοί στο επιτροπικό μουσείο ξέφρενοι από αμφεταμίνη-<br />
παθιασμένοι με την ανθρωπομετρία και την παραχάραξη της<br />
Ιστορίας· εκεί όπου η αιωνιότητα που επινόησαν πρέπει να<br />
αποκαλυφθεί]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Πρωινό στον πάγο</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Σελίδα νερού- πρωινό λίγο πριν γεννηθώ / πλάι στον ΛωΤΌ<br />
αμυδρό φως στην άλλη πλευρά του τούνελ<br />
σε μια γαλήνη τύφλωσης φόβος λευκού αγγέλου μ’<br />
επισκέπτεται-<br />
το νεογέννητο μωρό έκθαμβο από αντίστιξη γραφίδας<br />
χαραγμένο στον<br />
βρωμισμένο πάγο με κοπίδι ιστορικής ακρίβειας_<br />
«Δάκρυα θερμά λιβελούλας- μέσα σε κρήνη μελανί- ή τε κατ’<br />
αιγίλιπος πέτρης δνοφερόν χέει ύδωρ-3 τόν δέ ίδών ώκτιρε<br />
ποδάρκης δΐος Άχιλλεύς/4 καί μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσ/<br />
κύδα.5 Εσύ; Ω! Jesu Christiana» (&#8230;)</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 160px;"><strong>IV. ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Έξοδος &#8211; 2η απόπειρα απόδρασης (η Χορο/γραφία)</strong><br />
<strong>ή Σκηνοθετώντας την Θεά</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Η Θεά καλλιτέχνις ή μεταποίηση</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Θεά: «Ο στίχος που γράφω θα ήθελα να είναι εκείνος που εσύ<br />
διαβάζεις την ίδια στιγμή».<br />
Άλλος: «Εδώ· σου έχω φυλάξει είκοσι γραμμάρια δόξας».<br />
Θεά: «Είμαι ακόμα πεινασμένη».<br />
Άλλος: «Ε, τότε είκοσι γραμμάρια δόξας κι έναν θρυμματισμένο<br />
ουρανό για ν’ αποδράσεις».</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Πτήση</strong><br />
η μεταποίηση</h6>
<p style="padding-left: 80px;">Πετάει σ’ έναν ουρανό μελλοντικής γλώσσας<br />
η οθόνη απενεργοποιείται<br />
πέφτει-<br />
Σχεδόν ερωτικό<br />
η μεταποίηση<br />
Σιγοψιθυρίζει Φώτα / μετά αναστενάζει<br />
σιγοψιθυρίζει Σώμα/ μετά αναστενάζει<br />
σε λίγα λεπτά προστίθεται το λιμπρέτο<br />
ακούγεται γδούπος βαρύς_<br />
ο υποβολέας νεκρός στην κουΐντα<br />
(ΠΑΥΣΗ)</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">Ευελιξία Οσφυϊκού Σπονδύλου<br />
η μεταποίηση</h6>
<p style="padding-left: 80px;">Γυμνή/ μισό προφίλ στο κοινό<br />
παρουσίαση ευέλικτου<br />
οσφυϊκού σπονδύλου-<br />
λυγίζει<br />
τα χείλη γεύονται τα πόδια<br />
τρία λεπτά<br />
ακινησία<br />
λέξεις: προαιρετικές</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>4 βήματα</strong><br />
η μεταποίηση</h6>
<p style="padding-left: 80px;">Η Θεά και ’γω να την κοιτάζω· η Θεά και σχεδόν εγώ-<br />
γυμνοί και οι δύο/ εκείνη μπροστά/ εγώ ακολουθώ<br />
την αφήνω να προχωρήσει/ σταματάμε ταυτόχρονα<br />
(μεταξύ μας απόσταση τέσσερα βήματα)<br />
κοιταζόμαστε<br />
εκείνη αποπειράται να πετάξει<br />
το βλέμμα μου σταθερά στην ασθένεια της νύχτας<br />
τα φτερά χρυσά/ τσακισμένα<br />
την πλησιάζω/<br />
φιλιόμαστε<br />
τα χέρια της ίπτανται<br />
τανύζεται σε βαλς-<br />
υψωνόμαστε_<br />
(τσακιζόμαστε<br />
σε<br />
τοξικά<br />
δένδρα)</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Τέσσερεις προσευχές πίσω απ’ τη νότια πύλη</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ∆αµασκηνί Προσευχή</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Η μούσα μας κάνει να πονάμε<br />
η μούσα μας οδηγεί στην προσευχή<br />
η μούσα καταβυθίζεται μέσα μας<br />
μα ποτέ κανείς μας δεν την περιέχει<br />
εκείνη μας κατακτά &#8211; μας βιάζει θλιβερά<br />
κάτω απ’ τα σταχτόδενδρα τις νύχτες<br />
μας εκ/βιάζει για ό,τι υπήρξαμε &#8211; για το εάν<br />
θα υπάρξουμε &#8211; με την βία μας βάζει να ομολογήσουμε<br />
πως συναντήσαμε την άνοιξη/ για χάρη της διαπράξαμε<br />
ανείπωτα εγκλήματα- στις παλάμες χαράζει τις γραμμές μας<br />
γιατί η μούσα έρχεται πάντα για να κλείσει τον κύκλο του ποιητή<br />
έξω από την μούσα και μόνον έξω υπάρχει ο ποιητής<br />
γιατί η γραφή αρχίζει πέρα απ’ την μούσα και μακριά απ’ την ζωή<br />
η γραφή είναι του θανάτου &#8211; και στον θάνατο πάντα ενοικεί<br />
«Όταν τα ξίφη των Τανγκ αποκεφαλίζουν τους άρχοντες τον Σού<br />
η δαμασκηνί φοράδα Τσονάν Μάο ήταν εκείνη που ο Τάι Τσουνγκ<br />
πιο πολύ αγαπούσε».<br />
καλπάζει χλιμιντρίζει λέει τ’ όνομά της και δεν υποχωρεί<br />
γαντζωμένη στο πάθος της σφαδάζει από επιθανάτιες κραυγές<br />
ώσπου διώκεται- εκ/διώκεται από στυγνούς εφιάλτες<br />
κατέρχεται<br />
μυριάδες πρόσωπα από πόλη σε πόλη από λάθος σε λάθος<br />
και μόνο στο λάθος δικαιώνεται<br />
στο επόμενο ποίημα εισχωρεί σαν να ’ναι το παρθενικό της<br />
οι λέξεις είναι πάντα εκεί- γιατί μόνον οι λέξεις μπορούν να<br />
είναι<br />
οι λέξεις όταν είναι λέξεις που δολοφονούν την μούσα<br />
γιατί οι λέξεις δεν είναι της μούσας<br />
οι λέξεις του θανάτου πάντα είναι<br />
και μόνον όταν η μούσα νεκρή &#8211; νοήματα αρχίζουν ν’<br />
αποκτούν-<br />
οι λέξεις ντύνονται τους ακριβούς τους μανδύες να θρηνήσουν<br />
το τέλος / το άδειο κουφάρι να· τα σάπια δόντια-μαργαρίτες<br />
την αρχή/ δοξαστικά κραυγάζουν &#8211; χαϊδεύουν τον θρήνο<br />
περιπαικτικά τον θρήνο χαϊδεύουν- οι λέξεις<br />
ελατήρια εκτοξευμένα από το κεφάλι-<br />
μικροσκοπικά σώματα λικνίζονται να τα χορτάσει ο αέρας<br />
τελικά αναγκάζεται να γεννηθεί ο έρωτας<br />
με τις δύσαρθρες ιαχές του<br />
μέσα από βλέννες ξένου ύπνου- ασχημάτιστος κι αμίλητος<br />
και προτού γεννηθεί θαρρείς πως τέλειωνε- δεν θυμόταν πώς<br />
όχι με το σώμα πια &#8211; άγραφος και έκρυθμος να προσπαθεί<br />
αβοήθητος να ξεπροβάλει μέσ’ απ’ τα σπλαχνικά υγρά<br />
πόσες φορές να νομίζει ότι είναι και να μην<br />
τόσες φορές κι άλλες τόσες να πιστεύει πως/ αλλά δεν<br />
κι άλλος χώρος στον κόσμο δεν έμεινε και ούτε σε κόσμο άλλον<br />
χώρος κανένας δεν υπήρχε-<br />
ήταν η ώρα- εδώ και πολύ καιρό ήταν η ώρα μα εκείνος τ’<br />
αγνοούσε-<br />
ο έρωτας δεν είν’ του έρωτα- του έρωτα δεν/ μα ήταν του<br />
θανάτου<br />
για να υπάρξει ο έρωτας έπρεπε να πεθάνει<br />
έπρεπε να χάσει η μούσα- για να δικαιωθεί<br />
για ό,τι προοριζόταν έπρεπε να μην είναι<br />
αφού στο τέλος της μούσας αρχίζει το ποίημα<br />
και ο έρωτας τότε μόνον υπάρχει<br />
και τότε βαφτίζεται<br />
και λάμπει_</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Το µη αναγνώσιµο (υστερόγραφα και τέλος)</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Οι λέξεις ως αντικείμενα που αντάλλαζαν οι άνθρωποι μεταξύ τους.<br />
Οι λέξεις δώρα/ θα ήθελα να ήταν/ κάποτε είναι συναισθήματα<br />
ακίνητα.<br />
Η Θεά ερωμένη/ανάμεσα στα δόντια της το ρόδο αμάραντο/ από<br />
λέξεις καμωμένη Θεά/ συλλαβίζω το βλέμμα της και αρχίζει μέλλον<br />
στη νύχτα.<br />
Γλωσσικοί κανόνες- απαραβίαστοι, απρόσιτοι, άψαυστοι,<br />
ανυπόμονοι, άκαμπτοι, τους δόμησα- τους παραβίασα όλους.<br />
ΌΛΟΥΣ_<br />
Δεν υπάρχει ο τόπος της γλώσσας/ υπάρχει ένα ατμοκίνητο πιεστήριο<br />
(πλέον ηλεκτροκίνητη οθόνη) που επί σειρά ημερών, εβδομάδων,<br />
μηνών, ετών,<br />
μπήγει στο κεφάλι σιδηροσωλήνες (πλέον ασύρματα ηλεκτρόδια<br />
γνώσης) που από ’κει μέσα περνά η σκέψη του Κόσμου στην γλώσσα.<br />
Οι λέξεις μου είναι εύθραυστες- όπως ο έρωτας/ η καθημερινή χρήση<br />
φθείρει τα εκλεκτά μου λήμματα. Τότε αδυνατώ να εκφραστώ σωστά/<br />
αρχίζω να αρνούμαι να αρθρώσω τις τσακισμένες μου λέξεις.<br />
Αδυνατώ να βρω τέτοιους τόπους/ ο χώρος της γλώσσας είναι το<br />
ζήτημα/<br />
παύει να είναι/ ποτέ δεν ήταν αυταπόδεικτος- σπάνια είναι οικείος<br />
πρέπει συνεχώς να τον ανακαλύπτω ξανά και μετά να τον χάνω/<br />
να είναι δικός μου και να μην μου δίνεται/ να χρειάζεται να τον<br />
κατακτώ συνεχώς_</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σταδιακά έρχεται/ θα έρθει η λήθη—<br />
θα ξεχαστεί η Θεά/ θα σβηστεί η προσευχή<br />
θα λιώσει ο λόγος μου σαν πάγος· νερό που<br />
κυλά ανάμεσα στα δάχτυλα-<br />
Ο χρόνος θα τα πάρει όλα και θα αφήσει<br />
άμορφα κομμάτια ιχνών-στιγμάτων<br />
δεν θα μπορούμε πια να πληγωθούμε<br />
δεν θα μιλάμε/ δεν θα αγγίζουμε ίσως<br />
δεν θα έχουμε όσφρηση/ δεν θα ιδρώνουμε<br />
Θα αγαηάμε;<br />
Μετά τις λέξεις<br />
μετά τον Κατακλυσμό<br />
μερικοί σίγουρα θα/ μείνουν<br />
γαντζωμένοι στα πράγματα-<br />
δολοφόνοιπροφήτες<br />
οι νύμφες της αυγής-<br />
Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου<br />
να περισώσω τις λέξεις<br />
μια δύσκολη ανάμνηση<br />
για να με κάνει να γράφω<br />
κάθε που αντικατοπτρίζεται το όταν/<br />
HOW?<br />
Κι αύριο το πρωί θα με ξυπνήσεις πάλι/<br />
μετά θα σου χαμογελάω εγώ/<br />
το στόμα σου θα παραμένει ανοιχτό στον ύπνο/<br />
και μέσα του θα λαμπυρίζουν οι φλεβίτσες στον ουρανίσκο/<br />
σαν χνούδι ένα κεντημένο σονέτο &#8211; θαρρείς ολόκληρη<br />
η Βαβέλ &#8211; όλος ο Πύργος/ οι λέξεις επιστρέφουν<br />
μέσα σου_<br />
Ό,τι κατάφερες να σώσεις από τον χαμό- ΤΡΕΜΩ<br />
όμως εκκωφαντικό- σίγουρο τρέμω/ όπως όταν σπαρταράς<br />
από ακατανόητη αγάπη- ΣΠΑΣΜΟΣ<br />
ο οριστικός σπασμός-<br />
Με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της/ τα άλλα είναι σιωπή·</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ΜΙΑ ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΤΑΝ<br />
ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΜΕ ΠΙΑ_]<br />
{&#8230;}</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Έξω</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Χώρος λευκός<br />
Ίσως εσύ<br />
Εγώ μπορεί<br />
Καιρός σπάνιας ουρανότητας<br />
Οι εσοχές του ματιού εξημερωμένες<br />
στον χρόνο<br />
Κάτω από τον πάγο η γεω/ποιητική τερατωδία<br />
από πάνω:<br />
ΟΙ ΟΧΙ ΛΕΞΕΙΣ.</p>
<p style="text-align: right; padding-left: 80px;">.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>ERO (S) (2011)</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>7 βήματα &#8211; 7 λεύγες εντός</strong></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>[Ποίημα γραμμένο 7 λεύγες κάτω από την θάλασσα- στον βυθό]</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">Πρωτο/μαγιά<br />
μετα/φέρω τις φράσεις μου<br />
μάτσο ζαχα/ρωτά &#8211; στο κέντρο της πόλης<br />
Μετά υπο/φέρω αινιγματική φοβία<br />
για ένα ποίημα<br />
ανοιξιάτικο<br />
που δεν λάμπει<br />
κι όμως είναι χρυσός-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στον βυθό του Θερμαϊκού<br />
μετα/ποιώ<br />
το κάλεσμα μιας εποχής αλλοτινής μου Οφηλίας<br />
ενώ<br />
συν/αισθάνομαι αθάνατος σχεδόν ero/τα<br />
όπως πρώ/τα<br />
κατά/πίνω την γλώσσα μου<br />
που κάποτε στο έξω παγκάκι<br />
είχε με την δίκιά σου<br />
ενωθεί<br />
σε σάλια οικείας συν/ουσίας<br />
τις στιγμές που χαρτο/γραφώντας<br />
κύτταρα μνήμης<br />
άνεμο καίγαμε<br />
ν’ αλλάξει ο χρόνος φορά-<br />
τότε που η μυθολογία του Νερο(ω)/να<br />
ήταν τέχνη πιο αληθινή<br />
απ’ την πραγματικότητα &#8211;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα μπαστούνια ζαχαρωτά<br />
στηρίζουν έναν ουρανό<br />
dcja vu<br />
τα παιδιά κρεμασμένα από<br />
παραφυάδες ero/τογωνικού 02<br />
διασωληνώνουν τα πουλιά<br />
θηλάζουν μαστούς συννέφου<br />
προκαλούν την βροχή<br />
-Θέλεις ουρανό κομματάκι<br />
να φας;<br />
-Ero.. Ero<br />
Όπως νερό-<br />
καλός αγωγός ερωτικής δράσης λένε</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πάντως<br />
η ανά/δραση του έρωτα είναι πιο θελκτική<br />
απ’ το πνεύμα-<br />
κι όμως<br />
αδυνατώ να δαμάσω το κτήνος<br />
μέσα μου’<br />
μέρες τώρα/ περίπου μήνες<br />
τα άκρα μου ακρωτηριασμένα<br />
σπινθηρίζουν στο νερό-<br />
αντιδρούν στο ph του βυθοχρόνου<br />
πλαγκτόν πόλης αποφορτίζει<br />
μόνον περιστασιακά<br />
τις αν/όμοιες εκπνοές έρωτα<br />
τις προ(ς)ομοιοόσεις<br />
εισπνοών / τεχνητών αναπνοών<br />
μέσα στην κρυσταλλική οθόνη<br />
που με έριξαν<br />
θεάμαι από παντού- το μόνιτορ<br />
δύναται να φασματοσκοπεί<br />
τα πάντα &#8211;<br />
εκτός από το βλέμμα σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">[Ο χρόνος, σου λιγοστεύει την όραση- και κάπως πρόωρα<br />
θολώνει το νερό]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΙΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>[Εσύ: στο παράθυρο του κόσμου</strong><br />
<strong>Εγώ: σταθερά κάτω στον βυθό]</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">Περπατάς απόγευμα στον μώλο<br />
σταματάς ακριβώς<br />
πάνω από το σημείο όπου βρίσκομαι<br />
βυθομένος-<br />
Η μορφή σου ορθώνεται τεράστια από πάνω μου-<br />
δεν με βλέπεις<br />
Μόνον εγώ σε / ευρυγώνια στάση<br />
να ατενίζεις το σκηνικό του ορίζοντα<br />
Εσύ να κοιτάζεις στον ορίζοντα<br />
κι εγώ να κοιτάζω εσένα<br />
δίχως να ξέρεις πως σε βλέπω<br />
Ξαφνικά- πρόσκαιρη εικόνα<br />
τεθλασμένης οριζοντογραμμής<br />
κατακλύζει τον χώρο του βυθού μου<br />
σκαρφαλώνω στον κάθετο σωλήνα / αντανάκλαση<br />
που δημιουργεί η γραμμή του ορίζοντα<br />
με κόπο ανεβαίνω- μια λεύγα προς τα πάνω<br />
(6 τώρα μας χωρίζουν)<br />
Το όνειρο μου ζητάει<br />
κι άλλα στοιχεία<br />
που για την ώρα αδυνατώ<br />
να προσκομίσω<br />
Η εσπερινή παλίρροια<br />
με βία με γυρίζει πίσω<br />
Ουρλιάζω μπουρμπουλήθρες<br />
πετάς κρινάκι λευκό-<br />
φεύγεις<br />
Λάσπη μου καίει τα μάτια<br />
μνήμη διαχέεται στο νερό<br />
κατακάθι αγγέλου<br />
κολλάει στο μυαλό&#8217;<br />
υπολλείματα υπόνερων ψιθύρων<br />
πάνω στα μάτια μου<br />
ανα/παράσταση αχιβάδας</p>
<p style="padding-left: 80px;">[κάμερες μέσ’ στο νερό &#8211; ίχνη θεάματος<br />
ο άρτος μουσκεμένος από χείλη θνητά<br />
έπειτα έρχεται η άμπωτις<br />
&#8211; και μετά τι;<br />
&#8211; Σιωπή]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΙΙΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>[Το θλιμμένο τραγούδι της αχιβάδας-ημιτόνιο]</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">«Υπέρκοσμο ξεμυάλισμα<br />
ευλογεί την βραδινή παλίρροια<br />
-θα το πάρω με το μέρος σου-<br />
Τέτοια φαντασία<br />
κάνει το συναίσθημα να γλιστρά κανονικά<br />
-είναι με το μέρος σου-<br />
Στιγμιαία συσχέτιση αγάπης<br />
ρουφά και θρέφει μια αγέλη ψεύδους<br />
-το μέρος μας είναι αυτό-<br />
Υπερευσυνειδησία συστρέφεται κάτω απ’ το δέρμα-<br />
σύννεφο ραγισμένο<br />
-εκείνον που κάποτε ήταν αγάπη-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Είμαι άσωτος- διεφθαρμένος<br />
και κάθε φορά<br />
που με κοιτάς<br />
ο λόγος μου στομώνει<br />
σαν μαχαίρι<br />
ξεγλιστράς αργά απ’ την αντίληψή μου<br />
καρδιές- δορυφόροι λήθης φυτρώνουν στο κεφάλι<br />
ποτέ δεν κατάλαβες την γαλαζότητα του τρόπου να / όπως<br />
σπέρνει &#8211; χαρτογραφεί ανθοχώραφα αγάπης·<br />
Πάρε τ’ όνειρό μου- στράγγισέ το κανονικά κι ανάστροφα<br />
φέρε το μέσα έξω / κύλισέ το στο χώμα/ στην λάσπη/<br />
στον ουρανό<br />
σβούριξέ το/ αγάπησέ το/ άπλωσέ το στον πολύ ήλιο &#8211;<br />
θα δεις/ στον ουρανό το γράφει:<br />
Me and the dragon can chase all the pain away &#8211;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η κάθε μας τελετουργία μας οδήγησε σε νέες διαδρομές<br />
το βάρος του έρωτα στους ώμους μας/ φύτρωσαν φτερά<br />
ψάρια πεταλούδες/ πεταλουδόψαρα -pantodon buchliolzi<br />
η παλίρροια την νύχτα πήρε φόρα- πήρε φόρα για νεροδράσεις<br />
ώσπου μας πέταξε στα αγγεία μιας σπηλιάς ναρκοθετικής<br />
αγάπης<br />
-ο άνεμος μιξαρισμένος από συνεχή βοή κόκκινης<br />
μέλισσας και<br />
αμφίδρομης κυμάτωσης από/χωρισμού-</p>
<p style="padding-left: 80px;">[καθώς η απόσπαση ενός αλκοολικού απογεύματος<br />
θεραπεύει προσωρινά την τύφλωση με σάλια πνιγμένης ανε/μόνης]<br />
και είναι μόνη<br />
είναι μόνη<br />
ανε-μόνη</p>
<p style="padding-left: 80px;">ότι κι αν κάνουμε μέσα μας<br />
βουλιάζει η πόλη<br />
είμαστε καμωμένοι από μοναξιά<br />
κι είμαστε όλοι ανεμόνη / εσύ κι εγώ]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>VI</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>[Love Museum]</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">Χτίζω το Μουσείο του Έρωτα<br />
στον ωκεανό<br />
πρώτα οργώνω<br />
μέρες τώρα<br />
οργώνω<br />
τον βυθό<br />
τα θεμέλια<br />
σαθρά<br />
δεν υπάρχει, σκεπή<br />
παρά μόνον σιωπή<br />
δεν υπάρχουν τοίχοι,<br />
ούτε διαφυγή<br />
με λίγη όμως τύχη<br />
η μνήμη<br />
με ακρίβεια αντηχεί<br />
στο κοχύλι cardita<br />
όπου ανα/παράγεται εύγονα<br />
στο κέντρο του ψηφιδωτού<br />
βυθού-<br />
υπό τον ήχο<br />
ορφικών ψαλμών και<br />
ξόρκια monodontas<br />
εδώ ευωδιάζει μαύρα φύκια<br />
και σαγήνη<br />
εδώ αγγελάσιο εσύ-<br />
πιο πέρα ανθάκι<br />
λιθίου<br />
στα φωτονικά<br />
κύτταρα του βολβού σου<br />
σφηνωμένο-<br />
Εδώ που όλα τα αρνήθηκα<br />
τελικά αρχίζει να μυρίζει<br />
όπως εσύ<br />
Εδώ μόνον εγώ σε μυρίζω<br />
στην κεντρική αίθουσα του μουσείου<br />
έκθεμα που δακρύζει ero/τα<br />
Εσύ<br />
μαργαρίτες θαλάσσης-<br />
κυπρινικος πολτός στα χείλη<br />
όπως όταν πλησιάζω την σπηλιά<br />
του στόματός σου<br />
να αγγίξω με την γλώσσα<br />
την φλόγα του κεριού<br />
που καίει στο νερό<br />
σου μέσα-<br />
ρόδινη τρεμόπαιζε η λάμψη<br />
και απ’ την υπερώα<br />
προσπάθησα να κρατηθώ—<br />
το απόγευμα<br />
με βρήκε αναίσθητο<br />
με σάλια<br />
αγάπης και θέρος<br />
στο στέρνο-<br />
πλάι σ’ ένα πλωτό ζωγραφιστό<br />
ηφαίστειο<br />
που έμοιαζε:, λίγο με φόβο<br />
και λίγο με στοργή<br />
κυρίως όμως<br />
με<br />
θα/να/το</p>
<p style="padding-left: 80px;">[προσωρινό φωτοστέφανο από πυροτέχνημα μνήμης-<br />
νυχτερινές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού στα όνειρά μου<br />
καθώς κάνεις μια ευχή σ’ ένα αστέρι που πέφτει στα μαλλιά μου-<br />
&#8211; αστέρι;<br />
-ποια ευχή;<br />
-ποτέ να / μην αραιώσεις<br />
-την αγάπη στα νερά μου]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="text-align: right; padding-left: 80px;">.</p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>&nbsp;ΤΟ ΠΑΝΤΖΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ (2008)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 200px;"><strong>ΕΦΗΒΕΙΑ</strong><br />
<strong>(λίγο πριν μας τελειώσει η υδρόγειος)</strong></h6>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>GOD SAVE THE QUEEN</strong><br />
(ή ξερνώντας στις πύλες του παραδείσου)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">Χρόνια τώρα<br />
φορτίζω (με τον φορτιστή του κινητού)<br />
την σιωπή στη πρίζα</p>
<p style="padding-left: 80px;">η σιωπή φορτίζεται<br />
η φόρτιση μάλλον τελείωσε<br />
τον προηγούμενο μήνα<br />
(παρόλα αυτά η συσκευή παραμένει στη πρίζα)</p>
<p style="padding-left: 80px;">σχεδόν πυρακτωμένη<br />
πρόωρα φορτισμένη η σιωπή<br />
ως σιωπή με κοροϊδεύει<br />
περπατώντας γυμνή<br />
με λυμένα κορδόνια<br />
πίσω απ’ τους αυριανούς αστραγάλους σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">μου πήρε χρόνο να σκεφτώ-<br />
χώνω τα δάχτυλά μου στη πρίζα<br />
(τον δείκτη, τον μέσο και τον παράμεσο)<br />
τριφασική σιωπή<br />
τη γείωση αναλαμβάνει ο μέσος (αλλιώς κώλιον δάχτυλο)</p>
<p style="padding-left: 80px;">εσύ στήθηκες στα τέσσερα περιμένοντας<br />
την ηλεκτροπληξία<br />
εγώ μετακόμισα με όρθια μαλλιά<br />
στο διπλανό τετράγωνο</p>
<p style="padding-left: 80px;">τυχαία συναντήθηκα με τα ((φρικιά» της γειτονιάς<br />
διεκδίκησα τη μουσική — τη φασαρία<br />
από τότε φασαρία<br />
όρθια μαλλιά<br />
φυτρώνουν ξανά εφηβεία<br />
ηλεκτρισμένα μαλλιά<br />
όλο εφηβεία</p>
<p style="padding-left: 80px;">η σιωπή με υποψιάζεται<br />
(μάλλον είναι σίγουρη)<br />
την εγκατέλειψα<br />
με ακολούθησε<br />
αγοράζει παγωτό χωνάκι<br />
και κρυφακούει πίσω απ’ τον Ιούλιο μήνα</p>
<p style="padding-left: 80px;">God Save the Queen<br />
θεέ μου σώσε τη βασίλισσαααααααί!<br />
(ή διάολε σκότωσε τον προλετάριο)<br />
—άριο άριο άριο<br />
κι εγώ που πάντα σε ήθελα<br />
θεά έγινες διάολος<br />
(μικρή-από μικρό ωάριο)<br />
σώσε με —βασίλισσα<br />
έγινα προλετάριος<br />
—άριος άριος άριος (από τον Άρη;)<br />
μαθαίνω να μυούμαι στου κόσμου τη βαβούρα<br />
εσωστρεφής<br />
δοξάζομαι<br />
μες στο κλειδωμένο σου συρτάρι—</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>LAST NIGHT I DREAMT THAT SOMEBODY LOVED ME</strong><br />
(ή σήμερα είδα κάποιον που μισώ)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κουφάλα<br />
από κείνα τα χρόνια που φιλούσες<br />
κατουρημένες ποδιές για ν’ αναρριχηθείς<br />
(ενίοτε και τη Θέμιδα)<br />
πως τολμάς και χαμογελάς ακόμα<br />
με κείνο το αηδιαστικό χρυσό δόντι στην άκρη;<br />
στο χώμα ρίχτο καν’ το λίπασμα<br />
για τον Μίδα — Έρωτά σου<br />
και κρύψου καλά<br />
φαφούτη ξεδοντιάρη<br />
κανείς δε θέλει σφυριχτά την καλημέρα-<br />
άλλωστε η τερηδόνα είναι μεταδοτική/<br />
και η Θέμιδα πια’ το ξέρει</p>
<p style="padding-left: 80px;">[παλιά μιλούσαμε με την Θέμιδα για μουσική/ κάποια<br />
στιγμή— εντελώς ξαφνικά την ερωτεύτηκα— το φως<br />
ξεχείλιζε από κάθε σημείο του περιγράμματος του<br />
κορμιού της/ ύστερα γιγαντώθηκε— παραμορφώθηκαν τα<br />
στήθη και το πρόσωπό της/ μετά έγινε σιωπή—<br />
σκοτείνιασε και άρχισα να ασελγώ πάνω της μέχρι που<br />
έσβησα τ’ απομεινάρια της Δικαιοσύνης— όλη τη νύχτα<br />
ακολουθώ έναν δρόμο στον οποίο δεν θα περάσει άνθρωπος/<br />
γεμάτο από καθρέφτες που κυματίζουν σαν θάλασσα<br />
μπροστά μου/ πάνω στον τελευταίο καθρέφτη γραμμένο<br />
με πυκνό α&gt;μα απο στυμμένο παντζάρι:ΙΙ τερηδόνα<br />
είναι μεταδοτική—]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>FADE OUT AGAIN</strong><br />
(ή εύθραυστα σώματα)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ένας δαίμονας μου επιτέθηκε<br />
στο κοιμητήρι του Pere-Lachaise<br />
η μυρωδιά των εκκριμάτων του<br />
απλώθηκε στους γύρω τάφους—<br />
«ο Τζιμ Μόρρισον είναι ζωντανός»<br />
ακέφαλος οδηγεί το μπλε λεωφορείο<br />
σκύβω για να δω—<br />
μια γλυκιά ευωδιά από διάφανο γάλα<br />
κυλάει αργά— τελετουργικά μες στο χωμάτινο<br />
καλντερίμι και καταλήγει δυτικά— στις ρίζες<br />
της βαριάς επιγραφής:</p>
<p style="padding-left: 80px;">«ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ-<br />
ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΜΩΜΕΝΑ ΜΟΝΟΝ<br />
ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ»</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>THE MAN WHO SOLD THE WORLD</strong><br />
(ή ο σκύλος που πρόδωσε την γάτα)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">—Είδες τον Κομήτη;<br />
—εγώ τον είδα/ στάθηκε προς στιγμήν<br />
(ως άλλος πλους αεροστάτου) πάνω απ’ το σπίτι</p>
<p style="padding-left: 80px;">την στιγμή που ο γάτος μου αφυδατωμένος<br />
νιαούριζε την 5η του Beethoven σε ΛΑ {ψι(υ)χουΛΑ}- ύφεση<br />
με ουρά κλειδί του ΣΟΛ (εποχή του ιππόκαμπου)</p>
<p style="padding-left: 80px;">τώρα διασωληνωμένος με υπερμεγέθη καλαμάκια<br />
να ρουφά(ει) την θάλαττα του Αυγούστου (έχει γούστο στην Ανάφη;-<br />
—στην Παπάφη)<br />
Θάλλατα (θάλλατεj Ερυθρά Θάλαττα/</p>
<p style="padding-left: 80px;">Tomato juice</p>
<p style="padding-left: 80px;">ο σκύλος / φίλος (θαλασσόσκυλος αρμυριασμένος) ξαγρυπνάει<br />
κατανυκτικά πλάι/ στου γάτου το οστεώδες προσκεφάλι<br />
του σκουπίζει με σφουγγάρια (Σκυριανά;) την τρέλα του στα μάτια<br />
τον στολίζει μ’ αστερίες/ περνάει αντιηλιακό στα μυτερά του μουστάκια/<br />
όπως λόγχες έτοιμες για μάχη</p>
<p style="padding-left: 80px;">(άκυρο το ρηθέν σαν τη γάτα με τον σκύλο)<br />
απόψε εξασθενεί η όρασή μου&#8217; πλησιάζω να δω/</p>
<p style="padding-left: 80px;">(κι ο σκύλος με την γάτα;)<br />
ξεκίνησαν επανάσταση· θα προχωρήσω κι άλλο να δω<br />
τον ΠίΝαΚα από κοντά—</p>
<p style="padding-left: 80px;">The Dog, Goya, 1820-1823</p>
<p style="padding-left: 80px;">—και ο γάτος;<br />
—ο σκύλος κολυμπάει σ’ έναν βούρκο από σκατά/<br />
προσπαθώντας να βγει στην κόλαση<br />
—ΚΑΙ Ο ΓΑΤΟΣ;<br />
—μα τον πήγε ο σκύλος (και τον άφησε ήδη) στην κόλαση</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Μπα! Τι λες;)</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>BELLA LUGOSI’S DEAD</strong><br />
(η ήχησις στο επέκεινα)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">H αναμονή του κάποιου—<br />
θαρρείς περιμένεις<br />
όρθιος ο ήχος της ανατολής<br />
κούφιος ήχος<br />
βγαίνει να υποδεχτεί<br />
τους ξενόφερτους θορύβους—<br />
ο ήχος δοξάζεται<br />
ηχείται<br />
ο θρίαμβος των πόλεων—<br />
μόνο ο δικός τους θρίαμβος<br />
κουβεντιάζουν οι ήχοι<br />
βρίσκοντας κι άλλους ήχους<br />
ήχοι τρισδιάστατοι να μετεωρίζονται<br />
νεαροί στους δρόμους ηχημένοι<br />
ήχοι πλεγμένοι στον στους 9 κύκλους<br />
σιδερόφραχτοι ήχοι των αυτιών<br />
—ήχησις των ώτων— (Άσματα του Δάντη)<br />
να γδυθούν όλες οι ώρες<br />
κυρίως οι αυτόφωρες ώρες<br />
με γδύσιμο ηχητικό—<br />
τίποτα να μην ξεπερνάει τον ήχο<br />
αυτού του γδυσίματος<br />
ηχησμός του τρόμου<br />
τρομολάγνος ηχησμός<br />
επέκταση των νέων ακοών<br />
στους επαρχιακούς δρόμους<br />
στην εξοχή—<br />
ήχοι του τζίτζικα<br />
των ελλήνων των περσών<br />
των αιγυπτίων των ρωμαίων<br />
αγροτικοί ήχοι των βάλτων<br />
και των βατραχιών—<br />
ήχοι του Δάντη και των Κωμωδών<br />
όλοι όσοι θα έπρεπε<br />
δεν είναι όλοι—<br />
περισσότερος ήχος<br />
η σταδιακή άνοδος της ολοκληρωτικής ήχησις<br />
ή-χησις<br />
όπως όλα — όλα<br />
και όρθια στην έξοδο των πόλεων—<br />
όρθιο να συνορεύει το σώμα ηχημένο<br />
να υποδεχτεί κι άλλα σώματα<br />
σώματα εν χρίσει<br />
στον βωμό του ήχου—<br />
κι όλους όσους ακόμα δεν άκουσαν<br />
το φεγγάρι με πάταγο ακούγεται&#8217;<br />
τσακίζεται στο επέκεινα<br />
ο Bella Lugosi είναι νεκρός</p>
<p style="padding-left: 80px;">(—ποιος ΕΙΧΕΣ μες στο στόμα μου το πόδι του;<br />
—ΕΓΩ/ όχι το πόδι μου/ την πόλη μου)</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>CHARLOTTE SOMETIMES</strong><br />
(ή άγγελος μαριονέτα)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">Δυο λεκιασμένες φτερούγες αγγέλου<br />
από καραμελόσκονη<br />
καρφωμένες στο χώμα—<br />
και στη μέση σπασμένη<br />
μια αγαλμάτινη σιωπή<br />
σαν Ερμής του Πραξιτέλους</p>
<p style="padding-left: 80px;">κάτι τεράστιο έσπασε μέσα μου<br />
σαν πράσινη χολή<br />
αλλά λαμπερή—</p>
<p style="padding-left: 80px;">πρέπει να βγάλω τα άμφια<br />
να φορέσω πάλι το λευκό μου σεντόνι<br />
και ν’ ανέβω πάνω στον κόσμο<br />
με το ραμμένο μου κεφάλι ορθωμένο ψηλά<br />
σαν να μην έγινε τίποτα—<br />
να τους ανακοινώσω ότι:<br />
«ο άγγελος με το ταμπούρλο δεν ήταν εκεί»</p>
<p style="padding-left: 80px;">[άραγε θα ’ναι ακόμα Κυριακή στου κόσμου τις πλατείες;]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>MAYBE SOMEDAY</strong><br />
( ίσως κι απόψε)</h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ποίηση με διατρέχει—<br />
άπειρο με κατατρέχει<br />
υπάρχω ως χαλαρή στύση—<br />
ανυπόφορα αγαπήθηκα<br />
μυθικά ερωτεύτηκα<br />
τον ανατριχιαστικό μου<br />
άγγελο—<br />
η Μαγδαληνή ποτέ<br />
τόσο πολύ δεν είχε—<br />
η Αφροδίτη πάσχουσα<br />
από ομορφική ομορφία<br />
ανεβαίνει<br />
στην ραχοκοκαλιά μου&#8217;<br />
σαν ρίγος διαπερνά<br />
τον ανεξάντλητο μου<br />
ύπνο—<br />
ως άλλος ύπνος<br />
η κόμη της<br />
διασταυρώνεται<br />
με τις λεωφόρους<br />
του ματωμένου μου<br />
στήθους—<br />
σώμα με σώμα<br />
η αλλοτινή μου γυναίκα<br />
ανοίγει/ κατοικεί<br />
και πάντα θα κατοικεί<br />
στην όξινή μου ψυχή<br />
θα με περιμένει<br />
στο όξινο μου κρεβάτι<br />
το στρωμένο με τα όξινα<br />
σεντόνια—<br />
όπου αυτός που ήμουν<br />
αυτός που είμαι<br />
θα φαντάζω στα μάτια της<br />
ωσάν ζωγραφισμένος<br />
με πινέλο και λαδομπογιά<br />
λευκού καιρού—<br />
ως ταπετσαρία στους<br />
αυριανούς μου οξειδωμένους<br />
τείχους·<br />
έχοντας όντως ζήσει τόσο παρελθόν<br />
ως οξύ<br />
τόσο πολύ οξύ<br />
που χρειάζομαι μόνον<br />
τη συνείδηση μιας όξινης λύσσης<br />
για να αποκτήσω<br />
την βάναυση ανθηρότητα—<br />
χαμένος στο πανύψηλο σου σκοτάδι<br />
να προχωρήσω<br />
ως νεότευκτο ψύχος<br />
—πιο μπροστά απ’ τον κόσμο—<br />
που η μέσα σου μορφίνη<br />
μούδιασε για πάντα (η οργή πέφτει—)</p>
<p style="padding-left: 80px;">[έσκυψες προς το μέρος μου— ακούμπησες την ομορφιά<br />
στο στήθος μου και με όλα σου τα χέρια με σκότωσες<br />
βίαια σαν μια απλή καθημερινή σου συνήθεια— πως<br />
μπορεί να χωρά ένας τόσος πολύς θάνατος σ ένα τόσο<br />
ελάχιστο σώμα;]</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h6 style="padding-left: 200px;"><strong>TA BOYΛEBAPTA</strong><br />
(αφήνοντας την υδρόγειο πίσω)</h6>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑI</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Το ΚΕΝΟ είναι ο τελικός σκοπός αυτών των λέξεων.<br />
Οι άνθρωποι στα φρενοκομεία είναι σοβαροί&#8217; σαν παιδιά<br />
που τους βούτηξες το γλειφιτζούρι— η μουσική που μου<br />
’κόψε την ανάσα (απνευστί;) στους Κήπους κουλουριάστηκε<br />
στο πόδι σου σαν φίδι/ τα ξερά φύκια ανάκατα με<br />
μπόλικη βλακεία πόλης συνθήματα θανατωμένα στην<br />
ακτή/ οι χθεσινοί μου νεκροί άφησαν άδειους τους τάφους<br />
(δεν τους πρέπουν οι νεκρώσιμες τελετές όντας ακόμα<br />
στη γη) και κροταλίζουν φετιχιστικά τα βλέμματά τους<br />
(σαν λάβαρα από γαϊδουράγκαθα) όπως όλα τα βλέμμα-<br />
τα που προσεύχονται για μένα/ η κόκκινη σκεπή του<br />
λιοτριβιού ξεφτίζει ανεπανόρθωτα σαν βλάσφημη ιδέα<br />
(συζητώντας στο πλάι του χωριού με τον χρόνο<br />
εκλιπαρώντας τον για ανώδυνο ξεβάψιμο και παζαρεύοντας<br />
μια νεαρή λεύκα για δροσιά) μητρικιά-αγέννητα ακόμη<br />
νανουρίσματα ανθίζουν στον μίσχο του κοχυλιού. Το<br />
καινούργιο μας σπίτι! απεικονίζεται στην Θυσία του<br />
Ταρκόφσκι μα απ’ την αρχή πιάνει φωτιά (μελλοντολογία x<br />
2) έξω απ’ το καμμένο σπίτι (κιόλας;) κοιτώ τον σταχτί<br />
ουρανό/ και χαιρετώ/ ένα τεράστιο αεροπλάνο<br />
προσγειώνεται στο χέρι μου/ άλλοι είπαν πως ήταν<br />
νυχτοπεταλούδα (καταμεσήμερο; Θα είχε αϋπνία!) ΙΣωΣ!<br />
Πλάι στη θάλασσα κρεμώ τα πόδια μου στο κενό και<br />
προσδένομαι στο νερό/ στα δυτικά κρεμασμένο απ’ τα<br />
βράχια ψηλά το ξωκλήσι της Παναγίας της Κρημνιώτισας<br />
απανθρακωμένο/ πλάι στο σπίτι του ύπνου και των<br />
φ/βλαβών—<br />
Η ποίηση θα πρέπει να είναι σοβαρή/ όπως τα βλέμμα-<br />
τα των φρενοβλαβών στο τρελοκομείο τη στιγμή που<br />
τους κλέβεις το παγωτό (και το γλειφιτζούρι;) ή την ώρα<br />
που νομίζουν πως γίνονται νερό—<br />
Οι lunatics συσπειρώνονται σαν κοχύλια σχηματίζοντας<br />
έναν μανδύα προστασίας πάνω απ’ τους ώμους σου/ ο<br />
βορράς είναι πύρινος— έξοχος και ειρωνικός/ τα κενά<br />
αέρος που διέπουν τα κοχύλια ευθύνονται για την φετινή<br />
μου δυσμηνόρροια/ οι νεκροί μου όλοι κυλούν κατ’ εδώ-<br />
νεκροί κατακτητικοί/ περήφανοι νεκροί/ άφθαρτοι και με<br />
νέκρωση σμιλευμένη σε όλο το πλάτος της ζωής μου «γεια<br />
σου τι κάνεις;» «καλά ευχαριστώ»— ξεκινάει η εποχή<br />
των τρελών— των νεκρών —των δασών— των θαλασσών/<br />
τα κοχύλια ξεχειλίζουν στους ώμους μου νερό/ (μου<br />
καίνε! Τα φτερά) πρέπει να ονειρεύεσαι με κλειστά μάτια<br />
για να νοήσεις το προφανές/ σταχτί λίμνη από ούρα<br />
ασημένιου λύκου αύριο τα μεσάνυχτα στο όρος Φεγγάρι<br />
— θα είμαι εκεί με πιρόγα το κοχύλι/<br />
Ξεδίπλωσε την άπνοια μου/ άνοιξε τους χάρτες— φράκαρα<br />
στις συμπληγάδες μου εποχές— κι όλο<br />
<strong>ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑI&#8230;</strong><br />
στο κενό που με ορίζει!</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h6 style="padding-left: 200px;"><strong>ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΙ</strong><br />
(PANX POETICANA)</h6>
<p style="padding-left: 80px;">Να επιλέξετε ένα αστέρι αντάξιο του ονόματος μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">μείνετε ακίνητοι παρακαλώ</p>
<p style="padding-left: 80px;">κολλημένοι στις σελίδες του Έρωτα και του Θανάτου σας</p>
<p style="padding-left: 80px;">ο νεκρός ποιητής σας ζωντάνεψε για λίγο/ ήπιε πολύ/<br />
και γέννησε πουλιά</p>
<p style="padding-left: 80px;">η μουσική έλαμπε στ’ αυτιά του σαν χρυσός (panx<br />
poeticana! panx poeticana!)</p>
<p style="padding-left: 80px;">ύστερα φόρεσε το μαύρο του φράκο και το ψηλό του<br />
καπέλο καθώς κι ένα πορφυρό φουλάρι</p>
<p style="padding-left: 80px;">στο χρώμα της ώρας του</p>
<p style="padding-left: 80px;">μόλις ήχησαν οι καμπάνες στο χώμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">κοίταξε πέρα στον ορίζοντα και ψηλά στον ουρανό τις<br />
διαφημιστικές ρεκλάμες</p>
<p style="padding-left: 80px;">“God save the queen” (θεέ να φυλάς την βασίλισσα)</p>
<p style="padding-left: 80px;">η βασίλισσα γυμνή και το αιδοίο της κολλημένο στον<br />
τοίχο</p>
<p style="padding-left: 80px;">να βάφει με αίμα της Κασσάνδρας την ηλικία της γης</p>
<p style="padding-left: 80px;">[ο διάβολος νίκησε —</p>
<p style="padding-left: 80px;">η γη χάθηκε — η βασίλισσα γέρασε</p>
<p style="padding-left: 80px;">το παζάρι τελείωσε — ο θεός τρελάθηκε]</p>
<p style="padding-left: 80px;">αυγερινός μωβ</p>
<p style="padding-left: 80px;">μαργαριτάρια και κοράλλια</p>
<p style="padding-left: 80px;">εθνογραφικής σπανιότητας</p>
<p style="padding-left: 80px;">στο λευκό της σώμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">ο ποιητής σας πέθανε</p>
<p style="padding-left: 80px;">Όλα γίνανε εικόνα — όλα γίνανε σκιά —</p>
<p style="padding-left: 80px;">όλα ψαλμωδία — τουλίπες και τώρα βρέχει·</p>
<p style="padding-left: 80px;">οι μπογιές ξεβάφονται απ’ τα πρόσωπα</p>
<p style="padding-left: 80px;">για να φανεί ποσο καλή είναι η φρίκη —</p>
<p style="padding-left: 80px;">η ηθική είναι το δηλητήριο των λαών</p>
<p style="padding-left: 80px;">η τρέλα — η ενδορφίνη του μυαλού</p>
<p style="padding-left: 80px;">τώρα ξεκινάω·</p>
<p style="padding-left: 80px; text-align: right;">
<p style="padding-left: 80px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ (2008)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Εφημερεύω[(ν) (ή, τη νύχτα που θα γεννιόταν ό Ρεμπώ)]</strong></p>
<p style="padding-left: 240px;"><em>«Δεν ανήκα ποτέ σ’ αυτόν το λαό».</em><br />
<em>(A. Rimbaud, «Το αίμα του κακού», Μια εποχή στην κόλαση)</em></p>
<p style="padding-left: 80px;">Ισόγειο-<br />
Εφημερεύοντα. Νυχτερινή βάρδια</p>
<p style="padding-left: 80px;">Νεαροί &amp; νεαρές / μειωμένη αντίληψη / λαμπτήρες φθορίου<br />
σλόου μόσιον εραστές<br />
του ονείρου με τις ασημένιες γραβάτες τους καρφωμένες<br />
στο έσω-μπράτσο τους / εισπνοές &#8211; εκπνοές<br />
εμμονές-διαμονές<br />
Το σώμα του ζώου στο φορείο<br />
άθραυστο / τεντωμένο σέ νεφελώματα άλγους και υγραερίου<br />
χτύποι 182 / δονούμενες ψυχές<br />
το στόμα ανοιχτό αμετακίνητο /ο! λέξεις εκ/λείπουν<br />
σιωπή/ σαν ζώο ασφυκτιών-όν<br />
Τα αιλουροειδή έρπονται στις αποθήκες με τα φάρμακα<br />
ανάμεσα σε μπουκαλάκια μορφίνης και πρέζες μεθαδόνης<br />
Νοσηλεύτριες με εφαρμοστές γαλάζιες ποδιές / ζωές βάζουνε στα<br />
χείλη lip-gloss να ασπαστούν τα στόματα των μελλοθάνατων<br />
παιδιών τους- που στα δεκατέσσερα τα γέννησαν-<br />
των δεκαπεντάχρονων πια εραστών τους_</p>
<p style="padding-left: 80px;">1ος ’Όροφος<br />
Η νάρκωση της Κλάρας τελείωσε στις 6 παρά /μα η Κλάρα<br />
για πάντα ναρκωμένη<br />
Η φόδρα του δέρματος ανεβαίνει να φανεί η εγκυμονούσα<br />
της κοιλιά<br />
(κι ο Βύρωνας;)<br />
Γεμίζει ο όροφος ασφυκτικά με ωάρια βοοειδών (όλων των ειδών)<br />
Υγρά ξεχειλίζουν απ’ τους θαλάμους / κάτω απ’ τις πόρτες<br />
έμμηνες ώρες<br />
Ύστερα/ υστερικά υστέρα/ υστέρια<br />
υγρά κολπικά και μητρικά<br />
Οι νοσοκόμοι σώζουν ό,τι δεν σώζεται/ προσπαθούν/ ανακατεύονται με<br />
τα υγρά/ γίνονται υγρά-<br />
κυλούν απ’ τις σκάλες φορώντας την πιο γυμνή τους ποδιά /γαλάζια<br />
καλσόν διχτυωτά<br />
/ γιατροί ημέρας σπεύδουν ξεκοιλιασμένοι από νυχτερινή δυσεντερία /<br />
βαστώντας τ’ άντερά τους μην τους φύγουν (τα παιδιά;)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Να την ξεγεννήσουν_ χούφτες γύρω απ’ το φασκιωμένο αιδ(ύ)ώ<br />
”Ω! Δύω ΛΩΤΟς που μόλις γεύθηκε μνήμη/<br />
μέσα σε μύρο σβησμένου σανταλόξυλου</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αποσπώμαι απ’ τη μήτρα<br />
(το ζώο ξεψυχά/ σηκώνει το κεφάλι_ με κοιτά/ μετά ξεψυχά)<br />
φοράω μάσκα πέδιλα φιάλη οξυγόνου<br />
βουτώ μες στα υγρά-<br />
Βάρκες τα κρεβάτια μέσα σε ξένα εντόσθια/ οξειδωμένες λαβίδες<br />
ξεχασμένες στο αλκοολούχο συκώτι του καρκίνου_</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σφράγισαν στο ισόγειο οι πόρτες ασφαλείας/<br />
Προς τον δεύτερο/ στον δεύτερο ανεβαίνουν τα σκατά-<br />
Πιάνο επιπλέει σπάσαν τα νερά/<br />
ο Βέρντι στα πλήκτρα -ρέκβιεμ για μία συμφορά</p>
<p style="padding-left: 80px;">(ήχος τηλεφώνου από το βάθος/ συνδεθήκαμε με φαξ)</p>
<p style="padding-left: 80px;">παλμικά κουαξ κουαξ-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πιο ψηλά ανεβαίνουμε όλο πιο ψηλά<br />
Την προτομή του Ιπποκράτη πήρα αγκαλιά</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ω! Ιπποκράτη σώσε μου την παρθενιά!<br />
Φαγούρα στο πρόσωπο έρπητας του τέλους</p>
<p style="padding-left: 80px;">&#8216;Υψώνομαι όλο και υψώνομαι /η γελάδα βυθώνεται<br />
Όλο και βυθώνεται μες στα σκατά και στα υγρά</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα νεύρα σπάνε/ εκτινάσσονται οι αισθήσεις/ νοσοκόμες<br />
αδελφές και γιατρουδάκια μηρυκάζουν παραισθήσεις-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ό,τι εξέχει ακόμα απ’ τα νερά το κεφάλι μου κολλημένο<br />
στην προτομή του Ιπποκράτη<br />
(Κάδρο 2&#215;3 -προθανάτιο κάδρο)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στο 20ο έτος της παιδικής μου ηλικίας (άγρια ενηλικίωση)<br />
παραπαίω στον βυθό του Hospital «Abyssinia» παρέα με τον<br />
Ιπποκράτη /<br />
βρέφος ψυχοτροπικό<br />
Τα ρουθούνια ανοιχτά να εισπνέουν θάνατο υγρό /<br />
Σεξιστικά Ρουθούνια /το καλωσόρισμα των αμνιακών λωτών<br />
(εποχή των λωτοφάγων)<br />
των χρυσόψαρων γιατρών<br />
Τα τεράστια βυζιά της Ιζαμπέλ που μου ήρθανε καμπάνες<br />
στο κεφάλι-</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα σήμαντρα ή το Σατυρικόν του Φελίνι</p>
<p style="padding-left: 80px;">(κι όλα αυτά εν καιρώ ειρήνης)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Καταγράφω με υποβρύχια κάμερα Cannon διασπερμικά<br />
πανοργασμικά πλάνα</p>
<p style="padding-left: 80px;">(with the lights out;)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τελειώνωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω-<br />
ωωω//////////////////////////</p>
<p style="padding-left: 80px;">Υπογράψτε την εισαγωγή παραμονή μου/ δεν θα βγω</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Εν τω μεταξύ- ο Ιπποκράτης επιπλέει αιμόπτυστος με βλέμμα<br />
καρφωμένο στο ταβάνι/ το μόριό του ορθωμένο)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Παραμένων ουδέτερος/ ως νετρόνιο σκοτεινός</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Ιπποκράτης ο Σκοτεινός!)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η λευκή λερωμένη από απσέντι ποδιά του μουλιασμένη στο ταβάνι_<br />
στο ίδιο πάντα όνειρο /περιστασιακό όνειρο<br />
ψυχοκοινωνικής ανοσίας (ή αναισθησίας)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το αναισθητικό- το αναισθητικό!!</p>
<p style="padding-left: 80px;">(πού το ’βαλα/ δεν μπορώ να θυμηθώ)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Σας παρακαλώ- ανοίξτε τα παράθυρα<br />
Ανοίξτε τα καταραμένα παράθυρα να ξυπνήσωωω!<br />
(λίγη αδρεναλίνη στον porn star πισινό μου)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Και μην ξεχάσετε να της κλείσετε τα πόδια.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αγαπητοί μου σύνεδροι/ η γέννα αναβλήθηκε επ’ αορίστω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">«Πιστεύω ότι κάθε ύπαρξη δικαιούται να ζήσει πολλές ζωές»<br />
τουτέστιν, ίσως ξεβραστώ σε μία απ’ τις προσεχείς γέννες</p>
<p style="padding-left: 80px;">Γιατί τώρα ΖΩ_</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Ρίξτε μία ματιά και στην ταράτσα/ στην κορφή του κτιρίου<br />
είναι ένας που το παίζει Λόρδος-ποιητής ονόματι Byron&#8230; Βύρωνας&#8230;<br />
η κάτι τέτοιο!)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μια ανάγλυφη σιωπή/ ξεβρασμένος ίσως από ζώο που ξεψυχά/<br />
εκμηδενίζω την ανθρώπινη κωμωδία<br />
Όμως θα μείνω εδώ:</p>
<p style="padding-left: 80px;">ΕΦΗΜΕΡΕΥΩ_</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Για περαιτέρω εξηγήσεις/ ξυπνήστε μόνον τον Βύρωνα-<br />
Εγώ σας είπα είμαι ο ρεμπώ/ μάλιστα κύριοι, ο ΡΕΜΠΩ!)</p>
<p style="padding-left: 360px;">12 νύχτα προς 13.10.07</p>
<p style="padding-left: 80px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 160px;"><strong>ΑΚΑΝΘΙΝΗ ΠΟΛΗ (2006)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΝΗΜΟΛΟΓΙΟΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Το ταξίδι ένα τάμα μοναχό για το όνειρο<br />
η θάλασσα που σκόρπισε αναίτια<br />
το αίμα της στο θάμπος<br />
Πόσο κρατάει το ταξίδι;<br />
&#8220;Όσο το θάμπος&#8221;<br />
Χαϊδεύοντας τους άγνωστους νεκρούς<br />
τα ονειρώδη αφροδίσια σώματα<br />
στα παγερά σου κύματα<br />
Ένα βλεφάρισμα<br />
απ’ τον αφύλαχτο αέρα<br />
τρελαίνεται το φως κι ανθίζει<br />
μνήμη<br />
Πώς να υπολογίσεις εν προόδω<br />
την απόσταση ως το σκοτάδι;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Έχω τα ταξίδια μου<br />
κληροδότημα των θαλασσών<br />
των θαλασσών της αναμονής μου<br />
Πλέω σε καθαγιασμένα νερά<br />
νύχτες που εμπιστεύομαι<br />
σιωπές απ’ τους Λαούς<br />
υποφέροντας απολεσθέντες χώρες<br />
χτίζω-<br />
θριαμβευτικά μέσα από πρώιμες αλήθειες<br />
παράθυρα στον ουρανό<br />
που όλο χάνει ύφος<br />
Κι έτσι οι δείχτες από το ρολόι του χρόνου<br />
σταυροί μυρωμένοι<br />
όλο νομίζω πως σταματούν σε νέα Εποχή-<br />
Κείνη η μακρινή πατρίδα<br />
που πια δεν έχει τέλος<br />
σ’ όλο τον κόσμο μοιάζει να ’ναι η ίδια<br />
-βάρβαρη μουσική στο στήθος μου<br />
και κάθε λίγο<br />
σχεδόν φθάνω στο καστανό της χώμα<br />
επαναστάσεις &#8211; αίματα &#8211; λυγμοί<br />
κι όλο πλησιάζει<br />
σα ξεχασμένη νιότη<br />
κι όλο απομακρύνομαι γερνώντας—<br />
άνθρωποι ακίνητοι σαν ύπνος<br />
με νοήματα ακατάληπτα<br />
ώσμωση καμένου ονείρου-<br />
γονατίζω έξω απ’ το νερό<br />
τα στάχυα αναμμένα<br />
Μεγάλη Πέμπτη<br />
και να επιστρέφω σε μνημόσυνα<br />
ωριμασμένα<br />
για να εξαγοράσω λίγο θάνατο<br />
απ’ τα εγκόσμια</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">αυτές οι σπασμένες στιγμές<br />
τα χαλασμένα δευτερόλεπτα (προδομένα)<br />
μες στο στομάχι<br />
καταπίνουν αργά — σπασμωδικά το μέλλον<br />
αποκαλύπτοντας συναισθησία στην ψυχή (των ανθρώπων)<br />
αφού πρώτα φτύνουν το παρόν<br />
θρυψαλιασμένο απ’ τα μάτια (των Θεών)</p>
<p style="padding-left: 80px;">Betrayed from human and gods</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ώ! Ακάνθινη μου πολιτεία</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Από μακριά είδα<br />
τους παλιούς μου φίλους<br />
να ‘ρχονται καταπάνω μου<br />
Είχαν όλοι τους γεράσει πολύ<br />
και φορούσαν ρούχα<br />
προγονικά από βρεμένο λινό<br />
Άρχισε ν’ αναδύεται<br />
ένα τοπίο μνήμης μακρινής<br />
σαν Απρίλης<br />
Ύστερα προσπέρασαν σίγουροι-<br />
ότι δε με είδαν<br />
κι εγώ βέβαιος—<br />
πως δεν τους περίμενα<br />
Μόνο τα ονόματά τους<br />
κύλησαν για λίγο<br />
απ’ τα μάτια μου<br />
κι η απελπισία μου<br />
μύριζε<br />
λίγη παλιά νεότητα</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ξανά<br />
από την αρχή-<br />
και λίγο πριν<br />
την αρχή-<br />
πιο πίσω<br />
να ’ναι ξημέρωμα<br />
και να σκοτεινιάζει<br />
να απλώσουμε τα χέρια<br />
στην ιστορία<br />
και να μην έχει ακόμα γραφτεί-<br />
Ύστερα ν’ ανατείλει<br />
ο θυρεός του ήλιου-<br />
να φωτιστούμε πιο γενναίοι<br />
με πρόσωπο φτασμένο<br />
στα λευκά βράχια ν’ αναβρύζει<br />
η ηχώ μας<br />
και να μασάμε τ’ αντισώματα<br />
της αυριανής μας εκεχειρίας-</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΦΙΠΠΟΙ ΑΝΔΡΙΑΝΤΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Στην πλατεία-<br />
οι ανώνυμοι έφιπποι ανδριάντες<br />
τ’ άλογά τους εγκαταλείπουν&#8217;<br />
Αλλοτινοί αντάρτες-<br />
λείψανα<br />
μιας αβάσταχτης καταστολής—<br />
θεμέλια μιας ημιτελούς δημοκρατίας<br />
Βάρυναν από Ευθύνη<br />
ψελλίζοντας αδιέξοδη ομολογία-<br />
μαρμάρινη στάχτη<br />
τους βούρκωσε τα μάτια·</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τ’ άλογα ’μειναν μόνα<br />
από-γυμνωμένα<br />
απ’ τους ήρωες-καβαλάρηδές τους-<br />
Απόψε·<br />
φέγγει πάνω τους<br />
ένα φεγγάρι ερωτηματικό<br />
πετρωμένο-</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Σα πιρόγα ναυαγισμένη<br />
ταξιδεύει η πόλη μου<br />
Ανήμερα τ’ Άι Γιώργη—<br />
πίσω απ’ τις πολεμίστρες<br />
μετατοπίζεται οριστικά<br />
προς τα ολόρθα κυπαρίσσια<br />
Αστράφτουν τα φώτα της—<br />
πυγολαμπίδες<br />
σα λεκές στον ουρανό<br />
παραδίδεται-<br />
λογχισμένη</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΚΑΝΘΙΝΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Η πόλη που διέσχιζε τις πόλεις σαν έπεφτε η νύχτα<br />
περπάταγε αργά &#8211; στις μύτες των σπιτιών της με πέλμα γυμνό<br />
η απελπισία της φωταγωγούσε τον ουρανό αστερόεις τόξα<br />
και στην πλατεία της βρισκόμουν κι εγώ σαν άγαλμα πασαλειμμένο με ποτάσα</p>
<p style="padding-left: 80px;">όλο και πηγαίναμε προχωρώντας πλάι πλάι με τα ταξιδιωτικά περιστέρια<br />
οι άνεμοι μας έστελναν τα εφεδρικά τους φιλιά και τις πλάγιες σημασίες τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">έψαχνε η πόλη την κεφαλαιώδη &#8211; τη μοναδική συνάντηση της ύπαρξής της-<br />
κι εγώ μαζί της<br />
κάποια νυχτιά &#8211; σ’ ένα βράχο έξω απ’ τη Σύρο θυμάμαι-<br />
μας αποκαλύφθηκε μια θεά (ή θέα) με ό,τι πιο γήινο διαθέτει<br />
η Αφροδίτη μισόγυμνη στο βραχάκι κι εκτεθειμένη σαν γένεση—<br />
να προσπαθεί να υπερασπισθεί τον Αινεία — τον γιο που είχε αποκτήσει<br />
από έναν τσοπάνο-<br />
και γύρου της ένα ολόκληρο κοπάδι πρόβατα και κατσίκες και χλόη πολλή</p>
<p style="padding-left: 80px;">ο τσοπάνος πλάι &#8211; στα πενήντα μέτρα —<br />
σ’ έναν άλλο βράχο μες στο βαθύ κύμα &#8211; και κρεμασμένος·<br />
απαγχονισμένος απ’ την αγριελιά που βρίσκονταν γυρτή<br />
τόσο σκληρός και συνάμα ωραίος-<br />
και γύρω του και από κάτω αγκάθια &#8211; πυκνά αβυσσαλέα αγκάθια· βαθιά<br />
στα πλάγια ενός όντος</p>
<p style="padding-left: 80px;">τα μάτια του ορθάνοιχτα και να στραφταλίζουν ένα φέγγος απόκοσμο<br />
μου ’ρίξε μια ματιά δυνατή γεμάτη κατανόηση σα να ήξερε-<br />
Κι εσύ άγαλμα είσαι στην πόλη σου!</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο,ΤΙ ΥΠΗΡΞΑΜΕ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ό,τι υπήρξαμε-<br />
κρυμμένοι<br />
πριν το φως<br />
Αφουγγραζόμενοι παράξενες<br />
αισθήσεις κατάσαρκα-<br />
Αντηχούσε το αδιέξοδο<br />
πίσω από εικόνες<br />
που ακόμα δεν είχαμε πλάσει-<br />
Μονάχα την ώρα<br />
που θα βγαίναμε στο φως<br />
θα αποκαλύπτονταν η κάθετη συνήθεια<br />
του ήμαστε<br />
Μα οι ώρες ήρθαν ανάποδα-<br />
εικόνες ποτέ δεν είδαμε<br />
μόνο στο βάθος ίχνη πρωτόγονου φωτός<br />
παραμένοντες οριζοντιωμένοι—</p>
<p style="padding-left: 80px;">δεν αναγνώρισε κανείς τον άλλον<br />
μες στο σκοτάδι-<br />
δεν γεύτηκε το νόστιμον ήμαρ<br />
αγγιζόμασταν γλώσσα γλώσσα<br />
Όπως νεκροί με νεκρούς-</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΚΥΨΕΛΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ</strong></h5>
<p>www.poeticanet.gr 42 Ιανουάριος 2022</p>
<p>Δύο αξιοπρόσεκτες ποιητικές συνθέσεις</p>
<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου στο νέο του βιβλίο (Κυψέλες, Κίχλη, 2021) μετατρέπει την κυψέλη και τη ζωή των μελισσών σε μια πρωτότυπη αλληγορία για να μιλήσει για τον άνθρωπο και όλους εκείνους τους μικρούς κόσμους, που σαν κυψέλες φιλοξενούν την εσωτερική μας πορεία, τις εμπειρίες μας, τις επιθυμίες μας, όλα εκείνα που συνθέτουν τον εαυτό. Οἱ φυλὲς τῶν μελισσῶν κατεβαίνουν σὰν κύμα/ μέσα ἀπὸ μιὰ ρωγμὴ στὸν οὐρανὸ/ τὸ λαμπύρισμά τους ἀνακοινώνει τὸν χρόνο, γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Εκεί αρχίζει η μνήμη» για να μεταφέρει τον αναγνώστη στην αρχή του βίου και να αρχίσει να ξεδιπλώνει το νήμα του χρόνου. Από αυτό το σημείο κι ύστερα δομούνται τα πολλαπλά στρώματα που κτίζουν τις κυψέλες μας: η οικογένεια, ο έρωτας, οι απώλειες, η φαντασία, η μνήμη, οι τόποι, οι εποχές, το σώμα. Στο ποίημα «Κυψέλες», που ανακαλεί τον Γιώργη Παυλόπουλο και το πολύσημο ερώτημά του «Πού πήγαν τα πουλιά;», διαβάζουμε τους στίχους: Ποῦ νά ’ναι οἱ μέλισσες;/ στὶς κυψέλες;/ στὸ πολύτιμο σκοτάδι/ τοῦ μυαλοῦ σου;/ στὴ λέξη ποὺ μὲ/ ἀκολουθεῖ στὸ στόμα;/ — ποῦ νά ’ναι οἱ μέλισσες;/ — αἰχμάλωτες στὴν ἐλευθερία. Αυτή η ελευθερία είναι που λανθάνει σε όλες τις μικρές «αφηγήσεις» του βιβλίου, αφού πάντα πίσω από τα νήματα των επιλογών και των επιθυμιών, υπάρχει μια διακριτή ανάγκη να χαραχθούν τα σημεία της κυψέλης-ζωής και να δοθεί ένα νόημα σε όσα ζουν επίμονα στη μνήμη: τώρα ψάχνω κεῖνο τὸ ἐγκόσμιο βάθος/ ὅ,τι μὲ λέξεις κάνει τὸ σῶμα νὰ θυμᾶται/ τὴν ἔκταση γύρω ἀπ’ τὰ χείλη.</p>
<p>Η επεξεργασία των επιμέρους θεμάτων, που αφορούν τόσο την βαθύτερη εσωτερική ζωή όσο και την ύπαρξη μέσα στον κόσμο, μοιάζει τελικά να δικαιώνει το αρχικό μότο του βιβλίου, παρμένο από την Παναγία των Παρισίων του Ουγκώ: Κάθε ἐποχὴ ἀποθέτει τὴν πρόσχωσή της, κάθε φυλὴ καταθέτει τὸ δικό της στρῶμα στὸ μνημεῖο, κάθε ἄτομο ἐναποθέτει τὸ λιθάρι του. Ἔτσι κάνουν οἱ κάστορες, ἔτσι κάνουν οἱ μέλισσες, ἔτσι κάνουν οἱ ἄνθρωποι. τὸ μεγάλο σύμβολο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἡ Βαβέλ, εἶναι μιὰ κυψέλη.</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 1/12/2021</p>
<p>Η νέα, ένατη κατά σειρά, ποιητική συλλογή του Γιώργου Αλισάνογλου φέρει τον μονολεκτικό, πολύσημο τίτλο Κυψέλες, ο οποίος παραπέμπει με άκρα ευθύτητα στην εργασία και την εργατικότητα του ποιητή – δημιουργού που, σαν άλλη μέλισσα, συγκεντρώνει τα ερεθίσματα από τον εξωτερικό κόσμο και τα μετουσιώνει σε τέχνη, αλλά και στο ίδιο το ποίημα που λειτουργεί και υπάρχει σαν μια δομή μέσα στην οποία πάλλεται και ζει η ψυχή του δημιουργού και το αισθητικό αποτέλεσμα της δημιουργικής του δραστηριότητας και πράξης, η ποιητική, δηλαδή, σύνθεση. Η συλλογή περιλαμβάνει έναν σχετικά μεγάλο αριθμό ποιημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είναι μάλλον πολύστιχα, με τους στίχους τους να είναι, συχνά, πολυσύλλαβοι και εκτεινόμενοι σε μεγάλο μάκρος. Διαμορφώνεται, έτσι, ένα στιχουργικό αποτέλεσμα που τείνει να προσεγγίσει το πεζόμορφο ποίημα, χωρίς, ωστόσο, να απεκδύεται την ποιητικότητά του, την επίδοση, δηλαδή, στη μέγιστη δυνατή απόσταξη και τη μέριμνα για τον ρυθμό, ακόμα κι αν αυτός είναι εσωτερικός ή υπόγειος. Πράγματι, τα περισσότερα από τα ποιήματα του Αλισάνογλου –εξαίρεση αποτελούν τα ολιγόστιχά του– φαίνεται πως ακροβατούν επιδέξια ανάμεσα στην ποιητικότητα, σε μια γραφή, δηλαδή, περισσότερο αφαιρετική, εσωτερική, αισθηματική και στην αφηγηματικότητα, σε μια τάση, δηλαδή, και ροπή προς την αποτύπωση της εκτύλιξης των σκέψεων, όπως αυτές αναβλύζουν ως απόσταγμα ζωής, κυρίως, όμως, παρατήρησης του κοινωνικού και ατομικού γίγνεσθαι.<br />
Η έννοια και η μορφή της μέλισσας διατρέχει αρκετά από τα ποιήματα του βιβλίου και είναι από τις λίγες φορές στην νέα ελληνική ποίηση που ένα τέτοιο ζώο-σύμβολο μπορεί, χωρίς να χάνει το σταθερό περίγραμμα των χαρακτηριστικών του, που συνίστανται ακριβώς στη δημιουργική του φύση, την ελευθερία του πετάγματος και της περιήγησης στον κόσμο, να μετέρχεται διαφορετικές αποχρώσεις ανάλογα με τον προσανατολισμό κάθε ποιήματος και την εκκίνησή του, είτε από την κοινωνική πραγματικότητα, είτε από την εσωτερική – υπαρξιακή πραγματικότητα του ποιητή:</p>
<p>«Πού να ’ναι οι μέλισσες;<br />
στις κυψέλες;<br />
στο πολύτιμο σκοτάδι<br />
του μυαλού σου;<br />
στη λέξη που με<br />
ακολουθεί στο στόμα;</p>
<p>— πού να ’ναι οι μέλισσες;</p>
<p>— αιχμάλωτες στην ελευθερία»<br />
«Κυψέλες»</p>
<p>Οι δύο αυτές πτυχές ή πλευρές, άλλωστε είναι τόσο στενά συνυφασμένες, ώστε να συμπλέκονται και να συναποτελούν μια νέα, ενιαία ταυτότητα και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το προσωπικό, το ατομικό, το ιδιωτικό να μεταστοιχειώνεται σε κοινωνικό και το αντίστροφο. Από αυτήν ακριβώς τη διττή και διφυή υπόσταση της ποιητικής σκέψης και έκφρασης του Αλισάνογλου προκύπτει ένα αισθητικό αποτέλεσμα που δεν κρύβει στο ελάχιστο τον βαθύ, καταλυτικό, εναγώνιο προβληματισμό του ποιητή για όλα όσα αντιλαμβάνεται ως πραγματικότητα και ως αλήθεια. Γιατί η ύψιστη στόχευση του Αλισάνογλου φαίνεται πως είναι ακριβώς αυτή, η καταβύθιση, δηλαδή, στην αλήθεια και η ανάδειξη των διαστάσεων και των συνιστωσών της, όπως αυτές προβάλλονται και προκρίνονται, βασικά, μέσα από την ίδια τη γλώσσα.</p>
<p>Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για τον τρόπο χειρισμού της, ούτε τόσο για τις συνάψεις των λέξεων, όσο για την ίδια την επιλογή των λέξεων οι οποίες φέρουν ατόφιο όλο το βάρος του νοήματός τους, συνιστώντας ουσιαστικά τους πυρήνες ή τον σκελετό του ίδιου του ποιήματος. Πρόκειται, κατά βάση, για ουσιαστικά, είτε αφηρημένα, είτε συγκεκριμένα που καταδεικνύουν την προσπάθεια του ποιητή να συλλάβει, να προσδιορίσει και να ορίσει αυτό που ισχύει, αυτό που συμβαίνει, αυτό που υπάρχει, για να μπορέσει να οικοδομήσει αυτό που δεν υφίσταται, αποτελεί, όμως, πάντα ένα ζητούμενο της τέχνης που συνίσταται ακριβώς στην ανάδυση και ανάδειξη του ωραίου, του ηθικού, του ανθρώπινου, ως κατευθυντήρια δύναμη και αρχή της ζωής.<br />
Μέσα στο πλαίσιο αυτό και με ζητούμενο πάντα τόσο τον αυτοπροσδιορισμό όσο και τον ετεροπροσδιορισμό, ο Αλισάνογλου τεχνουργεί, με τα ποιήματά του, μια περιήγηση όχι τόσο στον χώρο και τον χρόνο, όσο στον λόγο, έναν λόγο που είναι ταυτόχρονα ποιητικός και αντιποιητικός μαζί, ακριβώς για να μπορέσει να συναιρέσει και να συνυφάνει το αίσθημα του σπαραγμού απέναντι σε όλα αυτά που επιζητούν να συνθλίψουν την ύπαρξή του και τη διάθεση απαντοχής τους μέσα από μια διαδικασία που προσιδιάζει στην εκλογίκευση είναι όμως στην πραγματικότητα μια απόλυτα (συν)αισθηματική στάση, ένα αντίκρισμα του ανθρώπου και του κόσμου με τα μάτια και την ψυχή ενός παιδιού που ξέρει μονάχα να αισθάνεται:</p>
<p>«αισθάνεσαι χωρίς να πρέπει απαραίτητα να αισθάνεσαι·<br />
να αισθάνεσαι όσο μπορεί να αισθάνεται ένας «ερεθισμός»<br />
«Τελευταία ημέρα στον κόσμο μου»</p>
<p>Γιατί, πολύ συχνά, το αντίκρισμα του Αλισάνογλου πραγματοποιείται με τους όρους της παιδικής ηλικίας και μιας ψυχοσύνθεσης που ξέρει να πληγώνεται, να σπαράσσεται, να αναρωτιέται, αλλά και να ελπίζει. Όλη αυτή η συνθήκη εκβάλλει σε ένα αποτέλεσμα που διακρίνεται για την άκρα ψυχραιμία, τη ζυγισμένη ισορροπία του, τη λογική, μετρημένη και ποιητικά μελετημένη σύνθεσή του. Εδώ ακριβώς έγκειται και η ιδιοτυπία ή η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης συλλογής, στο ότι δηλαδή, η ποιητική δημιουργία προδίδει μια εντατική λειτουργία του θυμικού του ποιητή, μια έντονη, καίρια και καταλυτική παρουσία του αισθήματος ή, καλύτερα, των αισθημάτων που του γεννούν τα διάφορα ερεθίσματα και τα οποία τροφοδοτούνται από την υψηλή αντιληπτική του ικανότητα. Παράλληλα όμως καταδεικνύει τη διάθεσή του να μην αφήσει το αίσθημα αυτό ούτε να λιμνάσει, ούτε όμως και να μετατραπεί σε χείμαρρο, κάτι που θα θόλωνε ίσως το ποιητικό τοπίο και θα προκαλούσε μονάχα συναισθηματική συγκίνηση και έξαρση.</p>
<p>kypseles exΈτσι, καθένα από τα ποιήματα μοιάζει να έχει θέσει υπό έλεγχο το αίσθημα ή τα αισθήματα που βρίσκονται στην αφετηρία και την απαρχή τους, ακριβώς για να μπορέσει να προσδώσει σε αυτά το μέγεθος, το μεγαλείο και την αξία τους. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για ένα είδος εκλογίκευσης και ψύχραιμης ενατένισης, αλλά για κάτι βαθύτερο και υψηλότερο. Πρόκειται για την υπαγωγή στους νόμους και τους κανόνες της τέχνης που θέλουν τα δημιουργήματα να διακρίνονται και να διέπονται από πλαστικότητα, νοούμενη βέβαια όχι ως αυστηρότητα ή ακαμψία, αλλά ως μια βαθιά βίωση της άκρας ισορροπίας ανάμεσα στη σκέψη και την έκφραση, ανάμεσα στο αίσθημα και την καθαρή του αποτύπωση.</p>
<p>Η ποίηση και η ποιητική του Αλισάνογλου, όπως μορφοποιούνται και σχηματοποιούνται μέσα από αυτό το βιβλίο στρέφονται, εν ολίγοις, γύρω από την πικρή και σκληρή συνειδητοποίηση του αδιεξόδου που συνέχει όλες τις εκφάνσεις του σύγχρονου κοινωνικού και ανθρώπινου βίου, κυρίως όμως στη χάραξη της διεξόδου, στην ανεύρεση της απάντησης και της λύσης στο φαινομενικά δυσεπίλυτο πρόβλημα του καιρού και του τόπου. Η απάντηση αυτή θα περίμενε κανείς πως είναι η ίδια η ποίηση, ως πράξη και πρακτική ζωής, ως κατευθυντήρια αρχή και ιδέα του ανθρώπινου βίου.</p>
<p>Στην περίπτωση του Αλισάνογλου όμως δεν ισχύει αυτό ή, καλύτερα, δεν ισχύει μόνο αυτό. Γιατί η έξοδος του ανθρώπου σε έναν καλύτερο και υψηλότερο χωροχρόνο έχει ως βασική προϋπόθεση την ικανοποίηση της ανάγκης του για έκφραση, είτε αυτή λάβει τη μορφή του ποιητικού λόγου, είτε οποιαδήποτε άλλη μορφή μέσα από την οποία θα προκύψει μια κατάθεση ψυχής λυτρωτική και αποσυμφορητική τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον αποδέκτη της δημιουργίας:</p>
<p>πόσες μέλισσες χρειάζονται τελικά<br />
για να ξεκινήσει μια επανάσταση;<br />
«Τοπίο όπου δεν είναι καλοκαίρι»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ (ΚΟΥΛΑ) ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>https://www.culturebook.gr 4/11/2021</p>
<p>Σώμα-κυψέλη μέσα από αγκύλες και παρενθέσεις</p>
<p>Κυψέλες τα ποιήματα της συλλογής αυτής του Γιώργου Αλισάνογλου.<br />
Μικρές αυτόνομες εστίες, που ξεκινούν από τον προσωπικό κόσμο του ποιητικού υποκειμένου, πηγαίνουν στη γενέθλια πόλη, διευρύνονται στον κόσμο και σε άλλες πόλεις, αγγίζουν ιστορίες της ψυχής. Οι κυψέλες είναι σπίτια, ανταμώνουν τον χρόνο και τέμνονται με τους τόπους.<br />
Οι μέλισσες από την άλλη μεριά, επιχειρούν το δικό τους πέταγμα, σε σμήνος ή μόνες. Σε λουλούδια, σε σώματα, σε κείμενα. Πιότερο διστακτικές παρά επιθετικές, αμήχανες, κάποτε ηττημένες, καθώς συναντούν παράδοξα καιρικά και ανθρώπινα φαινόμενα.<br />
Πού να &#8216;ναι οι μέλισσες;/ στις κυψέλες;/ Στο πολύτιμο σκοτάδι του μυαλού σου;/ στη λέξη που με ακολουθεί στο στόμα;// &#8211; πού να &#8216;ναι οι μέλισσες;/ &#8211; αιχμάλωτες στην ελευθερία ([Κυψέλες], σ. 42)<br />
Το σώμα παραμένει περίκλειστο, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να κλείσει μέσα του το Σύμπαν. Την ώρα που το σκοτάδι του γεμίζει μέλισσες. Το σώμα-κυψέλη. Που παλεύει να ενσωματώσει τον έρωτα και άλλα αισθήματα.<br />
Ο κόσμος πορεύεται μέσ&#8217; απ&#8217; το σκοτάδι σ&#8217; ένα διαφορετικό κι αναπόφευκτο/ φως καμωμένο από δέρμα// πρέπει να ξαπλώσω και να κοιμηθώ λιγάκι/ έμαθα στη ζωή περισσότερα απ&#8217; το σκοτάδι/ παρά απ&#8217; τους ανθρώπους/ το σκοτάδι με κάνει και θυμάμαι/ θυμάμαι, θυμάμαι κι αφηγούμαι ([Ο κόσμος μου – σκοτάδι], σ. 35)<br />
Η συλλογή χωρίζεται σε τρεις ενότητες: «Εκεί αρχίζει η μνήμη», «Τόποι χωρίς αισθήματα», «Μερικοί άγιοι». Η κάθε ενότητα σηματοδοτεί ένα στάδιο στην ανίχνευση του εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου του ποιητικού υποκειμένου. Στην πρώτη ενότητα η εσωτερική καταβύθιση, η συνειδητοποίηση των κυψελών που ορίζουν τον κόσμο του και το πέταγμα των μελισσών. Στη δεύτερη ενότητα μια επώδυνη πορεία από τους τόπους χωρίς αισθήματα στα αισθήματα χωρίς τόπους, και στα αισθήματα που επιστρέφουν. Αλλά είναι ακόμη τόσο τρωτά και ευάλωτα, αφού είναι αισθήματα χωρίς δέρμα.<br />
Εμφανίζονται συχνά ομάδες ποιημάτων με τον ίδιο τίτλο, που διαφοροποιούνται μόνο στην αρίθμηση, παράδειγμα «Παράδεισοι χωρίς αισθήματα-Ι», «Παράδεισοι χωρίς αισθήματα-ΙΙ», «Παράδεισοι χωρίς αισθήματα-ΙΙΙ». Οι τίτλοι σε αγκύλες, που σημαίνει τίτλοι ενδεικτικοί, που μπορούν να αντικατασταθούν από άλλους, από τον συγγραφέα, το ποιητικό υποκείμενο ή τους αναγνώστες, κυρίως από αυτούς, αφού κάθε αναγνώστης μπορεί να επιλέξει έναν τίτλο ανάλογα με την ανάγνωσή του, ίσως διαφορετικό κάθε φορά.<br />
Η χρήση των παρενθέσεων σημαντική για την ανάγνωση των ποιημάτων. Πληροφορίες ή σκέψεις καθόλου δευτερεύουσες, απλώς σε άλλο ύφος, για να διαβαστούν ενδεχομένως με έναν διαφορετικό τόνο, με χαμήλωμα της φωνής. Οι παρενθέσεις ανοίγουν συχνά μια πόρτα στο σπίτι-κυψέλη, που επιτρέπει μια άλλη θέαση στο εσωτερικό, στο σώμα, στο μυαλό, στα αισθήματα.</p>
<p>Στην τρίτη ενότητα, με τον τίτλο «Μερικοί άγιοι», το ποιητικό υποκείμενο «συνομιλεί» με καλλιτεχνικές προσωπικότητες που προφανώς το έχουν επηρεάσει. Στην πραγματικότητα τους αφιερώνει τους εσωτερικούς του μονολόγους.<br />
[…] τα πόδια ακόμα τρέχουν να προλάβουν το τρόλεϊ από το 1936/ μονάχη για μένα οπλοφορία ο διαλογιζόμενος Παρθενώνας/ και ένας μεσίστιος χορός// είμαι το πνεύμα στον άνθρωπο που φέρει το σώμα κάποιου Νιζίνσκι.<br />
([Πρωινό με τον Βασλάβ Νιζίνσκι], σ. 85)<br />
Το ύφος γίνεται λιγότερο κρυπτικό. Τρυφερότητα, διστακτικός λυρισμός, στοχασμός και εύθραυστη αμφιταλάντευση για τη ζωή μέσα στην κυψέλη ή έξω από αυτήν.<br />
[…]διστάζει πολύ να επιστρέψει στους ανθρώπους/ απεχθάνεται τη βία// είναι νωρίς ακόμη μέσα στην κυψέλη// είναι νωρίς ακόμη μέσα στην κυψέλη ([Μετά], σ. 91)<br />
Ο έρωτας διατρέχει δυνατά όλη τη συλλογή, παράλληλα με τη ματιά στον κόσμο, στο άτομο και στην ψυχή του.<br />
Μου έγραψες ένα μήνυμα πως σίγουρα θα επέστρεφες στην κυψέλη, όμως σε ποια κυψέλη δεν είπες/ Στην κυψέλη ποιου σταθμού, ποιας πόλης, ποιας ηπείρου; ([Αγάπη μετά τα αισθήματα επιστρέφει-Ι], σ. 66)<br />
Έρωτας που απολιθώνει αλλά και που ζωντανεύει με ένα άγγιγμα. Έρωτας που μπλέκεται με το σύμπαν και ενώνει το άτομο με τον κόσμο. Ενώνει το σκοτάδι με το καλοκαίρι και την άνοιξη. Όχι αδιάκοπα. Αποσπασματικά, όπως το σχήμα της κυψέλης που τη στεγάζει. Αποσπασματικά, όπως το σώμα που υπόκειται σε διαφορετικά αισθήματα και καταστάσεις. Ένας έρωτας που βγαίνει από το σώμα και την κυψέλη, ενώνεται με τόπους, με το σύμπαν και με τον χρόνο. Που αγγίζει το φως, αποκαλύπτοντας μια αμφίβολη αλήθεια.<br />
λες πως, όταν φεύγουν οι πυγολαμπίδες, το σκοτάδι απαλύνει το βλέμμα σου και τότε με βλέπεις καθαρά να λούζομαι με υγρασία και χώμα δημιουργώντας ένα νέο δέρμα γύρω από το κορμί// λέω, όταν με αγγίζεις, τα χέρια σου σκιαγραφούν πάνω στον πηλό του σώματός μου γλιστερό δύσκαμπτο γκρι – τσιμέντο της πόλης που δύσκολα ανασαίνει<br />
([Αισθήματα χωρίς δέρμα-ΙΙ], σ. 75)</p>
<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου, στο Σημείωμα της συλλογής του, επισημαίνει ότι, εκτός από τα ποιήματα που έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά πριν από την έκδοση (πρώτες δημοσιεύσεις), υπάρχουν και άλλα τα οποία βρίσκονται εκτός συλλογής και άλλα που θα γραφούν/δημοσιευτούν αργότερα.<br />
Επίσης, είναι πολύ ενδιαφέρον ότι προτείνει soundtrack που μπορεί να συνοδεύουν την ανάγνωση των ποιημάτων, και στις τρεις ενότητες της συλλογής.<br />
Η ποίηση ως ενότητα, διαχρονική μάλιστα. Η συνομιλία των ποιημάτων/ κειμένων με άλλα κείμενα/ποιήματα/ συλλογές του ίδιου του συγγραφέα. Αλλά και με τη διακειμενικότητα με άλλα είδη έκφρασης. Εφόσον η ποίηση Δεν είναι μια στατική τέχνη, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που μεταβάλλεται, μεταβάλλει, ερμηνεύει και δημιουργεί συνεχώς με νέους όρους τη γεωγραφία του χώρου και την ψυχολογία του χρόνου του γράφοντος και της κοινωνίας.<br />
Έτσι κάνουν οι κάστορες/ Έτσι κάνουν οι μέλισσες/ Έτσι κάνουν οι άνθρωποι.<br />
(Σημείωμα, σ. 95)<br />
Λόγος πυκνός, σύνθετος, που δεν του αρκεί μία μόνον ανάγνωση. Και που ωστόσο ανοίγει το νόημά του, δεν το κρατά ερμητικά κλειστό. Με τις πολλαπλές ερμηνείες που πάντα επιδέχεται η ποίηση, πόσο μάλλον όταν ο ποιητικός λόγος είναι απαιτητικός. Γιατί αυτό είναι η ποίηση, όπως είπε ο ποιητής. Μια διαρκής αναζήτηση, σε βάθος και σε πλάτος, με σκάψιμο και με πέταγμα, των συντεταγμένων που ορίζουν την ύπαρξη και τα αισθήματα του ποιητικού υποκειμένου, του ποιητή, του αναγνώστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Χάρτης&#8221; 34 Οκτώβριος 2021</p>
<p>Μέλισσα, μέλισσα, μέλι πολύρρυτο</p>
<p>Το νέο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Αλισάνογλου μπορούμε να το διαβάσουμε σαν μια μεγάλη ή ατέλειωτη κυψελική δομή ή σαν έναν κόσμο ανοιχτό, όπου μέσα σε μικρές και μεγάλες κηρήθρες οι μέλισσες μιας ανήσυχης και ακαταπόνητης σκέψης εναποθέτουν και αποθηκεύουν γύρη, αβγά και μέλι. Αυτό που λείπει είναι η αυστηρή συμμετρία των κυψελών και των κηρηθρών, η οποία όμως δεν αφήνει κανένα κενό πίσω της. Aντίθετα δίνει έμφαση στις προϋποθέσεις της πυκνής και ευέλικτης ροής του μελιού που εισχωρεί σε απίθανα σημεία, ρωγμές, μυχούς και σε κάθε είδους οικείας και ανοίκειας επιφάνειας σωμάτων, αισθημάτων και στοχασμών. Είναι μια ροή και εντός των ορίων του κόσμου μας και χύνεται, ξεχύνεται και διαχέεται πέρα από τα όριά τους. Ήδη στην αρχή της συλλογής διαβάζουμε:</p>
<p>μέλι κυλάει στο σώμα μου<br />
μαθαίνω να υπάρχω έξω από μένα</p>
<p>Το σώμα στο οποίο είμαι ενσωματωμένος και περιορισμένος είναι η υλική μου υπόσταση, αλλά και το μεγάλο, απεριόριστο σώμα του κόσμου στον οποίο ανήκω. Το μέλι με προτρέπει ή με βοηθάει ήδη να υπάρχω και έξω από τα όρια της σάρκας μου και έξω από οτιδήποτε με περιβάλλει. Μια αποδοχή, μια θέληση να υποκύψω, μια σύνεση και μια συναίνεση με εναποθέτει στο άγνωστο, και όταν αυτό το έχω μάθει και μου είναι γνωστό, μου ανοίγει τη νέα, άγνωστη χώρα εκτός. Όχι πάντως ότι η συλλογή ως ποιητική δομή και περιεχόμενο δεν βάζει όρια και μάλιστα αυστηρά. Για παράδειγμα οι τίτλοι είναι μέσα σε αγκύλες (μπορούμε να υποθέσουμε πολλούς λόγους για τη χρήση τους, την ανασταλμένη παρουσία τους) και οι περισσότεροι από αυτούς επαναλαμβάνονται είτε αριθμημένοι είτε διευρυμένοι με θεματική προσθήκη, ενώ το περιεχόμενο, όπως στον τίτλο του πρώτου ποιήματος, μιλά για την αρχή της μνήμης ή για το τέλος του κόσμου, που είναι και το όνομα της πρώτης μεγάλης ενότητας της συλλογής. Ωστόσο, μετά το προτελευταίο ποίημα του βιβλίου, το οποίο έχει τον τίτλο «[ Τελευταία ημέρα στον κόσμο μου ]», ακολουθεί το ποίημα «[ Μετά ]». Το εκτός είτε έχει έρθει είτε είναι εδώ είτε θα έρθει, το μέλι σαν περιορισμένο υλικό σώμα και σαν απεριόριστο σώμα μεταφορών παράγεται και ρέει αδιάκοπα και ανεμπόδιστα.</p>
<p>Υπάρχει όμως μια άλλη αντίστιξη στο βιβλίο, την οποία βρίσκω πιο άμεση και πιο απτή, αισθητικά και νοητικά εξίσου ουσιαστική, και πάντα εντός της μελίρρυτης πνοής της συλλογής. Από τη μια μεριά ενός χάσματος, που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον και τη δική του δυναμική, διαβάζουμε ποιήματα γραμμικής αφηγηματικής ανάπτυξης που περιγράφουν θέλοντας να επικοινωνήσουν και με το θέμα τους και με τον συνομιλητή τους, και από την άλλη μεριά, είτε μέσα στο ίδιο ποίημα είτε σε δική τους ποιητική κηρήθρα, ταράζουν την προσληπτική μας γαλήνη απότομες, απρόσμενες νοηματικές εκτινάξεις, ο οποίες και με τη γλωσσική τους μορφή και με το περιεχόμενό τους μας ρίχνουν μέσα σε συλλογιστικούς κλυδωνισμούς και σε απαιτητικούς νοηματικούς συνειρμούς, σαν ένα έχουν εισβάλει στην κυψέλη σμήνη είτε μελισσών από άγνωστους τόπους και χρόνους είτε έντομα που καμιά σχέση με μέλι δεν έχουν. Σπάνια στη συλλογή κρατιέται το χάσμα πολύ μακριά ή το ακολουθούν λιγοστοί μόνο στίχοι στο ποίημα. Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε πουθενά μια συγκροτημένη και συνεπή τεχνική. Εμφανίζεται με απροσδόκητη και ασύμμετρη ορμή, πράγμα που δημιουργεί μια αινιγματική αναγκαιότητα, χωρίς να χρειάζεται ωστόσο να την εξηγήσουμε, να αναρωτηθούμε έστω αν το ποίημα σαστίζει, υπονομεύει ή ακόμη και αποστρέφεται τον εαυτό του, τον γραμμικό ή τον ασύμμετρο. Μια απόκοσμη πάλη ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, πάλη που στη συλλογή χαρακτηρίζει τον κόσμο του ποιήματος και τον κόσμο που το περιβάλλει, ανάμεσα στην αρμονική συνύπαρξη και στις καταστρεπτικές δυνάμεις του κόσμου διευρύνει το ποίημα προς μη προβλέψιμες κατευθύνσεις, διευρύνει την ικανότητά μας να κάνουμε νοηματικές και λυρικές ακροβασίες και υπερβάσεις, μας προσφέρει τη στιλπνή οξύτητα νέων συσχετίσεων και αποκαλύψεων:</p>
<p>μερικές φορές ο χώρος της σιωπής κατοικεί μέσα στο κεφάλι μου<br />
και τίποτε άλλο τότε δεν υπάρχει παρά μόνο ένα μακρόσυρτο<br />
ξύπνημα<br />
αρχέγονη απειλή πολέμου</p>
<p>Μια μπεκετική σχεδόν πραγματικότητα στους τρεις πρώτους στίχους ανατρέπεται από αυτό που δεν επιτρέπει την μονιμότητά της, τη βολική και αδιαμφισβήτητη κατάληξή της, από αυτό που προηγείται ίσως ακόμη και της ίδιας τής ύπαρξης. Η απειλή και η παρουσία της βίας, της καταστροφής, του κενού και του θανάτου μας δίνει όμορφους, μεταμπλανσοτικούς φιλοσοφικούς στοχασμούς, όπως διαβάζουμε σ’ αυτό το μικρό ποίημα:</p>
<p>Στον ορίζοντα υπάρχει<br />
μια πελώρια κενή απόσταση<br />
που συνεχώς ξεφεύγει<br />
μέσα από την ίδια της<br />
την απουσία<br />
ή εξίσου όμορφες αισθητικές επανατοποθετήσεις:</p>
<p>[ Γέφυρα – III / Πομπηία ]</p>
<p>Στο φαράγγι του ποταμού Λόμπος νεκροί ψαράδες με την<br />
ψαριά τους καλά αγκιστρωμένη να σπαρταράει ακόμα στο ποτάμι<br />
μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα ενός σπιτιού αντικρίζεις ένα<br />
αντρόγυνο νεκρών που πέθαναν πάνω στην κορφή του έρωτά τους</p>
<p>[ ανακαλύπτω τον εαυτό μου σε μια μητρόπολη-μουσείο,<br />
σε μια διαρκή απεικόνιση της μη ύπαρξής μου, τα αισθήματα<br />
απουσιάζουν όπως ο Θεός, όπως τα μεγάλα δοξαστικά ζώα<br />
της πόλης, έτσι όπως μαγκώνουν με δυσκολία στην εικόνα<br />
προσπαθώντας ένα αγνό όνειρο, μια παλλόμενη σκιά, απαλά<br />
κάτω απ’ το χώμα, μέσα από το αργό μεγάλωμα του χρόνου<br />
γιατί εντέλει η ζωή σου, ακόμα και νεκρή, στάθηκε πιο δυνατή<br />
από οποιοδήποτε άλλο πράγμα_ ]</p>
<p>Στη ροή των περιγραφικών εικόνων παρεμβάλλονται οι παράδοξες σκέψεις για τη ζωή και τον θάνατο, για το σώμα και την απουσία του σώματος που, όπως σε όλη τη συλλογή, μας αφήνουν να ατενίζουμε το μυστήριο του κόσμου και το μυστήριο πέραν του κόσμου, και μάλιστα με τρόπο που συγχρόνως αναιρεί και κάθε εικόνα που μπορεί να έχουμε για τις κυψέλες, για τη συμμετρική δομή των κηρήθρων τους. Με παραπέμπουν πάραυτα στον απρόβλεπτο κυψελοειδή χαρταετό του Τζον Άσμπερι, στο ποίημα «Άστεγη καρδιά», ο οποίος παίζει στον ουρανό, παίζει με όποιον τον κρατά, παίζει με τον ίδιο τον ουρανό και την απύθμενη ανοιχτωσιά του. Ο τίτλος του μικρού ποιήματός για τον «ορίζοντα» που μόλις αναφέρθηκε είναι «[ Το να υπερνικάς τον ουρανό με μια κίνηση που ο ουρανός δεν διαθέτει ]». Παραμένει η πάλη, η αρχέγονη απειλή, το ανυπέρβλητο χάσμα μέσα στην αρμονία. Οι κυψέλες δεν είναι ένα σίγουρο, ασφαλές μέρος. Είναι όμως το μέρος που χρειάζονται οι μέλισσες και μας δίνει μέλι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ&nbsp;</strong></h5>
<p>Διαβάζοντας τους ποιητές<br />
Περιοδικό &#8220;Οδός Πανός&#8221; 191 Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2021</p>
<p>Μια γεωμετρία μνήμης συνιστά η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Αλισάνογλου, με τις μέλισσες να φτιάχνουν τις κυψέλες τους πότε με ρανίδες της θύμησης και πότε με το συμβολικό μέλι των εικόνων και των λέξεων (ή των εικόνων μέσω των λέξεων) ως συνδετικών νημάτων σε ό,τι συγκροτεί τον κόσμο μας. Σε μία από τις πιο ευρηματικές στιχουργίες, διαβάζουμε: Η μέλισσα κατάλαβε/ότι η φύση την αγαπούσε/αλλιώς τώρα θα ήταν από καιρό νεκρή («Το λουλούδι επινοεί τη μέλισσα»). Έτσι φτιάχνεται ποιητικά ο κύκλος των φυσικών πραγμάτων που επινοεί το ένα το άλλο ως απαραίτητο στοιχείο ζωής επαληθεύοντας τον σκοπό της ύπαρξης. Ο Αλισάνογλου παρουσιάζει τον κόσμο του συνεχή μέσα από τις ασυνέχειές του, ενιαίο μέσα από την αποσπασματικότητά του &#8211; και πώς αλλιώς; Είμαστε τα κομμάτια που μας συγκροτούν σε μια ενότητα αλληλοσυμπληρούμενων αντιθέσεων. Η ποίηση κατορθώνει να δώσει την έννοια της διαλεκτικής με τον καλύτερο τρόπο, αποτελώντας ταυτόχρονα τη μέθοδο να εννοηθεί και κατόπιν να αποδοθεί η σύνθεση. [&#8230;] εγώ φοβάμαι για λίγο κι επιστρέφω στο ποίημα, θα πει στο αποκαλυπτικό «Ο κόσμος μου &#8211; επέκταση». Ψάχνοντας τις λέξεις στους αρχαίους δασκάλους, τις εικόνες/παραστάσεις στο ανακυκλούμενο στη μνήμη προσωπικό του σύμπαν, ενσωματώνει τον κόσμο των μελισσών στο σκοτάδι του μυαλού. Τόποι χωρίς αισθήματα, Αισθήματα χωρίς τόπους, προσωπικοί Παράδεισοι, Γέφυρες, και φυσικά Κυψέλες, που καταλήγουν ως αρωγή<br />
στη μνεία των Αγίων (Ρεμπώ, Ουελμπέκ, Καμύ, Νιζίνσκι, Μπόρχες φυσικά, σε<br />
μια ποίηση που δείχνει την άλλη όψη των πραγμάτων, την αληθινή, πέρα από τα φαινόμενα που τη σκιάζουν επιμελώς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΥΡΜΟΥΛΑΚΗ</strong></h5>
<p>frear.gr 23/7/2021</p>
<p>Μία πολύ προσωπική ματιά σε μία πολύ προσωπική ποιητική συλλογή</p>
<p>Είχα από καιρό στα χέρια μου τις Κυψέλες (Κίχλη, Αθήνα 2021) με την επιθυμία να τις διαβάσω, περιμένοντας όμως εκείνο το είδος διάθεσης που σε αφήνει ανοιχτό ως αναγνώστη και επιτρέπει στην ποίηση να εισχωρήσει ανεμπόδιστα μέσα σου.</p>
<p>Στη σωστή λοιπόν ώρα, πλησίασα το έργο μέσα από πολλαπλές αναγνώσεις, από τις οποίες αναδύονταν κάθε φορά εικόνες, αισθήσεις και σκέψεις, που πιο πολύ είχαν να κάνουν με μια διαισθητική, παρά με εγκεφαλική ή λογοτεχνική πρόσληψη.</p>
<p>Καταρχήν βρήκα εξαιρετικό τον σχεδιασμό του βιβλίου! Το πορτοκαλί στα γράμματα του εξώφυλλου και στο εσώφυλλο, δίνει στο βιβλίο μεγάλη εικαστικότητα, δημιουργώντας από την αρχή την αίσθηση του (πορτοκαλί) μελιού μέσα σε κερήθρες (στις οποίες παραπέμπουν οι γεωμετρικές φόρμες που κοσμούν το εξώφυλλο).</p>
<p>Η ανάγνωση ξεκινάει με μία ευχάριστη έκπληξη καθώς ανακαλύπτεις το πρώτο ποίημα να είναι τυπωμένο στο εσώφυλλο, γεγονός που στοιχειοθετεί την τρισδιάστατη υπόσταση της ποιητικής συλλογής (είχα ήδη υπόψη μου ότι οι Κυψέλες ως συλλογή απλώνονται και σε χώρους έξω από το βιβλίο με τον τρόπο που το ξέρουμε), ενώ τα «μικρά χερουβείμ» ως αναφορά στις μέλισσες γίνονται βέλη γλυκύτητας που σου καταφέρνουν τις πρώτες «λαβωματιές» ως αναγνώστη!</p>
<p>Η συλλογή είναι γεμάτη εικόνες και συναισθήματα. Πολλές φορές είχα την αίσθηση ότι έβλεπα ταινία˙ ποιητικό κινηματογράφο τύπου Ταρκόφσκι, στην οποία ο αφηγητής είναι ο Μικρός Πρίγκιπας που έχει πια ενηλικιωθεί. Τον ένιωθα να κάνει μια ανακεφαλαίωση της ζωής του, ήδη από την (σημαίνουσα) παιδική ηλικία με μια εξομολόγηση που κινείται σε πολύ προσωπικό τόνο. Να βάζει στο κάδρο με τον πιο ειλικρινή και όμορφο τρόπο τη σχέση του με την αδερφή και τους γονείς, τους άλλους ποιητές, τη ζωή στην πόλη (άλλοτε δυστοπική, άλλοτε ελπιδοφόρα) και μια ερωτική σχέση ζωντανή, που ταλαντεύεται στο φάσμα ανάμεσα στη λατρευτική ταύτιση (αφοσίωση) και την συγκρουσιακή αντίθεση (πόλεμο). Υπάρχει μια απογύμνωσή του, όχι μόνο από τα ρούχα, αλλά και από το ίδιο το δέρμα με μια τολμηρή διάθεση (όχι χωρίς φόβο) να αποκαλυφθούν τα εσώτερα και να γίνει η σύνδεση με τα πιο βαθιά κομμάτια. Όμως, όσο πιο προσωπική είναι η προσέγγισή του, τόσο πιο δική μας γίνεται. Καταλαβαίνουμε ότι η αλήθεια του ποιητή είναι αλήθεια οικουμενική κι ας διαφέρουμε στις λεπτομέρειες.</p>
<p>Αισθάνθηκα έντονη την παρουσία της γεωμετρίας και της αρχιτεκτονικής, τόσο στη συνολική δομή του έργου όσο και σε λεκτικά σχήματα (π.χ. η συμμετρία στα ποιήματα «Ο κόσμος μου- Ι» και «Ο κόσμος μου- ΙΙ) και λέξεις κοινές (όπως η λέξη «εισέρχεται») σε διάφορα ποιήματα, που λειτουργούν σαν γραμμές εσωτερικής σύνδεσης ανάμεσά τους.</p>
<p>Στη δεύτερη (από τις πέντε) ανάγνωση, μου εμφανίστηκε η αίσθηση ότι σε αυτό το σύνολο ποιημάτων υπάρχει κάτι το μεταβατικό. Σαν να ωρίμασε μια ανάγκη να κλείσουν υποθέσεις και να ανοίξει ένας νέος κύκλος ζωής ή και ποίησης, κάτι που βέβαια ίσως να μην αφορά τον ποιητή αλλά να είναι αποκλειστικά δικό μου κομμάτι. Ξέρουμε εξάλλου ότι την ποίηση την προσλαμβάνουμε μέσα και από τα δικά μας φίλτρα. Διαβάζουμε ποίηση και απλώνουμε και τον εαυτό μας μέσα της.</p>
<p>Μου σχηματίστηκε επίσης η ιδέα ότι αυτή η συλλογή αποτελεί καρπό της σχέσης που έχει ο ποιητής με την ποιήτρια σύντροφό του Γεωργία Τρούλη, στην οποία εξάλλου και την αφιερώνει. Ένα δεύτερο «παιδί» που της χαρίζει μετά από τη φλογερή ποιητική συλλογή Jesus Christiana, που επίσης έμοιαζε να την αφορά!</p>
<p>Από αισθητικής άποψης ομολογώ ότι απόλαυσα το πολυτονικό σύστημα στη γραφή, όπως πάντα το απολαμβάνω σε λογοτεχνικά και ποιητικά κείμενα.</p>
<p>Σίγουρα το έργο είναι πολύ πλούσιο για να εξαντληθεί σε λίγες γραμμές η παρουσίασή του. Πάντως, πραγματικά, νιώθει κανείς διαβάζοντάς το να τρυγάει προϊόντα και αξίες από τη ζωή των μελισσών:</p>
<p>μέλι (γλυκύτητα, τρυφερότητα),</p>
<p>γύρη (ερεθίσματα – υλικό για μετάπλαση),</p>
<p>κερί (εύπλαστο μεταβαλλόμενο κόσμο),</p>
<p>πρόπολη (ιδέες προστατευτικές από την απελπισία),</p>
<p>βασιλικός πολτός (έρωτα)</p>
<p>κεντρί (καταστάσεις πόνου),</p>
<p>πέταγμα (ταξίδια)</p>
<p>κοινωνική οργάνωση (η ζωή στις πόλεις και στις οικογένειες),</p>
<p>συλλογική συνείδηση (κοινωνική ευαισθησία, ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο),</p>
<p>δημιουργία (εκφραστικό πλάσιμο κόσμων, βιβλίο ως υλικότητα),</p>
<p>αρχιτεκτονική (γεωμετρική δομή του έργου και του λόγου),</p>
<p>μαγεία (ποίηση)!</p>
<p>Τέλος, ανακάλυψα και μια πιο προσωπική μου σύνδεση με το βιβλίο, καθώς βρήκα να έχει μεγάλη συγγένεια με τον πίνακά μου που έχει τον τίτλο «Poetica» (Ποιητική), μέσα στον οποίο οι εμπνεύσεις εικονίζονται ως έντομα και η ποίηση ως δημιουργία μέλισσας! Οι αναλογίες με τα έργα άλλων καλλιτεχνών, σε επίπεδο ιδεών είναι κάτι που πάντα με εκπλήσσει ευχάριστα!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΙΧΝΙΔΟΤΟΠΟΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Εντευκτήριο&#8221; 114 Μάρτιος 2018</p>
<p>Το από το 2001 έβδομο βιβλίο ποίησης του Γιώργου Αλισάνογλου (1975), Παιχνιδότοπος (Κίχλη, 2016) είναι μία ποιητική σύνθεση τεσσάρων ενοτήτων<br />
(«Πόλεμος», «Μνήμη», «Λάφυρα», «Όρια άνοιξης») και 58 ποιημάτων, που συνήθως υπονοούν τον πόλεμο, τον έρωτα και τη γραφή, με αφορμή το ταραγμένο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο παρόν. Λέω &#8220;αφορμή”, γιατί ο Αλισάνογλου τείνει να διακτινίσει την παροντική εμπειρία προς τον αέναο Χρόνο, συνομιλώντας με το “αίμα” της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας — ένα ποιητικό σχέδιο αξιομνημόνευτο και μόνο για τη φιλοδοξία του. Οι — ίσως υπερβολικά εκτεταμένες διακειμενικές, και συνήθως μόνο ονοματικές— αναφορές σε έργα και καλλιτέχνες (ομηρικές νύξεις, αρχαίοι πιγραμματοποιοί, Σαίξπηρ, Ρ. Κενώ, X. Μύλλερ, Σιοράν, Μπρους Νάουμαν, Ζέμπαλντ, Τζόυς, Μάιλς Ντέιβις, Γέητς, Μπουσέ, Σοπέν κ.ά.) λειτουργούν τελικά μάλλον αυτοβιογραφικά, αφού δημιουργείται η αίσθηση πως ανήκουν στο εικονοστάσι (και οπλοστάσιο) ενός φιλότεχνου ποιητή που με μετεφηβικό ενθουσιασμό καθρεφτίζει τον εαυτό του στο σύμπαν της τέχνης. Βεβαίως, «τραύμα» και «θάνατος» είναι λέξεις διαρκώς επανερχόμενες ή υπονοούμενες.<br />
Ο Παιχνιδότοπος (αγαθά ειρωνικός τίτλος για το τεραίν του μακελειού της<br />
ιστορίας και του έρωτος) εξαιρεί την άνοιξη (φέροντας υπότιτλο «τραύμα για<br />
9 μήνες και 3 εποχές»), αλλά αμφίθυμα την επιθυμεί. Συνολικά, μία ενδιαφέρουσα ανανέωση για την ώς τώρα καθορισμένη από μία κυρίως “μεταμπήτνικ” αισθητική ποίηση του Αλισάνογλου.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 9/11/2016</p>
<p>Η πρωταρχική αξία των λέξεων</p>
<p>Η λέξη, ως κώδικας, επιτρέπει την είσοδο στα εσώτερα του νοήματος για όσους φυσικά συμμετέχουν στη συμφωνημένη, συμβατική μορφή της, η οποία συχνά μετασχηματίζεται για να εξυπηρετήσει κάθε φορά την ανάγκη διεύρυνσης της επικοινωνίας. Ενδιαφέρον οπωσδήποτε αυτό. Ίσως, όμως, πιο συναρπαστική είναι η μετάλλαξη μιας λέξης, η μεταμφίεσή της συχνά, προκειμένου να επιτευχθεί μια γνήσια ποιητική συνομιλία του ποιητή με τον αποδέκτη του λόγου του. Είναι τότε που γίνεται αντιληπτή η απίστευτη δύναμη των λέξεων, που από συμβατικοί κώδικες για μια απλή και απαραίτητη ελάχιστη επικοινωνία μετατρέπεται σε δημιουργική πνοή που συνεγείρει τον νοητικό μηχανισμό και προκαλεί τις αισθήσεις. Ίσως στην περίπτωση αυτή να είναι καλύτερα να πούμε ότι ο ποιητής παίζει με τις λέξεις, γιατί φυσικά η παιγνιώδης διάθεση είναι που προκαλεί το άνοιγμα των ποιημάτων, ώστε να μιλήσουν για έννοιες που αλλιώς δύσκολα προσεγγίζονται.</p>
<p>Το χαράκωμα<br />
χαρά – κωμα<br />
το<br />
χαρά<br />
κώμα</p>
<p>η<br />
μητέρα<br />
μη-<br />
terra</p>
<p>προσπαθώντας<br />
να χωθεί<br />
μες στη γρήγορη<br />
σκιά<br />
ενός ευαίσθητου<br />
απογεύματος</p>
<p>Κάτω από αυτή την οπτική εύλογα θεωρούμε την ποίηση έναν ατελείωτο παιχνιδότοπο, όπου ο ποιητής σκορπά τις λέξεις και τις αφήνει -κατάφορτες νοήματος- να σχηματίσουν τις νέες προτάσεις. Ίσως μόνον έτσι μπορεί να αφηγηθεί (γιατί για μια εκτενή αφήγηση πρόκειται εδώ) την ιστορία της δημιουργίας, αυτή την επίπονη διαδικασία γέννησης, που κυοφορείται σαν ένα τραύμα για 9 μήνες και 3 εποχές (σύμφωνα με τον υπότιτλο της συλλογής) προκειμένου να προκύψει η ποθητή συνέχεια των όντων. Μια κυοφορία της νέας ζωής, που πατάει γερά πάνω στο ρεαλιστικό σκηνικό της ήδη διαμορφωμένης ζωής, με τις διαψεύσεις, τις απώλειες, τις συνεχείς εκπτώσεις αξιών και τα ψευδή χαρακτηριστικά των προσώπων. Θα μπορούσε όλο αυτό να εκληφθεί και ως ένα οδοιπορικό στον σύγχρονο κόσμο, στον οποίο απελπισμένα θα σταθεί η κάθε νέα ζωή. Γιατί εδώ έχουμε μια μορφή πολέμου, όπως εύστοχα ο ποιητής ονομάζει τα τρία μέρη της συλλογής του: Πόλεμος, Μνήμη, Λάφυρα. Ο πόλεμος, δεδομένος, κάνει αρχή του λόγου. Τα λάφυρα είναι η αποκομιδή στο τέλος του. Και φυσικά η μνήμη είναι το κέντρο της ισορροπίας ανάμεσα στα δύο.</p>
<p>Διαβάζοντας τον Παιχνιδότοπο του Γιώργου Αλισάνογλου, αυτό το περιστρεφόμενο ποίημα, στάθηκα κυρίως σ’ αυτό το καθοριστικό δεύτερο μέρος, τη Μνήμη, και κυρίως στον προβληματισμό του ποιητή πάνω στο πριν και το μετά της ζωής, στο τώρα των φαινομένων και στο πριν των αφανών μορφών τους.</p>
<p>[Όταν η μνήμη μού καίει τα μάτια]<br />
Η μνήμη είναι ένα γενετήσιο σημάδι Κινείται διαρκώς πί-<br />
σω από τον ισημερινό του ματιού – κλείστρο που επιλε-<br />
κτικά αφήνει να περνάει ο χρόνος ως ευκρινής και διφορού-<br />
μενη εικόνα στο εσωτερικό τραύμα του μυαλού Σταθερά<br />
και αδιάκοπα μεταφέρει τον έξω χώρο στην εσωτερικότητά<br />
μας έως ότου ο μέσα χώρος γίνει μεγαλύτερος από τον έξω<br />
Η σάρκα ατροφεί τα κόκκαλα μικραίνουν Στο τέλος τυφλώ-<br />
νει τα ενοχλητικά μάτια Μέσα στο σκοτάδι η μνήμη επα-<br />
ναλαμβάνει το έργο της φύσης σαν τον ανάπηρο που ξέχασε<br />
πώς περπατάνε</p>
<p>Και η ανατροπή, ή αλλιώς πώς οι λέξεις παίζουν με το νόημα δίνοντας την άλλη εκδοχή:</p>
<p>[Όταν η μνήμη μού καίει τα μάτια / παραλλαγή]<br />
Η μνήμη είναι ένα επίκτητο σημάδι Κινείται διαρκώς<br />
μπροστά από τον ισημερινό του ματιού – κλείστρο που<br />
επιλεκτικά αφήνει να περνάει ο χρόνος ως ευκρινής και δι-<br />
φορούμενη εικόνα στο εξωτερικό τραύμα του κόσμου Στα-<br />
θερά και αδιάκοπα μεταφέρει τον μέσα χώρο στην εξωτε-<br />
ρικότητά μας έως ότου ο μέσα χώρος αφομοιωθεί από την<br />
ίδια του την απουσία Η σάρκα τανύεται Τα κόκκαλα με-<br />
γαλώνουν αργά αργά έξω απ’ το δέρμα Στο τέλος φωτίζει<br />
τα ενοχλητικά μάτια Μέσα σε άπλετη φωταγωγία η μνή-<br />
μη επαναλαμβάνει το έργο της τέχνης σαν τον ανάπηρο που<br />
σηκώθηκε να περπατήσει</p>
<p>Η ανατροπή μέσω των λέξεων, που με παιγνιώδη διάθεση δίνουν πότε τη μία εκδοχή, πότε την άλλη. Προϋπάρχει, λοιπόν, η μνήμη ή γεννιέται μαζί με το πρώτο φως ζωής; Γεννιέσαι με τα σημάδια της και -από αρχής γεννήσεως- ο χρόνος αποθηκεύει διαρκώς μέσα σου όλα αυτά τα νέα στοιχεία (γιατί ως νέα γίνονται αντιληπτά) μέχρι να μάθεις ξανά πώς περπατάνε ή η πρωτόγνωρη εντύπωση κάθε φορά εγκαθίσταται στο κέντρο του εγκεφάλου; Η φύση και η τέχνη, σε κάθε περίπτωση θα σε καθοδηγήσουν, δίνοντας τροφή σε μια νέα σκέψη πλάι στην παλιά. Σε ποια σχέση βρίσκονται η μία με την άλλη; Η μνήμη, γενεσιουργός δύναμη, άλλοτε τυφλώνει και άλλοτε φωτίζει τα μάτια, που μόνον ως θύρες επικοινωνίας ανάμεσα στον μέσα και στον έξω χώρο εκλαμβάνονται. Μια ποιητική εκδοχή πολύ ενδιαφέρουσα, δοκιμιακού χαρακτήρα, που ενισχύει τη θέση ότι συχνά η ποίηση διανοείται, αγγίζοντας την πιο πολύπλοκη αλλά και πιο πολύτιμη εκδοχή πεζού λόγου, αυτή του στοχαστικού δοκιμίου. Σκέφτομαι πόσο γειτνιάζει έτσι κι αλλιώς η έννοια του παιχνιδιού με την πιο βαθιά εισχώρηση του ανθρώπου στη ουσία της ζωής. Και δεν εννοώ με αυτό μόνο την κοινότοπη αλήθεια για τη βαθμιαία και ομαλή κατανόηση των ουσιωδών κανόνων κοινωνικής ζωής που επιτυγχάνεται μέσω των παιχνιδιών – εύστοχων μικρογραφιών των κοινωνικών συμβάσεων. Περισσότερο εννοώ τη δύσκολη προσαρμογή με την αλήθεια της ζωής. Αυτή που υποδηλώνεται ακριβώς με αυτές τις συμβάσεις, και που απαιτεί ίσως την άλλη οπτική που οδηγεί στην υπέρβασή τους -κατά το δυνατόν- αλλά που ταυτόχρονα προσγειώνει στα καθ’ ημάς αναπόφευκτα μιας συμφωνημένης κοινής διαβίωσης. Στη μέση αυτού του ιδιότυπου πολέμου, αυτής της σκληρής σύγκρουσης, ο ποιητής και η ποιητική του πρόταση να παίζει συχνά εν ου παικτοίς και να δίνει τη δική του εκδοχή της γέννησης και της ύπαρξης, αν και ομολογεί πως ίσως θα ήταν καλύτερα</p>
<p>Να εξέπνεα εδώ, να εξέπνεες κι εσύ<br />
σ’ αυτό το μικρό κομματάκι γης·<br />
να τελειώναμε με τα ζητήματα της ύπαρξης</p>
<p>Δεν είναι εύκολη η παραίτηση όμως. Η αποκάλυψη του κόσμου θα γίνει, όσο μακριά στον χρόνο και να πρέπει να περιστρέψει ο ποιητής τον στίχο του, όση πραγματικότητα να αναστρέψει.</p>
<p>Εκείνο το παιδί στο όνειρο γνώριζε την αλήθεια<br />
αυτού του παλιού μύθου έτσι όπως τον ξεφλούδιζε<br />
στίχο στίχο αποκάλυπτε τον κόσμο</p>
<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου με τον Παιχνιδότοπο προσανατολίζει την ποίηση στην πρωταρχική της αξία, όχι μόνο γιατί ανατέμνει την ουσία της ύπαρξης αλλά και γιατί δείχνει ότι ο ποιητικός λόγος μπορεί να είναι καινοτόμος στη θέαση του κόσμου με μια φιλοσοφική στάση που καλεί σε ενεργό προβληματισμό. Με δεδομένη, ωστόσο, τη ρεαλιστική συνθήκη: από τη μια η σκληρή πραγματικότητα και από την άλλη η ποιητική της ανάγνωση, όχι πάντοτε αντιληπτή από τους αποδέκτες της.</p>
<p>[…]Να θυμάσαι,</p>
<p>είμαστε ολομόναχοι όταν είμαστε με την ποίηση</p>
<p>Οι λέξεις πάλι θα κληθούν να κινητοποιήσουν τις αισθήσεις αρχικά, τη σκέψη κατόπιν προς μια διαφορετική εκδοχή της εικόνας του κόσμου. Μοναχικές και άυλες παρουσίες οι ίδιες, παίρνουν γήινη υπόσταση μέσα σε μια σύνθεση λόγου, μακάρι και παιγνιώδη, και κάπως έτσι αρχίζει η περιπέτεια της ποίησης. Ο λόγος του Γιώργου Αλισάνογλου, στην οριακή σαφήνεια που ανέχεται η ποιητική του εκδοχή, απευθύνεται σε όσους δεν επιζητούν τους εύκολους σε αναγνωστική κατάποση στίχους. Αλλά και σε όσους είναι σε θέση να αντιληφθούν τη δύναμη των λέξεων και να επιχειρήσουν την προσωπική τους αποκρυπτογράφηση. Η λιτή καλαισθησία του εξώφυλλου στην έκδοση της Κίχλης συνάδει απολύτως με το περιεχόμενο. Τα ποιητικά πράγματα ευδοκιμούν σε ένα περιβάλλον που επιβάλλεται με την ουσία του νοήματος, χωρίς κραυγαλέες φωταψίες.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</strong></h5>
<p>http://literature.gr 8/9/2016</p>
<p>Σοβαρό παιχνίδι με τις λέξεις</p>
<p>Ο παιχνιδότοπος του ποιητή είναι οι λέξεις. Σαν μικρό παιδί, αθώο και συνάμα πεισματάρικο αναζητά τις λέξεις εκείνες που θα σύρουν από το υποσυνείδητό του την προσωπική του αλήθεια.</p>
<p>Στους ποιητές αρέσει πάντα να παίζουν, αλλά ένα παιχνίδι σοβαρό, όπως το αντιλαμβάνονται τα παιδιά όχι οι ενήλικοι. Για ένα παιδί το να κρυφτεί κάτω από το τραπέζι σημαίνει πως εισχωρεί σε έναν άλλο κόσμο, σε μια μυστική κρύπτη. Για τον ενήλικο, που έχει απομακρυνθεί από την αθωότητα δεν είναι παρά ένα τραπέζι και τίποτα παραπάνω. Έχουμε ανάγκη τους ποιητές γιατί με το βλέμμα τους οριοθετούν νέες διαστάσεις στα πράγματα. Και πάνω από όλα αναπτερώνουν την πίστη στην υπέρβαση.<br />
Διαβάζοντας τον Παιχνιδότοπο, το νέο βιβλίο του Γιώργου Αλισάνογλου ανακαλύπτω εκείνη την πεισματάρα φωνή ενός ώριμου παιδιού που αναζητά την αιτία της ύπαρξης μέσα στα συντρίμμια ενός κόσμου ασφυκτικού όπου το παιχνίδι έχει αντικατασταθεί με την βία και την απληστία. Δεν είναι τυχαίο που τιτλοφορεί την πρώτη ενότητα του βιβλίου Πόλεμος. Ο πόλεμος ξεκινά με την γέννα. Ο άνθρωπος αποβάλλεται από την θαλπωρή της μήτρας και έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Η ζωή είναι ένας πόλεμος με την φθορά, με την απώλεια, με τον ίδιο τον θάνατο.</p>
<p>Η ιστορία για τον ποιητή ανήκει στον ίδιο τον άνθρωπο που παλεύει να προσδιοριστεί μέσα στο χάος. Διασχίζοντας νάρκες και συρματοπλέγματα, περιπλανώμενος από χώρες και πόλεις που έχουν στιγματιστεί από την βία, ο Αλισάνογλου ψάχνει την αιτία αυτής της καταστροφής.</p>
<p>Η αθωότητά του συγκρούεται με τα άγρια ένστικτά των ανθρώπων που ενώ θα έπρεπε να σκορπίσουν ομορφιά εκείνοι σκόρπισαν θάνατο:</p>
<p>Κι είχε σκεπάσει τις πόλεις, τα βουνά</p>
<p>η γνώριμη ρήση του Εμίλ Σιοράν</p>
<p>η νοσταλγία για βαρβαρότητα είναι</p>
<p>η τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού</p>
<p>ορθολογισμός; φονική αταξία;</p>
<p>υπερβολές – βρισκόμασταν ήδη</p>
<p>πολύ μετά</p>
<p>καλωσορίζαμε την νυχτερινή παλίρροια</p>
<p>ενώ οι σκύλοι κομμάτιαζαν τον αφέντη</p>
<p>Που βρίσκει ο ποιητής μια διέξοδο από αυτό το μακελειό; Στην Μνήμη, όπως τιτλοφορείται η δεύτερη ενότητα του βιβλίου. Εκεί αναζητά τα πρώτα νήματα, τα πρώτα ίχνη για να μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Κάνει μια αναδρομή στην αθωότητα, στον πρώτο εκείνο παιδικό χώρο πριν εισβάλει ο χρόνος και διαλύσει τα πάντα στο διάβα του. Αυτή η επιστροφή φυσικά και δεν είναι ανώδυνη. Είναι σαν να επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος. Να ανακαλύψεις τα λάθη που έγιναν, οι λάθος επιλογές που πάρθηκαν. Αυτή η επιστροφή του ποιητή απαιτεί θάρρος. Τα ποιήματά του είναι δραματικές σκηνές μια εσωτερικής μάχης με το καλό και το κακό, μια μάχη που θα συνεχίζεται όσο ζει:</p>
<p>Πέρασαν δεκαετίες από εκείνη την ασφυκτική βροχή</p>
<p>της ντροπής και το παιδί πέθανε ξανά και ξανά</p>
<p>πιο πολύ από την εποχή του Έζησε με δρασκελιές μές</p>
<p>στα ποιήματα που αγάπησε και δεν θέλει πια να γεννηθεί</p>
<p>στα σκοτεινά νερά αυτής της πόλης με τις σύνθετες</p>
<p>γεωμετρικές μορφές που ξεπετάγονται ξεδοντιασμένοι</p>
<p>κίονες μέσα απ΄ την ελεγχόμενη σιωπή των σημερινών</p>
<p>στίχων</p>
<p>Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα Μεμβράνη φανερώνει αυτή την αγωνία προσδιορισμού μέσα σε ένα άγνωστο και συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο.</p>
<p>Το τρίτο μέρος ονομάζεται Λάφυρα. Τελικά κάτι μένει μέσα από την διαδρομή. Φυσικά τα λάφυρα που δεν δωρίστηκαν, κατακτήθηκαν. Λάφυρα γαλήνης, αιωνιότητας, ύπαρξης, συνθέτουν το πρόσωπο του ποιητή, την προσπάθεια να κρατήσει ως παρακαταθήκη αυτά τα λάφυρα ως πληρωμή για την πάλη του, για την επικινδυνότητα του να μάχεται με τον ίδιο του τον εαυτό:</p>
<p>γυμνώνομαι με τρόπο θανάτου</p>
<p>ορκίζομαι να συνεχίσω να αγωνιώ</p>
<p>με το χέρι οπλισμένο λέξεις</p>
<p>Ο Αλισάνογλου με τον Παιχνιδότοπο έβαλε τον πήχη ψηλά. Την θεωρώ την πιο ώριμη συλλογή του. Ο σουρεαλισμός των προηγούμενων συλλογών έχει τιθασευτεί και περνά μέσα στο τωρινό έργο με τέτοιες δόσεις ώστε να μην γίνονται υπερβολικές. Οι στίχοι του μεστοί, ακριβοθώρητοι, με έντονη δραματικότητα δεν σε αφήνουν ανεπηρέαστο. Ταξίδεψα στον κόσμο του, ένιωσα την αγωνία του, ταυτίστηκα με τους φόβους του.</p>
<p>Νομίζω η μεγαλύτερη επιτυχία ενός ποιητικού βιβλίου έγκειται στην αίσθηση που προκαλεί. Αν δυναμιτίζει τις αισθήσεις μας και μας προκαλεί να σκεφτούμε. Όταν τέλος αντικαθρεφτίζεται και ο δικός μας κόσμος μέσα στον κόσμο του ποιητή. Ο Παιχνιδότοπος αξίζει την προσοχή μας. Ένα βιβλίο που πραγματικά με συγκλόνισε με την αμεσότητά του.</p>
<h5><strong>ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 24/4/2016</p>
<p>Κλιμακώσεις του άλεκτου</p>
<p>Τα ποιήματα του Αλισάνογλου διέπονται συχνά από μια πηγαία κειμενικότητα, η οποία συχνά ίπταται πάνω από την εμπεδωμένη τεχνική αρτιότητα.</p>
<p>Τόσο ο ρυθμός όσο και η μεταφορά, άλλοτε ελέγχουν κι άλλοτε αποδεσμεύουν τη «φυσικότητα» της εικόνας επιστρέφοντας στον ίδιο τους τον εαυτό, εκτελώντας μια κυκλική ή σπειροειδή κίνηση προς την ίδια τη γλώσσα.</p>
<p>Ετσι, τα ποιήματα θέτουν το όποιο πραγματικό συμβαίνον εντός της γλώσσας, με αποτέλεσμα -έστω κι ως αξίωση- να μην παραπέμπουν σε οτιδήποτε εξω-γλωσσικό, αλλά να μας ωθούν σε χειρονομιακού τύπου, θα λέγαμε, αυτοαναφορικότητα.</p>
<p>Στον Παιχνιδότοπο ο δημιουργός ανοίγεται επιπρόσθετα και στην ιστορία -αυτοσκηνοθετούμενος, υπηρετώντας πάντα το όραμά του- όπου και προσπαθεί να μεταποιήσει τη συγκυρία σε τέχνη (βλ. «Συρία», «Μαριούπολη» κ.ά.), αντλεί από τρίτους όχι μόνο μότο αλλά και στίχους (αξίζει να δει κανείς και το ομώνυμο ποίημα της συλλογής «Παιχνιδότοπος», όπου συναντώνται το «Γκρόντεκ» του Τρακλ, ο Δενδρόκηπος του Γ. Θέμελη και η Λήθη του Δ. Δημητριάδη), προτείνει soundtrack ως ακουστικές συνοδείες των ποιημάτων του και «συνομιλεί» με επιγράμματα των Φιλόδημου, του Καλλίμαχου και του Μελέαγρου.</p>
<p>Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η συλλογή είναι δομημένη σε τρία μέρη: Πόλεμος, Μνήμη και Λάφυρα.</p>
<p>Τέλος, ο υπότιτλος της συλλογής, «τραύμα για 9 μήνες και 3 εποχές», δείχνει την ίδια την κυοφορία και τη γέννηση ως «τραύμα» και παίζει με τον ποιητή ως έμβρυο, το έμβρυο ως ποίημα και τα ποιήματα ως έμβρυα.</p>
<p>Ασχημάτιστα ή υπό διαρκή σχηματισμό, λοιπόν, τα ποιήματα αποκαλύπτονται τις περισσότερες φορές κατορθωμένα.</p>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 22/4/2016</p>
<p>Όταν ο Μπόρχες συνάντησε τον Έλιοτ</p>
<p>«Ο χρονικός προσδιορισμός της πτώσης τού θεϊκού δημιουργού και της μεταμόρφωσής του σε καταδικασμένο (αργοπορημένο) Σατανά», γράφει ο Δημήτρης Δημηρούλης στην εισαγωγή στην Αγωνία της Επίδρασης τού Harold Bloom, «συνεπάγεται τον διαχωρισμό της ποιητικής ιστορίας σε δύο μεγάλες εποχές: στην προμιλτόνεια εποχή της παραδείσιας ταύτισης (ή έστω ειρηνικής συνύπαρξης) τέχνης και φύσης και στη μεταμιλτόνεια εποχή της σύγκρουσης, του άγχους και της ένοχης συνείδησης που υφίσταται τις συνέπειες τού οντολογικού ρήγματος μεταξύ πραγματικού και ιερού».[1] Αυτό σημαίνει πως ο μοντέρνος ποιητής είναι ο κληρονόμος μιας μελαγχολίας που γεννήθηκε στο πνεύμα του Διαφωτισμού εξαιτίας του σκεπτικισμού του προς τη δική του διπλή κληρονομιά – τον καλλιτεχνικό πλούτο των αρχαίων και των μεγάλων της Αναγέννησης. Ο Σέλεϊ ισχυρίστηκε, όπως επισημαίνει ο Bloom, ότι οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει. Ο Μπόρχες σημειώνει ότι οι ποιητές δημιουργούν τους προδρόμους τους. Και εάν οι νεκροί ποιητές, όπως επέμεινε ο Έλιοτ, αποτελούν την προωθημένη γνώση των επιγόνων τους, αυτή η γνώση εξακολουθεί να είναι δημιούργημα των επιγόνων, δημιούργημα που έγινε από ζωντανούς για τις ανάγκες των ζωντανών.[2] Κάθε ποίημα είναι παρερμηνεία ενός πατρικού ποιήματος και δεν συνίσταται σε μια υπέρβαση της αγωνίας αλλά σε αυτή την ίδια την αγωνία. «Η ποίηση είναι μαγεία της αιμομιξίας, πειθαρχημένη από την αντίσταση σε αυτή τη μαγεία».[3]</p>
<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου, στην ποιητική συλλογή του Παιχνιδότοπος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη, ευαγγελίζεται τη λογοτεχνική του κληρονομιά ενώ την ίδια στιγμή επιχειρεί αυτή την πειθάρχηση της μαγείας της αιμομιξίας μέσω της επανεκδραμάτισής της. «Η μητέρα μου είναι μετανάστης», γράφει στο ποίημα του [Ulysses/Circe], «κρατάει στο μυαλό της την επινόηση/ενός ποιήματος/που πάντα έρχεται πολύ αργά/εγώ λέει είμαι υπόλοιπο μιας επινόησης/που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη/αν όμως κάποτε εμφανιστώ ως δημιούργημα/η μητέρα λέει θα είμαι ποίημα/μια ρωγμή στην απελπισία της/όμως πιθανόν τότε να μην έχω καμία/άλλη χρησιμότητα/γιατί συνήθως τα ποιήματα σε τίποτε/δεν χρησιμεύουν παρά μόνον/ως πρόσκαιρα αναχώματα/σε μια ήδη ξεπερασμένη/στιγμιαία σύγκρουση με τον εαυτό μας».</p>
<p>Ο ποιητής είναι πάντα ένας Οιδίποδας που αποπειράται την επιστροφή στη μήτρα της μούσας του. Μόνο που ο Αλισάνογλου δεν συναντά εκεί παρά μια πληγή και γι’ αυτό οι στίχοι του είναι αιμάτινοι. «Ανάμεσα στην τήξη και στην πήξη αναρριγεί ο χυμός της ψυχής», μας λέει ο Έλιοτ στα Τέσσερα Κουαρτέτα («Little Gidding»), και ο Αλισάνογλου στον Παιχνιδότοπο, ένα «τραύμα για 9 μήνες και 3 εποχές», στο πλαίσιο τού οραματισμού μιας ουτοπίας του πνεύματος, στήνει ένα παιχνίδι μεταξύ της διαχρονικότητας της λογοτεχνικής και πολιτιστικής του παρακαταθήκης και της μπερξονικής συγχρονικότητας της μνήμης όμοιας με εκείνο που κυοφορεί ο Έλιοτ στα Τραγούδια του Άριελ («Είχα δει γεννήσεις και θανάτους, είχα νομίσει όμως πως ήταν διαφορετικοί», Το ταξίδι των Μάγων)</p>
<p>Η ποίηση του Αλισάνογλου δεν είναι λυρική, δεν είναι «η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος», όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Έλιοτ, αλλά μια ποίηση δραματική και στοχαστική, που σαν το «όνειρο του Πέντρο Ενρίκες Ουρένια καθώς ξημέρωνε μια μέρα του 1946», «δεν την αποτελούν εικόνες αλλά αργές λέξεις»[4] και «αν και επινοημένη μπορεί να περιγράψει αρκετά καλά τη μοίρα όλων εμάς που για επάγγελμα έχουμε διαλέξει να μετατρέπουμε σε λέξεις τη ζωή μας».[5] Και ενώ στο επίκεντρο των κειμενικών διαδρομών τού Μπόρχες, που περνούν μέσα από τον Όμηρο, τον Πυθαγόρα, τον Σενέκα, τον Βιργίλιο, τον Βολταίρο, τον Δαρβίνο, τον Έμερσον, τον Μπράουνινγκ και τον Γουίτμαν, για να συνοψιστούν στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, βρίσκεται πάντα το νοσταλγικά επαναστατικό Μπουένος Άιρες, στον πυρήνα των ευλαβικά πατροκτονικών περιπλανήσεων του Αλισάνογλου, που περνούν από τον Όμηρο, τον Φιλόδημο, τους επικούρειους, τον Καλλίμαχο,[6] τον Σέξπιρ, τον Γέητς, τον Μίλτον, τον Cioran και τον Τζόις, βρίσκονται τα σεφερικά ερείπια του σύγχρονου δυτικού – αθηναϊκού πολιτισμού ως απομεινάρια του ναυαγίου της νεωτερικότητας.</p>
<p>Ο Αλισάνογλου, σαν άλλος Μπόρχες, παίζει με τις έννοιες της τυφλότητας και της διαύγασης ([Να μπεις διασχίζοντας στο βλέμμα και να τυφλωθείς], [Το μαρτύριο της όρασης]) και χρησιμοποιώντας συχνά το μοτίβο της επανάληψης ως μορφικό στοιχείο («που γέννησε αίμα που γέννησε ροή που γέννησε βλέμμα/που γέννησε φωνή που γέννησε τρέλα που γέννησε γη/που γέννησε ψέμα που γέννησε φυγή που γέννησε ρέμα/που γέννησε εποχή»)[7] αλλά και ως μια αέναη επιστροφή στην αρχετυπική σκηνή, ανάγει το προπατορικό αμάρτημα της γραφής στις διαστάσεις ενός αλύτρωτου συμπαντικού πεπρωμένου. «Η κιρκεγκωριανή επανάληψη δεν συμβαίνει ποτέ», επισημαίνει ο Bloom, «αλλά εισορμά ή προβάλλει, αφού είναι ανάμνηση προς τα εμπρός, όπως η Δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό».[8] Ενώ ο Έλιοτ σημειώνει: «Ο ποιητής πρέπει να παρέχει και να αναπτύσσει διαρκώς τη συνείδηση τού παρελθόντος ως παρόντος, και εκείνο που γίνεται τότε είναι μια διαρκής εγκατάλειψη του εαυτού του της στιγμής σε κάτι περισσότερο άξιο. Η πρόοδος ενός καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας».[9]</p>
<p>Κατ’ αυτό τον τρόπο, το αποκαλυπτικό όραμα της «αυτοθυσίας» ως συγχρονικότητα, στον Παιχνιδότοπο («πορευόμαστε μεταξύ τελειότητας και φθοράς/λες και υπήρξαμε/λες και δεν υπήρξαμε νεκροί/του κόσμου τούτου»)[10] καταλήγει «να δίνει μορφή και σημασία στο απέραντο πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που είναι ο σύγχρονος κόσμος»,[11] όπως έγραφε και πάλι ο Σεφέρης για τον Έλιοτ, και σκιαγραφεί αυτό τον κόσμο ως μια κατάσταση ανάμεσα στην κόλαση και το πουργατόριο.</p>
<p>Ο Αλισάνογλου είναι ένας ποιητής αφηγηματικός, σαν τον μεγάλο αργεντίνο δάσκαλό του, και ένας ποιητής ελεγειακός σύμφωνα με τον ορισμό που έδινε ο Σίλερ στον όρο, για τους δημιουργούς εκείνους για τους οποίους η λύπη εκπηγάζει από τον ενθουσιασμό που γέννησε το ιδεώδες.[12] Οραματιζόμενος μια ρήξη του ιστορικού συνεχούς, ως ένας προφήτης στραμμένος προς τα πίσω, ως πατροκτόνος και αιμομίκτης ποιητής είναι καταδικασμένος να βιώνει τις πιο δημιουργικές εκλάμψεις του μέσα στη μελαγχολική τυφλότητα της ιστορικής του καθυστέρησης.</p>
<p>Ο συγγραφέας του Παιχνιδότοπου καταστρώνει εν τέλει ένα ημιτελές έπος της δικής του ήττας την οποία ταυτόχρονα εξιστορεί, μαρτυρεί και μνημειώνει. Και ως μάρτυρας ενός θεού που έχει από καιρό πεθάνει, σημειώνει στο τέλος της [Επωδού] του: «Κι από την άλλη/ούτε ένα ερωτικό σονέτο απόψε/να υπογράψει/την αιωνιότητά μας».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 17/4/2016</p>
<p>Το παλίμψηστο της Μνήμης ή πώς η τραυματική Μνήμη ανάγεται σε μετωνυμία μιας διαχρονικής και υπερτοποπικής πολιτισμικής παθογένειας που ερείδεται σε ανθρωπολογικά στοιχεία: αυτή θα μπορούσε να είναι η κεντρική ερμηνευτική αρτηρία της καινούριας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Αλισάνογλου Παιχνιδότοπος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2016) από τις εκδόσεις Κίχλη. Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή. Παρά τον οπτιμισμό που αναδύεται από τον τίτλο, ο Παιχνιδότοπος του Αλισάνογλου δεν μοιάζει να προσφέρεται για παιδικό παιχνίδι και το ειρωνικό πρόσημο του τίτλου του γίνεται κατανοητό στον αναγνώστη, όταν τον συν- αναγνώσει με τον υπότιτλο του βιβλίου: τραύμα για εννέα μήνες και 3 εποχές. Πρόκειται για μια περίοδο δηλαδή ισόχρονη με την ανθρώπινη κύηση και τόσο επώδυνη όσο η έλευση κάθε ανθρώπινης ύπαρξης στον αφιλόξενο κόσμο ή μήπως τόσο τραυματική όσο η γέννηση ενός ποιητή μέσα από την επίπονη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας που επιδεινώνεται όσο η φθορά και ο πόλεμος δεν έχουν ημερομηνία λήξης αλλά ανανεώνονται ατέρμονα διαγράφοντας επάλληλους κύκλους;</p>
<p>Η ποιητική συλλογή αποτελείται από τέσσερα μέρη: Πόλεμος, Μνήμη, Λάφυρα και Όρια της Άνοιξης, με κάθε ένα από αυτά να αντιστοιχεί σε μια εποχή του χρόνου. Η «κυοφορία» του ποιητή διαρκεί από το καλοκαίρι μέχρι και τον χειμώνα και η γέννησή του διαδραματίζεται την άνοιξη. Εν προκειμένω, σε μια πρώτη ανάγνωση, μπορούμε να μιλήσουμε για ασύμμετρη ποσοτικά δομή της συλλογής δεδομένου ότι η σχέση μεταξύ των τεσσάρων μερών της είναι ετεροβαρής· ο Πόλεμος κατέχει τη μεγαλύτερη έκταση στο βιβλίο, τα επόμενα δύο μέρη είναι περίπου ποσοτικά ισότιμα και το τελευταίο μέρος Τα όρια της Άνοιξης είναι ποσοτικά το ισχνότερο, καθώς αποτελείται μόνο από τρία ποιήματα. Το τελευταίο ωστόσο αυτό μέρος της συλλογής ενέχει μια ερμηνευτική δυναμική, που υπερβαίνει την αριθμητική του ισχνότητα, καθώς η φωνή του ποιητή, διηθημένη μέσα από τα δεινά, απελευθερώνει το ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας, παρά την παθογένεια, τους πολιτισμικούς αταβισμούς, τον θάνατο.</p>
<p>Είναι νευραλγικής σημασίας η χρήση των συμβόλων στο εν λόγω βιβλίο στον βαθμό που αυτά ισοπεδώνουν τις χρονικές διαφορές, ανασημασιοδοτούν την Ιστορία, την επικαιροποιούν, διαρρηγνύοντας τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ τόπων και εποχών. Μυθικά πρόσωπα, όπως η Κίρκη, ο Οδυσσέας, η Πηνελόπη, η Ελένη, οι Δαναοί και οι Μυρμιδόνες, πρόσωπα ιστορικά, όπως η Μαρία Αντουανέτα και η Θηρεσία, αλλά και διαχρονικοί λογοτεχνικοί ήρωες, όπως η Οφηλία, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα συνυπάρχουν σε ένα κάδρο, όπου το παρελθόν πολτοποιείται σε ένα αδιάρρηκτο παρόν και το παρόν αντιμετωπίζεται ως ένα μέλλον εις το διηνεκές με δυστοπικά κάποιες φορές φορτία. Διαβάζουμε: «Η μητέρα μου, μια οποιαδήποτε γυναίκα/ που δραπέτευσε από το βασίλειο της Τροίας/ μια οποιαδήποτε γυναίκα που δραπέτευσε/ από το βασίλειο της Δανιμαρκίας/ η μητέρα μου, δραπέτευσε από το βασίλειο της Γαλλίας /». (…) ήταν Ελένη, Οφηλία, Μαρία Αντουανέτα, / ήταν Θηρεσία, Αραγονία, Οξάνα, Κίρκη, Πηνελόπη, / Πενθεσίλεια, Λευκοθέα /η μητέρα μου /ακολουθεί τους κύκλους αίματος των προγόνων της /διεκδικεί το μερίδιό της στον κόσμο /διασχίζει νεκρή τις κάμαρες του Μπίκερναου /κανένας ρόλος δεν της αποδόθηκε απόψε /μια οποιαδήποτε γυναίκα η μητέρα μου /που το όνομά της είναι Βικτώρια /». Το «εδώ» του Παιχνιδότοπου είναι υπερτοπικό, το «τώρα» δεν σχηματοποιείται χρονικά και η αναπαράσταση της συντελεσμένης πραγματικότητας μέσα από την ποιητική γλώσσα ανακαινίζεται και αναβαπτίζεται, με τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τέχνη να θολώνουν, να συγχέονται και εντέλει να ομογενοποιούνται. Η ποίηση αναζητεί και εντοπίζει το ιστορικό «είναι» στο ποιητικό «γίγνεσθαι» και η ταύτιση της ζωής με την τέχνη στην παρούσα συλλογή μπορεί να θεωρηθεί ως μια καίρια συμβολή στην αυτοναφορικότητα της ποίησης.</p>
<p>Η απουσία συχνής χρήσης των σημείων στίξης μας φέρνει μπροστά σε μια ποίηση ρέουσα που μαγεμένοι ακολουθούμε τον ρυθμό της. Τα φορτία των ποιητικών κειμένων εσωκλείουν σε πολλά σημεία μια έμμετρη δυναμική και η ρυθμικότητα των στίχων είναι εν πολλοίς απότοκη της απουσίας της τελείας. Η εν λόγω συνθήκη σε αντίστιξη με τους ρηξικέλευθους διασκελισμούς, που μεταθέτουν βίαια κάποιες φορές το νοηματικό διακύβευμα στον επόμενο στίχο, εδραιώνουν το καθεστώς της συγκινησιακής αλληλουχίας. Η ποιητική γλώσσα του Αλισάνογλου συνίσταται σε ένα πυκνό δίκτυο μεταφορών και μια σύνθετη οργάνωση των γλωσσικών υλικών με ταυτόχρονη προσφυγή σε δραματικής προέλευσης στοιχεία, όπως οι εμβόλιμες συνομιλίες του ποιητικού υποκειμένου με άλλες φωνές: (…)“Από τη Δύση κύριοι γυρίσαμε πάλι πεινασμένοι”/ Κι από την άλλη, / ούτε ένα ερωτικό σονέτο απόψε/ να υπογράψει/ την αιωνιότητά μας/».</p>
<p>Πολλές από τις λέξεις μέσα στο ποίημα δεν επιφέρουν μόνο τον ιδιαίτερο χρωματισμό της «λέξης» αλλά οδηγούν κάποιες φορές και σε αλλαγή της σημασίας της. Χαρακτηριστική επί παραδείγματι είναι η χρήση της λέξης τραύμα, με την οποία φαίνεται ο ποιητής να κομίζει πολλαπλές εννοιολογικές πυκνώσεις: το τραύμα ως βίωμα, το τραύμα ως όνειρο, το τραύμα σε ρόλο «διασώστη» της Μνήμης, το παρελθόν τραύμα αλλά και το επικείμενο, το αναπόφευκτο, το μέλλον τραύμα. Διαβάζουμε στο ποίημα [Πριν, ήταν πληγή]: «όνειρο, κάποιου άλλου που έμοιαζε τόσο υπέροχα με το/ δικό σου τραύμα/ μακριά· τόσο κοντά, ο σκοτεινός ανοιχτός κόσμος /που ήρθε νωρίς·/που έχει τόσο πολύ αργήσει/» αλλά και στο ποίημα [Λάφυρο Τραύμα / Όνειρο]. «Μα, είμαι / αναπόφευκτο τραύμα/ ζω μες στα σπλάχνα σου/ ολομόναχος/ περνώντας/ ― εννιά μήνες και τρεις εποχές ― / (…)».</p>
<p>Οι σημασιολογικές μονάδες Μνήμη ― Τραύμα ― Όνειρο ― Πόλεμος ― Ποίηση συγκροτούν ένα ιδεολογικό πεντάγωνο, με αμφίδρομες ωσμώσεις, όπου στο κέντρο του βρίσκεται ο άνθρωπος. Πρόκειται για ερμηνευτικά κλειδιά που βέβαια ενέχουν και δομική λειτουργία μέσα στην ποιητική συλλογή δεδομένου ότι σπονδυλώνουν τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου, συνηγορώντας υπέρ της διάσωσης μιας αλήθειας σε θραύσματα. Οι αντιθέσεις, τα ζεύγματα και τα αντώνυμα συμφύρονται, συγκλίνουν προς έναν βαθμιαίο συγκερασμό, και ο ποιητής μοιάζει ενίοτε αμήχανος μπροστά στη φθορά και στην προσπάθεια να διασώσει την αλήθεια της Ιστορίας που αποδίδεται μέσα από τα θραύσματά της: «δύσκολα κυλά η κυκλοφορία / μέσα σε τόσους πολέμους /», δηλώνει, ενώ ο λόγος του θρυμματισμένος και αυτός και ενίοτε διασπαθισμένος μεταξύ πολέμων συντελεσμένων και πολέμων σοβούντων μετεωρίζεται ανάμεσα στην κραυγή και τη σιωπή. Σταχυολογούμε από το ποίημα [Λάφυρο ουλή]: [κι η φωνή σου έκτοτε θρυμματίζεται/ όλο θρυμματίζεται και καθυστερεί]/». Ο ποιητής μονολογεί διερωτώμενος: «Πουλί στεντόρειο/ που πετάς ψηλά, πέρα από τα ναυάγια των πόλεων/ πες μου, έχω πεθάνει κι είμαι ακόμη εδώ; / ― είμαι αρκετά νεκρός για τον κόσμο αυτό; ― / Γιατί κάθε νύχτα είναι η ίδια νύχτα/ μα εγώ σε άλλο τέρμα φτάνω; /». Η ανθρωπολογική διάσταση της ποίησης του Αλισάνογλου είναι συνυφασμένη με την έννοια της Ύπαρξης, με πολλαπλές ερμηνευτικές δεσπόζουσες: α) την αποστολή του ποιητή να πορεύεται με το άχθος των αμαρτημάτων της Ιστορίας, β) την κραυγή της αγωνίας του για το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο πολιτισμός και γ) τη στυφή επίγευση του θανάτου του ουμανισμού. Και ίσως εδώ να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε πιο ουσιώδες πέρα από όσα ο ποιητής γράφει: « (…) Φθινόπωρο στον πολιτισμό / μα μνήμη άνοιξης μοιάζει να τους οδηγεί στον ουρανό/ [7 λεύγες κάτω από την ρίμα του καιρού― θαμμένοι/ εκεί όπου ανθίζει μια Αλεξάνδρεια του νου/ ― και όλοι οι νεκροί υποκλίνονται σ’ αυτό]/.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Fractal Απρίλιος 2016</p>
<p>Άνθρωπε, ιδού ο κόσμος σου…</p>
<p>… και είναι σπασμένο παιχνίδι• το μέσα έξω. Με μια γενεαλογία ξεκινάει ο κόσμος: Ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών, άρχοντα μιας φυλής του Ιούδα. Ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών, ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ. [Πριν, ήταν πληγή/ που γέννησε αίμα που γέννησε ροή που γέννησε βλέμμα/ που γέννησε φωνή που γέννησε τρέλα που γέννησε γη…].</p>
<p>Με το προσωκρατικό κόρνο του Εφέσιου Ηράκλειτου ξεκινάει αυτός ο πόλεμος: «Πόλεμος πάντων πατήρ». Για μια κόλαση ανάμεσά μας, για μια εποχή στην Κόλαση, για εννέα μήνες και τρεις εποχές που θα γεννήσουν ζωή, που θα γεννήσουν πόλεμο, που θα γεννήσουν Κόλαση. Γιατί ο Σιοράν, όταν το έλεγε το εννοούσε: «Χωρίς Κόλαση, ούτε οι αυταπάτες δεν είναι δυνατές».</p>
<p>Πάνω από τις πόλεις του κόσμου, η πορφύρα του χαμού. Η ημέρα σαν διακοσμητικό στοιχείο• παλαιωμένο. Η νύχτα υπερέχει και δεν συμφέρει. Είναι η νύχτα που έπεσε ο κόσμος μέσα.</p>
<p>Μια μάνα, το παιδί της, ο κόσμος και ο δρόμος. Ο Γιώργος Αλισάνογλου δεν ακολουθεί το zeitgeist κι ας φαίνεται ότι μιλάει για τα σημερινά. Η ποιητική του σύνθεση «Παιχνιδότοπος» είναι μια πορεία και μια κατάβαση. Μέσα από πόλεις, ανθρώπους, σκιές, σκιαμαχίες, πολέμους, προσφυγιά, εσωτερική περιδίνηση• γίνεται ένας αλιέας δονήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγει ως αρχική προμετωπίδα ένα απόσπασμα από το εμβληματικό «Ο Δρόμος» του Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Δύο άνθρωποι μόνοι μέσα στο στρόβιλο του κόσμου. Όλοι εναντίον τους – ένας κόσμος παρακείμενος.</p>
<p>Η σύνθεση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Πόλεμος, Μνήμη, Λάφυρα, Όρια Άνοιξης. Τα πρώτα δύο επέχουν τη θέση αναπτύγματος. Ο κόσμος ως έχει. Ο κόσμος ως βούληση για καταστροφή και παράσταση. Εν είδει αφηγητή, το παιδί αναλαμβάνει να μιλήσει για το τεμαχισμένο τοπίο του κόσμου του, για την μεγάλα στέπα που τα μάτια του καταγράφουν. Με μια ισοπέδωση, με ένα σπασμό, με μια μοχθηρή έκσταση, ο κόσμος συλλέγει τις ουλές του, τα πολεμικά του στίγματα. Η υποτροπική λάμψη των ανθρώπων που ζει μέσα στο παιδί και μετά πάλι δρόμος. Στο τρίτο μέρος το κάτοπτρο γυρίζει προς τα μέσα, είναι σαν η ταύτιση του παιδιού με τον ποιητή να είναι βαρύνουσας σημασίας. Σε αυτό, είναι οι λέξεις και η ακαταμάχητη ζωτικότητά τους που προσπαθούν να δώσουν ένα νόημα σε έναν κόσμο α-νόητο. Οι στίχοι μοιάζουν να είναι ο μετρονόμος του πόνου, όμως υπάρχει και η ενεργή προσήλωση στην επιβίωση, στη συνέχεια αυτού του πράγματος που λέγεται ποίηση, ενώ τριγύρω υπάρχει μόνο αποκτήνωση. Το τέταρτο μέρος, το πιο μικρό από όλα τα άλλα, είναι κάτι σαν έξοδος• μια εξόδιος ακολουθία. Το θνήσκον σώμα μπορεί να σωπάσει, η φωνή ποτέ. Εκδικείται με μέλλον, όπως γράφει ο Αλισάνογλου. Το τέλος των ανθρώπων θα είναι μια εικόνα, αλλά η φωνή θα μείνει. Το αντηχείο ενός κόσμου που πνίγεται στις λέξεις του.</p>
<p>Ο «Παιχνιδότοπος» δεν έρχεται από το σήμερα. Δεν είναι επικαιρικός, δεν συλλέγει άλλοθι από το τώρα. Είναι ένα posthumous, ένας μεταθανάτιος ρόγχος, μια εικόνα από το μέλλον• όχι πολύ μακρινή. Ο «Παιχνιδότοπος» είναι ένας ψυχοπαλμός, είναι μια οχυρή πόλη από λέξεις που δεν καταλύεται από τη βία. Ναι, η ποίηση δεν σώζει, δεν επαναφέρει την τάξη που έχει διασαλευτεί, αλλά είναι εκείνη που προσφέρει την αλχημεία μιας άλλης ζωής: μιας άλλης τάξης ζωή.</p>
<p>Ο Αλισάνογλου κρατάει πολλούς ρυθμούς από ποίημα σε ποίημα και εναλλάσσει τις κλίμακες. Αυτό από μόνο του βοηθάει και ουσιαστικά εξηγεί την έννοια της σύνθεσης. Διότι αυτή δεν είναι μια μουσικότητα ξεκομμένη από την υφολογική ανάπτυξη της ποιητικής σύνθεσης. Άλλωστε και ο ίδιος στο τέλος προσφέρει ένα επιλεγμένο σάουντρακ που ακολουθεί νοητά τις λέξεις, τις ντύνει και τις χρωματίζει. Υπάρχουν ποιήματα που οδηγούνται από ένα κρεσέντο και άλλα από adagio. Άλλοτε είναι η υλακή που υπερτερεί κι άλλοτε ο ψίθυρος. Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη, αλλά και η μια εισχωρεί στην άλλη προσπαθώντας να φτιάξουν το παζλ του εκπεσόντος κόσμου. Το σύνολο διαμορφώνει μια φούγκα για τον «μετά-κόσμο» που έρχεται πλησίστιος κατά πάνω μας. Ο Αλισάνογλου, όμως, σε τούτη τη γενική αρχή του causa sui – της ντετερμινιστικής εκδοχής του κόσμου –θα διαλυθεί, τι άλλο μπορεί να του συμβεί;- αντιτάσσει το ανθρώπινο ηχείο, τη φωνή. Είναι το ύστατο οχυρό άμυνας. Άνθρωπε, μίλα για τα πάθη σου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΛΟΓΙΣΤΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr Οκτώβριος 2014</p>
<p>Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση</p>
<p>Η ποιητική συλλογή Προς μια αλόγιστη κατεύθυνση προέκυψε τυχαία από την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2013, μεταξύ του Γιώργου Αλισάνογλου (επικεφαλής των εκδόσεων Σαιξπηρικόν και ποιητή) και του Δημήτρη Δημητριάδη (δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν τον γνωρίζει κάποιος, έστω κι αν είναι μόνο από το Πεθαίνω σαν χώρα του). Και τα δεκατέσσερα δηλαδή ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή γράφτηκαν εξ ολοκλήρου σε μορφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Αλισάνογλου στις λιγοστές εισαγωγικές αράδες του «είναι μια αλληλογραφία πολλαπλών, αλληλοσυμπληρούμενων και αντιμαχόμενων κατευθύνσεων, γραμμένη εν θερμώ». Εκεί, πάνω στον «βρασμό των αμοιβαίων ανταποκρίσεων», ο δημιουργικός οργασμός μετουσιώνεται σχεδόν σε σωματικό σπασμό που συνεπαίρνει και αναστατώνει τον αναγνώστη.<br />
Η θέση μου για την ενασχόληση της ποίησης με το σεξ είναι σαφής και γνωστή σε όσους μου κάνουν την τιμή να διαβάζουν κείμενά μου εδώ στο vakxikon.gr, στη Νέα Ευθύνη, το Κοράλλι, τη Νέα Σκέψη, τον Μανδραγόρα ή όπου αλλού: πιστεύω ότι η ενασχόληση αυτή αποκαλύπτει αδυναμία του ποιητή να διαχειριστεί το θέμα του ερωτισμού που νιώθει να τον κατακλύζει και να το αναγάγει σε κάτι λιγότερο ευτελές. Όμως εδώ πρόκειται για μια περίπτωση διαφορετική. Και είναι διαφορετική γιατί δεν πρόκειται για τον έγκλειστο μονόλογο ενός ποιητή που αρχίζει και τελειώνει στον εαυτό του, αλλά για τη δυναμική, παλλόμενη και απρόβλεπτη τροπή, την αλόγιστη κατεύθυνση, που λαμβάνει η αλληλογραφία μεταξύ δύο ανδρών με υψηλό δείκτη ευαισθησίας.<br />
Όχι, δεν με ενόχλησε η απροκάλυπτη αναφορά στο ομοφυλοφιλικό σεξ που έκπληκτη ανακάλυψα στη συλλογή. Αντίθετα, με συνεπήρε, με ξεσήκωσε και με αναστάτωσε. Μου θύμισε τι σημαίνει να είναι κανείς ερωτευμένος, πρωτίστως με τη ζωή. Να νιώθει ζωντανός. Τι σημαίνει βαθιά επιθυμία. Τι σημαίνει μετουσίωση και των δύο αυτών μέσα από την τέχνη. Μου θύμισε ότι πολλές φορές το όριο ανάμεσα στην τέχνη και τον έρωτα είναι δυσδιάκριτο και ότι αξίζει κανείς να βαδίσει ακριβώς εκεί, πάνω στη γραμμή του, στον παλμό που είναι η σύσπαση της ίδιας της Δημιουργίας.<br />
Ο Γιώργος Αλισάνογλου, όσο προχωράει η συλλογή, δίνει την εντύπωση ότι «πατάει» με πιο σταθερά βήματα, καταλήγοντας σε υπέροχες διατυπώσεις, όπως «Γιατί αύριο οι στίχοι/ Δεν θα ‘ναι με το μέρος του καιρού» ή «Ο έρωτας/ Η τέχνη/Αρχίζουν σαν περίπατος/ Εκεί που όλα έμοιαζαν/ Να έχουν αποφασιστεί». Ο Δημήτρης Δημητριάδης, χειμαρρώδης όπως πάντα, δεν διστάζει να αφεθεί, να παραδοθεί και να ακολουθήσει την αλόγιστη κατεύθυνση, δίνοντάς μας ποιήματα και κείμενα (υπογράφει και το πεζό επίμετρο της συλλογής) ατρόμητα και ζωντανά, γραμμένα με τη γνωστή, μεστή γραφή του. Ενδιαφέρουσες επίσης είναι οι ιδέες που θέτει προς συζήτηση και, φυσικά, η διαχείρισή τους, όπως η ενοθόνιση και το φαινόμενο που απορρέει από αυτήν: ο ενοθονισμός, το να υπάρχει δηλ. ο Άλλος μόνο μέσα στην οθόνη, σε μια ψηφιακή πραγματικότητα που ωστόσο αγγίζει, επηρεάζει και εντέλει διαμορφώνει την υλική.<br />
Η ορμή της νεότητας του Αλισάνογλου και η ωριμότητα του Δημητριάδη γονιμοποιούν η μία την άλλη και παράγουν ένα αυθεντικό και απροσδόκητο αποτέλεσμα που συναρπάζει, μια συλλογή καθόλου δήθεν, ορμητική και ειλικρινής από την αρχή έως το τέλος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 24/6/2014</p>
<p>Συνοδοιπόροι στην ποίηση του κυβερνοχώρου</p>
<p>( Δημητριαδης- Αλισάνογλου).Μια συνομιλία με μονάδα επικοινωνίας το ποίημα ξετυλίγεται στον κυβερνοχώρο εν είδει ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, συνθέτοντας έναν ιδιότυπο διάλογο περί ποίησης, που δημιουργεί μια αλυσίδα σκέψεων και εγείρει μια σειρά ερωτημάτων αναφορικά με τη θέση της ποίησης σήμερα. Πρόκειται για τους ποιητές Δημήτρη Δημητριάδη και Γιώργο Αλισάνογλου, οι οποίοι στο βιβλίο τους με τίτλο Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, μέσα από δεκατέσσερα ποιητικά κομμάτια και ένα εμβόλιμο πεζό που λειτουργεί συνεκτικά, πειραματίζονται με το μέσο επικοινωνίας και υφαίνουν μια ποιητική συνομιλία, μέσα σε ένα διάστημα τριών περίπου μηνών (Μάρτιος ― Ιούνιος 2013), αυθόρμητα αλλά όχι εύκολα, στεντόρεια αλλά όχι προκρούστεια, στήνοντας μια παρτίδα για δύο που σταδιακά εξελίσσεται σε παιχνίδι για όλους μας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.</p>
<p>Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ποιητών που στη γραπτή αλληλογραφία τους απέστελλαν ποιήματα σε άλλους συναδέλφους, φίλους και ερωτικούς συντρόφους, αφιερώνοντάς τους τα μάλιστα κάποιες φορές. Ωστόσο είναι ίσως μια σπάνια για τα ποιητικά τεκταινόμενα στιγμή η δημιουργία ποίησης με τη συνδρομή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, μέσα από αμφίδρομες ποιητικές ανταποκρίσεις, που υπηρετούν έναν διττό και εν προκειμένω διφυή σκοπό: την επικοινωνία μέσω της τέχνης, και την αναπροσαρμογή και ανασημασιοδότηση του ρόλου της ποίησης στον παρόντα χρόνο ως συνθήκη sine qua non. Θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην δημιουργία της ποίησης ως τέχνης και ως καθημερινής συνομιλίας και επαφής, οι Δημητριάδης και Αλισάνογλου αναβαπτίζουν την ποίηση, επαναπροσδιορίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο του πομπού, του δέκτη και εντέλει του τελικού αποδέκτη, που δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε αναγνώστη.</p>
<p>Μέσα από τα επτά σετ συνομιλίας δύο διαφορετικών ποιητικών φωνών και με ποιήματα αυτοαναφορικά οι Δημητριάδης και Αλισάνογλου διεμβολίζουν τα αδιέξοδα της ποίησης που εν προκειμένω ταυτίζονται με αυτά της ανθρώπινης συνθήκης. Τι επιχειρούν επομένως οι δημιουργοί να εγγράψουν μέσα σε ένα ευφάνταστο πράγματι concept και ποιο είναι το διακύβευμα της γραφής και της ανάγνωσης όσων διαμείβονται στα ηλεκτρονικά μηνύματα; Οι δημιουργοί φέρνουν στο προσκήνιο τη σχέση και σύνδεση της ποίησης με το βιωμένο παρόν, και τον ενοφθαλμισμό της καθημερινής ζωής με την ποίηση, αποδομώντας συγχρόνως το στερεότυπο περί της επιβεβλημένης διανοητικής σκοτεινότητάς της, που την προικοδοτεί με απόκοσμο, υπερβατικό, και απρόσιτο χαρακτήρα και συνακόλουθα την φυλάσσει μονάχα για τους λίγους και τους εκλεκτούς μιας κλειστής κάστας δημιουργών και αναγνωστών με χαρακτηριστικά διανοητικής ελίτ.</p>
<p>Το πρώτο ποιητικό υποκείμενο ― ο Γιώργος Αλισάνογλου ― μολονότι μιλά συχνά σε πρώτο ενικό δεν μοιάζει ναρκισσευόμενο, δεν διακατέχεται από μεγαλορρημοσύνη· αντιθέτως, κατατρύχεται και ταλανίζεται από την εποχή του, παλεύει να βρει τον προσανατολισμό και τον δρόμο του, είναι στοχαστικό αλλά όχι απόλυτα εσωστρεφές, είναι κλεισμένο στο δωμάτιο, αλλά όχι κλειστοφοβικό. Η δεύτερη ποιητική φωνή ― ο Δημήτρης Δημητριάδης ― με μια τεταμένη εξωστρέφεια, ολοκληρώνει το εκάστοτε δίπολο συνομιλίας αρμονικά, κομίζοντας και εξαγγέλλοντας τη μεταβίβαση του ρόλου και της ιδιότητας του ποιητή σε όλους, στον βαθμό που το νοηματικό φορτίο της ποίησης κυοφορείται σε καθέναν από εμάς με διαφορετικό τρόπο και ως τέτοιο αναμένεται να εκδηλωθεί. Συνεκδοχικά, η «ενοθονισμένη» ποίηση είναι μια ποίηση της νέας εποχής, η οποία δεν μπορεί παρά να αλλάζει για να αυτοσυντηρηθεί, για να διατηρηθεί ο ρόλος της πάντα παραινετικός, παρηγορητικός, ίσως και καταγγελτικός, αναζωογονητικός και παράφορος, όσο και ο έρωτας. Η ποίηση στο Προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση δρα κατακλυσμιαία, χωρίς να συντελείται ad majorem dei gloriam, αναδεικνύοντας ένα πολύπλοκο κύκλωμα σχέσεων έλξης και απώθησης ανάμεσα στο ποίημα, την εποχή, τον δημιουργό και τον αναγνώστη. Ο Γιώργος Αλισάνογλου γράφει στο ποίημα [Η ανοίκεια κατεύθυνση]: «Κάτι έχει σαπίσει/ Σ’ αυτή την εποχή της ελπίδας/ Άραγε ποια επιλέξαμε και ποια μας ανήκει;/ Καλά λες! / Φανερώνεται και παρουσιάζεται / Οικείο όσο το έγκλημα / Ανοίκειο όσο η τέχνη σου/ Με πλάτη στραμμένη στα ερείπια/ Του κόσμου/ Ωσάν μια νύχτα εφιαλτική/ Όπου ο θεός και το δημιούργημά του / Μαζί ματώνουνε στο τέλος / (…)».</p>
<p>Στο πέμπτο και έκτο δίπολο συνομιλιών του βιβλίου ποιητική και ερωτική πράξη είναι όροι μιας εξίσωσης με χαρακτήρα αντιμετάθεσης. Η ποίηση τώρα είναι ένα γαϊτανάκι λαγνείας και αποστροφής, είναι η άλλη όψη των παράφορων ερωτικών συνευρέσεων που ταλανίζουν και απελευθερώνουν το σώμα ως δότη και λήπτη απόλαυσης από τον παροξυσμό των αισθήσεων. Ο Γιώργος Αλισάνογλου γράφει στο ποίημα [Η ασεβής κατεύθυνση]: «Τώρα / Το ποίημα ξεφεύγει / Κάθε μορφή/ Ανασκολοπισμού/ Γίνεται βλοσυρό/ Το ψηλαφώ / Το κενώνω / Το ξεσκίζω / Διεισδύουμε / Ο ένας μέσα / Στον άλλον / Πιο βαθιά / Κι από τον εαυτό μας / (…)». Αντίστοιχα, και ο Δημητριάδης στο εκτενές ποιητικό κείμενο που μορφικά πλησιάζει περισσότερο σε πρόζα και φέρει τον τίτλο [Η ευσεβής κατεύθυνση] απαντά: «Τώρα η γλώσσα τού κορμού συνάδει / με ό,τι έχει σάρκα κι αυτή η σάρκα / αποκρίνεται ρουφώντας πάλι και πάλι / τον αστείρευτο χυμό μέσα απ’ την βαθιά / σχισμή που επιστρέφει την πορφυρή / αστραφτερή κορύφωση του υψωμένου / μέλους (…)». Την ίδια στιγμή όμως, η ποιητική πράξη είναι αναντίρρητα μια ιεροτελεστία ψυχικού έρωτα που μοιάζει να αποτελεί αναπόδραστη συνθήκη της πρόκλησης του πόθου και είναι γι’ αυτό το λόγο ικανή να προκαλέσει την ανάδυση οποιουδήποτε συναισθήματος που θα αποτελματώσει τον νεκρό χρόνο.</p>
<p>Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενικό, αλλά και πρώτο και τρίτο πληθυντικό πρόσωπο διαπλέκονται αρμονικά στα ποιητικά κομμάτια, σηματοδοτώντας ένα πολύπλοκο σύστημα εκφορών, άλλοτε με τη μορφή διαλογικών παλινδρομήσεων άλλοτε πάλι εν είδει εκκωφαντικών μονολόγων. Οι διασκελισμοί και των δύο ποιητών υπηρετούν απαρέγκλιτα την ενδυνάμωση της συγκινησιακής θερμοκρασίας των λέξεων. Υπέρ της προαναφερθείσας ενδυνάμωσης συνηγορεί και η σχεδόν παντελής έλλειψη στίξης ― κυρίως της τελείας και του κόμματος ― ενώ αντίθετα ο παρένθετος λόγος, όπου τον συναντούμε, μοιάζει να δρα ανασταλτικά και να αναχαιτίζει προσωρινά και εσκεμμένα επιβραδυντικά τον παροξυσμό της ποιητικής ορμής και των τεταμένων αισθημάτων των ποιητικών υποκειμένων και κατά συνέπεια της γραφής τους.</p>
<p>Στο πεζό κείμενο του Δημήτρη Δημητριάδη που τιτλοφορείται [Η ενέσιμη ποίηση] δεν συντελείται πλέον ― όπως συνέβη με την ποιητική σύνθεση ― αλλά δηλώνεται η δυνητική θέση της ποίησης στον κόσμο και την κοινωνία. Ο ποιητής δεν είναι ένας προικισμένος ταγός που νουθετεί το πλήθος και φορέας μιας αδήριτης και αναντίρρητης αλήθειας· τούτη τη θέση την αποκτά το εκάστοτε ποίημα που στην κάθε συγκυρία εκχύνει τα νοήματά του, σαν ένα νόμισμα που εξαργυρώνεται σε κάθε εποχή με διαφορετικό τρόπο για τον κάθε άνθρωπο, χωρίς να χάνει κάτι από την αρχική αξία του, απελευθερώνοντας την ίδια στιγμή την ποίηση από τα δεσμά του «υψηλού» ως απρόσιτου, από τα μέτρα και τα σταθμά της ετικέτας. Η απόρροια τούτης της αντιμεταχώρησης δεν ενέχει αξιολογικό αλλά βαθιά κοινωνικοπολιτισμικό χαρακτήρα στον βαθμό που το υψηλό υπάρχει αλλά δεν εδράζεται πλέον στα δυσκολονόητα νοήματα και στον ελιτισμό αλλά στον τρόπο ξεκλειδώματος των νοημάτων των ποιημάτων από τον καθένα χωριστά ανάλογα με την εποχή και τις ανάγκες του. Και τούτο το όραμα ιδιαίτερα σε δύσκολους καιρούς δεν μπορεί παρά να είναι όχι μόνο επιθυμητό αλλά ίσως και αναγκαίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ERO(S)</strong></h5>
<h5><strong>ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr 19 Σεπτέμβριος 2012</p>
<p>ERO(S) 7 βήματα – 7 λεύγες εντός, Ποίηση, Γιώργος Αλισάνογλου, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2011<br />
Αναχώρηση στις 23.00 μετά μεσημβρίας, τον καιρό που η Άνοιξη του λιμανιού της Θεσσαλονίκης έχει πλημμυρίσει τις ολοσκότεινες γειτονίες του Χειμώνα στην καρδιά μας. Ο ero(s) του Γιώργου Αλισάνογλου έκανε την εμφάνισή του σαν πεφταστέρι πειρατικό μέσα σε εμπορικό πλοιάριο γεμάτο με χρυσάφι από τα στενά του πιο ονειρικού βιβλίου.<br />
Η παράνοια χτύπησε την πόρτα στους περαστικούς και οι μελωδίες σας προάγγελος θανάσιμων ερινυών μας συντρόφευσαν στο μικρό ταξίδι στον Θερμαϊκό. Ο ποιητής Γιώργος Αλισάνογλου, 7 λεύγες κάτω από την θάλασσα παρακολουθούσε την πομπή με βλέμμα γαλήνιο. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται με τερατόμορφους αλαλαγμούς μια στουμπωμένης τρομπέτας και τα ερωτοποιά λογάκια του ποιητή ξεμυαλίζουν τους ναύτες του παλιού Κλειώ.<br />
Η επόμενη κίνηση είναι να πιάσουμε τα ποτήρια του μπαρ και να μεθύσουμε με έρωτα και ηδονή, καθώς το άρωμα της νυκτός μας οδηγεί στην αποκορύφωση. Ξαφνικά ανοίγεις τα μάτια σου κι έχεις κλείσει την 30σέλιδη ποιητική συλλογή του Γιώργου Αλισάνογλου από τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>JESU CHRISTIANA</strong></h5>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ</strong></h5>
<p>www.poeticanet.gr 15/10/2011</p>
<p>Δεν ήξερα πού βρίσκομαι/ αδυνατώ να βρίσκομαι/ δεν βρισκόμουν/ μπλε έβηχαν τα σύννεφα ανθό βολβού/ νεογνού θεού/ εικόνα ανθρώπου να πολλαπλασιάζεται/Θα πρέπει να ήταν απο σάρκα και από τρίχες/ από νύχια και απεκκρίσεις/Και όμως τόσο προσωρινώς ανθρώπινη/ σαν φωνή που σβήνει μέσα σε ξένο κορμί-ουρλιαχτό από σάρκα / περπατάς με βήματα σπονδής χρωστούμενη στο ανθρώπινο γένος.</p>
<p>Ο Γιώργος Αλισάνογλου στο νέο του βιβλίο «Jesu Christiana-Μια μελλοντική προσευχή» ξεκινά με το σχεδόν άμορφο και προσπαθεί να προσδώσει -μέσα από μία αλληγορική επίκληση- νέα φόρμα, νέα μορφή, νέα λέξη και νέα θέαση σε κάτι που δεν καταλήγει- που δεν πρέπει να καταλήξει… Αφήνεται σε μια διαδρομή σε μια νέα ποίηση της Σιωπής και του Λόγου. Στην ταραχή που προκαλεί το ανείπωτο… Αυτό το άμορφο παίρνει διάφορες μορφές- ένα βρέφος, το όραμα, το φως, το νερό, ο έρωτας, το ίδιο το «είναι» που διαρκώς μεταμορφώνεται, η λέξη που αυτοκαταργείται. Όλα τα παραπάνω είναι έννοιες που τις πραγματεύεται ποιητικά συνθέτοντας τέσσερις ενότητες με τρόπο μυσταγωγικό και παράλληλα «σκηνοθετώντας» πάνω σε ένα πάλκο με πολλαπλούς άξονες. Οι παραπάνω έννοιες και μορφές στην ουσία έχουν μια απειρότητα δυνατοτήτων και μορφών μέσα στον κόσμο, αλλά και μέσα στον κόσμο των λέξεων. Αυτή η απόδοση της μορφής γίνεται με τρόπο που δεν καθηλώνει τον αναγνώστη σε καμιά συγκεκριμένη φόρμα. Όλα προσδιορίζονται μερικώς –αποδομούνται, επαναπροσδιορίζονται.<br />
Η ίδια κίνηση στο σύμπαν- σαν από σάρκα τεντωμένη η περίμετρο/ φωτοστέφανο καπνού/ κενοτάφιο θεού/ υπηρέτης της χρυσής εποχής της σκόνης/ μαθητής των άστρων/ οι παλάμες γδαρμένες και ανοιχτές σε ο,τι υποψιάζεται το μέλλον.</p>
<p>Όλο το έργο διαπνέεται από μια πνοή, μια ιδιαίτερη λυρικότητα, αρκετά μεταμοντέρνα δομικά και εκφραστκά στοιχεία, δυνατή και ιδιότροπη εικονοποιιά, έναν άφατο ερωτισμό που ενώ έχει ενότητα και μια τόσο βαθιά συνοχή, η επίφαση της κάνει ενίοτε την ροή να φαίνεται τόσο διασχιστική και πολυμερισμένη.<br />
Ο κορμός του έργου εστιάζει στο εξ’ αρχής ζητούμενο: στην Σιωπή, ήτοι στον Λόγο, στον άλλο Λόγο και κατ’ επέκταση στον βαθύτερο εσωτερικό μονόλογο που προυποθέτει την σιωπή και καταλήγει σε αυτήν. Σιωπή και Λόγος αλληλοεξουδετερώνονται. Συνενώνονται στην έννοια της ιερότητας και του έρωτα, στην ίδια την ποίηση-Μετά¬. Η ίδια η σιωπή ακυρώνει το άκουσμα της σιωπής.<br />
«Μια σιωπή που θα πάψει να υπάρχει όταν δεν θα την ακούμε πια»</p>
<p>Και αυτό συνεχώς το επικαλείται ο Αλισάνογλου σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να βρεί την Θεά, να ενωθεί μαζί της, να του χαρίσει τα νέα νοήματα, να την απόχωριστεί, να την κατακτήσει ξανά. Πρόκειται για ένα εσωτερικό όραμα, μια διαισθητική ενατένιση εσωτερικής αφήγησης που δεν ξέρει πού θα τον οδηγήσει ενώ ξέρει καλά πως η Σιωπή είναι αυτή που θα κλείσει τον κύκλο σε αυτήν την επίκληση.</p>
<p>Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον ποιητή σε μια θεατρική σκηνή να καταθέτει έναν λαμπρό μονόλογο χιλιοπλεγμένο σε εικόνες ενώ προσπαθεί να κατανοήσει, «σχεδόν να προσδώσει νόημα στην σιωπή ξανά». Η Θεά ποίηση είναι εκεί- αόρατη ηθοποιός, άυλη και υπονοημένη σκιά, να τον περιστοιχίζει ατέρμονα σε ένα γυροφάνι και αυτός να πασχίζει για μια λέξη έστω, «πες μου / μίλα μου/ μϊλα έστω πες μου λέξεις» αλλά και για μια έλξη στο φως την ώρα που μια βαθιά καταβύθιση στο σκοτεινό συμβαίνει τοσο αυτονόητα.<br />
Και τοσο συνειδητά και ασύνειδα ο ποιητής να μην θέλει να την αγγίξει, να αρκείται στα θραύσματα εικόνων που του προσφέρει, στην συνεχή αλλαγή που προκαλεί η κατάκτηση της Θεάς «έξω από την μούσα και μόνο έξω υπάρχει ο ποιητής γιατι η γραφή αρχίζει πέρα απο την μούσα και μακριά από την ζωή.» Το ιερό στοιχείο εδώ συνενώνει τα πολλαπλά του πρόσωπα: είναι η ποίηση, ο έρωτας, ο Άλλος, ο ίδιος ο εαυτός, η λογόρροια του κάθε ονείρου, ο θάνατος.<br />
Το όλο νερό, το πάντα νερό που παίρνει συνεχώς άλλη μορφή σε άλλα γεμίσματα.<br />
Τη νύχτα ανακάλυψα ξανά/ τα χέρια μου τη νυχτα/ είχαν την πειθαρχία του νερού<br />
Ζωσμένα με φύλλα κισσού από συρματόπλεγμα Θεού καμωμένα/ η όραση προσωρινή ως την επαυριο/ σελίδα νερού.<br />
Ετσι και η ποίηση. Έτσι και το ατελές εγώ. Το εγώ του ποιητή κλυδωνίζεται από συνέχεια, από μεταμόρφωση, από σπαραγμό για το όραμα<br />
-Όλο θα επισρέφω άλλος από εκείνον που γνώρισες-</p>
<p>« Και χρόνο προς χρόνο θα λιγοστεύει ο ουρανός/ θα βγαίνω από άνθρωπο και θα μπαίνω σε άλλον άνθρωπο/ άνθρωπο προς άνθρωπο θα λιγοστεύω/ πάντα καθρέφτης κάποιου<br />
άλλου κόσμου που δεν ανήκει στο έιναι αλλά στο ον»</p>
<p>Βαθιά συναισθηματικός, ερωτικός αλλά και με έναν διακριτικό στοχασμό πίσω από τις είκόνες, διασχίζει την σπείρα μιας προσευχής που ξετυλίγεται και όλο επιστρέφει στον εαυτό και όλο απλώνει στον κόσμο. Με συμβολισμό, σκηνοθεσία και με μια εικαστική επιμέλεια του χώρου των λέξεων όλο το έργο συμπυκνώνει μια χρονικότητα σε παρελθόν, παρόν, μέλλον και άχρονο. Με ισχυρή και πετυχημένη την απαιτούμενη παρανάγνωση έργων προηγούμενων εποχών, αναδιπλώνει την παλιά ζύμωση σε νέα φόρμα, σε νέα νότα, σε νέο ρυθμό, σε νέες λέξεις. Μετά από επίμονες αναγνώσεις του Jesu Christiana βλέπουμε πόσο μελετημένη είναι η συστάδα των λέξεων και των εικόνων που παραθέτει, αυτό που θέλουν να υπονοήσουν αινιγματικά ή να αναδείξουν.<br />
Αντιλαμβανόμαστε μια βαθιά αφήγηση του κενού που ορίζει εν τέλει τον Λόγο αλλά και την κάθε δημιουργία που δημιουργείται με σκοπό να επί-κοινωνήσει. Και αυτή η διαδικασία προυποθέτει αλχημεία, εξαγνισμό, ρυμούλκηση από το βαθύτερο «πίσω», από το πιο σκοτεινό «είναι» για το Μετά που και πάλι θα μεταλλαχθεί&#8230; Υπάρχει μια συνεχής μετατόπιση των αξόνων στην γλώσσα από το φως στον θάνατο, από το εγώ στο εσύ, από το ´Ολον στο πιο μικροποιητικό σύμπαν. Παράλληλα όμως δεσπόζει και μια διαρκής εμμονή: σε αυτό που πρέπει να εφευρεθεί ξανά, μέσα από την συν/τριβή Την συν/θλίψη—Εκεί θα/ το όλο φως…</p>
<p>Ποιο είναι αυτό που πρέπει να εφευρεθει ξανά;<br />
H απάντηση πολλαπλή/ Η απάντηση μολυσμένη</p>
<p>Το μαγικό κουτί έχει μέσα του ένα έργο πλημμυρισμένο όνειρο- το Jesu Christiana: «Επισρέφω στο κουτί / έχω δει μιαν άλλη εποχή και την βλέπω μόνο όταν είμαι εκεί υπεραστικό τηλεφώνημα- προσποιηθείτε σιωπή!»</p>
<p>Και ο Αλισάνογλου εχει μικρά κουτάκια λέξεων που οραματίζεται κάποια στιγμή να ανταλλάσουν οι άνθρωποι μετάξύ τους.</p>
<p>«Οι λέξεις ως αντικείμενα που αντάλλαζαν οι άνθρωποι μεταξύ τους/ οι λέξεις δώρα/ θα ήθελα να ήταν /κάποτε είναι συναισθήματα ακίνητα.»</p>
<p>Μας καταθέτει τις άλλες λέξεις, την ετερογλωσσία του ανέμου, την ιερότητα των νοημάτων, την ροή, την κάθε επανάληψη που σε κάνει να ακούς νέους θορύβους,<br />
την σιωπή και μόνο.</p>
<p>Μέσα στο Jesu Christiana τίθενται δύο πολύ δυνατά και αρχέγονα ερωτήματα</p>
<p>«Ποια γη δεν την φθάνει ο ήλιος;<br />
Η απάντηση μολυσμένη- σε αυτήν την γη κανένας δεν ήλιος φθάνει»</p>
<p>Ενώ στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου- στο μη αναγνώσιμο- τίθεται ένα άλλο<br />
μεγάλο ερώτημα, ίσως τόσο πολύ ταιριαστό με το κλίμα των εποχών που τώρα διανύουμε. Γράφει χαρακτηριστικά:</p>
<p>«Ο χρόνος θα τα πάρει όλα και θα αφήσει άμορφα κομμάτια ιχνών-στιγμάτων/δεν θα μπορούμε πια να πληγώνουμε/ δεν θα μιλάμε/ δεν θα αγγίζουμε ίσως/ δεν θα έχουμε όσφρηση/ δεν θα ιδρώνουμε/ Θα αγαπάμε;»</p>
<p>Ίσως και εδώ η απάντηση να είναι μολυσμένη, ίσως και όχι<br />
Όπως και να ‘χει η απάντηση είναι –Σιωπή- καλά ταριχευμένη σε λέξεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr 17/3/2012</p>
<p>Jesu Christiana: Μια μελλοντική προσευχή, Ποίηση, Γιώργος Αλισάνογλου, Εκδόσεις Μαγικό Κουτί, 2011<br />
Εισέρχομαι σε μια χωροδιάσταση όπου μόνο οι προσευχές θα με οδηγήσουν σε κάτι το τόσο θεϊκό. Θα με οδηγήσουν άραγε, ώστε να ξυπνήσω ένα πρωί αγκαλιά με το πεπρωμένο; Προσπάθησα ύστερα από τόσους άθλους να βρεθώ κοντά στον Πύργο της Αγάπης. Δεν ξέρω όμως τελικά που ακριβώς βρίσκομαι.Αν έχω τελικά βυθιστεί σε κάποιο πηγάδι απελπισίας ή πλησιάζω στο σημείο της πνευματικής σωτηρίας. Ταξιδεύω μέσα στο χωροχρόνο, σε άλλες εποχές, παρέα με τις λέξεις από άλλες προσευχές. Ίσως κάποιου παράφρονα προφήτη στα βάθη του χρόνου.<br />
Ο Γιώργος Αλισάνογλου προσεύχεται ταπεινά μπροστά στα ανοιχτά πόδια της Θεάς Ύπαρξης, αναζητώντας την λύτρωση της βρεφικής ψυχής. Σκιαγραφεί κόσμους μακρινούς. Αψηφά την πραγματικότητα που τον διχάζει και συνάμα τον μελαγχολεί.</p>
<p>Κατευθύνεται προς τα εκεί όπου το σώμα του και η ψυχή του θα βρουν την πραγματική λύτρωση. Το πεπρωμένο κοιμάται στον Πύργο και αυτός, θαρραλέος και τρυφερός, αγωνίζεται να φτάσει στα σκαλοπάτια του. Με προσευχές, με ιαχές και αγνά συναισθήματα.</p>
<p>Το νέο βιβλίο “Jesu Christiana: Μια μελλοντική προσευχή” αποτελεί κατά τα λεγόμενα του συγγραφέα ένα ολόκληρο ποίημα, που μιλάει για την αναζήτηση της ψυχής μέχρι να βρει την λύτρωση μέσα στο πηγάδι του χρόνου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 160px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΚΙΛΙΡΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/12/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%b9%cf%81%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/12/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%b9%cf%81%ce%b7/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 18 Dec 2022 07:35:47 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΚΙΛΙΡΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18873</guid>

					<description><![CDATA[Η Φωτεινή Γκιλίρη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε, αρχικά νοσηλευτική και στη συνέχεια στη σχολή Φυσικοθεραπείας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης ενώ πήρε Μεταπτυχιακό από το ΤΕΦΑΑ του ΑΠΘ. Εργάζεται ως φυσικοθεραπεύτρια σε Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Ασχολήθηκε από νωρίς με τρεις μορφές τέχνης: την ποίηση, το θέατρο και τη μουσική συμμετέχοντας σε παραστάσεις. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/12/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%b9%cf%81%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΚΙΛΙΡΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Φωτεινή Γκιλίρη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε, αρχικά νοσηλευτική και στη συνέχεια στη σχολή Φυσικοθεραπείας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης ενώ πήρε Μεταπτυχιακό από το ΤΕΦΑΑ του ΑΠΘ. Εργάζεται ως φυσικοθεραπεύτρια σε Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.<br />
Ασχολήθηκε από νωρίς με τρεις μορφές τέχνης: την ποίηση, το θέατρο και τη μουσική συμμετέχοντας σε παραστάσεις.<br />
Παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου, παραδοσιακής και Βυζαντινής μουσικής σε ωδείο της πόλης μας.<br />
Συμμετέχει σε χορωδίες με ρεπερτόριο Ελληνικό και ξένο. Γράφει ποίηση εδώ και πολλά χρόνια. Έλαβε μέρος στον Β’ Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό για την μικρασιατική καταστροφή που διοργανώθηκε από το κέντρο πολιτισμού της περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας, λαμβάνοντας έπαινο.<br />
Η ποιητική συλλογή «Σκούρο Μωβ» (Εκδ. Γερμανός 2023) είναι το πρώτο της βιβλίο.</p>
<p>.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20818 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/12/Untitled.FR12-203x300.jpg" alt="" width="360" height="532" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/12/Untitled.FR12-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/12/Untitled.FR12.jpg 432w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></p>
<p>.</p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>ΣΚΟΥΡΟ ΜΩΒ  (2023)</strong></h4>
<p style="text-align: center;">
<h5><strong>ΡΟΕΣ</strong></h5>
<p>Ροές που άγγιξαν την άνοιξη.<br />
Άνθη κι αναβρασμός της δύσης,<br />
χωρίς πανιά γι&#8217; ανάσες άσπιλες.<br />
Τίποτα δεν ταξίδεψε στον άσπρο ουρανό<br />
του ανασασμού σου.<br />
Μην μπερδευτώ μες στο κατώφλι του ονείρου μου<br />
και βγω σε αθέατες πηγές μεγάλων ωρών.<br />
Η γύρη βάφει το μπαλκόνι της προσμονής μου.<br />
Δυο γλάροι ταξιδεύουν σε αθέατη μνήμη.<br />
Η νύχτα κρύβει τις ιαχές του λίθινου χεριού σου<br />
που ποτέ δεν υπήρξαν.<br />
Λιτές μαρμάρινες πληγές οι αναμνήσεις σου<br />
πάνω στο βελούδο των ματιών μου<br />
πνίγονται πριν ανοίξουνε φτερά.<br />
Μια κόκκινη έκρηξη<br />
κι ύστερα,<br />
λήθη λυτρωτική, διάφανη.<br />
Πριν την επόμενη έναρξη<br />
της απουσίας σου.</p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Γεμίζοντας σταγόνες της βροχής τις τσέπες μου,<br />
με ουσιώδη κι επουσιώδη,<br />
έρανα τους ρύπους της καρδιάς μου με μύρο αμύριστο<br />
και τράβηξα προς τα λιοστάλαχτα σοκάκια του μεσημεριού σου.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΜΕΛΙΑ</strong></h5>
<p>Ώρα καταμεσήμερο<br />
στα αναμμένα μάρμαρα,<br />
με τον Λίβα να λιώνει<br />
τις χρυσαφένιες στρώσεις των αισθήσεων,<br />
κεντώ ένα γαλάζιο πέλαγος<br />
μες τις παλάμες μου<br />
κι αναρωτιέμαι αν οι χτύποι της καρδιάς μου<br />
ηχούν σωστά στο απλωμένο μεσημέρι<br />
ή ξεμυαλίστηκαν και πέταξαν<br />
σαν δυο σταγόνες νερό<br />
απ&#8217; το αφρισμένο κύμα προς τον ουρανό..</p>
<h5><strong>ΠΕΡΒΑΖΙ</strong></h5>
<p>Γυάλινα σύννεφα, υποσχέσεις άυλων βροχών.<br />
Μολύβι φέτος η άνοιξη.<br />
Γιάτρεψε και γιάτρεψε&#8230;<br />
Μα τα υδάτινα φύλλα μες τα χέρια σου<br />
αρνήθηκαν να δώσουν τη ζωή της πικραμένης θάλασσας,<br />
ενέχυρο στα χρόνια των υποσχέσεων.<br />
Νυχτώνει&#8230;<br />
Οσμίσου το μύρο πάνω στα βράχια,<br />
αλειμμένο για χρόνια,<br />
θρεμμένο μες την κακοκαιρία της ζωής σου<br />
και φόρεσε δυο διάφανους ουρανούς  για να πετάξεις</p>
<h5><strong>ΙΩΝΙΑΣ ΜΝΗΜΕΣ</strong></h5>
<p>Κι αν πλάνταζε τ’ αηδόνι<br />
μες στον κόρφο μου,<br />
λινό το υφάδι του ξεριζωμού<br />
χτυπά στα παγωμένα δάκρυα.<br />
Τα σήμαντρα σηκώνονταν ορθά<br />
μέσα στο πέλαγος<br />
να υμνήσουν, να θρηνήσουν, να φωτίσουν…<br />
Τρεις μεγάλες πέτρες<br />
χορτάριασαν τη βρύση,<br />
που έλουζε τις διάφανες κορδέλες της ανάμνησης.<br />
Πως παρακολουθώ<br />
πίσω απ’ τις ψιλές δαντέλες<br />
τη θάλασσα να ανασαίνει κυανή<br />
με τα λευκά φτερά<br />
να προσπαθεί να αποδράσει<br />
με τους άχραντους στίχους<br />
σε στόματα άνυδρα,<br />
με την υγρή ελπίδα<br />
να στεγνώνει τα μάτια μου,<br />
με τα ξαγρυπνημένα αγγίγματα<br />
που αλλοιώθηκαν<br />
στο διάβα του μισεμού.</p>
<p>Είχες ξεχάσει τη μέντα στο κατώφλι σου&#8230;<br />
Και το γλυκό κουφέτο<br />
στη θήκη πλάι στα στέφανα,<br />
να στοιχειώνει πια τα ξημερώματα…</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Ιωνίας μνήμες (Ποίηση - Φωτεινή Γκιλίρη)" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/Ybtl-IKFOtk?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p>(Το ποίημα έλαβε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης για την Μικρασιατική καταστροφή, που διοργανώθηκε από το Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπου έλαβε έπαινο στις 13/9/22).</p>
<h5><strong>ΘΑΛΑΜΟΣ 10</strong></h5>
<p>Έβλεπα τα μάτια της να στυλώνονται,<br />
νύχτες αθέατες,<br />
μπροστά στον ήλιο.<br />
Μικρά χαλίκια, κοφτερά, τα δάκρυα της,<br />
στον πιο μακρύ του κόσμου διάδρομο.<br />
Έφευγε και ζητούσε ανήμπορες ευχές<br />
να τις κεντήσει χάδια στο προσκεφάλι της.<br />
Οι προσφορές στεγνές<br />
από χέρια μικροσκοπικά,<br />
στάθηκαν στο περβάζι και την κοίταξαν<br />
με μάτια απόντα.<br />
Σήκω!<br />
Γέμισε ήλιους το κρεββάτι σου<br />
πλάι στην εύκρατη αλήθεια της πνοής σου.</p>
<h5><strong>COVID-19</strong></h5>
<p>Δένω καλά τη μάσκα της αναμονής,<br />
και σαλπάρω για νερά που λιμνάζουν και ζέχνουν.<br />
Ώρα: αυγή.<br />
Χρώμα: λιλά μουντό.<br />
Εκεί σας βρίσκω.<br />
Μαζί,<br />
με μια διάφανη προστασία,<br />
καταπίνουμε τα δάκρυα, που δεν τολμούν να κυλήσουν,<br />
γίνονται βάλσαμο<br />
να μαλακώσουν τη σκληρότητα των άδειων διαδρόμων<br />
και των φορείων που τρεκλίζουν<br />
ακροβατώντας στο άσπρο και στο μαύρο&#8230;<br />
Και δεν υπάρχει καμμία Τζοκόντα στους τοίχους<br />
να χαρίσει το κρυμμένο της χαμόγελο,<br />
καμμία νότα ν&#8217; απαλύνει τον τρόμο,<br />
καμμιά σιωπή να ταράξει τη σειρήνα&#8230;<br />
Οι νύχτες διαδέχονται τις μέρες σαν στρώματα πυκνού ιστού αράχνης.<br />
Αναμονή&#8230;<br />
Περιμένουμε εκείνο το πρωί,<br />
που τα παράθυρα θα μεγαλώνουν και θα μεγαλώνουν&#8230;<br />
Και ήλιοι πολλοί θα έρθουν στα γείσα,<br />
τόσοι που δεν θα χωρούν πια<br />
και θα κυλούν στους διαδρόμους σαν μπάλες φωτεινές,<br />
διάφανες, χρυσές.<br />
Μα, οι μισές θα είναι βαμμένες&#8230; μουντό λιλά.<br />
Έξω, μια ανθρωπότητα ολόκληρη<br />
θα δίνει πάρτυ, με τα μάτια κλειστά,<br />
πάνω στη ράχη της γης που αχνίζει,<br />
γδαρμένη κι ανελέητη&#8230;<br />
Κάπου μακριά<br />
χαράζει&#8230;<br />
Ώρα: αυγή.<br />
Χρώμα: λιλά φωτεινό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: left;"><strong>ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ</strong></h4>
<p style="text-align: left;">Πύρινα τα χέρια σου,<br />
αποτυπώθηκαν στην αύρα<br />
της ψυχής μου&#8230;</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 80px;">*</p>
<p style="text-align: left;">Γι&#8217; αυτό δε φοβόμουν τη νύχτα που θα &#8216;ρχόταν.<br />
Θ&#8217; ακουμπούσα στο ανθισμένο στήθος σου.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 80px;">*</p>
<p style="text-align: left;">Ήξερες κι ερχόσουν;<br />
Ήξερες κι έφευγες;<br />
Ήξερες κι έμενες;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Το καλοκαίρι άρχισε ν&#8217; απλώνει<br />
και η ανάμνησή σου ν&#8217; απομακρύνεται.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 80px;">*</p>
<p style="text-align: left;">Γιατί, η αυγή είναι μεγάλη<br />
και όλους τους χωρά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="text-align: left;">Πώς γίνεται και το ίδιο, μεσημεριανό αεράκι έχει αγκάθια<br />
σήμερα&#8230; που απουσιάζεις;&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΓΕΝΕΘΛΙΑ</strong></h5>
<p>Απ&#8217; τη βοή μιας γκρι ανάσας<br />
αναστήθηκε μια άμμος φωτεινή,<br />
με τις γραμμές των οριζόντων μες τα χέρια σου<br />
και τις παρέες ενός διάφανου Ιούλη.<br />
Σήμερα, μη θυμηθείς τους κρότους που ξαγρύπνησαν<br />
στο άυλο πέταγμα ενός γλάρου αταξίδευτου.<br />
Κι ενός φιλιού άσημου.<br />
Οι αφροί της θάλασσας,<br />
που νύχτες τριγύριζαν στο παραθυρόφυλλό σου,<br />
σήμερα γίνονται έπαθλα ζεστής πνοής<br />
κι ανθίζουν σε καρδιές,<br />
που υπόσχονται να ξημερώνουν<br />
μετά από κάθε καταιγίδα&#8230;</p>
<h5><strong>ΛΗΘΗ</strong></h5>
<p>Ξύπνησα στο δωμάτιο μιας λήθης<br />
που δεν ήξερε τί θα πει αγκαλιά.<br />
Σε σκέφτηκα&#8230;<br />
Μήπως τα σεντόνια ήταν πάντα λευκά;<br />
Σε κοίταξα&#8230;<br />
Τα μαλλιά σου στράγγιζαν την αλμύρα μιας άνυδρης αυγής.<br />
Εγώ, μικρή μέσ&#8217; τις παλάμες σου.<br />
Δεν γνώριζα ότι ο Αύγουστος<br />
τραγουδά στους μεθυσμένους ξημερώματα,<br />
ούτε πως το ξημέρωμα<br />
γεννά στα κρεβάτια πόθων αλύτρωτων..<br />
Μίλησα στην απουσία σου.<br />
Μου έγνεψε την άνοιξη.<br />
Την πίστεψα.<br />
Κι έφυγα.<br />
Μην ξέροντας για πού&#8230;</p>
<p style="text-align: left;">
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ</strong></h5>
<p>Απόψε τα φεγγάρια διαμελίζονται<br />
ακουμπώντας την ανάσα της γης.<br />
Τίποτα πιο αιφνιδιαστικό<br />
απ&#8217; την απόλυτη σιγή της ύπαρξης,<br />
σιγή εκκωφαντική,<br />
όταν ο άνθρωπος σιωπά<br />
μπρος στις απύθμενες δεξαμενές ωρών παράλογων.<br />
Κι οι ποιητές;<br />
Κοιμήθηκαν κι αυτοί σε μια χλιδή ασύστολη<br />
και ηδονική χωρίς ξημέρωμα.<br />
Οι οσμές των αστεριών,<br />
που γεννήθηκαν στο κατώφλι αυτού του κόσμου,<br />
μοίρασαν την άνοιξη, γιατί αυτό γνώριζαν καλά.<br />
Απόψε, ονειρεύτηκα το φόβο μην ξυπνήσω σε μια ζωή ξένη<br />
και την επιθυμία μιας νέας τάξης να σιγήσουν οι καρδιές&#8230;<br />
Προσωρινά,<br />
διαπιστώνω μόλις ξυπνώ&#8230;</p>
<p style="text-align: left;">.</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/12/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%b9%cf%81%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
