<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%83-%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Tue, 03 Sep 2024 10:54:46 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2014/09/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2014/09/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 23 Sep 2014 22:45:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=906</guid>

					<description><![CDATA[. Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, υπότροφος του κληροδοτήματος Γεωργίου και Μαρίας Τυρίμου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική του Γλωσσικού μαθήματος στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου. Για την πολιτιστική του προσφορά του απονεμήθηκαν από το Πανεπιστήμιο Κύπρου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2014/09/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h6 class="translator-checked translator-dont-translate"></h6>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, υπότροφος του κληροδοτήματος Γεωργίου και Μαρίας Τυρίμου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική του Γλωσσικού μαθήματος στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Για την πολιτιστική του προσφορά του απονεμήθηκαν από το Πανεπιστήμιο Κύπρου τα βραβεία εις μνήμη της εκπαιδευτικού Πόπης Παπαχριστοφόρου- Κυριακοπούλου (2012) και το βραβείο Ανδρέα Κάραγιαν εις μνήμη Καρμέλας Κάραγιαν. (2013). Επίσης βραβεύτηκε με την Τούγτσε Τέκχανλι στο διακοινοτικό διαγωνισμό τον οποίο διοργάνωσαν η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών το 2016 και τα ποιήματα των δύο εκδόθηκαν σε δίγλωσση ποιητική συλλογή.</p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά  γερμανικά, σέρβικα, σλοβένικα, τούρκικα, κινέζικα και δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εργογραφία:</span></strong></p>
<p><strong> </strong></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></span></p>
<p>Για μια στιγμή και μια αιωνιότητα, εκδ. Αναζητήσεις, 2011<br />
Όλα αυτά που θα &#8216;θελα να ξέρεις, εκδ. Αρμίδα, 2013<br />
Τα Άνθη τον Φωτός, εκδ. Αρμίδα, 2014, β&#8217; έκδοση, 2019<br />
Οι μέρες τ’ Αυγούστου, εκδ. Βιβλιεκδοτική, 2016<br />
Ποιήματα &#8211; Siirler, &#8216;Ενωση Λογοτεχνών Κύπρου, 2016<br />
Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ, εκδ. Παράκεντρο, 2019<br />
Το Δείπνο του Σώματος Μανδραγόρας 2021<br />
Ενδύματα Οδύνης  Μανδραγόρας 2023</p>
<p><strong>ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</strong></p>
<p>Ιστορίες με Δαντέλα, εκδ. Παράκεντρο, 2016, β&#8217; έκδοση, 2019</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> <img loading="lazy" class=" wp-image-19644 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif6_-191x300.jpg" alt="" width="290" height="455" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif6_-191x300.jpg 191w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif6_.jpg 509w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></span></strong></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">
<h6></h6>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21241 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/2-1-300x208.jpg" alt="" width="450" height="312" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/2-1-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/2-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21242 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-1-300x240.jpg" alt="" width="450" height="360" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-1-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-1-768x614.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-1.jpg 960w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21243 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/4-300x217.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/4-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/4-768x555.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/4.jpg 960w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21244 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/5-300x240.jpg" alt="" width="450" height="360" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/5-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/5-768x614.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/5.jpg 960w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΟΔΥΝΗΣ (2023) </strong><br />
<strong>100 Χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Ενδύματα Οδύνης ή άλλως η οδύνη της ύπαρξης και της τέχνης, τόσο διάχυτες στο βραχύ, αλλά εκρηκτικά σπινθηροβόλο οδοιπορικό της Μαρίας Κάλλας στις ατραπούς της ζωής και της τέχνης. Η όγδοη ποιητική συλλογή του Αντρέα Τιμοθέου αποτελεί μια ακόμα σπονδή στη θυμέλη μιας γήινης θεότητας, της Divina, όπως αποκαλούνταν από τους θαυμαστές της, που «σαν ένας μεγάλος, μοναχικός αετός διέσχισε τον αιώνα μας, κρύβοντας για πάντα με τα φτερά του αυτές που την ακολουθούν» όπως το διατύπωσε ο Yves Saint Laurent.<br />
Διαχρονική πηγή έμπνευσης, η Κάλλας πυροδοτεί μέχρι σήμερα συμβολισμούς τόσο απόλυτα προσωπικούς, τόσο κοινά βιωματικούς ωστόσο, αποτελώντας άξονα και σημείο αναφοράς στη ζωή και το έργο πολλών θιασωτών της τέχνης και αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα της μοναδικής παρουσίας της στις ψυχές τους.<br />
Μπορεί αυτή να είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Αντρέα Τιμοθέου αφιερωμένη στη Μαρία Κάλλας, αλλά η μορφή της κυριαρχεί στη ζωή και το έργο του ποιητή, και ο ίσκιος της καταυγάζει την προσωπική και καλλιτεχνική του πορεία, τόσο γεμάτες από την παρουσία της, τόσο στερημένες από την απουσία της, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ημιτελή σπαράγματα των παραστάσεών της που διασώζονται ως πολύτιμη παρακαταθήκη, απ’ όπου<br />
όμως απουσιάζει συχνά ο ήχος ή η εικόνα και βεβαίως η φυσική της<br />
παρουσία.<br />
Η σχέση του Αντρέα με τη Μαρία Κάλλας, τη «Μαρία», είναι μια σχέση απόλυτα προσωπική, βαθιά, ατόφια, καταλυτική, με την παρουσία της σταθερά κυριαρχούσα στη ζωή του, αλλά διακριτικά αποστασιοποιημένη και απρόσιτη, μια φασματική φιγούρα οιονεί παρούσα, αλλά οδυνηρά απόμακρη, όπως μαρτυρεί κάθε αναφορά του ποιητή σε αυτήν. Μια παρουσία τρυφερή, προστατευτική, μητρική, συντροφική, σχεδόν ερωτική, με μια υποβόσκουσα πικρία μιας ανολοκλήρωτης, ελλειμματικής σχέσης. Ο ερωτισμός που διαποτίζει ολόκληρο το έργο του Αντρέα Τιμοθέου μετουσιώνεται εδώ στον<br />
έρωτα του ποιητή για τη μούσα του, την τέχνη και τη δημιουργία, που<br />
αποτελεί την πιο αγνή και διαρκή μορφή ερωτικής έκφρασης, πέρα από ευτελή συναισθήματα και συμβάσεις. Ένας ιδεατός, πνευματικός και άχρονος έρωτας, πέρα από τόπο και χρόνο, που μετουσιώνεται σε αμφίδρομη βιωματική σχέση μέσα από το έργο του ποιητή.<br />
…/…</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>Είναι εντελώς αλλόκοτο και γοητευτικό ένας νεαρός άνδρας σήμερα, ένας νέος ποιητής, να συνθέτει μια τόσο παθιασμένη ερωτική επιστολή, ένα γράμμα λατρείας σε μια γυναίκα, μια καλλιτέχνιδα, τόσα πολλά χρόνια μετά τον θάνατό της. Προσευχή σε θεότητα τελικά&#8230; Όμως αν αυτός ο νεαρός άνδρας, αυτός ο νέος ποιητής είναι ο Αντρέας Τιμοθέου όλα μοιάζουν ευεξήγητα και απλά. Ουκ εκ του κόσμου τούτου&#8230; Το μικρό βιβλίο του Τιμοθέου, έχει την<br />
αξία μιας αυθεντικά ποιητικής συμπεριφοράς, της δυνατότητας δηλαδή ενός ποιητή να κυκλοφορεί ενδεδυμένος τον κόσμο των ιδεών και των ονείρων ίου εντελώς αβίαστα, όπως άλλοι κυκλοφορούν με το παλτό τους. Και αισθάνομαι ότι αυτή είναι, πέρα από τη συγκινητική και εύρυθμη γραφή, η μεγαλύτερη αρετή του: Υποβάλλει τη σωματικότητα των αοράτων, ότι η ποίηση δηλαδή μπορεί να είναι πρόσωπο, όνομα, άρωμα, σώμα και βέβαια ένδυμα. Οδύνης;<br />
Σύμφωνοι!</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19647" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0001-194x300.jpg" alt="" width="291" height="450" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0001-194x300.jpg 194w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0001.jpg 517w" sizes="(max-width: 291px) 100vw, 291px" /></p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΟΜΙΛΕΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Πολύχρωμα ρούχα σε τραγούδι<br />
σέρνουν, ανεμοσέρνουν τη ψυχή.<br />
Ναδίνα Δημητρίου</p>
<p>Γυναίκες της άλλης όχθης<br />
σας φορώ ραμμένες<br />
στο σαρκίο του ρούχου μου.<br />
Θάνατος ήταν και πέρασε<br />
ζωή που κράτησε<br />
όσο για να γραφτεί η ιστορία μας.<br />
Κυοφορώ το ένδυμα μίας φωνής<br />
κι όσης αγάπης δεν πρόλαβα να δώσω.<br />
Σε σας το παραδίδω,<br />
σας παραστέκομαι.<br />
Μητέρα, φίλη κι αδερφή<br />
απλώνομαι σαν ποταμός,<br />
χάνομαι στο κύμα<br />
στη μόνη οδό που γνώρισα<br />
και κράτησα μαζί μου.<br />
Αφήνομαι<br />
στη δίκαιη στιγμή<br />
όταν θ’ αγκαλιαστούμε.<br />
Εμάς θα ιστορεί<br />
η άχραντη θυσία<br />
το σώμα, το αίμα, η απόγνωση.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19652" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif22-0002-200x300.jpg" alt="" width="290" height="435" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif22-0002-200x300.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif22-0002.jpg 532w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5><strong>ΤΟΣΚΑ</strong></h5>
<p>Η ζωντανή σου ομορφιά<br />
μια δίκαιη επανάσταση<br />
στα χρώματα του Μάριο<br />
μα η μηχανή του Σκόρπια<br />
στημένη απελπισία<br />
χωρίς διαφυγή.<br />
Ελεύθερη έξοδος<br />
μονάχα τα νερά του Τίβερη,<br />
εκεί δεν παγιδεύεται<br />
η αγάπη των πουλιών.<br />
Παραδομένη σε ένστικτα<br />
με χέρι νεκρού για φυλαχτό<br />
τελειώνεις φτωχή μου Φλόρια<br />
μα πάντα στέκεσαι ενώπιον Θεού<br />
και αποτρόπαιου.<br />
Τρέμει η Ρώμη<br />
μέσα στη μνήμη της κραυγής,<br />
νεφέλη γίνεσαι<br />
σύννεφο θλίψης κι αγωνίας<br />
δίχτυ στον χρόνο ακατόρθωτο<br />
ευάλωτο πλάσμα, εύθραυστο<br />
και τόσο κοντινό μου.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif22-0001.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-19653" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12.tif22-0001.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19654" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-211x300.jpg" alt="" width="324" height="461" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/3.jpg 562w" sizes="(max-width: 324px) 100vw, 324px" /></p>
<p style="padding-left: 80px;">
<h5><strong>ΑΝΝΑ ΜΠΟΛΕΝΑ</strong></h5>
<p>Το φως του κόσμου<br />
κρύβεται<br />
κι ό,τι φωνάζει πια<br />
η τραγική σου μοίρα.<br />
Βάφω με αίμα<br />
τη σκάλα που περπάτησα,<br />
για να σε φανερώσω.<br />
Τι μεγαλείο<br />
η εγκατάλειψη!<br />
Τι τραγικότητα<br />
ο φόβος!<br />
Παγίδες<br />
ζεσταίνουν το ικρίωμα<br />
το στέμμα ματωμένο<br />
μα όρθιο.<br />
Μπροστά στη δίκη του γένους μας<br />
σε συγχωρεί Τζοβάνα.<br />
Μισότρελη στον θάνατο<br />
αστέρι σκοτεινιάζει<br />
λάμπουν μονάχα φοβερά<br />
όσα με κόλπα έπλασε<br />
ο βασιλιάς Ερρίκος.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-19650" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0004-199x300.jpg" alt="" width="294" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0004-199x300.jpg 199w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2014/09/Untitled.FR12-0004.jpg 531w" sizes="(max-width: 294px) 100vw, 294px" /></p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΕΣΑ ΕΝΔΥΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΙ</strong></p>
<p>Μες στα μάτια σου<br />
μεταμορφώνω την οδύνη της σκηνής.<br />
Γεμάτη δώρα τρέφω τη σκέψη σου<br />
και γίνομαι ιέρεια, αγία και ερωμένη<br />
που προσδοκεί το πλάι σου.<br />
Μη με κρίνεις όταν σπάει η φωνή.<br />
Άγγελος ήμουν κι έπεσα<br />
εσύ, μονάχα με είδες.<br />
Κανείς δεν μας ξέρει.<br />
Κανείς δεν μας ξέρει.</p>
<p>Τα έργα είναι της Μόνικα Βούλγαρη-Γκλασζνερ</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Αναρωτιέμαι, αν γδύσω την παλιά πραγματικότητα<br />
απ&#8217; όλα τα στολίδια της<br />
θα πλησιάσω άραγε κάποια αλήθεια;</p>
<p style="padding-left: 400px;">Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ</p>
<p>Το στέμμα έφερνε κάτι<br />
από το αίμα μου<br />
καθόλου από το σώμα.<br />
Υπέταξα στο βάρος του<br />
καθήκον που υπηρέτησα<br />
κι ας στέκομαι εμπρός<br />
γυμνός από παράσημα.<br />
Τώρα θα είσαι γιος της μάνας σου<br />
σπανίως του πατέρα.<br />
Έπειτα θα ‘σαι εγγονός<br />
μονάχα της γιαγιάς.<br />
Θα ’ρθει η ώρα<br />
για να συντάξεις<br />
θρήνο του πατέρα<br />
κι έπειτα ανέκφραστος θα περιφέρεσαι<br />
πρίγκιπας του πουθενά.<br />
Θα το φέρουν οι καιροί<br />
να γίνεις πάλι εγγονός<br />
μονάχα του παππού<br />
κι όταν χαράξει μέσα<br />
η αγάπη του<br />
θα σ’ εξορίσουν τα σκυλιά<br />
που στέκαν στην αυλή του.<br />
Ένας παράξενος Πλανόδιος<br />
χωρίς σκοπό, χωρίς καθήκον<br />
θα πορευτείς σε θάλασσες<br />
με άγριες φουρτούνες.<br />
Αν φτάσεις στην ακτή με στέμμα άθικτο<br />
καμία θάλασσα δεν σ’ άξιζε<br />
κι όποιον σκοπό σού επέβαλαν<br />
ήταν δικός σου μύθος.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Πριν πάψει πια<br />
να είναι λαμπερός<br />
θα τεμαχίσει εγκαίρως<br />
την άθικτη λαμπρότητα.<br />
Κανείς απ’ τους μνηστήρες του<br />
δεν θα τον γνωρίσει<br />
και έτσι πρόθυμα θα καταπιούν<br />
τη λάμψη που του κόστισε.<br />
Θα φωτιστεί ο ουρανίσκος τους<br />
και το χαμόγελό τους<br />
με ικανοποίηση θα τον κοιτούν<br />
για το σπουδαίο γεύμα<br />
ανυποψίαστοι της προσφοράς<br />
με εύλογη αιτία.<br />
Εκείνος, ελεύθερος και ζοφερός<br />
χωρίς ανάγκη ενδύματος<br />
ή άλλης πρώτης ύλης<br />
θα αφήσει πίσω για επιδόρπιο<br />
μονάχα μια κουβέντα:<br />
«Για το ταξίδι<br />
υπήρξα Οδυσσέας<br />
με τόλμη Πηνελόπης».</p>
<h5><strong>ΙΣΩΣ ΜΕ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Όταν μιλώ για σένα<br />
δεν ξέρω αν μιλά ο έρωτας<br />
ή κάποια φωνή αρχαία.<br />
Πώς συντονίζονται τα βλέμματα<br />
όταν αντλούν αιώνες;<br />
Πώς να χωρέσει<br />
μες στο βλέμμα σου το εύθραυστο<br />
δική μου ισορροπία;<br />
Μία πνιγμένη υπερβολή<br />
ζητούσε ορατότητα<br />
μα αφού ο χρόνος<br />
μού χτίζει την καρδιά<br />
σκορπώ μες στον αέρα τη μορφή<br />
που θα ’θελα να σώσεις.<br />
Κάποτε, ίσως να γίνω διάφανος<br />
ίσως και δρόμος ολόκληρος<br />
γεμάτος λιβελούλες.<br />
Θα στέκεσαι στην άκρη του<br />
με όση ζωή μάς έφυγε,<br />
θα προσεύχομαι<br />
να μην πονέσεις<br />
κι εσύ σαν να μην μ’ ένιωσες ποτέ<br />
χωρίς να έχεις αφορμή<br />
θα με βλαστημήσεις.</p>
<h5><strong>ΕΓΙΝΑ Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΨΗΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 320px;">Στη Μαρία Κάλλας</p>
<p>Ήρθες από παλιά φωτογραφία,<br />
άπλωσες το σώμα<br />
πάνω στα έπιπλά μου.<br />
Μεγάλωσαν αμέσως τα μαλλιά,<br />
το βλέμμα σύστηνε αρχαία Ελλάδα<br />
και η σιωπή, εύθραυστες λέξεις του Μπελίνι.<br />
«Είμαι κουρασμένη», είπες χωρίς να σε ρωτήσω.<br />
Το όνειρο δεν χωρούσε φως, ούτε και ψέμα.<br />
Κουρασμένη, αλλά αγέρωχη<br />
σκέφτηκα, μα δεν είπα<br />
και τότες χάθηκες.<br />
Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες αγέρωχη.<br />
Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες πάντα κουρασμένη.<br />
Μονάχα να προλάβαινα<br />
αν άξιζε ο έρωτας να μάθω.</p>
<h5><strong>ΕΣΠΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Τα ποιήματά μου με στοιχειώνουν.<br />
Λευκό χαρτί τα φονικά και οι πληγές<br />
Λευκός κι ο πόνος σαν τον θάνατο<br />
μακριά απ’ το πρόσωπό Σου.<br />
«Εσύ πόθεν επλάστηκες<br />
τζιαι εννά βασανιέσαι;<br />
Εν έσιει ασήμι να σε βαρέσει».<br />
Κάνω τα λόγια προσευχή<br />
και στρέφομαι σε σένα:<br />
Άργησα παππού να καταλάβω<br />
πως μόνο ο θάνατος<br />
δεν χρεώνεται καθόλου.</p>
<h5><strong>ΔΙΑΔΡΟΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Καταλήγω λοιπόν, στη βουβή πυρκαγιά<br />
μιας νεότητας που τη ζάλισε η αιωνιότητα.<br />
Πιέρ Πάολο Παζολίνι</p>
<p>Γοργόνες σκέψεις<br />
παίρνουνε πια<br />
θέση στο σώμα.<br />
Η σκόνη που του μέλλει<br />
μπορεί να περιμένει.<br />
Έξω από μάγια και χρησμούς<br />
φωνή καθάρια στέκομαι<br />
ολόκληρος<br />
στη μέγιστη αντίσταση του χρόνου.<br />
Δεν συλλαβίζω, μα προφέρω.<br />
Δεν τραγουδώ, πορεύομαι στον ύμνο.<br />
Ό,τι συμβαίνει να έχει αποτέλεσμα.<br />
Ό,τι σταθεί να έχει μέσα του Ανάσταση.<br />
Έκαστος να σηκώσει το βάρος της ευχής του,<br />
ίσως μονάχα τότε γίνουμε<br />
μία φυλή δικαίωσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ (2019)</strong></span></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΣΕΩΝ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αναμετριέμαι με του ανθρώπου την ήττα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσα κωφά παρέμειναν στο κάλεσμά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράφω στον Έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε που γεύομαι το σώμα του θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πασχίζω να ξορκίσω τα μελλούμενα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ο χρόνος πια μου φανερώνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">γλύφει το όνειρο, σχεδόν στεγνό,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξένο στο χάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγώ φυλάγομαι σαν έμαθα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κόρφους γυναικών εξόριστων</span><br />
<span style="color: #000000;">από αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς αντάλλαγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">επιστρέφω θραύσματα χαράς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ζωή επιστρέφω,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζω τα παλιά με καινούρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό διαλαλώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ</span><br />
<span style="color: #000000;">και τόσο μόνος.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΛΛΟΥΜΕΝΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν δεν θα ‘μαι πια εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">να με αποκαλείτε Πρόσφυγα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το όνομά μου θα λεηλατηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν την ανάμνηση των τόπων,</span><br />
<span style="color: #000000;">μοναδικό φορτίο φυγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς να προφέρει κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;">μία σορό</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς ταυτότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς τίτλους ακινήτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς υπόσχεση έρωτα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξαγνισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">θα υποδεικνύω στους βαρκάρηδες</span><br />
<span style="color: #000000;">τις δαιδαλικές μορφές της ύλης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί και όσα μας στοιχειώνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω σε ένα τελευταίο νεύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">θα στείλω δάκρυ για παρηγοριά</span><br />
<span style="color: #000000;">σε όσους καμωθήκαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">από τον ίδιο αστέρα.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΙΑ ΜΕΡΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">θα θρηνήσουμε μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">για τους αγγέλους που αφήσαμε νεκρούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα στοιχειά που δεν εξημερώσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">και βάλαμε φωτιές να λυτρωθούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">θα θρηνήσουμε μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που υπολογίσαμε λάθος</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ζωές των ανθρώπων,</span><br />
<span style="color: #000000;">που μάθαμε να φυλαγόμαστε απ’ το θεριό,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα όταν ήρθε η ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτοι εμείς απλώσαμε το χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">-αδύνατον ν’ αντισταθείς στο δάγκωμα-</span><br />
<span style="color: #000000;">θα θρηνήσουμε μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">για τις αμήχανες σιωπές</span><br />
<span style="color: #000000;">που απλώναμε μπουγάδα μες στο καθάριο φως</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας ξέβαφε η γλώσσα μας αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">θα θρηνήσουμε μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">για κείνο τ’ όνειρο που δεν εκλάβαμε σωστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι πηγές στερεύουν!</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι άνθρωποι μένουν;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΑΒΒΑΤΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα όλο ζωή, μαύρα, καινούρια ρούχα</span><br />
<span style="color: #000000;">δήλωναν το πρόσφατο πένθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ξεθωριάσουν βέβαια κι αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πλύση</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τις ζωές που επισκεπτόμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα Σάββατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πλύση και οι ψυχές μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">της λησμονιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ, κύριε, μετράω χρόνια εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι δεν χρονοτριβώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχω και κάτι ζωντανούς, βλέπεις&#8230;</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ </strong></em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em><strong>ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήμερα να πέφτουν οι λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τα σώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φως να είναι φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ουρανός να είναι ουρανός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μήτρα να είναι μήτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χάδι να είναι χάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο θάνατος&#8230; Σιωπή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο έρωτας, πάλι σιωπή να είναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξορκιστούν τα στόματα</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αναστηθούν οι λέξεις.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></span></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;">Στη Ναδίνα Δημητρίου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σπίτι μονάχα «θύμιζε».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα ρήμα που την πρόδωσε,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εκείνη ακόμα χαμογελούσε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι λέξεις της σκόρπιες μέσα στο σπίτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίπλα απ’ τα πορτρέτα και τους πίνακες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι στίχοι της κρεμάμενοι δίπλα στις κουρτίνες</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αντικρίζουν το φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αναγνωρίζουν το αύριο ερήμην της,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα πάντα εντός της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σπίτι μονάχα «θύμιζε».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πέρασμα των εποχών και των ανθρώπων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κομμάτι παρελθόν</span><br />
<span style="color: #000000;">διακοσμητικό στοιχείο σπάνιο των ημερών</span><br />
<span style="color: #000000;">σε όλους τους χώρους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαρτυρούσε, πιο πολύ τα δειλινά θαρρώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιφνιδίαζε τις σιωπές, κατοχύρωνε τις σκέψεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σπίτι μονάχα «θύμιζε».</span><br />
<span style="color: #000000;">Την περασμένη αίγλη του</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στις ανατολές του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα τώρα πια δεν είχε τόση σημασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα μάτια της χαραγμένη η ευλάβεια του ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα χέρια οι κόσμοι</span><br />
<span style="color: #000000;">που τώρα ζούσε&#8230;</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ</strong></em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em><strong>ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΑΓΑΠΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καθάρισα την ξύλινη καρέκλα σου με ανθόνερο</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως καθαρίζαμε τότες</span><br />
<span style="color: #000000;">τα εικονίσματα των Αγίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ρωτούσα γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;">και μου απαντούσες «από αγάπη».</span><br />
<span style="color: #000000;">Από αγάπη και τώρα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοιάζει να ’ναι ο μόνος ήχος πίσω σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο μόνος αντίλαλος φωνής στο βουβό σου σπίτι.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΑ ΠΑΡΗΓΟΡΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">με λάδι και λούλουδα</span><br />
<span style="color: #000000;">μυρωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κόρφος σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ εσαεί οφειλέτης</span><br />
<span style="color: #000000;">στην παρήγορη σκέψη σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί ποτέ δεν πέρασες</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν εχάθης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα μες στο κάλλος</span><br />
<span style="color: #000000;">έσμιξες</span><br />
<span style="color: #000000;">την έγνοια της αφής σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκεις με πέπλο ακέραιη</span><br />
<span style="color: #000000;">για κάθε στάλα αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">για κάθε στάλα μύρο. </span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ</strong></em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em><strong>ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα μεσημέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">σηκώνω τους νεκρούς που αγάπησα</span><br />
<span style="color: #000000;">παρηγοριά στης μοναξιάς την ώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">0παππούς τηγανίζει μαρίδα και με κερνάει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ αρνιέμαι όπως συνήθιζα</span><br />
<span style="color: #000000;">και σ’ ένα μονάχα του χαμόγελο</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μεταμορφώνει σε μπαρμπούνι</span><br />
<span style="color: #000000;">για χατίρι μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η γιαγιά γεμίζει αρώματα την κουζίνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">πλάθει κεφτέδες με τ’ άγιά της χέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τούς ρίχνει σε λάδι αχνιστό</span><br />
<span style="color: #000000;">και όλα γίνονται παρόντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ζωή παίρνει για λίγο σχήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα το ρολόι πάντα δίπλα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">λύνει τα μάγια όποτε αυτό θελήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι δείκτες του θυμίζουνε επίμονα</span><br />
<span style="color: #000000;">πως όλα έχουν τελειώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ουρανίσκος άδειος</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν το σπίτι μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σερβίτσια αχρείαστα</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι λευκές πετσέτες</span><br />
<span style="color: #000000;">νεκροσέντονα,</span><br />
<span style="color: #000000;">πανιά για νέους δρόμους.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε συναντώ, παππού,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στη μεγαλοσύνη της αγάπης σου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν μας κατάπιε ο χρόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε συναντώ παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">δεκατριών χρονών,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατάς το χέρι μου να σε γνωρίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώ το χέρι σου να με γνωρίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθρεφτίζω τις ζωές μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αντιστέκομαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν μ’ αφέλεια ρωτώ:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ήτανε δίκαιο;»</span><br />
<span style="color: #000000;">παραστέκομαι της απόκρισης</span><br />
<span style="color: #000000;">και συ παιδί ανυπεράσπιστο</span><br />
<span style="color: #000000;">ευθύς με μία κίνηση του σώματος</span><br />
<span style="color: #000000;">παραμάνα γίνεσαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">τροφός και αλυσίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνους καλλόχρονους εύχεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">και χάνεσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε συναντώ, γιαγιά, σε συναντώ</span><br />
<span style="color: #000000;">αγέρωχη και όμορφη</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στα χρόνια της νιότης,</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ απλώνω στο κρεβάτι μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια σου βελόνι και κλωστή,</span><br />
<span style="color: #000000;">σμιλί που μετρά τον πόντο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτιάχνεις μοτίβα με μαλλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ρίχνεις επάνω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">νήμα και μετάξι,</span><br />
<span style="color: #000000;">κουκούλι γίνομαι που μεγαλώνεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">πλάθεις ξανά το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">με σάκους από άμμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με έκσταση παρατηρώ</span><br />
<span style="color: #000000;">όσα μου φανερώνεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν προλαβαίνω να ρωτήσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνεσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνους καλλόχρονους εύχεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">και χάνεσαι. </span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΑΓΑΠΕΣ ΜΙΚΡΕΣ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΤΙΤΛΟ ΣΑΝ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο θα είμαστε σκόνη&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από εμένα θα παραμείνει μονάχα η επιθυμία,</span><br />
<span style="color: #000000;">οπό εσένα ένα κομμάτι πάντοτε</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν εννόησες.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΞΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Για να στερέψει η λέξη</span><br />
<span style="color: #000000;">χρειάζεται πηγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν δεν στεριώσεις δάκρυ μέσα της</span><br />
<span style="color: #000000;">μην περιμένεις να σταθεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">να κρατηθείς απάνω της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις είχαν πάντοτε αντίτιμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να φανερώσω πρόσταζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">το χρώμα μου το γυάλινο</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε όλα θα επέστρεφαν</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να ξεκινήσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρέθηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ο τόπος ήτανε νεκρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρθρωσα δίχως πληρωμή</span><br />
<span style="color: #000000;">μια τελευταία λέξη:</span><br />
<span style="color: #000000;">Για όσο ήσουν, σ’ αγάπησα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντίλαλος, κανένας</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΠΟΛΕΩΝ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα βράδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα λίγο μετά τα μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">στα καλντερίμια της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;">κυκλοφορούν σκιές,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί τους και κάτι γάτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυρεύουν να ξεδιψάσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">από σωλήνες παλαιών σπιτιών</span><br />
<span style="color: #000000;">που στάζουνε μεθοδικά</span><br />
<span style="color: #000000;">και μόνιμα </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν όρισε ο χρόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο κέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μπαλκόνια μυρίζουνε καρπούζι</span><br />
<span style="color: #000000;">στους περαστικούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εσύ, αντί για χάραμα καλοκαιριού</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάλι εκείνη την πρώτη κολοκύθα αναζητάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">έστω τα θρύψαλά της</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας μην υπήρξε άμαξα ποτές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σου το ψιθύρισαν κι αυτό οι γάτες.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περπατώ, περπατώ μες στην πόλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μία νεκρή ζώνη</span><br />
<span style="color: #000000;">ζώνει την πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">χρόνια τώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Της σφίγγει τους πνεύμονες,</span><br />
<span style="color: #000000;">της παραλύει τη σκέψη. </span><br />
<span style="color: #000000;">Μηδενίζει τον χρόνο γύρω της,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ παράλληλα μια «φυσική» εξέλιξη απλώνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την περπατούν και γράφουν λέξεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ταξιδεύουν στον τόπο τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρίσκουν στα απομεινάρια της ζωής της</span><br />
<span style="color: #000000;">τουριστικό ενδιαφέρον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη Λευκωσία επιβλήθηκε μια σιαμαία αδελφή,</span><br />
<span style="color: #000000;">της τρώει το σώμα και τη μνήμη σε δόσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εμείς ανήμποροι, συνταγογραφούμε δείπνα διπλωματικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενίοτε και μερικά ποιήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περπατώ, περπατώ μες στην πόλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο λύκος ξέρει πού θα με βρει&#8230;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΨΙΘΥΡΟΙ ΛΙΤΑΝΕΙΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χειροποίητα πλάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">μου υπενθυμίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τις παρυφές του κόσμου.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ρυτίδες τα δέντρα του προσώπου μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πρώτη ηλικία χάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς προειδοποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κάποιο πάρκο άγνωστο.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις νύχτες αφαιρώ τα τραύματά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και ντύνομαι όσους στίχους απέμειναν.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποίηση είναι το χάδι που στερηθήκαμε.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που μου χαρίζεται το σώμα της ποίησης</span><br />
<span style="color: #000000;">θρηνώ για ένα άλλο σώμα.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε γκρίζα ζώνη κατοικεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πνίξανε οι στίχοι.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν εμπιστεύομαι τον χρόνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα μονάχα την αγκαλιά μιας γυναίκας.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">0 χρόνος δεν σου επιστρέφει τίποτα περισσότερο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ το βλέμμα που χάρισες εσύ στον κόσμο.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τη ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάγια λύνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">και επιστρέφουμε όλοι στη μόνη αλήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">που γνωρίζει ο άνθρωπος,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νιότη.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η νιότη έχει χρόνο, η ομορφιά χρόνια.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι παλιές φωτογραφίες κάλλους</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν μαρτυράνε πια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα, διαμαρτύρονται.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη και για το θαύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">το τέλος είναι ανθρώπινο.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερώτων ατελών</span><br />
<span style="color: #000000;">συνένοχος δεν θέλω πια να γίνομαι.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διά βίου δυνάστη έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">όσες αφορμές κι αν καρπώθηκες</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν υπήρξαν αρκετές.</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αιωρούμενα πάντα τα βήματα στον Έρωτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΜΑΤΑ </span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">[ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ 2016]</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΕΝΝΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με γέννησε</span><br />
<span style="color: #000000;">γενεά προηγούμενη</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκα λεβαντωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκα μυρωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ έναν σπασμό μουσικής</span><br />
<span style="color: #000000;">με έφερε στον κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;">και μου τραγούδησε</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’χω υπομονή</span><br />
<span style="color: #000000;">και μου φόρεσε ανθούς</span><br />
<span style="color: #000000;">να έχω χάρη</span><br />
<span style="color: #000000;">και να προσέχω μου &#8216;τάξε</span><br />
<span style="color: #000000;">μια αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με γέννησε ένας στεναγμός</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα χαμόγελο,</span><br />
<span style="color: #000000;">η ανάσα και η ματιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τούτα γεύτηκα τον κόσμο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι ποιητές,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα χαρακώματα της κοινωνίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι κοινωνοί του κενού</span><br />
<span style="color: #000000;">οι μυημένοι της απώλειας,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν έπαψαν ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">να μαρτυράνε εκείνη την πρώτη πληγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιωπούν μέσα στους στίχους</span><br />
<span style="color: #000000;">τις φωνές που πνίγονται κι όλο μεγαλώνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάθουν καταφύγια αθόρυβα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεριμνάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα αρπακτικά που κουβαλούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τεκμήρια, οι λέξεις τους&#8230;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά ποιητές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά</span><br />
<span style="color: #000000;">άνθρωποι που ζήσαν τον ξεσπιτωμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">που είδαν να μεγαλώνει τ&#8217; άδικο</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στους κροτάφους τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">που γέρασαν μέσα σε σπίτια ξένα</span><br />
<span style="color: #000000;">με μνήμες μιας άλλης γης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχουμε κι εμείς γι&#8217; αυτούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">η άλλη πλευρά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τις Κυριακές του χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">πετάω το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τα πλεκτά του ρούχα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι κόμποι γίνονται ένα δοχείο διαδρομής</span><br />
<span style="color: #000000;">και μοτίβα διαλεκτών υαλικών</span><br />
<span style="color: #000000;">ιταλικής προέλευσης, κατά προτίμηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραδίδεται το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια καταδικαστέα νοσταλγία</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αναζητά τον χρόνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον χρόνο που ήταν πάντα λίγος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Δευτέρες, ως διά μαγείας,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σώμα επανέρχεται οικειοθελώς</span><br />
<span style="color: #000000;">μου ψιθυρίζει αναγεννημένο</span><br />
<span style="color: #000000;">τα χατίρια της άνοιξης&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευγνώμων, προσδοκώ.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠ&#8217; ΤΗ ΣΡΙ ΛΑΝΚΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κοίταζαν κι οι δυο στο κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μια τη ζωή που άφησε</span><br />
<span style="color: #000000;">η άλλη τη ζωή που έχανε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχεδόν αδιάφορη η μεταξύ τους παρέα</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν ανέγγιχτα τα χέρια του βραδινού περιπάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια που τη σήκωναν, την τάιζαν, την έπλεναν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια που της άναβαν το κερί</span><br />
<span style="color: #000000;">τις Κυριακές στην εκκλησιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε απλήρωτες υπερωρίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ίδια χέρια που θα της άλλαζαν τις πάνες</span><br />
<span style="color: #000000;">στις δύσκολες μέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια που λάμβαναν</span><br />
<span style="color: #000000;">σ&#8217; έναν καθωσπρέπει φάκελο εξιλέωσης</span><br />
<span style="color: #000000;">μια μηνιαία οφειλή, στα γηρατειά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια που θα της έκλειναν</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιο ξημέρωμα τα μάτια.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το δέντρο σου δεν στόλισα</span><br />
<span style="color: #000000;">τούτα τα Χριστούγεννα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα στολίδια απ&#8217; το Έσσεξ</span><br />
<span style="color: #000000;">και τους κόσμους που με ταξίδευες</span><br />
<span style="color: #000000;">κλαίνε μονάχα στην αποθήκη</span><br />
<span style="color: #000000;">παρέα με τον σκόρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα προνοώ ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα λουλούδια της αυλής και τα υπάρχοντά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προνοώ και το καντήλι σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα μετά τη βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπόσχομαι να προλαβαίνω.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ (2014)</strong></span></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Στίγματα Φωτός</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ, ΑΧΡΑΝΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ώρα πρώτη κι ο θίασος έξω απ’ την πόρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπά κι ανοίγω ευλαβικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως έμαθα άλλωστε να κάνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βλέμματά μας αντικριστά</span><br />
<span style="color: #000000;">και απ’ το μυαλό μου περνάς εσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι όπως ξέρεις να με κερδίζεις κάθε φορά,</span><br />
<span style="color: #000000;">να με παρηγορείς, να με φροντίζεις, να με συντηρείς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με καταριέσαι πάλι με την ευλογία,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αντιστέκομαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">παραδίνομαι ερωτευμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπόσχεσαι στιγμές</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη χώρα του αχωρήτου</span><br />
<span style="color: #000000;">και γνέφω θεληματικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ολόδικός σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις λέξεις, στους στίχους, στις στροφές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποίηση, άχραντο μυστήριο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πότε συννέφιασε μάτια μου, π</span><br />
<span style="color: #000000;">ότε πέρασε η ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τα μάτια μας και δεν το καταλάβαμε;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμα δεν κατάφερα</span><br />
<span style="color: #000000;">να σωπάσω τις φωνές μέσα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμα ψάχνω για ροδοπέταλα γαλήνης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως ο ήλιος μου χάρισε πολλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως ήρθε η ώρα να με κάψει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σας κοιτώ καταραμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">και λυπάμαι που έμελλε</span><br />
<span style="color: #000000;">να συνεχίσετε τις ζωές σας</span><br />
<span style="color: #000000;">στον κύκλο της Πηνελόπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σας κοιτώ καταραμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">υποφέρω, φωνάζω, πεθαίνω</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δε φτάνει σε σας κανένας ήχος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σας κοιτώ καταραμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">μα τα βλέμματα σας δε μ’ αντικρίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοβούνται την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοβούνται μη ματώσουν τους κόσμους</span><br />
<span style="color: #000000;">που έκτισε ο Οδυσσέας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σας κοιτώ καταραμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εσείς με διώχνετε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζείτε την κατάρα της εποχής σας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην αναμονή τα όνειρά σας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Οδυσσέας κάποτε θα φτάσει.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θυμήθηκα το σπίτι με τις κούνιες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μηλιά, τη λεμονιά, το γιασεμί στην πόρτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μικρή μας κουζίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">που χωρούσε τότε όλα μου τα όνειρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πέτρινή μας αυλή και το μικρό κάγκελο</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν κατάλαβα ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί και πώς έκλεισε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως να ‘ναι και παρήγορο</span><br />
<span style="color: #000000;">που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν ακουμπά τη μνήμη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας</span><br />
<span style="color: #000000;">για τελευταία φορά.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Στο Φως της Αγάπης μας</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνεις να βρεις την παλιά σου εικόνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το χαμόγελο που φώτιζε το λευκό σου πρόσωπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη δύναμη που δε θα τερματίσει το πέρασμά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλείνεις τα μάτια να μην καταλάβουν πως πονάς</span><br />
<span style="color: #000000;">μα τώρα πια το πρόσωπο αλλοιώνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια χάνουν το χρώμα της θεϊκής αγάπης,</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμίζουνε δάκρυα κι ανθρώπινο πόνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα στην όψη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αναγνωρίζω την ταυτότητά σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γλυκιά εκείνη γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;">που με σήκωνε μ’ ευλάβεια ν’ ανάψω ένα κερί</span><br />
<span style="color: #000000;">και να προσευχηθώ.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΔΕΙΑΝΑ ΧΕΡΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήθελα να με κλείσεις για πάντα μέσα σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να με παρασύρει στην αιωνιότητα η αγκαλιά σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να μη σε δω να φεύγεις. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα θρηνώ για πάντα που σ&#8217; αγάπησα τόσο, </span><br />
<span style="color: #000000;">θα θρηνώ για το φως της αγάπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πενθείς και συ για μένα στους ουρανούς </span><br />
<span style="color: #000000;">για τ&#8217; αδειανά μου χέρια. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η ανάμνηση απ&#8217; το τελευταίο μας φιλί</span><br />
<span style="color: #000000;">παραλύει κάθε καινούρια αίσθηση, </span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε αγκαλιά που μου χαρίζει ο χρόνος.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Πορτρέτα</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>DIVINA</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με κοιτάζεις και με καθοδηγείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">με μεταφέρεις σ’ άλλους κόσμους, κόσμους θεϊκούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">κόσμους που μονάχα εσύ έζησες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με παρασέρνεις στα βασίλεια της φωνής σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνεις την ψυχή μου να γεμίσει με άρωμα Θεού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλείνεις τα μάτια και είσαι το ίδιο γοητευτική,</span><br />
<span style="color: #000000;">εξακολουθείς να είσαι θεά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω απ’ τα χείλη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">συναντώ τους άδοξους έρωτές σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτούς που η ζωή δε θέλησε να σου χαρίσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φέρνεις τα χέρια στο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">και νιώθει η γη να την αγκαλιάζεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">δοξάζει η φύση το δημιούργημά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και είσαι Εσύ, ναι εσύ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Η τόσο ευαίσθητη, τόσο περήφανη</span><br />
<span style="color: #000000;">μα και τόσο εύθραυστη,</span><br />
<span style="color: #000000;">δική μου θεά.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΠΟΥΡΚΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα μάτια της κοίταζαν χαμηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρήκε το χερούλι απ’ το κάγκελο και το ‘σπρωξε</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δεν ήταν μόνο αυτό που μας χώριζε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρασε μέσα διακριτικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο μπορούσε με την κλαδωτή της μπούρκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοβόταν να με αντικρίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι της έμαθαν από παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">μα η επιμονή μου την έκανε να με κοιτάξει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαμογέλασα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάγωσε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ανταπόδωσε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησε τα παιδιά της και έφυγε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ένιωθα στον αέρα τις βρισιές</span><br />
<span style="color: #000000;">για το χαμόγελο που στερήθηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">για το χαμόγελο που φοβάται</span><br />
<span style="color: #000000;">πως θα χάσουν τα παιδιά της.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε ζηλεύω θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">που ‘σαι γαλήνια σήμερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">παρασέρνεις μαζί σου τα πάντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">για όλα έχεις μια στεριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι κι αυτά που τα βυθίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">και το σκοτάδι σου τα κρύβει</span><br />
<span style="color: #000000;">μην τα θυμηθεί κανείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μην τύχει και τα ψάξει ποτέ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εγώ χάνομαι μες στην επιφάνειά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στους ανθρώπους που με ξέχασαν</span><br />
<span style="color: #000000;">διότι ήθελε κόπο ν’ απλώσουν το χέρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στις ψυχές που ‘ρθαν μονάχα</span><br />
<span style="color: #000000;">να καρπωθούν την αγάπη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και μετά έφυγαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λεηλάτησαν τους κόσμους που χτίζαμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ άφησαν να χαθώ σαν το χρόνο που τους χάρισα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τώρα μαρτυρώ τον κόπο της αγάπης.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Η Αυλαία του Έρωτα</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΕΡΩΤΙΚΌ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έκλεινες τα μάτια </span><br />
<span style="color: #000000;">κι αντίκριζα μια πρωτόγνωρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακανόνιστη ομορφιά. </span><br />
<span style="color: #000000;">Γέμιζες τις σκιές με χρώματα, </span><br />
<span style="color: #000000;">το σκοτάδι φωτιζόταν με ήχους </span><br />
<span style="color: #000000;">από κόσμους μακρινούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ&#8217; αυτούς που τελικά ταξίδεψες και συ </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν κάθε αγάπη που παλιώνει στο χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρμενίζεις ευλαβικά στο πέλαγος </span><br />
<span style="color: #000000;">μα ποτέ δε ναυαγείς, </span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα ξεμακραίνεις </span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι που τα μάτια κουράζονται, σε λησμονούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταξιδεύουν τώρα γι&#8217; άλλους προορισμούς</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΦΑΝΑΡΙΩΝ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπω τ’ όνειρό μου να περνά</span><br />
<span style="color: #000000;">βίαια απ’ το παράθυρό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">αγκαλιασμένο σ’ ένα μηχανάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατά τα χρόνια μου στην αγκαλιά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά που πέρασαν βιαστικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά που χάθηκαν γιατί δεν είχαν χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλεισμένος κι ασφαλής στο άδειο τροχοφόρο μου</span><br />
<span style="color: #000000;">μετακινούμαι γρήγορα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην αντέξω και δω την αγάπη τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην καταλάβω πως μου έλειψαν δυο χέρια…</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Νέα Γη</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΟΔΟΣ ΗΡΩΩΝ, ΑΡΙΘΜΟΣ 13</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θα γράψουν για σας μεγάλοι ποιητές. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σας στολίσουν με στεφάνια και λουλούδια. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα δακρύσουν για σας άγνωστοι </span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς ακούνε τους επικήδειους </span><br />
<span style="color: #000000;">τον ένα μετά τον άλλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πουν πως είστε ήρωες και δε θα &#8216;ναι ψέμα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πουν και για παρηγοριά στις οικογένειές σας </span><br />
<span style="color: #000000;">πως τιμήσατε την πατρίδα </span><br />
<span style="color: #000000;">ποτίζοντάς τη με αίμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια μάνα γη όμως θέλει να σκοτώνει τα παιδιά της; </span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια μάνα γη δέχεται τιμές, </span><br />
<span style="color: #000000;">όταν το αίμα των ανθρώπων </span><br />
<span style="color: #000000;">διαπερνά τα σωθικά της;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυρνώντας και πάλι εδώ, σε εποχές ευτελισμού </span><br />
<span style="color: #000000;">περιμένω ν&#8217; ανθίσει ξανά το γιασεμί, </span><br />
<span style="color: #000000;">να μυρίσουν οι άνθρωποι τους ανθούς της άνοιξης, </span><br />
<span style="color: #000000;">να στολίσουν οι νεράιδες τα μαλλιά τους </span><br />
<span style="color: #000000;">με βασιλικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πώς, Θεέ μου πώς; </span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού ξεχάσαμε να ποτίζουμε τη γη μας με νερό </span><br />
<span style="color: #000000;">και γεμίσαμε τα σπίτια μας με πόνο…</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΝΕΑ ΓΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος βγήκε πάλι σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">για να φωτίσει τον κόπο αυτού του τόπου,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να μας δείξει πως θα ‘ναι δίπλα μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να χαρίσει τη ζέστη του</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξανανιώσουν οι παγωμένες καρδιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έσπειραν φόβο μα τον θερίσαμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον μαζέψαμε και τους τον παραδώσαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα, αυτό ήταν ο πλούτος μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είμαι βέβαιος για τα καθαρά μας χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ο τόπος μου φαίνεται να κάνει βήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">προς την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως ήρθε η ώρα ν’ αποτινάξουμε ό,τι μας βασάνισε,</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι θρονιάστηκε σαν αγκάθι στις ψυχές μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι έκανε το νερό μας γλυφό</span><br />
<span style="color: #000000;">και με μια δόση λήθαργου</span><br />
<span style="color: #000000;">μας κρατούσε τα μάτια κλειστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως και να μη θέλαμε να δούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δε θα γράψω γι’ αυτό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα σημασία έχει πως κουνήσαμε τα βλέφαρά μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (2011)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΓΑΠΗ ΜΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσε ο άνεμος </span><br />
<span style="color: #000000;">να μου φέρει το άρωμά σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να γεμίσει η ψυχή μου μυρωδιές&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσε ο ουρανός </span><br />
<span style="color: #000000;">να σχηματίσει το πρόσωπο σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να σε δω που σ&#8217; έχω τόσο επιθυμήσει&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσαν τα φουρτουνιασμένα κύματα </span><br />
<span style="color: #000000;">να μου θυμίσουν την αύρα σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να πλεύσω σ&#8217; αυτά και να τη νιώσω ν&#8217; αγγίζει το σώμα μου&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσε το φεγγάρι </span><br />
<span style="color: #000000;">να πάρει τη λάμψη των ματιών σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να με συντροφεύει τα βράδια μακριά σου&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσε η δροσιά του ξημερώματος </span><br />
<span style="color: #000000;">να συγκριθεί με τη δροσιά του σώματος σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να σε θυμάμαι κάθε μοναχικό μου πρωινό&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσε ο ήλιος </span><br />
<span style="color: #000000;">να πάρει το χρώμα της αγάπης μου για σένα, </span><br />
<span style="color: #000000;">να δώσει φως στο σκοτάδι μου&#8230;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα ν&#8217; αγγίξω τα χέρια σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να αισθανθώ το χάδι των δικών σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να σ&#8217; αγκαλιάσω, </span><br />
<span style="color: #000000;">να πάρω δύναμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να σε κάνω να γελάσεις, </span><br />
<span style="color: #000000;">να γελάσω και γω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να φιλήσω τα δάκρυά σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να ξέρω πως σου παραστέκομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να νιώσω τα χείλη σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεδιψάσουν τα δικά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να λησμονήσω την αγάπη σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">να συνεχίσω τη ζωή μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μπορούσα να σου ψιθυρίσω στ&#8217; αυτί ότι σ&#8217; αγαπώ&#8230; </span><br />
<span style="color: #000000;">Μα δεν μπορώ.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΗΣΥΧΑ ΒΡΑΔΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μακρινό το πέλαγος που μας χωρίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλη γη, άλλη θάλασσα, άλλος ουρανός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Της δόξας οι φήμες, οι υποσχέσεις, με κρατάνε εδώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέω να ‘ρθω, μα η φθορά του καιρού μ’ έχει κουράσει. </span><br />
<span style="color: #000000;">Έχω ζήσει ναυάγια…Φοβάμαι…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπω τη δύση και σιωπώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφήνω τον καιρό να περάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">και πλανιέμαι μέσα σε μια πλάνη που έχω δεχτεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της ψυχής το ξημέρωμα σκοτεινιάζει της μέρας το φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">της κάθε μέρας που είμαι μακριά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λησμονώ το φως των ματιών σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">άδοξος όμως, μένω στο σκοτάδι που μου έχει οριστεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχουν μείνει τα όνειρά μου στα μισά,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα μπορώ να σ’ ανταμώνω σ’ αυτά στα κρυφά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι γλιστρώ απ’ το σκοτάδι που ζω</span><br />
<span style="color: #000000;">και βυθίζομαι στη στιγμή του ονείρου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη δική μου καλά φυλαγμένη στιγμή…</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΠΟΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλεγε κι ο ποιητής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνω να βρω την αλήθεια μέσα στο ψέμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνω να βρω το δίκιο μέσα στην αδικία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνω να βρω το φως μέσα στο σκοτάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνω να βρω την ειλικρίνεια μέσα στην υποκρισία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνω να βρω τον έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στις παγωμένες καρδιές των ανθρώπων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όσο ψάχνω, καίγομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ο καθένας το βραχνά του ξέρει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γέρνω και φεύγω διψασμένος…</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χαμόγελα, χειροκροτήματα, μπράβο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα ωραία φαίνονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάξε όμως να δεις, τι άφησες πίσω για όλ’ αυτά…</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως αυτά που άφησες, </span><br />
<span style="color: #000000;">καταλαβαίνεις τώρα πως άξιζαν περισσότερο;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν ναι, τότε δεν είναι αργά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα μπορούμε να γυρίσουμε από κει που αρχίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">φτάνει να βλέπουμε πως υπάρχει χρόνος,</span><br />
<span style="color: #000000;">φτάνει η πορεία που διανύσαμε να μη μας κρατά πίσω…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα βέβαια θα μου πεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί δε γύρισες και συ από κει που άρχισες;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και θα ‘χεις δίκιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε γύρισα γιατί μαγεύτηκα απ’ αυτά τα πρόσκαιρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί δε γνώρισα αυτά που ήθελα</span><br />
<span style="color: #000000;">και έκανα το λάθος να πιστέψω πως ζωή είναι μόνο αυτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό με ησύχαζε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως εμένα να με κρατά και η πορεία μου μπροστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τελικά δεν ήταν εύκολο να επιστρέψω,</span><br />
<span style="color: #000000;">να νιώσω και πάλι παιδί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει κουράγιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει ψυχή…και γω δεν έχω!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως και να την έχω υποθηκεύσει…</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΔΩ ΓΙΑ ΕΜΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ, εδώ στον κόσμο του ξεχωριστού και του ωραίου,</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ στον κόσμο που άλλοι πλάθουνε για μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ στον κόσμο που η αγνότητα είναι ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;">και η αγάπη υποκρισία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ φωνάζω!</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα δεν ακούγομαι…</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ κραυγάζω!</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ποιος μ’ ακούει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος ακούει αυτά που είναι δύσκολο ν’ ακούσει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος ακούει αυτά που δε θέλει ν’ ακούσει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ λοιπόν, εδώ με όνειρα απατηλά, με αξιώσεις και αξίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζούμε εμείς, ζει ο καθένας μας, ζούμε όλοι…</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεχόμαστε να ζούμε εδώ.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΥΝΑΞΙΣ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΑΡΔΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΡΟΔΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά φορά οι άνθρωποι ξεχνάνε </span><br />
<span style="color: #000000;">πως μέσα στη δίνη του βίου τους </span><br />
<span style="color: #000000;">συνάντησαν ανθρώπους </span><br />
<span style="color: #000000;">που αγάπησαν πραγματικά. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ανθρώπους που είχαν το θάρρος </span><br />
<span style="color: #000000;">ν&#8217; απλώσουν τα χέρια </span><br />
<span style="color: #000000;">ν&#8217; αγγίξουν το δικό τους πόνο, </span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς το φόβο πως θα πονέσουν κι αυτοί,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθρώπους που έφεραν στη ζωή τους </span><br />
<span style="color: #000000;">άρωμα αγάπης. </span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι και συ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι ο γλυκός άνθρωπος </span><br />
<span style="color: #000000;">που θέλησε να βρεθεί στο δικό μου ουρανό, </span><br />
<span style="color: #000000;">που θέλησε να μοιραστούμε μαζί τα ίδια αστέρια, </span><br />
<span style="color: #000000;">που άκουγε πάντα με υπομονή </span><br />
<span style="color: #000000;">τους ουρανούς που πρόσμενα να ταξιδέψω. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι ο άνθρωπος που μ&#8217; έμαθε πως πίσω απ&#8217; τα σύννεφα, </span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχει πάντα ένας λαμπερός ήλιος που αναμένει εμάς. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι ο γεμάτος μυρωδιές άνεμος </span><br />
<span style="color: #000000;">που έσμιξε τη δική μου με τη δική σου ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι αυτό που μου θυμίζει </span><br />
<span style="color: #000000;">πως πέραν απ&#8217; την αγάπη των ανθρώπων, </span><br />
<span style="color: #000000;">στη γη συναντάς και την αγάπη του Θεού, </span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί έτσι μ&#8217; αγάπησες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι η γλυκιά αγκαλιά που θα γινόταν θυσία </span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας λένε πως αυτά δεν τα συναντά κανείς. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η δικιά σου αγκαλιά μιλά και ευτυχώς την ακούω, </span><br />
<span style="color: #000000;">φτάνει σε μένα η γλυκιά μελωδία της ψυχής σου. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι ο θησαυρός </span><br />
<span style="color: #000000;">που συναντά κανείς στο δρόμο του ανέλπιστα </span><br />
<span style="color: #000000;">και σε κάνει ν&#8217; αφήσεις τα μάτια σου να δακρύζουν αδιάκοπα </span><br />
<span style="color: #000000;">για τη χαρά που φρόντισε να σου στείλει ο Θεός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι η απάντησή μου σε κάθε μάταιη αναζήτηση αγάπης&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι το φως της άλλης μέρας </span><br />
<span style="color: #000000;">που οι άνθρωποι έχουν τόσο ανάγκη </span><br />
<span style="color: #000000;">και όρισαν πως ονομάζεται φιλία. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι αυτό που ορίζει η καρδιά και δέχεται στο χώρο της </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν φιλοξενούμενο, που δε θέλει να φύγει ποτέ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι αυτό που σαν συναντήσει ο άνθρωπος στο δρόμο του, </span><br />
<span style="color: #000000;">γεμίζει την άγονη γη του άνθη και νερό.</span></p>
<p style="text-align: left;"><span style="color: #000000;">Είσαι η γεύση απ&#8217; το ψωμί, </span><br />
<span style="color: #000000;">καμωμένο γεμάτο φροντίδα και αγάπη. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι αυτό που αγαπώ όπως η μνήμη αγαπά </span><br />
<span style="color: #000000;">τους καλά φυλαγμένους σ&#8217; αυτήν ανθρώπους, </span><br />
<span style="color: #000000;">αυτούς που ζουν με σένα κι ας είναι μακριά σου, </span><br />
<span style="color: #000000;">αυτούς που δε νιώθεις το πέρασμα του χρόνου </span><br />
<span style="color: #000000;">ν&#8217; αλλάζει το πρόσωπο τους. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι αυτό που θα &#8216;σαι για πάντα&#8230;</span></p>
<p style="text-align: center;"><span style="color: #000000;">#######</span></p>
<p style="text-align: left;"><span style="color: #000000;">Για έναν από τους ανθρώπους που η ζωή στέλνει χωρίς αντάλλαγμα, όταν αυτή αποφασίσει πως πρέπει να είναι γενναιόδωρη μαζί σου και καλά κάνει&#8230; να θυμάσαι πως είσαι ένας απ&#8217; τους ανθρώπους για τον οποίο θ&#8217; άφηνα το φεγγάρι μου και θα δεχόμουν να μοιραστώ τ αστέρια μαζί του.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΟΥ <em>ΠΑΠΠΟΥ</em> ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ</strong></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΗ ΑΛΩΜΕΝΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αμμόχωστος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη που έδινες ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη που χάριζες χαρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευλογημένη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γη που κατακτήθηκες απ’ των εχθρών τα σύνεργα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη που βεβηλώθηκες σαν δε σου πρέπει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη πολιορκημένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ελληνική γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γη που σ’ αγάπησα και σ’ ερωτεύτηκα</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις μνήμες του παππού και της γιαγιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη που σε γνώρισα σαν δε σου πρέπει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φοβερό της μνήμης θα με ακολουθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ώσπου η Ρωμιοσύνη ν’ αναστηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε θα ‘μαστέ μαζί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γη, δική μου γη.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΓΛΥΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ</strong></em></span></h6>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΙΑ ΤΑ ΡΟΔΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένας κήπος γεμάτος ρόδα ήταν το πέρασμά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πότιζες ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χάιδευες γλυκά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα γέμιζες αρώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα έσταζες δροσιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα ρόδα της αυλής σου αγκάθι δε θα βρεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί απ’ την ψυχή σου τους χάριζες ψυχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γέρνει ο ήλιος σου, αν κι ακόμα χαρίζει φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκοτεινιάζει ο ήλιος σου, αν κι ακόμα φωτεινός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σβήνει ο ήλιος σου, αν και φωτίζει εμάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύει ο ήλιος σου, ανατέλλει όμως για μας.</span></p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate">ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΑΝΤΕΛΑ (2016)</span></strong></span></h4>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate">Διηγήματα</span></strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ</span></strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><span class="translator-checked translator-dont-translate">Ήμουν εκτός της ακολουθίας, εκείνη τη μέρα της Ανάστασης, ήταν όμως τα πρόσωπά τους σε μια μυστήρια αρμονία τόσο επιβλητική, που δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω τους. Ο ναός κατάμεστος και οι </span><span class="translator-checked translator-dont-translate">ομιλίες μπλεγμένες, αγγλικά, ελληνικά και κάτι μεταξύ τους. Ο ιερέας, στο σύντομο κήρυγμά του, καλούσε τους πιστούς σε ειρήνη και αγάπη. Ρομαντική σκέψη, σκέφτηκα και χαμογέλασα. Έπειτα ξεκίνησε τα περί υποστηρίξεως της εκκλησίας, του πατριαρχείου, της παροικίας, της προσπάθειας αγιογράφησης του ναού, πάντα οικονομικής βέβαια, περί ηθικής ούτε λόγος. Παρά το ότι αντιμετώπισα με μια πρώτη ειρωνεία μέσα μου την ανταλλαγή των ρόλων, σε σχέση πάντα με την υποστήριξη, δεν είχα διάθεση για κριτική, έτσι σώπασα, μα δεν χαμογέλασα. Άλλωστε το μυστήριο μπροστά μου, δεν μου έδινε και πολλές επιλογές.</span></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα αθώα τους πρόσωπα κοίταζαν τη φλόγα από το κερί με το Άγιο Φως και σχεδόν το προστάτευαν με τη θαλπωρή του βλέμματός τους. Οι άνθρωποι γύρω μου μετανάστες, σ’ έναν ξένο τόπο που έστησαν απ’ την αρχή τις ζωές τους. Για κάποιους ήταν και η μοναδική αρχή, άλλοι προ του πολέμου κι άλλοι μετά. Σειρές ολόκληρες με γκρίζα μαλλιά, μα εγώ στεναχωριόμουν περισσότερο για τα γκρίζα μυαλά. Η ευχή μαζί με το «Χριστός Ανέστη!», γνώριμη στ’ αυτιά μου&#8230; «Και του χρόνου στα σπίτια μας!». Πρόσφυγες ή όχι, η επιθυμία κοινή. Όλοι αγαπούσαν το κομμάτι του τόπου που άφησαν πίσω τους. Εγώ ανάμεσα σε τόσους πρόσφυγες, ένιωθα την αγάπη από τη μια για τα παιδιά κάτω απ’ τα πόδια μου, τα οποία συνέχιζαν να περιεργάζονται το Άγιο Φως, κι από την άλλη τη νοσταλγία του σπιτιού μου και του κόσμου μου&#8230; Ίσως και να τους ένιωθα. Έπειτα, πρόσφυγας κι εγώ, σκέφτηκα. Πρόσφυγας από τα παιδικά μου χρόνια, απομακρυσμένος ακόμα κι από τις αναμνήσεις τους, που επανέρχονταν μα τις αποσιωπούσα, γιατί κουβαλούσαν μια φλούδα πόνου. Τις τακτοποιούσα κι αυτές, σαν όλα τα υπάρχοντά μου, συνήθεια ανεξίτηλη. Ήταν το τρίτο Πάσχα μακριά απ’ το σπίτι, ήταν το τρίτο μετά τον χαμό της γιαγιάς. Με αιχμαλώτισε για μια στιγμή η σκέψη της&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><span class="translator-checked translator-dont-translate"> Προσευχήθηκα για την ψυχή της, προσευχήθηκα και για μένα και για τα παιδιά που ήταν δίπλα μου, για τα παιδιά όλου του κόσμου, όπως έλεγε η γιαγιά, που είναι η γλυκιά μας ελπίδα. Πρόσφυγας λοιπόν, αυτό ήμουν εκείνη </span><span class="translator-checked translator-dont-translate">τη στιγμή&#8230; Ήξερα βέβαια, πως εγώ δεν θα μπορούσα να ευχηθώ με ειλικρίνεια, «και του χρόνου στο σπίτι μου!». Το σπίτι μου, το σπίτι της γιαγιάς, είχε κλείσει μαζί της κι από τώρα πρόσφυγας θα δήλωνα κάθε Ανάσταση, χωρίς ελπίδα γυρισμού.</span></span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ</span></strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεν ήταν παρά μία καθιερωμένη πλέον επίσκεψη στο ογκολογικό για τη θεραπεία της γιαγιάς, σε αντίθεση με τις πάντα απρόσμενες επισκέψεις της ποίησης. Είχε ήδη περάσει μια ώρα και περίμενα στην αίθουσα αναμονής.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μας χώριζε ένας τοίχος απ’ το δωμάτιο της γιαγιάς, στο οποίο βρισκόταν με άλλες κυρίες που έκαναν την ίδια θεραπεία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εγώ, χαμένος στις σκέψεις μου, συνέχιζα αυτό που είχε ξεκινήσει απ’ τη διαδρομή. Λέξεις και στίχοι ανάκατοι που πίεζαν να μπουν σε σειρά, διέκρινα πως ήταν άλλη μια στιγμή δημιουργίας. Πήρα απ’ την τσάντα μου ένα κομμάτι χαρτί και ξεκίνησα να γράφω, να σβήνω και να διορθώνω, ενώ σταματούσα κατά διαστήματα, παρατηρώντας τις εικόνες γύρω μου. Οι άνθρωποι και εδώ βιαστικοί, πρόσθεταν ελπίδα ζωής σε κάθε επίσκεψη και με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο συνέχιζαν τη διαδρομή τους μέχρι την επόμενη φορά.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Συνέχισα να παλεύω με το ποίημα, το οποίο στο μεταξύ ξεκίνησε να με απογοητεύει, οπότε άφησα για λίγο το στυλό και με μια κίνηση του βλέμματός μου, συνέλαβα ένα άλλο βλέμμα που ήταν καρφωμένο απάνω μου για ώρα, όπως φάνηκε. Αιφνιδιάστηκε όταν την αντιλήφθηκα και της χαμογέλασα, μα δεν ανταπέδωσε. Ήταν μια κυρία κάπου στα εξήντα, με τρυπημένο το δεξί χέρι. Μέσα στον κόσμο αυτό, το σημάδι στο χέρι είναι αρκετό για να ξεχωρίσεις τους επισκέπτες από τους ανθρώπους που παλεύουν για</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λίγο χρόνο ζωής. Έσκυψε μπροστά της σαν να ντράπηκε, οπότε συνέχισα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εγώ την προσπάθειά μου με το ποίημα. Ανεβοκατέβαζα το κεφάλι μου, παρατηρώντας την. Η κυρία ξεκίνησε να με Βλέπει με παράξενο ύφος. Το απέδωσα στο ότι έγραφα με μανία ως συνήθως και ίσως αυτό να της προκαλούσε την περιέργεια. Ίσως πάλι, να προσπαθούσε να καταλάβει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αν ήμουν κι εγώ ασθενής&#8230;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η γιαγιά βγήκε ξαφνικά κι ανέλπιστα απ’ το δωμάτιο θεραπείας, μιας και συνήθως αυτό κρατούσε πολύ περισσότερο. Της χαμογέλασα με ανακούφιση και την πήρα απ’ το χέρι. Το βλέμμα της κυρίας με κοίταξε αλλιώς κι έπειτα μου χαμογέλασε στοργικά&#8230; Είχαμε πιστώσει ακόμα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λίγο χρόνο για τη γιαγιά και θα ξεκινούσαμε για το σπίτι. Έφευγα με ένα ποίημα στο χέρι που τελικά δεν μου βγήκε και δεν θα οδηγούσε μάλλον πουθενά. Κρατούσα μέσα μου όμως αυτό το χαμόγελο, που ανταπέδωσε εκ των υστέρων η άγνωστη κυρία, για να καταλάβω πως πέρα απ’ τον πόνο, υπάρχουν κι άνθρωποι που είναι αφόρητα μόνοι, που πρέπει να φροντίσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ακόμα και σε τούτες τις στιγμές, που δεν ανταλλάζουν εύκολα χαμόγελα, γιατί δεν τους χαρίστηκαν ποτέ, που πρέπει να πιστώνουν μόνοι τον χρόνο τους, κι ας μην έχουν κανένα να τον μοιραστούν&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΟΔΥΝΗΣ</strong></h5>
<p><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></p>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 15/7/2024</p>
<p>Αντρέας Τιμοθέου, «Ενδύματα οδύνης», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2023.</p>
<p>Ο Αντρέας Τιμοθέου ξέρει να διαχειρίζεται το αδιαμφησβήτητο ποιητικό του ταλέντο γόνιμα και δημιουργικά, μα προπαντός ανανεωτικά και πειραματικά, κάθε φορά που παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό με νέο ποιητικό βιβλίο.</p>
<p>Η 8η ποιητική συλλογή του «Ενδύματα οδύνης» είναι αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας και περιλαμβάνει μόνο 14 ποιήματα.</p>
<p>Το συμπυκνωμένο αισθητικό αποτέλεσμα συνιστά μια ευπρόσωπη ποιητική σύνθεση στην οποία ο Α.Τ. συνομιλεί με τη μούσα του, παγκόσμια φυσιογνωμία της όπερας, αλλά και με τις ηρωΐδες που αυτή ενσάρκωσε. Ο ποιητής συνταιριάζει άρτια τον πολυτάραχο και συνάμα τραγικό βίο της Κάλλας με την τραγική μοίρα ηρωΐδων που η ίδια υποδύθηκε επί σκηνής όπως η Μείδια, η Τόσκα, η Ιφιγένεια, η Μπάτερφλαϊ και άλλες.</p>
<p>Στο εισαγωγικό ποίημα της συλλογής ομιλεί η ίδια η Κάλλας και εν είδει μανιφέστου διακηρύττει την πεμπτουσία των όσων θα ακολουθήσουν στο βιβλίο: «Γυναίκες της άλλης όχθης / σας φορώ ραμμένες / στο σαρκίο του ρούχου μου… / …Κυοφορώ το ένδυμα μίας φωνής / κι όσης αγάπης δεν πρόλαβα να δώσω». (σελ. 27) Εδώ βλέπουμε συμπυκνωμένη την ιδιοσυγκρασιακή υπόσταση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας αυτής της μεγάλης καλλιτέχνιδας. Ο ποιητής εισχώρησε βαθιά στο είναι της Κάλλας. Για του λόγου το αληθές αρκεί να αντιπαραβάλουμε τα δικά της αυθεντικά λόγια με τους στίχους του Α.Τ.: «Ανήκω στους δοτικούς ανθρώπους. Θέλω να δώσω λίγη ευτυχία, ακόμη κι αν εγώ δεν ευτύχησα πολύ». (σελ. 79) Αυτό ήταν το modus vivendi της Κάλλας και αυτό επιχειρεί να μεταπλάσει αισθητικά σε όλο το βιβλίο ο ποιητής.</p>
<p>Ο Α.Τ. αναδεικνύει την ταύτιση της Κάλλας με τις ηρωΐδες που υποδύθηκε. Η αναζήτηση και αισθητική μετάπλαση όλων των κοινών στοιχείων ήταν, ασφαλώς, έργο δύσκολο, επίμοχθο και μεγάλο σε χρονική διάρκεια. Το έργο αυτό επιτελέστηκε από τον ποιητή με μεγάλη ευαισθησία αλλά και πολύ ταλέντο. Ιδού ένα δείγμα γραφής από το ποίημα «Τόσκα»: «Τρέμει η Ρώμη / μέσα στη μνήμη της κραυγής, / νεφέλη γίνεσαι / σύννεφο θλίψης και αγωνίας / δίχτυ στον χρόνο ακατόρθωτο / ευάλωτο πλάσμα, εύθραυστο / και τόσο κοντινό μου». (σελ. 43)</p>
<p>Παρά την εξάρτηση από συγκεκριμένους μύθους διαφόρων κλασικών έργων της όπερας αλλά και από τη ζωή της ίδιας της Κάλλας, οι στίχοι του Α.Τ. αποκτούν δική τους ξεχωριστή υπόσταση, αυθύπαρκτη και αυτόνομη: «Δεν υπάρχει αντίο. / Αιώνια θα χαμογελούν / τα όνειρα του παρελθόντος». (σελ. 47)</p>
<p>Ωστόσο, συχνά – πυκνά μέσα στο βιβλίο, ο ποιητής υποχρεώνεται, αναγκαστικά, να γίνει περιγραφικός, αφηγηματικός. Κι αυτό σε μια προσπάθεια να κρατήσει στέρεο και συμπαγές το ενιαίο της όλης θεματικής του. Αυτή η ανάγκη όμως δεν βοηθά πάντα το αισθητικό αποτέλεσμα. Θα έλεγα, αντιθέτως, μάλλον δημιουργεί προϋποθέσεις αποδυνάμωσης αυτού του αποτελέσματος.</p>
<p>Έχω την ισχυρή πεποίθηση ότι τα ποιήματα πρέπει να είναι αυθύπαρκτα, ανεξάρτητα και αυτόνομα από την πηγή έμπνευσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αν ο αναγνώστης δεν γνωρίζει την ακριβή ιστορία, το ακριβές περιεχόμενο και την τελική έκβαση των οπερών στις οποίες αναφέρεται ο ποιητής, δεν μπορεί να ξεκλειδώσει όλες τις κλειδαριές των ποιημάτων του. Έτσι η αισθητική τέρψη που προσφέρει η ανάγνωση ενός ποιήματος, δεν είναι πάντα βατή στην ολότητά της, είναι λειψή και ενίοτε προβληματική.</p>
<p>Όμως, δεν μου ταιριάζουν οι μεμψιμοιρίες. Υπάρχουν πιο επαρκείς αναγνώστες από εμένα που ενδεχομένως να μην ενστερνίζονται τις πιο πάνω επισημάνσεις. Θέλω ακόμη να πω ότι ο Α.Τ. αναπλάθει πειστικά και ανάγλυφα την ατμόσφαιρα της εποχής και του μύθου στα οποία αναφέρεται. Οι όροι που χρησιμοποιεί είναι ακριβείς και άκρως προσδιοριστικοί: «Τι μεγαλείο / η εγκατάλειψη! / Τι τραγικότητα ο φόβος! / Παγίδες / ζεσταίνουν το ικρίωμα / το στέμμα ματωμένο / μα όρθιο». (σελ. 59)</p>
<p>Συχνά ο ποιητής μάς εξωθεί στις ταυτίσεις, είτε εμάς ως αναγνώστες, είτε την Κάλλας ως ερμηνεύτρια ρόλων και ιδιοσυγκρασιακών υποστάσεων γυναικείων χαρακτήρων. Πχ στο ποίημα «Μήδεια», ανάμεσα σε άλλα, λέει: «Εκλιπαρώ τα σκοτεινά σημεία / της ρίζας μου / για να σε ιστορίσω». (σελ. 63)</p>
<p>Η συλλογή, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ποιητική σύνθεση, ολοκληρώνεται μ’ ένα τετρασκελές ποίημα που τιτλοφορείται «Το μέσα ένδυμα». Οι αναφορές στον Αριστοτέλη Ωνάση, μεγάλο μα τραγικό και πικρά οδυνηρό έρωτα της Κάλλας, είναι άλλοτε προφανείς και άλλοτε υπόγειες. Ξεχώρισα τους στίχους όπου ο ποιητής υμνεί τον έρωτα και τη θάλασσα μαζί. Είναι ίσως η πιο όμορφη λυρική νότα μέσα σε όλο το βιβλίο: «Όταν ξυπνώ στο σώμα σου / ξεχνώ ποια είμαι. / Ξημερώνω στην ανάσα σου / όσες γυναίκες τραγούδησα / για να με νιώσεις. / Χωρίς να λάμπω / ψιθυρίζω πως σ’ αγάπησα / μα δεν ακούς, / μονάχα τη θάλασσα ακούς…». (σελ. 67)</p>
<p>Παραθέτω ακόμη δυο στίχους, όπου, κατά τη γνώμη μου, η δοτικότητα, η ερωτική αφοσίωση, ξεπροβάλλουν σε όλο τους το μεγαλείο, σε όλη την αντιφατικότητα, τραγικότητα και σκληρότητά τους: « …γίνομαι ιέρεια, αγία και ερωμένη / που προσδοκεί το πλάι σου». (σελ. 68)</p>
<p>Τέλος, αξίζει να ειπωθεί ότι με αυτό το βιβλίο ο Α.Τ. επιχειρεί ν’ ανοίξει τα φτερά του και σ’ άλλες πολιτείες. Αφού το έργο κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα αγγλικά και τα ιταλικά, ταυτόχρονα μέσα στον ίδιο τόμο, χάρις στις μεταφράσεις της Δέσποινας Πυρκεττή και της Αλεξάνδρας Ζαμπά, αντιστοίχως.</p>
<p>.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Το Δείπνο του Σώματος</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h5>
<p>07/2/2022</p>
<p>Ταξίδι αυτογνωσίας, ύμνος αυθυπαρξίας</p>
<p>Ο Ανδρέας Τιμοθέου, παραγωγικός και αξιόλογος δημιουργός, μέσα σε μια δεκαετία, παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό και 7η ποιητική συλλογή. Όπως και στο παρελθόν, μέσα από την ποίησή του επιχειρεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ένα ταξίδι που πάντα ξεκινά με βυθομέτρηση στις ρίζες, στις καταβολές. Πλην όμως, αυτό απολήγει σχεδόν κατά κανόνα ως ύμνος στην αυθυπαρξία και το αυτόφωτο του καθενός.</p>
<p>Οτιδήποτε το διαφορετικό ψέγεται με ευκρίνεια: «Ένας παράξενος Πλανόδιος / χωρίς σκοπό, χωρίς καθήκον / θα πορευτείς σε θάλασσες / με άγριες φουρτούνες. / Αν φτάσεις στην ακτή με στέμμα άθικτο / καμία θάλασσα δεν σ’ άγγιξε / κι όποιον σκοπό σού επέβαλαν / ήταν δικός σου μύθος». (σελ. 12-13)</p>
<p>Γενικά, στη νέα του συλλογή με τίτλο «Το Δείπνο του Σώματος» ο ποιητής θεματοποιεί μεν τα όσα τον ενέπνευσαν, επικεντρώνεται δε σε αυτά που τον πλήγωσαν, στα όσα του αρνήθηκαν, στα όσα του επέβαλαν ή επιχείρησαν να του επιβάλουν. Δακτυλοδείχνει, με γλώσσα σκληρή, όσους τον υπέβαλαν σε δοκιμασίες: « …μνηστήρες και κοράκια / νύφες και ιερόδουλες / έμποροι και παπάδες». (σελ. 14) Αλλά στο τέλος βρίσκει το κουράγιο και τη δύναμη για τη δική του ανάταση, για τη δική του αντίσταση « …με αμνησία πίκρας». (σελ. 15)</p>
<p>Στα πρώτα εισαγωγικά ποιήματα της νέας συλλογής ο ποιητής επιχειρεί να κτίσει γέφυρες με τη συλλογή που προηγήθηκε, «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ», αντικρίζοντας τη νέα του δουλειά ως φυσική συνέχεια της προηγούμενης: «Έψαχνα να βρω την Εδέμ / Πλανόδιος. / Ίσως η εξορία / μου τη συστήσει». (σελ. 11) Και πράγματι αυτό συμβαίνει. Ό,τι έγραψα για εκείνο το βιβλίο το προσυπογράφω και για αυτό, το παρόν βιβλίο. Ο Α.Τ. συνεχίζει να γράφει «ποίηση που ελαύνεται από το εγώ, αλλά όχι αυτό της επιφάνειας και της παρόρμησης, αλλά αυτό του βάθους και της ανάλυσης». (Φιλελεύθερος 2 Νοεμβρίου 2020)</p>
<p>Το ποίημα από το οποίο πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η συλλογή, ένα ποίημα αυτοαναφορικού και εξομολογητικού χαρακτήρα, το θεωρώ ιδιαίτερα εύτολμο και καίριο. Σε αυτό διακηρύττεται, με φωτεινότητα και διαύγεια, η δοτικότητα αλλά και ο αισθησιασμός του ποιητή. Με ουσία, συμπύκνωση και άκρατη παραστατικότητα, η κατακλείδα του ποιήματος: «Για το ταξίδι / υπήρξα Οδυσσέας / με τόλμη Πηνελόπης». (σελ. 16)</p>
<p>Αναλύοντας την ποιητική του Α.Τ. θα έλεγα ότι όλες οι εμπνεύσεις του είναι καλοδεχούμενες, χωνεμένες εσωτερικά. Κυρίως αυτές που αφορούν στίχους ερωτικής πνοής. Εδώ εντοπίζω μια αρμονική σύζευξη ορμής και τρυφερότητας. Σ’ αυτήν ειδικά τη θεματική, όλα μοιάζουν τόσο μαγικά και συνάμα ρεαλιστικά: «Μια μέρα θα γίνω όλος θάλασσα / για να σε κατακτήσω, / θα εξορίσω το αλάτι για τα μάτια σου / και μες στο φως θα γίνεσαι / χάρτινο καραβάκι».(σελ. 23)</p>
<p>Ο Α.Τ. πάντοτε συνταιριάζει τον έρωτα με τον λόγο, την έλξη με τη σκέψη, τον αισθησιασμό με τον συλλογισμό. Διότι θέλει –και συχνά το πετυχαίνει– να είναι σάρκινος αλλά και πνευματώδης. Έτσι ο ερωτικός του λόγος είναι μονίμως δισυπόστατος. Κινείται σε δύο παράλληλα αλλά του ιδίου ύψους επίπεδα. Και ασφαλώς, αναφέρομαι στο αισθησιακό αλλά και το αισθητικό επίπεδο: «Αφήνω λέξεις πάνω στις λέξεις σου, / όπως θα άφηνα τα χείλη μου / επάνω στο κορμί σου». (σελ. 38)</p>
<p>Αφού μιλάμε όμως για ποιητική, να σημειώσουμε ότι η δημιουργία πάντοτε συνιστά και μιας μορφής δοκιμασία, συχνά βασανιστική, αλλά πάντα εξαγνιστική, απελευθερωτική. Ιδού πόσο εύστοχα το καταγράφει ο Α.Τ. :«Όταν τα βράδια / κεντώ με παραμάνες το σαρκίο μου / δεν είναι για να γράψω καλά ποιήματα. / Κατά βάθος / η Τέχνη της ραπτικής με σώζει / έστω με διατηρεί… / …Συγκρατώ ακόμα μέσα στις ραφές / όσα αξόδευτα στο πρόσωπό μου / σφραγίζει ο χρόνος / και προσδοκώ / σε ένα σώμα δίχως μάνα / δίχως παραμάνα». (σελ. 17)</p>
<p>Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου, όσον αφορά την ευρηματικότητα, τη φαντασία και την αισθητική πραγμάτωση, θεωρώ το ποίημα «Θυσία». Ο ποιητής αντλεί στοιχεία από την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαιοελληνική μυθολογία, αλλά και την κλασική ελληνική λογοτεχνία, για να μιλήσει παραλληλόγραμμα για τον έρωτα, αλλά και τη θυσία, και τη θεϊκή περιβολή που έχουν και τα δύο, ως υπέρτατες συναισθηματικές κορυφώσεις: «Θα κάτσουνε στο ίδιο τραπέζι / Αβραάμ και Αγαμέμνονας, / Φραγκογιαννού και Μήδεια / να βάλουν κάτω τα θανατικά τους. / Εμείς, αθώοι, θα λαλήσουνε. / Ένας Θεός μας στέρησε το έγκλημα… / …Εμείς για πάντα ένοχες / θα κράξουνε… /…Ένας Θεός μας στέρησε τον έρωτα». (σελ. 29)</p>
<p>Γενικά, η ευρηματικότητα και η φαντασία του Α.Τ. δημιουργούν πρωτότυπες ποιητικές εικόνες εκφραστικές και πλούσιες σε ιδέες και νοήματα. Βεβαίως, το δεσπόζον μοτίβο, θεματικά και αισθητικά, είναι ο έρωτας: «Μην κρίνετε τα νούφαρα της εποχής / με τα μάτια του ψαριού. / Θα’ ρθει πάλι ο καιρός / να γελαστούμε με την ομορφιά / να παίξουμε στη λίμνη / με δίκοπα μαχαίρια. / Ο Έρωτας και ο Νάρκισσος / πάλι θα μας γιατρέψουν». (σελ. 19)</p>
<p>Το τελευταίο ποίημα της συλλογής, ουδόλως τυχαία, διακρίνεται για τις κορυφαίες εικόνες και τους συμβολισμούς του, τόσο στη σύλληψη, όσο και στην πραγμάτωση. Οι προσεγγίσεις είναι γόνιμες, καινοτόμες και ευφάνταστες: «Σαν όνειρο πρωτοπλάστων / στο Άγιο δισκοπότηρο της Αγάπης / επιτέλους / συναντηθήκαμε». (σελ. 40)</p>
<p>Πιστεύω ακράδαντα πως όσο ο Α.Τ. θα συναντάται με την ποίηση, το συναπάντημα τους θα είναι ευτυχές, γόνιμο, δημιουργικό και προσοδοφόρο για τα κυπριακά γράμματα, για την κυπριακή λογοτεχνία κι ενδεχομένως όχι μόνο γι’ αυτήν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΖΕΝΗ ΦΟΥΝΤΕΑ-ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 28/9/2022</p>
<p>Το δείπνο του σώματος</p>
<p>…και πάλι ψιθύρισα<br />
θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή<br />
θα ξαναγεννηθεί το πέλαγο<br />
και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη…</p>
<p>Γιώργος Σεφέρης, Μνήμη Α΄, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄</p>
<p>Οι ποιητές έχουν πατρίδα;<br />
Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Ο ποιητής άλλοτε βυθίζεται στις ρίζες του κι άλλοτε νιώθει την ανάγκη να πετάξει ως τις τελευταίες γραμμές των οριζόντων. Φορές είναι πεισματικά αυτόχθων, φορές νιώθει απέραντα οικουμενικός. Είναι πάντα εφικτή μια τέτοια συνύπαρξη;<br />
Στον ποιητή Ανδρέα Τιμοθέου αυτή η ώσμωση είναι καταγεγραμμένη σε κάθε του κύτταρο, αποτελεί τον φυσικό του χώρο. Τέκνο μιας πατρίδας πολύπαθης σαν την Ιθάκη του Οδυσσέα, μιας χώρας μη αρτιμελούς, λεηλατημένης επί μια σχεδόν χιλιετία από λογής λογής μνηστήρες (Σταυροφόρους, Ενετούς, Ναΐτες, Άγγλους, Οθωμανούς), αλλά και πανέμορφης σαν τη θεά Αφροδίτη, κουβαλάει αναπόφευκτα μέσα του όλες τις πληγές του τόπου του, τους εφιάλτες και τα όνειρά του. Και την ίδια στιγμή επιθυμεί διακαώς να βγάλει φτερά και με όπλα εξορυγμένα από τα πνευματικά χρυσορυχεία της γενέτειράς του να ταξιδέψει σε τοπία άγνωστα και να αφουγκραστεί τις ανάσες των ανθρώπων οπουδήποτε κι αν βρίσκονται. Ο ποιητής είναι παγκόσμια τραγικός.<br />
Το τελευταίο βιβλίο του Ανδρέα Τιμοθέου Το Δείπνο του Σώματος παίρνει τη σκυτάλη από την αμέσως προηγούμενη συλλογή Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ και συνεχίζει ένα μοναχικό και δύσβατο οδοιπορικό ψάχνοντας να βρει τη δικαίωση που έχει προ πολλού εγκαταλείψει το νησί του. Ταυτόχρονα και μια δικαίωση της δικής του πορείας.<br />
&#8211; Έψαχνα να βρω την Εδέμ.<br />
&#8211; Πλανόδιος.<br />
&#8211; Ίσως η εξορία<br />
&#8211; μου τη συστήσει.(Εξορίας εγκώμιον)</p>
<p>Σ&#8217; αυτήν την ποιητική διαδρομή έχει τρεις νομοτελειακούς συνοδοιπόρους. Πρώτος, πρώτος ο Έρωτας. Ψυχοκτόνος ή ζωοδότης, ακλόνητος ή κατ&#8217; εξακολούθηση διαφεύγων κυριαρχεί με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις του στην ψυχή του ποιητή.<br />
&#8211; Ο έρωτας μου<br />
&#8211; Ένας όμηρος Όμηρος<br />
&#8211; Αμύρωτος<br />
&#8211; Άμοιρος ( Ώρες εφτά του έρωτα)</p>
<p>Στον έρωτα ο ποιητής είναι εκ των προτέρων παραδομένος, έχει αποδεχθεί τη δική του αδυναμία απέναντι στην ολοσχερή του επικράτηση. Συνθηκολογεί, ομολογεί.<br />
-Μια μέρα θα γίνω όλος θάλασσα<br />
-για να σε κατοικήσω<br />
-θα εξορίσω το αλάτι απ&#8217; τα μάτια σου<br />
-και μες στο φως θα γίνεσαι<br />
-χάρτινο καραβάκι.<br />
-Αφού δεν μπόρεσα ν&#8217; αγγίξω τη μαγεία σου<br />
-ίσως να μην υπήρξα. (Δεν είν&#8217; αυγή)</p>
<p>Ούτε στιγμή όμως δεν σκέπτεται να τον απαρνηθεί.<br />
-Ποια ήταν η τελευταία φορά-που είχες νέα από τον Έρωτα;( Ώρες εφτά του έρωτα)</p>
<p>Δεύτερος συνοδοιπόρος η Μνήμη. Ζωντανή, επώδυνη, θάλλουσα, υπερτροφική.<br />
-Μέσα στην κάμαρα<br />
-μαζεύω αρχαιότητες<br />
-με προσοχή τους δείχνω φως<br />
-και γίνονται κτερίσματα της σάρκας μου.(Οδηγίες διακόσμησης)</p>
<p>Άλλοτε η θύμηση γίνεται δυσβάσταχτη, θέλει να απαλλαγεί.<br />
-Όσο θυμάμαι, τόσο ξεχνώ…<br />
-Αν είχα έστω έναν άγγελο<br />
-να νιώσει το βάρος<br />
-της σφραγισμένης μνήμης…(Μες στον άνεμο της Σύρου)</p>
<p>Ώσπου κάποια στιγμή η μνήμη γίνεται υπαρξιακή βεβαιότητα.<br />
-Η σιωπή δηλώνει πως κάποτε υπήρξαμε<br />
-σαν λέξη<br />
-σαν συναίσθημα-έστω σαν αναζήτηση.(Υπήρξαμε)</p>
<p>Τρίτος και πλέον καθοριστικός, το δεσπόζον Σώμα.<br />
Λέξη κλειδί, λέξη φετίχ, ένα ον αυθύπαρκτο, ένα πάσχον υποκείμενο.<br />
«Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων» πιστεύει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, πίστη που συμμερίζεται ο Τιμοθέου σε τέτοιο βαθμό που την επέλεξε ως μότο στο βιβλίο του. Το σώμα είναι ένας ολόκληρος κόσμος, ένα θείο μηχανοστάσιο, όπως το αποκαλεί ο Νικηφόρος Βρεττάκος, άρρηκτα συνδεδεμένο με τους δυο προηγούμενους άξονες. Πρωταγωνιστεί στον έρωτα, πυροδοτεί τη μνήμη κι όταν αυτή αρνείται να λειτουργήσει, το σώμα διαθέτει τη δική του μνήμη που δεν σβήνει ποτέ. Η καβαφική επιρροή είναι εμφανής.<br />
-Το σώμα δεν ξεπλένεται-όσο κι αν το φορέσεις. (Ανάσα)</p>
<p>Το σώμα δεινοπαθεί, υποφέρει, φθείρεται.<br />
-Όταν τα βράδια<br />
-κεντώ με παραμάνες το σαρκίον μου<br />
-δεν είναι για να γράψω καλά ποιήματα. (Προσδοκία)</p>
<p>Το σώμα ερωτεύεται θανάσιμα, απελπισμένα.<br />
-Όταν μιλάω για πνιγμό<br />
-είναι γιατί ποθώ τα χέρια σου. (Try to belong)</p>
<p>Μέχρι που γίνεται όραμα.<br />
-Όλα τα μου που μου στερείς<br />
-κάποτε θα γίνουν σώμα-να μ&#8217; αγκαλιάσουν στον Παράδεισο.( Ώρες εφτά του έρωτα)</p>
<p>Το ποιητικό εγώ του Ανδρέα Τιμοθέου δεν ενδιαφέρεται για τη μεταφυσική διάσταση του σώματος. Γνωρίζει ότι μονάχα μια στιγμή διαρκεί η αθανασία. Το σώμα πεινάει κι όταν πεινάει επιστρέφει κι εκδικείται. Βιώνει τη δική του Οδύσσεια τεμαχίζοντας όλους όσοι βεβήλωσαν τη λάμψη του και, ως Οδυσσέας μαζί και Πηνελόπη, προσφέρει στους μιαρούς ένα τελευταίο Δείπνο, πριν πέσει πάνω τους το πυκνό σκοτάδι, με την πικρία μιας ανοίκειας επίγευσης.<br />
Με το Δείπνο του Σώματος ο Τιμοθέου καταθέτει θαρραλέα την ταυτότητά του, την ιδιοπροσωπία του. Αναδεικνύεται γνήσιος ποιητής με στιχουργική δεξιότητα, προσωπικό στίγμα και διαπεραστική ματιά. Με σταθερότητα ρυθμού και αρτιότητα ποιητικού μοτίβου, μουσικές παρηχήσεις και υπόκωφα σύμβολα σκιαγραφεί, ή καλύτερα σκιαμαχεί σ&#8217; έναν κόσμο ρευστό, παραιτημένο, χωρίς περιγράμματα και ραχοκοκαλιά, υποταγμένο στο δίκαιο του ισχυροτέρου. Όμως ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές του δηλώνει εραστής της ομορφιάς, διατηρεί ζωντανά τα χρώματα της ζωής, τον λυρισμό και την ελπίδα, την προσδοκία (ψευδαίσθηση;) για αποτίναξη ενός δυσβάσταχτου φορτίου απ&#8217; τους ώμους μιας κοινωνίας γενναίας, καρτερικής και ανυπότακτης.<br />
-Θα &#8216;ρθει πάλι ο καιρός<br />
-να γελαστούμε με την ομορφιά<br />
-να παίξουμε στη λίμνη<br />
-με δίκοπα μαχαίρια.<br />
-Ο Έρωτας κι ο Νάρκισσος-πάλι θα μας γιατρέψουν.(Θα γελαστούμε πάλι)</p>
<p>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</p>
<p>Βάζοντας και την τελευταία, όπως νόμιζα, μολυβιά στο παραπάνω κείμενο έκλεισα ταυτόχρονα τα μάτια. Σχεδόν αμέσως ένιωσα να συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Δεν ξέρω αν με πήρε για λίγα λεπτά ο ύπνος ή αν βυθίστηκα ασυνείδητα σε μια φαντασίωση. Μου φάνηκε πως άκουσα να αντηχεί από το βάθος του διαδρόμου η φωνή της Μαρίας να τραγουδάει &#8220;L&#8217; amour est un oiseau rebelle&#8221;. Σιγά σιγά η φωνή δυνάμωνε μέχρι που η επιβλητική σιλουέτα της εμφανίστηκε μπροστά μου. Ναι, ήταν η Μαρία Κάλλας, όπως την ξέραμε παλιά, με τη μαύρη μακριά τουαλέτα της, τη λευκή γούνα στους ώμους και τα απαστράπτοντα κοσμήματά της. Μόλις με πλησίασε, σταμάτησε απότομα την άρια και κοιτώντας με κατευθείαν στα μάτια μού μίλησε:<br />
«Τι νομίζεις ότι κάνεις; Πιστεύεις ότι έχεις τελειώσει μ&#8217; αυτό το βιβλίο; Κι εγώ πού είμαι; Ούτε λέξη δεν έγραψες για μένα. Αν προσπέρασες τη θέση που κατέχω στη ζωή του ποιητή, μάλλον δεν τον κατάλαβες καθόλου. Απέτυχες παταγωδώς. Ο Ανδρέας χρόνια συνδιαλέγεται μαζί μου, είμαι μια σταθερή του αναφορά, ίνδαλμα και έμπνευση στην καλλιτεχνική του πορεία. Πώς μπόρεσες να το αγνοήσεις;» Άνοιξα ταραγμένη τα μάτια, η ντίβα είχε εξαφανιστεί. Ήμουνα μόνη στο δωμάτιο πλημμυρισμένη ενοχές. Αλήθεια, πώς έκανα τέτοια παράλειψη; Η μόνη πειστική εξήγηση ήταν ότι υποσυνείδητα φοβήθηκα την προσωπικότητά της, ότι αισθάνθηκα πολύ λίγη να μιλήσω γι&#8217; αυτήν. Όμως η Μαρία είχε δίκιο. Πράγματι η μορφή της διατρέχει όλη την τελευταία -και όχι μόνο- συλλογή του Τιμοθέου. Ακόμα κι όπου δεν αναφέρεται το όνομά της, νιώθεις έντονα αισθητή την αύρα της.</p>
<p>Είναι στη φύση κάθε καλλιτέχνη να έχει ινδάλματα. Του είναι απαραίτητο σχεδόν σαν τον αέρα που αναπνέει. Ο Ανδρέας, όχι τυχαία, επέλεξε για ίνδαλμά του τη Μαρία Κάλλας, μουσική και ποίηση είναι σιαμαίες αδελφές. Οιονεί βιογράφος της, έχει σφυρηλατήσει μια σχέση δυνατή, έχει εφεύρει μια ιδιαίτερη δίοδο επικοινωνίας. Κι αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν αναγνώστη του ποιητή. Η αγάπη για το ίνδαλμα αποκαλύπτει αφενός τη σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία του δημιουργού και αφετέρου μια απέραντη έλξη για τους δαίμονες που κρύβονταν πίσω από το προσωπείο της μεγάλης αοιδού και ταλάνιζαν την ψυχή της, όπως συμβαίνει με όλους τους αληθινούς καλλιτέχνες.<br />
Η σχέση με το απρόσιτο είδωλο είναι στην ουσία ένα ξεχωριστό είδος έρωτα, ένας έρωτας πέρα από την πράξη. Κάποιοι ίσως θα θυμούνται την αθεράπευτη προσκόλληση του Πολ Νιούμαν, στον ρόλο του δικαστή Ρόυ Μπιν προς την τραγουδίστρια Λίλλυ Λάνγκτρυ, που υποδυόταν η Άβα Γκάρντνερ, αν και ποτέ δεν συναντήθηκαν οι δυο τους στην έξοχη ταινία του Τζον Χιούστον.<br />
-Άριες της Μαρίας<br />
-στέκουνε τώρα στη ζωή μου<br />
-τόσο ανώδυνα<br />
-κι εσύ υπόσχεσαι πως είχα θέση στο όνειρο. ( Η νίκη των ονείρων)<br />
Έρωτας, λοιπόν, έρωτας υψιπετής, απόλυτος, ποιητικός, για την τέχνη, για το ίνδαλμα, για τα ανθρώπινα πάθη. Έρωτας πνεύματος, ψυχής και σώματος…<br />
&#8211; «Είμαι κουρασμένη» είπες, χωρίς να σε ρωτήσω.<br />
-Κουρασμένη αλλά αγέρωχη<br />
-σκέφτηκα, μα δεν είπα…<br />
-Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες αγέρωχη.<br />
-Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες πάντα κουρασμένη.<br />
-Μονάχα να προλάβαινα<br />
-αν άξιζε ο έρωτας να μάθω.( Έγινα η μοίρα της λάμψης μου)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>AΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 10/8/2022</p>
<p>Από τον «Πλανόδιο στα σύνορα της Εδέμ» ως το «Δείπνο του Σώματος»</p>
<p>Ποιήματα του Αντρέα Τιμοθέου διάβασα πρώτη φορά στην «Ανθολογία νέων Κυπρίων ποιητών και ποιητριών» που εκδόθηκε με τη φροντίδα του Λ. Παπαλεοντίου από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2018. Μετά διάβασα τα διηγήματά του «Ιστορίες με δαντέλα», συνέχισα με το «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» και αμέσως μετά με το «Δείπνο του Σώματος». Διαπίστωσα ότι η λογοτεχνική πορεία του ακολουθεί την ίδια τροχιά και με συνέπεια ορίζεται από τις ίδιες συντεταγμένες, έτσι ώστε δύσκολα απομονώνεται το ένα του βιβλίο από το άλλο, ενώ διακρίνει κανείς μία τάση συμπύκνωσης, με στίχους πιο σύντομους και υποβλητικούς, με γλώσσα περισσότερο μουσική και εικονοποιία συμβολιστικά πιο σύνθετη. Διόλου τυχαία «Το Δείπνο του Σώματος» αρχίζει με ποίημα που παραπέμπει στο προηγούμενό του βιβλίο:</p>
<p>Εξορίας Εγκώμιον</p>
<p>Έψαχνα να βρω την Εδέμ<br />
Πλανόδιος.<br />
Ίσως η εξορία<br />
μού τη συστήσει.</p>
<p>Εκείνο που εξαρχής μού έκανε εντύπωση είναι ότι, παρόλο που ο Αντρέας Τιμοθέου είναι ένας πολύ νέος ηλικιακά δημιουργός, έχει ήδη ώριμα πυρηνικά στοιχεία, τείνει να διαμορφώσει έναν κόσμο με τα δικά του ιδιαίτερα διακριτικά χαρακτηριστικά.</p>
<p>Σπουδή της ομορφιάς</p>
<p>Πρώτο κυρίαρχο χαρακτηριστικό αποτελεί η ατμόσφαιρα έντονης νοσταλγίας για μια χαμένη ομορφιά, έναν κόσμο ωραιότητας και ευγένειας που έχει πια χαθεί. Ένα δεύτερο είναι η επιδραστικότητα των γυναικείων του πορτρέτων. Γυναικεία πρόσωπα που σκιαγραφούνται με αγάπη και θαυμασμό, που φαίνονται σαν να ζουν σε μια άλλη εποχή, που δίνουν την εντύπωση ότι αναπνέουν μέσα στο μυθιστορηματικό κόσμο του Μπαλζάκ ή ότι πάσχουν μέσα στη θεατρική ατμόσφαιρα έργων όπως του Τσέχωφ.</p>
<p>Ηρωίδες ευγενικές αλλά και βασανισμένες, που έχουν βιώσει την ομορφιά αλλά και την απώλεια και τη διάψευση, που αναπολούν έναν κόσμο που τους έταξε την ευτυχία για να τους την πάρει ανεπαίσθητα ή και βίαια μέσα από τις ανατροπές μιας εποχής που έφερε αλλαγές και ρήξεις, που διαμόρφωσε έναν νέο τρόπο ζωής, ο οποίος έφερε μέσα του τη δυστυχία και τη διάψευση. Ένα νέο περιβάλλον, μια νέα ζωή στην οποία σύρθηκαν χωρίς να επιθυμούν, εξουθενώθηκαν από τη μοναξιά του ή αφέθηκαν στην αναπόφευκτη φθορά, στην ασθένεια και το θάνατο.</p>
<p>Αλλά πάντα με αξιοπρέπεια και προ πάντων δίνοντας αγάπη και φροντίδα, αντλώντας τα κίνητρα των πράξεών τους πάντα από τον συναισθηματικό κόσμο και όχι από τον κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων και της ανάγκης.</p>
<p>Κυρίαρχη μορφή όχι μόνο η μητέρα αλλά και ηγιαγιά, κυρίως η γιαγιά, μια γυναίκα αρχοντική που οι εικόνες οι οποίες την συνοδεύουν ή την αναπαριστούν είναι εικόνες μιας αλλοτινής ομορφιάς, μιας χαμένης αθωότητας, είναι αναπαραστάσεις ενός ιδεώδους που προκαλεί τον θαυμασμό αλλά είναι ταυτοχρόνως προσιτό και ανθρώπινο, πρόσωπο που προκαλεί αισθήματα συγκίνησης και τρυφερότητας.</p>
<p>Υπάρχουν πολύ ωραία αποσπάσματα σε όλα τα βιβλία του Τιμοθέου για τον κόσμο της γιαγιάς, με περιγραφές υφασμάτων, κοσμημάτων, κρυστάλλων, όμορφων λέξεων, έναν ονειρικό κόσμο παιδικών αναμνήσεων:</p>
<p>Ανάμνηση υφάσματος<br />
Αλήθεια, γιαγιά,<br />
όλες εκείνες οι γυναίκες που έντυσες<br />
μες στα λινά φορέματά τους<br />
να&#8217; νιωσαν για μια στιγμή το χάδι σου;</p>
<p>Μέσα σε έναν τέτοιον κόσμο χτίζει το ποιητικό του σύμπαν ο Τιμοθέου, ξαναφτιάχνει τον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων, της εποχής της αθωότητας, τότε που ο κόσμος φάνταζε γεμάτος προοπτικές, δείχνοντας τους δρόμους ακόμα ανοιχτούς για όλα τα νεανικά μας όνειρα, προβάλλοντας τα παραμύθια ως δυνατά να πραγματοποιηθούν, δείχνοντας ότι η ευτυχία μπορεί ακόμη να υπάρχει. Και είναι στο χέρι μας να την αγγίξουμε.</p>
<p>Στη συλλογή «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» που είναι και το μεγαλύτερο σε όγκο και αριθμό ποιημάτων βιβλίο του Αντρέα Τιμοθέου υπάρχουν 7 ενότητες κειμένων με ελαφρές θεματικές αλλά και μορφολογικές παραλλαγές. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους: Των Συνόρων, Της Αποδημίας, Πόλεων Βηματισμοί.</p>
<p>Ο ποιητής τον κόσμο της ποιητικής του ουτοπίας τον φτιάχνει με εικόνες κατεξοχήν από το παρελθόν, εικόνες από τον μικρόκοσμο της οικογένειας αλλά και τον ευρύτερο χώρο μιας αγαπημένης πατρίδας, κάπου χαμένης στο βάθος του χρόνου, για να τις επεκτείνει σε εικόνες διαπολιτισμικές αγαπημένων πόλεων όπου όμως κοινό τους χαρακτηριστικό αποτελεί η ομορφιά, η ατμόσφαιρα μιας αρχοντικής ευγένειας, ένα ηθικό ανθρωπιστικό πρόταγμα, ο σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη, εν τέλει, η αγάπη.</p>
<p>Και εκεί όπου πού και πού προβάλλουν εικόνες καθημερινές μιας ηθικής ευτέλειας αντιμετωπίζονται ως φαινόμενα έκπτωσης ενός αισθητικού αξιώματος το οποίο δεν χάνει ποτέ την ιδανική του δύναμη.</p>
<p>Από το «Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ»</p>
<p>Τα παιχνίδια</p>
<p>Τα παιχνίδια<br />
σε σκόρπια σπίτια μείνανε<br />
άλλα παιδιά τα βρήκαν.<br />
Όχι, δεν ήταν πράξη αθωότητας<br />
ούτε και σκέψη που βρήκε απάντηση<br />
στα υστερινά μας χρόνια.<br />
Πήγαινε κι ερχότανε<br />
βουβό κι ανίδεο το τραύμα.<br />
Πάντα ο χρόνος δεν περίσσευε<br />
κι έπειτα εμείς φεύγαμε βιαστικοί.<br />
Κατατρεγμένοι, αφήναμε δακτυλικά αποτυπώματα,<br />
σημάδια γέλιων και δακρύων.<br />
Κλείναμε τεμάχια ζωής<br />
στον κρότο μιας μονάχα πόρτας.<br />
Μα να που ο χρόνος<br />
δεν ξέχασε τούτα που συντηρούσα<br />
κι ένα γυφτάκι έστειλε<br />
ξυπόλητο να ψέλνει:<br />
«Έχετε λεφτά, κύριε;»<br />
Λεφτά! Όχι παιχνίδια.<br />
Τα βράδια πια, λαλούν τα μάτια του,<br />
ότι αθώος δεν υπήρξα.</p>
<p>Σπονδή στη χαμένη αθωότητα του σώματος</p>
<p>Με μια τέτοια οπτική, το ποιητικό βλέμμα αντιμετωπίζει τον καθημερινό κόσμο της ανάγκης ως ξένο, πρόσφυγας το ίδιο, αναγκασμένο σε συνεχείς μετακινήσεις, πλανόδιο, εξόριστο από έναν ιδεατό παράδεισο. Η ποιητική αυτή αντίληψη φιλτράρεται αισθητηριακά μέσα από το σωματικό βίωμα, το σώμα αναδεικνύεται ως βασικός της φορέας, γίνεται μετωνυμικό όχημα, σύμβολο τελικά της διάστασης ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγμάτωση.</p>
<p>Από το «Δείπνο του Σώματος»</p>
<p>Θα γελαστούμε πάλι<br />
Θα επιστρέψουμε<br />
στο αιώνιο σώμα<br />
απαλλαγμένοι απ&#8217; τον ιό<br />
της σκέψης μας.<br />
Θα κατευνάσει την ταραχή<br />
η αξόδευτή μας τρυφερότητα<br />
και η πλυμένη γη<br />
θα γίνει μοίρα μας.<br />
[…]<br />
Θα&#8217; ρθει πάλι ο καιρός<br />
να γελαστούμε με την ομορφιά<br />
να παίξουμε στη λίμνη<br />
με δίκοπα μαχαίρια.<br />
Ο Έρωτας κι ο Νάρκισσος<br />
πάλι θα μας γιατρέψουν.</p>
<p>Αλλά ακόμη κι εκεί που οι ποιητικοί τρόποι ποικίλλουν, ο ρυθμός παραμένει εσωτερικός, ο πεζολογικός τόνος κανοναρχείται και δεν χαλαρώνει, οι σύντομες αφηγηματικές δομές στο επίπεδο μιας ή δύο το πολύ εικόνων, εναλλάσσονται με ποιήματα σα σύντομες αποτυπώσεις αισθήσεων, ενώ δε λείπουν οι σύντομοι ποιητικοί αφορισμοί, με τη συμπύκνωση μιας σκέψης ή μιας αίσθησης. Η ποίηση αντιμετωπίζεται ως αντίβαρο για όσα χάνουμε, για όσα μας προσπερνούν για όσα ποτέ δεν θα προλάβουμε.</p>
<p>Μέσα σε ένα ποιητικά μελαγχολικό και νοσταλγικό κλίμα ο ποιητής δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει ότι η μάχη μας με τον χρόνο και τη φθορά είναι αναπόφευκτα χαμένη. Ωστόσο. Το πάθος μας για την ομορφιά, ο αγώνας μας να την διασώσουμε μέσα από τις ποιητικές μας εικόνες, μέσα από λέξεις που αγωνιώντας παλεύουν να κρατήσουν κάτι από την ωραιότητα που συνεχώς μάς διαφεύγει, αυτό το πάθος μπορεί να μας δώσει κάτι από τον χαμένο μας παράδεισο.</p>
<p>Μπορεί να μας συνδέσει με μια πρότερη αθωότητα, μπορεί να μας κάνει να επιστρέψουμε εκεί, έστω για λίγο ή περιοδικά, αρνούμενοι τη σταθερή εγκατάσταση στον κόσμο μιας ωριμότητας που -αλίμονο- μάς οδηγεί στον συμβιβασμό.</p>
<p>Μετά τη ζωή<br />
Τα μάγια λύνονται<br />
και επιστρέφουμε όλοι στη μόνη αλήθεια<br />
Που γνωρίζει ο άνθρωπος<br />
Τη νιότη</p>
<p>Η μοίρα της απώλειας</p>
<p>Αρνούμενοι κατά κάποιον τρόπο την ήττα, παρόλο που ξέρουμε ότι αυτή είναι ο τελικός μας προορισμός∙ να ηττηθούμε από τη φθορά, να υποκύψουμε στην απώλεια: ωστόσο θα έχουμε κερδίσει μιαν ήττα αξιοπρεπή, νικώντας προσωρινά την ασχήμια και την ευτέλεια. Γιατί η ποίηση μάς δίνει το δικαίωμα και τη δύναμη να διεκδικούμε πεισματικά την ομορφιά, τη νεότητα ή/και το όνειρο, ακόμη και -ή προ πάντων- όταν όλα γύρω μας εξακολουθητικά μάς το αρνούνται ή διαπιστώνουμε ότι, αναπόφευκτα, το έχουμε για πάντα χάσει.</p>
<p>Έγινα η μοίρα της λάμψης μου</p>
<p>[…]</p>
<p>Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες αγέρωχη.<br />
Όπου κι αν έφτανες, θα έφτανες πάντα κουρασμένη.<br />
Μονάχα να προλάβαινα<br />
αν άξιζε ο έρωτας να μάθω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΖΑΡΔΟΥΚΑ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ &#8220;ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ&#8221; 12/12/2021</p>
<p>Συγκριτικά σχόλια για τις δύο ποιητικές συλλογές του Αντρέα Τιμοθέου</p>
<p>Πρώτα γνώρισα τα ποιήματα του Αντρέα Τιμοθέου. Και τ’ αγάπησα ομολογώ. Μιλούσαν μια γλώσσα οικεία για πράγματα γνώριμα κι ανθρώπους απλούς και ταπεινούς σαν τους δικούς μου. Ύστερα γνώρισα τον άνθρωπο. Και είδα την αλήθεια της γραφής και στην αλήθεια του προσώπου του.</p>
<p>Πέρυσι τα Χριστούγεννα συμπεριέλαβα δύο ποιήματά του από την ποιητική συλλογή Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ, εκδόσεις Παράκεντρο 2019 στο δοκίμιό μου Έλλειψη, η το οποίο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ψηφιακή έκδοση του περιοδικού Μανδραγόρας και οικειώθηκα περισσότερο με την ποιητική του ματιά. Από τη συλλογή αυτή του Πλανόδιου εντόπισα στοιχεία μνήμης του γενέθλιου τόπου και των παιδικών χρόνων, μια έμμεση λατρεία της φύσης, αγαπημένους απόντες, τη μοναξιά, την επίγνωση του θανάτου.</p>
<p>Ιδιαιτέρως στο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Πλανόδιος» ο ποιητής Αντρέας Τιμοθέου πυκνώνει την κύρια προβληματική της συλλογής, μια προβληματική που κυοφορείται αντιστοίχως και στην τελευταία του ποιητική συλλογή Το Δείπνο του Σώματος από τις εκδόσεις Μανδραγόρας 2021. Μια προβληματική ουσίας που συμπεριλαμβάνει την δυναμική αλληλεπίδραση του ποιητή με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που τον αφορούν, κεντρώνουν τον ποιητικό του λόγο και τον διοχετεύουν σε ένα δημιουργικό επέκεινα.</p>
<p>Το ποίημα αναφέρει: «Αναμετριέμαι με του ανθρώπου την ήττα/ κι όσα κωφά παρέμειναν στο κάλεσμά μου./ Γράφω στον Έρωτα/ κάθε που γεύομαι το σώμα του θανάτου./ Πασχίζω να ξορκίσω τα μελλούμενα,/ μα ο χρόνος πια μου φανερώνεται,/ γλύφει το όνειρο, σχεδόν στεγνό,/ ξένο στο χάδι/ κι εγώ φυλάγομαι σαν έμαθα σε κόρφους γυναικών εξόριστων/ από αγάπη./ Χωρίς αντάλλαγμα/ επιστρέφω θραύσματα χαράς,/ μια ζωή επιστρέφω,/ αλλάζω τα παλιά με καινούργια./ Αυτό διαλαλώ,/ πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ/ και τόσο μόνος.» Ο ποιητής δηλώνει πως «φυλάγεται» από ένα «χάδι ξένο» το οποίο ο χρόνος το κουβαλά και επικάθεται πρώτα στη μνήμη του και κατ’ επέκταση στα όνειρά του. Η πλάνη η οποία ως έννοια συγγενεύει ετυμολογικά με το επίθετο «πλανόδιος» δηλώνει την αίσθηση του ποιητή να αποδεχτεί τις συνεχείς εναλλαγές του χρόνου που του φανερώνουν ένα μέλλον δυσοίωνο, που ο ίδιος πασχίζει να ξορκίσει. Η μοναχικότητά του στον τελευταίο στίχο «και τόσο μόνος» μας υπενθυμίζει ένα υπαρξιακό σύνορο καταγωγής το οποίο ο ίδιος το κληρονομεί αφού «έμαθε σε εξόριστες γυναίκες» την έννοια της αγάπης, ένα βίωμα που επιστρέφει και διερευνάται και στην καινούργια του ποιητική συλλογή.</p>
<p>Πράγματι στη νέα του ποιητική συλλογή Το Δείπνο του Σώματος, ο ποιητής μετουσιώνει τις λέξεις και τους στίχους σε ένα ποιητικό ανάγνωσμα εσώτερης περι- πλάνησης. Συγκεκριμένα, το σάρκινο σώμα του τέμνεται και αποκτά έναν γλωσσικό κώδικα μεστό ο οποίος μας συστήνει ερωτήματα όπως: Η αισθητική της σάρκας φράζει ή διανοίγει διόδους προς το όνειρο; Πώς με λέξεις πλάθεται η μνήμη; Πόσο έρωτα χωράει η πλάνη της απτότητας;</p>
<p>Ιδιαιτέρως, το Δείπνο συνομιλεί με μια γλώσσα σωματο- ποίησης ενός ποιητή που συνεχίζει με άγρυπνο το μέσα βλέμμα του να αυτοπαρατηρείται όχι πλέον ως πλάνητας αλλά κυρίως ως ο κεντρικός υποκινητής και αποδέκτης εμπειριών.</p>
<p>Στο ομώνυμο ποίημα «Το δείπνο του σώματος» ο ποιητής αφηγείται μιαν εστίαση διανθρώπινων αισθημάτων η οποία τονίζει τον τρωτό χαρακτήρα του. Οι «μνηστήρες» του ποιήματος χαρακτηρίζονται από έντονες συναισθηματικά κανιβαλιστικές τάσεις αφού «πρόθυμα θα καταπιούν/ τη λάμψη» του ποιητή και λίγο παρακάτω «με ικανοποίηση θα τον κοιτούν» τονίζοντας ένα συμβολικό κατασπάραγμα από το οποίο ο ποιητής ανέλπιστα βγαίνει αλώβητος, «ελεύθερος» και «ζοφερός/ χωρίς ανάγκη ενδύματος/ ή άλλης πρώτης ύλης». Η αγωνία της ουσιαστικής συνάντησης των ερωτικών υποκειμένων του ποιήματος εντοπίζεται στον στίχο «Κανείς απ’ τους μνηστήρες του/ δεν θα τον γνωρίσει» τοποθετώντας τη μάταια συνεύρεσή τους στη μονόπλευρη συμμετοχή των εραστών ως «ανυποψίαστων» για την ανιδιοτελή προσφορά του ποιητή στο βωμό του έρωτα. Αυτή τη μεγαλοσύνη των αισθημάτων την εντοπίζουμε αντίστοιχα στον στίχο του «Πλανόδιου», «Χωρίς αντάλλαγμα/ επιστρέφω θραύσματα χαράς». Ακόμα, στο τελευταίο τρίστιχο του ποιήματος του Δείπνου, με εμφατικό το πρώτο ρηματικό πρόσωπο ο ποιητής μας μαρτυρεί πως «Για το ταξίδι/ υπήρξα Οδυσσέας/ με τόλμη Πηνελόπης» καταφάσκοντας στην έλλογη κατάτμηση της «άθικτης λαμπρότητάς» του κατά τη διάρκεια του ερωτικού ταξιδιού. Το θάρρος του Οδυσσέα και η καρτερικότητα της Πηνελόπης, ως μυθικές αναφορές, υπερθεματίζουν εύστοχα το σύνολο του ψυχισμού του Αντρέα στο ερωτικό παιχνίδι, το οποίο δεν παύει να αποτελεί ένα «σπουδαίο γεύμα». Ίσως συνεχίζει να επιζεί εδώ το δίστιχο του «Πλανόδιου», «Γράφω στον Έρωτα/ κάθε που γεύομαι το σώμα του θανάτου» όμως με μια πιο ώριμη ματιά, πιο έτοιμη να ηττηθεί.</p>
<p>Οι διακειμενικές συναντήσεις στα ποιήματα των δυο συλλογών συνεχίζουν την ύπαρξή τους και αλλού. Καταρχάς αξίζει να σημειωθεί πως το πρώτο κατά σειρά ποίημα της συλλογής Το Δείπνο του Σώματος έχει τίτλο «Εξορίας εγκώμιον» και αναφέρει πως «Έψαχνα να βρω την Εδέμ/ Πλανόδιος./ Ίσως η εξορία μου τη συστήσει.» Το οξύμωρο σχήμα της επαινετικής διάθεσης του ποιητή (εγκώμιο) για κάτι τόσο ζοφερό όσο μια εξορία όπως δηλώνει ο τίτλος, προμηνύει την εν συνόλω αγέρωχη στάση του απέναντι στα δεινά. Εν τέλει οι δυσκολίες που προμηνύονται δεν θα του ορθωθούν εμπόδιο στην κατάκτηση της προσωπικής του ευδαιμονίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι η λέξη «Εδέμ» προέρχεται από το εβραϊκό «έντεν» που σημαίνει «ευχαρίστηση» και «απόλαυση». Με άλλα λόγια, αυτή η νέα «Εδέμ» του Αντρέα συνοψίζει σε αυτό το τετράστιχο ολόκληρη την προηγούμενη ποιητική του εργασία με τίτλο Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ, μόνο που τώρα αυτά τα σύνορα τα έχει υπερβεί και πλέον αποζητά εξόριστος τη νέα συνέχεια ενός γόνιμου αυτοπροσδιορισμού.</p>
<p>Ακολούθως, στο ποίημα «Μετά την Εδέμ» από την ποιητική συλλογή Το Δείπνο του Σώματος που αριθμεί μόλις δύο δίστιχα διαβάζουμε «Όσο περίμενα/ οι λέξεις έφτιαχναν εσένα.» και «Είναι ωραίος ο πόθος μου/ γιατί σου μοιάζει». Σε αυτή τη διπλή στιχουργική παράθεση οριοθετείται η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου να πλάσει γλωσσικά τον «ωραίο» άλλο μέσα από την παρατεταμένη αναμονή. Συνεχίζει να «διαλαλεί» ο ποιητής τον «πόθο» του, ας θυμηθούμε το ρήμα από το ποίημα «Πλανόδιος», κόντρα «σε όσα κωφεύουν» τη διάθεσή του να σαρκωθεί το ερωτικό όνειρο και να το μεταπλάσει αυτή τη φορά σε ένα αισιόδοξο παρόν.</p>
<p>Τελειώνοντας οφείλω να επισημάνω την συνέπεια της εύστοχης χρήσης της ελληνικής γλώσσας από τον ποιητή Αντρέα Τιμοθέου με έναν προσωπικό εσωτερικό ρυθμό, ατόφιο δείγμα του υφολογικού του συγγραφικού αποτυπώματος. Και στις δυο παρουσιαζόμενες συλλογές η αφηγηματική του οικονομία, η ποιητική του διάθεση και οι ζωντανές του εικόνες διανθίζουν ένα λυρικό μα και συνάμα ένα σαφές, ρεαλιστικό πλαίσιο αναφοράς που θίγει πτυχές μια προσωπικότητας που εξελίσσεται και πλουτίζει από τη ζωή και την ενασχόλησή της με τα γράμματα.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 15/5/2021</p>
<p>Με δυσκόλεψαν οι στίχοι της νέας συλλογής του Ανδρέα Τιμοθέου. Περισσότερο, ίσως, η αναζήτηση κάποιου πυρήνα.</p>
<p>Στην αρχή πίστεψα ότι θα μπορούσε να είναι το δίστιχο: «ό,τι μου έμεινε / είναι οι αμαρτίες μου» (σελ. 21). Μετά εντόπισα το: «όταν μάζευα αντικείμενα / δεν γνώριζα πως μάζευα εμένα».</p>
<p>Ωστόσο, αισθάνομαι ότι το «κλειδί» της συλλογής βρίσκεται στη σελ. 27: «ζητώ τον λόγο / που υπήρξα».</p>
<p>Διάβασα στίχους με τη μορφή αφορισμών, να πλησιάζουν κάτι ένθεο ή και προφητικό. Είδα ξανά τους νεκρούς προγόνους, την Κάλλας και μια κάπως δυσδιάκριτη Αθήνα.</p>
<p>Διέκρινα όμως και την ανάγκη κορύφωσης σε ορισμένα σχεδιάσματα (ίσως όχι πάντα επιτυχής). Φταίει μάλλον που ο ποιητικός στοχασμός συμπλέκεται συχνά με ερωτικά τεχνάσματα. Αν αποταυτιζόμασταν, σκέφτομαι, από το ερωτικό τέχνασμα, πλησιάζαμε περισσότερο τον έρωτα. Αλλιώς, ξεμυτίζει εν αγνοία μας κάτι σαν φλυαρία.</p>
<p>Σχήματα λόγου και παρομοιώσεις, τρικ ομόηχων λέξεων και η γοητεία της ντοπιολαλιάς. Νιώθω, ωστόσο, ότι το σχήμα αντίθεσης συνθέτει «εύκολη ποίηση».</p>
<p>Τί μπορεί, αλήθεια, να σημαίνει: «μόνο ο θάνατος / δεν χρεώνεται καθόλου» (σελ. 31); ή το «ανήκουμε στις σκέψεις μας» (σελ. 38); και εν τέλει, πόσο λευκό είναι το χρώμα του θανάτου; Στάθηκα και στους στίχους: «Στέκομαι σε εικόνες» (σελ. 36), «με τρομάζουν οι σιωπές» (σελ. 38) και το λακωνικό «επιτέλους συναντηθήκαμε» (σελ. 40).</p>
<p>Θα μπορούσε ο τίτλος της συλλογής να είναι και ο στίχος: «λειψή αγκαλιά» της σελ. 33</p>
<p>Πράγματι, υπάρχει ποίηση στα ποιήματα του Αντρέα Τιμοθέου. Φερ’ ειπείν: «πώς να κρύψω την ντροπή μου / που ήμουν πάντα / τόσο απροετοίμαστος» (σελ. 30) και: «Σαν περπατώ συμβαίνουν θαύματα / μικρές εκπλήξεις / που αντιστέκονται στην ερημιά του κόσμου» (σελ. 32)</p>
<p>Το Δείπνο του σώματος περιέχει ποίηση που αξίζει προσοχής. Σαν μια μετοχή στο κοινό δείπνο της ζωής και του θανάτου. Άλλωστε, παραμένουν οι δύο βέβαιοι πυλώνες της δημιουργίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ &#8211; ΦΩΤΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK.GR 7/5/2021</p>
<p>Όταν ο Έρωτας μένει χωρίς Αφή</p>
<p>Έβδομη ποιητική συλλογή για τον νεαρό Κύπριο ποιητή Αντρέα Τιμοθέου (εκδ. Μανδραγόρας, 2021) στην οποία είκοσι εφτά ποιήματα μάς προσκαλούν σε ένα ιδιότυπο δείπνο, σε ένα δείπνο στο οποίο ένα σώμα χωρίς πλέον την Αφή του Έρωτα, χωρίς τη μοναδική λάμψη που χαρίζει η ανταπόδοση της ερωτικής επιθυμίας, μπορεί να γίνει έρμαιο και βορά σε μάτια και στόματα. Όπως εύστοχα έχει διατυπωθεί και από την Κική Δημουλά, ο έρωτας είναι φθαρτός και εφήμερος και ο πρώτος σταθμός όταν εκείνος φεύγει είναι η λύπη. Αυτό αποτυπώνεται και από τον Τιμοθέου στους λυρικούς τόνους των ποιημάτων του, στα οποία ο πλούσιος ψυχισμός του ποιητή αποκαλύπτεται σε μια πρωτοπρόσωπη γραφή με χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικού λόγου.</p>
<p>Φαντάζομαι/πως είναι αξιοθαύμαστο/ να είμαι λυπημένος/ Όταν τα βράδια/ κεντώ με παραμάνες το σαρκίο μου/ δεν είναι για να γράψω καλά ποιήματα/ Κατά βάθος/ η Τέχνη της ραπτικής με σώζει/ έστω με διατηρεί./ Με βοηθάει πάντα να δηλώνω/ τη ζωή/ που προστάζουν/ οι θάνατοί μου («Προσδοκία», σελ. 17)</p>
<p>Ποιήματα με αφόρμηση τη διάψευση του έρωτα, με το ανάλογο συγκινησιακό φορτίο, με την αισθητική και επανάληψη λέξεων τις οποίες ο ποιητής εντέχνως τοποθετεί μέσα στη συλλογή (σώμα, αίμα, Αφή, μύθος). Έτσι ο Τιμοθέου δικαιώνει θεματικά την προμετωπίδα που έχει επιλέξει για τη συλλογή του αυτή, τον αποφαντικό λόγο της Κατερίνας Αγγελάκη –Ρουκ : «Το σώμα είναι η νίκη/ και η ήττα των ονείρων.»</p>
<p>Το σώμα ως κυρίαρχη ποιητική αναφορά, στην υλική και ενίοτε στη συμβολική και αλληγορική του εμφάνιση, σηματοδοτεί την επίγνωση της ερωτικής υποκειμενικότητας. Διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή λειτουργώντας συνεκτικά και δημιουργώντας την αίσθηση ενός μεγάλου σπονδυλωτού ποιήματος , το οποίο προκύπτει ως λογοτεχνική παρενέργεια της απώλειας μίας ερωτικής Εδέμ.</p>
<p>Έψαχνα να βρω την Εδέμ/ Πλανόδιος/ Ίσως η εξορία/ μου τη συστήσει. («Εξορίας εγκώμιον», σελ. 11 )</p>
<p>Το πρώτο αυτό ολιγόστιχο ποίημα της συλλογής παραπέμπει συνειρμικά στην έκτη ποιητική συλλογή του Τιμοθέου (Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ, 2019) και λειτουργεί ως εφαλτήριο για τη νέα ποιητική διαδρομή του, συνενώνοντας τον προϋπάρχοντα στοχασμό με την εμπειρία ενός Πλανόδιου και πάλι ποιητικού υποκειμένου, το οποίο αναζητά τον ποιητικό αλλά και υπαρξιακό του αυτοπροσδιορισμό.</p>
<p>Ένας παράξενος Πλανόδιος/χωρίς σκοπό, χωρίς καθήκον/θα πορευτείς σε θάλασσες/ με άγριες φουρτούνες./ Αν φτάσεις στην ακτή με στέμμα άθικτο/ καμία θάλασσα δεν σ&#8217; άξιζε / κι όποιον σκοπό σού επέβαλαν/ ήταν δικός σου μύθος. («Πρίγκιπας του πουθενά», σελ. 13)</p>
<p>Εξομολογητικός τόνος γραφής, όπου υφέρπει η πίκρα και η μελαγχολία της ανεπίδοτης ερωτικής ανάγκης. Κυρίαρχα στον λόγο τα ουσιαστικά, αποδίδουν τη δωρική λιτότητα και γνησιότητα των αισθημάτων.</p>
<p>Ίσως να είναι ώρα να σκεφτούμε/ πόσο πιο σταράτο/ πόσο πιο ειλικρινές/ ήταν τελικά εκείνο το: «Νιώθω έρωτα για σένα»/αντί για το/ «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου»./ Οι μετοχές πάντα μας προδίδουν/ ενώ τα ουσιαστικά / στέκουν εκεί χωρίς ανάγκη./ Θες δεν θες σου λέει/ για να αρθρώσεις νόημα/ με χρειάζεσαι./ Αυτό, αυτό κατάργησε / η εποχή μας/ κι έτσι κλειστήκαμε/ ικέτες / σε μια ζωή που πέρασε. («Φοβάμαι», σελ. 18)</p>
<p>O έρωτας από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελεί μία υπαρξιακή συνθήκη. Η παρουσία του επικυρώνει την υπόσταση, η απουσία του ακυρώνει την Εδέμ , τη μυσταγωγία της Αφής, τη θεία μετάληψη αγάπης από σώμα σε σώμα. Και η τρυφερότητα αξόδευτη , κατά τον ποιητή («Θα γελαστούμε πάλι», σελ. 19) γίνεται η βάσανος και η αφορμή της ταραχής , η οποία εκκινεί από την πείνα του σώματος, καταλήγει στη δίψα της ψυχής και αμφίδρομα. Διακειμενικά, κατά το «Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε» του Ρίτσου, ο Τιμοθέου σε ένα καημό αλλά και προσδοκία παλιγγενεσίας, πεθαίνει μέσα στην απουσία, αναγεννιέται και υπάρχει μέσα στην ιερότητα και ομορφιά που υποβάλλει ο έρωτας .</p>
<p>Η σιωπή μας δηλώνει πως κάποτε υπήρξαμε/ σαν λέξη/ σαν συναίσθημα/ έστω σαν αναζήτηση./ Χωρίς αφή μετρώ τον χρόνο/ κι ακόμα διαγράφω φως/ τις ώρες που ανατέλλεις./ Τι να σημαίνει κεχριμπάρι/ Μάη μήνα/ και τι το σ&#8217; αγαπώ/ αν δεν το κρεμάω στον λαιμό σου; («Υπήρξαμε», σελ. 21)</p>
<p>Μια μέρα θα γίνω όλος θάλασσα/ για να σε κατοικήσω/ θα εξορίσω το αλάτι για τα μάτια σου/ και μες στο φως θα γίνεσαι/ χάρτινο καραβάκι./ Αφού δεν μπόρεσα ν&#8217; αγγίξω τη μαγεία σου/ ίσως να μην υπήρξα. («Δεν είν&#8217; αυγή», σελ. 23 )</p>
<p>Ωστόσο, αυτή η περιπλάνηση στην αναζήτηση των όσων υπόσχεται ο έρωτας και η Εδέμ του, όσο και αν το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει εξαρχής τις αναμενόμενες νίκες και ήττες ή αποδέχεται με τον ρεαλισμό της εμπειρίας «Εναλλαγές της πίκρας οι ζωές μας» ( Η Πόλη-Η Χώρα-Το Σώμα, σελ. 34), επιφέρει και την ανάγκη της μεταμέλειας για όλα όσα ματαίως ή εκτός ορίων αναζήτησε. Σαν Οδυσσέας με τόλμη Πηνελόπης («Το δείπνο του σώματος», σελ. 16), υφαίνοντας και ξηλώνοντας ίσως τα νήματα των λέξεών του, αφού, όπως ομολογεί «Όσο περίμενα/ οι λέξεις έφτιαχναν εσένα» («Μετά την Εδέμ», σελ. 39)</p>
<p>Γιατί, όμως, ενοχικός ο έρωτας, ενοχικός ο Οδυσσέας-ποιητής, που αναζητά την Εδέμ αντί την Ιθάκη; Ίσως λόγω υπερβολής; « Μία πνιγμένη υπερβολή / ζητούσε ορατότητα» («Ίσως με σώσει το ποίημα»,, σελ. 22) Ίσως πάλι λόγω της κατάργησης του εαυτού μπροστά στο καταλυτικό Εσύ; « Κατηγορώ / που δεν μ&#8217; αγάπησα/ για να σε ζήσω» («Θα &#8216;ρχεσαι», σελ. 20)</p>
<p>Όποια και να είναι η περίπτωση, η ποιητική διαδρομή του έρωτα καταλήγει ως αφορμή μεταμέλειας για το ποιητικό υποκείμενο, αφού ο Τιμοθέου, τοποθετώντας σε πλήρη αρμονία λέξεις και συναισθήματα, τεχνουργεί την πορεία-δοκιμασία και καταλήγει στο σώμα που δεν ξεπλένεται, όσο κι αν το φορέσεις. («Ανάσα», σελ. 25) Επιθυμία, Αναμονή, Προσδοκία, Διάψευση, Μεταμέλεια συμπορεύονται και αντιστοιχούν στο σώμα ως ήττα των ονείρων.</p>
<p>Ο κύκλος, όμως, των ονείρων κλείνει με τη νίκη. Άλλωστε αυτό αποτελεί και τον αέναο νόμο της ζωής και η Ποίηση ως διαρκής γέννηση και αναγέννηση σηματοδοτεί μεν τη συντριβή και τη θλίψη αλλά και την ανάταση-υπέρβαση της φθοράς. Πέρα από τα γήινα χαρακτηριστικά του έρωτα, ο οποίος ενεργοποιεί το σώμα και τις αισθήσεις, ο ποιητής ανυψώνει τον έρωτα από το ανθρώπινο στο θεϊκό, στο αθάνατο της υφής του. Το θρησκευτικό στοιχείο, προς το τέλος της συλλογής εισχωρεί στο γήινο και σαρκικό, αφού η Αγάπη ως καθαγιασμός του έρωτα μπορεί να γίνεται κοινωνός «σαν όνειρο πρωτόπλαστων». («Η νίκη των ονείρων», σελ. 40)</p>
<p>Ο Τιμοθέου, με την έβδομη ποιητική συλλογή του, καθιερώνει πλέον την ποιητική ταυτότητά του και συστήνει μία ποίηση με συγκερασμό ευαισθησίας και δυναμισμού, ποίηση στοχαστική, με ανάκληση μνήμης και επίκληση προσδοκίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΡ. ΚΛΕΙΤΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στον πρόλογο του βιβλίου μεταξύ άλλων γράφει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ο Αντρέας Τιμοθέου έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τις πρώτες ώσεις της ζωής και μετατρέπει την εσωτερική του αυτή εμπειρία σε ποιητικό λόγο, ένθερμο και πειστικό. Στέρηση και πλησμονή, φτώχια και πλούτος άρνηση και κατάφαση, διαρθρώνουν και κτίζουν ποιητικά τον κόσμο του νεαρού ποιητή μας. Έτσι πάσχει και υποφέρει και μετουσιώνει ποιητικά τον πόνο του και την ερωτική του λατρεία και καταθέτει εύστοχα τα ωραία ποιητικά του νομίσματα στον ναό της τέχνη»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και στην παρουσίαση ανάφερε</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ο Αντρέας ανέβηκε ψηλά και έπεσε. Σ’ αυτή την πτώση γεννήθηκαν οι υπέροχοι αυτοί στίχοι και ανακάλυψε ο ίδιος μέσα από το φωτισμό τους το δρόμο του. Κάθε φορά που δεχόμαστε ένα ψήγμα φωτός, αλήθειας, εκεί βρίσκεται ο δρόμος μας. Και σ’ αυτούς τους στίχους χαράχτηκε η πορεία του και εύχομαι να μείνει πιστός σ’ αυτό τον υπέροχο και μοναδικό δρόμο, ο οποίος οδηγεί στη λύτρωση.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στην παρουσίαση της συλλογής είπε μεταξύ άλλων:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Μέσα από τις δικές του μοναδικές εμπειρίες, σκέψεις και προβληματισμούς μας ταξιδεύει από το μονοπάτι της εφηβείας στην ωρίμανση. Φυσικά η ωριμότητα δεν έχει ηλικιακά όρια. Είναι αξιοπρόσεχτο το γεγονός πως ο Αντρέας προχωρά ένα βήμα πιο μπροστά από το νεαρό της ηλικίας του και σμιλεύει το στίχο του με σοφία και ολοκληρωμένες σκέψεις.» … «Η συλλογή αυτή είναι η πρώτη ποιητική αναζήτηση του Αντρέα Τιμοθέου. Το περιεχόμενο μερικές φορές τείνει να ξεφεύγει από τα όρια της δομής ενός ποιήματος στην προσπάθεια του να ολοκληρώσει ή να εξηγήσει την σκέψη του. Θέλει χρόνο και πολλή μελέτη για να μετουσιώνει  ένας ποιητής τις λέξεις σε ώριμη ποίηση εύστοχα με τεχνική και απέριττες λέξεις. Η ομορφιά όμως στην ποίηση του Αντρέα διαφαίνεται μέσα από το ταλέντο του και τον αυθορμητισμό της ψυχής τόσο ώστε όταν διαβάζει κανείς τα ποιήματα του ακόμα και κάποια χάσματα στίχων ακούγονται ανώδυνα. Είναι φανερό πως ο ποιητής ξεκινά την πορεία του με δυναμισμό, γνώση, ταλέντο και πίστη προς τα ανώτερα. Άλλωστε η ποίηση γεννιέται αυθόρμητα μέσα από την ψυχή ενός ποιητή και σαν την ροή του αστείρευτου νερού σπάζει τα φράγματα των ανθρώπινων ορίων. Η λεκτική έκφραση της έμπνευσης, της σύλληψης των ιδεών, να αποδώσει δηλαδή τις εκλάμψεις της ψυχής του ο ποιητής  με τον πιο ουσιαστικό ποιητικό τρόπο, είναι ακατάπαυστη εργασία.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Τιμοθέου είναι ένας νέος, και σεμνός, ποιητής που η κάθε του διάκριση τον σπρώχνει, και μελλοντικά θα τον σπρώχνει να παρουσιάσει ακόμα καλύτερη δουλειά. Να τι σκέφτεται ο ίδιος για την ποίηση: «Μέσα απ’ τη μουσική της ψυχής του ανθρώπου γράφει κανείς ποίηση… Η ποίηση είναι στιγμές πλημμυρισμένες από συναίσθημα που η ψυχή προστάζει να πάρουν μορφή, μια μορφή που αντιπροσωπεύει κάτι ξεχωριστό, μια μορφή δημιουργημένη, πότε με απερίγραπτη χαρά και χαμόγελο και πότε με δάκρυ και πόνο…»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Βέβαια, δεν μπορεί να απουσιάσει από την ποίησή του και η αγάπη, ή η νοσταλγία για την κατεχόμενη πατρίδα, που την γνώρισες από διηγήσεις των δικών σου. «Γη που σ’ αγάπησα και σ’ ερωτεύτηκα/από τις μνήμες του παππού και της γιαγιάς» γράφεις για την Αμμόχωστο για να καταλήξεις σε άλλο ποίημά σου «Τούτη η κώχη η μικρή είναι Ελληνική».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΝΗ ΗΛΙΟΦΩΤΟΥ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Κι αυτά για τα οποία πάντα γράφει είναι οι αξίες που πηγάζουν από την ανθρώπινη πνευματικότητα, αξίες ατομικές και συλλογικές: η ορμή του έρωτα και της αγάπης, οι ρίζες μας, οι πρόγονοι, όπως ο παππούς κι η γιαγιά, ο τόπος μας και το δράμα του, η Παρθένα Θεά Ελευθερία που την συλλαμβάνει σαν κάτι ιερό και άγιο.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ</span></strong></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στον πρόλογο του βιβλίου γράφει μεταξύ άλλων: Η αναζήτηση μιας καινούριας αρχής που είναι στο επίκεντρο όλης της συλλογής αναδεικνύεται στην τελευταία ενότητα, τη «Νέα Γη». Μέσα από όλες τις αναμνήσεις του Πενταδάκτυλου «που μας πονεί», τους ξεχασμένους ήρωες και τη ματαίωση, ο ποιητής αναζητά μια καινούρια αρχή, αυτή που θα έχει και πάλι «μερτικό στα χρόνια της ελπίδας».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Αντρέας Τιμοθέου στην ποιητική συλλογή «Τα Άνθη του Φωτός», αναζητά, μέσα από «το χάος των θορύβων», «τ&#8217; αρώματα της μέρας και τα χρώματα των εποχών», με μια ιδιαίτερη ευαισθησία, με ασπίδα την αγνότητα και την καθαρότητα του λόγου και κατορθώνει να μετουσιώσει την αναζήτηση σε ύμνο στη ζωή, την αγάπη, το χρώμα και το φως.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">  .</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην παρουσίαση του βιβλίου η Αθηνά Τέμβριου λέει: «Ο αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα από τα ποιήματα τη μοναδικότητα μιας στιγμής, την ανάγκη του ποιητή να κατακτήσει το άγνωστο και να εξελίξει το υποσυνείδητο σε συνειδητό, σε ένα ταξίδι όπου η φαντασία πλέκει το μύθο και την πραγματικότητα για να γεννήσει ο δημιουργός την αλήθεια της ζωής ή το αίνιγμα του θανάτου μέσα από το κάτοπτρο της αγάπης»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και μιλώντας για τη γραφή του μας λέει: «Ο Αντρέας Τιμοθέου έχει την δική του ιδιότυπη γραφή στην οποία ο στίχος εμποτίζεται με τον πεζό λόγο. Γίνεται περιγραφικός με απέριττες λέξεις και σε ταξιδεύει, έστω και αν κάποια νοηματικά χάσματα και κατά συνέπεια αλλαγές στο ύφος ή στο ρυθμό, αφήνουν κάποια ερωτηματικά. Αν υπάρχει επανάληψη ιδεών και συναισθημάτων, η έντονη απεικόνισή τους καθώς και η εναλλαγή εικόνων επιτρέπουν ανώδυνα την ποίησή του να διεισδύει στην ψυχή του αναγνώστη. Η πορεία ενός ποιητή καθορίζεται από την ευθύνη που αισθάνεται ως άνθρωπος, σε συνάρτηση πάντα με το ταλέντο και την ψυχική του δύναμη, να μετατρέπει τα ανθρώπινα και τα καθημερινά σε ποίηση ουσίας, υπονοώντας έμπρακτο ιδεαλισμό.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην ίδια παρουσίαση η Αλεξάνδρα Γαλανού είπε μεταξύ άλλων:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Αφιερωμένη στην γιαγιά του, όχι ως οφειλή για αυτά που έκανε για</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον εγγονό της αλλά ως μια προσφορά αγάπης , ένα μεγάλο ποιητικό «ευχαριστώ» στη γυναίκα που του έμαθε όλες τις υψηλές αξίες της ζωής, την ανθρωπιά , την αξιοπρέπεια και του έδωσε, όπως λέει ο ίδιος ,τις δυνάμεις να αλλάξει το πεπρωμένο της ζωής του.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στην εισαγωγική αφιέρωση γράφει «Στη γιαγιά μου Κατερίνα για το φώς της χαράς που μου πρόσφερε, για τα σημάδια που άφησε στη ψυχή μου χαραγμένα με ευλάβεια και αστείρευτη αγάπη.»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Από την πρώτη μου ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Τα Άνθη του Φωτός» και χωρίς να διαθέτω το νυστέρι του ειδήμονα, του επαΐοντα μελετητή που αναλύει την ποίηση αλλά με μόνα εφόδια μου την αγάπη μου για την ποίηση και τη στενή μου γνωριμία μαζί της , από την πρώτη μου εκείνη ανάγνωση το περασμένο καλοκαίρι ένιωσα ότι ο Ανδρέας Τιμοθέου βαδίζει σωστά το μοναχικό δρόμο της ποιητικής δημιουργίας. Έχει μέσα του την ποίηση, η γραφή του διαθέτει αμεσότητα αλλά κι εσωτερικότητα. Οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από ευαισθησία αλλά και φιλοσοφική διάθεση η οποία πολλές φορές προσδίδει μια πεζότητα στην έκφραση χωρίς αυτό να</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφαιρεί από την αξία του ποιήματος. Στοχάζεται, πονά, νοιώθει, ονειρεύεται αλλά κι αναζητά την αλήθεια και την ομορφιά της ψυχής μέσα στην μελωδία του κόσμου. Η ποιητική συλλογή που παρουσιάζεται απόψε είναι ένα ταξίδι προς το φώς εξ’ου και οι τίτλοι των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής «Στίγματα Φωτός» και «Το φώς της Αγάπης μας».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με συγκίνησε η ευαισθησία που μαρτυρείται μέσα από τη θεματολογία και την προσέγγιση που κάνετε στα συγκεκριμένα ποιήματα της συλλογής σας. Αυτό είναι μια ελπιδοφόρα υπόσχεση για μελλοντική εξέλιξη, βασισμένη στον βαθύτερο πόνο και την κρυπτικότερη αίσθηση που προσφέρει η ζωή. Συνεχίστε προσπαθώντας πάντα να γίνετε πιο εσωτερικός, έτσι ώστε τα ποιήματα να έχουν το αναγκαίο περικάλυμμα και βάθος.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«η ευαισθησία και η ευγένεια της ψυχής σου καθρεφτίζονται σε όλα τα ποιήματά σου και δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που θα διαβάσει την ποίησή σου και να μην συγκινηθεί. Η αγάπη στον άνθρωπο, στην πατρίδα και ό,τι ωραίο υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο το μικρό τον μέγα, κατά τον ποιητή, είναι διάχυτο στην ποίησή σου. Ανήκεις, πράγματι, είσαι ολόδικος της ποίησης, ανήκεις στο άχραντο αυτό μυστήριο, όπως την αποκαλείς.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εξομολόγηση εκ βαθέων για την προσφορά και συμβολή αγαπημένου προσώπου στην όλη πνευματική συγκρότηση του ποιητή εγγονού.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιητική ματιά και ο πόνος με τον οποίο βιώνει τη ζωή ο ποιητής, οι μυστικές αλήθειες που δεν αποκρύβονται παίρνουν το ειδικό τους βάρος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι ψυχικές αναζητήσεις και οι ανατροπές, ο αγώνας για τη δόμηση της ζωής με αγάπη αλλά και απολογισμοί, παρ’ όλη τη νεότητα, μαζί με τα πετάγματα στην ομορφιά και την αγνότητα αποτελούν δείγματα ελάχιστα της πλούσιας θεματικής της συλλογής.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γραμμένα σε απλή, προσεγμένη ποιητική γλώσσα, σε νεωτερικό, μεστό και απέριττο στίχο, τα 70 ποιήματα της συλλογής, δοσμένα σε πέντε θεματικές ενότητες, αποτελούν πράγματι «άνθη φωτός», που φωτίζουν και αγγίζουν τις ψυχές όλων όσοι μπορούν να γευθούν τους καρπούς της ποίησης και να νιώσουνε την αισθητική συγκίνηση, που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να προκαλέσει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ιστορίες με δαντέλα</span></strong></h5>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δήμος Χλωπτσιούδης</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καθώς ο χρόνος σταματά σε αγαπημένα πρόσωπα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έχουμε σημειώσει και στο παρελθόν ότι οι νεώτερες γενιές Κύπριων δημιουργών απέχουν σημαντικά ως προς τη θεματολογία από την τραυματική εμπειρία της εισβολής και της διχοτόμησης. Μακριά από τα βιώματα της εποχής, λόγω ηλικίας, αντιμετωπίζουν το παρελθόν με μία κριτική ματιά και με ψυχραιμία και απόσταση χρόνου. Επικεντρώνονται περισσότερο στο παρόν του και τη γη των δικών τους βιωμάτων και συναισθημάτων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτσι και τη πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου, «ιστορίες με δαντέλα» (παράκεντρο, 2016), περιλαμβάνει διηγήματα εμπνευσμένα από την παιδική ηλικία του συγγραφέα και τα αγαπημένα του πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στις παιδικές αναμνήσεις του διηγηματογράφου, στην αγωνία του μπροστά στο θάνατο αγαπημένων προσώπων&#8230;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι η αγωνία για τη φθορά μέσα από την μνημόνευση των προσώπων της ζωής του οιονεί μνημοσύνου. Η φωνή του είναι απολύτως προσωπική και αποκτά εξομολογητικό τόνο. Μέσα από το απομνημονευματικό ύφος έρχονται στο προσκήνιο οικείες σκηνές από τη ζωή στο χωριό, ξεδιπλώνονται αντιλήψεις του παρελθόντος και ζωντανεύουν προβολές και βιώματα από νοσοκομεία με τη ρομαντική διάθεση/διάσταση μιας δαντέλας. Άλλωστε, η νοσταλγία αποτελεί το κύριο συναίσθημα της συλλογής. Η γυναικεία παρουσία είναι σταθερή σε όλο το βιβλίο, ενίοτε και ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής· ο συγγραφέας προσπαθεί να δει όχι μόνο από έξω.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η προφορικότητα της αφήγησης ζωντανεύει με χαρακτηριστική αμεσότητα που υποστηρίζεται τόσο από τον μικροπερίοδο λόγο όσο και από την εξομολογητική έκφραση. Η διάθεση εκμυστήρευσης εκφράζεται με την υιοθέτηση της τεχνικής του ομοδιηγητικού αφηγητ, με εσωτερική οπτική γωνία. Η εσωτερική εστίασή του, που θεμελιώνεται στην πρωτοενική διατύπωση, επιτρέπει στον αναγνώστη να εισχωρήσει βαθιά στον ψυχικό κόσμο του, να βιώσει μέσα από την απλότητα της γλώσσας όσα καταγράφει για να μη σβήσουν από την παλίρροια του χρόνου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χαρακτηριστικό αρκετών πεζογραφημάτων του Τιμοθέου είναι ο μικροπερίοδος λόγος και η απλή καθημερινή γλώσσα μαζί με την απλότητα των εκφραστικών μέσων, που καθιστά το λόγο του εύληπτο και προσιτό στους αναγνώστες. Ο μικροπερίοδος λόγος με τις &#8220;απότομες&#8221; παύσεις ενισχύει τη νοσταλγία και το αίσθημα της μοναξιάς του αφηγητή. Η γλώσσα του είναι ακριβής, απλή και καθημερινή, μια γλώσσα βιωμένη που κατευθύνεται εσωτερικά. Ο συγγραφέας προτιμά να χρησιμοποιεί απλή γλώσσα και να διατυπώνει τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία σε σύντομες περιόδους, δημιουργώντας έτσι μια γραφή που διευκολύνει την πρόσληψη των εκφραζόμενων νοημάτων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εξάλλου, ο διηγηματογράφος αποφεύγει τα λογοτεχνικά στολίδια κατά την αφήγησή του. Οι περιγραφές του κατά βάση επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία χαράχτηκαν στη μνήμη του κι εξυπηρετούν αφηγηματικά προκειμένου να μεταφέρουν το δικό του συναίσθημα για τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Ακόμα η in media res εισαγωγή των διηγημάτων εξυπηρετεί ακριβώς αυτό το σκοπό.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο χρόνος μοιάζει να σταματά και να αυτοκαταργείται. Τα αγαπημένα πρόσωπα και το συναίσθημα της νοσταλγίας ξεπερνούν τον πραγματικό χρόνο και συμπλέκονται με τον στάσιμο αφηγηματικό χρόνο. Ο συγγραφέας επιστρέφει στην παιδική ανεμελιά, στα δικά του δαντελένια χρόνια πλάι σε ηρωίδες που γνώρισε και αγάπησε, μα κατά βάση από τη γιαγιά του η οποία σχεδόν σε κάθε διήγημα είναι παρούσα. Και μαζί του και ο αναγνώστης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2014/09/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%bf%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
