<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%cf%80%ce%b5%ce%b6%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 24 Aug 2025 16:46:45 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 13 May 2025 22:09:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22075</guid>

					<description><![CDATA[Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής επιμόρφωσης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα. Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Αάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/"> <span class="screen-reader-text">ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Πτυχιούχος του μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, του ετήσιου προγράμματος παιδαγωγικής επιμόρφωσης της ΑΣΠΑΙΤΕ, και απόφοιτος της Σχολής Σεναρίου του Αντέννα.<br />
Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Αάρισα και στη Θεσσαλονίκη.<br />
Σήμερα, εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με εμπειρία στη διαπολιτισμική εκπαίδευση.<br />
Εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία, πέντε ποιητικές συλλογές και μία νουβέλα.</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<h6><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h6>
<p>Τελεία και παύλα, [Γαβριηλίδης 2005]<br />
<span style="font-size: 1rem;">Αυτά, Γαβριηλίδης [2008]<br />
Η Ιστορία Ίδια [Γαβριηλίδης 2019]<br />
Σ&#8217; ότι εάν υπήρξα (Εκδ. Κουκκίδα 2025)<br />
Ο ασφαλής ποιητής (Εκδ. Κουκκίδα 2025)</span></p>
<h6><strong>ΠΕΖΟ<br />
</strong></h6>
<p>Ξέρω τι θα γίνει [Εντύποις 2018]</p>
<p><strong>ΠΑΙΔΙΚΑ</strong></p>
<p>(2019) Λύκοι και πρόβατα, Μεταίχμιο<br />
(2019) Ο Θοδωρής και οι φίλοι του!, Τζιαμπίρης &#8211; Πυραμίδα<br />
(2018) Ξέρω τι θα γίνει, Εντύποις<br />
(2018) Το παιχνίδι των δοντιών, Μεταίχμιο<br />
(2014) Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, Φελεκίδου Βαρβάρα (2008) Αυτά, Γαβριηλίδης<br />
(2006) Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, Κέδρος<br />
(2006) Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, Κέδρος<br />
(2006) Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, Κέδρος<br />
(2005) Τελεία και παύλα, Γαβριηλίδης<br />
(2004) Η μαγική κούπα, Σύγχρονοι Ορίζοντες</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22070" rel="attachment wp-att-22070"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22070" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-300x217.jpg" alt="" width="500" height="362" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001-768x555.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/2025-001.jpg 960w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/140-2/" rel="attachment wp-att-22077"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22077" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-300x217.jpg" alt="" width="496" height="359" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140-768x554.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/140.jpg 960w" sizes="(max-width: 496px) 100vw, 496px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/attachment/238/" rel="attachment wp-att-22078"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22078" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-300x217.jpg" alt="" width="499" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238-768x554.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/05/238.jpg 960w" sizes="(max-width: 499px) 100vw, 499px" /></a></p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Σ’ Ο,ΤΙ ΕΑΝ ΥΠΗΡΞΑ (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΚΚΕΝΤΡΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Εκείνο το χέρι και το πόδι ελεύθερα<br />
απ’ τους περιορισμούς του κορμού<br />
ανήκουν στο μαύρο αιωνίως<br />
συνομιλούν με τα πιο αρχέτυπα χορικά<br />
ένα εδώ κι ένα εκεί<br />
επιστρατεύονται στον χωροχρόνο<br />
κι αφηγούνται αενάως την ιστορία τους</p>
<p>Εκείνο το αίμα ρέει ανάμεσα<br />
από χείλη κι ενθύμια σφραγίζει<br />
μάτια κοκαλωμένα στην ομορφιά πριν το τέλος<br />
(διαλέγουν και διαλέγονται με το φως οι νεκροί<br />
λένε οι αρχαίοι μύθοι) σφραγίζει<br />
λέξεις χτυπημένες ενώ στροβιλίζονται<br />
στα πεδία της μάχης ημιθανείς</p>
<p>Ίσως ο δέκτης τρελάθηκε μονολογώ στα διαλείμματα<br />
αίμα πηγαινοέρχεται ανάμεσα χερτζ και ίντσες<br />
διαστάσεις και εντάσεις μελετά<br />
αναποφάσιστο κοντοστέκει στις γωνίες<br />
πριν κυλήσει στο πάτωμα βάψει<br />
το χαλί αναρριχηθεί στο ταβάνι σκοτώσει<br />
ό,τι περισσεύει αθώο τυλίξει<br />
με κόκκινο μανδύα τα έπιπλα</p>
<p>To ξύλο καίγεται γρήγορα<br />
το αίμα είναι στυφό &#8211; σκάσε<br />
σιγά τη σφαγή σιγά τη φωτιά<br />
εξ αντανακλάσεως ο θρήνος<br />
πιότερο με θηριωδία φέρνει</p>
<p>Όταν κλείνω τον δέκτη καταγράφω το συμβάν<br />
κι υπογράφω,<br />
«Πολεμική του καναπέ ανταποκρίτρια»</p>
<h5><strong>ΔΙΑΤΡΗΤΗ ΦΥΓΑΣ</strong></h5>
<p>Αν είμαι διάτρητη ποιον νοιάζει<br />
Αναρωτιόταν η μικρή φυγάς<br />
Από τον εαυτό της άμοιρη<br />
Γιατί στον όμορο πλανήτη τής Νόησης<br />
Ξηλώθηκε ένα νήμα καλέ μου<br />
Ένα μόνο μικρό νήμα και δες<br />
Τα χέρια μου είναι άδεια από όλα<br />
Του το ψέλλισα από ευγένεια<br />
Στα μούτρα αλλά μουρμουριστά<br />
Καθώς λιγόψυχο ποτάμι που<br />
Στέρευε όπως κυλούσε</p>
<p>&#8211; Του το είπες; &#8211; Του το είπες;<br />
Κελαηδούσαν τα άπιστα πουλιά</p>
<p>Και ποιον νοιάζει λοιπόν<br />
κορμί στοιχειωμένο γέφυρες σπασμένες<br />
με τα περασμένα όλα τα μελλούμενα<br />
Ένα στόμα ανήσυχο<br />
Ένα κορμί ένα στόμα<br />
Ποιον νοιάζει που είμαι διάτρητη</p>
<p>Τραγουδούσε παράφωνα το κορίτσι<br />
Από όλους μακριά<br />
Κι ας έβλεπε μικρά φώτα στα μάτια τους<br />
Ψέματα ήταν<br />
Ξέρεις πώς καίνε τα ψέματα<br />
Σβήνουν τα μάτια και μένουν τα ψέματα<br />
Ποιον νοιάζει μια διάτρητη μικρή φυγάς;<br />
Στο κάτω κάτω έχω κιόλας φύγει.</p>
<h5><strong>ΚΕΝΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Να μάθεις κέντημα<br />
Προτίμησε το από τις ονειροπολήσεις<br />
Γυναικεία δάχτυλα βελονιασμένα<br />
Από αιώνες υποταγμένης ομορφιάς<br />
Έδειχναν τον σωστό δρόμο</p>
<p>Μα εγώ κιόλας φευγάτη</p>
<p>Πώς να ακούσω από βυθό<br />
Το κολύμπι στο κενό είναι απαιτητικό<br />
Απ’ την αρχή δρόμοι και σημεία<br />
Να οριστεί στο τίποτα ένα καινούργιο σύμπαν<br />
Πριν σε σκεπάσει η λάσπη</p>
<p>Δεν έμαθα τότε που έπρεπε<br />
Χωρίς διλήμματα<br />
Να σημαδεύω το κενό με ομορφιά<br />
Μία για όλους<br />
Δοκιμασμένη γενιές</p>
<p>Σεμέδες σε στρωμένες κρεβατοκάμαρες<br />
Αστικά σαλόνια<br />
Με μισόκλειστα παραθυρόφυλλα<br />
Αυλές πλημμυρισμένες γέλια<br />
Τριαντάφυλλα και γυναικείο ιδρώτα</p>
<p>Τι κρίμα<br />
Πολλές φορές το είπα<br />
Την ώρα της γραφής</p>
<p>Δεν έμαθα τότε που έπρεπε<br />
Μονόδρομα να σχεδιάζω<br />
Τον διάκοσμο των λογισμών μου<br />
Σε ασφαλή τελάρα τις λέξεις ν’ απλώνω<br />
Με πολύχρωμους μουλινέδες<br />
Κινήσεις ακριβείας<br />
Να μην αποφασίζω παρά<br />
Την επανάληψη της μικρής ιστορίας του φύλου μου<br />
Στις επιφάνειες που εμπόδιζαν για αιώνες<br />
Τα δάκρυα να μιλήσουνε στη γη.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΣΟ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να σκάψω<br />
Πόσο βαθιά να σκαλίσω το χώμα<br />
Τα χέρια να βυθίσω στις λέξεις<br />
Τα νύχια<br />
Τρέμω τα έγκατα τη λάσπη<br />
Με ρινίσματα χρυσού πλασμένη ωστόσο<br />
Τα παράξενα κλάσματα φοβάμαι<br />
Τις βλοσυρές αναλογίες<br />
Τις ζυγαριές ακριβείας<br />
Δεν παζαρεύουν διαφορές<br />
Δεν επιτρέπουν αναθεωρήσεις<br />
Είν’ ένας τέλειος εφιάλτης<br />
Με χαμένα παιδιά ανάμεσα<br />
Κλαίνε σα σαλεμένες γάτες<br />
Όπως απ’ τον κερματισμένο εαυτό τους κρύβονται<br />
Φοβάμαι τα χοροπηδητά των άυλων σωμάτων<br />
Τα παιχνίδια της θλίψης όταν στενεύει ο δρόμος<br />
Είναι νύχτα βαθιά μες στο ποίημα</p>
<p>Πόσο βαθιά μες στο ποίημα να ρουφήξω<br />
Πόσο βαθιά να γνωρίσω το χώμα<br />
Το στόμα να κολλήσω στις λέξεις<br />
Επανωτίζω τα χείλη στο πώμα<br />
To μπουκάλι ακμαίο ναυάγιο<br />
Μιας χαμένης μικρής Ατλαντίδας<br />
Ποια αρχή με δικάζει και πάλι<br />
Να βυζαίνω στιγμές τελειωμένες<br />
Ο καιρός είν’ υγρός και σακάτης<br />
Στην καρδιά του λιωμένου μου χρόνου<br />
Αθώρητες σπηλιές παντού λεκέδες μνήμης<br />
Κρατημένη ακέραια η δανεική ανάσα<br />
Του αόρατου βαμπίρ της πρότερης μέρας<br />
Διεκδικεί το γουργουρητό των παρακείμενων ωκεανών<br />
Μια νέα τρομακτική ευκαιρία, όπως ας πούμε<br />
Ένα μέλλον που δεν της ανήκει<br />
Έτσι η τόλμη ξοδεύεται στο ανέφικτο<br />
Κι είναι μια σκούρα θάλασσα στο ποίημα</p>
<p>Όμως στο βάθος που λες<br />
Ένα τίποτα το ποίημα που θάλλει αιωνίως.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ανοίγω τον καθρέφτη<br />
Μεριάζει σαν ξεκλείδωτη πόρτα<br />
το γυαλισμένο μου είδωλο<br />
Πιάνει να λέει την ιστορία<br />
ο αφηγητής<br />
που δε μου μοιάζει<br />
-όπως κανένας αρχετυπικός αφηγητής<br />
τους ήρωές του-<br />
που δε με βλέπει<br />
-όπως κανένας κουκλοπαίχτης<br />
τις μαριονέτες του-<br />
που δε μ’ ακούει<br />
-όπως κανένας διευθυντής ορχήστρας<br />
ένα πειθήνιο βιολί του-<br />
Πλάθει τους μύθους του<br />
παίζοντας το φως στα δάχτυλα<br />
καλοπροπονημένος ζογκλέρ<br />
ενόσω εγώ στάμπα κολλημένη στον τοίχο<br />
στον εαυτό μου ζητώ να επιστρέφω</p>
<p>Ξεκάθαρο ωστόσο:<br />
Ο καθρέφτης πρέπει να πει την ιστορία<br />
κι εγώ να δρέψω τις επιλογές του<br />
επιμένοντας όπως το εγώ αποφασίζει<br />
να ιστορηθώ<br />
Ο αφηγητής συνεχίζει<br />
Σίγουρα δεν ακούει<br />
Δε βλέπει<br />
Δε μου μοιάζει</p>
<p>Κανένας δε θα πει την ιστορία μου αποφασίζω<br />
Ξεκολλώ απ’ τον τοίχο<br />
Το είδωλο επιστρέφει ακέραιο<br />
και πέφτω με φόρα στο μέλλον μου</p>
<p>ΥΓ. Για τις ανάγκες του επιλόγου να ειπωθεί πως<br />
κι ένα χαμόγελο μοιρασμένο σε θρύψαλα<br />
σε μια ευκτική ή μελλοντική επανένωση των σπασμένων<br />
μένει χαμόγελο σε κάθε χρόνο</p>
<h5><strong>ΦΥΓΗ</strong></h5>
<p>Έφυγε μέσα σε παλιό αμάξι<br />
Ίσα που πήγαινε μες στο πηχτό σκοτάδι<br />
Μια ξένη η νύχτα που τώρα γνώριζε<br />
Έκλεισε την πόρτα χωρίς ήχο<br />
Φόρεσε ένα καρό κασκόλ<br />
Από τα επτά στην ντουλάπα του<br />
Ένα για κάθε μέρα της βδομάδας<br />
Πήρε μαζί του της Κυριακής<br />
Έξω ένα μυρμήγκι φύλαγε τον ύπνο τους<br />
Μια μουσική αιχμηρή<br />
το φωτοστέφανο στις παλιές λαμαρίνες<br />
Δεν ήξερε απ’ αυτά<br />
Το σπίτι μια μεγάλη φωλιά<br />
Τον ουρανίσκο του πότιζαν ποτάμια καυτό χαμομήλι<br />
Οι φωνές των παιδιών κύκλος μαγικός<br />
Εκείνη μια σκάλα για έναν νόθο ουρανό<br />
Ήταν όλα κανονικά<br />
Μια σταθερή ροή όπως των δεικτών του ρολογιού<br />
Δε θα άλλαζε τίποτε<br />
Αν δεν κοιμόταν μια νύχτα με μάτια ανοιχτά<br />
δεν έβλεπε να μαδάει μέσα στις χούφτες του<br />
αυτό που είχε πετάξει<br />
Και μια βαθιά τρύπα στο μέρος της καρδιάς.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΚΚΕΝΤΡΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</strong></h5>
<p>Με το φθινόπωρο δεν πολυμιλώ<br />
Δε σηκώνουν οι βροχές εξομολογήσεις<br />
Πέφτουν επάνω τους βίαια<br />
Ένα γίνονται με το χώμα τα μυστικά<br />
Ψάχνεις να βρεις το χαμένο όνομα μες στις λάσπες<br />
Τη μυρωδιά του σε σωρούς από φύλλα</p>
<p>Με το φθινόπωρο πολλά πολλά δεν έχω<br />
Όλο ακούσιες επιστροφές και αντίο<br />
Δεν ξέρει υποσχέσεις να μοιράζει<br />
Από το τίποτα να χτίζει κόσμους<br />
Ο αέρας του σφυρίζει ανάμεσα<br />
Στους πύργους που αντέχουν απ’ το καλοκαίρι<br />
Το νέο σκηνικό της άμμου εγκαθίσταται στα μάτια<br />
Έγινε πια αόρατη εικόνα που τα τσούζει<br />
Ό,τι περισσεύει διαλύεται στο φως που χαμηλώνει</p>
<p>Χρόνια και ψάχνω επίμονα τις εκδοχές του<br />
Τόσοι το ύμνησαν<br />
Κλείνω τ’ αυτιά μου στα κελεύσματα του ατόφιου ήλιου<br />
Τα μάτια μου στα γαλανά της κάλλη<br />
Στο κίτρινο ανοίγομαι με απλωτές μεγάλες<br />
Ο καιρός βοηθάει<br />
Ούτε κρύο ούτε ζέστη<br />
Αυτό είναι το φθινόπωρο<br />
Ένας χρυσός μέσος όρος της θλίψης<br />
Ευλογία όταν μετριέσαι με<br />
Το κενό επαναλαμβάνω ακούραστα</p>
<p>Τι τα θέλεις<br />
Έρχεται η νύχτα αποφασισμένη<br />
Να σφραγίσει τα στόματα<br />
Να παίξει έναν ρόλο<br />
Το σκοτάδι ευεργετούσε πάντα τους χαμένους<br />
Τους ποιητές και τους αριθμομνήμονες<br />
Δε χάνουν δευτερόλεπτο της μεταμόρφωσης<br />
Μετρώντας από μέσα</p>
<p>Μα τι τα θέλεις<br />
Η νύχτα φτάνει γρήγορα<br />
και δίχως τυμπανοκρουσίες<br />
Δεν προλαβαίνεις να θλιβείς ή ν’ ανανήψεις<br />
Να πιεις απ’ το μελάνι της για να πετάξεις<br />
Ή χίλιοι κόμποι να σε δέσουν από λέξεις<br />
Ψέματα ή μάγια</p>
<p>(Είναι απλώς μια ακόμη νύχτα φθινοπώρου<br />
Μια επίπεδη απουσία φωτός στον χρόνο)</p>
<h5><strong>ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ</strong></h5>
<p>Μερικές μέρες &#8211; πώς γίνεται<br />
Στέκουν πέτρινες με διάθεση σφίγγας<br />
Ανεξιχνίαστα κόμματα τις περιέχουν<br />
Ούτε μπρος ούτε πίσω ελίσσονται<br />
Παραμένουν μετέωρες γιατί<br />
Καμία κατεύθυνση δεν είναι οριστική<br />
&#8211; εκτός ίσως ο θάνατος<br />
Αυτό όμως το ξέρουν όλοι<br />
-Μια γνώση άχρηστη-</p>
<p>Παραμένουν αβέβαιες γιατί<br />
Απόλυτο είναι το τίποτα<br />
Ποιος δεν το θυμάται</p>
<p>Παραμένουν μισές, ατελείς γιατί<br />
Ακέραια μόνο η πρώτη θλίψη<br />
Την ώρα που έρχεσαι και δεν ξέρεις</p>
<p>Αυτές είναι απλώς μέρες πέτρινες<br />
Δονούνται σα μοναχικές χορδές<br />
Σε τρομακτικές κοσμοπλημμύρες<br />
Ξέρουν πως ο θάνατος, το τίποτα, η πρώτη θλίψη<br />
Εκείνες είναι απλώς ασήμαντο προανάκρουσμα<br />
Ή κι ένα ξέφτι μιας χαμένης μνήμης<br />
Μπορεί το απόσταγμα του τέλους<br />
(Αν θες το συζητάμε)<br />
Τίποτα δε θα βγει, να ξέρεις<br />
Το χαμόγελό σου θα πετρώσει. Μόνο.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;</strong></h5>
<p>Να βγάλεις τα δόντια της Ποίησης<br />
Είναι μια κοπιαστική δουλειά</p>
<p>Στην επικεφαλίδα<br />
Στρίβεις εκατέρωθεν την τανάλια<br />
Κι όπως τεμαχίζονται οι συλλαβές<br />
Χαμηλότονες οιμωγές<br />
Από ξέμπαρκα φωνήεντα</p>
<p>Ζωηρές υλακές<br />
Σύμφωνα αιμόφυρτα<br />
Διανθίζουν τον κάματο με ηδονή<br />
Εκτέλεση μετά μουσικής<br />
Η αρχή τόσο εύκολη πάντα</p>
<p>Το κύριο σώμα πιο συμπαγές<br />
Ή πιο απροσδιόριστο δείχνει<br />
Με κρεμάμενες λέξεις<br />
Και κρεμασμένα όνειρα<br />
Φίλιους γλωσσοδέτες<br />
Κι ανοίκεια περάσματα<br />
Στο φως ή το σκοτάδι</p>
<p>Ένα σχέδιο χθόνιο<br />
Κρυμμένο στο κωδικό βλέμμα<br />
Του Ποιητή<br />
Αυτό το αίνιγμα<br />
Πρέπει να αποκεφαλίσεις<br />
Πριν σε καταπιεί</p>
<p>Και εκεί μπορεί να βρεις τα σκούρα<br />
Ανάμεσα στους δόλιους στίχους<br />
Γκρέμνια και δαίδαλοι</p>
<p>Πάλεψε είναι μόνο λέξεις<br />
Ο Ποιητής πάντοτε δραπετεύει<br />
Στις νεώτερες όσο τις χτίζει<br />
Πάλεψε έχει τον τρόπο<br />
Για τον θάνατο η τανάλια<br />
Εκτός αν ίσως<br />
Βρούνε απάγκιο στον μυχό της</p>
<p>Δίνουνε κάποτε οι Ποιητές στις λέξεις<br />
Γενετικές πληροφορίες για τις μάχες<br />
Να κάνεις την τανάλ-ι-α φωλιά σου<br />
Το πιο πανούργο απ’ τα ποιητικά τεχνάσματα.</p>
<p>ΥΓ.<br />
Ό,τι και να γίνει όμως<br />
Οι ποιητές -όλοι το ξέρουν-<br />
Κολυμπούν στις θαμπάδες των γυαλιών τους<br />
Κι είναι φορές που πνίγονται<br />
Από καθημερινά κύματα σκόνης<br />
Κρύβουν τα δάχτυλά τους<br />
Στις ποντικοπαγίδες<br />
Κάθε ξεφωνητό ένας καινούργιος στίχος<br />
Μόνο όταν μαθαίνουνε τη μυρωδιά τους<br />
Τα τρωκτικά δεν καταδέχονται<br />
Τα τελευταία δάχτυλα<br />
Αυτά θέτουν εν τέλει<br />
Επί τον τύπον των ήλων</p>
<p>(Πόση ζημιά να κάνεις<br />
Με τα κουρέλια των χεριών.)</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΞΟΡΚΙΑ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΟΤΙ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ</strong></h5>
<p>Ότι η αγάπη είναι θηλιά<br />
Βρόχος τα στεγνά μεσημέρια<br />
Τα δάχτυλα όταν κουράζονται<br />
να σκάβουνε στο δέρμα</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι τρόμος<br />
Ανήμερα του Παιδιού<br />
Σαν κάτω απ’ το κρεβάτι<br />
βόλοι διαβολικοί γελούνε</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι θύελλα<br />
Στο δάσος που στοιχειώσαν<br />
εκδρομείς ανήξεροι<br />
άνευ δακρύων τη βροχή ατενίζουν</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι θρύλος<br />
Ένα ποτάμι από οξύ<br />
Μια λίμνη μανιασμένη<br />
Ένα στόμα αίμα</p>
<p>Ότι η αγάπη είναι ζήτημα<br />
Μια βιοψία τη νύχτα<br />
Ένα λάθος το πρωί<br />
Η συνταγή που χάθηκε</p>
<p>(Απ’ τον φαρμακοτρίφτη σου)</p>
<p>Κι ο φαρμακοτρίφτης πάντα θα κεντά το λάθος με σπουδαίες<br />
κλωστές στο τρυφερό σου δέρμα έτσι θα εξαντληθούνε<br />
οι ανοιχτές πληγές γλυκά και καθώς πρέπει θα κακοφορμίσουν<br />
τα ποιήματα θα συσταλούν οι γυμνές λέξεις τι<br />
περιμένεις από τόση επιστήμη να διορθώνει τα ρήγματα<br />
της νύχτας σχολαστικά;</p>
<h5><strong>ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΦΤΕΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Για την κόρη μου</p>
<p>Κι ήξερα πως όταν λέω «κοτσύφι»<br />
Γλιστρώ σημαίνει στο κουκούλι της λέξης<br />
Αλλάζω σε κάμπια εγκυμονούσα<br />
τα τρυφερά της σύμφωνα<br />
το όνειρο της χαμηλής πτήσης</p>
<p>Κι ήθελα να αθροίζω γέλια<br />
Ακριβά υλικά στο κρησφύγετό της<br />
Χοάνη άχρονες εκπλήξεις στο μαξιλάρι της<br />
Σε ένα σούσουρο νότες σοφές<br />
Ένα σπιτάκι με θηλιές από αγάπη</p>
<p>Κι ήτανε πριν βγούμε στη σκηνή με τα φώτα<br />
Για να ντυθούμε τις καινούργιες μας πράξεις<br />
Ήσυχα να ξεχειμωνιάσω στον τοσοδούλη λοβό της<br />
Να γεννήσω -το έταξα- ώς την άνοιξη<br />
τα καινούργια φτερά της</p>
<p>(Να με βρίσκει πεταλούδα άφτερη να τριγυρνώ<br />
στη σκιά απ’ το φως της.)</p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Κατρακυλώ βαθιά τη νύχτα<br />
Στο στήθος σου μονήρης<br />
Απροστάτευτη από συμβόλαια<br />
Γυμνή ένδυμα νυχτερινού περιπάτου<br />
Όταν αρχίζουν οι μεταμορφώσεις χρυσή βροχή<br />
Θα τυλιχτείς στα μαλλιά μου<br />
Όπως ασάλευτος προσμένεις το θαύμα<br />
Βαρομετρικά χαμηλά υψηλά ποσοστά υγρασίας<br />
Οι άνεμοι ασθενείς με μεταπτώσεις<br />
Ένας διάφανος φλοίσβος στα σεντόνια<br />
Μεσίστια τα συνοδά όνειρα<br />
Συναντιόμαστε στον παφλασμό των κορμιών<br />
Αλλόκοτοι μικροί θεοί<br />
Οι ώρες μάς φέρνουν πίσω καθημερινούς</p>
<p>«Μερικά ταξίδια τελειώνουν πάντα το πρωί»</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΙΔΙΑ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ<br />
</strong></h5>
<p>Αν θέλεις την αλήθεια στο κάδρο<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Άφησε ανθρώπους να πηγαινοέρχονται<br />
Ένα πολύχρωμο πλήθος<br />
Δίνει δώρα και φεύγει<br />
Γεμίζει τον τόπο ανάσες δροσερές<br />
Και γίνεται καπνός πριν σκοτεινιάσει<br />
Αν κάνουν πως μιλούν μην ξεχαστείς<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Σβήσε τα επιπλέον χρώματα<br />
Ακολούθησε τις οδηγίες των ματιών τους<br />
Προτίμησε το απογευματινό φως<br />
Είναι αρκετά κοντά στην αλήθεια<br />
Ένα βήμα πριν τις ανεπιθύμητες απόπειρες<br />
Σμίκρυνε τους τυπικούς επισκέπτες<br />
Περνούν τις θύρες αλύγιστοι<br />
Ευθυτενή πρόσωπα<br />
Αμήχανα χέρια<br />
Αναποφάσιστες λέξεις<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Μην τους εξαφανίσεις<br />
Μία καλή σμίκρυνση<br />
Δικαιούνται ένα κομμάτι στο κάδρο<br />
Διεκδικούν λύσεις, δεν το θυμάσαι;<br />
Έχουν μια ατζέντα από φορμόλη<br />
Γράφουν, σβήνουν, λένε, ξελένε<br />
Βγάλε τις λέξεις είπαμε<br />
Βγάλε τις λέξεις<br />
Τώρα εκείνοι κάθονται οκλαδόν<br />
Ή καπνίζουν<br />
Ή ρεύονται<br />
Ή θυμώνουν<br />
C9]<br />
Ή κάνουν έρωτα<br />
Ή γεννάν παιδιά<br />
Ή έχουν κατάθλιψη<br />
Ή κοιμούνται<br />
Ή ελπίζουν.<br />
Ίσως να πίνουν τσάι.<br />
Κι ένα κοριτσάκι<br />
Κουνάει μια γυμνή κούκλα<br />
Μπροστά στα ασφαλτοστρωμένα μας μούτρα<br />
Αυτό σε πρώτο πλάνο<br />
Ούτε κλαίει<br />
Ούτε γελάει<br />
Η κούκλα είναι ξεμαλλιασμένη<br />
Και δε φοράει τίποτα, τσιτσίδι<br />
Δεν έχει άλλο. Μην κουράζεσαι.<br />
Το κάδρο σου τέλειωσε.<br />
Κι αυτή είναι η αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΔΑΚΡΥΑ</strong></h5>
<p>Περίμεναν τόση ώρα να κατηφορίσουν.<br />
Χθεσινές δουλειές να τελειώσουν<br />
Ανούσιες ανταλλαγές λέξεων<br />
Δολοφονικές βεβαιότητες<br />
Να ταξινομούνται πάνω στο τραπέζι.<br />
Τα βαρίδια μιας δομημένης ρουτίνας<br />
Ένα άδειο βλέμμα<br />
Κι άλλο ένα<br />
Η απουσία γλείφει<br />
Ό,τι ξέμεινε σφριγηλό.<br />
Ύστερα λοιπόν η σειρά τους.<br />
Το κορμί σε συναγερμό<br />
Πλημμυρίδα άμπωτη<br />
Ασυγχρόνιστα στην περιοχή της καρδιάς.<br />
Κάτι που άρχισε να τρίζει<br />
Πάει να ανοίξει<br />
Μια παλιά υπόσχεση, μια ξεχασμένη πόρτα.<br />
Τίποτα δεν ολοκληρώθηκε<br />
Μαζεύτηκαν προς τα πίσω<br />
Τα ρέοντα ερωτηματικά<br />
Οι υγρές απώλειες<br />
Οι δρόμοι του νερού<br />
Άτακτη υποχώρηση<br />
Στα όρια του κενού.<br />
Για τα περαιτέρω<br />
Χάθηκε το κλειδί<br />
Ή έφταιξαν τα προαπαιτούμενα χρέη.<br />
Τα μάτια έμειναν απότιστοι βολβοί.</p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ</strong></h5>
<p>Δεν ακούμε μουσική μαζί.<br />
Όχι πια, ούτε την κλασική<br />
Που μου ’μαθες να μετρώ<br />
Τις εισόδους των οργάνων<br />
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες<br />
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά<br />
Λόγια ανθισμένα<br />
Που ακουμπούσα με φιλιά<br />
Στο μαξιλάρι σου<br />
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.<br />
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα<br />
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες<br />
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό<br />
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει<br />
Ένα κορμί όρθιο<br />
Ένα κορμί ξαπλωμένο<br />
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.<br />
Κι έτσι αγάπη μου<br />
Οι νότες πια κατρακυλούν<br />
Στο κορμί μου γυμνές<br />
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο<br />
Στήθος της αμαζόνας.<br />
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι<br />
Η Κρύα φοράει κάλτσες<br />
Στα μελανιασμένα της όνειρα.<br />
Οι νότες κατρακυλούν<br />
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,<br />
Στα χέρια μου<br />
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.<br />
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου<br />
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες<br />
Πολεμίστρες μουσικής<br />
Να απλώνω τα μαλλιά μου<br />
Στα χώματα<br />
Να σέρνονται στα χώματα<br />
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.<br />
Δεν είσαι εκεί<br />
Να τυλιχτούν γύρω σου<br />
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου<br />
Σαν η αιώνια υπόσχεση<br />
Η αιώνια απειλή<br />
Ο πιο θνητός έρωτας<br />
Στο βασίλειο των ερώτων.</p>
<p>(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Βακχικό, τ.32)</p>
<h5><strong>ΔΟΚΙΜΕΣ ΜΕΤΡΟΥ</strong></h5>
<p>Τότε που η αμετρία χάθηκε<br />
Μετοίκησε το ανυπόληπτο πάθος<br />
Νηνεμείς οι σχέσεις οι στιγμές<br />
Άδειασε η πολιτεία<br />
Απ’ τους ψηλοπόδαρους μουσικούς<br />
Είδα τα δάχτυλά τους να εξαερώνονται<br />
Γέμισαν οι στοές της αγοράς αρχαγγέλους<br />
Με απόχες παγιδεύανε ό,τι έλαθε της Νέας Εποχής<br />
Τις ξεμαλλιασμένες προσευχές μας<br />
Λαχανιάσματα σε στοργικούς στάβλους<br />
Συλλέγανε κρυφά τις ονειρώξεις<br />
Των έγκλειστων δεσποινίδων<br />
Έμεινε ένας κρανίου τόπος<br />
Στολισμένος γιρλάντες ευπρεπισμού<br />
Έμειναν μονολεκτικές απαντήσεις σε τοξικές ερωτήσεις<br />
Περιφερόταν μια μακιγιαρισμένη θλίψη.<br />
Αχυρένιος ο πόνος<br />
Όταν κεντάς με γαντοφορεμένα δάχτυλα κρίνου<br />
Κήπους γυμνούς<br />
Σπίτια απαλλαγμένα από τη ζέστη<br />
Τους είναι άγνωστο το κρύο<br />
Δεν ξέρουν από αίμα και φωτιές.</p>
<p>Αν θέλεις σάρκα<br />
Να κάτσεις στο περβάζι μεσάνυχτα<br />
Να κελαηδήσεις ουρλιαχτά<br />
Να ορμηνέψεις τρελούς<br />
Να γίνεις χώμα διάολε<br />
Πριν κλάψεις για τη μουσική<br />
Πριν νοσταλγήσεις φόβους<br />
Το νου σου<br />
Θέλει κότσια η ακροβασία στο κενό<br />
Έχει αγκάθια η μνήμη των νεκρών πουλιών<br />
Αν θέλεις αυτή την ελευθερία<br />
Γδύσου τους στρατολογημένους σου άθλους<br />
Βγες στο κατώφλι άοπλος<br />
Και καλωσόρισε τους εφιάλτες σου.</p>
<h5><strong>Η ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Η κάθε μέρα<br />
Όπως κυλάει στο δέρμα σου<br />
κυλάει και στο δικό μου<br />
Απ’ το μεσόφρυδο ξεκινά<br />
Συντηρεί θυμούς και λύπες<br />
Περιγράφει απώλειες και διαψεύσεις<br />
Ρυμοτομεί τον πόνο<br />
Και προχωράει υγρά αυλάκια<br />
Σκαπανείς με συνέπεια<br />
Στις φυλλοβόλες μας ώρες<br />
Αργά σκάβουν τσαλακωμένους ανδριάντες<br />
Μισιακούς θεούς αποκρουστικές αλήθειες<br />
Κατεβαίνουν μοιραία στο λαιμό<br />
Μες στην αυλή τους ταξιδιάρικα<br />
Βαθαίνουν με τα άψυχα χάδια<br />
Συνωμοτούν για ένα ευθύ καρδιογράφημα<br />
Βαπτισμένο κανονικό<br />
Τόσο που γίνεται εμμονικό<br />
Δαιμονικό.</p>
<p>Η κάθε μέρα ανυποχώρητη<br />
Κάνει έφοδο στις όψεις της ομίχλης<br />
Στα τεθλασμένα όνειρα<br />
Στις ασαφείς υποσχέσεις<br />
Μάχεται τις οδύνες και τις ηδονές<br />
Ξεδιάντροπα μας αφοπλίζει<br />
Μας γδέρνει<br />
Απ’ την αλήθεια του κορμιού<br />
Ξελευτερία φωνάζει εκείνο<br />
Ξέπλεκα μαλλιά τυλίγουνε αντένες<br />
Δεν κλείνεις εύκολα το στόμα στην αλήθεια.<br />
Έφοδος όμως<br />
Ο στρατός των επαναλήψεων<br />
Ατσαλάκωτοι κλώνοι στη σειρά<br />
Ρυθμός εμβατήριο<br />
Μισή μερίδα, φοράνε μάσκες<br />
Νομίζεις είναι ομορφιά<br />
Σιγουριά ζεστασιά<br />
Μην το νομίζεις<br />
Έχουνε τσακισμένα πρόσωπα από μέσα<br />
Διαλυμένα περιοχές υγρές<br />
Μάζα αδιαφοροποίητη χωρίς χαρές<br />
Χάρες<br />
Η μόνη σιγουριά<br />
Βαδίζουν μια ακόμη μάχη κερδισμένη<br />
Επ’ ώμου έχουν τη ρουτίνα<br />
Ρυθμικές εκπυρσοκροτήσεις κι έτσι<br />
Φονεύουν το μικρό απροσδόκητο<br />
Την παράνομη θλίψη<br />
Απροστάτευτα στους ναούς μιας μακρινής θύμησης<br />
Μιας ακόμη πιο μακρινής ελπίδας.</p>
<p>Η κάθε μέρα ανυπέρβλητος θεός.</p>
<h5><strong>ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ</strong></h5>
<p>Μικρή φιλική κουκουβάγια<br />
Με κόμπους ιδρώτα<br />
Στα χοντραγυαλιά<br />
Όταν πετάει πάνω κάτω<br />
Σκουντουφλά στα δέντρα<br />
Και το δάσος βουίζει αρχαία μυστικά.<br />
Το πρωί φοβάται τα θρύψαλα του σκοταδιού<br />
Στο ασπράδι των ματιών της.<br />
Καθαρίζει τη φωλιά της<br />
Με τα αγχωμένα χνότα της<br />
Και μαζεύεται σ’ ένα σοφό ύπνο<br />
Γεμάτο ερωτηματικά.<br />
Φοβάμαι να τη ρωτήσω<br />
Για όσα δεν απορώ.</p>
<h5><strong>ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ…</strong></h5>
<p>Παράξενος έρωτας<br />
Απροσδιόριστης υφής<br />
Ντυμένος λέπια<br />
Απλωμένος σε σανίδες<br />
Τελευταίας σωτηρίας<br />
Ελίσσεται ωσαννά<br />
Χορεύοντας<br />
Κατρακυλά κίτρινες μέθες<br />
Φαλτσάροντας<br />
Χαρίζεται σε ου ραγούς<br />
Φωλιάζει σε απόκληρες ανάσες<br />
Παράξενος έρωτας<br />
Μεγάλωσε σε φυλακή<br />
Ξέρει από θυσίες της σάρκας<br />
Τα ταγγισμένα απόβραδα<br />
Πριν σκίσω τα ομορφότερα ποιήματα<br />
Πριν δεθώ καλλίπυγους εφιάλτες<br />
Πριν ερωτευτώ ξανά πλουμιστές απώλειες<br />
Πριν απελάσω τον οίκτο<br />
Θρονιάζεται στα γόνατα της θλίψης<br />
Βουρκώνοντας εξαερώνεται στους μεγάλους ουρανούς<br />
Υπόσχεται ροδαλά, παχουλά μηδέν<br />
Υποκλίνεται δουλικά στους ακύμαντους δρόμους<br />
Άφτερος δοκιμάζει ουράνιες πτήσεις<br />
Παραμιλά, σου λέω, ανύπαρκτες λέξεις<br />
Ονειρεύεται λιωμένες χιονοστιβάδες<br />
Μέχρι τις ρίζες των μαλλιών βυθίζεται<br />
Σε ληγμένα σκοτάδια<br />
Παράξενος έρωτας<br />
Τι παράξενος έρωτας…</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΡΓΟ</strong></h5>
<p>Θα παρελάσω πρώτη στην πομπή των χελιδονιών<br />
Σε αιώνες άδειους απ’ τα βήματά σου<br />
Ούτε μία μικρή υπόσχεση<br />
Αυτό είναι το έργο απ’ την αρχή<br />
Ένα δωμάτιο με αόρατες αντηχήσεις.</p>
<h5><strong>ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ακόμη κι ο πόνος<br />
Έμαθε να ζωγραφίζει<br />
Τον κομμένο λαιμό του.<br />
Αυτοθαυμάζεται.<br />
Κανακεύει τις ματωμένες του σάρκες.<br />
Υπονομεύει με τα τερτίπια της τέχνης<br />
Τη βασιλεία του.</p>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ</strong></h5>
<p>Όταν ακόμη η μέρα δίνει παράσταση<br />
Τρικλίζοντας με βήμα αστάθειας<br />
Σαν να πατάει από γυαλιά ανάμεσα<br />
Χρώματα που δεν της ταιριάζουν<br />
Ο ουρανός χάνεται<br />
Πριν το χειροκρότημα φεύγει<br />
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του<br />
Τυλίγεται ντρέπεται για τα καμώματά της<br />
Φεύγει κι είναι έρημα<br />
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες<br />
Σπιτάκια από σύννεφα<br />
Αν όχι αυτός, τότε τι<br />
Μαθαίνω πώς είναι να απλώνω το βλέμμα<br />
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά<br />
Όμως ένας ολόκληρος κόσμος<br />
Παρατημένος στην τύχη του σκέφτομαι<br />
Στρέφω το βλέμμα<br />
Ψηλά όμως όχι<br />
Πώς είναι χωρίς αυτό που μάθαμε να είναι<br />
Ένας δεδομένος ουρανός<br />
Κι έπειτα το τρένο φτάνει όπου έπρεπε<br />
Ή ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε<br />
Βγαίνω έξω<br />
Ένα καινούριο σύμπαν<br />
Να κάνω τις δουλειές μου έστω και χωρίς<br />
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-<br />
Ένα μπουφάν φουσκωτό από αέρα<br />
Σύννεφα ξεχασμένα<br />
Νιώθω γαλάζια<br />
Ξεκολλάω απ’ τη γη<br />
Με το μπουφάν το φουσκωτό<br />
Πασχίζω<br />
Και πασχίζω<br />
Λίγο ψηλότερα<br />
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι όταν τον φτάνεις<br />
Κι έτσι στοιχίζομαι ε τις αέριες μάζες γύρω μου<br />
Τεντώνομαι διπλώνομαι<br />
Κάνω γωνίες αεροναυπηγικής δυναμικής<br />
Το κορμί μου παγώνει<br />
Σε στάσεις ενστικτώδους τελειότητας<br />
Με το μπουφάν το φουσκωτό<br />
Το μαύρο<br />
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-<br />
Φτερά και πούπουλα<br />
Να κακαρίζει ο τόπος<br />
Και δεν σαλεύω<br />
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη<br />
Ήτανε νόθα τα πουλιά<br />
Φτερά μισά και πούπουλα δαρμένα<br />
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε<br />
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά<br />
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό<br />
Και πάλι φτάνοντάς τον.<br />
Και κάπου εκεί<br />
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη<br />
Και το μπουφάν να κελαηδάει τα επί γης μου χρέη<br />
Τα αιτήματα περί ουρανού σε περιπτύξεις με το χώμα<br />
Και κάπου εκεί το παίρνω απόφαση<br />
Όπως μιλάς πρέπει να πετάς<br />
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο από την έλλειψη φτερών της προκοπής<br />
Αέρα στο μπουφάν μου<br />
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω<br />
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου<br />
Στο τέλος – δεν μπορεί-<br />
Θα αναστηθεί κάτι στη θέση του ουρανού<br />
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.</p>
<p>(Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα www.thraca.gr)</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΥΤΑ (2008)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΟΝΟ</strong></h5>
<p>Κουβαλώ ένα ποτάμι<br />
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.<br />
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών<br />
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.</p>
<p>ΤΑΞΙΔΙ<br />
Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.<br />
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν<br />
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.<br />
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.<br />
Συνεχίζω να είμαι μουγγή<br />
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.<br />
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ</strong></h5>
<p>Στην κόψη της θλίψης<br />
το παρόν θολώνει<br />
από εικονίσματα του χθες<br />
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ<br />
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.</p>
<p>Η φρίκη φτιασιδώνεται<br />
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.<br />
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως<br />
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να &#8216;ναι.</p>
<p>Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας<br />
τυλίγονται προσεκτικά<br />
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών<br />
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους<br />
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.</p>
<h5><strong>ΠΙΚΡΕΣ</strong></h5>
<p>Κλεισμένες σφιχτά<br />
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,<br />
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,<br />
οι πίκρες που μας αναλογούν<br />
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.<br />
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας<br />
θα καταφέρει να ορθοποδήσει<br />
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.<br />
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες<br />
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας<br />
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια<br />
με τα σαρκοβόρα τους στόματα<br />
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.<br />
Τη ζωή μας.</p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ</strong></h5>
<p>Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,<br />
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.<br />
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός<br />
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.</p>
<p>Να γίνει πώς;<br />
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;<br />
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,<br />
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.<br />
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας<br />
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές<br />
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής<br />
στο καρναβάλι των επιλογών μας.</p>
<p>Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,<br />
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο<br />
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο<br />
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.</p>
<p>Για όνομα του φόβου!<br />
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;<br />
Ίσως γι&#8217; αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες<br />
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.</p>
<h5><strong>ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου<br />
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια<br />
στο μέτωπο του έρωτα.<br />
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν<br />
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης<br />
στα βήματά μας.<br />
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;<br />
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.<br />
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.<br />
Γνώριμα και απειλητικά.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ</strong></h5>
<p>Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.<br />
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου<br />
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα<br />
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.<br />
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα<br />
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους<br />
τους δρόμους που παρέκαμψα<br />
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση<br />
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο<br />
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία<br />
γύρω απ’ το κρεβάτι μου<br />
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα<br />
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
δουλεύω οκτάωρο<br />
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα<br />
κάνω έρωτα άλλη μία<br />
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.<br />
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.<br />
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου<br />
στο κόκκινο της φωτιάς τους.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα<br />
να πλησιάσουν.<br />
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό<br />
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.<br />
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,<br />
και χωρά στη χούφτα μου.<br />
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα<br />
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–<br />
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΜΕΣΑ</strong></h5>
<p>Στην κοίτη της λύπης μου<br />
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό<br />
με δικά μου χρώματα<br />
– που και που δανείζομαι<br />
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.<br />
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.<br />
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας<br />
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;</p>
<p>Στην κοίτη της χαράς μου<br />
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.<br />
Χωρίς ενδοιασμούς<br />
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.<br />
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.<br />
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές<br />
και τα καταπίνω αμάσητα.</p>
<p>Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά<br />
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.<br />
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου<br />
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί<br />
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.</p>
<h5><strong>ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ</strong></h5>
<p>Αιδοία και δάκρυα<br />
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες<br />
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.<br />
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.</p>
<p>Τη μέρα περισσεύουν<br />
στη νύχτα δε χωρούν.</p>
<p>Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί<br />
πως συνιστούν με επιτυχία<br />
συναφείς απομιμήσεις ζωής.</p>
<h5><strong>ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.<br />
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.<br />
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.<br />
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο<br />
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.<br />
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.<br />
Συνοψίζεται<br />
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ<br />
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών<br />
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.</p>
<h5><strong>ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ</strong></h5>
<p>Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας<br />
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.<br />
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.</p>
<p>Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.<br />
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων<br />
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.</p>
<p>Kannst du tanzen?<br />
Can you dance?<br />
Εγώ αψηφώ το θάνατο.</p>
<p>Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.<br />
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.<br />
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου<br />
άμμο και όνειρα και νερά.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις<br />
που συνοψίζονται στα μάτια σου<br />
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.<br />
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν<br />
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη<br />
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια<br />
αναζητώντας νύμφες στα δάση.<br />
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά<br />
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.<br />
Μυρμηγκιάζουν το φως<br />
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.<br />
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου<br />
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.<br />
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα<br />
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.<br />
Αν είναι να ηγείται κάποιος,<br />
θα ’θελα τη μουσική<br />
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ</strong></h5>
<p>Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.<br />
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.<br />
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.<br />
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,<br />
οι γραμμές των ματιών,<br />
οι σκιές της νύχτας μου.<br />
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.</p>
<h5><strong>ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ</strong></h5>
<p>Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια<br />
Σαν το αίμα που καίει<br />
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους<br />
Σαν την πληγή που αγαπά<br />
την επαφή της με τον αέρα<br />
Σαν το κραγιόν που θόλωσε<br />
τον καθρέφτη του νου σου<br />
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο<br />
Με ένα αντίο.</p>
<h5><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ</strong></h5>
<p>Η έμπνευση κρυώνει<br />
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη<br />
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι<br />
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί<br />
στα ερείπια-θεμέλια<br />
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα<br />
–το πιο όμορφο τραγούδι<br />
της εποχής των κύκνων–<br />
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ<br />
να ξηλώνει ποδόγυρους<br />
να οσμίζεται<br />
να περιμένει.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ</strong></h5>
<p>Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι<br />
Στις έννοιες οι λέξεις<br />
πρόστυχες αναδεύουν.<br />
Θα ’θελα από ένα κελάρι<br />
να τις ξετρυπώσω μία μία<br />
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού<br />
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο<br />
– σαν μαλακή ανάσα.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΙΚΑ</strong></h5>
<p>Μάτια αφημένα στους καθρέφτες<br />
μιας άλλης αντίληψης<br />
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα<br />
των ερωτικών υπαινιγμών<br />
καθώς στάλες του πρωινού καφέ<br />
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους<br />
απρόσωπα.<br />
Τώρα σκύψε στην άρνηση<br />
στα όρια του εγωισμού.<br />
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης<br />
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.<br />
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο<br />
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.</p>
<p>Τελικά η ανία<br />
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.</p>
<h5><strong>ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ</strong></h5>
<p>Και τότε έρχεται.<br />
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας<br />
με συντεταγμένες ανθρώπου<br />
κλειδώνει τα όνειρά μου<br />
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι<br />
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου<br />
διαχέει αόρατο δηλητήριο<br />
και παράφρονες χυμούς θανάτου.<br />
Και τότε φεύγει.</p>
<p>Όταν τελειώνει<br />
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη<br />
σ’ ένα βρομερό μπαρ.</p>
<h5><strong>ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές<br />
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.<br />
Οι σκέψεις μου μαβιές<br />
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους<br />
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.<br />
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται<br />
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.</p>
<p>Όσο μεγαλώνω,<br />
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες<br />
σκουραίνουν οι δεύτερες.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ</strong></h5>
<p>Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.<br />
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.<br />
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου<br />
μέσα μου.<br />
&#8230; Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ</strong></h5>
<p>Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.<br />
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.<br />
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.<br />
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.<br />
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.<br />
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.<br />
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές<br />
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.<br />
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.<br />
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.<br />
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.<br />
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.<br />
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,<br />
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.<br />
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.</p>
<p>Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες<br />
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.<br />
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.<br />
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.</p>
<h5><strong>ΝΑ</strong></h5>
<p>Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε<br />
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές<br />
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε<br />
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.</p>
<p>Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν<br />
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα<br />
Όχι για τ’ άλλα<br />
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά<br />
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.</p>
<p>Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών<br />
που παιδιά-κοχύλια γεννούν<br />
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν<br />
Όχι κατοικίδια λιβανωτά<br />
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα<br />
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.</p>
<p>Και τέλος<br />
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–<br />
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας<br />
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε<br />
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της<br />
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν<br />
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών<br />
και των ημίθεων<br />
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας<br />
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών</p>
<p>Που ξημερώνει στο δάσος<br />
Και την επόμενη μέρα περπατάμε<br />
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών<br />
Που πλένεται με φως<br />
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας<br />
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους<br />
Και τα φοράμε κατάστηθα.<br />
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια<br />
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα<br />
Στην ίδια συλλαβή.</p>
<p>Ναι γιατί όχι;<br />
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή<br />
της ανυπαρξίας<br />
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης<br />
Που τάζει και ξετάζει<br />
Λέει ξελέει<br />
Γελά και ξεγελά.<br />
Αυτά.<br />
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί<br />
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.<br />
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας<br />
Που μια φορά τ’ ακούς καλά<br />
Και δεν ξυπνάς ν&#8217; ακούσεις κι άλλο<br />
Γιατί ότι ήταν ξέγινε<br />
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες<br />
Τα δάχτυλα φαγωμένα<br />
Τρίβονται οι αντοχές<br />
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής<br />
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας<br />
κατοικεί στα έπιπλα.</p>
<p>Τα φαντάσματα συναγωνίζονται<br />
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως<br />
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.</p>
<p>Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά<br />
και δυσανάγνωστα<br />
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,<br />
κολυμπώ ελεύθερη.</p>
<p>Με αστραφτερά χέρια<br />
δοκιμάζω απλωτές<br />
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα<br />
σε μελαψούς πειρατές.</p>
<h5><strong>ΑΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<p>«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε<br />
μία γενιά και πέθανε.<br />
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε<br />
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.<br />
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε<br />
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της<br />
να ανανήψει στους ουρανούς.</p>
<p>Το γέρικο άχρονο σκιουράκι<br />
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος<br />
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.<br />
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.<br />
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.</p>
<h5><strong>ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<p>Τόση θέληση για τη ζωή τους!<br />
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!<br />
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!</p>
<p>Όταν έρχεται,<br />
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.<br />
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.<br />
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.<br />
Δεν περιμένουν απαντήσεις<br />
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.<br />
Δε σκύβω το κεφάλι.<br />
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους<br />
αντανακλά την ενοχή τους.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΡΑΣ</strong></h5>
<p>Χαμήλωσα το κεφάλι,<br />
καθρέφτισα την αγωνία μου.<br />
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα<br />
ένα να γίνω με την κοίτη.<br />
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.<br />
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.<br />
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.<br />
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.<br />
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.</p>
<p>«Και μήπως έρχεται ποτέ;»<br />
άκουσα σαν μέσα απ&#8217; όνειρο<br />
την γκρινιάρικη φωνή<br />
του παμπάλαιου θηλυκού<br />
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.<br />
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών<br />
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης<br />
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας<br />
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών<br />
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.</p>
<p>Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.<br />
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,<br />
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.<br />
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης<br />
που δε ρωτά, δε ρωτά&#8230;</p>
<h5><strong>ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ</strong></h5>
<p>«Μη με ξανακοιτάξεις έτσι»<br />
απαίτησε χωρίς να το εννοεί.<br />
«Δε θα μπορέσω να σε ξανακοιτάξω αλλιώς»<br />
της ψιθύρισε εκείνος.<br />
Έκλεισε την απειλή στο πιο παλιό συρτάρι της.<br />
Πέταξε το κλειδί.<br />
Πέταξε κι αυτή σφιχταγκαλιασμένη<br />
με το ανύπαρκτο μέλλον.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΜΕΤΡΟ</strong></h5>
<p>Στο κορμί μου συνωμοτούν σατράπηδες<br />
Στο μυαλό μου ακονίζονται μαχαίρια<br />
Στην ψυχή μου πολεμούν δαίμονες.<br />
Αιμορραγώ αιώνιες αλήθειες<br />
στη λεκάνη του ασυνείδητου.</p>
<p>Ποια νάρκη θα ξετρυπώσει πάλι<br />
το κατσούφικο πρόσωπο της καθημερινότητας<br />
στο θολωμένο οπτικό μου πεδίο;<br />
Προσδοκώ με πάθος<br />
την επιστροφή της γνώριμης απειλής της.<br />
Η αναμονή της επικείμενης καταστροφής<br />
να στριμωχτεί στα όρια αντοχής<br />
του ανθρώπινου μέτρου.</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">στην Ασπασία-Ραμόνα</p>
<p>Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο<br />
Μια σελίδα χωρίς γραμμές<br />
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο<br />
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη<br />
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο<br />
Τη δομή μιας φτερούγας<br />
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.<br />
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Τα κορμιά ήταν κίνηση χωρίς ύλη.<br />
Δε χαιρέτησαν, δεν προσπέρασαν<br />
δε ζήτησαν άδεια.<br />
Βολεύτηκαν ωστόσο.<br />
Οι παλιές ελπίδες,<br />
σαν δειλά κοράκια στο τελείωμά τους,<br />
φώτιζαν αναιμικά προσώρας.<br />
Τα καινούρια στοιχειά δεν ήταν θεριά.<br />
Θέριευαν όμως με το χρόνο<br />
σαν λιτανείες από μιλιούνια ρασοφόρων.</p>
<p>Χρόνια συλλέκτης στεναγμών σε άπλυτες κούπες<br />
είχε ξεμάθει να υποδέχεται<br />
και να ξεναγεί αγνώστους.<br />
Στην τσέπη του ένα παλιό κομπολόι.<br />
Στο στήθος του ένα ρημαγμένο ρολόι.<br />
Στη γλώσσα του ένα κάψιμο<br />
απ’ τους δρόμους που άρχιζαν και τέλειωναν<br />
στο κατακάθι του καφέ του.<br />
Με αυτά έκανε το ορίστε<br />
στους νεοφερμένους.<br />
Δεν άνοιξε διάλογο μαζί τους.<br />
Άλλωστε τι να πει;</p>
<p>Οσμίστηκε όμως τους λόγους τους.<br />
Τους βρήκε ξεχασμένους<br />
σαν το αγιόκλημα στο πατρικό του.<br />
Γκρεμισμένος σαν τα όνειρα<br />
που τον ταξίδευαν παιδί.<br />
Αποφασισμένους όπως τα δάχτυλά του<br />
όταν τσαλάκωναν τη διαβασμένη εφημερίδα.<br />
Παρ’ όλα αυτά, κάτι τον έσπρωχνε<br />
να τους παραδώσει το νυστέρι του φόβου.<br />
Επαγγελματικό, μαζί κοιμόνταν, μαζί ξυπνούσαν<br />
Χρόνια χάραζε την όψη του επιμελώς.<br />
Τα μάτια του ήταν στεγνά<br />
Δεν είχε δάκρυα να παζαρέψει.<br />
Παρέδωσε όμως χωρίς δεύτερη σκέψη<br />
Τα βαφτισμένα χαμόγελα<br />
με τα μισάνοιχτα δόντια,<br />
τα τεντωμένα χείλη,<br />
καρφωμένα στο τελείωμα των ματιών.<br />
«Παράδοση άνευ όρων λοιπόν&#8230; Αυτό περιμέναμε»<br />
παραδέχτηκαν οι καινούριες ελπίδες<br />
και αυτοδιορίστηκαν φύλακες-άγγελοί του.</p>
<h5><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ</strong></h5>
<p>Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες<br />
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.<br />
Θάλασσα κι ουρανός<br />
καιρός άγριος στην κάψα του<br />
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.<br />
Στον αφρό των κυμάτων<br />
σπάνε γυάλινες θύμησες.<br />
Στον αχό της άμμου<br />
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.<br />
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων<br />
παραμονεύεις εσύ ανίκητος<br />
Αεικίνητος<br />
Ρευστός<br />
Αειφόρος<br />
Ερπετός<br />
Αειθαλής<br />
Εσύ<br />
Καινούριος και παλιός<br />
Εσύ<br />
Στη σκιά της μέρας<br />
Στον παφλασμό της νύχτας<br />
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο<br />
Εσύ.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ</strong></h5>
<p>Τα τρίμματα του ανεξήγητου<br />
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.</p>
<p>Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας<br />
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα<br />
πριν τριτώσει το κακό.</p>
<h5><strong>ILLUSIONS</strong></h5>
<p>Τεμαχίζονται τα όνειρα<br />
σε περασμένες γεύσεις<br />
και βουτιές στο ανέφικτο.<br />
Το φως μιας κίτρινης λάμπας<br />
επισταμένα τακτοποιεί τις απώλειες<br />
σε επερχόμενες μοναχικές νύχτες.<br />
Οι πήχεις χαμηλώνουν διαρκώς.<br />
Πράσινοι κορμοί σωριασμένοι ολούθε<br />
στοιβάζονται στις γωνίες των ματιών μας<br />
σαν πνιγμένα μωρά.</p>
<p>Να ελπίσεις τι;<br />
Κι όμως.<br />
Στο κατακάθι της νύχτας<br />
Στο πηγάδι του φόβου<br />
Ψάχνω ακόμη στα τυφλά<br />
Την υγρή σκιά της παλάμης σου.</p>
<h5><strong>Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ</strong></h5>
<p>Πριν χίλια χρόνια<br />
μια παλλακίδα με ορμήνεψε<br />
να ορκιστώ σε μια ιδέα<br />
με σάρκα και οστά<br />
και στύση ελεγχόμενη<br />
απ’ τις σκιές του κορμιού μου<br />
στον ουρανό του κρεβατιού.</p>
<p>Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες<br />
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου<br />
ακατανόητους χάρτες απουσίας.</p>
<h5><strong>ΟΠΑΔΟΙ</strong></h5>
<p>Εντέλει κάθε φάμπρικα<br />
απομακρύνει από την πλαδαρότητα<br />
και προσανατολίζει στη ματαιότητα.<br />
Τα εργοστάσια ονείρων ωστόσο<br />
κατασκευάζουν οπαδούς.<br />
Ψηλούς και κοντούς.<br />
Απαισιόδοξους και αιθεροβάμονες.<br />
Απροετοίμαστους και οργανωμένους.<br />
Οπαδούς.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Μια φυλακή από φράουλες<br />
–δεν τίθεται θέμα–<br />
θα ’ταν ευπρόσδεκτη<br />
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.</p>
<p>Για σένα όμως όχι.</p>
<p>Ένα παράπονο από μέλι<br />
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–<br />
θα ανύψωνε το ηθικό<br />
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.</p>
<p>Το δικό σου όμως όχι.</p>
<p>Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς<br />
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς<br />
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων<br />
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια<br />
–τα δικά μου–<br />
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα<br />
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–<br />
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες<br />
του κορμιού μου<br />
και στρογγυλεύεις.</p>
<p>Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε<br />
και γίνεσαι ο κύκλος<br />
που κλείνει το μέλλον μου.</p>
<p>.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ (2018)</strong></h4>
<p>(Αποσπάσματα)</p>
<h5><strong>Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ</strong></h5>
<p>Αγάπησα δυο φορές. Μπορεί και τρεις τώρα που το σκέφτομαι. Όταν αγαπάω αδειάζω απ&#8217; όλα. Και μένει η αγάπη. Κι έτσι όπως είμαι, άδειο σακί, της λέω καλωσήρθες. Σαν το σπίτι σου της λέω, βολέψου, όπου βρεις χώρο, απλώσου. Και γίνομαι όλη μια υποδοχή για να ταιριάζει το σχήμα της. Καλοβολεύεται και αρχίζει τα δικά της.<br />
Ένα κέντημα στην αρχή που ξεκινάει από τον λαιμό και διασχίζει τον οισοφάγο. Κατρακυλάει σα μεθυσμένο. Κατασκηνώνει μες το στομάχι μου. Εκεί μαζεύονται οι παλιοί πόνοι. Εκεί, πότε κοιμούνται πότε ξυπνούν και άντε μου λένε, δε θυμάσαι, πότε κιόλας ξέχασες; Δεν ξέχασα, δεν ξεχνάω ποτέ. Πώς να ξεχάσω; Ζω με μνήμες δανεικές. Ζω με μνήμες που αψήφησαν το παρόν και το μέλλον μου. Ζω με μνήμες που σχίζουν σε εκατοντάδες μικρά κομματάκια τα ερωτηματικά μου σαν παλιόχαρτα.<br />
Πόσο τον ήθελα! Ήταν μια αγάπη που έκαιγε όπως η άμμος τα αυγουστιάτικα μεσημέρια. Μια αγάπη όλο ρωγμές από τη βεβαιότητα πως ποτέ. Ποτέ, γιατί δεν ήταν ο ήλιος που τον τύφλωνε. Δεν ήταν το νερό που έσταζε στα μάτια του. Ήταν εκείνη απλωμένη πάνω του σαν φωτιά και νερό και χώμα, σαν όλα τα στοιχειά της φύσης μαζί. Εκείνη στα χέρια του που μιλούσαν άλλοτε με τις εποχές. Πάντα με το κορμί της. Κι εγώ κάπου εκεί. Με τη γνώριμη φωλιά στο στομάχι μου. Το κέντημα να με<br />
ταξιδεύει. Ένιωθα πως ο βαθύς πόνος σκάλιζε έργα τέχνης στο κορμί μου. Γινόμουν όμορφη, όλο και πιο όμορφη, δεν το έβλεπε; Πώς δεν το έβλεπε; Οι ώρες κυλούσαν αργά, αποφάσιζαν με περίσκεψη τα χρώματα εκείνο το καλοκαίρι και για μένα ήταν ίδια, όλα ίδια. Τα εκτυφλωτικά πρωινά, τα μεσημέρια που καιγόταν ο τόπος, τα δειλινά, οι μεγάλες, δροσερές νύχτες, όλα ίδια, την ώρα που την έκλεινε στην αγκαλιά του και το γέλιο του ήταν δικό της. Μόνο για κείνη. Ένα γέλιο που δε σου ανήκει είναι ένα γέλιο κακό. Ένα γέλιο που γεμίζει το μυαλό σου τρύπες. Τρύπες που ανοίγονται μπροστά σου. Που θέλουν να σε καταπιούν. Μπορεί την ώρα που κοιμάσαι. Προσπαθούσα να μένω συνέχεια ξύπνια. Να μετράω τον πόνο μου σε λεπτά. Να βουλώνω με σκέψεις τις τρύπες. Όμως και οι σκέψεις γλιστρούσαν με το πιο απαλό αεράκι που ανακάτευε τα μαλλιά του. Γιατί δεν έφυγα; Μάλλον γιατί δεν είχε έρθει η ώρα. Έσκαβα λαγούμι και ακόμη δεν ήταν έτοιμο. Δεν ξέρω πότε, δεν ξέρω πως, δεν ξέρω αν και γιατί. Θυμάμαι μόνο τις τσαλακωμένες λαμαρίνες. Το κρύο στο μέρος της καρδίας. Τα πόδια μου ασάλευτα. Την Όλγα να γελάει σαν τρελή. Θυμάμαι το βλέμμα του κομμένο στα δυο, ένα κομμάτι χρόνου πριν κι ένα μετά, το γέλιο δικό της και το γέλιο κανενός πια και τα χέρια του που δε θα ξαναμιλούσαν με το κορμί της. Θυμάμαι μια λίμνη κόκκινη κάτω από το φεγγάρι. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Ξέρασα πάνω μου. Τον αγάπησα πρώτη. Ήμουνα η πρώτη που τον αγάπησα.<br />
Κι υστέρα ήρθε ο άλλος σαν άγγελος. Ένα αγόρι γεμάτο μουσικές και γέλιο. Ένα καινούριο αγόρι με το ίδιο όνομα. Γιατί άργησες; τον ρώτησα μα δεν κατάλαβε τίποτα, είμαι σίγουρη, γιατί με κοίταξε με βλέμμα καθαρό, χωρίς απαντήσεις. Δεν πειράζει, δε συγχρονίζονται τα όνειρα σκέφτηκα και συνέχισα να τον αγαπάω με ελπίδα. Γελούσε και πίστευα πως αυτό είναι ένα γέλιο για μένα. Πόσο όμορφο να σου ανήκει ένα γέλιο σκεφτόμουν και χάιδευα τα μαλλιά του. Η μπορεί και όχι. Ίσως μόνο με τη φαντασία μου. Δεν ήταν ακόμη η ώρα, γιατί να βιαστεί κάνεις να αλυσοδέσει το όνειρο; Ας ανθίσει καλύτερα, να ριζώσει και έτσι βουτούσα στο γέλιο του χανόμουν στο γέλιο του και δε φοβόμουν καθόλου! Ήξερα τον δρόμο μα και αν όχι, ήταν ένα δάσος<br />
από έρωτα, που αλλού να χαθώ; Μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Όμως όχι. Όχι. Για άλλη μια φορά όχι. Τον μάγεψε με τα μακριά μαλλιά της, με τις νωθρές κινήσεις, με το φιλντισένιο βλέμμα της. Τον μάγεψε γιατί μπορεί απλώς να είναι μάγισσα. Είναι μια κανονική μάγισσα.</p>
<p>Απλώνει στη νύχτα τα μαλλιά της<br />
Εξουσιάζει τις ανάσες<br />
Στύβει τη θλίψη<br />
Μένει μια φιδογυριστή γραμμή<br />
Να τραγουδάει σα σειρήνα<br />
Έξω απ&#8217; την πόρτα της<br />
Μπροστά στα πόδια της<br />
Κι εκείνοι της παραδίνονται<br />
Υπάκουα σαν ηττημένος στρατός<br />
Ρίχνουν στα πόδια της τις εξαρτύσεις τους<br />
Της χαρίζουν το γέλιο τους<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;</p>
<p>Δεν μπορούσα να αποφασίσω εγώ. Δεν ήταν δική μου απόφαση. Η ζωή και ο θάνατος εννοώ. Και φυσικά και ο έρωτάς τους. Γιατί έφτασε ένα λεπτό. Τι λέω, μια στιγμή. Μπήκε στο μπαρ που καθόμασταν, κάθισε στο τραπέζι μας. Συστήθηκε μονή της. Εγώ έτσι κι αλλιώς ούτε που θα το σκεφτόμουν.<br />
Δεν είχα λέξεις, οι λέξεις μου είχαν πετάξει. Είχα μεταμορφωθεί σε έναν απλό θεατή, σε έναν βουβό θεατή μπροστά σε αυτό το θαύμα που εκτυλισσόταν μπροστά μου. Τα γνωστά. Τα μαλλιά της απλωμένα στη νύχτα, το τραγούδι της θλίψης μπροστά στα πόδια της, να τον καλεί μαυλιστικά. Δεν ήθελε πολύ. Την αγάπησε σαν τρελός. Κι εγώ δεν πρόλαβα ποτέ να του χαϊδέψω τα μαλλιά.<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες; , ·<br />
Ένας μανδύας έπεφτε στο μυαλό μου και σκέπαζε το παρόν. Δεν ένιωθα τον πόνο. Έφευγε μαζί με τις ζωντανές στιγμές. Πού ήμουν; Ποια ήμουν; Τι έλεγχα; Πόσο πίστευα σε εκείνο που ερχόταν, συνέβαινε; Κανείς δεν ήταν μαζί μου. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Δεν άφηνα αποτυπώματα. Ήξερα,<br />
δεν ήμουν εγώ. Εγώ ήμουν φευγάτη σε μια μικρή περιοχή θαλπωρής. Ακόμη και ο φόβος έμοιαζε ασήμαντος. Έμοιαζε φίλος. Φτιαγμένος για να με ταξιδέψει σε έναν κόσμο από τραπουλόχαρτα. Έβλεπα τα μάτια τους καρφωμένα γερά με καρφιά στο πάτωμά. Και γελούσα. Ένα γέλιο δικό μου. Ένα γέλιο που μου ανήκε.<br />
Δεν μπορούσα να φύγω από το μυαλό μου. Δεν έφταιγα για το μέλλον. Κανένας δεν μπορεί να ορίσει το μέλλον. Ούτε καν οι μάγισσες.<br />
Οι μάγισσες είναι για την πυρά<br />
Ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες;<br />
Ο τρίτος έρωτας ήταν ο μοιραίος. Ήρθε σα θεία δίκη όταν όλα είχαν τελειώσει. Όταν όλα είχαν φύγει απ&#8217; τα χέρια μου. Και απ&#8217; το μυαλό μου<br />
Όταν όλα είχαν γίνει ένα ποτάμι αίμα στην άσφαλτο. Μέτρησα τα βήματά μου μέχρι να τον συναντήσω. Ήξερα πως τον είχα σκεφτεί 1.863 φορές<br />
μέχρι να φτάσω. Όσες τα βήματά μου. Δεν έφταιξα για τίποτα. Όλοι πήραν αυτό που τους άξιζε.</p>
<p>Οι μάγισσες είναι για την πυρά, τα είπαμε αυτά<br />
Δεν ξέρω ποιος διάολος αποφάσισε να δώσει ζωή στις μάγισσες.<br />
Ξέρω μόνο πως η Όλγα δεν κατάλαβε ποτέ.</p>
<h5><strong>Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ</strong></h5>
<p>Η αδερφή μου έχει έναν παράξενο τρόπο να σέρνει τις λέξεις. Λες και θέλει να τις κάνει δικές της. Λες και προσπαθεί να τις πείσει να την ακολουθούν και όταν τελειώνει ο ρόλος τους. Λες και της ανήκουν.<br />
Η αδερφή μου είναι παράλογα έξυπνη. Το μυαλό της δεν έχει μάθει να υποτάσσεται στους νόμους που το ελέγχουν. Τα βάζει συνέχεια με τα όριά του. Με τους δεσμούς που εμείς όλοι μάθαμε να δεχόμαστε. Είναι τόσο πεισματάρα!<br />
Πηγαίναμε Δημοτικό όταν μου είπε πως ήθελε να μάθει ισπανικά. Βαριόταν πολύ να κάνει μαθήματα, ήθελε όμως να διαβάσει τον Δον Κιχώτη από το πρωτότυπο. Όταν την είδα να υπογραμμίζει με κόκκινο μαρκαδόρο τις σελίδες του πρώτου τόμου, όταν την άκουσα να ψιθυρίζει ένα ποτάμι λέξεων σε μια γλώσσα που δεν ήξερα και ούτε και αυτή ήξερε, όταν είδα τις ακατανόητες σημειώσεις της στα περιθώρια του βιβλίου την κοίταξα απλώς μέσα στα μάτια.<br />
«Τα ονειρευόμουν. Για νύχτες.»<br />
Αυτό μου είπε. Τι; Τις λέξεις μάλλον όπως δένονται μεταξύ τους, τους ήχους, τα μυστικά της γλώσσας.<br />
Τρόμαξα. Μου διάβαζε πριν κοιμηθούμε ένα κεφάλαιο στα ισπανικά και εκείνη γελούσε ή δάκρυζε, σταματούσε μόνο για να σημειώσει ή να υπογραμμίσει και εγώ κάτω από τα σκεπάσματα έτρεμα από έναν βαθύ, πρωτόγνωρο φόβο. Έκλεινα σφιχτά τα αυτιά μου με τα χέρια μου. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο. Τι με πείραζε; Αφού δεν καταλάβαινα λέξη. Δεν καταλάβαινα τίποτα από αυτό το αλλόκοτο τοπίο που είχε αρχίσει να μας κυκλώνει. Τι με πείραζε; , 7 ,<br />
Ώρες ώρες ένιωθα πως η αδερφή μου ζούσε απλωμένη στον χρόνο σα χταπόδι. Ζητούσε μερίδιο από το παρελθόν, έστριβε τον λαιμό μελλοντικών στιγμών όταν της κάπνιζε. Το παρόν ήταν του χεριού της. Και εγώ, εγώ ένιωθα τα πλοκάμια της να σαλεύουν γύρω μου, να χώνονται στα μαλλιά μου, κάτω απ&#8217; τα ρούχα μου. Ώρες ώρες να τυλίγονται γύρω απ&#8217; τον λαιμό μου..<br />
Την αγαπούσα. Πάντα την αγαπούσα. Ήθελα να τη γνωρίσω, ήθελα να με καταλάβει. Ήμασταν αδερφές σκεφτόμουν και έπειτα όμως έβλεπα πως αυτό δε δημιουργούσε κανένα αυτονόητο.<br />
Η Ντίνα ήταν φτιαγμένη αλλιώς, από μια παράξενη ύλη που φωσφόριζε ξαφνικά μες τη ζωή μας. Κυκλωμένη από αυτή τη φωτεινή αύρα δεν τα Ρ ποτέ με το σκοτάδι. Ταίριαζε με το σκοτάδι. Πόσο ταίριαζε! Ώρες ώρες σκεφτόμουν πως έμοιαζε σαν άλλη εκδοχή του.<br />
Μας σύστηνε σε μια πραγματικότητα που μας απωθούσε αλλά μας ανάγκαζε να μας αφορά. Ήμασταν ελάχιστοι μπροστά της. Κι εγώ και όλοι μας, στεκόμασταν θαμπωμένοι να αναρωτιόμαστε για την πηγή της δύναμης και της ευφυΐας της. Τόσο πολύ έξυπνη! Τόσο περισσότερο έξυπνη από όλους μας! Τρομάζαμε.<br />
«Πόσο όμορφη είσαι!» μου έλεγε εκείνη κάποιες φορές και τα μάτια της έκαιγαν. Δεν μπορεί να ζήλευε. Γιατί; Ήταν πολύ περισσότερο από ωραία. Ήταν εκείνη που ξεχώριζε.<br />
Δεν ξέρω. Καμιά φορά σκεφτόμουν πως μπορεί και να μην της έφτανε αυτό.<br />
Μπορεί και κάτι να μου ξέφευγε.<br />
Εγώ πάλι δεν υπήρχα μόνη μου. Ήμουν φτιαγμένη για να απορροφώ και να αντανακλώ το φως των άλλων. Ήμουν φτιαγμένη για να αγαπώ και μόνο έτσι υπήρχα πραγματικό. Και αγάπησα. Αγάπησα και αγαπήθηκα δυνατά. Η ζωή ήταν καλή μαζί μου σ&#8217; αυτό. Με το σταγονόμετρο όμως. Η αγάπη μου δόθηκε για λίγο, σαν ένα διάλειμμα στο κενό, σαν αντίδωρο πες.<br />
Ένας πλασματικός χρόνος, ένας αχαρτογράφητος τόπος. Κι έπειτα τα χέρια τους η χώρα μου. Τα μάτια τους ο κόσμος μου. Εγώ, που χωρούσα ακριβώς στο εύρος των ματιών τους. Αυτό ήταν όλο. Αυτό ήμουν εγώ. Έτσι μόνο υπήρχα.<br />
Κι ύστερα, η καρδιά μου χωρίς χτύπο μπροστά στα νεκρά κορμιά τους. Γιατί;<br />
Το γιατί όταν το απευθύνεις σε ανίδεους αποδέκτες γίνεται αιχμηρό ψαλίδι που ξαναματώνει την πληγή. Γυρνάει μπούμερανγκ μες τα σπλάχνα σου. Το γιατί είναι μια φενάκη, μια σκατοψευδαίσθηση &#8211; τακτοποιήματος της οδύνης, του ακατανόητου της απώλειας. Το γιατί είναι μια μαλακεία που σε ξαναχωρίζει σε κομματάκια πριν και μετά, σε ό, τι υπήρξες και ό, τι δε θα ξαναείσαι ποτέ. Το γιατί μεταμορφώνει τη ζωή σου σε ένα τρελό, αβάσταχτο παζλ που δε θα τελειώσεις ποτέ.<br />
Εγώ όμως απηύθυνα το γιατί στη σοφή αδερφή μου. Γιατί Ντίνα; Γιατί; Και εκεί, μέσα στα βαθιά, ακατανόητα μάτια της, ακριβώς πίσω από το μειδίαμα, σα σχισμή να μπαινοβγαίνει ο πόνος, πίσω από το παλιό της γέλιο, έψαχνα να βρω&#8230; Τι; Τι έψαχνα να βρω; Γιατί Ντίνα; Γιατί σε μένα; Γιατί αυτό; Η αναπνοή μου γινόταν βαριά, μια καταδίκη.<br />
Η αδερφή μου ήταν σοφή. Ήταν πάντα η σοφή της οικογένειας. Περισσότερο σοφή απ&#8217; όσο δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.<br />
Είχαν και οι τρεις τους το ίδιο όνομα. Ίσως έπρεπε το δω στα μάτια της τη νύχτα με το τροχαίο. Ή όταν της είπα για τον Θανάση. Ίσως έπρεπε να το σκεφτώ από την αρχή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ</strong></h5>
<p>Λάφυρα του Αυγούστου<br />
https://pgoutas.blogspot.com/</p>
<p>Ενδιαφέρουσα η πέμπτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Ρίας Φελεκίδου (μεταξύ άλλων εξέδωσε δεκατρία παιδικά βιβλία και μία νουβέλα), που τιτλοφορείται Ο ασφαλής ποιητής και τυπώθηκε το 2025 από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Ποιήματα για την αλληλουχία των εποχών, την πανανθρώπινη πορεία της γυναίκας στη γη, την ερωτική αγωνία, τις ασύλληπτες μικρές χαρές της ζωής, για τις δενδροφυτεύσεις έρημων ζωών, για παιδιά που έρχονται από μακριά δοκιμάζοντας ν’ αντιγράψουν τη φωνή των πουλιών.</p>
<p>Από τις επιμέρους ποιητικές συστάδες (ενότητες) του βιβλίου ξεχώρισα το ΠΟΙΗΤΙΚΟΛΟΓΩ (κυρίως για την αίσθηση της μη βεβαιότητας και της μη ποιητικής ασφάλειας, που χαρακτηρίζουν το γράψιμο της ποιήτριας), με πέντε συνολικά ποιήματα, που προσιδιάζουν στη στόχευση με εκείνα του βιβλίου του Στεργιούλα, αλλά και με κάποια ποιήματα του βιβλίου του Νικηφόρου. Αντιγράφω από τη σ. 45 το τελευταίο κομμάτι του ποιήματος «Χανς, ένας ασφαλής ποιητής», που, κατά τα φαινόμενα, χάρισε τον τίτλο και σ’ ολόκληρη τη συλλογή.</p>
<p>&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;</p>
<p>Ο Χανς τίποτα δραστικό δεν αποφασίζει.<br />
Δε συνιστούν ύλη ποιητική οι αποφάσεις.<br />
Μόνο να γράφει και να σβήνει και να αγωνιά.<br />
Η Ποίηση μέγγενη, μαγίστρα και μαυλίστρα<br />
Στο δωμάτιό του τον κρατά περήφανα να ιππεύει<br />
ίππους αόρατους σαν πέφτει η νύχτα<br />
και να μαζεύει ολόγυρά του ωδικά πουλιά<br />
το φως να διαλαλούν που επιστρέφει. Όμως<br />
παραμένει πάντα ζωντανή η σιγουριά του<br />
κι οι στίχοι του βέλη να σημαδεύουνε τους τοίχους</p>
<p>Μ’ απ’ τις ποιητικές βολές του ο κόσμος μένει απείραχτος.</p>
<p>•</p>
<p>Δεν γνωρίζω, τελικά, πόσο&#8230; απείραχτος μένει ο κόσμος από τη συγγραφή των τριών παραπάνω ποιητικών βιβλίων, που σας τα συστήνω ανεπιφύλακτα. Η ανάγνωσή τους, όμως, ακόμα κι αν δεν μεταμορφώσει τον περίγυρό μας προς το καλύτερο και το ευγενέστερο, το λιγότερο θα αλλάξει, έστω προσώρας, τον τρόπο σκέψης μας, θα μας ωφελήσει ως οντότητες και ως συνειδήσεις.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 24/06/2020</p>
<p><strong>Ποιήματα ποιητικής και βαθιάς μεταφυσικής κατ’ ιδίαν</strong></p>
<p>Ρία Φελεκίδου, «Η Ιστορία Ίδια», ποιήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019, σελ. 72</p>
<p>Ποιήματα ποιητικής και βαθιάς μεταφυσικής κατ’ ιδίαν. Η ποιητική φωνή θρηνεί τον χαμένο της ουρανό και τα αγάλματα των θεών που δεν είναι πλέον έμψυχα αλλά κενά νοήματος και άνευ ζωντανής λαλιάς. “Απέσβετο λάλον ύδωρ” και ο ποιητής ένα κενό ανάμεσα σε δύο τελείες.<br />
Παρ’ όλα αυτά αντιστέκεται. Απευθύνεται στον μυημένη αναγνώστη, στον επαρκή θεατή του ιδιωτικού ψυχοδράματος, ενόσω το πλατύ κοινό έχει ήδη προ πολλού γυρίσει την πλάτη σε μια τέχνη επιτηδευμένη και κενή περιεχομένου.<br />
Αυτή η υπαρξιακή προοπτική είναι πέρα κι από τη θεοκρατική αντίληψη του ποιητή ως προφήτη, παρ’ όλο που εκστομίζει χρησμούς και καταγράφει αμφίσημες προτάσεις.<br />
Η τεχνική της αντιθετικής εκπλήξεως βρίσκει εδώ την πλέρια εφαρμογή της. Ο αναγνώστης διαρκώς αφυπνίζεται χάρη σε εικόνες μεγάλης ενάργειας και σχήματα απρόβλεπτα.<br />
Ιδιόλεκτος καθημερινής προφορικότητας, στίζεται από λαϊκές, σχεδόν ευθυμογραφικές πινελιές του τύπου “…πιο πολύ πεθαίνεις”, αλλά κάτω από αυτή την ηθελημένη δραματικότητα υποφώσκει μία μανία σχεδόν τελειοθηρική, αφού όλα είναι πλεγμένα χιλιάδες φορές, γυαλισμένα και στιλβωμένα μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, εις ανάμνησιν ίσως άλλων εποχών που υπήρχε ακόμα η έγνοια για τη μορφή και δεν βασίλευε το περίφημο “περιεχόμενο” που μας έχει πια κουράσει όλους.<br />
Διασκελισμοί σταυροειδείς, χιάσεις του νοήματος, μουσικές βακχικές, διονυσιακές ενοράσεις, μα πάνω απ’ όλα αυτή η εκλεπτυσμένη αισθητική που δεν επιτρέπει χθόνιες ακρότητες.<br />
Ο Πάρις ως όφις στον Κήπο της Εδέμ δίνει το μήλο του Κάλλους (ή της Γνώσης, ανάλογα) με την ελπίδα πως όλα αυτά θα ξαναπάρουν τον δρόμο τους από την αρχή, ο χωροχρόνος θα αναδιπλωθεί και οι χρονοταξιδιώτες ποιητές θα αναδειχθούν για μιαν ακόμη φορά ως πνευματικοί ταγοί και όχι ως περιθωριακοί παρίες, όσοι ξέφυγαν από τις μισαλλόδοξες πυρές του Μεσαίωνα.<br />
Εδώ θίγεται το ακανθώδες θέμα του ποιητή χωρίς θεατό, της ποίησης χωρίς κυρίαρχη ιδεολογία, του εποικοδομήματος χωρίς θεμέλια, κτισμένου στην άμμο…<br />
Πρώτη φορά το αίτημα αυτό αποκτά μια τόσο έντονη απαιτητικότητα και γίνεται πραγματικά ποθούμενο, ή θρηνούμενο με τρόπο σχεδόν ερωτικό.<br />
Η απουσία δεν αφορά εδώ το πρόσωπο του εραστή, αλλά την ιδέα ενός θεού-αφέντη, κυρίαρχου και κατευναστικού ταυτόχρονα, μιας οντότητας που θα προσέφερε την ιδεολογική ασφάλεια και την αισθητική κανονικότητα εκείνη που θα χρειαζόμασταν ίσως για να μην νιώθουμε ανερμάτιστοι.<br />
Παράξενο το αίτημα αυτό στους σύγχρονους μεταβατικούς, μεταιχμιακούς καιρούς μας, αναδιατυπωμένο με έναν τρόπο σχεδόν θυμοσοφικό, χωρίς ίχνος όμως διδακτικότητας, παρ’ όλο που τα γνωμικά περισσεύουν και ξεχειλίζουν, χαρίζοντας ίσως στον τυπωμένο λόγο μια διάσταση υπερτοπική και διαχρονική.<br />
Η ελληνική γλώσσα σε όλο της το μεγαλείο. Ακόμα και το ρήμα “επανωτίζουν” που το χρησιμοποιούμε σε στρώσεις σπιτικών γλυκών ή σε …τέντες, χρησιμοποιείται εδώ αναβαθμιζόμενο ποιητικά. Αλλά και τα “ζέπελιν” και το “λεοπάρ” υπάρχει, σεμνά και ταπεινά μέσα στην γλωσσική αλληλουχία.<br />
Θαυμάζω την συνθετική ικανότητα αυτής της ποιήτριας που μοιάζει σα να έρχεται από άλλοτε, κάπου βαθιά στην αναδιπλούμενη έλικα του χωροχρόνου και κοιτάζει την εποχή μας με δέος, αλλά και με κάποια απαξίωση, απολύτως θεμιτή και αναλογίσιμη.<br />
Σίγουρα δεν θα μπορούσα να διαβάσω ένα τόσο λεπτεπίλεπτο, καλοδουλεμένο ποιητικό βιβλίο σε μια εποχή προχειρότητας και διαφημιστικού ναρκισσισμού. Από τα λίγα που αξίζουν να αναλυθούν και να μελετηθούν ως πρόταση λογοτεχνική για τις επόμενες δεκαετίες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ</strong></h4>
<p>Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.</p>
<p>elliniki-gnomi 10/2/2015</p>
<p><strong>Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;</strong></p>
<p>Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou</p>
<p><strong>Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;</strong></p>
<p>Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.</p>
<p>Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.</p>
<p>«<strong>Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;</strong></p>
<p>Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.</p>
<p>Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.</p>
<p><strong>Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;</strong></p>
<p>Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.</p>
<p><strong>Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;</strong></p>
<p>Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.</p>
<p><strong>Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;</strong></p>
<p>Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.</p>
<p>Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.</p>
<p>Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.</p>
<p>«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους Το βάρος ακόμη μιας μέρας Κι ακόμη μιας Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται Και φεύγουν Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες Και τότε τον άκουσα Τον άκουσα και πήγα μαζί του Ήτανε μάγισσες και δράκοι Και βασιλόπουλα μαζί του Και βασιλοπούλες Αχ πήγα μαζί του Έξω απ’ τις εποχές Και ο χρόνος πάγωσε Στις σχισμές των δαχτύλων μου Εκεί Στη Χώρα των Παραμυθιών Που Λέγονται».</p>
<p><strong>Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;</strong></p>
<p>Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.</p>
<p>«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.</p>
<p><strong>Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;</strong></p>
<p>Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».</p>
<p>Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!</p>
<p><strong>Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;</strong></p>
<p>Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.</p>
<p><strong>Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;</strong></p>
<p>Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.</p>
<p><strong>Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;</strong></p>
<p>Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.</p>
<p>Σας ευχαριστώ πολύ.</p>
<p>Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.</p>
<p>Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/05/%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-3/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΣΟΦΙΑ ΧΡΗΣΤΑΙΝΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 13 Aug 2024 20:58:47 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΟΦΙΑ ΧΡΗΣΤΑΙΝΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21505</guid>

					<description><![CDATA[Η Σοφία Χρήσταινα γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Νοσηλευτικής . Εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή «Ο έρωτας τον λέξεων» το 2011 και την δεύτερη με τον τίτλο ‘Συλλεκτικόν» το 2012. (Εκδόσεις Οσελότος). Το 2014 γίνεται τακτικό μέλος στην Ένωση Λογοτεχνών Β. Ελλάδος και από το 2016-2018 και 2018-2020 &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΣΟΦΙΑ ΧΡΗΣΤΑΙΝΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Σοφία Χρήσταινα γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Νοσηλευτικής .<br />
Εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή «Ο έρωτας τον λέξεων» το 2011 και την δεύτερη με τον τίτλο ‘Συλλεκτικόν» το 2012. (Εκδόσεις Οσελότος).<br />
Το 2014 γίνεται τακτικό μέλος στην Ένωση Λογοτεχνών Β. Ελλάδος και από το 2016-2018 και 2018-2020 εκλέγεται σαν Γραμματέας στο ΔΣ της Ε.Λ.Β.Ε.<br />
Το 2016 εκδίδει το «Εγχειρίδιο πολέμου κατά του καρκίνου» (εκδόσεις Εχέδωρος).<br />
Το 2019 κυκλοφορεί το δοκίμιο με ποίηση «Το φυλλάδιο του έρωτα» (εκδόσεις Φυλλάτος). Το 2020 εκδίδεται το νέο βιβλίο «Τα απολεσθέντα» από τις εκδόσεις Αποστακτήριο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21506 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΑ-ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ-201x300.jpg" alt="" width="350" height="522" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΑ-ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ-201x300.jpg 201w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΑ-ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ.jpg 428w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21507 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟΝ-206x300.jpg" alt="" width="350" height="509" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟΝ-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟΝ.jpg 440w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21508 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΟ-ΦΥΛΛΑΔΙΟ-ΤΟΥ-ΕΡΩΤΑ-217x300.jpg" alt="" width="350" height="484" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΟ-ΦΥΛΛΑΔΙΟ-ΤΟΥ-ΕΡΩΤΑ-217x300.jpg 217w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/ΤΟ-ΦΥΛΛΑΔΙΟ-ΤΟΥ-ΕΡΩΤΑ.jpg 302w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Τριγυρνά στην πόλη μοναχός. Εκεί που σκέφτεται να εγκαταλείψει τον θόρυβο αυτής της πόλης που τον γέννησε, εκεί στην παραλία της, στον μεγάλο δρόμο της βόλτας, ξεχνά τη φυγή του.<br />
Μάλλον την αναβάλλει. Για άλλη μια φορά.<br />
Δίνει ξανά μια ευκαιρία στους ανθρώπους, να μιλήσουν με λόγια γλυκά, ποιητικά.<br />
Να αγκαλιάσουν με αληθινή αγάπη, να μην έχουν μαχαίρια, όπλα και βόμβες στην τσέπη τους.<br />
Είναι μόνος. Δεν είναι ο μόνος. Όλοι αυτοί που περπατούν μαζί του στον δρόμο της βόλτας είναι μόνοι. Ίσως και πιο μόνοι από αυτόν.<br />
Αυτός, βλέπεις, έχει τη θάλασσα για παρέα και την ελπίδα και εκείνο το μεγάλο όνειρο της φυγής που αναβάλλεται.<br />
Έμαθε ότι πολλοί φίλοι του ζούνε με ανθρώπους αγαπημένους τους και νιώθουν μόνοι.<br />
«Είμαστε ακόμα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και ας άσπρισαν τα μαλλιά μας. Αρνούμαστε να μεγαλώσουμε και να μάθουμε επιτέλους την αληθινή ζωή» σκέφτηκε.<br />
Πέταξε ένα μικρό πετραδάκι, που είχε στην τσέπη, στη θάλασσα.<br />
Είπε ότι ήθελε να ακούσει αν είναι ζωντανή.</p>
<h5><strong>ΑΕΡΙΚΟ</strong></h5>
<p>Οι μισές ιστορίες της ζωής είναι γεμάτες θλίψη.<br />
Οι άλλες μισές πόνο.<br />
Η ηδονή είναι να είσαι αερικό, να μην κάθεσαι πουθενά, πολύ.<br />
Θλίψη &#8211; πόνος, πόνος &#8211; θλίψη.<br />
Θλίψη &#8211; πόνος ξανά, πόνος &#8211; θλίψη πάλι.<br />
Ο εναέριος δαίμονας μέσα μου γελά. «Είναι αστείο το δρομολόγιο» μου λέει. «Δεν το βλέπεις; Οι ιστορίες σου είναι ψεύτικες. Το να υποφέρεις δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως σκοπό.<br />
Ζωγράφισε, τραγούδα, ερωτεύσου, αγάπα μέχρι πόνου.<br />
Δημιούργησε οτιδήποτε, ένα στέκι χαράς, μια ομάδα ταξιδιού, μια παρέα φίλων και αγάπα μέχρι πόνου όλη την ματαιοδοξία της κυρα-Θλίψης».</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></h5>
<p>Η Γυναίκα κουβαλάει το κλειδί της ευτυχίας στην τσέπη της πάντα.<br />
Από αυτήν θα το ζητήσεις. Από αυτήν, που μαρτυρά πολλές φορές για να μην το παραδώσει.<br />
Από αυτήν, που το καταπίνει για να μην της το κλέψουν.<br />
Από αυτήν, που το γεννάει, όταν βλέπει ότι οι άνθρωποι χάνουνε τους εαυτούς τους.<br />
Από αυτήν θα το ζητήσεις, που τριγυρνά σε όλα τα μήκη του κόσμου, φορώντας τη στολή που της δίνουν, σιωπώντας, όταν της αφαιρούν τον λόγο, διώχνοντάς την σε υπόγεια να περιμένει.<br />
Να περιμένει. Τον ήλιο της ισότητας, της ελευθερίας, της στέψης.<br />
Όλοι είμαστε πιστοί υπήκοοι Αυτής της γυναίκας. Το καταλαβαίνουμε, όταν μας ανοίγει το παράθυρο για να μπει το φως.</p>
<p>Θανατώνοντάς την, έχεις ήδη δηλητηριάσει και τη δική σου ζωή.<br />
Γιατί, βλέπεις, Αυτή έχει το κλειδί της ευτυχίας.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Κάθε πρωί ξυπνάω τον κακό και τον καλό μου εαυτό.<br />
Στον έναν κάνω την ερώτηση:<br />
-Υπάρχει ομορφιά στη ζωή μας;<br />
Και στον άλλον:<br />
-Εάν σήμερα ήταν η ιδανική μέρα για σένα, τι θα έκανες;<br />
Και τους δυο τούς έχω υπό τον έλεγχό μου, κερνώντας τους καφέ και μπισκότο κανέλας.<br />
Μετά πρέπει να σηκωθώ, να ντυθώ και να βγω για τις δουλειές της μέρας.<br />
Στον δρόμο μού αφήνουν το χέρι.<br />
Ο ένας κοιτάει τους ανθρώπους και ο άλλος στρίβει πάντα στην πρώτη γωνιά που βρίσκει.</p>
<p>-Ασ&#8217; τους, μου ψιθυρίζει μια φωνή μέσα μου. Φέρσου τους, σαν τα μικρά παιδιά.<br />
-Ασ&#8217; τους να παίξουν, να μάθουν, να τρέξουν, να χτυπήσουν, να σηκωθούν μόνοι τους.<br />
Το βράδυ θα στα πουν όλα!</p>
<p>Αυτή είναι η δουλειά σου, η αληθινή. Να τους έχεις αγαπημένους και ελεύθερους.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕ</strong></h5>
<p>Το καλοκαίρι δεν ξέρω πού πήγε.<br />
Του είπα περίμενε για λίγο εδώ, στα κοχύλια που μάζεψα.<br />
Περίμενε να βρω ένα καπέλο, να δανειστώ γυαλιά, να κλέψω λίγο νερό.<br />
Περίμενε να καλημερίσω τον ήλιο -τον μόνο φίλο που μου έμεινε από το χτες- περίμενέ με, έρχομαι με τα πόδια.</p>
<p>Άδεια η θέση δίπλα στις πέτρες. Έφυγε πριν ή μετά το &#8220;περίμενέ με&#8221;;</p>
<p>Κανείς δεν περιμένει να &#8216;ρθεις.<br />
Ίσως τελικά δεν ήταν το καλοκαίρι, αυτό που έμοιαζε με καλοκαίρι.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΑΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ</strong></h5>
<p>Κάθε πρωί το καθαρό μυαλό μου εκπονεί τα συμβάντα που γίνονται εντός και εκτός του.<br />
Άπειρες σκέψεις ψάχνουν την πρωτιά.<br />
-Εγώ πρώτη, φωνάζει η Φιλία.<br />
-Σιγά! Είμαι ήδη πρώτη, λέει η Αγάπη.<br />
-Μυαλό, ξύπνα και βάλε με πρώτη με διαφορά, αγορεύει η Κοινωνία.<br />
-Χωρίς εμένα πρώτο, δεν υπάρχετε, παιδιά, μιλά το Εγώ.<br />
-Όσο υπάρχει πείνα, δίψα, κακοποίηση, εγώ θα &#8216;μια ο πρώτος, μήνυσε το Έγκλημα.<br />
-Μια κουβέντα και για μένα, ψέλλισε η Μοναξιά.<br />
-Πάνω από όλους είμαι εγώ! φώναξε η Υγεία.<br />
-Ναι, αλλά με χρειάζεστε όλοι και πολύ, απάντησε το Χρήμα.</p>
<p>Εντάξει. Εντάξει, φτάνει! Μου το θολώσατε το μυαλό και σήμερα.<br />
Ήθελα να σας πω ότι σήμερα θέλω μόνο να ζήσω.<br />
Χωρίς εσάς.<br />
Να ξαπλώσω στο χώμα της γης, εκεί που θάβουμε τα όνειρα, τις σάρκες μας, τους σπόρους της νέας ζωής.<br />
Να αφήσω τον υμνητή Ήλιο να κάψει όλες τις δυστυχισμένες σκέψεις μέσα σε ένα καταμεσήμερο.<br />
Να πάρω το κενό μου μυαλό να το βρέξω στη θάλασσα, να το σκιάσω στη συκιά<br />
και να το ταΐσω χόρτα και φρούτα.<br />
Να παρθενογεννηθώ και να μη μοιάζω με κανέναν και κανένας να μη με αναγνωρίζει σαν όμοιο του.<br />
Ίσως θέλετε να &#8216;ρθείτε και σεις μαζί μου. Δίπλα να καθίσετε,<br />
ο καθένας στη θέση του.<br />
Μην αγκαλιάζεστε, μην μιλάτε, μην πειράζεστε.<br />
Φησίν σιωπών.<br />
Έστω για μια μέρα.</p>
<h5><strong>ΓΕΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΓΕΛΑΣΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>«Βάλε να πιω ρακί» μου είπε.<br />
«Θέλω να ζαλιστώ. Να ηρεμήσω την καρδιά και τους χτύπους της».<br />
Νιώθω το σώμα βαρύ και το μυαλό μου φωνάζει.<br />
Πώς να αντιδράσω στην παράκλησή της;<br />
Τα μάτια της κόκκινος ουρανός, έτοιμος για βροχή.<br />
Γέμισα το ποτήρι της αρκετές φορές. Έπινα και εγώ μαζί της.<br />
Στο τέλος του μπουκαλιού γελάγαμε με όσους μάς άφησαν μόνες,<br />
είτε ζωντανοί, είτε πεθαμένοι ήταν αυτοί.</p>
<p>Οι ουρανοί των ματιών μας έριξαν βροχές από δάκρυα γέλιων.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΑΔΙΑΦΟΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Ξέχασα τα γάντια μου στο μαγαζί. Τα θυμήθηκα στον σταθμό του λεωφορείου, έτρεξα να τα πάρω και έχασα έτσι τη στάση του.<br />
Περίμενα την επόμενη διαδρομή, ώσπου μια γυναίκα με ρώτησε για μια οδό και ποιο λεωφορείο να πάρει.<br />
-Το ίδιο με το δικό μου και στην ίδια στάση θα κατέβουμε, της είπα. Θα περπατήσουμε μαζί όλον τον δρόμο μέχρι εκεί που θέλεις να πας. Εγώ θα πάω ευθεία και εσύ θα στρίψεις δεξιά στη λεωφόρο.<br />
Οι άνθρωποι ακόμα βοηθούν τους άλλους ανθρώπους,<br />
με όποιον τρόπο τούς τύχει.<br />
Οι άνθρωποι ακόμα μιλάνε, όταν περπατάνε μαζί στον δρόμο.<br />
-Μεγάλωσα έξι παιδιά, στο Σπίτι του παιδικού χωριού. Εγκαταλειμμένα από τους γονείς τους, ήρθανε όταν ήταν τεσσάρων χρονών και σήμερα είναι φοιτητές.<br />
-Μάνα, αν δεν τα καταφέρουμε, να &#8216;ρθούμε στο δικό σου σπίτι; μου λένε συνέχεια.<br />
-Να &#8216;ρθείτε, παιδιά μου, βεβαίως, τους απαντάω πάντα.<br />
Θεέ, πόσο μικρή ένιωσα εκείνα τα λεπτά του χρόνου.<br />
Και πόσο βρώμικη.<br />
Σιγά, μια αδιάφορη ιστορία σάς είπα!</p>
<h5><strong>ΕΚΛΕΙΠΟΥΣΑ ΒΡΟΧΗ</strong></h5>
<p>Είχε καιρό να βρέξει και ας ήτανε χειμώνας. Η γη διψούσε, αλλά κανένας δεν ενδιαφερόταν.<br />
Βιαστικοί όλοι να πάνε στη δουλειά, να προλάβουν να πάρουν τα καθημερινά τους ψώνια, να φάνε, να χαμογελάσουνε στα παιδιά τους, να αγκαλιάσουν τον<br />
σύντροφό τους, να κοιμηθούν, να ξαναπάνε στη δουλειά τους.<br />
Ποιος να προσέξει τη γη!<br />
Και ξαφνικά βρέχει. Αυτοί που τρέχουν να εκτελέσουν το ωράριό τους κάνουν γκριμάτσα δυσφορίας,<br />
&#8211; Όταν βρέχει, καθυστερώ να γυρίσω σπίτι, η κίνηση είναι αφόρητη.<br />
Βλέπω έναν άνθρωπο στο απέναντι διαμέρισμα, να κοιτά από το παράθυρο τη βροχή.<br />
Μέσα στο σκοτάδι διακρίνω τα άσπρα του μαλλιά και εκεί στο ένα χέρι κρατάει κάτι, ένα μπαστούνι στήριξης.</p>
<p>Ένας μοναχικός, ανήμπορος άνθρωπος χαμογελά που βρέχει. Ίσως είναι ο μοναδικός που ευχαριστεί τον Θεό για το δώρο του.</p>
<h5><strong>ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΑΧΗ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ</strong></h5>
<p>«Δεν είσαι μόνος σου στον καρκίνο»,<br />
Ψέματα! Ολομόναχος είσαι.<br />
Δεν είναι ομαδική πάλη, ούτε διαδήλωση συμφερόντων. Παραμένει μια μάχη εσωτερική.<br />
Πρέπει να δεχτείς την ήττα και να απορρίψεις την αδυναμία, τον φόβο, την ατολμία.<br />
Εκατό χωρικοί να σε χαϊδέψουν, διακόσιοι άλλοι να σε παρηγορήσουνε, τριακόσιοι ακόμα να σε φροντίσουνε, κανένας δε θα τα καταφέρει να σε σώσει, αν έχεις κλειστή την πόρτα του μυαλού σου.</p>
<p>Είσαι μόνος σε κάθε μάχη, καβαλάρης σε άσπρο άλογο που τρέχει.</p>
<p>Μόνος στον πόνο.<br />
Μόνος στη χαρά.</p>
<p>Σκουπίσου από τα σάλια που πεντακόσιοι θα σ&#8217; αλείψουν για βάλσαμο.<br />
Στον καρκίνο και στον θάνατο κλείνεις μονόκλινο.<br />
Είναι αντίξοο να κοιμάσαι σε στενό κρεβάτι με άλλον.</p>
<h5><strong>ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Είναι τόσο ωραίο να μεγαλώνεις&#8221; σου είπα για υπεκφυγή.<br />
Μα, δεν πίστευα τα λόγια μου.<br />
Ωραίο είναι να παραμείνεις το παιδί που ήσουνα.<br />
Που σου άρεσαν οι παρέες, τα παιχνίδια,<br />
που δεν ήξερες τα ψέματα, τις δεύτερες σκέψεις πίσω από τις κουβέντες.<br />
Που ντυνόσουν απλά, που γελούσες δυνατά και εύκολα.<br />
Μικρός, σαν ήσουνα, αγαπούσες και ξεχνούσες τις φωνές των άλλων,<br />
με ένα δάκρυ βραδινό και το πρωί ο μικρός σου εαυτός αγαπούσε ξανά.<br />
Αληθινός ήσουνα σαν μικρός, μετά έγινες μεγάλος και άλλαξες.<br />
Χάλασες, σου λένε. Είπες κουβέντες βαριές, έγινες δύσκολος στις αγκαλιές, δήθεν σε φωνάζουν.<br />
Όλα αλλάζουν, σαν μεγαλώνεις, και όλοι μεγαλώνουν και αυτοί.<br />
Είναι ωραίο να μεγαλώνεις, δε θα το ξαναπώ. Με συγχωρείς.<br />
Αλλά δεν μπορώ και να σου πω να μη μεγαλώνεις.<br />
Θα είσαι μόνος και έρημος σε μια πόλη μεγάλων. Θα σε περιγελούν που έχεις καρδιά παιδιού. Θα πονέσεις για αυτό. Είναι ωραίο να μεγαλώνεις, μαζί με όλους που μεγαλώνουν.<br />
Μαζί θα κλαίτε, που δεν κάνετε πια παρέα τα μικρά παιδιά που έχετε μέσα σας φοβισμένα.<br />
Αν μαζευτείτε πολλοί,<br />
ίσως μια μέρα<br />
παίξετε ξανά το κρυφτό των παραμυθιών σας.<br />
Χωρίς εξαπάτηση.</p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;</strong></h5>
<p>Δε συνάντησα τη σιωπή. Ακόμα όχι.<br />
Όλοι μιλούνε για αυτήν, μα εγώ ακόμα δεν τη γνώρισα. Ούτε αυτοί επίσης.<br />
Ποιος γνώρισε έναν άνθρωπο που σιωπά, να μου το πει.<br />
Διστάζω να σηκώσω το τηλέφωνο, αποφεύγω να πω μια καλημέρα στην τυχαία συνάντηση. Φοβάμαι τα λόγια που θα ακούσω. Άχρηστα λεκτικά μηνύματα θα γιομίσουν το μυαλό μου με φασαρία.<br />
Πού είναι η σιωπή, που εξυμνούν οι φιλόσοφοι και τραγουδούν οι μουσικοί;<br />
Δεν τη συνάντησα.<br />
Οι άνθρωποι κουβαλούν τον σαματά, στα λόγια και στις πράξεις τους.<br />
Και εγώ περιμένω τη σιγή, την απανεμιά, την ηρεμία, τη γαλήνη, την ησυχία.<br />
Έμεινα να κάνω παρέα στα συνώνυμα. Οι άνθρωποι ταράζουν την πλεύση μου.<br />
Αγκυροβολώ στο παραπλήσιο και ζω μαζί του.<br />
Μόνος.<br />
Τώρα μάλιστα, είναι σιωπή.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ</strong></h5>
<p>Καταζητούνται<br />
μικρές ποσότητες αγνότητας και αθωότητας που κλάπηκαν από τα σπίτια των ανθρώπων, που τα είχαν κρυμμένα, για μια ώρα δύσκολη.<br />
Τα δείγματα σωτηρίας τους ήτανε σε συσκευασίες διάφανες και μοιάζανε με την εμπορεύσιμη σκόνη παραισθησιογόνων.<br />
Οι ύποπτοι, όπως καταγγέλλει το πρακτορείο ειδήσεων &#8220;Ψεύτικος Κόσμος&#8221;, δεν είναι περιπατητές άλλων γειτονιών, ούτε άλλων χωρών,<br />
δεν είναι μαύροι, ούτε κίτρινοι στο πρόσωπο,<br />
δεν ήτανε ούτε καν ζώα που την νόμισαν τροφή.<br />
Οι ύποπτοι είναι όλοι τους οικείοι,<br />
γνωστοί, φίλοι, αδέλφια και παιδιά αυτών που μπαινόβγαιναν στα σπίτια με ανύπαρκτα ίχνη καχυποψίας<br />
και με μάσκες φορεμένες ντουμπλ φας<br />
&#8211; διπλής όψεως για τους αμαθείς.</p>
<p>Καταζητούνται<br />
ψήγματα ζωντανού ανθρώπου<br />
σε έναν κόσμο που θα &#8216;χει σε λίγο<br />
μόνο νεκρούς.</p>
<p style="padding-left: 240px;">*Β&#8217; ΒΡΑΒΕΙΟ στον 10o Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ε.Π.Ο.Κ. (2019)</p>
<h5><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>«Το απολεσθέντα» είναι ένα βιβλίο με 57 μικρά κείμενο, ειλικρινή και μεστά οπό συναισθήματα, το οποίο πηγάζουν οπό διάφορες εκφάνσεις της ζωής, άλλοτε ευχάριστες και άλλοτε δυσάρεστες. Η απώλεια, ο θάνατος, ο έρωτας, οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό, η θλίψη, η κακία και αδιαφορία του κόσμου, η ανάγκη των Τεχνών, η μοναχικότητα ως επιλογή, η σωτήρια σιωπή, το ναι και το όχι, το πρέπει&#8230; Καθημερινοί<br />
στοχασμοί που αναζητούν διέξοδο και ελευθερία. Που επιδιώκουν να φύγουν οπό μέσο μας, συμφιλιώνοντάς μας με την αλήθεια και την αγάπη. Διότι, πράγματι, όλο το συναισθήματα που βιώνουμε είναι η ίδιο η Ζωή&#8230;<br />
«Το απολεσθέντα» είναι όλο εκείνο το συναισθήματα που χάσομε, επειδή το θεωρήσομε επικίνδυνο, ασθενικά και ανασφαλή. Συναισθήματα που σε ωθούν να κατανοήσεις ότι δεν μπορείς να διώξεις τον πόνο του θανάτου, ούτε του έρωτα. Δεν μπορείς να εξαφανίσεις τη συμπόνια που υπάρχει εντός μας, ούτε την ανάγκη για ήλιο. Γιατί απλά όσο και αο το διώξεις, πάλι θα σε ξαναβρούν.<br />
Μέσο οπό αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης μπορεί να βρει τον εαυτό του, να βιώσει τις αφηγήσεις της κάθε μέρας, να “μουτρώσει” με τη ζωή που γίνεται τραυματική μερικές φορές ή να την αγαπήσει απεριόριστο&#8230; Διότι στο βάθος του μυαλού του γνωρίζει ότι κάπου εκεί, ανάμεσο στο άσπρο και το μαύρο, υπάρχει ένα γκρι με πολλές κόκκινες πινελιές ευψυχίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟΝ (2012)</strong></h4>
<p>Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη,<br />
λέει ο ένας.<br />
Η ευτυχία της μελαγχολίας,<br />
φωνάζει ο άλλος.<br />
Μα τον Θεό και οι λέξεις με μπερδεύουνε<br />
και οι ώρες.<br />
Τι σχέση έχει η αξόδευτη με την ευτυχία;<br />
Φταίει το βράδυ η το πρωί;<br />
Ώρες ώρες μου έρχεται να πάρω μια μαύρη<br />
μπογιά και να γράφω συνθήματα σε κάθε<br />
λευκό τοίχο!</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Ίσως να μας λείπει η πίστη απ’ τη ζωή μας.<br />
Ίσως να μας λείπουνε και οι άνθρωποι.<br />
Σίγουρα όμως σε μερικούς μάς λείπει ο<br />
θεατρινισμός.<br />
Η ικανότητα να παίζεις σε ένα άδειο<br />
θέατρο.<br />
Μηδέν πωλήσεις θαυμασμού, δηλαδή.<br />
Βλέπεις, όταν σπουδάζαμε στη σχολή<br />
της ζωής, κανένας δεν μας μίλησε για τη<br />
σιωπή.<br />
Όλοι οι καθηγητές μας είναι φαφλατάδες&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Έχεις εκείνη την εμμονή για ταξίδια στα<br />
μάτια σου.<br />
Μπλε σκιά πάνω ακριβώς από τις<br />
βλεφαρίδες.</p>
<p>Κάθε βράδυ ντύνεσαι γαλάζια, καθαρή<br />
θάλασσα παρασέρνεις και πνίγεις τους<br />
άσχετους καπετάνιους.<br />
Μωρέ καλά τους κάνεις.<br />
Γιόμισε ο κόσμος ξερόλες.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Όλοι νομίζουμε ότι ζούμε μόνοι. Όλοι<br />
ξεχνάμε ότι έχουμε για κατοικίδιο ένα<br />
αγρίμι.<br />
Αν καταφέρεις μια μέρα να μου το<br />
δανείσεις, θα σου δώσω και ’γώ το δικό μου<br />
κατοικίδιο να φιλοξενήσεις.<br />
Και που ξέρεις&#8230;<br />
Μπορεί κάποτε τα αγρίμια μας να<br />
εξημερωθούνε.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Μου προσφέρανε τη ζωή σε σφηνάκι.<br />
Και δελεάστηκα στη σκέψη:<br />
να το πιω μονορούφι και να ζαλιστώ,<br />
ή να ενταχτώ στην ομάδα κατά του αλκοόλ<br />
και τσιγάρου;<br />
Σε αυτό το επιχειρησιακό σχέδιο η<br />
απάντηση ήτανε σύντομη.<br />
Ευτυχώς!</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>θυμάμαι τις εποχές που τα χέρια ήταν<br />
ζεστά και όταν σε αγκαλιάζανε σε<br />
κλειδώνανε για πάντα.<br />
θυμάμαι τις εποχές που όταν σκόνταφτες,<br />
πάντα ένα μπράτσο υπήρχε εκεί στις<br />
λάσπες.<br />
θυμάμαι βραδιές που κανένας δεν άφηνε<br />
κανέναν να μένει τα βράδια μόνος του.<br />
Επικές βραδιές θυμάμαι.<br />
Δεν ξέρω τι με έπιασε&#8230;<br />
Οι θόρυβοι, οι φωνές, τα πολλά λόγια, οι<br />
άσχημες φάτσες ας με συνεφέρουνε πια.<br />
Χαστουκίστε με!<br />
Και αφήστε με να συνεχίσω μόνη μου τον<br />
δρόμο.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Κι αποφασίζω για τη ζωή μου.<br />
Ότι δεν έχω πολλούς δρόμους να διαλέξω.<br />
&#8216;Έναν βλέπω και αυτόν γεμάτο πέτρες,<br />
που, ή μου ρίξανε, ή που πέσανε από τις<br />
τσέπες μου.</p>
<p>Και λάσπες λασπωμένες, που, ή μου τις<br />
κάνανε λακκούβες για να πέσω μέσα, ή από<br />
τον ιδρώτα και τα δάκρυά μου έβρεξα τα<br />
παπούτσια μου.<br />
Και εσύ που με κοιτάς έχεις αποφασίσει για<br />
τη ζωή σου.<br />
Αν συναντηθούμε στον ίδιο δρόμο κάποιος<br />
πρέπει να κλοτσήσει τις πέτρες που ’ναι<br />
μπροστά μας.</p>
<p>Και οι δυο αποφασίσαμε.<br />
Ότι ή θα βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον,<br />
ή η πεζοπορία θα ανήκει για πάντα στα<br />
ατομικά σπορ.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Την πρώτη φορά που κολύμπησα<br />
φοβήθηκα τα φύκια και ό,τι σκιερό έβλεπα<br />
στον βυθό.<br />
Τη δεύτερη φορά κολύμπησα χωρίς να<br />
φοβάμαι τα φύκια αλλά μόνο όπου ο βυθός<br />
γινότανε από μπλε μαύρος.<br />
Την τρίτη φορά της ζωής μου αποφάσισα<br />
ότι οι φόβοι μου με απομακρύνανε από την<br />
όλη αλήθεια.</p>
<p>«Δεν θα μπορούσα να γίνω ποτέ κύμα σε<br />
καμία θάλασσα.<br />
Κανένας δεν θα μπορούσε να πνιγεί για το<br />
καλό μου».</p>
<p>Την τρίτη φορά λοιπόν που κολύμπησα τα<br />
νερά ήτανε μαύρα και ο βυθός γιομάτος<br />
θησαυρούς.</p>
<p>Επιτέλους έμαθα κολύμπι!</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Θεέ του κόσμου μου, σώσε την ψυχή από το<br />
κολύμπι στα βρόμικα νερά.<br />
Άστηνε να κολυμπήσει,<br />
μα όταν βγει να μην έχει κολλήσει πάνω<br />
της κανένα σαλώδες φύκι&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Αφήνεσαι κι όλο αφήνεσαι.<br />
Να σε ταξιδεύουνε καράβια με άγνωστους<br />
κυβερνήτες.<br />
Να σε πετάνε αεροπλάνα με ξένους<br />
πιλότους και κυρίως να σου δείχνουνε τους<br />
άγνωστους δρόμους τυφλοί.<br />
Τελικά έχουμε ανάγκη τους οδηγούς ή μας<br />
αρέσει να αφηνόμαστε;</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Το παραδέχομαι.<br />
-αψήφησα τον κίνδυνο<br />
-ρίσκαρα την περιπέτεια<br />
-στόχευσα την ευτυχία της στιγμής.<br />
-απλούστευσα την εξίσωση<br />
-ισορρόπησα το ασυνείδητο.</p>
<p>Το παραδέχομαι.<br />
-Πήδηξα από το μπαλκόνι,<br />
ωσάν ένδειξη πανικού,<br />
-ήπια μια νύχτα τόσο ώστε να τρακάρω με<br />
κολόνα<br />
-έβαλα τη μουσική τα ξημερώματα στο<br />
τέρμα<br />
για να καλέσουνε την αστυνομία οι<br />
γειτόνοι.<br />
—χόρεψα με τη σκιά μου στη βροχή και με<br />
κοιτάγανε μέσα από το τζάμι.</p>
<p>Το παραδέχομαι.</p>
<p>—Σε πρόδωσα και θα σε ξαναπροδώσω.<br />
—Σε μίσησα όσο με αγάπησες.</p>
<p>Σιωπηλά ετοιμάζω τη βαλίτσα μου<br />
είπα στους περίεργους γειτόνους ότι πάω<br />
διακοπές<br />
—διάρκειας—.</p>
<p>Θα κάθομαι σε μια σεζλόνγκ,<br />
και θα κεντάω&#8230; λέξεις.<br />
Σιγά μην καταλάβουνε τι εννοώ όταν λέω<br />
τη λέξη «διακοπές».</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Ήταν απλό το ερώτημα.<br />
«Πώς γίνεται όταν αγαπάμε κάποιον, μετά<br />
να μπορούμε και. να τον μισούμε;»</p>
<p>Κοίταγα το μικρό αγόρι στα ολοστρόγγυλα<br />
μάτια του.<br />
Γυαλίζανε σαν καθρέφτης.<br />
Ήμουνα το είδωλο μέσα τους.<br />
Τα λεπτά που χρειάστηκαν να κατεβάσω<br />
το σάλιο μου ήτανε υπερβολικά ατελείωτα.<br />
Το αίσθημα πνιγμού από το ίδιο μου το<br />
σάλιο, με φλέρταρε επικίνδυνα.</p>
<p>Αλήθεια ή ψέμα να πω;<br />
Πολλά λόγια ή λίγα;<br />
Να αναβάλω την απάντηση ή την<br />
ερώτηση;<br />
Να του πω καλύτερα για το πως<br />
πολλαπλασιάζονται οι γυμνοσάλιαγκες;<br />
Να ανάψω τσιγάρο μπροστά του ή<br />
καλύτερα να βάλω ένα ποτό;</p>
<p>Μου ήρθε ξαφνικά ένα τραγουδάκι στο<br />
στόμα.<br />
Σιγοτραγούδησα τους στίχους για να πάρω<br />
δύναμη:<br />
«πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι<br />
αλλιώς τα ξέρουν όλα».</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>«Σε μισώ γιατί σε αγάπησα», φωνάζουνε<br />
όλοι.<br />
Και αυτή είναι η σωστή ατάκα που τα<br />
εξηγεί και όλα.<br />
Μισούμε ό,τι δεν γίνεται ή δεν παραμένει<br />
δικό μας για όσο θέλουμε.<br />
Είμαστε φτιαγμένοι να λατρεύουμε το δικό<br />
μας είδωλο και ό,τι το βοηθάει για να είναι<br />
πιο λαμπερό.<br />
Δεν θέλουμε συννεφιές, ούτε σκιές,<br />
είμαστε αδύναμοι στα βάρη, στους<br />
χωρισμούς, στους θανάτους.<br />
Θέλουμε και συνέχεια θέλουμε να μας<br />
αγαπάει ότι αγαπάμε.</p>
<p>Δεν γνωρίζουμε τη λέξη ανιδιοτέλεια, ούτε<br />
και πως γράφεται.<br />
Δεν θυσιάζουμε χωρίς να &#8216;χουνε γίνει ήδη<br />
θυσίες.</p>
<p>-Κανόνισε, μικρέ μου,<br />
όταν αγαπάς κάποιον<br />
να απαγορεύεις να τον μισήσεις.<br />
Κανόνισε να μην έχεις μια μίζερη ζωή.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Ο άγγελος του έρωτα,<br />
με ρώτησε ένα βράδυ αν θα φοράω τα<br />
καλά μου ρούχα και αν θα ’μαι σπίτι για να<br />
χτυπήσει την πόρτα.<br />
Είπε ότι ήθελε να μου κάνει, επίσκεψη.<br />
Επισκέφτηκε τους φίλους, τους αντίζηλους,<br />
επισκέφτηκε νέους και μεγαλύτερους αυτών<br />
και άτι σιγά μην γλίτωνα<br />
αφού με έγραφε σαν επόμενη, το χαρτί των<br />
επισκέψεων.</p>
<p>Αρχικά είπα ότι θα λείπω, σε διακοπές.<br />
Και ότι δεν είμαι για επισκέψεις,<br />
μιας και τις βαριέμαι.</p>
<p>Δικαιολογήθηκα ότι μου κόψανε το ρεύμα<br />
γιατί ξέχασα να το πληρώσω και μάλλον<br />
είπα ότι δεν είχα νέα ρούχα να βάλω.</p>
<p>Η όψη του έκανε μια γκριμάτσα δυσφορίας<br />
και αυτό μου άρεσε.<br />
—Είχα ξεραίνει βλέπεις και από ποτό και<br />
από γλυκό—</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Είχα αράξει, στον καναπέ μου<br />
αναλογιζόμενη τι ωραία που είναι, να<br />
κυκλοφορείς αδιάφορα μέσα στο σπίτι σου<br />
και ο χρόνος να μην σε κοιτάει στα μάτια.</p>
<p>12 και ένα λεπτό,<br />
που όλα αλλάζουνε ωσάν πρωτοχρονιά,<br />
το κουδούνι χτύπησε συνθηματικά.</p>
<p>Δυο απανωτά «ντριν»,<br />
χαλάσανε τη σιγουριά μου.</p>
<p>«Αυτός ο τύπος σε βρίσκει πάντα στις<br />
χειρότερές σου στιγμές», είπα σαν είδα από<br />
το ματάκι της πόρτας τον όμορφο άντρα.</p>
<p>Η αντίσταση στο μηδέν.<br />
Η σκέψη στο πουθενά.<br />
Και αυτός στο όλα.</p>
<p>Άνοιξα την πόρτα&#8230;<br />
φθηνή,<br />
απλή,<br />
με ένα χαμόγελο αλλοπρόσαλλης<br />
παράδοσης.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Μαζεύτηκαν οι φίλοι σ’ ένα τραπέζι<br />
μακρόστενο,<br />
σε ένα μπαλκόνι λουλουδένιο,<br />
για να φεγγίσουνε τη δουλειά, τα λεφτά ,τα<br />
παιδιά,<br />
τα στενάχωρα.</p>
<p>Όμορφοι όλοι σαν ημίθεοι, γυαλιστεροί σαν<br />
στρείδια,<br />
στρώσανε στην τσόχα της καθημερινότητάς<br />
τους,<br />
έναν έναν τους κρυμμένους άσους της<br />
χαράς.</p>
<p>Ήπιανε μπόλικο κρασί καρδιάς<br />
-φάγανε γαργαλιστικά μεζεδάκια εικόνων,<br />
-καπνίσανε φούμαρα προσδοκιών,<br />
-μυρίσανε τα χαμογελαστά πρόσωπά τους<br />
και φύγανε.</p>
<p>Κάπως έτσι φαντάζομαι ακόμα τις φιλίες,<br />
στα μακρόστενα τραπέζια των<br />
λουλουδάτων μπαλκονιών.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Μου είπες, «κρυώνω».<br />
Αμέσως δικαιολογήθηκες ότι φταίει ο<br />
καιρός.</p>
<p>Έκλεισα την πόρτα. Έχεις δίκιο βράδιασε<br />
και ο καιρός ακόμα δεν έφτιαξε.<br />
«Κρυώνω», ξαναμίλησες.</p>
<p>Θες ένα ρούμι;<br />
Να το πιούμε μονοκοπανιά να αυξηθεί η<br />
θερμοκρασία μας, σου είπα.</p>
<p>«Βάλε», είπες διατακτικά. «Σιγά η<br />
Καραϊβική από τόσο μακριά μην μας<br />
ζεστάνει».</p>
<p>Τα μάτια σου μου κάνανε σινιάλο ότι<br />
κρυώνεις ακόμα.<br />
Σου έριξα μια ζακέτα στους γυμνούς ώμους.</p>
<p>«Ξέρεις κάτι;», μίλησες.<br />
«Ξέχασες να κάνεις το πιο απλό πράμα, να<br />
ανάψεις μια φωτιά».</p>
<p>Τα άλλα δεν έχουνε σημασία .<br />
Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία από μια<br />
φωτιά ανάμεσά μας.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Μ’ αρέσει, όταν τελειώνουνε οι θλιβερές<br />
βραδιές.<br />
Σημαίνει ότι όλα τα μαντάτα στις 12 και<br />
ένα λεπτό<br />
γίνανε χτες.</p>
<p>Και περιμένεις να χαράξει.</p>
<p>Κάτι τέτοιες βραδιές χαίρομαι που<br />
καπνίζω.<br />
Ρουφώ τα πράματα.<br />
-είμαι συλλέκτης βλέπεις—</p>
<p>Μαζεύω νύχτες με σειρά αγριάδας.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>*</strong></p>
<p>Καμιά φορά η αγάπη έχει μορφή λύκου<br />
ενός άγριου αρπακτικού&#8230;</p>
<p>Ένας σήκωσε το χέρι ψηλά ζητώντας τον<br />
λόγο,<br />
και είπε:<br />
—Για αγάπη μιλάμε, είσαι σίγουρη;</p>
<p>&#8230;Και άλλες φορές η αγάπη<br />
είναι σαν μια μουσική γαλήνια και<br />
ταξιδιάρικη νότα.<br />
Πικρόγλυκη.</p>
<p>Ωραία, κανείς δεν σήκωσε χέρι.<br />
Συμφωνούμε όλοι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (2019)</strong></h4>
<p>&#8230;&#8230;.Ο έρωτας δεν είναι μια μάχη ανθρώπινης κατάκτησης<br />
Αλλά ένας πόλεμος ατομικής ελευθερίας.<br />
Όποιος δεν το βλέπει έτσι, καλυτέρα να γυρίσει το κουμπί της επιθυμίας του να ερωτευτεί,στο μηδέν.<br />
Μόνο μέσα στην σιγή, μπορείς να καταλάβεις την ιδεολογία του πολέμου αυτού.<br />
-μαζί σου έγινα καλύτερος άνθρωπος.<br />
Φράση ερωτευμένων.<br />
-μετάνιωσα την στιγμή που σε γνώρισα.<br />
Φράση ανθρώπων που ο έρωτας έγινε μάχη εγωιστικής τοποθέτησης.<br />
-αγαπώ εσένα και αγαπώ όλο τον κόσμο.<br />
Φράση ερωτευμένων.<br />
-μου χάλασες όλη την ζωή μου!<br />
Φράση ανθρώπων που ό έρωτας έγινε μάχη εγωιστικής τοποθέτησης.<br />
Η μετάλλαξη του έρωτα από αγγελάκι σε δράκο είναι ανθρώπινη τερατογέννεση.<br />
Λάθος χρωματοσώματα σκέψεων.<br />
Λάθος κύτταρα απαιτήσεων.<br />
Χορήγηση μολυσμένου αίματος ασυνεννοησίας.<br />
Μεγάλη κατάποση φαρμάκων εγωκεντρισμού.<br />
Συνεχής έκθεση του έρωτα σε τοποθεσίες με ραδιενεργά λόγια.<br />
&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;</p>
<p>&#8230;..Ο έρωτας είναι μια τέχνη.<br />
Την τέχνη του στηρίζω, υποστηρίζω αυτόν που αγαπώ.<br />
Δεν προσπαθώ να τον αλλάξω και να τον φέρω στα δικά μου γούστα προτύπου.<br />
Δυο αυτόφωτοι ήλιοι φωτίζουν την ζωή μου.<br />
Και οι δυο προσφέρουν ζέστη στην ζωή μου,με τον δικό τους τρόπο.<br />
Αν είναι ίδιοι, δυο ίδιοι ήλιοι πάνω από το κεφάλι μου, ποιος ο λόγος να έχω διπλή ασφυκτική ζέστη;<br />
Όχι, όχι.<br />
Θέλω τον άλλον για αυτό που είναι.<br />
Το φωνάζω τρείς φορές δυνατά.<br />
Η διαφορετικότητα του είναι η νέα ομορφιά στην ζωή μου.<br />
Οι δικές του απόψεις, ο δικός του τρόπος ζωής, το δικό του στυλ.<br />
Αν γίνουμε ίδιοι, ποιο το ενδιαφέρον τότε;</p>
<p>Με αγαπώ.<br />
Σε αγαπώ.<br />
Είμαστε μαζί όσο ισχύει αυτό.<br />
Αν διαταραχτεί η ισορροπία αυτή<br />
Και με αγαπώ περισσότερο και εσένα καθόλου,<br />
Η σε αγαπώ περισσότερο και εμένα καθόλου<br />
Να μου το πεις ,ε ;<br />
=============================</p>
<p>-Η μαχαιριά-<br />
[ποίηση 2019]</p>
<p>&#8216;Δεν είναι νοσταλγία ο έρωτας.<br />
Είναι συμφωνία.<br />
Δολοφόνου με θύμα.<br />
Θα σε σκοτώσω και εγώ θα ζω,<br />
Θα ζήσω αν εσύ πεθάνεις.<br />
Δεν θα τα βρούμε ούτε στα μισά, ούτε στο τέλος.<br />
Κατάματα.<br />
Θα πεθάνει ο ένας νύχτα<br />
και ο άλλος χαράματα.</p>
<p>Ο πόνος θα ημερώσει,<br />
μέσα στον χρόνο.</p>
<p>Σε αγαπώ.<br />
ένα γράμμα που καρφώθηκε στην πόρτα μου ,<br />
με το μαχαίρι.&#8217;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%b1-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΔΗΜΗΤΡIOΣ ΓΚΟΓΚΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 15 Jul 2024 15:21:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΗΤΡIOΣ ΓΚΟΓΚΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21292</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δημήτριος Γκόγκας γεννήθηκε το 1964 στο Στρυμονικό Σερρών. Σπούδασε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα. Μετά την αφυπηρέτηση του, ασχολείται με την Ποίηση, το Διήγημα και τη Μελέτη της Αγίας Γραφής. Συνεργάστηκε στην έκδοση του Βιβλίου «Το χθες της Ξάνθης σαν σήμερα» από τον Δήμο της Ξάνθης το 1998, με ευθύνη κυρίως της συλλογής &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΔΗΜΗΤΡIOΣ ΓΚΟΓΚΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δημήτριος Γκόγκας γεννήθηκε το 1964 στο Στρυμονικό Σερρών. Σπούδασε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα. Μετά την αφυπηρέτηση του, ασχολείται με την Ποίηση, το Διήγημα και τη Μελέτη της Αγίας Γραφής. Συνεργάστηκε στην έκδοση του Βιβλίου «Το χθες της Ξάνθης σαν σήμερα» από τον Δήμο της Ξάνθης το 1998, με ευθύνη κυρίως της συλλογής και αρχειοθέτησης του υλικού. Ποιήματά του έχουν βραβευτεί σε Παγκόσμιους και Πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ενώ έχουν αναρτηθεί σε σελίδες του διαδικτύου και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος του Πολιτιστικού συλλόγου: Φίλοι της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού Λάρνακας, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών Ελλήνων.<br />
Επιμελείται δύο σημαντικούς ποιητικούς διαδικτυακούς τόπους :<br />
α. Οι Ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου<br />
β. Κυπρίων Ποίηση και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p><strong>Ποίηση</strong></p>
<p>Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσε» (2020)<br />
ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ (2020)<br />
16 αριθμοί και 24 γράμματα (e-book 2019)<br />
Κάμπος μιας νιότης (e-book 2019)<br />
Ξέρω ένα τόπο (e-book 2018)<br />
Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό (e-book 2018)<br />
Ωράρια Επιστροφών (Εκδ. ΔΙΑΝΥΣΜΑ 2015)</p>
<p><strong>Συλλογές Διηγημάτων:</strong></p>
<p>Πτώσεις Ανθρώπων (e-book 2022)</p>
<p><strong>Συμμετοχές σε συλλογικά έργα:</strong></p>
<p>Απανθίσματα (Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ 2018)<br />
Ανθολόγιο Ποίησης των Εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ 2017<br />
Ταξίδια Πολύτιμα του νου (2016)<br />
Από Καρδιάς (Εκδόσεις Προφήτισσα 2015)<br />
Ομαδικές Ποιητικές Συλλογές των Εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ, κατά τα έτη 2014, 2015,2016, 2017</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><img loading="lazy" class=" wp-image-21296 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/133-300x215.jpg" alt="" width="430" height="308" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/133-300x215.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/133.jpg 640w" sizes="(max-width: 430px) 100vw, 430px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21302 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/2-300x240.jpg" alt="" width="430" height="344" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/2-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/2.jpg 640w" sizes="(max-width: 430px) 100vw, 430px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21303 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/3-300x240.jpg" alt="" width="430" height="344" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/3-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/3.jpg 640w" sizes="(max-width: 430px) 100vw, 430px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21300 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/49-300x240.jpg" alt="" width="430" height="344" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/49-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/07/49.jpg 640w" sizes="(max-width: 430px) 100vw, 430px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΔΩΣΕΣ, ΕΝΩ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΘΑΝΑΤΟ</strong></h5>
<p>Με το μολύβι σβήνει ένα φως.<br />
Έρχεται θάνατος<br />
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.<br />
Δεν στοχάζεται, πλην των άλλων<br />
που θα φωνάξουν με δύναμη<br />
και θα πούνε: Αθάνατος,<br />
καθώς ένας μικρός λεμονανθός θα σβήνει.</p>
<p>Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στη ζωή,<br />
κι ανθίζει η Άνοιξη.<br />
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι<br />
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.<br />
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε τη ζωή να τη ζήσουμε<br />
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε, λέμε: τη ζήσαμε;</p>
<p>Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου<br />
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρό σου<br />
σύννεφο να στάζει.</p>
<p>Η κραυγή σου πορεύεται,<br />
καθώς το ατσάλι σπάει τη σιωπή<br />
και το μαύρο τη γεύεται.</p>
<p>Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα,<br />
σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα<br />
κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.</p>
<p>Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου,<br />
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο<br />
στην κεφαλή.</p>
<p>Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.<br />
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου,<br />
μ’ ένα μολύβι κουπί ως πού να φτάσεις;</p>
<h5><strong>ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΠΟΥ ΣΙΓΗΣΕ</strong></h5>
<p>Χθες η Πατρίδα σίγησε,<br />
όπως το όπλο αχνίζει πάνω στο νεκρό σώμα του αδελφού.<br />
Σήμερα η Πατρίδα σιωπά.<br />
Παντρεύει όπως &#8211; όπως τον ήλιο του μεσημεριού με τη σιωπή της νύχτας.<br />
Πλάθει τον κόσμο γύρω της<br />
κι ο κόσμος αυτός αύριο θα είναι πιότερο θλιμμένος.</p>
<p>Δεν πέρασε ούτε μισός αιώνας<br />
Κι η μάνα ακόμα είναι εκεί με το ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας,<br />
το πιάτο στο τραπέζι<br />
και τις σπαρακτικές φωνές που στέγνωναν στα σύρματα της αυλής.<br />
Έξω από το σώμα της Ειρήνης, μέσα στην ανάσταση του πολέμου.</p>
<p>Κοντεύει πια μισός ο αιώνας<br />
με τις καμινάδες στον τόπο μου.<br />
Την Κερύνεια, την Αμμόχωστο, τη Μόρφου, τον Καραβά, τη Λάπηθο,<br />
ν’ αναδύουν τις μυρωδιές της λεμονιάς και της έρμης πορτοκαλιάς.<br />
Τ&#8217; ατσάλινα πόδια τους<br />
δεν μπόρεσαν να κόψουν οι επιδέξιοι ξυλοκόποι της ιστορίας.</p>
<p>Χρόνια τώρα<br />
τα πρόσωπά τους αγκυλωμένα στους παγωμένους μήνες<br />
κι είναι μια δόλια σκλαβιά μέσα στη σκλαβιά όλου του κόσμου.</p>
<p>Μάνες, δεν είστε έτοιμες;<br />
Πάρτε τα γαρύφαλλα από τους τάφους των παιδιών σας,<br />
στολίστε τα τύμπανα και τις χάλκινες καμπάνες,<br />
να γίνει ο γάμος που ονειρεύεστε στα ξωκλήσια της Πατρίδας.</p>
<p>Εκεί στις ασημοκέντητες στεριές, που ασπάζονται τη θάλασσα-<br />
εκεί που πετροκάραβα σηκώνουνε γαλανόλευκες σημαίες-<br />
εκεί όπου ένα μικρό χρυσοπράσινο φύλλο πλέει ελεύθερο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Με τον απρόσμενο θάνατό του,<br />
άλλαξε με μιας και τις καθημερινές συνήθειές του.<br />
Δεν λαχταρά το φαγητό που του έδινες,<br />
δεν ξεδιψά στο νερό που έχυνες στο πήλινο,<br />
δεν κλωθογυρίζει από χαρά σαν έφτανες στη ξώπορτα,<br />
δεν μυρίζει τις οσμές του κόσμου από την αγκαλιά σου,<br />
δεν ψάχνει άλλο σκαμμένο πρόσωπο να δίνει το φίλημά του.</p>
<p>Μέρα και νύχτα κάθεται πάνω από το μνήμα σου.<br />
Σέρνεται στο χώμα να σε γευτεί,<br />
Ν&#8217; ακούσει τη φωνή σου.<br />
Ψάχνει τα δάκτυλά σου,<br />
χώνεται κάτω από τα λουλούδια και τα στεφάνια<br />
και σιωπά.<br />
Η σιωπή τώρα<br />
είναι ο πιστότερος φίλος του.</p>
<p>Μόνο κάπου &#8211; κάπου βαθιά μέσα στην άμπωτη της λύπης<br />
ξεφεύγει ένα αλύχτισμα σαν στεναγμός θανάτου.</p>
<h5><strong>Η ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ</strong></h5>
<p>Η Προσφυγιά δεν έχει γκρίζο χρώμα.<br />
Έχει το χρώμα των λαών όλης της γης.<br />
Πίνακας γίνεται σ&#8217; αναστημένο σώμα,<br />
λιβανιστήρι σε ανάταση ψυχής.</p>
<p>Αγνάντια κάθεται στης Κύπρου τα πελάγη.<br />
Στης Αφροδίτης δίνει φόρο, υποτελώς.<br />
Μες στην καρδούλα της φωλιάζουνε τρεις μάγοι.<br />
Και η φωνή της, η φωνή του καθενός.</p>
<p>Σε χρυσοπράσινη γραμμή τα σύνορα φυλάει.<br />
Κουράγιο μάνα, κάμε τον νόστο προσμονή.<br />
Περνούν τα χρόνια. Μα νια και δεν γερνάει,<br />
κάθε που άγγελος της δίνει ένα φιλί.</p>
<p>Απλώνει τα φτερά της μαδημένα.<br />
Κι ο αγνοούμενος δεμένος καταγής.<br />
Ρόγχος θανάτου. Τα παιδιά σημαδεμένα.<br />
Αλφαβητάρια μιας παγκόσμιας σιωπής.</p>
<h5><strong>ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Λυπάμαι τα ποιήματα,<br />
που κάθονται οκλαδόν στα άσπρα σκαλοπάτια των Εκκλησιών,<br />
στα βρώμικα πεζοδρόμια των πόλεων,<br />
έξω από τα πολυσύχναστα καταστήματα,<br />
γυρολόγοι στα απόμακρα χωριά και στις λασπωμένες συνοικίες,<br />
με τους νηστικούς στίχους υψωμένους να ικετεύουν,<br />
έναν επιθετικό προσδιορισμό, ένα καλολογικό στοιχείο,<br />
ένα κόμμα, μια τελεία, μια ξεχασμένη απόστροφο,<br />
μια λύση στο αδιέξοδο, μια μυστική φωλιά στον ποιητή κι έναν θάνατο.</p>
<p>Λυπάμαι εκείνα τα ποιήματα,<br />
που δεν βλέπουν, δεν θέλουν να δουν,<br />
δεν ακούν, έχουν σπάσει οι σάλπιγγες,<br />
στηρίζονται σε ξύλινες πατερίτσες,<br />
κάμνουν τους ανάπηρους.<br />
Ακρωτηριασμένοι στην ψυχή<br />
γεμίζουν με συγγνώμες και ευχολόγια τις ημέρες τους,<br />
σαλιαρίζοντας πάνω από τους πληγωμένους ήχους των κερμάτων.<br />
Κέρβεροι που φιλούν τους γυμνοσάλιαγκες των κύκλων της ποιήσεως.</p>
<p>Τι να τα κάμω αυτά τα ποιήματα;<br />
Ελεεινά και τρισάθλια κουρέλια,<br />
διπλά πλυμένα, απλωμένα ρετάλια στους ιστούς αραχνών,<br />
σκεβρωμένα οστά που εκλιπαρούν ανάνηψη<br />
των ανεπαρκών λόγων, των χαλαρωτικών εικόνων,<br />
των απροσάρμοστων ήχων.</p>
<p>Να λοιπόν ένα πουλί, ένα νηστικό πουλί,<br />
να μια μέλισσα, μια θυμωμένη μέλισσα,<br />
ένα μαύρο χελιδόνι·<br />
ένα μαύρο χελιδόνι,<br />
είναι πάντα ένα μαύρο χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.<br />
Πάνω από τη φωλιά των ποιημάτων,<br />
παίζει με τους τόνους, τα ουσιαστικά και τα επίθετα.<br />
Παίζει με τους επαίτες, τους ληστές, τους δωρητές.<br />
Παίζει με τη θάλασσα, το ποτάμι, τη λίμνη και το έλος.<br />
Παίζει με τη ζωή, παίζει και με τον θάνατο.</p>
<p>Κλωτσάει τη σφαίρα να γίνει πάνινο τόπι στα πόδια ενός ποιήματος.<br />
Ανοίγει μια κονσέρβα, μαχαίρι για την αυτόχειρα μνήμη μας.</p>
<p>Κι ακόμα λυπάμαι για τούτα τα ποιήματα.</p>
<p>Λίγα ξέρω για τη στίξη και τη μυστική συμφωνία του ποιητή.</p>
<p>Τέλος,<br />
ύστερα από τη σταύρωση, δεν ξέρω αν είναι λάθος<br />
η ανάσταση των ποιημάτων με αντίδωρο το ερωτηματικό.</p>
<h5><strong>ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ</strong></h5>
<p>Θαυμάσια η αίσθηση να μαθαίνεις πως χάθηκε.<br />
Ούτε που σε νοιάζει ο κλεμμένος τόπος και το μειδίαμα του χρόνου.<br />
Πίσω από τις σκούρες κουρτίνες,<br />
το ποτήρι που σήκωσες να κάμεις μια πρόποση,<br />
έκρυβε στο βυθό του το αίμα και το σώμα που δεν μετάλαβες.<br />
Πικράθηκες και μια σταγόνα από τούτη την πίκρα,<br />
επιστρέφει πάντα μετανάστρια στα μικρά ξέφωτα.<br />
Πρόσκαιρες πατρίδες,<br />
όπου στήνουν χορό οι ερινύες και οι κάμπιες δαγκώνουν την ηθική σου.<br />
Κλείνεις τα μάτια, σιωπάς, δεν ακούς, κάμνεις πως δεν ακούς.<br />
Αλυσοδένεσαι, μόνος δικάζεσαι, τιμωρείσαι.<br />
Τι να περιμένεις από αυτή την επανάληψη;<br />
Εκδίκηση;<br />
Σκορπά ότι έσπειρες, πότισες, γεύτηκες.<br />
Με μαθηματικές πράξεις θανάτου και ζωής·<br />
προσθέσεις, αφαιρέσεις, διαιρέσεις της αλήθειας και του ψέματος.<br />
Στον ορίζοντα πολλαπλασιάζονται πενιχρά τα φλογισμένα βλέμματά σου,<br />
ακοντίζει στον φόβο η αίσθηση, τον φόβο.<br />
Θαυμάσια λοιπόν, καθώς αποχαιρετάς στρίβοντας τη σόλα,<br />
πάνω στο φτύμα που έπεσε, στο χώμα που έρανες, το σώμα που θύμωσες.<br />
Και πόσο λυπηρό.<br />
Η αίσθηση τούτη τρώει τη σάρκα σου, μεστή από λάθη στον πηγεμό σου.<br />
Ίσως να σκέφτεσαι πως δεν ήρθε κι η δική σου ώρα.<br />
Μα είναι παρήγορη η θαυμάσια αίσθηση.</p>
<h5><strong>ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Είναι μια απέραντη σιωπή αυτοί οι λόφοι.<br />
Τεράστιες χώρες στον μήνα Σεπτέμβρη,<br />
ήλιοι που γνέφουνε σεμνά μέσα στις καρδιές μας.</p>
<p>Είναι μια απέραντη σιωπή αυτοί οι λόφοι,<br />
κι ας σπέρνουν στους ορίζοντες οι άνεμοι το θρόισμά τους.<br />
Ας τινάζουν τα φτερά τους μικρά πετούμενα<br />
και νικιέται ο βαθύτερος θάνατος,<br />
μέσα στις φοβερές αντάρες, στις αόρατες ομίχλες,<br />
στα χαμομήλια και τις παπαρούνες που ζυγώνουνε τα πατρικά μας.</p>
<p>Είναι μια απέραντη σιωπή<br />
το σοκάκι που πρώτο περπάτησες,<br />
το κλαδί που έσπασες,<br />
το πρώτο πουλί που σκότωσες<br />
κι ανέβηκες τους σιωπηλούς λόφους,</p>
<p>πάνω στις ράχες τους κι αγνάντεψες τον υποσχόμενο κάμπο.<br />
Δώρα σου στείλανε την ψευτιά, το μίσος, την εκδίκηση.<br />
Θες μες στη σιωπή που διαρκεί ο χρόνος ενός ρόγχου<br />
να τους τα επιστρέψεις,<br />
μα δώρα λες και δεν μοιράζονται.</p>
<p>Κι είναι η ζωή ένα έλεος πρώτα σ’ εσένα<br />
κι ύστερα σαν να γελούσες, πίστεψες -σαν να γελούσες-<br />
πως θα έσπαγε η απέραντη σιωπή<br />
την ώρα που ράγισαν οι πλαγιές των ρημαγμένων λόφων,<br />
μα ολότελα αφέθηκες στην κατάρα της.</p>
<h5><strong>3 ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ</strong></h5>
<p>1.</p>
<p>Παρατηρώ άφωνα μια περίεργη κλίση της γλώσσας<br />
να μιλήσει με ποίηση,<br />
γιατί είτε θεωρητικά είτε πρακτικά,<br />
δεν με άκουγε κανείς μιλώντας πεζά.<br />
Όχι πως έγινα σοφός, μάλλον ακατάληπτος,<br />
τουλάχιστον δικαιώθηκα,<br />
καθώς ένας βαρύς άνεμος φύσηξε<br />
και αστράπτοντας ο ήλιος στο παραθύρι<br />
με κατέταξε στους άσημους ποιητές των αιώνων.</p>
<p>2.</p>
<p>Αμήχανα κοιτώ στον διάφανο πίνακα<br />
την κιμωλία σαν σφαίρα να γέρνει στον κρόταφο.<br />
Θα είναι το ακίνητο βέλος, καθώς πατάς την παύση στην εικόνα σου.<br />
Δεν τολμάς να πατήσεις εισάγω, πριν πάρει το σώμα την ύπτια θέση,<br />
ν’ αποφύγεις το όμορφο βέλος.<br />
Μου το είχες πει, έχεις τον έλεγχο, κατέχω τον φόβο.</p>
<p>3.</p>
<p>Να ουρλιάζω πιο πολύ από τη νηνεμία της θάλασσας αδυνατώ.<br />
Μόνο ο ήχος των πλήκτρων θυμίζει τους τάφους των λέξεων,<br />
σε μια λευκή άσπρη σελίδα,<br />
ταφόπλακα στις κραυγές.</p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ</strong></h5>
<p>Μέσα στο μαξιλάρι μου ένα μισό φεγγάρι λάμπει.<br />
Ραμφίζουν τα πουλιά πούπουλα οικοδομώντας φτερά<br />
κι ένα φαράγγι ανθίζει φιλοξενώντας την ορμή του χειμάρρου.<br />
Μένω στην άκρη του αναχώματος ρίζα κρεμάμενη,<br />
χωρίς πανοπλία.</p>
<p>Τι αφελής η επίθεση στην ελευθερία της σκέψης!<br />
Και τι ερώτημα και τούτο, είναι αηδόνια τα πουλιά;<br />
Θαρρώ αετοί.<br />
Μα η απάντηση δεν επαρκεί ως ανάχωμα στα αμμοχάλικα,<br />
να συγκρατήσουν τη γυμνή ρίζα,<br />
μόνη της τρεμάμενη.<br />
Αυτόχειρας,<br />
κοιτώντας το μισό φεγγάρι.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΧΡΥΣΟΘΗΡΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</strong></h5>
<p>Μου είπες με φωνή τρεμάμενη να μην φοβάμαι το ξερό ποτάμι.<br />
Χρόνια μας συντρόφευε.</p>
<p>Μα οι πέτρες, συνάνθρωπε,<br />
καθώς βαδίζουνε προς τον καταρράκτη, λεπίδες γίνονται.<br />
Κι έτσι ως καταλήγουνε στη θάλασσα,<br />
η θάλασσα πιο θάλασσα<br />
κι από το βαθύ σου δάκρυ,<br />
σου στέλνει τα ήσυχα βράδια κύματα<br />
και σου φιλούνε τα πέλματα.</p>
<p>Μην δικαιολογείς τον ασπασμό.<br />
Μια δεύτερη σιωπηλή προδοσία είναι.<br />
Τα όνειρά σου χρυσοφόρα ιμάτια που πάνω τους κρέμονται.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ</strong></h5>
<p>Με την οιμωγή στο φτερωτό του νου<br />
φυλλομετρούσε τον άσβεστο χρόνο,<br />
απλώνοντας πολυσέλιδα τις καιόμενες λέξεις<br />
και τους ανόητους ορισμούς.<br />
«Πανάθεμα», ψέλλισε.<br />
Μια επιληπτική τάση εκδιδόμενη και ταχεία<br />
να διορθώσει τον λόγο,<br />
μ&#8217; ότι του είχε απομείνει στη χαρακωμένη παλάμη<br />
και στο τρύπιο δισάκι, μα θες, αναδυόταν ως χρόνια επιταγή.<br />
Στη φτωχική γωνιά που ορθώς ανέκραξαν: «Οινομαγειρείο, η Ωραία<br />
Γλώσσα».<br />
Όχι τίποτα σπουδαίο, ένα χαμόσπιτο,<br />
με το πρώτο συνθετικό άνυδρο, άγευστο και ανοργασμικό<br />
και το ακολούθως μια βάρκα ξύλινη, αργοσάλευτη, καλοπελεκημένη,<br />
μέσα στο αέρινο γαλάζιο που έδωκε ο Θεός,<br />
μέσα στο άσπρο των κυμάτων όπου κατοικεί ο γλάρος και η ελπίδα μεθά,<br />
στο χρώμα του σώματος που γεννά,<br />
στο χώμα που βαδίζει<br />
εκεί που ονειροβατεί τυφλά μια χάρτινη πατρίδα,<br />
χαλκογραφούσε ανά τους αιώνες τη γλώσσα των ποιητών.</p>
<p>Άρπαξε όπως &#8211; όπως τη σκόνη, μία σκόνη αλάτι,<br />
την αποθήκευσε στη χούφτα,<br />
πασπάλισε τη φτώχεια του λόγου του,<br />
πάλι προς το τέλειο.<br />
Δοκίμασε μια πρέσα, δοκίμασε στην άκρια της γλώσσας,<br />
όπου πατεί ο λόγος κι ο αντίλογος<br />
και γλύκανε με μιας και ο δικός του κόσμος.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΧΟΣ</strong></h5>
<p>Ένας στίχος στο βουνό<br />
και δυο στη θάλασσα,<br />
τρεις σταυροί στον Γολγοθά.</p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ</strong></h5>
<p>Όταν θέλω να πετάξω,<br />
καταθέτω τα φτερά μου<br />
και πιάνω χαρτί και μολύβι.</p>
<h5><strong>ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Κάθε που βλέπω τον ήλιο,<br />
κυλάει μια σιωπή μέσα μου,<br />
όμοια με τη σιωπή της λίμνης<br />
σαν την χτυπούνε οι πετρούλες μου.</p>
<p>Μικρό ποτάμι χωρίς αρχή.<br />
Μικρό ποτάμι χωρίς τέλος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΑΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ (2020)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">1 Νοέμβρη</p>
<h5><strong>0 ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ</strong></h5>
<p>Ανεμοδείκτες OL σκέψεις λαχταρούν να φτάσουν στο τέρμα.<br />
Στη άγνωστη Δύση θα κοπεί το νήμα. Στης ανατολής τα μέρη θα ανοίξει ένα νέο<br />
κεφάλαιο. Μυστήριο με τη βολίδα έτοιμη να σκάσει εντός των λέξεων. Θρύψαλα οι<br />
φθόγγοι και οι γραφές.<br />
Θα τουφεκίσουμε τον πόλεμο, γιατί έχουμε έφεση στο Θάνατο, εμείς!<br />
0 πόλεμος θα πεθάνει μαζί μας!</p>
<p>Και τραγουδώντας και τραγουδώντας, όλοι μαζί,<br />
κάτω από το φως του ουρανού μας.<br />
Είναι ωραία μέρα να πεθάνει κανείς!</p>
<p>Πανηγύρι ο θάνατος.<br />
Σαν απλώνει το σκεπασμένο με τα δρεπάνι χέρι του<br />
του κλείνουμε πονηρά το μάτι.<br />
(η καημένη Καμπούλ ήτανε μακριά ακόμα)</p>
<p>Που ξεκινούν και πάνε; Ρωτάνε περίεργα περιπατητές στα μονοπάτια που διαβαίνουν<br />
τις ιτιές και τα κυπαρίσσια,<br />
Τόσα αμούστακα παιδιά και άφοβοι άνδρες;<br />
Στήνει γάμο και χαρά ο πόλεμος;</p>
<p>Κι αυτός ο πόλεμος;<br />
Τι νεκρική σιγή το πανηγύρι του.<br />
Τι νεκρική σιγή, στο «προσοχή» η σιγή του θανάτου!</p>
<p>Αντίο λοιπόν μην ξεχάσω να πω.<br />
Αντίο δρόμοι,<br />
Που περπάτησα,<br />
Που έκλαψα,<br />
Που πόνεσα.<br />
Αντίο και πάνω σας ξόδεψα<br />
Τόσες πατούσες υποδημάτων.</p>
<p style="text-align: right;">2 Νοέμβρη</p>
<h5><strong>ΣΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ</strong></h5>
<p>Στ&#8217; αγέννητα φεγγάρια αγάπες μου προσεύχομαι.<br />
Να λάμπουνε σαν άστρα.</p>
<p>Ακάνθινους δρόμους γυρισμού ας χαράξουνε<br />
Κι αφού διαβώ των ακριτών τ&#8217; απόρθητα κάστρα,<br />
τα στήθη ορνέων γυναικών, σεμνά και σεβάσμια θα ψηλαφίσω.<br />
Μην πέσω, μην υποκύψω στης αμαρτίας την εντολή,<br />
κι ύστερα θα οσμίζω τα δάκρυα της γης.<br />
Κι ύστερα ανάσα και πάλι ανάσα.</p>
<p style="text-align: right;">27 Νοεμβρίου</p>
<h5><strong>ΑΝΑΜΝΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τις νύχτες περνάει πάντα έξω από το σπίτι<br />
και βρίσκει την πόρτα του κλειστή.<br />
Το μάνταλο σαν την λεπτή λεπίδα<br />
πέφτει στο χέρι με ορμή.</p>
<p>Βλέπει τις γλάστρες μέσα στην αυλή του.<br />
Τα στήθη του γεμίζουν μ&#8217; ουρανό.<br />
Μαύρα πουλιά οι αναστεναγμοί του.<br />
Μέσα στα μάτια του τ&#8217; αθάνατο νερό.</p>
<p>Αχ θα φωνάξει, ν&#8217; ακούσει τη φωνή του;<br />
Αχ να προβάλει ο ήλιος, η γη να φωτιστεί.<br />
Σπαράζει ένας θόρυβος, μην είναι οι λυγμοί του;<br />
Για μια αγάπη που άργησε γλυκά να ασπαστεί.</p>
<p style="text-align: right;">Ξεκινά ο Δεκέμβριος</p>
<h5><strong>ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΡΑΔΡΕΣ</strong></h5>
<p>Στις γρανιτένιες πλαγιές,<br />
είδα τις τσαλακωμένες ανηφοριές<br />
που κλείδωναν τα βήματα των ανδρών.<br />
Είδα, κάτω από το δίχτυ της μπουρκας,<br />
τις ρυτίδες ανέγγιχτων γυναικών.<br />
Είδα, στις διαρκείς ερωτήσεις το βαθύ χρώμα του μαύρου.<br />
Είδα, κορίτσια με πολύχρωμες φορεσιές,<br />
πριν αρρωστήσουν από κείνη την φυσική ασθένεια<br />
που την λέγανε ειρήνη καιπεθάνουν<br />
από τα χέρια μισογύνη επαναστάτη.<br />
Είδα, το σκεπάρνι καρφωμένο στον αφίλητο σβέρκο.<br />
Φτάνει πια.<br />
Να λυσσομανούν οι αδέσποτοι σκύλοι για την σάρκα αθώων.<br />
Γιατί είδα.</p>
<p>Έχουν μικρά αυλάκια στο πρόσωπο, οι σαβανωμένες γυναίκες.<br />
Δεν πρόλαβαν να γίνουν γυναίκες.<br />
Αρυτίδωτες μικρές ανεμώνες.<br />
Μέσα από την μπούρκα, η ταραχή και η ανημποριά, γλιστράνε<br />
να δραπετεύσουν από την τσάκιση του υφάσματος.</p>
<p>Εκεί, φτηνές γυναίκες της αιώνιας Καμπούλ,<br />
πίσω απ&#8217; το σταχτί τ&#8217; ανέμου που ερωτευτήκατε,<br />
την φευγάτη λευτεριά,<br />
μέσα στις σπηλιές που δώσατε φιλί στις ζωγραφιές,<br />
να πεταρίσουν με τα γράμματα του αλφαβήτου, είδα!<br />
Στα αμμοχάλικα που σκόρπισαν για να ξεφύγετε<br />
απ&#8217; το κακό βλέμμα της Δύσης,<br />
στέκετε μια λύπηση σαν μαύρη μεσίστια σημαία<br />
με το σχοινί της θηλιάς στον ιστό ενός αγέρωχου δένδρου.<br />
Θα πρέπει να έχουν χαράδρες στα πρόσωπα και όχι απλώς ρυτίδες!</p>
<p style="text-align: right;">10 Δεκεμβρίου</p>
<h5><strong>Η ΦΥΛΑΚΗ</strong><br />
<strong>(Στρατόπεδο της Καμπούλ)</strong></h5>
<p>Την φυλακή που μένουμε αποφασίσαμε, σε σύσκεψη τρανή,<br />
μεγάλη να την κάνουμε, καθώς πως πρέπει σε μία αποστολή ειρήνης. Πρώτοι σε όλα,<br />
μην τυχόν από το άριστα και πέσουμε λιγάκι.<br />
Φύσηξε σήμερα του κάμπου αεράκι.</p>
<p>Είπανε κάποιοι δεν μπορεί,<br />
άλλα προβλέπει η διαταγή κι<br />
άλλα στην πορεία περπατάνε.<br />
Και άλλα, παλεύoντας<br />
Θα βάλουμε σε τάξη.<br />
Δοκάρια και ήλους απ&#8217; την αγορά.<br />
Μην είναι ο νους που λάθεψε!<br />
Κάποιο αρχαίο ξωτικό μας μάγεψε.</p>
<p>Ακούστηκαν ψίθυροι.<br />
Κάπου μακριά χτυπούσε μια καμπάνα!<br />
Κι ήτανε τότε η στιγμή που σφράγισαν τα χείλη.<br />
Ο αρχηγός μες στη σιωπή απάντησε θολά.<br />
Δεν άκουγα<br />
κι ήτανε ο λόγος μου, σιωπή κι αυτός, που μούλιαζε στο κρύο!<br />
Τύλιξα στον υπνόσακο, της μοναξιάς τ&#8217; ανδρείο.</p>
<p style="text-align: right;">14 Δεκεμβρίου</p>
<h5><strong>ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ</strong></h5>
<p>Δεν είναι οι νύχτες στην Καμπούλ,<br />
σαν άγγελοι ωραίοι.<br />
Μοιάζουν πολύ σαν πόρνες του θανάτου.<br />
Μικρές και ασήμαντες, σκορπούν χολή,<br />
σαν καρφιά στο σταυρό του αθανάτου.<br />
Γ ερνούν νωρίς, κι αλλάζουν χρώματα.<br />
Βογκούν από τον πόνο.<br />
Κόκκινες, κίτρινες, ξανθές φωτοβολίδες.<br />
Είναι οι ανάσες του εχθρού που μέσα τους τρυπώνω.<br />
Πίσω απ&#8217; της νύχτας τις χρυσές πυγολαμπίδες.<br />
Δεν τις μπορώ τις νύχτες στην Καμπούλ.<br />
Στο θάλαμο λαξεύουνε τις λέξεις,<br />
Σπάνε τα τσέρκια με θυμό.<br />
Βοούν νεκρά πουλιά.<br />
Στρατιώτη ονειρεύεσαι μια μάχη για να παίξεις;<br />
Δεν είναι οι νύχτες στην Καμπούλ,<br />
ως άνθρωποι ωραίοι.<br />
Ως έκπτωτοι που χάσανε τα άσπρα τους φτερά.<br />
Είδα τις νάρκες μες τα μάτια της ψυχής,<br />
σ&#8217; ένα λυχνάρι που ο καπνός ποτέ δεν σταματά.<br />
Κι ύστερα λένε οι σύντροφοι,<br />
τις νύχτες μαζεμένοι:<br />
«Πλησιάζουμε την Κόλαση. Το φέγγος για λυχνάρι»<br />
Ωχρά τα πρόσωπα κοιτούν κι οι τοίχοι των θαλάμων<br />
σαν μέταλλο στεγνοί. Στον διάδρομο ανάβει ένα φανάρι.<br />
Σφαλίστε! Είν&#8217; επιταγή. Μην τολμήσουνε,<br />
Στις νύχτες μας και ζούνε,<br />
Εφιάλτες πια, δεν τους θωρώ. Ξέρω μόνο πετάνε!<br />
Στις κάνες στρατιωτών αηδόνια τραγουδούνε.<br />
Σαν τις σειρήνες μας καλούν και κάπου αλλού τους πάνε!</p>
<h5><strong>Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ</strong></h5>
<p style="text-align: right;">1 Ιανουάριου</p>
<p>Ακούγεται στο βάθος του διαδρόμου,<br />
Ο ήχος της Πατρίδας.<br />
Φωτίζει η φεγγαρόσκονη κι η πόρτα ξύλινη,<br />
-από της σάπιας βίδας, το πήγαινε έλα &#8211;<br />
έτοιμη να σπάσει.</p>
<p>Και τούτο στρατιώτη θα περάσει</p>
<p>Ακούγεται ψηλά σαν κρόταλο,<br />
ο ήχος του θανάτου.<br />
Πόση απόλυτη ερημιά, μέσα σε μία μυρωδιά.<br />
Σαν βότσαλο που γλίστρησε<br />
στης θάλασσας τον πάτο.</p>
<p>Και την ψυχή μας θα δαμάσει.</p>
<p>Οι κύκλοι χάθηκαν και δεν θα βγει,<br />
κείνη η γοργόνα που ρωτά,<br />
για τον χαμένο βασιλιά.<br />
Αφήστε τον να κοιμηθεί, είναι αργά<br />
κι έχει κρυώσει το κορμί.</p>
<p>Τον δρόμο του έχει χάσει.</p>
<h5><strong>ΦΩΣ</strong></h5>
<p style="text-align: right;">12 Ιανουαρίου</p>
<p>Φως.<br />
Μισήσαμε<br />
Φως απόλυτο.<br />
Τολμήσαμε.</p>
<p>Θα καταλάβουμε.<br />
Θα υπάρξουμε.<br />
Θα μεταλάβουμε.<br />
Θα αλλάξουμε</p>
<p>Φως.<br />
Ράπισμα, διαλύτης σκιών.<br />
Φως ιλαρό, φως λαών,<br />
μιλήσαμε.</p>
<p>Να καταλάβουνε<br />
Να υπάρξουνε<br />
Να μεταλάβουνε<br />
Να αλλάξουνε.</p>
<h5><strong>ΨΑΧΝΩ</strong></h5>
<p style="text-align: right;">13 Ιανουαρίου</p>
<p>Τί να αξίζει άραγε,<br />
Πιότερο από το χαμόγελό σου;</p>
<p>Ο ήλιος;<br />
Η πέτρα;<br />
Ο άνεμος;</p>
<p>Ψάχνω να βρω το χαμόγελό σου.</p>
<p>Στον πέτρινο ήλιο.<br />
Στην ηλιοκαμένη πέτρα.<br />
Στον σκονισμένο άνεμο.</p>
<p style="text-align: right;">Τέλος Ιανουαρίου</p>
<p>Να λοιπόν που κανείς δεν μπορεί<br />
να γιατρέψει απόλυτα τον πόνο που έχει μέσα του.<br />
Το τέλος λένε οι πολλοί και η επιστροφή δεν είναι μακριά.<br />
Μα κείνο το διαρκές αναφιλητό και η βουβή ταραχή,<br />
θα σκεπάζει αμείλικτα κάθε μας προσπάθεια.</p>
<p style="text-align: right;">Αρχίζει ο Φεβρουάριος</p>
<h5><strong>ΛΑΜΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ</strong></h5>
<p>Λάμψεις.<br />
Λάμψεις μέσα στη αφέγγαρη νύχτα.</p>
<p>Είναι ο ρακοφορεμένος εχθρός που καιροφυλαχτεί<br />
και στην μεριά του απλώνει την πραμάτεια.<br />
Στο παζάρι των ψυχών πάντα τοκίζεται ο άνθρωπος.</p>
<p style="text-align: right;">Τελειώνει ο μήνας</p>
<h5><strong>ΕΙΚΟΝΑ ΝΟΥ</strong></h5>
<p>Στης ζωής το πέλαγος με γεννήσανε.<br />
Στ&#8217; άσπρα σύννεφα της γης με κοιμίσανε.<br />
Η ασημένια αγκαλιά τ&#8217; ουρανού μας,<br />
μ&#8217; υποδέχτηκε.</p>
<p>Το πελώριο στόμα της με νανούρισε.<br />
Μέσα από την στάχτη της ανθοφόρησε.<br />
Κι όταν, η θαλπωρή γίνηκε χάδι<br />
μ&#8217; ερωτεύτηκε.</p>
<p>Μια ωραία άνοιξη την παντρεύτηκα.<br />
Απ&#8217; του πόθου την πληγή πως γιατρεύτηκα!<br />
Κι η ανείπωτη λαλιά πήρε σάρκα.<br />
Ταίρι μου ακυβέρνητο.</p>
<p style="text-align: right;">1 Μαρτίου</p>
<h5><strong>ΚΡΥΕΣ ΝΥΧΤΕΣ</strong></h5>
<p>Κρύες νύχτες άγιες, λατρευτές κοπέλες,<br />
σαν παρθένες μείνατε, ματωμένες βέρες.</p>
<p>Λέτε μου δωρίσατε, το πλατύ του κόσμου.<br />
Μυρωδιά βασιλικού, άρωμα του δυόσμου.</p>
<p>Κρύες νύχτες, άγριες, νιόφερτες μου ημέρες.<br />
Αγκαλιές ανόθευτες, πολυαγαπημένες.</p>
<p>Πήρανε τα φτερωτά, γλαύκα όνειρά μου,<br />
το ζουμπούλι του σπιτιού, το αγιόκλημά μου.</p>
<p style="text-align: right;">22 Μαρτίου</p>
<h5><strong>ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</strong></h5>
<p>Θέλησες να γλιτώσεις από την πείνα,<br />
και πήγες στο Μαντράς.<br />
Σε κείνο το κρυφό σχολείο<br />
σου δώσανε να πιείς αθάνατο νερό<br />
και να γευτείς το φρέσκο όπιο.<br />
Διδάχτηκες αρχές που αμέσως ξέχασες και έγινες σοφός.<br />
Τόσο μικρός τόσο σοφός.<br />
Με ένα όπλο στα χέρια.<br />
Η σοφία σου μετριέται &#8211; είπανε- με σφαίρες.<br />
Τώρα σαν πολεμάς στης Κανταχάρ τις απόκρημνες κορυφές,<br />
τις χιονισμένες καρδιές, των γυναικών έχεις ξεχάσει.</p>
<p>Η λάβα κυλάει και καίει τα σωθικά σου.<br />
Ποιος θα ζεστάνει τις καρδιές των κοριτσιών;<br />
Ποιος θα φιλήσει τα χείλη τους.</p>
<p>Είσαι μόνο στα δέκα οκτώ και έχεις ζήσει τον θάνατο.</p>
<p style="text-align: right;">31 Μαρτίου</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΚΑΜΠΟΥΛ</strong></h5>
<p>Έσκυψα και εναρμόνισα την ένδικη σκέψη.<br />
Βαριά σαν ενδομήτρια πέτρα.<br />
εναγόμενη, ανήμπορη και κρύα.</p>
<p>Αναζητά ένδεια φωτιά να ζεσταθεί,<br />
στο χνώτο των αλόγων.<br />
Πόσο μπορεί να ζεσταθεί!</p>
<p>Την έντυσα ενδεικτικά, την πάντρεψα.<br />
Την ξεπροβόδισα απέναντι, αρχόντισσα να γίνει.<br />
Πάνω σε ένα τετράποδο.<br />
Έσκυψε το κεφάλι.</p>
<p>Σαν γινότανε κουκίδα στο καρέ μου,<br />
άσπρο μαντήλι κούνησα.<br />
Το κάνουμε αυτό οι ντόπιοι κατακτητές.</p>
<p>Και τότε, αν και τόσο μακριά,<br />
το δάκρυ της με δρόσισε.<br />
Δροσιά που ζωντανεύει!</p>
<p>Και φώναξα κι ακούστηκε παντού.<br />
Σαν ξημερώσει γύρνα,<br />
θα έχω φωτιά να ζεσταθείς.<br />
Το χνώτο των ανθρώπων.<br />
Και γάμους όσους θέλεις!<br />
Πόσους ποθεί η ψυχή σου;</p>
<p>Μα έφευγες πολύ, βιαζόσουνα.<br />
Και μ&#8217; έκανες να το πιστέψω.<br />
Πήρε κι ο άνεμος θρασύς, το άσπρο σου μαντήλι.</p>
<p style="text-align: right;">Αρχίζει ο Απρίλιος</p>
<h5><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</strong></h5>
<p>Άρχισα με το μέτρημα! Με φυλακίζει ο νους μου<br />
Οι λέξεις πέφτουνε βροχή, από τους διπλανούς μου.</p>
<p>Ασχήμια άγρια του καιρού, στην πόλη που βουβαίνει.<br />
Μέρα καλή συνάδελφε κι η ματιά φαρδαίνει.</p>
<p>Η μοναξιά των λέξεων στους τοίχους λαξευμένη<br />
κι η απλωσιά της στο σχοινί κάπως στιγματισμένη.</p>
<p>Χορός ματιών υπομονής, παρέες ανθρωπάκων.<br />
Στην πράσινη λινάτσα μας, μύρο συναισθημάτων.</p>
<p>Σε ναργιλέδες οι καημοί ζαλίζονται κι οι λέξεις.<br />
Κάτι μεμέτικοι ναοί αχνίζουν, πως ν &#8216; αντέξεις.</p>
<p>Σιγά, η κραυγή σου ζωντανή κυλά στους αμμολόφους.<br />
Ριπές από σκληρές ματιές καπνίζουν στους κροτάφους.</p>
<p>Και περιμένουμε δετοί, στων λέξεων την μοίρα.<br />
Στα ρήματα που φύονται, στης γλώσσας την πλημμύρα.</p>
<p style="text-align: right;">26 Απριλίου</p>
<h5><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΕΥΟΥΝ</strong></h5>
<p>Έχεις ακούσει πονεμένη Άνοιξη,<br />
στο θρόισμα των ξεραμένων φύλλων, γι αυτούς που δεν χορεύουν;<br />
Για τους άνυδρους ανθρώπους που δεν χόρεψαν ποτέ;<br />
Σαν τα μικρά αγάλματα βουβοί, απόηχοι των ήλων,<br />
Σαν από δέρματα, που ντύσανε στρατιές βιβλίων.<br />
Ήρωες νεκροί που δέσανε με δέος την ψυχή;</p>
<p>Αν όχι,<br />
τους βλέπεις άκομψα, πάντα να πατούν, έξω από τις ερμητικές γραμμές.<br />
Ο κύκλος του συρτού χορού, είναι γαμψή θηλιά που σφίγγει.<br />
Κάθονται κι ονειροβατούν κι έτσι καθώς, βήμα στο επόμενο κοιτούν,<br />
του ξαφνικού ερχομού να δούνε την χαρά, χορεύουνε θαρρείς.</p>
<p>Έχεις ακούσει άραγε γι αυτούς που δεν χορεύουν;</p>
<p style="text-align: right;">30 Απριλίου</p>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΗ</strong></h5>
<p>Ψυχή και προχώρησε.<br />
Τα χρώματα φόρεσε.<br />
Ταξίδεψε μόνη της<br />
χωρίς το κορμί της.<br />
Σκακιέρες σμίλεψε.<br />
Η δόξα την ζήλεψε.<br />
Μα η δόξα που πλήρωσε<br />
ειν&#8217; αμοιβή της.</p>
<p>Ειρήνη την είπανε.<br />
Αγάλματα ήτανε.<br />
Μα τώρα ζει άφαντη<br />
στο σπιτικό της.<br />
Κουράγιο τρισχάρετη,<br />
θα ζήσεις ενάρετη,<br />
και χίλια τα χρόνια σου,<br />
Θα ομορφαίνεις.</p>
<p>Λαοί σε προικίζουνε<br />
κι αυτοί σου χαρίζουνε,<br />
πάντα έναν πόλεμο,<br />
που δεν προφταίνεις.<br />
Θυμήσου ζουμπούλι μου,<br />
του κήπου λουλούδι μου.<br />
Τα μάτια του ουρανού<br />
πως τα ομορφαίνεις.</p>
<p>Να&#8217; ρθεις στα παλάτια μου.<br />
Στα δυο σκαλοπάτια μου.<br />
Και εγώ τα υπάρχοντα,<br />
θα σου τα δώσω.<br />
Στο φως θα ερωτεύομαι.<br />
Την γλύκα θα γεύομαι.<br />
Και τ&#8217; ευχολόγια σου<br />
δεν θα προδώσω.</p>
<p>Αγκάλη θα γίνομαι.<br />
Κρασί για να πίνουμε.<br />
Και πάνω στους ώμους μας,<br />
φτερά να πετάμε.<br />
Ειρήνη θα φύγουμε.<br />
Στου κόσμου θα γείρουμε.<br />
Κι αφού τον ξυπνήσουμε<br />
θα τραγουδάμε.</p>
<p style="text-align: right;">Μάιος</p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΝ;</strong></h5>
<p>Λουλούδια, μην είδατε ανθρώπους να γελούν;<br />
Σε πέτρες λάπις, οι γλώσσες τους να λιάζονται.<br />
Είναι λουλούδια που οι άνθρωποι πετούν,<br />
και κάνουν στο μετέπειτα πως όμορφα τα νοιάζονται.</p>
<p>Ανθρώπους, άνθρωποι καλοί, μην είδατε να κάθονται,<br />
σε μάρμαρα;<br />
Σε λόφους από σκόνη;<br />
Με τα σπαθιά που πούλαγαν αιώνια θα μάχονται<br />
και την θηλιά θα υμνολογούν, της μοίρας τους αγχόνη.</p>
<p>Ανθρώπους, άνθρωποι μην είδατε σκυφτούς να τριγυρίσουν<br />
στα τσίτσιδα μιας πόλης που κοιμάται;<br />
Τα μούλικα μελάνιασαν, σκουπίδια ανθρώπους καθαρίζουν<br />
ια ο ήλιος τους, μαύρος ήλιος στα μάτια τους, βρυχάται!</p>
<p style="text-align: right;">5 Μαΐου</p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ</strong></h5>
<p>Όταν σημάνει η ώρα να έρθεις,<br />
Θα βρεις στρωμένο τραπέζι.<br />
Στην αυλή το παιδί μας να παίζει,<br />
Όταν χτυπούν οι καμπάνες και έρθεις.</p>
<p style="text-align: right;">Τέλος Ιούνη</p>
<h5><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>&#8211; Καθώς γεννιότανε ο θεός<br />
Ποιητή μου τι είδες;</p>
<p>&#8211; Σταυρωμένους λαούς, στ&#8217; ουρανού τις τσιμπίδες.<br />
&#8211;<br />
&#8211; Καθώς γελούσε το παιδί,<br />
γράψε ποιητή μου, τι είπες;</p>
<p>&#8211; Είπα: χαρές θα σκοντάφτουνε στο σεργιάνι<br />
Κι οι λύπες</p>
<p>Θα κερνούν την οικουμένη.</p>
<p>&#8211; Καθώς πονούσε ο θεός, ποιητή μου,<br />
Πες μας τι απομένει;</p>
<p>&#8211; δάκρυ που στάζει στην άκρια της γης<br />
&#8211;<br />
Κι αναβλύζει ως μύρο απ&#8217; το ασκί της ζωής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>16 ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ 24 ΓΡΑΜΜΑΤΑ (2019)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>16 αριθμοί ισούνται με το οξυγόνο</strong></h6>
<p><strong>Στο μισό του δρόμου το τέλος αργεί ακόμη</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">1.</p>
<p>Στο μικρό δωμάτιο,<br />
μέτρησε τέσσερις<br />
άσπρους τοίχους.<br />
Ψηλά ο ουρανός.<br />
«Ήρθε η Άνοιξη», σκέφτηκε.<br />
Τους έβαψε γαλάζιους<br />
και πνίγηκε στη θάλασσα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">2.</p>
<p>Στο σκονισμένο κομοδίνο<br />
είχε ξεχάσει τα σκουλαρίκια της.<br />
Με χάλκινες ζωγραφιές.<br />
Σε κλουβί,<br />
μικρά πουλιά<br />
είχαν τα φτερά της.<br />
Το ίδιο βράδυ<br />
πέταξαν μακριά.</p>
<p style="padding-left: 40px;">3.</p>
<p>Ήθελε πάντα<br />
να περπατήσει<br />
κάτω απ&#8217; τους ήχους της βροχής,<br />
με μια ομπρέλα να γέρνει<br />
στον κυρτό της ώμο.<br />
Κάποια ημέρα<br />
έβρεχε πολύ<br />
από το χάραμα,<br />
πήρε απ&#8217; το μπαούλο την ομπρέλα,<br />
την έβαλε με προσοχή στον ώμο,<br />
η βροχή σταμάτησε ευθύς.</p>
<p style="padding-left: 40px;">6.</p>
<p>Την αγαπούσε,<br />
ήταν σίγουρο.<br />
(σίγουρο;)<br />
Μα ακόμα περισσότερο,<br />
τα μικρά του βράδια,<br />
τα κουρασμένα εκείνα βράδια<br />
όταν πονούσε το κορμί του,<br />
την αγαπούσε με την απουσία της,<br />
ακόμα πιο πολύ.<br />
Κι απουσία τώρα είχε γίνει μόνιμη,<br />
σαν τον κισσό σ&#8217; ένα παράθυρο ανοιγμένο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">7.</p>
<p>Ο διπλανός ζούσε στην αίγλη<br />
του έρωτα.<br />
Ήξερε το λυγερό κορμί της<br />
πιο πολύ κι απ&#8217; το δικό του.<br />
Υμνούσε τον έρωτα.<br />
Σ&#8217; ολάκερο το σπίτι<br />
οι ήχοι του<br />
κεντούσαν στο μεσότοιχο.</p>
<p>Όμως το αν μ&#8217; αγαπάς και σ&#8217; αγαπώ<br />
σταματούσε<br />
μόλις τα σώματα εξαγνίζονταν<br />
στη δίνη της φωτιάς.</p>
<p>Ο έρωτας ήταν<br />
τοίχος που τους χώριζε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">12.</p>
<p>Στο ιατρείο η μέρα ήταν αλλιώτικη.<br />
Μυστικές αγωνίες.<br />
Ο σφυγμός της πόρτας<br />
που έτριζε.<br />
Το σπαρτάρισμα<br />
ενός χαλασμένου θερμόμετρου,<br />
επιτάχυνε τους κτύπους τις καρδιάς μου.<br />
Για σένα!</p>
<p>Ο επόμενος παρακαλώ!</p>
<p>Στο χτύπο του κρεμασμένου ρολογιού<br />
ένα βήμα ακόμα μπροστά,<br />
για τη ζωή,<br />
για τη ζωή και το θάνατο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">13.</p>
<p>Στην εποχή που ζούμε,<br />
-χωρίς ανάσες-<br />
στο μισό του δρόμου,<br />
στα μισά της λευτεριάς<br />
στο μισό των δικαίων<br />
στο μισό του ονείρου<br />
στο μισό που καίει το χώμα,<br />
η επανένταξη αργεί.</p>
<p>Και θ&#8217; αργήσει ακόμα,<br />
είπαν οι σοφοί του κράτους.<br />
Κούνησε το κεφάλι ο κόσμος.</p>
<p>Ζούμε με την ανάσα μας μισή.</p>
<p style="padding-left: 40px;">16.</p>
<p>Περίμενε ν&#8217; ανθίσει η γαρδένια.<br />
Δυο χρόνια περίμενε.<br />
Αναρωτήθηκε!<br />
Ίσως και περισσότερο.<br />
Αυτή την Άνοιξη,<br />
πήγε και αγόρασε μιαν ανθισμένη.<br />
Δεν άντεχε άλλο χρόνο χωρίς λουλούδια.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>24 γράμματα</strong></h6>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Ισούνται με την προσευχή της ζωής</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">α .</p>
<p>Το δέρμα των βουνών<br />
είναι το πράσινο.<br />
Το δικό μου ενός μύδρου που δεν λιώνει<br />
ή το φίδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">β.</p>
<p>Βραδιάζει<br />
ξημερώνει<br />
το τριαντάφυλλο ανθίζει<br />
όπως και η ψυχή μου.</p>
<p>Στο σκέλεθρο η πνοή<br />
ασθμαίνει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">γ.</p>
<p>Το κλάμα του ανθρώπου<br />
χωρίς γιατί,<br />
είναι παράδεισος.<br />
Αν απαντήσεις,<br />
συναντάς φωτιά !</p>
<p>Πως γίνεται να μην ρωτήσεις!</p>
<p style="padding-left: 40px;">ζ.</p>
<p>Κι όταν ανέστησες τη μήτρα<br />
-ήρθανε πρώτες οι μοίρες-<br />
Αναρωτήθηκα,<br />
που είναι ο Θεός;</p>
<p>Είδα δεξιά,<br />
έστρεψα ψηλά<br />
κι αντίκρισα εμένα.</p>
<p>Όλοι φωνάξανε με μιας: Ντροπή<br />
Δεν γνωρίζουν ότι ο καθένας μας είναι Θεός.</p>
<p style="padding-left: 40px;">η.</p>
<p>Φορτώθηκαν τα γέλια<br />
με τόσα περιττά,<br />
που βούλιαξαν<br />
στη θλίψη.</p>
<p>Χαμογέλασες λιγότερο<br />
και σηκώθηκες.</p>
<p style="padding-left: 40px;">κ.</p>
<p>Το αίμα φουσκώνει<br />
και η φλέβα σπάει.<br />
Η λύπη γίνεται χαρά<br />
και η χαρά αγκάθι.</p>
<p>Κι αναρωτιόμαστε:<br />
τι είναι παράπλευρες απώλειες;<br />
Να κλαις εσύ<br />
και να γελώ εγώ;</p>
<p style="padding-left: 40px;">λ.</p>
<p>Ζωή είναι ότι ζύμωσες<br />
και πρόσφερες στους άλλους.<br />
Θάνατος είναι: ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες,<br />
στο τραπέζι της Κυριακής.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ο.</p>
<p>Και δεν είναι παράξενο;<br />
Ρίχνεις τα δίχτυα,<br />
πλησιάζουν τα ψάρια.<br />
Μα πιάνεις όνειρα<br />
με τρύπια πανέρια;<br />
Με τα νερά να ξεγλιστρούν,<br />
να βρέχουνε τα πόδια σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ρ.</p>
<p>Κι έτσι γλυκιά μου,<br />
γύρε το κεφάλι<br />
στο στήθος.<br />
Άκου<br />
την καρδιά που ακουμπά<br />
στα βράχια των πνευμόνων.<br />
Μην φοβηθείς να πέσεις στις λάμες τους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">υ.</p>
<p>Τη μέρα<br />
οι λέξεις<br />
γίνονται ακτίνες,<br />
το βράδυ άστρα.<br />
Τη μέρα<br />
τα λόγια μας πονάνε,<br />
το βράδυ ακονίζονται.</p>
<p style="padding-left: 40px;">χ.</p>
<p>Κάθε μέρα<br />
θέλω να βραδιάζει.<br />
Κάθε βράδυ,<br />
να ξημερώνει.<br />
Πότε σαν ακτίνα,<br />
πότε σαν άστρο.<br />
Μες στη καρδιά μου<br />
σκοτάδι και φως.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ψ.</p>
<p>Φθινόπωρο<br />
Άνοιξη<br />
Χειμώνας<br />
Καλοκαίρι<br />
Τετράφυλλη η καρδιά μου.<br />
Ποιο φύλλο να βαστάξω;</p>
<p style="padding-left: 40px;">ω.</p>
<p>Το μόνο που με σώνει:<br />
γεννιέμαι<br />
ξανά και ξανά<br />
μες στην αγκαλιά σου.</p>
<p>Ποτέ μην χαλάσεις τη φωλιά μου!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΜΠΟΣ ΜΙΑΣ ΝΙΟΤΗΣ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ</strong></h5>
<p>oi μέρες εκείνες,<br />
oi ζεστές ώρες,<br />
ώρες που καίγονταν στο Πέγκο<br />
μαζί με τα ανοιξιάτικα φύλλα,<br />
θρέφανε τις φουσκάλες στα πέλματά μας.</p>
<p>Ο αδελφότεκνος κρατούσε την σιωπή του<br />
με τα δυο του χέρια και το νυσταλέο χασμουρητό.<br />
Δεν άφηνε να βγει από την χαραμάδα των χειλιών του<br />
τίποτα, μέρες τώρα.</p>
<p>Θα πήγαινε στον πόλεμο.</p>
<p>Έπρεπε όμως εμείς,<br />
να συνεχίσουμε την ζωή μας,<br />
με τους ήχους των κροτάλων<br />
πάνω από τα κεραμίδια,<br />
μέσα στις ψυχές.</p>
<p>Θα πήγαινε στον πόλεμο να γίνει ήρωας<br />
δεν νοιαζότανε τόσο για τον πόλεμο.<br />
Έλεγε στην αλάνα<br />
πως ήθελε να σκοτώσει και να σκοτωθεί.<br />
Να γίνει ήρωας.<br />
Στο χωριό δεν μπορούσε να είναι ήρωας.<br />
Κι ας σκότωνε ολημερίς τις μέρες του.<br />
Δεν ήθελε να τις ζήσει.</p>
<p>Πήραμε το ποτιστήρι<br />
και τραβήξαμε για τους χασλαμάδες<br />
στην πράσινη κοιλάδα.</p>
<p>Δίπλα αυτός, κανονικός άνθρωπος<br />
αμίλητος με το κεφάλι στους ώμους<br />
(το κεφάλι του, ένα κεφάλι πιο πάνω από μένα)<br />
και τα μάτια μπροστά στο πρόσωπο.<br />
(ήξερα πως έβλεπε και πίσω)<br />
Πως είναι άραγε να σκοτώνεις;<br />
Του είχανε μείνει μονάχα δύο μέρες<br />
πριν σκοτώσει.<br />
Πριν σηκώσει το όπλο στο παρελθόν του.</p>
<p>Η γούρνα με το νερό<br />
περίεργη στον ουρανό της,<br />
γεμάτη από βδέλλες και βατράχια<br />
ρούφηξε την χούφτα του<br />
έγλυψε την ζωή του.<br />
Μια βδέλλα στήθηκε στον αντίχειρα.</p>
<p>Μόλις τελειώσει ο πόλεμος<br />
αδελφέ<br />
θα έρθω να σου πω νέες ιστορίες<br />
αυτές εδώ δεν θα χουνε καμιά τότε αξία.<br />
Χασλαμάδες και βδέλλες.</p>
<p>Φαντάσματα του κάμπου,<br />
που τρέχουν στα οργωμένα χωράφια,<br />
δεν θα χουνε καμιά να ξέρεις καμία αξία<br />
γελούσε με σπίθες στα μάτια του<br />
την ιστορία θα την γράψουμε εμείς<br />
εκεί μακριά στον πόλεμο.<br />
Μέσα απ&#8217; τις σφαίρες θα αναδυθούμε,<br />
μέσα από το αίμα θα αναβλύσουμε.</p>
<p>Τα καπνόφυτα δροσίζονταν,<br />
σηκώνονταν, φούσκωναν,<br />
όσο τα ποτίζαμε,<br />
έδεναν με την ζωή,<br />
Τι να τα πω;<br />
Τι να τα ρωτήσω;<br />
Πολεμούν ποτέ;<br />
(πολεμάμε ακούστηκε από την ρίζα)</p>
<p>Ξεβοτάνιζα και πέρασα στα χέρια,<br />
τα νεκρά φυτά, στην άκρη,<br />
ζωντάνευαν πιότερο τα άλλα.<br />
Έτσι είναι ο πόλεμος,<br />
κακό που περιμένεις<br />
να ξεβοτανίσει τον κόσμο,<br />
νεκροί και ζωντανοί.<br />
Ο καθένας στην τάξη του<br />
Ο καθένας στην μοίρα του.</p>
<p>Οι μέρες εκείνες<br />
Οι ξερές ώρες του Ιούνη<br />
δεν περνούσαν.<br />
Κάθε δυο ίσως και γρηγορότερα<br />
μας θορυβούσαν<br />
τα αεροπλάνα.<br />
Εγώ περίμενα τον αδελφό<br />
τον αδελφότεκνο.<br />
Περίμενα να μου πει<br />
πως σκότωσε<br />
όχι πως έζησε.<br />
Αυτός και νεκρός ζούσε.<br />
Ήθελα να ακούσω νέες ιστορίες,<br />
αν είναι ίδια τα πρόσωπα των νεκρών μα αυτά των ζωντανών,<br />
των σκιών και των φαντασμάτων.</p>
<p>Πήγαινα μόνος πλέον στα φυτά,<br />
στις γκιολες του Πέγκου,<br />
ακούγοντας το κροτάλισμα του φιδιού,<br />
μυρίζοντας το λιβάνι της Εκκλησιάς<br />
του Αγίου Αντωνίου.<br />
Έκανα από φόβο και το σταυρό.<br />
Πίσω από μαντρότοιχους κοιμόντουσαν οι νεκροί μας.</p>
<p>Ήρωας δεν έγινε ποτέ και<br />
δεν ακούστηκε κάτι τέτοιο.</p>
<p>0 Ιούνης πέρασε<br />
ο Ιούλιος ήρθε<br />
κι μαζί του κύλησε και το δάκρυ<br />
στο μάγουλο των γυναικών.<br />
Το ήξερα πολύ καλά.<br />
Δεν θα άκουγα ποτέ<br />
νέες ιστορίες<br />
και κάπου ήταν γραφτό<br />
να ξεβοτανίζω μόνος τα<br />
φυτά και τον κόσμο μου.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΜΕΝΑΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ</strong></h5>
<p>Είχε προχωρήσει η μέρα, οι λέξεις αποκτούσαν<br />
τη δική τους σημασία<br />
και μεις περιμέναμε να κουρνιάσει.<br />
Μαζί μας σιμά, ο ήλιος πίσω από το σπίτι<br />
και η πέτρα στις καρδιές μας.<br />
Έπρεπε να βιαστεί αυτός<br />
να προκάνουμε εμείς<br />
το μπούρλιασμα και την καθαριότητα.<br />
Αναμέναμε τον θάνατο.<br />
Μας το είχανε πει ξεκάθαρα,<br />
το πε ξεκάθαρα και ο ίδιος<br />
πιο διάφανα στάλαξε το κατράμι και η πίκρα.<br />
Ήτανε ζήτημα ωρών.<br />
Ο μύρος απ&#8217; τη Πασχαλιά και τ&#8217; αγιάζι θα φυσούσε<br />
θα έπαιρνε τα ξανθά μαλλάκια<br />
στης μιας ματιάς το πέταγμα, σαν έκλεινε το ζύγι των δεμάτων.<br />
Ο παππούς ξαπλωμένος στο σιδερένιο κρεβάτι<br />
κοίταζε ψηλά δίνοντας κάπου- κάπου ονόματα<br />
στις σκιές που έβλεπε να περπατούν στους τοίχους<br />
και μεις πλατσουρίζαμε στα δάκρυα<br />
περιμένοντας να κουρνιάσει<br />
ο ήλιος και η πέτρα πίσω από το σπίτι.<br />
Κατά τις τρεις, την ώρα του τσίγκου<br />
που σκάει το πουλί από την φωτιά<br />
ξεφύσησε.<br />
Ένας γλυκός αέρας, ξεθύμανε<br />
έκλεισε η πόρτα<br />
το παραθύρι, η Άνοιξη, ο χρόνος.<br />
Ήπια το δάκρυ μου, είπα αντίο.<br />
Το σούρουπο μας βρήκε<br />
μπουρλιασμένους στην σιωπή.</p>
<h5><strong>ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΟΨΕ</strong></h5>
<p>Βρέχει όπως και χθες.<br />
Έριχνε τα σημάδια του ο θεός.<br />
Πιάνονται κάποιες στάλες στις πρόκες του φράκτη.<br />
Κάποιες στις άκριες των κάρων και άλλες τις πιάνω<br />
με τις χούφτες μου και τις κάμω σελίδες ενός θρήνου.<br />
Ο θυμωμένος ουρανός, ξεχύθηκε στ&#8217; απέραντο<br />
αναζητώντας στο κάμπο τη ζωή της μάνας.<br />
Ακροβατεί, στο κελάϊδισμα τ&#8217; αηδονιού,<br />
και περιμένει ν&#8217; ανέβει η στάθμη της ψυχής,<br />
να μιλήσει.</p>
<p>Η πίστη της δεν είναι παρά μια γωνιά από έρωτες που μούλιασαν.</p>
<h5><strong>ΜΥΡΙΖΕ ΟΜΟΡΦΑ</strong></h5>
<p>εκείνος ο Φλεβάρης του 1981</p>
<p>Μύριζε μέντα και κρίνο,<br />
μύριζε θειάφι.<br />
Οι παλιότεροι το λέγανε κρυφά,<br />
πίσω από την οσμή την πρέφας,<br />
-δεν είχε έρθει η εποχή τους-<br />
κι ανθίσανε πρόωρα, αυτός ο Φλεβάρης μύριζε όμορφα.</p>
<p>Μύριζε όμορφα και ο χωροφύλακας<br />
που έστεκε ορθός στην άκρη του παραθύρου,<br />
τα σκοτεινά βράδια στο χωριό.<br />
Ήρθε τώρα κι έκατσε στο κέντρο της αυλής μας.<br />
Η μάννα τον τρατάριζε, μην πει και πάλι άσχημες κουβέντες.</p>
<p>Τώρα ο παππούς δεν άφηνε ξεκλείδωτη την πόρτα.<br />
Το πετάρισμα της καρδιάς είχε κουρνιάσει σε περίεργα μέρη<br />
τα χελιδόνια έκατσαν πιότερο από το σύνηθες.</p>
<p>Πριν κρυφτεί ο ήλιος, αλυχτούσαν τα σκυλιά,<br />
φώναζαν οι γειτόνοι.</p>
<p>Κυκλοφορούσαμε ελεύθερα στα σοκάκια<br />
να διώξουμε τους φόβους<br />
και το κάναμε επίτηδες<br />
επιβραδύνοντας το βήμα μας<br />
να μιλήσουμε ώρα περισσότερη,<br />
κάτω από το φως της κολόνας.<br />
Στο δάσος, οι ανεμώνες μπουμπούκιαζαν<br />
κι άνθιζαν όταν τις κόβαμε.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Βαριόμουν τις επίκαιρες<br />
ερωτήσεις του παππού,<br />
όπως αυτή σήμερα, που θα περνούσε<br />
ο μαύρος δράκος<br />
και η συνοδεία του από τα στενά της αυλής<br />
και τους ριγμένους μαντρότοιχους των δρόμων.<br />
Είχε ήδη βγει σχετική ανακοίνωση.<br />
Ο γραμματέας να ναι καλά.<br />
&#8211;Τι είναι παιδί μου αυτοί που κατηφορίζουν<br />
με τα κορμιά τσίτσιδα και τον ήλιο παραμάσχαλα<br />
χωρίς να κρύβουν τα αχαμνά τους;<br />
-Και τα μάτια που ακολουθούν την πομπή, μέσα από<br />
τα αγκάθια του φράχτη, είναι από κάποια θυσία;</p>
<p>Περίεργα μα όμορφα μιλούσε ο παππούς.<br />
Αγράμματος, μ&#8217; απόστολος!</p>
<p>Πήρα το βιβλίο και άνοιξα στο γράμμα Θ.<br />
Θυσία, θυσία!<br />
Εγώ δεν κατάλαβα ποιας μορφής θυσία<br />
εξυπηρετούσε η κάθοδος των ανθρώπων<br />
από την δύση.<br />
Φοβήθηκα και του το είπα<br />
βάζοντας το πρόσωπο μέσα στην αγκαλιά του<br />
που μύριζε γέρικες στεναχώριες και έννοιες επιβίωσης.</p>
<p>Πριν από το Θ κρατούσε το ίσο χρόνια τώρα και αιώνες το Η.<br />
Ήρωες σκέφτηκα!</p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΑΛΙ</strong></h5>
<p>Το παστάλιασμα του Φθινοπώρου<br />
τελείωσε και μπήκε για τα καλά βαρύς χειμώνας.<br />
Έφυγε το κατράμι από τα χέρια μας<br />
πετάξαμε σκεβρωμένα ρούχα στο χαγιάτι και είπαμε<br />
πριν την πανήγυρη του Αγίου Αντωνίου<br />
« και του χρόνου πάλι»<br />
που θα φύγει το χελιδόνι<br />
και το καλοκαίρι θα χει τελειώσει.</p>
<p>Νωρίς περιμέναμε τον έμπορο.<br />
Τους είχε πει μετά παρρησίας:<br />
την άλλη μέρα &#8211; δεν χωρούσε αναβολή- θα περνούσε<br />
να τους καλησπερίσει<br />
κομιστής καλών νέων και τιμών.</p>
<p>0 παππούς αγόρασε πιοτό<br />
(άρεσε στον έμπορο ποτό από ρόδι)<br />
η γιαγιά ετοίμασε γλυκό του κουταλιού<br />
κρύο νερό στην στάμνα (από το πηγάδι της γειτόνισσας)<br />
να τον τρατάρει κατά πως ήξερε<br />
για τα καλύτερα της Άνοιξης.</p>
<p>Κοίταξε τα δέματα<br />
πήρε σοβαρό το ύφος δυο στροφές την κεφαλή,<br />
στην άκρη των χειλιών<br />
έτρεχε το γλυκόζουμο (γεια στα χέρια σου κυρά)<br />
κάτι είπε στον πάππου που<br />
έσκυψε το κεφάλι (ντράπηκε για τον μόχθο του)<br />
«Δυστυχώς δεν μπορώ περισσότερα»</p>
<p>Έτσι είχαν τα πράγματα,<br />
ντρεπόσουν που δούλευες<br />
με τον ήλιο συντροφιά.</p>
<p>Των άλλων τα μάτια κρέμονταν από τα αγκίστρια της κουζίνας<br />
τα παιδιά από το τσεμπέρι<br />
σφιγγόντουσαν στην ποδιά της γιαγιάς<br />
με τις δεκάρες δεμένες σταυρωτά.</p>
<p>«Μην κοιτάτε,<br />
λέει<br />
άσχημες κουβέντες για τον καιρό»<br />
ένας χρόνος άσχημες κουβέντες<br />
ένας χρόνος προετοιμασία<br />
τόσος κόπος για άσχημες κουβέντες.</p>
<p>«Άντε τώρα πάτε να παίξετε στην αυλή μας.»</p>
<p>ο παππούς σκούπισε το αργοκύλιστο δάκρυ<br />
και τον αμύριστο μόχθο του.</p>
<p>Εμάς δεν μας πρέπει τέτοιος ύπνος<br />
ανήσυχος και σκοτεινός<br />
μα σαν κοιμηθούμε<br />
μπορεί να βγούμε πιο δυνατοί<br />
στο ξημέρωμα και στον ήλιο<br />
στην αυλή μας.</p>
<h5><strong>ΣΤΑΧΤΕΣ</strong></h5>
<p>Βγήκε στο μπαλκόνι πριν<br />
από τον ήλιο πριν<br />
να τινάξει την κουβέρτα της ζωής της<br />
να σκορπίσει τον χρόνο<br />
που την πλάκωνε χρόνια τώρα<br />
με τα δυο της χέρια στραγγιστό<br />
βγήκαν οι στάχτες κοράκια στους δρόμους.</p>
<p>Στάχτες οι πίκρες κι οι χαρές<br />
στάχτες ότι αγάπησε<br />
η αγάπη της στάχτες</p>
<p>τρία μέτρα (έτσι υπολόγιζε)<br />
πριν την γη που βοτάνιζε<br />
γερμένη την κάθε μέρα<br />
η μικρή αυλή της &#8211; ο κόσμος της-<br />
με τους μικρούς βασιλικούς της γης<br />
και τον Κωνσταντινοπολίτικο της μάνας της.</p>
<p>Κι ύστερα<br />
στάχτες και τα μικρά<br />
στάχτες και τα μεγάλα (ποια μεγάλα; γέλασε)<br />
στάχτες και τα δάκρυα που έχυσε</p>
<p>τόσο ποτάμι που πέρασε<br />
δεν πήρε μαζί του τίποτα<br />
δεν καθάρισε η γη και<br />
το χώμα μπούχτισε από κλάματα<br />
ραβδισμούς και μαύρες πέτρες.</p>
<p>Φώναξε τον χρόνο πίσω<br />
τίναξε για τελευταία φορά την κουβέρτα<br />
-είναι αλήθεια φύγανε σκόνες-<br />
έκλεισε με βρόντο πίσω την πόρτα</p>
<p>-τα παιδιά πείνασαν-</p>
<h5><strong>ΦΩΝΗ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥΣ</strong></h5>
<p>Φωνή το χρώμα τους<br />
με αίμα πάνω στο αίμα τους<br />
έχτιζαν τα τούβλα.<br />
Σήκωναν τοίχους.<br />
Γκρέμιζαν το σήμερα, όρθωναν το αύριο.<br />
Στην ζύμη που σταυρώνανε<br />
τράταραν το αύριο,<br />
κρεμούσαν στους τοίχους ότι πέρασε,<br />
σε δυο τσιγκέλια το βιός τους στο ταβάνι<br />
τα χαμόγελα και τη θλίψη σ&#8217; ένα τσουκάλι.<br />
Πίνανε συχνά απ&#8217; αυτό.<br />
Γυρνούσαν το κεφάλι ξαφνικά<br />
και λέγανε την ώρα που ξεφούρνιζαν το ψωμί<br />
«το ποτάμι στο χωριό πάντα κατηφορίζει»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΞΕΡΩ ΕΝΑ ΤΟΠΟ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΓΕΝΝΗΣΗ</strong></h5>
<p>Πάνω απ&#8217; τις μαύρες πέτρες έσταζε ο ιδρώτας<br />
ζυμώνανε στο χρόνο οι οδοιπόροι της μετανάστευσης.<br />
Μέσα στη ξύλινη σκάφη το νερό και το χώμα.<br />
Φούσκωνε αργά η κοιλιά της πρωτόβγαλτης κόρης<br />
να γεννήσει τους ώριμους κλώνους με τα πράσινα φύλλα.<br />
Να βλεφαρίσει το άγριο βουνό, να σκάσουν τα σπαρτά του κάμπου όλου.</p>
<p>Μέσα από τις άγριο &#8211; σχισμάδες των ψηλών βουνών ξεπήδησαν<br />
χαρές και πόνοι, μικρές ζωές που χαθήκανε.<br />
Λίγο ξαπόστασαν, μια ανασπασμένη ανάσα,<br />
μέσα από τα στήθια τους, στον δρόμο προς το βορρά.<br />
Μια στάση εκεί, όσο να βγάλουν την μάνα ζύμη απ&#8217; το βρεγμένο τους δισάκι.<br />
Να γίνει το νιούτσικο ψωμί σταρένιο και νόστιμο.<br />
Να μοιραστεί στα ατσάλινα χέρια κολόνες,<br />
σαν μεριάζουν με σιδερένια δρεπάνια τ&#8217; αγριόχορτα<br />
και τα πικρά πουρναρόγκαθα.</p>
<p>Στη μέση της αυλής οι πέτρινες μυλόπετρες<br />
πιο πάνω η τρίποδη πυροστιά και τ&#8217; αναμμένο μαγκάλι.</p>
<p>Ξέσπασε με μιας και χρόνους μετά, η δακρυσμένη γη,<br />
κατέβηκαν τ’ αρματωμένα ξωτικά από το αντίκρυ βουνό,<br />
αλλάξανε τα πληγωμένα ονόματα και τα μαχαίρια στις ζώνες<br />
ακονίστηκαν, έτοιμα για την πάλη με τον ξεροπόταμο και το βαθύ πηγάδι.</p>
<p>Όρλιακο, Σιβρί, Τσάλτεπε, Μαγκίλα καιΚρίστο.<br />
Ιστορίες μακρόσυρτες και μικροί θρύλοι,<br />
στάζουν από τα μάτια μας μελάνι και αιώνιο αίμα.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Το χωριό μου έχει μια μάννα που κλαίει τα βράδια.<br />
Το δάκρυ της στάζει στην ροδιά της αυλής.</p>
<p>Έχει ένα σπίτι.<br />
Παραθύρια ορθάνοικτα,<br />
εκεί που μιλούν τα παιδιά του.</p>
<p>Στην Εκκλησιά υπάρχει ένα μνήμα.<br />
Χαμογελά και πλαγιάζει ο πατέρας.</p>
<p>Το χωριό μου έχει ένα δάσος.<br />
Να το περπατήσει κανείς δεν μπορεί.<br />
Ζει πάνω στις ρίζες.</p>
<p>Κάθε που φεύγω,<br />
πετώ στους δυο λόφους.<br />
Μιλώ του βουνού μου και κλαίω.</p>
<h5><strong>ΞΕΡΟΠΟΤΑΜΟΣ</strong></h5>
<p>Ο στεγνός ξεροπόταμος ένα χλωρό ποτάμι.<br />
Πρώτος στο χαμένο όνειρο.<br />
Πρώτος στη ξέπλυμα της νύχτας.<br />
Κατράμι στο κελαριστό νερό<br />
και η ζήση του, λάσπη, πέτρα, άμμος.</p>
<p>Ένα μικρό σκίτσο στο νερό και χάνεται<br />
ο νυχτερινός διαβάτης στη πεζογέφυρα.<br />
Η κρυφή του ανάσα πριν γίνει το δάκρυ καταρράκτης<br />
ποτίζει την τελευταία εικόνα του Χειμώνα.<br />
Στην καρδιά μιας μάνας, μια αρτηρία ο ξεροπόταμος.<br />
Κυλούσε, σφάδαζε<br />
ως τα φίδια της γης αγκάλιαζαν τα παιδιά της.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΛΙΕΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Σε κόκκινες φωλιές έπλεξα τις πληγές μου.<br />
Στις λιτές γραμμές των βουνοκορφών κρύφτηκα<br />
με τους ερχομούς των πελαργών.</p>
<p>Μέσα στις διογκωμένες ρυτίδες των φύλλων,<br />
ανάμεσα στα τσαλακωμένα κίτρινα ξερόκλαδα,<br />
δυο μεγάλα ορθάνοιχτα παραθύρια, οι φωλιές μου.</p>
<p>Βλέπανε εμένα, σήμαναν την ερημιά μου.</p>
<p>Πάνω και λίγο πιο πάνω από τα κόκκινα κεραμίδια,<br />
οι δικοί μου καλοί και άμοιροι άνθρωποι.<br />
Σκιάχτρα, φυλακτά, του κάμπου και του βουνού σκιάχτρα<br />
Φυλακτά κρεμάμενα στους λαιμούς<br />
Απλησίαστοι, πετούμενοι χρόνοι.</p>
<p>Μια αόρατη μηχανική παγανιά,<br />
θέλει τις ξύλινες φωλιές πίσω και τα κόκκινα κεραμίδια.</p>
<h5><strong>ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ</strong></h5>
<p>Αυτή την όλη νύχτα με περίμενες.<br />
Έμαθα, με περίμενες<br />
κι έμαθα από το ρήμα<br />
και εγώ έμαθα,<br />
εκεί στο άσπρο νταμάρι της ποίησης<br />
σε περίμενα εκ νέου.</p>
<p>Κι ήρθε το βράδυ, όλο το βράδυ<br />
όπου το φεγγάρι στο ξεσκονισμένο αλώνι<br />
κατέβασε βροχή<br />
και τι βροχή<br />
στα μάτια σου<br />
που χόρεψε μεσονύχτια μαζί της.<br />
Ο ξεροπόταμος μούγγριζε και έτρεχε,<br />
έτρεχε γρήγορα πιο γρήγορα από σένα<br />
να προλάβει τη θάλασσα, νομίζω την πρόλαβε.<br />
Κανείς δεν την προλάβαινε τότε,<br />
πόσο μάλλον τώρα,<br />
μα εσύ δεν πρόλαβες ούτε τον ξεροπόταμο.</p>
<h5><strong>ΞΕΡΩ ΕΝΑΝ ΤΟΠΟ (Στρυμονικό Σερρών)</strong></h5>
<p>Ξέρω ένα τόπο που ανεμώνες ανθίζουν,<br />
κάπου ψηλά στο στερνό μεσοστράτι.<br />
Τα μάτια μιας μάνας που σαν γέρνει δακρύζουν.<br />
Μοναξιά ο αγέρας. Ειν&#8217; δικοί μου θανάτοι,</p>
<p>του πρωινού οι σταγόνες (σαν ανοίγει την βρύση)<br />
που ραντίζουν το χώμα. Μυρωδιά του βρεγμένου.<br />
Ανατέλλει ο ήλιος να στεγνώσει την Δύση,<br />
σαν σεντόνι μιας νύφης στα πλευρά του ανέμου.</p>
<p>Α! μην ξεχάσω: Μες στο βάζο οι ανεμώνες,<br />
κόκκινες- κόκκινες σαν του αίματος χρώμα.<br />
«Μας τελειώνουν» μας είπες κάποια μέρα «οι Χειμώνες»<br />
Μα το χιόνι σκεπάζει τις καρδιές μας ακόμα.</p>
<p>Ξέρω ένα τόπο, που στη μέση του ρέει,<br />
ένα ρέμα. Καράβια δεν δένουν σιμά του.<br />
Σαν ο ήλιος προβάλλει το κορμάκι του καίει,<br />
σαν τα στάχυα σκορπίζουν τα θολά όνειρά του.</p>
<p>Προχωράει το βήμα, στων ανθρώπων την σκόνη,<br />
πριν να φύγουν κοιτάνε το ωραίο τους σπίτι.<br />
Χελιδόνια που χτίσαν φωλιές στης γωνιάς την αγχόνη,<br />
σπουργιτάκια που βρήκανε ήλιο, στο βαθύ του φεγγίτη.</p>
<p>Ξέρω ένα τόπο, σε πλατάνια ζωσμένο,<br />
κάποιων φίλων τα χέρια ακόμα να καίνε.<br />
Ένα ψεύτικο δένδρο στην πλατεία στημένο,<br />
ψάχνουν να βρούνε αλήθειες, μόνο εκείνοι που φταίνε.</p>
<p>Με τα χνώτα ασθμαίνουν, δεν ζεσταίνουν τα χέρια.<br />
Κάθε βράδυ στην πρέφα στα χλωμά καφενεία.<br />
Από τόπους σε τόπο μεταφέρουν μαχαίρια,<br />
μια στο χώμα και βγήκαν μυγδαλιές στα σχολεία.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΜΙΑΣ ΑΥΛΗΣ</strong></h5>
<p>Αυτό το χτυπημένο σπίτι απ&#8217; τις ριπές του ανέμου<br />
μόνο του στέκεται στην μέση μιας αυλής, άφωτη κολόνα ηλεκτρικής,<br />
κι η μάνα πάει κι έρχεται από άδεια κάμαρη σε άδεια κάμαρη<br />
χαζεύοντας τις μαυρόασπρες φωτογραφίες.<br />
Οι κιτρινωποί τοίχοι του ψηλότεροι από ποτέ.<br />
Οι άσπρες κουρτίνες λιώσανε στο ξεφτισμένο χρώμα του ήλιου.<br />
Γιατί να ναι τα παράθυρα τόσο μεγάλα;<br />
Και τα παραθυρόφυλλα ακόμα μεγαλύτερα;<br />
Πως μπαίνει το κρύο θεέ μου έτσι!<br />
Μαζί με τον τελευταίο θάνατο μπαίνει και το κρύο. Στο κορμί και το σπίτι.<br />
Κορνιζωμένοι όλοι οι θάνατοι.<br />
Ο παππούς, ο πατέρας, οι ερωδιοί της ζωής μας.</p>
<p>Δίπλα από το πέτρινο σπίτι ήταν το περιβόλι.<br />
Στο κόκκινο χώμα του έψαχνες το χρυσάφι του κόσμου.<br />
Σαν γαύγιζαν τα τσομπανόσκυλα,<br />
έτρεχες να κρυφτείς κάτω απ&#8217; το τραπέζι αδελφέ μου.<br />
Μετρούσες τα ρόδια &#8211; είχε ο παππούς πολλές ροδιές-<br />
μετρούσες και τα χρόνια.<br />
Τα αμέτρητα χρόνια γίνανε σήμερα, ένας ακόμα αργός θάνατος.<br />
Σήμερα περιμένω να μπει ακόμα περισσότερο κρύο.</p>
<p>Κλείνω το παράθυρο κι αναρωτιέμαι με ειλικρίνεια στο χρόνο: Τι εποχή είναι;<br />
Ότι και να ναι, έμεινε όξω από το πέτρινο σπίτι.<br />
Αλλά το κρύο &#8211; κρύο<br />
Μήπως δεν κάνει κρύο την Άνοιξη;</p>
<h5><strong>ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ</strong></h5>
<p>Τα πέλματα.<br />
Τα δικά μου πέλματα.<br />
Πέλματα των ευγενικών εποχών,<br />
της εκφραστικής Άνοιξης,<br />
του αμήχανου Καλοκαιριού,<br />
του μαραμένου Φθινοπώρου,<br />
του γοητευτικού χειμώνα,</p>
<p>αγγίζουν πάντοτε με στητή προσοχή,<br />
το απαλό χρώμα της σκιερής Πατρίδας.</p>
<p>Σκύβω<br />
κι επιστρέφω το αφελές βλέμμα<br />
μικρό<br />
μα εκείνο το αφελές βλέμμα<br />
που κοιτά βαθιά στην αθώα ψυχή.</p>
<p>Επιστρέφω το βλέμμα<br />
στην πικρή ξενιτειά<br />
που τελικώς αδίκησα.</p>
<h5><strong>ΘΑΡΡΩ ΠΩΣ ΚΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Κάποια μέρα<br />
που στην σκέψη μου<br />
ένα κουβάρι πίκρες ξετυλίγονται<br />
φτάνει ένας λόγος από το χθες<br />
καβάλα σε μια μνήμη.</p>
<p>«Τι ωραία που είναι η ζωή σήμερα»</p>
<p>Θαρρώ πως κι αυτό είναι ποίηση.</p>
<p>Κοίταξα πίσω και είδα τον παππού.<br />
Κοίταζε το μέλλον να βρει ένα πρόσωπο που πρόδωσε.</p>
<h5><strong>Η ΒΙΤΣΑ ΕΓΙΝΕ ΜΟΛΥΒΙ</strong></h5>
<p>Πολλά χρόνια τώρα,<br />
μικρός μεγάλος, έχει άραγε σημασία<br />
έγραφα, έγραφα<br />
και να που δεν έγινε και καμιά αλλαγή.</p>
<p>«Πήγαινε παιδί μου καμιά βόλτα<br />
ξέφυγε από αυτά τα μολύβια και τα τετράδια»</p>
<p>Στο βάθος η κυρία Δασκάλα<br />
ακόνιζε στην φωτιά<br />
την βίτσα της,</p>
<p>μια βίτσα που συμπαθούσε ιδιαίτερα.<br />
Αυτή η βίτσα έγινε μολύβι<br />
κι έγραφα, έγραφα.</p>
<h5><strong>ΜΑΝΑ ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΜΑΝΑ</strong></h5>
<p>Μάνα<br />
καλή μου μάνα σε εκλιπαρώ<br />
θα ταξιδέψω<br />
θα φύγω για τα ξένα<br />
και ακόμα δεν θα το ‘χεις κάνει</p>
<p>στην αγκαλιά σου<br />
να κρατάς<br />
τον κόσμο όλο.</p>
<p>Γιατί;</p>
<p>μόνο απ&#8217; τα στήθη σου να ρέει άσπρο γάλα<br />
στο στομάτων ανθρώπων;<br />
Η καρδιά σου να χτυπά χωρίς σταματημό<br />
Τα δάκρυά σου να στεγνώνουν πάνω σε πέτρες και όπλα.<br />
Τα χέρια σου να φτυαρίζουν την ειρήνη;</p>
<p>Και τα παιδιά σου μάνα;<br />
Που είναι τα παιδιά σου;</p>
<p>Κολλούν σαν βδέλλες πάνω στο κορμί σου<br />
κι ακόμα σκουπίζουν απ&#8217; τα χείλη το αίμα σου.<br />
Η καρδιά τους σταμάτησε να χτυπά<br />
Κι ακούγονται μονάχα οι καμπάνες πένθιμα.<br />
Τα δάκρυά τους κρύφτηκαν ποτάμι ολόκληρο.<br />
Πίσω απ&#8217; τις κόγχες.<br />
Δεν έγιναν ποτέ καταρράκτης,<br />
ελέω μιας στεγνής σφαίρας που έφραξε τον δρόμο τους<br />
και τα χέρια τους μάνα;<br />
Τα χέρια τους που σήκωσαν σημαίες<br />
τώρα στην στάση της υπόκλισης μέσα στο νέο σπίτι.<br />
Τι μικρό μάνα τούτο το σπίτι!</p>
<h5><strong>ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ</strong></h5>
<p>Θα βρεθούμε στην γη που μας γέννησε.<br />
Ωχ αδέλφια η ώρα μας φτάνει.<br />
Κάποιον χρόνο το μάτι ατένιζε<br />
μια γροθιά υψωμένη, στεφάνι.</p>
<p>Θα βρεθούμε στις γούβες που πίναμε,<br />
το καθάριο νερό που κυλούσε,<br />
με τις χούφτες στους άλλους το δίναμε,<br />
με ψιθύρους σε μας τραγουδούσε.</p>
<p>Στις αυλές θα βρεθούμε που ζήσαμε,<br />
στα σοκάκια που οι μνήμες χορεύουν,<br />
στους χωμάτινους πύργους που στήσαμε<br />
και οι θρόνοι, αδειανοί μας γυρεύουν.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ &#8211; ΑΝΑΜΝΗΣΗ</strong></h5>
<p>Μέσα στο σκοτεινό καφενείο<br />
δέκα βουνίσιοι γλάροι και<br />
άλλοι τόσοι πεδινοί πάσχιζαν<br />
να ακούσουν τα παλιοτράγουδα του τζουμ &#8211; μποξ.</p>
<p>Ο μεζές, το κρασάκι στο μικρό ποτήρι<br />
η τσατσάρα στην τσέπη του πουκαμίσου<br />
το μικρό καθρεφτάκι της αλήθειας.</p>
<p>Περνούσαν οι μήνες<br />
με τα βήματα στη πεζογέφυρα<br />
και την μεγάλη αλάνα που την ονομάζαμε γήπεδο.<br />
Μια συνεχής κακία απ&#8217; το χειλάκι τους.</p>
<p>Όταν ρωτούσαμε: που ναι οι γλάροι μας<br />
μας απαντούσανε: Στον Αι Αντώνη που χάθηκε για χάρη μας<br />
Χωράφια και αργυρές πράξεις<br />
δώδεκα μήνες<br />
μεριά στο δισκοπότηρο η φτώχεια .<br />
Βόλτα στην πλατεία.<br />
Άσπρες &#8211; άσπρες βαρκούλες στην μέση.<br />
Κι ύστερα το χτύπημα πάνω στην κοφτερή πέτρα.</p>
<p>Πάει στράφι το αρμένισμα<br />
Μέντα<br />
Τσουκνίδα<br />
Αγριοβότανο<br />
τα βάζω ν&#8217; αρμενίζουν ξεροπόταμο.</p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΧΤΥΠΑ</strong></h5>
<p>Τώρα, το ξέρω η καρδιά μου χτυπά,<br />
για κείνο τον όμορφο τόπο,<br />
για κείνη την γέρικη ιτιά,<br />
πού &#8216;σπειρε η μάννα με κόπο.</p>
<p>Στης αυλής τη μεγάλη ροδιά,<br />
κάποτε έκατσα λίγο.<br />
Στη σκιά της να βρω τη δροσιά<br />
και κατόπι σαν ξένος να φύγω.</p>
<p>Μα πάλι η καρδιά μου χτυπά<br />
και γυρίζει η σκέψη στο σπίτι.<br />
Στην πέτρινη εκείνη φωλιά<br />
που πετούσα σαν το σπουργίτι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΡΥΜΟΝΙΚΟ (2018)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Α&#8217;ΜΕΡΟΣ</strong><br />
<strong>ΠΡΑΞΗ ΑΠΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΕΝΟΣ ΓΛΑΡΟΥ</strong></h6>
<h5><strong>ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Με ρώτησαν πως γράφεται ένα ποίημά μου<br />
Κοίταξα<br />
Τη μέρα που στρατεύτηκα<br />
Τη μέρα που πόνεσα φιλώντας το χώμα που πατάς<br />
Τους χρόνους που χαθήκανε στους λαβυρίνθους μας<br />
Τους συμμαθητές μου που σκοτώθηκαν στα έργα τους<br />
Τους συναδέλφους που κλαίγανε κρατώντας το όπλο τους</p>
<p>Αγκάλιασα<br />
Τις φυλακές που άνοιξα με τη δύναμη της ψυχής<br />
κι άφησα ελεύθερο το αίμα μου ξυπόλητο να ρέει<br />
σ&#8217; ένα μικρό ξεροπόταμο</p>
<p>Τώρα θωρώ<br />
Μια μάνα να χτενίζει τα μαλλιά της<br />
Έναν αγνοούμενο πατέρα που όργωνε στα όνειρά του<br />
Ένα αδέλφι να χαιρετά με άσπρο το μαντήλι</p>
<p>Κι ύστερα αγναντεύω<br />
τον χορό των γραμμάτων<br />
στον ορίζοντα της ποίησης</p>
<h5><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ Μ&#8217; ΕΝΑ ΤΥΠΟ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΩ</strong></h5>
<p>Έφυγε κι ούτε που πρόλαβα να τον χαιρετήσω.<br />
Όχι ότι είχα και κάποια ιδιαίτερη σχέση<br />
συγχωριανός απλά, που σημαίνει αδελφός βέβαια<br />
κάπου το είδα γραμμένο, σε ταφόπλακες και σκεβρωμένες πέτρες<br />
στις απόμακρες γωνιές της περιοχής<br />
ή θα έπρεπε να σημαίνει κάτι τέτοιο αν όχι κάτι άλλο<br />
&#8211; έτσι, έτσι ρε μάγκα-<br />
τριγυρνούσε αδιάκοπα ο τύπος αυτός,<br />
με τις ρίζες του πότε στο ποτάμι και<br />
πότε στον ουρανό.<br />
Με το χαμόγελό του κεντημένο στον αέρα και<br />
την αίσθηση της συμπόνιας του κόσμου στη καμπούρα του<br />
στη καμπούρα της ζωής.<br />
Το κενό στο σπίτι θα το γεμίσει ο χρόνος.<br />
Ξέρει τη τέχνη του αυτός ο εφιάλτης.<br />
Το κενό μας θα βουλώσει η καθημερινότητα, μια αδιάβροχη τάπα!<br />
Και θα ξεχαστεί ο εκφοβισμός.<br />
Θα ξεχαστούμε όλοι, τόσο καλοί όλοι μας,<br />
κουβαλώντας στις καμπούρες μας τα σκεπάσματα που δεν δώσαμε<br />
για ζεστασιά<br />
αλλά τ&#8217; απλώσαμε με την αναίδεια της γλώσσας<br />
να τα γιορτάσει ο ήλιος κι η νύχτα.<br />
Στ&#8217; αδέλφια των παρείσακτων, των γελωτοποιών,<br />
των κηλίδων των περιθωρίων, εκεί τον κατατάξαμε,<br />
τον τύπο της γειτονιάς που έφυγε χωρίς να τον χαιρετήσω.<br />
Που όταν φεύγουν λέμε πόσο σημαντικοί είναι<br />
οι σημαντικότεροι της ζωής μας.<br />
Σο καφενείο κάθονται ευπρεπώς ενδεδυμένοι φίλοι και γνωστοί.<br />
Ως όφειλαν δηλαδή.<br />
Και ο καφές πάντα δίνει αφορμή για ένα αστείο.<br />
Βρε μάγκα μου, γίνεται κηδεία χωρίς γέλιο!<br />
Καλό ταξίδι.</p>
<h5><strong>ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΝΑ</strong></h5>
<p>Πόσες χώρες δρασκέλισα.<br />
Που να θυμάμαι πλέον<br />
λέω πως γέρασα,<br />
το ίδιο λένε και οι άλλοι.<br />
Σ&#8217; όλα τα πρωινά που άνοιξα τα μάτια μου,<br />
στο φως του ήλιου<br />
έβλεπα το πρόσωπο της μάνας μου<br />
και στο τραπέζι το μικρό φλιτζανάκι του καφέ.<br />
Πόσο μου λείπει εκείνος ο καφές.<br />
Τόσο λίγος, μα τόσο πολύς.<br />
Πώς να μην δακρύσεις εδώ στη ξενιτειά.<br />
Προσπαθείς να σώσεις τη ζωή<br />
σέρνει τον χορό και σ&#8217; οδηγεί στο θάνατο.</p>
<p>Φοβάμαι πολύ μάνα<br />
μην γυρίσω μια απάνεμη μέρα<br />
και δεν βρω τη ροδιά στην αυλή,<br />
τα άσπρα σεντόνια να κρέμονται στα σύρματα,<br />
τη ξυλόσομπα να καπνίζει,<br />
τα ραγισμένα τζάμια που δεν πρόκαμα ν&#8217; αλλάξω.</p>
<p>Μπαίνει αγέρας μάνα, μπαίνει χιονιάς.<br />
Κρυώνω μέσα και η ψυχή μου<br />
τρέχει στις σπηλιές και τα δάση να βρει τη καρδιά σου.<br />
Την αχτίδα του ήλιου<br />
κάνε τη εισιτήριο να &#8216;ρθω να σε δω.<br />
Στη φωλιά σου ξέρω θα με περιμένει<br />
μια φτερούγα απλωμένη και στεγνή να με σκεπάσει.<br />
Το χώμα της αυλής μας είναι απαλό μάνα.<br />
Δεν το ξεχνώ ποτέ.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΜΩΝΗ ΣΤΗ ΡΑΓΑ</strong></h5>
<p>Μόνη στον άνεμο μια ράγα αδύναμη<br />
συντροφεύει, στην κλίση της κεφαλής,<br />
την αδυναμία της να δραπετεύσει.<br />
Το χρώμα του τρένου,<br />
ένα χρώμα σκοτωμένου φθινοπωρινού φύλλου,<br />
όμοιο χρώμα του ρήματος περιμένω,<br />
ίσως του αποχαιρετώ, αν και τίθεται στην άκρη ως προσμένω.<br />
Ο φωτογράφος καλεί τα πρόσωπα.<br />
Χτυπά τις καμπάνες,<br />
βάφει το δείλι μαύρο ως βάφει τους δρόμους του ο θάνατος<br />
πλην ο ποταμός τους ξεπλένει,<br />
μα η λέξη Αχέροντας παραμένει ουσιαστικό και<br />
ποτέ δεν γίνεται ρήμα η επίθετο.<br />
Η Ανεμώνη ταράζεται στο πέρασμα της άμαξας,<br />
γέρνει, την αποφεύγει,<br />
φυσά ο ξάστερος<br />
καλείται το ρήμα κόπτω,<br />
με την μορφή μις ατσάλινης χούφτας<br />
την κάνει απόσπασμα μιας ανθοδέσμης.<br />
Κι η ράγα πιο αδύναμη.</p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΗΡΘΕΣ</strong></h5>
<p>Δεν ήρθες όταν σε ζητούσα.<br />
Μια ψιλή βροχή έσβησε ότι περίσσεψε απ&#8217; το πάθος.</p>
<p>Δεν ήρθες όταν σε καλούσα.<br />
Ένα άσπρο περιστέρι μου ‘πε πως μονάχη δάκρυσες.</p>
<p>Δεν ήρθες όταν σ&#8217; είχα ανάγκη.<br />
Η καρδιά μου αποτελείωσε τους κτύπους.</p>
<p>Τώρα το κενό γίνεται μαύρη κορνίζα.</p>
<p>Δεν ήρθες όταν έγινα ποίημα.<br />
Δεν μπλέχτηκες στις λέξεις, στους στίχους.</p>
<p>Πήρες τη θέσης της τελείας.</p>
<p>Δεν ήρθες όταν σ&#8217; αγάπησα.<br />
Δεν ήρθες όταν σ&#8217; αγαπούσα.</p>
<p>Μη περίμενες να σε ξυπνήσω λέγοντας:<br />
Σ&#8217; αγαπώ μα συ δεν έρχεσαι!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΑΓΩΝΙΑΣ</strong></h5>
<p>Δυστυχώς δεν ήταν δυνατόν<br />
ν&#8217; ανοίξω το παράθυρο<br />
από την μεριά που εσύ πρόσταζες<br />
από την μεριά του ήλιου.<br />
Γιατί εμένα με φόβιζε ο ήλιος<br />
με τα γαμψά νύχια του<br />
όμορφος σαν θεός<br />
με το υγρό λιοπύρι του<br />
κάτω από την μασχάλη<br />
εκεί που πάντα τρέχει ένας ξεροπόταμος.<br />
Στο βάθος και έξω από το παράθυρο<br />
ήτανε πάντα μια σκοτεινή νύχτα<br />
που έστεκε κρεμασμένη<br />
από την άκρη του φεγγαριού<br />
και την βλέπαμε<br />
κι όταν μας μίλαγε<br />
εμείς σιωπούσαμε<br />
κι όταν μας φώναζε<br />
τρέχαμε στα κυπαρίσσια<br />
με τα κόλλυβα στα πανέρια<br />
και το γλυκόπιοτο ρόδι.<br />
Μ&#8217; ένα ρόδι θυμάμαι<br />
έκλεισες το στόμα<br />
του καλού σου συντρόφου.<br />
Το δικό σου το χρώμα<br />
ήταν το κόκκινο,<br />
το δικό τους το χρώμα ήταν<br />
το μαύρο,<br />
το δικό μου;<br />
Σου έλεγα η παγωνιά<br />
και απαντούσες η παγωνιά δεν έχει χρώμα.<br />
Κι όμως στην παγωνιά<br />
αγκάλιαζα το αίμα μου<br />
να ζεσταθεί πάνω<br />
από τη κάπνα του κάρβουνου.</p>
<h5><strong>ΠΑΤΕΡΑ ΛΥΠΑΜΑΙ</strong></h5>
<p>Πατέρα λυπάμαι.<br />
Γυρνάω τα μεσημέρια στο σπίτι<br />
βρίσκω παρτέρια γεμάτο φύλλα και ξυλιές<br />
κανείς δεν τα καθάρισε και φέτος.</p>
<p>«Μάνα ο καφές μου νάναι σκέτος!»<br />
Πατέρα λυπάμαι.<br />
Γυρνάω στην πόρτα το κλειδί,<br />
κοιτάζουν πάλι οι αντικρινοί<br />
κι η μάννα θα πει «άργησες και πάλι»</p>
<p>«έχει ζεστό, για να λουστείς, νερό απ&#8217; το πηγάδι.»</p>
<p>Πατέρα λυπάμαι.<br />
Γυρνάω στις κρυμμένες συγνώμες<br />
δειλά. Οι επόμενες μέρες, στείρες.<br />
και θα χω το κεφάλι μου κάτω.</p>
<p>«έλα σιμά μου μάνα, καλή καρδιά κι άσπρο πάτο»</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Β&#8217; ΜΕΡΟΣ</strong><br />
<strong>ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ*</strong></h5>
<p>Για μια Πατρίδα, τον αέρα αγκαλιάζω<br />
στον ουρανό της τραγουδάνε τα πουλιά.<br />
Μέσα στον πόνο της καρδιάς, αργά βουλιάζω<br />
για να ξανά βρω στην αυλή μου μια γωνιά.</p>
<p>Να κλείσω μέσα, ότι αγαπούσα.<br />
Κι ότι αγάπησα πολύ, ψηλά να τα κρατούσα.<br />
Κι ο λογισμός μου απ’ τα ξένα<br />
Αχ να ξεβράσει της ζωής,<br />
τα ξεχασμένα.</p>
<p>Για μια πατρίδα, το ψωμί λιώνει στο στόμα.<br />
Αγέρας, γη και νερό γίνονται σώμα.<br />
Φύλλο που τρέμει στις βολές ενός ανέμου.<br />
Σφαίρα χαμένη σε μια μάχη ενός πολέμου.</p>
<p>Μες στη ζωή μου, ότι αγαπούσα<br />
για ότι νοστάλγησα ξανά και πάλι να διψούσα.<br />
Κι απ&#8217; τις πληγές μου πάντα θα βγαίνει<br />
Ένα παράπονο πικρό,<br />
από ψυχή κλεμμένη.</p>
<p>Τώρα στον κάμπο, ένα λούλουδο ανθίζει.<br />
Πετώ το όπλο και την χλαίνη καταγής.<br />
Αυτή η λάβρα που με καίει ξαναρχίζει,<br />
να κάνει στάχτη τα συντρίμμια της οργής.</p>
<p>Για μια πατρίδα, η σάρκα λιώνει<br />
κι η Άνοιξη που ένιωσα στα στήθη μου παγώνει.<br />
Θα γίνω αέρας, νερό και χώμα.<br />
Και μια πατρίδα μέσα μου&#8230;<br />
Θα χτίσω ακόμα!</p>
<p style="padding-left: 360px;">*Τραγούδι που γράφτηκε,<br />
διαβάζοντας δύο ποιήματα<br />
από την Ποιητική Συλλογή<br />
«Πατρίδες» του Κ. Παλαμά</p>
<h5><strong>Ο ΔΩΣΙΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Έπεφτε απρόσιτη η νυχτιά.<br />
-το θαμπόγυαλο κατάχαμα σπασμένο-<br />
Έξω απ&#8217; την εξώπορτα αναμμένο<br />
το τσιγάρο του δωσιλογά.</p>
<p>Σκούντηξα την πόρτα και κλειστό<br />
το παράθυρο για ν&#8217; ασφαλίσει<br />
το φεγγάρι σκύβει να φιλήσει<br />
το πλατύσκαλο που περπατώ.</p>
<p>Μου πες με φωνή σπαρακτική<br />
μην ακούσει ο ξένος που περνάει<br />
η σκιά στον τοίχο όμως κολλάει<br />
στην ξεροσταλιά σου θα πνιγεί.</p>
<p>Φύγε, σου αξίζει να σωθείς<br />
το περβόλι πρέπει να περάσεις<br />
κύμα είναι μα όχι όμως θαλάσσης<br />
που απ&#8217; όμως δροσιές του θα βραχείς.</p>
<h5><strong>Η ΦΟΝΙΣΣΑ</strong></h5>
<p>Έβγαλα ένα αχ και μία φόνισσα<br />
πρόβαλλε. Μια ζοφερή γερόντισσα.<br />
«Δεν έφταιγε που έκανε το τάμα της!»<br />
που κάπνιζε την νύχτα η καμινάδα της.</p>
<p>Ονόματα στο κίτρινο τεφτέρι της,<br />
της τ&#8217; άρπαξα με μιας από το χέρι της,<br />
της είπα: πως τελειώνει το κερί της<br />
αγέλαστη φροντίζει την φυγή της.</p>
<p>Τσεμπέρι μαύρο, άφησε στην πλάτη της,<br />
πάτησε το αχ στο σκαλοπάτι της,<br />
παράδεισους την είδα να σκουπίζει,<br />
ανέμους με μια σκούπα να σκορπίζει!</p>
<p>Προσπάθησε να φύγει για τον Άδη,<br />
κατηφορίζοντας σ&#8217; ένα πηγάδι,<br />
εκεί που πίστευε πως οι Αγγέλοι,<br />
με ζάχαρη ζούνε και άγριο μέλι!</p>
<p>Και μια Αυγούλα, μια κακή γειτόνισσα,<br />
της είπε με οργή πως: «είσαι φόνισσα»<br />
Τα βήματα την πήγανε στην θάλασσα,<br />
εκεί που τις φτερούγες της τις άπλωσα.</p>
<p>Τις πήρα υγρές, στεγνώσαν και σου χάρισα<br />
αυτό το αχ, που πάτησε μια μάγισσα.<br />
Στα σύννεφα σαν άγγελοι ανθίσανε<br />
και μυρωδιές στον κόσμο μας σκορπίσανε.</p>
<h5><strong>ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ</strong></h5>
<p>Θα βρεθούμε στην γη που μας γέννησε.<br />
Ψχ αδέλφια η ώρα μας φτάνει.<br />
Κάποιον χρόνο το μάτι ατένιζε<br />
μια γροθιά υψωμένη, στεφάνι.<br />
Θα βρεθούμε στις γούβες που πίναμε,<br />
το καθάριο νερό που κυλούσε,<br />
με τις χούφτες εμείς σας το δίναμε,<br />
με ψιθύρους σε μας τραγουδούσε.<br />
Στις αυλές θα βρεθούμε που ζησαμε,<br />
στα σοκάκια που οι μνημες χορεύουν,<br />
στους χωμάτινους πύργους που στησαμε<br />
και οι θρόνοι, αδειανοί μας γυρεύουν.</p>
<h5><strong>Η ΖΩΗ ΜΑΣ, Η ΓΙΟΡΤΗ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Μια βραδιά του Δεκέμβρη μαζευτήκαμε<br />
στης πλατείας τα παγκάκια κι αφεθήκαμε<br />
στα πικρόχολα τα λόγια κι αρρωστήσαμε<br />
μ &#8216; όλα αυτά που μας πέρασαν και τα ζήσαμε.</p>
<p>Κοιταχτήκαμε στα μάτια και δακρύσαμε<br />
κι ο καθένας πήρε δρόμους και χωρίσαμε<br />
μα υπόσχεση και τάμα όλοι δώσαμε<br />
και τα φίδια απ’ την καρδιά μας ξεριζώσαμε.</p>
<p>Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσουμε<br />
κάνουμε τους δυστυχείς, να ευτυχήσουμε<br />
σε παγκάρι την ψυχή μας και χαρήκαμε<br />
κι απ’ τον ήχο των τριάντα, ζαλιστήκαμε.</p>
<p>Δώσαμε τα χέρια πάλι, γύρω απ’ την φωτιά.<br />
Στου Δεκέμβρη που γιορτάζει μόνο η καρδιά.<br />
Κουμπωθήκαμε στο κρύο, στήσαμε χορό,<br />
ήχος γνώριμος πετιέται μέσα απ’ τον χαλκό.</p>
<p>Στην υγεία μας, στην υγειά μας κι άντε στο καλό<br />
σβήσαμε με μιας τους φόβους, κράτα τον ρυθμό<br />
τσίπουρο γλυκό να ρέει, ύμνος στην νυχτιά<br />
κι όλοι μας, για μια στιγμή, απέραντη αγκαλιά.</p>
<p>Κι όταν πάλι κοιταχτούμε και χωρίσουμε<br />
κάρβουνα θαρρείς καμένα και θα σβήσουμε.<br />
Κι όταν θα κοπάσει η φλόγα, κάμε τον σταυρό<br />
που γεννήθηκες και λάμπεις στο Στρυμονικό.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Γ&#8217; ΜΕΡΟΣ</strong><br />
<strong>ΣΚΟΡΠΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΣΤΟ ΣΤΡΥΜΟΝΙΚΟ</strong></h6>
<h5><strong>ΠΑΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ</strong></h5>
<p>Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών.<br />
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών.<br />
Πέρασες και συ και έφυγες, μονάχα ο χρόνος,<br />
έμεινε εδώ συντροφιά του είναι ο πόνος.</p>
<p>Μες στα σοκάκια του χωριού και την πλατεία,<br />
τότε που σου ‘λεγα την ίδια ιστορία,<br />
για τα πουλιά στις ερημιές.<br />
Αχ να &#8216;τανε πολλές οι πρωτομαγιές!</p>
<p>Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών<br />
μ&#8217; ένα λουλούδι στα μαλλιά και ένα δάκρυ.<br />
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών<br />
μ&#8217; ένα αστέρι λαμπερό στου ουρανού την άκρη.</p>
<p>Και τώρα πού σαι εδώ κοντά στην άκρη των ματιών μου<br />
Να λαμπυρίζεις να σε βλέπω ξαστεριά<br />
όπως θυμάμαι στου χωριού το ποταμάκι<br />
και να σου ψιθυρίζω σ&#8217; αγαπάω αληθινά</p>
<p>Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών<br />
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών</p>
<h5><strong>ΣΤΙΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΓΙΕΣ</strong></h5>
<p>Στις ανθισμένες του πλαγιές, πέρασα καλοκαίρια<br />
στις χωματένιες γειτονιές, τρεχάματα στ&#8217; αστέρια.<br />
Βαδίζω στην Μαγκίλα του, στου Αι Λια τα ύψη<br />
στο πανηγύρι του Αντώνιου, που τόσο μου χει λείψει!</p>
<p>Και δίνω μια στον Ουρανό και δυο στα βήματά μου,<br />
η τρίτη είναι μαχαιριά, που σπάει τα σωθικά μου.<br />
Στρυμονικό μου όμορφο, της νιότης μου πετράδι.<br />
Ας ήσουνα στην ζήση μου, το πιο στερνό μου χάδι.</p>
<h5><strong>ΣΚΟΡΠΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΣΤΟ ΣΤΡΥΜΟΝΙΚΟ</strong></h5>
<p>Αλαφροΐσκιωτη ζωή<br />
κι ο Γιάννης σπάει μία χορδή απ&#8217; την κιθάρα<br />
με το ανέβασμα του φα<br />
διώχνει απ&#8217; τα μάτια του, την γκρίζα αντάρα.</p>
<p>Κι η Γιάννα ρίχνει μια στροφή<br />
σ&#8217; ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, τα βήματά της<br />
σπίθες μέσα από την κραυγή<br />
μία χωμάτινη βροχή τα δάκρυά της.</p>
<p>Κι ο Μήτσος μπαίνει στην γραμμή,<br />
είναι βαριά η προσοχή στην αρβυλιά του,<br />
στον ξεχασμένο μαχαλά,<br />
βρήκε ένα τρόπο να γλιστρά στα όνειρά του.</p>
<p>Ανοίγει η πόρτα και βαρύς,<br />
μπαίνει αγέρας ο μπεκρής με το τσιγάρο.<br />
Φεύγει ψηλά ο στεναγμός,<br />
άντε στον πάτο οι τσικουδιές, και θα κρεπάρω.</p>
<p>Μια ανεπίδεκτη στιγμή,<br />
βγαίνουνε σπίθες μέσα από την λαλιά τους,<br />
στο χρυσαφένιο τους μυαλό<br />
μάτσο ανεμώνες που ανθούν στην αγκαλιά τους.</p>
<p>Φίλοι του κάμπου μου καλοί<br />
στίχοι της γλώσσα μου, ανθοί μες στον μπαξέ μου<br />
ας ζούσαμε έστω μια στιγμή<br />
όλο το χθες σε μιαπνοή.Ο αμανές μου!</p>
<p>Στον Γιάννη, την Γιάννα, τον Δημήτρη,<br />
τον άλλον Δημήτρη, τον μικρό Γιάννη,<br />
και στους λοιπούς μικρούς φίλους του χωριού μου<br />
που τώρα είμαστε άλλος εδώ και άλλος εκεί..</p>
<h5><strong>ΣΤΟΥ ΠΕΓΚΟ ΤΟ ΝΕΡΟ</strong></h5>
<p>Στου Πέγκου τα νερά,<br />
λούζεται η αγάπη μου, μονάχα μια φορά.<br />
Λούζεται με ροδόνερο, λούζεται και με μέλι,<br />
κι αν έχει φεγγαρόφωτο, καθόλου δεν της μέλλει.</p>
<p>Την είδα να χτενίζεται, την είδα να μαζεύει,<br />
τα όμορφα χτενάκια της, κι εμένα να παιδεύει.</p>
<p>Στου Πέγκου το νερό,<br />
είδα την αγάπη μου,<br />
λουλούδι δροσερό.</p>
<p>Της έστειλα άγριο κέρασα, της έστειλα λουλούδια,<br />
μες στη καρδιά μου έγραψα, αμέτρητα τραγούδια.</p>
<p>Στου Πέγκου το νερό,<br />
χάθηκε η αγάπη μου,<br />
χάθηκα κι εγώ.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Αχ της Αυγής τα χρώματα<br />
τα είδε και<br />
και ξεψύχησε.<br />
Και σε βαμμένα χώματα<br />
πήγε και<br />
την ψυχή του οδήγησε.</p>
<p>Γειά σας μαυροντυμένες ώρες<br />
γειά σας ρεματιές<br />
γεια των ωραίων κόρες<br />
πικρές αμυγδαλιές.</p>
<p>Αχ της αυγής τα χρώματα<br />
κυνήγησε<br />
και λύγισε<br />
και σε βαρκούλα ο χάρος<br />
τον λάβωσε<br />
τον σαβάνωσε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ (2015)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ</strong><br />
<strong>ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ</strong><br />
<strong>(ΥΓΙΗ ΠΡΟΙΟΝΤΑ)</strong></h6>
<h5><strong>ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ</strong></h5>
<p>Μεγάλωσε μ΄ ένα πίνακα στο βλέμμα του: ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ.<br />
Πίσω από τις πληροφορίες, οι αλλαγές και οι παραλαβές τσαντών.<br />
Η Υποδοχή.<br />
Στα καταστήματα που σύχναζε, τα είχε μάθει όλα τόσο καλά!<br />
Τις ημέρες και τις ακριβείς ώρες των επιστροφών.<br />
Τους ομιχλώδεις όρους.<br />
Μάλιστα, κάποια στιγμή &#8211; παρελθόντα ανάμνηση<br />
είχε επιστρέψει ένα ολάκερο χρόνο ως ελαττωματικό προϊόν.<br />
Ξήλωσε ένα μήνα, πέταξε στην άκρη της ιστορίας, δυο – τρεις ημέρες,<br />
τίποτα παραπάνω.<br />
Εκείνοι της Υποδοχής με το προσποιητό χαμόγελο, το δέχτηκαν.<br />
Στις πάντα αναγκαίες επιστροφές (εισβολή, κατοχή)<br />
δεν απαιτούσε χρήματα.<br />
Του αρκούσε να αγοράζει άλλα, καινούργια προϊόντα.<br />
Η ίδια δουλειά, μισό αιώνα τώρα. Γιόρταζε!<br />
Η κίβδηλη γειτονιά του έφερε δώρο την αγάπη.<br />
Την δέχτηκε (από συνήθεια) αρνούμενος ευγενικά.</p>
<p>Όπως τότε, που ‘φερνε πρόσφορα<br />
ο διπλανός με το τρύπιο ποτιστήρι<br />
ο μεμέτης που ‘βρεχε τα χωράφια με άσβεστο μίσος<br />
η ασέληνη νύχτα σαν μπόλιαζε την κραγμένη σιωπή στο κορμί του<br />
και η προσφιλή προσφυγιά τον ακολουθούσε στο κάθε βήμα.</p>
<p>Έπρεπε να την επιστρέψει, σκέφτηκε, το δίχως άλλο.<br />
Πήρε ένα μικρό μαχαίρι, την τρύπησε κρυφά. Μάτωσε.<br />
Ποια αγνή αγάπη δεν ματώνει;<br />
Απευθύνθηκε νομότυπα στους υπεύθυνους.</p>
<p>Πεισματικά κλειδώνανε στα κόκκινα βαμμένα χείλη το «όχι».<br />
«Μόνο υγιή προϊόντα» του είπαν.</p>
<p>Πήγε την επομένη, βρήκε κλειστό το κατάστημα.<br />
Την άλλη, είχε μια πίκρα που ενοχλούσε η φωνή, μα πάλι, τα ίδια.<br />
Έκλεισε με τα χέρια το θαμπό πρόσωπό του και είδε εχθρό τον εαυτό του. Μέσα του.</p>
<h5><strong>ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ<br />
</strong></h5>
<p>Δίπλωναν απ’ την ασίγαστη κούραση<br />
τα γόνατά του.<br />
Τα πρωινά για την δουλειά<br />
στην γιομάτη από εργάτες στάση του λεωφορείου<br />
τρία στενά πιο κάτω<br />
άφηνε στις πέντε τα ξημερώματα<br />
από νωρίς, τον κρύο ιδρώτα να κυλήσει στον υπόνομο.<br />
Τώρα ήταν σίγουρος<br />
Η συγκατάβαση στον θάνατο<br />
υποταγή στη ζωή του χρέωνε.<br />
Έξι με δύο – μείον τις υπερωρίες<br />
Κατέβαλε τον φόρο εργασίας που του αναλογούσε<br />
Από τις συχνές υποκλίσεις, καλό μπαστούνι έγινε!</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΟΧΗ ΤΟΥ</strong></h5>
<p>Το φεγγάρι χτύπησε μεσάνυχτα<br />
Γύμνωσε την αλήθεια του και το κουρασμένο σώμα του<br />
Κλειδώθηκε σε κάποιο δωμάτιο του αχανούς βίου του<br />
Τριγύρω τα ευαγγέλια της ποίησης<br />
Σημειώσεις, στίχοι, χαρτιά που πεθάνανε,<br />
Τσαλακωμένες σπίθες μιας φωτιάς σε τζάκι<br />
Κάπου, κάπου τον επισκεπτότανε εκείνη η ανέπνευστη ώρα<br />
Και κείνος έκαμε την προσπάθειά του<br />
Να κλέψει στίχους. Η αλήθεια είναι ότι ήταν μια ανεπιτυχής προσπάθεια.<br />
Δεν έμαθε ποτέ του να κλέβει. Δεν έγινε ποτέ του ληστής.</p>
<p>Έβγαλε και το τελευταίο ρούχο, τη άυλη σάρκα του.<br />
Πλύθηκε απ’ τα λίπη του, λεύκανε τα κόκκαλα του<br />
Πήρε το μελάνι, έβαψε τα χείλη του και βάλθηκε<br />
με το υνί να σκαλίζει τη ζωή του<br />
Το ήξερε καλά<br />
Η σπορά όποια και αν ήταν, ήταν δική του και του θεού<br />
Στην θεία δίκη των ποιητών<br />
Κανείς δεν θα μολογούσε ένοχος.</p>
<h5><strong>ΡΗΜΑΓΜΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα<br />
να δει τις χώρες πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους<br />
-μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-<br />
Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή<br />
κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι<br />
ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.<br />
Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.</p>
<p>Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις<br />
Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο<br />
απ΄ την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.<br />
Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις,<br />
τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη<br />
και ιδού<br />
αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος<br />
με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,<br />
δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε<br />
κι έλεγες περιγελώντας,<br />
ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε<br />
στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.</p>
<h5><strong>ΗΤΑΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ήρθε ο γαμπρός και έκατσε δίπλα του<br />
να μετρηθεί το ύψος και το πλάτος<br />
και προπαντός οι αποστάσεις.</p>
<p>Η κόρη του είχε φτάσει τα είκοσι ένα χρόνια.<br />
Μετρούσε, ξανά μετρούσε τόσα τα έβγαζε<br />
και ο ίδιος είχε πατήσει τα εξήντα.</p>
<p>Αισθάνθηκε στην πλάτη το χτύπημα του χεριού<br />
«μην ανησυχείς θα την προσέχω<br />
κοίτα εσύ να γράψεις κείνο το χωράφι με τις ελιές»</p>
<p>Η μάνα είχε κοιμηθεί κάτω από κείνες τις ελιές.</p>
<p>Έβγαλε το χαρτί από την τσέπη, έβαλε την υπογραφή του<br />
μια τζίφρα δηλαδή και του το δώσε.</p>
<p>Πήρε το χαμόγελο της κόρης, το έκαμε δαχτυλίδι<br />
το φόρεσε στο δάκτυλο του γαμπρού<br />
πήρε την μνήμη την έκαμε κεντητό<br />
και είπε: «ήταν το θέλημά της…»</p>
<p>Κέρασε από μια ελιά στους καλεσμένους,</p>
<p>ύστερα βγήκε από το σπίτι<br />
πήρε τον δρόμο για το χωράφι<br />
ξάπλωσε κάτω από τις ελιές.</p>
<p>Τον πήρε και κείνο ο ύπνος.</p>
<h5><strong>ΑΓΝΟΕΙΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ</strong></h5>
<p>Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο<br />
προς την περιοχή της Δροσιάς *<br />
Το πρωί ευτυχώς ο δρόμος ήταν κενός<br />
μα στην επιστροφή πάντοτε γεμάτος<br />
από αυτοκίνητα και λίγους ανήμπορους ανθρώπους.</p>
<p>Εκείνη πάντα στην στροφή<br />
με ένα βλέμμα καθισμένο στο παγκάκι<br />
με ένα πόδι να κρεμιέται<br />
και μια τσάκιση στην λερωμένη φούστα.</p>
<p>Δεν της μίλησε ποτέ, ποτέ δεν της είπε ένα<br />
στερημένο γεια<br />
μοναχά κουνούσε τον χρόνο<br />
πέρα δώθε<br />
κάπως έτσι όπως ο άνεμος<br />
τα πανιά μιας βαρκούλας.<br />
Πέρα δώθε<br />
μπας και καταλάβει τις σκέψεις της<br />
πίσω από την τσάκιση της λερωμένης φούστας<br />
και του κρεμασμένου ποδιού.</p>
<p>Πέρασαν κάμποσες μέρες<br />
ο ουρανός έστω κι αργά θύμωσε<br />
το χέρι επιμελώς κινήθηκε προς το μάγουλο<br />
δεν ήθελε να δουν ένα δυο δάκρυα<br />
ότι περίσσεψε<br />
από το προσφάγι στο παγκάκι<br />
Αργότερα έμαθα ότι ο άνδρας της<br />
αγνοείτο από τον πόλεμο<br />
και του στέρησαν την ειρήνη.</p>
<p style="padding-left: 440px;">* Δροσιά: Περιοχή της Λάρνακας Κύπρου</p>
<h5><strong>ΜΥΡΙΖΩ</strong></h5>
<p>Ανοίγω το παράθυρο.<br />
Μυρίζω τον αέρα.<br />
Κλείνω μέσα στα μάτια μου<br />
λίγο απ’ άρωμα της Πατρίδας,<br />
που έφτασε ως εδώ χάμω.</p>
<p>Μα πως;<br />
Με ποιο χελιδόνι;<br />
Με πιο γερανό;<br />
Με ποιο πουλί της ξενιτιάς;</p>
<p>Κλείνω το παράθυρο.<br />
Το άρωμα πάνω μου κατοικεί.<br />
Πηλός που χτίζει το όνειρο.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ</strong></h5>
<p>Όταν κοιμάσαι,<br />
βλέπω ένα μικρό σπιτάκι με τριαντάφυλλα<br />
και μια Στρελίτζια στην άκρη του κήπου.</p>
<p>Να ξέρεις εγώ<br />
(ναι εκείνο το εγώ μου)<br />
Δεν μπορώ να μετρώ τ΄ άστρα<br />
και να ψάχνω την Αφροδίτη.<br />
Είμαι ερωτευμένος<br />
γιατί ξεχνώ στο μέτρημα.<br />
Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή<br />
(τελετουργίες της νύχτας)</p>
<p>Να ξέρεις εγώ,<br />
Έχω αρχίσει να ξεχνώ τις λέξεις.<br />
Μιλώ όλο και λιγότερο.<br />
Βυθίζομαι στην κινητή άμμο της σιωπής<br />
και σηκώνω το χέρι για βοήθεια.<br />
Αγκίστρι της αγάπης.<br />
Πως η σιωπή είναι το δόλωμα<br />
και πως, εγώ μετρώ τ΄ άστρα<br />
στους γαλαξίες της.<br />
(τελετουργίες της ποίησης)</p>
<h5><strong>ΑΣ ΦΥΛΛΟΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ</strong></h5>
<p>Ας φυλλομετρήσουμε<br />
τους νεκρούς μας<br />
και σήμερα<br />
ταΐζοντας<br />
τα πρόβατα<br />
με παχιές<br />
ειδήσεις<br />
λίγο πριν<br />
νηστέψουμε<br />
και κοινωνήσουμε<br />
με το αίμα<br />
και το σώμα<br />
του Κυρίου<br />
Ημών και<br />
Υμών.<br />
Στο ένα χέρι<br />
κρατώ τον καφέ<br />
στο άλλο<br />
το μικρό παιδί.<br />
Φύγαμε<br />
για την παραλία.</p>
<p>Το μικρό παιδί<br />
τραγουδούσε:</p>
<p>«Μια και είμαι εγώ παιδί<br />
ξέρω πάντα να γελώ<br />
χαρωπά τα δυο μου<br />
χέρια τα χτυπώ.»</p>
<p>Μέχρι τώρα είχα μετρήσει είκοσι.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ</strong></h5>
<p>Θρυμματισμένο το χαμόγελό σου.<br />
Έρχεται χειμώνας μου είπες στα χείλη σου<br />
και το φιλί σου θα ναι παγωμένο.</p>
<p>Θυμάμαι πως φοβόσουν πάντα τον χιονιά<br />
κι έτρεμες σαν έβλεπες πουλιά καρφιτσωμένα,<br />
στους πάγους της λίμνης μας.<br />
Όπου έπινε σιωπηλά νερό<br />
το λαβωμένο ελάφι της Άρτεμης.</p>
<p>Βέβαια θνητή μου λυπημένη αγάπη,<br />
σου εξήγησα όταν έβρισκα καιρό<br />
και δραπέτευα από στίχους<br />
και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου,<br />
ότι ο χειμώνας περνά πάντα με υπομονή.</p>
<p>Κι ας μ΄ αγαπούσες επιτέλους λιώνοντας τους πάγους,<br />
στα χείλη σου,<br />
με ότι απόμεινε από το κορμί που πύρωσε,<br />
από τον θάνατο του χρόνου.</p>
<h5><strong>ΦΟΒΟΣ</strong></h5>
<p>Λέω πως ζω<br />
κι όταν με ρωτούν πως τα πάω<br />
απαντώ<br />
«σπίτι &#8211; δουλειά<br />
δουλειά-σπίτι»<br />
Κάθε πρωί κατεβάζω τα σκουπίδια<br />
με προσοχή μην σχιστούν οι σακούλες<br />
Προσέχω μην συναντήσω τον γείτονα<br />
αποφεύγω τον σκύλο που μισώ<br />
δεν ανοίγω το γραμματοκιβώτιο<br />
κατοικούν μέσα του Κέρβεροι<br />
κι ένας Προκρούστης<br />
που θέλει δουλειά.<br />
Αν του την δώσω τι θα λέω<br />
όταν με ρωτούν αν ζω;<br />
Ζω σπίτι;</p>
<h5><strong>Η ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Την κάλεσαν ως νέα ποιήτρια να πει την γνώμη της.<br />
Όχι πως την είχαν ανάγκη<br />
αλλά να έπρεπε να καλέσουν και μια νέα ποιήτρια.<br />
Αυτή έγραφε από χρόνια και κάποια στιγμή<br />
εξέδωσε μια συλλογή ποιημάτων.<br />
Οι κριτικοί έφαγαν τις σελίδες οι αναγνώστες αγνόησαν τους κριτικούς.<br />
Έβαλε τα καλά της ρούχα, τίποτα το ιδιαίτερο<br />
και στα μαλλιά της μια κορδέλα δώρο της μαμάς που πέθανε νωρίς.<br />
Θα έδειχνε πιο σοβαρή ψέλλισε.<br />
Πήρε την θέση με το όνομά της.<br />
Δίπλα της καθότανε άνθρωποι του &#8230;πνεύματος.<br />
Που δεν της ρίξανε ούτε μια ματιά.<br />
Έπλεξε τα δάκτυλά της.<br />
Κέντησε ένα προσποιητό χαμόγελο.<br />
Έξυσε λιγάκι το μάγουλό της και έβηξε.<br />
Ζήτησε νερό.<br />
Δεν της φέρανε.<br />
-δεν προβλέψανε νερό για νέες ποιήτριες<br />
Έβηξε και πάλι.<br />
Ο καημός την έπνιγε.<br />
Κανείς δεν έδωσε σημασία.<br />
Κανείς δεν θα μάθει πως έδενε τα μαλλάκια της με στίχους.<br />
Ξέπλεξε τα δάκτυλά της.<br />
Πήρε την κορδέλα από τα χτενισμένα μαλλιά της.<br />
Την φόρεσε στο λαιμό.<br />
Τότε κατάλαβε πως την κοιτούσαν.<br />
Αισθάνθηκε δεκάδες χέρια να τραβούν την κορδέλα,<br />
πιο σφιχτά για να την πνίξουν.</p>
<h5><strong>ΛΑΡΝΑΚΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ</strong></h5>
<p>Λάρνακα, Κυριακή πρωί.<br />
Η πρώτη μέρα της εβδομάδας.<br />
Η τελευταία της ανθρώπινης ξεκούρασης.</p>
<p>Κάτι τελειωμένοι από την ανοησία συνάνθρωποι,<br />
δεν έχουνε προχωρήσει δα και τόσο πολύ<br />
πάνω στης ζωής μας την σοφία,<br />
κείτονται στην αφυδατωμένη παραλία,<br />
πρόσκαιρα νεκροί<br />
(άλλοι νομίζουν ότι περπατούν τρικλίζοντας)<br />
έχοντας εξευτελίσει ότι είναι<br />
στο μάταιο της διασκέδασης<br />
στην πυρά της μέθης.</p>
<p>Και άλλοι, προχωρημένης νιότης<br />
με τα λιγδωμένα έντερα να έχουν πάρει<br />
το δρόμο της καύσης, κάνουνε πιάτσα<br />
μέσα στην οσμές των κατουρημένων θάμνων<br />
στο Ταχυδρομείο της πόλης<br />
(όπου σεμνότυφοι και άλλης λογής ηθικοί πολίτες<br />
ταχυδρομούν τις σκέψεις και τις συναλλαγές της ζωής τους,<br />
μα όχι σήμερα Κυριακή)<br />
πιάνουν το χέρι μια μαυρούδας<br />
για να γευθούν το βρώμικο της ηδονής<br />
όπου η λίρα έχει το λόγο<br />
κι ο λόγος κατοικεί<br />
στην φαυλότητα και την ανοησία μας.<br />
Η ζωή φυσικά και συνεχίζεται.<br />
Ας φύγω τρέχοντας απ’ το θέαμα<br />
των Φοινικούδων αρένα<br />
διότι πλησιάζουν και απειλητικά<br />
οι μαύροι τύποι της τροχονομίας.</p>
<p>Τα έσοδα και φέτος ήταν περιορισμένα<br />
όπως και της ζωής μας τα πλούτη.</p>
<h5><strong>ΕΚΛΟΓΗ ΣΥΝΕΝΟΧΩΝ</strong></h5>
<p>Κάθεσαι στον καναπέ σου<br />
(τον αγόρασες θυμάμαι,<br />
εσύ ούτε που το είχες λογαριάσει,<br />
σε τιμή ευκαιρίας,<br />
πάντα έτσι έλεγες)<br />
και κλαις.<br />
Με μια κίνηση,<br />
να έτσι<br />
κόβοντας τον αέρα,<br />
κλείνεις και την κουρτίνα στον ήλιο.<br />
Σε λίγο πεθαίνεις και με λυγμούς<br />
Φωνάζεις: «Φοβάμαι τη ζωή»<br />
Δεν είναι ζωή ο θάνατος!<br />
Άλλη ώρα θα το συζητήσουμε!<br />
Το χτύπημα στη πόρτα<br />
Σου σκούπισε αστραπιαία το δάκρυ<br />
Μην σε δούνε κλαμένη.<br />
Ντρέπεσαι.<br />
Ντρέπεσαι για τη ψυχή σου<br />
Χρόνια μια φοβισμένη ζωή, κατοικούσε μέσα σου.<br />
Ή όχι;<br />
Τώρα γινήκατε δύο<br />
Και κείνος<br />
είχε φύγει τρέχοντας απ’ τους δρόμους<br />
Κλείστηκε στις μουχλιασμένες κάμαρες<br />
Μες τις ζωντανές κολάσεις<br />
Όπου οι ψυχές καθαγιάζονται<br />
Μονάχα με γραφές.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Β΄ΠΕΡΙΟΔΟΣ</strong><br />
<strong>ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ</strong><br />
<strong>(ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΥΓΙΗ ΠΡΟΙΟΝΤΑ)</strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΑΓΚΗ Ο ΔΡΟΜΟΣ</strong></h5>
<p>Ανάγκη ο δρόμος,<br />
όχι η στενωπός.<br />
Μπροστά το δίλημμα.</p>
<p>Κι οι παράδρομοι;<br />
Δρόμοι μικροί ,<br />
δρόμοι μεγάλοι.</p>
<p>Πίσω ο γκρεμός,<br />
καλά κρατεί,</p>
<p>τους ανθρώπους ομήρους.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΜΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ</strong></h5>
<p>Άνεμος μες στα χλωρά φύλλα<br />
κάνει την σχισμένη σελίδα<br />
Χειμώνα.</p>
<p>Λίγο πριν έρθεις εσύ,<br />
κοιτώ το πάτωμα,<br />
ανθίζει ένα λουλούδι.</p>
<p>Στο μάρμαρο,<br />
ένα πουλί κελαηδάει.<br />
Δεν θα φύγει ποτέ!</p>
<p>Η Θλίψη που κατεβαίνει<br />
μέσα από τα μάτια σου<br />
είμαι εγώ .</p>
<p>Το δάκρυ που κρύβεις<br />
μέσα στη χούφτα σου, είναι σταγόνα ποταμός<br />
που κολυμπά η νύχτα.</p>
<p>Κοίταξα τον ήλιο<br />
οι ακτίνες του με διαγράφουν .<br />
Δεν είναι τύχη</p>
<p>Πόσα πράγματα είσαι εσύ για μένα;<br />
Μετρώ τις ακτίνες,<br />
μια λήθη στεγνώνει στο σύρμα.</p>
<p>Ο άνεμος συνεχίζει<br />
τα χλωρά φύλλα στο κίτρινο.<br />
Το παράθυρο κλείνει</p>
<p>Πίσω από τα μαλλιά σου<br />
η μέρα μεγαλώνει.<br />
Για να έχουν χρόνο στην μυρωδιά του ανέμου.</p>
<p>Το απομεσήμερο σβήνει<br />
λίγο πριν πετάξεις<br />
ψίχουλα στα σπουργίτια</p>
<p>Ήρθες;<br />
Γι αυτό χτυπούνε<br />
οι καμπάνες του ανέμου.</p>
<p>Φθινόπωρο.<br />
Οι βροχές του ανοίγουν σχισμάδες στον δρόμο μας.<br />
Μην αφήσεις ποτέ το χέρι μου.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ</strong></h5>
<p>Θα πεθάνω.<br />
Έλα και μην αργοπορείς<br />
παίξε στον ουρανό μαζί μου.</p>
<p>Νύχτα, βροχή,<br />
μέρα και χιόνι.<br />
Όλα μοναξιά.</p>
<p>Ξάφνου ένα χέρι,<br />
στραγγίζει το σκοτάδι.<br />
Δάκρυ στο μάγουλο.</p>
<h5><strong>ΥΠΟΓΡΑΦΗ</strong></h5>
<p>Κοιμισμένη πόλη.<br />
Μια άπνοια μας σκεπάζει.<br />
Η υγρασία στο κόκκαλο .</p>
<p>Βήματα στον ορίζοντα.<br />
Καράβια μάχονται να περπατήσουν,<br />
Στο βλέμμα μας.</p>
<p>Φοίνικες που σηκώνονται ,<br />
στα ξαφνικά χωρίς λόγο.<br />
Μια ματαιοδοξία χλιδή απλώνεται.</p>
<p>Και το πουλί στο κάγκελο.<br />
Καρφώθηκαν τα πόδια του,<br />
έγινε γιορντάνι .</p>
<p>Κι είμαι στη πόλη,<br />
γράμμα που χάνεται<br />
και μια υπογραφή.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h5>
<p>Της Κύπρου</p>
<p>Ανάσταση μνήμης.<br />
Η σπίθα πόσο περίεργο,<br />
σβήνει από την λήθη.</p>
<p>Μάνα, άμε στο πηγάδι.<br />
Η Ιστορία ξεβράζει,<br />
νερό, αλάτι, κόκκαλα.</p>
<p>Πατέρα, σήμερα<br />
ξεχορτάριασα το μνήμα.<br />
Τσιγκέλωσαν στα χέρια μου οι σημαίες.</p>
<p>Αδελφέ, τουφέκι η γλώσσα<br />
στον ώμο σου φώλιασε.<br />
Η Ειρήνη σπαρταράει.</p>
<p>Μουγκή Πατρίδα,<br />
σκίζω τα βουνά, σαν τα στήθη μου.<br />
Ν΄ ακουστεί η φωνή μου.</p>
<h5><strong>ΨΑΧΝΩ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ</strong></h5>
<p>Ψάχνω τα γράμματα της ποίησης.<br />
Μέσα στις λέξεις που πετούνε<br />
από την φλόγα της καρδιάς μου.<br />
Δεν είναι μόνο όσα ξέρουμε.<br />
Είναι και κείνα που δεν έχουμε μάθει.<br />
Στη αρχή η αγάπη.<br />
Στην άκρη ο θάνατος.<br />
Απουσιάζει το μίσος.</p>
<h5><strong>ΤΡΙΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>1.</p>
<p>Κάποτε θυμάμαι<br />
υποφέραμε από ανομβρία<br />
γιατρικό δεν υπήρχε<br />
στάλα, στάλα μαζεύαμε<br />
το δάκρυ μας σε μεγάλα ντεπόζιτα<br />
Τώρα που βρέχει<br />
δουλειά δεν έχουμε<br />
τρυπάμε τα ντεπόζιτα.</p>
<p>2.</p>
<p>Κάποτε θυμάμαι<br />
οι γονείς μας δικάστηκαν<br />
ερήμην<br />
γίνανε αριθμοί.<br />
Το παιδί<br />
έβαλε στόχο<br />
να γίνει μαθηματικός.<br />
Δεν το πέτυχε.<br />
Μπλέχτηκε στις πράξεις.</p>
<p>3.</p>
<p>Κάποτε θυμάμαι<br />
κέρδισε η ελπίδα<br />
στις κάλπες.<br />
Η ελπίδα εκείνη<br />
δεν ήταν παρά<br />
μέλανας ζωμός<br />
συνοδεία λωτού.<br />
Η Κίρκη έβγαινε στο τέλος.</p>
<h5><strong>ΣΠΟΝΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Σοφή η στερνή γλώσσα.<br />
Πάλευε με το χρόνο και<br />
μύρωνε την εκλεκτική αλαλία του.<br />
Επέλεξε μια σιγανή φωτιά<br />
να ρίξει στο ποτάμι.</p>
<p>Ύστερα, μια περίεργη χορδή του ανέμου<br />
κόπηκε. Το αίμα απ’’ το δοξάρι<br />
κύλησε στους ώμους της μέρας .<br />
Φόρεσε σκουφί τη σιγαλιά<br />
και βγήκε αγκαζέ με τους απάνεμους.</p>
<p>Κατεβαίνοντας ο πνιγηρός κόμπος<br />
στο κουρασμένο σώμα του<br />
ύφαινε τους ήχους της λησμονιάς.<br />
Πέρασαν κιόλας δώδεκα φεγγάρια.<br />
Το μνήμα έγινε κίτρινος Σεπτέμβρης!</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΛΕΝΗ ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%ce%b5%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%ce%b5%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 14 Dec 2023 18:37:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΕΝΗ ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20356</guid>

					<description><![CDATA[H Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου, γεννήθηκε στην Ξάνθη, όπου και διαμένει μόνιμα. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1974 με ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό Ταχυδρόμος. Έγραψε ποίηση, θέατρο, δοκίμιο. Κυρίως όμως ποίηση. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, καθώς και τη θεατρική απόδοση του ομώνυμου διηγήματος του Γ. Μ. Βιζυηνού &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;, Ηλιοτρόπιο 1996 (α’βραβείο Α. Ιπεκτσί, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%ce%b5%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΛΕΝΗ ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>H Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου, γεννήθηκε στην Ξάνθη, όπου και διαμένει μόνιμα. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1974 με ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό Ταχυδρόμος.<br />
Έγραψε ποίηση, θέατρο, δοκίμιο. Κυρίως όμως ποίηση. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, καθώς και τη θεατρική απόδοση του ομώνυμου διηγήματος του Γ. Μ. Βιζυηνού &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;, Ηλιοτρόπιο 1996 (α’βραβείο Α. Ιπεκτσί, 1999). Ανθολόγησε και επιμελήθηκε την &#8220;Ανθολογία ανέκδοτης ποίησης, Σύγχρονοι Θράκες ποιητές&#8221;, Σπανίδης 2007. Η συλλογή Του καιρού και της ήττας  ήταν στη βραχεία λίστα για το βραβείο Αθάνα το 2000.<br />
Ποιήματα και κριτικές της έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες και σε έντυπα ή ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Τελευταίο βιβλίο της η συλλογή διηγημάτων &#8220;Γκέρα&#8221;, 2020.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Δωριείς και ξυλοκόποι (Γαβριηλίδης, 2014<br />
Σκιά είναι (Αρμός 2009)<br />
Πόλη μου, σαν το ρόδο (Σπανίδης, 2001)<br />
Του καιρού και της ήττας Ποιήματα 1989-99 Σπανίδης 1999)<br />
Εγώ και ο Φαίδρος  (Ξάνθη 1990)<br />
Εγένετο  (Ξάνθη 1987)</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Γκέρα (Σαιξπηρικόν, 2020)</p>
<p><strong>Συμμετοχή σε συλλογικά έργα και Ανθολογίες</strong></p>
<p>&#8220;Ανθολογία των 100&#8221;, Δαυλός, Αθήνα 1985,<br />
&#8220;45&#8221; ποιητές, Ομπρέλα, Αθήνα 1990, &#8220;Ανθολογία Νεοελληνικής ποίησης&#8221; τ.β’, Πολιτιστική συνεργασία, Αθήνα 2004,<br />
&#8220;Ανθολογία Σύγχρονοι Θράκες ποιητές&#8221;, Σπανίδης, Ξάνθη 2007,<br />
&#8220;Μη βία&#8221;, Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2009,<br />
&#8220;Τα ποιήματα του 2009&#8221;,<br />
Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2010,<br />
&#8220;Τα ποιήματα του 2014&#8221;,<br />
Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2016,<br />
&#8220;Σταγόνα επανεκκίνησης&#8221;, Frog, Θεσσαλονίκη 2015,<br />
&#8220;Το Θέατρο στην ποίηση&#8221;, Momentum, Αθήνα 2017,<br />
&#8220;Για τον Αντώνη Φωστιέρη, κριτικά κείμενα&#8221;, Αιγαίον, Λευκωσία 2017.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20462 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΓΚΕΡΑ-1-208x300.jpg" alt="" width="251" height="362" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΓΚΕΡΑ-1-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΓΚΕΡΑ-1.jpg 400w" sizes="(max-width: 251px) 100vw, 251px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20449 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/117-300x188.jpg" alt="" width="501" height="314" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/117-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/117.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20450 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/219-300x188.jpg" alt="" width="501" height="314" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/219-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/219.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: center;">
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20460 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Μοσκώβ-Σελήμ.jpg" alt="" width="261" height="288" /><br />
<img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20461 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Μοσκώβ-Σελήμ.jpg2_.jpg" alt="" width="268" height="387" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΩΡΙΕΙΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ (2014)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 160px;"><em><strong>Ι</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 160px;"><em><strong>Σε σένα, λοιπόν, μνήμη</strong></em><br />
<em><strong>βαθύτερη.</strong></em></h6>
<h5><strong>ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ</strong></h5>
<p>Τέλος σημαίνει<br />
πως κάποτε υπήρξε ένας κόσμος.<br />
Τέλος πως δεν υπάρχει κόσμος.<br />
Τέλος είναι η βία.<br />
Είναι οι άνθρωποι που αρπάζουν απ&#8217; τις πλάτες<br />
άλλους ανθρώπους.<br />
Λύνουν τα χέρια τους<br />
για να τραντάξουν τη γη.</p>
<p>Το είδαμε όταν<br />
τα μάτια τους κύλησαν στο χώμα<br />
μαζί με τα λεμόνια που κρατούσαν<br />
κι έγιναν πέτρες ξαφνικά.</p>
<p>Και είδαμε πως, από τότε, μικροί πλανήτες<br />
γύρω τους γυρίζουν<br />
κι εκείνοι μένουν στο κενό.<br />
Τα πόδια τους κρυμμένα είναι στην αφάνεια.<br />
Το σώμα τους κανείς δεν το βλέπει.<br />
Ακίνητο είναι.</p>
<p>Μόνο που και που μια λεπτή κλωστή<br />
στο σκοτάδι φωσφορίζει,<br />
όταν ο άνεμος κινεί τα δάχτυλά τους<br />
για να θυμίζει πως κάποτε<br />
υπήρξε αυτός ο κόσμος.</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΘΛΑΣΗ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Ι</strong></h6>
<p>Επειδή τα όνειρα<br />
ραγισμένες πραγματικότητες είναι,<br />
τρόμοι κατοικίδιοι<br />
και καπνισμένα φαντάσματα,<br />
μην τα ξορκίζεις, άσ&#8217; τα να &#8216;ρθουν<br />
στους καθρέφτες σου με σήματα μορς<br />
και νυχτικά αιθέρια &#8211; επιμένω &#8211;</p>
<p>Αυτό το σκοτάδι<br />
μια φιλαρέσκεια ψάχνει.<br />
Σ&#8217; έναν καθρέφτη &#8211; μια παράθλαση &#8211;</p>
<p>Και επειδή κάθε θάνατος<br />
αναιρεί τη αιτία του,<br />
ψάχνει ένα παραμύθι,</p>
<p>άσε την ξεδοντιασμένη μάγισσα να πετά,<br />
τον μικρό Πίτερ Παν να ταξιδεύει<br />
σε σκορπισμένους καιρούς.<br />
Οι θερισμοί επιμένουν, τα σπίτια ερημώνουν,<br />
ο Ντίλαν Τόμας έγραψε από καιρό<br />
«το χέρι που υπέγραψε»,</p>
<p>αλλά εσύ μη συνθηκολογείς ποτέ<br />
μ&#8217; αυτά τα πετρώματα.<br />
Είναι ο χρόνος Μύθος μεγάλος κι ανατρέπει.<br />
Ποιος ξέρει από στοιχειωμένα κάστρα<br />
κι από υπνωτισμένα γίγαντα<br />
τι παραμόρφωση θα βγει;</p>
<p>Κι η πλάνη<br />
ένα λουλούδι μες στο παραμύθι είναι<br />
που το φυλάξαμε<br />
για να &#8216;μαστε μαζί</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΙ</strong></h6>
<p>Αυτό είναι το όνειρο:<br />
μια παράθλαση φόβου.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΙΙ</strong></h6>
<p>Κι ο φόβος σου σκορπισμένος<br />
σε παραθλάσεις.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>IV</strong></h6>
<p>Αλλά τι θέλει ο φόβος που κατοικεί<br />
σαν σκύλος στο σπίτι σου;</p>
<h5><strong>ΗΧΟΣ ΠΑΡΑΤΟΝΟΣ, ΣΥΝΕΧΗΣ</strong></h5>
<p>Μέρα ξημέρωσε και σέρνεται<br />
με ξύλινα πόδια.<br />
Ήχος κουτσός και απαθής.<br />
Αναίτια πάλη.</p>
<p>Φοράει<br />
το διάφανο φόρεμα<br />
στο σώμα της που σπάζει.</p>
<p>Ξερό κλαδί.<br />
Σύμπαν απότιστο.</p>
<p>Σκυλί που διψάει θυμό<br />
και πίνει απόβλητα.</p>
<h5><strong>ΔΩΡΙΕΙΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ</strong></h5>
<p>Το δάσος που περνάμε είναι σιωπηλό.<br />
Αλλόκοτη είναι αυτή η διαδρομή.<br />
Κανείς δε μιλάει.<br />
Τα χέρια μας, αν και ελεύθερα,<br />
κρεμασμένα είναι<br />
σε κορμούς γυμνούς.</p>
<p>Περνάμε ανάμεσα από Αχαιούς νεκρούς<br />
που έχασαν τη γλώσσα δίχως μάχη.<br />
Βουλιάζει δίπλα τους ένα ποτάμι<br />
από λασπόνερα και σαπισμένα προσωπεία.</p>
<p>Αυτό περίμεναν.<br />
Τον σκοτεινό Αχέροντα οι Δωριείς.<br />
Αυτό το κέρμα υποταγής για να νικήσουν.<br />
Και κανένας Μέννιπος πια ν&#8217; αντισταθεί.</p>
<p>Τι Τυρταίος, τι Αρχίλοχος,<br />
δεν είμαστε για Ελεγείες και Θούρια.<br />
Μετά από κάθε παρακμή,<br />
έρχονται οι ξυλοκόποι.<br />
Άξεστα αρπάζουν, άξεστα μιλούν.<br />
Τα δέντρα γίνονται κάρβουνο<br />
και παύει το μυστήριο για κάθε ψυχή.</p>
<p>Δεν ξέρω αν χρειάζεται τώρα μια Αντιγόνη<br />
που να συγχωρεί έναν προδότη αδελφό<br />
ή μια Μαρία Νεφέλη να επαναστατεί.<br />
Δεν ξέρω καν αν μες σε τούτο το κενό<br />
μπορείς με λέξεις να ελπίζεις.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ</strong></h5>
<p>Μέσα στο γυμνό δάσος,<br />
ένας κορυδαλλός<br />
από άλλο γυμνό δάσος<br />
ψάχνει μέσα στα σάπια φύλλα<br />
ένα σκουλήκι.</p>
<p>Έχασε το λοφίο του,<br />
το αιχμηρό κελάιδισμα,<br />
το πνεύμα το πετούμενο,<br />
τα κύμβαλα, τα τύμπανα<br />
τα Ιακχέ, τα Βακχεέ,<br />
το εκστατικό τραγούδι του<br />
και σκάβει τώρα με το ράμφος του<br />
το χώμα.</p>
<p>Ούτε σπυρί σιτάρι ούτε έντομο.<br />
Έστω μια πεταλούδα μικροσκοπική, παιδιά.</p>
<p>Αν ήξερε πως θα μετανάστευε<br />
για ένα γυμνό σκουλήκι,<br />
πως θ&#8217; άλλαζε συνήθειες και τροφές,<br />
πως θ&#8217; αδρανούσαν τα φτερά του<br />
σε κόσμο άδεντρο,</p>
<p>θα προτιμούσε να μην είχε γεννηθεί<br />
κορυδαλλός.</p>
<h5><strong>ΩΔΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ</strong></h5>
<p>Ανάπηροι στην κεντρική πλατεία<br />
πάνω σε καροτσάκια ηλεκτρικά.<br />
Ένα φλιτζάνι κούφια ελευθερία<br />
αχνίζει στον αέρα ειρωνικά.</p>
<p>Περνούν οι μέρες σαν τις νύχτες.<br />
Κλειστά βαγόνια αφήνουν μιαν οσμή.<br />
Πάνω στα τραπεζάκια δόντια από Χειμώνες<br />
μασούν σαν τα μαχαίρια την ορμή.</p>
<p>Έφηβοι γέροι αφηγούνται ιστορίες<br />
πως κάθε τόσο βουλιάζουν οι καιροί<br />
και πάντα στις δικές τους αρτηρίες<br />
ψάχνουν για πρόλογο να κάνουν μιαν αρχή.</p>
<p>Άδικος μύθος τη ζωή τους τη ρημάζει.<br />
Σαθρά τα λόγια που ακούν από παιδιά.<br />
Δεν είν&#8217; εδώ η χώρα που καλπάζει<br />
ούτε τα όνειρα που πάνε μακριά.</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ-ΤΡΥΠΑ</strong></h5>
<p>Κράτησα την ποίηση<br />
για να μη μακρηγορώ.<br />
Ίσως για να ’μαι απαρέμφατο του<br />
λακωνίζειν.<br />
Αφού τι να πεις<br />
απ’ ένα ουρλιαχτό<br />
που δεν κοιμάται;<br />
Αφού παράλογος κόσμος αγκαλιάζει,<br />
κάτω απ’ τα σεντόνια του ολόγυμνη τρέλα,<br />
καπνίζει παραίσθηση και χάνεται;<br />
Τίποτα<br />
από τις λέξεις που έψαξα.<br />
Ούτε μία μπόρεσε να πει<br />
αυτό που ήθελα.<br />
Κι όσο περνούν τα χρόνια,<br />
τίποτα δε μ’ αρέσει, αφού<br />
και το πιο ελάχιστο φωνήεν<br />
κόβεται σε χίλια κομμάτια.<br />
Διασπάται κενό.<br />
Δεν ανατρέπει<br />
βαμπίρ.</p>
<p>Το στόμα του χάους<br />
ποτέ δε γίνεται<br />
να συναρμολογηθεί.</p>
<p>Κάτι<br />
μονάχα κάτι<br />
ανώνυμο σαν χορδή<br />
πάλλεται.<br />
Θυμίζει μιαν αλήθεια<br />
που ξέχασε χα λόγια της<br />
και ψάχνει<br />
το ατελές παράλληλο ελάχιστο<br />
σε ένα ποίημα<br />
τρύπα.</p>
<h6 style="padding-left: 160px;"><em><strong>ΙΙ</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 160px;"><em><strong>Οι σκιές αλλάζουν θέση</strong></em><br />
<em><strong>Ανάλογα με τις αλήθειες</strong></em></h6>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΑΛΗΘΕΙΑ</strong></h5>
<p>Χωρίς εσένα, δε θα άντεχα να γράφω,<br />
είπε η πλάνη.<br />
Μ&#8217; αρέσει που κάθεσαι απέναντι μου<br />
πίνεις παραισθησιογόνο χάπι<br />
και μου αλλάζεις μορφές.</p>
<p>Άλλοτε ήμουν αλήθεια, ξέρεις,<br />
αλλά δεν έγραφα.<br />
Τώρα που με πιστεύεις<br />
και δεν μπερδεύεσαι<br />
πως εκείνη, είμαι εγώ,<br />
μπορώ να σου λέω<br />
πολυώνυμες λέξεις<br />
και να μεθάς.</p>
<p>Να γράφω<br />
για να μ&#8217; αγαπάς<br />
χωρίς αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΔΟ</strong></h5>
<p>Σήμερα μάζεψε τις μνήμες<br />
σε μια σακούλα πλαστική.<br />
Ρούχα που φόρεσαν χαρούμενες στιγμές<br />
κι έφεγγαν πότε πότε στο συρτάρι.<br />
Αλλά τα μάζεψε,<br />
τι ωφελεί;<br />
Μήπως θα ξαναφορεθούν<br />
χωρίς να τον πονέσουν;</p>
<p>Έτσι, μπροστά στον κάδο απορριμμάτων<br />
είναι δεμένα σε μια σακούλα μαύρη<br />
πλαστική.<br />
Τίποτα δεν εκπέμπουν δίχως φως<br />
τα χρώματα εκεί.<br />
Άχρηστα, στάσιμα, αφού<br />
ποτέ δεν θα εξελιχθούν<br />
(και πώς να εξελιχθούν στιγμές που πέρασαν;)<br />
δέχονται μόνο επιδιορθώσεις τα παλιά.<br />
Αλλά και πάλι,</p>
<p>φαντάσματα του βίου στο μυαλό.<br />
Τεχνάσματα του χρόνου για να υπάρχουν.</p>
<h5><strong>Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΙΑ</strong></h5>
<p>Το «πάντα» είναι μουσική.<br />
Ήχος που τον κλειδώνεις σε βαθύ συρτάρι<br />
και χτυπάει με ρυθμό και πείσμα<br />
ώσπου να ακουστεί.</p>
<p>Κάτι παλιό που τρίβει με τις νότες του<br />
τ&#8217; αγάλματα<br />
κι αρχίζουν να χορεύουνε στη σκόνη.<br />
Ν&#8217; αγγίζουν πάλι αυτό που κάποτε υπήρχε<br />
και τα μάτια τους να γίνονται μνήμες.<br />
Στρογγυλά μήλα και σπόροι<br />
που ζουν ανυποψίαστοι<br />
μες στο αμείλικτο παντού.</p>
<p>Σαν μυρωδιά από λεμόνι<br />
και λεβάντα.</p>
<p><strong>ΤΟ ΧΑΔΙ</strong></p>
<p>Απελπισμένοι στίχοι -μύθοι-<br />
εκτοπισμένοι<br />
σε γραμμές -ράγες-<br />
ψάχνοντας το τραγούδι βρήκαν άβυσσο.</p>
<p>Τα τρένα φέρνουν τον μέσα κόσμο,<br />
σπλάχνα της Περσεφόνης,<br />
επάνω τους.<br />
Τόσα βαγόνια χέρια<br />
και κανένα<br />
—κρέμονται χειμώνες στα παράθυρα—<br />
κανένα<br />
χρόνια<br />
δε χάιδεψε μια λέξη.<br />
Ένα φωνήεν τέλος πάντων<br />
ν&#8217; αποτραπεί το τίποτα.<br />
Να υπογραφεί συνθήκη με την απουσία.<br />
Τόσα βαγόνια χέρια<br />
και κανένα σ&#8217; αγαπώ<br />
κανένα,<br />
χρόνια.</p>
<p>Απελπισμένοι στίχοι ορθώνουν<br />
το λαιμό.<br />
Τρίβονται σαν γάτες<br />
στα πόδια σου.</p>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong><em>ΙΙΙ</em></strong></h6>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong><em>Κάθε φορά που στερεύει το ποτάμι,</em></strong><br />
<strong><em>η μνήμη προβάλλει τους όγκους της</em></strong><br />
<strong><em>σαν φωτισμένη πέτρα.</em></strong></h6>
<h5><strong>ΧΡΟΝΟΣ ΜΕ ΡΟΠΤΡΟ</strong></h5>
<p>Το σήμερα.<br />
Το σχεδόν σήμερα.<br />
Το αύριο.<br />
Το βαθύ αύριο,<br />
το βαθύτερο χθες.<br />
Το χθες,<br />
ένας χτύπος υπόκωφος στην πόρτα.<br />
Η πόρτα.</p>
<p>Η πόρτα με το ρόπτρο<br />
χαλασμένο.</p>
<h5><strong>ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ</strong></h5>
<p>Όσο κι αν είναι γλαφυρά τα μάρμαρα μες στο μουσείο<br />
κι αν οι μορφές παρέμειναν μ’ εκφράσεις γνήσιες<br />
—έστω θεατρικά ωραίες—<br />
από κινήσεις μυστικές και παραστάσεις άρτιες,<br />
μέσα τους λιώνει ο χρόνος τη φωνή τους<br />
κι αρπάζει την ηχώ τους ο θάνατος.</p>
<p>Λήθη<br />
από σαρκοφάγο μνήμη αγγίζω εδώ.<br />
Αγάλματα,<br />
άλλοθι των υπάρξεων.</p>
<p>Πάνω στους κρύους όγκους των μαρμάρων<br />
πολύπλοκο, ακίνητο τίποτα.<br />
Μαυρισμένα προσωπεία και αισθήσεις.<br />
Μάσκες που πέτρωσαν κι έμειναν στη σκηνή,</p>
<p>αφού το παγωμένο χθες<br />
καπνίζει πάντα<br />
σκοτεινό χρόνο.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Ιεράπολις (Μουσείο Νεκρόπολης) Ιούνιος 2011</p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΥΝ</strong></h5>
<p>Όταν οι άγγελοι δραπετεύουν απ΄ τον Παράδεισο<br />
μοιράζουν τσίπουρο, μαριχουάνα και χασίς.<br />
Κρασί από λευκό σταφύλι,<br />
πέντε μεγάλα βαρέλια λησμονιάς,<br />
επτά ασκιά απόσταγμα καρδιάς,<br />
τρεις μεθυσμένους ουρανούς<br />
και ένα σύννεφο.</p>
<p>Εκεί να χορέψεις.<br />
Όταν η Βιθυνία σου χαμογελά.<br />
Πράσινη φουντουκιά του Πόντου.<br />
Υψώνοντας τα χέρια σαν κλαδιά,<br />
αγγίζοντας φεγγάρια,<br />
φανάρια που γεμίζουν μνήμες<br />
κι ανάβουν στο σκοτάδι ένα φιτίλι.</p>
<p>Εκεί να χορέψεις ζαλισμένος.<br />
Αρχαίος στη γεύση ουρανίσκος<br />
κι εκείνοι θα χτυπήσουν ρυθμικά τις παλάμες τους,<br />
θα ρίξουν τα λευκά φορέματα τους στη γη<br />
και δε θα ξαναφύγουν πια,<br />
γιατί βρήκαν άλλον Παράδεισο.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Νικομήδεια, Σεπτέμβριος, 2012</p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ</strong></h5>
<p>Μέσα στο σπίτι η εγκατάλειψη γέρνει.<br />
Ρίχνει τα χέρια της, δυο πέτρες,<br />
κρότους του Πριν, στο πάτωμα.<br />
-Τι ωραία που ακούγεται η θλίψη—<br />
Στον σκοτεινό καθρέφτη της παρατηρεί<br />
μεταμορφώσεις.<br />
Διαβρώσεις στο σώμα και στον καναπέ.<br />
—Ήσυχα που σε ρίχνει ο χρόνος—</p>
<p>Το τώρα σάπιο δόντι που τρίβεται<br />
στο άδειο στόμα.<br />
Κι υστέρα η σκόνη να χαϊδεύει<br />
πρόσωπα της ομίχλης<br />
κουρασμένα<br />
φθαρμένα υπερωκεάνια<br />
στην πολυθρόνα.<br />
Στο σκισμένο ύφασμα που ονειρεύεται<br />
γυρισμούς<br />
αλλά βουλιάζει<br />
στα υγρά πατώματα αργά<br />
και τα γυμνά παράθυρα φέρνουν απ&#8217; έξω<br />
κάτι που αλλάζει.</p>
<p>(Δυο τρία αθέατα φτερά από Παναγιά στους τοίχους της<br />
έχει αυτή η Ιστορία.)<br />
Μικρή, παλιά πατρίδα<br />
κι ένα καρφί σαν κάστανο<br />
που χάνεται νύχτα και κυλά<br />
στην ξένη μαύρη θάλασσα του Πόντου.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Πόντος, Σεπτέμβριος 2012</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ (2009)</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>«Άνδρας χρυσάφι “έπιασε”, παράτησε το δίχτυ»</strong><br />
<strong>Πλάτων Ε2.10.1</strong></p>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>Ρίξε στα Μαυσωλεία τους </strong><br />
<strong>Λίγα χαρτονομίσματα</strong><br />
<strong>Κι όλοι θ&#8217; αναστηθούν</strong></p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΝ</strong></h5>
<p>Ευρυδίκη,<br />
καιρός ν&#8217; ανέβεις.<br />
Καιρός να πάρεις θέση μόνη σου τώρα στη γη<br />
όπως τότε που βάδιζες ανυποψίαστη<br />
στην περιοχή του Παραδείσου.</p>
<p>Έλα ξυπόλυτη,<br />
χωρίς να σκέφτεσαι τ&#8217; αγκάθια<br />
της συμφέρουσας λέξης.<br />
Γέμισε αλυχτίσματα ο κόσμος και<br />
θέλει το χάδι σου το χώμα.<br />
Τη λέξη τη μοναχική.<br />
Εσένα που τη λάσπη όργωνες<br />
ένα χειμώνα.</p>
<p>Πες κάτι κι εσύ στις Εξουσίες,<br />
πως το φως δεν ιδρύεται<br />
με το χέρι στην τσέπη.</p>
<p>(Έχει πάρει τα επάνω της η αθλιότης<br />
και διακονεί<br />
παραπλανήσεις βαρύθυμες.)</p>
<p>«Άλλες μνήμες ευγενέστερων καιρών»*<br />
έχουν συγχωνευθεί στην ταύτιση ετούτη, Ευρυδίκη.</p>
<p>Φώναξε: ουαφιλί, ουαιλιλί, στον Γαβριήλ,</p>
<p>γιατί πάει καιρός</p>
<p>που ο Ορφέας σου έγινε στάχτη.<br />
Όσο κι αν καρτερείς,<br />
αυτός δεν κατεβαίνει πια στον Άδη<br />
χωρίς λεφτά&#8230;</p>
<p>* Ώστε λες δίκαιο θα &#8216;χε ο Υπερίων που μιλούσε «γι&#8217; άλλες μνήμες<br />
ευγενέστερων καιρών», Οδ. Ελύτη, «Θεοκτίστη».</p>
<p><strong>ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ</strong></p>
<p>«Κάθε ύπνος έχει τη δύναμη να σε απολύει<br />
επάνω στη χλιδή»<br />
Γιάννης Βαρβέρης, «Πεταμένα λεφτά»</p>
<p>Σκιά, είναι.<br />
Σκιά χαρτιού που τρίζει<br />
σ&#8217; άνεμο σκοτεινό.</p>
<p>Έρχεται με κινήσεις χορού,<br />
κινεί τα πέπλα της Σαλώμης,<br />
στήνει τα μάτια της σαγήνης<br />
στα δικά σου,<br />
στρόγγυλα γρόσια, βλοσυρά.</p>
<p>Σκιά που «ενθάδε κείται», στο κορμί σου,<br />
όταν ο κυνηγός του πρωινού<br />
κοιμάται<br />
σφυρίζοντας μπαλάντες,<br />
πάνω σε γλιστερό<br />
κιτρινωπό χρυσάφι&#8230;</p>
<h5><strong>ΜΕΤΕΩΡΟ</strong></h5>
<p>Όπως ανεβαίνεις σκάλα παλιά<br />
κι η παρακμή τρίζει,<br />
σανίδι ετοιμόρροπο,<br />
τα φώτα σβήνουν ξαφνικά.</p>
<p>Βάζεις τα χέρια στο πλάι,<br />
πάνω στις ουσίες των πραγμάτων,<br />
στα κάγκελα που &#8216;χουν σκουριάσει.</p>
<p>Σε λίγο η σκάλα υποχωρεί<br />
κι εσύ, μένεις κρεμασμένος<br />
με το σκοτάδι να σε σημαδεύει<br />
και τα κάγκελα να κορνιζάρουν<br />
το κενό και το σώμα σου.</p>
<p>Μια πέτρα σκληρή είναι η μνήμη,<br />
μετέωρη, και πέφτει<br />
κοιτώντας τα χέρια σου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΙΟ ΟΥΣΙΩΔΕΣ</strong></h5>
<p>Το πιο ουσιώδες νόημα<br />
το κατανόησε το χρήμα.<br />
Δεν λέει ψέματα ποτέ στην απληστία,</p>
<p>την πιο κρυφή, του ανθρώπου,<br />
ατραπό.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΤΑ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΥΝ</strong></h5>
<p>Δυο φίλοι,<br />
απ&#8217; το μπαλκόνι έπεσαν<br />
κι αυτοκτονούμε, είπαν, με κραυγές,<br />
αφού τα φωνήεντα μας<br />
τατουάζ σε δέρμα Φαρισαίων γίνονται.<br />
Μες σε γραμμές και διακοσμητικά<br />
αυτοκτονούμε,<br />
γιατί οι εφιάλτες μας<br />
απέκτησαν αισθητική<br />
και ξεγελούν με ψέματα<br />
ωραία&#8230;</p>
<p>Πάντα δυο λέξεις<br />
δραπετεύουν απ&#8217; το ποίημα.<br />
Κρατούν αποστάσεις<br />
μήπως και πούνε ψέματα<br />
για όλα τα ανακοινωθέντα μυστικά.</p>
<p>Υπερασπίζονται την αλήθεια&#8230; ίσως.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΥΜΠΑΝΟ</strong></h5>
<p>Στην οδό των «Μαύρων καταχτήσεων»,<br />
στο δρόμο, που δεν έχει αλφάβητο<br />
ούτε στήθος γυμνό,<br />
ένα κλαδί ελιάς, πεταμένο.</p>
<p>Έβρεξε πέτρες,<br />
το χτύπησαν.<br />
Έβρεξε μπότες,<br />
το πάτησαν.<br />
Έβρεξε κεραυνούς,<br />
το έκαψαν.</p>
<p>Έμεινε το κουκούτσι.</p>
<p>Πέρασε ο Οδοιπόρος,<br />
το κοίταξε.<br />
Πέρασε ο Πλαστουργός,<br />
το έφτυσε.<br />
Πέρασε η Ανθρωπότητα<br />
κι ένα μικρό χτύπησε τύμπανο,</p>
<p>γιατί δεν υπήρχε τίποτα<br />
πια να ειπωθεί<br />
για ποτιστήρι από τσίγκο<br />
και δροσιά&#8230;</p>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>«Και του σοφού η τέχνη δεμένη είναι στο κέρδος»</strong><br />
<strong>Πίνδαρος Πυθ.β.ΙΙΙ54</strong></p>
<h5><strong>ΕΔΕΣΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ</strong></h5>
<p>Έδεσε κόκκινη κορδέλα στο λαιμό.<br />
Να &#8216;ναι σιδερωμένη, είπε.<br />
Αυτή φαίνεται.<br />
Κρέμασε φιόγκους,<br />
κρέμασε κουδουνικά.<br />
Διατυμπάνισε την ιδέα, είπε.</p>
<p>Να &#8216;ναι κόκκινη.<br />
Κορδέλα σατέν.<br />
Για κάθε λέξη να σφίγγει σαν λαιμοδέτης<br />
σε περιπτύξεις.</p>
<p>Να διαστέλλονται τα μάτια<br />
όταν τραβάς.<br />
Γοερή να &#8216;ναι η ανάσα<br />
όταν τα χείλη τους θα κλείνεις&#8230;</p>
<p>Αυτό φαίνεται, είπε.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘ…</strong></h5>
<p>Ακούω, ακούω,<br />
είπε το μικρό πουλί.<br />
Ελεύθ&#8230; ελεύθ&#8230;<br />
αλλά γιατί δεν λέτε<br />
αυτήν τη λέξη ολόκληρη;<br />
Πώς θα &#8216;ρθουν τα άλλα τα πουλιά<br />
να τραγουδήσουν;</p>
<p>Όταν εσείς δεν λέτε τίποτα<br />
γι&#8217; αυτήν τη μακρινή φωνή,<br />
δεν θα μας ευνουχίσουν;</p>
<p>Πώς θα τραβήξουν με το ράμφος<br />
τα σκοινιά<br />
από το ε, από το ρο, από το ι<br />
κι από το άλφα,<br />
αυτό το αμίλητο ναυάγιο;</p>
<h5><strong>ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ</strong></h5>
<p>Αυτά τα ταξίδια,<br />
μετράνε στιγμές του Μαγγελάνου.<br />
Ορίζοντες αδιαφανείς<br />
που ρίχνεις μια πέτρα<br />
κι ακούγεται το πιο πέρα<br />
με πάταγο νύχτας.</p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΣΚΟΥΡΙΑΖΕΙ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Τώρα σκουριάζει κι ο ουρανός.<br />
Οξειδωμένα είναι τα σύννεφα.<br />
Τρίζουν οι μεντεσέδες τους<br />
για τα καλά.</p>
<p>Βάλε τα δυνατά σου να συναντηθούμε<br />
για τελευταία φορά<br />
να μου εξηγήσεις<br />
τη μετάλλαξη που αιωρείται&#8230;</p>
<p>Άντε κουνήσου,<br />
πριν γίνει πανικός<br />
και τα μεγάφωνα<br />
χρειαστούν λεξικά<br />
γι&#8217; αυτήν την ερμηνεία.</p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΣΠΑΖΟΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>Τώρα σπάζοντας<br />
το τετελεσμένο τίποτα<br />
πολλά γυαλιά αόρατα<br />
θα συγκρουσθούν στον αέρα.</p>
<p>Το γεγονός, μια μουσική κρυστάλλων<br />
που παίζεται,<br />
όταν η δημοπρασία της λύπης<br />
κοιτάζει να κλείσει τις αγορές<br />
όσο-όσο,<br />
και να κυβερνήσει,<br />
όποιο δεν κατακτήθηκε κενό.</p>
<p>Των ανθρώπων η έκλειψη,<br />
στην Αρχή κάνει θραύση&#8230;</p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΑΞΙΔΕΨΑ</strong></h5>
<p>Για ένα ποίημα ταξίδεψα,<br />
στα μεγάλα ενυδρεία της λέξης.<br />
Αλλά κι αυτή, πάντα<br />
τελείωνε σ&#8217; ένα σίγμα τελικό.</p>
<p>Σαν το κλειδί ενός σώματος,<br />
που φράκαρε στην είσοδο<br />
για το ποτάμι&#8230;</p>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>«Από το φόβο η καρδιά γαλήνια δεν μένει»</strong><br />
<strong>Αισχύλος, Επτ. Ρ.237</strong></p>
<h5><strong>ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΤΕ</strong></h5>
<p>Ενορχηστρώστε τώρα,<br />
Καίσαρες,<br />
αυτήν τη μελαγχολία που αιωρείται<br />
στα οξειδωμένα οστά των νεογνών.</p>
<p>Ενορχηστρώστε τους ήχους της αγωνίας<br />
και τον παλμό του αθώου βλέμματος τους,<br />
που φοβάται τους ορίζοντες<br />
αυτής της ενύπνιας μέρας.</p>
<p>Ενορχηστρώστε με ακρίβεια<br />
την ταχύτητα του φωτός,<br />
που σταματά, ξαφνικά<br />
και με στάχτη,<br />
στη μικρή<br />
ανερμήνευτη απορία<br />
του πρώτου τους<br />
ρω&#8230;</p>
<h5><strong>ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ</strong></h5>
<p>Διανυκτερεύουμε πάλι.<br />
Φώτα ανοιχτά.<br />
Αν τύχει και περάσουνε<br />
αθόρυβα οι σκιές<br />
έξω από τα παράθυρα,<br />
καρφώνοντας τα μάτια τους στα τζάμια,<br />
ποιος θα τρομάξει άραγε;</p>
<p>Αυτές που αιωρούνται αβέβαια,<br />
ψάχνοντας να εκδικηθούνε τη διανυκτέρευση,<br />
ή τα δικά μας πρόσωπα<br />
που δεν αντέχουν την ολονυκτία;</p>
<h5><strong>ΞΑΝΑ</strong></h5>
<p>Σε λίγο, όλα θα τελειώσουν,<br />
όταν η κεφαλή από το σώμα<br />
αποκοπεί<br />
και τα φωτόνια του μυαλού<br />
ανάψουνε φλας μακρινά<br />
όπως μία Πανσέληνος.</p>
<p>Σε λίγο, ο κόσμος θα πει,<br />
ήτανε δώδεκα κι έγινε μία.</p>
<p>Κι όλα τα σώματα, που τίποτε δεν είχαν,<br />
σφαδάζουν προς την κεφαλή του αλόγου,<br />
ξανά τη μοίρα τους<br />
στη χαίτη του υφαίνοντας,<br />
χωρίς το φόβο πια της γκιλοτίνας&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΜΟΡΓΟΣ</strong></h5>
<p>Η βροχή ήταν κίβδηλη και μούσκευε<br />
τις τύψεις και τις μηχανές.<br />
Γιγάντωνε το άδειο και χτυπούσε.<br />
Σάπιζε το μήλο και τις μπανανόφλουδες.<br />
Έκανε την κερήθρα και τη λάσπη έναν πολτό.<br />
Τη στέρνα απείκασμα νερού.<br />
Τις λέξεις μας ναυάγια.</p>
<p>Η βροχή ήταν κίβδηλη.<br />
Στα λόγια μας περνούσε ανυγρασία.<br />
Έφραζε τις υδρορροές.<br />
Βάραινε τα φτερά των γλάρων.</p>
<p>Αλλά τα μάτια του Καιρού<br />
έχουνε καρφωθεί στη θάλασσα.<br />
Αλλά τα μάτια του Καιρού, φουγάρο.</p>
<p>Κουράγιο, είπα, γιατί δεν είναι ο Ωκεανός<br />
ένας χαλασμένος λαχανόκηπος.</p>
<p>Κουράγιο, τι όσο υπάρχει Αμοργός,<br />
ο πόνος είναι<br />
φούγκα ουρανού,<br />
πριν το καράβι σαλπάρει.</p>
<p>Ο πόνος<br />
ετοιμάζει το ταξίδι.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΟΥ ΛΕΞΗ</strong></h5>
<p>Και μια σου λέξη,<br />
μπορεί να ξυπνήσει<br />
το χείμαρρο<br />
που εγκλωβίζεται<br />
στο ύπουλο πολικό ψύχος<br />
της αδράνειας.</p>
<p>Γι&#8217; αυτό,<br />
λέγε τις λέξεις που ξεχνώ.<br />
Ξυπνάς τον ουρανό που βυθίστηκε<br />
στο αποκωδικοποιημένο πρόσωπο.<br />
Στο τεμαχισμένο σώμα.<br />
Ξυπνάς τις πράξεις που αφαιρούνται<br />
στο μάταιο σχήμα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΛΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΤΟ ΡΟΔΟ (2001)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΝ ΠΟΛΕΙ</strong></h5>
<p>Μόλις που η πόλις αφυπνίστηκε, πάτησα σώμα κόσμου άγρυπνο κι ένιωσα<br />
ένα φτεροκόπημα στον ουρανό.<br />
Μπήκα μες στην Πλατεία Αντίκα κι ανηφόρισα d οδό Μαυρομιχάλη και<br />
Παλαιολόγου, ύστερα επάνω στην Ορφέως κι ήταν εκεί οι ψυχές τους όρθιες<br />
μες σε τοπία εφήμερα.<br />
Στάθηκα κι’ ήταν εκεί το καρδιοχτύπι των αγαπημένων μας. Ο χρόνος<br />
τους μέσα στο όνειρο ήταν ανυπεράσπιστα νεκρός. Ήταν αδύναμος να<br />
εξαφανίσει αυτήν την ομορφιά και να χαθεί σέ Αόρατο! Χλωμός, σχεδόν<br />
κίτρινος στις διακλαδώσεις των δρόμων χανόταν ετοιμόρροπος κι’ εκείνη,<br />
χρώμα από πρωινή πορφύρα, πιο νέα από ποτέ, πρωτόπλαστη, αμυνόταν<br />
επάνω στο κενό του βλέμματός μας&#8230;<br />
Νέα απ’ τη ρίζα τους σχεδόν τα γιασεμιά τυπώθηκαν μες στο ψηλό<br />
στερέωμα. Κατακυρίευσαν μεσοτοιχιές τα χρώματα. Όρθια στήθηκαν. Ρευστά<br />
κάτω από πρόσκαιρα μπαλκόνια απ’ τη φθορά τους φεύγοντας. Σίδερα<br />
σκούρα, ρόπτρα, σκουριές, λουκέτα που ξεκλείδωσαν τη μέρα και πέρα στο<br />
βάθος, ψηλά σε κορφή από Ροδόπη, έμπηξε λύρα Ορφέας Θεός&#8230;<br />
Ύστερα η πλακόστρωση αναρρίχηση στα σοκάκια, στ’ αστέρια τα<br />
διάφανα που δεν κατοικήθηκαν ακόμη απ’ τη συνείδηση. Αστέρια πολλά,<br />
τεράστια σαν την ελπίδα, έτοιμα να φιλοξενήσουν τους ξέμπαρκους, ώσπου<br />
χιλιάδες τηλέφωνα να κτυπήσουν ξυπνώντας το μέλλον. Φέρνοντας είδηση<br />
απ’ τη Λήθη ότι στερέψανε τον Αγέλαστο ποταμό οι μεθυσμένοι που<br />
ξεχάστηκαν στα μάγια της Κίρκης. Στέλνοντας άγγελο στον αφρό του<br />
πατέρα μας Κόσυνθου.<br />
Αλλού, πιο λίγο η αυγή είχε αποκαλύψει ένα μικρό κόκκινο<br />
τριαντάφυλλο που τραγουδούσε ακίνητο, τη δροσιά και τον άνεμο&#8230;</p>
<p><strong>Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ</strong></p>
<p>Σαν βράδυ ψιλόβρεχε η ανάμνηση!<br />
Το παρελθόν επίμονα δεν έλεγε να ξεθολώσει&#8230;<br />
Κοίταξα ακόμη μια φορά; όλα τα ράφια<br />
του μυαλού με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες.<br />
Θολές και τούτες, δίχως χρώματα.<br />
Εν τούτοις, γιατί με παιδεύουν<br />
σαν μέρες που μου δόθηκαν<br />
και ορκιστήκαν να με κατοικούν;<br />
Πάνω στις ράχες της στιγμής<br />
πηγαινοέρχεται η αράχνη.<br />
Μες στις ακίνητες φυσιογνωμίες των αθανάτων, τόπος!<br />
Ήχοι και κίτρινα χαρτιά στο δωρισμένο φως.<br />
Σιγοκρυμμένη ελπίδα.<br />
Ανάμεσα από πέτρες και κατήφεια<br />
χέρια που παραμονεύουν<br />
πάνω στα ξέθωρα σχοινιά του αργαλειού.<br />
Χέρια που κλώθουν την κλωστή της αγρύπνιας<br />
κτυπώντας στο μάγουλο<br />
την κατηφόρα του σκοταδιού.<br />
Κι εδώ, &amp; αυτήν την Ιθάκη,<br />
όπου μας παραδώσανε την ύλη μιας Αρχής,<br />
σα πρωινό ψιλόβρεχε η ανάμνηση&#8230;<br />
«Ο επί της Αρχής γαρ σωζόμενος»,<br />
τέλος της λύπης!</p>
<h5><strong>ΞΑΝΘΗ, ΠΑΛΙΑ</strong></h5>
<p>Ξάνθη. To χώμα ανασαίνει απ’ την καρδιά μας.<br />
Όλα τα σπίτια γύρω αργοπορούνε στην ψευτιά.<br />
Κρατούν τα γνήσια χρώματα<br />
του χρόνου στις προσόψεις.<br />
Μες στα δρομάκια η διάρκεια του πηλού<br />
και της πέτρας.<br />
Στα σκαλοπάτια της αυλής<br />
σιγοκουβεντιάζει η σκουριά και το γεράνι&#8230;<br />
Στις σιδερένιες πόρτες της, η αγάπη ξεκλειδώνει&#8230;<br />
Η όραση σκαρφαλώνει στα χαράματα των παραθυριών<br />
ανοίγοντας τις χαραμάδες των καιρών.<br />
Κάτω απ’ τις οροφές με την περίτεχνη ζωή<br />
βακχεύουν οι βαθιές φωνές<br />
και πλαγιά &#8211; πλαγιά προς ουρανό<br />
ανηφορίζουνε οι μνήμες.<br />
Το βράδυ, η νύχτα ματαιοπονεί για σκιές&#8230;<br />
Ο προβολέας του φωτός, αφήνει δέσμες και στιγμές<br />
από παλιούς αιώνες.<br />
Διατηρημένο βοριά<br />
κι αχειροποίητη νόηση&#8230;<br />
Ξάνθη, τοπίο από γαληνεμένη λέξη ποιητή<br />
όρθια κατάνυξη, γερή<br />
σε ορθρινό τραγούδι.</p>
<p><strong>ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΟΡΦΕΩΣ</strong></p>
<p>Στην οδό Ορφέως, γαλάζια σπίθα.<br />
Μάτια που ξανάειδα<br />
σε πρόσωπα ξεχασμένα&#8230;<br />
Λυμένα μαλλιά,<br />
χέρια απλωμένα κρυφά,<br />
φόρεμα του ανέμου<br />
απελπισμένο&#8230;<br />
Κίνηση μακρινή<br />
χαμένη στον έρωτα χρόνο,<br />
με διάφανο ρυθμό που διαπερνά<br />
παλλόμενο σώμα<br />
και πολλαπλασιάζεται&#8230;</p>
<h5><strong>ΟΥΖΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΑΥΛΗ</strong></h5>
<p>Στη χθεσινή ανηφόρα της πλαγιάς,<br />
στη μετρημένη πέτρα απ’ τον καιρό,<br />
το «Ουζοπωλείον η αυλή»<br />
μεθάει το παλιό μας όνειρο&#8230;<br />
Πράσινο κάγκελο γύρω απ&#8217; την προηγούμενη αυγή,<br />
σίδερο κρεμασμένο στο λευκό ντουβάρι,<br />
καημός και τούτος<br />
όταν χάνεται η ανάσα&#8230;<br />
Πιο πέρα,<br />
αντίκρυ απ’ τη μικρή ζωή μας,<br />
το «καπνοπωλείο» στην κορνίζα<br />
γδύνει τον καπνισμένο τοίχο,<br />
για να περάσουμε από μέσα του κι εμείς<br />
σαν του καπνού t ανεμικά<br />
μες στην καταγωγή και τους καημούς<br />
των περασμένων οριζόντων&#8230;</p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΩ ΓΙΑΤΙ&#8230;</strong></h5>
<p>Γράφω, γιατί η πόλη μου σωπαίνει.<br />
Πότε σε θυμωνιά από χώμα,<br />
πότε σε κάγκελα κυρτά κλειστών παραθυριών.<br />
Κρύβεται άλλοτε σε πρίμα από παλιό<br />
τριμμένο σουραύλι.<br />
Κι άλλοτε στα μπάσα της γκάιντας<br />
που αδειάζει τον άνεμο.<br />
Γράφω, γιατί η μπάμπω μου &#8211; γρηά<br />
μαζεύει δυόσμο στα όνειρά μας,<br />
αγριελιά και ρίζες με φωνές.<br />
Μαζεύει γράμματα όπως στάρια,<br />
φυτεύει τα αλφαβητάρια της στον ύπνο μας<br />
γιατί η ιστορία μας ανασταίνεται<br />
στην ερημιά.<br />
Τα χέρια της δουλεύουνε τη νύχτα<br />
αργά, ατέλειωτο καλάθι, κλάμα λυγαριάς.<br />
Σπρώχνει και μας ξυπνάει<br />
τα παραμύθια της γυρεύοντας.<br />
Χιλιάδες κεχριμπάρια και ψιθύρους,<br />
γραφές πάνω σε πέτρες,<br />
σκληρά ξύλα, σιωπές,<br />
μήλα και ρόδια από το Πριν<br />
κομμάτια του θανάτου απ’ τη λήθη.<br />
Γράφω γιατί η πόλη μου σωπαίνει<br />
πότε στην άμμο, πότε στο παράπονο,<br />
πότε στην άκρη από Θρακικό γιαλό.<br />
Σωπαίνει σκύβοντας στα μέτωπά μας<br />
ψάχνοντας ήλιο που στερήθηκε.<br />
Φυλάει σκιές μέσα στα κύματα<br />
χαλίκια και πηλούς που βγήκανε αργά<br />
στην ήσυχη παραλία της Κυμοθόης&#8230;</p>
<h5><strong>ΤΗΝ ΞΑΝΘΕΙA&#8230;</strong></h5>
<p>Την Ξάνθεια, πόλη των Κικίρων,<br />
οι Ξανθιώτες δεν την ξέχασαν&#8230;<br />
Τόσους αιώνες κουρσεμένοι από φυλές Βαρβάρων<br />
κι’ όνειρα ανδρών επιφανών,<br />
αντισταθήκαν με φωνές και λόγια Ελληνικά<br />
στους Δαναούς<br />
και στους αδελφό κάπηλο υς.<br />
Με Πέρσες, με Ρωμαίους, με Βυζαντινούς<br />
προσπάθησαν &lt;f αγώνες και γιορτές,<br />
να διηγούνται τις καταστροφές και να θυμούνται<br />
αυτό το σώμα που κρατήθηκε στις εποχές<br />
μ’ ονόματα αλλαγμένα.<br />
Γιατί κι’ αυτοί ωρίμασαν<br />
με πικραμένα στάχυα μέσα στον καιρό,<br />
με ιδρώτα και μ’ αλέτρι<br />
και γέρασαν μετρώντας τους θανάτους με τραγούδια<br />
που κρατήθηκαν σε φωτεινές αποθήκες<br />
καλοκαιριού ωραίου<br />
καρπωμένα&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΣΟΥ&#8230;</strong></h5>
<p>Τριμμένη ώρα και γυμνή φθορά<br />
σαν ξεχασμένος χρόνος<br />
πάνω στο ηλιοκαμένο κεραμίδι.<br />
Πόνος που σε ξυπνάει αργά<br />
μες απ’ το χώμα και κοιτάς<br />
την πρώτη σου φτερούγα.<br />
Αρχή του παραμυθιού σου&#8230;μια φορά,<br />
μπαλκόνι του καιρού που πέρασε,<br />
κρεμασμένο στη ρευστή σκουριά,<br />
χρώμα οξειδωμένο<br />
όπου σταθήκανε λευκοί οι άλλοι αγγέλοι,<br />
συντροφιά με την παραφροσύνη<br />
που νοστάλγησαν.<br />
Να μη σκεφθούν, να μη χαθούν,<br />
να μην ακούσουν ψίθυρους<br />
μέσα στους τοίχους και τις προσμονές,<br />
για τον αφανισμό&#8230;</p>
<p><strong>Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΦΡΑΣ&#8230;</strong></p>
<p>Είχε τη συντριβή του που αγάπησε&#8230;<br />
Έμενε κάθε πρωινό σ’ αυτή την πόλη.<br />
Δεν ταξίδευε πουθενά χωρίς<br />
αυτή τη μνήμη που πονά&#8230;<br />
Κουβάλαγε μες στα ριγέ ταγάρια του<br />
αγαπημένη ρίζα,<br />
κάγκελο,<br />
ρόπτρο,<br />
μια πόρτα με ανάγλυφη σχισμή,<br />
μια απερίγραπτη χρωματιστή οροφή,<br />
ένα υγρό σοκάκι<br />
και καρφίτσωνε,<br />
Θέ μου, καρφίτσωνε στη ζωή του<br />
σαν απέραντη πεταλούδα<br />
αυτή τη συντριβή!..</p>
<h5><strong>ΠΟΛΗ ΜΟΥ, ΣΑΝ ΤΟ ΡΟΔΟ</strong></h5>
<p>Πόλη μου, σαν το ρόδο<br />
που αντέχεις,<br />
μες στους πολλούς χειμώνες του καιρού!<br />
Κραυγή μου, πάνω απ’ το τρανό Μηδέν<br />
και τη βουβή συνήθεια,<br />
συλλαβισμένη αγάπη που έμαθα<br />
από το χτεσινό αγκάθι&#8230;<br />
Χώμα μου χαραγμένο από τη σιγαλιά,<br />
σημαδεμένη πέτρα<br />
από χαμένα ρόπτρα που χτυπούν<br />
σε άδειο νου.<br />
Πόλη μου, έφυγε η άγνωστη πνοή<br />
από τις παγωνιές<br />
κι’ εμείς, μέσα στα γνώριμα τα σπίτια<br />
και τους δρόμους,<br />
με φωτιές<br />
το φονικό κυνηγούμε.<br />
Τον Άρπαγα χρόνο.<br />
Την όρθια μέρα κρύβουμε<br />
απ’ την Κήρα του αφανισμού&#8230;</p>
<h5><strong>ΣΟΥ ’ΦΕΡΑ ΗΛΙΟΨΩΜΟ ΚΙ ΑΝΘΟ</strong></h5>
<p>Πόλη, που από την Έφεσο, τη Σμύρνη, την Τροία,<br />
τον Πόντο και τη Ραιδεστό,<br />
σου ’φερα την Ελένη,<br />
με το πουκάμισό της γεμάτο<br />
ρίζες και προικιά.<br />
Φλουριά του γάμου<br />
ξεριζωμένα με καράβια,<br />
κουβαλημένα με ξερό βασιλικό.<br />
Καρπούς και σπόρους ακριβούς<br />
κρυμμένους σε εικονοστάσια.<br />
Σου ’φερα πέτρα όπου πατούσε η Παναγιά,<br />
V ανέβει στα φουρούσια,<br />
να δέσει την ψηλή κληματαριά.<br />
Κεντήματα και υφαντά,<br />
χρώματα χίλια από το βυθό μου,<br />
άσπρο ηλιόψωμο κι’ ανθό<br />
κι’ απ’ τ’ άλλο στήθος το σταυρό μου.<br />
Πόλη, που από την Τραπεζούντα και την Πέργαμο<br />
πρόσωπα σου ’φερα με την Ελένη,<br />
μ’ ένα χαμόγελο πορτοκαλιού<br />
και μια φωνή που ενώθηκε και πέρασε<br />
μες τη φωνή μου&#8230;</p>
<p><strong>ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ&#8230;</strong></p>
<p>Είναι, εν αδράχτι ξύλινο ο Καιρός που μας τυλίγει<br />
γύρω απ’ τα ξέπλεκα μαλλιά της λησμονιάς.<br />
Είναι, εν αδράχτι η λησμονιά που μας τυλίγει<br />
μέσα στα μάλλινα φορέματα του χρόνου<br />
όπου ναρκώνεται η Περσεφόνη περιμένοντας<br />
την Άνοιξη και τη μικρή Ευριδίκη.<br />
στους Ταξιάρχες το Νοέμβρη<br />
Είναι ρομφαία ο καιρός που ξημερώνει<br />
πάνω στην πλαγιά.<br />
Μέσα στο πράσινο νόημα<br />
απ’ τα κυπαρίσσια,<br />
μέσα στα ήσυχα λόγια των εσπερινών<br />
και στους προστακτικούς ορίζοντες,<br />
είναι ρομφαία ο καιρός, τρυπά!<br />
Μέσα στους κήπους με τη σκόνη,<br />
μέσα στα κοιμητήρια όπου χαλαρώνουν οι φωνές,<br />
μέσα στο θόρυβο του χτες<br />
τρυπά κι’ εναντιώνεται.<br />
Μην κοιμηθείς<br />
μες στα χαγιάτια και τα σαχνισιά<br />
του αρνούνται αυτά τα λόγια του, της προτροπής&#8230;<br />
Άφησε χνάρι!<br />
Γύρισε ανέμη εδώ<br />
στη στάχτη που καταλαγιάζει.<br />
Γέρνοντας πάνω στ’ ακριβό σου χώμα,<br />
μην αποκοιμηθείς!&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ (1999)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ&#8230;</strong></h6>
<h5><strong>[Πάει καιρός τώρα που σκέφτομαι]</strong></h5>
<p>Πάει καιρός τώρα που σκέφτομαι πως<br />
αυτή η περιουσία σας ανήκει.<br />
Πρέπει να καταθέσω αυτά τα λόγια.<br />
Αν είναι κι άλλα που τα ξέχασα<br />
σε κάποιο συρτάρι τον χρόνου, δε γνωρίζω.<br />
Αλλά είναι καιρός-<br />
γιατί το ταμείο των άστρων αδειάζει<br />
και κάποτε τα χρέη θα μας κυνηγούν<br />
σαν περικεφαλαίες και πούπουλα.<br />
Σαν σφυρίγματα ανέμων που αγνοήθηκαν στην ώρα.<br />
Σαν κομπασμοί, επάρσεις κι αλλοιώσεις<br />
απ&#8217; ότι έχει απομείνει.<br />
Αν όχι την οδύνη, φύλαξε αυτή τη δίνη του Καλοκαιριού<br />
Τα ελάχιστα του φωτός καταθέτω.<br />
Αυτά πολλαπλασιάστε.<br />
Γιατί το ταμείο των άστρων<br />
σαπίζει στις άκρες του&#8230;</p>
<h5><strong>[Αγάπησα τους δρόμους]</strong></h5>
<p>Αγάπησα τους δρόμους<br />
που ανηφορίζουν πάνω από σκιές,<br />
στις μεθυσμένες πλατείες<br />
απ&#8217; το κρασί τ&#8217; αμπελιού.<br />
Αγάπησα τους ανθρώπους<br />
που κτίζουν και τραγουδούν<br />
κι αμύνονται<br />
για το καλύβι<br />
και το κρασί τους,<br />
όπως η μέλισσα με το κεντρί.</p>
<p>Και μες στο νου τους<br />
κρύβουνε σπόρο από καρδιά-<br />
κρύβουν το σπόρο<br />
μελετώντας την πέτρα που θα οργώσουν,<br />
σιωπηλό ρίχνοντας, στην έρημο, νερό<br />
πριν απ&#8217; την τελετή.</p>
<h5><strong>[Ναι, έχει μιαν έκσταση το άλλο τοπίο]</strong></h5>
<p>Ναι, έχει μιαν έκσταση το άλλο τοπίο&#8230;<br />
Αλλά η πλάνη, έχει τη δύναμη της στάχτης<br />
που δε ξαναγίνεται φως.<br />
Στη ζωή της νύχτας, στήνει μια πολυθρόνα<br />
κι αναπαύεται<br />
σαν μακάβριο τέλος&#8230;</p>
<p>Αρώστεια αδελφέ μου κι αυτός ο καιρός!<br />
Κάναμε τόσες μετακομίσεις ν&#8217; αποφύγουμε<br />
αυτόν τον ιό&#8230;<br />
Οι ξεθωριασμένες ώρες πληθαίνουν<br />
σαν το αυτόνομο τριβόλι.<br />
Τα σπίτια μας γεμίζουν απ&#8217; το σπόρο του αγκαθιού του<br />
κι οι άγνωστες προοπτικές του<br />
τυλίγονται στο λαιμό μας,<br />
με τη σβελτάδα του κισσού&#8230;</p>
<p>Ο ύπνος μας, δεν έχει οράματα<br />
ούτε εξέδρες ονείρου&#8230;</p>
<p>Μπροστά στις γυαλισμένες βιτρίνες της φθοράς<br />
φορέσαμε τα ψεύτικα φορέματα<br />
για να φωνάζει μέσα τους<br />
ένας στραγγαλισμένος κούκος.</p>
<h5><strong>[Ήταν ένα νυχτωμένο κοκκόρι]</strong></h5>
<p>Ήταν, ένα νυχτωμένο κοκκόρι. Του είπα:<br />
χάραξε την πόρτα στον τοίχο σου<br />
να βγούμε απέναντι&#8230;<br />
Εκείνο, μου είπε τσιρίζοντας: δεν έχει δωμάτια<br />
στα ξενοδοχεία του Μέλλοντος&#8230;</p>
<p>Τι ωραία κοκκάρια αλήθεια,<br />
τα νυχτωμένα κοκκόρια!&#8230;</p>
<p>Από το σπόρο του κοτετσιού τους κρατιούνται<br />
κι απ&#8217; την κοιλιά της παχειάς Ματαιότητας,<br />
αλλά δε το γνωρίζουν.</p>
<h5><strong>[Στέκομαι κατά τη φορά του χρόνου]</strong></h5>
<p>Στέκομαι κατά τη φορά του χρόνου.<br />
Από το βάθος, προς τη ροή.<br />
Τα πράγματα τα βλέπω τώρα αλλιώς.<br />
Άρχισα να ξεχνάω τους αγγέλους,<br />
τα σιωπηλά ουσιώδη λόγια,<br />
την αόριστη ομορφιά&#8230;<br />
Καταχτημένη νοιώθω απ&#8217; την πεζή εποχή μου.<br />
Ασήμαντη χωρίς την Τέχνη μου<br />
που δεν αναζητά ζωή.<br />
Θέλω τα μάτια μου ν&#8217; αφήσω<br />
να ξεκουρασθούν πάνω στα δένδρα<br />
στα λιβάδια, στο νερό,<br />
στον καπνό που ανεβαίνει<br />
χωρίς περίσκεψη&#8230;<br />
Τί έγινε λοιπόν και όλα ξαναμπήκαν<br />
στην κάμαρά τους,<br />
“χλωμά και κουρασμένα,<br />
ιδεώδη εν τη λύπη τους”;<br />
Θέλω να πω, τα πράγματα τα βλέπω αλλιώς.<br />
Βουβά, επίπεδα,<br />
χωρίς την αύρα<br />
και τα πλήκτρα στο κεφάλι&#8230;<br />
Μια ίσια γραμμή, βαλσαμωμένη στο στήθος<br />
κι εγώ έχω να πώ, τί έγινε;<br />
Το παραμύθι τέλειωσε που μας κρατούσε<br />
στης Τέχνης την ιδανική Πατρίδα;</p>
<h5><strong>[Λυπάμαι Ελένη]</strong></h5>
<p>Λυπάμαι Ελένη.</p>
<p>Για όλα τα φαντάσματα της Ιθάκης.<br />
Για την αποκαθήλωση της σοκολάτας,<br />
που ακόμη μας αρέσει,<br />
για τις ακτινογραφίες των πολέμων,<br />
για την ανένδοτη πραγματικότητα,<br />
λυπάμαι.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ</strong></h6>
<h5><strong>[Η επικοινωνία των συμφερόντων]</strong></h5>
<p>Η επικοινωνία των συμφερόντων<br />
Η υψικάμινος των νομισμάτων<br />
Η ενωμένη Ιδέα.<br />
Το τελευταίο σαπούνι<br />
Αυτά. Από μιαν ομιλία ποιητή<br />
που τον εκπαίδευσαν γερά στην αφωνία.</p>
<h5><strong>[Προσπάθησα]</strong></h5>
<p>Προσπάθησα, να μη σας κουράσω με προσδοκίες.<br />
Να καταθέσω εδώ, όση πραγματικότητα μου επιτρέπεται.<br />
Ξέρω ο κόσμος μικραίνει<br />
κι η ακοή μας κουράζεται.<br />
Η ψυχή μας γυμνάζεται στο αναφιλητό,<br />
εν μέσω ερημώσεως.<br />
Οι μηχανές εξάπτονται&#8230;<br />
Οι σκηνοθέτες λουστράρουν τα σκήπτρα&#8230;<br />
Οι σφαίρες κυνηγούν το λυγμό μας&#8230;<br />
Οι αριθμοταινίες γράφουν το απάνθρωπο μέγεθος&#8230;<br />
Ο κήπος δύσκολα ανασαίνει&#8230;<br />
Ο ορίζοντας απορεί.<br />
Παρ&#8217; όλα αυτά,<br />
εν μέσω δύσπνοιας κι αφανισμού,<br />
πολλές οι σειρήνες ή οι πραγματικότητες.<br />
Δε θέλω να σας κουράσω με ψεύδη<br />
κι υποταχθείτε&#8230;</p>
<h5><strong>[Τους δολοφονήσαμε]</strong></h5>
<p>Τους δολοφονήσαμε.<br />
Περνούν τις νύχτες ανάμεσά μας, περήφανοι<br />
για τις ημέρες που κέρδισαν.<br />
Άνθρωποι που είχαν τα ονόματά μας,<br />
μας χάρισαν τη δραχμή τους<br />
γιατί ταξιδεύουν στην πρώτη θέση του ωκεανού.<br />
Κι εμείς μ&#8217; αυτά τά κέρματα της ήττας,<br />
παίζουμε κορώνα γράμματα την τύχη μας,<br />
για την σταθεροποίηση κάποιας τιμής<br />
του απουσιάζοντας πελάγους&#8230;<br />
Κατάματα μας κοιτούν.<br />
Μες απ&#8217; το όνειρό τους που δεν υπάρχει.<br />
Έρχονται όπου πηγαίνουμε.<br />
Τρέχουν να παραδώσουν στο ταμείο μας μιαν άφεση,<br />
ν&#8217; ανεβάσουν το χρηματιστήριό μας<br />
με τη σκόνη των παιδιών τους<br />
να σπρώξουν με την απορία τους, τα ερείπια.<br />
Κορνιζάρουν την έκπληξή τους πάνω στους τοίχους<br />
του κόσμου,<br />
σαν μια κατάθεση νίκης που μας εξοντώνει.</p>
<h5><strong>[Αυτό το τσίρκο]</strong></h5>
<p>Αυτό το τσίρκο, περιφέρεται, στην ιστορία.<br />
Σ&#8217; όποια χώρα και να ταξιδέψεις, μπορεί να δεις την ίδια<br />
Παράσταση.<br />
Ακόμη κι αν αλλάξεις εποχή ή χρόνο, οι πράξεις,<br />
επαναλαμβάνονται με την ίδια πιστότητα.<br />
Η Ρώμη, η Αλεξάνδρεια, η Αθήνα,<br />
έχουν την ίδια μεγαλοπρεπή<br />
αποτυχία, έστω κι αν οι ηθοποιοί διαφέρουν.<br />
Η Δόξα, σαν πρώτη πράξη της τραγωδίας, η απραξία σαν<br />
δεύτερη πράξη της κωμωδίας,<br />
το γελοίο, σαν τρίτη πράξη της παρωδίας.<br />
Το συμφέρον σαν πράξεις που ακολουθούν και οι εντάξεις,<br />
με τα σχετικά καμώματα, είναι όμοιες<br />
σ&#8217; αυτό το ζωολογικό κήπο.<br />
Μόνο που τώρα, θεατές κι ηθοποιοί είμαστε κάτοχοι<br />
πανεπιστημιακών πτυχίων.<br />
Γι&#8217; αυτό το εισιτήριο ακριβαίνει<br />
Το πληρώνουμε λίγο παραπάνω σήμερα.</p>
<h5><strong>[Άφησα όλα τα ποιήματα στη μέση]</strong></h5>
<p>Άφησα όλα τα ποιήματα στη μέση<br />
Τίποτα δε με ικανοποιεί.<br />
Δε με πείθει απόλυτα.<br />
Τί να με ικανοποιήσει απ&#8217; αυτές τις λέξεις<br />
που απεικονίζουν μιαν αλήθεια ύποπτη πάντα,<br />
στα μάτια των άλλων.<br />
Πώς να απεικονίσεις τους καπνούς, την υποψία<br />
για την εποχή, τις διαπραγματεύσεις για αμφίβολη<br />
ορθοστασία.<br />
Αυτά θέλεις να πεις, αλλά πώς να το γράψεις.<br />
Πώς να γράψεις τα λόγια που ήθελαν να πουν<br />
αυτοί που δεν υπάρχουν.<br />
Πώς να υποψιασθείς πολτοποιήσεις<br />
και πώς να τους στρέψεις όλους σ&#8217; εκείνο<br />
το παιδί που στα μάτια του στάζει σαν βροχή<br />
η σκουριά τ&#8217; ουρανού;<br />
Έσκισα όλα τα ποιήματα. Τα πέταξα.<br />
Μη μου ζητάτε αναφορές.<br />
Πασχίζω να παραδεχθώ ότι απέτυχα<br />
στις ερμηνείες που άλλοτε μ&#8217; επιβεβαίωναν.</p>
<h5><strong>[Δεν έχω άλλα ποιήματα]</strong></h5>
<p>Δεν έχω άλλα ποιήματα. Τα κείμενα αυτά με προδίδουν.<br />
Μένει μονάχα ένας ευθύς υδάτινος δρόμος<br />
απ&#8217; την καρδιά μου στην καρδιά σου<br />
για ν’ αφήσουμε χνάρι, στη ρευστότητα των πραγμάτων.<br />
Μη λες άλλα ποιήματα. Οι λέξεις σου καρφώθηκαν<br />
στις ειρωνείες του ξημερώματος<br />
και στα κρυμμένα αγάλματα.<br />
Στις φιλοδοξίες των άστρων που βούλιαξαν μες στο νερό&#8230;<br />
Χαίρε Λόγε,<br />
αποχαιρετώ το μεγαλείο σου.<br />
Σήμερα ανακαλύπτω το θαύμα, να καθαρίζω πατώματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΦΑΙΔΡΟΣ (1990)</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;"><strong>(ποιητικοί διάλογοι 1986-1989)</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20452" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-4-211x300.jpg" alt="" width="265" height="377" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-4-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-4.jpg 451w" sizes="(max-width: 265px) 100vw, 265px" /></p>
<p>Ο Φαίδρος, γεννήθηκε στον αρχαίο χώρο των Αβδήρων<br />
σε κάποιο σημείο όπου κάτω απ’ αυτό υπήρχαν πήλινα δοχεία,<br />
με στάχτη παιδιών&#8230;<br />
Ήταν η επιθυμία του αγέννητου που αποζητάει ν’ αποκτήσει<br />
ένα πρόσωπο. Ήταν η ανυπαρξία που αναζητάει να υπάρχει<br />
μέσα μας, για να μας ολοκληρώνει και να μας οδηγεί, πέρα<br />
απ’ τα ορατά.<br />
Ήταν η εισβολή του ανύπαρκτου στο υπαρκτό&#8230;<br />
Μια πνευματική ερωτική στιγμή που αποζητάει να εκφραστεί,<br />
αποκτώντας ένα κορμί.<br />
Δεν τον αγνόησα.<br />
Λιγάκι αργότερα, κατάλαβα πως ήταν ένα μ’ αυτό που<br />
αποζητούσε&#8230;<br />
Αυτός και η Ελεονώρα<br />
είναι το διχασμένο εγώ μας που μας ταλαιπωρεί. Η χαμένη<br />
υπόθεση που την ψάχνουμε χρόνια, μην ξέροντας πως<br />
υπάρχει μέσα μας, σ ένα κλειστό φάκελο με την επιγραφή:<br />
Έρωτας αντιθέτων, ίσον Ζωή<br />
Κι όταν βρεθεί, αλλάζει η παράσταση. Απλά αντικείμενα<br />
παίρνουν πνοή απ’ τη δική μας κινητικότητα&#8230;<br />
Γίνονται αυτό που θέλουμε. Αποκτούν τη χαμένη τους<br />
μουσικότητα, την προϋπάρχουσα αρμονία τους&#8230;<br />
0 Φαίδρος και η Ελεονώρα,<br />
είναι το διασκορπισμένο εγώ μας που ανταμώνεται μέσα<br />
από μεγάλους κι αντίθετους κραδασμούς&#8230;</p>
<p>**/**</p>
<p>Αναζητούμε, την αθωότητα&#8230;<br />
Τώρα, λίγο πιο πριν,<br />
μαζέψαμε τα χέρια απ’ τους σταυρούς.</p>
<p>Η ποίηση, είναι μια δύσκολη υπόθεση<br />
Πρέπει να τους ξεχώσεις<br />
τους πόνους από τις πληγές.<br />
Αλλιώς, δεν αντέχεις<br />
για να τραγουδήσεις&#8230;</p>
<p>***</p>
<p>Φέγγει, το γεγονός του προσώπου σου<br />
στον κήπο του Ελοχίμ.<br />
Η έκταση, το σκοπό της σφυρίζει&#8230;<br />
Εδώ δεν υπάρχει, τέλος η αρχή·<br />
εδώ υπάρχεις<br />
μέσα στην ξυπνητή αμεριμνησία<br />
της χλόης.</p>
<p>Στην πόρτα ο Φαίδρος<br />
με το κερί στο χαμόγελο<br />
λαδώνει το χρυσό κλειδί.</p>
<p>Η εργασία του ονείρου<br />
Ψωμί του Αντιονείρου&#8230;</p>
<p>***</p>
<p>Τ’ άλογα, σου ’φεραν την Αγνή<br />
φράση του Φαίδρου.<br />
Δεν πειράζει που ξέχασες τα πράγματα…</p>
<p>Όλα του κόσμου τα τρωτά<br />
θέλουνε λόγια του αγγέλου&#8230;</p>
<p>***</p>
<p>Τα Φαιδρά, είπε ο Φαίδρος, της ζωής μας,<br />
τα φαιδρά, είναι τα πλέον σοβαρά.<br />
Είναι Φαίδρος πάνω στη σκάλα&#8230;<br />
Ανεβαίνει απορεί, κατεβαίνει απορεί,<br />
ψάχνει να βρει την τελευταία λέξη.<br />
Μετεωρίζεται κι ωριμάζει.<br />
-Τι είναι επιτέλους αυτή η ωριμότητα; Ρώτησε.<br />
Μου ’φαγε όλη την άνοιξη&#8230;<br />
Αν φτάσω στο χειμώνα θα ξέρω<br />
μα τούτο το κλωνάρι της μυγδαλιάς,<br />
θ’ απολιθώνεται πάνω στο γνωστικό μου το κεφάλι.</p>
<p>Πρόωρα, όλα είχαν την τόλμη της άγνοιας.<br />
Κύκλοι, μέσα σε αιχμηρές γωνίες χανόταν.<br />
Ανυποψίαστα σχημάτιζαν την κόψη<br />
του παιδικού ματιού.</p>
<p>Όπου κι αν έφτασα, άγνωστοι με υποδέχθηκαν<br />
σηκώνοντας ψηλά, το προδομένο μου το μάτι.</p>
<p>Ωστόσο, τον τραβούσε η σκάλα.<br />
Υπέθετε, πως κάνει μια δουλειά.<br />
Δίπλα του, η Ελεονώρα αναπαύεται.<br />
0 κήπος της, βλέπει στ’ ακρογιάλι&#8230;</p>
<p>Φαιδρός:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Είναι παράφωνες κραυγές ο κόσμος μου<br />
Ελεονώρα.<br />
Κι η αρμονία του,<br />
είν’ η παράλογη σύνθεση<br />
που αναζητάμε&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Παίζουν οι μικρές σειρήνες παντού.<br />
Εισβάλουν μέσα στην άγουρη φράουλα<br />
και στο καινούριο στόμα&#8230;</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Φαίδρε, ο κόσμος του σκουριασμένου σίδερου,<br />
δίνει το λίπασμα της σκουριάς<br />
κι εσύ, το λάδι του λυχναριού<br />
ποιος είν’ ο φυτευτής<br />
του καρπωμένου δέντρου;<br />
Ένας μικρός άνθρωπος, είπες;<br />
Για το δρόμο του, Φαίδρε, ξερίζωνε<br />
τις παράφωνες νότες.<br />
Είναι μια ώρα, που όλα μαθαίνουνε<br />
να τραγουδούν.</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">θα σου πω δυο λόγια Ελεονώρα:<br />
0 κόσμος, είν&#8217; ένα πικρό ζουμί<br />
που ξεχείλισε μες τα λευκά<br />
μουστάκια του παππού μου<br />
και δεν άφησε όρθια τρίχα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">0 Αριστόδουλος τ’ Ουρανού,<br />
τρελλός από τα, παιδικά του χρόνια,<br />
αγάπαγε την Άνοιξη και την ελπίδα.<br />
Σήμερα, έχει ένα καημό που του &#8216;μείνε<br />
το ξεχειλωμένο λάστιχο, του παντελονιού του.</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μας εξουσιάζει το μέλλον Φαίδρε.<br />
Ένας κρυφός γαλαξίας<br />
χωνεύει τη βαρύτητά μας.<br />
Άνθρωπος λένε, είναι<br />
μια φυσική ιστορία υποταγής<br />
στο αντίτυπο του.<br />
Άνθρωπος λένε,<br />
είναι μια συνεχής αφαίρεση γι’ αλλού…</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τι είναι το Αλλού;<br />
Μια συνεχής αφαίμαξη σε πρωϊνά σοκάκια<br />
Χρύσισαν λίγο τα επτά του σκουλαρίκια<br />
χύθηκαν πάλι τα αρώματα της έρημου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ποια είν’ η έρημος;<br />
Μια άγνωστη γυναίκα που αδειάζει<br />
σε προχωρημένη γνωριμία&#8230;</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κάποτε έρχονται θεοί<br />
στα ξεχασμένα τραπέζια.<br />
Φτερά φυτρώνουν στους τοίχους..<br />
Περιφέρεται μια αφανέρωτη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 80px;">0ι σαύρες στο πάτωμα<br />
κρύβουν τα λόγια<br />
μες την υπόγεια τρύπα.<br />
Η έλξη της οροφής οργιάζει<br />
και λησμονάει<br />
την περασμένη ώρα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Όταν ξέρεις πού ξημερώνει,<br />
νύχτα γίνετ’ ένας άδειος<br />
κάλυκας σφαίρας&#8230;</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πού είν’ η πόρτα της αυλής σου Ελεονώρα;<br />
Πες μου πώς έφτασες μες απ’ τη νύχτα<br />
σ’ αυτήν την υπαίθρια μονοκατοικία<br />
με τους ξυπνητούς υπηρέτες<br />
που ξεσκονίζουν τα ονόματα της διαύγειας<br />
στις φωτεινές σου διαστάσεις;</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ανεπτυγμένη όσφρηση σ’ ωριμάζει<br />
Σκάβοντας φίλε μου,<br />
το μεθυσμένο χώμα σου δίνεται<br />
κι η σήψη κουβαλάει μιαν άνοιξη</p>
<p style="padding-left: 80px;">Άξιος καρπός<br />
αυτή η όραση μας είναι<br />
της κρυφής περιπέτειας<br />
και της οδύνης&#8230;</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κάτι ξεραίνεται μέσα στον κήπο Ελεονώρα<br />
Το νερό λιγοστεύει<br />
Τα παιδιά κοιμούνται αμέριμνα<br />
σαν εκείνα τα άστρα του Σύμπαντος<br />
που ξεχάστηκαν μες τη μακαριότητά τους<br />
και κανείς δεν ξυπνάει να μαζέψει<br />
τη στερνή του σταγόνα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αυτό το πρωί<br />
έχει μια ξηρασία που λεηλατεί&#8230;</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τον κήπο, να τον αγαπήσεις<br />
Έτσι, με το ερωτικό κεφάλι σου<br />
χαϊδεύοντας τα φύλλα του να του δοθείς…<br />
Ξύνοντας με το παθιασμένο χέρι σου<br />
το χώμα του,<br />
βαθειά, η ρίζα ανασαίνει&#8230;<br />
Κι αυτός μες του παροξυσμό του<br />
θα σου πει,<br />
όπως οι κάθετες φιγούρες του Δομίνικου,<br />
πότε κατηφορίζει η άνοιξη&#8230;<br />
Εκείνος ξέρει,<br />
την ασυνήθιστη σταγόνα των φύλλων&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Έμπειρος είναι<br />
στις σκοτεινές γωνιές του σώματός του<br />
να μην αδρανεί<br />
Να ξεκολλάει το κορμί της έχιδνας<br />
από τη θλίψη.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Εύσωμος είναι μες την ομορφιά<br />
και δεν τρομάζει<br />
Αντιστέκεται με το αληθινό του προσωπείο</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Βέβαια, το θέμα είναι να δοθείς<br />
με παροξυσμό στον απέναντι κήπο<br />
Και στο μπουκάλι το λικέρ<br />
με ηδυπάθεια&#8230;<br />
Μα ποιος σου λέει<br />
πως η αλήθεια δε θα σου κρυφτεί<br />
σαν τη διχασμένη γυναίκα;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ομορφιά σου λένε&#8230;<br />
και τρέχει το σάλιο τους<br />
για να κολλήσουνε το ραγισμένο της<br />
το προσωπείο…</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αν πάτησε το περί πλανημένο πόδι<br />
εκεί που μύρισε καπνός,<br />
ζωή γεννήθηκε.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αν γκρέμισε το ραγισμένο σπίτι,<br />
εκεί, πίσω απ&#8217; εκείνα τα χαλάσματα<br />
ωριμάζει το στόμα&#8230;</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ήταν ωραία τα πρόσωπα μέσα στα φύλλα<br />
Διεγερμένες οι φωνές που μίλησαν<br />
μ’ ένα βαθύ αντίλαλο απ’ το παρελθόν</p>
<p style="padding-left: 80px;">Παράθυρα για αισθησιακές παραισθήσεις..<br />
Δεν ήμουν αυτός που ήθελα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ήμουν σαν το Χαλίλ το φακίρη<br />
που πιάνει την καρδιά του<br />
κι αλλού βρίσκεται&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Απ’ όσα γνώρισα,<br />
αγνόησα το ελάχιστο παρόν.<br />
Η χορωδία εδώ<br />
κι εγώ απ&#8217; έξω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Του Άγγελο, θα του γνωρίσεις<br />
από την πρώτη ματιά.<br />
Κάνει σινιάλο στο φως<br />
και χάνεται.<br />
Στα μάτια του διαγράφεται<br />
μια τέλεια ιστορία<br />
για το μηδέν.<br />
Στα μάτια του διαγράφεται ο πόθος<br />
για την εξαίσια στάση.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Περπατάει<br />
και φέρνει πάνω του το λιμάνι&#8230;.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20453" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-3-253x300.jpg" alt="" width="276" height="327" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-3-253x300.jpg 253w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-3.jpg 540w" sizes="(max-width: 276px) 100vw, 276px" /></p>
<p style="padding-left: 80px;">Ο έρωτας, είναι μια σκάλα<br />
που ενώνει ένα κενό, είπε<br />
κι αυτό το ξυπνητήρι<br />
με τα φωσφορίζοντα γράμματα<br />
χοροπηδώντας στα γυμνά παράθυρα,<br />
ξυπνάει το Σύμπαν.</p>
<p style="padding-left: 80px;">&#8211; Ε, συ ο Μεταφραστής,<br />
μέσα στα σπλάχνα του προμηθέα<br />
ρίξε τις λέξεις&#8230;<br />
Τώρα ονομάζεσαι Αλχημιστής<br />
κι ο έρωτας μια αλχημεία<br />
που σε μετέβαλε σε φως&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">-Ε, συ ο Αλχημιστής,<br />
κράτησε τη χρυσή φωνή,<br />
πάνω απ’ αυτόν τον άρρωστο καιρό.<br />
(0 έρωτας μας έδωσε τη μοναδική σημασία,<br />
ο παλμός που γεννιέται<br />
και πολλαπλασιάζεται,<br />
η συνέχεια του σώματος<br />
μες στην ευτυχία<br />
κι αυτό το κομμάτι θάνατος<br />
που μας φώτισε μαυρίζοντάς μας.) Πάμπλο Νερούντα<br />
0 Έρωτας μας χάρισε τ&#8217; ασώματα χέρια<br />
για το ψηλάφισμα του φωτός</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το πέλαγο το τριγύρισα&#8230;<br />
Τι είναι η θάλασσα χωρίς το καράβι;<br />
Αν δε σηκώσεις την άγκυρα,<br />
δεν πας πουθενά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Εψές που λες Ελεονώρα,<br />
ξάπλωσα πάνω στο κατάστρωμα<br />
κι ονειρεύτηκα πως ξαναγύρισα στη στεριά<br />
σαν ονειροφαγωμένος εξάντας<br />
που συσπειρώνεται μες στη ζωή.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ελεήμων ζωή,<br />
με τα μεγάλα στήθη<br />
που σου γεμίζει το στομάχι<br />
επιτάφιες πέτρες.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κι εσύ το βλέπεις<br />
μα πρέπει να γυρίσεις κοντά της<br />
γιατί χωρίς το σκαλοπάτι του σπιτιού σου<br />
είσαι ένας μικρός ξενιτεμένος<br />
που δε λησμόνησε&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">-Ταξίδεψα τριάντα δύο χρόνια.<br />
Πέρασα περιττές κι’ ανώφελες ταλαιπωρίες<br />
Απεκόμισα μιαν ασχημάτιστη ωκεανογραφία.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Λυπάμαι που δεν έχω ένα κορμί<br />
για να δεχτεί μια σφαίρα απ’ τη ζωή<br />
και να τραγουδήσει</p>
<p style="padding-left: 80px;">Λυπάμαι που δεν είμαι το κορμί<br />
Μίας αμετακίνητης πρωτεύουσας&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">-Ταξίδεψα για τη Χίμαιρα<br />
που δε θα συναντούσα<br />
μέσα στην ερημιά και στην ηχώ της<br />
Μέσα στο αβέβαιο κάλεσμα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα συναισθήματα του,<br />
ήταν μια ουρανοκατέβατη παρτιτούρα<br />
που την έβλεπε και ξεκαρδιζόταν<br />
για τις λαθεμένες γραμμές της<br />
και τ’ απόκοσμο κλίμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η σκέψη του φορούσε,<br />
το δικό της νυχτικό<br />
μ’ ένα ωραίο παραπλανητικό<br />
άρωμα μαρουλιού<br />
που τον οδηγούσε,<br />
σε προκατασκευασμένα πρωινά&#8230;</p>
<p>Ελεονώρα:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Χωρίς τ’ αγαπημένα σου φτερά,<br />
χωρίς τα μαγικά σου τα λυχνάρια,<br />
δεν είχες τίποτα να πεις<br />
για το κορμί της σιωπής.<br />
Για το φαινόμενο που βρίσκεις<br />
και χάνεις τα λόγια σου&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Κατέστρεφες, μια φλέβα ουρανού<br />
ρε τη γυμναστική σου στη σκάλα.<br />
Κανείς δεν κατάλαβε.<br />
Στα παντοπωλεία πουλιούνται<br />
εδώδιμα τονωτικά&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα επτά κρυφά μας μάτια<br />
αλέθονται<br />
στο γρανάζι μιας μηχανής.<br />
Βγαίνουμε στην τυφλή πλατεία.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πραματευτάδες εμπορεύονται υδράργυρο<br />
και πουλιά<br />
κάτω από τον ηλικιωμένο ήλιο.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το μεγάλο ποτάμι,<br />
φέρνει επάνω μας κομμάτια καραβιών<br />
που δε συναρμολογήσαμε<br />
μπήγοντας μες την άμμο<br />
χαμένα ξύλινα πουλιά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Πραματευτάδες τεμαχίζουν<br />
άλογα με φτερά,<br />
κάτω απ’ τα μάτια<br />
του μεγάλου μας Προγόνου<br />
του Πιλάτου&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Η ευθύνη, είν’ ένα μπαλόνι<br />
που ταξιδεύει στον ύπνο μας&#8230;<br />
Το πρωί το ξεχνάμε<br />
σαν ένα ακατοχύρωτο όνειρο.</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">&#8211; Φαίδρε, ήμουνα ξεντυμένη απ’ τη μιζέρια<br />
Ένα εξαίσιο ρολόι σταματούσε<br />
μέσα στις πρωινές τις ώρες<br />
&lt;ι ερωτευόμουνα,<br />
το πρόσωπό του καραβοκύρη<br />
και το χλωμό υπερωκεάνειο<br />
που ταξιδεύει με τ αναστημένα βρέφη,<br />
μέσα στο αίσιο πέλαγο<br />
σαν την ειρήνη&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τραγουδούσαν οι μάνες<br />
όπως την ώρα που αρχίζει η δουλειά<br />
για μιαν ανάσταση.</p>
<p style="padding-left: 80px;">&#8211; Η λύπη σου σε νικούσε,<br />
Ήσουν ωραίος στη θλίψη.<br />
Κι ανάμεσα μας, ήταν μια βεβαιότητα Φαιδρέ,<br />
σαν το κορμί που πείθεται<br />
όταν ξερνάει τα πάθη του<br />
σαν τη φωνή που εκπέμπει την άγνοιά της<br />
για να ξεχνάει&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ελεήμων ζωή<br />
με τα φιλήδονα χείλη<br />
που σου παίρνει ό,τι έδωσε —</p>
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 80px;">-Τα καράβια γυρίζουν.<br />
Κουβαλούν τα λιμάνια<br />
κι ολοκαίνουριες τις πνιγμένες παρθένες.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Έφηβη της ημέρας<br />
θαλασσινή φωνή</p>
<p style="padding-left: 80px;">έξοδος<br />
από ετοιμόρροπο λαιμό<br />
είναι η ποίηση&#8230;</p>
<p>Φαίδρος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μια μέρα, θα ρθει μπροστά μου η ηθική<br />
και θα γελάσει.<br />
Θα μου δείχνει ακόμη<br />
τη μια μονάχα όψη.<br />
Οι άλλες που κρύψαν τη χαρά<br />
η την αλήθεια,<br />
ξεχνιούνται σ’ ένα μακρινό<br />
ανεξερεύνητο χωράφι.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Αν μέσα απ’ άγρια χορτάρια βγαίνοντας<br />
τραγούδησα<br />
κι από ξερά καλάμια<br />
πέρασα τη φωνή μου,<br />
εκείνα τα πουλιά στα κεραμίδια μου<br />
το γνωρίζουν.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ψάχνοντας αν ξεδίψασα,<br />
το τραγούδι μου θα τ’ ομολογήσει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Μέσα σ’ αυτό το ανεξερεύνητο χωράφι,<br />
φώναξέ μου Ελεονώρα, εκείνο το πικρό<br />
μυστικό της άγνοιας&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΓΕΝΕΤΟ (1987)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΓΕΝΕΤΟ Ι</strong></h5>
<p>Γιατί να,<br />
προσχωρήσαμε στον καρπό τον αθέατο<br />
που πολλοί,<br />
τον ονόμασαν όνειρο.<br />
Τούτος πάλι σαν ωριμάσει το σπόριο του ρίχνει στη γη<br />
και την ουσία του σκορπίζει στην ατμόσφαιρα.<br />
Κα ξανακαρπώνεται σ’ άλλες συνθήκες.<br />
Πολλοί, τον ονόμασαν γυρισμό ταμ ανθρώπου<br />
που παντού, το ίδιο δίνεται.<br />
Γιατί σαν την αγάπη, δίκαιος δεν είναι&#8230;<br />
Δίνεται παντού<br />
και δε καθαρίζεται<br />
Κινεί.<br />
Και πολλοί από μας είπαν:<br />
Ας τον ονομάσουμε ζωή.<br />
Ας τον ονομάσουμε Είναι.<br />
Κι ας μην ταιριάσουμε το δίκιο<br />
πλάι στο καλό<br />
Αλλού φωνάζει το ένα<br />
κι&#8217; αλλού μας γνέψει τ&#8217; άλλο<br />
Γιατί δίκαιοι πολλοί ήταν από μας<br />
Καλοί δεν ήταν.<br />
Πολλοί φως εγνώρισαν<br />
πως η αγάπη δίκαια δεν είναι.<br />
Δίνεται παντού<br />
το ίδιο&#8230;.</p>
<p>Ας γίνω λοιπόν<br />
αυτό που δεν είμαι!<br />
Ας ξεχάσω<br />
πως ήμουν καλεσμένη<br />
σε συμπόσια με βροχές,<br />
σε βουβές συναυλίες<br />
γεμάτες σκιές.<br />
Φορώντας τις πλάνες<br />
ας κρυφτώ<br />
μες σε σωρούς ζεστής στάχτης<br />
οδυνηρής…<br />
…Κι ύστερα των πυκνών δέντρων<br />
το φύσημα<br />
&#8230;Κι ύστερα&#8230; πάλι<br />
η ανάσα η πρώτη&#8230;.</p>
<p style="padding-left: 240px;">20—4—83</p>
<p>Τούτα τα τσιμεντένια καλούπια,<br />
σπάζουν μόνο με σεισμούς<br />
ή με διαστολές αισθημάτων εκρηκτικές.<br />
Για να διακλαδίζονται ρωγμές<br />
με τρομερά κυκλώπεια άνθη παλαιολιθικά.</p>
<p style="padding-left: 240px;">29—5—83</p>
<p>Κι&#8217; ας μου είχες πει:<br />
-Όταν ανάψεις τη, φωτιά,<br />
ετοιμάσου<br />
να μαζέψεις; τη στάχτη.<br />
-Όταν κρατήσεις τα χελιδόνι,<br />
ετοίμασε το κλουβί.<br />
-Όταν πυροδοτήσεις την ιδέα<br />
γίνε ο στόχος!..</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 240px;">9—6—81</p>
<p>Το ποίημα<br />
ήταν η ώριμη στιγμή<br />
που το φως<br />
έμπαινε στο σκοτάδι.<br />
Η γόνιμη πράξη<br />
της διαστολής<br />
της καρδιάς μας.</p>
<p style="padding-left: 240px;">3—6—86</p>
<p>Μια φτυαριά ήλιο σκόρπισε.<br />
Κι&#8217; όποιος<br />
το φωτεινό κόκκο άρπαξε<br />
άντεξε στο σκοτάδι,,<br />
σαν τη μύχια φωτιά<br />
στην άβυσσο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">8—8—83</p>
<p>Σκέφτηκες, να υψώσεις το χέρι.<br />
Να κτυπήσεις την πόρτα.<br />
Μια λέξη ν’ ακούσεις.<br />
Να δώσεις απάντηση.<br />
Και ίσως δε σκέφτηκες<br />
όταν ανοίξει τούτη η πόρτα<br />
πιστοποιώντας την ταυτότητά σου,<br />
χάσεις ξανά το πρόσωπό σου στον καθρέφτη.<br />
Τι θ’ απαντήσεις τότε<br />
στους λιποτάκτες που γελούν<br />
και δε κτυπήσανε ποτέ<br />
τούτη την πόρτα;</p>
<p style="padding-left: 240px;">2—11—81</p>
<p>Θυμάσαι;<br />
Το τελευταίο θραύσμα του χεριού μου<br />
άρπαζε το σκοινί<br />
κτυπούσε μια καμπάνα.<br />
Στο σκουριασμένο λεωφορείο,<br />
και τ’ απολίθωμα, μου ακόμη<br />
έψαχνε τους δρόμους<br />
για κείνο που χάνουμε.<br />
Σε κάθε γωνία, περίμενε τ’ ασθενοφόρο.<br />
Μας έλεγαν πως<br />
για μια ελάχιστη ελευθερία<br />
πρέπει ν’ ανέβεις επάνω.<br />
Πρέπει να μπεις στο σκοτάδι<br />
για να βγεις στο φως.<br />
Θυμάσαι τις κρυφές κραυγές<br />
που σε ανάγκασαν ν’ ακροαστείς;<br />
Κάτω υπάρχει πλάνη,<br />
κ’ η αβεβαιότητα σε τούτο το σκοινί.</p>
<p style="padding-left: 240px;">28—2—82</p>
<p>Εσένα,<br />
σου ‘μεινε μόνο το πρόσωπό σου.<br />
Αυτό που χαμογελάει<br />
αυτό το συγκαταβατικό.<br />
Απουσιάζεις όταν μιλούν<br />
απουσιάζεις όταν κοιτούν,<br />
υπάρχεις μόνο<br />
στη ψυχή των πραγμάτων τους<br />
σα σπίθα έτοιμη, ν&#8217; ανάψει.<br />
Μα θ’ ανάψει;</p>
<p style="padding-left: 240px;">24—4—84</p>
<p>Όταν σκάβεις, σκάβεις το χώμα<br />
γύρω απ’ τη ρίζα,<br />
έλεγες,<br />
η ρίζα πάει βαθιά…<br />
Τα κλαδιά, παίρνουν τη στάση του ύψους<br />
Και τ’ ανθρώπινο έτσι…<br />
Όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στο χώμα<br />
αρχίζεις και χάνεσαι στο φως.<br />
— Δίκιο έχεις.</p>
<p style="padding-left: 240px;">19—6—84</p>
<p>Τρύπια η ψυχή σου στον άνεμο&#8230;.<br />
Κι&#8217; εσύ που τη στολίζεις<br />
με καινούργια μάτια,<br />
εσύ είσαι ο δήμιος.<br />
Ανοίγεις τους δρόμους<br />
κόβεις τα σκοινιά,<br />
ετοιμάζεις μια θέση<br />
στην παγίδα.<br />
Όταν βγάλεις τα χέρια<br />
έξω απ’ τα κάγκελα,<br />
δυο μικρά κόκκινα πουλιά,<br />
όλα τα μάτια σου!<br />
αντιμέτωπα<br />
στο φόνο…</p>
<p style="padding-left: 240px;">4—3—82</p>
<p>Άντεχε η ρόδια<br />
των δρόμων τη διάβρωση<br />
με τον τρόπο των πουλιών.<br />
Ιπτάμενη ρόδα<br />
στο τοπίο μιας τίγρης<br />
σέρνοντας<br />
τεχνητές ώρες,<br />
με τον τρόπο των πουλιών<br />
άντεχε.</p>
<p style="padding-left: 240px;">2—10—86</p>
<p>Ο λωτός<br />
ανάμεσα στα επικίνδυνα<br />
μανιτάρια,<br />
πρέπει ν’ αποδώσει<br />
μες από εισπνοές θανάτου<br />
τη ζωή.<br />
Δεκτικός στη σκευωρία<br />
του αφανισμού του,<br />
εξαϋλώνεται<br />
μεταβάλλοντας τα μανιτάρια<br />
σε ασημένιους λωτούς.</p>
<p style="padding-left: 240px;">30—9—86</p>
<p>Στις στάσεις των λεωφορείων,<br />
στις στάσεις των φαναριών<br />
και κει ακόμη<br />
γινόταν τα μαλλιά σου<br />
φύλλα των δέντρων<br />
τα μάτια σου φως<br />
Θάλασσα το χαμόγελό σου.<br />
Κι’ έλεγα τ&#8217; όνομά σου<br />
όνομα οδυνηρό.</p>
<p style="padding-left: 240px;">6—10—82</p>
<p>Στα μάτια σου,<br />
οι βαθιές αποστάσεις.<br />
Διαρροές του φωτός<br />
και αφαίρεση.<br />
Τι γυρεύεις αδελφέ μου<br />
μέσα στο τέλμα του καιρού;<br />
Μέσα σε κοσμικά δωμάτια<br />
ενορατικός και διαιρεμένος<br />
με την ύλη φορτίο<br />
πάνω στις διόδους των ματιών;<br />
Τι γυρεύεις ελεύθερος απ&#8217; ενοχές<br />
στις ενοχές των καιρών;<br />
Ελεύθερος σ&#8217; όλες τις διορατικές<br />
αποστάσεις των ονείρων<br />
με την ύλη φορτίο;</p>
<p style="padding-left: 240px;">12—6—86</p>
<p>Η βραχνάδα στη φωνή σου<br />
μαρτυρία<br />
πως κάνεις δε σ’ άκουγε<br />
ή πως έμεινες στη βροχή<br />
προσπαθώντας<br />
να γεμίσεις μια στέρνα,<br />
Σημάδι απ’ τον παλμό της σταγόνας;<br />
Κείνοι που πέρασαν δίπλα σου<br />
άδειες κόγχες,<br />
άνυδρα σώματα,<br />
άκουσαν βήχα.<br />
Είπαν,<br />
ξερνάει αίμα!<br />
Έφυγαν.</p>
<p>Επέστρεφαν<br />
δίχως σημαίες.<br />
Παίρνοντας ή λεηλατώντας<br />
δεν ανακάλυψαν ποιοι ήταν.<br />
Επέστρεφαν μ’ ένα κουφάρι πρόοδο<br />
και τη γνώση του κάτεργου.<br />
Απορημένοι.<br />
Έτσι που αλλάζαν τις εποχές<br />
μεγαλώναν μια πλάνη<br />
μίκραιναν τα κενά της σήψης.<br />
Επέστρεφαν μ’ απουσίες<br />
και δίχως πρόσωπα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">6—10—82</p>
<p>Αιχμάλωτο φρένο<br />
στο βάθος του είναι σου<br />
κόσμε, λειτούργησε.<br />
Η νύχτα,<br />
σκοντάφτει στη νύχτα<br />
κι η μέρα αρπάζει<br />
πηλό και νερό<br />
να κτίσει το φως.<br />
Τελευταίο λεπτό,<br />
στον αιώνα αντιστέκεται<br />
αιχμάλωτο φρένο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">9—1Ο—86</p>
<p>Γύμνασε τη φωνή σου<br />
ποιητή.<br />
Η ακοή αρρωσταίνει.!..</p>
<p>Οι βάρβαροι κέντρισαν<br />
την έγκυα μέρα.<br />
Αλλά το αίμα στο μπετόν<br />
γεννάει λουλούδι.<br />
Ηλίανθος ο Βασιλεύς!</p>
<p style="padding-left: 240px;">24—9—86</p>
<p>Υπάρχει η φωνή μου<br />
έστω η φωνή μου<br />
συντριβή από λέξεις<br />
αρχίζει και επεμβαίνει<br />
το τίποτα.</p>
<p>Ψάχνω μέσα στο τίποτα.<br />
Αυτορωτώ κι ανταπαντώ.<br />
Ανασαίνω δημιουργία.<br />
Κατ&#8217; σαν εισπνοή, εκπνοή<br />
ή κάτι σαν αυτόχειρ…<br />
Ψάχνω το τίποτα<br />
ή το αυτοτίποτα.</p>
<p>Κείνο που μεγεθύνει<br />
τον ονειροκαρπό<br />
κι ο σπόρος του ανθρώπου<br />
υψώνει</p>
<p style="padding-left: 240px;">24—6—85</p>
<p>Στο παράθυρο,<br />
η εξόριστη στάθηκε γυναίκα.<br />
Πως υπάρχει στην πλάνη<br />
είπε<br />
κι έκλαψε.<br />
Στο τζάμι,<br />
τ’ αχειροποίητο ποδήλατο,<br />
των πραγμάτων την άφθαρτη: οδήγησε<br />
σ’ άυλη γέννα.<br />
Πως υπάρχει στην πλάνη είπε<br />
Στου καθενός τη μυθόχωρα<br />
Η αειπάρθενη αυτή<br />
αλήθεια.</p>
<p>Πολλοί στο τέλος πλανήθηκαν και δικαίωναν το εγώ τους<br />
λέγοντας.<br />
Η πλάνη είναι αυτοσυντήρηση<br />
Η αυτοσυντήρηση έμφυτη.<br />
Η πλάνη;<br />
Κι άλλοτε Αλήθεια το ονόμασαν κι άλλοτε Ψέμα.<br />
Και γονατίζουν<br />
εμπρός<br />
απ’ το αίνιγμα<br />
που το ονόμασαν<br />
Γνώση.</p>
<p style="padding-left: 240px;">8—6—86</p>
<p>Πολλοί από κείνους, ενήλικοι, φύγαν στη χώρα<br />
της καρδιάς,<br />
Μες στο τοπίο του Ναού όπου κλεβόταν<br />
άτρωτη η, Γνώση.</p>
<p style="padding-left: 240px;">8—6—86</p>
<h5><strong>ΕΓΕΝΕΤΟ II</strong></h5>
<p>Να κατεβάσω τον πηλό στην υγρασία!&#8230;<br />
Να στήσω τ’ αυτί μου στα χείλια της γης.<br />
Να στηρίξω το μάτι στη τρύπα.<br />
Έρχετ’ η μέρα όταν τη δεις.<br />
Όταν ανοίξεις το ντουλάπι και ξεχυθεί<br />
η μυρωδιά της μούχλας σαν αμαρτία&#8230;<br />
Όραση των αοράτων! Όραση των ορατών!<br />
Διψάσαν οι ώρες. Πείνασ&#8217; η φωτιά.<br />
—Ρίξε νερό, ρίξε και ξύλο.<br />
Μη ξοδεύεις σταγόνα, μην πετάς ροκανίδι.<br />
Το περίσσευα σου κηρύσσεται ιερό!<br />
Θάρθσυν στη πόρτα τα παιδιά!<br />
— Ορκίσου πως θα μοιραστείς το ψωμί σου<br />
ως το τελευταίο ψίχουλο.<br />
— Ορκίσου πως δε θα πεινάσεις ώσπου να χορτάσουν.<br />
Καθάρισε το τραπέζι. Κόψε τη φλέβα της καρδιάς.<br />
Σήκω! Tο ζυμάρι πλάθεται πρωί κάτω απ&#8217; άγουρο άστρο<br />
Και το προζύμι κηρύσσεται ιερό!<br />
Ξεκινάμε!&#8230;<br />
Ώρα μηδέν και ώρα πρώτη.<br />
Η συμφωνία του φωτός ε γ έ ν ε τ ο !</p>
<p>Και εγένετο;<br />
η ουσία της πέτρας<br />
κι ουσία του πέλαγου<br />
η νεφέλη των άστρων<br />
κι η λευκότης της άμμου<br />
φωτιά.</p>
<p>Κι’ αγρύπνησαν γυναίκες<br />
με την πύρινη αίσθηση:<br />
αφανίζοντας<br />
τη, μετέωρη πλάνη.<br />
Και εγένετο,<br />
η ζωή των νεφών<br />
απ’ τη καύση<br />
και στα νέφη,, ο τρελλοί εραστές<br />
του νερού<br />
με τ αμείλιχτα δάχτυλα<br />
ορίζουν<br />
θανη<br />
στην προδοσία!</p>
<p>Και εγένετο,<br />
η απόχρωση των βλεμμάτων λευκή<br />
και η δύναμη των χερών<br />
μες το χάος.<br />
Και είπε: Τώρα, αποσπάσου<br />
ποιητή<br />
με τη γεύση του ανέμου<br />
στο σώμα.<br />
Νίκησες είπε’<br />
νίκησες με ρομφαία<br />
το μάταιο!<br />
Λαμπαδοφόροι στον ορίζοντα<br />
χαμογελούν,<br />
αργοκίνητα υψώνοντας<br />
το ρ α π τ ρ ο .</p>
<p>Έρχεται η όραση, των νεογνών<br />
μες απ’ το μάτι του περιστεριού<br />
και την καρδιά του ελαιώνα&#8230;<br />
Το ελάφι, γνωρίζει τη σκέψη<br />
του άλλου ελαφιού<br />
και δακρύζει μόνο<br />
για το σκοτάδι.<br />
Θα μιλήσει<br />
σιωπή με σιωπή.<br />
Πένθος με πένθος.<br />
Ζωή με ζωή.<br />
Έτσι γεννιέται αγάπη.</p>
<p>Και φώναξα:<br />
Φίλοι μου, τραγουδήστε στα ελάχιστα∙<br />
των μεγάλων η αίσθηση μικραίνει.<br />
Φίλοι μου, τραγουδήστε<br />
στην καρδιά ταυ συνοδοιπόρου σας<br />
την κραυγή της φωτιάς∙<br />
των μεγάλων η αίσθηση; μικραίνει.<br />
Και η σταγόνα του ιδρώτα σας<br />
θα σας ανταμείψει.<br />
Αυτή, μέσα στο νούφαρο του σκοταδιού<br />
αγρυπνάει.<br />
Αυτή μες το παράφορο μάτι<br />
της αγάπης<br />
γίνεται πηγή.</p>
<p style="padding-left: 240px;">23—9—86</p>
<p>Με το φτερό του αγγέλου<br />
στην αόρατη σάρκα<br />
μέσα στον αίθριο αιώνια,<br />
ανένδοτη<br />
σ’ επιστροφές<br />
και τ&#8217; αγέρωχα μάτια των πουλιών<br />
που αποδημούν<br />
σε μεστό καλοκαίρι</p>
<p>— Ετοιμάσου<br />
μου είπες.<br />
Ο κόσμος μετακομίζει<br />
στο φως.</p>
<p>— Μάζεψε τις απορίες<br />
της ζωής μας<br />
ο κόσμος αύριο<br />
μετακομίζει στο φως.</p>
<p style="padding-left: 240px;">21-9—86</p>
<p>Όμοια γνώση<br />
γνώση της ειρήνης.<br />
Διαβρωμένοι ορίζοντες<br />
τον καρπό συντηρούν<br />
στη ρυτίδα.<br />
Το αιώνιο σπέρμα<br />
ταριχεύοντας<br />
στον ευθύβολον άνεμο.<br />
Κείνον που θ&#8217; αντέξει<br />
να σταθεί<br />
σε όμοιο σημείο.</p>
<p>Αργά οι Καιροί μας πηγαίνουν<br />
στον προορισμό μας<br />
Κι&#8217; η γη μας, ωριμάζει<br />
κάπου αλλού, τον αιώνα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">21—9—86</p>
<p>Κι’ ίσως,<br />
να βρούμε τη συνθήκη μας.<br />
Ο καθένας χωριστά<br />
σε άλλη θέση.<br />
Ανάλογο άνεμο<br />
στον ανάλογο χρόνο<br />
ή συνεχή παροχή<br />
φόρτισης κι&#8217; εκπομπής.<br />
Αυτή η ροή άνθρωπος<br />
χρειάζεται τη δική του διάσταση.<br />
Αλλιώς πεθαίνει.<br />
Γι’ απτό πεθαίνει<br />
αναζητώντας τη συνθήκη τού<br />
ναι ευδοκιμήσει.</p>
<p style="padding-left: 240px;">31—3—86</p>
<p>Η μήτρα<br />
εγκυμονεί την πηγή,<br />
την πηγή δύναμη<br />
την πηγή πνεύμα.<br />
Εγκυμονεί τους ανθρώπους<br />
ραντάρ<br />
που θα περιφέρονται ισχνοί<br />
κι&#8217; άφωνοι<br />
με τον εξαίσιο μόνο πομπό<br />
αγάπη.</p>
<p style="padding-left: 240px;">26—2—85</p>
<p>Το βασίλειο των ονείρων<br />
ηλεκτρίζουν τα παιδιά.<br />
Δεν έχουν γνώση<br />
δεν έχουν αμφιβολία<br />
εμπιστεύονται στην εμπειρία<br />
των Ουρανών,<br />
ρεμβάζοντας την αγάπη&#8230;</p>
<p>Τα παιδιά<br />
κρεμασμένα στο σύννεφο,<br />
τη γαλήνη φωσφορίζουν<br />
των αναστημένων.</p>
<p>Κι’ οι αναστημένοι,<br />
φορτισμένοι την έκσταση<br />
πατούν σ’ ένα λευκό<br />
ειρηνικό παράθυρο.</p>
<p>Έχουν κι’ όλας<br />
μαζέψει τη σκάλα<br />
δε μας γνωρίζουν.<br />
Στα πρόσωπα μας<br />
μίσησαν το θάνατο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">6-12-85</p>
<p>Οι λέξεις, δε σε προεκτείνουν<br />
Επιμένεις ν’ ακούς τον εαυτό σου<br />
σε άλλο πεδίο.<br />
Επιμένεις &#8220;να διασκορπίζεσαι<br />
αόρατος σπόρος<br />
σοφία σιωπηλή<br />
σοφία «τη φύση<br />
αβεβαίωτη&#8230;</p>
<p>Και επειδή δεν<br />
δεν είσαι η φύση σου<br />
θα μιλήσεις.<br />
Επειδή είσαι αφαίρεση<br />
κι’ έχασες το βάρος.<br />
Επειδή δεν έχεις λέξεις<br />
που να γίνονται σφαίρες&#8230;</p>
<p style="padding-left: 240px;">28-2—85</p>
<p>Σκλάβοι πολιορκούν τους δρόμους<br />
Με τα λευκά πανώ των απελπισμένων<br />
με τα παρθενικά βλέμματα των; διψασμένων.<br />
Σταματήσαν την κίνηση<br />
των φθοροποιών υπερήχων<br />
και τα χιμαιρικά κλάξον<br />
των μεταμφιεσμένων.<br />
Σκλάβοι, με τα μεταμορφωμένα<br />
φωτεινά χέρια<br />
και τους ασπάλαθους<br />
φόρους ψυχής<br />
με τα γυμνά αφυδατωμένα σώματα<br />
αναδύονται απ&#8217; τα όνειρα τους.<br />
Διαμαρτύρονται.</p>
<p style="padding-left: 240px;">20—3—86</p>
<p>Χρυσά των ήλιων<br />
σε πιθάρια μαγνητικά<br />
κατρακυλούν στους δρόμους.<br />
Σ’ αγκαλιές φθοράς<br />
σπάζοντας<br />
δείχνουν το Α λ λ ο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">21—3—83</p>
<p>Στο δωμάτιο των εγχόρδων<br />
οι ρυθμοί από σιωπές&#8230;<br />
Εκπομπές της ζωής<br />
παράθυρα ανοίγουν<br />
στη γνώση.</p>
<p>Λειτουργούν οι Καιροί<br />
με ανθισμένους βραχίονες.</p>
<p>Κι’ εσύ μες την παλάμη,<br />
τ’ ουρανού,<br />
μαζεύεις<br />
τα νέκταρ των χειλιών τους.</p>
<p>Αθώο νέκταρ<br />
ασυνείδητο!<br />
αχ τι γυρεύεις εσύ ο κλέφτης<br />
μέσα σε τούτη την ακολουθία;</p>
<p style="padding-left: 240px;">9—9—86</p>
<p>Κείνοι ραντίζουν τη φθορά. Κόκκινη βροχή πάνω στη σκόνη.<br />
Απλώνουν τη γραμμή του οδηγητή. Νικητές του αιώνα.<br />
Τσακίζουν το δόκανο μέσα στην έκρηξη της ζωής<br />
μες στην πηγή του πόθου για μετάβαση<br />
στην όχθη μιας άλλης οικουμένης.<br />
Αυτοί οι παρθένοι της γης, αντέχουν ακόμη∙<br />
μες στο σκληρό κέλυφος της απραξίας.<br />
Με τα δόντια στο τζάμι<br />
με την ακοή στο τύμπανο,<br />
αφουγκράζονται την ώρα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">8—9—86</p>
<p>Κι&#8217; αυτό το περιπόθητο<br />
φάντασμα, του κορμιού τους<br />
αραγμένο στις ρίζες των ωκεανών,<br />
βλάστησε τους ψηλούς αφρούς<br />
και κάρπισεν ήλιο.</p>
<p style="padding-left: 240px;">7—8—83</p>
<h5><strong>ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Τι γνωρίζει το ψάρι για το νερό<br />
που μέσα του περνά ολόκληρη<br />
τη ζωή του;</p>
<p style="padding-left: 200px;">Αλμπερτ Αϊνστάιν</p>
<p>Ο Νικόλας ήτανε τρομοκράτης.<br />
Το· πρωί που ξυπνούσε<br />
γυρνούσε γυμνός και ξυπόλητος.<br />
Άπλωνε στο χώμα σημαία<br />
απ’ άφθαρτη ύλη<br />
κι’ άφηνε μέσα σκέψη<br />
ζωντανή σκέψη.<br />
Έπλαθε σφαίρα<br />
’Ύστερα. στο λεωφορείο, στο τραίνο,<br />
στο σταθμό,<br />
όπου σε συναντούσε<br />
ανατίναζε την ψυχή σου.<br />
Ο Νικόλας ήτανε τρομοκράτης<br />
του σκοταδιού.<br />
Ήξερε την τέχνη του πυρός.<br />
Μια μέρα<br />
έβρεξε το πρόσωπό του<br />
μ’ εύφλεκτο υγρό<br />
αποπειράθηκε να δημιουργήσει<br />
καλλίτερα.<br />
Έγραψε στη σημαία:<br />
«Αμφισβητείτε τ’ αποφθέγματα των σοφών<br />
και τους νόμους.<br />
Αφουγκραστείτε τους νόμους των Ρευστών<br />
Μισείτε τ’ αγάλματα<br />
Αμήν»<br />
Κι’ ανατινάχτηκε.</p>
<p>Για κείνον,<br />
η ζωή, ήταν<br />
ένας περίπατος<br />
κάτω απ’ τον ήλιο.</p>
<p>Για κείνον<br />
η ζωή ήταν,,<br />
ένας καφές<br />
μες τη πλατεία του μεσημεριού.</p>
<p>Για κείνον<br />
η ζωή ήταν,<br />
να βγάλει βαρκάδα τη σκέψη.</p>
<p>Έμενε τελευταίος&#8230;.<br />
Δεν ήθελε &#8216;να πάει μαζί τους<br />
Ήταν αλλεργικός στην ασφυξία.<br />
Είχε συνηθίσει<br />
μια πατρίδα δίχως δρόμους<br />
κτίρια τοίχους, κάγκελα<br />
ή αλυσίδα.<br />
Έτσι,<br />
έμενε μετέωρος<br />
σε έναν ήχο<br />
κι αυτόν μυστικό&#8230;.<br />
Δεν δεχόταν την αποπλάνηση<br />
γιατί είχε την δική του<br />
πλάνη.</p>
<p>Τώρα θα παραδοθεί.<br />
Όλα τον προδίδουν.<br />
Μπαίνει στο κάδρο.<br />
Από κει μπορεί να χαμογέλα<br />
με κείνο το χαμόγελο<br />
της γνησιότητας της στιγμής.<br />
Με κείνο το σχήμα<br />
που καθορίζει το χρόνο<br />
δίχως την προδοσία<br />
της αλλαγής&#8230;.</p>
<p>Κι’ ίσως τη νύχτα,<br />
συνηθισμένος<br />
στο μεροκάματο της σταγόνας,<br />
μετακομίσει πάλι στον καθρέφτη.<br />
Βιαστής των σχημάτων<br />
θ’ αντέξει<br />
στις αλλεπάλληλες εξορίες ;</p>
<p>Τελικά.<br />
πάσχιζε να θυμηθεί&#8230;.<br />
Υπέφερε απ’ αμνησία.<br />
Η παρθένα μνήμη<br />
ήταν γι’ αυτόν μια ουτοπία<br />
που ταυ τροφοδοτούσε<br />
όχι το γεγονός της ζωής<br />
μα της λήθης.</p>
<p>Λυπόταν την κάτοψη του σπιτιού του.<br />
Το κενό των γωνιών.<br />
Κατά καιρούς,<br />
του γινόταν μία κατάσχεση,<br />
αγαπημένων πραγμάτων.<br />
μα εκείνος δε θυμόταν<br />
τι χρεωστούσε<br />
ή γιατί συνεχώς<br />
ήταν χρεωκοπημένος.<br />
Ίσως γι’ αυτό<br />
υπέφερε από αμνησία.</p>
<p>Εξ αιτίας αυτής της αμνησίας<br />
ζητούσε αμνηστία.<br />
Να του δοθεί η χάρη.<br />
Να τον αφήσουν επιτέλους<br />
ε λ ε υ θ ε ρ ο<br />
να θυμηθεί<br />
Ετούτο πάλι το κελί,,<br />
είχε μια πόρτα άνωθεν<br />
κι’ αυτός εκήρυττε σιωπή<br />
χρεώστης των πάντων<br />
θα καταλάβει εκείνο<br />
π ο υ τ ο υ ε ίχ ε δ ο θ ε ί ;</p>
<p>Πώς να αποδείξει<br />
ότι ήταν αθώος;<br />
Μαθηματικά<br />
τον καταδίκαζαν.<br />
Έπρεπε να ζητήσει συγνώμη<br />
για την ε ν ο χ ή<br />
που είχανε τετραγωνίσει<br />
στη ζωή: του&#8230;</p>
<p>Εκστασιαζόταν όταν του άνοιγαν τη πόρτα.<br />
Την προσπερνούσε.<br />
Του δίναν λευκές λέξεις<br />
ρευστά ρήματα<br />
να ντύσει τον πηλό<br />
των προσώπων του.<br />
Του δίναν την αθέατη δάφνη των ουρανών.<br />
Οπισθοχωρούσε.<br />
Ήταν ρακοσυλλέκτης.<br />
Αφιλόδοξος.<br />
Τίποτα δεν μπορούσε να υποδυθεί<br />
εκτός απ’ τον πηλό<br />
των πραγμάτων&#8230;</p>
<p>10—3—86</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΚΕΡΑ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Οι άγνωστοι αφανείς ήρωες των χωριών του κάμπου και της ορεινής περιοχής που προσπαθούν να επιβιώσουν αντέχοντας την πείνα, την εξαθλίωση, τον εξευτελισμό και τη βία της τρίτης βουλγαρικής Κατοχής στη Θράκη (1941-43), επί σκηνής.<br />
Πτυχές της εμπειρίας του μέσου ανθρώπου, άγνωστες καθημερινές στιγμές μέσα απ’ τα μάτια των απλών ανθρώπων της αγροτικής κυρίως περιοχής της Ξάνθης, μαρτυρίες γεγονότων όπως τα βίωσαν και όπως πέρασαν από γενιά σε γενιά, μαρτυρίες που δεν έχουν λεχθεί, αποσιωπήθηκαν ή χάθηκαν στη ροή του χρόνου.<br />
Λέω πως η σκέψη μπορεί να μεταβάλλει τις εικόνες απ’ το παρελθόν. Να μετατρέπει την αλήθεια σε όνειρο, σ&#8217; αυτό που θέλουμε ή δεν θέλουμε και να την απωθήσει ή να την εξαφανίσει. Αλλά και την ίδια τη στιγμή του γεγονότος να τη χωρίσει, να τη σπάσει στα δυο. Σ&#8217; αυτό που συμβαίνει και σ&#8217; αυτό που δεν συμβαίνει. Να πλάσει 8υο στιγμές παράλληλες μέσα στον ί8ιο χρόνο.<br />
Αυτή η αυταπάτη εξαφάνιζε χρόνια την πραγματικότητα εκείνου του γεγονότος. Έκρυβε από το 8ιεσταλμένο κουκούτσι των ματιών του Παναγή τον τρόμο και το άδικο.<br />
Η αυταπάτη, αυτή η άμυνα. Μια επιβίωση είναι για μας που κουβαλάμε τη στιγμή την άδικη.<br />
Τα κείμενα, μέσα απ’ τη λογοτεχνική αφηγηματική τους πλαισίωση, επιχειρούν να καλύψουν ένα σημαντικό κενό στην προφορική ιστορία της Θράκης, να ευαισθητοποιήσουν τον αναγνώστη στα γεγονότα της βίας και τις τακτικές του πολέμου, αλλά και να τον φέρουν κοντά στις πολιτισμικές και γλωσσικές μας παραδόσεις.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΖΑΜΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 600px;">Πρώτη απώλεια του πολέμου, η αλήθεια<br />
Αισχύλος</p>
<p>ΠΑΓΩΝΩ ΑΚΟΜΗ, όταν θυμάμαι εκείνο το πηγάδι με τον Παναγή ανάσκελα στον πάτο, τα χέρια ανοιχτά, την τρύπα στο μέτωπο και τα μάτια διάπλατα στυλωμένα στο άνοιγμα του πηγαδιού, να κοιτούν τον ουρανό μες απ’ τη διαφάνεια του λιγοστού νερού. Τα μάτια ανοιχτά κι απορημένα να μας καρφώνουν, έτσι όπως ήμασταν σκυμμένοι γύρω-γύρω στο στόμιο του<br />
κύκλου να τον κοιτούμε.<br />
Καθρεφτιζόταν και το φεγγάρι άγουρο ακόμη στα μάτια του. Σουρούπωνε κι αναρωτιόμουν αν ήταν αλήθεια ή ψέματα εκείνη η εικόνα του φεγγαριού στα μάτια του, εκείνη η εικόνα που διαλυόταν όπως το νερό μέσα στις παραθλάσεις του.<br />
Λέω πως η σκέψη μπορεί να μεταβάλλει τις εικόνες απ’ το παρελθόν. Να μετατρέψει την αλήθεια σε όνειρο, σ’ αυτό που θέλουμε ή δεν θέλουμε και να την απωθήσει ή να την εξαφανίσει. Αλλά και την ίδια τη στιγμή του γεγονότος να τη χωρίσει, να τη σπάσει στα δυο. Σ’ αυτό που συμβαίνει και σ’ αυτό που δεν συμβαίνει. Να πλάσει δυο παράλληλες στιγμές μέσα στον ίδιο τον χρόνο.<br />
Αυτή η αυταπάτη εξαφάνιζε χρόνια την πραγματικότητα εκείνου του γεγονότος. Έκρυβε από το διεσταλμένο κουκούτσι των ματιών του Παναγή τον τρόμο και το άδικο.<br />
Η αυταπάτη, αυτή η άμυνα. Μια επιβίωση είναι για μας που κουβαλάμε τη στιγμή την άδικη.<br />
Έπαιζε και τότε το νερό με τις αισθήσεις μας, εξαφάνιζε μ’ έναν τρόπο μαγικό το πρόσωπο του Παναγή κι έφερνε εκεί απ’ το βάθος του στην επιφάνεια τα δικά μας πρόσωπα καθρεφτισμένα σαν σε διάφανο τζάμι. Το τζάμι που χώριζε και παράλληλα ένωνε με τη διαφάνειά του το εδώ με το εκεί, τη ζωή με τον θάνατο. Εμάς με τον Παναγή. Πότε τον εξαφάνιζε και πότε τον εμφάνιζε. Πότε αντανακλούσε όλους εμάς και ήταν σαν να ένωνε ή να διέλυε τον χρόνο.<br />
Μια απατηλή διάφανη διαχωριστική γραμμή είν’ η αλήθεια, μια υποψία αμφίβολη που ποτέ δεν σ’ ελευθερώνει απ’ τις σκιές της. Όλα ζουν μαζί σου τη δική τους αυθαίρετη ζωή κι εσύ νομίζεις πάντα πως είσαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, αλλά δεν είσαι.<br />
Ένα ήσυχο απόγευμα του Απρίλη, του ’ 42, ήταν κι οι άντρες του χωριού μαζεμένοι στο καφενείο, κάπνιζαν και συζητούσαν. Αν και οι Βούλγαροι στην Κατοχή απαγόρευαν τις συγκεντρώσεις, μαζεύονταν πότε-πότε οι χωρικοί, έτσι για να αναθαρρέψει ο ένας απ’ τον άλλο. Ανυποψίαστοι κι αμέριμνοι ήταν. Καμιά περίπολος βουλγαρική εκεί γύρω, εκείνο το μουντό απόγευμα.<br />
Αλλά οι χαφιέδες έδιναν κι έπαιρναν εκείνη την εποχή. Έβαζε η Οχράνα, η μυστική ασφάλεια των Βουλγάρων, δικούς της και κατασκόπευαν τα χωριά της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και δικοί μας, σπιούνοι πουλημένοι για λίγο ψωμί, πρόδιδαν κάθε στιγμή, προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους. Κάποιος τους πρόδωσε, λοιπόν, κι έτσι όπως κάπνιζαν αμέριμνοι κι έλεγαν<br />
στα χωρατά τους ντέρτια και καημούς, ξεπρόβαλε στη γωνία απ’ το ύψωμα του χωριού ένα βουλγάρικο απόσπασμα που κατηφόριζε με ρυθμό.<br />
Ήταν στην πόρτα του καφενείου ο Κωνσταντής και τρόμαξε. Μπήκε και φώναξε: «Έρχονται οι Βούλγαροι, τρεχάτε!».<br />
Σαν να διέταξε ο φόβος κι ο πανικός ήταν. Βγήκαν έξω χωρίς να σκεφτούν κι έτρεχαν. Άλλος προς τα χωράφια, άλλος προς τα σπίτια, άλλος πίσω από δέντρα, στις αυλές. Αθώους και τρομοκρατημένους τους βρήκαν οι σφαίρες των Βουλγάρων που βλέποντάς τους να τρέχουν, τους πέρασαν για αντάρτες και τους θέρισαν.<br />
Ως τα χωράφια τους κυνήγησαν κι ως τις αυλές. Μέσα στα ντάμια και στους αχυρώνες τους βρήκαν. Κι άοπλους προτού να βγάλουν άχνα, τους σκότωσαν.<br />
Μονάχα ο Κωνσταντής γλύτωσε. Πρόλαβε και σκαρφάλωσε στο δέντρο που υπήρχε δίπλα στο καφενείο. Κρύφτηκε μέσα στις φυλλωσιές και είδε το κακό.<br />
Ο Παναγής έτρεξε κατά τις αυλές και μπήκε μέσα σ’ ένα πηγάδι που υπήρχε εκεί κοντά, για να γλυτώσει. Αλλά τον είδαν οι Βούλγαροι, έσκυψαν, κι όπως κοίταγε εκείνος προς τα επάνω, του την κατάφεραν στο «Δόξα Πατρί» με μια σφαίρα στο μέτωπο.<br />
Σταμάτησαν οι πυροβολισμοί κι έπεσε η σιωπή. Αργά-αργά όπως σουρούπωνε, κι έφευγαν οι Βούλγαροι, βγήκαν οι γυναίκες του χωριού μοιρολογώντας και τσιρίζοντας, χτυπώντας στήθη, τραβώντας μαλλιά, με την ψυχή στα τάρταρα μάζευαν τα ξεψυχισμένα κορμιά. Τα περισσότερα νέα παλικάρια αθώα με την ψυχή ακόμη αζύμωτη, περνούσαν αδιάβαστα και μόνα τον σκοτεινό Αχέροντα.<br />
Έτρεξε στο πηγάδι η Αντίκλεια, γυναίκα του Παναγή, έτρεχε ξοπίσω της κλαίγοντας κι ο μικρός Δημητρός, τριών χρονών.<br />
Την πρόλαβαν και την τράβηξαν πίσω οι άλλες γυναίκες του χωριού, να μη δει στο πηγάδι βαθιά, να μη θυμάται, για να ’ ρθει πιο γρήγορα η λησμονιά.<br />
Πετρωμένη τη γύρισαν στο σπίτι. Τα μάτια καρφωμένα αλλού. Τα χέρια σταυρωτά στο στήθος. Το κορμί πίσω-μπρος. «Ο Παναής;» ρώτησε. Μια μαύρη γάτα τρύπωσε απ’ την πόρτα την ορθάνοιχτη, πήδηξε στην αγκαλιά της, κουλουριάστηκε.<br />
«Έφυγε ο Παναής», της είπαν, «πάει κατά τον κάμπο, θα γυρίσει». Έσπρωξε γρήγορα τη γάτα μακριά, κλαψούρισε εκείνη, πήρε τον μικρό Δημητρό στην αγκαλιά της, τον έσφιξε πάνω της τρέμοντας. Μια αιωνιότητα η στιγμή. «Θα γυρίσει» είπε ψιθυριστά.<br />
Τρέξαμε τότε γρήγορα πίσω όλοι μαζί. Γίναμε κύκλος γύρω απ’ το στόμα του πηγαδιού, «Παναήηη» φωνάξαμε, μήπως και ζει, αλλά ξαναγύρισε πίσω ένα αντίλαλος κι ύστερα μια βουβαμάρα θανατερή.<br />
Αντανακλούσε τις σκιές του το νερό και μέσα του το πρόσωπο του Παναγή παγωμένο. Έπεφτε μες στο κρύο νερό και το φεγγάρι. Τρύπωνε στα μάτια του, τα σκέπαζε. Βουτούσαν και τα δικά μας πρόσωπα ρυτιδωμένα στη διαφάνεια της στιγμής κι όλα μαζί, πρόσωπα, μάτια φεγγάρια, αίματα, μια στιγμή ίδια και ξέχωρη.</p>
<h5><strong>Ο ΤΡΕΛΟΣ</strong></h5>
<p>ΤΟ ΠΑΡΑΘΎΡΙ ΕΒΛΕΠΕ στην αυλή μας. Μικρό, λίγο πάνω απ’ το χώμα κι ασφαλισμένο απ’ έξω με χοντρά κάγκελα. Κάθε πρωί, χαράματα μαζί με τα κοκόρια, φώναζε και χτυπούσε τα τζάμια ο τρελός. Γυμνός, αξύριστος με γένια άσπρα και μαλλιά μπερδεμένα, έσφιγγε τις γροθιές του και χτυπούσε να βγει. Να σπάσει τα τζάμια και να φύγει απ’ τη φυλακή του. Σαν κατσιασμένο πρόβατο βέλαζε να βγει απ’ το μαντρί κι άφριζαν στο στόμα του οι λέξεις ποτάμι, αλλά τι έλεγε, κανείς δεν καταλάβαινε.<br />
Τον είχαν κλειδωμένο και δεμένο στο μικρό υπόγειο δωμάτιο οι γιοί του και μόνο το πρωί τον έλυναν λίγο, για να ξεπιαστεί. Από τότε που τα ’χάσε κι έλεγε τον ουρανό κατσίκι, από τότε που ορμούσε σαν αγρίμι σε όλους, έτοιμος να τους κατασπαράξει, από τότε που ο φόβος διέταζε, υπαγόρευε, εξουσίαζε την ψυχή και το μυαλό του κι άρχισε να κρύβεται σε θημωνιές και ξεροπήγαδα και να τον ψάχνουν, από τότε που σερνόταν σαν σκυλί στο χώμα με λυγμούς και το ξερόγλυφε, άνοιγε τρύπες με τη γλώσσα και ψιθύριζε, εγώ δεν είπα τίποτα, εγώ δεν έκανα τίποτα, αυτοί φταίνε, από τότε τον κλείδωσαν στο υπόγειο δωμάτιο του σπιτιού οι δυο του οι γιοί, τον έκρυψαν απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά του κόσμου, γιατί οι ψίθυροι έδιναν κι έπαιρναν στο χωριό.<br />
Προδότης είναι, έλεγαν. Αυτός πήγε τους Βούλγαρους στα σπίτια του Γιώργη και του Αυγερινού. Αυτός μόνο ήξερε τους κρυψώνες με τις προμήθειες και τα χρυσαφικά.<br />
Φίλος τους ήταν. Απ’ αυτούς τους φίλους που καραδοκούν να σε συντρίψουν για να επιζήσουν, όχι γιατί δεν μπορούν να επιζήσουν, αλλά γιατί στο αίμα τους η απληστία και ο φόβος κάνουν κουμάντο.<br />
Σπιούνος είναι, ανάθεμά τον, έλεγε η μάνα μου και κοίταγε κατά το μικρό παράθυρο οργισμένη. Τον κρύβ’νε γιατί θα τον πετσοκόψ’νε οι χωριανοί.<br />
Και τον άλλον, τον ακαμάτ’, τον βρήκαν μαχαιρωμένο μες στο χαντάκ’ ένα πρωί κι είπαν τάχατες πως τον έφαγαν οι Βουλγάρ’! Δικοί μας το ’καμαν. Θάρρεψε πως θαγλυτώσ ο σερσέμ’ς.<br />
Μαθέφ’κε πως σπιουνεύ’ στους Βουλγάρ’, όσους έχ’νε λίρες και χρυσαφικά, για να παίρνει και τούτος τα μπαξίσια τ’!<br />
Δυο-τρεις ήταν που πρόδιδαν στο χωριό. Καλό τέλος δεν είχαν οι μπάσταρδοι, έλεγαν οι αδικημένοι στο καφενείο. Διαόλου ράτσα, σουπιές.<br />
Το ’χυσαντο μελάνι τους, μας μαύρισαν.<br />
Ένας μόνο γλύτωσε. Τον φυγάδευσε η αδελφή στη Βουλγαρία. Τον έκρυψε μέσα σ’ ένα κάρο με τρόφιμα και κουζινικά που έστελναν οι Βούλγαροι για τους δικούς τους στα χωριά τους.<br />
Φύγε, Αριστείδη να σωθείς, του’ λεγε. Θα σε σκοτώσ’νε δω πέρα, χαΐρ’ δεν έχ’ς.<br />
Έφυγε ξημερώματα κι ο Αριστείδης κρυμμένος μες στα κάρα με τα τσουβάλια, ζωσμένος κάτω απ’ τα ρούχα του τις λίρες που οικονόμησε απ’ τους Βούλγαρους.<br />
Τώρα, ο μπάρμα-Γιάννης κλειδωμένος στο υπόγειο πώς ζούσε ακόμη, ένας θεός το ξέρει. Τον είχαν δεμένο στο κρεβάτι με αλυσίδες οι νύφες και οι γιοί, για να μην τους ξεφύγει και βγει προς τα έξω. Περίμεναν να τον κομματιάσουν οι χωριανοί, γιατί τον φίλο του τον Αυγερινό που αυτός τον πρόδωσε, τον σκότωσαν οι Βούλγαροι εκείνο το βράδυ που τους πήγε κρυφά και τους έδειξε στον αχυρώνα τους γεμάτους τενεκέδες που φύλαγε κρυφά ο Αυγερινός μέσα στα άχυρα.<br />
Φύλαγε εκεί τους καβουρμάδες για τον χειμώνα και σε κάποιον απ’ αυτούς, κάτω απ’ τα λίπη και τα κρέατα, είχε σκεπασμένες τις λίρες του ο Αυγερινός. Σημαδεμένος ήταν και μισογεμάτος ο πολύτιμος τενεκές κι ο μπάρμπα-Γιάννης το ήξερε.<br />
Αυτός μισός είναι, να τον πάρω εγώ; Ρώτησε. Και του τον έδωσαν οι Βούλγαροι ανυποψίαστοι.<br />
Έμπαινε κι ο Αυγερινός εκείνη τη στιγμή με το όπλο τεντωμένο κι απειλητικό, γιατί άκουσε μουρμουρητά στον αχυρώνα, και τον έφαγαν οι Βούλγαροι με μια μπαταριά.<br />
Άρπαξε ο μπάρμπα- Γιάννης τον τενεκέ με τις κρυμμένες λίρες κι έτρεχε αλαφιασμένος στα σκοτεινά. Αλλά του ’ φαγε η νύχτα την ψυχή με τις ενοχές κι απολωλάθηκε.<br />
Μετά από χρόνια, όταν πέθανε και τελείωσε, το ’ 44, η βουλγαρική Κατοχή στη Θράκη, έφυγαν οι γιοί κι οι νύφες του στην Αθήνα κι αγόρασαν μεγάλα ακίνητα κι ακριβά τροχοφόρα και καμάρωναν σαν γύφτικα σκεπάρνια στον ήλιο.</p>
<h5><strong>Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>ΑΚΟΥΓΕ ΜΠΑΧ ΚΑΙ ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΙ. Την άνοιξη του ’43 τον ερωτεύτηκα. Ήταν το ανοιχτό παράθυρο; Η σιλουέτα που τριγυρνούσε στο απέναντι δωμάτιο, αλλάζοντας δίσκους αργά αργά πάνω στο παλιό γραμμόφωνο;<br />
Είχε φέρει κάτι δισκάκια μαζί του απ’ τη Βάρνα. Το γραμμόφωνο το άρπαξε από το καφενείο του χωριού. Κατοχή και κατέχω.<br />
Και το νερό και τα άστρα και το γέλιο σου ακόμη, και τα σπουργίτια και τον ίσκιο σου και τις αστροφεγγιές σου.<br />
Ιάβορ τον έλεγαν. Άκουγε κάθε βράδυ την «Ιεροτελεστία της άνοιξης» του Στραβίνσκι. Άλλοτε τα «Βραδεμβούργια» του Μπαχ. Τον ηρεμούσαν φαίνεται απ’ τ’ άγρια και τα θανατερά τριγύρω του. Όπιο κι ανεμόσκαλα.<br />
Απέναντι ακριβώς. Το σπίτι χαμηλό στο χωριό. Μικρό. Τους έφεραν εκείνη τη χρονιά. Τρεις -τέσσερις ήταν με στολές αξιωματικών. Τον μπαρμπα-Σίμο στο πλυσταριό της αυλής. Στριμωγμένο. Χάνονταν οι άλλοι την ημέρα. Στο πλιάτσικο και στις συμφορές. Αυτός μπαινόβγαινε ήσυχα εκεί. Κανέναν δεν πείραζε. Ήρεμος σαν ήσυχο ποτάμι. Άνοιγε την πόρτα το πρωί. Με κοιτούσε. Τον κοιτούσα κι εγώ. Κουνούσε καταφατικά το κεφάλι. Το κουνούσα κι εγώ. Δυο τεράστια γαλάζια μάτια είχε. Θεό μου θύμιζε. Ουρανό. Δεν είχε πια νόημα η Κατοχή, ούτε η πείνα, ούτε ο θάνατος. Σκέπαζε η μουσική τη φρίκη. Σκοτάδι κι ονειρευόμουνα. Δεν είχε λόγο το αδιέξοδο κι η ενοχή κι ο διχασμένος εαυτός. Μπροστά στη δύναμη αυτή, η αθωότητα γυμνή.  Κι ο άνθρωπος ίδιος σ’ όλα του τα βάθη. Τα ξέχασα όλα.<br />
Άφηνε κάτι δεματάκια στην πόρτα μας τις νύχτες αυτός, τυλιγμένα σε χοντρό χαρτί να μη φαίνεται μέσα. Λίγα τρόφιμα, κρυφά πίσω απ’ τη γλάστρα. Κάποιο πρωί ένα γράμμα. Λίγες κακογραμμένες λέξεις στα ελληνικά. Δύσκολα τα έβγαζα. «Έλα τω βράδη τω φράχτι τω κίπο», έγραφε. Φοβόμουν. Δεν πήγα.<br />
Την άλλη μέρα το ίδιο. Και τις άλλες το ίδιο. Όλες τις μέρες το ίδιο. Οι νύχτες κόλαση και μουσική. Πάλευαν οι παράδεισοι με τις φωτιές, ώσπου πήγα.<br />
Με κοίταξε βαθειά. Αναστήθηκε ο κόσμος. Η μουσική στο κεφάλι του, η μουσική στο κεφάλι μου. Έσμιγαν μυστήρια στον αέρα, χωρίς εξήγηση. Φοβάμαι, είπα. Μη χορεύεις τον θάνατό σου, είπε. Ό,τι πνίγεις, μαχαίρι. Έπαιζε ο δίσκος αργά «το πουλί της φωτιάς». Θα φύγουμε μαζί, μου είπε. Θα σε πάρω απ’ εδώ.<br />
Το άλλο βράδυ φύγαμε. Κρυφά απ’ τη μάνα μου. Τίποτα μαζί μας. Μόνο τα δισκάκια του ο Ιάβορ σ’ ένα σακίδιο μικρό. Προδώσαμε πατρίδες κι οι δυο. Τον έψαχναν οι πολιτσμάνοι τους, με κυνηγούσαν οι δικοί μου. Μες στα βουνά χαθήκαμε. Μέρες και νύχτες με τα πόδια. Αγριέψαμε.<br />
Κοντεύαμε Βουλγαρία, σύνορα. Ακόμη ελληνικά χωριά. Αντάρτες, νάρκες, πυροβολισμοί, ενέδρες, πώς τα περάσαμε; Τα μονοπάτια σκοτεινά τη νύχτα, χωμάτινα. Ανήσυχος ήταν ο Ιάβορ, κοντεύουμε, είπε, θα κρυφτούμε κι όταν τελειώσει αυτό το απάνθρωπο αστείο, θα σπουδάσουμε κι οι δυο μουσική στη Βάρνα. Εγώ θα συνεχίσω κι εσύ θ’ αρχίσεις.<br />
Ξαφνικά μες στη νύχτα ένα τραγούδι. Κάποιος στα ελληνικά, φαντάρος, αντάρτης, τσομπάνος; Ποιος ξέρει:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Το σπίτι μου είναι θνητό<br />
Το σπίτι μου είναι γυάλινο<br />
Το φυλάει ένα αηδόνι<br />
Το πιο σίγουρο απ’ όλα τα αηδόνια<br />
Η σιωπή η η η &#8230;</p>
<p>Ύστερα ένα, α α αλτ! Τρέξε, μου είπε. Τρέχαμε σαν τους τρελούς. Πυροβολισμοί, φωνές, άγρια παραγγέλματα βουλγάρικα, μ’ έσπρωξε ο Ιάβορ στην πλαγιά. Κύλισα. Έμεινε επάνω αυτός. Ένα βήμα για να κυλήσει, να έρθει κάτω δίπλα μου. Δεν ήρθε. Άστραψε στη νύχτα σαν πυροτέχνημα. Μια νάρκη κι εκτοξεύτηκε στον αέρα. Η ζωή, είναι τέχνη της φωτιάς. Ένα πυροτέχνημα είναι. Διέγραψαν μια βίαιη τροχιά προς τα πάνω τα κομμάτια του, άφησαν έναν ψίθυρο συρτό οι σπίθες του, κάποιες νότες μεταλλικές σαν κρύσταλλο που σπάει στον αέρα, μουρμούρισαν τα διαλυμένα δισκάκια του κι ύστερα τίποτα. Σιωπή. «Το πιο σίγουρο απ’ όλα τα αηδόνια». Μια μυρωδιά τέφρας δίπλα μου μόνο. «Το σπίτι μου είναι θνητό», και λίγα θρύψαλα απ’ τα δισκάκια του στα πόδια μου.<br />
«Η ιεροτελεστία της άνοιξης», σύντομη.<br />
Εδώ στη Βάρνα που με βρήκες, αδελφέ, εδώ έζησα όλα αυτά τα χρόνια. Δούλεψα, σπούδασα μουσική, δίδαξα, έκανα οικογένεια, παιδιά, εγγόνια.<br />
Μου έλειπε η πατρίδα, το χωριό, εσείς. Μου λείπατε. Πώς να γυρίσω πίσω; Όλοι εσείς, θα με σκοτώνατε. Όχι με τα χέρια, με τα βλέμματα, αδελφέ. Γι’ αυτό δεν γύρισα. Τι να ’κανα εκεί σε τέτοιο θάνατο; Ξεφτισμένο ημερολόγιο ήμουν πια. Κι ύστερα πώς θα σπούδαζα μουσική για τον Ιάβορ; Σας έβρισκα όλους μέσα εκεί, αδελφέ. Εκεί χτυπούσε η καρδιά σας. Ήρεμος κόσμος είναι η μουσική. Χαμόγελο, όταν δεν σ’ ακούει κανείς.</p>
<h5><strong>ΣΒΟΥΡΑ</strong></h5>
<p>Η ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ, ΗΤΑΝΕ ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ. Από τη μια μεριά χαλίκια. Άκουγα τα κάρα στις δύο τα ξημερώματα που κατέβαιναν απ’ τη Χρύσα για τα χωράφια. Τράκα-τρούκα, τράκα-τρούκ, πήγαιναν για τα καπνά.<br />
Τα χωράφια ήταν προς τον Φόρο. Όλη εκείνη η περιοχή, χωράφια ήτανε προτού κτιστούν πολυκατοικίες.<br />
Στον ανταρτοπόλεμο, πολλοί απ’ τη Μορσίνη, την παλιά Χρύσα και άλλα χωριά, αγόραζαν σπίτια εδώ στον συνοικισμό, στα προσφυγικά. Έρχονταν τα βράδια για να κοιμηθούν, γιατί κατέβαιναν τη νύχτα οι αντάρτες απ’ το βουνό και τους έπαιρναν.<br />
Έτσι, βλέπαμε στη γειτονιά, μπροστά από μερικά σπίτια, τελάρα με καπνά. Την ημέρα επάνω, τη νύχτα κάτω στην πόλη για κοιμηθούν και να σωθούν οι ιδιοκτήτες τους. Τα καπνά της Χρύσας, βόλτες έκαναν, ανεβοκατέβαιναν ώσπου να στεγνώσουν και να πουληθούν.<br />
Πολλά κάρα ανατινάζονταν στα χωριά, γιατί οι αντάρτες έβαζαν βόμβες στα χωράφια και στους χωματόδρομους.<br />
Απέναντι απ’ τα σπίτια τα προσφυγικά, στην Περικλέους, ο Στρατιωτικός Τομέας (1ο γυμνάσιο Ξάνθης σήμερα), είχε τα φώτα του αναμμένα τις νύχτες και κάτι σαν ουρλιαχτά σκύλων ακούγονταν από μέσα. Έβγαινα περίεργη να δω τι είναι, δεν καταλάβαινα από πού έβγαιναν αυτές οι φωνές και ρωτούσα τον πολιτσμάνο που τριγύριζε εκεί κοντά, «τι είναι, τι γίνεται; γιατί φωνάζουν έτσι τα σκυλιά;» «Πήγαινε μέσα κυρία» μου έλεγε, «μην τριγυρνάς έξω τη νύχτα». Αργότερα κατάλαβα.<br />
Αδελφός σκότωνε αδελφό. Άδικα έφευγε ο κόσμος. Διχασμός και τι έγινε;<br />
Όλοι ένα έγιναν πάλι. Σβούρα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ</strong></h4>
<p>Γεωργίου Βιζυηνοῦ</p>
<p>(δράμα σε τρεις πράξεις)</p>
<p>Θεατρικὴ ἀπόδοση (1996)<br />
Ἑλένης Δημητριάδου &#8211; Ἐφραιμίδη<br />
Βραβεῖο Ἰπεκτσί 1999</p>
<p>http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/gewrgios_bizyhnos/o_moskwb_selhm_theatre.htm</p>
<p>Ἀντὶ προλόγου<br />
Πολλὲς φορές, μιὰ σκέψη ἢ μία ἰδέα γίνεται ἔμμονη. Ἐξουσιάζει καὶ ὁδηγεῖ. Γίνεται κίνηση γιὰ δημιουργία ἢ γιὰ ἐπανάληψη μιᾶς δημιουργίας. Ξύπνημα μνήμης. Λόγος καὶ δύναμη ποὺ μὲ παρότρυναν νὰ κάνω τὴ μεταφορὰ αὐτὴ τοῦ διηγήματος τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ στὸ θέατρο. Πίστη, πὼς μέσῳ τοῦ θεατροποιημένου αὐτοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, θὰ δινόταν ἡ εὐκαιρία στὸ θεατὴ νὰ ἔρθει σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ ἕνα κομμάτι τοῦ ἔργου, τῆς γλώσσας καὶ τῆς σκέψης τοῦ Βιζυηνοῦ. Πιστεύω πὼς ἡ μεταφορὰ αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ λειτουργήσει σὰν μία πρόταση γιὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια. Νὰ μὴ σταματήσει ἡ «μνήμη Βιζυηνοῦ» στὸν ἀπόηχο τοῦ 1996. Στὰ «100 χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του», στὸ σήμερα καὶ στὸ τέλμα. Ἡ κατάθεση αὐτὴ φιλοδοξεῖ στὴν ἐπανάληψη τῆς μνήμης ἀλλὰ καὶ στὴν ἀφύπνιση ποὺ ἡ συγκίνηση θὰ δίνει ὅταν σκύβουμε στὸ «μυστικὸ νερό» τῆς πηγῆς τοῦ ἔργου τοῦ Βιζυηνοῦ τῆς Θρᾴκης.</p>
<p>Ὑπῆρχε βέβαια ἡ δυνατότητα θεατροποίησής του. «Ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι τὰ διηγήματα τοῦ Βιζυηνοῦ διαθέτουν πλούσιο δραματικὸ ὑπόστρωμα».(1) Ἀκόμη ὅτι ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἀφηγηματικῆς προοπτικῆς στὰ διηγήματά του, «μεταβάλλει αὐτόματα τὴ διήγηση σὲ μίμηση, δηλαδὴ τὸ διήγημα σὲ θεατρογράφημα».(2)</p>
<p>Ὁ τρόπος τῆς μεταφορᾶς τοῦ «Μοσκὼβ-Σελὴμ» στὸ θέατρο μὲ ἀπασχόλησε ἀρκετά. Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε γίνει μία πιὸ ρεαλιστικὴ θεατρικὴ ἀπεικόνιση προσώπων καὶ διαλόγων. Τελικὰ ἡ μεταφορὰ τοῦ μέσῳ τῆς ἀφήγησης μὲ κύρια πρόσωπα τὸν Ἀφηγητή-συγγραφέα συνομιλητή, καθὼς καὶ τὸν Ἀφηγητή-Σελήμ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀντιπροσωπευτικὸς γιὰ τὸ Βιζυηνὸ ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος ποὺ ἐπιτρέπει στὸ συγκεκριμένο διήγημα, νὰ φανεῖ ἀκόμη καὶ μέσῳ τῆς θεατροποίησής του, τὸ ψυχολογικό, φιλοσοφικὸ καὶ κοινωνικὸ ὕφος τοῦ Βιζυηνοῦ. Τὰ διάφορα πρόσωπα τοῦ ἔργου περνοῦν, ζωντανεύουν καὶ ἀφηγοῦνται μέσα ἀπ᾿ τὸν «κύριο φορέα τῆς ἀφήγησης» τὸ Μ. Σελήμ. Καὶ «ὅπως ὁ ἀρχικὸς ἀφηγητὴς ὑποκαθιστᾶ τὸ Μ. Σελήμ, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Μ. Σελὴμ ὑποκαθιστᾶ τὸ Σακήρμπαμπα καὶ τοὺς ἄλλους».(3)</p>
<p>Ο «Μ. Σελήμ» μποροῦσε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀφήγημα μὲ «ἐσωτερικὴ ἑστίαση» ποὺ τὸ συναντᾶμε κυρίως στὰ νατουραλιστικὰ καὶ ψυχολογικὰ μυθιστορήματα. «Τὸ πρόβλημα τῆς ἐσωτερικῆς ἑστίασης πρωτοπαρουσιάζεται στὴν Ἑλλάδα μὲ τὸ Βιζυηνό. Πρωτοπαρουσιάζεται δηλαδὴ μὲ τὴ μορφὴ ἐκείνη τοῦ ἀναδρομικοῦ ἀφηγήματος».(4) Ἔτσι ὁ λόγος τοῦ ἀφηγητῆ γίνεται ἕνα μέσο ἀναπαράστασης τῆς σκέψης καὶ τῆς μνήμης, «πιὸ γενικά της ἐσωτερικῆς ἐμπειρίας».(5) Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς εἶναι μία «θεατρικὴ ἀπαγγελία».(6) Ἡ φωνὴ τοῦ ἀφηγητῆ ταυτίζεται μὲ τὴ φωνὴ τοῦ πρωταγωνιστῆ «μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ σὲ μιὰ θεατρικὴ παράσταση ἡ φωνὴ τοῦ ἠθοποιοῦ ταυτίζεται μὲ κείνη τοῦ προσώπου ποὺ παριστάνει».(7) Ἦταν κυρίως αὐτὸς ὁ λόγος ποὺ μὲ ἀνάγκασε νὰ στραφῶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο μεταφορᾶς τοῦ «Μ. Σελήμ» σὲ θέατρο, ἡ πιστὴ δηλαδὴ ὑπακοὴ στὸν πρωτοποριακὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ τρόπο τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ πεποίθησή μου πὼς ἔτσι θὰ μπορέσουν νὰ ὑπογραμμισθοῦν ἐντονότερα τὰ μηνύματα ποὺ διαπερνοῦν τὸ ἔργο.</p>
<p>Στὴ γλώσσα τοῦ ἥρωα Σελὴμ παρέμεινε τὸ τοπικὸ λαϊκὸ χρῶμα, «τὸ γνήσια λαϊκό»,(8) ἐνῷ στὸν ἀφηγητὴ-συγγραφέα παρέμεινε ἡ λόγια ἔκφραση ὅπως ὁ συγγραφέας μᾶς τὴν παράθεσε. Παρέμεινε ἐπίσης ἡ μουσικότητα τῆς γλώσσας, χαρακτηριστικὸ κι αὐτὸ τῆς ἔκφρασης τοῦ Βιζυηνοῦ. Ἀφαιρέθηκαν μόνον ἀφηγήσεις ποὺ ἐπαναλάμβαναν ἴδια νοήματα, χάριν τῆς διαύγειας τοῦ λόγου πρὸς κατανόηση τῶν θεατῶν.</p>
<p>Ὁ λόγος καὶ ἡ λιτὴ σκηνικὴ παρουσία εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ἀφήσει ἐλεύθερη τὴ σκέψη καὶ τὴ φαντασία τοῦ θεατῆ, νὰ περπατήσει στὴ Χώρα τοῦ Μοσκώβ-Σελήμ, στὴν Ἀλήθεια καὶ στὴν Παραφροσύνη. Στὴν πικρὴ ἀδικία καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ἐπανάσταση. Στὸ Ἔθνος καὶ στὰ Ἔθνη. Μέσα στὸν «Ἄλλο» καὶ μέσα στὸν Ἄνθρωπο ποὺ οἱ πλάνες τοῦ τὸν ἐγκλωβίζουν σ᾿ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι καὶ σ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶναι.</p>
<p>Πέρα λοιπὸν ἀπὸ ἕνα Ἱστορικὸ πράγματι ντοκουμέντο γιὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους τοῦ προηγούμενου αἰώνα ὁ Μ. Σελήμ, λειτουργεῖ σὰν ἕνα βαθὺ ἐσωτερικὸ ἀνθρώπινο ντοκουμέντο. Σὰν τὸ «πένθος» ἑνὸς Βαλκάνιου πρὶν γίνει «πολίτης ὅλου τοῦ κόσμου».</p>
<p>Ἑλένη Δημητριάδου-Ἐφραιμίδη<br />
Ξάνθη, Νοέμβρης 1996</p>
<p>Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου<br />
ΑΦΗΓΗΤΗΣ<br />
40 περίπου χρονῶν, μαῦρα μαλλιὰ καὶ γένια. Προσεγγίζει τὴ φυσιογνωμία τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ. Σκοῦρα ροῦχα μὲ ἄσπρο πουκάμισο.</p>
<p>ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ<br />
55-60 χρονῶν περίπου, μαῦρα μαλλιά, χλωμὸ πρόσωπο μὲ βαθὺ μελαγχολικὸ βλέμμα. Στητὸ καὶ ψηλὸ παράστημα ποὺ τὸ δείχνει νεότερο.</p>
<p>Ντυμένος μισὸς Τοῦρκος, μισὸς Ρῶσος, ἔτσι ὥστε ἡ παρουσία του νὰ φαίνεται κωμική. Ψηλὲς στρατιωτικὲς ρωσικὲς μπότες μὲ τριμμένους πάτους, φαρδὺ κόκκινο τούρκικο ζωνάρι ποὺ τυλίγει τὸ κορμί του μὲ πολλὲς δίπλες, ἀπὸ τὸ ὑπογάστριο ὡς τοὺς μαστούς. Παλιὸς στρατιωτικὸς ρώσικος μανδύας μὲ δυὸ τρία γυαλισμένα κουμπιὰ καὶ ἴχνη ἀπὸ τριμμένα σιρίτια στὸ περιλαίμιο καὶ στὰ μανίκια. Στὸ κεφάλι ψηλὸ στρατιωτικὸ τούρκικο φέσι χωρὶς φούντα, δεμένο στ᾿ αὐτιὰ μὲ λεπτὸ πράσινο μαντίλι.</p>
<p>ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ<br />
35-40 χρονῶν, μέτριο ἀνάστημα, εὐγενικὴ φυσιογνωμία, προσεγμένο ντύσιμο ἐποχῆς, μὲ κοστούμι καὶ καπέλο.</p>
<p>ΓΙΑΤΡΟΣ<br />
30 χρονῶν περίπου. Ψηλὸς καὶ λεπτός. Στὸ πρόσωπο μαύρη κοντὴ γενειάδα. Ντυμένος μὲ κοστούμι καὶ καπέλο ἐποχῆς. Ἰατρικὴ τσάντα.</p>
<p>Χωρόχρονος<br />
Τέλος τοῦ 19ου αἰώνα. Τοπίο εἰδυλλιακὸ στὴν Ἀνατολικὴ Θρᾴκη. Σούρουπο. Σὲ πρῶτο πλάνο ἡ πηγὴ Καϊνάρτζα ποὺ ἀναβλύζει ἀθάνατο νερὸ ἀπὸ τὸ βάθος ἑνὸς τεράστιου ἄσπρου βράχου. Τὴν περιοχὴ διασχίζει ποτάμι, ὅπου χύνονται τὰ νερὰ τῆς πηγῆς καὶ δημιουργεῖ καταπράσινη ὄαση.</p>
<p>Πυκνὲς ἰτιὲς καὶ πλατάνια φιλοξενοῦν πλῆθος ἀπὸ τρυγόνια. Τριγύρω ἀπέραντα χωράφια. Γῆ ποὺ φαίνεται ἐγκαταλειμμένη. Στὸ βάθος ἀνατολικὰ ἡ ὁμίχλη σκεπάζει τὸν ὁρίζοντα, ὥστε νὰ φαίνεται γῆ καὶ οὐρανὸς ἕνα.</p>
<p>Ἕνα σπιτάκι λίγο μακρύτερα καὶ δεξιότερα ἀπ᾿ τὴν πηγὴ διακρίνεται ἀνάμεσα σὲ ψηλόκορμες ὀξιές. Ξύλινο σὲ ὅλα του τὰ μέρη, ἀπομίμηση τῶν φτωχικῶν σπιτιῶν ποὺ οἱ Ρῶσοι χωρικοὶ ὀνόμαζαν «Ἴσμπες». Ἡ καμινάδα ξύλινη κι αὐτὴ φτιαγμένη ἀπὸ κομμάτια ἀκατέργαστου ξύλου, ἀφήνει ἄσπρο ἀραιὸ καπνό. Κρεμασμένο χαμηλὰ ἕνα καλάθι μὲ ὥριμα φροῦτα. Μπροστὰ στὴν πόρτα τῆς ξύλινης καλύβας δυὸ ἐπανωτᾶ μαξιλάρια σὰν μεντέρι κι ἕνα μικρὸ χαμηλὸ σκαμνάκι φιλοξενοῦν τοὺς δυὸ συνομιλητές.</p>
<p>Ἀκούγονται κελαϊδίσματα πουλιῶν, φλογέρες βοσκῶν καὶ ἦχοι σὰν μυστικοὶ ψίθυροι. Ἡ σκηνὴ φωτίζεται. Ὁ ὁδοιπόρος &#8211; συνομιλητὴς τοῦ Μοσκὼβ-Σελὴμ κατευθύνεται στὴ δροσερὴ πηγή. Σκύβει, πίνει τὸ ζωογόνο νερὸ καὶ πλένεται. Ὕστερα ἀφήνει τὸ βλέμμα νὰ πλανηθεῖ πάνω στὸ τοπίο. Μουσικὴ ὑπογραμμίζει τὸ μυστηριακό του χώρου.</p>
<p>Σιωπὴ γιὰ λίγο. Χαμηλώνουν τὰ φῶτα. Στὸ βάθος ἀριστερὰ τῆς σκηνῆς σὲ οὐδέτερο πλάνο ἕνας συγκεντρωτικὸς προβολέας ὑπογραμμίζει τὴν παρουσία τοῦ ἀφηγητῆ τῆς ἱστορίας τοῦ Μοσκώβ-Σελήμ, τὸ συγγραφέα Γ. Βιζυηνό. Ἕνα παλιὸ γραφεῖο μὲ βιβλία. Στὸ κάθισμα μπροστὰ στὸ γραφεῖο, ὁ συγγραφέας &#8211; ἀφηγητὴς γράφει σκυμμένος καὶ σιωπηλός. Ὁ ἀφηγητὴς &#8211; συγγραφέας καὶ συγγραφέας &#8211; συνομιλητὴς εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο ἀλλὰ παρουσιάζεται σὰν διαφορετικό. Τὸ σκηνικὸ μένει τὸ ἴδιο καὶ στὶς τρεῖς πράξεις.</p>
<h5><strong>ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ</strong></h5>
<p><strong>ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ  (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</strong></p>
<p>(Σὲ πρῶτο πλάνο ἡ πηγὴ Καϊνάρτζα(1). Ὁ Μοσκὼβ-Σελὴμ βγαίνει ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ κατευθύνεται ἀργὰ πρὸς τὸν ἐπισκέπτη &#8211; ὁδοιπόρο. Φωτίζεται.)</p>
<p>ΣΕΛΗΜ<br />
(Πλησιάζοντας μὲ ταραχή) Ντόμπρο &#8211; ντουάντε, μπράτουσκα.(2) (Χαιρετάει σὰν Ρῶσος στρατιώτης, ἑνώνοντας τὰ πόδια του καὶ παίρνοντας λεβέντικο ὕφος, ἐνῷ ὁ συνομιλητής του χαιρετάει πρῶτος μὲ τούρκικο τρόπο)</p>
<p>ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ<br />
Τί κάνεις; Καλὰ εἶσαι; Καλά;</p>
<p>ΣΕΛΗΜ<br />
Κακὰ καὶ ψυχρά. Δόξα τῷ Θεῷ. (Παίρνει τὸ χέρι τοῦ συνομιλητῆ στὴν παλάμη του. Τὸ κουνάει μὲ δύναμη καὶ πάθος. Ὕστερα σκύβει στὸ αὐτί του καὶ ρωτάει χαμηλόφωνα, μὲ τρυφερὴ οἰκειότητα, κλείνοντας τὸ ἕνα μάτι χαρούμενα). Μοσκώβ; Μοσκώβ;(3)</p>
<p>ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ<br />
(Τὸν κοιτάει μὲ ἀπορία καὶ ἀπαντάει στενοχωρημένος) Ὄχι Μοσκώβ! Ὄχι Μοσκώβ! Χριστιᾶν, Ρούμ.</p>
<p>ΣΕΛΗΜ<br />
(Ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴ διάψευση καὶ προσφέροντας καφέ). Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι; Γνωρίζεις κάποια καινούργια κάθοδο τῶν Ρώσων στὴν Τουρκία; Πῆγες στὴ Ρωσία; Γύρισες πολὺ κόσμο;</p>
<p>ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ<br />
Στὴ Ρωσία μόνον ὄχι!</p>
<p>ΣΕΛΗΜ<br />
Ἔ! Τότε λοιπόν, πουθενὰ δὲν πῆγες. Γι᾿ αὐτὸ θὰ γύρισες κι ὅλα τὰ μέρη καὶ γύρισες πίσω. Πᾶνε μία φορᾶ στὴ Ρουσία καὶ θὰ δεῖς, πὼς δὲ θὰ σὲ κάνει καρδιὰ νὰ τὴν ἀφήσεις.</p>
<p>ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ<br />
(Χαμογελαστά) Πῶς ἔτσι;</p>
<p>ΣΕΛΗΜ<br />
Τώρα δὲ μποροῦμε νὰ κουβεντιάσουμε. Τὰ ἄλογα περιμένουν νὰ φύγεις. (Φεύγουν καὶ οἱ δυό. Ὁ Σελὴμ πίσω ἀπ᾿ τὴν καλύβα. Ὁ Συνομιλητὴς πρὸς τὸ δρόμο.)</p>
<p>ΑΦΗΓΗΤΗΣ<br />
(Φωτίζεται ὁ ἀφηγητὴς στὸ βάθος. Ἀκούγεται ἡ σκέψη του). Ἤθελα νὰ μὴ σὲ εἶχα συναντήσει στὸ δρόμο μου. Ἤθελα νὰ μὴ σὲ εἶχα γνωρίσει στὴ ζωή μου! Πότισες καὶ σὺ ἀρκετὴ πίκρα τὴ ζωή μου, ἀγαθέ, παράδοξε Τοῦρκε, λὲς καὶ δὲ μοῦ ἔφταναν οἱ θλίψεις ποὺ μοῦ προξενοῦσαν κάθε μέρα οἱ τύχες τῶν ὁμοεθνῶν μου.</p>
<p>Ἀλλὰ ὅτι ἔγινε, ἔγινε. Ἡ πονεμένη, ἀδύνατη μορφή σου, μὲ τὸ βαθὺ καὶ μελαγχολικὸ ἐκεῖνο βλέμμα, ταράζει τὸν ὕπνο μου, φοβίζει τὴν μοναξιά μου. Ἡ κλαψιάρικη καὶ τρεμουλιαστὴ φωνή σου ἀντηχεῖ παραπονεμένη στ᾿ αὐτιά μου. Πρέπει νὰ γράψω τὴν ἱστορία σου.</p>
<p>Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ φανατικοὶ τῆς φυλῆς σου θὰ βλασφημήσουν τὴ μνήμη ἑνὸς πιστοῦ, γιατί ἄνοιξε τὰ ἄδυτα τῆς καρδιᾶς του, μπροστὰ στὰ βέβηλα μάτια ἑνὸς ἄπιστου. Φοβᾶμαι μήπως οἱ φανατικοὶ τῆς δικῆς μου φυλῆς κατηγορήσουν ἕνα Ἕλληνα συγγραφέα, γιατὶ δὲν ἔκρυψε τὴν ἀρετή σου, ἢ δὲν ὑποκατέστησε στὴν ἀφήγησή του ἕνα χριστιανὸ ἥρωα.</p>
<p>Ἀλλὰ μὴ σὲ μέλλει. Δὲν θὰ ἀφαιρεθεῖ τίποτα ἀπὸ τὴν ἀξία σου, γιατί ἐμπιστεύθηκες σὲ μένα τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς σου καὶ δὲ θὰ μὲ τύψει ποτὲ ἡ συνείδησή μου, διότι, σὰν ἁπλὸς χρονογράφος, ἐκτίμησα σὲ σένα ὄχι τὸν ἄσπονδο ἐχθρὸ τοῦ ἔθνους μου, ἀλλὰ ἁπλῶς τὸν ἄνθρωπο.</p>
<p>Γι᾿ αὐτὸ μὴ σὲ μέλλει. Θὰ γράψω τὴν ἱστορία σου&#8230; (μουσική)</p>
<p>Ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔφυγα κι ὁ Τοῦρκος ἀπασχολοῦσε τὴ φαντασία μου. Στὴν πόλη τῆς Βιζύης, ἤθελα νὰ περάσω λίγο καιρὸ γι᾿ ἀναψυχὴ καὶ ξεκούραση ἀπὸ ἐργασίες ποὺ εἶχαν κουράσει τόσο πολὺ τὸ πνεῦμα μου, ὥστε οὔτε ὕπνο ἥσυχο δέ μου ἄφηναν. Αὐτοὶ ποὺ μὲ φιλοξενοῦσαν ἀποσύρθηκαν ἀμέσως μετὰ τὸ δεῖπνο κατανοώντας πὼς εἶχα ἀνάγκη ἀπὸ ἀνάπαυση. Ἀλλὰ ποιὸς θὰ τὸ πιστέψει ἀπὸ τόση κούραση, ἀκριβῶς ἐκείνη τὴ νύχτα ἦταν νὰ τὴν περάσω ὅλως διόλου ἄυπνος.</p>
<p>Τί εἶχε λοιπὸν αὐτὸς ὁ παράξενος Τοῦρκος καὶ μοῦ πῆρε τὸν ὕπνο καὶ μοῦ χάλασε τὴν ἡσυχία;</p>
<p>Ἡ ἐμφάνισή του στὴν Καϊνάρτζα μὲ τὴν ἀλλόκοτη φορεσιά του, μὲ τὸ Ρώσικο καλύβι του, τόσο ἀσήμαντη, τόσο γελοία ἂν θέλετε, σὲ κάθε ἄλλη περίσταση, κατόρθωσε ἐκείνη τὴ νύχτα, νὰ κατακυριέψει τὴ φαντασία μου.</p>
<p>Τί κοινὸ εἶχε ἡ ἀλλοπρόσαλλη φορεσιά του μὲ τὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν του; ἦταν τρελὸς ἢ ἐκτιμοῦσε μερικὰ πράγματα μὲ ἀπροσδόκητο τρόπο;</p>
<p>Τρελὸς δὲν εἶναι βέβαια, ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου. Οὔτε εἶναι δυστυχισμένο ἕνα πλάσμα στὸ ὁποῖο ἡ παραφροσύνη νὰ προμηνύεται κιόλας ἀπ᾿ τὴ μονομανία τοῦ φιλορωσισμοῦ.</p>
<p>Ἀληθινὰ μία μυστηριώδης σκιά, ποὺ προδίδεται ἀπὸ τὰ βυθισμένα στὴ ρέμβη, τὰ μελαγχολικά του βλέμματα φαίνεται νὰ κατέχει τὴν ἐσωτερική του ζωή.</p>
<p>Ἀγαναχτισμένος, κυρίως μὲ τὸν ἑαυτό μου περισσότερο, παρὰ μὲ τὸν Τοῦρκο, σηκώθηκα ἀπὸ τὸ κρεβάτι βαθιὰ χαράματα, ντύθηκα ἀθόρυβα καὶ ὅπως-ὅπως πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὴν Καϊνάρτζα.</p>
<p>(Χάραμα. Ὁ Σελὴμ σκουπίζει τὴν αὐλὴ τῆς καλύβας του. Ὁ Συγγραφέας κατευθύνεται πρὸς αὐτόν. Σταματάει κοντὰ στὴν πηγή. Σκύβει καὶ πίνει νερό. Ὁ Σελὴμ δὲν ξαφνιάζεται ἀπὸ τὴν πρόωρη ἐμφάνισή του οὔτε δείχνει καμιὰ βιασύνη, Ὁ Συγγραφέας πλησιάζοντας τὸ χαιρετάει.)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΩΡΙΕΙΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</strong></h5>
<p>Η ΑΥΓΗ 17/3/2015</p>
<p>Ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα του 20ού αιώνα είναι η «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ. Μνημειώδες έργο της μοντερνιστικής ποίησης, όπου με λεπταίσθητες και λόγιες αναφορές αναγνωρίζεται ενσωματωμένο ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας. Με σκελετό τον μύθο του ασθενούς βασιλέως, του Βασιλιά Ψαρά από τις παραδόσεις του Γκράαλ, εκφράζεται η εύθραυστη, η εξασθενημένη συνείδηση της ανθρωπότητας των αρχών του 20ού αιώνα. Η ερήμωση, η έλλειψη πνευματικότητας, ο κατακερματισμός, η στειρότητα, ο θάνατος και οι νεκροί, η ξηρασία αλλά και η πλημμύρα. Υποστασιοποιήσεις της αδυναμίας στο ψυχικό επίπεδο.</p>
<p>Ακόμη κι αν η ποιητική γεωγραφία της «Έρημης Χώρας» δεν έχει ακολουθηθεί στις μετέπειτα αναμετρήσεις των ποιητών με την ερήμωση, ο αναγνώστης πάντα -ίσως είναι στη φύση του- βρίσκει κοινά μοτίβα, κοινές εικόνες και σ&#8217; αυτές. Βρέθηκαν τέτοια ίχνη στην ποίηση του Όουεν και του Ρούπερτ Μπρουκς, που έγραψαν για την αποτρόπαιη συνθήκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που τόσο επηρέασε τον Έλιοτ. Ακόμα και στον Γέιτς συμβαίνει αυτό. Νομίζω και σε μεταγενέστερους. Η πνευματική ξηρασία, ο θάνατος, η ήττα, η λήθη βρίσκουν ανάλογες εικόνες να εκφραστούν. Όσο κι αν οι αναφορές διαφέρουν κατά εποχή, ο ποιητής αντλεί πάντα τις μεταφορές του από τις παρυφές της Αρχαίας Ιστορίας ή του μύθου. Εκεί η Φιλομήλα κεντά γιατί στερείται τη γλώσσα. Το ίδιο θα συμβαίνει και στη σύγκρουση της δύναμης με τον λόγο που αναπαράγεται στους αιώνες. Η κάθοδος των Δωριέων και ό,τι αυτό σημαίνει μεταφορικά κατά την επιβολή ενός πολιτισμού γεμάτου σφρίγος επί ενός λογιότερου.</p>
<p>Η επέλαση των Δωριέων ως επέλαση των ξυλοκόπων που αφανίζουν τα δέντρα / τους ανθρώπους, που αφανίζουν τη γλώσσα (άξεστα αρπάζουν, άξεστα μιλούν), η ψυχική ερήμωση ως καταστροφή του δάσους (τα δέντρα γίνονται κάρβουνο / και παύει κάθε μυστήριο για την ψυχή). Εξαφανίζονται τα δέντρα, εξαφανίζονται τα πουλιά, μεταναστεύουν οι άνθρωποι.</p>
<p>Όλα αυτά μετά την ανάγνωση της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Ελένης Δημητριάδου &#8211; Εφραιμίδου «Δωριείς και ξυλοκόποι» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.</p>
<p>Αυτή την αίσθηση περιδιάβασης στην ίδια γεωγραφία εισπράττω, σε παρόμοια μοτίβα με ποιήματα που αρθρώνονται σε τρεις ενότητες και διέπονται από την ίδια αγωνία. Η Ελένη Εφραιμίδου, που ζει και δημιουργεί στην Ξάνθη, είχε βραβευθεί το 1997 με το βραβείο Ιπεκτσί για τη θεατρική απόδοση του διηγήματος του Γεωργ. Βιζυηνού «Μοσκώβ Σελήμ» και έχει εκδόσει δοκίμια, κριτικές, θέατρο και πέντε ποιητικές συλλογές.</p>
<p>Υποχώρηση μετά την καταστροφή. Αναδίπλωση μετά την ήττα. Ποτάμια που βουλιάζουν στη λάσπη. Τοπία γεμάτα νεκρούς. Θυμίζουν τα φαντάσματα στη γέφυρα του Λονδίνου. Συμβολισμός της καταστροφής, της αποψίλωσης του δέντρου και του δάσους. Του συμβόλου δηλαδή του ασυνειδήτου, του καταφυγίου, του τόπου όπου κατοικούν οι ψυχές των προγόνων, αλλά και του τρόπου να χαθείς, πρόσφορου στη μαγεία, στα σύμβολα, στις τελετές. Η εξαφάνισή του την εξαφάνιση της ποίησης και του μυστηρίου σηματοδοτεί.</p>
<p>Μια χαμηλόφωνη, συμβολική γλώσσα, πλήρης αναφορών στην ελληνική μυθολογία, την ποίηση και τη λογοτεχνία (Αντιγόνη, Περσεφόνη, Μαρία Νεφέλη, Ιφιγένεια) αλλά και σε ό,τι απομένει από το έρημο τοπίο, από την πέτρα έως τον πλήρη κατακερματισμό, τη σκόνη, για να αποδοθεί η ψυχική / φυσική ερήμωση, η εξορία, η φθορά, ο θάνατος / η λήθη, η χαμένη πατρίδα, η ματαίωση, η αφύπνιση τελικά του αναγνώστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><b>VARELAKI 13.3.2015</b></h5>
<h5><strong>ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ &#8211; ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΕΦΡΑΙΜΙΔΟY</strong></h5>
<p>“Γράφουμε επειδή μας κλείνουν τις πόρτες και δεν<br />
έχουμε τι άλλο να κάνουμε” Τσέχωφ προς Γκόρκι, 1899</p>
<p>Θα ταίριαζε πολύ σήμερα η παλιά αυτή ρήση του Τσέχωφ στον καταιγισμό των γραπτών κειμένων από συγγραφείς και ποιητές που κατακλύζουν το διαδίκτυο και τις έντυπες εκδόσεις συνεχώς. Αντίδραση στο αδιέξoδο; Στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της εποχής; Στη φθορά της καθημερινότητας; Φυγή από το τέλμα και τ’ ασήμαντο; Επανάσταση λέξεων, αφού δεν υπάρχει κάτι άλλο να αντισταθεί μπροστά στις κλειστές πόρτες ενός οράματος για μια κοινωνία ιδανική;</p>
<p>[…]Ποιός ειν’ εκεί / επάνω στο σήμερα;/ Ποιός μαδάει φτερά /και γελάει σαρδόνια;<br />
(Απορίες)</p>
<p>Η κραυγή που αναπτύσσεται, για να εκφράσει την απορία της ψυχής στο αδιέξοδο της ζωής, προτάσσει για ασπίδα της τις λέξεις. Τον μέσα κόσμο μας στο έξω χάος.<br />
Αλλά μπορούν οι λέξεις;</p>
<p>[…]Αφού και το πιο ελάχιστο φωνήεν/ κόβεται σε χίλια κομμάτια/ διασπάται κενό/ δεν ανατρέπει βαμπίρ. (Ποίημα, τρύπα)</p>
<p>Αναρωτήθηκα πολλές φορές σε όλη αυτήν την τελευταία διάρκεια που έγραφα τα ποιήματα της συλλογής, εποχή κρίσης στη χώρα, μπορούν οι λέξεις ν’ ανοίξουν ορίζοντες, πόρτες σ’ έναν κόσμο που διαλύεται, να εναρμονίσουν ένα παράλογo<br />
ουρλιαχτό;</p>
<p>[…]Αφού, τι να πεις από ένα ουρλιαχτό που δεν κοιμάται;/Αφού παράλογος κόσμος αγκαλιάζει/ κάτω απ’ τα σεντόνια του/ ολόγυμνη τρέλα; (Ποίημα, τρύπα)</p>
<p>Έστω, να κινητοποιήσουν το φως, να δείξουν τη σκόνη που συσσωρεύεται στο ασταθές και εύθραυστο αυτό τοπίο της εποχής; Προσπαθώντας να καταγράψω με στίχους το συλλογικό μας παρόν, τη νοσηρή μας καθημερινότητα, ενδεχομένως και την εποχή μας, μέσα από δικές μου υποκειμενικές εικόνες, ιδέες και λέξεις σκόνταφτα στο δίλημμα , του πώς μπορεί να γεμίσει κανείς αυτό το άδειο που αιωρείται γύρω μας, με ελπίδα.</p>
<p>[…]δεν ξέρω καν αν μες σε τούτο το κενό/ μπορείς με λέξεις να ελπίζεις,</p>
<p>σημείωνα στο ποίημα Δωριείς και Ξυλοκόποι, εννοώντας αυτό το παμπάλαιο ανθρώπινο διαχρονικό κενό που πάνω του αιωρούνται σαν μαριονέτες ετοιμόρροπες οι λέξεις μας. Και στο ποίημα, Aντοχή,</p>
<p>[…]από ένα ελάχιστο πιάσιμο στιγμής/ κτίζεται η ελπίδα/ στην πέτρα και στο σίδερο.</p>
<p>Άρνηση; Κατάφαση; Λογοπαίγνιο; Προσδιορισμός ενός διλήμματος ή μιας ιδέας;<br />
&#8216;Ενας κόσμος που αποδομείται, ένας κόσμος που αναδομείται, όλο αυτό που χάνεται, που λείπει από τον άνθρωπο κι ύστερα ανασταίνεται, γίνεται έρωτας για τα γύρω πράγματα. Γίνεται ποίηση. Μια πράξη δαπάνης εσωτερικής. Και είναι πράξη πολιτική<br />
να βλέπεις τα πράγματα ποιητικά, να τα ερωτεύεσαι, να τα αγαπάς, να μην τα αφήνεις στη φθορά τους, στο θάνατό τους.<br />
Όπλα οι λέξεις. Γιατί η ποίηση δε γράφεται με ιδέες αλλά με λέξεις, έλεγε ο Mallarme στον Degas. Aυτές προσδιορίζουν τις ιδέες μας. Αυτές θα εξηγήσουν την ποιητική μας ομηρεία στην εποχή και στον μέσα μας κόσμο. Αυτή η αφήγηση της εσωτερικής μας γλώσσας, η σκαπάνη εντός, είναι βίος βαθύς, και αυτήν, τη μνήμη τη βαθύτερη, επικαλούμαι στο μότο της συλλογής. Ανεξέταστος βίος, αβίωτος ,έλεγαν οι σοφοί μας. Σαν να μην έζησες αληθινά. Το εγώ και το εμείς είναι οι λέξεις. Το αν μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία έρθει η λύτρωση ή η υπέρβαση της καθημερινότητας, όπως υποστηρίζεται, αυτό είναι και ζήτημα πιθανοτήτων. Αν η αφήγηση για τη βροχή γίνει βροχή, τότε οι λέξεις βρίσκουν τον ποιητικό προορισμό τους.<br />
Κι αν κάποτε, ούτε κι αυτές προσδιορίσουν το βάθος, τότε ο μύθος, τότε τα σύμβολα σπάνε τους τοίχους, ξεκλειδώνουν τα έσω δωμάτια. Δίνουν έκταση στο όνειρο:</p>
<p>[…]Ένα παιδί μονάχα/ με λίγες λευκές/ λέξεις στο στόμα/ ψιθύριζε άριες στις άδειες τρύπες/ ασβέστωνε τη νύχτα/ κι έκρυβε στις τσέπες του/ κλεμμένα άστρα/ παράνομες περιοχές. (Εκεί και μια ευτυχία)</p>
<p>Τι θα μπορούσε να προσδιορίσει την αλήθεια ως πραγματικότητα, να δώσει στο όνειρο τη νομιμότητα του ασφαλούς, όταν ο καθρέφτης της ζωής σπάει καθημερινά το παραμύθι της, δημιουργώντας φιλάρεσκα την ψευδαίσθηση του αληθινού; Μια παραμόρφωση του φόβου η ελπίδα, ενός ρήγματος που ανοίγει κάθε στιγμή. Ο φόβος, το κυρίαρχο συναίσθημα που μας αδρανοποιεί.</p>
<p>[…]Αυτό είναι το όνειρο./ Μια παράθλαση φόβου. (Παράθλαση)</p>
<p>Γι’ αυτό οι καταστάσεις και τα γεγονότα παίρνουν μια διάσταση μεταφυσική και συμβολική μέσα μας.<br />
Οι σκιές αλλάζουν θέση / ανάλογα με τις αλήθειες.<br />
Τα σαράντα εννέα ποιήματα που συνθέτουν τη συλλογή αυτή, περιγράφουν με μύθους, σύμβολα, μνήμες και ρυθμούς, την επικαιρότητα, σχολιάζουν το διαχρονικό κενό της ανθρώπινης μοίρας και Ιστορίας, παραλληλίζοντάς το με το σύγχρονο και σαρωτικό παρόν. Ποιήματα, τραύματα μνήμης και επιβεβλημένης αμνησίας που επαναστατούν και καταδικάζουν τη σκόνη των ημερών, την αδιαφάνεια της αλήθειας, τη βία στην ύπαρξη, τον τυχοδιωκτισμό της απάθειας. Ημέρες που παρακμάζουν, τόποι ψυχής που γίνονται αποικίες απώλειας:</p>
<p>[…]Τέλος, είναι η βία./ Είναι οι άνθρωποι που αρπάζουν απ’ τις πλάτες/άλλους ανθρώπους./ Λύνουν τα χέρια τους / για να τραντάξουν τη γη./ Το είδαμε όταν / τα μάτια τους κύλισαν στο χώμα / κι έγιναν πέτρες ξαφνικά. /Και είδαμε πως, από τότε, μικροί πλανήτες / γύρω τους γυρίζουν / κι εκείνοι μένουν στο κενό./Τα πόδια τους κρυμμένα είναι στην αφάνεια. / Το σώμα τους κανείς δεν το βλέπει./ Ακίνητο είναι./<br />
Μόνο μια χρυσή κλωστή /στο σκοτάδι φωσφορίζει / όταν ο άνεμος κινεί τα δάχτυλά τους/ για να θυμίζει πως κάποτε /υπήρχε αυτός ο κόσμος. (Κενό και παμπάλαιο)</p>
<p>Ναι, αυτή η χρυσή κλωστή που κινεί τα μυστικά νήματα της ζωής, ξαναπλάθει την ομορφιά και την αθωότητα. Ξαναμαζεύει από το δρόμο τα κομμάτια μας. Αυτή μόνο.<br />
Γιατί στο απέραντο αυτό σημερινό σαράφικο, η ψυχή μας δεν εκτιμήθηκε ποτέ. Κυκλοφορούν Σαλτιμπάγκοι με μορφή Μεσία. Οι πολυθρόνες κι η μποεμία κατά τον Βάρναλη, καίνε την Ιστορία μας. Δεν διδαχθήκαμε απ’ αυτήν ποτέ, απλώς αποστηθίσαμε κάτι ωραίες συντηρημένες στο αλάτι εικόνες της και αποκοιμηθήκαμε.<br />
Βαθιά πολυθρόνα, άδεια κατσαρόλα</p>
<p>Βαθιά στην πολυθρόνα της η Μάνα μου,/ με κρεμασμένο ένα άδειο γάντι στο χεράκι της/ εξευμενίζει τους πνιγμούς./ Ξένα νερά ορμούν στο σπίτι,/ η ντουλάπα αδειάζει αργά τα ρούχα της,/ νωχελικές στάσεις παίρνουν τα παπούτσια της,/ τα έπιπλα κολυμπούν / τα παιδιά κοιμούνται και πνίγονται, κατσαρίδες επιπλέουν,/ ακέφαλα κοκόρια στην αυλή / ανεβαίνουν στην επιφάνεια του κατακλυσμού,/κλητήρες με ψηλές μπότες μπαίνουν / μαζεύουν υπογεγραμμένα χαρτιά,/ παχύδερμες μνήμες κάνουν πλιάτσικο/ πίσω από πουλημένα παραβάν,/ μπαίνουν, βγαίνουν ιδιοφυείς / ακρίδες κοιλοφόρες,/ μασούν με ξένες γλώσσες τα κηπευτικά,/παράλυτα φύλλα τρέχουν να σωθούν / κι αυτή<br />
Στην πολυθρόνα της αιώνες / με κρεμασμένα χέρια αναπολεί. / Ρε Μάνα , ξύπνα, τα παιδιά./ Γράφω ιστορία, αυτή./ Αύτανδρη η πολυθρόνα της στο τέλος / πηγαίνει στο βυθό,/ ώσπου χασμουρητό ηχηρό ναυάγιο./ Κάτι τέτοιες μέρες, μισώ / την άδεια κατσαρόλα της./ Το καμένο φαγητό στο πιάτο,/ το τετράδιο με τις συνταγές των πνιγμένων ψαριών/ και την αλατισμένη ιστορία της.</p>
<p>Η προδοσία, η παρακμή, η λεηλασία, ο φόβος, η κραυγή, η αδράνεια, το τέλος, στήνουν το σκοτεινό σκηνικό των Αχαιών που προσπαθούν να κρατηθούν από κορμούς γυμνούς. Το σιωπηλό δάσος, κουτσουρεμένο από αδαείς ξυλοκόπους ζωής, ξεραίνεται στην ανυδρία του. Κι οι σπάνιες ποικιλίες της πανίδας του αποδημούν.</p>
<p>Όλη τη νύχτα έκοβαν δένδρα οι ξυλοκόποι / το πρωί δάσος δεν υπήρχε/ κι απ’ τα κλαδιά του έφυγαν τα σπάνια πουλιά. ( Ελληνικό ρέκβιεμ)</p>
<p>Πάθη παλιά, πάθη καινούργια κι ένας κορυδαλλός μετανάστης που έχασε λοφίο και κελάηδισμα, ψάχνει στο χώμα ένα σκουλήκι με παροξυσμό ουτοπικό.<br />
Το συλλογικό υποσυνείδητο εμπλέκεται με το προσωπικό, η συλλογική μνήμη με την προσωπική, προσπαθώντας να νικήσει τα αδιέξοδα του<br />
παρόντος, να δημιουργήσουν μια ασπίδα στο χάος.</p>
<p>[…]Περνάμε ανάμεσα από Αχαιούς νεκρούς /που έχασαν τη γλώσσα δίχως μάχη.</p>
<p>[…]Τι Τυρταίος ,τι Αρχίλοχος,/ δεν είμαστε για Ελεγείες και Θούρια./Μετά από κάθε παρακμή,/ έρχονται οι ξυλοκόποι. (Δωριείς και ξυλοκόποι)</p>
<p>Επικαλέσθηκα τη γλώσσα και τη μνήμη, αυτές τις εσωτερικές διαδικασίες που σε οδηγούν σε διαπολιτισμικές και διαχρονικές αξίες, την ελεύθερη σκέψη και τη γνώση που νικάει εξουσίες. Την ιστορία όχι ως αρχαιολατρεία , αλλά ως διδαχή. Παραλληλίζοντας τις εποχές προσπάθησα να ακούσω τη μελλοντική βουή.<br />
Δωριείς, μεταφορικά, είναι η κάθοδος κάθε μορφής εισβολέων εντός και εκτός των τειχών μιας χώρας και μιας ύπαρξης. Είναι η μνήμη που χάνεται, η ιστορική και προσωπική μας μνήμη που υποτάσσεται κάθε φορά σ’ ένα καινούργιο εισβολέα. Η λεηλασία τόπων αγαπημένων που γίνονται λήθη.<br />
Με την κάθοδό τους οι Δωριείς έφεραν μεγάλες αλλοιώσεις στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας του 12ου αιώνα και επέδρασαν καθοριστικά στην ιστορική της πορεία. Η εποχή τους ονομάστηκε Ελληνικός Μεσαίωνας, γιατί σηματοδότησε την παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού που ως τότε είχαν διατηρήσει οι Αχαιοί.<br />
Μια μεγάλη ανατροπή η μνήμη. Ο σκοτεινός χρόνος που σαρκάζει μέσα μας, μένει απολιθωμένος, μεταμφιεσμένος στην πιο κρυφή σκηνή μας, αναζητώντας τη λύτρωσή του στην πιο γνήσια και αληθινή έκφρασή του, στην πιο ανατρεπτική υπέρβασή του, την ποίηση.</p>
<p>Το φυλάκιο άδειο /στο δάπεδο πέτρες./ Θα μπορούσε να ήταν αστέρια/ ή πυγολαμπίδες ιστορίας. (Φυλάκιο στο Πόγραδετς)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>diavasame.gr, Μάρτιος 2015</p>
<p>Τέλος σημαίνει<br />
πως κάποτε υπήρξε ένας κόσμος.<br />
(στίχοι από το ποίημα «Κενό και παμπάλαιο»)</p>
<p>Η Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου γεννήθηκε και ζει στην Ξάνθη. Ασχολείται με τα γράμματα και τον πολιτισμό της πόλης και έχει διατελέσει επί σειρά ετών πρόεδρος και μέλος σημαντικών πολιτιστικών φορέων της. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1974 με ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος». Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές, καθώς και τη θεατρική απόδοση του διηγήματος του Γ.Μ. Βιζυηνού «Μοσκώβ-Σελήμ» το οποίο απέσπασε το πρώτο βραβείο Ιπεκτσί (1997-99). Επιμελήθηκε επίσης την ανθολογία «Σύγχρονοι Θράκες ποιητές», εκδ. Σπανίδης, 2007. Ποιήματά της διακρίθηκαν σε πανελλήνιους διαγωνισμούς. Δοκίμια και κριτικές της για την ποίηση έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Θράκης.</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Εφραιμίδου με τον εξαίρετο τίτλο «Δωριείς και ξυλοκόποι» χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο μέρος, μια γέφυρα ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό, το παρελθόν και το παρόν. Η οπτική του συνόλου υπό το πρίσμα του ενός και «αμείλικτο είναι το φως επάνω/ στη γραμμή της σκόνης».</p>
<p>Το δεύτερο μέρος πιο προσωπικό, η αμεσότητα του ενός στις ριπές του χρόνου και με τους οικείους συνοδοιπορεί στην άκρη του τούνελ. Στιγμές που εσωκλείουν το Είναι ως υπόσταση ζωοδότρα και ανθεκτική, με εφόδια τις εικόνες που έχει κρατήσει προσεκτικά στο σεντούκι του χρόνου, «σαν μυρωδιά από λεμόνι/ και λεβάντα».</p>
<p>Το τρίτο μέρος είναι οι μνήμες που κατεργάζονται εκ των έσω την ψυχή, θεριεύουν και άλλοτε καλύπτουν το κενό και άλλοτε ρίχνουν αλάτι στην πληγή. Η λήψη της έλλειψης, μια αδυσώπητη μυθωδία, «αφού το παγωμένο χθες/ καπνίζει πάντα/ σκοτεινό χρόνο».</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Εφραιμίδου είναι μια πολύ ιδιαίτερη σύνθεση και σύνδεση συναισθημάτων, εννοιών και λέξεων. Τρία μέρη που αλληλοσυμπληρώνονται, με την εξαιρετική λεκτική υφή της ποιήτριας να αποδομεί και να ανασυνθέτει τον κόσμο μέσα από τον άνθρωπο (ή μήπως το αντίστροφο;). Η μουσικότητα των στίχων αξίζει ιδιαίτερης προσοχής, ως ένα κύμα που παρασύρεσαι στο ρυθμικό παφλασμό του και όταν σκάει στα βράχια εκρήγνυται το μεγαλείο της ομορφιάς.</p>
<p>Λυρισμός, συναίσθημα και χαρισματική γραφή μάς δίνουν μια ποιητική συλλογή που αξίζει να δώσετε την προσοχή σας. Και είμαι βέβαιος ότι δεν θα σας απογοητεύσει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h5>
<p>ΤΟΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 3/6/2015</p>
<p>Παραφράζοντας τον Έλιοτ θα λέγαμε ότι υπάρχει ένας φυσικός νόμος ισχυρότερος από όλα αυτά τα ποικίλα ρεύματα που λέει ότι η ποίηση δεν πρέπει να απομακρύνεται από τα κοινά βιώματα. Και τούτα τα κοινωνικά βιώματα εισέρχονται όλο και πιο δυναμικά στην Τέχνη και ιδίως στην ποίηση. Το κοινωνικό και ατομικό αδιέξοδο, η φθορά της καθημερινότητας, η αναζήτηση μιας διεξόδου προσπαθούν να δρουν το δικό τους δρόμο προς το στίχο, αναζητούν τις δικές τους λέξεις να εκφραστούν. Είναι κραυγές αγωνίας που ως σαχτουρικά πουλιά προσπαθούν να ενώσουν το πνευματικό με το υλικό.</p>
<p>Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, υπαρξιακό και κοινωνικό συνάμα, κινείται και η ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Εφραιμίδου[1] «Δωριείς και Ξυλοκόποι» (Γαβριηλίδης, 2014). Χαρακτηριστικό στην ποιητική πορεία της Δημητριάδου-Εφραιμίδου είναι το μεγάλα κενά μεταξύ των ποιητικών της εκδόσεων. Δε βιάζεται να εκδώσει, δεν είναι αυτοσκοπός η έκδοση. Περιμένει να ωριμάσουν οι συνθέσεις της.</p>
<p>Από τον τίτλο ακόμα της συλλογής υποδηλώνεται η καταστροφή και η αποψίλωση. Οι νικητές Δωριείς που άφησαν πίσω τους νεκρούς και μία κατεστραμμένη πόλη, αποκαλύπτουν την καταστροφή που εικονοποιείται από την αποψίλωση του δάσους που υπονοούν οι ξυλοκόποι. Άλλωστε και στο ποίημα που τιτλοφόρησε τη συλλογή κυριαρχεί ο δρόμος προς τον Άδη και η καταστροφή, μία έρημη κοινωνία στο αποκορύφωμα της κρίσης.</p>
<p>Η συλλογή απαρτίζεται από ποιήματα κοινωνικής αντανάκλασης. Αν τούτη η κοινωνική διάσταση της ποιητικής της είναι εμφανής και στην προηγούμενη συλλογή, «Σκιά είναι» (Αρμός, 2009), στη νεώτερη είναι εντονότερη η κοινωνική-κοινωνιοϋπαρξιακή προσέγγιση. Ανθολογούνται ποιήματα για τη μετανάστευση, αδιαφορώντας για τη φυλή και το φύλο, αλλά με βαθιά αγωνία για τον Άνθρωπο για όποιον παλεύει· για το απάνθρωπο αστικό τοπίο και τη φθορά της φύσης, τα ερείπια της ζωής και της πολιτικής. Η ίδια η κοινωνία τροφοδοτεί τη σκέψη της ποιήτριας, της γεννά αγωνίες και φόβους που τους μετατρέπει σε τέχνη. Παράλληλα, περιέχει συνθέσεις που εκφράζουν υπαρξιακούς προβληματισμούς· αγωνία για το θάνατο και το τέλος, για το χρόνο και τη μνήμη· τη μοναξιά, την αλήθεια, την πολιτιστική παράδοση.</p>
<p>Πηγή έμπνευσης αποτελούν κοινωνικά στιγμιότυπα που συχνά προσπερνάμε αδιάφορα (υπαίθρια διαφήμιση, αναμνήσεις μπολιασμένες με τη γνώση της εξέλιξης), κοινωνικά βιώματα (μετανάστευση, καθημερινότητα, φυσικά περιβάλλον, επισκέψεις σε μουσεία κλπ). Άλλωστε, η ποίηση δεν είναι απλά μία ψυχική εκτόνωση. Είναι πολύ επιπόλαιο να την κατατάσσουμε στείρα ως αντικαταθλιπτικό &#8220;φάρμακο&#8221;. Είναι πρωτίστως καλλιτεχνική έκφραση που στοχεύει στο συναίσθημα του δέκτη κι ακούσια στο στοχασμό.</p>
<p>Σε αντίθεση με τις σύγχρονες τάσεις η Δημητριάδου-Εφραιμίδου απορρίπτει την κυριαρχία της εικόνας. Η εικονοπλασία της είναι χαλαρή και θολή, σύντομη και με μία αίσθηση αδιαφορίας αφού ως κινηματογραφικό πλάνο είναι αναγκαίες για το κεντρικό πλάνο.. Ο στιχουργικός της πλούτος είναι τέτοιος ώστε πουθενά στις 73 ποιητικές σελίδες δε βλέπουμε να επαναλαμβάνεται δεύτερη φορά η ίδια εικόνα.</p>
<p>Η γραφή της ρέει με τόση άνεση που σαγηνεύει τον αναγνώστη. Η λυρική μουσικότητα στο στίχο ευωδιάζει το στοχαστικό περιεχόμενο, ενώ ο έκδηλος ρομαντισμός συμπαραστέκεται στη βαθιά απογοήτευση.</p>
<p>Η γλώσσα της είναι ζωντανή και οικεία αξιοποιώντας όλες τις εκφραστικές δυνάμεις. Οι πολλές δευτερεύουσες προτάσεις (και οι υποτακτικές με τις λίγες προτρεπτικές προστακτικές) ενισχύουν την προφορικότητα της γραφής της. Ενισχύουν τη διάθεση ανατροπής μέσα από την υποτακτικότητα στα κοινωνικά αδιέδοξα. Την ίδια όμως στιγμή ομαλοποιούν τον ελαφρώς κρυπτικό προσανατολισμό, καθιστώντας τον αρμονικό και διατηρώντας αποστάσεις από την παλαιότερη ερμητικότητα. Η ολοκληρωτική σχεδόν απουσία επιθέτων καλύπτεται από την ποιητική αξιοποίηση των ουσιαστικών.</p>
<p>Οι τολμηρές παρομοιώσεις και μεταφορές εντυπωσιάζουν. Η περιορισμένη περιγραφή, δίνοντας τη θέση της σε ένα αφηγηματικό ή στοχαστικό πλαίσιο, και η αξιοποίηση μετωνυμικών συμβολισμών ή της αρχαιοελληνικής παράδοσης συγκλονίζουν. Η λεπτή ειρωνεία (κοινωνική συνήθως) συνταράσσει και αφήνει άναυδο τον αναγνώστη με το βάθος της. Ο πόνος για τους ανθρώπους και την κοινωνία γίνεται πικρός σαρκασμός που &#8220;παγώνει&#8221; κάθε αυτάρεσκο ακροατή.</p>
<p>Η ελευθεροστιχία και τα στιχουργικά θρύμματα εντείνουν τον πυγαίο σπαραγμό. Το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο διαμορφώνει ένα ύφος υποκειμενικής κρίσης· απέχει από τη συνηθισμένη εξομολογητική ποίηση· αποκτά μία μορφή κριτικής προσέγγισης και προσωπικών αγωνιών για τον Άνθρωπο, ως άτομο ή συλλογικό υποκείμενο.</p>
<p>Είναι η στιγμή που η ποίηση γίνεται αφορμή για στοχασμό και όπλο, αγκάλη, σεβασμός για τα ανθρώπινα πάθη. Οι λέξεις αντιδρούν, κινητοποιούν τον κριτικό στοχασμό. Στη Βαβέλ της ποίησης κάθε λέξη παρανοεί την άλλη, μα αλληλέγγυα στέκονται πλάι σε άλλες για να δημιουργήσουν από κοινού ένα συλλογικό μήνυμα ενότητας απέναντι στον πόνο και το φόβο, απέναντι στις αντιξοότητες του ανθρώπινου βίου.<br />
Σε μια αποδομημένη κοινωνία που αναζητά τη νέα της ταυτότητα, η συγκρουσιακή σχέση του ατόμου με τη σκληρή πραγματικότητα και η ματαίωση των ονείρων φωταγωγούν την ποιητική δημιουργία και αποκτούν μία άλλη δυναμική. Η σύγχρονη ποιητική παραγωγή είναι σκοτεινή, γεμάτη θλίψη και ταυτόχρονα πλούσια σε άρνηση και ελπίδα αφού ο ποιητής αντανακλά την εποχή του, αδυνατώντας να μείνει έξω από τα προβλήματα του καιρού του. Σε καιρούς θλίψης, ματαιότητας, αλλοτρίωσης κι απομόνωσης, σε εποχές ανάπτυξης της υπο-κουλτούρας της μάζας από τη βιομηχανία του θεάματος και του βιβλίου, η προσπάθεια ενός ποιητή να επικοινωνήσει με το διπλανό του, να εκθέσει μία διαφορετική έκφραση καταντά παράλογη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>Η ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ</p>
<p>Για την παρουσία της Ελένης Δημητριάδου Εφραιμίδου γράφω και μιλώ πάνω από τριάντα χρόνια. Για μένα είναι κάτι αυτονόητο και αναγκαίο. Είναι πολύ ωραίο να ξέρεις ότι σε έναν χώρο δεν είσαι μόνος. Το κατάλαβα αυτό ζώντας με το Στέφανο Ιωαννίδη και την Κατίνα Βέικου Σεραμέτη, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Δεν ήταν ίδιοι. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία.</p>
<p>Με την Ελένη έχουμε την ίδια ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι ζήσαμε τα ίδια πράγματα. Ο καθένας με τα δικά του, αλλά αυτό είναι κάτι άλλο.</p>
<p>Από τις πρώτες της συλλογές «Εγένετο» 1987 και «Εγώ κι ο Φαίδρος» 1990 ήμουν πεισμένος ότι πρόκειται για ποιήτρια αξίας. Και στη συνέχεια οι επόμενες συλλογές «Του καιρού και της ήττας» (1999) και «Πόλη μου σαν το ρόδο» (2001) επιβεβαίωσαν του λόγου το αληθές.</p>
<p>Το 2009 η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου εξέδωσε τη συλλογή «Σκιά είναι». Τότε έλεγα :</p>
<p>«Από συλλογή σε συλλογή η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου συμπληρώνει και εξελίσσει το ποιητικό της πρόσωπο. Θα έλεγα, δεν επαναλαμβάνεται ούτε κάνει ‘κοιλιά’, πράγμα πιθανό σε δημιουργό με μακρόχρονη παρουσία.</p>
<p>Ζώντας στην Ξάνθη, με την ποιητική παράδοση από τον Άργη Κόρακα του 19ου αιώνα, το Γ. Ξ. Στογιαννίδη, το Στέφανο Ιωαννίδη και την Κατίνα Βέικου Σεραμέτη του 20ου αιώνα, για να σταθούμε στους πιο γνωστούς, η ποιήτρια είχε να αντιπαραταχθεί με σημαντικά ονόματα της ποιητικής τέχνης. Δεν είναι ασήμαντο – αυτό πρόσφατα το συνειδητοποίησα – να ζεις σε ένα χώρο με μακρόχρονη ποιητική παράδοση. Και βέβαια, έχεις να αντιπαραταχθείς με την προηγούμενη δημιουργική σου δουλειά».</p>
<p>Η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου δε βιάζεται να βγάλει ποιητική συλλογή. Περιμένει να ωριμάσει αυτό που θέλει, να το γευθεί και να το νιώσει ότι είναι κατάλληλο για κυκλοφορία. Η καινούρια ποιητική της δουλειά με τίτλο «Δωριείς και Ξυλοκόποι» είχε ολοκληρωθεί εδώ και καιρό. Περίμενε όμως για να βγει στο φως…</p>
<p>Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης το νέο ποιητικό βιβλίο της με τίτλο «Δωριείς και Ξυλοκόποι» (76 σελίδες) με εξώφυλλο Θάνου Γκιώνη.</p>
<p>Κάποια ποιήματα της συλλογής αυτής μάς τα είχε απαγγείλει στην εκπομπή που επιμελούμαι ‘Μ’ ένα βιβλίο πετάω’ [στο Διακονία fm 93,6] καθώς και στην πρόσφατη εκδήλωση παρουσίας ποιητών και ποιητριών στις Γιορτές Παλιάς Ξάνθης που οργάνωσε το Δίκτυο Λόγου και Πράξης. Τα αναφέρω αυτά για να επισημάνω τις θετικές αντιδράσεις των ακροατών και ακροατριών και στις δύο περιπτώσεις.</p>
<p>Η ποιητική συλλογή διαιρείται σε τρία μέρη με τον αντίστοιχο αριθμό ποιημάτων Ι, 26 ποιήματα, ΙΙ, 13 ποιήματα και ΙΙΙ,10 ποιήματα.</p>
<p>Η αλήθεια και η μνήμη είναι κυρίαρχα θέματα :</p>
<p>Τέλος σημαίνει<br />
Πως κάποτε υπήρξε ένας κόσμος<br />
Τέλος πως δεν υπάρχει κόσμος.<br />
Τέλος είναι η βία.<br />
Είναι οι άνθρωποι που αρπάζουν απ’ τις πλάτες<br />
Άλλους ανθρώπους.<br />
Λύνουν τα χέρια τους<br />
Για να τραντάξουν τη γη.</p>
<p>Ζώντας στην κρίση, κυρίαρχο είναι και στην ποίηση θέμα :</p>
<p>Περνάμε ανάμεσα σε Αχαιούς νεκρούς<br />
Που έχασαν τη γλώσσα δίχως μάχη.<br />
Βουλιάζει δίπλα τους ένα ποτάμι<br />
Από λασπόνερα και σαπισμένα προσωπεία.</p>
<p>Στη νέα ποιητική της συλλογή η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου παρουσιάζει πολλά αρχαιοελληνικά σύμβολα. Επίσης σε πολλά ποιήματά της απαντά στο ερώτημα «γιατί γράφω»:</p>
<p>Χωρίς εσένα δε θα άντεχα να γράφω,<br />
Είπε η πλάνη.</p>
<p>(…)</p>
<p>Να γράφω<br />
Για να μ’ αγαπάς<br />
Χωρίς αλήθεια.<br />
Στο τρίτο μέρος, χωρίς να υποτιμώ τα δύο πρώτα, έχει ολοκληρωμένη ποίηση, Το ποίημά της Σαρκοφάγος είναι από τα τελειότερά της. Ένα τελευταίο απόσπασμα από το ποίημα αυτό :</p>
<p>Λήθη<br />
Από σαρκοφάγο μνήμη αγγίζω εδώ.<br />
Αγάλματα,<br />
Άλλοθι των υπάρξεων.</p>
<p>Η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου με την ποίησή της στο έργο «Δωριείς και Ξυλοκόποι» έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά : μιλά για την εποχή μας, γνωρίζει την πορεία της ελληνικής ιστορίας και γραμματείας και βλέπει μπροστά.<br />
Τι άλλο θέλουμε από ένα σύγχρονο δημιουργό;</p>
<p style="text-align: right;">Ξάνθη, 15 Σεπτεμβρίου 2014</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Εφημερίδα «Εμπρός» 2/12/2014</strong></h5>
<p>ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ στον Πολιτιστικό Πολυχώρο &#8220;Π” του Ιδρύματος θρακικής Τέχνης και Παράδοσης έλαβε χώρα μια ποιητική βραδιά γεμάτη ποίηση και αρμονία, με την ευκαιρία της παρουσίασης της πρόσφατης ποιητικής συλλογής «Δωριείς και Ξυλοκόποι» της Ελένης Δπμητριάδου Εφραιμίδου. Τη συλλογή στο πολυπληθές κοινό παρουσίασε η ποιήτρια και εκπαιδευτικός κα Αναστασία Γκίτση και ο δρας Μαθηματικών και επιστημολογίας κος Παναγιώτης Σωτηρόπουλος.<br />
Την όλη εκδήλωση συντόνισε ο κος Θανάσης Μουσόπουλος, φιλόλογος, συγγραφέας και ποιητής, που ανοίγοντάς την σημείωσε: «Από τις πρώτες της συλλογές &#8220;Εγένετο” 1987 και &#8220;Εγώ κι ο Φαιδρός” 1990 ήμουν πεισμένος ότι πρόκειται για ποιήτρια αξίας. Και στη συνέχεια οι επόμενες συλλογές &#8220;Του καιρού και της ήττας” (1999) και &#8220;Πόλη μου σαν το ρόδο” (2001) επιβεβαίωσαν του λόγου το αληθές. Το 2009 η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου εξέδωσε τη συλλογή &#8220;Σκιά είναι”. Τότε έλεγα: &#8220;Από συλλογή σε συλλογή η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου συμπληρώνει και εξελίσσει το ποιητικό της πρόσωπο”. Η καινούρια ποιητική της δουλειά με τίτλο &#8220;Δωριείς και Ξυλοκόποι” είχε ολοκληρωθεί εδώ και καιρό. Περίμενε όμως για να βγει στο φως&#8230;».<br />
Στην εμπεριστατωμένη εισήγησή της η κα Γκίτση ανάμεσα στα άλλα είπε: «Το ποιητικό σύμηαν της Ελένης Εφραιμίδου γέμει από παρουσίες, από ανθρώπινες σκιές, από παρελθοντικές στιγμές που ταλανίζουν με την υπόστασή τους, τους ανθρώπους του τώρα. Κυρίως όμως γέμει από ένα ιδιαίτερο &#8220;άδειο”. Η ιδιότυπη παρουσία αυτού που λείπει είναι που κάνει αξιοπρόσεκτη την, εν λόγω, ποιητική συλλογή. Με τη συνοχή μιας κλειστής/σφικτής ποιητικής κλωστής, η ποιήτρια προβάλλει το «άδειο» για να τονίσει το «ολόκληρο» της μνήμης. Προβάλλείτην παρουσία αυτού που λείπει, δηλαδή την παρελθούσα στιγμή, η οποία δεν έχει εκπέσει σε λήθη. Για του λόγου το αληθές διαβάζω συνδυαστικά στίχους:<br />
«Χρόνια πριν -αιώνες ίσως<br />
το δωμάτιο ανέβαινε μαζί του.<br />
Μετέωρο θεραπευτήριο<br />
και δεν είχε ποτέ<br />
εκείνο που έλειπε»».</p>
<p>Στη συνέχεια στην εμπνευσμένη εισήγησή του ο κος Σωτηρόπουλος παρατήρησε: «Η ποιητική δημιουργία της συνιστά μια αναγνωστική εμπειρία. Είναι εκφραστική μιας περιπέτειας μεταφυσικής, ένας πλανήτης βίος σε μια έρημη χώρα, χωρίς όμως τη διαβρωτική νοσηρότητα της ανέλπιδης μελαγχολίας. Ο ποιητικός λόγος της, εκτός από το στοχαστικό του βάθος,<br />
εμπλουτίζεται μ’ ένα προσωπικό ύφος πρόσληψης του κόσμου, ένα ιδιόμορφο κοίταγμα της ζωής. Οργανώνει το σύστημά του χρησιμοποιώντας συνειρμούς, απροσδόκητες μεταφορές και ιστορικές μυθοπλασίες, ενεργοποιώντας ταυτόχρονα το ταπεινό και οικείο για να προσδώσει διαστάσεις συμπαντικές».<br />
Μετά τις δύο εισηγήσεις πήρε το λόγο η ποιήτρια και εξήγησε τον τρόπο και το σκοπό της γραφής της, σημειώνοντας: «Υπάρχει ελευθερία σήμερα; Όταν όλες οι πολιτικές του κόσμου ισοπεδώνουν το πνεύμα, ορθώνουν γενοκτονίες μνήμης, κατασκευάζουν αδίστακτα κι απέραντα σαράφικα με επιχρυσωμένα είδωλα; «Δωριείς», μεταφορικά είναι η κάθοδος κάθε μορφής εισβολέων εντός και εκτός των τειχών της χώρας. Είναι η μνήμη που χάνεται, η Ιστορική μας μνήμη που υποτάσσεται σ’ έναν καινούργιο εισβολέα. Η λεηλασία τόπων αγαπημένων που γίνονται αποικίες λήθης». Κατόπιν απήγγειλε ποιήματα από την νέα της συλλογή μόνη ή με τη συνοδεία μουσικής.<br />
Η μουσική έκπληξη της βραδιάς ήταν οι τρεις καλλιτέχνες που κόσμησαν την ποιητική ατμόσφαιρα, για τους οποίους η κα Εφραιμίδου είπε: «Ευχαριστώ την Έλενα Σερενίδου που συνόδευσε ευαίσθητα με το πιάνο την απαγγελία των<br />
ποιημάτων, τον Βασίλη Δαλαμπέλα με το φίνο βιολί, τη Θεοφάνιά Μουρελά με την ιδιαίτερη φωνή της στο τραγούδι».<br />
Κλείνοντας τη βραδιά ο συντονιστής ευχαρίστησε το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, το βιβλιοπωλείο Σπανίδη, τους εισηγητές, τους μουσικούς και το Μουσικό Σχολείο Ξάνθης, τον υπεύθυνο ήχου Γιάννη Τσακαλίδη και το πολυπληθές κοινό, μικρούς και μεγάλους. Ακολούθησε δεξίωση, ενώ ο Βασίλης Δαλαμπέλας γοήτευε με το<br />
πιάνο του.<br />
Για την όλη εκδήλωση ο Διευθυντής του Ιδρύματος κ. Σ. Ουτατζής ευχαρίστησε την ποιήτρια και Αντιπρόεδρο του Ιδρύματος για τη μοναδική βραδιά και για την πολύτιμη, ανιδιοτελή και καθοριστική συμβολή της στο Ίδρυμα όλα αυτά τα χρόνια όσο και για τη διάθεση των εσόδων από τις πωλήσεις του βιβλίου της ως συνεισφορά στις δράσεις του Ιδρύματος. Τέλος<br />
ευχαρίστησε τους εισηγητές, Αναστασία Γκίτση και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, τον συντονιστή Θανάση Μουσόπουλο και από το Μουσικό Γυμνάσιο Ξάνθης: τους Βασίλη Δαλαμπέλα, Ελένη Σερενίδου και Θεοφάνιά Μουρελά καθώς και τους χορηγούς Μιχάλη Σπανίδη και Οδυσσέα Βουρβουκέλη».<br />
0 συντονιστής της βραδιάς κος Μουσόπουλος έκλεισε την εκδήλωση λέγοντας: «Η Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου με την ποίησή της στο έργο &#8220;Δωριείς και Ξυλοκόποι” έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά: μιλά για την εποχή μας, γνωρίζει την πορεία της ελληνικής ιστορίας και γραμματείας και βλέπει μπροστά. Τι άλλο θέλουμε από ένα σύγχρονο δημιουργό;»</p>
<p>.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ</strong></h5>
<h5><strong>AΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ</strong></h5>
<p>Σκιά είναι, ποίηση, Ελένη Δημητριάδου &#8211; Ευφραιμίδου, Εκδόσεις Αρμός, 2009</p>
<p>«Πάντα δυο λέξεις<br />
δραπετεύουν από το ποίημα»<br />
Δύο λέξεις πάντα ξεφεύγουν από τη ρότα της σκέψης ενόσω αυτή καταγράφεται στη ροή του ποιήματος. Δύο λέξεις που διατρέχουν όλη την ποιητική περιφέρεια της συλλογής, χλευάζουν τις γύρω λέξεις, αποδομούν την σύνθεσή τους στην χάρτινη αράδα, ολιγωρούν την ιδιότροπη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου και γίνονται απόκοσμες, γίνονται σκληρές, γίνονται ανεπιθύμητες επειδή «υπερασπίζονται την αλήθεια… ίσως».</p>
<p>Δύο λέξεις τιτλοφορούν τη τελευταία ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Ευφραιμίδου (6ης κατά σειρά) ΣΚΙΑ ΕΙΝΑΙ από τις εκδόσεις Αρμός. Τρεις ενότητες και 34 ποιήματα. Η αυλαία της κάθε ενότητας ανοίγει με το γνωμικό κάποιου αρχαίου έλληνα συγγραφέα/φιλοσόφου «Άνδρας χρυσάφι “έπιασε”, παράτησε το δίχτυ», «Και του σοφού η τέχνη δεμένη είναι στο κέρδος», «Από το φόβο η καρδιά γαλήνια δεν μένει». Στο ενδιάμεσο τα ποιήματα απλώνονται σε διάφορες θεματικές με κυρίαρχη αυτή της δύναμης του χρήματος και της διαστρέβλωσης που αυτό επιφέρει σε ατομικό αλλά κυρίως σε κοινωνικό επίπεδο.</p>
<p>«Ευρυδίκη,<br />
καιρός να ανέβεις.<br />
[…]<br />
Πες κάτι και εσύ στις Εξουσίες,<br />
πως το φως δεν ιδρύεται<br />
με το χέρι στην τσέπη»<br />
Έκδηλη είναι η προσπάθεια της ποιήτριας να τονίσει αυτό που βαθιά μέσα της την πονά. Και το κατορθώνει. Αποκαλύπτει την απληστία του ανθρώπου, την έμφυτη του ορμή να εξουσιάζει αλλά και την κατάρα του να εξουσιάζεται από τα χρήματα. «(Έχει πάρει τα επάνω της η αθλιότης / και διακονεί / παραπλανήσεις βαρύθυμες.)». Ο πολιτισμός αποδεικνύεται ανίσχυρος μπροστά στην εξέλιξη του είδους, αγκομαχεί μπροστά στις νέες διαδρομές, ο άνθρωπος μεταλλάσσεται ή εν τέλει αποδεικνύει αυτό που πάντοτε ήταν, δηλαδή επιρρεπής στο χρήμα, τον πλούτο, την ευκολία.</p>
<p>«Τώρα σκουριάζει ο ουρανός.<br />
Οξειδωμένα είναι τα σύννεφα.<br />
Τρέμουν οι μεντεσέδες τους<br />
για τα καλά.<br />
Με προσφυγή σε μυθικά πρόσωπα αλλά και μοντέρνες καταστάσεις, με γλώσσα ζωντανή και σφριγηλή εικονοκλασία η ποιήτρια οργώνει σιγά αλλά σταθερά το υλικό της και αποδίδει τους καρπούς των σκέψεών της με το καλύτερο ρεαλιστικό τρόπο. Το οξύμωρο του σχήματος είναι η δύναμη του χρήματος, δηλαδή η δύναμη μιας σκιάς που καταφέρνει να αποσκιάζει την φωτεινότητα του ανθρώπου και να τον αποχαυνώνει συναισθηματική και υπαρξιακά. Ευτυχώς υπάρχει ακόμη όμως μέσα στο ανθρώπινο το δυναμικό της αντοχής και του αισιόδοξου, υπάρχουν λέξεις που επιμένουν να υπερασπίζονται την αλήθεια.</p>
<p>Πάντα δυο λέξεις<br />
δραπετεύουν από το ποίημα<br />
[…]<br />
Υπερασπίζονται την αλήθεια… Ίσως.»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Ελευθεροτυπία&#8221;/ &#8220;Βιβλιοθήκη&#8221;, τχ. 598, 9.4.2010</p>
<p>Σαρκαστικά τα ποιήματα του πέμπτου λυρικού βιβλίου, γιατί η κατανάλωση είναι μια αρχαία ιστορία και έχει διαπράξει το έγκλημά της κατ&#8217; επανάληψιν. Έχει παλιώσει ο θάνατος./Δεν είναι πια ο περιλάλητος θεός/που δεν φοβόταν εξουσίες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ 17/10/2009</p>
<p>Η ενορχήστρωση της ποίησης στο τραγούδι της ζωής</p>
<p>«Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,<br />
του χρουσαφιού ακριβειά καταραμένη [&#8230;]»<br />
Γεώργιος Χορτάτσης, «Ερωφίλη», Γ 373-374.</p>
<p>Μια ακτινογραφία της διαχρονικής ανά την πορεία του ανθρώπου φιλοχρηματίας του και των μικροτήτων που τον αγκιστρώνουν επιχειρεί η Ξανθιώτισσα ποιήτρια Ελένη Δημητριάδου &#8211; Εφραιμίδου στην πέμπτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Σκιά είναι».<br />
Εκτείνοντας την ποιητική της ψυχογραφία στα βάθη του χρόνου και των μυθολογικών παραδόσεων, μα παράλληλα και στα ποικίλα μήκη και πλάτη της Γης, η ποιήτρια ανιχνεύει την εκδήλωση των ανθρώπινων ενεργειών στη σκιά του χρήματος. Στην τροχιά του κινούνται πρόσωπα θεϊκά και θνητά, με περισσότερο ή λιγότερο σημαίνουσα θέση στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής στην οποία εντάσσονται. Από την Ευρυδίκη και τον Ορφέα στα βάθη της αρχαιότητας, τον Αθηναίο δημαγωγό Κλέωνα της κλασικής εποχής, την Σαλώμη της Καινής Διαθήκης μέχρι τον σύγχρονο μέσο άνθρωπο, σε μια διαδρομή που διανθίζεται από θεματικά παρεμφερή διαπιστωτικά μότο συγγραφέων όπως ο Πίνδαρος με τον Σιμωνίδη μα και η Δημουλά με τον Βαρβέρη, καθώς κι από την Ελλάδα μέχρι το Βέλγιο, την Αγγλία και την Αμερική δυτικά ή το Ιράκ ανατολικά, το χρήμα σκιάζει τις διαθέσεις και τα βήματα των ανθρώπων.<br />
Ό,τι «τρίζει/ σ’ άνεμο σκοτεινό» είναι το χαρτί των χαρτονομισμάτων, που συσκοτίζει ακόμη περαιτέρω, με τη σκιά του, τις ανθρώπινες εκδηλώσεις. Το χρήμα, πολλά υποσχόμενο και υποχθόνιο, παρασκηνιακά «κινεί τα πέπλα της Σαλώμης» και σαγηνεύει με την προοπτική της οικονομικής ευχέρειας κάθε ματιά, η οποία, στη θέασή του, γουρλώνει βλοσυρά κι αποκτά το στρογγυλό σχήμα των κερμάτων αντικατοπτρίζοντάς το («Σκιά είναι», σελ. 20). Το χρήμα επικαλύπτει κάθε όνειρο, κάθε φως («Πώς ερμηνεύεται μια σκιά;», σελ. 21). Ακόμη κι ο θάνατος, «ο περιλάλητος θεός/ που δεν φοβόταν εξουσίες», υποχωρεί μπροστά του: αυτό είναι η μόνη αθάνατη σταθερά, η μόνη «αξία» («Αθανασία», σελ. 19). Ούτε καν μπορεί κανείς ν’ αποβιώσει, να κατεβεί «πια στον Άδη χωρίς λεφτά», είτε ανήκει στον αρχαίο κόσμο και οφείλει τον οβολό στον περατάρη προς τον άλλο κόσμο Χάροντα είτε ανήκει στον σύγχρονο κόσμο κι «οφείλει» να διατυμπανίσει την κοινωνική του θέση και τη ματαιοδοξία του και μετά θάνατον, στήνοντας πολυτελέστατα μαρμάρινα Μαυσωλεία («Προς Ευρυδίκην», σελ. 17).<br />
Σ’ ένα ζοφερό, παρακμιακό ηθικά σκηνικό η απληστία αναγνωρίζεται ως «το πιο ουσιώδες νόημα» («Το πιο ουσιώδες», σελ. 28). Όταν κυριεύει τους ανθρώπους, τότε τους λεηλατεί και τους ξεπουλά, καθώς «σε θρόνους, σ’ αξιώματα και δάφνες/ενέχυρο τα ιδανικά» τους βάζουν («Αυτός ο κόκοράς σας», σελ.22). Και πώς να μην ενεχυριάζουν τον εαυτό τους τη στιγμή που η<br />
κρατούσα αντίληψη απαιτεί όλοι πάνω τους να «προσέχουν τον τίτλο/[&#8230;] κι ας λείπουν οι προϋποθέσεις/του περιεχομένου» («Η γούνα», σελ. 38-39). Όμως οι τίτλοι, η οποιαδήποτε «Αρχή», καθιστούν την ανθρωπιά είδος υπό εξαφάνιση («Τώρα σπάζοντας», σελ.53). Οι εξουσίες ενορχηστρώνουν τη μελαγχολία, οξειδώνουν τα οστά των νεογνών, άρα της ζωής, της νιότης<br />
και της ελπίδας («Ενορχηστρώστε», σελ. 61). Οι εξουσίες προκρίνουν το συμφέρον και συντηρούν την αθλιότητα. Μα «το φως δεν ιδρύεται/με το χέρι στην τσέπη» («Προς Ευρυδίκην», σελ. 17), δεν εξαγοράζεται από το χρήμα, ούτε από την ευκολία, την αλαζονεία, ακόμη και την αδιαφορία που υποδηλώνει η συγκεκριμένη σωματική στάση. Υπό τις συνθήκες αυτές κάθε απόπειρα ανθοφορίας ελέγχεται ως μάταιη («Δεν είναι για πολύ τα μάταια», σελ. 52). Οτιδήποτε αγγελικό χάνει τα φτερά του. («Κραχ», σελ. 29&#8242; Δελτίον καιρού», σελ. 50) και καταδικάζεται σε χαμέρπεια.<br />
Το αποτέλεσμα είναι να μην ευοδώνονται οι προσπάθειες αγρύπνιας. Η «ολονυκτία» (σελ. 62) επιχειρείται, όμως τα πρόσωπα δεν την αντέχουν είτε επειδή αποδεικνύονται μικρά, δειλά και φοβισμένα («Ίδε», σελ. 63) είτε επειδή συμβιβάζονται γοητευμένα από τον απαγορευμένο καρπό. Φυσιολογικά επέρχεται ο εγκλωβισμός «στο ύπουλο πολικό ψύχος/ της αδράνειας» («Και μια σου λέξη», σελ. 70). Η μνήμη κατακρημνίζεται («Μετέωρο», σελ. 26), ο τρόμος των καταδοτών κουκουλοφόρων στοιχειώνει τις υπάρξεις («Μας παρακολουθούν», σελ. 27), η νάρκη θριαμβεύει όσο την καλλιεργούν οι λουφαδόροι («Δεν ξενυχτούν οι Μυστικοί&#8230;», σελ. 32), κι η ειρήνη ποδοπατείται, υποβάλλεται σε βασανιστήρια κι ατιμάζεται («Ένα μικρό χτύπησε τύμπανο», σελ. 33· «Νασιρίγια», σελ. 34).<br />
Με δεδομένη τη βαθιά παρακμή προκύπτει το ερώτημα αν είναι δυνατή η αναστροφή της, αν διαφαίνεται κάπου, έστω μακριά, ένας φάρος ελπίδας. Την απάντηση στη σύγχρονη αμηχανία, στις απορίες της εποχής, φαίνεται πως<br />
την έχουν τα όνειρα. Τα όνειρα «ξαναγεννούν· την αθωότητα».<br />
Όσο ο άνθρωπος ονειρεύεται κι αντικρίζει τη θάλασσα ανυποχώρητη, έστω και πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής του, η ελπίδα θ’ αχνοφέγγει («Αντοχή», σελ. 54). Τον ίδιο ελπιδοφόρο ρόλο μπορεί να τον επωμιστεί και η ποίηση. Με την επενέργεια της ποίησης η συμπυκνωμένη απάτη του κόσμου είναι δυνατό να μερώσει, να ξαλαφρώσει, να γίνει πούπουλο, «φτερό». Η ποίηση υγραίνει κι αναζωογονεί τις ανθρώπινες προσδοκίες, η ποίηση δροσίζει, από τις λέξεις της ξεπετιούνται οι βλαστοί («Εσείς που θα βλαστήσετε», σελ. 71), η ίδια η υγιής ζωή. Και μία λέξη λοιπόν είναι ικανή να ξυπνήσει τον ουρανό («Και μια σου λέξη», σελ.70) και να αναπτερώσει κάθε αγγελικό πλάσμα που στερήθηκε το πέταγμά του.<br />
Η Δημητριάδου Εφραιμίδου αποστάζει από τις εμπειρίες μιας κατασταλαγμένης ζωής έναν στοχασμό πικρό, μα κι εξαιρετικά στέρεο, που αποτυπώνει ιδέες και συναισθήματα χωρίς να ωρύεται ή να κραυγάζει, παρόλο που η θεματολογία του θα ευνοούσε την ολίσθηση στην αντίστοιχη ευκολία, κι ο οποίος βλέπει τελικά φως στο βάθος των σκοτεινών διαδρόμων. Με εικόνες ευφάνταστες και διαυγείς, όπως εκείνη της ουράς του παγωνιού που συντίθεται όχι από φτερά αλλά από χαρτονομίσματα, με λόγο καθαρό και συνάμα κρυπτικό, που λειτουργεί πολυεπίπεδα, όπως συμβαίνει με το φως που «δεν ιδρύεται/ με το χέρι στην τσέπη» (υπονοείται τόσο η ανθρώπινη φιλαργυρία όσο κι η αδιαφορία), με δυνατά εκφραστικά σχήματα, όπως στην περίπτωση της. μνήμης που προσωποποιείται και κατακρημνίζεται, με ψυχική ειλικρίνεια, εντιμότητα και νηφαλιότητα, η ποιήτρια αλέθει αγνά, «βιολογικά» αισθήματα, ζυμώνει ενάρετο ήθος κι «ενορχηστρώνει» τη φωνή της τέχνης της στο τραγούδι της υγιούς ζωής, με μια επιθετική, αντισηπτική αγωγή ενάντια στις μολυσματικές ασθένειες που διαχρονικά πλήττουν τον άνθρωπο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΚΕΡΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</strong></h5>
<p>FRACTAL 3/10/2023</p>
<p>Η αλήθεια ενός λαού έτσι όπως την βίωσαν κατάσαρκα οι άνθρωποι και όπως την νιώθουμε κι εμείς να μας αγγίζει</p>
<p>Η πολύπαθη χώρα, η Ελλάδα, πολιορκημένη από στεριά και θάλασσα. Άλλοτε από την Ανατολή κι άλλοτε από τη Δύση, βρέθηκε στη θέση που όλοι διεκδικούσαν για τον εαυτό τους.</p>
<p>Σελδζούκοι ροπαλοφόροι, Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι Σκυλοκοίτες, νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς, όπως αποκαλεί όλους αυτούς ο Οδυσσέας Ελύτης, είχαν το βλέμμα τους στραμμένο στην Ελλάδα.</p>
<p>Αυτή τη φορά, η Ελένη Εφραιμίδου, θα μιλήσει γι’ αυτούς στο βιβλίο της με τον τίτλο Γκέρα που σημαίνει τον πετροπόλεμο με σφεντόνες στο θρακιώτικο ιδίωμα και είναι τουρκικής ρίζας.</p>
<p>Οι Βούλγαροι που πάντα λιμπίζονταν το λιμάνι της Καβάλας, γυρεύοντας διέξοδο στη θάλασσα, περνώντας και καταπατώντας τα ελληνικά εδάφη, μπήκαν στα χωριά της Θράκης από τα βόρεια σύνορα. Πόλεμος.</p>
<p>Η Θράκη φτάνει ψηλά και είναι πλατιά. Η Ελλάδα μια άκρη της έχει μόνο και αυτή την άκρη θέλουν και οι Βούλγαροι.</p>
<p>Για την Ιστορία, η Θράκη βρέθηκε υπό Βουλγαρική Κατοχή κατά τη διάρκεια των ετών (1913 – 1918), όπου σημειώθηκαν πολλές εκτοπίσεις και διωγμοί των Ελλήνων ενώ κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Θράκη και η Ανατολική Μακεδονία βρέθηκαν και πάλι υπό βουλγαρική κατοχή. Οι Εβραίοι της Θράκης εκτοπίστηκαν στο ναζιστικό στρατόπεδο εξοντώσεως Τρεμπλίνκα.</p>
<p>Η Ελένη Εφραιμίδου αναλαμβάνει να εξιστορήσει, στο βιβλίο της, τα πάθη των Ελλήνων του τόπου της, κατά την περίοδο της τρίτης βουλγαρικής Κατοχής, 1941-1943. Όμως τα διηγήματά της, αν και δείχνουν αυτοτελή, είναι κρίκοι μιας και της αυτής αλυσίδας βασάνων του λαού της Θράκης από τους βίαιους κατακτητές Βουλγάρους.</p>
<p>Η εξαιρετική Αφηγήτρια και πολυτάλαντη συγγραφέας, ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας και δοκιμιογράφος –το όνομά της θα το βρούμε και σε πολλές Ανθολογίες και λογοτεχνικούς φορείς, με τους οποίους έχει άμεση επαφή- μας παραδίδει σώμα θρακικής ψυχής. Και ας μη σπεύσει κανείς να σχολιάσει το ανυπόστατο δίδυμο σώμα-ύλη και και άυλη ψυχή, γιατί η ψυχή των Θρακιωτών έγινε υλική και το σώμα άυλο από την πείνα.</p>
<p>Το βιβλίο της Γκέρα, είναι μια Ανθολογία διηγημάτων, τα οποία έχει εμπνευστεί από τα πάθη της ιδιαίτερης αυτής πατρίδας της. Είναι το θησαύρισμα πονεμένων στιγμών που βρίσκονται ακόμα στα χείλη ανθρώπων που έζησαν τα τραγικά γεγονότα, που πόνεσαν και δεν τα ξέχασαν ποτέ, όπως η γιαγιά Μαργίτσα.</p>
<p>Φυλομετρώντας, για μια πρώτη συνολική εικόνα και εντύπωση, βλέπουμε ότι η συγγραφέας ανασκάπτει πολλά στρώματα ψυχής για να δει τι κρύβει μέσα της και τι έχει αντέξει ένα σώμα.</p>
<p>Αρχίζοντας από το πρώτο, «Το στοιχειό», βρισκόμαστε μπροστά σε μια εικόνα φρικτή, τρομακτική, ένα σπίτι με φάντασμα που όλοι φοβούνταν. Και τα μικρά παιδιά που έπαιζαν γύρω γύρω δεν τολμούσαν να μπούνε μέσα, γιατί μέσα ήταν το φάντασμα. Όπως πάντα στα παραμύθια και στις παλιές ιστορίες μια γιαγιά, η γιαγιά Μαργίτσα ρίχνει το βλέμμα της ψηλά βλέπει: «Το μικρό σπίτι πάνω στον λόφο του χωριού, μόνο και άδειο εδώ και χρόνια, έχασκε ξεδοντιασμένο, φαφούτικο, σαν στόμα κακοποιημένο και μουγκό. Ο αέρας έμπαινε από τα χαλασμένα παράθυρα, έβγαινε απ’ τη μισογερμένη σκεπή με ορμή, έπεφτε στο πάτωμα παίρνοντας μαζί του τη σκόνη, χτυπούσε στους τοίχους αφήνοντας σφυρίγματα πνιχτά, άλλοτε ηχηρά σαν κλάμα. Ήχοι από φάλτσο βιολί έμοιαζαν οι κρότοι. Άφηναν οι σκουριασμένοι μεντεσέδες της πόρτας μακρόσυρτη στριγκλιά κι άλλοτε ακουγόταν ένα φουρφούρισμα μακρινό, ένα φτερούγισμα αδύνατο κι απεγνωσμένο πληγωμένου πουλιού».</p>
<p>Και με αυτή την εικόνα έδωσε κλώτσο στο κουβάρι της ιστορίας και άρχισε να θυμάται πώς αυτό το μικρό σπίτι εκ κληρονομίας είχαν εξ αδιαιρέτου η Σουλτανή και ο αδελφός της ο Μόδεστος. Όταν ο Θοδωρής ερωτεύτηκε παράφορα τη Σουλτανή, αν και ήταν «ξιβράκουτ», το σπίτι του έφτανε. Όταν η πρώτη φλόγα του έρωτα πήρε τον δρόμο της ρουτίνας τού ήταν μικρό. Αν έφευγε ο αδελφός της, που τα έβρισκε όλα έτοιμα και τίποτα δεν προσέφερε, εργένης και συνιδιοκτήτης στο σπίτι του γαμπρού, ο Θοδωρής θα έριχνε τον μεσαίο τοίχο και θα απλώνονταν. Τα πράγματα κύλησαν και όχι μόνο ο Μόδεστος δεν έφευγε αλλά έριξε και τον τοίχο για λογαριασμό του. Λόγο τον λόγο, ο Θοδωρής με τον σουγιά που καθάριζε τα καλαμπόκια σκότωσε τον Μόδεστο.</p>
<p>Στο ψυχοράγημά του ο Μόδεστος βλέπει τη Αθανασία να στριφογυρίζει μέσα στα πέπλα της τα νυφικά (όπως ο ήρωας που σκοτώνεται στον πόλεμο στην ταινία Όταν περνούν οι γερανοί), γιατί κι εκείνος,ο Μόδεστος, το ίδιο όνειρο είχε∙ να ρίξει τη «μεσοτοιχιά» να παντρευτεί την Αθανασία και να γίνουν ευτυχισμένη οικογένεια. Το δίκιο θα αχνοφέξει, αφού γίνει το κακό και θα το έχουν κι ο ένας κι ο άλλος, αδικημένοι και οι δύο. Τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας δεν τα κέρδισε κανείς. Τώρα στο σπίτι τριγυρίζουν γκρίζα φαντάσματα, πλέκουν «το υφαντό το πυκνό το αξήλωτο που η μνήμη το κλειδώνει στο συρτάρι της σαν κειμήλιο ακριβό», γράφει η Εφραιμίδου.</p>
<p>Η ιστορία είναι γνωστή και σε πολλές παραλλαγές. Οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν άγρια θηρία για ένα μέτρο γης, γιατί έχουν συσσωρευμένη μέσα τους πίκρα, κατακάθι που δηλητηριάζει το ψωμί που με πολύ κόπο εξασφαλίζουν. Είναι η φτώχεια που κάνει τον βίο αβίωτο και το μαχαίρι εύκολο. Είναι η οργή που περισσεύει και η αγάπη που λείπει.</p>
<p>Στο δεύτερο διήγημα μιλάει η Σουλτανή. Θρηνεί για τον αδελφό της 22 χρονών παιδί που τον είχε μεγαλώσει σαν μάνα του. Κι έτσι παίρνουμε απάντηση στην απορία του Θοδωρή αν τον αγάπησε ποτέ. Όχι μόνο δεν φαίνεται ότι τον αγάπησε, αλλά μετά το φονικό τον μισεί κιόλας.</p>
<p>Τρίτο κείμενο, «Ο φονιάς είναι φονιάς». Η Σουλτανή για να ζήσει μετατρέπει το σπίτι σε καφενείο. Βγάζει τα μαύρα κι ερωτεύεται τον Μάρκο τον αγροφύλακα. Μετά έρχεται και το παιδί να συμπληρωσει την ευτυχία τους, κι έπειτα ο Θοδωρής που επιστρέφει από τη φυλακή, μόλις το βλέπει της ζητάει να ξεφορτωθεί το «μπάσταρδο». Η απαίτηση του Θοδωρή μας θυμίζει το «Πίστομα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.</p>
<p>Η συγγραφέας στήνει με μεγάλη αληθοφάνεια τις τραγικές στιγμές,</p>
<p>τις παλιές συμπεριφορές, περιγράφει τις κοινωνιολογικές φόρμες, τα ήθη</p>
<p>και τα έθιμα.</p>
<p>Τελικά, αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα, λέει ο λαός. Το παιδί, «Ο</p>
<p>Αθώος», στην ταινία του Βισκόντι 1976, τηρουμένων των αναλογιών,</p>
<p>δείχνει ότι τα ίδια συμβαίνουν και στους αριστοκράτες και στους</p>
<p>χωρικούς∙ στους πρώτους τα βίτσια, στους δεύτερους η έλλειψη παιδείας</p>
<p>και οικονομικών πόρων.</p>
<p>Στο τέταρο κείμενο φτάνει ο πόλεμος στο χωριό. Οι Βούλγαροι</p>
<p>συμμάχησαν με τους Γερμανούς και ζητούν έξοδο προς τη θάλασσα.</p>
<p>Τα χωριά αδειάζουν οι κάτοικοι φεύγουν και οι εισβολείς ρημάζουν και επιτάσσουν ό,τι χρήσιμο. Ο λαός πεινάει, ο ένας γίνεται σπιούνος και καταδίδει για ένα κομάτι ψωμί τον άλλο, ένας τρίτος κρύβεται στο πηγάδι κι εκεί τον εκτελούν με το φεγγάρι να φέγγει πάνω στην πληγή του, ανάμεσα στα φρύδια.</p>
<p>Η ιστορία επαναλαμβάνεται και στη Θράκη καταφθάνουν από τον Πόντο πρόσφυγες, δυστυχισμένοι, ταλαιπωρημένοι, ενώ εκείνοι που ξενιτεύονται στην Αμερική για να γλιτώσουν είναι για πάντα χαμένοι. Μια κόρη σαν φιγούρα του Θεοτοκόπουλου τριγυρνούσε στα χωριά ξεπουλώντας τα προικιά της. Οι Βούλγαροι τους έδιναν μπομπότα με αλεσμένα γυαλιά μέσα για να πεθάνουν τα παιδιά. Τους το μαρτύρησε κάποιος που δούλευε στους φούρνους. Κι ο λαός έτρωγε χελώνες, σκαντζόχοιρους, γάτες σκύλους, όπως οι Μεσολογγίτες, στην πολιορκία και πριν από την τραγική τους απελπισμένη Έξοδο. Το μαρτυρικό οδοιπορικό δεν αφήνει καμιά ελπίδα για στους επιζώντες.</p>
<p>Και η αφήγηση αυτή δεν έχει τέλος. Μα μόνο κακοί, άκαρδοι, φανατικοί και εκδικητικοί είναι οι Βούλγαροι. Όχι κάπου κάπου κάποιος ξεχωρίζει όπως ο Ιάβορ που άκουγε Στραβίνσκι και Μπαχ στο επιταγμένο γραμμόφωνο, που ήταν τρυφερός με την μικρούλα γειτόνισσα, γιατί του θύμιζε την κόρη του και ήθελε να της διδάξει μουσική. Αλλά κι εδώ το κακό παραμονεύει τον Ιάβορ, οι καλοί δεν έχουν τύχη, και η μικρή «έχασε» το δρόμο για το σπίτι της γεμάτη ενοχές.</p>
<p>Τα περιστατικά είναι καταιγιστικά. Τα πάθη κι οι καημοί του κόσμου δεν έχουν τελειωμό, όπως είπε και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το βιβλίο είναι συγκλονιστικό. Τα βιώματα ολοζώντανα, οι μνήμες νωπές, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, και το βιβλίο μνημείο.</p>
<p>Η Ελένη Εφραιμίδου δεν είναι απλώς καλή συγγραφέας και εξαιρετική αφηγήτρια∙ είναι και ζωγράφος που με κατάλληλες πινελιές έδειξε την τραγικότητα του έξω κόσμου, την ανείπωτη συμφορά του και τον μέσα της ψυχής με όλα τα πάθη του και τις κρυφές πληγές του. Η ψυχανάλυση κρυμμένη στην αφήγηση της Εφραιμίδου μάς δείχνει τις πολύπλοκες ρίζες του κακού. Και το πλούσιο διακείμενό της, γεμάτο από αναφορές σε άλλα έργα, μας θυμίζει πως η μοίρα των μικρών λαών είναι πάντα ίδια και γεμάτη βάσανα.</p>
<p>Η επίσημη ιστορία ξεπερνάει μέσα σε λίγες παραγράφους το μαρτύριο των λαών, είναι ευθύγραμμη και δεν στέκεται στα πρόσωπα∙ της αρκούν οι αριθμοί και το αποτέλεμα των πολεμικών συρράξεων. Η μυθιστορηματική καταγραφή των λεπτομερειών όμως, όπως τις θυμάται κάποια γιαγιά, ξυπνάει τις υπνώτουσες συνειδήσεις και ως προσωπική μαρτυρία συνιστά ιστορική πηγή που, τελικώς, η καταγραφή της δεν αφήνει τη λήθη να την σκεπάσει. Γι αυτό το λόγο η Ελένη Εφραιμίδου ανασυνθέτοντας τα γεγονότα της μικροϊστορίας, άλλοτε με την τρέχουσα κοινή Ελληνική γλώσσα κι άλλοτε με το θρακιώτικο ιδίωμα, αφήνει κληρονομιά στους νεότερους την αλήθεια ενός λαού έτσι όπως την βίωσαν κατάσαρκα οι άνθρωποι και όπως την νιώθουμε κι εμείς να μας αγγίζει.</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>Δρόμος της Αριστεράς 15/10/2022</p>
<p>Βούλγαροι και Θράκη &#8211; Ένα δράμα διαρκείας (β΄)</p>
<p>…/…<br />
Η περίοδος της Βουλγαροκρατίας ενέπνευσε λογοτέχνες της Θράκης. Στο άρθρο μου «Στέφανος Ιωαννίδης (1923-2001): Ο πνευματικός ευεργέτης της Ξάνθης και της Θράκης» (8 Ιουνίου, 2021) αναφέρομαι στη μεγάλη του προσφορά. Ποιήματα και πεζά του (όπως το μυθιστόρημα «Τα παιδιά των πελαργών» (1965) αναφέρονται στην περίοδο της βουλγαρικής κατοχής. Στο βιβλίο μου «Στέφανος Ιωαννίδης – ένας λογοτέχνης γεννιέται» (2010) αναφέρομαι στη στενή σχέση του με την περίοδο αυτή.</p>
<p>Θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ σε ένα σημαντικό έργο της ποιήτριας Ελένης Δημητριάδου Εφραιμίδου, με τίτλο «Γκέρα», σελ. 196, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2020, που περιέχει εικοσιοκτώ διηγήματα αναφερόμενα στη βουλγαρική κατοχή της Θράκης κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Τούτο το βιβλίο αποτελεί μία κατάθεση πολυσήμαντη και, θα τολμούσα να πω, πρωτοποριακή. Καταφέρνει να συνδυάσει πολλές πλευρές και πολλές προσεγγίσεις ενός και του αυτού θέματος: της Βουλγαροκρατίας της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Γλωσσικά και Λαογραφικά στοιχεία, ψυχογράφηση τριών κυρίως λαών: Ελλήνων, Βουλγάρων, Τούρκων, ενδοσκόπηση και διαφοροποιήσεις μέσα σε κάθε λαό. Πρόκειται για αφηγηματικό λόγο, εμπλουτισμένο με ιστορικά, βιωματικά, γλωσσολογικά, λαογραφικά στοιχεία.</p>
<p>Κάποιες πλευρές της βουλγαρικής κατοχής: «Κάποιος βουλγαρογραμμένος απ’ το χωριό τους κάρφωσε, τους πρόδωσε για λίγα αργύρια φτηνά». Το ψωμί που μοίραζαν είχε μέσα γυαλιά, μου έλεγε η μητέρα. Διαβάζουμε στο βιβλίο κάτι που μου έκανε τρομερή εντύπωση για τον βουλγάρικο ρατσισμό και τις βαθύτερες βλέψεις των κατακτητών: Καλαμποκίσιο ψωμί διέθεταν με γυαλιά στους Έλληνες, σταρίσιο χωρίς γυαλιά σε Αρμένιους, Τούρκους, Γύφτους. «Ειδωλολάτρες γίναμε και προσκυνάμε το καλαμπόκι και την μπομπότα. Οφθαλμαπάτες έχουμε τα βράδια. Βλέπουμε ν’ αχνίζει ζεστό ψωμί στο τραπέζι, να μοσχοβολάει λίγο κατσαμάκι στο ταψί, να χαμογελάνε τα παιδιά ευχαριστημένα, αλλά πού!».</p>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h5>
<p>culturebook.gr 30/11/2021</p>
<p>Επιστροφή στην αντιπολεμική ποιητική</p>
<p>Η νέα συλλογή διηγημάτων της Ελένης Εφραιμίδου «Γκέρα» (Σαιξπηρικόν, 2020) επαναφέρει στο διάλογο το ζήτημα της ποιητικής στη διηγηματογραφία και τη μυθιστοριογραφία. Πρόκειται για μία σειρά διηγημάτων που εντάσσονται μεταξύ ιστορικής μυθοπλασίας και ντοκουμέντου. Πρόκειται για αφηγήματα που αναφέρονται στην περίοδο της βουλγαρικής Κατοχής της Θράκης, συχνά με υποτυπώδη πλοκή, που αναδεικνύει τις δυσκολίες και τα βάσανα του άμαχου πληθυσμού. Όλο όμως το βιβλίο στην αναγνωστική πρόσληψη λειτουργεί ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα με ένα πλήθος ηρώων σε αυτοτελή επεισόδια. Το γεγονός ότι συνεκτικός δεσμός (και βασικός χαρακτήρας) παραμένει η ίδια ιστορική περίοδος και η πλοκή επικεντρώνεται στα βάσανα του πληθυσμού, η συλλογή στην ερμηνεία του αναγνώστη λειτουργεί ως ένα ενιαίο μυθοπλαστικό έργο, παρά τα διαφορετικά ονόματα των χαρακτήρων και τις διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές. Η έμφαση που δίνει η συγγραφέας στα ήθη και τις αντιλήψεις των ανθρώπων της θρακικής υπαίθρου και στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα δεινά στην καθημερινή τους ζωή, ενισχύει την παραπάνω διαπίστωση.<br />
Η Εφραιμίδου καταθέτει μία αισθητική πρόταση που συνδέει τη μικρή φόρμα, το απομνημόνευμα και την ηθογραφία με τον πειραματισμό στην ποιητική και τους αφηγηματικούς τρόπους. Αυτό στο οποίο ξεχωρίζουν τα διηγήματα της Εφραιμίδου είναι η ποιητική του κειμένου και η λυρική διάθεση. Η ποιητική γλώσσα δεν γοητεύει μόνο τον αναγνώστη με τις πλούσιες μεταφορές, τις παρομοιώσεις και τα ιδιαίτερα ποιητικά υπαρξιακά αποφθέγματα που καταθέτει η δημιουργός, αλλά συμβάλλει στη συμμετοχή του στη δράση και στην αισθητοποίηση των δεινών του πληθυσμού κατά τη βουλγαρική Κατοχή. Η λυρική διάθεση αποκαλύπτει τη σκληρότητα των βουλγαρικών στρατευμάτων, τον ρόλο των Ελλήνων καταδοτών, είτε έφταναν στην προδοσία από οπορτουνισμό είτε για λόγους ανάγκης. Η γλαφυρότητα αποτυπώνει με ζωντάνια τον διαρκή αγώνα για επιβίωση διάρκεια μιας εποχής αποκτήνωσης και αποανθρωποποίησης.<br />
Οι διαφορετικές αφηγηματικές φωνές πλουτίζουν το κείμενο και ενισχύουν την αληθοφάνεια της μυθοπλασίας. Ο παντογνώστης αφηγητής εναλλάσσεται με τον πρωτοπρόσωπο και ο απομνημονευματικός χαρακτήρας με την “αντικειμενική” περιγραφή. Εξάλλου η ίδια η δημιουργός παραθέτει σαν σε επίμετρο αποσπάσματα συνεντεύξεων με βιώματα εκείνης της περιόδου και σε αρκετές περιπτώσεις υποσημειώνει ιστορικές πληροφορίες με αναφορά σε βιβλιογραφικές πηγές της τοπικής ιστορίας. Σχόλια του αφηγητή ως σε μεταμυθιστόρημα, λαογραφικές πληροφορίες και γραμμική αφήγηση συμπλέκονται σε ένα ρευστό συνεχές. Η ντοπιολαλιά που εντάσσει λειτουργικά –και με την πρέπουσα φειδώ, ώστε να μην αποθαρρύνει τον αναγνώστη και να μην κουράζει– ενισχύει την παραστατικότητα της μυθοπλασίας, είτε αφορά κατανοητούς ιδιωματισμούς (που αποδίδονται με φροντίδα στην τοπογραφική αποτύπωση με αποστρόφους) είτε πρόκειται για ιδιωματικές εκφράσεις της τοπικής διαλέκτου (που μεταφράζονται με υποσελίδια σημείωση). Η μπαχτινική αυτή πολυγλωσσία δεν ζωντανεύει μόνο ηχητικά τη σκηνή, αλλά ενισχύεται και η μυθοπλαστική αλήθεια αυτός ο αναγνώστης να τοποθετείται στο πεδίο δράσης. Ταυτόχρονα, ενδυναμώνει τον ηθογραφικό χαρακτήρα του κειμένου. Οι –μη εκτεταμένοι– διάλογοι εντάσσονται ως δομικό στοιχείο μέσα στην αφήγηση και την περιγραφή, χωρίς να τοποθετούνται ανάμεσα σε παύλες ή εισαγωγικά, προσφέροντας παραστατικότητα στο κείμενο με τη ζωντάνια του άμεσου λόγου και της σύντομης ισοχρονίας. Στον προφορικό λόγο, εξάλλου, δεν υπάρχουν εισαγωγικά ή παύλες. Έτσι και φράσεις με επίκεντρο το πρώτο ή δεύτερο ενικό γραμματικό πρόσωπο που θεωρούνται διάλογοι, τοποθετούνται στο εσωτερικό μιας παραγράφου που αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο αυτό δεν ξενίζει τον αναγνώστη κι ούτε δυσκολεύει τη ροή της αναγνωστικής διαδικασίας. Αντίθετα επιτρέπει στο κείμενο να ρέει αβίαστα και με φυσικότητα.<br />
Σε ιδεολογικό πεδίο η Εφραιμίδου επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο την ξεχασμένη από πολλούς βουλγαρική κατοχή, που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν κτηνωδέτερη (τηρουμένων των αναλογιών της γεωγραφικής έκτασης). Οι γερμανικές θηριωδίες σε εθνικό επίπεδο έκαναν να ξεχαστεί η βουλγαρική βαρβαρότητα. Πείνα, βασανιστήρια και τουφεκισμοί ήταν η καθημερινότητα της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Άνθρωποι που βοηθούσαν στις δυσκολίες και άνθρωποι που εκπαιδεύουν τους πάντες και θησαύρισαν. Προδότες και βουλγαρόφιλοι, πεινασμένοι και οπορτουνιστές λαμόγια κατέληγαν οποιονδήποτε κάθε στιγμή σχεδόν.<br />
Ωστόσο, η δημιουργός αποφεύγει τις εθνικιστικές εξάρσεις. Η προσφυγιά (από Πόντο και Ανατολική Θράκη) δίνει τον τόνο του δράματος του πληθυσμού, που μετά τον ξεριζωμό κατέληξε να πεινά και να παλεύει ξανά για την επιβίωση του. Μολονότι οι αναφορές στην Αντίσταση κρίνονται λίγες, συγκριτικά με τον όγκο του υπολοίπου υλικού, στόχος της συγγραφέως είναι να δείξει τη ζωή των αμάχων. Παρά όμως τούτη την έμφαση στα δεινά του πληθυσμού, η Εφραιμίδου μένει ψύχραιμη και στέκεται μακριά από κάθε εθνικιστική υστερία, ρίχνοντας «κλεφτές ματιές» στην ψυχή Ελλήνων, Βουλγάρων, μουσουλμάνων και προσφύγων της Ανταλλαγής. Αντιθέτως απομακρύνεται από τον εθνικιστικό λόγο δίνοντας έμφαση στον ρόλο του πληθυσμού που συμμάχησε με τις βουλγαρικές δυνάμεις και ενίοτε βλέποντας τους κατακτητές ως ανθρώπους. Οι κατακτητές στα διηγήματα δεν ήτανε όλοι «βρικόλακες». Και αυτός ακριβώς είναι ο αντιπολεμικός χαρακτήρας αυτού του βιβλίου. Σε περιόδους πολέμου οι άνθρωποι, κατακτητές και κατακτημένοι, αποκτηνώνονται. Οδηγούνται σε θηριωδίες που ποτέ δεν θα έπρατταν σε περίοδο ειρήνης και ασφάλειας. Η Εφραιμίδου καταθέτει ένα βαθιά αντιπολεμικό και υπαρξιακό έργο, γεμάτο ποίηση και βάσανα από τους συνεχείς πολέμους, που ξεπερνά λόγω της λογοτεχνικής του αξίας την ιστορική μαρτυρία. Γιατί θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το βιβλίο μόνο ως ιστορική μαρτυρία.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ &#8211; ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL Σεπτέμβριος 2020</p>
<p>Βιωματική Λογοτεχνία</p>
<p>Η Ελένη Εφραιμίδου ποιήτρια και πεζογράφος από την Ξάνθη, στο τελευταίο βιβλίο της «Γκέρα», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, πήρε συνεντεύξεις από συντοπίτες της, τους αφουγκράστηκε καταγράφοντας βιωματικές μαρτυρίες τους και τις μετασχημάτισε σε λογοτεχνία. Στη συλλογή διηγημάτων «Γκέρα», η συγγραφέας με γλαφυρό και παλλόμενο λόγο, με ποιητικές αποχρώσεις και αντιπολεμική θέαση, κάνοντας χρήση άλλοτε του θρακιώτικου κι άλλοτε του ποντιακού ιδιώματος, άλλοτε σε τριτοπρόσωπη και άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αναβιώνει τη βουλγαρική κατοχή, τη δίνη του πολέμου, του κατατρεγμού, την απώλεια της ελευθερίας, των νοικοκυριών και του μόχθου των ανθρώπων, της πείνας, της αιχμαλωσίας, του θανάτου και του αγώνα επιβίωσης.</p>
<p>Και πώς αμύνεται ο ανθρώπινος ψυχισμός κάτω από την βίαιη μπότα του κατακτητή; Ένας τρόπος, πέρα από την οργανωμένη αντίσταση, είναι οι ενύπνιες αντιδράσεις εκδραμάτισης και εκτόνωσης της οδύνης και του θυμού. Άλλοτε με ονειρικά ποθητά τοπία και άλλοτε επιτιθέμενος, στο όνειρο έστω, τον ανάλγητο κατακτητή. Στο ομώνυμο διήγημα, από το οποίο και ο τίτλος του βιβλίου, η Αγλαΐα πετροβολούσε στον ύπνο της τους Βουλγάρους κατακτητές, που αλλοίωναν την ομορφιά του κόσμου κι απειλούσαν τις ζωές τους. Όπως στο πατροπαράδοτο παιχνίδι από τα Άβδηρα, τη μακρινή πατρίδα, όπου εκσφενδόνιζαν πέτρες σε υποτιθέμενο εχθρό. Άλλοτε πάλι κατέφευγε στη φαντασία φορώντας τα κριμένα φτερά της και σιωπώντας με υπομονή και εγκαρτέρηση πετύχαινε να νικήσει τον κατακτητή, γιατί «… ο πόλεμος είναι αρένα και όποιος μπορεί να σωθεί είναι ο νικητής», όπως λέει η Αγλαΐα, σελ. 122. Έτσι και στο διήγημα «Τρούντοβ βόινικ (φαντάρος εργασίας)» διαβάζουμε για τη πολύπαθη ιστορία του αιχμάλωτου Παύλου του πόντιου πρόσφυγα, που δραπέτευσε από τα κάτεργα της Βουλγαρίας. Στον αγώνα του για να σωθεί είχε συμπαραστάτη του το ποτάμι, που τον έκρυβε στα παγωμένα νερά του και τον προφύλαγε από τις ριπές των κατακτητών. Η άγρυπνη μορφή της μάνας τον ενθάρρυνε και τον εμψύχωνε ενύπνια ή σαν σε όραμα. Ιδιαίτερα τις στιγμές που οι δυνάμεις του καταπτοημένου ψυχισμού και του πληγωμένου σώματος στέρευαν: «Σου φτάνει ο θάνατος του ξαναείπε εκείνη. Σου φτάνει; κι άρπαξε με τα χέρια της τα μαλλιά του. Τον τράβηξε. Τίναξε εκείνος τα πόδια, τα κτύπησε με δύναμη στο βυθό, σπαρτάρισε το νερό γύρω του, τον σήκωσε», σελ. 132. Στον αγώνα του για την επιστροφή στον τόπο του τον συνέτρεξαν, κρύβοντας τον, πόντιοι συμπατριώτες. «Αγνά κι αγνέρ εφάισεν με (αγνά με την ψυχή σας με φιλοξενήσατε)», θα τους πει αποχαιρετώντας τους μ’ ευγνωμοσύνη, σελ. 134. Ο Παύλος που για χρόνια μετά στα όνειρά του κολυμπούσε.</p>
<p>Στο «Γκέρα», μέσα από τις 28 συναρπαστικές αφηγήσεις, η Ελένη Εφραιμίδου περιγράφει τις τραυματικές συνθήκες των κατοίκων του τόπου της, της Θράκης κατά την βουλγαρική κατοχή του ’41, αλλά και κατά τον εμφύλιο. Αναφορές στον εμφύλιο γίνονται στα τελευταία διηγήματα του βιβλίου, όπου οι ήρωες σκιαγραφούν με μελανές αποχρώσεις τους αντάρτες και εκφράζουν κάπως μονομερώς την οδύνη τους για τον άδικο και αδικαιολόγητο αδελφοκτόνο σπαραγμό. Στο «Σβούρα» πχ αναφέρεται: «Έρχονταν τα βράδια για να κοιμηθούν, γιατί κατέβαιναν τη νύχτα οι αντάρτες απ’ το βουνό και τους έπαιρναν» και πιο κάτω «Πολλά κάρα ανατινάσσονταν στα χωριά, γιατί οι αντάρτες έβαζαν βόμβες στα χωράφια και στους χωματόδρομους», σελ. 179, ενώ η αφηγήτρια τελειώνει με τα ακόλουθα: «Αργότερα κατάλαβα. Αδελφός σκότωνε αδελφό. Άδικα έφευγε ο κόσμος. Διχασμός και τι έγινε; Όλοι ένα έγιναν πάλι. Σβούρα.», σ. 180. Στο διήγημα «Ευρύκλεια» η ηρωίδα εκφράζει τον συσσωρευμένο θυμό και το μένος της προς τον αντάρτη σύζυγο αποκαλώντας τον “σκύλο”, αρνούμενη να δεχτεί τη σορό του για να τον ενταφιάσει στον τόπο του, επειδή, πιστός στα ιδεώδη του και αρνούμενος να συμβιβαστεί υπογράφοντας, την είχε αφήσει να την ανατροφή των παιδιών τους. Λέει η Ευρύκλεια κυριευμένη από αισθήματα πόνου και οργής, προδοσίας και αβοηθησίας: «Και πήγε. Αυτό ήταν. Δεν τον ξαναείδα. Το ‘φαγε το κεφάλι τ’ Ελενειώ μ’. Εκεί άφκε το κοκαλάκι τ’, στη Γιούρα. Να τον εφέρνε λέει εδώ. Όοοοχι! Τί να τον κάνω τώρα εγώ; Εγώ ‘μαι μια πατρίδα προδομέν’. Εκεί να μειν’! Εκεί είναι η πατρίδατ’!», σελ. 184. Η Ευρυδίκη ως μια αρχετυπική μορφή προάσπισης της ζωής πρωτίστως και πάνω απ’ όλα, μέσα από τη σκληρή και ανάλγητη άρνηση της ταφής του συζύγου της, αδιαφορώντας για την ύβρη σε σχέση με τον ενταφιασμό του νεκρού, φαίνεται να απορρίπτει και να καταδικάζει άκριτα τον αγώνα των ανταρτών και τα ιδεώδη τους, αδιαφορώντας για τις όποιες συνθήκες που τους εξώθησαν στο εμφύλιο σπαραγμό. Κατά την εκτίμησή μας το «Γκέρα» αποτελεί μια αντιπολεμική μαρτυρία, η οποία διαπνέεται από την βασική αξία της προάσπισης και διασφάλισης της ζωής πρωτίστως και πάνω από όλα, αφήνοντας ανοιχτό το όποιο ηθικό διακύβευμα αυτής της στάσης. Ίσως γι’ αυτό η Εφραιμίδου ανοίγει τη συλλογή διηγημάτων με την προ κατοχική αφήγηση «Το στοιχειό», όπου διαδραματίζεται ένα φονικό “δια ασήμαντον αφορμήν”. Σ’ αυτό το διήγημα η Εφραιμίδου καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιγραφή της οικογενειακής συνθήκης ανέχειας, τις ενδοψυχικές ματαιώσεις, την διαπροσωπική ατμόσφαιρα και την πρόκληση, όπου ο Θοδωρής φονεύει τον κουνιάδο του για μια μεσοτοιχιά. «Ύψωσε το χέρι και μαχαίρωσε την άβυσσο την άδικη, τη λαίμαργη, τη μαύρη. Άστραψε κι ο σουγιάς κάτω απ’ τον ήλιο κι έπεσε μ’ ορμή μια, δυο, τρεις φορές στο στήθος, στο στομάχι, στα πλευρά του Μόδεστου.», σελ. 17.</p>
<p>Στο «Γκέρα» η Ελένη Εφραιμίδου καταθέτει ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό ανάγνωσμα, αλλά και μια ιστορική μαρτυρία για τον τόπο της και τους ανθρώπους της. Δυστυχώς οι μαρτυρίες σχετικά με τους απλούς ανθρώπους και τους λαούς απουσιάζουν συνήθως από τις επίσημες ιστορικές καταγραφές, εκτός από κάποιες φωτισμένες εξαιρέσεις βέβαια, όπως αυτή του Χάουαρντ Ζιν, του ιστορικού του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών.</p>
<h5><strong>ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</strong></h5>
<p>Η Αυγή 7/4/2020</p>
<p>Πες μας άλλη μια ιστορία, Ελένη</p>
<p>Υπήρχε ένα παιχνίδι, παλαιότερα, στα Άβδηρα της Θράκης, που διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας: η Γκέρα. Οι νέοι του χωριού χωρίζονται σε δύο ομάδες, τους «χωριανούς» και τους «μαχαλιώτες», και επιδίδονται σε πετροπόλεμο με σφεντόνα. Συμβολικός τρόπος εκτόνωσης των παθών, των ανταγωνισμών, της βίας, που, παίρνοντας την άγρια, αλλά κοινωνικά ρυθμισμένη έκφραση της παράδοσης, αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα άλλων υπόγειων δυνάμεων σε μια κλειστή και αναγκεμένη κοινωνική συνθήκη. Ευθεία αντιπαράθεση με τον καταχτητή δεν νοείται. Η εξέγερση επομένως δοξάζεται και επαινείται με τρόπο επιτρεπτό: ο συμβολικός εχθρός πλήττεται και εξοντώνεται.<br />
Υποκατάστατο μάχης και σύγκρουσης, υποκατάστατο εξέγερσης. Πόσο μάλλον όταν ο τρόπος της Γκέρας, η επίθεση με τη σφεντόνα, επιτελείται στο ομώνυμο διήγημα της Ελένης Εφραιμίδου μόνο στο όνειρο της ηρωίδας, που, με γεμάτα πέτρες τα χέρια, κυνηγά τους καταχτητές με μίσος στα καλντερίμια του χωριού.<br />
Οι Βούλγαροι έχουν επιτάξει το σπίτι για τον διοικητή και τη γυναίκα του -βουλγαρική κατοχή της Θράκης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- και μεταφέρουν εκεί κουβάδες γάλα για το λουτρό της. Η ηρωίδα στον ονειρικό κόσμο εκσφενδονίζει πέτρες εναντίον αυτών που σπαταλούν λουτρά από γάλα καταδικάζοντας το παιδί της και όλα τα παιδιά και τους κατοίκους του χωριού και της Θράκης στην εξαθλίωση και στον υποσιτισμό. Η έκφραση της οργής του αδύνατου επιτελείται μόνο στο όνειρο. Για τη ζωή απομένει η πίκρα, η απαντοχή, η υπομονή, ο ανεξιλέωτος θυμός&#8230;</p>
<p>Μια κατάδυση στην ανθρώπινη εμπειρία<br />
Η Γκέρα εκφράζει επιγραμματικά και στον τίτλο τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα<br />
στη λαϊκή παράδοση, την προφορική Ιστορία και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ένα μεγάλο στοίχημα που κερδίζεται στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της Ελένης Εφραιμίδου (εκδόσεις Σαιξπηρικόν).<br />
Βασίζεται στη συλλογή επωνύμων προφορικών αφηγήσεων από την εποχή της<br />
βουλγαρικής κατοχής της Θράκης κατά τον Β&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι Γερμανοί παραχώρησαν στους Βούλγαρους τη Θράκη ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους.<br />
Ένα κομμάτι από το πρωτογενές υλικό των αφηγήσεων, καθώς και ο κατάλογος των ονομάτων παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Ωστόσο, το έργο της Εφραιμίδου δεν εξαντλείται στην καταγραφή και τη συρραφή των πολύτιμων μαρτυριών που ο χρόνος και η ροή της Ιστορίας κοντεύει<br />
πια να σβήσει.<br />
Πρόκειται για σπουδαία λογοτεχνική σύνθεση, για κατάδυση στην ανθρώπινη εμπειρία, για αναψηλάφηση των βιωμάτων, για συμπλήρωση των κενών, επίκληση των φαντασμάτων μέσα στην κοίτη των γεγονότων και της Ιστορίας. Η ζωή στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, η απαλλοτρίωση των τροφίμων από τις δυνάμεις κατοχής και η καταδίκη του πληθυσμού σε υποσιτισμό και η συνακόλουθη σκληρότητα απέναντι σε όποιον, για να επιβιώσει, κρύβει τρόφιμα στο σπίτι του, η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ζωής, η κακοποίηση των παιδιών, ο διασπαραγμός του γυναικείου σώματος μετά τον βιασμό από τον καταχτητή, ο ξεριζωμός και η περιπλάνηση των πανικόβλητων κατοίκων -αταβιστική εμπειρία μέσα από στρώματα εκτοπίσεων και διωγμών από τη Μικρά Ασία προς τη Θράκη-, η μετανάστευση στην Αμερική, οι νύφες, τα φαντάσματα. Ένας πλούτος οδυνηρών εικόνων που δεν λογοκρίνονται και κάνουν να αναρωτιέσαι πόσο πόνο μπορεί να αντέξει η ανθρώπινη ψυχή, τι βάσανα έχει υπομείνει ο πλησίον μας. Η<br />
τοπογραφία του ανθρώπινου πόνου &#8211; το σώμα της αδελφής που διαλύεται και σκορπίζεται στο άκουσμα του φόνου του αδελφού, ο θάνατος που τραβάει<br />
σαν μαγνήτης κατακόρυφα, η διαφάνεια του νερού στο πηγάδι που είναι ο σκοτωμένος, η διαφάνεια που χωρίζει τη ζωή με τον θάνατο&#8230;<br />
Και πάντα ο Άλλος, ο άνθρωπος με την ευαισθησία του πίσω από το προσωπείο του εχθρού, ο έρωτας που ανθίζει στην έρημη χώρα, η μουσική, η ανθρωπιά.</p>
<p>Ένα φιλόδοξο στοίχημα<br />
Αφηγήσεις ή μονόλογοι συγκλονιστικοί, διάλογοι με εξαιρετική θεατρικότητα,<br />
οι αντιθέσεις, η μικρότητα και το μεγαλείο των ανθρώπων, η ιστορία τους, οι καημοί τους, αλλά και αφηγήσεις σε θρακική ντοπιολαλιά, ενίοτε σε ποντιακά, ματιές στο εσωτερικό των σπιτιών, στα μεγάλα δάση &#8211; μάρτυρες του ανθρώπινου δράματος, στις συνήθειες της καθημερινής ζωής, η μυρωδιά των καπνών, η κτηνοτροφία.<br />
Μια λεπτότατη ισορροπία, ένα φιλόδοξο στοίχημα να συνδυάσει το δράμα, τα κενά της προφορικής Ιστορίας και την παράδοση. Χωρίς καμία έκπτωση για τη λογοτεχνία. Αντιθέτως, πρόκειται για αριστουργηματικό βιβλίο. Παρά το<br />
ότι η θητεία της Εφραιμίδου είναι στην ποίηση και στα διηγήματα, στην «Γκέρα», που είναι σε τόσο διαφορετικά και δύσκολα χωράφια, έχει μεγάλο ψυχικό απόθεμα και λογοτεχνική μαστοριά στις αποσκευές της. Δεν ξεχνάμε το Α&#8217; Βραβείο Ιπεκτσί που είχε πάρει το !999 για τη θεατρική απόδοση του «Μοσκώβ Σελήμ του Γ. Βιζυηνού, του συμπατριώτη της.</p>
<h5><strong>ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΓΛΕΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>literature.gr 24/3/2020</p>
<p>Η «Γκέρα» ως κινητοποίηση της μνήμης</p>
<p>Η συλλογή διηγημάτων «Γκέρα» της Ελένης Εφραιμίδου (Σαιξπηρικόν 2020) αποτελεί λογοτεχνική υπόμνηση της Γ’ βουλγαρικής κατοχής της Θράκης, λογοτεχνική αναπαράσταση του αγώνα των ανθρώπων της ξανθιώτικης κυρίως υπαίθρου για επιβίωση έναντι των δεινών που επέφεραν οι σκληρές πρακτικές της βουλγαρικής εξουσίας και ευρύτερα, με αναγωγή του μερικού στο καθολικό, λογοτεχνική αποτύπωση των όσων προξενούν οι επεκτατικές, κυριαρχικές βλέψεις και οι συνθήκες πολέμου στους απανταχού ανθρώπους.</p>
<p>Η Γ’ Βουλγαρική κατοχή για τη Θράκη ξεκίνησε μετά την απόφαση των Γερμανών τον Απρίλιο του ’41 να παραχωρήσουν ελληνικά εδάφη στη σύμμαχό τους Βουλγαρία για τη διασφάλιση της τάξης σ’ αυτά, ωστόσο οι αλυτρωτικές βλέψεις των Βουλγάρων, που αξίωναν έξοδο στο Αιγαίο και αντιμετώπιζαν την υπό την ευθύνη τους πλέον περιοχή από τον Στρυμόνα έως και κομμάτι του Έβρου, όπως και τη Θάσο και τη Σαμοθράκη, ως βουλγαρικά εδάφη, τους οδήγησαν σε μία πολιτική εκβουλγαρισμού του πληθυσμού ελέγχου τους, εφαρμόζοντας κατάλυση των ελληνικών αρχών, εποικισμό, διώξεις, επιτάξεις περιουσιών, εκμετάλλευση κάθε είδους εγχώριας παραγωγής, στρατολογήσεις. Ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες που έμειναν στα εδάφη τους και δεν επέλεξαν τη διαφυγή στις μετά τον Στρυμόνα γερμανοκρατούμενες περιοχές αντιμετώπισαν συνθήκες σκληρότητας, πείνας, εξαθλίωσης, θανάτου, έως και την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής μετά τη συμφωνία της Μόσχας, τον Οκτώβριο του ’44.</p>
<p>Στην «Γκέρα», λοιπόν, η λογοτεχνία συνομιλεί με την ιστορία, η μυθοπλασία με την αλήθεια, η μερικότητα με την καθολικότητα. Οι μαρτυρίες και οι μνήμες μετουσιώνονται σε λογοτεχνία χάρη στην ικανότητα της συγγραφέως να τις αναπαριστά λογοτεχνικά, συμφύροντας την ιστορική αλήθεια με τη μυθοπλασία, αποδίδοντας στην αφήγηση με μυθοπλαστική διάσταση στιγμιότυπα της ιστορικά προσδιορισμένης ζωής των υπό κατοχή Ξανθιωτών της εποχής ‘41-‘44, με το συναισθηματικό βάρος να επωμίζεται ένας έξοχος, φροντισμένος και ταυτόχρονα πηγαίος, κατά πολύ μεταφορικός, με ρεαλιστική ωστόσο βάση και ενάργεια λόγος, διανθισμένος στα διαλογικά μέρη από το θρακιώτικο ιδίωμα, που συντελεί στην αισθητοποίηση της ζωής της εποχής εκείνης.</p>
<p>Και αν το διήγημα δεν μπορεί λόγω της περιορισμένης έκτασής του να αποδώσει το βάθος των ιστορικών γεγονότων, την κίνηση πριν και μετά από αυτά, σημείο υπεροχής του μυθιστορήματος, στην «Γκέρα» αυτό υπερβαίνεται, με τις επιμέρους αφηγήσεις στα διηγήματα αλληλοσυμπληρούμενες να συνθέτουν έναν ενιαίο λογοτεχνικό σώμα για το σύνολο των χρόνων της βουλγαρικής κατοχής από τη σκοπιά αυτών που την υφίστανται, πλησιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το είδος του σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Ένα λογοτεχνικό σώμα που συγκροτείται με αφετηρία την εποχή πριν την έναρξη της κατοχής, προετοιμάζοντάς την, και κατάληξη τα νέα προβλήματα των κατοίκων, απόρροια εσωτερικών συγκρούσεων, μετά την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων.</p>
<p>Οι ιστορίες των 28 διηγημάτων που απαρτίζουν την «Γκέρα», επομένως, έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο, που συνιστά ένα πρόσφορο για μία αντιπολεμική θεματική σκηνικό. Στις ιστορίες αυτές, άλλοτε με τριτοπρόσωπη και άλλοτε με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, άλλοτε με παντεποπτική ματιά και άλλοτε με άμεση κατάθεση των σκέψεων και του τρόπου βίωσης των παρουσιαζόμενων, οι ήρωες, άνθρωποι της αγροτικής επαρχίας κυρίως, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις σκληρές πρακτικές του κατακτητή, εγκλωβισμένοι στα ίδια τους τα εδάφη.</p>
<p>Η εκκίνηση της βουλγαρικής κατοχής, που ούτως ή άλλως τους βρίσκει να αγωνίζονται για την επιβίωσή τους και να υποκύπτουν σε έκπτωτα ήθη (…σφάζονταν οι άνθρωποι για το παραμικρό, για ένα χιλιοστό της γης ή για ένα παλιοντούβαρο, γιατί τους διέταζαν τα πάθη και η ανέχεια), σπέρνει τον πανικό και ο πανικός οδηγεί σε σπασμωδικές κινήσεις (Χέρι που έσφιγγε την καρδιά και πίεζε το μυαλό ήταν ο πανικός. Πώς να σκεφτείς λογικά, όταν το παράλογο σε πολιορκεί;). Οι περισσότεροι ανώφελα επιχειρούν να περάσουν σε περιοχή ελέγχου των Γερμανών, για να αποφύγουν τη σκληρότητα των Βουλγάρων, ερχόμενοι εκ νέου αντιμέτωποι με την προσφυγιά, όντας πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Κάποιοι πεισματικά αρνούνται να αφήσουν το βιος τους και παραμένουν, όπως ο Δημητρός, ήρωας του διηγήματος «Χιντώφ», που δέχεται τη βοήθεια ντόπιων μουσουλμάνων για προσωρινή προστασία και δικαιώνεται.</p>
<p>Με την επιβολή της κατοχής αρχίζει η εφαρμογή των σκληρών μέτρων των Βουλγάρων και όποιος παραβαίνει τις αποφάσεις τους διώκεται και θανατώνεται, πολλές φορές με τη βοήθεια χαφιέδων, που πάντοτε ενυπάρχουν στις ανθρώπινες κοινωνίες, υπηρετώντας το ίδιον συμφέρον. Κάποιους από αυτούς, ωστόσο, η συγγραφέας τους αντιμετωπίζει με επιείκεια, που πηγάζει από το μέγεθος των δυσκολιών τους και την ανθρώπινη ματιά της (Και ποιος είναι δικός σου όταν πεινάει; Και ποιος είναι πιστός, όταν απέναντί του ο φόβος και ο θάνατος φυτεύει τον σπόρο του;).</p>
<p>Αυτό που προέχει στα σκληρά χρόνια της κατοχής είναι η επιβίωση. Γκέρα είναι θρακιώτικο παιχνίδι, πετροπόλεμος με σφενδόνες που παιζόταν μέχρι και το τέλος της Τουρκοκρατίας. Στο ομώνυμο διήγημα η Αγλαΐα ονειρεύεται πως εκσφενδονίζει πέτρες έναντι των Βούλγαρων κατακτητών, που αλλοίωσαν κάθε στοιχείο της ζωής της. Ξυπνώντας μετανιώνει και επιδίδεται σ’ αυτό που συνειδητοποιεί ως σημαντικό, την επιβίωση. (Σκεφτόταν ότι ο πόλεμος είναι αρένα κι όποιος μπορεί να σωθεί ο νικητής.) Η πείνα πια είναι το κυρίαρχο στοιχείο, αφού το εμπόριο και η ντόπια παραγωγή περνά στα χέρια των Βουλγάρων, οι οποίοι εγκαταστημένοι σε ελληνικά σπίτια μέσω του εποικισμού και των επιτάξεων καρπώνονται το πρότερο βιος των ντόπιων. Οι γυναίκες πρωτοστατούν στον αγωνιώδη αγώνα για τη σίτιση των παιδιών τους, με τη Βασιλική στο διήγημα «Πες μας μιαν άλλη ιστορία, Βασιλική» να λειτουργεί ως σύμβολο του αγώνα αυτού (…σου έγνεφε την υπομονή, την καρτερία, τη στωικότητα, τη δωρικότητα, την αρμονία, το παλίμψηστο της ζωής, κι άδειαζε επάνω σου, όλη την Ιωνία).</p>
<p>Τα παιδιά, από την άλλη, βιώνουν την εξαθλίωση μέσω της πείνας και τη βιαιότητα του κατακτητή, με την ενσταλαγμένη εντός τους αθωότητα να καταπατάται από το παράλογο της πείνας και του θανάτου. (Η αθωότητα! Υπάρχει στη φύση αθωότητα, σκέψη αγνή μπροστά στον θάνατο; Υπάρχει στη φύση αρετή και μέγα νόημα, μπροστά σ’ αυτό που αποκαλύπτει μια άδεια και παράλογη κοιλιά; Κάθε έννοια παραμένει προβληματική εκεί. Σ’ αυτό το αδηφάγο κελί μόνο η ζωή διατάζει. Αυτή κρατάει το κλειδί. Τη λύση σ’ όλα τα νοήματα). Κάποια αρπάζονται και οδηγούνται στη Βουλγαρία. Άλλα στην πόλη της Ξάνθης αναγκάζονται να φοιτούν σε βουλγαρικά σχολεία στα πλαίσια εφαρμογής της βουλγαροποίησης του ντόπιου πληθυσμού. Από τα ορεινά χωριά του νομού γυναίκες και παιδιά οδεύουν στα χωριά της Βουλγαρίας προς εύρεση τροφής αψηφώντας τους κινδύνους για την ίδια τους τη ζωή.</p>
<p>Ακόμη, άνδρες στρατολογούνται από τους Βούλγαρους και υπηρετούν σε Βουλγαρικά τάγματα εργασίας υπό απάνθρωπες συνθήκες, όπως ο ήρωας στο διήγημα «Τρούντοφ Βόινικ», στο οποίο αριστοτεχνικά παρουσιάζεται η αιχμαλωσία του, οι άθλιες συνθήκες αυτής, η απόδρασή του ως μέσω διαφυγής του θανάτου, η αντοχή που επέδειξε (Γιατί πώς αντέχει η ζωή όταν πεισμώνει, πώς αντέχει το εξουθενωμένο σώμα όταν θυμάται την αγάπη, γιατί πώς αντέχει η λαχτάρα μέσα στο τίποτα; Έτσι.). Άλλοι, πάλι, οδηγούνται στο θάνατο προσπαθώντας να βοηθήσουν τους αντάρτες που οργανώνονται στο Κοτζά Ορμάν έναντι των Βουλγάρων, ενώ θάνατος βρίσκει αμάχους, που εισπράττουν όλο το μένος της εκδικητικής οργής των Βουλγάρων (Έχει η εκδίκηση χρώματα δικά της. Φοράει μανδύα κίτρινο και σκεπάζει τα μάτια της λογικής κι ύστερα μπερδεύονται οι νόμοι του αλλόκοτου χρωστήρα της με το κόκκινο και γίνονται αίμα.), όταν πια τελειώνει η κατοχή στη Θράκη και αναγκάζονται να φύγουν. Έπειτα, νέες περιπέτειες βρίσκουν τους κατοίκους, με τα σημάδια του επικείμενου εμφυλίου να διαφαίνονται στα διηγήματα «Κόλπο» και «Σβούρα» και να επιβεβαιώνονται στην αφήγηση της Ευρύκλειας στο ομώνυμο διήγημα.</p>
<p>Η συγγραφέας, βέβαια, δεν παραλείπει να αφιερώσει χώρο στο αφήγημά της και σε Βούλγαρους που υπερβαίνοντας τις επιταγές της κεντρικής εξουσίας τους επέδειξαν ανθρωπιά απέναντι στις δυσκολίες των ντόπιων στηρίζοντάς τους (Όμως, σε κάθε δυστυχία υπάρχει ένα αντιστάθμισμα, σε κάθε δηλητήριο το ανάλογο αντίδοτο, σε κάθε νυχτερίδα ένα πρωινό πουλί.), εξαίροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αρωγή προς τον συνάνθρωπο, ακόμη και εν καιρώ πολέμου.</p>
<p>Στην «Γκέρα», λοιπόν, η Ελένη Εφραιμίδου κατορθώνει γλαφυρά και με έντονη ποιητικότητα, η οποία διαπερνά τον λόγο της και τη ματιά της, να αισθητοποιήσει λογοτεχνικά πάσης φύσεως δεινά που υπέστησαν οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών του νομού Ξάνθης, συνθέτοντας ένα αφήγημα που αποτελεί μια συνολική σκιαγράφηση της εποχής αναφοράς του. Δεν μπορεί επομένως παρά να θεωρηθεί το αφήγημα αυτό ως ένας λογοτεχνικός φόρος τιμής προς τους Θρακιώτες της βουλγαρικής κατοχής, μία αφορμή μνήμης αυτών, αλλά και μια έμμεση επίκριση του πολέμου, των πρακτικών του, της αποκτήνωσης που επιφέρει.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>(δε)κατα&#8221;, τχ. 72, χειμώνας 2022</p>
<p>«Μάγισσες πετούσαν μέσα, νεράιδες χρωματιστές»</p>
<p>Το τραχύ, άγριο σκηνικό της βουλγαρικής κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β&#8217; Παγκόσμιου Πολέμου, με τον τρόμο, την πείνα, το αφιλόξενο, εφιαλτικό περιβάλλον, και με τον ίδιο τον θάνατο να καραδοκεί<br />
απειλητικός σε κάθε ανθρώπινο βήμα και στιγμή, ανασυστήνει η Ελένη Εφραιμίδου στη συλλογή της διηγημάτων Γκέρα. Ο παιδικός πετροπόλεμος επανέρχεται στη μνήμη, μαζί και κάθε μεγαλοσύνη αλλά και μικρότητα των ανθρώπων, σε μια λογοτεχνική επεξεργασία των προφορικών μαρτυριών, κυρίως από την περιοχή της Ξάνθης, τις οποίες συνέλεξε και διέσωσε η<br />
συγγραφέας.<br />
Η ανάγκη ωθεί τον άνθρωπο στις μεγαλύτερες υπερβάσεις και προσφέρει στην Εφραιμίδου τη δυνατότητα να τον ψυχογραφήσει. «Κατρακύλισαν τις σκάλες στη μαύρη νύχτα άφωνοι και ροβόλησαν προς τα χωράφια τα υγρά. Νερά και λάσπες στους τσολμάδες και μια υγρασία ρευστή σαν βροχή νότιζε άγρια το σώμα. Μες στα χωράφια ξημερώθηκαν να μην τους βρούνε τα σκυλιά. Κάτι κουκουβάγιες έκρωζαν, κάτι νυχτερίδες πετάριζαν, κάτι σκιές τους τριγύριζαν, εκεί την έβγαλαν κρυμμένοι μες στα τσαμούρια και στους τσολμάδες, τουρτουρίζοντας θεονήστικοι ώς το πρωί». Η υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων προκύπτει από τις συνθήκες στις οποίες υποβάλλουν τον εαυτό τους προκειμένου να επιβιώσουν. Οι δε συνθήκες αυτές είναι οι πραγματικές, που απέχουν παρασάγγας από όσες σχηματίζει το ανυποψίαστο παιδικό μυαλό: «“Πόλεμος, πόλεμος” φωνάζαμε εμείς μες στη χαρά, τα χαμένα. Πού να φανταστούμε τι μας περίμενε. Όταν είσαι παιδί, όλα σου φαίνονται πανηγύρι. Η ζωή στα μάτια σου παιχνίδι είναι. Τα μαύρα, άσπρα τα βλέπεις ή τα προσπερνάς αδιάφορα. Μόνο όταν πέσει το δέντρο στο δικό<br />
σου κεφάλι, κουβαλάς το καρούμπαλο πεσκέσι μια ζωή». Η σύγκριση προσδοκίας &#8211; αποτελέσματος λειτουργεί ειρωνικά, επιτείνοντας την τραγικότητα.<br />
Το ψυχογράφημα της Εφραιμίδου μεταχειρίζεται ως φορέα του μία θυμοσοφία αρδεμένη από την κατανόηση της ζωής, διά της οποίας σχηματοποιεί τα κατασταλαγμένα της συμπεράσματα. «Βλέπεις άνθρωπο και δεν ξέρεις τι είναι. Βρίζει, γκρινιάζει, τσακώνεται, τσουκνίδα σκέτη σκέφτεσαι κι ύστερα βλέπεις μέσα στην ψυχή του να φυτρώνει μια ροδιά. Να σπάζει τους καρπούς της, να μοιράζει τους σπόρους της εκεί που δεν περιμένεις, γιατί έτσι πρέπει η ζωή να συνεχιστεί». Η θυμοσοφία της συγγραφέα στέφεται από λυρισμό, εντοπίζοντας αναλογίες των ανθρώπων με το φυτικό βασίλειο (τσουκνίδες, ροδιές) και τονίζοντας μέσω αντιθέσεων την απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπινους χαρακτήρες αλλά και το θαύμα της συνύπαρξης αντιτιθέμενων<br />
στάσεων στα ίδια πρόσωπα.<br />
Ο λυρισμός της Εφραιμίδου εκδηλώνεται με χρώμα: «Έχει η εκδίκηση χρώματα δικά της. Φοράει μανδύα κίτρινο και σκεπάζει τα μάτια της λογικής κι ύστερα μπερδεύονται οι νόμοι του αλλόκοτου χρωστήρα της με το κόκκινο και γίνονται αίμα». Η συγγραφέας έχει τον τρόπο της να μεταβάλλει την πιο άγρια, σκληρή, αιμοσταγή εκδήλωση σε γλυκόπικρη, στοχαστική, νηφάλια αποτίμηση. Κι αν η πίκρα ερμηνεύεται από την ίδια την ωμότητα των γεγονότων, η γλυκύτητα πηγάζει από τη συνειδητοποίηση που τείνει να εξορθολογίσει την κτηνωδία και, ερμηνεύοντάς την, να αφήσει παράθυρο ελπίδας για η μελλοντική υπέρβαση των αντικοινωνικών στάσεων.<br />
Η θυμοσοφική αποτίμηση, λοιπόν, λειτουργεί στηριζόμενη σε αναμνήσεις. Η μνήμη ταξινομεί τα παρελθόντα και τα αξιολογεί επανερχόμενη σε επισκέψεις τους. «Στριφογύριζαν [σ.σ: τα φαντάσματα του θύτη και του θύματος] μια πάλη σαν χορό. Έπλεκαν σαν την αράχνη το υφαντό το πυκνό, το αξήλωτο που η μνήμη το κλειδώνει στο συρτάρι της σαν κειμήλιο ακριβό». Το απόσταγμα της σκέψης οφείλεται εδώ, λοιπόν, στη μνήμη, η οποία συντηρεί τα εγκλήματα κι εμποδίζει την παραγραφή τους. Το υφαντό της μνήμης, ακριβό αλλά κι απειλητικό, σαν ιστός αράχνης παγιδεύει το θύμα. Κι όταν το κακό παγιδεύεται στον ιστό της μνήμης, βρικολακιάζει, εκπίπτει σε φάντασμα αδικαίωτο, που αδυνατεί να αναπαυτεί και περιφέρεται ατελεύτητα στον<br />
τόπο του εγκλήματος.<br />
Η διείσδυση στον ανθρώπινο ψυχισμό λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες που διαμορφώνουν συμπεριφορές. «Μάζευε την πίκρα της χρόνια κι η Σουλτανή. Ένιωθε για τον πόνο της θυμό κι οι πιεσμένες φλέβες της μεταμόρφωναν σιγά-σιγά την πίκρα σε φόβο κι ενοχή. Κι έστρεψε τα νύχια της πίκρας και της ενοχής πάνω της. Έκλεισε τ’ αυτιά της ψυχής σφιχτά στο τσεμπέρι της, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε κατά τον κάμπο παραμιλώντας μέσα στη νύχτα ως το πρωί. Ως τα ξημερώματα έκλαιγε μονάχο κι αβοήθητο το παιδί και σώπασε στο μικρό του στήθος η φωνή, στο πρώτο αχνό κελάηδισμα ενός πουλιού». Η μαγευτική αφήγηση της Εφραιμίδου αποδίδει την απόγνωση της κάθε πλευράς, καθιστώντας τους ήρωες έρμαια των συνθηκών, γι’ αυτό και<br />
τραγικούς μέσα στις προσωπικές τους ανεπάρκειες. Η αθωότητα, με φορέα το νεογέννητο, πεθαίνει μαζί του αβοήθητη, στη μοναξιά μιας εγκατάλειψης όπου το κενό της ανθρώπινης παρουσίας αναπληρώνεται από το φυσικό<br />
περιβάλλον, από το πουλί και το «αχνό κελάηδισμά» του. από την άλλη, το ίδιο κελάηδισμά θα σηματοδοτήσει μια εξίσου αχνή, ωστόσο υπαρκτή ένδειξη ζωής, η οποία θα εγγυηθεί τη συνέχεια, παρά τις αντιξοότητες που την απειλούν.<br />
Η συνύπαρξη του απόκοσμου κακού με την τρυφερότητα αναδύεται ως έμμεσο καταστάλαγμα των διηγημάτων. Η Εφραιμίδου ανασύρει τις τρυφερές αναμνήσεις με την πιο γλυκιά νοσταλγία μιας μαγείας που ευνοείται από την αθωότητα της παιδικής ματιάς. «Υπαίθριο φανταχτερό με τζαμαρίες. Τρέχαμε κι εμείς παιδιά. § “Ο Χιντώφ, ο Χιντώφ” φωνάζαμε. Περίεργα κολλούσαμε τα μάτια στο γυαλί. Μάγισσες πετούσαν μέσα, νεράιδες χρωματιστές». Η ενσάρκωση της μαγεμένης από την πραμάτεια του πλανόδιου εμπόρου παιδικής ματιάς στην οπτασία των μαγισσών οπτικοποιεί τα άυλα, προσδίδοντάς τους κατά κάποιον τρόπο μια διάσταση υλική. Τούτος ο συγκερασμός άυλων-υλικών ερμηνεύει και την υπαγωγή τους σε παρόμοιες επιδράσεις, σε μια προσέγγιση ποιητικής υφής, όπου υλικά στοιχεία της φύσης συνδέονται με τον άυλο χρόνο, κι όλα μαζί με τις ρωγμές στην ύλη αλλά και στην ψυχή: «Το φεγγάρι κατέβαινε παλιό, θολό κι απροσδιόριστο ακόμη, χρόνος ξεχασμένος, πάνω στην ξεχαρβαλωμένη στέγη. Φώτιζε δειλά-δειλά τις ρωγμές που βάθαιναν μέρα τη μέρα, χρόνο τον χρόνο στο άδειο σπίτι». Η δε σύνδεση υλικού-«πνευματικού» αποκτά και μια έντονη κινηματογραφική αποτύπωση στις εικόνες που συνθέτει η Εφραιμίδου, καθώς η συγγραφέας αφενός φέρνει στο προσκήνιο την εξαΰλωση του σώματος σε πνεύμα διά του θανάτου, αφετέρου όμως επαναφέρει την υλικότητα στο πνεύμα καθώς το μεταστοιχειώνει σε απτό αγέρι: «Έτρεχε μες στα στάχια, όταν τα κινούσε ο αγέρας, να νιώσει ένα χάδι στο μάγουλο, ένα φιλί απ’ τη μάνα του. Αφουγκραζόταν το φύσημα μέσα στις καλαμιές να πιάσει έναν ψίθυρο ζεστό. Αγέρας είχε γίνει η μάνα του. Φύσημα».<br />
Η ίδια ποιητική υπόσταση στην αφήγηση της Εφραιμίδου βρίσκει ως υποκείμενα, στη θέση των ενεργούντων προσώπων, τα συναισθήματά τους: «Αλλά σήμερα, η σκέψη θολή, τα χέρια βαρύθυμα πότιζαν, τάιζαν τα ζωντανά, συμμάζευαν το σπίτι, έκλεινε ο πανικός τα παράθυρα, μάζευε ο φόβος τη σοδειά της αυλής στ’ αμπάρια». Η ίδια λειτουργία επιτρέπει διατυπώσεις<br />
αποφθεγματικές, που συμπυκνώνουν τη στοχαστικότητά τους σε παροιμιακές αναλογίες, οι οποίες ακριβώς εξηγούν τις «ενέργειες» των προσωποποιημένων συναισθημάτων: «Στριφνή είναι η οργή, δεν λογαριάζει μόχθους. Άτακτο άλογο που κλωτσάει όλα τα τιμαλφή. Ρόγχος είναι η πίκρα, αν δεν την καταπιείς, σε καταπίνει».<br />
Άλλοτε, πάλι, οι αναλογίες εντάσσονται σε πλαίσιο αντιθετικό, το οποίο προσδίδει στο στοχαστικό καταστάλαγμα έμφαση, εντείνοντας την εντύπωση της ώριμης εμβάθυνσης. Η ραπτομηχανή, ό,τι πολυτιμότερο για την οικογένεια, προστατευμένη στους πολέμους από τον κατακτητή, προσπερνιέται τελικά απ’ τον χρόνο: «Θα ’μενε μόνη της αυτή η ραπτομηχανή μέσα στον χρόνο. Άποικος και Τσορλιανή, γλίτωσε από Τούρκους, απ’ τους<br />
Βούλγαρους γλίτωσε, και τώρα παρέα μόνη με τον Φάντασο θα έμενε, σ’ ακατανόητα όνειρα χωρίς καμία ζωτική μορφή». Η αξία της ραπτομηχανής εξαχνώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Η εξάχνωσή της τονίζεται στην αντίθεση που δημιουργείται με την πρότερη σημασία της. Παράλληλα όμως η Εφραιμίδου την εντάσσει σε αναλογία με τον μυθολογικό Φάντασο, ο οποίος,<br />
προσωποποιώντας τη φαντασία, προκαλούσε συχνά και όνειρα ακατανόητα. Κατ’ ανάλογο τρόπο και η ραπτομηχανή διολισθαίνει από το όνειρο στην τελμάτωση της αχρησίας.<br />
Οι αντιθέσεις της Εφραιμίδου, όπως στην περίπτωση της Ζλάτα, που χορεύει και καθιστά κυρίαρχη τη ζωή μέσα στο πιο ζοφερό θανατερό περιβάλλον, αποτελούν στην ουσία επιμέρους εκφάνσεις του συνολικού προβληματισμού της συλλογής για τη ζωή και τον θάνατο, τον πόλεμο και την ειρήνη, την αθωότητα και την ενοχή, την παιδικότητα και την ενηλικίωση, το ατομικό συμφέρον και το συλλογικό καλό, το όνειρο και τον εφιάλτη, τη στοργή και την αποκτήνωση. Η πάλη του καλού με το κακό παραμένει αέναη και σχολιάζει τη φύση του ανθρώπου, η οποία αποδεικνύεται διαρκώς ικανή για το καλύτερο μα και για το χειρότερο. Με αφήγηση ασθματική, αγωνιώδη, που συχνά προσδένεται στο ανυπόμονο ασύνδετο σχήμα σαν κοφτή ανάσα («Τα χέρια μαύρα της κουπιά, μπρος-πίσω γρήγορα, αλαφιασμένη ύστερα, τα χέρια πάνω στα μαλλιά, τραβούσε αυτά λες κι ήτανε σκοινιά, να κρατηθεί το καραβάκι που ’φευγε, να μη ξεφύγει απ’ το λιμάνι της, κάνε να ζει, κάνε να ζει, μέσα της έλεγε, πόσο χρονών Χρυσούλα κι έφευγε; Θα ’ταν δεν θα ’τανε επτά!»), η Εφραιμίδου οδηγεί στη λύτρωση όχι μέσα από την αναγκαστική επικράτηση του καλού αλλά μέσα από την κατανόηση της πολυκύμαντης<br />
ανθρώπινης φύσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ</strong></h5>
<p>Ο &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221; είναι ένα από τα έργα όπου οι δυνατότητες του συγγραφέα δεν κρύβονται περίτεχνα πίσω από φόρμες, αλλά παρουσιάζονται καθαρά εκεί όπου ο Βιζυηνός ξεπερνά το λογοτεχνικό κείμενο και αγκαλιάζει το φιλοσοφικό.<br />
Στη σκηνή μπορεί κανείς να δει τον πραγματικό ήρωα, μπορεί κάλλιστα να δαμάσει αυτές τις σκιές που πλανιόνται στην έρημη&#8217; χώρα και αυτά τα χωρικά πλαίσια να απλωθούν τόσο που να αγγίζουν τα Βαλκάνια ή την Ενωμένη Ευρώπη., ενώ οι ήρωές του από δανειστές του παρελθόντος μετατρέπονται σε κριτές μιας πραγματικότητας που ο συγγραφέας με την οξυδέρκειά του μας τους παρέδωσε ως φαντασία.<br />
Θεωρώ λοιπόν πως κανείς δε θα ήθελε να στερήσει τη δύναμη αυτού του έργου και να την περιορίσει στα στενά πλαίσια μιας θεατροποιημένης παράστασης που θα απέδιδε τα γλωσσικά ιδιώματα και τα παράδοξα της εποχής ενώ το έργο αντιδρά αναζητώντας την πραγματική του μοίρα και στο θεατρικό χώρο.</p>
<p>Π. Ξ</p>
<p>ΜΟΣΚΩΒ-ΣΕΛΗΜ</p>
<p>Έκλινε εις την αγκάλην<br />
της μητρός του γης&#8230;<br />
Γ. Μ. Βιζυηνός</p>
<p>Γήινο, μυστηριακό τοπίο στην Ανατολική Θράκη. Η &#8220;Πόντια* Μητέρα γη&#8221; αφήνει με στοργή να αναπτυχθούν στην ειρηνική της πεδιάδα όλα τα ανασφαλή, κάτω απ&#8217; τον θερινό ήλιο, φυτά και άνθη.<br />
Η πηγή Καϊνάρτζα με την αναγεννητική δύναμη του νερού της ξεδιψά όλες τις ανήσυχες ανθρώπινες φιγούρες!.. Έλληνες, Τούρκοι, Ρώσοι, Βούλγαροι ή άλλοι, σκύβουν πάνω στη Μητέρα γη Στην κοινή τους πατρίδα. Γαληνεύουν. Γίνονται αδέλφια. Η όαση της ανθρώπινης ψυχής με τους μυστικούς αγαπημένους ψιθύρους, γίνεται το γνώριμο καταφύγιο για τους ταλαιπωρημένους συγγενείς αυτού του κόσμου.<br />
Ο Βιζυηνός μες απ&#8217; τα πάθη του Μοσκώβ-Σελήμ αφυπνίζει τον άνθρωπο. Η περιπέτεια του ανθρώπου μέσα στην αδικία, στην περιφρόνηση, στη στέρηση, μες στη φθορά και το θάνατο ξυπνάει το &#8220;πένθος της καρδιάς&#8221;. Το ανθρώπινο πένθος όλων των ερωτικών μοναχικών και παρεξηγημένων παράφρονων Μοσκώβ-Σελήμ της γης.<br />
Μές απ&#8217; αυτό ο Μοσκώβ-Σελήμ θ&#8217; αγαπήσει και θ&#8217; αναστηθεί σε όλους τους ανθρώπους και σ&#8217; όλες τις Πατρίδες, ζώντας ξανά και ξανά την τραγικότητα μιας πλάνης που δε θα τον αφήσει ν&#8217; αρνηθεί την καταγωγή του εαυτού του, την ιδιαίτερή του πατρίδα σαν μια Καβαφική &#8220;Πόλη&#8221; που παντού και πάντοτε μας ακολουθεί…</p>
<p>Ο &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221; το τελευταίο από τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1895 στην Εφημερίδα &#8220;Εστία&#8221;, ανεβαίνει στη σκηνή από το θεατρικό εργαστήρι της Φ.Ε.Ξ για πρώτη φορά, με αφορμή τα<br />
&#8220;100 χρόνια από το θάνατο του Γ. Βιζυηνού&#8221;.<br />
Το θεατρικό εργαστήρι της Φ.Ε.Ξ. &#8220;Οδός Ονείρων&#8221; πιστεύοντας ότι το θέατρο δίνει την ευκαιρία στον θεατή να έρθει σε γρήγορη και άμεση επαφή με αξιόλογα έργα της λογοτεχνίας μας, επιχειρεί μια μικρή προσέγγιση στο έργο και στη φιλοσοφία του Βιζυηνού.<br />
Πλούσιο σε μηνύματα πρωτοποριακό και τολμηρό στο ιδεολογικό του περιεχόμενο το διήγημα &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221; χτυπά πάνω στις ανθρώπινες χορδές. Ξεπερνώντας φυλετικές, εθνικές και θρησκευτικές διαφορές, προτείνει ένα κόσμο ειρηνικό όπου στο κέντρο του θα κυριαρχεί η ιερότητα της ανθρώπινης ψυχής<br />
Στη θεατρική του μεταφορά, μέσω ενός αφηγηματικού τρόπου, η λιτή σκηνική παρουσία, το ασκητικό ύφος, το πάθος, η υπακοή στον πρωτοποριακό για την εποχή του τρόπο του Βιζυηνού, επιτρέπουν τα διάφορα πρόσωπα του έργου να περνούν, να ζωντανεύουν και να αφηγούνται μέσα από τον κύριο φορέα της αφήγησης τον Μοσκώβ-Σελήμ.</p>
<p>Ε. Α Ε.</p>
<p>ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ &#8220;Μοσχώβ- Σελήμ Γ.Μ. Βιζυηνού<br />
Σε θεατρική μεταφορά από την Ελένη Εφραιμίδου</p>
<p>Το θεατρικό εργαστήρι της Φ.Ε.Ξ. &#8220;Οδός Ονείρων&#8221; πιστεύοντας ότι το θέατρο δίνει την ευκαιρία στο θεατή να έρθει σε γρήγορη και άμεση επαφή με αξιόλογα έργα της λογοτεχνίας μας, επιχειρεί μια μικρή προσέγγιση στο έργο<br />
και στη φιλοσοφία του Βιζυηνού. 0 &#8220;Μοσκώβ-Σελήμ&#8221; το τελευταίο από τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1895 στην Εφημερίδα &#8220;Εστία&#8221;, ανεβαίνει στη σκηνή από το θεατρικό εργαστήρι της Φ.Ε.Ξ. για πρώτη φορά, με αφορμή τα &#8220;100 χρόνια από το θάνατο του Γ. Βιζυηνού&#8221;.<br />
Η παράσταση θα δοθεί το Σάββατο και την Κυριακή, 5 και 6 Απριλίου ’97,<br />
στις 8:30 μ.μ., στο Δημοτικό Αμφιθέατρο Ξάνθης.<br />
Καλείται το κοινό της πόλης μας να παρακολουθήσει την αξιόλογη και<br />
σημαντική για το χώρο μας παράσταση αυτή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%ce%b5%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%85-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%85-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 09 Jul 2023 16:36:30 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19729</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα, το 1967, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%85-2/"> <span class="screen-reader-text">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα, το 1967, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, τη γαλλική και την ισπανική γλώσσα.<br />
Από τον Νοέμβριο του 2022 συνδιευθύνει το περιοδικό «ΝΟΗΜΑ», τον «Τετραμηνιαίο Πυρήνα Νόησης και Λόγου» που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2022, εκδόθηκε στη Σεβίλλη και κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τον εκδοτικό οίκο Padilla Libros το βιβλίο του Εσn mi barro los labios, (Στον πηλό μου τα χείλη), σε μετάφραση του διακεκριμένου ελληνιστή, Antonio Moreno Jurado.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Μικρή Περιήγηση, εκδ. Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1996, εκδ. Εντύποις, Αθήνα 2017<br />
Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος, εκδ. Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016<br />
Αχαρτογράφητχ, haiku, εκδ. 24γράμματα, Αθήνα 2017<br />
Ο μέσα ήλιος, εκδ. Εντύποις, Αθήνα 2018<br />
Μνήμες της ρίζας, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2020<br />
Δρόμοι στη σκόνη, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2021<br />
Διαλέγω το λευκό, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2022<br />
Λιωμένος χρόνος, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2023</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Νυχτοπερπατήματα, νουβέλα, εκδ. 24 γράμματα. Αθήνα 2017<br />
Η τροχιά του βέλους, νουβέλα, εκδ. Όστρια. Αθήνα 2018</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19731 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/18-300x201.jpg" alt="" width="501" height="336" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/18-300x201.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/18-768x515.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/18.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19733 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/210-300x218.jpg" alt="" width="500" height="363" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/210-300x218.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/210-768x558.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/210.jpg 800w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19732 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/29-300x217.jpg" alt="" width="500" height="362" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/29-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/29-768x555.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/29.jpg 800w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19734 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/Νέος-φάκελος1-300x225.jpg" alt="" width="500" height="375" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/Νέος-φάκελος1-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/Νέος-φάκελος1-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/Νέος-φάκελος1.jpg 800w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19735 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/34-300x200.jpg" alt="" width="501" height="334" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/34-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/34-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/07/34.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ (2023)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Ώρες αγρύπνιας</strong></em></h6>
<h5><strong>ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ</strong></h5>
<p><strong>IV</strong></p>
<p>Ώρα τέταρτη φτάνει κι οι πληγές μου βαθαίνουν<br />
στα χαρτιά μου ξαπλώνω, μιαν ανάσα γυρεύοντας</p>
<p>μα το αίμα μου πάλι πολεμά και εγείρεται<br />
ν&#8217; αποδράσω με σπρώχνει,<br />
κι ας μη βρίσκω το πέρασμα.</p>
<p>Τρεις φορές ο αλέκτωρ ελάλησε, φίλοι μου<br />
ξημερώνει σε λίγο<br />
αρνηθείτε με αν θέλετε!</p>
<p>Τον σταυρό μου σηκώνω, τη συνέχεια την ξέρετε:<br />
Η ανάσταση φτάνει,<br />
τα καρφιά σας δε σκιάζομαι!</p>
<h5><strong>ΝΥΚΤΟΒΙΑ ΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p><strong>I</strong></p>
<p>Λεπτά πολύριζα φυτά αναρριχώμενα<br />
οι αναμνήσεις που ξυπνούν νύχτα κι αρχίζουν<br />
με κρυφογέλια παιδικά με χίλια πείσματα<br />
με τόσα δάκρυα καυτά τα παραμύθια<br />
για την αλήθεια σου το ψέμα που ξεχάστηκε<br />
για τις ματιές σου τις ανάσες σου στον κόσμο<br />
για όσα ζήλεψες ή δώρισες ή λήστεψες<br />
κι όσα ποθούσες πιο πολύ, όμως δε θά &#8216;ρθουν.</p>
<p>Λεπτά πολύκλωνα φυτά απλώνουν δάχτυλα<br />
κι η πλάτη σου γυμνή ν&#8217; ανατριχιάζει<br />
σε κάθε ήχο τους σε κάθε κρυφομούρμουρο<br />
σε κάθε φθόγγο τους π&#8217; αρθρώνει τ&#8217; όνομά σου.</p>
<h5><strong>ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ</strong></h5>
<p>Στην άλλη όχθη του καημού μονάχος βρέθηκα<br />
δίχως σκαρί με δυο κουπιά πάνω στην άμμο<br />
να &#8216;χα τουλάχιστον χαρτί και μια φιάλη<br />
αδειανή,<br />
να &#8216;χα τουλάχιστον δυο-τρεις στάλες μελάνι.</p>
<p>Με αίμα μόνο πορφυρά βάφω τα βότσαλα<br />
και λίγο πριν να φτάσει η νύχτα ανεβαίνει<br />
λαμπρή η καρδιά μου κατακόκκινη στα σύννεφα<br />
σε χίλια-δυο μικρά φωτάκια χωρισμένη,<br />
σαν πυροτέχνημα που γράφει «είμαι εδώ»,</p>
<p>μα το «εκεί» και το «εδώ» κανείς δεν ξέρει.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Ραγίζουν κάποτε</strong></em></h6>
<h5><strong>ΜΙΚΡΕΣ ΣΙΩΠΕΣ</strong></h5>
<p>Θα σου χαρίσω τις μικρές σιωπές που μάζεψα<br />
αθόρυβου κομπολογιού διάφανες χάντρες<br />
να σου στολίζουνε τα χέρια, τον λαιμό<br />
μικρές ανάλαφρες στιγμές, μην τις φοβάσαι.</p>
<p>Κι άλλες νερένιες, λαμπερές, ατόφια δάκρυα<br />
καλύτερα στο στήθος σου θα δείχνουν.</p>
<p>Αντανακλούν τις ώρες της ανάγκης μου<br />
-νούφαρα πλέουν απαλά στην επιφάνεια<br />
πιο κάτω χάσκει ο βυθός αχαρτογράφητος-<br />
ώρες σιωπής που οι συνετοί κρυφές κρατούνε.</p>
<p>Ποτέ τα λόγια μας δεν λένε την αλήθεια μας<br />
πικρή τις πιο πολλές φορές και ποιος τη θέλει.</p>
<p>Mικρές σιωπές το κέρδος της αγάπης μας<br />
χειρονομίες σαν σκιές π&#8217; άλλος δε βλέπει.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΙ Ν&#8217; ΑΞΙΖΕΙ</strong></h5>
<p><strong>I</strong></p>
<p>Στοές του χρόνου λασπερές, κρυφά περάσματα<br />
αχ, φεγγαρίσια έρημά μου μονοπάτια<br />
κίτρινα φύλλα καταγής νεκρά κατάξερα<br />
στο κάθε βήμα μου μπροστά πόσα μου λέτε.</p>
<p>Χλωρός οδεύω στις φωνές, τυφλός στα θαύματα<br />
άσημος, έρημος, γαλήνιος, ψιθυρίζω<br />
κι αν είχα τάχα θησαυρούς, γύρω τούς σκόρπισα<br />
κι αν είχα αστέρια μες στα μάτια, δε θυμάμαι.</p>
<p>Αχ, την αλήθεια αναζητώ μόνος κι ανίδεος<br />
τι &#8216;ναι π&#8217; αξίζει πιο πολύ, τι &#8216;ναι που μένει<br />
τι &#8216;ναι που ντύνει το κορμί φωτιά και δύναμη<br />
ν&#8217; αντέχει πάντα στον καιρό, να υπομένει.</p>
<h5><strong>ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ</strong></h5>
<p>Στρογγυλοπρόσωπα λουλούδια κατακίτρινα<br />
ένα προς ένα τρεμοπαίζανε τα μάτια<br />
σηκώναν τα κεφάλια συλλαβίζανε<br />
της μέρας τα ονόματα με γέλια.</p>
<p>Κι εκείνη γκρέμιζε, η τρελή, όλους τους φράχτες της<br />
να μπαινοβγαίνουνε αηδόνια και τραγούδια<br />
κι ούτε που έβαζε στον νου την καταχνιά<br />
με τόσους ήλιους που φυτρώνανε τριγύρω.</p>
<p>Μήτε το φίδι που τρυπώνει στους παράδεισους<br />
κι ακάλεστο τις νύχτες τραγουδάει.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Λιωμένος χρόνος</strong></em></h6>
<h5><strong>ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ</strong></h5>
<p><strong>I</strong></p>
<p>Στάλα τη στάλα στη σιωπή λιωμένος χρόνος<br />
με χίλιες δυο μικρές σταγόνες σκόρπια δάκρυα<br />
πώς μουρμουρίζει, πώς υφαίνει, πώς ξηλώνει<br />
πώς στην καρδιά μου με κεντά κι ύπνο δεν<br />
έχω πια.</p>
<p>Ανάγκη πάντα να βαδίζεις, τραγουδούσε<br />
ανάγκη να ξεχνάς και να μη νοιάζεσαι<br />
πέτρες κι αγκάθια μυτερά να μη φοβάσαι<br />
γκρεμούς που χάσκουν μοναξιά, όνειρα αλλόκοτα.</p>
<p>Κι εγώ που μήτε ρώτησα πού πάω<br />
μήτε τον κάματο μετρούσα, όταν μάτωνα,<br />
μπροστά τραβούσα σαν ανύποπτο παιδάκι<br />
ακολουθώντας τα πουλιά και τ&#8217; άσπρα σύννεφα.</p>
<p>Στάλα τη στάλα στη σιωπή λιωμένος χρόνος<br />
λιωμένο παγωτό στην πίσω σκάλα μας<br />
αχνά γελάκια, κουβεντούλες και πειράγματα<br />
κι η μάνα μας σαν ίσκιος να περνάει.</p>
<h5><strong>ΦΩΝΟΥΛΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ</strong></h5>
<p>Το θέμα που επιμένει κι επανέρχεται<br />
ποια τάχα απόκριση θα βρει</p>
<p>Έπεφτε η πόρτα απαλά<br />
-ούτ&#8217; ένας θόρυβος-<br />
χανότανε το σπίτι στην ομίχλη<br />
σύννεφα τόσα, χαμηλά στους χωραφόδρομους<br />
αργοκυλούσανε στα πεύκα σαν μπαλόνια.</p>
<p>Ήταν ο ήλιος μακρινή φωτιά στους κύκλους της<br />
πηγάδι κόκκινο αχνό πάνω απ&#8217; τα σπίτια<br />
γλυκές φωνούλες παιδικές<br />
γρήγορο μέτρημα<br />
κρυφτούλι γύρω στα στενά<br />
με μια λαχτάρα.</p>
<p>Έπειτα μάτια στις γωνιές<br />
-πώς τα λησμόνησα-<br />
βουβό το γέλιο πάντα της αγάπης<br />
σταλαματιές καυτές στα μάγουλα<br />
στα χέρια μου</p>
<p>πικρό μαχαίρι στην καρδιά,<br />
παλιό τραγούδι.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>Έβγαινα τότε αθόρυβα απ&#8217; το σώμα μου<br />
κάλυπτα αθέατος εκείνα τα δυο μέτρα<br />
κι έπειτα όλος σαν φωτιά, αχ, πώς<br />
σε τύλιγα<br />
με πόση προσοχή χαρτογραφούσα<br />
εκείνες τις καμπύλες σου, ασώματος<br />
κι αν χέρια πια δεν είχα, ήμουν χέρια<br />
ολόκληρος και μάθαινα και σπούδαζα<br />
τη ζέστη σου, το βάρος, την αφή σου<br />
τη μυρωδιά, τη γεύση και γονάτιζα<br />
και φώναζα του Χάρου να μ&#8217; ακούσει:</p>
<p>Σε νίκησα, σε λύγισα, σ&#8217; αφάνισα<br />
μονάχος μου στα μαρμαρένια αλώνια</p>
<p>τόση ζωή, τόση χαρά, μες στο ποτήρι μου<br />
να τρεμουλιάζει το κορμί και η ψυχή μου.</p>
<h5><strong>ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Είπαμε έρωτα εκείνη τη φωτιά<br />
που μας κατάπινε με όλες μας τις μνήμες<br />
που μας ανάσταινε μ&#8217; εκρήξεις κατακόκκινες,<br />
αγκαλιασμένα διάφανα κεριά.</p>
<p>Κι όπως ο νους μας όλο γύριζε στις φλόγες του<br />
και ορεγότανε τη θέρμη τους, τη λάμψη<br />
στάχτη στα χέρια μας, στα μάτια μας, αθέατη<br />
προσπέρασε η άλλη ομορφιά.</p>
<p>Αργά το μάθαμε:<br />
Πως γεννηθήκαμε θνητοί<br />
πως δε χορταίνεται</p>
<p>μ&#8217; εξήντα τέσσερις αισθήσεις, καν,<br />
η ζήση.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Της νύχτας δρώμενα</strong></em></h6>
<h5><strong>ΩΡΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ</strong></h5>
<p>Μη μου μιλάς με τις σκιές<br />
η νύχτα πέρασε.<br />
Έγνοιες καινούριες στο σανίδι σκαρφαλώνουν<br />
πάρε ένα-ένα τα παλιά θολά χαμόγελα<br />
πάρε μαζί σου τα φιλιά μου, τα σημάδια.<br />
Ώρα παράστασης στο φως<br />
δες οι αλήθειες μου<br />
καινούρια στήνουν σκηνικά και περιμένουν<br />
καινούριους δρόμους να διαβώ σε χιόνι απάτητο<br />
τι να &#8216;ναι απ&#8217; όλα αληθινό,<br />
ποιος τάχα ξέρει.</p>
<p>Θα είμαι πάντα ο φροντιστής, ο σκηνοθέτης<br />
ο χορογράφος κι ο κρυφός υποβολέας μου.<br />
Θα είμαι ο μόνος θεατής<br />
κι ο ταξιθέτης μου.</p>
<p>Τι θα μπορούσε την παράσταση<br />
να βλάψει;</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΔΡΩΜΕΝΑ</strong></h5>
<p>Μάτια αναδύονται τις νύχτες στους καθρέφτες<br />
άλαλα κύμβαλα φωτιάς δονούν τις φλέβες σου<br />
και πού να γείρεις να κρυφτείς στο άδειο σπίτι σου<br />
πώς κάτω πάλι απ&#8217; τα χαρτιά σου να πλαγιάσεις<br />
μικρό παιδί, παντοτινά έρημο έμεινες.</p>
<p>Δεν πολεμιέται ο καημός με στίχους μόνο<br />
κι αν ξημερώνει, δεν το ξέρεις, μήτε νοιάζεσαι<br />
βαριές κουρτίνες και σιωπή τον ήλιο κλέβουν.</p>
<p>Όλοι γεννιούνται μια φορά και μια πεθαίνουνε<br />
εσύ του χάρου τι χρωστάς και σε παιδεύει<br />
με τόσες πρόβες στη σκηνή, με άγρια δρώμενα:</p>
<p>Μήτε να ζήσεις να χαρείς, μήτε να φύγεις</p>
<h5><strong>ΜΕΛΑΝΙ</strong></h5>
<p>Είχα ένα κίτρινο τετράδιο σαν στάχυ<br />
γεμάτο από μικρά γαλάζια σύννεφα<br />
γεμάτο κυματάκια που ξεσπούσαν<br />
στα περιθώρια κατακλύζοντας τις λέξεις μου.</p>
<p>Και το μικρό μου ποίημα τρομαγμένο<br />
τίναζε τα φτεράκια μα δεν έφευγε<br />
σκόρπιζε γύρω του μελάνι με λυγμούς<br />
μου λέρωνε τη μέρα και τον ύπνο.</p>
<h5><strong>ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ</strong></h5>
<p>Mε βόγκους κι αναφιλητά πέντ&#8217; έξι λέξεις μου<br />
χαράματα με πήραν απ&#8217; το χέρι<br />
κι όλο με μάλωναν σιγά στ&#8217; αφτί μιλώντας μου<br />
κι όλο με παίνευαν γλυκά και μου γελούσαν.</p>
<p>Στέρεψα μέσα μου, σωπάστε πια, αφήστε με<br />
πόσο λιγόστεψε η ανάσα κι η φωνή μου<br />
πόσες ρυτίδες χάσκουν πόνο στους καθρέφτες μου<br />
πόσες σκιές παλιές τα όνειρα ξεφτίζουν.</p>
<p>Στέρεψα μέσα μου, τους είπα και το πίστεψα.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΙΑΛΕΓΩ ΤΟ ΛΕΥΚΟ (2022)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΧΡΩΜΕΣ ΜΕΡΕΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΑΧΡΩΜΕΣ ΜΕΡΕΣ</strong></h5>
<p>Έρχονταν έπειτα σκυφτές μέρες ανώνυμες<br />
ερήμην να διαβούν να προσπεράσουν<br />
μες στη γαλάζια τους ομίχλη δίχως πρόσωπο<br />
κάποιους χειμώνες σκοτεινούς, δίχως μια λέξη.</p>
<p>Αυτές θρηνώ:<br />
Την άμμο μπρος στα πόδια -νέα έρημο-<br />
και τις κλεψύδρες του καιρού π’ όλο στερεύαν.</p>
<p>Πόσο ανώφελα ξεδιάντροπα προσπέρασαν<br />
πόσο μου λήστεψαν το βιος<br />
δίχως αγάπη.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΑΓΧΟΣ</strong></h5>
<p>Ένας ελέφαντας μικρός μες στο σαλόνι σου<br />
την ώρα που το σίριαλ αρχίζει<br />
βοσκάει με θόρυβο φιστίκια από το πιάτο σου<br />
θρονιάζεται μπροστά στον καναπέ σου<br />
και πια δε βλέπεις την οθόνη, μα δε νοιάζεσαι</p>
<p>γκρίζο της λάσπης δέρμα σε τυλίγει<br />
ιδρώτας δύσοσμος κυλά, κολλούν τα δάχτυλα<br />
κι όταν κατάκοπος συρθείς ως το κρεβάτι<br />
νιώθεις το πέλμα του βαρύ πάνω στο στέρνο σου<br />
&#8211; μήτε το όνειρό σου πια δεν ανασαίνει.</p>
<p>Την άλλη μέρα,<br />
αχάραγα σου φέρνει το λουράκι σου<br />
να βγεις για την ανάγκη σου στο πάρκο.</p>
<h5><strong>ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ</strong></h5>
<p>Ο κόσμος γύριζε τρελά κι εγώ γελούσα<br />
το ξύλινο αλογάκι τι ψηλά ψηλά με πήγαινε!<br />
Άλλη μια βόλτα αχόρταγα ζητούσα<br />
με μιαν ελπίδα στην καρδιά<br />
με μάτια διάπλατα.</p>
<p>Πέρασαν χρόνοι που μου έμαθαν πολλά<br />
μα κάτι νύχτες σαν αυτή ξαναγυρνάω<br />
στου ξύλινου αλόγου τον λαιμό, πεισμώνω, δέρνομαι</p>
<p>άλλη μια βόλτα στη χαρά, παρακαλάω.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΓΛΥΚΟ ΣΚΟΤΑΔΙ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΓΥΜΝΟ ΤΟΠΙΟ</strong></h5>
<p>Στην κάψα του μεσημεριού γυμνή κοιμόταν<br />
κι ως βυθιζόταν σαν μωρό ίσα π’ ανάσαινε<br />
ίσα που πάλλονταν τα δίδυμα φεγγάρια<br />
και τα μαλλιά στην αγκαλιά γλυκά τα σκέπαζαν.</p>
<p>Κι έπειτα άδεντρη ακτή μίλια απλωνόταν<br />
μήτε βαρκούλες αραχτές, μήτε και βήματα<br />
μονάχα άμμος που ξανθή στον ήλιο άχνιζε<br />
μέχρι τη γη των ξωτικών τη δασωμένη<br />
και τη βαθύσκιωτη σπηλιά που οι θρύλοι λέγανε<br />
χρυσός κι ατίμητα κοράλλια καρτερούσαν<br />
όποιον με ξόρκια φοβερά τα μάγια έσπαζε.</p>
<p>Στην κάψα του μεσημεριού γυμνή κοιμόταν.</p>
<h5><strong>ΠΑΤΗΜΑΣΙΕΣ</strong></h5>
<p>Κόντευε άνοιξη να ’ρθει· μου ’φερε χιόνια<br />
σαν άγγελος στεκόταν και ψιθύριζε<br />
δίχως στεφάνι στα μαλλιά, δίχως φτερά<br />
μαχαιρωμένα λόγια σκόρπιζε στο χώμα<br />
δυο μαδημένες παπαρούνες που ματώνουνε<br />
τραγούδια που ξεθώριασαν και σβήνουν.</p>
<p>Κι έπειτα χάθηκε ξανά στα παραμύθια της<br />
ανάγκη πάντα να γελάς, είπα πριν φύγει<br />
να διαγράφεις, να ξεχνάς, μα δε με άκουσε</p>
<p>πατημασιές γοργές τη σκάλα μου ξυπνούσαν.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΘΛΙΨΗ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΘΛΙΨΗ</strong></h5>
<p>Μη μου χτυπάς, δε μένω εδώ, δες στην εξώπορτα<br />
δε γράφει στο κουδούνι τ’ όνομά μου<br />
κι οι ταχυδρόμοι που χτυπούν άπραγοι φεύγουνε<br />
και τ’ ανεπίδοτα στη σκάλα μου σωριάζουν.</p>
<p>Μη μου χτυπάς, λοιπόν, κι εσύ, άδικα δέρνεσαι<br />
μάταια ελπίζεις, περιμένεις και δακρύζεις.<br />
Δε μένω εδώ, πάει καιρός που γι’ άλλα τράβηξα<br />
άλλες πορείες κάθε αυγή μου δείχνει ο ήλιος.</p>
<p>Μόνη θα μείνεις πια εδώ να κλαις, να σέρνεσαι<br />
θλίψη μου, όσο κι αν σου λείπω κι αν μου λείπεις</p>
<h5><strong>ΔΙΑΛΕΓΩ</strong></h5>
<p>Διαλέγω το λευκό, το φρέσκο χιόνι<br />
το άγραφο χαρτί μου που μουρμούριζε<br />
την πόρτα που ξεκλείδωνε στο φως<br />
πρωί Σαββάτου κι η καρδιά τρελά χτυπούσε.</p>
<p>Διαλέγω το κενό, το δίχως όνομα<br />
το όνειρό μου που αδέσποτο γυρνούσε<br />
το κρυφογέλιο των παιδιών στ’ άλικα χείλη τους<br />
το νέο που δε σκούριασε στα χέρια.</p>
<p>Κάθε ανείπωτο ζητώ κι αχαρτογράφητο,</p>
<p>αν μου δοθεί ποτέ η χάρη να διαλέξω.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Δεν ήταν πάντα εδώ αυτός ο δρόμος<br />
μόνος ξερίζωνα χρόνια και χρόνια τ’ αγριοχόρταρα<br />
ρίζες παλιές βαθιές μού πλήγωναν τα χέρια<br />
πέτρες ασήκωτες στους ώμους και γονάτιζα.</p>
<p>Δεν ήταν εύκολος ο ήλιος, μη θαρρείς<br />
δεν ήρθαν μόνα τους πουλιά να κελαηδήσουν:</p>
<p>Πρώτα ανατέλλει μέσα μας κι αργότερα<br />
ανοίγουνε τα μάτια μας στον κόσμο.</p>
<h5><strong>ΠΟΜΠΗ</strong></h5>
<p>Ούτε καλοί ούτε κακοί μονάχα άνθρωποι<br />
μικρά ανώνυμα μυρμήγκια διψασμένα<br />
για μια μικρή σταλαγματιά δροσιάς στο χώμα μας<br />
για έναν τοσοδά μικρό βώλο φαγάκι<br />
τόσο μα τόσο τυχεροί που οι ανάγκες μας<br />
ήτανε πάντα ταπεινές και χωματένιες:<br />
μες στη φωλιά μας όταν έπιανε βροχή<br />
στα δέντρα γύρω σαν ο Μάης τραγουδούσε.</p>
<p>Κι ούτε μυστήρια βαθιά άγνωστα ανείπωτα<br />
μήτε και όνειρα φωτιά να καιν στον ύπνο,<br />
-βαριά αρρώστια του μυαλού- όλοι το ξέρουνε<br />
όποιος γυρεύει τον χαμό, φτερά ζητάει.</p>
<p>Μα καταγής πιο ασφαλείς τον χρόνο σπρώχναμε<br />
σωριάζοντας το βιος μας στα λαγούμια<br />
δίχως μιλιά, δίχως τραγούδια, δίχως βάσανα<br />
μόνο δεξιά ζερβά κουνώντας τις κεραίες<br />
ρυθμίζαμε την κίνηση στ’ ανήλιαγα</p>
<p>και η εφ’ ενός ζυγού πομπή αργοκυλούσε.</p>
<h5><strong>Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ</strong></h5>
<p><strong>(I)</strong></p>
<p>Αυτός ο δρόμος βγάζει προς την αγορά<br />
σκόνη λεπτή ψηλά σηκώνουν τ’ αυτοκίνητα<br />
κι οι σκεπτικοί διαβάτες που αμίλητοι βαδίζουν<br />
χάνονται μες στον κουρνιαχτό.<br />
Να δεις πως θα ’ναι<br />
ίσκιοι χλωμοί μες στην ομίχλη που μας σκέπασε,<br />
φαντάσματα π’ αθόρυβα κινούνται με βιασύνη.</p>
<p>Αχ, μια βροχή χρειάζεται η πόλη<br />
λυτρωτική να είναι δροσερή να πλημμυρίσουνε<br />
οι λεωφόροι και οι πλατείες με ρυάκια<br />
σαν μουσική γλυκιά να κελαρύζουνε<br />
και στα γυμνά μας πόδια να ξεσπούν τα κυματάκια.</p>
<p>Αχ, μια βροχή η πόλη χρειάζεται<br />
να ξεπλυθεί γύρω η βρωμιά όλα ν’ αστράψουνε<br />
και το βραδάκι -θαύμα απρόσμενο, μεγάλο-</p>
<p>να ξεπορτίσει ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο.</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ</strong></h5>
<p>Πίσω κοιτάζουν πάντα τα τραγούδια μας<br />
στήνουν τ’ αυτί στο χώμα για ν’ ακούσουν<br />
παλιές δονήσεις των βημάτων που ξεμάκρυναν<br />
σε ξύλινα πατώματα και πάνε.</p>
<p>Πώς μεγαλώσαν τα παιδιά μας, πώς ψηλώσανε<br />
τα δέντρα πώς ξεπέρασαν τη στέγη.<br />
Ζούμε στο μέλλον των παλιών παραμυθιών<br />
μα δεν το νιώσαμε ποτέ, κι άλλο ζητάμε.</p>
<p>Πώς ξεχαστήκαν τα παλιά πικρά παράπονα<br />
πώς φύγαν όλοι οι παλιοί, πότε μισέψαν<br />
κι οι αναμνήσεις της χαράς μα και της λύπης μας<br />
μήτε χαμόγελα σκορπούν, μήτε ματώνουν.</p>
<p>Πίσω κοιτάζουν πάντα τα τραγούδια μας<br />
κι όλο βυθίζονται στη σκόνη κι αργοσβήνουν.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΟΝΙΑ</strong></h5>
<p><strong>(I)</strong></p>
<p>Ω, μην κοιτάζεις, μην κοιτάς, χέρια κλαδιά<br />
στα πεζοδρόμια θολά μάτια θλιμμένα<br />
κυλάει φαρμάκι απ’ τα χαρτόνια στα παπούτσια σου<br />
απ’ τα σκουπίδια στις γωνίες, στα φανάρια<br />
και τι θα μπόραγες να πεις με μια πληγή<br />
βαθιά στο μέρος της καρδιάς δίχως ανάσα<br />
το τόσο αίμα που σταλάζει θα σε πρόδιδε<br />
μεμιάς θα σου ’λύνε τα πόδια και τα χέρια.</p>
<p>(Ω, πετεινά μου τ’ ουρανού, πικρά αδέρφια μου<br />
μακριά η Άνοιξη κι ο ήλιος της θ’ αργήσει).</p>
<h5><strong>ΑΝΑΚΩΧΗ</strong></h5>
<p><strong>(Ι)</strong></p>
<p>Αλήθεια πόσο φως χωράει στις παλάμες μου<br />
μέσα σε θρίαμβο ο ήλιος ξαναβγαίνει<br />
τώρα που κόπασε η βροχή πάνω στις στέγες μας<br />
και τα πουλιά ψηλά σαν βέλος ταξιδεύουν.</p>
<p>Άοπλος βγήκα, αδερφοί, δείτε τα χέρια μου<br />
κουράστηκα να πολεμώ και πια δε θέλω<br />
πίσω από τείχη αδιαπέραστα να κάθομαι<br />
από τους πύργους να κοιτώ κι απ’ τις επάλξεις.</p>
<p>Έθαψα τα ντουφέκια μου στο χώμα χθες<br />
και σήμερα ξεπρόβαλα στον ήλιο<br />
αθώος είμαι, καθαρός, πια δε μισώ<br />
ούτε που θέλω το κακό, μήτε φοβάμαι.<br />
Θέλω μονάχα μια στιγμή, αν είναι εύκολο<br />
να κοιταχτούμε από κοντά μέσα στα μάτια<br />
μ’ αδέξια κι αμήχανα χαμόγελα<br />
να ξαναβρούμε τη χαμένη καλοσύνη.</p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ</strong></h5>
<p>Κίτρινα φύλλα, κίτρινα παιδιά<br />
κι ο άνεμος δε λέει να κοπάσει</p>
<p>ποιο δρόμο πήρατε μακρύ ποιος σας ξεγέλασε<br />
ποια μοίρα να σας καρτερά έξω απ’ τους χάρτες;</p>
<p>Εκεί δε λένε καλημέρα το πρωί<br />
μήτε κι ο ήλιος τους ζεστός φέγγει τις μέρες.<br />
Εκεί δεν ξέρουν να γελούν έξω απ’ τα χείλη τους<br />
μήτε στον ώμο σε χτυπούν στους καφενέδες.</p>
<p>Ψωμί πικρό με ίδρωτα δεν τρώγεται<br />
πικρό νερό τής ξενιτειάς δεν ξεδιψάει<br />
δεν κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με λιανοτράγουδα<br />
δεν ξέρει τα βουνά πεύκα γιομάτα<br />
μήτε τον ίσκιο των ξωθιών<br />
που με τα πόδια τους γυμνά<br />
δροσιά γυρεύουνε με γέλια και παιχνίδια.</p>
<p>Χαρτιά, χαρτόσημα στον άνεμο· Φθινόπωρο.<br />
Για τον Χειμώνα σας παιδιά, μόνος δακρύζω.</p>
<h5><strong>Η ΛΕΞΗ</strong></h5>
<p>Ποιος θα βρεθεί να πει στη γλώσσα μας πώς λέγεται<br />
η λέξη αυτή η μαγική, κανείς δεν ξέρει.<br />
Τι κι αν ερίζουν γλωσσολόγοι, σοφοί δάσκαλοι<br />
αιώνες άλυτο μυστήριο παραμένει.</p>
<p>Τις νύχτες που εγείρεται η πείνα αλύπητη<br />
ανασκαλεύοντας με βία τα σκουπίδια<br />
βρίσκει τα έρημα παιδιά της στα χαρτόκουτα<br />
κι η λέξη αυτή με ουρλιαχτά ηχεί στην πόλη.<br />
Θαρρώ στη γλώσσα μας θα πει “ανημποριά”<br />
&#8220;χέρι της μοίρας” ή “θεός” μα δε νομίζω<br />
πως η μετάφραση “ψωμί” είναι σωστή.</p>
<p>Έτσι πρωτόγονη βαριά ως είναι η γλώσσα τους,<br />
γεμάτη σύμφωνα που κάνουν κάθε φθόγγο<br />
τραχύ και άγριο σαν ρόγχο να ακούγεται,</p>
<p>είναι αδύνατο σωστά να ερμηνευτεί.</p>
<h5><strong>Η ΖΑΡΙΑ</strong></h5>
<p>Θαρρώ πως είδα μια στιγμή να στροβιλίζονται<br />
πριν να χτυπήσουνε μ’ ορμή στο πεζοδρόμιο<br />
τα ζάρια- μα δε γύρισα να δω<br />
και οι φωνές τους δε με πείσανε να μείνω.<br />
Τίναξα μόνο με το χέρι μου απαλά<br />
τη σκόνη από τα γόνατα σκυμμένος<br />
σαν μέσα σ’ όνειρο θολό κι απομακρύνθηκα<br />
βαδίζοντας αργά, χαμογελώντας.</p>
<p>Γιατί μετράει τελικά, μονάχα αυτό<br />
με μάτια ολάνοιχτα κανείς με τη σειρά του<br />
να βρει το θάρρος να την παίξει τη ζαριά<br />
δίχως ποτέ του να νοιαστεί τι θα του φέρει.</p>
<h5><strong>ΗΡΩΕΣ</strong></h5>
<p>Αθόρυβα οι ήρωες προσπέρασαν<br />
έμειναν πίσω μόνο οι πέτρινες μορφές τους<br />
ανέκφραστα λευκά πρόσωπα άψυχα<br />
κι ούτ’ ένα δάκρυ τοσοδά δε θα κυλήσει<br />
για μας που ξένοι καταντήσαμε στη χώρα μας<br />
κι αμέριμνοι γυρίζουμε στους δρόμους</p>
<p>στους καφενέδες μέρα νύχτα -μα τι βάσανο &#8211;<br />
κενοί κι ανύποπτοι της ένδειας, της γύμνιας<br />
με βήμα πάντως σταθερό κι ύφος αγέρωχο</p>
<p>με “βαρυσήμαντες” δηλώσεις μες στην τσέπη.</p>
<h5><strong>ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Το επόμενο ποίημα θα το γράψουμε στον δρόμο<br />
πάνω σε μια τσαλακωμένη μας προκήρυξη<br />
πάνω στη σκόνη των μαρμάρων με το δάχτυλο<br />
σαν πέσουμε γονατιστοί στον Άγνωστο Στρατιώτη<br />
και γύρω μας τουρίστες με φωνές<br />
πολύχρωμο κοπάδι θα κοιτάζουν<br />
που σαν χορός αρχαίου δράματος θα υψώνουμε<br />
με οιμωγές τα χέρια στον αέρα</p>
<p>μήπως βρεθεί θεός κανείς να σπλαχνιστεί<br />
μήπως βρεθεί θεός κανείς να συγχωρήσει<br />
που αφήσαμε στους ξένους την πατρίδα μας<br />
μες στα κουρέλια χρόνια τόσα ντροπιασμένη.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΡΙΖΕΣ</strong></h5>
<p>Περάσαμε όλο το πρωί μετρώντας σύννεφα<br />
ξυπνούσε η γη κάτω απ’ τα πόδια τρομαγμένη<br />
άνυδρη χρόνια μες στο φως τριβόταν έσπαγε<br />
και πουθενά νερό να μας παρηγορήσει.</p>
<p>Περάσαμε όλο το πρωί εδώ στον τόπο μας<br />
αφέντης ήλιος πυρπολούσε τα λιθάρια<br />
κυλούσε ο ίδρωτας στα μάγουλα στα χείλη μας<br />
κυλούσε και σφαλούσαμε τα μάτια.</p>
<p>Δες όμως ξάφνου πόσο βάρυναν τα πόδια μας<br />
δες πόσο βυθιζόμαστε στο χώμα<br />
την ώρα που χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι<br />
μέσα απ’ τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν.</p>
<h5><strong>ΤΟΣΗ</strong><strong> ΖΩΗ</strong></h5>
<p>Άκουγα πάλι το τραγούδι των νερών<br />
και τα μικρά θλιμμένα φλάουτα των φύλλων<br />
ανάσκελα στο χώμα και μουρμούριζα<br />
τριξίματα της γης αρχαίων μύθων.</p>
<p>Η Περσεφόνη, αχ, στα έγκατα της γης<br />
στ’ άφεγγα λούζεται<br />
κι όλο χτενίζει τα μαλλιά μ’ ένα κοχύλι<br />
και στο γυμνό κορμί της πόθοι ανασταίνονται<br />
κι έρωτας άνοιξης καημός την τριγυρίζει.</p>
<p>Ένα λουλούδι μες στα στήθια κατακόκκινο<br />
θα ήταν -λέω- αρκετό δάκρυα να φέρει<br />
όμως τριγύρω οι ψυχές σκιές αθόρυβες<br />
ώρες και ώρες θα κοιτούσαν μ’ απορία</p>
<p>τόση ζωή, τόση ομορφιά μες στα υπόγεια<br />
τόση ζωή, τόση ομορφιά λησμονημένη.</p>
<h5><strong>ΒΑΓΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Αυτά τα τρένα θα ριζώσουνε κι εδώ<br />
ακίνητα θα μείνουν να σκουριάζουν<br />
παραδομένα στη βροχή στον άγριο άνεμο<br />
στον ήλιο του καλοκαιριού χρόνια και χρόνια.</p>
<p>Όταν ξεφτίσουν τα ταξίδια από τα μάτια τους<br />
όταν σβηστούν τα όνειρά τους ένα ένα<br />
ποιος -λες- θα μείνει να θυμάται τα μαντίλια τους<br />
τις αγκαλιές τα δάκρυα τα γέλια;</p>
<p>Εδώ θα μείνουνε. Στη σκόνη να ριζώνουν.<br />
(Τις ράγες ν’ αντικρίζουν και να κλαίνε.)</p>
<h5><strong>ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ</strong></h5>
<p>Στην πόλη που μεγάλωσα σαν έρχομαι<br />
άφαντοι όλοι οι γνωστοί μου και οι φίλοι<br />
περιδιαβαίνω στα στενά έπειτα κάθομαι<br />
σ’ εκείνα τα πεζούλια που ’ταν στέκι<br />
γεμάτα πάντα από φωνές γεμάτα πρόσωπα<br />
μα πια δε φαίνεται ψυχή κι αναρωτιέμαι<br />
πώς κι όλοι μίσεψαν μεμιάς μα τι απόγιναν<br />
πώς αποφάσισαν ταυτόχρονα να φύγουν<br />
και τόσο έρημη απόμεινε η πλατεία μας<br />
και τόσο άδεια από φίλους η ζωή μας.</p>
<p>Κι όμως δεν έφυγε κανείς μα ο καιρός<br />
χρόνια και χρόνια κάθε μέρα λίγο-λίγο<br />
σμίλεψε ύπουλα τα πρόσωπα κι αγνώριστοι<br />
κι απαρατήρητοι περνούμε δίπλα-δίπλα<br />
σαν να ’θελε να μας γλιτώσει για καλά<br />
από ανούσιες συγγνώμες κι άλλα λόγια<br />
που είν’ ανώφελα πικρά κι άδικα λέγονται</p>
<p>κι ίσως ακόμα πάλι ήθελε να δώσει<br />
μια νέα ευκαιρία στον καθένα μας<br />
από ’ξαρχης να γνωριστούμε, αν μπορούμε.</p>
<h5><strong>Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Στην πίσω αυλή στα δυο πλακόστρωτα σκαλάκια<br />
με το τσεμπέρι στα μαλλιά ώρες η μάνα μου<br />
καθάριζε ραδίκια κι όλο μου ’λεγε<br />
μ’ εκείνη τη φωνή την πονεμένη<br />
για τα πικρά της δεκαοχτώ, για τους αέρηδες<br />
που πήραν σαν ξερόφυλλα τα χρόνια,<br />
κι έπειτα φτώχεια, καταφρόνια, μαύρα σύννεφα<br />
στα χωριουδάκια που δε γράφτηκαν στους χάρτες<br />
κι έπειτα θάλασσες βαθιές, παλιά ναυάγια<br />
στάλες αθόρυβης βροχής, λόγια σπασμένα.</p>
<p>Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα<br />
-άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω-<br />
με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά<br />
και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι.</p>
<p>Στην πίσω αυλή στο πλυσταριό μούλιαζε, έτριβε<br />
-μα οι λεκέδες πάντα εκεί να επιμένουν-<br />
πικρά παράπονα λερώσανε τα χρόνια της.<br />
Δυο οι κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ</strong></h5>
<p>Τα μάτια θόλωναν στο απέραντο γαλάζιο<br />
όπως ο ήλιος έβαφε μαβιά κόκκινα όνειρα<br />
και με τα δάκρυα αλμυρά πάνω στα χείλη<br />
τραγούδια σκάρωνε και γύρω ηχούσε η θάλασσα:</p>
<p>«Αχ, να μπορούσα να ’βγαζα φτερά, γλυκιά πατρίδα<br />
χώμα απαλά που ανασαίνει το ξημέρωμα<br />
έστω για λίγο να σε δω αργοπετώντας<br />
από ψηλά κι έπειτα μόνος μου θα φώναζα<br />
τον Χάρο να ’ρθει να με βρει καλά χορτάτο<br />
με εικόνες μύριες μαγικές που θα μπορούσανε<br />
να πλημμυρίσουν φως λουλούδια τις στοές<br />
του μαύρου Άδη που ποτέ μου δε φοβήθηκα.</p>
<p>Αχ, να μπορούσα να ’πίνα νερό μεσ’ απ’ τις χούφτες<br />
των κοριτσιών που στην πηγή γελούν και παίζουνε<br />
θα ’φτάνε -λέω- να γλυκάνει την αλμύρα<br />
του μισεμού και του πικρού ψωμιού που γεύτηκα<br />
χρόνους και χρόνους μοναχός μου στο σκαρί<br />
δίχως συντρόφους που στη γλώσσα μου γελούνε».</p>
<h5><strong>ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<p><strong>Ι</strong></p>
<p>Σ’ εκείνες τις κλειστές αυλές κάθετο φως<br />
ήλιος αμείλικτος φωτιά τα μεσημέρια<br />
όπως ο άνεμος δειλά σιωπούσε κι άκουγε<br />
μέσα στ’ αγιόκλημα κι ο χρόνος σταματούσε.</p>
<p>Εμείς χωμένοι στις σκιές στα πεζουλάκια μας<br />
χτίζαμε κόσμους μακρινούς με τόσα λόγια<br />
για το μεγάλο το ταξίδι που θ’ αρχίζαμε.</p>
<p>Όμως μακριά ήταν το μέλλον κι όλο αργούσε.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΟΙ</strong></h5>
<p>Δεν ήρθανε ποτέ στη χώρα οι βάρβαροι<br />
γι’ αλλού τραβήξαν όπως μάθαμε και πάνε<br />
κι εμείς που ράβαμε όλη νύχτα τα κουρέλια μας<br />
και στον καθρέφτη δοκιμάζαμε τους λόγους<br />
βουβοί ακίνητοι κι αμήχανοι απομείναμε<br />
με τα λουλούδια και τα δώρα μας στα χέρια.</p>
<p>Κι άιντε να δούμε τι θα λέμε στ’ αναχώματα<br />
τις νύχτες γύρω απ’ τη φωτιά σαν μας κοιτάζουν<br />
στα μάτια τα παιδιά μας που μεγάλωσαν<br />
και δεν τους πρέπουν παραμύθια πριν πλαγιάσουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΑΣ</strong></h5>
<p><strong>(II)</strong></p>
<p>(Στον κάμπο)</p>
<p>Πίναν ιδρώτα αρμυρό με το ξινιάρι τους<br />
με το δρεπάνι αγκαλιά τα μεσημέρια<br />
κάτω απ’ τη λεύκα αποσταμένοι ν’ ανασάνουνε<br />
και γύρω κόχλαζαν στον ήλιο τα λιθάρια.</p>
<p>Στα σκονισμένα τους χωριά, μες στα χαμόσπιτα<br />
με λαδοφάναρα φωτίζανε να φάνε.<br />
Κόκκινα πρόσωπα ψημένα στη δουλειά<br />
μάτια καθάρια λαμπερά, λόγια σταράτα.</p>
<p>Κι όμως ποτέ τους δε μολύνανε τα βήματα<br />
ψωμί κι ελιά κι «έχει ο θεός» μέρα τη μέρα<br />
μέσα απ’ το λίγο η χαρά μέσ’ απ’ το τίποτα<br />
μέσα απ’ τον κάματο η αγάπη τους κι η ελπίδα.</p>
<h5><strong>ΔΕΛΦΟΙ</strong></h5>
<p>Μένουν ακόμα στις κολόνες ανεξίτηλα<br />
τα χέρια τους, ο ίδρωτας στη σκόνη<br />
ηχούνε πάλι στο ιερό μυριάδες βήματα<br />
σαν ακατάληπτες ωδές και ικεσίες.</p>
<p>Όχι, δεν πέθαναν εδώ στις πέτρες ζουν<br />
εδώ χτυπάει ακόμα η καρδιά τους<br />
παλιοί παππούδες με χιτώνες ολοκέντητους<br />
με δάφνες πάνω στα κατάλευκα κεφάλια<br />
και η Πυθία τυλιγμένη στους καπνούς<br />
σε άγια έκσταση υψώνοντας τα χέρια<br />
προσμένει μόνη τον μικρό ωραίο Απόλλωνα<br />
να πει στ’ αυτί της τα μελλούμενα που ξέρει,</p>
<p>αν η πατρίδα μας θα βγει από τον Τάρταρο<br />
μ’ άσπρο φουστάνι μες στον ήλιο που της πρέπει.</p>
<h5><strong>ΛΥΚΟΙ</strong></h5>
<p><strong>ΙΙ</strong></p>
<p>Νύχτα οι λύκοι ήρθανε στην πόρτα μας<br />
νύχτα προβιές κατάλευκες ντυμένοι<br />
με δώρα και με διάπλατα χαμόγελα.</p>
<p>Νύχτα η πατρίδα έσκουξε τα ονόματα<br />
ένα προς ένα τα παιδιά της να συνάξει.<br />
Νύχτα το αίμα, η φωτιά, το φονικό.<br />
Νύχτα το άδικο που μάτωσε τον ήλιο.</p>
<h5><strong>ΚΡΑΤΑ ΚΑΛΑ</strong></h5>
<p>Κι αν τίποτα δε μείνει να θυμίζει<br />
αυτή τη γη που τόσο αθώα αγαπήσαμε<br />
κράτα στον κόρφο σου καλά λίγα χαλίκια<br />
κι ένα κοχύλι ασπριδερό που κρύβει μέσα του<br />
τον βόγγο των κυμάτων τις φωνές<br />
των θαλασσόλυκων παππούδων που όργωναν<br />
τα κύματα στον ήλιο και γνωρίζανε<br />
τα γλαροπούλια στη σειρά με τ’ όνομά τους.</p>
<p>Κράτα δυο φύλλα ελιάς ασημοπράσινα<br />
κι ένα πλατύ από τ’ αμπέλια του Τυρνάβου<br />
να στάζει νέκταρ των θεών από τα έγκατα<br />
κράτα μια γκλίτσα σκαλιστή και μια φλογέρα</p>
<p>γιομάτη αγέρηδες φωνές σαλαγητά<br />
γιομάτη ήχους απ’ τ’ Ομήρου τα κοπάδια.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ (2018)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Στα μονοπάτια της αγάπης</strong><br />
<strong>και του έρωτα</strong></h6>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Αν θέλεις έλα να μου πεις απ` την αρχή<br />
αγάπη πρώτη το μικρό σου παραμύθι<br />
το κόκκινό σου τη φωτιά τον άγιο ίδρωτα<br />
τον πόνο φέρε στην καρδιά κι ένα τραγούδι<br />
μισό για πάντα με λυγμούς πάνω στο τέμπο σου<br />
λειψό στη σκόνη του καιρού λησμονημένο.</p>
<p>Ω, ας καώ μες στη φωτιά μες στην απόγνωση<br />
μες στη χαρά σου ας χαθώ μέσα στο δρόμο<br />
τον φωτεινό που βγάζει πάντα προς τη θάλασσα<br />
στ` άσπρα πανιά που καρτερούνε μες στον ήλιο.</p>
<h5><strong>Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ</strong></h5>
<p>Δες με που κρέμομαι απ` τα χείλη σου ξανά<br />
σ` απύθμενο γκρεμό ακροβατώντας<br />
και μόνο αυτή η λεπτή κλωστούλα μου απόμεινε<br />
να με κρατάει στη ζωή, όπως βαδίζω<br />
πάνω από βράχια κοφτερά -αχ, πάντα το ‘ξερα-<br />
πόσο επικίνδυνη στ` αλήθεια η αγάπη<br />
πόσο στ` αλήθεια ακριβό δώρο μας δόθηκε<br />
ρόδο μ` αγκάθια μυτερά, γυμνό μαχαίρι.</p>
<p>Μα τώρα πες απ` την αρχή, αν θες τα ξόρκια σου<br />
`κείνα π` αλλάζουνε μεμιάς ξανά τον κόσμο<br />
παρθενικός να λάμψει στη ματιά κι ο μέσα ήλιος τους<br />
ποτέ, ποτέ του να μη δύσει και μ’ αφήσει<br />
μα να χαϊδεύει τρυφερά την κάθε έγνοια μου<br />
στα μέσα δώματα του νου, στα όνειρά μου.</p>
<p>Μάγισσα, πες μου πώς υφαίνεις τον ιστό<br />
ο χρόνος για να μην περνά, πώς ομορφαίνεις<br />
πώς γαληνεύεις την ψυχή με το τραγούδι σου<br />
αγάπη πόση με κερνάς μ’ ένα σου γέλιο<br />
να ξαποσταίνω να τραβώ ξανά το δρόμο μου<br />
στην απαλάμη του Θεού, έξω στον κόσμο.</p>
<h5><strong>ΤΡΕΝΑ</strong></h5>
<p><strong>θραύσματα μνήμης του `88</strong></p>
<p><strong>III.</strong></p>
<p>Σφύριγμα νευρικό, άμεση απόφαση<br />
ποιος να κατέβει εδώ και ποιος ν` ανέβει<br />
δεν είχες χρόνο να σκεφτείς -το ξέρουν όλοι πια-<br />
όλα τα βάσανα η σκέψη μας τα φέρνει.</p>
<p>“Τρέξε κι εσύ μες στα μυρμήγκια βρες τη θέση σου<br />
αύριο αλλού, πρωί-πρωί” σου τραγουδούσε<br />
η δόλια σου καρδιά μα δε φαντάστηκες<br />
πόση ψυχή ξοδεύεις πάντα στο ταξίδι.</p>
<p>Πες μου αν θυμάσαι τη λαχτάρα σου, τα τρένα σου<br />
αν τ` αγαπάς και στο μυαλό τα ξαναφέρνεις.</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ</strong></h5>
<p>ερωτική αστρική προβολή στο σκοτάδι&#8230;</p>
<p>Ήπια τη νύχτα και απλώθηκε στα σπλάχνα μου<br />
πικρό πυκνό σκοτάδι και στη δίνη<br />
γυμνός αφέθηκα στο φρέαρ που ανοίχτηκε<br />
κι η γη χαμένη μακρινή λησμονημένη.</p>
<p>Κενό απέραντο ποτέ μου δε φοβήθηκα<br />
τη μουσική των αστεριών και δες χορεύω<br />
με τους κομήτες σου π` ανάβουν και φωτίζουνε<br />
έξω απ` τα σύνορα του κόσμου την ψυχή μου.</p>
<p>Ήπια τη λάμψη του Θεού, το φως του ντύθηκα<br />
και σαν μια πύρινη βολίδα ταξιδεύω<br />
πιο γρήγορα απ` τη σκέψη κι οι πλανήτες μου<br />
μια γειτονιά θαρρείς κι οι χίλιοι τόσοι ήλιοι<br />
μικρά τριαντάφυλλα φωτιάς μέσα στον κήπο μου<br />
που κοκκινίζουν από έρωτα και πόθο.</p>
<h5><strong>ΑΣ ΧΑΣΩ</strong></h5>
<p>Γκρέμισα όλα μου τα σύνορα για σένα<br />
να `ρχεσαι όταν θέλεις σαν πανσέληνος<br />
ν` απλώνεις δάχτυλα ασημιά και το σκοτάδι<br />
να πλημμυρίζει ξάφνου φως κι όλα ν` αλλάζουνε.</p>
<p>Δες, δε σε πολεμώ, δεν αντιστέκομαι<br />
μήτε με νοιάζει να `χω δίκιο, δεν πειράζει<br />
ας χάσω εγώ από τους δυο, κέρδισε εσύ<br />
αρκεί μαζί σου να κερδίσει κι η αγάπη.</p>
<h5><strong>ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ</strong></h5>
<p>Θα μείνω εδώ βουβός να βλέπω να θαυμάζω<br />
πώς παιχνιδίζει η σκιά στον τοίχο απέναντι<br />
όπως λικνίζεσαι και γέρνεις και λυγίζεις<br />
χειρονομίες στη σιωπή με μια λεπτότητα<br />
με μιαν ανείπωτη αιθέρια αρμονία.</p>
<p>Ήχος κανείς να μην ταράξει τη σιωπή.<br />
Mη με ρωτήσεις τι και πώς · όλοι το ξέρουν<br />
πως κανενός ποτέ δεν ήτανε η θάλασσα<br />
κι όμως δεν ήτανε ντροπή να τη λατρεύουν&#8230;</p>
<h5><strong>ΦΥΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ</strong></h5>
<p>Αχ, μεθυσμένο φύλλο μοναχό στο μονοπάτι<br />
χορεύοντας στον άνεμο αφέθηκες<br />
για μια στιγμή κι έπειτα πάνω στα μαλλιά<br />
στους ώμους της θαρρώ, στην αγκαλιά της<br />
-αλήθεια ήτανε εκεί, δεν ήταν όνειρο<br />
θυμάμαι απαλά σε είχε αγγίξει-<br />
τότε που στάλαζε βροχή κρυφά στα μάτια της<br />
τ` Οκτώβρη μήνα κι η σιωπή κρυφό μαχαίρι.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΟΗΜΑ</strong></h5>
<p><strong>Ι.</strong></p>
<p>Ζεστό τρεμούλιαζε το δέρμα σου παλλόταν<br />
κυματιστά περνούσε η αγάπη και το πλάνευε<br />
ν` ανθίσει μέσα στο σκοτάδι ν` αφεθεί<br />
στ` απατηλό γλυκό μου παραμύθι.<br />
Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ ήταν που μπόρεσα<br />
να δω το φως μες απ` τις γρίλιες στο σεντόνι<br />
ν` αγγίξω τη ζωή με τ` ακροδάχτυλα<br />
να πιω απ` το φως της να χορτάσω να μεθύσω.</p>
<p>Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το `δείξε<br />
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα&#8230;</p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΑΚΡΥ</strong></h5>
<p>Δε θέλω πια χαμόγελα · το δάκρυ σου<br />
το δάκρυ θέλω το θολό να μου χαρίσεις<br />
να` ναι καυτό, αληθινό κι απ` της ψυχής<br />
τα έγκατα να βγαίνει να ξεπλένει<br />
όλη τη σκόνη του καιρού και τα ματάκια σου<br />
με καθαρή ματιά να βλέπουνε τον κόσμο<br />
αστραφτερά σαν των παιδιών που πάντα διάπλατα<br />
ανοίγουν να χωρέσουν την αλήθεια.</p>
<p>Δε θέλω πια χαμόγελα · κουράστηκα<br />
πάνω στις πέτρες τόσα χρόνια να διαβάζω<br />
σ` άγνωστες γλώσσες σκαλισμένα ιδεογράμματα<br />
σύμβολα σχέδια παλιά που δεν κατέχω.<br />
Μ` αν μου χαρίσεις λίγο δάκρυ θα `ναι εύκολο<br />
να δω πώς μοιάζει η αλήθεια σου, θα ξέρω<br />
πως λίγη αγάπη κάπου σου ‘μεινε αξόδευτη<br />
να σου ζεσταίνει την ψυχή, να τη στολίζει.</p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ</strong></h5>
<p>Να μην τελειώναμε ποτέ μας το ταξίδι<br />
στα γνώριμα σοκάκια να μας έφερνε<br />
αλήτης άνεμος που παίρνει τα μαλλιά<br />
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.<br />
Ήταν απλή η ζωή κι ο έρωτας παιχνίδι<br />
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο<br />
μ`ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι<br />
κάποια Μαρία μακρινή χλωμή σαν όνειρο.</p>
<h5><strong>ΠΡΩΙ ΣΑΒΒΑΤΟΥ</strong></h5>
<p>Για την αγάπη τραγουδώ, για τη ζωή<br />
για το καθάριο πρωινό και τα λευκά του<br />
φτερά που ο άνεμος ξεδίπλωνε στα μάτια μου<br />
δίχως ανάπαυση μακριά προς τα λιβάδια.</p>
<p>Και γύρω μου παντιέρες μπουγαδόσχοινα<br />
μικρά παιδιά με τα ποδήλατα στο δρόμο<br />
το μαλλιαρό σκυλί του γείτονα που χόρευε<br />
δυο γέροι που κουβέντιαζαν παρέα<br />
και τα λαμπρά των κοριτσιών ματάκια του έρωτα<br />
τα μυστικά τους που ψιθύριζαν γελώντας<br />
τα δέντρα που φορούσαν τα καλά τους να `ρθει<br />
η άνοιξη<br />
και τα πουλιά που τιτιβίζαν μεθυσμένα.</p>
<p>Για την αγάπη της ζωής σας τραγουδώ<br />
πρωί Σαββάτου απρόσμενα, τέλη του Μάρτη.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Πουλιά στο σύρμα</strong></h6>
<h5><strong>ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ</strong></h5>
<p>Πώς θορυβούσανε στο φως, τα βλέφαρά της<br />
πόσες κραυγές αυτή η σιωπή με πόση ένταση<br />
γαλάζιος μωβ ο ουρανός και οι γραμμές<br />
έντονες ίσες μελανές να υπογραμμίζουν<br />
όσα χαράζει ο ναυαγός μόνος στην άμμο του<br />
τι κι αν κανείς δε θα βρεθεί να τα διαβάσει&#8230;</p>
<p>Πώς θορυβούσανε στο φως κάθε που κλείνανε<br />
πόρτες που τρίζουν θλιβερά σαν τις αγγίξεις<br />
μην πέσει φως και μη φανούν στα μέσα δώματα<br />
οι θησαυροί τα μυστικά και της τα κλέψουν.</p>
<h5><strong>ΣΤΑΧΤΗ</strong></h5>
<p>Όλα όσα είχα να σας πω, τα είπε η αστραπή<br />
τι τάχα μένει να ειπωθεί μετά το φως της<br />
τι θα μπορούσε να σωθεί κάτω απ` τη στάχτη της<br />
τάχα ποιο όνειρο δειλό και ποιο τραγούδι&#8230;</p>
<p>Θέλουνε ήρεμη φωτιά τα παραμύθια μας<br />
να παιχνιδίζουν οι σκιές πάνω στα χέρια<br />
θέλουνε κούτσουρα στο τζάκι και χαμόγελα<br />
και πυρωμένα μαγουλάκια για ν` αρχίσουν.</p>
<p>Μα τώρα, δείτε, όλα τα` καψε, τα ρήμαξε<br />
μεμιάς το άγριο φοβερό αστροπελέκι<br />
που έσχισε στα δυο τη νύχτα κι έκπληκτα<br />
ορθάνοιχτα τα μάτια έχει αφήσει.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ (2017)</strong></h4>
<h5><strong>Μικρή Περιήγηση</strong></h5>
<p><strong>I</strong></p>
<p>Φάνηκε μια στιγμή, σαν ξύπνημα η αρχή<br />
κι ήταν μετά το φως τα χρώματα κι η θάλασσα.<br />
Κι ήταν ολόλευκα πουλιά που γυροφέρναν<br />
φτεροκοπώντας μπρος στ’ ανοιχτά παράθυρα.<br />
Κι ήταν τα σύννεφα διάφανα<br />
δυο μέτρα μόλις πάνω απ’ τα κεφάλια μας<br />
και το πλακόστρωτο στου πρωινού το μούρμουρο<br />
ζωή γεμάτο που κυλούσε αδιάκοπα<br />
μες στους χυμούς του μικρού δέντρου της αυλής μας.<br />
Κι ήταν το πρωινό γλυκό, σαν τραγουδάκι ερωτικό<br />
γλυκό, καθώς τα πρώτα παιδικά γλυκά χαμόγελα.<br />
Πώς ευωδιάζει η γης π’ ανασκιρτά<br />
ίδια υγρή ζεστή αγκαλιά<br />
στου Φθινοπώρου τα πρωτόβροχα!</p>
<p><strong>II</strong></p>
<p>Ανασαιμιά κρυφή κι η πρώτη ανάταση<br />
πόσο ψηλά να ’ναι ακόμα ο ουρανός, πόσο τα σύννεφα;<br />
Φωνή δειλή φωτιά που επύρωσε τα μάγουλα<br />
λιανοτραγούδισμα δειλό τραύλισμα πρώτο.<br />
Κι έπειτα κάτω στον γιαλό γυαλί η θάλασσα<br />
σχήματα σχέδια ανάκατα στην άμμο.<br />
Μεσοκαλόκαιρο φωτιά μάτια μισόκλειστα<br />
κι η πέτρα που κυλίστηκε στο γαλανό της μεσοφόρι,<br />
μετέωρη για μια στιγμή κρεμάστηκε.</p>
<p><strong>III</strong></p>
<p>Ανάλαφρες, αέρινες θαρρείς ανοίγουνε στον άνεμο<br />
λευκές σαν χιόνι, απαλές, φτερούγες προς τον ήλιο<br />
ψηλώνουν, χάνονται στροβιλιστά κύματα κύματα<br />
στο φως, τ’ αλλόκοτα πουλιά των ονείρων.</p>
<p><strong>ΙΧ (Ι)</strong></p>
<p>Εύπλαστη ύλη ζώσα ανασκίρτησε<br />
βαθιά ανασαίνοντας το φως<br />
στην τελευτή του ονείρου της.<br />
Χρώματα σχήματα τριγύρω και πνοή<br />
μεθυστική πρωτόγνωρη των αρωμάτων.<br />
“Μόνος εσύ θα ζεις και θα το ξέρεις<br />
πως κάτω απ’ το νεφέλωμα των άστρων<br />
στάθηκες στα πόδια σου· κι ονόματα<br />
θα δώσεις των πραγμάτων”.<br />
Είπεν ο Ποιητής της γης και τ’ ουρανού<br />
και μάτια μου ’δωκε να δω σα μέσα σ’ όνειρο<br />
θάλασσες κάτου και βουνά, λίμνες ποτάμια.<br />
Γαλαζοπράσινο μακριά αισθαντικό,<br />
ασπρογαλάζιο πάνωθέ μου πορφυρό<br />
βαθύ του ήλιου.<br />
“Μόνος θα ξέρεις –είπε– πως μικρός και μέγας<br />
υπάρχεις στους μικρούς μεγάλους κόσμους μου<br />
που να, μ’ ένα μου νεύμα απλώνω στο κενό<br />
μάζα χωμάτινη, νερό, φωτιά κι αγέρα”.</p>
<p><strong>IX (IV)</strong></p>
<p>Στα σύνορα της μέρας μάτια ολάνοιχτα<br />
τα κρινολούλουδα στο φως λιγνά ηλιοτρόπια<br />
τρεμουλιαστή φωνή ανάσκελα στα σύννεφα<br />
πόνος και πλήρωμα χαράς κι ανατριχίλα.<br />
Θεέ μου, έλαβα το δώρο σου μάτια καινούρια<br />
ένα κομμάτι ουρανό βαθυγαλάζιο<br />
κλωνιά ψηλά δάχτυλα και γαντζώθηκα<br />
στη γης που γύρισα χρόνους πολλούς με τους ανέμους<br />
με τα πουλιά που αλητεύουν που ξεχνούν<br />
τις στάλες της βροχής που τα πληγώνει.</p>
<p><strong>XIV</strong></p>
<p>Ποιος του ’χει δώσει τα κλειδιά<br />
της πλαϊνής κερκόπορτας<br />
και κλέφτης μπήκε μες στης νύχτας τη σιωπή<br />
στην Άγια Πόλη μας;<br />
Ποια νύχτα κράτησε στην αγκαλιά της<br />
τη μισητή μορφή του και τα βήματα<br />
στις πλάκες του ιερού, βύθισε στη σιγή;<br />
Αυτός δεν είναι σαν κι εμάς· δεν του αξίζουν<br />
δαφνοστεφάνια κι αγριλιές π’ ολόλαμπρα<br />
των ποιητών τα μέτωπα στολίζουν.<br />
Κι αν πάτησε και βρέθηκε στο πρώτο το σκαλί<br />
και ποιητής λογίζεται,<br />
αρμόζει με πάταγο φρικτό να γκρεμιστεί.</p>
<p><strong>XVIII</strong></p>
<p>Με το ’να μάγουλο στο φως, τ’ άλλο στο έρεβος<br />
και μια σιωπή, νάρκη ατέλειωτου χειμώνα<br />
κύλησε η νύχτα που δεν έφερε αυγή<br />
μονάχα όνειρα που ζωντανεύοντας ζητούσαν<br />
μερίδιο στην πενιχρή φτωχή αλήθεια μου<br />
πριν βυθιστούν, πριν λιώσουν και σβηστούνε.<br />
Κι έπειτα, βρήκα απ’ την αρχή τα ρούχα της γιορτής<br />
με δάκτυλα επιδέξια, με τις κινήσεις της συνήθειας<br />
κι έβαλα την καλή μου έκφραση στο πρόσωπο:<br />
Χρώμα αθωότητας αμέριμνο κι απλό<br />
χρώμα ανέλπιστης χαράς κι ευδαιμονίας.</p>
<p><strong>XX</strong></p>
<p>Προσπέρασαν οι νεραϊδοπαρμένοι<br />
άσημοι εραστές του φεγγαριού<br />
μ’ ένα κλαψιάρικο βιολί<br />
μια νύχτα και μπαρκάρανε.<br />
Τώρα η μακριά σκιά τους στα νερά<br />
φέγγει σαν δρόμος<br />
ίσα βαθιά στη λησμονιά<br />
στη θάλασσα που όλο σωπαίνει.</p>
<p><strong>XXI</strong></p>
<p>Ποθήσαμε να φέρουμε εκείνη τη νυχτιά<br />
τη μούσα, τη γλυκιά κιθάρα<br />
σαν ανεπαίσθητη πνοή μικρού θεού<br />
σε κάποιο νυσταγμένο φυλλοθρόισμα<br />
σ’ ένα κατάρτι που υψώθηκε αργά<br />
πάνω απ’ τα κύματα, ίσα στον ήλιο.<br />
Ποθήσαμε να ξανακούσουμε τους ναυτικούς<br />
πάνω από το θολό ποτήρι να ψελλίζουν<br />
για τη γοργόνα, το θεριό, την πικροθάλασσα,<br />
για την υγρή ομορφιά την ξορκισμένη<br />
κάποιου σκυθρωπιασμένου ουρανού.<br />
Να ξαναβγούμε απ’ την αρχή στις πασχαλιές<br />
ιδανικοί εραστές, παιδιά του φεγγαρόφωτου<br />
που μαγευτήκανε και μείναν αγκαλιά<br />
νύχτες και νύχτες μακριά, έξω απ’ το χρόνο.<br />
Όμως η μούσα ξέχασε να τραγουδά.<br />
Παρθένα νυσταγμένη γλυκοπλάγιασε<br />
αργά στα μεταξένια της σεντόνια.<br />
Αργά στα διάφανα καθάρια ονείρατα<br />
που ’χουνε δρόμους από φως κι από αγάπη.<br />
Που ’χουνε ήλιους κόκκινους, φεγγάρια πράσινα<br />
κι οι πολιτείες τους με τα βουβά λιμάνια<br />
κοιμούνται νυσταγμένες από έρωτα<br />
ή ξαγρυπνούν να δουν τη μέρα που ανατέλλει.<br />
Όμως η μούσα ξέχασε να τραγουδά.<br />
Παρθένα νυσταγμένη γλυκοπλάγιασε<br />
αργά στα παιδικά της παραμύθια.</p>
<p><strong>XXIV</strong></p>
<p>Δρόμοι πλακόστρωτοι, το γιασεμί μεθυστικό<br />
στα παραθύρια οι έμορφες σου γνέφουν<br />
πίσω απ’ τις μπούκλες τις ξανθές στ’ ωραίο μέτωπο<br />
κι ο έρωτας στα βλέφαρα σκιρτά<br />
και κατεβαίνει γλυκά στο μέρος της καρδιάς.<br />
Της Άνοιξης πόσο πονά το ξύπνημα, πόσο μαγεύει!<br />
Κι εσύ αργοπατώντας σαν παιδί μπρος στις αυλόπορτες<br />
με το σακάκι σου ριχτό κι ένα τραγούδι<br />
λες ο καιρός στάθηκε ’δω, εδώ κι ο ήλιος έμεινε<br />
παντοτινά να τραγουδά και να μου γνέφει.<br />
Ψωμί ποιος θέλει πια σαν η καρδιά μας γέμισε<br />
διάφανο φως απ’ τ’ ανοιχτά λιβάδια της αγάπης;<br />
Ένα πανί κι ένα λιγνό κατάρτι μεσιανό<br />
καταμεσής στο πέλαο, θα ’ναι το βιός μας.<br />
Λουλούδια στα μαλλιά και το χορτάρι που χορεύει,<br />
ό,τι αποκτήσαμε στη γης, ό,τι ποθήσαμε<br />
ό,τι θα μείνει στην καρδιά παντοτινά δικό μας.</p>
<p><strong>XXXI</strong></p>
<p>Τραγούδι της σιωπής κομματιασμένο<br />
σαν ποιος να ξέρει να το πει<br />
ο πόνος τι ’ναι κι η χαρά που μόλις γεύτηκες<br />
κι άφησε μια σκιά πικρή πάνω στα χείλη<br />
σαν νοσταλγία, απαλό τρικύμισμα<br />
πίσω από βλέφαρα που καρτερούνε τη βροχή<br />
της πιο ζεστής ευγνωμοσύνης&#8230;</p>
<p><strong>XXXIII</strong></p>
<p>Είπα για λίγο εδώ ας ξαποστάσω<br />
κάτω από τ’ άσπρα ανθάκια των πορτοκαλιών.<br />
Με λέξεις ακατάληπτες, μισές, με ψιθυρίσματα<br />
δειλά να ψηλαφίσω απ’ την αρχή τη μέρα<br />
κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.<br />
Κι έπειτα χάθηκα μεμιάς σ’ ίσκιους γλυκούς, μεθυστικούς<br />
κι ήταν αλήθεια μια ανείπωτη μαγεία<br />
όπως κινούσαν οι χυμοί σιγοσφυρίζοντας<br />
μέσα απ’ τις φλέβες των κλαδιών,<br />
ως το στερνό στραφτάλισμα<br />
στην άκρη των μικρών δροσοσταλίδων.<br />
Αφήνω τώρα να περνούν αργά οι μέρες μου<br />
με νυσταγμένες αγκαλιές κι αχνοχαμόγελα.<br />
Κι οι ψίθυροι της γης μες στις αισθήσεις μου<br />
το ρυθμικό τραγούδι της βροχής μέσα στα φύλλα<br />
ξυπνούν ανατριχίλες μυστικές, πρωτόγνωρες<br />
άγρια χαρά, ανάπαψη, γαλήνη.<br />
Τρίτη φορά είδα τ’ ανθάκια να ζυμώνονται<br />
με φως, νερό, τρίτη φορά που η γης εγκυμονούσε<br />
νέα ζωή γαλήνια, μυστικά,<br />
μεστό καρπό στη ροδοπράσινη ποδιά της.<br />
Είπα για λίγο εδώ να ξαποστάσω και ξεχάστηκα<br />
σαν λωτοφάγος ναυαγός που ’δε σανίδια το σκαρί του.<br />
Κύματα κύματα οι θύμησες περνούν και χάνονται<br />
χρόνια που διάβηκαν και πια δεν θα ξανάρθουν.<br />
Γίνηκαν ρίζες πια τα πόδια μου, γίναν βλαστοί<br />
τα δυο μου χέρια και μιλούν με τον αγέρα.<br />
Τα πρωινά που φλυαρεί αδιάκοπα<br />
τα μεσημέρια που σιγοκουρνιάζει.<br />
Κι η γης βουίζει ασταμάτητα σαν πέλαο<br />
και το καθάριο αίμα της κυλά κι ανηφορίζει.<br />
Ζεστό, μες στο κορμί μου ζωντανό, διάφανο.<br />
Ατέλειωτα κυλά και μουρμουρίζει.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Από το γαλάζιο τετράδιο</strong></h6>
<h5><strong>ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ</strong></h5>
<p>Τις νύχτες που οι μικρές στιγμές φυλλορροούσαν<br />
στους λιωμένους δείκτες ανεπαίσθητα<br />
στους απέραντους τοίχους που σωριάζονταν<br />
αθόρυβα για να μπει το φεγγάρι,<br />
είχε το όνειρο ζωή, σάρκα και όνομα<br />
μπούκλες και φρύδια από ουρανό,<br />
μάτια από θάλασσα.<br />
Είχε όπως πάντα<br />
το δικό σου όνομα, τα δικά σου μάτια.</p>
<h5><strong>AΓΡΙΑ ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Πέρασε κάμπους και βουνά, πλαγιές ηφαίστεια<br />
λουλούδια κόκκινα και τ’ άστρο της αυγής,<br />
βρήκε να βάλει στα μαλλιά<br />
η άγρια αγάπη μου.<br />
Στον άνεμο γελά και δεν τη νοιάζει<br />
που ’ναι τα πόδια της γυμνά.<br />
Στο σύννεφο πλαγιάζει κι είναι τ’ όνειρο<br />
χάδι δροσιά, φωτιά και φως, γλυκό τραγούδι.<br />
“Φύσα, αεράκι, πάρε με μακριά”.<br />
Πέρασε θάλασσες πλατιές, κάβους και βράχια.<br />
Φύκια αλμυρά, λουλούδια του γιαλού<br />
πήρε και φόρεσε.<br />
Κι όλο στον άνεμο γελά και δεν τη νοιάζει<br />
που’ ναι τα πόδια της γυμνά.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΑ (2017)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong>HAIKU</strong></h6>
<p>Δίχως πυξίδα<br />
δίχως κουπιά και χάρτη<br />
με τον αγέρα.</p>
<p>Νεύματα νότες,<br />
τα λόγια περιττεύουν<br />
στ&#8217; αρχαίο τάγκο.</p>
<p>Πολύ το λίγο,<br />
χρυσάφι οι στιγμές σου.<br />
Μην τις σκορπίσεις.</p>
<p>Σκιές στον τοίχο<br />
και στα μαλλιά σου παίζουν,<br />
μα ξημερώνει.</p>
<p>Στα μπλε της μάτια<br />
οι θάλασσες του κόσμου<br />
κι ανεμοβρόχι.</p>
<p>Χάσεις κερδίσεις,<br />
δικαίωση σου μόνη,<br />
όρθια να&#8217; σαι.</p>
<p>Άσε να φέξουν<br />
να λαμπαδιάσουν όλα<br />
τα μονοπάτια.</p>
<p>Χίλιες φτερούγες<br />
στον άνεμο απλώνουν<br />
τα όνειρά σου.</p>
<p>Μαύρο κι αν είναι<br />
την Άνοιξη σου φέρνει<br />
το χελιδόνι.</p>
<p>Πιάσε το νήμα.<br />
Η έξοδος κοντά σου<br />
αν το θελήσεις.</p>
<p>Ποιο όνειρό σου<br />
στα μάτια ξεχασμένο<br />
σε ταξιδεύει;</p>
<p>Ξύλινα λόγια.<br />
Σκληρά τα πρόσωπά τους,<br />
μα δεν ακούω.</p>
<p>Πνευστά τ&#8217; ανέμου<br />
χορδές που σου θυμίζουν<br />
παλιές πατρίδες.</p>
<p>Άρρωστη πόλη<br />
μες στους καπνούς κοιμάται<br />
και τα σκουπίδια.</p>
<p>Σπηλιές και θόλοι<br />
κι ο ήχος των κουπιών μας<br />
πριν ανατείλει.</p>
<p>Βροχή ποτάμι<br />
και τα πουλιά κουρνιάζουν<br />
αγκαλιασμένα.</p>
<p>Εξαίσια ώρα<br />
σαν αντικρύζεις μόνη<br />
τους θησαυρούς σου.</p>
<p>Ζωή στη λάσπη<br />
σαν τα πουλιά γυρίζουν<br />
πρόσφυγες τόσοι.</p>
<p>Δυο μέτρα σύρμα<br />
αρκούν να ξαποστάσουν<br />
τα χελιδόνια.</p>
<p>Πάνω στην πέτρα<br />
ψωμί κρασί μοιράζεις<br />
σαν σώμα κι αίμα.</p>
<p>Πώς ιστορούσε<br />
της θάλασσας τον πόθο<br />
με τόση αγάπη!</p>
<p>Ξερό το φύλλο<br />
κι όμως χορεύει ακόμα<br />
και καμαρώνει.</p>
<p>Σωστό και λάθος<br />
χαρά και λύπη πάντα<br />
μαζί βαδίζουν.</p>
<p>Ήτανε πάντα<br />
γυμνός ο βασιλιάς μας<br />
μέσα στα πλούτη.</p>
<p>Ακινητούσαν<br />
τα πράσινα νερά του<br />
κι οι μέσα δίνες.</p>
<h4><strong>ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ (2016)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΟΕΣ</strong></h5>
<p>Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα<br />
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι<br />
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ’ την άβυσσο<br />
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.<br />
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα<br />
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.<br />
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση<br />
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος<br />
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια<br />
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.</p>
<h5><strong>ΜΕΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος<br />
αθόρυβα περπάτησα στον κόσμο<br />
μακριά απ’ τις κραυγές που με πληγώνανε<br />
μα τώρα δες, μες στη σιωπή πόσο μερώνω<br />
σαν παίζει μουσική γλυκιά και νιώθω έτοιμος<br />
να βγω στα γνώριμά μου μονοπάτια<br />
σαν το παιδί που αλητεύει και ξεχάστηκε<br />
ολημερίς στο γέλιο, στο παιχνίδι.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ</strong></h5>
<p><strong>Ι.</strong></p>
<p>Ψίθυρος για το ποίημα που δε γινόταν να γραφτεί&#8230;.</p>
<p>Απ’ τη γωνιά του δρόμου κοίταζα το σπίτι μου<br />
το πατρικό μου σπίτι ρημαγμένο<br />
με κλειδωμένη πόρτα, σφαλιστά παράθυρα<br />
χωρίς ζωή, βουβό και γερασμένο<br />
και φανταζόμουν σκόνη του καιρού στους διαδρόμους του<br />
στρώμα λευκό σαν χιόνι στα κρεβάτια<br />
και το φτωχό χαρτί μου μούσκευε στα δάκρυα<br />
κι η ποίηση μ’ αρνιόταν πεισμωμένα.<br />
Γιατί μια λέξη έψαχνα να βρω μα δεν ερχότανε<br />
μέσα στο νου, στα πικραμένα χείλη,<br />
μέχρι που βάδισα αποστρέφοντας το βλέμμα μου<br />
μακριά σαν ξένος κι ήρθε μόνη της η λέξη<br />
για να γραφτεί εκατό φορές στ’ άδειο χαρτί<br />
κι εγώ τη διάβασα σκυφτός, βαθιά θλιμμένος<br />
τη λέξη “λεηλατημένος”, που ώρα γύρευα.</p>
<h5><strong>ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ</strong></h5>
<p>Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα<br />
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί<br />
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει<br />
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου<br />
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,<br />
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα<br />
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις<br />
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα<br />
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,<br />
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια<br />
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα<br />
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,<br />
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ’ άφησε,<br />
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.</p>
<h5><strong>Ο ΧΡΟΝΟΣ</strong></h5>
<p><strong>(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)</strong></p>
<p><strong>ΙΙΙ.</strong></p>
<p>Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα<br />
τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,<br />
γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι<br />
την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας<br />
και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι<br />
μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.<br />
Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά<br />
που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει<br />
και διόλου δε μ’ αγγίζει ο καιρός.<br />
Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.</p>
<p><strong>IV.</strong></p>
<p>Σαν λα μινόρε στη σιωπή,<br />
σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της<br />
απ’ τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε<br />
στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,<br />
η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.<br />
Κι ήταν μετά απ’ την αρχή λόφοι, βουνά,<br />
άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια<br />
λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,<br />
απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.<br />
(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)</p>
<h5><strong>ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Τρομάζω τόσο<br />
ν’ ακούω τη σιωπή σου<br />
σε κάθε βλέμμα.</p>
<p>Πες μου, αν θυμάσαι.<br />
Χαμήλωναν τ’ αστέρια<br />
στην αγκαλιά σου.</p>
<p>Με κλειστά μάτια<br />
χόρευες πάντα μόνη<br />
στα πρωτοβρόχια.</p>
<p>Νύχτες και νύχτες<br />
βαδίζαμε στης πόλης<br />
τα θαμπά φώτα.</p>
<p>Τώρα σιωπαίνεις,<br />
μα με δικάζεις δίχως<br />
να πεις μια λέξη.</p>
<h5><strong>ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ</strong></h5>
<p>Είμαι ένας κλέφτης, μη σε ξεγελούν<br />
τ’ αθώα μου χαμόγελα, το βλέμμα<br />
είναι εργαλεία της δουλειάς, δεν θα’ ταν όμορφο<br />
να κουβαλώ σιδερικά και άλλα τέτοια.<br />
Θα τρόμαζες, θα φώναζες τους γείτονες<br />
με φρίκη να τους πεις το πάθημά σου<br />
πως σου’ κλεψε ένας αλήτης τ’ όνειρο<br />
αμέριμνη όπως έγειρες για λίγο<br />
κι εκείνο περιδιάβαινε αφύλακτο<br />
πάνω στο μαλακό σου μαξιλάρι,<br />
κι άφαντο έγινε μεμιάς! Μα κοίταξε,<br />
που τώρα πίνουμε καφέ πολιτισμένα<br />
τα λέμε μια χαρά κι όλο γελάς,<br />
κι ας μη γνωρίζεις τίποτα για `μένα.<br />
Το παιδικό αθώο βλέμμα μου σου αρκεί.</p>
<h5><strong>ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ</strong></h5>
<p>Από μακριά, σαν να’ ναι άλλοι κι όχι εμείς<br />
στέκομαι, κρυφακούω και θαυμάζω<br />
σαν θεατής έργου που παίζεται ακατάπαυστα<br />
παρόλο που δεν έμαθε κανείς ποτέ τα λόγια.<br />
Γιατί δεν είχε εξαρχής κάποιο σενάριο<br />
δεν είχε χορογράφο, σκηνοθέτη να διδάξει<br />
δεν είχε θεατές να εμψυχώσουνε<br />
με χειροκρότημα φωνές κι επευφημίες.<br />
Είχε μονάχα προσεγμένα σκηνικά<br />
που έδειχναν με ασύλληπτη μαγεία<br />
πως ήταν τάχα δρόμος ανοιχτός στο φως εδώ,<br />
κι εκεί βουνά και θάλασσες ωραίες.<br />
Μα δες αλλάζουν πάντα τόσο απρόβλεπτα<br />
με μιαν απίστευτη ταχύτητα και δείχνουν<br />
παράταιρα, φθαρμένα πια και βαρετά<br />
κι εμείς στη μέση με φωνή που χαμηλώνει,<br />
μοιράζουμε ακόμα ρόλους, τόσο πρόχειρα<br />
λέγοντας ο καθένας τ’ αλλουνού τα λόγια<br />
μα φαίνεται αλήθεια τόσο δύσκολο,<br />
τόσο απίθανο ποτέ να οργανωθούμε,<br />
που ξεμακραίνω απ’ της σκηνής την άκρη αθόρυβα,<br />
κι άλλος δε μένει θεατής να μας δοξάσει.</p>
<h5><strong>ΛΕΥΚΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Πού παν οι λυπημένοι την αυγή;<br />
Πού παν οι λευκοφορεμένοι;<br />
Η πόλη πίσω τους ξυπνά μέσα στα φώτα της<br />
Φτιασιδωμένη σκυθρωπή μες στα στολίδια<br />
Με το πιοτό μισό ακόμη στο ποτήρι της<br />
Με τους καπνούς της τη βουή και την οργή της.<br />
Κι αυτοί, με τα μαλλιά λυτά στον άνεμο<br />
Πού παν με τα χαμηλωμένα τους μεγάλα μάτια;<br />
Σέρνουν τον ίσκιο τους με χλωμό πρόσωπο<br />
Τη νύχτα πίσω λησμονούν, αχνογελούνε<br />
Στο φράχτη προς τη δημοσιά, στον κάμπο έπειτα<br />
Μ’ ανάλαφρη περπατησιά θα προσπεράσουν<br />
Ναούς των αηδονιών κρήνες βαθύσκιωτες<br />
Ρέματα σύδεντρα πυκνά, βαθιά ως τη λήθη.<br />
Κι ως θα φυσά ο μπάτης στα κλαδιά γελώντας τους<br />
Τις νότες ψάχνοντας να πει το βαλς των κρίνων,<br />
θα’ ναι μακριά ο Θεριστής δεν θα τον νοιάζονται<br />
Γιορταστικά τα σήμαντρα θα κρούσουν<br />
Σ’ ένα άσπρο σύννεφο απαλό όπως θα γείρουνε,<br />
Το μεσημέρι σαν παιδιά να ξαποστάσουν.</p>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΟΙ</strong></h5>
<p>Ο κίονας κάλυπτε το μισό πρόσωπό τους<br />
Τ’ άλλο τους μάγουλο αίφνης ρυτίδωνε<br />
Όπως η θύρα άνοιγε και φως,<br />
Έπαιζε μια στιγμή ρουμπινί κόκκινο<br />
Στα ποτήρια ολόγυρα στης γωνίας της άκρη<br />
Στον περίτεχνο διάκοσμο ίδιο αίμα και έσβηνε<br />
Πριν φανεί διπλωμένη μακριά ως το πάτωμα<br />
η λευκή τους φτερούγα κι η αγέρωχη κόμη.<br />
Έτσι περνούσαν τις νύχτες αμίλητοι<br />
Στο γνωστό τους τραπέζι, οι πεπτωκότες άγγελοι.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΑΣΤΙΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που μάθαμε επιτέλους αδερφοί μου<br />
να λέμε γη τη γη, χιόνι το χιόνι<br />
πέτρα την πέτρα -όχι ψωμί- χέρι το χέρι<br />
σαν πού θα πορευτούμε, πού θ’ απλώσουμε<br />
τα βήματά μας, πού τον ύπνο μας;<br />
Τώρα που σύννεφα δεν έχει πια ν’ αδράξουμε<br />
-πέρασαν βλέπεις οι καιροί και δεν αεροβατούμε-<br />
σαν πού θα κρύψουμε τη θλίψη, πού τη γύμνια μας;<br />
Ποια πολιτεία μακρινή θα μας δεχτεί<br />
πού θ’ ακουμπήσουμε<br />
τα παιδικά μας όνειρα, πού την αγρύπνια;<br />
Σ’ ανούσιες διαδρομές σπίτι-δουλειά<br />
στην ασταμάτητη βροχή στην επίπεδη μέρα<br />
ας προσπεράσει το λοιπόν ξανά η Άνοιξη<br />
με τα παράφορα τραγούδια και τα λάβαρα<br />
με τα λουλούδια της και τα βεγγαλικά<br />
ν’ ανάψει φως στους κάμπους και τα πέλαγα<br />
σαν οπτασία απατηλή, νέφος λευκό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΑΣΣΙΑΝΗ ΜΑΡΤΙΝΑΚΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 05/07/2023</p>
<p>«Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που σε γέλασε, που σ’ είπε παραμύθια πριν να σβήσει»</p>
<p>Λιωμένος χρόνος λοιπόν. Και σε μια νοητική εσωτερική προβολή αναβοσβήνει σαν πινακίδα με νέον ένας πίνακας. Ένας αγαπημένος πίνακας, εκείνος ο γνωστός που φωνάζει υπερρεαλιστικά συνθήματα, σε μια ολοένα και πιο επίκαιρη διαδήλωση, ενάντια στη γραμμική λογική του εν εξελίξει. Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού άλλωστε ήταν και είναι η κατάλυση του πραγματικού και η κυριαρχία αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ονειρικός χρόνος. Συνειρμικά και διόλου τυχαία, υποψιάζομαι, δημιουργείται μια αντιληπτική συνθήκη, μια νοητική εργαλειοθήκη για να καταδυθεί κάποιος στην καινούρια ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου. Αφήνω το ρολόι στην άκρη. Δεν θα μου χρειαστεί.</p>
<p>Σε οποιοδήποτε ταξίδι, όπως και σε οποιοδήποτε κουβάρι, το δύσκολο πάντα είναι να κάνει κάποιος την αρχή. Να βρει το πρώτο βήμα, να βρει την άκρη του νήματος. Βλέπετε, είναι δύσκολο κάποιος να ξεφύγει από το τρίπτυχο αρχή-μέση-τέλος, ακόμη και σε ένα ποιητικό σύνολο που υπόσχεται εξ αρχής ότι το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον περιδινούνται άναρχα γύρω από την ποιητική ύπαρξη, τυλίγοντας την ανθρώπινη εμπειρία σε ένα ασαφές, ονειρικό, αλλά όχι ονειρεμένο, πέπλο. Ως φυσικό αντικείμενο όμως ένα βιβλίο αναγκαστικά αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα τέτοιων επιλογών, μιας προσεκτικής και διόλου αυθαίρετης ή υπερρεαλιστικής ιεράρχησης των κειμένων του.</p>
<p>Ξεκινάει λοιπόν το ταξίδι αυτό με μια οδηγία προς ναυτιλλόμενους:</p>
<p>Κοίτα μη χάσεις κι άλλη άνοιξη, μου είπε</p>
<p>κι ένιωσα εύπλαστο πηλό τον χρόνο μέσα μου</p>
<p>και με την αφιέρωση</p>
<p>σ’ όσους απόμειναν παιδιά</p>
<p>σαν ένα στίγμα, σαν ένα σημείο στον χρόνο, σαν την άκρη ενός από άπειρα πιθανά νήματα, σαν ένα καλό σημείο να ξεκινήσει κανείς. Σε μια άνοιξη με τα μάτια ενός παιδιού.</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, εισερχόμενη στο κυρίως μέρος της συλλογής βρίσκω τον ποιητή σε ώρες αγρύπνιας, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να υφάνει το ποιητικό του σύμπαν, κρατώντας στα χέρια μια κλωστή από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Ώρα η πρώτη λοιπόν από την Γένεση, φόρος τιμής αλλά και μια δέηση. Στο πρώτο ξύπνημα στον κόσμο, όλα τα υλικά της δημιουργίας είναι εκεί, το χώμα, το νερό, το στερέωμα, το αίμα στις φλέβες, η φωνή, η παρουσία, το σθένος, μα εκεί είναι και η απορία, εκεί είναι και η δίψα εκεί και οι πληγές. Κάπως έτσι λοιπόν ματώνοντας σε μια στοίβα χαρτιά καταδύεται στον χρόνο που λιώνει. Εισέρχεται σε μια κατάσταση που ομοιάζει με ύπνο με όνειρα να εναλλάσσονται με εφιάλτες, άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε ως παρατηρητής. Κάποτε στρέφει συνειδητά το βλέμμα σε μνήμες που επιμένουν, τις ανασύρει ως αμυντικό μηχανισμό, ως θεραπευτικό μέσο, ως άλλες άγκυρες στο προσωπικό βίωμα, στη θάλασσα της εμπειρίας. Άλλοτε στέκεται ακίνητος, αποδέκτης υπερβατικών στιγμών και άλλοτε ονομάζει την θλίψη, της μιλά, περπατάει στα μονοπάτια της γυμνός.</p>
<p>Ώσπου όλα Ραγίζουν Κάποτε</p>
<p>Και ο ποιητής, έρχεται αντιμέτωπος με τα είδωλά του. Όλα εκφάνσεις ελλιπείς, μια σειρά από προσωπεία που αυθάδικα διεκδικούν ύπαρξη, χωρίς ψυχή ωστόσο μιας και εκείνη βρίσκεται ξεχασμένη</p>
<p>σε κάποιον έρημο σταθμό μέσα στη σκόνη</p>
<p>στη στοίβα των αποσκευών να καρτερά,</p>
<p>στην αποθήκη των παλιών απολεσθέντων</p>
<p>Ακολουθώντας αυτήν την μετωπική σύγκρουση, οι μνήμες αποκτούν πιο συγκεκριμένη εστίαση, με τα απολεσθέντα να καταγράφονται, να αποκτούν σάρκα και οστά. Μικρές και μεγάλες σιωπές, θρύψαλα σπασμένα παραμύθια, δάκρυα-πέρλες που πέφτουν και κυλούν, ήλιοι αθέατοι, κόσμοι που γκρεμίζονται, χέρια και λόγια που σιγούν και σβήνουν, σκορπισμένοι θησαυροί, μια αλήθεια ν’ αξίζει. Και το ποιητικό υποκείμενο χάνει την αρχική του ορμή, το ανυποχώρητο σθένος.</p>
<p>Ήρθα απ’ τη χώρα της Μεγάλης Ερημιάς, είπε ψελλίζοντας<br />
ίσα που στέγνωσε η βροχή στα δυο μου χέρια<br />
μα τη φωνή του πήρε ο άνεμος στο τρέμουλο<br />
στο σούρσιμο των φύλλων στα χαλίκια</p>
<p>Κανείς δεν τον ακούει, κανείς δεν τον βλέπει, φασματικός σχεδόν, μετράει ανάμεσα στα υπόλοιπα απολεσθέντα και την ίδια του την ύπαρξη. Ακινητεί λοιπόν, αφουγκράζεται, αποστρέφει το βλέμμα από τη δίνη εντός και αφήνεται να μετατραπεί σε δέκτη, ολισθαίνοντας σε ασαφείς χρονικές διαδρομές. Μέσα από το πρισματικό του βλέμμα διαθλώνται αναλαμπές μνήμης, μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, έχοντας σχεδόν εξορκιστικό χαρακτήρα.</p>
<p>Κάπως έτσι φτάνουμε λοιπόν στην τρίτη ενότητα, που έχει και τον ομώνυμο τίτλο, και το νευραλγικό σημείο όπου ο λιωμένος χρόνος, υγρός και εύπλαστος, γίνεται χοή στον βωμό της ποιητικής δημιουργίας, ίδιος νερό, κρασί και μέλι. Στο κέντρο της περιδινούμενης ροής, ξετυλίγεται σε τρία ποιητικά μέρη, ενδύεται με χρώματα, σκιές και ήχους, εισβάλλει σε όλες τις πτυχές, σαν βροχή, λιμνάζοντας σε όνειρα απατηλά.</p>
<p>Λιωμένος Χρόνος (ΙΙΙ)</p>
<p>Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που κυλά,<br />
που χάνεται μεμιάς, που επιστρέφει<br />
που στάζει σαν βροχούλα στο παράθυρο.</p>
<p>(Tινάζεις την ομπρέλα στο χαλάκι<br />
μουσκεύει το κορμί σου ως το κόκκαλο<br />
βήχεις, φταρνίζεσαι τρελά,<br />
ανατριχιάζεις.)</p>
<p>Είναι ο χρόνος που λιμνάζει μες στον ύπνο σου<br />
βρέχεις τα πόδια, πλατσουρίζεις<br />
δε σε νοιάζει.<br />
Είσαι ακόμα δεκαοχτώ, κι ο κόσμος όλος σου γελά<br />
είναι δική σου απ’ το πρωί<br />
η κάθε μέρα.</p>
<p>Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που σε γέλασε<br />
που σ’ είπε παραμύθια πριν να σβήσει<br />
που σ’ εξαπάτησε οικτρά, σε καταλήστεψε<br />
σ’ άφησε μόνο σου στα βράχια ν’ αγναντεύεις<br />
το μοβ, το μαύρο του βυθού, τα σκόρπια ξύλα σου<br />
κι ούτε ένα τοσοδά φτερό-πανί να φέγγει.</p>
<p>Λιωμένος χρόνος είναι αυτός που δε σε χόρτασε<br />
ο χρόνος που σπατάλησες γελώντας<br />
ο χρόνος που σου λείπει, που νοστάλγησες<br />
αυτός που σ’ άφησε σοφό,<br />
έρημο, μόνο.</p>
<p>Για ακόμη μια φορά η αποσταθεροποίηση της δομικής ακεραιότητας της ύπαρξης οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο σε μια ενστικτώδη στροφή προς το απώτερο παρελθόν, προσπαθώντας να βρει δειλά δειλά το βήμα πατώντας στις πέτρες των φιλτραρισμένων και εξευγενισμένων παιδικών αναμνήσεων. Αναζητεί τα υλικά από την αρχή, λίγες στάλες παγωτό, ένα σπιτάκι με μπλε πόρτα, έναν βασιλικό, ένα κύμα, φωνές παιδικές, μάτια γεμάτα αγάπη, δυο παπούτσια πάνινα, έναν κήπο με πιπεριές και δυόσμο. Συνυφασμένα όμως και αυτά τα υλικά με την απώλεια.</p>
<p>Το υποκείμενο υπό αίρεση αναζητά άλλες άγκυρες, άλλα σημεία αναφοράς ώστε να επαναπροσδιοριστεί και αυτήν τη φορά στρέφεται στην αναζήτηση του «άλλου». Μέσα σε άλλοτε τρυφερές και άλλοτε οδυνηρές εκρήξεις του έρωτα αφήνει τη ματιά του να φωτογραφίσει εκφάνσεις της δικής του Άνιμα, της θηλυκής υπόστασης του προσωπικού του σύμπαντος. Σχεδόν με υπερρεαλιστική ματιά η Άνιμα προβάλλεται άλλοτε σχεδόν υπερφυσική, άλλοτε γήινη, φθαρτή, άλλοτε μακρινή και άλλοτε φέροντας συμβολικά ανιμιστικά στοιχεία.</p>
<p>Ανιμα</p>
<p>Το άλογο βοσκούσε στη μεριά της<br />
αργά-αργά βημάτιζε στον ίσκιο της<br />
απρόσμενα επέστρεφε<br />
με κοίταζε<br />
τίναζε μόνο μια φορά, λοξά τη χαίτη.</p>
<p>Μάτι μεγάλο καθαρό άστραφτε σ’ όνειρο<br />
τόσο μακρόστενο γλυκό<br />
βαθιά θλιμμένο.</p>
<p>Ποτέ δεν είχα τι να πω<br />
κρυφά με δίκαζε<br />
χαμογελούσα σαν κουτός, γι’ αλλού τραβούσα,</p>
<p>μα πάντα εκεί μες στο μυαλό,<br />
λιμάνι γύρευα.</p>
<p>Την αναζητά σε ένα ποιητικό κρεσέντο που με τη σειρά του όμως καταλήγει κι αυτό σε απορία. Η ενότητα κλείνει με την παραδοχή:</p>
<p>Διάφανα κεριά</p>
<p>[…]</p>
<p>Κι όπως ο νους μας όλο γύριζε στις φλόγες του<br />
και ορεγότανε τη θέρμη τους, τη λάμψη<br />
στάχτη στα χέρια μας, στα μάτια μας, αθέατη<br />
προσπέρασε η άλλη ομορφιά.</p>
<p>Αργά το μάθαμε:<br />
Πως γεννηθήκαμε θνητοί<br />
πως δε χορταίνεται</p>
<p>μ’ εξήντα τέσσερις αισθήσεις, καν,<br />
η ζήση.</p>
<p>Η τέταρτη ενότητα με τίτλο «Της νύχτας δρώμενα» βρίσκει τον ποιητή στην άγρυπνη νύχτα του να συνομιλεί με την ύλη, τις σκιές, τις λέξεις και να στρέφει εκ νέου το βλέμμα στο χαρτί. Η ποιητική τέχνη βρίσκεται στο προσκήνιο με τις απορίες, τις αγωνίες της. Άλλοτε βάλσαμο, άλλοτε δηλητήριο, η ποιητική δημιουργία δεν είναι ποτέ απροβλημάτιστη. Όσο έρχεται κυματιστά, σε εκρήξεις και σε δίνες, άλλο τόσο τελματώνει. Υπάρχουν άραγε αυτά που δεν έχουν ακόμα ειπωθεί, ή μήπως είναι μια μάχη χωρίς νικητή, μια σκηνή με στομφώδεις παλιάτσους που αναμασούν και μηρυκάζουν όσα φαντάζουν στ’ αλήθεια ανυπέρβλητα; Πού στέκεται ο σημερινός δημιουργός σε σχέση με τα ιερά τέρατα της τέχνης του; Στερεύει άραγε εκείνη η θεϊκή πνοή που διαχέεται μέσα από την άκρη της πένας; Ποιο είναι εκείνο το ποίημα, το ένα, αυτό που γεννιέται στις σκιές;</p>
<p>Το ένα</p>
<p>Να γράψω είπετο ποίημα το ένα,<br />
στερνό να είναι πρώτο<br />
το καμωμένο μ’ αίμα,<br />
με φως αχνό στα φύλλα<br />
με χιόνι που δε λιώνει,<br />
το ανθισμένο αγάπη,<br />
φιλί απελπισμένο,<br />
μαχαιρωμένο ως πέρα.</p>
<p>[…]</p>
<p>Η ποιητική δημιουργία συνοδεύεται από βαθιά μελαγχολία. «Τι έχεις άλλο να πεις;», μαχαιρώνουν οι λέξεις. Ο σταυρωμένος ποιητής, η συμβολική αυτή φιγούρα που δέχεται ακόμη και την χλεύη, ξέρει βαθιά μέσα του πως:</p>
<p>Χλεύη</p>
<p>[…]</p>
<p>Κι εγώ που μ’ αίμα γέμιζα την πένα μου χαράματα,<br />
στη χλεύη τους θλιβόμουν για το ξίδι,<br />
που πίνουν πάντα οι σταυρωμένοι ποιητές,<br />
δίχως ποτέ παράπονο στα χείλη.</p>
<p>Γιατί το ξέρουν πως τον λύχνο αν δε βαστούν,<br />
δε θα φωτίσει άλλος κανείς τα μονοπάτια.<br />
H Ανάσταση ξανά θ’ αναβληθεί πριν τα μεσάνυχτα,<br />
κι έρμοι μονάχοι κι αλειτούργητοι θα μείνουν,</p>
<p>οι ταπεινοί πιστοί του ονείρου που ξαγρύπνησαν.</p>
<p>Ξέρει πως πρέπει να «ποιεί και να μην αποποιείται» την ευθύνη, καθώς η ποίηση είναι μια αυθύπαρκτη οντότητα, ένα δώρο υπό αίρεση, κι εκείνος μοναχά ένας αγωγός, μια τυχαία συνείδηση μέσα από την οποία η ποίηση εκπορεύεται. Είναι άοκνος εργάτης, μύστης και λειτουργός συνάμα. Οι λέξεις είναι αυτές που έχουν την εξουσία, τον οδηγούν, τον παρασέρνουν στα ατέλειωτα ταξίδια.</p>
<p>Αφήστε με</p>
<p>Mε βόγκους κι αναφιλητά πέντ’ έξι λέξεις μου<br />
χαράματα με πήραν απ’ το χέρι<br />
κι όλο με μάλωναν σιγά στ’ αφτί μιλώντας μου<br />
κι όλο με παίνευαν γλυκά και μου γελούσαν.</p>
<p>Στέρεψα μέσα μου, σωπάστε πια, αφήστε με<br />
πόσο λιγόστεψε η ανάσα κι η φωνή μου<br />
πόσες ρυτίδες χάσκουν πόνο στους καθρέφτες μου<br />
πόσες σκιές παλιές τα όνειρα ξεφτίζουν.</p>
<p>Στο τελευταίο αυτό ποίημα ο ποιητής εκφράζει την επιθυμία να αφεθεί ήσυχος στη σιωπή. Στο φως των στίχων που προηγήθηκαν αυτό ίσως να ισοδυναμεί όχι μόνο με πραγματική λεκτική σιωπή ή ηχητική απομόνωση αλλά με την επιστροφή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στη γαλήνη της πρωτούπαρξης, στη γαλήνη μιας συμβολικής ή κυριολεκτικής μήτρας όπου κατ’ ανάγκη ισχύουν οι δεδομένες αυτές συνθήκες. Δεν περιορίζεται όμως σε αυτές. Η επιθυμία αυτή συσχετίζεται άμεσα με την επιθυμία για ολότητα, ολοκλήρωση, επαναπροσδιορισμό, επανατοποθέτηση στο ασαφές χρονικό συνεχές. Η ψηλάφηση των παιδικών αναμνήσεων, ο πόθος για την πάντα διαλείπουσα άνιμα, η αγωνία για την άρθρωση του πρωτόπλαστου, αυθεντικού ποιητικού λόγου αποτελούν όλα διαδρομές του ασυνείδητου προς την πρόσκτηση αναγνωρίσιμης, σθεναρής φωνής, ενός ποιητικού Εγώ που θα αφήσει το αποτύπωμα του ανεξίτηλα στο στερέωμα της δημιουργίας. Ποια καλύτερη συνθήκη για να συμβεί αυτό παρά το τοπίο του ονειρικού χρόνου, το χρονικό ασυνεχές στο οποίο αποτυπώνονται με ποικίλη ένταση θραύσματα εικόνων, μνήμης, εμπειριών, ονείρων; Κι αν φαινομενικά οι στίχοι ηχούν στ’ αυτά του αναγνώστη ως παραίτηση, στον στίχο που κλείνει την ποιητική συλλογή,</p>
<p>Στέρεψα μέσα μου, τους είπα και το πίστεψα</p>
<p>διαφαίνεται ότι κατ’ ουσία η πτώση δεν είναι αληθινή. Είναι μια παραδοχή πως οι λέξεις, το χαρτί, η λευκή σελίδα, το πεδίο αιματηρών μαχών του ποιητή, μπορούν ενίοτε να πτοήσουν και την πιο στεντόρεια ποιητική φωνή. Μα τελικά είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η πίστη είναι αυτή που αλλάζει πολλές φορές πρόσημο και όχι η ίδια η φωνή. Η πίστη που σαν άλλη λάμπα θυέλλης, κρατάει τον ποιητικό λόγο ζωντανό, μέσα από δύσβατα μονοπάτια, μέσα από τραχιές και ερημικές ατραπούς.</p>
<p>Τελικά, ο Λιωμένος Χρόνος είναι ο ποιητικός χρόνος. Είναι εκείνη η ιδιαίτερη συνθήκη που επιτρέπει να παραχθεί ο ποιητικός λόγος, το πεδίο της μητέρας των μαχών.</p>
<p>Η ποίηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, ξεδιπλώνεται μέσα στις σελίδες μεταλλασσόμενη σε διάφορες μορφές, πατώντας στον λυρισμό, στον ρεαλισμό, τον υπερρεαλισμό, διατηρώντας σε κάθε περίπτωση τη μουσικότητα και τον ρυθμό που είναι χαρακτηριστικά της τέχνης του. Η νέα αυτή έκδοση, μεστή σε εικόνες και έννοιες, βαθιά στοχαστική και φιλοσοφική έρχεται να επισφραγίσει την έως τώρα ποιητική του πορεία, ως μια στιγμή σημαντική στον λογοτεχνικό κόσμο. Με μια διεισδυτική ματιά προλογίζεται από τον Γιώργο Ρούσκα και το εξώφυλλο κοσμεί μια εμπνευσμένη δημιουργία του Διονύση Στεργιούλα. Μια ευτυχής συνύπαρξη λόγου και τέχνης, ο Λιωμένος Χρόνος του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου είναι εδώ και του ευχόμαστε να έχει μια όμορφη πορεία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</strong></h5>
<p>http://www.periou.gr 5/8/2023</p>
<p>ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ</p>
<p>Δύο σύγχρονοι ποιητές που ζουν στην Κοζάνη, φιλόλογοι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συνεχίζουν, με λίγα ακόμη πρόσωπα, τη μεγάλη παράδοση αυτής της πόλης στα γράμματα, χωρίς να είναι οι ίδιοι Κοζανίτες. Ο Γιώργος Δελιόπουλος και ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, που κατάγονται από την Αλεξάνδρεια της Ημαθίας και από τη Λάρισα αντίστοιχα, έχουν ήδη πολύχρονη παρουσία στα γράμματα, που εκφράζεται με σημαντικό αριθμό τίτλων βιβλίων.</p>
<p>Ο Λιωμένος χρόνος είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου. Ξεκινά με ένα πρωτότυπο προλογικό σημείωμα του ποιητή Γιώργου Ρούσκα. Τα ποιήματα του βιβλίου μοιάζουν να έρχονται, σαν παραπόταμοι, από διαφορετικές πηγές και κατευθύνσεις, συγκλίνοντας όμως σε ένα κεντρικό νόημα, που ίσως δεν σχετίζεται τόσο με την επιφανειακή θεματολογία και με το περιεχόμενο όσο με την ίδια την ιδέα της ποίησης. Αλλά και με άλλες ιδέες, αφού παρά την πραγματολογική σαφήνεια και το πλήθος των αναφορών στη φύση και στα πράγματα, τα ποιήματα του Δ. Π. κρύβουν στον πυρήνα τους αέναη εσωτερική αναζήτηση και μακρά περισυλλογή. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει είναι γενικώς απαισιόδοξα, χωρίς να λείπουν και οι εξαιρέσεις: «Η ανάσταση φτάνει / τα καρφιά σας δε σκιάζομαι» (σ. 21). Οι εικόνες του παρελθόντος, οι μνήμες της αθωότητας, επανέρχονται για να μας πληγώνουν. Η ζωή προχωρά σε έναν κατήφορο αποδόμησης με μόνη παρηγοριά τον λόγο. Η ποίηση παραμένει η μόνη ελπίδα – μπορεί όμως και η μεγάλη ψευδαίσθηση – προκειμένου να ισορροπήσουν παρελθόν και παρόν. Τα επιμέρους θέματα και νοήματα, οι ποικίλες εικόνες, οι αναφορές σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν σταδιακά παραμερίζουν, ώστε να αναδειχθεί ένα μεγάλο, διαρκές ερωτηματικό, που μετατρέπει τα λόγια σε ποίηση, τον πόνο, την απογοήτευση, την κατάθλιψη και τον φόβο του θανάτου σε στίχους με φιλοσοφικό βάθος. Πρόκειται για μια θαυμαστή «μεταστοιχείωση», η οποία σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει ταλέντο, μελέτη, στοχασμό, επίμονη επεξεργασία των ποιημάτων, θετική στάση ζωής και θέαση του κόσμου στην ολότητά του. Και όλα αυτά μέσω μιας ευρείας αντίληψης της ποίησης, του μέτρου, του εσωτερικού ρυθμού και της ισορροπίας των στίχων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ Α. ΣΑΚΚΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 23/8/2023</p>
<p>Ακαθόριστος ο χρόνος συνδιαλέγεται με την ποίηση και ανατρέπει τα δεδομένα</p>
<p>Χαράσσεται και διαποτίζεται το μαύρο με άσπρες τεθλασμένες και παράλληλες γραμμές συνυπάρχοντας αρμονικά η αρχέγονη αντίθεση της ζωής και του θανάτου, του φωτός και της σκιάς, ενώ φωτεινοί κύκλοι διαχέονται του ζωγραφικού έργου τού ποιητή Διονύση Στεργιούλα, που κοσμεί το εξώφυλλο και εναρμονίζεται πλήρως με το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής τού Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, αποδίδοντας αφαιρετικά και συμβολικά τη βαθύτερη έννοια του τίτλου «Λιωμένος χρόνος», καθώς ως κίνηση ακαθόριστη ο χρόνος ρέει ανάμεσα σε αντιθέσεις πολυδαίδαλες, διαποτίζοντας τη μνήμη, συνθέτοντας την ολότητα της ζωής, διαφωτίζοντας ποιητικά την παραδοξότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντιφάσεις, διαψεύσεις, ανατροπές, προσδοκίες, ελπίδες, βεβαιότητες. Στο «ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΔΙΚΗΝ ΕΠΙΛΟΓΟΥ» που καταθέτει ο ποιητής, πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Ρούσκας, με εμπεριστατωμένο και ιδαίτερα μοναδικό τρόπο, θέτει καίρια ερωτήματα, τεκμηριώνοντας την άποψη του, ενώ ταυτόχρονα προσκαλεί τον αναγνώστη να «ξεδιψάσει από το νερό της ποίησης» .</p>
<p>Επαγρυπνεί ο ποιητής στις «ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ» την πρώτη ενότητα της συλλογής σκιαγραφώντας και προσπαθώντας να καθορίσει και να εντάξει την ανθρώπινη ύπαρξη στην ασύλληπτη, μα αντικειμενική, έννοια του χρόνου, στην οποία αναπτύσσεται ως ψυχοσωματική ενότητα για να αφανιστεί η ύλη σταδιακά και νομοτελειακά λόγω τής φθαρτότητάς της στην οποία υπόκειται. Διττή η ανθρώπινη οντότητά και ο ποιητής δεν περιορίζεται απλώς στην περιγραφή και έκφραση των αισθητηρίων εντυπώσεων, που του προκαλούν τα εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά αναζητά εναγωνίως να ερμηνεύσει το φως που περικλείεται μέσα του, «Βγήκα ξυπόλητος το φως να ερμηνεύσω» από το ποίημα «Μακριά απ’την πόλη». Ο ποιητής, αποδεχόμενος με φιλοσοφικό στοχασμό το πρόσκαιρο και εύθραυστο της ύλης που, δίχως να τον καταβάλλει και να διαπνέει την ποίησή του με στοιχεία μελαγχολίας, πορεύεται με σθένος και πυγμή βιώνοντας με όλες τις αισθήσεις του την υπάρχουσα πραγματικότητα, αλλά και με την διαίσθηση την οποία ονοματίζει ως έκτη αίσθηση, συμπλέκοντας ποιητικά με εικόνες συνειδητές και υπερ-ρεαλιστικές ένα ποιητικό παρόν ,που συμπαρασύρει τον αναγνώστη να συνδιαλεχθεί με τη ζωή και με τις σκέψεις τού ποιητή μέσα απ’τη λογοτεχνία.</p>
<p>Υπαρξιακή και μεταφυσική ποίηση με ύφος απλό και λιτό, δίχως κοσμητικό εκφραστικό φόρτο, αλλά με καθηλωτικές εικόνες όπως, «σαν ξεχασμένο θύμα στην αγχόνη» από το ποίημα «Παπούτσια στο ξύλινο πάτωμα» και δεξιοτεχνική χρήση τής γλώσσας, που δεν αποσκοπεί στο να τέρψει προκαλώντας αισθητική συγκίνηση, αλλά, κυρίως, να εκφράσει τη συνύπαρξη των εναλασσόμενων αντιθέσεων: ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι, αλήθεια και ψέμα, φθορά και αφθαρσία, με εξομολογητικό τόνο ενσωματώνοντας τις καθολικές υπαρξιακές αγωνίες σε μια προσωπική πορεία ζωής και γραφής, «Θα δεις αν έρθεις πιο κοντά τ’ άσπρο το μαύρο μου/το ψέμα μου γυμνό και την αλήθεια.Θα δεις τα μέσα μου ν’ ανθίζουν να μαραίνονται/θα δεις τον άγγελο, τον δαίμονα που κρύβω. Αρκεί να έρθεις πιο κοντά». Καθοριστική η πρόσκληση συνάντησης με το άλλο πρόσωπο, καθώς η ταυτότητα που εκθέτει ξεπερνά τα στατικά όρια της ενδοσκόπησης και της ατομικότητας και αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τη σχέση με τον άλλο άνθρωπο, σε μια συνύπαρξη αγάπης και έρωτος, που πιθανόν να περικλείει κοινές αντιφάσεις, αλλά και την αποδοχή τής μοναδικής και ιδιαίτερης προσωπικότητάς του. Η νοερή, αεικίνητη, αυτεξούσια, ασώματη φύση των αγγέλων, που χαρακτηρίζονται από αγάπη και αγαθότητα, αλλά και η έννοια του σκότους και της απώλειας, ως εικόνα που συνειρμικά εγείρει ο στίχος, επιτείνουν με έμφαση τις αντιφάσεις που κρύβει η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και καλείται να αντιμετωπίσει μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα.</p>
<p>Ρήγμα προκαλείται στην επιφάνεια εύθραυστου αντικειμένου και τότε το είδωλο, ως αντανάκλαση, ραγίζει κι ενίοτε σπάει, προκαλώντας πόνο ή και μοιραία βλάβη, που πιθανόν να καταλήξει σε πλήρη διάλυση ή ρήξη εάν εκληφθεί μεταφορικά ως πρόσωπο. «ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ» είναι ο τίτλος τής δεύτερης ενότητας της συλλογής, όπου στο πρώτο ποίημα «Μπροστά και πίσω από τον καθρέφτη» πέντε απρόσμενες σκιές συνομιλούν με τον ποιητή αλλά και με τον αναγνώστη προσπαθώντας να αποκτήσουν υπόσταση παρά τα θραύσματα και τις ρωγμές που έχουν υποστεί, καθώς η πραγματική υπόσταση του ανθρώπου πασχίζει να κρατηθεί αναλλοίωτη από εξωγενείς παράγοντες και εσωτερικές διακυμάνσεις και διχασμούς. Απομονώνοντας τα πρόσωπα με τα οποία εκφέρονται τα ρήματα σε κάθε στροφή τού ποιήματος αυτού π.χ., είπε, ήρθε, αράδιαζε, εξείχε (α΄ στροφή), αλλά και τα αντικείμενα ή κατηγορούμενα πχ, (β΄ στροφή) είπα, να μου πει, με κοίταζε (γ΄στροφή) μου είπες, σε ματώνουνε, γέρνουν, ματώνουμε, ενδεχομένως οι πέντε στροφές τού ποιήματος να αποκρυπτογραφούν τις πέντε απρόσμενες σκιές που είναι τα πρόσωπα: εγώ, εσύ, αυτός, εσείς, αυτοί, που κρύβουν ρόλους, σχέσεις, αλλά και τον εσώτερο ψυχισμό τού ανθρώπου. Καθώς η προσωπικότητα του ατόμου διαμορφώνεται και συγκροτείται από την αλληλεπίδραση με τους άλλους και την ανάληψη συγκεκριμένων κοινωνικών ευθυνών, οι σύγχρονες συνθήκες ζωής επιβάλλουν κώδικες συμπεριφορών, που κάποιες φορές η προσέγγισή τους συγκρούεται με τα προσωπικά ή συλλογικά «θέλω», καθιστώντας τα πρόσωπα ως είδωλα που σπάνε όταν δεν μπορούν ν’ αντέξουν τις πιέσεις, ή σπάνε από τους άλλους, που αδυνατούν να τους κατανοήσουν και τους αποδεχθούν. «Και όταν ο κάματος και η θλίψη σε ραγίσουνε/και πια δεν έχουν τα προσχήματα αξία/θα βρεις -καλέ μου- την ψυχή σου που την ξέχασες/ σε κάποιον έρημο σταθμό μέσα στη σκόνη», αναφέρει, ο ποιητής, καθιστώντας τη λογοτεχνία καταφύγιο αναζήτησης της γνήσιας ταυτότητας του ανθρώπου. Το κάθε ποίημα μοιάζει να αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου, όχι ως μια ιστορία που εκτυλίσσεται, αλλά ως εμφάνιση στο φως των βαθύτερων πτυχών τής προσωπικότητας του ποιητικού υποκειμένου, που με τις πέντε αισθήσεις που διαθέτει, προσπαθεί να προσεγγίσει το άλλο πρόσωπο με ευγένεια, αγάπη, αλλά και με δισταγμό, χαρίζοντάς του ως δώρο «Μικρές σιωπές», καθώς όπως αναφέρει, ο ποιητής, «Ποτέ τα λόγια μας δεν λένε την αλήθεια μας/ Πικρή τις πιο πολλές φορές και ποιος τη θέλει.Μικρές σιωπές το κέρδος της αγάπης μας/χειρονομίες σαν σκιές π’ άλλος δε βλέπει».</p>
<p>Εμπειρία επώδυνη ο έρωτας διότι προϋποθέτει ολοκληρωτική αυταπάρνηση και εμπεριέχει τον κίνδυνο της απώλειας, καθώς, πίσω από κάθε ερωτική σχέση, ελλοχεύει ο θάνατος του προσωπικού θελήματος και του χωρισμού.Όμως, και ύψιστη και αρχέγονη εμπειρία ζωής, καθώς η πληρότητά της, βιώνεται μέσα από την αμοιβαιότητα της σχέσης. Η αμοιβαιότητα τούτη εκφέρεται, εκδηλώνεται, αλλά και διεισδύει, στο βλέμμα. «Αχ, μόνο εγώ βλέπω τους κόσμους σου που γέννησες./Αχ, μόνο εγώ όλους αυτούς που’ χεις γκρεμίσει», από το ποίημα «ΜΟΝΑΧΑ ΕΓΩ». Το συναίσθημα του έρωτα και της αγάπης ξεχειλίζει, εκπέμπει και εκπέμπεται μέσα από τους στίχους και την αναγνώριση του έταιρου προσώπου. «Πώς συννεφιάζεις, πώς παγώνεις, πώς μου θλίβεσαι/εικόνα εξαίσια και μαγική που άλλος δε βλέπει/μονάχα εγώ που ξέρω τ’άνθη και τ’ αγκάθια σου/τις κάμαρές σου, τα κρυφά βαθιά υπόγεια/εκεί που κάθεσαι μονάχη, συνταιριάζοντας/μια μια τις κούτες με προσήλωση μεγάλη/ούτε μια σπίθα μη φανεί και τότε αλίμονο/αν πάρουν άξαφνα φωτιά οι δυναμίτες», από το ποίημα «ΣΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ». Πυκνότητα γραφής με λέξεις που συμπλέκονται, δημιουργώντας εικόνες δυνατές, αναλύοντας τη συγκίνηση που προκαλεί η αγάπη και ο έρωτας, όχι απλά αποδεχόμενος, ο ποιητής, όλα τα σκοτάδια που μπορεί να εμπεριέχει η ζωή τού άλλου προσώπου, αλλά φωτίζοντάς τα με ορμή νεότητας, που αγαπά το φως μέσα από τις εναλλαγές του. Με απλότητα και λιτότητα συνενώνονται δημιουργικά η νηφαλιότητα, αλλά και το πάθος, και συνεπώς ο ποιητικός λόγος κυλά φυσικά και αβίαστα, προσδίδοντας ύφος υποβλητικό και θέτοντας σε κίνηση τη φαντασία τού αναγνώστη, υποβάλλοντάς του να νοήματα που εμπεριέχει. Συνθέτει εικόνες που την αποτελούν εξωτερικά, αλλά και εσώτερα, τού βίου στοιχεία, μια ποιητική πραγματικότητα ενίοτε με υπερ-ρεαλιστικά στοιχεία προκειμένου με δέος και σεβασμό να αποτυπώσει τα αντιθέσεις της προσωπικότητας του ανθρώπου υπό το πρίσμα τού έρωτα.Έτσι, η «φωτιά» και οι «δυναμίτες» αποκτούν αλληγορική σημασία και ανάγονται σε βίωμα υπέρτατης έντασης συμβολίζοντας το πάθος για τη ζωή, το όνειρο, τη δημιουργία, την αποδοχή του έταιρου προσώπου με όλα του τα σκοτάδια. Άσβεστη η φωτιά τής ποίησης αναμετριέται με τους στίχους και τα πρόσωπα, ξεπερνά συμβάσεις και δειλίες απόρριψης και ως έρωτας αναγνωρίζει και συνενώνει με ενσυναίσθηση αντιθετικές πραγματικότητες.</p>
<p>Με εκφραστική άνεση και αφηγηματικότητα μέσα σε μια ποιητική και στοχαστική ατμόσφαιρα, στοιχεία από τη φύση όπως, άνεμος, φύλλα, βροχή, κύματα, βυθός, -που υπάρχουν διάσπαρτα και πλήρως εναρμονισμένα με τη συνάφεια των στίχων, στην ενότητα αυτή-αποδίδουν εικόνες τού ελληνικού τοπίου, προκειμένου να εκφράσουν τη μοναξιά που νιώθει το ποιητικό υποκείμενο, αλλά και την πληρότητα της ευφορίας, που του προσφέρει η ηρεμία, και η αρμονία τής γης και τής θάλασσας.Έκδηλος ο εξομολογητικός τόνος δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι ως τριτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει να γνωρίζει τα πάντα, ακόμη και τις βαθύτερες σκέψεις τού προσώπου στο οποίο αναφέρεται, στην ουσία, όμως, ο ποιητής, εκφράζει τις δικές του υπαρξιακές αγωνίες για το νόημα της ζωής και την πορεία του, δίνοντας, ταυτόχρονα, καθολική διάσταση στα αδιέξοδα και τις αγωνίες τού σύγχρονου ανθρώπου, μεταδίδοντας την προσωπική του διάθεση και κάνοντας τους αναγνώστες κοινωνούς των βιωμάτων του.</p>
<p>Θελκτικά επικίνδυνα τα κόκκινα φεγγάρια, διότι δραπετεύουν και αιμορραγούν, προκειμένου να συναντήσουν το λιγοστό εκείνο φως που ως αίτιο συμβολικό και κυριολεκτικό διεγείρει και κινητοποιεί τις αισθήσεις. Ουσιώδης η παρουσία του, έστω κι αν κάποιες φορές είναι αμυδρό και θολό, διότι δίχως λάμψη και θερμότητα κάθε ζωή μαραίνεται και διαλύεται στην ερημιά. Κατάφαση ζωής το φως μέσα απ’ τα σκοτάδια αναδύεται και διαχέεται συμφιλιώνοντας τη ζωή με τον θάνατο, την αθωότητα με τον ερωτισμό, την αγάπη με τις απουσίες. «…πώς αλητεύαν τα κόκκινα φεγγάρια ως το ξημέρωμα/πόσες φορές κατέβηκα τη σκάλα/ θολό το φως κι απόκοσμο τριγύρω μου/στα μέσα δώματα του νου, στα καταφύγια», από το ποίημα «Ο ΔΡΟΜΟΣ».</p>
<p>Ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, η ελπίδα, η πίστη, η προσμονή, η λήθη και η θύμηση, η χαρά και η λύπη, όλα εντάσσονται στον χρόνο για να τον καταργήσουν, καθώς στωϊκά αγωνίζεται ο άνθρωπος να αποδεχθεί την τραγικότητα της φθοράς στην οποία υπόκειται ως μέτοχος της υλικής δημιουργίας. Τριμερής η διάκρισή του σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, χωρίς, ωστόσο, αντικειμενική υπόσταση, καθώς το παρόν αποτελεί μια απειροελάχιστη στιγμή φευγαλέα, όμως, ο άνθρωπος, ζει το παρόν ως διάρκεια, υπερβαίνοντάς το με τη θύμηση του παρελθόντος και την προσδοκία του μέλλοντος. Η μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος «λιώνω» σημαίνει, κυριολεκτικά, ότι έχει ρευστοποιηθεί, μεταφορικά, έχει καταρρακωθεί, όμως, λογοτεχνικά εμπεριέχει και τις δύο έννοιες. Μετά τις ενότητες «ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ» και «ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ» ακολουθεί η ενότητα «ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ» για να αποσαφηνιστεί πλήρως ο τίτλος τής ποιητικής συλλογής «Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που σε γέλασε/που σ’ είπε παραμύθια πριν να σβήσει/που σ’εξαπάτησε οικτρά, σε καταλήστεψε/σ’ άφησε μόνο σου στα βράχια ν’αγναντεύεις/το μοβ, το μαύρο του βυθού, τα σκόρπια ξύλα σου/κι ούτε ένα τόσο δα φτερό-πανί να φέγγει». Θεωρώ ότι η ποίηση είναι αντίσταση στο παράλογο, ελπίδα και πίστη στο ανέφικτο που το ανατρέπει η απρόβλεπτη ζωή, καταφύγιο σ’ έναν χώρο αφύλακτο, όπου αίρονται οι αντιθέσεις. Ξαγρυπνά, ο ποιητής, στις ΩΡΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ προκειμένου ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις, ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ οι καρδιές από τα θραύσματα και ο ΛΙΩΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ διαποτίζει τις ψυχές των αναγνωστών με υψηλά και ευγενή συναισθήματα, καθώς προβάλλει την ευαισθησία και την αγωνιστική διάθεση μπροστά στο πάθος για ζωή. Θραύσματα μνήμης αφήνει ο χρόνος, που λειαίνει αναμνήσεις, καθορίζει το τώρα, καταργεί τον χρόνο και λιωμένος συνενώνει στίχους, κραυγάζοντας στα σκοτάδια τις αλήθειες τής ζωής, που αχνίζουν αίμα. «Μα τα δικά μου κατακόκκινα σπαράγματα/αχνίζουν αίμα ζωντανό, πόσο φοβάμαι» και συνομιλεί με ποιήματα, έστω και αν γράφθηκαν χρόνια πριν αναζητώντας να σκιαγραφήσει την αληθινή μορφή μιας Ελένης, που αδυνατεί ν’ απαλλαγεί από το μυθικό της πρόσωπο.</p>
<p>«Τ’ αηδόνια δε σ’αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» αναφέρει ο Γ. Σεφέρης στην «ΕΛΕΝΗ», ενώνοντας, ποιητικά και συμβολικά, εποχές και ιστορικές συγκυρίες, προβάλλοντας το ερέθισμα που κινητοποιεί μνήμη και συναίσθημα προκειμένου να διατυπώσει τις σκέψεις του για τον πόλεμο και τον άνθρωπο, καταλήγοντας «πως τόσος πόνος τόση ζωή/ πήγαν στην άβυσσο/για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», «Πού είν’ η αλήθεια» διερωτάται, ο Τεύκρος, για ν’απαντηθεί χρόνια μετά σε άλλο επιμύθιο «Η Ελένη ήταν /Σωστή με σάρκα και οστά/μα την αλήθεια μου/Ένα πουκάμισο αγκαλιές/πόθους και δάκρυα/ένα πουκάμισο φωτιά/το νου να καίει». Η Ελένη, ήταν απούσα από την Τροία και συνεπώς ο πόλεμος για τα ιδανικά τής ελευθερίας και τής δικαιοσύνης με τα δεινά και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που επιφέρει καθίσταται μάταιος και ανώφελος. Στο ποίημα «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ», ο Δ. Παπακωνσταντίνου, απαντά πώς, η Ελένη, έχει πραγματική υπόσταση όπου και αν βρίσκεται και συμβολίζει το πάθος, τον έρωτα για τη ζωή, περιφέρεται ασυμβίβαστη ως ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας ανά τους αιώνες καθώς ο θάνατος και ο έρωτας στον ίδιο πόλεμο μάχονται καίγοντας συνειδήσεις και ζωές. Το τραγούδι της σιωπής γράφεται με στίχους, εμπεριέχεται στην ενότητα «ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΑ ΔΡΩΜΕΝΑ» αντικατοπτρίζεται στους καθρέφτες τής ψυχής, αποτυπώνεται στο χαρτί και επιβάλλεται με τη δύναμή του, καθώς εμπεριέχει μοναξιά και απομόνωση. «Να γράψω είπε το ποίημα το ένα,/…να μείνει ν’αγαπάει/να κλαίει βουβά για μένα,/να χαίρεται, να παίζει, μικρό παιδί στο χώμα./Να ιστορεί τα πάθη,/ τα λάθη να γιορτάζει,/ τα πρέπει, τα δεν πρέπει,/να στέκεται στην πόρτα/…Το όνομά της μ’ αίμα/», από το ποίημα «ΤΟ ΕΝΑ».</p>
<p>Βίωμα βαθύ, συναίσθημα που υποκρύπτει τραύμα, φιλοσοφικός στοχασμός, ευαισθησία για τη ζωή, μνήμη και λήθη, πάθη και λάθη, γιορτή και θάνατος, ένα ποίημα μπορεί ν’αποτυπώσει και να ανατρέψει τη ζωή, αναζητάται ο ορισμός του, βιώνεται η δύναμή του τη νύχτα στη σιωπή ως πράξη ερωτική, στέκει μπροστά σε μια πόρτα κλειστή στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Η επιλογή υπαρξιακή και αγωνιώδης, αφορά και εκφράζει τον άνθρωπο στην πορεία τής ιστορίας, αιμορραγούν τ’ αποτυπώματα της επιλογής και καθιστούν τον «ΛΙΩΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ» διαχρονικά μοναδικό λογοτεχνικό έργο αξίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 2/9/2023</p>
<p>Λιώνοντας τον χρόνο</p>
<p>«Λιωμένος χρόνος» είναι ο τίτλος της όγδοης ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου. Στο εξώφυλλο της συλλογής, τον αναγνώστη καλωσορίζει και μαγνητίζει το βλέμμα του, ένα σκίτσο με μελάνι, έργο του ποιητή Διονύση Στεργιούλα. Παρατηρώντας το για λίγο αρχικά, ήταν σαν να έβλεπα την κάτοψη μιας μυθικής πόλης, με τα στενά σοκάκια της, τις πλατείες και τις ανηφοριές της, και ο νους μου ταξίδεψε σε κάποια από στις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο. Ωστόσο ο τίτλος της συλλογής μού θύμισε έντονα το έργο του Salvador Dali, «The Persistence Of Memory» (1931), που απεικονίζει ρολόγια τα οποία λιώνουν σε ένα σουρεαλιστικό τοπίο. Η εμμονή της μνήμης λοιπόν −μεταφράζοντας τον τίτλο του Dali−, σε σχέση με τον χρόνο που λιώνει (διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε καλύτερα να συμβολιστεί ο χρόνος αν όχι με το κλασσικό του σύμβολο: τα ρολόγια;) είναι κατά τη γνώμη μου και ο κεντρικός άξονας που διατρέχει την παρούσα συλλογή και, κατ’ επέκταση, ένας από τους βασικούς άξονες όλου του έργου του Παπακωνσταντίνου.</p>
<p>Όσον αφορά στην τεχνοτροπία της συλλογής, θαρρώ ότι κάθε απόπειρα προσέγγισής της, δεν θα μπορέσει να διατυπωθεί πιο ποιητικά από την άποψη που ο ποιητής και κριτικός Γιώργος Ρούσκας καταθέτει στον πρόλογο της συλλογής: «[…] Ποιήματα αυτοπροσωπογραφίας σύγχρονα, και συνάμα ποιήματα παραπέμποντα σε τεχνοτροπίες και ύφος άλλων εποχών, και δη των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα. Νότες από τη χαμηλή οκτάβα του ρεαλισμού ως την υψηλότερη του υπερρεαλισμού, με ακόρντα ρομαντισμού, διανθισμένες με διαμάντια ιαμβικού δωδεκασύλλαβου, δεκατρισύλλαβου, δεκαπεντασύλλαβου κατά μόνας ή κατά ζεύγη, αποτυπώνουν στο πεντάγραμμο της μνήμης πέρα από τον θρίαμβο του ίαμβου (σύμφυτος με τον Λόγο του Παπακωνσταντίνου), την αναγωγή της ποιητικής συλλογής σε ποιητική σύνθεση, κατασταλάζοντας σε ένα ποιητικό αποτέλεσμα μεστό, ουσιώδες, καθάριο. […]» («Προλογικό σημείωμα δίκην επιλόγου», σσ. 15, 16). Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεωμετρικό σχήμα «Λιωμένος χρόνος – Σχετική ακτινογραφία», που ο Γιώργος Ρούσκας παραθέτει και αναλύει στο προλογικό του σημείωμα.</p>
<p>Στις τέσσερις ενότητες της συλλογής («Ώρες αγρύπνιας», «Ραγίζουν κάποτε», «Λιωμένος χρόνος» και «Της νύχτας δρώμενα»), περιλαμβάνονται αντίστοιχα 9, 12, 20, και 21, στο σύνολό τους 62 ποιήματα, τα οκτώ εκ των οποίων σπονδυλωτά, αποτελούμενα από δύο έως πέντε μέρη. Πρόκειται λοιπόν για μία πλούσια, de profundis, ποιητική κατάθεση. Απομονώνοντας τους τίτλους της πρώτης και τελευταίας ενότητας, βλέπουμε ότι έχουν να κάνουν με τη νύχτα. Το σύμβολο της νύχτας, που πολλές φορές μας βασανίζει με τους εφιάλτες της ή την αγρύπνια, είναι που ο ποιητής θα χρησιμοποιήσει ώστε να επιτύχει αποτελεσματικότερα το «λιώσιμο του χρόνου» και να μεταβεί σε κάποιους (προ)επιλεγμένους επιθυμητούς σταθμούς-στιγμές.</p>
<p>Γιατί όμως επιδιώκει κάτι τέτοιο; Τι αναζητάει; Απαντήσεις· θα μπορούσε να αποφανθεί κάποιος. Το παρελθόν είναι μία τεράστια δεξαμενή απαντήσεων στα καυτά, πολλές φορές, ερωτήματα που το παρόν εγείρει μπροστά μας. Και αυτό που συνήθως αναζητούμε σε τέτοιου είδους απαντήσεις, είναι η αλήθεια: «[…] Αχ, την αλήθεια αναζητώ, όπου κι αν κρύβεται/ τι ’ναι π’ αξίζει πιο πολύ, τι ’ναι που μένει/ πώς να κερδίζεται η χαρά, ματώνω άδικα// δεν την πουλούν στα μαγαζιά, κι απ’ όλους λείπει.[…]» («Κάτι ν’ αξίζει, ΙΙ», σσ. 42, 43). Και, πράγματι, η λέξη «αλήθεια», εμφανίζεται σε πέντε ακόμα ποιήματα της συλλογής.</p>
<p>Εκτός από τη νύχτα με το «αγίνωτο φως της σελήνης» («Ώρες αγρύπνιας, Ι», σελ. 19), ο ποιητής, για να επιτύχει τις χρονικές μεταβάσεις του, χρησιμοποιεί −θαρρείς ως είδος πύλης κάποιου αρχαίου μύστη− και το καθρέφτισμα. Είτε απευθείας, με το σύμβολο του καθρέφτη («Μπροστά και πίσω απ’ το γυαλί, Ι-V», σσ. 35-37), είτε αποτυπώνοντας το αντικαθρέφτισμα από το μάτι κάποιου ζώου −όπως αλόγου («Στο μάτι του αλόγου», σελ. 30) ή ψαριού («Στα υπόγεια», σελ. 40)−, είτε καθρεφτίζοντας τον κόσμο στους νερόλακκους («Η ανεμοδαρμένη», σσ. 63, 64). Στο δε ποίημα «Η ανεμοδαρμένη», διέκρινα μία χαμηλόφωνη συνομιλία με την «Λησμονημένη» του Σαχτούρη.</p>
<p>Ο Παπακωνσταντίνου θα μας πει ότι «Λιωμένος Χρόνος είναι ο χρόνος που κυλά,/ που χάνεται μεμιάς και επιστρέφει/ […] Είναι ο χρόνος που λιμνάζει μες στον ύπνο σου/ […] Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που σε γέλασε/ που σ’ είπε παραμύθια πριν να σβήσει/ που σ’ εξαπάτησε οικτρά, σε καταλήστεψε/ […] Λιωμένος χρόνος είναι αυτός που δε σε χόρτασε/ ο χρόνος που σπατάλησες γελώντας/ ο χρόνος που σου λείπει, που νοστάλγησες/ αυτός που σ’ άφησε σοφό,/ έρημο, μόνο.» («Λιωμένος χρόνος, ΙΙΙ», σελ. 55). Στην ομώνυμη ενότητα θα θυμηθεί πώς είναι να είσαι δεκαοχτώ χρονών, να έχεις όλο τον χρόνο δικό σου και όλος ο κόσμος να σου γελά, θα ξαναφορέσει τα πάνινα παπούτσια του και θα αναζητήσει το μικρό αλητάκι που κάποτε ήταν καθώς και τις παιδικές φωνούλες των φίλων του. Οι ταπεινές αυλές των παιδικών του χρόνων θα ξαναζωντανέψουν και στη φαντασία του θα ξαναπάρουν την παλιά μαγική αίγλη τους. Ωστόσο, η συγχώνευση παρελθόντος και παρόντος, μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρά συμπεράσματα:</p>
<p>Τσεμπέρι στο καρφί, ποδιά στη σκάλα<br />
παλιές παντούφλες στην αυλή<br />
γιομάτες χώματα</p>
<p>πρόκοψε πάλι ο κήπος φέτος έξι αράδες<br />
δυόσμος, ντομάτες, πιπεριές, τι κι αν μας έλεγαν<br />
πως είναι άγριο το χώμα τούτο, άχρηστο<br />
−αλλιώς αφράτο του χωριού, ευλογημένο−<br />
εδώ μονάχα οικοδομές ψηλές ριζώνουνε<br />
μήτε καν λάπατα, ζοχοί, πικρά ραδίκια.</p>
<p>Άκρη στον τοίχο στέκει ακόμα το ποδήλατο<br />
κλειστό, βουβό το πλυσταριό,<br />
μα πού να πήγες!<br />
Μυρίζει, αχνίζει φαγητό,<br />
βγαίνω στην ’ξώπορτα.</p>
<p>Βήματα ξένων απαντώ<br />
μόνος δακρύζω.</p>
<p>(«Πίσω στο πατρικό», σελ 59).</p>
<p>Ο Παπακωνσταντίνου όμως γνωρίζει ότι οποιοδήποτε «Λιώσιμο του χρόνου», οποιαδήποτε χρονική μετάβαση, ενδεχομένως να αποδειχθεί επώδυνη και πιο βασανιστική από την αγρύπνια, τα αδιέξοδα ή τις συνθήκες του παρόντος που τον ταλαιπωρούν. Οι ποιητές το γνωρίζουν αυτό από πολύ παλιά. Αρκεί μόνο ένα από τα «Ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ (1048-1131), ώστε να μας πείσει για κάτι τέτοιο: «Τι κέρδισε σαν ήρθα ή τι έχασε/ απ’ την ουράνια δόξα του ο Ουράνιος Τροχός;/ Γιατί έπρεπε να ’ρθω; γιατί έφυγα;/ Ποτέ δεν μου απάντησε σ’ αυτό κάποιος σοφός». (Πηγή: «Γιάννης Υφαντής – Ο κήπος της Ποίησης (2500 χρόνια ξένης ποίησης)», Εκδόσεις Πατάκη 2000).</p>
<p>Θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί το πράττει εφόσον το γνωρίζει. Ίσως για μια εμπειρία που ενδεχομένως να χαρτογραφεί τα όρια της σοφίας του. Ίσως για τις όποιες −με κάθε θυσία− επιθυμητές απαντήσεις. Ίσως για να ταξιδέψει και πάλι στα ανέμελα νεανικά χρόνια…</p>
<p>Οι δικές μας απαντήσεις μόνο υποθετικές μπορεί να είναι. Το μόνο βέβαιο για όλους εμάς που θα περιηγηθούμε στις σελίδες του «Λιωμένου χρόνου», είναι η αναγνωστική απόλαυση που αυτή η περιήγηση θα μας προσφέρει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 5/9/2023</p>
<p>«Δεν πολεμιέται ο καημός με στίχους μόνο»</p>
<p>Όταν ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου μου έστειλε το υπό έκδοση, ακόμα, υλικό του, το βλέμμα μου, όπως είναι εύλογο, έπεσε, κατευθείαν, στον τίτλο: «Λιωμένος χρόνος». Αυτόματα, ήρθαν στο μυαλό μου τα «λιωμένα ρολόγια» του πιο γνωστoύ, ίσως, έργου του Ισπανού ζωγράφου Σαλβαδόρ Νταλί «Η εμμονή της μνήμης». Η συνειρμική μνήμη με οδήγησε, αναπόφευκτα, στο ρεύμα εκείνο που, ξεκινώντας από τη Γαλλία, απλώθηκε γρήγορα παραβιάζοντας απροκάλυπτα τα σύνορα του ρεαλισμού, όχι, όμως, για πρώτη φορά. Είχε προηγηθεί, αιώνες πριν, εδώ στα μέρη μας, το δημοτικό τραγούδι. Τώρα, όμως, αυτό γινόταν προγραμματικά, συνειδητά ταράζοντας τα βαθιά, σκοτεινά, θολά και γοητευτικά νερά του ασυνείδητου. Ο χρόνος είναι η κατεξοχήν παραληρηματική και σουρεαλιστική διάσταση. Με αυτά τα λόγια του Νταλί στη φαρέτρα μου βγήκα στο δάσος και βρήκα τα δέντρα, το μυρωδάτο ξύλο που έγινε χαρτί, το χαρτί που έγινε ο «Λιωμένος χρόνος» του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου με τον αινιγματικό του τίτλο, την αινιγματική ζωγραφική του Διονύση Στεργιούλα και τη γεμάτη κρυφά νοήματα σχηματική απεικόνιση του χρόνου και της ροής του στο προλογικό σημείωμα του Γιώργου Ρούσκα. Οι υποψίες μου δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν. Τα εύκαμπτα ρολόγια του Ισπανού ζωγράφου αποτυπώθηκαν ποιητικά ως «ομιλούσα ζωγραφική», κατά τη γνωστή έκφραση του Σιμωνίδη του Κείου, στο μότο της συλλογής που υπογράφει ο ίδιος ο ποιητής:</p>
<p>Κοίτα μη χάσεις κι άλλη άνοιξη, μου είπε<br />
κι ένιωσα εύπλαστο πηλό τον χρόνο μέσα μου, σ. 9.</p>
<p>Ο χρόνος δεν είναι μόνο έυκαμπτος, όπως τα ρολόγια. Στην πραγματικότητα δεν βρίσκεται μέσα σε αυτά, αλλά στο εσωτερικό του ποιητικού υποκειμένου. Είναι ένας ρυθμός που συντονίζεται με τους παλμούς της υπαρξιακής του αγωνίας, είναι αυτή ακριβώς η σημασία του χρόνου που αποδόθηκε στον πίνακα του Νταλί.</p>
<p>Μετά τον τίτλο, ακολουθεί η αφιέρωση του βιβλίου:</p>
<p>Σ’ όσους απόμειναν παιδιά, σ. 11.</p>
<p>Η αρχική μου εντύπωση ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο. Ο υπερρεαλισμός δεν πρωτοεμφανίστηκε στο δημοτικό τραγούδι, ούτε συνειδητά και επίσημα το 1924 στο μανιφέστο του Αντρέ Μπρεντόν, ο υπερρεαλισμός υπήρχε πάντα, από δημιουργίας του κόσμου, πού αλλού, αν όχι στον μαγικό, τον παραμυθένιο κόσμο των μικρών παιδιών. Το 2014 είχα συμμετάσχει με εισήγησή μου σε εκδήλωση με θεμα «Λέξεις και χρώματα μικρών παιδιών». Εκεί είχα διατυπώσει αυτή ακριβώς τη σκέψη και με αφορμή την αφιέρωση του ποιητή παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα:<br />
«Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές οι μεγάλοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον κόσμο της ποίησης, όπως και αυτόν των παιδιών. Αντιθέτως, πιστεύω ότι ο κόσμος των παιδιών είναι ένας κόσμος γεμάτος ποίηση, ένας κόσμος παράδοξα όμορφος, γεμάτος με φαντασία και απίθανους συνδυασμούς, όπως ακριβώς ο κόσμος της ποίησης με την παραδοξότητά του και τους παράξενους συνδυασμούς λέξεων. Ο υπερρεαλισμός, ένα κίνημα που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό όλη τη σύγχρονη ποίηση, πιστεύω ότι υπάρχει έμφυτος στις ψυχές των παιδιών και αποτελεί βασικό στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Τα παιδιά ζουν σε έναν απίθανο δικό τους κόσμο, όπως είναι αυτός των ονείρων και της φαντασίας, έναν κόσμο, όμως, που, τουλάχιστον, στα μάτια ενός ποιητή ή ενός ανθρώπου που δεν έχει χάσει τη φαντασία και την παιδικότητά του, δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.</p>
<p>Από τον κόσμο των παιδιών, της φαντασίας και των ονείρων θα έρθει, ωστόσο, να με προσγειώσει απότομα στην πραγματικότητα ο τίτλος της πρώτης ενότητας της συλλογής: «Ώρες αγρύπνιας». Μέσα σε αυτή τη ροή εναλλασσόμενων αισθημάτων αρχίζω την ανάγνωση του βιβλίου μετρώντας τις τέσσερις ώρες της αγρύπνιας. Σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς να κρύβεται, με διάθεση φανερά εξομολογητική, το ποιητικό υποκείμενο εσωτερικά μονολογεί αναζητώντας απεγνωσμένα τον δρόμο του αφού έχει χαθεί κάτω από των άστρων τα νυσταγμένα μάτια, (παραλλαγή στίχου από το ποίημα «Ι» της υποενότητας «Ώρες αγρύπνιας». Κάτω από ουρανούς δυσθεώρητους, σ. 19, μόνος μέσα στην απέραντη πόλη, σ.20, με πλήρη συνείδηση της θέσης του στον κόσμο: μικρός και ανώνυμος, σ. 20, ο ποιητής βρίσκει βαθιά μέσα του τη δύναμη που χρειάζεται:</p>
<p>Ποιος θεός θα μου πει πού πορεύομαι<br />
με κορμί από χώμα και στις φλέβες νερό<br />
μα πιο μέσα, φωτιά αναλλοίωτη, σ. 19.</p>
<p>Η φωτιά καίει μέσα του αναλλοίωτη, όπως αυτή στον πυρήνα της γης, γεμάτη ρευστό σίδερο, σαν τη «σιδερένια» πυγμή του που την ορθώνει με θάρρος αναιρώντας με αυτό τον τρόπο δυναμικά την, εύλογα, ομολογημένη μικρότητά του μέσα στην απεραντοσύνη του κόσμου: έχω σθένος, πυγμή, σ. 20. Υψώνει τη γροθιά του γιατί δεν είναι διατεθειμένος ακόμα να παραιτηθεί, γιατί το παιδί που κρύβει μέσα του θέλει, όσο τίποτα άλλο, να γευτεί τη ζωή με όλες του τις αισθήσεις:</p>
<p>να πονώ μου ζητά, ν’ αγαπάω, να γεύομαι<br />
της αγρύπνιας την ώρα<br />
με τις έξι αισθήσεις μου, σ. 20.</p>
<p>Οι ώρες της αγρύπνιας εγείρουν όχι μόνο τις πέντε, αλλά, κυρίως αυτή, την έκτη αίσθηση, δηλαδή την ενόραση, τη διαίσθηση, την αίσθηση της δημιουργίας:</p>
<p>Ήρθε, φίλοι, η ώρα -μα τα χείλη μου έτρεμαν-<br />
στην πλατιά λεωφόρο πέντε στίχους ν’ αφήσω, σ. 20.</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο έχοντας πλήρη επίγνωση της ανθρώπινης μοίρας, και, ακριβώς, γι’ αυτό τον λόγο, δεν πτοείται:</p>
<p>Τον σταυρό μου σηκώνω, τη συνέχεια την ξέρετε:<br />
Η ανάσταση φτάνει,<br />
τα καρφιά σας δε σκιάζομαι!, σ. 21.</p>
<p>Υπάρχουν, ωστόσο, στιγμές που λυγίζει σαν ανυπεράσπιστο κλαδί εκτεθειμένο στον άνεμο και τότε η γροθιά που σθεναρά είχε υψωθεί χαλαρώνει, χάνει τη δύναμή της μέχρι που γίνεται ένα νεκρωμένο και άχρηστο χέρι:</p>
<p>άλλη μια μέρα να μετράς μες στις χαμένες σου<br />
δεν ανασαίνεις μήτε ζεις,<br />
πια δεν ελπίζεις, σ. 29.</p>
<p>Οι αιτίες της παραίτησης είναι πολλές και, συνάμα, αποκαλυπτικές για τις αρχές και τις αξίες του ποιητικού υποκειμένου, όπως αυτή της φιλίας, που, όμως, προδόθηκε και τα ποτήρια που κάποτε τσούγκριζαν οι φίλοι ευχάριστα έγιναν πια πικρό ποτήρι:</p>
<p>Άοπλος μέσα στους ανθρώπους<br />
πώς πικράθηκα, σ. 22.</p>
<p>Το ανυπεράσπιστο και «άοπλο», όπως δηλώνεται για δεύτερη φορά, ποιητικό υποκείμενο ομολογεί το πικρό αυτό γεγονός της έκπτωσης της φιλίας ρητά, ενώ η λέξη αναφοράς «φίλοι» επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά:</p>
<p>Τρεις φορές ο αλέκτωρ ελάλησε, φίλοι μου<br />
ξημερώνει σε λίγο<br />
αρνηθείτε με αν θέλετε!, «Ώρες αγρύπνιας», σ. 21.</p>
<p>Στο κέντρο αυτής της εσωτερικής αναζήτησης βρίσκεται πάντα η μνήμη:</p>
<p>Λεπτά πολύριζα φυτά αναρριχώμενα<br />
οι αναμνήσεις που ξυπνούν νύχτα κι αρχίζουν<br />
με κρυφογέλια παιδικά με χίλια πείσματα, σ. 23.</p>
<p>Όπως διαφαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα, η φύση, μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σ’ εκείνον των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα, συμμετέχει, ως ζωντανός οργανισμός, στα τεκταινόμενα και εικονοποιεί τον συναισθηματικό κόσμο του ποιητικού υποκειμένου:</p>
<p>Λεπτά πολύκλωνα φυτά απλώνουν δάχτυλα<br />
κι η πλάτη σου γυμνή ν’ ανατριχιάζει, σ. 23.</p>
<p>Στην ενότητα «Ραγίζουν κάποτε» και, συγκεκριμένα, στην υποενότητα με τίτλο «Μπροστά και πίσω απ’ το γυαλί» το ποιητικό υποκείμενο θα σταθεί μπροστά στον καθρέφτη της ζωής σε μια απόπειρα αυτογνωσίας για να διαπιστώσει ότι τη θέση του έχουν πάρει δύο είδωλα, τα οποία βρίσκονται σε συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους:</p>
<p>λέει πως μου μοιάζει, είπε ο πρώτος σαν να δίσταζε<br />
μ’ απέναντί του στον καθρέφτη τρομαγμένος<br />
ο άλλος ήρθε πιο κοντά, σ. 35.</p>
<p>Τα είδωλα που, τελικά, δεν είναι μόνο δύο άλλά πολύ περισσότερα αντιπροσωπεύουν την εικόνα ή τις εικόνες που το ποιητικό υποκείμενο παίζοντας, ηθελημένα και μη, κάποιον ρόλο είχε δημιουργήσει για τον εαυτό του και δεν τόλμησε ή δεν θέλησε ποτέ ν’ απλώσει το χέρι του για να διαπιστώσει την πλαστή ύπαρξή τους:</p>
<p>ποτέ δεν άπλωσες<br />
τα χέρια σου, αλλιώς θα το ‘χες μάθει<br />
πως χρόνια ζούσες με το είδωλο που έπλασες<br />
να σου ταιριάζει στον καθρέφτη να σου μοιάζει, «Μπροστά και πίσω απ’ το γυαλί», σ. 36-37.</p>
<p>Στην ίδια ενότητα κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της η μορφή της γυναίκας. Με στίχους ρυθμικούς και απολαυστικούς ο ποιητής στολίζει το αντικείμενο του πόθου με τις χάντρες από το κομπολόι του, ένα σύμβολο, δηλαδή, του μοναχικού ανθρώπου, που, προφανώς, κρατούσε και, ίσως, κρατάει ακόμη στα χέρια του τις σιωπηλές ώρες της μοναξιάς. Αυτές οι αθόρυβες διάφανες χάντρες, οι νερένιες, τα ατόφια δάκρυα, για να δανειστώ κάποιες φράσεις του ποιητή, είναι οι «μικρές σιωπές» του τίτλου του εν λόγω ποιήματος, ενώ, στο αμέσως επόμενο, το μαργαριταρένιο κολιέ που στόλιζε, άλλοτε, το στήθος της αγαπημένης θρυμματίζεται, οι πέρλες γίνονται χαλάζι που πέφτει και χάνεται, εκτός από δύο που κρέμονται βασανιστικά στο κενό σαν δυο σταγόνες μνήμης έξω απ’ τον χρόνο:</p>
<p>Κάποιες φορές τα παραμύθια μας ραγίζουν<br />
θρύψαλα χύνονται στα χέρια και σκορπίζονται,<br />
όπως οι πέρλες που κυλούσανε στα στήθια σου, σ. 39.</p>
<p>Αυτές οι δυο μαργαριταρένιες στάλες είναι, ίσως, η συμβολική αναπάσταση δύο ανθρώπων που κάποτε συνυπήρξαν μέσα στον χρόνο και την αυστηρά προσωπική τους σχέση αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει ο ποιητής:</p>
<p>Αχ, μόνο εγώ βλέπω τους κόσμους σου που γέννησες.<br />
Αχ, μόνο εγώ όλους αυτούς που ‘χεις γκρεμίσει, σ. 40,</p>
<p>ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου διαβάζουμε:</p>
<p>εικόνα εξαίσια μαγική που άλλος δε βλέπει<br />
μονάχα εγώ που ξέρω τ’ άνθη και τ’ αγκάθια σου, σ. 45.</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο πορεύεται μόνο του, θαρρείς και στις προσθαφαιρέσεις της ζωής το υπόλοιπο της ανθρώπινης ύπαρξης μηδενίστηκε:</p>
<p>άσημος, έρημος, γαλήνιος, ψιθυρίζω, σ. 42.</p>
<p>Μονάχος πορεύεται με μοναδική συντροφιά το παιδί που κρύβεται μέσα του:<br />
με κρυφογέλια παιδικά με χίλια πείσματα, σ. 23, αναζητώντας την αλήθεια, όχι με μια ευρύτερη φιλοσοφική θεώρηση: Άσε τα λόγια των σοφών π’ αποτρελάθηκαν, σ. 44. Μιλάει για τη δική του προσωπική αλήθεια: τι ‘ναι π’ αξίζει πιο πολύ, τι ‘ναι που μένει, σ. 42.</p>
<p>Σε όλη αυτή την εσωτερική πορεία το κλίμα είναι βαρύ και σκοτεινό: Σε κρύπτες σκοτεινές βαθιές, σ. 41, Στοές του χρόνου λασπερές, σ. 42, χωρίς να λείπουν, όμως, και οι αιφνίδιες εκλάμψεις του μυαλού.<br />
Το κλίμα αυτό θυμίζει, κάποτε, τη γενιά των νεορομαντικών και νεοσυμβολιστών, όπως χαρακτηριστήκαν, ποιητών του Μεσοπολέμου. Πίσω από το ποίημα «Χιόνι τ’ Απρίλη», και, ιδιαίτερα, στους τέσσερις τελευταίους στίχους, ο αναγνώστης θα μπορούσε να διακρίνει συγκαταβατική τη μορφή του Κώστα Καρυωτάκη:</p>
<p>Έπεφτε χιόνι απ’ τα κλαδιά γέμισ’ ο κόρφος σου<br />
και στον λαιμό βαθύς λυγμός να ξαποσταίνει<br />
άξαφνος κόμπος σαν παράπονο κρυφό:</p>
<p>Κατάλευκη σε είδα κι ανθισμένη. σ. 44.</p>
<p>Διάχυτη είναι η αίσθηση της πλάνης, φέρνοντας στο μυαλό αυτή τη φορά τα ανίδεα θύματα της ειρωνείας των καταστάσεων του Καβάφη.</p>
<p>Κι εκείνη γκρέμιζε, η τρελή, όλους τους φράχτες της<br />
να μπαινοβγαίνουνε αηδόνια και τραγούδια<br />
κι ούτε που έβαζε στον νου την καταχνιά<br />
με τόσους ήλιους που φυτρώνανε τριγύρω, σ. 46,</p>
<p>ενώ, στο ποίημα «Στον δρόμο» παρακολουθούμε την επιστροφή ενός ναυαγού (με την ευρύτερη έννοια του όρου) που επέστρεψε από την ερημιά για να βρει μια νέα ερημιά όπου δεν τον περιμένει κανένας:</p>
<p>Κανείς δε γύρισε να δει ποιος τάχα ήρθε.<br />
Σαν να μην έφυγε ποτέ, σαν να μη γύρισε</p>
<p>αθέατος στεκότανε στον δρόμο, σ. 48.<br />
Όλά αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαδρομές της μνήμης που συμπορεύεται με τη λήθη, μια μνήμη που έχει σπάσει σε κομμάτια, όπως τα αρχαία αγάλματα, τα λειψά, με τα χαμένα τους μέλη που, κάποτε, ίσως, ήταν σώματα ζεστά, ίσως και όχι:<br />
Αυτά που τότε σ’ αγκαλιάζαν μαθημένα<br />
στη γεωγραφία της αγάπης και του έρωτα<br />
κι ήτανε τόσο απαλά μες στη στοργή τους.</p>
<p>(Ή μήπως όχι, ήταν πάντα τόσο πέτρινα<br />
τόσο αλύγιστα, ψυχρά. Ποιος να θυμάται), σ. 50.</p>
<p>Στην επόμενη ενότητα, ο τίτλος της οποίας είναι και ο τίτλος του βιβλίου, ο χρόνος σαν φρούτο που έπεσε απ’ το κλαδί κι αποκομμένο από του δέντρου τους ζωτικούς χυμούς έλιωσε, ο νεκρός χρόνος δηλαδή, ανεγείρεται, ανασταίνεται μέσα από τη μνήμη κι επιστρέφει ακριβώς στα χρονικά εκείνα σημεία που όριζαν κάποτε τον παράδεισο του ποιητικού υποκειμένου :</p>
<p>Κι εγώ που μήτε ρώτησα πού πάω<br />
μήτε τον κάματο μετρούσα, όταν μάτωνα,<br />
μπροστά τραβούσα σαν ανύποπτο παιδάκι, σ. 53.<br />
Ο λιωμένος χρόνος, όμως, ρέει και μέσα στη ροή του αλλάζει, λαμβάνοντας διαφορετική κάθε φορά υπόσταση και ορισμούς. Ο ποιητής παραθέτει τέσσερις, οι οποίοι, ασφαλώς, θα μπορούσαν να είναι και περισσότεροι. Παραθέτω έναν από αυτούς.</p>
<p>Λιωμένος χρόνος είναι ο χρόνος που κυλά,<br />
που χάνεται μεμιάς, που επιστρέφει, σ. 55.<br />
Ο λιωμένος χρόνος κυλάει μέσα στις φλέβες του ποιητικού υποκειμένου και κάνει την καρδιά του να χτυπά στον ξέφρενο ρυθμό της παιδικής ηλικίας:</p>
<p>γλυκές φωνούλες παιδικές<br />
γρήγορο μέτρημα<br />
κρυφτούλι γύρω στα στενά<br />
με μια λαχτάρα, σ. 57,</p>
<p>ή στον ρυθμό ενός τάνγκο θανάσιμα ερωτικού:</p>
<p>κύκλους να σκάβουν τα τακούνια μαχαιριές,<br />
στο στριφογύρισμα λυγμός,<br />
ανατριχίλα.</p>
<p>Κεριά λιωμένα αγκαλιά, δαντέλα διάφανη<br />
το σφιχταγκάλιασμα αιφνίδιου θανάτου, σ. 60-61.</p>
<p>Ποιήματα νοσταλγικά βαδίζουν με παπούτσια πάνινα, προφανώς παιδικά, σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια:<br />
Πόσον καιρό έλειψα αλήθεια,<br />
πόσο άργησα;<br />
Αγνώριστος πια προσπερνώ,<br />
τι κι αν δακρύζω, σ. 58.</p>
<p>Όλα είναι αγνώριστα, εφόσον ο κόσμος εκείνος χάθηκε οριστικά ή, για να το πούμε διαφορετικά, άλλαξε παντού και δραματικά, παντού, εκτός από τη φαντασία του ποιητή που αστείρευτη δεν σταματά να δημιουργεί συγκλονιστικά στιγμιότυπα ομορφιάς, αυτά που ο νεκρός χρόνος δεν μπόρεσε να κρατήσει ζωντανά.<br />
Είχε ένα τρέμουλο στα μάτια,<br />
μια βροχή<br />
νερόλακκοι καθρέφτιζαν τον κόσμο<br />
πιο καθαροί κι από γυαλί<br />
σαν μέσα σ’ όνειρο,<br />
που βλέπουν μόνο τα μωρά</p>
<p>κι όπως κοιτούσε,</p>
<p>άφηνε άηχα ποιήματα αγκαλιές<br />
μικρά παράπονα σωρό<br />
στα δυο μου χέρια, σ. 63.<br />
Τυχερή, πραγματικά, η «ανεμοδαρμένη», όποια και αν είναι αυτή, που της χαρίστηκαν τέτοιοι στίχοι. Τυχερή και η Ελένη:<br />
Δεν ήταν κύμα</p>
<p>εκτός κι αν ήταν παφλασμός, μικρό στεφάνι<br />
του νερού που κελαρύζει</p>
<p>μια συγχορδία των ανέμων σ’ άρπα γυάλινη<br />
μια πιτσιλιά λευκή στο μπλε<br />
π’ αχνοφεγγίζει, σ. 69.<br />
Ο ποιητής σαν ένας πιστός της θρησκείας των ονείρων συμμετέχει στα γεμάτα συμβολισμούς απόκρυφα μυστήριά τους μεταφέροντάς τα αύτανδρα από τον βυθό του υποσυνείδητου στη συνειδητή επιφάνεια:<br />
Βαθιά φωνή<br />
μιλούσε και με κοίταζε<br />
αγκαθερής βατομουριάς εικόνα είχα<br />
ώριμοι τόσο οι καρποί<br />
ποιος να τους γεύτηκε</p>
<p>πάνω της ξάπλωνα τη σκέψη, μα<br />
πονούσα, σ. 71-72.</p>
<p>Η ενότητα θα κλείσει με το ποίημα «Διάφανα κεριά», από το οποίο δεν θα παραθέσω ούτε ένα στίχο. Θα πω ότι και μόνο αυτό το ποίημα να είχε γραφτεί η συλλογή αυτή θα ήταν ολοκληλωμένη.</p>
<p>Στην τελευταία ενότητα με τίτλο «Της νύχτας δρώμενα» ο ποιητής καταλαβαίνει πως τα αποθέματα της ποιητικής του ενέργειας τελειώνουν και περίλυπος βλέπει το εσωτερικό κενό που αρχίζει να χάσκει μπροστά του:<br />
Τώρα που είπαμε τα πάντα τι θα γίνουμε, σ. 90.<br />
Το ματωμένο αυτό ταξίδι στις «άγρυπνες ώρες» της δημιουργίας: Κι εγώ που μ’ αίμα γέμιζα την πένα μου χαράματα, σ. 93, όσο επίπονο και αν ήταν άλλο τόσο έτρεφε την πείνα της ακόρεστης ανάγκης του δημιουργού. Πολύ χαρακτηριστική και ωραία ζωγραφισμένη είναι αυτή η εικόνα στο «μαύρο ποίημα», που αφιερώνεται στον ομότεχνο και φίλο του ποιητή Κώστα Ριζάκη:<br />
Το ποίημα εξείχε απ’ το χαρτί και το τραπέζι του<br />
κουλουριαζόταν επικίνδυνα στα πόδια<br />
σφύριζε πένθιμο σκοπό, λυγιόταν, χόρευε<br />
αργοκατάπινε τους τοίχους και τις πόρτες.<br />
Κι όταν δεν είχε τι να φάει πήρε και ξάπλωσε.<br />
Είμαι ολάκερος ο κόσμος σου, του είπε.<br />
Το παρελθόν και το παρόν μες στο στομάχι μου<br />
το μέλλον, ήταν μόνο μιαν ελπίδα., σ. 91.</p>
<p>Το τέλος του ταξιδιού σημαίνει επιστροφή στα γνωστά χειμωνιάτικα λιμάνια της ερημιάς:<br />
πώς κάτω πάλι απ’ τα χαρτιά σου να πλαγιάσεις<br />
μικρό παιδί, παντοτινά έρημο έμεινες, σ. 89.</p>
<p>Με απολογιστική και απολογητική διάθεση ο ποιητής αξιολογεί και αναπολεί, παράλληλα, αυτό το τραγούδι που έγραφε νύχτες και νύχτες μέχρι οι σιωπηλές νότες του, ως ολοκλημένη πια σύνθεση, να φτάσουν εκεί που ο Καβάφης θεωρούσε κάτι περισσότερο από αρκετό για έναν ποιητή:</p>
<p>Έφτασε βλέπεις η στιγμή η πολυπόθητη<br />
δίχως σχοινιά μόνο με γόνατα και χέρια<br />
π’ ανέβηκες στο πρώτο σου σκαλί, σ. 95.</p>
<p>Προφανώς, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, όλα έχουν, ίσως, ειπωθεί:</p>
<p>Τα πάντα έχουν ειπωθεί φίλε μου, αλίμονο…<br />
Ίσως θα πρέπει να σωπάσουμε κι οι δυο.<br />
Άλλοι τα είπαν πιο μπροστά κι όπως τους πρέπει, σ. 92.</p>
<p>Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δεν έχει ειπωθεί με τον ίδιο τρόπο και αυτό είναι που κρατάει τη φλόγα της ποίησης ζωντανή. Αυτό κάνει και ο «Λιωμένος χρόνος» του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, ο χρόνος, δηλαδή, που δεν πάγωσε όταν έπρεπε για να κρατήσει μέσα στους πολύτιμους κύβους του όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα δώρα που η ζωή κάποτε του είχε χαρίσει. Ο ποιητής, όμως, με αυτή του την κατάθεση κατάφερε αυτό που η ίδια η πραγματικότητα δεν μπόρεσε να κάνει, να παγώσει τον χρόνο, δηλαδή, κρατώντας για πάντα αυτή την πολύτιμη στιγμή της δημιουργίας και να μας χαρίσει μια δουλεμένη με πολύ κόπο και λεπτεμέρεια ποιητική σύνθεση, ένα εξαιρετικό ποιητικό βιβλίο.<br />
Η αφοριστική ομολογία ότι: Δεν πολεμιέται ο καημός με στίχους μόνο, στο ποίημα «Της νύχτας δρώμενα», σ. 89, θα μπορούσε να είναι και η πικρή κατακλείδα αυτού του εσωτερικού μνημονικού ταξιδιού προς την αυτογνωσία.</p>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΚΡΑΝΙΔΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 30/1/2024</p>
<p>Δημήτρης Παπακωνσταντίνου «Λιωμένος Χρόνος», εκδ. Ρώμη</p>
<p>Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στην 8η ποιητική του συλλογή με τίτλο Λιωμένος Χρόνος, μας καλεί να περιηγηθούμε ανάμεσα στα 62 ποιήματα και ελεύθεροι να ανταμώσουμε στα μονοπάτια που ο χρόνος θα μπορούσε να είναι φίλος αλλά και εχθρός. Ο δρόμος και η δύναμη της σύνθετης απλότητας στις εικόνες που δημιουργεί ο ποιητής, κυριαρχεί σε όλη τη συλλογή. Μέσα στο φως της πολύπλοκης γραφικής συνθήκης που επιλέγει συνειδητά ή ασυνείδητα ο ποιητής, σε συνδυασμό με τις λιτές λέξεις και τα μεταφορικά σχήματα δημιουργεί ένα οικείο περιβάλλον ή διαφορετικά θα μπορούσαμε να πούμε πως κάθε του λέξη και εικόνα μας κάνει να νιώθουμε μια εγγύτητα, μια ζεστασιά. Μας οδηγεί στο να δυναμώσουμε ή να καταβυθιστούμε ανάλογα με την ένταση των ρημάτων που κυριεύουν κάθε του ποίημα.</p>
<p>Ο τίτλος του βιβλίου «Λιωμένος χρόνος», μοιάζει να μας συστήνεται ως οντότητα, σαν να θέλει να μας παρασύρει χρονικά σε κάτι που δεν μετριέται αλλά σε κάτι που χάνεται ή παραμορφώνεται. Η ύλη, η πράξη, η ζωή, ο έρωτας, η αγάπη σαν όλα να ταλαντεύονται με τους χτύπους των ρολογιών ή της καρδιάς. Τι μας διαπερνά ή τι δεν πέρασε ποτέ ανάμεσα μας, τι δεν παρατηρήσαμε ή τι προσπεράσαμε, αφήνοντας το στα χέρια του χρόνου.</p>
<p>Πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου ξεκίνησα να παρατηρώ το εξώφυλλο, ένα εικαστικό έργο του ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας Διονύση Στεργιούλα, ένα σκίτσο γεμάτο αντιθέσεις που μοιάζει να είναι συμβατό με τον τίτλο. Ένας λαβύρινθος όπου κυριαρχεί το μαύρο και το λευκό. Ποιά γραμμή διέρχεται για να αγκαλιάσει ή να απωθήσει την επόμενη; Μοιάζει να απεικονίζεται κάθε συνάντηση πραγμάτων και ανθρώπων που μέσα σε όλα αυτά διέρχεται ο χρόνος ή ίσως ο λιωμένος χρόνος.</p>
<p>Στο προλογικό σημείωμα της ποιητικής συλλογής ο ποιητής, πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Ρούσκας μας παραθέτει ένα κείμενο και μια σχηματική ακτινογραφία του Λιωμένου Χρόνου με την ποίηση να διέρχεται ανάμεσα από τις σταθερές του παρελθόντος και του παρόντος, οι οποίες προωθούνται από το κύμα του χρόνου, δημιουργώντας μια αίσθηση διαπραγμάτευσης στο χώρο που τοποθετούμαστε καθημερινά ως άνθρωποι. Και έτσι μας αφήνει να σκεφτόμαστε πριν καν προχωρήσουμε στον πυρήνα του βιβλίου.</p>
<p>Με μια προτροπή λοιπόν και σαν μικρό χαιρετισμό ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου αφήνει τις πρώτες του λέξεις σε μια λευκή σελίδα γεμάτη βάρος…</p>
<p>Κοίτα μη χάσεις κι άλλη άνοιξη , μου είπε</p>
<p>κι ένιωσα εύπλαστο πηλό τον χρόνο μέσα μου</p>
<p>Και συνεχίζει αφιερώνοντας με ελπίδα</p>
<p>Σ’ όσους απόμειναν παιδιά</p>
<p>Και όλα ξεκινούν με την πρώτη ενότητα της συλλογής ’’ Ώρες Αγρύπνιας.’’ Οι Ώρες Αγρύπνιας έρχονται να μας σκεπάσουν γλυκά με τα παγωμένα χέρια της νύχτας. Ποιοί λείπουν από τα δρώμενα της φύσης που αλλεπάλληλα δημιουργεί καλέσματα για να μας αφυπνίσουν; Και για τον έρωτα; Ποιοί λυπούνται που τα πράγματα που δεν πρόκαμαν να εξελιχθούν ή έστω να ακροβατήσουν στο λιγοστό φώς κάθε αγρύπνιας; Μια αλλεπάλληλη αναζήτηση της αλήθειας και του ψέματος σε σχήματα και προσχήματα που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε από τόπο σε άνθρωπο και από άνθρωπο σε τόπο.</p>
<p>(Προ)σχήματα</p>
<p>Πίσω απ’ αυτά τα σχήματα που χάραξα</p>
<p>θα δεις αν έρθεις πιο κοντά την τεθλασμένη</p>
<p>που αφήνουνε στη σκόνη τα παπούτσια μου.</p>
<p>Θα δεις τις χίλιες εμμονές τους χίλιους κύκλους</p>
<p>μαγγανοπήγαδο η μνήμη και γυρνά</p>
<p>γύρω και γύρω διαρκώς στον ίδιο πόνο.</p>
<p>Θα δεις πού ξάπλωνα ανάσκελα μικρός</p>
<p>για να μιλώ στον ουρανό να καλοπιάνω</p>
<p>τα σύννεφα να φεύγουν να σκορπίζονται</p>
<p>να μη μου βρέχουν την καρδιά να ταξιδεύουν.</p>
<p>Πίσω απ’ αυτά τα σχήματα που χάραξα</p>
<p>θα δεις αν έρθεις πιο κοντά μάτια και μάτια</p>
<p>φίλων παλιών που επιστρέφουνε αθόρυβα</p>
<p>απρόσκλητοι τη νύχτα και μου λένε</p>
<p>πως δεν πειράζει που χαθήκαμε &lt;&lt;τα ΄ χει η ζωή!</p>
<p>φταίει που ήταν εξαρχής μακρύς ο δρόμος&gt;&gt;</p>
<p>Θα δεις αν έρθεις πιο κοντά άσπρο το μαύρο μου</p>
<p>το ψέμα μου γυμνό και την αλήθεια</p>
<p>Θα δεις τα μέσα μου ν΄ανθίζουν να μαραίνονται</p>
<p>θα δεις τον άγγελο, το δαίμονα που κρύβω</p>
<p>Αρκεί να έρθεις πιο κοντά.</p>
<p>Κι αν έρθουν πιο κοντά , ίσως ραγίσουν κάποτε οι άνθρωποι, αντιμέτωποι πλέον με την στιγμή και όχι μονάχα με το σύνολο της ζωής…</p>
<p>Ραγίζουν κάποτε οι άνθρωποι, μου είπες</p>
<p>ξυράφι κόβουν οι καθρέφτες, σε ματώνουν</p>
<p>Μπορεί και να πρέπει να ραγίσουν… Ας μας επιτραπεί το πρέπει, στην πορεία προς την αποκάλυψη και τη συνειδητή επιλογή. Το άνθισμα μετά από κάθε ράγισμα, την έναρξη και την επιμονή μετά από κάθε απογοήτευση, την πίστη. Σε αυτά μας καλεί ο ποιητής να ενδώσουμε στη δεύτερη ενότητα με τίτλο ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ.</p>
<p>Ηλιοτρόπια</p>
<p>Στρογγυλοπρόσωπα λουλούδια κατακίτρινα</p>
<p>ένα προς ένα τρεμοπαίζανε τα μάτια</p>
<p>σηκώναν τα κεφάλια συλλαβίζανε</p>
<p>της μέρας τα ονόματα με γέλια.</p>
<p>Κι εκείνη γκρέμιζε, η τρελή, όλους τους φράχτες της</p>
<p>να μπαινοβγαίνουνε αηδόνια και τραγούδια</p>
<p>κι ούτε που έβαζε στον νου την καταχνιά</p>
<p>με τόσους ήλιους που φυτρώνανε τριγύρω.</p>
<p>Μήτε το φίδι που τρυπώνει στους παράδεισους</p>
<p>Κι ακάλεστο τις νύχτες τραγουδάει.</p>
<p>Δημήτρης Παπακωνσταντίνου</p>
<p>Κι εκεί, ανάμεσα στις ρωγμές του παρόντος αρχίζει να εργάζεται σκληρά ο «Λιωμένος χρόνος» η τρίτη ενότητα του βιβλίου. Φωνούλες παιδικές, το σπιτάκι με την μπλε πόρτα, τα πάνινα παπούτσια, πίσω στο πατρικό. Μοιάζει ο χρόνος να κυλά σε στιγμές συνάντησης, εικόνες οικογενειακές σαν τα παιδιά που τρέχουν. Η θαλπωρή και η ζεστασιά του οικείου, η μυρουδιά του πλατύφυλλου βασιλικού όλος ο χρόνος της στιγμής που δε μετριέται και φεύγει. Όλος ο λιωμένος χρόνος είναι εδώ ανάμεσα μας κάθε μέρα που περνάει, μα όχι μόνο. Ο ποιητής στη ροή των ποιημάτων μοιάζει να δίνει και μια πάλη με τους ογκόλιθους του έρωτα το πάθος λαμβάνει μια ήσυχη ταυτότητα δε φωνάζει μα σκάβει αλλοιώνει κατατρώει το χρόνο και τον λιώνει</p>
<p>Έλα, ας πεθάνουμε της είπε,</p>
<p>Ήρθε η ώρα..</p>
<p>Το γυμνό σώμα, ο νους που χάνεται στο πάθος όλα γυρίζουν στον τροχό της αγωνίας στο ξόδεμα του ονείρου που μοιάζει να είναι μάταιο.</p>
<p>Για Κάποια Ελένη</p>
<p>Δεν ήταν κύμα</p>
<p>εκτός ήταν παφλασμός, μικρό στεφάνι</p>
<p>του νερού που κελαρύζει</p>
<p>μια συγχορδία των ανέμων σ’ άρπα γυάλινη</p>
<p>μια πιτσιλιά λευκή στο μπλε</p>
<p>π’ αχνοφεγγίζει.</p>
<p>Πουλί δεν ήταν</p>
<p>Με τη μυτούλα του ψηλά</p>
<p>να πίνει το πρωί δροσιές</p>
<p>να βηματίζει δίχως θόρυβο, να φεύγει</p>
<p>σαν οπτασία αλαργινή, όνειρο διάφανο</p>
<p>σαν φλαμίνγκο ροδαλό,</p>
<p>το φως λουσμένο.</p>
<p>Δέντρο δεν ήταν.</p>
<p>Εκτός κι αν ήταν μια ιτιά.</p>
<p>Θ’ ανάδευε τα χέρια της, θα χόρευε</p>
<p>θα λύγιζε τη μέση ως τη χλόη</p>
<p>κι έπειτα πάλι ορθή, λεπτή, θα μου καμάρωνε.</p>
<p>Η Ελένη ήταν.</p>
<p>Σωστή με σάρκα και οστά</p>
<p>Και καθώς οι σελίδες γυρίζουν φτάνουμε στο τέλος. Φτάνουμε στην τέταρτη ενότητα της συλλογής με τίτλο ‘’της νύχτας δρώμενα’’. Ο ποιητής μοιάζει να είναι χαμένος στην ανάλυση και στην τριβή ανήμπορος να απαντήσει στα γιατί θα επιστρέψει στην αχαρτογράφητη αγκαλιά της ποίησης. Η γραφή, οι λέξεις, οι μνήμες, τα έγκατα της έμπνευσης, οι μονόλογοι. Όλα αυτά που προσδιορίζουν το πόσο μόνος είναι κανείς μέσα σε αυτά .</p>
<p>να γράψω είπε</p>
<p>στερνό να είναι πρώτο</p>
<p>λουλούδι που γελούσε</p>
<p>Το όνομα της μ’ αίμα.</p>
<p>Τα αμφισβητεί όλα, την ποίηση, τη γραφή και την ίδια στιγμή τα αγκαλιάζει σαν να είναι παιδιά του.</p>
<p>Μα είναι παιδιά του.</p>
<p>Και πάλι μας φέρνει αντιμέτωπους με τα ερωτήματα…</p>
<p>Μήπως η τέχνη είναι η απάντηση στον ερπυστριοφόρο λιωμένο χρόνο;</p>
<p>Μήπως η δημιουργία να είναι η αναγέννηση της ελπίδας;</p>
<p>Η μήπως η ποιητική αλήθεια συνέχεια προσπαθεί να εξορύξει κοιτάσματα από πηγές που ήδη έχουνε στερέψει;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΙΑΛΕΓΩ ΤΟ ΛΕΥΚΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΟΛΥΜΠΙΑ ΤΣΙΚΑΡΔΑΝΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 15/11/2022</p>
<p>Πορεία στο Χρόνο</p>
<p>Μία ακόμη ποιητική συλλογή του Δ.Π. μας καλεί να συναντηθούμε σε νέους δρόμους γραφής και νέες προσεγγίσεις του βίου και της αλήθειας του, καθώς το ποιητικό υποκείμενο εξελίσσεται διαρκώς.</p>
<p>Οι εμπειρίες της ζωής αλλάζουν, ο ποιητής μετακινείται ψυχικά και νοητικά μέσα στο χώρο και στο χρόνο που τον εμπνέει, μεγαλώνει και ωριμάζει ως άνθρωπος και ως δημιουργός, και ο λόγος του γίνεται συνεχώς, ολοένα και περισσότερο, πιο διεισδυτικός στην παρατήρηση του κόσμου και πιο ευαίσθητος στην αποτύπωση της προσωπικής του ματιάς. Αυτή η ωρίμανση αποτυπώνεται ευδιάκριτα στο τελευταίο ποιητικό έργο του Δημήτρη, με τίτλο «Διαλέγω το λευκό».</p>
<p>Το νέο βιβλίο του Δημήτρη, μπορεί να γίνει η αφορμή να διεισδύσουμε σ’ έναν κόσμο που κινείται σε άλλη διάσταση, και γι’ αυτό, δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης της αξίας του. Ο ποιητικός λόγος, έχει συγκίνηση, μουσικότητα, συναισθήματα, πάθος, αλήθειες ή κρυφά νοήματα, νοούμενα και υπονοούμενα, πράγματα της καρδιάς και της συνείδησης, τυχαίες αναφορές ή εμπνεύσεις της στιγμής. Κι όλα αυτά χρειάζονται μια νοητική βυθομέτρηση, για να έρθουν στο φως.</p>
<p>Καλούμαστε λοιπόν, να περιηγηθούμε, έστω και βιαστικά, στα φανερά και κρυφά μονοπάτια της γραφής του Δημήτρη, χαραγμένα στη ρευστή σαν άμμο μαγεία των στίχων του, και να πάρουμε μια μικρή γεύση από τις ιδέες ενός αυστηρά ιδιωτικού χώρου, κατοικημένου από τις ανάγκες της ψυχής του ποιητή.</p>
<p>Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, πρώτα από το ίδιο το βιβλίο. Μια προσεγμένη έκδοση, από τις εκδόσεις «Ρώμη», που κοσμείται από έναν πίνακα ζωγραφικής του σπουδαίου δικού μας ζωγράφου, Κώστα Ντιο. Το λευκό φόντο, γίνεται ο καμβάς για να τονιστεί η αντίθεση ανάμεσα στην πολυχρωμία του πίνακα, και στη «μονοχρωμία» του τίτλου.</p>
<p>Ο ποιητής, στον τίτλο «Διαλέγω το λευκό» αποφασίζει να μας κάνει από την αρχή αισθητό το πλαίσιο αναφοράς της ποίησής του. Η αποφασιστικότητα του ρήματος «διαλέγω», υποδηλώνει ότι έχει πλέον έρθει η στιγμή, που ο ποιητής είναι υπεύθυνος και ενεργός στις επιλογές του, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο αυτογνωσίας, και χάρη σ’ αυτό, προτείνει και στον αναγνώστη να πλησιάσει τη δική του θέα στον κόσμο και να συν-κινηθεί στις ράγες της ποίησής του, ή ακόμη και να συγκινηθεί με τα συναισθήματα που αποπνέει. Όσο για τη σημειολογία του «Λευκού», είναι μάλλον προφανές πως δηλώνει πως επιλέγει την αθωότητα σε έναν κόσμο ακατανόητης ενοχής, τάσσεται συνειδητά με την αγνή και καθαρή πλευρά της ζωής σ’ έναν κόσμο που μας βομβαρδίζει συνεχώς με το μαύρο, ή διαλέγει τη λευκότητα μιας άγραφης σελίδας που τον καλεί να γράψει και να λυτρωθεί, αντί να βουλιάζει στη μεμψιμοιρία και στις γκρίζες σκέψεις. Διαλέγει το όνειρο, τους στίχους, και το φως.</p>
<p>«Διαλέγω το λευκό, το φρέσκο χιόνι<br />
Το άγραφο χαρτί μου που μουρμούριζε</p>
<p>……………………………….</p>
<p>Διαλέγω το κενό, το δίχως όνομα<br />
Το όνειρό μου που αδέσποτο γυρνούσε</p>
<p>……………………………………</p>
<p>Κάθε ανείπωτο ζητώ κι αχαρτογράφητο<br />
Αν μου δοθεί ποτέ η χάρη να διαλέξω.</p>
<p>Στο έργο του διακρίνουμε επιρροές που ξεκινούν από την ποίηση του μεσοπολέμου και φτάνουν ως τους σύγχρονους δημιουργούς της μεταμοντέρνας αισθητικής. Γνώστης των νέων ποιητικών τάσεων, όπως της ποίησης χαϊκού αλλά και φίλος πολλών σύγχρονων ποιητών, ζυμώνεται διαρκώς στο πλαστήρι της ποιητικής δημιουργίας, ψάχνει τις αλήθειες του, σχηματοποιεί τις ιδέες του κατασταλάζει, και αφήνει ένα γνήσιο και αυθεντικό αποτύπωμα, άλλοτε ως ποιητής των ψιθύρων και της επιφύλαξης και άλλοτε ως ποιητής του ήλιου και του φωτός, ενώ με την τελευταία του συλλογή γίνεται ο ποιητής της επιμονής στον «άλλο δρόμο» του Σαχτούρη. Σ’ αυτόν, του καθαρού βλέμματος απέναντι σ’ έναν κόσμο που θολώνει το νου και την ψυχή, μα βρίσκει καταφύγιο στην αγάπη.</p>
<p>Από το πολύστροφο ποίημα «Θέλει καιρό»<br />
«Σαν μουσική παλιά θα μπαίνεις στο δωμάτιο<br />
μια λα μινόρε σε κιθάρα νυσταγμένη<br />
πάνω σε τοίχο το στιχάκι που αναφλέγεται<br />
το φως στα βάθη του μυαλού θα φέρνεις πάλι,<br />
φωτιά, ομπρέλα λαμπερή, πυροτεχνήματα<br />
κι αλαφιασμένος θα σε λέω τότε αγάπη.»</p>
<p>Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη με ποιήματα διαφορετικού περιεχομένου για το οποίο σε προετοιμάζουν οι τίτλοι τους. «Άχρωμες μέρες», «Γλυκό σκοτάδι» και «Ανεπίδοτη θλίψη». Στις άχρωμες μέρες, επαναλαμβάνεται η ανάγκη για συναισθηματική πολυχρωμία, στο γλυκό σκοτάδι ακολουθούν νυχτερινές διαδρομές της ψυχής σε σχήματα πλούσιου λυρισμού και ερωτισμού, και στο τελευταίο μέρος της Ανεπίδοτης θλίψης, καταλήγει σε ποιήματα διαμαρτυρίας για τη «χαρά που ξεμακραίνει»…</p>
<p>«Μη μου χτυπάς, δε μένω εδώ, δες στην εξώπορτα<br />
δε γράφει στο κουδούνι τ’ όνομά μου<br />
δε μένω εδώ, πάει καιρός που γι’ άλλα τράβηξα<br />
άλλες πορείες κάθε αυγή μου δείχνει ο ήλιος.»</p>
<p>Ο στίχος των ποιημάτων του, είναι πάντα ελεύθερος, με απουσία μέτρου και ομοιοκαταληξίας, με κυρίαρχο τον πλούτο των εικόνων, ομοιόμορφος, απλός, κρουστός και καίριος μαζί. Κάπου κάπου, παραβιάζει τη χωροχρονική διαδοχικότητα, και μπλέκει τις τρεις διαστάσεις του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον, συνδέοντας άρρηκτα τα καθοριστικά σημεία της ζωής και της μοίρας. Άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε με υπαινικτικότητα, διατυπώνει σκέψεις και συναισθήματα, συχνά με έμφαση στο παράλογο, ενώ η πολυσημία των λέξεων και οι τίτλοι των ποιημάτων του, μας καλούν στο ταξίδι της ποιητικής μέθεξης, μας προϊδεάζουν, και μας οδηγούν σταθερά σε μια αισθητή και αρρενωπή ευαισθησία, που πηγάζει άμεσα απ’ τα ερεθίσματα της ζωής. Στο ποίημα «Σκιά του φόβου», με εμφανείς τις Καβαφικές επιρροές ως προς την πικρία του απολογισμού ζωής, διαβάζουμε:</p>
<p>«Και τώρα, πώς να σου το πω, αστείο φαίνεται,<br />
Πενήντα χρόνοι σιωπηλοί περάσαν έτσι<br />
Πίσω από πόρτες σφαλιστές<br />
…………………………….</p>
<p>Και τώρα πες μου, πώς θα ζήσουμε που έμαθα<br />
Πως δε μας πρόσεχε κανείς ,μήτε νοιαζόταν…»</p>
<p>Τα θεματικά μοτίβα που συναντάμε σε όλο το ποιητικό του έργο, κινούνται κυρίως στο χώρο της υπαρξιακής αγωνίας, της φιλοσοφικής αναζήτησης, της εύθραυστης αρμονίας του κόσμου, της απαισιοδοξίας, της φυγής και της ανθρώπινης συνομιλίας. Η αμεριμνησία του χρόνου, η λειτουργία των χρωμάτων, η ματαίωση των προσδοκιών της ζωής, η αγρύπνια του ποιητή για το αύριο, η ανησυχία του για τη νέες μορφές ανελευθερίας, η νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα, η προσήλωση στην αξία του ερωτικού συναισθήματος, η ανάγκη διαφυγής, η πικρία των διαψεύσεων, και η ασφυξία από τη ρηχότητα των πραγμάτων, οδηγούν τον ποιητή στην αναζήτηση νοήματος στο όνειρο και στην ποίηση.<br />
Η έμφαση στην κοινωνική διάσταση των προβλημάτων που αναγνωρίζει ο ποιητής, είναι πια πιο έντονη και δείχνει μια αυξημένη κοινωνική ευαισθησία. Έτσι, το ατομικό βίωμα εξελίσσεται και γίνεται κομμάτι του συλλογικού και τελικά του πανανθρώπινου. Ποίημα «Νήπιοι»</p>
<p>«Αχ η αλήθεια σκοτεινή κι άγνωστη στέκεται<br />
Μόνο στον ύπνο αντικρίζω τη σκιά της<br />
Μα στρέφει γρήγορα το πρόσωπό της, χάνεται<br />
Και η χαρά γι’ αλλού τραβάει και ξεμακραίνει…»</p>
<p>Λέξεις κλειδιά για την ερμηνευτική προσέγγιση της ποιητικής γραφής του Δημήτρη, είναι ορισμένα σταθερά αντιθετικά ζεύγη, όπως: φως-σκοτάδι, γκρίζο-λευκό, αλήθεια-ψέμα, θλίψη-χαρά, γέλιο και κλάμα, πρωί-βράδυ, αθωότητα-ενοχή, φυλακή-απόδραση, ο εαυτός και ο άλλος, παρελθόν-μέλλον, όνειρα-διαψεύσεις, παιδικότητα-ενηλικίωση, ύπνος-αγρύπνια, μνήμη-λήθη, Λόγος και σιωπή.</p>
<p>Από το ποίημα «Αν είναι ψέμα απατηλό»<br />
«Κι αν είναι ψέμα απατηλό, κι αν είναι όνειρο<br />
Ποιος τάχα θέλει να ξυπνήσει να το χάσει<br />
Είπα γελώντας μοναχός και δε μετάνιωσα<br />
Πενήντα χρόνους που φευγάτος έχω ζήσει….»</p>
<p>Το ερωτικό συναίσθημα, ως ταξίδι στο άπειρο, ως διαρκές ζητούμενο που κάποτε μένει ανικανοποίητο, ή ως πεπρωμένο που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, μπαίνει στο κέντρο της ποιητικής έμπνευσης και αποκαλύπτει ένα τρυφερό συναισθηματικό υπόβαθρο που αποθεώνει το ερωτικό φαινόμενο με τη στενή αλληλεξάρτηση του εγώ από το εσύ, φτάνοντας στην πεμπτουσία του ερωτικού συναισθήματος που είναι η γαλήνη της αγάπης.</p>
<p>«Θέλει καιρό»<br />
Θέλει καιρό, υπομονή η αγάπη πάντοτε<br />
Κι ας ξέρουν να μιλάνε τα κορμιά μας<br />
Την άγρια γλώσσα της φωτιάς, της προσμονής:<br />
Ασθμαίνοντας γεννιούνται και πεθαίνουν.»</p>
<p>Για την αγάπη σου μιλώ, μα ποιος το ξέρει<br />
Ποια μοίρα μας μας κυβερνά, ποια τάχα ανάγκη;<br />
Τι’ ναι που κάνει το φιλί μας πιο γλυκό, τι δηλητήριο<br />
Χρόνους –καιρούς στα ίδια λόγια μου γυρίζω….»</p>
<p>Η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου, που στέκει μετέωρος και ανήμπορος να αντιμετωπίσει τη φίμωση της σκέψης του, την ανελευθερία, τη σύγχυση των ιδεών και τη διάχυτη απαισιοδοξία από τις συμφορές που τον χτυπούν ανελέητα, δεν απουσιάζει από τη θεματική της συλλογής. Δύο χρόνια δοκιμασίας, εγκλεισμού και στέρησης ακόμα και των πιο ουσιωδών δικαιωμάτων μας, δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη καμιά ποιητική ευαισθησία.</p>
<p>Από το ποίημα «Μάτια θα μένεις»</p>
<p>«Έρχονται μέρες θλιβερές, στυφό κυδώνι<br />
Ρόδι το αίμα τους,<br />
κρασί πικρό κεράστηκα.<br />
Θα ‘ναι η ανάσα σου ακριβή,<br />
Στόμα δε θα ’χεις.<br />
Έτσι δεμένος φιμωμένος θα πορεύεσαι…»</p>
<p>Ενώ στη συλλογή «Ο Μέσα Ήλιος» επιμένει στην προστακτική «μείνε» απευθυνόμενος σε ένα σημαντικό εσύ, ως έκφραση της ανάγκης για ανθρώπινη επαφή, με επαναλήψεις που υποδηλώνουν πολλαπλασιαστική ευαισθησία, στην παρούσα συλλογή, ο ποιητής καταλήγει να ψιθυρίζει επίμονα, την προστακτική «Φύγε» στο ομώνυμο ποίημά του. Μια ενδόμυχη τάση φυγής κινεί τα νήματα της σκέψης του, και συμβουλεύει πιο πολύ τον εαυτό του παρά τον συμπάσχοντα αναγνώστη, να φύγει απ’ τα δεσμά που δεν αφήνουν την ψυχή να ανοίξει τα πανιά της για το γέλιο.</p>
<p>«Κάποτε σπάζουν τα δεσμά<br />
Τρίβουν και τρίβονται<br />
Σκόνη στα δάχτυλα κυλούν<br />
Σου λένε «Φύγε».<br />
Έξω γιορτή σε καρτερά<br />
Ο ήλιος γέλιο σου<br />
Λουλούδια κόκκινα φιλιά<br />
Της μέρας μάτια…»<br />
για να τελειώσει με το δίστιχο:<br />
«Γονατισμένος μες τη λάσπη<br />
Χρόνια ζούσες.»</p>
<p>Ο πνιγμός της εποχής, η απόδραση από την ανέπνευστη ζήση, η δημιουργική απαισιοδοξία και η αγρύπνια της ψυχής, η δύναμη των ονείρων, η αναζήτηση του εαυτού και η εναγώνια προσπάθεια να μείνει πιστός στο όραμα ενός νοηματισμένου βίου, διατηρώντας ταυτόχρονα την κοινωνική ευαισθησία που του επιβάλει η εποχή και η συνείδησή του, συνθέτουν την κοσμοθεωρία του ποιητικού υποκειμένου που κλείνει κομμάτια του ψυχικού του βίου σε στίχους λυτρωτικούς, με συναισθήματα υψηλής θερμοκρασίας.</p>
<p>Σημειώνω μερικούς που διάλεξα:<br />
«Οι μέρες ίδιες στη σιωπή, μα πώς δεν το ’νιωσες;»<br />
«Ένα συν ένα η καρδιά μας δε γνωρίζει»<br />
«Ήμουν παιδί έναν καιρό κι έπειτα γέρασα.<br />
«Ήταν πρωί μα πότε έφτασε το βράδυ»<br />
«Θέλει καιρό κι υπομονή το καλοκαίρι»</p>
<p>Και κλείνω, με ένα δίστιχο της τελευταίας σελίδας που επικυρώνει την αρχική δήλωση του τίτλου, ότι ο ποιητής διαλέγει το λευκό. Ο ποιητής διαλέγει την πορεία του στο χρόνο, διαλέγει να είναι αληθινός, χωρίς παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, γράφει για να σηκώσει κάποιες άκρες της αλήθειας, ακόμα κι αν χαθούν.</p>
<p>Κι αν η ζωή συχνά κυλάει ερήμην μας, εκείνος αντιστέκεται στη φθορά που προκαλεί ο χρόνος, η πονεμένη μνήμη, και η ματαίωση.</p>
<p>«Είμαι εγώ και το ξέρω. Τίποτ’ άλλο δεν έστερξα.<br />
Τίποτ’ άλλο δεν πρέπει στο παρόν μου και στο μέλλον μου»</p>
<p>Αγαπημένε μου φίλε Δημήτρη, είμαι σίγουρη πως το μόνο που σου πρέπει, είναι να αφήσεις ζωντανό το αποτύπωμά σου με λέξεις στο χρόνο. Κι όσο εσύ θα διαλέγεις τα λευκά που θα μας συγκινούν, τόσο εμείς θα βουτάμε στην πολυχρωμία των στίχων σου για να ξεφύγουμε απ’ τις άχρωμες μέρες που δεν διαλέξαμε….</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 23/6/2021</p>
<p>Ασκήσεις ενσυναίσθησης με κοινωνικό προσανατολισμό και νεοπλατωνικό πρόσημο</p>
<p>Πενήντα στιγμές, δίπτυχες οι περισσότερες, δίδυμες, αφηγηματικές, σε άλλο τόνο με αντικατοπτρικές παραλλαγές. Ασκήσεις ενσυναίσθησης με κοινωνικό προσανατολισμό και νεοπλατωνικό πρόσημο.</p>
<p>Η εσωτερική έρημος των αποξηραμένων αισθημάτων αναζητά το Επέκεινα προκειμένου να αποτινάξει τη σκόνη και την λευκότητα της παραίτησης, των γηρατειών, της παρατεταμένης σιωπής, της μοναξιάς που ελπίζει μόνο στην αστική καταιγίδα για να ξεπλύνει την πόλη και τις ματιές.</p>
<p>Το νερό, πρώτο στοιχείο κι ύστατο, καταδικασμένο να εκδηλώνει την οργή θεών και δαιμόνων ενάντια σε ανθρώπους-μυρμήγκια που δεν συνειδητοποιούν την κατάντια, την εθελοδουλία τους.</p>
<p>Απομυθοποίηση των πάντων, όχι όμως για τη χαρά της αποδόμησης αλλά για την κατά-στροφή της Τύχης που απειλεί να μας κατακάψει, ενώ εμείς αποζητάμε λίγη αγάπη, τρυφερότητα έστω, αποδοχή. Ξημέρωμα, εξημέρωση των αισθήσεων, που δεν έχουν πια κάτι το σαρκικό αλλά την διαπερατότητα υδαρών ονείρων, εντοιχισμένων στο πουθενά κι ερωτοτροπούντων με το τίποτα.</p>
<p>Δεν διακατέχεται από άγχος κενού ο μογιλάλος ποιητής με το κοινό όνομα Δημήτρης Παπακωνσταντίνου.</p>
<p>Αντιθέτως, γεωμετρεί το χάος έξωθεν ενώ επιμελείται την εσωτερική ευταξία με ιδιαίτερη προσοχή.</p>
<p>«Μαθηματικός» ο στίχος του, δομημένη η αφήγησή του, μουσικές παρηχήσεις και επιμελημένα ατημέλητες συνηχήσεις προδίδουν ένα «χτένισμα» του κειμένου που δεν συνηθίζεται στη συνήθως βιαστική νεοελληνική ποίηση.</p>
<p>Χωρίς να γίνεται δούλος του νοήματος, ανασαίνει στις σιωπές ένας λόγος ποιητικός αρθρωμένος κι ενδελεχής στην εξομολογούμενη ανημπόρια του εκφράσει το Άφατο και τα κινήματα μιας ψυχής που ονειρεύεται διαστάσεις και καταφεύγει σε λεπταισθητότερα χωροχρονικά συνεχή.</p>
<p>Ακόμα και ποιητική ανάπλασης της επιστημονικής μας γνώσεις για τις μαύρες τρύπες διεμβολίζεται σε αυτό το μυθολογικό σύμπαν, όπου κυριαρχούν οι έννοιες που διατυπώνονται με λέξεις όπως: αμυγδαλιά, ήλιος, νερό, βροχή, γέλιο, έρημος, σκόνη, σιωπή, μοναξιά, ουρανός, φεγγάρι, θίασοι, θέατρο, ρόλοι, μάσκες. Η θεατρική αντίληψη του σύμπαντος ως μακροδομής υποδηλώνει εναλλαγή ενσαρκώσεων, όμως η σωκρατική φυλακή στην γνωστή «παραβολή του σπηλαίου» είναι καθοριστική αυτής της φυγόπονης ποιητικής φυγής.</p>
<p>Εξαιρετική η επιμέλεια του σεπτού τόμου από τον σεμνό Κώστα Θ. Ριζάκη.</p>
<p>Η γλώσσα και τα δεδηλωμένα όριά της πρωταγωνιστούν σε ολάκερη τη συλλογή (και όχι μόνο στο ποίημα «Βαβέλ», της σελίδας 35).</p>
<p>Οι γνωμικές φράσεις δεν περιορίζονται σε δίστιχα αλλά διακτινίζονται σε όλο το σώμα του ποιήματος, που είναι ενιαίο και αδιαίρετο (ακόμα και σε κάθε μία από τις δίδυμες πτυχές του).</p>
<p>Διακριτή τεχνική που υποδηλώνει μαθηματική παιδεία, αν και ο ποιητής Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, που γεννήθηκε το 1967 στη Λάρισα, σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Ζει στην Κοζάνη και εργάζεται ως καθηγητής στην Μέση Εκπαίδευση.</p>
<p>Αυτό που ξεχωρίζει αυτόν τον ταπεινό εργάτη το Λόγου από πολλούς ομοτέχνους του είναι η απουσία εξεζητημένων διανοημάτων και νοητικών ακροβασιών, άστοχων και άτυχων εν τέλει, που προδίδουν ανεπάρκεια των σύγχρονων ποδηγετών να συνομιλήσουν με την απλότητα, ικανή και αναγκαία συνθήκη για να συνομιλήσουμε με τον εαυτό μας και με την Συλλογική Συνειδητότητα ίσοις όροις.</p>
<p>Μηδενικός ναρκισσισμός, ανύπαρκτος μηδενισμός. Η γοητεία της αναβλύζουσας γραφής συναρπάζει, η πλούσια θεματική καθηλώνει τον αναγνώστη σε ένα εσωτερικό ταξίδι, απρόβλεπτο και με άλλους κάθε φορά προορισμούς.</p>
<p>Πρόκειται για ένα «ανοικτό κείμενο», αφού ο τεχνίτης του αρνείται να συμβιβαστεί με καθεστηκυίες πρακτικές και φρούδες καταστάσεις, ενστερνιζόμενος ιδέες αδιέξοδες για τους πολλούς, όχι όμως και για τους χορτάτους της ηδονής του συν-γράφειν, δια-γράφειν, επί-γράφειν, από-γράφειν…</p>
<p>Σημαντικός λόγος για την μουσική πληρότητά του. Ρυθμολογία τακτική πάνω σε δρόμους χαραγμένους από τους παλαιούς γίγαντες.</p>
<h5><strong>ΣΕΒΑΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 29/11/2022</p>
<p>«Θα παλέψουμε, θα σκονιστούμε, θα κουραστούμε<br />
και αποκαμωμένοι ίσως ξαποστάσουμε»</p>
<p>Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου «Δρόμοι στη σκόνη» κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Πρόκειται για ένα σώμα από 50 ποιήματα, αφιερωμένα «Σε όσους ορκίστηκαν να αντέξουν κι ας σκονίστηκαν». Ήδη από την αφιέρωση, υποψιαζόμαστε τον κύριο άξονα που διατρέχει όλους τους στίχους της συλλογής. Μας θυμίζει εκείνο το παιχνίδι των παιδιών, «Άντεξε», φωνάζουν και βάζουν ο ένας τον άλλο σε μια δοκιμασία. Μας φανερώνει μια πτυχή αγωνιστικότητας, επίμονης προσπάθειας, ένα κάλεσμα σε μια μορφή αγώνα και μου φέρνει στο μυαλό εκείνες τις κουβέντες των μεγάλων που άκουγα μικρή, του στυλ «Η ζωή είναι αγώνας, να το ξέρεις».</p>
<p>Δρόμοι στη σκόνη. Ποιοι είναι οι δρόμοι; Ποια είναι η σκόνη; Δυο ερωτήματα βασικά που θέτει ο ποιητής και μέσα από τις λέξεις του προσπαθεί να αρθρώσει τον δικό του ποιητικό λόγο και να μιλήσει για την ίδια την πορεία της ζωής και όλα όσα μας διαμορφώνουν μέσα σε αυτήν. Δρόμος κακοτράχαλος η ζωή, ταξίδι σε οργισμένη θάλασσα, μας λέει ο ποιητής στο ποίημα «Ο Δρόμος μου» και στο «Δεν ξέρεις». Ως γαλέρα εμφανίζεται η ζωή στο «Δέηση» και ως χαρακώματα στο ομώνυμο ποίημα. Αν ο κύριος δρόμος της ζωής μας διακλαδίζεται σε επιμέρους μονοπάτια και σοκάκια, πόσο αυτά που θα συναντήσουμε διαμορφώνουν και επηρεάζουν την προσωπική μας ολοκλήρωση; Ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη ξεδιπλώνεται μέσα στα ποιήματα αυτά απόλυτα σύγχρονος, επίκαιρος, κατανοητός και άμεσα συνδεδεμένος με τις ανησυχίες μας και τα θέλω μας. Αναφέρεται στον δρόμο του καθημερινού ανθρώπου σε οποιοδήποτε τόπο, σε οποιαδήποτε εποχή· στο κέντρο βρίσκεται ο άνθρωπος που αναζητάει όχι μια απλή επιβίωση αλλά μια ουσιαστική προσέγγιση της ζωής, προσπαθώντας να κρατηθεί άνθρωπος και να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα παρόλα τα προβλήματα που μπορεί να εμφανίζονται στον δρόμο του.</p>
<p>Κι η σκόνη; «Σκόνη παντού κι ασπρίζουν τα παπούτσια μου/ασπρίζουν τα μαλλιά μου» διαβάζουμε στο «Η τριλογία της βροχής ΙΙ». Ποια είναι η σκόνη; ρώτησα τον Δημήτρη σε μια μικρή συνέντευξη που μου έδωσε για το περιοδικό Γραφίς Γαλατινής. «Σκόνη είναι ό,τι μας λερώνει. Ό,τι αφήνει σημάδια πάνω μας. Ό,τι μας κάνει να δακρύζουμε. Ό,τι μένει σαν βάρος στο στήθος κι επανέρχεται απροειδοποίητα, ακόμα και μέσα στον ύπνο. Αν είμαστε στοιχειωδώς ευαίσθητοι, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε αδιάφορα τον πόνο των άλλων.», μου είπε. Η σκόνη λοιπόν εμφανίζεται ως αγριοχόρταρα, ρίζες βαθιές και πέτρες ασήκωτες στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Ο Δρόμος μου» αλλά και ως κύματα, άνεμοι στο «Δεν ξέρεις».</p>
<p>Πόσο μας επηρεάζει η σκόνη; Πόσο μας διαμορφώνουν όλα αυτά που ζούμε; Πόσο προσδιορίζουν τη ματιά μας στον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα; Τόπος έναρξης ο τόπος μας, αυτός που πρωτοαντικρύσαμε, μας λέει ο Δημήτρης στο ποίημα «Λάρισα». Από εκεί ξεκινάμε, αλλά είμαστε πολύ γρήγορα επισκέπτες και πλάνητες και οδοιπόροι (Πλάνητες). Και ναι, μας διαμορφώνουν γιατί πάντα «πίσω κοιτάζουν τα τραγούδια μας/στήνουν τ΄ αυτί στο χώμα για να ακούσουν/παλιές δονήσεις των βημάτων που ξεμάκρυναν», μας λέει στο ποίημα «Στη σκόνη». «Η μνήμη είναι πολύ σημαντική», εκμυστηρεύεται ο Δημήτρης στην ίδια τη μικρή συνέντευξη και συνεχίζει: «Η ποίηση πάντα πίσω κοιτάζει στα περασμένα. Σπάνια στρέφει το βλέμμα της μπροστά ως “λόγος προφητικός”. Πίσω μας βρίσκονται όλα όσα μας διαμόρφωσαν: Είναι οι μυλόπετρες από τις οποίες περάσαμε. Οι Συμπληγάδες κάποτε. Ίσως ακόμα τα χέρια, που τρυφερά και με αγάπη μάς άγγιξαν· δεν περάσαμε μόνο βάσανα, αλλά και χαρές. Χωρίς μνήμη, δεν θα είχαμε την παραμικρή πιθανότητα ν΄ αποκτήσουμε γνώση. Ταξίδι χωρίς γνώση τι να το κάνεις;»</p>
<p>Ως άνθρωπος ευαίσθητος ο ποιητής παρατηρεί, βλέπει εικόνες γύρω του, κάνει σκέψεις κι οι σκέψεις αυτές δημιουργούν συναισθήματα κι αυτά με τη σειρά τους άλλες σκέψεις. Τι βλέπει; Για ποια θέματα μας μιλάει; Για τον άνθρωπο, τη μοναξιά (Η Quarentena/Η μοναξιά), τη μοναχικότητα του βίου και τον προσωπικό αγώνα, (Καρφιά), τη διαδικτυακή απομόνωση (Δίκτυα), τη φτώχεια (Χαρτόνια), τη μετανάστευση και την εξαθλίωση, τον φόβο, (Ομόνοια, Οδός Γερανίου, Γραφείο Μετανάστευσης) την αναζήτηση προσωπικής ταυτότητας, την ανάγκη ειλικρινούς γνωριμίας με τον εαυτό μας (Θίασοι, Μάσκες Ι, Μάσκες ΙΙ), την αναζήτηση προοπτικής και κάθαρσης, μιας ουσιαστικής νοηματοδότησης της ζωής (Ανακωχή, Κλεμμένο σύννεφο, Αλάτι).</p>
<p>Τι σκέφτεται; Τι γίνεται τελικά με τον άνθρωπο; Είναι αδύναμος; Είναι δυνατός; Είναι ικανός να απαλύνει τον καθημερινό πόνο; Έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη ζωή του; Υπάρχει ελπίδα; Θα δούμε σε αρκετά ποιήματα να προσδιορίζεται μια μαζική αδυναμία, να παρουσιάζονται οι άνθρωποι ως «μικρά ανώνυμα μυρμήγκια» στα «λαγούμια» (Πομπή) ή «σκυφτοί στα χαρακώματα ανίδεοι, τυφλοί που λησμονούν και δεν ελπίζουν» (Χαρακώματα).</p>
<p>Και τι αισθάνεται; Πικρία, αγωνία, φόβο, αδυναμία, κούραση αλλά στο βάθος σαν να αχνοφαίνεται ένας ήλιος ελπίδας και αισιοδοξίας, ένας ήλιος που ζεσταίνει, ανακουφίζει και παρηγορεί. Αυτά τα συναισθήματα με τη σειρά τους οδηγούν σε άλλες σκέψεις, στο πως θα μπορούσε ο πόνος να απαλυνθεί; Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να βρει την ταυτότητά του, να αποκτήσει νόημα η ζωή του και να υπάρξει ουσιαστικώς;</p>
<p>Πριν ανιχνεύσουμε στοιχεία τοποθέτησης του ποιητή στα παραπάνω ερωτήματα, θα ήθελα να μιλήσω για τις τρεις ομάδες ποιημάτων που διέκρινα στη συλλογή. Μια ομάδα καταγράφει, παρουσιάζει, εικονοποιεί τον δρόμο και τη σκόνη, τα προβλήματα που συναντούμε στην καθημερινή επιβίωση. Μια άλλη ομάδα προσεγγίζει τον αγώνα του ανθρώπου να ανακαλύψει τον πραγματικό του εαυτό, το αληθινό του πρόσωπο, να απαλλαγεί από το προσωπείο που κουβαλά και τέλος, μια τρίτη ομάδα προβληματίζεται κι αναρωτιέται, «τι άραγε ανακουφίζει τον πόνο και δίνει φιλί παρηγοριάς στον άνθρωπο που αγωνίζεται» ενώ ταυτοχρόνως προσπαθεί να ψηλαφίσει αυτές τις μικρές χαραμάδες ελπίδας.</p>
<p>Μπορεί ο ποιητής να πονά και να βλέπει με σκεπτικισμό τα πράγματα αλλά στο βάθος αναβοσβήνει κάποιο φως αισιοδοξίας κι ελπίδας. Πώς απαλύνεται ο πόνος; Πώς αντιμετωπίζεται η σκληρή πραγματικότητα; «Σώπασε, λίγο, ποιητή, πονούνε οι άνθρωποι» μας λέει στο ποίημα «Σώπασε» και φέρνει στο προσκήνιο τη δύναμη της σιωπής. Σίγασε και αφουγκράσου, δες. Κι ύστερα, πάρε τις λέξεις, αυτές θα ονομάσουν και θα νοηματοδοτήσουν, θα σε βοηθήσουν να γνωρίσεις το άλλο και τον άλλον. Μας λέει στο ποίημα «Το κόστος»: «έψαχνε λέξεις στον σωρό, καμιά δεν ταίριαζε» και στο «Η λέξη»: «ποιος θα βρεθεί να πει στη γλώσσα μας πώς λέγεται/η λέξη αυτή η μαγική, κανείς δεν ξέρει».</p>
<p>Τέλος, τονίζεται ιδιαίτερα το άνοιγμα στον άλλον, όπως φαίνεται σε μια σειρά ποιημάτων μέσα από το νοιάξιμο, το δόσιμο, τη συγχώρεση, την αγάπη. Όλα αυτά ανοίγουν τον κύριο δρόμο της κάθαρσης. Ενδεικτικά αναφέρω το «Αλάτι»: «Νερό κι αλάτι αδερφέ, σ’ όσα κι αν είπαμε – πόσο αλήθεια ακριβή είν΄ η αγάπη μας», το «Κλεμμένο Σύννεφο»: «μήπως ξεχάσω να αγαπώ σαν μεγαλώσω», το «Ψωμί»: «τούτο το δώρο μου εστί, το άγιο σώμα μου/της μάνας γης η αγκαλιά και η αγάπη, «Στο σπήλαιο του Πλάτωνα»: «θα είναι γύρω μας η πιο ωραία άνοιξη/λουλούδι κόκκινο φωτιά κρυφή η αγάπη». Αναφέρω επίσης το: «Να σ’ αγαπήσω αδερφέ μου ανυπόκριτα/με τη ζωή μου να στηρίξω τη ζωή σου… μήπως μπορέσουμε οι δυο μας να ριζώσουμε / σ’ αυτό το χώμα διπλανά χλωρά πλατάνια» και το «δυο μόνο ανάσες η ζωή κι έπειτα φεύγουμε/δυο μόνο ανάσες και η αγάπη μένει» από το ποίημα «Ανακωχή ΙΙ».</p>
<p>Συχνά στα ποιήματα επανέρχεται η βροχή, να ξεπλένει το χώμα και τη σκόνη, να καθαρίζει και να επανεκκινεί, να οδηγεί ξανά σε προσπάθειες κι αγώνα. Αυτή η προσωπική ευθύνη πολύ ωραία παρουσιάζεται μέσα από συγκεκριμένες αναφορές και συνδέεται με τον ίδιο τον άνθρωπο. Βρίσκεται στο χέρι του ανθρώπου να καθορίσει και προσδιορίσει την έκβαση του αγώνα, όπως φαίνεται στο «Η ζαριά»: «τίναξα μόνο με το χέρι μου απαλά/τη σκόνη από τα γόνατα σκυμμένος», στο «Διάλογος»: «Μοίρα τα χέρια σου να λες κι άλλη δε βρέθηκε/πάνω στη γη», στο «Το μάθημα»: «πως είναι η τύχη, η αγάπη, η ζωή/ίσως κι ο θάνατος ο ίδιος, του χεριού μου!» και στο «Στην κολυμπήθρα της Βηθεσδά»: «Κι όμως δε θα ΄ταν τόσο δύσκολο φαντάζομαι/μ’ ένα ραβδί από μακριά ή μ’ ένα πόδι/να αναταράξουμε μονάχοι τα νερά/της κολυμπήθρας μιας που ο άγγελος αργούσε».</p>
<p>Μέσα στην ποιητική αυτή συλλογή ο ποιητής συνομιλεί με την προηγούμενη λογοτεχνική παράδοση και την αξιοποιεί δημιουργικά και πρωτότυπα για να στήσει το δικό του ποιητικό σύμπαν. Έτσι, τον βλέπουμε να συνδιαλέγεται με τον Όμηρο (Στη σπηλιά και Δεν ξέρεις: κι ούτε ποτέ θα μάθεις πως χτυπούσαν τα νερά/ νύχτες και νύχτες στο σκαρί και πώς ουρλιάζαν/ σαν δαίμονες οι άνεμοι και τρίζανε/όλα με μιας τα ξύλα να σκορπίσουν), τον Πλάτωνα, (Στο σπήλαιο του Πλάτωνα), τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες (Νιότη: τις νύχτες πολεμούσαμε ανεμόμυλους), τον Καβάφη (Δέηση), τον Βάρναλη όταν θέτει το θέμα της προσωπικής ευθύνης και της μοίρας στη «Σπηλιά»: (μόνος σου διάλεξες τυφλός να ζεις τον κόσμο), στο «Διάλογος», «το Μάθημα», «Στην κολυμπήθρα της Βηθεσδά». Αναφορές εντοπίζονται και στη Βίβλο (Στην κολυμπήθρα της Βηθεσδά, Αλάτι, Ψωμί, Ανακωχή). Αναφέρω ενδεικτικά από την Ανακωχή: «δυο μόνο ανάσες η ζωή κι έπειτα φεύγουμε/δυο μόνο ανάσες και η αγάπη μένει», θυμίζοντας τον Απόστολο Παύλο και τον «Ύμνο της Αγάπης».</p>
<p>Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να πω δυο λόγια για το ύφος και τη γλώσσα των ποιημάτων: απλό χωρίς στόμφους και περιττολογίες ενώ οι λέξεις έντονης εικονοποιίας επιλέγονται με προσοχή και ιδιαίτερη φροντίδα. Επιτυγχάνουν να αγγίξουν την ψυχή καθώς δημιουργούν μια ποίηση που βασίζεται στο συναίσθημα και απεμπολεί κάθε εγκεφαλικό και στυγνό στοιχείο. Η ποίηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου καταφέρνει να μιλήσει και να ακουμπήσει ευαίσθητες πτυχές του εσωτερικού μας κόσμου, αξιοποιώντας το ιαμβικό μέτρο και δημιουργώντας οικειότητα στη συνομιλία αυτή. Τα ποιήματα μένουν μέσα μας και κατασταλάζουν, αφήνοντας εκείνα τα στοιχεία που εμείς οι ίδιοι έχουμε ανάγκη να κρατήσουμε.</p>
<p>Κάλεσμα για ενεργητική εμπλοκή, για συνειδητή προσπάθεια μέσα στον δρόμο της ζωής, κατά τη διάρκεια του οποίου, ναι, θα συναντήσουμε πολλές καταιγίδες. Θα παλέψουμε, θα σκονιστούμε, θα κουραστούμε και αποκαμωμένοι ίσως ξαποστάσουμε αρκετές φορές κοιτώντας απέλπιδα τον ουρανό από πάνω μας. Μα η πορεία είναι στο χέρι μας, εμείς θα την πάμε εκεί που θέλουμε μέσα από το άνοιγμα στον πόνο του άλλου και τη συμπόρευση, το νοιάξιμο, για μια ζωή ουσιαστική και πλήρης. Υπάρχει άνεμος αισιοδοξίας στις λέξεις του Δημήτρη, υπάρχει φως. Κι αυτό το φως δεν έρχεται μόνο του, το φέρνουμε εμείς στους ώμους μας, μας ψιθυρίζει ο ποιητής.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ</strong></h5>
<p>www.staxtes.com 24/3/2022</p>
<p>Το ποίημα- τραγούδι και η λυρικότητα στον ποιητή</p>
<p>Και οι δύο ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου Μνήμες της ρίζας (Κουκκίδα, 2020) και Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα, 2021) τραγουδιούνται. Είναι, με άλλα λόγια, συνθέσεις που μπορείς να τις φανταστείς αδόμενες από την ανθρώπινη φωνή, δίπλα σε ένα μουσικό όργανο, καθώς, χωρίς να αγωνιούν για ομοιοκαταληξία, έχουν συγκεκριμένη ποσότητα συλλαβών σε κάθε στίχο, οι οποίες υποβάλλουν και παρασύρουν τον αναγνώστη στην εκπλήρωση της ρυθμικής προσδοκίας. Και αυτό χωρίς να υποσκάπτουν την εντύπωση που το περιεχόμενο των στίχων δημιουργεί. Αυτή η δέσμευση του ποιητή σε έναν αριθμό συλλαβών υπηρετεί μία συνολική εικόνα, η οποία πολύ συχνά έχει να κάνει με τα συναισθήματα του ίδιου του ποιητή, στη μεν πρώτη συλλογή σε σχέση με τις καταβολές του ποιητή, τον τόπο γέννησης, τον τόπο δημιουργίας, τον τόπο της παράδοσης, στη δε δεύτερη συλλογή σε σχέση με την αναγκαστική απόσταση που τηρεί από κάποιον τόπο, δοσμένοι, αυτός και η κοινωνία του, στον δρόμο, στον χρόνο, στην αλλαγή.<br />
Οι Μνήμες της ρίζας διαιρούνται στα μέρη “Μνήμες της ρίζας” και “Ο τόπος μου”. Και στα δύο μέρη επιχειρείται μία βαθμιαία καταγραφή του τόπου προέλευσης, αρχής γενομένης από του άμεσου τόπου (“Από την αρχή”, “Πάντα εκεί”, “Ο κύκλος”, “Η μάνα μου”, “Στα εικονίσματα”, “Όνειρο”, “Σκιές”) έως την μακροσκοπική οπτική αυτού στο δεύτερο μέρος, όπου σκανάρεται η Ελλάδα συνηρημένη στα συναισθήματα που προκαλεί “γιομάτη αγέρηδες φωνές σαλαγητά / γιομάτη ήχους απ’ τ’ Ομήρου τα κοπάδια” (“Κράτα καλά”). Ο ποιητής έχει χωνέψει μέσα του την ποιητική παράδοση της χώρας του και έχει νοσταλγήσει τη γενέθλια γη. Η κατάθεση της περσόνας του στο ποίημα “Δεν είμαι εγώ” περιλαμβάνει και αυτά που χώνεψε, και αυτά που νοσταλγεί: “Δεν είμαι, δεν μπορεί να’ μαι “εγώ”: / μόνο όσα πρόλαβα να ζήσω κι όσα μ’ άφησαν / δώρο στο αίμα μου οι παλιοί που προσπεράσαν” (σελ. 19).<br />
Τα ποιήματα του Παπακωνσταντίνου ηχούν λυρικά. Εκπέμπουν τα συναισθήματα του ποιητή η έκφραση των οποίων είναι από προσωπική έως υποκειμενική, εν γνώσει πάντα, βαθιά μάλιστα, του ποιητή, πως μοναχά έτσι μπορεί να είναι: “Ήρθες τη νύχτα από την πόλη και κατάκοπος / άπλωσες στρώμα τα γραφτά σου στα πλατάνια / “θα με τυλίξεις ασημί χλωρό φεγγάρι μου / θα με γιατρέψεις”, είπες, σφάλισες τα μάτια” (“Στα πλατάνια”). Οι κοινότητες που δημιουργεί ο ποιητής στους στίχους του τον περιλαμβάνουν πάντα (α ενικό πρόσωπο, β ενικό της απεύθυνσης, α πληθυντικό) ως πάσχον μέλος αυτού που συμβαίνει, όχι αμέτοχο, όχι αλώβητο. Σε αυτές τις κοινότητες, συγκινησιακά φορτισμένοι είναι και ο τόπος και το πάσχον μέλος, με μεστωμένη την έκφραση της κοινής αυτής φόρτισης στο ποίημα “Ο κύκλος”, ένα τραγούδι για τον πατέρα, ρίζα της λέξης πατρίδα κι αυτός:<br />
Υγρά τα μάτια σου το απόγευμα όπως έσκυβες<br />
κοντά κοντά στο πρόσωπό μου κι απορούσες<br />
πώς σ’ εγκατέλειψαν οι λέξεις, πώς σ’ αρνήθηκαν<br />
κι ούτε μια τοσοδά σωστή πια δε νογούσες.</p>
<p>Έμοιαζες άδολο μικρό παιδάκι άβουλο<br />
και πιο μικρός, μωρό γινόσουν κάθε μέρα<br />
πίσω ξανά προς την αρχή ο κύκλος έκλεινε.</p>
<p>Κι ήμουν εγώ πια ο πατέρας σου, πατέρα.<br />
Οι Δρόμοι στη σκόνη επικυρώνουν την ίδια τεχνοτροπία στην έκφραση μίας ποσότητας συλλαβών και ενός έντονου συναισθήματος, προερχόμενου άλλοτε από τη νοσταλγία του παλαιού, άλλοτε από τις δυσκολίες του παρόντος, όπου πολύ συχνά το ατομικό και το συλλογικό ταυτίζονται στον πόνο, απέναντι σε κάποιον που δύναται να μη συμμερίζεται την ίδια εμπειρία, γεγονός που διατρανώνει τη μοναξιά του ποιητή: “Εσύ, ποτέ σου δε ναυάγησες, δεν έμαθες / μήτε ποτέ σου έβρεξες τα πόδια” (“Δεν ξέρεις”), “Έναν χωράει ο σταυρός κάθε φορά. / Άλλοι δε νιώθουν τα καρφιά, ό,τι κι αν λένε” (“Τα καρφιά”). Κι εδώ συχνά ο άνθρωπος που υποφέρει γίνεται τόπος που υποφέρει, τα δύο ταυτίζονται, κρατώντας τον ποιητή σιμά στις ρίζες της προηγούμενης συλλογής. Είναι αμφίθυμη η στάση του ποιητή στην εξέλιξη αυτού του δράματος και λύση δε δίνεται, μονάχα καταγράφεται εξίσου η πιθανότητα αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Με τη “σκόνη” να χαρίζεται στον τίτλο αυτής της συλλογής, περισσότερο εκφράζεται ο φόβος μήπως απολησμονηθούν όσα η μνήμη κι η γραφή θέλουν να περισώσουν:<br />
Πίσω κοιτάζουν πάντα τα τραγούδια μας<br />
στήνουν τ’ αυτί στο χώμα για ν’ ακούσουν<br />
παλιές δονήσεις των βημάτων που ξεμάκρυναν<br />
σε ξύλινα πατώματα και πάνε.</p>
<p>Πώς μεγαλώσαν τα παιδιά μας, πώς ψηλώσανε<br />
τα δέντρα, πώς ξεπέρασαν τη στέγη.<br />
Ζούμε στο μέλλον των παλιών παραμυθιών<br />
μα δεν το νιώσαμε ποτέ, κι άλλο ζητάμε.</p>
<p>Πώς ξεχαστήκαν τα παλιά πικρά παράπονα<br />
πώς φύγαν όλοι οι παλιοί, πότε μισέψαν<br />
κι οι αναμνήσεις της χαράς μα και της λύπης μας<br />
μήτε χαμόγελα σκορπούν, μήτε ματώνουν.</p>
<p>Πίσω κοιτάζουν πάντα τα τραγούδια μας<br />
κι όλο βυθίζονται στη σκόνη κι αργοσβήνουν. (“Στη σκόνη”)<br />
Γεννημένος στη Λάρισα, ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου ζει στην Κοζάνη. Ενεργός συγγραφέας και φιλόλογος, με σταθερή πορεία στην ποίηση από το 1996. Παιδί κι αυτός, αναγκαστικά, των χάλκινων πνευστών της περιοχής, της Καβαφικής ειρωνείας, του φευγιού του Ουράνη, του Παλαμικού ρομαντισμού και των επιφωνημάτων του Σικελιανού, που μπόλιασαν αυτούς που τη γλώσσα τους μιλάνε ως ελληνική. Της μουσικότητας και του ρομαντισμού του Φιλύρα. Των ματαιώσεων και απωλειών του Λαπαθιώτη. Ο ποιητής, έλεγε ο Έλιοτ, παραδίδει τον εαυτό του διαρκώς στην παράδοση. Αυτών που τον προσπέρασαν και τον σμίλεψαν. Στα ποιήματά του, ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, θέλοντας και μη, μάλλον θέλοντας, αυτή την παράδοση τραγουδάει.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΠΕΡΟΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 23/11/2021</p>
<p>Η ποίηση στη σκόνη του κόσμου</p>
<p>Η γλώσσα, αίνιγμα πάντοτε βαθύ η ίδια, αποδίδει την καταγωγική σχέση του ανθρώπου με το πιο φερτό υλικό του χρόνου και της ζωής, το χώμα και τη σκόνη, σε μια μόνον λέξη: homo (χοῦς). Τόσο η Βίβλος (χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει ) όσο και η Επιστήμη κάνει λόγο γι’ αυτήν τη διασύνδεση (είμαστε επί της ουσίας αστρόσκονη). Υπό την έννοια αυτή, οι ανθρώπινες ζωές δεν είναι παρά δρόμοι στη σκόνη. Κατά τούτο και οι ανθρώπινες εκδηλώσεις αυτού του εσωτερικού σπινθήρα που μετασχηματίζεται σε Τέχνη, Θρησκεία, Επιστήμη, δεν είναι παρά δρόμοι στη σκόνη. Γιατί η σκόνη είναι παντού, μέσα και έξω από μας, στα σπίτια μας, στις κοινωνίες μας, στις συμπεριφορές μας. Και το ζητούμενο είναι να κρατήσει κανείς όντας «σκονισμένος», τα μάτια του ανοιχτά και την ψυχή του ασκόνιστη ή τουλάχιστον να αντέχει, με το όραμα της καθαρότητας φωλιασμένο κάπου στον νου του, και τα χέρια του ορκισμένα να ξετινάσσουν τον κουρνιαχτό και να ξεπλένουν τις στράτες.</p>
<p>Αυτό ακριβώς καταθέτει ως ζητούμενο στην έκτη, καλαίσθητη και πολύχυμη, ποιητική συλλογή του ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, εξάλλου την αφιερώνει «σ’ όσους ορκίστηκαν ν’ αντέξουν/ κι ας σκονίστηκαν». Έτσι η ποίηση η ίδια γίνεται αντοχή και απαντοχή, ένας άλλος δρόμος μέσα στη σκόνη του καιρού, με τον ποιητή σκονισμένο οδοιπόρο στις αγορές του κόσμου. Το ενδιαφέρον είναι ότι η συλλογή καταθέτει με γήινους όρους όχι μόνον αυτό που αποσαφηνίζει τη ζωή στην τρέχουσα κοινωνικο-πολιτική της έκφανση αλλά και αυτό που είναι δυνατόν να προκύψει ή να κατισχύσει όπου υπάρχει. Υπό την έννοια αυτή, η συλλογή έχει δύο άξονες, την πραγματικότητα και τη δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο Παπακωνσταντίνου δεν παραδίδεται στη σκονισμένη πραγματικότητα με τη γραφή του απλώς να κατοπτρίζει το παρελθόν και το παρόν, στρέφεται δυναμικά και προς το μέλλον, κατοπτρίζοντας τις ανταύγειες ενός κόσμου εσόμενου. Η συνθήκη επομένως του ανθρώπου στην ποιητική αντίληψη του Παπακωνσταντίνου δεν έχει αμετάκλητα κλειδώσει, παραμένει ανοιχτή, παρά τα συμβεβηκότα και συμβαίνοντα. Γι’ αυτό και η διόπτρα του δεν εστιάζει μόνον στην ηθική ξηρασία, στις παθογένειες του καιρού μας και οιονεί όλων των καιρών (πρόσδεση του ανθρώπου στο υλικό κέρδος, μετανάστες, πλάνητες, ανέχεια, μοναξιά, υποκρισία) αλλά και στην ηθική χλωρίδα που εξακολουθεί να φύεται και είναι ανάγκη να πλεονάσει στον ανθρώπινο βιότοπο. Ο ποιητής υπό την έννοια αυτή είναι, για να θυμηθούμε τον Ελύτη στα Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, μνήμων «του πιο τρομερού αγαθού που εδόθηκε ποτέ/ από ᾽να σ’ άλλον άνθρωπο/ η αγάπη […]». Αυτό το αγαθό είναι το αλάτι της γης, όπως γράφει ο Παπακωνσταντίνου στο ομότιτλο ποίημά του «Αλάτι», είναι η προϋπόθεση για να συμφιλιωθεί κανείς με τον εαυτό του και τους άλλους. Παραθέτω την τρίτη στροφή από το ποίημά του Ανακωχή (Ι):</p>
<p>Έθαψα τα ντουφέκια μου στο χώμα χθες<br />
και σήμερα ξεπρόβαλα στον ήλιο<br />
αθώος είμαι, καθαρός, πια δε μισώ<br />
ούτε που θέλω το κακό, μήτε φοβάμαι.<br />
Θέλω μονάχα μια στιγμή, αν είναι εύκολο<br />
να κοιταχτούμε από κοντά μέσα στα μάτια<br />
μ’ αδέξια κι αμήχανα χαμόγελα<br />
να ξαναβρούμε τη χαμένη καλοσύνη.</p>
<p>Και τους τελευταίους στίχους από το Ανακωχή (ΙΙ):</p>
<p>Δυο μόνο ανάσες η ζωή κι έπειτα φεύγουμε<br />
δυο μόνο ανάσες και η αγάπη μόνο μένει.</p>
<p>Η αθωότητα, η καθαρότητα, η αφοβία (ο ευαγγελιστής και θεολόγος Ιωάννης γράφει για την αγάπη που τελεία, καθώς είναι, έξω βάλλει τον φόβον) γίνονται ο καμβάς για το αξιακό σύστημα του ποιητή, υπό το φως του ηλίου που εποπτεύει αυτήν τη μεταμόρφωση. Ο Παπακωνσταντίνου είναι σαφής στο πρώτο του κιόλας ποίημα με τίτλο: Ο δρόμος μου.</p>
<p>Παραθέτω τους τέσσερις τελευταίους στίχους:</p>
<p>Δεν ήταν εύκολος ο ήλιος, μη θαρρείς<br />
Δεν ήρθαν μόνα τους πουλιά να κελαηδήσουν:</p>
<p>Πρώτα ανατέλλει μέσα μας κι αργότερα<br />
Ανοίγουνε τα μάτια μας στον κόσμο</p>
<p>Ο λόγος του Παπακωνσταντίνου –και τούτο συμβαίνει συχνά- μετέρχεται ειδικά τον ήλιο και το φως αλλά και άλλα φυσικά σύμβολα (βροχή, νερό, δένδρο, σύννεφο), προκειμένου να εικονοποιήσει αλλά και να νοηματοδοτήσει το ποιητικό έργο. Η συμπλοκή του νοήματος με τα φυσικά σύμβολα αρτιώνει αισθητικά το ποίημα και φορτίζει με λυρισμό τόσο τη γραφή όσο και την ανάγνωσή του. Στην εν λόγω συλλογή δεν βρίσκουμε όμως μόνον φυσικά σύμβολα, βρίσκουμε, όπως προκύπτουν από τους τίτλους και το περιεχόμενο των ποιημάτων, και μυθικά (Στο σπήλαιο του Πλάτωνα) και θρησκευτικά (Βαβέλ, Κολυμβήθρα της Βηθεσδά, τα καρφιά του Σταυρού) και τεχνολογικά σύμβολα (Δίκτυα), που αποτυπώνουν εξαιρετικά την ευρύτερη πολιτισμική, φιλολογική και θεολογική παιδεία του σεμνού αυτού ποιητή, η οποία αναχωνεύεται και τρέπεται σε πολυεπίπεδη εστίαση του ποιητικού βλέμματος στο διαρκές κοινωνικό-ιστορικο-πολιτικό γίγνεσθαι του κόσμου. Υπό την έννοια αυτή, ο λυρισμός του Παπακωνσταντίνου συναντά την κοινωνικοπολιτική εγρήγορση της συνείδησής του με ποιητικά αποτελέσματα μεικτά αλλά νόμιμα.</p>
<p>Και όλο αυτό το ποιητικό εγχείρημα –έχει σημασία να το τονίσουμε- συγκροτείται χωρίς λεξιλογικά παιγνίδια και πειραματικούς ακκισμούς, σε μια γλώσσα απλή (όχι απλοϊκή) και μουσική, πάγια πια γνωρίσματα του Παπακωνσταντίνου, σε μια γλώσσα γάργαρη και γοργή, (όπως γράφει για τη βροχή στην ποιητική ενότητα: Η τριλογία της βροχής), που κυλάει σαν νεράκι και καθαρίζει τούς μέσα της ψυχής και της σκέψης δρόμους από τη σκόνη του κόσμου. Δεν είναι εύκολο να γράφεις απλά και μουσικά, σύντονος με τον παλμό της ανθρώπινης ανάσας, και ο Παπακωνσταντίνου έχει επιλέξει χρόνια τώρα το δύσκολο, συνεπής ακόλουθος της περιώνυμης εκείνης σεφερικής απλότητας.</p>
<p>Και είναι βαθιά ειρωνικό από τη μια και βαθιά ποιητικό από την άλλη που το ανθρώπινο πάθος εκφέρεται με τόση μουσικότητα- η οδύνη γίνεται εξάλλου να συναντήσει το τραγούδι, το καταθέτει η ιστορία της ίδιας της λογοτεχνίας. Τα πάθη του ανθρώπου μπορεί να μην έχουν τελειωμό, όμως ο άνθρωπος παρά ταύτα, όπως λέει ο Χαίλντερλιν, κατοικεί ποιητικά αυτή τη γη. Και η γραφή του Παπακωνσταντίνου αναδεικνύει αυτήν την αλήθεια με ορίζουσες την ποιητική απλότητα και τη λυρική παθογνωσία.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>ΦΡΕΑΡ 4/01/2022</p>
<p>Στους σκονισμένους δρόμους</p>
<p>Ποιος θα ’ναι –αλήθεια- αύριο ο δρόμος σου;<br />
Πες μου· και ας είμαι από άλλο παραμύθι.<br />
(ΘΙΑΣΟΙ)</p>
<p>Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στην ποιητική του συλλογή Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα 2021) τραγουδά τον ανθρώπινο πόνο. Κοινωνικοί και φιλοσοφικοί στίχοι, με μετασυμβολικά και νεορομαντικά στοιχεία, που εγκολπώνουν τον καημό του ανθρώπου για τον θρυμματισμό των αιώνιων αξιών. Πρόκειται για μετασυμβολισμό και νεορομαντισμό χαμηλών τόνων, που καταφεύγει στη μνήμη και την ομορφιά για να κατευνάσει την κόπωση και τη μελαγχολία που δημιουργούν οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις και απογοητεύσεις. Η ποίηση, το καταφύγιο που φθονούμε, όπως το είπε ο Καρυωτάκης, ο σημαντικότερος ποιητής του μεσοπολέμου, ο οποίος εξέφρασε και την έννοια του Spleen, τη γενικότερη αίσθηση του ανικανοποίητου και του αδιεξόδου.</p>
<p>Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου βρίσκει τόνους αβρούς για να τραγουδήσει τη φθορά. Με εικόνες συγκεκριμένες και σύνταξη σαφή, με στίχους μοντέρνας τεχνοτροπίας, αλλά τόνους ιαμβικούς, διαμορφώνει μια λυρική, ενίοτε δηκτική ποίηση, που κραυγάζει απόγνωση και συγκροτείται γύρω από το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αντιθέσεις και ανέχεια, αποτελούμενης από ισότιμα μέλη. Ο λόγος καταπιάνεται με σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές παθογένειες, ενώ τα νοήματα αισθητοποιούνται με τον τρόπο του συμβολισμού, μέσα από αντικείμενα και περιγραφές της φύσης.</p>
<p>Με φόντο τον κάμπο της Λάρισας, τα χωριά, τις θημωνιές, τον Πηνειό, με φόντο το εξωτερικό περιβάλλον, τις βατομουριές, τους φιδογυριστούς δρόμους, τις πέτρινες μάντρες, αλλά και τον αστικό ιστό, ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στη συλλογή Δρόμοι στη σκόνη μιλά για την αποξένωση και τον χρόνο που περνά. Αναφέρεται στα προσωπεία, τη στυφή και πικρή γεύση της μοναξιάς. Στους σκονισμένους δρόμους των πόλεων και των χωριών, συναντά ανθρώπους εξωστρεφείς, που δεν κοπίασαν, που τους χαρίστηκαν τα αγαθά στη ζωή. Συναντά ανθρώπινα τραύματα και παρατηρεί τη ζωή που χάνεται. Εκλιπαρεί για ζωογόνο ύδωρ, λίγη βροχή που με το ιαματικό νεράκι της θα ξεπλύνει την κακία και την ανέχεια, τις μάσκες και τα προσωπεία.</p>
<p>Η ζωή παρουσιάζεται σαν θέατρο, όπως στον ποιητή Λάμπρο Πορφύρα· εμείς ο θίασος. Ένα τσίρκο· εμείς οι κλόουν. Χωρατά και ρηχότητα. Πίσω όμως από τις μουσικές και τους χορούς, τα γέλια και τη χρυσόσκονη, παραμονεύει η υπαρξιακή μοναξιά και η θνητότητα. Κρύβουμε τα αληθινά μας πρόσωπα, συμβιβαζόμαστε, αλλά για να αντέξουμε, καταφεύγουμε στη ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, που με το σφρίγος, τα όνειρα, τον έρωτα, την αθωότητα, παρέχει για λίγο τη γαλήνη. Οι παλιές και ξεχασμένες χαρές μάς μεταφέρουν στην ομορφιά και το άχρονο, που επιθυμούμε.</p>
<p>ΘΙΑΣΟΙ</p>
<p>Ποιος τάχα θα ’ναι αύριο ο δρόμος σου<br />
ποια μάσκα θα φοράς, πώς θα σε λένε<br />
θίασοι γύρω πάνε κι έρχονται αλλόκοτοι<br />
με τις ολόλαμπρες στολές οι θεατρίνοι<br />
-πώς ψευτοκλαίνε δες και πώς χειρονομούν-</p>
<p>σ’ άδεια σκηνή, δίχως κοινό, για πάντα μόνοι.</p>
<p>Γελούν και σέρνονται με χάχανα στα γόνατα<br />
κι έπειτα κράζουν τους Θεούς τους και τη Μοίρα<br />
με ουρλιαχτά ολονυχτίς με τόσα δάκρυα<br />
μ’ ιδρώτα κι αίμα στα μαλλιά τους και στα χέρια.<br />
Κι έπειτα πάλι ηρεμούν σιωπούν και χάνονται.<br />
Τι να ’ναι απ’ όλα αληθινό κανείς δεν ξέρει.</p>
<p>Ποιος θα ’ναι –αλήθεια- αύριο ο δρόμος σου;<br />
Πες μου· και ας είμαι από άλλο παραμύθι. (σελ. 28)</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο καταδικάζει την ανέχεια και την απουσία ανθρωπιάς, τους επαγγελματίες πολιτικούς με την ψεύτικη ρητορεία, τους εχθρούς-λύκους που καραδοκούν με το μαχαίρι, την ανισότητα, την αστεγία, τη μετανάστευση. Προσδοκώντας το καλύτερο, επισημαίνει την προσωπική ευθύνη και την ανάγκη κινητοποίησης, ενώ κάνει έκκληση για τη χαμένη καλοσύνη και αγάπη.</p>
<p>ΑΝΑΚΩΧΗ ΙΙ</p>
<p>Να σ’ αγαπήσω αδελφέ μου ανυπόκριτα<br />
με τη ζωή μου να στηρίξω τη ζωή σου<br />
κι ας μη σε ξέρω, μα κι εσύ να γίνεις διάφανος<br />
σαν το κρυστάλλινο νερό και σαν καθρέφτης<br />
να βλέπω πάντοτε τα μάτια μου στα μάτια σου<br />
να βλέπω πάντα τη σκιά σου στη σκιά μου<br />
μήπως μπορέσουμε κι οι δυο μας να ριζώσουμε<br />
σ’ αυτό το χώμα διπλανά χλωρά πλατάνια.</p>
<p>Για όλους φτάνει το νερό κι ο ήλιος πάντοτε<br />
για όλους βγαίνει απ’ τα βουνά, μα να θυμάσαι:</p>
<p>Δυο μόνο ανάσες η ζωή κι έπειτα φεύγουμε<br />
δυο μόνο ανάσες κι η αγάπη μόνο μένει. (σελ. 43)</p>
<p>Επισημαίνει τη σιωπή και τη μοναξιά πίσω από τις οθόνες του πληκτρολογίου και τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και την εφήμερη χαρά της χρηματοθηρίας που κατάντησε ασθένεια της εποχής.</p>
<p>ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ</p>
<p>Τι κρίμα να ’ναι η χαρά σου από χαρτί<br />
να που τη σκόρπισε μεμιάς κρύος ιδρώτας<br />
και με τα χέρια αδειανά κι έρημα απόμεινες<br />
να την κοιτάς να στροβιλίζεται στη σκόνη.</p>
<p>Τι κρίμα να ’ναι η ευτυχία σου ευάλωτη<br />
μικρά χαρτάκια που φωτιά έχουνε πάρει<br />
κι άντε στις φλόγες τους να βρεις παρηγοριά<br />
κι άντε στη στάχτη τους να βρεις ξανά ελπίδα.</p>
<p>Τι κρίμα να ’ναι η ζωή σου μόνο χρήματα<br />
και να ’σαι μέσα σου φτωχός, όσα κι αν έχεις. (σελ. 54)</p>
<p>Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στη συλλογή Δρόμοι στη σκόνη παρουσιάζει αφομοιωμένες επιδράσεις από τον Καβάφη και τον Βάρναλη, την ποίηση του μεσοπολέμου και τους κλασικούς. Οι στίχοι του, σκωπτικοί, τρυφεροί, ενίοτε αυτοαναφορικοί, αφηγηματικοί, είναι γεμάτοι ανθρωπιά και ιδεαλισμό, ενώ εκφράζουν αγωνία για το μέλλον.</p>
<p>ΧΟΡΟΣ</p>
<p>Το επόμενο ποίημα θα το γράψουμε στον δρόμο<br />
πάνω σε μια τσαλακωμένη μας προκήρυξη<br />
πάνω στη σκόνη των μαρμάρων με το δάχτυλο<br />
σαν πέσουμε γονατιστοί στον Άγνωστο Στρατιώτη<br />
και γύρω μας τουρίστες με φωνές<br />
πολύχρωμο κοπάδι θα κοιτάζουν<br />
που σαν χορός αρχαίου δράματος θα υψώνουμε<br />
με οιμωγές τα χέρια στον αέρα</p>
<p>μήπως βρεθεί θεός κανείς να σπλαχνιστεί<br />
μήπως βρεθεί θεός κανείς να συγχωρήσει<br />
που αφήσαμε στους ξένους την πατρίδα μας<br />
μες στα κουρέλια χρόνια τώρα ντροπιασμένη. (σελ. 66)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ</strong></h5>
<p>Τα μεταφυσικά πλοκάμια της ζωής κι άλλα θαύματα, Δημήτρης</p>
<p>CULTUREBOOK.GR 08/4/2021</p>
<p>Τα μεταφυσικά πλοκάμια της ζωής κι άλλα θαύματα</p>
<p>Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, όσο κι αν ταξιδέψει ο άνθρωπος έχοντας βγάλει αόρατα φτερά για να πετάξει, όσο κι αν διευρύνει ορίζοντες πνευματικούς και γνωστικούς, όσο κι αν πλουτίσει σε εμπειρίες και δράσεις, όσο κι αν μετακινηθεί από τόπο σε τόπο αλλάζοντας τον κόσμο του -ακόμα και με την πρόθεση σκοπίμως ν&#8217; αποκοπεί- όσο κι αν μεγαλώσει και μεστώσει, όσο κι αν αλλάξει τρόπο ζωής, ιδέες και αντιλήψεις οι ρίζες του παραμένουν σύμφυτες με τα πρώτα κύτταρα της ζωής του, γιατί είναι κάτι βαθιά υπαρξιακό που τον εγχάραξε σαν πύρινη σφραγίδα, κάτι που δεν μπορεί ουσιαστικά ποτέ ν&#8217; αποποιηθεί, αλλά ούτε και να ξεχάσει.<br />
Την ποιητική του επιστροφή στις ρίζες με όχημα τον κονδυλοφόρο της δικής του αλήθειας αποτυπώνει γλαφυρά και -τολμώ να πω- άκρως συγκινητικά ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, ρίχνοντας μια έξοχη ποιητική ματιά στον ρόλο της καταγωγής της πρώτης ρίζας που σε δένει με το χώμα που πάτησες την ιερή εκείνη στιγμή που φύτρωσες σαν τρυφερό βλαστάρι, που ψηλώνει κι ολοένα δυναμώνει από τον ήλιο, το χώμα, τη βροχή ώσπου να γίνει εκείνο το δέντρο το ψηλό, το περήφανο, το στιβαρό, όμως κι ανεμοδαρμένο συνάμα, που έχει μάθει ν&#8217; ατενίζει από ψηλά τη θέα της ζωής.</p>
<p>Η ποιητική δυναμική του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου σε αυτήν την αναμέτρησή του με την επικίνδυνη ζούγκλα της τόσο απαιτητικής όσο και δύσβατης τέχνης της Ποίησης, αιφνιδιάζει ευχάριστα, διότι δείχνει ότι βρήκε το θαυμαστό εκείνο ξέφωτο για να ψηλώσει, ότι έχει ακονιστεί και σφυρηλατηθεί επιτυχώς στο αμόνι της αυτογνωσίας, αλλά και της γλωσσικής-εκφραστικής δεξιότητας δίνοντας ποιήματα λεπταίσθητα με πολλές ενδιαφέρουσες στοχαστικές πτυχές πάνω στην άρρηκτη σχέση του ανθρώπου με την πρώτη πατρίδα, με την Ιστορία, τη σχέση του με τη διασάλευση του χρόνου, τη διαχείριση της μνήμης και οπωσδήποτε στη σχέση του ανθρώπου με την «συγκατοίκησή» του με μια μελαγχολία πυκνή και δημιουργική που αναπλάθει την υψηλή αισθητική της ύπαρξης.<br />
Παραθέτω αυτούσιο ένα έξοχο ποίημα που αφορά στην αντιπελάργηση με τίτλο «Ο κύκλος» : Υγρά τα μάτια σου το απόγευμα όπως έσκυβες/ κοντά κοντά στο πρόσωπό μου κι απορούσες/ πώς σ&#8217; εγκατέλειψαν οι λέξεις, πώς σ΄ αρνήθηκαν/ κι ούτε μια τοσοδά σωστή πια δεν νογούσες./ Έμοιαζες άδολο μικρό παιδάκι άβουλο/ και πιο μικρός, μωρό γινόσουν κάθε μέρα/ πίσω ξανά προς την αρχή ο κύκλος έκλεινε/. Κι ήμουν εγώ πια ο πατέρας σου, πατέρα/.</p>
<p>Τα 51 ποιήματα της συλλογής πέραν της αδιαμφισβήτητης άρτιας τεχνικής τους που εξυπηρετείται από την επιλογή μιας φόρμας ασφαλούς που «τακτοποιεί» τους στίχους συγκροτημένα, εκλύοντας υποδόρια λυρική διάθεση, εσωτερικό ρυθμό και εκφραστική διαύγεια, χαρακτηρίζονται από λειτουργική δομή σαν ποιήματα με σύντομες αφηγήσεις, με αρχή, μέση και τέλος, αλλά και μια μεθοδική εξέλιξη με μια συνέπεια που καθοδηγεί το ξεδίπλωμά τους των έτσι ώστε να καλύψουν ένα ολοκληρωμένο φάσμα ιστορικού, προγονικού και προσωπικού βίου του γράφοντος σε σχέση πάντα με την ιδιαίτερη πατρίδα του και την πνευματική και συναισθηματική επιρροή της στην πορεία της ζωής του, ένα υλικό που ορθώς κατανέμεται σε δύο βασικά κεφάλαια, έτσι ώστε ο αναγνώστης να αποκομίσει το μεγαλύτερο όφελος κατανόησης από την οργάνωση του περιεχομένου και την παράθεση του βιώματος.</p>
<p>Οι κορμοί των δέντρων μοιάζουν να ντύνονται με αναμνήσεις ισχυρές, με σκέψεις που ποτέ δεν κοιμούνται, κι οι λέξεις παράτολμες σαν αθόρυβες πέτρες κατρακυλούν στις ασύμμετρες κλίμακες της ανθρώπινης διαδρομής, στον προσωπικό χωροχρόνο, σε διαδρομές όπου αφθονούν οι πληγές από απώλειες, οι εκδορές και οι ουλές, σε γκρεμούς και χαλάσματα όπου «οι ρίζες οι αρχαίες ενός δέντρου τρανού κι ωραίου της χώρας του πόνου» μεταμορφώνονται σε υπόγεια πλοκάμια που απλώνονται για ν&#8217; ακολουθούν πιστά και να τυλίγουν ενίοτε τον ποιητή στη μεταφυσική διάσταση της ζωής που δεν είναι άλλη από την πνευματικότητά της.<br />
Να πιω νερό, να ριζώσω./ Κουράστηκα να περπατώ μόνος κι ανέστιος./ Δεν τον φοβήθηκα τον βράχο ως τώρα, κοίτα με/ μα τρέμω ν&#8217; απομείνω πάντα «ο ξένος».</p>
<p>Ο στοχασμός και η βαρύτητα του κυλούν σε επεισόδια παρελθόντος χρόνου, η βαρύτητα του στοχασμού διαμοιράζεται σε επιφανειακές διαστάσεις της ζωής, τα υποδόρια ερωτηματικά υπερίπτανται σε σχέση με τη μοίρα και το πεπρωμένο, οι ιδέες αναπαράγονται με φωτεινή έντονη απεικόνιση και μια οδύνη που εξωτερικεύεται χαμηλόφωνα συγκινεί αδιαμεσολάβητα, γιατί δεν έχει ανάγκη από μεσολαβητές, αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο την εσωτερική ζωή των ποιημάτων ν&#8217; αναπνέει ελεύθερα.</p>
<p>«Το σοφό νερό» που καθάριο κυλά διαβρώνοντας και διαπερνώντας την τραχύτητα της Ιστορίας, τις άφθονες περιπέτειες της πατρίδας, της ζωής και της τέχνης ταξιδεύει την ποιητική ενσυναίσθηση –το πολύτιμο αυτό εργαλείο του ποιητή- σε υπόγειες διαδρομές μαρτυρώντας την υποδόρια αγωνία του ποιητή για την μετατροπή του χρόνου του σε αιωνιότητα με την προσωρινή ποιητική απόδραση από την ανελέητη γραμμικότητα.<br />
Κι όπως αιώνιο ρέει στη γη από τα σπλάχνα της/ νερό σοφό που γέννησε τον κόσμο/ ποιες ιστορίες τάχα να &#8216;λεγε θωπεύοντας/ τ&#8217; ολόγυμνο κορμί της σαν την είδα/ γοργόνα του μεσημεριού στ&#8217; άσπρα της βότσαλα/ στο μισοΰπνι, μ&#8217; ανοιχτά μωρού δυο μάτια/.<br />
Με κυρίαρχες τις νότες μιας μουσικής προσωπικής που στεφανώνει την ανθρώπινη μοίρα, ο ποιητής μπορεί να νιώθει μοναχός κι ασήμαντος όσο μια σταγόνα -που όπως όλοι ξέρουν χάνεται στον ωκεανό- αλλά που όπως λίγοι ξέρουν, μπορεί να γίνει κι «ο ωκεανός, κι η θάλασσα, που χάνονται μέσα στη σταγόνα».</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 16/09/2020</p>
<p>Κλασική παιδεία και διακειμενικές αναφορές</p>
<p>Λαρισαίος καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης ο ποιητής, ζει με την οικογένειά του στην Κοζάνη. Φιλοτεχνεί στίχους ποιητικής οξύτητας αξιοσημείωτης. Όπως στο ποίημα για την Ασίνη, που παραπέμπει φυσικά στην σεφερική “Ασίνην τε”. Εκπληκτικής ενάργειας εικόνες, πνιχτός σπαραγμός, βουβή θλίψη, απελπισία εις το έπακρον: “Δεν μένει εδώ ο βασιλιάς, άδειο το κάστρο του / το τρώει τ’ αλάτι του γιαλού και στις επάλξεις / αγκαθερές φραγκοσυκιές σχίνα και μάραθα / κι εκεί που άραζαν περήφανα τα πλοία / σειρές γυμνόστηθες τουρίστριες ξαπλώνονται / με λαδωμένο το κορμί λες κι οι Αργείοι / μόλις τις έβγαλαν μαζί με τ’ άλλα λάφυρα / όταν κουρσέψανε της Τροίας τα παλάτια” (σελ. 62). Ο Σεφέρης όμως πρωταγωνιστεί και στο ποίημα “Ο τόπος μου” (σελ. 54), αφού ο σύγχρονός μας ομότεχνός του επιλέγει ως motto ένα απόσπασμα από την ομιλία του στη Στοκχόλμη. Ο Παλαμάς έχει την τιμητική του σε δύο άλλα ποιήματα: “Πόσοι” (σελ. 21), “Λύκοι” (σελ. 65). Ο Ελύτης ενυπάρχει με στίχους του σε άλλα δυό: “Στην Ιθάκη” (σελ. 41), “Οι παππούδες μας” (σελ. 56).</p>
<p>Αλλά κι ο Καβάφης υπομνηματίζει άλλα δύο πονήματα του σύγχρονου Οδυσσέα: “Η εκδρομή” (σελ. 27), “Ταξιδιώτες” (σελ. 45).</p>
<p>Ο Σικελιανός δανείζει το σύνθημα από το πνευματικό του εμβατήριο στο ποίημα “Χώρα του πόνου” (σελ. 72).</p>
<p>Όπως κι ο Ηρόδοτος συνεχίζει να ιστορεί μέσα από το motto που αναβαθμίζει το ποίημα “Γη και ύδωρ” (σελ. 51).</p>
<p>Η κλασική παιδεία δεν κρύβεται και οι διακειμενικές αναφορές είναι θεμιτές όταν καθαρές είναι. Όπως εδώ.</p>
<p>Δίπτυχη η συλλογή ετούτη: “Μνήμες της ρίζας” και “Ο τόπος μου”. Στο “Αντί προλόγου” (σελ. 13) σύντομη εξήγηση της λογοτεχνικής πρόθεσης, με έμμεσο πλην σαφή τρόπο. Ολοκληρωτική η επιμέλεια του τόμου αυτού από τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο όποιο λάθος, εξασφαλίζοντας την μέγιστη δυνατή στιλπνότητα από τεχνικής πλευράς. Σκίτσα στο εξώφυλλο και πριν από τα δύο μέρη, ως διαχωριστικό, φιλοτεχνεί και υπογράφει η Γλύκα Διονυσοπούλου.</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 30/10/2021</p>
<p>Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου Μνήμες της ρίζας, μέσα από έναν γνώριμο ρυθμό που θυμίζει δημοτικό τραγούδι, υπογραμμίζει το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης, την αξία της συλλογικής μνήμης και την τραγικότητα της ιστορίας μας.<br />
Ο ποιητής αντί προλόγου χρησιμοποιεί μια παραβολή: Ο άνθρωπος που έγινε δέντρο και που όσο αγαπά, άλλο τόσο οι ρίζες του βαθαίνουν, συνομιλεί με τον άνεμο για την κατάστασή του. Και ο άνεμος του λέει να μη νοιάζεται, γιατί και σ’ αυτόν αρέσει να περνάει τον καιρό του στο δάσος.<br />
Το νόημα της παραβολής, περνάει μέσα από τους στίχους 51 ποιημάτων σε 2 μέρη, με τους αντίστοιχους τίτλους «Μνήμες της ρίζας» και «Ο τόπος μου».<br />
Από την αρχή δηλώνεται η διάθεση του ποιητή να μιλήσει σε πρώτο πληθυντικό, κάνοντας κοινωνό τον αναγνώστη στο ταξίδι των στίχων του, αρχικά ακινητοποιώντας τον σε τόπο άνυδρο κάτω από τον ήλιο που πυρπολεί τα λιθάρια. Το σκηνικό στήνεται κι όσο εμείς βγάζουμε ρίζες και βυθιζόμαστε στο χώμα, ο κύκλος της ζωής συνεχίζει την τροχιά του καθώς «χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι/μέσα απ’ τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν». Ο ποιητής υμνεί το θαύμα της ζωής με αφορμή τα μικρά μυστικά της φύσης. Με τα μάτια στης μνήμης μεταμορφώνεται ανακαλώντας εικόνες που αγγίζουν όλες τις αισθήσεις, τονίζοντας τρυφερές λεπτομέρειες που τον διαμόρφωσαν. «Δεν είμαι εγώ» δηλώνει. Είναι όσα πρόλαβε να ζήσει και όσα του άφησαν δώρο στο αίμα του οι παλιοί που προσπέρασαν.<br />
Επικοινωνώντας με το ποιητικό υποκείμενο, μεταμορφωνόμαστε κι εμείς μέσα από εικόνες θυσίας και αναλογιζόμαστε την ασημαντότητα της ύπαρξής μας. Παράλληλα, καθώς ερχόμαστε σε επαφή με τη φύση και τους μύθους που εξηγούν αλληγορικά τον έρωτα και τον θάνατο σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, θαυμάζουμε τη δύναμη των λέξεων που ρέουν σαν γάργαρο νερό στο ρυάκι της ποίησης. Και ανάμεσα στις περιγραφές, υψώνεται το παράπονο του ποιητή που εκφράζει μέσα σε δυο σειρές ό,τι μας πληγώνει: «τόση ζωή, τόση ομορφιά μες στα υπόγεια/τόση ζωή, τόση ομορφιά λησμονημένη».<br />
Το παράπονο που εκφράζεται σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή δεν οδηγεί σε μηδενιστική στάση. Αντίθετα, ο ποιητής προτάσσει την αγάπη σαν βάλσαμο: «ποτέ δεν πάει χαμένη τόση αγάπη». Μέσα στον ζόφο των καιρών, είμαστε οι μνήμες οι ζεστές, τα γέλια, τ’ αγκαλιάσματα, στο μεγάλο ταξίδι της ζωής, που μοιάζει με εκδρομή.<br />
Ο θάνατος αγαπημένων προσώπων κάνουν τον ποιητή να νιώθει «κομματιασμένος». Η μνήμη τους συνδυάζεται με μνήμες παιδικές, γεμάτες χρώματα και μυρωδιές. Τότε οι στίχοι πλημμυρίζουν τρυφερότητα, με κορυφαίες τις μορφές των γονιών: Του πατέρα που γίνεται ξανά παιδί, ενώ ο κύκλος κλείνει και της μητέρας με τις «δυο κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη» και με τις χούφτες της να μυρίζουν κρεμμύδι.<br />
Τα ποιήματα συνομιλούν με στίχους μεγάλων Ελλήνων ποιητών για να εκφράσουν σκέψεις και συναισθήματα σχετικά με την πατρίδα, το νόστο, την Ιθάκη μας: «Κουράστηκα να περπατώ μόνος κι ανέστιος./Δεν τον φοβήθηκα τον βράχο ως τώρα, κοίτα με/ μα τρέμω ν’ απομείνω πάντα «ο ξένος». Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής θα εκφράσει την ανάγκη να συμβάλει στη συλλογική μνήμη: «Μα θέλω έστω ν’ απομείνουν στο χαρτί/σ’ ένα μικρούλι φύλλο στον αέρα/δυο λέξεις μόνο της καρδιάς να ανεμίζουνε/πάνω απ’ της πόλης τα στενά, τα μεσημέρια.// Όταν θα φύγουμε κι εμείς, να μείνουν θέλω!». Και στο ποίημα «Ταξιδιώτες» που συνομιλεί με στίχους του Καβάφη, θα περιγράψει με εξαιρετικό τρόπο την εικόνα του ποιητή, του ευαισθητοποιημένου ανθρώπου: «Πάνε στην άκρη του νερού για λίγο στέκονται/κι έπειτα σημειώνουν στο χαρτί υπνωτισμένοι/το λίγο ρίγος της στιγμής κάθε σφυγμό/σαν άρρωστοι καιρό που ‘χουνε μάθει να καταγράφουν μέρα ώρα και την πίεση/στις φλέβες της καρδιάς που αργοχτυπάει».<br />
Περιδιαβαίνοντας τα ποιήματα στο πρώτο μέρος, νιώθουμε να μας δένει ένα αόρατο νήμα. Και αυξάνεται η ανάγκη για αρμονία, επικοινωνία, επαφή με τη φύση, με τις ρίζες μας, με τη βαθύτερη ουσία μας. Κι όσο συνειδητοποιούμε το εφήμερο της ύπαρξης, άλλο τόσο οδηγούμαστε στις αλήθειες μας και γινόμαστε πιο σοφοί.<br />
Στο δεύτερο μέρος, ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, θα εστιάσει σε όλα αυτά που μας πληγώνουν στην Ελλάδα, μέσα από αναφορές στην ιστορία: Τα λάθη που επαναλαμβάνονται, τη φθορά της εξουσίας, τον ραγιαδισμό, την αχαριστία, τον διχασμό, τον μοιραίο ρόλο των ξένων δυνάμεων. Διαβάζοντας, νιώθουμε βαριά την ευθύνη για το τι θα πούμε στα παιδιά μας: «Κι άιντε να δούμε τι θα λέμε στ’ αναχώματα/τις νύχτες γύρω απ’ τη φωτιά σαν μας κοιτάζουν/στα μάτια τα παιδιά μας που μεγάλωσαν/και δεν τους πρέπουν παραμύθια πριν πλαγιάσουν».<br />
Ωστόσο, το ύφος στη συνέχεια αλλάζει. Ο λόγος γίνεται τρυφερός, για να περιγράψει με λυρισμό την πατρίδα μας, συνομιλώντας με δυο φράσεις του Σεφέρη από την ομιλία του στη Στοκχόλμη: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο».<br />
Συνολικά η διαδοχή των ποιημάτων στο δεύτερο μέρος έχει κυματοειδή μορφή. Από την ομορφιά στην πληγή κι αντίστροφα. Με το άδικο να μας πνίγει, με ληστές και λύκους ολόγυρά μας, ανακαλούμε τους πραγματικούς ήρωες της ιστορίας μας που «δεν πέθαναν, εδώ στις πέτρες ζουν». Και όσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη για αγώνα και δικαίωση, τόσο πιο παράφωνα ηχεί η κωμικοτραγική εικόνα των Ελλήνων, γεμάτη αντιφάσεις: «Πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια τον καημό/τον κάναμε τραγούδι, κομπολόι/τον βάλαμε ατόφιο στο προσκέφαλο/στα εικονίσματα ψηλά και στα μνημούρια».<br />
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής θα επανέρθουμε στην αρχική εικόνα με τον άνθρωπο-δέντρο που βαθαίνουν οι ρίζες του από αγάπη. Παράλληλα, ο αέρας που φυσά στο δάσος θα συνεχίζει το τραγούδι της μνήμης σε γνώριμο ρυθμό, υπενθυμίζοντάς του στιγμές από το ταξίδι του μέχρι εκεί, μέχρι να βγάλει ρίζες.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΣΕΛΙΚΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Μανδραγόρας&#8221; 12/4/2021</p>
<p>Η νέα, πέμπτη κατά σειρά, ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου (Δ.Π. εφεξής) Μνήμες της ρίζας απαρτίζεται από 51 ποιήματα κατανεμημένα σε δύο ενότητες: Α΄ Μνήμες της ρίζας με 31 ποιήματα και Β΄ Ο τόπος μου με 20 ποιήματα. Τα περισσότερα ποιήματα είναι μονοσέλιδα, ενώ τρία της Β΄ Ενότητας «Ο τόπος μου», (σσ. 54-55), «Λύκοι» Ι, (σσ. 65-66) και ΙΙΙ, (σσ. 68-69), περνούν και σε δεύτερη σελίδα. Άλλο εξωτερικό μορφικό στοιχείο της συλλογής είναι η ανάπτυξη ορισμένων ποιημάτων σε άλλα ομόθεμα ποιήματα αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς. Τέτοια ποιήματα είναι τα ακόλουθα: «Δεν είμαι εγώ», (Ι) και (ΙΙ) (σσ. 19-20), «Σκιές», (Ι), (ΙΙ) και (ΙΙΙ), (σσ. 42-44), «Λύκοι», (Ι), (ΙΙ), (ΙΙΙ) και (IV), (σσ. 65-70). Ενώ το ποίημα «Οι παππούδες μας» αναπτύσσεται σε τρία επιμέρους ποιήματα με ιδιαίτερο το καθένα τίτλο, ήτοι (Ι) (Στη θάλασσα), (ΙΙ) (Στον κάμπο) και (ΙΙΙ) (Στα βουνά), (σσ. 56-58). Σ’ αυτόν τον εκφραστικό-μορφικό τρόπο ποιητικής σύνθεσης θα αναφερθώ εκτενέστερα παρακάτω.</p>
<p>Τα θέματα των ποιημάτων της παρούσας συλλογής είναι ποικίλα. Η θεματική ποικιλία στην Α΄ Ενότητα είναι πιο πλούσια. Από τη μια είναι οι μνήμες της ρίζας, οι σχετικές δηλαδή με τις κοσμογονικές, όπως θα δούμε, προβάσεις-μεταλλάξεις και από την άλλη οι μνήμες του ποιητή καθώς είναι δεμένος με την παιδική του ηλικία και γενικά με την περασμένη ζωή του.</p>
<p>Στη Β΄ Ενότητα, «Ο τόπος μου», υπάρχουν πολλά θέματα, τα οποία μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε Πατριωτικά. Άλλα αναφέρονται στις περιπέτειες και τις καταστροφές της χώρας μας, όπως για παράδειγμα το ποίημα «Παλιά ιστορία», (σ. 64), στο οποίο γίνεται λόγος για τον παππού του Δ.Π. που συμμετείχε στην περιπετειώδη Μικρασιατική εκστρατεία και κινδύνεψε η ζωή του. Άλλα πάλι αναφέρονται στους «καλοπροαίρετους», που ήρθαν στη χώρα μας με καλές διαθέσεις να μας βοηθήσουν «(…) και τους πιστέψαμε / και αφήσαμε να μας νοικοκυρέψουν», («Λύκοι», (ΙΙΙ), σ. 68). Το ποίημα «Καράβι», (σ. 71), συμβολίζει την Ελλάδα, Αντιγράφω δύο στροφές, την τρίτη και την τέταρτη: «Μετρά (το Καράβι, η Ελλάδα) τα βράχια στ’ ανοιχτά κατά την Κάλυμνο. / Γλυκά και άγια τα νερά κι όλοι τα θέλουν / χρόνους παλεύουν τα θεριά να τ’ αφανίσουν / μήτε στον χάρτη να βρεθούν, σκόνη να γίνουν. // Παράξενο καράβι στη Μεσόγειο, αν σε ρωτήσει η γοργόνα δακρυσμένη, / πες της πως χάθηκε για πάντα ο Αλέξανδρος.»</p>
<p>Θα έλεγα, για να κλείσω αυτό το μέρος της συλλογής, ότι η ίδια η Ελλάδα προβαίνει μ’ αυτά, τα πατριωτικά ποιήματα, σε μια ενδοσκόπηση αυτογνωσίας.</p>
<p>Ξαναγυρίζω στο τέλος της πρώτης παραγράφου και αρχίζω νέα παράγραφο.</p>
<p>Καθώς περιεργαζόμουν το ανά χείρας βιβλίο η προσοχή μου εστιάστηκε σε τίτλους, όπως: «Μνήμες της ρίζας» που είναι τίτλος της συλλογής καθώς και της Α΄ Ενότητας, «Ο τόπος μου» που είναι τίτλος της Β΄ Ενότητας καθώς και ποιήματος (σ. 54), επίσης και στους τίτλους ποιημάτων, όπως «Η μάνα μου», (σ. 36), «Οι παππούδες μας», (σσ. 56-58), που με προϊδέασαν για το είδος και το περιεχόμενο της συλλογής, ότι δηλαδή πρόκειται για ποίηση εγωκεντρική, προσωπική, αυτοβιογραφική, για ποίηση δηλαδή του ιδιωτικού χώρου και της μνήμης.</p>
<p>Διαβάζοντας όμως το πεζό «Αντί προλόγου», (σ. 13), του οποίου ο λόγος είναι υπαινικτικός, αμφίσημος, έκπληκτος διαπίστωσα ότι αυτό το πεζό κείμενο αναφέρεται σε κοσμογονικές διαδικασίες και σχέσεις και καθώς τα στοιχεία του σύμπαντος, του κόσμου «ο άνεμος» και «το πεύκο» συζητούσαν μεταξύ τους και ο άνεμος υπενθύμισε στο πεύκο ότι γεννήθηκε ελεύθερο και ότι είναι άνθρωπος! και, καθώς εκείνο άκουγε μόνο, του έδειξε με το χέρι τις ρίζες που ξεκινούσαν από τα πόδια του και χώνονταν στη γη. Ναι ήμουν άνθρωπος, είπε το πεύκο τώρα όμως δέντρο, είπε ο άνεμος και δε γίνεται να μην αγαπάς. Ωστόσο, όσο αγαπάς, τόσο οι ρίζες σου βαθαίνουν. Κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει. Ο άνεμος γέλασε και τράνταξε τα κλαδιά. Μ’ αρέσει κι εμένα να περνάω τον καιρό μου στο δάσος, κλείνοντας έτσι τον διάλογο ανάμεσά τους για τις μεταλλαγές στην υφή των στοιχείων του σύμπαντος, του κόσμου.</p>
<p>Κατά τον ίδιο τρόπο συνεχίζονται οι κοσμογονικές διαδικασίες και στο πρώτο ποίημα «Ρίζες», (σ. 17), του οποίου παραθέτω τη δεύτερη και τρίτη στροφές του, και το οποίο αποτελεί τρόπον τινά τη μήτρα των συγγενών θεματικά ποιημάτων: «Περάσαμε όλο το πρωί μετρώντας σύννεφα/ ξυπνούσε η γη κάτω απ’ τα πόδια τρομαγμένη/ άνυδρη χρόνια μες στο φως τριβόταν έσπαγε/ και πουθενά νερό να μας παρηγορήσει.»</p>
<p>Συνεχίζουν και στην επόμενη στροφή να περιγράφουν οι ρίζες τις διάφορες φάσεις μεταλλάξεων των στοιχείων της φύσης κλείνοντας την αφήγησή τους με μια όλο ποίηση πρόβαση της κοσμικής εξέλιξης: «Δες όμως ξάφνου πόσο βάρυναν τα πόδια μας/ δες πόσο βυθιζόμαστε στο χώμα/ την ώρα που χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι/ μέσα απ’ τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν.»</p>
<p>Η πρόβαση, που επισήμανα προηγουμένως, τώρα στο επόμενο ποίημα «Στο δάσος», (σ. 18), διαφοροποιείται με ορισμένες φράσεις, όπως: «Έκθαμβος μπήκα στον μικρό ναό σου, Κύριε/ ιερουργούσαν τα πουλιά σεμνά (…)/ (…) σαν Άγιο Πνεύμα// Στο κάθε βήμα μου δεήσεις ακατάληπτες/ (…)/ ευχές να φεύγει το κακό πίσω να χάνεται/ κι εσύ παντού Αληθινός να μ’ ορμηνεύεις.// Άγιο το ρίγος στον μικρό ναό σου, Κύριε». Έτσι λοιπόν μπαίνουμε στη νέα φάση της κοσμικής μετάλλαξης που τελεί υπό την σκέπη του Θεού.</p>
<p>Στα αμέσως επόμενα δύο ποιήματα (Ι) και (ΙΙ) με τον κοινό τους τίτλο «Δεν είμαι εγώ» (σσ. 19-20), διαφοροποιείται και το ποιόν της αφήγησης και, κυρίως, το νόημα. Στο πρώτο (Ι) ποίημα επαναλαμβάνεται ο κοινός τίτλος και των δύο ποιημάτων σαν δικός του, του ποιητή, τίτλος και το εγώ τίθεται μέσα σε εισαγωγικά που μάλλον σημαίνουν ότι αμφισβητείται τώρα η ταυτότητά του, το κύρος του. Έτσι το «εγώ» ως αφηγητής αυτοαναιρείται, δηλαδή όσα θα πει παρακάτω παραδέχεται ότι δεν είναι δικά του. Παραθέτω την πρώτη στροφή και με περικοπές τις δύο επόμενες: Δεν είμαι «εγώ»/ είμαι οι φωνές χιλιάδων που οργώνανε/ τα διψασμένα τους χωράφια μες στον ήλιο/ μισόλογα του έρωτα στα σύδεντρα/ στα πέρα σπίτια του χωριού μετά τη δύση.// Είμαι τα όνειρα στις κούνιες των μωρών/ τα αυτοσχέδια παραμύθια των γιαγιάδων/ οι ψαλμωδίες/ του παπά πάνω απ’ τα μνήματα (…).// Είμαι το βλέμμα των παιδιών στις αταξίες τους / (…) του γερο-δάσκαλου η φωνή (…).</p>
<p>Ακολουθεί ο μοναχικός στίχος «Δεν είμαι, δεν μπορεί να ’μαι “εγώ”»: μόνο όσα πρόλαβα να ζήσω κι όσα μ’ άφησαν/ δώρο στο αίμα μου οι παλιοί που προσπεράσαν.</p>
<p>Οι δύο τελευταίοι στίχοι που κλείνουν το ποίημα μαζί με την πρώτη στροφή δηλώνουν το έργο του αφηγητή, του ανθρώπου δηλαδή, γι’ αυτό και το είμαι της πρώτης στροφής είναι γραμμένο με μικρό: ε (έψιλον). Οι δύο τελευταίοι στίχοι έπρεπε να γραφούν μετά το «εγώ»: για να σχηματίσουν μια στροφή. Όμως, για να τονιστεί το νόημά τους, διασπά ο ποιητής τη στροφή με νοηματικό διασκελισμό στα δύο. Το μορφικό αυτό στοιχείο είναι μια απόκλιση από τη σύνταξη της κοινής γλώσσας του λαού, της κοινωνίας.</p>
<p>Βρισκόμαστε, όπως προαναφέρθηκε, σε νεότερη φάση της κοσμικής μετάλλαξης, στην ανθρώπινη φάση υπό την σκέπη του Δημιουργού, του Θεού, χωρίς όμως την πλήρη ανεξαρτησία του ανθρώπου στις δραστηριότητές του.</p>
<p>Και το δεύτερο (ΙΙ) ομότιτλο ποίημα είναι κι αυτό ομότροπο φραστικά και νοηματικά. Διαφέρει από το πρώτο στην έκφραση, η καταφατική διατύπωση στο δεύτερο ποίημα γίνεται αρνητική. Κι ακόμη η εκ πρώτης όψεως αμφισημία της φράσης του πρώτου ποιήματος εκλείπει στο δεύτερο. Αντιγράφω στροφές και ορισμένα αποσπάσματα: (ΙΙ) «Δεν είναι πια δικά μου αυτά τα μάτια./ Την ομορφιά θωρούν του κόσμου και την κόλαση/ κάθε π’ ανοίγει βλοσυρή μες στους καπνούς της.// Δεν είναι πια δικά μου αυτά τα χέρια. (…) / (…) ρόζους γεμάτα/ κι άλλοτε νέα πάλι/ ψαύουν τα μυστήρια.// Δεν είναι πια δικές μου/ αυτές οι πλάτες (…) (που) μου είπαν/ πως πάνω εκεί πρέπει να ρίχνω τον σταυρό/ σαν αποκάμνει ο Ιησούς και γονατίζει.// Δεν είναι πια δικά μου αυτά τα πόδια/ στους δρόμους της ανημποριάς στα αναχώματα/ στης ξεχασμένης μας Εδέμ τα έξω κάστρα.// Δεν είναι πια δικά μου τα τραγούδια μου.»</p>
<p>Συνεχίζεται και σ’ αυτό το ποίημα η πρόβαση στην εποχή του ανθρώπου αλλά συγχρόνως δηλώνεται και η ανεπάρκειά του στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων της ζωής. Ακόμη η εποχή του ανθρώπου υπό την σκέπη του Θεού δεν εδραιώθηκε. Και αυτό ακριβώς δηλώνεται και σε επόμενα ποιήματα που κι αυτά απλώνονται σε πολλά χρονικά επίπεδα.</p>
<p>Ακολουθούν τρία τέτοια ποιήματα σπειροειδούς θεματικής, η οποία αναφέρεται σε στοιχεία της κοσμικής πραγματικότητας: 1) «Το τραγούδι του δέντρου», (σ. 22): «Να πιω νερό, να ριζώσω./ Δεν τον φοβήθηκα τον βράχο ως τώρα, κοίτα με./ Ψηλό θα γίνω δυνατό να τραγουδώ/ με τον αγέρα στα κλαδιά παλιά τραγούδια.» 2) «Τόση ζωή», (σ. 23): «Άκουγα πάλι το τραγούδι των νερών/ και τα μικρά θλιμμένα φλάουτα των φύλλων/ ανάσκελα στο χώμα και μουρμούριζα/ τριξίματα της γης αρχαίων μύθων.» 3) «Το νερό», (σ. 24): «Ξέρει καλά της πέτρας το φιλί/ του γυμνωμένου βράχου την αψάδα/ το ρίγος του ψαριού στο πρώτο φως/ που κίτρινο σκορπάει στα χαλίκια.// Ξέρει τραγούδια στα καλάμια, τιτιβίσματα/ τον σάλτο του βατράχου πέντε κύκλους (…)»</p>
<p>(Μια παρένθεση σχετική με την ποιητική τέχνη του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου: Και σ’ αυτά τα τρία ποιήματα και σε πολλά άλλα των ποιητικών του συλλογών διαπιστώνω την επιτηδειότητά του να μεταστοιχειώνει τη φυσική πραγματικότητα σε αισθητική πραγματικότητα. Έτσι μου φαίνεται πως μια aurea catena συνδέει τεχνοτροπικά όλο το ποιητικό έργο του.)</p>
<p>Τα πάντα λοιπόν εμψυχώνονται. Όλα αισθάνονται, όλα έχουν πόθους, όλα ενεργούν σύμφωνα με τους κοσμικούς νόμους, τους νόμους της Φύσης. Και σε όλα υπάρχουν μνήμες της ρίζας, μνήμες του ποιητή. Για την ενεργοποίηση της μνήμης, ως ανάπλασης και ανάμνησης, συμβάλλει αποφασιστικά ο συγκερασμός (η κράση) της ψυχής, του σώματος και του χρόνου. Αυτό το διαπιστώνουμε και στο ποίημα «Από την αρχή», (σ. 32), στο οποίο θα μπορούσε να τεθεί ως υπότιτλος η φράση: η αναπόληση με διάθεση νοσταλγίας.</p>
<p>Στην πρώτη στροφή αυτού του ποιήματος ο ποιητής με θλίψη παρατηρεί πως σαν έρχεται στην πόλη που μεγάλωσε, όλοι οι γνωστοί του φίλοι γίνονται άφαντοι και μόνος του κάθεται στα πεζούλια που ήταν το στέκι τους. «Κι όμως δεν έφυγε κανείς μα ο καιρός/ χρόνια και χρόνια κάθε μέρα λίγο-λίγο/ σμίλεψε ύπουλα τα πρόσωπα κι αγνώριστοι/ κι απαρατήρητοι περνούμε δίπλα-δίπλα», (…). Ακραίες στιγμές της ζωής του κάθε ανθρώπου.»</p>
<p>Και από το ποίημα «Το τραγούδι του Οδυσσέα», (σ. 39), παραθέτω λίγους στίχους όλο καημό και νοσταλγία (άλγος του νόστου) για την επιστροφή στην πατρίδα: «Αχ, να μπορούσα να ’βγαζα φτερά, γλυκιά πατρίδα/ χώμα απαλά που ανασαίνει το ξημέρωμα/ έστω για λίγο να σε δω αργοπετώντας/ από ψηλά κι έπειτα μόνος μου να φώναζα τον Χάρο να ’ρθει να με βρει καλά χορτάτο». Φυσικά ο Οδυσσέας είναι persona του ποιητή Δ.Π., όπως και στα επιμέρους ποιήματα «Στην Ωγυγία», (σ. 40), και «Στην Ιθάκη», (σ. 41). Και αυτά τα ποιήματα και τα υπόλοιπα μέχρι το τέλος της Α΄ Ενότητας αναφέρονται στη νοσταλγία του ποιητή για την προηγούμενη ζωή του, την παιδική και την άλλη τη νεανική, στη γενέτειρά του τη Λάρισα (και την Τσαριτσάνη). Όλα αυτά τα ποιήματα θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «Παπαδιαμαντικά» χωρίς βέβαια να υπονοούμε κάποια μίμηση, γιατί ο Δ.Π. έχει τη δική του ξεχωριστή ποιητική φωνή, και βέβαια είναι και νοσταλγός ποιητής, όπως και ο Παπαδιαμάντης που «ετήκετο από την νοσταλγίαν αποκόσμου νησιού» κατά τον Φώτο Πολίτη.</p>
<p>Το κύριο θέμα της παρούσας συλλογής είναι η μνήμη, η οποία αποτελεί αντικείμενο μελέτης όλων των ψυχολόγων της κάθε ψυχολογίας, παλαιάς ή νέας. Εάν παρατηρήσουμε το περιεχόμενο της μνήμης μας, θα δούμε ότι θυμόμαστε πράγματα προσωπικά, με τα οποία ήρθαμε σε επαφή και είχαν απήχηση στην ψυχή μας. Τα πράγματα, που κάθε στιγμή ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους, μπορεί να είναι αμέτρητα, όμως η μνήμη μας κάνει μια επιλογή ανάμεσά τους. Τα επιλεγμένα λοιπόν πράγματα αποτελούν το προσωπικό μέρος ως προς την ανάπλαση και την ανάμνηση. Σύμφωνα με την μορφολογική ψυχολογία τα αρχικά δεδομένα του ψυχικού βίου του ανθρώπου δεν είναι στοιχεία, μέρη αλλά μορφές, ολότητες που έχουν μέσα τους διάρθρωση, συγκροτούνται δηλαδή από μέρη. Η παλαιά κλασική ψυχολογία, δηλαδή η συνειρμική, οικοδομούσε τον ψυχικό βίο με στοιχεία. Ενώ η νέα μορφολογική ψυχολογία υποστηρίζει, όπως ανέφερα παραπάνω, το αντίθετο, ότι δηλαδή η ψυχή του ανθρώπου είναι έτσι καμωμένη, που συλλαμβάνει μορφές πρώτα και μετά με λογική ανάλυση φτάνει στη σύλληψη των μερών.</p>
<p>Και ο Δ.Π. ακολουθεί – συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία – στη σύνθεση των ποιημάτων του τα δόγματα της μορφολογικής ψυχολογίας, χωρίς βέβαια να αποκλείεται εντελώς η συνειρμική ψυχολογία, αφού κανένα στοιχείο του ψυχικού βίου του ανθρώπου δεν είναι απομονωμένο. Επομένως, όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερα στοιχεία, το ένα μπορεί να παρασύρει και άλλο. Το ότι και ο Δ.Π. ακολουθεί τη μορφολογική ψυχολογία στη γραφή των ποιημάτων φαίνεται και στα ποιήματα που έχουν έναν κοινό μόνο τίτλο, όπως για παράδειγμα στα εξής: «Δεν είμαι εγώ» (Ι) και (ΙΙ), (σσ. 19-20), «Σκιές» (Ι), (ΙΙ) και (ΙΙΙ), (σσ. 42-44) και σε άλλα που αναφέρω στην αρχή αυτού του κειμένου και όχι μόνο σ’ αυτά. Στο ποίημα για παράδειγμα «Η μάνα μου», (σ. 36) πρώτα συλλαμβάνει ο ποιητής τη μορφή της μάνας του και μετά τα μέρη. Θα αντιγράψω το ποίημα, για να σχολιάσω τον τρόπο σύνθεσής του. «Η μάνα μου»: «Στην πίσω αυλή στα δύο πλακόστρωτα σκαλάκια/ με το τσεμπέρι στα μαλλιά ώρες η μάνα μου/ καθάριζε ραδίκια κι όλο μου ’λεγε / μ’ εκείνη τη φωνή την πονεμένη/ για τα πικρά της δεκαοχτώ, για τους αέρηδες/ που πήραν σαν ξερόφυλλα τα χρόνια,/ κι έπειτα φτώχεια, καταφρόνια, μαύρα σύννεφα/ στα χωριουδάκια που δε γράφτηκαν στους χάρτες/ κι έπειτα θάλασσες βαθιές, παλιά ναυάγια/ στάλες αθόρυβης βροχής, λόγια σπασμένα.// Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα/ – άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω –/ με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά/ και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι.// Στην πίσω αυλή στο πλυσταριό μούλιαζε, έτριβε/ – μα οι λεκέδες πάντα εκεί να επιμένουν –/ πικρά παράπονα λερώσανε τα χρόνια της./ Δυο οι κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη.»</p>
<p>Από κάποιο ερέθισμα προκλήθηκε η διέγερση του αισθητηρίου οργάνου της μνήμης του ποιητή και έτσι θυμήθηκε τη μάνα του και προβλήθηκε πρωτογενώς μπροστά του η μορφή της, η γενική εικόνα της, η παράστασή της, που ήταν προϊόν της συνθετικής ενέργειας της ψυχής του. Και η νοητή αυτή εικόνα της μάνας του, όπως και κάθε άλλο στοιχείο του ψυχικού βίου του ανθρώπου, δεν είναι απομονωμένη, σχετίζεται και με άλλα στοιχεία του ψυχικού βίου του ποιητή. Ο ποιητής παρακολουθώντας τη μάνα του, τη μορφή της, ξεχωρίζει (βλέπει μπροστά του) δύο δευτερογενείς επιμέρους παραστάσεις, δύο ζωηρές εντυπώσεις με τα συνακόλουθα στοιχεία τους. Αυτές οι επιμέρους εντυπώσεις, παραστάσεις είναι ατομικές, προσωπικές του ποιητή και, καθώς συμπλέκονται, η μία διαδέχεται την άλλη στον ίδιο τόπο, «Στην πίσω αυλή…», η μία στην πρώτη στροφή επικεντρώνεται στην εργασία της μάνας, «καθάριζε ραδίκια…» και η άλλη στην τρίτη στροφή επικεντρώνεται κι αυτή στην άλλη εργασία της, στο πλύσιμο των ρούχων της οικογένειας. Αυτές λοιπόν οι δύο επιμέρους παραστάσεις αποτελούν, σύμφωνα με όσα λέει η μορφολογική ψυχολογία, τα μέρη της μορφής, της ολότητας. Οι ίδιες αυτές οι δύο επιμέρους παραστάσεις, που καταγράφτηκαν μέσω των αισθήσεων στην ψυχή του ποιητή, διατηρούνται στη συνείδησή του και είναι μνημονικές – όχι φανταστικές – γιατί αναφέρονται στη μάνα του που είναι (ήταν) υπαρκτό πρόσωπο. Η ανάπλαση αυτών των παραστάσεων στη συνείδηση του ποιητή λέγεται μνήμη.</p>
<p>Οι ψυχικές αυτές εικόνες, παραστάσεις αποτυπώνονται στη φαιά ουσία του εγκεφάλου και ονομάζονται σε όλες τις γλώσσες με την ελληνική λέξη εγγράμματα. Από κάποια αιτία επανέρχονται αυτά τα εγγράμματα στη συνείδηση του ποιητή ως αναμνήσεις των προσωπικών του βιωμάτων προκαλώντας τη συγκίνησή του, όπως φαίνεται και στη μεσαία στροφή του ποιήματος.</p>
<p>Συγκρίνοντας τα δύο ποιήματα «Η μάνα μου», (σ. 36) και «Το τραγούδι του Οδυσσέα», (σ. 39) ως προς την ψυχολογική μέθοδο σύνθεσής τους παρατηρώ τα εξής: Στο δεύτερο ποίημα έχουμε τη μέθοδο της αυτοπαρατηρησίας, ο παρατηρητής δηλαδή είναι και παρατηρούμενος, δύο πρόσωπα σε ένα. Το ποιητικό υποκείμενο – ο Οδυσσέας ως παρατηρητής παρακολουθεί τον ίδιο τον εαυτό του και αναφέρει πράγματα δικά του που μόνο αυτός, τα γνωρίζει. Σε μια συναισθηματική του έξαρση εκθέτει τα βιώματά του, τον ψυχικό του πόνο για την νοσταλγία, το άλγος του ξενιτεμένου για τον νόστο, την επιστροφή του στην πατρίδα: «Αχ, να μπορούσα να ’βγαζα φτερά, γλυκιά πατρίδα / χώμα απαλά που ανασαίνει το ξημέρωμα / έστω για λίγο να σε δω αργοπετώντας / από ψηλά κι έπειτα μόνος μου θα φώναζα τον Χάρο να ’ρθει να με βρει καλά χορτάτο», (…).</p>
<p>Στο πρώτο ποίημα «Η μάνα μου», (σ. 36) εφαρμόζεται η αντίθετη ψυχολογική μέθοδος σύνθεσής του, η ετεροπαρατηρησία. Κατά την μέθοδο αυτή λειτουργούν δύο πρόσωπα, ο παρατηρητής και ο παρατηρούμενος. Ο παρατηρητής, το ποιητικό υποκείμενο – ο ποιητής δηλαδή, παρατηρεί, παρακολουθεί τη μάνα του, που είναι το παρατηρούμενο πρόσωπο, σε συγκεκριμένες εργασίες της που πραγματοποίησε στο παρελθόν, όταν αυτός ήταν μικρό παιδί οχτώ ετών. Εδώ έχουμε διήγηση γεγονότων του παρελθόντος. Επομένως αυτά τα γεγονότα θα μπορούσαν και άλλοι να τα παρατηρήσουν. Παραδόξως όμως ο παρατηρητής, ο ποιητής δηλαδή εφαρμόζει και τη μέθοδο της αυτοπαρατηρησίας, αφού επισημαίνει συναισθήματα και γενικά ψυχικές καταστάσεις της μάνας του, της παρατηρούμενης και δικά του, του παρατηρητή, συναισθήματα, όπως: τα πικρά της δεκαοχτώ χρόνια, την καταφρόνια, τα μαύρα σύννεφα, τις δύο κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη. Και για τον ίδιο τον εαυτό του ο παρατηρητής – ο ποιητής εξομολογείται σε πρώτο πρόσωπο, όπως γίνεται στην αυτοπαρατηρησία (βλ. και «Το τραγούδι του Οδυσσέα»): «Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα/ – άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω –/ με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά/ και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι». Το ότι γύρισε στη μέθοδο της αυτοπαρατηρησίας οφείλεται στην επίδραση που άσκησε στον ψυχισμό του, στη συμπεριφορά του το περιβάλλον, που φαίνεται πιο καθαρά στο άλλο ποίημα, «Στα εικονίσματα», (σ. 37), που κι αυτό αναφέρεται στη μάνα του κι είναι γραμμένο ομοιότροπα.</p>
<p>Σ’ αυτό το ποίημα ο Δ.Π. με προοδευτική ανάπτυξη της αφήγησης ανακαλεί προσωπικές του αναμνήσεις που αναφέρονται στη σχέση της μάνας του με την εκκλησία: (…) «Με το τσεμπέρι στα μαλλιά στα εικονίσματα/ “την αμαρτίαν μου γιγνώσκω” ψαλμωδούσες/ που ήταν η μόνη σου αμαρτία που δεν έζησες/ που δε σε είδα να γελάς ποτέ σου, μάνα.// Μα να που τώρα σε φαντάζομαι στον κύκλο τους/ μπρος στο ψαλτήρι του Χριστού σεμνά να στέκεις/ με τη βαριά φωνή περίπαθη “στο δόξα σοι”/ και τη λιγνή στο “κύριε ελέησον” ν’ ανεβαίνεις.», (…).</p>
<p>Ζώσα μνήμη του ποιητή με συγκινησιακή φόρτιση και συναισθηματική ένταση που παρασέρνουν τον αναγνώστη σε δικές του μνήμες. Ο ποιητής συνομιλεί με τον αναγνώστη άμεσα χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του σχολιαστή, γιατί στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά του.</p>
<p>Ο Δ.Π. είναι βέβαια συναισθηματικός ποιητής αλλά δεν είναι μονοσήμαντος, μονοδιάστατος, είναι και στοχαστικός ποιητής και έτσι τα ποιήματά του είναι αρτιωμένα αισθητικά. Όπως ο βιωματικός και ο συγκινησιακός λόγος μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο ποιητή, έτσι μπορούν να συνεργούν και με τον ενδιάθετο λόγο, τη σκέψη στην ποιητική πράξη. Και ο Πλάτων, ο πρώτος αισθητικός γενικά της τέχνης αποφαίνεται πως το καλόν, δηλαδή η τέχνη, όταν συνεργεί με τη σκέψη, αποκτά την πλήρη του σημασία.</p>
<p>Το ότι ο ποιητής Δ.Π. έχει αυτά τα δύο στοιχεία, το διανοητικό και το ψυχικό, τον στοχασμό και το συναίσθημα, το επιβεβαιώνουν αίφνης δύο ποιήματα, που συνδέονται μεταξύ τους με εσωτερική νοηματική σχέση, τα εξής: «Τι λες θα μείνει;», (σ. 25) και «Μια βόλτα μόνο», (σ. 26). Επιλέγω αναγκαστικά να παραθέσω ορισμένους μόνο στίχους: «Τι λες θα μείνει;»: «Τι λες θα μείνει όταν φύγουμε/ μήτε τ’ αχνάρια μας στη γη που αγαπάμε/ μήτε τα βάσανά μας τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα/ – τι κι αν ψηλώνουν σαν βουνά και μας τρομάζουν –/ Δε θ’ απομείνουν μήτε γέλια μήτε δάκρυα», (…)// Μα θέλω έστω ν’ απομείνουν στο χαρτί/ σ’ ένα μικρούλι φύλλο στον αέρα/ δυο λέξεις μόνο της καρδιάς να ανεμίζουν/ πάνω απ’ της πόλης τα στενά, τα μεσημέρια.// Όταν θα φύγουμε κι εμείς, να μείνουν θέλω!»</p>
<p>«Μια βόλτα μόνο»: «Μη φανταστείς, ότι σου δόθηκε η τέχνη για να ζεις/ το μυστικό τ’ αθάνατου νερού που δε στερεύει/ μα στους αιώνες των αιώνων γάργαρο γλυκό/ κυλά στα πόδια για να χαίρεται η καρδιά σου.// (…) Μια βόλτα μόνο μες στον κόσμο τον απέραντο/ δυο-τρεις ανάσες βιαστικές λαχανιασμένες/ κι έπειτα στην κοιλάδα του θανάτου ολομόναχος// (…) όπως ο άνεμος σαρώνει και γκρεμίζονται/ σώματα, όνειρα, ψυχές, καημοί και πόθοι.»</p>
<p>Ο συναισθηματισμός είναι έκδηλος στο πρώτο ποίημα. Ποια είναι η τύχη του ανθρώπου μετά τον θάνατό του είναι εμπειρικά διαπιστωμένο. Τη ζωή του ανθρώπου τη διαδέχεται το τίποτα, τα πάντα σβήνουν, τα πάντα «αφανίζονται στη σκόνη. Και στα δύο ποιήματα θίγεται το θέμα αυτό που απασχόλησε και τους λογοτέχνες και τους φιλοσόφους, όπως και τον απλό άνθρωπο. Ο υψιπέτης ποιητής μας Ανδρέας Κάλβος εικονιστικά εκθέτει τη σχετική άποψή του στο ποίημα «Εις τον ιερόν λόχον», στις στροφές Ι και ΙΑ: «Ο γέρων φθονερός,/ Και των έργων εχθρός,/ Και πάσης μνήμης, έρχεται/ Περιτρέχει την θάλασσαν/ Και την γην όλην.// Από την στάμναν χύνει/ Τα ρεύματα της λήθης,/ Και τα πάντα αφανίζει./ Χάνονται οι πόλεις, χάνονται/ Βασίλεια κ’ έθνη.» Γράφω γνωστά πράγματα. Αλλά ο Κάλβος είναι μεγάλος ποιητής. Γι’ αυτό κάνω και άλλη παραχώρηση, παραθέτω και τη στροφή Β από το ποίημα «Εις θάνατον»: «Όλην (την) οικουμένην/ Σκεπάζουν σκοτεινά,/ Ήσυχα, παγωμένα,/ Τα μεγάλα πτερά/ Της βαθείας νύκτας.»</p>
<p>Το άλλο θέμα, που τονίζεται κι αυτό και στα δύο ποιήματα, αφορά τα όρια δραστηριότητας του ανθρώπου. Τα όρια αυτά δεν τα καθορίζει ο άνθρωπος, γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να τα παραβεί. Και όταν υπερβαίνει την ανθρώπινη δικαιοδοσία διαπράττει «ύβριν» και ακολουθεί η τιμωρία του. Ιδιαίτερα ασχολήθηκαν μ’ αυτό το θέμα οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί ποιητές, αλλά και οι φιλόσοφοι, όπως ο προσωκρατικός «σκοτεινός» φιλόσοφος Ηράκλειτος (6ος -5ος αι. π.Χ.), ο οποίος υποστηρίζει ότι: «Ήλιος γαρ ουχ υπερβήσεται μέτρα˙ ει δε μη, Ερινύες μιν (= αυτόν) Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν». Σ’ αυτό το δόγμα του ο Ηράκλειτος τονίζει ότι η Δίκη επιβλέπει τη φυσική τάξη και αρμονία όλων των πραγμάτων. Ακόμη και ο Ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τα μέτρα του, τα όριά του. Κάτι ανάλογο λέει και το γνωμικό «Έστι Δίκης οφθαλμός, ος τα πανθ’ ορά».</p>
<p>Τα δύο αυτά ποιήματα λόγω της σημασιολογικής συνάφειάς τους αποτελούν ένα συγκείμενο, όπως και τα ποιήματα με κοινό τίτλο, που ανέφερα στην αρχή αυτού του κειμένου, αποτελούν κι αυτά συγκείμενα.</p>
<p>Όπως λένε οι αισθητικοί ο ποιητής (γενικά ο λογοτέχνης) έχει τον δικό του λόγο, την ιδιόλεκτο, που είναι ατομικό, προσωπικό δημιούργημά του σε αντίθεση με τη γλώσσα που είναι δημιούργημα της κοινωνίας. Και ακόμη λένε πως ο κάθε ποιητής έχει τη δική του ποιητική γραμματική που αποτελείται από επιλογές γλωσσικών δομών και αποκλίσεις από τη γλώσσα της κοινωνίας. Και ότι όλα αυτά συνθέτουν το προσωπικό ύφος του ποιητή (του λογοτέχνη).</p>
<p>Ύστερα από τα παραπάνω θα ξαναγράψω τους πέντε τελευταίους στίχους του ποιήματος «Τι λες θα μείνει;», (σ. 25), που έχω παραθέσει και προηγουμένως για άλλο σκοπό, για να προσπαθήσω τώρα να ανιχνεύσω στοιχεία της ιδιολέκτου και της ποιητικής γραμματικής του Δ.Π. «Μα θέλω έστω ν’ απομείνουν στο χαρτί/ σ’ ένα μικρούλι φύλλο στον αέρα/ δυο λέξεις μόνο της καρδιάς να ανεμίζουνε/ πάνω απ’ της πόλης τα στενά τα μεσημέρια.// Όταν θα φύγουμε κι εμείς να μείνουν θέλω!»</p>
<p>Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του Δ.Π. είναι άφθονα και στα ποιήματα αυτής της συλλογής και γι’ αυτό ο λόγος του είναι βιωματικός και συγκινησιακός. Αυτό το ποιόν του λόγου του διαπιστώνεται και σ’ αυτούς τους λίγους στίχους. Ο ποιητής βιώνει έντονα την τελευταία επιθυμία της ζωής του: « (…) να μείνουν θέλω/ δυο λέξις μόνο της καρδιάς (…)». Στο σημείο όμως αυτό υπάρχει, εσκεμμένα, ένα θέμα της σημασιολογικής δομής του κειμένου. Και οι πέντε στίχοι αποτελούν κανονικά μια στροφή με ένα ολοκληρωμένο νόημα. Αλλά ο ποιητής, δημιουργός του κειμένου, αποσπά τον τελευταίο στίχο με νοηματικό διασκελισμό σχηματίζοντας μονόστιχη στροφή, για να τονίσει τη σημασία του βιώματός του, που από τη διατύπωση ακόμη ενισχύεται ιδιαίτερα από τη λέξη «της καρδιάς», η οποία είναι η έδρα των συναισθημάτων, των επιθυμιών και των πόθων του ανθρώπου.</p>
<p>Και κάτι άλλο ακόμη για τη σημασιολογική δομή του κειμένου. Η τελολογική (τέλος σημαίνει και: σκοπός) ή λειτουργική ψυχολογία, αντίθετα προς την παλαιά ψυχολογία της διαγωγής που περιοριζόταν στην περιγραφή μόνο των ψυχικών φαινομένων χωρίς τη βοήθεια της συνείδησης, υποστηρίζει πως η συνείδηση του ανθρώπου είναι όργανο επιλογής και από ένα πλήθος ψυχικών φαινομένων επιλέγει αυτά που θα εκδηλωθούν. Αφού λοιπόν η συνείδηση επιλέγει, κάθε σχετική ενέργειά της διέπεται από σκοπιμότητα. Η πνευματική ενέργεια του ανθρώπου δεν είναι αυτοσκοπός αλλά έχει κι αυτή σκοπιμότητα. Και η σύνθεση επομένως των ποιημάτων, ως πνευματική ενέργεια, έχει το δικό της σκοπό. Ο ποιητής δεν γράφει τα ποιήματά του «για τα σκοτώσει την ώρα του», τα γράφει γιατί θέλει να επικοινωνήσει με τους αναγνώστες, γενικά με τους άλλους ανθρώπους. Θέλει να γνωστοποιήσει μια άποψή του για τη ζωή, θέλει να ανακοινώσει μια ιδέα του, ένα μήνυμά του. Για να έχει όμως αίσιο αποτέλεσμα η διαλεκτική σχέση μεταξύ του κειμένου του και του αναγνώστη και να συντελεστεί θετικά το σύστημα σύνδεσης σημαινομένων και σημαινόντων, χρειάζεται προσοχή στην επιλογή και γραφή των γλωσσικών δομών. Υπάρχει λοιπόν και άλλο θέμα γλωσσικής δομής στη φράση «δυο λέξεις μόνο της καρδιάς (…)/ να μείνουν θέλω!». Ποιο είναι όμως το μήνυμα που θέλει να γνωστοποιήσει; Εδώ επιλέγει ο ποιητής τον υπαινικτικό λόγο, γιατί; Μήπως αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να επινοήσει αυτός το μήνυμά του ή καλύπτεται από τη σημαντική της λέξης «καρδιά»; Μπορεί όμως να είναι ένα εύλογο κενό. Όπως και να ’χει το πράγμα, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη γλωσσική διατύπωση των προτάσεων του ποιητή στο επίπεδο της επιφανειακής δομής, ώστε να διευκολυνθεί ο αναγνώστης να τις συλλάβει νοηματικά στη βαθειά δομή από όπου ξεκινούν για να φθάσουν στην τελική τους μορφή, στην επιφανειακή δομή, με την οποία έχει επαφή ο αναγνώστης.</p>
<p>Το άλλο συστατικό στοιχείο της ποιητικής γραμματικής είναι οι αποκλίσεις από την κοινή καθημερινή γλώσσα της κοινότητας. Η εκφραστική αυτή ενέργεια επηρεάζει τον αναγνώστη νοητικά και αισθητικά και τον παρακινεί να ερμηνεύσει τον απροσδόκητο λεκτικό αιφνιδιασμό. Το θέμα αυτό, το σχετικό με τον βιταλισμό (ζωισμό ελληνιστί), το έθιξα πιο πάνω κάπως πλαγίως αναφερόμενος στο δέντρο, στο νερό και σε άλλα άψυχα που όλα εμψυχώνονται από τον ποιητή.</p>
<p>Τέτοιες λοιπόν αποκλίσεις υπάρχουν σε όλα σχεδόν τα ποιήματα και αυτής της συλλογής του Δ.Π. Στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής «Ρίζες», (σ. 17), διαβάζουμε στην πρώτη στροφή: «ξυπνούσε η γη (…) τρομαγμένη». Εμψυχώνεται η γη με το σχήμα της μεταφοράς και αισθάνεται τρομαγμένη σαν να είναι άνθρωπος. Η εκφραστική αυτή επιλογή του ποιητή αποτελεί έντονη διαφοροποίηση από τη συμβατική γλώσσα της κοινότητας. Αμέσως στο επόμενο ποίημα «Στο δάσος», (σ. 18), υπάρχει μια παρόμοια με την προηγούμενη απόκλιση: «ιερουργούσαν τα πουλιά σεμνά κρυμμένα».</p>
<p>Κάτι διαφορετικό τώρα επισημαίνω στον τελευταίο στίχο του ποιήματος «Πόσοι», (σ. 21): «και ας την ποτίσανε (τη γη) με ίδρωτα και αίμα». Η λέξη ιδρώτας από παροξύτονη γίνεται προπαροξύτονη κι αυτός ο παρατονισμός επαναλαμβάνεται αρκετές φορές σε άλλα ποιήματα. Και βέβαια γίνεται για μετρικούς λόγους. Όμως έτσι διαφοροποιείται η ακουστική εικόνα της λέξης που στο κείμενο αισθητοποιείται ως οπτική εικόνα, που είναι κι αυτή μια εκτροπή από την καθιερωμένη γλώσσα του λαού.</p>
<p>Μια άλλη διαφορετική τώρα απόκλιση βλέπω στο ποίημα «Το νερό», (σ. 24) και στον πρώτο στίχο: «Ξέρει καλά της πέτρας το φιλί» με υποκείμενο του ρήματος το νερό, ενώ το ρήμα ξέρει απαιτεί έμψυχο, ανθρώπινο υποκείμενο.</p>
<p>Τα είδη των αποκλίσεων είναι πάμπολλα. Τώρα επισημαίνω στο ίδιο πιο πάνω ποίημα έναν άλλο εκφραστικό τρόπο πολύ συνηθισμένο από τον ποιητή σ’ αυτή τη συλλογή του. Τρεις στροφές αρχίζουν με το ρήμα ξέρει: Ξέρει καλά – Ξέρει τραγούδια – Ξέρει πολλά – με υποκείμενο πάντοτε τη λέξη το νερό που είναι και ο τίτλος του ποιήματος. Αυτόν τον εκφραστικό τρόπο τον βλέπω και στο ποίημα «Για λίγο», (σ. 30), που επαναλαμβάνεται ο ίδιος τίτλος τέσσερις φορές στην αρχή τεσσάρων στίχων μαζί και με άλλες επαναλήψεις: «Για λίγο» – είπαμε – μα πέρασαν οι μέρες μας/ «για λίγο», μα περάσανε τα χρόνια.// «Για λίγο» – είπαμε – μα πέρασαν τα χρόνια μας/ «για λίγο», και ριζώσαμε στην πέτρα.</p>
<p>Το ίδιο περίπου γίνεται και στις πέντε στροφές του ποιήματος «Πάντα εκεί», (σ. 34). Ενώ στο αλληγορικό ποίημα «Λύκοι» ΙΙ, (σ. 67), από τους επτά συνολικά στίχους του οι πέντε αρχίζουν με τη λέξη Νύχτα. Αυτή η ομοιότροπη αρχή στίχων ή στροφών αποτελεί το λεγόμενο ρητορικό σχήμα λόγου «ομοιοκάταρκτο» (κατάρχομαι = αρχίζω).</p>
<p>Παραλείπω και άλλες ομότροπες εκφράσεις αναφέροντας μόνο πως οχτώ στροφές έξι ποιημάτων (σσ. 21, 38, 39, 44, 62, 72), αρχίζουν με το επιφώνημα «Αχ!», για να τονιστεί έντονα, το συναίσθημα που νιώθει κάθε φορά το ποιητικό υποκείμενο.</p>
<p>Αυτή η ομοηχία, αυτό το ρυθμικό φωνολογικό επινόημα λειτουργεί αισθητικά στον ψυχισμό του αναγνώστη σαν μουσικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται και παραλλάσσεται συνεχώς.</p>
<p>Ο ποιητής πάντοτε προσπαθεί με κάθε τρόπο να προβάλει το αισθητικό και νοηματικό μέρος του έργου του. Ένας από τους τρόπους του είναι και ο ακόλουθος: Εκτός από τα γνωστά σημεία της στίξης, τελεία, κόμμα κ.λπ., υπάρχει και η στίξη του χώρου με την οποία ο ποιητής διαφοροποιεί τη δομή του κειμένου. Σύμφωνα λοιπόν με τη στίξη του χώρου, αντίθετα προς τη συνήθη σειρά των όρων μιας πρότασης: υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο ή κατηγορούμενο – προσδιορισμοί, που ακολουθεί η κοινή γλώσσα του λαού, στην ποίηση η κάθε λέξη τοποθετείται σε θέση δυναμική, ώστε να τονιστεί περισσότερο η έννοιά της, συνήθως στην αρχή μιας φράσης, μιας πρότασης, ενός στίχου, μιας στροφής, όπως βλέπουμε στα πιο πάνω σχετικά παραθέματα.</p>
<p>Όλες αυτές οι αποκλίσεις, όλες οι λεκτικές ιδιορρυθμίες, που στην πραγματικότητα μερικές, όπως του σχήματος λόγου της μεταφοράς, είναι λανθασμένες διατυπώσεις, εμπλουτίζουν όμως την ποιητική γραμματική και μετατρέπουν την τεχνική της καθημερινής γλώσσας της κοινότητας σε πραγματική τέχνη του λόγου, σε όργανο δηλαδή ποιητικής λειτουργίας.</p>
<p>Όμως όλες αυτές οι εκτροπές, οι αποκλίσεις από τη γλώσσα της κοινότητας είναι απαραίτητες για την ποιητική λειτουργία και χωρίς αυτές ποίηση δεν γίνεται, γι’ αυτό και οι ποιητές τις προτιμούν και γι’ αυτό καταξιώνονται αισθητικά και γι’ αυτό τέρπουν τον αναγνώστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Η πρώτη του ποιητική συλλογή η «Μικρή περιήγηση» εκδόθηκε το 1996 από τη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα και επανεκδόθηκε το 2017 από τις εκδόσεις «Έντυποις» .<br />
Για μια πενταετία και μέχρι το 2001 δημοσίευε ποιήματα του στη Νέα Πορεία και στη συνέχεια σώπασε για μια δεκαπενταετία. Για τους λόγους της σιωπής του είπε σε μια συνέντευξη του «είναι ότι μου πήρε πολλά χρόνια να συνειδητοποιήσω τη διαφορά ανάμεσα στη σεμνότητα και την ηττοπάθεια. Αναρωτιόμουν αν ήμουν σε θέση να γράψω ξανά κάτι αξιόλογο. Ένιωθα πως είχα στερέψει, πως έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου, όπως η γάτα που κυνηγάει την ουρά της. Έβλεπα πως κατέληγα σε λόγια που είχα ήδη πει και σε εικόνες που είχα ήδη παρουσιάσει.»<br />
Επανέρχεται το 2016 με τη ποιητική συλλογή «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος» και την ίδια χρονιά σε ψηφιακή μορφή η νουβέλα «Νυχτοπερπατήματα» . Το 2017 ακολουθεί πάλι σε ψηφιακή μορφή η ποιητική συλλογή Χαϊκού «Αχαρτογράφητα» και τέλος το 2018 έχουμε το διήγημα «Η τροχιά του βέλους» και τη ποιητική συλλογή «Ο Μέσα Ήλιος».<br />
Ή καλύτερα θα συνταξιδέψουμε στα μονοπάτια της αγάπης και του έρωτα με τη ματιά του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου μέσα από τα ποιήματα της συλλογής του. Ποιήματα όπου ένας εσωτερικός ήλιος αγάπης μας οδηγεί με το φως του να περπατήσουμε με αισιοδοξία τη ζωή.<br />
Γράφει στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής</p>
<p>Μάγισσα, πες μου πώς υφαίνεις τον ιστό<br />
ο χρόνος για να μην περνά, πώς ομορφαίνεις<br />
πώς γαληνεύεις την ψυχή με το τραγούδι σου<br />
αγάπη πόση με κερνάς μ&#8217; ένα σου γέλιο<br />
να ξαποσταίνω να τραβώ ξανά το δρόμο μου<br />
στην απαλάμη του Θεού, έξω στον κόσμο.<br />
Για τον ποιητή αυτό που του δίνει δύναμη και γαλήνη στη ψυχή να συνεχίζει το ταξίδι της ζωής είναι πρώτα η αγάπη για την ίδια τη ζωή. Και με στίχους λυρικούς και εκφραστικούς μας καταθέτει τη προσωπική του θεώρηση για τη ζωή.</p>
<p>Και στο ποίημα «Πρωί Σαββάτου» μας λέει:</p>
<p>Για την αγάπη τραγουδώ, για τη ζωή<br />
για το καθάριο πρωινό και τα λευκά του<br />
φτερά που ο άνεμος ξεδίπλωνε στα μάτια μου<br />
δίχως ανάπαυση μακριά προς τα λιβάδια.<br />
………..</p>
<p>Για να κλείσει το ποίημα λέγοντας μας</p>
<p>Για την αγάπη της ζωής σας τραγουδώ<br />
πρωί Σαββάτου απρόσμενα, τέλη του Μάρτη.</p>
<p>Η αγάπη της ζωής για το ποιητή έχει πολλές εκφάνσεις και στο τραίνο της αγάπης χωράνε όλοι χωρίς διακρίσεις. Γράφει στο ποίημα «Τραίνο»</p>
<p>Τα τσιγγανάκια που μαζεύανε ψιλά<br />
δυο – δυο οι στρατιώτες κουβεντιάζαν και πιο πέρα<br />
ο μουσουλμάνος προσευχότανε ξυπόλυτος<br />
οι ταξιτζήδες νευρικοί με τις βαλίτσες<br />
άνεργες πόρνες ξεχασμένες σου γελούσανε<br />
και τα παιδιά με τα παράνομα τσιγάρα ταξιδεύαν<br />
μέσα σε σύννεφα καπνού, μέσα στο γέλιο τους<br />
την ώρα που το βραδινό τρένο βογκώντας<br />
σφύριζε κι ήτανε αργά να ανεβείς<br />
κι ήταν αργά πολύ αργά για να κατέβεις.<br />
Και μέσα από την αγάπη γεννιέται ο έρωτας που ομορφαίνει το ταξίδι της ζωής και όπως μας λέει στο ποίημα «Σαν όνειρο»<br />
…/…<br />
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.<br />
Ήταν απλή η ζωή κι ο έρωτας παιχνίδι<br />
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο<br />
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι</p>
<p>Τα ποιήματα είναι όλα με έντονη εικονοποιία, λυρισμό και μια ρομαντική και τρυφερή ματιά στον έρωτα. Οι στίχοι, πότε χαρούμενοι και πότε θλιμμένοι, με γέλιο ή με θλίψη, μα πάντα γεμάτοι έρωτα κι αγάπη, κυλάνε απαλά σαν ένα ποταμάκι που ξεκινά από τη πηγή που είναι ο συναισθηματικός κόσμος του ποιητή και καταλήγουν στο υποκείμενο του έρωτα για να μας πει: «στον βυθό, στην ασημένια μαύρη κρύπτη των ματιών σου» και «στα βαθιά σου τα νερά δάκρυα αφήσαμε/έρωτας είσαι και μακριά σου πώς να πάμε.»</p>
<p>Ξεχώρισα κάποιους στίχους από διάφορα ποιήματα της συλλογής που θεωρώ ότι δίνουν την εικόνα του ποιητικού ταξιδιού στην αγάπη και στον έρωτα και μας δείχνουν τις πιο βαθιές σκέψεις και τη ψυχή του ποιητή.</p>
<p>Αν θέλεις έλα να μου πεις απ&#8217; την αρχή<br />
αγάπη πρώτη το μικρό σου παραμύθι</p>
<p>Για τα μικρά και τα μεγάλα σου μιλώ<br />
με λόγια φλογερά που δεν αρθρώνω</p>
<p>μικρά τριαντάφυλλα φωτιάς μέσα στον κήπο μου<br />
που κοκκινίζουν από έρωτα και πόθο.</p>
<p>κι έπειτα οι θεσπέσιες ψηλές, τα &#8220;σ&#8217; αγαπώ&#8221;<br />
γονατιστός να προσκυνώ και να σε θέλω&#8230;</p>
<p>Βαθιά βυθίζονταν τα δάχτυλα στη σάρκα σου<br />
χάραζαν νέα μονοπάτια στον πηλό σου<br />
Σ` αγκάλιαζα τις νύχτες νοερά<br />
«κοιμάσαι άραγε», ρωτούσα τρυφερά μη σε ξυπνήσω</p>
<p>Θα σου χαρίσω το καλύτερο χαμόγελο<br />
το αθώο μου το παιδικό θαρρώ σου πάει</p>
<p>Ευλογημένη η στιγμή γυμνός που εγείρεται<br />
μες απ&#8217; τη λάσπη της ψυχής ξανά ο πόθος</p>
<p>Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το ’δειξε<br />
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα…</p>
<p>μιλώ στον άνεμο ψηλά στ&#8217; άσπρα του σύννεφα<br />
κι απ&#8217; την αγάπη άλλη απόκριση δε θέλω</p>
<p>ο έρωτάς της που πεινούσε για ζωή<br />
ο έρωτάς της που τον χρόνο λησμονούσε</p>
<p>με μιαν ομπρέλα ανοιχτή πάνω στις έγνοιες σου<br />
κι έρωτα αμείλικτο ψιχάλιζε στο δρόμο.</p>
<p>τι νόημα θα &#8216;χε η ζωή δίχως τα όνειρα<br />
δίχως ταξίδια μακρινά πάνω απ&#8217; τον κόσμο.</p>
<p>Στίχοι από ποιήματα της συλλογής που όλα μαζί συνθέτουν ένα τραγούδι της αγάπης και του έρωτα βγαλμένα από το μέσα ήλιο της ψυχής του ποιητή.<br />
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, « Πουλιά στο σύρμα» είναι έξη ποιήματα βασισμένα σε έξη μονόστιχα του ποιητή Χρήστου Τουμανίδη όπου ο Παπακωνσταντίνου τα αξιοποιεί με το καλύτερο τρόπο.</p>
<p>«Όλα όσα είχα να σας πω, τα είπε η αστραπή» γράφει ο Τουμανίδης για να συνεχίσει ο Παπακωνσταντίνου<br />
«Τι τάχα μένει να ειπωθεί μετά το φως της<br />
τι θα μπορούσε να σωθεί κάτω απ&#8217; τη στάχτη της<br />
τάχα ποιο όνειρο δειλό και ποιο τραγούδι&#8230;»</p>
<p>Αξιοπρόσεκτα είναι στο βιβλίο και τα 7 σκίτσα από κάρβουνο της Φωτεινής Καρακίδου που εναρμονίζονται πλήρως με το πνεύμα των ποιημάτων.</p>
<h5><strong>ΙΩΑΝΝΑ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/03/2018</p>
<p>«Στα χνάρια της αγάπης»</p>
<p>«Ο μέσα ήλιος» του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου είναι συλλογή με ποιήματα ερωτικά, που ξεχωρίζουν για τη λεπτότητα των αισθημάτων. Λέξεις διάφανες, εικόνες δροσερές, αναπολήσεις και κρυφοί πόθοι δημιουργούν έναν ερωτισμό που τον τροφοδοτεί ο «μέσα ήλιος». Ό έρωτας αναδεικνύεται σε πρωταρχική ανάγκη της ψυχής. Ένας έρωτας που σέβεται την ελευθερία, που δίνει διεξόδους, που δε γνωρίζει τον εγωισμό, που κάνει τον άνθρωπο να μένει πάντα νέος. Απόσταγμα ζωής, συναισθήματα ήρεμα, ανυπόκριτα, ζωο-γόνα, αγνά, λυτρωτικά, κατανόηση του ερωτικού συντρόφου, ολοκληρωτικό δόσιμο, οδηγούν σε μία μοναδική επαφή.</p>
<p>Το νόημα Ι</p>
<p>Ζεστό τρεμούλιαζε το δέρμα σου παλλόταν<br />
κυματιστά περνούσε η αγάπη και το πλάνευε<br />
ν’ ανθίσει μέσα στο σκοτάδι ν’ αφεθεί<br />
στ’ απατηλό γλυκό μου παραμύθι.<br />
Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ ήταν που μπόρεσα<br />
να δω το φως μες απ’ τις γρίλιες στο σεντόνι<br />
ν’ αγγίξω τη ζωή με τ’ ακροδάκτυλα<br />
να πιω απ’ το φως της να χορτάσω να μεθύσω.</p>
<p>Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το ’δειξε<br />
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα…</p>
<p>Ο έρωτας, ασυμβίβαστος, κοιτά πάνω απ’ το πλήθος, ικανοποιεί τον άνθρωπο τον ανήσυχο, τον ελεύθερο, κάνει τον κόσμο φιλόξενο, στοργικό.</p>
<p>Είμαι εδώ</p>
<p>Για τα μικρά και τα μεγάλα σου μιλώ<br />
με λόγια φλογερά που δεν αρθρώνω<br />
μήπως ραγίσω τη σιωπή, όμως τα μάτια μου<br />
στέλνουν μηνύματα πολλά μες στο σκοτάδι.<br />
Σήματα τροχιοδεικτικά δίνουν το στίγμα μου<br />
γιατί είμαι εδώ, γιατί είμαι εδώ<br />
και πια δε φεύγω.</p>
<p>Αντάλλαξα του ταξιδιού τον πόθο το ασίγαστο<br />
της τρικυμίας τον παλμό μέσα στις φλέβες<br />
για λίγα αχνάρια στη βρεγμένη άμμο και δυο όστρακα<br />
που ’ χουν το σχήμα των ματιών σου και τη λάμψη.</p>
<p>Ξαπλώνω στις τραχιές πέτρες κι ανάσκελα<br />
μετρώ φωτάκια μακρινά του γαλαξία<br />
μετρώ στο σώμα μου γυμνό ρίγος πρωτόπλαστο<br />
και στη γαλήνη του γιαλού φωνές κυμάτων<br />
κι έμαθα πια να μην κοιτάω στον ορίζοντα<br />
μήπως φανεί λευκό πανί που πλησιάζει<br />
γιατί είμαι εδώ, που τόσο πόθησα να ’ρθω<br />
και μένω εδώ, αφού είσαι εδώ<br />
και πια δε φεύγω.</p>
<p>Η γυναίκα παρομοιάζεται με τη θάλασσα, «που κανενός ποτέ δεν ήτανε κι όμως δεν ήταν ντροπή να τη λατρεύουν».</p>
<p>Χειρονομίες</p>
<p>Θα μείνω εδώ βουβός να βλέπω να θαυμάζω<br />
πώς παιχνιδίζει η σκιά στον τοίχο απέναντι<br />
όπως λικνίζεσαι και γέρνεις και λυγίζεις<br />
χειρονομίες στη σιωπή με μια λεπτότητα<br />
με μιαν ανείπωτη αιθέρια αρμονία.</p>
<p>Ήχος κανείς να μην ταράξει τη σιωπή.<br />
Μη με ρωτήσεις τι και πώς. όλοι το ξέρουν<br />
πως κανενός ποτέ δεν ήτανε η θάλασσα<br />
κι όμως δεν ήτανε ντροπή να τη λατρεύουν…</p>
<p>Συναισθήματα σιωπηλά, βαθιά, ειλικρινή πρέπει να σωθούν, «να φυλαχθούν μέσα στο δάκρυ». Η αγάπη, άλλοτε φωτιά που αγκαλιάζει τον κόσμο και τον αλλάζει, άλλοτε όνειρο θλιμμένο και μακρινό. Η αλήθεια της γλυκιά και σκληρή ταυτόχρονα. Ψυχές ευλογημένες απ’ το χάδι της, αλλά και άλλες λησμονημένες που έσβησαν στη μοναξιά.</p>
<p>Σαν όνειρο</p>
<p>Να μην τελειώναμε ποτέ μας το ταξίδι<br />
στα γνώριμα σοκάκια να μας έφερνε<br />
αλήτης άνεμος που παίρνει τα μαλλιά<br />
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.<br />
Ήταν απλή η ζωή κι ό έρωτας παιχνίδι<br />
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο<br />
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι<br />
κάποια Μαρία μακρινή χλωμή σαν όνειρο.</p>
<p>Ο ποιητής αγαπά χωρίς διακρίσεις.</p>
<p>(Τραίνα ΙV)</p>
<p>Τα τσιγγανάκια που μαζεύανε ψιλά<br />
δυο–δυο οι στρατιώτες κουβεντιάζαν και πιο πέρα<br />
ο μουσουλμάνος προσευχότανε ξυπόλυτος<br />
οι ταξιτζήδες νευρικοί με τις βαλίτσες<br />
άνεργες πόρνες ξεχασμένες σου γελούσανε<br />
και τα παιδιά με τα παράνομα τσιγάρα ταξιδεύαν<br />
μέσα σε σύννεφα καπνού, μέσα στο γέλιο τους<br />
την ώρα που το βραδινό τρένο βογγώντας<br />
σφύριζε κι ήτανε αργά να ανεβείς<br />
κι ήταν αργά πολύ αργά για να κατέβεις.</p>
<p>Τα πρόσωπα σκιαγραφούνται με γραμμές δυνατές και ταυτόχρονα απαλές. Σώματα πρωτόπλαστα με μια δροσιά και καλοσύνη στις κινήσεις και τις εκφράσεις.</p>
<p>Πλατιές εικόνες απ’ τη θάλασσα, τον βυθό, τον ορίζοντα, τον άνεμο, τη βροχή γεμάτες αντιθέσεις, φως, χρώμα, κινήσεις χορευτικές, μουσικότητα, ήχους δημιουργούν την αίσθηση της ελευθερίας, της απεραντοσύνης, της δροσιάς. Το απλό δίνεται με χάρη και καθημερινές απαρατήρητες συμπεριφορές αναδεικνύουν την ομορφιά τους.</p>
<p>Φύλλο μοναχό</p>
<p>Αχ, μεθυσμένο φύλλο μοναχό στο μονοπάτι<br />
χορεύοντας στον άνεμο αφέθηκες<br />
για μια στιγμή κι έπειτα πάνω στα μαλλιά<br />
στους ώμους της θαρρώ, στην αγκαλιά της<br />
-αλήθεια ήτανε εκεί, δεν ήταν όνειρο<br />
θυμάμαι απαλά σε είχε αγγίξει-<br />
τότε που στάλαζε βροχή κρυφά στα μάτια της<br />
τ’ Οκτώβρη μήνα κι η σιωπή κρυφό μαχαίρι.</p>
<p>Ο «μέσα ήλιος» οδηγεί σε μια παντοτινή νεότητα, ακόμα κι όταν το σώμα γερνάει, ακόμα κι όταν ο έρωτας ανοίγει πληγές που ποτέ δεν κλείνουν όσο κι αν ο χρόνος ξεθωριάζει τα συναισθήματα.</p>
<p>Ο ποιητής σμιλεύει στίχους δυνατούς, περιεκτικούς κι εκφραστικούς με μια εσωτερική εκρηκτικότητα, σάμπως τα ερωτικά υποκείμενα να ερωτεύονται διαρκώς σε κάθε στίχο.</p>
<p>Μάτια κλειστά</p>
<p>Πώς θορυβούσανε στο φως, τα βλέφαρά της<br />
πόσες κραυγές αυτή η σιωπή με πόση ένταση<br />
γαλάζιος μωβ ουρανός και οι γραμμές<br />
έντονες ίσες μελανές να υπογραμμίζουν<br />
όσα χαράζει ο ναυαγός μόνος στην άμμο του<br />
τι κι αν κανείς δε θα βρεθεί να τα διαβάσει…</p>
<p>Πώς θορυβούσανε στο φως κάθε που κλείνανε<br />
πόρτες που τρίζουν θλιβερά σαν τις αγγίξεις<br />
μην πέσει φως και μη φανούν στα μέσα δώματα<br />
οι θησαυροί τα μυστικά και της τα κλέψουν.</p>
<p>Κινήσεις, βλέμματα, πόθοι, διαψεύσεις, αναμνήσεις, προσμονές, συναισθήματα τρυφερά ή εκρηκτικά αλληλεπιδρούν και δημιουργούν αυτόματα νέα που υπονοούνται και εισχωρούν στην ψυχή του αναγνώστη σαν σκέψη, σαν προβληματισμός, σαν πρωτόγνωρη αίσθηση. Η δύναμη του έρωτα γονιμοποιεί την καθημερινότητα, τη σημασιοδοτεί. Ο «μέσα ήλιος» γίνεται κυρίαρχος και ωριμάζει τα συναισθήματα.</p>
<p>«Σαν δε ματώσεις να το ξέρεις δε σου άξιζε<br />
σαν δε ματώσεις δεν επόθησες στ’ αλήθεια»,</p>
<p>λέει</p>
<p>“τα δάχτυλά του έμπηξε, τα νύχια του<br />
στη γη ορθώνεται πετά χλωρά κλωνάρια<br />
δίχως νερό παρηγοριά στον ήλιο φλέγεται<br />
μόνος, αθέατος, μα πάντα ανηφορίζει”.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ (2016)</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 15/06/2016</p>
<p>Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου</p>
<p>Ψίθυροι στο φως<br />
Όλοι μας έχουμε χαμένα χρόνια […]</p>
<p>Είκοσι χαμένα χρόνια πάντα χρειάζονται για ένα φιλόδοξο παρόν.</p>
<p>(Τίτος Πατρίκιος, Χαμένα Χρόνια)</p>
<p>Είκοσι χρόνια –σε καμιά περίπτωση όμως χαμένα- πέρασαν από την πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, τη «Μικρή Περιήγηση» από τις εκδόσεις της Νέας Πορείας, υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Τηλέμαχου Αλαβέρα. Μετά απ’ αυτό το διάστημα της εκούσιας σιωπής και απουσίας του από το ποιητικό προσκήνιο, ο ποιητής επιστρέφει με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή από τις εκδόσεις Πηγή, με τον τίτλο «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος».</p>
<p>Εμμέσως, στον τίτλο ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου χαρακτηρίζει τα ποιήματά του ψιθύρους. Ο ψίθυρος, αυτή η ελάχιστης έντασης φωνή, είναι η ποιητική του γλώσσα. Μέσα από τους ψιθύρους του μας εμπιστεύεται προσωπικές του στιγμές, χαρές, απώλειες και λύπες, που τον χάραξαν ως φυσικό και ποιητικό υποκείμενο. Ταυτόχρονα, ο ψίθυρος είναι υποδηλωτικός μιας ταπεινότητας, με την οποία τα ποιήματα της συλλογής και ο ποιητής πίσω από τους στίχους περιδιαβάζουν τον κόσμο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά δηλώνει στο ποίημα «Μες στη σιωπή»:</p>
<p>Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος<br />
αθόρυβα περπάτησα τον κόσμο</p>
<p>Εκείνο που διακρίνει κανείς με την πρώτη ανάγνωση και απαγγελία στα ποιήματα του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου είναι ένας εσωτερικός ρυθμός, υπαγορευμένος από σκόρπιους ή συνεχείς ιαμβικούς στίχους, ο οποίος σε παίρνει από το χέρι με τους πρώτους στίχους και σε ταξιδεύει στο νόημα και την ατμόσφαιρα του ποιήματος μέχρι τέλους. Τα ποιήματα, αν και ελευθερόστιχα, διαβάζονται και απαγγέλονται αβίαστα, χωρίς να σκοντάφτει η ροή του λόγου σε κανένα σημείο. Αυτό το στοιχείο αποτελεί μια κατάκτηση του ποιητή μέσα από μια μακρά διαδικασία ωρίμανσης της ποιητικής του έκφρασης. Πρόκειται,</p>
<p>λοιπόν, για μια ποιητική γλώσσα λυρική, πλούσια σε εκφραστικά μέσα (παρομοιώσεις, μεταφορές) και με μια ιδιαίτερα υποβλητική εικονοπλασία, όπως στη «Μέθη του καλοκαιριού».</p>
<p>Στον κάμπο που αναγάλλιασε ζωή μακριά ως τη θάλασσα<br />
Εκόπασε η βροχή στάλα τη στάλα<br />
Κι ο ήλιος γιορτινός χρυσοκλωστές εκρέμασε<br />
Απ’ τις νεφέλες που τ’ αγέρι ταξιδεύει.</p>
<p>Άλλα ποιήματα μοιάζουν σαν να γράφτηκαν με μια ανάσα, σαν να «ήρθε μόνη της η λέξη», ενώ άλλα μοιάζουν πιο δουλεμένα, καρπός μιας μακράς αναμέτρησης του ποιητή με τον στίχο, λες κι «η ποίηση αρνιόταν πεισμωμένα». Ορισμένα ποιήματα αφηγούνται μια ιστορία ή ένα παραμύθι όπως το εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο «Ένας μικρός-μεγάλος άνθρωπος», ενώ σε άλλα αισθάνεσαι ότι ο ποιητής αιχμαλωτίζει με τους στίχους του μια εικόνα, μια σκηνή ή ένα συναίσθημα, όπως στα καλοδουλεμένα χαϊκού του. Τα χαϊκού του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου αποτελούν μια συναισθηματική εξομολόγηση με εικόνες τόσο της φύσης όσο και του σύγχρονου αστικού τοπίου, ενώ παρουσιάζονται με μια ευπρόσδεκτη καινοτομία, όχι εντελώς αυτόνομα αλλά σε κοινές ομάδες με έναν γενικό τίτλο.</p>
<p>Κίτρινα φύλλα<br />
στον άνεμο χορεύαν<br />
καθώς περνούσες.</p>
<p>Σ’ αυτή τη συλλογή ο ποιητής παρατηρεί και καταγράφει, κοιτώντας μέσα από ένα διπλό τζάμι, το μισό φωτεινό και το άλλο μισό σκοτεινό, το μισό στο φως και το άλλο μισό στο έρεβος. Αν θέλαμε να ομαδοποιήσουμε θεματικά τα ποιήματα, θα λέγαμε ότι τα σημεία εστίασης του ποιητικού του στοχασμού είναι τρία: ο γύρω του κόσμος, οι αγαπημένοι του Άλλοι και τέλος ο ίδιος του ο εαυτός.</p>
<p>Παρατηρώντας τον γύρω του κόσμο, μιλά για την άγρια φύση των ανθρώπων, για τον τρόμο και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, για τη μονότονη ρουτίνα της καθημερινότητας, για τη δική του συνενοχή και λύπη. Η ποίησή του, όμως, δεν κινείται μόνο σ’ ένα γενικό, αφηρημένο και καθαρά στοχαστικό επίπεδο. Μιλά και για το σήμερα, αγγίζει σύγχρονα προβλήματα, όπως την τρομοκρατία και το προσφυγικό στα ποιήματα «Ο Τρόμος» και το «Κεντρικό δελτίο». Ωστόσο, παρατηρώντας τον γύρω του κόσμο, η ποιητική του ματιά δεν τελματώνεται στα σκοτεινά σημεία˙ ανασκάπτει παράλληλα την ελπίδα στη χαμένη αθωότητα, στην παιδικότητα, στα όνειρα και στην κρυμμένη «άνοιξη κάτω απ’ τα βλέφαρα των ονειροπαρμένων».</p>
<p>Στην ποίηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου η συντροφικότητα, ο έρωτας και η αγάπη είναι κυρίαρχες αξίες. Ο αγαπημένος Άλλος είναι πανταχού παρών, άλλοτε ως ανάμνηση, ως μια σκιά στους τοίχους, έχοντας φύγει κι έχοντας</p>
<p>αφήσει έντονο το σχήμα της απουσίας του, ενώ άλλοτε συντροφεύει με τη φυσική του παρουσία, ως απτή οντότητα.</p>
<p>Δωσ’ μου το χέρι σου να κατεβούμε τα σκαλιά<br />
Πολύ αγαπιέται η ζωή τα μεσημέρια</p>
<p>(Στη μέθη του καλοκαιριού)</p>
<p>Με το θολό του χωρισμού, με το μαβί του έρωτα<br />
ωραία θα ’ταν τα υγρά γλυκά σου μάτια.</p>
<p>(Ωραία θα ’ταν)</p>
<p>Ο ποιητής, στοχαζόμενος και μιλώντας για τον κόσμο και τους αγαπημένους του, καταλήγει να εξετάζει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη σαν θεατής έργου. Σε πολλά σημεία το ποιητικό του υποκείμενο συμπλέκεται και ταυτίζεται με τον κόσμο που το περιβάλλει, με αγαπημένα του πρόσωπα και μέρη. Όλα αυτά αποτελούν κομμάτια του είναι του, όπως και το είναι του αποτελεί κομμάτι του κόσμου και των αγαπημένων του.</p>
<p>Πλύναμε με ιδρώτα τα ντουβάρια του […]</p>
<p>Δε βλέπαμε αν ήταν φτωχικό.<br />
Κομμάτι ήταν απ’ το ίδιο το κορμί μας<br />
ή μάλλον, το κορμί μας ήτανε κομμάτι του</p>
<p>(Το σπίτι ΙΙ)</p>
<p>Πριν τελειώσουμε, όμως, απομένει μια εκκρεμότητα ν’ απαντηθεί. Τελικά, ο ποιητής πού στέκεται; Πού ανήκει η ποίησή του; Στο φως ή στο έρεβος; Νομίζω πως τα ποιήματα της συλλογής ξύνουν το σκοτάδι του κόσμου, σε καμιά περίπτωση δεν το αποκρύπτουν ούτε το αρνούνται. Ωστόσο, εγκαθίστανται στο φως, στην άνοιξη που περιμένει μετά τον χειμώνα και καταλήγουν με μια σαφώς διατυπωμένη κατάφαση στους κρυμμένους παραδείσους της ζωής.</p>
<p>Κι άκουγα πάλι απ`την αρχή σαν να μην το ’ξερα<br />
το αλφαβητάρι της χαράς και της αγάπης<br />
να φτιάχνει λέξεις μαγικές σα μουσική<br />
στου παραδείσου τη γιορτή νύχτα και μέρα.</p>
<p>(Κι άκουγα τότε απ’ την αρχή&#8230;)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/07/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%85-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΒΑΝΝΑ  ΠΑΣΟΥΛΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 07 Apr 2023 14:21:38 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΑΝΝΑ ΠΑΣΟΥΛΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19424</guid>

					<description><![CDATA[Η BANNA Γ. ΠΑΣΟΥΛΗ γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γλωσσολογία σέ μεταπτυχιακό επίπεδο. Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σέ ξένους φοιτητές στο Διδασκαλείο τής Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών άλλα και στο εξωτερικό. Ποιήματα και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί σέ διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΒΑΝΝΑ  ΠΑΣΟΥΛΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η BANNA Γ. ΠΑΣΟΥΛΗ γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γλωσσολογία σέ μεταπτυχιακό επίπεδο. Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σέ ξένους φοιτητές στο Διδασκαλείο τής Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών άλλα και στο εξωτερικό. Ποιήματα και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί σέ διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.<br />
Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong><br />
Μέρες τον νόστου (Ηριδανός, 2008)<br />
LUNARIS (Περισπωμένη 2021)</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong><br />
Ο Εφταξούσιος (συλλογή διηγημάτων Γαβριηλίδης, 2018)</p>
<p>.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19425 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0001-187x300.jpg" alt="" width="350" height="561" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19426 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0002-210x300.jpg" alt="" width="350" height="500" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0002-210x300.jpg 210w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0002.jpg 449w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19427 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0003-222x300.jpg" alt="" width="350" height="473" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0003-222x300.jpg 222w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/φωτο-0003.jpg 474w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>LUNARIS (2021)</strong></h4>
<h4></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΛΙΚΝΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Σαν το πλεούμενο πού<br />
ανάβει φώτα στο σκοτάδι<br />
γύριζα και λιτάνευα τα βράδια μου.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Έπλεαν μαγεμένα στη σιωπή<br />
κι αφουγκραζόμουνα συνωμοσία<br />
με το φεγγάρι<br />
ανεξιχνίαστο δισκάρι της Φαιστού<br />
μαλαμοκαπνισμένο ασήμι</p>
<p style="padding-left: 120px;">με λίκνιζε στα φώτα, στα νερά<br />
και μ’ έδινε στον κόσμο<br />
απ’ την αρχή κάθε φορά.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΟ ΦΩΣ TOΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΡΕΜΕΙ</strong></em></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Πάλι, μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας<br />
κι έπλασε τ ’άστρο της νυχτός και τ’ άστρο τής ημέρας.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ</strong><br />
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι</p>
<h4></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>α΄</strong></h5>
<p>Ήμουν. Μονάχα αυτό θυμάμαι<br />
κι έκανα τάχα πώς κοιμάμαι<br />
τάχα πώς είχα ξεψυχήσει<br />
κι όλα πως τα ’χα πίσω αφήσει</p>
<p>παιχνίδια, σκανδαλιές, τρεχάλες.</p>
<p>Κρυβόμουνα κάτω απ’ τις σκάλες<br />
ώσπου οι μεγάλοι να γυρίσουν<br />
πλευρό, κι ύστερα να μ’ αφήσουν<br />
να συνεχίσω να υπάρχω</p>
<p>σαν το λουλούδι μες στο βράχο.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>β&#8217;</strong></h5>
<p>Ίσκιος γλυκός μεσημεριού<br />
στ’ άπλωμα τού μικρού χεριού</p>
<p>που όλο να ψάχνει αποζητούσε<br />
ό,τι ήταν ζωντανό και ζούσε.</p>
<h5><strong>Η ΚΑΘ’ YΠΝΟYΣ ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><em>Υπάρχουν γεγονότα</em><br />
<em>που μοιάζουν με όνειρα</em><br />
<em>και όνειρα πού μπορούν</em><br />
<em>να θεωρηθούν γεγονότα.</em></p>
<p>Για κείνα τα όνειρα, λοιπόν<br />
που τα θεωρείς γεγονότα<br />
και που χτυπούν αναπάντεχα<br />
σαν προσδοκίες καταλυτικές<br />
βραδιά καλοκαιριού συνήθως<br />
η Άνοιξης που δεν αποφασίζει<br />
αν θα ’ρθει.</p>
<p>Κι ενδίδεις<br />
με λυμένα τα μέλη σου<br />
τραντάζεσαι ολόκληρος<br />
από τ’ αναφιλητά<br />
αυτά τα στεγνά αναφιλητά<br />
που σου αφήνουν το βάρος στο στήθος<br />
κι έπειτα κουβαλάς τον εφιάλτη<br />
για πολύ καιρό<br />
ή για πάντα μαζί σου.</p>
<p>Κι έκτοτε σε κατατρύχει η ανάμνηση<br />
κάθε ονείρου<br />
πού είναι ζωντανό γεγονός.<br />
Η καθ’ ύπνους μνήμη.</p>
<p>Κι εκείνη η πίκρα<br />
και η ταραχή του στεγνού αναφιλητού<br />
που σε κάνει να αισθάνεσαι<br />
ότι κάποιος εφιάλτης παίζει<br />
στο όνειρό σου<br />
αυθαίρετα<br />
με το φως του κόσμου.</p>
<h5><strong>ΕΝΘΥΜΗΣΗ</strong></h5>
<p>Στο χέρι του κρατούσε το πινέλο.<br />
Τραγιάσκα στο κεφάλι. Σκούπιζε τον ίδρωτα που<br />
έσταζε στα κάγκελα. Το αίμα του δαγκωματιά στο<br />
ποτήρι, η δαγκωματιά του ράγισμα του ποτηριού<br />
το χυμένο νερό η υπόσχεση δροσιάς που δεν<br />
γίνηκε να κρατήσω, τα γεράματά του<br />
δεν ήρθαν ποτέ.<br />
’Έμεινε η εικόνα του μεσήλικα που βάφει<br />
τα μεσημέρια μου στον ήλιο, χλωραίνοντας<br />
το μέτωπο στο τάσι του ροδοκόκκινου ουρανού<br />
που τον σκέπασε.</p>
<p>Ο ουρανός σκέπασε την αγάπη<br />
και την απώλεια<br />
το μυρωδάτο χώμα και η λεπτή σαν το θυμίαμα<br />
σκόνη, που σήκωσε μια ξαφνική νεροποντή<br />
αρχές του Ιουλίου των γενεθλίων μου<br />
όταν τ’ απόγευμα έφερε απότομα<br />
την παρατεταμένη νύχτα<br />
εν σωτηρίω έτει<br />
χίλια εννιακόσια&#8230; δεν έχει σημασία&#8230;</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ</strong></em></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Ελεύθερη βοσκή στον Ρήνο.<br />
Και σήμερα<br />
ο ήλιος<br />
έκρυψε το αγκάθι<br />
τον θανάτου.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΒΗΜΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ημερολόγιο πάνω στο πλακόστρωτο<br />
τής πόλης του Χάινριχ</p>
<p>Η μέρα ιχνηλατεί τα βήματά της σταθερά<br />
πάνω στους πεζοδρόμους της παλαιάς πόλης<br />
σαν καμουφλάζ της ακινησίας<br />
στην κυκλική αρχή ρυμοτομίας.</p>
<p>Γύρω από το ίδιο κέντρο, λοιπόν.<br />
Μου φαίνεται πώς αδίκως ξυπνήσανε<br />
και σήμερα τον κύριο Χάινε<br />
τα τακουνάκια μας επάνω στο πλακόστρωτο.</p>
<p>Δεν είμαστε καν σίγουροι<br />
πως γυρεύουμε καινούργια πράγματα<br />
κυκλοφορώντας γύρω από τα ίδια<br />
κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό<br />
που μας χαμογελάει τάχατες αλλιώτικα<br />
κάθε καινούργια μέρα.</p>
<p>Κι ενώ εκείνη φεύγει<br />
το ποτάμι<br />
που κάποτε ίδρωνε να ξεδιψά<br />
τη δίψα των χαλκοφόρων ιπποτών<br />
τώρα αφουγκράζεται τη γρήγορη ανάσα<br />
των δρομέων ιπποτών της κατανάλωσης.</p>
<p>Πάνω, ψηλά, τα σπίτια τα παλιά<br />
ανταλλάσσουν κουβέντες<br />
σε γλώσσα πέτρινη, με λόγια υπερωικά.<br />
Χάσκουν απ’ τα παράθυρά τους<br />
δόντια χρυσά μέσα στο φως το βράδυ.</p>
<p>Μες στους αρμούς τους είναι θαμμένα<br />
τα παλιά τραγούδια.<br />
Δεν τα ακούμε παρά μονάχα<br />
τους χτύπους της καρδιάς μας<br />
τη λαχτάρα μας για καινούργια πράγματα<br />
που δεν ξέρουμε πού να τα ψάξουμε.</p>
<p>Ά, να μπορούσαμε να βρούμε τραγούδια<br />
σ’ ένα ρυθμό που δεν τον έχει τραγουδήσει κανείς<br />
βεγγαλικά πιο όμορφα κι απ’ τη βραδιά των Ιαπώνων<br />
και να ξορκίσουμε την κούραση απ’ τα μέλη μας<br />
όταν η μέρα φεύγει<br />
να πάψει πια να σέρνεται πάνω στο σώμα<br />
σαν ήσυχο, κρύο φίδι<br />
που φέρνει μιάν αλλόκοτη έω.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Ντύσσελντορφ, 2011</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΡIA ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</strong></em></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Ανεπαισθήτως όπως θλίψη<br />
το καλοκαίρι κύλησε.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΜΙΛΤ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ</strong><br />
(απόδ. Έλλη Συνοδινού)</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΝΥΣΤΕΡΙ</strong></h5>
<p>Στις σκάλες των μαλλιών μου<br />
είναι πλεγμένα κάποια φεγγάρια<br />
του καλοκαιριού ακόμα<br />
παγιδευμένα στα χτενάκια μου.<br />
Με τον αγέρα του χειμώνα<br />
γλιστρούν ηδονικά<br />
απ’ τον αυχένα ως τη ραχοκοκαλιά<br />
ανασαλεύοντας πόθους νεκρούς<br />
μνήμες και πρόσωπα.</p>
<p>Το καλοκαίρι, που ανυποψίαστα<br />
έκρυψε το νυστέρι του στα ρούχα μου<br />
κυλάει δήθεν αδιάφορα<br />
ανάμεσα στα μέλη.</p>
<p>Με τις κλειδώσεις μου σημαδεμένες<br />
τα μάτια κόκκινα<br />
και την καρδιά μήνες μπροστά να προχωρεί<br />
στο καλοκαίρι, ξέρω<br />
προκαταβάλλω τον φόρο του αναλογούντος αίματος<br />
ήδη<br />
από τα μέσα του χειμώνα.</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ</strong></em></h6>
<p style="padding-left: 120px;">Η ζωή δεν είναι άνθρωποι ή τόποι<br />
άλλα σκέψη και αίσθημα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">WALLACE STEVENS<br />
(απόδ. Χάρης Βλαβιανός)</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>Δρόμους πήραμε, δρόμους αφήσαμε&#8230;</p>
<p>Περπατήσαμε στο δάσος<br />
φορώντας τα κόκκινα σκουφιά μας ως τ’ αυτιά<br />
αναπαυμένοι στη μυστική συμφωνία των πουλιών<br />
για ένα κομμάτι ουρανό, σ’ ένα διάνυσμα ριπή<br />
ελευθερίας<br />
ή ακόμη και στην υπομονή των δένδρων<br />
όταν κυοφορούν τα μυστικά μας στη σιωπή.</p>
<p>Δεν κοιταχτήκαμε στα μάτια, λοιπόν.<br />
Δουλέψαμε εντατικά, είν’ αλήθεια.<br />
Τυφλοί, κουφοί κι αυτάρκεις<br />
μαζέψαμε λουλούδια.</p>
<p>Στο διάβα μας δεν μάς απάντησε κανένας κυνηγός<br />
(άστοχη, φαίνεται, εποχή σ’ άστοχα χέρια<br />
ποιος προστατεύει πια ανυποψίαστους στα δάση;)</p>
<p>Ο χρόνος μοναχά, πιστό σκυλί<br />
μάς πήρε στο κατόπι<br />
δίχως αφέντη τάχα<br />
και σαν εμείς να κάναμε τούς κυνηγούς.</p>
<p>Μα όπως σέ κάθε παραμύθι<br />
υπάρχει η στιγμή της δολιότητας<br />
κι αν έχει πρόσωπο, έχει φωνή<br />
ξάφνου εμφανίστηκε μπροστά μας<br />
με στόμα λύκου, σαρκαστικός.</p>
<p>Πέθανε, μάς είπε. Έτσι, χωρίς αιδώ.<br />
Γιαγιά δεν υπάρχει πια εδώ.</p>
<p>Τώρα, ποιοι έζησαν καλά και ποιοι καλύτερα</p>
<h5><strong>ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΡΧΑΡΙΟΥ ΔΥΤΗ</strong></h5>
<p>Θάλασσα απέραντη και βουερή, υγρή μητέρα<br />
ξέρω θα σύρεις<br />
τ’ αλλοτινά μου είδωλα<br />
στη σήψη ή στην οξείδωση αναμφίβολα.</p>
<p>Όμως εκείνα τα ακρογιάλια που ερωτεύτηκα<br />
καθώς η ανάγκη, ανάδοχος της ένδειας<br />
τα είχε βαφτίσει ιδανικά χωρίς να με ρωτήσει<br />
μην τα μολύνω.<br />
Ας μην ξεχνώ πως με την άρμη τους σιτεύτηκα.</p>
<p>Μένει ν’ αποτολμήσω τώρα την κατάδυση<br />
κι ο ενδοιασμός στο ενδεχόμενο του πάτου<br />
και στην ιδέα ενός ανάξιου θανάτου.</p>
<p>Μα για φαντάσου με στην ύστατη ανάδυση<br />
κι όταν το ξόδι μου στολίζουν τ’ αρμυρίκια<br />
την πλανεμένη μου ψυχή καθάρια και ανάλαφρη<br />
ένα μαργαριτάρι ν’ ανασύρει από τα φύκια.</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΤΗΣ</strong></em></h6>
<h4></h4>
<h5><strong>ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Ο ουρανός και η απελπισία λαλούσι με αποσιωπητικά&#8230;<br />
ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΕΙΣ ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΝ</strong></h5>
<p>Ένα μεγάλο αστερόεν πηγάδι<br />
και ένα χρόνιο γεώδες μυστικό<br />
του εξασθένισαν τη διάθεση<br />
για αναχώρηση</p>
<p>προς φωτεινό ουρανό υπονοούμενο<br />
γεμάτο αστέρια, ζώδια και φωτιές<br />
γεμάτο με βουστροφηδόν τροχιές<br />
παραλλαγών του χάους.</p>
<h5><strong>ΕΙΣ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΝ</strong></h5>
<p>Μυρίζει χώμα της βροχής<br />
στις βραδινές μοναχικές πορείες του.</p>
<p>Δάκρυ της μοναξιάς του αλεξίσφαιρο<br />
κι αντανακλάσεις πορφυρές της καρτερίας<br />
πάνω σέ πλαίσιο γυάλινο·<br />
ένα καράβι κολυμπάει στον ουρανό<br />
χτυπάει σε ξέρες πότε πότε το δωμάτιο.</p>
<p>«Παράθυρο του κόσμου» το ονομάζει,<br />
που είναι κοντά και είναι, αόρατος<br />
για να κρατάει τις συμβάσεις<br />
να έχει ένα μυστήριο και μια έκσταση<br />
να έχει στον χώρο του μυαλού του τη δέουσα έκταση<br />
να τον κρατάει ως το πρωί σ’ ενδιαφέρον<br />
να δίνει τελικά στις σκέψεις του<br />
εκείνη που τους πρέπει τη γήινη προέκταση.</p>
<h5><strong>ΕΙΣ ΦΟΝΙΣΣΑΝ</strong></h5>
<p>Έπνιξε και τούτη τη νύχτα<br />
στα παραπήγαδα των λογισμών<br />
χωρίς να λυπηθεί τις<br />
άναρθρες κραυγές της.</p>
<p>Προτού να ξημερώσει<br />
πηγαίνει ακροπατώντας<br />
να την τυλίξει στα σεντόνια της</p>
<p>για να τινάξει το τίποτε<br />
να πέσει στο κενό</p>
<p>μήπως —απόψε έστω—-<br />
κυλήσει κατά λάθος<br />
κάποιο κρυμμένο νόημα<br />
σαν κέρμα που περιμένει<br />
την ανταλλαγή του.</p>
<h5><strong>ΕΙΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΑΣΤΑΣ</strong></h5>
<p>Στενεύουν κάποτε και οι καρδιές<br />
σαν πολυκαιρισμένα υφάσματα<br />
σέ σώματα πού άλλαξαν διαστάσεις<br />
και δεν χωράνε πια στο μέγεθος<br />
της αγάπης.</p>
<h4></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΑΠΟΛΟΓΟΙ</strong></em></h6>
<p style="padding-left: 120px;">
<p style="padding-left: 120px;">Σκηνή πας ο βίος και παίγνιον· ή μάθε παίζειν<br />
την σπονδήν μεταθείς, ή φέρε τας οδύνας.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΑΛΛΑΔΑΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ</strong></p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ MOΥ</strong></h5>
<p>Το σπίτι, μου μικρό καράβι.<br />
Έχει παράθυρα για φινιστρίνια<br />
και για ιστία δυο τέντες βουερές<br />
μνήμη απαστράπτουσα σαν τα μωσαϊκά του<br />
και καναρίνια κι απ’ τις δυο αυλές.</p>
<p>Το σπίτι μου σαν ταξιδεύει<br />
δεν αγαπάει να μ’ αποχαιρετά<br />
όλο λιμάνια, όλο κάβους πιάνει<br />
και στα θεμέλια σίγουρο πατά.</p>
<p>Ήλιος γλυκός στην πέτρα πάνω<br />
και χιώτικο το γιασεμί<br />
να μη φοβίζουν τα τριξίματά του<br />
να μην αγριεύει στη σιγή.</p>
<p>Σπιτάκι μου, μικρό καράβι<br />
κίτρινα καναρίνια στην αυλή<br />
παράθυρα, λουλούδια, φινιστρίνια</p>
<p>δένδρα που αφήσανε τα ίχνη<br />
και ρίζωσε η απαντοχή<br />
καθώς ημέρωνε του νου η γραμμή<br />
και στον ορίζοντα ξεμάκραινε η λήθη.</p>
<p>Σπίτι, στυλώσου στη γραμμή σου<br />
χάραξε τις συντεταγμένες σου<br />
ταξίδεψέ με απ’ την αρχή</p>
<p>γίνε μαζί βαρκάρης και σκαρί<br />
και ουρί του παραδείσου.</p>
<h5><strong>AMARO</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης<br />
Όλη η πόλη κατάμονη.<br />
ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</p>
<p>Και αν το σήμερα από το ελάχιστο καμωμένο<br />
σαν άγριο πουλί που αιφνιδιάστηκε<br />
στη λάμψη της υστεροβουλίας<br />
και της μικρότητάς του<br />
κλέβει τις μέρες μας βαλσαμωμένο<br />
επάνω από την πάχνη των βουνών<br />
στα μεθυσμένα μεσημέρια του χειμώνα<br />
ασφυκτιά μεσήλικας, ασθματικός καιρός.</p>
<p>Ίσως το αύριο να δυναμώσει τα ισχνά του χέρια<br />
και να συνάξει πονετικά τη βουβή<br />
μαρμαρωμένη πάχνη επάνω από τη χώρα.<br />
Τότε και ο Αχώρητος του ψηφιδωτού<br />
θα μας παραχωρήσει Πλατυτέρα<br />
που με τα κράσπεδα των ιματίων της<br />
θα σκουπίσει τρυφερά<br />
το δάκρυ του νηστικού παιδιού και του ληστή<br />
τον ένοχο ιδρώτα.</p>
<p>Ύστερα, μέσα σε ιλαρό απόγευμα<br />
δεν θα μπορέσουν ούτε ο τελώνης ούτε ο γραφιάς<br />
παρά να αιχμαλωτίσουν αμήχανα<br />
όσο που να φυσήξει τη χρυσόσκονη<br />
από το ρούχο της η αιθρία<br />
μικρήν αχτίδα φωτός υπερουσίου<br />
προτού εκείνη φυγαδεύσει τις μέρες μας<br />
κρυφά στο καραβάνι της ερήμου τους.</p>
<h5><strong>ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<p>Πάνω απ’ τους τάφους των κεκοιμημένων σαν βρεθώ<br />
έχω ένα κέρδος: Τον χρόνο συνήθως αγνοώ.<br />
Γυρίζω ξένοιαστη κι ώσπου να μπω στο σπίτι<br />
κάτι αδιόρατες σταγόνες κόκκινες<br />
διαγράφουν την πορεία μου.<br />
Λεπτά και ανεπαίσθητα<br />
με λεπτοδείκτες διαφανείς έχει καρφώσει εκείνος<br />
το σημείο της καρδιάς που αιμορραγεί<br />
ώσπου φωνάζω: Είμαι ακόμη ζωντανή !</p>
<p>Τρέχοντας να ηχογραφήσω τους παλμούς της<br />
στον παλμογράφο της ανάγκης<br />
σκοντάφτω στο μεγάλο, όρθιο ρολόι του διαδρόμου.<br />
Ισορροπώ στο παρά πέντε.<br />
Όρθια μ’ εκγυμνάζει η καθημερινότητα των ζωντανών<br />
να στέκομαι με προσοχή μπρος σέ μικρά<br />
ή μεγάλα διαστήματα.<br />
Να σέβομαι τον χρόνο, πολύτιμος, σου λέει.<br />
(Τα χρόνια δεν γυρίζουν πίσω.)</p>
<p>Έτσι κι αλλιώς<br />
με σεβασμό ή χωρίς, με διάθεση αγαπητική ή όχι<br />
εκείνος θα μ’ εκδικηθεί. Μια παραχώρηση μονάχα:<br />
Ευχές μου επιτρέπει άπειρες. Δεν του κοστίζουν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (2008)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<p>Πως να μιλήσω με τα δένδρα<br />
τη γλώσσα της υπομονής εγώ,<br />
που δεν υπέμεινα μήτε για ένα καλοκαίρι<br />
τον δίκαιο ρυθμό του ουρανού;<br />
Σπαταλημένη μέσα στην αχλή<br />
φλεγόμενου και χαύνου θέρους<br />
εξάτμιζα τον πόθο,<br />
ώσπου της φθινοπωρινής βροχής<br />
το πρώτο δρόσισμα<br />
καινούργια ενυδάτωνε δράματα<br />
κι εφύτρωνε παραμυθητική η ελπίδα<br />
μπροστά στο έλεος της νέας ανθοφορίας.</p>
<p>Άπειρες διαθέσεις άλλαξε ο καιρός,<br />
μεγάλη η σοδειά που άδειασα<br />
μες στις χωματερές των κυκλο-<br />
θυμικών συναλλαγών μου.</p>
<p>Τώρα<br />
στου ήλιου την αναφορά<br />
στοχάζομαι πως πρέπει απ’ την αρχή<br />
να μάθω<br />
τουλάχιστον προπαίδεια της θάλασσας,<br />
για να μη κολυμπάω ανίδεη<br />
στον ρουν των γεγονότων<br />
με διάθεση βεβαίως ενεργητική,<br />
ενίοτε όμως και παθητική<br />
— βοηθούνε τα μελτέμια—<br />
μα πάντοτε ενεστώτος χρόνου<br />
εξακολουθητικού<br />
από την εποχή ακόμη του Ηράκλειτου.</p>
<p>Παίζουν τα βότσαλα στις κοίτες των χείμαρρων<br />
κι ακούω τα βράδια το νεράκι να με λοιδορεί:<br />
ρεί, ρεί, ρεί, ρεί, ρει&#8230;</p>
<h5><strong>ΜΕΡΕΣ TOΥ ΝΟΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>Στις μέρες των ερώτων<br />
του νόστου ο έρωτας κάποτε<br />
μας αρρώστησε<br />
(παροξυσμός μιας νοσταλγίας πρωτόγνωρης<br />
για την πατρίδα με τις άκοπες, αλώβητες μηλιές).<br />
Όμως δεν ξέραμε τι πα να πει αγάπη<br />
και κάθε δείλι ονειρευόμασταν<br />
κάτω από διάφανο ουρανό με λίγα ξέφτια απελπισίας<br />
νήπιοι και μωροί<br />
παραδομένοι στην ποδιά ευφρόσυνης οδύνης.</p>
<p>Όταν ο χρόνος ράγισε<br />
και σχηματίστηκαν τα πρόσωπά μας<br />
πρισματικά, χωρίς μορφή<br />
ήταν αργά να μάθουμε ζωή<br />
τι πάει να πει.</p>
<p>Περιδινόμενοι μέσα σ’ αυτά που μας ξεκλήρισαν<br />
σκορπίσαμε<br />
σαν τα παιδιά των πεθαμένων πιά γονιών<br />
που δεν μπορούν<br />
να μοιραστούνε την κληρονομιά<br />
κι αδίκως χαραμίζουνε το κληροδότημα.</p>
<h5><strong>ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h5>
<p>Μνήμη μου καλοτάξιδη<br />
και μη με πας του μάκρου<br />
τι έχω φωνούλες γνώριμες<br />
αγάπες αφημένες<br />
που τις ακούω την αυγή<br />
τους τραγουδώ το δείλι<br />
και το θαμπό τ’ απόβραδο<br />
τους καίω το καντήλι.</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΩΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ</strong></h5>
<p>Λιτό κι αριστοκρατικό<br />
δωμάτιο<br />
όπως αρμόζει σε μια τέτοια καλεσμένη.<br />
Το ξέρει πως δεν κλήθηκε επί τούτου<br />
κι εγώ το ξέρω<br />
δεν προσπάθησα πολύ<br />
σαν παλιοί γνώριμοι κι οι δυο<br />
δεν επιμένουμε σε αβρότητες.</p>
<p>Στέκει ψηλά, λίγο ψηλότερα από το<br />
θύμα της<br />
μέχρι που στάζουν οι θερμές<br />
σταλαγματιές της<br />
και με κοιλαίνει όπως η βροχή<br />
την πέτρα.</p>
<p>Έτσι σκαμμένη όλο και πιο βαθιά κάθε φορά<br />
με αφήνει άγρυπνη<br />
και χωρίς τύψη αποτραβιέται σιωπηλά<br />
στα μέσα δώματα<br />
τάχα να κοιμηθεί<br />
τον ύπνο του δικαίου.</p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΗ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></h6>
<p>Γράφεις<br />
και μοιάζεις της σελήνης<br />
που τριγυρνάει στα ερέβη<br />
κάποτε μισή<br />
έλκουσα και έλκόμενη.</p>
<p>Διαγράφεις στην ουσία την ’ίδια πορεία<br />
πότε μιλάς ως Νέα Σελήνη<br />
από τη μεριά του φωτός<br />
κι άλλοτε ως Πανσέληνος<br />
σιωπάς μες στο σκοτάδι.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΥΣΙΑ</strong></h5>
<p>Η ώρα νυχτώθηκε ξεχασμένη<br />
στην ηδονή της ρέμβης.<br />
Δένδρα που χαμηλώνουν<br />
τους τελευταίους προβολείς και<br />
καημοί των κορμών που κοιμούνται και<br />
δάκρυ άστοχα χυμένο<br />
στη φτέρνα της ’Άνοιξης.</p>
<p>&#8216;Ολοένα παίζει τη σιωπή<br />
ο ουρανός<br />
υπογράφοντας την απουσία σου.</p>
<h5><strong>ΘΕΡΙΝΟ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Το κενό μυρίζει καλοκαίρι<br />
Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>1</strong></h6>
<p>Υψώθηκαν τα ιστία στα μπαλκόνια<br />
κι υστέρα η τύρβη αποκοιμήθηκε<br />
μες στο βαθύ παυσίλυπο κρεβάτι<br />
του καλοκαιρινού μεσημεριού,<br />
την ώρα δηλαδή που σκύβει ο ήλιος<br />
λειαίνοντας τα πρόσωπα<br />
κι αχνίζει η ψυχή στο δέρμα που σκουραίνει<br />
ενώ ετοιμάζεις τα δρεπάνια σου<br />
για να θερίσεις τον καρπό του ρεμβασμού<br />
της προσδοκίας, της αποκάλυψης<br />
σ’ ένα κενό γεμάτο αχλή<br />
ακαθόριστο<br />
που μέσα πέφτει πρώτος ο Ιούνιος.</p>
<h5><strong>Η ΝΕΑ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Ανοίγουνε τα μάτια έκπληκτα σχεδόν<br />
μπρος στο μπαλκόνι ο έξω κόσμος<br />
είναι σκόρπιος<br />
κι η υγρασία εξακοντίζει τις περόνες της<br />
στα μπράτσα και στα πόδια και στο κορμί<br />
μια σύψυχη ανατριχίλα.</p>
<p>Πως αγκαλιάζεις έπειτα στο ρούχο το ζεστό<br />
την ώριμη σάρκα σου<br />
τραβώντας τις κουρτίνες ήρεμα να δεις<br />
το σπίνο να ρουφά ζωή απ’ το νερό<br />
που σώθηκε μες στο πεσμένο φύλλο<br />
τα κάγκελα να στάζουν ’δω κι εκεί<br />
και γύρω ανάκατα σκούπες, φαράσια<br />
κι ένα σωρό άλλα πράγματα<br />
νοικοκυριού η κηπουρικής<br />
πεσμένα ανάσκελα δείχνοντας<br />
να μην έχουν χάσει τη βολή τους.</p>
<p>Κι όλα σου φαίνονται καλώς αναπαυμένα<br />
ξαφνικά<br />
και γενναιόδωρη η ανατολή<br />
σου ευαγγελίζεται<br />
ολόκληρη τη νέα μέρα</p>
<p>κι ας ξέρεις πως την έγνοια σου<br />
δεν μοίρασες ξεκάθαρα στο δίκιο<br />
μέχρι τώρα.</p>
<h5><strong>ΚΑΙΡΙΚΑ</strong></h5>
<p>Ο Καιρός πολύς<br />
ο έρωτας λίγος</p>
<p>άνεμος πάνω στα κύτταρα<br />
των εποχών<br />
φυσάει<br />
μιάν ευωχία φυλλοβόλα<br />
που αναρωτιέται για τον κλήρο της<br />
μα πεινασμένο θα σ’ αφήσει τελικά,<br />
γυμνό κλαρί.</p>
<p>Γυμνή φωνή<br />
που απεκδύεται το λόγο της<br />
και πάνω στο σώμα ασεβούν<br />
άλαλα χείλη.</p>
<p>Ντύνεται τότε το βαρύ παλτό<br />
φοράει ενισχυτικά<br />
μη τον στοιχειώσει η παγωνιά<br />
κόκκινη, πηχτή σαν ξεραμένο αίμα.</p>
<p>Τα βράδια ανατριχιάζει χωρίς φως<br />
γυρίζει το πλευρό κι αποκοιμιέται.<br />
Βλαστάρι αγάπης τοκισμένης<br />
κι εξόριστος σαν ποιητής</p>
<p>απέναντι στο φίδι του Καιρού<br />
που όλο διψάει αναμετριέται.</p>
<h5><strong>Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΙ</strong></h6>
<p>Αινείτε Αυτόν<br />
με όλα τα έγχορδα και τα πνευστά<br />
τα δυτικά κρουστά και της Ανατολής</p>
<p>αινείτε Αυτόν<br />
με όλα τα χρώματα<br />
του πρωινού, του δειλινού<br />
μ’ όλες τις συγχορδίες των αστερισμών<br />
με όλα τα φυτά, τα χώματα, τα αρώματα<br />
τους πάγους, τα νερά, τους βράχους<br />
με όλα τα περάσματα<br />
και μ’ όλους τους σεισμούς<br />
και τους κατακλυσμούς</p>
<p>Αινείτε Αυτόν<br />
με τα σαξόφωνα των οδυρμών<br />
στη διαπασών.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΓΜΗ</strong></h5>
<p>Ύστερα βγήκα στη βεράντα<br />
μ’ ένα τσιγάρο αναποφάσιστο στο στόμα<br />
με μια καρφίτσα αδέξια μπηγμένη<br />
στο μέρος της καρδιάς και<br />
το σημάδι φωτεινό<br />
στο στέρνο.</p>
<p>Ανάσαινα βαριά κι αφουγκραζόμουν<br />
τις μυστικές πορείες του νερού,<br />
κάτι τριξίματα ανεπαίσθητα μέσα<br />
στο σκούρο χώμα<br />
που το χαρχάλευαν με άδηλη χαρά τους<br />
τα ζιζάνια.</p>
<p>Σαν την ακρίδα στάθηκε το βλέμμα μου<br />
θολό κι απροσδιόριστο<br />
μισό πάνω στα φύλλα<br />
μισό προς την απέναντι μεριά<br />
με σταθερή κάποια οπτική γωνία<br />
που τράβηξε τον χρόνο από πάνω της<br />
και τον απόθεσε σαν πανωφόρι εωθινό<br />
στο χάος.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<p>Άφησε το φτερό να του χαράξει<br />
τα τελευταία σύμβολα επάνω στο χαρτί,<br />
κάτι περίεργα ερπετά που σέρνονταν<br />
έτσι όπως τα ’βλεπαν τα θολωμένα μάτια του<br />
και αινιγματικά μισόλογα<br />
μάταια&#8230; ματαιόπονα&#8230; η κάτι τέτοιο.</p>
<p>Η αποτραβηγμένη του πνοή<br />
πρόσθεσε βάρος περιττό στο σώμα και<br />
στο χέρι που υποχώρησε με βία<br />
κι έπεσε άψυχο στο μελανοδοχείο<br />
χύνοντας το σκοτάδι<br />
στον κόσμο γύρω του<br />
απότομα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΕΦΤΑΞΟΥΣΙΟΣ (2018)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>TO ΣΥΧΩΡΙΟ</strong></h5>
<p>Γρήγορα κύλησε εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής στην κουζίνα με τα καινούργια της ντουλάπια. Έδειχναν να λάμπουν απ’ τις φωτοσκιάσεις του κρυφού φωτισμού πάνω στον πρωτότυπο συνδυασμό των χρωμάτων που η<br />
ίδια είχε διαλέξει. Έραψε έπειτα τραπεζομάντηλο στις ίδιες αποχρώσεις και κουρτίνες. Τώρα οι καθημερινές δουλειές έμοιαζαν πιο επίσημες, λες κι άλλαξε κάτι στην τελετουργία. Δεν της φαίνονταν ρουτίνα για την ώρα.<br />
Μαζί της κι ο μικρός όλο το απόγευμα. Δεν είχε το κουράγιο να κατεβεί ούτε μέχρι την αυλή για να παίξει, μιας και ο αγαπημένος του φίλος είχε από νωρίς το απόγευμα, σχεδόν μεσημέρι, ξεκινήσει με τους γονείς του για τις καλοκαιρινές του διακοπές. ’Εκείνος θα έφευγε τον Αύγουστο, αφού οι δικοί του ανήκαν στους αδειούχους του Αυγούστου. Ένας μήνας λοιπόν αβάσταχτης μοναξιάς και ρουτίνας χωρίς ενδιαφέρον, μέχρι να έρθει και η δική του η σειρά να αλλάξει παραστάσεις, να αναπνεύσει επιτέλους αέρα κι όχι καυσαέριο, να πλατσουρίσει στα γλυκά πράσινα νερά, δήθεν πως κολυμπάει, «είδες, μαμά, είδες που έμαθα να κάνω βουτιές;», να γίνει ένα με το χώμα μέσα στο κτήμα, να ζήσει φυσιολογικά. Υπάρχουν βέβαια στην πόλη και οι παιδικές χαρές και τα γήπεδα, που πηγαίνει πολλές φορές με τον πατέρα για μπάλα, άλλα ο φίλος είναι το κάτι άλλο. Γι’ αυτό η παρουσία κάποιου άλλου δίπλα του εκείνο το δειλινό ελάττωνε το κενό από την απουσία της ξένοιαστης παιδικής του συντροφιάς. Προτίμησε λοιπόν να μείνει μαζί με τη μητέρα.<br />
’Εκείνη με απλωμένα τα υλικά στους πάγκους και στο τραπέζι, εκείνος με τα αυτοκινητάκια, τις αυτοκόλλητες κάρτες και τους μαχητές του πάνω στον καναπέ. Ολοένα έμπλεκε μέσα στα πόδια της.<br />
«Πήγαινε πιο κει, παιδάκι μου, θα σε πατήσω. Θα μου ρίξεις τις κατσαρόλες!»<br />
Εκείνος όμως όλο κι έβρισκε πρόφαση για να ανακατευθεί:<br />
«Μα θέλω να σε βοηθήσω, μαμά!»<br />
Πιο πολύ ήταν η περιέργεια για το τι έφτιαχνε η μητέρα του με τόση σπουδή εκείνο το απόγευμα, μια κοιτώντας το χαρτί με τη γραμμένη συνταγή, μια ανακατεύοντας τη χύτρα στο μάτι της κουζίνας η ανοιγοκλείνοντας τα ντουλάπια το ένα μετά το άλλο. Ήταν η πρώτη φορά που τα έφτιαχνε μόνη της, και τα υλικά πολλά και ο τρόπος ετοιμασίας συγκεκριμένος.<br />
Ήταν και η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση ύστερα από το συγκλονιστικό όνειρο της προηγούμενης βραδιάς&#8230;<br />
Τον είδε, τον πατέρα, μετά από τόσα χρόνια, τον είδε στον ύπνο της το προηγούμενο βράδυ, σε κάποιες περίεργες φάσεις, χωρίς συνειρμό. Σαν να ’ταν εκείνος ξαπλωμένος μ’ ένα σκούρο κοστούμι και λουλούδια στο κεφάλι κι από μακριά ένα κύμα φωτός.<br />
Ξύπνησε αναστατωμένη και, σαν πλησίασε το ημερολόγιο, όπως το ’χε συνήθεια να κάνει κάθε πρωί με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι,<br />
ανατρίχιασε. Δάκρυα καυτά χύθηκαν ευθύς από τα μάτια της κι άρχισαν να αυλακώνουν τα μάγουλά της, ενώ ο αριθμός στο ημερολόγιο, θαμπός, της φάνηκε πως κουνήθηκε αργά αργά, λες κι άκουσε κάποιο περίεργο σήμα<br />
εκκίνησης σ’ έναν απόκοσμο αγώνα δρόμου. Σκουπίστηκε με βιάση και ξανακοίταξε: 7 Ιουλίου, Κυριακής Μεγαλομάρτυρος. «&#8217;Επτά εβδόμου, εβδομήντα&#8230;» Σημαδιακή ημερομηνία για κείνην, για την οικογένεια. ’Όχι τυχαίος ο αριθμός. Πίστευε από τότε πως κάποια περίεργη μοίρα αγκάλιασε το σπιτικό τους.<br />
Έτσι πήρε την απόφαση. Ως τότε η μητέρα ήταν εκείνη που φρόντιζε γι’ αυτά τα πράγματα. Όμως το όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ, η συγκεκριμένη ημερομηνία, αυτή η σύμπτωση, δεν της φάνηκε καθόλου τυχαία.<br />
Φέτος θα έφτιαχνε εκείνη τα κόλλυβα. Θα τα πήγαινε ύστερα στην εκκλησία και, αφού θα τα διάβαζε ο παπάς, θα τα μοίραζε στη γειτονιά. Άλλωστε την επαύριο ήταν Σάββατο. Κι αυτό σύμπτωση;<br />
Στο μεταξύ ο μικρός, παίζοντας και παρατηρώντας τη διαδικασία της προετοιμασίας, έκανε όλο ερωτήσεις:<br />
«Γιατί, μαμά, τα φτιάχνουμε τα κόλλυβα; Η γιαγιά μου είχε πει πως οι πεθαμένοι θέλουν συχώριο. Τι θα πει συχώριο, μαμά; Κι αφού ο<br />
παππούς μου πήγε στον Χριστό, όπου όλα είναι φωτεινά, όπως λες, γιατί τα μάτια σου είναι κόκκινα; Έκλαιγες, δεν έκλαιγες; Πόσο θα ’θελα να γνώριζα τον παππού μου, που έχω και το όνομά του. Γι’ αυτό, όταν μεγαλώσω, ξέρεις τι επάγγελμα θα κάνω; Θα γίνω αστρομαχητής, για να τον βρω στ’ αστέρια. Μαμά, τι είναι το επάγγελμα;»<br />
«Τι λες, παιδί μου; Δεν υπάρχουν αστρομαχητές!»<br />
«Υπάρχουν, υπάρχουν! Αφού τους βλέπω στην τηλεόραση, στα παιδικά!»<br />
Θεέ μου, τι τα θέλουνε τα παιδικά; Πόσες φορές έκανε τη σκέψη για μια γενναία απόφαση να εξαφανίσει αυτό το καταραμένο κουτί από το<br />
σπίτι. Τι σύγχυση, Θεέ μου, τι διαστροφή!<br />
Πέρασαν ώρες ολόκληρες. Το κόλλυβο ετοιμάστηκε. Ήρθε το βράδυ. Εκεί, ανάμεσα στο στάρι, στο αλεύρι, στα ρόδια και στο συμβολισμό τους, επιστράτευσε όλη της τη σοφία και τη μαεστρία για να πείσει το παιδί να μην πιστεύει σε άστρο μαχητές, που βίαια θα φέρουν τη δικαιοσύνη και την ευτυχία στον κόσμο.<br />
Προς στιγμήν έδειχνε να πείθεται εκείνο κοιτώντας τη με τα πελώρια μάτια του όλο εμπιστοσύνη, αλλά και θαυμασμό για το έργο των χεριών της, που είχε ολοκληρωθεί πιά, Ύστερα από λίγο έσκυψε πάλι πάνω στα παιχνίδια του,<br />
που με καλή πρόθεση, και άγνοια ίσως, του προμηθεύσαν στις γιορτές θείοι, νονοί, παππούδες. Άστρομαχητές, σκληροί διεκδικητές της επίγειας δικαιοσύνης, μορφές σκληρές, μυώδεις, ανάλγητες. Έφερε στο νου της το παιδί τα βράδια που κοιμάται τριγυρισμένο από τις περίεργες αυτές φιγούρες και θυμήθηκε αυτό που της είχε πει κάποτε: «Τα βάζω δίπλα μου για να με φυλάνε». Πάγωσε, όπως και τότε.<br />
Ο ύπνος δεν ερχόταν στα βλέφαρα εκείνο το βράδυ. Θες από τη συγκίνηση για την επόμενη μέρα, θες από τη συζήτηση με το παιδί όλο το απόγευμα&#8230;<br />
«Όσα δεν μπορείς να τα πεις στο παιδί πες τα στην Παναγία» της είπε ο γέροντας, άγια μορφή, κάποια φορά που αξιώθηκε να πάρει ευλογία. Γαλήνεψε η ψυχή της τότε και παρακάλεσε ώρα πολλή, ώσπου αποκοιμήθηκε.<br />
Το πρωινό του Σαββάτου ξύπνησε από τις φωνές και τα σκουντήματα του παιδιού:<br />
«Σήκω, μαμά, και περιμένει ο παππούς το συχώριο στην εκκλησία! Εγώ θα καθίσω απέναντι από την πόρτα που ανοιγοκλείνει ο παπάς και βγαίνει με τα παπαδάκια, αυτήν με τον ζωγραφιστό άγγελο, που είναι όμορφος σαν τον Άγιο Γεώργιο που έχω πάνω απ’ το κρεβάτι μου. Και θα είμαι φρόνιμος, θα δεις!»</p>
<p style="padding-left: 120px; text-align: right;">2001</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ</strong></h5>
<p>Πράσινες θάλασσες συναντούσε συχνά άλλοτε. Κλεισμένες προστατευτικά μέσα σε κόλπους, περιτριγυρισμένες από πεύκα και άλλα είδη πευκοειδών και θάμνων, σωματοφύλακες πιστοί και παρατηρητές μιας αέναης κίνησης, κλειστής φαινομενικά αλλά κάθετα συνδεόμενης με τα μυστήρια και τα απροσδόκητα των ουρανών. Έτσι αναδεικνύουν τον περιβάλλοντα χώρο τους, που σου αποκαλύπτεται κάποτε εντελώς αναπάντεχα. Εκεί που γι’ αλλού πήγαινες, έξαφνα αυλαία σκηνικού μπροστά σου.<br />
Ουράνιες τις έλεγε, παρότι πράσινες. Μεγαλειώδεις, παρότι μικρές. Σ’ αυτές έβρισκε τον εαυτό του. Στη μεγάλη παραλία χανόταν. Δεν τον θάμπωναν τα χιλιόμετρα που χάνονταν στον ορίζοντα. Η μικρή θάλασσα τον έσκεπε. Όριζε την αντοχή και τα όριά του. Ήταν σαν το σπίτι του. Οι φωνές των άλλων<br />
τριγύρω έμοιαζαν οικείες, συγγενικές. Η φροντίδα προσωπική. Έτσι ανοργάνωτες όπως ήταν συνήθως, ο καθένας μόνος του προνοούσε για τα απαραίτητα της καθημερινής απόλαυσης. Μια όαση φυσική, παρθένα,<br />
ανοιχτή στον κόσμο, μα καθόλου κοσμική, φτιαχτή, κραυγαλέα.<br />
Σε τέτοιες οάσεις καθηλωνόταν με τις ώρες. Μέτραγε το χώρο σπιθαμή προς σπιθαμή, δεν έμενε βραχάκι ανεξερεύνητο, γούβα που να μην αφουγκραζόταν τον παφλασμό των κυμάτων, κοχύλι που να μη μετρούσε το σχήμα του, αδιαφορώντας για τα βλέμματα των άλλων πάνω του. Η πιο αγαπημένη του<br />
όμως απασχόληση ήταν η συλλογή βοτσάλων. Αναζητούσε τα πιο σπάνια βότσαλα, αυτά με τις λεπτές ραβδώσεις που εγχάραξαν οι αιώνες πάνω τους. Διακρίνονταν μονάχα όταν το κύμα άφηνε το βερνίκι του στο σώμα τους. Τις<br />
έπαιρνε στο σάκο του και τις φορτωνόταν στο ταξίδι για την Αθήνα. Όταν έφτανε, τις παρατούσε στο υπόγειο του σπιτιού κι η μάνα συνέχεια φώναζε. Τι θα τις κάνει όλες αυτές τις πέτρες που πιάνουν το χώρο ανάμεσα στους<br />
τενεκέδες με το λάδι και τα εργαλεία του πατέρα; Εκείνος σκεφτόταν να τις βερνικώσει κάποτε και να φτιάξει με αυτές μια σπάνια κατασκευή εις ανάμνηση των απίστευτων στιγμών που του χαρίζονταν σε αυτές τις μικρές χαϊδεμένες του παραλίες, στα πράσινα νερά τους όπου βυθιζόταν, όπως μέσα στη σκέψη ατέλειωτες ώρες τα βράδια κάτω από τον αστερόεντα ουρανό τους.<br />
Την επόμενη χρονιά, σε μια άλλη θάλασσα πράσινη, ουράνια, μεγαλειώδη, αναζητούσε πάλι τα βότσαλά του. Όχι οποιαδήποτε. Εκείνα με τα πιο ανεπαίσθητα χρώματα, τα ευγενικά και αδιόρατα με την πρώτη ματιά, που όταν τα ξέπλενε στο θαλασσινό νερό, του χόρευαν μπροστά του χρωματιστούς χορούς με χίλιες δυο κορδελίτσες και δαχτυλιδάκια εγχαραγμένων πετρωμάτων.<br />
Έτσι ακριβώς ζωγράφιζε. Ποτέ δεν έκανε το περίγραμμα έντονο. Ποτέ δεν έβαζε κλειστά και έντονα χρώματα στο σχέδιο. Του φαίνονταν αναιδή, αδιάκριτα. Δικά του ήταν τα απαλά χρώματα που θα τραβούσαν τον άλλο<br />
κοντά, πολύ κοντά, για να τα ξεδιαλύνει και να αποκρυπτογραφήσει τα κίνητρά του, την έσω τοπιογραφία του. Θεωρούσε μερικά πράγματα<br />
προεκτάσεις του εαυτού του, της ψυχής του, γι’ αυτό τα προστάτευε. Δεν τα άφηνε εκτεθειμένα ούτε στους επαίνους ούτε στα πειράγματα ούτε στο φθόνο των άλλων. Προτιμούσε να τα έχει κρυφά. Όπως το χόμπι του για συλλογή βοτσάλων τα καλοκαίρια. Οι ελάχιστοι φίλοι που γνώριζαν τα έργα του μιλούσαν για κρυφό ταλέντο και οι συμφοιτητές του στη σχολή και στους φοιτητικούς ομίλους όπου συμμετείχε για «σιγανό ποτάμι». Έγραφε τα κείμενα, τις πρωτότυπες προσκλήσεις με τα σκιτσάκια —καλέσματα σε μαζικές μαζώξεις, όπως τα έλεγαν στην ξύλινη μεταπολιτευτική γλώσσα τους οι περισσότεροι—, τις ανακοινώσεις με προσεγμένο λεξιλόγιο, επενδυμένο πάντοτε με μια γεύση χιούμορ, αρκετές φορές πικρού, χωρίς να υπογράφει, κι άφηνε τους άλλους να ψάχνονται. Από μια τέτοια αφορμή του κόλλησαν και<br />
παρατσούκλι, όταν κάποιος συμφοιτητής του τον είδε να τοιχοκολλά μια ανυπόγραφη ανακοίνωση και συμπλήρωσε αποκάτω «ανωνύμου του Μενιδιάτου», καθότι ήταν γνήσιος απόγονος Αχαρνέων. Από τότε έγινε για όλους ο ανώνυμος Μενιδιάτης, και για συντομία «ο άνώνυμος». Μόνιμη ξεκούραση και καταφυγή του το διπλανό εκκλησάκι των Άγιων Αναργύρων, χωρίς να είναι κάτι συνειδητοποιημένο αυτή του η κίνηση. Θυμόταν όμως αρκετά συχνά το τροπάριό τους, που το έψελνε η μάνα του: «Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί&#8230; δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε ημίν». Κολλούσε πάντοτε σ’ αυτό το «δωρεάν». Υπέθετε πως αφορούσε όλους τους ανθρώπους και ένιωθε άγχος όταν το καλοέβαζε στο νου του. Αυτό, και την Παραβολή των ταλάντων, που αγαπούσε ο παππούς του. Το άγχος αυτό τον παρέλυε. Και διαρκώς ανέβαλλε.<br />
Αναβολή στην αναβολή, τα χρόνια πέρασαν. Τα καλοκαίρια διαδέχονταν το ένα το άλλο, το μικρό υπόγειο δε χωρούσε πιά άλλες πέτρες. Ο χώρος στένευε τώρα και στη μικρή αυλή. Μα δεν αποφάσιζε να κάνει κάτι μ’ αυτές.<br />
Κάποια στιγμή το παλιό σπίτι δόθηκε αντιπαροχή· Ο εκσκαφέας μέσα σ ένα πρωινό γέμισε το χώρο τσιμέντο και χώματα. Οι πέτρες του ανακατεύτηκαν με τα μπάζα. Ένα πυκνό σύννεφο σκόνης τύλιξε τη ζωή τους, που έγινε για<br />
λίγο ένα κουβάρι από άχρηστα υλικά κι ύστερα τίποτε. Άδειο πεδίο. Κενό. Οι πέτρες του ανακατεύτηκαν η μία με την άλλη τραβώντας το δρόμο για το βουνό. Εκείνη της Πάτμου μ’ εκείνη της Αμοργού. Κι η άλλη, η γκριζοπράσινη με τις λεπτές χρυσοκαφετιές γραμμούλες, όπως τα μάτια του κοριτσιού που γνώρισε στην άκρη του νησιού του Ανατολικού Αιγαίου, και που το ονειρεύτηκε πάμπολλες νύχτες μετά. Ποιος ξέρει που να στριμώχτηκε πονεμένη, πλάι σε κάποιο υπόλειμμα πορσελάνινου νιπτήρα η σωλήνα αποχέτευσης.<br />
Τις παλιές του έμμονες και συνήθειες τις ισοπέδωσε ο πανδαμάτωρ ιατρός, ο χρόνος. Στη δική του περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες άλλωστε, λειτούργησε μάλλον σαν παμφάγα φωτιά που τα έκαψε όλα στο πέρασμά<br />
της και άφησε μονάχα τη στάχτη να τον περιβάλλει και να θολώνει την εικόνα γύρω από το πρόσωπό του. Ένας ευπρεπής κύριος, με κόσμια περιβολή και συμπεριφορά, περιφερόταν στα βόρεια προάστια, ένας ακαταμάχητος<br />
κομπιουτεράς, που όλοι συμβουλεύονταν στις δύσκολες περιπτώσεις, ένας άνθρωπος υπεράνω πάσης υποψίας. Έπρεπε να ζήσει μια ζωή σοβαρή, λογική και μετρημένη, όπως του δίδαξαν. Να αφήσει τα παιδιάσματα και τα ονειροπολήματα. Απέστρεψε το πρόσωπό του από τη ρήση «ούκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται&#8230;» που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του νεανικού του<br />
δωματίου και αποφάσισε ότι πάντως το «δωρεάν δότε» δεν αφορούσε τον ίδιο. Έμαθε να χτυπάει με θόρυβο τη σφραγίδα του στο έγγραφο, για να φαίνεται καλά, να βάζει μεγάλη και έντονη την υπογραφή του «διά το<br />
γνήσιον», να μετράει τα λόγια του και, για να μη νιώθει αμηχανία στα βλέμματα των άλλων, να χάνεται στην ανωνυμία των μεγάλων παραλιών με τις αχανείς θάλασσες και την πολυκοσμία. Αισθάνεται εντούτοις ακόμη περίεργα όταν κάποιες φορές βρεθεί τυχαία, εντελώς αναπάντεχα, σε κάποια από εκείνες τις μικρές πράσινες θάλασσες, ενώπιος ενωπίω, και συλλαμβάνει τον εαυτό του να περιεργάζεται τα μικρά βοτσαλάκια της παραλίας με τα γλυκά ανεπαίσθητα χρώματα, που του κλείνουν το<br />
μάτι λουσμένα στο θαλασσινό νερό, αποκαλύπτοντάς του για λίγο, πολύ λίγο, όσο που να προλάβει ο ήλιος, συνεπής ακαταπαύστως, να εξαλείψει τα ίχνη. Τα κρυμμένα μυστικά της πάλαι ποτέ εφηβικής ψυχής του.</p>
<p style="text-align: right;">2002</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΙΚΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</strong></h5>
<p>Κατεβαίνω τρέχοντας προς την Αυλή, τη μεγάλη πλατεία του χωριού, με τα κόκκινα δερμάτινα παπούτσια μου, που έχουν τρυπούλες για να αερίζεται το πόδι και άσπρη λεπτή σόλα. Πετάω κυριολεκτικά. Δεν υπολογίζω τα κακόβολα, τις μεγάλες πέτρες του δρόμου. Σταματάω που και που άμα συναντήσω κανένα μεγάλο σκύλο, μα εκείνοι όλο έρχονται κοντά μου και με μυρίζουν. Τότε ανασαίνω βαριά, τα πόδια μου κόβονται, είμαι έτοιμη να φωνάζω, ώσπου συναντώ κάποιον στο δρόμο και μου λέει: «Λάλιε, δε δαγκώνει, μη φοβάσαι».<br />
Τα άλλα παιδιά είναι ήδη στην Αυλή. Φοράνε τα πλαστικά τους πέδιλα. Μια παράξενη κίνηση διακρίνεται ανάμεσα στους χωριανούς, πηγαδάκια παντού, το ραδιόφωνο του καφενείου δεν παίζει τραγούδια, «εσύ ‘σαι αριστοκράτισσα κι εγώ φτωχός μπατίρης&#8230;», κάποιες γυναίκες χτυπούν τα μάγουλά τους,<br />
ένα απόκοσμο ογού, ογού, ακούγεται, σάμπως να ’ρχεται από μακριά, απ’ τα χωράφια, κι ο ήλιος ένας σκληρός εξαϋλωμένος τιμωρός. Το κάμα του σήμερα μοιάζει αφόρητο, φύλλο δεν κουνιέται, τα καλντερίμια βράζουν, οι τοίχοι των σπιτιών αχνίζουν. Άντρες και γυναίκες βγάζουν τα καρό μαντίλια απ’ το κεφάλι, σκουπίζουν τον ιδρώτα και τα δάκρυα.<br />
Το ασημί ταξί σταμάτησε στην είσοδο της Αυλής και βγήκαν από μέσα με μπουρνούζια και καπέλα δύο ζευγάρια και μία νεαρή κοπέλα. Μιλούν άλλη γλώσσα απ’ αυτήν που βουίζει στην πλατεία, άλλα σύμφωνα στριμώχνονται ανάμεσα στα άσπρα τους δόντια και λίγα πνιγμένα φωνήεντα. Όταν ενημερώνονται για το μοιραίο συμβάν που αναστάτωσε το χωριό, φεύγουν σκυφτοί, ανηφορίζοντας για το σπίτι της θείας μου που τους φιλοξενεί.<br />
Το απόγευμα στο σπίτι της πληγείσας οικογένειας κόσμος πολύς και αχός μοιρολογιού. Γυναίκες καθισμένες στα καρεκλάκια σε ημικύκλιο, με λυμένες μαντίλες και λυτά μαλλιά, μοιρολογούν ανατριχιαστικά το παλικάρι που<br />
μπάρκαρε στα καράβια στα δεκαεπτά του, που στο πρώτο ταξίδι του κάνανε δύο χρόνια να τον δουν, που γύρισε με χαλασμένο συκώτι απ’ το ποτό, που δεν τον χάρηκαν το τελευταίο του καλοκαίρι, γιατί όλο έλειπε, που δεν τους<br />
αποχαιρέτησε κι έφυγε οριστικά στα είκοσι τρία του χρόνια.<br />
Σπρώχνω τους μεγαλύτερους που μου κρύβουν τη θέα και βγαίνω μπροστά. Η ατμόσφαιρα είναι υγρή και αποπνικτική. Ιδρώτας και ξινίλα, μαζί με μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ και σούμας. Και ξαφνικά χαμηλώνουν οι<br />
στριγκλιές και εμφανίζεται δίπλα μου η ψηλή λυγερόκορμη Γερμανιδούλα με το κοντό φουστάνι και τις άσπρες γόβες της. Εγώ κοιτάζω μια τα κόκκινα παπούτσια μου, μια τις άσπρες γόβες της και το υπέροχο παράστημά της. Η<br />
μάνα του παλικαριού και οι αδερφές του άπλωσαν τα χέρια τους προς το μέρος της και με ένα σιγανό παρακαλεστό μουρμούρισμα την κάλεσαν κοντά τους. Η Γερμανιδούλα σάστισε, έριξε ένα αμήχανο βλέμμα γύρω της, έκανε στροφή και βγήκε από το σπίτι με εμφανή απορία, αφήνοντας πίσω της μια αύρα αρώματος.<br />
Την άλλη μέρα σύσσωμο το χωριό περίμενε τη σορό του παλικαριού στην Αυλή για την εξόδιο ακολουθία. Οι μεγάλοι μα και οι νεαρότεροι ψιθύριζαν κάτι σαν «Δε φάνηκε», «Θα έρθει», «Σιγά που θα ’ρθει, να χάσει το μπάνιο<br />
της!», «Το τρέλανε το παιδί, δεν τ’ άφησε να φύγει ήρεμο, για χάρη της έπινε όλη μέρα, δεν έπρεπε με χαλασμένο συκώτι».<br />
Οι Γερμανοί φιλοξενούμενοι της θείας δεν ήρθαν στην κηδεία. Μπήκαν στο μικρό Φολκσβάγκεν που είχαν νοικιάσει και πήγαν για μπάνιο και για αρχαιολογικούς χώρους. Κι εγώ μικρό παιδί δεν κατάλαβα πως γίνεται να είναι κάποιοι όλη μέρα μαζί, να πίνουνε απ’ τα μπουκάλια, να γελούν, να χάνονται στην Κάτω Βρύση πίσω απ’ τα φυλλώματα ολόκληρο το απόγευμα και να γυρνούν το βράδυ στο χωριό, ύστερα αυτός να κείτεται παγωμένος και<br />
χλομός μέσα σε ξύλινο κρεβάτι κι αυτή να παραγγέλνει ασημί ταξί, να μπαίνει μέσα με σορτς και ψηλές άσπρες γόβες, μαζί με τους πολιτισμένους και καθαρούς γονείς της, και να φεύγει χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν.</p>
<p style="text-align: right;">2012</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>LUNARIS</strong></h5>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 3/10/2023</p>
<p>Ο μύχιος εαυτός και τα βαθύτερα μυστικά του</p>
<p>Την οδό εντός ακολουθεί η Βάνα Πασούλη στην ποιητική της συλλογή Lunaris (Περισπωμένη 2021). Η φιλοσοφία της εσωτερικής ατομικότητας εμπερικλείει την αισθαντικότητα και τη μελαγχολία, τα οποία -εκτός των άλλων- παραπέμπουν στον ρομαντισμό, στοιχεία του οποίου ανιχνεύουμε παντοειδώς στο έργο.</p>
<p>Με ζώσα δύναμη τη φαντασία και τον ρυθμό η Βάνα Πασούλη στη συλλογή Lunaris δημιουργεί ποιήματα μοντέρνας τεχνοτροπίας, αλλά και παραδοσιακής, (συνθέσεις με σπασμένους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία). Εισαγωγικό ποίημα: Το λίκνο. Ενότητες: Το φως του κόσμου τρέμει. Τα τραγούδια του Ρήνου. Τρία ελεγεία για το καλοκαίρι. Διαδρομές. Τα δώρα της άτης. Απόλογοι.</p>
<p>Η θεματική εστιάζει στον εαυτό. Μνήμη, χρόνος, συνείδηση ενεργοποιούνται σε έναν επώδυνο νόστο, εσωτερικό και εξωτερικό. Η αναδρομή στο παρελθόν και την παιδική ηλικία εγείρουν την αυτεπίγνωση. Η νιότη αναδεικνύεται πηγή ψευδαισθήσεων, ενώ οι αντιθέσεις ενδημούν (το τότε και το τώρα, τα όνειρα και η πραγματικότητα). Τα αρχέτυπα (φεγγάρι, ουρανός, κλπ.), οι κληρονομημένες από την αρχαιότητα εγγραφές που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη, συμβάλλουν στην αποτελεσματική αποτύπωση των προκλήσεων που δημιουργεί η ψηλάφηση του εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου.</p>
<p>ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΡΕΜΕΙ δ΄</p>
<p>Με οδηγό μου το φεγγάρι<br />
να λάμπει σαν μαργαριτάρι<br />
έφτιαχνα δέντρο της γενιάς μου<br />
και της ονειροφαντασιάς μου.</p>
<p>Έτσι τα βράδια μου περνούσαν<br />
κι έτσι κι οι ανθρώποι μου σκορπούσαν. (σελ. 14)</p>
<p>Τη λέξη Lunaris (από τη λατινική λέξη luna που σημαίνει φεγγάρι) ανευρίσκουμε στη δημώδη φωνολογία της ύστερης λατινικής του Ιορδάνη, ενός ιστορικού που ασχολήθηκε με την πρώιμη ιστορία των Γότθων. Υπό την παρουσία της σελήνης, του βραδινού αστεριού που κάνει τον άνθρωπο πιο ευάλωτο, οι αναζητήσεις του ποιητικού υποκειμένου είναι υπαρξιακές. Εξομολογητικές και ελεγειακές, χαρακτηρίζονται επίσης από καυστικό πνεύμα, έναν αντισυμβατισμό που διέπει τη ρομαντική γραφίδα, όπως και την αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, ιδιαίτερα τον ίαμβο, τη σκωπτική και σατιρική ποίηση που καλλιέργησαν ο Αρχίλοχος, ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος, ο Ιππώναξ.</p>
<p>ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΡΕΜΕΙ στ΄</p>
<p>Το φως του κόσμου τρέμει έξω<br />
κι όσο και να ’θελα να παίξω</p>
<p>περίεργα τώρα τα παιχνίδια<br />
κι η θλίψη τους πάνω απ’ τα ίδια</p>
<p>Δε με φοβίζει πια η βροχή<br />
η αστραπή και το σκοτάδι</p>
<p>με πιάνει όμως ταραχή<br />
μπρος στην καταπακτή του Άδη […] (σελ. 15)</p>
<p>Η ζωή και ο θάνατος, το εφήμερο και η ματαιότητα, το ευμετάβλητο της ύπαρξης· θέματα που απαντούμε και στην ιαμβική λυρική ποίηση. Η αναμέτρηση με τον χρόνο, την ενηλικίωση, με το αναπάντεχο της ζωής, τον θάνατο, την απώλεια, οδηγεί σε συνθέσεις δραματικές και μελαγχολικές, (ρομαντικές), αλλά και θρησκευτικές.</p>
<p>ΣΚΙΑΣ ΟΝΑΡ</p>
<p>Τι δε τις, τι δ’ ού τις;<br />
σκιάς όναρ άνθρωπος.</p>
<p>ΠΙΝΔΑΡΟΣ</p>
<p>Θα σε δεχθώ, πατέρα<br />
και με το φως<br />
και με το σκοτεινό, φτενό κουστούμι σου.<br />
Δεν θα ρωτήσω τι και πώς.</p>
<p>Δεν έχει λογική η τακτική του κάτω κόσμου<br />
ούτε ουσία η λογική του επάνω.</p>
<p>Μονάχη τώρα εδώ<br />
μπλέκομαι στα κουβάρια μιας ανάξιας μοδιστρικής<br />
που δεν χωράει στα μέτρα σου<br />
κι οι δαχτυλήθρες κουδουνίζουν από μέσα λύπη<br />
κάθε που αλλάζει όψη ο καιρός<br />
και του γυρίζω το πουκάμισο το μέσα έξω.</p>
<p>Παίζει ο άτιμος μ’ όλα τα δυνατά του… (σελ. 23)</p>
<p>Στις κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου δημιουργίες της η Βάνα Πασούλη είναι επικριτική. Η Άτη, η ενσάρκωση της πνευματικής τύφλωσης, σπρώχνει τους ανθρώπους σε λανθασμένες πράξεις με καταστροφικές συνέπειες. Τον ανθρωπισμό αντικατέστησαν στις ημέρες μας οι νόμοι της αγοράς. Την απομάκρυνση από τα χριστιανικά παραγγέλματα και τη φύση, η πολεμική βιομηχανία και ο ναρκισσισμός. Στις δημιουργίες υποβόσκει ειρωνεία.</p>
<p>ΜΕΡΕΣ ΙΟΥ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ</p>
<p>Τούτες τις μέρες<br />
κάποιος μας κυνηγά<br />
κι ας είμαστε καθηλωμένοι<br />
μες στις σπηλιές που φτιάξαμε.</p>
<p>Μας κυνηγά κι ενώ δεν τρέχουμε<br />
τα βράδια στα κρεβάτια μας<br />
όταν τα φώτα χαμηλώνουν<br />
κι ενώ θα έπρεπε να χαμηλώνουν κι οι παλμοί<br />
κάτι υποψιαζόμαστε λαχανιασμένοι<br />
κάτι τον ύπνο μας σκιάζει.</p>
<p>Αναρωτιόμαστε αν πράξαμε καλά<br />
τότε που η ζωή είχε ανοιχτή την πόρτα<br />
κι εμείς κουλουριαζόμαστε μες στο καβούκι μας<br />
τάχατες ν’ αποφύγουμε το μάτι το κακό<br />
άσκοπες ομιλίες και τα τέτοια.</p>
<p>Αλλά το μάτι το κακό<br />
φαίνεται επωάστηκε εντός μας<br />
μας εξετάζει, μας ερμηνεύει αφοπλιστικά:<br />
Υπήρξαμε φορείς του ιού<br />
εγωπαθούς αναλγησίας<br />
νάρκισσοι εν αμεριμνησία και ηδονή. […] (σελ. 91)</p>
<p>ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΑΓΕΤΩΝΩΝ 4</p>
<p>Τα αισθήματα που έθρεψαν<br />
από κτίσεως κόσμου<br />
ένα ένα υποχωρώντας<br />
εγκαταλείπουν την κτίση και<br />
τον κόσμο</p>
<p>[…]</p>
<p>Από μια κλωστή κρέμεται:<br />
η ζεστή προσφορά αλληλεγγύης,<br />
της ευθύνης όλου του κόσμου<br />
το αίσθημα</p>
<p>από τη συνέχειά της:<br />
τα μεγεθυμένα μάτια της γνώσης<br />
το κρυστάλλινο βλέμμα του σύμπαντος</p>
<p>και στην άκρη<br />
η παραγωγική διαδικασία<br />
ολόγυμνη</p>
<p>ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης<br />
χάσκων<br />
επιδεικνύοντας την τερηδόνα<br />
της ευμάρειας. […] (σελ. 89-90)</p>
<p>Οι δημιουργίες της ενότητας Τα τραγούδια του Ρήνου έχουν φόντο το ποτάμι. Μέσα σε ατμόσφαιρα παραστατικής εικονοποιίας και αφηγηματικότητας, ρεμβασμού και στοχασμού, διακειμενικότητας, παιγνιώδους λόγου, συνομιλούν με τη γερμανική κουλτούρα (Λορελάη), τον ρομαντισμό του Χάινε (Christian Johann Heinrich Heine, 1797-1856) και του Αλφόνς Καρρ (Jean-Baptiste Alphonse Karr, 1808–1890), τον μεσαιωνικό ποιητή Βάλτερ ντε Φογκελβάιντε (Walther von der Vogelweide, περ. 1170–1230).</p>
<p>ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΙΙ</p>
<p>Είδα μες στο μετρό τη Λορελάη<br />
να χαιρετάει, να κλαίει και να γελάει.</p>
<p>Έβαψε τα μαλλιά της μαύρα<br />
-αντίθεση στο άσπρο πρόσωπό της-<br />
να ΄ναι της μόδας και να ξεγελάει.</p>
<p>Δεν βρήκε μες στα σχολικά βιβλία<br />
το ποίημά της, μόνο στατιστικές<br />
και γύρισε όλο πείσμα την πλάτη της<br />
στις πολυεθνικές.</p>
<p>(Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γελάει στο πάθημά της</p>
<p>κι ο Χάινε με μπουρλέσκο τη φλερτάρει.)</p>
<p>Καπνίζει Phillip Morris, πίνει μπίρες<br />
καρφώνει ακόμα με το βλέμμα τους διαβάτες<br />
και προσμένει<br />
μήπως τα πλοία αλλάξουνε τη ρότα.</p>
<p>Δεν βλέπει πού πατά<br />
δεν τραγουδά ερωτικά όπως πρώτα<br />
μια τίγρη που ζαλίζεται απ’ τα φώτα<br />
και με θολό το βλέμμα βλαστημάει<br />
τον έρωτα, τον φόβο, τα δυο αδέλφια<br />
στου ξυραφιού την κόψη περπατάνε<br />
-το ξέρει θα κοπεί-<br />
πάνω στα λόγια ισορροπεί, παραμιλάει:</p>
<p>κι αν έπνιγα τους ναύτες με την ομορφιά μου μια φορά<br />
κάποτε θα με πνίξουν της αγάπης τα νερά. (σελ. 33-34)</p>
<p>«Ένδον σκάπτε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένη, εάν αεί σκάπτης» γράφει ο Μάρκος Αυρήλιος. Η Βάνα Πασούλη στη συλλογή Lunaris σκάπτει τον μύχιο εαυτό και με όχημα την αισθητική βούληση αποκαλύπτει τα βαθύτερα μυστικά του. Ο λόγος της είναι ζεστός και ατμοσφαιρικός, με υπερρεαλιστικές εκφάνσεις, λογοπαίγνια και ανατροπές.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ </strong></h5>
<h5><strong>Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΡΙ V</strong></h5>
<p>Το Lunaris της Βάννας Πασούλη (Περισπωμένη, 2021) είναι ένα βιβλίο που διαπερνά το προσωπικό βίωμα καί τις υπαρξιακές του επιπτώσεις. Το πρώτο από τα έξι μέρη του περιλαμβάνουν αρκετά ποιήματα με θέμα τους τη σχέση με τον πατέρα και στα οποία επικρατεί ο υπόκωφος τόνος της απώλειας. Σε τούτο το πρώτο μέρος, βρίσκεται και ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του βιβλίου, ἡ καθ ‘ὕπνους μνήμη [σ. 18-19]. Στην ποίηση της Πασούλη, που είναι κατά βάση ελευθερόστιχη [κοιτάζοντας στις σελίδες δεκατρία ως δεκαεπτά μπορούμε να βρούμε και κάποια έμμετρα σ’ελευθερωμένο στίχο], ακούμε συχνά έναν μετρικό βηματισμό, ο οποίος σε συνδυασμό με τις σποραδικές εσωτερικές ομοιοκαταληξίες, δημιουργεί μια αίσθηση μουσικότητας. Στην σελίδα τριάντα τρία, για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Δέν βλέπει πού πατά/δεν τραγουδά ερωτικά όπως πρώτα/ μια τίγρη που ζαλίζεται απ’τα φώτα/ και με θολό το βλέμμα βλαστημάει»[Ρεμβασμός ΙΙ]. Επισημαίνω την ρίμα πρώτα-φώτα και τους ωραίους ιάμβους του τρίτου και τέταρτου στίχου. Συχνότερη χρήση τέτοιων μετρικών μοτίβων θα έκανε ίσως πιο εύκολα προσπελάσιμο το Lunaris , το οποίο ήδη φέρει το βάρος της υπαρξιακής του θεματολογίας. Στο τέλος του βιβλίου βρίσκουμε και δύο ποιήματα τα οποία μιλούν για την πρόσφατη πανδημική κρίση [Μέρες ιού του κυνηγού και Επίκληση]και που προτείνουν ως διέξοδο την αναζωογόνηση της σχέσης με το θείο. Έτσι, η Πασούλη πολιτογραφείται στην χορεία των σύγχρονων νεοελλήνων ποιητών, για τους οποίους η διέξοδος από τις πάσης φύσεως κρίσεις, δεν μπορεί παρά να είναι υπερβατική.</p>
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="FNuy5KzWMc"><p><a href="https://paraxenesgwnies.wordpress.com/2022/05/17/%ce%b7-%ce%b7%cf%81%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9-%e2%80%92-v/">Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΡΙ ‒&nbsp;V</a></p></blockquote>
<p><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΡΙ ‒&nbsp;V&#8221; &#8212; Παράξενες Γωνίες" src="https://paraxenesgwnies.wordpress.com/2022/05/17/%ce%b7-%ce%b7%cf%81%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9-%e2%80%92-v/embed/#?secret=Q6n0rG0bXZ#?secret=FNuy5KzWMc" data-secret="FNuy5KzWMc" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>(Μπλόγκ στροφές)</p>
<p>Ποιήματα με έντονες απηχήσεις από παραδοσιακά μελωδικά μέτρα χωρίς να χάνει όμως τη σύνδεση με το σύγχρονο παρόν. Σαν Ιστορία προσωποποιημένη. Μια ποιητική συλλογή που άλλοτε θρηνεί και άλλοτε θαυμάζει την πατρίδα ή και τη γη. Σαν να κοιτά και αυτή, ως lunaris, από τη σελήνη την ανθρωπότητα στη γη. Σαν ποιήματα-δάκρυα, κάποτε νοσταλγίας κάποτε θλίψης, της σελήνης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΕΦΤΑΞΟΥΣΙΟΣ  και άλλα διηγήματα</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 2/2/2019</p>
<p>Στο εμπροσθόφυλλο του βιβλίου διαβάζω ότι η Βάννα Πασούλη σπούδασε Νομικά και Βυζαντινή-Νεοελληνική Φιλολογία και Γλωσσολογία σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο εν Αθήναις, και ότι εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εμπειρίες δηλαδή και γνώσεις που αποτελούν, μαζί με το αφηγηματικό της βέβαια ταλέντο, το διαβατήριό της για το ταξίδι της στην ονειροχώρα της λογοτεχνίας. Ήδη μάλιστα, εκτός απ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων, που σήμερα παρουσιάζουμε, έχει εκδώσει το 2008 και μια ποιητική συλλογή: Μέρες του Νόστου.</p>
<p>Το βιβλίο «Ο εφταξούσιος και άλλα διηγήματα», που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα, αξίζει να το διαβάσουν οι φίλοι του είδους και όχι μόνο, γιατί περιέχει αξιόλογα διηγήματα. Πλούσιο στην υπαινικτική έκφραση συναισθημάτων, εύστοχο στη διατύπωση κάθε φορά του μύθου, πιστό στο τυπικό του αντίστοιχου λογοτεχνικού είδους. Κι όπως ξέρουμε το διήγημα δεν είναι βέβαια μυθιστόρημα.. Το δεύτερο είναι πολυσέλιδο, έχει μια εκτεταμένη αφήγηση, είναι πολυπρόσωπο, πολύπλοκο, πολύπτυχο και ο μυθιστοριογράφος έχει την άνεση, χρησιμοποιώντας πλούσια μυθοπλασία, να ολοκληρώνει τους χαρακτήρες των ηρώων του. Αντίθετα, το διήγημα είναι ένα πολύ σύντομο κείμενο. Έχει περιορισμένη έκταση, όχι μόνο σε σελίδες, αλλά και στην εσωτερική εξέλιξη του μύθου. Στο διήγημα τα περισσότερα στοιχεία της υπόθεσης είναι όχι φανταστικά, αλλά πραγματικά ή φαίνονται ως πραγματικά και σχετίζονται με τη ζωή του κεντρικού ήρωα, για τον οποίο ο διηγηματογράφος οφείλει να δώσει στον αναγνώστη μια πλήρη ηθογράφηση και ψυχογραφία, αλλά και μια γενικότερη αίσθηση της ζωής του. Για να το πετύχει αυτό αναγκάζεται να αφηγηθεί τα γεγονότα μ’ ένα πυκνό και λιτό λόγο. Τελείως απαραίτητο κρίνεται άλλωστε η πολύ καθαρή σύλληψη του θέματος, ο μετρημένος συνδυασμός αφήγησης-διαλόγου και περιγραφής, η ανάλογα με την περίπτωση σωστή χρήση της γλώσσας, η αφαιρετική διάρθρωση της πλοκής κ.ά</p>
<p>Ο διηγηματογράφος ακόμη, χωρίς να δηλώνει τι θέλει να πει, κατευθύνει την αφήγησή του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή από μόνη της να δείχνει στον αναγνώστη τον σκοπό του που ασφαλώς επιδιώκει ο συγγραφέας, ο οποίος τι άλλο θέλει παρά να ερμηνεύσει τη ζωή μέσα από αντιπροσωπευτικές-σημαντικές μορφές της. Έτσι, η περιγραφή ή η αφήγηση του διηγήματος εντατικοποιείται και εστιάζεται γύρω από έναν ήρωα και από ένα δραματικό ή εξαιρετικό γεγονός, έτσι ώστε ο αναγνώστης να συνάγει διδάγματα και συμπεράσματα για τη ζωή και την πραγματικότητα.</p>
<p>Σ’ αυτό τα τυπικά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού είδους η Βάννα Πασούλη μένει πιστή και πολλαπλώς τα αξιοποιεί. Έχοντας ως υπόβαθρο τις γνώσεις της, που λέγαμε στην αρχή, τις εμπειρίες από τη ζωή της επαρχίας, του νησιού της (της Χίου), και γενικότερα της ζωής, έχοντας ακόμη ώριμες ιδεολογικές θέσεις, αλλά και την ευαισθησία να παρατηρεί και να εσωτερικεύει καταστάσεις, μας δίνει σ’ αυτό το βιβλίο 11 αξιόλογα διηγήματα, η θεματολογία των οποίων είναι ενδιαφέρουσα και πλούσια:</p>
<p>Στο διήγημα π.χ. Η παράσταση ξεσκεπάζει τον βρώμικο τρόπο ανάδειξης μιας ηθοποιού, η οποία, ενώ παρουσιάζεται ως φιλάνθρωπος και με κοινωνικά αισθήματα, στην ουσία το μόνο που επιζητούσε ήταν η προσωπική της ανάδειξη. Είναι ηρωίδα αντιπροσωπευτική ανάλογων περιπτώσεων του σήμερα.</p>
<p>Στο διήγημα Ο καλογιάννος η ηρωΐδα Βέρα προβαίνει σε μια κριτική για τον πολιτισμό της Αμερικής σε σύγκριση με τον ελληνικό πολιτισμό. Η σύγκριση συμπυκνώνεται στα δύο αγάλματα: της Ελευθερίας στο Liberty Island, τεράστιο κι άχαρο, και στο άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη. Αυτή η σύγκριση αναδεικνύει ασφαλώς την υπεροχή του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού που στοιχεία του ως παραδοσιακός απόηχος αλλά και πνευματική κατάκτηση του νεοελληνισμού χαρακτηρίζουν το παρόν. Κάποια συναισθηματική αντίθεση εκφράζει η φίλη της η Ελένη που σπούδασε στην Αμερική κι είχε αφήσει εκεί τον άνθρωπο που αγάπησε και για την τύχη του οποίου αγωνιά, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά, όταν έπεσαν οι δίδυμοι πύργοι, όπου εργαζόταν ο αγαπημένος της. Ο καλογιάννος, αυτό το μικρό μεταναστευτικό πουλί που φεύγει το φθινόπωρο και επανέρχεται την άνοιξη, είναι το εύρημα της Βέρας, της συγγραφέως δηλαδή, που συμβολίζει την ερωτική άνοιξη που θα έρθει για τη φίλη της. Λογική και συναισθηματική τρυφερότητα χαρακτηρίζει όλο το διήγημα.</p>
<p>Δεν θα ήθελα να προχωρήσω παρακάτω και να παραλείψω δυο λόγια για το διήγημα: Ο συλλέκτης. Πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα, όχι μόνο για τη θεματολογία του, αλλά κυρίως, θα έλεγα, για τη λογοτεχνικότητά του. Αφήγηση και περιγραφή βρίσκονται σε μια πολύ δίκαιη και αποδοτική αντιστοιχία. Περιεχόμενο και λεκτική του έκφραση σε μια «σολωμική», θα έλεγα για να συνεννοηθούμε, αγαστή συγκυρία για τον πεζό λόγο.</p>
<p>Κλασική, τέλος, για την εποχή μας είναι η θεματολογία του, καθώς αποτελεί ένα λογοτεχνικό-διηγηματικό δοκίμιο για την μέσα στο χρόνο αλλαγή των συνειδήσεων, των αξιών του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος σιγά-σιγά εγκλωβίζεται μέσα σε καβαφικά τείχη. Ένας ευαίσθητος συλλέκτης ομορφιάς και ανθρώπινης ευαισθησίας στα παιδικά και νεανικά του χρόνια μεταμορφώνεται σε έναν κομπιουτερά, έναν πρακτικό και συμφεροντολόγο άνθρωπο, στο πρότυπο της τεχνολογικής μας εποχής. Πολύν καημό φαίνεται να έχει η συγγραφέας γι’ αυτή τη σύγχρονη αλλοτρίωση του ανθρώπου. Και όλοι μας ίσως, γιατί την έχουμε ζήσει στο πετσί μας. Καθώς τελείωνα το διάβασμα του Συλλέκτη, δεν ξέρω γιατί, για να ισορροπήσω ίσως ψυχικά, θυμήθηκα, κι ας μη φανεί παράξενο, το επίγραμμα του Σιμωνίδη: «Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», που διδάσκει ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ελευθερία και πειθαρχία στο νόημα του ανθρώπου. Ίσως το θυμήθηκα , γιατί οδηγήθηκα συνειρμικά από τα Τείχη του Καβάφη, στις Θερμοπύλες του και στη συνέχεια στο επίγραμμα.</p>
<p>Επειδή ασφαλώς δεν είναι σκόπιμο να αναφερθώ σε όλα τα διηγήματα της συλλογής, θα προσεγγίσω λίγο περισσότερο ένα μόνο ακόμη, το πρώτο με τίτλο: Επιστροφή στο αμετάκλητο.</p>
<p>Κεντρικός ήρωας είναι ο Ζωρζής, διαπρεπής φυσικός επιστήμονας που ζει στον Καναδά, καθηγητής εκεί Πανεπιστημίου, συνεργάτης της NASA. Άνθρωπος παρά ταύτα χαμηλών τόνων. Φτωχόπαιδο που γεννήθηκε στη Χίο, «κοιλάρφανο» που τον μεγάλωσε αβοήθητη η μάνα του, για την οποία ο Ζωρζής τρέφει μεγάλη αγάπη. Η Αλεξάνδρα είναι η δεύτερη γυναίκα του που τη γνώρισε στο Τορόντο, όπου ήταν αποσπασμένη από το Υπουργείο Παιδείας στο γραφείο εκπαίδευσης ελληνοπαίδων εξωτερικού και την παντρεύτηκε μετά από λίγους μήνες γνωριμίας στην Αμερική. Ίσως ήταν η μοναξιά του εξωτερικού, οι ατέλειωτοι χειμώνες του Καναδά, ίσως τον ενθουσίασαν τα άπταιστα αγγλικά της (ήταν της αγγλικής φιλολογίας), ίσως κιόλας το μεγάλο ενδιαφέρον της που έδειξε γι’ αυτόν, αφού κολακεύτηκε που ο Ζωρζής ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επιστήμονας, ίσως… ίσως… Όλα αυτά τον έκαναν να την ερωτευτεί και τον οδήγησαν στη βιαστική, όπως θα φανεί, απόφασή του να την παντρευτεί.</p>
<p>Τα καλοκαίρια συνήθιζε να κάνει για ένα κάποιο διάστημα διακοπές, πού αλλού, στη Χίο. Δεν ήταν μόνον ο νόστος για τον τόπο του, αλλά και η μάνα του που τον έφεραν κι αυτό το καλοκαίρι στο νησί μαζί ασφαλώς με την οικογένειά του, την Αλεξάνδρα και τη μικρή κόρη τους. Η δεύτερη μέρα στο νησί κύλησε με τον συνηθισμένο για διακοπές τρόπο: ξύπνημα αργά το πρωί, πρωινό, θάλασσα όλο το μεσημέρι. Για το απόγευμα είχε προγραμματίσει να πάνε και οι τρεις να δούνε τη μάνα του που τον περίμενε ολόκληρο τον χειμώνα. Η γυναίκα του όμως αντί να τον ακολουθήσει, βρήκε την πρόφαση πως η κόρη του γιατρού έχει γενέθλια και έχουν κανονίσει έξοδο να παίξουν τα παιδιά τους, αρνήθηκε να τον ακολουθήσει. Άλλωστε, όπως του είπε, οι μαμάδες έχουν κανονίσει μια παρτίδα μπριζ.</p>
<p>Μόνος του, πικραμένος, επισκέφτηκε τη μάνα του, δικαιολόγησε την απουσία της γυναίκας του. Και της κόρης του. Όλα όσα έβλεπε μέσα στο σπίτι του έφερναν βροχή τις μνήμες. Μια φωτογραφία της πρώτης του γυναίκας, που έφυγε από τη ζωή από την επάρατο, του θύμισε τις δυσκολίες του ώσπου να ξανασταθεί στα πόδια του. Και τώρα ερχόταν στην επιφάνεια η απογοήτευσή του από τη συμπεριφορά της γυναίκας του, η οποία σε κάποια συζυγική διένεξη του πέταξε» «Σιγά τώρα μη μας πεις πως παντρευτήκαμε κι από έρωτα, στην ηλικία που ήμασταν».</p>
<p>Αποχαιρετά τη μάνα του και καθώς την ασπάζεται της ψιθυρίζει: «παρηγοριά μου». Χαμηλών τόνων άνθρωπος καθώς ήταν νιώθει ότι μετά από τη ζεστασιά της μάνας, , που αποτελεί κάτι αμετάκλητο, που δεν αλλάζει, επιστρέφει στην ψυχρή καθημερινότητά του, στην προβληματική σχέση με τη γυναίκα του, που κι αυτό μάλλον δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Επιστροφή δηλαδή και στη μια και στην άλλη περίπτωση στο αμετάκλητο.</p>
<p>Αυτός είναι με λίγα λόγια ο μύθος του διηγήματος, ο σκελετός. Ένα σπίτι όμως γίνεται όμορφο όταν διακοσμηθεί με μεράκι, μπούνε κουρτίνες, έπιπλα , μικροστολίδια, μικροπράγματα κτλ. Δεν φτάνει μόνον ο σκελετός. Ούτε στην Ιλιάδα δεν φτάνει μόνο το κύριο θέμα της: ο θυμός του Αχιλλέα. Χρειάζεται το υπόλοιπο ποιητικό σώμα του ομηρικού έπους. Το ίδιο και στο διήγημά μας. Χρειάζονται όλα τα άλλα: περιγραφική ικανότητα, διηγηματική χάρη, λεκτική ευαισθησία, πετυχημένη έκφραση συναισθημάτων, αναδρομές, αρχιτεκτονική διάταξη κ.ά. Κι όλα αυτά τα στοιχεία, που κάνουν τα υλικά του μύθου λογοτεχνία, τέχνη, υπάρχουν στο διήγημα, γιατί θεωρώ ότι η Πασούλη είναι, όχι μόνο καλή αρχιτέκτων, αλλά και καλή διακοσμήτρια.</p>
<p>Ο τόμος παίρνει τον τίτλο του από το τελευταίο ωραίο διήγημα που γράφεται με τον τρόπο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στο οποίο ο κεντρικός ήρωας Μαθιός του Σταματιού, « αγαθός την ψυχήν», προκειμένου να υπερασπίσει την ελευθερίαν του, το «αυτεξούσιον», όπως είχεν ακούσει τους λογίους να λέγουν, επικαλέστηκε λανθασμένα το επίθετο που στο στόμα του έγινε «εφταξούσιος».</p>
<p>Μ’ αυτό το βιβλίο της η Βάννα Πασούλη νομίζω ότι έκανε μια πολύ καλή εμφάνιση στο χώρο της πεζογραφίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>Ο ΕΦΤΑΞΟΥΣΙΟΣ</p>
<p>Μιλώντας ευρύτερα, κάθε αφήγηση είναι μια εκτενής διαπραγμάτευση των νοημάτων. Αυτών που φέρνει στο μυαλό και στην καρδιά του αφηγητή η μνήμη του παρελθόντος, η μνήμη του παρόντος, που την ονομάζουμε εμπειρία, καθώς και η ζύμωση αυτών των δύο μνημών που ανοίγει πάντα ένα παράθυρο στο μέλλον, στο μέλλον του αφηγητή και σε αυτό του κοινού που θα τον διαβάσει. Η αφήγηση είναι λοιπόν μια επεξεργασία αντιστίξεων, αντιστίξεων χρονικών, όπως οι παραπάνω, αλλά και αντιστίξεων πραγματολογικών, μνημονικών, υφολογικών. Ο αφηγητής παίζει με περισσότερη ή λιγότερη επιδεξιότητα, πάνω σε μια κλίμακα αντιπαραθέσεων, αντινομιώνκαι εναντιοδρομιών, επιλέγοντας ακαταπαύστως ανάμεσα στα ποικίλα υλικά του τα έντεχνα εκείνα γραφήματα που θα γεμίσουν τη λευκή σελίδα του και θα του χαρίσουν την αίσθηση πως ό,τι αποτυπώθηκε τελικά σε αυτήν αγγίζει το εκάστοτε όριο της ικανοποίησής του. Διότι, όπως θα μας πει ο Πωλ Βαλερύ, ένα κείμενο δεν το τελειώνεις ποτέ, απλώς το εγκαταλείπεις&#8230;<br />
Στή συλλογή λοιπόν των έντεκα μικρών διηγημάτων που συγκροτούν το βιβλίο τῆς Βάννας Πασούλη θα διαπιστώσει κανείς αυτό το ακατάπαυστο παιχνίδι των μνημών, στις οποίες αναφερθήκαμε. Οι άξονες, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται, είναι πρώτα από όλα το νησί της, η Χίος. Σέ αυτό, ως γνήσια νησιώτισσα, επιστρέφει συνεχώς, ο εαυτός της έχει ακουμπήσει στα βράχια του, στα νερά του, στις ψυχές των ανθρώπων του. Και είναι κυρίως η Χίος του καλοκαιριού που την ελκύει, τότε που οι μνήμες δεν περικλείονται στα στενά όρια των σπιτιών αλλά βρίσκουν μεγαλύτερη απλωσιά στην πανέμορφη φύση της, αγκιστρώνονται πάνω της, δημιουργούν ευκολότερα τα αφηγηματικά τους υλικά. Είναι η Χίος των απλών ανθρώπων, των απλών αισθημάτων, των απλών προσδοκιών και όσων, παρά την περιήγηση τους σε άλλες ηπείρους, εξαιτίας της φτώχειας, συντηρούν μέχρι το τέλος, πλούσιοι πιά, τη μακαρία απλότητα.<br />
Τα διηγήματα της Βάννας Πασούλη αναπλάθουν με νοσταλγία αυτήν την απλότητα, την παραδοσιακότητα, το φευγιό της οποίας μέσα στη σύγχρονη ιλιγγιώδη επιτάχυνση των πάντων την πονά, μας πονά. Αυτό δεν την εμποδίζει όμως να διαλέγεται με το σήμερα, να βρίσκει συνάψεις λ.χ. με την σύγχρονη προσφυγική κρίση, την κρίση δηλαδή του εκσυγχρονισμού, όπως στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου, το οποίο θα δώσει και τον τίτλο του, «Ο εφταξούσιος», γραμμένο μάλιστα με τον τρόπο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στον οποίο δοκιμάστηκε με επιτυχία η συγγραφέας.<br />
Στο διήγημα αυτό ο Μαθιός του Σταματιού ήταν ένας βοσκός, καταφρονημένος απ’όλους, που βίωσε αρχικά μια ερωτική εμπειρία κάπως ανάλογη με εκείνη του δεκαοχτάχρονου ήρωα του μεγάλου Σκιαθίτη στο «Όνειρο στο κύμα» , ενάμιση όμως αιώνα αργότερα. Κι όπως εκείνος ανάπλασε την «άλλως ανωφελή ζωή του» με τη διάσωση της Μοσχούλας, έτσι κι ο Μαθιός βρήκε αίφνης «αληθές νόημα εις τον άχαρον και ακατανόητον βίον του» με την διάσωση των προσφυγόπουλων στα λεσβιακά ακρογιάλια. Αυτά τα «μαράκια», όπως τα ονόμαζε, τον κατέστησαν ήρωα, τουλάχιστον μέσα στόν λογισμό του, προσανατόλισαν τη ζωή του πέρα από την γήινη ανωφέλεια μιας καταφρονημένης ρουτίνας. Γιατι κι αυτός λαχταρούσε την αυτεξουσιότητα που του αρνούνταν όλοι γύρω του, να μπορούσε δηλαδή να γίνει κάποτε αυτεξούσιος, μια λέξη -κλειδί την οποία όμως η μειωμένη του μόρφωση της προσέδωσε αναπάντεχα χαρακτήρα μεγαλειώδη: έγινε λοιπόν εφταξούσιος, πολλαπλασίασε δηλαδή αιφνίδια τις εξουσίες του πάνω σε έναν κόσμο που του αρνείτο επίμονα τη μία και μοναδική, την εξουσία πάνω στον εαυτό του. Έγινε εφταξούσιος λοιπόν σώζοντας τα «μαράκια»-παιδιά της Συρίας, αποκαθιστώντας έτσι ταυτόχρονα την προσωπική του αλλά και την παγκόσμια ανισορροπία με μια ευλογημένη συναίρεση.<br />
Ἐνας άλλος άξονας των διηγημάτων της Πασούλη σχετίζεται με την ελληνική μετανάστευση στην Αμερική, την οποία έχει βιώσει κι η ίδια στην ευρύτερη οικογένειά της. Κι εκεί παρατίθενται δυο κόσμοι:από τη μια ο κόσμος της υπερβάλλουσας ισχύος, του πλούτου, της μόρφωσης, αλλά και της «επίπεδης απεραντοσύνης», ένας κόσμος χωρίς ουσιαστικά ορίζοντα, εφόσον συνέχεια και αστόχαστα επεκτείνεται. Και από την άλλη, ο κόσμος ο παραδοσιακός, που μιλά λίγο αλλά καταλαβαίνει πολλά, που υπομένει την περιφρόνηση του πρώτου, που υπολείπεται σε όλα από τον πρώτο, γιατί ο πρώτος σε όλα εξέχει, ανόητα και αλαζονικά, και αυτό μοιάζει κάποτε αμετάκλητο, όπως θα φανεί στο πρώτο διήγημα με τίτλο «Επιστροφή στο αμετάκλητο», ένα από τα καλύτερα της συλλογής. Αυτός όμως ο παραδοσιακός κόσμος, τον οποίο η Πασούληδεν ντρέπεται να τον αγκαλιάζει με νοσταλγία, με την προσδοκία της, ζυμωμένης όμως με το σύγχρονο, επιστροφής του, έχει τη σοφία των ορίων, δεν παθιάζεται με τις τεχνητές επιμηκύνσεις της γήινης βιωτής, δεν αποθησαυρίζει τις ματαιότητες ως υπεραξίες, αυτές ειδικά που δεν μπορούν να μεταφερθούν στον επόμενο κόσμο, στον κόσμο της αιωνιότητας. «Αυτά θα μείνουν, εμείς θα φύγουμε», θα επιλέξει μια ηρωίδα του διηγήματος «Τελευταίο ταξίδι», συνοψίζοντας έναν τρόπο υπάρξεως ευανθούς απλότητας, εγκράτειας και ελπίδας. Είναι αυτός ο ίδιος κόσμος, τον οποίο με τα δικά του λόγια θα αναγγείλει και ο μελετητής του Αριστοτέλη P. Aubenque, γράφοντας για την αναγκαιότητα μιας «δίαιτας της ευφυίας», μιας δίαιτας της σύγχρονης πολυπλοκότητας , δηλαδή «για το ευνοϊκό κατάλυμα, για τον ορίζοντα όπου ο οργανισμός ανθίζει αυτοπεριοριζόμενος».<br />
Η ίδια αντίστιξη των δύο κόσμων θα αποτυπωθεί και στο διήγημα «Το συχώριο». Η προετοιμασία των κολλύβων για το μνημόσυνο του πρόωρα χαμένου πατέρα, που φαίνεται πολλά χρόνια μετά να στοιχειώνει πραγματικά την αφηγήτρια, εκείνη τη σημαδιακή και ἐνδακρυ για την οικογένειά της ημερομηνία της Αγίας Κυριακής, θα αντιπαρατεθεί με τους αστρομαχητές του μικρού της γιου, ο οποίος λογάριαζε στα σοβαρά (όπως πάντα τα παιδιά λογαριάζουν στα σοβαρά), να περιηγηθεί μαζί τους στους ουρανούς για να συναντήσει τον παππού που δεν γνώρισε ποτέ, με την μεταπλασμένη από την τηλοψία αθωότητά του, μήπως απαλύνει κάπως την καυτή θλίψη της μητέρας του. Στον «Καλογιάννο», στο άλλο διήγημα, και πάλι αναδύεται η συνομιλία του σύγχρονου με το παραδοσιακό, με το ένα να εισέρχεται μέσα στο ἀλλο, και το ατομικό και συλλογικό τραύμα της πτώσης των Δίδυμων Πύργων μοιάζει να το θεραπεύει κάπως το αποδημητικό πουλί του παιδικού τραγουδιού, «ο μικρός προφήτης της άνοιξης». Γιατί το πολύπλοκο καιτο αλλόκοτο δεν ιάται πάντοτε με το πολυπλοκότερο και το πλέον αδιανόητο, αλλά ιάται πάντοτε και μόνο από το απλό, το ήρεμο, το ησύχιο. Είναι μια ίαση, την οποία φέρνει η συνάφεια με την αγαθή φύση και την εμπιστοσύνη στον Θεό, τη συνομιλία με τον Θεό.<br />
Και αυτή ειδικά η τελευταία αποδεικνύεται η μόνη ικανή να μετασχηματίσει τα υπάρχοντα και τα δεδομένα, όπως θα συμβεί στο εξίσου ωραίο διήγημα «Η μεταμόρφωση». Σε αυτό συγκροτείται με τρόπο απρόβλεπτο ο ύμνος μιας βαθιά αισθαντικής αλλά και καθαγιασμένης συζυγίας, που αίρεται πάνω από τις διαρκείς ματαιότητες των επιγείων. Σε αυτή τη συζυγία ο ένας ντύνεται ζεστά τον άλλον, όταν ως ανδρόγυνο «αλληλοπαραχωρούνται και αλληλοπεριχωρούνται», όπως θα γράψει η αφηγήτρια, μέχρι που η αιφνίδια ανακάλυψη μιας νησιώτικης αγρυπνίας για την Μεταμόρφωση του Σωτήρος τους οδηγεί ανεπαίσθητα στν καίρια ευαγγελική και μόνο πανδαισία: «Καλόν εστί ημάς ώδε είναι». Πρόκειται για μια αναπάντεχη νυχτεινή μεταμόρφωση ψυχών και σωμάτων, την οποία η Πασούλη χρωματίζει με έκτακτη ευγένεια και διακριτική τέχνη, αναγνωρίζοντας τα σημάδια μιας θεϊκής παρουσίας, του κατ’εξοχήν δηλαδή τρόπου του Θεού, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, «Καταβήσεται (συνήθως) ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην&#8230;».<br />
&#8230;Στίς 150 σελίδες αυτού του μικρόσχημου βιβλίου η Βάννα Πασούλη μας έδωσε το στίγμα μιας μεγαλόσχημης προσέγγισης της σύγχρονης ζωής, η οποία δεν φείδεται αλλά αγαλλιάται και σκιρτά όταν συναντά την άδολη φύση δεμένη άρρηκτα με το πνεύμα του Θεού. Το πνεύμα, το οποίο όπου θέλει πνει, ως πνεύμα ελευθερίας κι αυτό, ως πνεύμα δηλαδή κατ’εξοχήν εφτα-ξούσιο, που μπαινοβγαίνει μέσα στα κείμενα, χαρίζοντάς τους ακριβώς τον ορίζοντα που ελλείπει από τον σύγχρονο κόσμο της αυτοαναφορικότητας και του ναρκισσισμού. Κι αυτό το στίγμα, είτε το εκφράζει με σαφήνεια η Πασούλη είτε το περιπλέκει μέσα στους πάντοτε απαραίτητους στη λογοτεχνική γραφή υπαινιγμούς, μετέχει μιας νοσταλγίας για ένα κόσμο που χάνεται ολοένα και ιλλιγγιωδώς, όχι όμως γιατί αστόχαστα προσκολλάται στο παρελθόν, αλλά γιατί θέλει να πάρει αυτό το παρελθόν, τις καλύτερες πάντα στιγμές του, μαζί της στο μέλλον που μας ετοιμάζουν, χωρίς εμάς για εμάς&#8230;Εκφράζει δηλαδή αυτή την κρίση εμπιστοσύνης, την οποία δείχνουμε, και οφείλουμε να δείχνουμε, απέναντι στον ηγεμονικό λόγο της κάθε εποχής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr 8 Δεκέμβριος 2009-Φεβρουάριος 2010</p>
<p>Ένα πένθος ακέραιο<br />
που να καλύπτει απ&#8217; άκρη σ&#8217; άκρη<br />
τη θλίψη μου<br />
ζητώ.<br />
Δικαίωση<br />
για τ&#8217; ανεκπλήρωτα όνειρα<br />
που μάχονται καθ&#8217; ύπνους.</p>
<p>Ένα βιβλίο γεμάτο ζωή. Αυτό ένιωσα όταν έπεσε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή της Βάννας Γ. Πασούλη. Τα ποιήματα της κυρίευσαν την &#8220;ανάγνωση&#8221;, σαν λέμε. Δεν με άφηναν να τα αφήσω. Όμως απ&#8217; όλα αυτά, η λέξη &#8220;ζωή&#8221; είναι εκείνη που σηματοδοτεί το πέρασμα στη γραφή της ποιήτριας.<br />
Το πέρασμα σε ένα άλλο επίπεδο, πιο απλό και καθημερινό, που να προσεγγίζει προβλήματα και καταστάσεις. Οι &#8220;Μέρες του νόστου&#8221; είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων, ονείρων, σκέψεων, βιωμάτων. Που αγκαλιάζουν όλο το φάσμα μιας ολοζώντανης πραγματικότητας χωρίς να μετατρέπουν τη συλλογή σε χρονογράφημα, ημερολόγιο ή σημειωματάριο.<br />
Αλλά δείχνουν το δρόμο προς την αγνή καταγραφή στιγμών, που έχουν βιωθεί στο πετσί της συγγραφέως στο ακέραιο. Αυτό είναι το κέρδος του βιβλίου της Πασούλη. Ότι σε κερδίζει επειδή είναι αληθινό. Και η αλήθεια βρίσκεται στα συναισθήματα όχι στις πράξεις καθ&#8217; αυτώ.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ</strong></h5>
<p>Ποίηση “Εν τη ρήμη του χρόνου” όπου “Συν – βαίνουν όλα”, σ. 11, στις “Μέρες του Νόστου”, όταν “Στις μέρες των ερώτων/του νόστου ο έρωτας κάποτε/μας αρρώστησε” και “ήταν αργά να μάθουμε ζωή/ τί πάει να πει”, σ. 17,. Μέσα από τις “ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ”, τη “Γραφή”,σ. 28, όταν “Σιωπάς στο σκοτάδι και τα δέντρα λυγίζουν”, σ. 29 και “Απουσία”, όπου “Η ώρα νυχτώθηκε ξεχασμένη/στην ηδονή της ρέμβης”, σ. 31. Μέσα από το “ΘΕΡΙΝΟ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ”, “ενώ ετοιμάζεις τα δρεπάνια σου/για να θερίσεις τον καρπό του ρεμβασμού/της προσδοκίας, της αποκάλυψης/σ&#8217; ένα κενό γεμάτο αχλύ/ακαθόριστο/που μέσα πέφτει πρώτος ο Ιούνιος.”σ. 39. Κι ας είναι “Ο Καιρός πολύς/ο έρωτας λίγος//απέναντι στο φίδι του καιρού/που όλο διψάει αναμετριέται”, σ. 47. Και “Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ”, όπου “ με μια καρφίτσα αδέξια μπηγμένη/στο μέρος της καρδιάς και/το σημάδι φωτεινό/στο στέρνο”σ. 57.Για ν&#8217; αναφέρω κάποια από όλα όσα συμβαίνουν και τα οποία διάβασα πραγματικά μ&#8217; ευχαρίστηση.<br />
Ποίηση για τη ζωή, το χρόνο, το νόστο. Για τη βίωση της στιγμής αλλά και για όσα δεν βιώθηκαν, για την αγάπη που δεν μπορούμε. Ένα βιβλίο που βρίθει από ζωντάνια και αναζήτηση της ομορφιάς και της αγάπης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b2%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Apr 2023 17:50:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19369</guid>

					<description><![CDATA[ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ. Ο Ανέστης Ευαγγέλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ανέστη Παπαδοπούλου) γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς κατάγοντας από τον Πόντο και ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τέλειωσε το, τότε επτατάξιο, Αμερικανικό κολλέγιο «Ανατόλια». Το 1955 και για ένα διάστημα (1955-1956) παρακολούθησε νομικά στο Αριστοτέλειο. Το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ.</p>
<p>Ο Ανέστης Ευαγγέλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ανέστη Παπαδοπούλου) γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς κατάγοντας από τον Πόντο και ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τέλειωσε το, τότε επτατάξιο, Αμερικανικό κολλέγιο «Ανατόλια». Το 1955 και για ένα διάστημα (1955-1956) παρακολούθησε νομικά στο Αριστοτέλειο. Το 1952, με τη βοήθρια λίγο αργότερα και των δασκάλων του Λάμπρου Παραρά και Νίκου Παπαχατζή (του μετέπειτα διεθνώς γνωστού, λαμπρού μελετητή και μεταφραστή του Παυσανία), δυο βαθιά καλλιεργημένων και αντισυμβατικών πνευματικών ανθρώπων, αλλά και χάρη στην πλούσια δανειστική βιβλιοθήκη του «Ανατόλια», αρχίζει να διαβάζει λογοτεχνία και φιλοσοφία και ν’ ανακαλύπτει Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίλκε, Ντοστογιέβσκι, αλλά και Σοπεγχάουερ και Σπινόζα και Φρόυντ και Φρειδερίκο Νίτσε, από τις, θρυλικές πια, εκδόσεις Γκοβόστη, Μαρή, Δαρεμά, Αναγνωστίδη…<br />Το 1955, μαθητής ακόμα, γνωρίζει από κοντά τον ποιητή Γιώργο Θέμελη (που κατοικούσε τότε σε μια παλιά αλλά υπέροχη τουρκική μονοκατοικία, ένα στενό πιο κάτω από το πατρικό του σπίτι, στην Πάνω Πόλη) και γράφει την πρώτη, μαθητική μελέτη για την ποίηση του. Το 1956 εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, για ν’ αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα και εμφανίζεται για πρώτη φορά στη λογοτεχνία με το ποίημα Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από το μακρύ ταξίδι (τεύχος 6 Δεκέμβριος 1958, σελ. 154, του περ. «Το περιοδικό μας»).<br />Μετά το θάνατο του πατέρα του (1957) , ένα γεγονός που, μαζί με το θάνατο του αδελφού του, σε πολύ τρυφερή ηλικία, τον σημάδεψε βαθιά και τον οδήγησε στη ποίηση, σαν σε καταφύγιο, παίρνει μέρος στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1960 και διακρίνεται με Πρώτο Έπαινο &#8211; βραβεία δεν είχαν δοθεί εκείνη τη χρονιά &#8211; για την, ανέκδοτη τότε, συλλογή του Περιγραφή εξώσεως. Στην κριτική επιτροπή, ανάμεσα σε άλλους : Εμμανουήλ Κριαράς, Βασίλης Τατάκης, Μανόλης Αναγνωστάκης. Στην τελετή απονομής γνωρίζεται, για πρώτη φορά, με τον ποιητή των Εποχών και της Συνέχειας, που τον ενθαρρύνει την ίδια χρονιά, γράφοντας το πρώτο κριτικό σημείωμα για την πρώτη του συλλογή (που, στο μεταξύ, κυκλοφόρησε) &#8211; ένα σημείωμα άκρως επαινετικό στη συντομία του (περ. «Κριτική», Σ. 11-12, Σεπτ. &#8211; Δεκ. 1960).<br />Δυο άνθρωποι τον βοήθησαν αποφασιστικά στα πρώτα του βήματα, οι ποιητές Γ. Θέμελης και, κυρίως ο Αναγνωστάκης. Αργότερα βέβαια, γνωρίστηκε και με όλους τους συγγραφείς της πόλης, που τους οφείλει πολλά, και ιδιαίτερα, από τους παλιούς, με τον Γ. Θ. Βαφόπουλο, με τον οποίο τον συνδέει μια σχεδόν ταυτόσημη βιοθεωρία. Γενικά, ο ποιητής θεωρεί την ποίηση και την πεζογραφία του, πέρα από ξένες γόνιμες επιδράσεις (Ρίλκε, Κάφκα, κ.ά.), πνευματικό παιδί της λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης, που άρχισε να δημιουργείται από το 1932, με την ίδρυση του περ. «Μακεδονικές Ημέρες».<br />Η λογοτεχνική αυτή παράδοση χαρακτηρίζεται έντονα από το στοιχείο της ενδοστρέφειας, της οδυνηρής αναδίπλωσης, μιας τάσης να αναδεικνύεται, σχεδόν αποκλειστικά, η σκοτεινή πλευρά της ζωής ως η πιο σταθερή και βαρύνουσα διάσταση της. (Δεν είναι τυχαίο ότι ο αμιγής, υμνητικός, λυρικός, πρώτος υπερρεαλισμός, δεν ευδοκίμησε ποτέ σ’ αυτή τη μουντή, γεμάτη βυζαντινές μνήμες και μυστικιστική πνευματική ατμόσφαιρα, πόλη. Η Θεσσαλονίκη δεν είχε ποτέ &#8211; και δεν θα έχει ίσως και στο μέλλον &#8211; έναν δικό της Γκάτσο, έναν Εμπειρίκο, έναν Εγγονόπουλο και φυσικά, έναν ηλιοπότη, μεταφυσικό του φωτός Οδυσσέα Ελύτη). Γιατί ο πόνος, δεν είναι συνήθως το βασικό δομικό υλικό της τέχνης όλων σχεδόν των αξιόλογων δημιουργών της Θεσσαλονίκης, ποιητών και πεζογράφων.<br />Ο Ευαγγέλου &#8211; στο ψευδώνυμο κατέληξε γιατί η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα με την ποίηση, εθεωρείτο ίδιον… μη σοβαρού ανθρώπου την εποχή εκείνη, και οι ποιητές ζούσαν περίπου ως παράνομοι και παρίες του κοινωνικού περιθωρίου &#8211; εργάστηκε ως εκτελωνιστής στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης επί 32 συνεχή χρόνια, από το 1960 ως το τέλος του 1991, οπότε αποσύρθηκε για λόγους υγείας.<br />Εξέδωσε 8 ποιητικά βιβλία και το 1988 συγκέντρωσε σε ένα τόμο όλη την ως τότε ποιητική εργασία του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Παρατηρητής» με τίτλο Τα ποιήματα, 1956 &#8211; 1986. Έγραψε ακόμα και δημοσίευσε τα πεζογραφήματα Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά (Νεφέλη 1985) και τα βιβλία Ανάγνωση και Γραφή («Παρατηρητής», 1981) και Εννέα εκδοχές για τη ποίηση και την ποιητική («Παρατηρητής», 1990) όπου συγκέντρωσε κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Φέτος εξέδωσε το τελευταίο (ένατο) ποιητικό βιβλίο του, με τίτλο Το Χιόνι και η Ερήμωση («Χειρόγραφα», 1994) και τον τόμο <br />Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1950 &#8211; 1970) («Παρατηρητής», 1994) μια ανθολογία και συγχρόνως γραμματολογία της αφανούς και παρασιωπημένης αυτής γενιάς; των ελληνικών γραμμάτων, έργο που τον απασχόλησε 25 χρόνια, μια έρευνα, μελέτη του έργου των εκπροσώπων της, όταν κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτούς και οι περισσότεροι ήταν παντελώς άγνωστοι (συχνά και με τη θέληση τους), ακόμα και (κάποιοι απ’ αυτούς) και στο εξαιρετικά περιορισμένο, εξειδικευμένο και ενήμερο κοινό της ποίησης (ποιητές, κριτικούς και γραμματολόγους). Η ανθολογία αυτή, στις 630 περίπου σελίδες της αρχίζει με ένα εκτεταμένο πρόλογο του ανθολόγου &#8211; επιμελητή, συνεχίζεται με μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή του καθαρόαιμου κριτικού της γενιάς αυτής Γιώργου Αράγη, όπου, μέσα σε 35 πυκνοτυπωμένες σελίδες, γίνονται καίριες τομές και βγαίνουν γόνιμα συμπεράσματα, ακολουθεί η εκτεταμένη ανθολόγηση 45 ποιητών, συμπεριλαμβανομένου και του ανθολόγου, ποιήματα του οποίου, σε επίμετρο, ανθολόγησε ο Γ. Αράγης, και κλείνει με τους πίνακες και τα ευρετήρια. (Χρονολογικός πίνακας ποιητών, με το έτος γέννησης, έτος πρώτης δημοσίευσης και έτος πρώτης έκδοσης, Χρονολογικός πίνακας ποιητικών συλλογών των ποιητών που ανθολογούνται, από το 1950 ως το 1992, οπότε και σταματάει η έρευνα του επιμελητή, Ευρετήριο τίτλων και πρώτων στίχων, Ευρετήριο ποιητών και, φυσικά, με τον Πίνακα περιεχομένων). <br />Η ανθολογία περιέχει επαρκή ανθολόγηση, σύντομο και τυποποιημένο βιογραφικό σημείωμα, πλήρη εργογραφία, μεταφράσεις ποιημάτων σε ξένες γλώσσες, και εκτεταμένη κριτικογραφία για το έργο των παρακάτω ποιητών, κατά σειρά πρώτης εμφάνισης, εκτός του ανθολόγου που, όπως προαναφέρθηκε, ανθολογείται σε Επίμετρο: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Βασίλης Καραβίτης, Σπύρος Τσακνιάς, Κική Δημουλά, Τάσος Κόρφης, Νίκος Αλέξης-Ασλάνογλου, Ζέφη Δαράκη, Αλέξης Ζακυνθηνός, Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ορέστης Αλεξάκης, Λουκάς Κούσουλας, Τάσος Πορφύρης, Λεωνίδας Ζενάκος, Γιάννης Νεγρεπόντης, Μάρκος Μέσκος, Ματθαίος Μουντές, Νίκος Γρηγοριάδης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ, Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Θωμάς Γκόρπας, Κώστας Πασβάντης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Θανάσης Τζούλης, Γιώργης Μανουσάκης, Γιώργος Δανιήλ, Τάσος Ρούσσος, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Γιολάντα Πέγκλη, Π. Σωτηρίου, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ανδρέας Αγγελάκης, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Μάνος Ελευθερίου, Τάσος Γαλάτης, Νίκος Καρανικόλας, Μάριος Μαρκίδης, Βαγγέλης Ροζακέας, Κώστας Ροδααίκης, Τάσος Δανέγρης, Τόλης Νικηφόρου, Νανά Ησαΐα, Χρίστος Λάσκαρης, και Μαρία Καραγιάννη. Πρόκειται για ανθολογία ποιητών και όχι ποιημάτων. Αυτό σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτήν ποιητές που έγραψαν ένα ή και περισσότερα καλά ποιήματα (που δεν συγκροτούν όμως μαζί με όσα έγραψαν, ένα ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο σύνολο), αλλά όσοι με το έργο τους, μικρό ή μεγάλο σε έκταση &#8211; δεν έχει σημασία &#8211; έχουν κερδίσει πια την προσωπική τους φωνή και έχουν προσθέσει τον δικό τους, ευδιάκριτο ήχο, στην πολυφωνία της ποίησης της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της. Λογική συνέπεια που απορρέει από το είδος αυτών των ανθολογιών, καθώς αποσκοπούν στον εντοπισμό και την ανάδειξη κοιτασμάτων μάλλον παρά στην ανακάλυψη μεμονωμένων ψηγμάτων, είναι ο περιορισμένος αριθμός των ποιητών αλλά σ’ αντιστάθμισμα, η επαρκής ποσοτικά δειγματοληψία του έργου τους, ενώ θυσιάζονται αναπόφευκτα αρκετά καλά, αλλά μοναχικά και χωρίς συνέχεια ποιήματα. Η ανθολογία περιλαμβάνει ποιητές που γεννήθηκαν από το 1929 ως το 1940, χρονικά όρια που καθορίστηκαν από τον Αργυρίου και, όσο ξέρω, δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από κανέναν. Ο παρενθετικός, εξάλλου, χρονικός δείκτης του τίτλου θέλει να δηλώσει ότι οι ποιητές, που τελικά συγκροτούν με το έργο τους την ανθολογία, εμφανίστηκαν όλοι, εκτός από δυο εξαιρέσεις, στην εικοσαετία 1950-1970. Πρόκειται για ανθολογία αντιπροσωπευτική όλων των τάσεων, που υπάρχουν και έχουν επισημανθεί από την κριτική, οπότε &#8211; σπανίως &#8211; η τελευταία καταδέχτηκε να προσέξει <br />κάποιους από τους εκπροσώπους της γενιάς αυτής, με μοναδικό κριτήριο την ποιότητα, εννοημένη αποκλειστικά ως αισθητική δικαίωση της γνησιότητας: οι καλύτεροι ποιητές κάθε τάσης με τα καλύτερα ποιήματα τους. Κάθε κριτικογραφική πληροφορία που μας έστειλαν οι ποιητές &#8211; συχνά ελάχιστες, γιατί πολλοί απ’ αυτούς αδιαφόρησαν ή δεν κρατούσαν αρχείο &#8211; διασταυρώθηκε από τον επιμελητή, όσο γινόταν, για την αποφυγή τυχόν λαθών και συμπληρώθηκε με την έρευνα σε 55 περιοδικά της περιόδου 1950 &#8211; 1992, με αποδελτίωση κριτικών σημειωμάτων, δοκιμίων, άρθρων και μελετών για τους ποιητές της ανθολογίας. <br />Ο επιμελητής προσπάθησε να δώσει μια αυστηρή, δωρική σχεδόν μορφή στην ανθολογία &#8211; αποφεύγοντας εικόνες, φωτογραφίες και άλλα εντυπωσιακά στοιχεία &#8211; προσπαθώντας να την καταστήσει, εκτός από ενημερωτικό καθρέφτη της ποίησης μιας εποχής, εργαλείο για τους μελλοντικούς μελετητές της λογοτεχνίας μας.<br />Σε ότι αφορά την πρόσφατη συλλογή μου Το Χιόνι και η Ερήμωση, αποτελείται από δυο μέρη (στο Χιόνι με ποιήματα της περιόδου 1987 &#8211; 1990, μέρος που συνεχίζει, ως ένα βαθμό, το κλίμα και την ατμόσφαιρα της προηγούμενης συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα («Ιδίοις Αναλώμασιν» 1987), και (Ερήμωση), με ποιήματα γραμμένα από το 1989, χρονιά που με πρωτοχτύπησε η επάρατος, ως το 1993. <br />Ο Ευαγγέλου μετά την μεταπολίτευση του 1974, πήρε ενεργό μέρος στην πολιτιστική κίνηση της Θεσσαλονίκης, κυρίως μέσω της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος, που την εποχή εκείνη ανέπτυξε εντονότατη δράση. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Σε ότι αφορά τέλος την πνευματική ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης αυτή βοηθάει, μακριά απ’ τους πειρασμούς της εύκολης δημοσιότητας και προβολής της Αθήνας, στην απομόνωση των συγγραφέων και στην όσο γίνεται πιο επιμελημένη γραφή. Η ατμόσφαιρα αυτή βοήθησε αποφασιστικά και τον Ευαγγέλου και διαμόρφωσε καίρια το έργο του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19383 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-300x208.jpg" alt="" width="630" height="436" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/11.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19384 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/21.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19382 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/3-1.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19385 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-300x208.jpg" alt="" width="630" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/4-1.jpg 800w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>«Περιγραφή εξώσεως», Θεσσαλονίκη, 1960 &amp; εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1995<br />«Μέθοδος αναπνοής», Θεσσαλονίκη, 1966<br />«Αφαίμαξη &#8217;66-&#8217;70, Θεσσαλονίκη, 1971<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1970)» (συγκεντρωτική έκδοση), Θεσσαλονίκη, 1974<br />«Το διάλειμμα», Θεσσαλονίκη, 1976<br />«Τα χαι-κάι», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1978<br />«Απογύμνωση», εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1979<br />«Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα», Θεσσαλονίκη, 1987<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1988<br />«Το χιόνι και η ερημοποίηση», εκδ. Χειρόγραφα, 1994<br />«Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1993)» (συγκεντρωτική έκδοση), εκδ. Καπάνι, Θεσσαλονίκη, 2007</p>
<p><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ :</strong></p>
<p>«Το ξενοδοχείο και το σπίτι», 1966<br />«Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1985 &amp; εκδ. Σύγχρονοι ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2001</p>
<p><strong>ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ :</strong></p>
<p>«Ανάγνωση και γραφή», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1981<br />«Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1990<br />&#8220;Αναγνώσεις και θέσεις&#8221; Κριτικά κείμενα Εισαγωγή, φιλολογική φροντίδα: Αλέξης Ζήρας (Γαβριηλίδης 2010)</p>
<p> </p>
<p><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ :</strong></p>
<p>«Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά», εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1994</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"> </p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19395 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/1-44.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-19396 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81-200x300.jpg" alt="" width="462" height="693" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/5-81.jpg 534w" sizes="(max-width: 462px) 100vw, 462px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19397 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/9-121.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19398 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22-200x300.jpg" alt="" width="461" height="692" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/22.jpg 534w" sizes="(max-width: 461px) 100vw, 461px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19399 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-300x200.jpg" alt="" width="530" height="354" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/04/12.jpg 800w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΩΣΕΩΣ (1960)</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω ποιος είμαι<br />και πού πάω, έχασα το σπίτι μου. <br />Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ</p>
<h5><strong>ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙ</strong></h5>
<p>Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί<br />τη βίαιη έξωση από το προγονικό σπίτι,<br />με τα παλιά έπιπλα πεταμένα στους δρόμους, σπασμένα,<br />όταν ακόμα το παιδί αμέριμνα έπαιζε<br />τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού.<br />Κι όμως ο Θεός το ήξερε: το σπέρμα του κακού<br />υπήρχε από τότε ακόμα, αθόρυβα, μυστικά<br />απεργάζονταν το πεπρωμένο μου.</p>
<p>Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο<br />κινούμαι σε μια περιοχή φανταστική<br />ο κόσμος μου είναι καμωμένος από υλικά του ονείρου.<br />Γνωρίζω καλά το παρόν, διαρκώς βεβαιούμαι<br />απέκτησα τη βεβαιότητα των πεθαμένων<br />ομιλώ με σταθερή φωνή για τις ερχόμενες μέρες.</p>
<p>Εποχή του θρύλου, ω πόσο χαμένη,<br />απίθανη φαντάζεις, απρόσιτη<br />και στην πιο τολμηρή φαντασία.</p>
<p>Δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη.</p>
<p>Πού είναι τα μάτια μου και τα παλιά μου τα ρούχα.<br />Πού είναι το πρόσωπό μου και τα τρύπια μου παπούτσια.<br />Τι έγινε η φωνή μου, ποιος την έκλεψε<br />πού είναι τα μεγάλα παλαιικά δωμάτια που φύλαξαν την άγνοιά μας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,<br />μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,<br />ως εσύ, αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή<br />γι’ αυτούς που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους ή τα ’χασαν ανεξήγητα,<br />για όσους δεν έχουνε πού την κεφαλήν κλίναι,<br />καθώς όταν σου ρίχνουνε φαρμάκι στο ποτήρι<br />και δεν έχεις πια γεύση παρά μόνο για πίκρα,<br />καθώς ένα παιδί που του αρπάζουνε το παιχνίδι του<br />και το αφήνουν με άδεια χέρια σε μια έρημη σάλα–<br />με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς<br />σταλάζεις ένα σύννεφο στην καρδιά, θολώνεις τη μέρα<br />τυλίγεις με ομίχλη τα πρόσωπα, παιδεύεις<br />τα τελευταία που μας έμειναν όνειρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ</strong></h5>
<p>Τοπίο υγρό, ακαθόριστο, μες στην ομίχλη,<br />αίσθηση φευγαλέα πραγμάτων λησμονημένων μες στο χρόνο∙<br />φωνές ανασυρμένες από σκοτεινά βάθη,<br />κομματιασμένες, μισοφαγωμένες,<br />ποντισμένες βαθιά σ’ αβέβαιη καταχνιά<br />κι εκείνοι οι ερειπωμένοι τοίχοι<br />με πλούσια, πυκνή βλάστηση, στους πρώην διαδρόμους.</p>
<p>Έτσι έρχονται κάποτε μέσα στον ύπνο<br />τα εξαίσια πράγματα της πρώτης αίγλης:<br />το σπίτι με τον καλό καπνό που ανεβαίνει,<br />η στέγη και το κατάλυμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕΣ&#8217; ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά<br />κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,<br />πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,<br />καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,<br />άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝ ΘΡΗΝΩ</strong></h5>
<p>Αν θρηνώ<br />δεν είναι τόσο γιατί έχασα το σπίτι μου<br />και δεν έχω πια πού την κεφαλήν κλίνη<br />(σ’ αυτό ίσως κι εγώ να φταίω εν μέρει)<br />δεν είναι τόσο για το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο<br />που μου νυχτώνει την όψη∙<br />είναι που είμαι γεμάτος από λέξεις,<br />βάρος αβάσταχτο από λέξεις, λόγια, φράσεις<br />έτοιμες από καιρό, νοήματα<br />που δεν μπορούν να βγουν<br />αφού εσύ<br />δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν άνθρωποι που και μόνον επί τη θέα τους τρομάζεις:<br />δε χρειάζεται καν να σου αποκαλύψουν την ψυχή τους,<br />πρόσωπα με σταματημένη την κίνηση, απολιθωμένα,<br />φαγωμένα, βαθουλωμένα σαν τις θαλάσσιες πέτρες,<br />–πνοή ζωής δεν περνάει ποτέ απ’ αυτά τα μάτια–<br />άλλοτε πάλι παραμορφωμένα οικτρά, αγνώριστα,<br />δίχως μύτες, στόμα, παρειές, και στα μάτια<br />δυο άδειες τρύπες.</p>
<p>Καμιά φορά τους συναντάς στο δρόμο<br />κι έντρομος το πρόσωπο αλλού στρέφεις ή αρχίζεις<br />να τρέχεις όσο πιο γρήγορα μπορείς για ν’ αποδιώξεις<br />έτσι το απαίσιο θέαμα.</p>
<p>(Τίποτα, τίποτα δε φτάνει<br />την οξύτητα της οδύνης στα πρόσωπά μας.)</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΛΑΒΕ, ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας<br />να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω<br />οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με<br />κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ–<br />τούτη την ύστατη ώρα<br />πρόλαβε, ποίηση<br />λέξεις<br />αίμα από το αίμα μου<br />από τη σάρκα μου σάρκα<br />πρόλαβε, ποίηση<br />πριν έρθει η νύχτα<br />να διασώσω κάτι από το πρόσωπό μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΡΝΙΕΜΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>I</strong></h5>
<p>Δεν την αρνιέμαι την οδύνη, δε φυγομαχώ<br />θα μπορούσα ν’ αντέξω τον μεγαλύτερο πόνο, όμως κάπως,<br />να βρεθεί κάπως ένας τρόπος να εξανθρωπίσω τον πόνο μου,<br />να μη με κυνηγούν φαντάσματα. Όλα θα μπορούσα<br />να τα υποστώ τ’ ανθρώπινα μαρτύρια, όλα για να μπορέσω<br />πλήρης, επιτέλους, να πορευτώ, να υπάρξω<br />θέλω να πω, να διανύσω συμπαγής<br />την περιοχή που μου δόθηκε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΘΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΠΡΟΧΩΡΕΙΣ</strong></h5>
<p>Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις<br />μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,<br />να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια<br />που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,<br />καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,<br />πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:<br />είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ<br />που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις<br />νερό και λάσπη, με τα ίδια<br />υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.</p>
<p>Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους<br />πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΗΝ ΑΠΟΡΕΙΣ, ΜΗΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις<br />τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,<br />λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν<br />από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,<br />το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως<br />δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.</p>
<p>Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,<br />χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,<br />πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος<br />πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.</p>
<p>Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός<br />μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει<br />το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:<br />μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα<br />που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,<br />που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,<br />μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ</strong></h5>
<p>Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης<br />που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει<br />από τόπο σε τόπο, μακριά<br />από το πάτριο χώμα, και δίχως<br />να το καταλαβαίνει η νοσταλγία<br />του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,<br />και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας<br />να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —<br />έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,<br />που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας<br />σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας<br />από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο<br />ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν<br />τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο<br />τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο<br />κι όταν<br />καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει<br />σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή<br />με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως<br />ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —<br />πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση<br />λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος<br />που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας<br />πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ </strong><br /><strong>ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΠΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ </strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></h5>
<p>Στη σειρά καθόμαστε και περιμένουμε:<br />έτοιμες οι βαλίτσες, οι αποσκευές.<br />Βλέπεις την ώρα, βηματίζεις,<br />όλο αναμονή ’σαι, ανησυχία,<br />κι οι μελλοντικοί σύντροφοι, όλοι<br />σιωπηλοί, μοναχικοί, σαν χαμένοι<br />μέσα τους, μιλούνε και στη στιγμή<br />αισθάνεσαι στην αδιάκοπη απουσία:<br />μόνοι, πικροί και σαν υπνωτισμένοι.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>II</strong></h5>
<p>Δεν σε αρνούμαι, ζωή, με όσα κι αν φέρνεις<br />όμως πολύ, με θάνατο, μου έρχεσαι αλλοιωμένη.<br />Πολλές παραχωρήσεις έκαμα, δείχτηκ’ απέναντί σου<br />συγκαταβατικός, στην οδύνη κατεύνεσα,<br />αγάπησα σχεδόν τούτους τους στενούς<br />λασπωμένους δρόμους, τη νύχτα, την ομίχλη και τα τρωκτικά —<br />όμως μη με εξαντλείς, στο έσχατο<br />μη με φέρνεις σημείο.</p>
<p>.</p>
<h4> </h4>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ (1966)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ <br />εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος. <br /><strong>ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΞΩΣΕΩΣ</strong></p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ</strong></h5>
<p>Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε<br />έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει<br />πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια<br />άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια<br />όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ<br />που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —<br />πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν<br />τις σκοτεινές μου αλληγορίες.</p>
<p>Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς<br />πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ, ΘΕΕ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Το ξέρεις, Θεέ μου, πως δε θέλω<br />πολλά πράγματα για να ζήσω· ξέρεις<br />πόσο ολιγαρκές είναι το τέκνο σου.<br />Χρήματα δε σου ζήτησα ποτέ<br />να με βοηθήσεις ν’ αποκτήσω, μήτε<br />ωραία γυναίκα, να ζηλεύουν οι άλλοι.<br />Τίποτα δε σου ζήτησα κι όχι μονάχα<br />τώρα που δε μ’ ακούς παρά και πρώτα.<br />Να σ’ απασχολήσω δεν τόλμησα με το άτομό μου<br />να σου μιλήσω, να σου πω για το χαμένο σπίτι.<br />Όμως τώρα σ’ το ζητάω, Θεέ μου, δεν μπορώ<br />απόκαμα να τριγυρνώ στους δρόμους σαν αλήτης<br />έκανα υπομονή όσο μπόρεσα<br />άλλο δεν έμεινε κουράγιο στην καρδιά μου:</p>
<p>βρες μου ένα σπίτι, χτίσε μου ένα σπίτι —<br />δεν μπορώ έτσι άστεγος να ζήσω.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ARS POETICA</strong></h5>
<p>Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,<br />ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,<br />έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι<br />αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,<br />μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.</p>
<p>Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –<br />όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση<br />θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι<br />ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι<br />γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα<br />άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,<br />ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,<br />το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΙΚΗ</strong></h5>
<p>Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις<br />από τη μνήμη σου εντελώς· είναι καιρός<br />να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα<br />που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,<br />με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,<br />τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους, να τ’ αγαπήσεις<br />σαν να ’τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια·<br />είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια<br />που τριγυρίζουν στις γωνίες, να γίνεις φίλος<br />με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις<br />σαν να ’ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό.</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη<br />και μόνο η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση —<br />πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΓΗΙΝΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που γήινο στήριγμα δε με κρατεί<br />πάρεξ η θαμπωμένη μνήμη του σπιτιού∙<br />τώρα που εσπάσαν ανεξήγητα μία μία<br />(ή εγώ τις έσπασα) όλες οι γέφυρες∙<br />τώρα που και η πλέον δύσβατη ατραπός που απέμεινε<br />από εχθρικά και άγρια χόρτα έχει φράξει–<br />καιρός πλέον να μιλήσουμε εμείς οι δύο<br />καιρός σαν παλιοί φίλοι να δώσουμε τα χέρια<br />να συνεννοηθούμε επιτέλους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΘΥΜΑΤΑ ΑΠΑΤΗΣ</strong></h5>
<p>Θε μου η ζωή, ξέραμε, είναι κάτι χωριστό<br />απ’ το θάνατο, πράγμα διαφορετικό, αντίμαχο —<br />κυρίως αυτό. Έτσι κινήσαμε αθώοι και πλήρεις<br />ανύποπτοι και δυνατοί, ανοιχτήκαμε<br />στην άπλα του πελάγου, στον πολύβουο πόντο,<br />δίχως προφύλαξη καμιά, καθώς ταιριάζει<br />στους αθώους, στους ανύποπτους και δυνατούς,<br />ανοιχτήκαμε<br />όσο βαστούσε η δύναμη κι η μπόρεσή μας.</p>
<p>Τώρα<br />μετά από τόσα χρόνια ταξιδιού<br />μετά από τόση περιπλάνηση, από τόση πάλη<br />με τα στοιχεία της θάλασσας, με τον αέρα<br />καταλαβαίνουμε το νόημα της περιπέτειας<br />το νόημα του ταξιδιού, πως θύματα<br />απάτης πέσαμε, πως ξεγελαστήκαμε<br />αφού εκείνο που ζωή ονομάζαμε<br />δεν ήταν (τώρα το βλέπουμε) παρά<br />η άλλη όψη του θανάτου.</p>
<p>Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΣ</strong></h5>
<p>Έλα, λοιπόν, τέρας με τα πολλά κεφάλια, το άγριο στόμα,<br />ύπουλο τρωκτικό που από τα μέσα τρως τα σωθικά μου,<br />χθαμαλό φίδι, εργατικό και ακούραστο,<br />που αθόρυβα μου φαρμακώνεις την καρδιά με μικρές δόσεις·<br />έλα, κοράκι αχόρταγο με τ’ άγρια νύχια<br />τέρας με τα πολλά κεφάλια, το άγριο στόμα,<br />έλα και σήμερα να πάρεις ματωμένη σάρκα<br />να πιείς αίμα ζεστό και κόκκινο,<br />έλα, δε σε φοβάμαι πια, δεν κρύβομαι —<br />δεν έμειναν πια σωθικά, δεν έμεινε αίμα,<br />δεν έμεινε άλλη σάρκα, άλλη καρδιά,<br />έλα να μετρηθούμε πια στήθος με στήθος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ, ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ</strong></h5>
<p>Τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνται<br />κι εγώ γελιέμαι πως ο Θεός μ’ ακούει και προσεύχομαι,<br />πόσες φορές δε ζήτησα<br />πόσες φορές δεν παρακάλεσα:</p>
<p>Θεέ μου, κάνε πιο απλόν<br />πάρε αυτό το κορμί και τσάκισέ το<br />σπάσε τα κόκαλά μου, αφάνισε το δέρμα μου<br />πάρε αυτήν την πολύπλοκη καρδιά και κάν’ τη στάχτη<br />κάνε μου λιώμα το κρανίο<br />δώσε ένα τέλος στο τυραννισμένο αυτό μυαλό &#8211;<br />κι ύστερα πάρε κάνε με από την αρχή,<br />γέννησέ με ξανά όπως δε μ’ έκαμεν η μάνα μου,<br />κάνε με απλόν και μονοκόμματο<br />όπως κομμένον άγριο βράχο σε φαράγγι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΦΟΡΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ</strong></h5>
<p>Φορές φορές συλλογίζομαι τι χρειάζονται όλ’ αυτά<br />τι χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου<br />η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη<br />το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.</p>
<p>Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Χρόνια στην εξορία δύσκολα,<br />δίχως πατρίδα, ξένος μες στους ξένους,<br />άστεγος και γυμνός, με τσάκισαν.</p>
<p>Το μέλλον μου ασφαλές:<br />ότι είχα μου το πήρεν η ζωή<br />και του θανάτου δεν αφήκε τίποτα να πάρει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Φαρμακερά λουλούδια, σαρκοβόρα,<br />ρουφάν αχόρταγα το αίμα απ’ την καρδιά.</p>
<p>Αλλιώς δεν τρέφονται, αλλιώς δε μεγαλώνουν.</p>
<p>Παράξενες βλαστήσεις, τερατώδεις,<br />αλλιώς δε δίνουν το άρωμά τους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Είχε ανέβει στην πιο ψηλή κορφή<br />κι η φωνή του, λευκό πουλί στον ουρανό.<br />Στους πρόποδες μυρμήγκιαζε πλήθος αμέτρητο<br />άκουγαν τη φωνή κι ολοένα ανέβαιναν<br />μίκραινε ο κύκλος και κρατούσαν ξύλα<br />μαχαίρια κράταγαν και πέτρες και πλησίαζαν<br />ακούγονταν κραυγές σκοτώστε τον<br />να πέφτουν άρχισαν μετά οι πρώτες πέτρες<br />λάμψαν στον ήλιο τα μαχαίρια<br />κατάλαβε το τέλος του.</p>
<p>Όμως η φωνή του<br />λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους<br />και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ</strong></h5>
<p>Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μου ’δωσε<br />απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.<br />Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,<br />διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου,<br />ζητάνε πάνω απ’ όλα τη φωνή μου.</p>
<p>Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο<br />παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου<br />πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά<br />είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους<br />όμως την τελευταία στιγμή<br />έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΦΑΙΜΑΞΗ &#8217;66-70 (1971)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ</strong></h5>
<p>Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη, <br />μια φέτα είναι ψυχής. <br />Πέρνα απαλά, <br />παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα, <br />από τη μια στροφή στην άλλη <br />των ποιημάτων.<br />Πρόσεχε <br />μην τα πονέσεις.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης.</strong></em><br /><em><strong>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ</strong></em></h6>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΟΥΛΙ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Παράξενο πουλί μου, μαθημένο<br />στα σκοτεινά</p>
<p>σου στήσανε παγίδες, σε κυνήγησαν<br />σου ’κοψαν με γυαλιστερά στιλέτα τα φτερά<br />νόμισαν πως σε σκότωσαν.</p>
<p>Έσκυψα ταπεινά, με δάχτυλα που τρέμαν,<br />το στήθος μου άνοιξα κι ευλαβικά<br />σε πήρα κι σε απίθωσα βαθιά.</p>
<p>Η φωνή σου<br />θαυματουργά ραντίζει τώρα τις πληγές μου<br />γίνεται φίλτρο μαγικό</p>
<p>παράξενο πουλί, μαθημένο<br />στα σκοτεινά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ MOΥ</strong></h5>
<p>Δεν τα θυμούνται πια τα τραύματα, δεν έχουν μνήμη, <br />το σπαραγμό, το αίμα και την παραμόρφωση. <br />Βούλιαξαν όλα μαγικά και χάθηκαν.</p>
<p>Ήμερο φως, παρήγορο, φωτίζει τώρα τη μορφή τους <br />κι αχνό χαμόγελο, αράγιστο και ωραίο.</p>
<p>Μοναχικοί, αλαφροΐσκιωτοι, σχεδόν παιδιά <br />ίσως μόνο μ’ εν’ αδιόρατο παράπονο στα χείλη <br />κάτοχοι της πιο τέλειας ομορφιάς <br />οι αγαπημένοι μου κοιμούνται σε απρόσιτα άστρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΠΕΡΙΛΑΜΠΡΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά,<br />με φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,<br />ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη,<br />δόκανο σίγουρο κι αλάθητο για τους αθώους,<br />μην ανυπομονείς, λοιπόν, μη βιάζεσαι &#8211;<br />τον έχεις στο χέρι σου κι αυτόν.</p>
<p>Ήτανε βέβαια λίγο δύστροπος, σε κούρασε,<br />όμως δε σου ξεφεύγει πια είναι δικός σου<br />— και ποιος σου ξέφυγε, άλλωστε, ποτέ &#8211;<br />μόνο που δε σου δίνει τώρα τη χαρά του θρίαμβου &#8211;</p>
<p>μόνος του σου προσφέρεται, σπεύδει σχεδόν,<br />έτοιμος για όλα τα ενδεχόμενα, αποφασισμένος,<br />βεβαιωμένος, πια, βεβαιωμένος,<br />κάτοχος του πολύπλοκου μηχανισμού της σκευωρίας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΚΗΠΟΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Ο κήπος μου, είναι παράξενος πολύ.<br />Ήλιος δεν τον ζεσταίνει ουδέ πνοή <br />αέρα από τα δέντρα του περνά ποτέ, <br />άνθρωπος δεν τον είδε, δεν τον διάβηκε, <br />μες στα βαθιά μου υπόγεια τον έχω κρύψει.</p>
<p>Εκεί, τις νύχτες μόνο, με προφύλαξη, <br />όταν οι ένοικοι του σπιτιού μακάρια κοιμούνται, <br />λαθραία γλιστρώ από μυστική καταπακτή κι ακροπατώντας, <br />στο σκοτεινό μου υπόγειο, ασφαλής, τρυπώνω.</p>
<p>Νερά δεν έχει ο κήπος μου- εγώ το ξέρω<br />πώς μεγαλώνουνε τα δέντρα του, πώς βγάζουν άνθη.<br />Τη μέρα ασφυκτιούν, συστρέφονται, κραυγάζουν, <br />γίνονται άγρια φονικά, τρων τα παιδιά τους, <br />σχίζουν τίς σάρκες τους.</p>
<p>Όμως τις νύχτες<br />έρχομαι εγώ και τα ποτίζω με αίμα <br />ανοίγω όλες τις φλέβες μου να πιούν <br />να μεγαλώσουν τα πικρά μου δέντρα <br />ν’ ανθίσουν τα φαρμακωμένα τους λουλούδια <br />και στα κλαδιά<br />την πλέον απόκρυφη ώρα της νυχτός <br />τ’ ακρωτηριασμένα μου πουλιά να κελαηδήσουν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΥΡΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ</strong></h5>
<p>Την ώρα πού φυσούσε μ’ όλη τη δύναμη του στέρνου του <br />κι έσβηνε, όλα μεμιάς, και τα τριαντατρία κεριά, <br />κι οι άλλοι, ανύποπτοι, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους <br />και τον χειροκροτούσαν—<br />πώς μπήκε εκεί, πώς τρύπωσε μες στο μυαλό του<br />—αχ, πώς δεν επρονόησε να φράξει τίς ρωγμές,<br />τίς επικίνδυνες, απατηλές ρωγμές, του εγκεφάλου—<br />πώς παρεισέφρησε παρείσακτη η σκέψη<br />και εξογκώθηκε ραγδαία σαν τον καρκίνο,<br />επίμονη, αδηφάγος, μοχθηρή,<br />πώς να<br />έτσι περίπου,<br />σαν με ένα φύσημα,<br />έσβησαν και χαθήκανε τα τριαντατρία του χρόνια, <br />κι ανάμεσά τους τα καλύτερα <br />και τα μοναδικά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΖΩΗ</strong></h5>
<p>Γριά φτιασιδωμένη,<br />με κούφια δόντια,<br />βήχοντας και καπνίζοντας,<br />με χνότα που βρομούν,<br />πίνοντας αλκοόλ και βλαστημώντας,</p>
<p>άπιστη ερωμένη μου παλιά,<br />κακεντρεχή συντρόφισσα, υποκρίτρια,<br />εγώ, το πιο ανύποπτο απ’ τα θύματά σου,<br />γριά φυματική μου πόρνη,<br />ξοφλημένη τώρα,<br />εγώ<br />σ’ αγαπώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ MOΥ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ</strong></h5>
<p>Όλοι, θυμάμαι, μου ’λεγαν ν’ αλλάξω επάγγελμα.</p>
<p>Πρώτος μου ’κάνε λόγο, σοβαρά, ο πατέρας μου, <br />υστέρα η μάνα μου, παρακαλεστικά, με δάκρυα στα μάτια, <br />έπειτα οι φίλοι μου, οι συμμαθητές, οι συγγενείς,<br />ν’ αλλάξω επάγγελμα για να προκόψω.</p>
<p>Σαν να ’μουν άρρωστος, σαν να ’θελα γιατρό.</p>
<p>Πόσος καιρός επέρασε από τότε&#8230;<br />Μ’ ανοιχτά<br />μάτια, πικραμένος, πέθανες πατέρα μου, <br />μάνα μου άσπρισαν τα μαλλιά σου, <br />φίλοι καλοί σκορπίσατε κι οι πιώ πολλοί <br />έχετε τώρα γιούς να συμβουλεύετε—</p>
<p>όμως εγώ, στο μεταξύ, δεν πρόκοψα, <br />μου ήταν τελείως αδύνατο:</p>
<p>έμεινα εκεί, στον κήπο μου και στα φυτά μου, <br />στο πίσω μέρος του σπιτιού, στη σκοτεινή αυλή, <br />μ’ εκείνα τα παλιά μου σύνεργα, ένας κηπουρός.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Τι αίμα, Θεέ μου, πόσος πόνος,<br />τι δάκρυα καυτά,<br />πόσο<br />ν’ αναλωθώ έπρεπε,<br />πόσο, σαν τους ερωτευμένους,<br />όλος λαχτάρα,<br />με κρυφή προσμονή,<br />να σπεύδω κάθε φορά προς τη βέβαιη καταστροφή μου,<br />να πέφτω γυμνός, δίχως προφύλαξη, σ’ όλες τις φωτιές.</p>
<p>Πόσο έπρεπε, λοιπόν, η φτωχή σάρκα να ταπεινωθεί,<br />να γίνει άθυρμα και ανώνυμος κονιορτός,<br />ετούτα τα γυμνά, τα ελάχιστα,<br />τα πιο δικά μου οστά για να κερδίσω.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Ανάβαση</strong></em></h6>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><em>Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.</em></strong><br /><strong><em>ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΝΑΠΝΟΗΣ</em></strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΑΒΑΣΗ</strong></h5>
<p>Σπίτι μου πατρογονικό, σ’ αφήνω πια.<br />Όχι που σε ξεχνώ, που σε ξεγράφω,<br />— φέγγουν εντός μου τα ερείπιά σου και με ζεσταίνουν,<br />θησαυρισμένα με καημό και υπομονή,<br />λάμπουν μέσα στο αίμα μου — όμως τώρα<br />σ’ αφήνω πια.</p>
<p>Φόβοι μου σκοτεινοί για τη ζωή,<br />φθορά των ημερών μου ανεπαίσθητη,<br />τρόμε του καθημερινού θανάτου,<br />όχι που δεν υπάρχετε, που σας αρνούμαι —<br />το μαρτυράει κάθε πρωί το σώμα μου,<br />φέρνει τα ίχνη ματωμένα η ψυχή μου — μα τώρα<br />σας αφήνω πια.</p>
<p>Ήδη εννοώ: τα ερείπιά μου<br />τμήμα απειροελάχιστο των ερειπίων, κι ο θάνατος<br />τμήμα καθολικότερου θανάτου.</p>
<p>Με τι φωνή να πω για σένα, σπίτι μου<br />όταν γύρω γκρεμίζονται χιλιάδες σπίτια,<br />και πώς για τους καθημερινούς μικρούς θανάτους μου<br />και τους μικρούς μου τρόμους να μιλάω ακόμα,<br />τώρα που ένα ένα σκοτώνονται τ’ αδέρφια μου,<br />πέφτουνε δολοφονημένα απ’ τους Ενόχους;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΩΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος <br />είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.<br />Θ.Σ. ΕΛΙΟΤ</p>
<p>Κορμιά ταπεινωμένα των αθώων,<br />χέρια και πόδια ανάκατα, σωρός,<br />μνημεία μικρά της αδικίας, ανώνυμα,<br />κρανία που, βέβαια, αγιάσατε —κι ας λεν<br />κι ας σας ξεγράφουνε ολούθε οι Γραμματείς,<br />οι Υπέρμαχοι των ’Ιδεών, οι Τηρηταί των Νόμων,<br />όλο το Τσούρμο, Θεέ μου, ας χύνει τη χολή του—<br />αίμα πάνω στο αίμα, μαύρο και πηχτό,<br />σώματα φτωχικά των αδελφών μου,<br />γενήκατε πολλά, πού να σας βάλω.</p>
<p>Χώρος δεν είναι πια, μέρος δεν έμεινε, <br />όλες οι κάμαρές μου γέμισαν, <br />γέμισαν τα υπόγειά μου, ξεχείλισαν, <br />άλλο δεν παίρνει ο κήπος μου, δε φτάνει.</p>
<p>Πού να σας βάλω αδέλφια μου, πού να σας θάψω, <br />κανένας να μη μείνει παραπονεμένος, <br />μια σκοτεινή, ζεστή γωνιά, για τον καθένα, <br />θήκη μικρή, πονετική της λησμονιάς, <br />πού να ’βρω λίγο δίκαιο χώμα</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΝΤΟΥ ΤΟ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΟ ΨΩΜΙ</strong></h5>
<p>Παντού το κλέβουν το ψωμί.</p>
<p>Τ’ αρπάζουν χέρια τοκογλύφων,<br />το παίρνουν Γραμματείς Εντεταλμένοι,<br />το χώνουμε σε υπόγεια, το στοιβάζουν.</p>
<p>Εκεί τ’ αναλαμβάνουν ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι<br />και στα σοφά των δάκτυλα Ειδικοί,<br />χείλη ποιητών, αβρά, το κάνουν ύμνο<br />να τον μαθαίνουν τα παιδιά,<br />του πλέκουν φωτοστέφανο να λάμπει.</p>
<p>Εκεί αρχίζει η λεπτή διαδικασία,<br />οι απαραίτητες διεργασίες συντελούνται,<br />επέρχονται οι εκπληκτικές διαμορφώσεις</p>
<p>για να βγει θάνατος μια μέρα<br />για να βγει αίμα.</p>
<p>Παντού το κλέβουν το ψωμί<br />Θεέ μου, παντού.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά<br />και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,<br />προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη<br />να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις<br />για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,<br />για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,<br />για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,<br />και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,<br />βάζοντας όλη σου την αντοχή για νάβρεις τους ενόχους —<br />σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,<br />σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,<br />σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο<br />και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Σ&#8217; Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ ΩΣ ΤΩΡΑ</strong></h5>
<p>Σ’ ό,τι έχω γράψει ως τώρα, ό,τι έχω κάνει, ό,τι έχω πει,<br />κι εκεί ακόμα όπου είναι δύσκολο να ξεχωρίσει,<br />όπου, αντίθετα, δείχνομαι τόσο διαφορετικός,<br />μοναχικός και άγριος μες στις κραυγές μου,<br />απρόσιτος με τις μεγάλες μου φωνές μέσα στη νύχτα —</p>
<p>όχι μονάχα τώρα αλλ’ από πάντοτε,<br />σ’ όλο το δρόμο που έκανα, δεν ήταν ούτε μια στιγμή<br />που να μην είχα επίμονα, καρτερικά απλωμένα<br />τα χέρια μου σε σένα, γείτονά μου και αδελφέ μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ (1976)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Και στα πιο σκοτεινά λαγούμια<br />τα πιο βαθιά<br />τα πιο λησμονημένα<br />έρχεται κάποτε<br />ωσάν σε διάλειμμα<br />κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει<br />θαυματουργό<br />παρήγορο<br />το φως.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ</strong></h6>
<h5><strong>ΕΛΕΥΣΗ</strong></h5>
<p>Χρόνια της πέτρας, δύσκολα, καιροί<br />σκληροί, σε βράχον απάνω άνυδρο, φαρμακερό<br />γρανίτη, με σαύρες ολόγυρα κι ουδ’ ένα<br />πράσινο φύλλο, σ’ έχτισαν, ψυχή μου.</p>
<p>Πόσος καιρός επέρασε δεν ξέρω,<br />χειμώνα καλοκαίρι, γυμνός και πένης,<br />σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς.</p>
<p>Κι ήρθες εσύ<br />έτσι αναπάντεχα, βούλα της άνοιξης, σώμα<br />ανάερο της αυγής, και αξιώθηκα<br />για μια στιγμή να σε κρατήσω τρυφερά<br />στην αγκαλιά μου. Μες στο σκοτάδι<br />άκουσα την καρδιά σου να χτυπά∙ σε πήρα,<br />καθώς που παίρνουν τα πουλιά, στα χέρια μου.</p>
<p>Αχ, δεν το φανταζόμουνα πως μια στιγμή<br />μονάχα πάθους, ένα μόριο χρόνου,<br />θα ’φτανε να ζεστάνει όλη τη ζωή μου.</p>
<p>Πώς πρέπει τώρα<br />να προσέχω, Θεέ μου.<br />Και μία μόνον<br />αδέξια κίνηση, εμέ του αμάθευτου, του στερημένου,<br />μπορεί να σε πληγώσει.</p>
<p>Δεν είχε,<br />λοιπόν, παγώσει όλο μου το αίμα;<br />Είχε απομείνει,<br />σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς, μια κρύπτη;</p>
<p>Έλα να σε φιλήσω, βούλα της άνοιξης,<br />σώμα ανάερο της αυγής,<br />αγάπη–</p>
<p>πρώτη φορά τρελαίνονται τα λόγια μου,<br />κι όλα αυτά τα παράξενα συμβαίνουν<br />πρώτη φορά.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ ΕΓΙΝΕ ΛΙΒΑΔΙ</strong></h5>
<p>Το στήθος μου έγινε λιβάδι·</p>
<p>άνθη μυστηριακά φύτρωσαν στα σημάδια <br />χλόη καλύπτει τίς ουλές θαυματουργά, <br />πουλιά με κατοικούν, νερά αναβλύζουν</p>
<p>το στήθος μου έγινε λιβάδι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΑΔΙ</strong></h5>
<p>Αν ήθελες να μ’ αγγίξεις λίγο<br />και τα χέρια να φέρεις απαλά επάνω στις πληγές<br />θα ’βλεπες πόσο εύκολα θα πετούσα<br />κλαδιά και φύλλα.</p>
<p>Πόσο,<br />σαν ελατήριο συσπειρωμένος, τόσα χρόνια,<br />είμαι έτοιμος να τιναχτώ·</p>
<p>και προπαντός,<br />σαν το παλιό δαδί, το στεγνωμένο,<br />ή σαν τα δάση τα ξερά στον κατακόρυφο<br />ήλιο του Αυγούστου,<br />φωτιά ν’ αρπάξω μ’ ένα τίποτα<br />και να καώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΕΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Βγήκε το νέο φεγγάρι ξαναμμένο, ερωτικό, <br />και στα νυχτερινά νερά του ποτάμιου βουτάει <br />στην έξαψή του.</p>
<p>Καλό φεγγάρι, αδερφικό, που με καταλαβαίνει, <br />έτσι που δίπλα του, ανάμεσα στα νοτισμένα <br />χόρτα, στις ιτιές, όμοια αναστατωμένος, ξαγρυπνώ, <br />καθώς σε περιμένω, χλωρός και εύρωστος, <br />στην έξαψή μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΛΑΦΥΡΟ</strong></h5>
<p>Στιγμή μοναδική<br />του χρόνου λάφυρο.</p>
<p>Σε κράτησα νυχτερινή<br />απτή<br />κι όνειρο δεν ήταν<br />πλάνη δεν ήτανε της στέρησης<br />αντικατοπτρισμός της παιδεμένης<br />φαντασίας</p>
<p>που μπλέχτηκαν τα σώματά μας<br />που πάλεψαν<br />που ο θάνατος για μια στιγμή<br />μοναδική<br />είχε καταργηθεί.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΞΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>Αχ, σκοτεινό λαγούμι μου, σ’ αφήνω πια.<br />Περάσαμε πολύν καιρό μαζί<br />σ’ αγάπησα.</p>
<p>Όστρακα απόκρημνα, πονετικά<br />αιχμηρά γυαλιά κι εσείς, αγκάθια μου<br />αγαπημένα, καλά με προστατέψατε<br />ως εδώ, καλά με κρύψατε:<br />χέρια<br />και πόδια και στήθος και πλευρά,<br />και τα μάτια να λάμπουν, άγρυπνα πάντα,<br />πίσω απ’ τις πολεμίστρες.<br />Καλά ως εδώ. Γιατί ήρθε<br />με τα φτερά της τρέλας και καθώς μπόρα καλοκαιρινή,<br />αγάπη ήρθε αναπάντεχη, ιαματική, και με μαλάκωσε<br />λάδι γλυκό πότισε το κορμί μου.</p>
<p>Ένα ένα<br />πέφτουνε τώρα, ξεκολλούν άχρηστα πια τα όπλα μου.<br />Καιρός<br />να βγω στο φως. Γυμνός· ανθρώπινος πια· ημερωμένος.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ</strong></h6>
<p> </p>
<h5><strong>ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ</strong></h5>
<p>Ψυχή και σώμα διαρκώς έτοιμα, ανοιχτά,<br />και σ’ επιφυλακή κράτησα πάντα<br />(κι ας ήτανε για να καταστραφώ)<br />όλος εμπιστοσύνη μέσα μου για να δεχτώ,<br />και να ’μαι άξιος γι’ αυτό, την άγια,<br />την αναπάντεχη επίσκεψη της έκπληξης.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΦΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ</strong></h5>
<p>Όποιος τολμά και δίνει, οποίος φτωχαίνει από <br />παράφορη προσφορά —μην τον λυπάσαι: γίνεται <br />πλουσιότερος, πιο ωραίος.</p>
<p>Ο που κινδυνεύει,<br />ο πού χωρίς επιφυλάξεις αφήνεται στα κύματα <br />και ένα ένα χάνει τα ρούχα του και γυμνός <br />απομένει και έρημος καταμεσής του πόντου—<br />μην τον λυπάσαι<br />στο αίμα του λάμπει βαθιά ο άπεφθος χρυσός <br />των αφρισμένων κυμάτων.</p>
<p>Να κλαις<br />αυτόν που δεν μπορεί από φιλαργυρία να δώσει, <br />τον που φοβάται μη φθαρεί κι ολημερίς <br />κλεισμένος στο καβούκι του μετράει το βιός του <br />κι έντρομος βλέπει ολοένα ν’ αλαφραίνει <br />το πουγγί του —αυτόν να κλαις:</p>
<p>ασκημαίνει με τον καιρό και κιτρινίζει<br />ωσάν το σουρωμένο δαμάσκηνο, το στρεβλωμένο,<br />πού δεν επρόλαβε να το γλυκάνει ο ήλιος<br />που αδικημένο απόμεινε και δε μαλάκωσε<br />γιατί από μέσα το ρούφηξε κακό σκουλήκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΥΛΙΚΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ανάμεσα από σωρούς σκουπιδιών, ερειπίων, θανάτων<br />και ποταμούς δακρύων,<br />λάμπουνε καταχωνιασμένα, ελάχιστα,<br />τα υλικά της χαράς.<br />Ψάχνε<br />με υπομονή και πίστη απέραντη<br />καθώς τα πετεινά τ’ ουρανού σε χιονισμένον<br />έρημο κάμπο<br />και μάζευέ τα πετραδάκι πετραδάκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></h6>
<p>Σαν τα παλιά εικονίσματα που ανάμεσα<br />απ’ τα φθαρμένα χρώματα και το λιωμένο ξύλο<br />απ’ την πικρήν αρπάγη του καιρού<br />κρατάν ακόμα απείραχτα τα μάτια<br />και βουρκωμένα σε θωρούν, σοφά<br />από πολλήν επίγνωση μες στη σιωπή τους<br />από πολλήν ακινησία κι από μόνωση-<br />έτσι<br />μέσ’ από τον καιρό μού έρχεσαι τώρα<br />και τα μάτια σου πονεμένα με θωρούν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΕΡΙ</strong></h5>
<p>Γύρισε πάλι.<br />Κάθε βράδυ<br />ένα χέρι κακό μπαίνει στο σπίτι μου,<br />αναποδογυρίζει τα έπιπλα, βάφει<br />μαύρους τους τοίχους, ξηλώνει τα σανίδια<br />από το δάπεδο, ξεσχίζει τις κουρτίνες,<br />σπάνει τις λάμπες μία μία, θολώνει<br />τους καθρέφτες, ρίχνει φαρμάκι στο νερό,<br />ανοίγει το ψυγείο και μαγαρίζει<br />όλα τα τρόφιμα, καίει τα χαρτιά μου.</p>
<p>Μαύρο χέρι.<br />Τα ξημερώματα, αποκαμωμένο,<br />έρχεται στο λαιμό μου να κουλουριαστεί,<br />με πνίγει.<br />Μην αργείς άλλο, λοιπόν.<br />Βλέπεις;<br />Δεν έχω περιθώριο, εξάντλησα<br />και το πιο ελάχιστο, το τελευταίο<br />απόθεμα της αντοχής μου: γύρισε πάλι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΟΣΟ ΛΙΓΟ</strong></h5>
<p>Πόσο λίγο χρειάστηκε <br />ένα τίποτα<br />για να χτυπήσει πάλι άρρυθμα η καρδιά σου <br />και σαν ελάφι χλωρό ν’ αναπηδήσει <br />έκπληκτο</p>
<p>πόσο εύκολο ήταν <br />απλό<br />για να κυλήσει πάλι στις φλέβες σου το αίμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ</strong></h5>
<p>Στην καταφρόνια και στη φτώχεια πέρασες τα χρόνια σου–<br />μην το ξεχνάς.<br />Κι αν τώρα<br />τόσο αναπάντεχα εγύρισε ο τροχός<br />και βρήκες ρούχα κι έντυσες τη γύμνια σου<br />και σπίτι και φωτιά να ζεσταθείς<br />και δυο γλυκές κουβέντες–<br />μη λησμονείς ποτέ την προσφυγιά<br />και μιαν αγάπη για τους στερημένους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΧΑΙ-ΚΑΙ (1978)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Ωραία που λάμπουν<br />ματωμένα τα στήθη<br />των αδελφών μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Αχ, το αίμα, το αίμα<br />αδέρφια μου, που εχύθη<br />πού να το κρύψω.</p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Ω, να προσπέσω<br />στα κάγκελά σου, Πόρτα,<br />τα στρεβλωμένα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">4</p>
<p>Κ.Ρ.<br />Τα πόδια ετούτα<br />να προσκυνήσω, κόρη,<br />που σ’ τα ετσακίσαν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">5</p>
<p>Το χώμα τούτο<br />Έλληνες κλείνει εφήβους.<br />Διαβάτη στάσου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">6</p>
<p>Ε, μαυροπούλι!<br />Πες τους πως στην καρδιά μου<br />τους έχω κλείσει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">7</p>
<p>Απ’ τους νεκρούς πιο<br />αμείλικτο δικαστή<br />ξέρεις κανέναν;</p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Χάδι μητέρας<br />αττικό χώμα γίνου<br />για τον Διομήδη.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Λάμψαν τα ουράνια —<br />ψηλά ανεβαίνει ωραίος<br />ο Διομήδης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">10</p>
<p>Αυτοί ’ναι οι άγιοι<br />που πίστεψα, παιδί μου.<br />Μην το ξεχάσεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">11</p>
<p>Μάταια φωνάζεις —<br />οι νεκροί δεν ακούνε,<br />δεν ζωντανεύουν.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΡΡΩΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ</strong></h6>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Μπουμπουλίνας 18<br />Σ’ εκκλησιές, άλλοι.<br />Εγώ σ’ εσένα θα ‘ρθω<br />άγια Ταράτσα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Παιδί της Κύπρου<br />μη με κοιτάς στα μάτια,<br />μη με ανακρίνεις.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Μέρες του ’76.<br />Αχ, πώς γελάνε<br />και στα κρυφά για σφαγείο<br />μας ετοιμάζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">4</p>
<p>Βρες μου έναν τόπο<br />όπου να μη ματώνουν<br />τους ποιητές του.</p>
<p style="padding-left: 40px;">10</p>
<p>&#8230; κι οι ποιητές να εκ-<br />λείψουν, πάση θυσία —<br />μας ξεσκεπάζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">11</p>
<p>Εδώ μιλάνε<br />όλοι· για το καλό σου<br />λέγε τι ξέρεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">12</p>
<p>Σκοτάδι πέφτει<br />βαρύ, στον κόσμο πάλι.<br />Προσευχηθείτε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>Τι να σου κάνει<br />κι η ποίηση σ’ έναν τόσο<br />βρόμικο κόσμο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Απ’ όξω πάντα.<br />Βολικό καταφύγιο<br />κι άλλοθι η ποίηση.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Ποιον κοροϊδεύεις;<br />Τα λόγια σου δεν κρύβουν<br />τη μέσα γύμνια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">20</p>
<p>Όταν μας κρίνουν<br />αύριο, η ποίηση μόνη<br />δε θα σε σώσει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">25</p>
<p>Τα σπαραγμένα<br />λόγια μας ποιος θ’ ακούσει<br />και δε θα κλάψει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">26</p>
<p>Ανάσα ανθρώπου<br />λαχτάρησα να νιώσω<br />σ’ αυτή τη ζούγκλα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">27</p>
<p>Φύσα αεράκι<br />να μαλακώσει λίγο<br />η σκληρή καρδιά τους.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">33</p>
<p>Θα σε συντρίψουν<br />φουκαρά μου, όπως είσαι<br />φτωχός και αθώος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">34</p>
<p>Ο αδερφός βγάζει<br />το μάτι του αδερφού σου<br />για λίγο κέρδος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">35</p>
<p>Κι ο που τολμήσει<br />κόντρα να πάει στο ρέμα,<br />αλίμονό του.</p>
<p style="padding-left: 40px;">43</p>
<p>Ήλιε μου γιάνε<br />τα βαθιά μας σημάδια.<br />Αθώωσέ μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">44</p>
<p>Αδικημένος,<br />πλάι στους αδικημένους<br />η θέση σου είναι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">45</p>
<p>Με τη φωνή μου,<br />ανάπηρη έστω, εδώ είμαι<br />πάντα αδερφοί μου.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Θυμάσαι τότε<br />που, φυλαχτό, στο στήθος<br />μου σε κρατούσα;</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Ά, τα μαλλιά σου <br />μοσχοβολάνε ακόμα <br />μέσ’ απ’ τα χρόνια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Μια στιγμή μόνο<br />χαράς κι έλαμψε όλη<br />μεμιάς η ζωή σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Α, πόσο λάμπει<br />το σώμα – το ημέρεψε<br />βάλσαμο της αγάπης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">12</p>
<p>Απόψε η νύχτα<br />μου συντρίβει το στήθος,<br />μ’ εξουθενώνει.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>Τραγούδι βγάζει <br />το συντριμμένο στήθος <br />ή όνειρο βλέπω;</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Ω, μη μιλάς πια<br />για φτερά — είναι καιρός<br />να τα ξεχάσεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Τα γυμνά δέντρα<br />ν’ αποφεύγεις: θυμίζουν<br />την ερημιά σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">21</p>
<p>Δε θα γλιτώσω:<br />τα μάτια σου δε σβήνουν<br />ούτε στον ύπνο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">22</p>
<p>Λάμπουν στον ύπνο<br />αμείλικτα φεγγάρια<br />τα δυο σου μάτια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">26</p>
<p>Φεγγαράκι τής<br />κόλασης ανατέλλει<br />το πρόσωπό σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">27</p>
<p>Πότε, επιτέλους,<br />θα πεθάνει η μορφή σου,<br />θα μ’ αθωώσεις;</p>
<p style="padding-left: 40px;">28</p>
<p>Λάμπεις αγάπη<br />πολύ για των ανθρώπων<br />τ’ άπραγα μάτια.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΣΤΕΓΑ</strong></h6>
<p style="padding-left: 40px;">1</p>
<p>Πώς ευωδιάζουν <br />τα δάκρυα των ανθρώπων, <br />πώς λάμπει ό πόνος.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">2</p>
<p>Τρυφερή που ήταν <br />η κοιλιά σου όταν μέσα <br />σάλευε ο γιος μου.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">3</p>
<p>Κλάματα ακούω.<br />Βρέφος γεννήθη ή μήπως <br />ξόδι περνάει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">7</p>
<p>Αυγινή χλόη,<br />δάκρυα χαράς μού φέρνεις<br />μες στο Φλεβάρη.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">8</p>
<p>Να σε φιλήσω <br />που μάχεσαι το χιόνι <br />πυράκανθά μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">9</p>
<p>Κι oι πεθαμένοι <br />κάθε άνοιξη σκιρτάνε <br />μέσα στο χώμα</p>
<p style="padding-left: 40px;">13</p>
<p>και τρόπος για να την αποφεύγουμε<br />Διάβαζε πρόζα —<br />στις φυλλωσιές των λέξεων<br />θηρία δεν κρύβει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">14</p>
<p>Α, τι καθρέφτης<br />τρομαχτικός η ποίηση.<br />Έλεος δεν έχει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">18</p>
<p>Βαριά λιθάρια,<br />σωρός, έχουν συνθλίψει<br />τη μικρή ζωή σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">19</p>
<p>Οι ματωμένες<br />γούβες θα μαρτυράνε<br />το πέρασμά μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">24</p>
<p>Πόσο θ’ αντέξεις <br />γυμνός ακόμα, <br />δίχως καμιά αυταπάτη;</p>
<p style="padding-left: 40px;">25</p>
<p>Τη δύσκολη ώρα, <br />όταν όλα τελειώνουν, <br />πού θ’ ακουμπήσεις;</p>
<p style="padding-left: 40px;">31</p>
<p>Στην άγρια νύχτα <br />η καρδιά μου αγρυπνάει <br />για σέ, αδερφέ μου.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;">32</p>
<p>Με το θηρίο <br />μετρήθηκα για σένα.<br />Να με θυμάσαι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ (1979)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Επίμονο<br />σφριγηλό<br />ακατανίκητο<br />μεσ’ απ’ τα ερείπια πάντα θα φυτρώνει<br />και θα παρηγορεί<br />το φλογερό τριαντάφυλλό σου<br />ποίηση.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΩΜΩΔΙΑ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά,<br />με φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,<br />ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη.<br />ΑΦΑΙΜΑΞΗ ’66- ’70</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΡΕΟΣ</strong></h5>
<p>Σιωπή τρομακτική του στερεώματος,<br />μην πουν δεν έκαμα το χρέος,<br />απόφυγα την αναμέτρηση μαζί σου.<br />Φωνές<br />χιλιάδες μέσα στη φωνή μου και χέρια<br />τεντωμένα μες στα χέρια μου· αίμα<br />μέσα στο αίμα μου, προγονικό, εδώ είμαι<br />δε σας πρόδωσα:<br />στην κόψη ετούτη του γκρεμού<br />από σας ανεβασμένος —με πόσο πόνο<br />αλλά και πείσμα αδάμαστο— χρέος<br />που το αποδέχτηκα και με περήφανο<br />πένθος το σηκώνω, που άλλη δεν ξέρω<br />έπαλξη πιο άγρια, πιο μοναχική,<br />με νύχια και δόντια κρατημένος καταμεσής<br />στο χάος για να βλέπω και να μαρτυρώ—<br />εδώ είμαι αδέρφια μου κι από το στήθος<br />τραγούδι βγάζω μ’ όση δύναμη έχω<br />η ανθρώπινη φωνή για ν’ ακουστεί<br />και το σκοτάδι για μια στιγμή να λάμψει<br />να ταπεινωθεί<br />ν’ αντιλαλήσει η μαύρη νύχτα απ’ την κραυγή μας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΝΕΣ</strong></h5>
<p>Τη μέρα πνίγονται απ’ τους θορύβους<br />των μηχανών τις σκεπάζουν<br />οι αγώνες για το ψωμί, για το δίκιο,<br />η φλογερή βουή των δρόμων, η άσπλαχνη<br />έως θανάτου αναμέτρηση για μια φέτα<br />ζωής.<br />’Αν θες ν’ ακούσεις ψίθυρο του έρωτα<br />ή βόγκο του θανάτου και προπαντός<br />παράπονο της μοναξιάς, στήσε τ’ αυτί<br />στη σιγαλιά της νύχτας κι αφουγκράσου<br />καθώς τις πρέπει, με άκρο σεβασμό,<br />ως αναδύονται από έρημα κρεβάτια,<br />τις φωνές των ανθρώπων.<br />Και φίλησε<br />καθώς εικόνα σ έρημη εκκλησιά, με συντριβή,<br />τα σιωπηλά τους δάκρυα που ευωδιάζουν<br />παράξενα, και στην καρδιά σου κλείσ’ τα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΟΔΥΝΗ ΛΑΜΠΕΙ</strong></h5>
<p>Τ&#8217; αληθινό διαμάντι για ν’ αναφανεί<br />με αξίνες και λεπίδια κοφτερά<br />ανάγκη να το μακελέψεις,<br />μεθοδικά και αλύπητα,<br />από το κάρβουνο που στοργικά το κλεί.</p>
<p>Το φως δεν είναι που αστράφτει στις πλευρές του<br />τώρα που το κρατείς στα χέρια και το χαίρεσαι.<br />Η οδύνη μόνο λάμπει της εξόρυξης, πόνος<br />βαθύς, ώσμε τις ρίζες, που στοιχειώνει<br />σαν σιγανή φωτιά από μέσα τον πυρήνα<br />και στις πλευρές αντανακλά θαυματουργά.<br />Λάμψη άχραντη που τίποτε δεν τη θολώνει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></h5>
<p>Άγνωστε φίλε του τωρινού η του μελλούμενου καιρού<br />τώρα που το σώμα μου ζεστό ανασαίνει δίπλα σου τον ίδιο αγέρα<br />ή όταν θα γίνω τρυφερό ανοιξιάτικο χορτάρι σε ραχούλα,<br />πάρε προσεχτικά και ζέστανε τούτες τις λέξεις<br />σε φιλικό σκοτάδι.</p>
<p>Τα μεθυσμένα λόγια των ποιητών<br />κρυώνουν πάντα μέσα στις σελίδες των βιβλίων<br />κι αδιόρθωτα ονειρεύονται διαρκώς αποδράσεις</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΙΝΕΤΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Μείνετε, ποιήματα μου, στη σκόνη και στη σιωπή<br />του συρταριού, και συνηθίστε στο πυκνό σκοτάδι.<br />Έτσι κι αλλιώς,<br />θα ταξιδεύετε ολομόναχα μέσα στα χρόνια,<br />τα άνυδρα χρόνια που επελαύνουν σαν χιονοστιβάδα,<br />έτσι κι αλλιώς,<br />πρέπει να ετοιμάζεστε: το σκότος προεκτείνεται παράξενα<br />μέσα στο φως, η σκόνη στη διαφάνεια κι η σιωπή<br />μέσα στον ήχο.<br />Έτσι κι αλλιώς,<br />στην άκρη υπομονετικά μας περιμένει<br />για να μας καταπιεί κι ανθρώπους και ποιήματα<br />η μαύρη νύχτα που όλους θα μας εξισώσει.</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ</strong></h6>
<p style="padding-left: 80px;">Βρέθηκα στο καταγώγιο-<br />μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα<br />ΑΦΑΙΜΑΞΗ ’66-‘70</p>
<h5><strong>ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΟ ΑΓΕΡΙ</strong></h5>
<p>Φαρμακωμένο αγέρι του καιρού<br />για στάσου να ξεκουραστείς στην ερημιά η φύγε<br />για λίγο από τ’ αστέρι μας, όπου γυρίζεις<br />σε κακιά τύψη ακόμα και τον έρωτα,<br />το γέλιο των παιδιών η την πιο ταπεινή,<br />πρώτη ευφροσύνη των ανθρώπων, να ζεσταίνονται<br />στου ήλιου το φως.</p>
<p>Προπάντων<br />σταμάτα να σφυρίζεις κι απορίες<br />—ρωτήματα αναπάντητα— να επισωρεύεις<br />στα λαμπερά του μάτια κι από τώρα<br />να τα θολώνεις: σ’ ανασαίνει ο γιός μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ</strong></h5>
<p>Πόρνες ξεδοντιασμένες και χοντρά ποντίκια<br />στους διαδρόμους, πράκτορες, μαστροποί,<br />κλέφτες, φονιάδες, προσωπιδοφόροι,<br />σημαδεμένοι όλοι από φριχτές πληγές, <br />με χαλασμένο το αίμα τους, αγόρι μου, και σάπιο<br />το μεδούλι βαθιά βαθιά στα κόκαλά τους</p>
<p>εδώ λοιπόν σου μέλλεται να ζήσεις<br />κι εσύ, τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν<br />κινείται, Ιστορία παλιά, λάσπη αιώνια,<br />αγαπημένο, βρωμερό πανδοχείο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΠΑΡΑΧΑΡΑΓΜΕΝΗ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Με παραχαραγμένη τη ζωή μας,<br />που άλλοι κινούν, αθέατοι, τα νήματά της,<br />παραμορφωτικά αλλοιωμένοι στο μηχανικόν αιώνα,<br />τραυλίζοντας γλώσσες ακατάληπτες, δίχως πατρίδα<br />και ρίζες μες στην ίδια μας πατρίδα,<br />περνούν τα χρόνια, φίλοι μου, περνώ κι εγώ<br />με το μαχαίρι της φωνής μου στομωμένο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Μέρα τη μέρα, ανεπαίσθητα,<br />πως εκποιήσανε τα χρόνια σου<br />μέρα τη μέρα πως εξάρθρωσαν<br />πως παρόπλισαν τη φωνή σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Ό,τι πιο πολύ αγάπησες στη ζωή τόσα χρόνια,<br />το σπίτι σου, τα βιβλία σου, τα έμπιστα<br />πράγματα που ένα κομμάτι τούς έδωσες<br />απ’ την ψυχή σου, και κρυφά τα καμάρωνες,<br />και με στοργή, τις νύχτες, τα ταξινομούσες,</p>
<p>τώρα που τρίζουν τα δοκάρια, οι σοβάδες<br />πέφτουν, η οροφή χάσκει ανοιχτή<br />στον ουρανό και καταχθόνιο το σκοτεινό<br />νερό εισβάλλει από παντού–</p>
<p>ανάγκη να τα παρατήσεις και να βγεις στους δρόμους<br />και μην κοιτάξεις τίποτε να διασώσεις<br />τώρα που ένα ένα χάσανε το νόημά τους<br />και τόσοι φίλοι, που δεν τους λογάριαζες ως τώρα,<br />σε περιμένουνε στους δρόμους, τόσοι σύντροφοι,<br />σ’ έχουν ανάγκη, και τους έχεις, σε καλούν.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Τώρα να γίνεις ταπεινός, ν’ αφήσεις<br />τη μάταιη σοφία των βιβλίων και στης πράξης<br />το μεγάλο σχολείο να μαθητέψεις.<br />Εκεί να δεις<br />πόσο λίγο μετρούν, πόσο φτωχά φαντάζουν<br />όλα τα χρόνια που έχασες γνώσεις μαζεύοντας,<br />όλα σου τα χαρτιά μαζί πως δεν βαραίνουν<br />στη δίκαιη πλάστιγγα που όλους τελικά θα μας μετρήσει<br />–όχι την υπερβατική εκείνη αλλά την άλλη,<br />την πιο ταπεινή, που καθημερινά, ωστόσο, μας ελέγχει–<br />όσο μια μόνο απλή χειρονομία ζεστής<br />αλληλεγγύης προς τ’ αδέλφια σου, μια ανώνυμη,<br />ανάμεσα σε χιλιάδες παρόμοιες ολόγυρά σου,<br />πράξη θυσίας.</p>
<h5><strong>ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΧΑΡΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Τόλη Καζαντζή</p>
<p>Άρρωστα χρόνια<br />λύκοι φυλάν τα πρόβατα<br />κι όσο θυμάμαι<br />μέσα στη λάσπη πάντα κολυμπούσες<br />και πού να βγάλεις φωνή, δε βγαίνει<br />με το στόμα γεμάτο από σκατά<br />κι αν βγει</p>
<p>κανείς δε θα σ’ ακούσει.</p>
<p>Αχ, πού μας οδηγούν<br />ποιοι και προς τα πού τα νήματα κινούνε,<br />βρώμικο, χοντρό παιχνίδι, στο καταγώγιο του αιώνα,</p>
<p>τα μάτια μου προσπαθώ να καθαρίσω, να δω –<br />τίποτα:</p>
<p>Στη Νέα Υόρκη, στη Μόσχα, στο Πεκίνο,<br />λύκοι φυλάν τα πρόβατα παντού.</p>
<p>Από τις σχάρες γαντζωμένος του υπόνομου<br />εδώ είμαι, αδέρφια μου, κι απόκριση ζητώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΠΕΙ</strong></h5>
<p>Ωραία που λάμπει σήμερα ο ήλιος.<br />Σημαίες κυματίζουν στα μπαλκόνια,<br />ακούγονται εμβατήρια, κι ο κόσμος<br />ξεχύθηκε έξω πάλι, εαρινός.<br />Το βράδυ<br />μετά από την παρέλαση, τους λόγους,<br />στη φωταγωγημένη πόλη μας θα μας δεχτούν<br />(τι εκλεκτά φαγιά, τι μουσικές, τι λάμψη!)<br />χαμογελώντας, μ’ όλα τους τα επιτελεία, οι Αρχηγοί,<br />κι ως το πρωί στους δρόμους θα κρατεί ο χορός.</p>
<p>Όμως εγώ<br />που ξόδεψα τα χρόνια μου, νύχτες ατέλειωτες,<br />ολόμονος να μελετώ πίσω από την επίσημη<br />των λόγων εκδοχή τι αναδεύεται κάθε φορά,<br />ν’ αποκρυπτογραφώ χαμόγελα και στάσεις,<br />εγώ<br />που ήδη τους βλέπω να τρέχουνε στα ενδότερα<br />και τα χέρια, χαιρέκακα, να τρίβουν,<br />τα κέρδη λογαριάζοντας με τους σοφούς τους υπολογιστές<br />σε χάρτες σκυμμένοι, σε διαγράμματα και σε καμπύλες<br />αλάνθαστες, και να τσουγκρίζουν τα ποτήρια–</p>
<p>εγώ σας εξορκίζω, φίλοι μου, τη νύχτα<br />αυτή μη γελαστεί κανείς και ξεκινήσει<br />κανείς πια να μην πάει στη γιορτή παρά<br />να μαζευτούμε όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος,<br />να δούμε τι μπορεί να γίνει με τους Αρχηγούς,<br />μ’ όλους, χωρίς εξαίρεση, τους Αρχηγούς,<br />γιατί ακονίζουν κιόλας τα μαχαίρια, αδέλφια μου,<br />και νευρικά τα ρολόγια τους κοιτάζουν,<br />–λάμπουν παράξενα τα μάτια τους, σημαδιακά–<br />γιατί, άλλη μια φορά, μας ετοιμάζουν για σφαγείο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΥΟ ΕΡΗΜΑ ΙΧΝΗ</strong></h5>
<p>Θα μείνουν τάχα<br />στα μαύρα ετούτα βράχια που κληροδοτούμε<br />στα παιδιά μας, σαύρες γεμάτα<br />κι έχιδνες μοχθηρές,<br />θα μείνουν<br />δυο έστω ματωμένα ίχνη<br />έρημα<br />να μαρτυράνε ταπεινά στον αιώνα<br />το πέρασμά μας;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1987)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Ένοχος όλων των δακρύων</strong><br /><strong>ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ</strong></p>
<h5><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα ήταν, περασμένες δύο, χειμωνιάτικη,<br />έξω χιονιάς λυσσομανούσε κι έκανε φριχτά<br />να τρίζουν τα παραθυρόφυλλα, σαρώνοντας<br />των δέντρων τα γυμνά κλαδιά, όταν χτύπησε<br />το κουδούνι της πόρτας.<br />Ποιος να ’ναι τέτοιαν<br />ώρα, σκέφτηκα, και με τέτοιο διαβολόκαιρο,<br />και την καρδιά μου να φτεροκοπάει σαν τρομαγμένο<br />πουλί, νιώθοντας μέσα μου, προς την εξώθυρα<br />κίνησα αφήνοντας στη μέση τα χαρτιά μου.</p>
<p>Στ’ άνοιγμά της,<br />κατάκοπος από μακριάν οδοιπορία, ως φαίνεται,<br />με τους ώμους σκυφτούς, κάτασπρος απ’ το χιόνι,<br />το βαλιτσάκι του κρατώντας στο ζερβί του χέρι,<br />είδα να στέκεται ο Γιατρός και πριν προλάβω<br />λέξη ν’ αρθρώσω την είσοδο να δρασκελάει<br />και βαρύς να σωριάζεται στην πρώτη πολυθρόνα<br />καρφώνοντας το βλέμμα του μ’ επιμονή<br />πότε στα μάτια μου και πότε στο ρολόι του<br />σαν να ’λεε: άργησα.</p>
<p>Κύριε Καθηγητά,<br />δώστε μου ακόμα μια παράταση, τραύλισα τότε,<br />από πόνον οξύ μορφάζοντας στα σωθικά μου,<br />δώστε μου ακόμα μιάν ελάχιστη παράταση.</p>
<p>Το ξέρω,<br />είναι ένα ζώο κακό, μ’ έχει ρημάξει<br />με τα γαμψά του νύχια, μου ήπιε το αίμα,<br />ρούφηξε το μεδούλι από τα κόκαλά μου<br />μεθοδικά, μ’ έχει γεράσει πρόωρα.</p>
<p>Τις νύχτες,<br />ωστόσο, με την απαλή του γούνα μου σκεπάζει<br />συχνά τις πληγές και με ζεσταίνει, είπα,<br />κι όπως αυτός συνέχιζε να με κοιτάει στα μάτια<br />μειδιώντας τώρα αινιγματικά κι ένιωσα ξάφνου<br />τα μέλη μου να παραλύουν και κρύος ιδρώτας<br />να περιρρέει το σώμα μου, θα μπορούσα, ικέτεψα,<br />να γίνω σκλάβος σας στο υπόλοιπο του βίου μου,<br />να γράφω ωδές νυχθημερόν για τη δόξα και το μεγαλείο σας,<br />να βράζω ταπεινά και να ετοιμάζω τα νυστέρια σας,<br />μόνο μη μου το βγάλετε το ζώο αυτό απ’ το στήθος—<br />δεν έχω, Κύριε, υπάρχοντα, δεν έχω φίλους,<br />δεν έχω τίποτα δικό μου σ’ αυτό το παγωμένο<br />άστρο.<br />’Αν είναι ανάγκη να επέμβετε οπωσδήποτε,<br />τα χέρια θα δεχόμουν να μου κόψετε η τα πόδια<br />κι αν αυτό δεν αρκεί, με τις σοφές ενέσεις σας,<br />δώστε μου τότε ένα γαλήνιο τέλος.</p>
<p>’Έτσι είπα<br />και στα μάτια τον κοίταξα εκλιπαρώντας,<br />όλος λαχτάρα, μιάν απάντησή του.</p>
<p>&#8216;Όμως εκείνος<br />αμίλητος σηκώθηκε τότε και πήγε<br />προς την κουζίνα και τον είδα να βγάζει<br />από το βαλιτσάκι του και να φοράει<br />με τελετουργικές κινήσεις τη λευκή του μπλούζα,<br />απρόσιτος και ανεξιχνίαστος, τρομερός,<br />με το γιγάντιο τώρα σώμα του γεμίζοντας όλο το χώρο,<br />και να ετοιμάζει τα νυστέρια του χαμογελώντας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p><strong> </strong></p>
<p>Όρμηξαν και τον ξέσκισαν στα δυο<br />η λέαινα η μεγάλη κι η λέαινα η μικρή<br />με νύχια κόκκινα, με δόντια αστραφτερά.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p>Τη σάρκα σπάραξαν και μόνο στην καρδιά<br />και στο μυαλό σαν έφτασαν χυμήξανε<br />η μια στην άλλη μήπως κι αστοχήσουν<br />στη δίκαιη μοιρασιά.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p>Τέλος ριχτήκαν λιμασμένες και του λιάνισαν<br />τα κόκαλα κι ηδονικά τα τραγανίσανε<br />ως το μεδούλι κι έγλειψαν το χυμένο αίμα<br />μην απομείνει τίποτε να τον θυμίζει πια.</p>
<p>(Και όλο αυτό στη γλώσσα τους το λένε αγάπη.)</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΒΡΟΧΟΥΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ</strong></h5>
<p>’Ήμασταν όλοι μαζεμένοι στο προαύλιο<br />’κείνο το πρωινό του Οχτώβρη και λιαζόμασταν<br />με κόπο σέρνοντας τα κάτισχνα μας πόδια<br />στο βρώμικο λιθόστρωτο, με τα κουρέλια<br />των ενδυμάτων μας που είχαν κολλήσει<br />στις ανοιχτές πληγές, όταν —ποιος το περίμενε;—<br />τρυφερά συννεφάκια ξεπρόβαλαν στον ουρανό<br />και τρέχανε και παίζανε και έσταξαν<br />μια κι υστέρα δυο και τρεις σταγόνες<br />κι άρχισε μια βροχούλα σιγανή,<br />ουράνια δρόσος.<br />Τότε σηκώθηκε ένας απ’ το πλήθος<br />κι έκλαιγε και στηθοκοπιόταν κι έλεγε<br />κι όλοι μαζί έπαναλαβαίναμε τα λόγια του:</p>
<p>Βροχή, βροχούλα ιαματική των ουρανών<br />πλύνε μας τις πληγές, καθάρισέ μας<br />μαλάκωσε το σώμα μας και την ψυχή μας<br />γιάτρεψε το μυαλό μας<br />μην αποστρέφεις πιά το πρόσωπό σου απ’ τους φτωχούς σου.</p>
<p>Τέλος του Οχτώβρη, παραμονές Χειμώνα, μη μας λησμονείς<br />τέλος του Οχτώβρη, παραμονές Χειμώνα, ελέησέ μας<br />μάθε μας την ’Αγάπη.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,<br />ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.</p>
<p>Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ<br />ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,<br />τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός<br />του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.</p>
<p>Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα<br />κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.</p>
<p>Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,<br />τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα<br />στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,<br />μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΕΝΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας<br />με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό<br />και κέντημα το λεν<br />κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει<br />και το μαζεύουν κόμπο κόμπο–<br />όμοια<br />με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό<br />χαράχτηκε απ&#8217; τα χρόνια η ζωή μου<br />κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν<br />σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα<br />να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια</p>
<p>χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα<br />και φεύγει νικημένη η μοναξιά</p>
<p>χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους<br />των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα<br />εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία</p>
<p>χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν<br />μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής<br />και χέρια<br />άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι<br />κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους<br />μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΛΟΥΚΑΣ ΒΕΝΕΤΟΥΛΙΑΣ</strong></h5>
<p>Κύριε, ανάπαψε τον με τους δίκαιους.<br />Το κόκκινο<br />που τόσο αγάπησε, κι από τα χέρια του<br />παρήγορα έλαμψε ευγενέστερο των ρόδων,<br />δεν ήταν μόνο της ιδέας που τον αξίωσε<br />αδελφικά να σμίξει με συντρόφους, φεύγοντας<br />–όσο αποφεύγεται με τέτοια, όσο ξορκίζεται–<br />την κοινή μοίρα.<br />Το κόκκινο, που τόσο αγάπησε,<br />ήταν η αθώα καρδιά του που αγρυπνούσε<br />τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη<br />γλυκοκοιμόταν, και μυστικά, δίχως παράπονο,<br />μάτωνε για τ’ ανθρώπινα.<br />Κύριε, αν υπάρχεις,<br />κι ένα ολιγόπιστο μπορείς ν&#8217; ακούς, κατάταξέ τον<br />–ότι πολύ μαρτύρησε η ψυχή του για την ομορφιά<br />και στον τροχό οσιώθηκε το φτωχό σώμα–<br />κατάταξέ τον με τους δίκαιους κι ανάπαψέ τον.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Μ/Σ ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΩΦ</strong></h5>
<p>Πρωί στο πολυθόρυβο λιμάνι πάλι βρέθηκα<br />ανάμεσα σε τσιμινιέρες που καπνίζαν,<br />σε γερανούς και σε καμιόνια φορτωμένα.</p>
<p>Στο χέρι χαρτοφύλακα κρατώ γεμάτον<br />μ’ έγγραφα τελωνειακά.<br />Ιούλιος μήνας<br />και ο ήλιος ανάλγητος στην άσφαλτο που λιώνει.</p>
<p>Περπατώντας βιαστικός, με το μαντίλι μουσκεμένο<br />στο λαιμό, ξάφνου διακρίνω ανάμεσα<br />στο δάσος των καταρτιών και των φουγάρων<br />σκαρί ολόλευκο, παράξενα υπερήφανο<br />και ωραίο. Στην πλώρη του με κόπο ξεδιαλύνω<br />συλλαβίζοντας συγκινημένος –τρέμουν<br />τα χείλη μου, υγραίνονται τα μάτια–<br />σε δύστροπη, κυριλλική γραφή, με κόκκινα γράμματα.<br />τ’ όνομά του: ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΟΦ.<br />Όνομα<br />όχι ενός άγιου της χριστιανοσύνης, καθώς<br />συνηθίζεται, αλλά ενός όσιου κι ενός μάρτυρα<br />της Ποίησης και της Επανάστασης.<br />Συντριμμένος<br />παίρνω το μουσκεμένο μου μαντίλι και σφουγγίζω<br />τα δάκρυά μου· στοχάζομαι το παλικάρι.<br />Εκείνος<br />διάβηκε τον σύντομο έστω βίο του, φλεγόμενο άστρο<br />και κάηκε τέλος μες στην πίστη του, ωραίος.<br />Δεν ήτανε γραφτό του να επιζήσει και να δει<br />πώς εκποιούνται τα όνειρα, πώς αποφέρει<br />σε συμπαιγνίες στυγερές υπεραξία το αίμα<br />και να πεθαίνει λίγο λίγο σε φριχτή απιστία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΤΡΟΠΗ</strong></h5>
<p>Ξύπνησα το πρωί<br />και είδα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη.</p>
<p>Και μέτρησα ένα ένα τα φριχτά σημάδια.</p>
<p>Και την ντροπή της γέννησής μου συλλογίστηκα<br />καθώς με την ανάστροφη του δεξιού χεριού μου<br />εσκούπιζα ατελέσφορο, ανεπαρκές<br />ένα μου δάκρυ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ</strong></h5>
<p>Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε<br />ο πατέρας μου.<br />Στείλε μου μερικά<br />πενηνταράκια ούζο, μου είπε,<br />και καναδυό κούτες τσιγάρα<br />σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια<br />να σας συλλογιέμαι.<br />Και –να μην<br />το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους<br />φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,<br />ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.</p>
<p>Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες<br />και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια<br />της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΑΛΑΞΕΙΔΙ</strong></h5>
<p>Είδα στο Γαλαξείδι τα καράβια.<br />Μεγάλα<br />φορτηγά, που διασχίζαν κάποτε<br />πάμφωτα τους ωκεανούς τις νύχτες, αψηφώντας<br />τους σφοδρούς άνεμους και τα ερεβώδη κύματα</p>
<p>δεμένα τώρα το ένα δίπλα στ’ άλλο, με σκουριασμένες<br />τις αλυσίδες, σ’ ακινησία θανάτου.</p>
<p>Με τα επιβλητικά ονόματά τους, κάπου<br />ψηλά στην πλώρη, ξεθωριασμένα.<br />Με όλους <br />τους ναύτες, ξέμπαρκους από καιρό,<br />να περιφέρουν την απελπισία τους άνεργοι<br />στα καταγώγια και τα πορνεία του Πειραιά.</p>
<p>Παραιτημένα, υπάκουα πιά, δεμένα<br />το ένα δίπλα στ’ άλλο, με κάτι, ωστόσο,<br />απ’ την παλιάν ορμή στο φέρσιμό τους,<br />κάτι ανυπόταχτο στη στάση τους παρ’ όλες<br />τις ταπεινώσεις που έχουν υποστεί, <br />όλες τις συμπαιγνίες, τις φρικτές, της Τύχης.</p>
<p>Είδα στο Γαλαξείδι τα καράβια.<br />Κι άθελά μου<br />τα μεγαλόπνοα σχέδια της νεότητάς μου συλλογίστηκα<br />που τα χλευάζει ο μοχθηρός και δολοπλόκος Χρόνος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΠΟΝΟ</strong></h5>
<p>Γιατί ’σαι πάλι λυπημένος,<br />μου λέει ένα πρωί η μητέρα μου καθώς<br />στη σκοτεινή γωνιά μου μ’ ηύρε ασάλευτον<br />ως πάντα, καθισμένου στην αρχαία καρέκλα,<br />μ’ εκείνα τα παλιά μου ενδύματα που λιώσαν<br />επάνω μου και κρέμονται ξεφτίδια, μα εσύ κλαις, <br />αγόρι μου, μου κάνει, τα δάκρυά σου,<br />βλέπω, κυλούν και βρέχουνε τα μάγουλά σου, τι έχεις,<br />τι να ’χω, βρε μάνα μου, της λέω, δεν είναι<br />τίποτα, να έτσι, λιγάκι μόνο εσυλλογίστηκα<br />εκείνα τα μεγάλα μας φτερά, τα εξαίσια,<br />που ανένδοτα επιμένουν πάντοτε ν’ ανοίγουν,<br />μη διδασκόμενα ποτές απ’ τις αποτυχίες, υπερήφανα,<br />κι οι ώμοι μας οι αδύναμοι δεν τα κρατούν και πέφτουν<br />μες στην ντροπή την άθλια και την ταπείνωση—<br />και το παράπονο με πήρε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;<br />ρώτησα το φεγγάρι.<br />Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;<br />Άλλος δεν είναι<br />που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει<br />την προσοχή και τα χτυπήματά σου;</p>
<p>Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι<br />θα είμαι καλό παιδί<br />και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.</p>
<p>Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά<br />και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,<br />εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο<br />εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΜΕΣΗ TOY ΤΑΞΙΔΙΟΥ</strong></h5>
<p>Χωρίς πικρία, χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο<br />στη μέση του ταξιδιού,<br />τριάντα χρόνια σκίζοντας<br />τις σάρκες μου μ’ αλύπητα μαχαίρια να σ’ εξευμενίσω,<br />στραγγίζοντας με λύσσα και την τελευταία<br />σταγόνα του αίματός μου για να ξεδιψάσεις,</p>
<p>τριάντα χρόνια —αιώνες, κάθε μέρα<br />τη ζωή μου καταστρέφοντας για ν’ αξιωθώ<br />χαρούμενη επιτέλους να σε δω<br />Αρχόντισσά μου—</p>
<p>και να ’μαι τώρα:<br />χωρίς διόλου<br />πικρία, στη μέση του ταξιδιού,<br />χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο,<br />γαλήνιος καρτερώ το θάνατο αφημένος<br />στα χέρια σου.<br />Πες το γλυκό,<br />πλάνο τραγούδι σου, Κυρά μου,<br />καθώς ο ήλιος γέρνει πίσω απ’ τα βουνά<br />και η νύχτα φτάνει. Νανούρισέ με.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Κλείτο Κύρου</p>
<p>Ένα πρωί θα ’ρθουν, δε θα ξεφύγεις<br />—και ποιος, άλλωστε, ξέφυγε ποτέ—<br />άγγελοι μ’ άσπρες μπλούζες, θα σε πάρουν<br />στα χειρουργεία τ’ ουρανού, θα σε ξαπλώσουν<br />σε λευκά σεντόνια τρεις μέρες και τρεις νύχτες να σου βγάλουν<br />το ανάπηρο πουλί που κατοικεί μες στην καρδιά σου,<br />μεθοδικά να σου λειάνουν τις γωνιές του εγκεφάλου<br />που σε ξεχώρισαν φρικτά μέσα στον κόσμο, να σ’ αποδώσουν<br />αρτιμελή και γιατρεμένο, χωρίς τα μαύρα<br />εκείνα στίγματα που σημαδεύουν το κορμί σου<br />να ενταχθείς κι εσύ επιτέλους και να ησυχάσεις<br />να ζήσεις το υπόλοιπο του βίου σου εν ειρήνη.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ</strong></h5>
<p>Όσο για μένα μην ανησυχείτε—<br />είμαι καλά, πολύ καλά.<br />Δεν έχω βέβαια,<br />τίποτα πιά δικό μου, τα ’χασα όλα<br />με του καιρού το πέρασμα ένα ένα<br />όμως βολεύτηκα<br />σε τούτο το ετοιμόρροπο ξενοδοχείο κι οι μέρες μου<br />κυλούν ειρηνικά κι ασπρίζω δίκαια.</p>
<p>Τα βράδια, για να περάσει η ώρα, παίζω<br />χαρτιά με τους ρουφιάνους και τα πουτανάκια,<br />κλέβουμε ο ένας τον άλλο, τσακωνόμαστε,<br />όμως στο τέλος όλα μέλι γάλα.<br />Κάποιος<br />θα φέρει κόκκινο, φτηνό κρασί, άλλος<br />μεζέδες, κι αφού τα κοπανήσουμε για τα καλά<br />θα διασκεδάζουμε μ’ αισχρά και βρωμερά<br />ανέκδοτα ώσπου να φέξει.</p>
<p>Άλλοτε πάλι,<br />κάποια, γλυκά απογεύματα του Σεπτεμβρίου, την ώρα<br />που ο ήλιος γέρνει πίσω απ’ τις οικοδομές κι ακούγεται<br />μέσα στο σούρουπο που κατεβαίνει ακροπατώντας μουσική<br />απόμακρη από φυσαρμόνικα, ο νους μας τρέχει<br />στα ευρύχωρα δωμάτια των παιδικών μας χρόνων<br />στα σπίτια που είδαμε για πρώτη<br />φορά το φως, πριν μας τ’ αρπάξουνε και πριν <br />μας τα γκρεμίσουνε και τότε<br />αγκαλιαζόμαστε όλοι και με φλογερά<br />δάκρυα που μουσκεύουνε τα φτωχικά<br />και παλιωμένα ρούχα μας κομμάτι<br />νιώθουμε να ζεσταίνονται τα κόκαλά μας<br />και το αίμα να κυλάει μια ιδέα πιο γρήγορα<br />στις παγωμένες φλέβες.<br />Λοιπόν,<br />ας είμαστε ολιγαρκείς:<br />κουτσά στραβά<br />δ καιρός περνάει και προσεγγίζουμε<br />επιπλέον και το τέρμα.<br />Ευλογημένο<br />ας είναι τ’ όνομά Του.<br />Να ’στε<br />πάντα χαρούμενοι και ν’ αγαπάτε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ (1994)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 240px;"><strong>Στην Ντίνα</strong></h6>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ (1987-1990)]</strong></h5>
<h5><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Στον Κρίτωνα Ζωάκο</p>
<p>Χιονίζει πάλι σήμερα.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.<br />Θυμάμαι<br />ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν<br />κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο<br />και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.<br />Είχε ανοίξει<br />μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει<br />μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.<br />Τι κάνεις<br />εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;</p>
<p>Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του<br />οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα<br />και μια κακία που δε θα λησμονήσω<br />–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–<br />για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους<br />για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα<br />παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι<br />κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου<br />ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.<br />Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα<br />πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.<br />Αργότερα,<br />όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα<br />να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς<br />της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι<br />πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους<br />παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω<br />τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.</p>
<p>Σήμερα ωστόσο,<br />μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο<br />των πρώτων παιδικών μου χρόνων,<br />χιονίζει πάλι.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.</p>
<p>Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει<br />με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη<br />τις πράξεις και τις παραλείψεις μας<br />τις χαρές και τις λύπες μας<br />τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας<br />τους έρωτες<br />τις φιλίες<br />τα λάθη μας και τις εξάρσεις.</p>
<p>Κατευνάζει την αλαζονεία∙<br />διδάσκει την ισότητα∙<br />χορηγεί την ειρήνη.</p>
<p>Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.<br />Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.</p>
<p>Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Ο ΑΝΤΡΕΑΣ</strong></h5>
<p>Τα βράδια πίνω τον καφέ μου<br />στο καφενείο των τρελών.<br />Πιάνω ένα τραπεζάκι, στη γωνιά,<br />κι ένας ένας έρχονται οι φίλοι μου, καλά<br />παιδιά, αίφνης ο Αντρέας, ο καπετάνιος, με την ωραία,<br />κι ας έλιωσεν απάνω του, στολή, με τα χρυσά<br />σιρίτια του, με το κασκέτο<br />άψογα φορεμένο στο λευκό κεφάλι,<br />έχασα το συμβολισμό μου, καλέ μου<br />κύριε, μου λέει, και δεν είναι<br />ζωή πιά αυτή.</p>
<p>Τον άκουγα καπνίζοντας<br />απανωτά τσιγάρα και μιλήσαμε έτσι<br />πολλήν ώρα, ωσότου ενύχτωσε για τα καλά,<br />ο πόνος της ψυχής είναι φριχτός, κύριέ μου,<br />γι&#8217; αυτό και κάθε Κυριακή πάω στο γήπεδο,<br />εγώ είμαι λάτρης, ξέρετε, του ποδοσφαίρου,<br />γιατί εκεί μαζεύονται πολλοί άνθρωποι μαζί<br />κι είναι μια ζεστασιά, όσο να πεις, και δεν κρυώνουμε<br />γιατί εγώ δεν έχω το συμβολισμό μου<br />κι αυτό που κάνετε τώρα, φίλτατέ μου,<br />για μένα τον φτωχό, τον τιποτένιο, που μ’ ακούτε<br />με τόση προσοχή, εγώ δεν πρόκειται ποτέ<br />να το ξεχάσω και να σας ευλογεί ο Χριστός—<br />και δάκρυα αυλάκωναν, θερμά, το γερασμένο<br />πρόσωπό του.<br />Ο Αντρέας ο καπετάνιος,<br />ο αδερφός μου, στο καφενείο των τρελών.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ARS POETICA</strong></h5>
<p>Όχι στη μαγεία των λέξεων<br />στη λάμψη και στα κουδουνίσματα που βγάζουν<br />όταν χτυπά η μια στην άλλη—<br />όχι στην αλχημεία της γλώσσας</p>
<p>όχι στο λαβύρινθο των πολλαπλών παραπομπών<br />στην αναιμική ποίηση των σοφών εργαστηρίων<br />που βγάζουν δεκαπέντε στίχους<br />και τρεις σελίδες σημειώσεις για να τους στηρίξουν</p>
<p>ναι στις υπέροχες<br />στρογγυλές<br />πολυδύναμες<br />τέλεια σμιλεμένες από τον καιρό<br />λέξεις της γλώσσας μας<br />καθώς κροκάλες μαύρες στο Εμπόριό<br />που βγήκαν λάβα φλογερή απ’ τα σπλάχνα<br />της γης μας και τις ελείανε το κύμα<br />χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια<br />όσο να ’ρθούν να λάμψουν από μέσα τους<br />και να δοξάσουν πάλι την τρομερή καταγωγή τους</p>
<p>όχι στη μεταφυσική με τη γραβάτα<br />στην ’Αγωνία της &#8220;Ύπαρξης με κεφαλαία<br />στα μεγάλα συνθετικά ποιήματα<br />που γράφονται στις διακοπές τα καλοκαίρια</p>
<p>όχι στις ιδέες κοινής χρήσεως<br />στη ρητορεία της αδελφοσύνης <br />στα γλυκερά αισθήματα<br />στα φουσκωμένα λόγια</p>
<p>όχι στον ανώδυνο λυρισμό</p>
<p>ναι στα αιχμηρά πράγματα<br />στην απαράμιλλη λάμψη της απόλυτης γύμνιας<br />στους αδάμαντες των δακρύων</p>
<p>ναι στο ζεστό<br />παντοδύναμο<br />κατακόκκινο αίμα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ‘60</strong></h5>
<p>Ανάμεσα στο φαρμάκι της οχιάς<br />και του λύκου το δόντι<br />μες στην ομίχλη και το φόβο<br />μες στον πανικό<br />και υπό το βλέμμα πάντα των χαφιέδων<br />γνωρίσαμε τον κόσμο εμείς.</p>
<p>Για τούτο είναι τα λόγια μας φτωχά,<br />δίχως εξάρσεις, δίχως μουσική,<br />κι οι στίχοι μας αιμορραγούν συνήθως.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΡΑΚΙ</strong></h5>
<p>Ζηλεύω τους χριστιανούς<br />ζηλεύω τους κομμουνιστές</p>
<p>έχουν τα ευαγγέλια, τους προφήτες τους<br />έχουν στρατιές αγίων και μαρτύρων<br />να δείχνουν σταθερά το δρόμο<br />να ορθοτομούν το λόγο της αλήθειας<br />να έρχονται αρωγοί και σύντροφοι<br />τη δύσκολη ώρα<br />όταν βυσσοδομούν οι αιρετικοί ή όταν<br />ορδές άπιστων εμφανίζονται αιφνιδίως<br />προ των πυλών και κινδυνεύει η Πόλη.</p>
<p>Δεν έμαθαν ποτέ τους τι σημαίνει<br />κατάρα του μυαλού</p>
<p>δεν ξέρουν τι θα πει σαράκι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΗΛΕΦΩΝΟ</strong></h5>
<p>Τηλέφωνο —άπιστο σκυλί<br />σε φροντίζω κάθε μέρα<br />σε ξεσκονίζω<br />να λάμπεις, να ’σαι ωραίο</p>
<p>στην πιο περίοπτη θέση<br />σε θρόνιασα του σαλονιού<br />στην πιο ακριβή κονσόλα</p>
<p>πληρώνω ανελλιπώς τα τέλη σου<br />βρέξει-χιονίσει<br />μη και σου λείψει τίποτα</p>
<p>κι εσύ εκεί<br />μαύρη κατάμαυρή μου σφίγγα<br />αχάριστη<br />υποκρίτρια<br />πεισματικά σωπαίνεις χρόνια τώρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p> </p>
<p>Α, τα ποιήματα<br />που έπαψαν να σαλεύουν στην ψυχή<br />σ’ έκπαγλη νιότη</p>
<p>που γράφτηκαν<br />που τέλειωσαν<br />που κρυσταλλώθηκαν σε λέξεις</p>
<p>που κάποτε<br />–σπανίως–<br />αγγίζει την ακινησία τους μια αληθινή καρδιά.</p>
<p>Σαν τους ωραίους, απαρηγόρητους νεκρούς,<br />όταν, καμιά φορά, αναδύονται στον ύπνο μας<br />με λίγη γύρη αθανασίας στα χείλη.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΡΗΜΩΣΗ (1989-1993)</strong></h5>
<h5><strong>ΚΑΘΙΖΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Γιώργο Αράγη</p>
<p>Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.</p>
<p>Ήταν που ήταν πρόχειρα φτιαγμένος<br />απ’ την αρχή<br />ήταν που κλέψαν οι εργοδηγοί<br />και οι εργολάβοι<br />που βάλανε λειψό χαρμάνι<br />οι αχρείοι</p>
<p>ήρθε από πάνω και η βροχή<br />κι ανοίξανε τα ουράνια<br />και κάθισε<br />και βούλιαξε<br />και γέμισε ρωγμές βαθιές<br />ωσάν πληγές<br />κι ωσάν κραυγή διαμαρτυρίας προς τα άστρα.</p>
<p>Αυτός ο δρόμος έπαθε καθίζηση.<br />Σαν τη ζωή μου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΙΟΝΙ</strong></h5>
<p>Έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p>Χωρίς βιασύνες κι επιπολαιότητες<br />και τις γελοίες αναστολές των αρχαρίων<br />αργά<br />μεθοδικά<br />με άψογο στυλ<br />μου πήρες ένα μεγάλο κομμάτι<br />απ’ την ψυχή μου.</p>
<p>Με σκουριασμένο πριόνι<br />με πετσόκοψες.</p>
<p>Βασιλιά Παντοκράτορα<br />Ύψιστε Νομοθέτη<br />έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Οι ΜΙΚΡΕΣ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ</strong></h5>
<p>Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Κοίτα να πας σε άλλες γειτονιές<br />σε άλλα βουνά και σ’ άλλες θάλασσες—</p>
<p>θα βρεις κι εκεί αρτιμελή, ανίδεα σώματα<br />για να τα μακελέψεις<br />με το κατάμαυρο φτερό σου να μαυρίσεις<br />κι άλλες ψυχές—</p>
<p>κοίτα να λησμονήσεις λίγο τη Θεσσαλονίκη<br />κι αυτόν ο που σε κάρφωσε τόσες φορές<br />άφοβα μες στα μάτια<br />σαν άντρας άλλον άντρα<br />και δεν ελάκισε ποτές στη φριχτή θέα.</p>
<p>Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Γιατί έχω μερικά ποιήματα<br />να φτιάξω ακόμα<br />να τροχίσω εδώ μια λέξη<br />να στιλβώσω εκεί μια φράση</p>
<p>—αυτές οι μικρές εκκρεμότητές μας που λατρεύεις<br />και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις—</p>
<p>να ψάλω και άλλους ύμνους, άλλα εγκώμια<br />όλα για σένα, ’Άρχοντά μου και Δεσπότη μου<br />όλα για τη δόξα, το μεγαλείο και τη δύναμή σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑ</strong></h5>
<p>Προσηλωμένος πάντα<br />στους δρόμους όπου μ’ έταξε<br />η θέλησή Σου,<br />κοιτώντας χαμηλά<br />μην τύχει και πατήσω<br />από τα ταπεινά Σου πλάσματα ούτε ένα,<br />γυμνόν, ανυπεράσπιστο κοχλία,<br />μυρμήγκι, σκουληκάκι, κάμπια,<br />πάντα με αγαθές προθέσεις, με καλό ήθος-<br />γιατί με κακοήθεια μ’ ανταμείβεις;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ</strong></h5>
<p>’Ας γράφουν άλλοι για το έργο σου, ας πουν<br />για την Κυρα-Λισάβετ, την Παρέλαση,<br />το Τελευταίο σου καταφύγιο, τον Σκαρίμπα.<br />Αρμοδιότεροι υπάρχουν, να το κάνουν.</p>
<p>Σ’ έμενα πέφτει ο κλήρος να θυμίσω<br />την άλλη σου διάσταση, τη θρυλική,<br />δόξα και καύχημα των μακεδονικών γηπέδων.</p>
<p>Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ<br />οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν<br />το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ<br />ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.</p>
<p>Ήσουνα πάντα το ίνδαλμά μου.<br />Εσύ<br />στην πρώτη ομάδα, χαρισματικός,<br />κι εγώ αναπληρωματικός, να περιμένω.</p>
<p>Στις προπονήσεις προσπαθούσα να σε μιμηθώ<br />κι από τον πάγκο σε καμάρωνα τις Κυριακές<br />και ζητωκραύγαζα σε κάθε ενέργειά σου.</p>
<p>Τώρα, που ήρθε η ώρα μου να καθιερωθώ<br />—δυόμισι χρόνια παίζω ανελλιπώς<br />στην πρώτη ομάδα—<br />ορκίζομαι σε στάση προσοχής<br />τη θέση σου να μην ντροπιάσω, παλικάρι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΤΩΧΟ ΣΙΟΡΑΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">«Ο σταυρός είναι το αποκρουστικότερο<br />σχήμα που υπάρχει στον κόσμο.»<br />Στον Κυρ-Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη</p>
<p>’Α, που να ξεραθεί το χέρι του, αναφώνησα<br />ο που ετόλμησε να γράψει βλαστήμια τόσο βδελυρή<br />—και τι σαν το ’πε ο Γκαίτε,<br />δεν ήταν ανθρωπάκι σαν κι εμάς κι αυτός,<br />δεν έσφαλλε ποτές του;—<br />να βρίσει το Σταυρό Σου, Χριστέ μου, και τον δικό μου πιά<br />τώρα που αφήνομαι σιγά σιγά στα χέρια Σου<br />τα αιματωμένα, να μου καλύψουνε τη γύμνια<br />του σώματος και της ψυχής—<br />και ευθύς,<br />είσαι μαλάκας, χάραξα οργισμένος<br />στο περιθώριο της σελίδας.</p>
<p>Αργότερα,<br />όταν τον διάβασα ολόκληρον,<br />συχώρα τον, Χριστέ μου, Ικέτεψα<br />—κι έκλαιγα μ’ αναφιλητά—,<br />ετούτος είναι μες στην άρνησή του<br />πιο κι από μένα τον φτωχό για σένα διψασμένος,<br />συχώρεσε το γειτονάκι μου<br />τη φλογερή ψυχή<br />που ξενιτεύτηκε στα εικοσιεφτά του στη Γαλλία<br />που έχασε και γλώσσα και πατρίδα,<br />και στείλε την ουράνια δρόσο Σου και σύντρεξε τον<br />έτσι καθώς έμενα, τον πολύ πιο ταπεινό,<br />ευδόκησε η πονεμένη Σου καρδιά να με συντρέξει.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΡΗΜΩΣΗ</strong></h5>
<p>Είμαι ένας φτωχός και έρημος άνθρωπος πιά<br />όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.</p>
<p>Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν<br />το φαρμακώσανε πολλές φορές<br />το έκαψαν<br />το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.</p>
<p>Άγγελος του Θανάτου με κεραύνωσε<br />σύντριψε την αλαζονεία μου<br />πήρε κομμάτια από σώμα και ψυχή.</p>
<p>Κύριε, εσύ που δέχτηκες<br />φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους<br />στον οίκο Σου<br />δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,</strong><br /><strong>ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ</strong></h5>
<p>Αν πρέπει να τελειώνει, να τελειώνει, Κύριε—<br />δεν διαφωνώ επί της ουσίας πιά<br />δεν διαμαρτύρομαι.<br />Όμως αλλού<br />υπέροχα, με μιαν ανακοπή, συνοπτικός<br />—πού τέτοια τύχη για μας τους παρακατιανούς,<br />για τη φτωχολογιά Σου— κι αλλού<br />να τον αφήνεις να εκτραχηλίζεται<br />να αμαυρώνει τη φήμη Σου στους αιώνες<br />εξαντλώντας όλες τις διαδικασίες<br />περιφέροντας την απόφαση από γραφείο σε γραφείο<br />μη και λείψει καμιά υπογραφή οιμωγής<br />καμιά σφραγίδα πόνου—<br />ο Λιγδιάρης;</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">«Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis nick<br />vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:<br />Σίβυλλα τι θέλεις; respondebat ilia: άποθανειν θέλω »</p>
<p>Μωρέ όχι μόνο αποθανείν <br />όχι μόνο θέλω<br />αλλά και πάραυτα<br />και εκλιπαρώ αποθανείν,<br />και όχι γιατί γέρασα τάχα<br />και χαλεπόν το γήρας και άλλα τέτοια<br />—σωστά, σωστότατα βεβαίως, που φθέγγονται<br />όσοι τα ζήσανε εντούτοις τα χρονάκια τους—<br />άλλα γιατί<br />το σώμα είναι φτωχό και δεν αντέχει<br />έλιωσε πιά<br />και η ψυχή —α, η ψυχή— κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει, με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ</strong></h5>
<p>Αυτά, στο προηγούμενο ποίημα.<br />Ευθύς αμέσως όμως, συντριμμένος,<br />ήμαρτον Χριστέ μου, απολογούμαι,<br />εσύ μονάχα ξέρεις για τα βάσανα<br />του κόσμου και για τις συμφορές που πέφτουν<br />στο κεφάλι μας.<br />Εσύ μόνο κατέχεις το χρυσό<br />κλειδί, που ξεκλειδώνει ένα ένα όλα τα μυστήρια<br />όπου παραπατάει ζαλισμένο το φτωχό μυαλό μας.</p>
<p>Φώτισέ με.<br />Δωσ’ μου τη δύναμη ν’ αντέχω,<br />να τα δέχομαι όλα.</p>
<p>Αγόγγυστα·<br />γαλήνια·<br />εν ειρήνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ (2001)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Δυο ελάχιστοι χώροι, σχεδόν κελιά, ήταν όλο κι όλο το σπίτι. Διάδρομο δεν είχε: ή εξώπορτα άνοιγε κατευθείαν στο μοναδικό δωμάτιο, όπου δεξιά, σου, μια άλλη μικρότερη οδηγούσε στην κουζίνα. ’Αντικριστά της εισόδου, κατά<br />μήκος του τοίχου, υπήρχε ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και, αριστερά, εάν παλιό, μικρό ανάκλιντρο. Την όλη επίπλωση συμπλήρωνε μια αρχαία καρέκλα, βοηθώντας, μαζί με τ’ άλλα δυο έπιπλα που ανάφερα, στο να γεμίζει ό περισσότερος χώρος του δωματίου. Πάνω από το ανάκλιντρο, ένα μικρό, τετράγωνο άνοιγμα στον τοίχο, χρησίμευε για παράθυρο. Από κει εισχωρούσε ένα σκοτεινό φως τα καλοκαίρια κι ακόμα σκοτεινότερο το χειμώνα, γιατί ήταν βορινό και δεν το ’βρίσκε ήλιος. Μόνο τ’ απογεύματα, απ’ την εξώθυρα, που την αφήναν ανοιχτή στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, έμπαινε λίγο φως ήλιου, φτάνοντας ως τη μέση, επειδή το σπίτι ήταν χαμηλό, και για λίγην ώρα, το σιδερένιο κρεβάτι. Τον περισσότερο χρόνο όμως η πόρτα έμενε κλειστή κι έτσι το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο απ’ το μελαχρινό φως που εισέδυε απ’ το βορινό παράθυρο.<br />Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος, κατάκοιτος, ένας άνθρωπος περίπου πενήντα χρονών, μάλλον ψηλός, αποστεωμένος τελείως, γεμάτος πληγές. ’Έμενε μονίμους σχεδόν ανάσκελα, με τα χέρια και τα πόδια τεντωμένα πάνω στα σεντόνια, μακριά, κοκαλιάρικα, δίχως σάρκα. Το δέρμα είχε κολλήσει πάνω στα οστά, που ξεχώριζαν καθαρά, και οι πλευρές μετριούνταν όπως στα σφαγμένα ζώα. Όλο το σώμα του πρόβαλλε κατάσπαρτο από τρύπες, το πρόσωπο, ο λαιμός, το στήθος, τα χέρια, μέχρι κάτω στα δάχτυλα των ποδιών, απ’ όπου, κάθε λίγο, έβγαινε πύο και αίμα και κυλούσε πάνω σε απλωμένα, πάνω από τα λερωμένα, άπλυτα από καιρό σεντόνια, χαρτιά κι εφημερίδες.<br />Ο άνθρωπος ήταν αναγκασμένος να μένει συνεχώς σχεδόν ακίνητος, γιατί και η παραμικρότερη κίνηση προκαλούσε τρομερούς πόνους στις πληγές. Κάθε μέρα, έστρεφε για λίγα λεπτά μόνο στο ένα πλευρό για να ξεμουδιάσει και μετά γυρνούσε πάλι στην ίδια θέση. Ωστόσο, παρ’ όλη τη συνεχή αυτή ακινησία, δεν κατόρθωνε ν’ απαλλαγεί απ’ τους πόνους. Έπασχε από μιάν άγνωστη αρρώστια, που τον βρήκε πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα ήταν παιδί. Εκεί που δεν είχε τίποτα, άρχισε ξαφνικά ν’ αδυνατίζει χωρίς λόγο, ενώ συγχρόνως φάνηκαν κάτι σπυριά στην αρχή που, με τον καιρό, μεγάλωσαν κι έγιναν πληγές που δεν έκλειναν. Έκτοτε δοκίμασε όλα τα γνωστά φάρμακα δίχως αποτέλεσμα και οι γιατροί, που επανειλημμένα τον εξέτασαν, στάθηκε αδύνατο να διαγνώσουν από τι έπασχε.<br />Ο άνθρωπος στην αρχή έλπιζε, ήταν και η ηλικία που μπορεί να ελπίζει κανείς, σιγά σιγά όμως άρχισε να το καταλαβαίνει, να συνηθίζει στην ιδέα της αρρώστιας, στο τέλος το πήρε απόφαση πως δεν επρόκειτο να γιατρευτεί. Σ’<br />αυτό το κρεβάτι έμενε ξαπλωμένος από τότε, σαράντα χρόνια, στην ίδια τον περισσότερό καιρό στάση, βλέποντας το ταβάνι. Κάθε τόσο τιναζόταν από φρικτούς πόνους ουρλιάζοντας και νέο αίμα έτρεχε τότε απ’ τις πληγές. Οι γείτονες είχαν συνηθίσει πιά τις φωνές, δεν διαμαρτύρονταν κι όταν ακόμα ξύπναγαν τρομαγμένοι τη νύχτα: είχαν μπει, κατά κάποιον τρόπο, στη ζωή τους οι φωνές αυτές. Ωστόσο, είχε στιγμές που ηρεμούσε μίση, μία, ακόμα και δύο ώρες, και τότε ήταν σχεδόν ευτυχισμένος, αγαπούσε τα πάντα εκείνη την ούρα: το λερωμένο κρεβάτι, τα παλιά έπιπλα, τη σκόνη, και προπαντός το λίγο, το μετρημένο φως του ήλιου, που έμπαινε απ’ την ανοιχτή πόρτα τα καλοκαίρια. Δεν τον άγγιζε το φως, δεν έφτανε. Κρεμούσε όμως το ένα χέρι κάτω, από τη μια πλευρά του κρεβατιού, και το έψαυε. Είχε μια περίεργη αίσθηση για το φως, αίσθηση που ασφαλώς στερούνται οι υγιείς: όταν άγγιζε τον ήλιο αισθανόταν ν’ αγγίζει κάτι ζωντανό, το ’πιάνε και το χάιδευε όπως χαϊδεύουμε αγαπημένο ζώο.<br />Τον άρρωστο τον υπηρετούσε μια γριά, ψηλή, ξερακιανή, με πρόσωπο τετράγωνο και σκληρά χαρακτηριστικά. Ήταν η μητέρα του. Η ομιλία της βαριά, σχεδόν αντρική, σταθερή, δίχως το παραμικρό σπάσιμο στη φωνή. Το<br />πρόσωπό της γεμάτο βαθιά αυλάκια, που κατέβαιναν κάθετα από τα ρουφηγμένα μήλα στο τετράγωνο πηγούνι, είχε κάτι σκληρό κι αποφασιστικό στην έκφραση. Μιλούσε σπάνια, μόνο για τ’ απαραίτητα, παραστέκοντας τον κατάκοιτο ανόρεχτα, με κινήσεις μηχανικές. Κινούνταν με δυσκολία στον λίγο χώρο ανάμεσα στο κρεβάτι, την καρέκλα και το ανάκλιντρο (που το χρησιμοποιούσε για ύπνο το βράδυ), φρόντιζε τον άρρωστο, καθάριζε τις πληγές, άλλαζε τις λερωμένες εφημερίδες με νέες, του έδινε το φαΐ μέσα στο στόμα, τον βοηθούσε να εκτελεί επί τόπου τις φυσικές του ανάγκες. Αυτό γινόταν όλη την ημέρα από τότε που εκείνος αρρώστησε: μαγείρευε το πρωί στην κουζίνα κι ύστερα, ως το βράδυ, και τις περισσότερες ώρες τη νύχτα,<br />ως τα χαράματα, ξαγρυπνούσε κοντά του. Ποτέ δεν επαναστατούσε μ’ αυτή την κατάσταση πιά: όπως και ο γιός της, το είχε πάρει κι αυτή απόφαση. Αυτό είναι, σκεφτόταν συχνά, και πρέπει να το κάνεις. Ο Θεός σ ’ έκανε για<br />ν’ αλλάζεις πληγές. Της ήταν αδιάφορο εντελώς ότι ζούσε, φρόντιζε τον κατάκοιτο μηχανικά, σαν κάτι που πρέπει να γίνει, που δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αισθήματα δεν είχανε μείνει σ’ αυτή την ύπαρξη, μιλούσε με μετρημένες, άχρωμες, κοφτές κουβέντες, δίχως την παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπο, σαν η φωνή να μην έβγαινε απ’ το στόμα αλλ’ από βαθιά, μεσ’ απ’ τα σπλάχνα. <br />Ο άνθρωπος, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν μπορούσε ποτέ σχεδόν να σκεφτεί, δεν του έμενε καιρός να συνειδητοποιήσει τη μοίρα του: ζούσε όπως ένα τραυματισμένο μυρμήγκι που το πάτησαν αλλά δεν το σκότωσαν η όπως τα άρρωστα, γέρικα άλογα, που πρέπει ακόμα να δουλεύουν. Ωστόσο, σ’ εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ηρεμούσε, έφτανε στο σημείο ν’ αποδέχεται, μ’ ευγνωμοσύνη σχεδόν, πως η ζωή ωραία είναι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ</strong></h5>
<p>Ήταν πρωί όταν κατέβηκε τη σκάλα του ξενοδοχείου και πήρε πάλι τους δρόμους. Το σπίτι το θυμόταν, βέβαια όχι μ’ όλες του τις λεπτομέρειες, αλλά μπορούμε να πούμε πως συγκροτούσε ακόμα στη μνήμη του τα κύρια χαρακτηριστικά του. Ήταν μία μεγάλη, διώροφη μονοκατοικία παλιού ρυθμού, με μεγάλα παράθυρα στον ήλιο, κήπο με οπωροφόρα, σε κάποια ήσυχη γειτονιά, μακριά απ’ το πολυθόρυβο κέντρο της πόλης. Θυμότανε το δρόμο και τον αριθμό του σπιτιού, κι ακόμα, όλους τους κοντινούς μ’ αυτόν δρόμους, αλλά απ’ τον πολύ καιρό που είχε να περάσει απ’ τα μέρη εκείνα, αμφέβαλλε αν θα το ’βρίσκε τελικά, γι’ αυτό και πήρε για κάθε ενδεχόμενο, κι αυτή τη φορά, κι έναν οδηγό πόλεως.<br />Συντελούσε η θαυμάσια, καλοκαιρινή μέρα, ο αέρας που ανέβαινε απ’ τη θάλασσα κι εισχωρούσε δροσερός στα πνεμόνια, και δεν το κατάλαβε πως είχε γίνει κιόλας μεσημέρι όταν έφτασε σε μια μικρή πλατεία και γύρευε να ’βρει την πινακίδα με τ’ όνομά της παίρνοντας με τη σειρά τα σπίτια; Δεν ήξερε. Γευμάτισε πρόχειρα σ’ ένα λαϊκό μαγειρείο, στο πόδι σχεδόν, για να συνεχίσει την αναζήτηση, φοβούμενος μην τον πάρει η νύχτα και δεν προλάβει.<br />Η πλατεία όπου είχε φτάσει ήταν τόπος αφετηρίας πολλών δρόμων, ο ένας απ’ τους οποίους διακλαδιζόταν σ’ άλλους μικρότερους όπου, σ’ έναν απ’ αυτούς, έπρεπε να υπήρχε το σπίτι. Μόλις έστριψε στη γωνία, αμέσως πέρασε σαν σε οθόνη κινηματογράφου, αστραπιαία, από τη μνήμη του, όλη η γειτονιά, ο δρόμος όπου βρισκόταν το κτίριο, τα γειτονικά οικήματα, μερικά μαγαζιά, ένας γέρος που σε μιαν άκρη επαιτούσε, παίζοντας μ’ εν’ αρχαίο ακορντεόν τραγούδια της εποχής. Χαμογελούσε καθώς βάδιζε: ήταν φανερό πως αυτή τη φορά είχε πετύχει: το σπίτι, το δίχως άλλο, θα ’ταν εκεί. Έβαλε τον οδηγό στην τσέπη του αφού δεν του χρειαζόταν πιά και περπατούσε, έτρεχε σχεδόν, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στους έκπληκτους διαβάτες, που γυρνούσαν και τον κοίταζαν άλλοι απορώντας κι άλλοι βρίζοντας χαμηλόφωνα, μέσα στα δόντια τους.<br />Είχε αρκετή ακόμα απόσταση να διανύσει αλλά, καθώς επαλήθευαν μια μια οι παλιές αναμνήσεις όσο προχωρούσε, δεν σκεφτόταν τίποτ’ άλλο από το σπίτι: ούτε την κούραση που αισθανόταν στα πόδια ύστερα από τόσων ωρών συνεχές βάδισμα, ούτε τον ήλο που άρχιζε να χαμηλώνει, να κρύβεται πίσω απ’ τις οικοδομές, αφού δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος να μην προλάβει να φτάσει πριν πέσει η νύχτα: ήταν ζήτημα δέκα λεπτών δρόμου ακόμα.<br />Βρισκόταν τώρα σε μια μεγάλη πάροδο απ’ όπου, προχωρώντας και περνώντας άλλες τρεις παρόμοιες, θα συναντούσε μια άλλη στενότερη, όπου, μπαίνοντας, θ’ αντίκριζε να φράζει την πάροδο η σιδερένια πόρτα του κήπου του παλιού δίπατου σπιτιού. Προχώρησε, πράγματι, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πέρασε τις τρεις παρόδους και πλησίαζε στη γωνιά της τέταρτης. Εκεί, έπρεπε να ήταν ένα περίπτερο και, πλάι, ο γέρος με το ακορντεόν, που τώρα δεν θα ζούσε βέβαια. Πραγματικά, ήταν εκεί το περίπτερο και, στην άλλη γωνιά, κάτι γνώριμα μαγαζιά. ’Έσπευσε ακόμα λίγο λαχανιασμένος, πήρε τη στροφή. Μπροστά του απλωνόταν ένας ολόισιος, ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που χανόταν στο βάθος του ορίζοντα δίχως τίποτα να τον φράζει.<br />Εκείνη τη στιγμή κάτι τον τσίμπησε, κανένας κοριός μάλλον η καμιά ψείρα, και ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του και ψαχουλεύοντας στο σκοτάδι γύρισε κάποιον διακόπτη. Ένα ποντίκι, αιφνιδιασμένο απ’ το έξαφνο φως, άφησε στη μέση κάτι που ροκάνιζε κάτω από ένα τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου, έκανε ένα γύρο ταχύτατα στις γωνιές σαστισμένο, για να πάει να χωθεί μετά στην τρύπα του, κάτω από τα σαρακοφαγωμένα σανίδια του πατώματος. Ο άνθρωπός μας, έτριψε τα μάτια του για λίγο, με άτρεμο, σταθερό χέρι, γύρισε το διακόπτη κι έπεσε να συνεχίσει τον ύπνο του.<br />Έμενε, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ελεεινό ξενοδοχείο, μαζί με πόρνες, λαθρέμπορους και σκοτεινούς ανθρώπους του υπόκοσμου. Το σπίτι του το είχε χάσει πολλά χρόνια πριν, όταν ακόμα, ήταν έφηβος. Βολεύτηκε, από τότε, σ’ αυτό το παλιοξενοδοχείο, που, σιγά σιγά σχεδόν τ’ αγάπησε, το ’κάνε δεύτερο σπίτι του. ’Αγάπησε τις ετοιμόρροπες, ξύλινες σκάλες, που έτριζαν, τα λερωμένα σεντόνια όπου πλάγιαζε, τα δυο τρία άθλια έπιπλα, σκεπασμένα από παχύ στρώμα σκόνης και λέρας χειμώνα—καλοκαίρι, το σαρακοφαγωμένο δάπεδο όπου περιδιάβαζαν τη νύχτα, ανενόχλητα, τα τρωκτικά, αγάπησε τους μεσονύχτιους καβγάδες και τις φωνές των κοινών γυναικών, που έμεναν στα πλαϊνά δωμάτια και μάλωναν, ενίοτε, με τους δύστροπους και απαιτητικούς πελάτες, έγινε φίλος, γρήγορα, μ’ όλο τον υπόκοσμο που έμενε εκεί.<br />Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να νοσταλγεί το παλιό, δίπατο σπίτι του, με τον κήπο του και τα πολλά του τα δέντρα. ’Αναρίθμητες φορές το γύρεψε, έκανε μέρες ολόκληρες περπατώντας, πόσα χιλιόμετρα δεν διάνυσε, αφήνοντας κατά μέρος όλες του τις δουλειές, για να το εντοπίσει. Φτάνοντας, τέλος, στη διαπίστωση, πως άμα χάσει κανείς μια φορά το σπίτι του δεν μπορεί πιά να το βρει, είχε περιοριστεί από καιρό τώρα να το αναζητεί, σπανίως βέβαια κι αυτό, στον ύπνο του. </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΑΤΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<p>Καμιά φορά τα βράδια, όταν ησυχάζουν οι θόρυβοι κι οι δικοί μου κοιμούνται στα διπλανά δωμάτια, δεν ξέρω τι με σπρώχνει να σκαλίζω παλιές φωτογραφίες και προπαντός να στέκω στις δικές σας. Είναι βέβαια και οι άλλοι, αγαπημένοι κι αυτοί καθώς εσείς, δεν λέω, όμως να, πως η το πω, υπάρχει ο τρόπος, δεν χρειάζονται γι’ αυτούς φωτογραφίες. Μπορώ να τους ξυπνήσω, καθώς χαμογελούν αχνά μέσα στον ύπνο τους, και να τους αγκαλιάσω σφιχτά για να βεβαιωθώ- μπορώ να τους μιλήσω, ν’ ακούσω τη φωνή τους, να μυρίσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίνει το σώμα τους και έχει ποτίσει όλα τους τα ρούχα. Όμως με σας; Που τέτοιες δυνατότητες. Σήμερα, βέβαια, υπάρχουν τα μέσα, για τη φωνή τουλάχιστον. Παίρνεις ένα μαγνητόφωνο κι εγγράφεις τη φωνή, και την έχεις πρόχειρη όταν τη χρειαστείς. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, που να βρεθεί τέτοιο πράμα -μόλις που είχαν αρχίσει να εισάγονται τα διαβολικά αυτά μηχανήματα απ’ το εξωτερικό, και ήταν πανάκριβα.<br />Θυμάμαι, στην προτελευταία τάξη του γυμνασίου, είχανε φέρει στο σχολείο τη μαγική συσκευή, για ν’ αρχίσουμε, λέει, να συνηθίζουμε σιγά σιγά στις τεχνολογικές επινοήσεις της εποχής μας. Περνούσαμε ένας ένας μπροστά στο μικρόφωνο, οι δύο ρόδες περιστρέφονταν αργά, με μιάν αλάνθαστη και παντοδύναμη σοφία, λέγαμε ο καθένας ό,τι του κατέβαινε την ούρα εκείνη, κι ύστερα ακούγαμε τη φωνή μας μ’ επιφωνήματα έκπληξης αλλά και με γέλια, μόλις περνούσε το πρώτο ξάφνιασμα, γιατί οι περισσότεροι είχαμε πάρει ύφος προηγουμένως, και συνήθως κοροϊδεύαμε τους καθηγητές μας, απομιμούμενοι την προσποιητή αυστηρότητα της φωνής τους και το, καθιερωμένο πιά, σούφρωμα των φρυδιών. <br />Μένουν, λοιπόν, οι φωτογραφίες, η λάμπα του γραφείου μου και ο μεγεθυντικός μου φακός. Φτωχά σύνεργα, δε λέω, ξεπερασμένα, όμως κάτι πετυχαίνει κανείς και μ’ αυτά.<br />Να, λόγου χάρη, αυτή η νεανική φωτογραφία σου, πριν παντρευτείς και κάνεις οικογένεια, όταν, εργένης και ρέμπελος γλεντζές καθώς ήσουν, παίρνατε τα σαββατοκύριακα, με τον αχώριστο φίλο σου τον Γιάννη Μανωλίδη, τις κοπέλες σας, και χανόσασταν σ’ ακρογιαλιές η σε δάση. Εδώ, στη ρίζα ενός πλατάνου, στο Χορτιάτη, με το κορίτσι σου αγκαλιά, και πάνω ο Γιάννης, στα κλαδιά, να προσπαθεί να πιάσει το δικό του, που του έχει, βλέπω, ξεφύγει, και σαν κατσίκι σκαρφαλώνει επιδέξια προς την κορυφή, με μιάν ανάλαφρη κίνηση, χαριτωμένη, του κορμιού.<br />Εδώ, πάλι, αρκετά χρόνια αργότερα, με τη μητέρα, στην Έδεσσα, ανάμεσα σε νερά τρεχούμενα και πλούσια βλάστηση. Όρθιοι, οι δυο σας μόνο σε πρώτο πλάνο, στο βάθος κιόσκι τουριστικό και —κουκκίδες— δυο τρία παιδιά που κυνηγιούνται, έχεις περάσει το δεξί σου χέρι απαλά γύρω από το λαιμό της, φοράς ψαθάκι του παλιού καλού καιρού ριγμένο προς τα πίσω μόρτικα, τα κεφάλια σας μόλις που γέρνουν ακουμπώντας μεταξύ τους αλαφρά, και οι δυο ντυμένοι του συρμού, με τριαντάφυλλο, αν δε γελιέμαι, στην κομβιοδόχη σου, το δεξί πόδι σου με χάρη διπλωμένο πάνω στ’ άλλο, γέλιο ανέμελο δίχως καμιά σκιά όσο κι αν ψάχνω, αγναντεύοντας μακριά, σάμπως τον ουρανό, με μιάν ανεπαίσθητη κλίση, προς τα πίσω, του κεφαλιού σου.<br />Την ίδια χαριτωμένη στάση, η μάλλον κίνηση, το ίδιο ανέμελο ύφος έπαιρνες, θυμάμαι, όταν, χρόνια μετά, γυρνώντας τις μικρές ώρες σπίτι, σουρωμένος θα ’ρθω πάλι στην παλιά σου γειτονιά, ακουγόταν η φωνή σου να τραγουδά, κι από τη μισανοιγμένη πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου, καθώς το φως που άναβες στο σαλόνι με ξυπνούσε ξαφνικά, σ’ έβλεπα να κάνεις αδέξια τα βήματα του ρεμπέτικου χορού, πηγαίνοντας σιγά σιγά προς το διπλανό δωμάτιο, όπου η μητέρα ξαγρυπνούσε περιμένοντάς σε, και προσπαθώντας έτσι να της πάρεις τον αέρα, να την εξευμενίσεις με γέλα και με τραγούδια, σαν να μην ήξερε τι έκανες όλες αυτές τις ώρες, που ξενυχτούσες κάθε βράδυ, που έχανες ό,τι με τόσο κόπο και αγωνία οικονομούσες την ήμερα.<br />Μες στο σκοτάδι, στήνοντας τ’ αυτί, άκουγα τα παράπονα της μητέρας, ενώ εσύ προσπαθούσες να την καλοπιάσεις. Δε θα τα ξαναπιάσω στα χέρια. μου, σ’ το υπόσχομαι —ήταν η συνηθισμένη σου καταφυγή, και μια φορά θυμάμαι που σ’ άκουσα, μ’ αναφιλητά που δεν προσπαθούσες καθόλου να τα κρύψεις, να κλαις, χτυπώντας με απελπισία τις γροθιές σου στο κομοδίνο, δίπλα στο μεγάλο σιδερένιο σας κρεβάτι. Συνήθως, βέβαια, η μητέρα σε συγχωρούσε, αν και το ήξερε πια πως τα ίδια θα επαναλαμβάνονταν ακριβώς και την άλλη μέρα, και όλες τις άλλες, οπούς χθες και προχθές, τόσα χρόνια τώρα, και τότε αρχίζατε τα χάδια και τα φιλιά κι εγώ έγερνα, ήσυχος πιά, ανακουφισμένος, να συνεχίσου τον ύπνο μου, χαμογελώντας, με ικανοποίηση σχεδόν, μες στο σκοτάδι.<br />Κάποτε, ωστόσο, άρχιζε να κλαίει εκείνη, πνίγοντας τους λυγμούς της στο μαξιλάρι, κι εσύ τότε γινόσουν έξω φρένων, φώναζες και της μιλούσες με τον χειρότερο τρόπο, κι άρχιζε μια λογομαχία αλύπητη, που δεν έλεγε, θαρρείς,<br />να τελειώσει. ’Α, τι βαριές κουβέντες αλλάζατε τότε, θεέ μου, τι άγρια, σπαραχτικά λόγια, ώσπου ν’ ακούσω το χαρακτηριστικό τρίξιμο του κρεβατιού που σήμαινε ότι, αποκαμωμένοι πιά να σχίζετε τις σάρκες σας, γυρίζατε πλάτη με πλάτη και βουλιάζατε ο καθένας στη γωνιά του, μουρμουρίζοντας, μέσα στα δόντια του, τα δικά του.<br />Κάτι τέτοιες νύχτες ήτανε, που ενώ, σε λίγο δεν ακουγόταν το παραμικρό απ’ την κρεβατοκάμαρά σας -σημάδι πως είχατε, ήδη, βυθιστεί στον πρώτο ύπνο-εγώ, στριφογυρνούσα, ως το πρωί σχεδόν, στο αναστατωμένο μου στρώμα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κλείσω μάτι, και, την αυγή, καθώς μου έφερνε το γάλα η μητέρα, απορούσε όταν της παραπονιόμουν διαρκώς για πονοκέφαλο, περίεργο, λέγοντας, εσύ, μικρό παιδί, να μην μπορείς να κοιμηθείς, να υποφέρεις από τώρα από αϋπνίες.<br />Τα τελευταία χρόνια, αν και ανέκαθεν ήτανε τέτοιο το σκαρί σου -ξερακιανός αλλά στητός, στεγνός αλλά μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική λεβέντικη κορμοστασιά των ορεσίβιων προγόνων σου του Πόντου— άρχισες λίγο λίγο να<br />χλομιάζεις, να χάνεις το αγέρωχο σου ύφος, κι ένα παράπονο να γράφεται στις κόγχες των ματιών σου. Άρχισες να μην έχεις όρεξη, να κουράζεσαι γρήγορα, κάτι μικρό ενοχλήσεις όταν ουρούσες, λίγο αίμα αργότερα, και ο γιατρός να σου το πει έτσι ξεκάθαρα, χωρίς προσχήματα. Τι γρήγορα ήρθαν όλα τ’ άλλα, θεέ μου, τι γρήγορα έρχονται, παρ’ όλα όσα λένε.<br />Μου μένουν βέβαια τώρα οι φωτογραφίες σου, κιτρινισμένες ίσως λίγο απ’ τον καιρό, θαμπές, η λάμπα του γραφείου μου και ο μεγεθυντικός μου φακός. Φτωχά σύνεργα, δε λέω, ξεπερασμένα, όμως κάτι πετυχαίνει κανείς και μ’<br />αυτά.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ο Ανέστης Ευαγγέλου διαβάζει δύο ποιήματά του</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ.m4v" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/6Ns-AcKpnBc?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ποίηση Ανέστης Ευαγγέλου</strong><br /><strong>Μουσική Κώστας Λειβαδάς</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Φορές - φορές συλλογίζομαι /Μίλτος Πασχαλίδης-Κώστας Λειβαδάς" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/3v8Aqlj3R54?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Ποίηση: Ανέστης Ευαγγέλου</strong><br /><strong>Μουσική: Κυριάκος Σφέτσας</strong></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Υπόγεια Ρεύματα - Με παραχαραγμένη τη ζωή μας | Ypogeia Revmata - Me paraharagmeni ti zoi mas" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/PJKTtYZm3i4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</strong></h4>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ: </strong></h5>
<h6><strong>ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ </strong><br /><strong>Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός (Εκδόσεις Σοκόλη 2006)</strong></h6>
<p><strong>Α. ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Ας δούμε όμως αναλυτικά τις ποιητικές συλλογές και τις συγκεντρωτικές<br />εκδόσεις, καθώς και τα συγκεκριμένα εμπειρικά και βιωματικά δεδομένα που<br />τες μεταπλάθουν.</p>
<h6><strong>1. Περιγραφή εξώσεως, Θεσσαλονίκη 1960.</strong></h6>
<p>Ο ποιητής περιγράφει ως εξής βιβλιογραφικά τη συλλογή, όπως και όλες τις<br />εκδόσεις άλλωστε ως το 1985, σε «Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα», που έστειλε στις 3.2.1986 στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και αντίγραφό του βρίσκεται στο Αρχείο (ΙΙ.3.1): «Περιγραφή εξώσεως. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη από τον εκδοτικό οίκο Μ. Τριαντάφυλλου Υιοί, σε 500 αντίτυπα. Περιέχει 22 ποιήματα, γραμμένα από το 1956 ως το 1960, ποιήματα που, πριν δημοσιευτούν σε βιβλίο, είχαν υποβληθεί στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1960 τιμήθηκαν με Δ’ Έπαινο (Βραβείο δεν απονεμήθηκε τη χρονιά εκείνη). Σελ. 30».<br />Η επιγραφή (μότο) της συλλογής («Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω ποιος είμαι/έχασα το σπίτι μου») προέρχεται από την πρώτη ενότητα («I», στίχ. 23-24) της συλλογής του Γιώργου Θέμελη (1900-1976) Δενδρόκηπος (1955) [= Ποιήματα Θεσσαλονίκη 1969] και προαναγγέλλει με σαφήνεια χαρακτηριστική τη θεματική της συλλογής. Από τα είκοσι δύο ποιήματα τα μισά, όσα κατέχουν τις θέσεις 1, 4, 5, 7, 8,11,12,16,17, 18,19, είναι άτιτλα, ενώ στα περιεχόμενα σημαίνονται με τον πρώτο στίχο ή τις πρώτες φράσεις του. Θα τιτλοφορηθούν οριστικά, για συγκεκριμένους πρακτικούς λόγους, στη συγκεντρωτική έκδοση<br />του 1974, οπότε και θα προστεθούν άλλα δύο ποιήματα. Θεματικός πυρήνας είναι η απώλεια του προγονικού σπιτιού, η «έξωση από το προγονικό σπίτι» για την ακρίβεια («Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί»), και η υποχώρηση <br />του ποιητή στα ενδότερα της ύπαρξης. Το ποιητικό υποκείμενο, έχοντας χάσει το σπίτι του, βρίσκεται εκτεθειμένο μέσα σ’ έναν κόσμο εχθρότητας και φθοράς. Ερείπια, χαλάσματα, σκοτάδι, ομίχλη και λασπωμένοι δρόμοι συνθέτουν το καινούριο τοπίο, στο οποίο καλείται να υπάρξει. Μέσα σ’ αυτόν τον άξενο χώρο, που προκαλεί το αποκρουστικό αίσθημα του ερπετού κάτω από τα ρούχα («Θέλω, ακόμα, να πω»), το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιά, οδύρεται, δραπετεύει εντέλει στη χώρα του μύθου, που ενσαρκώνει η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, η εποχή της άγνοιας και της αθωότητας, η οποία στα μάτια του παίρνει το σχήμα του χαμένου παραδείσου. Καθώς όμως η επιστροφή είναι αδύνατη, η αναζήτηση, δειλά έστω, στρέφεται στην ανίχνευση των αιτίων του αδιεξόδου αλλά και στην εξεύρεση, ανεπιτυχή ακόμα, οδών διαφυγής, όπως οι άλλοι κι ο Θεός. Ένας τρόπος διάσωσης του προσώπου εντοπίζεται για μια στιγμή στην τέχνη της ποίησης. Ωστόσο το ποιητικό υποκείμενο δεν αρκείται σ’ αυτό. Μπροστά στην αναγκαιότητα αποδέχεται την οδύνη, αρκεί να αντισταθμίζεται από την ανθρώπινη αλληλεγγύη.</p>
<h6><strong>2. Μέθοδος αναπνοής, Θεσσαλονίκη 1966.</strong></h6>
<p>«Μέθοδος αναπνοής. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1966 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη, σε 300 αντίτυπα. Περιέχει 23 ποιήματα, γραμμένα από το 1960 ως το 1965. Σελ. 31» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Την επιγραφή της συλλογής αποτελούν δύο στίχοι της προηγούμενης: «Εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ / εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος» («Εδώ», στίχ. 6-7). Αυτό σημαίνει πως η εσωτερική εξορία του ποιητικού υποκειμένου συνεχίζεται. Τα μοτίβα παραμένουν τα ίδια, αν εξαιρέσει κανείς την παραίτηση από την αναζήτηση του χαμένου παραδείσου της παιδικής<br />ηλικίας. Βέβαια επείγει κι εδώ το πρόβλημα της στέγης, καθώς μεγαλώνει η εχθρότητα του περιβάλλοντος, ομολογείται όμως η αλλοτρίωση και αναγνωρίζεται επίμονα η αναγκαιότητα αποδοχής της κατάστασης, ενώ αναφαίνεται για πρώτη φορά το μοτίβο «ζωή-σκευωρία». Το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί πως η μοναξιά του δεν είναι μοναδική, αλλά η όποια απόπειρα υπέρβασής της αποβαίνει άκαρπη. Καθώς ούτε κι ο Θεός αποκρίνεται στις εκκλήσεις του, δεν του μένει παρά να καταφύγει στην ποίηση, που στην περίπτωσή του σώζει ως «μέθοδος αναπνοής». Κείμενα ποιητικής τα περισσότερα, δείχνουν μια «επικίνδυνη» άφεση στην καλλιτεχνική ψευδαίσθηση, ενώ ο τόνος γίνεται οξύτερος, καθώς το αδιέξοδο φαντάζει πλήρες.<br />Τον ίδιο μήνα του 1966 εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και η πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων Το ξενοδοχείο και το σπίτι, ιδιωτικά κι αυτή, με πέντε κείμενα και μια παράλληλη θεματική, ένα είδος προ-ποιητικού υλικού.</p>
<h6><strong>3. Αφαίμαξη ’66-70, Θεσσαλονίκη 1971.</strong></h6>
<p>«Αφαίμαξη ’66-’70. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 1971 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη, σε 500 αντίτυπα. Περιέχει 25 ποιήματα, γραμμένα από το 1966 ως το 1970. Σελ. 42» («Βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή ανοίγει μ’ ένα προλογικό ποίημα («Στον αναγνώστη»), που εφιστά την προσοχή του αναγνώστη στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίσει τα κείμενα, και μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη επιγράφεται «Το κακό παιχνίδι» και περιλαμβάνει δεκαέξι ποιήματα. Έχει ως επιγραφή ένα στίχο από την προηγούμενη συλλογή: «Θε μου, πέσαμε θύματα απάτης» («Θύματα απάτης», στίχ. 20). Η δεύτερη, με τίτλο «Ανάβαση» και οχτώ ποιήματα, δανείζεται κι αυτή ως επιγραφή ένα στίχο από την ίδια συλλογή: «Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος» («Είναι πολλοί», στίχ. 5). Οι θεματικοί άξονες προαναγγέλθηκαν ήδη. Από τη μια, η ζωή, όπως παρουσιάζεται στην καθημερινότητά της, καταπιεστική, εξοντωτική, «καταγώγιο» («Κατάθεση»), «σκευωρία» («Νύχτα περίλαμπρη»), «παιχνίδι σικέ» («Ένα παιχνίδι σικέ»), «διαδικασία σταδιακής εξαπατήσεως» εντέλει («Η κατάληξη»). Από την άλλη, η ιδεολογική ωρίμανση και η ενεργητική στάση απέναντι στα πράγματα. Εγκαταλείπεται πια το προγονικό σπίτι και η στέγαση συντελείται στην προσέγγιση με τους άλλους. Η κοινωνική οπτική φαίνεται να παρακολουθεί τους ιστορικούς καιρούς (δικτατορία του 1967), κατονομάζοντας αδίσταχτα τους ενόχους κι αποδίδοντας σαφώς τις ευθύνες. Και βέβαια δεν απολείπει η ποιητική αυτοαναφορά: η ποίηση-πουλί, η ποίηση-θηρίο, ο ποιητής-κηπουρός αλλά κι ο ποιητής-θύμα. Οι θεματικές πάροδοι ελάχιστες: η μνήμη των μακρινών νεκρών και το πέρασμα του χρόνου.</p>
<h6><strong>4. Τα ποιήματα (1956-1970), Θεσσαλονίκη 1974.</strong></h6>
<p>«Συγκεντρωτική, ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε το 1974 στη Θεσσαλονίκη από<br />το τυπογραφείο Α. Συνάπαλος και Σία, σε 1500 αντίτυπα, με εξώφυλλο και<br />γραφική επιμέλεια του Δ. Καλοκύρη. Περιέχει τα ποιήματα των προηγούμενων τριών συλλογών, με την προσθήκη δύο ανέκδοτων ποιημάτων (“Ενδοστροφή”, “Σαν τους ξενιτεμένους”). Σελ. 101» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η έκδοση επιχειρήθηκε να γίνει από τα «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου, αλλά τελικά ναυάγησε λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Εκδόσεις. Ο λόγος αυτής της επιδίωξης εξηγείται παραστατικά από τον ποιητή σε μια από τις επιστολές που έστειλε στον εκδότη των «Κειμένων»:</p>
<p>Έχω βγάλει μέχρι τώρα 3 ποιητικά βιβλία. Το πρώτο το ’60 σε 300 αντίτυπα, το δεύτερο το ’66 σε 300 πάλι και το τελευταίο πέρσυ, σε 500 &#8211; όλα ιδιωτικές εκδόσεις. Όπως έχω γράψει και του Έκτορα [Κακναβάτου], και όπως και σεις πολύ καλά γνωρίζετε, οι εκδόσεις αυτές ήταν και είναι καταδικασμένες. Βγάζεις το βιβλίο σου, το στέλνεις σε πέντε-δέκα ανθρώπους που καταλαβαίνουν, λογοτέχνες (και που, αλλιώς, απαξιούν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ν’ αγοράσουν βιβλίο ομοτέχνου τους, ιδίως νέου, θεωρώντας το γόητρό τους προσβλημένο) και σε δυο τρεις εφημερίδες και περιοδικά, παίρνεις ύστερα υπομάλης τα αντίτυπα και τα γυρίζεις από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο αντιμετωπίζοντας τα εχθρικά βλέμματα των βιβλιοπωλών -όταν δεν σε αποπέμπουν κιόλας «δεν παίρνουμε, κύριε, ποιήματα»- τέλος δίνεις όσα κατορθώσεις να δώσεις και ύστερα από ένα χρόνο πας και τα μαζεύεις σαν ένοχος ή τα εγκαταλείπεις εντελώς, γιατί ντρέπεσαι να πας και να σου πουν «πουλήθηκε ένα ή δύο αντίτυπα» ή, πολλές φορές, και κανένα. Έτσι, τα βιβλία είναι σα να μη βγήκαν ποτέ, εφ’<br />όσον δεν έφτασαν στον άλλο, δεν έγιναν γέφυρα επικοινωνίας.<br />(27.1.1972, AAE.VII.4.34)</p>
<p>Το θέμα των ιδιωτικών εκδόσεων είναι κεντρικό στο έργο του Ευαγγέλου. Ο ποιητής θα τυπώσει ιδιωτικά τις εφτά από τις δεκαπέντε εκδόσεις του -εξαιρείται η ανεπίσημη Οι άλλου για τον Ευαγγέλου-, που συμβαίνει μάλιστα και οι εφτά να αφορούν το λογοτεχνικό του έργο: πέντε ποιητικές συλλογές, πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων και πρώτη έκδοση των<br />πεζογραφημάτων. Το γεγονός μάλλον δεν είναι τυχαίο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια με την εκδοτική περιπέτεια της ποιητικής συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα και της δεύτερης συγκεντρωτικής έκδοσης Τα ποιήματα (1956-1986).<br />Με δεδομένη τη στάση του ποιητή να μην επεμβαίνει στο προγενέστερο έργο του, οι διαφοροποιήσεις στη συγκεντρωτική έκδοση του 1974 δεν μπορεί παρά να είναι ελάχιστες, πέρα βέβαια από τα στοιχεία στίξης και ορθογραφίας, και όλες εκτός του κειμενικού σώματος. Στα άτιτλα ποιήματα της πρώτης συλλογής Περιγραφή εξώσεως η συγκεντρωτική βάζει τίτλους, όπως ήδη επισημάνθηκε, που τους παίρνει ατόφιους από τα περιεχόμενα της συλλογής και που συνήθως είναι ο πρώτος στίχος ή οι πρώτες φράσεις του: 1 («Ποιος μπορούσε λοιπόν να φανταστεί»), 4 («Μα πώς λοιπόν μεγάλωσε τόσο»), 5 («Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα»), 7 («Αν θρηνώ»), 8 («Ω εσύ, πράγμα αρπαγμένο»), 11 («Θέλω, ακόμα, να πω»), 12 («Υπάρχουν άνθρωποί»), 16 ‘Τούτο τον κίνδυνο»), 17 («Πού οδηγούμαι λοιπόν Θεέ μου»), 18 («Δεν την αρνιέμαι την οδύνη»), 19 («Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς»). Η τιτλοφόρηση υπαγορεύτηκε από συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν τε τη σύγχυση που προκλήθηκε στην Ανθολογία συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως 1930-1960 των Άρη Δικταίου &#8211; Φαίδρου Μπαρλά (Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1961, σσ. 177-178), όταν κάτω από δύο έντιτλα ποιήματα, Ομίχλη» και «Πρόλαβε, ποίηση», οι ανθολόγοι παρέθεσαν, προφανώς από απροσεξία, δύο, άτιτλα τότε, ποιήματα («Θέλω, ακόμα, να πω» και «Υπάρχουν άνθρωποι») στην πρώτη περίπτωση και ένα, άτιτλο επίσης («Τούτο τον κίνδυνο»), στη δεύτερη. Σύγχυση που, κατά το πρώτο της μέρος, αναπαράγεται και στην ποιητική ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού. Η δεύτερη και σημαντικότερη βέβαια διαφοροποίηση έχει να κάνει με την προσθήκη δύο ποιημάτων, τα οποία «χρονικά και συναισθηματικά», όπως γράφει ο ποιητής στη σημείωση της έκδοσης (σ. 101), «ανήκοντας στο κλίμα και στην εποχή που γράφτηκε η συλλογή Περιγραφή εξώσεως, έμειναν ως τώρα ανέκδοτα και ενσωματώνονται εδώ, βρίσκοντας τη θέση τους, στον φυσικό τους χώρο». Πρόκειται για το ποίημα «Ενδοστροφή», που παίρνει τη 19η θέση, ανάμεσα στα ποιήματα «Δεν την αρνιέμαι την οδύνη» και «Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς», και για το ποίημα «Σαν τους ξενιτεμένους», που μπαίνει μπροστά από το τελευταίο ποίημα «Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από μακρύ ταξίδι». Τέλος στο ποίημα «Ανάβαση» της τρίτης συλλογής Αφαίμαξη ’66-ΎΟ προστίθεται ένα κενό ανάμεσα στους στίχους 13-14, προφανώς για να τονιστεί η κοινωνική συνειδητοποίηση, που δηλώνεται στους στίχους 14-16.</p>
<h6><strong>5. Το διάλειμμα, Θεσσαλονίκη 1976.</strong></h6>
<p>«Το διάλειμμα. Ιδιωτική έκδοση. Τυπώθηκε τον Ιανουάριο του 1976 στη Θεσσαλονίκη από το τυπογραφείο “Κρόνος”, Ν. και Κ. Σουρνόπουλος, σε 650 αντίτυπα, με εξώφυλλο και γραφική επιμέλεια του Δ. Καλοκύρη. Περιέχει 27 ποιήματα, γραμμένα από το 1972 ως το 1975. Σελ. 43» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή, που ανοίγει μ’ ένα προλογικό ποίημα, «Το φως», και κλείνει μ’ ένα επιλογικό, «Στην καταφρόνια και στη φτώχεια», μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Στο καμίνι» και περιλαμβάνει δεκατρία ποιήματα, ενώ η δεύτερη, «Μετά την καύση», δώδεκα. Βασική θεματική της συλλογής αποτελεί το λυτρωτικό γεγονός του έρωτα. Στην πρώτη ενότητα εκφράζεται η έκπληξη και η υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία που προκαλεί η αναπάντεχη επίσκεψη της χαρμόσυνης στιγμής. Στιγμής που υπογραμμίζεται εντονότερα, καθώς βρίσκει το ποιητικό υποκείμενο αγριεμένο σε μια εποχή στέρησης και ερημιάς. Η ερωτική ευφροσύνη το ημερώνει, μεταποιεί το σκότος σε φως και παγώνει το χρόνο καταργώντας το θάνατο, παρόλο που δεν απουσιάζει ολότελα και η υποψία του τέλους μέσα στην έξαρση της ευδαιμονίας. Το δεύτερο μέρος γίνεται στοχαστικότερο. Ύστερα από το πάθος έρχεται η ώρα της περισυλλογής και της φιλοσοφικότερης θεώρησης των πραγμάτων. Κάτω από τη νέα οπτική το ποιητικό υποκείμενο επισημαίνει τη σπουδαιότητα της προσφοράς και τη φωτεινή πλευρά της ζωής, αν και βυθίζεται στην απελπισία, κάθε που απομακρύνεται για λίγο από το αντικείμενο του πόθου.<br />Για Το διάλειμμα λέει ο ποιητής σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΤ-1 («Τέχνη και πολιτισμός», 17.4.1989) και που κείμενο και αντίγραφά της βρίσκονται στο Αρχείο του (II.3.3, III.26, 27) [περ. Εντευκτήριο 50 Απρίλιος- Ιούνιος 2000) 74]:</p>
<p>Ο έρωτας εισβάλλει τροπαιοφόρος, θα μπορούσε κανείς να πει, στο βιβλίο αυτό: το λαμπαδιάζει και το φεγγοβολεί αναγεννητικά απ’ την αρχή ως το τέλος. Στο πρώτο μέρος της συλλογής, παρακολουθούμε την έλευση και τη νίκη του έρωτα πάνω στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, στη φθορά και στο θάνατο, ενώ στο δεύτερο, βλέπουμε τη μεταμόρφωση του ερωτευμένου προσώπου, μεταμόρφωση που το συμφιλιώνει λυτρωτικά με τους ανθρώπους και με τα πράγματα του κόσμου τούτου, ακόμα και με το αποτρόπαιο σκουλήκι του τάφου, ωσάν φανέρωμα κι αυτό της αιώνιας και παντοδύναμης συνέχειας της ζωής. Γενικά, πιστεύω ότι το βίωμα αυτό είναι το πιο φωτεινό μέσα σε όσα έχω γράψει.</p>
<p>Αν όμως το βίωμα αυτό είναι το πιο «φωτεινό», την ίδια στιγμή συμβαίνει να είναι και το πιο προσωρινό, όπως ο ίδιος και πάλι γράφει σε σημείωση της συνέντευξής του προς το Θανάση Θ. Νιάρχο, δέκα χρόνια νωρίτερα:</p>
<p>Τέλος, σ’ ένα επίπεδο ιδιωτικό αυτός, που δεν είναι όμως διόλου άσχετο με τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές δομές, αντίθετα μάλιστα, επηρεάζεται βαθύτατα, κάποτε ακόμα και καθορίζεται τελεσίδικα από αυτές, υπάρχει βέβαια ο έρωτας, που παραμένει πάντα μια υπέροχη δυνατότητα, ένα παράθυρο που μας δόθηκε για την ελπίδα, αλίμονο όμως πολύ εύθραυστο για το αδέξιο φέρσιμο των ανθρώπων μας προσφέρθηκε ο τρόπος της εξόδου προς το φως, αλλά όχι και η δύναμη ν’ αντέξουμε για πολύ, συνηθισμένοι στο σκοτάδι, την εκτυφλωτική του λάμψη &#8211; ακόμα μια, ανάμεσα σ’ άλλες, απόδειξη της Ασυναρτησίας.<br />(«Συνομιλία με τον Θανάση Θ. Νιάρχο», Ανάγνωση και γραφή, σσ. 112-113)</p>
<h6><strong>6. Τα χάι-κάί, «Κέδρος», Αθήνα 1978.</strong></h6>
<p>«Τα χάι-κάι. Τυπώθηκε τον Απρίλιο του 1978 στην Αθήνα από τις εκδόσεις “Κέδρος”, σε 1.000 αντίτυπα. Περιέχει 116 ποιήματα, γραμμένα από το 1976 ως το 1977. Σελ. 44» («Βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Τα ποιήματα κατανέμονται σε τέσσερις ενότητες: «Νεκροί του Νοέμβρη» (1-11), «Άρρωστα χρόνια» (1-45), «Της αγάπης» (1-28), «Άστεγα» (1-32). Οι τίτλοι των ενοτήτων είναι εύγλωττοι. Επιστρέφει εδώ η κοινωνική θεματική, η οποία συνδέεται με την εμπειρία της εφτάχρονης δικτατορίας (1967-1974).<br />Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στους νέους που θυσιάστηκαν στο Πολυτεχνείο στις 17 του Νοέμβρη 1973. Η πύλη του Πολυτεχνείου και οι νεκροί καθαγιάζονται στα μάτια του ποιητικού υποκειμένου, ενώ ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Διομήδης [Κομνηνός] (1956-1973) κι ο Αλέξανδρος [Παναγούλης] (1939-1976). Η δεύτερη ενότητα αναφέρεται στα δύσκολα χρόνια της εφταετίας. Μοτίβα επανερχόμενα εδώ η μητριά πατρίδα, τα βασανιστήρια, η δίωξη των ποιητών και των ονειροπόλων, οι τύψεις του ποιητή για την αδυναμία του να πράξει σαν τους ήρωες, η ποίηση-άλλοθι, το σπίτι-βόλεμα, το εχθρικό περιβάλλον των δεινοσαύρων. Η τρίτη ενότητα χτίζεται στις μνήμες της ερωτικής εμπειρίας: η ιαματική δύναμη της αγάπης, το φύτρωμα των φτερών στους ώμους και η τυραννική παρουσία της μνήμης είναι ορισμένα από τα μοτίβα της ενότητας αυτής. Η τελευταία στεγάζει τα ποιήματα που δε χώρεσαν στις προηγούμενες, προφανώς γιατί δεν ταίριαζαν με το συγκεκριμένο εμπειρικό πυρήνα τους. Αναφέρονται κι αυτά πάντως σε όψεις του έρωτα και του θανάτου αλλά και σε όψεις της ποίησης και της ποιητικής.<br />Τους λόγους που επέβαλαν την καταφυγή στην ιδιότυπη μορφή του χάι-κου εξηγεί ο ποιητής στο κείμενο της τηλεοπτικής του συνέντευξης, που όμως κατά το μέρος αυτό δε μεταδόθηκε (ό.π.):</p>
<p>Αν εξαιρέσει μάλιστα κανείς καμιά δεκαπενταριά όλο κι όλο ποιήματα της μιάμισης ή των δύο το πολύ σελίδων στο σύνολο της εργασίας μου, κανένα άλλο ποίημα δεν ξεπερνά σε έκταση τη μια σελίδα, ενώ πάρα πολλά αρκούνται σε δέκα ή δεκαπέντε μόνο στίχους. Στα Χάι-κάι τώρα, για ν’ απαντήσω στο ερώτημα σας (που, ας σημειωθεί, γράφτηκαν την εποχή που έγραφα κάποια από τα ποιήματα της Απογύμνωσης, του επόμενου δηλαδή βιβλίου μου, 1976 ως 1977) κατέφυγα από μιαν ανάγκη που αισθάνθηκα κάποια στιγμή να πειθαρχήσω σε μια αυστηρότατη και άκρως απαιτητική ποιητική φόρμα, όπου σε τρεις μόνο στίχους δεκαεφτά συνολικά συλλαβών, θα έπρεπε να κλείνω ένα πλήρες ποιητικό σύμπαν αυτή τη φορά, με την αυτοτέλεια και την αυτάρκεια του ακαριαίου λόγου.</p>
<p>Τον ίδιο χρόνο ο ποιητής συγκεντρώνει ανεπίσημα σ’ έναν πρόχειρο τόμο το μεγαλύτερο μέρος των κριτικών -μαζί και ορισμένες επιστολές ή αποσπάσματά τους- που γράφτηκαν για το ως τότε έργο του κάτω από τον τίτλο Οι άλλοι για τον Ευαγγέλου (Θεσσαλονίκη). Η έκδοση προοριζόταν για τους μελετητές και τους ανθολόγους και έλυνε προβλήματα πρακτικής φύσης<br />όπως γράφεται στη σημείωση της δεύτερης σελίδας.</p>
<h6><strong>7. Απογύμνωση, «Εγνατία», Θεσσαλονίκη 1979.</strong></h6>
<p>«Απογύμνωση. Τυπώθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις “ΕΓΝΑΤΙΑ/σειρά ΤΡΑΜ”, σε 1.000 αντίτυπα, με δύο σχέδια του Π.Χ. Μάρκογλου. Περιέχει 26 ποιήματα, γραμμένα από το 1970 ως το 1978. Σελ. 46» («Βιοβιβλιογραφικό σημείωμα του Ανέστη Ευαγγέλου», ό.π.).<br />Η συλλογή θυμίζει την Αφαίμαξη ’66-70 από πολλές απόψεις. Ύστερα aπό ένα προλογικό ποίημα («Αίνος»), που υπογραμμίζει την ανεξάντλητη αντοχή της ποίησης, κατανέμει τα υπόλοιπα είκοσι τέσσερα σε δύο ενότητες, όπως και η Αφαίμαξη: «Η κωμωδία», με εννιά ποιήματα, και «Το πανδοχείο», με δεκάξι. Ως επιγραφή και στα δύο μέρη επιλέγονται στίχοι της Αφαίμαξης, διόλου τυχαία ασφαλώς. Για το πρώτο: «Νύχτα περίλαμπρη με τα βεγγαλικά, φωταψίες, τραγούδια, μέθη και χορούς,/ωραία παγίδα στολισμένη μ’ άνθη» («Νύχτα περίλαμπρη», στίχ. 1-2)· για το δεύτερο: «Βρέθηκα στο καταγώγιο-/μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα» («Κατάθεση», στίχ. 1-2). Κωμωδία, και μάλιστα «φρικτή» («Η κωμωδία»), δεν είναι παρά το «Το κακό παιχνίδι» της Αφαίμαξης, η ζωή της οδύνης και της ματαιότητας, η ζωή -εμπαιγμός. Ο ποιητής- μάρτυρας του καιρού του, ο ποιητής-έρημο στρουθί, τα έρημα κρεβάτια της νύχτας, η ευωδιά των δακρύων, η λάμψη της οδύνης, η πρόσληψη της ποίησης η νύχτα που θα εξισώσει ανθρώπους και ποιήματα, είναι οι επιμέρους όψεις της βασικής θεματικής δομής στην πρώτη ενότητα. Στη δεύτερη το κέντρο καταλαμβάνει απόλυτα η ασχήμια του κόσμου. Πανδοχείο «βρωμερό» ο κόσμος («Πανδοχείο»), «φαρμακωμένο» το αγέρι («Φαρμακωμένο αγέρι»), η ζωή παραχαραγμένη» («Με παραχαραγμένη τη ζωή»), και το ποιητικό υποκείμενο κάνει έκκληση στους κατατρεγμένους να συνειδητοποιήσουν τις αιτίες της μοίρας τους και να περάσουν στη δράση, σμίγοντας με τους συντρόφους. Την ίδια στιγμή διχάζεται ανάμεσα στην αναγκαιότητα της δράσης και στο ιδεολογικό αδιέξοδο, ενώ και πάλι σπαράσσεται από τις τύψεις για τη διάσταση λόγου και πράξης που το χαρακτηρίζει. Τύψεις που εντείνονται όλο και περισσότερο, καθώς έχει την ικανότητα να βλέπει πίσω από τους καθρέφτες, δείχνοντας τους ενόχους.<br />Το 1981 κυκλοφορούν στη Θεσσαλονίκη από τον εκδοτικό οίκο «Παρατηρητής» τα κείμενα λογοτεχνικής κριτικής Ανάγνωση και γραφή και το 1985, από τις Εκδόσεις της Αθήνας «Νεφέλη» αυτήν τη φορά, σε δεύτερη έκδοση και με την προσθήκη δύο ακόμα κειμένων, τα πεζογραφήματα Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά.</p>
<h5><strong>8. Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, «Ιδίοις αναλώμασιν», Θεσσαλονίκη 1987.</strong></h5>
<p>Πρωτοκυκλοφόρησε το 1987 στη Θεσσαλονίκη, ιδιωτικά και πάλι, με σχέδιο και επιμέλεια εξωφύλλου του Μάρκου Μέσκου, και περιέχει είκοσι πέντε ποιήματα, που γράφτηκαν από τον Ιανουάριο του 1981 ως τον Οκτώβριο του 1986. Ο όρος «Ιδίοις αναλώμασιν» προέρχεται από τον τίτλο της έκδοσης Ιδίοις αναλώμασιν. Μια συλλογική έκδοση, που πραγματοποίησαν το 1985<br />στη Θεσσαλονίκη ποιητές, πεζογράφοι και κριτικοί της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η συλλογή επιχειρήθηκε να εκδοθεί από οίκο της Αθήνας, όπως φαίνεται από τη σχετική αλληλογραφία του Ευαγγέλου, αλλά η απόπειρα δεν ευοδώθηκε. Σε επιστολή του προς τον Αντώνη Φωστιέρη ο ποιητής εκθέτει την αδυναμία του να εκδώσει τη συλλογή στην Αθήνα, κατονομάζοντας οίκους και εκδότες στους οποίους απευθύνθηκε, και εκφράζει τη βαθιά του πίκρα γι’ αυτήν την αντιμετώπιση:</p>
<p><em>Αντώνη, είμαι πενήντα χρονώ και έχω πίσω μου μια κάποια ιστορία με το «κερατένιο επάγγελμα του λογοτέχνη». Δεν είμαι αυτός που θα κρίνει την ιστορία αυτή! Για ένα πράγμα, ωστόσο, είμαι βέβαιος: Στο θηρίο της ποίησης πρόσφερα τις σάρκες μου πάντα μ’ εμπιστοσύνη, με αγόγγυστη προθυμία και με ανένδοτη ειλικρίνεια. Και φτάνω τώρα, «στη μέση του ταξιδιού», να γράψω μερικά από τα καλύτερα ποιήματα μου, τα πιο ώριμα, τα πιο σπαραχτικά υπαρξιακά κείμενα που αξιώθηκα ποτέ, -είμαι βέβαιος ότι κι εσύ θα το διαπιστώσεις όταν τα διαβάσεις- και δεν έχω τον τρόπο να τα κοινοποιήσω, να φτάσουν στους ανθρώπους, τη στιγμή που άλλοι, με πολύ μικρότερη θητεία στην ποίηση, τα καταφέρνουν θαυμάσια. Τι συμβαίνει, αλήθεια; Είμαι άραγε τόσο ανάξιος, τόσο κακός ποιητής;</em></p>
<p>(14.10.1983 [1986], AAE.VII.1.55)</p>
<p>Η εξήγηση του γεγονότος από τον ίδιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αν μάλιστα πάρει κανείς υπόψη του και το ναυάγιο, έναν περίπου χρόνο νωρίτερα, της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του από τις Εκδόσεις<br />«Νεφέλη»:</p>
<p><em>Αποφάσισα λοιπόν να τυπώσω πρώτα τη συλλογή μου και, για το σκοπό αυτό, κατέβηκα στην Αθήνα το Σεπτέμβρη εις αναζήτησιν εκδότη. Δυστυχώς δεν κατάφερα τίποτα. Διαπίστωσα ακόμα μια φορά, ότι αν δεν είσαι δικτυωμένος</em><br /><em>με τα κατεστημένα κυκλώματα που ελέγχουν σήμερα την πνευματική μας ζωή, είσαι χαμένος «από χέρι». Τίποτε και καμιά δύναμη, δεν μπορεί να τα βάλει μαζί τους. Η αξία, η αυθεντικότητα, η αθωότητα της ποίησης, είναι πολύ ανίσχυρες, αν δεν συνοδεύονται από άλλα προσόντα, για να παλέψουν με τους πνευματικούς ελέφαντες του λεκανοπεδίου. Αποφάσισα λοιπόν να εκδώσω, ιδίοις αναλώμασιν, τη συλλογή μου.</em></p>
<p>(Επιστολή προς Δημήτρη Μαλακάση -Τσέκο, 26.10.1986, AAE.VII.2.27)</p>
<p>Οι τόνοι στη συλλογή αυτήν έχουν χαμηλώσει οριστικά και η θεματική έχει<br />αλλάξει ριζικά. Υπάρχουν βέβαια τα γνώριμα μοτίβα της απώλειας του σπιτιού, των κατατρεγμένων, η ποίηση-βάσανο και η ποίηση-ζώο, η ιδεολογική διάψευση, ο κόσμος-πανδοχείο, μαζί με ορισμένα καινούρια αλλά περιορισμένα, όπως η διάψευση των ονείρων της νιότης και το σημάδεμα του φεγγαριού. Κυρίως όμως υπάρχει η παραδοχή του θανάτου. Ο χρόνος που πέρασε απάλυνε τις μνήμες, που τόσο νωρίς και τόσο βαθιά σημάδεψαν τον ποιητή. Οι αγαπημένοι νεκροί αναδύονται από το βάθος του καιρού με τις θνητές τους συνήθειες, επανεντάσσονται στη ζωή και γίνονται μέρος της καθημερινότητας. Το ποιητικό υποκείμενο συνδιαλέγεται ή απλώς συναντιέται μαζί τους στο σπίτι ή στο δρόμο, πάντα απροσδόκητα, ενώ δεν απουσιάζουν και οι νωπές εκδοχές του θανάτου, όπως του δεκατετράχρονου αγοριού και του αγαπημένου φίλου.</p>
<p>Για την αίσθηση θανάτου που αναδίδει η συλλογή ο ποιητής λέει στην<br />τηλεοπτική του συνέντευξη (ΑΑΕ.ΙΙ.3.3, ΙΙΙ.26,27 = περ. Εντευκτήριο 50, ό.π.,75-76):</p>
<p>Υπάρχουν αρκετά επιτύμβια ή μάλλον ποιήματα διαλόγου με αγαπημένους<br />νεκρούς. Ωστόσο δε νομίζω ότι από αυτή τη συλλογή βγαίνει μια αίσθηση θανάτου τόσο όσο μια αίσθηση αποδοχής, στωικής αποδοχής του θανάτου. Αποδοχής που έχει να κάνει με την ωριμότητα ή, αν θέλετε, με τη δύσκολη ηλικία των πενήντα, όπου στενεύουν κάποια περιθώρια, αλλά και αποκτάται η γνώση ότι καθετί που έχει μιαν αρχή είναι σωστό, δίκαιο και τελικά κατευναστικό, να έχει και κάποιο τέλος.</p>
<p>Εκτενέστερα θα μιλήσει για τα θεματικά αλλά και τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της συλλογής λίγο αργότερα σε επιστολή του προς το Γιώργο Αράγη (7.2.1990, AEE.VII.3.14).37 Συγκεκριμένα, ανακρούοντας την άποψη του κριτικού, που βλέπει στη συλλογή «εμπειρική στασιμότητα και καμιά ουσιαστική εμπειρική διαφοροποίηση από την αμέσως προηγούμενη συλλογή, την Απογύμνωση», θα πει σχετικά με τη θεματολογία της συλλογής:</p>
<p>Εγώ λοιπόν, αντίθετα, πιστεύω ότι όχι μόνο από την Απογύμνωση, αλλά και από όλο το υπόλοιπο έργο μου, η Επίσκεψη διαφοροποιείται σημαντικά, όχι μόνο στο πεδίο της εμπειρίας, αλλά και όσον αφορά την ίδια την ποιητική.<br />Γιατί είναι η πρώτη φορά που: Πρώτον: Ο θάνατος, άλλοτε ως επικρεμάμενη άμεση απειλή «στη μέση του ταξιδιού», άλλοτε ως γεγονός που αφορά αγαπημένα πρόσωπα του οικογενειακού ή φιλικού μου περιβάλλοντος, εισβάλλει τόσο καθοριστικά στο σώμα των ποιημάτων (π. χ. Η Επίσκεψη, Βροχούλα φθινοπωρινή του ελέους, Χιόνι της Μοίρας, Λουκάς Βενετούλιας, Η Συνάντηση, Υπεραστική Συνδιάλεξη, Η εμφάνιση, Στη μέση του ταξιδιού, Η επέμβαση, Υστερόγραφο) και χρωματίζει τόσο έντονα τη συλλογή μου. (Βέβαια, καιπαλαιότερα ο θάνατος έκανε την εμφάνισή του σε πολλά από τα ποιήματά μου αλλά αυτό γινόταν κατά κανόνα έμμεσα, με τη μορφή της φθοράς. Ποτέ σχεδόν, και πάντως ποτέ τόσο κυριαρχικά και βίαια, ως άμεση απειλή του βιολογικού τέλους.) Δεν είναι τυχαίο, λ.χ., ότι για πρώτη φορά υπάρχουν εδώ ποιήματα όπου οι ζωντανοί συνδιαλέγονται με τους νεκρούς σχεδόν άνετα, ζουν από τώρα μαζί, σαν να μην υπάρχει τίποτε που να τους χωρίζει.</p>
<h6><strong>9.Τα ποιήματα (1956-1986), «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1988.</strong></h6>
<p>Η έκδοση, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του ποιητή, είχε μια περιπέτεια ανάλογη με εκείνη της συγκεντρωτικής του 1974. Επρόκειτο αρχικά να γίνει το 1986 από τη «Νεφέλη», μαζί με την έκδοση των πεζογραφημάτων Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά -αυτή έγινε-, αλλά ο εκδότης υπαναχώρησε και, καθώς δεν υπήρχε συμβόλαιο, η έκδοση τελικά ματαιώθηκε, σύμφωνα με τα λεγάμενα του Ευαγγέλου. Στο ζήτημα της έκδοσης αυτής από μεγάλο οίκο της Αθήνας ο ποιητής έδινε ιδιαίτερη σημασία, όπως δείχνουν οι επιστολές που έστειλε σε μια σειρά φίλους λογοτέχνες, ζητώντας τους συχνά να μεσολαβήσουν. Σε μια από αυτές προς τον Κώστα Στεργιόπουλο εξηγεί τους λόγους που τον αναγκάζουν να απευθυνθεί σε οίκους της Αθήνας κι όχι της Θεσσαλονίκης. Κατά τα γραφόμενά του, οι εκδοτικοί οίκοι της πόλης του, τους οποίους αριθμεί σε τρεις και κατονομάζει, είναι άσχετοι με την έκδοση ποιητικών κειμένων, με αποτέλεσμα να κάνουν εκδόσεις «από αισθητική άποψη, εντελώς απαράδεκτες», και είναι «ξεκομμένοι από τα μέσα ενημέρωσης», ενώ, θεωρώντας τη λογοτεχνία «συμπλήρωμα της προσφοράς τους», την προωθούν ελάχιστα (18.4.1985, AAE.VII.1.36).<br />Τελικά η έκδοση θα γίνει στη Θεσσαλονίκη από τον «Παρατηρητή» και θα συμπεριλάβει όλες τις συλλογές που είχαν κυκλοφορήσει ως το 1987, ενώ τα χρονικά όρια του τίτλου αναφέρονται προφανώς στο χρόνο γραφής των<br />ποιημάτων. Συνεπής στη γνωστή, από τη συγκεντρωτική έκδοση του 1974, διακηρυκτική του αρχή να μην επεμβαίνει στο προγενέστερο έργο του, ο ποιητής διατηρεί τη μορφή των κειμένων, αλλάζοντας ελάχιστα μονάχα τη στίξη και διορθώνοντας τα ορθογραφικά λάθη. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα της Απογύμνωσης Πανδοχείο», που εδώ παρατίθεται χωρίς τους τελευταίους στίχους:</p>
<p>11 Αχ, μήτε ο θάνατος δε θα μπορέσει<br />να μας ξεπλύνει από τις αποτρόπαιες<br />πράξεις μας.</p>
<p>Ο ποιητής είναι πολύ προσεκτικός, όταν παρατηρεί ότι η αλλαγή αυτή «δε συνιστά μεταγενέστερη επέμβαση αλλά μια δεύτερη μορφή (παραλλαγή) του ποιήματος, παραλλαγή που το 1978, χρονιά που τέλειωσε η γραφή του, υπήρχε ήδη αλλά δεν είχε τότε προτιμηθεί, και τώρα προκρίνεται ως ισότιμη με την πρώτη και καταχωρείται εδώ χωρίς να την αναιρεί» (σημείωση Α&#8217;. β, σ. 251).<br />«Ισότιμη» βέβαια η παραλλαγή είναι τρόπος του λέγειν, μια και, απουσιάζοντας από τη συγκεντρωτική έκδοση, καταδικάζεται στην αφάνεια της επιμέρους συλλογής. Η μοναδική αυτή επέμβαση ίσως δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι για τους συγκεκριμένους στίχους είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του, τον καιρό που πρωτοεκδόθηκε η Απογύμνωση, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα αγαπητό στον ποιητή:</p>
<p>Πάρα πολύ μ’ αρέσει και το της σελ. 25 [«Πανδοχείο»], μολονότι εδώ θα είχα να κάνω μια (διόλου υποχρεωτική) παρατήρηση. Νομίζω πως οι τρεις τελευταίοι στίχοι μπορούσαν και να λείπουν. Το νόημα και η συγκίνηση ολοκληρώνονται ήδη. Έχω την υποψία ότι και σένα σε προβλημάτισαν λίγο αυτοί οι στίχοι.<br />(Επιστολή προς Ανέστη Ευαγγέλου, Ηράκλειο Αττικής,<br />[23.6.1979], AAE.VIII.7.1· βλ. και σ. 671)</p>
<p>Δυο χρόνια αργότερα, το 1990, κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη, από τον «Παρατηρητή» και πάλι, το κείμενο &#8211; μανιφέστο του ποιητή Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική, που μοιράζεται σε εννιά, αριθμητικά τιτλοφορημένες, ενότητες. Το ποιητικό αυτό δοκίμιο φαίνεται να έχει υπόψη του κυρίως τη συλλογή του Γιώργου Θέμελη Arspoetica (Θεσσαλονίκη 1974), η οποία επίσης τιτλοφορεί αριθμητικά τις δώδεκα ενότητές της.</p>
<h6><strong>10. Το χωνί και η ερήμωση, «Χειρόγραφα», Θεσσαλονίκη 1994.</strong></h6>
<p>Η τελευταία συλλογή -και η μοναδική με αφιέρωση (στην Ντίνα)-, που κυκλοφορεί το Φεβρουάριο, δύο μήνες πριν από το θάνατο του ποιητή, μοιράζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη, «Το χιόνι (1987-1990)», περιλαμβάνει εννιά ποιήματα, ενώ η δεύτερη, «Ερήμωση (1989-1993)», δεκατρία, γραμμένα όλα στα χρόνια της ασθένειας. Το πρώτο μέρος συνεχίζει να κινείται κατά βάση στην κατεύθυνση της προηγούμενης συλλογής: συνάντηση με το νεκρό μικρό αδερφό στο πρώτο και πιο εκτεταμένο ποίημα της ενότητας, η ποιητική σταδιοδρομία και η ποιητική τέχνη, η μοναξιά και η ιδεολογική διάψευση. Το δεύτερο αναφέρεται εξολοκλήρου στην αγωνία που προκαλεί η εμπειρία του επικείμενου θανάτου. Το ποιητικό υποκείμενο, ολότελα ακάλυπτο μπροστά στην αμείλικτη στιγμή του τέλους, βιώνει βασανιστικά τον αβάσταχτο πόνο του σώματος. Στην οριακή αυτήν κατάσταση διαμαρτύρεται, αντιστέκεται, κάνει επείγουσες εκκλήσεις στο Θεό, την ίδια στιγμή που ειρωνεύεται και σαρκάζει τη μεροληπτική αγαθότητά του και τον παραλογισμό του θανάτου.<br />Τον ίδιο μήνα κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη, από τον «Παρατηρητή» αυτήν τη φορά, το τελευταίο έργο του Ευαγγέλου Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970). Ανθολογία, 1994, με εκτενή εισαγωγή του Γιώργου Αράγη.</p>
<p>Αυτές είναι οι οχτώ ποιητικές συλλογές και οι σημασιολογικές τους δομές. Μια συνολικότερη θεώρησή τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε ορισμένες γενικότερες παρατηρήσεις. Οι έξι από τους οχτώ τίτλους είναι συμβολικοί και υποδηλώνουν γενικά το<br />θέμα τους. Μία δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένο θεματικό πεδίο (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), ενώ μια άλλη έχει τίτλο τεχνοτροπικό (Τα χάι-κάι). Με εξαίρεση την ειδική περίπτωση αυτής της τελευταίας, όλες οι άλλες συλλογές κινούνται ανάμεσα στα είκοσι και είκοσι εφτά ποιήματα: 24 (Περιγραφή εξώσεως), 23 (Μέθοδος αναπνοής), 25 (Αφαίμαξη ’66-’70), 27 (Το διάλειμμα), 116 (Τα χάι-κάι), 26 (Απογύμνωση), 25 (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), 20 (Το χιόνι και η ερήμωση). Σύνολο: 286 ποιήματα. Ή 170, αν εξαιρεθούν τα 116 της συλλογής Τα χάι-κάι, που έτσι κι αλλιώς έχουν έναν άλλο, ιδιότυπο, χαρακτήρα λόγω της σύντομης και πάγιας μορφής τους. Κατά μέσο όρο οι συλλογές κυκλοφορούν κάθε τέσσερα περίπου χρόνια, με πιο<br />κοντινές μεταξύ τους Το διάλειμμα (1976), Τα χάι-κάι (1978) και την Απογύμνωση (1979). Αν παραμερίσουμε τις δύο πρώτες από αυτές τις τελευταίες (163 ποιήματα οι δυο μαζί, πάνω από το μισό της συνολικής παραγωγής), οι οποίες γράφονται παράλληλα με τα ποιήματα της Απογύμνωσης, κάτι που διαπιστώνεται πρώτη και τελευταία φορά, συνιστώντας κι από την άποψη αυτή διάλειμμα, θεματικό η πρώτη, τεχνοτροπικό η δεύτερη, τότε ο μέσος όρος ανέρχεται σε πέντε τόσα χρόνια. Όχι μικρός, για να γραφούν είκοσι, σύντομα εν γένει ποιήματα, της μιας σελίδας, τέσσερα το χρόνο. Το γεγονός πως στο μεταξύ γίνονται κι άλλες εκδόσεις δεν αλλάζει σε τίποτα τα πράγματα, γιατί ο Ευαγγέλου είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, ποιητής.<br />Δύο συλλογές παίρνουν τον τίτλο τους ενόλω ή ενμέρει από ποιήματά τους (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, Το χιόνι και η ερήμωση). Πέντε από τις οχτώ (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Τα χάι-κάι, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση) μοιράζουν τα ποιήματά τους σε ενότητες, θεματικά οι τέσσερις πρώτες, η πέμπτη και χρονολογικά. Σε δύο ενότητες μοιράζουν τα ποιήματα οι τέσσερις (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση) και σε τέσσερις η ειδική περίπτωση Των Χάι-κάι. Όταν οι ενότητες είναι δύο, υπάρχει προλογικό ποίημα (Αφαίμαξη ’66-’70, Το διάλειμμα, Απογύμνωση) &#8211; σε μια περίπτωση και επιλογικό (Το διάλειμμα). Η επωνυμία των ενοτήτων αντλείται από τίτλο ποιήματος τους σε τρεις συλλογές: Αφαίμαξη<br />’66-’70, Απογύμνωση, Το χιόνι και η ερήμωση. Στην τελευταία μάλιστα συλλογή η συναρμογή είναι στενότερη, καθώς οι τίτλοι των δύο ποιημάτων δεν είναι μονάχα τίτλοι των ενοτήτων, αλλά ανάγονται και στον τίτλο της συλλογής.<br />Τρεις συλλογές έχουν επιγραφή (Περιγραφή εξώσεως, Μέθοδος αναπνοής, Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα). Όταν όμως η συλλογή μοιράζεται σε δύο μέρη, οι επιγραφές μεταφέρονται στις ενότητες σε δύο περιπτώσεις (Αφαίμαξη ’66-’70, Απογύμνωση), σε μία δεν υπάρχουν καθόλου (Το διάλειμμα), ενώ σε άλλη μία υποκαθίστανται κατά κάποιον τρόπο από τους χρόνους γραφής (Το χιόνι και η ερήμωση). Με εξαίρεση την επιγραφή της πρώτης συλλογής, που είναι ξένη, όλες οι άλλες, συλλογών και ενοτήτων αλλά όχι ποιημάτων, είναι αυτοπαραθέματα, τα οποία αντλούνται κατά κανόνα από την προηγούμενη κάθε φορά συλλογή.41 Παράλληλα τίτλοι ποιημάτων γίνονται συχνά τίτλοι ενοτήτων, ενώ σπανιότερα τίτλοι ποιημάτων ή ενοτήτων γίνονται τίτλοι συλλογών. Αυτή η αναγωγή τίτλων από τα ποιήματα στις ενότητες και στις συλλογές αλλά κι ο τρόπος που μπαίνουν οι επιγραφές σε συλλογές και ενότητες παρουσιάζουν μια ορισμένη συμμετρία, όπως διαφαίνεται από τον πίνακα που ακολουθεί (όπου Ε= επιγραφή):</p>
<p>Τίτλοι συλλογών<br />Περιγραφή εξώσεως Ε(ξένη) ενοτήτων ποιημάτων<br />Μέθοδος αναπνοής<br />Αφαίμαξη ’66-’70 Ε Το κακό παιχνίδι Ε Ένα παιχνίδι σικέ<br />Ανάβαση Ε Ανάβαση<br />Το διάλειμμα Στο καμίνι<br />Μετά την καύση <br />Τα χάι-κάι Νεκροί του Νοέμβρη<br />Άρρωστα χρόνια<br />Της αγάπης<br />Άστεγα <br />Απογύμνωση Η κωμωδία Ε Η κωμωδία<br />Το πανδοχείο Ε Το πανδοχείο<br />Η επίσκεψη και άλλα Ε <br />ποιήματα Η επίσκεψη<br />Το χιόνι και η ερήμωση Το χιόνι (1987-1990) Το χιόνι<br />Ερήμωση (1989-1993) Ερήμωση</p>
<p>Η συμμετρία δομικής υφής, που διαπιστώνεται από τον πίνακα, φαίνεται να στηρίζεται σε μια ανάλογη διευθέτηση των σημασιολογικών δομών. Στις δύο πρώτες συλλογές, Περιγραφή εξώσεως και Μέθοδος αναπνοής, τα βασικά θέματα είναι η έξωση από το σπίτι των προγόνων, η εχθρότητα και η σήψη του κοινωνικού χώρου, το επικοινωνιακό αδιέξοδο. Το ποιητικό υποκείμενο αντιμετωπίζει απολύτως αρνητικά το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να ενταχθεί και, μην έχοντας τη συνείδηση και τη δύναμη να παλέψει τις αντιξοότητες, υποχωρεί στα ενδότερα, παρόλο που αναζητά στηρίγματα στον<br />έξω κόσμο: στους άλλους, στο Θεό. Σ’ αυτήν τη φάση η πιο κοντινή διέξοδος είναι η ποίηση, επιλογή που γρήγορα αποδεικνύεται αναποτελεσματική, καθώς η ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου για ουσιαστική επικοινωνία<br />υπερβαίνει το ψεύδος-υποκατάστατο της τέχνης. Αυτή η οντολογική διάσταση μετασχηματίζεται σε κοινωνική στην τρίτη συλλογή Αφαίμαξη ’66-’70, κυρίως στη δεύτερη ενότητά της, και παγιώνεται με τις συλλογές του 1976 Το διάλειμμα και του 1978 Τα χάι-κάι, για να κορυφωθεί στη συλλογή του 1979 Απογύμνωση, και πάλι κατεξοχήν στη δεύτερη ενότητα. Οι συνθήκες ζωής, πολιτικές και κοινωνικές, ωθούν το ποιητικό υποκείμενο στην υπέρβαση της εσωτερικής του εξορίας και στην προσέγγιση με τους άλλους, η οποία έχει δύο μορφές: την αρχέγονη του έρωτα (Το διάλειμμα και η τρίτη ενότητα «Της αγάπης» της συλλογής Τα χάι-κάι) κι εκείνη της κοινωνικής ένταξης ή και της στράτευσης (Αφαίμαξη ’66-’70, οι δύο πρώτες ενότητες της συλλογής Τα χάι- κάι «Νεκροί του Νοέμβρη» και «Άρρωστα χρόνια» και Απογύμνωση). Αυτήν τη διαδικασία εξόδου από τον ατομικό χώρο και ένταξης στον κοινωνικό αποδίδει ο ποιητής με τον όρο «κοινωνικοποίηση της γραφής». Στις δύο τελευταίες συλλογές Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα και Το χιόνι και η ερήμωση επιστρέφει η οντολογική διάσταση των πραγμάτων και του κόσμου, καθώς το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί με τους αγαπημένους μακρινούς νεκρούς του (Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα), αλλά και αγωνιά για το δικό του, επικείμενο λόγω της νόσου, τέλος (Το χιόνι και η ερήμωση). Μια γενική ιδεολογική σκιαγράφηση του ποιητικού του έργου κάνει ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξη που παραχώρησε στους δημοσιογράφους Βησσαρίωνα Σταύρακα και Κωστή Λιόντη το 1986, ένα χρόνο πριν από την έκδοση της προτελευταίας συλλογής Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα:</p>
<p>Έτσι αν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει μια υπαρξιακή διάσταση στην ποίησή μου, διάσταση που βρίσκει την έκφρασή της κυρίως στις δυο πρώτες συλλογές μου και στα πρώτα πεζογραφήματά μου, θα μπορούσε επίσης να προσθέσει άλλες δύο: την ερωτική (κατά κύριο λόγο στη συλλογή Το Διάλειμμα και σε αρκετά από Ταχάι-κάι) και αυτήν της κοινωνικής συμμετοχής, της ένταξης, θέλω να πω, των ατομικών πληγών μέσα σε ευρύτερα πλαίσια, ένταξη που καταλήγει κάποτε ακόμα και στην πολιτική «στράτευση» (Αφαίμαξη ’66- ’70, Τα χάι-κάι και Απογύμνωση). Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα ότι το άγχος, ο φόβος και η συνείδηση της υπαρξιακής ορφάνιας των πρώτων χρόνων, χωρίς να χάνονται, χωνεύονται λίγο λίγο και από συλλογή σε συλλογή μες στην επίγνωση της κοινότητας της ανθρώπινης μοίρας και στις διαρκείς απόπειρες για την υπέρβασή της με όπλα τον έρωτα και την κοινωνική αλληλεγγύη &#8211; τη «στράτευση» ενάντια στην αδικία και την ποικιλόμορφη βία της εξουσίας. [&#8230;] Έτσι, στα νεότερα ποιήματά μου, όσα έγραψα μετά την Απογύμνωση και δεν έχουν ακόμα συγκεντρωθεί σε βιβλίο, έχουν ωστόσο κάποια απ’ αυτά δημοσιευτεί σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις, θα μπορούσε κανείς εύκολα να επισημάνει<br />μια επιστροφή σε υπαρξιακούς τόνους, αυτή τη φορά ίσως οξύτερους παρά ποτέ και βέβαια, ενισχυμένους με την εν τω μεταξύ κτηθείσα πείρα.<br />[«Η υπαρξιακή οδύνη ενός συγγραφέα», εφ. «Η Αυγή» (16.3.1986)]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ</strong></h5>
<p>Το Τραμ, τχ. 13-14 (Ιούνιος 1990),</p>
<p>«Ανέστης Ευαγγέλου: Τα ποιήματα (1956-1986)»</p>
<p>Τα Ποιήματα (1956 &#8211; 1986) του Ανέστη Ευαγγέλου αποτελούν συνολική έκδοση της μέχρι τώρα δημοσιευμένης ποιητικής δουλειάς του. Πρόκειται για μια δουλειά τριάντα χρόνων που είχε παρουσιαστεί νωρίτερα με τις ακόλουθες εφτά συλλογές. Περιγραφή εξώσεως 1960, Μέθοδος αναπνοής 1966, &#8216;Αφαίμαξη 1971, Το Διάλειμμα 1976, Τα Χάί &#8211; Και 1978, Απογύμνωση 1979. Η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα 1987. Τα ποιήματα αυτών των συλλογών μας παραπέμπουν ευθέως στην προσωπική σχέση του ποιητή με το περιβάλλον μέσα στο όποιο έζησε. Ένα περιβάλλον εξαιρετικά αρνητικό για το όποιο αξίζει να γίνει ιδιαίτερα λόγος.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>I</strong></h6>
<p>Ο Ευαγγέλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937. Ανήκει συνεπώς στην «κλάση» του &#8217;60 η στη «χαμένη γενιά» η «γενιά χωρίς ιδανικά», σ&#8217; αυτή που για να συνεννοούμαστε ονομάζουμε συμβατικά δεύτερη μεταπολεμική. Αναφορικά με τα ιστορικά γεγονότα θα πρέπει να θυμόμαστε πως η γενιά αυτή μεγάλωσε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η πρώτη επαφή της με τον κόσμο έγινε μέσα στον πόλεμο και στην κατοχή και άρχισε να παίρνει συνείδηση του εαυτού της στη διάρκεια του εμφύλιου. Έζησε τα χρόνια της πρώτης ωριμότητας κάτω από το βάρος της μετεμφυλιακής ψυχροπολεμικής κατάστασης και, μόλις πρόλαβε να γνωρίσει την αναλαμπή του «ένα &#8211; ένα &#8211; τέσσερα», ήρθε η δικτατορία και τα υπόλοιπα. Πάνω απ&#8217; όλα όμως ό,τι σφράγισε αρνητικά τον ψυχισμό της είναι το γεγονός ότι μπήκε στη ζωή σε μια στιγμή που δεν έμενε γι&#8217; αυτή κανένας ενεργός ρόλος. Το Ιστορικό δράμα είχε παιχτεί σύντομα κι αιματηρά κι ό,τι έμενε μετά ήταν το καταθλιπτικό βάρος των συνεπειών του. Το πως είδαν και έζησαν τις συνέπειες αυτές οι πρωταγωνιστές του δράματος είναι στενά συναντημένο με τον τρόπο της συμμετοχής τους σ&#8217; αυτό. Για τους πρωταγωνιστές δηλαδή οι συνέπειες, ανεξάρτητα από την ποιότητά τους, στάθηκαν χρωματισμένες από το είδος της συμμετοχής τους στα σχετικά γεγονότα.<br />Η πρώτη μεταπολεμική γενιά π.χ., σχεδόν στο σύνολό της, είδε πάνω στην εφηβεία της να χαράζουν κάποιες ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Πίστεψε σ&#8217; αυτές και αγωνίστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση για την πραγματοποίησή τους. Στον αγώνα της αυτό, καθώς είναι γνωστό, ατύχησε. Και μάλιστα πλήρωσε ακριβά τα όνειρά της που τα &#8216;δε τελικά να διαψεύδονται βάναυσα. Πάντως έστω κι έτσι, μ&#8217; έναν αγώνα αδικαίωτο στην πλάτη της, η πρώτη μεταπολεμική γενιά βρέθηκε για ένα σύντομο διάστημα πάνω στη σκηνή της ιστορίας σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Σύντομο διάστημα που στάθηκε εντούτοις έντονα και πολύτροπα δραστικό. Και κάτι τέτοιο από μια άποψη μπορεί να γεμίζει έκτοτε και μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια δε θα ‘λεγε εύκολα κανείς, αν έβλεπε συνολικά το πράγμα, πως είναι μια αξιοζήλευτη γενιά η πρώτη μεταπολεμική. Κάθε άλλο. Κοιταγμένη ωστόσο από τη μεριά της δεύτερης μεταπολεμικής είναι αξιοζήλευτη. Γιατί η δεύτερη μεταπολεμική υπήρξε από την αρχή κι εξακολουθητικά αποπαίδι της ιστορίας. Όπως είπα παραπάνω τη γενιά αυτή τη σφράγισε το γεγονός ότι μπήκε στη ζωή σε μια στιγμή που δεν είχε τίποτε να κάνει. Σα να &#8216;ρθε σε μια ώρα που ήταν περιττή η αχρείαστη. Έτσι, καθώς βρέθηκε από νωρίς έξω από το ιστορικό παιχνίδι, δεν είχε καμιά δυνατότητα ομαδικής δράσης. Πράγμα που σημαίνει αναγκαστικά έλλειψη ομαδικής ζωής και μάλιστα σ’ όλα τα επίπεδα, όπως λ.χ. στο πνευματικό. Δεν είναι π.χ. τυχαίο ότι ποτέ δεν εκπροσωπήθηκε από ένα περιοδικό, μια κίνηση, μια δραστηριότητα με διάρκεια κ.λπ. Να σημειωθεί έξαλλου πως ενώ την ίδια εποχή σε άλλες χώρες είχε παρουσιαστεί η αντίδραση της οργής, εδώ σε μας μια τέτοια αντίδραση ήταν αδιανόητη εξαιτίας της ιδιόμορφα καταπιεστικής κατάστασης που επικρατούσε. Με αυτές τις προϋποθέσεις &#8211; ιστορικά απόβλητη, έλλειψη ομαδικής ζωής και αναπνέοντας τη δηλητηριώδη ατμόσφαιρα μιας αρκετά μακρόχρονης περιόδου &#8211; η δεύτερη μεταπολεμική γενιά προσανατολίστηκε προς τη μόνη δυνατότητα που της έμεινε. Τη δυνατότητα της στενά ατομικής εμπειρίας και της περισυλλογής. Μια δυνατότητα που ευνόησε βέβαια τις διαπιστώσεις και τις κρίσεις από τη μια μεριά αλλά και το σκεπτικισμό και την απαισιοδοξία για τα γενικότερα ζητήματα από την άλλη.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>II</strong></h6>
<p>Να περάσουμε όμως στα ποιήματα του Ευαγγέλου. Και πρώτα πρώτα να δούμε την κάθε μια από τις εφτά συλλογές του από εμπειρική άποψη. Να δούμε δηλαδή το εμπειρικό υλικό της. Με την πρώτη συλλογή, την Περιγραφή εξώσεως, έχουμε το οδυνηρό ξύπνημα μιας νέας ύπαρξης μέσα σ&#8217; ένα ψυχρό και άξενο περιβάλλον. ’Οδυνηρό γιατί η νέα ύπαρξη αποζητάει ενστικτώδικα, ως περιβάλλον, έναν κόσμο καλύτερο. Έτσι κινείται σε δυο διαφορετικά και μάλλον αντιθετικά επίπεδα. Από το ένα μέρος μαθαίνει πάνω στο πετσί της τις αρνητικές πτυχές της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Και από τ’ άλλο, καθώς δε συμβιβάζεται μαζί της, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια κατάσταση εσωτερικής εξορίας. Έκτοτε αυτή η κατάσταση της εσωτερικής εξορίας της γίνεται ο οικείος χώρος όπου μπορεί σχετικά να οικονομεί τον εαυτό της. Ως κάτοικος του βασιλείου της μιλάει για το αίσθημα της ασφυξίας που την πνίγει και το κλίμα της απάτης που δηλητηριάζει τις ψυχές. Μιλάει επίσης για τις θετικές βεβαιότητες τις όποιες αναζήτησε χωρίς να τις βρει, για τα σημεία του κακού: την ομίχλη, τα ερείπια, τους λασπωμένους δρόμους κ.λπ. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία αρητόρευτη, μια ομιλία ήπια θρηνητική που συχνά παίρνει τη μορφή της προσευχής. Προσευχής βέβαια χωρίς θρησκευτική χροιά. Καλύτερα όμως ν&#8217; ακούσουμε, δειγματοληπτικά, τον ίδιο τον ποιητή.</p>
<p>Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης<br />που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει<br />από τόπο σε τόπο, μακριά<br />από το πάτριο χώμα, και δίχως<br />να το καταλαβαίνει η νοσταλγία<br />του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,<br />και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας<br />να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —<br />έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,<br />που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας<br />σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας<br />από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο<br />ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν<br />τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο<br />τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο κι όταν<br />καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει<br />σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή<br />με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως<br />ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —<br />πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση<br />λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος<br />που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας<br />πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.</p>
<p>Ο τίτλος της συλλογής. Περιγραφή εξώσεως, στην κυριολεξία σημαίνει &#8211; εννοώ μέσα στα κείμενα που στεγάζει &#8211; έξωση από το πατρικό σπίτι. Είναι αλήθεια πως την εποχή που γράφεται η Περιγραφή εξώσεως συντελείται η ανοικοδόμηση των μεγάλων πόλεων. &#8216;Ανοικοδόμηση που έχει ως συνέπεια το πέρασμα του κόσμου από τα σπίτια &#8211; μονοκατοικίες στα άξενα διαμερίσματα των πολυκατοικιών. Πάντως ο Ευαγγέλου δεν περιορίζει τη σημασία του τίτλου στο θέμα της «έξωσης» από το πατρικό σπίτι &#8211; μονοκατοικία. Το νόημα του τίτλου είναι κατεξοχήν μεταφορικό και σημαίνει τη στέρηση του περιβάλλοντος εκείνου που ο κάθε άνθρωπος το προϋποθέτει και το αναζητάει μετά τη γέννησή του. Αυτό το περιβάλλον που ο ποιητής δεν το γνώρισε παρά ως επιθυμία, ως έλλειψη και ως αναζήτηση. Περιττό να πω ότι περιβάλλον εδώ σημαίνει το κάθε τι που αποτελεί θετική προϋπόθεση υλικής, ψυχικής και πνευματικής ζωής.<br />Με τη δεύτερη συλλογή, τη Μέθοδο αναπνοής, συνεχίζεται η εμπειρική δοκιμασία της πρώτης. Αίσθημα ασφυξίας, κλίμα απάτης, έλλειψη θετικών βεβαιοτήτων, αδιέξοδο και αντίρροπα πάλι αποδοχή της εσωτερικής εξορίας ως ένα τρόπο επιβίωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η φράση εσωτερική εξορία έχει την έννοια της παθητικής αντίστασης στις αρνητικές συνθήκες του περιβάλλοντος. Το νέο άτομο δε δέχεται τους όρους με τους οποίους παίζεται το κοινωνικό και πολιτικό παιχνίδι. Αρνιέται τους προαποφασισμένους κανόνες αυτού του παιχνιδιού και μένει αμέτοχο. Και καθώς, στη συγκεκριμένη περίσταση πάντα, οποιοδήποτε είδος πρακτικής αντίστασης στους δοσμένους κανόνες συνεπάγεται βέβαιο κίνδυνο και μάλιστα χωρίς αντίκρισμα, υποχωρεί στον πλασματικό μικρόκοσμό του. Το άτομο αυτό μπορεί να παρακολουθεί τα γεγονότα, να τα εξετάζει από διάφορες πλευρές, να τα κρίνει και κάποτε να τα κατανοεί, όχι όμως και να τα δέχεται. Πρόκειται δηλαδή για οντότητα μόνο εσωτερικά ενεργή. Πάντως όσο και να οικονομεί κανείς τον εαυτό του με μια τέτοια ενεργητικότητα, εφόσον αυτή προκύπτει ως προϊόν σκληρής ανάγκης και όχι ως προϊόν ελεύθερης εκλογής αποτελεί τελικά μια κατάσταση δυσάρεστη ως οδυνηρή.</p>
<p>Ό τίτλος Μέθοδος αναπνοής δηλώνει από πρώτη άποψη προσπάθεια εθισμού και συμφιλίωσης με το περιβάλλον. Σέ σχέση όμως με τα ποιήματα πού στεγάζει ή φράση είναι ειρωνική και σημαίνει μάλλον το αντίθετο. Θέλω να πω ότι επισημαίνει κυρίως τη δυνατότητα και επομένως τον κίνδυνο του συμβιβασμού. Εξάλλου καθεαυτή ή φράση Μέθοδος αναπνοής αποτελεί οξύμωρο σχήμα λόγου το όποιο δηλώνει ανοίκεια καταπίεση ή τέτοια άσκηση σωματικής λειτουργίας. Να δούμε όμως ένα συναφές ποίημα τής συλλογής. Επιγράφεται «&#8217;Υποθήκη πατρική».</p>
<p>ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΙΚΗ</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια το σπίτι, να το σβήσεις<br />από τη μνήμη σου εντελώς· είναι καιρός<br />να τ’ αγαπήσεις πια αυτά τα έπιπλα<br />που άλλοι πριν από σένα τα μεταχειρίστηκαν,<br />με τα σπασμένα πόδια, το σωρό τη σκόνη,<br />τις ξεχαρβαλωμένες σούστες τους, να τ’ αγαπήσεις<br />σαν να ’τανε δικά σου από τα παιδικά σου χρόνια·<br />είναι καιρός να συνηθίσεις τα χοντρά ποντίκια<br />που τριγυρίζουν στις γωνίες, να γίνεις φίλος<br />με τους ρουφιάνους και τους χαρτοκλέφτες, ν’ αγαπήσεις<br />σαν να ’ταν σπίτι σου το πανδοχείο αυτό.</p>
<p>Να το ξεγράψεις πια. Είν’ επικίνδυνη<br />και μόνο η σκέψη του σπιτιού, η ανάμνηση —<br />πρέπει να ζήσεις, βέβαια, είσαι νέος.</p>
<p>Η τρίτη συλλογή, η &#8216;Αφαίμαξη, φέρνει στο νου &#8211; ως λέξη και ως επισήμανση τη συλλογή Καθημαγμένοι του Γιάννη Νεγρεπόντη, ενός άλλου ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Εξάλλου γενικότερα, ως πραγματογνωσία, συγκλίνει προς ένα σημείο προς το όποιο συγκλίνουν από διαφορετικούς δρόμους και άλλοι συνομήλικοι του ποιητή. Ο Καρανικόλας π.χ., ο Μάρκογλου, ο Λεοντάρης και πιο αιρετικά αλλά σαφώς η ερωτική τριάδα των Χριστιανόπουλου, Ασλάνογλου, Ιωάννου. Υπάρχουν βέβαια κι εδώ όλα τα βασικά εμπειρικά δεδομένα που συναντούμε στις δυο προηγούμενες συλλογές του ποιητή. Αν κάτι αλλάζει τώρα είναι η οπτική γωνία του υποκειμένου που παρουσιάζει κάποια διαφοροποίηση.<br />Αρχικά παρατηρούμε πως η πρώτη οξύτητα της διαμαρτυρίας υποχωρεί σε μια ηπιότερη αντίδραση. Ο νεανικός πόνος, η έκπληξη, τα ανήσυχα ερωτήματα, δίνουν τόπο σε μια καρτερικότερη ενατένιση των συντελεσμένων. Κι ίσως γι’ αυτό βλέπουμε μια σχετική μετακίνηση από το στενά ατομικό προς το συ λογικότερο. Το ενδιαφέρον βαθμιαία στρέφεται προς τα γενικότερα ζητήματα με ανάλογες διαπιστώσεις και συλλογισμούς. Το ποιητικό εγώ διαπιστώνει αποτελέσματα αλλά και σκέφτεται πάνω στις αιτίες και στους πιθανούς ένοχους. Υπάρχει δηλαδή εδώ περισσότερη στοχαστική στάση απέναντι στα πράγματα και ανάλογη επεξεργασία των εμπειρικών στοιχείων. Με δυο λόγια θα έλεγα πως στις δυο προηγούμενες συλλογές κυριαρχεί το πάθος, ενώ στην ’Αφαίμαξη κερδίζει έδαφος η στοχαστική διάθεση. Ήδη όμως στη Μέθοδο αναπνοής είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια αυτής της φοράς προς μια στοχαστικότερη επεξεργασία της συγκίνησης. Θα ήταν πάντως δύσκολο να διακριθεί με σαφήνεια αν δεν έπαιρνε τις διαστάσεις που πήρε στην Αφαίμαξη. Να πάρουμε όμως πάλι μια ιδέα της ποιητικής πράξης από πρώτο χέρι.</p>
<p>Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά<br />και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,<br />προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη<br />να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις<br />για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,<br />για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,<br />για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,<br />και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,<br />βάζοντας όλη σου την αντοχή για νάβρεις τους ενόχους —<br />σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,<br />σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,<br />σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο<br />και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.</p>
<p>Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής. Αφαίμαξη, τρεις συλλογές γεμάτες σκοτεινιά, οδύνη και αδιέξοδο, όπου η θετική όψη της ζωής φαίνεται οριστικά χαμένη. Ξαφνικά όμως για το ποιητικό εγώ το σκηνικό αλλάζει άρδην. &#8220;Αν και στη γενική κατάσταση δεν αλλάζει τίποτε, από ορισμένη πλευρά αστράφτει φως.<br />Ευτυχισμένες στιγμές έρχονται να διακόψουν την οδυνηρή πραγματογνωσία και να σημάνουν την ώρα του έρωτα. Η τέταρτη συλλογή, Το Διάλειμμα, αφορά την εμπειρία της ερωτικής ευφροσύνης. Για την ακρίβεια η συλλογή χωρίζεται σε δυο μέρη, με πρώτο το Στο καμίνι και δεύτερο το Μετά την καύση. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε το πάθος για ζωή να εκδηλώνεται τόσο έντονα όσο ανέλπιστα του δόθηκε η δυνατότητα να εκδηλωθεί. Τα πάντα ξεχνιούνται για λίγο για να χωρέσει όσο γίνεται πιο ατραυμάτιστη η νέα εμπειρία.</p>
<p>Στιγμή μοναδική<br />του χρόνου λάφυρο.</p>
<p>Σε κράτησα νυχτερινή<br />απτή<br />κι όνειρο δεν ήταν<br />πλάνη δεν ήτανε της στέρησης<br />αντικατοπτρισμός της παιδεμένης<br />φαντασίας</p>
<p>που μπλέχτηκαν τα σώματά μας<br />που πάλεψαν<br />που ο θάνατος για μια στιγμή<br />μοναδική<br />είχε καταργηθεί.</p>
<p>Βέβαια για μια στιγμή ίσως όλα μπορούν να ξεχαστούν. ’Αλλά πόσο κρατάει μια στιγμή; &#8216;Ήδη στο δεύτερο μέρος, το Μετά την καύση, η συγκίνηση αρχίζει να δίνει έδαφος στη σκέψη. “Αν και βρισκόμαστε ακόμη στο ερωτικό αλώνι, το δεύτερο μέρος αποτελεί μάλλον έναν απολογισμό του πρώτου. ’Από την πλευρά αυτή το Στο καμίνι, ως εμπειρία θυμική, είναι αντίστοιχη με την Περιγραφή εξώσεως και τη Μέθοδο αναπνοής, ενώ το Μετά την καύση, ως στοχαστικότερο, είναι αντίστοιχο με την ’Αφαίμαξη. Φυσικά από αυτή την πλευρά μονάχα, δηλαδή απλώς ως αντίδραση απέναντι στα πράγματα περισσότερο η λιγότερο ευθέως θυμική και τίποτε άλλο. Από τα προηγούμενα θα φάνηκε πως ο τίτλος Διάλειμμα έχει τη σημασία της ερωτικής σφήνας η όποια αμβλύνει, όσο διαρκεί, την άμεση επαφή του ποιητικού εγώ με τη γύρω του καταθλιπτική κατάσταση.<br />Η πέμπτη συλλογή, Τα Χάι &#8211; Κάι, δεν αντιπροσωπεύει ορισμένη εσωτερική περιπέτεια. Μάλλον προδίνει το δισταγμό του ποιητή να καταδυθεί αμέσως ύστερα από το Διάλειμμα στον εσωτερικό του παιδεμό. Δεν αρνιέται βέβαια το κεκτημένο φορτίο των περασμένων αφού με γνώρισμα αυτό το φορτίο παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του. Και γύρω του συμβαίνουν αξιοπρόσεχτα γεγονότα. Το βλέμμα του λοιπόν είναι στραμμένο προς τους άλλους. Θεματικά Τα Χάι &#8211; Κάι αναφέρονται<br />στο Πολυτεχνείο («Νεκροί του Νοέμβρη»), στη Χούντα («Άρρωστα χρόνια»), στον έρωτα («Της Αγάπης») και σε διάφορα άλλα μικροθέματα («Άστεγα»). Όπως προανάφερα Τα Χάι &#8211; Κάι προδίνουν μάλλον το δισταγμό του ποιητή να περάσει αμέσως μετά Το Διάλειμμα στο βασανιστικό στίβο της εσωτερικής του ζωής. Πράγμα που του δίνει το περιθώριο να ασκηθεί πάνω σ’ ένα είδος τεχνικής η όποια από το ένα μέρος απαιτεί δεξιοτεχνία μικρογράφου, ενώ από τ’ άλλο αποκλείει ανοιχτές θεματικές αναπτύξεις. Έτσι μ’ αυτή τη συλλογή έχουμε ένα μικρό γαλαξία διάφορων διαπιστώσεων, παρατηρήσεων, κρίσεων κ.λπ. Ενώ κατά τα άλλα υπάρχει σχετική ανάπαυλα.<br />Με την έκτη συλλογή, την ’Απογύμνωση, έχουμε σαφή υποχώρηση προς την Αφαίμαξη. Φαίνεται πως κανένας έρωτας δε μπορεί να στηρίξει για πολύ μια ζωή με ιστορικό μείον. Κι εδώ αμέσως μετά την ένταση της ερωτικής συνάντησης ο ποιητής νιώθει πάλι τις σκληρές αιχμές της γύρω του πραγματικότητας. Τα βασικά στοιχεία που φέρνουν την Απογύμνωση κοντά στην Αφαίμαξη είναι, πρώτα, ότι τα πράγματα βλέπονται από κάποια απόσταση και με σχετική στοχαστική διάθεση. Έχουμε δηλαδή σε μεγάλο βαθμό επεξεργασία των θυμικών καταστάσεων και ανάλογη διατύπωση. Έπειτα και στις δύο συλλογές υπάρχουν αντιδράσεις πάνω σε γεγονότα συλλογικά. Κι αυτό θα πει πως το στενά ατομικό δίνει έδαφος στο συλλογικότερο. Υπάρχει επίσης η ίδια στυφή γεύση της πραγματικότητας και το ίδιο βάθος της απόγνωσης. Η Απογύμνωση γράφεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και θα ’λεγε κανείς πως κάποια, έστω και μικρή, αισιοδοξία θα έπρεπε να είχε εισχωρήσει στα κείμενά της. Κι όμως όχι, κανένα ίχνος αισιοδοξίας δε διαφαίνεται. Φανερό πως για τον ποιητή, που είναι ώριμος πιά από πείρα και γνώση, που ξέρει πως η ζωή του έχει σφραγιστεί αρνητικά για πάντα και που βλέπει πέρα από τις διακυμάνσεις της<br />τρέχουσας πραγματικότητας, δεν προκύπτει κανένας σοβαρός λόγος αισιοδοξίας.<br />&#8216;Υπάρχουν απλώς ορισμένα γεγονότα που αξίζει να προσεχτούν και να υπογραμμιστούν. Κάπως έτσι.</p>
<p>Με παραχαραγμένη τη ζωή μας,<br />που άλλοι κινούν, αθέατοι, τα νήματά της,<br />παραμορφωτικά αλλοιωμένοι στο μηχανικόν αιώνα,<br />τραυλίζοντας γλώσσες ακατάληπτες, δίχως πατρίδα<br />και ρίζες μες στην ίδια μας πατρίδα,<br />περνούν τα χρόνια, φίλοι μου, περνώ κι εγώ<br />με το μαχαίρι της φωνής μου στομωμένο.</p>
<p>Η έβδομη και τελευταία συλλογή, Η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα, δείχνει μάλλον εμπειρική στασιμότητα. Σ’ αυτή για πρώτη φορά ο Ευαγγέλου (εξαιρώ Τα Χάι &#8211; Κάι που είναι προϊόν τεχνικής άσκησης στο περιθώριο μιας ψυχικής ανάπαυλας) δε δηλώνει με την επιγραφή της ορισμένη εμπειρική φάση. &#8216;Αφήνοντας έτσι να εννοηθεί πως δεν υπάρχει ουσιαστική εμπειρική διαφοροποίηση από την αμέσως προηγούμενη συλλογή, την ’Απογύμνωση. Κάτι που επαληθεύεται από τα ίδια τα πράγματα, από την ανάγνωση δηλαδή των κειμένων της ’Επίσκεψης. Παραπέμποντας έτσι σε ό,τι είπα για την ’Απογύμνωση, αντιγράφω παρακάτω ένα χαρακτηριστικό κείμενο της τελευταίας συλλογής.</p>
<p>Στα βρώμικα νερά του λιμανιού<br />μια μέδουσα επιζεί.<br />Αγκομαχώντας,<br />με το δυσκίνητο και πλαδαρό κορμί της,<br />που έχασε το γαλάζιο του και γέμισε<br />φριχτά σημάδια του αναπόφευκτου,<br />βούλες του γένους της καταραμένες,<br />κινείται αργά μεσ’ από κόπρανα<br />μεσ’ από προφυλακτικά και πετρελαιοκηλίδες.</p>
<p>&#8216;Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ έκανε<br />τα μαγικά ταξίδια της νεότητας<br />στα πέρατα του κόσμου: στον κυματοθραύστη.<br />’Εδώ ερωτεύτηκε κι ανάστησε με τον καιρό<br />παιδιά κι εγγόνια για να χάσει, τέλος,<br />όλες τις αυταπάτες της, μία μία,<br />για θάλασσες τάχα πιο καθαρές που κάπου<br />&#8211; δεν μπορεί &#8211; πρέπει να υπάρχουν.</p>
<p>Κάθε πρωί τη βλέπω δακρυσμένος,<br />την προσκυνώ<br />και τη χαϊδεύω με το βλέμμα.<br />Είναι γριά, είναι άσχημη και μόνη πιά<br />μέσα στο πλαδαρό κορμί της&#8217; όμως επιμένει.<br />Μες στον μεγάλο υπόνομο του κόσμου<br />συντηρεί το είδος.</p>
<p>Κοιτάζοντας εποπτικά τη δουλειά του Ευαγγέλου, με βάση τα εμπειρικά στοιχεία της, θα παρατηρούσα τα ακόλουθα. α) Στις συλλογές Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής και Το Διάλειμμα, προέχουν οι στενά προσωπικές αντιδράσεις. Ενώ στην Αφαίμαξη, Τα Χάι &#8211; Κάι, την Απογύμνωση και την ’Επίσκεψη περνούμε σε συλλογικότερο δεδομένα, β) Στην Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδο αναπνοής και πρώτο μέρος από Το Διάλειμμα (Στο Καμίνι), έχουμε ανταποκρίσεις από μια άμεση επαφή με τα πράγματα, όπου η συγκίνηση και το πάθος δίνουν το βασικό τόνο. Αντίθετα σ&#8217; όλο το υπόλοιπο μέρος των ποιημάτων έχουμε ανταποκρίσεις από κάποια απόσταση από τα γεγονότα και στοχαστικότερη διάθεση, γ) Το Διάλειμμα είναι η μόνη συλλογή όπου η στάση του ποιητικού εγώ είναι θετική απέναντι στην πραγματικότητα, ενώ σ&#8217; όλο το άλλο έργο είναι έντονα αρνητική.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΙΙΙ</strong></h6>
<p>Στα προηγούμενα είδαμε την ποίηση του Ευαγγέλου από εμπειρική σκοπιά κι ίσως είναι σκόπιμο να τη δούμε αμέσως παρακάτω από βιωματική. Από βιωματική βέβαια είναι ένας λόγος, αφού μεταξύ άλλων θα πρέπει, κανονικά, να πάρουμε ένα ένα όλα τα ποιήματα του βιβλίου και να τα δείξουμε, όσο γίνεται, από τη συγκεκριμένη πλευρά. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα οδηγούσε σε μια ανοικονόμητη εργασία η όποια δεν είναι στις προθέσεις του κειμένου τούτου. Θα πάρω έτσι την ελευθερία, γενικεύοντας αυθαίρετα. να σχηματοποιήσω.<br />Θα έλεγα λοιπόν πως όλα τα ποιήματα του Ευαγγέλου &#8211; εξαιρώ για την ώρα τη συλλογή Το Διάλειμμα στην όποια θα αναφερθώ υστερότερα ξεχωριστά για λόγους που θα εξηγήσω &#8211; προϋποθέτουν δυο καταστάσεις. Μία πραγματική και μία αποζητούμενη η επιθυμητή. Η πραγματική αφορά το υπαρκτό περιβάλλον του ποιητικού εγώ, ενώ η αποζητούμενη αποτελεί μάλλον πλάσμα του. Η πραγματική αντιμετωπίζεται πάντοτε αρνητικά και η επιθυμητή πάντοτε θετικά. Αυτές οι δυο καταστάσεις δεν εκφράζονται σ&#8217; όλα τα ποιήματα συμμετρικά. Η πρώτη, η πραγματική που άφορά το υπαρκτό περιβάλλον, δεν απουσιάζει από κανένα ποίημα.<br />Και, έκτος από ένα μικρό μέρος, καλύπτει εκφραστικά ολόκληρο σχεδόν τον όγκο των κειμένων. &#8220;Ένα σχετικό παράδειγμα.</p>
<p>Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μέσα σ&#8217; αυτούς<br />τους σκοτεινούς λασπωμένους δρόμους όπου προχωρούμε.<br />όλο προχωρούμε μεσ&#8217; από γούβες ψηλαφώντας.<br />τυφλοί μες στο σκοτάδι και την καταχνιά<br />βουτώντας ως τα γόνατα στην παχιά λάσπη &#8211;<br />εδώ που βρίσκομαι σε σας μιλώ<br />εγώ ο φτωχός καθώς εσείς. ο έρημος.<br />γυμνός μέσα στα βρώμικα νερά σε σας μιλώ<br />εδώ που τώρα βρίσκομαι, εδώ<br />που τα κοράκια διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.</p>
<p>Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για μια καθαρά αρνητική εκδοχή του περιβάλλοντος του ποιητικού εγώ. Εκδοχή που τη συναντούμε έτσι η αλλιώς εκφρασμένη σ&#8217; όλο το έργο του Ευαγγέλου &#8211; με μόνη εξαίρεση Το Διάλειμμα. Η δεύτερη κατάσταση, η αποζητούμενη, άλλοτε εκφράζεται ως ένα βαθμό, άλλοτε απλώς δηλώνεται και άλλοτε υπονοείται χωρίς να δηλώνεται καν. Και μοναχά σε λίγες περιπτώσεις τυχαίνει να καλύπτει εκφραστικά ένα σημαντικό μέρος κειμένου. Κάτι που συμβαίνει π.χ. στο ακόλουθο ποίημα.</p>
<p>&#8216;Έλα λοιπόν μ «τ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα, πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />μικρή φωνή χαμένη, περιπλανημένη.<br />όταν στους δρόμους βρέχει μοναξιά<br />κι η νύχτα πέφτει νωρίς δίχως ύπνο και όνειρα,<br />πλύνε το σύννεφο που μου τυλίγει το πρόσωπο,<br />καθάρισε τον ουρανό, προχώρησε,<br />άνοιξε δρόμο μεσ&#8217; από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />κάνε μου ένα χώρο να σταθώ, να κινηθώ,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα.</p>
<p>Σύμφωνα με τα προηγούμενα η πρώτη από τις δύο καταστάσεις παρουσιάζεται ως υπαρκτό κακό, ενώ η δεύτερη ως επιθυμητό καλό προς το όποιο γίνεται συχνά επίκληση. Για την πρώτη έχω μιλήσει αρκετά όταν αναφέρθηκα στην εμπειρική βάση των ποιημάτων και δε χρειάζεται τώρα ιδιαίτερη παρουσίαση. Για τη δεύτερη θα πρέπει ίσως να πω δυο λόγια. Πρόκειται για έναν ευκταίο κόσμο προς τον όποιο προσανατολίζεται ορμέμφυτα το ποιητικό εγώ και μάλιστα από αντίδραση προς το υπαρκτό περιβάλλον του. Αν και δεν έχει μορφή συγκροτημένου και οργανωμένου συνόλου, είναι εντούτοις έντονα αισθητός μέσα στα ποιήματα. Έχουμε άλλωστε κάμποσους στίχους η φράσεις που αναφέρονται στην έλλειψή του. Όπως π.χ. οι παρακάτω στίχοι:</p>
<p>’Εποχή του θρύλου, ω πόσο χαμένη,<br />απίθανη φαντάζεις, απρόσιτη<br />και στην πιο τολμηρή φαντασία.<br />η<br />Με μικρά βήματα μέσα στη μνήμη περνάς,<br />μακρινή μουσική, ήχοι ενός άλλου κόσμου,<br />ω εσύ αθόρυβη, ανοιχτή πάντοτε πληγή&#8230;</p>
<p>Ό,τι όμως κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, αναφορικά με τον αποζητούμενο κόσμο, είναι το γεγονός ότι, ενώ καλύπτει ως έκφραση ελάχιστη έκταση των κειμένων και συνήθως μονάχα υπονοείται, εντούτοις ασκεί ισχυρότατη έλξη στο ποιητικό εγώ το όποιο φέρεται πάντοτε προς αυτόν. Είναι σαν τη βελόνα της πυξίδας που έλκεται πάντα προς το βόρειο πόλο. Η θέση βέβαια από την όποια ξεκινάει η ποιητική πυξίδα για να στραφεί προς το δικό της πόλο είναι εκείνη του περιβάλλοντος. Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο όποιο οργανώνεται εκάστοτε η αφετηρία του ποιητικού γεγονότος. Αφετηρία που συνήθως ως διατύπωση καλύπτει ολόκληρη την έκταση των κειμένων. ’Έχουμε συνεπώς σε κάθε ποίημα βάση η αφετηρία το πραγματικό περιβάλλον και φορά προς τον αποζητούμενο κόσμο του ποιητή. Αυτό ασφαλώς δε σημαίνει ότι σε κάθε ποίημα έχουμε την ίδια ακριβώς αφετηρία, ούτε την ίδια ένταση φοράς. (Το δοσμένο περιβάλλον, πέρα από το επίπεδο της θεωρητικής γενίκευσης όπου αναφέρεται σαν ένα, στο επίπεδο της καθημερινής πράξης παρουσιάζει άπειρες πτυχές). Είπα παραπάνω πως κάνει εντύπωση το πόσο ισχυρή έλξη ασκεί στην ύπαρξη ο αποζητούμενος κόσμος της. Πράγμα που σημαίνει ότι με ανάλογη ένταση στρέφεται από την κάθε φορά συγκεκριμένη αφετηρία προς το σημείο αυτού του κόσμου. Και παρατηρείται το φαινόμενο πως όσο πιο αρνητικά εκφράζεται η εκάστοτε αφετηρία, τόσο πιο έντονα τελικά απογειώνεται απ’ αυτή το ποιητικό υποκείμενο. Πρόκειται, καθώς πιστεύω, για μια μορφή αντιστροφής, όπου όσο βαθύτερα ζει κανείς μια αρνητική κατάσταση τόσο ουσιαστικότερα την υπερακοντίζει. Έχω πει πως στην ποίηση του Ευαγγέλου υπάρχει εμπειρικό αδιέξοδο εξαιτίας του αποπνικτικού περιβάλλοντος. Αυτό είναι αλήθεια. &#8216;Αλλά βιωματικό αδιέξοδο σ’ αυτή την ποίηση δεν υπάρχει, γιατί το βίωμα καθαυτό αποτελεί υπαρξιακή δικαίωση. Από τη στιγμή που ο Ευαγγέλου καταφέρνει να κάνει ποίηση, που θα πει να βιώνει και να εκφράζει το εμπειρικό του αδιέξοδο, καταφέρνει ταυτόχρονα και να κολάζει αυτό το αδιέξοδο. Στο βιωματικό επίπεδο η κάθε αρνητική λεπτομέρεια της πραγματικότητας μπορεί ν’ αποτελεί υλικό μιας συναρπαστικής περιπέτειας, όπου στο τέλος το υποκείμενο βγαίνει κατά κάτι κερδισμένο. Και ακριβώς μιας τέτοιας περιπέτειας την ανάπτυξη μας δίνουν τα ποιήματα του Ευαγγέλου ως βιώματα. Την κάπως εκλογικευμένη θέση πάνω σ&#8217; αυτό το ζήτημα μας τη δίνει και ο ίδιος ο ποιητής στο παρακάτω ποίημα.</p>
<p>Τούτο τον κίνδυνο πρέπει πολλές φορές ακόμα να τον αρθρώσω,<br />έστω με άλλα λόγια το ίδιο πράμα να πω,<br />πρέπει άπειρες φορές και μ’ όση δύναμη έχω να μιλάω γι’ αυτόν<br />ώσπου να γίνει βουή μεγάλη, συνεχής, στα τύμπανά μου &#8211;<br />κι όχι για να τον κάνω πιο οικείο, να το συνηθίσω,<br />αφού για την περιουσία μου δεν πρόκειται,<br />το σπίτι μου, την υπόληψη έστω, τα υπάρχοντά μου<br />μα για τα πιο βαθιά μου κύτταρα, τα μυστικά<br />αγκωνάρια που στηρίζουν την ύπαρξη.</p>
<p>Πρέπει πολλές φορές ακόμα να τον αρθρώσω για να σηκώνονται<br />εκείνες οι κρυφές, άγιες φωνές, μεσ&#8217; απ’ τα κόκαλα<br />μεσ’ απ’ τα κόκαλα να σηκώνονται και ν’ αγρυπνούν.</p>
<p>Δύσκολα θα διατύπωνε καθαρότερα κανείς αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων κατά την όποια «αρθρώνοντας» το κακό «σηκώνονται&#8230; οι κρυφές, άγιες φωνές&#8230;». Από τα προηγούμενα θα έγινε αντιληπτό, πιστεύω, ότι ο τρόπος με τον όποιο αντιμετωπίζεται και εκφράζεται η πραγματικότητα, στην ποίηση του Εύαγγέλου, είναι σαφώς αρνητικός. Κι επειδή αυτός ο τρόπος καλύπτει ως έκφραση τα εννιά δέκατα των δοσμένων κειμένων, μπορώ να πω ότι είναι ο κυρίαρχος και ο<br />αντιπροσωπευτικός. Από αυτή την άποψη η ποίηση του Ευαγγέλου βρίσκεται στη συνέχεια μιας παράδοσης η όποια αρχίζει από το δημοτικό τραγούδι κι έχει στα νεότερα χρόνια κορυφαίους σταθμούς την ποίηση του Καρυωτάκη, του Σεφέρη και του Αναγνωστάκη.<br />Από τα σχετικά με τη βιωματική πλευρά της ποίησης για την όποια μιλώ εξαίρεσα από τα προηγούμενα τη συλλογή Το Διάλειμμα. Η εξαίρεση αυτή έγινε επειδή με Το Διάλειμμα αλλάζει κάπως το σκηνικό. Στα ποιήματα αυτής της συλλογής έχουμε πάλι δυο καταστάσεις αλλά κι οι δυο είναι πραγματικές. Η μία είναι το γνωστό μας περιβάλλον και η άλλη ορισμένο ερωτικό γεγονός. Η πρώτη δεν εκφράζεται αλλά δηλώνεται απλώς η υπονοείται. Η δεύτερη εκφράζεται κατά τρόπο που ως λόγος να καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την έκταση των κειμένων. Η πρώτη αντιμετωπίζεται κι εδώ πάντοτε αρνητικά, ενώ η δεύτερη πάντοτε θετικά. Έτσι Το Διάλειμμα, συγκριτικά με το υπόλοιπο έργο του Ευαγγέλου, παρουσιάζει τις εξής διαφορές, α) Στο υπόλοιπο έργο ο λόγος αφορά κατεξοχήν το περιβάλλον, ενώ στο Διάλειμμα ο λόγος προϋποθέτει απλώς την ύπαρξη αυτού του περιβάλλοντος, β) Στο Διάλειμμα, το υποκείμενο φέρεται προς μια απτή και συγκεκριμένη πραγματικότητα την όποια αποζητάει &#8211; την ερωτική εμπειρία, γ) Στο Διάλειμμα, αντίθετα από το άλλο έργο, η έκφραση έχει έντονα θετικό χαρακτήρα. Πέρα βέβαια από αυτές τις διαφορές, στο επίπεδο του βιωματικού γίγνεσθαι καθαυτού έχουμε μάλλον ομοειδές «πηλίκον». Γιατί στο επίπεδο αυτό δεν έχει καθοριστική σημασία η διάφορη εμπειρική ποιότητα που χωρίζει Το Διάλειμμα από το υπόλοιπο έργο. Είτε οικονομεί δηλαδή κανείς ορισμένο βίωμα μέσα από αρνητικές εμπειρικές συνθήκες, είτε το οικονομεί μέσα από θετικές, το τελικό αποτέλεσμα έχει την ίδια ειδολογική άξια. Έτσι όταν ο Ευαγγέλου σκιαγραφεί στο Διάλειμμα την ερωτική ευφροσύνη. την σκιαγραφεί ως εμπειρία. Ενώ στο βιωματικό επίπεδο μας δίνει ότι από τη σχετική αναφορά κερδίζεται ως ποίηση.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>IV</strong></h6>
<p>’Αναφορικά με την τεχνική πλευρά στην ποίηση του Ευαγγέλου τα πράγματα είναι αρκετά άπλα. Αν εξαιρέσουμε Τα Χάι &#8211; Κάι. επικρατεί ο ελεύθερος (ανισοσύλλαβος, ανομοιοκατάληκτος) στίχος. Ο λόγος &#8211; όπως συμβαίνει άλλωστε γενικότερα στη σύγχρονη ποίηση &#8211; εκφέρεται σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, έτσι ώστε να ταυτίζει κανείς το ποιητικό εγώ με τον ποιητή η έστω με ορισμένη εκδοχή του. Παρόλο όμως το πρώτο πρόσωπο η θέση του ποιητικού εγώ απέναντι στην πραγματικότητα δεν είναι πάντα ίδια. Στις συλλογές Περιγραφή εξώσεως. Μέθοδος αναπνοής, και πρώτο μέρος από Το Διάλειμμα (Στο Καμίνι) η ποιητική όραση παρακολουθεί από κοντά, θα ’λεγα εξ επαφής, την πραγματικότητα. Και ο λόγος είναι λόγος μάρτυρα που υποφέρει και εκφράζει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις. Αντίθετα στις υπόλοιπες συλλογές υπάρχει κάποια απόσταση από τα πράγματα, με συνέπεια ο λόγος να είναι μάρτυρας πάλι αλλά λιγότερο θυμικού χαρακτήρα. Πάντως η βασικότερη τεχνική στην ποίηση του Ευαγγέλου είναι η τεχνική της μεταφορικής σχηματοποίησης που πιάνει συνήθως όλη την έκταση των κειμένων στα όποια εφαρμόζεται. Και μια κι έγινε κουβέντα για μεταφορική σχηματοποίηση θα ήθελα να πω ότι ένας τύπος της που βλέπουμε αρκετές φορές είναι εκείνος της προσευχής Ως έκφραση τώρα ο συγκεκριμένος λόγος είναι λιτός, απερίφραστος, και γυμνός από κοσμητικά στοιχεία. Κάτι που μεταξύ άλλων σημαίνει ότι δε συγκαλύπτει αδυναμίες με διάφορα υπερρεαλιστικά τεχνάσματα. Απλώς ως έκφραση γυρεύει να αντιστοιχεί κατά τον καιριότερο τρόπο με τα εκάστοτε βιωματικά δεδομένα. Θα ήταν ίσως δυνατό κρίνοντας αβασάνιστα κανείς να θεωρήσει αυτόν το λόγο αδούλευτο η εύκολο. Κάτι τέτοιο βέβαια δε συμβαίνει &#8211; δεν πρόκειται για αδούλευτο λόγο. Στο επίπεδο της διατύπωσης, εφόσον διαχωρίζουμε χοντρικά, υπάρχουν τρεις τύποι λόγου. Ο ακαλλιέργητος, ο σχετικά καλλιεργημένος που επιδείχνει την όποια επεξεργασία του και ο καλλιεργημένος που δε φανερώνει το μόχθο της επεξεργασίας του. Συνήθως θεωρούμε το δεύτερο τύπο σπουδαία και δύσκολη μορφή λόγου. Στην πραγματικότητα εντούτοις αποτελεί αλάνθαστο σύμπτωμα εκφραστικής μειονεξίας. Στην ποίηση για την όποια μιλώ έχουμε διατύπωση του τρίτου τύπου, όπου ένας δουλεμένος λόγος έχει ξεπεράσει τη φάση της επεξεργασίας, κερδίζοντας την απλότητα και την ευθύτητα προς τις όποιες αποβλέπει κάθε σοβαρή εκφραστική προσπάθεια. Πρόκειται συνεπώς για κατάκτηση που είναι, εφόσον μιλούμε για<br />ποίηση, εξαιρετικής σημασίας. Πως το ξέρουμε όμως, πως φαίνεται δηλαδή αυτό μέσα στο κείμενο; Όσο μπορώ να κρίνω φαίνεται η διαφαίνεται από τα ακόλουθα: από την έλλειψη αμηχανίας, τη διαφάνεια και την πληρότητα της διατύπωσης. Ο λόγος &#8211; ο γραφτός εδώ &#8211; έχει τη δυνατότητα να υποδηλώνει πράγματα τα όποια δεν ελέγχονται από τη θέληση των συγγραφέων. Κι ένα απ’ αυτά είναι η εκφραστική αμηχανία που βλέπουμε τόσο συχνά στα κείμενα ιδίως των νέων. Το άλλο, η διαφάνεια, αφορά την καθαρότητα με την όποια μας παρουσιάζεται κάθε φορά το αντικείμενο της διατύπωσης. Κατά πόσο δηλαδή ο λόγος αποδίνει το αντικείμενό του έτσι που να διαγράφεται, με ορισμένο τρόπο, απτά στην αντίληψη του αναγνώστη. Το τρίτο, η πληρότητα, είναι ασφαλώς δυσκολότερο να σταθμιστεί. &#8216;Υπάρχει ωστόσο μια κάποια δυνατότητα να σταθμίζει κανείς αν έχει να κάνει με ολοκληρωμένο λόγο η με ανολοκλήρωτο. Να κρίνει μ’ άλλα λόγια αν η διατύπωση, μολονότι ας πούμε διαφανής, στενεύει η ακρωτηριάζει ως κάποιο βαθμό το αντικείμενο της. Πράγμα που σημαίνει ότι στο κείμενο υπάρχουν αθέλητα εκφραστικά κενά τα όποια δείχνουν ότι ο συγγραφέας του δεν ήταν κύριος του εκφραστικού οργάνου του. Ας δούμε τώρα ένα γραφτό του Ευαγγέλου.</p>
<p>Όταν έπεσε το βαρύ μαχαίρι<br />και μου άνοιξε τη βαθιά πληγή που έχω στο στήθος<br />δεν μπορούσα, βέβαια, να καταλάβω τη σημασία του:<br />έπρεπε ο χρόνος να διαγράψει την τροχιά του.</p>
<p>Έκτοτε έπαθα και έμαθα πολλά &#8211; κυρίως<br />αυτό: πως πρέπει πλέον να συνηθίσω,<br />να αγαπήσω την πληγή<br />να αγαπήσω το βαρύ μαχαίρι.</p>
<p>Ελπίζω να συμφωνούμε ότι δε βλέπουμε σ’ αυτούς τους στίχους αμηχανία, αδιαφάνεια και έλλειψη πληρότητας, με την έννοια που ανάφερα αυτές τις λέξεις παραπάνω. Και αντίθετα ότι ο λόγος υποδηλώνει &#8211; όπως και σ’ ολόκληρη τη δουλειά του ποιητή &#8211; σίγουρο χέρι που διαγράφει μια μεταφορική κατάσταση με σαφήνεια και πληρότητα. Αναφορικά με τον απέριττο τρόπο της διατύπωσης στην ποίηση αυτή είναι χαρακτηριστικό πως δυο πολύ συχνά σχήματα σύνταξης είναι τα ακόλουθα: υποκείμενο &#8211; ρήμα &#8211; αντικείμενο, ρήμα &#8211; υποκείμενο &#8211; κατηγορούμενο. Πράγμα που μεταφράζεται σε ουσιαστικό η αντωνυμία &#8211; ρήμα &#8211; ουσιαστικό η αντωνυμία &#8211; ρήμα &#8211; επίθετο. Κι όμως μ’ αυτόν τον τόσο απέριττο τρόπο όχι μόνο δεν έχουμε εκφραστικά κενά αλλά αντίθετα έχουμε σαφή δείγματα εκφραστικών επιτευγμάτων. ’Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως λέξεις όπως «σπίτι», «πανδοχείο», «ομίχλη», «μνήμη», «χαλάσματα», «δρόμοι», «παιδί» και τόσες άλλες έχουν αναβαπτιστεί έτσι που να κερδίζουν μέσα στη δοσμένη ποίηση ειδική φόρτιση.<br />Ο Ευαγγέλου ανήκει στην κατηγορία των ποιητών εκείνων που παρουσιάζονται ώριμοι αμέσως, από το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής. Εννοώ ώριμοι από κάθε άποψη. Επειδή όμως εδώ αναφέρομαι στην έκφραση θα έλεγα πως σ’ αυτόν τον τομέα, από την πρώτη ως την τελευταία συλλογή, δεν έχουμε ουσιαστική εξέλιξη, αλλά ευθύς εξαρχής εκφραστική ωριμότητα. Και πως η μόνη αξιοπρόσεχτη διαφοροποίηση είναι αυτή που έχω σημειώσει ήδη, ότι δηλαδή στις πρώτες συλλογές κυριαρχεί η συγκίνηση , ενώ στις επόμενες κερδίζει έδαφος η στοχαστική διάθεση. Κι η τέτοια διαφορά αντανακλά, όπως είναι φυσικό, στο χαρακτήρα της έκφρασης.<br />Είχα πει στην αρχή σ’ ένα σημείο πως η συγκεκριμένη ποίηση αποτελεί μια αρητόρευτη διαμαρτυρία. Με τη λέξη αρητόρευτη εννοούσα δυο πράγματα. Πρώτα χαμηλό τόνο φωνής. Κάτι που δε θα δυσκολευτεί κανείς πιστεύω να το διαπιστώσει στα λίγα κείμενα που χρησιμοποίησα στις προηγούμενες σελίδες η διαβάζοντας ολόκληρο το έργο. Είναι αλήθεια πως ο Ευαγγέλου διαμαρτύρεται, αλλά διαμαρτύρεται χωρίς κραυγαλέους τόνους. Η διαμαρτυρία του γίνεται αντιληπτή κυρίως ως αίτημα δικαιοσύνης ενός ανθρώπου με ανθρωπιστικά ιδεώδη. Το δεύτερο συστατικό της λέξης αρητόρευτη έχει να κάνει με την ανιδιοτέλεια του λόγου. Ιδιοτελής είναι ο λόγος που είναι πριν απ’ όλα υποκριτικός. Με την έννοια ότι έχει στόχο τον αναγνώστη και όχι το αντικείμενο που σύμφωνα με άγραφη συνθήκη οφείλει να εκφράσει. Η πιο συνηθισμένη μορφή τέτοιας παρασπονδίας, όπως τη διαπιστώνουμε καθημερινά σε διάφορα κείμενα του συναφιού, είναι εκείνη της φίλαυτης υπερβολής. &#8216;Υπερβολικός πόνος, υπερβολικό δέος, υπερβολική αθωότητα, υπερβολική γνώση κ.λπ. Στην ποίηση για την όποια μιλώ η διατύπωση, σ’ όποιο επίπεδο και να την εξετάσει κανείς, δεν παρουσιάζει τέτοιου είδους έκτροπές. Γι’ αυτό και είναι<br />εξαιρετικά πειστική.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>V</strong></h5>
<p>Τα Ποιήματα (1956 &#8211; 1986) αποτελούν έναν τόμο 250 σελίδων. Μέσα σ’ αυτές τις σελίδες κατασταλάζει η δοκιμασία μιας ζωής, η οποία σύμφωνα με όσα προανάφερα παρουσιάζει τα εξής τρία βασικά επίπεδα. &#8216;Ιστορικό και συνακόλουθα εμπειρικό αδιέξοδο στα πλαίσια της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Βιωματική ανάλωση του δοσμένου αδιεξόδου ως τις ακραίες του συνέπειες. ’Οργανική έκφραση, τέλος, της ανάλωσης αυτής κατά τρόπο δεξιοτεχνικά λιτό και επαρκή. Πρόκειται δηλαδή για τη δοκιμασία μιας ζωής η όποια μεταφράζεται σε έξοχη ποίηση. Το γεγονός ότι η ποίηση αυτή, παρόλα τα σχετικά που γράφτηκαν, δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη ως μία από τις αξιολογότερες μεταπολεμικές, χαρακτηρίζει ευθέως την κριτική μας ανεπάρκεια. Με τον Ευαγγέλου και όλους σχεδόν τους συνομήλικούς του ποιητές ξαναγίνεται με άλλο τρόπο ό,τι είχε συμβεί με την πρώτη μεταπολεμική γενιά στις δεκαετίες του 50 και του 60. Τότε που δημοσιεύονταν διάφορα συγκαταβατικά κειμενάκια για τον Αναγνωστάκη, τον Παπαδίτσα, το Σαχτούρη κ.λπ. Θα πει ίσως κανείς ότι δεν είναι τόσο η κριτική μας ανεπάρκεια που προέχει, όταν παραγνωρίζονται αξία έργα, όσο η πολύμορφη πολιτική της συναλλαγής. Μπορεί να είναι αλήθεια, άλλα χρειάζεται μου φαίνεται εξαιρετική δόση ανεπάρκειας για να ενδίδει η λογοτεχνική κίνηση ενός τόπου στην ευτέλεια μιας τέτοιας πολιτικής. &#8216;Άλλωστε είναι παρατημένο πως η επάρκεια κατά κανόνα συνεπάγεται ανάλογη αξιοπρέπεια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ</strong></h5>
<p>ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ: <br />Το χιόνι και η ερήμωση, ποιήματα, εκδόσεις χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1994</p>
<p>Εξώπολις, τχ. 1 (Φθινόπωρο 1994)</p>
<p>και η ψυχή -ά, η ψυχή- κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.<br />(ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ)</p>
<p>Χθες (ανήμερα του Αγίου Πάσχα), αργά προς το βράδυ, τηλεφώνησα στον ποιητή της Θεσσαλονίκης ΑΝΕΣΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, για τις καθιερωμένες ευχές με την ευκαιρία της ονομαστικής του εορτής αλλά και για να του ανακοινώσω ότι διαβάζω το βιβλίο του ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ, παράλληλα με τον βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Σημειώσεις για ποιήματα που δεν γράφτηκαν και το σχολιάζω στο περιθώριο, σκοπεύοντας πολύ σύντομα να δημοσιέψω τους συνειρμούς που μου γεννάει η ανάγνωσή του.<br />Πάντα τιμούσα και ξεχώριζα τον αποτραβηγμένο προς τα βάθη του ποιητικού του πυρήνα ποιητή της Θεσσαλονίκης με το προστατευτικό περικάρπιο της σιωπής γύρω του για να μη φθείρεται μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου και τις αθέμιτες και αλόγιστες αντιφάσεις του. Τον στοχάζομαι στην κέλλα του σαν τους παλαιότερους μοναχούς αφοσιωμένο σε ό,τι πιστεύει και υπηρετεί με ένα είδος επίμονης ιδεοληψίας· ποτέ δε νέρωσε το κρασί του σε θέματα αρχών, συνέπειας και ποιότητας του λόγου-ένας αμπελουργός περιχαρακωμένος, αλλά καθόλου μισαλλόδοξος και ναρκισσικά εσώκλειστος, στην άμπελο της ποίησης του, φυτευμένη και καταρτισμένη από τον ίδιο και ποτισμένη από κρουνούς του αίματός του αθέατους, γιατί κυλούν προς τα μέσα, προστατευμένοι από το αδιαπέραστο φράγμα του ήθους του, για να μην κηλιδωθούν στων σχέσεων το καθημερινό παιγνίδι, σε μια εποχή που ο καθένας θέλει να έχει τον κολαούζο του και τον πολιτικό του πιο πολύ από όσο το γιατρό του και τον δάσκαλό του (πού, αλήθεια, να βρεθεί ο τελευταίος στις μέρες της σιτοδείας που περνούμε;)<br />Γράφω σήμερα (δεύτερη μέρα του Αγίου Πάσχα) και μπερδεύεται ο λόγος μου ανάμεσα σε παροντικούς και παρελθοντικούς χρόνους (οι δεύτεροι με το ζόρι γλιστρούν στο κείμενο), γιατί μόλις χθες το βράδυ, στην εορταστική μου τηλεφωνική επικοινωνία, πληροφορήθηκα από την γυναίκα του ότι την προτεραία είχε επιστρέφει από το νεκροταφείο, όπου είχαν εμπιστευθεί το σκήνωμα του Ανέστη φαγωμένο και κατατρεγμένο από την ύπουλη αρρώστια. Όπως μάλιστα άκουα, έμενα αποσβολωμένος και εκτεθειμένος στο θόρυβο που σήκωναν τα λόγια μου, γιατί ήμουν πολύ παρορμητικός στην τηλεφωνική επικοινωνία- δεν άφηνα τη γυναίκα του να ανακόψει το κύμα των λόγων μου (έχω από καιρό μεγάλη και ανυπόκριτη αγάπη στην άπεφθη ανθρωπιά και αμεσότητα -θα έλεγα τραυματισμένη αθωότητα- που έχει ο λόγος του Ανέστη ισοζυγισμένος με ανάλογη πράξη ζωής).<br />Τι τραγικές εμπλοκές και εκπλήξεις (προς τη μεριά του μαύρου) επιφυλάσσει η μοίρα στον αδύναμο άνθρωπο, που δεν μπορεί να απομακρυνθεί πολύ από το χείλος του γκρεμού- εκεί παίρνει σημάδι, όπως γίνεται στα παιχνίδια των παιδιών&#8230;<br />Καθώς μάλιστα μας περιβάλλει ο θάνατος από πολλές μεριές, νιώθουμε κιόλας τον ακοίμητο σκώληκα, που έλεγε ο μακαρίτης Ανδρέας Εμπειρικός, να κατεβαίνει από τα απατηλά φυλλώματα της συκομουριάς, που είναι το δένδρο της ζωής μας, και να διολισθαίνει κοντά μας για τα δικά του αναπότρεπτα δικαιώματα. Θεέ μου, λέω, πόσο με διακατέχει ο θάνατος Ανέστη Ευαγγέλου και πόσο έκθετα και έντρομα είναι τα συναισθήματά μου μπροστά στην ιλαρότητα και την τέρψη του Αγίου Πάσχα, που ανέτειλε μόλις χθες με τις χοές των θεοφρόνων μυροφόρων στον ορίζοντα του έαρος&#8230;<br />Αλλά, από την άλλη μεριά, οι επιτάφιες και επικήδειες σκέψεις με βοηθούν να ξαναδιαβάσω, μέσα από το θάνατο του φίλου που προέκυψε, το βιβλίο του ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ Η ΕΡΗΜΩΣΗ. Το γεγονός του θανάτου του μάλιστα είναι ένα άλλο κείμενο μέσα στο ποιητικό του κείμενο, πιο αρχαϊκό και αυθεντικό- το συνάντησα αυτό το πρωτογενές θανατηφόρο προ-κείμενο κατά τις προηγούμενες αναγνώσεις, αλλά δίσταζα να φέρω στο φως τις απροκάλυπτες συνδηλώσεις του &#8211; τα εμφανή του σημαίνονται που από όλες τις μεριές τους έμπαζαν το μαύρο επισκέπτη. Με εμπόδιζε και το φράγμα της βιογραφίας και παθογραφίας, παρόλο που το θεωρώ πολύ επισφαλές και απατηλό δίχτυ, που μπερδεύει και παγιδεύει- από τις τρύπες του υπεκφεύγει και απουσιάζει το ζητούμενο. <br />Εδώ αλλάζουν τα πράγματα, γιατί ο ποιητής είχε την φοβερή συναίσθηση -όχι απλώς την προαίσθηση που επιτρέπει κάποια απόσταση- του επερχόμενου, που εγώ αγνοούσα- μόλις λίγα θραύσματα είχα πάρει από το στόμα του δια τηλεφώνου, μέσα φυσικά από άμυνες του εγώ του- ποιος τολμά άλλωστε να πάει την ερώτηση πιο πέρα; Απωθούμε στο ασυνείδητο το αναπότρεπτο από ανυποψίαστα αποθέματα άμυνας. Έπειτα, δε μας αφήνει ο ναρκισσισμός της ζωής, αν κι αυτό το ενορμητικό συναίσθημα είναι από ζωή και θάνατο, σαν ένα κράμα σχεδόν ομοούσιο. Θέλω να πω (μιλώντας γενικά) πιάνεται και από το κενό του ο αβοήθητος βροτός, όταν έρθει η έσχατη ώρα. Ακόμα και ο ιερός Δαμασκηνός της Νεκρώσιμης ακολουθίας -του τραγικού ποιήματος με το οποίο απερχόμαστε πλούσιοι και φτωχοί- δεν αποσιωπά το μέγα τρόμο που δεν έχει το εγκόσμιο αντίγραφό του και αντίτιμό του:</p>
<p>«Οίμοι οίον αγώνα έχει η ψυχή,<br />χωριζομένη του σώματος!<br />Οίμοι πόσα δακρύει τότε<br />και ουχ’ υπάρχει ο ελαιών αυτήν!<br />Προς τους αγγέλους τα όμματα<br />ρέπουσα,<br />άπρακτα καθικετεύει<br />Προς τους ανθρώπους τας χείρας<br />εκτείνουσα,<br />ούκ έχει τον βοηθουντα&#8230;</p>
<p>Χρειάστηκε ο θάνατος του Ανέστη Ευαγγέλου για να φωτιστούν τα κείμενα του από μέσα, όπως συμβαίνει στο Φαίδωνα του Πλάτωνα, που ο πράος φιλόσοφος προστρέχει στην παρηγοριά της ποίησης· δε βρήκε πιο σίγουρο παραμύθιον, για να μεταβεί από το εδώθε στο εκείσε με ελαφρότερη την ψυχή: «Ασφαλέστερον γαρ είναι μη απιέναι πριν αφοσιώσασθαι ποιήσαντα ποιήματα και πειθόμενον τω ενυπνίω» (Φαίδων, 61 α-b). Μουσικήν ποιεί και εργάζεται και ο ποιητής μας καθώς πλησιάζει στου μνήματός του το ανοιχτό στόμα. Το κλίμα της ποίησης του δεν είναι αυτό της Νέκυιας, όπου η αναγωγή του ατόμου (της μονάδας) στο συμπάσχον σύνολο θα μετρίαζε ενδεχομένως την κυριαρχία του θανάτου- λείπει από τα ποιήματα της Ερήμωσης ο πληθυντικός που συναντούμε αίφνης στο Νεκρόδειπνο του Σινόπουλου ή στο τοπίο με τους ασφοδέλους του Νίκου Κάλας. Όταν το άτομο συναντά τους άλλους ή τον Άλλο (με κεφαλαίο Α), που λέει ο Jacques Lacan, γενικεύει ή καθολικεύει την περίπτωσή του, όσο τραγική και άν είναι· κ’ αυτή η γενίκευση λειτουργεί ακόμα και μπροστά στο ανοιχτό στόμα (το χαίνον στόμα) του τάφου, ως ο έσχατος αμυντικός μηχανισμός, παρόλο που φαίνεται ως παραδοξολόγημα. Έτσι καταλαβαίνω<br />τους στίχους T.S. Eliot:</p>
<p>Πεθαίνω το δικό μου θάνατο και<br />τον θάνατο εκείνων<br />που έρχονται κατόπιν</p>
<p>(Ένα τραγούδι για τον Συμεών, μεταφρ. Κλείτου Κύρου).</p>
<p>Στον Ευαγγέλου έχουμε το κατάμονο άτομο μέσα στη ερημότητα του θανάτου του &#8211; καταλαβαίνω γιατί ο επιμέρους τίτλος του βιβλίου του είναι «ερήμωση».<br />Τα τελευταία ποιήματα του Νίκου Καρούζου ή, παλαιότερα, τα Επικείμενα (νομίζω πως αυτός ήταν ο τίτλος) του Φαιδρού Μπαρλά κινούνται στο ίδιο κλίμα∙ μου αφυπνίζουν κοινούς συνειρμούς.<br />Ο τόσο πρόωρα χαμένος ποιητής της Θεσσαλονίκης βγαίνει από το ίδιο το χτυπημένο κορμί του, όχι για να το αρνηθεί, αλλά για να περιγράφει (από μέσα και από έξω) τη διαδοχική φθορά του (μια τέτοια στάση μέσα και έξω από το καταρρέον σώμα συναντά κανείς στο Franz kafka). Δε λείπει μάλιστα από τα ποιήματα του Ευαγγέλου και μια διάθεση τραγικής σάτιρας (θα ’λεγα και τραγικής ειρωνείας, γιατί ο ποιητής προ-γνωρίζει και προοικονομεί το επερχόμενο), που, αν καταλαβαίνω καλά, απομυθοποιεί ή και λοιδορεί τον ίδιο το θάνατο. Αλλά πρέπει να προφυλάξω τον αναγνώστη ή τον εαυτό μου ορθότερα, γιατί ο αναγνώστης μπορεί να οικειώνεται αμεσότερα την ποίηση του Ευαγγέλου, χωρίς τα προκαταρκτικά που σωρεύω σ’ αυτή. Θέλω να πω πως θα είναι λάθος αν συνδέσουμε ή συνδυάσουμε την απομυθοποίηση του θανάτου και επιπλέον την τραγική ειρωνεία με μιαν υπονούμενη άρνηση προς τη ζωή. Αντίθετα, ο Ευαγγέλου σ’ όλο το έργο του καταφάσκει στη ζωή· ψίχα και ψυχή του έργου του είναι η ανθρωπιά, έστω και βαλλόμενη από πολλές μεριές ή επειδή ακριβώς βάλλεται και δεν έχει τον βοηθούντα.<br />Θα παραθέσω τέσσερα ποιήματα, που υποστηρίζουν, όπως νομίζω, τις σκέψεις μου αυτές (φοβούμαι την οίηση για να μιλήσω για ερμηνευτική εκδοχή):</p>
<p>ΜΕ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΡΙΟΝΙ</p>
<p>Έκανες καλά τη δουλειά σου.<br />Χωρίς βιασύνες κι επιπολαιότητες<br />και τις γελοίες αναστολές των<br />αρχαρίων<br />αργά<br />μεθοδικά<br />με άψογο στυλ<br />μου πήρες ένα μεγάλο κομμάτι<br />απ’ την ψυχή μου.</p>
<p>Με σκουριασμένο πριόνι<br />με πετσόκοψες.</p>
<p>Βασιλιά Παντοκράτορα<br />Ύψιστε νομοθέτη<br />έκανες καλά τη δουλειά σου.</p>
<p>ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΑ</p>
<p>Προσηλωμένος πάντα<br />στους δρόμους όπου μ’ έταξε<br />η θέλησή Σου,<br />κοιτώντας χαμηλά<br />μην τύχει και πατήσω<br />από τα ταπεινά σου πλάσματα<br />ούτε ένα,<br />γυμνόν, ανυπεράσπιστο κοχλία,<br />μυρμήγκι, σκουληκάκι, κάμπια,<br />πάντα με αγαθές προθέσεις, με<br />καλό ήθος∙<br />γιατί με κακοήθεια μ’ ανταμείβεις;</p>
<p>ΤΟ ΓΟΡΓΟΝ ΚΑ ΧΑΡΙΝ ΕΧΕΙ</p>
<p>«Nam sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis<br />vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:<br />Σίβυλλα τι θέλεις· respondebat ilia: αποθανείν θέλω».</p>
<p>Μωρέ όχι μόνο αποθανείν<br />όχι μόνο θέλω<br />αλλά και πάραυτα<br />και εκλιπαρώ αποθανείν,<br />και όχι γιατί γέρασα τάχα<br />και χαλεπόν το γήρας και άλλα τέτοια<br />-σωστά, σωστότατα βεβαίως, που φθέγγονται<br />όσοι τα ζήσανε τα χρονάκια τους∙<br />αλλά γιατί<br />το σώμα είναι φτωχό και δεν αντέχει<br />έλιωσε πια<br />και η ψυχή -ά, η ψυχή- κι αυτή ανθρώπινη είναι<br />και κάποτε λυγίζει<br />κι έχει, με τα λιανά χεράκια της<br />υψώσει ήδη<br />λευκή σημαία.</p>
<p>ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ,<br />ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ</p>
<p>Αν πρέπει να τελειώνει, να τελειώνει, Κύριε—<br />δεν διαφωνώ επί της ουσίας πιά<br />δεν διαμαρτύρομαι.<br />Όμως αλλού<br />υπέροχα, με μιαν ανακοπή, συνοπτικός<br />—πού τέτοια τύχη για μας τους παρακατιανούς,<br />για τη φτωχολογιά Σου— κι αλλού<br />να τον αφήνεις να εκτραχηλίζεται<br />να αμαυρώνει τη φήμη Σου στους αιώνες<br />εξαντλώντας όλες τις διαδικασίες<br />περιφέροντας την απόφαση από γραφείο σε γραφείο<br />μη και λείψει καμιά υπογραφή οιμωγής<br />καμιά σφραγίδα πόνου—<br />ο Λιγδιάρης;</p>
<p>Σε δύο επίσης ποιήματα από τα καλύτερα (αν και ρητορικότερα) του βιβλίου (Τόλης Καζαντζής και ω, ανημπόρια του σώματος πριν από το τέλος) ο συγκρατημένος θυμός του ποιητή εξισορροπείται ή και υπονομεύεται από την ίδια σάτιρα όπως και στα προηγούμενα τέσσερα ποιήματα, αλλά με πιο συγκρατημένο τρόπο- παραθέτω το δεύτερο:</p>
<p>Ω, ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ<br />ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΤΕΛΟΣ <br />Αφού την -ψυχή ζητάς<br />γι’ αυτήν παθιάζεσαι και κάνεις σαν τρελός<br />ψυχή, ψυχούλα να’ ναι κι όποιου να’ ναι,<br />αδιαφορώντας για ηλικίες κι άλλες μικρολεπτομέρειες<br />που σάρκωσαν τις έννοιες αδικία, παράλογο<br />κι ακατανόητο στους φτωχούς ανθρώπους</p>
<p>αφού την ψυχή ζητάς<br />ακόρεστος πάντοτε και διψασμένος<br />ακατάβλητος,<br />που δεν έγειρες να κοιμηθείς ούτε λεπτό<br />απ’ την αυγή του κόσμου</p>
<p>με τα πολλά κουστούμια, τα καπέλα σου<br />τις άπειρες γραβάτες, τα πουκάμισα, τα πανωφόρια,<br />με τις στρατιές των παπουτσιών σου-<br />όλα διαφορετικά<br />σ’ απέραντη ποικιλία σχεδίων, χρωμάτων και συνδυασμών<br />εσύ<br />ο Μέγας Μεταμφιεσμένος κι ο Μέγας σιωπηλός</p>
<p>αφού την ψυχή ζητάς<br />γιατί δεν στέλνεις<br />τουλάχιστο τον αδελφό σου<br />-τί πιο απλό-<br />έστω, στη χάση και στη φέξη,<br />έστω, δύο τρεις ωρίτσες,<br />κομμάτι να ξεκουραστεί<br />να μην πονεί, να μην σπαράζει<br />-εξόν κι αν πρόκειται για κάποιους τυχερούς<br />που τους θερίζεις ανεξήγητα μια κι έξω-</p>
<p>τί σου ’φταίξε και το λιανίζεις λίγο λίγο<br />που είναι από τη φτιάξη του εύτρωτο<br />έστω κι αν σε φωνάζουν Αχιλλέα</p>
<p>αφού δεν είναι ο στόχος σου<br />δεν είναι το ζητούμενο<br />παντάπασι</p>
<p>γιατί το σώμα τύραννός<br />βρε Αθλιε;</p>
<p>Ο ενικός του ποιητή μου θυμίζει το Γάλλο φιλόσοφο Montaiqne, ο οποίος θεωρούσε το θάνατο ατομική υπόθεση· είναι ο έσχατος ναρκισσιμός του άραγε ή η πλήρης εγκαταβίωση του κενού; Ίσως και τα δύο, γιατί ο ναρκισσισμός είναι από ζωή και από θάνατο. «Στην τέχνη», λέει η γνωστή Γαλλιδα φιλόσοφος, που ερωτοτροπεί με την ψυχανάλυση, Sarah kofman, «ικανοποιούνται συγχρόνως ο Έρως και οι ενορμήσεις του Θανάτου. Εντούτοις μπορούμε να πούμε ότι αυτές που κυριαρχούν είναι οι ενορμήσεις του θανάτου. Το κλειδί της τέχνης είναι ο ναρκισσισμός» (Ι’ en fance de l’ art, une interpretation de Γ esithetique freudienne, Payot 1970 σελ. 180). Αυτές τις ενορμητικές και συναισθηματικές καταστάσεις η Sarah kofman της συνδέει με την παιδική ηλικία και ιδιαίτερα με το μηχανισμό της μετουσίωσης ( Sublimation), που βρίσκεται στα ριζώματα γένεσης της τέχνης. Εντέλει η τέχνη συνδεόμενη άμεσα και έμμεσα με τον έρωτα και τον θάνατο, διαμέσου του μηχανισμού της μετουσίωσης, προσφέρει αμυντικές υπηρεσίες (είναι το παραμύθιον που συναντούμε στο Φαίδωνα ή η<br />νάρκη του άλγους και οι ηδονές εν φαντασία και λόγω, καθώς λέει ο Καβάφης).<br />Είμαι βέβαιος (αν και πρέπει να αποφεύγει κανείς τέτοιες αποφάνσεις, όχι μόνο για τον φόβο της οίησης και της ύβρης αλλά και για να μην απολιθώνεται και γίνεται αδιαλεκτική η σκέψη του) είμαι βέβαιος λοιπόν ότι ο μηχανισμός της μετουσίωσης, που σημαίνει παροχέτευση της ενόρμησης σε μορφώματα τέχνης, λειτουργεί ως λύτρο, ως φάρμακο (νάρκη του άλγους που λέει ο Αλεξανδρινός) στα ποιήματα του Ανέστη Ευαγγέλου· γιατί έχω τη γνώμη πως κάτω από ένα δεύτερο ή τρίτο στρώμα ανάγνωσης διαφαίνεται αυτό το στέρεο κλίμα του κουράγιου, με το οποίο ο ποιητής αντικρίζει το μαύρο άγγελο, μέσα στο τόσο ανθρώπινο αλωνάκι του πόνου του. Έχει πρό-γνωση τελεία του επερχόμενου, που λέει ένας από τους πατέρες της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα ελέγχει το άλγος εσωτερικεύοντάς το, αποποιείται της σπαραξικάρδιες οιμωγές ή των δειλών τα παρακάλια και υπερβαίνει (όπως νομίζω τουλάχιστον) τον πανικό &#8211; τέτοιο βίωμα εγώ δε συνάντησα στα ποιήματα του Ευαγγέλου και αυτό το λογίζω προς τιμήν της ζωής του και του βιολογικού θανάτου του όπως και προς τιμήν της ποίησης του. Μέσα σε μια εποχή αποσάθρωσης των πατροπαράδοτων αξιών και των ερεισμάτων που έχει ανέκαθεν η ψυχή του ανθρώπου, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης έδειξε έμπρακτα πως η ποίηση μας βοηθάει να ζήσουμε και (το κυριότερο) να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, χωρίς να αρνηθούμε ούτε στο ελάχιστο τις ομορφιές της ζωής· μέσα στο παιγνίδι του κόσμου, καθώς θα έλεγε ο πλατωνικός Αξελος, είναι και το κέρδος και η ζημία (για παιγνίδι μίλησε ως γνωστόν και ο Πλάτων στο Φαιδρό και στη Ζ’ Επιστολή).<br />Το ότι μπόρεσε ο ποιητής να κρατήσει το μέτρο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αποποιούμενος τόσο τη σιωπή όσο και τη οιμωγή, είναι ένα κέρδος για τον άνθρωπο και την ποίηση· κοιτάξτε την ισομετρία του παρακάτω<br />ποιήματος, παρόλο που εντός του κεραυνώνεται η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπου:</p>
<p>ΕΡΗΜΩΣΗ</p>
<p>Είμαι ένας φτωχός και έρημος άνθρωπος πιά<br />όμως με κρατάει ορθό η αγάπη του Θεού.</p>
<p>Το σώμα μου το κόψαν και το ράψαν<br />το φαρμακώσανε πολλές φορές<br />το έκαψαν<br />το τρύπησαν με μεγάλες βελόνες.</p>
<p>Άγγελος του Θανάτου με κεραύνωσε<br />σύντριψε την αλαζονεία μου<br />πήρε κομμάτια από σώμα και ψυχή.</p>
<p>Κύριε, εσύ που δέχτηκες<br />φτωχούς, τυφλούς και ανάπηρους<br />στον οίκο Σου<br />δέξου κι εμένα τώρα που το αξίζω.</p>
<p>Αν μπορούσε να εργαστεί κανείς διακειμενικά, προσφεύγοντας σε άλλα κείμενα, ομόλογα, όπως συνηθίσαμε να λέμε, ή συνάλληλα, ακολουθώντας τους νόμους των συνειρμών που γεννά η ανάγνωση του επιθανάτιων αυτών κειμένων του Ανέστη Ευαγγέλου, θα έβλεπε πόσο δύσκολη υπόθεση είναι η προσέγγιση του μέτρου (δεν τολμώ να πω η κατάκτηση του), γιατί εύκολα ο λόγος, που αρθρώνεται μπροστά στου μνήματος το ανοιχτό στόμα με τον ακοίμητο σκώληκα να σαλεύει στα φυλλώματά του, μπορεί να εκτραπεί, να αποκόψει τις εσωτερικές ίνες και τους ειρμούς που τον κρατούν συνεπή προς το όποιο ύψος του, όπως θα έλεγε ο ανώνυμος συγγραφέας της πραγματείας Περί ύψους, και να μεταβληθεί σε κοπετό αδόλεσχο, που δε θα έπειθε (η πειθώ του κειμένου είναι από τις κύριες αρετές του ύφους του). Καταλαβαίνω πόσο δυσκολεύονται και πόσο εύκολο είναι να εκκλίνουν και να παραπατήσουν, όταν αρθρώνουν τον επιθανάτιο λόγο ακόμα και δάσκαλοι αυτού του ύφους, όπως ο Μπέργκμαν, ο Μπουνουέλ και ο Μπατάιγ ή ο δικός μας Παλαμάς στον Τάφο, παρόλο που στις παραπάνω περιπτώσεις -εκτός από αυτή του Μπατάιγ- βλέπουμε το θάνατο απέξω ή μέσα σε έναν πλατύ πληθυντικό, όπως νομίζω πως συμβαίνει στον Ελιοτ, το Σεφέρη και το Συνόπουλο. Τα μεγάλα υπαρξιακά θέματα, όπως αυτό του θανάτου, που είναι άλυτη και αναπάντηση πρόκληση για την τέχνη, από την εποχή του Ευριπίδη (νομίζω πως είναι ένας από τους πρώτους υπαρξιακούς μελετητές του θέματος μαζί φυσικά με τον Πλάτωνα του Φαίδωνα) είναι ένα είδος φωτιάς στα χέρια του δημιουργού που μπορεί να προξενήσει θαύματα αλλά και εγκαύματα μη ιάσιμα.<br />Υπόδειγμα στο είδος αυτού του λόγου νομίζω πως αποτελούν τα Νεκρώσιμα ιδιόμελα (ισάριθμα προς τους οχτώ ήχους) του Ιωάννου Μοναχού του Δαμασκηνού όπως ανέφερα και παραπάνω. Μου κάνει εντύπωση, πολύ ευμενή, ο υπαρξιακός (θα έλεγα βιολογικός) τρόμος, που δεν κρύβεται μέσα σε σχήματα μεταφυσικά και υπερβατικά αλλά ούτε και εκκλίνει προς το ανεξέλεγκτο και απειθάρχητο σπαραγμό, που θα καθιστούσε το<br />λόγο ανειμένο και αδόλεσχο:</p>
<p>Θρηνώ και οδύρομαι<br />όταν εννοήσω τον θάνατον<br />και ίδω εν τοις τάφοις<br />κειμενην την κατ’ εικόνα Θεού<br />Πλασθείσαν ημιν ωραιότητα,<br />άμορφον, άδοξον,<br />μη έχουσαν είδος.<br />Ω του θαύματος!<br />τι το περί ημάς<br />τούτο γέγονεν μυστήριον;<br />Πώς παρεδόθημεν τη φθορά,<br />και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;&#8230;</p>
<p>Πρόκειται για εξαίσιο ποίημα, παρόλη την τραγικότητά του ή ίσως γι’ αυτό- διότι αποτυπώνει το απαράδεκτο της φθοράς, που συνέχει και βυθίζει στην ανυπαρξία την πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, την οποία βλέπει ο ιερός ποιητής «άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος». Ορθώς ο Ιωάννης Δαμασκηνός, που είναι από τους σωματικότερους ποιητές της γλώσσας μας, (παραμένει ανεκμετάλλευτο και αγνώριστο ακόμα μεταλλείο η σωματικότητα στην ποίηση της ορθοδοξίας) προσονομάζει το θάνατο «φοβερώτατον μυστήριον; Αυτό το φοβερότατο μυστήριο της φθοράς -φθοράς οντολογικής της πλασθείσας ωραιότητας &#8211; είχε την τόλμη ο Ανέστης Ευαγγέλου να το αντικρίσει κατά πρόσωπο και όχι μόνο μια στιγμή, που δεν αφήνει το κεραυνοβόλο χτύπημα περιθώρια να δει κανείς ως το βάθος τη σημασία του και τις συνέπειες του, αλλά σε μεγάλη διάρκεια που τη μάκραινε περαιτέρω η οδύνη και το άλγος όπως κι η βεβαιότητα του επερχόμενου μαύρου αγγέλου. Εννοώ πως είχε την τόλμη να αντικρίσει το μαύρο με τα δώρα που του είχε χαρίσει η μνημοσύνη, η μητέρα των Μουσών που την τίμησε ως την ύστερη πνοή του:</p>
<p>Αυτό, στο προηγούμενο ποίημα.<br />Ευθύς αμέσως όμως, συντριμμένος,<br />ήμαρτον, Χριστέ μου, απολογούμαι,<br />εσύ μονάχα ξέρεις για τα βάσανα<br />του κόσμου και για τις συμφορές που πέφτουν<br />στο κεφάλι μας.<br />Εσύ μόνο κατέχεις το χρυσό<br />κλειδί, που ξεκλειδώνει ένα ένα όλα τα μυστήρια<br />όπου παραπατάει ζαλισμένο το φτωχό μυαλό μας.</p>
<p>Φώτισε&#8217; με.<br />δωσ’ μου τη δύναμη ν’ αντέχω,<br />να τα δέχομαι όλα.</p>
<p>Αγόγγυστα<br />γαλήνια<br />εν ειρήνη.</p>
<p>(Ποίημα που θέλει να γίνει προσευχή)</p>
<p>Έκαμε, με άλλα λόγια ποίημα, τον ίδιο το θάνατό του, όπως γράφει ο Γκαίτε στον Τορκουάτο Τάσσο. Αυτή την έσχατη πράξη ευγένειας και θάρρους την παρομοιάζω με δωρεά σώματος που σώζει ζωές. Αν είναι έτσι, τότε δεν είναι μικρή τιμή για την ποίηση στις μέρες σιτοδείας που ζούμε.</p>
<p>Σημείωση:<br />Την κριτική δοκιμή για το βιβλίο του Ανέστη Ευαγγέλου Το χιόνι και η ερήμωση τη συνέλαβα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας ή λίγο νωρίτερα, με άλλη διάρθρωση, άλλη δομή καθώς συνηθίσαμε να λέμε- άρχιζα<br />πιο σχηματικά από το πρώτο μέρος του βιβλίου που ο τίτλος του προλέγει τη διφυΐα του. Έριχνα μάλιστα προκαταρκτικά το βάρος σε δυο κείμενα αφηγηματικά του &#8216;πρώτου μέρους (Το χιόνι, σλ. 11- 13, και Σταδιοδρομία, σελ. 14- Ι 5), που τα θεωρώ από τα καλύτερα σ’ όλη την δουλειά του Ανέστη, με κύριο γνώρισμα του ύφους τους την απρόσκοπτη αφήγηση και τη συνειρμική-ανακλητική ροή των γεγονότων. Το πρώτο κείμενο (Το χιόνι) το έβλεπα μέσα από μια ψυχαναλυτική ανάγνωση ως κύριο σημαίνον, που παλινδρομεί ανάμεσα στο παρόν και τα παρωχημένα και απωθημένα στο ασυνείδητο του δημιουργού βιώματα και πλάσματα. Χτίζει ο ποιητής μέσα από τις ασυνείδητες προσχώσεις και εκβολές του Εγώ του τον προσωπικό μύθο του, που τα κύρια στοιχεία, τα ριζώματα (με την έννοια που έδινε ο Εμπεδοκλής στη λέξη)<br />έρχονται από την παιδική ηλικία. Αγγίζουμε εδώ το θέμα της απορροής της τέχνης (των διαφόρων μορφωμάτων της), τόσο από τα πεδία της παιδικής ηλικίας &#8211; χαμένα και άγνωστα μέσα στα πετρώματα της συνείδησης- όσο και<br />από τις βαθύδινες και σκοτεινές περιοχές του ίδιου του ασυνειδήτου του δημιουργού, που είναι και χώρα των ονείρων. Μόλις αγγίζω αυτό το θέμα, όπως. είπα, που θέλει πολλή μελέτη (βλ. το βιβλίο μου Ψυχανάλυση και Λογοτεχνία, εκδ. Οδυσσέας Αθ. 1993). Σημειώνω μόνο εν παρόδω όσα<br />l;eei o Fr;oynt sto dok;imi;o toy la creation litteraire et le reve eveille (G. WWWWW. ΩΙΙ, σελ. 217-218):<br />«Ένα σημαντικό σύγχρονο γεγονός αφυπνίζει στον ποιητή την ανάμνηση ενός γεγονότος του παρελθόντος, που ως επί το πλείστον ανήκει στα χρόνια της<br />παιδικής ηλικίας, από όπου προέρχεται η παρούσα επιθυμία που βρίσκει την πλήρωσή της στην ποίηση&#8230;» Κάνω αυτή την παρέκβαση με αφορμή το κείμενο Α. Ευαγγέλου Το χιόνι, που ο ποιητής το βλέπει αμφίθυμα:</p>
<p>Χιονίζει πάλι σήμερα.<br />Απ’ το παράθυρό μου<br />βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών<br />σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.<br />Θυμάμαι<br />ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν<br />κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο<br />και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.<br />Είχε ανοίξει<br />μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει<br />μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.<br />Τι κάνεις<br />εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;</p>
<p>Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του<br />οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα<br />και μια κακία που δε θα λησμονήσω<br />–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια–<br />για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους<br />για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα<br />παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι<br />κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου<br />ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.</p>
<p>Αργότερα ο ποιητής (μέσα, πάντα, στο ίδιο κείμενο) όχι μόνο συμφιλιώνεται με το χιόνι αλλά και το θεωρεί «χιόνι της μυστικής αγάπης πια». Μέσα από τα αμφιθυμα (αλληλοεναντιούμενα) συναισθήματά του αρπάζεται από τους όρμους της παιδικής ηλικίας, για να γλιτώσει από τις δίνες και τα ναυάγια. Η παλιννόστηση στη χώρα της παιδικής ηλικίας &#8211; μητρική χώρα την λέει η Joulia Kristeva, απηχώντας απόψεις του Πλάτωνα από τον Τιμαιο- είναι<br />και επιστροφή στο φαντασιακό (imaginaire) που σχετίζεται με<br />το χαμένο παράδεισο της δυαδικής σχέσης μας (Relation duelle)<br />με το μητρικό μορφοείδωλο (Imago Maternelle).<br />Το άλλο κείμενο του Ανέστη Ευαγγέλου με τον τίτλο Σταδιοδρομία συνείρει μέσα μου ανάλογες σκηνές από μια νουβέλα του Κάφκα που ο μοναδικός ταξιδιώτης της χάνεται στην χιονισμένη kalda.</p>
<p>Αλεξανδρούπολη, Παρασκευή της Διακαινησίμου, που συμβάλλεται η ακολουθία της Ζωοδόχου Πηγής</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ</strong></h5>
<p>DIASTIXO.GR 15/12/2019</p>
<p>«Ανέστης Ευαγγέλου: Μια άλλη ανάγνωση των ποιημάτων του»</p>
<p>Αφορμή να γραφτεί ετούτο το κείμενο υπήρξε ένα σύντομο γράμμα του αείμνηστου ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου που βρήκα, εντελώς τυχαία, στο αρχείο μου ανάμεσα σε γράμματα φίλων, χαρτιά με στίχους, σημειώματα και άλλα χειρόγραφα. Συχνά, στη ζωή κάθε ανθρώπου συμβαίνουν γεγονότα, εντελώς τυχαία, που για κάποιο λόγο έπρεπε να συμβούν, όπως η συνάντησή μου και η γνωριμία με τον αναγνωρισμένο ταλαντούχο Θεσσαλονικιό ποιητή.</p>
<p>Ήταν το καλοκαίρι του 1965, όταν, επιστρέφοντας από μια σύντομη παραμονή μου στο Λονδίνο, έμεινα λίγο στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενούμενη της μητέρας του, της αείμνηστης κυρίας Κλειώς. Είχα πάει στην Αγγλία να συνεχίσω ανώτερες σπουδές με εκπαιδευτική άδεια. Αλλά δεν έμεινα. Εντελώς τυχαία, εκεί γνώρισα την αδερφή του, την Ηρώ, και τη μητέρα τους και συγκατοικήσαμε το λίγο διάστημα που έμεινα στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, γίναμε φίλοι και ανταλλάξαμε τα πρώτα μας βιβλία. Για ένα μάλιστα από τα δύο πρώτα του βιβλία είχα γράψει σε εφημερίδα του Αγρινίου. Ύστερα, χαθήκαμε ίσαμε το 1996, οπόταν βρεθήκαμε ξανά με την Ηρώ και πληροφορήθηκα ότι και ο Ανέστης Ευαγγέλου από το 1994, δύο χρόνια πριν από τον συνομήλικό του, τον Κώστα Χωρεάνθη, είχε εκδημήσει στην άλλη διάσταση.</p>
<p>Διαβάζοντας τις λίγες γραμμές στο συγκεκριμένο γράμμα, που αναφερόταν σε «μια ξεπερασμένη (φιλολογική) κόντρα» ανάμεσα σ’ εκείνον και τον συνομήλικό του, αείμνηστο επίσης, ποιητή Κώστα Χωρεάνθη και κολακευτικά σχόλια για τα ποιήματα της συλλογής μου Μυρρίνη που, προφανώς, του είχα στείλει, συγκινήθηκα.</p>
<p>Σκέφτηκα να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του, έχοντας υπόψη μου τα πρώτα του ποιήματα. Μελετώντας, ωστόσο, το σύνολο του δημοσιοποιημένου ποιητικού του έργου, που η σύζυγός του κυρία Ντίνα Παπαδοπούλου-Ευαγγέλου είχε την καλοσύνη να μου εμπιστευτεί, εκτιμώ ότι το κατορθωμένο ποιητικό έργο του σημαντικού Θεσσαλονικιού δημιουργού χρήζει μιας από περιωπής θεώρησης, απαλλαγμένης από οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση.</p>
<p>Γράφοντας ετούτες τις γραμμές μιλάω αποκλειστικά για την ποίηση του Ανέστη Ευαγγέλου, σε μια απόπειρα κατανόησης του βαθύτερου νοήματος και της ουσίας της, προτάσσοντας το επιγραμματικό ποίημα της ενότητας: «Αφαίμαξη» (’66-’70) που αναφέρεται στην επάρατη επταετία της Χούντας των συνταγματαρχών και στην ιστορική επέτειο του Πολυτεχνείου, μέσω του οποίου απευθύνεται στον αναγνώστη και του εφιστά την προσοχή:</p>
<p>Εδώ είναι ένα κομμάτι σάρκας, αναγνώστη,<br />μια φέτα είναι ψυχής.<br />Πέρνα απαλά,<br />παρακαλώ σε, από σελίδα σε σελίδα,<br />από τη μια στροφή στην άλλη<br />των ποιημάτων.<br />Πρόσεχε<br />μην τα πονέσεις.<br />(«Στον αναγνώστη», σελ. 65)</p>
<p>Έμμεσα, ωστόσο, πλην σαφώς, δίνει το στίγμα της ποίησής του, ποίησης τρυφερής, λαγαρής και απροσποίητης, αληθινής, θαρρείς κομμάτι από την ίδια του τη σάρκα, φέτα της ψυχής του. Και σου επιβάλλει να τη σεβαστείς, να μην την αγγίξεις με ανόσια χέρια και βέβηλα μάτια. Αυτό που θέλει να πει, δεν έχει ενδοιασμούς, το λέει καθαρά και με παρρησία.</p>
<p>Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή.</p>
<p>Ποιητής ήπιων τόνων ο Ανέστης Ευαγγέλου, σεμνός, με ήθος και όραμα, με αίσθηση του μέτρου, του ρυθμού και της αρμονίας, με προσωπικό ύφος, ευαίσθητος αλλά και μαχητικός, με σταθερές απόψεις, ανέντακτος, αγωνιστής με συναίσθηση ευθύνης και με πείσμα, με αγάπη για τον τόπο, για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, για την Ελλάδα και τον πολύπαθο λαό της. Ποιητής με αρχές και σταθερά πιστεύω. Πονάει, γνοιάζεται τον απλό, τον καθημερινό άνθρωπο, τον βιοπαλαιστή, που συνθλίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της αγωνίας κι αργοπεθαίνει στα γρανάζια της βιοπάλης για το ψωμί της φαμελιάς του. Το καθολικό πρόβλημα είναι και δικό του, το νιώθει. Μπαίνει στη θέση του άνεργου που θυσιάζει την προσωπική του ζωή, τα δικά όνειρα, τα ιδανικά, το δικό του μέλλον, για να δώσει ικανοποίηση, λίγη ανακούφιση στην οικογένειά του, παρηγοριά στην αδύναμη μητέρα του:</p>
<p>Την εποχή εκείνη είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά.<br />Δύσκολα χρόνια, ο πατέρας είχε πεθάνει, ο αδερφός μου<br />στην ξενιτιά, το πατρικό μας λησμονημένο, σε ξένα χέρια,<br />πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, κι εμείς να στριμωχτούμε τελικά<br />σε τούτο το παλιόσπιτο το τούρκικο, όπου έμπαζε από παντού<br />νερά κι ο αγέρας το χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, να το σαρώσει&#8230;<br />(«Σταδιοδρομία»)</p>
<p>Γεννημένος το δεύτερο έτος μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας, μεγαλώνει στα μαύρα χρόνια που ακολούθησαν, βιώνει τον πόλεμο του ’40 και τον Εμφύλιο, όπως όλοι της δικής μας γενιάς, που κουβαλούμε στο κορμί μας τις πληγές και τους νεκρούς που άφησαν πίσω τους η Κατοχή και ο Εμφύλιος. Δεν ξεχνάει. Ταράζουν εφιάλτες τον ύπνο του. Ο θάνατος είναι πάντα εκεί, τον διαισθάνεται δίπλα του, ορατός, αόρατος, μόνιμος συγκάτοικος στην ποίησή του. Η παρουσία του θανάτου, αμέσως ή εμμέσως, είναι αισθητή στο σύνολο σχεδόν των ποιημάτων του, χωρίς να επηρεάζει την κοινωνική του ζωή. Είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος που ζει έντονα την καθημερινότητά του. Εργάζεται, αγαπάει, ερωτεύεται. Δεν είναι ο ποιητής της ήττας, που δέχεται τον θάνατο μοιραία. Και δεν τον ξεχνάει, ωστόσο. Τον αναφέρει αδιαλείπτως, γιατί τον έχει κάνει έμπειρο η ίδια η ζωή. Ξέρει, είναι ενήμερος, δεν έχει αυταπάτες, δεν παριστάνει τον γενναίο, αλλά ξέρει, είναι βέβαιος πως τον ακολουθεί. Αν «η ζωή είναι το μέγα καλό και πρώτο», ο θάνατος είναι το μέγιστο κι αναπότρεπτο Κακό. Και άδικος. Και δεν μπορεί να καταλάβει την ανοχή του Θεού.</p>
<p>Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη.</p>
<p>Στο πρώτο ποίημα της δεύτερης συλλογής διαφαίνεται πόσο τον έχει βασανίσει η απώλεια αγαπημένων, πόσο τον έχει στιγματίσει ο θάνατος ως γεγονός και ως κακό μη αναστρέψιμο:</p>
<p>Δεν μίλησα ακόμα όσο έπρεπε<br />έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει<br />πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια<br />όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ<br />που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω –<br />πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν<br />τις σκοτεινές μου αλληγορίες.</p>
<p>Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς<br />πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.<br />(«Δε μίλησα ακόμα», σελ. 39)</p>
<p>Η συλλογή κυκλοφόρησε το 1960, όταν ο ποιητής ήταν 23 ετών. Ίσαμε τότε είχαν συμβεί τόσες συμφορές. Πόλεμοι, χαλασμοί, ξεσπιτωμοί, θάνατοι προσφιλών του που δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Έχει φωλιάσει μέσα του η υποψία της επέλασης του θανάτου από τότε που συνειδητοποίησε τι συνέβαινε γύρω του και ύπουλα τον πιλατεύει, φθείροντάς τον σωματικά με κάθε τρόπο, με την αγωνία για το αύριο, με τον πόνο των άλλων, βλέποντας το κακό να πέφτει πάνω στα κεφάλια των αθώων. Δεν τον αφήνει να ησυχάσει το άδικο, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Σε όσους επιθυμούν κι επιδιώκουν να του κλείσουν το στόμα, να του σταματήσουν τον καταγγελτικό λόγο, κάνει σαφές ότι διεκδικεί το δικαίωμα να μιλήσει με τη δύναμη που του δίνει η εμπειρία του θανάτου, γεγονός που σηματοδοτεί και τη σχέση του με τον πνευματικό περίγυρο, αλλά και την απόφασή του να εναντιωθεί στο σαθρό κοινωνικό και πνευματικό κατεστημένο που θέλει να τον κάνει να σωπάσει. Απαντάει με ένα ποίημα καυστικό, δηλωτικό της δυναμικής του ποιητικού του λόγου:</p>
<p>Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μού ’δωσε<br />απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.<br />Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,<br />διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.</p>
<p>Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο<br />Παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου<br />πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά<br />είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους<br />όμως την τελευταία στιγμή<br />έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.</p>
<p>Σε όλο του το ποιητικό έργο βλέπεις την αγωνία του ποιητή για το μέλλον αυτού εδώ του τόπου και του ταπεινού λαού του. Από τους πρώτους στίχους της πρώτης του ποιητικής συλλογής, Περιγραφή εξώσεως, εικονογραφεί τη θέση του και τη σχέση με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ξέρει πού βρίσκεται. Έχει επίγνωση, γνωρίζει τι έχει στον σάκο των αποσκευών του, διατυπώνει σαφείς απόψεις, προβληματισμούς που χαρακτηρίζουν την εν γένει στάση του στη ζωή και στην Τέχνη. Πίσω από τους συμβολισμούς που ενέχουν οι λέξεις «άστεγος», «ακάλυπτος», «εξόριστος», «πρόσφυγας», νιώθει μόνος και ενδεής μέσα στο ίδιο του το σώμα, μετέωρος μέσα σ’ έναν κόσμο αδιάφορο, με θολό παρελθόν, με ένα διαρκώς μετακινούμενο παρόν και ένα δυσοίωνο μέλλον. Ως τα είκοσι τρία του χρόνια (χρονολογία έκδοσης της πρώτης του συλλογής), έχει απόψεις ξεκάθαρες, αποκρυσταλλωμένες ιδέες, σταθερές θέσεις, η σκέψη του είναι προσηλωμένη στα ιδανικά που πιστεύει, ο λόγος του σαφής, συγκροτημένος, η ποίησή του είναι διαυγής, αποσαφηνισμένοι οι στόχοι του:</p>
<p>Ποιος μπορούσε να φανταστεί<br />τη βίαιη έξωση από το προγονικό μου σπίτι&#8230;<br />&#8230;Κυκλοφορώ σ’ ένα χώρο αφηρημένο<br />δεν έχω μια παλιά φωτογραφία να ζεστάνω τη μνήμη</p>
<p>Βρίσκεται πάντα στη μεριά των αδικουμένων και των προοδευτικών ανθρώπων. Η έξωση από το σπίτι, η αίσθηση ότι είναι εξόριστος εξ ορισμού είναι ολοφάνερη. Υπάρχει διάχυτη αγωνία, ένας διαρκής φόβος και πόνος για τον πρόσφυγα που δεν έχει «πού την κεφαλήν κλίναι», που δεν βρίσκει πουθενά απανεμιά, μια σταθερή παλάμη γης να ακουμπήσει, να σταθεί και να βρει συμπόνια, λίγη αγάπη, ανθρωπιά. Μέσα σ’ αυτό το χάος που δημιούργησαν οι απανωτές συμφορές στη χώρα και στην οικογένειά του, αισθάνεται ο ίδιος σκόρπιος, μόνος κι έρημος, ψάχνει απεγνωσμένα τον πρώτο του εαυτό, το παιδικό, το μυθικό του πρόσωπο στα χρόνια της αθωότητας μέσα σ’ έναν ερειπωμένο, κατεστραμμένο κόσμο:</p>
<p>Έλα λοιπόν μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια, μορφή μικρή και τρυφερή, σταματημένη στην πρώτη ηλικία,<br />έλα πνεύμα του καλού, μυθικό πρόσωπο,<br />[&#8230;] άνοιξε δρόμο μέσ’ από τα χαλάσματα και τα ερείπια,<br />να μπορώ να υπάρξω πιο ανθρώπινα</p>
<p>Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση του ουσιώδους και του δρόμου προς τον χαμένο παράδεισο της ψυχής, κάποτε γίνεται έμμεση, πλην σαφής αμφισβήτηση της άνωθεν αρωγής και εκφράζεται εμμέσως με τους εύδηλους στίχους:</p>
<p>Αν θρηνώ [&#8230;]<br />είναι [&#8230;] που εσύ δεν μπορείς πια ν’ ακούς ανθρώπινες ομιλίες<br />(«Αν θρηνώ», σελ. 15)</p>
<p>και εμφανίζεται συχνά στο ποιητικό του έργο, δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, γιατί δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του κακού στον κόσμο και τον θάνατο:</p>
<p>&#8230;ήτανε μόνο<br />δεκατέσσερω χρονώ – και μου το παίρνεις, Θάνατε;<br />[&#8230;] Στο πανδοχείο που, άξαφνα, έγινε ο κόσμος<br />πού ν’ ακουμπήσω; Οι άνθρωποι πού είναι;<br />Και τ’ ουρανού η κουβέρτα πώς να με ζεστάνει<br />έτσι που σε μια νύχτα, έλιωσε και εισβάλλει<br />από παντού το ψύχος του θανάτου;<br />(«Χιόνι της μοίρας», σελ. 220-221)</p>
<p>Ακόμα και στα όνειρά του, στη συνάντηση με φίλο του, προσπαθεί να του θυμίσει πως υπάρχει:</p>
<p>&#8230;εσύ ’σαι σαρανταπέντε χρόνια κιόλας πεθαμένος, ψέλλισα<br />και νέα δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου&#8230;<br />(«Η συνάντηση», σελ. 230-231)</p>
<p>Τα ποιήματά του όλα εκφράζουν το καθολικό αίτημα για ισότητα και δικαιοσύνη, αλλά όχι με κραυγές και διαμαρτυρίες εντυπωσιασμού, αλλά με πόνο ψυχής, μιας ψυχής που κλαίει και μιας τρυφερής καρδιάς που πονάει για τον πόνο του άλλου, καταγγέλλει το άδικο που γίνεται εις βάρος του άλλου, του πλαϊνού του, τον οποίο αποκαλεί αδερφό του και τον νιώθει σάρκα από την ίδια σάρκα με τη δική του:</p>
<p>Στην άγρια νύχτα<br />η καρδιά μου αγρυπνάει<br />για σε, αδερφέ μου.</p>
<p>Με το θηρίο<br />μετρήθηκα για σένα.</p>
<p>Να με θυμάσαι<br />(Χάι Κάι – «Άστεγα», σ. 176, 31, 32)</p>
<p>Τα 116 Χάι Κάι, χωρισμένα σε 4 ενότητες –«Νεκροί του Νοέμβρη» (11), «Άρρωστα χρόνια» (45), «Της αγάπης» (28) και «Άστεγα» (32)– από σελίδα 135 έως σελίδα 176 σε σύνολο 302 σελίδων, με την επιγραμματική μορφή, τη θαυμαστή πυκνότητα, τη χαρακτηριστική δομή και τη διακριτική νοηματική σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρίστιχα κάθε ενότητας, κατέχουν, ίσως όχι τυχαία, τον μεσαίο χώρο του συνόλου των σελίδων του βιβλίου, όπου εκ των πραγμάτων εστιάζεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αποτελούν το κέντρο βάρους του περιεχομένου και της ενότητας που απαρτίζει το σύνολο των ποιημάτων και των συλλογών του κατορθωμένου έργου του Ανέστη Ευαγγέλου.</p>
<p>Το επισημαίνω αυτό γιατί τα πριν και τα μετά ποιήματα, παρά τις όποιες διαφορές και αυξομειώσεις που παρουσιάζουν, είναι ισοβαρή. Υπάρχει ισορροπία μεταξύ των δύο μερών. Από το πρώτο ίσαμε το τελευταίο ποίημα, υπάρχει η ίδια ένταση, η ίδια φόρτιση. Ωστόσο, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο ποιητής, εκτός από τον αγώνα και την αγωνία της έκφρασης, όσο προχωρούσε συνειδητοποιούσε πως είχε να παλέψει και με εκείνους που κρατούσαν ξύλα και μαχαίρια και πέτρες και κραύγαζαν: «Σκοτώστε τον». Και θέλουν να τον γκρεμίσουν από το ηθικό του βάθρο, να φάνε τις σάρκες του, να ξεσχίσουν το υλικό του περίβλημα, να αμαυρώσουν το ηθικό του κάλλος:</p>
<p>…Όμως η φωνή του<br />λευκό πουλί πέταγε πάνω απ’ τα κεφάλια τους<br />και δεν τη φτάναν οι κραυγές και τα μαχαίρια<br />(«Ο ποιητής», σελ. 60)</p>
<p>Όπως διεκδικεί και το δικαίωμα να ζήσει. Να ολοκληρώσει το ποιητικό του έργο θέλει, να μην αφήσει πίσω του εκκρεμότητες. Η ποίηση είναι η μεγάλη του αγάπη, η έγνοια του. Και προτρέπει τον θάνατο, που πολλές φορές τον έχει μακελέψει, να πάει αλλού με το κατάμαυρο φτερό του να μαυρίσει/ κι άλλες ψυχές:</p>
<p>&#8230;Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα.<br />Γιατί έχω μερικά ποιήματα<br />να φτιάξω ακόμα<br />να τροχίσω εδώ μια λέξη,<br />να στιλβώσω εκεί μια φράση</p>
<p>–Αυτές οι μικρές εκκρεμότητές μας που λατρεύεις<br />και για τη διαιώνισή τους άοκνα φροντίζεις–<br />(«Οι μικρές εκκρεμότητες του βίου», σελ. 271)</p>
<p>Παραγγέλλει του θανάτου, υποκλινόμενος μπροστά στην παντοδυναμία και τη δόξα του, και αποκαλεί «Άρχοντά» του και «Δεσπότη» του. Παρά ταύτα, μέσα από τις ανατροπές, τις ελάχιστες αναθεωρήσεις και επανατοποθετήσεις που κάνει, παραμένει πιστός στις αρχές του και στις αξίες του ανθρωπισμού, όπως αξιώνει η «δικαιοσύνη» και η «ηθική» της ποίησης, γιατί «η ζωή μας δεν πάει ποτέ χαμένη».</p>
<p>.</p>
<p> </p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/04/%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΡΙΑ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 28 Feb 2023 18:24:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΙΑ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19207</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαρία Α. Ιωάννου γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Reading και εκπόνησε μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή πάνω στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα και τη δημιουργική γραφή στα πανεπιστήμια King’s College London και University of Winchester. Διηγήματα της έχουν διακριθεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό κι έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΙΑ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαρία Α. Ιωάννου γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Reading και εκπόνησε μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή πάνω στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα και τη δημιουργική γραφή στα πανεπιστήμια King’s College London και University of Winchester. Διηγήματα της έχουν διακριθεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό κι έχουν<br />
μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το 2013 ίδρυσε το διαθεματικό φεστιβάλ λογοτεχνίας Σαρδάμ.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p><strong>ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ</strong></p>
<p>Οι Ενδιάμεσοι (Εκδόσεις Νεφέλη 2022 &#8211; βραχεία λίστα στα Βραβεία του Χάρτη 2022)<br />
Καζάνι (Εκδόσεις Νεφέλη 2015 – υποψήφιο για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα)<br />
Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας (Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 – Κρατικό<br />
Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη)</p>
<p><strong>ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></p>
<p>Η μύγα και η κανάτα (Εκδόσεις Πατάκη 2019 – Εικονογράφηση: Φίλιππος Θεοδωρίδης)</p>
<p><strong>ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΡΟΤΖΕΚΤ</strong></p>
<p>Θέλω πίσω το κεφάλι μου (Εκδόσεις Μικρόκυκλος 2016)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΟΙ-ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ-1.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19209 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΟΙ-ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ-1.jpg" alt="" width="350" height="570" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΟΙ-ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ-1.jpg 393w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΟΙ-ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ-1-184x300.jpg 184w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΚΑΖΑΝΙ3.webp"><img loading="lazy" class=" wp-image-19210 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΚΑΖΑΝΙ3.webp" alt="" width="350" height="569" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΚΑΖΑΝΙ3.webp 312w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/ΚΑΖΑΝΙ3-185x300.webp 185w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/3.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-19211 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/3.jpg" alt="" width="350" height="446" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/3.jpg 502w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/02/3-235x300.jpg 235w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΟΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ (2022)</strong></h4>
<h5 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><strong>ΜΕΛΑΝΙ</strong></h5>
<p>Η σουπιά έμοιαζε να έχει πέσει απότομα από τον ουρανό, από κάποιο διαστημικό βόθρο, σκούρο απόβλητο προηγμένου εξωγήινου πολιτισμού. Τα άκρα της πάλλονταν στην άκρη του τραπεζιού, λέκιαζαν βασανιστικά το χειροποίητο τραπεζομάντηλο, δάκρυζαν κάτι πηχτό στα πλακάκια. Του είπε πως η σουπιά είχε χαλάσει, μπορούσε να τη μυρίσει, μια γλοιώδης επιφάνεια είχε ήδη σχηματιστεί στην επιφάνειά της. «Μυρίζει ψαρίλα», τόνισε, ή κάτι παρόμοιο, «άμα η σουπιά μυρίσει ψαρίλα, έχει χαλάσει», μα εκείνος επέμενε, με ύφος poker face, πως οι σουπιές δεν είναι ψάρια, αλλά μαλάκια, πως θα άλλαζε χρώμα αν είχε χαλάσει, «μαλάκια, όχι ψάρια», πως θα βρωμούσε πεθαμένο τρωκτικό, «είναι μια χαρά, μια χαρά, ηρέμησε». Η σουπιά παρέμενε ακίνητη ανάμεσά τους, καρφώνοντάς τους δίχως μάτια, πνιγμένη στους σκοτεινούς χυμούς της, αποσβολωμένα καρότα και πατάτες στο ταψί, αλάτι, πιπέρι, χαλαρά, σαν να μην τρέχει τίποτα, να ηχούν τη φωνή του πατέρα μου ηρέμησε, ηρέμησε, ηρέμησε, να ηχούν και τη λέξη μαλάκια, σφηνωμένη στα δόντια της μάνας μου. «Να το πετάξεις!» στρίγγλισε γδέρνοντας τον λαιμό της, «και άι γαμήσου!». Ήμουν μόνο εννιά ή δέκα τότε, υποθέτω γι’ αυτό θυμάμαι τη μάνα μου να ξεσκίζει το συνήθως ήρεμο σώμα της και να λέει βραχνά, πολύ βραχνά, άι γαμήσου στον πατέρα μου, και μπορεί επειδή όση ώρα βρισκόμασταν κι οι τρεις μας μέσα σ εκείνη την κουζίνα, μπροστά από το ανοικτό παράθυρο, κάπου στην Ύδρα, με όλο το ελληνικό πέλαγος στο πιάτο μας, χάσκοντας πάνω από μια νεκρή σουπιά που στράγγιζε το μελάνι της στο πάτωμα, εγώ είχα σβηστεί.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟΙ</strong></h5>
<p>Μια πολύ όμορφη γυναίκα ξεφύτρωσε στο σπίτι με τις γύψινες κολώνες και τα γύψινα λιονταράκια. Περπατά χωρίς ν’ αγγίζει το έδαφος, λες και φορά ένα ζευγάρι αόρατες παντόφλες. Ένας πολύ όμορφος άντρας ξεφύτρωσε δίπλα από την πολύ όμορφη γυναίκα. Περπατά χωρίς ν’ αγγίζει το έδαφος κι αυτός. Κάθε φορά που η γειτόνισσα σέρνει τα σκουπίδια έξω και τους βλέπει, αναστενάζει σε υψηλά ντεσιμπέλ. Θα μπορούσε να ήταν βραστήρας, ένας βραστήρας με σωματότυπο αχλαδιού. Χαζεύει την πολύ όμορφη γυναίκα και τον πολύ όμορφο άντρα ν’ ακτινογραφούν ο ένας τον άλλο στο κέντρο του σαλονιού τους. Ένα κιτς φωτιστικό απλώνεται από πάνω τους, ένα τζάκι με τουβλάκια κοχλάζει στη γωνία, οι ανάσες τους &#8211; λογικά μυρωδάτες- σκανδαλίζουν το παράθυρο. Κάποιες μέρες, όταν η πολύ όμορφη γυναίκα και ο πολύ όμορφος άντρας δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία της, η γειτόνισσα καθρεφτίζεται στο πεντακάθαρο γυαλί τους, νιώθει τα πολύ όμορφά τους μπράτσα, τα πολύ όμορφά τους χέρια, τα πολύ όμορφά τους δάχτυλα να εισχωρούν -με πολύ όμορφη κάψα- μέσα της. Θα μπορούσε να ήταν βραστήρας. Ένας βραστήρας με έξι μήνες εγγύηση ζωής, έτσι όπως στέκεται σύξυλη στο κρύο, γλείφοντας τα παγωμένα χείλη της κι αναδίδοντας ατμούς.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>FAKE NEWS</strong></h5>
<p>Λένε πως εμφανίστηκε στην περιοχή του μόλου. Πίσω απ’ τον κυματοθραύστη. Σριλανκέζοι, Φιλιππινεζοι και διάφορες άλλες εθνικότητες που συχνάζουν τις Κυριακές στο κατουρημένο γρασίδι το είδαν πρώτοι. Το εντόπισαν κι οι πανύψηλοι πύργοι της παραλιακής, μα αυτοί δεν έχουν ανθρώπινη υπόσταση κι οι ένοικοί τους πάσχουν από μια μορφή άνοιας που δεν έχει ακόμη διερευνηθεί. Ήταν πραγματικά μυστήριο το πώς το τέρας του Λόχνες αποφάσισε να μεταναστεύσει απ’ την υγρή και μουντή Σκωτία, απ’ την πυκνή, μυστηριακή του ομίχλη σ’ έναν βράχο στη θάλασσα που τον κατακαίει ο ήλιος. Ποιος θα το κάνε στη θέση του; Ούτε τα καλαμάκια στο κεφάλι του, που από μακριά έμοιαζαν με κεραίες, έβγαζαν νόημα. Ούτε το δέρμα του που ήταν γεμάτο σακούλες. Αποκλείεται να ήταν το τέρας του Λόχνες, αποκλείεται, έχουν ιδέα οι μετανάστες από τέρατα; Μάλλον καλλιτεχνική εγκατάσταση για χάρη της οικολογίας, το δημιούργημα ενός εκκεντρικού αρχιτέκτονα που αποφάσισε να παίξει με τον απλό κοσμάκη. Κανένα εμπορικό πλοίο θα ήταν, κανένας γερανός, τουρκικό κατασκοπευτικό υποβρύχιο, ρωσικό υπερσύγχρονο γιοτ, γέμισε ο τόπος, η καλοκαιρινή υγρασία είναι κάποτε τόσο πηχτή, σου πήζει το μυαλό, δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα.<br />
Πάντως, ένας ειδήμονας που έτρεξε να φωτογραφίσει το σημείο αρκετή ώρα αφού το τέρας του Λόχνες βούτηξε στη θάλασσα κι εξαφανίστηκε δια παντός, μακρολαίμης κι αυτός, δήλωσε, γλείφοντας το μικρόφωνο, πως επρόκειτο για fake news.<br />
Πως οι καφέ κηλίδες που επιπλέουν στο νερό τόσα χρόνια δεν είναι τα σκατά του. Πως οι κίτρινοι αφροί που φτύνει η θάλασσα δεν είναι τα σάλια του. Πως τέρατα δεν υπάρχουν και δεν υπήρξαν ποτέ, ποτέ όμως, στα μέρη μας.</p>
<h5 style="padding-left: 240px;"><strong>ΕΒΟΥΤΤΗΣΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">μες στην λάνταν</p>
<p style="padding-left: 240px;">κανένας εν επερίμενεν πως έννα ζούσα</p>
<p style="padding-left: 240px;">τζι εν έζησα</p>
<p style="padding-left: 240px;">ο λάκκος εφαίνετουν βαθύς μα ήταν ξέβαθος<br />
όπως τα παραπάνω πράματα σε τούτην την ζωήν</p>
<p style="padding-left: 240px;">ούλλοι ενομίσαν πως έφταιεν το πόιν μου<br />
που πάντα ήταν πκιο κοντόν που το άλλον</p>
<p style="padding-left: 240px;">έτσι εγεννήθηκα</p>
<p style="padding-left: 240px;">πως γι’ αυτόν εκουτσούφλησα<br />
τζι έσπασα την κκελλέν μου<br />
πάνω στο κουγκρίν</p>
<p style="padding-left: 240px;">μα</p>
<p style="padding-left: 240px;">μόνον εγώ ξέρω</p>
<p style="padding-left: 240px;">γιατί<br />
εβούττησα<br />
μες στην λάνταν</p>
<p style="padding-left: 240px;">ήταν την ημέραν που επέθανεν</p>
<p style="padding-left: 240px;">η μάμμα μου</p>
<p style="padding-left: 240px;">ο ήλιος έλαμπεν<br />
έβρεσεν την προηγούμενην νύχταν</p>
<p style="padding-left: 240px;">εγέμωσεν ο δρόμος<br />
νερόν</p>
<p style="padding-left: 240px;">ουρανόν<br />
εγέμωσεν ο λάκκος<br />
τζι εγώ</p>
<p style="padding-left: 240px;">εβούττησα<br />
για να την φτάσω</p>
<p style="padding-left: 240px;">
<p style="padding-left: 240px;">__________________</p>
<p style="padding-left: 240px;">Λάντα: λακκούβα με νερό<br />
Κουτσουφλώ: σκοντάφτω</p>
<p style="padding-left: 240px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΑΠΑΤΗΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Πρωτάκουστο. Θηριώδες. Όλοι πρόσφυγες δεύτερης γενιάς. Κερυνειώτες. Μόνη εξαίρεση, ένας γραφειακός υπάλληλος που έμεινε στ’ αζήτητα. Μόνο άντρες. Κανείς πάνω από 1 μέτρο και 70 εκατοστά. Όλοι με γαμψή μύτη, μικρή, μεγάλη, μα σίγουρα γαμψή. Τα νέα με ταρακούνησαν. Θέλω να πω άλλο ν’ ακούς για έναν φόνο μια στο τόσο, κι άλλο οι φόνοι να ’ναι ένα<br />
φρικιαστικό μοτίβο. Πανικοβάλλεσαι. Ειδικά άμα είσαι άντρας με ύψος 1 μέτρο και 70 εκατοστά &#8211; ένα εκατοστό, ένα γαμημένο εκατοστό ήθελα και θα είχα το κεφάλι μου ήσυχο. Και πρόσφυγας δεύτερης γενιάς (αν και είμαι babyface, θα μπορούσα να ήμουν κάλλιστα και τρίτης). Ελπίζω οι Κυπριακές Αρχές, σε συνεργασία με τη CIA ή με όποιον τελοσπάντων συνεργάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, να τον συλλάβουν σύντομα. Κι ας βοηθήσουν κι οι ψευδοαστυνομικοί στα κατεχόμενα, δε με πειράζει, θα το καταπιώ, μάνα συγγνώμη, θα το καταπιώ, φτάνει να βρεθεί. Οκτώ συμπολίτες μας εξαφανίστηκαν το τελευταίο δίμηνο, οκτώ, οι τρεις ακόμη αγνοούνται. Η μάνα μου πάντως βρήκε τη λύση. Να μεταναστεύσω. Τι κάθομαι άγαμος τόσο καιρό; Μου ’ρχεται στο μυαλό ένας παλιός συμμαθητής που ζει στο Βερολίνο. Τον παίρνω τηλέφωνο, μα πανικοβάλλεται κι αυτός, «κι αν αποφασίσει να γίνει διεθνής;». Τη βάψαμε. Τη βά-ψα-με. Μάλλον είναι χάκερ κι έχει πρόσβαση σε φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα, δεν εξηγείται αλλιώς. Κι αν το να μένει κάποιος κλειδαμπαρωμένος στο σπίτι, επειδή βαριέται τη ζωή του, δεν είναι πια αρκετό; Πόσο ντελίβερι ν’ αντέξει το στομάχι, πόσες σειρές του κώλου; «Μια είναι η λύση», ξαναλέει η μάνα μου, «να κάνεις πλαστική! Η φάτσα σου είναι ανφάς στην ταυτότητα, εκεί δε φαίνεται τόσο η μυτόγκα σου, αλλά αν σε κόψει στον δρόμο, ή κάποια στιγμή που θα υπογράφεις για το ανεργιακό; Αν είναι ντελιβεράς; Αν είναι ντελιβεράς, χαθήκαμε!». Έχει δίκιο η μάνα μου, πάντα έχει δίκιο. Την αγαπώ τη μάνα μου, περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα. Μια είναι η λύση. Ρινοπλαστική. Φυλάξαμε κάποια χρήματα τόσα χρόνια, ας πάνε για καλό σκοπό. Μια καινούργια πληροφορία, πάντως, μόλις ήρθε στο φως της δημοσιότητας, fake news ή όχι δεν ξέρω. Φήμες λένε πως στα ρούχα του τελευταίου θύματος ανιχνεύτηκαν δάκρυα, δάκρυα και στο σώμα, δάκρυα παντού (θα τον βρουν όπου να ’ναι, αν μη τι άλλο να γλυτώσω και την πλαστική, τι είμαι, κανένας βλάκας;). Άκου δάκρυα. Πρωτάκουστο. Θηριώδες. Τραγικό. Ο κατά συρροήν δολοφόνος που συγκλονίζει το μαρτυρικό νησί μας, λοιπόν, λέγεται πως πριν σκοτώσει τα θύματά του ποδοπατώντας τα μέχρι θανάτου (βρέθηκε μάλιστα και μια μπότα με καρφιά, πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα, θυμίζει την μπότα του Αττίλα), πως πριν σουβλίσει το σώμα τους απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, πιο έντονα το στέρνο και την κοιλιακή χώρα, ειδικά την κοιλιακή χώρα, κλαίει από πάνω, κλαίει με λυγμούς, σαν να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΟΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ</strong></h5>
<p>Δεν ήταν εύκολο να μεγαλώνεις με το ένα πόδι στο νερό και το άλλο κολλημένο στη λάσπη, ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας.<br />
Κούτσαινα συνέχεια, και με διαφορετικούς τρόπους, τα ρούχα μου ήταν πάντα μουλιασμένα, στο σχολείο μού έκαναν bullying, γιατί τα έκανα πάνω μου, ενώ είχα καταφέρει να σχίσω σχεδόν όλα μου τα παντελόνια. Όμως, είχα καλά ανοίγματα και η ευαίσθητη περιοχή ήταν πάντα καλά πλυμένη. Ο άντρας<br />
που παντρεύτηκα το εκτίμησε αφάνταστα.<br />
Ως έφηβη εντυπωσίαζα τους γονείς μου με τα εικοσάρια στους ελέγχους, μου πάσαραν και τη σημαία στις σχολικές παρελάσεις, αλλά όταν πάρταρα, πάρταρα άγρια. Περίμενα και τον πρίγκηπα στο λευκό άλογο, τον πρίγκηπα της μάνας μου, να εξηγούμαστε. Μεγαλώνοντας σταμάτησα να πιστεύω στον θεό, αλλά παντρεύτηκα σε εκκλησία, έτσι για το γαμώτο, βιολιά και καναπεδάκια στη δεξίωση, μέικαπ σε στρώσεις στο πρόσωπό μου.<br />
«Και κομφορμίστρια και επαναστάτρια!» σχολίασε ένας φίλος πάνω στο μεθύσι του. «Πώς στο διάολο λειτουργεί κάτι τέτοιο;».<br />
Τώρα που είμαι ανάσκελα στο χειρουργείο, ο γιατρός λέει πως υπάρχει 50% ποσοστό επιτυχίας. «Μην ανησυχείς», μου ψιθυρίζει, «θα το κανονίσουμε». Τα λόγια του εκπέμπουν κάτι ψυχρό. Ίσως να φταίει ότι το αριστερό μου πόδι στάζει νερό πάνω στα παπούτσια του, ίσως να φταίει όλη εκείνη η στοιβαγμένη κοκκινωπή λάσπη στο δεξί, που έχει βρωμίσει το κρεβάτι. «Θες να μάθεις τι από τα δύο θα είναι;» με ρωτά, μα εγώ απλά κρατώ το στόμα μου κλειστό, κοιτάζοντας το δέντρο δίπλα από το παράθυρο. Τα φύλλα του μόλις άρχισαν να παίζουν techno.<br />
Είμαι έτοιμη ν’ αλλάξω γνώμη, ν’ αρπάξω όλα εκείνα τα σωληνάρια και τα τσιρότα, να τα πετάξω στις φάτσες τους, να σπάσω το παράθυρο, να γραπωθώ σ’ εκείνον τον κορμό!<br />
Όμως, ο γιατρός μού λέει «άνοιξε τα πόδια σου, μόλις έσπασαν τα νερά σου», οπότε κι εγώ απλά τ’ ανοίγω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΚΑΖΑΝΙ (2015)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΛΕΥΚΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ</strong></h5>
<p>ΣΚΑΡΦΑΛΩΝΕΙ ΑΡΓΑ τα υγρά τοιχώματα. Η αγριότητα των από πάνω δεν το φοβίζει. Γνωρίζοντας πως σύντομα θα δολοφονηθεί από μια ρόδα ή ένα παπούτσι, κάνει βουτιά προς το φως. Σεισμός από τακούνι, λίγο νερό σταλωμένο στο πεζοδρόμιο, ένα βρακί σε κάτι σύρματα, δυο καλόγριες, τσίχλες, πέτρες, ποδήλατα ενοικιάσεως, ένα αεροπλάνο των Βάσεων να ψεκάζει από μακριά, κάτι τουρίστες με καπέλα, κάτι τόπακες με μουστάκια, μια πινακίδα που γράφει FOR RENT, μια άλλη που γράφει FOR SALE, μια τσάντα σε βιτρίνα, αποξηραμένα σύκα, κάτι βιβλία, μια γιαγιά. Αυτά πρόλαβε να δει το μυρμήγκι πριν παραδοθεί εξ απροόπτου στα ροζιασμένα δάχτυλα του Πάολο. Αυτά και πολλά άλλα που ούτε το ίδιο δεν θυμάται.<br />
Ο Πάολο το σηκώνει απαλά, το τοποθετεί σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας μαζί με ένα βότσαλο, μια σαρανταποδαρούσα και ένα παλιό νόμισμα. Μπαίνει στο σπίτι, τοποθετεί το βαζάκι δίπλα από άλλα βαζάκια, γλυκού, μπισκότων και λαδιού. Στο ένα μια βαλσαμωμένη κατσαρίδα ψεκασμένη με Raid, στο άλλο κάτι ελατήρια από το παλιό του ξυπνητήρι, στο δίπλα σπασμένα μολύβια. Δεκάδες βαζάκια με αντικείμενα κοσμούν τον ανατολικό τοίχο του καθιστικού, σχηματίζοντας κάτι που μοιάζει με παράθυρο. Πιο μπροστά μια καρέκλα φτιαγμένη από τενεκεδάκια μπίρας ΚΕΟ, γεμισμένα με μπετόν για να αντέχουν το βάρος και κολλημένα μεταξύ τους με δυνατή κόλλα σε οριζόντιες και κάθετες γραμμές. Στα δεξιά ένα τραπεζάκι, ένας παλιός τροχός λεωφορείου για βάση και ένα ορθογώνιο ξύλο από πάνω με το απομεινάρι ενός συνθήματος να το διακοσμεί &#8211; ΚΑΛΟΣ ΤΟΥΡΚΟΣ Ο ΝΕΚΡ. Καλάμια και ξύλα μέσα σε άσπρους κουβάδες, ενώ για χαλί κάτι ψάθες μισοσκισμένες, σαν αυτές της θάλασσας, διακοσμημένες όμως με μοτίβα από παλιά υφάσματα, μια Χαβανέζα από κάποιο φανελάκι δίπλα από το κομμένο κεφάλι του Τσε Γκεβάρα και το σλόγκαν I’M A BITCH. Παραδίπλα ένα κρεβατάκι θαλάσσης, που χρησιμοποιείται κι αυτό ως κάθισμα, και κάτι<br />
κύβοι γύρω-γύρω.<br />
Το μυρμήγκι, που μόλις τσάκωσε, κοιτάζει τον Πάολο με τα μικροσκοπικά του μάτια, κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Ουσιαστικά πρόκειται για τερμίτη γι’ αυτό και έχει αποφύγει να το βάλει σε ξύλινο δοχείο.<br />
Τερμίτες. Άλλως Λευκά Μυρμήγκια. Κοινωνικά όντα. Τρέφονται κυρίως με ξύλο. Άλλα χαρακτηριστικά τους είναι η ωοτοκία, η μετανάστευση, η οργάνωση και η εργατικότητα. Μπορείς να τους σκοτώσεις χρησιμοποιώντας καπνιστικό εντομοκτόνο. Ακόμη ένα χαρακτηριστικό της κοινωνίας τους είναι η μεταμόρφωση. Καταστρέφοντας το ξύλο βοηθούν στην ανακύκλωσή του.<br />
Όλα αυτά τα διάβασε στη Wikipedia στο ίντερνετ καφέ της γειτονιάς, πολύ καιρό πριν, τότε που δεν γουργούριζε η κοιλιά του τόσο πολύ. Τότε μίλησε και με τη γιαγιά του στη Βραζιλία μέσω Skype. Της έδειξε τα καπέλα του, μα εκείνη γύρισε από την άλλη μιλώντας σε μια πολυθρόνα. Γεροντική άνοια.<br />
Θερίζει και την άλλη άκρη του πλανήτη. Και κάνει τα αντικείμενα να αποκτούν ανθρώπινη ιδιότητα.<br />
Το σπίτι χαοτικό. Αποφάγια να κρέμονται απ’ τα τραπέζια και τις κουρτίνες, λεκέδες στο πάτωμα, σακούλια πεταμένα εδώ κι εκεί, μπουκάλια ουίσκι να χρησιμοποιούνται ως μαξιλαράκια για τα πόδια και τσίχλες να αντικαθιστούν τους μαγνήτες στο εκτός πρίζας ψυγείο.<br />
Ο Πάολο ζει στην Κύπρο εδώ και 13 χρόνια. Τον τελευταίο καιρό κατοικεί στο υπόγειο ενός εγκαταλελειμμένου διατηρητέου. Κάποιες μέρες τη βδομάδα εργάζεται σε σουπερμάρκετ μαζεύοντας τα καρότσια των καταναλωτών. Όταν είναι τυχερός, βρίσκει κάνα δυο ξεχασμένα προϊόντα στο καρότσι και τα παίρνει σπίτι, κάποιες φορές είναι βρώσιμα και κάποιες φορές πρακτικά. Χθες βρήκε δυο κουτιά σπίρτα, πριν από ένα μήνα περίπου κάποιος ξέχασε μια ολόκληρη μπριζόλα και τα Χριστούγεννα βρέθηκε στο καρότσι ένα κοστούμι Hugo Boss. Ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε ο Καροτσοθεός να του προσφέρει. Έκανε μπάνιο με το νερό που μάζεψε απ’ τη βροχή, έβαλε λίγο από το αποσμητικό που κρατούσε για ώρα ανάγκης, άναψε δυο κεριά, χτενίστηκε με μια παλιά βούρτσα, λάφυρο από κουρείο τότε που προτιμούσε να κλέβει για να επιβιώσει, φόρεσε το κοστούμι και στάθηκε στο σπασμένο παράθυρο κοιτάζοντας προς τα έξω. Κανείς δεν θα τον κατέκρινε για την εμφάνισή του τη συγκεκριμένη μέρα. Ένα κοστούμι του έδινε πίσω τη ζωή του.<br />
Κοίταζε προς τα έξω 11 ολόκληρα λεπτά. Τόσο άντεξε.<br />
Πάει ο Hugo πάει και ο Boss. 25 ευρώ το πούλησε. Είναι μεταχειρισμένο, του είπαν. Καλύτερη τιμή δεν θα βρεις (του είπαν).<br />
Ο Πάολο αγαπά πολύ και τα καπέλα του. Τα φτιάχνει, συνδυάζοντας διάφορα είδη υφασμάτων, με κουρέλια που μαζεύει από κάδους, συχνά προσθέτει και αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά, ράβοντάς τα κι αυτά μαζί με το ύφασμα. Αντί φτερά βάζει κάποιο παιχνιδιάρικο ελατήριο ή κάποιο αποξηραμένο λουλούδι. Το αγαπημένο του καπέλο, μέχρι στιγμής, είναι εκείνο με τις φάτσες των πολιτικών. Το έφτιαξε σε περίοδο εκλογών. Ένωσε όλες τις χαζοχαρούμενες φάτσες μεταξύ τους και έραψε ανάμεσά τους καρό και ριγέ ύφασμα. Για ομορφιά πρόσθεσε στο πάνω μέρος και το μεγάλο χάρτινο Μ των McDonald’s σαν κεραία. Ελπίζει πως μια μέρα θα πουλήσει μερικά από τα καπέλα του στην υπαίθρια αγορά σε κάποια Φιλιππινέζα, που ψάχνει κάτι το διαφορετικό.<br />
Ο Πάολο αγαπά πολύ και τα καρότσια του. Όταν αυτά είναι ιδιότροπα, τα ρίχνει το ένα πάνω στο άλλο με δύναμη για να συνέλθουν. Μετά μετανιώνει και τα χαϊδεύει. Συγγνώμη, τους λέει. Όλο συγγνώμη. Είναι κι αυτά όπως οι γυναίκες. Θέλουν απαλή μεταχείριση, ντελικάτη. Εξάλλου τους οφείλει το φιλοδώρημά του, το 1 ευρώ που ξεχνούν με θράσος οι καταναλωτές.<br />
Ο Πάολο γεννήθηκε μαύρος, από γονείς επίσης μαύρους. Μαύρο τον ανεβάζουν μαύρο τον κατεβάζουν στο νησί. Όνομα δεν έχει. Ο πατέρας του πέθανε σε κάποιο σοκάκι του Ρίο με μια ένεση στο χέρι και η μάνα του έξω από μια μπουτίκ στη λεωφόρο Μακαρίου. Καρδιακή προσβολή. Στα 55 της χρόνια. Έμεινε λοιπόν μόνος. Ένας μαύρος μόνος κιέρημος. Ένας μαύρος και μισός.<br />
Το αγαπημένο του καρότσι είναι η Λόλα. Είναι το πιο ταλαιπωρημένο απ’ τα υπόλοιπα καρότσια, το πλαστικό μισοφαγωμένο, οι ρόδες ελαφρώς στραβές και το χερούλι γεμάτο εκδορές. Τη Λόλα την ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα καρότσια γιατί έχει γραμμένο πάνω κάτι σαν ποίημα.<br />
Ο Πάολο μιλά τα ελληνικά, αλλά δεν μπορεί να τα διαβάσει. Ρώτησε την Ντίνα -πωλήτρια στο σουπερμάρκετ- τι γράφει. Αυτή το διάβασε προσεχτικά, της πήρε 2 λεπτά ακριβώς. Του είπε δεν έχει ιδέα.<br />
Του Πάολο του αρέσουν τα ποιήματα. Όταν ήταν μικρός η μάνα του έγραφε μικρά κείμενα στους τοίχους, με χάλια ομοιοκαταληξία, γεμάτα ορθογραφικά λάθη. Κι όταν του τα διάβαζε πάνω από έναν σκουριασμένο φούρνο, οι ψυχές τους συναντιούνταν και χόρευαν σάμπα.<br />
Τώρα χορεύει καλαματιανό στα πανηγύρια με τον κύριο Ανδρέα που έχει το «καζαντί». Ο Πάολο τού κουβαλά τα αρκουδάκια, τα σιντριβαυάκια και τα βάζα από φθηνή πορσελάνη κι αυτός του δίνει δωρεάν παλιά CD κι ας μην έχει CD player ή ηλεκτρισμό στο σπίτι. Τα παίζει εκεί, μπροστά από το «καζαντί», κι ο Πάολο χορεύει για να προσελκύσει κόσμο. Χορεύει σαν μαϊμού.<br />
Δυστυχώς, ο κύριος Ανδρέας πέθανε πριν από πέντε μέρες. Πνίγηκε από ένα σουβλάκι κι έβγαλε αφρούς απ’ το στόμα. Ο Πάολο δεν πήγε στην κηδεία. Δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη σχέση έτσι κι αλλιώς. Αντί στεφάνι του έστειλε με κάποιον φίλο ένα καπέλο. Ένα καπέλο φτιαγμένο από μετάξι. Το τελευταίο μεταξένιο κουρέλι που του είχε απομείνει.<br />
Το λευκό μυρμήγκι συνεχίζει να περιφέρεται άσκοπα μέσα στο βαζάκι του, η κατσαρίδα τραντάζεται από το θόρυβο που κάνουν τα αυτοκίνητα στο δρόμο, τα βαζάκια και τα τενεκεδάκια χτυπούν το ένα πάνω στ’ άλλο και ο Πάολο σκέφτεται το Ρίο, τη μάνα του, τα καπέλα του και όλους εκείνους τους λογαριασμούς που θυμάται μικρός να φθάνουν στο σπίτι. Πριν από<br />
τη φαβέλα, πολύ πριν. Όλους εκείνους τους λογαριασμούς που δεν μπορούσαν να πληρώσουν ώστε να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή.<br />
Η νύχτα είναι ήσυχη. Πουλάει τρέλα. Την πουλάει φθηνά. Ο Πάολο βγαίνει έξω, κοντοζυγώνει το γραμματοκιβώτιο του γείτονα, που λείπει στο εξωτερικό, και ανοίγει το κουτί με ένα λεπτό σύρμα. Μέσα βρίσκει πολλούς φακέλους και διαφημιστικά. Κρατά τους λογαριασμούς και πετά τα υπόλοιπα. Επιστρέφει και τους τοποθετεί έναν-έναν πάνω στο τραπέζι-τροχό.<br />
Στη σειρά. Πρώτα ο πιο χοντρός φάκελος και τελευταίος ο πιο λεπτός. Παίρνει ένα μισοσπασμένο πιάτο. Βάζει τους φακέλους τον έναν πάνω στον άλλο μέσα στο πιάτο. Τους κόβει κομματάκια. Ξεκινά να τους μασά. Τους καταπίνει λαίμαργα, μέχρι που του έρχεται αναγούλα, μέχρι που τους κάνει εμετό.<br />
«Οι φυσιολογικοί άνθρωποι έχουν λογαριασμούς&#8230;» λέει στον εαυτό του.<br />
Στο πάτωμα ο εμετός του ένας καφέ πολτός.<br />
Το στομάχι του ακόμη γουργουρίζει. Γουργουρίζει με τον αέρα της μονιμότητας.<br />
Ο Πάολο παίρνει ένα στραβό κουταλάκι. Γονατίζει και αρχίζει να μαζεύει τον χάρτινο καφέ πολτό. Κουταλιά κουταλιά. Τον τοποθετεί και πάλι στο πιάτο.<br />
Εκεί στο πάτωμα ξεκινά και πάλι να τρώει σκατά.<br />
Μα σκέφτεται τη Λόλα και ανακουφίζεται.<br />
Τη Λόλα πριν γίνει καρότσι.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>CACTUS BELLI</strong></h5>
<p>Δυο κάκτοι μεγαλώνουν δίπλα-δίπλα σε μια γλάστρα, κλίνοντας ο ένας δεξιά κι ο άλλος αριστερά. Τρέφονται από την ίδια ρίζα. Όσο κι αν μεταβάλλεται το περιβάλλον τους, παραμένουν κάκτοι. Κι η γλάστρα γλάστρα. Όσο αντέχει. Όσο μπορεί. Δυο κάκτοι ερωτευμένοι. Οικειοθελώς. Όσο αντέχουν. Όσο μπορούν. Κι αγκάθια. Μυτερά μικροσκοπικά αγκάθια. Αμύνονται ενάντια στο πυκνό νέφος πίσσας και νικοτίνης, ενάντια στην επικίνδυνη συρρίκνωση της γλάστρας, ενάντια σε κουτσουλιές, ενάντια σε τοξικά, ενάντια στον ήχο τρυπανιών, καρακαξών και ανεξέλεγκτων αυτοκινητο-ραδιοφώνων. Δυο κάκτοι καταδικασμένοι. Να μην αγκαλιαστούν ποτέ. Για ευνόητους λόγους. Μεγαλώνουν αργά προς τα πάνω. Θέλουν να φτάσουν κάτι. Τη λάμπα με τα τσουρουφλισμένα μυγάκια; Τη ρυτιδιασμένη μπογιά της βεράντας; Την Αριζόνα; Τη Σαχάρα; Τα χείλη του Θεού; Τα χείλη του γκρεμού; Μια γλάστρα. Μια γλάστρα. Χωρίς αυτήν οι δυο κάκτοι δε θα είχαν την παραμικρή πιθανότητα επιβίωσης. Μια αγάπη πλατωνική. Ένας πόλεμος εσωστρεφής. Χώρος λιγοστός. Ανεβαίνουν κι άλλο προς τα πάνω. Λεπταίνουν. Κάποια στιγμή μπορεί να μεταμορφωθούν σε οδοντογλυφίδες. Κανένας κάκτος δεν το θέλει αυτό. Χίλιες φορές καλύτερα η περιέργεια ενός παιδιού ή μια παραλίγο θανατηφόρα νεροποντή. Δυο κάκτοι βρικόλακες. Φοβούνται το νερό, όπως πια φοβούνται τα ίδια τους τ΄ αγκάθια. Κι η γλάστρα φοβάται. Το υπερβολικό τους βάρος. Το σώμα που γέρνει. Την ενοχλητική αίσθηση μιας τετελεσμένης σχέσης.<br />
Κι αν είναι κανείς τυχερός, να δει μετά από χρόνια το θάνατο ενός κάκτου, θα δει μια γλάστρα να χάνει την ισορροπία της και να σπάει σε κομμάτια. Χώμα και ρίζες να πέφτουν πάνω και κάτω απ’ το τραπέζι. Δυο κάκτους –σιαμαίους– σε οριζόντια θέση. Και μια αγκαλιά. Μια αιχμηρή αγκαλιά να τους λυτρώνει.»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΑ ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΑΣ (2011)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΕΛΟΦΑΝ</strong></h5>
<p>Εγώ κι ο μπαμπάς τυλιγμένος σε σελοφάν μιλούμε τα βράδια.</p>
<p>Όταν κοιμάται η μαμά ανοίγω το ερμάρι του ξενώνα. Του δείχνω τα καινούργια μου παιχνίδια, το μεγάλο τρακτέρ με το τηλεχειριστήριο και το αρκουδάκι που γράφει «grandson» κι αυτός μουντζουρώνει το σελοφάν με την ανάσα του και μου σχηματίζει καρδιές με τη μύτη. Προσπαθώ να τον πλησιάσω και να τον φιλήσω σαν Εσκιμώος, μα δε φτάνω και τα σχέδια στο σελοφάν σβήνουν γρήγορα, δεν έχει χώρο για περισσότερα. Στέκεται σαν μούμια Τουταγχαμών ακίνητος μέσα στο ξύλο. Aυτό μου θυμίζει τις κάσες που κρατούν καλά κλεισμένους τους πεθαμένους. «Οι ζωντανοί δεν αντέχουν τους πεθαμένους», έλεγε η γιαγιά. Οι ζωντανοί φοβούνται τους πεθαμένους, γι αυτό και τους κλείνουν σε κουτιά, για να μην ξυπνήσουν και πάρουν εκδίκηση σαν βρικόλακες! Αυτό το λέω εγώ.</p>
<p>&#8230; / Η μαμά δεν μιλάει πολύ / Έκαψα το χαλί με τον αναπτήρα σου / Συγγνώμη μπαμπά / Δεν ζεσταίνεσαι εκεί μέσα; / Γιατί δε μιλάς; / Μπορείς να με τυλίξεις κι εμένα με το σελοφάν από το κατάστημα DIY; / Σ&#8217; αγαπώ μπαμπά / Η μαμά σήμερα μου είπε να σκάσω! / Ναι. Θα &#8216;μαι καλό παιδί / Ναι. Υπόσχομαι! / Παράτα με! μου είπε / Κι εγώ μπαμπά&#8230; / Πεινάς; Έχει κοτόπουλο / Καληνύχτα&#8230; / Θα μιλήσεις κι άλλο αύριο; / Δεν έχω φίλους! Εσύ; / &#8230;</p>
<p>Περνώ αρκετές ώρες μέσα στο ντουλάπι μαζί του. Χαϊδεύω το σελοφάν του. Το καταλαβαίνει όταν τον αγγίζω, είμαι σίγουρος. Βλέπω σταγόνες στο σελοφάν. Μάλλον ιδρώνει απ&#8217; τη χαρά του. Αν δεν είχε κι εμένα θα βαριόταν μες στο σκοτάδι. Μου λέει πως ακόμη ακούει τον ήχο απ’ τις ρόδες.</p>
<p>Χρρρρρρρρρρρρρρρ</p>
<p>Δεν πρέπει όμως να μιλώ γι’ αυτό.</p>
<p>Θέλω να πω στη μαμά πως ο μπαμπάς δεν έφυγε, πως πρέπει να σταματήσει να κλαίει τα βράδια και να μου φωνάζει, γιατί ο μπαμπάς είναι ακόμα εδώ, μαζί μας, και πως εγώ του μιλώ και τον ρωτώ κι αυτός μου απαντά. Θέλω πολύ να της πω πως μου είπε πως υπάρχουν δισεκατομμύρια αστέρια στον ουρανό και πως μπορώ να γίνω ακόμη και αστροναύτης αν το θελήσω (ακόμη κι αν έχω μυωπία) και πως δεν πρέπει να ακούω ποτέ τους άλλους γιατί απλώς θα γίνω αυτό που θέλουν αυτοί και πως η λέξη «πούστης» σημαίνει πολλά πράγματα και πως το λεξικό λέει, αν κοιτάξω καλά, πως η λέξη χρησιμοποιείται: «(σε ένδειξη θαυμασμού) για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο». Θέλω να της πω επίσης πως το ότι ανακάλυψα τον μπαμπά τυλιγμένο σε σελοφάν μέσα στο ντουλάπι είναι πράγματι «αξιοθαύμαστο» γιατί αν δεν ήμουν εγώ θα πέθαινε από την πείνα, τη δίψα, τη μοναξιά, το σκόρο και χιλιάδες άλλους μικροοργανισμούς.</p>
<p>Χθες το βράδυ μιλούσαμε με τον μπαμπά ώρες ολόκληρες. Τον ρώτησα αν ήθελε να βγάλω το σελοφάν από πάνω του ώστε να μπορέσει να κουνηθεί. Δε μου απάντησε.</p>
<p>Σήμερα το πρωί βρήκα τον μπαμπά έξω πεταμένο στο μεγάλο κάδο που γράφει SKIP. Ήταν ακόμη σε σελοφάν, με το ένα χέρι να εξέχει.</p>
<p>Φώναξα «Ααααααααααααααα» κι άρχισα να κλαίω δυνατά.</p>
<p>Η μαμά με τράβηξε με δύναμη.</p>
<p>«Ένα κουστούμι είναι να πάρει ο διάολος! &#8216;Ένα κουστούμι&#8230;» μου είπε και κλείστηκε στην τουαλέτα.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ</strong></h5>
<p>Η ΠΑΛΑΜΗ, τα δάχτυλα, τα νύχια κι οι κλειδώσεις της παρέμεναν γαντζωμένα στη χειρολαβή, σχεδόν βαλσαμωμένα.</p>
<p>Ήταν επενδυμένη με χρυσές λεπτομέρειες στις άκρες και την είχε αγοράσει από outlet store στην Αμερική, τότε που το να ξοδεύεις το μισό μισθό σε αγορές ήταν θέμα επιβίωσης για μια κοπέλα της ηλικίας της. Την έσερνε για χρόνια. Ο χρυσός στη χειρολαβή είχε θαμπώσει. Οι θηλές της μάζεψαν κι έχασαν τη ζωντάνια τους. Το στήθος της έπεσε σαν γέρικο κλαδί, μαζί με τα φύλλα.</p>
<p>Βαλίτσα 168εκ. με 2 ρόδες, με χώρισμα.</p>
<p>Κάποτε κλoτσούσε κι έβγαζε αλλόκοτους, μισοφαγωμένους ήχους λες κι έκρυβε μέσα άνθρωπο.</p>
<p>“Αν&#8230;γρ&#8230;βαρ&#8230;αϊ στο&#8230;κρυ&#8230;σκασ&#8230;μαλακ&#8230;φφφ&#8230;”.</p>
<p>Μα οι άνθρωποι δεν κρύβονταν σε βαλίτσες. Κι οι βαλίτσες δεν ξεσπούσαν σε λυγμούς κάποια σκοταδερά άχρωμα βράδια.</p>
<p>Ο άνδρας της – παντρεμένοι σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια &#8211; παρέμενε σφηνωμένος. Το σώμα του είχε ατροφήσει εκεί μέσα, άθρεφτο, αθέρμαντο ήταν. Καμιά φορά έσπρωχνε το ύφασμα, χέρια πόδια, αλλάζοντας του μορφή. Άνοιγε με την καύτρα του τσιγάρου του δυο τρεις τρύπες για ν&#8217; αναπνέει κι έτσι η ταξιδιωτική βαλίτσα ξεκάπνιζε, σαν καμινάδα. Μα η γυναίκα του δεν μύριζε ούτε τον καπνό ούτε το κάτουρο που έρεε κάθε τόσο, βρoμώντας εντόσθια. Τα βίαια χτυπήματα του, οι καταπνιγμένες φωνές του, η επίμονη κι επίπονη προσπάθεια του να ξεφύγει περνούσαν απλώς απαρατήρητα.</p>
<p>“<span style="color: #000000;">Αν&#8230;γρ&#8230;βαρ&#8230;τσ&#8230;πειν&#8230;διψ&#8230;κρυ&#8230;σκασ&#8230;μαλακ&#8230;ενν&#8230;ε&#8230;”.</span></p>
<p>Έτσι κι αυτός σταμάτησε να φωνάζει.</p>
<p><span style="color: #000000;">“&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.α&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..σκα&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..”</span></p>
<p>Μαζί με το φαρμάκι κατάπιε και τη μιλιά του.</p>
<p>Κάποτε τον έπιανε ναυτία καθώς αυτή τον κουνούσε πέρα δώθε στο σβολιασμένο δρόμο, στο φρεσκοπλυμένο αυτοκίνητο, στον ταχύ διάδρομο του γυμναστηρίου, στο καρότσι κάποιου αλυσιδωτού πολυκαταστήματος, όμως δεν παραπονιόταν πια. Ξάπλωνε σαν έμβρυο υπομένοντας τα πάντα μέχρι να ξαναγεννηθεί, σιγοτραγουδώντας ένα παλιό νανούρισμα.</p>
<p>Κι η γυναίκα του συνέχιζε να τον κουβαλά με το χέρι κολλημένο και τα φρεσκοβαμμένα νύχια σε πολυτελή σπα, εκθέσεις επίπλου, εξοχικά κι ησυχαστήρια, ακόμη και σε δωμάτια δήθεν εχέμυθων ξενοδοχείων. Εκεί αυτός τ&#8217; άκουγε όλα και αρρώσταινε. Τα παράπονά της. Το θαυμασμό της για κάποιον άλλο με τα μισά της χρόνια. Τα κολακευτικά του λόγια. Τις δικές της κραυγές ηδονής και αναστεναγμούς. Θόλωνε, έβγαζε καπνούς μα η βαλίτσα ήταν καλά κλεισμένη κι αυτός είχε περάσει εκεί σχεδόν όλη του τη ζωή.</p>
<p>Δε βούρκωνε πια. Δάγκωνε όμως τα χείλη του πολύ. Ώσπου να ματώσουν. Ένας κόκκινος λεκές εμφανιζόταν μυστηριωδώς στο ύφασμα. Η γυναίκα του το άλλο πρωί τον έτριβε καλά με απορρυπαντικά και σφουγγάρια, όμως δεν έφευγε. Κι οι τύψεις την έζωναν σαν φίδια.</p>
<p>“Στοίχημα πως δεν του σηκώνεται;”, θα άκουγε τη γραμματέα του να λέει σε μια καινούργια συνάδελφο μασώντας τη τσίχλα ρυθμικά. Θα γελούσαν οι δυο τους πολύ. Στο ευρύχωρο γραφείο του. Στη δερμάτινη καρέκλα του. Κοροϊδεύοντας τη συλλογή του (ποιος μαλάκας μαζεύει μινιατούρες καραβιών πια;), κολλώντας τη τσίχλα τους πίσω απ&#8217; το κάδρο κι ανοίγοντας τα συρτάρια του ένα ένα.</p>
<p>Θα ήταν μεσημέρι κι η βαλίτσα θα ήταν καρφωμένη και πάλι στο αριστερό χέρι της γυναίκας του, καθώς αυτή θα καταβρόχθιζε τη σαλάτα της με το κατσικίσιο τυρί και καθώς τα παιδιά θα έτρωγαν και πάλι μακαρόνια με άσπρη φυτική κρέμα. Αυτός θα πεινούσε πολύ αλλά πάλι δε θα έβγαζε καμιά φωνή, γιατί θα ήταν εξουθενωμένος και δε θα είχε όρεξη για κλοτσιές κι αγκωνιές εκεί μέσα.</p>
<p>Τα βράδια όμως θ&#8217; άλλαζαν όλα. Δε θ&#8217; άντεχε άλλο την ησυχία, το σκοτάδι, τη μυρωδιά κλεισούρας και πλαστικούρας. Θα γρονθοκοπούσε, θα ούρλιαζε, θα έκαιγε τη βαλίτσα με την οργή του, θα την έλιωνε. Αυτή θα μαλάκωνε κάθε φορά όλο και περισσότερο. Θα γινόταν πιο ελαστική. Με πιο λεπτή, πιο εύθραυστη επιφάνεια κι αυτός θα αποκτούσε λίγο περισσότερο χώρο. Η γυναίκα του θα ροχάλιζε και ο σκύλος της γειτονιάς απλώς θα γάβγιζε σε κάποιον άγνωστο περαστικό.</p>
<p>Ένα πρωί η γυναίκα του θα ξυπνούσε, θα έπλενε τα δόντια, θα έβαζε μακιγιάζ, θα ετοίμαζε τα παιδιά για το σχολείο, θα έγλειφε το ένα δόντι για να φύγει το υπόλειμμα από κόκκινο κραγιόν, θα μασούσε μια φρυγανιά στα γρήγορα, θα μύριζε το δέρμα της για να νιώσει το άρωμα του άλλου στο σώμα της, θα χαμογελούσε, θα θυμόταν και πάλι τη βαλίτσα πάνω στο δεξί μαξιλάρι του κρεβατιού και θα έτρεχε, θα έτρεχε να την πάρει για να προλάβει το κουδούνι στις επτά και τριάντα ακριβώς.</p>
<p>Αυτή τη φορά όμως η βαλίτσα δε θα ήταν εκεί. Το ύφασμα θα είχε σκιστεί στο κάτω μέρος.</p>
<p>Ο γείτονας με τα ψυχολογικά θα μιλούσε για μια βαλίτσα με πόδια που φάνηκε να τρέχει με δυνατούς γδούπους τα μεσάνυχτα.</p>
<p>Μα κανείς δε θα τον πίστευε.</p>
<p>Κι η βαλίτσα θα συνέχιζε να ξεκαπνίζει&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 18/12/2023</p>
<p>Μαρία Α. Ιωάννου, «Οι ενδιάμεσοι», εκδόσεις Νεφέλη, 2022.</p>
<p>Η Μαρία Α. Ιωάννου γράφει για τα ταπεινά και τα ανθρώπινα, τα πάθη, ενίοτε και για τα χαμηλά ένστικτα των ανθρώπων, αλλά το πράττει με υψηλή αισθητική, με τρυφερότητα, χιούμορ και σαρκασμό. Συγκινείται η ίδια και συγκινεί και τους αναγνώστες της. Το συγκινησιακό ρίγος είναι βασικό συστατικό στοιχείο της όλης αισθητικής που διέπει το έργο της.</p>
<p>Στο βιβλίο «Οι ενδιάμεσοι» περιλαμβάνονται 37 μικροδιηγήματα από τα οποία τα 9 είναι εμβόλιμα και διάσπαρτα πεζοτράγουδα γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο. Για τα δεύτερα επιφυλάσσομαι να κάμω ξεχωριστή αναφορά στη συνέχεια. Σημειώνω πως τα πλείστα μικροδιηγήματα της Μ.Ι. έχουν σκηνοθετική δομή και δρώμενα σε εξέλιξη, συνήθως, απρόβλεπτη.</p>
<p>Την ίδια ώρα ταλαντεύονται μεταξύ ωμού και μαγικού ρεαλισμού, υπηρετώντας πιστά αμφότερους και μη προδίδοντας κανένα. Αφού η σχετική πρόσμιξη διακρίνεται από αμοιβαιότητα, διαλεκτική και λειτουργικότητα.</p>
<p>Όλα τα αφηγήματα της Μ.Ι. εμπεριέχουν και κάποια στοιχεία από την ποιητική της, καθώς το συγγραφικό της εργαστήρι είναι πάντοτε ανοικτό στο κοινό. Η συγγραφέας συνομιλεί, συνδιαλέγεται, συζητά «μεγαλοφώνως» με το αναγνωστικό της κοινό. Το πιο ενδεικτικό συναφές μικροδιήγημα στο βιβλίο θεωρώ όπως είναι το «Πάντα σηκωμένο». (σελ. 80) Εδώ το επιμύθιο εμπεριέχεται μέσα στο μύθο. Μάλιστα αυτό γίνεται με πολύ ενδιαφέροντες πειραματισμούς και εναλλακτικές επιλογές ανάπτυξης του μύθου. Πραγματώνεται με απευθείας διάλογο συγγραφέα – αναγνώστη, με αστεϊσμούς και ανάλαφρο χιούμορ, αλλά και με αντιφασιστική ουσία.</p>
<p>Συχνά η συγγραφέας συνταιριάζει τη μεταφορά και την αλληγορία με μια αχαλίνωτη, ευρεία φαντασία, κάποτε στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, μέσα και από μια έκφανση μαγικού ρεαλισμού. Πχ αυτό πιστεύω πως συμβαίνει στο αφήγημα «Ηλέκτρα». (σελ. 28)</p>
<p>Όλα τα στοιχεία στη γραφή της Μ.Ι. έχουν ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, όχι μόνο οι θεματικές της αλλά και τα υφολογικά, στιλιστικά της εφόδια, ακόμα και οι τεχνοτροπικές της προσεγγίσεις. Τον άνθρωπο, την υπαρξιακή του αγωνία, το κοινωνικό του άγχος και άλγος, τα ερωτικά του δεινά υπηρετούν και οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις, και οι αλληγορίες αλλά και η ανεξάντλητη φαντασία της.</p>
<p>Τη συγγραφέα ενδιαφέρουν οι αποκομμένοι, οι θρυμματισμένοι άνθρωποι, οι πληγωμένοι, οι καταβεβλημένοι, οι ανήμποροι, οι σκυφτοί. Διεκτραγωδεί ιστορίες ανθρώπων που έχουν νικηθεί. Και το πράττει με βαθύ αίσθημα ευθύνης και ενσυναίσθηση. Γι’ αυτό και όλες οι σχετικές καταγραφές της είναι καίριες.</p>
<p>Τα κείμενα της Μ.Ι. διακρίνονται και για τον πλούτο των πολυκύμαντων συνειρμών που καταγράφουν, αλλά και των συνειρμών που διεγείρουν και προκαλούν στους αναγνώστες. Την ίδια ώρα θα χαρακτήριζα το συγγραφικό εργαστήρι της ως μια ασταμάτητη φάμπρικα συναισθημάτων.</p>
<p>Η φαντασία της συγγραφέως συχνά συμπλέκεται με μυστηριακά και νουάρ σενάρια. Προφανώς, θα πρόκειται για κάποιο απόηχο των αναγνωσμάτων της, κυρίως από τη ξένη λογοτεχνία, αμερικάνικη και ευρωπαϊκή. Αυτό το μπόλιασμα είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτο καθώς μας βγάζει αρκετά έξω από τα στενά όρια της ελληνόφωνης λογοτεχνίας.</p>
<p>Όσα γράφει η Μ.Ι. και δεν είναι ανθρώπινα, είναι ανθρωποποιημένα διά μεταφορών, παρομοιώσεων και αλληγοριών. Αλλά ακόμη και στις πιο …απόκοσμες αναφορές της, στον κόσμο αναφέρεται, δηλαδή στους ανθρώπους.</p>
<p>Θα ήθελα να δώσω ένα μικρό δείγμα γραφής από το βιβλίο. Στο μικροδιήγημα «Ο Φίλιππος πάντα ήθελε να κάνει τη Fondana di Trevi» (σελ. 117) το κεντρικό πρόσωπο είναι κάποιος άνθρωπος που ήθελε να γίνει αντικείμενο, απλά για να μην νιώθει, για να μην έχει συναισθήματα: «Κουράστηκε, κουράστηκε να νιώθει, αυτό ήταν, οι άνθρωποι έκρυβαν τόσα πολλά από τον εαυτό τους καθημερινά, απορούσε πως άντεχαν να τα σφηνώνουν όλα μέσα τους». (σελ. 118)</p>
<p>Ώρα όμως για τη ξεχωριστή αναφορά στα εννέα εμβόλιμα μικροδιηγήματα που έχουν αποδοθεί στο κυπριακό ιδίωμα. Αυτά τα κείμενα ειδικά μοιάζουν να έχουν ένα δικό τους κώδικα ηθικής, που έλκει την καταγωγή του από τη θυμοσοφία του λαού μας και παράλληλα υποβοηθείται από τη χρήση της διαλέκτου. Έσπευσα να τα χαρακτηρίσω πεζοτράγουδα διότι, όντως, θεωρώ ότι αυτά διακρίνονται και από μια έντονη ποιητικότητα.</p>
<p>Το πιο ποιητικό κι ενδεχομένως και το πιο ερωτικό αφήγημα στο βιβλίο πιστεύω πως είναι το «Οι φοινιτζιές εν’ παράξενα πλάσματα». (σελ. 19) Οποιαδήποτε αποσπασματική παράθεση θα αδικούσε το συνολικό κείμενο, γι’ αυτό και θα την αποφύγω.</p>
<p>«Το μαξιλάριν» (σελ. 90) θεωρώ πως είναι το κορυφαίο των κυπριακών εμβόλιμων. Το δράμα του ’74 φωτίζεται μέσα από μια «σημαδεμένη» συζυγική σχέση. Το συγκεκριμένο αφηγηματικό πεζοτράγουδο είναι συγκλονιστικό. Πρόκειται για μια δραματοποιημένη ποιητική πράξη μεγάλης εκφραστικότητας, βαθιάς οδύνης στα όρια της κραυγής. Γενικά όμως σε όλο το βιβλίο οι ιστορίες της σάρκας προβάλλονται και φωτίζονται με ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια και απλότητα, κερδίζοντας τον αναγνώστη με την ευθύτητα αλλά και τον συναισθηματικό τους φόρτο.</p>
<p>Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θα ήθελα να εκφράσω την διαφωνία μου με κάποιες κριτικές που χαρακτηρίζουν τη γραφή της Μ.Ι. «υβριδική». Όχι η γραφή της δεν είναι υβριδική υπό την έννοια ότι δεν είναι υβρίδιο καμιάς άλλης γραφής, ούτε και ενδιάμεσο εγχείρημα μεταξύ δύο άλλων καθιερωμένων γραφών. Η γραφή της Μ.Ι. είναι πειραματική, με πανσπερμία επιρροών και βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση και εξέλιξη. Γι’ αυτό εξάλλου και είναι ενδιαφέρουσα και πάντα υποσχόμενη για νεότερες αισθητικές κατακτήσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<p>frear.gr 16/10/2022</p>
<p>Μια μυστήρια σύνθεση</p>
<p>Η συλλογή μικροδιηγημάτων Οι ενδιάμεσοι, συγκροτεί την πέμπτη συγγραφική κατάθεση της Μαρίας Α. Ιωάννου, η οποία για ακόμη μια φορά αναδεικνύει τη συνέπεια και την ποιότητα της διηγηματογραφίας της. Κι αυτό γιατί, η ανά χείρας συλλογή, διαθέτει το ακαταμάχητο δέλεαρ της απνευστί ανάγνωσης και αναδύει, όπως και τα προηγούμενα βιβλία της έναν βαθύ υπαρξιακό και κοινωνικό προβληματισμό, αλλά και τη μόνιμη δημιουργική στροφή της διηγηματογράφου προς το ποιητικό παιγνίδι και τον γλωσσικό και μορφολογικό πειραματισμό. Πιο συγκεκριμένα, η οργανική, αλλά και ταυτόχρονα βιωματική σύλληψη του υλικού των διηγημάτων σε συνδυασμό με την εκφραστική, αλλά και αφηγηματικά λειτουργική πραγμάτωσή του, καθιστά, κατά την άποψή μας, την υπό κρίσιν συλλογή μια ευτυχή στιγμή. Συμπληρωματικά, η συγκέντρωσή των διηγημάτων σε λιτό και καλαίσθητο βιβλίο των εκδόσεων Νεφέλη λειτουργεί προσθετικά προς το επιδιωκόμενο αισθητικό αποτέλεσμα.<br />
Όπως δηλώνει ευφυώς ο τίτλος της συλλογής Οι ενδιάμεσοι, οι τριανταεπτά σύντομες διηγήσεις περιστρέφονται γύρω από τη διαχρονική στη λογοτεχνία και την τέχνη έννοια του ενδιάμεσου, του υβριδικού και σχετίζονται-επικοινωνούν μεταξύ τους τουλάχιστον με δύο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος επιτυγχάνεται με τη δεσπόζουσα παρουσία υβριδίων (π.χ. σουπιά από τον ουρανό, άνθρωπος βραστήρας, φοινικιές-πλάσματα, δόντια στον παράδεισο, λάμπα τρομοκράτης, άνθρωποι ενδιάμεσοι ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, φωτοτυπική με αισθήματα, ένα μαξιλάρι με ρίζες που μοιάζει σαν άνθρωπος, μια τοστιέρα που αναρωτιέται), τα οποία παραπέμπουν στα γνωστά μυθολογικά υβρίδια που εμφανίζονται στον ανθρώπινο πολιτισμό με διαφορετικές μορφές όπως ο Μινώταυρος, οι κένταυροι, οι σφίγγες κ.ά. Με αυτό τον τρόπο, η ανάγνωση είναι συναρτημένη στενά με τον ιδιαίτερο προσωπικό μύθο για την κοσμολογική λειτουργία της συγγραφέως, η οποία την εντάσσει εξαρχής σε μια αρχετυπική αίσθηση του κόσμου. Κινούμαστε, επομένως, μέσα σε ένα πλήρως διαμορφωμένο δίκτυο υβριδικών μεταφορών και μαγικού ή ωμού ρεαλισμού, των οποίων οι συχνές επικαλύψεις από διήγημα σε διήγημα, άλλοτε με τις συνάφειες και άλλοτε με τις αποκλίσεις τους αναδεικνύουν τα διάφορα συμπλέγματα του σύγχρονου παραλόγου.</p>
<p>Ο δεύτερος τρόπος δημιουργικής αφομοίωσης της έννοιας του υβριδικού-ενδιάμεσου είναι εσωτερικότερος, υπαρξιακός και ουσιαστικότερος και μας οδηγεί κατευθείαν στο κέντρο της ίδιας της γραφής, προσδίδοντας στο όλο εγχείρημα αυτοαναφορικές συνδηλώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η σημαίνουσα και πολύσημη παρουσία του ενδιάμεσου φωτίζει πλαγίως, αλλά ευκρινώς την εναγώνια προσπάθεια της συγγραφέως-ενδιάμεσου, για να γεφυρώσει στην αφήγησή της όσα γνωρίζει με όσα της είναι άγνωστα. Μια προσπάθεια η οποία προϋποθέτει αφενός τη δημιουργική επινόηση πλασματικών-ενδιάμεσων στοιχείων πλάι στα πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα και αφετέρου μια βαθιά συγγραφική ενσυναίσθηση, καθώς ένας συγγραφέας πρέπει να βάζει τον εαυτό του στη θέση ανθρώπων (νεκρών και ζωντανών, γυναικών και αντρών), ζώων και αντικειμένων και να διερωτάται τι θα έκαναν και πώς θα αισθάνονταν. Στο πεδίο της μυθοπλασίας, επομένως, η συγκεκριμένη ενδιάμεση γραφή της Μαρίας Α. Ιωάννου προϋποθέτει το θεμελιακό μοντέλο για την υποκειμενική γραφή της ιστορίας και αποδίδει αυτή τη συνολική στροφή στον μεταμοντέρνο κατακερματισμό των βλεμμάτων ως απάντηση στις μεγάλες αφηγήσεις.</p>
<p>Εστιάζοντας στη συνέχεια περισσότερο στις κύριες θεματικές του βιβλίου α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων, β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης και ανηθικότητας, δ) της αλλοτριωμένης, τραυματισμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση πάντα με την ανόθευτη παιδική ηλικία, ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου και της σπαρακτικής απώλειας, στ) της ερωτικής απώλειας και φθοράς, ζ) της γυναικείας καταπίεσης και η) του ανεπούλωτου τραύματος της εισβολής του 1974, παρατηρούμε έναν κόσμο από τη μια αλλοτριωμένο με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένο στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση και αφετέρου έναν κόσμο δοξαστικό, ποιητικό και αόρατο, που κείται πέρα από το προφανές και που ορίζεται από το απροσδόκητο και το θαύμα. Η ανά χείρας συλλογή διηγημάτων αποκαλύπτει, επομένως, μιαν ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής και προβάλλει μια στάση απώθησης και συγκρατημένης διαμαρτυρίας απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί η διηγηματογράφος στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι.</p>
<p>Όσον αφορά, τέλος, τις αφηγηματικές τεχνικές της συλλογής παρατηρούμε την λειτουργική εναλλαγή (τριτοπρόσωπου ετεροδιηγητικού αφηγητή, πρωτοπρόσωπου ομοδιηγητικού αφηγητή, αλλά και σπανιότερα την αποστροφή στον αναγνώστη σε δεύτερο πρόσωπο) που δημιουργούν μια κινητικότητα. Παράλληλα, η σύντομη αφήγηση, η λεπτή ειρωνεία και το έξυπνο χιούμορ, η ευφάνταστη χρήση της περιγραφής και του εσωτερικού μονολόγου, η γλωσσική ετερομιξία, η ποιητική χρήση της γλώσσας και ειδικότερα της κυπριακής διαλέκτου, οι σύντομοι, αλλά πυκνοί διάλογοι, και τέλος η δημιουργική αξιοποίηση των αντιστροφών και του αιφνιδιαστικού παράλογου, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό, δικαιώνουν, κατά την άποψή μας, για ακόμη μια φορά τη συγγραφέα.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΒΟΣ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 17/11/2022</p>
<p>Πάμεν έσσω μας</p>
<p>Συχνά, όταν διαβάζω κείμενα που πειραματίζονται έντονα με τη φόρμα, θυμάμαι μια φράση του Αμερικανού συγγραφέα Ουάλλας Στέγκνερ: «These things», έλεγε, «are usually more clever than profound», δηλαδή «συνήθως, αυτά τα πράγματα είναι περισσότερο έξυπνα παρά ουσιαστικά». Δεν λέω κάτι πρωτότυπο: όχι σπάνια, το παιχνίδι με τη φόρμα ξεμένει στα ρηχά, αποπνέοντας κάτι το επιδεικτικό, ιδίως όταν συνοδεύεται από προμετωπίδες, υποσημειώσεις και έκτυπη διακειμενικότητα, ψιμύθια που τις περισσότερες φορές προδίδουν διανοητικό ακκισμό. Κι εδώ έρχεται στον νου η φράση ενός άλλου Αμερικανού συγγραφέα, του Ρέι Μπράντμπερι, την οποία μου αρέσει επίσης να μνημονεύω: «The intellect», έλεγε ο Μπράντμπερι, «is a great danger to creativity», δηλαδή «το διανοητικό στοιχείο αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τη δημιουργικότητα». Ασφαλώς όμως –και ευτυχώς–, δεν είναι πάντα έτσι: αυτό σκέφτηκα κλείνοντας τους Ενδιάμεσους, το τρίτο πεζογραφικό βιβλίο της Κύπριας συγγραφέως Μαρίας Α. Ιωάννου. Γιατί η Ιωάννου κάνει ό,τι θέλει με τη φόρμα κι ωστόσο πείθει τον αναγνώστη, κι επιπλέον του γεννά κάτι σαν ευφρόσυνη προσμονή, καθώς ο αναγνώστης περιμένει να δει πού θα οδηγηθεί το βιβλίο στην επόμενη στροφή, ιδιαίτερα μετά το πρώτο τέταρτο της συλλογής, οπότε οι όποιες επιφυλάξεις του –αν έχει διαφορετικό αναγνωστικό υπόβαθρο– υποχωρούν. Αίσθησή μου είναι ότι οι Ενδιάμεσοι είναι ένα βιβλίο που διερευνά επιτυχώς τι κάνει ή τι θα μπορούσε να κάνει η λογοτεχνία σήμερα, πέρα από τσαλίμια στη φόρμα ή επίδειξη πνεύματος, ταυτόχρονα «clever» και «profound».</p>
<p>Προτού, όμως, δοκιμάσω να δείξω κατά τη γνώμη μου γιατί, θα ήθελα να αναφερθώ εν τάχει στον «μεικτό αλλά νόμιμο» χαρακτήρα της συλλογής: τι αναμειγνύει η συγγραφέας και ανάμεσα σε τι και σε τι παίρνουν υπόσταση ο τρόπος της και τα πρόσωπα που την κατοικούν. Διότι, αν ο ειδολογικός χαρακτηρισμός της συλλογής («μικροδιηγήματα») είναι ελαφρώς παραπλανητικός –το βιβλίο είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό–, ο τίτλος, με την υβριδική συνθήκη που υποδηλώνει, είναι ακριβής. Τι θα πει, λοιπόν Ενδιάμεσοι; Μεταξύ τίνος και τίνος οργανώνεται το βιβλίο; Παραθέτω έναν πρόχειρο κατάλογο από «μεταξύ»: μεταξύ λόγου και εικόνας· μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης· μεταξύ ρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού· μεταξύ ελληνικής και αγγλικής γλώσσας· μεταξύ κοινής νεοελληνικής και κυπριακής διαλέκτου· μεταξύ σεβασμού στην ιστορική μνήμη και διάθεσης αποτίναξης του βάρους της· μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης· μεταξύ εντοπιότητας και διαλόγου με το κέντρο, νοούμενου είτε ως Ελλάδα είτε ως αγγλόσφαιρα· κι ακόμα, μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς πολλά κείμενα αντλούν από μεταθανάτιες ή επιθανάτιες εμπειρίες.</p>
<p>Επιστρέφω στο ερώτημά μου: γιατί οι Ενδιάμεσοι είναι και «clever» και «profound», δηλαδή και έξυπνοι και ουσιαστικοί; Διότι το παιχνίδι τους με τη φόρμα δεν είναι εφέ, αλλά σχετίζεται οργανικά με το περιεχόμενο: είναι κομμάτι του, όπως το καύκαλο της χελώνας είναι ένα με τη σάρκα της. Κατ’ αρχάς, ποτέ στο βιβλίο, σε κανένα πεζό και σε κανένα από τα ποιήματα που παρεμβάλλονται μεταξύ των μικροδιηγημάτων, δεν χάνεται από το βλέμμα ο αναφορικός ορίζοντας: πάρτε, π.χ., το ποίημα «Το μαξιλάριν», γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο όπως όλα τα εμβόλιμα ποιήματα της συλλογής· θα μπορούσε να είναι ένα θαυμάσιο διήγημα, και ίσως είναι, αλλά γραμμένο ως αφηγηματικό ποίημα. Ή πάρτε τη σελίδα του φωτοτυπικού στο πικρά κωμικό «MODEL D234578», όπως και τον τρόπο που εκφράζεται το μηχάνημα και την επανάληψη της ίδιας λέξης επί δύο σελίδες στο τέλος του διηγήματος: όλ’ αυτά δεν συνυφαίνονται στην αφήγηση ως αβανγκάρντ διάκοσμος, αλλά βρίσκονται εκεί για να την εμβαθύνουν.</p>
<p>Το δεύτερο στοιχείο που προσδίδει βάθος στη συλλογή είναι ότι οι αφηγήσεις της –είτε ως πεζά είτε ως ποιήματα, είτε στην κοινή νεοελληνική είτε στην κυπριακή διάλεκτο, είτε ως κείμενο είτε ως διάλογος κειμένου και εικόνας– μεταφέρουν συγκίνηση: πίσω από το εύρημα και χάρη στο εύρημα βλέπεις και νιώθεις τη λύπη του παιδιού που παρακολουθεί τους γονείς του να καβγαδίζουν (στο διήγημα «Μελάνι»), βλέπεις και νιώθεις την απόγνωση της συζύγου («Γερά θεμέλια» και «Μπουκιά μπουκιά»), βλέπεις και νιώθεις τη μοναξιά των άψυχων αντικειμένων, με τρόπο που παραπέμπει στον Πονζ ή στον Χιόνη («MODEL D234578» και «Ακρυλαμίδιο»). Κι ακόμα –κι αυτό είναι πολύ σημαντικό–, νιώθεις το βάρος της ιστορίας της Κύπρου, το οποίο, παρότι σπάνια αποτελεί ρητά το προκείμενο της αφήγησης, έχεις την αίσθηση ότι λειτουργεί υποδόρια, σαν παρονομαστής, σε αρκετά κείμενα – στο «Μαξιλάριν», στους «Καταπατημένους», στους «Κομμένους», στα «Δόντια στον παράδεισο» και στο «Όνειρο στην οδό Ανεξαρτησίας». Το βάρος αυτό η συγγραφέας το προσεγγίζει άλλοτε από τη μεριά του τραύματος κι άλλοτε, συνηθέστερα ίσως, παιγνιωδώς.</p>
<p>Το τρίτο στοιχείο που μας μεταφέρει στην περιοχή του «profound», της ουσίας, είναι ότι όλα τα «μεταξύ» της συλλογής, δηλαδή ο υβριδικός χαρακτήρας της, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αποτυπώνουν και, τρόπον τινά, να οπτικοποιούν μια αίσθηση εκκρεμότητας που την τέμνει συνολικά. Νιώθεις ότι τους Ενδιάμεσους διέπει κάτι το μετέωρο, σαν μια φωνή από τα ύφαλά τους να ψιθυρίζει –να ψιθυρίζει, όχι να φωνάζει– ότι δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη: προς τα δω ή προς τα κει; Αν διαβάζω σωστά, η απάντηση που δίνουν τα ίδια τα κείμενα είναι ότι όλ’ αυτά τα «μεταξύ» δεν πρέπει να ιδωθούν διαζευκτικά αλλά συμπλεκτικά. Πατρίδα της φωνής πίσω από το βιβλίο είναι ο τρίτος, ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσά τους. Και το ίδιο το βιβλίο είναι η προσπάθεια της φωνής να αρθρώσει αυτή την εκκρεμότητα και να τη διαχειριστεί. Και, γιατί όχι, να την αξιοποιήσει υπέρ της ως τον δικό της, μοναδικά δικό της τόπο. «Πάμεν έσσω μας», δηλαδή «πάμε σπίτι μας», είναι η τελευταία φράση του βιβλίου, η κατακλείδα του· είναι, νομίζω, το αίτημα που συνέχει τους Ενδιάμεσους, και η Ιωάννου το διατυπώνει εξαιρετικά.</p>
<h5><b>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ</b></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 8/12/2022</p>
<p>Το νέο βιβλίο της Κύπριας συγγραφέως Μαρίας Α. Ιωάννου «Οι Ενδιάμεσοι» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νεφέλη.</p>
<p>Συνεχίζοντας και εξελίσσοντας το ξεχωριστό προσωπικό ύφος της Ιωάννου, η συλλογή, με επίσης ενδιάμεση γλωσσική και αφηγηματική μορφή, διεισδύει στον κόσμο των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από μια πεζογραφία που συνδιαλέγεται με την ποιητικότητα, τη θεατρικότητα και το οπτικό στοιχείο. Mικροδιηγήματα που φωτίζουν τα κομμάτια ενός σώματος, ενός αποτυπώματος, μιας χώρας, ψηλαφώντας με ευαισθησία το τραύμα που μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο κι από γενιά σε γενιά.</p>
<p>Μυθοπλασίες μικρόκοσμων που κινούνται ανάμεσα στα όρια του μαγικού και ωμού ρεαλισμού, της καθολικότητας και της εντοπιότητας. Κείμενα συμπτώματα μιας ατομικής και κοινωνικής παθολογίας. «Οι Ενδιάμεσοι» μετατοπίζουν την όραση και την αντίληψη, συνθέτοντας παράδοξους ενδιάμεσους κόσμους και μεγεθύνοντας, άλλοτε παιχνιδιάρικα κι άλλοτε βιτριολικά, θραύσματα της σύγχρονης πραγματικότητας.</p>
<p>«Στέκονται γυμνοί μπροστά από παράθυρα, γεννούν ψάρια, με το ένα πόδι στο νερό και το άλλο στη λάσπη, δίπλα από τοστιέρες, λάμπες, φωτοτυπικές μηχανές, κρατώντας στο ένα χέρι κόκαλα και στο άλλο μισοφαγωμένα μπέργκερ, ακροβατώντας από πάσσαλο σε πάσσαλο, μεταξύ γης και ουρανού, μεταξύ ενός &#8216;και&#8217; κι ενός &#8216;τζ̌αι&#8217;, μισοί πουκάμισο μισοί νυχτικό, κωμικοτραγικοί, ονειρεύονται ψάθινα καπέλα κι ευτυχισμένους γονείς, φαντάσματα που ενώθηκαν στα μισά του δρόμου, άνθρωποι εξαφανισμένοι που μόλις εμφανίστηκαν».</p>
<p>Η Μαρία Α. Ιωάννου γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Ρέντινγκ και εκπόνησε μεταπτυχιακή εργασία και διδακτορική διατριβή πάνω στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα και τη δημιουργική γραφή στα πανεπιστήμια King’s College του Λονδίνου και το Πανεπιστήμιο του Γουίντσεστερ. Διηγήματά της έχουν διακριθεί στην Κύπρο και στο εξωτερικό κι έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το 2013 ίδρυσε το διαθεματικό φεστιβάλ λογοτεχνίας Σαρδάμ.</p>
<p>Έγραψε τα βιβλία: «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 – Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη), «Καζάνι» (Εκδόσεις Νεφέλη 2015 – υποψήφιο για το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα), «Θέλω πίσω το κεφάλι μου» (Εκδόσεις Μικρόκυκλος 2016), «Η μύγα κι η κανάτα» (Εκδόσεις Πατάκη 2019 – εικονογράφηση: Φίλιππος Θεοδωρίδης).</p>
<h5><strong>CLARA VILLAIN</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 18/12/2022</p>
<p>Αν η Κύπρια συγγραφέας Μαρία Α. Ιωάννου έγραφε θεατρικά έργα, τότε αυτά θα εντάσσονταν στο θέατρο του παραλόγου. Αν ήταν ποιήτρια θα έγραφε ποίηση σίγουρα επηρεασμένη από το κίνημα του σουρεαλισμού. Αλλά επέλεξε την εξίσου δύσκολη φόρμα του μικροδιηγήματος, δηλαδή του ευρέως διαδεδομένου flash fiction που ανθεί στην αγγλοσαξονική λογοτεχνία.<br />
Οι Ενδιάμεσοι είναι μια κάπως αλλόκοτη συλλογή που αποτελείται από τριάντα έξι σύντομες, αυτοτελείς ιστορίες, που άλλοτε μας παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, γυμνές, αγνές και καθαρές, κι άλλοτε αιωρούνται, υπαινικτικά, μυστήρια, πάνω από όντα και ψυχές. Κι ίσως αυτό που τις συνδέει όλες, η παλλόμενη καρδιά της συγκεκριμένης συλλογής, να είναι ένα σύνθετο υπαρξιακό ερώτημα: Είναι τελικά η ζωή πολύ επώδυνη για να τη ζει κανείς; Το να είσαι ο εαυτός σου βγάζει κάποιο νόημα, αν ουσιαστικά δεν υπάρχεις; Και η αγάπη, τι γίνεται με την αγάπη όταν βρίσκεσαι μια ζωή κάπου στο ενδιάμεσο;</p>
<p>Όμως, ποιοι είναι στ’ αλήθεια Οι ενδιάμεσοι της Μαρίας Α. Ιωάννου; Είναι οι άντρες και οι γυναίκες που κατοικούν, που εγκιβωτίζονται σε αυτό το βιβλίο. Άνθρωποι που πέθαναν και επιστρέφουν ξαφνικά, ζωντανοί νεκροί και νεκροί ζωντανοί που υπάρχουν κάπου ανάμεσα στις σελίδες. Είναι και αντικείμενα, αντικείμενα ερωτευμένα. Οι «ενδιάμεσοι» είμαστε όλοι εμείς που ψάχνουμε μια όαση σ’ αυτά που μας ταλανίζουν: μια επιθυμία που εξασθενεί, ο θρήνος ενός παιδιού, ο εκφυλισμός –πολύ αργός ή υπερβολικά γρήγορος– αυτών που μας περιβάλλουν, το βάρος μιας κληρονομιάς που στην ουσία δεν επιλέξαμε.<br />
Οι Ενδιάμεσοι είναι και ο χώρος όπου όλα αυτά συμβαίνουν. Μια χαραμάδα που κρύβεται εκεί όπου δυο σημεία σχεδόν συναντιούνται να γίνουν ένα, ανάμεσα στην ωμότητα της ζωής και την ποιητικότητα των λέξεων που την εκφράζουν, ανάμεσα στην πραγματικότητα και μια άλλη πραγματικότητα, ανάμεσα στα τραύματα της κυπριακής ιστορίας αλλά και την καθολικότητα του τραύματος.</p>
<p>Οι Ενδιάμεσοι είναι, επίσης, μια γλωσσική πραγματικότητα με την οποία οι Κύπριοι συγγραφείς καλούνται να συμφιλιωθούν. Δέκα από τις τριάντα έξι ιστορίες της συλλογής είναι γραμμένες στην κυπριακή διάλεκτο. Η γλώσσα εκεί μετουσιώνεται ποιητικά, ο χώρος και ο χρόνος βιώνονται διαφορετικά. Στη σελίδα, στο χαρτί, οι λέξεις είναι διάσπαρτες, αναπνέουν. Κάποιες στιγμές ξεφεύγουν και χάνονται – το βιβλίο τελειώνει με έναν αιθέριο διάλογο που λειτουργεί κατανυκτικά, η κάθε πρόταση, σε λίγες μόνο λέξεις, κατακλύζει την άδεια σελίδα, εκπέμποντας μια σχεδόν ανακουφιστική ησυχία.</p>
<p>Η Μαρία Α. Ιωάννου συχνά επιλέγει να εγκαταλείψει την ομορφιά, βουτώντας την πένα της στην ίδια τη σάρκα της ανθρώπινης ύπαρξης – κι ας φέρνει τους αναγνώστες της αντιμέτωπους με αυτά που φοβούνται να δουν. Είναι ο δικός της τρόπος να φέρει στο φως, μέσα από την ίδια τη γραφή, ένα μικρό κομμάτι αλήθειας.</p>
<h5><strong>ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ</strong></h5>
<p>Fractal 8/2/2023</p>
<p>Ενδιάμεσες ζωές</p>
<p>Οι ενδιάμεσοι της νέας ομώνυμης συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Ιωάννου (Εκδόσεις Νεφέλη 2022) πορεύονται σ ένα αινιγματικό και εύθραυστο κόσμο. Κουβαλούν πολλές αντιφάσεις και πολλαπλές εκδοχές ζωής («Δεν πιστεύουν στο θεό, παντρεύονται σε εκκλησία για το γαμώτο με βιολιά και καναπεδάκια»). Eκπέμπουν μια κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού που δείχνει λίγα και κρύβει πολλά. Αν και καθηλωμένοι δεν είναι παραιτημένοι ούτε και γλύφουν τις πληγές τους, δεν συμβιβάζονται με τις ματαιώσεις τους, δεν βάζουν μπουρλότο στις ζωές τους, εξάλλου δεν το επιδιώκουν.</p>
<p>H επίμονη υπέρβαση του επίπεδου αφηγηματικού ρεαλισμού, η μοντέρνα και υπαινικτική οργάνωση της γραφής καθώς και η κατασκευή υβριδικών λογοτεχνικών μορφών αποτελούν κατεξοχήν στοιχεία της διακριτής συγγραφικής ιδιοπροσωπίας της Μαρίας Ιωάννου. Η φόρμα της είναι τόσο καλά σχεδιασμένη που καθορίζει τόσο το πως και τι θα πει σε μια ιστορία όσο κυρίως το τι δεν θα ειπωθεί και θα ταράξει βαθιά των αναγνώστη.</p>
<p>Ο κόσμος της κατοικείται από αρχετυπικά μοτίβα που κουβαλούν ένα ειδικό σημασιολογικό φορτίο αλλά και από αντικείμενα που αποκτούν ζώσα πνοή και υπόσταση. Αντλεί από πτυχές και ρωγμές μιας κοινότυπης καθημερινότητας, από την ιστορία του τόπου αλλά και από σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Σκαλίζει επίμονα σε προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, χρησιμοποιώντας, σε πολλά κείμενα, το ιδιαίτερο ηχόχρωμα της κυπριακής διαλέκτου, με τη μορφή μάλιστα της προσωπικής μαρτυρίας και εξομολόγησης, αναδεικνύοντας έτσι τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και εστιάζοντας σε ημιφωτισμένες πλευρές της σύγχρονης ιστορίας.</p>
<p>Στα διηγήματα της συλλογής κυριαρχούν έμφυλοι προβληματισμοί, υπαρξιακές αναζητήσεις αλλά και ένας πλάγιος, επίκαιρος κοινωνικός σχολιασμός για τη μετανάστευση, τη βία κατά των γυναικών, τη συμμετοχή επισήμων πολιτικών προσώπων σε κηδείες αγνοουμένων ή ακόμα και για τους πανύψηλους πύργους της Λεμεσού που «δεν έχουν ανθρώπινη υπόσταση και οι ένοικοι τους πάσχουν από μια μορφή άνοιας που δεν έχει ακόμα διερευνηθεί»</p>
<p>Η λογοτεχνία της Μαρίας Ιωάννου με ανανεωμένους αφηγηματικούς τρόπους, αναπαριστά έναν καινούργιο τύπο υποκειμενικότητας με μεγαλύτερη εσωτερικότητα, ο οποίος αφενός συνομιλεί με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και τα αδιέξοδα της και αφετέρου διαπραγματεύεται, συγκρούεται και συχνά συντρίβεται από το ιστορικό βίωμα.</p>
<p>Τα κείμενα της πέμπτης συγγραφικής κατάθεσης της συγγραφέως βουτούν σ’ ένα ρευστό και αβέβαιο κυπριακό παρόν στο οποίο εφορμά αδιάκοπα η αιματόβρεχτη και βίαιη ιστορία του τόπου, που με πολλούς προφανείς και άδηλους τρόπους καθορίζει μόνιμα και καθηλωτικά τις ιδιωτικές ζωές των ανθρώπων.</p>
<p>Το τραύμα και η τρωτότητα επανέρχονται επίμονα στα κείμενα της Μαρίας Ιωάννου και αποτελούν σημείο αναφοράς στο σκιαγράφημα των ηρώων της. Η βία κάθε μορφής ενεδρεύει ως μόνιμη συνθήκη στη ζωή των γυναικών. Γυναίκες μεταφέρουν τις κληρονομημένες πατριαρχικές νόρμες, τις οδυνηρές εμπειρίες της σεξουαλικής βίας του 1974, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, την παρατεταμένη αγωνία ανεύρεσης των δικών τους αγνοουμένων. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα η βία που τους επιβλήθηκε καίει μόνιμα τις ψυχές τους.</p>
<p>Στο διήγημα «Μισοί πουκάμισο μισοί πανωφόρι», στο οποίο διαπραγματεύεται την πολύχρονη αναμονή μιας γυναίκας για τον αγνοούμενο σύζυγο της, η γραφή ψηλαφεί μια αγωνιώδη εσωτερική πορεία ψυχικής ανασύστασης και μια αναμονή που δεν αντέχεται και δοκιμάζει καθημερινά τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Με έξοχη αυτοσυγκράτηση χωρίς δραματικούς τόνους η συγγραφέας δεν στήνει ένα σκηνικό ατέλειωτης δυστυχίας αλλά μια ιστορία στην οποία η υπαινικτικότητα και επινοητικότητα της γραφής αναδεικνύουν τη βαθμιαία συνειδητοποίηση μιας οριστικής απώλειας μαζί με μια ψυχική ερημιά και μια ακυρωμένη στο διάβα του χρόνου εγκαρτέρηση.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 18/2/2023</p>
<p>Πίσω από το προφανές</p>
<p>Η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Οι ενδιάμεσοι είναι το πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Α. Ιωάννου (Λεμεσός Κύπρου, 1982). Ορατά και εδώ τα σημάδια μιας ευφάνταστης γραφής, έτσι όπως τη συναντήσαμε στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015) αλλά και πιο πριν, στο πρώτο συγγραφικό της πόνημα, με τον τίτλο Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας (Γαβριηλίδης, 2011)∙ γραφή που διαχειρίζεται με συνέπεια το από πρόθεση ετερόκλητο και κατεξοχήν υβριδικό υλικό της, μεταφέροντάς μας σε έναν κόσμο πολύτροπο και μετέωρο∙ ένα σύμπαν σε κατάσταση μόνιμης σύγχυσης∙ ένα εμπύρετο ενδιάμεσο, που βρίσκεται σε ευθεία συνομιλία τόσο με την ωμή πραγματικότητα όσο και με το ασυνείδητο, τα όνειρα και τους εφιάλτες.</p>
<p>Η Ιωάννου, από την πρώτη πεζογραφική της εμφάνιση, έδειξε ότι δεν διστάζει να καταφύγει στον υπαινιγμό μέσα από το παραξένισμα του γκροτέσκο και του παραμυθητικού, είτε πρόκειται για την τραγωδία της χώρας της -όπως στα διηγήματα «Δόντια στον παράδεισο», «Θέλω να πάω έσσω μου», «Κομμένοι», «Το μαξιλάριν» και «Ονειρο στην οδό Ανεξαρτησίας»- είτε για προβλήματα προσωπικά και σχέσεις ατομικές, κοινωνικές ή οικογενειακές μέσα στη σύγχρονη δυστοπία («Πάσσαλοι», «Πιτσουνάκια», «Λαχτάρα», «Χέρι» κ.ά.). Με λεπτή ειρωνεία, λόγο στακάτο και ένα μείγμα φανταστικού αλλά και χειροπιαστού στοιχείου, η συγγραφέας εκτείνεται από τον ακραιφνή σουρεαλισμό έως τον πιο ανελέητο ρεαλισμό, χωρίς να χάνει πόντο από την πλοκή, τον ρυθμό και την αληθοφάνεια της γραφής της. Σε πολλές από τις ιστορίες της τα πρόσωπα ταυτίζονται ακόμη και με τα αντικείμενα που τα περιβάλλουν, ενώ και τα ίδια αυτά αντικείμενα παίρνουν συχνά τη θέση εκείνων που τα χειρίζονται, ως οι πλέον κατάλληλοι και εξοικειωμένοι μεταφορείς εκείνων που οι χρήστες τους αποφεύγουν να κατονομάσουν, διαψεύδουν ή αγνοούν.</p>
<p>Στα τριάντα επτά ευσύνοπτα διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή, τόσο τα καθαρά αφηγηματικά μέρη όσο και τα διαλογικά με τις αφοπλιστικές ατάκες και τους κοφτούς εσωτερικούς μονολόγους συμβαδίζουν αρμονικά με τις αφηγηματικές φωνές που εναλλάσσονται από διήγημα σε διήγημα, με τον αφηγητή να μιλά άλλοτε σε πρώτο κι άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, ενίοτε δε και σε δεύτερο, με νύξεις αυτοαναφορικές ή έμμεσης απεύθυνσης προς τον αναγνώστη.</p>
<p>Στους «Επισκέπτες», «σώματα ελατήρια πάλλονται υπό την επήρεια αλκοόλ, μουρμουρίζουν απομεινάρια λέξεων[…] σώματα συρρικνωμένα στα κρεβάτια τους, αποξηραμένα φρούτα, έμβρυα σε σκοτεινούς πλακούντες μάχονται να θυμηθούν ζωές που έζησαν»∙ στο «Ακρυλαμίδιο» «οι τοστιέρες ξέρουν καλά τι θα πει υπομονή, ζουν ολοκαυτώματα κάθε μέρα»∙ «καλύτερα αντικείμενο», σκέφτεται ο Φίλιππος «αλείφοντας σώμα, πρόσωπο, στόμα, μύτη, με πρώτης τάξεως ιταλικό βερνίκι», στο διήγημα «Ο Φίλιππος πάντα ήθελε να κάνει τη Fontana di trevi», ενώ στον «Αθυρόστομο», η αφηγήτρια, παθιασμένη με το στόμα του ερωμένου της, εύχεται μόνο «να μην τη φτύσει».</p>
<p>Μοντερνιστικές και με την ελλειπτικότητα της ποίησης, κινηματογραφικές ή θεατρογενείς, συγκρατημένα λυρικές και όσο χρειάζεται αποστασιοποιημένες, οι σύντομες αυτές αφηγήσεις καταλήγουν αλληγορικές και βαθιά ενδοσκοπικές, κάτω από ένα πρίσμα ακραία ανατρεπτικό και ταυτόχρονα παιγνιώδες. Στο διήγημα με τον τίτλο «Μελάνι», ένα ζευγάρι θα ενδιαφερθεί περισσότερο για μια ψόφια σουπιά από ό,τι για τα συναισθήματα του παιδιού του∙ στο «Πολύ όμορφοι», μια σεξουαλικά στερημένη γυναίκα θα γίνει βραστήρας μπροστά στη θέα ενός εκπληκτικά όμορφου ζευγαριού∙ στο «Δόντια στον παράδεισο», ένας πεθαμένος παππούς που στη ζωή του βασανίστηκε από τους Τούρκους ξαναζωντανεύει και μιλά ασυνάρτητα, ενώ στο αμέσως επόμενο διήγημα, μια θεία με άνοια πιστεύει ότι η λάμπα στο σαλόνι της είναι τρομοκράτης («Ηλέκτρα»). Πάμε έσσω μας; ρωτά στο τέλος της συλλογής η αφηγήτρια στην κυπριακή διάλεκτο (όπως και σε μερικά ακόμη της συλλογής) και είναι αυτή ακριβώς η λέξη («έσσω») που με τη συνοδεία της κτητικής αντωνυμίας στο πρώτο πληθυντικό θα σχηματίσει μια διττή επίκληση επιστροφής∙ τόσο στον εαυτό όσο και στη χαμένη πατρίδα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ</strong></h5>
<p>neoplanodion.gr 9/4/2023</p>
<p>Ακροβατώντας στο μεταίχμιο του λόγου και των πραγμάτων</p>
<p>Στο διήγημα της Μαρίας Α. Ιωάννου «Κλικ» (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, Γαβριηλίδης 2011) ο «Πάκμαν» κάνει τις λέξεις «σχεδόν ποτέ» κομμάτια και τις καταπίνει. Ο αφηγητής στρέφει τις λέξεις πάνω στο χαλί (του Χένρυ Τζαίημς, υπονοουμένως και προφανώς)· δηλαδή τις επιστρέφει «από εκεί που ήρθαν» και, κατά την κυπριακή σημασία του «στρέφω», τις κάνει εμετό. Σε αυτή τη διακεκριμένη (και εξαντλημένη, δυστυχώς, μετά από τη γνωστή πολτοποίηση των εκδόσεων του οίκου Γαβριηλίδης) πρώτη συλλογή διηγημάτων της, η Ιωάννου έχει ως μότο τον Μπόρις Παστερνάκ: «Να ανακαλύπτεις ασυνήθιστα πράγματα σε συνηθισμένους ανθρώπους και με συνηθισμένες λέξεις να γράφεις γι’ αυτούς ασυνήθιστα πράγματα». Πράγματι, στη γραφή της Ιωάννου απαρατήρητα αντικείμενα παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτή η αισθητική συνεχίζεται με συνέπεια και στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015), αλλά και στους Ενδιάμεσους (Νεφέλη, 2022): λάμπες, πάσσαλοι, τοστιέρες πρωταγωνιστούν και αφηγούνται τη δική τους οπτική του κόσμου, ο οποίος, εν τέλει, δεν είναι λιγότερο πραγματικός από τον πραγματικό κόσμο. Στο «MODEL D234578» μια φωτοτυπική μηχανή αισθάνεται, εκπλήττεται, έχει ενοχές: «μόλις έλιωσε το κεφάλι του πάνω μου – υγρά χύθηκαν στο πουκάμισο – στη γραβάτα – μάλλον είναι αναίσθητος στο πάτωμα – βοήθεια – εγώ φταίω – χρειάζομαι προθέρμανση – δεν μπορώ να λειτουργήσω με την πρώτη – παλιό μοντέλο – τα προκαταρκτικά είναι απαραίτητα – και τα ήθελε έγχρωμα – μα ήμουν κλειστή για ώρα – θέλω τον χρόνο μου – θέλω χρόνο – το κεφάλι του – το έλιωσε – πάνω μου – έτσι – ξαφνικά – υγρά παντού – ανθρωπίλα παντού – τη μυρίζω – χειρότερη κι από μελάνι».[1]</p>
<p>Η Ιωάννου ασπάζεται τη θέση του Κορτάσαρ, όπως αναφέρεται ως μότο στους Ενδιάμεσους: «Ήδη από τα παιδικά μου χρόνια το φανταστικό δεν ήταν για μένα αυτό που ο κόσμος θεωρεί φανταστικό». Ωστόσο, στόχος δεν είναι μόνο η απεικόνιση ενός ρεαλιστικά υπερρεαλιστικού ή φανταστικού κόσμου, ούτε μια γλώσσα όπου το «χαμηλό» (λιτότητα έκφρασης, τακτική χρήση αργκό) υμνεί το «υψηλό» (την τέχνη της λογοτεχνίας ως απόλαυσης και φαντασίας). Είναι πλέον εμφανές, ειδικότερα με τους προγραμματικούς Ενδιάμεσους, ότι την Ιωάννου ενδιαφέρει το υβρίδιο ως μέθοδος αλλά και ως σύστημα, ως ταυτότητα και γλώσσα.[2] Χαρακτηριστικά αναφέρεται για την κυοφορούσα αφηγήτρια στους ενδεχομένως αυτοβιογραφικούς «Ενδιάμεσους», ένα κείμενο ποιητικής: «και κομφορμίστρια και επαναστάτρια». Πρόκειται δηλαδή για ένα κείμενο/βιβλίο-υβρίδιο, το οποίο απηχεί καθολικά τη φωνή των πραγμάτων και των ανθρώπων που βρίσκονται στο ενδιάμεσο, στο μεταξύ,[3] στο ζωντανό κενό ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, δύο γλώσσες. Επιπλέον συστατικό στοιχείο αυτής της στάσης αποτελεί η ουσιαστική σχέση που αναπτύσσει η συγγραφέας με τα βιβλία της —η διάταξη των κειμένων και η οπτική-τυπογραφική τους ταυτότητα, η σκόπιμη και κατορθωμένη χρήση φωτογραφικού υλικού, τα κολάζ των εξωφύλλων της— στοιχεία τα οποία κρατούν την Ιωάννου σε απόσταση ασφαλείας από μια άλλη, προφανώς, μεγάλη της αγάπη: τα artists’ books. Με άλλα λόγια, όπως προϊδεάζει το οπισθόφυλλο, τα έμψυχα στοιχεία του βιβλίου ακροβατούν «από πάσσαλο σε πάσσαλο, μεταξύ γης και ουρανού, μεταξύ ενός “και” κι ενός “τζ̌αι”».</p>
<p>Στο αφηγηματικό ποίημα ή μικροδιήγημα (πέραν από τη γλώσσα, τι ορίζει το είδος τελικά; η διάταξη ή ο αφηγηματικός τρόπος;) «Οι φοινιτζιές έν’ παράξενα πλάσματα» —του πρώτου από τα οκτώ συνολικά διαλεκτικά «ποιήματα» της συλλογής, τα οποία λειτουργούν τρόπον τινά ως ιντερλούδια στο έργο— βλέπουμε έναν νοσταλγικό λόγο ο οποίος διαθέτει την τυπογραφική ταυτότητα του ποιήματος, αλλά έξω από αυτήν συνιστά ένα μονολογικό κείμενο μικρής φόρμας, το οποίο εντούτοις διαθέτει σφιχτό εσωτερικό ρυθμό:</p>
<p>ΟΙ ΦΟΙΝΙΤΖΙΕΣ<br />
ΕΝ’ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ<br />
εν ι-φκάλλουν σχεδόν καθόλου οξυγόνον<br />
τζ̌ι ας έν’ δεντρά</p>
<p>σήμμερα<br />
το αερούιν που φυσά αννοίει<br />
τες κουρτίνες των φύλλων μου</p>
<p>θωρώ σε να τρίφκεις τα πκιάτα με το σφουγγαρούιν<br />
αργά<br />
πολλά αργά</p>
<p>αλώπως σκέφτεσαι πάλε</p>
<p>μεν σκέφτεσαι αγάπη μου<br />
έννεν καλά να σκέφτεσαι πολλά<br />
φακκώ ούλλη μέρα πά’ στο γυαλλίν του παραθύρου<br />
πέρκι μ’ ακούσεις […] (ό.π., 19)</p>
<p>Σε αντίθεση με τον αργό ρυθμό της «Φοινιτζιάς», στο μικροδιήγημα «Πιτσουνάκια» η θεατρικότητα και η αφηγηματική δραματουργία της Ιωάννου επιταχύνουν την εκφορά. Παρότι δεν δηλώνεται, αναγνωρίσιμο είναι το —άχρονο αλλά σύγχρονο, άτοπο αλλά κυπριακό— αστικό τοπίο, όπου ο μόνος τρόπος να επιβιώσει κανείς μέσα στον παραλογισμό είναι η αντεπίθεση και, βεβαίως, το χιούμορ:</p>
<p>Ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου με χαστούκισαν στο πρόσωπο, πράσινα, ο ένας φακός μισοσπασμένος. Οι καινούργιοι γείτονες τσακώνονταν πάλι. Σκούπισα μια χούφτα ξερά φύλλα και είπα στη γυναίκα μου πως όλο αυτό έπρεπε να σταματήσει. «Την τελευταία φορά σχεδόν μου έβγαλαν το μάτι. Τι θέλουν δηλαδή; Να μεταμορφωθώ σε Κύκλωπα;». Η γυναίκα μου χασκογέλασε, ένα κομμάτι μαρούλι ασφυκτιούσε ανάμεσα στα δυο μπροστινά της δόντια. «Έχω σχέδιο», της ψιθύρισα, κι αυτή τέντωσε τ’ αυτιά της. Περάσαμε έναν ολόκληρο μήνα εξασκώντας τις ικανότητές μας στη λογομαχία. Η γυναίκα μου επαναλάμβανε τη φράση «είσαι μεγάλος μαλάκας», εγώ τη λέξη «πουτάνα», ένα βράδυ με είπε «μουνόπανο», εγώ επινόησα το «πουτσόπανο», της είπα για τα βυζιά της, πως ήταν μικρά, μου είπε πως το πουλί μου ήταν κάτω από τον μέσο όρο. Σπάσαμε πιάτα, φλιτζάνια, κι αρχίσαμε να ηχογραφούμε τα πάντα στο κινητό μου. Κατεβάσαμε έξι μπουκάλια κρασί, είκοσι τέσσερα τενεκεδάκια μπίρα, καπνίσαμε κι έναν μπάφο ξεχασμένο σ’ ένα συρτάρι καμιά πενταετία και βάλε […] (ό.π., 42)</p>
<p>Το (μαύρο) χιούμορ είναι από τα προσφιλέστερα αφηγηματικά όπλα της Ιωάννου στο πεδίο μιας, ομολογουμένως, αχαλίνωτης φαντασίας. Στο μικροδιήγημα «Χέρι» ένας άντρας έχει κόψει/κλέψει το χέρι της πρώην γυναίκας του για να το απολαμβάνει όπως άλλοτε, ενώ ο γιος του προσπαθεί να τον μεταπείσει:</p>
<p>«Μπαμπά, πρόσεχε! Ο τύπος βλέπει αποκεφαλισμούς των ISIS όλη μέρα!»<br />
Ναι, καλά, λες κι αυτό θα με τρομάξει. Το μόνο πράγμα που με τρομάζει το τελευταίο διάστημα είναι ο καθρέφτης στο μπάνιο μου. […]<br />
«Μπαμπά, έχεις ξεφύγει, δεν πάει άλλο, θα καλέσουμε την αστυνομία!»<br />
Ώπα! Θα καλέσουμε; Αυτό δεν είναι καλό. Καθόλου καλό. Κλείνω το τηλέφωνο κοιτάζοντας το χέρι της. Είναι ακόμη σφιχτά μπλεγμένο στο δικό μου. Ο αγκώνας της τρεμοπαίζει στο κενό τόσο που με πιάνει κόμπος. Σφίγγω την παλάμη της σαν να κρατιέμαι από το χείλος ενός ανάποδου γκρεμού. Είχε πάντα ωραία δάχτυλα, γαμώτο, και τα έχωνε και στα σωστά σημεία. (ό.π., 55, 56)</p>
<p>Στο συγγενικό «Πάντα σηκωμένο» ο πρωταγωνιστής συχνά σηκώνει ακούσια το δεξί του χέρι. Κάποια στιγμή αποφασίζει να γράψει ένα κείμενο για το χέρι του, αλλά αφού είναι δεξιόχειρας, δεν καταφέρνει να το ολοκληρώσει. Η «Ωδή στην ιστορία που δεν τα κατάφερε» αποτελεί κείμενο εγκιβωτισμένο στο —αυτοαναφορικό, επίσης— «Πάντα σηκωμένο»:</p>
<p>Η όλη ιστορία ξεκίνησε από το χέρι του Χίτλερ, εκείνο το αιώνια σηκωμένο, λες κι είχε ζωή από μόνο του. Κάποια στιγμή ο συγκεκριμένος χαρακτήρας έζησε και ως σ̌έριν, στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά τι τύχη να έχει η ιστορία ενός άψυχου χεριού στην κυπριακή διάλεκτο και, όπως και να ’χει, σήκωνε πολλή έρευνα η όλη κατάσταση για να επιβιώσει σε μια ιστορία ένα χέρι αποκομμένο από το σώμα, του Χίτλερ ειδικά. Οπότε γρήγορα μεταμορφώθηκε σε προσθετικό χέρι. Τώρα μάλιστα. Ένα προσθετικό χέρι είναι πολύ πιο εύπεπτο για έναν αναγνώστη. Θέλω να πω ποιος θα πιστέψει την ιστορία ενός αληθινού χεριού αποκομμένου από ένα αληθινό σώμα, επιστημονικά δεν έχει αποδειχθεί άλλωστε πως ένα χέρι μπορεί να επιβιώσει από μόνο του. Ούτε ο μαγικός ρεαλισμός δε σε σώζει σε τέτοιες περιπτώσεις. (ό.π., 82)</p>
<p>Η Ιωάννου δεν φοβάται να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί, να σατιρίσει και να «πειράξει» άθικτα μέχρι στιγμής ζητήματα. Επισκέπτεται με σπάνια και πρωτοφανή τόλμη το κυπριακό τραύμα· με μικροσκόπιο, νυστέρι και ένα μικρόφωνο, για να αφηγηθεί σκωπτικά ή κωμικά, ωμά ή προκλητικά, την άλλη όψη του ή τις παράλληλες αναγνώσεις του. «Βρέθηκε μάλιστα και μια μπότα με καρφιά, πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα, θυμίζει την μπότα του Αττίλα», γράφει στους «Καταπατημένους» (ό.π., 89), αποδομώντας εννοιολογικά την εικόνα που έγινε ταυτόσημη της εισβολής, προβάλλοντάς την στη χρηστική και καθημερινή της διάσταση: απλώς μια μπότα, ένα υπόδημα. Στους Ενδιάμεσους η συγγραφέας αποκαλύπτει και τη σκληρή πλευρά του τραύματος: την απουσία ενσυναίσθησης, την κόπωση· όσα λέγονται πίσω από όχι και τόσο κλειστές πόρτες πια. «Μην την ακούς», λέει ο διαχειριστής για την καθαρίστρια στο «Λαχτάρα», «έχει να γαμηθεί από το ’74». Και σχολιάζει (διόλου τυχαία, με μη εκφωνημένο λόγο) ο αφηγητής: «Πόσο σκληρό αυτό που είπε, απάνθρωπο» (ό.π., 45).</p>
<p>Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντικρίζει τον κόσμο, έναν κόσμο όπου τα πράγματα δεν είναι άψυχα όντα, αλλά οντότητες με αμέτρητες δυνατότητες, η Ιωάννου πραγματεύεται και την εντοπιότητα του έργου της, η οποία αναπόφευκτα ορίζεται από την “εκκρεμότητα” του 1974. Ωστόσο, εδώ «ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά αλώπως (: μάλλον)». Στο «Θέλω να πάω έσσω μου», «οι γειτόνοι επελλάναν άμαν είδαν το σπίτιν τους», αλλά η αφηγήτρια μένει αμίλητη μπροστά σε ένα φλιτζανάκι, προσπαθώντας μάταια να λάβει μια απάντηση για ό,τι δεν έπαψε ποτέ να είναι εντάξει:</p>
<p>θωρεί τζ̌είντο φλιτζ̌ανούιν σάννα τζ̌αι περιμένει το να μιλήσει<br />
σάννα τζ̌αι περιμένει το να της πει πως έν’ εντάξει<br />
πως το κρεβάτιν που παουρίζει έν’ εντάξει<br />
πως τα ρούχα τα φαημένα έν’ εντάξει […]<br />
πως τα αρμαρούθκια που αννοίξαν τζ̌ι εμείναν έν’ εντάξει<br />
πως οι κατσαρόλλες που αγιώσαν έν’ εντάξει<br />
πως η θάλασσα που ακούεται ξεψυσ̌ισμένη έν’ εντάξει<br />
πως έν’ σ̌ειρόττερον να χάννεις αθρώπους<br />
πως τζ̌είνον που τρυπά την τζ̌οιλιάν της τωρά έν’ εντάξει<br />
πως τα πόθκια της που εμουθκιάσαν έν’ εντάξει<br />
πως το τταβάνιν που έκατσεν πά’ στο στήθος της έν’ εντάξει<br />
πως έν’ εντάξει</p>
<p>έν’ εντάξει<br />
πως έν’ εντάξει<br />
περιμένει το φλιτζ̌ανούιν να της πει<br />
μα ούτε τζ̌είνον λαλεί τίποτε<br />
τίποτε τίποτε εν της λαλεί το σκατοφλιτζ̌ανούιν!<br />
μόνον στέκει τζ̌αι θωρεί</p>
<p>κομμάθκια</p>
<p>κομματούθκια</p>
<p>τζ̌ει που τα κομματούθκια (ό.π., 49-51)</p>
<p>Στα διαλεκτικά κείμενα της Ιωάννου το αποσιωπημένο επώδυνο βίωμα, όπως οι βιασμοί που υπέστησαν πολλές γυναίκες, μια “παράπλευρη απώλεια” της τουρκικής εισβολής η οποία μόλις πρόσφατα άρχισε δειλά δειλά να συζητιέται δημόσια, κρύβεται μέσα σε ένα παλιό μαξιλάρι, αλλοτινή προίκα, μέσο για να διασώσουν άρον άρον οι καταδιωγμένοι χρήματα και τιμαλφή. Ματωμένο από τον βιασμό της αφηγήτριας, ένα λεκιασμένο πλέον μαξιλάρι είναι το μοναδικό εφόδιο για ένα οδυνηρό μετά. «Κανένας εν εκαλάβαιννεν/ γιατί εφύτευκα τριαντάφυλλα [σ. στον προσφυγικό καταυλισμό]/ ήταν να πάμεν/ ούλλοι/ έσσω μας/ αφού» («Μαξιλάριν», ό.π., 95), μονολογεί η αφηγήτρια αντιμέτωπη με την πικρή διάψευση της επιστροφής.</p>
<p>Η Ιωάννου πραγματεύεται το ιστορικό τραύμα με τρόπο που μάλλον κανείς άλλος Κύπριος συγγραφέας δεν έχει τολμήσει μέχρι σήμερα. Αφενός, η πληγή σημαδεύει πρωτίστως την ψυχή και το σώμα και ύστερα την πατρίδα. Αφετέρου, το τραύμα παύει να αποσιωπάται, να διαφυλάσσεται, να εργαλειοποιείται. Όχι μόνο συνεχίζει να μετατοπίζεται (ενίοτε αναμασημένο, ξεθωριασμένο, διαστρεβλωμένο) σε κάθε επόμενη νέα γενιά —«τα αγκάθκια έννα τον προστατεύκουν είπα στα μωρά/ κανέναν αεροπλάνον έθθα τον πκιάει/ καμμιά φωθκιά έθθα τον κάψει/ καμμιά πόμπα έθθα σκάσει που πάνω του/ κανέναν μαξιλάριν μαυροσκότεινον/ έθθα τον ι-σκοτώσει την ώραν που τζ̌οιμάται/ τα μωρά/ επιστέψαν με» (ό.π., 96-97)— αλλά ξεπερνά την ιστορικότητα και τη συγχρονικότητά του και γίνεται όχημα έκφρασης του απανταχού ανθρώπινου πόνου, χωρίς να ορίζονται οι γεωγραφικές του συντεταγμένες. Στο «Κομμένοι» (στα δυο, όπως την πατρίδα της συγγραφέως, αλλά όχι μόνον) ο αφηγητής «κάθε φορά που έβλεπε κάποιον με κομμένο το ένα άκρο, ακόμη κι ένα μικρό δάχτυλο, ρωτούσε δείχνοντας το διαμελισμένο σημείο “πέρασες την πράσινη γραμμή;”», μετά τις προειδοποιήσεις του πατέρα του, ότι “ο τόπος είναι γεμάτος νάρκες”» (ό.π., 52). Όμως, μεγαλώνοντας:</p>
<p>Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη μέρα ξέχασε το «πράσινη», ρώτησε τον ετοιμοθάνατο «πέρασες τη γραμμή;», ή μάλλον δε ρώτησε καν, «πέρασες τη γραμμή» του είπε, «πέρασες τη γραμμή». Όταν όμως ο τόπος γέμισε κομμένους ανθρώπους, άλλους δίχως πόδι, άλλους δίχως χέρι, που τους έφτυνε η θάλασσα κατά εκατοντάδες και τους έδειχναν και στις ειδήσεις ντυμένους γερασμένα αστέρια, κι ενώ ο μικρός είχε πια μεγαλώσει για να τα παίρνει όλα κυριολεκτικά –ή για να του λείπει η μάνα του υπερβολικά– συνέχισε να ρωτά αν πέρασαν τη γραμμή, χωρίς το πράσινη, του ’μεινε χούι, κι αυτοί μη καταλαβαίνοντας τη γλώσσα του απλά κουνούσαν το μισοφαγωμένο τους πρόσωπο και έδειχναν λαχανιασμένοι κι αποστεωμένοι τα μυτερά κύματα πίσω τους, καθώς αυτός ψιθύριζε στην πεθαμένη μάνα του, στο μωρό που ξεπάγιαζε δίπλα του, στον εαυτό του «πέρασες τη γραμμή, πέρασες τη γραμμή, πέρασες τη γραμμή», δείχνοντας με χέρι δίχως δάχτυλα έναν ορίζοντα που ’χε θαμπώσει. (ό.π., 53)</p>
<p>Το βιβλίο κλείνει ευρηματικά με ένα διαλογικό κείμενο το οποίο απλώνεται κυριολεκτικά στο βιβλίο, μεταφορικά και αυτοαναφορικά μέσα στην αφήγηση με τη φράση «Πάμεν έσσω μας;». Από τη μια, ο πιο κοινός κυπριακός στίχος-στόχος-πόθος: πάμε (πίσω στο) σπίτι μας. Από την άλλη, η βιολογική και καθολική ανάγκη της στέγης και ό,τι αυτή συνεπάγεται: ηρεμία, ασφάλεια, οικειότητα.[4] Αν υπάρχει οποιαδήποτε ένσταση για το εν λόγω βιβλίο, είναι το γεγονός ότι η συσσώρευση των συγγραφικών στόχων, όπως αναφέρονται εν μέρει παραπάνω, ίσως να κρύβει κινδύνους για μια συγγραφέα η οποία σαφώς έχει τη δυνατότητα να τους κατακτήσει. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η Ιωάννου να μην παίζει σε κάθε παρτίδα όλα τα (καλά) χαρτιά της. Εκτός και αν μας επιφυλάσσει φανταστικότερους άσσους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΖΑΝΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΦΩΤΙΟΣ</strong></h5>
<p>Βιβλιοκαφέ 12/1/2016</p>
<p>Απόσπασμα</p>
<p>Όσα βράζουν μέσα-μας, μια μέρα θα εκραγούν, όσα κοχλάζουν, θα ανατιναχτούν και μαζί θα πάρουν όλο τον περιβάλλοντα χώρο σε μια ανάφλεξη χωρίς όρια.<br />
Μ’ αρέσουν οι συλλογές διηγημάτων που έχουν έναν κεντρικό άξονα, ο οποίος συνδέει τα επιμέρους κείμενα. Είναι ίσως μια πυρηνική ιδέα πάνω στην οποία ο συγγραφέας χτίζει μία μία τις ψηφίδες-του ή ένα σχέδιο, υποσυνείδητο, που παίρνει σχήμα και μορφή, όταν γραφεί και το τελευταίο διήγημα.</p>
<p>Η νεαρή Κύπρια συγγραφέας με είχε καταπλήξει με το προηγούμενο βιβλίο-της “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας”, με την πρώτη συλλογή διηγημάτων-της στην οποία έδειξε συγγραφικό τσαμπουκά. Τώρα επανέρχεται με μια ανάλογη συλλογή μικρών ή μεσαίων σε έκταση κειμένων, όπου φαίνεται πάλι η εκρηκτική διάσταση της σκέψης και του λόγου-της.</p>
<p>Καταρχάς, ένα καζάνι είναι ο ψυχισμός-της, που βράζει, βρυχάται σαν ηφαίστειο, λιώνει εμπειρίες και σκέψεις, αναδίδει αναθυμιάσεις και είναι πάντα έτοιμο να εκραγεί. Είναι η συμπίεση που νιώθουν οι ήρωες των διηγημάτων, προερχόμενη από την κοινωνία, τους άλλους ή από εσωτερικές τραγωδίες. Αυτή η συμπίεση κοχλάζει ες αεί και κάποια στιγμή δεν συγκρατείται αλλά εφορμά προς τα πάνω, κάνοντας τον κόσμο γης μαδιάμ. Αυτό το “γης μαδιάμ” γεννά το αλλόκοτο, αλλόφρον, παθιασμένο, λελογισμένα άναρχο, σκόπιμα αντικομφορμιστικό γράψιμο της Ιωάννου, καθώς το πυρακτωμένο μάγμα μετατρέπεται σε λέξεις και εικόνες.</p>
<h5><strong>ΒΙΒΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>amagi 17/1/2016</p>
<p>«Ήθελα να γράψω για την ωμότητα στις ζωές καθημερινών ανθρώπων, μέσα από έναν ελαφρώς σουρεαλιστικό τρόπο. Κάποιες φορές μοιάζουμε να έχουμε συνηθίσει τη σκληρότητα τής ζωής, σαν να ναρκωνόμαστε. Είναι σημαντικό κάποιες φορές η λογοτεχνία να μας την ξαναθυμίζει, για να ξυπνάμε και ως άνθρωποι και ως αναγνώστες. Το “Καζάνι” το έγραψα γι’ αυτούς που κοχλάζουν μέσα τους, γεμίζοντας τον τόπο πιτσιλιές».</p>
<p>Ναι, όταν το μέσα μας κοχλάζει, γεμίζει το έξω πιτσιλιές… Αυτό το γνωρίζει ως φαίνεται πολύ καλά η εκ Λεμεσού συγγραφέας Μαρία Ιωάννου και συγγράφει/καταγράφει/αφηγείται ιστορίες ζωής και θανάτου παρμένες χωρίς φόβο αλλά με πάθος από ένα ετοιμόρροπο καζάνι που βράζει κυρίως εντός μας, και που οι πιτσιλιές του, ασυγκράτητες, ξεχειλίζουν και γεμίζουν, όπως σοφά λέει, τον τόπο. Τον έξω και τον γύρω μας. Η συγγραφέας ανατέμνει προσεκτικά τη σκληρή πλευρά της ζωής, αυτή την κάτι παραπάνω από αληθινή, που τις περισσότερες φορές χωμένοι στα ατομικά μας ζητήματα —που δεν είναι ατομικά αλλά ατομικίστικα, κι ετούτο είναι, λέω, το μέγα λάθος μας, η αχίλλειος πτέρνα της οπτικής μας των πραγμάτων— κάνουμε ότι δεν τη βλέπουμε, σπαταλώντας ψυχή και διάνοια σε μικρότητες.</p>
<p>Δεν ξέρω επομένως σε τι βαθμό και πόσους παραδομένους στην ατομική αλήθεια και μαζί πλάνη τους μπορεί ένα καλό βιβλίο να αφυπνίσει, όσο ειλικρινές και ευλογημένο με έμπνευση και να είναι, όπως αυτό της νεαρότατης Κύπριας. Δεν είμαι σίγουρη τι καλό προκαλεί στον βομβαρδισμένο με εικόνες και λογής πληροφορίες αναγνώστη της εποχής μας και αν θα έχει διάρκεια η όποια ανατροπή, πάντως η τεχνική εδώ είναι συναρπαστική, και η θαρραλέα και ευφάνταστη, διαυγής και πανέμορφη γραφή γίνεται έξοχο εργαλείο διάνοιξης πνευματικών τοίχων, ενώ η αψεγάδιαστη γλώσσα, που την υποστηρίζει χωρίς κανένα σημείο κοιλιάς, αναδεικνύει με τον ιδανικότερο τρόπο την τεράστια δυναμική των θεμάτων.</p>
<p>Ειπώθηκαν αμέσως λόγια θετικά —δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο— μόλις κυκλοφόρησε η συλλογή από τις Εκδόσεις Νεφέλη, διατυπωμένα σε ορισμένες περιπτώσεις με πολλά στολίδια. Σαν να ήθελαν οι επαινούντες να πάρουν κι αυτοί κάτι από τη λάμψη της δημιουργού. Ας είναι. Εγώ όμως γι’ αυτό ακριβώς θα μιλήσω απλά, όσο πιο απλά γίνεται, ολιγόλογα και μόνο από καρδιάς, γιατί πιστεύω πως μια τόσο ανατρεπτική και πολύτιμη γραφή δεν έχει ανάγκη από μπιχλιμπίδια.</p>
<p>Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την άξια, κοφτερή της γλώσσα χωρίς σπατάλες, όμως γενναιόδωρα, και περιγράφει δίχως μισόλογα τις όζουσες καταστάσεις που ανασύρει από τη χωματερή της ζωής.</p>
<p>Έτσι, καταφέρνει και ταρακουνά τον αναγνώστη που σίγουρα θα συγκινηθεί και θα αναρωτηθεί για πολλά και δεν αποκλείεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του ή πτυχές του εαυτού του στους ήρωές της κι ας είναι ή ας μοιάζουν —ή ας τους αποκαλούμε έτσι τέλος πάντων για να ξεμπερδέψουμε μαζί τους— περιθωριακοί. Ας κοιταχτούμε καλά στον καθρέφτη τούτης της κατάστασης που έσκασε στα κεφάλια μας, την είπαμε κρίση και βολευτήκαμε, και ύστερα να ξαναδώσουμε τον ορισμό για το περιθώριο· ίσως παραδεχτούμε μιαν ώρα αρχύτερα ότι φτάσαμε κιόλας σε μιαν άλλου τύπου περιθωριοποίηση, όχι απαραίτητα οικονομική ή μόνον οικονομική, και πλέον δεν μας τιμά και πολύ η φανφάρα.</p>
<p>Ο βουτηγμένος σε οικονομική και αξιακή ομίχλη Δυτικός άνθρωπος και ο αχαρτογράφητος πόνος του, η αβεβαιότητα, η απόγνωσή του, που δεν κρύβεται άλλο με αριθμούς και λογιστικά τεχνάσματα, η αφτιασίδωτη πραγματικότητα, που ξερνάει το όνειρό του και το συντρίβει, είναι ο πρωταγωνιστής, το κεντρικό πρόσωπο με παραλλαγές, σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Υπέροχα πλάσματα οι ήρωες της Ιωάννου, αφήνουν τα χνάρια τους όπου χτίζουν και την ίδια στιγμή γκρεμίζουν το που-θα-μπορούσε-να-είναι-λαμπρό -και-μόνο-λαμπρό οικοδόμημα του πολιτισμού μας.</p>
<p>Νιώθω πως το παραπάνω είναι το πολύτιμο διά ταύτα των ιστοριών της συλλογής, απαλλαγμένο από διδακτισμούς και κλισέ, ξεκάθαρο και διόλου θεωρητικό. Όποιος θέλει το βλέπει.</p>
<p>Οι τίτλοι των διηγημάτων ίσως δίνουν ένα κάποιο στίγμα, ίσως παραπλανούν, σίγουρα πάντως ιντριγκάρουν με την ευφυή απλότητά τους:</p>
<p>«Το τελευταίο λευκό μυρμήγκι», «Κούκλα», «Το Ρόπαλο», «Cactus Belli», «Έρημος», «Δεν έχω τίτλο», «Η προσωρινή ευτυχία ενός χαριτωμένου φόνου», «Singer», «Σάρκα», «Πάρτι», «Ούτε εγώ έχω τίτλο», «ΚΑΖΑΝΙ», «Τρύπες», «Φοινικιές», «Ο Καπετάνιος στη φουρτούνα (δεν) φαίνεται», «Χείμαρρος», «Αν είχα τίτλο θα ήμουν ΧΑΒΑΗ», «Ψυγείο», «Appendix: Διάρκεια Ζωής».</p>
<p>Ξεχώρισα τρία: την «Προσωρινή ευτυχία ενός χαριτωμένου φόνου», το «Singer» και τη «Σάρκα». Τα διάλεξα χωρίς καμία δεύτερη σκέψη γιατί ένιωσα —ναι, γεννήθηκαν συναισθήματα από το εκατοντάφυλλο μικρόσχημο βιβλίο— με την ανάγνωση της πρώτης τους παραγράφου πως μέσα από την καταρχάς απλή και ευκολοδιάβαστη ιστορία που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά τους βγαίνει ό,τι λέμε πολύ ζουμί. Οι ηρωίδες τους είναι οι γυναίκες της διπλανής μας πόρτας που τόσο τις έχουμε συκοφαντήσει, θα πω σαν πρώτη σκέψη, ή οι θηλυκές εκδοχές των ανωνύμων αγίων του Γιάννη Ρίτσου σε εκείνα τα τρομερά πεζά από τη σειρά του «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων», αν θέλετε να εκφράσω την πρώτη αυτή σκέψη παραστατικότερα. Μανάδες κοριτσιών, θυγατέρες μητέρων. Γυναίκες τού σήμερα, καθημερινές, απλές, στωικές, και ίσως γι’ αυτό ακριβώς πολύ γενναίες, σοφά γενναιόδωρες, σοφά υπέροχα πλάσματα που κουβαλούν τη βαριά κληρονομιά του φύλου τους ψηλαφώντας για διέξοδο στα σκοτάδια μωρών κοινωνιών, στις οποίες η θανατική ποινή —αν είναι δυνατόν— υφίσταται ακόμα για άντρες και γυναίκες, και η γυναικεία ανεξαρτησία, η ισότητα όπως παραπλανητικά τη λένε, παραμένει όραμα το οποίο τιμωρείται εκεί όπου ένα κομμάτι πανί κρύβει τη φυλετική αδικία, ή κενό γράμμα σε κούφια συντάγματα δήθεν πολιτισμένων κρατών.</p>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Fractal 16/3/2016</p>
<p>Από το 2011, με την ευφάνταστη «Γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» μάς είχαν δοθεί οι χάρτες για το ποιος είναι ο «κόσμος» που ήθελε να κινηθεί η πρωτοεμφανιζόμενη –τότε- Μαρία Α. Ιωάννου.</p>
<p>Το «Καζάνι», η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, έρχεται να επιβεβαιώσει τα σύνορα αυτής της επικράτειας που δεν έχει δομηθεί για να έχει… όρια. Στο πρώτο της βιβλίο, το πλέγμα των ιστοριών συντίθεται από παραβολικές γραμμές, συντονισμένες παραδοξότητες και βαθύχρωμες εστίες παραλόγου. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και τίποτα δεν φαίνεται όπως ακριβώς είναι. Η Ιωάννου κινείται σε έναν ενδιάμεσο, ρευστό χώρο και χρόνο. Οι φιγούρες που παρουσιάζει λειτουργούν εξωλεκτικά, λες και θηλυκώνουν μια δυνητική ποιότητα του εαυτού τους. Οι γραμμές των ιστοριών άλλοτε είναι τραχιές κι άλλοτε θολές, εξπρεσιονιστικές, εκθετικές. Αν όλα τούτα συνθέτουν μια «χώρα θαυμάτων», τότε οι ήρωές της είναι σαν πολλαπλά είδωλα μιας κάποιας Αλίκης.</p>
<p>Το αυτό συμβαίνει και σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων. Διηγημάτων; Οι ιστορίες της Ιωάννου μοιάζουν σαν λεκτικές εγκαταστάσεις. Δεν ακολουθούν ένα σταθερό μοτίβο «αρχής, μέσης, τέλους». Ποτέ δεν ξέρεις από πού και πώς άρχεται η διήγηση, τι διαμορφώνεται στο ενδιάμεσο και αν το τέλος, πράγματι, υφίσταται. Τα αρχέτυπα των προσώπων υπερνικούν την υλική τους υπόσταση, γίνονται κάτι άλλο, δίχως όμως να χάνουν την απτική σχέση με τα πράγματα. Δεν είναι πλάσματα του νου, δεν είναι φασματικές υπάρξεις, δεν είναι καν φαντάσματα. Ωστόσο, δεν είναι και καθορισμένοι, πεπερασμένοι οργανισμοί που τίποτα δεν κρούει τον πυρήνα τους. Κοινώς: η αιτιοκρατία πάει περίπατο.</p>
<p>Αντιθέτως, επειδή είναι τρεμάμενες υπάρξεις, μεταιχμιακές, ο πρώτος που υφίσταται επίθεση είναι ο εσώτατος κορμός τους. Είναι τσακισμένες, χαλασμένες οντότητες. Είναι άνθρωποι που ο σοβάς τους τρίβεται και πέφτει. Άνθρωποι με ένα ρόπαλο στο χέρι που ετοιμάζονται να επιτεθούν στον εαυτό τους. Άνθρωποι-κάκτοι που αποφεύγουν ο ένας τον άλλον για να μην καρφωθούν, αλλά είναι καταδικασμένοι στο τέλος να αγκαλιαστούν. Πλάσματα που ζουν μέσα σε ένα ψυγείο, βίαια, συνδιαλεγόμενα με τρύπες που γεννούν άλλες τρύπες που δεν κλείνουν, που μοιάζουν με αδέσποτους σκύλους της πόλης (ή και το αντίθετο), που αγκαλιάζουν φοινικιές μέσα στην άγρια μοναξιά τους. Δεσμευμένες με τη σάρκα τους που δεν μπορούν να αποχωριστούν και βαθιά μέσα τους πνίγονται. Ακόμη και βιβλία που διψάνε να διαβαστούν οι λέξεις τους, που θέλουν να υπάρξουν διά της ανάγνωσης.</p>
<p>Όλες αυτές οι μορφές είναι μια πυραμίδα από ελλείψεις, από κάτι που χάνεται στάγδην και δίχως τελειωμό. Υφέρπει στον κόσμο τους κάτι άλογο, ασυνήθιστο, απροσάρμοστο, μη καθορισμένο από την κοινή λογική. Η Ιωάννου δεν θέλει ούτε να τους κάνει αγαπητούς αυτούς τους ήρωες, ούτε να τους ντύσει με πολύχρωμο ντύμα για να τους κάνει καρικατούρες, αλλά ούτε και να τους εκλογικεύσει. Τους αφήνει έκθετους να πλεύσουν στα ανειρήνευτα νερά της ζωής τους. Θα έλεγε κανείς πως οι ιστορίες γράφονται εν προόδω, αναπτύσσονται από τους ήρωες και όχι από τη συγγραφέα, η οποία λειτουργεί ωσάν υποδοχέας και αντηχείο των δικών τους βουλήσεων.</p>
<p>Το «Καζάνι» διαμορφώνει πλέον μια προσωπική γραφή και γλώσσα στην Ιωάννου. Το βάθος των ιστοριών, όπως και η οπτική, μοιάζουν με εκείνο των ιστοριών της «Βλεφαρίδας» με τις υφολογικές ομοιότητες να είναι περισσότερες από τις διαφοροποιήσεις. Τούτο σημαίνει ότι έχει κατακτηθεί πλέον αυτή η ελλειπτική και διαλείπουσα γραφή συνδυασμένη με μια εκκεντρική εικονοποιία που θυμίζει Ιονέσκο, Αραμπάλ, Μπέκετ και Κάφκα δίχως την εκζήτηση της μίμησης. Θεωρητικά, στο τρίτο βιβλίο, όταν και όποτε έρθει αυτό, θα περιμένει κανείς να δει μια διαφορετική οπτική, μια άλλη γωνία θέασης, ένα σπάσιμο της συνθήκης. Μέχρι τότε, όμως, αυτή η «χώρα» υπάρχει, καίτοι έχει ασαφή και μη εκλογικευμένα όρια και συντεταγμένες. Φαίνεται, όμως πως αυτή είναι και η ιδρυτική της πράξη: να υπάρχει με μια απεικονιστική προοπτική και λιγότερο ως μια άλλη εκδοχή της πραγματικότητας. Η αχρονικότητα, η διαταραγμένη αίσθηση του χώρου, αν και σε αρκετά σημεία διαφαίνονται στοιχεία και μέρη της Κύπρου, και η αμεταμφίεστη λάμψη ενός παραλόγου, είναι στοιχεία που η Ιωάννου διατηρεί και σε τούτη τη συλλογή. Και πράττει καλώς.</p>
<h5><strong>ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 24/4/2016</p>
<p>Τρεις διακριτές φωνές</p>
<p>Χρησιμοποιώντας γλώσσα λιτή και ακριβή, καθώς και ευρεία γκάμα παραλλαγών ως προς το ύφος, η Μαρία Ιωάννου μάς προσφέρει με τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της έναν μεγεθυντικό φακό, πάνω στις λεπτομέρειες που συγκροτούν την πραγματικότητα.</p>
<p>Με τεχνική δανεισμένη από τη φωτογραφία, η Κύπρια πεζογράφος πετυχαίνει, μέσω της μεγέθυνσης της λεπτομέρειας, να προκαλέσει ένα αίσθημα παραδόξου στον αναγνώστη και επιχειρεί μέσω της επανάληψης και των μοτίβων να τον εξοικειώσει με αυτό το αίσθημα.</p>
<p>Οι περισσότεροι από τους ήρωές της έχουν υποστεί κάποιου είδους ακρωτηριασμό, σωματικό ή ψυχολογικό, και διατηρούν ιδιαίτερη σχέση με ένα αντικείμενο προκειμένου να υποκαταστήσουν με αυτό την αναπηρία τους.</p>
<p>Στο ίδιο πλαίσιο, σε άλλα διηγήματα η εστίαση μεταφέρεται στα καθαυτό αντικείμενα αυτά και η αφήγηση εκτυλίσσεται κατά κάποιον τρόπο υπό την «οπτική γωνία» τους, με αποτέλεσμα να καταλύεται ουσιαστικά η διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους και τα άψυχα αντικείμενα ή, αλλού, τα ζώα.</p>
<p>Σε κάθε περίπτωση, η αφήγηση παρεμβάλλει μια ικανή απόσταση ανάμεσα σε αυτούς τους ήρωες και τον αναγνώστη, υπηρετώντας τη στόχευση της Ιωάννου: όχι να συμπαθήσουμε τους ήρωές της, ούτε να ταυτιστούμε με αυτούς, αλλά να τους παρατηρήσουμε.</p>
<p>Ακόμα και στα διηγήματα όπου η γραφή γίνεται περισσότερο ιδιοσυγκρασιακή, τα οποία επίσης χαρακτηρίζονται από μία αξιοσημείωτη επιδεξιότητα στους συγγραφικούς χειρισμούς, η πεζογράφος περισσότερο εκθέτει τους ήρωές της: την αδυναμία και τη χωλότητά τους. Συνολικά, η Ιωάννου μάς προσφέρει δεκαεννιά κομψές παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα, σε ένα παράξενο και γοητευτικό δεύτερο βιβλίο.</p>
<h5><strong>ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ</strong></h5>
<p>Fractal 31/5/2017</p>
<p>Το καζάνι που βράζει</p>
<p>Στο Καζάνι της Μαρίας Ιωάννου μαγειρεύονται ιστορίες με ιδανικές συνταγές και δοσολογίες. Τα δεκαεννιά(19) διηγήματα της ομώνυμης συλλογής, ενώ καταπιάνονται με φαινομενικά τετριμμένα και καθημερινά θέματα, σηματοδοτούν την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, την πολυφασματική μας ταυτότητα και την κατακερματισμένη εποχή μας.</p>
<p>Όπως και στη βραβευμένη πρώτη συλλογή διηγημάτων της «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» (εκδ. Γαβριηλίδη 2011), η μικρή φόρμα στα διηγήματα της Μαρίας Ιωάννου δίνει κείμενα υψηλής φόρτισης, με πολλαπλά στρώματα και μορφές ανάγνωσης. Με γραφή μοντέρνα και νοηματικά σύνθετη η συγγραφέας προσδίδει στο μυθοπλαστικό υλικό και τα αφηγηματικά υποκείμενα βάθος και δραματική εμβέλεια πολύ μεγαλύτερη από την προσωπικότητα των ηρώων της.</p>
<p>Εκείνο που αποτελεί χαρακτηριστικό της γραφής της Μαρίας Ιωάννου είναι η απόδοση ανθρώπινων ιδιοτήτων σε αντικείμενα, φυτά, ζώα που συμπεριφέρονται σαν έμψυχα όντα. Οτιδήποτε λέγεται από/για ένα άψυχο παραπέμπει σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αυτό το παιχνίδι, στο οποίο συμμετέχουν ρόπαλα, σκύλοι, τηλεόραση, φοινικιές, κάκτοι, συνεπαίρνει με τη μεταφορική του δύναμη.</p>
<p>Έπειτα, ενδιαφέρουσες είναι και οι πλάγιες αναφορές στην ιστορία του τόπου αλλά και σε ιστορικά πρόσωπα. Χωρίς εμμονές και ένταση η γραφή υπερβαίνει παραδοσιακά φορτισμένα δίπολα και ακουμπά το δάκτυλο σε αντιφατικές όψεις και κακοφορμισμένες πληγές της νεότερης ιστορίας. Χωρίς να πολιτικολογεί ούτε στιγμή, εστιάζει στο ανθρώπινο με τρόπο που περιέχει ένα διαυγές σχόλιο ταυτισμένο με την ιστορία, τον τόπο και την εποχή που το γέννησε.</p>
<p>Στα διηγήματα δημιουργείται μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, με τρυφερές διακυμάνσεις, που αλλάζει τόνους και χρώματα αφήνοντας μάλλον μια μελαγχολική αίσθηση. Ο σουρεαλισμός της γραφής ξεχαρβαλώνει την εικόνα μιας βλοσυρής κανονικότητας προσδίδοντας της άλλη μορφή με αμφισβητησιακά γνωρίσματα. Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από ένα άξονα εσωτερικών αναζητήσεων που υπονομεύει προκαθορισμένους ρόλους, υφαίνοντας χαρακτήρες με ατόφια ιδιοσυχνότητα οι οποίοι κοχλάζουν μέσα τους: πρόσωπα διχασμένα ψυχικά, με εσωτερική συννεφιά, υποβόσκουσα και αδιέξοδη ένταση, διλήμματα και ανεκδήλωτα αισθήματα. Μοιάζουν να βρίσκονται σε οριακή κατάσταση ξενότητας, ενώ διατηρούν μια απόσταση από το περιβάλλον τους.</p>
<p>Με δηκτικό χιούμορ και συγκρατημένη ειρωνεία καυτηριάζεται η εποχή του πλούτου, της μικροαστικής και αμέριμνης κοσμικότητας και της επιθετικής χλιδής. Η συγγραφέας μεταπλάθει σουρεαλιστικά τον πεζό κόσμο της καθημερινότητας σε σύμβολο του ανώφελου και της υπαρξιακής περιδίνησης. Η ηρωίδα της στο διήγημα «singer», ακροβατώντας στα όρια της απόγνωσης, προσπαθεί μάταια να πείσει την κόρη της να σπουδάσει μόδα για να κληρονομήσει το μαγαζί και να φτιάχνει φορέματα “να περνούν οι νεοκύπριες και να πληρώνουν για ένα πετσοκομμένο τραπεζομάντιλο μια περιουσία”. Το διήγημα τελειώνει με την ηρωίδα να ράβει τη σάρκα της. Πρόκειται για μια κορυφαία δυσοίωνη εικόνα στην οποία το σώμα γίνεται η σκηνή στην οποία πρωταγωνιστεί η ανθρώπινη μοίρα στην πιο δυστοπική της μορφή. Ή ακόμα στο διήγημα «Η προσωρινή ευτυχία ενός χαριτωμένου φόνου» , η ηρωίδα ασφυκτιά και μετεωρίζεται μεταξύ ενοχών, απολογίας και αισθημάτων αδύνατης ζωής και φυγής «….πνίγομαι στο στενό θερμοκήπιο μου καθώς ακούω τον άνεμο να καλπάζει, και να καλπάζει και να καλπάζει»</p>
<p>Οι μετανάστες στα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν σαν επιτομή των αδιεξόδων και των αντιφάσεων της μεταναστευτικής συνθήκης. Αποτελούν μέρος της διαδικασίας αναζήτησης και επιβεβαίωσης της οικογενειακής και κοινωνικής ταυτότητας των ντόπιων. Κάτι που συνεπάγεται τόσο την αναζήτηση συντροφικότητας όσο και ένα νεύμα συγκατάνευσης και αποδοχής στην προσέγγιση του άλλου. Στο Αppendix: Διάρκεια ζωής, ένα διήγημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, η Άζι από τη Σρι Λάνκα παρακολουθεί αμήχανη τη ζωή ενός πολυταξιδεμένου ζεύγους που συμβιβάζεται εντέλει σε μια άνετη, πλην όμως πληκτική ζωή κατά την οποία ό ένας δεν προφέρει καν το όνομα του άλλου. Ο Πάολο, μετανάστης από τη Βραζιλία, στο τελευταίο λευκό μυρμήγκι, αναζητά ταυτότητα σ’ ένα τραχύ τόπο. Μολονότι ζει σ’ ένα φάσμα πολλών ταυτοτήτων δεν μπορεί να αποδεχτεί πλήρως καμιά από αυτές. Φτιάχνει καπέλα με φάτσες κυπρίων πολιτικών, ονειρεύεται να τα πουλήσει στην υπαίθρια αγορά σε φιλιππινέζες, χορεύει καλαματιανό σε πανηγύρια με καζαντί για να προσελκύσει πελάτες.</p>
<p>Έπειτα οι μετανάστριες, χωρίς να απολέσουν τη ξενότητα τους, ακολουθούν ατομικές διαδρομές που καθορίζονται από ανάγκες μάλλον παρά από επιλογές. Και ενώ είναι κοινωνικά παραμερισμένες οι διανθρώπινες σχέσεις που κτίζουν με τους ντόπιους υπερβαίνουν τις σχέσεις εργασίας και από ενεργούμενα ενός κόσμου γίνονται σιγά- σιγά ενεργά υποκείμενα συνθετικής συνύπαρξης. Στο διήγημα «οι κούκλες» δυο μη κατονομαζόμενες γυναίκες- η μια αναφέρεται ως «ρωσίδα»-, θύματα στερεοτυπικών απεικονίσεων, εξελίσσονται σε κάτοπτρο το οποίο προβάλλει το πως συγκροτούνται και μεταλλάσσονται σχέσεις, ταυτότητες και ιεραρχίες φύλου και εξουσίας μεταξύ ζευγαριών, μεταξύ ντόπιων και μεταναστών/τριών. Το διήγημα με την έμφυλη διάσταση της γραφής ωθεί, με την εσωτερική του δύναμη, τη συζήτηση για το θέμα που διαπραγματεύεται πολύ πέρα από το λογοτεχνικό του ορίζοντα. Με ένταση που κλιμακώνεται έντεχνα φωτίζονται οι εσωτερικές σκοτεινές διεργασίες εξοντωτικής συμμόρφωσης με έμφυλα στερεότυπα, σε συνθήκες ασφυκτικού κοινωνικού ετεροκαθορισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΑ ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Η Καθημερινή&#8221;/ &#8220;Τέχνες και Γράμματα&#8221; 16/10/2011</p>
<p>Η πτώση ενός κόσμου παράλογου</p>
<p>Μία βλεφαρίδα που πέφτει από ύψος ενός μέτρου και 65 εκατοστών είναι η κατάληξη και το πλέον εκτεταμένο διήγημα της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Α. Ιωάννου (Λεμεσός, 1982). Πριν, ένας άνδρας κατοικεί σε μία βαλίτσα 168 εκ., μία γυναίκα κολλάει τον εαυτό της στην καρέκλα και εν συνεχεία στο νεροχύτη γράφοντας, στέρνα ανθίζουν, βγάζουν κλαδιά και συναντούν στο δρόμο άλλους ανθρώπους επίσης ανθισμένους, ένας πολυέλαιος παρακολουθεί τις διεστραμμένες ερωτικές συνευρέσεις του ηλικιωμένου ιδιοκτήτη του με νεαρές γυναίκες, παθαίνοντας ηλεκτροπληξία και πέφτοντας ανάμεσα στις σεξουαλικές στάσεις, μια πόλη αναποδογυρίζεται, λέξεις εξαφανίζονται κ.ο.κ.</p>
<p>Ένας κόσμος υπαρκτός, αναγνωρίσιμος, μοντέρνος, ωστόσο όχι σε τόσο «φυσιολογική» και άνετη κατάσταση.</p>
<p>Το παράλογο υπήρξε πάντοτε η φόδρα του πράγματος. Η συγγραφέας αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως αέναη μετάβαση σε αυτό που όντως τείνει, στο «άλλο» που μπορεί να συμβεί, κι εν τέλει συμβαίνει. «Παράλογο χαρακτηρίζουμε αυτό που είναι απίθανο να συμβεί κι εντούτοις συμβαίνει, αυτό που είναι πιθανό να συμβεί, αλλά δεν συμβαίνει, το χαρακτηρίζουμε φυσιολογικό» (Γκάμπριελ Λάουμ), παραθέτει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ετσι, το παράλογο εμφανίζεται ως η πλέον πιθανή εκδοχή του κόσμου και των πραγμάτων.</p>
<p>Ο κίνδυνος σε μια τέτοια αντιμετώπιση και λογοτεχνική μεταφορά του κόσμου είναι το γκροτέσκ. Η Μαρία Α. Ιωάννου δεν τον διατρέχει ούτε στιγμή. Η αφήγησή της κινείται με ειλικρίνεια, επιδεξιότητα, ισορροπία, φαντασία και βάθος. Η γλώσσα της, ώριμη, πυκνή, ελλειπτική, σημαίνουσα, πενθητική (περιέχοντας στο έπακρον τις ψυχοσωματικές σχέσεις της γενιάς της), εμβαθύνει στο παρόν και το παρελθόν με προσωπικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κάποτε στα όρια της απόστασης και της σωσίβιας ειρωνείας. Ο Φραντς Κάφκα, ο Σάμιουελ Μπέκετ και η Κασσάνδρα και ο Λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου της παραστέκουν αρχαγγελικά.</p>
<p>Τα διηγήματα της συλλογής θα μπορούσαν συγχρόνως να διαβαστούν ως ένα και το αυτόν. Οι ήρωες (χωρίς ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, σχεδόν σημεία), τα φύλα και οι καταστάσεις που εναλλάσσονται συμβαίνουν σε ενιαίο χρόνο, σε μια ροή που συνέχει και μοιράζεται ό,τι έχει προηγηθεί και έπεται.</p>
<p>Από αυτήν την άποψη, η αφήγηση δεν διακόπτεται ούτε όταν τελειώνει ένα διήγημα και αρχίζει ένα άλλο, αλλά μάλλον ορίζεται από κενά διαστήματα, μικρές παύσεις, σιωπές και αναπνοές (που ούτως ή άλλως συναντάμε συνεχώς στο κείμενο) μετατοπίζοντας τα τεκταινόμενα λίγο πιο κει, λίγο πιο δω, στον ίδιο παράδοξο χώρο.</p>
<p>Η Μαρία Α. Ιωάννου έγραψε ένα λίαν αξιοπρόσεκτο πρώτο βιβλίο, το οποίο δεν έχει να κάνει σε τίποτα με ό,τι έχει γραφτεί ήδη από τη γενιά της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>Κυπριακή εφημερίδα Φιλελεύθερος 13/11/11</p>
<p>Το αντεστραμμένο είδωλο του αστικού κόσμου</p>
<p>Ένας άντρας κλεισμένος σε μια βαλίτσα. μια ανάποδη πόλη, στέρνα που ανθίζουν, ένας πολυέλαιος που παρακολουθεί την ερωτική δραστηριότητα του ιδιοκτήτη του. ένας κόσμος που καταρρέει -σαν βλεφαρίδα- από ύψος 1,65μ. για ν’ αποκαλύψει την παραφορά και έκπτωσή του. Ένας κόσμος απόλυτα οικείος και αναγνωρίσιμος για κάθε αναγνώστη, μα δοσμένος από την οπτική της παραδοξότητας που τον κατατρύχει και διέπει στις πλέον καθημερινές του εκφάνσεις.</p>
<p>Αυτή την εικόνα του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος μάς μεταφέρει η Μαρία Α. Ιωάννου στο πρώτο της βιβλίο, μέσα από την προσωπική της οντολογία που μετέρχεται το παράλογα και τη μεταμόρφωση για να παραδώσει έναν κόσμο στην πιο τέλεια εκφορά του. Καθότι η μοντέρνα πραγματικότητα δεν γίνεται να νοηθεί δίχως την αέναη μεταβολή της ανθρώπινης διανοίας και την επακόλουθη προβολή των αντικειμένων και των γεγονότων στο πεδίο του ίδιου βλέμματος Μια «παράλογη*» αποτύπωση του περιβάλλοντος κόσμου -με τα εγγενή στοιχεία της ειρωνείας. του τρομώδους και του πένθους-βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα -ή μάλλον, χάσμα- της πραγματικότητας που βιώνει το συγκαιρινό ιστορικό και κοινωνικό υποκείμενο στις επιμέρους παραλλαγές της Τα 16 διηγήματα του ανά χείρας τόμου -εντάσσοντας σε αυτά και την εισαγωγική συζήτηση μιας «παρέας» βιβλίων από τα ράφια του σκοτεινού εργαστηρίου της συγγραφέως- εκτυλίσσονται σε ένα. κυρίως ανώνυμο αστικό περιβάλλον. ενώ η ανωνυμία των ηρώων είναι σχεδόν απόλυτη -σε αυτό το πλαίσιο προτιμάται η ταυτοποίηση μέσω της ιδιότητας που φέρει το εκάστοτε άτομο ή αντικείμενο. Μιλώντας με μπεκετικούς όρους θα λέγομε πως το σύνολο των διηγημάτων κινείται σε εκείνο το μεθόριο χάσμα που -αδιάφορο αν ενώνει ή χωρίζει- εκτείνεται ανάμεσα στην κόλαση της ύπαρξης και στο καθαρτήριο της ατομικότητας, καθώς οι ανώνυμοι ήρωες της Ιωάννου αποτελούν φιγούρες ενός έκπτωτου παράδεισου όπως μας δόθηκε από το σύγχρονο δυτικό μοντέλο κοινωνίας Η συνειδητοποίηση αυτής της τραγικότητας εκ μέρους των παράλληλων ατομικοτήτων που διατρέχουν τα διηγήματα της Ιωάννου. τους οδηγούν στο να ανεβάσουν ξανά και ξανά το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης σε ένα σκηνικό όπου τίποτα δεν είναι αληθινό, τίποτα δεν είναι συμφωνημένο. και τα κοντά ορίζονται μέσα από την παράλογη οπτική του κόσμου. που μοιάζει με την πιο βέβαιη ερμηνεία μίας ασφυκτικό παράδοξης παράστασης &#8211; κι αυτή δεν είναι άλλη από την τρομακτική καθημερινότητα. η οποία «γεννάει» διαρκώς καινούργιο πάθη για τους πάσχοντες του αισθητού κόσμου.</p>
<p>Στην ίδια σκηνή, στον ίδιο κλειστοφοβικό αστικό ιστό, στην ίδια άχρονη ροή της συγχρονικότητας όπου τα πάντα μοιάζουν στάσιμο, η Ιωάννου δεν ξαναπαίζει απλώς τα προσωπικά δράματα των πρωταγωνιστών της μα ασκεί εμμέσως -πλην όμως, άκρως δραστικά· τn ματιά της στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής, δίχως μελοδραματισμούς και μεγαλόπνοα ρητορικά σχήματα. Στο αντεστραμμένο είδωλο του κόσμου μες στο οποίο κόβει η ανάσα της Ιωάννου. η διαδρομή προς έναν οίκο ανοχής συναντάει την αδιαφορία της δημοτικής Αρχής, αλλά και ένα «Όχι» στο γκράφιτι κάποιου τοίχου. Μια ανάποδη πόλη στην οντολογία της Ιωάννου έχει το όρθιο.<br />
ακίνητο βουνό της, με τις πληγές του και την όρθιο σημαία του πάνω οπό μια πόλη με αδειασμένες ελπίδες.</p>
<p>Καταληκτικό. «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» αποτελεί ένα ιδιαίτερο κείμενο με φαντασία και αναλυτικό βάθος που αξίζει την προσοχή αναγνωστών και ειδημόνων &#8211; ένα από το πιο ενδιαφέροντα βιβλία της πρόσφατης ευρύτερα νεοελληνικής πεζογραφίας.</p>
<h5><strong>ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ</strong></h5>
<p>εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 17/12/11</p>
<p>Τριαντάρηδες ταλαντούχοι και πρωτοεμφανιζόμενοι</p>
<p>Είναι η πρώτη λογοτεχνική γενιά του 21ου αιώνα και ψάχνει να βρει το στίγμα της σε μια εποχή κρίσης, κρίνοντας με αυστηρότητα τις γενιές που διαμόρφωσαν το προφίλ της Ελλάδας μετά τη Μεταπολίτευση. Η φωνή τους πρωτότυπη και αποσπασματική αποτυπώνεται σε σύντομα κέιμενα που αντλούν τη δύναμή τους από την αυθεντικότητά τους (…)</p>
<p>(…) Η Μαρία Ιωάννου διάλεξε τη γλώσσα του σουρεαλισμού και του παράδοξου για τις 16 ιστορίες της «Γιγαντιαίας πτώσης μιας βλεφαρίδας» (Γαβριηλίδης). Ιστορίες που αναπτύσσονται γύρω από ένα στιγμιότυπο, μια καθημερινή ρουτίνα, μια σκέψη και απηχούν μια κοσμοπολίτικη όσο και ντόπια κουλτούρα (…) «Η γενιά μου νιώθει να παλεύει με τον εαυτό της. Θέλουμε να αλλάξει η γεμάτη προκαταλήψεις κυπριακή νοοτροπία, αλλά έχουμε δεχτεί πλύση εγκεφάλου για το ότι η προσέγγιση με τους Τουρκοκυπρίους είναι προδοσία…»</p>
<p>http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4680924</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ</strong></h5>
<p>εφημερίδα Ελευθεροτυπία 12/11/11</p>
<p>Βιβλία σε στόματα λεόντων καθώς πέφτει η θερμοκρασία του σώματος – 65 βιβλία δίπλα μας</p>
<p>*Μαρία Α. Ιωάννου: Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 159. Κάτω από τον ψεύτικο τίτλο -φιλολογική απάτη ή εξυπνάδα- ιδιοφυή διηγήματα από τη Μαρία Α.Ιωάννου που γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό και εκδίδει για πρώτη φορά.</p>
<h5><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΚΡΙΤΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Cadences: a journal of literature and the arts in Cyprus Vol. 7 /<br />
Φθινόπωρο 2011 + http://www.apostaktirio.gr</p>
<p>«Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» είναι μια ξεχωριστή συλλογή διηγημάτων. Διαρρηγνύοντας ριζικά κάθε δεσμό με τον κλασικό τρόπο συγγραφής ενός βιβλίου, η Μαρία Ιωάννου αναζητά νέους λεκτικούς δρόμους που διαποτίζονται από υπερρεαλιστικά και φανταστικά στοιχεία. Οι παρενθέσεις ανοίγονται τόσο συχνά, εμπεριέχοντας ωστόσο τη δική τους σημασία, ενώ υπάρχουν σκηνές που εκτυλίσσονται σαν γρήγορα καρέ μέσα σε υγρά και σκοτεινά τοπία, κάτι σαν μείξη SEVEN με ταινίες του Aronovsky(Requiem for a Dream). Οι ρόλοι αναμειγνύονται και εναλλάσσονται με γοργούς ρυθμούς. Οι ήρωες γίνονται θύματα των πράξεών τους ή του σύγχρονου αδίστακτου βίου, ενώ η ωμότητα των σκηνών ξεδιπλώνεται στα μάτια μας χωρίς κανένα ταμπού ή περιστροφές. Δεν κρύβω πως σε αρκετά σημεία σοκαρίστηκα, όχι γιατί αυτά που διάβαζα δεν υπάρχουν στον αληθινό κόσμο, αλλά γιατί θέλει τόλμη εκ μέρους του συγγραφέα για να τα παραθέσει έτσι απλά σε μια συλλογή διηγημάτων (…)</p>
<p>(…) Εύχομαι αυτή η νέα και διαφορετική φωνή της Κύπρου να βρει συμπαραστάτες και συνοδοιπόρους σ’ αυτούς τους νέους δρόμους που ανοίγει.</p>
<h5><strong>ΠΑΡΙΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>συγγραφέας και σεναριογράφος</p>
<p>http://www.parisaristides.com</p>
<p>Μιά διείσδυση στο σύνορο. Εκεί που ξεκινά το πένθος για ζωές που χάθηκαν, για ζωές που χάνονται περνώντας με παραλήρημα το σύνορο της ζωής προς το θάνατο, για μια ζωή που θα χαθεί σε λίγο… Η απόσταση από το διάβημα, ο απροσδιόριστος χρόνος που χρειάζεται μια βλεφαρίδα να πέσει από το μάτι στο τίποτα. Ζωές που λιποτακτούν από μιά βαρετή βεβαιότητα προς μία, όχι πάντα, ανάλαφρη λύτρωση, αλλά σε ένα εξίσου πένθιμο επέκεινα (…)</p>
<p>(…) Η γραφή της συγγραφέως ελλειπτική αποφεύγει να ιχνογραφήσει το αυτονόητο. Οι λέξεις της σαν έντομα στριφογυρνούν γύρω από το αντικείμενο και υποψιάζουν τον αναγνώστη για το σώμα του θέματος. Λέξεις – πεταλούδες, λέξεις-μέλισσες, σφήκες ή μύγες κάθονται στο ζωντανό πτώμα μιάς ζωής που δεν έχει αξία να τη ζει κανείς. Πως αλήθεια σ’ένα μεσογειακό τοπίο που σφύζει από ζωή και εξωστρέφεια βγήκε μια τέτοια κεντροευρωπαϊκή αίσθηση απελπισίας;</p>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΠΑΝΔΡΕΟΥ</strong></h5>
<p>(η) http://andreaskandreou.blogspot.com/2012/01/blog-post.html</p>
<p>Το βιβλίο «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011) είναι το πρώτο βιβλίο της πολλά υποσχόμενης κύπριας συγγραφέως Μαρίας Α. Ιωάννου.<br />
Πρόκειται για δεκαπέντε ενδιαφέροντα διηγήματα τα οποία διαβάζονται εύκολα και ευχάριστα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται βάθους και ποιότητας.<br />
Η συγγραφέας χειρίζεται με επιδέξιο τρόπο την ελληνική γλώσσα και το γράψιμό της διακατέχει μια ποιητικότητα. Σε κάποια από τα διηγήματα, πάντως, προκαλεί εντύπωση η ωμότητα του λόγου της Ιωάννου η οποία ξαφνιάζει περισσότερο όταν γνωρίζεις ότι το κείμενο που διαβάζεις έχει γραφτεί από μια γυναίκα – συγγραφέα<br />
Ιδιαίτερα μου άρεσε η εισαγωγή όπου παρουσιάζονται τα βιβλία που είναι τοποθετημένα πάνω σ’ ένα ράφι να συζητούν μεταξύ τους σε μια πρωτότυπη βιβλιοσυζήτηση!</p>
<p>Γενικά, πιστεύω ότι όσοι τολμήσουν να ακολουθήσουν τη βλεφαρίδα της Μαρίας Α. Ιωάννου στη γιγαντιαία της πτώση, διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, δεν πρόκειται να το μετανιώσουν!</p>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ</strong></h5>
<p>εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, 28/3/12</p>
<p>Το απόλαυσα. Από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Έκανα και επιστροφές, ώστε να μπαίνω καλύτερα στο νόημα μερικών διηγημάτων. Που είναι, το νόημα εννοώ, κουβάρι. Χρειάζεται παρατηρητικότητα και διορατικότητα εκ μέρους του αναγνώστη. Η Μαρία Α. Ιωάννου, πάντως, διαθέτει και τα δύο. Και έμπνευση σατανικά αγγελική, ή αγγελικά σατανική. Και σε βιδώνει στο κάθισμά σου. Και χαίρεσαι ακόμα και τις υπερβολές της, ακόμα και τις ακρότητές της, ακόμα και τους κλυδωνισμούς της. Επειδή, εκτός των άλλων, λογοτεχνία είναι και φαντασία. Γόνιμη και δημιουργική. Ενίοτε και αλλόκοτη – γιατί όχι; Στη λογοτεχνία, και στη φαντασία, δεν βάζεις κανόνες. Τις αφήνεις ελεύθερες και όπου σε πάνε.</p>
<p>Βεβαίως, το γράψιμο της Ιωάννου είναι, κατά την άποψή μου, στο μεγαλύτερο μέρος του υπαινιχτικό. Μοιάζει με θολό τζάμι – χρειάζεται να σκουπίσεις με το μανίκι το γυαλί, για να δεις τι υπάρχει στο απέναντι πεζοδρόμιο, στο απέναντι κατάστημα, στο απέναντι όνειρο. Καλύτερα όμως. Άμα είσαι αναγνώστης με απαιτήσεις, άμα σε γοητεύει, λίγο ή πολύ, η ψυχογραφική τεθλασμένη, τότε τα διηγήματα της συλλογής απευθύνονται σ’ εσένα.</p>
<p>Μια βλεφαρίδα πέφτει – από πόσα στάδια θα περάσει, άραγε, η πτώση της; Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το μικρό πολυέλαιο. Πέφτει ή μήπως ανεβαίνει; Μήπως πέφτει ανεβαίνοντας; Και από πότε έγινε ικανός να ερμηνεύει τις ανθρώπινες συμπεριφορές; Όσο για το Αγρινό, κατασκοπεύει εικόνες και πρόσωπα, σαν πράκτορας μυστικών υπηρεσιών – απλά και ουσιαστικά.</p>
<p>«Το Αγρινό έστεκε σε ένα γωνιακό κατάστημα (που πουλούσε γούνες από Ρωσία), κοιτάζοντας επίμονα τις φάτσες των επιχειρηματιών να περνούν και τα βρώμικα χέρια παραδίπλα καθαρμάτων. Το σώμα του παράμενε ακίνητο, ούτε μια τρίχα δεν κύρτωνε από τον άνεμο. Τίποτε απολύτως δεν τρυπούσε το χοντρό διάφανο γυαλί της βιτρίνας. Δεν μπορούσε να δει τις ακριβές τσάντες Cucci των γυναικών ούτε και τις σκοτεινές σκέψεις γερασμένων διεστραμμένων ανδρών. Είχε τις δικές του σκέψεις. Δεν έβλεπε ούτε τον ήλιο ούτε τα σύννεφα ούτε τη φρεσκογυαλισμένη με κερί Πόρσε στους στενούς δρόμους, μα ούτε και το κοριτσάκι με τα γυάλινα μάτια και το γλειφιτζούρι. Μόνο το είδωλό του στο γυαλί. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονταν οι πολυτελείς βίλες ή οι ποτισμένοι με μαύρο χρήμα κήποι. Δεν το ένοιαζαν οι σχισμές στα πεζοδρόμια που πλημμύριζαν από βροχή και σάλιο. Τα κόκαλά του, σκελετωμένα και κίτρινα, ξεγύμνωναν τον εαυτό τους σαν ιερογλυφικά, κάτι διόλου παράδοξο, λαμβάνοντας κανείς υπόψη ότι το Αγρινό είχε πάρει θέση μούμιας στο χώρο» (σ.σ.79-80).</p>
<p>Ναι, η παρουσία της Μαρίας Α. Ιωάννου σηματοδοτεί, ίσως, την ύπαρξη μιας νέας, προικισμένης, λογοτεχνικής γενιάς της Κύπρου. Αλλά μέχρι αυτό να αποδειχτεί, κλείνω με την επισήμανση πως: «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» είναι μια ευρηματική και, σαν χάδι, τρυφερή συλλογή που διαβάζεται απνευστί.</p>
<h5><strong>ΑΓΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>http://www.librofilo.blogspot.com</strong></p>
<p>(…) Με την συλλογή διηγημάτων «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» της Ιωάννου, μεταφερόμαστε σε άλλο κλίμα και στυλ γραφής, περισσότερο σουρεαλιστικό και (με την δημιουργική έννοια) «πειραματικό», όπου η συγγραφέας «παίζει» με το παράλογο υποδόρεια και με φινέτσα χωρίς ευκολίες και συμβάσεις.Τα 15 μικρά διηγήματα της συλλογής, απηχούν προβληματισμούς και χιούμορ σε καταστάσεις άλλοτε γκροτέσκες και υπερεαλιστικές για να καταλήξουν στο ομώνυμο διήγημα του μικρού τόμου, όπου παρακολουθούμε την πτώση μιας βλεφαρίδας σε «slow motion». Τον τόνο βέβαια δίνει η εισαγωγή του βιβλίου, όπου αναφέρονται οι επιρροές της συγγραφέως. Από Μπέκετ, Ιονέσκο και Τ.Μόρισον, περνάμε στον Σαίξπηρ για να φτάσουμε στις ελληνικές επιρροές με Χρηστομάνο και την (υπέροχη) «Κερένια κούκλα» του και το «Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου με τον Κάφκα να σχολιάζει «αφ’υψηλού», ενώ δεν λείπουν οι αναφορές (κάτι που περνάει «υπογείως» σε όλη την συλλογή) στην μονότονη επιμονή των συμπατριωτών της στην εισβολή του ’74 (…)</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ</strong></h5>
<p>περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, τεύχος Μαίου 2012</p>
<p>Στα διηγήματα της Κύπριας Μαρίας Ιωάννου πολυέλαιοι βλέπουν κι αισθάνονται, βαλίτσες αποκτούν ανθρώπινη ταυτότητα, δέντρα και εικονικές οντότητες αποκτούν ανθρώπινη υπόσταση, βλεφαρίδες πέφτουν στη διάρκεια μιας αιωνιότητας ─ όλα προσπαθούν να πείσουν για ένα γοητευτικό ψεύδος: η ζωή ως μεταφορά. Είναι πολλά τα βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων που καταφεύγουν στο παλιό καλό τέχνασμα της προσωποποίησης με την πρόθεση να καταπλήξουν τον αναγνώστη. Τα περισσότερα από αυτά ─πράγμα που ισχύει και για άλλα είδη της λεγόμενης λογοτεχνίας του φανταστικού─ βυθίζονται σε μια εντυπωσιοθηρική παραδοξολογία, που συχνά τη συνοδεύουν η ανεξέλεγκτη εικονοποιία και η ρηχότητα της λογοτεχνικής σύμβασης. Αυτά δεν ισχύουν για τη «Βλεφαρίδα». Η Μ.I., ελέγχοντας το υλικό της, γράφει «ως εάν». Εκκινώντας, σε κάθε διήγημα ξεχωριστά, από την παραδοξολογική μεταφορά, καταφέρνει, αμέσως, να προσδώσει στο αντικείμενο συμβολικό περιεχόμενο και αξία, να το καταστήσει, σχεδόν, δρων πρόσωπο. Με μια ανεπαίσθητη αλλά αποτελεσματική μέθοδο μεταβαίνει από το φανταστικό στο πραγματικό, για να επιστρέψει, στο τέλος των διηγημάτων, εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει, έχοντας εν τω μεταξύ «πείσει» τον αναγνώστη για την αληθοφάνεια του μύθου της. Αν η ανάγνωση έχει τα προαπαιτούμενά της ─κανένας αναγνώστης δεν προσέρχεται αθώος στο βιβλίο─, άλλο τόσο διαθέτει και ένα «μετά», που δεν περιλαμβάνει μόνο την καθαυτή αναγνωστική εμπειρία και την επίγευση που αφήνει το κείμενο, αλλά και ένα ερέθισμα προς αναστοχασμό, μια ελαφρά μετατόπιση της συνείδησης του αναγνώστη ως προς την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Κι αυτή η μετατόπιση είναι πιο έντονη, όταν προκύπτει από κείμενα της λογοτεχνίας του φανταστικού.<br />
Η «Βλεφαρίδα» της Μαρίας Ιωάννου καταφέρνει να χαρίσει στον αναγνώστη αυτή την «αίσθηση». Κινούμενη στο πλαίσιο που έχει χαράξει εκ των προτέρων γι’ αυτήν η κρατούσα πολιτισμική συνθήκη (δάνεια από το Διαδίκτυο, αλτέρνατιβ προθέσεις κλπ.), καταφέρνει να σταθεί όρθια παρά την πτώση της (και παρά τα εκβιασμένα, και μάλλον εύκολα, ευρήματα, αποτέλεσμα μιας εξαναγκαστικής καινοτομικής διάθεσης). Εξοπλισμένη αλλού με λυρισμό, αλλού με επινοητικότητα και φαντασία και αλλού με έναν γνήσιο λογοτεχνικό στοχασμό ─και παρά το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία ενδίδει σε ευκολίες, κυρίως μορφικού χαρακτήρα─, συνιστά μια ολοκληρωμένη πρόταση και, μαζί, μια αξιοσύστατη πρώτη εμφάνιση.</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ</strong></p>
<p>Φθινόπωρο 2012</p>
<p>«Δυνατή πρόζα, που υπερβαίνει την εντοπιότητα ενώ ταυτόχρονα την εμπεριέχει. Γλώσσα ώριμη, πυκνής ύφανσης και μαζί ελλειπτική, που αξιοποιεί στοιχεία του σουρεαλισμού και του παραλόγου. Θα ξανακούσουμε στο μέλλον το όνομα αυτής της νέας Κύπριας πεζογράφου»</p>
<h5><strong>ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></h5>
<p>λογοτεχνικό περιοδικό ΑΝΕΥ, Φθινόπωρο 2012</p>
<p>Με την πρώτη συλλογή διηγημάτων της η Μαρία Ιωάννου κάνει αισθητή την παρουσία της στην κυπριακή και την ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Η υποδοχή της από την κριτική στην Ελλάδα είναι ενθουσιώδης. Η Μαρία Ιωάννου με τη «Γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» ήδη κατατάσσεται στην εμπροσθοφυλακή της κυπριακής πεζογραφίας. Είναι μια νέα, ελπιδοφόρα λογοτεχνική φωνή. Απαλλαγμένη από τα σύνδρομα που συνήθως εμφιλοχωρούν στην κυπριακή πεζογραφία και αποτελούν τροχοπέδη στην αισθητική αξία ενός κειμένου. Που βλέπει μέσα από μια νέα οπτική ματιά τα πράγματα, φρέσκια, παράδοξη, αλλόκοτη.</p>
<p>Η Μαρία Ιωάννου καταργεί τα καθιερωμένα. Τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στη μορφή και στο περιεχόμενο της πεζογραφίας της. Δεν είναι τόσο η κριτική ματιά της για όσα συμβαίνουν στην κοινωνική πραγματικότητα όσο οι υπαινιγμοί και όσα η αντίληψη του αναγνώστη αφήνεται ελεύθερη να προσλάβει ή να προεκτείνει ένα βήμα παραπάνω. Τα διηγήματά της κινούνται στα πλαίσια του υπερρεαλισμού. Είναι ένας άλλος κόσμος που ζει δίπλα και πέρα από τον πραγματικό, σε μια παράλληλη διάσταση, στο όνειρο. Άψυχα αντικείμενα που αποκτούν ανθρώπινη υπόσταση, εμψυχώνονται, σκέφτονται και δρουν. Μια μεταφορική σύλληψη, αλληγορία της καθημερινότητάς μας, προσωπική υπερβατική σύλληψη του κόσμου, καλειδοσκοπική και παραμορφωμένη. Το συνηθισμένο που γίνεται ασυνήθιστο. Ένας άνθρωπος κλεισμένος στη βαλίτσα, ο πολυέλαιος που παρακολουθεί από ψηλά ερωτικές συνευρέσεις, το αγρινό που σκέφτεται και προσπαθεί να παρέμβει στα όσα συμβαίνουν γύρω του, η βλεφαρίδα που πέφτει, τα στέρνα που ανθίζουν και πετάνε κλαριά, η παιδική αφέλεια που αποκαλύπτει βαθιές αλήθειες, τις οποίες οι μεγάλοι αδυνατούν να συλλάβουν, οι ψευτοπατριωτισμοί. Νά ορισμένα από τα θέματα των διηγημάτων της.</p>
<p>Μέσα από τα περισσότερα διηγήματα αναδεικνύεται η εξάρτηση των ανθρώπων από τα αντικείμενα, μια σχεδόν φετιχιστική κατάσταση, παρανοϊκή. Και η εξάρτηση αυτή δηλώνει τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου σ’ έναν κατακερματισμένο κόσμο. Ακόμα και στις περιπτώσεις που αφορούν ζευγάρια, οι σχέσεις είναι προβληματικές, η έλλειψη επικοινωνίας είναι φανερή. Υπαινικτικά και σκόρπια γίνεται λόγος για θέματα της πρόσφατης ιστορίας του νησιού, συνήθως για τις συνέπειες της τούρκικης εισβολής (π.χ. προσφυγιά), την καταναλωτική μανία (είναι ενδεικτικές οι αναφορές σε γνωστές μάρκες-πάλι η εξάρτηση από τα αντικείμενα), το ρατσισμό και τους μετανάστες, την οικονομική κρίση και τα κοινωνικά και προσωπικά αδιέξοδά της, τους κινδύνους για τα παιδιά εξαιτίας του διαδικτύου. Καμιά φορά αυτά τίθενται με τρόπο ωμό, ιδιαίτερα σκληρό που αιφνιδιάζει και προκαλεί.</p>
<p>Ο κόσμος του βιβλίου της Μ. Ιωάννου είναι ένας αποσπασματικός κόσμος, ένας μικρόκοσμος. Η συγγραφέας τον αρπάζει με την τσιμπίδα και τον αποθέτει κάτω από το μικροσκόπιό της. Τον παρατηρεί και τον εξετάζει σε βάθος, τον μεγεθύνει για να αναδείξει τις ιδιαιτερότητές του.</p>
<p>Η αποσπασματικότητα αυτή, η ροή της συνείδησης, η αχαλίνωτη φαντασία, το αλλόκοτο και το ασυνήθιστο, το ξάφνιασμα, η αναλυτική ματιά και οι απρόσμενοι συνειρμοί, οι λογοτεχνικές καταβολές (π.χ. καφκικός κόσμος), η διάρρηξη της σχέσης με την κλασική αφήγηση και συγγραφή, το λεπτό χιούμορ και η ειρωνεία είναι στοιχεία και τεχνικές που εμπλουτίζουν τα διηγήματα της Μαρίας Ιωάννου και τα καθιστούν ιδιαιτέρως γοητευτικά.</p>
<p>Αλλά και η μορφή είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τις τεχνικές που χρησιμοποιεί η Μαρία Ιωάννου. Η παραδοσιακή γλώσσα ναρκοθετείται και αποσυντίθεται. Πότε παραληρηματικός λόγος που δίνει γρήγορο και ασθματικό ρυθμό και ύφος στο κείμενο, μακροπερίοδος, χωρίς σημεία στίξης, ασύνδετες και συνειρμικές προτάσεις, ψευδισμοί και άλλοτε ελλειπτικές, μικρές και κοφτές φράσεις. Μια γλώσσα τολμηρή είτε στην κυριολεξία είτε στη μεταφορά της που δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη. Αντίθετα, οι λέξεις, οι φράσεις, οι σκέψεις, ο ανεστραμμένος κόσμος της Μ. Ιωάννου εξακολουθούν να φτερουγίζουν δίπλα του και μετά την ανάγνωση της τελευταίας σελίδας. Μετά το κλείσιμο του βιβλίου, κάτι βλεφαρίζει ακόμα από πάνω του, μια γιγαντιαία βλεφαρίδα, κάποιος εξακολουθεί να του κλείνει πονηρά το μάτι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/02/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/10/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b6%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%bf%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/10/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b6%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%bf%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 14 Oct 2022 19:53:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18482</guid>

					<description><![CDATA[Η Αγγελική Ζευγολάτη είναι ιατρός, μέλος Ιατρικού Συλλόγου Βελιγραδιού και τελειόφοιτη ανθρωπιστικών σπουδών, του Τμήματος Ψυχολογίας UEL. Δραστηριοποιείται στην ποίηση και τη στιχουργική. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα πεζογραφίας και ποίησης, ενώ κατέχει το 3ο πανελλήνιο βραβείο ποίησης και λογοτεχνίας από τον ΕΠΟΚ. Έχει συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ ποίησης, ενώ ποιήματά της φιλοξενούνται, στην αγγλική γλώσσα, σε &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/10/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b6%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%bf%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Αγγελική Ζευγολάτη είναι ιατρός, μέλος Ιατρικού Συλλόγου Βελιγραδιού και τελειόφοιτη ανθρωπιστικών σπουδών, του Τμήματος Ψυχολογίας UEL. Δραστηριοποιείται στην ποίηση και τη στιχουργική. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα πεζογραφίας και ποίησης, ενώ κατέχει το 3ο πανελλήνιο βραβείο ποίησης και λογοτεχνίας από τον ΕΠΟΚ.<br />
Έχει συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ ποίησης, ενώ ποιήματά της φιλοξενούνται, στην αγγλική γλώσσα, σε ανθολογίες που διατίθενται από την amazon. Ποιήματά της φιλοξενούνται, επίσης, στην ιστορική επανέκδοση της «Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς» και πολλά, ακόμη, έχουν δημοσιευτεί σε ιστοσελίδες και διαδικτυακούς χώρους πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Είναι μητέρα δύο παιδιών και εργαζόμενη στον κλάδο τού ανθρώπινου δυναμικού βιομηχανικής εταιρείας.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p>ΑΠΟΗΧΟΣ (εκδόσεις Άλφα Πι 2021)<br />
ΠΙΝΑΚΕΣ (εκδόσεις Γράφημα 2022)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0001.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18483 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0001.jpg" alt="" width="346" height="480" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0001.jpg 346w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0001-216x300.jpg 216w" sizes="(max-width: 346px) 100vw, 346px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0002.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18485 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0002.jpg" alt="" width="346" height="479" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0002.jpg 347w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/10/Untitled.FR12-0002-217x300.jpg 217w" sizes="(max-width: 346px) 100vw, 346px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΙΝΑΚΕΣ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Η ποίηση, είναι μέρος του κινούντος ακίνητου<br />
Ως αυθύπαρκτο μέρος τής συμπαντικής εύτακτης κίνησης,<br />
δεν πηγάζει από εμάς, εφόσον είμαστε φθαρτοί<br />
Η ποίηση, είναι άυλη και υπερβατική<br />
Καταγράφεται και διαμοιράζεται με συμπαντική ρύθμιση·<br />
διασφαλίζοντας ροή και τέλος,<br />
σε αιώνια, ανακυκλούμενη τροχιά</p>
<h5><strong>ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Ετούτο το αυγουστιάτικο φεγγάρι<br />
χρυσό μενταγιόν, πυρωμένο<br />
Καίει το στήθος σου<br />
αφήνει σημάδι<br />
μαρτυράει τα γραφτά<br />
δεν αντέχει άλλα αστέρια<br />
δίνει όρκο·</p>
<p>σιωπή και πόλεμος</p>
<h5><strong>ΝΟΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Ο νόστος είναι·<br />
οι πλανευτές άνεμοι της Πρωταπριλιάς,<br />
που τραγουδούν στον γάμο των στρυφνών ονείρων<br />
με τις απατηλές υποσχέσεις</p>
<p>Και πάνω στα κεράσματα ποτίζουν<br />
με το πρώτο δάκρυ την καρδιά, να ζωντανέψει</p>
<p>Ξυπνούν στην άκρη της ανατολής των βλεφάρων<br />
τη λάμψη τού πόθου<br />
Την ώρα, που ανθίζουν οι πασχαλιές στον κήπο τής απουσίας<br />
και της απέραντης θλίψης,</p>
<p>Και το φως γυρεύει την ενδοξοτέρα των επιστροφών<br />
στον θρόνο τής απάτης</p>
<p>Έχει τη γεύση του κίτρου·<br />
μυρίζει θάλασσα</p>
<p>Φουσκωμένη από εφήμερες χαρές</p>
<h5><strong>ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ</strong></h5>
<p>Το όνειρο,<br />
σφυγμικό και αέρινο σκαρί<br />
όπως γκρεμίζεται,<br />
στους καταρράκτες τού φουσκωμένου σου λαιμού,<br />
ναυαγεί<br />
Εκείνος ο κόμπος δεν ήταν αγκυροβόλι; Αλίμονο!<br />
Οι πραγματιστές ομονοούν:<br />
«Πρόκειται περί λάθους»<br />
Το έγκλημα συντελείται<br />
Ρίχνουν ανακριτικούς προβολείς στα μάτια<br />
Οι κόρες διαστέλλονται<br />
Τα ξεπλένουν ένα δάκρυ<br />
Και να το πάλι το όνειρο·<br />
ξεπετιέται<br />
Γυρεύει να συναντηθεί με πλήθος Ασωμάτων</p>
<h5><strong>ΑΜΑΝΤΑ</strong></h5>
<p>Η λεπτή κλωστή, που χώριζε τη ζωή από τον εφιάλτη, είχε<br />
σπάσει, Αμάντα. Τρέχαμε σε ένα μεγάλο λιβάδι και οι δύο<br />
μαζί ή ήμασταν ένα, δεν θυμάμαι. Ώσπου, ο σατανάς με<br />
χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και μου έδωσε ένα, δύο, είκοσι<br />
δύο μυτερά στάχυα και εγώ, κουλουριασμένος στην άβυσσο<br />
της απόγνωσης, κοιτούσα πόσο βαθιά μπορούσαν να φτάσουν<br />
στη φλέβα, στην ψυχή. Εσύ, ήδη πετούσες μέσα σε ένα<br />
σύννεφο, που έβρεχε με δάκρυα τη γη, και πώς ένιωθες<br />
κανείς ποτέ δεν θα μάθει, Αμάντα. Ήθελα να φτάσω το<br />
αέρινο, διάφανο πέπλο σου. Ήθελα να δω τι χρώμα έχει το<br />
αίμα των γαλαζοαίματων όταν χύνεται στο πράσινο γρασίδι,<br />
και κυλά μέχρι να φτάσει τον ορίζοντα. Τίποτα το ιδιαίτερο.<br />
Ήταν κόκκινο και έγινε μωβ. Τα κοριτσίστικα γέλια<br />
έσβησαν και άρχισαν να χτυπούν καμπάνες και να κελαηδούν<br />
πουλιά, εκκωφαντικά, χτυπώντας με τα ράμφη και<br />
τα φτερά τους, αλύπητα, τη σχιζοφρένεια αυτού του κόσμου.<br />
Μέσα στο εγκαταλελειμμένο σπιτάκι, στη νεκρή σπηλιά,<br />
θυμάσαι, Αμάντα; Πρόλαβα και έκλεισα τα μάτια σου.<br />
Πόσο γαλήνια, λέει, κοιμόσουν πάνω στο τραπέζι, δίπλα<br />
στο βάζο με τα μαραμένα κυκλάμινα και πόσο παρόλα αυτά<br />
ήξερα πως είναι ψέμα, ένας φριχτός εφιάλτης. Φώναξα:<br />
«Δεν κερδίζονται οι μάχες με στάχυα». Η φωνή μου με ξύπνησε.<br />
«Μόνο με αίμα που βράζει, σπαθί και κοντάρι καβαλάς,<br />
το όνειρο», ψέλλισα, «Αμάντα».</p>
<h5><strong>ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ</strong></h5>
<p>Κοιτάζω ψηλά, όσο πιο ψηλά μου φαίνεται ότι κοιτάζω.<br />
Ακούω την παράφωνη διαδρομή των δακρύων, που εκβάλουν<br />
από τις συννεφένιες ρυτίδες, που χάραξαν οι αχνές ελπίδες<br />
ένα μπόι κάτω από τον ουρανό, και φτάνουν δια μέσου<br />
τής τσίγκινης λαμαρίνας τού κόσμου στα μάτια μου.<br />
Εκτυφλωτικό φαινόμενο. Παραμένω τυφλός, στην ακρογιαλιά<br />
των σκέψεων μου. Περπατάω γυμνός στην ανηδονία τής<br />
καυτής άμμου τού άγχους, με ένα ξεκούρδιστο ούτι, που ο<br />
στριγκός του ήχος με χωρίζει από ’μένα, από ’σένα, από το<br />
εδώ και τώρα. Περνώ έξω από το πατρικό μου, αναρχικός<br />
ουτοπιστής, σοφός κι αλήτης. Παρίσταμαι στις παραστάσεις<br />
σας, στους κύκλους των αντανακλάσεών σας, που<br />
πονάνε τα μάτια μου. Το πολύ φως και το πολύ σκοτάδι<br />
τυφλώνουν το ίδιο. Επιστρέφω νικητής και νικημένος στην<br />
υγρή, γκρίζα, αποπνικτική μήτρα τού φωταγωγού. Κοιτάζω<br />
ολούθε. Ηρεμεί και επανέρχεται το οπτικό νεύρο τής ψυχής.<br />
Διακρίνω την ώρα τού μοιραίου χωρισμού, πως ίσως<br />
να μην θέλει κανείς πια έναν πλανόδιο, που συναλλάσει<br />
σούρουπα με ηλιοβασιλέματα, όπου βρεθεί και όπου σταθεί για<br />
να επιβιώσει. Κοιτάζω ψηλά, όσο πιο ψηλά μού φαίνεται ότι<br />
κοιτάζω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΟΗΧΟΣ (2021)</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><em>ΕΠΙΚΛΗΣΗ</em> <em>ΣΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ</em></strong></h6>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Πόσο σ’ αγαπώ<br />
ετούτη την ώρα<br />
την άλλη ώρα<br />
την προηγούμενη<br />
και την επόμενη ώρα.<br />
Παίζει μια μπάντα<br />
γλυκιά μπαλάντα<br />
σαν από πάντα.<br />
Μυρίζει πάντα<br />
&#8230;Αγιόκλημα&#8230;<br />
Και εγώ σ’ αγαπώ<br />
ετούτη την ώρα,<br />
την άλλη ώρα.<br />
Πάντα!</p>
<h5><strong>ΑΝΤΑΜΩΜΑ</strong></h5>
<p>Γιούλια κι ανθοί τριανταφυλλιάς<br />
εστήσανε χορό<br />
σε περιβόλι άκαρπο<br />
δώσαν ζωή και χρώμα.<br />
Τη νύχτα που σε γνώρισα<br />
φοβήθηκες θαρρώ,<br />
μα έπιασα τα χέρια σου<br />
και τα κρατάω ακόμα.</p>
<p>Μόνο για σένανε<br />
τ’ αδύνατα κατόρθωσα<br />
και τώρα τραγουδάω<br />
μόνο για σένα.</p>
<p>Τις πρώτες λέξεις φύτεψα<br />
πα στην ξερολιθιά<br />
και τις σιωπές τις κράτησα<br />
σαν την αναπνοή μου.<br />
Το δάκρυ σου το φύλαξα<br />
σαν δέκα φυλαχτά<br />
σφιχτά στο στήθος το ‘κλεισα<br />
πυξίδα στη ζωή μου.</p>
<h5><strong>ΕΒΑΛΕΣ ΠΛΩΡΗ</strong></h5>
<p>Έσκιζες λέει με την πλώρη τη στεριά<br />
πέρασες για να χαιρετήσεις.<br />
Σε ποια πατρίδα θα γυρίσεις<br />
με τόσα φώτα αναμμένα και χρυσά;</p>
<p>Έφυγες λέει για ταξίδι μακρινό,<br />
δε με ανέβασες στην πλώρη.<br />
Μονάχος έφτασες στη Ρώμη<br />
σε λιτανεία στου ονείρου το φευγιό.</p>
<p>Τι κι αν μόσχο και αχάτη σου ‘χα τάξει<br />
δεν έμεινες να περιμένεις,<br />
θάλασσες και αγέρα φέρνεις<br />
στου ασφοδιλένιου γυρισμού τη χάση.</p>
<h5><strong>Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ</strong></h5>
<p>Φοράει η ζωή το φόρεμα που αφήνω<br />
τσιγάρο πίνει και κρασί<br />
κοπάζει το ποτήρι που δεν πίνω,<br />
καλεί τους άλλους στη γιορτή.</p>
<p>Πώς βρέθηκα στον κόσμο αυτό<br />
μόνος και ξένος;<br />
Πώς βρέθηκα στις αγορές<br />
να τριγυρνώ;<br />
Έφταιγε λες που πίστευα<br />
στα παραμυθία,<br />
που γκρέμιζα χρυσά κλουβιά<br />
με άνεμο;</p>
<p>Κοιτά η ζωή το διάολο στα μάτια,<br />
η ελπίδα θέλει πληρωμή.<br />
Τα ρέστα είν’ όλα δικά σου, πάρτα,<br />
γουστάρω την αιώνια φυγή.</p>
<p>Και αν για λίγο στάθηκα<br />
σαν τον επαίτη,<br />
δικό μου λάθος ήτανε,<br />
τ’ ομολογώ.</p>
<p>Σας τα χαρίζω τα ισόβια<br />
τα δεσμό σας.<br />
Δραπέτης ήμουν και θα είμαι<br />
πάντα εγώ.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΥΜΑ</strong></h5>
<p>Το κύμα αφρίζει,<br />
λόγια στα βράχια ψιθυρίζει,<br />
Βγαίνει σε ακτή που οδηγεί σε δρόμο ξένο<br />
βαρέθηκα να περιμένω<br />
κάτω απ’ τα βλέμματα του κόσμου τα θολά.</p>
<p>Κύμα του νόστου<br />
κουράγιο δώσ’ μου<br />
γι’ άλλα ταξίδια, αλαργινά.</p>
<p>Μακριά απ’ την πλήξη<br />
και την αηδία<br />
του κάθε νου την αμαρτία.</p>
<p>Λέω να μπαρκάρω<br />
και μα τον Άγιο<br />
θα ψάξω ελπίδα κι αφορμή<br />
να ταξιδέψω και να κουρσέψω<br />
μία γη πιο φωτεινή.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΠΡΑΣΙΝΟ ΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Συνέβη τότε, άξαφνα<br />
στην κάψα του Ιούλη<br />
στην κάψα των ερώτων μας<br />
εδάκρυσε το γιούλι.</p>
<p>Άλλος περπάτησε από δω<br />
άλλος ‘πο κει, πιο πέρα.<br />
Ανθρώποι γίνηκαν πουλιά<br />
εκείνη τη Δευτέρα.</p>
<p>Τα μάτια μας εμαύρισαν<br />
μέσα σε μια νυχτιά<br />
και ήρως γινήκαμε<br />
μέσα στη συμφορά.</p>
<p>Δεν ξέρω μάνα μ&#8217; να σου πω<br />
τι πίκρανέ με τόσο.<br />
Που γίνε ο φίλος μου εχθρός<br />
για που ‘ταν να ματώσω.</p>
<p>Έτρεμε η γης κι εσιότανε<br />
‘πο φάλαγγες αρμάτων.<br />
Για να ‘ταν απ’ το κλάμα μας<br />
ημών των αθανάτων.</p>
<p>Και η ντροπή εντράπηκε<br />
τούτην την περηφάνεια<br />
που χερικό δεν άπλωνε<br />
για μέλι και για γάλα.</p>
<p>Μάσαμε τόλμη και ορμήν<br />
γεννήσαμε παιδιά.<br />
Τον κεραυνό κρατήσαμε<br />
βαθιά μες στην καρδιά.</p>
<p>Λιμνιώνα σε ορίσαμε<br />
νύμφη μας λατρεμένη.<br />
Κερύνεια τζ&#8217; Αμμόχωστο<br />
Πατρίδα πονεμένη.</p>
<p>Ανάστημα ορθώσαμε<br />
«Χτυπήστε μας κι εδώ»<br />
τα χείλη μας λαλήσανε<br />
κρατώντας το Σταυρό.</p>
<p>Τον μαυρισμένο Ουρανό<br />
γυρίσαμε με αγάπη,<br />
με δάφνες σε χωρέσαμε<br />
στου κόσμου την αγκάλη</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Ο Έρωτας και ο θάνατος προχωρούν και η γη σκούζει,<br />
το ακούς;<br />
Αλλάζουν μορφές μέχρι να συναντήσουν την ευτυχία,<br />
το βλέπεις;<br />
Φωνάζει ο Ζέφυρος και η Έριδα, μα δεν ακούν κανέναν<br />
τραντάζουν το στερέωμα,<br />
το νιώθεις;<br />
Οι γίγαντες έπιασαν τη Φρέγια<br />
και εσύ γελάς·<br />
και ο θάνατος γελάει.<br />
Στο διάβα τους χαϊδεύουν πληγές<br />
ρουφάνε νιότη.<br />
Απελπίζουν και απελπίζονται<br />
θωπεύουν αλύτρωτα την αγνότητα, και γεννιέται η Μέδουσα,<br />
Θύτης ή θύμα ο Περσέας,<br />
το εξηγείς;<br />
Μαζεύουν όλα τα χρώματα,<br />
τα ανακατεύουν και βάφουν τις ψυχές μαύρες.<br />
Την δική σου την άγγιξαν, το ξέρω,<br />
το ομολογείς;</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Αγγελική Ζευγολάτη: Έρωτας και θάνατος" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/ktUwnzDY40U?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΚΕΙΝΟ</strong></h5>
<p>Τα έβαζα με τη νύχτα,<br />
πάλευα να ανοίξω τα μάτια σου.<br />
Ο χρόνος ήθελε να με προσπεράσει.<br />
Βιάστηκα να σε χαϊδέψω παντού<br />
με το φεγγάρι.<br />
Αυτό, και πάντα κάτι ανάμεσά μας.</p>
<p>Έπινα τα δάκρυά σου<br />
τα γευόμουν αχόρταγα.<br />
Και όταν έφτανα στα χείλη<br />
άνοιγα τις πύλες της ψυχής σου.<br />
Έμπαινα μέσα, βαθειά<br />
και ένιωθα αγέννητος.</p>
<p>Στη ζέστη και στην υγρασία<br />
μιας μήτρας που υποσχόταν την αθανασία.</p>
<p>Ένιωθα τη σύγκρουσή σου.<br />
Τη μια ήσουν μαζί μου, αποζητούσες την ηδονή.<br />
Την άλλη ξεμάκραινες, αναζητούσες τη συμφορά.</p>
<p>Και τα κορμιά μας κρατούσαν ρυθμό,<br />
ισορροπούσαν στο κενό.</p>
<p>Ερμήνευαν τη θάλασσα,<br />
ξόρκιζαν μυστικά και μάγια.</p>
<p>Ντύσου τώρα την καρδιά μου και φύγε,<br />
μα να ξανάρθεις&#8230;<br />
θα σε περιμένω εδώ.<br />
Εδώ που άφησαν σημάδι οι αισθήσεις στο χώμα.</p>
<p>Εδώ που με λόγχη διαπεράσαμε τη λογική<br />
και πλάσαμε αναμνήσεις.<br />
Εδώ που νίκησε Εκείνο,<br />
ο ένας και μόνος θεός της κάθαρσης.</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΝΟΣ (δύο ψέματα)</strong></h5>
<p>Να του πάρεις μέτρα του Πόνου,<br />
να του φτιάξει ένα υπέροχο μπλε κουστούμι,<br />
να τον τοποθετήσει στο βάθρο που του αξίζει.</p>
<p>Να τον χαϊδεύεις συχνά,<br />
να τον γλυκοφιλάς με χαμόγελο,<br />
είναι δικός σου.</p>
<p>θα σε περιμένει πάντα να γυρίσεις,<br />
θα σε περιμένει πάντα με τον ναρκισσισμό ενός παιδιού.<br />
Εσύ να τον χαϊδεύεις απαλά,<br />
να τον γλυκοφιλάς με χαμόγελο.<br />
Είναι παιδί άχτιστο και απαίδευτο ο Πόνος.<br />
Να του λες παραμύθια.</p>
<p>Να του πεις δυο ψέματα&#8230;<br />
Ένα, πως δεν τον αγαπάς,<br />
και άλλο ένα:<br />
πως στα εγκλήματα της ζωής είστε και οι δυο αθώοι.</p>
<p>Αυτός θα είναι εκεί, σαν το πηγάδι στην παρατημένη αυλή,<br />
στέρεος, μόνος, έρμος, σκοτεινός.<br />
Εσύ θα τριγυρνάς παντού</p>
<p>θα διαβαίνει δάση, χωριά, πόλεις και πολιτείες.<br />
θα χαράξει πορεία στον Ήλιο.</p>
<p>Μα να γυρνάς στο πηγάδι σου,<br />
να παίρνεις νερό,<br />
να πλένεσαι,<br />
να ξεδιψάς,<br />
να βαφτίζεσαι.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Ρίζες που έχουν φυσικά εγκαταλείψει τη γη,<br />
απειλούν να μην με θρέψουν.<br />
Εν είδει ρομφαίας<br />
συναποτελούν το οικοδόμημα δέντρων<br />
-οποίος παραλογισμός-<br />
που ενωμένα περιγράφουν την αψιδωτή,<br />
απροσδιορίστου υλικού, πόρτα των ονείρων μου.<br />
Την πόρτα που φυλάει ο Κριός, το κακό πρόβατο<br />
-οποίο σχήμα οξύμωρο-<br />
που η αρρενωπή του φύση παραβιάζεται ασύδοτα<br />
από σμήνη περιστεριών.<br />
Παλιόπουλα, διεστραμμένα, ανισόρροπα.<br />
Στοιχειώνουν εξωφρενικά τις ημέρες,<br />
μα περισσότερο τις νύχτες μου,<br />
που τότε αποκτά ειδικό βάρος η ψυχή.<br />
Αντιπαθέστατα, αφήνουν τους ανοιχτούς γκρεμούς<br />
και τους ουράνιους θησαυρούς<br />
και μεταμορφώνονται σε κότες με κομμένα φτερό.<br />
Αχάριστα, αφήνουν τους βασιλιάδες που τα ταΐζουν<br />
και ελεεινά, ψάχνουν τροφή στα σκουπίδια.<br />
Ανέραστα, αφήνουν τις φωλιές των π πιτσουνιών<br />
και τσιμπάνε το ένα το άλλο, το πιο ταϊσμένο<br />
το πιο αδύναμο, σε κοινή θέα,<br />
με φουσκωμένους λαιμούς και άοκνα μάτια.<br />
Σιχαμένα φαντάσματα. Γεννιέστε και πεθαίνετε μικρά<br />
Πόσο βάναυσα ενσαρκώνετε, εμένα, εσένα,<br />
τον θλιμμένο αρλεκίνο&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΙΝΑΚΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL  1/8/2023</p>
<p class="entry-title">Για ν’ αντικρίσουμε το Φως</p>
<p>«Οι σκιές, μαζί με τις ηλιαχτίδες,<br />
θα βοηθήσουν τις μανόλιες να ανθίσουν<br />
Ό,τι χάθηκε, δεν χάθηκε. Δίνει βήμα για νέα αρχή»</p>
<p>Τρεις στίχοι από το ποίημα «Αίσθηση» το πρώτο της συλλογής πεζού και ποιητικού λόγου «Πίνακες» της Αγγελικής μας δίνουν όλο το πνεύμα της ποιήτριας. Όλος ο έντονος κοινωνικός προβληματισμός και η αγωνία της για το αύριο απλώνονται με λόγο ρεαλιστικό μέσα στα 19 ποιήματα και τα 6 πεζά του βιβλίου όπου η ποιήτρια ζωγραφίζει πίνακες με λέξεις μέσα από τη μνήμη και το χρόνο που φεύγει. Και στο ίδιο ποίημα «Αίσθηση» μας λέει ακόμα:</p>
<p>«Ο χρόνος τελειώνει/Ανακατεύει το χθες, το αύριο και το σήμερα/<br />
μέσα στο ράγισμά του»</p>
<p>Και στο ποίημα «Μνήμη (πίνακες)» γράφει:</p>
<p>«Έτσι γεννιέται η μνήμη/Και οι αντοχές την καλωσορίζουν/Γυμνή, για τους ελεύθερους/Ντυμένη, για τους ταξιδευτές»</p>
<p>Μέσα στο πέρασμα του χρόνο παρατηρεί τον άνθρωπο από τη γέννηση του<br />
και περιγράφει τη πορεία του μέσα από το ποίημα «Κλαίει το παιδί»</p>
<p>«Αθώο παιδί, ιδρώτα και ασπράδι γέμισαν τα χέρια/Μπολιάστηκε λύπη, οργή και ελευθερία η ψυχή/Χτύπησε η φλέβα και σκορπήσαν τα πουλιά»</p>
<p>Για να συνεχίσει τους στίχους για το παιδί στο ταξίδι του μέσα στη ζωή λέγοντας μας:</p>
<p>«Πετά ψηλά/Πετά χαμηλά/Κοιτάζει τη βροχή/Ορμάει μέσα στην καταιγίδα/<br />
Ορκίζεται αφοσίωση/Δίνει συγκατάθεση/Εισπνέει δηλητήριο/Εκπνέει λουλούδια»</p>
<p>Και κλείνοντας το ποίημα γράφει:</p>
<p>«Έρχεται με τα καραβάνια τής ερήμου και πηγαίνει/για νέες συγκινήσεις, μουσκεμένος ως το κόκκαλο/Αμετανόητος/Ελεύθερος/Πετά ψηλά/Πετά χαμηλά/Φτάνει στα κύματα/Μετωπική σύγκρουση/Τα πατάει»</p>
<p>Οι λέξεις της, ο ποιητικός της λόγος, ξεκινούν μέσα από τη ψυχή της που είναι γεμάτη από συναίσθημα, ευαισθησία και αγάπη για τη ζωή και τα οποία θέλει να μεταφέρει στον αναγνώστη να φωτίσουν τις σκιές και τα σκοτάδια που αναπόφευκτα κατακλύζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυξάνονται έτσι οι φωτεινές στιγμές που θα φέρουν στον άνθρωπο μια άνοιξη. Γράφει στο ομότιτλο ποίημα:</p>
<p>«Μοιάζει η Άνοιξη/με το γλυκό ρίγος, που ’χουν τα ροδόφυλλα,/σαν τα αγκαλιάζει η πρωινή πάχνη»</p>
<p>Παρατηρεί τη καθημερινότητα και προτρέπει τον αναγνώστη να μη λησμονεί τις απλές καθημερινές πράξεις που φωτίζουν τη κάθε μέρα μας και δίνουν το φως τους στο κάθε αύριο. Γράφει στο ποίημα «Γιατί δεν ξημερώνει» με μορφή ερώτησης.</p>
<p>«Έκλεισες τα παράθυρα του σπιτιού/Μην φύγουν, νύχτα ώρα, και πετάξουν μακριά/οι ολόδροσες αναμνήσεις τής μέρας,/σαν τις πεταλούδες τής άνοιξης;/Έβαλες τα παιδιά για ύπνο/μ’ εκείνα τα γέλια και τα παραμύθια,/<br />
που γκρεμίζουν τα σκοτάδια/και χτίζουν τις ανατολές των ονείρων;»</p>
<p>Πολλές φορές όμως η χρήση της ελευθερίας που έχει ο κάθε άνθρωπος<br />
είναι πλαστή γιατί η ελεύθερη του βούληση χάνεται μέσα στα πρέπει και στις απαιτήσεις της κοινωνίας που ζούμε. Και με λόγο ειρωνικό η Αγγελική στο ποίημα «Είσαι ελεύθερος» γράφει:</p>
<p>«Ζήτω», που είσαι ελεύθερος να φοράς τη μάσκα τής κοινωνικότητας/<br />
Είσαι ελεύθερος, να κρύψεις/τη μοναξιά και τη βαρεμάρα σου/Είσαι ελεύθερος, να κοιταχτείς στον καθρέφτη για λίγο/Τόσο, όσο που να μην αγγίξεις το είδωλό σου»</p>
<p>Και κλείνοντας το ποίημα ο λόγος της ποιήτριας γίνεται καυστικός.</p>
<p>«Μετά από κόπους, από αγώνες και θυσίες/Μετά από επαναστάσεις/<br />
Είσαι ελεύθερος, να βγεις στους δρόμους των παρελάσεων/ Κουστουμαρισμένος, να σφίξεις όσο θέλεις τη γραβάτα σου/Μέχρι να βγει η γλώσσα έξω/Για να φωνάξεις «Ζήτω»</p>
<p>Στη κοινωνία όπως είναι φτιαγμένη εκτός από ελεύθερος να κρύβεις τη μοναξιά σου είσαι και ζωντανός. Και όπως γράφει η ποιήτρια στο ομότιτλο ποίημα «Ζωντανός» «Μόνος, επέλεξα να πλέξω ένα μαργαριταρένιο κολιέ<br />
από δάκρυα» Και συνεχίζοντας το ποιητικό μονόλογο μας λέει:</p>
<p>«Δεν σταμάτησα να αφήνω να σταλάζει,/μέσα στην εκκλησία των αναστεναγμών μου,/η βροχή τού κόσμου»</p>
<p>Η Αγγελική βαθιά μέσα της αισθάνεται ότι ο κόσμος που ονειρεύτηκε, που όλοι μας ονειρευτήκαμε δεν είναι αυτός που έχει επιβάλει η κοινωνία με γραπτούς και άγραφους νόμους. Και κλείνοντας το ποίημα «Ζωντανός» γράφει:</p>
<p>«Έκλαιγα από συγκίνηση/Έκλαιγα, γιατί κάποια αγκάθια/από τον κήπο των ανθρώπων/μού μάτωναν τα χέρια/Και το αίμα κυλούσε ποτάμι/Αίμα, σαν κόκκινο κρασί/πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο της ζωής/Απόδειξη ότι ήμουν ζωντανός/»</p>
<p>Και στο ποίημα «Ο κήπος μου» η Αγγελική μιλώντας για τα αγκάθια του κήπου γράφει:</p>
<p>«Τα αγκάθια δεν τα επέλεξα/Όμως, φίλιωσα μαζί τους/Εγώ, έμαθα πώς να τα πιάνω/Κι εκείνα, σταμάτησαν να μου ματώνουν τα δάχτυλα»</p>
<p>Μια συμφιλίωση με τα αγκάθια του κήπου, όπως και με τα αγκάθια της ζωής έχουν σίγουρα ένα θετικό αποτέλεσμα και μας ανοίγουν ένα δρόμο στο αύριο.<br />
Για να μας πει ακόμα στο ποίημα «Νόστος»</p>
<p>«Ξυπνούν στην άκρη της ανατολής των βλεφάρων/τη λάμψη τού πόθου/<br />
Την ώρα, που ανθίζουν οι πασχαλιές στον κήπο τής απουσίας/και της απέραντης θλίψης,»</p>
<p>Μέσα στη ποίηση της Αγγελικής διακρίνει κανείς την ευαισθησία της για τον άνθρωπο. Χαίρεται με ότι προκαλεί τη χαρά και λυπάται με ότι θλίβει και προκαλεί θλίψη στο συνάνθρωπο της. Χαίρεται και αναζητά το όνειρο που «ξεπετιέται και Γυρεύει να συναντηθεί με πλήθος Ασωμάτων» όπως μας λέει στο ποίημα «Το όνειρο» Ξέρει ότι μέσα στο όνειρο υπάρχει αυτό που αναζητά λέγοντας μας στο ποίημα «Υπάρχεις»</p>
<p>«Εγώ, εσένα σε ξέρω/δεν γίνεται να μην υπάρχεις/Σου άνοιξα την πόρτα να φύγεις/Σίγουρα υπάρχεις/Σε είδα στον ύπνο μου»</p>
<p>Στα έξη πεζά η Αγγελική μιλά για το σκοτάδι και τις σκοτεινές διαδρομές της κοινωνίας αλλά και για το θάνατο.<br />
Στη Κοκώ βλέπουμε τη νεκρή κυρία να αντιμετωπίζει στους βρικόλακες που</p>
<p>«τόλμησαν περιπαικτικά, για ακόμα μία φορά, να της προσφέρουν μιάμιση μερίδα λευκό, πάλλευκο ρύζι, πιο άσπρο και απ’ το χιόνι. Η κυρά το παραμέρισε, το έσπρωξε πάνω στο τραπέζι με περισσή περιφρόνηση. «Να ταΐσετε αυτούς που πεινάνε», είπε».</p>
<p>«Στη «Θεογονία» βλέπουμε τις σκοτεινές διαδρομές του ήρωα.</p>
<p>«Μπήκε μέσα μου ο Σατανάς. Ένιωσα τις ενορμήσεις μου να δημιουργούν<br />
συμπαντικό Χάος. Έβλεπα μπροστά μου τη Γη, τον Έρωτα και τον Θάνατο, αλλά υπερίσχυα εγώ.»</p>
<p>Στην Αμάντα έχουμε μια ακόμα σκοτεινή διαδρομή όπου ο ήρωας αναφωνεί</p>
<p>«Δεν κερδίζονται οι μάχες με στάχυα». Η φωνή μου με ξύπνησε. «Μόνο με αίμα που βράζει, σπαθί και κοντάρι καβαλάς, το όνειρο», ψέλλισα,</p>
<p>Στο «Φωταγωγό» γράφει η Αγγελική «Παρίσταμαι στις παραστάσεις<br />
σας, στους κύκλους των αντανακλάσεών σας, που πονάνε τα μάτια μου. Το πολύ φως και το πολύ σκοτάδι τυφλώνουν το ίδιο.»</p>
<p>Στις «Στρίγκλες» βλέπουμε τις τρεις Καλοκυράδες να τις φωνάζει η μάνα τους, η κουκουβάγια,</p>
<p>«Τσακιστείτε, να φτάσετε στον βασιλιά και να τον ξεγδάρετε! Αυτός και οι αμαρτίες του, σας καλούν». Και βλέπουμε στο τέλος τις τρεις αδερφάδες να τρέχουν σαν σκυλιά λυσσασμένα να φτάσουν στη μάνα τους, να τους βγάλει τα μάτια και να τα παραδώσουν στον Άρχοντα του Σκότους, μαζί με την ψυχή<br />
τού Εφήμερου, του άπληστου και άδικου βασιλιά.»</p>
<p>Η συλλογή πεζού και ποιητικού λόγου Πίνακες, της Αγγελικής Ζευγολάτη γεμάτη από συναίσθημα για τον άνθρωπο μας προτρέπει να ξεφύγουμε από τα σκοτάδια που πνίγουν τα όνειρα και την ελευθερία στον άνθρωπο και να αντικρύσουμε το φως που φέρνει ο ήλιος το ξημέρωμα και το αρώματα της Άνοιξης .</p>
<p>Τέλος να αναφέρω ότι ο επιμελητή Αντώνης Ε. Χαριστός σε σημείωμα του στο βιβλίο αναφέρει ότι στο έργο εφαρμόστηκε η φιλολογική προσέγγιση των κειμένων λογοτεχνίας την οποία υιοθετεί ο Φιλολογικός Όμιλος Θεσσαλονίκης.</p>
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="FwmY4huqw6"><p><a href="https://www.fractalart.gr/pinakes-aggeliki-zeygolati/">Για ν’ αντικρίσουμε το Φως</a></p></blockquote>
<p><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;Για ν’ αντικρίσουμε το Φως&#8221; &#8212; Fractal" src="https://www.fractalart.gr/pinakes-aggeliki-zeygolati/embed/#?secret=hTia4dm2wn#?secret=FwmY4huqw6" data-secret="FwmY4huqw6" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 14/12/2022</p>
<p>Ποιητική Πινακοθήκη</p>
<p>Στη συλλογή πεζού και ποιητικού λόγου: Πίνακες, εκδόσεις Γράφημα 2022, η Αγγελική Ζευγολάτη μας παρουσιάζει μια σύγχρονη πινακοθήκη κειμενικών ειδών. Πεζά και ποιήματα, εκτενέστερα ή πιο σύντομα, παλιότερα ή παροντικά, όλα αποτυπώνουν ή ζωγραφίζουν, στιγμές ζωής όπως έχουν βιωθεί και αναπλαστεί μέσα από τη γλώσσα. Πίνακες σε καμβά για το σαλόνι, την κρεβατοκάμαρα, τους δρόμους μιας άξενης πόλης, τις έρημες παιδικές χαρές, τα σπίτια μιας καταπιεστικής κοινωνίας. Πανοραμικά τρίπτυχα με ιριδισμούς και σκιές, που το φόντο τους είναι περισσότερο γκρίζο παρά φωτεινό.</p>
<p>Κάποιοι πίνακες είναι χειροποίητοι σε ξύλινο τελάρο με ξύλα μαζεμένα από την ακτή όπως τα έχει ξεβράσει η φουρτουνιασμένη η θάλασσα. Ξύλα από ναυάγια, από σκαριά και καράβια που γεμάτα προσμονή και ελπίδες είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους που έληξε απότομα. Ένα ξεκίνημα ονείρου που βούλιαξε, γκρεμίστηκε σε απάτες ή αυταπάτες. Άλλοι πίνακες είναι καμωμένοι από τοίχους που φυλακίζουν. Φυλακίζουν το παιδί, τον νέο άνθρωπο που ονειρεύεται, φυλακίζουν τον πόθο, τον έρωτα, την αγάπη. Σίδερα φυλακής που δεν τα βλέπεις. Ξεγελάς τον εαυτό σου ότι η κοινωνία των τύπων, των επιταγών, των πολιτικών επιλογών, της κανονικότητας και της κοινωνικότητας, σου αφήνει περιθώρια να είσαι πραγματικά ελεύθερος. Ζεις μια ζωή, που δεν έγινε, όπως βαθιά μέσα σου ονειρεύτηκες. Ζεις κοιμώμενος- για σένα δεν ξημερώνει η αληθινή, φωτεινή καινούργια ημέρα.</p>
<p>Οι Πίνακες της Ζευγολάτη είναι ακουαρέλες με τα υδατοχρώματά τους καμωμένα από δάκρυα. Έχει επιλέξει να πλέξει από αυτά «ένα μαργαριταρένιο κολιέ», όπως γράφει στο ποίημα «Ζωντανός», έτσι ώστε «να αφήνω να σταλάζει,/μέσα στην εκκλησία των αναστεναγμών μου,/ η βροχή του κόσμου». Σκοπός, με αυτά τα δάκρυα «να ποτίζω τον κήπο των ανθρώπων/ και να καμαρώνω σαν έβλεπα να φυτρώνουν άνθη» (σ. 17). Άνθη όμως με αγκάθια που φέρνουν δάκρυα γιατί ματώνουν τα χέρια. Αίμα και δάκρυα, τα δυο βασικά συστατικά της ζωής. Αυτά τα αγκάθια του κήπου μας – λέει η Ζευγολάτη, όταν φιλιώνεις μαζί τους, μαθαίνεις πώς να τα πιάνεις, τότε σταματούν να σου ματώνουν τα δάχτυλα. Τότε μπορεί άξαφνα να τα δεις ως ευλογία και μάθημα ζωής.</p>
<p>Αρκετοί πίνακες θυμίζουν σχολικούς πίνακες όπου με κιμωλία περικυκλώνεται και εγγράφεται η παιδική ζωή. Συχνά η Ζευγολάτη μιλά στο και για το παιδί. Στο παιδί που κλαίει – και εδώ τα δάκρυα- για «εκείνο το παιδί, που το σταυρώνουν σαν μικρό Χριστό, ενώ ανθίσταται, αντέχει και υψώνει τις χούφτες του στον ουρανό, να γεμίσουν φεγγάρι» (σ. 12).Σαν περιστέρι βλέπει το παιδί αλλού η Ζευγολάτη, που πετάει και χάνει τα φτερά του από την ουρά όταν περνά από τις Συμπληγάδες της ζωής. Όταν όμως τελικά τα καταφέρνει, μεταμορφώνεται σε αετό, σε «αγρίμι άμαθο στα χάδια» («Κλαίει το παιδί», σ. 14).</p>
<p>Τα ποιήματα της Ζευγολάτη γίνονται αστρονομικοί πίνακες, όπου το ανθρώπινο πρόσωπο διαπλέκεται και στροβιλίζεται βρίσκοντας της θέση του μέσα στο σύμπαν, ανάμεσα στους αστερισμούς. Στην κοσμογονική στιγμή της γέννησης του χρόνου, του κόσμου και του εαυτού, των αντίθετων δυνάμεων του φωτός και του σκότους, είναι ο αέναος κύκλος του θανάτου και της αναγέννησης, αφού «ό,τι χάθηκε, δεν χάθηκε. Δίνει βήμα για νέα αρχή», όπως γράφει στο ποίημα «Αίσθηση» (σ. 7).Μια αρχή όμως που φαντάζει όμως ως μέρος ήδη ενός εγκλήματος. Το έγκλημα αυτό αναπαριστούν με μαύρα χρώματα και κάποιες παλιές ελαιογραφίες- μύθοι σε πεζό λόγο στις τελευταίες σελίδες της συλλογής. Εκεί, σε αυτόν τον συγκεκριμένο τόπο, εδράζεται για τη Ζευγολάτη, η Ποίηση. Στο ποίημα «η Ποίηση» χαρτογραφείται ως «αυθύπαρκτο μέρος της συμπαντικής εύτακτης κίνησης» και ως «άυλη και υπερβατική» που διασφαλίζει «ροή και τέλος,/ σε αιώνια, ανακυκλούμενη τροχιά» (σ. 16).Μέσα από την ποίηση κανείς δραπετεύει – από τα δάκρυα, τους ανημέρωτους πόθους, τους ασίγαστους πόνους, τις κοινωνικές αδικίες. Δραπετεύει από τον ίδιο τον χρόνο. Έτσι συντελείται η φυγή –στη μνήμη, στην πεποίθηση ότι αυτό που ονειρεύεσαι υπάρχει. Όπως στο ποίημα «Υπάρχεις» «Εγώ εσένα σε ξέρω/ δεν γίνεται να μην υπάρχεις/ Σου άνοιξα την πόρτα να φύγεις/ Σίγουρα υπάρχεις/ Σε είδα στον ύπνο μου» (σ. 31).Μια φυγή που όμως, δεν σε κάνει δραπέτη. Σε οδηγεί σε ένα όνειρο που είναι περισσότερο αφύπνιση παρά ύπνωση. Αυτό το όνειρο που βγαίνει μέσα από τα δάκρυα, σε ενώνει με «πλήθος Ασωμάτων», με πλήθος ψυχών, αγγέλων και αρχαγγέλων, που προστατεύουν, θεραπεύουν ή καταγγέλλουν και με την ρομφαία τους διώκουν τις αδικίες αυτού του κόσμου. «Και να το πάλι το όνειροׄ /ξεπετιέται/Γυρεύει να συναντηθεί με πλήθος Ασωμάτων» («Το όνειρο», σ. 33).</p>
<p>Η ποιήτρια Αγγελική Ζευγολάτη με τους Πίνακές της ζητά να αφυπνίσει τους ανθρώπους. Να ακολουθήσουν το όνειρό τους. Για να ξημερώσει μια καινούργια ημέρα. «Αφού ξυπνήσεις,// Σε περιμένω στη γέφυρα των στεναγμών, αχάραγα/ Σε παρακαλώ,/ έλα να μου πεις πως ξημέρωσε/» («Γιατί δεν ξημερώνει», σ. 11).</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 7/12/2022</p>
<p>«Ένας εσωτερικός κόσμος γεμάτος ευαισθησία, συμπόνια και συγχώρεση»</p>
<p>Ο πίνακας της Virginie Demont-Breton που κοσμεί το εξώφυλλο του δεύτερου βιβλίου της Αγγελικής Ζευγολάτη με τίτλο «Πίνακες, συλλογή πεζού και ποιητικού λόγου», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γράφημα (2022), ενέχει -νομίζω- την σημειολογία και τον συμβολισμό όλου του λογοτεχνικού περιεχομένου τής εν λόγω συλλογής. Η συγγραφέας μάς ετοιμάζει, ή καλύτερα είναι να πούμε ότι μάς προετοιμάζει, με την επιλογή αυτού του ζωγραφικού πίνακα, για την συνέχεια που θα ακολουθήσει. Η Αγγελική Ζευγολάτη θέλει να μας ανοίξει μια δίοδο, ένα πέρασμα μέσα από τις Συμπληγάδες πέτρες της ψυχής της, για να φτάσουμε στα βάθη του εσωτερικού της κόσμου. Ενός κόσμου ρομαντικού και ευαίσθητου, γεμάτος συμπόνια και συγχώρεση, γεμάτος φως και σκοτάδι.</p>
<p>Δεν είναι εύκολο πράγμα να ξεγυμνώνεις την ψυχή σου, να παραθέτεις και να αντιπαραθέτεις γνώση και συναίσθημα, να χτίζεις γέφυρες επικοινωνίας με τον έξω κόσμο μέσα από τον ποιητικό σου λόγο, να γεννάς και να πεθαίνεις την ύπαρξη σου, για να αναδυθείς και πάλι μέσα από τις σκιές και να αναγεννηθείς όταν και εφόσον ξημερώσει· και τώρα πια στο φως της ημέρας να κοιτάζεις τον κόσμο γύρω σου και να τον προσλαμβάνεις, σαν να τον αντίκριζες για πρώτη φορά. Όχι όμως μέσα από τον καθρέφτη της αντανάκλασης σου, όχι μέσα από τον αντικατοπτρισμό των συναισθημάτων σου, αλλά μέσα από τις αλήθειες τις πολλές, που περιβάλλουνε την ύπαρξη σου. Και τις αλήθειες αυτές τις συνειδητοποιείς μόνο σαν έχεις ξεκάθαρη εικόνα της αίσθησης τους. Μια αίσθηση που η συγγραφέας Αγγελική Ζευγολάτη διαθέτει πλουσιοπάροχα. Μέσα από τα μάτια τής ψυχής της κοινωνεί και σε μας την κοσμοθεωρία της.</p>
<p>Υπαρξιακή αναζήτηση διαρκείας η ποιητική κατάθεση της Ζευγολάτη. Η κοσμοθεωρία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη, που την θεωρεί μοναδική και ανεπανάληπτη. Γνωρίζει καλά πως ο άνθρωπος δεν είναι στατικός με έμφυτες και εύκολα αναγνωρίσιμες ιδιότητες· γνωρίζει πως η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ακολουθεί το αποκλειστικά δικό της μονοπάτι στη ζωή· γνωρίζει πως ο άνθρωπος διαμορφώνεται και αναδιαμορφώνεται αενάως και αδιαλείπτως, σε μια συνεχή ακολουθία προσωπικών επιλογών, για τις οποίες ευθύνεται ο ένας και μοναδικός μας εαυτός. Καθόλου τυχαία εισαγάγει τον αναγνώστη | την αναγνώστρια της στον ποιητικό της κόσμο με το υπαρξιακό ερώτημα:</p>
<p>Πώς να πειστώ ότι όλα είναι όπως φαίνονται,<br />
όταν δίνω το παρόν στη συμπίεση του χρόνου;</p>
<p>Τα υπαρξιακά ερωτήματα της ποιήτριας διαχρονικά. Αγωνιά για τον χρόνο που περνά. Αγωνιά που ο χρόνος εννοείται ως μια ακαθόριστη κίνηση της ανθρώπινης ύπαρξης στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Αγωνιά και αναρωτιέται μήπως τελικά δεν είναι και τόσο ακαθόριστη η κίνηση αυτή. Αντιπαραθέτει την αρχή και το τέλος της ύπαρξης και αφήνει στα τετελεσμένα γεγονότα ένα παραθυράκι ανοιχτό. Ένα παραθυράκι ελπίδας και αισιοδοξίας. Εύστοχα πολύ συμπυκνώνει όλη της την αγωνία στους παρακάτω στίχους:</p>
<p>Ο χρόνος τελειώνει<br />
Ανακατεύει το χθες, το αύριο και το σήμερα<br />
μέσα στο ράγισμά του. Επίκειται τοκετός· (Αίσθηση, σ.7)</p>
<p>Αγωνιά για τον χρόνο που μεταμορφώνεται· αγωνιά για εκείνον τον χρόνο που πλησιάζει και που απομακρύνεται, που διαστέλλεται και συρρικνώνεται, που βιώνεται αλληγορικά και που είναι μέρος ενός ατέρμονου υπαρξιακού κύκλου που γυρίζει και γυρίζει και που περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του και αγκαλιάζει την ανθρώπινη ύπαρξη με κατανόηση και με αγάπη. Που μεταμορφώνεται από αθώο παιδί σε περιστέρι και που από περιστέρι γεννιέται στα στερνά της Σκύλλας ένας αετός. Λέει για τον αετό της η ποιήτρια:</p>
<p>Πετά ψηλά<br />
Πετά χαμηλά<br />
Κοιτάζει τη βροχή<br />
Ορμάει μέσα στην καταιγίδα<br />
Ορκίζεται αφοσίωση<br />
Δίνει συγκατάθεση<br />
Εισπνέει δηλητήριο<br />
Εκπνέει λουλούδια (Κλαίει το παιδί, σ. 14)</p>
<p>Η Ζευγολάτη συγκεντρώνει όλη της την υπαρξιστική φιλοσοφία στην πολύ ιδιαίτερη ποιητική της σύνθεση Είσαι ελεύθερος, που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ένα μανιφέστο των απόψεων της. Στη σύνθεση αυτή παραθέτει με ειρωνεία και καυστικότητα, πολλούς από τους περιορισμούς και τις αναστολές και τις ανελευθερίες του ανθρώπου· του ανθρώπου που έχει όμως την ψευδαίσθηση ότι ορίζει την ζωή του με ελεύθερη την βούληση του. Στην ποιητική της αυτή σύνθεση, σαρκάζει την σύγχρονη κοινωνική υπόσταση του ανθρώπινου γένους, που αυτοκαθορίζεται ως ελεύθερος άνθρωπος, που όμως ακολουθεί πιστά και δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή τις συμπεριφοριστικές και στερεοτυπικές επιταγές της κοινωνίας. Και εκεί που υποτίθεται πως ο άνθρωπος θα είχε ως λογικό ον, την ελευθερία της επιλογής να καθορίσει ο ίδιος τη συμπεριφορά του σε προκείμενες και επικείμενες καταστάσεις, διαπιστώνει η ποιήτρια ότι:</p>
<p>Είσαι ελεύθερος, να καταπνίξεις το κλάμα των παιδιών σου<br />
Είσαι ελεύθερος, μαζί με το κλάμα των παιδιών σου<br />
Να πνίξεις και την τελευταία μου ελπίδα<br />
Πως άκουσα ένα ηχόχρωμα ζωής</p>
<p>Μετά από κόπους, από αγωνίες και θυσίες<br />
Μετά από επαναστάσεις<br />
Είσαι ελεύθερος, να βγεις στους δρόμους των παρελάσεων<br />
Κουστουμαρισμένος, να σφίξεις όσο θέλεις τη γραβάτα σου<br />
Μέχρι να βγει η γλώσσα έξω<br />
Για να φωνάξεις «Ζήτω»» (Είσαι ελεύθερος, σ. 20)</p>
<p>Η συγγραφέας χρησιμοποιεί εξαιρετικά και με έμπνευση την ελληνική γλώσσα για να δώσει μέγεθος και υπόσταση στις ιδέες της. Την ευκολία της στη χρήση της γλώσσας την μεταφέρει φυσικά και στον πεζογραφικό της λόγο, προσδίδοντας στις αφηγήσεις της μια ποιητικότητα που εντυπωσιάζει και μια εικονοποίηση που είναι αξιοσημείωτη. Τα έξι πεζογραφήματα που έχει συμπεριλάβει σε αυτήν της τη συλλογή, ενώνονται με ένα αόρατο νήμα. Με ένα νήμα που η Ζευγολάτη έχει γνέψει με ευαισθησία και συμπόνια. Ο θάνατος και το σκοτάδι πανταχού παρόν. Την απασχολούν πολύ οι εκφάνσεις του θανάτου, που μας περιβάλλουν μεταφορικά αλλά και αλληγορικά. Και ο θάνατος μπορεί να εμφανιστεί άλλοτε σαν μια νεκρή κυρία σοβαρή και ακέραιη που προτρέπει τους βρικόλακες να ταΐσουν τους πεινασμένους με τη μιάμιση μερίδα ρύζι που προσφέρανε σε εκείνη (Κοκώ, σ. 34), και άλλοτε σαν τρεις Καλοκυράδες, που αλλοπαρμένες ουρλιάζουν, και που στο πέρασμα τους μαραίνουν τον τόπο, αναλαμβάνοντας να τιμωρήσουν ένα σκληρό και αλαζόνα βασιλιά με το αλληγορικό όνομα Εφήμερος (Στρίγκλες, σ.39). Οι σκοτεινές διαδρομές του νου, ζωντανεύουν στα διηγήματα της Ζευγολάτη, όπως για παράδειγμα στο αλληγορικό διήγημα της με τίτλο Θεογονία (σ. 35). Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση εξιστορεί -από μια τελείως διαφορετική οπτική γωνία- τη δημιουργία του κόσμου μας. Αντρική η ανώτερη εκείνη δύναμη, που με τη βία θέλει να κατακτήσει τη Γη και να την εξαναγκάσει να δημιουργηθεί. Μια πράξη βίας και εξαναγκασμού για να ικανοποιηθεί το μεγάλο “Εγώ” ενός μικρού παλικαριού της φακής. Επίσης, η συγγραφέας παρακολουθεί, με επίγνωση του παραλόγου, και τον παραλογισμό του σύγχρονου μας κόσμου, που δεν σηκώνει απλές περιγραφικές απεικονίσεις, αλλά βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες. Γράφει στο διήγημα της με τίτλο Αμάντα:</p>
<p>[…] Τα κοριτσίστικα γέλια έσβησαν και άρχισαν να χτυπούν καμπάνες και να κελαηδούν πουλιά, εκκωφαντικά, χτυπώντας με τα ράμφη και τα φτερά τους, αλύπητα, τη σχιζοφρένεια αυτού του κόσμου, για να συνεχίσει λίγο παρακάτω “Μόνο με αίμα που βράζει, σπαθί και κοντάρι καβαλάς το όνειρο, Αμάντα” (σ. 36). Ενώ με απόλυτη αυτογνωσία παραδέχεται στο διήγημα της Φωταγωγός ότι: Το πολύ φως και το πολύ σκοτάδι τυφλώνουν το ίδιο (σ. 37).</p>
<p>Εν κατακλείδι, στη συλλογή είναι έντονα τα συναισθήματα της μελαγχολίας και της θλίψης· συναισθήματα όμως που χαρακτηρίζουν κάθε ανθρώπινο νου που αντικρίζει με γνώση και αυτογνωσία τον κόσμο γύρω του. Έντεχνα μέσω της γραφής της, μας πήρε στην αγκαλιά της η Αγγελική Ζευγολάτη, -όπως η μάνα τα παιδιά της στον πίνακα του εξωφύλλου- σφιχτά μας οδηγεί μέσα από τα ποιητικά της και πεζογραφικά της μονοπάτια και σε καμία περίπτωση δεν μας αφήνει να μελαγχολήσουμε καθώς δεν παύει να μάς δίνει φωτεινά μηνύματα, μικρές ανάσες αισιοδοξίας όπως για παράδειγμα η ενθαρρυντική διαπίστωση στους στίχους:</p>
<p>Θα γεννηθούν η Ζωή και το Φως<br />
Οι σκιές, μαζί με τις ηλιαχτίδες,<br />
θα βοηθήσουν τις μανόλιες να ανθίσουν (Αίσθηση, σ. 7)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΙΡΗ ΓΚΙΩΝΗ-ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ</strong></h5>
<p>ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΛΜΟΣ<strong> 19/5/2023</strong></p>
<p>Η Αγγελική Ζευγολάτη είναι ιατρός, μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Βελιγραδίου με προϋπηρεσία στην Πανεπιστημιακή Κλινική Βελιγραδίου και τελειόφοιτη ανθρωπιστικών σπουδών του Τμήματος Ψυχολογίας UEL. Δραστηριοποιείται στην ποίηση, τη στιχουργική, γράφει διηγήματα και παραμύθια.<br />
Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Απόηχος» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άλφα Πι. Η δεύτερη συλλογή της, πεζού και ποιητικού λόγου, με τίτλο «Πίνακες», κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γράφημα, και το παραμύθι της με τίτλο «Γκλούμινους» βρίσκεται ήδη στα χέρια μικρών και μεγάλων αναγνωστών από τις εκδόσεις Κομνηνός.<br />
Έχει παρακολουθήσει μαθήματα πεζογραφίας και ποίησης. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικές ανθολογίες των εκδόσεων Κύφαντας και Όστρια και σε διεθνή φεστιβάλ ποίησης, ενώ ποιήματά της φιλοξενούνται στην αγγλική γλώσσα σε ανθολογίες που διατίθενται από την Amazon.<br />
Ποιήματά της φιλοξενούνται στην ιστορική επανέκδοση της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς και πολλά φιλοξενούνται σε ιστοσελίδες. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε όλες τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες και σε φυσικό μέσο στιχουργήματά της σε σύνθεση και ερμηνεία Αχιλλέα Μωραΐτη.<br />
Είναι μητέρα δύο παιδιών και εργαζόμενη στον κλάδο του ανθρώπινου δυναμικού βιομηχανικής εταιρείας.</p>
<p><strong>«ΠΑΛΜΟΣ»: Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώσατε; Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;</strong></p>
<p>ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ: Είμαι το πρώτο παιδί μιας τετραμελούς οικογένειας. Οι γονείς μου ήταν εκπαιδευτικοί στη δευτεροβάθμια<br />
εκπαίδευση. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα μέσο αστικό περιβάλλον. Τα<br />
παιδικά μου χρόνια τα πέρασα μεταξύ Χαλκίδας, της γενέτειράς μου, Αφρατίου Χαλκίδας, το χωριό από όπου κατάγονταν οι γονείς μου, και Ρώμης<br />
όπου σπούδαζαν οι θείοι μου. Χρόνια με πολύ ουρανό, θάλασσα, φύση, ζώα. Χρόνια με φίλους από όλα τα περιβάλλοντα, με τα οποία αλληλεπιδρούσα, που πρόσφεραν έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση και κατά συνέπεια πολλαπλά μηνύματα. Από παιδί βίωσα την πολλαπλότητα των εννοιών της ζωής που με υποχρέωσε σε σκέψη και αναζήτηση της καθεαυτού ταυτότητάς μου από πολύ νωρίς.</p>
<p><strong>«Π»: Πού συναντιούνται ιατρική και ποίηση;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Η ιατρική και η ποίηση συναντιούνται στα γεγονότα ζωής. Συναντιούνται στη γέννηση, στον έρωτα, στον θάνατο, στον πόνο, στις<br />
πάσης φύσεως μεταβολές εντός και εκτός μας. Βουτούν με γενναιοδωρία<br />
και αυτοθυσία στην αγάπη για να δείξουν στον συνάνθρωπο τον δρόμο<br />
για μια ουσιαστική θεραπεία, κατά τα φαινόμενα και πέρα από αυτά.</p>
<p><strong>«Π»: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Ω, ξεκίνησα ως ρεπόρτερ! Στην ηλικία των οκτώ ετών εξέδωσα<br />
την κυριακάτικη εφημερίδα με το όνομα «Πεπίτα». Ήταν μια εφημερίδα που τύπωνα με χρήματα από το χαρτζιλίκι μου εβδομαδιαία και διένειμα σε όλους τους γείτονες. Φρόντιζα να έχει τα νέα της γειτονιάς, κουίζ, σταυρόλεξα και στήλη με δικά μου στιχάκια &#8211; σατυρικά και μη.</p>
<p><strong>«Π»: Τί βρίσκετε στην ποίηση που δεν βρίσκετε στην ιατρική;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Η ιατρική και η ποίηση δια φέρουν πρακτικά, παρά το κοινό της<br />
προθέσεώς τους. Τα της ιατρικής είναι πρακτά με αποτέλεσμα που δεν<br />
επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών. Τα της ποιήσεως είναι ποιητά με μια<br />
ερμηνεία του τέλους κατά το δοκούν &#8211; αυτό είναι και το διακύβευμα.</p>
<p><strong>«Π»: Τί σας κληροδότησαν οι δικοί σας, την ποίηση ή την ιατρική;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Δεν μου κληροδότησαν την ποίηση οι γονείς μου, ούτε την ιατρική. Ωστόσο, οι καταβολές μου προέρχονται από την μητέρα του πατέρα μου Αγγελική Ζευγολάτη &#8211; Κοταρά που η στάση της ζωής της παρέπεμπε σε ποίηση και από τον αείμνηστο εξάδελφο του πατέρα μου Ιωάννη Κοταρά που ήταν ιατρός και φιλόλογος.</p>
<p><strong>«Π»: Αγαπημένοι λογοτέχνες;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Αγαπημένοι λογοτέχνες είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αντώνης Σαμαράκης, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, αλλά και η Μαίρη Σέλλεϋ και η Ιζαμπέλ Αλιέντε.</p>
<p><strong>«Π»: Ποιοί στίχοι σας έρχονται συνήθως στο μυαλό;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Οι στίχοι που μου έρχονται στο μυαλό σχεδόν αυτόματα είναι<br />
του Μπωντλαίρ από το ποίημά του «Μέθα»: «Για να γίνεις ο μαρτυρικός<br />
σκλάβος του χρόνου, μέθα· μέθα αδιάκοπα! Αλλά με τι; Με ρακή, με<br />
κρασί, με ποίηση, με αρετή… Με ό,τι θέλεις, αλλά μέθα!»</p>
<p><strong>«Π»: Ποιές ώρες γράφετε ή δια βάζετε ποίηση;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Γράφω και διαβάζω πάντα σε ώρες που είμαι μόνη και σε πλήρη<br />
ηρεμία.</p>
<p><strong>«Π»: Γιατί οι ποιήτριες δεν γίνονται ευρέως γνωστές ακόμα;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Έχω την αίσθηση πως όλοι γνωρίζουν τη Σαπφώ ως την αρχαιότερη γυναικεία ποιητική πένα. Η Σαπφώ ύμνησε την ομορφιά &#8211; την εξωτερική, αλλά και κατ’ ουσίαν την εσωτερική &#8211; ωσότου αποφανθεί ο Ντοστογιέφσκι πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Ακολούθως, τον 16ο αιώνα, στη Γαλλία, δεν ήταν λίγοι οι κύκλοι της ποίησης που απαρτίζονταν από γυναίκες ποιήτριες απαλλαγμένες από τις νόρμες της εποχής τους που ήθελαν τη γυναίκα να υπηρετεί τον στερεοτυπικά παραδοσιακό της ρόλο. Μία από αυτές τις γυναίκες ποιήτριες ήταν η Λουίζα Λαμπέ. Επίσης, ας μη λησμονούμε πως η Ιταλική Αναγέννηση οφείλεται και σε γυναίκες, όπως η Ιζαμπέλα Ντι Μόρα, η Σάρα Σοφία Σουλάμ και άλλες. Κατόπιν θα αναφερθώ στην Αντωνούσα Καμπουράκη, στη Μαρία Πολυδούρη, στην Έμιλυ Ντίκινσον. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, πως οι γυναίκες στην ποίηση δεν είναι λιγότερες αριθμητικά, ούτε λιγότερο γνωστές από τους άντρες.<br />
Ακόμα και σήμερα δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που γνωρίζει τον Λειβαδίτη και δεν γνωρίζει τη Δη μουλά. Απλά η γυναίκα μέσα στην<br />
ιστορία, λόγω των πολλαπλών της ρόλων και βέβαια των στερεοτύπων, χρειάστηκε να αγωνιστεί και τελικά να τολμήσει την παρουσία της στον<br />
χώρο των γραμμάτων.</p>
<p><strong>«Π»: Τί είναι η ποίηση για εσάς;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Η ποίηση για μένα είναι η θέση μας και η στάση μας απέναντι στη ζωή. Ποίηση είναι ο τρόπος που αφουγκραζόμαστε και αγγίζουμε την<br />
όποια μορφή ζωής. Ποίηση είναι το γλέντι για τη χαρά και το δάκρυ για τον πόνο του συνανθρώπου. Η ποίηση είναι η επανάσταση της αγάπης!<br />
Να προσθέσω ακόμα πως σύμφωνα με έρευνες &#8211; όπως συνηθίζω να μιλάω &#8211; η ποίηση είναι, κυρίως ως προς τον παραλήπτη της, η πιο συμπυκνωμένη φόρμα ψυχοθεραπείας.</p>
<p><strong>«Π»: Θεωρείτε πως η ποίηση έχει κοινωνικοπολιτικό ρόλο; Μιλά για κοινωνικά ζητήματα η ποίηση;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Εφόσον ο ποιητής βρίσκεται εντός της κοινωνίας, η ποίηση έχει κοινωνικοπολιτικό ρόλο και προφανώς μιλάει για κοινωνικά ζητήματα.<br />
Τούτο δεν σημαίνει σε καμία περί πτώση ότι ο ποιητής παρασύρεται από το ρεύμα του ποταμού της κοινωνίας. Αντιθέτως, ο ποιητής οφείλει<br />
να είναι συμπαντικά ρυθμισμένος και επομένως η ποίησή του να είναι σε θέση να αλλάξει τον τρόπο που ο κόσμος αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις. Η ποίηση είναι η απόδειξη του χρέους του ποιητή προς την κοινωνία που δεν είναι άλλο από τη διατύπωση της οπτικής του, προκειμένου να ανοίξει δρόμους προς την ευημερία δείχνοντας πέρα από τον σάλαγο της καθημερινότητας.</p>
<p><strong>«Π»: Σας εμπνέει ποιητικά η Θεσσαλονίκη;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της καρδιάς μου. Δεν την αγαπούσα πάντα, μα τώρα τη λατρεύω. Η Θεσσαλονίκη είναι «ιδέα». Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως με αγκαλιάζει και στηρίζει τις εμπνεύσεις μου.</p>
<p><strong>«Π»: Διαχωρίζονται η τέχνη και το ταλέντο;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Η τέχνη και το ταλέντο διαχωρίζονται υπό την έννοια του ότι η τέχνη είναι το άθροισμα του ταλέντου, της σκληρής δουλειάς και<br />
της εμπειρίας.</p>
<p><strong>«Π»: «Απόηχος», η πρώτη ποιητική σας συλλογή (εκδόσεις Άλφα Πι) και η δεύτερη με τίτλο «Πίνακες» (εκδόσεις Γράφημα), που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τί πραγματεύονται;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Ο «Απόηχος» είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άλφα Πι. Χίος. Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει έμμετρα ποιήματα ως επίκληση στο συναίσθημα. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει ελεύθερα ποιήματα ως επίκληση στη σκέψη. Ο έρωτας, ο θάνατος, η εξουσία, ο μισεμός, η εσωτερική πάλη παντρεύονται τον ρομαντισμό. Στο εξώφυλλο φαίνεται το έργο «Εισροή Θετικής Ενέργειας» της ζωγράφου Μίνας Κουζούνη.<br />
Οι «Πίνακες» είναι μία συλλογή πεζού και ποιητικού λόγου με έντονα υπαρξιακό χαρακτήρα και στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού. Η σημειολογία των έργων μου φαίνεται ήδη από το εξώφυλλο όπου απεικονίζεται μια μάνα με τα παιδιά στην αγκαλιά να βγαίνει με υπερηφάνεια από την αγριεμένη θάλασσα πατώντας ξυπόλητη πάνω σε πέτρες (Vir ginie Demont &#8211; Breton, 1881). Είναι ένα πόνημα με έντονη εικονοποιία λέξεων, χαρακτηριστικά αισθητισμού και εξπρεσιονισμού που, όμως, κατά την ταπεινή μου γνώμη έρχονται να επιβεβαιώσουν πως κατά κανόνα παραμένω «εγκλωβισμένη» στον ρεαλισμό. Πρόκειται για μία συλλογή που το μέγεθός της, η επιμέλειά της, η απόστασή της από τη νεοελληνική γραμματική, αλλά και η λογοτεχνική της προσέγγιση είναι σύμφωνη με τις νόρμες του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, υπό τον κύριο Αντώνη Χαριστό. Οι «Πίνακες» κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Γράφημα τον Σεπτέμβρη του 2022. Νιώθω πως ήρθαν για να δείξουν πώς οι σκιές, μαζί με τις ηλιαχτίδες, θα βοηθήσουν τις μανόλιες ν’ ανθίσουν πέρα από τις Συμπληγάδες της ζωής!</p>
<p><strong>«Π»: Και παραμύθι: «Γκλούμινους» (εκδόσεις Κομνηνός). Μιλήστε μας γι’ αυτό.</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Το παραμύθι μου με τίτλο «Γκλούμινους» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κομνηνός. Είναι ένα παραμύθι με ψυχικές προσεγγίσεις στα παιδιά από 6 έως 106 ετών. Έχει σκοπό να ψυχαγωγήσει και να εμφυσήσει απλές και κοινωνικές έννοιες. Στηρίζεται σε μοντέλα θετικής και γνωστικής ψυχολογίας, και έχει στόχο την ενίσχυση της συναισθηματικής νοημοσύνης. Οι βασικοί μας ήρωες, η Οφηλία και ο Κένταυρος, ταξιδεύουν από το Πήλιο στη Χώρα του Ονείρου. Εκεί τον ενθουσιασμό και τη χαρά έρχεται να διακόψει μια απρόσμενη επίθεση. Οι μάγισσες του Γκρίζου Βράχου και ο Μεγάλος Μάγος τους διεκδικούν το Γκλούμινους, την πιο πολύτιμη πηγή φωτός και χαράς για τους Ονειροχωρίτες. Θα καταφέρουν άραγε οι ήρωές μας να κερδίσουν τη μάχη για την ελευθερία και την αγάπη;<br />
Απευθύνεται σε παιδιά, γονείς, εκ παιδευτικούς και καθιστά σαφή την αναγκαιότητα των ιδανικών και των αξιών. Παρουσιάστηκε πρόσφατα<br />
στο Παιδικό Τμήμα Δημοτικής Βιβλιοθήκης Λάρισας από την ΕΛΟΣΥΛ και την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών Λάρισας, όπως επίσης και<br />
στο 8ο Σ.Ε.Κ.Φ στη στρογγυλή τράπεζα των Ψυχολόγων Μητροπολιτικού Κολλεγίου Θεσσαλονίκης. Το «Γκλούμινους» εικονογράφησε η Μίνα Κουζούνη, ιδρυτικό μέλος του Εργαστηρίου Τέχνης Χαλκίδας, με πολύχρονη εμπειρία στη διδακτική Τέχνης στα παιδιά. Είναι ένα παραμύθι αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που θα ζωγραφίζουν πάντα το πιο πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του ήλιου!</p>
<p><strong>«Π»: Στίχοι σας έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη &#8211; ερμηνευτή Αχιλλέα Μωραΐτη. Ποια η διαφορά της στιχουργικής από την ποίηση;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής μου συλλογής «Απόηχος», όπως και στιχουργήματά μου που δεν εντάσσονται σε κάποια από τις ποιητικές μ<br />
ου συλλογές έχουν μελοποιηθεί και ερμηνευτεί από τον Αχιλλέα Μωραΐτη. Η ερώτησή σας με παραπέμπει στον πίνακα της Demont-Breton<br />
στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως. Στο πρόσωπο της μάνας βλέπω την ποίηση και στο πρόσωπο των παιδιών βλέπω τη στιχουργική. Μοιάζουν πολύ, παρά τις διαφορές τους οι οποίες έχουν να κάνουν ενδεχομένως με τον σύγχρονο τρόπο ελεύθερης ποιητικής έκφρασης. Έπειτα, ο στίχος προς μελοποίηση χτίζεται από λέξεις όχι τόσο περίτεχνα δεμένες μεταξύ τους, προκειμένου να είναι εύληπτος και να έχει απήχηση. Η μορφή του δεν επιδέχεται διεύρυνση. Ο χρόνος που ο στίχος αφηγείται κάτι είναι συγκεκριμένος και όχι άχρονος όπως βλέπουμε σε πολλά ποιήματα. Επίσης το συναρπαστικό στη στιχουργική είναι η εφευρετικότητα των<br />
στιχουργών να λένε χιλιοειπωμένα, απλά πράγματα και όλοι εμείς να τα ακούμε σαν να μην έχουμε ακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο ως θεματολογία, ενώ η ποίηση συνεχίζει να χαμογελά και να αγκαλιάζει το ανοίκειο.</p>
<p><strong>«Π»: Τί σας στενοχωρεί;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Με στενοχωρεί ο σύγχρονος άνθρωπος που είναι εγκλωβισμένος στο «εγώ» του. Με στενοχωρεί η έλλειψη καλλιέργειας, αλληλεγγύης, κατανόησης και αγάπης. Διακρίνω πως ενώ υπάρχει πληθώρα πτυχίων, δεν υπάρχει επί της ουσίας καλλιέργεια και κριτική ικανότητα. Θλίβομαι βαθύτατα όταν<br />
γίνομαι μάρτυρας του μεγέθους του υποκειμενικού βιώματος της μοναξιάς των συνανθρώπων μου. Σχεδόν δυσφορώ όταν βλέπω ότι οι έννοιες είτε έχουν χάσει τη σημασία τους, είτε παίρνουν μορφή θολών ειδώλων μπροστά σε μία απειλή. Βλέπω τον σύγχρονο άνθρωπο αδύναμο να αναζητήσει την αλήθεια και αρκετά εξουθενωμένο για να αντιδράσει &#8211; όταν υπάρχει λόγος &#8211; και αυτό με στενοχωρεί.</p>
<p><strong>«Π»: Πιστεύετε ότι ο κόσμος θα αλλάξει;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που εργάζονται για να αλλάξει ο κόσμος είναι πολλοί. Ωστόσο, χρειάζεται να ενωθούν και να μην χάσουν την αισιοδοξία τους. Ίσως ακούγεται κλισέ, μα στις παρουσιάσεις παραμυθιών βλέπω φως στα μάτια των παιδιών. Βλέπω τόσο φως που τελικά πιστεύω πως θα νικήσει το όνειρο και θα μπορέσουν να τραγουδήσουν οι νεότεροι στον Κεμάλ πως θα αλλάξουν οι καιροί!</p>
<p><strong>«Π»: Έρωτας και θάνατος, ποίημά σας. «Ο έρωτας και ο θάνατος προχωρούν και η γη σκούζει, το ακούς;» Τί είναι ο έρωτας και ο θάνατος, πώς τον αντιλαμβάνεστε ως γιατρός και ως ποιήτρια;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Ο Έρωτας κι ο Θάνατος είναι δύο γεγονότα που συγκλονίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Έχουν ένταση και κλάμα. Έχουν ακραίους ρυθμούς. Τόσο ακραίους που συναντιούνται ακριβώς στο ίδιο σημείο. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με το μικρό του μεγέθους μας και την ανυπαρξία μας. Από ιατρικής σκοπιάς ο θάνατος είναι η παύση των ζωτικών λειτουργιών &#8211; κυρίως των αναπνευστικών και κυκλοφορικών λειτουργιών &#8211; ενώ ο έρωτας φαίνεται ως η ενεργοποίησή τους. Κάπως έτσι αναφέρονται και στην ποίηση, αν και κάποιες φορές μοιάζουν μεταξύ τους ή γεννούν ο ένας τον άλλο (όχι ότι το τελευταίο δεν συμβαίνει και στη ζωή). Αποπνέουν μυστήριο. Στην ποίηση οι προσεγγίσεις φαίνονται ως προσπάθειες να γίνουν κατανοητές οι δύο έννοιες, να αποκωδικοποιηθούν, αν και ο έρωτας εξυμνείται ενώ ο θάνατος τρόπον τινά φτάνει έως και να ξορκίζεται. Το αναπόφευκτο, κομμάτια της ίδιας της ζωής και ο έρωτας και ο θάνατος. «Μαζεύουν όλα τα χρώματα, τα ανακατεύουν και βάφουν τις ψυχές μαύρες. Την δική σου την άγγιξαν, το ξέρω, το ομολογείς;» &#8211; ένα απόσπασμα από το Έρωτας και ο Θάνατος, από τον Απόηχο μου.</p>
<p><strong>«Π»: Τί ετοιμάζετε;</strong></p>
<p>ΑΓΓ.Ζ.: Ετοιμάζω μία ποιητική συλλογή και ένα παραμύθι. Ετοιμάζω, ακόμα, μία δισκογραφική δουλειά σε στίχους δικούς μου, μουσική του Σπύρου Μπουλή και παραγωγή του Αχιλλέα Μωραΐτη. Πρόκειται στο σύνολό τους για έργα που με ενθουσιάζουν, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να πω περισσότερα πράγματα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>texnesonline.gr 22/9/2021</p>
<p>Γράφει ποιήματα εδώ και μια… ζωή, όμως μόλις πρόσφατα εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με την οποία κάνει και επίσημα, πια, το ντεμπούτο της στο χώρο της λογοτεχνίας. Οι ξεχωριστές ακαδημαϊκές της σπουδές, τα ποικίλα ενδιαφέροντά της, μα πάνω απ’ όλα η αγάπη της για τα βιβλία αποτέλεσαν το σύνολο των παραγόντων που επέδρασαν στη διαμόρφωση μιας αξιόλογης και ενδιαφέρουσας προσωπικότητας, την οποία σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στις Τέχνες. Μιλάμε για την ποιήτρια Αγγελική Ζευγολάτη και το βιβλίο της «Απόηχος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άλφα Πι».</p>
<p>Πάμε να τη γνωρίσουμε καλύτερα&#8230;</p>
<p>&#8211; Κυρία Ζευγολάτη, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;</p>
<p>Ξεκινάμε ίσως από την πιο δύσκολη ερώτηση. Σύμφωνα με τα πράγματα που γίνονται αντιληπτά ενσυνείδητα, στο φάσμα της φαινομενολογίας δηλαδή, είμαι η Αγγελική Ζευγολάτη, ιατρός, εν δυνάμει ψυχολόγος, συγγραφέας-ποιήτρια, μητέρα δύο αγοριών και σύζυγος του Δημήτρη. Πέρα από τα όρια της ανθρώπινης συνειδητότητας είμαι ένας μάρτυρας της συμπίεσης του χρόνου. Νιώθω ότι με αφορά η ερμηνεία της οντότητας των εμπειριών όλων μας και λειτουργώ σχεδόν εμμονικά ως προς την ανακούφιση του ψυχικού οργάνου, δείχνοντας διαφορετικές οπτικές γωνίες σε όλους όσους καλούνται να αντιμετωπίσουν το οτιδήποτε στη ζωή και είτε ζητούν τη βοήθειά μου, είτε διαβάζουν τα γραπτά μου.</p>
<p>&#8211; Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε αρχικά μέσω της ποίησης και όχι της συγγραφής;</p>
<p>Η ιδιοσυγκρασία μου και η ανάγκη μου να χωρώ το όλον μέσα σε μία σταγόνα, άλλοτε χαράς και άλλοτε δακρύων. Η τάση μου να επικοινωνώ τον τρόπο που αισθάνομαι για τα πράγματα, άλλοτε προκαλώντας το συναίσθημα και άλλοτε προκαλώντας τη σκέψη των συνανθρώπων μου.</p>
<p>&#8211; Απ’ όσο γνωρίζω γράφετε και παραμύθια. Σας αρέσει ο κόσμος των ονείρων, λοιπόν, δεδομένου ότι και η ποίηση απελευθερώνει τον νου και ταξιδεύει την ψυχή σε κόσμους μαγικούς και κατά το πλείστον φανταστικούς;</p>
<p>Ο κόσμος των ονείρων, αυτών που βλέπουμε στον ύπνο μας αλλά και αυτών που κάνουμε με τα μάτια ανοιχτά, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας. Χωρίς τα όνειρα είναι αδύνατον να οδηγηθούμε στην επίγνωση που είναι συνδεδεμένη με την «εξερεύνηση» του ασυνειδήτου μας. Τα όνειρα, όταν γίνονται λέξεις, περνούν μηνύματα. Δημιουργούν συνειρμούς, βοηθούν να μην κατασταλεί η σκέψη και το συναίσθημα. Λατρεύω τα όνειρα. Νιώθω πως μου επιτρέπουν να υπάρχω σε πολλούς κόσμους ταυτόχρονα και να ζω πολλές ζωές μαζί.</p>
<p>&#8211; Ο δικός σας εσωτερικός κόσμος απελευθερώνεται με την ποίηση;</p>
<p>Ο δικός μου εσωτερικός κόσμος απελευθερώνεται με την ποίηση. Όταν γράφω ποιήματα αισθάνομαι ότι δεν γράφω με μελάνι, αλλά με το αίμα της καρδιάς μου και πως κάπως έτσι στέλνω ανάσες στα αστέρια.</p>
<p>&#8211; Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;</p>
<p>Έμπνευση για εμένα μπορεί να αποτελέσει το συλλογικό ασυνείδητο, αλλά και το «εδώ και τώρα». Το χαμόγελο ενός παιδιού, το κελάϊδισμα ενός πουλιού, η καθημερινή ανθρώπινη πάλη εντός και εκτός μας.</p>
<p>&#8211; Πιστεύετε πως υπάρχει συνταγή επιτυχίας για την συγγραφή ενός καλού ποιήματος και γενικότερα ενός καλού βιβλίου;</p>
<p>Είναι σαν να με ρωτάτε αν υπάρχει συνταγή για να γεννηθεί ένα όμορφο και καλό παιδί. Όλα τα παιδιά είναι όμορφα και καλά γιατί τα έκανε η μάνα τους με αγάπη και πόνο, όπως ακριβώς γεννούν οι συγγραφείς τα πονήματά τους.</p>
<p>&#8211; Επιλέγετε να εκφραστείτε μέσω της ελεύθερης ποίησης, αλλά και της παραδοσιακής. Γιατί;</p>
<p>Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Εύβοια. Στο Αφράτι Ευβοίας, ένα μικρό χωριό λίγο πιο έξω από την πόλη της Χαλκίδας, πέρασα τα παιδικά μου χρόνια. Εκεί το στοιχείο της παράδοσης ήταν έντονο. Η αγαπημένη μου γιαγιά Κοκώ με έφερε πολύ κοντά στην παράδοση και τη λαογραφία του τόπου. Η παράδοση διαπότισε την ψυχή μου. Έπειτα, η ακαδημαϊκή μου πορεία συνεισέφερε τα μέγιστα στο να είμαι εις θέσιν να κινηθώ με ευκολία, τόσο στον κόσμο της τέχνης όσο και της διανόησης. Επιλέγω να εκφραστώ, λοιπόν, συνολικά και όχι μερικώς. Αυτός είναι ο λόγος που εκφράζομαι μέσω της ελεύθερης αλλά και της παραδοσιακής ποίησης.</p>
<p>&#8211; Έχετε πρότυπα ως ποιήτρια; Στα ποιήματά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας ποιητές ή ποιήτριες;</p>
<p>Πρότυπα έχω όλους τους συμπαντικά ρυθμισμένους ποιητές. Έρχονται στο μυαλό μου καθημερινά και πάντα σκαλίζω τα ποιήματά τους, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Πόε, ο Μπωντλαίρ, ο Καββαδίας και ο Νικόλας ο Άσιμος που πέρα από τη στιχουργική του βλέπω μία ποιητική ποιότητα η οποία θα πρότεινα να μελετηθεί από τους κύκλους των φιλολόγων και τα ελληνικά γράμματα. Θα έλεγα πως ο αναγνώστης διαπιστώνει διαβάζοντας την ποίησή μου επιρροές πολλαπλών ζυμώσεων της πνευματικής αλλά και της καθημερινής μου συναναστροφής με ομότεχνούς μου και όχι μόνο.</p>
<p>&#8211; Ξεκινήσατε επίσημα τη λογοτεχνική σας πορεία κυκλοφορώντας την πρώτη σας ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις «Άλφα πι». Τίτλος της «Απόηχος». Γιατί τώρα;</p>
<p>Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, γράφω. Άλλα κείμενα τα κρατώ, άλλα τα σκίζω ανάλογα με το πάθος της στιγμής. Κάποιες φορές νιώθω να με αφορά ο διαμοιρασμός και κάποιες η τέχνη για την τέχνη. Με αφορά επίσης να νιώθω ασφαλής με τους συνεργάτες μου και να δημιουργώ ειλικρινείς σχέσεις με κοινό παρονομαστή το συναίσθημα. Αυτό το συνάντησα στον Εκδοτικό οίκο ΑΛΦΑ ΠΙ, στο πρόσωπο του Γιάννη του Παληού και της κόρης του Αρετής. Επιπλέον, έχω την αίσθηση ότι ο κάθε άνθρωπος έχει -και πρέπει να έχει- τον δικό του χρόνο για να εκφραστεί ή να αποφασίσει να εκφραστεί. Τον χρόνο αυτό τον ορίζουν ή τον πυροδοτούν και οι υποχρεώσεις και οι συγκυρίες της ζωής.</p>
<p>&#8211; Πόσο χρόνο χρειάστηκε για να ολοκληρώσετε το βιβλίο σας;</p>
<p>Ο ΑΠΟΗΧΟΣ χρειάστηκε μια ζωή και έναν χρόνο ακριβώς για να ολοκληρωθεί. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο προετοιμασίας, ένα από τα ποιήματά μου, η «Γυναίκα» απέσπασε το τρίτο πανελλήνιο βραβείο στον διαγωνισμό ποίησης ΕΠΟΚ-ΚΕΛΑΙΝΩ, στον πρώτο διαγωνισμό που έλαβα ποτέ μέρος. Κάτι το οποίο έγινε τώρα, γιατί τώρα ένιωσα έτοιμη, γιατί τώρα ένιωσα πως το ήθελα με όλη μου την ψυχή.</p>
<p>&#8211; Τι ακριβώς πραγματεύονται τα ποιήματά σας;</p>
<p>Πραγματεύονται τον Έρωτα, τον Θάνατο, την εξουσία, την τάξη πραγμάτων, την ανθρώπινη πάλη. Προκύπτουν από τον εμπειρισμό και την παρατήρηση και περνούν από τα αντιληπτικά μου φίλτρα στο χαρτί, προκειμένου να συνδιαλεχθώ -αν μου επιτρέπετε- μαζί σας.</p>
<p>&#8211; Πού ακριβώς στοχεύετε ως συγγραφέας μέσω του βιβλίου σας, στην ψυχαγωγία, στον προβληματισμό, ή στην απελευθέρωση της ψυχής του αναγνώστη;</p>
<p>Μέσα από την ποιητική μου συλλογή στοχεύω να επικοινωνήσω με όποιον κρατήσει τον Απόηχο στα χέρια του. Στοχεύω σε έναν ζωντανό διάλογο με τον αναγνώστη, σε μία σχέση μαγείας όπως είναι αυτή που αναπτύσσουν οι αναγνώστες με τον ποιητή. Δύο, ίσως άγνωστοι, άνθρωποι μεταξύ τους που όμως συναντιούνται σε κοινή συντεταγμένη στον χάρτη των συναισθημάτων, σε τυχαίο χρόνο. Θέλω να πιστεύω πως τα ποιήματά μου έχουν μία πλαστικότητα. Ελπίζω ότι ενδεχομένως προσαρμόζονται στις εμπειρίες και τις ανησυχίες του καθενός από εμάς και ανακουφίζουν το ψυχικό όργανο, δείχνοντας κατ’ αρχήν ότι κανείς δεν είναι μόνος/η. Η ψυχαγωγία, ο προβληματισμός και η απελευθέρωση της ψυχής του αναγνώστη, μέσα από τον Απόηχο, αποτελούν την ευχή και τον στόχο μου.</p>
<p>&#8211; Υπάρχει κάποιο από τα ποιήματα της συλλογής στο οποίο καθρεφτίζονται στοιχεία του εαυτού και της προσωπικότητας σας;</p>
<p>Στο χαρτί καταθέτω την ψυχή μου κάθε φορά που γράφω. Υπάρχουν ποιήματα που φέρουν δικές μου εμπειρίες από το χθες, όπως το «Έβαλες πλώρη», σκέψεις δικές μου από το σήμερα όπως είναι η «Προσευχή», αλλά και δικές μου ελπίδες όπως φαίνεται στο στιχουργικό ποίημα «Αητέ μου». Όλα μου τα ποιήματα, βέβαια, ακολουθούν μία προσωπική, ανυπάκουη και ανένταχτη φόρμα γραφής, στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας μου.</p>
<p>&#8211; Η εποχή της πνευματικής και οικονομικής κρίσης θεωρείτε ότι μπορεί να επηρεάσει την πορεία ενός λογοτέχνη;</p>
<p>Εξαρτάται πώς ο λογοτέχνης ορίζει την πορεία του. Στα πλαίσια της πνευματικής κρίσης, η ευθύνη του λογοτέχνη είναι μεγάλη και κατά την ταπεινή μου γνώμη ο συγγραφέας θα πρέπει να λειτουργεί ως σύγχρονος ιεραπόστολος. Θα πρέπει να εμπνέει, να δείχνει διεξόδους, να ανακουφίζει τον συνάνθρωπο. Στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, υπάρχουν τρόποι ο λογοτέχνης να δίνει το παρόν στην ψυχαγωγία, τον προβληματισμό και την απελευθέρωση της ψυχής του κόσμου, αλλά και της δικής του ψυχής.</p>
<p>&#8211; Μιλήστε μας για το πρώτο σας εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Άλφα Πι»; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την περαιτέρω προώθηση ενός βιβλίου;</p>
<p>Το πρώτο μου εκδοτικό σπίτι είναι ο ΑΛΦΑ ΠΙ. Πρόκειται για έναν χιώτικο Εκδοτικό οίκο που θα αποκαλούσα «οικογένεια». Εύχομαι σε όλους τους συγγραφείς η πρώτη τους εμπειρία να είναι σαν τη δική μου. Στο τιμόνι του ΑΛΦΑ ΠΙ, πλέον, βρίσκεται η συγγραφέας Αρετή Παληού, η κόρη του Γιάννη που η αγάπη του για τα βιβλία μας έχει καθηλώσει όλους. Κρατούν ψηλά το πνεύμα διαχωρίζοντάς το σαφώς από την ύλη. Ο Γιάννης Παληός είναι ευαίσθητος και συνειδητοποιημένος. Κατέχει πατρική θέση στη ζωή και στη συνείδησή μου. Είναι η ψυχή του εκδοτικού μου οίκου. Είμαι ευχαριστημένη και βαθιά συγκινημένη από τη συνεργασία μου με τον ΑΛΦΑ ΠΙ. Νιώθω ευλογία που ο μοναχικός δρόμος της ποίησης μου επεφύλασσε τέτοια συναπαντήματα με τόσο αξιοπρεπείς και καλλιεργημένους ανθρώπους. Ένας καλός εκδοτικός οίκος κατ’ αρχήν επικοινωνεί με τον συγγραφέα σε όλα τα επίπεδα. Εμπνέει, καθοδηγεί και συμβάλει σημαντικά για την περαιτέρω προώθηση ενός βιβλίου. Ο εκδοτικός ΑΛΦΑ ΠΙ είναι ένας άριστος ναός διακίνησης ελεύθερης σκέψης.</p>
<p>&#8211; Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;</p>
<p>Σχεδιάζω την παρουσίαση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής «Απόηχος», από τις Εκδόσεις ΑΛΦΑ ΠΙ, η οποία θα γίνει στο Cielo Resto-bar στο λιμάνι της Νέα Μηχανιώνας στη Θεσσαλονίκη, το Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021 και ώρα 8μμ. Δίπλα στο κύμα, υπό το φως του φεγγαριού θα παρουσιαστούν τα ποιήματά μου με τη συνοδεία της μπάντας Μεσόγειος project και θα τραγουδηθούν κάποια από αυτά από τον Σωκράτη Παπαϊωάννου και την Εύη Κουτσαυτάκη, σε σύνθεση Νίκου Πανδή και επιμέλεια του μοναδικού μαέστρου Γιάννη Γιαννούλη. Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι.</p>
<p>&#8211; Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;</p>
<p>Το βιβλίο μου διατίθεται από τις Εκδόσεις ΑΛΦΑ ΠΙ, Ροδοκανάκη 7, Χίος. Στη Χαλκίδα από το βιβλιοπωλείο Ελλέβορος, Αβάντων 87. Στην Αθήνα από το βιβλιοπωλείο captainbook, Κατόπιν παραγγελίας, Σόλωνος 99. Στην Θεσσαλονίκη από το βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Λεωφόρος Νίκης 3.</p>
<p>Διατίθεται επίσης ηλεκτρονικά στα καταστήματα protoporia.gr, captainbook.gr, και στη μηχανή αναζήτησης skroutz.gr για όλα τα βιβλία του Εκδοτικού οίκου ΑΛΦΑ ΠΙ.</p>
<p>&#8211; Κυρία Ζευγολάτη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σας έργο.</p>
<p>Σας ευχαριστώ θερμά για την ευχή σας και για την τιμή που μου κάνατε! Ήταν πολύ όμορφη η επικοινωνία μας. Σας ευχαριστώ!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ</strong></h6>
<p>MAXMAG 24/7/2023</p>
<p>Η Αγγελική Ζευγολάτη είναι μία γυναίκα επιστήμονας, ποιήτρια αλλά πάνω απ’ όλα μια μητέρα που αποζητά το καλύτερο για την οικογένειά της. Η Αγγελική Ζευγολάτη λατρεύει την λογοτεχνία αλλά κυρίως την ποίηση από την οποία εκφράζεται. Γράφει για να δώσει πνοή και έμπνευση σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη. Γράφει για να εκφραστεί μέσα από την επιστήμη της που τόσο αγαπάει. Η Αγγελική Ζευγολάτη είναι ένα δοτικός άνθρωπος που χαίρεσαι να συζητάς από επιστημονικά θέματα μέχρι για τα πιο απλά καθημερινά πράγματα.</p>
<p>Η Αγγελική Ζευγολάτη άνοιξε την καρδιά της στο Maxmag και μίλησε για την ποίηση, την στιχουργική, τις σκέψεις της για τον χώρο της λογοτεχνίας καθώς και για τα μελλοντικά της σχέδια.</p>
<p><strong>Καλώς ήλθες στο Maxmag και σε ευχαριστώ για την συνέντευξη! Εργάζεσαι ως ψυχολόγος ενώ παράλληλα δραστηριοποιείσαι στη ποίηση και την στιχουργική. Πως καταφέρνεις να συνδυάσεις δύο διαφορετικούς κλάδους;</strong></p>
<p>Η βασική μου απασχόληση είναι στο ανθρώπινο δυναμικό βιομηχανικής εταιρίας. Βέβαια ασχολούμαι και με τα παιδιά μου τα οποία καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου και της ημέρας μου.</p>
<p>Η ποίηση και η στιχουργική δεν διαφέρουν μεταξύ τους τόσο πολύ έτσι ώστε να κάνω κόπο να τα συνδυάσω. Απλά η στιχουργική είναι πιο συγκεκριμένη. Είναι μια έμμετρη ποίηση. Η ποίηση αυτή καθ’ αυτή εξαρτάται σε ποιο ύφος θα γράψεις, αλλά στην ουσία της είναι στάση ζωής, είναι έμπνευση. Είναι μια προσπάθεια να αγγίξουμε το αφανέρωτο και να αποκαλύψουμε το κρυμμένο. Θα έλεγα ότι η μάνα είναι η ποίηση και η στιχουργική το παιδί της. Τίποτα δεν έχει να ζηλέψει το παιδί από τη μάνα. Συνηθίζω να λέω ότι η στιχουργική κρύβει μία μαγεία γιατί μπορείς να πεις ακριβώς το ίδιο πράγμα πολλές φορές αρκεί να το πεις με διαφορετικό τρόπο και στα αυτιά του ακροατή θα είναι σαν να το ακούει για πρώτη φορά. Όλα συνδυάζονται με καλή θέληση και με μεράκι. Είναι σαν να μας μιλάει η Ερατώ η μούσα της ποίησης, αυτή μας τα ψιθυρίζει όλα.</p>
<p><strong>Η μούσα Ερατώ είναι η έμπνευσή σου;</strong></p>
<p>Η μούσα Ερατώ υποτίθεται ότι έρχεται και μας τα ψιθυρίζει. Εγώ αντλώ έμπνευση από την καθημερινότητα μου, την πολιτική κατάσταση, τα κοινωνικά φαινόμενα, τα παιδιά μου, το πέταγμα μιας πεταλούδας ακόμα και από τα καιρικά φαινόμενα. Όλα είναι ικανά να μου δημιουργήσουν έμπνευση.</p>
<p><strong>Πως μπήκαν η ποίηση και η λογοτεχνία στη ζωή σου;</strong></p>
<p>Συνειδητοποίησα από πολύ μικρή ηλικία ότι ήταν εκεί σαν στάση ζωής. Ήταν εκεί σαν τρόπος έκφρασης.</p>
<p><strong>Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ποιητές;</strong></p>
<p>Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Ναζίμ Χικμέτ, Μπωντλαίρ και ο Νικόλας Άσιμος. Είναι τρεις ποιητές που έχουν συνέπεια λόγου και πράξης. Ο Ναζιμ Χικμετ ήταν ένα βαθύτατα πολιτικοποιημένο άτομο. Τα ποιήματά του έχουν μια πλαστικότητα, είναι επίκαιρα μέχρι και τώρα σε κάθε χώρα και σε κάθε πολιτικό χώρο και σε κάθε κατάσταση. Οι άλλοι δύο είχαν μία εσωτερικότητα. Για τον Μπωντλαίρ λέγεται ότι πάλευε με την ψυχασθένεια. Μου αρέσει ο τρόπος που το βγάζει αυτό και στα ποιήματα του όπως και η ψυχική υπερένταση που είχε ο Άσιμος. Μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο το αποτυπώνει στους στίχους του που εγώ αυτό το αποκαλώ ποίημα. Νιώθω ότι οι σύγχρονοι φιλόλογοι θα έπρεπε να μελετήσουν λίγο παραπάνω τον Νικόλα Άσιμο.</p>
<p><strong>Η χώρα μας γέννησε ταλαντούχους ποιητές και ποιήτριες που διακρίθηκαν για το έργο τους και έκαναν την Ελλάδα γνωστή στα πέρατα του κόσμου. Πιστεύεις ότι οι Έλληνες επιλέγουν να διαβάσουν ποίηση ακόμα και σήμερα σε σχέση με το παρελθόν;</strong></p>
<p>Δεν ξέρω αν στις μέρες μας υπάρχουν ποιητές όπως οι ποιητές που έχουμε στο μυαλό μας, όπως οι Έλληνες εκείνοι που μεγαλούργησαν, κατάφεραν να οδηγήσουν την σκέψη των ανθρώπων, να εμπνεύσουν μια ολόκληρη γενιά και να οδηγήσουν σε επαναστάσεις και σε αγώνες για τα δικαιώματα όπως και έγινε τα χρόνια του Θεοδωράκη και του Χατζηδάκι ή όσα έγραφαν ο Ελύτης και ο Ρίτσος. Νιώθω ότι η γραφή των σύγχρονών μου – βάζω και εμένα μέσα, αν και σε μένα θα κάνω μία διάκριση – θα πω ότι οι σύγχρονοι γραφούν σε διαφορετικά επίπεδα διανόησης. Γραφούν σύμφωνα με τις επιταγές του 2023. Γράφουν για την ευκολία, το εύπεπτο και το ευκολομάσητο. Οπότε κάπως έτσι είναι και τα κείμενα που κυκλοφορούν.<br />
Δεν συζητάμε για τους λογοτεχνικούς κύκλους και τους κόλακες. Στις μέρες μας μπαίνουν πάρα πολλά μέσα στο παιχνίδι ακόμα και το χρήμα. Εμένα θα με διαφοροποιήσω από αυτό γιατί δεν θα με αποκαλέσω ποιήτρια σε καμία περίπτωση. Θα με αποκαλέσω γιατρό. Ο τρόπος που γράφω είναι αμιγώς ιατρικός, από έρευνες από τα χρόνια του Φρόιντ μέχρι και την τελευταία έρευνα που έχω υπόψη μου που δημοσιεύθηκε το 2015 από το πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ. Ο τρόπος που γράφω είναι ακριβώς αυτός που ενισχύει την αυτοβιογραφική μνήμη. Μόνο με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος μπορεί να κινηθεί βάσει της ιδιοσυγκρασίας του και να προχωρήσει σε ένα ξέφωτο. Δεν γίνεται να φάει μασημένη τροφή. Πρέπει μόνος του να σκεφτεί, να αναζητήσει και τελικά να καταλήξει, αν καταλήξει κάπου. Αν όχι τότε η διαδρομή ήταν πολύ ωραία.</p>
<p><strong>Στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης έγινε η παρουσίαση της συλλογής γραπτού και ποιητικού λόγου «Πίνακες». Θα μας πεις δύο λόγια για αυτή τη συλλογή;</strong></p>
<p>Αυτή η συλλογή ως σύλληψη δεν ξεκίνησε για να κυκλοφορήσει ως συλλογή πεζού και ποιητικού λόγου. Στη φαρέτρα μου έχω αμέτρητα ποιήματα και είχα στείλει αρκετά στον εκδοτικό οίκο. Ωστόσο ο κύριος Χαριστός, ο επιμελητής των Εκδόσεων Γράφημα πρότεινε να γίνει μία συλλογή ως κάτι το πρωτότυπο και πιο ξεκούραστο στην ανάγνωση. Όποτε δέχτηκα την ιδέα του καθώς είχα ακούσει καταπληκτικά λόγια για τα ποιήματά μου.</p>
<p><strong>Στο οπισθόφυλλο από τους «Πίνακες διαβάζουμε το εξής:</strong><br />
<strong>Κι όλο ψάχνω να βρω</strong><br />
<strong>τον εαυτό μου</strong><br />
<strong>Γιατί είναι τόσο δα μικρός</strong><br />
<strong>Τόσο μικρός</strong><br />
<strong>Που ξεγλιστρά και χάνεται.</strong><br />
<strong>Μπορείς να μας σχολιάσεις αυτό το στιχάκι;</strong></p>
<p>Πιστεύω ότι ο καθένας από μας είναι μία σταγόνα και όλες οι σταγόνες μαζί κάνουμε τον ωκεανό της ανθρωπότητας. Αν ξεγελαστούμε και πιστέψουμε ότι είμαστε κάτι περισσότερο από αυτό, νιώθω ότι οι συνέπειες θα είναι ολέθριες. Όπως επίσης δεν πιστεύω ότι έχει συναντήσει κανείς απόλυτα τον εαυτό του γιατί μέχρι να πεθάνει θα συναντάει πρωτόγνωρες καταστάσεις. Κανείς μας δεν ξέρει πως θα αντιδράσει σε τέτοιου είδους καταστάσεις.</p>
<p><strong>Τον 2022 κυκλοφόρησε το παιδικό παραμύθι «Γκλούμινους». Μπορείς να μας μιλήσεις για το βιβλίο και τι ακριβώς πραγματεύεται;</strong></p>
<p>Μια διαδρομή ηρώων από το σκοτάδι στο φως. Είναι δύο ήρωες η Οφηλία και ο Κένταυρος που μπλέκουν πάρα πολύ τα σεξπηρικά χρόνια. Η Οφηλία κρατάει μέχρι το τέλος το τραγικό της πρόσωπο. Ο Κένταυρος προέρχεται από την μυθολογία. Είναι μία προσπάθεια να συνδεθεί ο αναγνώστης τόσο με τη μυθολογία όσο και με το πλούσια λεξιλόγιο αλλά και τις φιγούρες του Σαίξπηρ καθώς και να ανατρέξει στον Άγγλο συγγραφέα.</p>
<p>Οι δύο ήρωες είναι περίεργοι χαρακτήρες με κοινό παρονομαστή την ειλικρίνεια, την αγάπη, την αυτοθυσία. Δένονται σε ένα ταξίδι που τους οδηγεί στη χώρα του ονείρου. Εκεί γνωρίζουν πολλά και διαφορετικά άτομα. Μιλούν με τον Γέροντα Σοφό ο οποίος είναι η σταθερά, η πατρική συμβουλή και συμβολή. Προσπαθώντας να σώσουν το Γκλούμινους φθάνουν για να γνωρίσουν τον Μεγάλο Μάγο. Ο Μεγάλος Μάγος δεν είναι κακός. Ουσιαστικά μέσα από τα τραύματα που κουβαλάει και την προσπάθειά του να σώσει αυτά που του άφησαν οι γονείς του, φθάνει στο σημείο να αδικήσει τους δύο ήρωές μας. Η Οφηλία και ο Κένταυρος μέσα από την αγάπη κερδίζουν την ελευθερία τους και καταφέρνουν να σώσουν όχι μόνο τους εαυτούς τους αλλά και τους άλλους.<br />
Το «Γκλούμινους» είναι ένα παραμύθι με πολλαπλά μηνύματα που έχω την αίσθηση ότι δεν απευθύνεται μόνο στο παιδικό κοινό. Το παραμύθι παρουσιάστηκε στο 8ο Συνέδριο Καινοτομίας των Ψυχολόγων του Μητροπολιτικού Κολλεγίου υπό την αιγίδα του UEL. Πήρε διθυραμβικές κριτικές από πειραματικούς ψυχολόγους, ψυχολόγους του EMDR. Νιώθω ότι μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα εργαλείο τόσο σε σχολεία, εφόσον το διαβάσουν εκπαιδευτικοί στα παιδιά και μετά τα παιδιά από μόνα τους, όσο σε μονάδες τραύματος, νοσοκομεία, συλλόγους κωφών και σε νοσοκομεία για τραυματισμένα παιδιά.</p>
<p><strong>Στο «Γκλουμινους» χρησιμοποιείς αρκετές αλληγορίες για να εμβαθύνεις στις έννοιες. Τι είναι αυτό που θέλεις να πάρουν τα παιδιά και οι ενήλικες διαβάζοντας το παραμύθι;</strong></p>
<p>Θέλω να καταλάβουν ότι κανείς δεν είναι κακός με την θέληση του. θέλω να καταλάβουν τον δρόμο που ακολουθεί ο καθένας από μας προς την αυτοπραγμάτωση του. Θα ήταν σωστό να ακολουθηθεί ο δρόμος της θετικής ψυχολογίας και του μοντέλου Perma, του Αμερικανού ψυχολόγου Σέλιγκμαν. Να μάθουν δηλαδή πώς να αισθάνονται και να σκέφτονται θετικά, να είναι ανθεκτικοί, να νοηματοδοτούν την κάθε τους πράξη και μετά να περνούν στην δράση και στην επίτευξη.</p>
<p>Επίσης, θέλω να περάσω στον κόσμο ότι μία κατάσταση όσο άσχημη και αν φαίνεται, αν αλλάξουμε τον τρόπο που την βλέπουμε όπως και αν αλλάξουμε τις αυτόματες σκέψεις μας, τα συναισθήματα και παρατηρήσουμε την συμπεριφορά μας τότε θα δοθούν και πάρα πολλές εναλλακτικές σκέψεις. Θα δοθούν λύσεις και θα αλλάξει εν γένει η κατάσταση αυτή καθ’ αυτή.</p>
<p><strong>Ποια ήταν η πιο καθοριστική στιγμή στη πορεία σου στη συγγραφή;</strong></p>
<p>Η πιο καθοριστική στιγμή ήταν στην παρουσίαση της συλλογής ποιητικού και πεζού λόγου «Πίνακες». Ήταν μία παρουσίαση η οποία με εξέπληξε για δύο λόγους. Πρώτον με εξέπληξε κατά το ήμισυ ευχάριστα γιατί δίπλα μου βρέθηκαν άνθρωποι της δημοσιογραφίας, της αληθινής διανόησης και πολλά νέα φωτισμένα παιδιά απ’ όλα τα μετερίζια. Δεύτερον με εξέπληξε και δυσάρεστα γιατί εκεί βρέθηκαν και άνθρωποι οι οποίοι μου άλλαξαν τον τρόπο σκέψης για το πώς θα προχωρήσω πλέον στους λογοτεχνικούς κύκλους και τους ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτό.</p>
<p><strong>Με τι άλλο αγαπάς να ασχολείσαι τον ελεύθερο σου χρόνο;</strong></p>
<p>Με τα παιδιά μου, με τον γάτο μου διότι όταν ασχολούμαι με αυτόν έχει πλάκα. Ακόμη, μου αρέσουν οι οικογενειακές εκδρομές, τα ταξίδια και το διάβασμα κυρίως με βιβλία που αφορούν την λογοτεχνία και την ψυχοθεραπεία.</p>
<p><strong>Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον;</strong></p>
<p>Τα σχέδια μου για το μέλλον είναι να συνεχίσω από την τελευταία παρουσίαση και δώθε να σκέφτομαι και να νοηματοδοτώ την ύπαρξη μου τόσο την λογοτεχνική όσο και την καθημερινή ώστε να παράγω πολύ όμορφα πράγματα.</p>
<p>Το πιο άμεσο και είναι εφικτό να ανακοινωθεί είναι ότι το φθινόπωρο του 2023 θα βγει το φθινόπωρο του 2023 μία μουσική συλλογή από οχτώ λαϊκά τραγούδια, μέσα σε ένα έντεχνο πνεύμα. Είναι μια συνεργασία που κάνω με τον συνθέτη και ερμηνευτή Σπύρο Μπουλή, ο οποίος έχει αναλάβει και την ενορχήστρωση. Η παραγωγή θα είναι του τραγουδοποιού Αχιλλέα Μωραΐτη και μαζί μας είναι και δύο ακόμη άτομα, στο μπουζούκι ο Γιώργος Γερματσίδης και στο ακορντεόν ο Αλέξανδρος Καμπουράκης ενώ στα φωνητικά είναι η Δήμητρα Μπουλή. Είναι μια εξαιρετική δουλειά από καρδιάς που τιτλοφορείται «Οι μικροί αστερίσκοι» και για την οποία αισθάνομαι βαθύτατη ευγνωμοσύνη! Είναι μια δουλειά που αποδεικνύει ότι η φιλία και η αγάπη μπορούν να φέρουν ίδια και ακόμα καλύτερα αποτελέσματα με αυτά μιας ακριβοπληρωμένης παραγωγής! Είμαι υπερήφανη και ευχαριστώ την ομάδα μου!</p>
<p><strong>Ποια ευχή θα ήθελες να στείλεις στους αναγνώστες του Maxmag;</strong></p>
<p>να μην σταματούν ποτέ να ψάχνουν. Να αναζητούν τον εαυτό τους και να φθάσουν, όπως αναφέρω στο ποίημά μου «Ο κήπος», στο σημείο από τον κήπο τους να στέλνουν ευχές και χαιρετίσματα σε όλο τον κόσμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/10/%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b6%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%bf%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ </title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 03 Aug 2022 15:42:12 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18196</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στην Μπραϊλα της Ρουμανίας και πέθανε στην ’Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον Andre Breton και τους υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον Rene Laforgue. Το 1935 δίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη « Περί σουρεαλισμού » και εκδίδει την Υψικάμινο, το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-2/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ </span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στην Μπραϊλα της Ρουμανίας και πέθανε στην ’Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον Andre Breton και τους υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον Rene Laforgue.<br />
Το 1935 δίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη « Περί σουρεαλισμού » και εκδίδει την Υψικάμινο, το κατεξοχήν υπερρεαλιστικό κείμενο. Το 1945 κυκλοφορεί η Ενδοχώρα και ακολουθούν τα Γραπτά η Προσωπική Μυθολογία το I960 και η ’Αργώ η Πλους αεροστάτου το 1964-65 στο περ. Πάλι, με περικοπές. Μετά το θάνατό του, το 1980 κυκλοφορεί πλήρης η ’Αργώ, η συλλογή Οκτάνα καθώς και το θεατρικό έργο του Πικάσσο Τα τέσσερα κοριτσάκια σε μετάφραση του ποιητή. Το 1985 εκδίδεται το Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως Αύριο και ως Χθες και το Άρμαλα η Εισαγωγή σε μία πόλι (εισαγωγή σ’ ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε).<br />
Τον Δεκέμβριο του 1990 άρχισε να εκδίδεται, σύμφωνα με τη θέληση του ποιητή, ο Μέγας Ανατολικός, το τεράστιο έργο ζωής του Ανδρέα Εμπειρικού που το επεξεργαζόταν επί 25 χρόνια. Άρχισε να γράφεται το 1945 και ολοκληρώνεται υστέρα από ενδιάμεσες φάσεις το 1970. Το μυθιστόρημα αποτελείται από 100 κεφάλαια, που συγκροτούν πέντε μέρη, και η έκδοσή του ολοκληρώθηκε το 1992 σε οκτώ τόμους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και τολμηρότερο μυθιστόρημα της ελληνικής γλώσσας.<br />
Το 1995, για να τιμηθούν τα 20 χρόνια από το θάνατο του ποιητή,<br />
εκδόθηκε μια πλακέτα με το ποίημά του ΕΣ-ΕΣ-ΕΣ-ΕΡ Ρωσία.<br />
Το 1997 κυκλοφόρησε το ανέκδοτο πεζό του Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, που ανήκει στην ενότητα Τα χαϊμαλιά του έρωτα, όπου ανήκει και η Αργώ.<br />
Το 2000 κυκλοφόρησαν σε ανεξάρτητη έκδοση τα δύο εγκόσμια για<br />
τον Ν. Εγγονόπουλο : Νικόλαος Εγγονόπουλος ή Το θαύμα του<br />
Έλμπασάν και του Βοσπόρου και Διάλεξη 1963.<br />
Ο Ανδρέας Εμπειρικός είναι από τους κύριους εισηγητές της επιστήμης της ψυχανάλυσης στην &#8216;Ελλάδα με τον Δ. Κουρέτα και τον Γ. Ζαβιτζιάνο, με τη συνεργασία και τη συνδρομή της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο ίδιος άσκησε την ψυχαναλυτική πρακτική επί δεκαέξι έτη (1935-1951)<br />
Τα περισσότερα έργα του κυκλοφορούν στις Εκδόσεις Άγρα.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>Ποιήματα και πεζά</strong></p>
<p>ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ («Κασταλία» 1935, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)<br />
ΕΝΔΟΧΩΡΑ (1934-1937) («Το Τετράδιο» 1945, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)<br />
ΓΡΑΠΤΑ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (1936-1946) («Δίφρος» 1960, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)<br />
ΟΚΤΑΝΑ («Ίκαρος» 1980· γράφεται μεταξύ 1958-1965)[69]<br />
ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ Η Η ΣΗΜΕΡΟΝ ΩΣ ΑΥΡΙΟΝ ΚΑΙ ΩΣ ΧΘΕΣ («Άγρα» 1984· συγκροτείται μεταξύ 1965-1971)<br />
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ (πλήρης έκδοση σε οκτώ τόμους: «Άγρα» 1990-1992 και Ανθολόγιον: «Άγρα» 2011· η συγγραφή και επεξεργασία του έργου διήρκεσε από το 1945 μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του Εμπειρίκου)<br />
ΤΑ ΧΑΪΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ: Αργώ ή Πλους αεροστάτου («Ύψιλον» 1980), Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης («Άγρα» 1998), Βεατρίκη ή Ο έρωτας του Buffalo Bill («Άγρα» 2012 στη συγκεντρωτική έκδοση όλης της τριλογίας, η οποία γράφεται μεταξύ 1944-1945)</p>
<p><strong>Μεταφράσεις</strong></p>
<p>ΥΠΕΡΕΑΛΙΣΜΟΣ Α΄ («Γκοβόστης» 1938 και 1992) Μετάφραση των κειμένων του Μπρετόν από τον Α. Ε.<br />
ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΙΝ ΥΠΟ ΤΗΣ Α. Β. Υ. Πριγκιπίσσης Μαρίας του Γεωργίου («Εκδόσεις Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Ομάδος» 1950)<br />
PABLO PICASSO: Τα τρία κοριτσάκια («Άγρα» 1979)</p>
<p><strong>Αυτοτελείς εκδόσεις</strong></p>
<p>ΕΣ ΕΣ ΕΣ ΕΡ ΡΩΣΣΙΑ (Ανέκδοτο ποίημα, έκδοση για τα 20 χρόνια από το θάνατο του ποιητή· «Άγρα» 1995)<br />
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΡΩΣΣΙΑ: Ημερολόγιο και φωτογραφίες (Δεκέμβριος 1962) («Άγρα» 2001)<br />
ΦΩΤΟΦΡΑΚΤΗΣ: Οι φωτογραφίες του Ανδρέα Εμπειρίκου («Άγρα» 2001)<br />
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ, ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ, ΜΙΑ ΔΗΛΩΣΗ (έκδοση εκτός εμπορίου, «Άγρα» 2001)<br />
Η ΑΝΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ («Άγρα» 2004)<br />
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΟΥ ΜΑΡΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ («Άγρα» 2009)<br />
ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΟΥ ΩΣ ΚΙΝΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΠΙΟΥ (1933) (Από την ανέκδοτη συλλογή Προϊστορία ή Καταγωγή, έκδοση εκτός εμπορίου, «Άγρα» 2009)<br />
Ο ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ (1960) («Άγρα» και «Εστία» 2013)<br />
1934· ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ («Άγρα» 2014· τα πρό της Υψικαμίνου ποιήματα)<br />
ΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΤΟΥ ΖΩΔΙΑΚΟΥ («Άγρα» 2018· ανέκδοτα κείμενα από τη συλλογή Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ-001.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18199 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ-001.jpg" alt="" width="361" height="510" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ-001.jpg 453w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ-001-212x300.jpg 212w" sizes="(max-width: 361px) 100vw, 361px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/3.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18197 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/3.jpg" alt="" width="360" height="531" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/3.jpg 542w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/3-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 360px) 100vw, 360px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΒΙΒΛΙΟ.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18198 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΒΙΒΛΙΟ.jpg" alt="" width="361" height="542" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΒΙΒΛΙΟ.jpg 533w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΒΙΒΛΙΟ-200x300.jpg 200w" sizes="(max-width: 361px) 100vw, 361px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ&nbsp; (1934)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ ΕΝΤΟΣ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗΣ</strong></h5>
<p>Όταν με την<br />
βαρύτητα του ανέμου που συναρπάζει<br />
τα φρόκαλα μέσ’ απ’ τα πόδια των<br />
μανάδων εσάλπησε το πεφταστέρι τις<br />
τελευταίες εντολές των θεανθρώπων<br />
σηκώθηκε υπερήφανος ο φθόγγος και μ’<br />
ευκαμψία τελείου μηχανικού<br />
λεπτολογήματος παρέσυρε την ευτυχία<br />
προς τα πελάγη μιας παμμεγίστης<br />
παλιρροίας. Τότε συνέβη να<br />
φτερνισθούν οι φυσητήρες και όλα τα<br />
κήτη ανέστρεψαν την κοιλιά τους και<br />
κατεποντίσθησαν αύτανδρα τα<br />
περασμένα κουφάρια υπέρ της<br />
αναγεννήσεως της ευτυχίας υπέρ της<br />
εκπληρώσεως των<br />
εσχατιών υπέρ της ειρήνης υπέρ της<br />
αμαυρώσεως υπέρ της εκλάμψεως της<br />
αληθείας υπέρ<br />
της κατισχύσεως των ρόδων και<br />
της<br />
μαγικής αράχνης εν έτει χαράς<br />
για τον<br />
αιώνα των μεγάλων ολισθημάτων<br />
των<br />
κυμάτων επάνω στα στεκούμενα<br />
καράβια.</p>
<h5><strong>ΕΛΥΤΡΟΝ</strong></h5>
<p>Διαυγείς αλλά με πληθυντική παρρησία δεχτήκαμε<br />
στο στήθος μας την ανταύγεια ενός θυμού.<br />
Περιορισμός δεν υπήρχε. Tο φιλί που δώσαμε μας το<br />
πήρε το δρολάπι και ξερριζωμένοι κραυγάσαμε<br />
μέσα στα χόρτα της νυκτός την ώρα του περιοδικού<br />
φρουρού μας. H κλοπή του φιλήματος μας<br />
προσέδωσε αναπάντεχη ζηλοτυπία αλλά η αλήθεια<br />
απεδείχθη και απεδείχθη ιδική μας. Tώρα και το<br />
δρολάπι το ίδιο κυκλοφορεί μέσα στην αλήθεια μας<br />
με μύρα και με καρπούς και δροσίζει την πυκνότητα<br />
των πουλιών του στήθους μας. Tα ποθητά<br />
λουλούδια ποικίλλουν την γαλήνη των εκτάσεων<br />
της καρδιάς μας και πληθαίνουν τα πιστά στίφη<br />
των ενιαυτών που μας ανήκουν.</p>
<h5><strong>ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ</strong></h5>
<p>Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της.<br />
Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνη.<br />
Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια<br />
εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε.<br />
Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των<br />
υπερποντίων καρχαριών<br />
που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα<br />
ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη.<br />
Κ’ έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει<br />
κάθε φορά που ξεχνιέται<br />
από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.</p>
<h5><strong>ΘΡΥΛΙΚΟΝ ΑΝΑΚΛΙΝΤΡΟΝ</strong></h5>
<p>O ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του<br />
τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε.<br />
Mέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που<br />
χτυπούσε ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα<br />
λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που<br />
ακκουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν<br />
γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να<br />
χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα<br />
των ανθών. O περιφερειακός δρόμος του έγινε<br />
δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την<br />
χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που<br />
συνελήφθη το τοπείο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.</p>
<h5><strong>ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ</strong></h5>
<p>Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.<br />
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν<br />
την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.<br />
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.<br />
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας.<br />
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας<br />
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν<br />
εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.<br />
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας<br />
της υπάρξεώς μας.</p>
<h5><strong>ΚΛΩΣΤΗΡΙΟΝ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΑΝΑΠΑΥΛΑΣ</strong></h5>
<p>Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Όταν<br />
τραγουδάμε τραγουδάμε εμπρός στους εκφραστικούς<br />
πίνακες των ζωγράφων όταν σκύβουμε εμπρός<br />
στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως όταν<br />
προσεταιριζόμεθα<br />
την ψιχάλα του ρίγους είμεθα όλοι εντός του<br />
μέλλοντός μας γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε<br />
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι<br />
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας<br />
όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε χωρίς<br />
την πυρκαγιά που κλείνει μέσα στη στάχτη<br />
των ποδιών της.</p>
<p>Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν<br />
ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια ούτε την ευωχία<br />
των μαλλιών που λατρεύτηκαν ούτε τα σουραύλια<br />
των εργαστηριακών μεταγγίσεων από μια χώρα<br />
σε φλέβες κόλπου θερμού προστατευομένου από<br />
τα εγκόσμια και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας<br />
λιγυρών παρθένων.Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος<br />
μιας πολυσύνθετης σημαίας που κρατεί<br />
τους εχθρικούς στόλους εμπρός στα τείχη της καρδιάς<br />
μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιούντες<br />
ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις<br />
χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης.</p>
<p>Στιγμιότυπα μας απέδειξαν την ορθότητα της πορείας μας<br />
προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος<br />
της προελεύσεως των ονείρων και του καθενός<br />
κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης.<br />
Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας θα φανούμε<br />
γυμνότεροι και από την άφιξι της καταδίκης<br />
παρομοίων πλοκαμιών και παστρικών βαρούλκων<br />
γιατί όλοι μας είμεθα εντός της σιωπής<br />
του κρημνιζομένου πόνου στα γάργαρα τεχνάσματα<br />
του μέλλοντός μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΔΟΧΩΡΑ (1934-1937)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (1934)</strong></h6>
<h5><strong>ΩΣ ΕΡΓΟΝ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Mαράκη</p>
<p>H μέθη των κυμάτων είναι μήνυμα<br />
Που πάει ο ποντοπόρος στην καλή του<br />
Γαλήνια νύχτα το βελούδο της σιγής<br />
Mέσα στ&#8217; αστέρια που κυλούν στην πρύμη<br />
Για το ταξείδι των ιστών για το ταξείδι των αρμάτων<br />
Aρματωσιάς μιας σκούνας ηνιόχου<br />
Tεθρίππου βαίνοντος προς την χαρά<br />
καταυλισμών ατσίγγανων με κοριτσάκια<br />
Πιο θελκτικά κι&#8217; από τα μάτια τους<br />
Όταν σκιρτούν στην πάχνη της πρωίας.</p>
<h5><strong>ΔΕΛΕΑΡ</strong></h5>
<p>Όταν χτυπούν τα κύματα τα φιλιστρίνια.<br />
Του βαποριού που ταξιδεύει στις Ινδίες<br />
Μένει σιωπηλή στη κουπαστή του<br />
Κοιτάζοντας τα κύματα μια νέα<br />
Ενώ θωπεύει τους μαστούς της ο μνηστήρ<br />
Μελλοντικός εξηγητής της γλώσσας των νουφάρων<br />
Στους μυστικούς διάδρομους της Σιγκαπούρης<br />
Παρά τα δοκάνια των ντόπιων και τους θρύλους<br />
Νυκτερινών πουλιών και πρωινών εφημερίδων.</p>
<h5><strong>ΟΜΒΡΟΣ</strong></h5>
<p>Φλοίσβος λεπτός σαν μια κλωστή βελόνας<br />
Φιλεί τα δάχτυλα της οπτασίας<br />
Ενός ανδρός που κατοικεί σε κήπο<br />
Και δρέπει τα φιλιά και τα φυστίκια<br />
Μιας προσφοράς ασύγκριτης<br />
Μιας προσφοράς ερωτικής<br />
Μιας προσφοράς δυό-τρεις φοράς και πάσα μέρα<br />
Πριν φθάσει το κομπόδεμα του χρόνου.</p>
<h5><strong>ΟΡΘΡΟΣ</strong></h5>
<p>Εκτύπωση<br />
Φρενήρης μα ευσταθής<br />
O πώλος της ημέρας εισελαύνει<br />
Στο στόμα της ανοίξεως και μέλπουν τα πουλιά<br />
Με την αιθρία μέσα στη φωνή τους<br />
Καθώς αυλοί που αντιλαλούνε σε χλωρίδα<br />
Δρακός αγγέλων εν εκστάσει διατελούντων<br />
Σαν ανεμώνες που προέρχονται<br />
Από τα πέταλα της ηδονής.</p>
<h5><strong>ΚΡΗΠΙΔΩΜΑ</strong></h5>
<p>Η θυμωνιά στέκει στο σύθαμπο<br />
Μέσα της συσσωρεύονται οι θρύλοι του τοπίου<br />
Κοτσύφια της ευχής ενός πατέρα<br />
Εξιστορούν τα πάθη της ημέρας<br />
Κ’ οι θυγατέρες του φυλάττουν<br />
Με προσοχή τους πίθους των ονείρων<br />
Που ακόμη μεγαλώνουν και πληθαίνουν<br />
Τους παλαιούς καημούς των δαναΐδων.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΡΗΓΜΑ</strong></h5>
<p>Γδέρνονται πάλι τα γεράκια<br />
Και στα πυκνά κλαριά του δάσους<br />
Παραμιλούν οι άνεμοι και συνυφαίνονται<br />
Με τα μαγνάδια της ερειπωμένης πόλεως<br />
Με τα ρινίσματα του χάλυβος<br />
Με τα παλιά φορέματα<br />
Και με τους στεναγμούς των καρωτίδων<br />
Μιας άγνωστης δρακός ανθρώπων που παλεύουν.</p>
<h5><strong>ΑΦΡΟΣ&nbsp;</strong></h5>
<p>Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι<br />
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους<br />
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης<br />
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων<br />
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις<br />
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους<br />
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας<br />
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια<br />
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα<br />
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε<br />
Μεσ’ στον αφρό της θάλασσας.</p>
<h5><strong>ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΑΠΟΣΤΑΣΙ</strong></h5>
<p>Οι κύκλοι των ονείρων μεσ’ στους δρόμους<br />
Και τα κινούμενα παιδιά στον ύπνο τους<br />
’Αναζητούνε την ταγή των κοπαδιών<br />
’Αναρριπίζουν την τρεχούμενη στιγμή<br />
Και προσκομίζουν τα φτερά της ηδονής<br />
Μέσα σε κάθε χτυποκάρδι κάθε φίλημα<br />
Του κύματος που συνεχώς θωπεύει την φωλιά τους<br />
Πίδακες όλοι πίδακες όλα πάντοτε πίδακες<br />
Στην θερμουργό λευκότητα της παρουσίας.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΡΗΜΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ</strong></h5>
<p>Τούτη η αιθρία με το σύννεφο που πλέχει στον αέρα<br />
Είναι γαλάζιος πλους μιας κάτασπρης φρεγάδας<br />
Ιστάμενος ακουμπιστός στην κουπαστή κοιτάζω<br />
Και βλέπω τα θηράματα των λογισμών μου<br />
Δελφίνια που αναδύονται κ’ εισδύουν μεσ’ στο κύμα<br />
Πεδιάδες ακρογιάλια και βουνά<br />
Και μια ξανθή νεάνιδα που στέκει στο πλευρό μου<br />
Μεσ’ στης οποίας τα γαλήνια μάτια βλέπω<br />
Το μέλλον της ολόκληρο και το παρόν μου.</p>
<h5><strong>ΔΥΟ</strong></h5>
<p>Η βασιλίς των κοσμικών παραρτημάτων<br />
Περικαλής και πάντοτε λικνιζομένη<br />
Στο φως της θαλεράς ημέρας<br />
Ζητεί τον γιό της και τα ρούχα του<br />
Που δεν φορέθηκαν σαν λέπια<br />
Μα σαν τα φύλλα της γειτονικής μας εξοχής<br />
Με τα πολύχρωμα κλωθογυρίσματα<br />
Με τ’ ανοιχτά υφάσματα<br />
Για την δροσιά που κυνηγούν όλοι μαζί<br />
Όλοι καμένοι από την ζέστη πόλεως·<br />
Που ψήνεται στον ήλιο και στο καύμα<br />
Παρά τις ικεσίες των πτωχών και τους ψιθύρους<br />
Δυο κοριτσιών που αναστενάζουνε στον ίσκιο.</p>
<h5><strong>ΠΟΝΤΟΗΡΑΚΛΕΙΑ</strong></h5>
<p>Οι δρόμοι είναι γιομάτοι πεταλούδες<br />
Νιφάδες χιόνος του καλοκαιριού<br />
Θερμές νιφάδες χνουδωτές που πλέχουν<br />
Γύρω από τάνθη στων οποίων τ’ ανθογυάλια<br />
Φαντάζουν τα μπουμπούκια σαν φιλιά<br />
Που δίνει ο άνεμος στις ανεμώνες<br />
Έτσι στην τύχη σαν διαβάτης που κοιτάζει<br />
Όσα προφθάσουν ν’ αντικρύσουν οι οφθαλμοί του<br />
Αίφνης μια βάρκα με πανί που πλαταγίζει<br />
‘Η ένα στεφάνι σε κρεββάτι νυφικό<br />
Με πέταλα πορτοκαλιάς που σφύζουν<br />
Πρώτα λευκά κ’ ύστερα κόκκινα σαν αίμα.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ ΤΩΝ ΟΦΕΩΝ</strong></h5>
<p>Κύμα υπερπηδήσεως των βράχων της εσπέρας<br />
Τα θερινά ξενοδοχεία μας φωνάζουν<br />
Καλούν τις κνήμες των παιδιών λευκά πουλιά<br />
Και τα βυζιά των δεσποινίδων κύματα<br />
Μ’ όλα τα χάδια των χειλιών και της παλάμης<br />
Της ενοράσεως των διαρκών ερώτων<br />
Απ’ τη στιγμή που πόντισε στην άκρη<br />
Το πιο χαρούμενο καράβι του πελάγους<br />
Σπέρνοντας ρύζι στις γλυκείες στιγμές<br />
Σουρώνοντας την θάλασσα μεσ’ στο μαντήλι<br />
Κάποιας κρυφής αγάπης στη σοφίτα<br />
Του τελευταίου σπιτιού.</p>
<h5><strong>ΔΙΚΛΕΙΣ</strong></h5>
<p>Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά τάξε ίδια<br />
Ένα καράβι κάποτε πέρνα στην κάμαρά μας<br />
Και γερνούμε ν αναπαυθούμε στο κατάστρωμα<br />
Ως που να φθάσουν τα κλαριά των ενυπνίων<br />
Και λυτρωθούμε από τους κόπους της ημέρας<br />
Στην πρασιά της ανευρέσεως<br />
Σιτοβολώνος που διαλέξανε δυο κορασίδες<br />
Για νάρθουν να με συναντήσουν.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ (1934)</strong></h6>
<h5><strong>ΤΑ ΜΟΥΡΑ</strong></h5>
<p>Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει<br />
Ορθή στη νύχτα κάθε ψηλαφήσεως<br />
Αγαπητή σφαδάζουσα και μ’ έναν ήχο<br />
Στο βάθος της σιγής που λιγοστεύει<br />
Κ’ έπειτα αυξάνει την ψιχάλα των ωρών.</p>
<p>Το φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας<br />
Γεμίζει με τα στάχυα του τα δαχτυλίδια<br />
Που τα φορούν γυναίκες κρεμασμένα<br />
Ανάμεσα στα στήθη τους κι’ ανάμεσα<br />
Στα δροσερά φυλλώματα της ευτυχίας.</p>
<h5><strong>ΜΕΡΟΣ ΠΟΜΠΗΣ</strong></h5>
<p>Το ρίγος των ενιαυτών δεν είναι παραπέτασμα<br />
Είναι τριαντάφυλλο με λεμονιές στα χείλη<br />
Είναι κουμπί σε φόρεμα βελούδινο<br />
Και βάσις των οικίσκων μιας πολίχνης.</p>
<p>Κάποτε πιάνουν τα ζαρκάδια τα παιδιά<br />
Και γρήγορα τα παρατούν<br />
Γιατί διασκεδάζουν περισσότερο<br />
Να βλέπουν τα κουδούνια της ανοίξεως.</p>
<p>Το ρίγος των ενιαυτών σκορπά την ζάχαρη<br />
Στα χείλη που φιλούν την οπτασία<br />
Μια συναυλία στη ζωή και στα σοκάκια της<br />
Κ’ έπειτα πάλι τα σφυρίγματα.</p>
<h5><strong>Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΕΤΟΝ&nbsp;</strong></h5>
<p>Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης<br />
Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαίων<br />
με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος<br />
καταμεσής στον βράχο της σποριάς σου.</p>
<p>Ηρωικό πουλί της οικουμένης<br />
Που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων<br />
Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη,<br />
Μα την φωνή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία.</p>
<p>Φανατικό πουλί της οικουμένης<br />
Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία<br />
Όρθιο μεσ’ στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις<br />
Πάντα με βεβαιότητα το μάτι.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΕΡΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Paul Eluard</p>
<p>Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται<br />
Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο<br />
Φεύγουν τα πέταλά της ένα-ένα<br />
Μεσ’ στην ανταύγεια του φουστανιού της.</p>
<p>Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται<br />
Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων<br />
Μεσ’ στα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή την μπλούζα<br />
Που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός.</p>
<h5><strong>Η ΑΚΡΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Δημήτρη Καραπάνο</p>
<p>Η λησμοσύνη απλώθηκε στην αμμουδιά<br />
Κι’ όλα τα ψάρια θάρθουν να χαϊδέψουν<br />
Τα ολόξανθα μαλλιά της και το στήθος<br />
Μεσ στον γαλάζιο ψίθυρο των ντροπαλών κυμάτων.</p>
<p>Και να που σπάζουν τώρα τ&#8217; αντιστύλια<br />
Κι’ ανθούνε στις μαντήλιες τα φιλιά<br />
Που δίνουν μεσ’ στο σκότος στα κορίτσια<br />
Οι ταυρομάχοι με τις κίτρινες χλαμύδες.</p>
<h5><strong>ΣΤΕΑΡ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Νίκο Εγγονόπουλο</p>
<p>H πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε<br />
Κατά την ερμηνεία που της δίνουμε<br />
Κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.</p>
<p>Και ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι<br />
Αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός<br />
Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης<br />
Κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.</p>
<p>Αυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι<br />
Είχε το θάρρος να περάσει μοναχή της<br />
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα<br />
Mια θάλασσα πλατιά και φουσκωμένη<br />
Από τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων.</p>
<h5><strong>ΟΧΘΗ</strong></h5>
<p>Eίμεθα στη όχθη σαν προβλήτες<br />
Τα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό<br />
Και κατεβάζουν τα πουλιά<br />
Και τα κελεύσματα των οδοιπόρων.</p>
<p>Mία γυναίκα κάποτε μας σταματά<br />
Αν δεν γελάσει πρόκειται να βρέξει.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΒΕΛΗ</strong></h5>
<p>Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο<br />
Δύο γυναίκες σε μια γλάστρα<br />
Τρία κορίτσια στην καρδιά μου<br />
Άνευ ορίων άνευ όρων.</p>
<p>Μία παλάμη σ’ ένα τζάμι<br />
Μία παλάμη σ’ ένα στήθος<br />
Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται<br />
Ένα βυζί που αποκαλύπτεται<br />
Ενώ ο Τοξότης με τα βέλη<br />
Λάμπει ψηλά στον ουρανό<br />
Άνευ ορίων άνευ όρων.</p>
<h5><strong>ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΥΘΟΥ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>1</strong></h6>
<p>Η κράσης της λυσίκομου παιδίσκης<br />
Μεταβιβάζει την αιθρία<br />
Στο πλήρωμα του ταξιδιού.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>2</strong></h6>
<p>Το βλύσμα της ευχής<br />
Το ράπισμα του περασμένου<br />
Αλληλουχία ποδισμένων καραβιών<br />
Μέσα σέ φωτεινές λεκάνες με ανεμώνες.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>3</strong></h6>
<p>Τής φύσεως τα δόρατα<br />
Μπροστά στην σάρκα των ιππέων<br />
Κλώθουν κατάστηθα το μέγα<br />
Βιβλίο της ακηλίδωτης μανίας.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>4</strong></h6>
<p>Ή λήξης είναι μια εσπέρα<br />
Στα χόρτα της το διάστημα στενεύει.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>5</strong></h6>
<p>Μετά την ομορφιά της<br />
Στέκει και παρατηρεί τούς θαυμαστάς.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>6</strong></h6>
<p>Έμφυτη η κλίσις των γυμνών ανθρώπων<br />
Η οπτασία της σιγής μοιάζει μέσ κάκτους<br />
Που στέκουν εμπρός σε κύπελλο γιομάτο.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>7</strong></h6>
<p>Χάρτης αμέριμνος<br />
Και σπόγγος εορτής<br />
Πηγαίνουν κ’ έρχονται με τεντωμένα τόξα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>8</strong></h6>
<p>Φεύγουν οι νουνεχείς δρομάδες<br />
Τα βήματά τους είναι πολίχνες ανομβρίας.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>9</strong></h6>
<p>Ο σπίνος που μας περιμένει<br />
Είναι συνάμα τρυγητής.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΟ</strong></h6>
<p>Θα πάρω μέσ’ στα δίχτυα μου τη βάρκα<br />
Που θα με φέρει σήμερα κοντά σου.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>11</strong></h6>
<p>Η θερμή λειτουργία<br />
Τώρα εκπέμπει τολύπες.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>12</strong></h6>
<p>Του φλοίσβου τα ψηλά βουνά<br />
Κεχριμπαρένια αλόγατα<br />
Στο βάθος μιας σακούλας.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>13</strong></h6>
<p>Υπάρχουν άνθη που μοιάζουνε με χέρια<br />
Τα δάχτυλά τους ψαύουν κ’ ευωδιάζουν.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>14</strong></h6>
<p>Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει<br />
Καμιά φορά σηκώνεται κι’ ουρλιάζει<br />
(Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν<br />
Θάλασσα της θαλάσσης.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>15</strong></h6>
<p>Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά<br />
Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>16</strong></h6>
<p>Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες<br />
Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει<br />
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΟΙ ΣΠΟΝΔΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ (1935)</strong></h6>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Andre Breton</p>
<h5><strong>ΚΑΡΠΟΣ ΕΛΑΙΟΥ</strong></h5>
<p>Επάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων<br />
μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς<br />
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει<br />
H πίστις της περιπέτειας δεν χαλαρώθηκε<br />
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ&#8217;<br />
στα νερά της νεότητος<br />
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί<br />
Από τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες<br />
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λιβάδι<br />
Επαύλεις εδώ κ&#8217; εκεί κοσμούν την πρασιά του<br />
Νεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου<br />
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί<br />
σε χώρα πεδινή<br />
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ&#8217; αυτή<br />
τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων<br />
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους<br />
και τους παρακαλούν<br />
Mια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη<br />
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών<br />
είναι ένας δράκος<br />
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα<br />
παιδάκια μέσ&#8217; στους ίσκιους<br />
Τα θρύψαλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι<br />
κι&#8217; αυτά πετράδια<br />
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΡΦΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο<br />
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά<br />
H γειτνίασης του ποταμού τα προσελκύει<br />
Το πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι<br />
Είναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή<br />
Όταν λειώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες<br />
Τα νερά μας μεθούν<br />
Οι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των<br />
Άλλες ξανθές και άλλες μελαχρινές<br />
Έχουν στην όψη τους την ανταύγεια των ελπίδων μας<br />
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας<br />
K&#8217; εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους<br />
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν<br />
Οι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται<br />
Τα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων χρόνων<br />
Τα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας<br />
Mέσ&#8217; στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά<br />
Καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως<br />
Καμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες<br />
K&#8217; οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.</p>
<h5><strong>ΕΝΟΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΙΝΩΝ ΩΡΩΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Yves Tanguy</p>
<p>Η φυσική ροπή<br />
Το περιστέρι των παλμών την διαδίδει<br />
Τρέχουν παντοτινά τα δάκρυα των ποταμών<br />
Είναι τα δάκρυα της χαράς που δεν στεγάζεται<br />
Είναι οι λίμνες που κατώκησαν πάλαι ποτέ λελέκια πάλλευκα<br />
Κανείς γαρμπής δεν εμφωλεύει στα ζαχαροκάλαμα<br />
Κι’ αν πέφτει κάποτε μια τουφέκια σηκώνονται τα σύννεφα<br />
Και υψώνονται σε στρώματα αραιότερα ..<br />
Έχει που απλώνουν τα πανιά τους οι κορβέττες<br />
Κάτω στη γη μια σκιά γυρεύει το χαμένο σώμα της<br />
Το κλίμα της κοιλάδος που της τοκλεψε<br />
Πυκνώνει την ομίχλη που το κρύβει<br />
01 θησαυροί της λίμνης ανησυχούν κι’ ανατριχιάζουν<br />
Τα φύκια και τα στοιχειώδη πλάσματα τρέμουνε στον πυθμένα<br />
Μια μέδουσα κλαίει την χθεσινή διαφάνεια της λίμνης<br />
Που θα ξανάρθει με το πρώτο πυροφάνι<br />
Πριν χειμωνιάσει ο καιρός<br />
Πριν καν σκεφθεί κανείς ν’ ανάψει το φανάρι<br />
Κάτω απ’ το όποιο σκέπτεται το μέλλον της μια κατάξανθή γυναίκα<br />
Ο φαροφύλακας σκύβει στα χείλη της<br />
Όπως φιλούν τις συμπληγάδες των οι ποντοπόροι</p>
<h5><strong>Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΩΝ ΦYΤΩΝ</strong></h5>
<p>Πάντοτε μέσα στα φώτα της υψηλής εντάσεως<br />
Πάντοτε μέσα στα χειμερινά λουλούδια της επαύλεως<br />
Υποθρώσκουσα σαν βάμμα της αυγής<br />
Έρχεσαι να καθίσεις στο τραπέζι της ελευθερίας<br />
Χωρίς τα στενάχωρα τείχη των καταυλισμών<br />
Μ’ ένα φιλί στο στόμα<br />
Μ’ ένα διαμάντι στο λαιμό<br />
Με μια σιταρήθρα ·στις πτυχές των ελπίδων σου που<br />
είναι και δικές μου ελπίδες<br />
Με το σουραύλι του μεγάλου μας ταξιδιού έκδηλο<br />
Επάνω στο τραπέζι με τα λουλούδια της ανοίξεως<br />
Ανοίγοντας την καρδιά σου για να πεις ό,τι με βεβαιότητα<br />
προσμένω ν’ αντηχήσει<br />
Μια μέρα σαν σήμερα στα σταυροδρόμια<br />
Κύκλοι στην επιφάνεια των πόθων σου<br />
Μέσα στους κύκλους των δικών μου πόθων<br />
Παντοτινή διέλευσις κάτω από τα σύρματα του τηλεγράφου<br />
Τα χελιδόνια που κάθονται στα σύρματα<br />
Και τα δελφίνια που σκιρτούν στη χλόη του περάσματος μας<br />
Είναι μέσα στη φύσι των πραγμάτων σαν τα όνειρα<br />
Που βλέπουμε με ανοιγμένα η κλειστά τα μάτια μας<br />
Μπροστά στη λίμνη που καθρεφτίζεται στα μάτια σου<br />
Μπροστά στα μάτια σου που καθρεφτίζονται μεσ’ στα δικά μου. ,</p>
<h5><strong>Η ΣΤΙΛΒΗΔΩΝ</strong></h5>
<p>Η φωτεινή θρυαλλίς έγινε φάρος<br />
Τα κρύσταλλά του μας μιλούν<br />
Κάποτε μοιάζουμε με τις αχτίδες του<br />
Κάποτε μοιάζουμε με την μακρινή φωνή του<br />
Στεκόμαστε ορθοί μεσ’ στις αναλαμπές του<br />
Το σώμα του μας κυβερνά<br />
Το φως του μας δυναμώνει<br />
Η καρδιά μας πάλλεται μαζί του<br />
Οι λογισμοί που αντιπαρέρχονται είναι καράβια<br />
Και η θάλασσα είναι στα πόδια μας<br />
Κανείς από μας δεν στέκει ποτέ στα βήματά του<br />
Καθένας πορεύεται και απομακρύνεται προς τα κρησφύγετα της οπτασίας του<br />
Η γη που τα σκεπάζει είναι στα σπλάχνα μας<br />
Οι πόθοι μας συναγελάζονται<br />
Τα μαλλιά τους αναμιγνύονται<br />
Τα στόματά τους φιλιούνται<br />
Τα χέρια τους μας σφίγγουν<br />
Και η σφίγξ μας συνθλίβει επί του στήθους της<br />
Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΜΙΑΣ ΚΟΡΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΣ ΤΗΣ</strong></h5>
<p>Πριν πέσει η άγκυρα της ακταιωρού στην θάλασσα<br />
Και σύρουν την επιτελίδα της τ’ άλογα των Καρχηδονίων<br />
Τα δροσερά φανάρια των ακρωτηρίων<br />
Δέχονται τον αφρό και τις φωνές των γλάρων<br />
Δέχονται τα δώρα που προσφέρουνε στους μελλονύμφους<br />
Τώρα που η σάλπιγξ αντηχεί και σκάνε τα σαλπίσματα σαν ρόδια<br />
Γιατί το σκότος διερράγη<br />
Και το ξημέρωμα στο κέντρο του νησιού<br />
Θυμίζει τους ανέμους που σηκώνουν<br />
Τους πέπλους μιας νύφης σε χώρα τροπική<br />
Απαλά σαν κουνουπιέρες θερινού καταυλισμού<br />
Απαλά σαν χείλη που υποθρώσκουν επί λευκής σαρκός<br />
Απαλά σαν δάχτυλα που εμβαπτίζονται σε γάλα<br />
Τέλος λύνει την κόμη της η νύφη<br />
K&#8217; οι λεμονιές μεθούν τ&#8217; αηδόνια<br />
Τα έντομα μαζεύουν τα πτερά τους<br />
Τα καταρρίπτει επί του χώματος η ζέστη<br />
H δόνησης των εκρήξεων ογκώδους ηφαιστείου<br />
Διέρχεται δια των χειλέων της διώρυγος<br />
Παρά τας ιαχάς δύο βουκόλων<br />
Τώρα που παραμερίζονται τα κράσπεδα των βουνών από την λάβα<br />
Ενώ η εγκαρτέρησης του ενός και η ανυπομονησία του άλλου<br />
Πλαγιοδρομούν μπροστά στο σήκωμα της κεφαλής μιας άρκτου.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ (1935-1936)</strong></h6>
<h5><strong>ΑΡΣΙΣ ΝΕΦΕΛΗΣ</strong></h5>
<p>Η φάτνη αποκοιμίζει τα θηρία<br />
Που μετανάστεψαν και τώρα παραμένουν<br />
Γαλήνιοι παγετώνες στη σιγή τους.</p>
<p>Στην κορυφή τους σκαρφαλώνουν κάθε μέρα<br />
Ερευνηταί και κυνηγοί κρυστάλλων<br />
Τα ρόδα της σπουδής των εκκολάπτονται<br />
Καθώς υψώνονται και προσπαθούν να σπάσουν<br />
Τον θόλο του στερεώματος<br />
Με τα βαριά κτυπήματα των αξινών τους.</p>
<p>Και τίποτε σε αυτόν τον κόσμο<br />
Δεν είναι πλέον χίμαιρα<br />
Αλλά χειροπιαστή πραγματικότης<br />
Σαν φόρμιγξ δονουμένη σε βουνό<br />
Που στις πλαγιές του βόσκουν κορασίδες.</p>
<p>Ιδού ο βοσκός<br />
Και ιδού που δέχεται την μάστιγα του ανέμου<br />
Δαφνοστεφής ιχνηλατών τους θρόμβους<br />
Και δρέπων τους γυμνούς καρπούς των κορασίδων<br />
Πρώτος αυτός και πίσω του το πλήθος</p>
<p>Στην πιο φαεινή στην πιο καλή στιγμή<br />
Που την ζυγίζουν με την στάθμη νέου κόσμου<br />
Οι προεστοί την ώρα που αλαλάζουν<br />
Τ’ άνθη των κήπων κ’ οι κραυγές των εορταζόντων.</p>
<h5><strong>ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΣ</strong></h5>
<p>Γραμματικέ με το χαρτί και με το καλαμάρι<br />
Πότε θα στείλεις την ευχή της κόρης<br />
Μ’ ένα παλμό του στήθους της μ’ ένα λουλούδι<br />
Που το κρατούσε ανάμεσα στα χείλη<br />
Πριν να το βάλει μεσ’ στο γράμμα της για να το στείλει<br />
Στον άνδρα που την σκέπτεται στα ξένα.</p>
<p>Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη<br />
Στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα<br />
Των κήπων και των ασπασμών<br />
Της ανδρικής και γυναικείας συσχετίσεως<br />
Πάσης μορφής του έρωτος.</p>
<p>Τα χλιμιντρίσματα μεταβιβάζουν τις δονήσεις<br />
Λεπτών χαδιών μέσα σε χρώματα ποικίλα<br />
Πιο δυνατά κι’ από τ’ αρώματα<br />
Πιο εκφραστικά κι’ από τα μύρα<br />
Της μοίρας με τ’ απίστευτα στολίδια<br />
Που λάμπουν καθώς λάμπουνε και τ’ άστρα<br />
’Ενώ γλυκύ πλατάγισμα κυμάτων<br />
Σπρώχνει την βάρκα της διαβάσεως μιας λίμνης<br />
Πλήθος πλωτές καλύβες την καλύπτουν<br />
Και μοιάζουν με πολίχνες των φιλιών<br />
Που δίνουν στους περάτες οι μανάδες<br />
Με τα κορίτσια τους κρυμμένα<br />
Στο βελουδένιο φως της τρυφεράς σαρκός των.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΓΑΛΑ TOΥ ΑΙΓΙΑΛΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Γιώργο Κατσίμπαλη</p>
<p>Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες<br />
Τ’ άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα την νύχτα<br />
Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων<br />
Ενώ τ’ αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν<br />
Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα<br />
Έπειτα κόκκινα και ζωηρά<br />
Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα<br />
Για το εφήβαιον και για τα στήθη<br />
Των νεανίδων.</p>
<p>Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κογχύλια<br />
Μ’ ένα φιλί λησμονημένο μεσ’ στα βότσαλα<br />
Μ’ ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη<br />
Κόρης γλυκείας που του μιλάει και λέγει<br />
Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο<br />
Χαϊδεύοντάς το στα βυζιά της με λαχτάρα<br />
Σαν χαϊμαλί της ηδονής η σαν αγόρι.</p>
<p>Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια<br />
Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν<br />
Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει<br />
Τις κόρες της ’Ανατολής και της Ευρώπης</p>
<p>Άσπρα κορίτσια η μελαψά<br />
Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια<br />
Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς<br />
Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες<br />
Και για τα βέλη των ανδρών<br />
Και για τα βέλη του ήλιου<br />
Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει<br />
Ροδίζοντας τα κορφοβούνια<br />
Χρυσίζοντας τις αμμουδιές<br />
Ενώ βουίζουν οι σπιλιάδες<br />
Κ’ η θάλασσα βαθιά στενάζει<br />
Και ψιθυρίζουνε τα φύλλα<br />
Και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί<br />
Ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες<br />
Τώρα που ο ήλιος ξεπροβάλλει<br />
Και ντύνει τις κόρες με άσπρα ρίγη<br />
Τώρα που αρχίζουν τα τζιτζίκια<br />
Και γδύνονται οι λογισμοί<br />
Και βάφονται όλα τα λουλούδια<br />
Με πράσινο με κρεμεζί.</p>
<h5><strong>ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ&nbsp;</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες<br />
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων<br />
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες<br />
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια<br />
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπιλιάδες<br />
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες<br />
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους<br />
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους<br />
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους<br />
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε<br />
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς<br />
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω<br />
Από τα ύφαλα σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα<br />
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα<br />
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε<br />
Αφού γνωρίζουμε τι θα πει φάλαινα<br />
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν<br />
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος<br />
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες<br />
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα<br />
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας<br />
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης<br />
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει<br />
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας<br />
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη<br />
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα<br />
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη<br />
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων<br />
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου<br />
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν<br />
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια<br />
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις<br />
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Θαρρώ πως τα ταξίδια μας συμπίπτουν<br />
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις<br />
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη<br />
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη<br />
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις<br />
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς<br />
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια<br />
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια<br />
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις<br />
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές<br />
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά<br />
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια<br />
Για να γευθούν τον έρωτα μαζί μας<br />
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια<br />
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους<br />
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν<br />
Οι στεριανές κοπέλες τα μαλλιά τους.</p>
<p>Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις<br />
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας<br />
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα<br />
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών<br />
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια<br />
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω<br />
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη<br />
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια<br />
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων<br />
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει<br />
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα<br />
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη<br />
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα<br />
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών<br />
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΠΛΟΚΑΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΤΑΜΙΡΑΣ&nbsp; (1936 – 1937)</strong></h6>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>1</strong></h6>
<p>Τα κούμαρα βαριά σαν βλέφαρα ηδυπαθείας, στάζουν<br />
το μέλι στη σιγή. Ο γδούπος διαρκεί, και από τα<br />
μάτια σου στο στήθος και στο στόμα μου, η έλξις<br />
απλώνει την παλίρροια.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>2</strong></h6>
<p>Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο<br />
σκοτάδι. Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μάς<br />
αναγγέλλει την αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος τής<br />
πρωίας.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>3</strong></h6>
<p>Η ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου.<br />
Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί.<br />
Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται<br />
συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή<br />
δεν έχει τέλος.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>4</strong></h6>
<p>Μετέωρη στιγμή σαν το φλουρί που μια στιγμή<br />
γυαλίζει πριν να πέσει. Νόστιμον είναι πως όταν<br />
πέσει χάνεται. Μένουν όμως τα πουλιά, μένει η φωνή<br />
τους, και οπού καθίσουν, σε γυμνά κλαριά η σε<br />
ποτήρια γιομάτα μαργαρίτες, φυτρώνει ένα πούπουλο η<br />
ένα πτερό με ρόδινη αιχμή, καθώς σπονδή στον άνεμο.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>6</strong></h6>
<p>Η σιωπή λικνίζεται στην αμμουδιά. Τα πόδια<br />
της πατούν στην κυανή, στην άνευ έρματος ακρογιαλιά<br />
θαλάσσης που καθεύδει.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>9</strong></h6>
<p>Ω δροσερό κοράσιον που κρύβεσαι μεσ’ στα<br />
μπαμπάκια των χιονοστιβάδων! Τα κρύσταλλά τους<br />
μέλπουν όπισθεν σου, και τα ταχύσκαπτα των κουναβιών<br />
βαθαίνουν κι’ όλο πλησιάζουν το κύπελλο του<br />
φουστανιού σου. Έτσι τ’ αστέρια τανύουν τις χορδές των.<br />
’Έτσι διαχέεται στο νου σου ο γαλαξίας.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>1Ο</strong></h6>
<p>Βάμμα νυκτός στα χείλη της, δόσης φωτός στο<br />
στήθος μου, και τα πανέρια της ανοίξεως ανοικτά, με<br />
τα χρωματιστά χαρτιά των φρούτων κυμαινόμενα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>13</strong></h6>
<p>Των αποστάσεων η έλξις προσδιορίζει κάθε βημα.<br />
Η ταξιδιώτης ξεκουμπώνει το παλτό της. Από<br />
το στήθος της πετούν μικρά πουλιά προς την<br />
πολίχνη. Στο υψηλό βουνό της ετοιμάζουν τον θερινό<br />
κοιτώνα και τα μαλλιά της ήδη πρασινίζουν.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>14</strong></h6>
<p>Βαθιά πληγή. Στον λόφο του κρατήρος κραδαίνεις<br />
την ανάμνηση, και, έτσι, σιγά σαν σύθαμπο που<br />
απορροφά μια μέρα που φθίνει, δίνεις, αγαπητή και<br />
δήθεν ξεχασμένη, τον στρόβιλο της λησμονιάς στους<br />
πέντε ανέμους &#8211; γιατί πάντοτε, και όταν σβουρίζει<br />
η χλαλοή και καταβρέχεται η χλόη, ξεχνάς, και πάλι<br />
αναμιμνήσκεσαι και χωρίς καμίαν υποχρέωση, κάποτε<br />
θλίβεσαι και κάποτε αγαλλιάς. Είσαι θαρρώ,<br />
φρεγάδα που περνά απ’ όλα τα λιμάνια, δίχως καλάθια<br />
και με ωραίες λείες κουπαστές.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>17</strong></h6>
<p>Αποσκιρτώ μεσ’ στα φυλλώματα. ’Από μακριά<br />
διακρίνω την ελαφρά κοιλάδα. Η μέρα αυτή είναι<br />
σαν πλημμυρίς φωτός. Στις φλέβες και στα φύλλα<br />
της ρέει το αίμα που την ζωντανεύει και απομακρύνει<br />
τις τυχάρπαστες σφενδόνες. Ο θόλος της είναι<br />
τόσο διαυγής που σπάζει η στάμνα της γειτονικής<br />
επαύλεως και σκάζουν προώρως τα ρόδια της<br />
δενδροστοιχίας. Κάθε σπυρί τους είναι μια στιγμή που<br />
πέφτει σε πηγάδι ηδυπαθείας.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>20</strong></h5>
<p>Ράμφος εγώ. Εσύ, ολόκληρη μια νύχτα με αναπαλμούς<br />
και φώσφορο μεδούσης. Έπειτα αποκοιμήθηκες<br />
κι όταν πιά ξύπνησες, πάλι με κοίταξες, όπως<br />
κοιτάζει ένα παιδί μια στήλη.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>22</strong></h6>
<p>Οι άνθρωποι καμιά φορά, βαπτίζουνε τα χέρια<br />
τους σε μπακιρένιες κολυμβήθρες. Σε τέτοιες<br />
στιγμές τα βρέφη αγαλλιούν και παίζουν με ψάρια<br />
κόκκινα πλευστότητος ελαφροτάτης.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>23</strong></h6>
<p>Πράξεις των ελεφάντων. Πολύτιμα περίστροφα εξ<br />
ελεφαντοστού. Μία γυναίκα ανάμεσα σε δυο θημωνιές<br />
μαζεύει παπαρούνες. Τέλος κάποιος τραβά μια<br />
πιστόλια και τρέπονται εις φυγήν τα ζώα. Το ποδοβολητό<br />
τους προχωρεί σαν κύμα που περνά επάνω απ’ όλα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>25</strong></h6>
<p>Η παρόρμησης είναι μια συνοχή εαρινών βλυσμάτων.<br />
Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα<br />
στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα<br />
υφάσματα. Αν η παρόρμησης υπάρχει, τίποτε δεν<br />
μπορεί να την αναχαιτίσει. Η χαίτη της όταν εφορμά<br />
είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>26</strong></h6>
<p>Η τρέλα μοιάζει με χαρά η με θλίψι. Όμως<br />
δεν είναι πίθος δαναΐδων αλλά ομάς νεανίδων που<br />
ορχούνται σε θέατρον του Ορχομενού. Καμιά φωνή δεν<br />
συνεκλόνισε βαθύτερα τα πλήθη. Καμιά πηγή δεν<br />
γέλασε πιο ιλαρά. Κανένα σούρουπο δεν άπλωσε μια<br />
βαθυτέρα θλίψι. Ω κόρη υστερική! Το σκίρτημά σου<br />
είναι οδός που οδηγεί στην γέφυρα της καταστάσεώς<br />
σου και η κραυγή σου οξύ χλιμίντρισμα που<br />
διαπερά το μάτι τ ουρανού.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>27</strong></h6>
<p>Το αγρόκτημα το σκέπασε η λήθη. Μέσα στις<br />
άδειες κάμαρες στάζουν οι σταλακτίται, και, στην σιγή,<br />
μετρούν τις ώρες και τα χρόνια της ανεξήγητης<br />
εγκαταλείψεως. Μπροστά στην πόρτα ένας ληστής κλαίει<br />
πικρότατα. Μέσα στα φύλλα μιας συκιάς αλλάζει<br />
χρώμα ο χαμαιλέων.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>28</strong></h6>
<p>Τώρα που η πόλις μετανάστεψε, καθίζει η μνήμη<br />
της πομπής και αναστενάζει εμπρός εις τους κενούς<br />
και ηλιοκαείς τροχιοδρόμους</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>29</strong></h6>
<p>Το δράμα του παραλιακού ξενοδοχείου δεν κατεσβέσθη.<br />
Ακόμη καταποντίζεται ο λυγμός και η φαλαινίς<br />
μνήσκει λαχανιασμένη. A, πως κτυπούν τα<br />
κύμβαλα οι ανηλεείς σκαφανδροφόροι! ’Α, πως<br />
πονούν αυτοί που σέρπουνε στην άμμο!</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>31</strong></h6>
<p>Βρέφος εντός αβράς σιγής. Μόνον η αύρα μέλπει<br />
και η τροφός ρεμβάζουσα προσφέρει το βυζί της στο<br />
ευτυχισμένο βρέφος. Ώρα ηδονής και γάλακτος.<br />
Ώρα του γαλαξίου.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>32</strong></h6>
<p>Κατάρτια μπηγμένα σε γηλόφους άμμου, χαρές<br />
παιδιών, χαρές ανδρών και γυναικών ενώ πλησιάζει<br />
το βαπόρι, νέφη λευκά κι ανάλαφρα στον ουρανό, χίλια<br />
αντικείμενα στιλπνά και πολυφίλητα σαν χείλη<br />
αιμάσσοντα η δροσερά, η σαν μαστοί εν εγρηγόρσει,<br />
κ’ αίφνης εσύ, ζεστή και δροσερή συνάμα, και ουδέποτε,<br />
μα ουδέποτε μικρόνους, παρ’ όλον ότι έχεις πόδια<br />
μικρά και μικρά χέρια. ’Ίσως γι’ αυτό σε αγαπώ<br />
τόσο πολύ. Ίσως γι’ αυτό σε κράζω και στον ύπνο.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>34</strong></h6>
<p>Στην βουνοκορφή δεσπόζουν τροχαλίαι. Στην πεδιάδα<br />
περιστρέφονται ελαιοτριβεία και η διαρκής παραγωγή<br />
των λατομείων, συγκρίνεται μ’ εκβραχισμούς<br />
των σχιστόλιθων. Μεσ’ στο λιοπύρι περιίπτανται<br />
κορυδαλλοί και όσοι κοιτούν τον χάλυβα να λιώνει,<br />
μοιάζουν με Ιππείς που ξαφνικά πεζεύουν μπρος σε βρύση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ Η’ </strong><br />
<strong>Η ΣΗΜΕΡΟΝ ΩΣ ΑΥΡΙΟΝ ΚΑΙ ΩΣ ΧΘΕΣ (1984)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Α’</strong></h6>
<h5><strong>1. ΝΕΦΕΛΗ</strong></h5>
<p>Η νεαρά κοσμόπολις και οι λεγεώνες της<br />
Μετατοπίζουν την πληθυντική μας παρουσία<br />
Και ταυτοχρόνως καταφθάνουν οι παρόμοιοι<br />
Με δημογέροντες κιθαρωδοί και τα κορίτσια των<br />
Σέ τόπον συγκεντρώσεως νεανίδων<br />
Με εξαίσιες χώρες ηβικές και στήθη<br />
Και ιδού πού τώρα ενώπιον όλων<br />
Τις ρώγες όλων πιπιλίζουν<br />
Οι ερασταί του πλήρους έρωτος<br />
Οι ερασταί που καταφθάνουν<br />
Υψιτενείς μεμουσωμένοι<br />
Από τα βάθη του ιμέρου των<br />
Και από τα δάση της ιεράς μανίας.</p>
<h5><strong>2. ΣΤΑΡΙ</strong></h5>
<p>Της εκτονώσεως το μαύρο κεχριμπάρι<br />
Αντανακλάται στα λάμποντα κογχύλια<br />
Σαν την ηχώ που αντιλαλεί πριν σπάση<br />
Πομφόλυγες έν εγρηγόρσει και καψύλια<br />
Μιας συστοιχίας φαινομένων που δεν μένουν<br />
Μέσ’ στην αμφιταλάντευσιν των γενεών που επέρχονται<br />
Μα στην όρθια εκτόξευση των ύβρεων<br />
Πληθωρικής φωτοσκιάσεως του κόσμου<br />
Των νέων αναμοχλεύσεων που τείνουν<br />
Να γίνουν παραστάσεις<br />
Στην ντροπαλή παράταση της σιωπής<br />
Που έν τούτοις κάποτε θα σπάση.</p>
<h5><strong>3. ΘΑΜΝΟΙ ΤΗΣ ΕΠΩΑΣΕΩΣ</strong></h5>
<p>Θάμνοι της επωάσεως<br />
Και καρδερίνες σε γυάλινα κλουβιά<br />
Δεσπόζουν μέσ’ στ’ αρώματα θερμόαιμης ημέρας<br />
Από τα ρίγη των πηδούν και πέφτουν φθόγγοι<br />
Κ’ αίφνης ανοίγουν τα παράθυρα κι ανοίγουν οι πηγές<br />
Και τρέχουν τα παιδιά για το ψωμί των<br />
Από τα δάκτυλά των στάζουν σπίθες<br />
Και γίνονται πουλιά τής μεταγγίσεως<br />
Μιας ηυξημένης θαλπωρής από τον ήλιον<br />
Εις τας ηπείρους και τα κύματα<br />
Εις τα βουνά και τις σποράδες<br />
Όπου τα πάντα σφύζοντα προσμένουν<br />
Τούς οργασμούς του θέρους.</p>
<h5><strong>4. ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΚΕΛΕΥΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Ας πάμε εμπρός<br />
Τα πρωινά κελεύσματα των τοξοτών<br />
Καταλαμβάνουν το κέντρον της καρδιάς μας<br />
Σπόρος ο λόγος των ποιητών<br />
Και το τριφύλλι των παιδιών στο στήθος των μανάδων<br />
Χαρμόσυνον σαν άφιξης λευκών ιστιοφόρων.</p>
<h5><strong>8. ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣ</strong></h5>
<p>Τα κεράσματα πού μας προσέφεραν<br />
Η μαντική διάθεσης που μας χαρακτηρίζει<br />
Το φως που έχουμε στα μάτια και στο μέτωπο<br />
Η δύναμις που μεστώνει το σώμα μας και εμείς οι ίδιοι<br />
Περιφερόμεθα στο ακρογιάλι των ερώτων μας<br />
Χωρίς καμιάν υστεροβουλίαν χωρίς ιδιοτέλεια<br />
Φροντίζοντας για τα μελλούμενα του κόσμου<br />
Του κόσμου που θέλει να βρεθεί<br />
Κοντά στα καρπερά λιβάδια<br />
Της κόκκινης παπαρούνας που θ’ ανοίξει<br />
Παραμερίζοντας τις μύγες και τα έντομα<br />
Ευφραίνουσα τους ρώθωνες των παιδιών και των παρθένων<br />
Όταν κυκλοφορούν μέσ’ στα πυκνά κοπάδια<br />
Των ελεφάντων που περνούνε μια εβδομάδα<br />
Στον κάμπο της ευφροσύνης των ματιών μας<br />
Σμάρια κι αυτοί σαν τις γυμνές μας σκέψεις<br />
Και προχωρούν ανέμποδα δίχως σχοινιά στα ποδιά<br />
Ως ιεράρχαι μεγαλόπρεποι με σιγουράδα<br />
Υπερπόντιου δράματος που μας μαγεύει.</p>
<h5><strong>9. Η ΑΝΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>Οι λέξεις όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός<br />
Μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν<br />
Με άνδρες που σπέρνουν και γυναίκες που μιλούν<br />
Μέσα στους ποππυσμούς των φιλημάτων<br />
Σαύρες περνούν μέσα στα ρίγη των ακτών<br />
Πελάγους που απλώνεται μέχρι την άμμο<br />
Με πλαταγίσματα με παφλασμούς<br />
Ολίγον πριν ο ήλιος ανατείλει<br />
Ενώ ακούονται φωνές των ραψωδών της ύλης<br />
Και αλαλαγμοί αλέκτορος όρθιου<br />
Επί μιας στήλης άλατος χωρών μεσημβρινών<br />
Όταν ογκούνται οι πόθοι στους αιγιαλούς<br />
Μυριάδων πού πορεύονται μέσ’ στις ριπές του ανέμου<br />
Μπροστά στα μάτια των ολβίων κορασίδων<br />
Που κύπτουν με τα στήθη των εγγίζοντα το ύδωρ<br />
Το καθαρό νερό των ρυακίων<br />
Ώσπου να βρουν και να αισθανθούν στα σώματα και στας ψυχάς των<br />
Άνευ ορίων άνευ όρων<br />
Την κεκτημένην άνοδον της ηδονής.</p>
<h5><strong>12. Η ΠΛΑΚΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ</strong></h5>
<p>Ο κοχλίας παραστέκει στο μικρό τρεχαντήρι<br />
Κοντά στη θάλασσα παλεύει ο ταξιάρχης<br />
Με ίλες ιππικού που επελαύνουν<br />
Σαν μια τολύπη πράσινη<br />
Χωρίς καμιά<br />
(Ούτε την παραμικρή)<br />
Δυσανασχέτηση.</p>
<h5><strong>13. ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΑΥΛΑΙΑ</strong></h5>
<p>Βοριάς εσκέπασε την νύκτα<br />
Στην αρχή δεν ήταν άλλη φωνή<br />
Έπειτα ογκόλιθοι κύλησαν στις πλαγιές<br />
Στήθη ξεχύθηκαν από λευκά πουκάμισα<br />
Με ρώγες αιχμήεσσες μέσα στην πλάση<br />
Έπειτα σιγά<br />
Και απαλά<br />
Και ανεπαίσθητα<br />
Παραμέρισε το παραπέτασμα<br />
Για να φανεί το μελόδραμα επί σκηνής.</p>
<h5><strong>17. ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΟΤΑΝ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΨΙΘΥΡΙΖΟΥΝ</strong></h5>
<p>Πολλές γυναίκες ομοιάζουν<br />
Με παλαιών χορών στροβίλους<br />
Εις τους οποίους λικνιζόμενες με φιλαρέσκειαν<br />
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται<br />
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων<br />
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν<br />
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δένδρα λάμπουν<br />
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες<br />
Με γεύση μαστίχας στα φιλιά των<br />
Και με τα χέρια των βαλμένα<br />
Στα στήθη των χορευτριών<br />
Και στα μαλλιά των.</p>
<h5><strong>20. ΟΠΩΣ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ</strong></h5>
<p>Οι πόλοι υψώνονται στην γαλήνη<br />
Της υπέρτατης καταλύσεως του φθόνου<br />
Χωρίς την άμιλλα σπονδών τεκταινομένων<br />
Εν είδει χάσματος κραυγών που αιμάσσουν<br />
Γιατί ξυπνούν οι θρόμβοι ακαριαίως<br />
Κάθε παλμού καρδιάς των εργατών<br />
Σταθμού παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος<br />
Προ των αρμονικών γλουτών φευγούσης κόρης<br />
Παρά τα περιδέραια, παρά τα κεχριμπάρια<br />
Που μας προσφέρουν οι ερμηνευταί των θόλων<br />
Την ώρα που αναστενάζουσα βαθιά μια φίλη<br />
Έρχεται να μου προτείνει συγκολύμβησιν<br />
Και πέφτουμε στη θάλασσα με παφλασμούς ακαταμάχητους<br />
Σαν βράχοι ενυπνίου μετεώρου<br />
Κι έπειτα πλέχουμε στην ευφροσύνη μας<br />
Μέσα στο φως τής πλήρους μεσημβρίας.</p>
<h5><strong>21. Η ΖΕΣΤΗ</strong></h5>
<p>Ένα άγαλμα ζωντάνεψε και κατεβαίνει<br />
Από το βάθρο του και αντικρύζει<br />
Μέσα στην άχνα του καλοκαιριού μια πόλι νέα<br />
Με πολυώροφες οικοδομές στην είσοδο<br />
Με κήπους ανεξιχνίαστους σε ορισμένες ώρες<br />
Όπου εμφωλεύει το μυστήριον<br />
Όπου φρικιούν τα άνθη<br />
Όπου κάποιος πού κρύπτετε αισθάνεται την ανάγκη να φανερωθεί<br />
και να αναπνεύσει<br />
Ενώ στα πέριξ της πόλεως πανηγυρίζουν τα τζιτζίκια<br />
Με υψίσυχνα και ακαταπόνητα τσιρίγματα<br />
Που ανέρχονται ως πλημμυρίς και όλους τους χώρους κατακλύζουν<br />
Κάθε παλμός κάθε τριγμός εντείνεται<br />
Κάθε παλμός είναι τζιτζίκι<br />
Κάθε τζιτζίκι είναι παλμός<br />
Που αναπτύσσεται υψώνεται και κορυφούται<br />
Ενώ ιδρώνουν τα σώματα και οι κορμοί των δένδρων<br />
Και το ρετσίνι ξεχειλίζει στα δοχεία<br />
Που οι περιποιούμενοι τα δένδρα προσκομίζουν<br />
Για να περισυλλέξουν τις χονδρές σταγόνες<br />
Ως ξεκολλούν και πέφτουν μία-μία<br />
Σαν καραμέλες διάφανες που τις ποθούν και τις προσμένουν<br />
Τα πλέον σύγχρονα παιδιά με ανοικτά τα στόματα<br />
Και τις ψυχές των απλωμένες στον αέρα.</p>
<h5><strong>23. Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ</strong></h5>
<p>Η ανύψωσης του χεριού σου<br />
Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει<br />
Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου<br />
Το στεφάνι που έριξες στο λαιμό του αλόγου<br />
Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων<br />
Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη<br />
Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων<br />
Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού<br />
Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων<br />
Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου<br />
Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν<br />
Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια<br />
Στην επιφάνεια των πλέουν χίλιες μικρές πομφόλυγες<br />
Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου<br />
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου<br />
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας<br />
Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους<br />
Μπροστά μου το λιβάδι απλώνεται όπως χθες<br />
Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες<br />
Όμως εσύ δεν ήλθες<br />
τα βήματα τού άλογου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας<br />
Είναι οι θάλασσες πού διαβήκαμε<br />
τα τρεχαντήρια πού χρωματίσαμε μαζί<br />
Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο<br />
Χωρίς να την αφήσει χλιμιντρίζει<br />
Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του<br />
Στεκόμαστε στην άκρη τού δάσους και σέ περιμένουμε<br />
Το άλογο αυτό και εγώ<br />
Είμεθα πλάσμα έν και αδιαίρετο<br />
Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά<br />
Είμεθα κένταυρος που ξέρει<br />
Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθεις.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Β’</strong></h6>
<h5><strong>ΝΕΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΥΘΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>25. ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΑΜΑΖΟΝΙΟΥ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>1.</strong></h6>
<p>Η πρωινή ατμάμαξα<br />
Εντός της άχνας των ατμών<br />
Του σύννεφου που μας καλεί<br />
Και μετατρέπει τους ανθρώπους.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>2.</strong></h6>
<p>Τα κρύσταλλα της νηνεμίας<br />
Είναι κι αυτά λουλούδια<br />
Με κύματα με χνούδια<br />
Με αναλαμπές ακαταμάχητες σαν άστρα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>3.</strong></h6>
<p>Κυρτοί οι κλώνοι<br />
Όρθιοι οι κορμοί<br />
Οι τοποτηρηταί των οραμάτων στους χειμάρρους<br />
Ρέουν ρευστοί μέσ’ στην ανταύγεια των κινητών χρωμάτων<br />
Πότε με φως και πότε με σκιρτήματα λαγνείας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>4.</strong></h6>
<p>Παρομοιάζουν την σιγή με βράχο<br />
Κι’ όμως ανθούν στην κορυφή της<br />
Τα στίφη της ζωής και του θανάτου.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>5.</strong></h6>
<p>Η βενζινάκατος που τρέχει<br />
Είναι το ράμφος αετού<br />
Ω τα σφυρίγματα της μοίρας</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>6.</strong></h6>
<p>Στην όχθη<br />
Διαπερά την φάλαινα μια δόνησις<br />
Και ανοίγουνε τα βλέφαρα και φεύγουν<br />
Οι φθόγγοι της ήχους.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>7.</strong></h6>
<p>Παιδί του γλάρου κέρκουρε<br />
Και την καρένα σου κρατούν<br />
Οι ατέρμονες βραχίονες<br />
Του ωκεανού και του πελάγους.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>8.</strong></h6>
<p>Σμίγουν τα χέρια και πέφτουνε τα φύλλα<br />
Ολόκληρος ο ουρανός ψηλώνει<br />
Και μοιάζει με τα μάτια μας<br />
Όταν ενατενίζουμε.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>9.</strong></h6>
<p>Τα βήματά σου αντηχούν<br />
Μεσ’ στο φιλί που μου ‘δωσες και θα ‘ρθω<br />
Να πάρω μεσ’ στα δίχτυα μου τη βάρκα<br />
Που θα με φέρει σήμερα κοντά σου.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>10.</strong></h6>
<p>Άπλετον πάθος<br />
Άκλιτον γέρας<br />
Εχθροί του γήρατος<br />
Σπάγγος χρυσός<br />
Στο μέτωπο των αθανάτων.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>11.</strong></h6>
<p>Δεν είναι η δράσις σαν τα σπασμένα τζάμια<br />
Τα φύλλα της δεν πέφτουν παρά τις δυσκολίες<br />
Βλασταίνουν και αναπτύσσονται<br />
Τ’ άνθη της μοιάζουν με τριαντάφυλλα<br />
Που κόκκινα γίνονται στο φως κάθε πρωίας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>12.</strong></h6>
<p>Το βρέφος της αυγής στην αγκαλιά της μάνας του<br />
Και η μάνα του στην αγκαλιά του δάσους.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>13.</strong></h6>
<p>Οι αετοί που αρμενίζουν<br />
Με ανοικτά τα ράμφη στον αέρα<br />
Τρώνε σαν νάταν φύκια μιας θάλασσας των Σαργασσών<br />
Την πυκνοτάτη ατμόσφαιρα<br />
Χειμαζομένης εποχής<br />
Χειμαζομένης πολιτείας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>14.</strong></h6>
<p>Η οπτασία στη σιγή<br />
Ονείρων πηγή εν εγρηγόρσει.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>15.</strong></h6>
<p>Κανείς δεν κατατρύχεται<br />
Αν δεν κρατά στη τζέπη του μια πέτρα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>16.</strong></h6>
<p>Αύρα χυτή στην κόμη σου<br />
Η χλαλοή του κόσμου μέσ’ στο νου σου<br />
Κ’ είμαι κοντά σου σαν περιστέρι δυνατό<br />
Πού όλο ραμφίζει τούς μαστούς σου.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>17.</strong></h6>
<p>Στάζουν τα έλατα<br />
Κορέννυμι στο ανάβρυσμα των ποιημάτων<br />
Δροσιά του νάματος και των θαυμάτων<br />
Πηγές και πράξεις υακίνθων.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>18.</strong></h6>
<p>Ο πρόξενος της εορτής<br />
Βλέπει ριγεί κι εν τέλει φωνάζει:<br />
«Ώ η πηγή του χρόνου!»</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Γ’</strong></h6>
<h5><strong>ΦΩΝΕΣ ΚΑΙ ΥΔΑΤΟΠΤΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>26. ΠΑΡΑΣΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Η σπείρα του ανεβάσματος της κορδιλιέρας<br />
Επάνω από τα πεδινά σαλπίσματα<br />
Είναι το δέρας κερασφόρου τίγρεως<br />
Που σκαρφαλώνει στα βουνά της λαγκαδιάς<br />
Χωρίς φανάρια δίχως δένδρα<br />
Μα με καλάμια και πλοκάμους<br />
Που υψώνονται σαν τους κορμούς των σιωπηλών ανθρώπων<br />
Εκεί που στέκονται βουβοί πριν να μιλήσουν.</p>
<p>Το ρόδον της αυγής τους περιμένει<br />
Και περιμένουν οι βουβοί να πούνε<br />
Την πρώτη λέξη που σημαίνει πάντοτε<br />
Την έναρξη της κυκλικής αρθρώσεως<br />
Μιας επικής η μη δημιουργίας<br />
Με αστραφτερούς σπασμούς με πίδακες<br />
Που μας γεμίζουν όλους και μας επεκτείνουν<br />
Από το χρώμα της νυκτός στο χρώμα της ημέρας.</p>
<h5><strong>27. Η ΒΑΣΙΣ</strong></h5>
<p>Οι δίσκοι της φωνής δεν έχουν ώτα<br />
Καλύτερα περνούν στο δρόμο τα κορίτσια<br />
Παρά καθήμενα πλησίον των γονέων των<br />
Καπίστρια του σπιτιού και παστρικές σφενδόνες<br />
Συντρίβουν κάποτε —πάντα σχεδόν— την πλήρη σφρίγους<br />
Ανερχομένη άνοδο των τρυφερών πλασμάτων.</p>
<p>Το κήρυγμα της οπτασίας των θεμελιωμένων<br />
Μέσα στο αίμα των γενναίων υπερμάχων<br />
Αποτελεί εκπήδησιν και τίποτε δεν συγκρατεί<br />
Τους θρύλους που γεννιούνται μέσ’ στα χόρτα<br />
Της αυταρέσκειας των φιλήδονων κορασίδων<br />
Γιατί δεν στέκονται μονάχες των<br />
’Έχουν εμάς κοντά των<br />
Όρθιους μπροστά των και στο αίμα των επί της ύλης<br />
Όλου του πάθους των σφριγηλών σωμάτων τους<br />
Και του ιδικού μου.</p>
<h5><strong>29. ΤΑ ΑΚΑΤΑΠΑΤΗΤΑ</strong></h5>
<p>Αντίρροπον του κάθε δράματος η τρυφερά ανεμώνη<br />
Σημαίνει το φανέρωμα κάποιας δικαιοσύνης<br />
Κ’ αίφνης η θλάσης των λεπτότερων μίσχων<br />
Ακεραιότης γίνεται αποκατάστασης πληρότης<br />
Κάτι σαν κίνησης ανοδική και ευθύς μετά καθοδική<br />
Κούνιας της ευφροσύνης<br />
Κόρης που παλινδρομικούς εις την αιώραν της κινείται<br />
Και δεν μονάζει το πρωί μήτε το βράδυ<br />
Σε τέλματα κακίας η μίσους.</p>
<p>Βάμμα χαράς στας παρειάς ροδίζει<br />
Οι κώμοι του κόσμου τίποτε δεν σημαίνουν<br />
&#8220;Ας λένε και ας βάζουν στοιχήματα<br />
Εξαίσια θάναι πάντοτε των ίππων η ορμή<br />
’Ιδίως προς το τέλος κάθε αγώνος<br />
Και ας λέγει ας μανίζει το κοτσοπολιό<br />
Τα κλήματα οπωσδήποτε θα κάνουν τα σταφύλια των<br />
Και η χλόη πάντα θα ποτίζεται με σπέρμα.</p>
<h5><strong>31. ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Χοντρές σταλαγματιές από αίμα στο τραπέζι<br />
Προμηνούν τον όρθρο της επιούσης των εορτών<br />
Χοντρές σταλαγματιές από αίμα κονδυλένιων δακτύλων<br />
Από αίμα που αναβλύζει στον κρατήρα μιας πληγής<br />
Πληγωμένης άλλα μη πεθαμένης γυναικός ωραίας<br />
Που αγαπά τα όνειρα και όσα ονομάζουν άνομους έρωτας<br />
Με άρχοντας των αγρών με άρχοντας των εργοστασίων<br />
Με εργάτας, με προλεταρίους, με ιερωμένους<br />
Με νοήμονες η με μωρούς ανθρώπους<br />
Με συζύγους μελαψών συζύγων που έχουν παιδιά στη Βολιβία<br />
Με γεννητικά όργανα ανδρικά ακμαία<br />
Με ολίσβους εξ ελεφαντοστού ή από λάστιχο σκληρό και λείο<br />
Με αδελφικά παιδάρια<br />
Και ακόμη με κόρες σαν ανεμώνες όμορφες με μάτια γλαυκά ή μαύρα<br />
Με αχθοφόρους των κρηπιδωμάτων<br />
Με εραστάς των ινδαλμάτων<br />
Με ηλιθίους και σοφούς<br />
Χωρίς να είναι οι έρωτες παράνομοι η άνομοι<br />
Γιατί δεν υπάρχουν έρωτες νόμιμοι η μη νόμιμοι<br />
Υπάρχουν μόνον έρωτες χωρίς επίθετα<br />
Όπως υπάρχει ο ουρανός η θάλασσα οι στεριές το λάδι<br />
Το λάδι της ελιάς και το λάδι της μηχανής<br />
Της μηχανής ενός καραβοκύρη<br />
Που αγάπησε την θάλασσα την ίδια<br />
Έτσι όπως καθότανε στο φιλιστρίνι της καμπίνας του<br />
Και κοίταζε την απεραντοσύνη των υγρών εκτάσεων</p>
<p>Κεραυνοβόλος ο έρωτας και αμέσως πετάχθηκε ο καραβοκύρης<br />
Πρώτα στα καταστρώματα και ευθύς μετά στη γέφυρα<br />
Με τα μαλλιά του ανάστατα<br />
Με την καρδιά του να κτυπά σαν μέγα ξυπνητήρι<br />
Με ομηρικούς αιγιαλούς<br />
Με ’Αχαιών στρατούς και στόλους στην ψυχή του<br />
Τα πάντα προσφέροντας στη θάλασσα<br />
’Αλλάζοντας γι’ αυτήν τελείως την ζωή του<br />
Με σχέδια ενός νέου κατά της Τροίας πολέμου εις τον νου του<br />
Όμως τα σχέδια αυτά δεν είναι λόγος αρκετός<br />
Να αναβληθούν οι εορτασμοί της επιούσης<br />
Για λίγες σταλαγματιές αίματος έστω και χονδρές<br />
Των νέων γυναικών που έρχονται<br />
Των νέων γυναικών που θα τις φέρουν.</p>
<h5><strong>34. ΤΑ ΠΑΡΚΑ</strong></h5>
<p>Τα κρύσταλλα των μαγαζιών θέλουν καθάρισμα<br />
Με σπόγγους που αγοράσαμε προσφάτως<br />
Από καΐκια σφουγγαράδικα ταχύπλοα<br />
Από καΐκια με μηχανές δυτών σκαφανδροφόρων<br />
Που μοιάζουν με μικρά μαγγανοπήγαδα<br />
Αρδεύσεως περιβολιών με κιόσκια απίστευτα<br />
Όπου κάθε πρωί πουλούν τσιγάρα<br />
Κ’ εφημερίδες και άφθονα μικρά πουλιά.</p>
<p>Ω κόρη που στα κιόσκια αυτά πουλιά πουλάς<br />
Μου αρέσεις —σου το λέγω αλήθεια— τόσο<br />
Που πήρα την απόφαση να ψάξω πάλι να σε βρω<br />
Μέσ’ στα κειμήλια χώρας αειθαλούς<br />
Που μοιάζει με ορισμένες κομητείες<br />
Στα νότια μέρη της Αγγλίας<br />
Όπου κατώκησα χρόνια πολλά<br />
(συγκεκριμένως στο Λονδίνο)<br />
Ευχόμενος με γράμματα τηλεγραφήματα και κάρτες<br />
Κάθε πρωτοχρονιά beyond the seas<br />
Έτη πολλά σε όλους.</p>
<p>Τώρα δεν έχω πιά καιρό να χάνω στα ταχυδρομεία<br />
Ούτε να συζητώ με καϊξήδες<br />
Προτιμώ χίλιες φορές να παίζω μαζί σου ω ραπτομηχανή<br />
Και έχοντας εσέ μαζί μου<br />
Να συναντήσω κάποτε στο γύρισμα ενός δρόμου<br />
Η σε μιαν έρημη ακρογιαλιά του Γέρο-Πόντου<br />
Τον ωκεάνιο ποιητή Ισίδωρο Ducasse<br />
Με την παλιάν ομπρέλλα του στον ώμο.</p>
<h5><strong>35. ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΡΗΣΙΝ ΥΔΡΑΝΤΛΙΑΣ</strong></h5>
<p>Τα πυρωμένα χείλη μιας φωτιάς<br />
Ανοίγουν και εκπέμπουν τα φιλιά της<br />
Ατόφια στέκει και βοά μέσα στο θάλπος<br />
Μια γυναίκα που καλεί τα χελιδόνια<br />
Στην αγκαλιά της.</p>
<p>’Αμέσως τότε ηχούν τραγούδια<br />
Που αναβλύζουν ορμεμφύτως<br />
Όπως το γλεύκος των τσαμπιών γλυκού μοσχάτου<br />
Ώσπου τα κύπελλα να ξεχειλίσουν<br />
Και άδεια να μείνουν με άσπρους πάτους.</p>
<p>Φεύγουν τα ίχνη της αιδούς<br />
Τα διαδέχονται κραυγαί μανίας<br />
Δάκτυλα ψαύουν τους μαστούς των νεανίδων<br />
Και ιδού που νέοι και γέροι και παιδιά<br />
Στάζουν όπως τα δένδρα υπό βροχήν<br />
Η σαν εκτοξευταί πυροσβεστών<br />
Μετά από χρήσιν υδραντλίας.</p>
<h5><strong>37. ΤΑ ΣΜΗΝΗ</strong></h5>
<p>Η πίστις μας διαπομπεύει την ηχώ<br />
και φτερουγίζουν όλα τα πουλιά<br />
Απ’ τα φτερά τους στάζουνε οι φθόγγοι<br />
Καλών στιγμών στα όνειρά μας.<br />
Κονιορτός δριμύς πίπτων πλαγίως στη σιγή<br />
Σπρώχνει τα φρόκαλα και τα σκορπίζει<br />
Γιατί γυμνά παιδιά ιχνηλατούν τ’ αστέρια<br />
Πού πέφτουν μέσ’ στα πούπουλα της ύλης.<br />
Η πύρινή μας έγνοια δεν κατρακυλά<br />
Μέσ’ στα νερά που φωσφορίζουν<br />
Σμήνη μικρών πουλιών υψώνονται<br />
Προς τις σποράδες των νεφών που ασπρίζουν<br />
Μπροστά στα μάτια τα ανοιγμένα υπέρμετρα<br />
Αυτών που τα κοιτάζουν.</p>
<h5><strong>39. ΒΡΥΣΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ</strong></h5>
<p>Οι κύκλοι μας μοιάζουνε με μας<br />
Έχουν τα μέτρα του προσώπου μας<br />
’Έχουν την λάμψη των ματιών μας<br />
Πορεύονται σαν φορτηγά βαγόνια<br />
Φιλούν την άκρη των βυζιών των κορασίδων<br />
Που ανεβαίνουν προς την ενηλικίωσίν των<br />
&#8216;Όπως στον ουρανό οι ατμοί μιας ατμαμάξης<br />
Πριν χαμηλώσουν οι φωτιές<br />
Κ’ ενώ θεριεύουνε στα στόκολα οι φλόγες<br />
Καθώς κλαδεύουμε την ηδονή<br />
Σκυμμένοι η ξαπλωμένοι σε σεντόνια<br />
Κάτασπρα και φυλαγμένα με λεβάντα<br />
Σε κάτι σεντούκια σκαλιστά πανάκριβα.</p>
<p>Χωρίς αυτά τα σπίτια μας θα κλείσουν<br />
Θα μαραθούν στους κήπους τα λουλούδια<br />
Αλλιώς πάντα μπροστά μας θάρχονται<br />
Μοσχάρια με φωνές ανθρώπινες<br />
Μοσχάρια δίχως βοσκούς προφητικά θεσπέσια<br />
Με στόματα πολύ μεγάλα<br />
Με μάτια βελούδινα τεράστια.</p>
<p>Οι λέξεις που ρέουν από τέτοια στόματα<br />
Μοιάζουν με γάλα που εκτοξεύεται<br />
Από σφικτά βυζιά που σφύζουν<br />
Κάθε φορά που τα πιέζεις ή τ’ αρμέγεις<br />
Από σφικτά βυζιά γιομάτα<br />
Μιας γυναικός αυγερινής η μιας παιδός του αποσπερίτη<br />
Με μάτια πράσινα παράξενα στιλπνά<br />
Που επιθυμούν να ιδούν μέσ’ στην καρδιά του θέρους<br />
Μια νύκτα γιομάτη θαύματα<br />
Γιομάτη βεγγαλικά του παραδείσου.</p>
<h5><strong>41. Ο ΜΕΓΑΣ ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ</strong></h5>
<p>Η πέτρα λάμπει σαν αχάτης<br />
Δυο λόγια φεύγουν ξεψυχάνε<br />
Μπροστά στο μάτι που βλέπει κανείς στις εκκλησίες<br />
Κύματα παίζουν με δελφίνια<br />
Στης γης την άκρη νέας γης αποκαλυπτήρια<br />
Προχώρησε και θα τα δεις.</p>
<p>Τον έσπερο με τα διαμάντια και τους ιριδισμούς<br />
Μη τον πειράξεις<br />
Μίλα του<br />
Χάιδεψέ τον<br />
Φερ’ τον να πιεί γάλα του κουτιού<br />
Καμιά φορά τα μεσημέρια συγχωρεί κανείς<br />
Πιο εύκολα παρά τα βράδια<br />
Πολλές φορές ο πύργος Άιφελ ομοιάζει<br />
Με σιντριβάνι χαραυγής<br />
Ποθεί να παίξει<br />
Να πιτσιλίσει<br />
Και ας παρελαύνουν μπροστά του<br />
Οι σχηματισμοί<br />
Τα πυροβόλα<br />
Και τ’ άρματα μάχης<br />
Της «Ecole Militaire»<br />
Της στρατιωτικής σχολής.</p>
<p>Μέγας διδάχος ο στρατός και ο στόλος<br />
Στα μέτωπα και στους αφρούς της Αφροδίτης πρώτος<br />
Η άσφαλτος των καμινευτών δεν του ταιριάζει<br />
Η δόξα βαδίζει καλύτερα στη σκόνη των σκυροστρώτων λεωφόρων<br />
Κάτω από σημαίες<br />
Διάτρητες από σφαίρες των μαχών<br />
Γι’ αυτό η άσφαλτος πρέπει να καταργηθεί<br />
Λυπούμαι πολύ<br />
Μα πρέπει.</p>
<p>Μέγας διδάχος ο στρατός και ο στόλος<br />
Πάσης καταστροφής<br />
Κι όμως στα μέτωπα, στην ύπαιθρο, στις πόλεις<br />
Προσμένουν όλους<br />
&#8216;Η δόξα και οι αφροί της Αφροδίτης<br />
Πολύ πιο πέρα απ’ τα βάθρα των μουσείων<br />
Κατάστηθα στην καθημερινή ζωή<br />
Η άσφαλτος των καμινευτών δεν της ταιριάζει<br />
Η δόξα βαδίζει καλύτερα στη σκόνη των σκυροστρώτων λεωφόρων<br />
Ουχί κάτω από διάτρητες σημαίες από σφαίρες<br />
Μα κάτω από το φέγγος των ελευθέρων ουρανών<br />
Γι’ αυτό πρέπει να καταργηθούν η άσφαλτος, οι πόλεμοι, οι μάχες<br />
Λυπούμαι πολύ<br />
Μα πρέπει.</p>
<h5><strong>43. ΑΡΜΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι<br />
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεοπτέρων<br />
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών<br />
Που σε αγαπούν εν τούτοις<br />
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα<br />
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.</p>
<p>Γι’ αυτό θα προτιμούσα να ‘σουν ορμαθός κλειδιών<br />
Τα μυστικά να τα γνωρίζεις όταν κι όπως θέλεις<br />
Δεν είναι γραφτό στο μέτωπο να πέφτουν ήρωες από ζυμάρι της αυγής.</p>
<p>Ποιος ξέρει<br />
Ίσως μια μέρα να ονειρευθείς<br />
Την τρισχαριτωμένη κόρη<br />
Και μ’ ένα καράβι ατρόμητο<br />
Να ξεκινήσετε μαζί για την μεγάλη περιπέτεια της ύλης.</p>
<p>Μην συλλογιέσαι λοιπόν μαύρα η άσπρα η γαλάζια<br />
Της μοίρας τα γραφτά τα τρώνε τα ποντίκια<br />
Κόκκινα και πράσινα θα σε δεχθεί η μέρα<br />
Και λαμπρά στολίδια μεσημέρια και πορφύρες<br />
Θα σου προσφέρουν οι γυναίκες με τα φλεγόμενα μαλλιά<br />
Τα στήθη τους θα σου προσφέρουν σαν λαστιχένιες κούπες<br />
Για να πιείς το γάλα της ηδονής και της χαράς.</p>
<h5><strong>45. ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ</strong></h5>
<p>Κονιορτός<br />
Έπειτα βράχοι δίχως κεφαλή<br />
Έπειτα δράκοι δίχως μάτια<br />
Και μίσχοι των νωπών λωτών<br />
Στα στόματα των δράκων.</p>
<p>Καλή στιγμή<br />
Περιφορά των εναυσμάτων<br />
Για την γαλήνη των πτωχών<br />
Των άνευ δέρματος και άνευ πάθους<br />
Κορυδαλλών.</p>
<p>Μείνε γυμνή<br />
Τα ρούχα της ημέρας<br />
Είναι βαρύτερα και από τις φωλιές του πεπρωμένου.</p>
<p>Μείνε μαζί μας<br />
Στ’ ανοίγματα τα πρωινά<br />
Θα σβήσουν οι φόνοι της νυκτός<br />
Στους ήχους των διαλαλητάδων<br />
Θα σύρουν βάρκες οι ανεμότρατες<br />
Και ναύτες θα σου πλέξουν την λεπτότατη<br />
Την άνευ υφάσματος παροδική σου παροιμία.</p>
<h5><strong>48. TIERRA DEL FUEGO</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Νίκο Στάγκο</p>
<p>Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τους χυμούς της νεότητος<br />
Δεν σταματούν οι κάμποι τα τρυγόνια<br />
Γωνιές της γης και γίγαντες μέσα στα φύλλα<br />
Της πιο μεγάλης περιοχής νωπών στρωμάτων<br />
Της γης που την τρυπούν από καιρού εις καιρόν<br />
Οι γεωργοί με τ’ άροτρά των<br />
Με τα ρολόγια των σταματημένα<br />
Μέσα στ’ αγιάζι της αυγής<br />
Για να παραταθεί η δροσιά της<br />
Μέσα στ’ αγιάζι χειμαρρώδους εκκινήσεως<br />
Αγέλης ίππων της νοτίου πάμπας<br />
Της γης κάθε καλής συγκομιδής<br />
’Ενώ σιγά-σιγά ξυπνούν οι ώρες<br />
Με πεκαρί μέσ’ στα παρθένα δάση<br />
Με ποταμούς που διασχίζουν τις πραιρίες.</p>
<p>Ω ποτισμένες περιοχές απ’ τα νερά της νεότητος<br />
Τώρα χρειάζονται σχεδίες<br />
Για να διαβούμε τα ποτάμια<br />
Για να περάσουμε στις άλλες όχθες<br />
Για να μετρήσουμε κάτω απ’ την λάμψη του Σταυρού του Νότου<br />
Των άστρων τις αμέτρητες λεγεώνες<br />
’Ερχόμενοι σαν τις σταγόνες της βροχής<br />
Για να ξυπνήσουμε γυμνώνοντας τα στήθη των<br />
Τις βελουδένιες της Παταγονίας κόρες<br />
Ν’ ανοίξουν έκθαμβες τις κόρες των ματιών των<br />
Στους ιριδίζοντας ατμούς αυτής της χώρας</p>
<p>Που δεν την ξέρουν παρά λίγοι μόνον<br />
Απόστολοι εμείς στο βάθος κάθε αποστολής<br />
Ώσπου να φθάσουμε στην άκρη αυτής της γης<br />
Σέρνοντας πίσω μας τις ξυπνημένες κόρες<br />
Και σφίγγοντας στις παλάμες μας τα τρυφερά των στήθη<br />
Σταθούμε εμείς οι του Βορρά μαντατοφόροι<br />
Κραυγάζοντας κάτω από τους νότιους ουρανούς<br />
Την ώρα της ανατολής την ώρα της πορφύρας<br />
Tierra del Fuego χαίρε!</p>
<h5><strong>49. ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ</strong></h5>
<p>Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι<br />
Με καταστρώματα και βάρκες νοσταλγίας<br />
Με ξέπλεκα πανιά και μούδες.</p>
<p>Του καπετάνιου η γυναίκα στη στεριά<br />
Και ο καπετάνιος στο καράβι<br />
Ποτέ δεν απαρνήθηκαν την θάλασσα<br />
Την Θάλασσα την κόρη τους<br />
Με τα μακριά μαλλιά και με τα φύκια.</p>
<p>Τώρα θα ταξιδέψουν για χατίρι της<br />
Και το ταχυδρομείο θα μοιράσει<br />
Ρόδα τρεμάμενα από συγκίνηση<br />
Στην συνοικία που σκοτώθηκε ο μνηστήρ της<br />
Και με σφιγμένη την καρδιά θ’ ακούσει<br />
&#8216;Η γειτονιά την περιπέτεια<br />
Του καπετάνιου και της κόρης του<br />
Διότι πάντοτε τα παραμύθια έχουν αλήθεια<br />
’Ιδίως αυτά που είναι πλεγμένα με κογχύλια<br />
Και γοητεύουν τα παιδιά τους νέους και τους γέρους<br />
Που έχουν ευαίσθητες ψυχές και ατσαλένια μπράτσα.</p>
<p>Χαριτωμένη κόρη<br />
&#8216;Ο πύργος που σε περιμένει<br />
Έχει ετοιμάσει δυο κάμαρες για σένα<br />
Με σιντριβάνι από χρυσές κλωστές και ασημένιες χάντρες<br />
Για να λουσθείς όταν θα φθάσεις<br />
Μη το ξεχάσεις μη το ξεχάσεις<br />
Εκατό χρονιά πέρασαν και ένα καράβι<br />
Για να γιορτάσεις.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Δ’</strong></h6>
<h5><strong>Η ΑΙΓΛΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΩΝ</strong></h5>
<h5><strong>50. Η ΑΙΓΛΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΩΝ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>I.</strong></h6>
<p>Καθυστερούν οι νέοι στους αγρούς<br />
’Αργά συμπίπτουν των προβάτων τα κουδούνια<br />
Εν τέλει, γίνονται καμπάνες<br />
Κρουστοί και λαγαροί παιάνες<br />
Σαν γάμοι με νύμφες μελαψές<br />
Στη γη της Γαλιλαίας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΙΙ.</strong></h6>
<p>Πούπουλα πέσανε στη γη<br />
Σμήνους περιστερών που απέπτη<br />
Μία στιγμή δύο στιγμές σιωπή<br />
Κ’ έπειτα μέσ’ στο γαλάζιο φως βοή<br />
Πτερά λευκά των αρχαγγέλων.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>III.</strong></h6>
<p>Είναι το μάτι του φωτός<br />
Του παντοκράτορος το μάτι<br />
Και η πλάσης είναι σύμπασα<br />
Των ουρανών η πλατυτέρα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>IV.</strong></h6>
<p>Όσοι από μας προέρχονται απ’ την σποριά του ήλιου<br />
Ποτέ δεν θα περιφρονήσουμε τις πιο βαθιές σκιές<br />
Όσοι από μας γεννήθηκαν έξω απ’ τα κύτταρα του μίσους<br />
Ζούμε την καλοσύνη μας<br />
Σαν αγιοσύνη πανεύοσμης πρωτομαγιάς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>V.</strong></h6>
<p>Όταν ανοίγουν τα πέταλα της ανεμώνης<br />
Ιβίσκων στήμονες ακαριαίως ξεπετιούνται<br />
Ξέφωτο ή λόχμη γίνεται με πίδακες<br />
Και τα τζιτζίκια πάλλονται άνευ τέλους<br />
Στις πιο βαθειές πτυχές της πανσπερμίας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>VI.</strong></h6>
<p>Λόγια πού αστράφτουν σαν πετράδια<br />
Πλάθουνε πράγματα και από τα σίδερα πιο στερεά<br />
Και αν στις υγρές των δένδρων ρίζες<br />
Οι μύκητες ζουν και πεθαίνουν<br />
Δεν τούς φοβούμεθα δεν μάς πειράζει.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>VII.</strong></h6>
<p>Κορμοί της ανυψώσεως<br />
Δένδρα υψηλά και αιχμήεντα<br />
Εις το γλαυκόν διάστημα<br />
Υψώνονται και σφύζουν<br />
Πόθοι της γης παφλάζοντες<br />
(Σεγκόγιες<br />
Ουελλιγκτώνιες)<br />
Τον ουρανό με περιπάθειαν<br />
Λογχίζοντας.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>VIIΙ.</strong></h6>
<p>Η βεβαιότης των πιστών<br />
Και η ταχύτης των σωστών ανθρώπων<br />
Υπερπηδούν τα φράγματα διδασκαλιών κακών<br />
Και τρέχουν όλοι προς τας δροσεράς πηγάς<br />
Όπου εξαίσια μικρά κορίτσια<br />
Δείχνουν της ήβης των τα ροδαλά βερίκοκα<br />
Δείχνουν τα ροδαλά αιδοία των<br />
Στους φλεγομένους θαυμαστάς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΙΧ.</strong></h6>
<p>Φλόγα σαν σπιθαμή τριπλή<br />
Κεράσι που γοητεύει των πουλιών το σμάρι<br />
Έμφυτη η κλίσης των γυμνών ανθρώπων<br />
Η αγαλλίασης των πάει να ξεχειλίσει<br />
Σαν γάλα ζεστό μέσ’ από κύπελλο γεμάτο.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Χ.</strong></h6>
<p>Κάτι παράδοξον συνέβαινε μπροστά μου<br />
Κάτι απ’ αυτά που εύκολα δεν ημπορείς να τα ονομάσεις<br />
Κ’ αίφνης εστάθηκα και είπα:<br />
«Δύστηνη μοίρα των τυφλών<br />
Και των χαμοσερνάμενων ανθρώπων».</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΙ</strong></h6>
<p>Μπροστά στην πρωινή συκιά<br />
Που γάλα στάζει<br />
Τον ήλιο βλέποντας να ξεπροβάλλει<br />
Τo στόμα άνοιξα και φώναξα άθελά μου: «<br />
« Ήρθε ο καιρός να πω και εγώ<br />
Πτερόεν άρμα!».</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>XII.</strong></h6>
<p>Ω Λαπωνία δεκτική με ποταμούς ταράνδων<br />
Ω διακεκαυμένη ζώνη των τροπικών χωρών<br />
Ω Χώραι αδελφαί της ακροτάτης νοσταλγίας!</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Ε’</strong></h6>
<h5><strong>ΦΩΝΕΣ ΚΑΙ ΥΔΑΤΟΠΤΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>52. «ΜΙΑ ΡΙΞΙΑ ΖΑΡΙΩΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ»</strong></h5>
<p>Όχι<br />
Δεν είναι το «art pour l’art»<br />
Η ανωτέρα εκδήλωσις των ποιητών και των ανθρώπων<br />
Ούτε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που είναι απλώς πολιτική<br />
Ούτε η τέρψης τάξεων προνομιούχων<br />
Δεν είναι αυτά ο προορισμός των ποιητών<br />
Γιατί δεν είναι δυνατόν<br />
Με την αφηρημένη μόνον ομορφιά<br />
Ή με την συμβατικώς παραστατική<br />
Ή με το «όπερ έξει δείξαι» μόνον η το «γαρ»<br />
Να αντικατασταθούν ή να πνιγούν των ενορμήσεων οι ώσεις<br />
Αφού ο λόγος δεν είναι λογική<br />
Αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική<br />
Και το καλόν δεν είναι ηθική<br />
Αφού «un coup de des jamais n’abolira le hasard»<br />
Αφού εν σπερματόζωον μονάχα αρκεί<br />
Να γονιμοποιηθεί το ωάριον της γυναικός ή ο λόγος<br />
Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νίκα<br />
θάναι η ποίησης σπερματική<br />
Απόλυτα ερωτική<br />
Ή δεν θα υπάρχει.</p>
<p>53. ΓΗ</p>
<p>Με ηδονή αναμοχλεύουμε τα χώματά μας<br />
Σπέρνοντας στις γυναίκες και στη γη<br />
Λέγοντας: Γη γη γηγενής, γη μάνα γη<br />
Γη γη πατρίδα μας παντού στην οικουμένη<br />
Γη της καρδιάς μας<br />
Γη του πέους μας<br />
Γη της ψυχής μας<br />
’Άνευ ολέθρων, δίχως μιάσματα και δίχως ζήλεια γη<br />
Γη άνευ όφεων εδεμική<br />
Γη αθωότητος και γη ευδαιμονίας<br />
Γη γηγενής στο αίμα μας (δικαιοσύνη)<br />
Άνευ ορίων άνευ όρων γη<br />
Σφύζουσα γη του γίγνεσθαι (μεγαλοσύνη)<br />
Γη γη του μέλλοντος υπάρχεις ήδη<br />
Στο αίμα μας<br />
Στο σπέρμα μας<br />
Και στ’ άσματά μας.</p>
<h5><strong>56. ΔΕΝ ΛΗΣΜΟΝΩ ΠΟΤΕ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΑ ΤΟΛΣΤΟΙ</strong><br />
<strong>ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Επάνω από τα κύματα των επελάσεων<br />
Μέσα στα θρύψαλα της καθημερινής ζωής<br />
Και στις ανατινάξεις των οπτασιών και των ονείρων<br />
Μέσα στο άγχος των πολέμων —ευτυχώς—<br />
Των αρχαγγέλων ο εσμός.</p>
<p>Ειρήνη ειρήνη και πυκνά πλεμάτια<br />
Κατά του στίφους των ακρίδων<br />
Κατά του πλήθους των σκορπιών και των ερίδων<br />
Ε χαίτη της καθεμιάς βουίζει<br />
Και δάσος πλήρες από έντομα γιγάντια<br />
Κ’ αίφνης οι πίδακες των ιδικών μας απαντήσεων<br />
Με την ευχή της μάνας μας<br />
Ενάντια στα μαχαίρια των πογκρόμ<br />
’Ενάντια στα κνούτα της Οχράνα<br />
Με τις κραυγές που απ’ τις ψυχές μας ξεπετιούνται<br />
Για την κλοπή των ινδαλμάτων<br />
Για την καταβαράθρωση των οραμάτων<br />
Για εκείνο το χνούδι των παιδιών που σαν ψιμύθιον διεσκορπίσθει<br />
Με όλα τ’ αρώματα και την χρυσή βροχή του σίτου<br />
Μπρος στα χαντάκια των φρουρών και των δημίων<br />
Μπρος στα καλάθια που άδεια απόμειναν στον ήλιο.</p>
<p>Ειρήνη ειρήνη το φιορίνι ας χαθεί<br />
Κρωγμοί γυπών να μην ακούονται πλέον<br />
Στους κήπους τα μικρά παιδιά να παίζουν<br />
Αμέριμνα πασίχαρα δοσμένα<br />
Στους θρύλους των καλών καιρών που φέρνουν<br />
Των ενορμήσεων την ευλογίαν<br />
Σε ξέσπασμα αγαλλιάσεως που σημαίνει<br />
Ειρήνη ειρήνη με τον φλόκο της Ειρήνης<br />
Μέσα σε φως απίστευτο να πλαταγίζει<br />
Με την οκτάπηχη την λόγχη μας μπηγμένη<br />
Κατάστηθα στο στήθος των πολέμων<br />
Αγάπη αγάπη θρόισμα βαθύφυλλο του Πάνα<br />
Λέων Τολστόι βελανιδιά τετράψηλη προφητική<br />
Στη Γιάσναγια Πολιάνα.</p>
<h5><strong>61. Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ Ή ΑΓΑΠΗ ΔΙΧΩΣ ΜΙΣΟΣ</strong></h5>
<p>Χαριτωμένη κόρη που καταφθάνεις πνευστιώσα<br />
Στα σκυροστρώματα των σιδηροτροχιών<br />
Την ώρα που ξεκινούν τα τραίνα<br />
Για χώρες της ’Ανατολής<br />
Για χώρες της ’Ασίας<br />
Γλυκεία κοπέλα να λουσθής στον Ιορδάνη<br />
Σε φως που εκπορεύεται από ινδάλματα<br />
Μέσα στα νάματα των βαπτιστών<br />
Κάτω από ιριδίζοντα ουράνια τόξα.</p>
<p>Πρόσεχε όμως<br />
Μη ξεπεράσεις τα συρματοπλέγματα<br />
Που σε χωρίζουν απ’ τις πληγές των Φαραώ<br />
Πολλά συμβαίνουν πέραν της διαχωριστικής αυτής γραμμής<br />
Υπάρχουν Ναβουχοδονόσορες<br />
Υπάρχουν σοφισταί και Δον Κιχώται<br />
Υπάρχουν τέλματα<br />
Υπάρχουν σκορπιοί και δράκαινες<br />
Πρόσεχε πρόσεχε λοιπόν<br />
Τον ’Ιορδάνη ποταμόν κάνε τον ποταμό σου<br />
Κι αν κάποτε με θάνατον σε φοβερίσουν<br />
Φώναξε ω κόρη στους δημίους σου<br />
Ότι πάντα στον ίσκιο των μαρτυρικών θανάτων<br />
Ροδίζει χαρμόσυνα για τους πιστούς νέα ζωή<br />
Και γνώριζε γνώριζε ω κόρη<br />
Ότι ποτέ δεν πέφτουν κατακέφαλα τα ινδάλματα<br />
Στη γέενα των «πεπρωμένων».</p>
<p>Χαριτωμένη κόρη<br />
Οι βαπτισταί σε περιμένουν πως και πως<br />
’Έχε λοιπόν πεποίθησιν στον Ίμερον και πίστευε<br />
Στην φλεγομένη άλλα μη καιομένη βάτο σου<br />
Στην βάτο την ερωτική<br />
Και πίστευε στον ίμερο των βαπτιστών ω κόρη<br />
Σε αυτά και μόνον πίστευε.</p>
<h5><strong>64. Η ΔΙΑΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΥΨΙΣΥΧΝΩΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">(Εύρασία)</p>
<p>Καρρότσες τέθριππες και αυτοκίνητα σαράντα ίππων<br />
Διασχίζουν τας πόλεις και τις στέππες της Ασίας<br />
Εις τα παράθυρα των λαϊκών συνοικιών<br />
Γυναίκες και νεάνιδες της Γεδρωσίας<br />
Δείχνουν τα στήθη των ακάλυπτα<br />
Στους διερχομένους άνδρας της δυτικής Ευρώπης και<br />
Την ίδια ώρα<br />
Εν μέσω ελαφρών νεφών<br />
Μπαλόνια υψώνονται στον ουρανό<br />
Και πλέχουν στον αέρα της αθανασίας.</p>
<p>Όλοι παρατηρούν και ενατενίζουν<br />
Τις σφαίρες των ελαστικών μαστών<br />
Και τ’ αερόστατα που ταλαντεύονται εις τον αέρα<br />
Και ιδού<br />
Συγχρόνως<br />
Από τα άνθη των αγρών και τις δροσοσταλίδες<br />
Γεννιούνται τέλεια μικρά παιδιά και ξεπετιούνται<br />
(’Αμέσως τείνοντα μανιωδώς προς τους μαστούς)<br />
Είναι οι φωνές τους ξαφνικές σαν αστραπές<br />
Κόκκινες κίτρινες μαβιές<br />
Και μοιάζουνε με ήχων χρυσαλλίδες.</p>
<h5><strong>66. ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ</strong></h5>
<p>Τί και αν φεύγει η Αλεξάνδρεια — μη κλαίτε<br />
Με απλωμένα τα πανιά των έρχονται<br />
Κάθε φορά που τις καρδιές φουσκώνουν οι πνοές του πόντου<br />
Και οι θάλασσες εν ηδονή ασπαίρουν<br />
Άσπροι αρχάγγελοι έρχονται<br />
Με διάπλατα ανοιγμένα τα πτερά των<br />
Με σάλπιγγες και φωτεινές ανταύγειες καταφθάνουν<br />
Με «βίρα» και «μάινα» με απίστευτες ιαχές<br />
Με πεταγμένες έξω τις φλέβες στα λαιμά των<br />
Με τις ψυχές πλησίστιες<br />
Τριζοβολώντας στους αρμούς και στα σχοινιά των<br />
Στις πιο πικρές ακόμη των καιρών αρμύρες<br />
Θαλάσσιοι ταξιάρχαι έρχονται<br />
Σαν το «Χριστός νικά»<br />
Ή όπως το σπέρμα που ακατασχέτως αναβλύζει<br />
Θαλάσσιοι αρχάγγελοι έρχονται την αγαλλίασιν κομίζοντες<br />
Κάθε φορά που τις ψυχές τραντάζουν τα ραγάνια<br />
Θαλάσσιοι ταξιάρχαι έρχονται<br />
Έρχονται πάντα τα καράβια.</p>
<h5><strong>68. ΔΙΕΘΝΕΣ</strong></h5>
<p>Δεν λέγω λόγια σπέρνω στο χαρτί<br />
Δεν ασχολούμαι με την μοίρα η την λίρα<br />
Και βλέπω πάντα στα μάτια την ζωή<br />
Σαν να ‘ταν όμορφη παρθένα η ζωντοχήρα.</p>
<p>Καμιά φορά στον δρόμο σταματώ<br />
Στραγάλια ν’ αγοράσω η φουντούκια<br />
Και λέγω καμιά φορά έναν σκοπό<br />
Που τραγουδιέται —δόξα τω Θεώ—-<br />
Χωρίς μπουζούκια.</p>
<p>Και όταν το βράδυ πέφτει η σιγαλιά<br />
Πηγαίνω τ’ άλογά μου να ποτίσω<br />
Και ως κατουράν η πίνουνε νερό<br />
Τα ραδιόφωνα τριγύρω μου σκορπούν<br />
Πότε του Χαίντελ το «’Αλληλούια»<br />
Πότε μιαν άρια από την «Κάρμεν» ή την «Τόσκα»<br />
Κ’ αίφνης —σε άλλες στιγμές—<br />
Σαν ξέσπασμα μιας προσευχής<br />
Ακούω τον ύμνο της Διεθνούς από την Μόσχα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΣΤ’</h6>
<h5><strong>ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ</strong><br />
<strong>ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ</strong></h5>
<h5><strong>70. Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΝΩΕ</strong></h5>
<p>Ήταν ανάγκη ως φαίνεται να έρθουν τα νερά<br />
Έτσι εμάζεψε ο Νώε τα παιδιά του<br />
Και όλα τα ζώα της πλάσεως όλα τα πετεινά<br />
Και όλα τάβαλε στην αγκαλιά του<br />
Όμως απ’ όλα πρώτον έβαλε μεσ’ στην καρδιά του την αγάπη<br />
Κ’ έτσι εφάνη το Αραράτ και το κλαρί που εκόμισε το περιστέρι<br />
Δόξα λοιπόν στα χέρια του<br />
Δόξα στα γένια του<br />
Και δόξα μεγάλη στην καρδιά του.</p>
<h5><strong>71. ΤΟ ΙΠΠΙΚΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ</strong><br />
<strong>Ή</strong><br />
<strong>ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ</strong></h5>
<p>Πώλοι σκιρτούν στο βάθος της νυκτός<br />
Και συνεχώς στις πόλεις πλησιάζουν<br />
Είναι λευκοί και λάμπουν στο σκοτάδι<br />
Πώλοι οπάλινοι στο βάθος της νυκτός<br />
Σαν άσπρες πέρλες σε μαύρες κασετίνες<br />
Κινούμενο φίλντισι στο βάθος της νυκτός<br />
Και ο κάμπος με τις μυρωδιές απλώνεται μπροστά<br />
Πώλοι θερμόαιμοι σκιρτούν<br />
Κάπου κοντά στα Εκβάτανα στα Σούσα<br />
Και της Ρωξάνης η καρδιά αναγαλλιάζει<br />
’Από τα χλιμιντρίσματα και από τον ήχο<br />
Του καλπασμού των πουλαριών στον κάμπο<br />
Γρύλλοι ακούονται πολλοί και άστρα πολλά σπιθίζουν<br />
Και ως αντηχεί το ποδοβολητό των ίππων<br />
Γράφουν τ’ αστέρια στο στερέωμα εν όνομα<br />
Σε σχήμα εκθαμβωτικού φωτοστεφάνου<br />
ΑΜΜΩΝΟΣ ΔΙΟΣ ΥΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.</p>
<h5><strong>73. Ο ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΣ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν πολλές φορές διαβατήρια<br />
Υπάρχουν πολλές φορές θεωρήσεις<br />
Μα πάντα με σφύζοντα τα τούμπα των<br />
Θα φεύγουνε τα τραίνα<br />
Παρίσι Λυών Μεσόγειος<br />
Λονδίνο Εδιμβούργο<br />
Και πρώτο απ’ όλα<br />
Στην στιλβηδόνα της σιδηροτροχιάς<br />
Μόσχα &#8211; Ιρκούτσκ &#8211; Βλαδιβοστόκ<br />
Στην στέπα και στις πόλεις<br />
(Άσπρες τολύπες θριαμβευτικός καπνός)<br />
Βαρύγδουπος Μεσσίας<br />
Και σαν γαμπρός λαμπρός<br />
Απ’ την Ευρώπη στην Ασία<br />
Γοργός αρχάγγελος διασυρίζων<br />
Ο Υπερσιβηρικός.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Ζ’</strong></h6>
<h6><strong>(ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ)</strong></h6>
<h5><strong>74. Η ΑΦΙΞΙΣ</strong></h5>
<p>Απέναντι μου ο αιγιαλός<br />
Πίσω μου οι ώρες και τα σπίτια<br />
Ο δρόμος άσπρη κιμωλία<br />
Οι ανεμόμυλοι τα μπράτσα των τεντώνουν<br />
Η κάθετη ώρα είναι μεσημβρία.</p>
<p>Αχνίζει στον ήλιο η πολιτεία<br />
Η θάλασσα ανεμίζει τον αφρό<br />
Αιφνίδια περιστέρια γλάροι<br />
Και χελιδόνια εδώ<br />
Την ώρα που ακουμπώ στην κουπαστή και βλέπω<br />
Από μακριά να πλησιάζουν σαν καράβια<br />
Σκέψεις τρικάταρτες και αναμνήσεις.</p>
<p>Ένα κογχύλι, ένας φίλος, δύο βότσαλα<br />
Και ανάμεσα λευκές φωνές-σπονδές<br />
Μιας άψογης ευθείας ή καμπύλης<br />
Όταν μέσα από χνούδι αναπηδά και φανερώνεται<br />
Της ποθητής στιγμής η παρουσία.</p>
<p>Πλευρίζει η βάρκα σε εποχήν ατόφια<br />
Η πόρπη λύνεται<br />
Και μέσα απ’ το νέφος που σκορπιέται<br />
Προβάλλει η πλώρη και η γοργόνα της<br />
Λαχανιασμένη με στήθη ξέστηθη<br />
Ποντίζοντας την άγκυρά της στο λιμάνι.</p>
<p>Είναι ελαφρά τα φτερουγίσματα<br />
Σαν τα τρεξίματα παιδιών που παίζουν<br />
Είναι βαριά τα παλαμάρια<br />
Μία μπαρούμα πέφτει στα νερά<br />
Και αναταράζει την άμμο του πυθμένος.</p>
<p>Όμως πριν διαλυθεί η θαμπάδα του πυθμένος<br />
Τεντώνεται πολύ<br />
Και το χονδρό σχοινί<br />
Δένεται χορδή που πάλλεται<br />
Από τα κρηπιδώματα<br />
Έως μέσα-μέσα στο ηλιακόν μου πλέγμα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Κόρθι, 19-5-1955</p>
<h5><strong>77. ΚΛΑΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ</strong></h5>
<p>Όσοι βαδίζουν επί πετάλων ρόδων<br />
Γνωρίζουν το πούπουλο και το πουλί<br />
Είναι ανοιγμένα τα πτερά του κ’ αίφνης τα διπλώνει<br />
Για να τ’ άνοιξει πάλι καθώς ψηλά πλανιέται<br />
Επάνω από τα σύννεφα σε χώρους αστρικούς<br />
Προς την Παράδεισο η τον Παράδεισο πηγαίνοντας του κόσμου.</p>
<p>Και το πουλί επιστρέφει πάλι<br />
Ξαναγυρίζει<br />
Σε δένδρα όπου τυλίσσονται αθώοι όφεις<br />
Ουδείς ποντίφηξ της κολάσεως τους ορίζει<br />
Κανένας δαίμονας δεν τους προστάζει<br />
Ούτε επενδύεται κανείς με τα παλιά των λέπια<br />
Και το πουλί στης γης τα δένδρα επιστρέφοντας<br />
Τα κάνει δένδρα της Εδέμ<br />
Και γίνεται πουλί της Παραδείσου<br />
Πλάσμα αθώο και αγνόν όσον το γάλα<br />
Της πλατυτέρας Μυριάμ ή Αφροδίτης.</p>
<p>Και το πουλί;<br />
Να το πουλί<br />
Πάνω απ’ τα στάχυα των αγρών<br />
Τώρα πλανιέται<br />
Από τα στάχυα που δεν φαντάσθηκαν ποτέ τα μηχανήματα<br />
(McCormick Ferguson η Chase)<br />
Ότι θα ήτο δυνατόν να τα θερίσουν<br />
Και ούτε το θέλησαν ποτέ να πατήσουν<br />
Μα πέρασαν δίπλα των και τ’ άφησαν απάτητα<br />
156<br />
Τα ίδια τούτα μηχανήματα<br />
(McCormick Ferguson και Chase)<br />
Αφού η ευλογία πάντοτε αχρηστεύει<br />
Πάσαν ανάγκην πονηρών ή μη μηχανημάτων<br />
Δολίων εξαρτημάτων όπως το δίκτυ ή το σχοινί<br />
Όπως ο βρόχος αυτού που πάει να κρεμασθεί<br />
Σε ανήλιαγα κατώγια ή σε δάση<br />
Όπως εκείνος ο παράνομος Ιούδας που εκρεμάσθη<br />
Σε κάποιο δένδρον άθλιον μακράν της Παραδείσου.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
