<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Fri, 18 Nov 2022 06:42:22 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 20 Mar 2021 21:06:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=15324</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γεώργιος Σκούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στη φιλοσοφική σχολή Αθηνών, Ιστορία Τέχνης και ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Είναι προς θάνατον&#160; (ΑΩ 2022) Σκέψεις (Ιωλκός 2011) . . ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ (2022) ΑΛΚΗΣΤΙΣ «Σκοτεινός… Του ανθρώπου ο δρόμος, γκρεμός Μες το τίποτα σβήνει το φως Και στο τίποτα φευγ΄ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Γεώργιος Σκούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στη φιλοσοφική σχολή Αθηνών, Ιστορία Τέχνης και ποίηση. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Είναι προς θάνατον&nbsp; (ΑΩ 2022)<br />
Σκέψεις (Ιωλκός 2011)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΙΝΑΙ-ΠΡΟΣ-ΘΑΝΑΤΟΝ-2022.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18491 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΙΝΑΙ-ΠΡΟΣ-ΘΑΝΑΤΟΝ-2022.jpg" alt="" width="370" height="544" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΙΝΑΙ-ΠΡΟΣ-ΘΑΝΑΤΟΝ-2022.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΙΝΑΙ-ΠΡΟΣ-ΘΑΝΑΤΟΝ-2022-204x300.jpg 204w" sizes="(max-width: 370px) 100vw, 370px" /></a></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15326" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΞΞΩΦΥΛΛΟ-768x1024.jpg" alt="" width="370" height="494" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΞΞΩΦΥΛΛΟ-768x1024.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΞΞΩΦΥΛΛΟ-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/03/ΕΞΞΩΦΥΛΛΟ.jpg 1080w" sizes="(max-width: 370px) 100vw, 370px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ (2022)</strong></h4>
<h5>
<strong>ΑΛΚΗΣΤΙΣ</strong></h5>
<p>«Σκοτεινός…<br />
Του ανθρώπου ο δρόμος, γκρεμός<br />
Μες το τίποτα σβήνει το φως<br />
Και στο τίποτα φευγ΄ ο σκοπός».</p>
<p>«Μια στιγμή…<br />
Το σπαθί του θανάτου σαν βγει<br />
Απ’ της θήκης το μαύρο κελί<br />
Μόνο θλίψη το σώμα βαστεί».</p>
<p>«Και εγώ…<br />
Ένα φάσμα γυναίκας θολό<br />
Μες τα πέπλα σαν ίσκιος γυρνώ<br />
Και σουδάρι της νύχτας φορώ».</p>
<p>«Εσύ ζεις!!!<br />
Μες τις φλέβες σου ρέει ζωή<br />
Και ο πόθος για ξένο κορμί<br />
Σαν τις ρίζες σε δένει στη γη»</p>
<p>«Τι φιλάς;<br />
Το νερό του Κωκύτου πικρό<br />
Μια σταγόνα στο στόμα κρατώ<br />
Και για πάντα με δένει μ΄ αυτό»!</p>
<h5><strong>ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ</strong></h5>
<p>Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας<br />
Είν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας<br />
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες<br />
Πάνω σε μέρες που ’ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.</p>
<p>Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας<br />
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας<br />
Και η στιγμή που πέρασε και πηρέ τ άγγιγμά του<br />
Κυλάει μες στις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου.</p>
<p>Σ’ ένα κουτάλι γέμισες με σκόνη τις αγάπες<br />
Και απ’ τη φλόγα έλιωσες γεμάτη οφθαλμαπάτες<br />
Και το κορίτσι που ’φυγε να εύρει τη χαρά του<br />
Κυλάει μες στις φλέβες σου τη νύχτα του Σαββάτου.</p>
<h5><strong>ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Κώστα Αξελό</p>
<p>Ένα παιχνίδι στα χέρια ενός παιδιού<br />
Περιφορά επιταφίου ή σελιδοδείκτης;<br />
Σύνθεση αντίφασης από χέρι που τρέμει<br />
Η δράση είναι βίωμα που μας αλυσοδένει,<br />
περιεκτικό σύνολο του απεριόριστου ορίζοντα<br />
ή ένας τρόπος να σπαταληθεί κάποια δύναμη;<br />
Παιχνίδι που μουλιάζει στη λίμνη της πίστης<br />
Ριχνόμαστε πλαγίως στον χρόνο<br />
Η νοσταλγία βιώματος επικαιροποιεί το παρελθόν<br />
Αυτό δονείται ως ζωή<br />
Το ακτινοβόλο παιχνίδι δίχως οδηγίες<br />
Στον κόσμο συνυπάρχει αυτό που κυριεύει<br />
Στο κάλεσμα του Άλλου η αποσύνδεση<br />
Η σιωπή απέναντι στην ουσία, αμφίσημη<br />
Ο κόσμος αντιστέκεται στη σιωπή!<br />
Ο λόγος συντρίβεται στο κατώφλι του αοράτου<br />
Η διαβεβαίωση αναγκαιότητα παράνομη<br />
Διαβεβαίωση: τα έδνα που δε δόθηκαν<br />
Διαβεβαίωση: το αλάτι στην άκρη του βράχου<br />
Ένας κόκκος έσταξε…</p>
<h5><strong>ΚΛΕΦΤΗΣ</strong></h5>
<p>(Η δεξίωση)</p>
<p>Στάσου διαβάτη που περνάς και ξένε που πηγαίνεις<br />
Σε τούτη δω την ερημιά σ’ αυτή τη γη τη στέρφα<br />
Εδώ ‘ναι που λαβώθηκα εδώ το αίμα χύθει<br />
Εδώ ‘ναι που με θάψανε μαζί με τ’ άρματα μου<br />
Γιατί ‘ναι τα’ άρματα ιερά στο αίμα βαφτισμένα<br />
Και εχθρός δεν ετόλμησε πότε να τ’ ακουμπήσει<br />
Εγώ ‘χω το καριόφιλο στο σώμα μου σφιγμένο<br />
Και το ασημοπίστολο στη ζώνη τυλιγμένο<br />
Που χίλια βόλια έριξα χιλιάδες σκοτωθήκαν.<br />
Εδώ ‘χω τη μαχαίρα μου στη θήκη περασμένη<br />
Που όταν την εσήκωνα οι κάμποι ερημώναν<br />
Και όταν τη κατέβαζα ο ήλιος εκρυβόταν<br />
Μια χάρη μόνο σου ζητώ αυτό με κατατρέχει<br />
Μια χούφτα χώμα μάζεψε μια χούφτα μαύρο χώμα<br />
Και δώσε το στη μάνα μου το χέρι να μου σφίξει</p>
<h5>
<strong>ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΥΛΛΟΓΑΤΑΙ, ΣΥΛΛΟΓΑΤΑΙ ΚΑΛΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 400px;">Στον Ρήγα Φεραίο</p>
<p>Ως λάμπουν τα χρυσά φλουριά, τ’ αμύθητα λογάρια<br />
λάμπουν οι νέοι στολιστοί λάμπουν οι τσαουσάδες<br />
φορούν στα χέρια τα πλουμιά στο στήθος τα τσαπράζια<br />
τις φέρμελες κολλαριστές γεμάτα τα κεμέρια.<br />
Φορούν κι οι κόρες υφαντά στ’ αθά είναι ντυμένες<br />
έχουν τις μπόλιες κεντητές και λαχουριά φουστάνια<br />
και τα δετά μαγδάνια τους γαϊτάνια τα στολίζουν.<br />
Ένα πουλάκι κάθισε στης εκκλησίας τον τρούλο<br />
δεν κελαηδούσε σαν πουλί μηδέ σαν χελιδόνι<br />
μον’ κελαηδούσε και ‘λεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα:<br />
«Ποιος είδε λάντζα στο βουνό στο πέλαγο κονάκι<br />
οι νέοι να ναι στολιστοί φκιασιδωμένοι ούλοι<br />
να ‘χουν τις μπόλιες κεντητές και λαχουριά φουστάνια<br />
να ‘χουν στα χέρια τα πλουμιά γεμάτα τα κεμέρια;<br />
Ειν’ το χρυσάφι φυλακή, μπουντρούμι το ασήμι<br />
γαϊτάνια σαν πλεκτή τριχιά πισθάγκωνα τους δένουν<br />
και τα γιορντάνια σίδερο μολύβι στο λαιμό τους<br />
που το κεφάλι τους σκυφτό στο χώμα το κρατούνε<br />
να μη σαλέψει η ματιά τους κάμπους ν’ αγναντέψει<br />
να βρουν δερβένι για ‘αδερφό τη ρούγα να βρουν βλάμη<br />
και το μπουγάζι να βρουνε και μπιστικό και φίλο<br />
να συλλογούνται ‘λεύθερα καλά για να λογιάζουν».</p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΚΕΨΕΙΣ (2011)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Α</strong></h5>
<h5><strong>ΠΡΩΙΝΟΙ ΑΣΤΟΙ</strong></h5>
<p>Ο γκρι στρατός προελαύνει στις έξι<br />
βαριές μπάλες στους καρπούς<br />
τους δείχνουν την ώρα<br />
τους δείχνουνε τον δρόμο.<br />
Η ανατολή τους ψιθυρίζει μιαν αρχή<br />
μια νέα αρχή κάθε πρωί<br />
πάντα ξυπνούσαν το πρωί,<br />
πάντα ξυπνούσαν σε μια δύση.<br />
Τα μετάλλια, τους δόθηκαν απλόχερα<br />
έγραφαν το όνομα τους,<br />
έγραφαν τα όνειρα τους<br />
και τους έκρυβαν τον ήλιο.<br />
Η πόλη κατοπτρίζεται στις γραβάτες<br />
σφιχτές γραβάτες<br />
σκληρές γραβάτες,<br />
θηλιές που τους δένουν-την ζωή.<br />
Οι τερμίτες δεν έχουν φτερά<br />
ποτέ δεν είχαν<br />
μόνο κοιλιές,<br />
άδειες κοιλιές και δυνατά πόδια.<br />
Μερικές φορές βλέπουνε το φως &#8230;<br />
μια φιλική χειραψία<br />
ανοίγει το παράθυρο στο περιβόλι,<br />
μια αγνή καλημέρα<br />
ξεκλειδώνει το δάσος με τις παπαρούνες,<br />
ένα αυθόρμητο σφιχταγκάλιασμα<br />
φιλοτεχνεί το δεκανίκι της ημέρας.<br />
Οι τερμίτες πεθαίνουν στο φως &#8230;<br />
Πόσο ωραία είναι το πρωί!<br />
γι&#8217; αυτούς που δεν φορούν γραβάτες<br />
γι&#8217; αυτούς που δεν κατατάχθηκαν<br />
γι&#8217; αυτούς που ξυπνούν μεσημέρι.</p>
<h5><strong>ΣΙΩΠΗ</strong></h5>
<p>Μέσα στους εκκωφαντικούς<br />
ήχους της πόλης<br />
λυτρώθηκα</p>
<p>Τα σμήνη του θορύβου<br />
με φυγάδεψαν<br />
από την αβάσταχτη σιωπή</p>
<p>Σιωπή αμείλικτη-<br />
θλιβερός καθρέφτης που κατοπτρίζει<br />
όλο μου το είναι</p>
<p>Σιωπή αληθοφόρα-<br />
βουβή κατάρα που ξεμπροστιάζει<br />
όλα μου τα πρόσωπα</p>
<p>Μια από μηχανής ηχοβολή<br />
έκρυψε με ζήλο<br />
την μαύρη μου ψυχή</p>
<p>Μέσα στους εκκωφαντικούς<br />
ήχους της πόλης<br />
λυτρώθηκα</p>
<h5><strong>ΠΟΛΕΜΟΣ</strong></h5>
<p>Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια<br />
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι<br />
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι</p>
<p>Κουλουριάζονται οι μανάδες<br />
στο υπόγειο<br />
κατοπτρίζονται στο αίμα<br />
τα όνειρα τους<br />
τα αισθήματα που είχαν<br />
θάφτηκαν<br />
και τα παιδιά τους κείτονταν<br />
νεκρά</p>
<p>Κουλουριάζονται οι μανάδες, κατοπτρίζονται<br />
στο αίμα τα αισθήματα που είχαν<br />
και τα παιδιά τους κείτονταν</p>
<p>Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια<br />
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι<br />
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι</p>
<p>Στο υπόγειο τα όνειρα τους θάφτηκαν νεκρά</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Είμαι ακόμα ελεύθερος &#8230;<br />
Όταν καθισμένος στην άκρη ενός πεζόδρομου<br />
μπορώ να γνωριστώ με τα σκυλιά<br />
που συμμερίζονται τους φόβους μου<br />
όπως οι λόγιοι που κατανοούν<br />
τα πάθη αυτού του κόσμου<br />
και σιωπούν</p>
<p>Ένα σκυλί απλώνει το βλέμμα του στη γη<br />
και αποκαλεί τον ήλιο, την βροχή, πατρίδα</p>
<h5><strong>ΦΩΤΙΑ</strong></h5>
<p>Στις μαυρισμένες σκάλες<br />
Μνησίκακα μας χαιρετούν<br />
Πικρολαλούντα λιόκρινα<br />
Στερνοφιλώντας τ&#8217; αύριο</p>
<p style="padding-left: 120px;">Η φωτιά φανέρωσε τα σπλάχνα μας</p>
<p>Στου κόσμου τ&#8217; απόνερα<br />
Πρωτανθισμένα κλώνια<br />
Αναφιλούν μ&#8217; ανθόνερα<br />
Μοιρολογούν με βάγια</p>
<p style="padding-left: 120px;">Στάχτες, οι αλυσίδες που μας πλάκωσαν</p>
<p>Γονυπετείς πλανήθηκαν<br />
Στου κόσμου το ταμάχι<br />
Γρικώντας το ανάθεμα<br />
Ψυχορραγούντων χρόνων.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Και προσκυνήσαμε στα κάρβουνα</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Β</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΩΜΑ</strong></h5>
<p>Γράφω άσχημα ποιήματα<br />
Ο στίχος μου είναι παράξενος<br />
Ο στίχος μου είναι παράταιρος<br />
Άτυχε αναγνώστη<br />
Διάβασε…<br />
Γράφω άσχημα ποιήματα<br />
Ο χρόνος μου ήταν μελάνι<br />
Άσχημα έσταξα στο χαρτί<br />
Άτυχε αναγνώστη<br />
Έσταξα…<br />
Γράφω άσχημα ποιήματα<br />
Ο χρόνος μου ήταν στίχος<br />
Άσχημος ήμουν και πέρασα<br />
Άτυχε αναγνώστη<br />
Πέρασα</p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ</strong></h5>
<p>Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε<br />
μόνοι!</p>
<p>Σε μια αέναη προσπάθεια για επιβίωση<br />
παρατείνουμε την μοναξιά μας.</p>
<p>Πρόσωπα που μας συνόδεψαν,<br />
σκιές σε έναν καμβά.</p>
<p>Ο θάνατος πληγώνει<br />
αυτούς που ζουν.</p>
<p>Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε<br />
σε μια αέναη προσπάθεια για επιβίωση.<br />
Πρόσωπα που μας συνόδεψαν&#8230;<br />
ο θάνατος &#8216; πληγώνει!!</p>
<p>Μόνοι,<br />
παρατείνουμε την μοναξιά μας &#8230;<br />
Σκιές σε έναν καμβά<br />
… που ζουν</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Ρέει λευκά η ώρα και ο θάνατος σιμά<br />
βορά στα μαυροπούλια που κρώζουν πένθιμα<br />
οι κέρβεροι στην πύλη σου έκλεψαν εχθές<br />
το άσπρο σου μαντίλι που σκούπιζες μπογιές</p>
<p>Είναι λευκή η πόρτα και κόκκινη η μηλιά<br />
πνιγμένος ο βαρκάρης με άγνωστη θηλιά<br />
σαρακιασμένη η βάρκα σπασμένα τα κουπιά<br />
στου Στύγα το ποτάμι να &#8216;χεις καλή ψαριά</p>
<p>Είναι πικρό το σκότος, το έρεβος παιδί<br />
που κλαίει σαν κοιτάει μια ξένη ανατολή<br />
θέλει να τρίξει η πόρτα να τρέξει στην αυλή<br />
να σπάσει τα ρολόγια το φως να ξαναδεί</p>
<p>Μα άξαφνα η νύχτα γεμίζει ευωδιές,<br />
ολόλευκα λουλούδια και πράσινες ελιές<br />
για ξένη γη σαλπάρει σε άλλες εποχές<br />
το άσπρο σου μαντίλι, που σκούπισες μπογιές</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Γ</strong></h5>
<h5><strong>ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ</strong></h5>
<p><strong>(ΜΕΛΙΝΑ ΑΝ…)</strong></p>
<p><strong>Μ</strong> εγάλο πάθος η σιωπή, που αφουγκράστηκα πολύ<br />
<strong>Ε</strong> μπρός σαν στέφεσαι γυμνή στην άχλη των ματιών μου<br />
<strong>Λ</strong> επτός μανδύας η σιγή, που τον φοράς απατηλή<br />
<strong>Ί</strong> δια νεκρή ανατολή των αναφιλητών μου</p>
<p><strong>Ν</strong> α πάω θέλω στο νησί, που το μνημόνευσαν τρελοί<br />
<strong>Ά</strong> νθη του νου μου ενοχής, ποια θα μας ελυτρώσει&#8230;<br />
<strong>Α</strong> υτό τ&#8217; ανείπωτο νησί που εγκατέλειψαν δειλοί<br />
<strong>Ν</strong> ύχτα, υπόσχεσ&#8217; ιερή που ‘χαν πολλοί προδώσει.</p>
<p>Και θώπευαν το αν οι μέρες κι ανήμερες στο αν γυρνούσαν…</p>
<h5><strong>ΑΣΠΡΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ</strong></h5>
<p>Μολυβένιος στρατιώτης σαν σκιά στη μέση του δρόμου<br />
Με το βλέμμα στο πλήθος ακουμπά στα σκαλάκια του χρόνου<br />
Σε μια σκέψη βουτά συναντά ένα άσπρο φουστάνι<br />
Την κοιτούσε στα μάτια δειλά, τον ρωτάει τι κάνει</p>
<p>Ένας κύκνος μια μνήμη πετά, στου μυαλού του τη λίμνη<br />
Το μολύβι στα μάτια κυλά, μια κηλίδα αφήνει<br />
Ξεχασμένα τα λόγια και βαριά σχηματίσανε βράχια<br />
Στου ονείρου τα κρύα νερά της μορφής της παλάτια</p>
<p>Σε ζηλεύω είχε πει μια στιγμή όταν μείνανε μόνοι<br />
Με δυο σκίτσα μου, μοιάζει η ζωή κι ένα άδειο μπαλκόνι<br />
Τσιμεντένια τα φώτα, μια γροθιά και ραγίσαν το τζάμι<br />
των ματιών του, λευκά τα φτερά του εκείνου, ποτάμι.</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΦΑΣΜΑ</strong></h5>
<p>Έφεγγε στα μάτια, μάταια η αυγή<br />
Σαν πουλιά οι στίχοι μου το βράδυ<br />
Άγγιξες την γη, δράττω σελαγή<br />
Πριν χαθεί το φως σου στο σκοτάδι</p>
<p>Μοιάζει το κορμί, ξένη φυλακή<br />
Πλίθινο σεντόνι με πορφύρα<br />
Μού ‘σταξες πνοή, στάσου ω θεοί<br />
Λάγνα η ανάσα σου και μοίρα</p>
<p>Ροδόπτερη κι αδέσμωτη ζωή<br />
η φωνή ένα κύμβαλο στη λίμνη<br />
έψαξα πολύ, μυριανατολή<br />
κεδρ΄ απ’ την μορφή σου έχει μείνει.</p>
<h5><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΨΥΧΕΣ</strong></h5>
<p>Έπεσε σαν κύμα στην πυρωμένη άμμο<br />
Που γεύτηκε αρμύρα απ&#8217; την ανδρική ψυχή<br />
Βρήκε ένα ρήγμα στου έρωτα το βάθρο<br />
Πέταγαν οι γλάροι θωρώντας την στιγμή</p>
<p>Έσπαγε το κύμα στου μύθου της τον βράχο<br />
Φύκια και κοράλλια στόλιζαν την γιορτή<br />
Άφριζε η θάλασσα στο ράντισμα του πάθους<br />
Άφηνε κοχύλια το άγγιγμα στη γη</p>
<p>Μα ξαφνικά αποτραβήχτηκε&#8217; ίσως τον κέρδισε κάποια άμπωτη<br />
ή μια αλυκή τον έκλεισε στα δίχτυα της μετατρέποντας<br />
τον παφλασμό του σε ανάμνηση&#8230;</p>
<p>Μόνο τα θαλασσοπούλια που κρώζουνε στο βάθος<br />
φέρουν τα μηνύματα του πράσινου βυθού<br />
αλάτι σιγοκαίει στους κόκκους της επάνω<br />
το πέλαγο χωλαίνει τον έρημο γιαλό.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ</strong></h5>
<p><strong>ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟ ΣΟΝΕΤΟ</strong></p>
<p>Παλέτα η τρέλα που χάρισε σώμα<br />
Σε μια πλαγγόνα μυστήρια λαγόνα<br />
Το νέο κορίτσι που ντύνει το διώμα<br />
Σαν ξένη εικόνα παράξενη Μόνα</p>
<p>Πινέλο η θλίψη που έσταξε χρώμα<br />
Σε ένα λειμώνα χαμένη σταγόνα<br />
Το γέλιο σαρδόνια παγώνει στο στόμα<br />
Σαν μια πατρόνα αιώνιου χειμώνα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
