<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΟΚΙΜΙΟ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B9%CE%BF/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Wed, 23 Jul 2025 19:41:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΔΟΚΙΜΙΟ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 28 Apr 2024 18:37:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20993</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί στη στήλη «Γνώμες» της ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos-news.gr.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>-Σαν Παλιόψαθα των Εθνών Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2017<br />
-Φκειάνω μίαν Σημαία Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2018<br />
-Δύναμις Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2019<br />
-Πενήντα και οκτώ Αλεξίκακα άρθρα Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2021<br />
-Εδώδιμο Ειλητάριο, Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2022<br />
-Καθαρά πράγματα Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2023<br />
-Ανέκπτωτα Εκδόσεις Ινφογνώμων 2024</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21039 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21041" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΤΙ ΜΥΡΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ούτος έστίν ό θυρεός τοϋ θηρευτού τε<br />
καί άλιέως των ψυχών προς σωτηρίαν.<br />
Σημεϊον έν ώ διασκορπίζονται<br />
Θείω φωτί καταφλεγόμεναι πάσαι αί έναντίαι δυνάμεις.<br />
Τύπος πάντων τιμιότερος<br />
ό τής σκυλεύσεως τοϋ θανάτου τόπος.<br />
ΤΩ&#8230; των άπολλυμένων μωρία!<br />
Ού καθηλοϋται ή τοϋ Θεοϋ Σοφία καί Δύναμις δι’ ήλων,<br />
ουδέ καθελεϊται ή πανένδοξος Βασιλεία διά ξύλων.<br />
Διά τοϋ Σταυρού συνελήφθη καί συνετρίβη<br />
ύπό τοϋ φιλάνθρωπου Θεανθρώπου ό μισάνθρωπος.<br />
Έν τή ιδία αυτού παγίδι ένέπεσεν ό έκπεσών,<br />
την πονηριάν αύτής ή κακή κεφαλή<br />
άφ’ έαυτής κατάδηλην δεικνύουσα.<br />
Διά τοϋ Σταυρού δν έστησας,<br />
έκών άκων όντως εωσφόρος γέγονας μισόκαλε.</p>
<p>Τών σωζομένων ή χορεία Σταυρόν φιλεΐ<br />
καί στεντόρεια φωνή ομολογεί<br />
τό σημεϊον τής άκρας ταπεινώσεως<br />
καί τής τελείας τοϋ Χριστού άγάπης.<br />
Σταυρός ή σφραγίς τοϋ Παντοκράτορος<br />
εις χρυσόβουλον δωρεάς<br />
μονών αιωνίων.<br />
Ουτος τό λύτρον δι’ου πάντες<br />
δύνανται έξαγορασθήναι.<br />
Δι’ ήλων τό έλεος<br />
τής τρισηλίου Θεότητος<br />
προσηλώθη έν σχήματι καταλλαγής.<br />
Άπαρνήσεως εαυτού<br />
τό ακολούθως άναληφθέν φορτίον·<br />
Σταυρός ό έλαφρύς ζυγός,<br />
οδός Κυρίου.</p>
<p>Βάναυσον τού νόμου κραταίωμα,<br />
έσχατης τιμωρίας έργαλεϊον,<br />
άποτροπαίας εξουσίας έπιβολή<br />
καί τυραννίας φύλαξ,<br />
δι’ άχράντου αίματος πόρρω ήλλοιώθης.<br />
Νϋν ύπάρχεις ιλαρόν<br />
τής χάριτος απαύγασμα,<br />
προτέρας αίγλης άποκατάστασις,<br />
ένδοξου έλευθερώσεως ευκαιρία,<br />
ορατών τε καί αοράτων τυράννων<br />
συντριβή καί άπώλεια.<br />
Ό σπορεύς καί γεωργός<br />
καί τού δένδρου τής ζωής ξυλουργός,<br />
ξύλον νέον<br />
διά τού ίδιου αίματος<br />
άνέστησεν προς άνάστασιν.</p>
<p>Τών άγιων άγιότατον ξύλον<br />
έν ω παρέδωκε αιμα, ύδωρ καί πνεύμα<br />
ό Βασιλεύς τής Δόξης.<br />
Των τιμίων τιμιότατον ξύλον<br />
ο άκαταπαύστως ύμνοΰσιν πάσαι<br />
αί στρατιαί των Αγγέλων.<br />
Των κοσμίων κοσμιότατον ξύλον έν ω αεί νικώμεν.<br />
Θεού βούλευμα έν ω νικάται φύσεως τάξις.<br />
Πρώτου, δευτέρου και τρίτου ουρανού τό έπίκεντρον<br />
τό νέκρωσαν τού &#8216;Άδου τό κέντρον.<br />
Σταυρέ τού Σωτήρος, τής Άναστάσεως,<br />
τής τού Κυρίου δευτέρας παρουσίας,<br />
τής αιωνίου ζωής<br />
καί τής άνακαινίσεως τής κτίσεως προοίμιον,<br />
φύλαττε πάντας τούς σε προσκυνοΰντας<br />
έν μετανοία καί αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑΣ ΕΠΑΙΝΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">ε&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη εγκράτεια!<br />
Πανοπλία ψυχής άτρωτη.<br />
Πηγή ισχύος αστέρευτη.<br />
Πνεύματος τροφοδοσία.<br />
Υπεραισθησίας μέθοδε.<br />
Κάλλος δυσπερίγραπτο.<br />
Μύρου ανάβλυση.<br />
Ησυχίας μυστικό.<br />
Ηρεμίας μετάγγιση.<br />
Καθαρότητας έκλαμψη.<br />
Τιμή Παναγίας.<br />
Ολκέ χάριτος.<br />
Στολή ψυχής άρρητος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ς&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη υπομονή!<br />
Καταφύγιο σωφροσύνης ασφαλές.<br />
Εμπιστοσύνη Θεού έμπρακτη.<br />
Στήλη ήθους.<br />
Καθαρτήρια κάμινος.<br />
Οικοδομή χαρακτήρα.<br />
Εργαστήριο ελπίδας.<br />
Μαρτυρίου στέφανος.<br />
Ευκαιρία σωτηρίας.<br />
Διαρκής προσευχή.<br />
Μακάριο τέλος.<br />
Πρακτική φιλοκαλίας.<br />
Πέρας διαδρομής αγίας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ζ&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη δικαιοσύνη!<br />
Τριαδικής ειρήνης μίμηση.<br />
Αγαθοποιίας δύναμη ακατάλυτη.<br />
Θεοτρόπος πυξίδα.<br />
Δυνάμεως φίλτρο.<br />
Νοός ησυχαστήριο.<br />
Ψυχής κατάπλασμα.<br />
Θεοσεβείας απαύγασμα.<br />
Προσευχής παρρησία.<br />
Καρποφορίας λίπασμα.<br />
Ερινύων αμυντήριο.<br />
Εξημέρωση θηρίου.<br />
Χειρ βοήθειας Κυρίου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">η&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη ανδρεία!<br />
Πασών αρετών υπόσταση.<br />
Προαπαιτούμενο τελικής δικαίωσης.<br />
Ευπραξίας επιμονή.<br />
Ήθους διασφάλιση.<br />
Ελευθερίας φρόνημα.<br />
Επανόρθωσης δύναμη.<br />
Αγαθού προστασία.<br />
Ομολογίας κραυγή.<br />
Θυσίας θυμίαμα.<br />
Καρτερίας φύλακα.<br />
Φλόγα αυταπάρνησης.<br />
Της απώλειας άρνησις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΕΚΠΤΩΤΑ (2024)</strong></h4>
<p>(Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr<br />
από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.)</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΕΡΙΧΑΡΑΚΩΜΕΝΟΙ </strong></h5>
<p>Όσοι λίγοι πια έχουν απομείνει επιμένοντας με αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια, ποιότητα κι εντιμότητα στα έργα που κάνουν, περιχαρακώνονται. Τους περιχαρακώνουν τα συστήματα, περιχαρακώνονται κι οι ίδιοι από μόνοι τους. Χτίζουν γύρω τους από έναν καστρότοιχο, για να αμύνονται· για να προστατευτούν από τις κοτρόνες που εξακοντίζουν εναντίον τους οι καταπέλτες της φαυλοηλιθιοκρατίας. Χτίζουν αυτοί, αλλά τους χτίζουν ένα ακόμα ντουβάρι απ’ έξω ολόγυρα οι αχόρταγοι, εγωπαθείς εξουσιαστές και τα τσιράκια τους. Έτσι γίνεται σε μερικές πολιορκίες, όταν ο αμυνόμενος παραδόξως αντέχει. Βαστάς εσύ τα τείχη σου, σου χτίζουνε κι οι εχτροί απ’ ολόγυρα ένα δικό τους και γίνεσαι διπλά περίκλειστος. Έτσι οι πολιορκητές νομίζουν πως νικούν, γιατί λογαριάζουνε τα πράγματα με τον κοσμικό, με τον υλιστικό τους τρόπο. Μα σ’ αυτήν την περίπτωση τα μέτρα και τα σταθμά είν’ αλλιώτικα. Η ελευθερία είναι μέσα από τα τείχη τα διπλά κι η σκλαβιά είναι απ’ έξω. Ο κόσμος νομίζει πως οι έγκλειστοι λυσσάνε από τη δίψα. Μα αυτοί πίνουν από πηγή αστέρευτη και ζωοδόχο. Κινώντας για την πηγή όπου πάνε για να πιουν τ’ αθάνατο νερό, ψέλνουν στο δρόμο εκείνο το ανυπέρβλητο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού: «δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ’ αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα».</p>
<p>Οι απ’ έξω οικτίρουν αυτούς τους ελεύθερους πολιορκημένους, γιατί νομίζουνε πως μέσα «τα μάτια η πείνα εμαύρισε» όπως θα το ’γραφε κι ο Σολωμός. Αλλά οι έγκλειστοι έχουνε κάτι μαυροντυμένους αρχιμάγειρες που κάθε πρωί βρίσκουν (ένας Θεός ξέρει πώς) και τους ετοιμάζουν λογιών-λογιών αρτοσκευάσματα. Τ’ απόγευμα πάντα τους ετοιμάζουν υψηλή μαγειρική βασισμένη στα κρεατικά. Κάνουν το σταυρό τους, λοιπόν, οι έγκλειστοι, και καλοτρώνε και δοξάζουν τον Θεό ενθυμούμενοι τον Προφήτη Ηλία, ότι «κόρακες έφερον αυτώ άρτους το πρωί και κρέα το δείλης» (Γ΄ Βασ. 17,6).</p>
<p>Οι έξω λογαριάζονται για ελεύθεροι, αλλά είναι σκλαβωμένοι στα συστήματα. Προσκυνήσανε και φιλήσανε δαχτυλίδια∙ μπήκανε στα κόλπα, αλλά ο δυνάστης τους είναι απάνθρωπος∙ μέσα τους ζουν την κόλαση κι υποφέρουν. Έχουν την ψευδαίσθηση πως επικοινωνούν, αλλά κοινωνία δεν έχουν με κανέναν τελικά. Λυπούνται δήθεν τους έγκλειστους για την απομόνωσή τους, αλλά η δική τους μοναξιά μέσα στις φλυαρίες και τα λόγια τα επιφανειακά και τ’ ανόητα είναι αφόρητη. Μέσα απ’ τα τείχη, όμως, είν’ αλλιώς! Ναι, δεν υπάρχουν πολλοί… Αλλά οι λίγοι και καλοί αρκούν. Μέσα στην ησυχία, μια χούφτα φίλων καρδιακών που επικοινωνούν κι είναι στο ίδιο μήκος κύματος αρκεί. Άλλη πιο πλούσια κοινωνική ζωή απ’ αυτήν υπάρχει;</p>
<p>Και πάλι οι έγκλειστοι νομίζονται για δυστυχείς, καθώς δεν μπορούν να βγουν έξω∙ το κάστρο έχει γίνει γι’ αυτούς σαν το κελί κανενός ερημίτη. Δεν μπορούν να ταξιδέψουν, μήτε να πάνε ταξίδια αναψυχής και τουρισμού. Αλλά οι επιφανειακοί άνθρωποι δεν μπορούν να προσεγγίσουν τη μυστική ελευθερία της κίνησης των απροσκύνητων. Γιατί αυτοί, «είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν» (Β΄ Κορ. 12,2) ταξιδεύουν όπου θελήσουν αυτοστιγμεί. Σε θάλασσες και σε βουνά, σε ερήμους και σε κάμπους, σε πολιτείες και σε αξιοθέατα κάθε λογής πετούν ανεμπόδιστοι. Τα βλέπουν όλα, τα εξερευνούν, τα χαίρονται και τα ψηλαφούν χωρίς τις κοινές ταλαιπωρίες των ταξιδιωτών∙ χωρίς ξενοδοχεία και εισιτήρια, χωρίς στρίμωγμα στις ουρές των επισκεπτών, χωρίς αναμονές.</p>
<p>Οι κακεντρεχείς εχθροί και πολιορκητές, βέβαια, και σ’ ένα ακόμα πράγμα εξαντλούν την χαιρεκακία και το φθόνο τους. Επιχαίρουν, γιατί νομίζουν πως πνίγουν κι αποσιωπούν το λόγο των περιχαρακωμένων. Ότι ο κόσμος δεν πρέπει να ακούει τις αντρείες κραυγές της ελευθερίας, τον έμπλεο πνευματικότητας και συγκινητικό λόγο και τους θούριους, μην και ξεσηκωθεί. Αφήνουν να κυκλοφορεί ανεμπόδιστος ένας κάποιος χαμηλής ποιότητας λόγος αντιπολιτευτικός στην τυραννίδα που έχουν εγκαθιδρύσει. Κι αυτό το κάνουν επίτηδες. Πρόκειται για έναν θόρυβο από λόγο στεγνό, ξύλινο, αδύνατο και προβληματικό. Αναμασήματα που αφήνουν τον κόσμο ασυγκίνητο. Κι από την άλλη είναι ο δικός τους λόγος. Εξουσιαστικός, παρελκυστικός, γεμάτος φαιδρές σοφιστείες ανακατεμένες με στείρες αγαπολογίες και προσκλήσεις σε ειρηνικούς δήθεν συμβιβασμούς. Γιομάτος από το δηλητήριο του σχετικισμού, του εφησυχασμού, του υλισμού, του ψευδοφανούς πραγματισμού και του σκοταδιστικού τους διαφωτισμού.</p>
<p>Νομίζουν έτσι πως ο λόγος των εγκλείστων πνίγεται, χάνεται∙ ελπίζουν πως αυτοί έτσι θα πάψουν να τον αρθρώνουν. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θ’ αποκαρδιωθούν, σκέφτονται. Μα οι περιθωριοποιημένοι κι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα δεν απογοητεύονται. Ξέρουν πως αυτά τα πράγματα δεν μετριούνται στο πόσοι ακούν, πόσοι διαβάζουν έναν λόγο, αλλά στο πόσοι τον κοινωνούν και δακρύζουν, ανατριχιάζουν, υψηλοφρονούν. Με το ένα δάκρυ ενός ανθρώπου κερδίζεται η περίεργη αυτή αναμέτρηση που για τους έξω είν’ ανταγωνισμός κι επίδειξη, αλλά γι’ αυτούς χρέος και δωρεά από το περίσσευμα της καρδιάς τους.</p>
<p>Οι μαρμαρωμένοι βασιλιάδες μέσα στα πέτρινα διπλοτειχισμένα ζωηφόρα κενοτάφιά τους «έχουν το νου τους στον Άδη και δεν απελπίζονται», σύμφωνα με την οδηγία που έδωσε ο ίδιος ο Κύριος στον Άγιο Σιλουανό των Αθωνίτη. «Εκ του στόματος» αυτών «ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1,16) ξεθηκαρώνει λίγο-λίγο. Και ξέρετε κάτι; Αυτό δεν μπορείτε να το αποτρέψετε!</p>
<h5><strong>ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΠΟΤΕ ΑΡΧΟΝΤΙΑ</strong></h5>
<p>Μέσα από την ποικιλία του ψηφιακού αρχείου της ΕΡΤ μπορεί ν’ αλιεύσει κανείς πολύτιμα μαργαριτάρια. Ένα τέτοιο είναι το επεισόδιο με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου» από την υπέροχη σειρά εκπομπών ονόματι «Παρασκήνιο». Το αφιέρωμα αυτό στον σπουδαίο ζωγράφο, αγιογράφο και λογοτέχνη μας προβλήθηκε για πρώτη φορά στη δημόσια τηλεόραση τον Απρίλιο του 1982. Αρκετοί της ηλικίας μου και οι μεγαλύτεροί μας θα θυμούνται με νοσταλγία τον πνευματικό πλούτο εκπομπών όπως το «Παρασκήνιο» ή το «Μονόγραμμα». Τα νέα παιδιά, όμως, αμφιβάλω αν έχουν ιδέα. Όσα απ’ αυτά είναι ξύπνια και κρατούν μυαλό καθαρό, ας βουτήξουν σ’ αυτά τα ψηφιακά αρχεία για να βρουν θησαυρούς. Δυστυχώς, πολλά παιδιά δεν τολμούν να βγουν από την παραζάλη τους και να πάνε βαθύτερα, αλλά μένουν να πλατσουρίζουν στα ρηχά και δηλητηριασμένα ή –στην καλύτερη περίπτωση– θολά νερά των σύγχρονων τηλεοπτικών θεαμάτων. Σ’ αυτά τα παιδιά έχω να πω πως καλά θα είναι να το πάρουν απόφαση και ν’ αποδράσουν. Να πάνε κόντρα στο ρεύμα και στις τεχνουργημένες μόδες. Να παραμερίσουν πια το φτηνό, το μέτριο και το ψεύτικο∙ ας σκάψουν μόνα τους να βρουν το αυθεντικό και το βαρύτιμο. Στην εποχή μας, λυπάμαι που το λέω, απαιτείται απ’ τα παιδιά αυτενέργεια και κίνηση προς τον πολύτιμο λόγο. Όσοι νομίζουν πως κάτι τέτοιο είν’ εύκολο, γελιούνται∙ ότι κάθε κίνηση προς την ελευθερία θέλει κόπο, χρόνο, αρετή και τόλμη.</p>
<p>Κινούμενος, όμως, προς αυτή την κατεύθυνση, όποιος νεαρός ή και μεγαλύτερος στην ηλικία παρακολουθήσει την εκπομπή που προτείνω, θα δει τι λένε για τον κυρ-Φώτη η μονάκριβη κόρη του Δέσποινα και ο γαμπρός του Γιάννης Μαρτίνος. Θα δει δυο μεγάλους λογοτέχνες μας, τον Στρατή Δούκα και την Έλλη Αλεξίου, σε μεγάλη πια ηλικία να διηγούνται, να εξιστορούν – Θεέ μου, τι τύχη! Θα δει τι έχουν να πουν ο θρυλικός εκδότης των εκδόσεων «Αστήρ» Αλέξανδρος Παπαδημητρίου, αλλά και ο εμβριθής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Ζίας. Αξίζει να σταθούμε σ’ αυτά που διηγείται η Έλλη Αλεξίου:</p>
<p>Μια μέρα του 1922, λέει, μπήκε ο Πρωτοπάτσης στο σπίτι κρατώντας ένα βιβλίο. Εννοεί, βέβαια, τον Αντώνη Πρωτοπάτση (Μυτιλήνη, 1897 – Αθήνα, 1947) που έκανε μεγάλη καριέρα ως γελοιογράφος, εικαστικός και λογοτέχνης σε Μυτιλήνη, Παρίσι και Αθήνα. Η συντροφιά που ήταν συναγμένη στο σπίτι ήταν αμιγώς λογοτεχνική. Απαρτιζόταν φυσικά από την Αλεξίου και τον σύζυγό της Βάσο Δασκαλάκη, την αδερφή της Έλλης και σύζυγο του Καζαντζάκη Γαλάτεια, και τον Μάρκο Αυγέρη. Το βιβλίο που κράδαινε στο χέρι του ενθουσιωδώς ο επισκέπτης ήταν το περίφημο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου. Το βιβλίο το είχε εκδώσει ο Στρατής Δούκας στο τυπογραφείο του Αιολικού Αστέρα στο Αϊβαλί, το 1920.</p>
<p>Οι ύμνοι του Πρωτοπάτση για το έργο του Κόντογλου κέντρισαν το ενδιαφέρον της παρέας. Κάθισαν και τον άκουσαν να τους το διαβάζει από την αρχή μέχρι το τέλος εκείνο το βράδυ κι έμειναν εντυπωσιασμένοι. Ένιωσαν όλοι πως πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό στα ελληνική λογοτεχνία. Λυπήθηκαν που ένας τέτοιος καλλιτέχνης βρίσκεται πρόσφυγας στη Μυτιλήνη υποφέροντας στη φτώχεια και την αφάνεια. Πρόλαβε και πέρασε με τη βάρκα του ο κυρ-Φώτης από την πατρίδα του το Αϊβαλί απέναντι στη Λέσβο, για να γλιτώσει από τις θηριωδίες και το μαχαίρι των Τούρκων. Δεν τον γνώριζαν προσωπικά, δεν ήξεραν τίποτε από το ταλέντο του στη ζωγραφική∙ δεν είχαν ιδέα αν ήταν άνθρωπος κοινωνικός ή μονόχνοτος, αν ήταν ευχάριστος ή στριφνός, καλόβολος ή στραβόξυλο. Από ένα κείμενό του αποφάσισαν να τον φέρουν στην Αθήνα και να του βρουν δουλειά στις εκδόσεις του Ελευθερουδάκη. Έτσι κι έγινε. Τον πρώτο καιρό, μάλιστα, τον φιλοξένησε στην Αθήνα το ζεύγος Δασκαλάκη-Αλεξίου παρά την οικονομική τους δυσχέρεια. Δυο δωμάτια είχαν όλα κι όλα, μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία. Τον έβαλαν να κοιμάται στην τραπεζαρία.</p>
<p>Όλα αυτά έγιναν από ένα κείμενό του που διάβασαν μια βραδιά. «Δηλαδή», λέει επί λέξει η σπουδαία Έλλη Αλεξίου, «η αφορμή του ερχομού του ήταν η αξία του». Από αυτή την αξία του πλούτισαν τα επόμενα χρόνια τα ελληνικά γράμματα κι οι τέχνες. Ωφελούνται, συγκινούνται και διαπαιδαγωγούνται γενιές και γενιές. Θαυμάζουμε τους πίνακες και τις τοιχογραφίες του, ρουφάμε τα κείμενά του, προσκυνάμε τις αγιογραφίες που ιστόρησε το ευλογημένο χέρι του αποδίδοντας την τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Πόσοι, λοιπόν, και πόσο ωφελήθηκαν από την υψηλοφροσύνη και την αρχοντιά αυτής της λογοτεχνικής παρέας και την απόφαση που πήρε εκείνο το βράδυ;</p>
<p>Φιλότιμο, ούτε ίχνος φθόνου. Δύναμη κι ευγένεια ψυχής, πουθενά ανασφάλεια. Μεγαλοψυχία, ούτε δείγμα μικροπρέπειας. Όταν ανιδιοτελώς αναγνωρίζεις, παραδέχεσαι και προβάλλεις την αξία του άλλου, περιβάλλεσαι κι ο ίδιος σου από αίγλη. Κανείς δεν είδε εκείνο το βράδυ τον Κόντογλου ως ανταγωνιστή. Δεν φοβήθηκαν πως θα τους κλέψει τη δόξα, το κοινό, τη θέση, την εξουσία. Κανείς δεν συγκρίθηκε μαζί του. Δεν φούντωσαν τα συμπλέγματα της ψυχής κανενός, και κανένα νοσηρό εγώ δεν τρώθηκε. Τέτοια πνευματικά αναστήματα, τέτοια μαργαριτάρια αναζητήστε λοιπόν παιδιά μου. Στο βυθό όμως να ψάξετε. Γιατί στον αφρό, οπωσδήποτε, δεν θα τα βρείτε…</p>
<h5><strong>Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Αναφέρομαι μερικές φορές στα γραπτά μου στον μαρμαρωμένο βασιλιά. Πιστεύω ότι ο Τριαδικός μας Θεός τον διατηρεί εν ύπνω με θαυματουργικό τρόπο, όπως διατήρησε τα επτά παιδιά κάποτε στην Έφεσο. Ο Μαξιμιλιανός, ο Εξακουστωδιανός, ο Ιάμβλιχος, ο Μαρτινιανός, ο Διονύσιος, ο Αντωνίνος κι ο Κωνσταντίνος κρύφτηκαν μαζί σε μια σπηλιά, για να γλιτώσουν από τα βασανιστήρια και το θάνατο κατά το διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον των χριστιανών ο απάνθρωπος Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος. Κοιμήθηκαν και ξύπνησαν καμιά διακοσαριά χρόνια μετά, με αυτοκράτορα Κωνσταντινουπολίτη∙ ήταν ο Θεοδόσιος ο δεύτερος, ο επιλεγόμενος και νεότερος ή καλλιγράφος. Κάπως έτσι φαντάζομαι θα έχουν τα πράγματα και στην περίπτωση του μαρμαρωμένου.</p>
<p>Πάντως, όταν αναφέρομαι σ’ αυτόν το θρύλο, το κάνω με ψυχολογία ναυαγού. Νιώθω ότι γράφω ένα μήνυμα που το βάζω σε μπουκάλι, το οποίο αφήνω στη θάλασσα ελπίζοντας πως κάποιος θα το βρει για να το αφήσει δίπλα του, εκεί που κοιμάται. «Ξύπνησες; Έλα αμέσως! Βιάσου, μην αργείς!». Με όλα αυτά που βλέπω γύρω μου και με την όλη παρακμή και το γενικό ξεχαρβάλωμα, μοιάζω με ναυαγός στην απογοήτευση, στην αποκαρδίωση και στην απελπισία τη μαύρη∙ παλεύω με τα κύματα, θαλασσοδέρνομαι. Τον βλέπω σαν τον καπετάνιο του καραβιού που έρχεται να μας σώσει.</p>
<p>Δεν με πειράζει που κάποιοι με οικτίρουν και λένε: «κοίτα να δεις, επιστήμονας πράγμα και πιστεύει στις λαϊκές δοξασίες… Κρίμα…». Γιατί, αν μερικοί καλοπροαίρετοι έρθουν να με ρωτήσουν επί του θέματος, θα μου δώσουν μια καλή ευκαιρία να τους εξηγήσω, όχι βέβαια πράγματα σχετικά με τον μαρμαρωμένο βασιλιά, αλλά το τι θα πει πραγματικά επιστήμη κι έρευνα.</p>
<p>Για τον μαρμαρωμένο τι να τους πω; Δεν τα ψάχνω σχολαστικά τα πράγματα. Πού γράφει τι και τα παρόμοια. Δεν θέλω να ξεψαχνίζω τις προφητείες λέξη προς λέξη και να προσπαθώ να πιθανολογήσω πώς τον λένε, ποιος είναι και το πού μπορεί να είναι η κρύπτη του. Ακόμα περισσότερο το πότε θα ξυπνήσει, κι αν πράγματι πλησιάζει ο καιρός γι’ αυτό. Εμένα μου αρκεί η πίστη πως μια μέρα θα σηκωθεί, για να δοξαστεί ο Τριαδικός μας Θεός. Επίσης, για να επανέλθει ο ελληνισμός στην ευλογημένη αποστολή του που είναι η διάδοση του αυθεντικού μηνύματος της σωτηρίας και της Ανάστασης του Σωτήρα Χριστού. Ότι είναι κρίμα να ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο καλό που μπορεί να δει ο άνθρωπος και να μην το μοιράζεσαι με τους άλλους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Η πίστη, λοιπόν, μου αρκεί∙ καταπώς το λέει ο χριστοφόρος και χριστοειδής Απόστολος Παύλος: «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1).</p>
<p>Βέβαια, άλλοι δεν με οικτίρουν απλώς, αλλά με κατηγορούν για εθνικιστή. Αυτοί είναι αδαείς και επιπόλαιοι που δεν μπαίνουν σ’ ένα κάποιο βάθος για να δουν την προαίρεσή μου. Αντιδρούν απλώς στις λέξεις ως ακούσματα, όπως αντιδρούσαν τα σκυλιά του Παβλόφ στο κουδούνι και τους έτρεχαν τα σάλια. Ακούνε «βασιλιάς» και φρουμάζουν, γιατί τους έρχονται στο μυαλό οι βασιλόφρονες και το «ψωμί κι ελιά και Κώτσο βασιλιά»! Ή οι μεγαλοϊδεατισμοί και οι πολέμαρχοι που θα κινήσουν πόλεμο για κατακτήσουν τον κόσμο. Εκεί κάπου μπλοκάρει το μυαλό τους και πάει περίπατο η λογική… Εμένα, ωστόσο, δεν με αφορούν αυτά τα πράγματα.</p>
<p>Αντίθετα, μ’ ενθουσιάζει το γεγονός ότι, κατά το θρύλο, ένας ευλογημένος άνθρωπος του Θεού κι έμπειρος κυβερνήτης θα ξυπνήσει για βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, και θα υπηρετήσει τον απλό άνθρωπο και την πατρίδα ταπεινά στο πλαίσιο μιας κανονικής, κατ’ ουσίαν δημοκρατίας. Εθνικισμός είναι να ονειρεύομαι πως θα πάψει να πεθαίνει, να υποφέρει, να βασανίζεται και να εμπαίζεται αναίτια ο κοσμάκης, εξαιτίας της ανεπάρκειας του καθεστώτος της κομματικής φαυλοηλιθιοκρατίας;</p>
<p>Άλλοι πάλι λένε πως οι αναφορές μου στον συγκεκριμένο θρύλο δηλώνουν εθνολογικό συντηρητισμό. Αυτούς, ενώ μπορεί να διαφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να τους σφίξω το χέρι! Γιατί δείχνουν πως δεν είναι αγράμματοι, όπως οι άλλοι που μιλούν για εθνικισμούς, αλλά ώριμοι και καλοπροαίρετοι επιστήμονες. Βλέπετε πόσο ωραία κι επιστημονικά το θέτουν; Χαίρεται κανείς να συζητά με τέτοιους ανθρώπους, ακόμα κι αν διαφωνεί. Μου δίνουν έτσι την ευκαιρία να υπενθυμίσω σε όλους πως η συντήρηση και η πρόοδος, ως έννοιες (και όχι ως λέξεις-ήχοι προς εκδήλωση εξαρτημένων αντανακλαστικών), μπορεί να έχουν καλή η κακή σημασία, ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, η έννοια της συντήρησης είναι θετική στην πρόταση «το τυρί πρέπει να μπει στη συντήρηση, για να μην χαλάσει». Αντίθετα, η έννοια της προόδου αρνητική στην πρόταση «ο καρκίνος εξαπλώνεται προοδευτικά».</p>
<p>Η ελπίδα της θεϊκής επέμβασης με την έγερση του μαρμαρωμένου βασιλιά δεν με κάνει παθητικό ως πολίτη. Ενώ η λογική μου μου λέει πως με τις ευλογίες της πλειοψηφίας των Ελλήνων ψηφοφόρων (κι όχι βέβαια τις δικές μου) την έχουμε κάτσει τη βάρκα για τα καλά, εγώ συνεχίζω να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Όχι μόνο γιατί έτσι πρέπει, αλλά κι από φιλότιμο. Φιλότιμα ας περισώσουμε ότι μπορούμε. Για να βρει και κάτι όρθιο στην πατρίδα ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, όταν ξυπνήσει.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΚΙΝΙΣΜΑ </strong></h5>
<p>Τις μέρες αυτές γυρίζει στο μυαλό μου η φράση που είπε ο Κύριος στον Απόστολο Πέτρο κατά τον Μυστικό Δείπνο: «ιδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» (Λουκ. 22,31). Σινιάζω πάει να πει κοσκινίζω. Το κοσκίνισμα υπονοεί έναν πιο δυνατό πειρασμό, μια πιο δεινή δοκιμασία από τις συνηθισμένες, μ’ αυτές τις νευρικές και βίαιες κινήσεις. Τίναγμα πέρα-δώθε· και πότε-πότε μια κοφτή προς τα πάνω. Αναταράζονται του σιταριού οι σπόροι, αναδεύονται, χοροπηδούν και τρίβονται στο συρμάτινο πλέγμα. Κι αυτός ο ήχος της τριβής…</p>
<p>Φορέσαμε από μια ψεύτικη κορόνα ο καθένας και περνιόμασταν για πριγκηπέσσες και πριγκιπόπουλα. Ήρθε κι ένας ιός της οικογένειας «κορόνα» «του σινιάσαι» ημάς όπως το στάρι.</p>
<p>Κοσκίνισμα. Μου κόβεται η ανάσα σαν το σκέφτομαι… Κόβει την ανάσα αυτό το διαβολόσπερμα. Σαρακοστή, πορεία προς τα Θεία Πάθη, και οι καμπύλες στα διαγράμματα των επιδημιολόγων ανεβαίνουν, για να ζωγραφιστεί στο τέλος κάτι σαν λόφος. Γολγοθάς. Μνήμη θανάτου κι άλλα ζητήματα υπαρξιακά· και φόβος. «Eάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20). Έρημοι δρόμοι, δεν κυκλοφορεί τίποτα· τα βουνά στα πέρα μέρη, όμως, κόβουν βόλτες… Ευτυχώς υπάρχουν Άγιοι, πάντα υπάρχουν οι Άγιοι που ’χουν μέσα τους του σιναπιού το σπόρο. Σαν φτάσει η πίστη και γίνει τόση, τότε είναι που την λες κι εμπιστοσύνη στον Θεό.</p>
<p>«Τοιούτος ο ανθρώπινος εγωισμός· δεν ανέχεται να θεωρεί εαυτόν ταπεινούμενον· αποστέργει να παραδεχθή, ότι τα πάντα δεν τίθενται επί της πλάστιγγος της ιδίας τρυτάνης, και ότι τα αυτά σταθμά δεν είναι κατάλληλα προς στάθμισιν των φυσικών και υπερφυσικών πραγμάτων· φρονεί, ότι περί όλων δέδοται αυτώ δογματίζειν και περί όλων αποφαίνεσθαι· εν τω δικαίω αυτού αρνείται την θαυματουργόν της πίστεως δύναμιν, αποφαίνεται δε ως από τρίποδος, ότι τα θαύματα είναι φυσικώς αδύνατα· διότι το θαύμα λαμβάνον χώρα ανατρέπει τους νόμους της φύσεως».1</p>
<p>Φραστ-φραστ! Φραστ-φρουστ! Φεύγουν τα πίτυρα, τα παίρνει ο αέρας. Βγαίνουν στον αέρα κατά πλειοψηφία, κατ’ επιλογήν. Δημοσίως περιδινούνται με δηλώσεις· βλάσφημα λόγια, έπεα πτερόεντα. «Ευθύς δε τούτων ακούσας ο διάβολος ήσθη και χαίρων έφη τοις αυτού· “Ευφράνθην, ω φίλοι. Ότι τοις εμοίς με εστηρίξατε…”».2 Πέφτουν οι μάσκες. Πίτυρα λογιώ-λογιώ, μικρούτσικα, μικρά ή λίγο μεγαλύτερα. Πέρασαν από το πλέγμα, κάπως πέρασαν –πάντως πέρασαν– και τώρα αιωρούνται.</p>
<p>Αλλά υπάρχουν ευτυχώς οι καρποί που μένουν εδραίοι. Καθαρά λόγια κι άφθορα. «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως» που γράφει κι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Γι’ αυτούς, δοξάζουμε τον Θεό και λέμε: «Ω μακάριαι γλώσσαι, όσαι την ιεράν εκείνην αφήκαν φωνήν, ην αήρ μεν δεξάμενος ηγιάσθη, άγγελοι δε ακούσαντες επεκρότησαν· διάβολος δε μετά δαιμόνων ετραυματίσθη· Κύριος δε εν ουρανοίς απεγράψατο».3</p>
<p>Ω καρπέ του σίτου κεκαθαρμένε! Μίλησέ μας! Τι ποθείς; «Σιτάρι είμαι του Θεού και θα αλεστώ στα δόντια των θηρίων, για να βρεθώ άρτος καθαρός του Χριστού» (Ιγνατίου Θεοφόρου, Επιστολή προς Ρωμαίους).4 «Στον Θεοφόρο Ιγνάτιο υπάρχει ένα ανθρώπινο άνθισμα. Δεν τον αγγίζει η απελπισία. Ζει εκτός της τραγωδίας του ανθρώπινου γένους. Μια ορμή ακατανίκητη τον συνεπαίρνει, πέρα απ’ ότι μπορεί να προσεγγίσει η διάνοια. Επίκειται η ουράνια λύτρωση. Τα φτερά για να βγούμε απ’ την κοιλάδα αυτή του αίματος, είναι η μνήμη του θανάτου και η απόγνωση που γεννιέται απ’ την απομάκρυνσή μας απ’ τον Θεό».4</p>
<p>«Τα φτερά για να βγούμε…». Να βγούμε στα μπαλκόνια και να τραγουδάμε σάμπως κάνουν οι Ιταλοί. Όχι άσματα του συρμού, αλλά άσματα βουτηγμένα στην ανδρεία της ελληνικής ψυχής και παράδοσης. Άσματα μνήμης θανάτου, προγεύσεις ζωής αιωνίου. «Χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου, να μπω για να σκουπίσω. Να μπω για να σκουπίσω, τον τόπο τον παντοτινό όπου θα κατοικήσω». Νά ποια είναι ποίηση αθάνατη! Νά ποια είναι αυθεντική θεολογία! Φύγετε απ’ εδώ ρε πίτυρα! Περνάει ο Στράτος ο Παγιουμτζής με τ’ αναστάσιμα μπουζούκια του Βαμβακάρη και του Περιστέρη.</p>
<p>Ναι… και τις μετακινήσεις μας θα περιορίσουμε στο ελάχιστο. Και μέσα θα κλειστούμε. Και τα χέρια μας να τα πλένουμε συνέχεια και να τα έχουμε σαν ξένα κι όχι δικά μας μέχρι που θα τ’ απολυμάνουμε. Και αποστάσεις αναμεταξύ μας ας κρατήσουμε. Τους ευπαθείς ας τους προφυλάξουμε. Και σ’ όσα διατάζει η πολιτεία θα πειθαρχήσουμε. Ανθρωπίνως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, μ’ επιμέλεια κι εξαντλητικά. Αλλά να θυμόμαστε ότι μέχρις ένα σημείο φτάνουν τ’ ανθρώπινα μέτρα κι οι επιστημοσύνες μας. Απ’ εκεί και μετά, την εμπιστοσύνη μας με λόγια κι έργα να την έχουμε στον Θεό, ότι Αυτός μόνο μπορεί να μας σώσει.</p>
<p>«Τoν δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών» (Ρωμ. 14,1). Αλλά τα «πίτυρα» που μας καλούν δημοσίως για απαρτία στην απιστία, όσο ψηλά κι αν στέκονται ας μην τ’ ακολουθήσουμε. Δεν μας συμφέρει…</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΗΜΩΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ </strong></h5>
<p>Κεφάλαιον 1ο: Δεν βαριέσαι… είπαμε μια κουβέντα παραπάνω</p>
<p>Ικανός αριθμός επιστημόνων, πολιτικών και άλλων συμπατριωτών μας με θέσεις ευθύνης βεβαίωναν πριν από μήνες το πανελλήνιο ότι τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 «είναι αποτελεσματικά και απόλυτα ασφαλή» ή «είναι αποτελεσματικά και εκατό στα εκατό ασφαλή». Η καινοφανής στην ιστορία των βιολογικών-ιατρικών επιστημών τοποθέτηση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχτηκε ήδη με δραματικό τρόπο για αρκετούς συνανθρώπους μας αναληθής.</p>
<p>Η πέρα από αμφιβολία ευθύνη έγκειται στην λέξη «απόλυτα» και σ’ εκείνο το μαγικό 100%. Κάποιοι απ’ αυτούς που εξέφρασαν την εξωφρενική αυτή ανακρίβεια, συνεχίζουν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους χωρίς αιδώ∙ μάλιστα, κουνάν και αυστηρά το δάχτυλο σε όσους επιλέγουν να μην εμβολιαστούν.<br />
Αλλά δεν βαριέσαι… Πάνω στον ενθουσιασμό τους είπαν τότε και μια κουβέντα παραπάνω βρε αδερφέ… Μην το κάνουμε θέμα.</p>
<p>Κεφάλαιον 2ο: Δεν δικαιούσαι διά να ομιλείς</p>
<p>Πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ, αφού τοποθετήθηκε υπέρ του εμβολιασμού και τον συνέστησε, προέτρεψε τους κληρικούς που διαφωνούν να κρατήσουν τη γνώμη τους για τον εαυτό τους και να μην «προπαγανδίζουν» κατά του εμβολιασμού.<br />
Δηλαδή, την ώρα που ο ίδιος ασκεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δημόσιας έκφρασης των στοχασμών του, ακριβώς την ίδια ώρα προτρέπει κάποιους αδελφούς του να το αποποιηθούν. Προφανώς, επειδή έχουν αντίθετη άποψη. Για τον ίδιο λόγο θεωρεί ότι αυτοί «προπαγανδίζουν».</p>
<p>Να φανταστώ ότι εκείνος κάνοντας ακριβώς το ίδιο (σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα δημοσιότητας) δεν προπαγανδίζει, αλλά απλώς κοινοποιεί κάποιες πατρικές του συμβουλές.</p>
<p>Κεφάλαιον 3ο: Ποια πολυφωνία;</p>
<p>Η προβολή της άποψης αυτών που είναι υπέρ του εμβολιασμού, σε σχέση με αυτούς που στέκονται κριτικά απέναντί του, είναι απολύτως ετεροβαρής – αυτό το αντιλαμβάνονται και οι πέτρες. Σχηματικά, σε αυτήν την αντιγνωμία εάν οι διαφωνούντες είναι ο Δαβίδ, το όλο σύστημα της κάθε μορφής εξουσίας της χώρας που όχι μόνο προτρέπει διά του λόγου, αλλά και επιβάλει με σκληρά μέτρα τον εμβολιασμό, ισοδυναμεί με δέκα χιλιάδες πάνοπλους Γολιάθ. Και κάπου εκεί εμφανίζεται κι ο ηγούμενος (βλ. κεφάλαιον 2)να πει γλυκά-γλυκά και πατρικά στον Δαβίδ την ώρα που αυτός δέχεται έναν ορυμαγδό από βέλη και ακόντια, πως δεν πρέπει να αμυνθεί πετώντας πετρούλες με το σφεντονάκι του, γιατί δεν είναι σωστό…</p>
<p>Κεφάλαιον 4ο: Ανοίκειες γενικεύσεις</p>
<p>Λυπάμαι που ακούω την άποψη συναδέλφων επιστημόνων, αλλά και πολλών άλλων ακόμα, ότι με την πράξη του συγκεκριμένου εμβολιασμού δηλώνουμε την εμπιστοσύνη μας στην επιστήμη. Αυτή η θεώρηση είναι λανθασμένη και αντιεπιστημονική. Ακόμα χειρότερα: πρόκειται για απαράδεκτη γενίκευση γκουρουϊστικού χαρακτήρα που είναι καταφανώς παράλογη. Η επιστημονική αλήθεια που έχει παγιωθεί μετά από πολύχρονες δοκιμές και μελέτες δεν συμποσούται με μια επιστημονική υπόθεση που βρίσκεται ακόμα σε διαδικασία διερεύνησης.</p>
<p>Κεφάλαιον 5ο: Σχίζω τα πτυχία (και τις επιστημονικές δημοσιεύσεις μου μαζί)</p>
<p>Στην επιστημονική έρευνα συνοπτικά ακολουθούμε την εξής μεθοδολογία: διατύπωση πρωτότυπου επιστημονικού ερωτήματος προς διερεύνηση – κατάλληλος πειραματισμός – καταγραφή αποτελεσμάτων – στατιστική ανάλυση αποτελεσμάτων – απάντηση του ερωτήματος.<br />
Όταν μιλάμε για ένα νέο εμβόλιο (απέναντι σε πρωτοεμφανιζόμενο παθογόνο) που χορηγείται για πρώτη φορά, αυτό ονομάζεται –και είναι κλινική– δοκιμή. Είτε δοκιμάζεται σε δέκα, είτε σε εκατομμύρια, είναι κλινική δοκιμή. Ο αριθμός των υποκειμένων του πειραματισμού δεν υποκαθιστά τον χρόνο της αναμονής, δηλαδή της διάρκειάς του.<br />
Εξ ορισμού, αφού ερευνάς δεν γνωρίζεις τα αποτελέσματα του πειραματισμού σου (εκτός αν είσαι προφήτης).<br />
Η ορθή ερευνητική μεθοδολογία (κι αυτή η ρημάδα η κοινή λογική) επιτάσσει («διά ροπάλου») την πλήρη καταγραφή των παθολογιών που αναπτύχθηκαν στα υποκείμενα μετά τη χορήγηση, για να ακολουθήσει η στατιστική ανάλυση των καταγραφών αυτών. Έτσι θα εντοπιστούν στατιστικώς σημαντικοί συσχετισμοί και –επομένως– θα εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.<br />
Διάβασα την επώνυμη μαρτυρία ενός άτυχου νέου που εμφάνισε κάποια σοβαρή πάθηση μετά από τον εμβολιασμό του. Γράφει για τους γιατρούς που τον εξέτασαν: «Αυτό που δεν έχουν πει σίγουρα πάντως είναι ότι μπορεί να οφείλεται στο εμβόλιο! Δεν έχει βρεθεί τέτοια παρενέργεια στο εμβόλιο. Το αποκλείουμε, καθώς θα είχαν βρεθεί παρόμοια περιστατικά με το δικό σου, πράγμα που δεν έχει συμβεί έως τώρα».<br />
Με αυτές τις αντιλήψεις… «ενθάδε κείται» και «κηδεύομεν σήμερον» την άλφα-βήτα της βιολογικής-ιατρικής έρευνας. Πρόκειται για ξεκάθαρη μεροληψία (bias) στην καταγραφή αποτελεσμάτων.<br />
Η έκταση της κάκιστης αυτής ερευνητικής πρακτικής στη χώρα μας φαίνεται πως είναι εκτεταμένη. Δεν βγάζει κίτρινες ο διαιτητής και το παιχνίδι γίνηκε κλωτσοπατινάδα.</p>
<p>Κεφάλαιον 6ο: Το κοινό περί δικαίου αίσθημα</p>
<p>Εάν με ενημερώσεις πλήρως για τους πιθανούς κινδύνους ενός εγχειρήματος και με αφήσεις ελεύθερο να το αναλάβω, δεν φέρεις ευθύνη εάν μου συμβεί κάτι. Εάν καταχρώμενος την εξουσία σου μου ασκήσεις πίεση για να πράξω κάτι και υποστώ ζημία, τότε φέρεις ακέραια την ευθύνη. Εάν μάλιστα με παραπληροφορήσεις συστηματικά αποκρύπτοντας μου τους πιθανούς κινδύνους του εγχειρήματος, με προτρέψεις ενεργά και, επιπλέον στο τέλος, με υποχρεώσεις να το αναλάβω, η ευθύνη σου πια είναι αδιαμφισβήτητη. Το σκεπτικό αυτό ανήκει στην πρωτόλεια ανθρώπινη ηθική· στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.<br />
Είναι τερατολογίες αυτά που σου γράφω, τίμιε και φιλότιμε αναγνώστη; Μήπως είναι παράλογα; Σκέψου, σκέψου επιτέλους…</p>
<h5><strong>ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ </strong></h5>
<p>Ο έλεγχος και η ποδηγέτηση του κοπαδιού, μιας αγέλης ή ενός πλήθους τέλος πάντων, επιτυγχάνεται με εκφοβισμούς. Δείτε τον τσομπάνη που σφυρά, φωνασκεί ή χτυπά με τη μαγκούρα του από κανένα ζώο. Δείτε και τα μαντρόσκυλα που γαβγίζουν κι εκφοβίζουν τα ζώα τρέχοντας απ’ εδώ κι από ‘κεί για να τα βάλουν στην επιθυμητή πορεία. Παρακολουθήστε πώς κυνηγούν οι λύκοι και τα λιοντάρια δουλεύοντας ομαδικά με εκφοβισμούς και κατευθύνοντας ένα κοπάδι από εκατοντάδες θηράματα, μέχρι να βρουν την ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν μερικά για να τα κατασπαράξουν.</p>
<p>Το καίριο γεγονός του ελέγχου έγκειται στην αδυναμία του ατόμου και τελικά του κοπαδιού να σχεδιάσει στρατηγικά τις κινήσεις του. Αντιδρά άμεσα, σχεδόν αντανακλαστικά σ’ έναν εκφοβισμό παίρνοντας την κατεύθυνση που του επιβάλλεται. Δεν σκέπτεται πού πάει· δεν υπολογίζει δύο ή τρεις ή περισσότερες κινήσεις μπροστά. Κάθε φορά κινείται κατά την ανάγκη ή τον φόβο της στιγμής. Μέχρι που στο τέλος παγιδεύεται και καταλήγει στο μαντρί, στο σφαγείο ή στα σαγόνια του θηρευτή.</p>
<p>Αυτό, όμως, το κάνουν τα ζώα που δεν μπορούν να δουν μπροστά, να διανοηθούν και ν’ αναλύσουν τις πιθανές επιπτώσεις μίας κίνησης ή μίας ενέργειάς τους· αδυνατούν να σχεδιάσουν μεθοδικά την αντίδρασή τους. Την άμυνα και –γιατί όχι– την αντεπίθεσή τους. Με λίγα λόγια, δεν ελέγχουν το φόβο τους που γίνεται πανικός. Ο άνθρωπος, όμως, υποτίθεται ότι δεν είναι έτσι. Εκτός κι αν ξεπέφτει διανοητικά, ηθικά και πνευματικά τελείως και γίνεται καταπώς ψέλνει ο Προφητάκτας Δαυίδ: «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48,13).</p>
<p>Ο άνθρωπος κανονικά σκέπτεται τις κινήσεις του. Κρατά μια κάποια ψυχραιμία και προσπαθεί να έχει καθαρό το μυαλό. Ακόμα κι όταν αναγκαστεί μπροστά σ’ έναν μεγάλο κίνδυνο να το βάλει στα πόδια, τρέχει και σκέπτεται· βλέπει γύρω του πού πηγαίνει και σχεδιάζει –έστω αδρά και εσπευσμένα– τις επόμενες κινήσεις του για να σωθεί. Κι αν βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κινδύνους, ας πούμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, κάθεται ακίνητος στον τόπο του· σε ένα παρόν όπου ακόμα δεν κινδυνεύει και περιμένει. Κάθετ’ ακίνητος σαν τη λεοπάρδαλη ή σαν την τίγρη και περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει την κίνησή του, αν κι όποτε αυτή προκύψει.</p>
<p>Αυτό θέλει να πει το σοφό ρητό που στα λατινικά διατυπώνεται ως εξής: «In dubio abstine». Δηλαδή, όταν έχεις αμφιβολία για το προς τα πού να πας ή τι να κάνεις, καλύτερα κάτσε στ’ αυγά σου και περίμενε λίγο να κάτσει κάτω η σκόνη, μήπως και δεις καλύτερα ή μάθεις κάτι ή προκύψει στο μεταξύ κάτι που θα σε βοηθήσει να πάρεις την απόφαση. Αν το ανάγουμε στο παράδειγμα της Σκύλλας και της Χάρυβδης, ο σοφός σού λέει πως δεν έχει νόημα να πας καρφί πάνω στη Χάρυβδη επειδή τρόμαξες από το βρυχηθμό της Σκύλλας. Αν μάλιστα είσαι και κανένας εγωπαθής την ώρα που σε τρώει η Χάρυβδη φωνάζεις στη Σκύλλα απέναντι: «Ορίστε βρε παλιο-Σκύλλα, δεν τα κατάφερες να με φας!». Εεε… Τότε είσαι για γέλια και για κλάματα.</p>
<p>Το να κρατάει κανείς την ψυχραιμία του και καθαρό μυαλό μπροστά σε δύσκολες κι επικίνδυνες καταστάσεις και ειδικά σε περιπτώσεις «ζωής και θανάτου», που λένε, είναι μεγάλο προτέρημα. Στον πόλεμο, σε φυσικές καταστροφές, αρρώστιες κι ατυχήματα και στις δύσκολες υποθέσεις και στα βάσανα της ζωής η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ακόμα και το «ο τολμών νικά» εάν δεν εφαρμόζεται με τη δέουσα ψυχραιμία και μεθοδικότητα χάνει την αξία του.</p>
<p>Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το «in dubio abstine» έχει σημαίνουσα βαρύτητα στην ιατρική πράξη και ηθική. Γιατί όταν από βιασύνη, επιπολαιότητα κι έλλειψη ψυχραιμίας με το ενδεχόμενο –και μπροστά στο φόβο– μιας αρρώστιας (Σκύλλας) σπεύδεις να πας σε μια πειραματική προληπτική θεραπεία (Χάρυβδη) που και αναποτελεσματική είναι αλλά και βλαπτική αποδεικνύεται, τότε υπάρχει ευθύνη.</p>
<p>Είναι λεπτό το ζήτημα, αλλά ευκολονόητο· αρκεί να σκεφτεί κανείς απλά και καθαρά. Προπάντων, πρέπει κανείς να μάθει να ξεχωρίζει το γεγονός από το ενδεχόμενο. Το πρώτο είναι ένα αναπόδραστο παρόν, ήγουν μια πραγματικότητα. Το δεύτερο αναφέρεται στο μέλλον ως κάτι που ίσως συμβεί, ίσως όμως και όχι. Το να βιώνεις μέσα σε πανικό ένα μελλοντικό ενδεχόμενο ως γεγονός του παρόντος δεν είναι υγιές. Ο σκοτισμένος νους τότε μπορεί να σε οδηγήσει σε σπασμωδικές κινήσεις· μπορεί να γίνεις εύκολα υποχείριο κάποιων επιτήδειων, μπορεί να πας αφελώς στη Χάρυβδη, και τέλος.</p>
<p>Πάντως, είτε πας από τη Σκύλλα είτε από την Χάρυβδη, έφυγες και καλό παράδεισο… Η αναπόδραστη μοίρα των βροτών. Ωστόσο, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά με ηθικές διαστάσεις. Τούτες απασχολούν προφανώς αυτούς π’ άφησες πίσω. Τους δικούς σου ανθρώπους, συγγενείς, φίλους, συμπολίτες, αλλά και το κράτος του οποίου υπήρξες εν ζωή φορολογούμενος πολίτης. Αν σ’ έριξαν τα κύματα πάνω σε κάποια Σκύλλα, εάν η αρρώστια σε βρήκε, τότε… Αυτά δυστυχώς συμβαίνουν· όλοι από κάτι θα φύγουμε.</p>
<p>Εάν, όμως, από το φόβο σου μη και σε φάει η Σκύλλα, πήγες από μόνος σου να συναντήσεις με προγραμματισμένο ραντεβού τη Χάρυβδη, τότε υπάρχει<br />
θέμα…</p>
<h5><strong>EΝΕΚΕΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ </strong></h5>
<p>Κάποτε σε τούτον τον τόπο περπατούσες κι εύρισκες κάπου λίγο δίκιο να ξεδιψάσεις. Ξαπόσταινες λίγο και πήγαινες παρακάτω. Μα είναι καιρός τώρα που γέμισαν οι δημοσιές με δαιμονανθρώπους και γίνηκ’ ο τόπος έρημος. Έρημος σου λέω· τέτοια που τώρα καταλαβαίνεις τι θα πει να πεινάς και να διψάς για δικαιοσύνη. Γιατί άλλο να την αγαπάς, άλλο να τη γυρεύεις, άλλο να την εργάζεσαι και να την υπηρετείς· κι άλλο να την πεινάς και να τη διψάς.</p>
<p>Και πας… Κι η γλώσσα σου είναι στεγνή, τα χείλη σου σκασμένα. Κι αυτή η σκόνη… Δεν βλέπω· ανάθεμά τη σκόνη! Ποιος το ψιθύρισε; «Μακάριοι οι πεινωντες και διψωντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6).</p>
<p>Περπατούσα μέσ’ τη σκόνη και ψιθύριζα μακαρισμούς «…και έκλαιγα και έλεγα και λέγω. Διατί έλεγα αυτό και λέγω με κλάματα να μας σώσεις και να είναι η δικιοσύνη σου; με αυτό φραινόμαστε και ζώμεν, ότι τιμωρίζεται γενικώς η αρετή και δοξάζεται η ασέβεια· Διατί περικαλιώμαι; Ότι αυτείνοι χάσαν τη δικιοσύνη σου και την υπόσκεσήν τους και όρκο τους και μας κατήντησαν τέτοιοι οπού φαινόμαστε, και μισαφιραίοι και κατατρεμένοι εις την πατρίδα της γεννήσεώς μας»¹.</p>
<p>Και περπατούσες μέσ’ στη σκόνη κι είπες «διψώ». «Ίνα τελειωθή η γραφή», γι’ αυτό κι εσύ το είπες (Ιω. 19,28). «Οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους» (Ιω. 19,28) και χολής και δηλητηρίων και τοξινών φυσικών τε και συνθετικών, σού τον κουνούσαν –τον σπόγγο– πέρα-δώθε μπροστά στο πρόσωπο. Πάσας γοητείας και φαρμακείας μετερχόμενοι υπάρχουν· και γυάλιζε το μάτι τους. Έλεγαν: «Έστω δε ημών η ισχύς νόμος της δικαιοσύνης, το γαρ ασθενές άχρηστον ελέγχεται. ενεδρεύσωμεν δε τον δίκαιον, ότι δύσχρηστος ημίν εστί και εναντιούται τοις έργοις ημών και ονειδίζει ημίν αμαρτήματα νόμου και επιφημίζει ημίν αμαρτήματα παιδείας ημών» (Σοφ. Σολ. 2,11).</p>
<p>Κι απέστρεψες το πρόσωπό σου απ’ αυτήν την αηδία. Αδικίας και ανομίας και αυθαιρεσίας μεστοί εστέ, είπες. Κι άρχισε η δίωξη κι η καταδίωξη. Ο διωγμός, δηλαδή που λένε, κι όλα τα συμπαρομαρτούντα. Αλλά αναρωτήθηκες: «Τότε γιατί λέω μεμνημένοι τοίνυν κλπ.;»², και σήκωσες φωνή μεγάλη: «Γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας, οπαδοί της αδικίας κι’ ατιμίας!»³. Ναι, εναντιούμαι τοις έργοις υμών!</p>
<p>Περπατούσα στην έρημο και ψιθύριζα «μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης (Ματθ. 5,10). Κι έκανα ώρα να δω ψυχή. Ώσπου φάνηκε ένας άλλος διψασμένος να ‘ρχεται με βήματα βαριά απ’ απέναντι. Διασταυρωθήκαμε, με κοίταξε με κόκκινα μάτια και μου λέει: «Ποια δικαιοσύνη ρε φίλε;». «Του Θεού του λέω, Του Θεού…». «Ε… τότε ‘ντάξει», μου λέει. «Είπα κι εγώ», μου λέει. Κι όπως έφευγε τον άκουσα που τραγουδούσε έναν ‘μανέ ρεμπέτικο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βγάλε κυρά μου το πανί που έχεις μπρος στα μάτια,<br />
με το πανί τυφλώνουνται, όσοι φροντίζουν νόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βάλτο μπροστά στο στόμα σου, κάλυψε και τη μύτη,<br />
έτσι, μαθές το συνηθάν όσ’ είν’ στους… υπονόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε βρόμικα λαγούμια πας και στις στοές τις μαύρες.<br />
Και το σπαθί τι το κρατάς; Άδικα το κραδαίνεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μόνο το ζύγι κράτα το, φάρμακα κι άλλες σκόνες<br />
και τ’ άσπρα των πολιτικών να τα καλοζυγίζεις.</p>
<p>Κι όπως χανόταν η φωνή πίσω μου μέσ’ στη σκόνη… «Έι, φίλε! Πώς σε λένε;», φώναξα. «Δαβίδ», ήρθ’ η απάντηση. «Περίμενε! Μη φεύγεις, άλλο τραγούδι ξέρεις;». Κοντοστάθηκε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Τι εγκαυχά εν κακίᾳ, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν;<br />
αδικίαν ελογίσατο η γλώσσα σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον.<br />
ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπὲρ του λαλήσαι δικαιοσύνην.<br />
δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος» (Ψαλ. 51,3-7).</p>
<p>Και αυτοί που διώκονται ένεκεν δικαιοσύνης σαν δουν τον αισχρό διώκτη τους, τον πάσα ένα ανθρωποδαίμονα, να πέφτει με θόρυβο…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«…θα γελούν που τον θωρούν κι ετούτα θα λογούνται·<br />
Για δες τον, που βοήθεια Θεού δεν πεθυμούσε,<br />
που στον περίσσο πλούτο του ήλπιζε και θαρρούσε,<br />
κι έγινε μέγας και τρανός με ψέματα κι απάτες»⁴.</p>
<p>«Τοις δε Σαρδαναπάλου μνημείοις επιγέγραπται “Ταύτ´ έχω όσς´ έφαγον και εφύβρισα”»⁵.</p>
<p>Όσοι απομείνατε Έλληνες γυρνάτε μεσ’ τη σκόνη ψάχνοντας λίγο δίκιο να ξεδιψάσετε. Μα εγώ γυρνώ σ’ αυτήν εδώ την έρημο –τη λέω της Γεδρωσίας– για να ‘βρω κείνον που έχυσε το λίγο νερό που του πρόσφεραν. Ω παι, την από Γαυγαμήλων, θα του πω. Κι αυτός θα καταλάβει. Με τεντωμένο το σπαθί, απάνω στ’ άλογό του, καλπάζοντας θ’ ακοντιστεί καρφί προς τον Δαρείο. Του όφεος την κεφαλή, χάσιμο χρόνου τ’ άλλα. Ως τότε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Υπομονή αποκαμωμένο βλέμμα και θα ’ρθει η ώρα του σεισμού.<br />
Κι ο ουρανός θ’ ανοίξει και για σένα.<br />
Μίαν άνοιξη περιμένοντας<br />
στο σταυροδρόμι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Και θα ’χουν σταυρούς οι δρόμοι.<br />
Και θα λάμπουν τ’ αδικημένα σας πρόσωπα.<br />
Και πετράδια θα φοράτε τα δάκρυα που χύσατε.<br />
Να ’ναι καλός μονάχα ο δρόμος που διασχίσατε»⁶.</p>
<h5><strong>ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ </strong></h5>
<p>Οι ιερές ακολουθίες της ευλογημένης πίστης μας μάς κερνούν ως νέκταρ αθανασίας τον Θεόπνευστο ποιητικό λόγο. Κατεξοχήν, μάλιστα, οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Ποιος δεν έχει ακούσει, για ν’ αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ότι σήμερα Μεγάλη Τρίτη ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής; Το τροπάριο αυτό είναι ένα ποίημα για τη μετάνοια που συνέθεσε μία όμορφη και λογιότατη κυρά της Πόλης που έζησε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνα μ.Χ. και αγίασε, καθώς έγινε μοναχή και ηγουμένη μοναστηριού.</p>
<p>Ακολουθώντας τον μέγα Πατριάρχη των ποιητών και υμνωδών της Αλήθειας, τον Προφητάνακτα Δαβίδ, είναι πολλοί οι Άγιοι της Ορθοδοξίας μας που με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος έγραψαν ανυπέρβλητα ποιητικά αριστουργήματα. Αλλά μήπως κι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν έχει ποιητικότητα; Δεν περιέχουν αποστροφές ουρανομήκους ποίησης τα γραπτά του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Αποστόλου Παύλου; Όλα, μα όλα τα κείμενα των Αγίων της Ορθοδοξίας μας περιέχουν μαζί με το σωτηριολογικό τους μήνυμα και ποιητικό λόγο σπάνιας αξίας. Φωτισμένα και διδακτικά τα λόγια του σύγχρονου Αγίου μας του Πορφύριου: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής».[1]</p>
<p>Όσοι παρακολουθείται την αρθρογραφία μου, είδατε ότι τον τελευταίο καιρό καταπιάστηκα με την απόδοση ύμνων των Αγίων Ρωμανού, Ιωάννη Δαμασκηνού και Κοσμά του ποιητή. Ένιωσα πως η καθ’ υπερβολήν φτηνή, άχαρη, ποταπή, μίζερη, υποκριτική, άθεη, απνεύματη, κακοήθης και -για όλ’ αυτά- επικίνδυνα εγκληματική εποχή μας το απαιτούσε. Παράλληλα, όμως, όπως φαίνεται και σε παλιότερα άρθρα μου με τίτλους: «Η ποίηση είναι παντού»[2] και «Να ημερέψει η γη», εξαιτίας αυτής της αναγκαιότητας, με το ίδιο κίνητρο, ψάχνω να βρω τον υψηλού επιπέδου ποιητικό λόγο και σε μέρη που δεν είναι προφανή.</p>
<p>Σε μια εποχή ψευδαισθήσεων στην οποία κυριαρχεί το δήθεν, το επίπλαστο παντού, συμπεριλαμβανομένης της λογοτεχνίας και της ποίησης, θ’ ανθολογήσω στο σημερινό άρθρο αποσπάσματα υψιπετούς ποιητικού λόγου από τις επιστολές του Αγίου Ιωσήφ του ησυχαστή και σπηλαιώτη (1897-1959). Ο Αγιορείτης Γέροντας υπήρξε μέγας ασκητής και στύλος της Ορθοδοξίας και αγιοκατατάχτηκε το 2020.</p>
<p>Υπάρχουν πολλά εξαιρετικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και ημερίδων, ομιλίες, ακόμα και ένα ωραίο ντοκιμαντέρ για τον βίο, το πνευματικό έργο και τις διδαχές του Αγίου Ιωσήφ. Σ’ αυτά θα βρει κανείς το μείζον, από θεολογικής απόψεως. Στο άρθρο αυτό, ακροθιγώς αναφέρομαι στο έλασσον, δηλαδή στη λογοτεχνική αξία του ποιητικού λόγου του Αγίου. Κι όμως -αυτή είναι η ομορφιά και η δύναμη της ποίησης- αυτό το έλασσον με έναν τρόπο καρδιακό μιλάει εξίσου δυνατά με το μείζον. Παρά το γεγονός ότι ο Άγιος έγραψε και έμμετρα ποιήματα που διασώθηκαν, εγώ δεν αλιεύω ποιητικά μαργαριτάρια από αυτά, αλλά από υψηλής ποιητικής αξίας αποστροφές του πεζού λόγου των επιστολών του. Ας δούμε, λοιπόν, πέντε μικρά παραδείγματα που διάλεξα. Στο σύντομο σχόλιο που ακολουθεί, προσπαθώ να διασκεδάσω την αμηχανία μου μπροστά στο Αγιοπνευματικό ποιητικό φαινόμενο.</p>
<p>α) «Αχ, αδελφή μου, τα δάκρυά μου ην απερίγραπτα, και τώρα εισέτι δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω δια να γράψω· αλλά και το χαρτί σου που γράφω εγέμισα».[3]<br />
Αχ, Άγιε! Πώς «αναχαιτίζει» κανείς τα τέτοιας λογής δάκρυα; Ειδικά εάν είναι «δια να γράψει;» Και το χαρτί της πώς το γεμίζεις με δάκρυα; Και με λόγια αγιασμένα το γεμίζεις, αλλά μην το κάνουμε θέμα. Πώς το ποτίζεις και το χαλάς με δάκρυα το χαρτί; Ναι, όντως φαίνεται αναγκαία η αναχαίτιση.</p>
<p>β) «Ω γλυκειά μας Μανούλα, ω φως της ψυχής μας, ω αγάπη ανόθευτος, ω ζωή της ψυχής μας!» [3]<br />
Ω γλυκύτατε πάτερ! Πώς…; Πώς τα κατάφερες και τα είπες όλα για την Παναγιά μας μέσα σε μια γραμμή; «Αγάπη ανόθευτος», «Ζωή της ψυχής μας». Ο Παράκλητος στα ψιθύρισε στ’ αυτί και τα ‘γραψες· άλλη εξήγηση δεν έχω…</p>
<p>γ) «Όμως, μην λησμονής ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβη το πνεύμα Αυτός όπου σοι το έδωσεν, εσύ πάλιν θα κτίζεσαι στα ντουβάρια».3<br />
Ζωή μου, η ρίζα σου φυτρώνει στο χώμα. Αλλά ζωή μου, η ρίζα σου είναι κι ίδια της χώμα. Και θάνατος σωματικός εστί να γίνω πάλι χώμα· και να με πάρει -να με πάρει λέω- ένας τίμιος ή άτιμος -το ίδιο κάνει- εργάτης, για να χτίσει ένα ντουβάρι. Καλό Παράδεισο παιδιά!</p>
<p>δ) «Θέλων να διαθερμάνω της ψυχής σας την θέρμην…»<br />
Και το καταφέρνεις Άγιε Ιωσήφ. Διαθερμαίνεις της ψυχής μας την θέρμη. Και τω Θεώ Δόξα!</p>
<p>ε) «Έκανε 17 έτη εις την κορυφήν του Προφήτου Ηλία παλεύων με δαίμονας και κεραυνιζόμενος από τους καιρούς, έμεινε άσειστος στύλος υπομονής».<br />
Αν γραφόταν αυτό ως επίγραμμα απάνω στον τάφο (σιγά μην βρεις τάφο!) του Γέροντα Γεράσιμου του ασκητή (σε αυτόν αναφέρεται ο Άγιος Ιωσήφ) θα λέγαμε πως μόνο ένας νέος Πίνδαρος θα μπορούσε να έχει γράψει κάτι τέτοιο…<br />
Τέτοια ανυπέρβλητη αξία έχει ο ευλογημένος και χαριτωμένος θεόπνευστος ποιητικός λόγος των Αγίων της πίστης μας. Δώστε βάση. Πιο εύκολα θα περάσει τότε το Πάθος. Κι η Ανάσταση μετά δεν αργεί!</p>
<h5><strong>ΨΗΦΙΣΤΕ ΑΤΙΘΑΣΑ</strong></h5>
<p>Το σύστημα του κομματικού φεουδαλισμού που κρατά διαχρονικά δέσμια τη χώρα μας, ανήκει σε έναν ευρύτερο διεθνή αποικιοκρατικό-εξουσιαστικό μηχανισμό. Ανά εποχές και σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες το γεγονός αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές.</p>
<p>Ουσιαστικά, ο εκάστοτε πρωθυπουργός της χώρας έχει τη θέση του ιθαγενή έπαρχου-κυβερνήτη της αποικίας και το πολιτικό σύστημα είναι ο ευρύτερος υποστηρικτικός μηχανισμός του. Τα καθήκοντά του δεν περιλαμβάνουν τη λήψη αποφάσεων, αλλά την εφαρμογή αποφάσεων που έχουν ληφθεί εκτός της χώρας από την υπερκείμενη αρχή. Προφανώς οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα της αποικίας, αλλά αυτών που τη διαφεντεύουν. Άλλωστε, από τη φύση τους οι αυτοκρατορίες και οι διάφορες παραλλαγές του αποικιοκρατικού-φεουδαρχικού συστήματος που επιβάλλουν, εκμεταλλεύονται και συχνά ξεζουμίζουν μέχρι εξαθλίωσης τις αποικίες και τους υποτελείς δουλοπάροικούς τους.</p>
<p>Επομένως, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό δεν κοπιάζει για την παραγωγή ιδεών, μέτρων, θεσμών και νομοθετημάτων υψηλής και χαμηλής πολιτικής. Αυτά του υπαγορεύονται. Εκεί που ξοδεύει την ενέργειά του, αυτό για το οποίο αμείβεται σχετικώς πλουσιοπάροχα, είναι η υλοποίηση και η εφαρμογή τους. Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται, καθώς θα πρέπει συνεχώς να ικανοποιούνται τρεις συνθήκες:</p>
<p>α) Να συντηρείται η ψευδοφάνεια ενός κατ’ επίφαση δημοκρατικού πολιτεύματος.</p>
<p>β) Να ανταμείβονται οι πολυάριθμοι άτυποι αξιωματούχοι των χαμηλότερων βαθμίδων και οι συνεργάτες του συστήματος μέσα στις κομματικές, κρατικές, κοινωνικές και επαγγελματικές δομές.</p>
<p>γ) Να αποκρύπτονται, να διασκεδάζονται και αν χρειαστεί να καταστέλλονται με πλάγια μέσα οι αντιδράσεις. Να ξεθυμαίνει ο κοινωνικός αναβρασμός. Τελικά, να συλλέγονται τα απαραίτητα εκλογικά ποσοστά που απαιτούνται για τη συνέχιση και επιβίωση του συστήματος.</p>
<p>Στη δυσάρεστη πραγματικότητα που συνοπτικά παρουσιάζω παραπάνω, έχω αναφερθεί στην αρθρογραφία μου τα τελευταία χρόνια με διάφορους εκφραστικούς τρόπους και προσεγγίσεις. Είναι, βέβαια, αρκετοί οι διανοητές παλαιότεροι και σύγχρονοι που την περιγράφουν –είτε στις διάφορες εκφάνσεις της είτε εποπτικά– με τη δική τους οπτική. Από τους σύγχρονούς μας ενδεικτικά αναφέρω ειδικούς στο αντικείμενο επιστήμονες όπως τον πολυγραφότατο ομότιμο καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργο Κοντογιώργη, τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργο Κασιμάτη και τον αρκετά νεότερο δραστήριο πολιτικό επιστήμονα Σταύρο Καλεντερίδη.</p>
<p>Δεν ξέρω πόσο εισακούγονται όλα όσα έχουν αναλύσει στο επίπεδο της πολιτικής προσέγγισης του ζητήματος αυτοί, αλλά κι άλλοι αξιόλογοι συμπατριώτες μας στο δημόσιο γραπτό και προφορικό τους λόγο. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Αυτό συμβαίνει για τρεις κυρίως λόγους:</p>
<p>α) Το εξουσιαστικό σύστημα κορύφωσε τη φαυλοκρατική συμπεριφορά του. Δίνεται η εντύπωση ότι η προεργασία που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια, έφτασε στο επιθυμητό σημείο. Πλέον προχωρά απροκάλυπτα και θέτει σε εφαρμογή σχεδιασμούς για την επιβολή ενός σκληρότερου καθεστώτος με σύγχρονα χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού.</p>
<p>β) Οι διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενεργούν και αποκαλύπτονται πλέον ξεκάθαρα ως εργαλεία ενός υπερεθνικού εξουσιαστικού συστήματος με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά για την εφαρμογή σύγχρονων εκδοχών αποικιοκρατίας και φεουδαρχίας. Δεν προασπίζονται τη δημοκρατία και τις παραδοσιακές αξίες της.</p>
<p>γ) Ο πλανήτης βρίσκεται σε εμπόλεμη αναταραχή. Ο πόλεμος θα επεκτείνεται και θα κλιμακώνεται με κλασσικά, αλλά και με άλλα σύγχρονα και καινοφανή μέσα και αναμένεται να επηρεάσει δραματικά και την πατρίδα μας.</p>
<p>Τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών θα επηρεάσουν καίρια την ένταση και τον χαρακτήρα των έμπονων δοκιμασιών του ελληνικού λαού, οι οποίες θα κλιμακωθούν το επόμενο διάστημα. Δεν είναι μόνο θέμα αξιοπρέπειας και πατριωτισμού· είναι πια θέμα επιβίωσης η διεκδίκηση της εθνικής μας κυριαρχίας και μιας κρατικής δομής αυθεντικά δημοκρατικής και αφιερωμένης στο ευ ζην του πολίτη. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται:</p>
<p>α) Τα χαμηλόβαθμα στελέχη και οι ψηφοφόροι των κομμάτων εξουσίας να συνειδητοποιήσουν ότι, μπροστά στα επικείμενα γεγονότα, τα όποια ανταλλάγματα πήραν θα εξαϋλωθούν και όσα προσδοκούν να πάρουν θα ακυρωθούν. Ως απλοί στρατιώτες του κομματισμού, είναι απολύτως αναλώσιμοι. Ήρθε η ώρα να δουν το συμφέρον τους με τη ματιά του σοφού Περικλή. Όσο βολεμένοι κι αν είναι στα ιδιωτικά τους πράγματα θα καταστραφούν τελείως, αν καταστραφεί η πατρίδα. Αν όμως ξεβολευτούν, ακόμα κι αν είναι σε δύσκολη θέση προσωπικά, έχουν πολλές ελπίδες να σωθούν αν η πατρίδα στέκεται στα πόδια της.</p>
<p>β) Οι ψηφοφόροι που αγαπούν τις παραδοσιακές αρχές του ελληνικού κι Ορθόδοξου πολιτισμού να μην παρασυρθούν και πάλι από κάποιο κόμμα του τύπου «ΛΑΟΣ» ή «ΑΝΕΛ.» που για μια ακόμα φορά ετοιμάζεται να υφαρπάξει τη ψήφο τους, ώστε να την ακυρώσει. Το σύστημα είναι πάντα ένα βήμα μπροστά και έχει ήδη έτοιμη την παγίδα. Όποιος μπορεί να βάλει δυο σκέψεις στη σειρά καταλαβαίνει…</p>
<p>γ) Ο Έλληνας ψηφοφόρος να ενεργήσει απροσδόκητα, ασύμμετρα, απρόβλεπτα. Τα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας σχεδιάζουν επιμελώς και μεθοδικά. Έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους απέναντι στις προφανείς κατευθύνσεις της εκλογικής μας αντίδρασης. Η ενίσχυση μικρών κομμάτων με απολύτως μηδενική προϊστορία στο Κοινοβούλιο είναι μονόδρομος. Η αναστάτωση του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού είναι ο μοναδικός δόκιμος και εφικτός στόχος στην παρούσα συγκυρία. Η απροσδόκητη εκλογική συμπεριφορά δεν είναι πολιτική λύση· αλλά θα δημιουργήσει γόνιμες συνθήκες γι’ αυτήν.<br />
Εκτός από αρετή θέλει και τόλμη η ελευθερία.</p>
<h5><strong>ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ </strong></h5>
<p>Στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, τον τελευταίο καιρό, συνεχώς εμφανίζεται μπροστά μου και μ’ απασχολεί γόνιμα το ζήτημα της σχέσης που έχει η μορφή (η τεχνική) με την ουσία (το νόημα) στη λογοτεχνία, αλλά και στην τέχνη γενικότερα. Αφορμή στάθηκε η εμπειρία που αποκόμισα από την προσπάθειά μου να αποδώσω ποιητικά τους ύμνους του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού. Στο εισαγωγικό σημείωμα της πρόσφατης έκδοσης αυτού του εγχειρήματος,1 εξηγώ γιατί η μορφή στην οποία κατέληξα («ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση»), προσφέρει στο να ζωντανέψει ποιητικά την απαράμιλλη τέχνη του Αγίου Ρωμανού στη σύγχρονη εκδοχή της γλώσσας μας.</p>
<p>Προσφάτως, χρειάστηκε να ετοιμάσω τη σύντομη τοποθέτησή μου για την παρουσίαση δύο βιβλίων2,3 του φίλου λογοτέχνη Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, που θα γίνει μεθαύριο Πέμπτη στις 19:30 στην αυλή της Αγιορείτικης Εστίας (όσοι είστε στη Θεσσαλονίκη, αξίζει τον κόπο να έρθετε).</p>
<p>Το ένα από τα δύο βιβλία που θα παρουσιαστούν δεν είναι καινούργιο. Τιτλοφορείται Ο πιο σύντομος δρόμος, και είναι επανέκδοση (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1999).</p>
<p>Καθώς κατατριβόμουν με την παρουσίαση, λοιπόν, συνειδητοποίησα το πόσο εμφανής γίνεται στο συγκεκριμένο έργο μια υποδειγματικά άρρηκτη σχέση μορφής και ουσίας. Δηλαδή, υπάρχει η κατάλληλη επιλογή των στοιχείων εκείνων της συγγραφικής τεχνικής που δένουν απόλυτα και υπηρετούν το όλο νόημα του έργου. Το στοιχείο αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία στα καλύτερά της, είναι πολύ χαρακτηριστικό και σε ένα ακόμα βιβλίο του Αλέξανδρου, με τίτλο Ο αγρός του αίματος.4</p>
<p>Το πράγμα, όμως, δεν σταμάτησε εκεί· τα θετικά πρότυπα συνέχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου. Ο Ισίδωρος Παπαδάμου, καλός φίλος του Αλέξανδρου, είναι φιλόλογος, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και του τζουρά, τραγουδοποιός, αλλά και γνωστός οργανοποιός εγχόρδων. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τη φωνή και το μπουζούκι του στο συγκρότημα των Χειμερινών Κολυμβητών, τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Ο Ισίδωρος είναι ωραίος και αυθεντικός καλλιτέχνης. Οι στίχοι του περιέχουν στιγμές υψηλής ποιητικής δημιουργίας. Δείτε μία που καταγράφει στο βιβλίο Ο πιο σύντομος δρόμος3 ο Κοσματόπουλος:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα βράδια που ζήσαμε τα ονειρικά<br />
μέσα σ’ ιδέες τυλιγμένοι<br />
με μαζεμένα κι απλωμένα τα φτερά<br />
κι ενώ μιλούσαμε απαλά<br />
η καρδιά μας ήτανε σχισμένη.</p>
<p>Αλλά και η μουσική του, ενώ συνδυάζει στοιχεία του παραδοσιακού και του ρεμπέτικου, απομακρύνεται συχνά απ’ αυτά και τα υπερβαίνει ελεύθερα και ιδιόρρυθμα, αλλά πάντοτε αρμονικά. Έτσι, ως σύγχρονη δημιουργία με χαρακτηριστικό προσωπικό ύφος, διαλέγεται γνήσια με την παράδοση και τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής ανά τους αιώνες. Αυτό στις μέρες μας σπανίζει. Αλληγορικά μιλώντας: αν ζούσε ο Στράτος Παγιουμτζής, θα έβλεπε πιο πολλά στοιχεία της καλλιτεχνικής του ψυχής μέσα σ’ ένα τραγούδι του Ισίδωρου, παρά σ’ ένα τραγούδι δικό του παιγμένο από μια σύγχρονη λαϊκή ορχήστρα. Πώς γίνεται αυτό; Και πώς γίνεται ν’ ακούς Παπαδάμου και να νιώθεις (όχι ν’ αντιλαμβάνεσαι, να νιώθεις) μια συνάφεια με τη βυζαντινή λαϊκή μουσική, όσο μπορούμε να την γνωρίζουμε από τις προσπάθειες του μεγάλου συνθέτη και μουσικολόγου μας Χριστόδουλου Χάλαρη;</p>
<p>Γίνεται, καθώς το γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για ανάλογο ζήτημα που αφορά το λογοτεχνικό ύφος και τη γλώσσα. Μιλάει για την «ατόφια ελληνική φωνή» στα δημοτικά τραγούδια και στα γραπτά του Μακρυγιάννη, θέτοντάς τα ως παραδοσιακό θεμέλιο και λέει: «Αυτή είναι η φύση της γλώσσας μας. Το στοιχείο που μας καθαρίζει και μας οδηγεί, και που, δουλεύοντας την έκφρασή μας, θα πρέπει να μιμηθούμε, όχι εξωτερικά καθώς έγινε κάποτε ως την κατάχρηση, αλλά στην εσωτερική του λειτουργία…».5</p>
<p>Μετά απ’ αυτά τα θετικά πρότυπα, η συγκυρία μού ’φερε και το αρνητικό. Όλα πήγαιναν καλά στον Όρθρο. Σαν ξεκίνησε όμως η Θεία Λειτουργία, αντί για τους ψάλτες ανέλαβε δράση μια χορωδία ανδρών με ύφος κανταδόρικο. Ανακατεύτηκε η ψυχή μου. «Αυτή τη μουσική παράδοση, την ιερή και πανάρχαιη, αγωνίζονται να διασπάσουν, να παραποιήσουν οι διάφοροι ανόσιοι και άμουσοι κανταδόροι, που ακούγονται, δυστυχώς ακόμα να παρεμβάλλουν τις φωνητικές επιδεικτιάσεις τους ανάμεσα στους σεμνούς ύμνους της λειτουργίας…», έγραφε ο Μυριβήλης.6</p>
<p>Ο Κόντογλου έγραψε, βέβαια, τα περισσότερα γι’ αυτούς που θέλουν «να ντύσουν “τα αμάραντα μνημεία” της υμνολογίας, με άλλο μουσικό φόρεμα της εποχής μας, ήγουν με την ανθισμένην αμυγδαλιά, με βαρκαρόλες, και τα παρόμοια».7 «Ποιος Έλληνας μπορεί να πει πως νιώθει κατάνυξη από τα μουσικά αυτά μασκαραλίκια…», γράφει αλλού.8</p>
<p>Πόσο ακαλαίσθητη, παράταιρη και φτηνή μπορεί να γίνει η τέχνη, όταν η μορφή απάδει προς την ουσία… Κρίμα στις Μητροπόλεις που σχετίζονται επισήμως με τέτοια φαινόμενα.</p>
<h5><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ </strong></h5>
<p>Σε δυο μέρες θα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη η 19η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου. Ο αέρας της πόλης –μαζί με τις μαγιάτικες μυρωδιές– άρχισε ήδη να φέρνει κι αυτήν του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Σ’ αυτό το κλίμα, λέω σήμερα να κάνω το κέφι μου και να ανθολογήσω από τον ποιητικό λόγο δικών μου φίλων και γνωστών. Παίρνω να σας κεράσω, λοιπόν, αποσπάσματα απ’ τα γραπτά τους που μ’ άρεσαν. Όπως μου ‘ρχεται θα σας τα δώσω, σκέτα χωρίς σχόλια. Έτσι, όπως μου ’ρχεται τ’ αντιγράφω· σας τα δίνω γι’ αντίδοτα στα δηλητήρια της εποχής.</p>
<p>Γράφει ο Αλέξανδρος1<br />
Στο ποίημα «Αποχαιρετισμός»:</p>
<p>Ξημέρωμα στα τείχη ακούς θρήνο<br />
πέτρες, κονιορτός στις κατακόμβες<br />
σκάβουν θεμέλια σπιτιών –<br />
οι λέξεις έχουν ιστορία<br />
στιγμή γεννιούνται και υπάρχουν.</p>
<p>Και στο «Περιφορά»:</p>
<p>Τροχιές γραμμένες στις αχτίνες του ήλιου<br />
ο Θεριστής ο Τρυγητής ο Αλωνάρης ανακαλούν<br />
ονόματα<br />
όχι σκέψεις που καθρεφτίζουν καημούς<br />
λόγια ν’ απηχούν σημασίες πραγμάτων.</p>
<p>Παιχνίδι της μέρας η μιλιά του ανθρώπου<br />
η σκέψη στένεψε τον κόσμο.<br />
Άνω σχώμεν τας καρδίας.</p>
<p>Γράφει ο Γιάννης2<br />
Στο ποίημα «Ήλιε»:</p>
<p>Στην άμμο της Κεραμωτής κλαις,<br />
όταν ξημερώνει,<br />
στην άκρη μιας ματιάς κλειστής,<br />
η νύχτα μένει μόνη.</p>
<p>Και στο «Θρησκειοείδωλα»:</p>
<p>Θεέ τρισσέ στο ένα σου και ένα στα τρισσά σου,<br />
έδειξες αυτοπρόσωπα<br />
τα δικαιώματά σου.</p>
<p>Γράφει η Μαρία3<br />
Στο ποίημα «Εν δυνάμει πραγματικότητα»:</p>
<p>Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος<br />
κι η θάλασσα<br />
κι ο βράχος<br />
λιγοστεύει φλούδα φλούδα<br />
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος.</p>
<p>Και στο «Απολογία»:</p>
<p>Μάρτυς μου τα δάκρυα<br />
ορκιζόταν<br />
λες κι ο πόνος<br />
είναι ζήτημα αλήθειας.</p>
<p>Γράφει ο Κώστας4<br />
Στο Όρος<br />
ο ήλιος<br />
βιάζεται να βγει.</p>
<p>Θέλει κι αυτός να συνεργήσει.</p>
<p>Στην καύση της καρδίας.</p>
<p>και:</p>
<p>Έρχεσαι πάλιν<br />
Άνοιξη<br />
και προκαλείς πάλην.<br />
Ένδοθεν.</p>
<p>κι ακόμα:</p>
<p>Κυκλοφορούν ελεύθερες<br />
λέξεις που έχασαν<br />
το νόημά τους</p>
<p>και δεν βολεύονται<br />
σε καινούργιες γνωριμίες.</p>
<p>Γράφει η Βιβή5<br />
Η Μάνα: Κάθε φορά που, κάτι, μας έβγαζε, καινούριο<br />
από την καθημερινότητά μας, κι ο πιο απλός πυρετός<br />
ίσως, χωνόμουν στην πολυθρόνα της γωνίας. Μάζευα τα<br />
πόδια από κάτω μου. Μια μπάλα γινόμουνα. Να κρυφτώ<br />
ήθελα. Να μη με δει ο Θεός και θυμηθεί ότι υπάρχω<br />
και μου στείλει κι άλλη δοκιμασία.</p>
<p>και:</p>
<p>Ήλθε η Κόρη! Ω! είναι τόσο όμορφη κι αυτή.<br />
Δεν έχει γαλάζια μάτια σαν τ’ αγόρια.<br />
Έχει όμως καρδιά 20 αγοριών.</p>
<p>Γράφει ο Τάσος6<br />
Στο διήγημα «Εικοσικάτι Ιουνίου»:</p>
<p>Κάθε πρωί που ξυπνώ σκίζω το χαρτάκι της προηγούμενης από το ημερολόγιο. Εικοσιπέντε Ιουνίου. Των Φεβρωνίας, Ορεντίου, Γεωργίου και Προκοπίου του Νεομάρτυρος. Εικοσιπέντε Ιουνίου… Κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει… θα θυμηθώ! Τι είναι σήμερα; Σέρνω τις σαγιονάρες μου προς τον καναπέ. Παίρνω να διαβάσω το βυζαντινό κράτος του Ιωάννη Καραγιαννόπουλου και ρουφάω χρονολογίες και ονόματα αυτοκρατόρων. Αναρωτιέμαι πόσοι και πώς έγιναν αυτοκράτορες μέσα στους αιώνες. Μόνον εγώ δεν κατάφερα να γίνω αυτοκράτορας του εαυτού μου.</p>
<p>και στο «Κουαρτέτο»:</p>
<p>Είναι στιγμές που μια αφελής αισιοδοξία σε κάνει να πιστεύεις ότι το πεπρωμένο κάνει το χατίρι στις επιθυμίες σου!</p>
<p>Γράφει ο Διονύσης7<br />
Στο ποίημα «Ανδρέας Κάλβος»:</p>
<p>Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι: οι ποιητές<br />
θα αμφιβάλλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους<br />
βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους,<br />
και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν<br />
από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες<br />
υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.</p>
<p>Και στο «Πήγαινες στη δουλειά»:</p>
<p>Παράξενο που τόσα χρόνια<br />
πάντα στην ίδια αυτή διαδρομή<br />
δεν είχες δει ούτε τα δέντρα ούτε τα βουνά<br />
παράξενο που όλο έτρεχες για να προλάβεις<br />
σαν μια σκηνή από ταινία σε επανάληψη.</p>
<p>Γράφει ο Ισίδωρος<br />
Στο τραγούδι «Σεντουκιασμένοι φλώροι»:8</p>
<p>Κάποιοι ποθούν να κυβερνούν<br />
σε χώρα, σε βαπόρι<br />
μα δεν το ξέρουν που ’ν’ κι αυτοί<br />
σεντουκιασμένοι φλώροι.</p>
<p>και στο «Φαλτσέτες»:9</p>
<p>Ο ύπνος μου δυσκόλεψε και η ζωή φωνάζει,<br />
που ’ναι βρε ψεύτη άνθρωπε το πάθος που κοχλάζει;</p>
<p>Το ’χω ακόμα μέσα μου, ζωή που με μαλώνεις.<br />
Σου ’στρωσα ωραία απλωσταριά, τα ντέρτια σου ν’ απλώνεις.</p>
<p>Τι κι αν με κόβεις με γυαλιά, με σχίζεις με φαλτσέτες,<br />
τις εμορφιές μου θα ζητάς, για να τις πίνεις σκέτες!</p>
<p>Αυτά ήταν τα λουλούδια που ’κοψα, για να σας τα προσφέρω σήμερα. Κατά μια έννοια –έτσι ανθολογώντας– μπορεί να πει κανείς πως… «πιάσαμε τον Μάη» και μ’ έναν άλλον τρόπο.</p>
<p>_____<br />
1. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Μικρά είσοδος, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1978.<br />
2. Ιωάννης Γ. Κουρεμπελές, Ξενοτόκος, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2018.<br />
3. Μαρία Λάτσαρη, Εν δυνάμει πραγματικότητα, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.<br />
4. Κωνσταντίνος Δ. Σαμοΐλης, Εν αγνοία μου, εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2023.<br />
5. Βιβή Φαρσαλιώτου, 75 μέρες και 1 βράδυ μαζί, εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2022.<br />
6. Τάσος Κουδούνης, Η αμηχανία του ασανσέρ και άλλες ιστορίες, εκδ. Το κεντρί, Θεσσαλονίκη 2014.<br />
7. Διονύσης Στεργιούλας, Καθόλου ποιήματα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2019.<br />
8. Ισίδωρος Παπαδάμου, Άλμπουμ Σεντουκιασμένοι φλώροι, «Σε δισκάδικα δεν μπαίνουν ούτε κέρδη τα μαραίνουν» Records, 2007.<br />
9. Andreas Papadamou (27.4.2023), «”Οι φαλτσέτες” μουσική-στίχοι: Ισίδωρος Παπαδάμου» (Video), YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=qDJs9AsHIwI.</p>
<p>ΣΗΜΕΙΩΣΗ</p>
<p>Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΙ ΕΓΡΑΦΑ;</strong></h5>
<p>Έγραψα ποιήματα<br />
που ’ταν εκεί ολόγυρα,<br />
παντού·<br />
άδικο το ‘βρισκα<br />
π’ άλλος κανείς<br />
δεν κάθονταν να τα<br />
καθαρογράψει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ</strong></h5>
<p>Ώδινεν βράχος<br />
κι έτεκεν εκείνο το τραγούδι<br />
που ως κόρη<br />
το ’δαμε να βγαίνει μουσκεμένο<br />
απ’ τη θάλασσα της συγκίνησης.</p>
<p>Έτρεχαν τ’ αλμυρά νερά από πάνω της<br />
κάτω στην άμμο.<br />
Κι ύστερα έκανε λίγο έτσι,<br />
σκύβοντας ελαφρά στα δεξιά κι<br />
έπιασε με τα δυο χέρια<br />
τα μακριά μαλλιά της.</p>
<p>Τα έστυψε -θυμάσαι;- κι έπεσε κι άλλο<br />
νεράκι κάτω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΑΧΥΡΟ</strong></h5>
<p>Κάμποσο απ’ το ξερό χόρτο της λογικής<br />
επιτέλους εμποτίστηκε.</p>
<p>Ως εκ τούτου<br />
άχυρο επίλοιπο,<br />
εις το όνομα της καθίζησης<br />
σε ταΐζω στους κινητήριους ίππους</p>
<p>της κοινά αποδεκτής άνοιξης.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1991)</p>
<h5><strong>ΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΥΠΑΛΑΜΩΝ ΥΜΝΩΝ</strong></h5>
<p>Όχι άλλες αισθηματολογίες<br />
και πράγματ’ αλλοπρόσαλλα,<br />
άμετρα και αταίριαστα<br />
προς εντυπωσιασμούς ακαλαίσθητους.</p>
<p>Προς Θεού,<br />
μη γράφετε άλλο έτσι βρε παιδιά!</p>
<p>Και τον λόγο γιατί τον σακατεύετε;<br />
Αφήνοντας κάτι λέξεις σαν αγκωνάρια<br />
απά στο μονοπάτι.</p>
<p>Με βρίσκουν συνέχεια στο καλάμι·<br />
και πονώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ</strong></h5>
<p>Κάθε π’ ανοίγω το συρτάρι.,<br />
ακούω τις τσιρίδες σας τραγούδια μου.</p>
<p>Την ψυχή μου συνθλίβετε μ’ ανάθεμα.</p>
<p>«Τώρα πια ανδρωθήκαμε, βγάλε μας έξω.<br />
Στείλε μας, δείξε μας, θέλουμε ν’ ακουστούμε».</p>
<p>Αχ! τραγούδια μου&#8230;<br />
Πετάξτε μόνα σας, πετάξτε&#8230;<br />
Και φωλιάστε στις καρδιές των ανθρώπων.<br />
(Να γινότανε&#8230;)</p>
<p>Πού να τρέχω τώρα εγώ να βρω<br />
τους ειδικούς φιλόλογους και τους εκδότες;</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1992)</p>
<h5><strong>MOΙ ΕΝΝΕΠΕ, ΜΟΥΣΑ</strong></h5>
<p>Όταν στα δώματα<br />
επιτέλους τραβιούνται οι κουρτίνες<br />
οι βαριές,<br />
το συνηθίζει ο ήλιος να στέλνει με τη μούσα<br />
κάτι φλούδες, κάτι ρετάλια κι ένα λευκό χαρτί.</p>
<p>Για να τυλίγει μ’ αυτά ο κοσμάκης τον καλό τον λόγο και<br />
να τον κάνει δώρο.</p>
<p>Κι έτσι να παίρνει αντίδωρο</p>
<p>πότε μια κρύα βρύση,<br />
πότε πουλάκια καλλικέλαδα,<br />
πότε γάτες που ξέρουνε να πιάνουνε τα φίδια στις αυλές.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1994-2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ξεκίνησα τη διαδικασία τυπικά με<br />
επίκληση στη Μούσα.<br />
Έπιασαν φωτιά οι μαύρες κουρτίνες.</p>
<p>Επίκληση πρώτη:<br />
Μέχρι και το κελί μου<br />
διάφανο το κάνατε,<br />
για να μου στερήσετε το δάκρυ.</p>
<p>Επίκληση δεύτερη:<br />
Έχει κι η ατυχία τα όριά της.<br />
Λίγοι όμως τα’ χουν εξερευνήσει.</p>
<p>Επίκληση τρίτη:<br />
Το χαρτί κι ένα δαγκωμένο μολύβι<br />
η απαντοχή μου.</p>
<p>Επίκληση τέταρτη:<br />
Γιατί έτσι!<br />
Βρέχω τα χαρτιά μου με τραγούδια.</p>
<p>Διάψαλμα:<br />
Πολλές φορές<br />
η αγάπη γίνεται γελοία.<br />
Κι είναι το μόνο γελοίο<br />
που συμπαθώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988-1993)</p>
<h5></h5>
<h5 style="text-align: left;"><strong>ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ</strong></h5>
<p>Αχού! Κι ωιμέ&#8230;! Ψυχούλες διψασμένες.</p>
<p>Όσο τίποτ’ άλλο θα ‘θελα σφιχτά να σας κρατήσω.<br />
Να σας ευχαριστήσω, για να σας ευχαριστήσω.</p>
<p>Και τις ιδέες πίσω απ’ το λαμπερό σας βλέμμα<br />
να ελευθερώσω.</p>
<p>Γιατί μου φάνηκαν σαν πολύχρωμα πουλιά<br />
που αργοπεθαίναν σε κλουβί<br />
ασημένιο.</p>
<p>Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω<br />
για ν’ ανταποδώσω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1989)</p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>Έναν Αύγουστο, μια μέρα<br />
ξεχάστηκα.<br />
Απ’ τον πηχτό, ζεστό αέρα<br />
πιάστηκα.<br />
Κι ανέβηκα ψηλά,<br />
αργά και σιωπηλά.</p>
<p>Βρήκα τα δελφίνια μου·<br />
βρήκα και κεντήματα σε βυσσινί βελούδο.<br />
Βρήκα και τους Αγγέλους μου<br />
που μ’ ασημιά μαχαίρια<br />
έκοβαν τα σκοινιά.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1993)</p>
<h5><strong>ΑΦΟΒΑ</strong></h5>
<p>Αν ήτανε, αν ήτανε<br />
να φοβηθώ να γράψω,<br />
καλύτερα, καλύτερα<br />
να πέθαινα.</p>
<p>Μόνος μες τη ντροπή και ψόφος!</p>
<p>Ότι είναι γνωστό πως η Παναγία μας<br />
το αδίκως αποκομμένο χέρι<br />
«γραμματέως οξυγράφου»<br />
το προσκολλά τελείως,<br />
τελείως στον τόπο του.</p>
<p>Ξανά λειτουργικό το αποκαθιστά<br />
πλήρως.</p>
<p>Ορθή είν’ η δόξα μας.<br />
Κι αν αυτό δεν το πιστεύομε,<br />
κενό το καύκαλο ημών<br />
και κλούβιο το μυαλό μας<br />
και νερουλό το μεδούλι μας<br />
και η ψυχή μας φτενή<br />
κι αδύνατα τα ποδάρια μας<br />
και τα στήθια μας αχυρένια.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΥΝΑΜΙΣ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΝΥΠΝΙΟΝ</strong></h5>
<p>Ευ λέγεις, ένα στα εκατό ενύπνια μπορεί ν’ αξίζει.<br />
Μα και στον ξύπνιο το αυτόν.</p>
<p>Η βάτος η καιόμενη και η βροχή η μηδέποτε δαπανώμενη·<br />
μηδέποτε κεκαυμένη η καρδιά που ουδέποτε εκπίπτει.</p>
<p>Η τρισεύγενη κι ο Ακρίτας<br />
κι αυτή που έξω βάλλει τον φόβον.</p>
<p>Ήγουν, τον διώχνει σαν κανένα παλιόσκυλο<br />
από εκείνα που κρατούν το κεφάλι χαμηλά,<br />
χαμάθεν και άνω θρώσκουν τάχατες&#8230;</p>
<p>Κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή<br />
(ή με χωρίς, το ίδιο κάνει)<br />
φωτιά που να μην καίει,<br />
είναι η καρδιά τους που ειρηνεύει μοναχή<br />
κι αγάλλεται ακτίστως.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 2015)</p>
<h5><strong>ΑΝΕΛΕΗΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξίδια ανελέητα και θ’ ανηφορίσω.<br />
Κεράκια στην άμμο.<br />
Όμηρος των κυμάτων.</p>
<p>Στο στασίδι<br />
αμάραντα λουλούδια αναβλύζω,<br />
όταν ποδηλατείς κι οι μπούκλες σου χορεύουν.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα οι ευχές μου,<br />
όταν πέφτουν τ’ αστέρια απ’ τα μάτια σου<br />
κάθε που κοιμάσαι, για να λάμψουν ξανά.<br />
Όμηρος των θαυμάτων.</p>
<p>Παράγω συμμετρία<br />
στολίδια<br />
άνθη λεμονιάς.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα κι<br />
αυτά τα ύφαλα<br />
στεγνά δεν τα ’χει δει κανείς.</p>
<p>Κι ωστόσο εγώ θα ζω πια εδώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Μάιος 1995)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ</strong></h5>
<p>Ουαί υμίν.<br />
Αρχή και τέλος στα νερά&#8230;</p>
<p>Με δυο ανάσες,<br />
έφτιαξε η ποιητική μου διάθεση<br />
τις χαρακιές στην ξύλινη πόρτα.</p>
<p>Κι από την πέτρα άφησα να κρέμεται ένα μειδίαμα·<br />
ένα παγωμένο φύλλο στο προαύλιό σου.<br />
Αχ! Πολυασβεστωμένο παρεκκλήσι<br />
της αφής.</p>
<p>Δυο δυο τα κεράκια για το βροχερό στασίδι της αναμονής.<br />
Δυο δυο τα κεράκια γι&#8217; αυτόν που περιμένει στη βροχή.</p>
<p>Κι όλα τα σύννεφα συνόψισαν μια είσοδο.<br />
Τρίζοντας πέρασαν οι δυο ακτίνες<br />
το σκουριασμένο κάγκελο<br />
που ’τριψα το μέτωπό μου·<br />
μην και γίνει η πληγή μου φανερή και με δαχτυλοδείχνουν.</p>
<p>Όχι, δε ζήτησα πολλά.</p>
<p>Ότι η καρδιά μου πέρασε αυτά που φτιάχνουν τις καρδιές των τεράτων<br />
και δεν επωφελήθηκε.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιανουάριος 1992)</p>
<h5><strong>ΜΕΤΡΟΝ</strong></h5>
<p>Καρδούλα μου<br />
τω αναγιγνώσκοντι.<br />
Την εικοστή έβδομη ημέρα της εβδομάδας<br />
αναθάρρησα,<br />
ενδεδυμένος τη γλύκα των υδρατμών σου.<br />
Κι όμορφα νιώθοντας,<br />
όμορφος<br />
άσκησα την ελαστικότητα των γοητευτικών μου άκρων.</p>
<p>Κι ήταν σα ν’ ανασήκωνα την πλάκα<br />
που ’χε σκαλιστό ένα όνειρο<br />
πολύ-πολύ καιρό δουλεμένο.<br />
Ταξίδι το ταξίδι, με προσοχή.<br />
Κι έσφυζε ζωή από κάτω.</p>
<p>Κι έσφιξα τη ζωή,<br />
μην και με πάρει από κάτω<br />
έτσι που γεννήθηκα ονειροπόλος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 1991)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ</strong></h5>
<p>Πίσω απ’ το τζάμι κοίταζα τα βρεγμένα και περίμενα.</p>
<p>Πρόσωπα διάφορα.<br />
Απρόσωπα, αδιάφορα.</p>
<p>Πίσω από κρύο τζάμι,<br />
αυλακωμένο.</p>
<p>Ανέκφραστος. Φαινομενικά απαθής.<br />
Κι ας έψαχνα με βλέμμα απεγνωσμένο.</p>
<p>Τα φύλλα που στροβιλίζονται<br />
εχθρεύονται τα οράματά μου.<br />
Αλλά λίγο με νοιάζει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Δεκέμβριος 1988)</p>
<h5><strong>ΤΑΛΕΝΤΟ</strong></h5>
<p>Δεν απολογήθηκε ποτέ για το κενό στις χρονολογίες.<br />
Ανάβοντας ένα σπίρτο, αποκάλυψε ότι βαριόταν.</p>
<p>Γιατί είχε γίνει εύκολο.<br />
Σχεδόν εθιστικό.<br />
Κι αυτό ήταν το μυστικό:<br />
δεν ήταν πια μεθυστικό.</p>
<p>Λοιπόν·<br />
εσείς που είστε ειδικοί,<br />
αλλά κι οι άλλοι οι περισπούδαχτοι,<br />
έτσι να ξεχωρίζετε τους μεγάλους της τέχνης.</p>
<p>Να τους παρακολουθείτε,<br />
καθώς αυτοί βαριούνται να δημιουργούν,<br />
όταν βαριούνται να δημιουργούν.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούλιος 2000)</p>
<h5><strong>Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ</strong></h5>
<p>Το άρωμα του βασιλικού στο περβάζι<br />
είναι που μαρμαρώνει τις στιγμές.<br />
Και το λευκό σεντόνι που στεγνώνει<br />
καθρεφτίζει τους αγγέλους.<br />
Να σέβεστε το βασιλικό και το σεντόνι</p>
<p>στ’ αλήθεια.</p>
<p>Να χαίρεστε τις ανθισμένες λεμονιές και τα κρυφά τα γέλια.</p>
<p>Αυτά π’ αξίζουν,<br />
πράγματι,<br />
είναι για όλους ίδια.</p>
<p>Ανεξίτηλα.<br />
Απαράλλαχτα αναδύονται<br />
στα κύματα που δίνουν νόημα στον χρόνο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΦΕΚΟΠΤΕΙΟ</strong></h5>
<p>Δουλεμένη ψυχή,<br />
πυρωμένη από αδυσώπητο ήλιο.<br />
Κι αυτή η σκόνη &#8230;</p>
<p>Στο παλιό καφεκοπτείο απ’ έξω.<br />
Ξύλο παλιό.<br />
Ιδρώνει η τρομπέτα<br />
σε μπλουζ ρυθμούς.</p>
<p>Το απόγευμα αργά,<br />
αργά στάζει.</p>
<p>Γλυκιά αρχή της νύχτας.<br />
Νόστος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούνιος 1991)</p>
<h5><strong>ΛΕΣ;</strong></h5>
<p>Είναι στίχοι μου<br />
π’ όλοι καταλαβαίνουν.<br />
Τα αισθήματα, όμως, που γεννιούνται απ’ αυτούς<br />
δεν είναι μπορετό να εκφραστούν με πάσα ευκολία.</p>
<p>Γι’ αυτό,<br />
νομίζω πως -ίσως- τελικά<br />
(λέω μπορεί)<br />
να ’μαι ένας ποιητής<br />
μιας κάποιας αξίας.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Φεβρουάριος 2014)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΔΩΔΙΜΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού</strong></h5>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ</strong></h5>
<p><strong>(Απόσπασμα)</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Μέχρι να φτάσουμε εδώ, όμως, εγώ παιδεύτηκα. Με Βασάνισε η απόδοση<br />
των ύμνων του Αγίου. Στην αρχή με Βασάνισε πολύ. Είχα, Βέβαια, την υπέροχη φιλολογική δουλειά αυτού του Βράχου του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, του Οσίου Κουστέναρου, όπως τον αποκαλώ -και δεν το παίρνω πίσω. Αυτή, όμως, ήταν η Βάση. Ένιωθα πως έπρεπε, όφειλα να πάω παραπέρα. Είδα τις δουλειές άλλων. Καλές· αλλά -ψέματα δεν θα πω- δεν ευχαριστήθηκα ολότελα. Έκανα τις πρώτες μου απόπειρες· δεν ικανοποιήθηκα πλήρως. Δεν ζωντάνευε ο λόγος του Αγίου στα νέα ελληνικά. Οπόταν, μια στιγμή με φώτισε ο Πανάγαθος κι είπα ν’ αφήσω τις εξυπνάδες. Είπα να κοιτάξω τον δρόμο της λαϊκής μας παράδοσης, για να ξεστραβωθώ.<br />
Λέτε πως δεν συνέβαλε ο Άγιος Ρωμανός με τους εκατοντάδες υπέροχους ύμνους του στη διαχρονική πορεία και στην εξέλιξη της λαϊκής μας παράδοσης; Γύρισα, λοιπόν, στην παράδοσή μας κι άφησα τον ρυθμό της -αυτόν που υπάρχει μέσα σε όλους μας- ελεύθερο να με οδηγήσει. Η αρχαία κι η Βυζαντινή μας ποίηση εκφράζονται στη διαχρονική τους εξέλιξη στα τραγούδια του λαού, στα λεγάμενα δημοτικά -γιατί όχι και στα ρεμπέτικα. Αυτή η έκβαση, αυτή η κατάληξη ένιωσα πως θα έπρεπε να γίνει η δική μου αρχή κι οδηγός. Έπιασα το νήμα απ’ εκεί κι αυτό στο οποίο κατέληξα νομίζω πως είναι ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση. Λέω νομίζω, γιατί δεν είμαι φιλόλογος και τα τεχνικά δεν τα γνωρίζω. Πάντως, μου φάνηκε πως μ’ αυτήν την προσέγγιση ο λόγος του Αγίου Ρωμανού ερχόταν και ζωντάνευε!<br />
Εκ των υστέρων διάβασα τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη στις «Δοκιμές» κι όλα απόκτησαν νόημα: «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας. Αλλά για να κάνετε αυτή τη δουλειά, για να επιδοθείτε σ’ αυτή την εσωτερική προσήλωση, θα σας βοηθήσουν οι άνθρωποι του καιρού σας, που με τον καλύτερο τρόπο μπόρεσαν να εκφραστούν στην ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό, καθώς πιστεύω, η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση. Πόσες ερμηνείες για τη λιτότητα της αρχαίας τέχνης δεν θα ήταν περιττές λ.χ. αν μπορούσαμε να νιώσουμε καλά την τέχνη ενός δημοτικού τραγουδιού;»<br />
Αυτός ήταν ο δρόμος λοιπόν· αλλά οι παράμετροι που έπρεπε να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα ήταν πολλές. Έπρεπε:<br />
α) να υπάρχει ο ποιητικός ρυθμός<br />
β) να διασωθεί ακέραιο το νόημα, το πνεύμα και το συναισθηματικό φορτίο των στίχων<br />
γ) να διασωθεί ακέραια (Θεός φυλάξοι, χωρίς ολισθήματα!) η λεπτή, η πλούσια, η πατερική, η ορθοδοξότατη, η θεόπνευστη θεολογική παιδαγωγία<br />
και διδασκαλία του Αγίου Ρωμανού<br />
δ) να αποδοθεί με κάποιον τρόπο η νοστιμάδα των λογοτεχνικών σχημάτων<br />
-οι αντιθέσεις, τα χαρακτηριστικά «Ρωμανικά» λογοπαίγνια, οι εσωτερικές ομοιοκαταληξίες- και η ζωντάνια των διαλόγων<br />
ε) να διατηρηθεί η ροή του νοήματος και η διασύνδεση του προτελευταίου<br />
στίχου με τον τελευταίο που είναι ο ίδιος σε όλους τους οίκους και λέγεται εφύμνιο.</p>
<p>Η δυσκολία ήταν μεγάλη. Αναγκάστηκα να πάρω αρκετές ελευθερίες και να ζητήσω πολλές φορές άδεια από την κυρα-ποίηση -ευτυχώς που είναι εύκολη και μεγαλόχαρη σ’ αυτό το ζήτημα. Όταν νόμισα, λοιπόν, στο τέλος πως τα κατάφερα κι άρχισα να δημοσιεύω τα πρώτα κοντάκια στο pontos-news, άρχισα να μπαίνω σε σκέψεις, συλλογιζόμενος εκ των υστέρων τα μεγέθη με<br />
τα οποία βάλθηκα ν’ αναμετρηθώ. Ενδεικτικά θ’ αναφέρω δυο-τρία πράγματα μόνο, καθώς το μεγαλείο της ποίησης του Αγίου Ρωμανού έχει πια αναγνωριστεί διεθνώς κι είναι πολλοί οι «υμνωδοί» του Υμνωδού μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν ήταν που είπε ο Άγιος Πορφύριος: «ο Ρωμανός ήταν όλος μέσα στη χάρη και ό,τί έγραψε είναι τέλειο»;<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης ότι: «Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθε που έφτασε σώος ως τις μέρες μας. Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και -δυστυχώς- σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερθολής»;4 Και πιο κάτω πάλι γράφει:<br />
«Απ’ αυτήν την άποψη, πιστεύω, το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολόνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μιαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος».<br />
Για το Άγιο Ρωμανό δεν γράφει ο σύγχρονος μεγάλος δάσκαλος του γένους μας π. Ανανίας Κουστένης: «Ο Ρωμανός είναι μια αποκάλυψη. Στο διάβα των αιώνων εμέθυσε πολλούς. Μεγάλος μάστορας του λόγου και άγιος του Θεού. Άνθρωπος αγάπης και ταπείνωσης. Καθώς διαβάζουμε τους Ύμνους του, νοιώθουμε στ’ αλήθεια πως μας πιάνει απ’ το χεράκι και πολύ απαλά και<br />
στοργικά μας πηγαίνει εκεί που θέλει. Κι εμείς χαιρόμαστε κι αφηνόμαστε σ’ εκείνον. Και τρυγάμε αχάλαστες χαρές KL αλλάζει λίγο-λίγο η ζωή μας.»; Η μετάφραση του π. Ανανία είναι ακριβής, εμβριθής και σεμνή. Είναι η μετάφραση ενός φιλόλογου με επιπλέον σπουδές στη Θεολογία και στη Βυζαντινή φιλολογία. Είναι η μετάφραση ενός αληθινού παπά που υπήρξε «παθών και ουχί μαθών τα θεία». Είναι η μετάφραση ενός Οσίου-τελεία. Αποπνέει σεβασμό στο αρχαίο κείμενο και στον Άγω Ρωμανό. Ο σεβασμός και το ταπεινό φρόνημα του π. Ανανία διατρέχει όλο το μεταφραστικό του έργο, αλλά και τον πρόλογό του στο βιβλίο και τα σύντομα σχόλιά του που εμφανίζονται στο τέλος του κάθε κοντακίου.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-21002" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21004" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg" alt="" width="493" height="611" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg 242w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001.jpg 517w" sizes="(max-width: 493px) 100vw, 493px" /></p>
<p>Όπως η γη η ξεραμένη τους καταρράκτες τ&#8217; ουρανού ν&#8217; ανοίξουν με λαχτάρα περιμένει,<br />
έτσι κι ο Αδάμ που μες στον Άδη σώκλειστος παράμενε, Εσένα ανάμενε<br />
του κόσμου τον Σώστη και Ζωοδότη<br />
κι έλεγε του Άδη: «Τι κορδώνεσαι;<br />
Στάσου μαζί μου, στάσου λίγο, για να δεις μετά από λίγο<br />
την εξουσία σου συντρίμμια σ&#8217; οικτρή κατάσταση και τη δική μου στα ύψη<br />
αποκατάσταση.<br />
Τώρ&#8217; εμένα δυναστεύεις και το γένος μου και μάς κρατάς δεμένους,<br />
σύντομα, όμως, θα μας δεις από σένα λυτρωμένους.<br />
Έρχετ&#8217; ο Χριστός για εμένα κι εσέ σε πιάνει ρίγος.<br />
Το τυραννικό σου πολίτευμα Αυτός 9α καταλύσει<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21006" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg" alt="" width="558" height="324" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2.jpg 640w" sizes="(max-width: 558px) 100vw, 558px" /></p>
<p>«Την επηρμένη σου ισχύ την έχει ταπεινώσει τώρα σαν ήρθε ο Χριστός.<br />
Τέλεια ενανθρωπίστηκε· παίρνοντας την μορφή μου Αυτός σε κατατρόπωσε.<br />
Το τίμιο αίμα του έδωσε, για να μ&#8217; εξαγοράσει<br />
κι Αυτός που υπάρχει άφθαρτος απ&#8217; τη φθορά με σώνει.<br />
Παντού γύρω τα μάτια σου όσο και να τα στρέφεις, το ίδιο θέαμα θωρσύν σα<br />
να &#8216;ναι στοιχειωμένα:<br />
οι τάφοι όλ’ είν’ αδειανοί κι εκεί ανάμεσά τους ένας κακάσχημος γυμνός στέκεται ντροπιασμένος.<br />
Γιά πες μας κλειδοκράτορα -ωχού κατακαημένε!- πού είναι τώρα οι κλειδωνιές, πού έχεις τις αμπάρες;<br />
Ο Ιησούς μου εδώ κατέβηκε, σκόνη σού τα &#8216;κάνε όλα.<br />
Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;<br />
Τη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21008" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg" alt="" width="557" height="306" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 557px) 100vw, 557px" /></p>
<p>Το παγωμένο το νερό χτυπάει τη σάρκα των βροτών σαν του σπαθιού την κόψη-<br />
κι όμως, κι αυτό δεν μπόρεσε να σας αποθαρρύνει.<br />
Χιτώνες σεις αόρατους είχατε φορεμένους, κείνους που οι φλόγες του Θεού<br />
περίτεχνα υφαίνουν.<br />
Έτσι, με άφοβη καρδιά, Άγιοι μάρτυρές μας,<br />
έτσι παραταχθήκατε έτοιμοι για τη μάχη απέναντι στον παγετό,<br />
στο κοφτερό το κρύο.<br />
Κι όπως καλοδεχόσασταν θείου φωτός ακτίνες που απ&#8217; τα ύψη τ’ ουρανού<br />
πάνω σας κατέβαιναν,<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21009" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg" alt="" width="570" height="287" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p>Τα Πάθη και τα θαύματα και τον εκούσιο θάνατο του Ιησού τα ξέραν· βάση<br />
δώσαν οι μάρτυρες,<br />
φιλότιμα το πήραν κι έσπευσαν σ’ ανταπόδοση· τα Πάθη με παθήματα και<br />
τη θανή<br />
αντάμα με θάνατο μαρτυρικό σκύφτηκαν ν&#8217; αντιδώσουν και τέτοια λόγια έλεγαν:<br />
«Αν έπαθε όσα έπαθε ο ολωσδιόλου αθώος, σκέψου εμείς που είμαστε<br />
με λάθη φορτωμένοι·<br />
για σκέψου, ο Αναμάρτητος να σταυρωθεί το στέργει&#8230;<br />
Κι εμείς&#8230; που απ&#8217; την κοιλιά της μάνας μας στην αμαρτία ζούμε; Πρόθυμα<br />
στα μαρτύρια τώρα θε να ριχτούμε».<br />
Τέτοια κι άλλα παρόμοια λέγανε και καρδιώναν· κι έτσι, μ’ αξιοπρέπεια<br />
τον τύραννο υποτάξαν.<br />
Βάσανα δεν σας έσκιαξαν, εδραίοι μέχρι τέλους<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΕΦΑΝΟΝ</strong></h5>
<h4 style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21012" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg" alt="" width="552" height="289" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 552px) 100vw, 552px" /></h4>
<p>Από τους σπόρους που έσπειρε ο ουράνιος σπορέας,<br />
πρώτος απ&#8217; όλους είσ’ εσύ στο χώμα φυτεμένος, εσύ ο Πρωτομάρτυρας<br />
ο μυριοπαινεμένος. Για τον Χριστό πρώτος εσύ<br />
ο τρισευλογημένος το αίμα σου το έχυσες πάνω στην έρμη γη μας.<br />
Κι Αυτός&#8230; ψηλά εκεί στους ουρανούς, εσένα πρώτ’ απ&#8217; όλους στην κεφαλή<br />
σε έστεψε με στέφανο της νίκης· ότι των του Χριστού αθλητών πρώτος εσύ<br />
υπάρχεις. Στεφανηφόρος στέκεσαι στο νέφος των Αγίων·<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21013" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg" alt="" width="550" height="253" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p>Κι αυτόν σαν τον συλλάβανε οι που μισούν τα Θεία και τον τραδολογούσανε<br />
στη μαύρη σύναξή τους, λόγια πικρά του λέγανε και τον κατηγορούσαν:<br />
«Για δείτε εδώ τι πιάσαμε σήμερα και κρατάμε! Του Ιησού υποστηρικτή και<br />
χαλαστή του νόμου!<br />
Τον Μωυσή μάς πρόσβαλε, τον νόμο ακυρώνει και παραδέχεται Θεό κείνον<br />
εκεί τον πλάνο».<br />
Κι αμέσως πήρανε φωτιά οι φθονεροί, οι οργίλοι κι ευθύς το αποφάσισαν κι<br />
όλοι μαζί κραυγάζουν: «Αν είναι έτσι»,<br />
είπανε, «αν είναι έτσι», λένε, «θα σε πετροβολήσουμε μέχρις που να πεθάνεις».<br />
Και τότ&#8217; εκείνος του Θεού ο διαλεχτός στρατιώτης με θάρρος αντιγύρισε κι<br />
αυτά είναι που τους είπε: «Προδότες είστε μια ζωή και δολεροί φονιάδες-<br />
ως τώρα δεν αφήσατε προφήτη για προφήτη, ούτ&#8217; ένας τους δεν γλίτωσε απ&#8217;<br />
τα δικά σας χέρια-<br />
πού είναι το περίεργο; Σκοτώστε με κι εμένα- έτσι μου το &#8216;χει να χαθώ, έτσι<br />
το ’χει να πάω<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21020" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg" alt="" width="548" height="259" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66.jpg 640w" sizes="(max-width: 548px) 100vw, 548px" /></p>
<p>Εσύ προφήτη π&#8217; απ’ τα πριν σού δείχνει ο Θεός μας κάποια μεγαλουργήματα<br />
που &#8216;χει στο σχέδιό Του,<br />
Ηλία που &#8216;σαι ξακουστός σ’ ολάκερο τον κόσμο, συ που με μια σου επίκληση<br />
τα σύννεφ’ είχες κάνει να μην το ρίχνουν το νερό π&#8217; ανάμεν’ ολ&#8217; η πλάση,<br />
μεσίτευε για χάρη μας στον Άγιο Θεό μας που σαν Αυτόν<br />
φιλάνθρωπος δεν είν&#8217; άλλος κανένας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 29/7/2023</p>
<p>Προτεινόμενη στάση ζωής</p>
<p>Οι περισσότεροι ποιητές δημοσιεύουν την πρώτη τους συλλογή σε μικρή ηλικία. Όταν αυτό δεν συμβαίνει και εμφανίζονται αργά στο εκδοτικό προσκήνιο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν τους οδήγησε στην επιλογή αυτή ο παρορμητισμός που χαρακτηρίζει την πρώτη νεότητα, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για αυτογνωσία και επικοινωνία. Έτσι, οι δύο πρώτες συλλογές ενός εικοσάχρονου ή εικοσιπεντάχρονου δεν είναι το ίδιο με τις δύο πρώτες συλλογές ενός πενηντάχρονου ή πενηνταπεντάχρονου, που είχε τον χρόνο να σκεφτεί περισσότερο για τη σημασία της ποίησης στη ζωή και για τη σημασία της ποίησης στη ζωή του. Αυτό φαίνεται να ισχύει ακόμη και όταν μια νέα συλλογή περιλαμβάνει και παλαιότερα ή πολύ παλαιότερα ποιήματα, εφόσον η απόφαση για έκθεση στο ευρύ κοινό είναι κάτι διαφορετικό από το να κρατάμε ποιήματα στο συρτάρι μας και εφόσον ένα σύνολο αποτελεί ξεχωριστή, ενιαία δομή και όχι απλώς άθροισμα των επιμέρους τμημάτων του.</p>
<p>Η σχέση του Θ. Π. με την ποίηση ξεκινά κυριολεκτικά από την παιδική του ηλικία, όταν ανακάλυπτε τον Όμηρο και διάβαζε σαν παραμύθι τις περιγραφές της Ιλιάδας. Συνεχίζεται όμως και κατά κάποιον τρόπο ολοκληρώνεται κατά την ηλικιακή του ωριμότητα με τη μελέτη των βυζαντινών υμνογράφων και ιδιαιτέρως του Ρωμανού του Μελωδού, τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης θεωρούσε μέγιστο ποιητή. Η μεταφορά ύμνων του Ρωμανού στη νεοελληνική κοινή, που επιχείρησε ο Θ. Π., απέφερε ώριμους καρπούς. Ο τρόπος που αποδίδει την ιδιαίτερη αυτή ποίηση είναι φιλολογικά και θεολογικά άρτιος, αλλά και πρωτότυπος, αφού περιλαμβάνει μετρικά στοιχεία του δεκαπεντασύλλαβου και εκφράσεις της καθομιλουμένης. Υπάρχει ακόμη αξιοποίηση γλωσσικών τύπων του παρελθόντος στα πλαίσια της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας.</p>
<p>Επί του προκειμένου, ένα ερώτημα που προκύπτει σε σχέση με τα προηγούμενα είναι εάν και κατά πόσο η ενασχόληση με τη βυζαντινή υμνογραφία έχει συμβάλει στο αισθητικό αποτέλεσμα της πρόσφατης τουλάχιστον ποιητικής παραγωγής του. Αυτό όμως θα το δούμε στην επόμενη, την τρίτη ποιητική συλλογή, που θα περιλαμβάνει ποιήματα των τελευταίων χρόνων. Η δική μου άποψη είναι ότι τα ποιήματά του έρχονται από άλλο δρόμο, από μια αυτόνομη ποιητική φλέβα, που για δεκαετίες παρέμενε αφανής αλλά όχι αδρανής. Από τις χρονολογίες σύνθεσης που παρατίθενται στο τέλος των ποιημάτων, προκύπτει ότι υπάρχει μια αδιάκοπη συνέχεια από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα.</p>
<p>Το βλέμμα του ποιητή στις δύο συλλογές εστιάζεται κάθε φορά σε διαφορετικά τοπία, που μπορεί να αφορούν είτε τον εξωτερικό κόσμο είτε να είναι εσωτερικά ή μεταφυσικά. Μπορεί ακόμη να πρόκειται για στιγμές που επιχειρεί να τις εγκλωβίσει στη γραφή ή για προβολές στον περιβάλλοντα χώρο, για προβολές του πνεύματος στην ύλη. Ή και για απλές, καθημερινές σκέψεις. Παρατηρεί τους ανθρώπους και σχολιάζει κοινωνικά φαινόμενα ή ψάχνει για τα λογικά και ηθικά κενά σε κυρίαρχες σήμερα απόψεις. Αφού καταθέσει μέσα σε λίγους στίχους την άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε απρόσμενη άποψή του, ολοκληρώνει το ποίημα χωρίς ιδεολογήματα, χωρίς να επιχειρηματολογεί περαιτέρω και χωρίς να επιθυμεί πάση θυσία να πείσει τον αναγνώστη. Υπάρχει ένα γενικό πλαίσιο απόψεων, πίστης και κοσμοθεωρίας, στο οποίο προσφεύγει και από το οποίο εμπνέεται, αλλά το πλαίσιο αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία του στη γραφή και στην έκφραση. Αντιθέτως, τον απελευθερώνει.</p>
<p>Ακόμη και στις λογικές του υπερβάσεις, η κοινή λογική είναι παρούσα. Οπότε τα ποιήματα είναι καταρχήν κατανοητά. Χαρακτηρίζονται από ευθύτητα και αμεσότητα, έννοιες που, όσο και αν τις θεωρούμε εγγενείς στην ανθρώπινη φύση, συνήθως πρέπει κανείς να τις έχει διδαχθεί. Είτε από τη ζωή είτε από ομοτέχνους του.</p>
<p>Διαβάζοντας τα ποιήματα των δύο συλλογών θα παρατηρήσουμε τις διαφορές τους στη μορφή, στο ύφος και στο περιεχόμενο, που δεν οφείλονται μόνο στο ότι γράφτηκαν σε μακρινές μεταξύ τους χρονολογίες. Άλλα θυμίζουν καταγραφές ημερολογίου, άλλα είναι πιο λυρικά, άλλα στοχαστικά, άλλα περιγραφικά και άλλα «εκτός πλαισίου». Ολοκληρώνοντας όμως την ανάγνωσή τους ίσως διαπιστώσουμε ότι μέσα από τη μεγάλη ποικιλομορφία αναδύεται μια ενιαία κοσμοθεωρία και μια προτεινόμενη στάση ζωής.</p>
<p>Η θεματολογία των ποιημάτων του δεν περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Γράφει για ποικίλα θέματα και συχνά προβληματίζεται για τη λειτουργία της ποίησης, του λόγου, της έκφρασης. Όπως σε ένα κάτοπτρο καθρεφτίζεται ό,τι βρίσκεται απέναντί του, με ανάλογο τρόπο στα ποιήματα των δύο συλλογών καθρεφτίζονται στιγμές της ζωής ή και η ίδια η ζωή. Κάτι άλλο που έχει εδώ τη σημασία του είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις προέχει η ποίηση και ακολουθούν το περιεχόμενο και οι ιδέες. Με αποτέλεσμα τα ποιήματα να παραμένουν ενδιαφέροντα, ακόμη και όταν ο αναγνώστης προβάλει σε αυτά τη διαφορετική του άποψη ή και τη διαφωνία του.</p>
<p>(Κείμενο ομιλίας από την εκδήλωση παρουσίασης των δύο ποιητικών συλλογών στη 19η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 6.5.2023)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 1ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/3cXAlXkCOzY?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 2ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/WdP-EqE1w7g?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 3ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/HdL4Wb64_AI?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΡΟΥΛΑ ΓΙΑΣΕΜΙΔΟΥ–ΚΑΤΖΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 31 Aug 2022 17:47:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΟΥΛΑ ΓΙΑΣΕΜΙΔΟΥ–ΚΑΤΖΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18359</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαρούλα Πασεμίδου Κάτζη γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάνι της Επαρχίας Λεμεσού. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού, στο Ανώτερο Εμπορικό Λύκειο Λευκωσίας (Νεοκλέους). Σπούδασε με υποτροφία στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση στην Αμμόχωστο και μετά τον εκτόπισμά στη Λεμεσό, σε όλες τις βαθμίδες. Η πληγή από την &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΟΥΛΑ ΓΙΑΣΕΜΙΔΟΥ–ΚΑΤΖΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαρούλα Πασεμίδου Κάτζη γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάνι της Επαρχίας Λεμεσού. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού, στο Ανώτερο Εμπορικό Λύκειο Λευκωσίας (Νεοκλέους). Σπούδασε με υποτροφία στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση στην Αμμόχωστο και μετά τον εκτόπισμά στη Λεμεσό, σε όλες τις βαθμίδες. Η πληγή από την τουρκική εισβολή και την απώλεια της μισής μας πατρίδας και η αγωνία για το μέλλον της είναι βασανιστική.<br />
Από τα μαθητικά της χρόνια δημοσιεύθηκαν ποιήματά της και πεζά σε μαθητικά περιοδικά της εποχής, και στο περιοδικό του Λυκείου Νεοκλέους. Αργότερα σε άλλα Περιοδικά, σε Κύπρο και Ελλάδα δημοσιεύθηκαν ποιήματα, βιβλιοπαρουσιάσεις, λογοτεχνικές κριτικές, μελέτες, και διηγήματα. Συνεργάζεται στενά με τον Όμιλο Κοιλανιωτών και είναι Γραμματέας του Λυκείου Ελληνίδων Αμμοχώστου.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:</p>
<p>1. «Κοιλάνι, το χωριό, η ιστορία και ο κόσμος του». Έκδοση Ομίλου Κοιλανιωτών, Λεμεσός 2005, Έκδοση Κυπροέπειας.<br />
2. «Της Πολύπαθης Πατρίδας..» (Ποιήματα), Λεμεσός 2006.<br />
3. «Προσκυνητάριον των Ιεροσολύμων» Έκδοση Ομίλου Κοιλανιωτών,<br />
Λεμεσός 2017.<br />
4. «Της Πολύπαθης Πατρίδας..II» (Ποιήματα), Λεμεσός 2018.<br />
5. Δοκιμές στη πεζογραφία (Δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις), 2022</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/Untitled.FR12-5.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18361 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/Untitled.FR12-5.jpg" alt="" width="300" height="445" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/Untitled.FR12-5.jpg 431w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/Untitled.FR12-5-202x300.jpg 202w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ-1.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18362 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ-1.jpg" alt="" width="455" height="327" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ-1.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ-1-300x216.jpg 300w" sizes="(max-width: 455px) 100vw, 455px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ1-1.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18363 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ1-1.jpg" alt="" width="455" height="322" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ1-1.jpg 960w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ1-1-300x212.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/08/ΚΟΙΛΑΝΙ1-1-768x543.jpg 768w" sizes="(max-width: 455px) 100vw, 455px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 120px;"><strong>ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΤΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ&nbsp; (2022)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΙΣΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ.</strong></h5>
<p>Όταν δημιουργήθηκε ο ΟΗΕ μετά τα δεινά του Β&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου η<br />
ανθρωπότητα ανάπνευσε με ανακούφιση, ότι πια τα κακά τέλειωσαν και ότι η δικαιοσύνη και η ελευθερία θα κυριαρχούσαν στον κόσμο. Ότι οι αδύνατοι δεν θα ήσαν πια έρμαιο στα χέρια των δυνατών. Και όταν αργότερα ιδρύθηκε η Ενωμένη Ευρώπη στη γειτονιά μας, με μέλη της κυρίως λαούς της ίδιας κουλτούρας, θρησκείας και ομογλωσσίας, ακόμα περισσότερο ανακουφιστήκαμε ελπίζοντας στην επικράτηση του δικαίου και της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ίσης μεταχείρισης, της αλληλεγγύης.<br />
Αλλά πριν να κράξει ο αλέκτωρ οι ελπίδες μας γκρεμίστηκαν σαν χάρτινος πύργος. Τα HE κάθε φορά που πρέπει να πάρουν θέση για κάτι ολοφάνερο, που το λιοντάρι ετοιμάζεται να χυμήξει ή έχει ήδη μισοκαταβροχθίσει το θύμα του, ακριβοζυγίζει τα λόγια του, μήπως και κακοφανίσει το λιοντάρι. «Οι δυο αντίδικοι να αποφεύγουν βιαιοπραγίες. Να μην χαλούν την ειρήνη&#8230;κλπ.». Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες σταδιακά και σταθερά η ανθρωπότητα ξαναβρίσκεται και πάλι μπροστά σε συρράξεις, τοπικούς πολέμους, που έχουν καταστρέφει κράτη με ευοίωνες προοπτικές προόδου, όπως ήταν το Ιράκ, η Λιβύη, η Συρία, ο Λίβανος, η Κύπρος. Τις αιτίες ή αφορμές πότε τις προετοιμάζουν για χρόνια, πότε της προπαγανδίζουν με ψευδείς παραστάσεις, πότε και με προβοκάτσιες. Σκοπός τους να περιορίσουν οι μεγάλοι τη δύναμη κάποιων, που δεν τους θέλουν να έχουν ισχύ στην περιοχή, ή για να ικανοποιήσουν δικές τους επεκτατικές βλέψεις ή οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, ή για να ικανοποιήσουν τις αχόρταγες απαιτήσεις κάποιων κακομαθημένων συμμάχων τους εις βάρος κάποιων άλλων. Έτσι χωρίς δισταγμό χωρίς αισχύνη χωρίς καμιά ευθύνη απέναντι στην ειρήνη και τη δικαιοσύνη στην ισότητα και στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που υποτίθεται ότι έχουν αναλάβει την εφαρμογή τους, έρχονται βοηθοί και υπερασπιστές του ισχυρού και αδίκου. Αποφεύγουν να του υποδείξουν την αλήθεια, την αδικία, αποφεύγουν να του επιβάλουν κυρώσεις. Ακόμα και οι παρατηρήσεις γίνονται πάντα και προς τα δυο μέλη εξισώνοντας το θύμα με τον θύτη και τηρώντας την πολιτική των ίσων αποστάσεων.<br />
Στο μεταξύ οι πόλεμοι μαίνονται και κόσμος σκοτώνεται, άμαχοι παγιδεύονται στις πολεμικές εστίες, πρόσφυγες δημιουργούν αγέλες φυγής και καραβάνια μετακινήσεων προς άλλες χώρες δημιουργώντας άπειρα προβλήματα στις<br />
φιλοξενούσες χώρες, ολόκληροι θησαυροί αρχαίων και σύγχρονων πολιτισμών καταστρέφονται, το περιβάλλον αλλοιώνεται και η πρόοδος ανακόπτεται.<br />
Εμείς οι Κύπριοι ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τις συνέπειες αυτής της υποκριτικής ουδετερότητας του ΟΗΕ και της ΕΕ. Θέματα ολοκάθαρα, που δεν σηκώνουν αμφισβήτηση, που αγανακτούμε, γατί καταπατούνται τόσο κατάφορα τα δικαιώματά μας, της ζωής, της ιδιοκτησίας, της συνέχισης του πολιτισμού μας και της παράδοσής μας, που ξεπουλούν αναίσχυντα τους πολιτιστικούς θησαυρούς μας, που αλλοιώνουν τα τοπωνύμια και την ιστορική μας πορεία, που αρνούνται στα παιδιά μας να γνωρίσουν το σπίτι μας και το σπίτι των προγόνων τους. Και αν ακόμα δεν έχουν τη δύναμη να επιβάλουν το δίκαιο, τουλάχιστον ας έχουν την ηθική στάση να το αναγνωρίζουν, να λένε τα πράγματα με το όνομά τους, να δέχεται ο αδικών έστω και την επίπληξη, έστω και λεκτικά να ακούσει ότι δεν εγκρίνονται τις πράξεις του, να ξέρει ότι ενεργεί εν αδικώ και κατακρίνεται.<br />
Αλλά διερωτώμαι μήπως την ίδια τακτική χρησιμοποιούμε κι εμείς οι απλοί άνθρωποι στην καθημερινότητα μας; Ποιος σήμερα με θάρρος στέκεται πλάι στον αδικημένο, αφού πρώτο μέλημα του είναι να τα έχει καλά με όλους και ιδιαίτερα με τους δυνατούς; Ακόμα και στο χαζοφατσοβιβλίο όπου γίνονται κάποιες ομάδες με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και στις απαντήσεις γράφονται πολλά λάθη ή και τελείως άσχετα πράγματα, βλέπεις να παίρνουν το like, σε σημείο που στο τέλος δεν ξεχωρίζεις την ορθή απάντηση. Μάθαμε να επαινούμε την απλή συμμετοχή έστω και αν επιφέρει σύγχυση και θολούρα. Η καθαρή αλήθεια δεν είναι το ζητούμενο. Η σύγχυση, η θολούρα, η συγκάλυψη να τυποποιηθούν όλοι, να μαζοποιηθούν να μην ξεχωρίζουν αυτοί που έχουν το θάρρος της σκέψης τους.<br />
Έτσι ο ΟΗΕ και η ΕΕ που αποτελούν την ελπίδα της ανθρωπότητας στο μακροεπίπεδο, αλλά και οι καθημερινοί θεσμοί και η ατομική συμπεριφορά στο μικροεπίπεδο, υιοθετούν αυτή την συμπεριφορά των ίσων αποστάσεων.<br />
Η αλήθεια αποκρύβεται, το δίκαιο καταπατείται, ο άρπαγας και θρασύς αποθρασύνεται ακόμα περισσότερο, το κακό παίρνει μεγαλύτερο εκθέτη κατά τον αείμνηστο Ευάγγελο Παπανούτσο.<br />
Όποιος παίρνει το θάρρος να υποδείξει το κακό και να υπερασπιστεί το δίκαιο απομονώνεται, κινδυνεύει. Χρειάζεται διπλή τόλμη σήμερα να ξεχωρίσει από τους πολλούς και να φωνάξει την αλήθεια. Γίνεται κι αυτός ένας ήρωας της καθημερινής ζωής, ένα πρότυπο συμπεριφοράς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ</strong></h6>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Α&#8217; ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ</strong></h5>
<p><strong>Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ</strong><br />
<strong>Μεσαιωνική Μυθιστορία</strong></p>
<p>«Ο Άνθρωπος του Βασιλέως» του φιλολόγου — ιστορικού Χρήστου Αργυρού<br />
είναι μια «μεσαιωνική μυθιστορία» με στέρεο ιστορικό υπόβαθρο, που επιτυγχάνει μέσα από τα γνωστά ιστορικά γεγονότα να αναδεικνύει λεπτομέρειες και άγνωστες πτυχές μιας πολύ σημαντικής περιόδου της Κυπριακής και της ευρύτερης Βυζαντινής Ιστορίας.<br />
Όπως ο συγγραφέας γράφει στο Προλογικό του Σημείωμα, « ιστορικό πλαίσιο της μυθιστορίας είναι τα εννέα χρόνια και επτά μήνες της βασιλείας του Ισαάκιου Β&#8217; Αγγέλου, ιδρυτή της σχετικά βραχύβιας δυναστείας των Αγγέλων, της οποίας απόληξη ήταν η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204».<br />
Ο συγγραφέας μελέτησε ιστορικές πηγές, όπως το Νικήτα Χωνιάτη, που απετέλεσε τη βασική πηγή του, αλλά και άλλους νεότερους ιστορικούς και όλοι συμφωνούν ότι ο Ισαάκιος Άγγελος υπήρξε ένας ανεπαρκής αυτοκράτορας.<br />
Η υπόθεση ξεκινά στην Κύπρο την εποχή που ο Ισαάκιος Κομνηνός με απάτη βρέθηκε στο θρόνο και καταδυνάστευε τον τόπο. Σκληρός εκδικητικός, αδίστακτος, χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα που διέθετε για να κρατηθεί στην εξουσία. Πρωταγωνιστής είναι το αρχοντόπουλο Νικήτας Ευγενικός, που περιέπεσε στη δυσμένεια του τυραννίσκου της Κύπρου Ισαάκιου Κομνηνού και δέχθηκε τη σκληρή τιμωρία του ευνουχισμού. Ο αγνός έρωτάς του νέου για την Αριάδνη, μια αρχοντοπούλα επίσης, θα αποτελέσει την αφορμή της σκευωρίας του Ισαάκιου, για να εξουδετερώσει το νεαρό αντίπαλο και τις δυο οικογένειες.<br />
Ο νεαρός μετά την απάνθρωπη και άδικη τιμωρία του ξεκινά ένα ταξίδι παρηγοριάς, πρώτα στην Κύπρο και αργότερα, μετά από διάφορες συγκυρίες, στην Κωνσταντινούπολη, για να καταλήξει στη Βυζαντινή αυλή, υψηλόβαθμο στέλεχος στην υπηρεσία του άβουλου Αυτοκράτορα Ισαάκιου Αγγέλου, βοηθός και σύμβουλός του. Η όλη υπόθεση προσφέρεται εξελικτικά σε μια χρονική και λογική αλληλουχία.<br />
Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά την εποχή της διαφθοράς και της παρακμής, της πολιτείας της Κύπρου και της Κωνσταντινούπολης, εκείνα τα δύσκολα χρόνια των σταυροφοριών και μετά μέχρι και την τελική πτώση, την άλωση.<br />
Αξίες όπως η φιλοπατρία, ο ανθρωπισμός, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η δημοκρατία, το φιλότιμο, η ευγνωμοσύνη απουσιάζουν παντελώς, μάλλον εμφανίζονται αρνητικά μέσα σε αλλεπάλληλα γεγονότα, που τις δείχνουν να καταπατούνται κατάφωρα.<br />
Διπλωματικές αποστολές σκοπιμοτήτων, συμφέροντα, συνωμοσίες, δολοφονικές απόπειρες, σκευωρίες αποτελούν την καθημερινότητα στη ζωή όπως καταγράφεται.<br />
Περιγράφεται η απέραντη φιλοδοξία για την εξουσία και τα ανώτατα αξιώματα, το πάθος της εξουσίας που αποτελούσε αιτία για διάπραξη κάθε εγκληματικής πράξης ακόμα και μεταξύ συγγενών. Η γενική αποδιοργάνωση και διαφθορά προετοίμαζαν την Πόλη για την πτώση της πρώτα στους Φράγκους και αργότερα στους Τούρκους. Η νομοτέλεια της φθοράς οδήγησε στην άλωση με όλα τα επακόλουθα, τη μεγαλύτερη τραγωδία του Ελληνισμού.<br />
Σε όλο το έργο ο κρυφός αγνός έρωτας των δυο νέων που ακολουθεί τη ζωή και τις περιπέτειές τους σε μια ενδιαφέρουσα πλοκή, αποτελεί τα λυρικά στοιχεία του έργου που του προσφέρει ανακουφιστικές οάσεις από τη συνεχή, σκληρή, αδυσώπητη δράση.<br />
Οι χαρακτήρες διαγράφονται ανάγλυφα και στους ώμους τους υποβαστάζεται το ιδεολογικό μέρος, όπως καταγράφεται με τη δράση τους και τα κίνητρα που την κατευθύνουν.<br />
Τόσον η υπόθεση και η πλοκή όσον και η γλαφυρότητα του λόγου — σε κάποια<br />
μέρη αγγίζει τον ποιητικό — κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που πορεύεται με τον πρωταγωνιστή συμμετέχοντας στις περιπέτειες, στα δεινά και στις μικρές χαρές του.<br />
Του προκαλεί έντονα συναισθήματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο: Εκπλήξεις, απορίες αγανάκτηση για την αδικία, απέχθεια για τις δολοπλοκίες, αποτροπιασμό για τα ειδεχθή εγκλήματα, που ανενδοίαστα διέπρατταν προκειμένου να εξασφαλίσουν τα αξιώματα.<br />
Ο αναγνώστης προβληματίζεται έντονα πάνω στα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου, που σχετίζονται με τη ζωή και το θάνατο, την ευτυχία, την πίστη στο καθήκον, την αγάπη για την πατρίδα και τη θυσία. Τελικά τι οδήγησε την Πόλη στην παρακμή και την πτώση;<br />
Η ανηθικότητα και η παραβίαση κάθε κανόνα ηθικής δεοντολογίας, η διάβρωση της κρατικής μηχανής, οι προσωπικές φιλοδοξίες που έμπαιναν πάνω από το κοινό συμφέρον η απόλυτη ασυνέπεια μεταξύ νόμων και πράξεων, τι ρόλο έπαιξαν στην τελική πτώση; Μήπως σήμερα έχουμε πάρα πολλά κοινά με κείνη τη σκοτεινή εποχή;<br />
Το έργο κορυφώνεται με ένα τέλος που έρχεται απρόσμενο. Μεταφέρεται στη<br />
σύγχρονη εποχή, στην τουρκική πια Κωνσταντινούπολη, όπου Αμερικανοί αρχαιολόγοι επιστήμονες και φοιτητές από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρτ διεξάγουν ανασκαφές. Ανακαλύπτουν το γυναικείο μοναστήρι της Θεοτόκου της Κεχαριτωμένης. Εκεί σύμφωνα με το χειρόγραφο του Νικήτα Χωνιάτη άφησε την τελευταία της πνοή η αδελφή Άννα, κατά κόσμο Αριάδνη, που συνδεόταν με πλατωνικό έρωτα με τον ευνούχο Νικήτα Ευγενικό, δεξί χέρι του Ισαάκιου Αγγέλου. Κατά την ανασκαφή βρέθηκε γυναικείος σκελετός με ένα μολυβένιο κουτί στα σταυρωμένα χέρια που έκρυβε μια περγαμηνή, με ένα χειρόγραφο αρχαιοελληνικό απόφθεγμα για τον έρωτα: «Ου το εράν νόσος, αλλά το μη εράν. Ει γαρ από του οράν το εράν, τυφλοί οι μη ερώντες».<br />
Αν το σημείο αυτό είναι πραγματικό, ή αν είναι λογοτεχνικό εύρημα, δεν έχει σημασία. Αποτελεί επιστέγασμα της όλης ιστορίας, που γύρω από τον τραγικό ερωτικό μίτο συνυφαίνονται τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα στις πιο κρίσιμες στιγμές του Ελληνισμού. Τεκμηριώνονται έτσι και όλα όσα καταγράφονται αποκτώντας πειστικότητα και φυσικότητα, ενώ παράλληλα ζωγραφίζεται με έντονα χρώματα η ανηθικότητα και η κατάπτωση ως αιτία της συμφοράς.<br />
Άθελα έρχεται στο νου μας και η δική μας Σαλαμίνα και οι ανασκαφές της από αλλότρια χέρια. Κοντά στην άλωση της γης μας, των οικιών και των περιουσιών μας, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, απωλέσαμε και το παρελθόν μας ατομικό και συλλογικό. Τους τάφους των γονιών μας, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, ακόμα και τα ονόματα των χωριών και των τόπων μας. Μας έχουν αλώσει ολοκληρωτικά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Β&#8217; ΠΟΙΗΣΗ</strong></h6>
<h5><strong>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ</strong><br />
<strong>Ποίηση 2017 — 2021 (Ανθολόγηση)</strong></p>
<p>Από τον εκλεκτό συνάδελφο Λεωνίδα Οικονομίδη είχα τη χαρά και την τιμή να πάρω δώρο την δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Διαδρομές».<br />
Με την πρώτη ματιά ο αναγνώστης βλέπει μια προσεγμένη, ευπαρουσίαστη έκδοση έχοντας μπροστά στο εξώφυλλο την εικόνα του ανάγλυφου ήλιου, από τον Ναό της Αθηνάς στο Ίλιον, να τρέχει πάνω στο άρμα με τα τέσσερα του άλογα και να κάνει τη διαδρομή της ζωής, τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας.<br />
Ολόκληρη η συλλογή αποτελεί ένα πολύχρωμο ζωγραφικό πίνακα, με λέξεις, με άπειρες εικόνες, που ο αναγνώστης τον ζει εσωτερικά με τα μάτια της ψυχής του. Αποτελεί ένα ύμνο στην Άνοιξη, που τη συναντούμε πολλές φορές σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, με όλους τους συμβολισμούς, που μπορεί να περικλείει. Στην Άνοιξη της ζωής, που την ζούμε εσωτερικά, πνευματικά, νοερά μέσα στο σημερινό αποκλεισμό μας, αλλά και σε κάθε αποκλεισμό. Όλη η ζωή μας είναι ένας ατέλειωτος αγώνας για τη διαμόρφωση της Άνοιξης, της ομορφιάς, για το σμίλεμα της αρετής μέσα στην αδιαμόρφωτη, άπλαστη, πρώτη ύλη της καθημερινότητας.<br />
Σε κάποια ποιήματα τονίζεται η έγνοια της πατρίδας και η αγωνία για το μέλλον της, που την βλέπει σαν λαβωμένο σκαρί αφημένο στο πέλαγος να ταλαντεύεται στη δίνη των ανέμων, καρτερώντας την Άνοιξη. Η ιστορική μας πορεία, η λάθος διαδρομή, η νόθευση των ιστορικών μας πιστεύω, η αλλοίωση του περιβάλλοντος, η πικροδάφνη που ανθορροεί την κενότητά μας, γιατί ο χρόνος άλλα έφερε. Για χρόνια οι αγώνες μας αδικαίωτοι, ούτε έναν εφιάλτη δεν τολμήσαμε να στοιχειοθετήσουμε. Νομίζω πως υπαινίσσεται την αδυναμία μας να εντοπισθούν, να κατηγορηθούν και να τιμωρηθούν όσοι με την δράση τους πρόδωσαν την πατρίδα. Και ύστερα θυμάται την ίδρυση της Σαλαμίνας από τον Τεύκρο, που έγινε μετά από τον χρησμό του Απόλλωνα με θεϊκή εντολή. Η «Ωδή στην Κύπρο» είναι ένας μικρός ύμνος και θρήνος για την πολύπαθη πατρίδα μας, ενώ στο ποίημα «Θεέ μου» συνθέτει μια θερμή προσευχή για την απαλλαγή της από τα δεινά. Να επικρατήσει η ειρήνη μετά από την καταιγίδα και τις μηχανές του ολέθρου, πικροδάφνες κι αλμυρίκια να βλαστήσουν, να συνυπάρχουν. Ζωή και θάνατος, νείκος και φιλότης, έτσι όπως πάντα γίνεται στο σύμπαν, κατά τον Ηράκλειτο. Η ελπίδα και η προσδοκία, να διαλυθούν τα σκοτάδια, να ξαναδούμε τα αστέρια, να τελειώσει η νύχτα, να έρθει ένα νέο ξημέρωμα, κυριαρχεί στα ποιήματα. Εκεί θα κτιστεί και η ευτυχία μας στις μικροχαρές και στην απόλαυση της φύσης με όλα τα ανεξίτηλα της χρώματα κεντημένα σε καμβά, με τους γλάρους, το γεράνι, το γιασεμί, όλα τα λουλούδια και πτηνά, και όχι στον πλούτο και στις κενόδοξες επιδιώξεις. Η Άνοιξη σε διάφορες μορφές, να συμβολίζει τη νεότητα, την ομορφιά, το ηθικό και αισθητικό κάλλος, την ελευθερία, τη ανάσταση της φύσης και των ανθρώπων, την απελευθέρωση της πατρίδας, συναντάται συνεχώς μέσα στη διαδρομή του βιβλίου. Η φύση σε στιγμές αόρατες στο ανθρώπινο μάτι, πότε ανταριασμένη, πότε ροδόχρωμη αυγή, πότε ανθισμένη μυγδαλιά ανένδοτη και πεισματάρα προετοιμάζει την έλευση της Άνοιξης. Η εικόνα μιας λεμονιάς μετά την καταιγίδα, που φορτώθηκε στολίδια, αφού κάθε σταγόνα στα φύλλα της γίνεται με το φως του φεγγαριού διακοσμητικό φωτάκι. Κάπου αλλού η Άνοιξη συμβολίζει τη δράση, τον μόχθο, την εργασία, την αγάπη, τη φλόγα της ζωής που αποτελεί μια αέναη κίνηση. Αλλού η Άνοιξη παίρνει τη μορφή μιας ανθισμένης μανταρινιάς, ή του άγριου ματσικόριδου, ή του φθινοπωρινού χρυσάνθεμου, που μέσα στο σκληρό περιβάλλον μας δίνουν την ελπίδα με το άρωμά τους.<br />
Όλη μας η ζωή αποτελεί την αναζήτηση της Άνοιξης, που εδώ ταυτίζεται με την επιδίωξη του τέλειου, της αγνότητας, της ενάρετης ζωής, του σεβασμού, της εντιμότητας, της υιοθέτησης των αρχών και αξιών στη ζωή μας, που πάντα όμως βρισκόμαστε στο κατώφλι της χωρίς τη δύναμη να εισέλθουμε στα ενδότερά της. Η κατάσταση στη φύση επηρεάζει άμεσα και τη ψυχική διάθεση του ποιητή. Στα ποιήματα «Τρύπιες στάλες» και το «Φύσημα του ανέμου», ζωγραφίζεται ένα μουντό χειμωνιάτικο τοπίο, όπου το φεγγάρι δακρύζει, η βροχή που πληγώνει τρυπά το τζάμι με τις στάλες της, κι ο ανεμοστρόβιλος διέρχεται μέσα από το αδειανό σπίτι. Ενώ τα αδικαίωτα όνειρα και το αδιέξοδο της πορείας μας κάνουν τις προσπάθειές μας μάταιες δονκιχωτικές. Αλλά εμείς εκεί, πάντα πιστοί στον αγώνα προσμένοντας<br />
για το καλύτερο, έστω κι αν ο κόσμος μας μας απογοητεύει εμείς στεκόμαστε στην αθωότητα, όπου υπάρχει στα παιδιά, στα κρίνα, στη φύση.<br />
Ο ποιητής δεν επαναπαύεται ανησυχεί, αναζητεί το άπλετο φως και τη γαλήνη, βλέπει την προσωπική του πορεία να ταυτίζεται με την πορεία του τόπου και το απόμαχο καράβι ζητά να βγει από τα αφιλόξενα νερά και τις φουρτούνες.<br />
Πως μας επηρέασε ο χειμερινός εγκλεισμός μας λόγω της πανδημίας, και πόσο ευάλωτος γίνεται όποιος βυθίζεται μέσα στην ομίχλη των συναισθημάτων του καρτερώντας ένα σημάδι για την ανατολή, ενώ αλλού υμνεί τις νεανικές φιλίες, που η συναναστροφή τους μας παίρνει πίσω σε νοσταλγικές αναμνήσεις, που ρέουν φουσκώνοντας το ποτάμι της φιλίας. Μεγαλώνοντας η φιλία γίνεται πιο έντονη και η στέρηση της συναναστροφής καθιστά την ζωή μας δυσκολότερη, ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε στο φθινόπωρό μας. Η αναπόληση του παρελθόντος αποτελεί ένα ταξίδι ονειρικό, που ξαφνικά μια απότομη προσγείωση μας αφυπνίζει στην πραγματικότητα, με όλα τα παράπονα να αιωρούνται λευκά μαδημένα γιασεμιά.<br />
Σε μια ανασκόπηση της ποιητικής γραφής επισημαίνει πως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η ποίηση, για να ψέγει τα κακώς έχοντα, αλλά να διαφυλάττεται ως αγνή και άχραντη, για να σκιαγραφεί ένα κόσμο αγνό και άχραντο. Η ποίηση είναι βάλσαμο στην ψυχή, τσαμπί σταφύλι του ήλιου που γλυκαίνει τη γεύση, είναι το αεί μέσα στο νυν, είναι το αιώνιο μέσα στο φθαρτό και το χοϊκό. Σε μια αξιολόγηση της δικής του πορείας σε δρόμους, που πάντα είχε κατευθυντήριες γραμμές την αρετή τις αξίες και τα ιδανικά, ανιχνεύει πως τα δικά του βήματα αφήνουν ένα φως, όσο μπόρεσε να αφήσει.<br />
Η εξέλιξη της ζωής και της γλώσσας η αλλαγή των νοημάτων των λέξεων αξίζει να μελετηθεί και αξιολογηθεί.<br />
Στα πεντάστιχα Ιαπωνικά Γουάκα η ποίηση σαν αμπελώνας προσφέρει εύχυμα τα σταφύλια της. Και πάλιν μια πανδαισία χρωμάτων, λουλουδιών, πουλιών, πεταλούδων, συνθέτουν την ομορφιά της ζωής, την Άνοιξη, όλες τις εποχές του χρόνου, όλα τα προϊόντα της φύσης.<br />
Και ανάμεσα στριφογυρίζουν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, η αγαλλίαση, η απόλαυση, η ελπίδα, όλα γύρω σαν σε χορό.<br />
Τα Χαϊκού όπως και τα Γουάκα είναι ένα είδος ποιημάτων που πρέπει το νόημα να δοθεί μέσα στο συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών και στίχων. Έτσι απαιτείται να υπάρχει απόλυτη ευστοχία και ακρίβεια στη διατύπωση, και μέσα να περικλείεται ένα σαφές και σημαντικό μήνυμα.Τα Χαϊκού του Λεωνίδα είναι λυρικά, με προσωπικά, υποκειμενικά συναισθήματα και ιδέες, περιγραφικά ζωγραφικά με εικόνες, που υμνούν τη φύση, τα δέντρα τα πουλιά, τα λουλούδια, τις πεταλούδες τις μέλισσες, τις εποχές του χρόνου, τις αλλαγές στη ζωή. Φιλοσοφεί τη ζωή μέσα στο μέστωμα του χρόνου που περνά.<br />
Οι «Διαδρομές» προσφέρουν ένα ωραίο μονοπάτι της φύσης, που περπατώντας το σε περνά από όλες ομορφιές της φύσης, σε όλες τις εποχές και όλες τις καιρικές συνθήκες, με ζητούμενο πάντα την Άνοιξη με όλους τους συμβολισμούς και εννοιολογικό περιεχόμενο που ο ποιητής της αποδίδει. Κατά την διαδρομή αυτή διάφορα συναισθήματα και σκέψεις παρουσιάζονται με σύμβολα, έτσι που ανεπαίσθητα και μέσα από τις πολύχρωμες εικόνες να περνούν οι ιδέες της αρετής της φιλοπατρίας, της ανθρωπιάς, του σεβασμού στο φυσικό περιβάλλον, στον άνθρωπο. Όλα δοσμένα με ευγένεια ύφους και λεπτότητα.</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΙΙ (2018)</strong></h4>
<h5>
<strong>ΑΓΙΑ ΜΑΥΡΗ</strong></h5>
<p>Αν αυτός ο γέρο πλάτανος<br />
γείρει το κεφάλι του<br />
θα προσκυνήσει το καμπαναριό της ψυχής.</p>
<p>Ο γλυκός ήχος<br />
κάτω από τη φωτοσκίαση<br />
στο παιχνίδισμα των φύλλων,<br />
φιλτράρει το νόστο<br />
και τα όνειρα<br />
ταξιδεύουν στο βαθύ παρελθόν.</p>
<p>Στην αυλή,<br />
όπου η λιτή κρεμμυδοσαλάτα στο πιάτο<br />
έσμιγε με την οσμή του γιασεμιού,<br />
και η μουσική μας νανούριζε γλυκά<br />
ζωγραφίζοντας με απίθανα χρώματα<br />
την ομορφιά της ζωής μας.</p>
<p>Ούτε που νιώσαμε τότε<br />
πως οι στιγμές εκείνες<br />
ήταν ό, τι ωραιότερο μπορούσε να μας τύχει<br />
και ότι αυτά τα ασήμαντα<br />
ταξινόμησαν για πάντα την εμβέλεια της σκέψης<br />
και το βάθος των αισθήσεων.</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>Φορτώσαμε στο πλεούμενο τις αποσκευές μας<br />
και βαλθήκαμε να το ευθυγραμμίσουμε<br />
στην ανατολή του ήλιου.</p>
<p>Η απόσταση δεν έλεγε να λιγοστεύει<br />
και εμείς νυχθημερόν στο τιμόνι<br />
λικνιζόμαστε στο αφρισμένο κύμα.</p>
<p>Σαν είδαμε την πρώτη ακτίνα<br />
ορμήσαμε με ανακούφιση,<br />
να εισέλθουμε στη σπηλιά του Απόλλωνα.</p>
<p>Αλλά στην είσοδο ένας φρουρός,<br />
-λες και ήταν ο μεγάλος αδελφός &#8211;<br />
που παρακολουθούσε διακριτικά την κάθε μας κίνηση,<br />
απαίτησε να αποβάλουμε τις αποσκευές,<br />
διαφορετικά μας απαγόρευε την είσοδο.</p>
<p>&#8211; Μα αυτές είναι το πολυτιμότερο που έχουμε.<br />
Τις κουβαλούμε χρόνια και χρόνια.<br />
Μη μας ζητάτε τα αδύνατα.<br />
Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτές.</p>
<p>&#8211; Αν θέλετε να μείνετε με τις αποσκευές σας,<br />
τότε να ξεχάσετε τη σπηλιά του θεού.</p>
<p>Η απόφαση ήταν οδυνηρή.<br />
Απομείναμε στο καράβι μας,<br />
ακολουθώντας μιαν άσκοπη πορεία,<br />
συντροφιά με όλα τα μικροπράγματα</p>
<p>που αρνηθήκαμε να ρίξουμε στη θάλασσα,<br />
ψηλαφώντας τα με τα δάκτυλα,<br />
και απλώνοντας πάνω τους όλη την αγάπη,<br />
που δεν θέλησε ο θεός να πάρει από μας.</p>
<p>Σε λίγο θα νυχτώσει και εμείς που γυρεύαμε το φως,<br />
θα αντικαταστήσουμε την όραση με την αφή.</p>
<h5>
<strong>ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ</strong></h5>
<p>Αν αυτό το ηφαίστειο εκραγεί<br />
γιατί του κλείσανε τον κρατήρα<br />
που αναπνέει,<br />
η λάβα του θα ζωγραφίσει<br />
στην πλαγιά<br />
τα πάθη του βρασμού<br />
στα έγκατα της γης.</p>
<p>Τα ποιητικά σχήματα<br />
μπορεί να είναι απολιθώματα εκρήξεων,<br />
όπου οι μύδροι οριοθετούν<br />
την εσώτερη πληγή,<br />
ή την υπέρτατη κατάκτηση της ελευθερίας.</p>
<h5><strong>ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ</strong></h5>
<p>Εκεί που όλη η σειρά περπατούσε<br />
γραμμή πηγαίνοντας ο ένας πίσω από τον άλλο,<br />
ξάφνου ο πιο λεβέντης μας<br />
στάθηκε στην άκρη και δεν έλεγε να προχωρήσει.</p>
<p>Έτσι τον χάσαμε.<br />
Εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας<br />
στα απλά και καθημερινά.<br />
Και ποτέ δεν μάθαμε γιατί μας εγκατέλειψε.</p>
<p>Ίσως εκείνος έσμιξε με τον ουρανό.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Έμεινε η πίστη αιχμάλωτη<br />
στη λαγκαδιά του ονείρου.<br />
Έμεινε η νόηση πιστή<br />
στης λογικής την κόψη.</p>
<p>Αν μοίρα θεωρείς<br />
τις απρόβλεπτες συγκυρίες,<br />
τότε ο πιο προβλεπτικός<br />
έχει λιγότερο μερίδιο μοίρας.</p>
<p>Αν η ελπίδα δεν έχει ερείσματα λογικά,<br />
είναι ψευδαίσθηση,<br />
που υποθάλπεται από αναξιοπρέπεια.</p>
<p>Η ποιότητα πάντα υπερκαλύπτει την ποσότητα.<br />
Η ποσότητα δεν εξυπακούει την ποιότητα.</p>
<h5>
<strong>ΟΙ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Οι ψυχές τους τριγυρίζουν ανήσυχες,<br />
γιατί τα σώματά τους βρίσκονται στοιβαγμένα<br />
κάτω από τη μαύρη γη,<br />
χωρίς τον ψαλμό της αγάπης.</p>
<p>Στους ομαδικούς τάφους τους<br />
ανάπαψη δεν θα βρουν οι αδικοχαμένοι μας.</p>
<p>Καρτερούν την αναγνώριση των οστών τους,<br />
για να ταφούν ονομαστικά<br />
ως είθισται,<br />
με τον πρέποντα έπαινο,<br />
και το θρήνο των δικών τους.</p>
<h5><strong>ΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΙΣΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Αν «το ακριβό είναι το φτηνό»,<br />
τότε και το δύσκολο είναι πιο εύκολο<br />
αφού το ολόκληρο<br />
δεν επιδέχεται εκπτώσεις<br />
ή ίσες αποστάσεις<br />
αλλά ταυτίζεται με το ορθό<br />
και το δίκαιο.<br />
Έτσι ο δρόμος προς αυτό είναι απλός.</p>
<p>Υποχωρώντας πιο πέρα<br />
από τις άδικες υποχωρήσεις μας.<br />
όταν οι άλλοι απιστούν στα όσα άδικα μας κρατούν,<br />
το σημείο συνάντησης θα είναι το μηδέν στην πλευρά μας.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ II</strong></h5>
<p>Η επικοινωνία γίνεται με πολλή δυσκολία.<br />
Οι δέκτες έχουν χάσει κάθε ευαισθησία<br />
δεν βρίσκουν πια τη χαρά στη φωνή ή στο γέλιο.<br />
Δυο μοναξιές πλάι — πλάι.<br />
Μετρούν την απόσταση που έφερε ο χρόνος<br />
που θα μπορούσε όμως και να την εξαφανίσει<br />
καθώς τα κοινά είναι άπειρα.</p>
<p>Η ψυχή σε μονοπάτια νοερά,<br />
κινείται στην ονειροπόληση του παρελθόντος.<br />
Ή στη φαντασίωση γεγονότων που δεν ευτύχησε να ζήσει<br />
και την απατηλή ελπίδα πως ο μακρύς ο δρόμος<br />
είναι ακόμα μπροστά στη δημοσιά και περιμένει.</p>
<p>Το χέρι θέλει να απλώσει να χαϊδέψει,<br />
τα χείλη θέλουν να μιλήσουν<br />
αλλά δεν βρίσκουν τη δύναμη.</p>
<p>Το κέρασμα της αγάπης γίνεται με φειδώ.</p>
<h5><strong>ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ</strong></h5>
<p>Αν η χελώνα επιμένει να πετάξει,<br />
το πάθημα της είναι γνωστό.<br />
Θα πέσει να σπαράξει.</p>
<p>Αν παραβγεί με το λαγό στο τρέξιμο,<br />
μπορεί να τον νικήσει,<br />
σαν κείνος βαρυκοιμηθεί και δεν ξυπνήσει.</p>
<p>Αλλά μην απορήσετε εάν το σαλιγκάρι<br />
στο τέλος διαδρομής το κύπελλο θα πάρει.<br />
Αν τη χελώνα, το λαγό στο δρόμο θα νικήσει,<br />
κολλώντας σε όχημα γοργό, χωρίς να κοκκινίσει.</p>
<p>Μην θλίβεσαι παλιόφιλε, κι αν αδικείς κανένα,<br />
αυτά και σ’ άλλα μέρη γίνονται, στα μακρινά τα ξένα.</p>
<h5>
<strong>Η ΟΔΟΣ ΜΠΕΤΟΒΕΝ</strong></h5>
<p>Στην οδό Μπετόβεν, αριθμός 10,<br />
στην Αμμόχωστο,<br />
βρισκόταν το σπιτάκι μου,<br />
πνιγμένο στις μυρωδιές<br />
των λεμονανθών και των γιασεμιών.<br />
Μέσα ξέχειλο από βιβλία,<br />
από αγάπη κι αρμονία.<br />
Στολισμένα τα έπιπλα<br />
με τα κεντήματα της μάνας.<br />
Εκεί φυλάγαμε<br />
τα βιολιά και τις μουσικές του πατέρα.</p>
<p>Τώρα κείτεται ακατοίκητο.<br />
Το περιβόλι ξεράθηκε, οι μυρωδιές σκορπίστηκαν.<br />
Από μέσα το άδειασαν, όπως και την ψυχή μας.<br />
Κι ούτε μια φωτογραφία από το παρελθόν δεν υπάρχει.</p>
<p>Ο πατέρας είχε πεθάνει, δεν μπορεί πια<br />
να κατασκευάσει άλλα βιολιά, ούτε λαγούτα,<br />
ούτε να μας παίξει τους σκοπούς του,<br />
που πλημμύριζαν το σπίτι.</p>
<p>Η μάνα πέθανε<br />
δεν μπορεί πια να μας πλέξει άλλα κεντήματα.<br />
Σταμάτησαν οι πηγές της δημιουργίας.<br />
Χόρτα και ακαθαρσίες, βρωμιές από ζώα<br />
και φωνές φάλτσες από παντού.<br />
Εκεί έμεινε και κατοικεί η αρπαγή, η ασχήμια<br />
μαζί με τους παρείσακτους «ιδιοκτήτες».</p>
<p>Τόση αδικία Θεέ μου πως την ανέχεσαι;</p>
<h5><strong>Η ΟΥΣΙΑ</strong></h5>
<p>Η ουσία νοθεύτηκε<br />
με επίθετα και τροπικά επιρρήματα.</p>
<p>Περισσότερη σημασία δίνεται<br />
στα πώς και πού και γιατί,<br />
παρά στο είναι.</p>
<p>Το κατηγορούμενο αμβλύνεται στα έξωθεν.<br />
Η περισπούδαστη εμφάνιση εντυπωσιάζει.<br />
Έστω και ακαλαίσθητη,<br />
αλλά σαφώς εξεζητημένη.</p>
<p>Δεν μας νοιάζει το μέσα.<br />
Υπερτερεί το περιτύλιγμα.</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΣΗ II</strong></h5>
<p>Και ξαφνικά<br />
ανεβαίνεις στην κορυφή του Θαβώρ.<br />
Ένδον δύναμη σου επιτρέπει να συνομιλείς<br />
με αόρατες δυνάμεις.<br />
Απορείς που ξέρεις να αποκρυπτογραφείς<br />
τη θεϊκή σοφία<br />
Έστω και αγράμματος.</p>
<h5><strong>ΑΝΟΙΞΗ</strong></h5>
<p>Το κίτρινο της αναθρήκας και του ασπάλαθου,<br />
της ακακίας και της λαψάνας<br />
προκάλεσαν προσκλητήριο ρίγος στις μέλισσες,<br />
που έσπευσαν να φορτώσουν τα πόδια τους<br />
με τη γύρη, για να ετοιμάσουν τις κηρήθρες<br />
της προκοπής.</p>
<p>Το εκτυφλωτικό κίτρινο εκπέμπει<br />
χρωματικά κύματα.<br />
Τα έντομα μαγνητίζονται<br />
από τη θωριά και μυρωδιά τους,<br />
μεθυσμένα τριγυρίζουν αέναα<br />
για να επικονιάσουν τα φυτά,<br />
υπηρετώντας τη φύση στο πιο ιερό της παιγνίδι.</p>
<p>Άνοιξη, χρόνος, χώρος, ήχος,<br />
θαλπωρή, χρώμα, αρμονία ήχου και χρωμάτων,<br />
όραση, ακοή, όσφρηση,<br />
σε πλήρη δράση.</p>
<h5><strong>ΒΙΟΛΕΤΑ</strong></h5>
<p>Κάτω από τα πράσινα φύλλα,<br />
λεπτό άρωμα διαχέεται<br />
μόνο για όσους έχουν δυνατή την όσφρηση.</p>
<p>Απαλό το χρώμα,<br />
διακριτική η ομορφιά του,<br />
δεν εντυπωσιάζει.</p>
<p>Συγκρατημένη πάντα η επιθυμία,<br />
αφάνισε κάθε ίχνος αντίστασης του εγώ.</p>
<p>Την αδικία την αντέχει, αδιαμαρτύρητα,<br />
αθόρυβα ψάλλει.</p>
<p>Υπομονή σε όλα τα δύσκολα.<br />
Τα αυθόρμητα τα έχει χαλιναγωγήσει.<br />
Πέτυχε τον απόλυτο αυτοέλεγχο.</p>
<p>Γραφικές παραστάσεις με φοβερές αντιθέσεις,<br />
κορυφές, διακρίσεις,<br />
ταπεινοσύνη, σεβασμός.</p>
<p>Αφανής, ακόμα και στα πολύ σημαντικά.<br />
Το επικούρειο « λάθε βιώσας» στην πλήρη εφαρμογή<br />
Κάτω από τα φύλλα, βρίσκεται μια σκιερή μοναξιά.</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΣΗ III</strong></h5>
<p>Η ποίηση είναι δέσμη φωτός<br />
που διαλύει τα σκοτάδια.</p>
<p>Ουράνιος καταρράκτης<br />
παρασύρει τα περιττά,<br />
κρατώντας την ουσία,<br />
που την αποδίδει με λόγο<br />
Βάλσαμο αντισηψίας στις φλεγμονές.</p>
<p>0 ηδυσμένος λόγος οδηγεί την ψυχή,<br />
στην δι&#8217; ελέου και φόβου κάθαρση.<br />
Μαγικό ραβδί ανιχνεύει<br />
όλες τις διαδρομές της αλήθειας,<br />
που οδηγούν στη μέθεξη,<br />
στην ύψιστη απόλαυση.</p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ</strong></h5>
<p>Αυτός ο δρόμος που μας πάει,<br />
ίου μας περπατάει σημειωτόν,<br />
σαν το δρόμο του τεστ κοπώσεως,<br />
που δεν τον περπατούμε, αλλά μας περπατάει,<br />
δε βγάζει πουθενά.</p>
<p>Δεν βλέπουμε τα δέντρα να τριγυρίζουν<br />
γύρω από τον εαυτό τους,<br />
αλλά μένουν στατικά.<br />
Μας φόρεσαν τις παρωπίδες των αλόγων του αλακατιού,<br />
κι όλο κοιτούμε μπροστά και περπατούμε.</p>
<p>Και περιμένουμε.<br />
Μα ο δρόμος μας δεν έχει τέλος,<br />
ο πρώτος κύκλος βρίσκει τον επόμενο,<br />
κι εμείς ζούμε τη ψευδαίσθηση<br />
της αέναης πορείας.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Αφιερώσεις Μνημόσυνα</strong></p>
<h5><strong>Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ</strong></h5>
<p>Τα αγαπημένα πρόσωπα που φύγαν<br />
άφησαν μετέωρες τις γραμμές επικοινωνίας.<br />
Μονόδρομος η συνομιλία<br />
αδιέξοδη η επίσκεψη.</p>
<h5><strong>ΑΟΡΑΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ</strong></h5>
<p>Φωνές γνώριμες<br />
αγαπημένων προσώπων που έφυγαν,<br />
συχνά απρόσκλητα κι απρόσμενα<br />
σιγοψιθυρίζουν στην ακοή,<br />
απόμακρες συνομιλίες και τραγούδια.</p>
<p>Η αγαλλίαση της επίσκεψης<br />
και η θλίψη της απουσίας<br />
μεγιστοποιούν τη νοσταλγία.</p>
<p>Διεισδύουν στο παρόν<br />
σε μια άλλη διάσταση,<br />
σε μια επικοινωνία καθαρά ενδότερη.</p>
<p>Τόσο ιδανικά προσωπική,<br />
που δεν είναι δυνατή<br />
ανάμεσα σε ζώντες.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ</strong></h5>
<p>Είχε το χέρι μαγικό ραβδί, που σκόρπιζε την ομορφιά.<br />
Είχε τη σκέψη κοφτερή σαν το μαχαίρι,<br />
που οριοθετούσε τη δικαιοσύνη και άπλωνε την προσφορά,<br />
ένα διαμάντι καθαρό και διαυγές, η μέσα γνώση.<br />
Όλη η ζωή της μουσική και κάλλος, ταξινόμηση και ομορφιά.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ</strong></h5>
<p>Λυγερόκορμη λουσμένη μες στο φως,<br />
με φωνή γλυκολάλητη.<br />
το νανούρισμά σου ακόμα το ακούω στα αυτιά μου,<br />
τα παραμύθια σου συνοδεύουν και τώρα τις μέρες μου,<br />
Ερωτόκριτος, Χιώτισσα, Λιπέρτης.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;">
<strong>ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ (2006)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Τα εγκλωβισμένα</strong></h6>
<h5><strong>ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ</strong></h5>
<p>Γυρνώντας από το ταξίδι<br />
βρήκαμε στις αυλές μας κόσμο.<br />
Ήταν τόσο καλοβαλμένοι στα σπίτια μας.<br />
Είχαν αποκτήσει όλα τα δικαιώματα.<br />
Εγκάρδια μας προσκάλεσαν στην αυλή τους.<br />
Αρνηθήκαμε ευγενικά την πρόσκληση<br />
του φιλόξενου «ιδιοκτήτη».<br />
Αποχαιρετήσαμε νοερά τ’ αγαπημένα αντικείμενα<br />
και τις ζωντανεμένες θύμησες.<br />
Κατεβάσαμε τα κεφάλια<br />
Μπρος στους εαυτούς μας.<br />
Για σπίτι μας έχουμε πια το ταξίδι.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Βαρώσι 1969</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ</strong></h5>
<p>Οι αποστάσεις που μηδενίσαμε<br />
παίρνουν σκληρή την εκδίκηση<br />
του συγκερασμού τους,<br />
προκλητικά κρατώντας<br />
κομμάτια του σκορπισμένου εαυτού μας,<br />
που εμείς άθελα ή με χαρά,<br />
αφήσαμε να πιαστούν στη σαγήνη<br />
της πρωτόγνωρης θέας<br />
της ταύτισης του εγώ.</p>
<p>Μωσαϊκό ασυναρμολόγητο<br />
κι όμως τόσο γνώριμο,<br />
που αιμορραγεί η κάθε ψηφίδα<br />
στο σημείο που ξεριζώθηκε<br />
και που χωρούσε μόνο στην αρμονία.</p>
<p>Το ρολόι του χρόνου μετρά τα βήματά μας.<br />
Η οικουμένη κτυπά στο αρμόνιο των αιώνων<br />
συγχορδίες απόγνωσης.<br />
Δεν πρέπει να κοπούν τα δάκτυλα<br />
Κι αν ακόμα φαλτσάρουν.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Βαρώσι 1970</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Της προσφυγιάς</strong></p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΑΘΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α</strong></p>
<p>Απ’ το πολύ ίο γύρισμα,<br />
ρέμα το ρέμα,<br />
φύγανε τα βράχια<br />
φύγανε τα χώματα<br />
και μείνανε να χάσκουν<br />
στην άπειρη ερημιά μας<br />
κουφάλες πέτρινες,<br />
ανάγλυφοι άγριοι σχηματισμοί,<br />
απ’ το περπάτημα του χρόνου<br />
πάνω στο πρόσωπο της γης μας.<br />
Αέρινη γάζα που τρεμοπαίζει στο φύσημα<br />
γλυκολαλώντας ψιθύρους του μύρου σου<br />
αποκαλύπτει από μέσα να λάμπουν<br />
τα θαυμαστά και τα ατίμητα της φυλής.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>β</strong></p>
<p>Η ευθύνη του βράχου της ακρογιαλιάς<br />
που τ’ αγριεμένα κύματα του σκάψανε τη μορφή.<br />
Η ευθύνη της ελιάς που η κουφάλα της χωρεί<br />
ολόκληρη την ιστορία του χωριού μου,<br />
η ευθύνη της αλύτρωτης μοίρας,<br />
της ασήκωτης κληρονομιάς της φυλής,<br />
χαραγμένη στο μέτωπο τούτου του νησιού,<br />
που τώρα στον εικοστό αιώνα<br />
πήρε το προσκλητήριο της Ιστορίας,<br />
να αντιπροσωπεύσει και πάλι<br />
τη ψυχή της οικουμένης<br />
στο πιο ανθρώπινο παιγνίδι.<br />
Τούτη η στεριά άνοιξε διάπλατα<br />
τα χέρια στον ουρανό,<br />
και ξαπλωμένη στο πέλαο<br />
προσμένει την ευλογία του.<br />
Τούτη η στεριά<br />
άπλωσε τις πετρένιες ρίζες της<br />
κάτω από την πελαγίσια ορμή,<br />
και γαντζώνεται στη στήριξη της γης.<br />
Κι ο κόσμος αφουγκράζεται το χρόνο,<br />
που κτυπά τη θάλασσα<br />
να ξεριζώσει τις πετρένιες ρίζες.<br />
Και πιότερο λουφάζει και αφτιάζεται<br />
Το μεγάλο κύμα της καταιγίδας.<br />
Και βυζαίνει κρυφά την υπόγεια φλέβα,<br />
έμβρυο κολλημένο στον ομφάλιο λώρο.<br />
Η ώρα της γέννησης δεν έφτασε ακόμα.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λεμεσός 26.4.82</p>
<h5><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΔΗΜΕΝΗ</strong></h5>
<p>Μαργαρίτα μαδημένη,<br />
στην ομορφιά σου δοκιμάστηκε<br />
η δικαιοσύνη της γης μας.<br />
Πέταλα οι νιφάδες του φωτοστέφανού σου,<br />
Λευκαίνουν το σεντόνι τ’ ουρανού<br />
και κρύβουν<br />
την αγωνία τns προσμονής.</p>
<p>Τώρα που τα βαλτονέρια<br />
ετοιμάζονται να καταπιούν<br />
τη Λευκή φωτοχυσιά σου<br />
διακρίνουμε το ερωτηματικό<br />
της θυσίας σου:<br />
Στεγνώνει ο βάλτος<br />
κι αν ακόμα τον σκεπάσουν<br />
όλες τις μαργαρίτες της Άνοιξης;</p>
<h5>
<strong>Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ</strong></h5>
<p>Τα ιδανικά μας μένουν χαραγμένα συνθήματα<br />
στους γκρίζους τοίχους παλιών σπιτιών,<br />
που ακόμα δεν έγιναν πολυκατοικία.<br />
Μόνο εκεί θα βρεις την ιστορική τους πορεία.</p>
<p>Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι’ αυτά<br />
όσο για το τούβλο που προεξέχει<br />
ή για την τρύπα του παλιού τοίχου.<br />
Η συνήθεια σε κάνει να μην τα βλέπει.<br />
Ή να τα βλέπεις και να μη σου αποκαλύπτονται.<br />
Σαν άγνωστη γραφή,<br />
που την κοιτάζει μόνο ζωγραφιά,<br />
αλλά αδυνατείς να τη διαβάσει.</p>
<p>Η σημερινή πράξη του δράματος<br />
δεν τα περιλαμβάνει στο σκηνικό.<br />
Κρίθηκαν τελείως ακατάλληλα.<br />
Ασύμβατα με την αρχοντιά<br />
τη μεγαλοπρέπεια, την ευπροσηγορία.<br />
Τόσο που μπορούμε να φθάσουμε<br />
και σε παραχωρήσεις επικίνδυνες,<br />
φτάνει να μην χαλάσουμε<br />
τη χλιδή του σαλονιού μας.</p>
<p>Θεέ των Ελλήνων της Κύπρου,<br />
γιατί μας μωραίνεις,<br />
ήρθε η ώρα να μας απώλεσες;</p>
<p style="padding-left: 200px;">1988</p>
<h5><strong>ΠΟΥΛΙ ΔΙΑΒΑΤΑΡΙΚΟ</strong></h5>
<p>Πουλί διαβατάρικο,<br />
που στο μεσουράνημα τns μέρας,<br />
τραγούδησες την ομορφιά και τη χαρά μας,<br />
φόρα τη μαύρη σου φωνή και πες τη συμφορά μας,<br />
και χάραξε τα παραπατήματά μας<br />
στο βράχινο πρόσωπο της αλμυρολουσμένης γης μας,<br />
για να τα βλέπουν χα παιδιά μας.</p>
<h5><strong>ΒΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥΝΤΕΣ</strong></h5>
<p>Η κάμπια που παρασιτεί στο φύλλο είναι πράσινη,<br />
εκείνη ίου κορμού σκούρα.</p>
<p>Τι νοιάζεται για το χρώμα,<br />
για το κούνημα του ανέμου,<br />
για το ύψος ή την υγεία του φυτού;</p>
<p>Το δέντρο που κιτρίνισε<br />
με τρύπια τα φύλλα και τον κορμό,<br />
γροικά το ρυθμικό ροκάνισμα της σάρκας του,<br />
με το δέος της αναμονής της φθοράς.</p>
<p>Οι κάμπιες ποτέ δεν πέφτουν κάτω<br />
από οίκτο στον τροφοδότη τους.<br />
Γιατί να χαλάσουν την κατάσταση<br />
που ευνοεί την ακμή τους;</p>
<h5><strong>Η ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Η πλαστογράφηση της ιστορίας<br />
δεν είναι καινούργια επιστήμη.<br />
Πάντα στοχεύει να υπηρετήσει<br />
τις σκοπιμότητες σκοτεινών δυνάμεων.</p>
<p>Σήμερα η συσκότιση απαιτεί<br />
να συγχιστούν οι εφιάλτες με το Λεωνίδα,<br />
ώστε τα παιδιά μας να τους δοξάζουν το ίδιο.</p>
<h5><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Τώρα κοιμήσου κάτω από ίο φεγγαρόφωτο<br />
της προσμονής.<br />
Το πάπλωμα που σε σκεπάζει<br />
είναι η ασφάλεια της χειμερίας νάρκης,<br />
που αγαλλιάζει νοσταλγικά τη μορφή σου.<br />
Οι κουρτίνες απ’ τ&#8217; ανοιχτά παράθυρα<br />
ανεμίζουν στην ερημιά σου ξέφρενα.<br />
Ο ασκός του Αιόλου είναι ακόμα ανοικτός<br />
Προθυμία υπήρχε μόνο για να τον ανοίξουν.<br />
Τώρα ποιος να τον κλείσει;</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<strong>Συνθέσεις</strong></p>
<h5><strong>ΑΣΜΑ</strong></h5>
<p>θαλασσοφίλητη στεριά ηλιολουσμένη,<br />
η ομορφιά σου στάθηκε πικρή.<br />
Σε πίκραναν σκληρά δικοί και ξένοι,<br />
Πατρίδα μου μυριάκριβη αδικημένη.</p>
<p>Στα σπλάχνα σου κρατάς τη ρωμιοσύνη,<br />
που αναβρύζει μύρο και ρυθμό,<br />
με τη λαλιά σου μύριες μελωδίες,<br />
τον πόνο σου για πάντα τον κεντάς.</p>
<p>Σπασμένα μάρμαρα, στη γη μας σκορπισμένα,<br />
κολόνες, εκκλησιές βουβές, θλιμμένες,<br />
άδειες κερκίδες, ρημαγμένα τα θέατρα<br />
των Σόλων και της Σαλαμίνας,<br />
η απαντοχή μας ακονίζεται στην αγάπη τους.</p>
<h5>
<strong>ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α</strong></p>
<p>Πάει καιρός που καταργήσαμε την επιστολογραφία, πατέρα,<br />
μα εσύ δεν κατέχεις από ηλεκτρονικά μηνύματα<br />
Γι’ αυτό θα πρέπει να στα γράψω με τον παλιό μας τρόπο,<br />
όπως τότε που το ταχυδρομείο<br />
έφερνε τα γράμματα στο χωριό.</p>
<p>Άλλαξαν όλα στον τόπο μας, πατέρα,<br />
Δεν θα τον αναγνώριζες με τίποτε.</p>
<p>Τα αμπέλια γέμισαν θάμνους<br />
η γύρω περιοχή<br />
δεν αντιβουίζει πια το τραγούδι των αγροτών<br />
θαρρείς πως είναι απάτητη πια από ανθρώπινο πόδι.<br />
Τα σπίτια ρήμαξαν. Παντού μοναξιά και εγκατάλειψη.</p>
<p>Εσύ που παθιαζόσουν για τον τόπο μας<br />
που ποτέ δεν τον άφησες ούτε για λίγο,<br />
που ποτέ δεν ταξίδεψες μακριά του<br />
φοβούμαι πως δεν θα άντεχες την τόση ησυχία.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Προβληματισμοί</strong></p>
<h5>
<strong>Ο ΓΥΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ</strong></h5>
<p>Στο πλοίο του γυρισμού,<br />
τρισευτυχισμένος πια ο Ορέστης,<br />
λικνίζεται στο φουσκωτό κύμα.</p>
<p>Η Ιφιγένεια τα κανόνισε όλα τόσο όμορφα.<br />
Γιατί να μη γελάσει το Θόα,<br />
που χρόνια την κρατούσε δέσμια;<br />
Γιατί να αφήσει τη θεά να πίνει το αίμα αθώων;<br />
Γιατί ο αδελφός της να μην νιώσει τη λύτρωση;<br />
Φαίνονταν όλα τόσο ορθά, τόσο δίκαια.</p>
<p>Κι ύστερα ποιος είναι αυτός<br />
που όρισε στο Θόα<br />
να θυσιάζει στη θεά ανθρώπους;<br />
ποιος είναι αυτός που θα πει<br />
ποιο το άδικο ή το δίκαιο.</p>
<p>Η Ιφιγένεια γονατιστή δέεται μπροστά στο ξόανο της θεάς<br />
Η αμφιβολία την κατατρώει.</p>
<h5><strong>ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Οι Φαραώ κοιμούνται μακάριοι,<br />
τυλιγμένοι τις χρυσές προσωπίδες τους<br />
και στους σοφούς παπύρους.</p>
<p>Δούλοι και σκεύη και άρματα<br />
τοποθετήθηκαν με προσοχή<br />
για να εξασφαλίσουν στους άνακτες<br />
την άνεση και μετά θάνατον.</p>
<p>Η μεγαλοπρέπεια των εγκοσμίων<br />
μεταφερμένη στους σκοτεινούς θαλάμους<br />
των πυραμίδων, φαντάζει τόσο μάταιη.</p>
<h5><strong>ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ</strong></h5>
<p>Περάσαμε τις συμπληγάδες με τα φτερά γερά,<br />
κι ορμήσαμε στο πέλαγο φουρτουνιασμένο,<br />
μόνοι.</p>
<p>Ακονίσαμε τη σκέψη μας στο ουράνιο πετροβούνι.<br />
Ένας ο πόνος κι ο καημός μας:<br />
Να βρούμε το χρυσόβουνο και κει το φωτοδέντρι.</p>
<p>Να βρούμε τη βαθιά πηγή και το μακρύ ρυάκι,<br />
και το γλυκόλαλο πουλί στην κάψα της ημέρας,<br />
να δούμε ν’ αγναντέψουμε της χαραυγής το γέλιο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ</strong></h5>
<p>Το γιασεμί<br />
με μεταφέρει<br />
στην τρυφερή ηλικία<br />
των φθινοπωρινών πρωινών<br />
της Λευκωσίας.<br />
Με το άνοιγμα της πόρτας<br />
οι πνεύμονες γέμιζαν μυρωδιά<br />
που την κρατούσαν για ώρες.<br />
Ενισχυμένες<br />
παίρναμε το δρόμο<br />
καθημερινά<br />
γλυκομιλώντας για χίλια πράγματα<br />
με τη φίλη<br />
που μοιραζόμαστε τη μια ώρα της διαδρομής.</p>
<p>Γύρω μας ποδήλατα, λίγα αυτοκίνητα,<br />
άνθρωποι που έτρεχαν για τις δουλειές τους<br />
Άγγλοι στρατιώτες<br />
με τα πράσινα και κόκκινα σκουφιά οι απαίσιοι,<br />
Τούρκοι επικουρικοί, άξεστοι<br />
τρομοκρατούσαν τους περαστικούς<br />
ζητώντας μας τις ταυτότητες<br />
και πότε ανακατεύοντας τις τσάντες μας<br />
για κανένα φυλλάδιο.<br />
Η καταπίεση<br />
στην πιο ανέμελη ηλικία.<br />
Αναπνέαμε την ομορφιά του γιασεμιού<br />
ανακατεμένη με την μπόχα του κατακτητή,<br />
όταν καταγράφαμε στην κενή μας πλάκα<br />
τη δολιότητα του ισχυρού<br />
κόντρα στη λεβεντιά.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;">
<strong>ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟΝ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ (2017)</strong></h5>
<p><strong>ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ</strong><br />
<strong>ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΟΥ ΚΑΤΖΗ: ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΟΝ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΑΡΚΕΣ (Απόσπασμα)</strong></p>
<h6><strong>ΤΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ</strong></h6>
<p>Τα Προσκυνητάρια είναι ένα λαϊκό λογοτεχνικό είδος που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε κατά τον 17ο κυρίως αιώνα, ενώ υπάρχουν και ελάχιστα από προηγούμενα χρόνια, καθώς και νεότερα του 18ου και 19ου αιώνα. Σχετίζονται με την «Ιερή Αποδημία», ήτοι το ταξίδι &#8211; προσκύνημα<br />
και βάπτιση στον Ιορδάνη ποταμό, στους Αγίους Τόπους, «το χατζηλίκι».<br />
Είναι συνήθως ποιητικά, αλλά και πεζά κείμενα, ταξιδιωτικού χαρακτήρα, με λεπτομερείς περιγραφές για το ταξίδι προς και από τους Αγίους Τόπους. Μέσα από τα χειρόγραφα αυτά ή και τα έντυπα κείμενα προβάλλονται με λεπτομέρειες όλα τα Άγια Προσκυνήματα. Απευθύνονται στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους σταθμούς και τους Ιερούς Ναούς, που έχουν να επισκεφθούν. Στολίζουν _ m Προσκυνητάρια με την ανάλογη εικονογράφηση από τα πιο χαρακτηριστικά<br />
Προσκυνήματα. Τα περισσότερα φέρουν την υπογραφή του συγγραφέα, αλλά υπάρχουν και Προσκυνητάρια αγνώστων συγγραφέων. Έχουν συνήθως γλώσσα κατανοητή και απλή και έτσι γίνονται προσιτά στους προσκυνητές κάθε μορφωτικού επιπέδου. Κοινό σημείο όλων είναι ο μεγάλος πόθος να επισκεφθούν τους Αγίους Τόπους και να γίνουν χατζήδες. Να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους και να αξιωθούν να εισέλθουν εις την αιώνιον βασιλεία των Ουρανών. Η λεπτομερής περιγραφή των προσκυνημάτων και η εκ βαθέων παρουσίαση των συναισθημάτων του ποιητή κατά την επίσκεψη στα ιερά μέρη, έρχεται να επιστεγάσει την ίδια την επίσκεψη. Θεωρεί ότι οφείλει να πληροφορήσει όλους τους Χριστιανούς, και εκείνους που μπορούν να επισκεφθούν, αλλά και όσους δεν έχουν τη δυνατότητα της επίσκεψης τι έχουν να δουν και να θαυμάσουν.<br />
Από το ήμισυ του 18ου αι. τα χειρόγραφα περιορίζονται τελείως ενώ κυκλοφορούν τα έντυπα σε μικρό μέγεθος, εύχρηστα και προσιτά στην τιμή. Περιγράφουν με ακρίβεια τα διάφορα εντυπωσιακά μνημεία που επισκέπτονται και παρέχουν πλήθος πληροφοριών γι αυτά και για την περιοχή. Ακόμα διανθίζουν τις περιγραφές τους με θρύλους και παραδόσεις, με ήθη και έθιμα των διαφόρων τόπων και φυλών, καθώς και για τη δράση της Αγιοταφικής Αδελφότητας. Όλα αυτά αποτελούν πολύτιμες<br />
πηγές, για την έρευνα και τη μελέτη της ιστορίας της περιοχής.<br />
Προσκυνητάρια αναφέρονται πολλά. Αρχαιότερο θεωρείται εκείνο του Ιερομόναχου Ανανία, του οποίου το χειρόγραφο βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Μονάχου. Πρόκειται για τον κώδικα Mooacensis Graec. 346, 4, ο οποίος περιέχει το Προσκυνητάριο του Ιερομονάχου Ανανία. Το χειρόγραφο είναι γραμμένο από τον Κρητικό Ιερομόναχο Ακάκιο το 1634, και αποτελεί αντίγραφο του αρχικού έργου του Ιερομόναχου Ανανία, το οποίο γράφτηκε το 1608. Στο Προσκυνητάρι αυτό γίνεται για πρώτη φορά<br />
αναφορά στη διάρρηξη του κίονα στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως κατά την ημέρα του Αγίου Σαββάτου και το θαύμα της αφής του Αγίου Φωτός.<br />
Δηλαδή καταγράφει το γεγονός αυτό 29 χρόνια μετά, αφού αυτό τοποθετείται ότι έγινε το 1579. Αυτό σημαίνει πως ο Ανανίας μάζευε στοιχεία στο μεταξύ από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Το Προσκυνητάρι του Δαρκές αναφέρεται στο γεγονός της διάρρηξης του κίονα στους στίχους (354 &#8211; 360). Το ταξίδι του είχε πραγματοποιηθεί το έτος 1589, μόλις δέκα χρόνια μετά, και έγραψε το ποίημά του όπως ο ίδιος αναφέρει (στ. 2525 &#8211; 2526) το 1590. Επομένως το Προσκυνητάρι του Δαρκές πρέπει να είναι από τα αρχαιότερα, και ο Δαρκές ίσως να είναι ο πρώτος από τους συγγραφείς των γνωστών Προσκυνηταρίων, που<br />
έγραψε το μακροσκελές Προσκυνητάρι του σε έμμετρο λόγο το 1590.<br />
Το ταξίδι, αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής ξεκίνησε την Καθαρή Δευτέρα, από το λιμάνι της Αμμόχωστου. Από μια ειδική έρευνα ταιριάζει η Καθαρή Δευτέρα να είναι του έτους 1589 που συμπίπτει με τις 16 Φεβρουάριου. Στα Ιεροσόλυμα κατά δική του αναφορά έφτασε την Τετάρτη στις 11 ή την Πέμπτη στις 19 του Μάρτη. Τη Μεγάλη Δευτέρα, που τοποθετείται στις 30 Μαρτίου, ο ποιητής με τη συντροφιά του πραγματοποίησαν το ταξίδι στον Ιορδάνη ποταμό, όπου κατά το έθιμο βαπτίστηκε στα νερά του Ιορδάνη και απέκτησε τον τίτλο του Χατζή. Αυτός εξάλλου ήταν ο διακαής του πόθος.<br />
Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις στη Νεκρά Θάλασσα και μετά τη Μεγάλη Τετάρτη στη Βηθανία. Η Μεγάλη Τετάρτη συμπίπτει με την πρώτη Απριλίου. Την Μεγάλη Πέμπτη, στις 2 Απριλίου, βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα και παρακολούθησε την ακολουθία του Νιπτήρος. Τη Μεγάλη Παρασκευή 3 Απριλίου έλαβε μέρος στην Ακολουθία των Παθών. Πολλοί έμειναν διανυκτερεύοντας στην εκκλησία της Αναστάσεως για να δουν την αφή του Αγίου Φωτός, το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Το Μεγάλο Σάββατο παρακολούθησε τη λειτουργία και την αφή του Αγίου Φωτός. Το Πάσχα εκείνου του έτους ήταν στις 5 Απριλίου και μάλιστα συνέπιπτε με&nbsp;&nbsp;το Πάσχα των Καθολικών στ. 2199-2200 Το ότι το ταξίδι πραγματοποιήθηκε το έτος 1589 ταιριάζει και με την<br />
επιστροφή του, που ο ίδιος την αναφέρει στις 23 Απριλίου. Ξεκίνησαν την επιστροφή τους την Τρίτη της Λαμπρής δηλ. 7/4 και έφτασαν στην πόλη Ραμάλα την ίδια μέρα. Προχώρησαν για την Τρίπολη του Λιβάνου που χρειάστηκαν 2 μέρες ταξίδι. Στην Τρίπολη περιπλανήθηκαν για 10 μέρες, λόγω κακοκαιρίας. Είναι φανερό ότι μπήκαν στο καράβι της επιστροφής από την παραλία της Τρίπολης στις 19 ή 20 του Απρίλη. Την άφιξή του στην Αμμόχωστο την περιγράφει με συγκίνηση και μεγάλη νοσταλγία, στις 23 Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου, που θα πρέπει να ήταν ημέρα Πέμπτη. Συνολικά το ταξίδι εκείνο κράτησε 67 ημέρες. Η Μεγάλη Εβδομάδα καλύπτει τις μέρες Μεγάλη Δευτέρα 30 Μαρτίου και το Άγιο Πάσχα στις 5 Απριλίου.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;">
<strong>ΚΟΙΛΑΝΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ (2005)</strong></h5>
<p><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></p>
<p>(Από Μαρούλα Γιασεμίδου – Κάτζη)</p>
<p>Λόγω του γεγονότος ότι τα ιστορικά στοιχεία για το Κοιλάνι είναι ελάχιστα, περιοριστήκαμε σε εκείνα για τα οποία βρήκαμε πηγές και μπορούσαμε να τα τεκμηριώσουμε.<br />
Έγινε συνειδητή προσπάθεια και το επιδιώξαμε να δώσουμε την εικόνα της ζωής του χωριού, όπως διαμορφώθηκε στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, σ&#8217; όλα τα χρόνια της αγγλοκρατίας και στα χρόνια της ανεξαρτησίας που συμπίπτουν και με την παρακμή της υπαίθρου. Οι ασχολίες των κατοίκων, ανδρών και γυναικών, δίνουν το βαθμό της εργατικότητας, της υπομονής και της πίστης πως ο άνθρωπος ξεπερνά τη μοίρα του με την εργασία, που τελικά την ταυτίζει με τη ευτυχία, γιατί με κείνη οδηγείται προς την πραγμάτωση του σκοπού του. Και όσο το όνειρο γίνεται πραγματικότητα τόσο και η ψαλίδα που χωρίζει την επιθυμία από το όνειρο μικραίνει. Και όνειρο ήταν και είναι πάντα η μόρφωση, η βελτίωση της ζωής, η πρόοδος.<br />
Δεν είναι τυχαίο ότι τα κεφάλαια που αναφέρονται στις εργασίες των κατοίκων ανδρών και γυναικών, στις αγροτικές, στις εμπορικός δραστηριότητες τους, στις τέχνες και τους τεχνίτες της εποχής από τον καιρό της τουρκοκρατίας μέχρι και την ανεξαρτησία καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου. Καλύπτεται ο τρόπος ζωής παλαιότερων εποχών, η εφευρετικότητα των κατοίκων η νοοτροπία ή η αφανής παράδοση, που αυθόρμητα αναπαραγόταν και μεταφερόταν στις επόμενες γενιές, εμπλουτισμένη με νεότερα στοιχεία, μέσα από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν πολλά καθημερινά ή απρόσμενα προβλήματα. Καταγράφεται ακόμα η πείρα και η σοφία, που δημιουργείται από τη μακρόχρονη παρατήρηση και εκείνος ο τεράστιος πλούτος γνώσεων και εμπειριών που συνιστά την πολιτιστική μας κληρονομιά.<br />
Προβάλλεται ακόμα ο τρόπος συμπεριφοράς και οι στάσεις ζωής σε διάφορα γεγονότα, στις ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές, στις ώρες της μεγάλης ανάγκης και της δυστυχίας. Καταβάλλεται προσπάθεια να ανιχνευτούν οι κοινωνικές δομές και οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις, η αλληλεγγύη ή η ανταγωνιστικότητα των κατοίκων, η άμιλλα για την προκοπή των παιδιών τους, η ικανότητα να ξεπερνούν όλα τα εμπόδια και να τα νικούν. Φωτίζονται πολλές πτυχές της ζωής που σε κείνους τους καιρούς λειτουργούσε υπακούοντας πάνω σε κοινούς άγραφους νόμους, που αυθόρμητα όλοι ακολουθούσαν. Ο κοινωνικός<br />
έλεγχος ήταν ρυθμιστικός παράγοντας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και της εξέλιξης.<br />
Μέρος του βιβλίου αναφέρεται στα εμπορικά καταστήματα που διέθετε το χωριό, στις μικρές βιοτεχνίες, στα κυβερνητικά γραφεία, στους νερόμυλους και αλευρομηχανές και σε όλα εκείνα τα στοιχεία που το κατέστησαν για πολλά χρόνια το εμπορικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής.<br />
Κάποια κεφάλαια καλύπτουν την ύδρευση του χωριού, θέμα εξαιρετικής σημασίας που θα άξιζε μελλοντικά να μελετηθεί ιδιαίτερα, το φωτισμό των δρόμων σε καιρούς που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, τη συγκοινωνία με τις πόλεις και τα γύρω χωριά.<br />
Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην ιστορία της εκπαίδευσης στο χωριό, στις εκκλησίες, στα ξωκλήσια και στη θρησκευτική ζωή, όπως τη ζούσαν σε παλαιότερους καιρούς, καθώς και στους μεγάλους άνδρες που αξιώθηκε να αναδείξει το Κοιλάνι, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας και του Διαφωτισμού. Δόθηκε, επίσης, σημασία στους Κοιλανιώτες, που έλαβαν μέρος σε<br />
διάφορους εθνικούς αγώνες.<br />
Για τα τοπωνύμια γίνεται εκτενής αναφορά, αλλά το όλο θέμα χρήζει μεγαλύτερης μελέτης. Είναι ιδιαίτερης σημασίας η ανίχνευση της προέλευσης της ονομασίας των διαφόρων περιοχών, καθώς αυτό συνδέεται με την ιστορία και τις περιπέτειες του τόπου και την ευφυία του λαού που ονοματίζει το καθετί.<br />
Ένα άλλο μεγάλο μέρος καλύπτει το λαϊκό πολιτισμό μας. Λαϊκή αρχιτεκτονική, ιατρική, μαγειρική. Άλλο καλύπτει μέρος του πνευματικού μας βίου, όπως αυτός συμπυκνώνεται μέσα στις παροιμίες, στις δοξασίες, στα αινίγματα. Μια ελάχιστη καταγραφή δημοτικών τραγουδιών, προπάντων θρησκευτικών, αλλά και άλλων, ερωτικών, σκωπτικών, που απαγγέλλονταν ή τραγουδιούνταν με διάφορες ευκαιρίες, δείχνει τον πλούτο, που υπάρχει ακόμα και σήμερα, τη συσσωρευμένη ευαισθησία που ξεχειλίζει από τα γεροντικά χείλη, καθώς η μνήμη κεντρίζεται και με νοσταλγία στρέφεται στο παρελθόν και αναπολεί.<br />
Με λύπη διαπιστώνω πόσο αργήσαμε να ασχοληθούμε με αυτά που κάποτε τα νομίζαμε φτωχικά και ασήμαντα μπροστά στην επιστημονική γνώση, στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία, μα που έχουν την ομορφιά του πηγαίου και του αληθινού, τη μυρωδιά του αγριολούλουδου με την ταπεινή φορεσιά, δίπλα στην ισχυρή οσμή και τη φανταχτερή επιδεικτική εμφάνιση του λουλουδιού του θερμοκηπίου. Ο λαός που εκφραζόταν μέσα σε αυτά τα τραγούδια φανερώνει μια ευαίσθητη ψυχή μια φυσική ικανότητα να πλάθει στίχους, κυριολεκτικά να διαλέγεται χρησιμοποιώντας το δεκαπεντασύλλαβο με καταπληκτική ευχέρεια και με αυτόν να εξωτερικεύει τη χαρά ή τη λύπη του. Δεν έχω καταγράψει παρά ελάχιστα μοιρολόγια, ενώ θυμούμαι, από την παιδική μου ηλικία, ότι το μοιρολόγι ήταν μια από τις πιο παλιές συνήθειες και η θρηνωδία του νεκρού από τις συγγένισες και τις<br />
μοιρολογήτρες ήταν μια απαραίτητη τιμή και ένα είδος αυθόρμητου λυτρωτικού λυρικού ύμνου.<br />
Από τα πολύ χαρακτηριστικά κεφάλαια είναι εκείνο που αφιερώνεται στη γυναίκα. Η γυναίκα της υπαίθρου διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο σε όλους τους τομείς της ζωής. Αξίζει να καταγραφεί και να διασωθεί η τεράστια συμβολή της στις γεωργικές δραστηριότητες που απαιτούσε η ζωή του χωριού σε κείνους τους δύσκολους καιρούς, αλλά και η προσφορά της στα του οίκου της. Η νοικοκυροσύνη της κάλυπτε τις άπειρες καθημερινές δουλειές του σπιτιού, αλλά επίσης και πολλές άλλες που απαραίτητα επαναλαμβάνονταν περιοδικά για να καλύπτουν τις ανάγκες της οικογένειας. Το ζύμωμα του ψωμιού, το πλύσιμο των ρούχων, το κουβάλημα του νερού από τους λάκκους ή τις βρύσες, το ασπρόγιασμα των τοίχων και πέραν από αυτά το ράψιμο, το πλέξιμο, την υφαντική, το κέντημα.<br />
Τηρούσε πάντα με θρησκευτική ευλάβεια κάποιες συνήθειες και έθιμα, που φρόντιζε να τα παραδώσει στις επόμενες γενιές, όπως εκείνη τα παρέλαβε από τις προηγούμενες. Κάποιες στάσεις ζωής και κάποιες άξιες, πραγματώνοντας έτσι ένα ύψιστο ρόλο, εκείνο του φορέα του πολιτισμού.<br />
Τέλος, καταγράφηκαν δέκα παραμύθια από τα πολλά που μερικοί χωριανοί θυμούνται. Δεν ξέρω πόσο αυθεντικά είναι, αν είναι παρεφθαρμένα ή διασκευασμένα. Το ότι όμως κάποιοι τα θυμούνται και τα διηγούνται με τόσο πάθος και τα αναπλάθουν ή μερικές φορές τα συνενώνουν και δημιουργούν άλλες παραλλαγές, δείχνει πως το παραμύθι υπήρξε ένα είδος πολύ δημοφιλές, που για δεκαετίες, ίσως και εκατονταετίες, αποτελούσε στα καφενεία και στις συγκεντρώσεις μια πηγή ψυχαγωγίας και διδαχής, κοινωνικής συναναστροφής, φρονηματισμού και μέθεξης.<br />
Σε όλο το βιβλίο καταγράφονται πλήθος ονόματα χωριανών που με κάποιο τρόπο είχαν ή έχουν κάποια δραστηριότητα σημαντική στη ζωή του χωριού. Είναι πολύ πιθανόν να έχουν παραλειφθεί και πολλά άλλα, που δεν έτυχε να έχω προσωπική γνώση γι&#8217; αυτά ή δεν έτυχε να έχω πλήρη στοιχεία. Ελπίζω πως τα κενά αυτά θα καλυφθούν μελλοντικά σε μια νέα προσπάθεια.<br />
Παρ&#8217; όλο που ενοποιήθηκε η ορθογραφία, έχουν κρατηθεί ορισμένοι τύποι λέξεων έτσι όπως αναφέρονται ή γράφονται (π.χ. Μονογενούς &#8211; Μονογενή).<br />
Η περιγραφή του περιεχομένου των φωτογραφιών ξεκινά από αριστερά προς τα δεξιά και ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.<br />
Απολογούμαστε για τυχόν παραλείψεις. Απευθύνουμε θερμή παράκληση προς όλους τους συγχωριανούς που διαθέτουν συμπληρωματικά στοιχεία, να τα αποστείλουν στη διεύθυνση της συγγραφέως.<br />
Με ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση παραδίδω στην κυκλοφορία αυτήν την ταπεινή προσφορά μου στο χωριό μου και στην πολύπαθη πατρίδα μας.<br />
Ας θεωρηθεί, αυτό το βιβλίο, μια ελάχιστη προσπάθεια διάσωσης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μέσα στους δύσκολους καιρούς που και πάλι διέρχεται ο τόπος μας.<br />
Και μια τελευταία παρατήρηση:<br />
Η δημογραφική αλλαγή που συντελείται στα Κατεχόμενα, μετά το 1974, η αλλαγή των τοπωνυμίων, η επέμβαση στη φυσιογνωμία του τόπου, η καταστροφή του πολιτισμού μας αποτελεί παραχάραξη της ιστορίας μας και μάλιστα στον 21ο αιώνα, στον αιώνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που με υποκριτική ευαισθησία και επιλεκτικά εφαρμόζονται από τους ισχυρούς της γης για να ευεργετούν τον κατακτητή, παρά τον αδικημένο.<br />
Ας ελπίσουμε ότι η πολιτισμένη Ευρώπη θα δει με συμπάθεια ένα μικρό νησί που εδώ και χιλιάδες χρόνια δίνει τον αγώνα της επιβίωσής του ενάντια σε τόσους κατακτητές και που κατάφερε μέχρι σήμερα να διατηρήσει την ελληνική του ταυτότητα, έχοντας επιδείξει ένα λαμπρό πολιτισμό.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/08/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/08/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/08/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b7%cf%83/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 13 Aug 2021 19:14:56 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16177</guid>

					<description><![CDATA[ΒΙΟΦΡΑΦΙΚΟ Ο Σταύρος Σταμπόγλης (Αθήνα. 1946) είναι πτυχιούχος της μέσης τεχνικής σχολής Δοξιάδη (1966) και Αρχιτέκτων DESA (1977). (Ειδική Αρχιτεκτονική Σχολή Παρισιού) Είναι μέλος του συλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ1977) και ομότιμο μέλος του TEE (1977)Δημοσίευσε ποιήματα για πρώτη φορά το 2007 με το ψευδώνυμο Εμμανουήλ Αντζαράκις. Ασχολείται με την κριτικογραφία λογοτεχνίας και ζωγραφίζει ερασιτεχνικά. Έχει συνεργαστεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/08/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>ΒΙΟΦΡΑΦΙΚΟ</p>
<p>Ο Σταύρος Σταμπόγλης (Αθήνα. 1946) είναι πτυχιούχος της μέσης τεχνικής σχολής Δοξιάδη (1966) και Αρχιτέκτων DESA (1977). (Ειδική Αρχιτεκτονική Σχολή Παρισιού) Είναι μέλος του συλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ1977) και ομότιμο μέλος του TEE (1977)Δημοσίευσε ποιήματα για πρώτη φορά το 2007 με το ψευδώνυμο Εμμανουήλ Αντζαράκις.<br />
Ασχολείται με την κριτικογραφία λογοτεχνίας και ζωγραφίζει ερασιτεχνικά.<br />
Έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά έντυπα περιοδικά Ρωγμές, Εμβόλιμον, Οροπέδιο, Μανδραγόρας, Κοράλλι, Στέπα, Intellectum, Poetics, Παρέμβαση,&nbsp;Καρυοθραύστης, Δέκατα&nbsp;όπως και τα ψηφιακά Μανδραγόρας, Fractal, Φρέαρ, VaKxikon.<br />
Συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Εμβόλιμον. Είναι μέλος του «Κύκλου ποιητών» (2012)</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Γη, Γαβριηλίδης, 2009<br />
Έννοια εικόνας, Γαβριηλίδης, 2010<br />
Τόπος Νωδ, Γαβριηλίδης, 2011<br />
Αποτυπώσεις, Οροπέδιο, 2012<br />
Απόδοση τοπίων, Γαβριηλίδης, 2012<br />
Με την πλάτη στο παρόν, Αυτοέκδοση, 2013<br />
[100 αριθμημένα αντίτυπα].<br />
Διαλεκτική βυθού, Μανδραγόρας, 2014<br />
Με την πλάτη στο παρόν, Κέδρος, 2014<br />
Διηγήσεις πόλεων, Κέδρος, 2016<br />
Θροώ, Αυτοέκδοση, 2018, 4ο Διεθνές Φεστιβάλ ποίησης<br />
Αθηνών [20 αριθμημένα αντίτυπα].<br />
Ατελές Κολλάζ, Αυτοέκδοση, Ιούνιος 2019,<br />
[100 αριθμημένα αντίτυπα].<br />
Ατελές Κολλάζ, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2020<br />
Τεθλασμένη πόλεως αφή, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021</p>
<p><strong>ΠΕΖΑ</strong></p>
<p>Chercher&#8230;la France, Εκδόσεις Αντίκτυπος, 2007,<br />
συλλογικό, με το διήγημα «Η λεοντή της άγονης γραμμής»<br />
Ο δρόμος της τύχης, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014<br />
Εν ονόματι της Άνοιξης, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014</p>
<p><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></p>
<p>Η γενναιότητα του πένθους στη ποιητική του Κώστα Θ. Ριζάκη Εκδόσεις του Φοίνικα, 2021</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16178" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/1-1.jpg" alt="" width="451" height="339" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/1-1.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/1-1-300x225.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16179" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/2.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/2.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/2-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16180" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/3-1.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/3-1.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/3-1-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16181" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/4.jpg" alt="" width="448" height="324" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/4.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/4-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 448px) 100vw, 448px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16182" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/5.jpg" alt="" width="450" height="325" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/5.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/5-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16294" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-210.jpg" alt="" width="450" height="325" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-210.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-210-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16299" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-211-001.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-211-001.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ-211-001-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΗ (2021)</strong></h3>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>A&#8217; ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<h4><strong>ΠΕΝΘΟΥΣ ΠΟΛΙΣΜΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">της Ελένης Τοπαλούδη</p>
<p>Αν η αιωνιότητα συντηρεί μοναχά τον θάνατο,<br />
τότε η ζωή υπάρχει μόνο για να θηλάζει Άουσβιτς.<br />
Βαφτίζουμε τα θύματα ανίερα, προκλητικά, μάρτυρες<br />
αέναης συνθήκης, όπου ακόμα και το ξόδι τους<br />
οφείλει ν’ αποδέχεται την προσβολή.<br />
Προτάσεις στο σκουπίδι της ακινησίας· ήχοι εκπαιδεύονται<br />
ενώπιον του βιασμού, κατά τον βιασμό, μετά τον βιασμό-<br />
διασκεδάζοντας στον βιασμό.<br />
Η επιβίωση, λέξη συντετριμμένη, έννοια συντετριμμένη,<br />
συνεχές άχθος η στατική του όγκου.<br />
Το πράγμα προς θυσία δύναται να φέρει στηθόδεσμο<br />
κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, αυτό το τέχνημα υπέρ<br />
της ιερότητας του στήθους· υποχρεούται όμως ν’ αφήνει<br />
τους άλλους γλυκασμούς ορθάνοιχτους.<br />
Το παν είναι το χρήμα να κινείται, και η Εύα είναι χρήμα<br />
ό,τι κι αν πεις. Το χρήμα είναι βολικό. Το σκορπάς,<br />
το εξαντλείς, το αντικαθιστάς με χρήμα.<br />
Τα δίκαια συντηρούνται με τις αδυναμίες του Αδάμ.<br />
Το άδικο ενυδατώνεται στο δίκαιο του Αδάμ· κάτι<br />
μυρίζει· κοπάδια τα παράσιτα<br />
στο τρίχωμα της πόλης θάλπονται.</p>
<h4><strong>ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΝΟΙΚΗΣΗΣ</strong></h4>
<p>Έι φίλε, εδώ είμαστε πάλι· σε τούτο το δωμάτιο<br />
πλατεία ή πλατεία δωμάτιο· αλλά το πως νοιώθει<br />
ο καθείς μετράει. Πάντως του λόγου μου<br />
ασφυκτιώ. Δυο<br />
μέτρα μακριά από σένα κι όμως στριφογυρίζω,<br />
γέρνω και βυθίζομαι μονάχος, ψάλλοντας<br />
το Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο*<br />
Μου λες, μόνο τ’ άυλο και ο θάνατος πια<br />
στέρεας γη οθόνη είναι.<br />
Το ξέρω- αλλά με τους σεισμούς του γεύομαι<br />
το σώμα μου· το χώμα μου.</p>
<p style="padding-left: 160px;">* Από το τραγούδι «Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο»,<br />
στίχοι Αλέξανδρος Δήμας, μουσική Βασίλης Παπακωνσταντίνου.</p>
<h4><strong>ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΝΟΙΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (1993-2008)</p>
<p>Στην πόρτα μου φορτία πάνε κι έρχονται, ακούω<br />
τις ανάσες τους· στον χρόνο λαχανιάζω τον ασάλευτο.<br />
Και ναι, εδώ σε ένα δρόμο τόσον δα, ο κόσμος φορτώνει,<br />
ξεφορτώνει· μαζί κι εσύ ξόδι νυμφίου με τα κλειστά<br />
τα μάτια, κατά πώς σβήνω τις ελπίδες σου και<br />
συγκρατώ τον άνεμο· εκείνο<br />
το φιλί που θα μπορούσες.<br />
Σαν χίλια-μύρια νεύματα αναρριγούνε τα παράθυρα<br />
καθώς κοιμούνται οι ήλιοι· ο έναστρος αφή μεσημεριού.<br />
Κι η ώρα φανερώνεται απελπισία στους εμπρησμούς,<br />
κραυγή σ’ ενύπνιο καβάλα.<br />
Ότι ο Ντιέγκο ντε λα Ριβέρα άπλωνε ασπροσέντονα<br />
μ’ αφέλεια τόση όταν η Φρίντα Κάλο έκοβε τις φλέβες της<br />
κι έπινε μέλλον μέλλοντος, το αίμα της φτύνοντας στον<br />
καθρέφτη μου· κι αν ήξερε, κι αν δεν ήξερε,<br />
νογούσε από πόνο.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΗΜΙΣΥ TOΥ ΔΕΙΝΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">του Παύλου Φύσσα (1979-2013)</p>
<p>Οι γκρίζοι ακάλυπτοι του έπους ίχνος, χώρος κιβούρι<br />
ορθάνοικτο, τσόφλια από ασχήμιες που διέρρευσαν<br />
τα μάτια εξηράνθησαν ως ώχρες.<br />
Τα σωθικά του κόσμου έχουν συληθεί, έφτασαν<br />
ασώματο της σκόνης, καθώς η άλυσος με τις προσόψεις<br />
γίνεται σκαλοπάτια απότομα. Τσακίζονται τα ηλιοστάσια<br />
στο δρομολόγιο μιας νύχτας μέρα μεσημέρι.<br />
Ναι, στ’ αλήθεια αιμορραγούνε λέξεις διαφεύγοντας<br />
την μέγγενη της προκατασκευής, αλλά οι ώρες φτάσανε<br />
κομμάτια· στο φως η μαχαιριά.<br />
Και η απαντοχή της ιστορίας μ’ εκείνο το ειρωνικό<br />
τράβηγμα των χειλέων καθώς την ευκολία παρατηρεί,<br />
όπου χώρια το δόντι το χρυσό, χώρια το σάπιο κρέας,<br />
κι η στάχτη ξέχωρη το χώμα να πετρώνει.<br />
Κι ο στοχασμός μου; Του λόγου του αυτοθαυμάζεται<br />
πάνω σε ονείρου τον καθρέφτη· σαλός καθρέφτης·<br />
ανεύθυνο είδωλο. Η πίστη μου<br />
στις προσευχές της πνίγεται.<br />
Οδός Ιφιγένειας και Παναγή Τσαλδάρη, όπου<br />
τ’ άλλο μισό, διά νήσσοντος και τέμνοντος<br />
οργάνου, κτυπάει θανάσιμα<br />
το σπιτικό μου.</p>
<h4><strong>ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΟ</strong></h4>
<p>Η αυτοϊκανοποίηση των εξατμίσεων· οι αδερφοφάδες<br />
μέρες· αυτές η τέσσερις λέξεις κτίζουνε χρόνους<br />
με λάσπη πένθους κι αγανάκτηση· κι αν θέλω<br />
να φωνάξω με φιμώνει η εποποιία του φόβου<br />
για το χείριστο· αυτή η πληγή.<br />
Λίγο φαρμάκι επαρκεί να τρεμοσβήνει η οθόνη μου<br />
και να φτωχύνει η λεμονιά, να ρημάξουνε οι νεραντζιές,<br />
τα νυχτολούλουδα να πάρουν φως·<br />
να σβήσουν.<br />
Χωρίς αρώματα πώς να πικρίσει το γλυκό<br />
να το καλοσκαιρίσουμε κι εφέτος.<br />
Αχ, περγαμόντο μου και νεραντζάκι, για μια φορά<br />
ακόμη ας ανθίσουνε στα χείλη έρωτες ζαχαρωμένοι,<br />
μελωμένοι · αχ περγαμόντο μου και<br />
νεραντζάκι· το δροσερό νερό.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Β&#8217; 13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ TOΥ BAR</strong></h5>
<h4><strong>α’ Δευτέρα, πρώτες πρωινές.</strong></h4>
<p>Τώρα δα, μου ’ρχεται να γράψω μια αισιόδοξη<br />
ελεγεία περί κομψότητος και άλλες ευτυχίες.<br />
Όχι γιατί κάτι απ’ όλα δεν έχει συμβεί, αλλά διότι<br />
με προκαλεί η συντριβή μου καθώς μεθάμε<br />
τα δυο μας συνειδητά,<br />
χωρίς αιδώ.<br />
Βαριέμαι όμως τις φλυαρίες- την ειρωνεία τού θριάμβου<br />
εκ δεξιών· τις κριτικές τής θλίψης εξ αριστερών- κι ύστερα<br />
αντιλαμβάνομαι στη μπάρα μια ισορροπία ασθμαίνουσα<br />
με ρούχο στενό να ξεχειλίζει επιθυμίες- κινήσεις<br />
σε βυθό αιμορραγίας.<br />
Γυμνή πρόκληση στην ασάφεια του χρόνου κρεμασμένη,<br />
μάτια να ρωτούν αν θα<br />
μπορούσα απόψε να ερωτευτώ ένα σφαχτάρι.</p>
<h4><strong>ε’ Πέμπτη μεσάνυχτα.</strong></h4>
<p>Η νύχτα λαδώνει τις κλειδώσεις· οινοπνεύματα,<br />
μουσική διαπασών, να μην ακούγεται το τρίξιμο<br />
της μέρας. Κορμιά, έπιπλα, ημίφως, ot κοφτερές σκιές·<br />
γερμανικός εξπρεσιονισμός τα πίνει αντάμα με τα σωθικά<br />
της πόλης· η ερημιά μέσα στο πλήθος.<br />
0 Λόγος των Αθηνών· αποχρώσεις Διονύσιου Σολωμού·<br />
οι ανεξίτηλες έλεγαν, ακόμα και στην παραμόρφωση,<br />
των εφησυχασμών· ας γελάσω. Μια ποίηση δόξα<br />
φυλακισμένη πλέον· ρήτορες, πανεπιστήμια,<br />
ναοί, τόσα εντομοκτόνα.<br />
Δεν επαρκούν οι Εθνικοί ήρωες τώρα να ψυχανεμιστείς<br />
το μέλλον των λέξεων καθώς μετασχηματίζονται κλάδοι<br />
άυλων αρχείων και συνωμοσίες πρωτοκόλλου.<br />
Αρνούμαι να λιώσω στις οξειδώσεις μιας θεραπευτικής<br />
στέρησης· προτιμώ τη σβουνιά του τσιγάρου και της<br />
μπύρας, όπου οι πίντες μετρούν αποστάσεις εν σιγή<br />
ασυρμάτου· μοιρολόι οινοπνεύματος· έδαφος<br />
δοκιμασμένο· οι συνήθεις πλημμυροπαθείς.<br />
Η πίστη μου τώρα δα δεν είναι αιχμηρή· ποικιλία<br />
κονιάκ τη στομώνει τριάντα ευρώ οι τρεις γουλιές<br />
θανάτου. 0 θάνατος· τρεις<br />
σε μεθυσμένη θάλασσα απλωτές.</p>
<h4><strong>θ&#8217; Κυριακή βράδυ.</strong></h4>
<p>Ο ήχος των αιώνων έχει φυλακιστεί πίσω από την οθόνη,<br />
το τέταρτο μάτι· αυτήν τη γροθιά επιβολής στο μέτωπο.<br />
Και το τρίτο μάτι απόμεινε χώμα στεγνό· ένα σπήλαιο<br />
από ρίζα ξεριζωμένη, ζωγραφιά ευφάνταστης<br />
πίστης· μια ιδέα έτσι κι αλλιώς.<br />
Αλλά τώρα όλα τα γεύομαι οινοπνεύματα δίχως οίνο και<br />
πνεύμα· καθώς της μέρας επιταχύνεται η εκμετάλλευση·<br />
καθώς εξαντλείται η κίνηση, καθώς εξαντλούμαι<br />
στην αποδοχή των εντολών ευζωίας.<br />
Παγώνουν οι λέξεις αντί να φλέγονται.<br />
Και οι αριθμοί, η άβυσσος της αβύσσου, ελέγχουν<br />
την εξέλιξη· ήχοι αστραπιαίοι να<br />
συνθλίβουν τις έννοιες.<br />
Κάτι σαν σήμανση κινδύνου στις πύλες<br />
των ονείρων τρομοκρατεί τ’ όνειρο.</p>
<h4><strong>ιβ&#8217; Τρίτη ξημερώματα.</strong></h4>
<p>Ζέστη λες και η μέρα άρχισε απ’ το μεσημέρι.<br />
Η πλατεία μυρίζει μαγιά και κάτουρο. Σκουπίδι μπύρας,<br />
ξινισμένο πιττόγυρο, αποτσίγαρα και γλυκόζη κάρβουνο1<br />
μα πώς μου ’ρθε τώρα αυτό με τη γλυκόζη, καθώς<br />
παρατηρώ το κεκαυμένο στις αιχμές.<br />
Πεθύμησα μία γουλιά ρακή κι αλάτι απ’ τα χείλη σου,<br />
δίχως προστασίες, δίχως το ρούχο της υποκρισίας,<br />
βαμμένο λεμόνι κόκκινο, γλυκόξινο καυτό φιλί,<br />
και τα προσωπεία ποδοπατημένα στην άσφαλτο<br />
να βγάζουν τα σωθικά μας.<br />
Μα γράψε μου κι εσύ κάτι όμως.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Γ&#8217; ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ, ΕΧΙΝΑΔΕΣ</strong></h5>
<h4><strong>ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ</strong></h4>
<p>Το κόκκινο φεγγάρι ανεβαίνει, άνοιγμα κατευθείαν<br />
στο πάθος της αβύσσου, ώχρα, παλιόκρασο του γάμου<br />
στο εικονοστάσι της παστάδας.<br />
Φλεγόμενο φιλί της μνήμης αναστατώνει τη μοναξιά.<br />
Μία φωτογραφία, στιγμιαία στάση φωτός, ανακουφίζει<br />
την αβεβαιότητα της οπτικής.<br />
Οι ταχύτητες, οχήματα μεθυσμένα- το ένα παραπατάει<br />
πίσω απ’ τ’ άλλο. Ένας επιτυχημένος εμπρησμός κάθε<br />
μεσημέρι· φόρτωμα με νοθευμένους χρόνους- όπου<br />
οι φλεγμονές της πόλης φλέγονται- το σαράκι<br />
του οιονεί παρόντος.<br />
Ξεγλιστράς κομμάτια- από το κεκαυμένο<br />
των ήλιων, από το απομεσήμερο της κούρασης,<br />
απ’ την συγχώρεση του απόδειπνου.</p>
<h4><strong>ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ</strong></h4>
<p>Την αντέχουμε τη μέρα· γρανίτης· σύντριμμα όμως<br />
κοφτερό κι άμμος γυαλί· λεπίδι οι σκιές ματώνουνε<br />
το φως, ή λίγη στάχτη τίποτα. Και το τίποτα πνίγει<br />
την πρόταση, συνθλίβει την πορεία.<br />
Σμιλεύεται ο άνεμος στη γύμνια των φυλλοβόλων.<br />
Ήχος ρολογιού σε δυο βήματα: πένθος-ναι, πένθος-όχι·<br />
πένθος-ναι, πένθος-όχι. Όπου μοιάζουν άχνη<br />
χρόνου οι παγετώνες στα οκτάωρα.<br />
Το πεπερασμένο θα ζυμωθεί σε διαμαρτυρίες και<br />
άλλους λαβύρινθους· το πείσμα της αγωνίας μας<br />
σκαρφαλώνοντας, σκοντάφτοντας.<br />
Αλλά η πόλη ερωτεύεται τον ποιητή έστω και<br />
για ένα μονάχα λυπητερό τραγούδι· αρκεί να είναι<br />
γινόμενο των πολλαπλασιασμών της.<br />
Η πόλη· ό,τι μπορώ να ορίσω ως σμάρι συναφών<br />
ελπίδων· κι εγώ εις μάτην προσπαθώ να βρω τις λέξεις<br />
με το καλό το μέλι· να στάξω στα πικρότατα μια<br />
τόση δα ομορφιά, παρηγοριές λυγμών,<br />
γράφοντας-σβήνοντας.<br />
«…Εφούσκωνε τ’ αέρι / λευκότατα πανιά, /<br />
ωσάν το περιστέρι / που απλώνει τα φτερά…»*</p>
<p style="padding-left: 200px;">* Διονύσιος Σολωμός, «Η Ξανθούλα», περίπου στα 1820</p>
<h4><strong>ΠΟΛΕΩΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ</strong></h4>
<p>Αλλά· αλλά μονάχα οι δυο πλατείες* μεθώντας<br />
στις γητειές του μέλλοντος, θα σπρώξουν την<br />
αγωνία στο κεφάλαιο των πολλαπλασιασμών.<br />
Στις τόσες αφαιρέσεις θάρρους, άλλη μία.<br />
Γεννήτριες, κάποτε-κάποτε, ακονίζοντας θέληση,<br />
αναφλέγονται καταπρόσωπο· με βία<br />
την απόσταση φωτίζουν.<br />
Διαφορετικές διαδρομές εκτινάσσονται<br />
μύριες ανάμεσα σε δύο σημεία και τα συνδέουν<br />
ποια νοιάζεται αν θα καεί.<br />
Γιατί η επαφή στέκετ’ επάνω από το δίκιο και<br />
τ’ άδικο· γιατί η επαφή<br />
πάντα μοιράζεται.<br />
Γιατί κ’ η συντριβή βρίσκει το δίκιο και<br />
το άδικο· γιατί η συντριβή<br />
συχνότατα μοιράζεται.</p>
<p style="padding-left: 200px;">* Πλατείες Συντάγματος και Ομονοίας</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ (2020)</strong></h3>
<h4><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Ακούγοντας Boccherini<br />
Fandango-Castanets, YouTube</p>
<p>Κατηφορίζοντας ανεμίζει ο ελαιώνας. Οι περιέργειες<br />
του ήλιου στων φυλλωμάτων το ασημικό.<br />
Κορίτσι αναμμένη ακτίνα τρέχει κάτω απ’ τους ίσκιους.<br />
Με θαμπώνει το γέλιο του θαύματος. Άνοιγμα<br />
στο παραπέτασμα τ’ ουρανού. Λεπίδι και σχίζει την αφή<br />
από το χώμα ώς το γαλάζιο. Το γαλάζιο που<br />
ματώνει στα μαλλιά της.<br />
Η απόσταση δεν μοιάζει με εγγύτητα, η απόσταση<br />
δεν είναι αναστεναγμός· είν’ ένα σύννεφο και<br />
ψιθυρίζει τη βροχή του δυο απλωσιές προς<br />
τον ορίζοντα.<br />
Ζέφυρος κυμάτων πορφυρός κυκλοδίωκτος,<br />
ομηρικός. Καρύκευμα επιθέτων κατακαίει<br />
τη στιγμή.<br />
Στα χείλη, να χαθώ, το φως χυμός αγριεμένος.<br />
Το φως, φιλί στους ίσκιους πάει κι έρχεται·<br />
και με παλεύει αλμυρός πηλός να<br />
φτιάξει έρωτα.</p>
<h4><strong>ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h4>
<p>Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου.<br />
Εκφωνώ το πένθος για το απροστάτευτο· τόσα<br />
τραγούδια στην άκρα ταπείνωση τους.<br />
Των αγίων ο ρυθμός κρατά τη σιωπή . Ψίθυρος<br />
πλάγιος, καθώς οι νεωκόροι ξεριζώνουν στίχους<br />
για τ΄ ανθοδοχεία του Ναού.<br />
Ό, τι αντηχεί σε Προνάρθηκα και Νάρθηκα δεν είναι<br />
παρά οι έγχρωμες σκιές του μαρτυρίου. Ραφές μύριες<br />
δακρύζουν αρματωσιά την αρματωσιά.<br />
Μισοκλείνω τα μάτια, παίρνω τη θέση του κριτή.<br />
Πίσω απ΄ τα βλέφαρα οι υποθέσεις αναδεικνύουν<br />
το αληθές: μα, λόγοι ευρωτιώντες; Ναι· λόγοι<br />
ευρωτιώντες. Μια παρά φύση ελαφρότητα<br />
στις εποχές της λάσπης.<br />
Με πνίγει αυτό το κάτι που λιμνάζει,<br />
εδώ, καθέτως.<br />
Λυπάμαι τους μέγιστους ποιητές.<br />
Καλύτερα αναπαύονται<br />
οι ελάσσονες.</p>
<p style="padding-left: 200px;">21 Αυγούστου 2018</p>
<h4><strong>Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΕΔΑΦΟΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Πρέσπες – Κυριακή 17 Ιουνίου 2018.<br />
Ακούγοντας Πετρολούκα Χαλκιά και<br />
Μοιρολόγι με γυρίσματα» – YouTube</p>
<p>Όλοι οι καιροί είναι στο τραπέζι. Κάθε συνάφεια μοιάζει πολύτιμη,<br />
καθώς με κτυπούν αστραπές και προβλέψεις.<br />
Τα λόγια μια αγωνία. Βαρύσκιωτο μέλλον σκεπάζει<br />
την γνώση μου.<br />
Η γνώση μου, σαν πως την λάτρεψα ως εμμονή<br />
ανέφικτου έρωτα. Ζηλωτής και σαλός, την αμαρτία μου<br />
εγώ γιγνώσκω. Κύριε βοήθα, ψιθυρίζω, κατά πως ανασταίνει<br />
την επίκληση «ΚΕ ΒΟΪΘΙ» ο συναξαριστής* εκείνος·<br />
της Καππαδοκίας.<br />
Στο σύνορο, με φόβο σμιλεύεται η αποδοχή. Βοήθα, θα με<br />
παρακαλούσα, ελπίζοντας να με στηρίξει ο ελάσσων θεός εντός μου.<br />
Έξω οι μέγιστοι Θεοί τραβούν τον δρόμο τους.<br />
Θα επιπλεύσουν, θα θριαμβεύσουν, θα φροντίσουν<br />
την διαδοχή τους σε υλικό και άυλο κόσμο.<br />
Το σώμα της Ιστορίας δεν νοιώθει πόνο κι εγώ την ανάγκη<br />
πρέπει να προφταίνω με απώλειες.<br />
Φορτίο οδύνης με γεννά, με τρέφει.<br />
Κι αν κυλήσω τη μυλόπετρα, το καταφύγιο μου θε να<br />
πάρει φως και να καεί. Το φως, σαν τον εχθρό εισβάλει<br />
στους φόβους που με προστατεύουν.<br />
Κατά την ταπεινότητά σου «Κ(ΥΡΙ)Ε ΒΟΪΘΙ», καθώς<br />
ενδύομαι απεκδυόμενος, θα ψιθυρίζω.<br />
Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι<br />
με την συντριβή.</p>
<p>*Γιώργος Σεφέρης. «Τρεις μέρες στα Μοναστήρια της Καππαδοκίας»</p>
<h4><strong>ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΑΟΡΑΤΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ</strong></h4>
<p>Η στεριά μου κατεβάζει τις μπόρες της με χείμαρρους,<br />
όταν έχει καιρούς δηλαδή, για να πούμε όλη την αλήθεια,<br />
το λάθος και το ψέμα να ποτίσουμε.<br />
Κι ύστερα η ερυθρόμορφη καρποφορία των δρυμών και<br />
το κόκκινο κρασί των πεδίων, αιμορραγούν στη θάλασσα ·<br />
αυτόν τον αντιγραφέα τ’ ουρανού· κάποτε κάποτε<br />
ορμώμενου από τη λογική της άλμης.<br />
Και τότε, ναι τότε μόνο, τα χέρια σου, τα χέρια μου, καθώς<br />
βυθίζονται στην απεραντοσύνη της δίψας, η ζωή πατά<br />
με επίγνωση τα πόδια της στη γη.<br />
Αδελφοί εν fb, συνοδοιπόροι μου στο άυλο, βαδίζω<br />
και τ’ ομολογώ: πλούσιος ειμί της έκπτωσης<br />
στην εποχή.</p>
<h4><strong>ΕΠΙ ΕΤΕΡΟΦΩΤΟΥ </strong><strong>ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ</strong></h4>
<p>Ο ουρανός ήρθε κι αγκάλιασε την προκυμαία.<br />
Άβυσσος ηπείρων ο κόλπος. Ίσκιοι λιόδεντρων ενώπιον<br />
καθέτου βιομηχανίας. Aluminium, το 13ο στοιχειό.<br />
Με διπλωμένα τα πανιά μύρια ηφαίστεια λάμνουν.<br />
Γυαλίζει το λίπος του καιρού στην κόμη των κυμάτων.<br />
Σε ρυθμούς αγωνίας οι καταφυγές μας.<br />
Έξω μυρίζει· φόβο μυρίζει ανέγνωρο, δίκια για άδικα.<br />
Η εξέλιξη αδιαφορεί για το λεπίδι<br />
της αναγκαιότητάς της.</p>
<h4><strong>ΕΞΙΣΩΣΗ ΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ</strong></h4>
<p>Στον τοίχο ζωντανεύουν εικόνες τού ευσεβέστατου<br />
αδελφού ημών Ιερωνύμου Μπος, μέλους τής Αδελφότητος<br />
τής Παναγίας των θαυμάτων. Σινδόνα θεάτρου σκιών,<br />
τσιγάρα, καιόμενη παραφίνη. Της κόλασης το καπνισμένο<br />
λάδι· ιδρώς στο νάρθηκα των παμμεγίστων Ταξιαρχών<br />
εν Μηλέα Πηλίου. Πληρώματα να καταγίνονται<br />
με την καύση τους.<br />
Η ορφάνια τής καταστροφής διαθέτει πλέον ορολογία.<br />
Τάγματα πολεμιστών να εκτρέφονται στους χειρισμούς,<br />
και στρατιές μαρτύρων χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα.<br />
Το τυπικό τής Εδέμ κατανοεί τα πάντα ως συμφέρουσα<br />
επένδυση κόλασης. Το δίκαιο της αρχαιότητας στον<br />
διασκελισμό του μέλλοντος.<br />
Εμπρηστές και ασυνόδευτα τοπία ορίζουν<br />
τη μέρα μου.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΗΔΕΝ</strong></h4>
<p>Ευρεσιτεχνίες αστραπιαίου διανύσματος με<br />
υποχρεώνουν σε συστροφές επιτόπου.<br />
Περιορίζοντας το θαύμα της απόστασης συνθλίβομαι<br />
καταπάνω στην ανάγκη.<br />
Η Άσφαλτος είναι το δίκτυο καύσης όπου η αφθονία<br />
καίγεται τα μεσημέρια. Ένα καμένο η αφθονία<br />
τίποτα μυρίζει.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ</strong></h4>
<p>Το γνωρίζω αγαπητέ φίλε πως μοιάζω με σπιτικό<br />
κατάκλειστο κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.<br />
Φήμες τοξικών εκπαιδεύσεων μ’ έχουν αλώσει.<br />
Υποψίες δολιοφθοράς σχίζουν τα πρόσωπα<br />
της νύχτας μου.<br />
Κάτω απ’ τα πόδια νοιώθω αστραπιαίο ένα έδαφος<br />
κι εγώ συνθλίβομαι στην ακινησία. Αν τολμούσα<br />
ν’ ακονίσω το κέρατο, την ουρά να εξοπλίσω,<br />
αλλά κατασβήνομαι στην αναπόφευκτη<br />
εξέλιξη.<br />
Με συγκρατεί και η πρόσοδος των επιχώσεων.<br />
Ναι αυτό το σημείο της προόδου επιβάλλεται<br />
προσώρας, όπου των οριζόντων το ουσιώδες<br />
ανάμεσα ασφυκτιά.</p>
<h4><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΜΕΡΑΣ</strong></h4>
<p>Στου κάτω κόσμου τη σιωπή δεν ξέρω πια τι<br />
ν’ απαντήσω. Όμως η εξόντωση ορίζει την αδίστακτη<br />
παρειά του θριάμβου. Κάθε θριάμβου. Όμως το<br />
γελοίο στιγματίζει την άλλη παρειά<br />
του θριάμβου· κάθε θριάμβου.<br />
Τι οφείλει να πράξει το μέλλον, δεν διευκολύνει τα<br />
πρωινά μου. Νοιώθω μονάχα πως εγώ θα πρέπει να είμαι<br />
η αδύναμη πλευρά του θεού, κι όχι το υπεράνθρωπο<br />
στίγμα του. Πως, μου πρέπει να είμαι ανθοδοχείο<br />
ελπίδων κι όχι ένα ακόνι ιδεών.<br />
Αλλά κι οι εχθροί μου είχαν ημίθεους κατά το μαρτύριο,<br />
τη θυσία· κι ο σεβασμός μου για του λόγου τους,<br />
θε να ’ναι το λαδάκι στο αληθές.<br />
Το ξέρω, η άφεση βρίσκεται πάντοτε στο μέλλον.<br />
Πριν απ’ το μέλλον δεν υπάρχει χρόνος<br />
για τόσα λόγια.</p>
<h4><strong>ΟΔΟΣ ΧΑΡΗΤΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">του Νίκου Π. Χατζημιχάλη</p>
<p>Με την αθανασία στον λαβύρινθο φωταγωγημένη.<br />
Άυλος όγκος πόλεως. Με βασανίζουν αρχαία ίχνη.<br />
Τα φρεσκοασβεστωμένα ρείθρα και οι καλημέρες<br />
του ταχυδρόμου στα θυρωρεία.<br />
Στο παράθυρο οι δεσποσύνες Βυζαντίου, βόμβος<br />
μέλισσας. Δίπλα τους ο Νίκος Π. Χατζημιχάλης,<br />
των Αθηνών ευπατρίδης διασωθείς ενός εμφύλιου,<br />
έκτοτε υπό επιτήρηση. Κι ο Γιώργος Σεφέρης,<br />
οι Αλέξανδροι Αργυρίου και Ξύδης, η Αμαλία Φλέμινγκ,<br />
ο Γιάννης Μόραλης,ο Χρηστός Λαμπράκης,<br />
η Βαγγελίτσα, να καμαρώνουν απέναντι τον<br />
κυρό Περικλή Βυζάντιο με την κοψιά ενός<br />
Νταλί Σαλβαδόρ.<br />
Κι ο συμπαθής γαλακτοπώλης, πληροφοριοδότης της<br />
χούντας, ό,τι εφωτίστη στα 1973. Κι ο μύωψ γιος των<br />
απέναντι, εισοδιστής της Ασφάλειας, όπως στα 1993<br />
απεκαλύφθη λόγω αδυναμιών μιας Δημοκρατίας.<br />
Συρίγγια να υπονομεύουν τον καλλωπισμό<br />
της άλλης μέρας στα 2017.</p>
<p>Των Αθηνών το αστραπιαίο της άνοιξης διαπερνά<br />
τις συμπληγάδες μιας πλάνης με χάρη.</p>
<p>Κατά τα έτη 1970-2017</p>
<h4><strong>ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ, Β’</strong></h4>
<p>Το κλειστό γυμναστήριο στις παρυφές<br />
της κωμόπολης. Ημιτελές<br />
σώμα από ελάσματα εγκατάλειψης να τα<br />
λέει με τους μαΐστρους. Τσόφλι ή ναυάγιο<br />
αστρόπλοιου<br />
στη θάλασσα του ελαιώνα. Το μοιρολόι της λαμαρίνας.<br />
Βαρύτητα στη φωτιά του μεσημεριού. Ένδυμα των<br />
λυγμών, μεταφράζω.<br />
Τον χειμώνα εδώ μαντρώνουν τα ερίφια και τους αμνούς<br />
της παρακείμενης ψησταριάς. Παράνομα, σφαγείο και<br />
ποιμνιοστάσιο. Και η ψησταριά ένα κρησφύγετο<br />
πιστών. Υπόσταση<br />
βυθού πέρα απ’ την επιφάνεια των ωραρίων<br />
και των ελέγχων· των ευθυνών. Όπου το ανικανοποίητο<br />
του οκταώρου σβήνει στην μαινόμενη αντήχηση των μεγαφώνων.<br />
Ορυμαγδός να ξορκίζει την ισοπέδωση<br />
της μέρας, μεταφράζω.<br />
Για το ημιτελές του θέματος τώρα, το έργο είναι<br />
ανοιχτό, λέμε. Ρωγμή στο σώμα των χειρισμών<br />
αναίδειας, μεταφράζω.</p>
<h4><strong>ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ, Γ’</strong></h4>
<p>Στην κορφή του λόφου κατασκευάσθηκε λιμνοδεξαμενή.<br />
Θ’ ανέβαζαν τα νερά εκεί από τον σταθμό αφαλάτωσης<br />
στην παραλία- δίδυμο έργο. Θα πότιζαν πόλη κι ελαιώνα<br />
στις πλαγιές. Τα πάντα έγιναν- το δίκτυο, το φοβερό αντλιοστάσιο,<br />
οι εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.<br />
Αλλά το μέλλον έμεινε λόγια. Τίποτε δεν λειτούργησε.<br />
Ρίζες πλημμύρισαν τις σωληνώσεις. Χίλιες λευκές<br />
γραμμές, το σάλιο εξατμίζεται στα χείλη της λίμνης-<br />
ξεφεύγουν οι μπόρες- η χάραξη δεν έγινε ποτέ<br />
ικανά αναχώματα. Τα γιατί και τα υπόλοιπα<br />
τα ήπιε ο ήλιος.</p>
<h4><strong>ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">της Σοφίας X. X.</p>
<p>Η αθανασία διαβάζεται εύκολα με ζωή. Σημάνσεις·<br />
υποδηλώνω με ίχνη τη διάρκεια της απώλειας.<br />
Το λιωμένο μελισσοκέρι, οι κηλίδες από λάδι, τα σπίρτα<br />
που έχουν υγρανθεί, οι ανθοδέσμες από ταριχευμένα<br />
λουλούδια.<br />
Εικόνα πάει καλπάζοντας, σβήνει καλπάζοντας.<br />
Μόλις σχόλασε<br />
η δεξίωση· οι φίλοι σκορπίζουν. Μόλις έλυσε<br />
ο άνεμος τον αποχαιρετισμό, τον πήρε πέρα.<br />
Μια ηχώ απομακρύνεται τρελαμένη από τη φλυαρία<br />
του πένθους.<br />
Άλλαξε ο καιρός· σπεύδει μ’ ενέδρες.<br />
Θα συνεχίζουμε δρομολόγια, κάποτε-κάποτε<br />
ανυπόφορα, πλάι στο οριστικό.</p>
<p>Ακούγοντας Marin Marais<br />
«Sonnerie de Sainte Genevieve<br />
du Mont de Paris», YouTube.</p>
<h4><strong>ΠΕΡΙ ΒΕΓΓΑΛΙΚΩΝ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">στην Ζέφη Δαράκη</p>
<p>Ουρανός ισχύος. Άνεμοι γονατίζουν στους θάμνους.<br />
Οδόσημα σταυρώσεων και ρυθμός βοής. Χείμαρροι,<br />
χείμαρροι, ξηρασία πάλλουσα η αφή· μοιρολόι στις<br />
σχισμές. Στεριά σε σύνθλιψη, ένα νησί το χώμα-<br />
επάλληλη αλυκή.<br />
Και να, καλλιεργητές διαύγειας νοστιμεύουν τη σκοτεινή<br />
ύλη της ζωής, αποχρωματίζουν τη βαρύτητα του θανάτου,<br />
προετοιμάζουν ευκαιρίες. Συνθήκες προωθούν, ότι δήθεν<br />
μια ισορροπία αλώβητη συμβαίνει.<br />
Κι έτσι, με τέτοιες μηχανές συνέχεια μιας επιστήμης<br />
νομίζουν πως η απεραντοσύνη συνθλίβεται. Αλλά δύσκολο<br />
να κρατηθεί το τραγικό σε τάξη, να ντυθούν όλα με<br />
διευκολύνσεις έκφρασης.<br />
Και πώς δηλαδή θα πενθήσω ένα παρόν που τυφλώνει<br />
μέλλον· και πώς θ’ αντέξω τα μάτια της μοναξιάς<br />
καταπάνω, και πώς ν’ αποκρύψω τον στεναγμό<br />
από πληγή βαθιά αν δεν αφαιρέσω.</p>
<p>Και η ποίηση; Α, η ποίηση· ξεδιψώντας εκεί στο<br />
ανείπωτο, κρατάει γερά εδώ στο ελλειπτικό.<br />
Καθώς οι συμβολισμοί αναδίνουν οδύνη, σε γνωρίζω<br />
από τις λέξεις των αρωμάτων σιωπή προς σιωπή.</p>
<h4><strong>ΣΥΝΘΗΚΗ III</strong></h4>
<p>Τώρα δα προσβλέπουμε στον δεκαπενταύγουστο·<br />
όπως ελπίζαμε στην πεντηκοστή.<br />
Ναι, κάθε εποχή έχει τις χάρες της, αλλά πάντα<br />
μερικές αξίες πίσω.<br />
Όπως στις Παναγιές της άσπρης θάλασσας·<br />
θα προσευχόμαστε υπέρ του απόρθητου<br />
μετά την αναγκαία έκπτωση.</p>
<h4><strong>Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ</strong></h4>
<p style="padding-left: 280px;">του Γ. Ίκαρου Μ.</p>
<p>Και η αλήθεια;<br />
Η αλήθεια κάποτε κάποτε διαθέτει στιλπνότητα<br />
αριθμών και άνοιγμα εκτόνωσης στις παύσεις.<br />
Τέτοιος διάλογος κατίσχυσε τον χρόνο.<br />
Όπως τ΄ αρχαία τηλεγραφήματα· σε κάθε στοπ<br />
ξέφευγε, εν οικονομία, ελπίδα και σιωπή ορυκτού·<br />
μάρμαρο ελληνικό.<br />
Όπως τα βασιλικά πλάι στους άγιους· γλυκαίνουν<br />
τη λέξη «Μαρτύριο»· το μυθιστόρημα «Θυσία».<br />
Ότι κατανοώ, πως δεν έχω μονάχα την ευθύνη<br />
για έναν παράδεισο, αλλά κυρίως γι αυτό που<br />
τον ακολουθεί· την κόλαση.<br />
Μια μοιρασιά με χρέωσαν: μάτι κεντρί να<br />
με ξυπνούν οι συντριβές μου· αλλιώς<br />
με φέρνουν βόλτα οι μονόλογοι.</p>
<p>Αύγουστος 2018</p>
<h4><strong>ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">του Λεύκιου Ζαφειρίου<br />
(Μια ανεπίδοτη επιστολή – 25η Μαρτίου 2019)</p>
<p>Θηρευτές στις στέγες με αγκίστρι και δόλωμα.<br />
Με περιστέρια φθισικά χορταίνουμε κι επιχρωματισμένες<br />
λέξεις μέχρι εγκλήματος· αρωματίζοντας με μια πρέζα<br />
ρίγανη τ΄ αλάτι, την κληματόβεργα, την αγριελιά, τον<br />
σπερματοφόρο καρπό του πεύκου. Νόστιμη στάχτη.<br />
Εκ των αρίστων τεχνίτες εμπρησμού κάτι σαν<br />
υπερβολή αποξήρανσης.<br />
Αλλά έτσι κι αλλιώς ο ουρανός μοιάζει στον καθρέφτη μας.<br />
Σχήματα από αισθήσεις ψευδάργυρου, κοινή λαμαρίνα·<br />
τσίγκος· φλούδες πολύτιμες κατά την έκπτωση.<br />
Το φυλλοβόλο μηδέν της φλυαρίας.<br />
Αλλά στην καστανιά, και στον χαλκό, και στην κοψιά<br />
του χάλυβα, τώρα ηγείται το αλουμίνιο. Αυτό το μπάσταρδο<br />
της ηλεκτρόλυσης· ένα λοφίο αφρισμένου ψευδοσίδηρου<br />
η κυματαγωγή του. Και των υδάτων η κατάκλιση<br />
χείμαρροι που φτάνουν στάσιμα νερά με<br />
χείλη βάλτου.<br />
Χειρόγραφα, πληκτρολόγια, μνήμες, δημοσκοπήσεις,<br />
εκείνη η «Γλυκεία ελπίς»* και τ΄ ολοκαύτωμα φιλοπατρίας,<br />
όλα ξέφτια είναι μιας ύφανσης, αυτή η ανίατη<br />
φθορά του ήθους.<br />
Κι άσε εμάς το συγγενολόι, καβάλα στο μολύβδινο κιβούρι<br />
να καμαρώνουμε την ανακομιδή του κλέους.<br />
Αλλά να ξέρεις τούτο: πως και του λόγου μου κάθε<br />
ξημέρωμα δεν έχω που να την κρύψω<br />
τη σιωπή μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΛΕΩΝ (2016)</strong></h3>
<h4><strong>ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΑΛΑΤΙ</strong></h4>
<p style="padding-left: 280px;">της Ε.Ρ.</p>
<p>Τα ίχνη του μέλλοντος μοιάζουν με βόλτες κοριτσιών. Τα<br />
κορίτσια· τα κυκλώνει η άγνοια μιας γενναιότητας. Δεσμοί<br />
ομφαλών και βάρδιες πένθους.<br />
Καθώς ο απογευματινός περίπατος ανεμίζει στην προκυμαία,<br />
πλαγίως συντρίβεται το κύρος της ακινησίας. Κατατομές<br />
με την αδρότητα σιδήρου τα γέλια των κοριτσιών.</p>
<p>«Μικρό καφέ», προκυμαία Αντίκυρας, 2015</p>
<h4><strong>ΣΥΜΒΑΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ</strong></h4>
<p>Το μαξιλάρι, ιδρωμένη γη. Η απλωσιά του ήλιου ένα<br />
θρόισμα φωτιάς. Το πρόσωπο της εικόνας είναι ιστίο μνήμης<br />
με καύσιμο την άρνηση θανάτου. Παράθυρο ν’ ανεμίζει η<br />
αθανασία το λινό της στην πλατεία.<br />
Και σύννεφα υδρατμών, καθώς ανακουφίζουν ένα παγιδευμένο<br />
φιλί στο χθεσινό λαχάνιασμα. Χείλη που λιώνουν στο<br />
χώμα· πλημμύρα σιγής. Ανεπαίσθητη αφή, κατά πληροφορίες<br />
ξεχασμένη. Και, ναι, λάθος μεγάλο· πρόκειται για δεντροστοιχία,<br />
ό,τι καταλήγει πείσμα σημείου στον ορίζοντα.<br />
Κατάστηθα στον χειμώνα καρφώνει η άνοιξη τους αιφνιδιασμούς<br />
της. Εμμονή δυτικά του πρωινού τα βοτάνια των<br />
λέξεων</p>
<h4><strong>ΠΕΔΙΟ ΕΚΠΤΩΣΗΣ</strong></h4>
<p>Η επαλληλία του βάθους αντιμετωπίζεται σαν πτώση. Η<br />
προοπτική θεωρείται εγκατάλειψη θέσης· ο μετασχηματισμός<br />
αποσιωπάται· η αποδοχή του αναγκαίου προκαλεί<br />
υποψίες- η σωφροσύνη καταγγέλλεται επειδή συνομιλεί με<br />
το περίπλοκο· το ψευδός ακουμπά την καθαρότητα· το<br />
καθαρό σπρώχνει στην άρνηση· η άρνηση είναι το όπλο της<br />
εμμονής.<br />
Η εμμονή μου διαθέτει πρόσωπο αθώου· και δεν είναι εύκολο<br />
να διαλευκανθεί ως έγκλημα</p>
<h4><strong>ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ</strong></h4>
<p>Του Ευφράτη οι τροπές και του Τίγρη. Ο Νείλος, ο Νίγηρας,<br />
ο Δούναβης, οφιοειδείς πλημμύρες λυγμών. Οδύνη<br />
συνόρων εκβάλλει στο ενιαίο.<br />
Καλλίπυγο αγρίμι κρύβεται κάτω από την πόλη. Ο θρίαμβος<br />
της ομοβροντίας διαπερνά την οροφή του Ιλισού· ποτάμι σε<br />
κατάχωση. Κι εγώ στην άσφαλτο του δώματος βαδίζοντας.<br />
Καύσιμο γηγενές της πόλης είμαι. Και η Αθήνα μια πολιτεία<br />
με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους. Στάχτες και<br />
μαρμαρόσκονη πεντελικού στην παλάμη μου. Και γυαλί της<br />
ερήμου. Οι κόκκοι των ηπείρων σύννεφο στο μάτι κοφτερό.<br />
Εικόνισμα κατά Ματθαίον, «ο Ιησούς περιπατούν επί της<br />
θαλάσσης&#8230;», μύρια αντίγραφα σε δρομολόγια απόδρασης. Της<br />
λαλιάς μου η επένδυση του μέλλοντος. Αλλά τώρα δα δεν<br />
είναι παρά μικρές αγγελίες πολέμων καθώς εκποιούνται στην<br />
πλατεία.<br />
Οι εκατόμβες στο κατώφλι μου ορίζουν το προσωπείο μιας<br />
ευμάρειας</p>
<h4><strong>ΑΝΘΟΣ, I</strong></h4>
<p>Ξεκινήσαμε· αναδίδοντας άρωμα γιασεμιού στη χειραψία,<br />
στάζοντας μέλι από αγιόκλημα στα χείλη, νυμφίοι του<br />
καλοκαιριού. Ολονυχτίς διαύγεια νυχτολούλουδου στους<br />
δρόμους και το πρωί με ποδήλατα και μηχανάκια, λεωφορεία<br />
και φορτηγά, πεζοί· φεύγουμε.<br />
Στις παραλίες, στις παραλίες ασφυκτιά η στεριά. Στη γεύση<br />
μας το αλάτι απ’ τις θηλές της Πελοποννήσου και τις άλλες<br />
επώνυμες νεφέλες του κόλπου. Φλέβες, Υδρούσα, Ψυττάλεια·<br />
τ’ αετώματα της Αίγινας και της Σαλαμίνας, το γερακίσιο<br />
της Ύδρας, οι εκλάμψεις του Πόρου. Σκόπελοι, ναι,<br />
αλλά λοφία Ολύμπου που ’χει βυθιστεί. Και δείχνουν ήπειροι<br />
σχεδόν καθώς αναχωρούν τα πρωινά της Κυριακής με τις<br />
άλλες ελαφρότητες της σχόλης.<br />
Ότι του λόγου μας θα στεφθούμε σ’ εκείνο το μέλλον, το<br />
πλησιέστερο. Η ώρα της Δευτέρας μια νύχτα δρόμος</p>
<h4><strong>ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ, I</strong></h4>
<p>Η απεραντοσύνη μου, δυο δωμάτια επιθυμιών, ή δυο<br />
πλατείες σε ψαχνό τεθλασμένο. Πορεία των αρωμάτων.<br />
Παλίμψηστος εμπρησμός το ρούχο. Πανοπλία από πράξεις ή<br />
φτερά μιας καταιγίδας. Ασπρόρουχα να μαρτυρούν στον ήλιο<br />
και μουσκεμένα μαλλιά που ιριδίζουν.<br />
Ήρωες κάποτε, ο καθένας κατά τη θυσία του, σ’ ένα τοπίο<br />
λεωφόρου ίστανται εν σειρά. Τάξη που δεν αντιστρέφεται.<br />
Οι λέξεις, όλο κι όλο μια μεσαία συλλαβή διασωθείσα.<br />
Των ιδεών το προνόμιο κατέληξε πενία. Συνθλίβομαι στο<br />
έγκλημα του τίποτα</p>
<h4><strong>ΒΑΘΟΣ ΟΠΤΙΚΗΣ</strong></h4>
<p>Το μάτι κομματιάζει την καμπύλη σ’ ευθύγραμμα τμήματα.<br />
Σχεδόν στίγμα προς στίγμα η ανασύσταση της εικόνας.<br />
Το χέρι μου συγγράφει σύμβολα καθώς μεταφέρω. Διάλογος<br />
κυματαγωγής κι ακολουθίες θυσίας. Τι είναι η θυσία, αν δεν<br />
είναι η ίδια η αλήθεια κάθε φορά. Κινητικότητα που πρέπει<br />
να εκφραστεί δίχως ενδοιασμούς μέλλοντος, δίχως άρνηση<br />
πεπραγμένων. Νόημα ελεύθερο σαν υδροφόρο σύννεφο.<br />
Μηχανή του ανέμου</p>
<h4><strong>ΤΙΤΛΟΙ ΚΟΠΩΣΗΣ</strong></h4>
<p>Πάντα βρίσκεται βολικό έδαφος να προσγειώσεις με<br />
λογικές απώλειες το πένθος. Και λόγια, λόγια σ’ επιφυλακή·<br />
λόγια σφηκοφωλιές στο απάνεμο να λιάζονται. Τα ποιήματα<br />
όμως δεν έχουν τόπο να σταθούν.<br />
Τα ποιήματα είναι μικρές αγγελίες πίστης κατάκορφα στη<br />
στιλπνότητα των πρωινών· τις νύχτες αβασίλευτα φεγγάρια</p>
<h4><strong>ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<p>Τα πελάγη, το ένα απ’ τ’ άλλο τρεις παλάμες γύμνια ο ωκεανός<br />
τους. Πέτρες χωραφάκια στην απεραντοσύνη η στεριά.<br />
Τα ποτάμια, αναρριχήσεις μόχθου μέχρι θυσίας, μέχρι<br />
σφάλματος, μέχρι την αδικία της ξηρασίας. Κι ανάμεσα οι<br />
κοστουμαρισμένες πολιτείες. Μπαχάρι το αποξηραμένο αίμα<br />
σωματοποιεί υποθέσεις πλημμυρίδας.<br />
Τα νερά υπομένουν τη λήθη των επιχώσεων· τόπος να<br />
αποκαλυφθώ εκ νέου</p>
<h4><strong>ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ</strong></h4>
<p>Η πόλη μου, αναμονή ή ακινησία. Βυθιζόμαστε σε ανεπαρκές<br />
ήθος. Οι προσδοκίες δεν είναι παρά γεννήματα· χθόντες<br />
λέξεις. Αναψηλάφηση αντιθέσεων στο φως το σκοτεινό<br />
μιας κόλασης που ξέπεσε σύμβολο παραδείσου. Ό,τι γεννά<br />
κλίμακες υποψίας και χειμάρρους ευκαιριών. Πατήματα<br />
ανέλιξης εξαιρετικά. Όπου αναρριχώνται νεαρές ποικιλίες<br />
σ’ έδαφος εμμονής.<br />
Σχεδόν παραπλάνηση. Αγιοποίηση επιθυμιών οπωσδήποτε.<br />
Είδη να διασκεδάζουν την πίστη. Ευρεσιτεχνίες μηχανισμών.<br />
Να μετατρέπουν το απόλυτο σε γουλιές οικείου ροφήματος.<br />
Παρατηρώ το αθεμελίωτο της ελπίδας.<br />
Η πόλη μου, τέσσερα βουνά, τρεις πεδιάδες, δυο θάλασσες<br />
κι ένα σύννεφο που πατάει τον ορίζοντα. Ο χρόνος μου, βαρύς<br />
σαν καθήκον, καθώς οπισθοχωρεί ενώπιον εγκλήματος<br />
που πρέπει να διαλευκάνω απολογούμενος.<br />
Να δραπετεύσω να πάω που· δεν είμαι αποδημητικό. Κι<br />
ύστερα, με καθηλώνει το φορτίο των θυσιών</p>
<h4><strong>ΟΥΣΙΑ ΔΕΝΤΡΟΥ</strong></h4>
<p>Η πόλη χωνεύει τα δρομολόγια του παρόντος χίλιες φορές.<br />
Κι ακόμα χίλιες πάνω στις χίλιες μ’ εκείνο τον θυμό που<br />
ποντάρει η άνοιξη. Όταν τα φυλλώματα βρίσκονται στον<br />
πληθυντικό τους αριθμό. Όπου ο πληθυντικός είναι το<br />
συνώνυμο της ύπαρξης.<br />
Αυστηρή στίξη νευμάτων κατευθύνει τις μέρες. Πλήθος τα<br />
πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση<br />
μιας αθανασίας ακόμη.<br />
Συγγνώμη για τη φλυαρία, μα θηλυκές είν’ οι λέξεις και<br />
γεννάνε· και γελάνε με τα μεγέθη της μονάδας</p>
<h4><strong>ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΟΠΩΣΗΣ, I</strong></h4>
<p>Η εγγύτητα υποκρίνεται στον καθρέφτη. Τόσα εξαγόμενα<br />
υπεκφυγής, τόσες υποσχέσεις. Μάθαμε στις κατευθύνσεις<br />
μιας ακινησίας. Σχεδόν προτροπές του συγκεχυμένου.<br />
Έννοιες χαμένες στην ευκολία των συμβόλων. Σημάνσεις<br />
μύθων που έχουν οξειδωθεί θανάσιμα.<br />
Ο καθένας συντρίβεται με τις εμμονές του στην παλάμη.<br />
Ραβδοσκόποι επαίρονται πως είναι στα ίχνη του νερού. Κι εγώ<br />
τη θάλασσα αντιλαμβάνομαι σαν μέλλουσα αλυκή</p>
<h4><strong>ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΛΟΓΙΚΗΣ</strong></h4>
<p>Με δυο πλατείες παραμάσχαλα και μια εφημερίδα πρωινή<br />
ξυπνάει η πόλη. Καταμεσής η άδεντρη πορεία. όλος κι όλος<br />
των δράκων δέκα δρασκελιές ο δρόμος. Ευθύγραμμο τμήμα<br />
να εκθέτει η μέρα τα παραμύθια της.<br />
Στη μια άκρη στέκει η στιγμή, στην άλλη η ανάδυση ονείρων.<br />
Αίφνης τώρα δα &#8220;κεκτημένα&#8221; σημαίνει αρπάζω απ&#8217; την<br />
επιβίωση του σύμπαντος.<br />
Καταγράφω το τετελεσμένο καθώς προσπαθεί να με δαμάσει.<br />
Νιώθω το αποτέλεσμα να συντρίβει το ήθος των λαθών<br />
μου.<br />
Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Λένε πως οι λέξεις είναι<br />
διανύσματα πυροβολισμών. Κι αν είναι τρυφερή, δεν είναι<br />
αθώα η ποίηση.</p>
<h4><strong>ΑΤΙΤΛΟ</strong></h4>
<p>Το μελάνι μου λογαριάζεται από σόι ηρώων. Ευταξία<br />
θριάμβων η γραφή μου. Ανεξίτηλο αποτύπωμα πράξης και<br />
τάξης. Όπου κάθε συλλαβή τσακίζει τη λέξη της. Και η λέξη<br />
συντρίβει την έννοιά της.<br />
Θα γίνω κι εγώ πατέρας. Τα παιδιά μου θα τρέφονται με τα<br />
κομμάτια των παιδιών σας</p>
<h4><strong>ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<p>Τα πρόσωπα τραβούν ορίζοντες πίσω τους. Ουρά χαρταετού,<br />
φούντες μιας ισορροπίας.<br />
Στέκεται ένα βήμα πλάι απ’ τις βιτρίνες. Πάνω του<br />
αντιφεγγίζει ο βυθός. Αποβάθρα με καΐκια και αφές χιονισμένης<br />
οροσειράς· συσπειρώσεις χρωμάτων. Τοπίο που λιάζεται με<br />
σκέπη μυριάδες αντικατοπτρισμούς αλατιού.<br />
Πριν μιλήσει μου φάνηκε πως υποκλίθηκε στις τεθλασμένες<br />
εικόνες απέναντι. Ένας ίσκιος ακόμα ή ψίθυρος ακινησίας.<br />
«Όλα πια τα σχεδιάζει και τα δένει η κόρη μου. Εγώ την<br />
έμαθα. Όπως μ’ έμαθε ο πατέρας μου. Όπως κι εκείνον τον<br />
έμαθε ο πατέρας του. Τώρα προσέχω το αλάτι. Το αλάτι<br />
θαμπώνει τα κοσμήματα. Όπως θάμπωσε και η πολιτεία. Πού<br />
ακούστηκε φάρος να βυθίζεται στις πευκοβελόνες».<br />
Απομακρύνομαι· σε λίγο δεν ήμουν βέβαιος πως μίλησα μαζί<br />
του. Κάτω απ’ τα τείχη, μετά το πεύκο που θροΐζει καλύπτοντας<br />
τον φάρο, μύρισε ρετσίνι και μουσκεμένο χόρτο. Ιώδιο<br />
και άσματα ρόκας. Αργόσυρτο τραγούδι της γης δεμένο σε<br />
θαλασσινό μαΐστρο.<br />
Με καρφίτσα στο πέτο οι πολιούχοι έρωτες διόλου δεν<br />
βιάζονται</p>
<p>Γαλαξίδι, 2014</p>
<h4><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΩΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">του Γιάννη Ρίτσου</p>
<p>Έχουμε μεγάλο φόβο, μη και δοκιμαστούμε στην αφή της<br />
πέτρας. Ότι τ’ αγάλματα θα ξεφύγουν από το βάρος του<br />
ορυκτού. Θα πάρουν τον άνεμο σαν κόμη κοριτσιών. Ότι<br />
τα μάρμαρα, χνούδι τρυφερό του μέλλοντος, θ’ αρχίσουν ν’<br />
απαγγέλλουν τις σοδειές τους. Κυματαγωγή σε σιτοβολώνα<br />
λέξεων Ελπίδα δίφορη το μάτι τους.<br />
Πως ο δικός μας λόγος θα ταπεινωθεί. Πως θ’ απομείνει<br />
δίχως ήχους στο χώμα των φυλλοβόλων φύλλωμα να λιώνει.<br />
Ναι, έχουμε πάρει από φόβο και αγάλματα και αειθαλή<br />
φυλλώματα</p>
<p style="padding-left: 120px;">Με την ευκαιρία της έκδοσης της ποιητική συλλογής<br />
Υπερώον του Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, 2014</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ (2014)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ ΕΔΡΑΣΗΣ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">της Δήμητρας X. Χριστοδούλου</p>
<p>Η μέρα δύει στο φύλλωμα της πόλης. Κατακάθονται<br />
θραύσματα ποιότητας. Σκιές που αιμορραγούν, σκιές με κύρος<br />
μαρτυρίου.<br />
Η νύχτα κουβαλάει την ειλικρίνεια της βαρύτητας. Πεποίθηση<br />
έρματος. Η αστάθεια ταιριάζει στην αλήθεια του φωτός.<br />
Και στο βυθό θ’ ανακαλύψεις φλέβες ήθους και ποταμούς<br />
οδύνης. Ευρήματα ιζημάτων.</p>
<h4><strong>ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΑΠΑΝΤΟΧΗΣ</strong></h4>
<p>Τα λιόδεντρα κατεβαίνουν στην ακτή. Αυτόχθονες της<br />
ξηρός τροφής και του γλυφού νερού τα λιόδεντρα. Αλλά οι<br />
καρποί τους γεμίζουν βρέξει δε βρέξει. Του Σεπτέμβρη<br />
πείσματα. Του Σταυρού πράγματα. Δες και τα βασιλικά στο<br />
πλάι. Σήκωσαν θυμό μεγάλο και φούντωσαν. Για δυο σταγόνες<br />
φούντωσαν. Τον τόπο μου τον κυνηγάει η δίψα.</p>
<h4><strong>ΕΙΚΟΝΑ</strong></h4>
<p>Απ’ τις κορφές θα δεις πώς ετούτη η γη ισορροπεί στη<br />
θάλασσα. Λαγόνια, μασχάλες, κόρφοι και σπηλιές. Τα κύματα<br />
μοιράζονται δίκαια. Στο βάθος αγκυροβολημένος ο Μοριάς.<br />
Λόγος στέρεος.<br />
Απ’ τις κορφές θα νιώσεις πώς ετούτη η θάλασσα θηλάζει<br />
τον ουρανό. Νησιά, χερσόνησοι, σκόπελοι και πλοία. Καβάλα<br />
πάνε οι θηλές στα κύματα. Στο βάθος λικνίζεται ο Μοριάς.<br />
Ανασαιμιά του έρωτα.<br />
Η νύχτα θα φορτώσει στην αστροφεγγιά και τόπους και<br />
βαρύτητα. Τις άλλες ώρες, όταν το φως τσαλακώνει τις<br />
έννοιες, όλα βυθίζονται στη διαύγεια του πλήθους.<br />
Το ακατόρθωτο αφήνει ίχνη.</p>
<p>Διά ξηράς<br />
Ιτέα, Δεσφίνα, Αντίκυρα, Δίστομο</p>
<h4><strong>ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ III</strong></h4>
<p>Οι μέρες θα καρπίσουνε σε γαίες δίφορης ιδέας. Οι πόλεις<br />
θα εξοπλιστούν μ’ έρωτες ασύρματους. Οι ορίζοντες θα<br />
ξεγλιστρούν απ’ άστρο σ’ άστρο. Κάτι σαν δολώματ<br />
υποχρεωτικής πορείας. Εκείθε, το τρυφερό του μέλλοντος μας πάει.<br />
Κινάμε· αρκεί να ξεριζώσουμε την ελπίδα απ’ τη βολή της.</p>
<h4><strong>IMAGINE 1971-2013</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">στο ελάχιστο των αστραπών<br />
που μας τρέφουν</p>
<p>Πρωί πρωί κυριακάτικα βαλθήκατε να ξελεπιάσετε τη μνήμη<br />
μου· ήχος οξύς των επετείων. Όταν ακόμη κι οι φονιάδες<br />
ανάβουν το κεράκι τους. Όταν κάθε μάρτυρας είναι και<br />
μια ευκαιρία κέρδους. Γιατί λοιπόν να με πισωγυρίζετε πρωί<br />
και σχόλη στο δολοφονημένο μέλλον.<br />
Και τώρα στάζω οργή κι ελπίδα. Όπως τότε στην έναρξη<br />
κάποιου αύριο, ή στο τέλος του χθες, δεν υπάρχει διαφορά.<br />
Αλλά δεν κρατώ κακία. Έτσι ή αλλιώς, η άλλη μέρα έχει την<br />
ανάγκη μου για να ποτίζει τις ρίζες της.<br />
Φαντάζομαι· θενά ’στε και σεις σε κατάσταση λυγμού.</p>
<p>Ακούγοντας Τζον Λένον&#8230;</p>
<h4><strong>ΤΡΙΠΤΥΧΟ&nbsp;</strong></h4>
<p>Η νύχτα μου υποφέρει την ταραχή του ωκεανού, την εμμονή<br />
του βράχου. Η μέρα μου απαιτεί το ήθος της αγρύπνιας.<br />
Αν τα βολέψουμε και πάλι χάρη στο δίκιο του άδικου, εμένα<br />
στον Καιάδα ρίξτε με ως σώμα χωλό του μέλλοντός μας.</p>
<h4><strong>ΔΙΑΡΡΗΓΝΥΜΙ&nbsp;</strong></h4>
<p>Λυπάμαι γι&#8217; αυτό που είμαι, γι&#8217; αυτό που βλέπω. Γι&#8217; αυτό<br />
που δεν μπορώ να πράξω ή δε θέλω. Για την αλμυρά λίμνη<br />
που επιπλέω.<br />
Λυπάμαι για τη θλίψη του ποιητή· για το πώς βαραίνει το<br />
αριστερό του μάτι. Για την έπαρση του δεξιού λυπάμαι.</p>
<h4><strong>ΑΣΦΑΛΕΣ ΣΑΝ ΑΓΝΟΙΑ</strong></h4>
<p>Η εικόνα έχει ποντιστεί. Ένα αρχαίο θωρηκτό του κάρβουνου<br />
με τσιμέντο στα σπλάχνα· ίσα να επιπλέει η φήμη. Ίσα<br />
να διατηρείται στην άλμη το επίσημο ένδυμα των λέξεων.<br />
Η αξία του λόγου έχει εκπέσει. Ο ρόγχος ως ανάσα εκλαμβάνεται. Ανακάθονται σαστισμένα στο σαλόνι της ιστορίας<br />
τους τα συνθήματα.</p>
<h4><strong>ΣΤΙΓΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ&nbsp;</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">στην Π. Λ.</p>
<p>Γέρμα, πλησιάζω κατά μέτωπο. Στιγμιαία αφή χαλκού οι<br />
μολυβιές της δύσης. Το φιλί του χρόνου είναι δυο σύνορα,<br />
και τα μαλλιά γίνονται κοκκινόχωμα τ΄ ουρανού. Ξάφνου<br />
απ’ τα δένδρα πέφτει το μελάνι της νύχτας· σταγόνα-σταγόνα<br />
στο νερό, σαν σύννεφα μέσα στον άνεμο. Ερημιά τρυπώνει<br />
στα ισόγεια. Στους ορόφους διαδίδονται φήμες επιβίωσης<br />
Σε λίγο ο δρόμος θα μοιάζει σκοτωμένο αίμα. Μπαίνω<br />
στο μπαρ∙ κοιλιά κήτους. Δύτης σ΄ ένα ρυθμό από κυλιόμενο<br />
μέταλλο. Η κίνηση μοιάζει με αστραπιαίες βαρύτητες<br />
Πληρώνω το ποτό μου, κατεβαίνω στις τουαλέτες, σώζω μια<br />
κατσαρίδα αποφεύγοντας την προσέγγιση, και πυροβολώ το<br />
λεπίδι της μοναξιάς μου.</p>
<h4><strong>ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ</strong></h4>
<p>Mια θύελλα μπορεί πλέον να κατασκευαστεί. Προσφέρονται<br />
και αντισταθμιστικά οφέλη. Καλσόν νανοτεχνολογίας<br />
ν’ απολαμβάνουμε την ισότητα στην ομορφιά. Και στύση<br />
εφήβου για κάθε σκήνωμα επιβήτορα. Και στήθη κοριτσιού<br />
για κάθε μοιρολογήτρα. Και δουλεμπορικά, στόλοι, να καταπλέουν<br />
με σιγή στα εργοτάξια. Ανεγείρονται ελπίδες επί χαμένων<br />
ποταμών και ασαφούς ακτογραμμής. Όπου καλές τέχνες,<br />
εν αφθονία, επενδύουν στο αντισυμβατικό του έρωτα.<br />
Αινείται εν χορδαίς και τυμπάνοις η διαχείριση των ενόχων.<br />
Το αθώο δεν είναι παρά μια σκιά ανισότητας.</p>
<h4><strong>ΑΞΙΩΜΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ</strong></h4>
<p>Υβρίδιο είδος πετάει βλαστάρι. Χρώμα, άρωμα, γεύση,<br />
άγνωστα ολότελα. Άθροισμα μηδέν ως τώρα, ή ο ήλιος<br />
αποστειρώνει τη ζωή πριν την εκτοξεύσει. Το μέλλον είναι ήδη<br />
εδώ· στο απροκάλυπτο του παρόντος. Βρισκόμαστε σ’ έναν<br />
αστραπιαίο χώρο υπολοίπων.</p>
<h4><strong>ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΕΡΜΑΤΟΣ</strong></h4>
<p>Βρίσκεις και σχήματα κρυστάλλων. Βρίσκεις θριάμβους<br />
από αλάτι. Σταγόνες θάλασσας που εγκατέλειψαν τα κύματα.<br />
Κτερίσματα σωμάτων δίχως αγκίθες έρωτα. Χωρίς φωνή<br />
μ’ αισθήσεις καταπάνω στη φλυαρία της μέρας· κι ως τα<br />
σωθικά της ντροπής.<br />
Αλλά μετά το λόγο κατανοήθηκε η σιγή. Και μόνο ο λόγος<br />
μπορεί ν’ αντιπαλέψει την ισχύ της σιωπής.<br />
Σπρώξε με να δω αν κυλήσω μια φορά ακόμη. Σπρώξε με<br />
λοιπόν.</p>
<h4><strong>ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ</strong></h4>
<p>Οι Έλληνες μας έλειπαν τέτοια εποχή. Δεν πάει άλλο, μας<br />
ρήμαξαν οι ήρωες με την ασύμφορη λατρεία τους. Πού<br />
ακούστηκε το χαμένο να ορίζει τη ζωή.<br />
Α, εμείς δεν κουβαλάμε των ημίθεων την εμμονή για την<br />
αθανασία.<br />
Εμείς καμάρι το ‘χουμε: μες στη φθορά εφτιάξαμε το βιος<br />
μας.</p>
<h4><strong>ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ</strong></h4>
<p>Γύρω τους στριφογυρίζει σμάρι σφήκες η πολιτεία. Τύχη<br />
αγαθή να καταλήξεις ανδριάντας. Έστω κι έτσι, ανάμεσα σε<br />
πολυθρόνες μοβ-ροζέ, σε κιβώτια αεριούχων και αλκοολούχων,<br />
στην ασφυξία των νάιλον αφανής.<br />
Και σπρώχνουν οι σταθμεύσεις, τα τραπεζοκαθίσματα, η<br />
κνίσα και η αδημονία των ορθίων. Τόσες αποχρώσεις σε<br />
σκιές σκοτωμένου αίματος κάτω από φοίνικες και πλατάνια.<br />
Τόση έπαρση, τόση φλυαρία.<br />
Αλλά οι ήρωες έχουν διαπλεύσει πεδία μαχών για ν’ αράξουν<br />
εδώ, και τι να τους φοβίσουν τα φιλήσυχα στίφη του<br />
Σαββατοκύριακου. Και επιβιώνουν πλέον σαν ορειχάλκινα<br />
στοιχεία διακόσμησης ενός μπαρ ονόματι «Σαλούν της<br />
ακτής», ή «Σαλούν της όχθης».<br />
Πεζόδρομοι ελληνικοί. Εικόνες από μια συντριβή εν ειρήνη.</p>
<h4><strong>ΣΤΟΧΟΣ</strong></h4>
<p>Έως ότου φούντες λεμονανθών σβήσουν τη βοή της τελευταίας<br />
εκατόμβης χρειαζόμαστε τα βοτάνια των καρποφόρων,<br />
χρειαζόμαστε τις μυστικές διαδρομές του νερού. Τις<br />
υποδείξεις της γης χρειαζόμαστε.<br />
Να ρωτήσουμε φυλλώματα και ρίζες για το καθήκον της<br />
επιβίωσης. Να ρωτήσουμε πηγές για τη διαύγεια του ήθους.<br />
Εκεί, βαθιά στον ψίθυρο του μάγματος, στο δίκιο του θανάτου,<br />
τα τραύματα απ’ τους ήλιους και τη σκουριά της ξηρασίας<br />
να εξετάσουμε. Σαν πού βρίσκει τη δύναμη κι ακούγεται<br />
το τραγούδι της κίνησης.</p>
<h4><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΟΟΙΜΙΟ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">της Έρης Ρίτσου</p>
<p>Και με τούτα, είπε, ας χωνέψουμε την ανάγκη πως κάθε<br />
φορά, από φυλλοβόλο χειμώνα ορμώμενοι, κρατάμε θέση<br />
για την άνοιξη.<br />
Πως κάθε άνοιξη απαιτεί τον δικό της χειμώνα. Ότι κι<br />
ετούτος ο χειμώνας κρατάει όλο το σεβασμό μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΒΥΘΟΥ 2014</strong></h3>
<h4><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΜΟΥ</strong></h4>
<p>Φούντες και φούντες τα λιόδεντρα,<br />
τα κυπαρίσσια<br />
Ως τους αστράγαλους λυγάει το μελτέμι<br />
Εδώ από φεγγάρι σε φεγγάρι κρατάει ο καιρός.<br />
Βάζουμε πλώρη γι’ ανοιχτά<br />
Βοριάδες· λοφία ιωδίου νύχτα-μέρα<br />
Αυτό το καλοκαίρι με αγκαλιάζει θάλασσα<br />
Κι από την πρύμνη, μια πρέζα θυμαριού<br />
μεθάει τους δισταγμούς της πλώρης.<br />
Κύματα έχουν το πρόσταγμα στη χαίτη<br />
των μαλλιών της<br />
Το πέλαγος του σώματος<br />
στα μάτια της</p>
<h4><strong>ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΘΝΟΣ</strong></h4>
<p>Τινάζουν τη νύχτα απ&#8217; τα μαλλιά τους<br />
Τακτοποιούν τα στρωσίδια· μισή κουβέρτα<br />
επάνω, μισή κουβέρτα κάτω<br />
Τώρα διπλώνουν τη στρωμνή· παρειές<br />
από χαρτόνια συσκευασίας<br />
Κι ύστερα αφήνουν την πλατεία· ξεχύνονται<br />
στους δρόμους<br />
Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις<br />
του κόσμου<br />
Και παραμάσχαλα το προσκεφάλι· μια<br />
αλλαξιά ηπείρους στη<br />
νάιλον σακούλα</p>
<h4><strong>ΧΗΜΕΙΑ ΤΟΠΙΟΥ</strong></h4>
<p>Το κουστούμι των κυπαρισσιών πάει<br />
με τη γύμνια της ακακίας<br />
Πισωπατούνε σβηστά εργοστάσια, κλειστά<br />
σπίτια, όροφοι ημιτελείς, και ταρσανάδες οπού<br />
κατεδαφίζουμε τα ξύλινα τείχη μας<br />
Εικόνες μιας επένδυσης<br />
Λες και όλα υπέκυψαν σε μια<br />
λατρεία καταστροφής<br />
Κρίμας τις αλήθειες<br />
που πέρασαν</p>
<h4><strong>ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΠΙΟΥ</strong></h4>
<p>Θα απαντηθούν οι απορίες, αλλά χωρίς<br />
δάνεια από ερμηνευτικές διατάξεις<br />
Δίχως παραμυθίες και συνταγές,<br />
δίχως επικλήσεις θαυμάτων.<br />
Ότι η ελπίδα γεννιέται,<br />
δεν ανασύρεται</p>
<h4><strong>ΑΓΟΣ ΠΟΛΕΩΣ I</strong></h4>
<p>Με θάνατο πέφτουνε τις Κυριακές, με θάνατο<br />
ξυπνάνε τις Δευτέρες<br />
Χρόνια τώρα στην αλήθεια αμάθητοι<br />
Μα περσότερο οργίζονται γιατί γνωρίζουν<br />
πια πως τους προδώσαν οι επιστήμες<br />
κι όχι η άγνοια</p>
<h4><strong>ΑΓΟΣ ΠΟΛΕΩΣ II</strong></h4>
<p>Τα κοπάδια των υπαλλήλων μηρυκάζουν<br />
Η μειονότητα των εργατών εξαντλείται<br />
στις ημερήσιες διατάξεις<br />
Διπλοκουμπώνονται οι αγρότες από πέρα<br />
Κι ένας ορίζοντας, καθώς εγκαταλείπεται<br />
στον κόλπο, με τα θαλασσοπούλια<br />
να αργοπλέουν<br />
Σιγή θόλου και μάτι παντοκράτορα<br />
Ωραία εικόνα Τάξης θα πεις<br />
Μα πρόκειται για μια επιδρομή άπνοιας<br />
και την προδίδουν καταρχήν<br />
οι ενσαρκώσεις της<br />
Επαφίεται ολόισια στον ουρανό<br />
η τελευταία υψικάμινος</p>
<h4><strong>ΕΝΑΠΟΘΕΣΗ ΟΞΕΙΔΩΣΕΩΝ</strong></h4>
<p>Το ξέρουμε πως η εικόνα, όπως έχει<br />
ποδίσει ένθεν και ένθεν των ρυμοτομικών<br />
γραμμών, έγινε αναγκαίο έρμα<br />
Μη και φτερουγίσουν<br />
οι δρόμοι</p>
<h4><strong>ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ</strong></h4>
<p>Η ψυχή μας έχει κάτσει πλάτη με τη θάλασσα<br />
Ο ουρανός είναι πολλαπλάσιο<br />
πρώην αθροισμάτων<br />
Κι ο χώρος μας, ένας δρυμός από δωμάτια,<br />
όπου ακόμη και η οδύνη χάνει<br />
τις αιτίες της</p>
<h4><strong>ΕΙΔΟΣ ΑΝΤΙΣΤΙΞΗΣ</strong></h4>
<p>Χτίζουν την ευκαιρία τους<br />
διαλέγουν τις λέξεις<br />
Έχουν τις λέξεις μιλάνε για τις απώλειες<br />
Ορίζουν τις απώλειες, επισημοποιούν<br />
την απειλή<br />
Η απειλή διαπραγματεύεται τις<br />
απαιτήσεις της.<br />
Κατά βάθος ο βιασμός δεν είναι<br />
παρά ζήτημα επιβολής<br />
διαλόγου</p>
<h4><strong>METROPOLIS</strong></h4>
<p>Φλεγμονές από παλιές αιτίες<br />
και μελλόνυμφες πληγές μάς ορίζουν<br />
Αναδίδεται λιβάνι δόγματος,<br />
αιτιάσεις κέρδους, άρνηση ευθύνης<br />
Ίζημα ενοχής οπωσδήποτε, όπου<br />
η σήμανση κινδύνου δεν είναι<br />
παρά μια ακόμη προτροπή<br />
για ελιγμούς</p>
<h4><strong>ΥΠΕΡΒΑΣΗ</strong></h4>
<p>Μνήμη σκούντα με<br />
Σκούντα με θάλασσα να γίνω έμβολο<br />
Ράμφος να γίνω στην κορφή του κύματος από<br />
βελανιδιά, από χαλκό, από άνεμο<br />
Κάμα του αφρού να γίνω, άγριο αλάτι<br />
Να γδάρω τη δηλητηριώδη επιφάνεια<br />
ο βυθός να ελαφρύνει</p>
<h4><strong>ΠΕΝΙΧΡΟ ΤΟΠΙΟ</strong></h4>
<p>Στη μεγάλη πλατεία εκβάλλουν χείμαρροι<br />
Παραστέκουν όνειρα κι ελπίδες,<br />
ευχές κι εφιάλτες<br />
Και η επανάληψη βεβαίως, με την αναίδεια<br />
της μονιμότητας να προηγείται ή να έπεται<br />
Σαν καθημερνή ήττα η ξεθυμασμένη<br />
νίκη είναι η επανάληψη<br />
Διερχόμαστε με τακτικά δρομολόγια τη<br />
μεσημβρία προς κάποιο θαύμα ίσως<br />
Σχεδόν επαιτώντας από<br />
τον ορίζοντα</p>
<h4><strong>ΤΑΧΥ ΠΕΝΘΟΣ</strong></h4>
<p>Η μέρα βυθίζεται στο σκοτάδι-<br />
δεν σβήνει- δεν μπορεί να σβήσει.<br />
Έρμα φωτός το ίζημα- κι ό,τι απομένει<br />
ελλοχεύει νύχι στα στρωσίδια, και<br />
στην άσφαλτο καρφιά.<br />
Ένα κινούμενο στερεό όλα- και λες, να, τώρα<br />
θα καταρρεύσουν οι παρειές των δρόμων<br />
Θα γίνουν χθαμαλές όχθες χειμάρρων για<br />
μια θεομηνία που μυρίζει αφανισμό<br />
Και τα νερά να πνίγουν τις επιφάνειες, τα<br />
κρυφά ποτάμια, τις φλέβες του μάρμαρου.<br />
Σχεδόν σκόπιμο μείγμα αλχημιστών<br />
Αμνήμον στοιχείο και θα γίνει ύφασμα<br />
θανάτου- ξέφτια ως πέρα με την αδιαφορία<br />
γαντζωμένη στους βυθούς του ουρανού</p>
<p>Αν θες να νοιώσεις τον τόπο<br />
ψηλάφισε την επείγουσα<br />
αμέλεια της νύχτας</p>
<h4><strong>REPORTAGE I</strong></h4>
<p>Ο βρόγχος είναι από στεριά· ένα ερπετό<br />
που σφίγγει και σφίγγει τη θάλασσα<br />
Και θραύση τη θραύση, λόγος, χώμα, αίμα<br />
κι αλάτι έγιναν λάσπη<br />
Κι η λάσπη ύφαλος κι ύστερα σκόπελος<br />
Μια ξέρα οπού η φτώχια του σύμπαντος καμώνεται<br />
επιστήμες επί υδάτων.<br />
Δυο όργανα έχει η παιδεία του πολέμου, και<br />
θεό και κέρδος</p>
<h4><strong>REPORTAGE II</strong></h4>
<p>Τους προβληματίζει η χίμαιρα των λέξεων<br />
Αίφνης λένε «Ειρήνη» και εννοούν μια<br />
εξαιρετική κατάσταση πάνω απ’ τα γεγονότα<br />
Αλλά δεν είναι παρά ένα πούπουλο<br />
από φτερούγα αγγέλου<br />
Η ειρήνη φυγομαχεί εν μέσω λατρείας<br />
εγκλημάτων<br />
Κι εκείνοι επιζούν με την ανοχή στο μάτι<br />
ως έσχατη άμυνα της ελπίδας τους.<br />
Τόσα ένθεα είδη· για να φροντίζουν επαρκώς<br />
την ηθική του φόβου</p>
<h4><strong>0Ι ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ ΜΟΥ I.</strong></h4>
<p>Ο Χουσεΐν, ή Παύλος, πουλάει το πατρικό του<br />
στην Αλεξάνδρεια<br />
τα χρωστούμενα νοίκια να ξοφλήσει στην Αθήνα<br />
Να βολέψει και τα υπόλοιπα, τα αβόλευτα<br />
Μα τώρα δα στην Αίγυπτο κανείς δεν ξέρει<br />
τι του ξημερώνει<br />
Μπιρ παρά δε θέλει να το δώσει.<br />
Η Κάσια η γυναίκα του έφυγε για το Λβοβ να<br />
οργανώσει την υποχώρηση<br />
Αλλά επέστρεψε άπραγη.<br />
Ο γιος τους γεννήθηκε στην Αθήνα<br />
Δηλώνει Αιγύπτιος Ουκρανός εξ Ελλάδος<br />
Σπουδάζει τουριστικές επιστήμες ελπίζοντας να<br />
δέσει κάπου στο Αιγαίο</p>
<h4><strong>0Ι ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ ΜΟΥ ΙI.</strong></h4>
<p>Η Μπερναντέτ, ή Μαρία, αγωνίζεται να<br />
πείσει την κόρη της, «Δεν υπάρχει ελπίδα στην<br />
Αθήνα και μεις δεν είμαστε Έλληνες να το<br />
φορτωθούμε κι αυτό καλή μου. Δεν αντέχω<br />
δεύτερη καταστροφή. Πρώτα στην Πολωνία και<br />
τώρα εδώ. Πάμε να φύγουμε θησαυρέ μου».<br />
Μα η μικρή γεννήθηκε στην Αθήνα<br />
Τον Σεπτέμβρη θα πάει πρώτη Λυκείου<br />
Ούτε να ακούσει για<br />
ξένους τόπους</p>
<h4><strong>ΠΙΝΑΚΙΟ ΑΣΤΕΩΣ</strong></h4>
<p>Ξημερώνεται ένα σύνθημα στον τοίχο<br />
Περιμένω να το παρασύρει η μέρα δρόμο<br />
το δρόμο, πλατεία την πλατεία<br />
Αμέτρητες εκδοχές συμβαδίζουν<br />
Ο ρυθμός τους γίνεται πόθος<br />
Μυστική κραυγή γίνεται<br />
Αυτό το τίποτα συλλέγω, αντιγράψω<br />
τη ρουτίνα του<br />
Μαύρη μπούκλα από ιδρώτα στο μέτωπο<br />
Κι ένα στόμα χωρίς κοκκινάδι για να<br />
σπάσει η αγωνία των εικόνων<br />
Και τα μάτια γλυφές όπου ιριδίζουν<br />
διάλογοι μύθων.<br />
Το έγχρωμο, αυτό μονάχα ξέρει και<br />
κατευνάζει τη σιωπή του βυθού<br />
Θα ανέβει ο λόγος· θα ανέβει</p>
<h4><strong>ΠΕΔΙΟ</strong></h4>
<p>Συρρέουν ποικίλα σώματα υποθέσεων<br />
Μπορείς σήμερα να διαλέξεις ένα<br />
μεταχειρισμένο όχημα με την υπόσχεση<br />
μιας παρθενίας αύριο<br />
Αλλά οι κάμαρες γονατίζουν από το<br />
δηλητήριο της στειρότητας<br />
Χιλιόμετρα κι ούτε ένα ρήμα εγκυμονώ<br />
κι ακόμα χειρότερα γεννάω.<br />
Εδώ κανείς δε φωνάζει βοήθεια<br />
Εδώ κανείς δεν αφήνει ίχνη πίσω του<br />
Μυριάδες αποφάσεις καθώς προστατεύουν<br />
το καθήκον της καταστροφής<br />
Και ήττα και θρίαμβος σε πατάνε<br />
δίχως δισταγμό<br />
Εδώ κανείς δε σέβεται την ευθύνη του.<br />
Να αρνηθείς αυτή τη λογική, ναι, και που<br />
θα φτάσεις<br />
Αδύνατον να διασχίσουμε<br />
την εγκατάλειψη</p>
<h4><strong>ΑΓΩΝΙΑ ΨΙΘΥΡΟΥ</strong></h4>
<p>Υποφέρει από την απουσία ελπίδας<br />
Υποστηρίζει πως η άρνηση της ευθύνης<br />
εθίζει στην αδιαφορία<br />
Ένδεια μέσων ή αξιοθέατα ακινησίας<br />
με προσιτό εισιτήριο.<br />
«Τι δύναται το μέλλον βυθισμένο στην<br />
αφέλεια του παρόντος», ή «Το αφελές στην<br />
ουσία δεν απέχει πολύ απ’ το αδίσταχτο»,<br />
ψιθυρίζει.<br />
Αλλά χθες τον άκουσα να απαγγέλει<br />
«Κάτι από νέους ψαλμούς», είπε<br />
«Αντιγράφω τις στιγμές γύρω μου. Συχνά<br />
η ρουτίνα γεννάει κίνηση. Πρέπει να<br />
διυλίσω τις μέρες· να προλάβω<br />
πρέπει», συμπλήρωσε&#8230;</p>
<h4><strong>ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ</strong></h4>
<p>Η θάλασσα βράχο-βράχο παίζει το<br />
κομπολόι της<br />
Φύλλωμα κυμάτων και οπτοί καρποί στους<br />
ήλιους και στ’ αλάτια.<br />
Άιντε και να ‘μουν καπετάνιος νιος<br />
Θαλασσοπούλι μεθυσμένο από ρακί, ιώδιο και<br />
αγριοβιολέτες της άμμου<br />
Κουμπάροι η σούστα κι ο συρτός, ο μπάλος,<br />
τα μπουγάζια<br />
Χορεύοντας νεόνυμφος στην<br />
πλάτη του θανάτου</p>
<h4><strong>ΕΝΝΟΙΕΣ ΥΠΑΡΞΗΣ</strong></h4>
<p>Εκφράσεις, αναδίδουν αλάτι, λάδι, μέλι,<br />
την αφή των ήλιων και του σταριού<br />
Τα καταφύγια του θεού στη γεύση μου.<br />
Όταν την αιμορραγία λέξεων ακολουθούν<br />
αναβολές σιγής<br />
Όταν η προσφορά σμιλεύει στους ασβεστόλιθους<br />
τα μάτια μας<br />
Τα μάτια μας, μεταφορείς ανάγκης-<br />
ανοίγματα διαλόγου.<br />
Και σηκώνεται σιωπή από μάρμαρο και<br />
άλλες γαίες χθόνιες<br />
Και ανακρούουν ανθοδέσμες ραδικιών από<br />
τον γαλάζιο ορίζοντα της αλμύρας<br />
Εκεί όπου η σιγή βαδίζει με αξιοπρέπεια στην<br />
αβάσταχτη απεραντοσύνη<br />
Εκεί που ο λόγος εκφέρεται με ματιές σημασίας<br />
Εκεί που δεν συντηρούνται λέξεις για να<br />
τιμωρούν την εμπιστοσύνη μου.<br />
Κάθε φορτίο απέναντι είναι προέκταση<br />
της παλάμης μου<br />
Στα χείλη ακουμπώ ιδρωμένα βότσαλα,<br />
σώματα με κουράγιο<br />
αθανασίας</p>
<h4><strong>ΓΡΑΦΕΥΣ ΒΥΘΟΥ</strong></h4>
<p>Ημερολόγιο υφάλου, προστιθέμενη αξία<br />
ηφαιστείου, ως την ανάδυση σκοπέλων, την<br />
άνθηση νήσων ως την κορύφωση ηπείρου<br />
Κόκκο-κόκκο κερδίζεται η αξιοπρέπεια<br />
της αιωνιότητας· σήμερα, τώρα<br />
Για να μην στεγνώσουν όλα στο ενιαίο<br />
της ασφάλτου.<br />
Και έτσι έχει το ζήτημα, ενώ το ήθος<br />
των κεκοιμημένων μετασχηματίζεται σε<br />
απόσταγμα ποταμών, των ζώντων<br />
υπολογίζεται σε κτερίσματα ελπίδων<br />
Πέρασμα θεών, ή πολύτιμος χείμαρρος<br />
διατρέχει το υπέδαφος μου<br />
Κάθε στιγμή εξορύσσομαι</p>
<h4><strong>ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ</strong></h4>
<p>Πριν φτάσουν νύχι χάλκινο οι ώρες<br />
φεγγάρια ολόγιομοι εραστές επείγονται<br />
Αν κι έχουν γνώση πως το πάθος σκοντάφτει<br />
στο ξημέρωμα.<br />
Όμορφη που είσαι απόψε νύχτα μου<br />
Ταχύπλοος γαλαξίας υπερίπτασαι<br />
του αρχιπελάγους.<br />
Ένας πόθος το σπίτι, ένας πόθος, όταν<br />
η πανσέληνος ζορίζει το λεκανοπέδιο και η<br />
αγρύπνια κρέμεται τάμα<br />
στα παράθυρα.</p>
<h4><strong>ΟΠΤΙΚΗ</strong></h4>
<p>Αργοπορούν οι μέρες<br />
Οι τροχοί του ήλιου καταλήγουν μάτια<br />
άνυδρα από την καύση του φωτός<br />
Όργανο τροχοπέδης· ουσία εγκλήματος<br />
Αφύπνιση δικαιοσύνης.<br />
Ναι, η φωτιά δημιουργεί αξίες πέρα<br />
από το φως<br />
Και οι εμπρησμοί υπερβαίνουν του φωτός<br />
Μετασχηματίζονται σε στοιχείο άνθρακα<br />
οι εμπρησμοί· βήματα ακινησίας ή<br />
κατάσταση μονιμότητας.<br />
Αρκεί να προλάβεις· πετάς ό,τι έλιωσε σε<br />
μια πρόσκρουση, ό,τι πολλαπλασιάζει θάνατο<br />
Ελέγχεις ό,τι αυξάνει τον ρυθμό<br />
της τυφλότητας.<br />
Καθήκοντα του μηδενός οι αριθμοί<br />
αν δεν γνωρίζεις αφαίρεση</p>
<h4><strong>ΠΑΡΥΦΕΣ ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΥ</strong></h4>
<p>Ι</p>
<p>Τα χείλη μου κρατούν τις λέξεις<br />
πίσω από τη σιωπή<br />
Η σιωπή δεν είναι παρά το κραταιό<br />
τοπίο του θεού· και εγώ να μεταφράζω<br />
τους λυγμούς του</p>
<p>II.</p>
<p>Περιγράμματα με την πλάτη στον τοίχο<br />
Εμείς, οι γενναίες παρέες της κόλασης<br />
Γενναίες αν και δεν αποτελούμε<br />
κίνδυνο για την κομψότητα<br />
του συμφέροντος</p>
<h4><strong>ΚΙΝΗΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">της Σοφίας Παπαϊωάννου</p>
<p>Και τι να σημαίνει άραγε η λέξη<br />
χρόνος, την πράξη ή τη δικαίωση,<br />
την απώλεια ή τη μνήμη· για<br />
μήπως την ελπίδα.<br />
Ακούγεται δειλός ήχος<br />
Τα νύχια του πρωινού ξύνουν<br />
την εξώπορτα</p>
<p>«Κρυμμένο στο Αιγαίο»</p>
<h4><strong>ΚΑΤΑΡΤΙΟΝ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">του Γιώργου X. Θεοχάρη</p>
<p>Περπατάνε δίπλα μου· ψιθυρίζουν<br />
Τόσες αποστάσεις παράλληλες<br />
Και στην Ανατολή, και στη Δύση, και<br />
στον τόπο νησί σχεδόν, με τ’ άσπρα<br />
σπίτια και την Κεφαλή σε θέση ενάργειας.<br />
Λες και ξεκινά ο χρόνος εδώ<br />
Στο χνάρι μιας θεάς<br />
Θησαυροί ιχνηλασίας, δυο φούχτες βροχή,<br />
κι ένα σώμα όπως αναλήφθηκε από<br />
το Κάθισμα των αγρών<br />
Κάτω απ’ τα λιόδεντρα, όπου κομματιάζεται<br />
το φως σε διπρόσωπο φύλλωμα.<br />
Σπαράγματα ήλιων και σκιάς απέναντι<br />
απ’ τον κόλπο με τα κυπαρίσσια<br />
Αυτά τα κυπαρίσσια· που τα λένε με τη<br />
θάλασσα πόρτα-πόρτα<br />
Αναθήματα καϊκιών στο λιμάνι με απουσίες<br />
ζωής και άλλα χάλκινα εφεστίων.<br />
Καταγραφές τραυμάτων και<br />
υπομονής κυρίως· λέξη<br />
προς λέξη</p>
<p>Με το «ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ» σε τόπο Αθήνας Προμάχου<br />
Αντίκυρα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ (2012)</strong></h3>
<p>Είναι η εποχή<br />
όπου συμπιέζονται οι στιγμές.<br />
Η ασφυξία στις συμβάσεις<br />
αποκτά πρόσωπο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Βυθός,<br />
όπως θα λέγαμε σύμπαν.<br />
Η σιωπή που επιβεβαιώνει<br />
το λόγο.</p>
<p>Στο λιμό<br />
οι σφηκοφωλιές τρέφουν<br />
τα άχρηστα.<br />
Τόσοι κλητήρες έκπτωτοι- τόσοι<br />
αρπαγές τοπίων.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Ο παράδεισος<br />
είναι τόπος που δε χρειάζεται να κτίσεις.<br />
Ενταύθα πορευόμαστε με διευκολύνσεις<br />
κόλασης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Υπόθεση I.<br />
Όπου κάθε πεποίθηση αξιολογείται,<br />
με την κλίμακα των βιασμών.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Υπόθεση II.<br />
Διαπραγματευόμαστε το μέλλον λες<br />
και πρόκειται για βολικό αιδοίο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Ο ρήτορας,<br />
ένα στόμα μπουκωμένο με την προίκα<br />
των παιδιών μου, εκτοξεύει<br />
δίαιτες ελπίδας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Ο Αδάμ,<br />
είναι στο παιχνίδι εξαρχής.<br />
Έρποντας στις σκιές μιας καθοδήγησης<br />
εξασφαλίζει την αμέλεια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Η πόρνη<br />
6α αμειφθεί και θα δώσει.<br />
Εδώ, όμως, πρόκειται για κάτι<br />
που αμείβεται για να λαμβάνει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οι εκπτώσεις των ιδεών,<br />
φέρνουν κέρδη.<br />
Η αγορά<br />
έγινε συνώνυμο της πόλης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Στην εποχή της εγκαρτέρησης<br />
οι δικαιολογίες είναι πληγές<br />
που αιμορραγούν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Λίγο πριν την πτώση του φωτός.<br />
Λίγο μετά την ταπείνωση της αλήθειας<br />
την ώρα που αναδύεται<br />
η παραχάραξη.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Βεβαίως και. μας επιτρέπουν το άλλο.<br />
Αφαιρώντας βάθος πλησιάζουμε<br />
το ρηχό.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Παρά<br />
την ελαφρότητα της επιφάνειας,<br />
τα κύματα, ως εξάρσεις βυθού,<br />
ασφυκτιούν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Μια λέξη, «πλήθος».<br />
Ότι προηγείται της δύναμης.<br />
Ή ο έρωτας δυο λέξεων,<br />
«μάγμα ψυχών».</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οι λέξεις,<br />
αν τις αφήσεις λεύτερες,<br />
βουλιάζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Χαρακώματα, τείχη, οχυρά, όλα<br />
είναι επινοήσεις της ειρήνης.<br />
Του πόλεμου δεν περισσεύει χρόνος<br />
για τέτοια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Κατευθυνόμαστε πλέον χωρίς<br />
τη σπατάλη της ιχνηλασίας.<br />
Επί σιδηροτροχιών απαθή<br />
οχήματα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Φάληρο.<br />
Ρυθμός φωτογραφίας.<br />
Όταν η θάλασσα αδιαφορεί<br />
σαν μάρμαρο.<br />
Όταν τα σύννεφα διηγούνται<br />
άπνοιες.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Βρέχει στην οδό Πανεπιστημίου.<br />
Στην οδό Σταδίου αδημονούν<br />
οι ταχύτητες της καθυστέρησης.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Ένσημο κορεσμού.<br />
Παράκληση για ένα ακόμη θαύμα,<br />
&#8230; όχι άλλη ελπίδα Κύριε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Η νεραντζιά,<br />
παρά την ερημιά καθιδρυμάτων και<br />
λεωφορειογραμμών, καθώς σμήνη<br />
τουριστών καταβροχθίζουν το είδος<br />
του Αυγούστου ενταύθα,<br />
σκιάζει πείσμων.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Η πολιτεία συγκαλύπτει<br />
συστηματικά τις αιτίες της<br />
πριν αναγνωριστεί<br />
ως πεπρωμένο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Τα φυλλοβόλα<br />
μνημονεύουν το καθήκον της φθοράς.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Απ’ τα υπόγεια εκπορεύεται η λογική.<br />
Τόση ιπποδύναμη για να υπολογίζουμε<br />
την αβεβαιότητα των ορόφων.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οδός Αριστοτέλους.<br />
Στις όχθες Θηράματα, Θηρευτές,<br />
υπόχρεοι και λεύτεροι, διάγουμε με τις<br />
υπερηφάνειες μας εν κρυπτώ.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Θαμώνας φλυαρεί με πάθος.<br />
Η επάρκεια των νοημάτων χάνεται<br />
στην ευκολία.<br />
Συγκαταβαίνουμε κι έτσι εκτιθέμεθα<br />
στη σιωπή μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Στα χείλη μου είναι η αιτία.<br />
Τι ευθύνη να χρεώσουμε στις λέξεις.<br />
Ίδιοι σπόροι για την πλημμύρα,<br />
ίδιοι σπόροι για τη ξηρασία.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Ο τόπος μου<br />
διαθέτει ένα είδος ευκρίνειας.<br />
Η ασάφεια δε μπορεί παρά να είναι<br />
ασάφεια.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Πύλη Αδριανού.<br />
Συμβαίνει έτσι από τότε που<br />
εντάχθηκε το έσχατο άνοιγμα<br />
στη λογική της άμυνας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Μια απόσταση λίγων μέτρων<br />
μπορεί ν’ απλώσει χίλια μίλια όταν<br />
χολώσει η Πόλη.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Από τον άμβωνα του Λυκαβηττού<br />
η πόλη, αφού καταποντιστεί<br />
στον κόσμο, θα κερδίσει<br />
τη μνήμη της.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Από Σαρωνικού κόλπου.<br />
Τι σημασία έχουν τόσες γενέθλιες<br />
θάλασσες, όταν η Μεσόγειος<br />
έχει χωμένα τα ρουθούνια της<br />
στους Ωκεανούς.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Σχόλια στην ακτή.<br />
«Είναι ένας λαθρομετανάστης&#8230;»<br />
«Ε, καλά- του λόγου τους, έτσι όπως<br />
χώνονται παντού ένας πνιγμένος<br />
είναι σαν κανένας&#8230;»</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Τώρα ξέρω,<br />
δεν έχει σημασία πια το χρώμα<br />
της πίστης, όσο η πίστη<br />
στα χρώματα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Μιλάμε για λάθη και απελπίζεσαι.<br />
Μιλάμε για φόβους και παγώνεις.<br />
Μιλάμε για ελπίδες και ξεχνιέσαι.<br />
Μιλάμε για τη μοναξιά σου και<br />
την αρνείσαι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οι μέρες έχουν τη μυρωδιά<br />
της συνήθειας.<br />
Χάρις στην ασυνέχεια διασώζεται<br />
η μνήμη μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οι λέξεις συχνά δεν υποφέρονται<br />
καθώς μεταφέρουν το βάρος<br />
της εικόνας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Δες,<br />
τα κυπαρίσσια και τα λιόδενδρα<br />
μερεύουνε τη θάλασσα με<br />
την αγρύπνια τους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">* * *</p>
<p>Οι απουσίες περπατάνε δίπλα μου.<br />
Σιγοκουβεντιάζουν απαντήσεις.<br />
Σαν να ξέρουν τι θέλω<br />
να ρωτήσω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΠΙΩΝ (2012)</strong></h3>
<h4><strong>ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΟΦΟΥΣ</strong></h4>
<p>Απόψε οι απουσίες αγρυπνούνε στο δωμάτιο.<br />
Σφουγγίζω τ’ αλάτι μ’ ένα πουκάμισο λινό.<br />
Στήθη και μάτια, ωμοπλάτες σαν φτερά,<br />
θύμηση σπηλαίου ως τα κοσμήματα των αστραγάλων.<br />
Υπόνοιες σχεδόν τώρα, αλλά ποτέ αλαφράδες.<br />
Μια παρουσία πελώρια όλα τους.</p>
<p>Άνοιξε την πόρτα να πλουμίσει το σκοτάδι.<br />
Άνοιξέ τη να ξεθυμάνει η ερημιά.<br />
Όμως πρόσεξε ψυχή μου<br />
θ’ απομείνεις μόνη στους κόσμους, όπως κι αν έχει.<br />
Ριγούνε κιόλας οι σιωπές της ορθοστασίας σου.</p>
<p>Οι έρωτες, η θαλπωρή τους<br />
δεν είναι παρά το έναυσμα του χρόνου μου.</p>
<h4><strong>ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">του Γιάννη Σκληβανιώτη<br />
Ακούγοντας&#8230; «Μουσικές Δωματίου»</p>
<p>Το βοτάνι θερίζεται αφού σβήσει<br />
στην αιματοχυσία των αμνών· ώριμο πια.<br />
Ερμηνείες αγωνίας στις μυλόπετρες.</p>
<p>Στην κάθε μέρα αναλογεί χρόνος ιστορίας.<br />
Τον εξαντλούμε με αλχημείες ή βλέμμα υστερνό.</p>
<p>Ο ρυθμός του πόνου έχει ακουστεί όμως.<br />
Επιδέσεις με σκυρόδεμα και άσφαλτο.<br />
Κι ό,τι επουλωθεί διηγείται αλληγορίες.<br />
Σχεδόν κανόνες το οπλοστάσιο των μύθων.<br />
Και η φλέβα του μάρμαρου<br />
καθώς διαφεύγει στο αρχιπέλαγος.<br />
Ό,τι αρνείται τερτίπια παρηγοριάς ή άφεσης.</p>
<p>Συγχωρήστε μου αδελφοί το μεγάλο λόγο,<br />
μα εδώ όλα ομολογούν κατά Διονύσιο Σολωμό.<br />
Ακούσετε μιαν ιστορία που αισθάνονται τα σωθικά</p>
<p>Έτσι θυμόμαστε και μεις τους ήλιους· φως εν σπατάλη.<br />
Και τη θυσία να πηγάζει απ’ την αφθονία της.<br />
Κι ένα θεό πνιγμένο στο λυγμό να ψιθυρίζει:<br />
«Να με φοβάστε. Έτσι θα ’ναι η δική μου<br />
μνήμη πάντα».</p>
<h4><strong>ΟΜΙΛΟΥΣΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<p>Η θάλασσα αρωματίζεται με ευκάλυπτο και πεύκο.<br />
Μοιάζει με προσπάθεια εμφύτευσης μνήμης<br />
από μια πρώην χλωρίδα.<br />
Και παιδιά να βουτάνε σε ρυθμούς ξέφρενους.<br />
Και μικρομάνες καθώς επιδιώκουν βολικές γέννες,<br />
σχεδόν μη γέννες.</p>
<p>Και σύννεφα να επικρέμονται απ’ το αυριανό φθινόπωρο.<br />
Μια πήχη πριν το χειμώνα.<br />
Μέδουσες μεσοπέλαγα τ’ ουρανού τα σύννεφα.<br />
Θα μας πάρουν λες όπως τα αερόστατα το καλαθάκι τους.<br />
Εδώ τίποτα δε θυμίζει πτώση ή ταπείνωση.<br />
Όλα προβάλλονται με διάθεση πληρότητας.<br />
Ό,τι οδηγεί στην επανάληψη του ανύποπτου.</p>
<p>Όπου κάτι τσακίζει τον ασπασμό<br />
πριν μυρίσει ο έρωτας,<br />
αλλά δε θέλουμε να μάθουμε τι.</p>
<h4><strong>ΑΘΗΝΑΙ &#8211; ΝΗΑΘΑΙ</strong></h4>
<p>Από πλατεία Συντάγματος έως πλατεία Ομονοίας<br />
δεν είναι παρά μια παλάμη απόσταση.<br />
Μεταξύ ομφαλού και αιδοίου πόλεως να πούμε.<br />
Διάστημα με ιδρώτα, γόρδιους δεσμούς<br />
και εμμηνορρυσία ακόμη.<br />
Αποφορά γονιμότητας ή τουλάχιστον δρομολόγιο<br />
που δεν έχει ολοκληρωθεί.<br />
Και τόσα χρώματα και πόσα είδη προσευχών.<br />
Συγκεντρώσεις ερωτημάτων<br />
καθώς λαβαίνουν τις αβάσταχτες απαντήσεις τους.<br />
Ετούτη η συνύπαρξη αναδίδει κάτι από εγκυρότητα<br />
εντός περιβάλλοντος ασάφειας.</p>
<p>«Κοινοτοπίες πλέον&#8230;» θα μου αντιτείνεις διακόπτοντας.<br />
Αλλά αν δε σημαίνουν όλα αυτά το ξημέρωμα<br />
μιας καινοφανούς Αθήνας, θα πρόκειται τουλάχιστον<br />
για κάποιο αναγραμματισμό της παλαιός.</p>
<p>Μιλάμε για μυριάδες καταφυγές θεών.<br />
Όπου οι νύχτες μας καταφθάνουν σαν κάθαρση ζωής<br />
και οι μέρες μαστίζονται<br />
από διαδόσεις σωτηρίας.</p>
<h4><strong>ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ I</strong></h4>
<p>Εδώ μοιράζονται σύριγγες· εργαλεία ανάγκης.<br />
Εδώ μοιράζονται αιδοία· εργαλεία μοναξιάς.<br />
Εξυπηρετήσεις μιας κάποιας πρόνοιας.<br />
Κάτι σαν τυπικό αυτοϊκανοποίησης.<br />
Είδη αυτοχειρίας όλα<br />
καθώς οι ενοχές υποφέρουν<br />
από επείγουσα αμεριμνησία.</p>
<p>Ετούτη η εικόνα μοιάζει με σκεύος απώλειας.<br />
Ερμάριο που έχει διαρρηχθεί.<br />
Συνωστισμός κενών σχημάτων.</p>
<p>Έκτοτε καμιά απευθείας επαφή.<br />
Μόνο διευκολύνσεις αφής συχνάζουν.</p>
<p>Βιασμός καθώς περιφέρει το ήθος του.</p>
<h4><strong>ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΟΠΩΣ ΣΥΓΚΛΗΣΗ</strong></h4>
<p>Πρόκειται για μια ακόμα εποχή εγκαρτέρησης.<br />
Μικρές και πολλές ελπίδες τώρα.<br />
Η μία και μοναδική ελπίδα χάθηκε.<br />
Και μείς δεν ξέρουμε ακόμη πώς θα αντέξουμε<br />
αυτή την κληρονομιά.<br />
Και οι μικρές ελπίδες βλασταίνουν<br />
ανάμεσα στις ανάγκες της καθημερινότητας.</p>
<p>Μύριες τοποθεσίες.<br />
Μύρια εργαλεία.<br />
Μύριες διεισδύσεις.</p>
<p>Ψάχνοντας ας γίνει ο καθένας μας όχημα για τον άλλον.<br />
Όπου ο αναγκαίος χρόνος εντοπισμού δε θα ’ναι<br />
παρά ο νυμφίος των προσδοκιών μας.</p>
<h4><strong>ΚΟΙΝΟΝ ΔΙΩΡΥΓΟΣ II</strong></h4>
<p>Άσπρα σπιτικά με κήπους και παιδιά μελίσσι<br />
στην αγορά, στα ντόκια, στα μηχανουργεία.<br />
Μια καλημέρα κόσμος.<br />
Απόμειναν δυο αγκαλιές στεριάς<br />
ή λίγα πείσματα υπολογίζω.<br />
Η θάλασσα έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήταν του χεριού μας.</p>
<p>Χαλάσματα επαιτούν έξω απ’ το παράθυρο του θεού.<br />
Το φως, το εν αφθονία.<br />
Πράσινα, γαλάζια, χρυσάφι και άλικα.<br />
Πλημμύρες άμμου οι κίτρινες μαργαρίτες.<br />
Συναξάρι της άνοιξης και δίπλα άγιοι<br />
όταν εορτάζονται μονάχα ως ερημιά θανάτου.</p>
<p>Σκόνη θαυμάτων,<br />
όπου μαζί με την αγωνία μιας ολοκλήρωσης<br />
χώνεψε και τη φωτιά της.<br />
Ό,τι δε χωρά απ’ την τρύπα της βελόνας μας<br />
γίνεται κεφάλαιο εγκατάλειψης.<br />
Το μέλλον ως επιβεβαίωση<br />
της συντριβής εντέλει.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Ίσθμια — Παλιός οικισμός Διώρυγας</p>
<h4><strong>ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΟΥΣ</strong></h4>
<p>Ό,τι εκκενώνει το σύμπαν, τα υπολείμματα του ήλιου.<br />
Όπως ξάνει τα μαλλιά του περιδιαβάζοντας κατά τη<br />
Και οι χείμαρροι μιας καταιγίδας.<br />
Η αυτοπεποίθηση της φυγής κυρίως.<br />
Ό,τι παρασύρεται με τους αφρούς της ενδοχώρας.<br />
Καθώς άνοιξαν τ’ ακροδάχτυλα των ηπείρων.<br />
Κάθε πληγή είν’ ένα Δέλτα<br />
και εκβάλλει κοιτίδες στη θάλασσα.</p>
<p>Εδώ θα βαπτιστούν ταυτότητες και λαλιές.<br />
Η μάνα θα λησμονήσει την ανάσα του παιδιού της.<br />
Ο γιος θα απωλέσει το χέρι του πατέρα.<br />
Οι άνεμοι θα σηκώσουν πολυχρωμίες.<br />
Ευάλωτα νερά, ισχυρά χρώματα.<br />
Κι ύστερα αυτές οι λέξεις βάφουν<br />
την ακτή μου με της ανάγκης το ανεξίτηλο.</p>
<h4><strong>ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΕΛΑΥΝΟΥΝ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">της Έρης</p>
<p>Ο δρόμος μοιάζει τώρα με μάτι<br />
όταν ανοίγει στην έκπληξη.<br />
Υγρά μιας γαστέρας που κυοφορεί.<br />
Και γιο αφήνομαι κάτω από φυλλώματα<br />
φυλλοβόλων ημερών.<br />
Άρα φθινόπωρο.<br />
Στο τέλος του οπωσδήποτε.<br />
Κι όπως τα θυμάμαι τα ιλιγγιώδη αυτά.<br />
Όταν στους δρόμους διαβαίνουνε οι σύντροφοι.<br />
Ένα μουρμουρητό έρωτα είναι.<br />
Καημός σε εγρήγορση.<br />
Το περιγράφει η σιωπή και των ίσκιων το παράφορο<br />
πως ακροβατώ στους ώμους των προσφιλών.<br />
Περιπλέκοντας τον εαυτό μου με λαχτάρα συμμετοχής<br />
και άρνηση παρουσίας.<br />
Η μνήμη είναι μια σφηκοφωλιά<br />
που μαίνεται.</p>
<h4><strong>ΓΕΓΟΝΟΣ Ι</strong></h4>
<p>Καπνός, αλάτι κι έρωτας χωνεύονται στην ακτή.<br />
Περνάει το τελευταίο φεγγάρι στον ορίζοντα.<br />
Αυτή τη νύχτα, όταν τα σώματα πάρουν τη δροσιά<br />
της θάλασσας, θα ’ναι η ώρα η καλή<br />
να περάσουμε τον τόπο.<br />
Πριν τον ματιάσει ο ήλιος.<br />
Θε να ’ν’ τα χείλη μας αόρατα μες στις σκιές.<br />
Στο μονοπάτι κάποιοι θα τραγουδάνε ν’ ακουμπήσουν κάτι.<br />
Θα χτυπιούνται με τα μάρμαρα οι μοναξιές μας.<br />
Πολλοί θα βυθιστούνε στην ηχώ τους.<br />
Δε μαθαίνει εύκολα ο καθένας.<br />
Γι’ αυτό βγαίνουμε κρατώντας αποστάσεις.<br />
Όπου ο επόμενος ίσκιος δε θα ’ναι<br />
παρά η ερημιά του προηγούμενου.</p>
<p>Υ.Γ.:<br />
Πρόκειται για υπόθεση με θέμα την υποχώρηση.<br />
Προσοχή, καμιά σχέση με «αποχώρηση».<br />
Ένα λάθος γράμμα και χαρακτηρίζεσαι νικητής.</p>
<h4><strong>ΠΑΡΑΛΙΑ</strong></h4>
<p>Σηκώθηκε καιρός.<br />
Ξέσυρε αγρούς και εργοστάσια ως την ακτή.<br />
Εξόκειλαν ποστάλια, γκαζάδικα και ρυμουλκά.<br />
Και ξύλινα με τις μπουγάδες στα ξάρτια τους να σβήνουν.<br />
Σκιές, αργόσυρτα τραγούδια στην αύρα εκεί.<br />
Κατανοούνται ως συναξάρια· βότσαλα αγίων πια.<br />
Και η γύμνια του κοριτσιού όπως την περιγράφει ο ήλιος.<br />
Κάρβουνο και αιωρείται στο γλαυκό σώμα του χάους.<br />
Μια ελπίδα δίπλα μου σαν δραπετεύει στην κυματαγωγή.<br />
Κι εγώ την εγκαλώ για απερισκεψία εξαρχής.<br />
Μας τσάκισε η πίστη τη ζωή.</p>
<p>Όπως παλεύουμε με την ελιά μέχρι να δώσει.<br />
Κι έχει γεύση πικρή το αίμα του φωτός.<br />
Να δοκιμάζουμε στ’ ακροδάχτυλο τη χημεία του Θεού.<br />
Τον ίδιο να δοκιμάζουμε.<br />
Ότι η οδύνη είναι η έμπνευση των τοπίων μου.</p>
<h4><strong>ΣΥΜΒΑΝ</strong></h4>
<p>Δυο καλόγριες πουλάνε άγια χειροτεχνήματα.<br />
Σχεδόν επαιτούν απαιτώντας.<br />
Αλλά πρόκειται για τσιγγάνες με σκουτί παραλλαγής.<br />
Η αποκάλυψη συμβαίνει στα σκαλιά του πολιούχου.<br />
Αργότερα θα εντρυφήσουμε στο θαύμα κατά της ασέβειας.<br />
Προς ώρας ιερείς, νεωκόροι, αστυνομίες και λαϊκοί<br />
τις καταδιώκουμε.<br />
Ο δρόμος ανεμίζει απ’ τις στολές.<br />
Ίσως η ευσέβεια να χάνει κάτι απ’ την αξιοπρέπειά της.<br />
Αλλά είναι πια κοινώς αποδεκτό πως η νομιμότητα<br />
ισχυροποιεί την πίστη.</p>
<h4><strong>METAPHORE III</strong></h4>
<p>Οι πάσσαλοι μετρούν την ελπίδα της στεριάς<br />
και οι γέφυρες την πορεία επί θαλάσσης.<br />
Επιθυμίες έρωτα- κάθε αφή και άλλος λαβύρινθος.<br />
Μύρια σκαλοπάτια από νερό<br />
όταν το κορμί χάνεται σ’ ένα ίσως.<br />
Περάσματα από σύμπαν σε σύμπαν.<br />
Κόμη κόκκινη ή κάτι άλλο του αίματος.<br />
Κορμί κόκκινο ή κάτι άλλο της ώχρας.<br />
Πυκνά φρύδια, παράθυρα από δύναμη κι ανάσες.<br />
Πόσα ασήμια να φορτώνεται τούτο το εικόνισμα<br />
καταπάνω στις διαθέσεις του καιρού.<br />
Κι ύστερα τα βγάζει ένα προς ένα για μένα.<br />
Φωτογραφίζοντας στο έλεος των απόψεων<br />
με πλαγιοκτυπούν στίφη τοπίων.<br />
Η ομορφιά βγάζει νύχι<br />
σαν αγρίμι.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Βενετία</p>
<h4><strong>ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ ΙΙ</strong></h4>
<p>Τα φορτηγά έχουν σταθερή πορεία στον κόλπο.<br />
Ελάσματα, μπογιά κι ατζέντηδες.<br />
Ζυγώνουν αργά μ’ όλα τα κόκκινα έξω νερά.<br />
Υψώνουν τίτλους που λίγοι πρόλαβαν να συνηθίσουν.<br />
Δε γνωρίζω αν είναι απ’ την πράσινη<br />
ή τη μαύρη θάλασσα.<br />
Μόνο ό,τι φορτώσουν μιλάει τη γλώσσα μου.<br />
«Πορτοκάλια παύλα αλάτι» &#8211; «Πορτοκάλια παύλα αλάτι».<br />
Τα πληρώματα κοιτούν από την ξενιτιά τους.<br />
Φορούν το ίδιο ντρίλινο ρούχο χειμώνα καλοκαίρι.<br />
Θα βγάλουν τα σωθικά τους στα τηλέφωνα απέναντι.<br />
Οι ντόπιοι στα βίντσια δεν τα εμπιστεύονται.<br />
Οι πουτάνες θα κρύβονται.<br />
Τα μαγαζιά θα κλείνουν.<br />
Τέτοια πληρώματα πια τα έχουμε μάθει.<br />
Δεκάρα δεν αφήνουν στο λιμάνι.</p>
<h4><strong>ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ</strong></h4>
<p>Σφυρίζουν αδιάφορα βομβαρδισμοί στη στέγη.<br />
Του διαφωτισμού μας οι σκιές σκεπάζουν τις Ασίες.<br />
Τα μάτια του αφρικάνικου λιμού λιπαίνουν την μπουκιά μου.<br />
Απ’ το Μαγκρέμπ ως τη Λατάκια είναι φωτιά ο τόπος.<br />
Μέρα τη μέρα τη Γάζα και το Τελ Αβίβ πενθούνε<br />
οι νεκροί τους.<br />
Και τώρα δα αυτή η επείγουσα σφαγή στη Νορβηγία.<br />
Κι ύστερα, τι να σημαίνει άραγε η δυσνόητη λαλιά<br />
των τοκογλύφων.<br />
Πως έχουνε κεφάλαια αρκετά όσα και σφαίρες ίσως.<br />
Σφαίρα και κεφάλι· σφαίρα και κεφάλι.<br />
Στο νύχι της ελπίδας μαυρίζει η ευθύνη.<br />
Ότι παντού, οι ίδιοι εμείς, ποιμαίνουμε<br />
τους σκύμνους του θανάτου.<br />
Σφαίρα και κεφάλι· σφαίρα και κεφάλι.</p>
<h4><strong>ΔΕΞΙΩΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη<br />
«Πιάνο βυθού» 1991 -Μάιος 2011</p>
<p>Έχει σμιλέψει τη σιωπή του χωρίς την άκρα<br />
ταπείνωση ούτε κομπασμό.<br />
Όπως προσφέρεται ένας καρπός στην ώρα του.<br />
Εξ ευωνύμων ο Αριστίονας, ο Αριστόδικος, ο Αντιφάνης.<br />
Εκ δεξιών ο Αγάθωνας και ο Αριστοκράτης από τις Θεσπιές.<br />
Και δυο ακόμη ανώνυμοι απ’ το Λαύριο με σώμα<br />
μισογραμμένο· μόνο γόνατα και κνήμες.<br />
Όλοι τους κρατούν την ίδια στάση.<br />
Λες κι επιστρέφουν απ’ τη νεότητα.<br />
Ξόδεμα δίχως φθορά ή πίστη του αθάνατου<br />
στο πείσμα του θανάτου.</p>
<p>Αίσθηση παρουσίας οπωσδήποτε.<br />
Ό,τι έχει διανυθεί με την ορθοστασία της πέτρας.<br />
Υπόσταση λόγου εν απώλεια<br />
ή οντότητα ελευθερίας.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο</p>
<h4><strong>ΑΚΡΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ</strong></h4>
<p>Είναι ο θάνατος που κρεμάει το κουκούλι του<br />
στα ερμάρια των δρόμων.<br />
Ο θάνατος· ο θάνατος ξερολούεται<br />
σαν το αγρίμι στους ήλιους των δρόμων.<br />
Κόγχες, στοές, αδιέξοδα και άλλες έννοιες<br />
της πόλης καθώς ενδύονται<br />
τη σιωπή του αφανισμού.<br />
Σε κάθε ημίφως διαγράφεται κι ένα σκοτάδι<br />
με σχήμα ζωής.<br />
Σχεδόν τοπία σταυρώσεων.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Αθήνα 2012</p>
<h4><strong>ΕΙΚΟΝΑ ΔΡΟΜΩΝ</strong></h4>
<p>Οι όχθες έχουν σημαδευτεί<br />
από σιωπές ιερογλυφικών.<br />
Σπουδή ή μεταμφίεση βίας.<br />
Μάλλον ίχνη αγριμιών καθώς υποχωρούν<br />
άτακτα στην κοίτη.<br />
Φυγάδες ή θηράματα<br />
κι ό,τι υποκύπτει στο άναρθρο<br />
προσπαθώντας να ξορκίσει τους φόβους του.<br />
Κι έτσι ξετυλίγεται η αμέλεια<br />
συνυπογράφοντας το μαρασμό.</p>
<p>Αθήνα 2012</p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟΠΟΣ ΝΩΔ (2011)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΝΤΙΛΗΨΗ</strong></h4>
<p>Τα παρατηρητήρια τώρα πια υπόσχονται<br />
οπτικές σε κατάταξη<br />
Όπου μελετώντας το γαλαξία μας οι αστέρες<br />
Φωτιά<br />
Βάσανος<br />
Σφαγή<br />
Περιορισμός<br />
Εκτόπιση<br />
Απέλαση<br />
Φόβος<br />
Ενσωμάτωση<br />
προβάλλουν με τροχιές κοινότοπες<br />
Εδώ η φλυαρία της λήθης και η αφωνία της μνήμης<br />
συνιστούν δυο ανεξαρτησίες<br />
καθώς μετασχηματίζονται σε μέλλον του παρόντος</p>
<p>Όρθιοι ποιητές, παρουσιάστε·<br />
διαβαίνουν οι ουρές της προόδου</p>
<h4><strong>ΝΗΕΣ</strong></h4>
<p>Παραπλέοντας τον προμαχώνα, διακρίνουμε<br />
τη φρουρά ή ό,τι είναι αυτό που τη θυμίζει<br />
Μοναξιά σχεδόν η ανάγκη του καθήκοντος<br />
Σκοπιά του ήλιου<br />
Πείσμα σε κάτι που θα μπορούσε<br />
να έχει ήδη εξαντληθεί<br />
Και πόσες άλλες θάλασσες στην κορυφογραμμή<br />
του Αιγαίου όπου έχουν αφιχθεί<br />
Αλλά και οι πληβείοι, ο Διονύσιος εκ Λευκάδος<br />
και η Μαριάνθη εκ Λέσβου, έλιωσαν με αργόσυρτη<br />
δύση στας στενωπούς των Αθηνών εμμένοντας<br />
Ή ο Αλκαίος και η Σαπφώ καθώς αποξηραίνονται<br />
Αγιογραφία από πέλαγος σε πέλαγος<br />
και αβάφτιστος λόγος αιώνες τώρα</p>
<p>Και πόσα άλλα πλεούμενα εδώ γύρω διασχίζοντας<br />
έννοιες του αντίκρυ αενάως</p>
<p>Επί δρομολογίων διακόνημα<br />
Συμβάσεις μαρτυρίου,<br />
τι νομίζεις</p>
<p style="padding-left: 240px;">Οχηματαγωγό «Μυτιλήνη»</p>
<h4><strong>ΝΗΣΟΣ ΕΠΙ ΣΥΝΟΡΩΝ</strong></h4>
<p>0 ήλιος εβασίλεψεν· θρόισμα αποχώρησης<br />
Τώρα θα φορτώσει ο Ιούνιος την πανσέληνο<br />
στα λιόφυτα και στα παράθυρα<br />
Σκεφθείτε καημούς ασώματους στ’ ασήμι<br />
Και πέλαγος από φτερά ηφαιστείου καταγής<br />
Και σώμα με το ’να μάτι θάλασσα· εξ ευωνύμων<br />
Όταν απ’ τα δεξιά εισβάλλει τ’ άλλο<br />
ως ρωγμή ισορροπίας<br />
0 τόπος αυτός υπάρχει στην αποκάλυψη<br />
Κορμί απ’ τα έγκατα<br />
κεφάλι από κλίμακες κυμάτων<br />
καθώς ενσαρκώνονται</p>
<p>Δες, αυτή η κόμη από γόρδιους δεσμούς βρίσκεται<br />
στα όρια ηπείρων και σε δρομολόγιο εναέριων<br />
απόψεων επί στοιχείου ύδατος</p>
<p>Προσοχή, θαυμάζουμε των αντιθέτων σύνθεση,<br />
και εφόσον συνέβη, αποτελεί ιδανικό<br />
Ότι δηλαδή δύναται να εκπέσει<br />
Ξενοδοχείο «Νυφίδα», Λέσβο»</p>
<h4><strong>ΣΑΛΑΜΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΦΑΓΙΑΝΤΣΑ</strong></h4>
<p>Διατηρούνται κάτι μύθοι εδώ ξεχειμωνιάζοντας<br />
με τσίπουρο και καστανό, μ’ Αιγίνης και ουίσκι<br />
Άλλος χωρίς ουρά, άλλος χωρίς κέρατα,<br />
άλλος χωρίς λέπια<br />
Τους σμίλεψαν το κυνήγι, οι παγίδες, οι απώλειες<br />
Η μοιρασιά μιας διάσωσης ίσως<br />
Μα κυρίως ήταν αυτός ο τρόμος της διαπόμπευσης<br />
Πετούσαν τις ψυχές στο άκτιστο, ενώ τις λέξεις<br />
τις ρίχναν στο παζάρι σε προσιτές τιμές<br />
Κι ήταν δύσκολο το έργο των θηρευτών<br />
καθώς είχαν να κάνουν με κυνήγι<br />
ή ό,τι μπορεί να παγιδευτεί σε σώματα δράκων<br />
Τιμή στους θηρευτές λοιπόν</p>
<p>Πάντως, ανακαλύπτοντας χθες ετούτο το δίκαιο,<br />
πορευθήκαμε έως σήμερα<br />
Σκέπτομαι πως αν κάθε γενιά χρεώνεται<br />
μια τέτοια ευρεσιτεχνία του μέλλοντος,<br />
θα πρέπει να είναι ικανοποιημένη ως παρελθόν</p>
<p>Καφενείο «Ο Ρήγας»,<br />
Δυτική ορεινή Φθιώτιδα</p>
<h4><strong>ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ III</strong></h4>
<p>Το ωραίον πωλείται ως ύλη ενός Δικαίου<br />
Εύφορο έδαφος ερμηνευτικών διατάξεων<br />
σε συσκευασία κοίτης<br />
Η ωρίμανση έχει αναληφθεί<br />
από συναφείς ομάδες χείμαρρων<br />
Αντηχούν παιδεύσεις ανάμεσα στις όχθες<br />
Στις γέφυρες η ανασφάλεια θεραπεύει<br />
τις αιτίες της με θεϊκές ταχύτητες</p>
<p>Κυκλοφορούν ήδη τα πρώτα<br />
έργα του διεθνούς ρεαλισμού·<br />
γλώσσα διαθέτουσα ενιαίο σύμπαν,<br />
όπου η μονάδα συγκροτείται απ’ το πλήθος</p>
<p>Επιτέλους, αν εξαιρέσεις<br />
την ανυπαρξία της σπανιότητος<br />
όλα τ’ άλλα αφθονούν</p>
<h4><strong>ΕΞΟΔΟΣ</strong></h4>
<p>Η μέρα ελίσσεται, στη φλυαρία μιας υπόσχεσης<br />
Τα μάτια αρπάζουν ό,τι κινείται από δέσμη σε δέσμη<br />
Η δυνατότητα επιλογών θα ενεργοποιηθεί πολύ βαθιά,<br />
πολύ αργά, στις διαδικασίες εκκένωσης<br />
Όπου, εκτός των άλλων, κομμάτια από συνείδηση<br />
λαθροβιούν στις ελπίδες τους</p>
<p>Και πόσοι άλλοι τόποι απελπισίας καθώς εξερχόμενοι<br />
με πείσμα αψηφούν τις απώλειες</p>
<p>Είναι το φως μια ενέδρα υπεράνω υποψίας</p>
<h4><strong>ΑΙΤΙΕΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ</strong></h4>
<p>Ώχρες ποταμών και πετράδια γρανίτη<br />
ρέουν στο οδόστρωμα<br />
Και των δένδρων το σχήμα είναι μια φούντα<br />
από βαμμένα βλέφαρα με χρώματα ελιάς<br />
Πίσω απ’ το κλάμα της βροχής γυαλίζουν<br />
το μαύρο του πράσινου, του αργυρού, της σιένας<br />
Σημαίνει μεσημέρι στα παράθυρα απ’ όπου<br />
με λάδι, κρεμμύδι και σκόρδο καλύπτονται οι μπενζίνες<br />
Μια αόρατη μασχάλη στα χείλη μου<br />
Μπορείς να πιείς κι ένα κρασί κάτω απ’ το διστακτικό<br />
ήλιο μιας πιάθα Μαγιόρ, ελάσσονος ή μεγίστης<br />
Όπου τα κτίρια λικνίζονται στη βόλτα με τα καλά τους<br />
Οι γόβες τους δεν είναι παρά κιονοστοιχίες<br />
με ιωνικούς ρυθμούς μιας Αραβίας<br />
Και τα κορίτσια αναβοσβήνουν σαν ρώγες σταφυλιού<br />
Κι όπως από ψηλά καταπέφτει το σούσουρο<br />
και στερεοποιείται στο λιθόστρωτο,<br />
αν πρέπει να επιστρέφεις στας Αθήνας,<br />
έτσι να μείνεις εδώ</p>
<p style="padding-left: 240px;">Καφέ «LA CONCEPCION», Σεγκόβια</p>
<h4><strong>ΙΖΗΜΑ</strong></h4>
<p>Το δείπνο ταυτίζεται με το σκεύος του<br />
Τηγανόλαδο και σάρκες και μυαλά και λέπια<br />
Ήταν ελευθέρας βοσκής ίππουρος, πρώτο ψάρι<br />
Τροφή τώρα από ελπίδες ιχθυοτροφείου<br />
Αρτυμένες με επιστήμες και χορδές αφωνίας<br />
Και τα νερά, μια παρά φύση θάλασσα,<br />
τρέφουν το κορμί τους θηλάζοντας<br />
την ύλη τους</p>
<h4><strong>ΚΑΤΑΤΑΞΗ</strong></h4>
<p>Ουδεμία λέξη ασθμαίνουσα να σύρει<br />
τη δυσοσμία της στα πρόσωπα των σελίδων<br />
Να απαιτεί ολάκερη παράγραφο με φτυσιές<br />
και με βλαστήμιες<br />
Όλα φαίνονται καθώς πρέπει στο λεξικό<br />
Ναι, μυρίζει ευκολία εδώ όπου ενταχθήκαμε<br />
Ναι, τρέμουμε το έρεβος εκείνης της παρθενίας<br />
Καθώς λένε, έζεχνε απ’ τις φαντασίες της<br />
το λεπίδι της γκιλοτίνας</p>
<h4><strong>ΓΕΝΕΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ</strong></h4>
<p>Είμαι εκεί που στραφταλίζει ο τόπος<br />
Η ράδα απέναντι, όπως πολιορκείται,<br />
αποκτά την ιδέα της νύχτας<br />
Περιγράμματα σκιάς<br />
Λες κι έχουν γεννηθεί τώρα<br />
Σαν ξυράφια οι ακμές σύρονται στη θάλασσα<br />
Ένα βήμα πέρα απ’ το σκοτάδι<br />
Ένα βήμα πριν την πτώση του φωτός</p>
<p>Αφή σαν των τυφλών<br />
Η αφή όταν τολμάει</p>
<h4><strong>ΣΦΟΔΡΟΣ ΕΡΩΣ</strong></h4>
<p>Κάθε απώλεια αιμορραγεί επαγγελίες<br />
Ριπίδια ανέμου καθώς ανάβουν τις φυλλωσιές<br />
Κύματα ενώ αναπλέουν την εποχή<br />
Εξισώσεις καθώς πελαγοδρομούν<br />
στις αφορμές τους</p>
<p>Συλλαβές από ψυχή<br />
Να τις αλέθουμε στο στόμα</p>
<h4><strong>ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h4>
<p>Το παράθυρο ανοίγει, απ’ το σκοτάδι<br />
Κατευθείαν στο μωσαϊκό κατακρημνίζεται<br />
Μια τρύπα είναι από ασήμι και σκιές<br />
Και το κιγκλίδωμα σαν χτένι χάμω<br />
Θα ρίξουν και το φεγγάρι·<br />
ένα ποτάμι στο πάτωμα αναπαύεται<br />
Τόσες φωνές εκεί- ονόματα ξεκούρδιστα<br />
όπως διασχίζουν το δωμάτιο συστάδες νήσων<br />
Πήγαινε-έλα ιστορίες να τσακίσουνε τη νύχτα<br />
Μυρουδιές στον ύπνο τους·<br />
καθώς τις αιφνιδιάζει η μνήμη</p>
<p>Απ’ τ’ άλλα καύσιμα πορείας,<br />
του έρωτα απόψε, ας ελπίσουμε<br />
να ξεχωρίσει το κεντίδι</p>
<h4><strong>ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΨΗΛΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ</strong></h4>
<p>Συχνά ετούτη η εικόνα γίνεται ασήμι<br />
σαν τρυφερή επιδερμίδα λιόφυλλου<br />
Άλλες φορές χρυσάφι με τα καράτια της δρυός<br />
Και του κίτρινου· σαν δυο φούντες αϊδημητριάτικα<br />
στα τέλη του Οκτώβρη· όλο νοτιάδες ακόμα<br />
Και τα φυλλώματα γύρω, στις αποχρώσεις<br />
μιας τρεμάμενης καστανιάς<br />
Κι άλλες φορές θυμίζει το κυνηγητό<br />
με τους κορμούς<br />
όταν η ομίχλη λαχανιάζει γύρο τους</p>
<p>Στη θάλασσα όμως γεμίζει θάλασσες</p>
<h4><strong>ΣΑΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ</strong></h4>
<p>Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις<br />
αιχμηρές κι άρχισε να καταδίδει<br />
«Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε» άκουγε<br />
κάτι οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν<br />
Και κάρφωνε κι έκοβε, ώσπου τ’ ασπροσέντονα<br />
γινήκανε πορφύρες<br />
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ’ τον πόνο<br />
άσπρο απ’ την αιματοχυσία<br />
Τόσα δάκτυλα χαμένα</p>
<p>Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους<br />
σε σβήνουν τα παλιά<br />
και τα καινούργια προσπερνάνε</p>
<h4><strong>ΕΠΙ ΟΜΦΑΛΟΥ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>A&#8217;</strong></h4>
<p>Κορμός γυναίκας<br />
Έτσι όπως τρέχει το σιωπηλό της μάρμαρο<br />
Πλάι η Άρτεμις, αποφασισμένη στην απώλεια,<br />
παρατηρεί πίσω απ’ το γυαλί την έκθλιψη<br />
Με σώμα πένθους· χρυσό και αποκαΐδια ελεφαντόδοντου<br />
Της το φώναξα πως ο Απόλλωνας είναι έξω ακόμη·<br />
ολοζώντανος· μας κατακαίγει,<br />
(μήπως αυτός είναι ο λόγος του πια),<br />
αλλά εκείνη πεισμώνει στη βιτρίνα της μέσα<br />
Όπως η εικόνα στο βυθό: βους από συντρίμμια<br />
αργύρου αιωρείται σε αντίγραφο αίματος</p>
<p>Να είναι χρησμός εκατόμβης<br />
ή μήπως μετάγγισης;</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Β&#8217;</strong></h4>
<p>Στο τέλος εδώ μέσα θα βλέπεις<br />
με το μάτι του Αδριανού<br />
Ο Έρωτας έρμα στον πάγο της αθανασίας<br />
ενώ οι ξεναγοί χειρονομούν αλαλάζοντες ως ιερείς<br />
Εδώ εκπαιδεύουν με εκτομές αισθήσεων<br />
Λαβυρινθώδης αντήχηση μας αποδιώχνει<br />
σ’ ένα δρομολόγιο κοπιαστικό<br />
Και παραθέσεις ανέσεων- να ελίσσονται οι πιστοί<br />
σε τούτον το συρμό ή μήπως να εκκενώνουν<br />
ταχύτατα τους κινδύνους</p>
<p>Κι ύστερα, παρά την έξοδο, θα πέσεις αναπόφευκτα<br />
επάνω στον ολυμπιονίκη εκ Μεγάλης Ελλάδος<br />
Μόνιμη σχέση αναθήματος με βαθμό Α&#8217;<br />
Αν θέλει μπορεί να περάσει έξω·<br />
ανάμεσα στα πλήθη απαρατήρητος<br />
Και μάλιστα χωρίς κόπο·<br />
επί ανελκυστήρας κεκλιμένου επιπέδου<br />
να φυγαδεύσει την αξία του<br />
Αλλά ίσταται ως μη έχων ακόμη εκδηλώσει<br />
ενδιαφέροντα έφηβος<br />
Ή μήπως φοβάται<br />
ενδοϋπηρεσιακές παγίδες</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Γ’</strong></h4>
<p>Το κτίριο μια υπενθύμιση ερήμου·<br />
ιδέα πυραμίδας<br />
Αντίγραφο ορέων εδώ στα όρη<br />
Τι βούλονται άραγε με τούτη<br />
την απομίμηση καταπάνω στον ελαιώνα</p>
<p>Ωστόσο τα κυπαρίσσια, αδιαφορώντας, κυνηγιούνται<br />
με δρασκελιές ως τη γραφή του βράχου επί της αβύσσου<br />
Και τα πεύκα, περίεργα όπως πάντα, γέρνουν να δουν<br />
το μαύρο κοίλο και το ναό<br />
Τρία δάκτυλα όλα κι όλα όρθια<br />
από ένα πλήθος ορθοστασίες και άλλους θησαυρούς</p>
<p>Περιεργαζόμαστε το σημείο<br />
όπου θα πρέπει να ήταν το αιώρημα<br />
για την εναέριο εμφάνιση των υποκριτών<br />
Ένθεων όμως</p>
<p style="padding-left: 240px;">Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών</p>
<h4><strong>ΘΥΛΑΚΑΣ ΗΠΕΙΡΩΝ</strong></h4>
<p>Μεσημέρι και κάποιες Αφρικές ξεπουλάνε στην πλατεία<br />
Ανάμεσα στα χρώματα συνωθούνται μύριοι<br />
Ένα κοινό εξ Ευρώπης και Ασίας<br />
μπροστά στην αγωνία των χορευτών<br />
Η σκηνή σαν ίχνη λαβύρινθου επί σινδόνης<br />
Ως το ρουθούνι του μετρό απλωμένη η ήπειρος<br />
Και πλάι ηχούν τα χάλκινα μιας φανφάρας με ρυθμούς<br />
βαλκανικής, κι από Νέα Ορλεάνη, κι από παραλιακή,<br />
κι από κείνο κει το μπαρ του Δουβλίνου<br />
με τον τρελό μπάρμαν εκ Θεσσαλονίκης, πρώην μαρκόνι<br />
Μια νέα συνθήκη προσπαθεί εδώ<br />
με ορθοστασία και προσμονή</p>
<p>Έχουν σταθεί ακόμα και οι κυκλωτικές κινήσεις<br />
των καφενείων και η κίτρινη αρρώστια των ταξί<br />
Στάθηκε περίεργος και ο ήλιος να δει την πλημμυρίδα·<br />
ότι αιμορραγεί ένας αιφνιδιασμός<br />
επί του μετώπου της ζωής</p>
<p style="padding-left: 240px;">Πλατεία Βικτωρίας. Αθήνα</p>
<h4><strong>ΑΦΑΛΑΤΩΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">έτος Γιάννη Ρίτσου</p>
<p>Πλησιάζουν δυο Τσιγγάνες<br />
«Πιάσε ζάχαρη να δέσει το καλό»<br />
«Να σβήσω τη μουτζούρα από πάνω σου»<br />
Κι ύστερα, πίσω απ’ τη σκιά του έφιππου στρατηγού,<br />
μοιράζονται τ’ ασήμωμα με το περίπολο<br />
Ό,τι θα ήθελες να κρύψεις ρέει σε αδιάκριτες χούφτες<br />
Και λοιπόν,<br />
μπορείς να τραβήξεις μια μαλακία στο παγκάκι<br />
Η μοναξιά δίχως ντροπές αναδίδει αίσθηση ελευθερίας<br />
Και μάλιστα εκείνος το έχει ήδη θέσει<br />
σε χρόνους χαλεπούς</p>
<p>Τώρα εσένα, ένα εξάρτημα κομψευόμενων<br />
καφενείων, τι να σου πιο<br />
Να σου πω ότι σε παίρνει μάτι μια ολάκερη πρωτεύουσα<br />
ή μήπως προτιμάς το άλλο,<br />
αυτό με την εκλιπούσα ελπίδα εξαρχής</p>
<p style="padding-left: 240px;">Καφέ «Παλιά Βουλή», Αθήνα</p>
<h4><strong>ΕΚΔΡΟΜΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">Στους συν-ικέτες<br />
Σοφία και Γιάννη Χαμεζόπουλο</p>
<p>Επί χερσονήσου ετέθην με την άκρη<br />
του κόσμου στο νύχι της<br />
Οι λέξεις πλησιάζουν μέσα απ’ τον άνεμο<br />
Δύσκολα ανοίγονται έτσι σφιγμένες<br />
στην έννοια του βράχου<br />
Άγνωστες σχεδόν σαν τις εναλλαγές της θάλασσας<br />
Τέτοιες γινήκανε οι στιγμές· συμβίες αλλιώτικες<br />
με στήθη κοριτσιών ξανά</p>
<p>Άλλωστε γι’ αυτό εφτάσαμε στο Ταινάριο μαντείο<br />
ικέτες εξ Αθηνών<br />
Ένα κάθισμα ένθεο πριν τον ορίζοντα<br />
Λίγο θέλει να αποπλεύσει, σαν άγουρη σκιά<br />
σε μια φωτογραφία</p>
<p>Όλοι αφήνουν κάτι τις στο άδυτο<br />
Άλλος χρήματα, άλλος παπούτσια, άλλος βακτηρίες<br />
Τάματα πορείας- κάτι σαν τα κλειδιά του χρόνου<br />
Να τον κλειδώσουμε το χρόνο εδώ<br />
τουλάχιστον</p>
<p style="padding-left: 240px;">Hotel Portο, Μάνη</p>
<h4><strong>ΚΑΤΑΘΕΣΗ Ή ΟΦΕΙΛΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 240px;">στον I. Μόραλη</p>
<p>Δυο φορές έπεσα επάνω του</p>
<p>Τη δεύτερη, είκοσι έτη μετά την πρώτη, τον καλημέρισα<br />
σ’ ένα ζαχαροπλαστείο της Αίγινας.<br />
Απέναντι απ’ τον δίδυμο του Αγίου Νικολάου.<br />
Μιλήσαμε έτσι αυθόρμητα για τον καιρό και τον ορίζοντα.<br />
Μ’ ενόχλησε η προσπάθεια ενός γηραιού κυρίου<br />
να κρύψει την ηλικία του· κι ακόμα χειρότερα,<br />
ότι εγώ παραγνώρισα· δεν ήταν εκείνος.<br />
Και πώς ήταν άλλωστε δυνατόν να είναι μ’ αυτές<br />
τις τεχνικές κάποιας ψευδονεότητας φορτωμένος</p>
<p>Την πρώτη φορά, σαράντα χρόνια πριν, πιαστήκαμε<br />
στην παγίδα ενός φαιδρού στιγμιότυπου<br />
0 ένας μάλλον κακοχαρακτήρισε τον άλλον<br />
Του λόγου μου πάντως οπωσδήποτε·<br />
έτσι βιαστικά που διέσχιζα τα είκοσι πέντε<br />
Λυπούμαι γιατί δυο φορές έχασα την ευκαιρία<br />
να εκτιμήσω κάτι σπάνιο,<br />
και χαίρομαι για το τυχαίο που μου χάρισε<br />
δυο σκιές ντροπής</p>
<h4><strong>WEEKEND I</strong></h4>
<p>Η πισίνα ανακουφίζει ψυχές και λίβα<br />
και πλαστικά και ανοξείδωτα<br />
και τη δίψα των χελιδονιών<br />
που εφορμούν λοξά σφυρίζοντας,<br />
και τις αιωρούμενες κορδέλες από τρυφερό κλαίουσας<br />
και το ζευγάρι των πελαργών<br />
καθώς κτίζει άλλη μια αποδημία<br />
Σύμπας ο τόπος διαθέτει τυφλή εμπιστοσύνη<br />
Ρυθμός Θεού ίσως</p>
<p>Η θάλασσα<br />
αρκούντως πλησίον<br />
ώστε να μην αποτελεί<br />
κίνδυνο</p>
<h4><strong>WEEKEND II</strong></h4>
<p>Είναι μεσημέρι όταν καταφθάνουν οι μικρομάνες<br />
Να εκθέσουν τα μικρά τους, τους γλουτούς, τα στήθη τους<br />
Χορτάτα όλα τούτα· με γεμιστά και σφήνες<br />
από ντολμαδάκι στο αμπελόφυλλο ή κολοκυθοπατάτες<br />
με μελιτζάνα ή βλίτα με λεμόνι και ψαράκι στο τηγάνι<br />
Αταξικά εδέσματα Ιουλίου<br />
Και λευκός οίνος ή αλλιώς «Κοινόν Πανελληνίου» πλέον<br />
Μιλάμε για ποιότητα αρίστη<br />
Με θειώδη και πάγο<br />
Χωρίς εκπλήξεις<br />
Χωρίς ρετσίνι<br />
Χωρίς μέθη</p>
<p>Κι όπως πέφτουν τα σώματα στο υγρό, αναδύονται<br />
οι κοπτήρες, άνω και κάτω, του χλωρίου<br />
Αθόρυβα σχεδόν, κατασπαράσσουν<br />
τη φύση των αισθήσεων<br />
και των αισθημάτων</p>
<p>Η ταρίχευση επιδεικνύει ικανότητες ζωής</p>
<h4><strong>ΕΠΙ ΓΗΡΑΙΑΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ</strong></h4>
<p>Θεριά καταντήσαν οι θεοί μας<br />
Να μην τους ποτίσουμε άλλο με παρακλήσεις<br />
Να μην τους θρέψουμε άλλο με το αίμα μας<br />
Μόνο ένα θα τους συνετίσει<br />
Να επανεξετάσουμε τις επιθυμίες μας<br />
Να ψιλοκοσκινίσουμε τις ανάγκες μας</p>
<p>Αν εμείς δε ζητάμε αυτοί δε θα κερδίζουν<br />
Αν δεν μπορούν να κερδίζουν<br />
δε θα μπορούν να διοικούν<br />
Κι ενώ η δική μας στέρηση παλεύεται,<br />
αυτοί θα παραπαίουν αδύναμοι μπροστά στην πείνα τους<br />
Θα σπάσουν λοιπόν ή θα πεθάνουν<br />
Αν πεθάνουν θα τους αντικαταστήσουμε<br />
Αν σπάσουν έχει καλώς</p>
<p>Ας σηκώσουμε την επιλογή αντήλιο στα παράθυρα<br />
Ας σηκώσουμε την αυτάρκεια σημαία στις πόρτες<br />
Ας ορίσουμε ετούτον το σημαιοστολισμό<br />
ως κυοφορία</p>
<h4><strong>ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΡΩΙΝΑ</strong></h4>
<p>0 ανεμιστήρας ταΐζει τη ζέστη<br />
Μια Σαλώμη έχει τρυπώσει στις κουρτίνες<br />
Με ακολουθεί κι αυτό το κήτος<br />
με τ’ αγκίστρι μου καρφωμένο στο λαιμό του<br />
Μάτι Κασσάνδρας πάνω μου</p>
<p>Βρίσκομαι εντός Σεβαστείου τινός<br />
Με θραύσματα αυτοκρατόρων στην κλίνη μου<br />
Των οποίων την ύπαρξη κάτι γύρω μου<br />
ορίζει ως θεμιτό όχημα προς το μέλλον<br />
Και να ’μαι στη νύχτα<br />
ενδεδυμένος υποδοχή</p>
<p>Επιβαίνω στο τερατώδες<br />
ενός γεγονότος</p>
<h4><strong>ΣΑΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ</strong></h4>
<p>Δες, διαβαίνουν οι εργάτες μιας πίστης<br />
Τους κατατρέχουν οι αδικίες και λαθεύουν<br />
έτσι βυθισμένοι στην αϋπνία</p>
<p>Κάθε επικοινωνία μαζί τους μοιάζει με αδιέξοδο<br />
Καλύτερα θα ’ναι να τους αφήσουμε<br />
στον αφανισμό του μέλλοντος</p>
<p>Ζήτω η δύναμη της ικανής στιγμής</p>
<h4><strong>ΘΗΛΥ ΠΕΛΑΓΟΣ</strong></h4>
<p>Την ακούς όταν τα πρωινά βγάζει χελιδόνια<br />
και άλλα στρουθιά με τα χέρια της απ’ την τραπεζαρία<br />
Τη νιώθεις καθώς σαρώνει τις νύχτες<br />
Στη σιωπή σχεδόν σαν νυχτερίδα εν πτήσει<br />
Μετά το μεσημέρι φυλάγει το γιο της<br />
Ως το μεσημέρι φυλάγει τον εγγονό της<br />
Θα μπορούσαν να ήταν η ελπίδα της ετούτες οι ώρες<br />
Αλλά τα παιδιά παρελήφθησαν σπασμένα<br />
και οι άνδρες λιποψύχησαν<br />
Τα μεσημέρια και τα βράδια μαγειρεύει για μας<br />
και σερβίρει με χαμόγελο κάτω απ’ τ’ αλμυρίκια</p>
<p>Μια γυναίκα·<br />
όποιος έχει χρεωθεί</p>
<h4><strong>ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΚΗΣ</strong></h4>
<p>Το μάτι του ποιητή διαθέτει καθαρότητα<br />
Πρέπει να διαθέτει καθαρότητα<br />
Αλλά η καθαρότητα μοιάζει στο τέλειο του θανάτου<br />
Άρα το μάτι του ποιητή υποφέρει<br />
απ’ το σύνδρομο του μονόδρομου</p>
<p>Όπου «ποιητής» σκέψου δημιουργία<br />
Όπου «δημιουργία» σκέψου επανάσταση<br />
Όπου «επανάσταση» σκέψου αναγκαίος χρόνος<br />
Όπου «αναγκαίος χρόνος» σκέψου στιγμή<br />
Όπου «στιγμή» σκέψου καθαρότητα</p>
<p>Ο κίνδυνος δε βρίσκεται στην έκρηξη<br />
αλλά στη διάρκειά της<br />
Ο κίνδυνος δε βρίσκεται στην καθαρότητα<br />
αλλά στην εμμονή της</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΝΟΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ (2010)</strong></h3>
<h4><strong>&#8230;ΤΗ ΗΔΙΣΤΗ</strong></h4>
<p>Κι ετούτες τις ημέρες συνέβη<br />
Απ&#8217; τα μάτια μέχρι τη φτέρνα, ότι σκάλωσε<br />
Καθώς αναδύεται μια παλιά διαμαρτυρία στον τοίχο<br />
Και αιωρείται η παύση· έτσι<br />
Ένας άλυτος έρωτας είναι<br />
Τον βύθισαν στην απώλεια· σ&#8217; ένα κομμάτι μάρμαρο<br />
ότι ορίζεται ως ορυκτό της απουσίας<br />
Σχεδόν όπως υποχωρούν τα πεύκα στη γύρη τους<br />
Και πώς να την κερδίσεις αυτή τη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 240px;">Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα</p>
<h4><strong>ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑΣ</strong></h4>
<p>Ως νεφέλωμα αδημονεί καβάλα στον όγκο της νύχτας<br />
Την ημέρα, από τοίχο σε τοίχο, παλεύει την<br />
ακινησία με κόλπα και μικροδάνεια<br />
Νεροσυρμές ασβέστη, κάππαρη και<br />
άλλες φούντες σεινάμενες κουνάμενες<br />
Μια χρυσόμυγα κατεβαίνει προσεκτικά τη δημοσιά<br />
Η άφιξη στο μέσον εορτάζεται με ιριδισμούς<br />
ζουμερού λεωφορείου<br />
Από πίσω συνωθούνται κι άλλες μιμήσεις ελευθερίας<br />
Ερημιές, σε μια εμπλοκή του ιδιωτικού</p>
<p>Όλα μαζί μια σπείρα, όπως ορίζουν τον<br />
εαυτό τους ετούτοι οι αστερισμοί<br />
Διότι τυγχάνουν ύποπτοι συσπείρωσης ή έτσι νομίζουν<br />
Και αποκτούν βλέψεις γαλαξία και σύμπαντος κάθε<br />
που σηκώνεται αγέρας στα πανιά τους<br />
Αλλά να τι είναι όλα αυτά,<br />
μια νεφελοκοκκυγία αδειανή εν μέσω<br />
διεθνών αεροδιαδρόμων</p>
<h4><strong>ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΗΧΟΥΣ</strong></h4>
<p>Στην πλατεία μπαίνουν απ’ το παράθυρο αγιόκλημα και<br />
επισκέπτες και δυόσμος<br />
Και τρεις μέδουσες από την πόρτα<br />
Θα βυθιστούν στ’ απρόσεχτα πλοκάμια τους σε λίγο<br />
Απόψε αναζητούνε τον Περσέα τους βάσει<br />
καταλόγου· με μουσική, με ποίηση, με εδέσματα<br />
Και συναλλαγές από τα κινητά λαβαίνουν χώρα<br />
Για αύριο, ακούω,<br />
έχουν κανονίσει καφέ εις τας Αθήνας, καθώς<br />
τυλίγουν οι ματιές τους αμυγδαλωτά</p>
<p>Επιθυμίες, στην άχνη και στο ροδόνερο αρτυμένες, μέσω<br />
ασυρμάτων και δορυφόρων</p>
<p>Ενώ απ’ τ’ αεικίνητα μετατάρσια ως τις<br />
ανταύγειες των όφεων,<br />
πόρο τον πόρο, η ψιλή τριχούλα του καλοκαιριού στάζει<br />
τσίπουρο και ρακόμελο και λιαστό κρασί<br />
Στενάχωρα καθίσματα εδώ μέσα σαν μικροί ουρανοί<br />
Αλλά οι προσδοκίες, υπό την ασυλία μιας εγκατάλειψης,<br />
φουσκώνουν οχήματα με καρίνες, με υδροπτερύγια,<br />
με αερομηχανές· με πόδια αράχνης<br />
Υβρίδια μέσα συνωθούνται υπηρετώντας αστραπιαίες σχέσεις<br />
Η μοναξιά υπολογίζεται με την ταχύτητα εδώ γύρω</p>
<h4><strong>ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΝΗΣΩΝ</strong></h4>
<p>Η πλατεία, υπόμνηση ενός βενετσιάνικου δεσίματος<br />
Καταμεσής τέσσερις μαύροι κύκνοι, δυο<br />
εξώστες και μια παντιέρα ανεμίζουν<br />
Όψεις και αισθήσεις όλο φτερά, μια αύρα όπως<br />
έχει επιζήσει στην ευθύνη της ασυνέχειας<br />
Μια συνθήκη ανυπολόγιστη στο στήθος του θέρους</p>
<p>Σ’ αυτόν τον εγκάρσιο κόσμο βρίσκει ορίζοντα ένας άλλος<br />
Όπως οι φοβεροί Αθηναίοι και άλλες φάρες Νεοελλήνων<br />
και των Φιλελλήνων ταξιαρχίες και απελεύθεροι Αλβανοί<br />
και πρόσφυγες- αυτοί εκεί οι «λαθρομετανάστες»<br />
Δηλαδή μια καινή διαθήκη με τα στρωσίδια<br />
υπό μάλης στ’ αλμυρίκια</p>
<h4><strong>ΠΑΡΟΝ ΑΠΟ ΜΕΛΛΟΝ</strong></h4>
<p>Μ’ ετούτες τις στρυφνές ρίζες στα όρια<br />
της αγιοσύνης, της αλαζονείας σχεδόν,<br />
αναπόφευκτα βράζουν τα νερά<br />
Οι απαντοχές των κυμάτων μόλις<br />
διακρίνονται, καθώς απομυζάται επί σαρκός<br />
οξείδωσης το παραπανίσιο αλάτι τους<br />
Μια προίκα στο μπαούλο δηλαδή, αδημονώντας<br />
για την ημέρα εκείνη,<br />
όπου τσακίζοντας το γόρδιο δεσμό απέξω ή<br />
καλύτερα διαρρηγνύοντας το κουκούλι εκ των έσω,<br />
θ’ αποκαλυφθεί μια χρυσαλλίδα τολμώντας<br />
ν’ ανοίξει τα πόδια της</p>
<p>Το σκοτάδι είναι η παστάδα της γένεσης<br />
Και εωσότου το θυμηθούμε ή μέχρι να<br />
πράξουμε κάτι γόνιμο, ας<br />
ανάβουμε κανένα κερί και ας<br />
σιωπήσουμε επιτέλους</p>
<h4><strong>ΑΙΘΟΥΣΑ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h4>
<p>Ξεπετάγονται απ’ το σκοτάδι σαν φθόγγοι<br />
Κι ύστερα αιωρούνται στην αδυναμία τους<br />
Τα άκρα περιορίζονται στην ουσία της διασποράς<br />
Ο κορμός έχει αποδεχθεί μια θέση δίπλα στο κεφάλι<br />
Το κεφάλι είναι κάτι στην αποδοχή της έλλειψης<br />
Υπάρχει ένα ίχνος από ενώτιο δεξιά<br />
Ίσως μια πρέζα επιθυμίας όπως επιμένει στην πέτρα</p>
<p>Σιγά σιγά τα κομμάτια θα βυθιστούν στο ημίφως<br />
Σαν είδη αθανασίας επί σκηνής θανάτου<br />
Η εικόνα μοιάζει με σπαράγματα από<br />
κριτική διάθεση απέναντι στην αδιακρισία της ζωής<br />
Διαφαίνεται μια πορεία:<br />
ότι τίποτε δεν ταπεινώνεται<br />
εφόσον εξεγερθεί</p>
<h4><strong>ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ</strong></h4>
<p>Σ’ αυτό το όνειρο σκαρφαλώνει κάτι σαν άνεμος<br />
Κάθε στροφή θυμίζει πολλά και συγχρόνως τίποτε<br />
Οι εκκλήσεις παιδεύονται με μια γλώσσα άγνωστη<br />
Τα σχήματα περιφρουρούν την ισορροπία στις γωνίες<br />
Οι απώλειες κάποιας ευαισθησίας στρογγυλοποιούνται<br />
Το ξημέρωμα θ’ ανακοινωθούν πάλι οι σταθερές κι ό,τι<br />
άλλο είμαστε ανίκανοι να χάσουμε</p>
<p>Είναι ένα είδος δύναμης αυτό· να επαναλαμβάνουμε<br />
τις αιτίες όταν καταρρέουν οι πράξεις</p>
<h4><strong>ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ</strong></h4>
<p>Σε λίγο<br />
το πρωινό θα κρεμαστεί στη δίψα του φωτός<br />
Ένα λινό απλωμένο<br />
Ξέρεις τώρα·<br />
κατιτίς για να βυζάξει ο πρώτος ήλιος<br />
Βαθύ λευκό, μαι πρέζα από μπλε του κοβαλτίου,<br />
αυτή η σχεδόν στιγμιαία ειρήνη<br />
Και μαζί ό,τι κτενίζεται από καρίνες και αιλουροειδή<br />
Μαζώξεις του σύμπαντος και σπείρες, πριν<br />
ο ήλιος φορτώσει με σκιές τα σώματα</p>
<p>Ο ορίζοντας μόλις αναδύεται και σήμερα εκεί,<br />
στο βάθος, όπου η ελευθερία γράφεται<br />
κατευθείαν ερημιά</p>
<h4><strong>ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ</strong></h4>
<p>Το ρεύμα ξεσηκώνει χρώματα σ’ ένα Νοέμβρη<br />
Τα παράθυρα διέφυγαν με τις κουρτίνες τους<br />
Τόσες αγκαλιές στον άνεμο<br />
Αφαιρέσεις, άλλοτε με ρούχο, άλλοτε χωρίς,<br />
σμιλεύονται στην μπόρα<br />
Σαν να κινήθηκε η αμαρτία απ’ το νάρθηκα στο άβατο<br />
Σαν να ζωντάνεψαν οι ντροπές στο μάρμαρο,<br />
κι ό,τι άλλο φαινόταν κεκορεσμένο</p>
<p>Όπως και του χρυσού φυλλώματα δρυός και<br />
ώχρες καστανιάς, και μια λεύκα από ασήμι<br />
Τα γδύνει η παγωνιά με το χάδι της<br />
Μαζί η λιτανεία από τεμάχια φωτός στη νύχτα<br />
Ή συστοιχίες ίσκιων σ’ ένα πρωινό<br />
Και οι λόγοι και οι γραφές, κάθε πτυχή όπως<br />
ξεχύνεται από μέσα τους ή εισβάλλει<br />
Αφήνοντας πίσω απ’ τις ταχύτητες ενσάρκωση</p>
<p>Συστρέφονται οι εποχές, συστρέφονται· στην<br />
αδίστακτη ομορφιά τους συστρέφονται<br />
Είναι κι αυτές οι γαλάζιες σπηλιές στα σύννεφα<br />
Ένα σκαρίφημα καλοκαιριού να ξεγλιστράει<br />
ο παραπανίσιος χειμώνας</p>
<h4><strong>ΕΠΟΧΗ ΣΤΟ ΔΩΔΕΚΑ, Α&#8217;</strong></h4>
<p>Και βέβαια οι σχόλες είναι που ενδιαφέρουν τη<br />
ζωή και όχι η εξέγερση<br />
Αλλά κάθε εξέγερση δεν είναι τίποτε άλλο παρά<br />
ο γυμνός λόγος της ζωής</p>
<p>Ανάμεσα στις μυριάδες πράξεις της μέρας κάποια<br />
έννοια θα ντύσει τους νέους φθόγγους<br />
Συμβαίνει δηλαδή μια διάθλαση επί ασφάλτου<br />
Κάτι σαν σαϊτιά στην αλαζονεία των λεξικών</p>
<h4><strong>ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΜΗ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h4>
<p>Αυτή η αγία τριάδα μάς εντυπωσιάζει απ’ το ύψος της<br />
Παραδομένη στην αθανασία του ορείχαλκου δε μοιάζει<br />
με τ’ άλλα ληξιπρόθεσμα της προσμονής<br />
Απ’ τα παράθυρα μάλιστα ετούτης της πλατείας<br />
φαντάζει σαν ονείρωξη· εθνική πάντως<br />
Και ό,τι δε δύναται ν’ αποτύχει θεωρείται επιτυχία</p>
<p>Των ζωντανών<br />
όταν αφαιρεθούν τα σωθικά τους<br />
αργούνε να μυρίσουν</p>
<h4><strong>ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ</strong></h4>
<p>Καθώς ο ουρανός πολλαπλασιάζεται καταπάνω τους<br />
είναι αλήθεια πως ο ήλιος περνάει μηνύματα<br />
Κάτι σαν ωμή επέμβαση για κάθε σύστημα<br />
Αλλά πώς να προλάβει μια αρμονία όλες τις ρωγμές<br />
Και ό,τι άλλο διαθέτει διόδους στο χρόνο, όπου<br />
το ασυμπίεστο του φωτός επιμένει</p>
<p>Κύματα απροσδιοριστίας μάς ωθούν στη βαρύτητα<br />
Κι όσοι τόλμησαν να κατανοήσουν τα κενά ρίχτηκαν<br />
σε χώρο δοκιμών για μια κόλαση<br />
Ως γλυφές ακρόπρωρου έχουν οριστεί<br />
Τέτοιο καθήκον, και τι υπομονή<br />
Να ξύνουν τα λέπια τους στο κατάστρωμα·<br />
να καθαρίζουν τα σπλάχνα τους στη θάλασσα·<br />
προετοιμάζοντας, ύστερα απ’ τη σφαγή, τα είδη για<br />
το εμπόριο κάποιας ισορροπίας</p>
<p>Με καταγγέλλω για λογική ενδόρριξης<br />
Κίνηση που εν γνώσει της βυθίζει, αλλά<br />
ως τέτοια υψώνεται<br />
Να κάτι μετρήσιμο εντέλει</p>
<h4><strong>ΑΚΡΗ ΕΠΙ ΠΟΛΕΩΣ</strong></h4>
<p>Απ’ τα χαμηλά μπορείς να δεις την κοιλιά των<br />
γλάρων και τον αφρό κομμένο σε μάρμαρα<br />
Ο βυθός αιωρείται πέρα απ’ τ’ αετώματα<br />
Ανηφορίζουν κοράλλια και μαλάκια<br />
Το καθένα από κάποιο είδος που δε θα ρωτήσει<br />
Οι αποχρώσεις είναι χιλιάδες αλλά εδώ<br />
αναγνωρίζονται τα πράσινα, τα λευκά, τα ουρανί<br />
Κι ετούτη η αντίληψη αποκαλείται νομιμότητα<br />
Υπάρχει και το σπείρωμα της πέτρας· κλωστές από<br />
γη και σπορά στο στομάχι του ηφαίστειου<br />
Κάποια στιγμή μια φούντα της ψυχής του θα<br />
τσακιστεί στα ρηχά</p>
<p>Και ο αέρας θ’ ανυψωθεί σε ύλη εμπρησμού<br />
Και το νερό θα μετασχηματιστεί σε λάβα<br />
Θα εκτοξεύονται τα σωθικά σαν πλήθος συλλαβών<br />
Και συνθήματα, και κατευθύνσεις, και πειράματα<br />
Όπως ενσαρκώνονται κάποτε κάποτε οι λέξεις<br />
Ένα είδος έκπληξης· σαν περιφερόμενο οδόφραγμα</p>
<p>Ό,τι και να μας επιφυλάσσει ετούτο το μπλε του<br />
μελανιού και της αβύσσου, πόσες<br />
παραβάσεις δεν καταλήγουν στη βαρύτητα· πόσες<br />
διευκολύνσεις δεν έχουν καθορίσει το ανέφικτο</p>
<h4><strong>ΚΕΣΙΟ 133</strong></h4>
<p>Ας τριγυρίσουμε σ’ αυτό το καταφύγιο<br />
Ό,τι συμβεί δε θα ’ναι παρά αποτέλεσμα ταλαντώσεων ή<br />
έτσι το αντιλαμβάνονται οι μετρήσεις<br />
Όμως στιγμές ν’ ακονίσουμε την πείνα μας θα βρούμε</p>
<p>Και χάος υπάρχει σε ισορροπία χειρουργείου, καθώς<br />
χειρίζεται τα δεδομένα μιας σφαγής<br />
Και μουσεία συντηρούνται<br />
Γραφές και όργανα, υποθέσεις σμιλευμένες-<br />
συχνά με γωνίες προοπτικής<br />
Όπου σπανίως ωθείσαι να ουρήσεις στους τροχούς ενός<br />
πλαισίου· ή κατευθείαν στις ωοθήκες μιας υπογραφής<br />
τσακίζοντας τις ηλεκτροσυγκολλήσεις<br />
Συνήθως όμως επιχρωματίζουν την αδράνεια με<br />
βαφή παλινδρόμησης</p>
<p>Μια ζωτική ευκαιρία καθορίζει το θείο<br />
Αίφνης, χάρις σε τούτο το χαράκωμα του χρόνου,<br />
πληροφορούμαστε εν ειρήνη τις συρράξεις εκεί έξω<br />
Απολαμβάνουμε την αφθονία τους κυρίως</p>
<h4><strong>ΥΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ</strong></h4>
<p>Μια υποψία αιωρείται στο χώρο πως τρεις<br />
είναι οι τοίχοι και δυο τα επίπεδα<br />
Και τα παράθυρα σαν έκτη αίσθηση όπου<br />
παγώνουν αγριοπερίστερα και άλλες επιθυμίες<br />
Και η μοναξιά βεβαίως τριγυρνάει την πόρτα<br />
καθώς η επιθυμία καρκινοβατεί</p>
<p>Ένας νάρθηκας εδώ, με στρατιώτες να λιώνουν στα<br />
πόδια τους, μελετώντας τον ανεξίτηλο κτήτορα<br />
Και ξύλα του δάσους όπως έχουν πειραχτεί για<br />
ένα καθήκον, για ένα αρχείο ή μια συνείδηση</p>
<p>Πλέκει ρίζες ο χρόνος γύρω απ’ τους φωριαμούς<br />
Κέδρος ή οξιά, δρυς ίσως, κυπαρίσσι ή πεύκο, μπορεί<br />
και ασπρόξυλο, δεν έχουμε ιδίαν αντίληψη<br />
Πέραν των επισήμων δηλώσεων και της συνημμένης<br />
γνώσης, εκλύονται κάποιες φήμες<br />
Στηριζόμαστε στις φήμες</p>
<h4><strong>ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΟ ΖΩΕΣ</strong></h4>
<p>Αυτή είναι η παραλία· ό,τι διαθέτω σήμερα<br />
Μια^ εξόρμηση όπως έχει κρεμαστεί με<br />
τις άλλες υποθήκες στον ήλιο<br />
Μοναδική σκιά η θάλασσα εκεί μέσα<br />
Και η οσμή της νύχτας, το βάρος του αλατιού,<br />
ο καπνός μιας απαγόρευσης<br />
Καμπύλες στην άμμο, μαλλιά βρεγμένα,<br />
είδη προσωπικά παντού<br />
Μάτια διάττοντες στο βυθό της νύχτας,<br />
επιμένουν ή πέφτουν<br />
Ένας Αύγουστος πριν σκορπίσει ολότελα<br />
αργοπορεί</p>
<p>Εμάθαμε μόνοι στο περίτεχνο της μνήμης</p>
<h4><strong>ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ</strong></h4>
<p>Ένα βήμα πίσω, δυο βήματα πίσω,<br />
τρία βήματα πίσω<br />
Ακόμα και, η προσμονή, εν μέσω μιας<br />
μαρτυρικής ορθοδοξίας, απαξιώθηκε</p>
<p>Πρόκειται ασφαλώς για ένα άλμα καθώς<br />
οι ναυαγοί παλεύουμε με τις απώλειες<br />
Θεόρατος βυθός ξεθεμελιώνει τα κύματα</p>
<p>Κι όμως τα νέα σήμερα είναι καλά όντας<br />
χειρότερα από χθες<br />
Όλοι διαθέτουμε πλέον τη συντριβή μας·<br />
ακόμη και οι θριαμβευτές</p>
<h4><strong>ΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ</strong></h4>
<p>Στο βάθος φαντάζομαι σπάραχνα να διαπερνούν<br />
τη νεκρή φύση των διχτύων, ή βεγγαλικά όπως<br />
διασχίζουν το θνήσκον μιας επετείου<br />
Και καράβια· από δω πάνω ανακατεύονται στις<br />
γραφές των αερόπλοιων<br />
Μας αρμενίζει κάποιο είδος βαρύτητας</p>
<p>Η στεριά, από μια τάφρο αμφίβιων, πολιορκείται<br />
Και τα μενεξελή αγριολούλουδα ξεφορτώνουν<br />
Και η αύρα σβήνει στα λινά τραπεζομάντιλα<br />
Και το πρωινό καθρεφτίζεται με κοψιά πυραμίδων</p>
<p>Συντηρούμε τη σύνθεση μέσα στο δάνειο, όπως<br />
η αθανασία επεξεργάζεται αξίες με το σκουλήκι</p>
<h4><strong>ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ</strong></h4>
<p>Τσακίζοντας ένα προς ένα τα όριά του πλησιάζει<br />
ετούτος ο εχθρός λοξά<br />
Από μεθόριο σε μεθόριο ευαγγελίζεται θριάμβους<br />
Και μείς τον περιμένουμε εδώ αποφασισμένοι<br />
Ενώ του λόγου του πετάει ήδη τα πρώτα ληγμένα<br />
«Ληγμένα»&#8230; παρωνύμιο αγχόνης που<br />
στόμωσε, νομίζω</p>
<p>Κι όταν μας ριχτεί κατά μέτωπο θα ’μαστέ εκεί<br />
να σηκώσουμε ό,τι μας επιτρέπει<br />
Την παντιέρα μιας ειρήνης μεσίστια στο πινάκιο<br />
των απωλειών</p>
<p>Καθώς το πένθος ανεμίζει σαν μια και μοναδική χορδή<br />
η απαντοχή μας ακκίζεται</p>
<p>Ναι, αυτό το ψεύδος με τις μυλόπετρες στο στομάχι<br />
ακκίζεται<br />
Και αλίμονο· εμείς φορτώσαμε τη σαβούρα ετούτη για<br />
να βαραίνουν οι ελπίδες μας</p>
<h4><strong>ΕΝ ΑΡΧΗ</strong></h4>
<p>Τα ράφια είναι γεμάτα μέχρι σκασμού ώρες ώρες<br />
Άλλοι επιμένουν πως τούτες οι γλυφές στις οθόνες<br />
είναι μια εκδοχή βυθού στα πρόσωπα<br />
Άλλοι πάλι πως τα μάτια είναι η σπορά του κενού<br />
Όπως έχει σπαρθεί το άπειρο για να<br />
χωρέσει παντού η άβυσσος<br />
Φοβούμαι πως από κάτι τέτοιες παραδοχές αντλούν<br />
οι αδυναμίες τη δύναμή τους<br />
«Παραδοχές»,<br />
μια λέξη που βρομάει αποδοχή<br />
«Αποδοχή»,<br />
μια λέξη ατραπός προς τη συνενοχή</p>
<h4><strong>ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ</strong></h4>
<p>Ευδαίμων τάφρος, μεσημέρι, Αύγουστος<br />
Κι αυτά τα μεσημέρια συρρέουμε στις παραλίες<br />
Να εκθέσουμε όλα τα είδη των κινητών μας<br />
Επιτρέποντας στο γυμνό μετάλλων, πλαστικών, γλουτών,<br />
να εξασκήσει το δικαίωμα του φαίνεσθαι ελευθέρως<br />
Παρελαύνουμε ανά οικογένειες και άλλους συναφείς<br />
σχηματισμούς εις το ζενίθ του ήλιου<br />
Όπου οι ιδιόρρυθμες μονάδες μας επιδίδονται κοινοβιακά<br />
στις σχέσεις τύπου:<br />
Ει δυνατόν προς το κοινόν συμφέρον</p>
<p>Μία Εδέμ λοιπόν,<br />
όπου ως Εδέμ ποικίλλεται και με καρυκεύματα<br />
σε γεύση κόλασης<br />
Όπως η θελκτική προοπτική ενός δείπνου με<br />
άρωμα επετείου και ό,τι ήθελε προκόψει<br />
Ριπίδια έντασης, εκρήξεις, καμένες σάρκες με ρίγανη,<br />
εκκρίσεις υποσχέσεων<br />
Κατιτίς από ’να τρομοκρατικό συμβάν, σχεδόν</p>
<p>Επιτέλους· ο ουρανίσκος πλημμυρίζει με γεύσεις<br />
πληρότητας τύπου «τρία σε ένα»:<br />
«Μια Βαστίλη εντός Χειμερινών Ανακτόρων, κι ένας<br />
σερβιτόρος ωραίος ως Σπάρτακος»</p>
<h4><strong>APRILIS MMX, A&#8217;</strong></h4>
<p>Δεν ξέρω αν ο άνεμος γράφει με γύρη, ή μήπως<br />
η γύρη γράφει με άνεμο<br />
Δεν ξεχωρίζω τις αράδες, κάτι όμως καταπνίγει<br />
την άνοιξη με τον όγκο μιας ομίχλης</p>
<p>Βαρύ πένθος πλησιάζει τις αισθήσεις μου<br />
Θυμωμένες αισθήσεις<br />
Διότι οι ήττες τους, ανεμπόδιστα, συμπαρασύρουν<br />
το μέλλον της μνήμης<br />
Κι ετούτη η συνθήκη, καθώς λιπαίνει τις<br />
μέρες, μοιάζει με ντροπή σε<br />
παρειές ακροατών</p>
<h4><strong>APRILIS MMX, B&#8217;</strong></h4>
<p>Μια είδηση της τελευταίας στιγμής<br />
χτυπάει το παράθυρό μου<br />
Έχει εκείνο το τσιγάρο της τελειότητας στα χείλη<br />
Άλλη μια ανατροπή καβαλικεύει ως στρουθίο<br />
τις προσθέσεις μου</p>
<p>Απώλεια ηχοχρώματος</p>
<p>Κάτω απ’ το βυθό τ’ ουρανού<br />
ακόμη ένας λόγος εσίγησε, σαν<br />
σύντομο θέρος</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΓΗ (2009)</strong></h3>
<h4><strong>ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ A&#8217;</strong></h4>
<p>Φορούσε το πουκάμισο ανάποδα<br />
όπως κρύβουμε τη μοναξιά μας<br />
όταν πυροβολήθηκε από έναν Αύγουστο<br />
με τακούνι και μαύρο φουστάνι<br />
Κι ύστερα διέφυγε από στοές, περάσματα και στενά<br />
Κύματα οδών, σαν συγκοινωνούντα δοχεία μιας μήτρας διεσταλμένης<br />
Εντέλει παραδίδεται καταμεσής της μεγάλης πλατείας<br />
με τα κοράλλια και τις κλίμακες στη στέψη<br />
Και τώρα, έξι η ώρα το πρωί, λίγο πριν αρχίσει η περίοδος των αναμνήσεων<br />
καθώς ανακάθεται πλάι του ένα ακόμη εικοσιτετράωρο<br />
τώρα ακριβώς<br />
στον κίνδυνο με την πρώτη καλημέρα να βυθιστεί σε κάποια ελπίδα<br />
ανοίγει το παράθυρο και ρίχνεται στην μπόρα, όπου<br />
χιλιάδες άλλες σιωπές περιφέρονται με αλεξιβρόχια<br />
σαν μέδουσες πίσω από γυαλί</p>
<h4><strong>ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h4>
<p>Οι δεσμεύσεις, ζεύγη έτοιμα ν’ αγοραστούν<br />
μυρίζουν σαν ζεστό ψωμί στον πάγκο<br />
Νερό απ’ το πηγάδι<br />
ανεβαίνει όλο δροσιά και όγκο<br />
για να καεί πρόσωπο με πρόσωπο<br />
Καταναλώσαμε κάποτε τις συμφωνίες, καθώς θυμούμαι<br />
και να τι έμεινε ανάμεσά μας<br />
ένα σκαρίφημα<br />
Όπως κρέμεται στον τοίχο εκείνη η έκρηξη<br />
σε διάφορες στάσεις<br />
Οι δεσμεύσεις μας<br />
θα λιώνουν από στόμα σε στόμα<br />
σαν πάγος</p>
<h4><strong>ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΛΕΩΣ</strong></h4>
<p>Τα πρόσωπά τους αναρριχώνται στις όψεις<br />
Λεγεώνες, παρέες-παρέες, αφήνουν τη γη πίσω τους<br />
Τόσα πρωινά εκεί έξω παίζουν με το βάρος του εικοσιτετράωρου<br />
Απ’ τα καθίσματα το μάτι μετράει με ακρίβεια αδιαφορίας<br />
Και οι απόψεις, κάποια μουσική γύρω από μια γκρίνια</p>
<p>Ξώφτερνο με νύχι βαμμένο πατά ετούτο το σύμπαν<br />
Ως τον αστράγαλο το μάλαμα, σαν ίχνος υγρασίας<br />
Κοσμήματα, όπως καταντούν οι τραγωδίες στην ειρήνη μας<br />
Και οι θυσίες, με ονόματα οδών, εστρώθηκαν περίπατους<br />
Ο ελιγμός αποδεικνύεται κερδοφόρος μνήμη</p>
<h4><strong>ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ ΑΚΟΜΑ</strong></h4>
<p>Αφήσαμε ανοιχτή την πόρτα πίσω μας<br />
Θα μπει η φασαρία του δρόμου και η σκόνη<br />
Ποιος νοιάζεται όμως για σύνορα στ’ αλήθεια<br />
Τα δωμάτια έχουν κιόλας περάσει στην αυλή<br />
Και η αυλή μπερδεύτηκε με την πλατεία<br />
Αναζητώ τους ήχους μιας παραλίας<br />
Οσμίζομαι γατιά και ρεύμα του Αυγούστου<br />
Αιωρούνται αντικείμενα δίχως συλλαβές<br />
Ανάμεσα παλινδρομούν εργάτες σαν άδεια συρτάρια<br />
Η κίνηση ενοχλεί τους τοίχους που λιάζονται<br />
Τώρα περνάει το χαλί σε μια περίεργη στάση και οι αλτάνες<br />
όταν ανάβουν μενεξέδες, υάκινθοι και μοσχομπίζελα<br />
κι εκείνοι όπως στέκονται νεότατοι καπνίζοντας στα παράθυρα<br />
Η απώλεια ντύνει ρούχο προς ρούχο τη ζωή<br />
μέχρι να γυμνωθούν ολότελα οι εικόνες.<br />
Αλλά και τ’ ολότελα θέλει το χρόνο του και το κερί του</p>
<h4><strong>ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ Β&#8217;</strong></h4>
<p>Ξεσηκώνονται, γέφυρες, δρόμοι και οχήματα<br />
Ως τα δώματα όπου χτενίζεται η πλατεία<br />
Κάθε στέψη κι άλλη κόμη από σκαλοπάτια και μπούκλες<br />
Κάτι ίπταται στη βροχή πάνω σ’ ένα ποδήλατο κατράμι<br />
Με παναμά και χαίτη ανεμίζουσα όπως αρμόζει σε μια ελευθερία</p>
<p>Στο βάθος τα φτερά μιας όψης σημαίνουν κάτι<br />
Κάποιος αναγνωρίζει στη σιωπή το σχήμα μιας κραυγής<br />
Μερικοί ψιθυρίζουν για μνηστείες συμφέρουσες<br />
Άλλοι ελπίζουν σ’ ένα γάμο ή σε ανάσταση επί θανάτου<br />
Τόσες σημαίες, τόσα λόγια, τόσα παράθυρα κυρίως</p>
<p>Πόσα πρόσωπα, πόσες διηγήσεις,<br />
Διηγήσεις για την τελειότητα προπάντων<br />
Επιτέλους, πόσες υποσχέσεις ένθετες εκτίθενται στους τοίχους<br />
Θα δούμε όμως πρώτα να σταθεί κάτι κι ανάλογα τη μετάφραση<br />
Λέω όμως τώρα, αν το επιτρέψει η εποχή, θα μας πνίξει η ομορφιά της<br />
Κύριε<br />
προστάτεψε και την ασχήμια σου</p>
<h4><strong>ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ</strong></h4>
<p>Δε θυμούμαι τα πρόσωπα των συντρόφων μου<br />
Δε γνωρίζω αν τα κύματα θυμούνται τι υπήρξαν<br />
Άλλαξαν τους αριθμούς σ’ αυτά τα σπίτια<br />
0 έρωτας εξόκειλε σαν μέδουσα<br />
Σε λίγο θα την πιει ο ήλιος με τις φούχτες του</p>
<p>Η παραλία υποδέχεται τα νερά γι’ αυτό που είναι<br />
Επιπλέουν φτέρνες και δάκτυλα στην άμμο<br />
Λεκιάζουν με το βάρος τους την αύρα<br />
Μόνο τα λόγια δεν μπορούν να σφίξουν χειραψίες<br />
Μια τόση δα η απεραντοσύνη των ματιών<br />
χωρίς ταξίδια πνίγεται η θάλασσα</p>
<h4><strong>ΥΣΤΑΤΟ ΚΛΙΤΟΣ</strong></h4>
<p>Ακούω πίσω μου την πνοή του δέντρου<br />
όπως δανείζεται στον άνεμο<br />
Και τον άνεμο ακούω<br />
καθώς δεσμεύει τη δύναμή του στο φύλλωμα<br />
Είπε σ’ αυτόν το δρόμο θα συναντήσεις τα εργοστάσια<br />
και πως τώρα όλα γίναν σκοτεινές υποθήκες<br />
Στους τοίχους ένα παρά ένα έχουν δανειστεί τα κεφάλια<br />
Έμειναν λειψοί τόσοι άγιοι για κάποιο ημίφως<br />
Όσο το μέτωπο, τα μάτια, ο λαιμός είν’ τα παράθυρα<br />
Το χρέος κάθεται στον κορμό, μια τρύπα ήλιος<br />
Δίχως οφειλές δεν έχει νόημα ο λόγος</p>
<h4><strong>ΥΣΤΕΡΟΤΟΚΟΣ ΑΚΤΗ</strong></h4>
<p>Το σπίτι πλέει στα λιόδεντρα και τα τζιτζίκια<br />
Μικρά γείσα θέλουν να σβήσουν τη φωτιά<br />
Πρόσωπα συναρμογές του τετραγώνου<br />
Τρεις τρύπες όλες κι όλες να κρυφτεί το φως<br />
Μαύρο, γαλάζιο, με παίζει η διπρόσωπη φυλλωσιά</p>
<p>Αιθέρας στις φούχτες μου ό,τι μένει<br />
Μυριάδες μέλη λικνίζονται κατά μήκος, χρώματα στον ατμό<br />
Η θάλασσά μου ασκεπής, μαζεύει αλάτι<br />
Από κεφαλή σε κεφαλή εξατμίζεται ο τόπος</p>
<p>Στην άμμο καίγονται, ένας ήχος, τα βήματα<br />
Εξαίσιες συλλαβές θέτουν την εμμονή<br />
Φα, λα, σα, ρνα, φα, λα, σα, ρνα, φα, λα, σα, ρνα<br />
Ονόματα να μείνουν όπως τα ’ξερες, δύσκολο<br />
Το μέλλον αποδέχεται δίχως επιλογές</p>
<h4><strong>ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΗΜΕΡΑΣ</strong></h4>
<p>Οι σκιές του εωθινού αποσύρονται<br />
Έρωτες σε χαμηλό κάτοπτρο</p>
<p>Μ’ ένα ραδιόφωνο πλάι στο στήθος όλη νύχτα<br />
Οι ρώγες έχουν ορθωθεί ανάμεσα στους κρίνους της παραλίας</p>
<p>Η άμμος έχει μνήμη, έχει γλώσσα<br />
Με την αφή ανοίγονται τα πρόσωπα της ψυχής της</p>
<p>Και τι είναι άμμος άλλο από χώμα κι αλάτι<br />
Να κρυφτεί το νερό</p>
<p>Και τα βράχια ένα αποτύπωμα τρικυμίας<br />
Και η κόμη του κοριτσιού με το ποδήλατο ένα απόγευμα</p>
<p>Τα χείλη μου θα σφραγιστούν<br />
Μεγάλα λόγια μέσα μου με κατατρώγουν</p>
<p>Οι θάμνοι της ακτής χρεώνονται στους καιρούς<br />
Υπερβολικό έρμα ακονίζεται πάνω μου</p>
<p>Αν δεν τον προκαλέσεις, έστω για μια φορά,<br />
παραμένει εχθρικός ο χρόνος</p>
<h4><strong>ΔΕΝΤΡΑ ΜΕ ΜΑΡΜΑΡΟ</strong></h4>
<p>Κάθομαι στο χώμα πιασμένος σε δίχτυ από ήλιους και σκιές<br />
Με το φύλλωμα γλιστράω μαζί του στον ασβέστη<br />
Μπροστά μας χιλιάδες λιόδεντρα κλειστά, ως πέρα<br />
Φούντες αλμύρας εικόνα εικόνα πλησιάζουν<br />
Σκέφτομαι τέτοια φωνή πίσω μου<br />
Θα είναι όμορφο ρούχο στον άνεμο<br />
Της Αύρας ίσως, της Ήβης, γυρνάω ελπίζοντας<br />
Μια πέτρα ακόμα όλη κι όλη ό,τι έμεινε<br />
Μοιάζει με στήθος χωρίς κεφάλι, χωρίς σώμα<br />
Με χείλια όμως να γράφουν ιστορίες<br />
Τις ακούς, σαν τη σκιά όλο μακραίνουν την απόσταση<br />
Όρεξη να ’χεις, ώρες και ώρες διηγούνται απ’ τη νύχτα<br />
Βαδίζει η μέρα με τις αλήθειες της στα δεξιά<br />
Μας πήρε δώδεκα κιόλας, απ’ όλες τις πλευρές το μεσημέρι<br />
Χωράει λένε τις ελπίδες ενός θεού μονομιάς η μέρα</p>
<h4><strong>ISOLA</strong></h4>
<p>Ηρεμία, αλλά η θάλασσα ορθώνει ακόμα πυραμίδες με λοφία<br />
Όπως σιγοβράζει η μνήμη από χθεσινές σπιλιάδες<br />
Η επιφάνεια σπάει το τσιμέντο της από χαλίκι σε χαλίκι<br />
Κι ο ορίζοντας, παρατηρώ απ’ το μόλο του Αγίου το δακτυλίδι του και<br />
Και τα σύννεφα, ένας στόλος σκορπίζουν τον ουρανό</p>
<p>Μου μίλησαν γι’ αυτόν τον Άγιο, θηλυκός περισσότερο<br />
Με δυο λευκά στήθη, να βυζαίνει ο πόντος τα μυστικά μας<br />
Τα μυστικά μας, τι άλλο από στάσεις και απώλειες<br />
ξοδεύουν τ’ άρωμά τους στον αέρα<br />
πνίγουν τον καρπό στο λάδι τους</p>
<p>Απομεσήμερο μπαίνει η γυναίκα με τ’ αγόρι μνημονεύοντας<br />
Σαν ψίθυρος μακρινής πομπής την ώρα που πέφτει ο ήλιος<br />
Μπορείς ν’ ακούσεις τα λόγια και τα ονόματα, τόσες ανομβρίες<br />
Όσο ν’ αδειάσει πάλι το γλυκό νερό τους ήχους του, βιάσου<br />
Δίπλα μας έχει κιόλας φανεί η γύμνια της Υδροφόρου</p>
<h4><strong>REQUIEM</strong></h4>
<p>Αν ήθελα να μιλήσω για τη μοναδική επιλογή</p>
<p style="padding-left: 40px;">αγρίμια οι φωτογραφίες παίζουν στα στιγμιότυπα<br />
τραβούν ζωή από κει πάνω για την πείνα τους<br />
στο αίμα οι αγριοτριανταφυλλιές και τα ξυράφια από πουρνάρι<br />
το σύμπαν ρουφάει τους χυμούς κάτω απ’ την ταχύτατη άσφαλτο</p>
<p>Αν ήθελα να προλάβω δυο λέξεις για τα σώματα</p>
<p style="padding-left: 40px;">χαρίζονται στους χείμαρρους σωροί και σωροί τα είδη<br />
κότσυφες και δρυοκολάπτες σκιές από σκίτσα, ό,τι έχει απομείνει<br />
ανάμεσά τους τα τυφλά πλυντήρια, οι σβηστές στόφες προσποιούνται<br />
ενώ αργοπεθαίνουν σκύμνοι στις σακούλες, η τελική λύση των ασβών</p>
<p>Αν ήθελα να ουρλιάξω πριν τη σιωπή</p>
<p style="padding-left: 40px;">δίχως μυστήριο ή χάρη, χαμένα κορμιά απ’ την αφετηρία<br />
δεν έχουν νύχια, ξεριζώθηκαν απ’ τη βάσανο των συρράξεων<br />
σαν μούσκλια κρεμάστηκαν οι επαρχίες στα κλαδιά<br />
και τα δέντρα το καθένα κρύβει τ’ άλλα ως τον αποκεφαλισμό του</p>
<h4><strong>ΝΑΔΙΡ</strong></h4>
<p>Η άρνηση είναι από έρωτες ιστάμενους<br />
Νύχτα και μέρα ποτίζουν τις Αρχές<br />
Κατάφορτες εικόνες αναρτώνται<br />
Θα χάσουν κάτι στην ακινησία τους, όπως<br />
ανακουφίζεται η στεριά στη θάλασσα</p>
<p>Αλλά οι μέρες είναι άγρια νησιά<br />
Ακόμα κι αν μειωθούν με τις κατακρημνίσεις<br />
θα μείνει έστω κι ένα βότσαλο<br />
Η ουσία επιζεί σαν δυσνόητος ήχος<br />
Μη μιλάς, ανοίγοντας οι λέξεις γίνονται σιωπή</p>
<h4><strong>ΖΕΝΙΘ</strong></h4>
<p>Δώστε μου ένα λόγο ακόμα<br />
Εκτός από τόκους και αποτίμηση<br />
Κι ας τον κάψω σαν χάρτινο καράβι πάλι<br />
Ν’ απλώσουν οι στάχτες το πρόσωπό τους<br />
Σαν ενύπνιες συναντήσεις και πράξεις<br />
Δώστε μου μια λέξη κενή τώρα<br />
Θα τη χορτάσω, όπως την αδειανή στέρνα ένα σύννεφο<br />
Λίγο πριν ακροβολιστεί τ’ όνειρο ξανά<br />
Στο βαθύ πόνο του πρωινού, είμαι έτοιμος<br />
Δεν υπόσχομαι παρά έγνοιες ύποπτες για μέλλον</p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ</strong></h4>
<p>Η μέρα φεύγει με βήμα νυχτερινό<br />
Και οι γυναίκες ξεχωρίζουν στα σημεία των φραγμών<br />
Και οι άντρες σπάνε διαλαλώντας τα όνειρά τους<br />
Καρέκλες και φράσεις σ’ ένα τραπέζι αντικρίζονται<br />
Κι απόψε η αιωνιότητα δεν είναι παρά ο επόμενος διάλογος</p>
<h4><strong>AUTOROUTES</strong></h4>
<p>Προσπαθώ να δω την άλλη στιγμή<br />
Ένα όχημα φορτωμένο με φήμες επιπλέει ή όχι<br />
Αν μπορώ να περισώσω κάτι από χέρι σε χέρι<br />
Ό,τι χωράει σε μια χειραψία, μια πρέζα λέξεις<br />
Αλλά δεν έχουν κερδηθεί ακόμα οι στιγμές της επαλήθευσης</p>
<p>Σμιλεύουμε περιλήψεις και στήλες άλατος<br />
Ό,τι μπορεί ν’ ανθίσει σε ρυθμό επανάληψης<br />
Ανδριάντες, όπως καταλήγουν τα διάφορα οχήματα<br />
Τόσα είδη τοποθετήθηκαν με ό,τι έχουν κατακαύσει<br />
Το άπειρο δοκιμάζεται σαν εγχειρίδιο γλυπτικής</p>
<h4><strong>ΣΤΑΣΗ 1</strong></h4>
<p>Γνώριζαν δε γνώριζαν, σήκωσαν χρήσιμες εκκλησίες<br />
Ο Άγιος Χαράλαμπος έχει τους τάφους τους για δάπεδο<br />
Ο Άγιος Ιωάννης τους τοίχους του για σαρκοφάγους<br />
Στον Άγιο Παύλο ανακουφίζονται οι λαθρομετανάστες<br />
Το βγάζουν όσο να ’ναι το έξοδό τους τέτοιοι άγιοι</p>
<h4><strong>ΣΤΑΣΗ 2</strong></h4>
<p>Πέντε Αλβανοί, ψωμί και μπίρες<br />
σκορπάνε φθόγγους δίχως φόβο<br />
Τρεις άλλοι Υπερβόρειοι πίνουν το χύμα<br />
κρασί, τσίπουρο και μπράντι ανακατωμένα<br />
Μερικοί Φιλιππινέζοι τιτιβίζουν γύρω απ’ τους μπόγους τους<br />
Δυο γυναίκες με λαιμούς Αιθιοπίας γελούν<br />
Ένα ραδιόφωνο από ψηλά στα λαϊκά<br />
ξεκουρδίζει την Κυριακή</p>
<h4><strong>ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ</strong></h4>
<p>Αναλύω την εικόνα ως τ’ ουρανού το κυανό βάραθρο<br />
Και μείς στο βάθος όπου σηκώνεται η κορυφή του όρους<br />
Κατακερματίζουμε το φως, ξοδεύουμε το φως<br />
κένταυροι με κάμερες συνέχεια της οπλής<br />
Και τα πλήθη των τουριστών όπως εμφυτεύτηκαν εδώ<br />
κίνηση άξια σαν ενοικίαση Θεού</p>
<p>Και τα άλογα με τα φτερά, παιδιά ένα γύρω, τα εντυπώνονται<br />
Και τα έπιπλα, γυροφέρνουν σαν σκιούλες μικροπωλητών<br />
Όλα μ’ επιμονή εκτεθειμένα, τόσα και τόσα στη σινδόνη<br />
Στα φτηνοπράγματά της πλουμιστή μια Βαβυλώνα<br />
γεμίζει πάλι το ρούχο της από το τίποτα με τίποτα<br />
Κι εμείς, με την ελαφράδα των φυλλωμάτων στους ώμους<br />
συναλλασσόμαστε επ’ ωφελεία</p>
<p>Εντούτοις μας βασανίζει η υστερία μιας γεώτρησης<br />
Ενώ δοχεία ροφημάτων έχουν παραταχθεί μυριάδες στις όχθες<br />
Σαν προϊόντα εκταφής, δε διευκολύνουν τη συνοχή<br />
Τόσες λαλιές επιδεικνύονται, οχήματα υπ’ ατμόν<br />
σε χώρο στάθμευσης<br />
Εμποδίζουν τη λειτουργία της σιωπής<br />
στην κατανόηση αλλήλων</p>
<h4><strong>ΔΕΙΚΤΗΣ</strong></h4>
<p>Κόκκινη γη, κόκκινη από ώχρες κι έναν ίσκιο<br />
όπως λιάζεται στη στροφή<br />
Όλη κι όλη αυτή η χαρουπιά σαν ελαφρύ ρούχο δεν επαρκεί<br />
Και κατρακυλούν χαλίκια και ήλιος και θυμάρι<br />
και συλλαβές ερημιάς ακαταπαύστως<br />
Όλα ρέουν με τη γύμνια των κεκοιμημένων<br />
0 χρόνος είναι στο δρόμο επί τροχάδην</p>
<p>Ένα ακτένιστο βουνό κατρακυλάει η μέρα<br />
Θα πιάσει τόπο τώρα δα λες, σαν βιαστική ιδέα<br />
Και βυθίζεται με κείνο το νεύμα του κινδύνου<br />
Όπως οι μέδουσες<br />
όταν καταδύονται στη σιωπή<br />
Όπως εμείς<br />
καθώς υποχωρούμε με αντήλια κι άλλα<br />
εξαρτήματα φόβου</p>
<h4><strong>ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ</strong></h4>
<p>Βορινός ορίζοντας, κι ο νότος εκτίθεται σαν λιμενοβραχίονας<br />
Τα νερά ασφυκτιούν επάνω στα δόντια του τσιμέντου<br />
Ή στο τόξο του βάθους, καθώς υπόσχεται τη θάλασσα όλη<br />
Αγνοούμε την παρρησία ενός παρωχημένου προμαχώνα<br />
Ελπίζουμε μέσα από μια συμφέρουσα διάσωση τειχών</p>
<p>Και στην τάφρο προσβλέπουμε, κυρίως<br />
Όπως αυτή ενσωματώνεται ως περίπατος της πόλης<br />
Φοίνικες, πεζόδρομοι, λεωφόροι, φωτισμοί συνωθούνται<br />
Κι ό,τι άλλο εγγυάται την καλοκαιρία μιας αδιαφορίας<br />
Όπου τα πληρώματα σέρνουν τη βαρύτητα υπό το φαίνεσθαι</p>
<p>Ένα βασίλεμα ανάμεσα σε δυο νησιά από πρύμνη σε πλώρη<br />
Με τον έλεγχο σφιχτά απ’ το χέρι, και μάτι που πετάει<br />
Λίγες στιγμές πριν συνθλίβει πάλι ο ήλιος<br />
Αυτή η λογική δε θα ’ναι παρά το φως ετούτης της νύχτας<br />
Ή μήπως ετούτη η νύχτα να είναι το φως σ’ αυτή τη λογική</p>
<h4><strong>Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ</strong></h4>
<p>Δραπετεύουν σαν πρωινό από τέσσερις νύχτες<br />
Πυραμίδες καθ’ οδόν, έξω απ’ το ρουν της ερήμου</p>
<p>Η πορεία σημαδεύεται, τόσα φορτώματα<br />
Ένα σύμπαν κάθε φορά ό,τι πέφτει κατά μήκος της οδύσσειας</p>
<p>Του θανάτου η ακτένιστη κόμη ξεσκεπάζει τις ακτές μας<br />
Αντικρίζουμε πλέον επιτύμβια και ληκύθους, κάτι απ’ το μέλλον</p>
<p>Η διαφυγή, η κόψη της, γίνεται κραυγή<br />
Μοιάζει με την ελπίδα η κραυγή και η ελπίδα πιάνει τόπο<br />
μονάχα σαν καταγγελία βιασμού</p>
<h4><strong>ΓΩΝΙΑ ΥΠΟ ΔΥΟ ΠΛΑΤΕΙΕΣ</strong></h4>
<p>Μετράω εννέα κατεδαφίσεις στον κύκλο<br />
Και η Μητρόπολη, οι επικλήσεις της σηκώνονται μια στάλα<br />
Θα φτάσουν τα σύννεφα για λίγο πριν τις καταρρίψουν<br />
Και η παλιά Νομαρχία, εικόνα εξ Αιγύπτου, επιμένει<br />
Στις πύλες, στα παράθυρα, το κενό εκλιπαρεί για κάποιο μερίδιο ουσίας<br />
Κι ο χάλκινος ήρωας δε θα φτάσει ποτέ έως εδώ<br />
Μονάχα δίπλα, σε μια κάμαρα από γυμνά πλατάνια, θα επιπλέει<br />
Με τα περιστέρια όπως εγκλωβίζονται στα τραπεζοκαθίσματα<br />
Κι ένα καράβι να σβήνει στο μπαλκόνι του γιορτές και γιορτές<br />
Και μουσικές, ορθώνεται κάτι περίεργο ή άγνωστο εντέλει<br />
Τόσο δα τόπος η μνήμη, κι όμως την τεμαχίζουνε με πείσμα<br />
όπως το ύφος της βροχής όταν διασκορπίζει το πλακόστρωτο<br />
ακόμα και τα πλάτη που μηδενίζονται και τα μήκη που χάνονται<br />
κι αυτόν τον ουρανό ακόμα καθώς πνίγεται στα αειθαλή σκιάδια</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></h3>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ </strong><br />
<strong>ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Θ. ΡΙΖΑΚΗ (2021)</strong></h4>
<p>Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ</p>
<p>[ΙΓ, σ. 124, &#8230;στην έβδομην άοιδός τυφλός ό ποιητής εστάθη //<br />
μ ’ &#8216;ένα ραβδί στο χάλασμα θρήνους χρησμοδοτούσε]</p>
<p>Μου γνέφει ένας ορίζοντας. Τον πλησιάζω. Είμαι βέβαιος πώς πίσω του κρύβεται ο βηματισμός τής αβύσσου. Πρόκειται για την γενναιότητα του πένθους στο έργο τού ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη. Κάπου νοιώθω ότι φοβάμαι πώς θα μπλέξω με κάτι πέραν των δυνατοτήτων μου. Ωστόσο αποφασίζω να ταξιδέψω σέ τούτο το αρχιπέλαγος. Εφόδια ή διαίσθηση και άλλα απλούστερα συναισθήματα. ’Έκπληκτος με το θράσος μου δοκιμάζω τα νερά. Νοιώθω να με γλυκοτυλίγει ένα μούδιασμα στα μετατάρσια. Μια σχεδόν παρηγορητική υπόσχεση. Βυθίζομαι ολόκληρος. Για ό,τι συμβεί από ’δώ και πέρα, σκέπτομαι φωναχτά, ας μοιραστούμε την ευθύνη ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης πού εκτίθεται αποφασιστικά στο φως και τού λόγου μου με την ιδιότητα τού φλύαρου σχολιαστή. ’Οφείλω όμως να ομολογήσω πώς ο ποιητής μου φάνηκε λιγουλάκι πονηρός καθώς με το καλημέρα με φίλεψε φρέσκο λουκούμι τριαντάφυλλο απ’ το Ζητούνι πριν ακόμη καλοανοίξει την εξώπορτα. Μιλώ για το επικεφαλής ποίημα με τον λοξό τίτλο «με χρώμα το σκοτάδι» απ’ την συγκεντρωτική έκδοση επιτάφιος δρόμος:<br />
[I&#8217;, σ. 9, -εκεί πού σύχναζε σχεδόν τον είχα χάσει/ σκάλες τα χρόνια μου δεν έφταναν ν’ ανέβω / κι άρχισα νά τον ρίχνω πέτρες τις πληγές μου / ώσπου έδυσε στα νέφη ή γαλάζια του έπαρση / πήρε δειλά να κοκκινίζει απ’ τα χτυπήματα / λίγο αργότερα έγινε μαβής / και καταστάλαξε στο γνώριμό μου μαύρο&#8230;].</p>
<p>Ποίημα πολιορκητικός κριός πού τσάκισε οποία λογική δυσπιστίας. Και ποιος θεραπευτής δεν θα ’χάνε τις μετάνοιες και τα φαρμάκια του με τέτοια ανακουφιστική εξομολόγηση οπού χίλια εκτάρια αμπελώνα χωρούν σέ μια σταγόνα πνεύματος. Έμελλε να μάθω πώς όλα τα ποιήματα τού Ριζάκη συστρέφονται στο χάος σαν ένα σώμα από αυτόνομες ψυχές.<br />
Παραθέτω τα συνημμένα σέ τούτο το κείμενο σχολιασμού που θα μπορούσε να θεωρηθεί μάλλον ως «έκθεση αυτοψίας φέροντος οργανισμού οίκου»<br />
παρά σαν κριτικό σημείωμα περί λογοτεχνικής δεινότητας. Με λίγα λόγια δεν κρίνω, και πώς άλλωστε θα ήταν αυτό δυνατόν, αλλά προσπαθώ να ακτινοσκοπήσω έναν βράχο. Μπροστά μου έχω ανοιχτούς τρεις «τόπους» τού ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη: I&#8217; επιτάφιος δρόμος, ποιήματα Α&#8217; 1985-2010, Οι Εκδόσεις των Φίλων 2011· II&#8217; χώμα με χώμα η μάχη, επιλεγμένα ποιήματα 1985-2018, εκδόσεις Ρώμη 2019· και III&#8217; το λογοτεχνικό περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, τεύχος 61-Νοέμβριος 2019, με πέντε ανέκδοτα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο «Στιγμές εφτάζυμα ζωής διανέμω».<br />
Φανταστείτε έναν καλό αναγνώστη στην βαρύτητα όλων αυτών νά κινείται ως νεφέλη με όσα τον ωθούν. Καύσιμο και γεννήτρια η ποίηση τού Ριζάκη.<br />
Ακόμα και οι αισθητήρες στις άκρες τής αφής δονούνται καθώς απαγγέλλω συνεπαρμένος από έννοιες, εικόνες και ρυθμό. Τα νοήματα σύνθετα εκτεθειμένα όμως με τρόπο και λέξεις πού συγκροτούν ισχυρή<br />
ποιητική «ντοπιολαλιά» παρά την επιδιωκόμενη, με απόλυτη επιτυχία, απλότητα. Γόρδιοι δεσμοί επιβίωσης λυμένοι στο χαρτί,</p>
<p>[Ι, σ. 97, &#8230;όταν αποφάσισα να μιλήσω // μια καμπάνα ανάσταση πέρασε!\</p>
<p>Και στην επόμενη σελίδα,</p>
<p>[Ι, σ. 98, &#8230;μη ρωτάς και συ συνεχώς / «ποια η ζωή μου;» &#8211; ό,τι / μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ, / με ξενύχτησε λύχνο ως το χάραμα&#8230;].</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h3>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ (2014)</strong></h3>
<h4><strong>ΤΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ</strong></h4>
<p>Από το τελευταίο σπίτι μέχρι εκεί που σβήνει ο χωματόδρομος στην Περικλεούς είναι το πολύ ένα πεντάλεπτο με τα πόδια. Και οι χαιρετούρες μέσα. Κάθε πρωί, προσπερνώντας περίφροντις μία μία τις εξώπορτες, κάπου στο τέλος της διαδρομής νιώθεις ένα μάτι καρφωμένο στην πλάτη σου. Αμέσως γυρίζεις να αντιχαιρετίσεις δίχως δεύτερη σκέψη.<br />
«Καλημέρα, δεσποινίς Ιφιγένεια».<br />
Η δεσποινίς Ιφιγένεια όλη την ημέρα στέκεται στο πλατύσκαλο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το κεφάλι γερμένο δεξιά και τα μάτια απέναντι.<br />
Το απόβραδο, πάντοτε την ίδια στιγμή, όταν ο ίσκιος της μέρας μπερδεύεται ακόμα με τις σκιές της νύχτας, αποσύρεται. Κι ύστερα το σκοτάδι βγαίνει στα παράθυρα να πάρει την πόλη.<br />
Είχε κάποτε τον άνθρωπό της. Αυτός την έφερε εδώ κάτω. Αυτός την επέβαλε στον κόσμο μας. Λίγους μήνες όμως μετά τους επίσημους αρραβώνες εξαφανίστηκε. Φθινόπωρο του ’36 ήταν. Όταν την έπνιξε η ανησυχία πήρε τους δρόμους να μάθει κάτι. Κανείς δεν είχε ιδέα. Στο τέλος κόντεψε να<br />
βρει και τον μπελά της. Μέχρι και η Ασφάλεια την πέρασε από ανάκριση. Δικτατορία, βλέπεις. Δικτατορία της 4ης Αύγουστου. Άρχισαν τα τι και τα πώς στη γειτονιά. Στην αρχή η Ιφιγένεια ανταποκρίθηκε. Να λιγοστέψει το βάρος. Αλλά σιγά σιγά κλείστηκε στον εαυτό της. Άσε που προσπαθώντας να την παρηγορήσουν η λέξη υπομονή κατάντησε αηδία. Σε λίγους μήνες άλλαξε η στάση της. Τέλος οι λυγμοί, οι διηγήσεις, ο θυμός, η αγανάκτηση, τα στολίδια του πένθους, τέλος και τα καλησπερίσματα. Κλείστηκε μέσα.<br />
Είχαν περάσει δύο χρόνια όταν κάτι μυστήριοι τής παρέδωσαν ένα γράμμα του και εξαφανίστηκαν δίχως κουβέντα. Έτσι ξαφνικά από το πουθενά. Καμία εξήγηση. Μόνο ότι υπήρχε.<br />
Το νέο διαδόθηκε. Έτρεξαν οι γείτονες για τα συχαρίκια. Εκείνη σιωπή.<br />
Τους έκοψε τη χαρά η Ασφάλεια. Έκαναν το σπίτι άνω κάτω. Αποχωρώντας την πήραν μαζί τους με ό,τι άλλο τους γυάλισε. Άφησαν πίσω τους ορθάνοιχτη την εξώπορτα. Σε λίγες μέρες την επέστρεψαν σαν πακέτο. Την παράτησαν αξημέρωτα στην πόρτα της. Κάθισε στα σκαλοπάτια και περίμενε. Ο πρώτος που άνοιξε τα παντζούρια του ειδοποίησε και τους άλλους. Την πήραν απ’ το<br />
χέρι και την έβαλαν στο σπίτι της.<br />
Ώσπου να αντιληφθεί ο κόσμος το μέγεθος του προβλήματος και να ειδοποιήσουν τους συγγενείς του εξαφανισμένου πέρασαν μερικοί μήνες. Ώσπου να συνειδητοποιήσουν το τεράστιο χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο σόι του εξαφανισμένου και στην Ιφιγένεια χρειάστηκαν άλλοι τόσοι μήνες.<br />
Κάποια στιγμή, καταμεσής της γερμανικής Κατοχής, σταθεροποιήθηκε στην απόλυτη σιωπή. Στην Απελευθέρωση κάποιοι της μήνυσαν με έναν γείτονα ότι έρχεται. Άχρηστα τα λόγια του αγγελιοφόρου. Δεν έδειξε να καταλαβαίνει. Σαν να πληροφορούσαν την πέτρα για τη Δευτέρα Παρουσία. Έτσι κι αλλιώς ξέσπασαν στην πρωτεύουσα τα Δεκεμβριανά.<br />
Χειμώνας του ’44. Οι μάχες γύρω απ’ το κέντρο διέκοψαν κάθε επικοινωνία με τις ανατολικές συνοικίες. Λίγο πριν σπάσει το οδόφραγμα στη μεγάλη γέφυρα κάτω απ’ τα ανάκτορα, της πρόφτασαν της Ιφιγένειας πως ο λεγάμενος είχε συλληφθεί στις οδομαχίες των δυτικών συνοικιών. Αυτή<br />
όμως εκεί, ασάλευτη, ανάμεσα στις παραστάδες της εξώπορτας, και γύρω της τα βλήματα να κεντάνε τις προσόψεις. Η εξέγερση περνούσε από μπροστά της υποχωρώντας.</p>
<p>Κύλησε η ζωή. Άλλα οκτώ χρόνια σαν χείμαρρος. Τόσα χρειάστηκαν για να αράξει οριστικά ο ανοιχτός Εμφύλιος σε νόμους και κιτάπια. Ειρήνη μετά βεβαιότητος.<br />
Προπαραμονή του Αγίου Αρτεμίου. Όλοι είναι έξω. Ασχολούνται με στολισμούς, καθαριότητα και ελπίδα για καλό καιρό. Η λιτανεία φέτος θα περάσει για πρώτη φορά από αυτό το σταυροδρόμι. Λίγο πριν το μεσημέρι φτάνει στην πόρτα της Ιφιγένειας μέσω Ερυθρού Σταυρού ένα ανοιχτό<br />
γράμμα. Από τις εσχατιές της Σοβιετικής Ένωσης. Απ’ τα βάθη της Ασίας ή από κει που αρχίζουν τα βάθη της. Απ’ τη μυθική Τασκένδη. Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν. Σαν στίχος απ’ την «Εκιουλιστάν». Έτσι αντηχούν αυτές οι λέξεις εδώ. Ένας «Κήπος των ρόδων» αντάξιος του Σάιχ<br />
Μούσλιχ εν Ντιν Σααδί.<br />
«Και πού ’ναι μωρέ αυτό το Ουζμπεκιστάν;»<br />
«Στου διαόλου το κέρατο είναι. Το ’ψαξα στην υδρόγειο του Εξωραϊστικού. Πάνω απ’ το Αφγανιστάν. Λίγο πιο δω απ’ την Κίνα. Ανάμεσα στους Τατάρους, τους Μογγόλους, τους Τούρκους&#8230;»<br />
«Κοίτα να δεις χάΐρι. Δεν ξεύρω τον άνθρωπο ούτε με νοιάζει τι τον κατατρέχει, αλλά να τον φάει η Τουρκιά ύστερα από τέτοιο κακό που τράβηξε. ..»<br />
«Μη λέμε κι ό,τι θέλουμε τώρα. Εκεί θα γίνει η νέα Ευρώπη σε λίγο. Βάλτε το καλά στο νου σας».<br />
«Τώρα δηλαδή τι θέλετε; Φιρί φιρί το πάτε να μας κάψετε με την κουβέντα που αρχίσατε. Δεν πάτε παραπέρα λέω εγώ;»<br />
Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Η Ιφιγένεια δείχνει να μην καταλαβαίνει ποιος τη θυμήθηκε, από πού τη θυμήθηκε, γιατί τη θυμήθηκε και τι της έγραφε.</p>
<p>Για χρόνια, εδώ στα ανατολικά, οι γείτονες ζύμωναν την ιστορία της Ιφιγένειας πάνω στο βραδινό τραπέζι. Όταν δεν έβρισκαν πρόχειρο άλλο κακό για να κρίνουν τις μέρες τους. Αυτή την επιμονή του μάλιστα να της ζητάει ακόμα -γιατί τι άλλο μπορεί να ήταν αυτά τα μηνύματα;— κανείς στη<br />
γειτονιά δεν μπορούσε να την κατανοήσει μέχρι το τέλος.<br />
Ίσως βέβαια του λόγου του να μη γνώριζε τις αλλαγές. Μα πάλι αυτοί που μετέφεραν τα νέα, πρώτα θα φρόντιζαν να μάθουν τι συνέβαινε στο σπίτι του και μετά θα πλησίαζαν. Έτσι έπρεπε να φέρεται κάθε προνοητικός άνθρωπος στην εποχή που φούντωνε ο ψυχρός πόλεμος. Εκτός κι αν δεν τον ενημέρωναν για την κατάσταση γιατί δεν ήθελαν να του μαυρίσουν την ελπίδα. Ή, πάλι, να γνώριζε και, αναγνωρίζοντας κάποιο μερίδιο ευθύνης, ήθελε να επανορθώσει. Μάλιστα κάποιοι υποστήριξαν ότι γι’ αυτό δεν τόλμησε το σόι του να την πετάξει στο δρόμο. Σαν να τους μήναγε: προσέξτε, σας βλέπω.</p>
<p>Όταν ο άνεμος ξαφνικά και ανέλπιστα της τον επέστρεψε, κάποιος άλλος είχε ρίξει το βλέμμα πάνω του. Πνίγηκε στον αφρισμένο χείμαρρο απέναντι απ’ το σπίτι του. Χειμώνας του ’58. Τον παρέσυραν τα νερά λίγα μέτρα απ’ το κατώφλι της, κι αυτή στην πόρτα μπροστά όρθια ανάμεσα στις<br />
σκιές.<br />
Δέκα χιλιόμετρα τον ξέσυρε η βροχή της Αγίας Γραφής. Σαράντα άνθρωποι χάθηκαν τότε. Μερικούς τους πήρε η θάλασσα. Δε βρέθηκαν ποτέ. Άλλοι δεν αναγνωρίστηκαν. Εκείνος στάθηκε πιο τυχερός στο θάνατο. Της τον κουβάλησε η Ασφάλεια. Βρήκαν την άκρη αυτοί. Έχει και τα καλά<br />
του το πάρε δώσε με τις Αρχές.<br />
Τι ακριβώς ένιωσε δεν μπόρεσε να πει με βεβαιότητα κανένας. Ούτε μάτι ούτε χείλι έπαιξε. Μόνο στάθηκε ακίνητη πάνω απ’ το φέρετρο.<br />
Και τι δηλαδή, μήπως θα έπρεπε να βγει στους δρόμους με αξιοπρέπεια και εγκαρτέρηση; Να συχωρνάει, μεγαλόψυχη σαν αγία, και κείνον και τους άλλους; Και με ποιο δικαίωμα, παρακαλώ; Μήπως ήταν χήρα; Μια σπιτωμένη ήταν τρομάρα της! Να τι ήταν.<br />
Και κείνος, πάλι, αφού χτυπήθηκε με όλες τις φυλές, αφού έβαψε με αίμα χέρια και ιδέες, αφού λογάριασε σύνορο το σύνορο το δρόμο μέχρι την άκρη του κόσμου σαν να τον κυνηγούσε η «Σιδερένια φτέρνα» του ΤζακΛόντον, επέστρεψε. Γιατί και που επέστρεψε, με ποιο δικαίωμα ήθελε να τον περιμένουν; Τι υποχρέωση είχε εκείνη, όταν αυτός έπραττε ό,τι νόμιζε σωστό κρατώντας την στο σκοτάδι; Για να την προστατέψει είπαν. Από ποιον ακριβώς; Κι αν η δικαίωση είναι ο απώτερος σκοπός της ζωής, στην Ιφιγένεια ποιος έδωσε την παραμικρή ευκαιρία για να τη χάσει;<br />
Οι εφημερίδες έγραψαν, ύστερα από άδεια των Αρχών, πως ο συχωρεμένος είχε καταντήσει μισός άνθρωπος. Δε θα ζούσε για πολύ. Τον είχε φάει ο ξορκισμένος. Γι’ αυτό του είχαν επιτρέψει την είσοδο στη χώρα, αν και ήταν μεγάλο κουμάσι.<br />
Είχε βγει παράνομα στην Ευρώπη το ’36 για να ενταχθεί στις διεθνείς ταξιαρχίες, στον Ισπανικό Εμφύλιο. Κι απ’ τα χαρακώματα και τα οδοφράγματα βρέθηκε σε στρατόπεδο προσφύγων στη Γαλλία. Και ύστερα στη Μόσχα. Και μετά στα βουνά της Σερβίας και της Ελλάδας. Και απ’ τα<br />
οδοφράγματα της δυτικής Αθήνας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αίγυπτο. Αλλά το έσκασε. Και πάλι πίσω στην Ευρώπη μέσω Παλαιστίνης και Τουρκίας. Και από εκεί στα βουνά στον ανοιχτό Εμφύλιο. «Κομμουνιστοσυμμορίτης». Μετά την ήττα πέρασε στις σοσιαλιστικές χώρες. Ζήτησε να παραμείνει στην Ευρώπη, τη σοσιαλιστική, αλλά του αρνήθηκαν και βρέθηκε στην Τασκένδη. Πολιτικός πρόσφυγας. Εκεί σήκωσε κεφάλι. Τα έβαλε με τους δικούς του. Γι’ αυτό τον άφησαν να φύγει. Τον έδιωξαν δηλαδή. Οικοδεσπότες και φιλοξενούμενοι. Έτσι έγραψαν οι εφημερίδες. Διάλεξε<br />
πού θα πεθάνεις, του είπαν. Κι αυτός διάλεξε. Έφυγε απ’ τον κήπο των ρόδων. Με τούτα οι εφημερίδες άφησαν άφωνους τους νοικοκυραίους ανήμερα της κηδείας.</p>
<p>Όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν μπορούσε παρά να αναλάβει η κυρα-Λένη εκεί μέσα. Μπήκε με το έτσι θέλω στον ερειπιώνα, προσπαθώντας να καθυστερήσει μια πορεία που είχε πλέον προδιαγράφει. Και ποιος άλλος θα κρατούσε το πένθος στη σωστή σειρά απ’ την ώρα που παράτησαν στο σπίτι τον συχωρεμένο; Τόσα τρεχάματα. Η αταραξία της Ιφιγένειας, η αρνητική στάση της ενορίας, το νεκροταφείο, ο τάφος, η κηδεία, τα τριήμερα, τα εννιάμερα, το σαραντάμερο, οι γείτονες, οι περίεργοι, οι συγγενείς του, οι μυστήριοι των Αρχών, οι ανώνυμοι που δήλωναν περαστικοί κι έφευγαν βιαστικά. Εκατοντάδες άνθρωποι πέρασαν από μπροστά του. Λες και διάβαζαν των αγίων. Ούτε που μπορούσε να το φανταστεί κανείς τέτοιο προσκύνημα για έναν ξεχασμένο, για έναν χαμένο. Χρειαζόταν λοιπόν μια ψυχωμένη για όλα αυτά. Η κυρα-Λένη είχε και με το παραπάνω αυτή τη δύναμη. Όταν η γειτονιά την είδε να περνάει το κατώφλι ανάσανε. Καμιά έγνοια. Κανείς άλλος δε χρειαζόταν.</p>
<p>Στην κηδεία, κι όσο βαστάει το τυπικό για το βαρύ πένθος, δε φάνηκε κανένας του σπιτιού. Έδωσαν μόνο λεφτά για μια αξιοπρεπή τελετή κι ό,τι άλλο χρειάστηκε. Δηλαδή η κυρα-Λένη τους χτύπησε την πόρτα. Οι Αρχές όλα αυτά τα χρόνια την Ιφιγένεια είχαν στο μάτι. Το σόι του ήταν μακρινό και<br />
αδιάφορο. Σε αυτήν αποφάσισαν να πάνε την κάσα με την κατάλληλη συνοδεία στις τέσσερις γωνιές του δρόμου. Και βέβαια τους γείτονες βρήκαν πρόχειρους όταν αντιμετώπισαν το μάρμαρο της Ιφιγένειας και κόντεψαν να απομείνουν με το ξόδι του εχθρού στα χέρια.<br />
Οι συγγενείς το καλοσκέφτηκαν αν θα έπρεπε να ανακατευτούν και στο τέλος αποφάσισαν να μην πάει ο άνθρωπος με τους άπορους. Πάλι καλά.<br />
Έπαιξε το ρόλο της και ο λόγος της κυρα-Λένης. Τους τα ’ρίξε απέξω απέξω όταν άρχισαν να της τα μασάνε.<br />
«Εγώ δεν ξεύρω, λόγος δε μου πέφτει, αλλά, απ’ ό,τι λένε στη γειτονιά, οι κληρονόμοι εσείς είσαστε. Μη με παρεξηγείτε, σαν φίλος ενδιαφέρομαι.<br />
Τι θα πει κι ο κόσμος; Αλλά και πάλι δεν πάει να πει ό,τι θέλει. Στο κάτω κάτω ποιον λογάριασε ο συχωρεμένος από τους δικούς του όσο ζούσε; Και σεις καλά σταθήκατε. Θα μπορούσατε να την είχατε πετάξει στο δρόμο. Έχουμε να το λέμε με την καλοσύνη σας. Πάντως από μένα ό,τι βοήθεια θέλετε κι ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου. Μαζί σας είμαι, όπως κι αν το δείτε. Καταλαβαίνω το βάρος σας. Κι ό,τι ειπωθεί εδώ μπροστά μου εγώ τάφος.<br />
Να ξέρετε όμως πως ό,τι δώσετε, διπλό και τρίδιπλο θα επιστρέφει. Ο Θεός έχει μάτια και θωρεί».<br />
Με κάτι τέτοιες ανατολίτικες γαλιφιές πήρε τη συγκατάθεση και τον παρά τους για τα έξοδα.<br />
Να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν είναι εύκολο πράγμα για κανέναν να αψηφήσει το χνότο της Ασφάλειας στο σβέρκο του. Και οι κηδείες αυτής της κατηγορίας είναι στον κατάλογο των ύποπτων τελετών και συγκεντρώσεων για ανατρεπτική δράση. Οι Αρχές της δημοκρατίας μας δεν<br />
αφήνουν καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη για να θυμίσουν, όπου είναι απαραίτητο και κυρίως όπου δεν είναι -γιατί εκεί βρίσκονται οι πολλοί-, τους κανόνες του παιχνιδιού. Όπως αυτοί έχουν καθορισθεί απ’ τον ντόπιο Εμφύλιο και τον διεθνή Ψυχρό Πόλεμο. Κι ύστερα όλα αυτά τα χρόνια κάποιος ξαγρυπνάει πάντα στο προσκέφαλο της γειτονιάς χάρις στον συχωρεμένο. Τι φάτσες και τι φυλές δεν έχουν στηθεί στη γωνία περιμένοντας το μεγάλο ψάρι!<br />
Δεν είναι λίγοι αυτοί που ανακάλυψαν και την καλή πλευρά του ζητήματος. Ούτε μία κλοπή μπουγάδας ούτε μία διατάραξη κοινής ησυχίας ούτε ένα ρυάκι με απόνερα ούτε ένας παράνομος βόθρος.<br />
Όταν πέρασαν τα τυπικά και ατόνησε το ενδιαφέρον των Αρχών για τη γειτονιά, ξεθάρρεψαν κι οι πιο φοβισμένοι. Το σπίτι γέμισε γυναίκες. Για λίγες μέρες ζωντάνεψε το ερείπιο.<br />
Η Ιφιγένεια είναι πάντα στον κόσμο της αλλά όχι στην πόρτα. Σουλατσάρει σαν αερικό ανάμεσα στις άλλες που προσπαθούν να συγυρίσουν το διαλυμένο νοικοκυριό, αδιαφορώντας για ό,τι συμβαίνει δίπλα της. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.<br />
Όταν δοκίμασαν όμως να ανοίξουν τη μοναδική πόρτα που ήταν κλειδωμένη, έγινε θηρίο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Σταμάτησε τα πέρα δώθε και στάθηκε στήλη άλατος μπροστά στην πόρτα με σφιγμένα χείλη. Είδαν κι απόειδαν, την άφησαν και συνέχισαν ό,τι είχαν αποφασίσει να προσφέρουν.<br />
Δεν καλοπρόλαβαν να γυρίσουν στα σπίτια τους οι γυναίκες και οι άναρθρες κραυγές της Ιφιγένειας ξεσήκωσαν τη γειτονιά. Είναι απόβραδο. Την ώρα ακριβώς που η νύχτα παίρνει τον τόπο αρχίζοντας απ’ τα παράθυρα. Τρέχουν οι γείτονες, αλλά οι συγγενείς του συχωρεμένου αφήνουν μόνο την<br />
κυρα-Λένη να μπει στο σπίτι. Είχαν φτάσει του λόγου τους ως εδώ χωρίς κανένας να το αντιληφθεί, πράγμα που έπρεπε να είχαν επιδιώξει με ιδιαίτερο ζήλο, αλλιώς πώς θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, αφού μάλιστα δεν είχε νυχτώσει για τα καλά ακόμα.<br />
Η Ιφιγένεια είναι όρθια μπροστά στην πόρτα του κλειδωμένου δωματίου και ουρλιάζει. Πλάι της στέκεται ανήμπορος ένας καλοντυμένος κύριος λίγο σαστισμένος, λίγο βαριεστημένος, ίσως κι αδιάφορος. Απ’ την αρχή τον έκοβες για γιατρό. Εδώ που τα λέμε, όλοι εκεί μέσα την ίδια στάση τηρούσαν. Έκαναν λες και δε συνέβαινε τίποτα ή, καλύτερα, σαν να συνέβαινε ακριβώς αυτό που θα ήθελαν, και μάλλον έδειχναν ευχαριστημένοι.<br />
Μόλις βλέπει την κυρα-Λένη τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά της ξαναγυρνώντας στη σιωπή. Οι συγγενείς μαζεύτηκαν σε μια γωνιά του σαλονιού ψιθυρίζοντας μαζί με τον «γιατρό». Ώσπου να τη βάλει στο κρεβάτι, οι άλλοι τελειώνουν το συμβούλιο και φεύγουν βιαστικά αφήνοντας το κουμάντο στην ξένη γυναίκα.</p>
<p>Αλλά ο καιρός άλλαξε και οι συγγενείς επανέκαμψαν γρήγορα. Δηλαδή οι επιθυμίες τους ως κληρονόμων, γιατί οι ίδιοι δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους στην περιοχή. Μόνο οι άνθρωποί τους. Γέμισε το μάτι και το αυτί του κοσμάκη χαρτιά, σχέδια, ένσημα, χαρτόσημα, μηχανόσημα, σφραγίδες, υπογραφές, νόμους και στολές. Κι όσο για τις στολές, κανένα περίεργο. Έχουν περάσει καν και καν απ’ αυτή τη γούβα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για να μην ξαναμιλήσουμε για τις παλιότερες εποχές. Αλλά τέτοιο οργανωμένο δίκτυο νόμων και υπηρεσιών ούτε που το είχε φανταστεί κανένας πως υπάρχει.<br />
Άδεια για την κατεδάφιση. Το σπίτι είχε κριθεί επικίνδυνο και κατεδαφιστέο. Άδεια ανοικοδόμησης. Η πρώτη πολυκατοικία της συνοικίας. Άδεια για την κηδεμονία. Άδεια για τον εγκλεισμό της σε ίδρυμα. Άδειες να δουν τα μάτια σου και να θαυμάσουν. Παρέδωσαν την Ιφιγένεια, αλλά «εντός του γράμματος και του πνεύματος του νόμου πέραν πάσης αμφιβολίας», όπως εξηγούσαν οι πιο μορφωμένοι. Η χαρτούρα αποδεικνύει του λόγου το αληθές.<br />
Η γειτονιά παρακολουθεί την έξοδο. Αμίλητη στέκεται η Ιφιγένεια ανάμεσα στις παραστάδες. Ο νοσοκόμος την πιέζει, μα εκείνη ακολουθεί τον δικό της ρυθμό.<br />
Ξεκινούν. Σιωπή. Μόνο τα μάτια έχουν το λόγο τώρα. Στο χείλος του όχτου, λίγο πριν αρχίσουν να κατεβαίνουν το μονοπάτι, ξανασταματά. Μισογυρίζει το κεφάλι και καρφώνει το βλέμμα στο βάθος του ουρανού λες και θέλει να αποχαιρετήσει κάτι. Απότομα, σαν να αποφασίζει μονάχα εκείνη<br />
για το μέλλον της, παίρνει βιαστικά τον κατήφορο και μετά τον ανήφορο. Φτάνει πρώτη στο ασθενοφόρο που περιμένει με αναμμένη τη μηχανή. Είκοσι χρόνια σχεδόν είχε να κάνει αυτή τη διαδρομή. Πριν σκύψει για να μπει στο αυτοκίνητο, γυρίζει το βλέμμα της στο βάθος του ορίζοντα πάνω απ’ τις στέγες.<br />
Απ’ τη στιγμή που πήραν την Ιφιγένεια, η κυρα-Λένη κάνει σαν αφηνιασμένη. Δεν τη χωράει το σπίτι. Δεν την κρατάει η αυλή της. Στριφογυρνά στο δρόμο σαν θηρίο. Κι όταν σκοτεινιάζει για τα καλά, ξεσηκώνει και τις άλλες. Επιμένει να ψάξουν για κάτι μέσα στο ερείπιο. Κάτι που μόνο εκείνη<br />
γνωρίζει πως υπάρχει, δίχως όμως να εξηγεί περισσότερα.<br />
«Βιάζει το πράγμα. Βιάζει. Στο δρόμο θα σας εξηγήσω».<br />
Αν δεν τη γνώριζαν καλά, θα έβαζαν το πονηρό με το νου τους. Πως γνωρίζει για κάποιο θησαυρό που ανήκει σε άλλον. Τόσα και τόσα συμβαίνουν δίπλα μας.<br />
«Άντε βρε, πάρτε τα πόδια σας, δεν έχουμε χρόνο! Βιαστείτε! Άκουσα ότι πρωί πρωί θα ’ρθουν να γκρεμίσουνε. Αρχίζει το χτίσιμο. Καταλάβετέ το! Ό,τι κάνουμε απόψε. Κάντε καρδιά και δείξτε μου λίγη εμπιστοσύνη».<br />
Ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα με τα φαναράκια στο χέρι και το στήθος ασήκωτη πέτρα. Τέσσερις σκιές τρυπώνουν απ’ τη μισογκρεμισμένη μάντρα στην πίσω αυλή. Από κει μπαίνουν εύκολα στο έρημο σπίτι. Στο σκοτάδι δεν ακούγεται παρά το σούρσιμο των ποδιών τους στα πατώματα.<br />
«Πες μας, βρε Λένη, να χαρείς, τι ψάχνουμε να βρούμε. Θα μας σκάσεις! Για κέρδος δεν πρόκειται. Σε ξέρουμε δα. Βγάλ’ το λοιπόν».<br />
«Πιο πολύ μιλάτε παρά κάνετε. Γραφές ψάχνουμε, γραφές. Ψάξτε παντού. Ντουλάπια, κουτιά, μπαούλα και πρώτα πρώτα στο κλειδωμένο δωμάτιο».<br />
Τα γράμματα που «έστελνε» η Ιφιγένεια χρόνια και χρόνια, από τότε που άρχισε να τα χάνει, έψαχνε του λόγου της. Γνώριζε πως υπήρχαν. Γιατί όταν ήταν καλά, της εμφάνιζε μερικά φάκελα, άλλοτε άδεια, άλλοτε με μουτζουρωμένα επιστολόχαρτα, άλλοτε με ακατανόητες προτάσεις. Πολλές φορές έκανε πέρα το πιάτο που της πρόσφεραν και ζητούσε με μισόλογα και νοήματα χαρτί. Ήταν τέτοια η χαρά της μόλις έπιανε στα χέρια χαρτί και μολύβι, που στο τέλος το έμαθαν όλες και της έφερναν, ζητούσε δε ζητούσε.<br />
Πήγαν κατευθείαν στη μυστηριώδη κάμαρα αποφασισμένες να σπάσουν την πόρτα, αλλά την βρήκαν ορθάνοιχτη. Ο χώρος ήταν γεμάτος ντενεκεδόκουτα λιωμένα απ’ τη σκουριά. Άρχισαν να ψάχνουν όπου μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Ύστερα από αρκετή προσπάθεια, κι αφού είχαν αρχίσει να απογοητεύονται, ανακάλυψαν το θησαυρό. Ήταν στην κουζίνα μέσα στο φούρνο της χτιστής στόφας με τις μαντεμένιες γιρλάντες. Εκεί που είχε να αναφτεί φωτιά χρόνια και χρόνια.<br />
Η κυρα-Λένη μυρίστηκε σαν το λαγωνικό την κρυψώνα όταν οι άλλες προσπαθούσαν να την πείσουν πως άδικα έχαναν τον καιρό τους. Οσμίστηκε το ξυλόπνευμα στην κουζίνα και πήρε χίλιες στροφές το μυαλό της. Ανοίγει το πορτάκι του φούρνου και αντικρίζει τις επιστολές. Την πήρε στο πρόσωπο η βαριά μυρωδιά της μούχλας και του οινοπνεύματος, που δεν είχε στεγνώσει καλά καλά. Φαινόταν καθαρά πως η φωτιά είχε στην αρχή αρπάξει, αλλά έσβησε. Ίσως γιατί όλα εκεί μέσα ήταν βρεγμένα. Η υγρασία ανέβαινε απ’ τα θεμέλια και κατέτρωγε τα πάντα όσο ένα καλό μπόι.<br />
«Κάποιος προσπάθησε να τα κάψει&#8230;»<br />
«Αυτοί. Συγγενολόι να σου πετύχει&#8230; καθίκια!»<br />
«Τι κάθεστε και λέτε τώρα; Του λόγου τους έχουν να πατήσουν το πόδι τους εδώ μέσα κάτι μήνες. Και κρυφά να ερχόντουσαν, ξέρετε δα τι χαρές θα έκανε η Ιφιγένεια. Οι φωνές της και τους πεθαμένους θα ξεσήκωναν κάτω στο νεκροταφείο. Όχι, αυτή ήταν. Η Ιφιγένεια το έκανε. Δε χωράει αμφιβολία».<br />
«Σαν δίκιο να ’χεις μωρέ&#8230; Και τι κάνουμε τώρα;»<br />
«Θέλει και ρώτημα; Τώρα είμαστε εμείς στο πόδι της. Απόψε θα καπνίσει η καμινάδα της Ιφιγένειας&#8230;»<br />
Όταν έβγαλαν τα πάκα με τις επιστολές, τα ’χασαν. Ήταν χιλιάδες φάκελα ανοιχτά και μέσα επιστολόχαρτα με μία λέξη ή ασυνάρτητες φράσεις πεταμένες στο χαρτί. Και στον πάτο δυο ρολόγια. Ένα του χεριού και το ξυπνητήρι. Στις γραφές μόνο η ημερομηνία ήταν σαφής, και από κάτω<br />
η ώρα με απόλυτη ακρίβεια, γιατί ακολουθούσαν τα πρώτα και τα δεύτερα. Αν και δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν όλη τη διαδρομή, υπολόγισαν πως έπρεπε εκεί στη στόφα να είχαν στριμωχτεί πέντε χιλιάδες ημέρες τουλάχιστον.<br />
«Γι’ αυτό σήμερα τη βρήκαν πανέτοιμη. Όλη νύχτα ήταν στο πόδι. Γι’ αυτό κοιτούσε συνέχεια ψηλά όσο την έσπρωχναν. Τον καπνό έψαχνε&#8230;»<br />
«Μωρέ είχες δίκιο που τρωγόσουνα&#8230;»<br />
«Εμπρός λοιπόν, ας το τελειώσουμε εμείς. Γρήγορα. Μόνο έτσι θα μου φύγει η πλάκωση. Βιαστείτε ντε!»<br />
Το πρωί κάπνιζε ακόμα η καμινάδα της Ιφιγένειας. Οι τέσσερις σκιές, ανεβασμένες σ’ ένα ταρατσάκι που ξεφύτρωνε ανάμεσα στα κεραμίδια τους, παρατηρούσαν τον καπνό να ανεβαίνει.<br />
«Άκου σε ίδρυμα! Δεν ήταν να την πάρει ο Θεός;»<br />
«Καλή η ευχή σου. Πες τη πάλι και για μας. Μα, να ξέρεις, καλύτερα στο ίδρυμα».<br />
«Όπως ακουμπάμε διακριτικά ένα αντίδωρο στην άκρη, να τι είναι αυτή η γυναίκα».<br />
«Και μήπως όλοι μας δεν είμαστε σαν τα ξερά φύλλα απ’ τα φυλλοβόλα του δρόμου;»<br />
«Δεν ξεύρω τι λέτε εσείς, αλλά εμένα ένα με νοιάζει. Στην πρώτη επίσκεψη να της ψιθυρίσω:<br />
“τα κάψαμε όλα εμείς&#8230; μην το ’χεις έγνοια”. Και τι στον κόσμο!»<br />
«Άντε, καλημέρα, δεσποινίς Ιφιγένεια&#8230;»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ</strong></h5>
<p>ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ 29/1/2022</p>
<p>Η συντριβή συχνότατα μοιράζεται</p>
<p>Δεν ξέρω αν αυθαιρετώ, το ’χω κι άλλοτε επισημάνει, αλλά νομίζω ότι η επαγγελματική ενασχόληση του Σταμπόγλη βαραίνει αν μη τι άλλο στην επιλογή των τίτλων των συλλογών του: Γη, Έννοια εικόνας, Τόπος Νωδ, Αποτυπώσεις, Απόδοση τοπίων, Διηγήσεις πόλεων, Ατελές Κολλάζ και τώρα, στην ενδέκατη ποιητική συλλογή μέσα στην τελευταία δεκαετία, Τεθλασμένη πόλεως αφή. Όπου και οι ενότητες: «Συνοικίσεις» [βλ. συγκατοίκηση, χρήση του αυτού ακινήτου ως κοινή κατοικία], «13 Μπαλάντες του Bar» και «Από Λεκανοπεδίου, Εχινάδες». Με τις νήσους Εχινάδες να βρίσκονται στις εκβολές του Αχελώου, σχηματισμένες από τα φερτά υλικά του ποταμού. Εκεί έγινε μάλιστα σαν σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, 7 Οκτωβρίου και ακριβώς 450 χρόνια πριν, η περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, με τον ενωμένο στόλο των Δυτικών να κατατροπώνει τον έως τότε πανίσχυρο Οθωμανικό στόλο αμφισβητώντας πλέον την κυριαρχία των Οθωμανών στη Μεσόγειο.</p>
<p>Πολλά από τα ποιήματα είναι αφιερωμένα σε ανθρώπους που κακοποιήθηκαν και δολοφονήθηκαν. Ποιήματα με άξονα ή αφορμή τον θάνατο. Μεταξύ αυτών η Ελένη Τοπαλούδη («Αν η αιωνιότητα συντηρεί μονάχα τον θάνατο,/ τότε η ζωή υπάρχει μόνο για να θηλάζει Άουσβιτς»), η καθηγήτρια μοριακής βιολογίας Σούζαν Ίτον («Μυρίζει ανάγκες, συνήθεις ηδονές κι οδύνη. [ ] Το ήξεις αφίξεις, καθώς με πνίγει η πρόταση ενώπιον/ του γεγονότος, ότι γεμίζει τις οθόνες/ γυναίκα στο τσιγκέλι»), ο Ζακ Κωστόπουλο («[ ] Γενναίες μερίδες κρέατος. η αψάδα του χασάπικου/ και στάζει σε ολόστεγνο αιδοίο, να γλείφουν/ τα πιστά σκυλιά την πείνα τους./ γυαλιστερό πλακάκι./ Υ.Γ. Πιθανή ακροτελεύτια σημείωση: “Ωστόσο, αγαπητέ/ φίλε κύριε Φράνσις Μπέικον, μόνο οι μεταγραφές σας/ με υποχρέωσαν να σιχαθώ τις εντράδες μου. γελοίο/ δεν σας φαίνεται;”», ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος («[ ] Και ναι, εδώ σε ένα δρόμο τόσον δα, ο κόσμος φορτώνει,/ ξεφορτώνει. μαζί κι εσύ ξόδι νυμφίου με τα κλειστά/ τα μάτια, κατά πώς σβήνω τις ελπίδες σου και/ συγκρατώ τον άνεμο. εκείνο/ το φιλί που θα μπορούσες[ ]», ο Παύλος Φύσσας («[ ] Η πίστη μου/ στις προσευχές της πνίγεται./ Οδός Ιφιγένειας και Παναγή Τσαλδάρη, όπου/ τ’ άλλο μισό, διά νήσσοντος και τέμνοντος/ οργάνου, κτυπάει θανάσιμα/ το σπιτικό μου.» Στην ίδια ενότητα και το ποίημα για τον Πάουλ Τσελάν που αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα το 1970 σε ηλικία 50 ετών: «[ ] Αχ, από καρφί η πληγή. κι είναι/ λοξό το αγκίστρωμα της συντριβής/ στα χείλη μου επάνω./ Με κακοπληρωμένη άφεση/ ο δρόμος μας για τον παράδεισο έχει στρωθεί.»</p>
<p>Ποίηση οργισμένη, πολύπλοκα διατυπωμένη, υπονοούσα, δομή σφιχτή έως ασφυξίας. Ίσως η πιο σουρεαλιστική απόπειρα του ποιητή. Λέξεις βαριές, έννοιες σφιχτές που παρατίθενται ασταμάτητα σχεδόν κολλημένες η μία στην άλλη δίχως μεταίχμιο αλλαγής και διάκρισης: «σπηλιές και στάνες αποστακτήρια,/ μπάρες από τσιμεντόλιθο και φλούδες έλατου για σκεπή,/ και κορμί δρυός πεσούσης, το μάτι του βοδιού/ στύλος δικτύου και άλλες απαλλοτριώσεις./ Κλέφτες κι αρματωλοί ανάβουν φανάρια με νάφθα/ κατευθείαν από τις μυστικές πηγές Ιονίου και Αιγαίου/ ως κάτω τας μυστηριώδεις νήσους του Λιβυκού./ Μύθοι της γαίας, αναβλύζει τ’ ορυκτό, μία πιωμένη/ ξερολιθιά κι αγριοπούλια όπως έχουν εξημερωθεί,/ ρομφαία από σκουριά, σιγαλινή αγιογραφία./ η συνήθης σιωπή του θεού./ Φρουρά από σαλαμάνδρες και σκοπρίδια μαζί και/ τα στριφτά χωμένα ρωγμή τη ρωγμή. αν θες, ανάβεις./ Δεν θες; Εντάξει. αλλά βλέμμα χαμηλά αποστάξεις[ ]».</p>
<p>Προσωπικά και με τον Στ. Στ. έχω μια δυσκολία να παρακολουθήσω τη λογική στον χωρισμό ορισμένων στίχων. Νομίζω ότι ενίοτε κόβεται βίαια η σκέψη του ποιήματος. Πάντως τα ποιήματα διατρέχει μια διαρκής συντριβή που σχεδόν πνίγει τις αποχρώσεις του συναισθήματος. Για να φανεί μια γενικευμένη αγωνία κι οργή συχνά άδηλη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h4>
<p>FRACTAL 18/05/2021</p>
<p>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ, “τεθλασμένης πόλεως αφή”, ποίηση, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2021, σελ. 66</p>
<p>Η εμπειρία του ανέφικτου</p>
<p>Ο αρχιτέκτονας Σταύρος Σταμπόγλης κουβαλάει την τεχνική μόρφωση και γεωμετρική καλλιέργειά του στην Ποίηση, όπως ο σαλίγκαρος το καβούκι του. Δεν κρύβεται όμως μέσα σε αυτήν αλλά ξεπροβάλλει γενναίος και προστατευμένος από κάθε παρέκβαση της πολιτικής ορθότητος, την οποία μεν αμφισβητεί, δεν την αποδομεί όμως.</p>
<p>Η αιθυλική αλκοόλη και η μέθη του κουρασμένου μυαλού που επιστρέφει στο σώμα, οδηγούν σε μετεφηβική επαναστατικότητα, προφυλαγμένη όμως από την σύνεση της ηλικίας και από την εμπειρία του ανέφικτου κάθε μεμονωμένης απόπειρας ανατροπής.</p>
<p>Κοινωνικοποιημένος στίχος με γερά αποθέματα λυρικότητας.</p>
<p>Στο επίπεδο της τεχνικής, διαπιστώνεται η εντατική χρήση αντιθέσεων, οξυμώρων, απροβλέπτων συνεχειών, ασυνδέτων, πεζολογικών διασκελισμών και μελετημένων τομών που οδηγούν σε μια υφολογικού τύπου ασυνέχεια.</p>
<p>Το δωδέκατο τυπωμένο βιβλίο του (τα τρία από αυτά σε ολίγιστα αριθμημένα αντίτυπα).</p>
<p>Έχει εκτεθεί και με τρία τυπωμένα πεζά ο μετρημένος λογοτέχνης και σεμνός, χαμηλόφωνος και λιτοδίαιτος των λέξεων Σταύρος Σταμπόγλης.</p>
<p>Ο συνδυασμός Επιστήμης και Ποίηση φαίνεται ήδη από το διπλό motto που επιλέγει.</p>
<p>Τρίτπυχος ποιητική συλλογή. Α. ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ (17 ποιήματα), β. 13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡ, Γ. ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ ΕΧΙΝΑΔΕΣ (12 ποιητικές «στιγμές», ανεξίτηλες).</p>
<p>Φυσικά, ο χωροτάκτης-πολεοδόμος διπλωματούχος μηχανικός αναφύεται και αναδύεται στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Πένθους πόλισμα» (μικρή πόλη, πολίχνη). Συνεχίζει πιο κάτω με τα «Στοιχεία συνοίκησης», με το «Μαρτύριο τοπίου», με την «Δυσλειτουργίας έννοια», με την ίδια τη «Συνοίκηση», με τα «Μέρη γενικής γραμμής», με τις «Συνάφειες σε διασταύρωση [διαβάζοντας Κώστα Θ. Ριζάκη]», με την «Συσπείρωση επαναφοράς», με την «Οδό Έαρος 2020», με τη «Γεωγραφία» και τελειώνει πάλι με άλλες «Συνοικήσεις».</p>
<p>Η παράθεση των πιο πάνω τίτλων του πρώτου μέρους ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ (17 ποιήματα), δεν έγινε για πληθωριστικούς λόγους αλλά για αναλυτικούς. Ο μελετητής πρέπει και οφείλει να ξεκινήσει με το προφανές πριν καταβυθιστεί στο δι-υποκειμενικό και τέλος στην απόλυτη ατομικότητα του ομιλούντος/συν-γράφοντος προσώπου (ενοποιημένος ο ποιητής με τον συνδημιουργικό αναγνώστη).</p>
<p>Φράσεις φωτεινές που εκλαμβάνονται ως αυτόνομα γνωμικά, πρωτότυπες συλλήψεις, λέξεων εναγκαλισμοί και αποχωρισμοί, αδαμικές εικόνες υψίστης αθωότητα αλλά και δυσπρόσιτα νοήματα (όπως στο ποίημα με τον κρυπτικό τίτλο «Συσπείρωση επαναφοράς» στη σελίδα 25).</p>
<p>Είμαστε οι επιλογές μας. Κι αυτό ισχύει πρωτίστως για τον ποιητή, καθ’ ότι ο λόγος του είναι εξ ορισμού ελλειπτικός.</p>
<p>Αναφορές στον Καζαντζίδη, στον Ριζάκη, στο Σεφέρη κι σε ριζίτικα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, αλλά και σε λαϊκά άσματα, δείχνουν τις επιρροές (τουλάχιστον από θεματολογικής πλευράς).</p>
<p>Οι αφιερώσεις των ποιημάτων του πρώτου μέρους σε γνωστά θύματα του καθημερινού ρατσισμού και του φασισμού.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος (13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡ) αλλάζει ο αφηγηματικός τόνος. Ξεκινάμε μεν με μία θλιμμένη ελεγεία, συνεχίζουμε όμως με ανατρεπτική σάτιρα και πρόδηλη επαναστατικότητα ανατρεπικού προσήμου (όπως στο έβδομο ποίημα με τίτλο «Σάββατο βράδυ», της σελίδας 39). Δίστιχα και πολύστιχα τεχνουργήματα λειτουργούν εδώ αυτόνομα ως πρωτότυποι στοχασμοί. Το ενδέκατο πόνημα είναι αισιόδοξη ελεγεία, αντίθετα με την αρχική θλιμμένη ελεγεία. Το δωδέκατο ποίημα τείνει προς το κλασικό, αφού συνεχίζει την μακρά παράδοση των ανεπίδοτων ερωτικών επιστολών.<br />
Και περνάμε στο τρίτο μέρος αυτής της καλοτυπωμένης και καλότυχης συλλογής, με τον δυσπρόσιτο αλλά όχι και «σκοτεινό» τίτλο ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ ΕΧΙΝΑΔΕΣ. Εδώ ξεκινάμε με το οξύμωρο του πρώτου ποιήματος «Ακινησίας μετακίνηση». Συνεχίζουμε με εξαντλητικές παραπομπές και διακειμενικές αναφορές, που δεν προδίδουν κάποιο άγχος κατά της λογοκλοπής, αλλά σε πρόδηλο επιστημονικό υπόβαθρο.</p>
<p>Jhon Lennon, Καβάφης, Σολωμός, Ολυμπιόνικοι ΙΙ, είναι οι παραδεδεγμένες ή οι προφανείς λογοτεχνικές παραπομπές του τρίτου μέρους, ενώ στις υποσημειώσεις δίδονται και επεξηγήσεις κάποιων στίχων.</p>
<p>Εκπληκτικοί ορισμοί, εικόνων κυριολεξίες και μεταφορές, συνεκδοχές και αναλυτικές επεξηγήσεις.</p>
<p>Σε αυτό το τρίτο μέρος ανιχνεύονται και τα ωριμότερα ποιήματα. Το τελευταίο «Πόλεως συνέχεια» κλείνει με καταληκτικό χρησμό, εναρκτήριον ίσως μιας άλλης ποιητικής συλλογής – εκδρομής – διαδρομής σε ποιητικά τοπία ανεξίτηλης εσωτερικότητας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ</strong></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ</strong></h4>
<p>Περιοδικό &#8220;Μανδραγόρας&#8221; 62 Ιούνιος 2020</p>
<p>Ατελές κολάζ Αθήνα 2019, ιδιωτική έκδοση, σελ. 57</p>
<p style="padding-left: 280px;">Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι<br />
με την συντριβή<br />
Λυπάμαι τους μέγιστους ποιητές.<br />
Καλύτερα αναπαύονται<br />
οι ελάσσονες.<br />
[Λίγο πριν την Πανσέληνο του Αυγούστου]</p>
<p>Ο Σταύρος Σταμπόγλης κάνει ωραία ποιήματα. Φτιάχνει επίσης μοναδικές χειροτεχνίες: από κάρτες ευχετήριες μέχρι ποιητικές συλλογές-κοσμήματα. Με ένα εσώτερο πικρό χιούμορ και μια ανοιχτή αισιόδοξη [στο βάθος της] γεμάτη ευγένεια εύστοχη ποίηση. Οι ζηλευτοί στίχοι που προτάσσω μου δίνουν μια ευκαιρία να διατυπώσω δημόσια τη σκέψη μου. [Ένας ακόμη ρόλος της καλής ποίησης: δίνει έναυσμα στην σκέψη του αναγνώστη]. Το αισθάνθηκα στην πολιτική κηδεία του αγαπημένου Γιάννη Δάλλα από έναν ομιλητή που<br />
με άκομψο τρόπο έκανε τον φιλολογικό διαχωρισμό μείζονος/ελάσσονος. Μια καραμέλα που πρέπει πια να σταματήσει καθώς δεν έχει καμία αξία χρήσης πέρα από έναν αναπόδεικτο/αυθαίρετο αφορισμό. Με ποια [φιλολογικά] εφόδια/υποδεκάμετρα θα γίνει ο διαχωρισμός, όταν μάλιστα η κρίση<br />
παραμένει υποκειμενική και συχνά υποκείμενη στις διαπροσωπικές σχέσεις. Κάτι σαν τα πανέμορφα μωρά της κουκουβάγιας. Η αισθητική ενός ποιήματος, η καλλιτεχνική αξία ενός έργου συναρτάται με την ατομική παιδεία, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του καθενός χωριστά, τις εμπειρίες, τις καταβολές, τις μνήμες, τις ιδέες, τα όνειρα κάθε ανθρώπου. Και να το πάω παραπέρα: ένα |πτυχίο φιλολογίας μπορεί να αποτελέσει εχέγγυο ασφαλούς κρίσης στην ποίηση: Δεν θα πω για τις<br />
διαφορές στη διδασκαλεία, τις διαφορές στην διδακτέα ύλη, κυρίως τις διαφορές στους ίδιους τους δασκάλους ανάμεσα στις Φιλολογικές Σχολές της χώρας [για να θυμηθούμε τους φωτισμένους Δάλλα, Καψωμένο, Μαρωνίτη, Μερακλή κ.ά που άσκησαν την κριτική συστηματικότερα]. Θα θυμίσω απλώς πως μια σειρά [επίσης] ξεχωριστοί κριτικοί [Αράγης, Αργυρίου, Βούλγαρης, Ζήρας, Κουλουφάκος, Μπουκάλας, Ραυτόπουλος κ.ά] δεν είναι φιλόλογοι. Και για να επανέλθω στον Σταμπόγλη απλώς προσυπογράφω τον στίχο του: Και οι ποιητές; Α, οι ποιητές πάντα θα πρέπει/ να υπολογίζουν στην απόσταση που τους/ προσφέρει η Ιστορία.<br />
Ίσως εδώ τα λέει καλύτερα απ’ τον Μέσκο: «Αυτός ο τόπος γεννάει/ Πικρά ποιήματα».<br />
Τα ποιήματα του Στ. Στ. είναι καρπός βαθειάς σκέψης και άψογης σύνδεσης/σύνθεσης λέξη τη λέξη, στίχο τον στίχο αναδεικνύοντας με έναν ολοζώντανο τρόπο τις σύγχρονες γωνιές τού σήμερα και τις διαχρονικές αρετές της ποίησης: Το τυπικό της Εδέμ κατανοεί τα πάντα ως συμφέρουσα/ επένδυση κόλασης. Το δίκαιο της αρχαιότητας στον/ διασκελισμό του μέλλοντος./ Εμπρηστές και ασυνόδευτα τοπία ορίζουν/ τη μέρα μου. Τα πάντα ξεχωρίζουν στην [α]χειροποίητη συλλογή: Οι λέξεις κουράζονται πριν έρθει η ώρα τους./ Οι λέξεις μεταμορφώνονται πριν πεθάνουν. Νεαρές/ συνθήκες εγγυούνται τον λόγο./ [ ] Μου πρέπει ν’ αποποιηθώ το τεκμήριο/ της αθωότητας./ Σημείωση: η Αθωότητα εμπιστεύεται το ταξίδι/ των λέξεων και, προσοχή: οι λέξεις δεν/ μεταμφιέζονται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h4>
<p>ΘΕΥΘ Τεύχος 13 Ιούνιος 2021</p>
<p>ΠΕΝΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟ</p>
<p>Δυο συντεταγμένες, ως αναγκαία προσμετρήσιμα μεγέθη, ορίζουν τη θέση της ποιητικής παρουσίας του Σταύρου Σταμπόγλη: αφενός η έννοια του πένθους με το αναπύφευκτο άχθος που προσδίδει στην ποίησή του και, αφετέρου, η αναγκαιότητα της έκθεσης του ποιητικού αποτελέσματος σε κοινή, δημόσια θέα, όχι προς επιβεβαίωση και αποθέωση, αλλά προς αρωγή και ιαματική (μακάρι) συνδρομή. Πρόκειται παράλληλα για τις δύο προϋποθέσεις, προκειμένου να λειτουργήσει η ποιητική αφορμή, αλλά κατ’ επέκταση και η αναγνωστική σύμπλευση. Για τον Σταμπόγλη δεν νοείται αλλιώς η ποίηση -από τη σύλληψη της αρχικής ιδέας ως τη μορφοποίησή της σε ποίημα- καθώς φέρει μέσα της βιωμένη πείρα ζωής («το ψωμί μου έχει γεύση εγκαυμάτων», «Σύννεφο ποιητών ή Συντεχνία μνήμης»), που απελευθερώνεται στη συνάντηση με τον αποδέκτη της· τότε νιώθει πως επιτελεί έργο αναιρώντας, έστω και προσκαίρως, τη σύμφυτη με τη δημιουργία μόνωση. Σε συνέντευξή του ο ποιητής έδωσε κάτω από τη δική του θεώρηση το στίγμα του έργου του, αλλά και της ποίησης εν γένει, κυρίως σε δύσκολους καιρούς: «Η ποίηση πενθεί δημόσια. Το να σταθείς, όχι απλά δίπλα, αλλά καταμεσής του απροστάτευτου, το αντιλαμβάνομαι ως καθήκον και ανάλογα με τις συνθήκες, ως γενναιότητα» . Η συνειδητή αυτή στάση του ποιητή απέναντι στον κοινωνικό ρόλο που προδιαγράφεται γι’ αυτόν (η ποίηση του Σταμπόγλη χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική ευαισθησία όσο και από φιλοσοφικό στοχασμό) είναι διακριτή στην πρόσφατη ποιητική συλλογή Ατελές Κολλάζ, τώρα σε τελική μορφή μετά από μία πρώτη ιδιωτική έκδοση, το 2019.</p>
<p>Το μοίρασμα της ποίησης παρουσιάζεται ως ευθύνη του δημιουργού απέναντι στις επιταγές της εποχής, αλλά και ως τρόπος διαφυγής από μια στείρα απομόνωση/αναμόχλευση ιδιωτικών παθών. «Ότι κατανοώ, πως δεν έχω μονάχα την ευθύνη/για έναν παράδεισο, αλλά κυρίως γι’ αυτό που/τον ακολουθεί· την κόλαση./Μια μοιρασιά με χρέωσαν: μάτι κεντρί να/με ξυπνούν<br />
οι συντριβές μου· αλλιώς/με φέρνουν βόλτα οι μονόλογοι» («Η διαλεκτική ως ατελές κολλάζ»). Αξίζει, θαρρώ, να προσεχθεί η επιλογή των δύο λέξεων στον τίτλο του παραπάνω ποιήματος που στεγάζει ως γενικός τίτλος και ολόκληρη τη συλλογή): από τη μια η δηλωτική λέξη της συναρμογής των ετερόκλητων και ανομοιογενών ίσως στοιχείων προς απόδοση κοινής εικόνας και από την άλλη η λέξη, που εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση πως αυτή η συγκόλληση παραμένει ατελής. Δεν θα ήταν νοητή η έννοια της μοιρασιάς, αν αυτή αποτελούσε μια πλήρη και αναπόφευκτα μονόδρομη προσφορά από την πλευρά του ποιητή· η πορεία είναι αμφίδρομη, ο αποδέκτης εκλαμβάνεται ως ενεργός δέκτης και στη συνέχεια ως συνδημιουργός της τελικής μορφής του ποιήματος, που πλέον συνιστά «κτήμα» και των δύο. Στην περίπτωση αυτή, η συναρμολόγηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τελεία· η διαλεκτική, την οποία ο ποιητής αποδέχεται ως κινητήρια δύναμη της σκέψης και ακολούθως της πράξης, δεν θα είχε τόπο να σταθεί. Όσο είναι επιθυμητή η πληρότητα μιας ποιητικής πρότασης/προσφοράς, ώστε ο λόγος να αποβεί οικουμενικός στην αποτύπωση ενός κοινού πόνου, τόσο η ιδιωτική παράμετρος βίωσης του πόνου θα παρεισφρέει και θα απαιτεί για συμπλήρωση της εικόνας την όλο και διαφορετική θέαση του πραγματικού μέσα από τα μάτια, τη βιωμένη διαφορετική οπτική των άλλων. Επομένως, το ποίημα συνιστά μια πρόταση, που αποσκοπεί στην από κοινού επεξεργασία. Τι ακριβώς, όμως, είναι αυτό που ο ποιητής μοιράζεται δημιουργικά με τους<br />
αποδέκτες των ποιημάτων του;</p>
<p>Το πένθος, όπως βιώνεται από τον ποιητή, προερχόμενο είτε από εξωγενείς παράγοντες που ενσωματώνονται στον εσωτερικό κόσμο του, είτε από ενδογενείς συνθήκες προσωπικής ζωής, βρίσκει διέξοδο στην ποιητική δημιουργία &#8211; αυτή άλλωστε, κατά μία σοβαρή εκτίμηση της ουσίας της, από το άχθος ενός σκοτεινού τοπίου αντλεί και την έμπνευσή της, αλλά και πιθανόν τον λόγο ύπαρξης, με μοιρασμένη την παρηγορητική δράση της ομοίως σε δημιουργό και αποδέκτη. 0 ποιητής δεν ομιλεί μόνο για τον παράδεισο (με όποια διάσταση και αν του προσδώσουμε είτε ως ιδεατή, θρησκευτικής αξίας, εικόνα είτε ως γήινη εκδοχή της ευτυχίας)· χρέος του νιώθει περισσότερο να δείξει τα όρια της άλλης πραγματικότητας, εκεί που ζοφερός ανοίγεται ο δρόμος για την κόλαση, κυριολεκτική ή μεταφορική.</p>
<p>Ο Σταμπόγλης παρατηρεί και ζει την πραγματικότητα γύρω του σε όλη της την εφιαλτική διάσταση, χωρίς να ωραιοποιεί καμία εκδοχή της· η ποίησή του αποδίδει τις πληγές της κοινωνικής παθογένειας, όσο και τη μη αναστρέψιμη καταστροφή του περιβάλλοντος χώρου -μια ταυτόχρονη θεώρηση της φυσικής οντότητας και της τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής εντός της- με τον άνθρωπο ταυτόχρονα θύτη και θύμα να αναζητά την πόρτα μιας διαφυγής αμφίβολης. Μια κόλαση με αδρά τα χαρακτηριστικά της για όποιον μπορεί να δει πίσω από μια επιφανειακή αστραφτερή στα επιτεύγματά της εικόνα, τόσο φυσική όσο και κοινωνική &#8211; εκεί «όπου αιτίες και/μάρτυρες, του λόγου μου κυρίως, σέρνουμε στο/βήμα μας ασήκωτον ευτελισμό». («Εκτροπή Απριλίου»). Στο σημείο αυτό, ο ποιητής νιώθει ικανός να ανατρέψει όσα παλαιόθεν παρέχουν υποστήριξη σε όλα τα ανθρώπινα με την άνωθεν αίγλη που τους προσδίδει (σε μια γνωστή ανακύκλωση) πάλι ο ανθρώπινος νους: «Ίσως αντί να μοιρολογώ για θεομηνίες θα έπρεπε/ήδη να συνθέτω τη συνέχεια της Γένεσης: ‘Και είδεν/ο άνθρωπος τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού εγένετο/εσπέρα και εγένετο πρωί, ημέρα ενάτη’» («Εξωθώ»).</p>
<p>Αυτή την αίσθηση μεταφέρει, ώστε από ιδιωτική υπόθεση να καταστεί δημόσια. Επιλέγει το βήμα του εν είδει αναγνώστη στο ψαλτήρι του όρθρου: «Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου./Εκφωνώ το πένθος για το απροστάτευτο· τόσα/τραγούδια στην άκρα ταπείνωσή τους./Των αγίων ο ρυθμός κρατά τη σιωπή. [&#8230;] Μισοκλείνω τα μάτια, παίρνω τη θέση του κριτή./ Πίσω απ’ τα βλέφαρα οι υποθέσεις αναδεικνύουν/το αληθές: μα, λόγοι ευρωτιώντες; Ναι· λόγοι/ευρωτιώντες. Μια παρά φύση ελαφρότητα/στις εποχές της λάσπης». («Λίγο πριν την πανσέληνο του Αυγούστου»), «Αιρετικός», ευτυχώς, ο ποιητής καθώς κυοφορεί την αίρεση στην αρχική της έννοια, δηλαδή ως προσωπική επιλογή/εκλογή, διαφοροποιούμενος από μια ομαδόν αποδοχή της καταστροφής ως επιθυμητής εξέλιξης. Και όταν συνομιλώντας με τον Ανδρέα Κάλβο (συνειρμικά έρχεται στον νου πώς τον χαρακτήρισε ο Ελύτης ) θα πει: «Αλλά να ξέρεις τούτο: πως και του λόγου μου κάθε/ξημέρωμα δεν έχω πού να την κρύψω/τη σιωπή μου». («Στον Ανδρέα Κάλβο»), ας είμαστε βέβαιοι πως ετούτη η ποιητική σιωπή, στην οποία αναφέρεται, είναι στην ουσία της η έκφραση του χρέους με την αναπόφευκτη συνοδεία της συνειδητοποίησης μιας αναγκαίας (στους αληθινούς ποιητές) ταπεινότητας.</p>
<p>0 Σταύρος Σταμπόγλης άργησε να μιλήσει ποιητικά (μόλις το 2009 διαβάσαμε την ποίησή του), και γνωρίζει καλά την αναγκαιότητα και της ηχηρής κραυγής και της ταπεινής σιωπής, όταν χρειάζεται· και οι δύο οδηγούν στον ευκταίο στόχο: η ποίηση παίρνει θέση στα τεκταινόμενα, υπακούοντας στο εσωτερικό της πένθος και καθιστώντας την ιδιωτική υπόθεση κοινό κτήμα των άλλων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ</strong></h4>
<p>Η ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταμπόγλη, που φέρει τον τίτλο ‘Ατελές Κολλάζ,’ κυκλοφόρησε το 2020, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Αρχικά, δύναται να επισημάνουμε πως, όπως και ο τίτλος της συλλογής, δηλοί, πρόθεση του ποιητή δεν είναι να καταθέσει ενώπιον του αναγνώστη κάτι πλήρες ή αλλιώς, ολοκληρωμένο ποιητικά, όσο να συγκροτήσει ένα ποιητικό πεδίο εντός του οποίου και εμφιλοχωρούν η ιστορία και η μνήμη, τα χάσματα της σύγχρονης εποχής, η δια-κειμενικότητα και ως ιδιαίτερο στοιχείο που προσδίδει βάθος στην ποιητική συλλογή.</p>
<p>Άρα, ο τίτλος της συλλογής, που είναι ‘ατελές κολλάζ’ λειτουργεί ως ένα ‘καλειδοσκόπιο’ που φέρει εντός της τις σπειροειδείς απολήξεις του χρόνου, όταν αυτός ‘μετράται’ καθημερινή και την αποκαλυπτική διάθεση, συναρθρώνοντας παράλληλα τον λόγο και δη τον ποιητικό λόγο με μία σειρά εικόνων που ενίοτε εκφεύγουν των προθέσεων του ποιητή.</p>
<p>Και ένα στοιχείο του ‘ατελούς κολλάζ’ που εν προκειμένω, μπορούμε να εντοπίσουμε, έχει σχέση με αυτό που θα αποκαλέσουμε ως ποιητική ‘εικονοποιία,’ εκεί όπου τα ποιήματα που συνθέτουν το ‘ατελές κολλάζ’ εν ευρεία εννοία και εντός του καθημερινού χρόνου, είναι διάστικτα από εικόνες και από την σημειολογία τους, κομίζοντας την αίσθηση ό,τι το ποίημα δημιουργείται άμεσα, ‘εκείνη την στιγμή,’ και παράλληλα, παραμένει ‘εν εξελίξει.’</p>
<p>Το ‘ατελές κολλάζ’ δεν χωρίζεται σε επιμέρους ποιητικές ή υπο-κατηγορίες παρά ενέχει (μορφολογικά) το σχήμα της μετάβασης από ποίημα σε ποίημα, από λόγο σε λόγο.</p>
<p>Το ποίημα ‘εκτροπή Απριλίου,’ εγγράφει μία ‘φορτισμένη’ παροντική διάσταση, η οποία ενισχύεται από ό,τι το ποιητικό αισθητήριο θεωρεί ως άξιο αναφοράς μία ανοιξιάτικη ημέρα του Απριλίου: «Τοπίο· Περιφράξεις μέσα στην περίφραξη. Ο πυρήνας συντίθεται από χαρακώματα και όρχους. Αποθηκεύονται ψυχές, ελπίδες, οχήματα. Εδώ κι εκεί κεντρομόλος νήσος εκβράζει επιδημίες. Βρίσκομαι σε πορεία που δεν μπορεί να αποφευχθεί, λένε. Ο ήλιος και τα νερά φτάνουν οικονομία θανάτου. Από θεού κι ανάγκης, λέμε. Ένα σύμπαν συσσωρεύεται η εξέλιξη στην αυλή μου. Αλλά τούτη τη φορά διαθέτει τη γραφειοκρατία η εξέλιξη της γραφειοκρατίας της· Και πόσα άραγε πρωτόκολλα τεχνικής. Τα υπόλοιπα συνθλίβονται στις χημείες του αστραπιαίου. Η μέρα μου μοιάζει στο ασταθές έρμα κάποιας ελπίδας καθώς κυοφορεί το ψεύδος της. Σκοτάδι η απουσία του αθώου. Φωτισμοί επικυρώνουν το έγκυρο της αμέλειας. Ετούτη η άνοιξη δεν είναι κάτι από Πασχαλιά στο χωριό. Ετούτη η άνοιξη μοιάζει Βιβλική γραμματεία. Εκείνο το χωρίο με την κατάντια. Όπου αιτίες και μάρτυρες του λόγου μου κυρίως, σέρνουμε στο βήμα μας ασήκωτον ευτελισμό».[1]</p>
<p>Σε αυτό το πλαίσιο, θα αναφέρουμε πως πρωταρχικά ο ποιητικός λόγος προσιδιάζει προς την κατεύθυνση της λεπτής αλλά και ‘φορτισμένης’ παρομοίωσης, με την ιστορία σε θέση «κεντρομόλου νόσου» που «εκβράζει επιδημίες», σε μία έμμεση αναφορά στον παροντικό και διεθνικό ιό, στο εγκάρσιο σημείο όπου φωνές και λόγοι, παύσεις και νοήματα, ‘χωνεύονται’ σε ένα αναγνωρίσιμο και οικείο τοπίο, επι-τελώντας την λειτουργία του ‘ανήκειν’ που δια-μοιράζεται (sharing): Ανήκοντας στο ποιητικά δοσμένο ‘τοπίο’ μετατοπίζονται προς το πρωταρχικό πεδίο του ποιήματος, που είναι ο χώρος (ας κρατήσουμε το ‘τοπίο’) εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα μικρές και ανεπαίσθητες παραδοχές, εξελίσσεται η ημέρα με τις εξομολογήσεις και τις παραπλανήσεις της, με το ποιητικό ‘πράττειν’ να καταπίπτει από τα βάθρα της ‘αγνότητας’ και της ‘αθωότητας,’ της περισπούδαστης ‘ομορφιάς,’ δια-κρατώντας μία αλληλουχία παράλληλων αποτυπωμάτων.</p>
<p>Ας τα παρακολουθήσουμε: Τοπίο (χώρος), ημέρα (ο χρόνος ακόμη και όταν δεν αξιοποιείται), η άνοιξη με τις Βιβλικές απολήξεις της, η ομορφιά της οποίας ‘θυσιάζεται’ χάριν της αναζήτησης του ‘πέρα,’ και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, ο ευτελισμός τον οποίο ο ποιητής δεν αποστρέφεται, αλλά, αντιθέτως, σηκώνει το βάρος της ευθύνης του. Στο ‘ατελές κολλάζ’ του Σταύρου Σταμπόγλη, το ‘ίχνος,’ το ιστορικό ίχνος δεν παρουσιάζει μεταμορφωμένο ή παραποιημένο.</p>
<p>Και η περί χρόνου αντίληψη, ενέχει δόσεις ‘αναγκαιότητας’ και ‘συντριβής,’ φθάνοντας έως του σημείου να αποφανθεί όχι με κραυγές και ανεμίσματα σημαιών, την επι-γενόμενη ‘μη αξία’ της αφθονίας. Όχι όμως με τον τρόπο της έλλειψης κτητικότητας, δηλαδή το μη-έχειν,’ όσο με τον αντίστοιχο τρόπο του μη-γνωρίζειν: «Ευρεσιτεχνίες αστραπιαίου διανύσματος με υποχρεώνουν σε συστροφές επιτόπου. Περιορίζοντας το θαύμα της απόστασης συνθλίβομαι καταπάνω στην ανάγκη. Η Άσφαλτος είναι το δίκτυο καύσης όπου η αφθονία καίγεται τα μεσημέρια. Ένα καμένο η αφθονία μυρίζει τίποτα».[2]</p>
<p>Και η ‘αφθονία’ έτσι ‘καίγεται’ τελετουργικά και αρκετές φορές, ασυνείδητα, μεταξύ σφύρας και άκμονος, ανάγκης και επιθυμίας, έλλειψης ισορροπίας και τιμήματος: Ποιο μπορεί να είναι αυτό; Στον ποιητικό («η ποίηση είναι η έκφραση του μυστηριώδους νοήματος των πλευρών της ύπαρξης», κατά τον Μαλλαρμέ), λόγο του Σταύρου Σταμπόγλη, το πεδίο της καθημερινότητας, που λειτουργεί και ως πεδίο ματαίωσης, δύναται να αποτελέσει την εννοιολογική γέφυρα ώστε να συντελεσθεί η μετάβαση προς το πεδίο της λεγόμενης μακρο-ιστορίας, με το ποίημα που τιτλοφορείται ‘Επαλήθευση 1917-2017,’ να διατρέχει εγκάρσια τον εικοστό αιώνα, τον «σύντομο εικοστό αιώνα» κατά τον Βρετανό ιστορικό Eric Hobsbawm, αποδίδοντας έμφαση ή, διαφορετικά ειπωμένο, εκκινώντας από το επαναστατικό συμβάν του 1917 στην τσαρική Ρωσία, εν καιρώ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.</p>
<p>Θα χαρακτηρίζαμε ποίημα που αποκτά μία έντονη δυναμική, κοινωνική, πολιτική και ιστορική-αξιακή, μετασχηματιζόμενο ουσιωδώς σε μία διαλεκτική ‘σπείρα’ που συμπεριλαμβάνει επαναστατικά συμβάντα και λόγους περί επανάστασης, οράματα και πραγματισμούς, αντιφάσεις και αντιθέσεις, μνήμες και εξελίξεις σε διάφορα πεδίο, με την τομή να βαθαίνει τόσο όσο να χωρέσει και την ημερομηνία 1781, που παραπέμπει στην Παρισινή κομμούνα.</p>
<p>Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ‘επαλήθευση’ είναι η ‘επαλήθευση’ ενός αιώνα που παρήγαγε υποσχέσεις και καταστροφές, μάλιστα μαζικές καταστροφές, εκεί όπου το ποίημα ‘επαληθεύει’ την διάρκεια του, την έκφραση εμπιστοσύνης στο ιστορικά ‘απρόβλεπτο,’ στο ημιτελές. Στην ανύψωση (η ιδέα ως εμπρόθετος όρος κινητοποίησης) και στην πτώση την ίδια στιγμή.</p>
<p>Και είναι ενδιαφέρον το ό,τι ο ποιητικός λόγος εδώ, δεν τείνει στην υποσχεσιολογία, παρά προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αντικρίσει εκ νέου την ιστορία του 20ου αιώνα και να στοχασθεί πάνω στην ιστορική μνήμη, έχοντας την επίγνωση πως η ιστορία δύναται να ανα-σκευασθεί μνημονικά-αφηγηματικά-νοηματικά και να προσφερθεί σε ‘τιμή ευκαιρίας.’</p>
<p>Δεν θεωρούμε πως ο ποιητής προσεγγίζει την ιστορία Μπενγιαμινικά (Walter Benjamin), θεωρώντας πως αυτή είναι «πλήρης από τον «χρόνο του τώρα», αλλά, θέτει το περίγραμμα, σκιαγραφεί τις μείζονες και μη αντιθέσεις (που δεν λαμβάνουν ΄απόλυτα’ πολεμική μορφή), αφήνοντας τον αναγνώστη να παρεμβληθεί, έχοντας κατά νου το γεγονός ό,τι η ημερομηνία (που εδώ διαθέτουμε αρκετές) δεν είναι μία απλή αντανάκλαση του χρόνου: 1917, 2017, 1864, 1871, 1989, όλες συγκεκριμένες και διάστικτες από συμβάντα, χρονικά ορόσημα, συνδεόμενα και με την κομμουνιστική παράδοση, δίχως όμως να προοικονομούν κάτι για το 2061.</p>
<p>Με το μέλλον να είναι άδηλο και μακρινό όσο η εικόνα του, και με αυτό που έρχεται εγγύτερα να είναι το στοιχείο ενός νέου εγχειρήματος. Ευρύτερα ομιλώντας, ο Σταύρος Σταμπόγλης δεν προοικονομεί στο ‘ατελές κολλάζ.’</p>
<p>Περισσότερο οδοιπορεί επί της λέξης, διεκδικώντας το ‘δικαίωμα’ να μιλήσει και να γράψει από μη πλεονεκτική θέση, ενώ ταυτόχρονα νοηματοδοτεί το απέριττο, το και αμοιβαία οικείο, την απώλεια (ενσώματα) ως πληγή. «Ακριβοί μου φίλοι στο παιχνίδι, στη μελέτη, στη συντριβή, στην ελπίδα, παρατηρώ με θλίψη απ’ το χρέος της αιφνίδιας μετατόπισης όταν εσείς υπομένετε στην ορφάνια. Ό,τι συνομολογήθηκε στο χρόνο καθώς αναπάντεχα αποκόπτομαι εν πορεία. Οι λέξεις αδυνατούν να σμιλέψουν τις απουσίες. Σας απομένει η ανάγκη της οδύνης. Είσαστε ελατήρια καρτερίας. Το μέλλον θηλάζει στις άκρες σας, κι ανάμεσα η απώλεια. Το λαδάκι του Θεού. Σας συντρέχουν η αγάπη και η γνώση καίγοντας την ωμότητα των αιφνιδιασμών. Αμήν».[3]</p>
<p>Αυτό το ποίημα μοιάζει να εμπεριέχει, με τον τρόπο της προσευχής, το περιεχόμενο της συλλογής, με τον ποιητή να απευθύνεται στη δική του γενιά, όπως επίσης, και στις μεταγενέστερες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΛΕΩΝ</strong></h4>
<h4><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h4>
<p>TVXS.GR/28/12/2016</p>
<p>Ο Σταύρος Σταμπόγλης μαζί με άλλους ποιητές θέτει σε αμφισβήτηση κάθε απόπειρα οριοθέτησης μιας γενιάς λογοτεχνικής στον ΚΑ΄ αιώνα. Και τούτο διότι σε ώριμη πια ηλικία εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα μόλις το 2007 με μία σταθερή παρουσία έκτοτε επτά ποιητικών συλλογών. Και έρχεται να προστεθεί δίπλα σε νεότερες -βιολογικά- γενιές που εμφανίζονται την ίδια ακριβώς περίοδο με εκείνον στη λογοτεχνία και διατηρούν σχεδόν την ίδια κοινωνιοϋπαρξιακή θεματική[1].</p>
<p>Στην τελευταία του ποιητική συλλογή, «Διηγήσεις πόλεων» (Κέδρος, 2016), σαν τοπιογράφος ο Σταμπόγλης επιμένει σε μία ποιητική αποτύπωση του χώρου με έντονο το ελληνικό λυρικό στοιχείο[2]. Οι συνθέσεις του μοιάζουν με ζωγραφικά κάδρα τοπίων γεμάτα κίνηση που καταλαμβάνουν ολόκληρο το καναβάτσο με μία χαρακτηριστική ηρεμία (αγρύπνια εδάφους IΙ). Υπερρεαλιστικές πινελιές δίνουν μία αίσθηση ρευστότητας συμπλέκοντας το φυσικό στοιχείο της εικαστικής του με την υπαρξιακή αναζήτηση.</p>
<p>Η στιχουργική κίνηση ακροβατεί πάνω στη συνειρμικότητα με ισορροπιστή τον ρυθμό που διαμορφώνει στα πεζοποιήματα του ο λυρισμός. Φυσικά φαινόμενα (θήλεια άλως, αντίληψη γεγονότος, πράξις) συμπλέκονται συνειρμικά με υπερρεαλιστικές μεταφορές (πτώση, συμβάν Απριλίου) διαμορφώνοντας έναν πλούσιο χρωματικά καμβά. Εξάλλου, με την ίδια ρευστότητα το ποιητικό εγώ ενσωματώνεται στο αστικό πλήθος, από το κέντρο του οποίου παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του. Έτσι η αυτοαναφορικότητα εγκαταλείπει τον εγωκεντρισμό να διατηρεί όλη την υποκειμενική θέαση της κίνησης μιας κοινότητας σε παρακμή.</p>
<p>Αν και η ποιητική του Σταμπόγλη στηρίζεται στην εικονοποιία, το στοχαστικό υλικό αναδύεται αναμεμειγμένο με το εικαστικό στοιχείο μέσα στις κινούμενες χρωμολιθογραφίες του. Στο εικαστικό δάσος του αναδύονται ομιχλώδεις υπαρξιακές αναζητήσεις (από Ακρωτηρίου, ιδιότητα του καθημερινού, βάθος οπτικής, ελικοειδής κίνηση) για το χρόνο (θήλεια άλως, αναλόγιο καθήκοντος, αυλός ΙΙ) και τη μνήμη (αναστάσιμο) ή το θάνατο (πτώση, αγρύπνια εδάφους ΙΙ, θεμελιώδες). Μα ο ποιητής αποκαλύπτει και την αγωνία του για την τέχνη και την ποίηση (τίτλοι κόπωσης, στοιχεία λογικής, άτιτλο) ή τις λέξεις που συχνά εμφανίζονται στις συνθέσεις του (αναλόγιο καθήκοντος, Μάρτιος με τίτλο γενικό, αγρυπνία εδάφους I, επενδύοντας, συνεχές Ι, ουσία δέντρου).</p>
<p>Το κύριο βάρος, βέβαια, πέφτει στις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες με μία υπαρξιακή χροιά που εμφανίζονται μέσα από τη δύναμη των εύληπτων αλληγοριών (ανάληψη γεγονότος, πεδίο έκπτωσης, οξυπύθμενο τοπίο, επενδύοντας, υποχρέωση κόπωσης Ι &amp; ΙΙ, στοιχείο λογικής), είτε μιλά για τη μοναξιά (υπηρεσία αφής 7014, επικράτεια IΙ) ή για τα σύγχρονα σφαγεία ανθρώπων (επίγνωση, σελήνη στον ωκεανό, άτιτλο).<br />
Με τη συνειρμική κινητικότητα το ιστορικομυθολογικό και το θρησκευτικό στοιχείο εισέρχονται με έναν βίαιο -μα φυσικό- αυθορμητισμό στην υπαρξιακή αναζήτηση (εξέλιξη, συνηχήσεις επαρχείου, σελήνη στον ωκεανό, επενδύοντας, λαβύρινθος οπτικής, ατμοί Σαρωνικού, Magna Graecia) προσδίδοντας μία διαχρονικότητα. Και τούτη ενισχύεται από τις πολλές γεωγραφικές αναφορές, οι οποίες αναγάγουν τις ποιητικές αγωνίες με μία παγκοσμιότητα ως χωρική υπόσταση (εξέλιξη, συνεχές ΙΙ, αγρυπνία εδάφους ΙΙ, άνθος Ι &amp; ΙΙ, σελήνη, στον ωκεανό, οξυπύθμενο τοπίο).</p>
<p>Έτσι, ο χώρος και ο χρόνος ενισχύουν την αίσθηση ρευστότητας που όρισε η εικαστική του. Άλλωστε, το άπειρο/απεραντοσύνη κάνει αισθητή την παρουσία του άμεσα (αγρύπνια εδάφους I, θεμελιώδες έργο) ή έμμεσα (γεωγραφία, επικράτεια Ι) ως υπαρξιακό αντίβαρο του τέλους, καθώς έρχεται συχνά σε αντίθεση με την κίνηση των εικόνων και του χωροχρόνου.</p>
<p>Ο ρομαντισμός που αναδύει το φυσιολατρικό στοιχείο ποιοτικά μοιάζει σαν την αναζήτηση της επαφής με τη φύση ενός κατοίκου της πόλης (συμβάν Απριλίου, αναλόγιο καθήκοντος, από ακρωτηρίου, άνθος Ι, οξυπύθμενο τοπίο, παράλιον κωμοπόλεως). Η εικαστική έμφαση στα στοιχεία της φύσης και τη θάλασσα μέσα στον υπερρεαλιστικό κάβα απέχει από τον άνθρωπο της υπαίθρου με τη βιωμένη επαφή με το περιβάλλον και την ποίηση της περιφέρειας (επίλογος ως έδαφος συνείδησης).</p>
<p>Το δε αστικό τοπίο μπαίνει σε μία αρχιτεκτονικής δομής κριτική προβολή (αναστάσιμο, Μάρτιος με τίτλο γενικό, λαβύρινθος οπτικής, συρρίκνωση). Άλλωστε ο αστικός χώρος στην ποιητική του αποτελεί τον κατεξοχήν πολιτικό και κοινωνικό χώρο (συνηχήσεις επαρχείου, συνεχές Ι &amp; ΙΙ, ουσία δέντρου).</p>
<p>Ο συνδυασμός λυρισμού και πεζοποίησης ξαφνιάζει μα και γοητεύει με την ισορροπία έκφρασης και φόρμας. Ο σουρεαλισμός δίνει μία εκφραστική διέξοδο στο Σταμπόγλη συνδέοντας την εικαστική με την κριτική και την κοινωνική αναζήτηση συμπλέκοντας τις αισθήσεις με τα συναισθήματα. Απομακρύνει τον ακροατή/αναγνώστη από την πεζότητα του κοινωνικού βίου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h4>
<p>ΦΡΕΑΡ 07/01/2017</p>
<p>Μια προνομιούχος θέα των πόλεων</p>
<p>[…] Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν<br />
χρώματα και καλπασμός.<br />
Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα·<br />
δίχως εμένα. Θα σβήσουν στην ελαφρότητα κάποιου ελιγμού,<br />
θα πνιγούν στην ακινησία μιας πίστης, θα φτάσουν σκάφανδρο<br />
ασφυξίας. Σταύρωση εν σιωπή</p>
<p>Πρόκειται για το οριακό σημείο που συναντώνται (αν συναντηθούν φυσικά) ο πολίτης με την πόλη του, η μονάδα με το σύνολο, σε μια άρρηκτη σχέση που -εν δυνάμει ανατρεπτική- ενσωματώνει όνειρα, ελπίδες, αξίες από καιρό απολεσθείσες. Πρόκειται πρωταρχικά για την έννοια που κινητοποιεί τα ακίνητα και τα αθέατα ιδεατά με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου-πολίτη, ως συμβολή στη ζωή που επιθυμεί τη διαιώνισή της. Είναι η ποίηση, άραγε, ο ιδανικός μοχλός για να ανατρέψει καταστάσεις παγιωμένες και να αφυπνίσει αντιστάσεις εν υπνώσει; Ο ποιητής πιστεύει πως ο ποιητικός λόγος -μακάρι δυνατός- έχει εγγενή την ικανότητα να εγείρει αιτήματα, προκειμένου να μην επέλθει η δρομολογημένη σταύρωση εν σιωπή.</p>
<p>Στις διηγήσεις πόλεων συναντάμε την οπτική του πολίτη-παρατηρητή στη θέα που προσφέρουν οι τόποι, αγαπημένοι και κινητήριοι μοχλοί των μνημονικών εικόνων. Και όπως κάθε εικόνα που αποτυπώνεται στη μνήμη μεταπλάθεται άλλοτε σε ονειρικό τοπίο και άλλοτε σε ζοφερή απευκταία επαναφορά, έτσι και αυτές οι πόλεις διηγούνται ιστορίες μέσα από τη νοητική επεξεργασία που έχουν υποστεί αναπόφευκτα στη συνείδηση του ποιητή.</p>
<p>[…] Παλαιά αιματοχυσία όπου αναπαύονται οι αγιογραφίες.<br />
Ενάμισι μάτι έκπληξης το μισοκρυμμένο πρόσωπο του αρχάγγελου.<br />
Με παρατηρεί πριν επιστρέψει βιαστικά πίσω απ’ τη<br />
ρωγμή του. Κι εγώ οσμίζομαι υγρασία ορυκτών. Aluminium<br />
και σταγόνες σιδήρου στις κλειδώσεις. Δακτυλικά αποτυπώματα<br />
θεού. Ό,τι συμπυκνώνεται για να προστατευθεί απ’ το<br />
αστραπιαίο. Σύνδρομο ακινησίας. Ίσταμαι καύσιμο προσμονής.</p>
<p>Ίσως δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται κάθε φορά ο τόπος με την ονομασία του. Οι λέξεις που αποδίδουν την αίσθηση του τοπίου θα μπορούσαν να λειτουργούν και κάτω από την προσωπική επεξεργασία του εκάστοτε αναγνώστη, ο οποίος (μυημένος στα ποιητικά πράγματα και απολαμβάνοντας την ενσωμάτωσή του στους στίχους) διαβάζει κάθε φορά διαφορετικά την εικόνα της πόλης που ιστορείται ενώ η ίδια ιστορεί. Γιατί αυτές οι πόλεις έχουν μια προσωπική σχέση με τον πολίτη τους, ίσως διασώζοντας εκείνη τη μακρινή αρχική τους έννοια ως χώροι που μεταλλάσσουν τον ιδιώτη σε πολιτικό ον, που συμμετέχει στα αφορώντα στην πόλη, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο αποκτά την ιδιότητα αυτή. Είναι λοιπόν, κάτω από αυτό το πρίσμα, πολιτική και η ποίηση που θυμίζει αυτούς τους ξεχασμένους ρόλους; Αν εννοηθεί ως κινητήρια δύναμη για υπνώττουσες συνειδήσεις, τότε φυσικά και είναι, σε μια ιδιότυπη στράτευση που καμία σχέση δεν επιτρέπεται φυσικά να έχει με ευτελείς φθοροποιούς σχηματισμούς της σύγχρονης πολιτικής. Είναι πολιτική με την ουσία της έννοιας, καθώς καθιστά τον ποιητή-φορέα της εισηγητή μιας ανατροπής που δεν είναι οραματική (όπως ίσως την εννοούν κάποιοι ρομαντικοί και ατελέσφοροι σε υλοποιήσεις ιδεών) αλλά ίσα-ίσα απολύτως ρεαλιστική στον βαθμό που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντος τον άνθρωπο ως μονάδα ενός συνόλου σε αδιάσπαστη σχέση με αυτό.</p>
<p>[…] Και του λόγου μας πορευόμαστε μ’ ό,τι μας αναλογεί απ’ το<br />
σφάγιο. Αντίδωρο επιβίωσης. Ναι, επιβιώνουμε απ’ τις<br />
καταθέσεις επιβολής. Κάτι σαν εκταμίευση συνενοχής.</p>
<p>Ξαναχτίζονται, λοιπόν, οι πόλεις; Υπάρχει ελπίδα ανασύστασης του πυρήνα τους; Ο ποιητής, ως αρχιτέκτων, επιλέγει τα υλικά και ολοκληρώνει τα σχέδια. Οι λέξεις είναι θηλυκές, κατά την άποψή του, και με αυτή την ιδιότητα γεννούν σχήματα λόγου αρχικά και κατόπιν προτάσεις ζωής.</p>
<p>[…] Πλήθος τα πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση<br />
μιας αθανασίας ακόμη.</p>
<p>Με τα παραπάνω δεν αφήνεται να εννοηθεί ότι η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη είναι αισιόδοξη. Άλλωστε ποτέ η αληθινή ποίηση δεν αποπνέει μια αφελή αίσθηση αλλαγής του κόσμου. Ο ποιητής ανοίγει τον εσωτερικό του κόσμο προκειμένου να προσφέρει μια θέαση (ρεαλιστική και ζοφερή συχνά) από προνομιούχο θέση. Αυτά που παρουσιάζει έχουν μέσα τους τον σπόρο που φιλοδοξεί να γίνει δέντρο, και που ίσως ποτέ δεν γίνει. Θα δει, θα εξηγήσει, θα υποκρύψει ακόμη περισσότερα από αυτά που θα καταγράψει, θα δείξει την κατάντια των κάποτε αγαπημένων τόπων στον απόλυτο εξευτελισμό τους, θα απογοητευθεί, θα αντιληφθεί το αδιέξοδο, και θα απαιτήσει από τον αναγνώστη του να συνεχίσει αυτός. Με τα δικά του αποθηκευμένα, με τα δικά του οραματικά και τις δικές του πόλεις. Μόνο που αυτός θα πρέπει να δει και τον εαυτό του να αποκτά υπόσταση μέσα στο πλήθος των ανθρώπων των πόλεων, που μόνο μάζα απρόσωπη δεν είναι, ίσα-ίσα αποτελείται από μονάδες αυτόνομων μεν αλλά συμπορευομένων συμπασχόντων με συνείδηση απόλυτη της κοινής μοίρας.</p>
<p>Ο λόγος του ποιητή είναι κρυπτικός, όσο χρειάζεται. Μεταφορικός και υπαινικτικός, όσο πρέπει, για να προκαλέσει ερμηνείες πολλαπλές. Εν τέλει καθημερινός και λιτός μέσα στην απλότητα των ουσιαστικών εικόνων που μας περιτριγυρίζουν.</p>
<p>Από ψηλά αντιλαμβάνεσαι του ορίζοντα τον πύρρειο θρίαμβο<br />
καθώς βυθίζεται ο ήλιος στη σταθερότητα και την εκτοπίζει.<br />
Ως να είναι ο τόπος ένα νεράκι.<br />
Κρούουν τα βότσαλα απλά πράγματα. Στα χαμηλά η μέρα<br />
ονειρεύεται αναρριχήσεις.</p>
<p>Αυτές οι αναρριχήσεις ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που έχει να δώσει αυτή η ποίηση. Με δεδομένη τη δυσκολία αλλά και με την αισιοδοξία που προσδίδουν πάντοτε τα απλά πράγματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΒΥΘΟΥ</strong></h4>
<h4><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h4>
<p>TVXS.GR/04/2/2016</p>
<p>Η αρχιτεκτονική ως επιστήμη είναι κάτι πέρα από τον κατασκευαστικό σχεδιασμό ή ακόμα και την καλλιτεχνικότητα. Είναι μία &#8220;τέχνη&#8221; με άμεση αναφορά στον χρόνο ως πρακτική εμπειρία στο παρόν· συνδέει το παρόν με το παρελθόν αναζητώντας -κατασκευαστικές ή εικαστικές- λύσεις με στόχο το μέλλον. Ταυτόχρονα όμως είναι από τις λίγες εικαστικές επιστήμες που συνδέει τον άνθρωπο με τον περιβάλλοντα χώρο.</p>
<p>Έτσι, η μετάβαση ενός αρχιτέκτονα στην ποίηση φυσικά δεν είναι καινοφανής στην Ελλάδα, ειδικά αν θυμηθούμε τον Νίκο Εγγονόπουλο, αλλά και τους Δημήτρη Πικιώνη (1887-1968), Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) , Παναγιώτη Μιχελή (1903-1969), Δημήτρη Φατούρο (1928), με την αίρεση ότι τους δύο τελευταίους θα ήταν ίσως λάθος να τους αποκαλέσουμε ποιητές, αν και προσέγγισαν την ποίηση διεξοδικά.</p>
<p>Το δρόμο τούτο μέσα στις νέες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συνθήκες φαίνεται να ακολουθεί και ο Σταύρος Σταμπόγλης («Διαλεκτική βυθού», Μανδραγόρας, 2014), όπου διαγράφονται με αρχιτεκτονική λιτότητα ποιητικές κρίσεις και σκέψεις για τους ανθρώπους, την κοινωνία τους και το χώρο τους.</p>
<p>Ένας υπόγειος ψίθυρος αγανάκτησης και αγωνίας πηγάζει από την ποίηση του Σταμπόγλη. Κοινωνικές λυρικές αλληγορίες και υπαρξιακές αναζητήσεις κοινωνικής αναφοράς ρίχνουν το φως τους στο ποιητικό οικοδόμημά του. Με έναν χάρακα ορίζει τις αρχιτεκτονικές γραμμές της ποίησής του· πολλαπλασιασμοί και αφαιρέσεις θεμελιώνουν μία λιτή, μα τόσο εικαστική γραφή.</p>
<p>Η ποιητική του Σταμπόγλη χρίζεται με απλά υλικά· η λιτή πεζολογική πρόσοψη της στιχουργικής του οικοδομήθηκε πάνω σε μία γλώσσα καθημερινή με χαρακτηριστικά προφορικότητας που διανθίζονται από υπερρεαλιστικής επιρροής μεταφορές (το διάφορο των αντιθέσεων) και μετωνυμικούς προσδιορισμούς (ταχύ πένθος). Ο ήπιος σουρεαλισμός άλλες φορές πατά σε ελαφριές αλληγορίες (εκ προμελέτης σχεδόν, πενιχρό τοπίο).</p>
<p>Στο υπερρεαλιστικό υπόβαθρο της ποιητικής του βρίσκουν πρόσφορο έδαφος συχνά και όροι αρχιτεκτονικοί (υπηρεσία αφής, εναπόθεση οξειδώσεων) ή αναφορές στο αστικό περιβάλλον.</p>
<p>Το αστικό τοπίο είναι συχνά παρόν (metropolis, πενιχρό τοπίο, άγος πόλεως, χημεία τοπίου, μέτωπο πόλεως, είδος αντίστιξης)· άλλοτε ως ανθρώπινη επιβολή στη φύση (αρχαιολογία ασφάλτου) κι άλλες φορές ως θορυβώδες πολιτικό κέντρο αποφάσεων (σταύρωση επί σπείρας, σχηματίζοντας ένα σύμπαν).</p>
<p>Αξίζει να υπογραμμίσουμε τη λυρική διάθεση που διαχέεται μέσα στο αστικό -μα άνυδρο- κοινωνικό και πολιτικό πεδίο της ποίησής του. Πρόκειται για έναν ρομαντισμό δραπέτευσης, μία εγγενή ψυχική ανάγκη λυρισμού και διαφυγής σε τοπία ειδυλλιακά μακριά από το αστικό μπετόν. Έτσι, η φύση είναι συχνά παρούσα στην εικονοπλασία του Σταμπόγλη, ισορροπώντας μεταξύ υπαίθρου και άστεως. Μοιάζει σαν ένα ποιητικό κάλεσμα για μία αειφορική σχέση με τη φύση, μία σχέση επικοινωνίας με το περιβάλλον· σαν προσκλητήριο για μία σχέση ισορροπίας μεταξύ της αδηφάγου πόλεως με τη φύση. Ο παραθαλάσσιος -υπαίθριος- χώρος μοιάζει σαν σταθερό ποιητικό σημείο· είναι η μεσοαστική δραπέτευση από την πίεση και το θόρυβο της πόλης, είναι ο χώρος που ονειρεύεται και ταξιδεύει γοερά ο αστός κάτοικος, ο χώρος που σχεδιάζει (παράλια χώρα, υπέρβαση, λαβύρινθε, πόλωση, άγος πόλεως ΙΙΙ, απόσταγμα).</p>
<p>Ο δημιουργός όμως δεν ενδιαφέρεται απλά να εκτονώσει κάποια ψυχική του ανάγκη. Έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμίσουμε την απουσία της άμεσης πρωτοενικής αναφοράς. Το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο ως υποκείμενο ρήματος είναι ανύπαρκτο· σπάνια υπονοείται με αντωνυμίες ως ετερόπτωτος προσδιορισμός. Αντίθετα, συχνή είναι η χρήση του α΄ πληθυντικού προσώπου, εκφράζοντας έτσι μία συλλογική συνείδηση με κοινωνιοϋπαρξιακές αγωνίες· εμφανίζεται έτσι ένα συλλογικό υποκείμενο που αντιπροσωπεύει την ίδια την κοινωνία. Τούτο μαζί με το συχνό γ΄ αφηγηματικό πρόσωπο ορίζουν και τον αμιγή κοινωνικό χαρακτήρα της συλλογής, προσδίδοντας μία αντικειμενική χροιά.</p>
<p>Μέσα από την ποίηση εκθέτει συλλογικούς προβληματισμούς για την κοινωνία, την πολιτική, τον άνθρωπο. Ανησυχεί για τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές ( παγκόσμιο έθνος, οι ενοικιαστές μου Ι &amp; ΙΙ, ευκαιρίες πατρίδας) και τον πόλεμο (reportage II). Κάθε τόσο η ποίηση του Σταμπόγλη μοιάζει σαν κραυγή αγωνίας για τη δημαγωγία. Οι &#8220;πολιτικές&#8221; του συνθέσεις είναι γεμάτες ανθρώπους, εμφανώς (ταχύ πένθος, μέτωπο πόλεως) ή ως υπονοούμενη παρουσία (σχεδόν φαύλη, πόλη ΙΙ, σταύρωση επί σπείρας). Άλλωστε, η πόλη αποτελεί το γνήσιο πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης, μία πολυπληθή αγορά και η ανθρώπινη παρουσία είναι συνεχής.</p>
<p>Η γραφή του είναι ειλικρινής και άμεση. Κοιτά κατάματα την πραγματικότητα και αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να βιώσει μέσα από τις συνθέσεις του όσα προκαλούν και τον ίδιο το δημιουργό. Δεν επιδιώκει την άμεση συγκίνηση του αναγνώστη. Τούτη προκύπτει μέσα από την αμεσότητα της γλώσσας και την εικαστική του ποιητή. Αδρές γραμμές επανατοποθετούν την ποίηση στην κοινωνία και τη συλλογική αντίληψη των πραγμάτων αποφεύγοντας την αυτοαναφορικότητα. Μακριά από την κλειστοφοβική ποίηση ο ποιητής-αρχιτέκτων στιχουργεί σε ανοιχτούς χώρους· άλλωστε κάθε χώρος μπορεί να εμπνεύσει την οικοδόμηση ενός ποιήματος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ </strong><br />
<strong>ΤΕΥΧΟΣ 91-92 2020</strong></h4>
<p style="text-align: center;"><strong>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ)</strong></p>
<h4><strong>ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΖΕΛΗΣ</strong></h4>
<p><strong>Όψεις της ποιητικής του Σταύρου Σταμπόγλη</strong></p>
<p>…/…<br />
Η πρώτη αίσθηση που μου προκάλεσε η ανάγνωση των ποιημάτων τού Σταύρου Σταμπόγλη ήταν ένας θετικός αιφνιδιασμός πού νιώθει κάποιος όταν μπαίνει σέ ένα μουσείο που δεν είναι μαυσωλείο τού παρελθόντος άλλα που ο οικοδεσπότης μένει εκεί και κάποιες ώρες την ήμερα ανοίγει το σπίτι του στο κοινό για να το ξεναγήσει ο ίδιος σε χώρους, αντικείμενα και διαδρομές, όπου όλα αποπνέουν ενέργεια, ποιότητα σπάνια και αξία μεγάλη, όπως δεν συναντάμε εύκολα στις αναγνωστικές μας πορείες.<br />
Οδοδείκτης λοιπόν ο ποιητής μας και ξεναγός και συνάμα χρηστομάθεια το έργο του, μια χρηστομάθεια που δεν μυρίζει φορμόλη αλλά αποτελεί όχημα που μπορεί να το οδηγήσει ο αναγνώστης σε δικές του διαδρομές, πριν το παραδώσει στον επόμενο χρήστη η επιβιβαστεί ξανά ο ίδιος για την επόμενη χρήση.<br />
Τα ποιήματα φωτίζουν χώρους (με μετακίνηση σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, όμως σε μένα έμεινε έντονη η αναφορά στην Αθήνα και στην γειτονική Βοιωτία), χώρους του άστεως και της φύσης, της αναζήτησης της φύσης στο άστυ και του ανθρώπινου ίχνους στην φύση, φωτίζουν χώρους υπαρξιακούς, πολιτικούς, συναισθηματικούς, ερωτικούς και άλλους, ων ουκ έστι τέλος. Θα χρειαζόταν πολύχρονη σπουδή και ανάλυση με συστηματικά εργαλεία που δεν είναι της παρούσης, για να παρουσιάσει κανείς πιο αντιπροσωπευτικά το πολύπλευρο σαν τη ζωή έργο του Οδυσσέα μας.<br />
…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΑΡΙΑ ΖΑΓΚΛΑΡΑ</strong></h4>
<p>…/…</p>
<p><strong>Η υπαρξιακή διάσταση της ευθύνης στην διαλεκτική του Σταύρου Σταμπόγλη</strong></p>
<p>Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή Διαλεκτική βυθού (Μανδραγόρας, 2014) του Σταύρου Σταμπόγλη, είναι εξαρχής εύκολο να αντιληφθεί κανείς το βάθος του βυθού στον οποίο πρόκειται να μπει. Από το εξώφυλλο ακόμη.<br />
Η ισορροπία ανάμεσα σε εικόνα και κείμενο, όταν και τα δυο υπαρκτά, είναι συχνά κομβική στην αντίληψη και πρόσληψη ενός λογοτεχνικού πονήματος. Το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο, χαρακτικό του Χριστόφορου Κατσαδιώτη, με το γνώριμο ύφος και την τόσο προσωπική τεχνική, ένα (όχι και τόσο) φανταστικό σύμπαν όπου το αλλόκοτο και το διαφορετικό αντιμετωπίζονται ως κάτι συνηθισμένο και καθημερινό με δόσεις σαρκασμού και πικρής αλήθειας, μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου, Η Αθήνα στον βυθό, και πιο συγκεκριμένα στον πυθμένα του, κι ο παρατηρητής-αναγνώστης να εισέρχεται σαν Αλίκη σε μια χώρα των θαυμάτων. Στεκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μία ποιητική συλλογή που συνδιαλέγεται άρτια και εύγλωττα μ’ ένα εικαστικό έργο &#8211; κι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι τυχαίο.<br />
Από το σύμπαν του καλλιτέχνη στο εξώφυλλο, γυρνώντας τις πρώτες εσωτερικές σελίδες εισερχόμαστε στο σύμπαν του ποιητή. Σε ένα σύμπαν όπου οι λέξεις ρέουν αβίαστα σαν το νερό στον ποταμό του Ηράκλειτου, αλλάζοντάς τον συνεχώς και κάθε φορά οριστικά. Διαλεκτική. Ίσως μια συζήτηση, μία διαπραγμάτευση, όπου όλα τα ενδεχόμενα μένουν ανοικτά μέχρι την εύρεση της αλήθειας &#8211; ή το έγγισμα σε ό,τι πλησιέστερο σε αυτήν. Βυθού. Ίσως γιατί κάτω από το νερό κρατάς την αναπνοή και λες μόνο τα σημαντικά &#8211; όσα προλαβαίνεις μέχρι να πάρεις ανάσα, ή να την χάσεις για πάντα.<br />
Ίσως πάλι γιατί ο κόσμος στα μάτια του ποιητή είναι απλώς μια βυθισμένη πολιτεία που παλεύει (η και όχι) να βγει ξανά στην επιφάνεια. Από την άλλη διαβάζοντας τα ποιήματα του Σταμπόγλη γίνεται αμέσως αντιληπτή μια γήινη αγάπη στην θάλασσα και κάθε τι θαλασσινό. Τα ποιήματα αργά αποκαλύπτουν την ψυχή τους και η βυθομέτρηση του κόσμου γύρω γίνεται με όργανο μια τέχνη τόσο έμφυτη, όσο και καλλιεργήσιμη: την διαλεκτική. Πως;<br />
…/…</p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ X. ΘΕΟΧΑΡΗΣ</strong></h4>
<p><strong>Σταύρος Σταμπόγλης: ένας ποιητής που ζει και δημιουργεί στην Αντίκυρα</strong></p>
<p>…/…<br />
Δύο, νομίζω, πως είναι τα πιο πολύτιμα δομικά υλικά της ποίησής του. Οι εκπληκτικές μεταφορές και οι ζηλευτές παρομοιώσεις. Παραθέτω πρόχειρα:<br />
«Βυθός, / όπως θα λέγαμε σύμπαν», «Διαπραγματευόμαστε το μέλλον λες και<br />
πρόκειται για βολικό αιδοίο», «Όταν η θάλασσα αδιαφορεί / σαν μάρμαρο. Όταν τα σύννεφα διηγούνται / άπνοιες», «Τα φυλλοβόλα / μνημονεύουν το καθήκον της φθοράς», «Η κίνηση σαν φυτεία αειθαλών», «Αν πρέπει να κρύβεις την κραυγή σου / το λευκό χαρτί είναι ένα ασφαλές / ερμάριο», «Η ακτή ματώνει τα χείλη της θάλασσας. / &#8216;Ασπασμός η αλληγορία της αλήθειας», «Είναι το φως μια ενέδρα υπεράνω υποψίας», «Συλλαβές από ψυχή / να τις αλέθουμε στο στόμα», « Επιβαίνω στο τερατώδες / ενός γεγονότος», «Τα μάτια του εξορύσσουν/ την επαύριο», «Μέδουσες μεσοπέλαγα τ’ ουρανού τα σύννεφα. / Θα μας πάρουν λες όπως τα αερόστατα το καλαθάκι τους», «Και το ανθισμένο μελάνι των θυμαριών. / Η έμμονή ορίζεται ως πέρασμα / από μελίσσια και τζιτζίκια. / Σαν το σύρμα στο μπακίρι μας ξεκουφαίνει η λατέρνα της», «Φορούσε το πουκάμισο ανάποδα / όπως κρύβουμε τη μοναξιά μας», «Θα μπορούσα να ορίσω την ωραιότητα σαν κατάσταση / ανθοδοχείου εντέλει», «Η άμμος έχει μνήμη, έχει γλώσσα / Με την αφή ανοίγονται τα πρόσωπα της ψυχής της».<br />
Ο χρόνος, ο θάνατος, η απώλεια, η απουσία, ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις συνύπαρξης και αντιπαλότητας, είναι οι βασικές σταθερές της ποιητικής του. Αλλά και ζητήματα του καιρού του, και του καιρού μας. Η αλλοτρίωση του ανθρώπου στη μεγαλούπολη και στην ενδοχώρα. Κι η αλλαγή των συμπεριφορών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Κι ο πόνος για την ανθρώπινη περατότητα. Η, όπως γράφει: Η οδύνη είναι η έμπνευση των τοπίων μου. Κι είναι φορές, διαβάζοντάς τον η κουβεντιάζοντας μαζί του που αναρωτιέμαι πόσο μεγάλη απώλεια για την ποίηση θα ήταν αν δεν είχε αποφασίσει να γράψει τούτος ο άνθρωπος&#8230;<br />
…/…</p>
<h4><strong>Δ. I. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ</strong></h4>
<p><strong>Η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη</strong></p>
<p>…/…<br />
Ο Σταύρος Σταμπόγλης, είναι ένας παγκόσμιος πολίτης αφού κοινωνεί τον<br />
ανθρώπινο πόνο «από μεθόριο σε μεθόριο» κι έχει εκείνη την εσωτερική αρματωσιά κι αρμοδεσία που κονιορτοποιεί τις αποστάσεις της απεραντοσύνης οι στίχοι του είναι κάτι από τις κραυγές των αδικημένων που, «Οι φωνές τους σβήνουν την απόσταση / Οι φωνές είν&#8217; η άφή τους»!<br />
Είναι μαρτύριο και μαρτυρία τούτοι οι στίχοι που σηματοδοτούν μια δίολκο και μια ολέτειρα όπου διολισθαίνουν τα μέτρα και τα μήκη και τα πλάτη των γήινων υπολογισμών με την ποίηση και τη φαντασία να υπερβαίνουν διαβρωτικές εξουσίες και παραχαράξεις κάθε λογής: «Από αυτά τα στενά εισβάλλει το πέλαγος στη νήσο μου / Από αυτόν το δρόμο η νήσος μου γλιστράει στο πέλαγος».<br />
Πρόκειται για το δισάκι του μοναχικού οδοιπόρου, το άβατο του κάθε ανθρώπου, το δικαίωμα στην ελευθερία απαράγραπτο, μοναδικό, ανεξίτηλο, που οριοθετεί και υλοτομεί και υιοθετεί χωρόχρονες στιγμές αγρύπνιας. «Αλλά εδώ η στεριά έχει στραμμένη την πλάτη στο βυθό του ορίζοντα»&#8230;</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ</strong></h4>
<p><strong>Περί ευθύνης</strong></p>
<p>Η παρουσία της «ευθύνης», δεν δηλούται μόνον όταν καταγράφεται, κατονομάζεται -λίθος πολύτιμος σε οικοδόμημα ποιητικής- ούτε από την στατικότητα των ποιημάτων εν μέρει η εν συνόλω μιας συλλογής -η περισσότερων- αλλά και από την στάση ζωής, όχι μόνον δηλαδή γραφής,<br />
Ο λόγος για τον Σταύρο Σταμπόγλη, ποιητή, πεζογράφο, αρχιτέκτονα, πολίτη, άνθρωπο, και την διαρκώς παρούσα «ευθύνη» του. Κυρίως όμως, ο λόγος, για το πως αυτή διαπερνά την ποιητική συλλογή του Διαλεκτική βυθού. Εκεί, στη συγκεκριμένη συλλογή, ο αναγνώστης συναντά αυτούσια τη λέξη «ευθύνη» έξι φορές και μία εν συνθέσει ως «συνευθύνη» το βαρύ της, όμως, εννοιολογικό φορτίο τον δονεί πλειστάκις. Όχι ως ομιχλώδης, θολή, εκ της κατανομής αποδυναμωμένη συλλογική ευθύνη, αλλά ως διαυγέστατη ατομική -άμα και συλλογική, ως συνευθύνη- που μεταγγίζεται άκρατος από το ποιητικό υποκείμενο-πομπό στον αναγνώστη-δέκτη. Και τούτο σε μια εποχή:</p>
<p>Μια εποχή όπου εντός της, όμοια χάος με<br />
ψευδώνυμο άκρης, και άκρη με ψευδώνυμο<br />
χάους, ανθίζουν<br />
Η αμεριμνησία των ενόχων ιδρώνει<br />
στον καθρέφτη της ευθύνης μου</p>
<p>(ΕΛΙΚΟΕΙΔΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΗ)</p>
<p>Ευθύνη κυρίως προσωπική, λοιπόν, για την ανάγκη διαχωρισμού αντίγραφων και απομιμήσεων από το γνήσιο, το αυθεντικό. Του χάους από την άκρη. Της αλήθειας από το ψεύδος. Της πραγματικότητας από το επιφαινόμενο. Η Διαλεκτική βυθού στο σύνολό της αποτυπώνει, εκτιμώ, την αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να ανασύρει από τον βυθό στην επιφάνεια, ό,τι σκοπιμότητος η αδιαφορίας, δόλου η αμέλειας ένεκα, είτε ερρίφθη είτε έπεσε εκεί και παραμένει αφανές, παροπλισμένο.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ</strong></h4>
<p><strong>Πτήσεις λέξεων</strong><br />
<strong>άλλωστε&#8230; Προσοχή, οί λέξεις δέν μεταμφιέζονται</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Η ποίησή του είναι ποίηση του άστεως -ενδεικτική η τελευταία συλλογή Διηγήσεις πόλεων, κοινωνική θα έλεγα για να επικαλεστώ το ποίημα «&#8217;Επικράτεια I» της τελευταίας του συλλογής με τους χαρακτηριστικούς στίχους:&#8230; Εδώ οι πράξεις ξοδεύονται στην πενία της δίψας, οι ορίζοντες πολλαπλασιάζονται στο πλήθος των μαρτύρων εδώ ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι κάτι πέρα άπό ήττα.<br />
Μια βαθιά αφομοιωμένη ποίηση με το έρμα που χρειάζεται σ’ αυτούς που ματώνουν μέσα στην τέχνη κι όχι σε προθαλάμους γραφείων δημοσίων σχέσεων -ένα ακόμα φαινόμενο της εποχής που εναρμονίζεται με τη γενικευμένη αποκαθήλωση των άξιών μας: καθώς επαιτούμε σε λαβυρίνθους έξεων και / προφάσεων, οι μέρες απαιτούν / το αναγκαίο ήθος («Μνηστήρες»), Έτσι κι αλλιώς, τα ψήγματα / του μέλλοντος είναι η βαρύτατη / μοναξιά της μέρας μου («Σταύρωση έπί σπείρας»), Ότι η ελπίδα γεννιέται /δεν ανασύρεται (« Αντίληψη τοπίου»).<br />
Ο τόπος του και οι λέξεις του έχουν τη χθόνια γείωση που συναντάται σε δυό κορυφαίες και συνάμα ιερές τελετουργίες του τόπου μας: την Τραγωδία και το ζεϊμπέκικο: Κόκκο-κόκκο κερδίζεται η αξιοπρέπεια / της αιωνιότητας·/ Για να μην στεγνώσουν όλα στο ενιαίο της ασφάλτου[&#8230;] Πέρασμα θεών, η πολύτιμος χείμαρρος / διατρέχει το υπέδαφός μου/Κάθε στιγμή εξορύσσομαι («Γραφεύς βυθού»).<br />
Οι «λέξεις» του Σταύρου Σταμπόγλη -αυτές οι «λοξές πτώσεις πράξεων» όπως διαβάζουμε στην τελευταία συλλογή του αποτελούν τον κώδικα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, το μέσον και το όριο της ύπαρξης: Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός./Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα / δίχως εμένα. («Συνεχές I», Διηγήσεις πόλεων). Και από τη Διαλεκτική βυθού: Λέξη προς λέξη συλλαβίζουμε τις πτήσεις και αλλού: διαλέγουν τις λέξεις /<br />
Έχουν τις λέξεις μιλάνε για τις απώλειες («Είδος αντίστιξης»).<br />
Ποίηση Συμβολισμού με μεταφορές, εικόνες, με έντονη τη μεταφυσική διάσταση αλλά και τα δραματικά στοιχεία που επανέρχονται σχεδόν σε κάθε ποίημα: Το πρωινό μοιάζει με δάκρυ που διστάζει / Σιγά-σιγά αποκαλύπτεται / ο λυγμός Ένα πρωινό στην Ακρόπολη. Λυρικός λόγος με έναν δικό του σύγχρονο Ρομαντισμό.<br />
Όπως τη στιγμή που ο ιερέας εφιστά την προσοχή με τη φράση «τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν» ώστε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας να τελεστεί μεταξύ μυημένων δηλαδή πιστών, έτσι κι ο Σταμπόγλης το ίδιο μυστηριακά συναρμολογεί «Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις / του κόσμου» για να αποκαλύψει τις δικές του ανθρώπινες πληγές όχι κατ’ ανάγκη σε ειδήμονες, αλλά αντίθετα προς αναγνώστες, δηλαδή σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε συνομιλητή και συμπάσχοντα: Κάθε ευθεία στο μάτι είναι ένας κόκκος/στις καμπύλες του Θεού/Κάθε καμπύλη και μια ριζούλα χάους / Και το χάος υπολογίζεται με τις διασκελιές/ της ήττας μου. / Αλλά ήττα σημαίνει<br />
αγκαλιάζω την ένοχή μου, βγαίνω στην ευθύνη μου/Αλλά ήττα σημαίνει πειράζω τη ζωή / να στραφεί να με κυκλώσει.<br />
Λυρική ποίηση λοιπόν, ποίηση διαλόγου, ύμνος στη φύση και στη ζωή, ωδή στην ανοιχτή θάλασσα και τους ανοιχτούς ορίζοντες της σκέψης, στίχοι φτιαγμένοι από «Βοριάδες· λοφία ιωδίου νύχτα-μέρα».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ</strong></h4>
<p><strong>Διαλεκτική Βυθού</strong></p>
<p>Ο ποιητής δεν κρύβει την απόγνωσή του για την παρακμή που αντικρίζει. Οι αλήθειες θάβονται, χωνεύονται μέσα στο ψέμα, οι ιδέες σαν άχρηστα οστά κατακρημνίζονται, οι υποκριτές υπερισχύουν, η απληστία ξεσαλώνει. Για τον ποιητή η επιβίωση είναι μια πορεία «με καταδόσεις και θάνατο». Τα πλήθη γίνονται δοκιμαστές οδύνης και ο ίδιος μόλις που συγκροτεί μύριες κραυγές αγωνίας μέσα του. Ο αγώνας για αξιοπρέπεια και σεβασμό ακυρώνεται καθώς «ο τόμος εκτελεί ό,τι υπόσχεται». Μέσα από γεγονότα οι θόρυβοι έχουν μεταμφιεστεί σε προτάσεις, οι αμνησίες για ολέθριες πράξεις δημόσια χαϊδεύονται, τα συνθήματα καλύπτουν την ανομία. Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, η αυγή σημαίνει σκότος, η αποδοχή πανικό, το χρυσάφι ευτέλεια, το μέλλον βηματισμό πολέμου. Το χειρότερο συμβαίνει όταν η έννοια της ειρήνης ασύστολα διαστρεβλώνεται, όταν αντί για ειρήνη η κατάσταση εκτραχύνεται σε πεδίο εγκλημάτων. Λόγω αυτής της έκπτωσης άξιών, ο ποιητής αισθάνεται τη μέρα του να βυθίζεται σε μια αποδυνάμωση, σε μια συναισθηματική αιμορραγία που τον οδηγεί σε παραίτηση.<br />
Όμως χρειάζεται προσοχή, γιατί το έγκλημα καιροφυλακτεί, έχει στόχο την παραίτησή μας προκειμένου να γιγαντωθεί ακόμη περισσότερο. Η ειρωνεία του ποιητή έχει βάση όταν δηλώνει ότι οι άνθρωποι ως «ένθεα είδη» φροντίζουν επαρκώς την ηθική της απειλής, και του φόβου. Η αίσθηση της απομόνωσης, του ασφυκτικού εγκλεισμού είναι διάχυτη στα ποιήματα, ο χώρος, δηλώνει ο ποιητής, είναι «ένας δρυμός από δωμάτια/ όπου και η οδύνη χάνει / τις αιτίες της». Οι άνθρωποι κουράζονται και αγριεύουν, σαν τα αγρίμια και τα πουλιά που παγιδεύονται στα καφενεία, τσακίζονται στις τζαμαρίες. Μια καταχνιά από κινδύνους απλώνεται και οι δρόμοι στήνουν ενέδρες. Η αίσθηση του εγκλεισμού, που δεν αφήνει χαραμάδα διεξόδου, αναδεικνύεται και σε τέσσερα ποιήματα της συλλογής που αναφέρονται σε άστεγους και μετανάστες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΦΑΝΗ ΜΠΑΛΑΜΩΤΗ</strong></h4>
<p><strong>Η εύγλωττος ομιλία</strong><br />
<strong>τρεις συλλογές μία ή συνάντηση με τον Σταύρο Σταμπόγλη</strong></p>
<p>Οι δύο συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα, αμφότερες των εκδόσεων Γαβριηλίδης το 2014, φέρουν τους τίτλους Ο δρόμος της τύχης και Εν ονόματι της άνοιξης. Γίνεται σαφής εξ αρχής (ή τουλάχιστον έτσι το αντιλήφθηκα εγώ) η θετική στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα, ένας δρόμος της τύχης που ανοίγεται, ανεξάρτητα με το ποιοι, πόσοι κι αν θα είναι τυχεροί, οι ευκαιρίες είναι εκεί, απομένει στους ανθρώπους να τις χειριστούν και διαχειριστούν, αφορμώμενοι από τις προσωπικές τους συνθήκες ο καθ’ ένας, το πολίτικο-κοινωνικό πλαίσιο της εποχής τους, την ιδεολογία τους, τις επιλογές τους. Στα οκτώ διηγήματα της συλλογής ξετυλίγονται ιστορίες που δίνουν την εντύπωση ότι κάποτε συνέβησαν, ότι είναι προϊόν της συλλογικής αλλά και της προσωπικής -του συγγραφέα- μνήμης, διανθισμένες ίσως από κάποια μυθοπλαστικά στοιχεία που τις κάνουν κάποτε σχεδόν παραμυθένιες αλλά όχι απίθανες.<br />
…</p>
<p>Κι ερχόμαστε στις Διηγήσεις Πόλεων, &#8216;Εκδόσεις Κέδρος 2016. Όλα εδώ είναι<br />
-νομίζω- διαφορετικά! Μια σουρεαλιστική οξυγραφία, όπου ανθρώπινα πρόσωπα μας κοιτάζουν απορημένα, πάνω από μια γραφομηχανή απ’ την οποία ξεπηδάνε&#8230; «Πικασσικώ τω τρόπω» κομμένα κεφάλια πουλιών και ζώων, κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, (οξυγραφία, έργο του εικαστικού-χαράκτη Χριστόφορου Κατσαδιώτη), με τα σύντομα σε έκταση ποιήματα σε ύφος πεζό&#8230; η μήπως τα ποιητικώς πεζά κείμενα; Προσπάθεια ερμηνείας του τίτλου, ως προβολέα του περιεχομένου: ποιος αφηγείται; οι πόλεις τις ιστορίες τους η μήπως ο συγγραφέας ιστορίες των πόλεων που έζησε, που<br />
αγάπησε, που νοσταλγεί; Μια ματιά στους τίτλους των περιεχομένων αποκαλύπτει ένα σταθερό σχεδόν μοτίβο, καθώς -όπως και στον κεντρικό τίτλο- απουσιάζουν παντελώς τα ρήματα και κυριαρχούν τα ουσιαστικά που συνυπάρχουν ζευγαρωτά, τις περισσότερες φορές με το πρώτο σε πτώση ονομαστική να προσδιορίζει τη γενική του δευτέρου: «Συμβάν Απριλίου», «Υπηρεσία αφής», «Συνηχήσεις επαρχείου» κ.λπ.</p>
<p>…</p>
<p>Τι μένει στον αναγνώστη άφού διαβάσει τα πεζοποιήματα του Σταύρου Σταμπόγλη, ποια η επίγευσή τους, ποιες αισθήσεις του ενεργοποιούνται; Πρωτίστως, μια ηδονική σχεδόν απόλαυση που την προκαλούν οι λέξεις καθ’ εαυτές. Σε μια καρτούλα με τοπίο της Σερίφου διά χειρός του συγγραφέα, ο ίδιος μου είχε γράψει εγκαρδίως «αγαπητή φίλη, ελπίζω στις ικανότητες των λέξεων». Ναι, οι λέξεις του Σταύρου, των πόλεων και των διηγήσεών τους πέτυχαν τον σκοπό τους, ανέδειξαν τις ικανότητές τους, μας συγκίνησαν, μας ζωγράφισαν, μπήκαν στα ρουθούνια μας, άγγιξαν τ’ ακροδάχτυλα μας, τρύπησαν το μυαλό μας, έχτισαν γέφυρες απ’ το παρελθόν στο σήμερα<br />
ακριβώς γιατί είναι λέξεις καλοδιαλεγμένες, ενός ευαίσθητου ανθρώπου που δε γράφει για να εντυπωσιάσει αλλά για να κοινωνήσει &#8211; κι αυτό το πέτυχε στον υπερθετικό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h4>
<p><strong>Σταύρος Σταμπόγλης, ένας ζωγράφος αρχιτεκτονεί ποιητικώς φωτογραφίζοντας το Άφατον</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Ο Σταύρος Σταμπόγλης κινείται σε όλο το φάσμα ανάμεσα στο παραδοσιακό, στο μοντέρνο, στο μετά-μοντέρνο και σ’ αυτό που θα έρθει αύριο κυοφορούμενο σήμερα σε πολλαπλές αλληλοσυμπληρούμενες κι ασύμβατες μήτρες.<br />
Θα ήθελα να τον δω μόνον ως εικαστικό, ως ζωγράφο, ως φωτογράφο, αλλά κι ως σεναριογράφο η «ολικό σκηνοθέτη» μιας πανοραμικής τοιχογραφίας ενός θρυμματισμένου καιρού που ανακαλύπτει όμως την ενοποιημένη μοναδικότητά του.<br />
Σπανίως συναντώ ποιητές «με όραμα» κι οφείλω να το επισημάνω. Κι ο Σταύρος Σταμπόγλης είναι ένας από τους χαρισματικούς μη προνομιούχους. Όσο για τους χαρακτηρισμούς «ελάσσων»-«μείζων», ελάτε τώρα, μαζί μιλάμε&#8230; &#8220;Ας μη μπερδεύουμε το σταρ-σύστεμ και την περιαυτολογία με την ουσία και τη διακριτική σεμνότητα&#8230; Ένα ποίημα του Σταμπόγλη βαραίνει πολύ περισσότερο από εκατό στιχουργήματα δεκάδων άλλων (μαζί κι ομού) της «γενιάς» του. &#8220;Α, ναι, ας τελειώνουμε κι αυτή τη μηχανιστική κατάταξη. Ο Σταμπόγλης εκτέθηκε κειμενικώς για πρώτη φορά σε μεγάλη, «ώριμη» ηλικία, αλλά κυοφορούσε προφανώς από την εφηβεία του. Πού εντάσσεται λοιπόν και γιατί πρέπει επειγόντως να ενταχθεί κάπου; Μπορεί να είναι, ας πούμε, ακόμα ένας ασπρομάλλης αλλοδιαστασιακός έφηβος που κοιτάει με απορία γύρω του κι ακόμα δείχνει σα να μην καταλαβαίνει. Τότε είναι που στρέφεται μέσα του κι εκεί είναι που αναδύονται και λαμπυρίζουν πετράδια από το βαθύ συλλογικό υπόστρωμα μιας Ανθρωπότητας που δεν λησμονεί την ουράνια καταγωγή της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΤΖΙΝΑ ΞΥΝΟΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h4>
<p><strong>Διηγήσεις πόλεων</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Ο Σ. Σ. γνωρίζει πως η πόλη αποτελεί πεδίο αναμετρήσεων και συγκρούσεων αλλά και απάθειας και εγκληματικής αδιαφορίας, θέατρο γεγονότων όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες των ανθρώπων, κάποιες φορές σκηνοθετώντας τις. Εκφράζει την αγωνία του για το μέλλον, την ευθύνη του καθενός για τη διαμόρφωσή του και την ανάπτυξη άμυνας ενάντια σε ορατές και αόρατες απειλές. «Η πόλη μου, αναμονή ή ακινησία. Βυθιζόμαστε σε ανεπαρκές ήθος. Οι προσδοκίες δεν είναι παρά γεννήματα χθόνιες λέξεις. Αναψηλάφηση αντιθέσεων στο φως το σκοτεινό μιας κόλασης που ξέπεσε σύμβολο παραδείσου&#8230; Να δραπετεύσω να πάω που δεν είμαι αποδημητικό. Κι ύστερα, με καθηλώνει το φορτίο των θυσιών».<br />
Μέσα από τον διάλογο, τις αντιθέσεις, τις ρήξεις, τους συμβιβασμούς, τις ανατροπές, ο άνθρωπος και η πόλη αλληλοπροσδιορίζονται και μεταβάλλονται. Ο δημόσιος χώρος δίνει τα ερεθίσματα, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται με ιστορίες ανθρώπων που ζυμώνονται και πλάθουν τη συλλογική συνείδηση των ατόμων που ζουν μέσα σ’ αυτόν.<br />
Λέει ο ποιητής, «Λαλιά συμβόλων κάθε σταυροδρόμι. Ρυμοτομία πένθους. Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός.».<br />
Στις «διηγήσεις πόλεων», το παρελθόν και το παρόν επικοινωνούν, το πραγματικό και το φανταστικό συνομιλούν και οι μνήμες βοηθούν στην ενότητα χώρου και χρόνου. Και αναλαμβάνει ο λόγος να συνδέσει την πόλη με την ιστορία της, να πρωταγωνιστήσει για τη διαχρονικότητα της ελληνικότητας. «Εξορύσσοντας αντιλαμβανόμαστε. Εκ δεξιών καρυάτιδες και κούροι μάρμαρα με την κόμη στον άνεμο. Εξ επωνύμων ο λόγος, ακονίζοντας τον ορίζοντα. Στο κέντρο στέκει ψυχή πλήθους. «Αγριο τραγούδι κάτω απ’ τα πόδια μας η γη.» κι άλλου, «.. .διαμορφώνοντας λόγο. Ανάγκη ελληνική.».<br />
Ο αναγνώστης ξεναγείται σε πόλεις πραγματικές ή μεταφορικές, του μύθου η της ιστορίας, μητροπόλεις ή της περιφέρειας, σύμβολα όπου γεννιούνται και κατοικούν ιδέες, σ’ έναν εννοιολογικό και γεωπολιτικό χάρτη, επί του όποιου ασκείται η ζωή και το πνεύμα.<br />
…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΓΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ</strong></h4>
<p><strong>Ή αρχιτεκτονική των λέξεων ως προς την υπαρξιακή και αυτοαναφορική</strong><br />
<strong>διάσταση στην ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Μια άλλη παράμετρος της ποιητικής συνεισφοράς του Σ. Σταμπόγλη, που δεν<br />
έχει επισημανθεί όσο θα ’πρεπε από την κριτική, είναι η περιορισμένη μεν, αλλά πολύ ουσιαστική αυτοαναφορική διάσταση, η όποια διεισδύει στο ποιητικό του σύμπαν είτε μέσω αυτούσιων ποιημάτων είτε μέσω μεμονωμένων στίχων που εναρμονίζονται με τα κειμενικά συμφραζόμενα και προβάλλουν με άμεσο η έμμεσο τρόπο ένα σχόλιο για τον τρόπο γραφής του ποιήματος, το επίπονο της ποιητικής διεργασίας ή τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ποίηση αναφορικά με το συγκεκριμένο προβληματισμό που κάθε φορά προκρίνεται.<br />
Εισβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στο καλλιτεχνικό εργαστήρι, ο αναγνώστης<br />
εξοικειώνεται και συμμετέχει στην αγωνιώδη προσπάθεια του δημιουργού να αρθρώσει ποιητικό λόγο και να αποδώσει με τις ποιητικές του δυνάμεις τη δική του οπτική για τον κόσμο και τα πράγματα γύρω του και μέσα του. Μέσω της ανίχνευσης της αυτοαναφορικής διάστασης καλείται ο αναγνώστης και ο κριτικός να αποδημήσουν το ποιητικό σύμπαν και να το ξεκλειδώσουν με τα ερμηνευτικά κλειδιά που του παρέχει ο ίδιος ο δημιουργός.<br />
Στη συλλογή Γη και στο ποίημα «AU VOL D’ OISEAU» οι λέξεις, αυτές που με τόση αγωνία και επιμέλεια επιλέγει ο ποιητής παραλληλίζονται με τα μπαλόνια που ταξιδεύουν σε μια ανοδική, υπονοείται, πορεία με την ώθηση μιας μαγικής, απροσδιόριστης δύναμης. Υποβάλλεται στο σημείο αυτό η δυναμική της ποιητικής γλώσσας που μεταπλάθει τις περιχαρακωμένες εννοιολογικές σημάνσεις και αφήνει τις λέξεις να νοηματοδοτηθούν και να μεταπλαστούν μέσω της φαντασίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>EΡΗ ΡΙΤΣΟΥ</strong></h4>
<p>«Με την πλάτη στο παρόν», λοιπόν</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p>Πέφτω πάνω στα ποιήματα του Σταμπόγλη Με την πλάτη στο παρόν. Πονηρός τίτλος, πονηρός ο Σταύρος και δημοκράτης. Δε με δεσμεύει: Μπορώ να κοιτάζω απ’ τις καταπακτές του υπογείου μου. Μπορώ να κοιτάζω κατά την απουσία παραθύρων. Μα και μεγαλόψυχος και σοφός και κατά βάθος αισιόδοξος. Είναι η φύση μας και ο Σταμπόγλης είναι ο τελευταίος που θα πάει κόντρα σ’ αυτήν.<br />
Αρχίζω λοιπόν απ’ το τέλος, που άλλωστε είναι και η αρχή όπως δηλώνει ο τίτλος: (Επίλογος ως προοίμιο), «Και με τούτα, είπε, ας χωνέψουμε την ανάγκη πως κάθε φορά από φυλλοβόλο χειμώνα ορμώμενοι, κρατάμε θέση για την άνοιξη. Πως κάθε άνοιξη απαιτεί τον δικό της χειμώνα. Ότι και ετούτος ο χειμώνας κρατάει όλο το σεβασμό μου».<br />
Ο Σταμπόγλης είναι και αυτός ιστορικός του καιρού του. Με ματιά καθαρή και σκληρή κριτική (και αυτοκριτική), «Πειραματιζόμαστε με την ειρήνη επενδύοντας στον πόλεμο. Η έρευνα ως εργαλείο εξόντωσης. Μάλλον η επιβίωση του είδους οφείλεται σε κατά συρροήν θαύματα». («Ένδυμα επιστήμης» σελ. 17).<br />
Όμως είναι αγωνιστής και -όπως είπα παραπάνω- αισιόδοξος: «Κάτι πασχίζει, δύσκολο να δεις. Υπονοείται κυοφορία πολύχρωμου γεγονότος. &#8216;Ανάσες ορυκτών σχεδόν.» («Γεννήτρια ονείρων I» σ. 18). «Κάτι φυσάει στις αλογοουρές των κοριτσιών, στων αγοριών τα μέτωπα», («Γεννήτρια ονείρων II» σ. 19).<br />
Φυσικά, η αγωνία του όπως άλλωστε είναι και φυσικό, άφορά στο «όργανο» της δουλειάς του που μέσα σε μια κατάσταση γενικού ξεπεσμού και αποσάθρωσης δεν θα μπορούσε να μείνει αλώβητο. Τραυματισμένο, πληγωμένο, άρρωστο λοιπόν το όργανο αυτό σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε ως λόγος πολιτικό, είτε ως έκφραση καθημερινή, είτε ως φορέας ιδεολογίας, σκέψης, προβληματισμού, έκφρασης ανησυχιών, αισθημάτων, «Η άξια του λόγου έχει εκπέσει. Ο ρόγχος ως ανάσα εκλαμβάνεται. Ανακάθονται<br />
σαστισμένα στο σαλόνι της ιστορίας τους τα συνθήματα», («Ασφαλές σαν άγνοια» σελ. 53).<br />
Και εδώ ακριβώς είναι που ο ρόλος του ποιητή είναι αυτός του μαχητή, του υπερασπιστή των ιερών και των οσίων, του θεραπευτή των πληγών. Σκάβει με τα νύχια στη λάσπη του ποταμού και ανασύρει ψήγματα χρυσού τις λέξεις, τις ξεπλένει κι έτσι λαμπυρίζουσες μια-μια τις βάζει στο ψηφιδωτό του φτιάχνοντας ακτίνες αφορισμών που ακολουθώντας τες βγαίνουμε στο φως. Πραγματικά, η συλλογή αυτή είναι γεμάτη από τέτοιες συμπυκνώσεις: «Η έπαρση γεννιέται απ’ τις ευγενέστερες λέξεις», («Ένδυμα επιστήμης» σ. 17). «Το αθώο δεν είναι παρά μια σκιά ανισότητας», («Περί δικαίου» σ. 42). «Η αλήθεια είναι της ψευδαίσθησης λαβωματιά», («Μη ισορροπία» σελ. 43).</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ</strong></h4>
<p><strong>Ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του Όρθρου</strong></p>
<p><strong>ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΑΖ</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Περνώ τώρα από τη θεματική, στον τρόπο και στο μεδούλι του βιβλίου. Αφήνοντας στην άκρη την (εντελώς προσωπική) ένστασή μου, η όποια άφορά στον μεταμοντέρνο τρόπο, με τον όποιο σε ορισμένες περιπτώσεις κόβεται ο στίχος, για λόγους ξένους προς έμενα, η όλη αίσθηση είναι μαγευτική.<br />
Όπως και αν έρθεις σε επαφή με τα ποιήματα, ακόμη και αν είσαι αυστηρός κριτής με φιλολογικούς μετρητές, με αναλυτές βαθμών πύκνωσης, η ό,τι άλλο, αυτά κατορθώνουν και στέκονται ψηλότερα, καταφέρνοντας και να δονήσουν τον υπαρξιακό φέροντα οργανισμό του αναγνώστη, άλλα και να κρατήσουν τις λέξεις ζωντανές, ξεπλένοντάς τες πολλές φορές από τους ρύπους της πολλής χρήσης, της αλλοίωσης η της παρανόησης.<br />
Το Ατελές Κολάζ του Σταύρου Σταμπόγλη, απαρτιζόμενο από χαρτιά με τυπωμένα ποιήματα «σταθμούς» της ως τώρα πορείας του, έκτος από του να συγκινεί βαθύτατα, χωρίς τούτο να είναι αυτοσκοπός, στέλνει φρέσκο αέρα στα πνευμόνια των λέξεων, υπερασπιζόμενος την υγιή τους λειτουργία και το δικαίωμά τους στη ζωή.<br />
Από το πρώτο ως το τελευταίο του ποίημα, όπου ανακεφαλαιώνει την κεντρική ιδέα του βιβλίου, με «μονόλογο ερημίας» στην αρχή και «προσεγγίζοντας μια απάντηση» στο τέλος, δεν παύει ακριβώς λόγω του τρόπου, της παρουσίας των βιωμάτων και του διαρκούς στοχασμού, της χρήσης της γλώσσας, της άκρως παραστατικής εικονοποιίας και του ρυθμού, να προκαλεί έκτος των άλλων θεσπέσιων, ζωντανό διάλογο με τον αναγνώστη, καλώντας τον να λάβει θέση, στα τεκταινόμενα στη σκηνή του Αλλοπρόσαλλου Κολάζ της καθημερινότητας. Του αφήνει τη δυνατότητα να το συνεχίσει, όπως εκείνος θέλει, κυνηγώντας τη ματαιοδοξία μιας κάποιας τελειότητας.<br />
Στην πάνω αριστερή γωνία των κολλημένων υλικών, ορώ τον ποιητή να αναφωνεί, εν πλήρεις επιγνώσει:</p>
<p>[Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου],</p>
<p>Δεν τον έχω συναντήσει ακόμη άπω κοντά. Διαισθάνομαι ότι αν συναντηθούμε στον δρόμο, η καλημέρα του θα είναι, όπως η καλημέρα των αυθεντικών ποιητών, δηλαδή</p>
<p>[Καλημέρα όπως συναγερμός].</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΥ</strong></h4>
<p><strong>Διηγήσεις πόλεων</strong><br />
<strong>Για μια γεωγραφία τής ποίησης</strong></p>
<p>Με τις Διηγήσεις πόλεων, αυτήν τη συλλογή των μικρών ποιητικών αφηγήσεων, ο Σταύρος Σταμπόγλης μας καλεί να ιχνηλατήσουμε μαζί του, το<br />
σώμα της ποίησης, που εξ άπαντος αχαρτογράφητο, υφέρπει ως ου τόπος στην επικυριαρχία του πραγματικού: «Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων<br />
όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός» .Το ταξίδι αυτό, νομοτελειακά εσωτερικό, φέρει εικόνες σαν βιωμένες αισθήσεις, και οδοδείκτες, για να επιστρέφουμε ες αεί και αλάνθαστα στην αρχέγονη κοιτίδα του εαυτού. Γ ραφή υπαινικτική με μορφή πρόζας, ποιητικά αποσπασματική, χωρομετρεί ολότητες, αποστάγματα ζωής μυστικής. Η πύκνωση του λόγου σκιαγραφεί αποκαλυπτικά το ρυμοτομικό σχέδιο της ανθρώπινης τοπιογραφίας. Το συνταίριασμα στοχασμού και ποίησης, αποτυπώνεται αβίαστα στις διαδρομές του λόγου, δίχως το ένα να επισκιάζει το άλλο.<br />
Ο συγγραφέας επισκέπτεται πόλεις και τόπους και αφουγκράζεται το βουητό των σπλάχνων τους: «Καλλίπυγο αγρίμι κρύβεται κάτω από την πόλη». Οι πόλεις εγγράφουν τον εαυτό τους στο ποιητικό υποκείμενο και παράλληλα αναπαριστούν τις δαιδαλώδεις εκφάνσεις του: «Στάχτες και μαρμαρόσκονη πεντελικού στην παλάμη μου. Και γυαλί της ερήμου. Οι κόκκοι των ηπείρων σύννεφο στο μάτι κοφτερό» Συχνά, οι πόλεις του Σταμπόγλη συνομιλούν μέσα από υπόγειες πρισματικές αντανακλάσεις, με τις άλλες, τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, έως και την παλιά εκείνη, την αρχετυπική Πόλη[ν], του μεγάλου Αλεξανδρινού.<br />
…/…</p>
<p style="text-align: left;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/Emvolimon_91-92.pdf">Emvolimon_91-92</a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΩΣ ΚΟΛΛΑΖ. ΕΝΤΕΛΕΣ</strong><br />
<strong>ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗ</strong></h4>
<p>ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ τχ 6 &#8211; Δεκέμβριος 2020</p>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ</strong></h4>
<p>Η ποιητική συλλογή Απόδοση Τοπίων του Σταύρου Σταμπόγλη κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Διαβάζοντας τα ποιήματα, παρατηρούμε την προσπάθειά του να συστήσει ένα διττό τοπίο, το οποίο μας προτείνει να το δούμε και να το κατακτήσουμε με πολλούς τρόπους.<br />
Συνιστά σε αυτόν τον οδηγό προσέγγισης να υπερτερούν η όραση και τα συναισθήματα. Παρατηρούμε ως βάση την αστική τοπιογραφία πρωτίστως, αλλά και την ύπαιθρο δευτερευόντως. Έτσι, καλούμαστε να διασχίσουμε μια σειρά εσωτερικών ατραπών και οδών, καθώς περιδιαβάζουμε τις εξωτερικές, που μας οδηγούν στον τόπο του ποιήματος και στους τρόπους του ποιητή. Όλο αυτό το τοπίο που εκτυλίσσεται γύρω μας είναι οι καθημερινοί μας τόποι, σημεία υπαρκτά της πόλης όπου βαδίζουμε, ζούμε σε αυτά, και με αυτά αναπτύσσουμε σχέση ανάλογου βάθους. Μας προσφέρονται καθώς τα παρατηρούμε στις μεταμορφώσεις τους, πιστεύοντας ακράδαντα ότι είναι η αντανάκλαση της δικής μας μεταμόρφωσης. Το συναισθηματικό τοπίο συμπλέκεται με το φυσικό και αποτελεί την προέκτασή του.<br />
Το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, «Θάλασσα στους ορόφους», μάς εισάγει σε αυτήν την οπτική του ποιητή για τον βίο. Τα ελάχιστα στοιχειακά υλικά που υπαινίσσονται και συγκροτούν το σύμπαν διατρέχουν μέσω των συναισθημάτων το εύρος του χρόνου της ζωής του καθενός μας.<br />
Ό,τι λείπει στοιχειοθετεί μιαν υπόσχεση, μια παραδοχή, έναν κόσμο. 0 συνδυασμός αυτός γίνεται φανερός στους στίχους:</p>
<p>Ο ρυθμός του πόνου έχει ακουστεί όμως.<br />
Επιδέσεις με σκυρόδεμα και άσφαλτο.<br />
Και ό,τι επουλωθεί διηγείται ιστορίες.<br />
(«Ακούσματα Λεκανοπεδίου»)</p>
<p>Όπως και οι στίχοι:</p>
<p>Η οδός Ακαδημίας γέμισε σκιές.<br />
Στην οδό Πανεπιστημίου άπλωσαν σκοτάδια.<br />
Η οδός Σταδίου ανέβασε την υποψία δυο σκάλες ακόμη<br />
(«Δρόμοι του Αυγούστου II»)</p>
<p>Η Αθήνα ως πόλη πρωταγωνιστεί στη συλλογή, όπου στο ομώνυμο ποίημα με τον αναγραμματισμό στον τίτλο, «Αθήναι-Νήαθαι», η περιδιάβαση ως άσκησις επί χάρτου φανερώνει την κλίμακα ενός γονιμοποιού σώματος με τις<br />
λειτουργίες του, τις εκκρίσεις και τις απεκκρίσεις του σε ένα υπαρκτό αλλά και σε ένα μεταφορικό επίπεδο. Το υπαρξιακό ερώτημα, διατυπωμένο με τη δέουσα ειρωνεία, αφήνει στο τέλος ανοιχτή τη χαραμάδα της ελπίδας και<br />
της κάθαρσης.</p>
<p>Παρατηρούμε ειρωνεία, βεβαιότητα και αυτοσαρκασμό στον τρόπο που ο ποιητής αντιμετωπίζει καθημερινά αυτό το κοινότοπο αντιποιητικό υλικό και αυτός είναι ο μίτος που θα μας οδηγήσει σε έναν προορισμό, ώστε να μη χαθούμε.<br />
Σε κάποια ποιήματα η καταφυγή στην επαρχία, στον γενέθλιο τόπο είναι το παυσίλυπον, το μόνο που έχει τη δυνατότητα να δρα, ώστε να διευρυνθεί η όραση και να ξανοιχτεί η ψυχή σε ενός άλλου είδους εξομολόγηση για τον τρόπο του βίου.</p>
<p>«Η μνήμη είναι μια σφηκοφωλιά / που μαίνεται», μας λέει στο ποίημα «Και αυτοί παρελαύνουν». Η μνήμη εδώ ανακαλεί μέσω συμβάντων και παραστάσεων που λανθάνουν στην πόλη, αλλά διατηρούν άσβεστη την πρότερη ζωντάνια τους και επανέρχονται επιδραστικά. Το μαρτυρούν τα ποιήματα με τον τίτλο «Μεταφορά I, II, III, IV», καθώς και η άλλη σειρά ποιημάτων με τον τίτλο «Μικρή Πόλη I, II, III, IV». Η αντίθεση φύσης/πόλης, εν προκειμένω της Αθήνας, άλλοτε εξομαλύνεται με ρευστά σύνορα -η μία ρέει με τα στοιχεία της εντός της άλλης- και άλλοτε βιαίως με διαχωρισμένα τα όρια. Ας θυμηθούμε εδώ τα ποιήματα «Υπό την άκρη της πόλεως» και το «Μείγμα κρίσιμο».</p>
<p>Στοιχεία του φυσικού τοπίου, άνθη, δέντρα, φυτά, πουλιά, ποτάμια, προσομοιάζουν των σπιτιών, διεκδικώντας τον ζωτικό τους χώρο και επιζητώντας την αρμονική συνύπαρξη με τον άνθρωπο. Εκεί, στα όρια της πόλης, καθίστανται πιο φανερές οι αντιθέσεις και τα προβλήματα<br />
επικοινωνίας και συνύπαρξης. Το ξεπέρασμα αυτών των αντιθέσεων οδηγεί σε αναδιατάξεις. Αυτήν μας προτείνει ο Σταμπόγλης με τα ποιήματά του. Η ποίηση έχει την ικανότητα να αναδιατάσσει τον κόσμο και ο ποιητής έχει<br />
χρέος και νομιμοποιείται για αυτήν την απόπειρα. Αυτήν την συμπαντική αναδιάταξη παρατηρούμε στα ποιήματα «Το αλάτι τους» και «Γειτονιές του κόσμου». Μας λέει στο πρώτο ποίημα:</p>
<p>Κάθε πληγή είν’ ένα Δέλτα<br />
και εκβάλλει κοιτίδες στη θάλασσα.<br />
[.·.]<br />
Κι ύστερα αυτές οι λέξεις βάφουν<br />
την ακτή μου με της ανάγκης το ανεξίτηλο.</p>
<p>Στο δεύτερο ποίημα γράφει:</p>
<p>Στον αγρό το μυστικό, καθώς τ’ αγριολούλουδο<br />
και αυτήν την άνοιξη αναγιγνώσκει τη διαθήκη του.</p>
<p>Καθημερινά φιλοσοφεί και διερωτάται ποιητικά για τον περιβάλλοντα κόσμο, όμως κάθε ερώτημα περιέχει και ένα δίλημμα, όπου την απάντηση καθορίζουν οι εκάστοτε συγκυρίες.</p>
<p>Φυγάδες ή θηράματα<br />
κι ό,τι υποκύπτει στο άναρθρο<br />
προσπαθώντας να ξορκίσει τους φόβους του.<br />
(«Εικόνα δρόμων»)</p>
<p>Τα δίπολα άνθρωπος/τοπίο και πολίτης/πόλη καθορίζουν τη στάση του ποιητή απέναντι στην εποχή του. Αυτή η σχέση παραμένει και πρέπει να είναι πάντα ενεργή και δραστική. Ο καταλύτης για αυτήν είναι η ποίηση. Το τοπίο γίνεται πόλη, όπου ο άνθρωπος παρεμβαίνει ως ποιητής-πολίτης. Η δράση του είναι διαρκής, γονιμοποιός και επιδραστική για τους υπολοίπους, με το ποίημα να προτείνει πάντα μια νέα θέαση και θέα. Εφευρίσκει τον τρόπο να μιλά με μεταφορές και υπαινιγμούς, για να ιδιοποιείται τα σχήματα ο μετέχων αναγνώστης-πολίτης. Όλη αυτή η διαρκής κίνηση σε αναγνωρίσιμα τοπία τούς δίνει ζωή, τροφοδοτώντας την καθημερινή συνύπαρξη, ώστε ο χώρος να μεταπίπτει σε νοερό τόπο.<br />
Σχολιάζει περιφερόμενος και περιστρεφόμενος γύρω από τον άξονα της ματιάς του, όπου εξακτινώνεται η πόλη, το τοπίο επεξεργασμένο και ποιητικά χρωματισμένο καταλήγει σε σχολιασμό, σε μια αλληγορία-διαπίστωση, όπως<br />
μας το παραθέτει στα ποιήματα «Κλίμακα» και «Περί λογικής». Παραθέτω ολόκληρο το πρώτο, για να καταφανεί όλη αυτή η προβληματική του.</p>
<p>Η ανασφάλεια ενσωματώνεται στην εξέλιξη.<br />
Η εξέλιξη γίνεται το θεμέλιο της ανασφάλειας.<br />
Η οδύνη της μέρας ορίζει το μέλλον.<br />
Το μέλλον επωμίζεται την ανασφάλεια.<br />
Η ανασφάλεια προσποιείται την ελπίδα.</p>
<p>Όλη αυτή η αναζήτηση της σχέσης ένταξης του ανθρώπου σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο καθορίζει την καθημερινότητα και τη δράση του, την ποιότητα της ζωής του και το περιθώριο αλλαγής της. Αυτά που μεταβάλλονται με ταχύτατο ρυθμό μερικές φορές γίνονται μνήμη, κάποια μην προλαβαίνοντας να ταξινομηθούν χάνονται, η καθημερινή επανεξέτασή τους καθορίζει τη θέση και την κοινωνική του ένταξη ως καθημερινά δρων υποκείμενο.</p>
<p>Τώρα οι πλατείες χορεύουν και τραγουδάνε.<br />
Η χορογραφία ακολουθεί ανάγκες, όχι βήματα.<br />
Κι ύστερα της πόλεως συσπειρώνονται οι επαρχίες.<br />
Η καθεμία τους ακονίζει τη μειοψηφία της.<br />
(«Έκφραση»)</p>
<p>Η σύνδεση ανθρώπου και πόλης πρέπει να έχει διάρκεια και προοπτική εκτεινόμενη στο μέλλον, καθιστάμενη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Στην ποίηση του Σταμπόγλη ο τόπος γενικότερα και οι πόλεις ειδικά δεν νοούνται δίχως πολίτες που αντιπαρατίθενται παρεμβαίνοντας. Ο πολίτης δεν γίνεται να παρατηρεί μόνο δίχως να παρεμβαίνει. Η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα αφήνει ίχνη στο σώμα της πόλης και βέβαια αποζητά τη συνέργεια, την καταγραφή που οδηγεί σε μια μορφή γνώσης και αυτογνωσίας.<br />
0 ποιητής διαισθητικά καταγράφει για να παραδώσει στις επόμενες γενεές τοπία, χαμένες εικόνες, τρόπους δράσης, ώστε να αποφευχθεί η λογική του κέρδους.</p>
<p>Κόχες, στοές, αδιέξοδα και άλλες έννοιες<br />
της πόλης καθώς ενδύονται<br />
τη σιωπή του αφανισμού.<br />
(«Άκρα Ταπείνωση»)</p>
<p>Από τη μνήμη πρέπει να αναδύονται εικόνες και να επανέρχονται με κάθε ανάγνωση. Ο ποιητής κινείται, παρατηρεί, καταγράφει, αποδίδει μέσω των ποιημάτων του εικόνες και σκέψεις. Καθημερινά βάζει στοίχημα με τον<br />
εαυτό του, να μην αφομοιωθεί από την πόλη, να διατηρήσει την αυτονομία του και τη δυνατότητα παρέμβασης.<br />
Την ίδια χρονιά, τον Φεβρουάριο του 2012, σύμφωνα με τον κολοφώνα του βιβλίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οροπέδιο και η ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Αποτυπώσεις. Πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, δίκην<br />
αφορισμών, τα οποία σχολιάζουν ποιητικά τα καθημερινά συμβάντα των ημερών μας. Η ποίηση εδώ, ως απόσταγμα σκέψης και στάσης ζωής, μάς δίνεται συμπυκνωμένη δίχως καλλωπισμούς και περιστροφές. Για κάθε ένα από αυτά τα ποιήματα υπάρχει ένα βιωμένο ισοδύναμο αφαίρεσης που το καθιστά ενεργό, ώστε να λειτουργεί ως αφορισμός δίχως καμία αμφισβήτηση της απόφανσής του. Θα αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:</p>
<p>Κατευθυνόμαστε πλέον χωρίς<br />
τη σπατάλη της ιχνηλασίας.<br />
Επί σιδηροτροχιών απαθή<br />
οχήματα.<br />
Τα φυλλοβόλα<br />
μνημονεύουν το καθήκον της φοράς.<br />
Αν πρέπει να κρύβεις την κραυγή σου<br />
το λευκό χαρτί είναι ένα ασφαλές<br />
ερμάριο.</p>
<p>Πιστεύω ότι αυτά τα ποιήματα πρέπει να διαβαστούν ως συνέχεια των ποιημάτων της συλλογής Απόδοση Τοπίων, διότι συνοψίζουν επιγραμματικά τα θέματα και την ποιητική του Σταμπόγλη και αποτελούν τη γέφυρα που την ενώνει με την ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Διηγήσεις πόλεων, η οποία κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Κέδρος. Ομόθεμα και ομόηχα ποιήματα -ας αλλάζουν μερικές φορές επιφανειακά οι τρόποι- στο βάθος υπακούουν στους ίδιους ποιητικούς κανόνες και θα πρέπει κατά τη γνώμη<br />
μου να διαβάζονται αυτές οι τρεις συλλογές ενιαία, η μία ως συνέχεια της άλλης, μιας και ξεδιπλώνουν ολάκερο τον προβληματισμό και τον ποιητικό τρόπο του Σταμπόγλη.</p>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h4>
<p>ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΥΦΑΝΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗ</p>
<p>1</p>
<p>0 χρόνος δημιουργεί ένα γραμμικό συνεχές, επί του οποίου συμβαίνουν και τοποθετούνται τα γεγονότα, ορίζοντας κάθε στιγμή ποιο είναι το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Αν η Φυσική καλείται να μελετήσει και να περιγράφει τον χρόνο ως φυσικό φαινόμενο, αν η Ιστορία επιδιώκει την αναδόμηση του παρελθόντος με στόχο την ερμηνεία του παρόντος και πιθανόν την πρόβλεψη του μέλλοντος, τότε πώς τοποθετείται έναντι του χρόνου και με ποιους τρόπους συνομιλεί μαζί του η Λογοτεχνία;<br />
Καταρχάς, θα πρέπει να διακρίνουμε τον φυσικό από τον ιστορικό χρόνο. 0 φυσικός χρόνος αποτελεί ένα μετρήσιμο μέγεθος, αν και η θεωρία της σχετικότητας από τον Αϊνστάιν κατέρριψε την ιδέα του απόλυτου χρόνου . Από την άλλη, ο ιστορικός χρόνος είναι υποκειμενικά βιωμένος και σημασιοδοτημένος, με αφετηριακό σημείο το παρόν και κατεύθυνση το παρελθόν.<br />
Ο ιστορικός χρόνος δεν είναι αυθυπόστατος, αλλά αποτελεί ένα διανοητικό κατασκεύασμα, εσαεί υποτελές του εκάστοτε μελετητή του. Η Ιστορία δεν αναβιώνει το παρελθόν το αποκωδικοποιεί με βάση τις αξίες και την οπτική του παρατηρητή της . Ως υποκειμενική εμπειρία, ο ιστορικός χρόνος δε γίνεται αντιληπτός με απόλυτους όρους. Άλλοτε μοιάζει μεγαλύτερος σε διάρκεια και πυκνότερος σε ένταση και άλλοτε πιο αραιός και σύντομος.<br />
Επίσης, ακολουθεί την αντίθετη πορεία σε σχέση με τον φυσικό χρόνο, ο οποίος ρέει από το παρελθόν προς το παρόν και το μέλλον. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, όταν αναφερόμαστε στον ιστορικό χρόνο, μιλάμε για αμφίδρομες πορείες, καθώς το παρελθόν έχει ήδη καθορίσει το παρόν κι<br />
επομένως τα αντιληπτικά σχήματα και την πορεία μελέτης που θα ακολουθήσουμε από το παρόν προς το παρελθόν.<br />
Συχνά, ο ιστορικός χρόνος, ιδωμένος από απόσταση, μοιάζει να κινείται πολύ αργά, σχεδόν αμετάβλητος, γύρω από συλλογικότητες που ορίζονται ως κράτη, πολιτισμοί ή κοινωνικές ομάδες. Αυτός ο θετικιστικός τρόπος προσέγγισης του ιστορικού χρόνου είναι γεμάτος κανονικότητες και<br />
εξαιρέσεις, με απώτερο σκοπό τη διατύπωση μιας νόρμας. Είναι η μακροϊστορία, η λεγάμενη μεγάλη διάρκεια της Ιστορίας σύμφωνα με τον F. Braudel .<br />
Αν ωστόσο μειώσουμε την εστιακή απόσταση και τοποθετήσουμε τον ιστορικό χρόνο κάτω από το μικροσκόπιο, θα διαπιστώσουμε έκπληκτοι πολλές μικρές -ενίοτε αδιόρατες- ατομικές πράξεις, που συνιστούν τις μικροϊστορίες. Αυτές<br />
συμπυκνώνονται και αραιώνουν κατά τόπους και στιγμές, καθορίζοντας τη διάρκεια, τις μεταβολές, τις αδράνειες, τις συνέχειες και τις συγκυρίες της μακροϊστορίας . Οι μικροιστορίες θυμίζουν χορδές ή νήματα, τα οποία υφαίνονται με διαφορετικό τρόπο κατά περίπτωση, για να προκόψει<br />
το ιστορικό γεγονός ή η ιστορική περίοδος. Είναι προφανές ότι οι συγκεντρώσεις των ατομικών ιστοριών, μέσα από τις οποίες δημιουργείται η μεγάλη διάρκεια της Ιστορίας, επηρεάζουν με τη σειρά τους την εξέλιξη των επιμέρους μικροϊστοριών. Συνεπώς, ο ιστορικός χρόνος «κατασκευάζεται» μέσα από συν-υφάνσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ μακροιστορίας και μικροϊστοριών.<br />
Η μελέτη των ατομικών ιστοριών επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση ορισμένων ιστορικών διαδικασιών, οι οποίες μπορούν να παρατηρηθούν και να εξηγηθούν μόνο στο μικροεπίπεδο. Προσφέρει μια πιο ευέλικτη, εις βάθος<br />
και σύνθετη αντίληψη της Ιστορίας, ενσωματώνοντας κι εκείνες τις μοναδικότητες, που η μακροϊστορία απορρίπτει κι ακρωτηριάζει ως «ανωμαλίες» των γενικών ερμηνευτικών της μοντέλων. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύει την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα της βιωμένης<br />
ιστορικής εμπειρίας .<br />
Η Λογοτεχνία συνιστά το κατεξοχήν πεδίο της μικροϊστορικής αφήγησης ήδη από τις ομηρικές απαρχές της, καθώς πολλοί λογοτέχνες τοποθετούν τα ιστορικά γεγονότα στο έργο τους είτε σε πρώτο επίπεδο είτε ως αφηγηματικό φόντο. Ασφαλώς και η Λογοτεχνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Ιστορία. Όμως, μέσα από την ώσμωση ιστορικής επιστήμης και τέχνης του Λόγου αναδεικνύεται η πληρότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και ανακαλύπτεται<br />
ο Άνθρωπος ως νοηματοδότης του ιστορικού χρόνου μέσω της δυναμικής του προσωπικού βιώματος .<br />
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική λογοτεχνία ασχολείται όλο και περισσότερο με την ιστορική αναπαράσταση: από την αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια, την τουρκοκρατία και με εντονότερο ενδιαφέρον στα γεγονότα του εικοστού<br />
αιώνα. Στον χρονικό ορίζοντα του προηγούμενου αιώνα και των αρχών του εικοστού πρώτου κινούνται και οι ιστορικές αναφορές στο έργο του Σταύρου Σταμπόγλη.</p>
<p>2</p>
<p>0 Σταύρος Σταμπόγλης εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα σε ώριμη ηλικία, με έναν εξίσου ώριμο λογοτεχνικό λόγο, είτε αναφερόμαστε στις ποιητικές του συλλογές είτε στις συλλογές διηγημάτων. Ο λόγος του είναι κατά βάση<br />
στοχαστικός, υπαρξιακός και ενίοτε νοσταλγικός, χωρίς να λείπουν οι κοινωνικές αναφορές και δίχως να έχει απολέσει τη λυρική του διάθεση. Χαρακτηρίζεται από προσεγμένη λιτότητα και εικαστική περιγραφικότητα, με πλούσια και τολμηρή εικονοποιία, αλλά και πυκνές συνειρμικές αναγωγές,<br />
που όμως δεν εμποδίζουν τον αναγνώστη να νιώσει το κυρίαρχο συναίσθημα ή να απολαύσει τον ποιητικό στοχασμό.<br />
Στην ποίησή του κυριαρχεί κατά βάση ο χώρος, είτε το θορυβώδες αστικό τοπίο είτε το ειδυλλιακό φυσικό τοπίο ως νοσταλγικό σημείο διαφυγής. Όμως, ο χώρος και τα τοπία στα περισσότερα ποιήματα του Σταμπόγλη δεν<br />
είναι ιστορικά κατασκευασμένα. Αν και η αφετηρία τους είναι προφανώς η μνήμη του ποιητή, μεταπηδούν σ’ έναν ονειρικό χρόνο· γίνονται άχρονα και κατ’ επέκταση διαχρονικά. Καταργούν το τοπικό πλαίσιο αναφοράς τους και<br />
προσδίδουν στην ποίησή του έναν υπερτοπικό και υπερπροσωπικό χαρακτήρα. Σε αρκετά ποιήματά του ο Σταμπόγλης στοχάζεται πάνω στο κυκλικό διάβα του χρόνου, στη μνήμη, τη φθορά, τον θάνατο και τη διαλεκτική των τριών<br />
χρονικών βαθμιδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παρακάτω ποίημα:</p>
<p>Και τι να σημαίνει άραγε η λέξη<br />
χρόνος, την πράξη ή τη δικαίωση,<br />
την απώλεια ή τη μνήμη· για<br />
μήπως την ελπίδα.<br />
Ακούγεται δειλός ήχος<br />
Τα νύχια του πρωινού ξύνουν<br />
την εξώπορτα</p>
<p>Ελάχιστα είναι τα ποιήματα του, όπου τα δρώντα πρόσωπα και τα τοπία έχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές. Αντιθέτως, στα διηγήματα αφηγείται κατά βάση προσωπικές ιστορίες, ενταγμένες σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. 0 πεζός του λόγος περιδιαβάζει τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής και παγκόσμιας μεταπολεμικής ιστορίας μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων του.<br />
Παρακάτω θα γίνει μια προσπάθεια ανάδειξης των ιστορικών συν-υφάνσεων στο έργο του Σταύρου Σταμπόγλη με βάση συγκεκριμένους μεθοδολογικούς άξονες. Αρχικά, θα αναφερθεί η μακροϊστορία, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα και οι ιστορικές περίοδοι, με τις οποίες συνομιλούν οι προσωπικές του μικροϊστορίες. Κατόπιν, θα ανιχνευθεί η ανθρωπογεωγραφία των μικροϊστοριών, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αυτές συμπλέκονται με τη μακροϊστορία. Τέλος, θα επισημανθούν η κριτική ανάγνωση και η αποτίμηση του ιστορικού χρόνου από τον ίδιο τον λογοτέχνη.</p>
<p>Ο κύριος ιστορικός καμβάς των μικροϊστοριών στα διηγήματά του είναι η περίοδος της δικτατορίας και η πρώιμη μεταπολίτευση, με τις έντονες ζυμώσεις μεταξύ των Ελλήνων φοιτητών και των πολιτικών εξόριστων στο<br />
Παρίσι, καθώς και με τις διαφωνίες που προέκυψαν στην ελληνική Αριστερά οδηγώντας στην πολυδιάσπασή της. Στις αφηγήσεις του επανέρχονται ξανά και ξανά τα χρόνια μετά το 1968, με τον γενικότερο επαναστατικό αναβρασμό<br />
σε όλο τον κόσμο (Μάης του ’68 στη Γαλλία, Άνοιξη της Πράγας, πόλεμος στο Βιετνάμ), με τα αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα των λαών απέναντι στη δυναστική πολιτική των δύο υπερδυνάμεων και την επιζητούμενη φιλελευθεροποίηση της δεκαετίας του ’70 (Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία). Έχοντας, όμως, ως βασικό χρονικό ορίζοντα εκείνη την περίοδο ή ακόμη και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σε διάφορα σημεία οι ήρωές του ανακαλούν με νοσταλγία και παλαιότερες περιπέτειές τους, που μας ταξιδεύουν στα βασανιστήρια της δικτατορίας του Μεταξά, στην Κατοχή με<br />
την οργανωμένη Αντίσταση και τους απανταχού προδότες, στον Εμφύλιο, στις<br />
παιδουπόλεις της Φρειδερίκης και στον μετεμφυλιακό διχασμό με τις εξορίες, τις βίαιες ανακρίσεις και τις δηλώσεις μετάνοιας. Στα ελάχιστα ποιήματά του με ιστορικές αναφορές κυριαρχούν οι πόλεμοι του σήμερα και οι σύγχρονες μεταναστευτικές ροές, που ανατρέπουν τις ζωές δραματικά και σμίγουν<br />
απρόσμενα ανθρώπους από διάφορες γωνιές του πλανήτη.</p>
<p>Στο παραπάνω ιστορικό σύμπαν, ένα σύμπαν με τα φωτεινά του σημεία και τις μαύρες τρύπες, ο αναγνώστης συναντά τους ήρωες του Σταμπόγλη. Τα βασικά δρώντα πρόσωπα των ιστοριών του είναι οι πολιτικοί πρόσφυγες,<br />
οι Έλληνες αυτοεξόριστοι της χούντας και οι φοιτητές στο Παρίσι. Ένας μεσήλικας καθηγητής του σήμερα ανακαλεί τον πυρετό των παρισινών οδοφραγμάτων τον Μάιο του 1968. Ένας νεαρός φοιτητής, δίχως το βάρος των μετεμφυλιακών βιωμάτων, κατακρίνει εκ του ασφαλούς τη φοβική<br />
παραίτηση των παλαιότερων γενιών έναντι της χούντας, χαρακτηρίζοντάς την προδοτική. Ένας χουντικός θείος βάζει το καλό της οικογένειάς του πάνω από ιδεολογίες και αξιώματα. Γηραιοί πρώην αγωνιστές της Κατοχής και<br />
του Εμφυλίου προσπαθούν να επιβιώσουν στη μέγγενη της κομματικής πειθαρχίας και των μετεμφυλιακών ψυχώσεων. Γύρω από αυτούς τους βασικούς πρωταγωνιστές κινούνται σε δευτερεύοντα ρόλο οι διάφορες εθνότητες των παρισινών προαστίων που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ανθρώπινο μωσαϊκό, οι απελευθερωμένες και κομψευόμενες Παριζιάνες που εντυπώσιαζαν τους συντηρητικά μεγαλωμένους Έλληνες πρόσφυγες, καθώς και διάσημοι καλλιτέχνες όπως η Μελίνα Μερκούρη και ο Νταλί.</p>
<p>Σημείο αναφοράς των περισσότερων ιστοριών είναι το Παρίσι του ’60 και του ’70, η γη της επαγγελίας μακριά από την πολύπαθη βαλκανική ενδοχώρα, το πολυθρύλητο για τους Έλληνες Παρίσι των πολλών αστερισμών, ένα<br />
αμάλγαμα ιστορικών μνημείων και σύγχρονων κτιρίων, φημισμένων Πανεπιστημίων και έντονης νυχτερινής ζωής, περίφημων καφέ και εστιατορίων, μια πόλη με σφύζουσα πολιτιστική κίνηση, που παρακολουθεί τις παγκόσμιες εξελίξεις εκ του σύνεγγυς. Οι ήρωες βομβαρδίζονται από ένα<br />
ετερογενές πλήθος εικόνων και αισθητηριακών δεδομένων, άλλοτε υποκύπτοντας στη γοητεία τους και άλλοτε αντιστεκόμενοι. Το Παρίσι στα διηγήματα του Σταμπόγλη είναι, λοιπόν, μια παγκόσμια μητρόπολη, ένα κέντρο πολιτικών και πολιτισμικών ωσμώσεων, όπου χωρούν εξίσου και συνυπάρχουν η παράδοση με το καινοφανές, η επανάσταση με τον συμβιβασμό, η παγκοσμιοποίηση με την εθνική ιδιοσυστασία. Σαν το εστιατόριο Balkan στο διήγημα «Επάγγελμα ειδικός πράκτωρ» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2014), όπου κατέφθαναν κάθε<br />
λογής Βαλκάνιοι μετανάστες λόγω του φθηνού φαγητού και κάθε εθνική ομάδα το καπηλευόταν ως δικό της.<br />
Στα «ιστορικά» του ποιήματα η ανθρωπογεωγραφία ορίζεται από εκείνα τα αόρατα νήματα, που λόγω των βίαιων μεταναστευτικών ρευμάτων συνδέουν το Λβοβ της Ουκρανίας, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με μια νέα ζωή στην Αθήνα ή μια περιστασιακή ευκαιρία δουλειάς στη Χαλκιδική. Πάνω σ’ αυτά τα νήματα ακροβατούν οι μετανάστες, που τρώνε σε συσσίτια, πλένονται σε δημόσια λουτρά, καταλύουν σε πλατείες κι ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο έθνος, τα μέλη του οποίου έχουν διαφορετικές αφετηρίες αλλά κοινό σημείο φυγής: την επιβίωση.</p>
<p>Τινάζουν τη νύχτα απ’ τα μαλλιά τους<br />
Τακτοποιούν τα στρωσίδια μισή κουβέρτα<br />
επάνω, μισή κουβέρτα κάτω<br />
Τώρα διπλώνουν τη στρωμνή· παρειές<br />
από χαρτόνια συσκευασίας<br />
Κι ύστερα αφήνουν την πλατεία· ξεχύνονται<br />
στους δρόμους<br />
Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις<br />
του κόσμου<br />
Και παραμάσχαλα το προσκεφάλι· μια<br />
αλλαξιά ηπείρους στη<br />
νάιλον σακούλα</p>
<p>Οι ήρωες του Σταμπόγλη δεν είναι ιστορικά έρμαια, υποχείρια των πολιτικών φανατισμών, ναυάγια που τα χτυπούν απλώς τα κύματα της Ιστορίας. Αντιθέτως, είναι ενεργά υποκείμενα και υιοθετούν μια κριτική στάση απέναντι στα καθοριστικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, αλλά και τις ιδεολογίες που τα διαμορφώνουν. Παράλληλα με τον πολιτικό ακτιβισμό και τις ατέρμονες -κατά κύριο λόγο αδιέξοδες- συζητήσεις με περίσσιο πάθος, οι Έλληνες του Παρισιού προσπαθούν να επιβιώσουν, να ερωτευτούν, να ξαναβρούν τον ρυθμό μιας γλυκιάς καθημερινότητας. Δεν υπάρχουν μόνο οι πυρωμένοι ιδεολόγοι, οι καθ’ έξιν μάρτυρες, οι ασυμβίβαστοι με την ταξική ειρήνη ή οι πρώην αγωνιστές, γεμάτοι τύψεις γιατί σώθηκαν χάρη σε κάποιο<br />
παιχνίδι της μοίρας και της τύχης. Υπάρχουν κι εκείνοι που δε διστάζουν να εμπορευματοποιήσουν τα βάσανα και τον ιστορικό μύθο που τους περιβάλλει, ώστε να επιβιώσουν. Ένας τέτοιος είναι κι ο Καμποτζιανός στο διήγημα «Η λεοντή της άγονης» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης, ο οποίος παζαρεύει αμερικανικά τζάκετ στους τουρίστες ως δήθεν λάφυρα από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Άλλοι «προδίδουν» την ιδεολογία τους κατά συνείδηση και ψυχικά αποκαμωμένοι επιλέγουν να παραδώσουν τα όπλα, ώστε να ενταχθούν στο κυρίαρχο οικονομικοκοινωνικό σύστημα, για να συνεχίσουν τη ζωή τους έστω και στο περιθώριο της Ιστορίας.</p>
<p>Εμένα τους στράβωσε η βλακεία τους και μ ’ άφησαν απέξω.<br />
Τους κορόιδεψα εδώ που τα λέμε και του λόγου μου. Έκανα<br />
τη χαζή. Έμοιαζα και πάντα μου με γυναικούλα&#8230; Να σου πω<br />
τη μαύρη αλήθεια, τον πίεσα να υπογράφει. Είχα κουραστεί.<br />
Πάντως, μεταμεληθείς ξεμεταμεληθείς, στο μάτι της εξουσίας<br />
ήμασταν για χρόνια.</p>
<p>Ορισμένοι ήρωες του Σταμπόγλη κινούνται σε ρευστά πλαίσια και αυτοπροσδιορίζονται, αποκηρύσσοντας την ιστορικά καθορισμένη ταυτότητά τους. Τέτοιοι είναι οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, οι οποίοι επιλέγουν ως γενέθλιο τόπο και πατρίδα τους τον ξένο τόπο, όπου κατέφυγαν οι γονείς τους και όχι τις πατρίδες των προγόνων τους. Τέτοιοι είναι και οι συνεπιβάτες από τα Σκόπια στο διήγημα «Θήβα-Πουθενά μέσω Γιουγκοσλαβίας» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης; οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες, αρνούμενοι τα εθνικά στερεότυπα που έχει ο βασικός ήρωας στο μυαλό του.<br />
Η διάρκεια και η ποιότητα βίωσης του ιστορικού χρόνου διαφοροποιείται από ήρωα σε ήρωα, κάτι που αποτυπώνεται στην ανάλογη συστολή και διαστολή του αφηγηματικού χρόνου. Κάθε ήρωας θυμάται και υπογραμμίζει διαφορετικά<br />
πράγματα από την κοινή μεταπολεμική μακροϊστορία και με διαφορετική ένταση. Είναι χαρακτηριστικός ο κύριος Νικήτας, πρώην καπετάνιος των Δεκεμβριανών στο διήγημα «Επάγγελμα ειδικός πράκτωρ» από τη συλλογή Εν<br />
ονόματι της Άνοιξης. Αυτό που εκθειάζει από τη ζωή του είναι οι μάχες στην Αθήνα, όπου συμμετείχε τον Δεκέμβριο του 1945, υποβαθμίζοντας και παραβλέποντας την υπόλοιπη ζωή και καριέρα του. Μάλιστα, χαρακτηρίζει εκείνα τα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού ως τα καλύτερα της ζωής του, παρόλο που τότε σκοτώθηκε ένας αδερφός του και με τον άλλον χωρίστηκαν παντοτινά. Αυτό το σημείο είναι ενδεικτικό της υποκειμενικής βίωσης του ιστορικού χρόνου, μακριά από τις γενικές και ψύχραιμες αποτιμήσεις<br />
των ιστορικών.<br />
Μέσα από τις μικροϊστορίες του ο Σταμπόγλης αρθρώνει έναν γνήσια πολιτικό λόγο έναντι της Ιστορίας, μακριά από κοινοτοπίες και ιδεολογικές ορθοδοξίες. Σε κάποιο σημείο κατακρίνει τους κυνικούς και συμφεροντολογικούς χειρισμούς της πολιτικής εξουσίας, όπως των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών δημοκρατιών, οι οποίες έδειξαν ανοχή<br />
στους απανταχού δικτάτορες, αφήνοντας την υποχρέωση της αντίδρασης στα αποπαίδια της επαναστατικής νεολαίας. Αναδεικνύει τη συντροφικότητα, η οποία εδράζεται σ’ έναν βαθύτατο ανθρωπισμό και όχι στην πειθαναγκαστική<br />
ιδεολογική συστράτευση, καταργεί τα σύνορα και τους ενδοιασμούς έναντι του διαφορετικού, για να καθρεφτίσει τον πόνο της στο πρόσωπο του άλλου.</p>
<p>Ήταν ίσως ένας σύντροφος. Κάτι πάνω του έδειχνε ταλαιπωρία<br />
και αγανάκτηση που έμοιαζε με τη δική μας.</p>
<p>Φιλοσοφώντας μέσω των ηρώων του, ο Σταμπόγλης διαλύει την αχλύ του μύθου γύρω από στερεοτυπικούς χαρακτήρες, πολιτικές συμπεριφορές και μανιχαϊστικές βεβαιότητες.</p>
<p>Ο φίλος ήλιος π.χ., μπορεί να σε προδώσει μ ’ ένα<br />
θανατηφόρο κτύπημα. Η πολυαγαπημένη θάλασσα<br />
αίφνης δεν είναι παρά αιμορραγία καλού νερού. Η<br />
φίλτατη πατρίς συγκροτείται από αναρριχήσεις πτώσεων<br />
καταπάνω σου ή και το αντίθετο ενίοτε. Όλα είναι<br />
περισσότερο θέμα οπτικής και συμπτώσεων παρά<br />
νομοτέλειας φοβούμαι.</p>
<p>3</p>
<p>Οι ιστορικές συν-υφάνσεις στο έργο του είναι πράγματι μια άσκηση μικροϊστορίας, όπου η Ιστορία φιλτράρεται όχι μέσα από το χοντρό κόσκινο των ιδεολογιών και των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, αλλά μέσα από το λεπτότατο κόσκινο του Ανθρώπου. Για τον Σταμπόγλη ο Άνθρωπος δεν είναι<br />
η ανώνυμη μονάδα στον αστικό χυλό της μεγαλούπολης, αλλά έχει πρόσωπο και δικά του σημεία αναφοράς, όπως ο Έλληνας μετανάστης στο παρακάτω απόσπασμα.</p>
<p>Τρέχω όμως ασταμάτητα ονειρευόμενος ένα τρεχαντήρι<br />
στο Λιβυκό. Επαρχία Σφακίων. Κάπου μεταξύ Όρμου<br />
Λουτρού και παραλίας Αγίου Παύλου, άντε μέχρι Αγία<br />
Ρούμελη. Ούτε άλλη στεριά ούτε άλλα νησιά. Εκτός από<br />
κάτι βράχους στο βάθος σαν αναπόφευκτα σύννεφα.<br />
Και μέχρι τότε πορεύομαι αλά γαλλικά αξιοπρεπώς.<br />
Ελπίζω μονάχα να προλάβω κάτι απ’ την ερημία που<br />
ήξερα.</p>
<p>Το έργο του Σταύρου Σταμπόγλη δεν έχει πάντοτε λυτρωτικό χαρακτήρα για τους ήρωες και τους αναγνώστες. Ως γνήσιο λογοτεχνικό έργο και ως αληθινός λογοτέχνης ο ίδιος, τη μόνη λύτρωση που παρέχει είναι ότι ξαναθέτει ερωτήματα έναντι του ιστορικού χρόνου, με αφετηριακό σημείο το παρόν, αλλά σε άλλη βάση και με άλλη κλίμακα οπτικής. Άλλωστε, ο ελεύθερα σκεπτόμενος πολίτης είναι υποχρεωμένος να αναρωτιέται και να εξετάζει κριτικά, χωρίς να περιμένει έτοιμες απαντήσεις, όπως συνιστά και ο καθηγητής στους περίεργους μαθητές του:</p>
<p>Εν ονόματι της άνοιξης, ας μπούμε στη διαδικασία των<br />
ερωτήσεων. Και μην είστε βέβαιοι ότι οι απαντήσεις<br />
μου είναι σωστές και ειλικρινείς. Εμπρός λοιπόν, οι<br />
ερωτήσεις είναι το παν&#8230;</p>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ</strong></h4>
<p>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ<br />
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ</p>
<p>Με το δικό του ιδιότυπο ύφος ο Σταύρος Σταμπόγλης δημιούργησε το προσωπικό του «ποιητικό σύμπαν», γονιμοποιώντας την τελευταία δεκαετία με πρωτότυπο τρόπο επιρροές από τον μοντερνισμό και την αξιοποίηση της<br />
ιστορικής μνήμης. Τα πεζολογικού ύφους ποιήματα του, με λέξεις αιχμηρές που προσδίδουν στο κείμενο στιβαρό βηματισμό, αποπνέουν ένα βαθύ υπαρξιακό φορτίο, που εκφέρεται μέσα από αλληγορίες, συμβολισμούς βαθιάς περισυλλογής αλλά και νοηματικούς αιφνιδιασμούς.</p>
<p>Λυπάμαι γι ’ αυτό που είμαι, γι ’ αυτό που βλέπω. Γι ’<br />
αυτό που δεν μπορώ να πράξω ή δεν θέλω. Για την<br />
αλμυρά λίμνη που επιπλέω. Λυπάμαι για τη θλίψη του<br />
ποιητή, για το πώς βαραίνει το αριστερό του μάτι. Για<br />
την έπαρση του δεξιού λυπάμαι.</p>
<p>Ο Σταμπόγλης καταγγέλλει την κοινωνική στασιμότητα, την αδυναμία μετεξέλιξης ενός πολίτη που κουβαλάει «το σταυρό» του με μια καφκική στωικότητα, χωρίς να προσπαθεί να αλλάξει τίποτα. Η αδράνεια απέναντι στο<br />
μέλλον, που καλύπτεται από το πέπλο της ταχύτητας των εξελίξεων που διέπουν τη μεταμοντέρνα κοινωνία, τον ανησυχεί και τον αφυπνίζει δημιουργικά. Τον προβληματίζει ο άνθρωπος, ο πολίτης που είναι έρμαιο των κέντρων αποφάσεων περισσότερο από ποτέ. Μια μαριονέτα που κινείται<br />
αέναα, παίζοντας τον ρόλο της σε ένα θέατρο παραλόγου, αδυνατώντας να αποκοπεί από τα νήματα που την κινούν. Το «στέγνωμα της κοινωνίας» κατά το σεφερικό «στέγνωμα της αγάπης» αποτελεί το βασικό όχημα της δημιουργικής κρυστάλλωσης του ποιητή.<br />
Οι εμπνεύσεις του ποιητή είναι πολυποίκιλες. 0 πυρήνας όμως της ποίησής του παραμένει αμετάβλητος. Η ανεύρεση και η εικονοποίηση του κραδασμού» που προκαλεί το φαινομενικά «προφανές», το οικείο, το καθημερινό χαρακτηρίζει την ποίησή του. Αυτός ο «κραδασμός» αποτελεί τον ιδανικό «μοχλό» δραστηριοποίησης και αφύπνισης σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε λήθαργο. Συνεπής στην οικονομία του λόγου, συντάσσεται πλήρως με την άποψη του Πάουντ ότι: «Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης».<br />
Η θεματολογία που άπτεται των ενδιαφερόντων του διανθίζεται με πολλές αναφορές σε ιστορικά ονόματα κάθε εθνικότητας και εποχής, με την αναγωγή του μύθου στη σημερινή εποχή: Κάσσιος Λογγίνος, Πομπήιος, Κράσος, Αντιγόνη, Ευρυδίκη, Τρίτωνας, Ποσειδώνας . Με έντεχνο τρόπο ο ποιητής ξετυλίγει την υπόγεια σαρκαστική του διάθεση με έντεχνες παρομοιώσεις που αφομοιώνουν μυθολογικές αναφορές μέσα από σύγχρονες διατυπώσεις:</p>
<p>«Στην πλατεία μπαίνουν απ’ το παράθυρο αγιόκλημα και επισκέπτες και<br />
δυόσμος Και τρεις μέδουσες από την πόρτα / Θα βυθιστούν στ’ απρόσεκτα πλοκάμια τους σε λίγο / Απόψε αναζητούνε τον Περσέα τους βάσει καταλόγου με μουσική με ποίηση με εδέσματα / Και συναλλαγές από τα κινητά λαβαίνουν χώρα /Για αύριο, ακούω, / έχουν κανονίσει καφέ εις τας Αθήνας, καθώς τυλίγουν οι ματιές τους αμυγδαλωτά [„.]» .</p>
<p>0 Σταμπόγλης είναι παρατηρητής του «αέναου γίγνεσθαι της ζωής». Οι συνεχείς εναλλαγές ενός «δυσβάσταχτου παρόντος» σε μέλλον, είναι που τον ευαισθητοποιούν και τον καλούν να «κάνει ποίηση», απτόμενος τη «στιγμή» την ώρα της μεταλλαγής της. Το οπλοστάσιο του συμβολισμού του έχει ελληνοκεντρικό πυρήνα, αλλά οι «δονήσεις» του έργου του έχουν οικουμενικό χαρακτήρα. « Τα ρουθούνια της θάλασσας» είναι αποκαλυπτικά ως προς αυτό:</p>
<p>Να ξέρεις, η θάλασσα ανασαίνει σαν τους ανθρώπους.<br />
Μονάχα που του λόγου μας έχουμε μικρό πλεμόνι. Αυτηνής<br />
όμως τα στήθια είναι άχρονα και τα ρουθούνια<br />
της αμέτρητα. Σκέψου τα πλεμόνια όλων των ζωντανών<br />
και πάλε δε φελάει ο αριθμός τους</p>
<p>Ο παραλληλισμός της ανθρώπινης αναπνοής με την παλινδρόμηση του θαλάσσιου όγκου πραγματικά είναι ένα καθρέφτισμα στην έννοια της ματαιότητας και της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.<br />
Η πολλαπλότητα των παραστάσεων που αναφύονται έχουν άμεση σχέση με την ψευδαίσθηση του χρόνου. Έλκεται διαρκώς από το τρίπτυχο: παρελθόν/παρόν/μέλλον. Το παρελθόν αποτελεί τη χοάνη γονιμοποίησης της ανάμνησης με την εμπειρία και η γέννα αυτή αντανακλά στο παρόν, με στόχο να φωτίσει το μέλλον. Ο Βρετανός φυσικός Julian Barbour γράφει σε ένα βιβλίο του: «Όπως ζούμε, φαίνεται να κινούμαστε μέσα από μια διαδοχή των «τώρα», και το ερώτημα είναι, ποια είναι αυτά;». Αυτή η αλληλοδιαδοχή<br />
των «τώρα» είναι που σχηματοποιούν τη φαντασία και την έμπνευση του ποιητή.</p>
<p>Συμπλέουν η εγκατάλειψη με την αμέλεια. Ότι θεριεύει<br />
ένα παρόν ξοδεύοντας το μέλλον. Δε με φοβίζει το<br />
βάρος της έκπτωσης. Η ευτέλεια μ ’ αποθαρρύνει.</p>
<p>Στη συλλογή Διαλεκτική βυθού (εκδ. Μανδραγόρας, 2014) ο Σταμπόγλης καταθέτει 70 περίπου ποιήματα με στέρεο λεξικολογικό υπόβαθρο, αρχιτεκτονεί τις κοινωνικές, πολιτικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις με άμεσο τρόπο, συμπλέοντας ενίοτε το «εμπειρίκειο» ύφος με έναν μυστικιστικό λυρισμό, ο οποίος έχει ως σημείο έμπνευσης το θαλασσινό τοπίο ή το θέρος. Η λεπτή ειρωνεία που υπάρχει διάχυτη στο έργο δεν εκφράζεται με μιαν αμεσότητα στη γραφή, αλλά υποβόσκει και γίνεται περισσότερο εύληπτη<br />
μόνο ύστερα από την εμβάθυνση του αναγνώστη στο κείμενο. Με τη χρήση του «παράδοξου στοιχείου» προσδίδει στην ποίησή του πινελιές ανατρεπτικές και ελκυστικές:</p>
<p>Πετάμε με τη βαρύτητα πεταλωμένη στις πατούσες /<br />
αλλά έχουμε αποδεχτεί πως η αιματοχυσία είναι μια<br />
καλημέρα του ουρανού</p>
<p>Λες «αυγή» και βυθίζεσαι στην υποτροπή του σκότους<br />
/Λες «χρυσάφι» και αντιλαμβάνεσαι την υπεραξία<br />
της ευτέλειας</p>
<p>Θα του παρόντος, θα του μέλλοντος, θα του σύμπαντος,<br />
/ θα του χρόνου εκεί στο ιλιγγιώδες / Και το κομμάτι<br />
από το άπειρο που μου ανήκει</p>
<p>Το λιόδεντρο, φλέγόμενη σκιά ανακουφίζοντας τα<br />
μάρμαρα.</p>
<p>0 Σταμπόγλης στις Διηγήσεις Πόλεων (εκδ. Κέδρος, 2016) με βασικό όχημα του την πεζή φόρμα, δημιουργεί ένα ποιητικό κράμα ρεαλισμού και υπερρεαλισμού, ρίχνοντας το βάρος στην εικονοποίηση. Στην κατά βάση πολιτική του ποίηση ο δημιουργός-αρχιτέκτονας φωτίζει το δικό του<br />
τοπίο με πυρήνα το ελλαδικό ιστορικό γίγνεσθαι. Η εμφανής διακειμενικότητα και οι συχνές αναφορές -πέραν των επιρροών- σε στίχους του Ελύτη, του Σεφέρη αλλά και του Ρίτσου δεν αποδυναμώνουν τον συνολικό ποιητικό ιστό του Σταμπόγλη, ο οποίος παραμένει σταθερός, βασισμένος στο καθαρό προσωπικό ύφος, στην συμπύκνωση των νοημάτων και των σκέψεων και στην ικανότητά του να χρησιμοποιεί λέξεις με ιδιαίτερη «δόνηση».<br />
Η υπερβολική σκοτεινότητα ενίοτε στην εξαγωγή των νοημάτων, όχι τόσο λόγω της χρήσης υπερρεαλιστικών πρακτικών, όσο της υπερβολικής συμπύκνωσης, καθιστά δύσκολη την κατανόηση κάποιων κειμένων από τον μέσο αναγνώστη ή ακόμη και από τον επαρκή, που κάποιες στιγμές μένει<br />
μετέωρος ανάμεσα στην εξαιρετική εικονοπλασία και την εξόρυξη του νοήματος. Αξιοπρόσεκτη είναι η δόμηση και η διαδοχή των στίχων. Η στοχαστικότητα, που αναδύεται μέσα από μια ποίηση που εκθέτει συλλογικούς και ατομικούς προβληματισμούς μέσα από έναν έντεχνα δομημένο λόγο, αγγίζει ευαίσθητες χορδές:</p>
<p>Τα ποιήματα είναι μικρές αγγελίες πίστης κατάκορφα<br />
στην στιλπνότητα των πρωινών τις νύχτες αβασίλευτα<br />
φεγγάρια</p>
<p>Συγγνώμη για τη φλυαρία, μα θηλυκές είναι οι λέξεις<br />
και γεννάνε- και γελάνε με τα μεγέθη της μονάδας</p>
<p>Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Λένε πως οι λέξεις<br />
είναι διανύσματα πυροβολισμών. Κι αν είναι τρυφερή,<br />
δεν είναι αθώα η ποίηση</p>
<p>Τα ποιήματα του Σταμπόγλη φτιάχνονται από γλωσσικές συλλήψεις, από λέξεις που διαχειρίζονται τη σύζευξη του προσωπικού συναισθηματικού φορτίου του ποιητή με παλιές συλλογικές μνήμες, αναδυόμενες μέσα από την παράδοση και την αθέατη περιοχή της συνείδησης.<br />
0 πεζός του λόγος είναι βατός κι ευχάριστη η ανάγνωση των αφηγημάτων του. Ιδιαίτερα στη συλλογή διηγημάτων Ο δρόμος της τύχης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2014), είναι γλαφυρός στις περιγραφές, χωρίς όμως το στοιχείο της υπερβολής που χαρακτηρίζει αυτού του είδους τα κείμενα των λογοτεχνών του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα. Το ύφος των διηγήσεών του άπτεται της ρεαλιστικής ηθογραφίας.<br />
Καταπιάνεται με θέματα που απ’ ότι φαίνεται δε στερεύουν ποτέ: ελληνική οικογένεια, μετεμφυλιακή Ελλάδα, θέση της γυναίκας στην κοινωνία, φτώχεια, εργασία και γενικότερα θέματα που αφορούν στην ελληνική κοινωνία κυρίως της δεκαετίας του ’50. Ο συγγραφέας έχει το ταλέντο να αναδεικνύει, μέσα από εξαιρετικές εικόνες και περιγραφές μιας ρέουσας γλώσσας, την καθημερινότητα του ανθρώπου της βιοπάλης και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Θαρρείς κι είναι παρατηρητής μέσα από μια χρονομηχανή: αναπλάθει και παρουσιάζει καταστάσεις με τον δέοντα ρεαλισμό. Η πένα του προσφέρει την ιδιάζουσα ατμόσφαιρα μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Οι κατάρες του βιοπαλαιστή, ο αλκοολισμός, οι αρρώστιες, η σκληρή δουλειά και οι πολιτικές διαμάχες αποτελούν τους βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το υλικό του. Ο κάθε χαρακτήρας εκτελεί μοναδικά τον ρόλο του:</p>
<p>Ξαφνικά το γεροντάκι με μαύρα γυαλιά αγκαλιάζει<br />
το μικρόφωνο και αρχίζει με δυνατή και μπάσα φωνή<br />
τον επικήδειο. Μονορούφι. Λες και φοβάται μην τον<br />
σταματήσουν. Λίγοι τον αναγνώρισαν αμέσως έτσι<br />
όπως έχει καμπουριάσει. «Ησυχία&#8230; είν’ ο στρατηγός,<br />
είν’ ο στρατηγός&#8230;» απλώνεται με τον ψίθυρο το<br />
νέο. «Πώς καταντάει ο άνθρωπος! Μια σταλιά έμεινε.<br />
Μαύρα γεράματα. Κι άκου να δεις, απ’ τη φωνή τον<br />
αναγνώρισα».</p>
<p>Γενικότερα, θα λέγαμε ότι διαφοροποιείται ο ποιητής Σταμπόγλης από τον πεζογράφο, σε ό,τι αφορά το ύφος και τον χειρισμό της γλώσσας. Διατηρείται βέβαια πάντα η οξυδέρκεια της ανάπτυξης και η κριτική ματιά. Η συνδιαλλαγή και η ώσμωση του Σταμπόγλη με τα έργα παλαιότερων μοντερνιστών ποιητών, καθώς και η στέρεα γνώση της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης συνιστά ένα από τα στοιχεία διαμόρφωσης του προσωπικού του ύφους (κάτι που συμβαίνει άλλωστε με τους περισσότερους δημιουργούς). Το αισθητικό-μορφολογικό του πεδίο, από το πρώτο βιβλίο, έχει μια συμπαγή ενότητα και ωριμότητα, χωρίς πρωτόλεια στοιχεία, δεδομένης της ηλικίας του ποιητή,<br />
ο οποίος ξεκίνησε να εκδίδει το 2007. Το προσωπικό του ύφος διαμορφώνεται μέσα στο «πλήθος και τη βουή» μιας κοινωνίας διαρκώς μεταλλασσόμενης και ξεπροβάλλουσας με διαφορετικά «προσωπεία» ως άλλη Λερναία Υδρα, συντελώντας στην αγριότητα της σημερινής εποχής. Ο ποιητής<br />
μέσα στην τύρβη του πλήθους αποκομίζει, φιλτράρει και προβάλλει το ουσιώδες και «συνταρακτικό» για εκείνον, χωρίς όμως να το καθαγιάζει ή να το καθαίρει μέσα από λυρικές ελαφρότητες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-large wp-image-16186" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΠΟΙΗΤΙΚΑ-ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ-706x1024.jpg" alt="" width="706" height="1024" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΠΟΙΗΤΙΚΑ-ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ-706x1024.jpg 706w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΠΟΙΗΤΙΚΑ-ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΠΟΙΗΤΙΚΑ-ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ-768x1115.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΠΟΙΗΤΙΚΑ-ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ.jpg 882w" sizes="(max-width: 706px) 100vw, 706px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/08/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 23 Jun 2019 18:19:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16106</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ανδρέας Πετρίδης γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα και αποφοίτησε από το Β&#8217; Γυμνάσιο Πάφου το 1966. Στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και από το 1980 εργάζεται ως ειδικός Παιδίατρος στην Πάφο.Ασχολήθηκε αρχικά με την ποίηση, στη συνέχεια με τη λογοτεχνική μετάφραση και το κριτικό δοκίμιο.Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακράν περίοδο Αντιπρόεδρος της &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Ο Ανδρέας Πετρίδης γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα και αποφοίτησε από το Β&#8217; Γυμνάσιο Πάφου το 1966. Στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και από το 1980 εργάζεται ως ειδικός Παιδίατρος στην Πάφο.<br>Ασχολήθηκε αρχικά με την ποίηση, στη συνέχεια με τη λογοτεχνική μετάφραση και το κριτικό δοκίμιο.<br>Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακράν περίοδο Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Δωρική Γραμμή, 1989<br>Αργοί Σταλακτίτες, 1991<br>Νόστου και. Φυγής, 2001<br>Εντόπιο Ρίγος, 2014<br>Όστρακα και Πετρανθοί, 2019</p>
<p><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></p>
<p>Αναφορές, 2000<br>Μια Εμπειρική Αισθητική, 2010<br>Εξ Αφορμής -Αισθητικές Προσεγγίσεις, 2014</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></p>
<p>Bertolt Brecht, Ποιήματα, 1989<br>R. Μ. Rilke, Τα Σονέτα στον Ορφέα, 1995<br>(ομού με Δημήτρη Γκότση)<br>Οδοιπορικό στον R. Μ. Rilke, 2007<br>R. Μ. Rilke: Ο Πάνθηρας και Άλλα 30 Ποιήματα, 2015</p>
<p><strong>ΣΥΝ-ΑΝΘΟΛΟΓΟΣ</strong></p>
<p>Οργής και Οδύνης -Εκατόν Φωνές, 2000<br>Πάφος -Λόγος Ποιητικός, από την αρχαιότητα<br>μέχρι σήμερα (δίγλωσση έκδοση), 2017</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16107" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16108" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16109" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΣΤΡΑΚΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΑΝΘΟΙ&nbsp; (2019)</strong>&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;<strong> διαδικτυακές διαδρομές</strong></h3>
<h5 style="padding-left: 40px;">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<em><strong>ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Αέναη Αναζήτηση</strong></h4>
<p style="font-weight: 400;">Σαν μεθυσμένο τρωκτικό συνέχεια σκάβω<br>για λίγη σκόνη -έστω αργυρή- μου φτάνει.<br>Κρατήσου άστρο μου, κάπου κοντά τη ψαύω·<br>η μνήμη ας δυναμώσει το πυρρό τρυπάνι.</p>
<h4><strong>Το Σκιερό Βάθος</strong></h4>
<p>Αχλύς στο φόντο κίτρινη, γαλαζωπή,<br>το «ραγισμένο ηλιόγερμα» στοιχειώνει,<br>καθώς διαβάτης ήρεμα μονολογεί:<br>Την πίσω όψη των πραγμάτων προτιμώ,<br>Το σκιερό τους και μυστήριο βάθος&#8230;<br>w μαύρο, πού ναι απίθανα σεμνό<br>και μόνο περιγράμματα διαγράφει,<br>που μοιάζουν καταφύγια των ψυχών</p>
<p style="font-weight: 400;">
</p><h4><strong>Ευλογία βροχής</strong></h4>
<p>Πέφτει μια πράσινη πυκνή βροχή<br>μέσα στο ξάγναντο εσπερίας ώρας·<br>σαν ευλογία, σαν βάφτιση αντηχεί,<br>κάτι σαν γεύση σπάνιας οπώρας.</p>
<h4><strong>Η Έμπνευση</strong></h4>
<p>Η έμπνευση από μια μνήμη ξεκινά,<br>τ&#8217; ακύμαντά της τα νερά ταράζει<br>εικόνα-βότσαλο πού &#8216;πεσε ξάφνου.<br>Κύκλους βλέπεις ν&#8217; ανοίγουνε,<br>των βιωμάτων ο βυθός φεγγιάζει,<br>κι αλάργα οι Λέξεις σαν πουλιά<br>ακόμα αόρατες χτυπούν φτερούγες.<br>Μη βιάζεσαι, έχεις ανάγκη τη σιωπή,<br>τη φλογερή διάθεση έχεις ανάγκη,<br>οι λέξεις να στεριώσουν στο χαρτί<br>κάποια στιγμή σοφή κι ευλογημένη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υπερκόσμια Αύρα</strong></h4>
<p>Ανάμεσα σε θάλασσα και φλογερό ουρανό,<br>το λιόγερμα έχει ρίξει τη χρυσή του σκόνη·<br>ορθό και άφωνο μες σε πλεούμενο σκιερό,<br>αύρα υπερκόσμια και ριγηλή σε ζώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ανώτερα Δύναμη</strong></h4>
<p>Μεσ&#8217; από σύννεφο βαρύ πλησιάζεις,<br>μεσ&#8217; από αύρα νεφική αναδύεσαι.<br>Κι αν είσαι αλήθεια μη Θεός κι απλά<br>με νόμο φυσικό πιότερο μοιάζεις·<br>αφού δεν σώνεσαι, δεν εξαντλείσαι,<br>η Δύναμη υπεράνω μου ας Είσαι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άπνοο δείλι</strong></h4>
<p>Σιγή σαν πέσει στ&#8217; άπνοο δείλι<br>με τ&#8217; αλμυρό τού νόστου δάκρυ,<br>αηδονούν στης χλόης την άκρη<br>τα εύλαλα των όντων χείλη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Η Δύναμη των Λέξεων</strong></h4>
<p>Οι λέξεις λεν αυτό που λένε<br>μ&#8217; αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,<br>ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε<br>στης μνήμης μας την άκρη.<br>Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει<br>το έμπυρο του οίστρου αγκάθι,<br>μ&#8217; άσπρα φτερά πάνε στα ύψη<br>και με πανιά τραβούν στα βάθη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΦΩΤΟΒΟΛΕΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Βιβλικό Ξημέρωμα</strong></h4>
<p>Χλόη φωτός λυτρωτικά σκεπάζει<br>το αυγινό ανάγλυφο της οικουμένης.<br>Δεν παίζει αυλός, μηδέ αμνός βελάζει<br>μόνο η αχλύς διάχυτη τής ειμαρμένης.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο Ήλιος στη Δύση του</strong></h4>
<p>Παίρνει μαζί του όλα τα χρώματα<br>στο μαύρο να μας δοκιμάσει,<br>να κρίνει πριν τα ξημερώματα<br>πώς θα ξαναμοιράσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αθροιστικό στο Φως</strong></h4>
<p>Στης Τέχνης τον καυτό κρατήρα<br>είναι η ψυχή σου πτερωτός ικέτης,<br>στ&#8217; άχρονο φως σού έταξε η μοίρα<br>και συ το φως σου να προσθέτεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>Στο Σκιόφως</strong></h4>
<p>Σε νύχτας άφεγγης τη μαύρη πύλη<br>μ&#8217; ένα φεγγάρι που δε λέει ν&#8217; ανέβει,<br>δελφίνια σ&#8217; άψογη χορευτική καμπύλη<br>στο σκιόφως προκαλούν τα ερέβη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Λυτρωτικό</strong></h4>
<p>Κρουνός φωτός πάνωθε ανοίγει<br>αμαρτωλών τα ερέβη να φωτίσει,<br>να λυτρωθούν ψυχές μ&#8217; ένοχα ρίγη<br>κι άχραντο ρούχο να τις ντύσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τα λιτά μας Χρώματα</strong></h4>
<p>Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον<br>πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο.<br>Τόση αφθονία· του Βορρά καμώματα,<br>μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Φωτοπλημμύρα</strong></h4>
<p>Αίφνης πλημμύρα φωτερή<br>στα συννεφομαζώματα,<br>τη μαύρη τρύπα ν&#8217; αναιρεί<br>με του φωτός τα χρώματα.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Άπνοια</strong></h4>
<p>Όλα το βράδυ σιωπηλά<br>τίποτε δεν σαλεύει,<br>μόνο η ψυχή δειλά-δειλά<br>άσπρο πανί γυρεύει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άνθιση και Μαρασμός</strong></h4>
<p>Κοίτα η ακμή, πώς συνοδεύει τη φθορά<br>κι ο χρόνος νόμισμα στις δυο του όψεις·<br>μια μαργαρίτα σπόριασε, άλλη ανθοκοπά,<br>όποια κι αν σε καλεί, ω, μην την κόψεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βάθος Μνήμης</strong></h4>
<p>Νεκρά κοχύλια συναντώ<br>στην αυγινή ραστώνη,<br>το σκήνωμά τους τ&#8217; αδειανό<br>μνήμη βυθού στοιχειώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Διάρκεια Δος μου</strong></h4>
<p>θαμβωτικά τα πράγματα τού κόσμου<br>όσα θεάσαι την αυγή κι όσα στη δύση·<br>της θέασης, ω μοίρα, διάρκεια δος μου,<br>το τέλος της όσο μπορεί ν&#8217; αργήσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Κρυφή Απειλή</strong></h4>
<p>Όπως ελάφι σ’ έντρομη φυγή<br>είν’ η ψυχή στου ήλιου το γέρμα<br>μα ο κυνηγός δεν είναι να φανεί,<br>μονάχα η ανάσα του στο τέρμα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Σεμνό Γκρίζο</strong></h4>
<p>Εύκολα το γκρίζο των πραγμάτων<br>ρυθμίζει των ματιών την υγρασία·<br>τη φωνασκία ακούω των χρωμάτων,<br>όμως βαθύτερη τού γκρίζου η ουσία.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δέος</strong></h4>
<p>Σε βράχο αν βγεις καμιά φορά<br>κι εκεί ψηλά στο χάος σκύψεις·<br>το δέος σου καλά κι αν κρύψεις,<br>το Κάτι νιώθεις που τα πάντα ορά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αετού Πληρότητα</strong></h4>
<p>Με μαζεμένα τα φτερά<br>της μνήμης τα νερά ραμφίζει<br>σε χαμηλά ή σε ψηλά<br>με ορμή παραπανίσια,<br>ό,τι έγινε έγινε καλά<br>όλα πετάγματα αετίσια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δισταγμός στο Ηλιοβασίλεμα</strong></h4>
<p>Μα ο ήλιος πάει, χαμήλωσε<br>μ’ άγγιγμα Μίδα τα νερά χρυσώνει,<br>σκύβει να μπει στη θάλασσα<br>και πάλι μετανιώνει·<br>γιατί πίσω απ&#8217; το σύννεφο<br>καθώς παραμονεύει<br>ανέγνοιο ζεύγος πτερωτών<br>τον κάνει να ζηλεύει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Μαρασμός</strong></h4>
<p>Γίναν κακού καιρού βορά<br>στέγνωσαν τα αισθήματα,<br>τα πέταλά τους τα χλωρά<br>είναι πια πέτρας σχήματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υπερ-ήχηση</strong></h4>
<p>Σ&#8217; έναστρο βγήκες ουρανό<br>να πεις την προσευχή σου<br>κι άστρο τής πήρε την ηχώ<br>στα βάθη της αβύσσου.</p>
<p></p>
<h4><strong>Απόδραση</strong></h4>
<p>Ξάφνου η έγκλειστη ψυχή<br>παράθυρα ανοίγει πλέρια<br>και φεύγουν τότε όλα μαζί<br>μύρια πανιά σαν περιστέρια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ψέλλισε μιαν Ευχή</strong></h4>
<p>Σε συναπάντημα κρυφό με τον Εσπερινό<br>και τόξο πάνω ανοιχτό την αργυρή σελήνη,<br>πλατάνι αν ευτύχησες να δεις στον ουρανό,<br>ψέλλισε μιαν ευχή· κι αληθινή θα γίνει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ&#8217; ΟΝΕΙΡΟ</strong></em></h5>
<h4><strong>Έννομη Φύση</strong></h4>
<p>Στης Λίμνης τ&#8217; αδιατάραχτο ατλάζι<br>βαθιά υποκλίνονται δάση και λόγγοι·<br>ιδές, πώς ανυψώνεται ό,τι βουλιάζει,<br>πώς αλαφραίνουν στα νερά οι όγκοι.</p>
<h4><strong>Η Κρίσιμη Ώρα</strong></h4>
<p>Ο ήλιος κάποια σαν τις άλλες μέρα<br>με τη ροδόχρου δε θα επιστρέφει αυγή·<br>θα &#8216;ναι μια πρόκληση σκληρή για σένα<br>αν με πληρότητα θα φύγεις ή κραυγή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θολό Υπερπέραν</strong></h4>
<p>Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες,<br>την άλλη όχθη απ&#8217; τη θέαση μην κρύβετε·<br>καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες<br>ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται.</p>
<p></p>
<h4><strong>Στ&#8217; Απλά το Άπαν</strong></h4>
<p>Ευδαιμονία ανθίζει εκεί, όπου<br>με καθαρή καρδιά και πνεύμα<br>και τα μικρά σού κάνουν νεύμα</p>
<p></p>
<h4><strong>Το Πνεύμα</strong></h4>
<p>Μοναχικός -νά &#8216;ναι το πνεύμα- Λύκος,<br>σ’ ακρώρειες λογισμών ν&#8217; ακροπατά·<br>της νύχτας ν&#8217; αψηφά το μαύρο κήτος,<br>πικρής ανταύγειας τη σπίθα να κρατά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υλιστικό</strong></h4>
<p>Τ’ ανάγλυφο του σώματος μας δέρμα<br>στο κοίλο τ&#8217; ουρανού ψηλά αυγαταίνει.<br>Στ&#8217; αυλάκια του μυαλού είναι το τέρμα,<br>το δέντρο της ψυχής εκεί ανασαίνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ουρανοδρόμηση</strong></h4>
<p>Τα δέντρα είναι κάποτε σαν ναυαγοί,<br>ψυχές σκιερές μοναχικής ορφάνιας·<br>το φύλλωμα στον άνεμο κάνουν πανί<br>και πλώρη βάζουνε πλεύσης ουράνιας.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αποκαθήλωση</strong></h4>
<p>Άλλο η ψυχή στο γήινο δεμένη δεν αντέχει, <br>τη ρίζα αποτάσσεται χωρίς αιδώ και τύψη· <br>επί πτερών αόρατων κι επί ανέμων τρέχει <br>-χορευτική ανάληψη που τόσο έχει λείψει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Εγρήγορση</strong></h4>
<p>Του κόσμου το παράθυρο να μένει ανοιχτό,<br>σε χίλια τόσα χρώματα να βόσκουνε τα μάτια<br>κι αν πέσει παραπέτασμα βαρύ -πούσι πηχτό, <br>του ριζικού μια αστραπή ν’ ανοίγει μονοπάτια.</p>
<h4><strong>Ροδόχρους Συστολή</strong></h4>
<p>Κυκλάμινο, μοναχική την παρουσία υψώνει <br>και του Αδιαμόρφωτου το σύμπαν προκαλεί. <br>Δείχνει με ταπεινότητα ως αρετή του μόνη,<br>παρθενική στα πέταλα ροδόχρου συστολή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Συμπληγάδεια Πύλη</strong></h4>
<p>Ανάμεσα σε θάλασσας πηχτό μολύβι <br>και σκοτεινού ουρανού βαριά σκιά·<br>στο αιχμηρό ενδιάμεσο ως να φρικιά<br>ψυχή που το δικό της βάρος κρύβει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δοξαστικό</strong></h4>
<p>Άνθρωπος και φυτό μαζί, τα δυο αντάμα<br>στον θόλο τ’ ουρανού ανοίγουν την αγκάλη.<br>Ίδια κάνουν προσευχή κι ίδιο κάνουν τάμα<br>ευλογημένο τ&#8217; αύριο να ξαναρχίσει πάλι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άφυλλο Δέντρο</strong></h4>
<p>Άφυλλο δέντρο στο γιαλό &#8211;<br>ψυχή μέσα στη λύπη,<br>του λεν οι αύρες στο καλό<br>μα το πανί τού λείπει&#8230;</p>
<p></p>
<h4><strong>Εναγώνια Πορεία</strong></h4>
<p>Λίμνες βουνών-νερά αιώνια<br>πυρετικό μου ανάβετε μεθύσι,<br>ν&#8217; αναζητώ παντού εναγώνια<br>ό,τι στο διάβα δεν θα σβήσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Συνείδηση Ζυγιάζεται</strong></h4>
<p>Συνείδηση ζυγιάζεται, μετριέται<br>στου αιγιαλού τον λείο καθρέφτη·<br>μια πάει χάνεται και μια κρατιέται<br>σαν αϊτός χτυπά φτερό, δεν πέφτει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΥΔΑΙΜΩΝ ΘΕΑΣΗ</strong></em></h5>
<h4><strong>Άγιες Αισθήσεις</strong></h4>
<p>Όλα του κόσμου ταπεινά κι εμπράγματα<br>με ρόδινη κάθε αυγή KL άγνωστο τέρμα·<br>της Φύσης προσκυνώ τ&#8217; άγια πετάγματα<br>στην όραση, στην ακοή, στ&#8217; άφωνο δέρμα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ιεροτελεστία της Αυγής</strong></h4>
<p>Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει<br>σαν μουσική σχεδόν σταματημένη·<br>δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει,<br>μονόλεπτος σιγή στην Οικουμένη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο Μελωδός Αόρατος</strong></h4>
<p>Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ&#8217; αχανή<br>των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία·<br>ο μελωδός αόρατος, ίσως εντός μας αηδονεί,<br>στα φυλλοκάρδια μας μ&#8217; αγγέλων συνοδεία.</p>
<h4><strong>Νοσταλγία Δέντρου</strong></h4>
<p>Δέντρο στο γκρίζο, δίχως χρώματα,<br>του χρόνου ένιωσε καυτά τα χνώτα·<br>κάποτε νοσταλγεί λίγα φυλλώματα<br>να κρύψει μέσα τα πουλιά σαν πρώτα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άστρα χαμηλού Ουρανού</strong></h4>
<p>Ανθάκια-μάτια του γλυκού νερού<br>που ελεύθερο κρατάτε το κεφάλι,<br>είσαστε τ&#8217; άστρα χαμηλού ουρανού<br>στην παιδική μας μνήμη τη μεγάλη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ως να ζωγράφισαν Παιδιά</strong></h4>
<p>Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,<br>ένα πράσινο γαλήνης η στεριά<br>και νέφη ν&#8217; αρμενίζουν σε ραστώνη,<br>ως να ζωγράφισαν μικρά παιδιά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θαύμα Ζωής</strong></h4>
<p>Της πεταλούδας τ&#8217; άλικο φτερό<br>και των ανθών τ&#8217; άσπρο σεντόνι,<br>υμέναιο υφαίνουν θαλερό·<br>θαύμα ζωής που δεν τελειώνει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΝΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ</strong></em></h5>
<h4><strong>Γνώριμη Αντάμωση</strong></h4>
<p>Της αναθρήκας τ&#8217; άγια μέρη<br>μνήμες κρατούν απ&#8217; τα παλιά·<br>ο τόπος δείχνει πως με ξέρει,<br>γι&#8217; αυτό ανθεί κι αναγάλλια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Οικείο Ξημέρωμα</strong></h4>
<p>Ξημέρωσε, σε χρώμα γκρίζο<br>και θέλει κάτι λίγο ακόμα,<br>να πάρει το ροδί του χρώμα<br>0 ουρανός, οπού καλά γνωρίζω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Κάστρο στην Κάτω Πάφο</strong></h4>
<p>Του Έσπερου το προαιώνιο άστρο<br>του βλέφαρου στη γη σαν χαμηλώνει,<br>τα λούζει όλα στη χρυσή του σκόνη<br>με πάμφωτο του λιμανιού το κάστρο.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δέντρα Σηματωροί</strong></h4>
<p>Συμβαίνει, από μόνο του ένα δέντρο<br>νά &#8216;ναι στα μέρη μας σημείο αναφοράς·<br>γνώριμου τόπου η καρδιά ή το κέντρο,<br>που σε βουρκώνει σαν το προσπερνάς.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θαυμαστικό Άνθισμα</strong></h4>
<p>Πώς κατορθώνουν, πώς, στην ξηρασία<br>Λευκά να υψώνονται άνθη κι αρώματα,<br>στου φράκτη πλάι τη Λιτή χαλκογραφία<br>με όλα τα γήινα του τόπου χρώματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Η Μηχανή του Χρόνου</strong></h4>
<p>Η μηχανή του χρόνου ας ξεκινήσει,<br>εξώπορτας το μάνταλο να πέσει·<br>μαρμαρωμένο κόσμο να ξυπνήσει,<br>να ζωντανέψει ό,τι έμεινε στη μέση.</p>
<p></p>
<h4><strong>Χους εσμέν</strong></h4>
<p>Σώμα, που ανθείς κάθε φορά<br>τροχιά διαγράφοντας με χάρη,<br>του χρόνου έγινες πλέον βορά<br>και δίνεις πίσω ό,τι έχεις πάρει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Εκλιπούσα Μάνα</strong></h4>
<p>Η Λατρεμένη που μας έφυγε ψυχή<br>έρχεται κάποτε σαν πεφταστέρι-<br>διασχίζει τη βραδιά σαν αστραπή<br>και το τρεμάμενο μάς δίνει χέρι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ιθάκη</strong></h4>
<p>Κάποτε ακούς να σε καλεί γενέθλια κοιτίδα<br>κι ο Αργοναύτης μέσα σου θέλει ν&#8217; αράξει·<br>ρίχνεις την άγκυρα λοιπόν και λες εντάξει,<br>τα Ελδοράδο τέρμα πια κι η μυθική Κολχίδα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αβεβαιότητα</strong></h4>
<p>Όλο και πιο αβέβαια διαπλέουμε νερά<br>και πού το πούσι σταματά μην το ρωτάμε.<br>«Εάλω η νήσος;», αντηχεί σαν μαχαιριά,<br>μα ήταν βραχνάς· ακόμη ας ξαγρυπνάμε.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βραχνάς</strong></h4>
<p>Ο ύπνος πια δεν έρχεται σαν πρώτα,<br>μα και του ονείρου δύσκολη η στιγμή·<br>στην άβυσσο να χάσκει μια αιώρα<br>και να πληθαίνει το βουβό γιατί.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ματωμένη Γραμμή</strong></h4>
<p>Στης βουνοράχης τη γραμμή<br>δάχτυλα πέντε ματωμένα,<br>στα δυο χωρίζουν το κορμί<br>που όμως πονεί σαν ένα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Όπου το Πλάσμα γέρνει</strong></h4>
<h6>(πάνω σε γλυπτό τον Νορβηγού Fredrik Raddum)</h6>
<p>Όπου το πλάσμα ανήμπορο πια γέρνει<br>σ&#8217; ελεύθερη του σώματός του πτώση,<br>ράμφος πουλιού ανάλαφρα τον παίρνει<br>μα δεν μπορεί το βάρος να σηκώσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βίος Διαβατικός</strong></h4>
<p>Έβγα Κυρά, εκεί ψηλά στο παραθύρι<br>τα στάχυα να εποπτεύσεις, το περβόλι<br>και πες αν σού &#8216;κάνε ο χρόνος το χατίρι,<br>ή αν έφυγες κι εσύ σαν φεύγουν όλοι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ταυτότητα</strong></h4>
<p>Αντέχει ξένε να περάσεις απ&#8217; την Πάφο<br>στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας<br>ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας,<br>λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τρία «Ιερά» Στιγμιότυπα</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Η Έλευση</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Μας έρχεται με ένδυμα επίγειο,<br>του στρώνει η νύχτα αστρικό χαλί·<br>να βρει το θέλημά Του καταφύγιο,<br>τα λόγια ν&#8217; ακουστούν τ&#8217; αειθαλή.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Οι Μάγοι</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Στον πολύαστρο ουρανό τους<br>μάτι φωτός τους οδηγεί·<br>χώρο αντιμάχεται του σκότους,<br>τον ουρανό φέρνει στη γη.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Το Θείον Βρέφος</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Για την ακρίβεια, το θείον βρέφος<br>μάς καταυγάζει ελπίδα, δίχως άλλο·<br>σέλας λαμπρό που κυνηγά το νέφος<br>και της ψυχής το άχθος, το μεγάλο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
</p><h4><strong>Το Νύχτωμα ν &#8216;αργήσει</strong></h4>
<p>Δέντρο μ&#8217; αγκάλη απαντά<br>στη φλογισμένη δύση·<br>σφίγγει τον ήλιο στα κλαδιά<br>το νύχτωμα ν&#8217; αργήσει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΣΥΝΘΕΜΑΤΑ</strong></em></h5>
<h4><strong>Κύπριδος Θρήνος</strong></h4>
<p>Γυναίκες-μορφές ανάμεσα<br>στο χρώμα της νύχτας και της μέρας<br>σκιές του σπιτιού καρτερικές<br>τ &#8216;αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,<br>το έπος τους εξιστορούν<br>με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:<br>ξέπλυνε πρώτη βροχή<br>το κάρβουνο, το αίμα,<br>ξέπλυνε και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού·<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p></p>
<h4><strong>Σταυρικό Όραμα</strong></h4>
<p>Στο πενταδάκτυλο βουνό<br>έκλειψη ήλιου ως να συνέβη<br>και πάνω σ’ αστραπής σταυρό<br>σβηστός ο δίσκος του ανέβη.<br>Μα όνειρο ήτανε, αφού<br>της Κτίσης είναι ο κανόνας,<br>η επικράτεια τ&#8217; ουρανού<br>νάν&#8217; του φωτός πυλώνας.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΠΙΚΑΛΕΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΙΝ</strong></em></h5>
<h4><strong>10+2 εκφωνήματα</strong></h4>
<p>Στενεύει ο χρόνος σου πολύ<br>και με κλεψύδρα μοιάζει;<br>Δος του με Τέχνη διαστολή,<br>αιώνιος να φαντάζει.</p>
<p></p>
<p>Τη χάρη δίνε μας, Θεέ μου, περισσή,<br>να φτερουγά η ψυχή πάντα καθάρια<br>κι οι στίχοι ν&#8217; ανασαίνουν στο χαρτί<br>γαλήνια, όπως κολυμπούν τα ψάρια.</p>
<p></p>
<p>Βότσαλα ξεκομμένα από τις κοίτες,<br>κοσμούν του δέλτα την υγρή αγκάλη·<br>ήταν κοτρώνια στα ψηλά κι ορείτες<br>κι έγιναν σχήμα που σαν άνθος θάλλει.</p>
<p></p>
<p>Ανοίγει ο λόγος τα λινά φτερά του,<br>την αφασία των στιγμών να κρύψει·<br>ανάμεσα Ευφρόνης και θανάτου,<br>μια πεταλούδα η ψυχή, μια τύψη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ</strong></em></h5>
<h4><strong>Ένδον Πρόνοια</strong></h4>
<p>Του Λογισμού τ’ αόρατο νήμα<br>στην άγραφη εντός σου οθόνη,<br>υφαίνει της στοργής το ντύμα<br>ποτέ η ψυχή να μην κρυώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Το Σήμερα</strong></h4>
<p>Κτυπά φτερούγες η ασήμαντη στιγμή<br>θρίαμβο γράφουν τα μικρά κι εφήμερα·<br>του αιώνιου διανοίγεται βαθιά ρωγμή,<br>σε κράζει: αδόλευτα ζήσε το σήμερα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τα πάντα ρει</strong></h4>
<p>Όλα περνούν και χάνονται εν τάχει<br>τίποτε πια δεν φαίνεται να διαρκεί,<br>ό,τι φανεί ως να κόβεται σαν στάχυ<br>από τον χρόνο -τον αιώνιο θεριστή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Είναι καιρός&#8230;</strong></h4>
<p>Ήταν ανθός ολόρθος και χλωρός<br>με πέταλα λευκά, πλούσια γύρη<br>μα τώρα βιάζεται -είναι καιρός<br>να γίνει απόσταγμα, πριν γείρει&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ (2013)</strong></h3>
<h4><strong>ΤΟ ΘΑΜΒΟΣ ΤΡΙΓΥΡΩ</strong></h4>
<p>…Ω, τι χαρά, ω, τί γιορτή<br>στα μάτια συνωστίζονται<br>στην ακοή<br>και στο αθόρυβο δέρματα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !</p>
<p></p>
<h4><strong>α. ΞΗΜΕΡΩΜΑ</strong></h4>
<p>Μικρός αυλός στο στόμα<br>του πρώτου τσοπάνη χαιρετά<br>την έλευση καινούργιας μέρας.<br>Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει<br>για να πατήσει στον ρυθμό του,<br>κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά&#8230;</p>
<p>Φωτίζει μ&#8217; ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές<br>έν&#8217; άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,<br>κι αρχινάει μετά να ψάχνει<br>σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές<br>ή κάτω απ&#8217; τα βλέφαρα κουρνιασμένο &#8211;<br>έτοιμο να χυθεί ν&#8217; απλώσει<br>όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.</p>
<p>Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς<br>τού φωτός έχει καθήσει<br>μ&#8217; ένα βουητό ζωής<br>το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτίνων,<br>που ξύπνησαν το καθετί<br>που μοίρασαν το χρώμα &#8211;<br>έτσι όπως πάντοτε,<br>δουλειά γνωστή τους. </p>
<p></p>
<h4><strong>δ. ΝΟΣΤΟΣ</strong></h4>
<p>Του ποτάμιου που αγάπησα, μια στάλα-<br>σώμα σουπιάς χρωμάτιζε το νερό<br>στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.<br>Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδια<br>νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας<br>μ&#8217; άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.<br>Σαν χελιδόνι σπάθιζε<br>τον ουρανό και τον χρόνο<br>ακροπατώντας στα κοιμισμένα<br>κεφάλια των γνώριμων βουνών&#8230;</p>
<p>Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,<br>τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια<br>κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια<br>νερό τ&#8217; αυλάκι.</p>
<p>Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι<br>από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,<br>σε μια σοφίτα ξενική κάπου<br>μ&#8217; εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα παράθυρα<br>και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους. </p>
<p></p>
<h4><strong>ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h4>
<p>Βάζεις το πόδι στο λιγοστό<br>νερό που βγαίνει απ&#8217; το χώμα<br>αφήνοντάς το να το γαργαλά<br>παράξενα &#8211; σχεδόν μεταφυσικά,<br>μ&#8217; αυτί ολάνοιχτο σ&#8217; όλους τους ήχους<br>με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.<br>Κι εκεί ανάμεσα<br>στη σαύρα που σέρνεται στη γη<br>και στο φτερό που χάνεται σ&#8217; αβέβαιη πτήση,</p>
<p>στα σύνορα πάντα<br>αυτού που θά&#8217; θελες<br>κι αυτού που πρέπει,<br>περνά ένα παράπονο το σώμα<br>ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη<br>να πέσει σταγόνα:</p>
<p>Ποιός κόβει των παιδικών<br>χρόνων τα δέντρα μας,<br>διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά<br>τ&#8217; αγαπημένα φαντάσματα<br>και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα</p>
<p></p>
<h4><strong>στ. ΓΕΡΑΚΙ</strong></h4>
<p>Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά<br>ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,<br>χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου<br>να μελετήσω τις αδρές εικόνες<br>που δέχτηκες μέσ&#8217; τον Ακάμα&#8230;<br>Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι<br>πάνω στην πεύκη, την αγριελιά<br>και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,<br>κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά<br>στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος &#8211;<br>πάνσκοπη πρόθεση και στάση<br>ν&#8217; απαθανατίσεις<br>την τραχειά σιλουέτα του:<br>από του Αρναούτη τη ριζωμένη<br>μέσα στη θάλασσα σφήνα,<br>ως την πατρίδα της αργής χελώνας<br>με χαλί από θάμνα.</p>
<p>Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα<br>την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,<br>πάνω απ&#8217; τα θεϊκά λουτρά<br>μ&#8217; ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη &#8211;<br>τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς<br>κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις<br>με μια βουτιά στον αέρα.</p>
<p><strong>η. ΚΑΤΑΝΥΞΗ</strong></p>
<p>(Μονή Αγίου Νεοφύτου)</p>
<p>Περπατώντας ξανά<br>στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα<br>χωρίς κάποια πρόθεση &#8211; αντίθετα ίσως,</p>
<p>ξυπνά μια κατάνυξη από ένα<br>σαπισμένο που πέφτει καρύδι<br>μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,<br>που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα<br>και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο<br>της μνήμης θρουμπί.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></em></h5>
<h4><strong>Τρεις νύξεις για τη ζωή</strong></h4>
<p>α.</p>
<p>Γέννηση μικρού παιδιού<br>σε κλίνη με ρούχινο θόλο,<br>κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου<br>και φως αυγερινό στον φεγγίτη&#8230;</p>
<p>Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος<br>ο ναός της ζωής<br>κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,<br>ο κτύπος της καρδιάς<br>τα σκαλοπάτια ν&#8217; ανέβει.<br>Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν<br>από το γνώριμο παραμύθι<br>με καλάθια στα χέρια.,<br>τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω<br>το μερτικό του διαχωρίζουν&#8230;</p>
<p>Και λίγο πιο πέρα<br>απ&#8217; το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,<br>αλόγου οπλές να σβήνουν &#8211;<br>και σκιά φευγαλέα που μόλις<br>παίρνει το μάτι<br>να χάνεται, βέβαιη πως<br>θα ξαναγυρίσει&#8230; </p>
<p>β.</p>
<p>Ώρα μεσημεριού ο ήλιος<br>στη μέση τ&#8217; ουρανού<br>ζυγιάζει το βάρος της γης.<br>Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή<br>μισά ελιόδεντρα στη μια<br>μισά στην άλλη,<br>τόσα πρόβατα απ&#8217; εδώ τόσα απ&#8217; εκεί&#8230;<br>Μα πιο χαμηλά<br>άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι<br>κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,<br>τον βίο μετρώντας μ&#8217; άπληστο μάτι.</p>
<p>Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω<br>σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά<br>&#8211; μ&#8217; άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα &#8211;<br>παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο<br>κι από βαριές άχρονες στάλες<br>μισοφαγωμένα οστά&#8230;<br>Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι<br>στη γνώριμη ρουτίνα επάνω<br>που τώρα τρέχει βιαστικά &#8211;<br>με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο<br>τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,<br>και το χνούδι να γίνεται<br>ως το πρωί γενειάδα. </p>
<p>γ.</p>
<p>Φυσάει ένας αγέρας<br>στην αυλή απόψε<br>πεισματικά την πόρτα σειώντας,<br>αποτραβιέται και πάλι ορμά<br>φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη<br>αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι&#8230;</p>
<p>Νύχτα βαθειά &#8211; κανένας<br>δεν ανοίγει στ&#8217; ακρινά σπίτια,<br>δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα<br>δίχως ξύλα στη φωτιά<br>χωρίς ένα σκύλο<br>να τρέξει να ψάξει.</p>
<p>Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης<br>ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.<br>Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως<br>στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,<br>άς έλθει οποιοσδήποτε<br>κι ό,τι θέλει άς ζητήσει &#8211;<br>όχι εν λευκώ,<br>μα εκεί μπροστά στα μάτια<br>των ανθισμένων μυγδαλιών,<br>που μόνο αν είναι δίκαιο<br>θα συγκατανεύσουν.</p>
<h4><strong>ΕΝΥΛΗ ΕΜΒΙΩΣΗ</strong></h4>
<p>Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια<br>αλλοτινής λατρείας<br>τώρα σημάδια<br>εμπύρετου μόνο περάσματος.<br>Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά<br>με κέρινα φτερά σωριάστηκαν<br>στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων,<br>κι η βασιλεία των ουρανών<br>άδειος πια θρόνος&#8230;</p>
<p>Τώρα εκεί θα καθήσει<br>με πόδια τις ρίζες των βουνών<br>με μάτια τις ατάραχες λίμνες,<br>ο κόσμος που ξυπνά το πρωί<br>και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.<br>Τίποτε άλλο εμπρός σου<br>απ&#8217; ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή<br>κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων<br>ή με τ&#8217; αυτί κολλημένο στο χώμα.<br>Τίποτε άλλο εκτός<br>απ&#8217; τα αιώνια των γενιών μονοπάτια<br>τ&#8217; ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα<br>και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.</p>
<p><strong>ΟΣΤΡΑΚΟ</strong></p>
<p>Όστρακο &#8211; ντύμα σκληρό<br>μιας έγκλειστης ζωής<br>δεν μπόρεσες πολύ ν&#8217; αντέξεις&#8230;<br>Με υπομονή με επιμονή<br>σαν τη σταγόνα που τρώει την πέτρα,<br>η γνώση λύγισε &#8211; σώμα καυτό<br>την άτεγκτη σκληρότητα σου.</p>
<p>Τώρα δεν είσαι πια ευτυχής<br>τώρα αμφιβάλλεις<br>για τον βοριά για τον νοτιά<br>που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,<br>και για το χρώμα του γιαλού<br>που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.<br>Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις<br>αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια<br>κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο<br>Ώσπου τ αφήνεις στην πρώτη στροφή<br>ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,<br>χωρίς διόλου να λυπάσαι&#8230;<br>Καθώς το όστρακο σου ανοίγει πάλι<br>μπάζοντας φως χάνοντας αίμα<br>σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει<br>το πρόσωπο της κάθε μέρα.</p>
<p><strong>ΜΑΥΡΟ ΠΟΥΛΙ</strong></p>
<p>Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί<br>που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει<br>το διάστημα των ημερών μας,<br>κράτα το ζωή λιγάκι<br>κλεισμένο στο κλουβί.<br>Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε<br>μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,<br>κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε<br>χωρίς την έγνοια της βαρειάς σκιάς του&#8230;<br>Γιατί συνέχεια μας ξαφνιάζει. Έρχεται<br>μέσα στην κάψα του καλοκαιριού<br>ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ&#8217; την πηγή,<br>ή μέσα στ&#8217; όνειρο τις νύχτες του χειμώνα<br>τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει<br>τάχα γαλήνιους, τάχα δυνατούς &#8211;<br>κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.</p>
<p>Το ξέρουμε ζωή, μ&#8217; αυτό<br>το μαύρο πουλί πρέπει<br>να τα βγάλουμε πέρα,<br>με ό,τι μπορεί να βοηθήσει &#8211;<br>αστεία κάνοντας για σιγουριά<br>δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,<br>μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη<br>και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.</p>
<p><strong>ΕΝΑ ΝΗΣΙ</strong></p>
<h5><strong>Επεισόδιο (1974)</strong></h5>
<p>Απότομος χειμώνας μπήκε<br>στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,<br>προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα<br>του ανέτοιμου ποδιού<br>πάνω από φύλλα σκόρπια<br>φθινοπωρινά.</p>
<p>Ευαίσθητη η ψυχή<br>και θέλει χρόνο,<br>λίγο προαύλι<br>ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,<br>για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει<br>από το ένα στο άλλο κλαρί.</p>
<p>Παράξενος αλήθεια φέτος<br>αυτός ο χειμώνας<br>που ενέσκηψε στις ακτές,<br>πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους<br>και στης λευκότητας τη δαντέλα<br>το μελάνι από χίλιες σουπιές. </p>
<p><strong>Σχόλια</strong></p>
<p>α.</p>
<p>Κωφεύεις<br>στη φωνή της μοίρας<br>όσο τ&#8217; αντέχεις<br>σιγά &#8211; σιγά,</p>
<p>και μια μέρα<br>ούτε που ξέρεις<br>ποιό δρόμο να πάρεις,<br>κι εύκολα ξεχνάς<br>πού είναι η πλώρη<br>πού είναι η πρύμνη,</p>
<p>σ&#8217; ένα νησί με πολλά ακρωτήρια<br>πολλούς δείκτες στη θάλασσα. </p>
<p>β.</p>
<p>Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε<br>για τον Πενταδάκτυλο<br>είναι γιατί<br>μοιάζει χτυπημένο πουλί<br>με δυο φτερούγες<br>καρφωμένες στο χώμα.</p>
<p>Θά&#8217; ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος<br>με καταγωγή ίσως<br>τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη<br>μέρη Καυκάσου,<br>ένας αετός μάρτυρας<br>της σταύρωσης και της οδύνης,</p>
<p>που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας<br>για να κτίσει τελικά τη φωλιά του<br>σ&#8217; ένα νησί &#8211; χλωρό κλαρί<br>αντίξοης μοίρας. </p>
<p></p>
<h4><strong>Οδύνη</strong></h4>
<p>Γυναίκες &#8211; μορφές ανάμεσα<br>στο χρώμα της νύχτας και της μέρας<br>σκιές του σπιτιού καρτερικές<br>τ&#8217; αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,<br>το έπος τους εξιστορούν<br>με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:</p>
<p>Ξέπλυνε πρώτη βροχή<br>το κάρβουνο, το αίμα.<br>Ξέπλυνε και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού-<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p style="padding-left: 200px;">1974</p>
<p></p>
<h4><strong>Ναυάγιο «Κερύνεια»</strong></h4>
<p>Δεν είναι λίγο<br>στης θάλασσας τ&#8217; ανήλιαγα βάθη<br>τόσο χρόνο ν&#8217; αντέξεις,<br>μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις<br>στην αγκαλιά σου πως κρατείς<br>πήλινα αγγεία.</p>
<p>Ήξερες πως θ&#8217; αντικρύσεις<br>μια μέρα το φως του ήλιου,<br>όλα πως θά&#8217; ναι ύστερα σαν ψέμα:<br>Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,<br>οι νέες φυλές<br>οι σκυθρωποί αιώνες&#8230;</p>
<p>Κρατώντας λοιπόν την ανάσα<br>στον σκοτεινό βυθό,<br>ακολούθησες τη μοίρα<br>που σε πήρε απ&#8217; το χέρι<br>και βγήκες στον κόσμο<br>να δώσεις έγκυρη μαρτυρία &#8211;<br>κατάθεση σε δίσεκτο καιρό<br>και σε όψιμους λογχοφόρους,<br>που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο<br>για δικά τους σημάδια</p>
<p>και γράμματα βρίσκουνε μόνο<br>που δεν μπορούν να διαβάσουν<br>πάνω στ&#8217; αγγεία.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h3><strong>ΝΟΣΤΟΥ ΚΑΙ ΦΥΓΗΣ (2001)</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Διαλογισμοί</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;">Ποιος λοιπόν, έτσι μας έστρεφε, ώστε<br>ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου<br>που όλο αναχωρεί;<br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΡΕΙΣ ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Γέννηση μικρού παιδιού<br>σε κλίνη με ρούχινο θόλο,<br>κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου<br>και φως αυγερινό στον φεγγίτη&#8230;<br>Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος<br>ο ναός της ζωής<br>κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες<br>ο κτύπος της καρδιάς<br>τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.<br>Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν<br>από το γνώριμο παραμύθι<br>με καλάθια στα χέρια,<br>τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω<br>το μερτικό του διαχωρίζουν&#8230;<br>Και λίγο πιο πέρα<br>απ’ το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,<br>αλόγου οπλές να σβήνουν &#8211;<br>και σκιά φευγαλέα που μόλις<br>παίρνει το μάτι<br>να χάνεται, βέβαιη πως<br>θα ξαναγυρίσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></h4>
<p>A&#8217;</p>
<p>Φωτεινή μια γραμμή<br>εμπρός του αχνοτρέμει,<br>και το ρώτημα αν είναι<br>κι αυτή οπτασία.<br>Απάντηση μόνη<br>το πιο ταχύ βήμα<br>κι η ανάγκη που νοιώθει<br>πιο καλά να προσέξει<br>τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,<br>τον χρόνο στα χέρια βιαστικής κλεψύδρας.</p>
<p>Μα κάπου όταν σκύβοντας<br>τους ιμάντες να δέσει<br>&#8211; πολύ ακόμα, πολύ<br>ο κύκλος πριν κλείσει &#8211;<br>βλέπει τη σκόνη να επικάθεται<br>υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,</p>
<p>«όχι, ακόμα» αναφωνεί<br>με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη<br>τινάζοντας μακριά του το χώμα.</p>
<p>Είναι απόγεμα και παντού<br>τη γύρω γνωστή επιφάνεια<br>η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.</p>
<p>Β&#8217;</p>
<p>Πάνω σε πέτρα κάθισες<br>να πάρεις ανάσα καθώς είπες.<br>Ω, τι παράξενη ψυχή,<br>δεν πρόλαβε στον ίσκιο<br>το κεφάλι να γείρει<br>και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα<br>μες στην αδύνατη στιγμή!</p>
<p>Τώρα μια διάθεση αόριστη<br>τον πρότερο μόχθο αραιώνει,<br>του ύπνου στρώνει την κλίνη<br>το πέλμα του πονεί.</p>
<p>Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται<br>στα ενδιάμεσα κάποτε<br>η έφεσή του σαν λυγίζει&#8217;<br>μια παύση ας είναι, ένα ξεδίψασμα<br>ως το πρωί.</p>
<p>Ας χαίρει λοιπόν κι ας ονειρεύεται<br>των αχναριών τη συνέχεια,<br>σε ό,τι κι αν τύχει σε ό,τι συμβεί.<br>Τ’ αγριόχορτα κοίτα &#8211; προς το μέρος του<br>δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες<br>γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο<br>σε μάταιη κίνηση φυγής.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ</strong></h4>
<p>Από μια κλωστή ίσως κρέμεται<br>η χαρά μας κι η λύπη &#8211;<br>αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας<br>φαινομενικά αειθαλή.<br>Γιατί το μάτι του τυφώνα συνέχεια<br>πάνω απ’ τα κτίσματά μας ξαγρυπνά,<br>πάνω απ’ τον ήσυχο ύπνο<br>κυμάτισμα αγέρα δείχνει<br>τη φτερούγα που πέρασε δίπλα μας<br>τ’ άνεγνοιο συσπώντας φρύδι.</p>
<p>Όχι, δεν είναι δύσκολο<br>στα πόδια σου να σωριαστεί<br>το πρόσωπο της ευτυχίας σ’ ερείπια &#8211;<br>του άλκιμου κορμιού το ευώδιασμα<br>και των ψυχών η καταφυγή.<br>Μην τρέμεις όμως μην απελπίζεσαι<br>γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις<br>κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα<br>που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,<br>για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό<br>πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα<br>τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες<br>δάκρυα της Παναγίας&#8230;</p>
<p>Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται<br>το σχήμα των χειλιών και το χρώμα<br>της επόμενης μέρας,<br>την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα<br>και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών<br>πάνω από κάθε τέφρα.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ</strong></h4>
<p>Ας διαπλεύσει το κορμί<br>των εκβολών το δέλτα,<br>μες στην αγρυπνία ας κρατηθεί<br>προτού λυγίσει<br>κατά το τέρμα.</p>
<p>Με πέντε αισθήσεις στήθηκε<br>η καθημερινή πανδαισία &#8211;<br>ω τί χαρά, ω τί γιορτή<br>στα μάτια συνωστίζονται στην ακοή<br>και στο αθόρυβο δέρμα<br>τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!</p>
<p>Αργά &#8211; αργά περιστρέφεται<br>η σφαίρα της γης &#8211; ίδια<br>παιδικό παιγνίδι&#8217;<br>κι άτακτα δεξιά ξερβά<br>μυρίζοντας το καθετί<br>ανήσυχα εντοπίζεις,<br>τον χρόνο να τραβά τα λουριά<br>στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.</p>
<p>Τότε μπορείς να βυθιστείς<br>στο δάκρυ που διστάζει ακόμα<br>και τη φθορά ν’ αντικρύσεις.<br>Καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά<br>κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης<br>κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά&#8230;</p>
<p>Κι η μνήμη αρχίζει.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Κοιτίδες μνήμης</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">ολόκληρο το άηχο τοπίο<br>κάτω από μια συννεφιασμένη<br>ή και μιαν αίθρια μοίρα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΓΚΛΕΙΣΤΡΑ</strong></h4>
<p>Κομμένη στα πλευρά του βουνού<br>κάθετη κώχη<br>κάτω από γκρίζες χαρουπιές<br>που γονατίζουν&#8230;<br>Εδώ μπορείς με τον σουγιά να σκάψεις<br>κρύπτες βαθιές μέσα στον βράχο,<br>μπορείς με τ’ αδύναμο κορμί σου<br>ν’ ανέβεις πέτρινα σκαλιά κατακόρυφα &#8211;<br>για να ‘σαι μόνος<br>και πιο κοντά Του.<br>Μα μόνο αν μέσα σου<br>άναψε φλόγα δυνατή<br>που πυρώνει τα σπλάχνα,<br>και πια δεν υπάρχει αναπαμός.<br>Μόνο αν είδες μια μέρα<br>τα δυο καματερά μπροστά απ’ το αλέτρι<br>στη μέση τ’ αγρού<br>να σταματάν λυπημένα&#8230;</p>
<p>Δεν έχεις τότε εκλογή.<br>Παίρνεις όπως εκείνος τον ίσιο δρόμο<br>παράλληλα στην ακροθαλασσιά<br>και φτάνεις στην Πάφο,<br>αφήνοντας πίσω σου νοικοκυριό<br>και στέφανα μιας μέρας.<br>Κοιτάζεις ύστερα τα κοντινά βουνά<br>και το πράσινο σούρσιμο της ποταμιάς<br>που φέρνει κοντά τους.<br>Και τέλος &#8211; τέλος εκεί<br>στον κόρφο του Μελισσόβουνου<br>κρυμμένο στα δέντρα, <br>καθώς ο παράξενος εκείνος διαβατής<br>που λεγόταν Νεόφυτος &#8211;<br>μπορείς κι εσύ να λαξέψεις<br>την κρύπτη σου<br>ή την πίστη σου<br>και να τη δοξάσεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΙΑ ΚΑΤΑΝΥΞΗ</strong></h4>
<p>Αγριοπερίστερα πλαταγίζουν<br>στα διάκενα της προσευχής<br>στο ύψος της σκήτης όπου<br>βυζαντινά οστεοφυλάκια ρύθμιζαν<br>σαν καρδιά τον σφυγμό μας,<br>για να μπορούν ελληνικά<br>να τραγουδούν οι σκλάβοι τον πόνο<br>κι ευλαβικά να κάνουν τον σταυρό τους<br>σε κάθε γύρισμα της μοίρας.</p>
<p>Τώρα ανάμνηση αυτή η ζωή,<br>η στενωπός έχει τελειώσει<br>και κολυμπούμε σ’ ανοιχτά πέλαγα.</p>
<p>Περπατώντας ξανά<br>στον δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα<br>χωρίς κάποια πρόθεση &#8211; αντίθετα ίσως,<br>ξυπνά μια κατάνυξη από ένα<br>σαπισμένο που πέφτει καρύδι<br>μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,<br>που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα<br>και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο<br>της μνήμης θρούμπι.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΞΗΜΕΡΩΜΑ</strong></h4>
<p>Μικρός αυλός στο στόμα<br>του πρώτου τσοπάνη χαιρετά<br>την έλευση καινούργιας μέρας.<br>Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει<br>για να πατήσει στον ρυθμό του,<br>κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά&#8230;</p>
<p>Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές<br>έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,<br>κι αρχινάει μετά να ψάχνει<br>σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές<br>ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο &#8211;<br>έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει<br>όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.</p>
<p>Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς<br>τού φωτός έχει καθίσει<br>μ’ ένα βουητό ζωής<br>το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτινών,<br>που ξύπνησαν το καθετί<br>που μοίρασαν το χρώμα &#8211;<br>έτσι όπως πάντοτε,<br>δουλειά γνωστή τους.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΟΠΙΟ</strong></h4>
<p>Κάθετοι βράχοι, αετών φωλιές &#8211;<br>άγρυπνο μάτι πάνω από λόφους<br>μ’ άνυδρα πεισματικά θάμνα,<br>ζεσταίνοντας χνάρια ζωντανά<br>γενιών και γενιών&#8230;</p>
<p>Σκληρό τοπίο αιώνιο<br>σε δειλινό περίβλημα φωτός,<br>ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα<br>που πρωτονομασαν τη βροχή,<br>το σύννεφο, το νερό&#8230;</p>
<p>Βράδιασε. Γυρνούν στα σπίτια<br>μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,<br>τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια<br>τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες &#8211;<br>και το δέρμα που δέχτηκε<br>το ρίγος του πρωινού<br>και του μεσημεριού τις βελόνες.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΛΟΥΤΡΑ</strong></h4>
<p>Όταν χρόνο με χρόνο βλέπεις<br>στην αιωνόβια θύμησή σου,<br>άδικον ουρανό σ’ άλλη χώρα<br>τις βροντές του να σπαταλά<br>σε γλεντοκόπια πλημμύρας –</p>
<p>κι εσέ ν’ αποξεχνά<br>μικρό νησί του νότου<br>ράχη στο κορμί του Ακάμα&#8230;<br>Στης ξηρασίας το σώμα τότε σκάβεις<br>μια γούβα και μαζεύεις το δάκρυ,<br>πάνωθε απλώνοντας την κόμη<br>βοστρύχους πράσινους μιας συκιάς &#8211;<br>πηγή ακριβή των σπλάχνων σου<br>που συντηρείς στο λιοπύρι,<br>εκείνο που τσουρουφλίζει τα μέτωπα<br>και το άλλο της νωπής σκλαβιάς.</p>
<p>Μα εσύ όπως καθωσπρέπει Μάνα<br>στραγγίζεις τη φλέβα και δίνεις<br>το αίμα ν’ αντέξει η ζωή<br>μέχρι να ροδίσει το χάραμα.<br>Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία<br>από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρούμπι<br>και ταπεινά δοξάζεις<br>μια στρογγυλή γούβα νερού &#8211;<br>του τοπίου γνήσιο αγίασμα<br>και της Θεάς οπωσδήποτε ιερά λουτρά.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Άνθος Οδύνης</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ω μητέρες Ηρώων,<br>ω πηγή ποταμών αφρισμένων<br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΟΡΦΕΣ (μνήμη Κύπριας)</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Τα όνειρα πλέκουν τις νύχτες<br>το ακριβό ένδυμα της ελπίδας,<br>λίγο ακόμα και πάει να τελειώσει.<br>Μα η λήθη στον ύπνο ευδοκιμεί<br>δεν προλαβαίνει των ωρών η κλεψύδρα<br>κι ελαύνει το φως σαν καταδότης.<br>Και σπεύδεις τότε, ω Πηνελόπη<br>μ’ ολόγυρά σου θηλυκούς μνηστήρες &#8211;<br>την πενία τη μοναξιά και τη λύπη,</p>
<p>σε μονοπάτι αγκαθερό σε λειμιώνα<br>ταλανίζοντας τα γυμνά πόδια&#8230;<br>Για να επιστρέφεις με μικρό καλάθι<br>το βατόμουρο μέσα το σαλιγκάρι<br>κι η ζωή που πρέπει βρέξει &#8211; χιονίσει<br>πάνω απ’ όλα να συνεχίσει.</p>
<p>Κι ας φυσά το βράδυ κρύος βοριάς,<br>εσύ τον κάματο μπορείς να ξεχνάς<br>πάνω από μάτια αθώα μεγάλα<br>και στόματα ανοιχτά &#8211; ίδια σπουργίτια &#8211;<br>ταξιδεύοντας σε μακρυνή<br>εωθινή ανάμνηση, καβάλλα<br>στου υμέναιου σου το λευκό άτι<br>όταν ανάλαφρα στον ώμο του έγερνες<br>το σώμα της νιότης&#8230;<br>Πριν έρθουν οι δίσεκτοι καιροί,<br>στον ουρανό μετάλλινα<br>άγρια ράμφη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Νόστος</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μας απομένει ο δρόμος του χτες<br>και η αλλοιωμένη πίστη μας σε μια συνήθεια,<br>που της άρεσε κοντά μας κι έμεινε και πια δεν φεύγει. <br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΝΗΜΕΣ (στους γονείς μου)</strong></h4>
<p>Β’</p>
<p>Σαν πέρασε ο καιρός<br>κατάλαβα<br>πόσο είχαν αλλάξει τον πατέρα μου,<br>οι νύχτες του σπιτιού οι μικρές<br>κι οι μέρες οι μεγάλες<br>μέσ’ τον κάμπο.</p>
<p></p>
<p>Γ’</p>
<p>Πενήντα χρόνια πίσω η σκέψη<br>εύκολα γλιστρά σαν την κεντρίζουν<br>στη βεράντα δειλινές ακτίνες<br>μερών Αλκυονίδων,<br>εικόνες μνήμης<br>που τα μάτια μουσκεύουν&#8230;<br>Της ψυχής τα πανιά τότε φουσκώνουν<br>λαχταρώντας τον άλλο γιαλό<br>στην αγκαλιά του αγέρα.<br>Μα το κορμί που χτυπήθηκε<br>στης ζωής τα μελτέμια,<br>καράβι τώρα στο σούρουπο<br>με του λιμανιού τον βυθό<br>γίνεται ένα.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΕΣ’ ΤΟ ΝΕΡΟ</strong></h4>
<p>Τότε μια αίσθηση πρωτόγονη<br>σαν το χταπόδι σε σφίγγει,<br>να βγεις δεν μπορείς στην ακτή<br>παρά σ’ εκατομμύρια χρόνια,<br>σαν την υδρόβια ζωή<br>που πρωτοπάτησε της γης την όχθη.</p>
<p>Απλά το νοιώθεις, δεν το σκέφτεσαι<br>δεν είσαι τίποτε παραπάνω<br>από τον κάβουρα που στην τρύπα χώνεται,<br>μονάχα που εξόκειλες σ’ άλλο σημείο&#8230;<br>Και χρειάστηκες κόπο και άλλα εφόδια<br>για να ’βρεις τον δρόμο σου<br>να κερδίσεις τη μνήμη.</p>
<p>Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό<br>σαν πράσινο φύκι κι αισθάνεσαι<br>το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.<br>Μα το δειλινό το δειλινό<br>που οι πρώτες σκιές καλούν εις οικον-<br>σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη γραμμή<br>κρυφοκοιτάζοντας<br>παράξενα θλιμμένα πίσω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο ΑΛΛΟΣ ΝΟΣΤΟΣ</strong></h4>
<p>(&#8230;γέροντας στο Μέσα-χωριό &#8211; οι εφημερίδες)</p>
<p>Βράδιασε, κάνει κρύο<br>στην ψυχή μου την ξεχασμένη<br>μέσ’ τα βαριά κι ακίνητα<br>εβδομηνταεφτά μου χρόνια.<br>Κι ο αγέρας που κατεβαίνει ουρλιάζοντας<br>πάνω απ’ το Μέσα-χωριό<br>δεν κάνει φέτος<br>μόνο τα σκυλιά να κλαίνε,<br>καθώς αδιάκριτα χτυπά την πόρτα μου<br>και μου φωνάζει να βγω&#8230;<br>Για πού; Ποιος να με περιμένει;</p>
<p>Σήμερα Κυριακή ξεπρόβαλε<br>ο ήλιος μ’ ένα σάλτο<br>μέσα απ’ το σύννεφο να με κοιτάξει,<br>στην εκκλησιά μ’ ανθό στο πέτο<br>τρίτη φορά να στέκομαι γαμπρός&#8230;<br>Υμέναιος φθινοπωρινός.<br>Άνοιξα τα παράθυρα, τις πόρτες-<br>να κεραστούν οι ξένοι ένα λουκούμι<br>να πάρουν τα παιδιά ένα γλυκό<br>και μια φωτογραφία οι φωτορεπόρτερ<br>με τα σχετικά, γιατί και πώς&#8230;<br>Κανείς δεν ήξερε,<br>μόνο εγώ.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΑΞΙΔΙ &#8211; ΕΜΠΥΡΕΤΗ ΕΦΕΣΗ</strong></h4>
<p>Πεύκο στης απαντοχής<br>το νοερό ακρογιάλι,<br>προσμένοντας χρόνια εκατό<br>πότε επιτέλους να σαλπάρει –</p>
<p>μα η μοίρα του είναι μονάχα αυτή<br>να ταξιδεύει με βαθειές ρίζες<br>σε υπόγεια νερά&#8230; Έτσι καθώς<br>με το λυχνάρι μια ζωή<br>ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα<br>σαλπάρουμε κι εμείς,<br>σε θάλασσα άσπρο χαρτί<br>γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.</p>
<p>Ταξίδι &#8211; εμπύρετη έφεση<br>ψυχών που άλλα γυρεύουν,<br>έσχατη επιθυμία της φτέρνας<br>που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα.<br>Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί<br>κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο –</p>
<p>δέχεται το πεύκο τη μοίρα του<br>απαλύνοντάς την<br>στο κύμα στον άνεμο<br>ρίχνοντας σπόρους,<br>παρόμοια όπως<br>δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς<br>κι ο ποιητής ετοιμάζεται<br>για τον επόμενο στίχο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΠΙΚΡΗ ΓΕΝΕΣΗ (1983)</strong></h3>
<h4><strong>ΠΟΡΕΙΑ</strong></h4>
<p>Δεν έχω πια τόσο λαμπερά<br>και διάφανα ως το βυθό μάτια,<br>και τραβηγμένη βαθιά<br>δεν κινδυνεύει η καρδιά<br>που χτυπώντας μου γέμιζε<br>το κάθε χαμόγελο.</p>
<p>Έπρεπε να πονέσω πολύ<br>πριν φύγει το πικρό μου δάκρυ,<br>για κάποιες μνήμες<br>κάποιους κόσμους πού ‘χαν φτιάξει<br>απατηλά αισθητήρια.</p>
<p>Το φως οδήγησε τοι βήμα<br>μου σ’ άλλους ανθρώπους<br>που ‘χαν στην καρδιά τον πόνο<br>κι από πληγές που δεν ανήκαν<br>στο δικό τους σώμα. . .</p>
<p>Ήταν η αγάπη.<br>Και μάταια<br>αργοπόρησα το βίο<br>ψάχνοντας μέσα σε κρυψώνες<br>και ποτές δίπλα μου,<br>αντί το χαμόγελο σέρνοντας<br>μια βαριά πανοπλία.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΠΙΚΡΗ ΓΕΝΕΣΗ</strong></h4>
<p>(στους γονείς μου)</p>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Σκληροί καιροί, δύσκολα χρόνια. . .<br>Μπορούσες να τα διαβάσεις<br>στα πρόσωπα τους<br>που μαζεύονταν σε γραμμές<br>γερμένα τ’ απόδειπνο στους αγκώνες.</p>
<p>Ψιθύριζε εκείνη:<br>Κράτα το στεναγμό<br>κράτα τον πόνο μην ακουστεί,<br>γιατί τα παιδιά κοιμούνται<br>και τα όνειρα τους<br>κρέμονται σε κλωστές από μάς.</p>
<p>Τα χέρια που μας νανούρισαν το βράδυ<br>ήταν ακόμα μουδιασμένα<br>από τον κάματο της μέρας,<br>τα χείλη π’ άγγιξαν τα μάγουλα μας<br>σφίγγαν του πόνου τη δαγκωματιά<br>να μην μπορέσει μια κραυγή να φύγει. </p>
<p>Οι γονείς μας δεν είδαν πότες<br>σα Θείο δώρο τον ήλιο,<br>τυλιγμένοι ολημερίς σε μαντήλια<br>για να τον αποφύγουν. . .<br>Δεν τραγουδήσαν τις πηγές<br>γιατί έπρεπε ως τα γόνατα<br>να’ χουν τα πόδια τους μέσ’ το νερό. . .</p>
<p>Κι όμως αγάπησαν τον ήλιο<br>και τη δροσιά που μοίραζε<br>σ’ όλους το ρέμα.<br>Κι έτσι μπορέσαμε να γεννηθούμε<br>σ’ εκείνες τις στιγμές<br>πού ‘χαν για να στεγνώσουν τον ιδρώτα.</p>
<p>Μεγάλη η πράξη τους.<br>Και πιο μεγάλη η πληρωμή:<br>Τα σώματα τους καίνε ακόμα. </p>
<p></p>
<h4><strong>ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></h4>
<p>(στον άνθρωπο)</p>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Τ’ ατσάλι σαν εσφίξαμε στα χέρια<br>έγινε στο καράβι μας τιμόνι.<br>Την πέτρα πού ‘κλείνε το δρόμο πλέρια<br>έκαμε ο μύλος της αγάπης σκόνη. </p>
<p></p>
<p>Οι λίμνες, τα ποτάμια κι οι σπηλιές—<br>ένα κομμάτι μέσα μας<br>παμπάλαιης μνήμης,<br>ξυπνά σα μια ηδονή<br>κάθε φορά που περπατάμε στο τοπίο.</p>
<p>Ήταν γραμμένο μέσα στο αίμα μας<br>ν’ αφήνουμε τα πρώτα σπίτια,<br>ανήσυχοι ν’ ανάβουμε<br>ψηλότερη φωτιά πάνω στη στάχτη. . .</p>
<p>Οι λίμνες, τα ποτάμια κι οι σπηλιές—<br>η φύση φοβερή μέσ’ τη σιωπή της.<br>Τ’ ασύνορο στενεύει τις καρδιές,<br>μα πώς συσπώνται, πώς<br>ανατριχιάζουν ξαφνικά τα δέντρα<br>κι όλο μικραίνει το τοπίο,<br>το τραίνο σα φανεί μέσ’ την κοιλάδα<br>σαλπίζοντας τη δύναμη μας.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΒΡΑΔΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Μ’ όνειρα χίλια θρέψαμε το μακρινό ταξίδι<br>πάνω στο βράχο του γιαλού τα δειλινά τα ρόδινα,<br>πριν έρθει ο σάλος μιας ζωής με το κρυφό λεπίδι<br>να κόψει τις φτερούγες μας σιγά κι ανώδυνα.</p>
<p>Στον ώμο το βαρύ γυλιό &#8211; κάπου θ’ ανταμωθούμε<br>κάποια φωνή ψιθύριζε κρυφή κι αόριστη,<br>μια συντροφιά παλιά να ξαναμετρηθούμε—<br>ίσως γνωστοί σαν κάποτε, κι ίσως αγνώριστοι.</p>
<p>Κύλησε ο χρόνος κι έφυγε σαν την αστραπή<br>και μεσ’ τη μνήμη η συντροφιά πάει να σβήσει,<br>σκύψε στ’ αυτί και πεσ’ μου βραδινή στιγμή<br>ποιοι μείναν όρθιοι και ποιοι έχουν γονατίσει.</p>
<p></p>
<p>Δ&#8217;</p>
<p>Στο παραθύρι κόπασε η ζωή<br>κι ακούω μονάχα την καρδιά μου.<br>Τις μέρες κρατιέμαι στο σκοπό<br>μα όταν νυχτώνει,<br>βοήθησε με ορμή της νιότης<br>ν’ ακολουθεί το βλέμμα μου μια λάμψη.</p>
<p>Βράδιασε. Και κρατώ<br>το σώμα ακόμα στο βωμό &#8211; θυσία<br>να γεννηθεί μια φλόγα. . .<br>Άνεμοι που τη σβήνετε<br>στη στάχτη της δε σταματώ,<br>χτύπα καρδιά μου<br>χτύπα δυνατά ν’ ανάψεις,<br>να ζήσει από φως μια κίνηση<br>στη μορφή σου<br>φευγαλέα οθόνη του βίου.</p>
<p>Το τέλος πια δε με τρομάζει.<br>Μου φέρνει μόνο ανησυχία<br>και σύντομο ύπνο.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΝΤΑΦΙΟ</strong></h4>
<p>Γη ελαφρά,<br>τί δόξα τί τιμή<br>να με σκεπάζεις. . .<br>Το αίμα τ’ άφησα στον κάμπο<br>που διψούσε τη βροχή<br>μα δεν κρυώνω,<br>είμαι ο ήρωας<br>και με ζεσταίνει το στεφάνι.</p>
<p>Γαλήνη στη ψυχή<br>κι οράματα έταξες<br>στα κλειστά μου μάτια,<br>και μη γίνεσαι<br>γη ελαφρά<br>με το δάκρυ που πέφτει των παιδιών<br>τόσο βαριά,<br>μη γίνεσαι<br>τόσο διάφανη—<br>τ’ άλλο στεφάνι να θωρώ<br>που πλέκεται μ’ αγκάθια. </p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ</strong></h4>
<p>Θα κρύψω πάλι τις πληγές<br>που μ’ άνοιξες με το μαστίγιο,<br>θα ξεχάσω το φως<br>που μου στέρησες τα μάτια . . .</p>
<p>Στους κάμπους τα βουνά<br>«είτε παίδες Ελλήνων»,<br>το πνεύμα μου που μίσησες<br>κρατά τις γραμμές μας,<br>και τα χέρια<br>ακόμα ψηλά<br>ανεμίζουν σημαίες,<br>τα χέρια ακόμα λεύτερα<br>και ματωμένα<br>όταν ξανάρχεσαι<br>και τους περνάς<br>τις παλιές αλυσίδες.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ (1976)</strong></h4>
<p>Το νησί μου μικρό<br>καράβι σταματημένο<br>στη Μεσόγειο θάλασσα,<br>που του σχίσανε τα πανιά<br>που του κόψαν τα κατάρτια<br>και δεν προχωρά<br>μήτε μπροστά μήτε πίσω.</p>
<p>Θολώνουν κι αποτραβιούνται<br>οι γραμμές των γιαλών του<br>το ηλιοβασίλεμα<br>σε διάφανα σχήματα,<br>κι επιπλέει πια<br>κάτω από γαλανό ουρανό<br>το ίδιο σώμα &#8211; αιμόφυρτο<br>της Θεάς Αφροδίτης . . .</p>
<p>Κι οι δυο μαστοί του, ο ένας<br>ο Όλυμπος κι ο Πενταδάχτυλος<br>ο άλλος<br>μέσα στο στόμα του βιαστή<br>χωρίς κανένα ρίγος—<br>με μια γραμμή μια μαχαιριά<br>στα δυο να τους χωρίζει,<br>ως κάτω στον κόλπο τον κρυφό<br>με τις πορτοκαλιές<br>που ξεκινούν τα καράβια . . .</p>
<p>Αμμόχωστος. Νεκρική σιγή.<br>Της νυχτερίδας ξέφωτο<br>όμηρος νύχτα και μέρα<br>του τρωκτικού καιρού, <br>σαν να μην πέρασε πότες<br>ο Τελαμώνιος με την τριήρη<br>κι ο Ευαγόρας<br>να μη στέριωσε βασίλειο.</p>
<p>Προστάτη του νησιού, Θεά,<br>μέσα απ’ το ίδιο κύμα<br>στην πέτρα του Ρωμιού<br>παρθένα ατόφια υψώσου<br>και στιλπνή στον ήλιο.<br>Το αίμα σμίγοντας εφτά γενιών<br>σε μια μονάχα φλέβα—<br>με το λεπίδι<br>που μου ξεσχίζει τα σπλάχνα<br>διάπλατα να την ανοίξω,<br>καθαρτήριος ποταμός<br>να χυθεί σε πλαγιές και λαγκάδια.</p>
<p>Να ξεπλύνει μ’ ένα του κύμα<br>τα μαγαρισμένα χωριά<br>και το κατώφλι της εκκλησιάς<br>τ’ Αποστόλου Ανδρέα.<br>Να ξεπλύνει και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού,<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>πάνω στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p><strong>ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ</strong></p>
<p>Αύγουστος, κι ακόμα καρτερά<br>της Μεσαριάς το νιό σιτάρι.<br>Μα βρέχει φλόγες ο ουρανός<br>κι εγώ ιτιά γέρος κι έρημος<br>σε ποιο να δώσω το δρεπάνι,<br>που οι γιοι μου φύγαν το πρωί<br>με το ντουφέκι.</p>
<p>Καίγεται το χωριό μέσα στις φλόγες . . .<br>Κρύβω τον πόνο μέσ’ τα στήθια<br>και φεύγω μέσ’ τους κάμπους,<br>κρύβω τον πόνο στην καρδιά μου<br>και χάνομαι μέσα στα δάση.<br>Ήλιε,<br>κι αν σε κρύψαν οι καπνοί<br>μου φωτίζουν ακόμα<br>τα πυρπολημένα πεύκα το δρόμο,<br>τούτη τη χρονιά<br>που με κυνήγησαν οι άνθρωποι<br>και με καλούν στους κόρφους τους τ’ αγρίμια.</p>
<p>Κατάμονος μέσα στον κάμπο τώρα,<br>γερμένος στη σκληρή την πέτρα.<br>Να σε κοιτάξω δε μπορώ—<br>τα μάτια τά ‘στειλα να βρουν τον γιό μας. <br>Να σου μιλήσω δε μπορώ—<br>βαρύς λυγμός με δέρνει ακόμα.<br>Ξένε,<br>και να σε κεράσω πώς,<br>που από το σπίτι μ’ έκοψαν<br>σα με μαχαίρι;</p>
<p>Γύρισε παλιό αλακάτι.<br>Το περιβόλι εμάρανε<br>και πρέπει να ποτίσω<br>τα δέντρα πού ‘θρεψαν τόσες γενιές μου.<br>Βόλε φαΐ στη μαντηλιά<br>και δωσ’ μου το δρεπάνι,<br>γιατί ωρίμασαν ξανά τα στάχυα . . .<br>Και μη μου λες πως πήρανε<br>με το σπαθί το βιός μας,<br>και μη μου λες πως είμαστε<br>σε ξένα μέρη<br>με μόνη σκεπή τον ουρανό<br>και την καρδιά μας μόνη φλόγα.</p>
<h4><strong>ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ</strong></h4>
<p>Κρυφή μου στέρνα της ψυχής<br>γέμισε χόρτο<br>το σώμα σου πυκνό<br>μα δε φυτρώνει λησμοσύνη.</p>
<p>Βάτος- θεριό τα γένια μου<br>άδεια σπηλιά το βλέμμα μου,<br>και περπατώ σα μούλα<br>στον ίδιο κύκλο που ‘θρεψε<br>η προσμονή- ξερό πηγάδι.</p>
<p>Χρόνους οχτώ παιδεύομαι<br>κι αναζητώ σαν τη γοργόνα,<br>τα κύματα ξαναρωτώντας<br>που πέρασαν απ’ τη Κερύνεια<br>και του Πενταδάχτυλου τα πουλιά<br>που πετούν προς το νότο . .<br>.<br>Αν είδαν το χαμένο γιο<br>να περπατά τη νύχτα<br>να κρύβεται τη μέρα,<br>να ‘χει θητεία στο θάνατο<br>χρόνους οχτώ.</p>
<p>Νιόβρης, 1982</p>
<p><strong>ΑΠΟΠΡΟΣΑΝATOΛΙΣΜΟΣ</strong></p>
<p>Κωφεύεις<br>στη φωνή της πατρίδας—<br>όσο τ’ αντέχεις<br>σιγά &#8211; σιγά.<br>Και μια μέρα<br>ούτε που ξέρεις<br>ποιο δρόμο να πάρεις<br>κι εύκολα ξεχνάς<br>πού είναι η πλώρη<br>πού είναι η πρύμνη,<br>σ’ ένα νησί<br>με πολλά ακρωτήρια<br>πολλούς δείχτες στη θάλασσα.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></h3>
<h3><strong>Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ (2015)</strong></h3>
<p><strong>ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ</strong></p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΛΛΑ 30 ΠΟΙΗΜΑΤΑ&nbsp;</strong><br><strong>του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε</strong></h4>
<h5><strong>[Περνώ τη ζωή μου]</strong></h5>
<p>Περνώ τη ζωή μου<br>σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,<br>και πάνω απ&#8217; τα πράγματα ξεμακραίνουν.<br>Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,<br>μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν.</p>
<p>Γύρω απ&#8217; τον Θεό περιστρέφομαι,<br>τον πανάρχαιο τούτο πύργο,<br>χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω &#8211;<br>κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,<br>ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω.</p>
<p>(I, 253,1899)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Μέσα απ&#8217; τον Λόγο σου το διαβάζω]</strong></h5>
<p>Μέσα απ&#8217; τον Λόγο σου το διαβάζω,<br>κι απ&#8217; τις κινήσεις των χεριών σου,<br>που πλαστουργώντας<br>τρυφερά στρογγυλεύαν-<br>περίγραμμα στο καθετί,<br>ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.<br>«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»<br>κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω».</p>
<p>Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.<br>Σχισμή τότε πέρασε<br>τους ώριμους κύκλους σου,<br>και κραυγή εσηκώθη<br>τις φωνές υφαρπάζοντας,<br>πού είχανε μόλις συναχθεί<br>ολόγυρά σου να μιλήσουν,<br>ολόγυρά σου να κρατήσουν<br>τη γέφυρα όλου του χάους.</p>
<p>Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,<br>θρύψαλα είναι<br>του παλαιού σου Ονόματος.</p>
<p>(I, 257,1899) </p>
<p></p>
<h5><strong>[Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.]</strong></h5>
<p></p>
<p>Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.<br>Να Λευτερώσω θέλω<br>τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.<br>Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,<br>ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα.</p>
<p>Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.<br>Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:<br>Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,<br>όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά &#8216;ναι,<br>έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,<br>όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα.</p>
<p>Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,<br>μ&#8217; αγκάλες διάπλατες<br>στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,<br>μ&#8217; αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,<br>να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ<br>όσο ποτέ άλλος κανένας.</p>
<p>Κι υπεροψία αν φαίνεται,<br>σ&#8217; αυτήν άφησέ με<br>την προσευχή μου να κάνω,<br>που βλοσυρή στέκει και μόνη<br>προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει.</p>
<p>(I, 259,1899) </p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h4>
<p>Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.<br>Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,<br>να τον ζητάς γι&#8217; αυτό δεν πρέπει.<br>Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,<br>ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,<br>έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.</p>
<p>Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά<br>από το φως που απ&#8217; τα πρόσωπά τους στάζει,<br>κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,<br>έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες<br>σ&#8217; άτακτο πυκνό μπουλούκι.<br>Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη<br>έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,<br>στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,<br>κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά<br>χειρονομία, που τους επιτρέπει<br>στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.</p>
<p>Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ<br>Κι εννοούν: τον καθένα.</p>
<p>(I, 392,1899)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΑΝΑΓΡΑ</strong></h4>
<p>Ένα κομμάτι γης καμένης,<br>σαν από ήλιο δυνατό πυρπολημένης.<br>Ωσάν η κίνηση χεριού κοπέλλας<br>μετέωρη να &#8216;μενε ξάφνου για πάντα &#8211;<br>δίχως ν&#8217; απλώνεται κάπου,<br>σε κάποιο ολόγυρά του πράγμα<br>οδηγημένη απ&#8217; το αίσθημά της,<br>τον εαυτό της μόνο συγκινώντας,<br>σαν χέρι που στο πηγούνι ακουμπά.</p>
<p>Σηκώνουμε και περιστρέφουμε<br>τη μια μορφή μετά την άλλη,<br>πάμε σχεδόν να καταλάβουμε<br>γιατί ποτέ δεν χάνονται,-<br>όμως βαθύτερα και πιο θαυμαστά<br>νά &#8216;μαστέ πρέπει δεμένοι<br>με ό,τι έχει υπάρξει,<br>και να μειδιούμε: καθαρότερα ίσως<br>απ&#8217; τη χρονιά την περασμένη.</p>
<p>(I, 515,1906)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ</strong></h4>
<p>Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,<br>κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος<br>κρύος τις Λατέρνες ζώνει.<br>Μ&#8217; απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,<br>ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος<br>οπίσθιου δώματος,<br>στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας<br>γεμάτης πανσέληνο,<br>φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο&#8230;</p>
<p>Ψηλά τότε μια απλωσιά<br>γλυστρά παραπέρα,<br>αλώβητη- καλά φυλαγμένη,<br>και τα παράθυρα παντού στα πλευρά<br>ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.</p>
<p>(II, 35,1908/9)</p>
<p></p>
<h5><strong>[&#8230;Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση]</strong></h5>
<p>(αποσπασματικό)</p>
<p>&#8230;Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση.<br>Τον χώρο λοιπόν ανασάνετε, όπου πλανιώνται τ&#8217; αστέρια.<br>Ετούτο δες, που χωρίς ανάγκη καμιά θα μπορούσε,<br>τυφλά ξεμακραίνοντας,<br>στην απεραντωσύνη να χαθεί, μακριά μας&#8230;<br>Και τώρα ευφραίνεται και μας αγγίζει το πρόσωπο,<br>όπως της αγαπημένης το βλέμμα.<br>Διανοίγεται απέναντι μας και κατασκορπά<br>σε μας ίσως την ύπαρξη του. Και δεν τ&#8217; αξίζουμε&#8230;<br>Κάποια δύναμη ίσως απ&#8217; τους αγγέλους θα παίρνει,<br>ώστε ο έναστρος ουρανός να ενδίδει<br>κατά το μέρος μας<br>και στη θολή μέσα να μας κλείνει μοίρα.<br>Μάταια όμως. Γιατί ποιος το προσέχει;<br>κι όπου σε κάποιον αισθητό γίνεται,<br>ποιος δικαιούται ακόμα<br>το μέτωπο του στον χώρο της νύχτας<br>σαν στο παράθυρο του ν&#8217; ακουμπήσει;<br>Ποιος δεν τ&#8217; αρνήθηκε; Στο έμφυτο τούτο στοιχείο,<br>πλαστές, κίβδηλες κι απαίσιες νύχτες<br>ποιος δεν έμπασε μέσα,<br>ικανοποίηση βρίσκοντας σε κάτι τέτοιο;<br>Τους Θεούς αφήνουμε στη σαπίλα τριγύρω,<br>γιατί δεν δελεάζουν οι Θεοί. Απλώς υπάρχουν,<br>και μόνο υπάρχουν, ύπαρξης πλησμονή,<br>δίχως νεύμα καθόλου, δίχως οσμή.</p>
<p>Τίποτε πιο βουβό απ&#8217; του Θεού το στόμα,<br>ωραίο σαν κύκνος<br>στης αιωνιότητας την απύθμενη έκταση:<br>Έτσι πορεύεται ο Θεός,<br>και κρύβει και προστατεύει τη Λευκότητα του.<br>Όλα Λοιπόν στην πλάνη. Και το πουλάκι ακόμα<br>μέσ&#8217; απ&#8217; το φύλλωμα το καθαρό μας βαραίνει,<br>το λουλούδι στενάχωρο απλώνει πιο πέρα.<br>Τί ζητά ο άνεμος λοιπόν; Ο Θεός μονάχα,<br>σαν κολώνα να περάσει αφήνει &#8211;<br>μοιράζοντας από ψηλά όπου στέκει<br>και στις δυο πλευρές τον ανάλαφρο θόλο<br>της μακαριότητάς του.</p>
<p>(Από τα «ποιήματα στη νύχτα», II, 52,1913)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Πλημμυρισμένοι ουρανοί]</strong></h5>
<p>Πλημμυρισμένοι ουρανοί σπαταλημένων άστρων<br>θριαμβικά απλώνονται πάνω απ&#8217; τη θλίψη.<br>Σκυφτός αντί να κλαις στο προσκεφάλι,<br>ψηλά σήκωσε τον θρήνο. Να,<br>στον οδυρόμενο κι όλας, στην όψη που σβήνει,<br>τριγύρω απλώνοντας το συναρπαστικό<br>σύμπαν αρχίζει. Ποιος διακόπτει<br>στην κίνηση σου προς τα εκεί τούτο το ρέμα;<br>Κανείς. Εκτός κι αν ξάφνου αντιπαλεύεις<br>τον χείμαρρο των αστεριών που πλησιάζει.<br>Ανάσανε. Το σκοτάδι της γης ανάσανε<br>και ψηλά πάλι κοίτα! Ξανά.<br>Ελαφρύ κι απρόσωπο το βάθος<br>από ψηλά επάνω σου γέρνει.<br>Το σβησμένο &#8211; γεμάτο νύχτα πρόσωπο &#8211;<br>και τον δικό σου χώρο του προσφέρει.</p>
<p>(Από «τα τραγούδια της νύχτας» II, 54,1913)</p>
<p></p>
<p><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ</strong></p>
<p>Μουσική: Των αγαλμάτων ανάσα. Ίσως<br>των εικόνων σιωπή. Γλώσσα εσύ, όπου<br>οι γλώσσες τελειώνουν. Εσύ χρόνος<br>που κάθετα στέκει<br>προς το μέρος καρδιών που σβήνουν.</p>
<p>Αισθήματα, για ποιον; Ω εσύ,<br>των αισθημάτων αλλαγή, σε τί;<br>Σε τοπίο ακοής.<br>Ξένη, εσύ: Μουσική.<br>Άνοιγμα<br>του χώρου της καρδιάς μας,<br>εαυτός μας πιο βαθύς,<br>που πέρα από μας<br>σπρώχνει να βγει,-<br>αποδημία ιερή:<br>αφού μας περιβάλλει ό,τι ενδότερο<br>σαν η πιο δοκιμασμένη<br>απώτερη φύση, ως άλλη<br>πλευρά του αιθέρα: καθαρή<br>απέραντη,<br>όχι πια κατοικήσιμη.</p>
<p>(II, 111,1918)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Ο ουρανός απέραντος, γεμάτος αρμονία,<br>χώρου απόθεμα και Χτίσης πλησμονή.<br>Κι εμείς πολύ μακριά απ&#8217; την κοσμογονία,<br>και τόσο κοντά για την επιστροφή.</p>
<p>Εν&#8217; άστρο πέφτει, να! Με βλέμμα σαστισμένο,<br>ταχιά προσμένουμε να πει μια γνώμη:<br>Τί άρχισε λοιπόν, και τί &#8216;ναι περασμένο;<br>Τί είναι ένοχο; Και τί πήρε συγγνώμη;</p>
<p>(II, 175,1924)</p>
<p></p>
<h5><strong>(Από τον κύκλο: «Νύχτες»)</strong></h5>
<p>Αστερισμοί της νύχτας που άγρυπνος κοιτώ,<br>την όψη μου την τωρινή μόνο διαστέλλουν;<br>ή μήπως και την όψη μου όλων των χρόνων-<br>αυτές οι γέφυρες που ακουμπούν<br>σε στήλες φωτός;</p>
<p>Ποιος θέλει εκείνα πορευτεί;<br>Για ποιον άβυσσος είμαι και ρύακα κοίτη,<br>ώστε μακριά να οδηγεί τα βήματά του,<br>εύκολα να με προσπερνά,<br>σαν το πιόνι να με παίρνει στο ζατρίκι<br>και νά &#8216;βγει επιμένει νικητής;</p>
<p>(II, 177,1924)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Όταν ζυγώνει η βροχή]</strong></h5>
<p>Όταν ζυγώνει η βροχή, ο κήπος σκοτεινιάζει<br>σχεδόν τρυφερά,<br>κήπος που κάτω<br>από νωθρό χέρι ησυχάζει.<br>Λες και στοχάζονται μες στις πρασιές τα Είδη:<br>πώς έγινε, αλήθεια πώς<br>τα πρωτονόμασε ο κηπουρός!</p>
<p>Γιατί πάντα τον σκέφτονται &#8211; έχοντας σμίξει<br>με την ιλαρή απολύτρωση,<br>απόμεινε το κουρασμένο πνεύμα του,<br>και η παραίτηση του, ίσως κι αυτή&#8230;</p>
<p>Για μας παράξενη στ&#8217; αλήθεια διδαχή,<br>να έχουν και τούτα μια διττή φύση:<br>ακόμα και το πιο ελαφρύ<br>προβάλλει αντίρροπο βάρος.</p>
<p>(II, 187,1926)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΡΟΔΟ</strong></h4>
<p>Ρόδο, ω άδολη αντίθεση,<br>χαρά: να μην είσαι<br>ο ύπνος κανενός<br>κάτω από τόσα βλέφαρα.<br>1925</p>
<p><strong>Επεξηγηματικό σημείωμα</strong></p>
<p>Οι ρωμαϊκοί και αραβικοί αριθμοί σε παρένθεση στο τέλος εκάστου ποιήματος,<br>αντιστοιχούν στον τόμο, τη σελίδα και τον χρόνο γραφής του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></h3>
<p></p>
<h3><strong>ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ (2014)</strong><br><strong>ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ</strong></h3>
<h5><strong>ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</strong></h5>
<p>Το βιβλίο αυτό με τις Αισθητικές Προσεγγίσεις έργων μιας πλειάδας σύγχρονων Κυπρίων ποιητών, έχει ως προτεραιότητα τον αισθητικό φωτισμό συγκεκριμένων ποιητικών επιτεύξεων, μέσω μιας κατά κύριον λόγο μορφοκεντρικής προσέγγισης. Στη βάση μιας τέτοιας θεώρησης (ίδε Επίμετρο στο τέλος του βιβλίου) γίνεται προσπάθεια δομικής κι ερμηνευτικής θεμελίωσης του αισθητικού φαινομένου στην ποίηση γενικότερα.<br>Με δεδομένη την πιο πάνω βασική στοχοθέτηση, οι επιλογές που έγιναν δεν έχουν κατά κανόνα αξιολογικό χαρακτήρα. Προέκυψαν, πρέπει να ομολογήσω, περισσότερο από συγκυριακές αναγνωστικές γνωριμίες ή και προκλήσεις, που αντιμετώπισα στη διαδρομή μιας στενής κι αγαπητικής σχέσης με σημαντικό μέρος της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας. Διαμόρφωσα έτσι αργά μα σταθερά κρίσεις και συναισθήσεις σε κείμενα, αντλώντας κι αιμοδοτούμενος κάθε φορά από τις έμμορφες, πολύτροπες και πολύσημες εκφάνσεις του έργου ενός εκάστου. Και μπορώ να πω ότι ευδαιμονούσα πραγματικά, όχι ισορροπώντας μετέωρος σε θεωρητική γνωσιολογική σφαίρα, αλλά μετέχοντας κατά δύναμιν στην πρωταρχική και ριγηλή ανάπτυξη της δημιουργικής διαδικασίας.<br>Στις προθέσεις μου φυσικά δεν είναι ν’ αναλύσω ναρκισσιστικά τη δική μου μεθοδολογία, αφού το ζητούμενο δεν είναι η εστίαση σε μια ετερόφωτη και δευτερογενή εργασία (όση δόση κριτικής και λογοτεχνικής αλήθειας κι αν ενέχει). Κύρια επιδίωξή μου αντίθετα, αν ευδοκιμήσει τελικά, είναι η διάνοιξη επικοινωνίας του αναγνώστη με την βαθύτερη καλλιτεχνική αλήθεια των ποιητών και της συγκεκριμένης δημιουργίας των.</p>
<p>Σημ. Παραθέτω μερικά απόσπάσματα από τις Αισθητικές προσεγγίσεις ποιητών που έχω ανθολογίσει. Α.Κ.</p>
<h4><strong>Ο ελλειπτικός Μάριος Αγαθοκλέους</strong></h4>
<p>Από τον Ηδονοβλεψία στη Γυναίκα με τα μαύρα</p>
<p>Α.<br>Με τη δεύτερη του ποιητική συλλογή Ηδονοβλεψίας, εκδομένη το 1988 &#8211; η πρώτη με τον τίτλο Εολίθια εκδόθηκε το 1983 &#8211; ο Μάριος Αγαθοκλέους όχι μόνο βελτιώνει τη χαρακτηριστικά λιτή και στρωτή τεχνική του, αλλά της προσδίδει μια πιο σύνθετη και πιο πλούσια συμβολιστική. Με έντονη ακόμη την ερωτική διάθεση και θεματική, απαλλάσσεται ως ένα βαθμό από το προηγούμενο αισθητικά αμφίβολο στίγμα μιας ερωτικά «σωματικής» εκφραστικής και περνά στην πολυσήμαντη ανάπτυξη του ποιήματος. Η ροή των εικόνων και ο πάντα απρόβλεπτος μεταφορικός του λόγος ξετυλίγονται σχεδόν επεισοδιακά, με εύγλωττες σιωπές και σκόπιμα χάσματα. Καταθέτω κάτι χαρακτηριστικό:</p>
<p>Έγκλειστος<br>Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.<br>Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν<br>μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.</p>
<p>Γι&#8217; αυτό και δε με βλέπουν που τ&#8217; απλώνω,<br>τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,<br>στο σκοτεινό μου δωμάτιο.</p>
<p>Κανένας άλλος ας μην πληρώσει<br>γι&#8217; αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.<br>Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα<br>κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.</p>
<p>Ο αναγνώστης εξέρχεται του ποιήματος έχοντας τη βέβαιη αίσθηση, ότι ο ποιητής έχει κατορθώσει να «διπλοκλειδώσει» εξίσου μια συμπαγή στην εναλλακτικότητά της καλλιτεχνική μορφή, η οποία κρατά τις κεραίες μας σε διαρκή εγρήγορση. Δεν πρόκειται εδώ για κοινότοπη ψυχογραφία ή ένα ανιαρό εξομολογητικό μονόλογο, από αυτούς που τόσο συχνά διαβάζουμε. Η κίνηση των στίχων είναι συνήθως σύντομη κι ελλειπτική, άλλοτε πάλι γίνεται πιο σύνθετη κι ελικοειδής, οδηγώντας σε τελικές επιγραμματικές συμπυκνώσεις. Μια τέτοια αρμονικά δομημένη ταλάντωση της κειμενικής μορφής και ιδιαίτερα η ταυτόχρονη συνάρθρωση του συγκεκριμένου και του<br>υπονοουμένου, διαχέουν εντός μας μια ουσία αποσταγματική, που ευφραντικά μας κατακλύζει.<br>Περνώ τώρα στο ποίημα «Ηδονοβλεψίας», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή. Καταθέτω δύο ενδεικτικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι πολύ σύντομο, μονάχα τρεις στίχοι’ προσέξτε όμως την πυκνότητα και τον πολυδύναμο συμβολισμό τους.</p>
<p>Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου<br>φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,<br>αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα.</p>
<p>Είναι απαράμιλλα διαυγείς, συγχρόνως όμως και κρυπτικοί στίχοι, με φυσική κι αβίαστα αναδυόμενη υποβλητικότητα. Μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους ξαναδιαβάζουμε, χωρίς να νιώθουμε να μειώνεται το σημασιολογικό και συγκινησιακό τους φορτίο. Κι αυτό, γιατί υπερβαίνουν το λογικό και το αυτονόητο, λειτουργώντας ως εφαλτήριο προς αποκαλυπτικότερες των πραγμάτων θεάσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Η ιδιότυπη συμβολιστική του Ανδρέα Γεωργιάδη</strong></h4>
<p>Η σπαρακτική στο είδος της ποιητική ενεργοποίηση στοιχείων και φαινομένων των θετικών επιστημών, κάνει τον Ανδρέα Γεωργιάδη να είναι και να φαίνεται ως ο πλέον ιδιότυπος &#8211; και ας τον γνωρίζουν ελάχιστοι &#8211; ποιητής του χώρου μας.<br>Η προσπάθειά του, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπει στον κόσμο των πολλαπλών προσωπείων του Καβάφη, με μια βασική ωστόσο διαφορά. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί προσωπεία και σύμβολα από τον ευκολότερα αναγνωρίσιμο χώρο της ιστορίας, κάτι που μειώνει σημαντικά τον βαθμό διακινδύνευσης της επικοινωνίας του με τον αναγνώστη. Ο Ανδρέας Γεωργιάδης κάνει τα πάνω κάτω και κόβει ολότελα τις γέφυρες με τη γνωστή και δοκιμασμένη συμβολιστική, αντλώντας το υλικό του σχεδόν αποκλειστικά από τον απάτητο ποιητικά κόσμο της Βιολογίας, της φυσικής ή της Χημείας. Αναμετράται έτσι δημιουργικά με την ψυχρή και συναισθηματικά ανύπαρκτη επιφάνειά τους, μπαίνοντας σε ανάλογη καλλιτεχνική διακινδύνευση. Θέτει συχνά ενώπιον του ιδιόμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις, προκαλώντας με τη σειρά του κι εμάς να σκύψουμε χωρίς προκατάληψη πάνω απ&#8217; τις δύσβατες εκφραστικές του αναζητήσεις. Κινείται έτσι διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να διαταράξει λεπτές ισορροπίες και να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική ατάκα.<br>Η δυσκολία για τον αναγνώστη έγκειται σχεδόν αποκλειστικά στην ειδική γνωσιολογική προπαίδεια, μια βασική προϋπόθεση για την άμεση και ακριβή πρόσληψη των νύξεων και υπονοουμένων των στίχων του.<br>Η προσεκτική όμως ανάγνωση ανταμείβει τελικά τον αναγνώστη, αφού τον φέρνει σε επαφή μ&#8217; ένα πρωτόγνωρο αισθητικό κλίμα, σπάνιο στο είδος του. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνεται μ&#8217; εκπληκτικό τρόπο μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες και ανθρώπινα πεπρωμένα αναδύονται δειλά &#8211; δειλά μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κι ενώ τούτο σε πρώτο πλάνο αιφνιδιάζει και προσλαμβάνεται καταρχήν ως διανοητικό παιγνίδι, εμβαθύνοντας στην ανάγνωση οδηγούμαστε στην εμβίωση μιας κρυπτικής κι επτασφράγιστης αισθαντικότητας.<br>Πρόκειται σίγουρα για μια ανοίκεια και διαφορετική φωνή με αναγνωρίσιμο ύφος, που διεκδικεί &#8211; παρά την ολιγογραφία και τις όποιες ουσιαστικές αντιρρήσεις- τον ελάχιστο χώρο της στο μωσαϊκό της νεότερης Κυπριακής ποίησης. Η επάνοδος εξάλλου του ποιητή, κάθε φορά με βελτιωμένους και εμπλουτισμένους ποιητικούς τρόπους, μας υποχρεώνει να του δώσουμε περισσότερη προσοχή κι ετοιμότητα αποδοχής αυτού που δεν συνηθίσαμε. Ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε βέβαιο, ότι κινείται εντός των ορίων της ποιητικής επικράτειας.</p>
<p>Δείγματα γραφής του Ανδρέα Γεωργιάδη:</p>
<p>Άκρατος έρως</p>
<p>Δε βιαστήκανε.<br>Αφήσανε τον έρωτα<br>να πάρει τον καιρό του,<br>να υποστεί τη ζύμωση.<br>Τώρα ακράτητοι<br>τον γεύονται άκρατο.</p>
<p>Ήρθες για να δεις</p>
<p>Ήρθες για να δεις<br>τα βαλσαμωμένα πουλιά.<br>Σε άγγιξα δοκιμαστικά<br>και μου απάντησες δετικά.<br>Σ&#8217; έφερα στην αγκαλιά μου<br>και τα χείλη μου συνάντησαν<br>την παρειά σου.</p>
<p>Πού ήσουνα ταριχευτή<br>να βαλσαμώσεις τη στιγμή;</p>
<p>Το άνοιγμα του διακόπτη<br>Αποδεδειγμένα<br>το άγγιγμά τους<br>άνοιξε τον διακόπτη.<br>Κι άρχισαν να φωτοβολούν!<br>Αυτή η φωτοβολία τους<br>δα διαρκέσει πολύ.<br>Η ερωτική φόρτιση<br>είχε κρατήσει χρόνια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη</strong></h4>
<p>Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας</p>
<p>Στις καλύτερες του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της μετριάζει τη ροπή του στην αναλυτικότητα και τον πλατυασμό, εκμαιεύοντας συχνά έναν απλό και ουσιαστικό λόγο.</p>
<p>Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πας.<br>Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.<br>Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.<br>Χτυπούν&#8230; Χτυπά κι ο ήλιος<br>της παγωμένης γης την κρούστα,<br>χτυπά και το νερό<br>βαθιά μέσα στις φλέβες της&#8230;<br>Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!<br>Μέσ&#8217; από δρόμους δα σε παν<br>από καιρό κλειστούς,<br>μέσ&#8217; από πόρτες σκοτεινές δα σε περάσουν.<br>Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι&#8230;</p>
<p>«Κραυγή γυναίκας» (Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι)</p>
<p>Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, με γλωσσική επιφάνεια κοινή και συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριο είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους &#8211; αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές &#8211; και θα παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του.<br>Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως ένα αυτοτελή και δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεκτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο έχοντας ως όπλα του την αυθεντικότητα, μα και τη βαθιά αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.<br>Ας δούμε όμως ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:</p>
<p>0 ποιητής πάντα γυρίζει.<br>Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ&#8217; τους πάγους,<br>την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται<br>πλατιά μέσα στους κάμπους&#8230;<br>Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,<br>τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη&#8230;</p>
<p>Ο ποιητής πάντα γυρίζει<br>κι όπου συναντήσει ένα παιδί<br>ξαναγεννιέται.</p>
<p>«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)</p>
<p>Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων<br>μια λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Μυριάνθη Παναγιώτου- Παπαονησιφόρου</strong></h4>
<p><strong>H αυθεντική και πολύτροπη</strong></p>
<p>Στοχεύοντας να δώσω την αδρή λογοτεχνική φυσιογνωμία ης Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, δεν έχω καρά να σχολιάσω συνοπτικά τη συλλογική της έκδοση Ανάδρομη Πλεύση, ένα βιβλίο που διατρέχει την ποιητική της παραγωγή μισού σχεδόν αιώνα (μέχρι πίσω στο 1965). Αλλά κι αυτό σίγουρα δεν είναι πλήρες, αφού η Μυριάνθη ευδοκίμησε με βραβεία και διακρίσεις και σε άλλα είδη, όπως την παιδική λογοτεχνία και το παραμύθι.<br>Η πρώτη εκδοτική της εμφάνιση ανάγεται στο έτος 1978, με συλλογή ποιημάτων κάτω από τον τίτλο Επιστροφή. Τα πρώτα αυτά ποιήματα διακρίνονται από διάχυτο λυρισμό και την αγάπη του τόπου και της ιστορίας του. Κάποια μάλιστα αντέχουν αισθητικά μέχρι σήμερα και δεν είναι καθόλου παράξενο, που επιλέγονται επανειλημμένα στις Ανθολογίες. Πέντε χρόνια αργότερα βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι Ηρωικοί Απόηχοί, χωρίς ποιητικές ιδιαιτερότητες και με θεματική τον αγώνα ελευθερίας του 1955-1959, στον οποίο η ποιήτρια έλαβε ενεργά μέρος.<br>Η τρίτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Άχρονη Φύση |1988) ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Εδώ δεν μιλούσε πληθωρική και κυρίαρχη η καρδιά, αλλά ο συγκινημένος υπαρξιακός στοχασμός. Ο αυθορμητισμός έδινε τη θέση του στην αφηγηματική και νηφάλια γραφή, σε μια φιλόδοξη στόχευση μιας ποιητικής κοσμογονίας. Ξεκινώντας οριακά απ&#8217; το χάος, η ποιήτρια διατρέχει λυρικο-επικά την ανθρώπινη εξελικτική περιπέτεια, φτάνοντας μέχρι τον κόσμο των δικών της προσωπικών αναμνήσεων. Σ&#8217; αυτό το βιβλίο, άνισο ως προς τις αισθητικές του πραγματώσεις, βρίσκουμε εντούτοις και μερικά από τα κατορθωμένα ποιήματα του συνόλου έργου της.<br>Μια δεκαετία αργότερα (1997) κυκλοφορεί το λυρικο-αφηγηματικό Γράμμα στον Αγνοούμενο, μαρτυρία και γραφή οδύνης για το ξαδέρφι που δεν γύρισε ποτές πίσω. Και σε μικρή μόνο χρονική απόσταση η ποιήτρια μας εκπλήσσει ξανά με νέα δημιουργία, που της δίνει τον τίτλο Στον κρατήρα του Ήλιου. Καμιά σχέση με τον προηγούμενο χαμηλόφωνο κι εκφραστικά συγκρατημένο<br>εκφραστικό τόνο. Οι στίχοι λυρικά μεγαλόστομοι και κοφτοί εξακοντίζονται με ένταση και σουρεαλιστικές εξάρσεις από τα βάθη μιας ψυχής, που αναμετριέται αξιοπρεπώς στην κονίστρα των λογής υπαρξιακών προσκλήσεων. Έτσι γι&#8217; άλλη μια φορά η ποιήτρια πείθει ότι μπορεί ν&#8217; ανανεώνει με ευχέρεια το ψυχο-πνευματικό υπέδαφος που της αρδεύει την έμπνευση, προσφέροντας κάθε φορά μια νέα ανθοφορία.<br>Είχα γράφει κάποτε σ’ αυτό το βιβλίο το ακόλουθο χαρακτηριστικό σχόλιο:</p>
<p>&#8230;Η Μυριάνθη κατορθώνει πλέον να αισθητοποιεί τις εμπειρίες και τις ιδέες της, μεταπλάθοντάς τες σε ψηλαφητή ύλη αυθεντικών και ζωντανών εικόνων από τη φύση, της οποίας γνωρίζει καλά τα μυστικά και τη γλώσσα Συνδυάζει επιτυχώς τη λυρική ευαισθησία που πάντα τη διέκρινε, με εκφραστική τόλμη και ρωμαλεότητα. Συνθέτει τελικά ένα ποιητικό πανόραμα ενιαίο και συμπαγές αλλά και στα μέρη του σφριγηλό και παλλόμενο, όπως είναι κάθε σωστή και ισορροπημένη δημιουργία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά</strong></h4>
<p>Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο θολό. Απ&#8217; ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.<br>Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος &#8211; όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ&#8217; ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:</p>
<p>Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι<br>της μύχιας ταραχής.<br>Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης<br>και της λιγοθυμιάς του ονείρου.<br>Γύρισε ο καιρός.<br>Σήκωσε το τραγούδι μας<br>να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.</p>
<p>Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:</p>
<p>Ένα κύμα στα μέλη.<br>Ένα μαχαίρι από ήλιο<br>χάραξε το γυμνό σώμα<br>βυθίζοντας το φως<br>σ&#8217; αμμουδερά πηγάδια.<br>Θαλασσινά νερά<br>στέγνωσαν τη δίψα μας.</p>
<p>από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»</p>
<p>Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.</p>
<p>Αγγίζω τη φωνή<br>κι ο νους μου σαλεύει.<br>Λευκό του ρίγους,<br>των αθώων στεναγμών.<br>Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.<br>Της αέναης αφής.<br>Της αμφίδρομης ροής.<br>Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.<br>Λευκό των βέβαιων χρόνων.<br>Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.<br>Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως<br>που χύνεται στο λευκό χέρι<br>και σε παίρνει πέρα<br>στην ανελέητη κραυγή<br>της Άνοιξης.</p>
<p>…/…</p>
<p></p>
<h4><strong>H ιδιότυπη λυρική φωνή της Έλενας Τουμαζή &#8211; Ρεμπελίνας</strong></h4>
<p>Α. «Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν το δρόμο»</p>
<p>Την Έλενα Τουμαζή την πρωτοσυνάντησα ποιητικά πριν από πολλά χρόνια, σε έναν τόμο των εκδόσεων Χρ. Ανδρέου για την Κυπριακή Λογοτεχνία. Η εντύπωση που μου άφησε ήταν και έντονη και διαρκής. Με κατέκλυσε απ&#8217; την πρώτη στιγμή το σαγηνευτικό άρωμα μιας αποκλίνουσας στη ψυχική και καλλιτεχνική έκφραση ιδιοσυγκρασίας, που αναπαράσταινε την καθόλου βιωματική μνήμη της στον αντίποδα της όποιας κοινότοπης και αναμενόμενης εκφραστικής. Ήταν ένα ποίημα με πρωτογενή και καθαρά προσωπικό λυρισμό, σημειολογία αινιγματική και συγκρατημένη συναισθηματική κύμανση. Η αλληλοδιάδοχη κίνηση των στίχων, η εναλλαγή των πρωτότυπων εικόνων και το επανερχόμενο σε διαφορετικά συγκινησιακά επίπεδα μοτίβο («αυτοί οι άνθρωποι»), με έπειθαν πως δεν επρόκειτο για ποιήτρια της σειράς.<br>Το ποίημα «Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν το δρόμο»,<br>από τη συλλογή Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος, έκδοση 1972 (στο οποίο και αναφέρομαι), το κράτησα στη μνήμη &#8211; έστω με κάποια εξωποιητικά ερωτηματικά – και το διάβαζα κάθε φορά που δινόταν μια ευκαιρία. Κίνητρό μου ήταν να επαναβεβαιώσω την αλήθεια, ότι την καλή ποίηση δεν τη φτιάχνει ο συναισθηματισμός κι η βαθυστόχαστη νοησιαρχία, αλλά η αυθεντικότητα της φωνής και η ποιότητα της συνειρμικής δυναμικής. Αυτή η δραστικότητα της μορφής δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως εξωτερικό στοιχείο, αφού ταυτίζεται και αναδεικνύει το ίδιο το περιεχόμενο, από το οποίο και οργανικά προκύπτει. Θα προσεγγίσω τμηματικά το κομβικό αυτό για τη δημιουργό ποίημα, που εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της λυρικής της ιδιοτυπίας.</p>
<p>Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν τον δρόμο<br>με τους ωκεανούς των ματιών τους<br>και την εικόνα του παράδεισου<br>ζωγραφιστή στα βλέφαρα</p>
<p>Μια προφανής αντιμαχία διατρέχει εξαρχής το ποίημα. Οι επιμέρους στίχοι, όπως και η αλληλουχία των στιχουργικών μονάδων, μεταφέρουν διαλεκτικά συγκρουόμενα φορτία σε μια κρίσιμα κορυφούμενη εσωτερική διελκυστίνδα. Οι κατ&#8217; αίσθησιν μνήμες της δημιουργού δεν διαγράφονται μονοεπίπεδα, αλλά με σύνθετη δομή κρατούνται &#8211; επώδυνα ως φαίνεται &#8211; σε αγωνιώδη ισορροπία:<br>«Οι ωκεανοί των ματιών» και «η εικόνα του παράδεισου» διχάζουν και βασανίζουν την ψυχή, αφού την οδηγούν σε μια γλυκιά και δύσκολα αποτινάξιμη αιχμαλωσία. Είναι το αντικείμενο του πόθου, συνάμα όμως κι ο ιστός της αράχνης που παρεμβάλλεται ως εμπόδιο σε μιαν άλλη ανάγκη, εκείνη της ελεύθερης ανοιχτής θέασης. Από τον επιτυχή διττό συμβολισμό των πρώτων τούτων εικόνων εκπηγάζει και το πρώτο ευχάριστο ξάφνιασμα του αναγνώστη. Τον κατακλύζει ένα απροσδιόριστο ρίγος, από το γεγονός ότι εκφράζεται ενοποιητικά και με αφοπλιστική υποβολή και ενάργεια μια θεμελιακή και αντίρροπη στη φύση της κατάσταση της ύπαρξης…./…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2>&nbsp;</h2>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Εντόπιο ρίγος</strong></h4>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h4>
<p>Ποίηση από αυθεντικά παραδοσιακά υλικά</p>
<p>&#8230;Ο ποιητής ξαναζωντανεύει το κυπριακό τοπίο, χωρίς μεγαλόστομες πατριδολατρικές ρητορείες, αλλά με σεμνούς χαμηλότονους ήχους και εικόνες, νηφάλιες και απαλές, χωρίς φαντασμαγορικά εφέ επίπλαστης και κραυγαλέα επιδεικτικής νεωτερικότητας.</p>
<p>Ο Ανδρέας Πετρίδης φτιάχνει ποίηση από αγνά, αυθεντικά, παραδοσιακά υλικά. Τον εμπνέει το κυπριακό τοπίο, η χλωρίδα και η πανίδα της πατρίδας μας, η θάλασσα κι ο ουρανός της, τα ξεροτόπια της. Και σέβεται όλα τα υλικά του, τα περικλείει με περίσσια θαλπωρή κι αγάπη. Δεν τα μαγαρίζει νοθεύοντας ή εμβολιάζοντας τα με επισφαλείς πειραματισμούς εν είδει νεωτερικών προσεγγίσεων.</p>
<p></p>
<p>Στην υπό παρουσίαση συλλογή που φέρει τίτλο: «Εντόπιο ρίγος» και υπότιτλο: «Αναγραφή τελευταία» και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2013 με ιδιωτική έκδοση, ο ποιητής ξαναζωντανεύει το κυπριακό τοπίο, χωρίς μεγαλόστομες πατριδολατρικές ρητορείες, αλλά με σεμνούς χαμηλότονους ήχους και εικόνες, νηφάλιες και απαλές, χωρίς φαντασμαγορικά εφέ επίπλαστης και κραυγαλέα επιδεικτικής νεωτερικότητας. Τόσο ο χώρος, όσο και το ύφος είναι συνειδητές επιλογές. Ο Α.Π. μοιάζει να μην θέλγεται από αυτό που συνηθίσαμε ν’ αποκαλούμε αστική ποίηση. Επιλέγει τον καμβά της υπαίθρου για να εξωτερικεύσει συναισθήματα, προβληματισμούς, σκέψεις, έγνοιες αλλά και μνήμες, μνήμες που είναι λειτουργικά ζώσες.</p>
<p>Συχνά – πυκνά, ο ποιητής αρέσκεται να αξιοποιεί τη θρησκευτική, εκκλησιαστική σημειολογία και ορολογία, προκειμένου όμως ν’ αναφερθεί σε μια καταφανώς ευρύτερη θεματική με μια κατά βάση υπαρξιακή απόχρωση: «Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια / αλλοτινής λατρείας / τώρα σημάδια / εμπύρετου μόνο περάσματος. / Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά / με κέρινα φτερά σωριάστηκαν / στο πρώτο άγγιγμα των ακτινών, / κι η βασιλεία των ουρανών / άδειος πια θρόνος…». (σελ. 23)</p>
<p>Σ’ ένα άλλο συναφές παράδειγμα – και χωρίς καμιά διάθεση ή πρόθεση θρησκευτικής νουθεσίας – ο ποιητής επιχειρεί ενδοσκοπικές βυθομετρήσεις, χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο ή βατήρα το τοπίο γύρω από τη Μονή Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, την εγκλείστρα του Αγίου κλπ, συνοψίζοντας: «μπορείς κι εσύ να λαξέψεις / την κρύπτη σου ή την πίστη σου / και να την δοξάσεις». (σελ.16)</p>
<p>Παρά το «υπαίθριο» εξωτερικό της περίβλημα, η ποίηση του Α.Π. είναι βαθιά ενδοσκοπική, είναι ποίηση εσωτερικού χώρου. Η ματιά του ποιητή είναι μονίμως στραμμένη προς τα μέσα: «Μοίρα μας να ταξιδεύουμε / σαν δέντρα με βαθιές ρίζες / σε υπόγεια νερά…». (σελ. 25) Στο ίδιο ποίημα, που φέρει τίτλο «Ταξίδι εντός μας», ο ποιητής ξεδιπλώνει διάφανα και πτυχές της ποιητικής του: «παρόμοια όπως / δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς / κι ο ποιητής ετοιμάζεται / για τον επόμενο στίχο». (σελ. 25)</p>
<p>Τον ποιητή απασχολεί έντονα εκείνο το μεταιχμιακό σημείο μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ χαράς και λύπης, φωτός και σκοταδιού. Και το προσεγγίζει με βαθύτατο λυρισμό και έντονη φιλοσοφική διάθεση: «… δεν θέλει πολύ να ξέρεις / κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα / που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα, / για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό / τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες / δάκρυα της Παναγίας…». (σελ. 27)</p>
<p>Η ποίηση του Α.Π., σχεδόν στο σύνολό της, έχει βαθύτατο υπαρξιακό υπογάστριο. Κι η μέγιστη αγωνία του ποιητή αφορά την έλευση του τέλους, σε συνάρτηση βεβαίως με τη φιλοσοφική κατηγορία του χρόνου, κυρίως του παρελθόντος. «Αργά &#8211; αργά περιστρέφεται / η σφαίρα της γης, / ίδια παιδικό παιγνίδι… / Κι άτακτα δεξιά ζερβά / μυρίζοντας το καθετί / ανήσυχα εντοπίζεις / τον χρόνο να τραβά τα λουριά / στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι…». (σελ. 28)</p>
<p>Στην ποίηση του Α.Π. οι θεματικές της εξύμνησης της πατρίδας με τις θεματικές της αναζήτησης του θείου, της θεότητας ή θεϊκότητας δηλαδή, συχνά συμπλέκονται και εφάπτονται. Έξαλλου και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ο καμβάς όπου στρώνει τα χρώματα του το πινέλο του ποιητή είναι το κυπριακό υπαίθριο τοπίο: «Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία / από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρουμπί / και ταπεινά δοξάζεις / μια στρογγυλή γούβα νερού &#8211; / του τόπου γνήσιο αγίασμα / και της Θεάς οπωσδήποτε / ιερά λουτρά». (σελ. 14)</p>
<p>Η ποίηση του Α.Π. είναι βεβαίως και βαθιά κυπροκεντρική. Το κυπριακό ηχόχρωμα υπάρχει παντού. Ενίοτε φυσικά προβάλλει και η κυπριακή προβληματική. Και κυρίως απασχολούν τον ποιητή τα αδιέξοδα μας: «Ούτε που ξέρεις / ποιο δρόμο να πάρεις, / κι εύκολα ξεχνάς / πού είναι η πλώρη / πού είναι η πρύμνη / σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια / πολλούς δείκτες στη θάλασσα». (σελ. 31)</p>
<p>Το κυπριακό τοπίο τον εμπνέει συνεχώς, πότε με ενδοσκοπική, πότε με λυρική ή φυσιολατρική διάθεση και πότε με προδιαγραφές αγνής φιλοπατρίας, αλλά μακριά από πομπώδεις εκφράσεις και ηχηρά λεκτικά σχήματα. Η φιλοπατρία του ποιητή εκδηλώνεται γήινα, χαμηλόφωνα και σεμνά: «Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε / για τον Πενταδάκτυλο / είναι γιατί / μοιάζει χτυπημένο πουλί / με δυο φτερούγες / καρφωμένες στο χώμα». (σελ. 32)</p>
<p>Ο ποιητής συνομιλεί και με το καράβι της Κερύνειας, από το ύψος του σήμερα και αναφερόμενος στο τώρα. Εκείνο που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι οι ρίζες, οι ιστορικές καταβολές του τόπου του. Μιλά για «όψιμους λογχοφόρους», «που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο / για δικά τους σημάδια / και γράμματα βρίσκουνε μόνο / που δεν μπορούν να διαβάσουν / πάνω στ’ αγγεία». (σελ. 35).</p>
<p>Ο Α.Π. είναι γενικά ένας ολιγόγραφος ποιητής, που παιδεύει την δουλειά του, επεξεργαζόμενος τους στίχους του ξανά και ξανά. Κι αφήνει ένα ποίημα χρόνια και χρόνια στο συρτάρι του, να ωριμάσει και να δοκιμαστεί στο χρόνο. Έχω την άποψη πως το αισθητικό αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα πλείστα από τα 28 ποιήματα της συλλογής, τον δικαιώνει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ</strong></h4>
<p>εφημερ. ΑΛΗΘΕΙΑ, 03.07.14</p>
<p>&#8220;Εξ Αφορμής&#8221; και &#8220;Εντόπιο Ρίγος&#8221; Α. Πετρίδη ( γράφει Μ. Πυλιώτου )<br>1.Εξ αφορμής. Αισθητικές προσεγγίσεις. 2.Εντόπιο ρίγος: Αναγραφή τελευταία (ποίηση).</p>
<p>Με ιδιαίτερη χαρά η Σελίδα μας προτείνει σήμερα δύο βιβλία. Και τα δύο ανήκουν στον γνωστό ποιητή και μελετητή λογοτεχνίας Ανδρέα Πετρίδη. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα της Πάφου. Σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και ειδικεύτηκε στην Παιδιατρική. Από το 1980 εργάζεται ως ιδιώτης γιατρός. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακρά περίοδο αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου. Υπήρξε συνανθολόγος της Παγκύπριας Ανθολογίας ποίησης «Οργής και Οδύνης &#8211; Εκατόν φωνές» (2000).<br>Ο Ανδρέας Πετρίδης έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Έχει, επίσης, μεταφράσει ποίηση του Μπρεχτ και του Ρίλκε. Παράλληλα δημοσιεύει κείμενα λογοτεχνικής κριτικής κι αποτελεί μια από τις πιο εξέχουσες πνευματικές μορφές της Πάφου.</p>
<p>Να ξεκινήσουμε με τις «Αισθητικές Προσεγγίσεις-Εξ αφορμής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Πρόκειται για ένα αξιόλογο τόμο άνω των 200 σελίδων, όπου περιλαμβάνονται κριτικές ποιητικών βιβλίων, μα και πιο εκτενείς μελέτες για ποιητές, γνωστών και λιγότερο γνωστών, που ωστόσο το έργο τους έχει αφήσει τα χνάρια του στη λογοτεχνία του τόπου μας. Πιστεύω πως αξίζει ν&#8217; αναφερθούν όλα τα ονόματα των ποιητών μας που ο Ανδρέας Πετρίδης κάνει σύντομες αλλά σημαντικές κριτικές αναλύσεις κάποιου έργου τους ή ακόμα και στο σύνολο της προσφορά ς τους. Στον τόμο, λοιπόν, αναφέρονται τα ονόματα των Μάριου Αγαθοκλέους, Ανδρέα Γεωργιάδη, Δημήτρη Γκότση, Σοφοκλή Λαζάρου, Ανδρέα Μακρίδη, Γιώργου Μολέσκη, Πολύβιου Νικολάου, Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, Ανδρέα Παστελλά, Μιχάλη Πιερή, Αντώνη Πιλλά, Γιάννη Ποδιναρά, Μόνας Σαββίδου-Θεοδούλου, Έλενας Τουμαζή-Ρεμπελίνας, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Κυριάκου Χατζηλουκά. Ακολουθούν «Χωρίς Σχόλια» άλλες πέντε ποιητικές αναφορές -«Συναντήσεις», όπου ο συγγραφέας επιλέγει και προτείνει ποιήματα, πολύ σημαντικά πιστεύω, και σωστά ο κ. Πετρίδης αποφεύγει τα σχόλια. Εξάλλου, δεν είναι πάντα απαραίτητα. Να μην ξεχνάμε πως και μονάχα η επιλογή ποιητών και ποιημάτων (π.χ. σε Ανθολογίες) αποτελεί κριτική αποτίμηση. Έτσι έχουμε δείγματα γραφής της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, της Ειρήνης Χατζηλουκά-Μαυρή, της Νάσας Παταπίου, του Νίκου Ορφανίδη και της Αντριάνας Ιεροδιακόνου. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι κι αυτό με το οποίο ο συγγραφέας καταλήγει στο Προλογικό του Σημείωμα: «Κύρια επιδίωξή μου, αν ευδοκιμήσει τελικά, είναι η διάνοιξη επικοινωνίας του αναγνώστη με τη βαθύτερη καλλιτεχνική αλήθεια των ποιητών και της συγκεκριμένης δημιουργίας των».</p>
<p>Ο μελετητής Ανδρέας Πετρίδης, λοιπόν, κρίνει, προβληματίζει και προβληματίζεται και αυτοκρίνεται, σε μια προσπάθεια να φτάσει σ&#8217; ένα αποτέλεσμα ικανοποιητικό για τον ίδιο πρώτιστα και για τον ενδιαφερόμενο, βέβαια, αναγνώστη: «Μέρος αυτών των δοκιμιακών εργασιών», όπως ο ίδιος υποσημειώνει, «έχουν προδημοσιευτεί στο προηγούμενό μου βιβλίο (2010) με τον τίτλο «Ποιητές και Ποιήματα &#8211; Μια Εμπειρική Αισθητική». Η επαναφορά τους γίνεται μετά από περαιτέρω κριτική επεξεργασία και επιμέρους αλλαγές που έχουν προκύψει».<br>Προτού προχωρήσω στο δεύτερο βιβλίο, το ποιητικό «Εντόπιο Ρίγος. Αναγραφή Τελευταία», θα &#8216;θελα να αναφέρω την εκδοτική αρτιότητα του «Εξ αφορμής» με το υπέροχο εξώφυλλο του Δημήτρη Κατσώνη.<br>Το «Εντόπιο Ρίγος» περιέχει 28 ποιήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες: Το Εντόπιο Ρίγος, Διαλογισμοί, Ένα Νησί. Όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα σε μοντέρνα τεχνοτροπία, με σουρεαλιστικά σκόρπια στοιχεία που δένονται αισθητικά κι αποτελούν κάθε φορά κι ένα ενδιαφέρον σύνολο. Επίσης, και στις τρεις ενότητες κυριαρχεί το τοπίο, ιδιαίτερα της Πάφου, με το φως, το μύθο, τη θάλασσα, τον ουρανό, τη γη με τα κυκλάμινα, την ιστορία, τις παραδόσεις, τα μοναστήρια. Μαζί μ&#8217; αυτά και η ψυχή του ανθρώπου. Κι η αγωνία του «σε μια ζωή που όλο αλλάζει/το πρόσωπό της κάθε μέρα» (Όστρακο, σελίδα 24).<br>Ενδιαφέρουσα και η ποίηση του Ανδρέα Πετρίδη, μια ποίηση που φέρει &#8211; κι αυτό είναι το πιο σημαντικό &#8211; την προσωπική σφραγίδα του ποιητή, μια γραφή ιδιόμορφη, κι αυτή η ιδιομορφία παρατηρείται και στις κριτικές και τα δοκίμιά του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ</strong></h4>
<p>Το βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη, Ποιητές και Ποιήματα: Μια εμπειρική αισθητική, έκδοση του 2010, αποτελεί ένα εξαιρετικό πόνημα εντρύφησης στην εμπειρική αισθητική και στη συνειδητοποίησή της, ως εργαλείο κριτικής των ποιητικών έργων.<br>Πολλές φορές η κριτική απαξιώνεται από τους δημιουργούς, είτε αυτοί είναι ποιητές, τεχνίτες του λόγου ή οποιοιδήποτε άλλοι δημιουργοί, καθότι αποτελεί, κατά πολλούς, απλώς την υποκειμενική αντίκριση ενός έργου μέσα από τους φακούς εστίασης του εκάστοτε κριτικού είτε αυτοί είναι ιδεολογικοί, φιλοσοφικοί, λογοτεχνικοί, υπό την άποψη των λογοτεχνικών ρευμάτων που ασπάζεται ο εκάστοτε κριτικός, ή οποιοιδήποτε άλλοι φακοί. Από την άλλη, δεν είναι λίγες οι φορές που η κριτική «υφαρπάζεται» από τους κριτικούς ως η ευκαιρία για επίδειξη γνώσεων μέσα από ένα επιτηδευμένο τεχνοκρατικό λόγο που ελάχιστα «μιλά», για την προώθηση ημετέρων και την απαξίωση αλλοφρόνων. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, η εκάστοτε κριτική κινείται συνήθως στο μεθόριο της άρνησης και της αποδοχής, της αξίας και της απαξίωσης, της λογικής και του συναισθήματος.</p>
<p>Ο Ρολάν Μπαρτ έλεγε, ότι «η κριτική πρέπει να παραληρεί», εννοώντας ότι πρέπει να συμπεριφέρεται όπως η λογοτεχνία. Παρότι έχει επανειλημμένα υποστηριχθεί ότι η κριτική δεν είναι ομοούσια με τη λογοτεχνία, στο βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη, ενυπάρχει κατάφυτη η λογοτεχνία εν είδη πανεύοσμων λογοτεχνικών ανθέων. Πολύ συχνά ο συγγραφέας εμπνεόμενος από το έργο των ποιητών που κρίνει δημιουργεί κάλλιστα λογοτεχνικά ευρήματα χωρίς «φιλολογικές ή άλλες εξωποιητικές διανοίξεις». Ο συγγραφέας φωτίζει με επιδεξιότητα την «αισθητική δυναμική» των ποιητικών έργων που κρίνει και συλλαμβάνει με τα ευαίσθητα αισθητήριά του «την αύρα θαυμαστικής θέασης των πραγμάτων» που αυτά εκλύουν. Η λεπτομερής «διερευνητική περιδιάβαση» που κάνει δεν αφήνει περιθώρια να χαθούν από το «αισθητικό και ερμηνευτικό νυστέρι» του τα οποιαδήποτε «πλεονάζοντα φορτία ψυχοπνευματικής έντασης» και τη «μεταφυσική αχλή της εικονοποιΐας» όπου αυτή εντοπίζεται.<br>Τα σχόλιά του καίρια καλύπτουν τόσο τη δυναμική της ποιητικής δομής και τις διακυμάνσεις του «ποιητικού εκκρεμούς», τη μορφική διαστρωμάτωση των ποιημάτων, την αλληλουχία των στιχουργικών μονάδων, την «εύστοχη γλωσσική μορφοποίηση» και την «αρμονία στις κινήσεις κορύφωσης και ανάπτυξης του ποιητικού λόγου». Η «συγκινησιακή ένταση των στίχων», η αρχιτεκτονική στην «κίνηση και στους αρμούς των στίχων», είναι επίσης κριτικά κριτήρια για την εμπειρική αισθητική του Ανδρέα Πετρίδη. Η «ιχνηλάτηση κορυφώσεων» και η «αρμονικότητα της ταλάντωσης» της κειμενικής μορφής» επίσης εντοπίζονται και αξιολογούνται.</p>
<p>Ο ευαίσθητος ποιητής και κριτικός Ανδρέας Πετρίδης μας περιγράφει με ιατρική ακρίβεια τα συμπτώματα της συναισθηματικής έντασης που αισθάνεται όταν το εναργές κριτικό βλέμμα του αντικρύσει ένα ζωντανό και ομιλούντα στίχο. Μας εξηγεί: «Η συναισθηματική ένταση αυξάνεται απότομα, με αποτέλεσμα μια ανεξήγητα γλυκιά ταραχή. Ένα πρώτο κύμα αισθητικής ηδονής νιώθουμε ήδη να εκλύεται μέσα μας». Τα κύματα «ποιητικής δραστικότητας» που αισθάνεται ο Ανδρέας Πετρίδης είναι τεράστια και είναι φορές που κτυπούν καίρια τις «χορδές της υπαρξιακής του συνειδητοποίησης». Αλλού μας εξηγεί πώς οι εύστοχοι στίχοι οδηγούν τον αναγνώστη σε μια «δύσκολα αποτινάξιμη αιχμαλωσία» και τον «κατακλύζει ένα απροσδιόριστο ρίγος». Την «αφοπλιστική υποβολή και ενάργεια» διαδέχεται η «μοιραία φαντασιακή αναπόληση».<br>Μια «πηγή φωτακτίνων», μια «ριγηλά στοργική μελωδία», μερικές «εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες», μια «υπόγεια ζωηφόρα αύρα» και κάποιοι «υποβλητικοί οραματικοί διάλογοι» είναι αρκετά για να διαπεράσουν, όλους τους σωματικούς και πνευματικούς «ιστούς της ύπαρξής του». Με τις «αισθητικές κεραίες» του δεν αφήνει να χαθούν στο ανερμήνευτο στίχοι που οδηγούν σε «δυνατές εκτινάξεις σε χώρους μια άλλης οντολογικής και υπαρξιακής εμπειρίας», συλλέγει το «επώδυνο απόσταγμά» τους και οδηγείται σε «απίθανους συνειρμούς μια ιδιότυπης αισθαντικότητας». Μεταπίπτει συχνά από τη «διέγερση του αισθητικού εκκρεμούς», στην «αισθητική ικανοποίηση» και στην «κλιμακούμενη προσμονή» και από την «αισθητική ηδονή» στην καθαρτική ικανοποίηση» και στη «λυτρωτική διέξοδο». Ένα απρόβλεπτο «κυμάτισμα της μορφής» είναι αρκετό για να νιώσει τον άυλο πτερυγισμό και τη «λαχτάρα στο στήθος» που «εκτινάσσουν συχνά τη ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας».<br>Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τα πνευματικά τοπία της αισθητικής και σκηνογραφεί το υπόστρωμα και τις λεπτές αναλογίες της εμπειρικής αισθητικής που βιώνει. Μετεωρίζεται σε «ασκήσεις βάθους» μας γνωρίζει γίγαντες στίχους για πολλούς αόρατους. Μας ζωγραφίζει με το λόγο του «συμπαγείς λυρικούς πυρήνες καλοδουλεμένων στίχων» και «δωρικούς αγαλμάτινους στίχους». Οι «διαιώνιες και μυστηριακές», οι χειμαρρώδεις διαδρομές» των λέξεων είναι αφετηρίες για να μια «υπερφυσική μεταβολή του τοπίου». Ενός τοπίου με διάσπαρτους «υψιπέτες στοχασμούς» και «συστοιχίες ιονικών κιόνων».<br>Για τον Ανδρέα Πετρίδη η αφαίρεση είναι η «απελευθέρωση του μυαλού από μια ενεργοβόρα φυγόκεντρη πολλαπλότητα», μια «χαλάρωση από τη στοχαστική πολλαπλότητα». Πολύ συχνά χρησιμοποιεί ιατρικούς και βιολογικούς όρους, οι οποίοι μέσα από τη λογοτεχνική του υπόσταση τους μεταποιεί σε ποιητικούς πυρήνες. Έτσι εντοπίζουμε μέσα στα κείμενά του το «ερμηνευτικό και αισθητικό νυστέρι», τα «καταπραϋντικά που τον κατακλύζουν», την «αισθητική εργαστηριακή λαβίδα», τη «στοχαστικότητα που μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση». Εντοπίζει ακόμα την «εκτονωτική καλλιτεχνική βαλβίδα», τους «ιστούς της ύπαρξής μας», τις «αισθητικές κεραίες», τη «λεπταίσθητη ποιητική βελόνα» και τη «βιολογική ζωτικότητα»<br>Η «λογοτεχνική και αισθητική γεύση» του συγγραφέα μάς επιτρέπει να αισθανθούμε την «έμπνοη ύλη» και η πνευματική του υπόσταση να ταξιδέψουμε σε ενορατικές διαστάσεις που «διαχρονίζουν τους χρόνους και διαποτίζουν τους τόπους». Νιώθουμε μάς λέει «να φανερώνεται, ως ψηλαφητή αίσθηση, κάτι απ’ την ουσία του άρρητου και αυτό είναι που μας συναρπάζει». Ο «ερμηνευτικός και αναλυτικός φωτισμός» του είναι ικανός να φωτίσει τα στοιχεία των ποιημάτων που οδηγούν στην «ευδαιμονική ενατένιση», που συνδιαλέγονται με το συλλογικό υποσυνείδητο. Εντοπίζει την «μεταποίηση του επίκαιρου», τον «κρυσταλλωμένο λυγμό και το πικρό δάκρυ», τον «ασίγαστο ρεμβασμό», τη «νοσταλγική αναπόληση».<br>Λογοτεχνικότατοι είναι και οι ευρηματικοί τίτλοι που ο Ανδρέας Πετρίδης χαρίζει στα κριτικά κείμενά του. Αναφέρω τα εξής παραδείγματα: «Ανοίγοντας όστρακα της ποιητικής δημιουργίας», «Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής δημιουργίας», «Η ελλειπτική φωνή», «Η επίμοχθη ποιητική απόσταξη», «Ο ηδύφθογγος λόγος».<br>Το βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη Ποιητές και Ποιήματα: Μια εμπειρική αισθητική, αποτελεί και για μας που το μελετήσαμε μια «καλλιτεχνική βαλβίδα εκτόνωσης της ψυχικής και πνευματικής δοκιμασίας» που περνούμε σε καιρούς αφιλίας και σκληρότητας, σε χρόνους εξαθλίωσης και απαξίωσης, σε τόπους ιδιοτέλειας και αγανάκτησης. Αδιαμφισβήτητα το εν λόγω βιβλίο είναι ένα έργο που πρέπει ο κάθε ποιητής να διαβάσει, ένα έργο που ενδιαφέρει τα μέγιστα τον κάθε μελετητή της λογοτεχνικής παραγωγής του τόπου μας.</p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 27 Dec 2016 11:41:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=7113</guid>

					<description><![CDATA[.   Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΙΗΣΗ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></p>
<p>Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s<br />
College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.<br />
Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.</p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1.  Σαν ίαμβος καθρέφτης, (Πλανόδιον, 2009) (Κρατικό Βραβείο </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2.  Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν, (Πλανόδιον, 2012)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">3.  Οινοποίηση, (Ιδιωτική έκδοση, 2014)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">4.  Παραλογή, (Gutenberg, 2016)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">5.  Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση, </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Θράκα, 2017, μαζί με τον Μιχάλη Παπαδόπουλο)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">6.  Η νύφη του Ιούλη, (Σμίλη 2019)<br />
7.  Ριμαχό  (Σμίλη 2022)<br />
8.  Πόλη που ράγισε  (Σμίλη 2024)<br />
9.  Γράμματα στην αγαπημένη  (Σμίλη 2025)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΗ / ΔΟΚΙΜΙΟ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1. Με λογισμό και μ’ όνειρο. Σκέψεις πάνω σε δύο ποιήματα και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου, (Ακτίς, 2016)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2. Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90, (Διόραμα, 2018)<br />
3. Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα. Εισαγωγή στο έργο της (Διόραμα 2020)<br />
4. Το ποίημα και το φως (Λευκωσία 2024)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1. Πάφος. Λόγος ποιητικός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οργανισμός «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης &#8211; Πάφος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2017» και Εταιρεία Λογοτεχνών Πάφου, Πάφος 2016 (μαζί με</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τον Αντρέα Πετρίδη και τον Αντρέα Χατζηθωμά)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2.  Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης 1960-2018, (Κύμα, 2018)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(μαζί με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη)</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/%ce%bd%ce%ad%ce%bf%cf%82-%cf%86%ce%ac%ce%ba%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%8212-2/" rel="attachment wp-att-22243"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22243" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/Νέος-φάκελος12-300x238.jpg" alt="" width="514" height="408" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/Νέος-φάκελος12-300x238.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/Νέος-φάκελος12.jpg 480w" sizes="(max-width: 514px) 100vw, 514px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ238.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18145 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ238.jpg" alt="" width="530" height="379" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ238.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ238-300x214.jpg 300w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ239.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18146 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ239.jpg" alt="" width="530" height="383" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ239.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ239-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></a></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20955 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ35-300x240.jpg" alt="" width="530" height="424" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ35-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ΒΙΒΛΙΑ35.jpg 640w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20956 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/δοκιμια-300x240.jpg" alt="" width="530" height="424" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/δοκιμια-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/δοκιμια.jpg 640w" sizes="(max-width: 530px) 100vw, 530px" /></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ (2025)</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α</strong></p>
<p>Αγαπημένη<br />
όλα συμβαίνουν<br />
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.<br />
Κι αφού τα πονεμένα λόγια μας<br />
τσακίζονται σαν χέρια<br />
πάνω στα γρανιτένια βράχια<br />
αυτής της τελειωμένης εποχής<br />
απόψε κλαίω και για μένα<br />
αγαπημένη<br />
κλαίω για όλα<br />
και για τίποτα.<br />
Γιατί το αίμα των παιδιών<br />
που τρέχει<br />
χύνεται πάλι<br />
μες στο χειρουργείο<br />
χύνεται πίσω απ’ το μέλλον<br />
εσένα πέτυχε<br />
η παγωμένη σφαίρα<br />
απ’ το χθεσινό μου όνειρο.<br />
Αγαπημένη<br />
όλα συμβαίνουν<br />
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.<br />
Απόψε δεν υπάρχει λήθη.<br />
Να θυμάσαι το άχρονο.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ε</strong></p>
<p>Αγαπημένη<br />
κάθε φορά ξυπνώ στην ίδια ζωή<br />
γυμνός και κατακόκκινος<br />
σαν ξεχασμένος οφθαλμός<br />
μέσα στον χρόνο.<br />
Κι ίσως για τούτο γράφω<br />
για το κουτσό σκυλί<br />
στο καταφύγιο<br />
τον αγανακτισμένο άστεγο<br />
στο πεζοδρόμιο<br />
τον ρημαγμένο Αμαζόνιο<br />
κάθε ψυχής<br />
το νεαρό παιδί<br />
που έχασε το χέρι του<br />
στον πόλεμο<br />
την πεθαμένη μάνα του<br />
που του κρατά σφιχτά<br />
το άλλο<br />
μες στην άβυσσο<br />
τη μαύρη γάτα που πατήθηκε<br />
στην άσφαλτο<br />
τον καρκινοπαθή που καταπίνει<br />
την ελπίδα<br />
δηλητήριο<br />
τον ηλικιωμένο<br />
που κοιτάζει μόνος του<br />
τον άδειο δρόμο.<br />
Γράφω<br />
γιατί δεν είμαι ορατός<br />
χωρίς τις λέξεις<br />
στο λευκό χαρτί<br />
γιατί πενθώ το μέλλον<br />
μες στις φτηνές<br />
συνωνυμίες της ζωής<br />
γιατί δεν είμαι ευτυχής<br />
μέσα στην αναμμένη κόλαση<br />
των ζωντανών<br />
που ζωγραφίζουν ήλιους<br />
καταπίνοντας μπουκιές<br />
σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>κ</strong></p>
<p>Αγαπημένη<br />
βαδίζουμε μαζί στον άδειο δρόμο<br />
κάτω απ’ τον πυρωμένο ήλιο<br />
του Ιούλη<br />
που μας ζεσταίνει<br />
και μας απεχθάνεται.<br />
Πίσω μας συζητάνε<br />
οι σκιές μας<br />
σέρνοντας<br />
τον βαρύ υπερσυντέλικο<br />
του χρόνου<br />
σαν κατακόκκινο σπυρί<br />
που πάει να σπάσει<br />
σαν φλύκταινες<br />
που κρύβουμε επιμελώς<br />
με ύλη<br />
κάτω από στρώματα<br />
νεκρών κυττάρων<br />
καθώς συνωστιζόμαστε<br />
σαν μανιασμένοι σφήκες<br />
σε σουπερμάρκετ<br />
και σε βενζινάδικα.<br />
Αγαπημένη<br />
έχουμε αποβάλει κάθε δέρμα<br />
έχουμε διαγράψει κάθε στίχο<br />
έχουμε εξαντλήσει κάθε<br />
περιθώριο.<br />
Κι έχουμε μείνει μονοί<br />
δίχως μνήμη<br />
δίχως βουνά και χελιδόνια<br />
χωρίς νεκρούς και κυπαρίσσια<br />
χωρίς αγάπη<br />
και ποτάμια<br />
χωρίς<br />
το αίμα της αφήγησης.<br />
Άσε με<br />
θα τα πω αγαπημένη.<br />
Κατηγορούμε μόνο το πηκτό<br />
σκοτάδι<br />
κι όμως<br />
το πρώτο μαύρο<br />
πηγάζει κατευθείαν<br />
από μέσα μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ν</strong></p>
<p style="padding-left: 120px;">του Μ. Παπαδόπουλου</p>
<p>Κρατάμε πάντα μέσα μας<br />
αυτό που χάσαμε.<br />
Γι’ αυτό<br />
ο δρόμος προς τα πίσω<br />
που περιφρονείς<br />
διαβάζεται μόνον ανάποδα<br />
από τη ραγισμένη μας καρδιά<br />
ώς τη σελίδα.<br />
Κρατάμε πάντα μέσα μας<br />
αυτό που χάσαμε<br />
(με συγχωρείς<br />
που χρησιμοποιώ επαναληπτικώς<br />
αυτή την έκφραση)<br />
αλλά το αίμα τους<br />
είναι σπασμένος ουρανός<br />
κι όλη η ποίηση που αγαπώ<br />
πατά γερά<br />
στο μαύρο χώμα.<br />
Κι ίσως<br />
το μοιρασμένο σώμα σου<br />
δεν είναι δέντρο ριζιμιό<br />
είναι μια θάλασσα<br />
γεμάτη σίδερο<br />
είναι το φως<br />
που μόλις πέρασε<br />
σε μια παρένθεση<br />
στο περιθώριο<br />
μες στην ψυχή μας.</p>
<p>Αγαπημένη<br />
αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις<br />
τη σκουριά απ’ το νερό<br />
εμείς<br />
οι ταπεινοί περίοικοι<br />
της ποίησης<br />
οι αργοπορημένοι μιμητές<br />
της κόλασης<br />
οι ανεξεταστέοι της αιώνιας<br />
ζωής<br />
τα μαθητούδια του ανείπωτου<br />
θα παρελάσουμε<br />
μπροστά στα μάτια σου<br />
με τη βαριά σκιά μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">π</p>
<p>Αγαπημένη<br />
κάθε πρωί κοιτώ τον ουρανό<br />
καθώς ο ήλιος<br />
βυθίζει νυσταγμένα<br />
τις αχτίνες του<br />
μέσα στον νοτισμένο κάμπο<br />
της Μεσαορίας.<br />
Λίγο πιο πέρα<br />
ένα μικρό πουλί ραμφίζει<br />
ανάμεσα σε δροσερά κλαδιά<br />
ελαίας<br />
και λέω ναι<br />
είναι υπέροχο να ζεις<br />
το τώρα<br />
και να κυλάς σαν φυλλαράκι<br />
μες στο βαθύ ποτάμι<br />
της ελπίδας<br />
χωρίς το βάρος<br />
των θαμμένων λέξεων.<br />
Πίνω<br />
την πρώτη μου γουλιά καφέ<br />
στο πόδι<br />
και το βουνό μου λέει<br />
καλημέρα<br />
μα υστέρα<br />
με συνθλίβει σαν μυρμήγκι<br />
ανάμεσα στις σελίδες<br />
του ανείπωτου.</p>
<p>Αγαπημένη<br />
κάνει κακό στις μπίζνες<br />
να μιλάμε για το αίμα<br />
(δεν πουλάει)<br />
κάνει κακό στο μέλλον<br />
στη διάλεκτο<br />
στη μνήμη<br />
τσούζει σαν<br />
τσακισμένος σπόρος πιπεριού<br />
τον ουρανίσκο<br />
αναστατώνει<br />
το ανύπαρκτο παρόν μας<br />
που είναι (τάχα μου) εδώ<br />
μα είναι άπιαστο.</p>
<p>Αγαπημένη<br />
άμα πεθάνω μη με θάψεις.<br />
Θέλω να βυθιστώ στη λήθη<br />
και στο τίποτα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p><strong>X</strong></p>
<p>Ασύνταχτα φορώντας τον χρόνο<br />
με μόνο ένα άνθος μυγδαλιάς<br />
ξεμπλέκω τις πικρές κλωστές</p>
<p>των λέξεων<br />
εκείνες που μας ένωσαν βαθιά<br />
μες στη ζωή<br />
μέσα στην άλλη άβυσσο<br />
κι ένα μεγάλο μάτι<br />
βγαίνει έξω απ’ το στήθος μου<br />
σαν προσευχή<br />
σαν κερδισμένη μνήμη<br />
από δάσος που ξυλεύτηκε<br />
(πιστοποιώ ότι δεν είμαι ρομπότ)<br />
σαν ποίημα γραμμένο<br />
από χέρι.<br />
Ασύνταχτα φορώντας τον χρόνο<br />
δεν είμαι πια το ασημένιο<br />
όχι του χαμομηλιού<br />
που ράγισες<br />
δεν είσαι πια το τελευταίο<br />
ναι της μαργαρίτας<br />
που μαδήσαμε<br />
κι όλο το φως που αναχωρεί<br />
μες στο χαρτί<br />
δεν είναι πια<br />
χωρίς πουλί<br />
χωρίς νερό<br />
χωρίς το πρώτο τριαντάφυλλο<br />
του δρόμου.<br />
Πώς να σε δω λοιπόν<br />
αγάπη μου<br />
με τόσα σύρματα ανάμεσα<br />
πώς να γεμίσω το βαθύ<br />
κενό<br />
που άνοιξες<br />
χωρίς να σκάψω πρώτα<br />
μέσα μου<br />
πώς να περάσω το πλατύ ποτάμι<br />
που μας γέννησε<br />
δύο φορές<br />
χωρίς να σε σκοτώσω;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ψ</strong></p>
<p>Αγαπημένη<br />
αν κάψεις αυτό το βιβλίο<br />
η στάχτη<br />
θα ξεκλειδώσει<br />
τη μεταλλική ψυχή σου<br />
σαν μανιασμένος<br />
άνεμος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΡΑΓΙΣΕ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΛΗΔΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ώρα του ήλιου<br />
γεμάτος σκουλήκια<br />
όμως υφίσταμαι ζωή<br />
αποθηκεύοντας πνοή<br />
σ’ όλο το αίμα<br />
και το πνεύμα μου.<br />
Το5να μου πέλμα τώρα<br />
στην Πλατεία Ελευθερίας<br />
τ’ άλλο κομμένο σύρριζα<br />
σπιθίζει ένα πράσινο θανάτου<br />
στη γραμμή<br />
ώρα μικρή του ήλιου<br />
διαιρεμένη σε ποιήματα.<br />
Κι αναλογίζομαι λοιπόν τον Ευαγόρα<br />
που απαστράπτει κρεμασμένος<br />
με μιαν ασάλευτη ταυτότητα<br />
τον πρωτοστάτη Αυξεντίου<br />
ένα κυμάτισμα λευκότητας<br />
καρβουνιασμένο<br />
αναλογίζομαι μισός την Καρπασία<br />
σαν ολοζώντανη σελίδα σώματος.</p>
<p>Αγαπημένη Λευκωσία,<br />
η στιχοσύνη μου<br />
δεν είναι μόνο έαρ.<br />
Είναι βαλβίδα του ποιήματος.</p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>Η Λευκωσία μου<br />
δεν είναι αυτό που βλέπεις.<br />
Είναι μια πόλη που ράγισε.<br />
Κι όμως<br />
άνοιξη και στις δυο πλευρές.<br />
Σ’ όλο το μήκος της γραμμής<br />
τα χελιδόνια πάνω απ’ τα κεφάλια μας<br />
σκίζουν σαν λέξεις<br />
την πηκτή σιγή<br />
κι ύστερα κρύβονται ξανά<br />
μέσα σε σπίτια διάτρητα.<br />
Ζώνη νεκρή<br />
σαν κυριολεξία του ανείπωτου<br />
ζώνη νεκρή<br />
άδεια παρένθεση<br />
ζώνη νεκρή<br />
σαν φυσικό μουσείο πολέμου.<br />
Όπως καταλαβαίνεις<br />
μεγάλωσα μόνος<br />
κολυμπώντας στα νερά<br />
της ήττας μου.<br />
Μαύρα νερά<br />
τζαι κότσινα<br />
κατηφοριά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">κότσινα : κόκκινα</p>
<h5><strong>ΣΕ ΜΙΑ ΜΠΙΡΑΡΙΑ</strong></h5>
<p>Απόψε πίνω μπίρες στη Λευκωσία.<br />
Δεν είμαι μόνος.<br />
0 ηλικιωμένος ιδιοκτήτης<br />
της νύχτας<br />
ένα σπασμένο αγγείο<br />
γκαρσόνας<br />
κι η Καλυψώ η κατάμαυρη γάτα<br />
είμαστε ψάρια<br />
στο ποτάμι του χρόνου<br />
που συνυπάρχουν<br />
χωρίς να μιλούν.<br />
Όμως η Σάσια<br />
που έχει το δικό της ρολόι<br />
(το χρήμα μπορεί να χωρίσει<br />
τους ανθρώπους)<br />
φέρνει ξανά<br />
μιαν αφρισμένη μπίρα<br />
με μια σταγόνα αίμα<br />
στο δάχτυλο.<br />
Αγγίζω το ποτήρι με λέξεις.</p>
<p>Μέσα στο ποίημα<br />
λειτουργεί μια άλλη βαρύτητα.</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΤΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ</strong></h5>
<p>Αγαπημένοι,</p>
<p>συγχωρήστε με που σας ξυπνώ.<br />
Ξέρω πως η σιωπή σας είναι ιερή<br />
όμως αυτός ο πόλεμος<br />
έχει ματώσει όλες τις ψυχές<br />
κι όλες τις λέξεις.<br />
Γι’ αυτό<br />
σας ικετεύω σαν πατέρας<br />
και σαν μάνα.<br />
Πάρτε μαζί σας όλα τα μωρά<br />
και λούστε τα ξανθά μαλλάκια τους<br />
πλύννετε ούλλα<br />
τα ρουχούθκια τους<br />
την Αλεξάντραν ζάχαρην<br />
τζαι το Μισίριν μέλιν.<br />
Πάρτε τα πέρα των περών<br />
να δούσιν δέντρα τζαι πουλιά<br />
να φάσιν μήλα κότσινα<br />
να γίνουν πεύκα τζαι μηλιές<br />
λεβάντες τζαι λαλλέδες.<br />
Αγαπημένοι μου,<br />
κοιμήστε τα γλυκά.</p>
<p>Η γη τα συγχωρεί όλα<br />
μα δεν ξεχνά τίποτα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">ούλλα : όλα, ρουχούθκια : μικρά ρούχα, Αλεξάντρα : Αλεξάνδρεια, Μισίριν<br />
Αίγυπτος, κοτσινα : κόκκινα, λαλλέδες : ανεμώνες</p>
<h5><strong>ΧΥΤΡΑ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ</strong></h5>
<p>Η Λευκωσία απόψε<br />
είναι φεγγάρι<br />
κόκκινο<br />
μήλο.<br />
Πρώτα με καίει<br />
σαν φλογισμένη πυρκαγιά<br />
στον Πενταδάχτυλο<br />
κι ύστερα με δροσίζει<br />
σαν ψιλή βροχή<br />
στο ντάλα μεσημέρι.<br />
Απ’ τη βροχή φυτρώνουν λέξεις<br />
έτσι αργά<br />
όπως εξαερώνεται<br />
μια χύτρα ταχύτητας.</p>
<h5><strong>ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Ήμασταν στην πλατεία<br />
και, μιλούσες.<br />
Τ’ αμάξια έσκιζαν τον αέρα<br />
σαν μαχαίρια<br />
καθώς κινούσες<br />
τα λευκά σου χέρια<br />
σαν μαέστρος<br />
που κάνει τον ήχο της ορχήστρας<br />
πιο απτό.<br />
Τα περιστέρια δίπλα μας<br />
χαμογελούνε<br />
όμως εσύ δεν δίνεις μία<br />
κι έτσι τινάζεις<br />
τους ωραίους ώμους<br />
σαν σπουργίτι<br />
μέσα στο πιο βαθύ φθινόπωρο.</p>
<p>Αγαπημένη,<br />
όταν μ’ αγγίζεις<br />
αισθάνομαι την αιχμή<br />
στη λέξη λόγχη.<br />
Είσαι ο ραγισμένος στίχος<br />
στην άκρη της πένας μου.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΥΛΑΚΙΟ</strong></h5>
<p>Αγαπημένη,<br />
είμαι σου λέω απελπισμένος.<br />
Κάθε πρωί<br />
βάζω τσιρότα σ’ όλες τις λέξεις<br />
κι όμως το βράδυ<br />
το αίμα τρέχει πάλι ποτάμι<br />
πλάι στο τελευταίο φυλάκιο.<br />
Ό,τι κι αν κάνω, αγαπημένη,<br />
το αίμα τρέχει<br />
καλύπτει τους δρόμους<br />
τις λεωφόρους<br />
γεμίζει σπίτια<br />
ποτίζει δέντρα<br />
καθοδηγεί το χέρι μου.<br />
Αγαπημένε, είπες,<br />
πρέπει να φύγω<br />
έτσι κι αλλιώς<br />
δεν έχω κάπου ν’ ακουμπήσω<br />
για να γυρίσω<br />
τον γαμημένο κόσμο<br />
ανάποδα.<br />
Και τότε πέταξες σαν ανεράδα<br />
μέσα στους κοχλασμούς<br />
της πυρωμένης ασφάλτου<br />
καθώς ο άνεμος<br />
σκορπούσε τις στάχτες σου<br />
μέσα στο ποίημα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΡΙΜΑΧΟ (2022)</strong></h4>
<h5 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><strong>ΣΗΜΕΙΩΜΑ TOΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ</strong></h5>
<p>Η ανά χείρας έκδοση συγκεντρώνει, αδημοσίευτο αρχειακό υλικό του Κύπριου ποιητή, φιλόλογου και κριτικού Ριμαχό. Πιο συγκεκριμένα, περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα ή θραύσματα σκέψεων του ποιητή και, τέλος, τις επιστολές στη Ριμαχόνα. Γι’ αυτό ευχαριστώ θερμά την οικογένεια του Ριμαχό για την εμπιστοσύνη της, αλλά και τους ποιητές Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Παντελή Μηχανικό, μα προπαντός τον ποιητή και ρεσπέρη Κώστα Βασιλείου για την παραχώρηση άπλετων πληροφοριών, μαρτυριών και αδημοσίευτου υλικού. Σημειώνω, λοιπόν, εμφατικά ότι στην παρούσα έκδοση δεν έγινε ουδεμία παρέμβαση, διόρθωση ή λογοκρισία, είτε στο αυθεντικό αρχειακό υλικό είτε στην αρχική ορθογραφία των κειμένων. Κλείνω το σύντομο αυτό εισαγωγικό σημείωμα με την ευχή το βιβλίο αυτό να φωτίσει άγνωστες πτυχές του Ριμαχό και να παροτρύνει και άλλους μελετητές να ασχοληθούν συστηματικότερα με το όχι τόσο γνωστό ή προβεβλημένο, αλλά παρ’ όλα αυτά σημαντικό έργο αυτής της προσωπικότητας, που σύμφωνα με τον αείμνηστο Σάββα Παύλου «αποδείκτηκε περσόνα γκράτα στη λογοτεχνία του νησιού».</p>
<p>Παναγιώτης Νικολαΐδης</p>
<h5><strong>ΜΕ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΥ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ</strong></h5>
<p>Καθώς το ηλιοβασίλεμα<br />
βάζει φωτιά σήμερα<br />
στις στέγες<br />
των προσφυγικών συνοικισμών<br />
νιώθω πως κάτι<br />
όλο μου διαφεύγει<br />
πως βρίσκομαι σ’ ένα στούντιο<br />
ή σ’ ένα στημένο σκηνικό<br />
και πως τα πάντα γύρω μου<br />
είναι επίπλαστα<br />
με εμπνευσμένο σκηνοθέτη<br />
τον χρόνο.<br />
Κι όπως το τρένο<br />
ξεκινά μ’ ένα τράνταγμα<br />
κι ανοίγει δρόμο<br />
μες στο τούνελ για το φως<br />
έτσι κι εγώ<br />
ντυμένος με τα φύλλα<br />
των σχολικών μου τετραδίων<br />
ανοίγω το πρώτο δειλό βήμα<br />
μες στην αιωνιότητα των κατευθύνσεων.<br />
Θε μου,<br />
δώσε μου δύναμη<br />
να αποτρέψω<br />
εκατομμύρια καρκινικά κύτταρα<br />
καθότι<br />
είμαι ένα σώμα<br />
αποτελούμενο από πολλά μέρη<br />
που παλεύουν να εκφραστούν<br />
καθώς οι άνθρωποι διψούν<br />
για περισσότερη μνήμη<br />
περισσότερα πίξελ<br />
περισσότερες εντολές</p>
<p>σε κάθε δευτερόλεπτο.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ TOΥ ΡΙΜΑΧΟ</strong></h5>
<p>Κατεβαίνοντας τη λεωφόρο Λάρνακος<br />
ο ουρανός άλλαζε συνεχώς.<br />
Παρατηρούσε τη βροχή να σμίγει<br />
με τα σύννεφα<br />
το γρήγορο πέταγμα του χελιδονιού<br />
όταν μια έντονη μυρωδιά<br />
κυπαρισσιού<br />
τον πλεύρισε αιφνίδια<br />
σαν κοτσύφι στο χιόνι.<br />
Τότε κατάλαβε.<br />
Σκότωσαν αιωνόβια δέντρα<br />
εκατόν είκοσι ετών<br />
στο πλαίσιο του ευρύτερου<br />
οδικού σχεδιασμού<br />
στην απειλητική λευκότητα<br />
της σελήνης.</p>
<p>Ακόμα κι οι θεοί σκέφτηκε<br />
δεν μπορούν ν’ αποφύγουν<br />
τον άνθρωπο.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Είμαστε μέσα<br />
ή έξω απ’ το Άουσβιτς;<br />
Κανείς δεν ξέρει.<br />
Ξέρουμε πως η μάσκα<br />
επιτρέπεται (ακόμη)<br />
πως η δουλειά<br />
σημαίνει (ακόμη) ελευθερία<br />
και πως η νύχτα<br />
είναι δεμένη με σφιχτό κόμπο<br />
στο κέντρο<br />
της δικής μας ύπαρξης.<br />
Είμαστε μέσα<br />
ή έξω απ’ το Άουσβιτς;<br />
Κανείς δεν ξέρει.<br />
Ξέρουμε πως κανένας πια<br />
δεν επιστρέφει<br />
στο καθοδικό σπιράλ του χρόνου<br />
πως για να γίνουμε ανθρώπινοι<br />
και πάλι<br />
πρέπει επειγόντως να βρεθεί<br />
κάτι<br />
ίσως ένας μηχανικός θεός<br />
ή κάποιος εξωγήινος<br />
αχνός<br />
σαν αστρονομικό χνούδι<br />
ξέρουμε πως θα παραμείνουμε<br />
ακατανόητες και ατελείς υπάρξεις<br />
σαν σκόρπια θραύσματα<br />
από σπασμένα αγγεία<br />
μέσα στην αταλάντευτη σιωπή<br />
των εσωτερικών μεταναστεύσεων.<br />
Είμαστε μέσα<br />
ή έξω απ’ το Άουσβιτς;</p>
<h5><strong>ΑΜΜΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">στον πατέρα μου</p>
<p>Που τον τζαιρόν<br />
π’ ανοίξασιν τα οδοφράγματα<br />
εν ήθελεν να πάει..<br />
Εν ημπορώ να δω<br />
την πόλην μου κλειστήν<br />
την θάλασσαν του Βαρωσιού βουβήν<br />
το σπίτιν π’ αναγιώθηκα θολόν<br />
ποπίσω που τα ττέλια.<br />
Μπορεί να πω τζαι τίποτες<br />
τζαι να με βάλουν μέσα<br />
στο τζελλίν<br />
αλλάξετε κουβένταν.<br />
Εστάθηκεν λοιπόν αδύνατον.<br />
Την πρώτην φοράν που πήα<br />
κατεχόμενα<br />
έβαλα άμμον γρουσήν<br />
του Βαρωσιού<br />
σ’ έναν σακκούλλιν τυλιμένην.<br />
Έπκιαν την με τα δκυο του<br />
(όπως το μωρόν)<br />
τζι εφύλαξεν την μέσα<br />
στο συρτάριν.<br />
Άξυππα<br />
τα μακρά εγίνασιν κοντά<br />
τζι αννοίξαν το Βαρώσιν<br />
με το έτσι θέλω.<br />
Εν άντεξεν δεύτερην φοράν.<br />
Ηύρα τον μέραν μεσομέριν<br />
με τα μμάθκια ανοιχτά<br />
γεμάτα άμμον.</p>
<p>Εν: δεν· τζαιρός: καιρός· Βαρώσιν: Αμμόχωστος· αναγιώθηκα: μεγάλωσα·<br />
τζελλίν: φυλακή· πήα: πήγα· ευτύς: αμέσως· άξυππα: πολύ ξαφνικά·</p>
<h5><strong>Η ΜΟΝΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ</strong></h5>
<p>Γίναμε ύποπτοι, όλοι ξαφνικά<br />
με της αναπνοής το ελάχιστο.<br />
Κι έτσι κρατούμε αυστηρά<br />
τις αποστάσεις μας.<br />
Όχι με τ’ αυτοκίνητο στον δρόμο<br />
από το φέισμπουκ<br />
ή το κινητό<br />
αλλά από τις αγκαλιές<br />
αξόδευτης αγάπης<br />
τις χειραψίες<br />
απ’ τα υγρά φιλιά στο στόμα<br />
ή στο μάγουλο.<br />
Το αίμα, λένε,<br />
ουρλιάζει μέσα μας σαν<br />
κόκκινο βιολί<br />
κι οι πιο ευπαθείς του πληθυσμού<br />
θα προστεθούν με τους νεκρούς<br />
σ’ έναν μεταλλικό θάλαμο.<br />
Όσο κι αν προσπαθούμε όμως<br />
να στρεβλώσουμε τον χρόνο<br />
αποθηκεύοντας τον ουρανό<br />
βαθιά κάτω απ’ το έδαφος<br />
αυτή η μια ανάσα<br />
είναι η μόνη<br />
βεβαιότητα του είδους<br />
καθώς ο μισός κόσμος<br />
σκοτώνει αργά και σταθερά<br />
τον άλλο μισό.</p>
<h5><strong>ΕΝΑΝ ΚΛΩΝΙΝ ΒΑΣΙΛΙΤΖΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">της γιαγιάς Μαριάννας</p>
<p>Έκοψεν έναν<br />
τρυφερόν κλωνίν βασιλιτζιάν<br />
τζι έδωκεν μου.<br />
Βάλ’ το μες στο νερόν<br />
τζι εννά πετάξει ρίζες<br />
λαλεί μου.<br />
Εφύτεψα το<br />
τζι εγίνην όμορφον δεντρόν<br />
εμουσκομύριζεν ο ουρανός<br />
τζι ο τόπος<br />
το φαΐν μου.<br />
Μες στον σειμώναν όμως<br />
άξυππα εξέρανεν.<br />
Στην εφτομάν<br />
εχάσαμεν τζαι την γιαγιάν.<br />
Γεμώσαν δάκρυα τα ρούχα μου.</p>
<p>Να με θυμάσαι, γιε μου,<br />
ποννά πεθάνω<br />
μες στην αυλήν σου.</p>
<p>Βασιλιτζιά: βασιλικός· εννά: πρόκειται να ·σειμώνας: χειμώνας·<br />
μουσκομυρίζει: μοσχομυρίζει· άξυππα: ξαφνικά· εφτομά: εβδομάδα· ποννά: όταν.</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΙΜΑΧΟΝΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Ι</strong></h6>
<p>Αγαπητή μητέρα,</p>
<p>επιλέγω και πάλι την απλότητα<br />
τη γλώσσα μου χαμαί<br />
να ράβει με χοντρή κλωστή<br />
το τραύμα που υπάρχει<br />
μέσα μου.<br />
Ξέρεις, ο πόλεμος<br />
άμαν ριζώσει μέσα στην ψυσήν<br />
εν φεύκει ποττέ.<br />
Η Λευκωσία, σε πληροφορώ,<br />
καίγεται κάθε νύχτα σαν αστέρι<br />
στην οθόνη μου.<br />
Όπως καταλαβαίνεις, μάνα,<br />
δεν με στηρίζουν πιον τα ψέματα<br />
αυτό το συγκαμμένο παντεσπάνι<br />
των πολιτικών<br />
μες στον απόπατον.<br />
Κανεί.<br />
Πίννω νερόν κρυόν<br />
που την αθάνατην φουντάναν.<br />
Γι’ αυτόν να ξέρεις<br />
ότι ’κόμα αγαπώ σε<br />
τζαι είσαι μέσα μου κρεμμός.<br />
Εννά σου πέψω πάλε τον Απρίλην<br />
έναν μαστραππάν φιλιά<br />
γεμάτον μαραμμένα τριαντάφυλλα.<br />
Αγαπητή μητέρα,<br />
λυπάμαι που σε στεναχωρεί<br />
το πείσμα μου<br />
όμως δεν γίνεται αλλιώς.<br />
Η μνήμη έν’ επιλογή.<br />
Γαίμαν πηκτόν.<br />
Αρνούμαι να πεθάνω.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Λευκωσία, 25 Μαρτίου 2004</p>
<p>Χαμαί: χαμηλά στη γη· άμαν: όταν· πιον: πια· απόπατος: τουαλέτα·<br />
κανεί: αρκετά ·φουντάνα: βρύση· ’κόμα: ακόμα· κρεμμός: γκρεμός·<br />
πέψω: στείλω· εννά: πρόκειται να· μαστραππάς: μεταλλικό δοχείο·<br />
έν’: είναι· γαίμαν: αίμα.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΙ</strong></h6>
<p>Αγαπημένη,</p>
<p>σου γράφω σήμερα<br />
από την Πράσινη Γραμμή<br />
καθώς τα τούρκικα μαχητικά<br />
σκίζουν με θορυβώδη έπαρση<br />
τον ουρανό μου.<br />
Ξέρω πως είσαι μακριά<br />
(μου το ’χεις ξαναπεί).<br />
Μέχρι να φτάσει στα χεράκια σου<br />
το ταλαιπωρημένο γράμμα μου<br />
θα είναι αργά<br />
κι εδώ<br />
θα έχει πια νυχτώσει.<br />
Δεν με πειράζει όμως.<br />
Σαν κλείσεις τα μεγάλα μάτια σου<br />
μπορώ να νιώσω πάλι<br />
μέσα μου βαθιά<br />
όλο το πράσινο της άνοιξης<br />
κι όλο τον χρυσοκίτρινο χορό<br />
απ’ τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι<br />
στο κορμί σου.<br />
Αγαπημένη,<br />
γράφοντας γράμμα σ’ εσένα<br />
γράφω σ’ εμένα<br />
κι εύχομαι ν’ απευθύνω λόγο<br />
χρόνια μακριά.<br />
Αν δεν μ’ αγαπάς αληθινά<br />
ως μέσα στο κύτταρο</p>
<p>δεν είσαι μάνα.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Λευκωσία, 15 Νοεμβρίου 2015</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Χ</strong></h6>
<p>Αγαπημένη,</p>
<p>δεν είμαι πικραμένος πια<br />
ούτε διψώ<br />
είμαι μονάχα ανοιχτός<br />
μέχρι το κόκαλο<br />
διαιρεμένος σε κομμάτια<br />
άλλων εαυτών<br />
σε αίθουσες σιδηροδρομικών σταθμών<br />
και μες στη νύχτα.<br />
Δεν είμαι πικραμένος πια<br />
κι ούτε διψώ.<br />
Μες στην απελπισία των πουλιών<br />
και μες στο φως<br />
εμείς αγαπηθήκαμε βαθιά<br />
(σχεδόν πατώντας πάνω στο νερό)<br />
κι όμως<br />
θα παραμείνουμε ανύμφευτοι<br />
μες στον καιρό<br />
σαν δυο κορμοί βαλανιδιάς<br />
που τους χτυπά αλύπητα<br />
το κύμα<br />
στο πλατύ ποτάμι.<br />
Τι άλλο έμεινε λοιπόν<br />
αγαπημένη,<br />
για να πάρεις από με;<br />
Το θέμα τώρα<br />
είναι να με καταπιείς<br />
και να με αφοδεύσεις.</p>
<p>Λευκωσία, 23 Ιουνίου 2021</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ (2019)</span></strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μες στον πόλεμον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μες στ’ αγκάλια της τζι εβουραν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εν είσεν νερόν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άμαν τζι εγίνην το κακόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζι ο τόπος εμοιράστηκεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζι εγύρεψεν να με πιάσει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εν τον εκατάλαβα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μες στα μμάθκια του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τον φονιάν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζι έκλαια.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εβάσταν= κρατούσε, </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εβούρ«ν= έτρεχε, </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">είσεν= είχε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εν= δεν, </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζύρης= πατέρας</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ια&#8217;</span></strong></h6>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην Ακανθού της μάνας μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άνοιξε δρόμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανάμεσα σ’ αγκάθια κι αγριόχορτα. </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λευκά λεπτά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αόρατα νήματα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σιγή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κι ύστερα λέξεις ξένες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αιχμηρές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μαύρο σπαθί,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι η πόρτα κλείνει αδιάφορη </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και παγωμένη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φεύγοντας του ψιθύρισε μια λεμονιά: </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Μεν φύεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μείνε, λαλώ σου, τζι είμ’ αθθισμένη».</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιγ&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην Καρπασία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το κίτρινο της λαψάνας ρυθμίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">την κυκλοφορία του αίματος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μέσα στα χέρια του ήλιου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μολόχες τζόχοι αβρόσσιλλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αγρέλλια πάγκαλλοι λάχανα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στρουθκιά χωστές αναθρήκες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μακριά το φίδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λυγίζει την όραση τρεις φορές.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο μοναστήρι ο άνεμος στάθηκε όρθιος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκεί φιλήσαμε στα χείλη τον Άγιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι από τον βράχο του πάνω στο κύμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πήραμε αγιασμένο νερό.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και είπα, Θεέ μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάμε να σπάσει το δόντι του χρόνου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτό το ποίημα </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έχει μια θάλασσα μόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μοιρασμένη στα δυο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λαψάνα= αγριοσινάπι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μολόχες [&#8230;] αναθρήκες= βρώσιμα ως επί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το πλείστον φυτά</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιε&#8217;</span></strong></h6>
<p style="padding-left: 160px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στον πατέρα μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τω καιρώ εκείνω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα τείχη των Φράγκων αλλάζανε χρώμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πιο πίσω η θάλασσα και το λιμάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μια διαλεκτική ανθρώπου χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μέσα στο αναμμένο ηλιοβασίλεμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εδώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κι όμως,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θα πω για σε περίκλειστη κόρη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σ’ ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κλαμόντα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να πάρω λίγη από την άμμο σου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα, κόρη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να σ’ αγκαλιάσω;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αγαπημένη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας^</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">για τα σπασμένα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δάχτυλα.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιστ&#8217;</span></strong></h6>
<p style="padding-left: 160px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της Αργυρώς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ήτουν να παντρευτώ Κυριακήν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παρασκευήν εφέραν μου το νυφικόν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εφόρησά το μόνον μιαν φοράν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(άμπα τζαι λερωθεί)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζι ύστερις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άννοια το ερμάριν μου κρυφά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τζι εθώρουν το.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σάββατον ξημερώματα εγίνην η εισβολή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το νυφικόν έμεινεν πίσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κρεμασμένον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην Περιστερωνοπηγήν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εικοσιμιάν του Ιούλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κυριακήν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εσταματήσαν ούλλα τα πουλιά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στον αέραν.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άμπα= μήπως, </span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ούλλα= όλα</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιη&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Arbeit macht frei</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ακόμα κι αν πούμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">την εισβολή σας                             φτερούγισμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τους έποικους                                 πρόσφυγες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">την κατοχή                                      ουρανό</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ακόμη κι αν πούμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τις σφαίρες                                     βάλσαμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα παγωμένα σας σύμφωνα        θάλασσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και τους νεκρούς μας                   απλώς πλεονάζοντες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">                                                         σε κακό καιρό</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το θέμα είναι πως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">είμαστε όλοι μολυσμένοι με θάνατο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και πως το αίμα θα ’ναι για πάντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητος.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Την Πέμπτη 7.3.2019, μαζί με τους αγαπητούς συναδέλφους μου από το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς και την οικογένειά μου, επισκέφθηκα τα Κατεχόμενα και το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου. Ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία, καθώς στην ηλικία των σαράντα πέντε ετών, έστω ως επισκέπτης, είδα για πρώτη φορά την πατρίδα μου ολόκληρη. Για πρώτη φορά οι αφηγήσεις και οι περιγραφές της μάνας μου και του τζυρού μου, που κατάγονται από την κατεχόμενη Ακανθού και την Αμμόχωστο αντίστοιχα, έγιναν ζωντανή εικόνα, βίωμα και αίσθημα. Ένιωσα πραγματικά ότι ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού μου βρέθηκε, λες και μια τρύπα που είχα μέσα μου έκλεισε και γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου. Ευχαριστώ, λοιπόν, γι’ αυτό τον διευθυντή μου Πέτρο Μιχαήλ, που έκανε αυτή την επίσκεψη πραγματικότητα. Την Τετάρτη 20.3.2019, μέρος αυτού του συνθετικού ποιήματος διαβάστηκε για πρώτη φορά στη Λέσχη Βιβλίου Παλαιάς Λευκωσίας «Το Υφαντουργείο», σε εκδήλωση με αφορμή την ημέρα ποίησης μαζί με τους φίλους ποιητές Γιώργο Χριστοδουλίδη, Γιώργο Καλοζώη και Μιχάλη Παπαδόπουλο.</span></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ια&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στις 23 Απριλίου 2003, τριάντα περίπου χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και την παράνομη κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού, οι κατοχικές αρχές προχώρησαν σε μερική άρση των απαγορεύσεων της ελεύθερης διακίνησης και άνοιξαν τα οδοφράγματα στην Κύπρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετά από αυτό αρκετοί πρόσφυγες, έστω ως επισκέπτες,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μπόρεσαν να δουν ξανά αυτά που τους στέρησε η τουρκική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εισβολή και κατοχή.</span></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιγ&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η φημισμένη μονή του Αποστόλου Ανδρέα βρίσκεται στο ομώνυμο ακρωτήρι στην κατεχόμενη Καρπασία, στο ανατολικότερο σημείο της Κύπρου, και παραμένει η μοναδική υπό τουρκική κατοχή εν ενεργεία μονή. Κτίστηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το 1867 σε βραχώδη έκταση στα νότια του ακρωτηρίου, στο μέρος όπου πιστεύεται ότι αποβιβάστηκε ο απόστολος και, σύμφωνα με την παράδοση, φανέρωσε με θαύμα πηγή νερού δίπλα στη θάλασσα. Μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 ήταν από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κύπρου.</span></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιε&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, στις 16 Αυγούστου 1974, από τα τουρκικά στρατεύματα, η πόλη λεηλατήθηκε και σφραγίστηκε με συρματόπλεγμα. Η περίκλειστη περιοχή χαρακτηρίστηκε το 1977 από τον Σουηδό δημοσιογράφο Γιαν Όλοφ Μπένγκστον «πόλη φάντασμα».</span></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιστ&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από το έργο Το νυφικό που δεν φορέθηκε (χαρτί και μέταλλο) [εικαστικοί δημιουργοί: Μαριάννα Κωνσταντή, Ανδριάνα Νικολαΐδου· ραφή: Νικολέτα Δημητρίου], το οποίο προβλήθηκε στην έκθεση «Νύφες», στο Λεβέντειο Μουσείο Λευκωσίας, από τις 30.11.2016 μέχρι τις αρχές Ιουλίου του 2017- ειδικότερα αναφέρεται στην τραγική ιστορία της Αργυρώς Χριστόφορου, η οποία επρόκειτο να παντρευτεί στις 21.7.1974, την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κυριακή της εισβολής. Το νυφικό της έμεινε κρεμασμένο στο σπίτι της, στην Περιστερωνοπηγή Αμμόχωστου, όταν μαζί με τους συγχωριανούς της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό της.</span></p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιη&#8217;</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τον Ιούλιο του 2018 παρουσιάστηκε από τον Χάρλεπ Ντεζίρ, αντιπρόσωπο του Γραφείου για την [δήθεν] Ελευθερία του Τύπου του ΟΑΣΕ, το πολυσυζητημένο γλωσσάρι για Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους. Πρόκειται στην ουσία για 53 λέξεις και φράσεις, οι οποίες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επελέγησαν και προτάθηκαν ως «ουδέτερες» και από τις δύο πλευρές, αλλοιώνοντας για μια ακόμη φορά την ιστορική αλήθεια.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2016)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Οδηγίες Χρήσεως</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Κάνεις φυσιοδίφης δεν έχει ακόμα αποφανθεί αν είναι ή ζέβρα<br />
μαύρο ζώο μ’ άσπρες ρίγες ή μαύρες ρίγες μ&#8217; άσπρο ζώο.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 160px;">Άργύρης Χιόνης<br />
«Μικρή φυσική ιστορία ΙΑ&#8217;»</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οδηγίες Χρήσεως</span></strong></h5>
<p>Ξύσε το μαύρο<br />
λέξη προς λέξη<br />
και θα βρεις το τυχερό<br />
ποίημα</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παρενέργειες</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτρεχες σαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λαγός στον ύπνο μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κοιτάζοντας πίσω φοβισμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίτα να δεις μου λες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να σωθείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σφάξε στο γόνατο τις λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι άμα σε γλύφει χαρούμενο σκυλί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κλείσε τα μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μέτρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποτάμι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποτάμι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημα</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παραλογή</span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: left; padding-left: 80px;">Ήταν ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του<br />
πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: left; padding-left: 80px;">Γ. ΙΙαυλόπουλος, «Το παιδί και οι ληστές»</p>
<h5 class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: left;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α</span></strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></h5>
<p>Μές στον πόλεμον<br />
ή μάνα μοι&gt; εβάσταν με σφιχτά<br />
μές στ’άγκάλια της τζι εβοόραν<br />
Έν εισεν νερόν<br />
&#8220;Αμάν τζι έγίνην τό κακόν<br />
τζι ό τόπος έμοιράστηκεν<br />
έστράφηκεν μέ τό καλόν ό τζόρης μοο<br />
τζι έγόρεφεν να μέ πιάσει<br />
Έν τον έκατάλαβα<br />
Έθώροον λαλεΐ ή μάνα μοο<br />
μές στα μμάθκια τοο<br />
τον φονιάν<br />
τζι εκλαια</p>
<p>τζι: κι | έβούραν : έτρεχε | έν: δεν | είσεν: είχε | άμαν τζι έγίνην: όταν έγινε<br />
τζΰρης: πατέρας | μμάθκια: μάτια</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τρομοκράτης</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 30px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκότω λιμός ξύνοικος</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άμα το αίμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άμα στερέψει το ψωμί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έμενα η νύχτα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γιατί ‘ναι νύχτα δεν θωρείς;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άμα το αίμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άμα στερέψει το ψωμί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έμενα η νύχτα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Περνώ τα σύνορα της ποίησης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και ζώνω με εκρηκτικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις λέξεις</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σεισάχθεια</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όπως έσκαβα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φιλόσοφο και ποιητή και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φραπεδιά στο χέρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίτα μου λέει νεαρέ&#8230; Πλήρης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σεισάχθεια χρεών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της λέξης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίτα του λέω Σόλωνα&#8230; χλωμό&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν ήσουν μάγκας και σωστός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και για τις λέξεις&#8230; δυστυχώς&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρώτα κουβαλώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μετά γράφω</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πάροδος</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πώς να περάσου στο βελόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το φώς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει άλλο φώς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάποια στιγμούλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δάχτυλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα τρυπήσω στο σκοτάδι</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΟΓΗ Β</span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φύλλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φύλλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ταξιδεύω στον χρόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάποδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έτσι μετρώ τη ζωή μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το φύλλο γίνεται κλαρί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το κλαράκι δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δέντρο σκάλα να ‘ρκουνται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη γην οι πεθαμμένοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Θέλει στοιχειό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να στεριώσει δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξεσφάλισε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα δοκάρια του κόσμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι ξύλινα</span></p>
<p><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">νά ρκουνται &#8211; νά έρχονται</span></em></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πάροδος</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν λίγο ή ζωή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σαν θάνατος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι η ψυχούλα λευκή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε χαράδρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι αν δεμένος ό κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον διάβολο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γλώσσα βλέπουσα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν αράχνη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συλλαβίζει το βάραθρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον αιθέρα</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ΠΑΡΑΛΟΓΗ Γ</span></strong></h4>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οδυσσέας</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν είσαι μισοκαμένο πεύκο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι αν τα μισά σου κλαδιά στο χθες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κυματί-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζουν παράλληλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μην παραιτείσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πιάσε την τέχνη σου απ’ τα μαλλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τύμμα τύμματι τίααι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που ‘λεγε κι ο Αισχύλος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γνωρίζοντας πως μες στον καθρέφτη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χρόνος έχει μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ορθάνοιχτα</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Νιόβη</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άμα έβρεχε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παίζαμε κρυφτό με τη μάνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κρυβόμουν θυμάμαι: πίσω από τον καναπέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σήμερα παίζουμε κρυφτό στο διαμέρισμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όταν βλέπω τον γιό μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πίσω από τον καναπέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τις πατούσες των κοριτσιών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να φέγγουν στην κουζίνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απομακρύνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τους κοιτάζω τρέχοντας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να φτύνουν τον χρόνο</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΟΓΗ Δ</span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ελένη</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στέκεται στην κουζίνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η βρύση τρέχει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι ο χρόνος τρέχει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι ίσως γι’ αυτό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποπειράται να μεταφράσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον άνεμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πίσω από τον ήχο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η βρύση τρέχει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι ο χρόνος τρέχει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ένα της μάτι δακρύζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το άλλο ορθάνοιχτο</span></p>
<p><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βασιλιτζιά &#8211; βασιλικός | ψιντρή &#8211; λεπτοκαμωμένη</span></em></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πάρις</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξάφνου δυόαμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μνήμη βαθιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Λιθάρι στ&#8217; όνειρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Χρόνος οπλίζει στην ομίχλη του Άδη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι έτρεχε αίμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το φεγγάρι στο πάτωμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όλα ένα βλέφαρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι οι πατούσες της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο ποτάμι</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έξοδος</span></strong></h5>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σ’ αυτή τη σελίδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το χιόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν μπορεί ν’ ακουστεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι όμως ως το πρωί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ‘χει σκεπάσει όλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημα</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν</span></strong></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΟΡΕΚΤΙΚΟΝ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πίννε κρασίν να ‘σεις ποίησιν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έναν ποίημαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Καλόν σκέφτουνται</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είμαι τζαι μαύρον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όπως το σελϊόνιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι τζαι λευκόν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πον’ να μ’ αννοίξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στούππωσ’ με με τον φελλόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μου ανάποδον</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΥΡΙΩΣ ΚΡΑΣΙΝ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρώτα μυρίστου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι ύστερις δε με στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μετά φίλα με</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ξυνιστέριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εν’ λευκόν περιστέριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στον ουρανίσκον</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δίχα φεγγάριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν αμπλέπω την νύχταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι Θεοί πίννουν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το κρασίν τζαι το ποίημα στρακόττον</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το ποίημαν: Που τον Ομηρον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι Θεοί πίννουν νέκταρ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το κρασίν Έσει έναν γρόνον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θυμωμένον: Π’ αναπνέω βανίλλιαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημαν: Καταλάβω σε</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το ποίημαν: Είμαι λαλουσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η βασίλισσα τέχνη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το κρασίν: Βρίξε τζαι πίννε</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το κρασίν: Λαλουσιν οτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ωφελώ στην καρδίαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημαν: Όι λαομόν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποιητής</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τρώω σταφύλιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι ύστερα κάμνω στίχον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ολοκότσινον</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οινοποιός</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δουλεύκω λευκόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πιστεύκω στο κοτσινον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι ποιητής </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το δοτζίμιν του ποιητή</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φύτεψε λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ύστερα κρούσ’ τες ούλλες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζαι κάμε κρασίν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το δοτζίμιν του οινοποιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Βάλε τον ήλιον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την γην τζαι την θάλασσαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μες στο πιθάριν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Προς πιστούς του κρασιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τζαι της ποίησης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Για να πολύσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κλαδεύκω τ’ αμπέλιν μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κατασείμωνα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καλλυττερεύκω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άμαν μ&#8217; αφήσεις τζαιρόν |</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μες στο τζελλάριν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεν με κουλιάσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να δεις τι πόνον τραβώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Που με λιώννουσιν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο οίνος ερωτεύτηκεν την</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποίησην τζαι συντυχάννουν</span></strong></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οίνος</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η γη γυρίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζαι πιτσικλιάζει κρασίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την Αφροδίτην</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αντζέλισσα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έγλεπε που παρπατάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πατάς σταφύλιν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το δειν σου κόρη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ραΐζει το ποτήριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πόθθεν να σε δω;</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ποίηση</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξυπνάς τα πουλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζαι χαμηλοπετούσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μες στο ποίημαν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οίνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είσαι το κρασίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είσαι τζαι το ποίημαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εγιώ ποιος είμαι;</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποίηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είσαι σύννεφον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Που το μέσα ποτάμιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στάξε μου κρασίν</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΠΙΔΟΡΠΙΟΝ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εγιώνη κλαίω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι εσείς πιστεύκετε τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πως εν’ σάκχαρα;</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είμαστιν χώμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να θυμάσαι να πίννεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για να ξηάννεις</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ό,τι τζι αν πούσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εσού πάντα να ξέρεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι σταφύλιν</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άλλαξα δέρμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για ν’ ακούσεις τις παλιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φωνές</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής κι ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καιροφυλακτούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο ένας μες στον άλλον</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια λέξη πίσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια μπροστά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το παντελόνι του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φαρδαίνει</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βαθιά του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κοιταχτήκαμε και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τώρα πώς φέγγεις</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ξυπνά η μάνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με ξυπνά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ψήνει καφέ να σηκωθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οχιά ο χρόνος</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με μία ζαριά ο θάνατος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παίρνει τη μάνα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ανάβουν τα μάτια σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βουνά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μπρούμυτα στον αέρα </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φόρεσες όλα τα βουνά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θυμάρι της αβύσσου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το βλέφαρό σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και με γκρεμίζεις</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκλερή κυρά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έκαμες με και πεθυμώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μάτια μου να ράψω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίτσου κοιμώντα καμμυτά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με δίχα φως αστράφτω</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βρέχω τ’ αλεύρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πριν απ’ τη βροχή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με το κλαράκι στο ράμφος</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πυκνός κι αυτάρκης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απ το βυζί της μάνας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δημιουργώ άν-τί-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σώματα </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σε τούτο το βάραθρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βάση μου είναι η Στιγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο Σολωμός κομήτης</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στη γλώσσα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κλίνεται η ψυχή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σ’ όλες τις πτώσεις </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ύφος πατρίδα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υφαντουργείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ιώδες</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με μάτι κλεφτοφάναρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαράζω στα δυο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον τράχηλο της νύχτας</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> &lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γωνία Αυγούστου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθετη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυάλινο μεσημέρι</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χρόνια εμπορευόμαστε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όμως σκοτάδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ασάλευτο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με φυσικό αέριο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ορύσσουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξανά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ιστορία</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μ’ ένα στενό ντουφέκι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πενθώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα τρομαγμένα κοπάδια</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξερολιθιές και θημωνιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρίγανη και θυμάρι</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οί τερατσιές μας κρέμουνται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον ούρανον καντήλες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τζ’ άμαν φυσήσει, νακκουρίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στάσσει το λάδιν μες στην γην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέφτει βραστόν στες φούχτες τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βκάλλουν ξανά καντύλες</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βγαίνει μετά τη βροχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν σαλιγκάρι στ’ αλάτι</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&lt;|&gt;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν είναι αλήθεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν είναι ψέμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι το ουράνιο τόξο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του ποιητή</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΣΑΝ ΙΑΜΒΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2009)</span></strong></h4>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν ίαμβος</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χρόνος αστράφτει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και βροντά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ψίχα του</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μέσα σαλεύει το καρφί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο κύτταρο με πολεμά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με αφαιρεί και σβήνω</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γίνομαι χώμα και νερό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να πάρω σχήμα φωτεινό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ν’ ανοίξω μες στον ήλιο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ε’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πρωινή δροσιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το πρώτο φως της δημιουργίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πριν απ’ την δράση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σχηματίζονται οι μορφές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα φυτά και τα σώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα βουνά και τα δάση</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δε σ’ είδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σ ένοιωσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πάνω στην απροφύλακτη στιγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καρφώθηκες στο σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Χάλκινο χάδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άστραψες φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο σκοτεινό πυρήνα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ια’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οκτώβριος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Περίπατος στην πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πρόσωπα πίσω από άλλα πρόσωπα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γεμίζουν τις επώνυμες οδούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ύστερα χάνονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Περπατώ μαζί τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εσωτερική διαδρομή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το χέρι στο διακόπτη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και τότε φάνηκες εσύ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λευκό πουκάμισο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Προσπέρασες με κόκκινο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάβαση πουλιών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κράτησα την ανάσα σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μια εισπνοή ή μια εκπνοή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο κύτταρο της μέρας</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιδ&#8217;</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βαθιά χτισμένος στ’ όνειρό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θρέφω καμένο σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αν λίγο μετακινηθώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τρέμει το φώς μες στο νερόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφταίνω και χιονίζω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φέρτε μου πέτρες τζιαί πηλόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το σώμαν μου να χτίσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τί έχω μέσα μου λαμπρόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μην τύχει και το σβήσω</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ιθ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ύστερα φως με χτύπησε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αίμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ρυθμός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ρινίσματα φωτός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ουράνιες βλεφαρίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέμει το σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρέχει λόφους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθετα βουνά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοιλάδες αρτεσιανού φωτός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάβουν οι φωνές σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Νύχτες και νύχτες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τ’ άστρα σου μαλλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καλάμια που λυγίζουνε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι αγγίζουν τα νερά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μ’ ασήμι του θανάτου</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κβ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποτέ δεν είχα κλίση μαθηματική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα του πατέρα η επιμονή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μ’ έμαθε τέχνη χρήσιμη και διαχρονική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η μέθοδος των τριών η απλή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίζει τους ορούς χιαστί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποδεικνύοντας στο πι καί φι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το σκοτεινό άγνωστο X</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα έλα που ήρθε δύσκολη πράξη φονική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ο δεύτερος όρος σου βγάζει απ’ το στόμα την ψυχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μονάχος τώρα σβήνω γράφω στο χαρτί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν λαβωμένο φίδι επιστρέφω στη σιωπή</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κστ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν αγάπη αρχίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγει βάραθρο λευκό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξεμανταλώνει φως χρυσό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε νυχτωμένο κήπο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όταν αγάπη τελειώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξεπλένει το αίμα βιαστικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μπαλώνει χάδια χρώματα φτερά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε πεθαμένο σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όταν αγάπη πέσει στο κενό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δέντρο που έχασε το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντίλαλος στο χρόνο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κζ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όσα το σώμα κράτησε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σφιχτά δεμάτια φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βλέμματα που φτερούγισαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάσες στο νερό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όσα το σώμα κέρδισε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παράθυρα στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποδά κομμάτιν λασμαρίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποτζιει κομμάτιν δκυόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σώμα ουράνιο υφαντό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πλέκεις το χρόνο σου με φώς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σώμα βαθύ πορτοκάλι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βελόνι του θανάτου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δώρον ασώματου θεού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο μέτρο του ανθρώπου</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">καθρέφτης</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λέξεις μολύβι μες στις φλέβες μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η νύχτα σέρνει τα χαρτιά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γ’</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια λέξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κουδουνίζει στο κεφάλι μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μπερδεύεται στα χέρια μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στα πόδια μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την πάτησα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πριν τιναχτεί με σάλτο φοβερό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απλώνει το μελάνι του στο χρόνο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ε’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δε γίνεται αλλιώς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ήταν σε φόρμα ποιητική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αφού διέσχισε ταχέως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις κοιλάδες των λέξεων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφού με κόπο σκαρφάλωσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απότομους τόμους ποιήσεως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατάφερε επιτέλους να αντικρίσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της τέχνης τον ορίζοντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κατάφερε επιτέλους να τον προσέξει η κριτική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να συμπεριληφθεί σε ανθολογίες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και προπαντός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να προεδρεύσει της συντεχνίας των ποιητών</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεν καταλαβαίνω τί ζόρι τραβάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε σωματεία και δημόσια κτίρια;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εντάξει μπορεί να μη σου φτιάξαμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άγαλμα επιβλητικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σου γράψαμε όμως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Υψηλά Ποιήματα</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θ’</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ό,τι αξίζει στον καφέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν είναι το φλιτζάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ούτε το ζουμί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είναι το μαύρο κατακάθι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το πικρό</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></h4>
<h4><strong>ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>Τέσσερα κείμενα για τη ποίηση του Κώστα Βασιλείου</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Συνοψίζοντας εν τάχει τα συμπεράσματά μας για την πρώτη περίοδο της ποίησης του Κ. Βασιλείου, την περίοδο, δηλαδή, της έντονης μυθοποίησης και της κρυπτογράφησης της εμπειρίας, παρατηρούμε ότι ο ποιητής βρίσκεται αφενός κάτω από τη βαριά σκιά της μοντερνιστικής και ιδιαίτερα της σεφερικής ποιητικής, ακολουθώντας το μοντέλο του λόγιου ποιητή (poeta doctus), η κληρονομιά του οποίου, σύμφωνα με τον Σεφέρη, περιλαμβάνει την αρχαία κλασική παράδοση, την παράδοση που ξεκινά από τα Ευαγγέλια και γίνεται η ελληνική δημοτική λογοτεχνία, και την ευρωπαϊκή παράδοση. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, που δέχεται την καταλυτική επίδραση από τον αλληγορικό μοντερνιστικό λόγο, επηρεάζεται κι από την αθυροστομία και το σκληρό χιούμορ του Π. Μηχανικού, με τον οποίο στη σημαίνουσα τριλογία [Ο Μεγάλος Σαμάν (1977), Ο Πορφύρας (1978) και Pieta (1983)] διαλέγεται έντονα. Κι είναι για τούτο ίσως που ακόμη και σε αυτή την πρώτη, μοντερνιστική του φάση, πέρα από έντονα αυτοαναφορικός και ικανός συνομιλητής της λογοτεχνικής παράδοσης, ο ποιητής παραμένει μέχρι το κόκκαλο βαθιά ειρωνικός και έντονα ανατρεπτικός, ρίχνοντας τα καυτά του βέλη στα σύγχρονα κυπριακά πράγματα.<br />
Παράλληλα, επιτυγχάνει να ολοκληρώσει πολύ σημαντικές ποιητικές συνθέσεις με πολλά στοιχεία πρωτοτυπίας και με κατακτήσεις, σε επίπεδο γλώσσας και δομής. Πιο συγκεκριμένα, στην καθοριστική για το έργο του ποιητή σύνθεση Pieta (1983), η παλαιότερη προσπάθεια του Βασιλείου να αναμίξει τον διάλογο με τον μονόλογο, κάτι που έδινε από τα πρώτα του βιβλία μια ιδιότυπη ενάργεια, στηριγμένη τώρα σε μια πρωτοποριακή, ποιητικά ευφυή και εξαιρετικά δυναμική αντιπαράθεση τριών κύριων προσώπων (Ριμαχό, Ριμάχο, Ριμαχόνας), κομίζει στην κυπριακή ποιητική γραφή, αλλά και γενικότερα στη νεοελληνική ποίηση ένα έργο εξαιρετικά πρωτότυπο, το οποίο «εκφράζει με αλληγορικό τρόπο την έντονη διπολικότητα που χαρακτηρίζει το κοινωνικοπολιτικό τοπίο της ελληνοκυπριακής κοινότητας στην περίοδο μετά την τούρκικη εισβολή στην Κύπρο».<br />
Περνώντας στη δεύτερη περίοδο-φάση του ποιητή, η οποία εκκινεί εμβληματικά με την εξαίρετη ποιητική σύνθεση Ο Κανόλλος (1997), παρατηρούμε αφενός την άμεση απομάκρυνσή του από μια ποίηση αποκλειστικά στραμμένη στα επιτεύγματα της μοντερνιστικής γραφής, της ξένης και της ελληνικής, ιδίως της σεφερικής και αφετέρου μια διαφορετική επιλογή εκφραστικού οργάνου (κυπριακή διάλεκτος). Αν κοιτάξουμε, ωστόσο, πιο προσεκτικά τα πράγματα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι η στροφή του ποιητή στη διάλεκτο δεν αποτέλεσε με κανένα τρόπο κεραυνό εν αιθρία, ούτε, βέβαια, σήμαινε την απόρριψη όλου του ποιητικού οπλοστασίου της προηγούμενής του δουλειάς στην πανελλήνια κοινή.<br />
Τα στοιχεία που τεκμηριώνουν αυτόν τον συλλογισμό είναι τρία: πρώτον η χρήση της κυπριακής διαλέκτου εντοπίζεται σποραδικά σε όλη την πρώτη περίοδο του ποιητή και ειδικότερα στα δύο προηγούμενά του έργα, τον Ευαγγελισμό της λυγερής και τη Λάμπουσα· δεύτερον ο ποιητής διατηρεί και στη δεύτερη φάση ενεργή τη μορφή του πεζόμορφου ποιήματος, που μας οδηγεί στον ελεύθερο στίχο αντί του ομοιοκατάληκτου ποιήματος, το οποίο, επίσης, χρησιμοποιείται, αλλά δεν κυριαρχεί· τρίτον ο ποιητής δεν εξοβελίζει από την ποιητική σκηνή την πανελλήνια κοινή. Αντίθετα, τη συμπαραθέτει μαζί με ποικίλα άλλα ιδιώματα (αρχαιοελληνικό, βιβλικό, καθημερινό, λυρικό, ξενικό κ.ά.).<br />
Κάτω από αυτό το πρίσμα, η σύζευξη λέξεων από διάφορα γλωσσικά περιβάλλοντα προετοιμάζουν τον αναγνώστη, και σε αυτή τη φάση, για τη μύησή του σε ένα απαιτητικό ποιητικό ιδίωμα, δείγμα της αξιοθαύμαστης γλωσσικής ευπορίας του ποιητή.<br />
Σε αυτή, λοιπόν, τη δεύτερη φάση της χειραφέτησης του Βασιλείου από το βαρύ άχθος της λόγιας, μοντερνιστικής ποιητικής, η πανελλήνια κοινή υποχωρεί εμφανώς ως γλώσσα λογοτεχνικής δημιουργίας και αρχίζει τόσο ως θεωρία στη συνείδηση του ποιητή όσο και ως πράξη στη γραφή του, να κερδίζει έδαφος και να καρποφορεί η κυπριακή διάλεκτος· η γλώσσα, σύμφωνα με τον ίδιο, «του γαλάτου τζαι του γαιμάτου». Πρόκειται στην ουσία για μια εσωτερική και αμφίδρομη διεργασία μεταβίβασης της λογοτεχνικότητας από τη μια κουλτούρα στην άλλη· που σημαίνει, βεβαίως, ότι το ορμητικό πέρασμα από την επίκτητη παιδεία και το μοντέλο του λόγιου, μοντερνιστή ποιητή που δέσποζε στην πρώτη του φάση προς τη διαλεκτική γλώσσα και το μοντέλο του ποιητάρη που κυριαρχεί στη δεύτερη, αξίζει να μελετηθούν εκατέρωθεν, καθώς πολλά μορφολογικά στοιχεία της ποίησης του Βασιλείου διατηρούνται ζωντανά και στις δύο περιόδους.<br />
Πώς, όμως, έγινε αυτή η στροφή στην κυπριακή διάλεκτο και κυρίως με ποιους όρους; Δύο, κατά τη γνώμη μου, σημαντικά ποιητικά αυτοσχόλια καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι αυτή η σαρωτική στροφή προετοιμάστηκε σταδιακά και, μάλιστα, ότι ποιητικά κείμενα του Βασιλείου στη διάλεκτο συνυπάρχουν σε μια μεταβατική περίοδο (1991-1996) μαζί με ποιήματά του στην πανελλήνια κοινή (ΗΛάμπουσα, 1996). Με το πρώτο σημαντικό αυτοσχόλιό του για τη συλλογή Το Ίλαντρον (2000), ο ποιητής αποκαλύπτει ότι αρκετά ποιήματα της εν λόγω συλλογής προηγήθηκαν κατά πολύ της πρώτης του συλλογής στην κυπριακή διάλεκτο (Ο Κανόλλος 1997): «Με εξαίρεση το πρώτο κείμενο ‘Τ’ Αη Βασιλιού’ που είναι παλιότερο (1991), τα υπόλοιπα γράφτηκαν στις αρχές του 1997, λίγο πριν τον Κανόλλο (1997), που επειδή μπήκε απροσδόκητα στη μέση και επειγόταν, υποχρεώθηκαν να περιμένουν. Επανήλθαν και πήραν την τελική τους μορφή ένα χρόνο αργότερα (1998), ενώ τρία από αυτά (Ό Νεκροθάφτης ο Κατσινιόρος’, Το νάμιν’, ‘Το ασσιχτίρ’) είναι ανάπλαση από παλαιότερα δοκίμια (Ακτή 1991,1996)».</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ&#8217; ΟΝΕΙΡΟ (2016)</span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σκέψεις πάνω σε δυο ποιήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και δυο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου</span></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-original-2959 translator-translatable translator-translated" style="color: #000000;">Σχόλια πάνω σε δύο ποιήματα ποιητικής</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του Θεοδόση Νικολάου</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">I.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τεταρτοετής φοιτητής, μέσα της δεκαετίας του ’90 και μ’ όλες τις οικονομικές και τις άλλες δυσκολίες, χαρούμενος. Ένα βράδυ στο καφενείο του Σίμη στην παλιά Λευκωσία, όπου μαζευόμασταν κάθε Δευτέρα για να ακούσουμε και να διαβάσουμε ποίηση, συνέβη κάτι απρόσμενο . Ένας αθόρυβος, μετρημένος και εν πολλοίς ντροπαλός ποιητής , κάποιος που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τότε, στην εξωτερική του εμφάνιση, δεν ταυτιζόταν με το μοντέλο του εκρηκτικού ποιητή που είχα στο μυαλό μου, άρχισε να διαβάζει τα ποιήματά του. Ξάφνου η κάμαρα γέμισε με αντηχήσεις πουλιών. Θα ’θελα αυτή τη μνήμη να την πω τώρα, που δέκα περίπου χρόνια μετά το βράδυ εκείνο, ο Θεοδόσης Νικολάου έφυγε από κοντά μας διά παντός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εκείνη η πρώτη και ισχυρή εντύπωση, αλλά και οι επερχόμενες και πιο προσεκτικές αναγνώσεις του ποιητικού του έργου, απέδειξαν σε μένα ότι πρόκειται χωρίς αμφιβολία για έναν ποιητή ενήμερο πολιτισμικά και καταρτισμένο θεωρητικά, ο οποίος έχει ακονίσει τη γλώσσα και την ευαισθησία του πάνω σε δυνατά λογοτεχνικά κείμενα και έχει σκεφτεί πάνω στα προβλήματα που επιτακτικά θέτει η σύγχρονη ποίηση. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές ήταν άνθρωπος εξαιρετικής λογιοσύνης, που αξιοποιούσε όλο τον πλούτο της παιδείας του, για να φτάσει στη γλώσσα της ποίησης. Είναι για τούτο τον λόγο που επέλεξα ως θέμα μου την ανίχνευση ορισμένων πτυχών της ποιητικής του τέχνης, εστιάζοντας σε δύο σημαντικά ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Εικόνες: «Έκθεση ζωγραφικής» και «Το σαλιγκάρι».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Προτού όμως μπούμε για καλά στο θέμα μας, θα πρέπει να σημειωθεί μια προκαταρκτική παρατήρηση, που αφορά το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ποιητή. Η εξέλιξη της ποιητικής τέχνης του Θ. Νικολάου δεν παρουσιάζει βαθιές τομές με την έννοια της ριζικής διαφοροποίησης στη θεματική και τις μορφολογικές επιλογές. Πρόκειται μάλλον για μια τέχνη που, από την πρώτη κιόλας εκδοτική παρουσία, καθορίζει ευδιάκριτα τους βασικούς άξονές της, τους οποίους και εμβαθύνει από συλλογή σε συλλογή.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μοντερνισμός και χριστιανισμός</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σκέψεις πάνω σε δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για τον Τ. Σ.Έλιοτ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των πολλών ποιητών-κριτικών και ταυτόχρονα δοκιμιογράφων στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση συγκαταλέγονται ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Εζρα Πάουντ, οι οποίοι, με το ποιητικό, αλλά και με το δοκιμιακό και κριτικό τους έργο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση δεσπόζουν οι μορφές του Κωστή Παλαμά, του Τέλλου Άγρα και του νεότερου Γιώργου Σεφέρη. 0 τελευταίος μάλιστα, αφού ακολούθησε το μοντερνιστικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρότυπο των Ευρωπαίων ομοτέχνων του, εισήγαγε, καλλιέργησε και μορφοποίησε το μοντέλο του λόγιου ποιητή και σπουδασμένου κριτικού· με άλλα λόγια, ένα μοντέλο ποιητή που, παράλληλα με το δημιουργικό του έργο, είναι και μεταφραστής και θεωρητικός της ποίησης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλληλεπίδρασης ποιητικού και κριτικού λόγου, το 1965, ο εκπαιδευτικός, ποιητής και κριτικός Θεοδόσης Νικολάου, ως μέλος του Επιστημονικού και Φιλολογικού Συλλόγου Αμμοχώστου, καταπιάνεται συστηματικά με την κριτική παρουσίαση της ποίησης του Έλιοτ· μάλιστα τα χρόνια από το 1960 ως και το τραγικό έτος της τουρκικής εισβολής του 1974 ήσαν πολύ δημιουργικά, ιδιαίτερα για τον κριτικό Νικολάου. «Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο, δίνει διαλέξεις (για τους Κ. Π. Καβάφη και Τ. S. Eliot), επιμελείται βιβλία φίλων του, εκδίδει σε τομίδια τις πρώτες μελέτες του: Το 1961 τυπώνεται στην Αμμόχωστο ένα μικρό σε έκταση βιβλίο (27 σελίδων) με τίτλο Παπαδιαμάντης, σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του έργου του, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του Χρυστάλλας. Το 1966 τυπώνεται αυτοτελώς στην Αθήνα η αισθητική-μετρική μελέτη του Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα· και το 1969 τυπώνεται στην Κύπρο η μικρή μονογραφία του για τον Τ S. Eliot». Αντίθετα, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η όψιμη ποιητική εμφάνισή του μόλις στα 1980, με την ποιητική συλλογή Πεπραγμένα, δεν προετοιμάστηκε με τη δημοσίευση ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, αφού μετά τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νεανικών ποιημάτων στα περιοδικά Κυπριακά Γράμματα και Ο Αιώνας μας κατά τη διετία 1948-1950, δεν έχουμε άλλες μαρτυρημένες δημοσιεύσεις ποιημάτων του. Πέρα από την έκδοση της συλλογής νεανικών διηγημάτων Ρίζες στο χώμα (Αμμόχωστος 1958), φαίνεται ότι η πνευματική του συγκρότηση και θεωρητική του προεργασία πριν από την άρθρωση ώριμου ποιητικού λόγου συντελείται κυρίως με τη συγγραφή σημαντικών μελετών, κριτικών και ειδικότερα δοκιμίων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη του κριτικού του έργου σημαντικότατη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μπορούμε, λοιπόν, με σχετική ασφάλεια να συμπεράνουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ότι, μέσα σε μια τριακονταετή περίοδο εσωτερικών αναζητήσεων και περιορισμένης δημόσιας ποιητικής παρουσίας, η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο απασχολεί έντονα και βαθιά τον ποιητή· και είναι ίσως εξαιτίας αυτής της δημιουργικής, αλλά και ταυτόχρονα επώδυνης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διελκυστίνδας (ποίηση &#8211; κριτική) που ο Θεοδόσης Νικολάου ωριμάζει αθόρυβα και ταπεινά ως δημιουργός και συστήνει σε ώριμη πια ηλικία το αυθεντικό ποιητικό του πρόσωπο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της σχέσης μοντερνισμού και θρησκευτικής ποίησης, όπως αυτή προκύπτει ειδικότερα από δύο μελετήματα του Κύπριου κριτικού για το ποιητικό και το δραματικό έργο του Τ. Σ. Έλιοτ. Η επιλογή των συγκεκριμένων κειμένων αιτιολογείται διττά: Πρώτον, ο Έλιοτ αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μοντερνιστή ποιητή, η ποίηση του οποίου προβάλλει έντονα ένα θρησκευτικό μήνυμα· μάλιστα η συστηματική κριτική ενασχόληση του Θεοδόση Νικολάου με την ποίηση του Έλιοτ, μια ενασχόληση που οδήγησε στην πραγματοποίηση δύο διαλέξεων (1965 και 1966), μαρτυρά τον φόρο τιμής που απέτισε ο κριτικός στη μνήμη του πρόσφατα θανόντος Αγγλοσάξονα ποιητή (4 Ιανουάριου 1965). Δεύτερον, καταδεικνύει τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Κύπριου κριτικού, το βαθύτατα ανθρώπινο, χριστιανικό και ποιητικό του όραμα, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει μια ισχυρή κριτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο μείζονες Έλληνες μοντερνιστές ποιητές για την αξία της θρησκευτικής ποίησης του Έλιοτ: στον Τάκη Παπατσώνη και στον Γιώργο Σεφέρη.</span></p>
<h3><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ  ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ</span></strong></h3>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="TGyDdWHFY8"><p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/07/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/">ΘΕΟΔΟΣΗΣ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ</a></p></blockquote>
<p><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;ΘΕΟΔΟΣΗΣ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ&#8221; &#8212; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ" src="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/07/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/embed/#?secret=3xeJcXSvSh#?secret=TGyDdWHFY8" data-secret="TGyDdWHFY8" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 12/07/2025</p>
<p>Ο ποιητής, αυτός ο ενδιάμεσος</p>
<p>Στη συγκεκριμένη συλλογή το καθολικό πριμοδοτείται, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, έναντι του προσωπικού στιγμιότυπου, το οποίο σχεδόν εκλείπει. Εφαρμόζονται τεχνικές ενός αφηρημένου λυρισμού. Ο σκοπός είναι να αναδυθεί η πραγματικότητα μέσα από την πραγματικότητα<br />
Αγαπημένη // αν κάψεις αυτό το βιβλίο / η στάχτη / θα ξεκλειδώσει / τη μεταλλική ψυχή σου / σαν μανιασμένος / άνεμος. («ψ»)</p>
<p>Τη γραφή του Παναγιώτη Νικολαΐδη θα την ονομάσω «κλασική». Με το τελευταίο εννοώ έναν τύπο ποίησης ο οποίος εμπιστεύεται τα υποδείγματα του παρελθόντος, φιλοδοξώντας να διοχετεύεται σε ένα γλωσσικό ρεύμα, στου οποίου τα γνωρίσματα ξεχωρίζει κυρίως το εξής: η μορφή η οποία, βασιζόμενη στη μίμηση, παραπέμπει σε πολλούς ποιητές, τόσους, ώστε, στο τέλος, δεν παραπέμπει σε κανένα. Δηλαδή, η υιοθέτηση ενός κλασικού ύφους, από τον Νικολαΐδη, χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το ύφος του διασπείρεται από ίχνη τα οποία δείχνουν πολλά σημεία καταγωγής, όμως κανένα συγκεκριμένο. Ο ρόλος της γενεαλογίας είναι, λοιπόν, προφανής, αλλά η ίδια η γενεαλογία παραμένει απροσδιόριστη. Τα προηγούμενα έχουν περαιτέρω συνέπειες: ο ενδοκειμενικός ποιητής, η φωνή που μας μιλά, αντιπροσωπεύει, εξαρχής, μια συλλογικότητα. Εδώ, μας μιλούν πολλοί. Ετσι, η ιδιόλεκτος των ποιημάτων μετατρέπεται σε μια κοινόλεκτο. Σε έναν οικείο, κατεξοχήν επικοινωνήσιμο λόγο.</p>
<p>Η τέχνη του Νικολαΐδη συνιστά μια «ποιητική του ενδιάμεσου»: το πλαίσιό της είναι μια κατάσταση εξαίρεσης, η οποία συμβολίζεται με την Πράσινη Γραμμή και τη Νεκρή Ζώνη που διχοτομούν την Κύπρο σε κατεχόμενη και σε ελεύθερη. Όπως, για παράδειγμα, στον «Ριμαχό» και στην «Πόλη που ράγισε», τις δύο αμέσως προηγούμενες συλλογές, έτσι και στα «Γράμματα στην αγαπημένη» εντοπίζεται μια χρονική καθήλωση. Η νέα συλλογή, δηλαδή, υπόκειται επίσης στις μονίμως έκτακτες και παράδοξες συνθήκες τις οποίες δημιουργεί ένας βρόχος της Ιστορίας, όπου η έναρξη της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, επαναλαμβάνεται διαρκώς. Η «ποιητική του ενδιάμεσου», λοιπόν, είναι η τέχνη η οποία διαμορφώνεται εντός μιας τέτοιας κατάστασης εξαίρεσης, εντός μιας ζώνης αντινομίας, όπου συνυπάρχουν τα ασύμβατα ζεύγη της απουσίας και της παρουσίας, της ζωής και του θανάτου, του τόπου και του εκτοπισμού. Και όπου ο ποιητής, αυτός ο ενδιάμεσος, αναλαμβάνει τον ρόλο της μεσολάβησης, έχοντας δύο στόχους: Πρώτον, να μιλήσει στη θέση εκείνων που δεν μπορούν. Δεύτερον και σημαντικότερο, να αποδυθεί στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει την αντινομία της κατάστασης εξαίρεσης. Βρίσκοντας νόημα και λογική μέσα στη ζώνη των ασυμβατοτήτων. Προσφέροντας, με άλλα λόγια, στη ζωή το δικαίωμα να προχωρήσει, ξεφεύγοντας από την παγίδευση μέσα στον βρόχο της Ιστορίας.</p>
<p>Αυτή η ποίηση βυθίζεται στο καθολικό: την Ιστορία της Κύπρου και το συνεχές της γλώσσας της. Η κυπριακή διάλεκτος παρεισφρέει στα ποιήματα και σε ένα, το «ξ», καταλαμβάνει τους περισσότερους στίχους του. Στη συγκεκριμένη συλλογή το καθολικό πριμοδοτείται, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, έναντι του προσωπικού στιγμιότυπου, το οποίο σχεδόν εκλείπει. Εφαρμόζονται τεχνικές ενός αφηρημένου λυρισμού. Ο σκοπός είναι να αναδυθεί η πραγματικότητα μέσα από την πραγματικότητα: ο κόσμος, δηλαδή, που διέπεται από το τραύμα της εισβολής να πάρει τη θέση του επίπλαστου και, εν τέλει, ξένου σημερινού κόσμου. Και, για να επιτευχθεί το προηγούμενο, χρειάζεται η εξακολουθητική επαναφορά των παραλλαγών του κακού και του θανάτου. Πρόκειται για ένα είδος νεκροπολιτικής οικονομίας, η οποία, επιπλέον, δεν βασίζεται σε ρεαλιστικές εικόνες αλλά εικόνες δύσκολες, με την έννοια ότι εμποδίζουν τη σαφή παράστασή τους. Αυτή η τροπικότητα του ανολοκλήρωτου γεμίζει τα ποιήματα με ανοιχτές πληγές. Η τραυματική πραγματικότητα αναδύεται ασύνταχτη και αποσπασματική. Αποτυπώνεται –όσο γίνεται να αποτυπωθεί– με μια μεταφορικότητα η οποία ακρωτηριάζει κάθε τι το εναργές, ώστε ο θάνατος και το κακό να αποδίδονται μέσα από συνδηλώσεις και υποδηλώσεις. Ενας βασικός λεκτικός τρόπος στην ποίηση, εν γένει, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, η προσωποποίηση της αγαπημένης γυναίκας, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα να μεγεθύνει την ένταση της δημόσιας ελεγείας, συσπειρώνοντάς την σε ένα λυρικό κέντρο, απομένει, επίσης, σε αυτή τη συλλογή, αφηρημένη και ανοιχτή. Περιορίζεται στο να αντιπροσωπεύει το αναγκαίο έτερο, την προϋποτιθέμενη συνάντηση με τον άλλο, προκειμένου να συγκροτηθεί και να αποκτήσει υλικότητα η φωνή του ενδοκειμενικού ποιητή.</p>
<p>Τα «Γράμματα στην αγαπημένη» περιλαμβάνουν εικοσιτέσσερα ποιήματα τα οποία έχουν ως τίτλους τα γράμματα του αλφάβητου. Πράγμα που αφήνει την αίσθηση του οριστικού, του κλεισίματος. Και που δίνει –αν ληφθούν υπόψη τα παρακάτω– ακόμη και την εντύπωση της παγίδευσης. Σημείωσα ήδη ότι η συγκεκριμένη συλλογή, ενώ έχει στηθεί βάσει της ποιητικής των προηγούμενων, εμφανίζει μια αυξημένη καθολικότητα και αφαίρεση. Οι δύσκολες εικόνες και η ακρωτηριάζουσά της μεταφορικότητα δημιουργούν, σε αρκετές περιπτώσεις, εκτεταμένες σειρές επαναλαμβανόμενων μοτίβων φθοράς, σκοτεινότητας και θανάτου. Εδώ, λοιπόν, η «ποιητική του ενδιάμεσου» χάνει τον στόχο της, αφού ο ποιητής, αντί να επιχειρεί να αντιμετωπίσει την αντινομία την οποία συνεπάγεται η κατάσταση εξαίρεσης, παγιδεύεται μέσα σε αυτή την κατάσταση. Παραδίδεται στη συμπτωματολογία του τραύματος και, κυρίως, στις εκδηλώσεις του πένθους και την ομολογία της ενοχής. Θα ήθελα, αντιθέτως, να βλέπω τον ενδοκειμενικό ποιητή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, τον ευρισκόμενο στη ζώνη της εξαίρεσης, στο σημείο ακριβώς της διχοτόμησης, συστηματικά και αδιάλλακτα να προσπαθεί να συνδέσει τα χωρισμένα μέρη της πατρίδας, του εαυτού του και των άλλων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΡΑΓΙΣΕ</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>Η ΑΥΓΗ 27/4/2025</p>
<p>&#8220;Συγκολλητική ποίηση</p>
<p>Ολοκληρώνοντας τη συλλογή του Ριμαχό [2022], ο Παναγιώτης Νικολαΐδης αποκρύπτει τεχνηέντως όσα ψιθυρίζει στον ομώνυμο ποιητικό του ήρωα η «Αγαπημένη» του, η Ριμαχόνα, αφήνοντας να υπονοηθεί ότι η ποιητική πραγμάτευση, που έχει εκκινήσει από τη συλλογή Η νύφη του Ιούλη [2019], θα συνεχιστεί στην επόμενή του συλλογή. Η Πόλη που ράγισε επιβεβαιώνει τον υπαινιγμό του Κύπριου ποιητή, καθώς ξαναπιάνει το νήμα των προηγούμενων συλλογών. Όμως, το σύνθετο αίτημα της θεώρησης –πολιτικής, ερωτικής, ποιητικής– έρχεται αντιμέτωπο, από τον τίτλο ακόμα της νέας συλλογής, με τις ρωγμές μιας πόλης «ανολοκλήρωτης» και διχοτομημένης: της Λευκωσίας.<br />
Η «ραγισμένη» πραγματικότητα της κυπριακής πρωτεύουσας διατρανώνεται από τον Νικολαΐδη με διαδοχικές διατυπώσεις που επιβεβαιώνουν το κομμάτιασμα είτε άμεσα είτε αντιθετικά, μέσω της σύγκρισης με την προηγούμενη συνθήκη: «Ήτουν ο κόσμος κόμα ακομμάθκιαστος», όπως τον προσεγγίζει με τα αθώα του μάτια το μικρό παιδί, παρά την τραγική ειρωνεία τής ήδη διπλά διχοτομημένης Κύπρου και Λευκωσίας· ή, σε ευθείες αναφορές, «Πόλη που ράγισε» (ο τίτλος της συλλογής) και «ραγισμένη πόλη», «σπασμένο στέρνο», «Η Λευκωσία μας/ έγινεν δκυο κομμάθκια», «Η Λευκωσία/ είναι το αντίθετο του ολόκληρου», «ραγισμένα πεζοδρόμια».<br />
Η διχοτόμηση οδηγεί τον ποιητή σε συναισθηματικά φορτισμένο προσκλητήριο νεκρών κατά τη θλιβερή επέτειο του Ιούλη. Οι νεκροί, σε υπερβατικό σκηνικό, προσέρχονται στη συνάντηση με τους δικούς τους, ράβουν τις μνήμες με τα σώματα επιχειρώντας την αποκατάσταση της επικοινωνίας, κι ύστερα πάλι, μόνοι τους, σκεπάζονται με χώμα. Από τη συγκλονιστική εικόνα του Νικολαΐδη δεν απουσιάζει το ζωικό περιβάλλον, που συμμετέχει στο πένθος. Ιδίως τα πουλιά, συγκεκριμένα τα χελιδόνια, είναι πάντα παρόντα, συμμετέχοντας στην οδύνη και υπογραμμίζοντας τη νεκρική σιγή, ενώ η σύγκριση των ανθρώπων με τα υπόλοιπα πλάσματα είναι αναπόφευκτη: «είσαστεν ούλλα ελεύθερα», με τον υπαινιγμό της ανθρώπινης ανελευθερίας να αιωρείται πικρά.<br />
Τα κομμάτια της ραγισμένης Λευκωσίας συγκολλούνται στα ποιήματα. Ο Νικολαΐδης αναμειγνύει το «καυτό δάκρυ» της οδύνης του με «μερικά γραμμάρια ποίησης» στο τηγάνι ή αφήνει τις λέξεις να φυτρώνουν αργά, «όπως εξαερώνεται/ μια χύτρα ταχύτητας». Οι καλλιεργούμενες λέξεις συνιστούν τη φυσική απόρροια ενός τόπου που «έχει παντού κρυμμένους στίχους/ κι άκλαυτους νεκρούς/ κάτω απ’ τις κοφτερές πέτρες/ των παιδικών μας ονείρων». Η διάθεση του Νικολαΐδη να συναντήσει ποιητικά τους τρεις μεγάλους Σεφέρη, Ελύτη και Ρίτσο είναι εμφανής, όμως ο προβληματισμός του πηγάζει από την πεζή καθημερινότητα, που όσο απομακρύνεται από τα ιστορικά γεγονότα τόσο δυσκολεύεται να συνδέσει το παρόν με το παρελθόν.<br />
Εφόσον, λοιπόν, ο τόπος είναι γεμάτος από «άκλαυτους νεκρούς» κι εφόσον «όλα ανακατεύονται μέσα στο χώμα», απ’ όπου και ξεκινούν οι ζυμώσεις κάθε νέας δημιουργίας, ο Νικολαΐδης επαναφέρει από τις προηγούμενες συλλογές του τη σολωμική μορφή της Αγαπημένης, όπου και πάλι συγκερνά τη γυναίκα, την πατρίδα, τη γλώσσα και την ποίηση. Η Αγαπημένη, σε εικόνα ερωτική, τινάζει τα μαλλιά της στη βροχή, όμως τα τινάζει και πάνω απ’ τις στέγες («Σ’ αγαπώ/ έτσι απλά/ γιατί τινάζεις τα μαλλιά/ πάνω απ’ τις στέγες»). Η πόλη γεννά τον έρωτα, μα κι ο έρωτας ορίζει την πόλη, περιβάλλοντάς την πλήρως. Η συνύπαρξη της ερωτεύσιμης γυναίκας με την πόλη και την ποίηση πραγματώνεται, ίσως με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο, στο ποίημα «Πλατεία Ελευθερίας», όπου η Αγαπημένη επιφορτίζεται το ιαματικό «άγγιγμα».<br />
Η Αγαπημένη, ωστόσο, δυσκολευόμενη να μεταβάλει τις συνθήκες, πετά κι αποχωρεί. Γιατί, «δεν έχω κάπου ν’ ακουμπήσω/ για να γυρίσω/ τον γαμημένο κόσμο/ ανάποδα». Η επιστημονική παράδοση του Αρχιμήδη δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο σύγχρονο περιβάλλον, ούτε στους ανθρώπους της ραγισμένης πόλης ούτε στους υπόλοιπους του απανταχού ελληνισμού. Με το πολύσημο και υπαινικτικό του σχόλιο, που εμπεριέχει θλίψη, ο ποιητής αντικρίζει τη Λευκωσία σαν δύο πόλεις που καθρεφτίζονται μέσα στον χρόνο, ενώ η χρονική εξακτίνωση, που εκτείνεται μέχρι την Τροία, είναι παράλληλη και με τη χωρική, η οποία περιλαμβάνει, καί στη συλλογή αυτή, όλα τα πολεμικά δράματα της σύγχρονης εποχής, από την Ουκρανία μέχρι τη Συρία και το Αφγανιστάν. Ο πόθος της ελευθερίας εκφράζεται στην πανανθρώπινή του διάσταση.<br />
Πώς επουλώνεται συνεπώς το ράγισμα; «Πρέπει να μάθουμε να ζούμε/ και μ’ αυτό/ λένε οι ειδικοί», αναφερόμενοι στην αφρικανική σκόνη που έχει τυλίξει «τρυφερά» τη Λευκωσία, αφού νωρίτερα είχε σκεπάσει την «πληγή στο βουνό», δηλαδή τη σχηματισμένη στους κατεχόμενους πρόποδες του Πενταδάχτυλου παραλλαγή της τουρκικής σημαίας. Ο Νικολαΐδης υπαινίσσεται, πίσω από τη σκόνη, τη διχοτόμηση και την κατοχή· και ίσως, με την επιστολή στους νεκρούς («Αγαπημένοι,// συγχωρήστε με που σας ξυπνώ»), την ανάγκη να ξυπνήσουν οι ζωντανοί. Επαναφορά, λοιπόν, του ερωτήματος για το ράγισμα: τι «Μετά τον Ριμαχό»; Ο ποιητής, με αγωνία, τρυφερότητα και πικρή στοχαστικότητα, διαισθάνεται την άσκοπη ανακύκληση των θυσιών («Για τούτον όσοι πεθανίσκουν/ στρέφουνται ξανά/ μα έννεν ίδιοι με τζείνους»). Μα «στην αιώνια περιστροφή/ του κόσμου» παραμένει παρηγοριά η ποίηση, δίνοντας παλμό ακόμα και στους νεκρούς (ποίημα «Πέλμα με πέλμα»). Κι αν τα «δκυο κομμάθκια» της Λευκωσίας συγκολλούνται στο ποίημα, ίσως και το χρόνιο «ράγισμα», που δεν εξελίσσεται ωστόσο σε οριστικό σπάσιμο, να επιδέχεται την αποζήτηση αποκατάστασης.&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΡΙΜΑΧΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟ 02.07.2023</p>
<p>Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα 02.07.2023</p>
<p>Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της, ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού».</p>
<p>Πάνω σ’ αυτό το τέχνασμα ο Παναγιώτης Νικολαΐδης χτίζει τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο Ριμαχό, συνεχίζοντας να δίνει ζωή, ιδιότητα και νέο ρόλο σ’ ένα προσωπείο, μια φασματική μορφή, ένα alter ego, που δημιούργησε στο ποιητικό του εργαστήρι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης το 1972 και το φανέρωσε την επόμενη χρονιά στην ποιητική του συλλογή Το αγγείο με τα σχήματα. Σε πέντε ποιήματα της συλλογής ο Ριμάκο, όπως ονομάζεται εκεί, παρατηρεί στοχαστικά την ανθρώπινη ζωή, αναδεικνύει υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τις συμπεριφορές και τις πράξεις των ανθρώπων, με φανερή την πίκρα, τον πόνο και το αίτημα της λύτρωσης. Μιλά με παραβολές, απηχεί τον μπρεχτικό κ. Κόινερ. Ο Γ. Π. Σαββίδης, εξαρχής εστίασε την προσοχή του σ’ αυτή τη μορφή και διείδε ότι εδώ ο Χαραλαμπίδης αποπειράται να διαπλάσει ένα νεωτερικό μυθολογικό πρόσωπο, ανανεώνοντας την ποιητική του και πιθανολογεί ότι δεν αποκλείεται αυτό το πρόσωπο να επανεμφανιστεί στο έργο του δημιουργού του, όπερ και εγένετο το 1977 στην ποιητική συλλογή Αχαιών Ακτή και το 1982 στη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Τώρα ο Ριμάκο με έκδηλους χριστικούς απόηχους πραγματεύεται το θέμα της Κυπριακής τραγωδίας. Το ενδιαφέρον με αυτό το ποιητικό πρόσωπο είναι ότι δεν περιορίζεται μόνο στο έργο του Χαραλαμπίδη, αλλά εμφανίζεται και στην ποίηση του Μηχανικού, το 1975 και του Βασιλείου, το 1978 και το 1983. Έχουμε, λοιπόν, εδώ ένα ποιητικό πρόσωπο, που ξεκινά μια ανεξάρτητη πορεία από το δημιουργό του, εισέρχεται στο έργο άλλων δημιουργών, ανοίγει μαζί τους άτυπο διάλογο και εμπνέει παραλλαγές του προσώπου του. Πυκνώνει τις εμφανίσεις του στο έργο σημαντικών Κυπρίων ποιητών, μετά την τραγωδία του 1974, όπου τότε παίρνει δραστικά άλλοτε τη φωνή του ποιητή, του πατριώτη-αγωνιστή, άλλοτε του θυμόσοφου, αλλάζει ριζικά κάθε φορά το ύφος του, προκειμένου να μιλήσει για αυτή τη μεγάλη ανατροπή στη ζωή του τόπου, εμπλέκεται στα πολιτικά πράγματα και προκαλεί ιδεολογικές διαμάχες. Πλάι στον Ριμάκο, που έχει γίνει Ριμαχό, για να ηχεί πιο αιχμηρά και δραστικά το όνομά του, όπως ισχυρίζεται ο Κώστας Βασιλείου, γεννιέται από τον ίδιο τον Βασιλείου και μια γυναικεία μορφή, μητρική, ερωτική και δραστική, η Ριμαχόνα.</p>
<p>Για σχεδόν σαράντα χρόνια το πρόσωπο αυτό έμεινε στη σκιά, μέχρι που ο Παναγιώτης Νικολαΐδης αποφάσισε να το ξαναφέρει στο φως, να του χαρίσει ζωή στον καινούριο αιώνα, να του δώσει τη δυνατότητα να βιώσει τις εμπειρίες του προηγμένου τεχνολογικού κόσμου, την απειλή της φυσικής καταστροφής και του covid 19, να του γνωρίσει τους δικούς του φίλους ποιητές, να τον αφήσει να περιδιαβαίνει στο γενέθλιο τόπο του, την ακρωτηριασμένη Κύπρο, βιώνοντας με τα σημερινά δεδομένα το πολιτικό αδιέξοδο που διαιωνίζεται. Κεντρίζει τη μνήμη του, πυροδοτεί την απελπισία και την οργή του, του δίνει καινούριες λέξεις πλάι στις οικείες και γνώριμες, υποχωρεί και του επιτρέπει να μιλήσει αντ’ αυτού. Ο Ριμαχό είναι ένα ποίημα, ένα δημιούργημα, γέννημα της ποίησης, μια ψυχή που παίρνει σάρκα και οστά μέσω των λέξεων, με την αποστολή να υπερασπιστεί την αλήθεια, την ανθρωπιά, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Καθώς ενδύεται την ανθρώπινη υπόσταση, υπόκειται στη σκληρότητα του κόσμου, στην αδικία και στο θάνατο. Ανησυχεί, προσεύχεται με το δικό του τρόπο, διαμαρτύρεται, πικραίνεται και φοβάται το αναπόφευκτο, όπως κάθε άνθρωπος με σάρκα και οστά.</p>
<p>Λόγχη<br />
εκεντήθη<br />
Ο υιός της Παρθένου<br />
Πιστεύω σ’ ένα ποίημα.</p>
<p>Ο Νικολαΐδης αξιοποιεί αυτό το πρόσωπο της μοντέρνας κυπριακής μυθολογίας στη δική του πολιτική ποίηση, αρχής γενομένης με το ίδιο το σημαίνον Ριμάχο. Αναζητώντας την ετυμολογία του ονόματος, μπορούμε να εκλάβουμε τη λέξη ρίμα ως μετωνυμία της ποίησης, ενώ το δεύτερο συνθετικό της λέξης αναπόφευκτα μας οδηγεί στη λέξη μάχη και στο ρήμα μάχομαι. Ο λόγος του ποιητή δεν αρκείται στη συναισθηματική πραγμάτευση των συνεπειών που υφίστανται οι ζωές των ανθρώπων, όταν γίνονται παίγνια της Ιστορίας. Αναζητά ευθύνες, και απαντήσεις. Απ’ όλο το έργο του Νικολαΐδη, ποιητικό, κριτικό και διδακτικό, εφόσον είναι μεταξύ άλλων και μάχιμος εκπαιδευτικός, είναι φανερό πως έχει ο ίδιος αναθέσει στον εαυτό του μια αποστολή: να μάχεται τη λήθη. Η κυπριακή τραγωδία είναι ένα ιστορικά κληροδοτημένο τραύμα, το οποίο εκείνος το ενστερνίστηκε μέσω των γονέων και των παππούδων, το οικειοποιήθηκε και το ενσωμάτωσε. Η απώλεια του προγονικού τόπου βιώθηκε τρόπον τινά ως εκδίωξη από τον Παράδεισο και ως βίαιη κατάληψη του ψυχικού τοπίου, γεγονός που προκαλεί εσωτερικό ρήγμα και εγείρει το υπαρξιακό αίτημα για την αποκατάσταση της χαμένης ενότητας. Αναπόφευκτα το πολιτικό και το υπαρξιακό αίτημα γίνονται ένα. Η εσωτερίκευση του τόπου περιλαμβάνει αισθήσεις (εικόνες, ήχους, μυρωδιές και γεύσεις), λέξεις, ανθρώπους, μοίρασμα ζωής, μια παλέτα έντονων συγκινήσεων και αισθημάτων που έχουν καταγραφεί στο ασυνείδητο. Η ποίηση υπάρχει, μεταξύ άλλων και για να τα κρατά τη μνήμη σε εγρήγορση: «Το κάθε ποίημα είναι ένας Ιούλης /γαζωμένος με σφαίρες / που κρύβει το τραύμα / σε κοινή θέα / σαν εκπαιδευτική προσομοίωση». Ο Ριμαχό αρνείται να δεχτεί την προδοσία, τη συμφεροντολογικά κατασκευασμένη πολιτική ορθότητα του παρόντος και τολμά να στείλει γράμματα της καρδιάς, να εκφράσει μετά λόγου γνώσεως τη διαμαρτυρία, το παράπονο στη δική του Ριμαχόνα. που παίρνει σε κάποια ποιήματα και τη μορφή της Ελλάδας.</p>
<p>Αγαπημένη,<br />
Σου γράφω σήμερα<br />
Από την Πράσινη Γραμμή<br />
Καθώς τα τούρκικα μαχητικά<br />
Σκίζουν με θορυβώδη έπαρση<br />
Τον ουρανό μου.<br />
Ξέρω πως είσαι μακριά<br />
(μου το ‘χεις ξαναπεί).<br />
Μέχρι να φτάσει στα χεράκια σου<br />
Το ταλαιπωρημένο γράμμα μου<br />
Θα είναι αργά<br />
Κι εδώ<br />
Θα έχει πια νυχτώσει.<br />
[….]<br />
Αγαπημένη,<br />
Γράφοντας γράμμα σ’ εσένα<br />
Γράφω σ’ εμένα<br />
Κι εύχομαι ν’ απευθύνω λόγο<br />
Χρόνια μακριά.<br />
Αν δε μ’ αγαπάς αληθινά<br />
Ως μέσα στο κύτταρο</p>
<p>Δεν είσαι μάνα.</p>
<p>Τα Γράμματα στη Ριμαχόνα είναι δώδεκα ποιήματα του β΄ μέρους της συλλογής, γραμμένα με μορφή επιστολής και τις περισσότερες φορές με σημαίνουσα ημερολογιακή ένδειξη. Η θηλυκή φιγούρα, παραλήπτρια των ανεπίδοτων επιστολών, παίρνει άλλοτε την μορφή της μητέρας Ελλάδας, της Κύπρου, της ποίησης ή της αγαπημένης. Η συνομιλία αυτή, δηλωτική της βασανιστικής αμφιθυμίας και της εξάρτησης του ποιητικού υποκειμένου από την αγέρωχη, ενίοτε σκληρή αλλά και βάναυσα τραυματισμένη γυναικεία μορφή, άλλοτε σε τρυφερή κι άλλοτε σε γλώσσα αιχμηρή, τροφοδοτεί τη σκέψη με πολλά καίρια και επίμονα ερωτήματα για το πώς συνεχίζει να υπάρχει ένα άτομο πολλαπλά διαιρεμένο στο ιστορικό παρόν ενός τόπου, σε μια συνθήκη διαρκούς ατελέσφορου πολέμου, που αναπόφευκτα έχει εσωτερικευθεί με όλες τις συνέπειές του. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας πιστοποιούν την υπαρξιακά πολιτική ποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη.</p>
<p>Ο νέος Ριμαχό, ως σύγχρονος δημιουργός ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, ευαισθητοποιείται από τα προβλήματα του καιρού μας. Περιφέρεται στη Λευκωσία του 21ου αιώνα, βλέπει τα σκοτωμένα αιωνόβια δέντρα, τρομάζει από την καταστροφική μανία του ανθρώπου, την απειλητική ανισορροπία στο γήινο πεδίο, βιώνει τον τρόμο του αιφνίδιου θανάτου «πως θα πεθάνουμε /από κάτι τόσο απλό/ενώ δαμάσαμε/όλα τα είδη στον πλανήτη», που κυριάρχησε δεσποτικά την εποχή του covid 19, αναρωτιέται αν και πώς θα γίνουμε πάλι άνθρωποι, συνομιλεί με αγαπημένους νεκρούς ως μια απόπειρα να κατανοήσει το μέγα μυστήριον του θανάτου και να αποδεχτεί την απώλεια. Οι τωρινές σχέσεις των ανθρώπων αποστειρωμένες «μια επαφή χωρίς αφή», ο φόβος μετατρέπει τον διπλανό σε δήμιο, ζούμε περιορισμένοι στον κόσμο των μεγάλων ανισοτήτων, των μοντέρνων τρόπων ανελευθερίας και ελέγχου. Υψώνει φωνή διαμαρτυρίας για το άγαλμα της Ελευθερίας που χτυπήθηκε τη μέρα του πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου 1974, για το θάνατο της δικηγόρου αγωνίστριας Εμπρού Τιμτίκ, ειρωνεύεται τον δημιουργό που δεν αποτρέπει το άδικο και αναδεικνύει πάντα νικητή το θάνατο.</p>
<p>Τώρα τι θέλεις να σου πω;<br />
Ότι τα πάντα εν σοφία εποίησας;<br />
Έστρωσες τόσο γαλάζιο<br />
Κι όμως ο θάνατος σκοράρει πάντα στην ίδια εστία<br />
αμαρκάριστος</p>
<p>Το θέμα του χρόνου και το πότε και πώς αυτός τελειώνει απασχολεί έντονα τον Ριμαχό και προσπαθεί να το κατανοήσει. «Είμαστε βλέπεις μία ροπή / Πήλινα φύλλα / Που πέφτουνε στη γη // Πάντα ονείρων απατηλότερα». Το δικό του όπλο, η ποίηση αποδεικνύεται ανεπαρκές και αδύναμο. «Ο θάνατος δεν πείθεται / Κανένα ποίημα / Δεν είναι τόσο δυνατό», «ξέρω / κανένας στίχος / δεν αγιάζει / τον φονιά χρόνο». Η ποίηση καταλήγει ο Ριμαχό είναι «χημική επεξεργασία του πόνου, ταυτολογία του ανέφικτου».</p>
<p>Άραγε ο ποιητής Ριμαχό του Νικολαΐδη, αυτός ο υπέρμαχος της ζωής, της ανθρωπιάς, της ελευθερίας και της πατρίδας με τη μελωδική του γλώσσα, ένα ισορροπημένο μείγμα της κυπριακής διαλέκτου με την κοινή ελληνική, με μια γλώσσα άλλοτε λυρική κι άλλοτε ρεαλιστική και ελεγχόμενα τολμηρή θα παραμείνει στην ποίηση του; Θα συνεχίσει να συναναστρέφεται τους φίλους του ποιητές Γιώργο Χριστοδουλίδη, Μιχάλη Παπαδόπουλο και Γιώργο Καλοζώη και να τους αφιερώνει ποιήματα; Θα εισχωρήσει και στην ποίηση άλλων Κύπριων ποιητών; Είτε συμβεί αυτό είτε όχι, η αιφνίδια επιστροφή του Ριμαχό άνοιξε μια άλλη δίοδο στην ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη, μέσω της γόνιμης διακειμενικής συνομιλίας με ποιητές της παλαιότερης γενιάς, καθώς επικαιροποίησε με μια γραφή νεωτερική κείμενα παλαιότερα, τα οποία διαβάζει με σεβασμό, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί μαζί τους. Του επιτρέπουν ν’ ανοίξει με αρετή και τόλμη έναν ουσιαστικό διάλογο, επί των τύπων των ήλων για το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, παράλληλα με την κριτική ανάγνωση του ιστορικού παρελθόντος, χωρίς εμπάθεια, αγκυλώσεις και υπεκφυγές. Οι μαλακές αρμονικές γραμμές της ποιητικής φωνής του Νικολαΐδη μας οδηγούν ν’ αναζητούμε τα ίχνη του χρόνου που πέρασε στον τόπο και τις ανθρώπινες συνειδήσεις, ο λόγος του κεντρίζει τις αισθήσεις μας να εστιάζουν στην ομορφιά, να την ανακαλύπτουν όπου υπάρχει γύρω μας, δίνει αξία στις απλές καθημερινές στιγμές, τις μοναδικές και ανεπανάληπτες, αυτές που καταφάσκουν τη νίκη της ζωής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>ΑΛΗΘΕΙΑ 1/12/2022</p>
<p>Ο «Ριμαχό» του ποιητή και κριτικού λογοτεχνίας Παναγιώτη Νικολαΐδη που έχουμε τη μεγάλη χαρά και τιμή την εβδομάδα αυτή να παρουσιάσουμε, συμπυκνώνει και συγχρόνως δικαιώνει αισθητικά τα δυο συνθετικά στοιχεία της ονομασίας του. Η «Ρίμα» και η «Μάχη» στην τελευταία ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, διαμορφώνουν δυναμικά το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται, τροφοδοτώντας αδιάλειπτα τη δράση του κεντρικού ποιητικού ήρωα της συλλογής με τους ιδιαιτέρως εύστοχους, πυκνούς και πολύσημους στίχους του. Ο σύγχρονος Ριμαχό του Παναγιώτη Νικολαΐδη κατορθώνει κοντολογίς μέσω της μαχητικής του ρίμας, να διευρύνει τα γεωγραφικά και κοινωνικοπολιτικά όρια της χώρας του στο ευρύτερο πολιτικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Ο ποιητής καθώς «συνοδοιπορεί» ποιητικά με παλιότερους και σύγχρονους ποιητές της γενιάς του, αξιοποιεί τόσο την κυπριακή διάλεκτο όσο και την επίσημη Ελληνική γλώσσα με κεντρικούς άξονες προβληματισμού του το περιβάλλον, την πανδημία, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο, την Κυπριακή τραγωδία, τους αγώνες των Κυπρίων για ένωση με τον εθνικό κορμό και τέλος τη σύγχρονη διεθνή επικαιρότητα.<br />
Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s<br />
College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Εξέδωσε τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: «Σαν ίαμβος καθρέφτης» Πλανόδιον, Αθήνα 2009( Κρατικό βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη, « Ξενιτεύομαι μ΄ ένα φωνήεν» Πλανόδιον Αθήνα 2012, Οινοποίηση Ιδιωτική έκδοση, «Παραλογή» Gutenberg Αθήνα 2016, «Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση» Θράκα-Αθήνα 2017( μαζί με τον Μιχάλη Παπαδόπουλο), « Η νύφη του Ιούλη» Σμίλη-Αθήνα 2019( Βραβείο Jean Moreas για την καλύτερη ποιητική συλλογή του 2019 και στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Ελλάδας του ίδιου έτους), «Ανθολογία Κυπριακής ποίησης 1960-2018 Κύμα-Αθήνα 2018(μαζί με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη). Στο χώρο της κριτικής και του δοκιμίου, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης συνέγραψε τα ακόλουθα βιβλία: « Με λογισμό και μ΄ όνειρο. Σκέψεις πάνω σε δυο ποιήματα και δυο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου» Ακτίς-Κύπρος 2016, « Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ΄ 90» Διόραμα- Κύπρος 2018, « Έλενα Τουμαζή- Ρεμπελίνα. Εισαγωγή στο έργο της» Διόραμα-Κύπρος 2020.<br />
Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης με το δικό του « Ριμαχό» αποτελεί άξιο συνεχιστή των ποιητών Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Παντελή Μηχανικού και Κώστα Βασιλείου. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως η μορφή του Ριμαχό εμφανίστηκε στην κυπριακή λογοτεχνία το 1973 ως δημιούργημα του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Στη συνέχεια, η ποιητική περσόνα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη θα εμφανιστεί στην ποίηση και άλλων Κυπρίων ποιητών, όπως του Παντελή Μηχανικού (1975) και του Κώστα Βασιλείου (1978). Ο τελευταίος μάλιστα θα δημιουργήσει και την αντίστοιχη γυναικεία μορφή με το όνομα Ριμαχόνα. Η Ριμαχόνα, η γυναικεία ετούτη ποιητική μορφή η οποία αποτελεί την κεντρική ηρωίδα του δεύτερου μέρους της συλλογής υπό τον γενικό τίτλο « Γράμματα στη Ριμαχόνα», ενσαρκώνει, αν θέλετε, το μητρικό μας καταφύγιο όπου κάθε φορά προσφεύγουμε για να εκφράσουμε τον πόνο μας, τα πιο μύχια και αληθινά μας συναισθήματα.</p>
<p><strong>ΜΕ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΥ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ</strong><br />
Καθώς το ηλιοβασίλεμα<br />
βάζει φωτιά σήμερα<br />
στις στέγες<br />
των προσφυγικών συνοικισμών<br />
νιώθω πως κάτι<br />
όλο μου διαφεύγει<br />
πως βρίσκομαι σ’ ένα στούντιο<br />
ή σ’ ένα στημένο σκηνικό<br />
και πως τα πάντα γύρω μου<br />
είναι επίπλαστα<br />
με εμπνευσμένο σκηνοθέτη<br />
τον χρόνο.<br />
Κι όπως το τρένο<br />
ξεκινά μ’ ένα τράνταγμα<br />
κι ανοίγει δρόμο<br />
μες στο τούνελ για το φως<br />
έτσι κι εγώ<br />
ντυμένος με τα φύλλα<br />
των σχολικών μου τετραδίων<br />
ανοίγω το πρώτο δειλό βήμα<br />
μες στην αιωνιότητα των κατευθύνσεων.<br />
Θε μου,<br />
δώσε μου δύναμη<br />
να αποτρέψω<br />
εκατομμύρια καρκινικά κύτταρα<br />
καθότι<br />
είμαι ένα σώμα<br />
αποτελούμενο από πολλά μέρη<br />
που παλεύουν να εκφραστούν<br />
καθώς οι άνθρωποι διψούν<br />
για περισσότερη μνήμη<br />
περισσότερα πίξελ<br />
περισσότερες εντολές<br />
σε κάθε δευτερόλεπτο.</p>
<p><strong>Η ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ</strong><br />
Μετά τα φιλολογικά μαθήματα<br />
στο διαδίκτυο<br />
όπου τα πάντα ήταν τόσο κοντινά<br />
μα τίποτα κυριολεκτικά απτό<br />
άνοιξα όλες τις πόρτες<br />
και τα παραθύρια<br />
και μπήκα<br />
στην αποστειρωμένη τάξη<br />
που με περίμενε γυαλίζοντας.<br />
Κι αφού κάθισαν ένα-ένα<br />
τα αποστειρωμένα μου παιδιά<br />
στις αποστειρωμένες θέσεις τους<br />
πήρα μια βαθιανάσα<br />
(μεγάλη σαν προσφυγική σκηνή)<br />
κι άρχισα να διδάσκω<br />
πίσω απ’ τη μάσκα<br />
προστασίας<br />
μέσα στον ολοένα<br />
αυξανόμενο λάλλαρο.<br />
Παρ’ όλα αυτά<br />
είπα στους μαθητές μου<br />
πως είμαστε μία τυχαία συλλογή<br />
αδρανών συστατικών<br />
και πως αν λησμονήσουμε<br />
το ότι ζούμε κλειδωμένοι<br />
σ’ ένα αιώνιο παρόν<br />
υπάρχει υλικό<br />
στον εαυτό μας<br />
για να περάσει πέρα<br />
απ’ το ηλιακό μας σύστημα.<br />
Οι μαθητές μου ωστόσο είπαν<br />
πως μόνο στα ηλεκτρονικά τους<br />
συνυπάρχουν τόσο φίνα<br />
ωσάν να γλείφουνε<br />
το καλοκαίρι παγωτό<br />
κι ότι μόνο εκεί<br />
μπορούν να βλέπουν<br />
όσα κινούνται αθόρυβα<br />
μέσα στον χρόνο.<br />
Εγώ τους είπα<br />
ότι τα σωματίδια του φωτός<br />
από το παγωτό τους<br />
δεν έχουν χρώμα<br />
ούτε οσμή<br />
και πως στο περιθώριο<br />
των λιγοστών στιγμών<br />
που ζουν στ’ αλήθεια οι άνθρωποι<br />
θα προτιμούν πράγματα<br />
που στην πραγματικότητα<br />
δεν υπάρχουν.<br />
Κι ίσως γι’ αυτό, κατέληξα,<br />
ο κόσμος<br />
δεν μπορεί να παραμείνει<br />
όπως είναι<br />
αλλά θα κάνει<br />
όπως ένα παιδί που κλαίει<br />
και είναι δύσκολο να σταματήσει<br />
ακόμα κι αν ξέρει<br />
πως αν δεν σταματήσει<br />
τα πράγματα θα γίνουν<br />
χειρότερα.<br />
ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΡΙΜΑΧΟΝΑΣ<br />
Μπήκες κι απόψε μες στο μαγαζί<br />
πουλώντας φρέσκα τριαντάφυλλα.<br />
Δεν ενοχλείς<br />
και μες στο λίγο της στιγμής<br />
χαμογελάς<br />
σαν τριαντάφυλλο υγρό<br />
που ξέρει να σωπαίνει.<br />
Κάποιοι πελάτες<br />
βλέπουν δήθεν το μενού<br />
άλλοι αποστρέφουν το κεφάλι<br />
ενοχλημένοι<br />
οι πιο πολλοί ωστόσο<br />
που δεν είναι ερωτευμένοι<br />
όπως παλιά<br />
σε αποτρέπουν με το βλέμμα τους<br />
από μακριά<br />
επιδεικνύοντας τα μυτερά αγκάθια τους<br />
αμήχανοι και πανικοβλημένοι.<br />
Φεύγοντας<br />
άφησες πίσω σου σκυλιά<br />
ανθρώπους γνήσιους<br />
(εκ πεποιθήσεως)<br />
κι όλους δεμένους<br />
με συνθετικά σκοινιά<br />
που μόλις κλείσει ο ουρανός<br />
θα τους αφήσει<br />
ατραγούδιστους.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 2/5/2023</p>
<p>Μετά την εξαίρετη και εξόχως διαφωτιστική εισήγηση του κ. Βουτουρή, θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, αντικρίζοντας τα πράγματα από μιαν άλλη σκοπιά, εκείνη που επικαλείται και οικειώνεται το ποίημα ως άλλο μέσα από τη γλώσσα της ίδιας της ποίησης, αναλαμβάνοντας τη συμβαντολογική στιγμή της γραφής ως μια νέα εγχάραξη στο σώμα της γλώσσας.Έτσι θα προσπαθήσω, στο μέτρο του δυνατού, να αισθητοποιήσω εκείνη τη σχεδόν ασύλληπτη διαδικασία όπου ένα ποίημα εισβάλλει σε άλλα ποιήματα ή ένα βιβλίο εκβάλει σε άλλα βιβλία, σαν να ήταν, μέσα από έναν αδιάγνωστο τρόπο, ο αινιγματικός προπομπός τους ή η άρρητή τους ενδελέχεια. Ο για πολλά εύστοχος και χρήσιμος όρος διακειμενικότητα, όσον αφορά τη συνομιλία μεταξύ των κειμένων, θα ήταν σε σημαντικό βαθμό επαρκής, εάν θεωρούσαμε πως η ανάγνωση, όπως και η γραφή, είναι μια δραστηριότητα εξόχως σωματική, ότι μια ανάγνωση ξεκινά, ανταποκρινόμενη, εν πρώτοις, και διαπερνώμενη στη συνέχεια, όχι ακριβώς στο ίδιο το κείμενο, αλλά στο παραμιλητό του κειμένου, στο υπόγειο παραληρηματικό του κέλευσμα, στις λανθάνουσες αισθητηριακές του συμφύρσεις, από ένα ρεύμα δυσεξήγητης ώσμωσης, όπου δύο σώματα συναντώνται ανοιγόμενα το ένα στο άλλο, συμμετέχοντας, αμοιβαία, σε μια εκστατική συνακολουθία αγγιγμάτων, ήχων, θορύβων, ψιθύρων, σιωπών. Στο πεδίο εκείνο όπου, όπως έλεγε ο Πεσόα, οι λέξεις είναι κορμιά που μπορείς να τα αγγίξεις, ορατές σειρήνες, ενσαρκωμένες ηδυπάθειες. Στο κινούμενο και διαρκώς μεταμορφούμενο τοπίο αυτής τής, σχεδόν εδεμικής, ενσαρκωμένης ηδυπάθειας, βρέθηκα, εκών άκων, μέσα από την ανάγνωση του Ριμαχό, διερχόμενος εκείνη την επικίνδυνη, σε ταλαντεύσεις και κλυδωνισμούς, καμπή, όπου, από το να διαβάζεις, απλώς, ένα βιβλίο, γίνεσαι ο εν κινδύνω αναγνώστης του, όπου η ανάγνωση καθίσταται μια ενεργός κληρονομία, ο διάμεσος μιας μεταβίβασης στον χρόνο.</p>
<p>Είναι γεγονός πως, ανεξαρτήτως αναγνωστικών προτιμήσεων και εθισμών, σπάνια υπάρχουν βιβλία που να μην σου αφήσουν κάτι, μια σποραδική διέγερση, έναν ανεξιχνίαστο αναβρασμό, μια δυσδιάκριτη αμυχή, το ανεξίτηλο ίχνος μιας ανατομικής εγχάραξης. Κάποια, μπορεί να προχωρήσουν σ&#8217; ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο, κατορθώνοντας να σε διαπεράσουν και να σε αναστατώσουν συθέμελα και κάποια (αυτής της κατηγορίας) να ιζάνουν μέσα σου τόσο καταλυτικά, ώστε να μοχλεύσουν την ίδια τη διεργασία του ποιητικού γεγονότος, την ίδια την επιθυμία της γραφής, όχι απλώς σαν μόχλευση μιας αόριστης επιθυμίας του γράφειν, αλλά ως ένα είδος επείγουσας ανταπόκρισης σ&#8217; αυτό το συντελούμενο συμβάν, ως αντιφώνηση σ&#8217; ένα διαρκώς επίμονο νεύμα που σε καλεί. Ένα τέτοιο βιβλίο, τουλάχιστον για τη δική μου αναγνωστική «ευπάθεια», είναι ακριβώς ο «Ριμαχό» του Παναγιώτη Νικολαΐδη (εκδ. Σμίλη, 2022). Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τη λέξη ευπάθεια, γιατί μόνο ως ευπαθής, εύθραυστος και τρωτός μπορεί να καταστείς ο προνομιούχος διάμεσος της δεξίωσης του άλλου, του άλλου λόγου, του άλλου κειμένου, προσφέροντάς του τις ευήλατες υποδοχές να εισχωρήσει ως επιτέλεση μιας χειρονομίας μνημείωσης, συνθήκη αυτού που ονόμαζε ο Ντεριντά ροπή του ποιήματος να στρέφεται προς εσένα, προτού στραφείς εσύ προς εκείνο – δύναμη, προφανώς, που μόνον τα μεγάλα έργα διαθέτουν. Και, όπως δείχνει ο Ντεριντά, φέρω το ποίημα, τη στιγμή που αυτό στρέφεται προς εμένα, σημαίνει «μπαίνω στη φορά του, το φέρω στον άλλο, δίνω στον άλλον να το φέρει».</p>
<p>Είχα την τύχη να διαβάσω το χειρόγραφο αυτού του σπουδαίου βιβλίου προτού ακόμα πάει στο τυπογραφείο. Ήξερα από εκείνη τη στιγμή ότι είχα στα χέρια μου ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα τα τελευταία χρόνια. Πέραν από την αξιοθαύμαστη εκφραστική του αρτιότητα, που από μόνη της συνιστά μια ισχυρή υποθήκη για την αμφίβολη, έστω, αθανασία των έργων, εγείρει μια σειρά κρίσιμων θεμάτων, που αφορούν την ίδια τη συγγραφική πρακτική, τη σχέση του ποιητικού λόγου με την ιστορία, τη διαλεκτική του ιστορικού παρόντος με την παράδοση, την ευθύνη του δημιουργού ως φορέα ακριβώς μιας ζώσας και ενεργού πνευματικής κληρονομιάς σε σχέση με το Εμείς και το Τώρα… Συνελόντι ειπείν, ένα βιβλίο που παράγει λογοτεχνική μνήμη, διανοίγοντας, ταυτόχρονα, τον ιστορικό ορίζοντα της γραφής. Ο Ριμαχό, πέραν από την καθαυτό ποιητική του αξία, επανατοποθετεί, ακριβώς, αυτήν την κυμαινόμενη και πολυσχιδή σχέση με την παράδοση, ως μια ποιητικο-κριτική απαίτηση του παρόντος, επανεμψυχώνοντας και μετακενώνοντας την persona του Ριμάκο, υπό το πρόσημο της οποίας συνορχηστρώθηκε μια από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης λογοτεχνικής μας ιστορίας, μια ποιητική, θα τολμούσα να πω, «αναμέτρηση» για το νόημα της ιστορίας εξόχως πολιτική, καθώς οι συμπλεκόμενοι, τρεις μείζονες ποιητές, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Παντελής Μηχανικός, Κώστας Βασιλείου, ενοφθάλμισαν το ποιητικό τους διακύβευμα στη διατομή, ακριβώς, της πολιτικής πράξης με την ιστορία, διαμορφώνοντας, στο πλαίσιο αυτό, τόσο τα μέσα όσο και τις ποιητικές στρατηγικές τους.</p>
<p>Ο Ριμαχό του Π. Νικολαΐδη έρχεται, ακριβώς, να μας υπομνήσει ότι, όπως επισημαίνει ο Γιάους, «η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια διαδικασία αισθητικής πρόσληψης και παραγωγής, που λαμβάνει χώρα με την επικαιροποίηση των λογοτεχνικών κειμένων από τον προσλαμβάνοντα αναγνώστη, τον στοχαστικό κριτικό και τον συγγραφέα που με τη σειρά του δίνει συνέχεια στην παραγωγή». Θεωρία η οποία προϋποθέτει τη δυνατότητα συνύπαρξης έργων τα οποία εμπίπτουν στον κατεστημένο ορίζοντα προσδοκιών με έργα νεωτερικά, τα οποία συμβάλλουν στην αμφισβήτηση ή και στην αναθεώρηση του κυρίαρχου λογοτεχνικού παραδείγματος. Στην περίπτωση του Ριμαχό, αυτός ο αναγνώστης, ο στοχαστικός κριτικός και ο συγγραφέας, συμφύρονται σ&#8217; ένα πρόσωπο που επιτελεί αυτή την τριπλή λειτουργία της πρόσληψης με αξιοθαύμαστο τρόπο, καθώς, μάλιστα, προχωρεί κι ένα βήμα παραπέρα, διευρύνοντας, την προσλαμβανόμενη persona του Ριμάκο, για να της προσδώσει υπερτοπικά και οικουμενικά χαρακτηριστικά.</p>
<p>Απότοκο της συνομιλίας μαζί του, αλλά και της κοινής μας σύμπλευσης στο βιβλίο «Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο – Σονάτα για την αφαίρεση» (εκδ. Θράκα, 2017), είναι μια μορφή «Αντιφώνησης» στον Ριμαχό, μια σειρά ποιημάτων που συνιστούν μια «εκ του συστάδην» ποιητική διαλογική, μια σύνθεση που διαμορφώνεται εν προόδω, ως ένα αντιφώνημα προς τον ποιητή και το βιβλίο του. Προτού προχωρήσω στην ανάγνωση μερικών ποιημάτων από την εν λόγω αδημοσίευτη ποιητική ενότητα, θα ήθελα να πω, και ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον Παναγιώτη, πως από τότε που γράψαμε μαζί εκείνο το σύντομο, μα μεγάλο σε μόχθο, βιβλίο, κυλάει ανάμεσά μας το ρεύμα μιας ανοικτής και διαρκώς ζέουσας ποιητικής συνομιλίας που διαβρώνει τις όχθες της εγωτικής αυταρέσκειας, αποτινάσσει τις καθησυχαστικές μας βεβαιότητες, μας εκτροχιάζει από τους καθηλωτικούς μας ομφαλοσκοπισμούς. Κάνει, εν τέλει, να συγκλίνουν λίγο περισσότερο ο ποιητής προς τον άνθρωπο μέσα στο απερινόητο Εσύ, απαλύνοντας κάπως τα σκοτάδια.</p>
<p>Σημ.: Κείμενο που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Τεχνοδρόμιο, Λεμεσός, 20/4/2023</p>
<p>Ριμαχό – Ο θρύλος</p>
<p>Ο θρύλος λέει<br />
πως γεννήθηκα από το ίδιο<br />
το χέρι μου<br />
σαν μπλεχτήκαν τα ονόματα<br />
στη μήτρα ενός παρατονισμού<br />
Όπως εκείνοι που γεννιούνται μόνοι<br />
παρά θέλησιν Κυρίου<br />
διαιρεμένος σε ποιήματα<br />
Ο θρύλος λέει ακόμα<br />
πως καρφώνοντας στη λήγουσα<br />
τον τόνο<br />
έφερα στο χείλος την αποκρημνίωση<br />
την αποχέτευση στο σκότος<br />
των άρρητων ρητών<br />
Μόνο η Ριμαχόνα ήξερε<br />
να με φωνάζει<br />
Ριμάκο, Ριμάχο, Ριμαχό<br />
ρυθμικό τριώνυμο της μάχης<br />
στην ταραγμένη ομοιοκαταληξία<br />
του Καιρού<br />
Ας προσπερνάει όμως<br />
καλόπιστα αυτή η φήμη<br />
Εδώ μιλώ δαγκώνοντας<br />
την ψίχα του χρόνου<br />
Το ποίημα σφαδάζει<br />
στο χορτάρι της αφής</p>
<p>…</p>
<p>Γράφοντας μαζί ένα βιβλίο</p>
<p>Τι θα γινόμασταν<br />
αν γράφαμε πάλι μαζί<br />
ένα βιβλίο<br />
είπε ο Ριμαχό<br />
Αυτοί που έπαψαν να περιμένουν;<br />
Εκείνο που εξέρχεται<br />
και λάμπει ανυπεράσπιστο στο φως;<br />
Tο ζάμπλουτο Ένα<br />
μες απ&#8217; τη φωνή του άλλου;<br />
Οι άγραφες σελίδες εκτίοντας<br />
επίμετρα σχολαστικά;<br />
Αυτοί που μιλούν με μοιρογνωμόνια<br />
της στέπας;<br />
Η γέφυρα προς το αδύνατο Εμείς<br />
που ανοίγοντας μετατοπίζει όχθες;<br />
Μια απεικόνιση του ανέμου;<br />
Ένας θυρεός ευθυκρισίας;<br />
Οι προγραμμένοι τού Δύο;<br />
Σε άδεια θέατρα τραυλοί<br />
και συγχρόνως οι παρακαθήμενοι απόντες;<br />
Ή θα &#8216;μασταν στον λαβύρινθο<br />
οι δυο μαριονέτες<br />
που &#8216;θελε το ποίημα &#8211; σώνει και καλά<br />
να βάζουμε τις λέξεις όπως πρέπει<br />
μιλώντας μια εγγαστρίμυθη παντομίμα<br />
Και τώρα βγαίνοντας έξω<br />
από τον μαίανδρο της χάρτινης<br />
πλεκτάνης του<br />
πέταξαν τον μίτο του φοβερού<br />
Μινώταυρου της Γλώσσας<br />
στο αθησαύριστο τίποτα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Τα Ποιητικά&#8221;, τχ. 48, Ιανουάριος-Μάρτιος 2023.</p>
<p>&#8220;Αέναη ανακύκληση</p>
<p>Με την ποιητική του συλλογή &#8220;Ριμαχό&#8221;, την έβδομη κατά σειρά, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης επιχειρεί, με περισσότερη έμφαση από κάθε άλλη φορά, να συνδεθεί με την ποιητική παράδοση ιδίως της Κύπρου, διά της περσόνας του «Κύπριου ποιητή, φιλολόγου και κριτικού Ριμαχό». Πρόκειται για περσόνα που γεννιέται στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και συνεχίζει την πορεία της στο έργο των επίσης Κύπριων ποιητών Παντελή Μηχανικού και Κώστα Βασιλείου. Ο Νικολαΐδης, παίρνοντας τη σκυτάλη από τους προπάτορες, εκκινεί εξαρχής το ποιητικό παιχνίδι προσποιούμενος τον επιμελητή του τόμου, καθώς υπογράφει με το ονοματεπώνυμό του το προλογικό «Σημείωμα του επιμελητή της έκδοσης». Δηλώνοντας ωστόσο πως συγκεντρώνει «αδημοσίευτο αρχειακό υλικό» του Ριμαχό, και μάλιστα επιμένοντας παιγνιωδώς ότι «στην παρούσα έκδοση δεν έγινε ουδεμία παρέμβαση, διόρθωση ή λογοκρισία, είτε στο αυθεντικό αρχειακό υλικό είτε στην αρχική ορθογραφία των κειμένων», ταυτίζει με τον Ριμαχό τον ποιητή, φιλόλογο και κριτικό Νικολαΐδη, εφόσον τα ποιήματα του τόμου είναι συνθέσεις δικές του. Οι ημερομηνίες, άλλωστε, που χρησιμοποιούνται στα ποιήματα ως χρονικοί δείκτες, επιβεβαιώνουν επίσης την ταύτιση του Νικολαΐδη με τον Ριμαχό.<br />
Ο ποιητής δεν επιδιώκει σε καμία περίπτωση τη μονοπώληση του Ριμαχό διά της επιχειρούμενης ταύτισης μαζί του. Η επιλογή του αφενός αποδίδει τιμή στους ποιητικούς προγόνους, μια τιμή που δεν την αποτίνει μόνο ευθέως διά του κατονομαζόμενου Ριμαχό, αλλά και ανεπαισθήτως διά στίχων που μνημονεύουν υποδόρια άλλους ποιητές (ίσως «ένας μηχανικός θεός» να είναι ο Παντελής Μηχανικός· και, δίχως αμφιβολία, στο «καλή ζωή να ’χει» καθρεφτίζεται ο Γιώργος Καλοζώης). Η ίδια επιλογή αφετέρου αποσκοπεί οπωσδήποτε και στην ανάδειξη της λειτουργίας της ποίησης και του λυτρωτικού της, ως τέχνης, χαρακτήρα. Δεν είναι διόλου τυχαία εξάλλου η συστηματική σύνθεση ποιημάτων ποιητικής από τον Νικολαΐδη. Ήδη με το προλογικό ποίημα «Η προσευχή του Ριμαχό» παρουσιάζεται το προσωπικό σύμβολο πίστεως του ποιητή: «Πιστεύω σ’ ένα ποίημα». Άλλωστε κι ο Ριμαχό (&lt;ρίμα+μάχη) είναι ακριβώς ο μαχητής της ποίησης, και της ζωής διά της ποίησης. Ο ίδιος λυτρωτικός ρόλος εντοπίζεται στη γλώσσα, ως μέσο της λογοτεχνικής έκφρασης: «Θα σε σκεπάσω πάλι σαν περισπωμένη». Η ανοιχτή πόρτα του Γιώργη Παυλόπουλου μεταλλάσσεται στον Νικολαΐδη σε ανοιχτό παράθυρο, ικανό να καταστήσει εφικτό οτιδήποτε φαινομενικά ανέφικτο: «Ποίηση είναι ταυτολογία/ του ανέφικτου.// Ένα παράθυρο ανοιχτό/ σε όλους/ τους δρόμους». Το αντίδοτο στον θάνατο είναι επίσης η ποίηση (ποίημα «Ο Ριμαχό με το λάστιχο»). Κι αν η ποίηση αντιτάσσεται στον θάνατο, τότε μπορεί να θεραπεύσει και τα τραύματα, όσο επώδυνα κι αν είναι: «το κάθε ποίημα είναι/ ένας Ιούλης/ γαζωμένος με σφαίρες/ που κρύβει το τραύμα/ σε κοινή θέα».<br />
Με βαρύ του οπλισμό την ποίηση ο Νικολαΐδης μετακινείται στον χρόνο και σε τόπους, ταγμένος στην ελευθερία, τη δικαιοσύνη και κάθε ανθρωπιστική αξία. Ο σεβασμός της ταυτότητας κάθε ανθρώπινης φυλής περνά, για τον Νικολαΐδη, πρωτίστως μέσα από την αυτογνωσία. Γι’ αυτό και δεν είναι διόλου αδιάφορος απέναντι στην ιστορική πορεία του μαρτυρικού του νησιού, η οποία συνδέεται ασφαλώς με την πορεία της Ελλάδας. «Αγαπημένη,/ γράφοντας γράμμα σ’ εσένα/ γράφω σ’ εμένα/ κι εύχομαι ν’ απευθύνω λόγο/ χρόνια μακριά./ Αν δεν μ’ αγαπάς αληθινά/ ως μέσα στο κύτταρο// δεν είσαι μάνα». Η αγαπημένη και μάνα για τον ποιητή είναι η πατρίδα, η Κύπρος και η Ελλάδα· είναι ταυτόχρονα η γλώσσα, η ποίηση. Η «αγαπημένη» περικλείει όλα τα συναισθήματα: τον καημό της κατοχής, τη νοσταλγία και την αγάπη για τα πάτρια χώματα, έτσι όπως αυτά χύνονται από το σακούλι και γεμίζουν τα μάτια του πατέρα, που πεθαίνει με τη λαχτάρα της γενέθλιας Αμμοχώστου (ποίημα «Άμμος»). Ο Νικολαΐδης αποδίδει στην «αγαπημένη» τις ευθύνες της για την τραγωδία («Τι άλλο έμεινε λοιπόν/ αγαπημένη,/ για να πάρεις από με;/ Το θέμα τώρα/ είναι να με καταπιείς/ και να με αφοδεύσεις»). Η κριτική του προς την Ελλάδα που «ποτέ δεν πεθαίνει» οδηγεί στην ανηλεή αμφισβήτηση την τεχνηέντως διατυπωμένη ερωτηματικά «Είναι προνόμιο/ ποτέ να μην πεθαίνεις;».<br />
Ο ποιητής, ωστόσο, δεν εξαιρεί από τις ευθύνες του ούτε τον πολίτη. Στο συγκλονιστικό ποίημα «Οι κκιοφτέδες του Ριμαχό» ο Νικολαΐδης αντιπαραβάλλει ανεπαίσθητα, με εξαιρετική λεπτότητα και χειρουργική ακρίβεια, την πρόσληψη της «έσσω» νύχτας από τις διαφορετικές γενιές Κυπρίων. Γιατί, για τη γιαγιά του ποιητικού ήρωα, νύχτα είναι η προσφυγιά· ενώ για τον εγγονό σκοτεινιάζει όταν το στόμα ζεματίζεται από τον καυτό κεφτέ που μόλις βγήκε απ’ το τηγάνι. Έτσι, στην πολιτικοποιημένη θέαση του ποιητή η μητέρα-Ελλάδα επιφορτίζεται με τις ευθύνες που της αναλογούν, ως απούσα από την τουρκική εισβολή και αιτία της διχοτόμησης (το άγαλμα της Ελευθερίας στη Λευκωσία «έφαγε μια σφαίρα ελληνική/ 12,7 χιλιοστών// κατάστηθα»), όμως από τις ευθύνες δεν απαλλάσσονται ούτε οι αλλοτριωμένοι πολίτες, που χαρακτηρίζονται από άγνοια των ιστορικών δεδομένων κι έχουν απωθήσει τις μνήμες της εισβολής και της κατοχής, αντικαθιστώντας τες από υλικές απολαύσεις.<br />
Η έγνοια του Νικολαΐδη για την πατρίδα είναι έγνοια για αξίες πανανθρώπινες, όπως η ελευθερία, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, η αλήθεια, η αξιοπρέπεια. Η προσφυγιά δεν τον πονά μόνο ως ελληνική συμφορά. Η παγκόσμια οπτική του ποιητή επικυρώνεται από μια σκέψη που βρίσκεται στο Αφρίν, στο Κονγκό, στην Κούρδη αγωνίστρια Εμπρού Τιμτίκ, στον έγχρωμο Αμερικανό πολίτη Τζορτζ Φλόιντ – θύμα της αστυνομικής βίας και του ρατσισμού, πλάι σε κάθε αναγκεμένο παιδί, αλλά και πλάι σε κάθε άνθρωπο που «μέσα στην αταλάντευτη σιωπή/ των εσωτερικών μεταναστεύσεων» βιώνει την προσωπική του εσωτερική προσφυγιά, όντας διαρκές θύμα των βιοτικών του αδιεξόδων. Ο Νικολαΐδης εντοπίζει το «συνεχές/ και αιώνιο» κακό σε διεθνές επίπεδο, εξού και η διερώτηση «Είμαστε μέσα/ ή έξω απ’ το Άουσβιτς;», η οποία συνδέεται με τη διεκδίκηση «να δούμε τη ζωή αλλιώς/ με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις». Ο άνθρωπος συγκρούεται με τον άνθρωπο, ενεργώντας αντικοινωνικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Συγκρούεται επίσης με τη φύση, προκαλώντας τις οικολογικές ευαισθησίες του ποιητή (ενδεικτικά το ποίημα «Τα δέντρα του Ριμαχό»). Από τη σύγκρουση απορρέει η μόνη βεβαιότητα του Ριμαχό πως «ο μισός κόσμος/ σκοτώνει αργά και σταθερά/ τον άλλο μισό». Η δικαιοσύνη απουσιάζει ακόμη κι από τον υπέρτατο Κριτή, ο οποίος, διαιωνίζοντας τις διακρίσεις, δεν έχει μεριμνήσει για «ράμπες/ εδώ πάνω», αποδεικνυόμενος Θεός νεκροζώντανος, απών, αποκοιμισμένος μέσα στα σύννεφα σαν πέτρα. Ο Νικολαΐδης διευρύνει την οπτική του Ριμαχό αποσπώντας τον από το τοπικό πλαίσιο της ποιητικής παράδοσης και προσδίδοντάς του ματιά και φωνή διεθνιστική και συνειδητά ανθρωπιστική. Ενίοτε, για να πετύχει το αποτέλεσμα του ίδιου μηνύματος, καταφεύγει στον κυνισμό, ο οποίος όμως, συνιστώντας αυτοκριτική, εξαίρει εντέλει την ψυχική ευαισθησία. Η συνειρμική μετατόπιση από το τροπικό πουλί εμού, που απειλείται στο φυσικό του περιβάλλον από την πυρκαγιά, στο κοτόπουλο, που περιμένει στο ψυγείο τη βρώση του από τον ποιητικό ήρωα, σχολιάζει την αδιάφορη προσπέραση κάθε καταστροφής και φρίκης για χάρη της προσωπικής βόλεψης. Το κατακριτέο της κυνικής συμπεριφοράς ωστόσο τονίζει, διά της αντίστροφης οδού, και πάλι την ανθρωπιστική διάθεση του ποιητή.<br />
Πέραν του εμού, γενικότερα τα πουλιά διαμορφώνουν συστηματικά στην ποίηση του Νικολαΐδη ένα ιδιαίτερο σκηνικό. Η αμέσως προηγούμενη συλλογή του &#8220;Η νύφη του Ιούλη&#8221; περιελάμβανε τη μεταφυσική ακινητοποίηση των πουλιών στον αέρα, ως τραγική απόρροια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Στην παρούσα συλλογή τα πουλιά ταυτίζονται με τα πληγωμένα φτερά της ελευθερίας (ποίημα «Τα πουλιά του Ριμαχό»). Για την Εμπρού Τιμτίκ είναι ταυτόσημα με την ανυποχώρητη αγωνιστικότητα («τ’ αποδημητικά/ κι ανυποχώρητα πουλιά/ της ματωμένης ράτσας σου»). Ο ποιητής Μιχάλης Πασιαρδής (ποίημα «Στην εκκλησία ο Μιχάλης») αντιπαραβάλλει στους ψεύτικους, «πομπώδεις λόγους των πολιτικών» το αληθινό τραγούδι του ποιητή, που μοιάζει με χελιδονιού. Τα πουλιά αντιτάσσονται στα μαχαίρια και στον θάνατο («Είναι τα λόγια σου μαχαίρια/ ή πουλιά;»). Στην εφήμερη απλότητα των σπουργιτιών («σαν εσωτερικοί μετανάστες/ του εφήμερου») περικλείεται το προσπέρασμα κάθε συμφοράς και η επικράτηση της ζωής: «Έτσι απλά, αδέλφια,/ νικά πάντα η ζωή/ καθώς οι φλόγες/ μεταφέρουν κομμάτια/ της απανθρακωμένης μας ψυχής/ στον ατελείωτο ιμάντα/ του χρόνου».<br />
Το ποιητικό σχέδιο του Νικολαΐδη υπηρετείται από τεχνικές απαιτητικά επεξεργασμένες. Το βαθύ συναίσθημα, που αποτυπώνεται συχνά με λυρικούς τόνους, αποφεύγει τις λυρικές εκζητήσεις, καθώς δεν διολισθαίνει ποτέ σε γλυκερό. Επιβεβαιωτικό παράδειγμα συνιστά η ήδη περιγραφείσα λειτουργία των πουλιών. Το συναίσθημα συνυπάρχει με μια στοχαστικότητα εξίσου βαθιά μα και πικρή, αποτυπωμένη συχνά με ύφος εξομολογητικό. Σύνθετοι συσχετισμοί οδηγούν από τη νοσταλγία της παιδικότητας και την ονειρική ανάμνηση στον σύγχρονο εφιάλτη των αντιφάσεων, των εσωτερικών συγκρούσεων και της υποτέλειας. Υποδηλώσεις πολλαπλασιάζουν τα σημαινόμενα, καθώς το «τεντωμένο νήμα του ορίζοντα» δεν είναι μόνο η θηλιά στην κρεμάλα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη αλλά και η αγχόνη όπου εκτελείται η ελευθερία της πολύπαθης Κύπρου, ενώ και το λευκό ύφασμα που σκεπάζει το άγαλμα της Ελευθερίας πριν από τα αποκαλυπτήρια είναι στην πραγματικότητα σάβανο. Την ίδια λειτουργία επιτελούν οι δισημίες, με την «εποχή του ατόμου» να μην αντιστοιχεί απλώς στην έκρηξη της επιστήμης αλλά και του εγωιστικού ατομισμού. Από την ποίηση του Νικολαΐδη δεν απουσιάζουν ούτε τα σύμβολα («αποθηκεύοντας τον ουρανό/ βαθιά κάτω απ’ το έδαφος»), οι προσημάνσεις (ο βασιλικός ξεραίνεται, σαν να προσημαίνει τον θάνατο της γιαγιάς), οι αντιθέσεις που, παράλληλα, συγκερνούν καταστάσεις, σχολιάζοντας την αέναη ανακύκλησή τους («κι ο κύκλος κλείνει/ ανοίγοντας»).<br />
Η ανακύκληση των καταστάσεων («ανακυκλήσεις/ του μάταιου») εξηγεί και την επιλογική απάντηση της Ριμαχόνας στον αγαπημένο της Ριμαχό: «ολόκληρη δεν θα με δεις ποτέ». Ο Νικολαΐδης αποδίδει τη συνθετότητα μα και την υποκειμενικότητα των πραγμάτων, που καθιστούν δυσδιάκριτη τη συνολική εικόνα («ολόκληρη» γυναίκα, «ολόκληρη» πατρίδα, ολοκληρωμένη/παγιωμένη ποιητική αποτύπωση). Η συνειδητοποίηση αυτή ερμηνεύει και την ώριμη, ήρεμη στοχαστικότητα του ποιητή, ο οποίος με τις συλλογές του &#8220;Η νύφη του Ιούλη&#8221; και &#8220;Ριμαχό&#8221; διαμορφώνει πια ένα πολύ προσωπικό, ιδιαίτερο ύφος. Το ενιαίο τούτο ύφος, σε συνδυασμό με τις θεματικές που κινητοποιούν τον Νικολαΐδη, καθιστά τις δύο αυτές εξαίρετες συλλογές του ένα άτυπο ζεύγος. Η απόκρυψη της απάντησης της Ριμαχόνας («[Αχ και να ξέρατε/ τι μου ψιθύρισε στ’ αυτί/ η αγαπημένη!]») συνιστά την έμμεση υπόσχεση του ποιητή για τη συνέχιση της πραγμάτευσής του στην επόμενή του συλλογή.&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Η ΑΥΓΗ&#8221; 17/9/2023</p>
<p>Κατάσταση εξαίρεσης</p>
<p>Στο παρατιθέμενο απόσπασμα, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης καθιστά πρόδηλο τον διάλογό του με τον Giorgio Agamben, φέρνοντας στον νου τη διαπίστωση του τελευταίου ότι «το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτελεί το κρυμμένο παράδειγμα του πολιτικού χώρου της νεωτερικότητας». Όμως, για τη συνέχεια, θέλω να θίξω μια βαθύτερη διάσταση της επαφής του κύπριου ποιητή με τον ιταλό φιλόσοφο. Ο Agamben εντοπίζει την Κατάσταση Εξαίρεσης στον πυρήνα της νεωτερικής εκδοχής για την ειρήνη. Συνάγεται, άρα, ότι ο πόλεμος δεν συνιστά μια τέτοια κατάσταση. Είναι δυνατόν, ωστόσο, να ταυτιστεί με αυτήν, βάσει της ακόλουθης υπόθεσης: ότι το μοντέλο της Κατάστασης Εξαίρεσης μπορεί, σε περιπτώσεις όπως του Νικολαΐδη, να χρησιμοποιηθεί και ως μοντέλο της ποιητικής λειτουργίας. Ο ίδιος, άλλωστε, ο Agamben ενισχύει τη συγκεκριμένη υπόθεση, κάνοντας μια αναλογία ανάμεσα στο δικαιικό σύστημα και στη γλώσσα: «Όλα αυτά συμβαίνουν λες και τόσο το δίκαιο όσο και ο λόγος έχουν ανάγκη από μια άνομη (ή άλογη) ζώνη αναστολής για να καταφέρουν να εδραιώσουν τη σχέση τους με τη ζωή» (Κατάσταση εξαίρεσης, μετάφραση Μαρία Οικονομίδου, σελ. 103). Θεωρώ λοιπόν πως η ποίηση του Νικολαΐδη ξεκινά από μια Κατάσταση Εξαίρεσης, η οποία συμβολίζεται με την Πράσινη Γραμμή, τη Νεκρή Ζώνη, που διαχωρίζει την κατεχόμενη από την ελεύθερη Κύπρο. Στα περισσότερα από τα ποιήματα του δεύτερου μέρους της συλλογής, υπό τον τίτλο «Γράμματα στη Ριμαχόνα», σημειώνεται ως τόπος σύνθεσης η διχοτομημένη από την Πράσινη Γραμμή Λευκωσία.<br />
Η ποίηση στον Ριμαχό εκπορεύεται από μια χρονική καθήλωση. Έλκει, δηλαδή, την καταγωγή της από έναν βρόχο της Ιστορίας, όπου η έναρξη της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά. Εδώ, η Κατάσταση Εξαίρεσης και ο πόλεμος ταυτίζονται. Γιατί ο δεύτερος παίρνει τη μορφή του τραύματος. Από τα προηγούμενα εξηγείται και η χρήση, σε αρκετά ποιήματα, της διαλεκτικής γλώσσας. Η Κυπριακή αντιπροσωπεύει τη ζωή που παγιδεύτηκε σε μια ορισμένη φάση του χρόνου. Ώστε αναδεικνύεται στην κατεξοχήν κοινόλεκτο της Νεκρής Ζώνης. Αντιστοιχεί σε ομιλία μέσα στο κενό.<br />
Η περσόνα του Ριμάκο ή Ριμαχό παρουσιάστηκε το 1973, στην ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Το αγγείο με τα σχήματα. Ο Γ. Π. Σαββίδης, σε βιβλιοκριτική του στο Βήμα (26 Αυγούστου 1973), επισήμανε ότι «πρόκειται για μια γενναία προσπάθεια διάπλασης νεωτερικής μυθολογίας σε ένα πρόσωπο σύγχρονο μα ανεξάρτητο από τον ποιητή». Αυτό το πρόσωπο οικειοποιήθηκαν και οι ποιητές Παντελής Μηχανικός και Κώστας Βασιλείου.<br />
Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης βάζει αρκετά στοιχήματα. Το πρώτο αφορά στη δεξίωση του Ριμαχό, και το κερδίζει: Η συγκεκριμένη περσόνα επωμίζεται το χρέος της υπενθύμισης, ότι η φωνή μέσα στο ποίημα –της οποίας η ομιλία συνοψίζεται, παραπλανητικά, στην ταυτολογία «Εγώ που μιλώ είμαι εγώ, ο ποιητής που γράφει»– δρομολογεί μια ανοικειωτική διαδικασία. Κερδίζει, κατά δεύτερον, το στοίχημα με τη γλωσσική παράδοση της Κύπρου: Όσα ποιήματα συνθέτει στη διάλεκτο του νησιού, σε ρυθμούς, ενίοτε, του δημοτικού τραγουδιού, διακρίνονται για την απρόσκοπτή τους επικοινωνησιμότητα. Επιπλέον, σώζεται και το διακύβευμα της Ιστορίας, αφού, όπως ανέφερα, η ποίηση της συλλογής ανάγεται σε μια Κατάσταση Εξαίρεσης η οποία προκαλείται από το τραύμα του πολέμου. Το τέταρτο στοίχημα, αυτό της εμπλοκής στη σύγχρονη πραγματικότητα, κερδίζεται επίσης, χάρη στην κριτική η οποία ασκείται στην κενολογία των πολιτικών, στα μέτρα για την πανδημία, στην ιδιώτευση μπροστά στην οθόνη, και χάρη στη μέριμνα τόσο για τα απανταχού θύματα των πολέμων, της καταπίεσης ή της οικονομικής εξαθλίωσης όσο και για τη Φύση, όταν η θεματική τίθεται στο πλαίσιο της Ecopoetry.<br />
Το πιο σημαντικό όμως έγκειται στο γεγονός ότι τα παραπάνω στοιχήματα συνιστούν καταστατικά στοιχεία της τέχνης του Νικολαΐδη και όχι δευτερογενείς επιδιώξεις. Κατά συνέπεια, ο Ριμαχό ανέρχεται σε ένα επίπεδο απροσδόκητα ώριμου ύφους και ο λυρισμός του ανακτά μια κλασική ευρύτητα, η οποία συμψηφίζει το άτομο με το σύνολο. Από την άλλη, η μόνη ουσιαστικά αρνητική παράμετρος εντοπίζεται, κατά την άποψή μου, στην περιχαράκωση αυτής της ώριμης γραφής στο παρελθόν και το παρόν. Αν θέλει, ας λάβει υπόψη του ο ποιητής την παρατήρηση ότι μέχρι τώρα στις συλλογές του δεν έχει εντάξει ως καταστατικό στοιχείο το εξίσου βασικό στοίχημα με την προσεχή ποίηση.<br />
*Ο Παναγιώτης Βούζης είναι δρ κλασικής φιλολογίας και ποιητής</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η νύφη του Ιούλη</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS 21/2/2021</p>
<p>Τραγικός μετεωρισμός</p>
<p>Η έκτη ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη με τον τίτλο Η νύφη του Ιούλη αντλεί το πικρό της υλικό από την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή του νησιού από το πειρατικό τουρκικό κράτος. Ο Νικολαΐδης παρουσιάζει στις «Σημειώσεις» της συλλογής τα αισθήματα που τον κινητοποίησαν ποιητικά, όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά στη ζωή του τα Κατεχόμενα: «Την Πέμπτη 7/3/2019, μαζί με τους αγαπητούς συναδέλφους μου από το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς και την οικογένειά μου, επισκέφθηκα τα Κατεχόμενα και το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου. Ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία, καθώς στην ηλικία των σαράντα πέντε ετών, έστω ως επισκέπτης, είδα για πρώτη φορά την πατρίδα μου ολόκληρη. Για πρώτη φορά οι αφηγήσεις και οι περιγραφές της μάνας μου και του τζυρού μου,[1] που κατάγονται από την κατεχόμενη Ακανθού και την Αμμόχωστο αντίστοιχα, έγιναν ζωντανή εικόνα, βίωμα και αίσθημα. Ένιωσα πραγματικά ότι ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού μου βρέθηκε, λες και μια τρύπα που είχα μέσα μου έκλεισε και γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου. […]»</p>
<p>Τα έντονα συναισθήματα του ποιητή, τα οποία εύλογα εκλύονται από την τραγική πραγματικότητα, μεταστοιχειώνονται στη λυρική περιπλάνηση στα Κατεχόμενα και την αντίστοιχη λυρική της αποτύπωση, που χαρακτηρίζει συνολικά τη συλλογή. Τα εγκαταλειμμένα ελληνικά σχολεία στον Πενταδάχτυλο παγώνουν τον χρόνο, τις λέξεις και τη γραμματική τους: «Τώρα/ μες στην αόρατη δαντέλα του φωτός/ νιώθω να πλέω/ σε μια λεπτή φυσαλίδα νερού./ Κι όλο φυσά χωρίς γραμματική./ Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν/ κι από το χέρι στο μυαλό./ Λες και γυρίζει ανάστροφα/ κάποιος το κλειδί/ στον αυχένα του χρόνου». Τον ίδιο μετεωρισμό με την ακινητοποίηση του χρόνου και τη νοητική ανασύνθεση του παρελθόντος, όπως αποτυπώθηκε με την «αόρατη δαντέλα του φωτός» και τη «λεπτή φυσαλίδα νερού», ο Νικολαΐδης τον αποδίδει νωρίτερα με την τρυφερή γάζα των σύννεφων σκόνης: «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης/ σαν γάζα/ σκέπασε την πληγή στο βουνό/ κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά/ τη μοιρασμένη/ πόλη./ […] Έτσι κι αλλιώς είν’ ένας άλλος τρόπος/ ν’ αγκιστρώνεσαι». Το σύννεφο της σκόνης δεν επικαλύπτει μόνο την κατοχική πληγή αλλά αποτελεί και τον ενοποιητικό παράγοντα που επανενώνει τη βίαια διαχωρισμένη κυπριακή πρωτεύουσα. Το αγκίστρωμα του ποιητή στην κατακτημένη, στη βεβηλωμένη πατρίδα, μέσα από τη χρονική παράταση του φυσικού φαινομένου («σύννεφο παρατεταμένης σκόνης») που ενοποιεί το ελεύθερο με το κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας και κατ’ επέκταση όλης της Κύπρου, είναι ένα προσωρινό βάλσαμο. Η ευεργετική λειτουργία του ακινητοποιημένου χρόνου, ο οποίος επιτρέπει την παγίωση της λυτρωτικής, ενωτικής εντύπωσης, μεταλλάσσεται όταν ο «αθερινόψυχος»,[2] λιανός χρόνος επανέρχεται στην αδιάκοπη ροή του και «σε χαστουκίζει απ’ όλες τις μεριές». Γι’ αυτό και η οδυνηρή συνεχιζόμενη κατοχή επιφέρει σαν βαριά ταφόπλακα την επιλογική διαπίστωση πως «το αίμα θα ’ναι για πάντα/ το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητας».</p>
<p>Το κόκκινο του αίματος κατακαλύπτει το λευκό οποιουδήποτε ευχάριστου αισθήματος. Τα εγκαταστημένα στο λευκό όμορφα παιδικά όνειρα διαψεύδονται από την ενήλικη πραγματικότητα, καθώς «όλο νυχτώνει στο λευκό». Η ίδια νύχτα αφορά το λευκό νυφικό που δεν προλαβαίνει ν’ ανθίσει, εξαιτίας της τουρκικής επέλασης και της συνακόλουθης αναβολής του προκαθορισμένου γάμου. Η τραγική εξέλιξη για τη νύφη του Ιούλη του 1974 μα και συνολικά για τον ελληνισμό αποδίδεται από τον Νικολαΐδη με μια σπαρακτική εικόνα, στην οποία η διακοπή της ζωής και η εγκαθίδρυση του θανάτου βρίσκει τη φύση ακινητοποιημένη, τα πουλιά να αιωρούνται αμήχανα στο ίδιο σημείο του αέρα: «Εικοσιμιάν του Ιούλη/ Κυριακήν/ εσταματήσαν ούλλα τα πουλιά// στον αέραν». Ο εκ της τραγωδίας παρατημένος γάμος θα μπορούσε να συσχετιστεί ακόμη και με την παρατημένη λεμονιά της κατεχόμενης Ακανθούς, που «λαλεί» εγκαταλειμμένη: «Μεν φύεις.[3]/ Μείνε, λαλώ σου, τζι είμ’ αθθισμένη[4]». Ο Νικολαΐδης με τον τρόπο αυτό κατορθώνει να ενισχύει και να τονίζει εμφαντικά τα απορρέοντα από την κεντρική ιστορία της νύφης του Ιούλη, διά έμμεσων συσχετισμών τους με «περιφερειακές» αφηγήσεις, οι οποίες κρατούν διαρκώς στο προσκήνιο την κεντρική.</p>
<p>Οι συσχετισμοί του Νικολαΐδη επεκτείνονται προς διακριτικές συνομιλίες με λογοτεχνικά έργα που διακινούν σχετικά σχόλια. Η ακινητοποίηση των πουλιών με την εισβολή ανακαλεί την αντίδραση της φύσης στα δημοτικά τραγούδια, όπως στην παραλογή «Του νεκρού αδελφού», όπου η παρά φύσει συνύπαρξη του νεκρού με τη ζωντανή αδερφή του προκαλεί τα σχόλια των πουλιών. «Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά./ Ένα πουλί ωστόσο/ μας κοιτά καθώς φεύγουμε/ περίεργα», επιμένει ο Νικολαΐδης, ενισχύοντας την ίδια λειτουργία. Η περιέργεια του πουλιού εδώ συνδέεται ενδεχομένως με το ξάφνιασμά του για την παρουσία απρόσμενων επισκεπτών, όμως η συνέχιση της ζωής δεν παύει να προσκρούει στην τραγικότητα του ξεριζωμού και της κατοχής, με τη συνακόλουθη αντίδραση της φύσης.</p>
<p>Ο Νικολαΐδης δεν διαλέγεται μόνο με τη δημοτική παράδοση. Όταν ο ποιητής επιζητά τη συνδρομή του Θεού ώστε «να σπάσει το δόντι του χρόνου» ή όταν διαπιστώνει πως «εμείς εδώ σηκώνουμε/ τις πιο μεγάλες πέτρες/ της ιστορίας», ανακαλούνται από την «Ελένη» του Γιώργου Σεφέρη για την «Κύπρο τη θαλασσοφίλητη» οι ψυχές οι «δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι»· ίσως επειδή το «δόντι του χρόνου» του Νικολαΐδη αλέθει με τον ίδιο τρόπο που οι σεφερικές μυλόπετρες κονιορτοποιούν τις ψυχές στον πόλεμο. Ακόμη και η επιλογική διαπίστωση του Νικολαΐδη πως «το αίμα θα ’ναι για πάντα/ το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητας» δεν απέχει από τη σεφερική για τη ματωμένη ανθρώπινη πορεία, που παγίως διολισθαίνει στον «παλιό δόλο των θεών» και βρίσκει τον κάθε Σκάμανδρο «να ξεχειλάει κουφάρια».</p>
<p>Κι αν ο σεφερικός Σκάμανδρος μάς επαναφέρει στον ομηρικό της Ιλιάδας, το κλάμα του φοβισμένου μικρού Αστυάνακτα όταν βλέπει τον πάνοπλο πατέρα του, τον Έκτορα, φαίνεται να συνιστά το γόνιμο χώμα όπου ριζώνει το παιδί ποιητικός ήρωας του Νικολαΐδη, όταν βάζει τα κλάματα επειδή στα μάτια του πατέρα του, που μόλις επέστρεψε από τον πόλεμο, αντικρίζει έναν φονιά: «Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,/ μες στα μμάθκια[5] του/ τον φονιάν/ τζι έκλαια». Και, ασφαλώς, υπό τις συνθήκες αυτές εύλογα το ερώτημα «Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση» του Μανόλη Αναγνωστάκη παραλλάσσεται ελαφρώς από τον Νικολαΐδη ως «Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ποίηση/ όταν ο θάνατος σερβίρεται με μουσική». Η αμφισβήτηση, βέβαια, και των δύο ποιητών βρίσκει και την κοινή της απάντηση στον λυτρωτικό χαρακτήρα της ποίησης ή, όπως το διατυπώνει ο Αναγνωστάκης, «στη συνείδηση του χρέους/ Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό/ Στις συνθήκες της ελευθερίας». Εξάλλου δεν είναι διόλου τυχαίο ότι και οι δύο ποιητές επιμένουν στη συγγραφή, παρά τον προβληματισμό τους, ενώ δεν παύουν να διερευνούν τον ρόλο της ποίησης. Ο Νικολαΐδης συγκεκριμένα, πραγματευόμενος την ποίηση ήδη από τις πρώτες του συλλογές (χαρακτηριστικότατοι άλλωστε οι τίτλοι «Σαν ίαμβος καθρέφτης» και «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν»), ρητά αποφαίνεται πως «το ποίημα είναι νάρθηκας/ για τα σπασμένα μου/ δάχτυλα», συναινώντας σαφώς στην ιαματική λειτουργία της ποίησης.</p>
<p>Η ποιητική γλώσσα του Νικολαΐδη αγαπά τις αποφθεγματικές συνοψίσεις, σ’ έναν συνδυασμό ουσίας, ευθύβολης διατύπωσης και διαχρονικής κατάθεσης: «Άμαν τζι έφυα να σπουδάσω,/ εκατάλαβα πόσον τυχερός/ έν’[6] ο κόσμος/ που τζοιμάται τζαι ξυπνά/ χωρίς φον[7]». Ο ποιητής αντιτάσσει στο δυσβάστακτο βάρος των τεκταινόμενων στη συλλογή, πέρα από την ίδια την ποίηση, τη θάλασσα και το φως, τα οποία αλαφρώνουν κάπως το βάρος από τις πέτρες στο στήθος των Κατεχόμενων («τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας/ μπλέχτηκαν στο φως»). Η γνησιότητα της εκλυόμενης συγκίνησης επιτείνεται κι από τη γνησιότητα του γλωσσικού εργαλείου, ιδίως στα ποιήματα στα οποία προκρίνεται το κυπριακό ιδίωμα. Ας σημειωθεί τέλος ότι η έξοχη αυτή συλλογή δικαίως τιμήθηκε με το βραβείο «Ζαν Μορεάς» για το καλύτερο ποιητικό βιβλίο του έτους 2019.</p>
<p>[1] του τζυρού μου: του κύρη μου, του πατέρα μου.</p>
<p>[2] Ο ποιητής διευκρινίζει στις «Σημειώσεις» της συλλογής ότι η λέξη «αθερινόψυχος» προέρχεται από το διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ένα κοπαδάκι αθερίνες», της συλλογής διηγημάτων Ντεπό.</p>
<p>[3] Μεν φύεις: μην φύγεις.</p>
<p>[4] αθθισμένη: ανθισμένη.</p>
<p>[5] μάθθκια: τα μάτια.</p>
<p>[6] έν’: είναι</p>
<p>[7] χωρίς φον: χωρίς φόβο</p>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΧΛΙΒΑΝΗ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 7/2/2021</p>
<p>Αυτό το ποίημα<br />
έχει μια θάλασσα μόνο<br />
μοιρασμένη στα δυο.</p>
<p>Ο Παναγιώτης Νικολαϊδης, ύστερα από μια δεκαετή και πλέον πορεία στα κυπριακά και ελληνικά λογοτεχνικά τεκταινόμενα (είναι ποιητής, ανθολόγος της κυπριακής ποίησης και κριτικός), με τη συλλογή του Η Νύφη του Ιούλη, (2019, εκδ. Σμίλη) διεκδικεί –με καλές πιθανότητες κατά τη γνώμη μου– μια αξιόλογη θέση, μια θέση ίσως όχι περίοπτη αλλά σαφώς «διακριτή», στην πληθωριστική ποιητική μας παραγωγή που επισκιάζει, αν όχι εκτοπίζει, άξια βιβλία, αποπροσανατολίζοντας κριτική και κοινό. Ήδη, το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο έχει προσελκύσει την προσοχή κριτικών και ποιητών (Στέλλα Βοσκαρίδου, Αλεξανδρος Κορδάς, Λεωνίδας Γαλάζης κά.), οι οποίοι έχουν διεξοδικά ανατμήσει τα ποιήματα της Νύφης του Ιούλη, και έχει αποσπάσει το σημαντικό ποιητικό βραβείο Jean Moreas του 2020.<br />
Η συλλογή αποτελείται από δεκαοκτώ όλα κι όλα ποιήματα που αναπτύσσονται στο, «εύφορο» λογοτεχνικά, έδαφος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και στην ακόλουθη δραματική κατοχή του βόρειου τμήματος της. Έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση η οποία αντλείται απόιστορικά γεγονότα και μέσω ενός βιωματικού και συναισθηματικού πλαισίου δεν τα μετατρέπει σε ερμηνευτικές προτάσεις ή επαληθεύσιμη γνώση για την πραγματικότητα, αλλά σε περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οικεία αίσθησηˑ σε ένα είδος «νευροδιαβιβαστή» (Rigney, 2008) των μορφών ανάμνησης από γενιά σε γενιά. O Παναγιώτης Νικολαϊδης δεν φιλοδοξεί να διδάξει Ιστορία, ούτε προτίθεται να ερμηνεύσει το παρελθόν, που εν πολλοίς είναι αχαρτογράφητο και για την ιστοριογραφία. Ο μόνος τρόπος, όμως, για να ανασυνθέσουμε το παρελθόν, την Ιστορία, και ως εκ τούτου να κατανοήσουμε τον κόσμο, είναι να αφηγούμαστε ιστορίες για τον κόσμο (White, 1989), γεγονός που γνωρίζει καλά ο Κύπριος ποιητής και πάνω σε αυτή τη γνώση αρθρώνει τα ποιήματα αυτής της συλλογής.<br />
Φυσικά ο Παναγιώτης Νικολαίδης δεν είναι ο μοναδικός, ούτε βέβαια ο πρώτος, που αποτυπώνει ποιητικά την κυπριακή τραγωδίαˑ έχουν προηγηθεί πολλοί ποιητές –και νεότεροι–με προεξάρχοντα τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Με τρόπο λιτό, συμπυκνωμένο και ενίοτε αφαιρετικό, (γεγονός που φανερώνει τόσο τη θητεία του στον αποφθεγματικό, σχεδόν ακαριαίο Μοντη, όσο και στη στιχουργική φόρμα του χαϊκού), καταθέτει το τραυματικό του βίωμα που δεν λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης της συλλογικής μνήμης αλλά ως μεγεθυντικός φακός της.</p>
<p>ιε&#8217;</p>
<p>στον πατέρα μου</p>
<p>Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.<br />
[…]Εδώ<br />
καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.<br />
Κι όμως,<br />
θα πω για σε περίκλειστη κόρη<br />
με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια<br />
κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα<br />
σ&#8217; ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.<br />
Κλαμόντα,<br />
βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο<br />
να πάρω λίγη από την άμμο σου.<br />
Μα πώς μπορώ μ&#8217; ένα βλέμμα, κόρη,<br />
να σ&#8217; αγκαλιάσω;<br />
Αγαπημένη,<br />
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας<br />
για τα σπασμένα μου<br />
δάχτυλα.</p>
<p>Πρόκειται για μια ποίηση εξωστρεφή και διαυγή που δεν υποπίπτει στην ευκολία του νεφελώδους ερμητισμού και της μελοδραματικής λυρικοπάθειαςˑ μια ποίηση δρώσα, κατά την οποία η προσωπική μνήμη γίνεται συλλογική μεθ-ιστορία και πολυφωνική μυθιστορία. Κυρίως, όμως, μια ποίηση ψυχωφελή δεδομένου ότι ο ποιητής μας, μολονότι εκφέρει τραυματικό πολιτικό και εθνικό λόγο, λυτρώνεται στην ακεραιότητα, στο όλον, της γλώσσας.<br />
Και ερχόμαστε στο πιο σημαντικό στοιχείο της ποίησης του Νικολαϊδη: τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε αμιγώς σε ένα ποίημα, είτε ως ενσωμάτωση λέξεων ή φράσεων στο ποιητικό νεοελληνικό γλωσσικό σώμα. Είναι πιθανόν πως το τραγικό βίωμα και η ακόλουθη ποιητική του «αναπαράσταση», οδηγεί στην καταφυγή και την παρηγοριά της μητρικής του γλώσσας. Ίσως πάλι να γίνεται το αντίστροφοˑ να είναι δηλαδή η χρήση του κυπριακού ιδιώματος που φορτίζει το ποίημα και το «ηλεκτρίζει», που το καθιστά σχεδόν αδιαμεσολάβητη, εξού και δραματική, ατομική και συλλογική αλήθεια. Όπως και να έχει, τα τρία ποιήματα της συλλογής που είναι αμιγώς σε κυπριακή διάλεκτο είναι τα καλύτερα του βιβλίουˑ είναι μια δαντέλα τρυφερότητας απ&#8217; όπου διακρίνονται ο νόστος και η πληγή, μια απωλεσθείσα αθωότητα και μια πικρή ενηλικίωση, όπως το βλέμμα που χαϊδεύει τις φωτογραφίες των νεκρών γονιών. Λες και σ΄ αυτά κατορθώνεται το λογγίνειο ύψος, η υψηλότερη στιγμή της ποίησης, ο θαυμαστός συντονισμός του έπους (λέξης) με το πάθος, από όπου προκύπτει η μεγάλη συγκίνηση.</p>
<p>α&#8217;</p>
<p>Μες στον πόλεμον<br />
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά<br />
μες στ&#8217; αγκάλια της τζι εβουραν.<br />
Εν είσεν νερόν.<br />
Άμαν τζι εγίνην το κακόν<br />
τζι ο τόπος εμοιράστηκεν<br />
εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου<br />
τζι εγύρεψεν να με πιάσει.<br />
Εν τον εκατάλαβα.<br />
Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,<br />
μες στα μμάθκια του<br />
τον φονιάν<br />
τζι έκλαια.</p>
<p>Και το εξαιρετικό, ομώνυμο τρόπον τινά, ποιήμα, εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία της Αργυρώς Χριστοφόρου</p>
<p>ιστ&#8217;</p>
<p>της Αργυρώς</p>
<p>Ήτουν να παντρευτώ Κυριακήν.<br />
Παρασκευήν εφέραν μου το νυφικόν.<br />
Εφόρησά το μόνον μιαν φοράν<br />
(άμπα τζαι λερωθεί)<br />
τζι ύστερις<br />
άννοια το ερμάριν μου κρυφά<br />
τζι εθώρουν το.<br />
Σάββατον ξημερώματα εγίνην η εισβολή.<br />
Το νυφικόν έμεινεν πίσω<br />
κρεμασμένον<br />
στην Περιστερωνοπηγήν.<br />
Εικοσιμιάν του Ιούλη<br />
Κυριακήν<br />
εσταματήσαν ούλλα τα πουλιά</p>
<p>στον αέραν.</p>
<p>Στη συλλογή αυτή, η &#8220;διαίρεση&#8221; είναι δεσπόζουσα κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αυτός ο δυισμός, που είναι ένα είδος διαλεκτικής του όλου και του μέρους, του είναι και της απώλειας, παρεισφρέει παντού. Τέμνει τη θάλασσα, «η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας/χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή», την ακτογραμμή, τα βουνά και τα δέντραˑ τη φύση ολόκληρη. Σε μια επίσκεψη μνημονικού προσκυνήματος στο υπό κατοχή χωριό της μάνας του, την Ακανθού, το ποιητικό υποκείμενο, σε μια έξοχη εξωλογική οπτικοακουστική αλλά και οσφρητική μέθεξη, ακούει μια λεμονιά να του ψιθυρίζει «Μεν φύεις./ Μείνε λαλώ σου, τζι είμ&#8217; αθθισμένη». Παντού υπάρχουν ρωγμές, ακόμα και σ&#8217; αυτό το ηλιόλουστο νησί «ό,τι ανασαίνει απ&#8217;τη σκιά/ αχνίζει πιο πολύ από φως/ σαν βρέφος/ αέρας γεμίζει τα πνευμόνια του/ και κλαίει». Η &#8220;διχοτόμηση&#8221; ανιχνεύεται και στη γλώσσα του νησιού, εκεί όπου η τουρκική γλώσσα είναι «λέξεις ξένες/ αιχμηρές/ μαύρο σπαθί» και «σπάνε δόντια και ρυθμό/ σαν λεύκες καρφωμένες ολόισια». Το μόνο που είναι ακέραιο είναι η γλώσσα της ποίησης. Σε αυτήν συναιρούνται η ελληνική γλώσσα μαζί με την κυπριακή διάλεκτο και οργανικά δεμένες λειτουργούν αρμονικά, &#8220;λατρεύονται&#8221; και δίνουν στιγμές εύφορης ποίησης, ακόμα και αν ο Νικολαϊδης βιώνοντας ένα περιπεπλεγμένο εθνικό πένθος, αναρωτιέται με απογνωση «Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ποίηση/ όταν ο θάνατος σερβίρεται με μουσική/κι όταν μπορείς μονάχα μ&#8217; ένα κλικ/να δεις ένα κομμένο κεφάλι/ να κυλιέται στο χαλί σου;».<br />
Ο ποιητής δείχνει μια ξεχωριστή αγάπη στα πρωτογενή φυσικά στοιχεία, στην πρώτη ύλη των πραγμάτωνˑ στις ρίζες, είτε αυτές είναι οι γεννήτορες, είτε είναι η πατρίδα. Αγαπά τη φύση, το φως, τον ήλιο και τη θάλασσα (στοιχεία που επανερχονται στην παρούσα συλλογή αλλά και στην εν γένει την ποίησή του), το χώμα, το νερό, την πέτρα. Αγαπά ότιδήποτε στοιχειώδες και κυτταρικό, ίσως γι&#8217; αυτό και τα ποιήματα αυτά είναι απλά και δωρικά, με κύστεις θερμού αλλά όχι &#8220;ξεχειλωμένου λυρισμού&#8221;. Η Νύφη του Ιούλη, χωρίς συμβολιστικές μεγαληγορίες, με ένα φορτίο βιωματικό που δεν &#8220;καθιζάνει&#8221; από τις αυτοαναφορές, σε ελεύθερο στίχο (γιατί δύσκολα η τραγωδία και η συναισθηματική πολυπλοκότητα μορφοποιείται αυστηρά), ευκίνητη και ευθύβολη, αποδεικνύει ότι η καλή ποίηση και εν γένει η καλή λογοτεχνία δεν αυτονομείται από την πραγματικότητα, δεν δημιουργείται σε πραγματολογικό κενό. Ο Νικολαϊδης καταφέρνει με μέσα ποιητικά να αρθρώσει πολιτικό λόγο, να δημοσιολογήσει χωρίς διακηρυγματικές έξάρσεις και μας δώσει ποιήματα υψηλής θερμοκρασίας και συγκίνησης.</p>
<h5><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Νέο Πλανόδιον 5/12/2019</p>
<p>Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη</p>
<p>Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει.</p>
<p>Το τραύμα της παιδικής ηλικίας είναι ένα θέμα το οποίο επανέρχεται συχνά τόσο στην ποίηση των ελλαδιτών όσο και σ’ εκείνη των Κυπρίων ποιητών, ιδίως των πιο νέων, όπως διαπιστώνει και ο ίδιος ο Νικολαΐδης στην εισαγωγή της συλλογής κριτικών κειμένων του για την νεώτερη ποίηση της Κύπρου υπό τον τίτλο: Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας.[1] Η δική μας εντύπωση είναι πως η χρήση του θέματος αυτού μπορεί εύκολα να εκτραπεί σε έναν μάλλον άχαρο παλιμπαιδισμό. Στην ποίηση του Νικολαΐδη ωστόσο, έχουμε ένα τραύμα που μπορούμε να μυρίσουμε το αίμα του, ένα παράπονο το οποίο υπερβαίνει την ηλικία: «κόμα θθυμούμαι./ Ως την πέμπτην δημοτικού/ έππεφτα με την μάναν μου./ Εξύπνουν, λαλεί,/ τζαι που τον φόον/ εν εκλείαν τα μμάθκια μου./ Άμαν τζι έφυα να σπουδάσω/ εκατάλαβα πόσον τυχερός/ εν ο κόσμος/ που τζοιμάται τζαι ξυπνά χωρίς φον». Στο ποίημα αυτό ο Νικολαΐδης διαπραγματεύεται με έναν τρόπο έμμεσο την εμπειρία της εισβολής και του αποτυπώματος που άφησε στην μνήμη. Ακόμη θυμάται, μας λέει ο αφηγητής, πως μέχρι την πέμπτη δημοτικού ξύπναγε μες στην νύχτα από τον φόβο. Το λέει, κι η γλώσσα του τρέμει μεταλαμβάνοντας το σώμα και το αίμα της κυπριακής διαλέκτου: «εν εκλείαν τα μμάθκια μου». Κι ακούμε ακόμη το αναφιλητό του προηγούμενου ποιήματος, με την αγωνία της μητέρας και του τζυρού, με τον τρόμο του παιδιού. Κι ο φόβος σε τούτα τα ελληνικά γράφεται με νι (φον) και αν δεν κάνω πολύ μεγάλο λάθος το νι ετούτο ανήκει του φονιά. Η φυσική ενρίνωση της κυπριακής διαλέκτου αξιοποιείται εδώ για να αποδώσει ένα βάθος στο ίδιο το σημαίνον του φόβου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επισυμβαίνει μια διάκλειση προς το σημαινόμενο του – ο φόβος ως φόβος για τον φονιά. Δεν πρόκειται βέβαια για κανένα χαριτωμένο λεκτικό παιχνιδάκι, αλλά για μια γλώσσα που μπορούμε να αισθανθούμε την σάρκα και το δέρμα της. Κι ο Νικολαΐδης συνεχίζει την καταβύθιση του στο τραύμα της παιδικής ηλικίας. «Μέχρι τα δέκα/ ονειρευόμουν να κάνω κάτι ηρωικό./ Κι είχα πραγματικά μεγαλεπήβολα σχέδια./ Να περισώσω σπάνια είδη/ δάση τροπικά/ τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής/ να λευτερώσω την πατρίδα μου». Κι από τούτη την συμπαράθεση καταλαβαίνουμε πως η φαντασία του παιδιού που όλα τα χωρεί κι όλα τα καταφέρνει δίνει την θέση της στην προσγειωμένη ματιά, αλλά και κάποτε στην ματαίωση του ενηλίκου: «Όσο κι αν ονειρεύομαι όμως (…) όλο νυχτώνει στο λευκό», θα πει παρακάτω. Στίχοι οι οποίοι ποτίζουν το ποίημα με μια γεύση του ανεκπλήρωτου, τόσο ισχυρή για τον ποιητή, ώστε να του δημιουργεί μια αίσθηση πως ούτε και το Επέκεινα δεν είναι σε θέση να την αποσοβήσει. Ταυτόχρονα όμως λαμβάνει χώρα ακόμη μία αλλαγή, το ποίημα δεν μας μιλά πλέον στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά στην κοινή ελληνική. Με την μετάβαση αυτή ο Νικολαΐδης υπογραμμίζει την απολεσθείσα αθωότητα αφενός και αφετέρου μας παρουσιάζει ανάγλυφα την μεταιχμιακή θέση του Κυπρίου ο οποίος ακροβατεί συνεχώς μέσα στην ίδια του την γλώσσα. Κι όμως το όνειρο θα γίνει εδώ το ζύγι των πραγμάτων, το κρυφό μαράζι το οποίο ακόμη γυροφέρνει στην σκέψη του ενηλίκου: «Να λευτερώσω την πατρίδα μου». Μας λέει κι ακούμε σχεδόν τον αναστεναγμό του, μιας και δεν μπορεί να εγκαταλείψει πλήρως αυτή την τόσο ευγενική επιθυμία των παιδικών του χρόνων.</p>
<p>Την αθωότητα της παιδικής ηλικίας θα διαδεχτούν οι ποικίλοι συμβιβασμοί της ενήλικης ζωής, μια εικόνα την οποία διαρρηγνύουν πότε οι εκλάμψεις της φαντασίας και του ονείρου και πότε μια πικρή ειρωνεία: «άνθρωποι που μασούν/ καθώς/ ο οισοφάγος τους συστέλλεται/ κατεβάζοντας σβώλους τροφής στο στομάχι». Το τέταρτο ποίημα της σειράς, από το οποίο μόλις παραθέσαμε κάποιους στίχους, μας παρουσιάζει γλαφυρά την εικόνα του σύγχρονου αλλοτριωμένου Υποκειμένου, το οποίο θέτει ως κύριο άξονα της ζωής του την κατανάλωση, εν προκειμένω την κατανάλωση της τροφής. Ο Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault) στις Ετεροτοπίες του, μας λέει πως η μετάβαση από το Υποκείμενο του 19ου αιώνα σ’ εκείνο του 20ου είναι κατά βάση η μετάβαση από τον παραγωγό στον καταναλωτή.[2] Με την έννοια πως στην ύστερη φάση του Καπιταλισμού και εξαιτίας της αυξανόμενης εκμηχάνισης της παραγωγής, αυτό το οποίο απαιτείται από το Υποκείμενο, προκειμένου να επιβιώσει το σύστημα, είναι ακριβώς το να καταναλώνει. Σημαίνοντα ρόλο σε αυτήν την φάση, εξηγεί ο Φουκώ, διαδραματίζει η τροφή, ως το κατεξοχήν αντικείμενο καταναλωτικής απόλαυσης. «Σε λειτουργία λανθάνουσας ύπαρξης», θα μας πει ο Νικολαΐδης, «ανθίζουμε εμείς./ τα παιδιά των νεκρών./ Ένας πλανόδιος πεπτικός σωλήνας». Η τελευταία φράση μας δίνει ακριβώς την καλύτερη δυνατή περιγραφή του μοντέρνου Υποκειμένου, το οποίο υπό το καθεστώς του θανάτου του Θεού εισέρχεται σε μια κατάσταση λανθάνουσας ύπαρξης. Αποζητά δηλαδή την πραγμάτωσή του μοναχά μέσα από εφήμερα αντικείμενα, ψάχνει για μια τροφή η οποία δεν προσφέρεται ως κοινωνία, αλλά πέφτει στο υπαρξιακό κενό δίχως να φέρνει ποτέ την πλήρωση. Γι’ αυτό, το ταξίδι του Νικολαΐδη στην κατεχόμενη πλευρά της Κύπρου, τίθεται εξαρχής ως προσκύνημα, ως αναζήτηση ενός νοήματος το οποίο έχει διαρραγεί. Κι έτσι ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο εκείνο που φαίνεται να τον απασχολεί είναι η ρωγμή των συνόρων η οποία διατρέχει το σώμα του νησιού, σε ένα δεύτερο και πιο ουσιαστικό επίπεδο η ψηλάφηση της ραγισματιάς προχωρεί προς τα μέσα.</p>
<p>Στο πέμπτο ποίημα της σειράς ο Νικολαΐδης παρατηρεί ένα «σύννεφο παρατεταμένης σκόνης», το οποίο κρέμεται ως γάζα πάνω από την πόλη για να σκεπάσει την πληγή στο βουνό. Κι όπως μαθαίνουμε από τις σημειώσεις στο επίμετρο του βιβλίου, ο Νικολαΐδης βλέπει ως πληγή την τεράστια σημαία του » τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους «. Είναι τέτοιο το μένος του για το γεγονός της Κατοχής, ώστε δεν θέλει να έχουμε καμία αμφιβολία για το τι εννοεί. Η τουρκική σημαία λοιπόν ως πληγή, μια πληγή με την οποία πρέπει να μάθει κανείς να ζει, βλέποντάς την σε απόσταση αναπνοής από το παράθυρο του μικρού του γραφείου, μαθαίνοντας να ζει απέναντι από ένα καθεστώς το οποίο θέτει διαρκώς την εξαίρεση. Ο Τζόρτζιο Άγκαμπεν (Giorgio Agamben) στην θεωρητική του επεξεργασία ορίζει το καθεστώς εξαίρεσης ως μία περίπτωση κατά την οποία μια κίνηση της Ισχύος καταλύει τον Νόμο, συνήθως επικαλούμενη μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ακριβώς δηλαδή μία εξαίρεση στο εκάστοτε νομικό πλαίσιο.[3] Έτσι ο ίδιος ο Νόμος προσφέρει τις δυνατότητες της αδρανοποίησης του, πράγμα από το οποίο επωφελούνται υποψήφιοι τύραννοι προκειμένου να αδράξουν την εξουσία και να δημιουργήσουν μία νομική λίμβο (limbo), εντός της οποίας η ίδια τους η Ισχύς τίθεται ως ο μοναδικός Νόμος. Η παραπάνω περιγραφή μας φέρνει αναγκαστικά στον νου την Τουρκία, η οποία χρησιμοποιώντας το πραξικόπημα του Ιωαννίδη ως αφορμή για την εισβολή στο βόρειο τμήμα του νησιού, κατάφερε το 1974 να εδραιώσει την κυριαρχία της σε αυτό και να δημιουργήσει ακριβώς μια τέτοια κατάσταση εκτός Νόμου. Είναι σαφές λοιπόν ότι το βόρειο τμήμα του νησιού από την στιγμή που συνέβη το κακόν τζι ο τόπος εμοιράστηκεν, έχει αποκτήσει έναν ετεροτοπικό προσδιορισμό, είναι ένας ου-τόπος μεταξύ του νόμιμου και του παράνομου, ένας χώρος διαρκούς εκκρεμότητας προς επίλυση. Το ταξίδι του Νικολαΐδη στα κατεχόμενα είναι υπό αυτήν την έννοια ένα ταξίδι στην άλλη μεριά, μια Νέκυια, όχι τόσο Ομηρική, όσο Σινοπουλική, ακριβώς γιατί ο ποιητής του Περισσού θέτει με έναν τόσο ριζικό τρόπο την εκκάλυψη ενός μεταιχμιακού ασυνείδητου τοπίου στην Ιστορική μνήμη του Εμφυλίου Πολέμου. «Πρώτη φορά γυρίσαμε την άλλη πλευρά/ τον άλλο πενταδάχτυλο». Θα μας πει ο Νικολαΐδης καθώς εισέρχεται σε αυτήν την άλλη πραγματικότητα, η οποία θυμίζει τον βυθό μιας οθόνης ή καλύτερα ενός καθρέφτη. «Λες και γυρίζει ανάστροφα/ κάποιος το κλειδί/ στον αυχένα του χρόνου». Κι ο αυχένας του Χρόνου είναι βέβαια και ο αυχένας του νησιού, το βόρειο τμήμα του το οποίο μακραίνει μέσα στην θάλασσα. Εκεί, συμβαίνουν πράγματα τα οποία μοιάζουν να διασαλεύουν την φυσική τάξη, ένα πουλί, σαν εκείνο των δημοτικών τραγουδιών, κοιτάζει παράξενα, δυο ποιήματα πιο κάτω μια λεμονιά ψιθυρίζει στον αφηγητή να παραμείνει στην μητρώα γη: «Μεν φύεις. Μείνε, λαλώ σου, τζι ειμ’ αθθισμένη». Τα δικά της λεμόνια δεν είναι τα Πικρολέμονα του Λώρενς Ντάρρελ (Lawrence Durrell), του Άγγλου συγγραφέα του οποίου το εν λόγω βιβλίο αποτελεί προπαγανδιστικό κείμενο της αγγλικής αποικιοκρατίας. Η αντίστιξη αυτή, με την αναφορά στον Ντάρρελ και στην ποιητική του συλλογή Bitter lemons από την μια και την λεμονιά του δημοτικού τραγουδιού από την άλλη, γίνεται σκόπιμα από τον Νικολαΐδη προκειμένου να υπογραμμίσει την διαφορά ανάμεσα στην κυριαρχική γραφή και την ζώσα ελληνική Παράδοση. Διότι η μήτρα της γλώσσας μας είναι ετούτο το ζωντανό ξύλο το οποίο απλώνει τις ρίζες του από τις κυπριακές Ρίμες Αγάπης και τον Απόκοπο του Μπεργαδή της κρητικής παράδοσης, για να ανοίξει τους κλάδους της μέχρι τις μέρες μας. Κι η ποίηση του Νικολαΐδη κρύβει μέσα της τα θροΐσματα αυτού του μεγάλου δέντρου, την εσωτερική λαλιά στην οποία πρώτος ο Όμηρος μας μίλησε, ανάμεσα στα άλλα, και για τον καημό μιας γυναίκας που περιμένει τον άντρα της.</p>
<p>ce92ce99ce92ce9bce99ce9146.jpgΕίναι σε γλώσσα καρδιακή λοιπόν με την οποία ο Νικολαΐδης μας μιλά για τον καημό της δικής του νύφης: «Ήτουν να παντρευτώ Κυριακήν./ Παρασκευή εφέραν μου το νυφικόν./ Εφόρησα το μόνον μία φοράν./ Σάββατο ξημερώματα εγίνην η εισβολή./ Το νυφικόν έμεινεν πίσω κρεμασμένον». Αυτή είναι σε λίγες γραμμές η ιστορία της νύφης που ‘ταν να παντρευτεί εικοσιμίαν του Ιούλη. Στο βιβλίο του ο Νικολαΐδης μας παρουσιάζει την διττή της θέση. Στον άξονα του πραγματικού πρόκειται για μια κοπέλα, την Αργυρώ Χριστοφόρου, της οποίας ο γάμος ματαιώθηκε από την εισβολή. Στον άξονα του συμβολικού όμως η Νύφη είναι η ίδια η Κύπρος η οποία επίσης περιμένει μία ένωση που παραμένει εκκρεμής. Εξετάζοντας αυτήν την μετέωρη θέση ο Νικολαΐδης εισέρχεται κατά βάση σε ένα ζήτημα ταυτότητας: πώς μπορεί κάποιος να υπάρχει περιμένοντας μία λύση που διαρκώς επίκειται. Και για να το διατυπώσουμε διαφορετικά: τί σημαίνει να είναι κανείς Κύπριος. Ένα ερώτημα που διαπλέκεται με το εξής ευρύτερο του: τί σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας. Κι από την απέναντι πλευρά, εκείνη της τουρκικής επεκτατικότητας, βλέπουμε να κατασκευάζεται μεθοδικά ένας μηχανισμός αποσιώπησης και διαστρέβλωσης της αλήθειας ο οποίος αναπλάθει την ίδια την γλώσσα μετονομάζοντας, όπως μας λέει με περισσή ειρωνεία ο Νικολαΐδης, την εισβολή σε φτερούγισμα, τους εποίκους σε πρόσφυγες, τις σφαίρες σε βάλσαμο, κ.ο.κ. Η πραγματικότητα ωστόσο παραμένει, κανένας οργουελικού τύπου μετωνυμικός μηχανισμός, δεν πρόκειται να αποσοβήσει το αίμα των αδικοχαμένων. Το αίμα τίθεται εδώ ως το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητας, ένα βερνίκι το οποίο είναι αδύνατον να αποξεστεί από αυτήν. Κι είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο, νομίζω, όπου διαφαίνεται η πρόταση του Νικολαΐδη: εάν δεν αναμετρηθούμε με το αίμα των αδικοχαμένων δεν μπορούμε να έρθουμε πραγματικά σε επαφή με την ταυτότητά μας. Μένοντας αμύητοι σε αυτό το οποίο ο Σολωμός συνόψισε με τον στίχο του: Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι, δεν θα είμαστε παρά πλανόδιοι πεπτικοί σωλήνες, θα αναζητούμε δηλαδή την ουσία σε οτιδήποτε πέρα από τον εαυτό μας. Είναι ανάγκη λοιπόν να ακούσουμε την φωνή των νεκρών η οποία μας ζητά να αντιταχθούμε στο πνεύμα το οποίο μας περιφρονεί και ζητά να μας συνθλίψει. Η ένωση επομένως δεν μπορεί να είναι παρά ένωση με τον εαυτό μας. Μόνο γινόμενοι νυμφίοι του εαυτού μας θα μπορέσουμε να αδρανοποιήσουμε το βαρβαρικό στοιχείο το οποίο έρχεται και ζητά να αλώσει την ανθρωπιά μας. Ο λόγος για τον οποίο πιστεύω πως η περίπτωση του Νικολαΐδη ξεχωρίζει σήμερα στα ελληνικά γράμματα είναι ακριβώς γιατί διαπλέκει με έναν τρόπο τόσο κομβικό το προσωπικό με το συλλογικό, χαράσσοντας έναν δρόμο πέρα από τα ιδιωτικά οράματα, προς μια ποίηση που θα είναι και πάλι δυνατόν να μας αφορά όλους.</p>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Νέο Πλανόδιον 4/12/2019</p>
<p>Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη<br />
Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.</p>
<p>Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.</p>
<p>Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.</p>
<p>Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.</p>
<p>Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:</p>
<p>Μες στον πόλεμον<br />
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά<br />
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.</p>
<p>Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:</p>
<p>Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,<br />
μες στα μμάθκια του<br />
τον φονιάν,<br />
τζι έκλαια.</p>
<p>Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.</p>
<p>Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.</p>
<p>Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης<br />
σαν γάζα<br />
σκέπασε την πληγή στο βουνό –<br />
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά<br />
τη μοιρασμένη πόλη.</p>
<p>Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.</p>
<p>Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,<br />
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί<br />
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του<br />
πέρα δώθε<br />
στο χάος.</p>
<p>Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:</p>
<p>Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν<br />
κι από το χέρι στο μυαλό.<br />
Λες και γυρίζει ανάστροφα<br />
κάποιος το κλειδί<br />
στον αυχένα του χρόνου.</p>
<p>Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:</p>
<p>Έτσι συμβαίνει.<br />
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.<br />
Ένα πουλί ωστόσο<br />
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,<br />
περίεργα.</p>
<p>Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.</p>
<p>Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:</p>
<p>Κυρίες και κύριοι<br />
την παρούσα επιστολή<br />
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.<br />
Οι στάχτες που αιωρούνται<br />
θυμίζουν άλλη εποχή<br />
αλλά θα το ξεχάσουμε.<br />
Κι αυτό γιατί<br />
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας<br />
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή<br />
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.</p>
<p>Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.</p>
<p>Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις<br />
μασώ ένα μήλο<br />
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.<br />
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι<br />
μέσα στον ωκεανό<br />
των λέξεων.</p>
<p>Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.</p>
<p>Διάστικτοι από ξένη σήμανση<br />
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς<br />
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.<br />
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο<br />
με ασπίδες ηχηρές:<br />
Γαλάτεια<br />
Γιαλούσα<br />
Κώμα του Γιαλού…</p>
<p>Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:</p>
<p>Σαν δέμα ματωμένο<br />
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.</p>
<p>Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:</p>
<p>Μακριά το φίδι<br />
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται<br />
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα<br />
λυγίζει την όραση τρεις φορές.</p>
<p>Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».</p>
<p>Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:</p>
<p>Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη<br />
να σ’ αγκαλιάσω;<br />
Αγαπημένη<br />
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας<br />
για τα σπασμένα μου<br />
δάχτυλα.</p>
<p>Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:</p>
<p>Θεέ μου,<br />
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.<br />
Είμαι μονάχα ένα σώμα<br />
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο<br />
σαν στρεβλωμένος<br />
παφλασμός<br />
από φως.</p>
<p>Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παραλογή, 2016</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ομιλία στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στις 20/102017</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είμαι εδώ απόψε να μιλήσω για την “Παραλογή” του Παναγιώτη Νικολαιδη, αφού προηγουμένως έχω “δωροδοκηθεί” κατά καιρούς από μια σειρά εξαίσιων εδεσμάτων που έχει φτιάξει ο ίδιος με τα επιδέξια χέρια του, καθώς και με μπουκάλια κρασιού όλων των χρωμάτων και των γεύσεων που έχει επιλέξει με την μοναδική αισθητική της γευσιγνωσίας του. Ο Παναγιώτης είναι ένας καταπληκτικός μάγειρας, ένας εκλεκτικός εραστής του οίνου αλλά και ένας φίλος. Παρ’ όλα αυτά δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε, και αυτό μπορεί να το βεβαιώσει, αν ήταν να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο εκτός από ποίηση εμφαντική και ευφραντική. Θα ήταν ίσως λιγότερο καλός ποιητής ο Νικολαϊδης, αν δεν ήταν τόσο γενναιόδωρος ως άνθρωπος, αν δεν αγαπούσε τόσο τα μικρά του πάθη, για την γαστρονομία, το καλό κρασί, την καλή παρέα και άλλα, πιο πνευματώδη, όπως την εξαντλητική μελέτη του ποιητικού γίγνεσθαι, αν δεν γινόταν φίλος με τα πάθη του, αν δεν τα επεξεργαζόταν και δεν τα εξέλισσε και κυρίως, αν δεν τα κοινωνούσε. Υπάρχουν διαφόρων ειδών κατηγορίες ποιητών, στέκομαι όμως βασικά στις ακόλουθες δυο: Η πρώτη, η εσωστρεφής, δημιουργεί σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί αφενός η αυστηρή λιτότητα της δράσης, αφετέρου, ο πλεονασμός της εγκράτειας. Κάπου, κάπου αυτή η κατηγορία, πετυχαίνει μερικά καλά ποιήματα, ορισμένες φορές, μερικά σπουδαία ποιήματα, αλλά κατά κύριο λόγο, όσο το συγκεκριμένο είδος σταδιακά μαραζώνει και στερεύει, έχοντας λίγα να αντλήσει από τον εγκλεισμό και την μόνωση του, άλλο τόσο στερεύει και η ποίηση του ή γίνεται πιο σκοτεινή και ερεβώδης ενδεχομένως και πιο ομφαλοσκοπούσα. Η άλλη κατηγορία ποιητών είναι εκείνη που επιζητά και απορροφά τις χαρές της ζωής. Εκείνη που δημιουργεί ζωή και τροφοδοτείται από αυτήν. Μια τέτοια ποίηση στερεύει πιο δύσκολα και εν πάση περιπτώσει διακατέχεται από μια πραϋντική φωτεινότητα. Ο Παναγιώτης Νικολαϊδης κατατάσσεται κατά την άποψη μου στη δεύτερη κατηγορία, στους ποιητές εκείνους που η γεύση και το χρώμα της ζωής, διαποτίζουν και το έργο τους. Ο Νικολαϊδης γράφει κυρίως στην νεοελληνική όμως σε αντίθεση με τους πλείστους σύγχρονους Κύπριους ομότεχνους του, επιδιώκει και την κυπριακή διάλεκτο, είτε ως μοναδικό δομικό υλικό ενός αυτόνομου ποιήματος, είτε ως διάνθισμα ή ακόμα, συνεκτικό αρμό της ποιητικής αρχιτεκτονικής του. Και αυτή του η επιδίωξη που αποτελεί μια θαρραλέα επιλογή, τον δικαιώνει,προσφέροντας σταθερά προστιθέμενη αξία στην “Παραλογή” του, αφού πέραν του αισθητικού αποτελέσματος, αναδεικνύει τον πλούτο που εμπεριέχει ο ιδιότυπος γλωσσικός δυισμός ο οποίος την χαρακτηρίζει. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Γνωρίζοντας προσωπικά τον ποιητή, μπορώ να ισχυριστώ ότι μέσα στον Νικολαϊδη, συμβιώνει εν αρμονία, ο Ελληνας με τον Κύπριο. Πρόκειται δηλαδή για ένα πολιτισμικό εγώ που εξωτερικεύεται λογοτεχνικά ψάχνοντας ανάλογους τρόπους έκφρασης και επιχρίοντας γλωσσικά την ποίηση του. Είναι πραγματικά κάτι σπάνιο, σε μια εποχή εθνικής και πολιτισμικής σύγχυσης,να συναντά κανείς έναν τύπο, με συμφιλιωμένες μέσα του τις δυο ταυτότητες:Την ελληνική και την κυπριακή,σε τέτοιο βαθμό, που αυτή η σύζευξη να του επιτρέπει όχι απλώς να κινείται άνετα, αλλά και να τεχνοτροπεί, ανάμεσα σε μια απαιτητική γλώσσα και σε ένα δύστροπο ιδίωμα το οποίο γίνεται ακόμη πιο δύστροπο κατά την μεταφορά του στον γραπτό λόγο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παραλογή Α’ &#8230;&#8230;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μες στον πόλεμον η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά μες στα αγκάλια της τζι εβούραν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εν είσεν νερόν Αμαν τζι εγίνην το κακόν τζι ο τόπος εμοιράστηκεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου τζι εγύρεψεν να με πιάσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εν τον εκατάλαβα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εθώρουν λαλεί η μάνα μου μες στα μάθκιαν του τον φονιάν τζι έκλαια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κόμα θθυμούμαι ως την πέμπτη του δημοτικού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έππεφτα με την μάναν μου εξύπνουν λαλεί τζαι που τον φοόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εν εκλείαν τα μμάθκια μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αμαν τζι έφυα να σπουδάσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκατάλαβα πόσον τυχερός εν ο κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που τζοιμάται τζαι ξυπνά χωρίς φόν.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το κυπριακό ιδίωμα, χωρίς το ιδιοκατάληκτο γνώρισμα, αλλά κυρίως το απογυμνωμένο από το περιττό λίπος της επινόησης, βίωμα- η συγκινητική εξομολόγηση του τρεμάμενου από το φόβο του πολέμου, παιδιού-, όπως με τόση λυρική αφηγηματικότητα και απλότητα παρατίθεται από τον ποιητή, γίνεται θαρρείς νοητός δείκτης υπόμνησης που μας παραπέμπει στις καλύτερες στιγμές κορυφαίων μας ποιητών όπως οι(Λιασίδης, Μιχαηλίδης κ.α.) . Ακόμη πιο εγγύτερο σε αυτόν το συνειρμό λόγω και της πιο παραδοσιακής μορφής του, είναι το ποίημα:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">“Πάροδος η γλάστρα”</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμα τζαι με χρώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισον το γιόμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τζι εβάλαν σε να σαιρετάς τον ήλιο πα στο δώμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ανάλογα αξιοπρόσεκτη επίδοση παρατηρείται και στα ποιήματα που είναι γραμμένα στη νεοελληνική , δείγμα του ότι έχουμε να κάνουμε με έναν πολυτεχνίτη του ποιητικού λόγου. Ενδεικτικό το ποίημα που σηματοδότησε το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της παρέμβασης. Το άηχο χιόνι που πέφτει πάνω στη σελίδα του ποιήματος, προσομοιάζει με την αγνότητα της δημιουργίας, τροφοδοτούμενης από τη γονιμότητα της συνεύρεσης με την ανεξερεύνητη ερωτική-υπαρξιακή θλίψη. Αν πρέπει να ξεχωρίσω κάτι που με έκανε να σταματήσω, να επικεντρωθώ και να επιστρέφω σε μέρη της “Παραλογής” είναι πρώτα απ’ όλα η αναβλύζουσα βιωματικότητα κάποιων ποιημάτων που κυρίως αφορούν την παιδική ηλικία. Αυτά είναι ίσως και οι θελκτικότεροι προορισμοί για κάθε επισκέπτη της συλλογής. Η “Παραλογή Α’” που ανέγνωσα προηγουμένως αποτελεί πειστικό δείγμα. Το ίδιο και η “Παραλογή Β”, το ίδιο και η “Παραλογή Γ”, η “Νιόβη” καθώς και μερικά άλλα. Σε αυτά τα ποιήματα, ο ποιητής καταφέρνει να τιθασεύει και να δαμάσει την ορμητικότητα της ποιητικής πνοής, να την πείσει να υποταχθεί στη δική του στόχευση με εργαλεία την οικονομία του λόγου, την καίρια αντίληψη πρόσθεσης και αφαίρεσης, την αυθεντικότητα της σύλληψης του υπό διαπραγμάτευση θέματος. Η προβολή και η συχνή επίκληση δυο γυναικείων μορφών, αυτών της μάνας και της γυναίκας-συντρόφου-συζύγου, ο ισορροπημένος χειρισμός και αλληλοσυσχετισμός της χρονικής, αριθμητικής και ποιοτικής δοσολογίας τους με τα ποιητικά ζητούμενα, εκπληρώνουν την ανάγκη του Νικολαϊδη,να εξορκίσει αφενός τις μνήμες-φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, αφετέρου να εντάξει χωρίς απώλειες, φθορές αλλά και υπερβολές, τη σημασιολογική τους ύπαρξη στο σήμερα και το αύριο. Δύο γυναικείες μορφές καθαγιασμένες, αμόλυντες, φωτισμένες αλλά και στιβαρές, εκπροσωπούσες μια ολόκληρη οντολογία νοημάτων, ώστε να αντέξουν το βάρος της αδιάλειπτης παρουσίας τους,την ευθύνη που εναποθέτει σε αυτές ο ποιητής για το ότι υπάρχει και συνεχίζει. Μέσω τους, ο ποιητής, βλέπει και εκπέμπει την αγάπη, το φως, την ελπίδα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παραλογή Δ’ στην Μαριάννα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αγάπη μας είναι ένα δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γι’ αυτό κατεβαίνουν τα πουλιά από το ξέφωτο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τα παιδιά τραγουδάνε ξυπόλητα τα μεσημέρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είν’ η αγάπη μας δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όταν η μέρα σπάζει σαν κλαδί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εμείς έχουμε κάπου να ακουμπήσουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η αγάπη μας είναι δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ραγίζει πριν γκρεμμιστεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πατούμε γερά στο ένα κλαδί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προτού ραγίσουμε το άλλο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι βαθιά μου πεποίθηση πώς ένας κάπως ασφαλής τρόπος για να κρίνει κανείς μια ποιητική συλλογή είναι να προσμετρήσει τους εξής τρεις παράγοντες: -Ποιά ύψη διεκδικούν τα καλύτερα ποιήματα της; -Πόσο βαθιά σε χώμα λήθης πρέπει να θάψεις τα χειρότερα; -Προς τα πού δείχνει ο δείκτης ποιότητας των περισσότερων; Ο Νικολαϊδης χρησιμοποιώντας ή όχι το κυπριακό ιδίωμα και έχοντας πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, πετυχαίνει σε αρκετά ποιήματα το ποθούμενο της κορύφωσης, με νοηματικό αναμεταδότη, άλλοτε το προσωπικό βίωμα, άλλοτε τον μύθο. Τα καλύτερα των επιτευγμάτων του θα τον συνοδεύσουν στις μελλοντικές αναμετρήσεις με τον χρόνο. Ελένη Στέκεται στην κουζινα Η βρύση τρέχει κι ό χρόνος τρέχει κι ίσως γι’αυτό βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι αποπειράται να μεταφράσει τον άνεμο Πίσω από τον ήχο η βρύση τρέχει κι ο χρόνος τρέχει Το ένα της μάτι δακρύζει το άλλο ορθάνοιχτο. Μια σειρά άλλων ποιημάτων συνιστούν ένα σημαντικό απόθεμα για τη συλλογή, ενώ οι ατυχείς δοκιμές υφίστανται αλλά είναι λίγες. Ομως ακόμα και αυτές, μέσα στο γενικότερο πνεύμα του βιβλίου, οριοθετούνται ως αναγκαίες ανεμόσκαλες, για να ανεβούν και να φωλιάσουν στους πρόποδες του ουρανού, όσα ποιήματα είναι προορισμένα για τέτοια ύψη. Εξάλλου, τι άλλο είναι η ποίηση από μια προσπάθεια μέσα από χιλιάδες ανεπιτυχείς απόπειρες να γράψεις πέντε ποιήματα που θα μείνουν; Η διαλεκτική της πλήρους επάρκειας με εκείνην της λιγότερης, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, διακλαδώνεται και δεν αφαιρεί από το τελικό αποτέλεσμα, επειδή οι πυλώνες της ποίησης του Νικολαϊδη δεν είναι εύθραυστοι, αλλά ανυπέρβλητοι και αλύγιστοι σαν πλάτανοι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κλείνω αναφέροντας μια σειρά από σκέψεις που επανέφερε στο μυαλό μου η ανάγνωση της “Παραλογής”:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">-Η τέχνη σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να είναι τρομαχτική. Να σε κάνει να συνέρχεσαι από την πραγματικότητα Xρόνος, είναι η στιγμή που είμαστε ερωτευμένοι, συγκλονισμένοι, απελπισμένοι, εκστασιασμένοι, επαναστατημένοι. Το υπόλοιπο διάστημα είναι ο δρόμος που σε κρατά μακριά από την κρισιμότητα της έξαψης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -Σε τι διαφέρει αυτός από τους άλλους; Οι ιδέες του φυτρώνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -H αοριστία και η γενίκευση είναι θανάσιμοι εχθροί της ποίησης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -Είναι καλύτερα να διαβάσεις ένα σπουδαίο ποίημα 1000 φορές παρά 1000 ποιήματα που δεν θα θυμάσαι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -Ποίηση δεν είναι να περιγράψεις το βουνό, τη θάλασσα, το συναίσθημα, το πλήγωμα με ωραίες λέξεις, αλλά να πεις αυτό που είσαι εσύ μπροστά τους. Τότε θα αρχίσουν να έρχονται και οι λέξεις.</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος 10/10/2016</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Παραλογή», 2016</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποίηση με διαυγείς στοχεύσεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με την τέταρτη ποιητική συλλογή του, έρχεται με αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσει το έκδηλο και προφανές από μιας αρχής. Είναι ένας δημιουργός επίμονος, με διαυγείς στοχεύσεις, εργατικός και φιλόπονος. Δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί το ταλέντο και την ποιητική του φλέβα. Και οι προσπάθειές του, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δικαιώνονται.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εναρκτήριο ποίημα στη νέα συλλογή μια αποφθεγματική αποτύπωση του τι εστί ποίηση κατά τον Π.Ν. Σε τέσσερις μόνο στίχους παρατίθενται δύο πτυχές της θεώρησής του. Ποίηση είναι αυτή που, ανάμεσα σε άλλα, αφαιρεί το μαύρο από τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται πολύ «ξύσιμο», όπως λέμε πολύ σκάψιμο, μέχρι να φτάσει κανείς στην ευτυχή αισθητική πραγμάτωση μιας ποιητικής ιδέας: «Ξύσε το μαύρο / λέξη προς λέξη / και θα βρεις το τυχερό / ποίημα». (σελ. 11)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής έζησε την τραγωδία του &#8217;74 σε νηπιακή ηλικία. Αυτό δεν τον εμποδίζει από το ύψος εκείνης της ηλικίας, να ανακαλεί στη μνήμη του εκείνες τις ημέρες: «Άμαν τζι εγίνην το κακόν / τζι ο τόπος εμοιράστηκεν / εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου / τζι εγύρεψεν να με πιάσει / Εν τον εκατάλαβα / Εθώρουν λαλεί η μάνα μου / μες στα μάθκια του / τον φονιάν / τζι έκλαια». (σελ. 17) Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά η συγκινησιακή φόρτιση οδηγεί τον ποιητή στο κυπριακό ιδίωμα. Όταν τα βαριά ή βαθιά συναισθήματα δεν χωρούν ή νιώθουν στενόχωρα μέσα στην πανελλήνια δημοτική, ο ποιητής καταφεύγει, λυτρωτικά, στη διάλεκτο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο ποίημα «Σεισάχθεια» (σελ. 22) βλέπουμε, εκ μέρους του Π.Ν., μια ανατρεπτική διάθεση ανάγνωσης της ιστορίας των αρχαίων χρόνων, προς αναζήτηση της αλήθειας, της ορθοκρισίας και των αξιών που διέπουν την ανάδειξή τους. Εδώ, προκειμένου να αποδοθεί το νόημα, επιστρατεύεται και η αργκό και τα αρχαία ελληνικά. Βεβαίως, η πεμπτουσία του ποιήματος άπτεται της αντιπαραβολής των αγαθών προθέσεων με τα ουδόλως ευτυχή αποτελέσματα: «Όπως έσκαβα / μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα / φιλόσοφο και ποιητή και / φραπεδιά στο χέρι / Κοίτα μου λέει νεαρέ …Πλήρης / σεισάχθεια χρεών / Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια / της λέξης / Κοίτα του λέω Σόλωνα …χλωμό… / Αν ήσουν μάγκας και σωστός / δεν θα &#8216;χαμε Πεισίστρατο / δεν θα &#8216;χαμε Κλεισθένη&#8230;». Βεβαίως, η κατακλείδα του ποιήματος απολήγει σε στίχους ποιητικής, όπως, ενδεχομένως, να ήταν και η αρχική πρόθεση του Π.Ν.: «Και για τις λέξεις …δυστυχώς… / πρώτα κουβαλώ / και μετά γράφω».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θέλω να χαιρετίσω ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο ποιητής πειραματίζεται συνεχώς, όχι μόνο γλωσσικά και υφολογικά, αλλά και μετρικά. Π.χ. στο ποίημα «Του Δέντρου» απαντούμε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά με ευδιάκριτο εσωτερικό ρυθμό, ροή και μουσικότητα: «Ποιος είδε πεύκο στο βουνό / τζαι τερατσιάν στον κάμπο / ποιος είδε δέντρον έμορφον / στο μέσο της αυλής του / Εγώ είδα κόρην εύμορφη / γλυκειάν Αμαδρυάδα / να θλίβεται να δέρνεται / να κιτρινοφυλλιάζει…». (σελ. 28) Στην κατακλείδα του δεύτερου σκέλους του ιδίου ποιήματος απαντούμε και πάλι μια αποφθεγματική νοηματική συμπύκνωση εν είδει καταληκτικού πορίσματος, πρακτική που υιοθέτει συχνά ο ποιητής: «Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις / τα δοκάρια του κόσμου / είναι ξύλινα». (σελ. 30)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καθήκον, χρέος του ποιητή είναι πάντα να υποδεικνύει και να αναδεικνύει τη ρίζα, την αιτία, το βάθος των πραγμάτων, την πρωταρχική τους ύλη. Γι’ αυτό και ο Π.Ν. πάντα επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στο δέντρο, στο χώμα, στη γενεσιουργό φύτρα της ζωής, αλλά και της νόησης. Να τι λέει ο ποιητής απευθυνόμενος σε μια γλάστρα: «Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμαν τζαι με χρώμαν / κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισσον το γιόμαν / τζι εβάλαν σε να σιαιρετάς τον ήλιον πα’ στο δώμαν / Εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμαν». (σελ. 39).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στη συλλογή απαντώνται βέβαια και ποιήματα ιδιωτικού χώρου. Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο από αυτά. Το «Παραλογή Δ» (σελ. 40) και το «Αγαμέμνων Κλυταιμνήστρα» (σελ. 43) όπου αντιπαραβάλλονται η γόνιμη, λειτουργική και δημιουργική συζυγική σχέση με την άγονη, τη συμβατική και συνθηκολογημένη. Πρώτα για τη θετική σχέση, που δημιουργεί, έστω κι αν αφήνει κραδασμούς: «Η αγάπη μας είναι δέντρο / Ραγίζει πριν γκρεμιστεί / Πατούμε γερά στο ένα κλαδί / προτού ραγίσουμε το άλλο». (σελ. 40).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο δεύτερο ποίημα ο Π.Ν. ψέγει τη συμβατικότητα, τη συνθηκολόγηση ή ακόμη και την παράδοση στη φθορά μιας σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων: «Κλείνουν το φως μηχανικά / Ανέπαφα τα σώματα παρκάρουν / στη γωνιά / Στο ενδιάμεσο κοινό / οικοδομείται πέτρινο κενό / Κι ούτε να δεις ούτε να πεις…». (σελ. 43)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι ο Π.Ν. παρακολουθεί τα ρεύματα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, δέχεται επιδράσεις από αυτά, αλλά συνάμα αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα. Αξιοσημείωτοι είναι οι διακειμενικοί διάλογοι που αναπτύσσει με σύγχρονους Ελλαδίτες δημιουργούς όπως ο Αργύρης Χιόνης, ο Γ. Παυλόπουλος και ο Μιχάλης Γκανάς. Πρόκειται, στις πλείστες των περιπτώσεων, για μια γόνιμη, παραγωγική και δημιουργική διεργασία.</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια νεότροπη ποιητική στα γράμματα μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (Το ποίημα ως συμβάν)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κλείνω αυτή την επισκόπηση με την τελευταία συλλογή ενός Κύπριου ποιητή, του Παν. Νικολαΐδη. Ποιητή διαφορετικού ταπεραμέντου, διαλεκτικού στη σύλληψη και οικονομικότερου στην έκφραση. Πρόκειται για την Παραλογή του (2016), ύστερα από τις πρόδρομες Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009) και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν (2012). Τα σημεία συναναφοράς του αλλά και διάκρισης από τούς άλλους της κοινής δεκαετίας είναι εμφανή: δεν υπονοεί και αυτός απλώς αλλά ενσωματώνει, επανατιτλοφορώντας το ως «Παραλογή», το έναντι από την ·&lt;Πορτοκαλιά» του ποίημα του Σαχτούρη· και βαθύτερα προϋποθέτει τις Παραλογαίς εκείνου, την ομότιτλη Παραλογή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του Μιχ. Γκανά και όλη τη δημοτική παράδοση του είδους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μάλιστα και τα δικά του λέγονται ή εξυπακούονται ως παραλογές, εναλλακτικά σε δύο γλώσσες: την κοινή ελληνική και την διαλεκτική κυπριακή. Απ&#8217; τη δεύτερη θα πρότεινα για ανάγνωση, από τα Ιστορικά και τα προσωπικότερα κώματα, την «Παραλογή Α&#8217;» και « Β &#8216; » αντίστοιχα: «&#8217;Άμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τζί έγίνην τό κακόν/τζί ό τόπος έμοιράστηκεν&#8230;». Και από την κοινή ελληνική τα περισσότερα, από τα όποια υποδεικνύω δυο, ανισοβαρή και ετερόκλιτα. Ένα με πολιτική αναφορά στη σύγχρονη διαχειρίστρια της κρίσης, ονομαστικά στην κ. Μέρκελ, που υποτιτλοφορείται «Θάνατος του Βελή Γκέκα», και με πρόσβαρα τα δύο μότο από την παράδοση του είδους,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλλά καί ως μια φανταστική σκηνή του Πολέμου των άστρων (όπως δείχνει ή υποσημείωση στό jedi):</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στις μέρες μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (υπονοεί ό anonumous)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημα δεν είναι φωτεινό σπαθί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> jedi</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι ντουφέκι μαύρο καί βαρύ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πού ρίχνει τρεις πικρές γραφές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σε βαρέσει μία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο κεφάλι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και ένα με την σχετική προειδοποίηση στον αναγνώστη του έσχατου μονόστιχου ποιήματος « Έ ξ ο δ ο ς ΙΙΙ»:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ζω μέχρι το χέρι σου να γυρίσει σελίδα</span></p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>ΘΕΥΘ ΤΕΥΧΟΣ 8 ΔΕΚ. 2018</p>
<p>ΤΟ «ΓΛΥΚΟ» ΓΚΡΙΖΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ</p>
<p>Τιτλοδοτώντας τη συλλογή του «Παραλογή», δηλαδή αναφερόμενος σε όρο που παραπέμπει στα δημοτικά τραγούδια, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης συνθέτει ένα πυκνό πλέγμα συνομιλιών με την ποιητική παράδοση, κυρίως την ελληνική αλλά όχι μόνο. Η διαδρομή του Νικολαΐδη σημαίνεται από τη δημοτική ποίηση, εξαρχής ωστόσο εμπλουτίζει τις κατευθύνσεις της υποδεικνύοντας τον Μίλτο Σαχτούρη («[Βρέχει&#8230;]», από τη συλλογή Όταν σας μιλώ τού 1956) και μετατοπίζοντας τους προορισμούς της προς μία πιο σύγχρονη, αφαιρετικότερη πραγμάτωση. Οι μετατοπίσεις συνεχίζονται διερχόμενες<br />
από πρόσθετα σύγχρονα ποιήματα δημιουργών που παραπέμπουν στο είδος της παραλογής (Γιώργης Παυλόπουλος, «Το παιδί και οι ληστές», από τη συλλογή Αντικλείδια τού 1988) ή από συλλογές που φέρουν ευθέως τον τίτλο τους (Μιχάλης Γκανάς, Παραλογή, 1998). Παράλληλα με τα παραδεδομένα ποιήματα που τίθενται ως μότο στα μέρη της συλλογής, ο Νικολαΐδης παρουσιάζει τα δικά του εξελίσσοντας τον ποιητικό διάλογο.</p>
<p>Τα ποιητικά δίχτυα είναι ήδη φορτωμένα και το ξεδιάλεγμα των προθέσεων διόλου εύκολο. Ο ποιητής αναλαμβάνει να βοηθήσει τον αναγνώστη παρέχοντας «Οδηγίες χρήσεως» μέσω ενός ποιήματος του Αργύρη Χιόνη, το οποίο διερωτάται «αν είναι η ζέβρα μαύρο ζώο μ’ άσπρες ρίγες ή μαύρες ρίγες μ’ άσπρο ζώο» (απόσπασμα ΙΑ&#8217; από την ενότητα «Μικρή φυσική ιστορία» της συλλογής τού 1986 Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη).<br />
Ο Νικολαΐδης διά του Χιόνη εισάγει ως στοιχείο ποιητικής την παντοειδή αμφιβολία και τη σαρκαστική ανατρεπτικότητα, ενώ με το αμέσως επόμενο δικό του ποίημα με τον επαναλαμβανόμενο τίτλο «Οδηγίες χρήσεως» μετατοπίζει το μαύρο και το λευκό χρώμα της ζέβρας στις τυπωμένες σελίδες των ποιημάτων. Η ρητή αναφορά στην ποίηση ανοίγει περαιτέρω τη συνομιλία με την ποιητική παράδοση. Οι νεοελληνικές ποιητικές δημιουργίες εντάσσονται σε δομικό σχήμα το οποίο παραπέμπει στην τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων. Η συλλογή οργανώνεται με «Παρόδους» και «Έξοδο», που<br />
ενοποιούν την ελληνική ποιητική παράδοση και εκδιπλώνουν την πρόθεση του ποιητή για σχόλια διαχρονικά.</p>
<p>Ο λόγος του Νικολαΐδη εντός της σύνθετης και απαιτητικής του διαδρομής αφορά οπωσδήποτε την ίδια την ποίηση, σε μία συλλογή ποιητικής. Τα θέματα ωστόσο δεν περιορίζονται μόνο στην ποίηση. Στα τέσσερα τμήματα στα οποία οργανώνεται το κύριο μέρος της συλλογής κυριαρχούν θεματικά, και κατά σειρά εμφάνισης αντίστοιχα, α) το πολιτικό σχόλιο, με σκηνικό την τουρκική εισβολή στην Κύπρο αλλά και τη διαρκή διολίσθηση του σύγχρονου ελληνισμού στην επιλογή εξωτερικού δυνάστη· β) το αίτημα για σεβασμό του φυσικού<br />
περιβάλλοντος, με την ανάγκη για αναθεώρηση της υπάρχουσας σχέσης με τη μητέρα φύση· γ) η σχέση χρόνου και θανάτου, γλώσσας και ποιητικής έκφρασης- δ) η αγάπη και ο έρωτας, ιδωμένα αντιστικτικά μέσα από την<br />
τρικυμιώδη σχέση μυθικών ερωτικών ζευγαριών.</p>
<p>Τα αξεπέραστα διλήμματα που εμφανίζονται στις παραλογές είτε των δημοτικών τραγουδιών είτε τις «εμμεσότερες» επώνυμων δημιουργών ο Νικολαΐδης εύλογα τα αξιοποιεί στην Παραλογή, με τα διλήμματα να επιμένουν ακόμη και όταν αναγκαστικά επιλέγεται κάποιο από τα σκέλη τους. Μπροστά στη χώρα χάσκει ο γκρεμός και πίσω απειλεί το ρέμα, ή μάλλον ο ίδιος πάλι γκρεμός:</p>
<p>Η χώρα μου έγινε γκρεμός<br />
Είτε τελειώνεις στο τσιμέντο νηστικός<br />
είτε τε-<br />
λιώνεις με λυγμό<br />
στο μαύρο χιόνι<br />
(«Ο γκρεμός που δεν πήρα» &#8211; μια ποιητική<br />
συνομιλία με τον Ρόμπερτ Φροστ).</p>
<p>Η σήψη της εποχής κατανικά ακόμη και υλικά με ιδιότητες συντηρητικών, όπως το αλάτι:</p>
<p>Εμείς υφαίνουμε δεινά<br />
Ακόμη και τ’ αλάτι συντηρήσαμε<br />
Είναι και τούτη μια μορφή ταρίχευσης<br />
(«Σήψη»)</p>
<p>Η ζωή κι ο θάνατος απέχουν μια κλωστή ιστού αράχνης, απ’ όπου κρατιέται η ψυχή ενώ το βάραθρο χαίνει από κάτω:</p>
<p>Κι η ψυχούλα λευκή<br />
[···]<br />
Σαν αράχνη<br />
συλλαβίζει το βάραθρο<br />
στον αιθέρα<br />
(«Πάροδος» στο τμήμα «Παραλογή Β»)</p>
<p>Ο έρωτας και η φθορά απεκδύονται τον ηρωικό τους στόμφο και κατακρημνίζονται σε μια ισοπεδωτική καθημερινότητα:</p>
<p>Στέκεται στην κουζίνα<br />
Η βρύση τρέχει<br />
Κι ο χρόνος τρέχει<br />
[··■]<br />
Το ένα της μάτι δακρύζει<br />
Το άλλο ορθάνοιχτο»<br />
(«Ελένη»)</p>
<p>Οι παραλογές του Νικολαΐδη δεν θα μπορούσαν να μη συνομιλούν με λαϊκές ιστορίες και παραμύθια, όπως συμβαίνει στην «Παραλογή Β», όπου ο ποιητικός ήρωας που κυνηγά πουλιά ευστοχεί μεν με τη σφεντόνα<br />
του, αλλά βλέποντας το χελιδόνι γεμάτο αίματα να τον «θωρεί μες στα μμάθκια» («μμάθκια»: τα μάτια), καταφεύγει τρέχοντας στη μάνα του, που τον ρωτά: «Ίντα ’σεις πουλλίν μου τζαι κλαίεις» (δηλαδή, «τι έχεις, πουλί<br />
μου, και κλαις»). Η τραγικά ειρωνική αποστροφή «πουλί μου» από τη μάνα στο παιδί, πέραν της τραγικότητάς της, ανακαλεί και παραδόσεις όπως εκείνης του νέου που σφάζει τη μάνα του για να πάει την καρδιά της στην αγαπημένη του, και όταν στον δρόμο ο νέος σκοντάφτει και πέφτει, η καρδιά της μάνας ρωτά τον γιο «καρδούλα» της αν χτύπησε .</p>
<p>Διλήμματα, θέματα, τεχνικές των παραλογών, όπως τα άστοχα ερωτήματα ή η επιστράτευση του μαγικού αριθμού τρία, αξιοποιούνται δημιουργικά από τον<br />
Νικολαΐδη. Οι τολμηρές εικόνες, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι προσωποποιήσεις των άψυχων είναι επίσης παρούσες. Δραστικότερη όλων, ωστόσο, είναι η χρήση της γλώσσας, ιδίως του κυπριακού ιδιώματος από τον<br />
Κύπριο ποιητή, το οποίο συνιστά φορέα γνήσιας έκφρασης κι ευαισθησίας, καθώς επισημαίνει την ειλικρίνεια της αθωότητας στους ποιητικούς ήρωες. Όταν μάλιστα η ντοπιολαλιά δεν αγκαλιάζει όλο το ποίημα αλλά εμφανίζεται ξαφνικά στον επιλογικό του στίχο επιστεγάζοντάς το ολόκληρο, αποκτά δυναμική όπλου λυτρωτικού, που επιλύει το υφέρπον πρόβλημα.</p>
<p>Η αμφιταλάντευση του Νικολαΐδη στα διλημματικά ζητήματα των παραλογών του δεν αίρεται. Κάποτε υπονοείται πως η ανθρώπινη πτώση ή έκπτωση είναι<br />
προϊόν ευκολίας και βολέματος, κι όχι κακοδαιμονίας. Στο σχηματικό ποίημα «Πτώση», του οποίου οι δύο στίχοι τοποθετούνται ψηλά και χαμηλά στη σελίδα αντίστοιχα, σε μια απεικόνιση του φυλλώματος της μηλιάς και του εδάφους στο οποίο το δέντρο φυτρώνει, το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά όχι εκπληρώνοντας τον φυσικό νόμο της βαρύτητας αλλά διαιωνίζοντας την αδράνεια. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι αποκλειστικά άσπρα ή μαύρα. Ανάμεσά τους αναπτύσσονται όλες οι γκρίζες αποχρώσεις, και δη το «γλυκό» γκρίζο της ποίησης. Γι’ αυτό και στην «Έξοδο» με τους στίχους του Μιχάλη<br />
Γκανά, το πηγάδι, το νερό, ο άνθρωπος και η φύση στέκονται αντιμέτωποι σαν «μαλωμένα αδέρφια», αλλά όσο κι αν είναι «μαλωμένα», δεν παύουν να παραμένουν αδέρφια. Ο άνθρωπος θα φέρει τον χειμώνα και το χιόνι.<br />
Ο άνθρωπος θα επιτρέψει στο χιόνι να καταχωνιάσει το ποίημα στον παγωμένο σωρό του. Ο άνθρωπος, όμως, θα ζεστάνει και την καρδιά, γυρνώντας τις σελίδες και δίνοντας ζωή σε κάθε λυτρωτική παραλογή.</p>
<h5><strong>ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Νέο Πλανόδιον 8/7/2017</p>
<p>Ποιητική ανθρωπογεωγραφία</p>
<p>Η Παραλογή είναι η τέταρτη συλλογή του Κύπριου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη. Για να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη μας, διαβάζουμε στην εισαγωγή του Γ. Ιωάννου για τις παραλογές, ότι πρόκειται για διηγηματικά, πολύστιχα δημοτικά που κατάγονται από «μύθους αρχαίους, νεότερες παραδόσεις, δραματικά, κοινωνικά περιστατικά, σκάνδαλα συνταρακτικά της εποχής».<br />
Η βαθιά τους ρίζα και η παραμυθική τους υφή γονιμοποίησε τη φαντασία πολλών γενιών και αποτέλεσε ένα διακριτό «τοπόσημο» για ποιητές όπως ο Μίλτος Σαχτούρης που στις Παραλογαίς του 1948 διηγείται το εφιαλτικό παραμύθι του εμφυλίου ή ο Μιχάλης Γκανάς που στη δική του Παραλογή (1998) υφαίνει μια ονειρική πατριδογνωσία της μνήμης και του βιώματος. Ανάλογη πρόθεση διακρίνει και την Παραλογή του Π. Νικολαΐδη που στη δεύτερη, ομότιτλη της συλλογής, ενότητα επιχειρεί την πατριδογνωσία των περιπετειών του ελληνισμού από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έως την μνημονιακή Ελλάδα.</p>
<p>Η αναζήτηση της ιθαγένειας και του ταυτοτικού της τραύματος ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει την κυπριακή διάλεκτο σε αρκετά ποιήματα –ή να συνυφάνει το διαλεκτικό με το τρέχον–, επιλογή που στοχεύει διπλά, στη μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος και στην απόδοση ενός βιώματος που δεν μπορεί να διατυπωθεί σε όλη του την ένταση χωρίς τη δική του γλωσσική σάρκα:</p>
<p>ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α</p>
<p>Μες στον πόλεμον<br />
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά<br />
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν<br />
εν είσεν νερόν</p>
<p>Μια τέτοια προαπόφαση εγείρει το ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσο το διαλεκτικό μπορεί να κινηθεί πέρα από το πλαίσιο της περιθωριακής γραφικότητας (στο οποίο το έχει καταδικάσει η κυρίαρχη γλωσσική νόρμα) και να φέρει το σώμα μιας αναντικατάστατης, όσο και αποσιωπημένης, γλωσσικής, ιστορικής, πνευματικής αντίληψης του κόσμου, που μέσα από την ντοπιολαλιά αποπειράται να διατηρήσει την ιδιοσυστασία της. Σε αυτό έχουν, βέβαια, προτείνει απαντήσεις οι μετααποικιακές και πολιτισμικές θεωρίες που θίγουν τον εξουσιαστικό λόγο του κέντρου έναντι της περιφέρειας και τη λειτουργία του τοπικού έναντι του μητροπολιτικού Λεβιάθαν, συζήτηση ακόμα ανοιχτή σε χώρες όπως η Κύπρος που πολύπλαγκτες αναζητούν την εθνική τους ταυτότητα μετά την αποικιοκρατία και πλείστα άλλα δεινά.</p>
<p>Πέραν αυτού, συναντάμε και μια γλώσσα που αξιοποιεί τις ρυθμικές και θεματικές φόρμουλες των δημοτικών τραγουδιών και άλλοτε τρέχουσα, σύγχρονη, κάποτε, ειρωνική:</p>
<p>ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ</p>
<p>Όπως έσκαβα<br />
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα<br />
φιλόσοφο και ποιητή και<br />
φραπεδιά στο χέρι<br />
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης<br />
σεισάχθεια χρεών<br />
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια<br />
της λέξης<br />
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…<br />
Αν ήσουν μάγκας και σωστός<br />
δε θα ’χαμε Πεισίστρατο<br />
δεν θα ’χαμε Κλεισθένη<br />
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…<br />
πρώτα κουβαλώ<br />
και μετά γράφω.</p>
<p>Ή περιορίζεται στο έπακρον στη γνωμική αιχμηρότητα:</p>
<p>ΠΤΩΣΗ</p>
<p>Άλλοι πιστεύουν στη βαρύτητα<br />
[…]<br />
Εμείς το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά</p>
<p>Ένα ενδιαφέρον και αρκετά γόνιμο γλωσσικό πείραμα που πραγματεύεται μέσω του διακειμενικού διαλόγου τις βασικές εκκρεμότητες της ύπαρξης, με διαφορετική αιχμή κάθε φορά στις ενότητες που ακολουθούν («Παραλογή Β-Δ»): η χθόνια γη της παιδικής ηλικίας και της μνήμης του τόπου, η λειτουργία της ποίησης, η υπαρξιακή αναζήτηση νοούμενη συχνά ως μια εις Άιδου καθοδος, εξού και η συχνή παρουσία των μορφών του αρχαίου μύθου ως τα πλέον εύπλαστα και στοιχειακά –ενίοτε και στοιχειωμένα– για την ελληνική αυτοσυνειδησία σχήματα («Οιδίπους», «Ελένη», «Ορφέας», κ.ο.κ.).</p>
<p>Ο προβληματισμός περί γλώσσας και γενικότερα τα ποιήματα ποιητικής είναι ιδιαίτερα ισχυρά στα μικρή αυτή ολιγόστιχη συλλογή και συχνά συνυπάρχουν με άλλες θεματικές όπως ο αμήχανος ελληνισμός του χρέους. Αυτό υποδηλώνει μια μείζονα τάση της νέας ποίησης να ενδοστρέφεται αναλογιζόμενη τη λειτουργία της (ως στάση ζωής, ως πράξη ανυπακοής, ως έσχατο προμαχώνα του αυθεντικού), αλλά ουσιαστικά προδίδοντας την απορία της μπροστά στην αδυναμία να διαπραγματευτεί, πέρα από ένα συμβολικό επίπεδο, με την υπερβαίνουσα σκληρότητα της πραγματικότητας. Κατ’ εμέ, όσο η ποίηση διαλογίζεται λιγότερο για τον εαυτό της τόσο περισσότερο αφορά τους άλλους.</p>
<p>Ένα άλλο ενδιαφέρον αλλά και συζητήσιμο θέμα είναι η συχνή χρήση των motto που άλλοτε παρατίθενται προλογικά – σχολιαστικά κατά τη συνήθη πρακτική της παρακειμενικής αναφοράς και άλλοτε ενσωματώνονται στο ποιητικό σώμα δημιουργώντας ένα κείμενο-διακείμενο. Εντός του ποιητικού σώματος ανήκουν και τα παραθέματα του ποιητικού, κυρίως, λόγου τρίτων –Σαχτούρη, Χιόνη, Γκανά, Παυλόπουλου κ.ά.– αποτελώντας αυτά τα ίδια ή κυρίως αυτά το ποίημα, όπως στο ποίημα «Της Μέρκελ». Με αυτή την πρακτική, ο πρωτότυπος ποιητικός λόγος είτε πυροδοτείται διαλεγόμενος με το λόγο του άλλου είτε έρχεται –κάποτε ισχνός– να σχολιάσει το υπέρτερο ή κυρίαρχο μήνυμά του. Ένας λόγος δηλ. που εκτείνει τα όριά του μέσα στη γενικότερη κοινοκτημοσύνη της ποιητικής περιουσίας. Ίσως η ολιγοσύλλαβη, ολιγόστιχη εκφορά του πρωτότυπου ποιητικού λόγου μέσα στα κείμενα αυτά υποδηλώνει τη συνειδητή και μπολιασμένη από τον αναπόφευκτο μοντερνισμό συνείδηση του γράφοντος πως είναι «παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».</p>
<p>Καταληκτικά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση, τουλάχιστον ως πρόταση, πάνω σε ένα βασικό ζητούμενο: ποια αφήγηση τελικά λειτουργεί, όταν είναι να περιγραφεί η ανθρωπογεωγραφία ενός τόπου, η φιλόδοξη εποποιία του παρελθόντος, ο σιγανός στοχασμός χειραφετημένος από την παράδοση του είδους, ο αποσταγμένος ως τη σίγαση λόγος του σύγχρονου ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με την κληρονομιά του άλλοτε και την απαίτηση του τώρα;</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Οινοποίηση», 2014</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το κρασί, η ποίηση και η διαλεκτική τους σχέση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με δύο ακόμα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά επανέρχεται επιχειρώντας ένα ποιητικό γύμνασμα, ένα πειραματικό εγχείρημα υπό τη μορφή μιας ευσύνοπτης ποιητικής συλλογής, γραμμένης στο κυπριακό ιδίωμα, αλλά διατυπωμένης σε φόρμα χαϊκού.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η συλλογή, που φέρει τίτλο «Οινοποίηση», πραγματεύεται το κρασί και την ποίηση, πότε μαζί και πότε χώρια, ως αισθητικές κατηγορίες. Διαβάζοντάς την, έφερα στο νου τη γνωστή ρήση του Άγγλου λογοτέχνη Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον ότι «το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση». Αυτή βεβαίως είναι μόνο η μία πτυχή του όλου ζητήματος. Ο Π.Ν. μιλά και για την άλλη, την αντίστροφη, όπου η ποίηση προσφέρει μεθυστικές γεύσεις και αρώματα, ακριβώς όπως το κρασί.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής έβαλε μπόλικο μεράκι και αγάπη σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν την πήρε ελαφρά και αψήφιστα, αλλά πολύ σοβαρά, με αφοσίωση, προσοχή, εργατικότητα και σχολαστικότητα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πρώτη ενότητα του βιβλίου περιέχει πιο γενικούς και διακηρυκτικούς στίχους. Ο ποιητής καταθέτει το αισθητικό, κοινωνιολογικό και εν μέρει ιδεολογικό του credo σε σχέση με το κρασί, την ποίηση και τη διαλεκτική τους αλληλοσύνδεση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θεωρώ άκρως υποβοηθητική για τους στόχους του ποιητή τη φόρμα που επέλεξε, τη γραφή χαϊκού. Μέσω της επιτυγχάνει τη συμπύκνωση των μηνυμάτων και των νοημάτων, τη λιτότητα και την απλότητα μιας ανεπιτήδευτης λακωνικής αμεσότητας. Υποβοηθητική είναι και η επιλογή του κυπριακού ιδιώματος, με τους παχύρευστους χυμούς, όμοιους μ’ αυτούς του κυπριώτικου κρασιού, που υμνεί ο Π.Ν.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η γραφή σε χαϊκού, συχνά-πυκνά, αξιοποιείται ολοένα και περισσότερο, τον τελευταίο καιρό, από σύγχρονους Κύπριους ποιητές. Ωστόσο, γραφή χαϊκού στο κυπριακό ιδίωμα σπανίζει. Αν δεν κάνω λάθος, ανάλογο εγχείρημα, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, επιχείρησε μέχρι τώρα μόνο ο Τάσος Αριστοτέλους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Π.Ν., σε όλο το βιβλίο, μας αποδεικνύει πως δεν χρειάζονται και πολλά-πολλά για να φτάσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων. Π.χ., μέσα σε έξι μόνο λέξεις σκιαγραφεί τον αέναο μετεωρισμό του ανθρώπου μεταξύ φαντασίας και πραγματισμού: «Ο νους πετάσιν / Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα». (σελ. 17)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην ίδια σελίδα και ένα ποίημα ποιητικής-ύμνος στην πυκνότητα και τη συμπύκνωση: «Φτωχέ μου στίχε / Εν θα γίνεις ποττέ σου / Μαραθεύτικον». Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για ποίηση, ειδικά για… οινοποίηση, και να μην αναφερθεί στην μυστηριακή διαδικασία της παλαίωσης; «Έναν ποίημα / Έμεινεν στο συρτάριν / Τζι εγίνην κρασίν». (σελ. 18)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ολόκληρη η συλλογή διαχέεται και από ένα σκωπτικό πνεύμα σαρκασμού, διακωμώδησης, αστεϊσμού και πειράγματος κατά πάντων. Π.χ. στο «Ένας μεθυσμένος μιλά του Γριστού», διαβάζουμε: «Πε μου Γριστέ μου / τζοινωνώ κάθε νύχταν / Εν’ αμαρτία;». (σελ. 21)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής ψάχνει, ανακαλύπτει ή επινοεί αναλογίες, συμμετρίες, αντιστοιχίες, ενίοτε και ταυτολογίες μεταξύ κρασιού και ποίησης και τις αναδεικνύει. Π.χ. στο «Ποιητής» (σελ. 22) λέει: «Τρώω σταφύλιν / τζ’ ύστερα κάμνω στίχον / ολοκότσινον». Την ίδια στιγμή στο «Οινοποιός» (σελ. 22) αποφαίνεται: «Δουλεύκω λευκόν / Πιστεύκω στο κότσινον / Είμαι ποιητής».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και βέβαια από τη συλλογή δεν γινόταν ν’ απουσιάζει η δηκτικότατη κριτική όσων δεν μετέχουν των αχράντων μυστηρίων του κρασιού και της ποίησης: «Είντα ‘ν’ που θέλεις; / Με πίννεις με δκιαβάζεις / Ππέσε τζοιμήθου». (σελ. 27)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιομάτος λυρισμό αλλά και συγκίνηση είναι ο μακρύς διάλογος που αναπτύσσουν ο «ερωτευμένος οίνος» με την ποίηση στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 30-35). Παραθέτω μόνο μια ενδεικτική στιγμή, όταν η ποίηση αναρωτιέται: «Δέρνω τον νου μου / έννεν κρίμα τα πουλιά / Να μεν πίννουσιν;» (σελ. 35). Εδώ βεβαίως η νύξη αφορά το στοιχείο της υπέρβασης, που μπορεί φυσικά να χαρακτηριστεί και …πτήση. Καθότι ποίηση και κρασί, είτε μαζί, είτε χώρια, κάνουν τον άνθρωπο να πετά, να υπερίπταται, να υπερβαίνει, περίπου όπως τα πουλιά.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το επιλογικό μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Επιδόρπιον» και φέρει ως προμετωπίδα τη ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ: «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν». Το απόφθεγμα εδώ, ποιητική αδεία, έχει αποδοθεί, δικαιωματικά, στην κυπριακή διάλεκτο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το βιβλίο κλείνει με μια υπόμνηση στον αναγνώστη, η οποία και υποδηλοί πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τις ρίζες, τις πηγές, τις γενεσιουργές αιτίες. «Ο,τι τζι’ αν πούσιν / Εσού πάντα να ξέρεις / Είμαι σταφύλιν». (σελ. 39)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τελειώνω σημειώνοντας πως η μικρή ποιητική συλλογή «οινοποίηση» είναι από τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί και κάνουν τον αναγνώστη του να …λυπάται που τελείωσαν. Βεβαίως, δεν υπάρχει πετυχημένη δουλειά με ποιητικές αξιώσεις που να μην κυριαρχείται από το μεράκι του δημιουργού της. Στην προκειμένη περίπτωση το μεράκι του Π.Ν. ήταν κεφάτο, εύοσμο, εύγευστο και εκ του αποτελέσματος ευτυχές.</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιώργος Κ. Μύαρης</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στη συντυχιά του οίνου με τον στίχο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ΑΠΡ 24</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κατηγορία: Η Κρίση της Ποίησης, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής Παναγιώτη Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1974 στη Λευκωσία, σπούδασε για τα καλά τη φιλολογία (Πανεπιστημίου Κύπρου και King’s College του Λονδίνου) και εργάζεται στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, επιτυχώς και ευτυχώς για όλους μας. Ποιήματα, μελέτες και κριτικές του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (λογοτεχνικά και επιστημονικά) στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως και σε ανθολογίες ποιητικές. Εξέδωσε το 2009 την ποιητική συλλογή «Σαν ίαμβος καθρέφτης», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Ακολούθησε η συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» (Πλανόδιον, 2012). Και στις αρχές του 2014 έδωσε στον τύπο τη συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (αυτοέκδοση, Λευκωσία).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ευθύς αναρωτήθηκα αν ο ποιητής υιοθετούσε το (ή απομακρυνόταν από το) νόημα του στίχου που αποδίδεται στον αρχαίο λυρικό Ιππώνακτα: «Το γιοματάρι πίνοντας αδειάζει το μυαλό μας» και, αν αυτό το πνεύμα διαπερνά το περιεχόμενο της νέας συλλογής, πώς αποτυπώνεται στα ποιήματά της. Ο Π. Νικολαΐδης συμφωνεί, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι ακόμη και μέσα στην ολόπλευρη κρίση ή στον πόλεμο επιθυμούν το γλέντι, την ωραία διασκέδαση. Για τούτο φυσιολογικά οι ποιητές εμπνέονται και γράφουν από την επιθυμία και την ευφορία της ψυχής. Ωστόσο, ανέμενα ως συνομιλητές του τον μεταβυζαντινό «Πέτρο Κρασοπατέρα τον Ζυφόμουστο», τον θαυμαστή του οίνου «άρχοντα Βυζάντιον Δράκον Σούτζον τον εν Ουγγροβλαχία»∙ τους συνθέτες των λαϊκών ασμάτων της Κωνσταντινούπολης που συνδέουν τον οίνο, τον πόθο και τη συλλογή διηγημάτων «Έρωτος Αποτελέσματα» του Ι<strong><em class="translator-checked translator-dont-translate">Κ</em></strong> (Βιέννη, 1792)• ίσως και τους πρωταγωνιστές στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα «Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος» του Μιχαήλου Περδικάρη(Βιέννη, 1817)• ίσως τους αισθαντικούς και εγλεντζέδες ποιητές Ιωάννη Βηλαράκαι Αθανάσιο Χριστόπουλο, ή τον Διονύσιο Σολωμό∙ επίσης, ο Κ.Π. Καβάφηςπροσφέρει το πεντάστροφο ποίημα του 1886 που έχει τον τίτλο «Βακχικόν», στα ίδια χρόνια που και ο Βασίλης Μιχαηλίδης της Κύπρου προσέφευγε στους σατιρικούς στίχους και σε τραγούδια «εντεψίζικα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τίποτα από αυτά. Στην ποιητική συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (προεξαγγελτικά τοποθετούμαι!) το αυθεντικό λαϊκό κυπριακό ύφος και ήθος συναντά στο αλωνάκι της ποίησης το λαϊκό είδος ποιητικής έκφρασης που έχει τη ρίζα του στην Ιαπωνία (από τον 15ο αιώνα και εξής), που στη Δύση αποδίδεται με τη λέξη «χαϊκού». Μέσα στην αυστηρή τρίστιχη μορφή των δεκαεπτά συλλαβών [5-7-5] με φυσιοκρατικό περιεχόμενο, πολλοί δημιουργοί δοκιμάστηκαν και συνετρίβησαν, εκλαμβάνοντας ως «ευπρόσιτο» το «δύσβατο» του χαϊκού! Εγχείρημα δύσκολο. Αλλά η προκείμενη συνάντηση του Π. Νικολαΐδη με το «χαϊκού» παράγει ένα αποτέλεσμα πυκνό, αφαιρετικό, χωρίς φλυαρίες, πρωτοποριακό σε σημαντικό βαθμό. Και εξηγούμαι: ο λυρισμός του δεν εξαντλείται στην απόδοση λεπτών συναισθηματικών εκφάνσεων ή απεικονίσεων της Φύσης. Σαν σε κινηματογραφικό πλατό, ο ποιητής εισάγει τον άνθρωπο με τους έρωτες, τις χαρές και τους καημούς του, την κοινωνία με τις φοβίες, τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες. Βεβαίως, ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις τις δικές μου ή τρίτων, ο αναγνώστης κρίνει, αν του αρέσει ένας τέτοιος τρόπος ποιητικής έκφρασης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μελετώντας τα ποιήματα της συλλογής, στη σκέψη μου στριφογυρνούσε ένας ωραίος στίχος: «Και το κρασί μηχανευτής πολύλαλος (είναι)». Ανήκει στον λυρικό ποιητή της αρχαιοελληνικής κλασικής εποχής Φιλόξενο τον Κυθήριο (435 π.Χ., Κύθηρα &#8211; 380 π.Χ., Έφεσος). Ακριβώς, επειδή χορηγός της έκδοσης είναι το «Οινοποιείο Βλασίδη» (βιοτεχνία της ορεινής Λεμεσού), η έκδοση γίνεται γεγονός στο μεταίχμιο ποίησης και οινοποίησης, όσο κι αν οι στυγνές λογικές των «αγορών» και της παγκοσμιοκρατίας πασχίζουν μέσα από μεγέθη βιομηχανοποιημένων παραγωγών να περιθωριοποιήσουν την ποιοτική δημιουργία και την προσωπική σφραγίδα τόσο του ποιητή όσο και του βιοτέχνη οινοποιού. Εδώ, ο στίχος και ο οίνος συμμαχούν και σπεύδουν να ανανεώσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: Δεν γίνεται να αποκρυφτεί η απήχηση του αρχαίου θεού Διόνυσου, καθώς συνεχίζουν, ευτυχώς, οι άνθρωποι και σήμερα να επιθυμούν το ωραίο ξεφάντωμα, ιδίως μέσα από το συλλογικό γλέντι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στις ποιητικές συλλογές που προηγήθηκαν, ο ποιητής γίνεται ο ίδιος «Σαν ίαμβος καθρέφτης», δοκιμάζει υπαινικτικά τις δυνάμεις του ώσμε ν’ αγγίξει το αληθινό, παραμερίζοντας την επιφάνεια∙ με λυρισμό νεανικό δομεί την αισθαντικότητα και την αισθητική του• πολιορκεί τον ένδον κόσμο και εκπορθεί τα «μυστικά» του• αποκαλύπτει με ειρωνεία τις γκρίζες ζώνες των ποιητικών συντεχνιών. Στη δεύτερη συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» η πίκρα από τη γενικευμένη αλλοτρίωση και από την αποκαρδιωτική στάση της μητριάς πατρίδας που σακατεύει την ιστορική μνήμη, τον λόγο, την ανθρωπιά, την ηθική αγνότητα, τις «ελληνικές αντοχές» ∙ οδηγεί στην πικρή ξενιτειά, στη φιλόξενη «πατρίδα του λόγου», στην ιώδη επικράτεια της ποίησης. Στις συλλογές αυτές, με την πυκνή και αφαιρετική αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου, με την προσεκτική αξιοποίηση πολλών μορφικών στοιχείων, αποπειράται να αποδώσει όλα όσα ο ίδιος θεωρεί υλικά αντοχής και αντίστασης στην πολύμορφη πολιορκία του ποιητικού υποκειμένου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με την «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» ο Παναγιώτης Νικολαΐδης οδηγεί τον αναγνώστη στον τρίτο αναβαθμό της ποιητικής κλίμακας, που επί χρόνια με πεισμώδη προσπάθεια ο ίδιος διαμορφώνει. Με τη δύναμη της κυπριακής διαλέκτου, με άδολο ύφος και νεανικό μπρίο ο δημιουργός συνεχίζει χωρίς εκπτώσεις αισθητικές, αλλά και χωρίς εκζήτηση. Η άμπελος η αληθινή έφερε ωραίους καρπούς στον καλλιεργητή της ποίησης. Κι αυτός μάς κερνά μόνο 198 στίχους και, όπως στόχευε, μάς ευφραίνει με το απόσταγμα των καρπών της κυπριακής γης, αυθεντικό, ατόφιο, κερασμένο στο κρυστάλλινο, καθάριο ποτήρι της ντοπιολαλιάς. Στο σημείο αυτό ανακαλώ στη μνήμη τον Κώστα Μόντη και τους χαρακτηριστικούς στίχους, που σαν να γράφτηκαν για να προκαλέσουν τους νεότερους δημιουργούς, μαζί με αυτούς και τον Π. Νικολαΐδη:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και τι θα γίνει η ποίηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που πρέπει να γραφτεί στην Κυπριακή διάλεκτο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τι θα γίνει η ποίηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που δεν έχει άλλη εκλογή;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η προσεγμένη καλλιτεχνικά και τυπογραφικά έκδοση μικρού σχήματος «τραβήχτηκε» από το γνωστό λευκωσιάτικο τυπογραφείο «Θέοπρες». Προσγειώνεται, λοιπόν, στο σκληρό και άνυδρο πολιτιστικό πεδίο με τη μεστότητα, τη μεθυστική γλυκύτητα και την ευγένεια ήθους που προσδίδει στο ολιγόστιχο ποιητικό σώμα η χρήση του κυπριακού ιδιώματος. Η ευφορία συναισθημάτων και ο εγκωμιασμός του οίνου διαχέονται στα τρία μέρη της συλλογής: «Ορεκτικόν», «Κυρίως κρασίν» και «Επιδόρπιον».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Βεβαίως, δεν θα παραλείψω να αναφερθώ και στις αρχικές πεζόμορφες, μα μεστές και ρυθμικές, «Ευκαριστίες», όπου ξεχειλίζει η ποιητική διάθεση και το κεκτημένο του ποιητάρη: Σοφία ζωής η έναρξη με ευχαριστίες προς τον Θεό και προς τις Μούσες. Ακολούθως μνημονεύονται οι Διονύσιος Σολωμός και Βασίλης Μιχαηλίδης, πηγές της πνευματικής ζωής –εμπνευστές του Νικολαΐδη, αλλά και εραστές του οίνου οι ίδιοι. Συνάμα είναι παρούσα και η πραγματική ζωή, γονείς, αγαπημένη σύζυγος , τέκνα. Έπονται οι αμπελουργοί, οι οινοποιοί, ο λαϊκός άνθρωπος που αγαπά, εργάζεται τίμια, παράγει πνεύμα και οίνο και ποίηση! Καταστάλαγμα της λαϊκής εμπειρίας στην κατακλείδα η αποστροφή προς το «ζοπόκρασσον τζαι ξίδιν» (δηλαδή το χαλασμένο και ξινισμένο κρασί) που οι ακαμάτηδες πολιτικοί κερνούν τον κοσμάκη, καθώς δεν νιώθουν τον παλμό της ζωής παρά μόνον τα ξινισμένα συναισθήματά τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Περιγραφικά μιλώντας, στα προεόρτια του γλεντιού περιλαμβάνεται το πρώτο μέρος, το «Ορεκτικόν» (λιτό και αναγκαίο σαν το σύνηθες ορεκτικό). Αυτό βεβαιώνει ο αποφθεγματικός υπότιτλος «Πίννε κρασίν να ’σεις ποίησιν» , που ξεμπροστιάζει τους «γιατρούς» και τις εύκολες «συνταγές υγιεινής ζωής», που μας φοβίζουν διαρκώς ότι το κρασί ανεβάζει την «πίεση». Το ίδιο επενεργούν και τα τρία πρώτα χαϊκού, όπου η σύμπλεξη κρασιού και ποίησης περνά μέσα από την σκέψη και την αξία της &#8211; από το χρώμα κι από την φαινομενικά «τετριμμένη» καθημερινή οδηγία διατήρησης του εμφιαλωμένου κρασιού. Οι στίχοι κατατείνουν σε πυκνές οπτικοποιημένες επεξηγήσεις προς τον ρέκτη των απολαύσεων. Συγκρατώ ιδίως το πρώτο χαϊκού, που φαίνεται να επέχει θέση διακήρυξης του ποιητή, όταν διατείνεται:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έναν ποίημαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Καλόν σκέφτονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο δεύτερο μέρος της συλλογής που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κυρίως Κρασίν», ο ποιητής ανοίγει τα χαρτιά του, για την ακρίβεια ετοιμάζει τα ποτήρια και κερνά ακροατές, αναγνώστες, γνωστούς και άγνωστους φίλους. Έχει, βεβαίως, τοποθετήσει πρώτα ως υπότιτλο τη λατινική φράση “Ιn vino veritas&#8217; (: «Στο κρασί η αλήθεια»). Απόφθεγμα για το οποίο δεν θα είχε ισχυρή αντίρρηση ο πρόγονος μας Ηράκλειτος, που αναζητούσε «εν βυθώ» την αλήθεια, ενίοτε με τη βοήθεια του οίνου. Η ρήση των γλεντζέδων Ρωμαίων προϊδεάζει για τα επόμενα οκτώ χαϊκού [σελ.15-17], όταν το ξυνιστέρι και το μαραθεύτικο συναντούν τον λιγωμένο εραστή, τον ανήσυχο για τις μικρές απολαύσεις της ζωής άνθρωπο, τον σκεπτόμενο που αναζητά την πορεία του κόσμου πέρα από περιορισμούς, σύνορα και καθωσπρεπισμούς. Όταν τα κρασιά με τη βαθιά τους δύναμη και τη φίνα γεύση ενισχύουν τον υπαρξιακό κραδασμό:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο νους πετάσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το γαίμαν τραβά κάτω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εμοιράστηκα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ή όταν επηρεάζουν την εναγώνια πάλη με τις λέξεις και την ποιητική τέχνη:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φτωχέ μου στίχε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εν θα γίνεις ποττέ σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μαραθεύτικον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εδώ με τρόπο μελετημένο έχουν κατακτήσει τη θέση τους ποιήματα που φέρνουν τον αναγνώστη της ποίησης του Π. Νικολαΐδη (μακριά από το υστερικό τηλεοπτικό σήριαλ «Μπρούσκο» των νεοπλουσίων) στην πιο φυσική ζωή της λαϊκής συνοικίας και ιδίως της επαρχίας. Μια ζωή, όπως τη ζούμε ακόμη ή έστω αυτή που κουβαλάμε μέσα στα παιδικά μας χρόνια και τον νου μας, όσοι βιώσαμε ανάλογες εμπειρίες. Μια ζωή που πρωταγωνιστεί ο αληθινός άνθρωπος –μέσα και πέρα από τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες του– με τους μύθους και τις αλληγορίες, τα πειράγματα και τα «τσιαττιστά» του καφεννέ, με τα αινίγματα και τα λογής παραμύθια στην οικογενειακή μάζωξη, με τα ντέρτια και τη σκωπτική διάθεση, με το άγγιγμα του πόνου και τη διαφυγή στο τραγούδι της μάνας το απόβραδο ή με τον χορό και τα «δοτζίμια» στα γλέντια και στα πανηγύρια. Παραθέτω τους τίτλους των ποιημάτων: «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν», «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον», «Ποιητής», «Οινοποιός» «Το δοτζίμιν του ποιητή» , «Το δοτζίμιν του οινοποιού», «Αίνιγμαν ποιητή», «Αίνιγμαν οινοποιού», «Προς πιστούς του κρασιού τζαι της ποίησης», «Προς άπιστους», «Προς πιστούς τζαι άπιστους», «Προς οινοποιούς», «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» .</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ιδιαίτερα αισθητή παρουσία έχουν τα ποιήματα κοινωνικής ηθικής και κριτικής με αναφορές «Προς κατακτητές παλιούς τωρασινούς τζι αυριανούς», «Ένας μεθυσμένος μιλά τού Γριστού», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ τζαι συσκευήν ανίχνευσης», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ μανιχόν του».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ως «Επιδόρπιον» (και μάλιστα με μότο την κυπριακά δοσμένη αποφθεγματική ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν») τρία χαϊκού: ως απόληξη μιας ευφρόσυνης και γενναίας προσπάθειας, που κατατείνει στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ό,τι τζι αν πούσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εσού πάντα να ξέρεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι σταφύλιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια αναφορά στην πρώτη αρχή του ταπεινού κόσμου της ευτυχίας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την έκδοση κλείνει ένα πολύτιμο τετρασέλιδο «Γλωσσάριν» με καίριες πραγματολογικές, ερμηνευτικές και νοηματικές επεξηγήσεις για τους αναγνώστες που κινούνται στο πανελλήνιο πολιτισμικό πεδίο. Ενισχύεται, έτσι, η σκέψη ότι η συλλογή και το γλωσσάρι συγκροτούν μια σημαντική συνεισφορά προβολής και κατανόησης της κυπριακής διαλέκτου στον εκτός Κύπρου Ελληνισμό.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> *</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στη συλλογή αυτή, ο λυρισμός συνυφαίνεται με την πύκνωση εικόνων, συναισθημάτων, προσωπικής ευαισθησίας και συλλογικών προβληματισμών. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι οι αληθινές ποιητικές φωνές και εμπνεύσεις με απλότητα φωτίζουν και επιτρέπουν τη διαισθητική προσέγγιση αυτού του πολύπλοκου κόσμου μας:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι τζαι μαύρον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όπως το σελιόνιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι τζαι λευκόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέσα σε 66 τρίστιχα ποιήματα με τη φόρμα των χαϊκού αποκαλύπτεται ένα πλήθος θεμάτων που πάνω τους εδράζεται η καθημερινότητα στη θετική και στην αρνητική της διάσταση (σελ. 39):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εγιώνη κλαίω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι εσείς πιστεύκετέ τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πως έν’ σάκχαρα;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Διαμορφώνουν αυτά το βασανιστικό και συνάμα γοητευτικό πέρασμα του ανθρώπου στην αιωνιότητα ή έστω την απόπειρα διεμβολισμού της μέσα στις σταθερές της φυσικότητας (σελ. 35):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έναν πηγάδιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν σώννω να γεμώσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δος μου θάνατον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έρωτας κι απόρριψη, αφοσίωση και άρνηση, αρχή και τέλος της βιωτής, φύση και «επινοήσεις/ κατασκευές», γλέντι και θρήνος: ιδού μερικά από τα καθοριστικά δίπολα της ανθρώπινης ζωής και της συλλογής «Οινοποίηση».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με τη σκευή μεταμοντέρνων τεχνικών, ο ποιητής στήνει έναν κόσμο που ανασαίνει ακόμη παράδοση λαϊκή. Είναι ένας κόσμος της προφορικότητας –εμφανής ακόμη και στις σιωπές που επιβάλλει ο κάθε στίχος (σελ. 26):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κλείσε τα μμάθκια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να δεις τον κόσμον ξανά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με την μούττην σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με τα πειράγματα, τα ευφάνταστα υπονοούμενα, την ιδιοσυστασία, τη λεβεντιά του, την καθαρή ματιά μπροστά στο καλό και στο κακό.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ένας κόσμος που δεν εξαλείφτηκε παρά την επέλαση νεοφανών και εν πολλοίς ολέθριων ξενόφερτων στοιχείων. Κι ένας ποιητής αυτού του ωραίου κόσμου που έχει όπλο τον έρωτα και τη σάτιρα μεταμφιέζεται σε οίνο και χλευάζει την ξενόφερτη κατανάλωση ουισκιού (σελ. 27) :</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πίννε ουίσκιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι ας με πίννουν οι ξένοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Που καταλάβουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με θυμοσοφία, ριζωμένη σε ευγενή μέταλλα του ελληνικού, δηλαδή του οικουμενικού, πολιτισμού ο ποιητής δίνει γλεντζέδικη εντολή για τη θανή του (σελ. 28):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πον’ να πεθάνω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να μεν κλάψει κανένας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πιείτε ούλλοι σας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με σατιρική διάθεση ανεξάντλητη γράφει για ρηχά πρόσωπα (σελ. 28):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ήρτα σε ούλλους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζι εν μού ’δωκεν κανένας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μιαν πότσαν μούχτιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ή προς σύμβολα της καταστολής και γραφειοκρατίας (σελ. 29):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κκελλέν ! Γράψε με!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πον’ να σε γραψω τζι εγιώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να με ‘γοράσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μια κριτική εμπνευσμένη από λογοπαίγνια του λαού σε βάρος των αστυνομικών οργάνων της τάξεως (σελ. 29):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φτωχόν όργανον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μετράς το οινόπνευμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δίχα τον πόνον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με τις αισθήσεις (όραση, αφή, όσφρηση, γεύση κι ακοή ακόμη) να δίνουν τον γήινο τόνο και στις μεταφυσικές μεταβολές, μακριά από πανικούς και υστερίες για τις αναπόφευκτες αλλαγές της τύχης και της ζωής ανησυχίες, ο οίνος που ενισχύει το να ξεχνά ο άνθρωπος (σελ. 39):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαστιν χώμαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να θυμάσαι να πίννεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για να ξηάννεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έτσι, απλά αποδίδεται ο επικούρειος φιλοσοφικός στοχασμός, σχεδόν ψυχοθεραπευτικός, στις συνθήκες γενικευμένης αλλοτρίωσης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με σατιρικό οίστρο, με οξυμένη κι εκλεπτυσμένη διάθεση ν’ ασκήσει κριτική σε καθιερωμένα πλέγματα μέσα από τη συνομιλία με τον ίδιο τον Χριστό ή έστω την αναπόφευκτη γκρίνια ως σύμπτωμα σωστικό στη δυσκολία της ζωής και της ποίησης (σελ. 21):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πε μου Γριστέ μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζοινωνώ κάθε νύχταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έν’ αμαρτία;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι ακόμη γράφει:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φέρτε τον Γριστόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να γράψει το ποίημαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εν έσει κρασίν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξεχωρίζω από τις δεκάδες των στίχων που και σε τούτη τη συλλογή αγγίζουν ή υπαινίσσονται θέματα ποιητικής &#8211; παράμετρος που επανέρχεται και βασανίζει τον Π. Νικολαΐδη σε όλα τα έργα του- το ποίημα με τίτλο «Αίνιγμαν οινοποιού» (σελ. 24):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πέντε γεναίτζες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εκάμαν εφτά παιδκιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τζαι πέντ’ αγγόνια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εδώ, δηλαδή, η σωματοποίηση της τεχνικής του χαϊκού [συλλαβές 5-7-5] συνυφαίνεται με την ανθρώπινη γονιμότητα και την ευφορία που το κρασί προσδίδει. Ένας κύκλος δημιουργίας, καρποφορίας, ευθυμίας!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο ποίημα «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον» (σελ. 19, τέσσερα χαϊκού): Τα δύο στοιχεία, κρασί και ποίημα, προσωποποιημένα σαν τον παλιό καλό καιρό του δημοτικού τραγουδιού, βρίσκονται σε αμάχη, αμφίρροπη κι αποκαλυπτική της εσώτερης σχέσης τους. Εδώ η χάρη και η φαντασία του ποιητή διαμορφώνουν έναν πρωτοφανή για χαϊκού διάλογο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ποίημαν: Που τον Όμηρον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι Θεοί πίννουν νέκταρ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στη σύνθεση «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» (18 χαϊκού, σελ. 30-35]: Ο Έρωτας είναι παρών ως ζωοδότης, μα και ωσάν σαράκι επικίνδυνο στον συναρπαστικό ποιητικό διάλογο του Ερωτευμένου Οίνου με την αέρινη Αγγέλισσά του, την Ποίηση! Ήχοι και εικόνες που σαν να φτάνουν ώσμε τις μέρες μας από τα «κυπριακά ερωτικά ποιήματα», τις αναγεννησιακές «Ρίμες αγάπης»!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οίνος Το δειν σου κόρη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ραΐζει το ποτήριν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πόθθεν να σε δω;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στα 66 χαϊκού της ποιητικής συλλογής τεχνική, μελωδία, ρυθμός, λόγος συνυφασμένα με μια βιοθεωρία επηρεασμένη από το λαϊκό πολιτισμό και μια σύνθετη επεξεργασία πολλαπλών αισθητικών και φιλοσοφικών ωσμώσεων, αναπνέουν μέσα στα «βαρέλια» ενός ευαίσθητου και δημιουργικού ποιητή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Θυμίζω, τέλος, τον παλιό οινόφιλο και λόγιο πολυμαθή άρχοντα Βυζάντιο Δράκο Σούτζο που «έζησε εν Ουγγροβλαχία». Διάβασε κι αυτός την «Οινοποίηση», κι ενθουσιάστηκε θεωρώντας την μια πρωτοποριακή ποιητική σύνθεση για την κυπριακή ποιητική παραγωγή. Ο άρχοντας αυτός, συνέγραψε τον 17ο αι. το ποίημα «Έπαινος εις το κρασίν» και ζήτησε να μας θυμίσει μέσω του διαδικτυακού περιοδικού την απόληξή του ποιήματος, καθώς προσαρμόστηκε κι ο ίδιος στο ποιητικό κλίμα της ποιητικής συλλογής και επιθυμεί να προειδοποιήσει όποιον τον οίνο δεν αγαπά:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Εσένα όποιος σ’ αρνηθεί και δεν μετανοήσει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μένει αναπολόγητος εις την δευτέρα κρίση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πτωχός αν ζήσω πάντοτε και τύχω μεθυσμένος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην ώρα του θανάτου μου, πεθαίν’ ευτυχισμένος».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 1-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Ιαμβογράφοι, τόμος Δ΄, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007³, σελ. 155-156: «Ολίγα φρονέουσιν οι χάλιν πεπωκότες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2- Σ’ αυτό συνυπάρχουν οι κριτικές για τα ήθη της εποχής, τα γλεντοκοπήματα του αφέντη Μελιρά και τα παθήματα του φημισμένου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Ερμήλου, που από μια παραξενιά της τύχης μεταμφιέστηκε σε όνο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 3-Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα ποιήματα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990, 25.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 4- Ενδεικτικά βλ. Βασίλης Μιχαηλίδης, Επιλεγμένα ποιήματα. Επιμέλεια Λευτέρης Παπαλεοντίου, εκδ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία 2013, 44-45.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 5-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Χορικολυρικοί, τόμ. Α΄, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2003, σελ. 296-297: «Ευρείτας οίνος πάμφωνος».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 6-Γιάννης Στρούμπας, «Του καρπού και της λαλιάς», Τα Ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014, σ. 7-8.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 7- Να ‘σεις = να έχεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 8-Ποιοτικές οινοποιήσιμες ποικιλίες της Κύπρου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 9- Πετάσιν, το : ο χαρταετός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 10-Τσαττιστά: στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί δύο και πλέον ποιητάρηδων που ταιριάζουν δίστιχα με ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 11-Δoτζίμιν, το: η δοκιμασία, αγώνισμα με λιθάρι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 12-Σελιόνιν, το: το χελιδόνι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 13-Μούττη, η : η μύτη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 14-Πότσα, η: η μπουκάλα• μούχτιν: δωρεάν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 15-Κκελέν: αγύριστο κεφάλι (έκφραση αγανάκτησης).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 16-Να ξηάννεις: να ξεχνάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 17-Γεναίτζες: γυναίκες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 18- Συντυχάννω: συνομιλώ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 19-Το δειν: η ματιά, το βλέμμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 20- Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «&#8217;Έπαινος εις το κρασίν&#8217;-“Περί μεθύσου&#8217;. Δημώδη μεσαιωνικά και νεώτερα κείμενα», Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. 39ος (Αθήνα, 1972-73), σ. 594-611, εδώ σ. 607.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> http://www.poiein.gr/archives/33119/index.html</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Του καρπού και της λαλιάς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Οινοποίηση», Λευκωσία 2014, σελ. 48.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο οίνος ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, σύμφωνα με τη βιβλική ρήση· η τέχνη του λόγου, πάλι, μαγεύει και μεθά. Εφόσον το κρασί κι η ποίηση συναντιούνται στην πρόκληση ευφορίας, ο Κύπριος ποιητής Παναγιώτης Νικολαΐδης δικαίως αποφασίζει να τα παντρέψει στην ποιητική του συλλογή Οινοποίηση. Χωρισμένη σε τρία μέρη, το «Ορεκτικόν», το «Κυρίως κρασίν» –που εύλογα αντικαθιστά το «κυρίως πιάτο»– και το «Επιδόρπιον», η συλλογή σερβίρει «66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν» στο λαγαρό κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, επιβεβαιώνοντας την κυπριακή φιλοξενία σε ψυχοπνευματικό επίπεδο, φιλεύοντας τη θέρμη των στοχασμών και των συναισθημάτων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το εγκώμιο του Νικολαΐδη στο κρασί δικαιολογείται από τη δραστικότητα του εκλεκτού ποτού: το κρασί συμφιλιώνει, αδελφώνει, καταργεί συρματοπλέγματα, γκρεμίζει τείχη, αφού «Μετά το κρασίν/ Αννοίουν τα σύνορα/ Ούλλου του κόσμου». Επιπλέον, η κοινωνία του κρασιού είναι και πράξη ερωτική, που ενεργοποιεί τις αισθήσεις. «Πρώτα μυρίστου/ Τζι ύστερις δε με στο φως/ Μετά φίλα με»· όσφρηση, όραση, γεύση, αφή πρωτοστατούν σ’ αυτή την επαφή, που, όπως υπονοεί το φιλί, δεν περιορίζεται μόνο στη γευστική της πτυχή. Το επακόλουθο πέταγμα ερμηνεύει την παρομοίωση του κρασιού με πουλιά: «Το ξυνιστέριν / Έν’ λευκόν περιστέριν/ Στον ουρανίσκον»· και «Είμαι τζαι μαύρον/ Όπως το σελϊόνιν / Είμαι τζαι λευκόν».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η συνάντηση του κρασιού με την ποίηση συντελείται μέχρι στιγμής στον απευθυνόμενο στο κρασί ύμνο, ο οποίος αναπέμπεται με μέσο τα χαϊκού του Νικολαΐδη, δηλαδή τα ποιήματα. Η σχέση, όμως, οίνου και ποίησης είναι βαθύτερη, όπως αποτυπώνεται στα «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν»: το ποίημα μπορεί, με το πέρασμα του χρόνου, να ξινίσει και να γίνει ξίδι· το βαρέλι κρασί, αν πέσει από τη βάρκα που το μεταφέρει, μπορεί να γίνει ποίημα· το ποίημα πάλι, αν μείνει στο συρτάρι, ωριμάζει και γίνεται κρασί. Κρασί και ποίημα, συνεπώς, μεταστοιχειώνονται το ένα στο άλλο, σε μια χημική αντίδραση αμφίδρομη, που περιλαμβάνει σαν αποτέλεσμά της κάθε προοπτική, καί τη φίνα του κρασιού καί την αψιά του ξιδιού.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η αδιάρρηκτη αυτή σχέση περιλαμβάνει και συγκρούσεις. Ιδίως όταν μεθούν, το κρασί και το ποίημα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Το κρασί οικτίρει τους θεούς του Ολύμπου, που πίνουν νέκταρ αντί οίνου· παράλληλα, αμφισβητεί την τέχνη του ποιήματος, καλώντας το «να σκάσει και να πίνει» («Βρίξε τζαι πίννε»)! Το ποίημα, με τη σειρά του, θεωρεί τρελό το κρασί, αν εκείνο νομίζει ότι ωφελεί «στην καρδίαν». Ας μην παραπλανούν, ωστόσο, οι μεταξύ τους συγκρούσεις, αφού οι μεγαλύτεροι «έρωτες» συχνά χαρακτηρίζονται από αντίστοιχες συγκρουσιακές σχέσεις. Άλλωστε, η ποίηση, σαν πράξη αυτοσυνειδησίας ή και αντίστασης, περνά ανά τους αιώνες μέσα απ’ το κρασί: «Για να σου γράψω/ Ήπια πολλά βαρέλλια/ Μες στους αιώνες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Από το «κονταροχτύπημα» κρασιού-ποιήματος δεν θα έλειπαν, βέβαια, οι δημιουργοί τους, ο οινοποιός κι ο ποιητής. Στη διελκυστίνδα των μεταξύ τους «θαυμάτων», ο οινοποιός μοιάζει να επικρατεί, όταν θαυματουργεί δημιουργώντας από το σταφύλι κρασί, ενώ ο ποιητής φαίνεται επικρατέστερος, όταν κατορθώνει το θαύμα της επιστροφής του κρασιού πίσω, μέσα στο σταφύλι! Κι αν, πάλι, ο ποιητής συνθέτει χαϊκού, δηλαδή ποιήματα, το «ποίημα» του οινοποιού υποδηλώνεται στην καρποφορία που υπόσχεται η εύθυμη διάθεση, η προκαλούμενη από το κρασί, στο ποίημα «Αίνιγμαν οινοποιού»: «Πέντε γεναίτζες / Εκάμαν εφτά παιδκιά/ Τζαι πέντ’ αγγόνια»· οι «πέντε γεναίτζες», λοιπόν, είναι οι πέντε συλλαβές του πρώτου στίχου, τα «εφτά παιδκιά» οι εφτά συλλαβές του δεύτερου στίχου, τα δε «πέντ’ αγγόνια» είναι οι επίσης πέντε συλλαβές του τρίτου στίχου. Έτσι, το «ποίημα» του οινοποιού ενδύεται συνάμα και μορφή ποιητική.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εφόσον, επομένως, ο οινοποιός κι ο ποιητής συναντιούνται σε κοινό πεδίο δράσης, δεν εκπλήσσει που το αποδοτικό αμπέλι κι ο ποιοτικός στίχος εμφανίζουν κοινές ανάγκες: τόσο το αμπέλι όσο κι ο στίχος χρειάζονται κλάδεμα – το αμπέλι κυριολεκτικό, ο στίχος μεταφορικό, με την αφαίρεση κάθε στοιχείου που πλεονάζει· τόσο το κρασί όσο και ο στίχος απαιτούν ωρίμανση – κυριολεκτική για το κρασί, με την παραμονή του στο «τζελλάριν» , και μεταφορική για το ποίημα, με την αναμονή του στο συρτάρι του ποιητή· τέλος, τόσο το κρασί όσο και το ποίημα χρειάζονται διήθηση – το κρασί κυριολεκτική, με τη συλλογή κι απομάκρυνση των στερεών υπολειμμάτων του, ενώ το ποίημα μεταφορική, με την απομάκρυνση οτιδήποτε περιττού.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Νικολαΐδης εκφράζει τους στοχασμούς του με δραστική ποιητική γλώσσα, με την αμεσότητα νηφάλιων, όχι εκνευρισμένων, αντιδραστικών τοποθετήσεων. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται από θέρμη, είτε όταν εκφέρονται από τους προσωποποιημένους ήρωες της συλλογής, δηλαδή το κρασί και την ποίηση, είτε από άλλους ήρωες που επιστρατεύει στον ποιητικό του μύθο ο ποιητής. Ο μεθυσμένος παραλληλίζει την κοινωνία του κρασιού με τη Θεία Κοινωνία: «Πε μου Γριστέ μου/ Τζοινωνώ κάθε νύχταν/ Εν’ αμαρτία;» Το ολίσθημα του αλκοολισμού ελαφραίνει από την τραγικότητά του στο τιθέμενο με προσποιητή αθωότητα ερώτημα «Εν’ αμαρτία;», μέσω του οποίου ο λαϊκός άνθρωπος, ο θυμόσοφος, κατεργάρης μεθύστακας, με το παιγνιώδες πνεύμα του, τη μελετημένη του συστολή και την πλαστή του αφέλεια διαγράφει το αμάρτημα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έπειτα από τόσους χώρους συνύπαρξης του οίνου με την ποίηση, ο έρωτας επέρχεται απολύτως φυσιολογικά, όπως προκύπτει από τον μεταξύ τους μακροσκελή διάλογο στο ποίημα «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν ». Οίνος και ποίηση, ερωτευμένα, ανταλλάσσουν λόγια αγάπης. Η ύπαρξη του ενός δικαιώνεται στο μπόλιασμά του από τον άλλο. Με θυμοσοφική και σκωπτική διάθεση, περνώντας απ’ όλα τα στάδια που οδηγούν στον έρωτα, ο οίνος και η ποίηση παρακάμπτουν τις διαφορές τους και ενώνονται αρμονικά στην Οινοποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Το εγχείρημα της ποιητικής απόδοσης στο κυπριακό ιδίωμα ενισχύει τα ιδιαίτερα τοπικά αρώματα του καρπού και της λαλιάς σε τούτη τη γνήσια, βιολογική καλλιέργεια της έκφρασης και των συναισθημάτων.</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οινοποίηση, 66 χαϊκού για τον κρασίν τζαι την ποίησην,</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και στο τρίτο βιβλίο του ο φιλόλογος Παναγιώτης Νικολάί&#8217;δης (γενν. 1974)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιλαμβάνει ποιήματα μικρής φόρμας, και συγκεκριμένα 66 χαϊκού, που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έχουν ως βασικούς θεματικούς άξονες το κρασί και την ποίηση. Όσο γνωρίζω,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο Τάσος Αριστοτέλους εξέδωσε πρώτος μια συλλογή με χαϊκού στο κυπρια-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κό ιδίωμα: Ακρολοηθου (2007). Τέτοια δείγματα περιλαμβάνονται και στη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συλλογή του Κυπριακές μελωδίες (2011).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Π. Νικολαΐδης αντιπαραθέτει και συμπλέκει τις έννοιες του κρασιού και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ποίησης με ποικίλους τρόπους: Ανάμεσα σ&#8217; άλλα, τα προσωποποιεί και τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παρουσιάζει να συνομιλούν μεθυσμένα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίστιχου·</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ένα συμπληρώνει το άλλο ή το προσγειώνει ανώμαλα και το απογυμνώνει:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λ.χ. «Είμαι λαλούσιν / Η βασίλισσα τέχνη» / «Βρίξε τζαι πίννε». Και αλλού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια εκτενέστερη ενότητα («Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυ-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χάννουν»), ανταλλάζουν κολακευτικά σχόλια και επαίνους, χωρίς να λείπει το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λεπτό χιούμορ ή μια πιο γήινη αντίληψη των πραγμάτων. Οίνος προς Ποίηση:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Αντζέλισσα μου / Έγλεπε πού παρπατάς / Πατάς σταφύλιν».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στις καλύτερες περιπτώσεις, όταν ο ποιητής προσεγγίζει με περισσότερη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τόλμη το γλωσσικό υλικό του και ανοικειώνει το ιδίωμα με ευφάνταστες εικόνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μεταφορές, το αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, ανακαλώντας ήχους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και από τη λογοτεχνική παράδοση των κυπριακών πετραρχικών ποιημάτων του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 16ου αιώνα (Ποίηση προς Οίνον: «Πωρνόν και βράδυν / Μισεύγω πεθυμώντα /</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κορμίν τζαι κρασίν») ή απηχώντας κάποτε τις «Στιγμές» του Κ. Μόντη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σε γενικές γραμμές η ποιητική πρόταση του Π. Νικολάίδη κρίνεται ενδια-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φέρουσα και αξιοσημείωτη. Ίσως υπήρχε περιθώριο να επεξεργαστεί περισ-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σότερο τη μορφή των κειμένων ή να ανοικειώσει περισσότερο τον λόγο και να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον απογειώσει ποιητικά. Όμως δε λείπουν τα παραδείγματα που επιβεβαι-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ώνουν τη δεξιότητα του ποιητή να συμπυκνώνει τον λόγο και να υποβάλλει με</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη φωνή του κρασιού, με τη συμβολή της μεταφορικής προσωποποίησης και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του πολύσημου υπαινιγμού, πράγματα που παραπέμπουν στα ανθρώπινα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάντα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίχορδου ποιήματος (με 5+7+5 συλλα-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βές), χωρίς να λείπουν οι χαλαρώσεις στο ιαμβικό μέτρο: « 0 νους πετάσιν /</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα».</span></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν,(2012)</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν,</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με το νέα δεύτερο βιβλίο του ο Παναγιώτης Νικολάίδης (γενν. 1974) επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τη γραφή που εγκαινίασε με την πρώτη συλλογή του γοητευμένος και από τις Στιγμές του Μόντη: επιμονή σε ολιγόστιχα ποιήματα, που συνήθως δεν ξεπερνούν τους δυο ή τρεις στίχους, αποφθεγματικότητα έντονη αφαίρεση και συμπύκνωση του λόγου, αξιοποίηση του κυπριακού ιδιώματος, καίρια και ακαριαία διατύπωση ή απροσδόκητη εικόνα (λ.χ. «με μια ζαριά ο θάνατος / παίρνει τη μάνα»). Υπάρχουν, όμως, και κείμενα που καταλήγουν στον ερμητισμό, στη φραστική επιτήδευση, στη λεκτική αφασία. 0 νέος αυτός ποιητής δείχνει ότι διαθέτει αρκετές δεξιότητες, που θα τον βοηθήσουν να γράψει πιο απαιτητικά ποιήματα. Θα θέλαμε, πάντως, πιο ανεπτυγμένα ποιήματα, που να παρέχουν στον αναγνώστη περισσότερα αντικλείδια του ποιητικού πυρήνα, χωρίς να ξεχειλώνει, βέβαια, η σπίθα της έμπνευση.</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φιλόξενη ξενιτιά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν χρειάζεται να ξενιτευτεί κανείς για να ακούσει «τις παλιές/ φωνές», το παρελθόν, να διασώσει μνήμες, ίσως και τη συλλογική συνείδηση, ποια είναι η «ξενιτιά» στην οποία θα κατέφευγε για την εκπλήρωση του οράματος, και ποιο το μέσο για την προσέγγισή της; Με όχημά του «ένα φωνήεν» και τον χρόνο ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, στην ποιητική του συλλογή «Ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν», διασχίζει μονοπάτια της σκέψης και ψυχικές διαθέσεις, αξιοποιώντας τα φώτα ομίχλης που του παρέχει η ποίηση, κι ας υποκρίνεται εκείνη πως «λυγίζει/ την όραση/ καθώς κρεμμύδι»:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">________________________________________</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> * α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 367, 16/5/2013.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα από τη θολή, ομιχλώδη της ατμόσφαιρα, υπερβαίνοντας τις αισθήσεις και τις εμπειρικές αποτυπώσεις, η ποίηση έχει άλλα μέσα για να διαλύσει την καταχνιά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Συχνά, λοιπόν, τα φαινόμενα απατούν, οι παραστάσεις κατασκευάζονται και παραπλανούν. Μα «όταν/ δεν/ βλέπεις/ ακούς/ καλύτερα», σημειώνει ο Νικολαΐδης, αποκαλύπτοντας μέρος των μέσων με τα οποία η ποίηση διασκορπίζει τη θολούρα. Γι&#8217; αυτό αφουγκράζεται «τις παλιές/ φωνές» ο ποιητής, γι&#8217; αυτό αναμετριέται με τον χρόνο, μες στον οποίο είναι κλεισμένος, μα τον οποίο τον περικλείει κι εκείνος με τη σειρά του: «ο ποιητής κι ο χρόνος/ καιροφυλακτούν/ ο ένας μες στον άλλον». Η αμφίρροπη αναμέτρηση ενέχει κινδύνους, καθώς «οχιά ο χρόνος», σαν «Μάτι φιδιού», ενεδρεύει και φέρνει με το πέρασμά του κοντά τον θάνατο. Ο θάνατος, πάλι, παίρνει τη μάνα κι αφήνει πίσω του μόνο στάχτες. Ο χρόνος, ωστόσο, σε βάθος δομημένος, εμπεδώνει και την εμπιστοσύνη. Ανασύρει επίσης την ανάμνηση της μάνας, στην οποία καταφεύγοντας το παιδί καταπνίγει την ανασφάλειά του. Έτσι αναφύονται, σε αντίθεση με το σκοτάδι του θανάτου, η χαρά και το φως.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το φως κερδίζει τις εντυπώσεις. Ο ποιητής επιμένει στο φως «σαν ράγισμα παλιό/ στον καθρέφτη», με σταθερότητα, σ&#8217; ένα χάραγμα ανεξίτηλο, που δεν διασαλεύεται από τίποτα. Την κυριαρχία του φωτός την επικυρώνει το γεγονός πως «με φως σφαλίζουμε τα μάτια/ των νεκρών»: ακόμη κι απέναντι στο σκοτάδι του θανάτου, το φως επεμβαίνει απαλύνοντάς τον. Βέβαια, η αντιπαράθεση φωτός-σκότους είναι προαιώνια, κι ο σκοτεινός αντίπαλος διαρκώς επανέρχεται: «χρόνια εμπορευόμαστε/ το φως/ κι όμως σκοτάδι/ ασάλεφτο». Ο Νικολαΐδης, μάλιστα, εισάγει και μία προέκταση στην ανθρώπινη στάση έναντι του φωτός, η οποία φαίνεται να επιζητά την εμπορική εκμετάλλευση του φωτός, πέραν της ηθικής αγνότητας που αυτό εκπέμπει. Κι ίσως η πρόκριση της υλικής του λειτουργίας να ευθύνεται για την επάνοδο του σκότους, το οποίο παραμένει «ασάλεφτο», κι όχι «ασάλευτο», ακριβώς για να υπονοήσει τα «λεφτά», την επιδίωξη του χρήματος και της ύλης από τον άνθρωπο-έμπορο. Η κατίσχυση, επομένως, του φωτός δεν είναι αυτονόητη, παρά καρπός διαρκούς προσπάθειας, καρπός που ωριμάζει μόνο μέσα από την επίπονη αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ύλη από τη μια, και το πνεύμα με την ψυχή από την άλλη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο προβληματισμός του Νικολαΐδη απέναντι στα πράγματα συχνά διανοίγεται προς δύο κατευθύνσεις, με την επισήμανση τόσο των θετικών, όσο και των αρνητικών λειτουργιών. «φύτρωσα/ στην πέτρα και στον φόβο», διαλογίζεται ο ποιητής, αντικατοπτρίζοντας στους στίχους του -ανάκληση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου «Κουβέντα με ένα λουλούδι»- τις αντιξοότητες, τη μοίρα της ελληνικής φυλής, μιας φυλής καλούμενης επί χιλιετίες να επιβιώσει σ&#8217; ένα πετρώδες, άγονο τοπίο, υπό την επιβουλή ποικίλων άλλων φυλών που επιδίωξαν να την υποτάξουν, διερχόμενων από τούτο το σταυροδρόμι του κόσμου. Παράλληλα, όμως, από τον ίδιο προβληματισμό «φυτρώνει» η αισιοδοξία για τις ελληνικές αντοχές και την επιβίωση, που συντελείται έστω κι αν οι συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες. Η ανθεκτικότητα εκφράζεται και μέσα από τη συμπύκνωση του δίστιχου «χωρίς βροχή μεγάλωσα/ λιθάρι φως σκοτάδι».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι διαλογισμοί του Νικολαΐδη, αν και ζυμωμένοι από την ελληνική μοίρα και δη την κυπριακή – ο ποιητής είναι Κύπριος -, προσπερνούν τις διαχωριστικές γραμμές που θέτουν οι πατρίδες κι αγκαλιάζουν τον όπου γης άνθρωπο. «δίχως πατρίδα/ περπατώ στον χρόνο πόνο/ πόντο»: η πορεία στον χρόνο, αργή, προσεκτική, συντελείται βήμα-βήμα, «πόντο-πόντο», αλλά και «πόνο-πόνο», γιατί ο πόνος συχνά ορίζει την ανθρώπινη ζωή, καταργώντας τα σύνορα και την καταγωγή, κι εξηγώντας γιατί τούτη η πορεία είναι «δίχως πατρίδα». Εδώ όμως θα μπορούσε ίσως ο «πόντος» να σηματοδοτηθεί εντελώς διαφορετικά ως η θάλασσα, σαν μια διαφορετική, επίσης, πατρίδα του ποιητή και της ανθρωπότητας. Οι πολυσημίες του Νικολαΐδη οφείλονται σε σημαντικότατο βαθμό στη χρήση της γλώσσας από τον ποιητή: «στη γλώσσα μου/ κλίνεται η ψυχή// σ&#8217; όλες τις πτώσεις». Αν κάθε γραμματική πτώση εκφράζει και μια λειτουργία, η ποιητική ψυχή όχι απλώς «κλίνεται» σε όλες τις πτώσεις, μα και περικλείεται σ&#8217; αυτές, εκφράζοντας η ίδια ποικίλες ψυχικές λειτουργίες. Η ψυχή, συνεπώς, ορίζεται από την έκφραση, αλλά κι η έκφραση περικλείει ψυχή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η δεινότητα του Νικολαΐδη να αξιοποιεί την έκφραση προς την επίτευξη πολλαπλών νοηματικών σηματοδοτήσεων αναδεικνύεται στο τετράστιχο «με φυσικό αέριο/ ορύσσουμε/ ξανά/ την ιστορία». Η ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να προσλάβει το συγκεκριμένο ποίημα είναι εντυπωσιακή. Πρώτη ερμηνεία, εντελώς πρωτοβάθμια: το φυσικό αέριο, που εντοπίζεται στη νότια θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, παρέχει το φως που απαιτείται για ένα νέο ανασκάλεμα, για μια νέα προσέγγιση της ιστορίας. Δεύτερη ερμηνεία: η ιστορία προσπελάζεται και ερμηνεύεται εκ νέου μέσω της θεώρησης του ρόλου των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της διάθεσης που επιδεικνύουν ποικίλοι διεκδικητές τους προς εκμετάλλευση αυτών. Τούτοι οι διεκδικητές κινούν και τα νήματα των ιστορικών εξελίξεων. Τρίτη ερμηνεία: η εξεύρεση φυσικού αερίου και η προοπτική της αξιοποίησής του ωθούν μία χώρα να ξαναγράψει την ιστορία της, βελτιώνοντας την οικονομική και διεθνή της θέση. Η συγκεκριμένη ερμηνεία διαποτίζεται κι από τραγική ειρωνεία λόγω της σύγχρονης διάψευσης των προσδοκιών, της οφειλόμενης στις ωμές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι επέρχεται η διολίσθηση της ευλογίας σε κατάρα. Τέταρτη ερμηνεία: αντί να εξορύσσεται το φυσικό αέριο, με μία μαγική, αγαπημένη από την ποίηση αντιστροφή, εξορύσσεται η ιστορία. Η ιστορία μετατρέπεται στο πολύτιμο ορυκτό που πρέπει πάση θυσία να εξορυχθεί, ώστε να φωτίσει τα μελλούμενα, να μαρκάρει τους υφάλους, να αποτρέψει τις κακοτοπιές. Πέμπτη ερμηνεία: αν η εξόρυξη της ιστορίας συντελείται κομμάτι-κομμάτι, αν οδηγεί στην κατάτμησή της, στην παρανόηση αλλά και στην εξάντλησή της στον βωμό του κέρδους, τότε αφήνει πίσω της κουφάρια, νεκρή γη, πνευματική εκθεμελίωση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία επαφίεται στην ευαισθησία του κάθε αναγνώστη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γλώσσα, πνεύμα και ψυχή συνδιαμορφώνουν διαρκώς την ποίηση του Νικολαΐδη. Στο «δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε» του ποιητή, δεν περικλείεται απλώς η ιστορική εισβολή του «Αττίλα» στην Κύπρο και η αποτύπωσή της στο ιστορικό σύνθημα τού «δεν ξεχνώ» την εθνική καταστροφή· αποτυπώνεται συνάμα η κατάρρευση της μνήμης, η αποκοπή απ&#8217; αυτήν, η αντικατάστασή της από κάθε ευκαιριακή ευκολία. Η διανοητική διαπίστωση του Νικολαΐδη συνοδεύεται από το ψυχικό μαράζωμα που επιφέρει η απάθεια, η αφασία. Η ψυχική δε τούτη αφασία βρίσκει τρόπο να αποτυπωθεί γλωσσικά με δραστικότατο τρόπο στο μονόστιχο αυτό ποίημα, που αποτελεί εντέλει έναν ευθύβολο ορισμό της σύγχρονης ανθρώπινης αλλοτρίωσης και, ακόμη ειδικότερα, της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική φυλή, ενώ επιβεβαιώνει και την ικανότητα του ποιητή να μιλά αποφθεγματικά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Νικολαΐδης πετυχαίνει με τη γλώσσα του ό,τι ακριβώς σχολιάζει στο ποίημά του «μ&#8217; ένα σακί/ λέξεις/ ανεβοκατεβαίνω/ στον ουρανό». Οι λέξεις απογειώνουν, οδηγούν στον ουρανό, όμως και καταρρακώνουν, καταβαραθρώνουν, όπως αποκαλύπτει το ρήμα «ανεβοκατεβαίνω». Στην πτώση και στην άνοδο που ορίζονται από τη γλώσσα, η χρήση ιδίως του κυπριακού ιδιώματος επενεργεί κατευναστικά, μαγευτικά, τρυφερά: «έμπης τζ&#8217; ο τόπος έφεξεν/ εστάξαν φως τα δέντρα». Η ντοπιολαλιά αποτυπώνει την αγνότητα της λαϊκής ψυχής, που εκφράζεται άμεσα, ειλικρινά, χωρίς περιστροφές, και που συμπυκνώνει, για μία ακόμη φορά αποφθεγματικά, τη λαϊκή σοφία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάθε λαλιά, ωστόσο, διαμορφώνεται από τον τόπο μέσα στον οποίο ευδοκιμεί. Το τοπίο του Νικολαΐδη ανακαλεί τα ελληνικά τοπία του Σεφέρη, του Ελύτη και του Ρίτσου, με τον ανοιχτό ουρανό («ψηλά ο θόλος τ&#8217; ουρανού»), τις άγονες εκτάσεις («ξερολιθιές»), τις ξερικές καλλιέργειες («θημωνιές»), μα και τα θαυματουργά, ως εξόχως αρωματικά, φυτά («ρίγανη και θυμάρι»). Στη φυσιολατρία αυτή και στην ποιητική παράδοση των συγκεκριμένων τοπίων ριζώνει και η ποίηση του Νικολαΐδη, καθιστώντας σαφές ότι όχι μόνο η ντοπιολαλιά, αλλά και η ποιητική λαλιά διαμορφώνεται, επίσης, από τον τόπο. Ευνοείται, μάλιστα, κι εκείνη από τη σπάνια βροχή που αναζωογονεί το χώμα, επιστρέφοντας καταληκτικά την εύνοια στον ποιητή, καθώς γίνεται το ουράνιο τόξο του: πολύχρωμη, ανοιχτόκαρδη, μια ευρυχωρία μετά την καταιγίδα («το ποίημα/ δεν είναι αλήθεια/ δεν είναι ψέμα/ είναι το ουράνιο τόξο/ του ποιητή»).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στον τόπο όμως τούτον, όπου σπανίζει η βροχή, πώς αντιμετωπίζονται τα καύματα, οι φλόγες; «όταν τα σύμφωνα φλέγονται/ ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν», εξομολογείται ο Νικολαΐδης στο επιλογικό ποίημα της συλλογής του, προτάσσοντας μάλιστα ως μότο τη λατινική φράση «pacta sunt servanda», δηλαδή τα συμφωνηθέντα, τα σύμφωνα, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Οι φλόγες, κατά τον ποιητή, κατακαίουν τις συμφωνίες, τα διακρατικά ή ιδιωτικά σύμφωνα. Η ποιητική ματιά τείνει να επιστρέψει στην ιστορική θεώρηση που την απασχόλησε πρωτύτερα. Ο Νικολαΐδης, ωστόσο, μετατοπίζει τελικά το νόημα από τα συμφωνηθέντα στα σύμφωνα του αλφαβήτου, της γλώσσας. Η απουσία ήχου, η αλαλία που υποδηλώνει ένα σύμφωνο, θεραπεύεται από την καταφυγή στο φωνήεν: στον τονισμένο ήχο, στον ανοιχτό ήχο, στη συναισθηματική ανοιχτωσιά, την οποία ανακαλεί το ανοιχτό κλίμα και τοπίο, προηγούμενα αντικείμενα της πραγμάτευσης του ποιητή. Η ομιλία, η επικοινωνία υποδηλώνονται από τα φωνήεντα, η ίδια η ποίηση, σε τελική αναγωγή. Η διαφυγή όμως αυτή του ποιητή δεν παύει να είναι πικρή, εφόσον προκαλείται βίαια από την κατάλυση των συμφωνηθέντων, που καθιστά και τα σύμφωνα «φλεγόμενα». Γι&#8217; αυτό και η διέξοδος δεν εντοπίζεται φυσιολογικά, παρά αποτελεί προϊόν ξενιτιάς: «ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν». Πρόκειται όμως για την πιο φιλόξενη ξενιτιά, γιατί, παρά την πίκρα της, επιφέρει εντέλει τη σωτηρία. Κι ίσως εδώ να εντοπίζεται κι η απαρχή για τη μετατροπή της ξενιτιάς σε μια νέα πατρίδα, την πατρίδα του λόγου, του προσωπικού ύφους, της ποίησης: «ύφος πατρίδα μου/ υφαντουργείς/ το ιώδες». Άλλωστε, η επικράτεια της ποίησης διαθέτει, προς μια αντίστοιχη μετατροπή, όλα τα εχέγγυα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Ξενιτεύομαι μ&#8217; ένα φωνήεν», Αθήνα 2012, εκδόσεις Πλανόδιον, σελ. 80.</span></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009)</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λυρικά επιγράμματα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινέςδιαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">.</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
