<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 17 Aug 2025 20:59:45 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 04 Dec 2023 19:56:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20300</guid>

					<description><![CDATA[Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου συνεχίζει να ζει. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και τέσσερα μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του «Έξοδα Νοσηλείας» (εκδ. Ενύπνιο) έλαβε εξ ημισείας το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου συνεχίζει να ζει. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση.<br />
Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και τέσσερα μυθιστορήματα.<br />
Το μυθιστόρημά του «Έξοδα Νοσηλείας» (εκδ. Ενύπνιο) έλαβε εξ ημισείας το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) και το μυθιστόρημά του «Το Χιόνι των Αγράφων» (εκδ. Κίχλη) έλαβε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» (2022).</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Τρεις μνήμες και δυο ζωές (διηγήματα), Μεταίχμιο 2005<br />
Καλά μόνο να βρεις (νουβέλα), Κέδρος 2006<br />
Το παραμύθι του ύπνου (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2008<br />
Αστοχία υλικού (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2010<br />
Ζώνη πυρός (διηγήματα), Μεταίχμιο 2014<br />
Η ιδιωτική μου αντωνυμία (μικρά πεζά), Κίχλη 2018<br />
Έξοδα νοσηλείας (μυθιστόρημα), Ενύπνιο 2020.<br />
Το χιόνι των Αγράφων (μυθιστόρημα), Κίχλη 2021.<br />
Γυναικών τε (Ποίηση) Εύμαρος 2023.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20301 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001-204x300.jpg" alt="" width="331" height="486" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001-204x300.jpg 204w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001.jpg 435w" sizes="(max-width: 331px) 100vw, 331px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20302 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002-203x300.jpg" alt="" width="328" height="485" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002.jpg 433w" sizes="(max-width: 328px) 100vw, 328px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20303 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1-300x217.jpg" alt="" width="456" height="330" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1.jpg 640w" sizes="(max-width: 456px) 100vw, 456px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ (2023)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;">Ζωγραφική-σχέδια:  <strong>Ηρώ Σιδέρη</strong></p>
<p>Ένα γιοφύρι έβαλε σκοπό τον για να χτίσει<br />
τις όχτες κάποιου ποταμού με πέτρες να ενώσει.<br />
Ολημερίς το έχτιζε, το βράδυ γκρεμιζόταν.<br />
Πουλάκι δεν φτερούγισε, μαντάτο να του φέρει<br />
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει».<br />
Έτσι περνούσε ο καιρός, τα δίσεκτα τα χρόνια<br />
ο ποταμός τραβήχτηκε, οι πέτρες του τελειώσαν.<br />
Συνέχιζε το χτίσιμο, μ’ ό,τι δικό του είχε<br />
μαλλιά, νεφρά και πείσματα, καρδιά, λαιμούς και λέξεις.<br />
Ποτέ δεν βαριανάσανε, πικρά να μετανιώσει<br />
καλούπωνε, σιδέρωνε, ξανά θα γκρεμιζόταν.<br />
Και μόνο στα πολύ στερνά, σαν έκλεινε τα μάτια<br />
πουλάκι ήρθε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα<br />
«Γοργά πλυθείς, γοργά ντυθείς με τα καλά σου ρούχα<br />
μια λυγερή σε καρτερεί στην άκρια στο ποτάμι<br />
το γιοφυράκι που ’χτίσες μαζί να το διαβείτε».</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Ι   ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20308" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1-300x225.jpg" alt="" width="351" height="263" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p>— Σε γνώριζα προτού να σε γνωρίσω. Σου μιλούσα προτού να<br />
σου μιλήσω. Σε αγαπούσα προτού να σε αγαπήσω.</p>
<p>— Κάτι χειμωνιάτικες νύχτες που άνοιγα τα μάτια. Στο ίδιο πάν-<br />
τα όνειρο.</p>
<p>— Θυμάρι και βασιλικός στο πάτωμα. Ρυγχόσπερμο και γιασεμί<br />
στους τοίχους. Μια μυγδαλιά ανθοφορούσε στο ταβάνι.</p>
<p>— Σήκωνα τα χέρια να πιαστώ απ’ τα κλαδιά κι ένιωθα ανάλαφρος<br />
σαν πούπουλο, το σώμα μου αιωρούνταν πάνω απ’ το κρεβάτι.</p>
<p>— Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η αντιστροφή<br />
του νόμου της βαρύτητας.</p>
<p>— Δίχως πτώση παρά τις πτώσεις, δίχως συντριβή παρά τις<br />
συντριβές.</p>
<p>— Μόνο με πάθη, λάθη, σιωπές, οδύνες, γρατζουνίσματα,<br />
αιμορραγίες και χαμόγελα &#8211; πολλά χαμόγελα.</p>
<p>— Κάθε φορά που σου ’δινα μορφή, μαλλιά, μύτη, μάτια,<br />
μάγουλα, άνω και κάτω άκρα, για να σε σχηματίσω στο μυαλό μου.</p>
<p>— Μαθητριούλα του δημοτικού σε καταπράσινη πλαγιά με<br />
παπαρούνες.</p>
<p>— Ένα σμήνος από ανεμόπτερα γεμίζει το πεδίο.</p>
<p>— Ανοίγω τα χέρια, κλείνω τα μάτια και βγαίνω στη βροχή.</p>
<p>— Τούτη η άνοιξη κυοφορεί ηφαιστειογενείς εκρήξεις.</p>
<p>— Προϊστορικοί δεινόσαυροι, ορνιθοληστές, ινκουανόδοντες,<br />
ποστόχοροι, αναδεύουν εντός μου.</p>
<p>— Το μυαλό μου πάει στην εικόνα των απολιθωμένων της<br />
Πομπηίας. Σωριασμένοι στους δρόμους, στα σπίτια, ενώ έτρωγαν,<br />
κουβέντιαζαν κι έκαναν τη βόλτα τους στην αγορά της πόλης.</p>
<p>— Άραγε σε ποια στάση θα με ανασκάψουν κι εμένα οι<br />
αρχαιολόγοι του μέλλοντος;</p>
<p>— Εν ρεμβασμώ ανοίξεως μεσήλιξ; Καρβουριασμένο πτώμα σε<br />
εμβρυακή στάση; Αχθοφόρος εν ώρα υπηρεσίας;</p>
<p>— Για την ώρα ακουμπάω στην κουφάλα μιας υπεραιωνόβιας<br />
ελιάς και σε κοιτάζω.</p>
<p>— Θε μου, πόσο πολύ ταιριάζεις με την άνοιξη.</p>
<p>— Όθεν η ποιητική της ύπαρξής σου ή αλλιώς η ύπαρξη της<br />
ποιητικής μου.</p>
<p>— Στο εξής ο Μάης θα φορά το άρωμά σου, μια μέλισσα θα<br />
θηλάζει απ’ τις μαργαρίτες και το τελευταίο χιόνι θα γυαλίζει στις<br />
κορφές του Βέρμιου.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙ   ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20309" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1-185x300.jpg" alt="" width="216" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1-185x300.jpg 185w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1.jpg 395w" sizes="(max-width: 216px) 100vw, 216px" /></p>
<p>— Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμία λογική στήριξη<br />
δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα.</p>
<p>— Εν οίκω Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την<br />
πίστη του. Θέλω να πω, δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου.</p>
<p>— Ούτε ιερατείο ούτε δόγμα ούτε αμαρτίες ούτε συγχωροχάρτια<br />
η δική σου πίστη. Στα χείλη σου η κόκκινη Έμμα μαθαίνει τα νέα<br />
για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Θρησκεύομαι αναρχούμενος.</p>
<p>— Μια Κρονστάνδη επαναστατεί στο σώμα σου, νεοσύλλεκτος<br />
του ναυτικού εγώ. Το ημερολόγιο δείχνει 7 Μαρτίου του 1921,<br />
το πλοίο μου ελλιμενίζεται στην αποβάθρα του νησιού.</p>
<p>— Έναν αιώνα μετά πάω και σταθμεύω το αυτοκίνητο σ’ έναν<br />
αγρό με καταπράσινα στάχυα. Εσύ χαμογελάς, εγώ κοιτάζω<br />
σκεφτικός έξω απ’ το παράθυρο. Μόνο ο έρωτας, η επανάσταση και<br />
η φύση δικαιούνται να υπόσχονται την άνοιξη.</p>
<p>— Κοντά στις τσουκνίδες θα φυτρώνει πάντα μια μολόχα, μου<br />
’χες πει. Ξέρει η φύση, τρίβεις στο ερεθισμένο σημείο τη μολόχα<br />
για να φύγει ο κνησμός. Πέντε δεκαετίες πέρασα με τούτο<br />
τον κνησμό. Ενδημούν στην περιοχή μου οι αγριάδες, τα<br />
γαϊδουράγκαθα, τα τριβόλια και κυρίως οι τσουκνίδες. Θα σ’ το πω<br />
το κρίμα μου, αγνοούσα μέχρι τώρα τις μολόχες.</p>
<p>— Όλο ρόζους και σκασίματα οι παλάμες σου, κοροΐδευες.<br />
Τα νέγρικα μπλουζ από τέτοια χέρια έχουν γραφτεί, σου<br />
απαντούσα. Εσύ δεν ξέρεις ούτε πιάνο ούτε κιθάρα, επέμενες.<br />
Ιδού τα πλήκτρα κι οι χορδές, σ’ έδειχνα. Η ορχήστρα είναι έτοιμη,<br />
με προκαλούσες. Τα πιο βαριά ρεμπέτικα το ρεπερτόριό μου, σ’<br />
αγκάλιαζα.</p>
<p>— Μερικές φορές πιάνουν κι οι κακοκαιρίες Απρίλη, Μάη μήνα,<br />
πέφτει η θερμοκρασία πολύ χαμηλά, ύστερα σηκώνεται απότομα<br />
και χτυπάει τριαντάρια. Οι ειδικοί λένε ότι φταίει η κλιματική<br />
αλλαγή, στη δική μας βέβαια περίπτωση νομίζω ότι έφταιγα εγώ.</p>
<p>— Δεκαετίες ολόκληρες υπήρξα άνυδρος, τούτους τους<br />
ορμητικούς χειμάρρους δεν ήταν εύκολο να τους ελέγξω. Νάιλον<br />
σακούλες, πλαστικά παιχνίδια, κομμένοι κορμοί, νεκρά αισθήματα<br />
και μπόλικη φερτή ύλη παρασύρονταν στις εκβολές τους. Ένας<br />
σκοτεινός ωκεανός εκτεινόταν από ’κει και πέρα.</p>
<p>— Ξυπνούσα τις νύχτες με τον ίδιο εφιάλτη, ότι είμαι στη μέση<br />
του ωκεανού. Εσύ κωπηλατούσες βιαστικά για να με σώσεις,<br />
αλλά μια αδιόρατη έλξη με τραβούσε αργά προς τον βυθό.<br />
Πνιγόμουνα χαμογελώντας.</p>
<p>— Κάθε φορά σηκωνόμουν κι έφευγα σαν να ’μουνα<br />
κυνηγημένος. Σου ’λεγα, δεν έχω χρόνο. Ψέματα. Κάποιες ανίες<br />
έτρεχα να διασώσω από σένα &#8211; πώς αλλιώς να βγει η άλλη μέρα;</p>
<p>— Τι σκέφτεσαι; με ρώτησες. Η βροχή χάραζε το τζάμι του<br />
αυτοκινήτου, κάποια σκοτάδια ράγιζαν απέξω. Δεν θυμάμαι να σου<br />
απάντησα.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙΙ   ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20310" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-300x261.jpg" alt="" width="300" height="261" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-300x261.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003.jpg 640w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>— Σ’ είπανε Ελένη.</p>
<p>— Στης μάνας σου τον κόρφο, στου κύρη σου την αγκαλιά.</p>
<p>— Στις ανθοστόλιστες της Σπάρτης πεδιάδες μεγαλώνεις.</p>
<p>— Ανάμεσα σε ορχιδέες, παπαρούνες, καλόγερους και λιβελούλες.</p>
<p>— Αλλά ήρθε η ώρα σου να παντρευτείς.</p>
<p>— Κάποιον Μενέλαο να πάρεις.</p>
<p>— Και καταπώς είθισται.</p>
<p>— Παιδιά θα κάνεις, υφαντά θα υφαίνεις και με ζεστό νερό τα<br />
πόδια του θα πλένεις.</p>
<p>— Κάθε φορά που θα επιστρέφει στη συζυγική σου κλίνη.</p>
<p>— Αποκαμωμένος απ’ τις φωνές της αγοράς, τα αίματα της<br />
μάχης, των ιερόδουλων τα βογκητά και των συμποσίων τα πιο<br />
όμορφα αγόρια.</p>
<p>— Έτσι θα κυλήσει η ζωή σου, σκιά της σκιάς του άντρα σου,<br />
όπως κυλάει η ζωή των κοριτσιών της ηλικίας, της τάξης, του<br />
καιρού σου.</p>
<p>— Μόνο που για σένα έχουν άλλα σχέδια η μοίρα κι οι θεοί, οι<br />
ποιητές κι οι στρατηλάτες.</p>
<p>…/…</p>
<p>— Δεν ξέρω αν πρόλαβες κι η ίδια να το μάθεις, όμως πολλούς<br />
αιώνες μετά αποκαλύφθηκε ότι άλλη ήταν η αιτία της πολιορκίας.</p>
<p>— Βλέπεις, πάντα το συμφέρον θα υποκρίνεται την ομορφιά<br />
σου.</p>
<p>— Αλλά έτσι δεν γίνεται ανέκαθεν με τους πολέμους των<br />
αντρών, των θρησκειών και των εθνών;</p>
<p>— Οπότε δεν μου μένει παρά να σε εγκαλέσω για την αφέλειά<br />
σου:</p>
<p>— Είσαι υπόλογη της αθωότητας σου.</p>
<p>— Είσαι υπεύθυνη της ομορφιάς σου.</p>
<p>— Είσαι ένοχη της φύσης σου.</p>
<p>— Γιατί εσύ, Ελένη, δεν είσαι μόνο η Ελένη.</p>
<p>— Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η<br />
Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της<br />
Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα,<br />
η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Εκιουζ, η Εαρυφαλλιά,<br />
η Δώρα, η Καρολάιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη.</p>
<p>— Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ.</p>
<p>— Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της<br />
κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο<br />
εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας,<br />
ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός<br />
πατέρας και πάνω απ’ όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>— Θυμάσαι;</p>
<p>— Υπήρξαν κάποτε καιροί που σ’ έζευα στο άροτρο, σε γέμιζα μι<br />
ενοχές και αμαρτίες, σου φορούσα ζώνη αγνότητας, σε έκαιγα<br />
στην πυρά σαν μάγισσα, σε πετούσα στο πηγάδι, σου ’δινα το<br />
όνομά μου, σε ξυλοφόρτωνα, σε περιέφερα ημίγυμνη στους δρόμους,<br />
ακρωτηρίαζα τα γεννητικά σου όργανα, έκοβα τους μαστούς,<br />
τη γλώσσα, τα αυτιά, ξύριζα το κεφάλι σου και κάθε βράδυ<br />
σε ζητούσα στο κρεβάτι.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ (2021)</strong></h4>
<h6><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h6>
<p>18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1948. Η Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης, υπό την αρχηγία του Γιώργου Γούσια, ξεκινά να μεταφέρει εφεδρείες για τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Βράχα προς τη Μακεδονία. Χίλιοι τριακόσιοι επίστρατοι από την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, απειροπόλεμοι, ανεκπαίδευτοι, δίχως ρουχισμό, τροφή και όπλα, διασχίζουν τον κάμπο των Φαρσάλων, πέφτουν στη λίμνη Κάρλα, περνούν τον Πηνειό, φτάνουν στις πλαγιές του Ολύμπου, ανεβαίνουν στις κορυφές των Πιερίων και διαφεύγουν στη Μακεδονία, ενώ οι δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού τούς καταδιώκουν ανελέητα. Οι απώλειες είναι συντριπτικές. Στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγραφων παρακολουθούμε τις τριάντα επτά μέρες της βασανιστικής πορείας τους.</p>
<h5><strong>ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ (σελ 53-59)</strong></h5>
<p>…/…<br />
Δίπλα του είχε την Ελένη, που του ’πιάνε κρυφά το χέρι, κι από κοντά ακολουθούσε ο Κωνσταντής, έτοιμος να πέσει στη φωτιά και να καεί για χάρη του. Μπρος και πίσω απλωνόταν μια ατέλειωτη στρατιά παιδιών, που ανηφόριζαν, άλλοι με τη θέλησή τους κι άλλοι από φόβο, την πυκνόφυτη πλαγιά με το ’να μέτρο χιόνι. Στην κεφαλή προπορευόταν ένα κανελί άτι με τον στητό του αναβάτη, λιγομίλητο, βλοσυρό και σίγουρο ότι παρά τις όποιες δυσκολίες θα κατάφερναν να φτάσουν στην Ελεύθερη Ελλάδα, για να ενισχύσουν τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και να οργανώσουν την εξόρμηση που πολύ γρήγορα θα ελευθέρωνε τη χώρα από τους ξένους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, τους μοναρχοφασίστες.<br />
Όσα χρόνια κι αν περάσαν από τότε, άλλη χιονοθύελλα σαν εκείνη που ξέσπασε στις 18 Φλεβάρη του ’48 δεν θυμάται. Τούφες τούφες έπεφτε το χιόνι, τους βίτσιζε τα μούτρα ο αέρας, στα τέσσερα μέτρα δεν βλέπανε απ’ την ομίχλη και τις νιφάδες· σαν να ’θελε κάτι να τους πει κι η φύση, μια προειδοποίηση, μια απειλή ή και μια συμβουλή ακόμη, μα πού μυαλό να σταθούν να την ακούσουν.<br />
Σήκωσε τους γιακάδες απ’ το αμπέχονό του, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε. Στο μυαλό του έφερε το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του όταν ήτανε μικρός, το ίδιο που σκεφτόταν και τότε που έκανε τον σύνδεσμο στα χωριά<br />
των Αγράφων.<br />
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια καλή γιαγιάκα. Γλυκομίλητη, καμπούρα και καματερή. Ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού. Ο άντρας της είχε πεθάνει από χρόνια και τα παιδιά της είχανε σκορπίσει στα<br />
τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έμεινε μονάχη με την προβατίνα, τις κοτούλες και τις γάτες της. Ξυπνούσε νωρίς τα χαράματα για να ταΐσει τα ζωντανά, να μαζέψει τις βραδινές στάχτες, να κόψει τα ξύλα, να φτυαρίσει το χιόνι, να συγυρίσει την κουζίνα και να ετοιμάσει το φαΐ. Όλη τη μέρα δέκα γύρες έφερνε το σπίτι και την αυλή για να προλάβει, δυο φορές φορτωνότανε τη στάμνα για νερό. Και, όταν πάλι άρχιζε να σκοτεινιάζει, έπαιρνε τη ρόκα, καθότανε παρέα με τις γάτες μπρος στο αναμμένο τζάκι και έκλωθε, μέχρι που να πονέσουνε τ’ αδύναμα ματάκια της, μαλλί.<br />
Την άλλη μέρα έπλεκε κάλτσες και πασουμάκια, γαϊτάνια και μεσοφόρια για τα κρύα του χειμώνα. Ανήμερα Χριστούγεννα, πάει πρωί πρωί στη βρύση του χωριού. Στο σπίτι η φωτιά αναμμένη περιμένει να ζεστάνει το νερό. Γεμίζει<br />
τη στάμνα μέχρι απάνω και σκύβει για να τη σηκώσει. Αλλά η στάμνα είναι ασήκωτη, το κρύο τσουχτερό και ο δρόμος σκέτος πάγος. Στα πέντε μέτρα σκοντάφτει, γλιστράει και πάρ’ την κάτω, πέφτει και ξαπλώνεται φαρδιά πλατιά στο χιόνι. Απ’ το ’να χέρι, το δεξί, ο πόνος τη σουβλίζει. Σφίγγει τα δόντια να κρατήσει τη φωνή της κι υψώνει λίγο το κεφάλι για να δει. Κομμάτια η στάμνα της σπασμένη, χυμένο το νερό στο χιόνι, ούτε ένας άνθρωπος τριγύρω για να βοηθήσει. Βγάζει την μπόλια και δένει τον αγκώνα. Παίρνει βαθιά ανάσα, δίνει με τ’ άλλο χέρι δύναμη να σηκωθεί στα πόδια της και κούτσα κούτσα γυρνά ξανά στο φτωχικό της.<br />
Μπαίνει μέσα και σφαλίζει πίσω της την πόρτα. Το σπίτι αδειανό, αυτή ανήμπορη. Γέρνει μπρος στο σβησμένο τζάκι με παράπονο. Θυμάται με νοσταλγία τα παιδιά και τον άντρα της, τις ετοιμασίες των γιορτών, την πίτα της Πρωτοχρονιάς και τους κουραμπιέδες για τους «καλημεράδες» των Φώτων. Ένας κόμπος σφίγγει τον λαιμό της. Τι θα κάνει τώρα που δεν έχει ούτε μια στάλα νερό να πιει και πως θα κρατήσει το τζάκι αναμμένο; Ποιος θα φροντίσει τα ζωντανά, θα συγυρίσει το σπίτι, θα φέρει το νερό, θα μαγειρέψει το φαΐ και θα πλέξει τα πλεχτά της;<br />
Ξάφνου ένα σούρσιμο ακούγεται ψηλά απ’ την καμινάδα κι εμπρός της προβάλλουν πέντε φουριόζοι καλικάντζαροι. Μαζεύονται τριγύρω της απορημένοι. «Τι έχεις, γιαγιούλα μ’, χρουνιάρες μέρες κι είσαι λυπημένη;» «Πονεί το χέρι μ’», απαντά. Κείνοι κοιτάζονται αναμεταξύ τους. «Και γι’ αυτού στεναχουριέσαι;» λένε και στη στιγμή πιάνει ο ένας τη σκούπα, ο άλλος το φτυάρι, ο τρίτος τα ξύλα, ο τέταρτος την κατσαρόλα και ο πέμπτος τη ρόκα. Δώδεκα μέρες μείνανε κοντά της με τις φωνές, τα γέλια και τις αταξίες τους και, με το που ’ρθανε τα Φώτα, ξαναχωθήκανε στην καμινάδα και αρχίσανε να σκαρφαλώνουν τραγουδώντας:</p>
<p style="padding-left: 200px;">Φεύγετε να φεύγωμε<br />
τι έρχεται ο τρελόπαπας<br />
με την αγιαστούρα τον<br />
και με τη βρεχτούρα τον.<br />
Μας άγιασε, μας έβρεξε<br />
και θα μας μαγαρίσει.</p>
<p>Από κάτω στεκόταν η γιαγιά, να τους ξεπροβοδίσει. «Να μας ξανάρθητε του χρόνου, βρε παιδιά. Τώρα που σας λέω, σαν να με πονεί η πλάτη μ’ και το πόδι μ’. Από παλιά που τα ’χα χτυπημένα».<br />
Και το χωλό ποδάρι του Χαραλάμπη πονούσε. Μπορεί να μαλάκωνε λιγάκι ο καιρός όσο έπιανε η μέρα και ανέβαινε ο ήλιος, αλλά σκληρή πέτρα το χιόνι που πατούσε, πληγιάζανε τα πόδια του απ’ τα φθαρμένα άρβυλα, τον σούβλιζε και το παλιό του τραύμα. Στην αρχή μουρμούρισε με τη βραχνή φωνή του το τραγούδι που κάποτε αντηχούσε στις κορφές και στα λαγκάδια της διαδρομής<br />
αυτής:</p>
<p style="padding-left: 200px;">Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι,<br />
στην Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί.<br />
(Σειούνται οι στεριές και τα πελάγη,<br />
όπλων ακούγεται η κλαγγή.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Νέο αντάρτικο γεννιέται<br />
ν’ αγωνιστεί για λευτεριά.<br />
(Και τους φασίστες εκδικιέται<br />
όπου τους βρει με αντρειά.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Ο όρκος μένει πάντα ένας<br />
που έχει δώσει ο ΕΛΑΣ.<br />
(Ν’ αγωνισθεί σκληρά ο καθένας<br />
για να ελευθερωθεί η Ελλάς.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Εμπρός, ΕΛΑΣ, για την Ελλάδα,<br />
εμπρός ακόμα μια φορά.<br />
(Κράτα της λευτεριάς τη δάδα<br />
στα δυο σου χέρια τα γερά.)</p>
<p>Τώρα ο μόνος αντίλαλος που έφτανε στ’ αυτιά του ήταν οι κουκουβάγιες που έκρωζαν και οι λύκοι που αλυχτούσαν.<br />
Έφερε πάλι στον νου του το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του μπροστά στο τζάκι. Θυμάται τότε που καθότανε και περίμενε τη στιγμή που θα κατέβαιναν οι καλικάντζαροι και στο δικό του σπίτι, να τον γλιτώσουν απ’ το κουβάριασμα του μαλλιού, απ’ το κόψιμο των ξύλων και απ’ το καθημερινό κουβάλημα του νερού. Τι καλά που θα ’τανε αν την ώρα που ’ριχναν το φιτίλι οι Μητρουλαίοι είχαν προφτάσει οι καλικάντζαροι να φυγαδεύσουνε τη μάνα του από την καμινάδα ή αν αλάφραιναν τώρα λίγο το χέρι του απ’ το ντουφέκι που κουβαλούσε ή τουλάχιστον αν έβγαζαν απ’ το μυαλό του την εικόνα του Κωνσταντή με την απασφαλισμένη χειροβομβίδα να σκάει στην κοιλιά του και να τινάζει τα κομματιασμένα μέλη του τριγύρω εκεί, κοντά στον γκρεμό.<br />
Είχε φτάσει στη χαράδρα του Κωνσταντή αρκετά καθυστερημένα σε σχέση μ’ όλες τις προηγούμενες φορές. Στάθηκε στην άκρη ακίνητος. Ένας ασκέπαστος λάκκος το μνήμα του φίλου του. Έσκυψε από συνήθειο να ρίξει μια χούφτα χιόνι, ενώ το κρώξιμο μας καρακάξας έσχιζε τη σιωπή του απομεσήμερου. Σήκωσε το κεφάλι. Ο ήλιος έκανε παιχνίδια με τα σύννεφα, που πύκνωναν ολοένα και περισσότερο. Τα ήξερε καλά τούτα τα σημάδια του καιρού. Το βράδυ θα ’πιάνε ξανά το χιόνι. Υπολόγισε: δυο ώρες για την αντικρινή πλευρά και άλλη μια για την αποπίσω ράχη. Αν αργούσε, θα τον έπιανε η νύχτα και το χιόνι στον πάτο του γκρεμού κι εκεί δεν θα ’βρίσκε μέρος να κρυφτεί πέρα από καμιά μικρή κουφάλα κι ούτε θα μπορούσε να ανάψει φωτιά. Μέχρι να ξημερώσει, θα ’χε σίγουρα παγώσει. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε να κατεβαίνει. Πιανόταν απ’ τα κλαδιά και τους κορμούς των δέντρων, σιγούρευε την πατημασιά κι έψαχνε άλλο σημείο να πιαστεί. Έτσι προχωρούσε, βήμα βήμα. Κι όσο πιο πολύ κατέβαινε, τόσο περισσότερο δυσκολευόταν. Αλλού το χώμα ήταν στέρεο σαν πέτρα, αλλού σκέτη τύρφη και αλλού λάσπη γλιστερή. Δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά, τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο.<br />
Βρήκε ένα κοίλωμα, είπε να τρυπώσει μέσα να πάρει μια ανάσα. Ακούμπησε το ντουφέκι κάτω, τακτοποίησε το δισάκι και σύρθηκε με προσοχή στο εσωτερικό. Ήταν μια κανονική σπηλιά, πιο βαθιά από όσο έδειχνε. Μια<br />
μαύρη, σκοτεινή τρύπα- κάποτε μπορεί και να ’ταν αρκουδοφωλιά. Ίσως τώρα να λούφαζαν εκεί λύκοι ή αλεπούδες, μα δεν τα σκιαζόταν τα θεριά. Δέκα πεινασμένοι λύκοι δεν έφταναν τη λύσσα που διέκρινε στο βλέμμα του μπάρμπα του, του Μητρούσια, κάθε φορά που διασταυρώνονταν στον δρόμο — είκοσι χρόνια μια καλημέρα δεν του αντιγύρισε.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5><strong>ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ (Σελ. 111-114)</strong></h5>
<p>ΑΜΑΘΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ δεν ήταν ο Αβραάμ Πολυχρονίδης. Κάμποσους συγγενείς, φίλους, γείτονες και συγχωριανούς είχε στοιβαγμένους στην καταπακτή της μνήμης του, τους πιο πολλούς θαμμένους σ’ έναν ομαδικό τάφο στο Μεσόβουνο Εορδαίας ύστερα απ’ την εκτέλεση του ’41 και τους υπόλοιπους άταφους σε μια ρεματιά του Βερμίου ύστερα απ’ τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’44. Πού και πού τραβούσε το καπάκι, κατέβαινε τις σκάλες, στεκόταν στο υπόγειο, καθόταν σε μια γωνιά και τους κοιτούσε αμίλητος ή τους έπαιρνε έναν έναν και τους έβγαζε έξω, τους πήγαινε μια βόλτα στα βουνά και συζητούσαν για τους ζωντανούς και τους πεθαμένους, τους γάμους και τα πανηγύρια, τα σπίτια και τα καφενεία, τα καπνά και τα πρόβατα, τις γεννήσεις και τους θανάτους, την πρόσφατη και την παλιότερη ιστορία του χωριού.<br />
Απ’ το Σάργερι της επαρχίας Ζάρας οι Μεσοβουνιώτες ήρθαν με την ανταλλαγή του ’24, κουβαλώντας μαζί με την ελάχιστη κινητή περιουσία που μπόρεσαν να περισώσουν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους, έναν κόμπο που έσφιγγε τον λαιμό τους, μια εικόνα της Παναγιάς Βρεφοκρατούσας, τα ποντιακά τους πείσματα και κάτι περίεργες ιδέες που διακινούνταν τότε στον Πόντο προερχόμενες απ’ την επαναστατική Ρωσία. Τούτες οι ιδέες έμελλε να<br />
φυτρώσουν, να ανθίσουν και να απλωθούν στο νέο τους χωριό μαζί με τις κερασιές, τις μηλιές, τα καπνά και τα αμπέλια που καλλιεργούσαν για να ζήσουν, μέχρις ότου προσπάθησε η εξουσία να τις ξεριζώσει ολοσχερώς στα<br />
χρόνια του Μεταξά με εξορίες στον Αϊ-Στράτη και στην Ανάφη και στα χρόνια της Κατοχής με δυο μαζικές εκτελέσεις, που ξεκλήρισαν το χωριό.<br />
Οι μισοί τουλάχιστον κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτές τις εκτελέσεις και ο Αβράμης ήταν απ’ τους ελάχιστους που γλίτωσαν. Στην πρώτη περίπτωση πρόλαβε να κρυφτεί στον φούρνο της αυλής τους και στη δεύτερη έτυχε να νοσηλεύεται με βαριά πνευμονία στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Αλλά αυτή ακριβώς την τύχη που κάποιος άλλος θα εκλάμβανε ως θεϊκό σημάδι ή ως εύνοια της μοίρας ο ίδιος την ένιωθε σαν βαρύ κι ασήκωτο φορτίο. Ειδικά εκείνος ο φούρνος, παρότι έπεσε από τότε σε αχρηστία, δεν έπαψε ποτέ να ανάβει, να καίει και να καπνίζει στο μυαλό του.<br />
Είναι άγνωστο ποιες σκέψεις έκανε τη στιγμή που, κλεισμένος εκεί μέσα, άκουσε τον δωσίλογο να ονομάζει στους Γερμανούς στρατιώτες τον πατέρα, δυο από τα αδέλφια και έναν ανάπηρο θείο του, και ακόμη παραπάνω όταν άκουσε τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος να γαζώνουν τους εκατόν εξήντα πέντε συγχωριανούς του.<br />
Όταν έσυρε το κάλυμμα για να βγει ξανά στο φως, δεν ήταν πια ο ίδιος. Το μάτι του είχε τη σκοτεινιά του φούρνου, η ψυχή του την κάπνα της καμένης ανθρακιάς. Όταν μάλιστα άρχισε να θάβει όλους μαζί τους εκτελεσμένους κάτω απ’ τα ποντιακά μοιρολόγια, και κυρίως όταν είδε τα χέρια του πατέρα του και των αδελφών του περασμένα στα μπράτσα του ανάπηρου θείου του σαν να χόρευαν όλοι μαζί τη σέρρα την ώρα που τους εκτελούσαν, κάτι έσπασε μέσα του για πάντα. Στο εξής άρχισε ν’ αποφεύγει τους ανθρώπους, τριγύρναγε όλη μέρα στα βουνά, άφησε μακριά γένια και δεν ήθελε να μιλάει με κανέναν.<br />
Οι Γερμανοί φύγαν απ’ την περιοχή τον Οκτώβριο του ’44, αλλά τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε. Άνοιξαν και πάλι τα τεφτέρια, παλιοί και νέοι λογαριασμοί θα ’πρεπε να πληρωθούν με τόκο. Οι πόρτες των σπιτιών έσπαζαν, οι γέροι<br />
σταυροκοπιούνταν, τα κορίτσια λούφαζαν κάτω απ’ τα κρεβάτια, οι μανάδες έκλαιγαν και παρακαλούσαν και ο Αβράμης έπαιρνε τη γαϊδούρα του, την Κικίτσα, και χανότανε στις πλαγιές του Βερμίου. Μάζευε μήλα, κάστανα, γκόρτσια, κράνα, σαλιγκάρια, μέλι, τσάι του βουνού και βατόμουρα, ξεδιάλεγε βότανα και μανιτάρια και κουβαλούσε καυσόξυλα. Όσο, πάλι, έμενε πίσω, είχε να φροντίζει τον λαχανόκηπο της μάνας του με τις ντομάτες, τις καυτερές πιπεριές και τα κολοκυθάκια, να βόσκει τα λίγα προβατάκια της στάνης τους, να πήζει το γάλα και να φτιάχνει γιαούρτι, βούτυρο, τυρί.<br />
Με το που συγχωρέθηκε η μάνα του, σαν να κόπηκε απότομα η τελευταία ρίζα που τον κρατούσε στο Μεσόβουνο. Την άλλη μέρα κιόλας αμπάρωσε την πόρτα του σπιτιού, γκρέμισε τον φούρνο της αυλής, πήρε την Κικίτσα και ξεκίνησε πεζή για το βουνό. Μπροστά του ο ορεινός όγκος του Βερμίου, ύστερα το Άσκιο, ακολούθως οι πλαγιές του Βόιου, μετά τα βουνά του Όρλιακα και στο τέλος η οροσειρά της Πίνδου. Όλη μέρα βάδιζε στα μονοπάτια των βοσκών, κατά μήκος των χιονισμένων κορυφογραμμών, περνούσε πάνω από απόκρημνες χαράδρες και φαράγγια με πυκνόφυτη βλάστηση, κι όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει, έβρισκε μια σπηλιά, ξεφόρτωνε την Κικίτσα κι άναβε φωτιά. Έτρωγε βαλανίδια, γλιστρίδες, γαϊδουράγκαθα και σπόρους από κουκουνάρια. Πρωί πρωί, φόρτωνε πάλι την Κικίτσα και συνέχιζε την πορεία του μέσα στα χιόνια. Πέντε μέρες από βουνοκορφή σε βουνοκορφή, δεν σταύρωσε κουβέντα μ’ άλλον άνθρωπο, μόνο αλεπούδες, λύκους κι ελάφια έβλεπε. Την έκτη έφτασε στ’ Άγραφα. Μια πρόωρη άνοιξη έφερνε εκεί πάνω ο αέρας, κι ας ήτανε ακόμη αρχές Φλεβάρη. Το ’νιώσε αμέσως: η δική του μυγδαλιά εκεί ήταν προορισμένη να ανθίσει.<br />
Από τους πρώτους αντάρτες που ανασύστησαν το Αρχηγείο Ρούμελης στη Φουρνά Ευρυτανίας ήταν ο Αβράμης. Καμιά εικοσαριά άτομα αριθμούσε στην αρχή, αλλά ήταν τότε η εποχή της Λευκής Τρομοκρατίας, ληστοσυμμορίες, χωροφύλακες, πρώην Χίτες και δωσίλογοι κάναν ό,τι θέλαν στην ύπαιθρο, λυμαίνονταν τα χωριά με την ανοχή ή και με την ενθάρρυνση του επίσημου κράτους. Έψαχνε ο κόσμος κάπου να κρυφτεί, γέμισαν ξανά τα βουνά κυνηγημένους. Όρισαν το μέρος, σηκώσανε δυο τρία ξύλινα παραπήγματα, κάπου να κοιμούνται, έναν στάβλο για τα ζωντανά και μια αποθήκη για τα μαγειρεία. Είχανε τότε μεγάλη ανάγκη από μάγειρα. Ανέλαβε ο ίδιος. Ήξερε απ’ τη μάνα του πώς να ψήνει κρέας, πώς να φτιάχνει το τυρί, πώς να βράζει τσάι, πώς να κάνει σούπα, πώς να φουρνίζει ψωμί. Όλα τ’ άλλα τα ’μάθε με τον καιρό. Δυο χρόνια τάισε κόσμο και κοσμάκη.<br />
Όταν άρχισαν να μαζεύονται οι επίστρατοι στη Βράχα, είχε το γενικό πρόσταγμα σε ζητήματα επιμελητείας-σίτισης, κι όταν ξεκίνησε η πορεία της Ταξιαρχίας Αόπλων, πήγε μονάχος του στον Γούσια και ζήτησε να τους ακολουθήσει. Φρόντισε από πριν να συγκεντρώσει γελάδια και πρόβατα, πήρε εξήντα μεταγωγικά με προμήθειες, άλλα σαράντα για να μεταφέρει τα καζάνια, τα κατσαρολικά, τις καραβάνες, τα σύνεργα και τα λοιπά συμπράγκαλα, όρισε οχτώ βοηθούς και πήρε ξανά τον δρόμο.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>stigmalogou.gr 2/4/2024</p>
<p>Γυναικών τε</p>
<p>Πρώτη ποιητική εμφάνιση για τον πεζογράφο Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με το βιβλίο Γυναικών τε. Τε, δηλαδή και γυναικών. Και ποιων άλλων;</p>
<p>Εικάζω ότι ο τίτλος δεν δόθηκε μόνο για διαφοροποίηση από τον τίτλο στα διηγήματα του Μιχάλη Γκανά Γυναικών. Αλλά για να δηλωθεί περισσότερο ρητά εδώ ότι μαζί με τις γυναίκες ουσιαστικά παίζουν ενεργό ρόλο και άνδρες, όχι μόνον ως ποιητικά υποκείμενα-αφηγητές, αλλά και ως δρώντα πρόσωπα.</p>
<p>Πεζόμορφος ο χαρακτήρας των ποιημάτων. Το πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Ι. Παπαρούνες», πιο νεανικό, της πρώτης αγάπης, ας πούμε.</p>
<p>Στο δεύτερο, «ΙΙ. Μικρή ερωτική συμφωνία», το πάθος. Πέρα από όρια. Από το τι πρέπει ή δεν πρέπει. Και όταν ο ένας κάνει πίσω, ο σπαραγμός και η οδύνη της απώλειας.</p>
<p>Το τρίτο μέρος , «ΙΙΙ. Πουκάμισο αδειανό», πιο συνολικό με διαχρονικές αναφορές στη γυναίκα. Και με κεντρικό σύμβολο την Ελένη. Ελένη: Ωραία; Πουκάμισο αδειανό; Το ποιητικό υποκείμενο αποφαίνεται ότι</p>
<p>– Εσύ η εσαεί πολιορκημένη.<br />
-Εσύ η εσαεί ηττημένη.<br />
– Εσύ η εσαεί λεηλατημένη. (σ. 35)</p>
<p>Έτσι γίνεται το άνοιγμα που αναφέρουμε, το κοίταγμα και σε άλλες εποχές και στο σήμερα. Σε αντίθεση με τις ποιητικές συλλογές που προαναναφέρθηκαν, ο Χατζημωυσιάδης αρχίζει από το παρόν, για να διευρύνει τις αναφορές του στο παρελθόν, καταλήγοντας πάλι στις μέρες μας, επικαλούμενος γυναίκες κακοποιημένες ή/και δολοφονημένες.</p>
<p>Αλλά και αμέσως μετά, να απαριθμήσει ρόλους του άντρα καταπιεστή-εξουσιαστή, καθώς το ποιητικό υποκείμενο μιλά σε πρώτο ενικό, επωμιζόμενο, ως άντρας, ευθύνες αιώνων.</p>
<p>Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ. (σ. 37)</p>
<p>Και στα τρία μέρη το ποιητικό υποκείμενο-άντρας βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με κάποια ή κάποιες γυναίκες. Κάποιες φορές αυτές απαντούν. Κάποιες άλλες ο άντρας αναφέρει την απάντηση ή αντίδρασή τους. Πλαγιάζει, θα λέγαμε τον λόγο τους μέσα στον δικό του λόγο. Όπως και να ’χει, η σύνθεση αυτή δεν νοείται χωρίς την ύπαρξη αυτών των συνομιλιών με το άλλο πρόσωπο.</p>
<p>-Μου χρωστάς κάποιες ήττες, σου ’πα, βαρέθηκα πια να σ’ αποδεκατίζω.<br />
-Έληξε, μου ανακοίνωσες. Αστειότητες, σκέφτηκα. Οι αναμνήσεις δεν λήγουνε ποτέ. (σ. 23)<br />
Όπως δεν νοείται η σύνθεση αυτή χωρίς το υποκείμενο-άντρα που αναρωτιέται:<br />
Ποιους βιαστές αναγνωρίζεις, ρε Ελένη, ακόμη και στο πιο αθώο βλέμμα μου; (σ. 39)</p>
<p>Δηλαδή του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται – και σαν να αναλαμβάνει – ευθύνες διαχρονικές.</p>
<p>Είναι πολύ σημαντικό αυτό το σμίξιμο, το μαζί, το πλάι πλάι, η αγάπη που γίνεται οδηγός. Χωρίς κραυγές, ο Χατζημωυσιάδης αγγίζει την πιο όμορφη και ουσιαστική πλευρά τού «γυναικών τε». Και αυτή θεωρώ ότι είναι μια βασική συμβολή της συλλογής του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΑΣ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 28/1/2024</p>
<p>Μια ελεύθερη ανάγνωση στην ποιητική συλλογή τού Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Γυναικών τε»</p>
<p>Σε αυτά τα ποιητικά πεζά του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη μία και μόνη ηρωίδα πρωταγωνιστεί. Η γυναίκα στη διαχρονία της. Η γυναίκα που όλες κι όλοι την γνωρίζουμε προτού να την γνωρίσουμε, που της μιλήσαμε προτού να της μιλήσουμε, αφού είναι η μήτρα που μας έφερε τυφλούς κι ανυποψίαστους στον κόσμο, δίχως να ξέρουμε πως αυτό το κλάμα που μας συνόδεψε, όταν μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο, θα μας ακολουθούσε συνεχώς σαν ποτάμι σιωπηλό και συχνά στους άλλους αθέατο.</p>
<p>Και κάπως έτσι, με αυτό το κλάμα πρωτοαγαπήσαμε όλοι τη μάνα μας. Το πρώτο τρυφερό μας είδωλο, το χάδι και την αναπνοή της, τον παλμό και το χαμόγελό της, τον αναστεναγμό και το βλέμμα της, τον έπαινο και την απογοήτευσή της. Κι αρχίσαμε ως άνδρες σιγά σιγά να μεγαλώνουμε και να κοιτάζουμε γύρω μας τον κόσμο κάπου εκεί, στα τρυφερά χρόνια της παιδικότητας, μαγεμένοι από τοπία και από ανοιξιάτικα λιβάδια γεμάτα με παπαρούνες. Κοιτάζαμε τα κορίτσια και νομίζαμε πως θα πετάξουμε. Πως θα βγάλουμε φτερά, πως θα νικήσουμε και την βαρύτητα.</p>
<p>«Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η απουσία της βαρύτητας».</p>
<p>Γιατί πόση βαρύτητα να αντέξει η ζωή μας και πόσο καιρό να μένουν ναρκωμένα τα φτερά μας;</p>
<p>Και καθώς μεγαλώναμε έγινε λίγο λίγο η άνοιξη η πιο αγαπημένη εποχή μας. Και ο χρόνος δεν μας απασχολούσε, ούτε ως διάσταση, ούτε ως μέτρο της φθοράς μας. Μια αθώα παιδική εγκατάλειψη στις μεταμορφώσεις της αγάπης, αυτή μόνο μας δονούσε, μας έτρεφε, μας καθοδηγούσε. Το καταλαβαίναμε, το ξέραμε μέσα μας κι ας μην το παραδεχόμαστε πως είμαστε παιδιά ερώτων, πως τον κουβαλάμε στον νου, στην καρδιά και στα σκέλια μας. Κι η μάνα μας δίπλα να μας παρακολουθεί σιωπηλά, ανήσυχα κι αμήχανα, αφού ήξερε πως κάποια στιγμή το φουστάνι της θα γίνει το πανί μας και θα μεταναστεύσουμε για άλλες αγκαλιές. Και ας επέμενε εκείνη σε παραμύθια και νανουρίσματα.</p>
<p>Αλλά όσοι μεγαλώσαμε σαν παιδιά της σιωπής, κοιτάζοντας με χάσκον στόμα και βλέμμα το μέσα μας φως και το σκοτάδι, κοκκινίζαμε στο πρώτο βλέμμα κοριτσιού, λατρέψαμε άπαξ και διαπαντός την γυναίκα, υποκλιθήκαμε με δέος και θαυμασμό μπροστά της, γίναμε τελικά ένα με τις παπαρούνες του Χατζημωυσιάδη.</p>
<p>«Από τότε ένα μπουκέτο παπαρούνες θα μαζεύεται για σένα θα προσφέρεται σε κάποια άλλη και στο τέλος θα καταλήγει στο κομοδίνο της μαμάς.»</p>
<p>Ο έρωτας είναι εκστατικός. Αν δεν είναι, τότε δεν είναι τίποτα. Ερωτεύεσαι παναπεί μόνο τον εαυτό σου. Γίνεσαι ξαφνικά ένα αυτοείδωλο και καθρεφτίζεσαι ακκιζόμενος στις όχθες της λιμνούλας σου, νομίζοντας πως νίκησες και δεν περιμένεις ούτε υποψιάζεσαι τον χείμαρρο που καραδοκεί να σε παρασύρει. Και που αποκλείεται να τον γλιτώσεις. Γιατί ο έρωτας δεν συγχωρεί. Θα σε επισκεφθεί. Και κάπως έτσι θα βρεθείς να παλεύεις με τα ορμητικά νερά του Ηράκλειτου, εσύ ο αυτάρκης και ήσυχος, ο κολυμβητής, o σοφός, ο φιλόσοφος, ο μέντορας. Θα χάσεις με άλλα λόγια τα νερά σου, το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Θα γίνεις «λιμενεργάτης, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, δύτης ανεξερεύνητων υδάτων…», αλλά πάντα «γίνεσαι περισσότερος από ό,τι είσαι». Δίνες, στροβιλισμοί, ανωφέρειες, κατωφέρειες ναυάγια, όλα τα έχει το πεδίο το αόριστο κι απεριόριστο του έρωτα. Και πάντα ο κνησμός της ψυχής που δεν αγαπήθηκε ποτέ, που βίωσε μόνο την ερημιά, την μοναξιά, το τραύμα, την παντοκρατορία του σκοταδιού, εκείνου του αξημέρωτου σκοταδιού, χωρίς αγάπη.</p>
<p>Ο Χατζημωυσιάδης κατανοεί βαθύτατα την ιερότητα του έρωτα σε μια εποχή μάλιστα αποϊεροποίησης, μηχανοποίησης ή εκλογίκευσης του αισθήματος και νομίζω πως δεν αστοχεί. Κατανοεί την πίστη και την λατρεία που υποδεικνύει στον ερωτευμένο ο έρωτας και που ξεπερνά τον χώρο, τον χρόνο, την αμείλικτη αίσθηση φθοράς. Συνειδητός αγνωστικιστής ο ίδιος, είτε ως ποιητής είτε ως ποιητικό υποκείμενο, αντιλαμβάνεται πως ο έρως είναι η πιο ασφαλής οδός που σε χειραγωγεί τρυφερά προς μια προσωπική θεογνωσία εξόχως αποκαλυπτική.</p>
<p>«Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμιά λογική στήριξη δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα. Εν οικώ Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την πίστη του. Θέλω να πω δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου».</p>
<p>Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τι κάνεις με τον έρωτα, είναι τι κάνεις με την απώλειά του. Γιατί δεν ξέρω, κι αμφιβάλλω δηλαδή αν ξέρει κανείς, ποιος έρωτας κρατά για πάντα ή τι είναι αυτό που τον κρατά ζωντανό, ή ποιες μεταμορφώσεις υφίσταται μέσα στον χρόνο ή αν γίνεται τέλος πάντων να ερωτεύεται κανείς αέναα και να μην πεθαίνει. Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις.</p>
<p>«Σε είδα τις προάλλες από μακριά κι έκανα αναστροφή να φύγω. Δεν υποφερονται οι τυπικές σου καλημέρες. Στον απόηχό τους σβήνουν τα τελευταία αγκομαχητά μας».</p>
<p>Ίσως τελικά να κάνουμε λάθος, πολύ μεγάλο λάθος αν θέλουμε να δώσουμε ορισμούς και όρια με τις λέξεις μας σε αισθήματα κι εμπειρίες που λεκτικά δεν μπορούν να περιγραφούν. Καμιά φορά οι λέξεις μας σκοτώνουν τα αισθήματα, τα φυλακίζουν ή τα δολοφονούν στραγγαλίζοντάς τα.</p>
<p>«Γιατί να δώσω οπωσδήποτε ένα όνομα στο αίσθημα», μου έλεγε πρόσφατα αγαπημένη φίλη σε μια σχετική συζήτηση, «αφού περιλαμβάνει τόσα πολλά και αφού είναι ένα σύμπαν ολόκληρο, που προσπερνά τις λέξεις». Συμφώνησα. Κι έμεινα να θαυμάζω τον τρόπο που σκέφτεται κάποιες φορές η γυναικεία ψυχή, αυτόν τον παραπληρωματικό τρόπο μιας συνολικής αγαπητικής αγκαλιάς, που ξεπερνά τα στενά πλαίσια ενός και μόνου ρόλου. Κι ίσως χρειάζεται τελικά να μένει ανώνυμο ή απροσδιόριστο το αίσθημά μας, να μας καθοδηγεί ήρεμα, απαλά, να μας συντροφεύει και σιωπηλά να μας τρέφει.</p>
<p>«Όποιος αγαπά αληθινά, αγαπά για πάντα», έγραφε ο Ευριπίδης κι αν πορευόμαστε τυφλοί και αδαείς στην αγάπη, είναι ίσως γιατί μας τυφλώνει το φως της. Επομένως, σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή, ακόμα και στην απώλεια η αγάπη, ο έρωτας, η στοργή, η προστασία, η θυσία, η σταύρωση παραμένει διαρκώς μια φωτεινή πυγολαμπίδα.</p>
<p>«Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.»</p>
<p>Το βέβαιο είναι πως ο έρωτας μας μεταμορφώνει, μας ξαναβαφτίζει ανθρώπους, όταν δεν ταυτίζεται με μια νοσηρή κτητικότητα, με μια αυτονομημένη, τόσο αντιερωτική εντέλει, αυτοϊκανοποίηση ενός αρχέγονου ενστίκτου. Ένας έρωτας δηλαδή όπου ξεγυμνώνονται οι ψυχές κι όχι απαραιτήτως τα σώματα. Αυτός ό έρωτας ο εκστατικός μοιάζει, σκέφτομαι, με το σκυλάκι που το κλωτσάς κι εκείνο έρχεται σου γλείφει τα πόδια. Κι όσο εσύ συστέλλεσαι τόσο εκείνος διαστέλλεται και γίνεται η συνουσία μυστική και σπάει τη φυλακή του χρόνου, της φθοράς και του θανάτου.</p>
<p>Αλλά όταν ο έρωτας γίνεται κτητικός, όταν μεταμορφώνεται σε τυφλό πάθος μιας απόλυτης κατοχής, τότε μέσα από ένα αδειανό πουκάμισο παίρνει σάρκα στους αιώνες το τραγικό πρόσωπο της Ελένης. Σαν σκιά εμφανίζεται η Ελένη, η μία, η ίδια και μοναδική στην ουσία της, με τις μύριες υποστάσεις της μέσα στους αιώνες και στις εποχές. Κι η ομορφιά της, η περιλάλητη, που υμνήθηκε από ποιητές και καλλιτέχνες παντός είδους έγινε η αχίλλειος πτέρνα της, η συμφορά και η κατάρα της. Την ύμνησαν, την δόξασαν σκοτώθηκαν για χάρη της για να την ξεσκίσουν μετά να την ενοχοποιήσουν, να την σέρνουν αιωνίως υπόλογη, αιωνίως καταδικασμένη. Παραπίσω, άλλοτε κρυφή, άλλοτε φανερή, αλλά πάντα ολοζώντανη μια πατριαρχία που συνεχώς διαιωνίζεται με ένα μαχαίρι προτεταμένο, αναπαράγοντας τον εαυτό της μέσα από σκοτωμούς και εγκλήματα της γυναικείας υπόστασης και φύσης.</p>
<p>Μαζί της, αυτό που διαιωνίζεται διαρκώς μέσα στους αιώνες και που είναι προφανώς απότοκό της είναι εκείνο το πρωτογενές αίσθημα που παραλύει νου καρδιά και αισθήσεις όταν το βιώσεις και φωλιάζει στις ψυχές των γυναικών. Ο φόβος. Πορεύεται διαρκώς πια φοβισμένη η γυναίκα, διαρκώς υποταγμένη. Στον ερωτικό της σύντροφο βλέπει έναν δυνάμει δολοφόνο, ένα σκοτεινό υποκείμενο, που απειλεί κάθε φορά να την στραγγαλίσει, ένα βιαστή, ένα κτήνος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά</p>
<p>«Ποιους βιαστές αναγνωρίζεις ρε Ελένη, ακόμα και στο πιο αθώο βλέμμα μου;»<br />
«Ποιον εφιάλτη βλέπεις μπροστά σου;»</p>
<p>Κυκλάμινα, ρόδα, χρυσάνθεμα μεμιάς εξαφανίζονται. Το μόνο που επιπλέει είναι μαύρο, πηχτό αίμα. Δεν μένει λοιπόν παρά ένα και μόνο χρέος στον συγγραφέα, στον καλλιτέχνη, στον ποιητή εν προκειμένω, που γράφει με σπαραγμό κι οδύνη. Να καταγράψει αυτή την κραυγή. Να την κάνει λέξη, εικόνα, τραγούδι, στίχο. Όχι για να ξεγελάσει τη συνείδησή του, ούτε για να αναπαύσει τις ενοχές για τα εγκλήματα του φύλου του. Αλλά μόνο και μόνο μήπως με τη δική του την προτροπή, με το δικό του το έναυσμα ακουστεί καθαρά η γυναικεία διαμαρτυρία, η θηλυκή κραυγή.</p>
<p>«Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5>
<strong>ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΓΚΥ-ΒΟΥΒΑΛΗ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 6/1/2024</p>
<p>Αντί της βίας, στοργή. Αντί του δαρμού, χάδι. Και στη θέση της υποτίμησης, εξύψωση. Τούτη την προσφορά κομίζει προς την γυναίκα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του που φέρει τον τίτλο «Γυναικών τε», και η οποία κυκλοφορεί από τις πάντα προσεγμένες εκδόσεις Εύμαρος. Ένα βιβλίο μοναδικό για το συναίσθημα της αγάπης που εκπέμπει προς το γυναικείο φύλο, και της αγκαλιάς που ανοίγει σ’ αυτό.</p>
<p>Ο πρωτότυπος τρόπος γραφής της συλλογής ασκεί ευθύς εξ αρχής την δική του, ξεχωριστή γοητεία στο αναγνωστικό κοινό: ο ποιητής-συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης χρησιμοποιεί τον γνωστό, χαρισματικό πεζό του λόγο, για να τον συνδυάσει, αυτή τη φορά, με μια ποιητική γραφή που αναβλύζει από την ψυχή του και κατακλύζει τόσο τον ίδιο όσο και τον αναγνώστη, καθιστώντας το βιβλίο, από άποψη μορφής, ουσιαστικά υβριδικό: ίσως τούτη η σύζευξη πρόζας και ποιήματος να αποτελέσει στο μέλλον την εξέλιξη της ίδιας της ποιητικής γραφής στα ποιητικά μας πράγματα, ίσως και να συγκροτήσει ένα αφ’ εαυτού του νέο συγγραφικό είδος – αυτό μέλλει να το διαπιστώσουμε στη συνέχεια, με την πάροδο του χρόνου.</p>
<p>Το γεγονός που μπορούμε να επισημάνουμε εμείς εδώ, είναι ότι ο ποιητικός λόγος που μας προσφέρει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης μέσα από αυτό το βιβλίο του, είναι ένας λόγος ζωντανός, γεμάτος πλαστικότητα, ειλικρίνεια, δύναμη, φαντασία, αποφθεγματικότητα, συναίσθημα, ερωτισμό, και μια κατάθεση ψυχής προς το άλλο φύλο που συγκινεί – ακόμα και σαν ένα είδος ανδρικής συγγνώμης για όσα κατά καιρούς του έχουν προσάψει.</p>
<p>Είναι ένας λόγος-ύμνος προς την γυναίκα, ο οποίος εκφράζεται με την μορφή διαλόγου με αυτήν, στο β’ ενικό, και με τρεις διαφορετικούς ποιητικούς τρόπους, έναν για κάθε μια από τις τρεις ενότητες του βιβλίου, ξεκινώντας σε χαμηλούς, γλυκούς συναισθηματικούς τόνους και καταλήγοντας σε μια κραυγή του ποιητή, ο οποίος καταγγέλλει την κατάσταση και την κακοποίηση της γυναίκας στην σημερινή ανδροκρατούμενη κοινωνία.</p>
<p>Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο και σύμβολο το άνθος της παπαρούνας, και βέβαια το άλικο χρώμα της. Πρόκειται για μια πρωτότυπη επιλογή του ποιητή, εφόσον η παπαρούνα είναι ένα λουλούδι πανέμορφο, το οποίο όμως δεν συναντούμε συχνά ούτε στην λογοτεχνία, ούτε στις ανθοδέσμες που προσφέρονται στο γυναικείο φύλο, ενώ εδώ προφανέστατα αντικαθιστά το ρόδο. Το κόκκινο είναι ασφαλώς το χρώμα του έρωτα, ο οποίος αναβλύζει από το κείμενο, αλλά και του αίματος, που φέρνει η βία. Ολόκληρη η ενότητα συνιστά ένα ατόφιο «δόσιμο», και μια τρυφερή και ολοκληρωτική παράδοση στην γυναίκα, εφόσον αυτή η τελευταία αποτελεί και το αντικείμενο της έμπνευσής του ποιητή.</p>
<p>Σταχυολογούμε ενδεικτικά: «Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η αντιστροφή του νόμου της βαρύτητας» (σελ. 13), «Θε μου, πόσο πολύ ταιριάζεις με την άνοιξη. // Όθεν η ποιητική της ύπαρξής σου ή αλλιώς η ύπαρξη της ποιητικής μου.» (σελ. 14). Και «Ιδού που παιδιόθεν πνίγομαι στο ίδιο ακριβώς ποτάμι. Τι κι αν σε λένε Μαρία, Ελευθερία, Άννα, Νεφέλη, Κατερίνα, Αγγελική, Κωνσταντίνα ή Ελπίδα. Άλλα ονόματα – η ίδια πάντα ιστορία. // Κοίτα με, χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου». (Σελ. 17).</p>
<p>Η δεύτερη ενότητα αποκαλείται «Μικρή ερωτική συμφωνία», και ο τίτλος της θυμίζει μια μικρή, αλλά πλούσια σε νοήματα μουσική σύνθεση την οποία εμπνέεται η ψυχή του ποιητή. Το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης από μιαν ασθένεια η οποία συνιστά μάστιγα της εποχής μας – τον καρκίνο του μαστού, κυριαρχεί. Το ποιητικό πεζό κείμενο συνιστά ουσιαστικά το εσωτερικό, ψυχικό χρονικό μιας ερωτικής σχέσης, και ταυτόχρονα αποτελεί μιαν «αναθηματική» γραφή του άρρενος ποιητικού υποκειμένου στη μνήμη της χαμένης συντρόφου, που περνά στον αναγνώστη μηνύματα με προφανή επικαιρότητα.</p>
<p>«Μόνο ο έρωτας, η επανάσταση και η φύση δικαιούνται να υπόσχονται την άνοιξη», γράφει με καίριο αποφθεγματικό λόγο ο Χατζημωυσιάδης στην σελ. 21, ενώ η «αναθηματική» διάθεσή του διατυπώνεται με λυρισμό στην καταληκτική του κειμένου φράση, στη σελ. 27: «Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου».</p>
<p>Το αποκορύφωμα των συναισθημάτων του ποιητή απέναντι στην γυναίκα, εκφράζεται στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, η οποία φέρει τον συμβολικό τίτλο «Πουκάμισο αδειανό», στα πλαίσια ενός επιτυχημένου διακειμενικού διαλόγου με τον Γιώργο Σεφέρη και το ποίημά του «Ελένη». Ο λόγος της συγκεκριμένης ενότητας δεν είναι παρά μια κραυγή. Μέσα από ένα ευφυώς δοσμένο και δομημένο κείμενο-ποίημα, που κλιμακώνει προοδευτικά την συναισθηματική έντασή του, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης χρησιμοποιεί το σύμβολο της Ωραίας Ελένης και τους ρόλους τους οποίους αυτή εκπροσωπεί, για να τοποθετήσει την γυναίκα στα πλαίσια της ανδροκρατούμενης κοινωνίας διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και να αντιστρέψει τις αρνητικές παγιωμένες αντιλήψεις και τα στερεότυπα που επικρατούν εναντίον του γυναικείου φύλου.</p>
<p>«Είσαι υπόλογη της αθωότητάς σου. // Είσαι υπεύθυνη της ομορφιάς σου. // Είσαι ένοχη της φύσης σου», κορυφώνει τον δραματικό του λόγο στη σελ. 37, στηλιτεύοντας με λακωνικό ρητορικό σχήμα και φωτογραφικό τρόπο τις πεποιθήσεις των ανδρών για τη γυναίκα, καθώς και την ψυχολογική και άλλη βία και την κακοποίηση που ασκείται εναντίον της, και υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη μερικά από τα ωραιότερα και δραματικότερα πρόσωπα γυναικών-συμβόλων που έζησαν στον κόσμο κατά τη διάρκεια της Ιστορίας μέχρι σήμερα, όπως την Πηνελόπη, την Μαρία την Μαγδαληνή, την Παναγία, την Ιωάννα της Λορένης, την Μπουμπουλίνα, ακόμη και την Ελένη Τοπαλούδη. Η μοναδική αλήθεια, δεν είναι παρά «η θλίψη των ματιών σου», καταλήγει στη σελ. 39.</p>
<p>Μια θλίψη που απευθύνεται όχι μόνο στον «μάγο της φυλής», τον «αρχηγό της κοινότητας», τον «βασιλιά της χώρας», τον «ιεροεξεταστή», τον «ερωτύλο εραστή», τον «προστατευτικό αδελφό», τον «αυστηρό πατέρα», και πάνω απ’ όλα τον «νόμιμο σύζυγό σου», όπως αναφέρει ο ποιητής απαριθμώντας μια-μια τις ιδιότητες των ανδρών στη σελ. 37, αλλά μια θλίψη που απευθύνεται σε ολόκληρη την κοινωνία.</p>
<p>Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, καθώς ανάμεσα στην μουντάδα των χρωμάτων με τα οποία σκιαγραφείται η γυναικεία φιγούρα του, το κόκκινο στα χέρια της κυριαρχεί με ποικίλους συμβολισμούς, οι οποίοι παραπέμπουν τόσο στην ίδια τη φύση της γυναίκας (έμμηνος ρύση), όσο και στη βία που ασκείται εναντίον της. Το βιβλίο ολοκληρώνει η εκφραστικότατη ζωγραφική της Ηρώς Σιδέρη, που κοσμεί τις σελίδες του.</p>
<p>«Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις», καταλήγει στην τελευταία φράση του βιβλίου του ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης. Ο λόγος και η δικαίωση, στο άλλο μισό του πορτοκαλιού της ζωής…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΠΑΤΣΙΑΤΖΗ    </strong></h5>
<p>PERIOU.GR 30/12/2023</p>
<p>Oι λόγοι γύρω από τα ζητήματα φύλου πολλαπλασιάζονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και το καλλιτεχνικό πεδίο δίνει το δικό του βροντερό παρόν. Σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες ελληνικής παραγωγής εστιάζουν σε ζητήματα πατριαρχίας και διακρίσεων κατά του γυναικείου φύλου ενώ στην ειδησεογραφία παρακολουθούμε τις εξελίξεις γύρω από το εικαστικό έργο της Γεωργίας Λαλέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, γύρω από τη ροζ σημαία- σύμβολο των γυναικοκτονιών και της καταπίεσης, που «αποκαθηλώθηκε» βίαια από τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών. Το «Neighborhood Guilt», το έργο της, θέλησε να αναδείξει το μείζον ζήτημα ότι η Ελλάδα το 2021 κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό αύξησης των γυναικοκτονιών στην Ευρώπη (187,5% σύμφωνα με την έρευνα του Μεσογειακού Ινστιτούτου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας) ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 42% των γυναικών ηλικίας 18-74 ετών στην Ελλάδα έχει υποστεί κάποια μορφή έμφυλης βίας (σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών). Εντυπωσιακά στοιχεία που πιστοποιούν ότι οι έμφυλες διακρίσεις παραμένουν παρά τις όποιες νομοθετικές αλλαγές και την κοινωνική πίεση για αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» στον ελληνικό ποινικό κώδικα.</p>
<p>Το λογοτεχνικό πεδίο δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από αυτή την άνθιση παραγωγής δημόσιου λόγου γύρω από τα έμφυλα ζητήματα. Όλο και περισσότερα, πεζογραφικά ιδίως, έργα αναφέρονται στη γυναικεία κατάσταση συνδέοντάς τη με το φαινόμενο της κακοποίησης και της καταπίεσης. Ωστόσο, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι στα περισσότερα κείμενα οι συγγραφείς είναι γυναίκες. Η ματιά τους είναι συχνά καταγγελτική, επιθετική, καυστική, εστιάζοντας τα δεινά που έχουν υποστεί οι γυναίκες -διαχρονικά και οικουμενικά- στο πλαίσιο των πατριαρχικών δομών και των συνακόλουθων στερεοτύπων. Σπανίζει η ανδρική οπτική.</p>
<p>Στο νέο έργο του Παναγιώτη Χατζημωϋσιάδη έχουμε μια διαφορετική περίπτωση. Αρχικά γιατί η έμφυλη ματιά είναι αυτή ενός άνδρα, ο οποίος όμως, δεν αναπαράγει το ηγεμονικό μοντέλο (εκείνο που στην ακραία του μορφή συσχετίζεται με την τοξική αρρενωπότητα) αλλά, αντίθετα, προσεγγίζει τις γυναίκες με ενσυναίσθηση και σεβασμό, όχι γιατί τις θεωρεί υποδεέστερες αλλά ίσες και ισότιμες συντρόφισσες στα του βίου του. Πιο συγκεκριμένα, στο νέο έργο του, με τίτλο «Γυναικών τε», έχουμε μια ευτυχή σύνθεση πρόζας και ποίησης, μια υβριδική μορφή λόγου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για πρωτόλεια, που αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό το πόσο πορώδη είναι πλέον τα όρια μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών, πόσο συχνές και καρποφόρες δύνανται να είναι οι εκατέρωθεν διηθήσεις, πόσο σημαντικοί και καρποφόροι είναι οι πειραματισμοί, εφόσον -βέβαια- ο/η λογοτέχνης κατέχει τα εργαλεία της τέχνης και αποτολμά -προσεκτικά- τις υπερβάσεις, πέρα από παγιωμένες συμβάσεις και εύκολες επαναλήψεις.</p>
<p>Εκκινώντας από τον τίτλο «Γυναικών τε» δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στη χρήση του πληθυντικού αριθμού. Συνήθως, ακόμα και στον «φεμινιστικό» λόγο όσων αγνοούν ακόμη και τα στοιχειώδη των σπουδών φύλου, η αναφορά γίνεται στη «Γυναίκα», ως σύμβολο. Στις σπουδές φύλου, ωστόσο, είναι αδιανόητος ο ενικός. Οι πολλαπλές εκφάνσεις των θηλυκοτήτων, η συνθετότητα των γυναικείων ταυτοτήτων, η πολλαπλότητα των ζητημάτων που σχετίζονται με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών, δεν μπορεί να στοιχηθεί πίσω από τον ενικό. Επίσης, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η επιλογή της φράσης που νοερά, συνειρμικά μας οδηγεί στο «ορατών τε» του Συμβόλου της Πίστης. Νομίζω ότι εδώ, με εύσχημο αλλά και αιρετικό τρόπο, ομολογείται η πίστη του συγγραφέα στις γυναίκες της ζωής του, ή καλύτερα, στις Γυναίκες. Αυτές που στο παρελθόν παρέμενα «αόρατες» για το σύνολο των κοινωνικών επιστημών αλλά ορατές στο καλλιτεχνικό πεδίο ως «ηρωίδες» , κυρίως της καθημερινότητας. Εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο στην αορατότητα διαφορετικών εκφάνσεων του γυναικείου φύλου. Υπάρχουν και («τε») οι μη ορατές θηλυκότητες, και αυτό το τε του τίτλου, μέσα από τη δική μου αναγνωστική ματιά, καθαρά υποκειμενική , προφανώς, συμπεριλαμβάνει και αυτές. Τον Ζακ, την Άννα (την Κουβανή τρανς) αλλά και τόσες άλλες θυλυκότητες «αόρατες», αφού αποκλίνουν από τη κυρίαρχη-ακόμα και για το γυναικείο φύλο- νόρμα. Η συμπερίληψη, βέναια, δύναται να αφορά και στους άνδρες, αυτούς που επίσης- όπως ο ποιητής- ομολογούν Πίστη στις Γυναίκες, γίνονται συνοδοιπόροι, σύντροφοι, εραστές. Πολλαπλές, λοιπόν, οι προσεγγίσεις του εύστοχου, λιτού και αινιγματικού τίτλου, όπως και του, επίσης, λιτού και πολυσήμαντου εξωφύλλου.</p>
<p>Στο εξώφυλλο, αντιστικτικά, κυριαρχεί ο ενικός. Μία η γυναικεία μορφή. Προχωρεί προς τα αριστερά, το χέρι της κόκκινη πληγή αλλά μπορεί να εκληφθεί και ως κόκκινο λουλούδι. Κακοποιημένη; Δείχνει την έμμηνο ρύση της, το διακριτό σημείο του βιολογικού της φύλου, που κι αυτό πρέπει να παραμένει αόρατο, να μη θίγει αισθητικά τη φαλλοκρατική κοινωνία; Ιδιαίτερη μνεία αξίζει, λοιπόν, και στην εικαστικό Ηώ Σιδέρη όχι μόνο για το εξώφυλλο αυτής της λεπταίσθητης, μοναχικής, γυναικείας μορφής αλλά και για τα σχέδια που παρεμβάλλονται στο κυρίως σώμα του κειμένου, αναδεικνύοντας όχι μόνο την ευαλωτότητα του γυναικείου σώματος αλλά και τους τρόπους με τους οποίους ο ενικός πληθύνεται και η ατομική εμπειρία συνομιλεί με τον πληθυντικό της έμφυλης εμπειρίας καταπίεσης και αορατότητας αιώνων…</p>
<p>Αφήνοντας τα παρακειμενικά στοιχεία και προχωρώντας στην εξέταση της ποιητικής αυτής σύνθεσης αξίζει να αναφερθεί ότι η συλλογή ξεκινά με μια παραλλαγή της πολύ γνωστής μας παραλογής « Το γεφύρι της Άρτας», Αυτή η παραλλαγή , παρά το ότι κρατά αδιατάρακτα τα ποιητικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, προβάλλει , ωστόσο, το περιεχόμενο μέσα από μια νέα, σύγχρονη, οπτική. Δεν υποκύπτει ο πρωτομάστορας στην κοινωνική επιβολή της θυσίας. Δεν θεωρεί αναλώσιμη τη γυναίκα. Αντίθετα, στην εκδοχή που μας προτείνει ο Χατζημωυσιάδης αυτό που κυριαρχεί είναι η συντροφικότητα, η αέναη προσπάθειας των ανθρώπων να υπερβούν τα όποια εμπόδια και να συμπορευτούν. ΄Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε κι εδώ την έμφυλη προσέγγιση, εκείνη του χτίστη, που πέρασε τη ζωή του προσφέροντας, ως όφειλε, σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες που εξίσου καταπιέζουν και το ανδρικό φύλο, και μόνο προς στο τέλος συνειδητοποίησε ότι όλος αυτός ο μόχθος δεν του επέτρεψε να ζήσει όπως θα ήθελε, πως η δική του «λυγερή» ήρθε πολύ αργά…</p>
<p>Ακολουθεί το πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης με τίτλο «Παπαρούνες». Σαφής η αναφορά στο Έαρ, στο Εφήμερο αλλά και στο Ερυθρό χρώμα της επανάστασης. Οι απευθύνσεις διαρκείς προς ό,τι συνιστά τη γυναικεία ταυτότητα για το ποιητικό υποκείμενο. Οι πολλαπλές εκφάνσεις της παρούσες (σελ. 17: … Τι κι αν σε λένε Μαρία, Ελευθερία, Άννα, Νεφέλη, Κατερίνα, Αγγελική, Κωνσταντίνα ή Ελπίδα. Άλλα ονόματα- η ίδια πάντα ιστορία). Ο λυρισμός διάχυτος, η όλη σύνθετη και η εικονοπλαστική δύναμη καθαρά ποιητική. Ο τόνος είναι πεζολογικός χωρίς ωστόσο να χάνεται η ποιητική δυναμική. Άλλωστε, χαρακτηριστικά που κατεξοχήν προσιδιάζουν στον ποιητικό λόγο όπως η συμπύκνωση, η οικονομία, ο υπαινιγμός, η ακρίβεια, το προσωπικό βλέμμα και, πρωτίστως, το ρίγος είναι παρόντα και εμφανή.</p>
<p>(σελ.16: Κοντά σου γίνομαι περισσότερος απ’ ό,τι είμαι), να επαναλαμβάνεται πρωτεϊκά κάθε φορά που αφηνόμαστε στο Έλεός του (σελ.13: Κάθε φορά που σου΄δινα μορφή, μαλλιά, μύτη, μάτια, μάγουλα,</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης ακολουθεί η «Μικρή ερωτική συμφωνία». Και πάλι το ερωτικό πάθος, το συνεχές της ερωτικής περιπέτειας, οι πολλαπλές πτήσεις και η αναπότρεπτη πτώση του τέλους. Σε αυτό το μέρος η ευαλωτότητα του γυναικείου σώματος αναπαρίσταται μέσα από την εμπειρία του τέλους που προκύπτει από «γυναικεία» ασθένεια, τον καρκίνο του μαστού. Τεμαχισμοί, αίματα, εκτομές σε αντίστιξη με το λευκό της φόρμας των ιατρών και του προσωπικού, με τη λευκότητα του θανάτου. Συντριπτική η Απώλεια. Μόνο που αυτή τη φορά η γυναικεία εμπειρία απηχείται μέσα από την φωνή ενός άνδρα, εκείνου που παρακολουθεί, εν πλήρει συγχύσει, αθώος του αίματος τούτου.</p>
<p>Νόμιζα ότι τίποτα πέρα απ΄ τα αγγίγματα, τα φιλιά και τα μάτια μου δεν έχει δικαίωμα στις μεταστάσεις πάνω στο κορμί σου.<br />
Αλλά και πάλι είχα άδικο. (σελ. 25)</p>
<p>Το τρίτο μέρος τιτλοφορείται «Πουκάμισο αδειανό». Σαφής η διακειμενική αναφορά στην γνωστή μας Ελένη του Σεφέρη αλλά και σε κάθε Ελένη (του Ευριπίδη, του Σινόπουλου, του Καρούζου, του Ρίτσου, του Γκόρπα και τόσων άλλων) αλλά και στην Ελένη της διπλανής μας πόρτας, σε κάθε Ελένη της επαρχίας της Αθήνας κοιμωμένη… Η διαχρονική αυτή Ελένη, της άκρας δυσφήμισης λόγω της μεγάλης της απόφασης να ακολουθήσει τον έρωτά της. Η Ελένη της ελληνικής μυθολογίας είναι μια άλλη Λίλιθ, ο αντικατοπτρισμός μιας ακόμη δαιμονοποιημένης γυναικείας μορφής. Δαιμονοποιημένης, στοχοποιημένης γιατί διεκδίκησε το -καθόλου αυτονόητο για μια γυναίκα- δικαίωμα στην ερωτική απόλαυση, δικαίωμα κατεξοχήν ανδρικό στις πατριαρχικές κοινωνίες. Η ερμηνεία του «αδειανού πουκάμισου», οι όποιες -δηλαδή- προσπάθειες αποκατάστασης της φήμης της, ήδη από την περίοδο του Ευριπίδη στο γνωστό έργο του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έμμεση παραδοχή ότι το κατεξοχήν αρχετυπικό σύμβολο του έρωτα δεν μπορεί να διαθέτει το σώμα της όπως βούλεται. Δύναται να είναι φαντασιακά διαθέσιμη μεν, πραγματικά όμως όχι, υποταγμένη στις κοινωνικές νόρμες.</p>
<p>Η ερωτική ελευθερία, λοιπόν, διαχρονικά θεωρείται ως χαρακτηριστικό των ανδρών αλλά και… των δαιμονοποιημένων γυναικών. Γυναικών που – ούτως ή άλλως- είναι ένοχες ήδη από την εποχή της Εύας, κουβαλούν το συνακόλουθο άγος και εύλογα «αξίζουν» την όποια κακοποίηση για τις συμφορές που επιφέρει η ομορφιά τους αλλά και η προσωπικότητά τους. Γι’ αυτό και στο κείμενο του Χατζημωυσιάδη η Ελένη πληθύνεται, αποκτά κι άλλα ονόματα (σελ. 37). Γίνεται Υπατία, Μαρία Μαγδαληνή, Καρολάιν, Ελένη Τοπαλούδη κ.ά. Αλλά και ο αφηγητής, όπως στη συνομιλία του Αντιφωνητή με τη Μαρία Νεφέλη στο έργο του Ελύτη, ομολογεί τις δικές του ενοχές για τη βία που της άσκησε ανά τους αιώνες. Δεν είναι τυχαίο ότι η σύνθεση κλείνει με την αναφορά στην Εύα.</p>
<p>«Σε λένε Εύα»: Δεν επέλεξε ποτέ την ταυτότητά της. Την είπαν. Της είπαν. Είπαν γι΄αυτήν….</p>
<p>Καταληκτικά, η ποιητική σύνθεση «Γυναικών τε» , ένα υβριδικό κράμα πεζού και ποιητικού λόγου, ένα κράμα αφαιρετικότητας, πύκνωσης , υπαινιγνών αλλά και υπόκωφων λυγμών, αμηχανίας και τόλμης, κυκλοφορεί σε μια εποχή αύξησης των γυναικοκτονιών, της τοξικής αρρενωπότητας, των κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας, αυξημένων επιθέσεων σε θηλυκότητες (συνεχείς οι περιπτώσεις λεκτικών και όχι μόνο επιθέσεων λόγω ομοφοβίας και τρανσφοβίας), δηλαδή σε μια εποχή που δεν μπορεί παρά να απαιτεί όχι μόνο την εγρήγορσή μας αλλά και την παρέμβασή μας, με όποιον τρόπο μπορεί καθεμιά και καθείς μας. Αυτό που κάνει, δηλαδή, και ο Χατζημωυσιάδης, με τον δικό του τρόπο, με τον λογοτεχνικό, με τη δική του ματιά. Η ματιά του είναι εκείνη ενός άνδρα που στέκεται στοχαστικά αλλά και αλληλέγγυα προς τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της γυναικείας καταπίεσης, ομολογώντας τις υφέρπουσες ενοχές αλλά και την αμηχανία του για τον έμφυλο ρόλο που και σε αυτόν έχει επιβληθεί. Κουβαλά κι εκείνος, ως Αδάμ, την πανάρχαια ενοχή, όπως την κουβαλάμε και όλες μας. Για εκείνο το μήλο, για εκείνον τον πόθο, για την έμμηνο ρύση μας, για την τιμωρία μας που γεννηθήκαμε γυναίκες… Είναι όμως και η ματιά ενός καλλιτέχνη που επιλέγει τη δημόσια παρέμβαση και όχι τη σιωπή, με τρόπο δυναμικό. Κι αυτό είναι κάτι πέρα από τις συντεταγμένες το φύλου, είναι κάτι βαθύτατα ανθρώπινο και γενναίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5>
<strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/12/2023</p>
<p>Για το άλλο μισό ενός κοινού ουρανού</p>
<p>Δύο διαφορετικές όψεις του κόσμου, δύο τρόποι αντίληψης; Θα έπρεπε όλα κοινά να είναι, μια σύγκλιση απόψεων, μια σύμπλευση αγαστή, χωρίς παρακαμπτήριους δρόμους, χωρίς υπεκφυγές, παραποιήσεις, υποκρισίες. Θα έπρεπε να ενδιαφέρει ο άνθρωπος, έτσι όπως (ανεξαρτήτως φύλου) στέκεται ανήμπορος απέναντι σε μηχανισμούς ισοπέδωσης αξιών και καταπάτησης δικαιωμάτων. Κι όμως, αιώνες κοινωνικής διαμόρφωσης και πολιτικής σκοπιμότητας, επίπονη δουλειά των στερεοτύπων μέσα από θεσμούς και σκόπιμες νομικές κατοχυρώσεις, έχουν σμιλέψει περίτεχνα τις πλασματικές αντιθέσεις, τον άκαρπο ανταγωνισμό, και, φυσικά, την ανισότητα. Μια ανισότητα που φαντάζει «φυσική», έτσι όπως ο χρόνος έχει διαμορφώσει τις νοοτροπίες, παντοδύναμες να αντιστέκονται ακόμα κι όταν ο νομοθέτης καινοτομεί και υπερβαίνει τα ειωθότα. Έστω. Απομένουν κάποιες φωνές, συνήθως γυναικείες, να μιλούν για το αυτονόητο. Πιο σπάνια, ακούμε και τη φωνή του «άλλου», από την αντίπερα όχθη, εκεί που τον έχουν τοποθετήσει αιώνες αντιπαλότητας. Και τότε, μια τέτοια κίνηση κάνει τη διαφορά.</p>
<p>Δεν ξαφνιάζει, βέβαια, ότι αυτή η άλλη φωνή ανήκει στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, καθώς γνωστή η ευαισθησία του, η τοποθέτησή του πάντα απέναντι στην αδικία. Αφιερωμένη η ποιητική του συλλογή (έκπληξη αυτό ή μήπως, έτσι κι αλλιώς, έχει την ποίηση μέσα του ο ικανός πεζογράφος;) στη γυναίκα.</p>
<p>Πότε ως απρόσωπη (ποια η ανάγκη ονόματος;) διαρκής παρουσία (μάνα, ερωμένη, φίλη) να στοιχειώνει τη ζωή του, να τον οδηγεί από την πιο υψηλή απόλαυση στα πιο απύθμενα βάθη, ξανά και ξανά στο ίδιο ποτάμι, κι ας λέει ο «σκοτεινός» φιλόσοφος πως αυτό είναι αδύνατον, να προσεγγίζεται ποιητικά με μοναδική ευαισθησία.</p>
<p>Εγώ πάλι θα κοκκινίζω ενώπιόν σου κρατώντας ένα μπουκέτο παπαρούνες, όπως ένα παιδί στη χούφτα του μια πεταλούδα./ Νιώθοντας τα φτερά να σπαρταράνε στην παλάμη του, ώσπου το πέταγμα να μείνει ανάμνηση ενός πετάγματος. […]<br />
Κοίτα με, χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου.</p>
<p>Πότε, πάλι, με όνομα, να παραπέμπει σε γεγονότα σύγχρονα ή διαχρονικά, σε μύθους ή σε αλήθειες (αν υπάρχει, τελικά, καμία διαφορά).</p>
<p>Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάνζα, η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Γκιουζ, η Γαρυφαλλιά, η Δώρα, η Καρολάιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη.</p>
<p>Κι ανάμεσά τους ένα μνημόσυνο, πιο προσωπικό αυτό, για μια παρουσία που χρειάζεται τη μνήμη για να εξακολουθεί να ζει, έστω στο όνειρο μέσα.</p>
<p>Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.</p>
<p>Ίσως το πιο σημαντικό σε τούτον τον ποιητικό λόγο να μην είναι τόσο η μνεία της γυναίκας εν συνόλω, κι ας σπανίζει κάτι ανάλογο. Θαρρώ το πιο σπουδαίο είναι ότι νιώθει τη θέση του αρσενικού απέναντί της, με όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει, τους ρόλους που του έχουν κατασκευάσει, και που τους υπηρετεί, σε έναν κόσμο με ανδρικό το πρόσωπο του θεού του, με μια λογική τεχνηέντως εφαρμοσμένη στη γραμματική της γλώσσας, με την πρόταξη πάντοτε του αρσενικού γένους, ώστε να μην υπάρξει καμία σκέψη πιθανής διαφοροποίησης.</p>
<p>Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ.<br />
Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας, ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός πατέρας και πάνω απ’ όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>Μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο ο Χατζημωυσιάδης καταθέτει την ποίησή του. Μια ποίηση που μοιάζει σε κάποια σημεία της με συμπτυγμένο δοκιμιακό λόγο:</p>
<p>Δεν ξέρω αν ανεπαρκώ εγώ ή αν ανεπαρκούν οι λέξεις ή αν κι οι δυο μαζί ανεπαρκούμε. Όσον αφορά εσένα κι εμένα, πολύ φοβάμαι ότι η αλήθεια θα κείται πάντα παραπέρα.</p>
<p>Όχι ότι αλλάζει κάτι, η κραυγή παραμένει όπως και η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει το θέμα του. Κι αν αυτή η τελευταία διαπίστωση μοιάζει να μας απομακρύνει από τα ποιητικά πράγματα, έρχεται πάλι ο ποιητής να απογειώσει τις λέξεις του σε ποιητικό σύμπαν.</p>
<p>Μαζεύομαι στην άκρη φοβισμένος. Ο καταραμένος όφις αρχίζει να ξυπνάει ανάμεσα στα σκέλη μου.<br />
Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις.</p>
<p>Αλήθεια, η ποίηση μπορεί να μιλήσει με τον καλύτερο τρόπο για τούτη τη σιωπή αιώνων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 9/12/2023</p>
<p>Η προαιώνια μοναξιά</p>
<p>Ένας εξαιρετικός πεζογράφος που γράφει για πρώτη φορά μία ποιητική συλλογή είναι είδηση.</p>
<p>Ένας εξαιρετικός πεζογράφος που γράφει μία ποιητική συλλογή αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη Γυναίκα όλων των εποχών, προσπαθώντας να σπάσει τα στερεότυπα που την κρατούν φυλακισμένη και να την αποκαταστήσει γήινη και ουράνια μαζί, Αγία και Παρθένα, Ωραία Ελένη και Πηνελόπη, Δαιμονική και Αγγελική, είναι επούλωση εκείνου του τραύματος που συντελέστηκε κάποτε σε έναν Κήπο.</p>
<p>Έτσι κι αλλιώς ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης έχει μία εκπληκτική ευχέρεια λόγου και στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα και στις νουβέλες του, γλαφυρές, λυρικές και ποιητικές οι περιγραφές του αποτελούν άλλωστε το χαρακτηριστικό που διακρίνει την γραφή του και την κάνουν ιδιαίτερη και ξεχωριστή. Επομένως δεν είναι έκπληξη ότι και στην ποιητική αυτή συλλογή η γλώσσα του ρέει με την ίδια ευκολία και πλημμυρίζει το χαρτί.</p>
<p>Ερωτικοί, τρυφεροί, σχεδόν απολογητικοί οι στίχοι του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη σ’ αυτή την ποιητική συλλογή με τίτλο ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ, προσπαθούν να επανασυγκολλήσουν την Γυναίκα που διαμελίστηκε, βιάστηκε, κακοποιήθηκε, έσπασε σε χίλια κομμάτια από το ανδρικό σφυρί μέσα στους αιώνες.</p>
<p>Τόσα και τόσα ποιήματα έχουν γραφτεί στην παγκόσμια λογοτεχνία για τις γυναίκες, τόσοι και τόσοι ποιητές τις εξύψωσαν σε βάθρο, τις ύμνησαν, τις αναγόρευσαν σε Μούσες.</p>
<p>Δεν είμαι η Μούσα κανενός είχε πει η Λεονόρα Κάριγκτον, είμαι η μούσα του εαυτού μου.</p>
<p>Όμως ο Χατζημωυσιάδης κάνει κάτι διαφορετικό. Αποκαθιστά και αναζητά την ουσία πίσω από την εξιδανίκευση. Τολμά να αναζητήσει και να αντικρίσει το αληθινό πρόσωπο της γυναίκας, όχι την αφορμή ή την μούσα, αλλά την αιτία, το σύνθετο και βαθύ γυναικείο τραύμα.</p>
<p>Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες.</p>
<p>Στην ενότητα με τίτλο «Παπαρούνες» ο ποιητής απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο σε μία αόρατη γυναίκα με την οποία συνομιλεί. Η παύλα μπροστά από κάθε απεύθυνση τονίζει το στοιχείο ενός διαλόγου με μία βουβή συνομιλήτρια. Είναι λοιπόν στην ουσία ένας εξομολογητικός μονόλογος του ποιητικού υποκειμένου που είναι άντρας και που αρχίζει συγκεκριμένα:</p>
<p>-Σε γνώριζα προτού να σε γνωρίσω. Σου μιλούσα προτού να σου μιλήσω. Σε αγαπούσα προτού να σε αγαπήσω.</p>
<p>αλλά στην πορεία αντιλαμβανόμαστε ότι το προσωπικό δίνει τη θέση του στο καθολικό και ο ποιητής πια ζωγραφίζει με τους στίχους του την Αιώνια γυναικεία μορφή και στέκει ταπεινά μπροστά της εναλλάσσοντας ρόλους και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει το αίνιγμά της.</p>
<p>–Γίνομαι λιμενεργάτης, πεζοπόρος, δρομέας αποστάσεων, δωρητής οργάνων, ραβδοσκόπος, σπηλαιολόγος, δύτης ανεξερεύνητων υδάτων και ορειβάτης των πιο απάτητων βουνοκορφών.</p>
<p>Ο Χατζημωυσιάδης σπάει τα δεσμά του χρόνου και του τόπου και περιηγείται με άνεση σε όλους τους αιώνες και τις εποχές</p>
<p>-Κοίτα με χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου.</p>
<p>Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Μικρή ερωτική συμφωνία» υπάρχει η ποιητική αφήγηση μίας μικρής ερωτικής ιστορίας, που διαμορφώνεται ως ψηφιδωτό με ψηφίδες στίχους, διακρίνουμε τα πρόσωπα, τους ρόλους, την πλοκή και το λυπημένο τέλος της, ίσως για να μην ξεχάσουμε ότι ο πεζογράφος αναπνέει μέσα στον ποιητή. Ο Χατζημωυσιάδης καταφέρνει να μας μεταφέρει όλη την τρυφερότητα και τη συγκίνηση και να μας κάνει μέτοχους στην ποιητική αυτή σύνθεση που αποτελεί ένα είδος μνημόσυνου.</p>
<p>-Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.</p>
<p>Η τρίτη ενότητα έχει τίτλο «Πουκάμισο αδειανό» και αναφέρεται φυσικά στον γνωστό στίχο του Σεφέρη. Σ’ αυτή την ενότητα το πρόσχημα είναι η μορφή της Ωραίας Ελένης. Σ’ αυτήν ο ποιητής απευθύνεται αρχικά. Με τους στίχους του προσπαθεί να αποκαταστήσει την εικόνα της που διαμορφώθηκε μέσα στα έπη και στις τραγωδίες, να την απεκδύσει από τη μυθολογία που τη συνοδεύει, να διεισδύσει στη βαθύτερη αλήθεια της, να φέρει στην επιφάνεια την γυναίκα που ήταν πριν χρησιμοποιηθεί ως αρχετυπικό πρόσωπο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σταδιακά όμως ο ποιητής αποκαλύπτει τις προθέσεις του. Απενοχοποιεί την ομορφιά που έχει χρησιμεύσει ως δικαιολογία για την τιμωρία των γυναικών μέσα στους αιώνες και την άσκηση βίας εκ μέρους του αρσενικού που «προκαλείται», μάχεται ενάντια στους προκατασκευασμένους χαρακτηρισμούς με τους οποίους οι άντρες διαχρονικά στιγματίζουν τις γυναίκες (μήλον της έριδος, αμαρτωλή σύζυγο, γυναίκα αγνώμονα, πόρνη) και δαιμονοποιούν τη σεξουαλικότητά τους.</p>
<p>Και τέλος μας αποκαλύπτει ότι μιλώντας για την Ελένη, μιλά επίσης και για:</p>
<p>–Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Γκιούζ, η Γαρυφαλλιά, η Δώρα, η Κάρολαιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη. Με αυτή την ονομαστική αναφορά που θυμίζει προσκλητήριο θανάτου ο ποιητής αποτίνει φόρο τιμής σε όλες τις γυναίκες που συκοφαντήθηκαν, κακοποιήθηκαν, εκτελέστηκαν, κάηκαν στην πυρά, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν από τους άντρες μέσα στους αιώνες.</p>
<p>Ο ποιητής εναλλάσσει ρόλους πάλι και φορά το αποτρόπαιο πρόσωπο της ανδρικής εξουσίας:</p>
<p>– Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας, ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός πατέρας και πάνω απ΄όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>Τι είναι λοιπόν αυτή η ποιητική συλλογή; Η εξομολόγηση μίας προαιώνιας ενοχής, η αποκατάσταση της δικαιοσύνης απέναντι στο άλλο μισό του κόσμου; Ένας συγγραφέας με κοινωνική συνείδηση σαν τον Χατζημωυσιάδη, ακτιβιστής, ο οποίος μάχεται ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας και ανισότητας δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος απέναντι στην κακοποίηση σε όλες της τις μορφές που ακόμα υφίσταται η γυναίκα.</p>
<p>Όμως η συλλογή αυτή αποτελεί κάτι παραπάνω από μία απολογία, μία καταγγελία ή έναν φόρο τιμής.</p>
<p>Σε παράφραση του συνθήματος «εκτός από τον Ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», μπορεί να ίσως να ειπωθεί ότι εκτός από τον φεμινισμό και την δίκαιη αγανάκτηση, τους αγώνες για ισότητα και αξιοπρέπεια υπάρχει και η προσπάθεια του ενός μοναχικού πλάσματος, του άνδρα να πλησιάσει και να κατανοήσει την ουσία του άλλου μοναχικού πλάσματος της γυναίκας, ώστε να απελευθερωθούν και τα δύο από τους στερεότυπους ρόλους που έχουν επιφορτιστεί από καταβολής κόσμου. Και νομίζω ότι αυτό προσπαθεί ο πεζογράφος και ποιητής Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης σ’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα και συγκινητική ποιητική του συλλογή. Γιατί πέρα από όλα ξένες ψυχές είμαστε που περιπλανιόμαστε στον άγνωστο κόσμο με την ελπίδα να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο.</p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ </strong></h5>
<p><strong>Γιώργος Φράγκογλου</strong>  Έξι πρόσωπα αλλάζουν συγγραφέα ή Όταν ο Παναγιώτης συνάντησε τον Σοφοκλή &#8220;Fractal&#8221; 5/9/2023</p>
<p><strong>Χριστίνα Παπαγγελή</strong> Το χιόνι των Αγράφων &#8220;Ανάγνωση&#8221; 5/6/2023</p>
<p><strong>Ελένη Καρασαββίδου</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.periou.gr 3/6/2023</p>
<p><strong>Γιώργος Ν. Περαντωνάκης</strong> Η πορεία, μοτίβο στο πεδίο του Εμφυλίου www.bookpress.gr 25/5/2023</p>
<p><strong>Χρήστος Σπυρόπουλος</strong> Η «ψυχή βαθιά» του παππού http://www.periou.gr 1/4/2023</p>
<p><strong>Διώνη Δημητριάδου</strong> Οι σπουδαίοι ελάσσονες και η προσωπική κάθαρση &#8220;Fractal&#8221; 15/3/2023</p>
<p><strong>Νάντια Τράτα</strong> Ποιος εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται; &#8220;Fractal&#8221; 14/2/2023</p>
<p><strong>Κώστας Αγγελάκος</strong> Ένα ουρλιαχτό αγάπης Περιοδικό &#8220;Νέα Παιδεία&#8221; 184</p>
<p><strong>Ελένη Γερούση</strong> Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο http://www.periou.gr 8/10/2022</p>
<p><strong>Αλέξανδρος Ζωγραφάκης</strong> Από τ&#8217; άγραφα; https://www.istos.gr 3/9/2022</p>
<p><strong>Άγης (Librofilo) Αθανασιάδης</strong> Το χιόνι των Αγράφων &#8220;Librofilo&#8221; 10/8/2022</p>
<p><strong>Πόλυ Κρημνιώτη</strong> Ο λογοτέχνης δεν απονέμει δίκαιο, οφείλει να είναι ιστορικά τίμιος &#8220;Η Αυγή&#8221; 31/7/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Χαρχαλάκης</strong> Τέσσερις συν ένας λόγοι για να διαβάσει κάποιος «Το χιόνι των αγράφων» &#8220;Fractal&#8221; 20/7/2022</p>
<p><strong>Κώστας Καραβίδας</strong> Από την ελπίδα στη συντριβή &#8220;Η Εποχή&#8221; 3/7/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Δελιόπουλος</strong> Η δικαιοσύνη της γραφής &#8220;The Books&#8217; Journal&#8221; 131 Ιούνιος 2022</p>
<p><strong>Γιάννης Παπαγιάννης</strong> Το άγνωστο πρόσωπο της Ιστορίας &#8220;Fractal&#8221; 7/6/2022</p>
<p><strong>Ηλίας Καφάογλου</strong> Πατημασιές της Ιστορίας στο χιόνι &#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 28/5/2022</p>
<p><strong>Βαγγέλης Χατζηβασιλείου</strong> Πάθη ανωνύμων της Αριστεράς &#8220;Το Βήμα&#8221;/ &#8220;Βιβλία&#8221; 15/5/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Πολυμενάκος</strong> «Η ιστορία συνέχιζε ν’ αφήνει πατημασιές και πτώματα στο χιόνι» &#8220;Fractal&#8221; 10/5/2022</p>
<p><strong>Νίκος Κουρμουλής</strong> «Μέσα από τον Εμφύλιο κατανοούμε σημερινές στρεβλώσεις» &#8220;Τα Νέα&#8221;/ &#8220;Βιβλιοδρόμιο&#8221; 29/4/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Ν. Περαντωνάκης</strong> Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 22/4/2022</p>
<p><strong>Σπύρος Κιοσσές</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.culturebook.gr 18/4/2022</p>
<p><strong>Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.staxtes.com 11/4/2022</p>
<p><strong>Ελισάβετ Χλαπουτάκη</strong> Η μοίρα του ανθρώπου στη δίνη του πολέμου &#8220;Fractal&#8221; 6/4/2022</p>
<p><strong>Λίνα Φυτιλή</strong>  Άσπιλο χιόνι, κόκκινο &#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 26/3/2022</p>
<p><strong>Χλόη Κουτσουμπέλη</strong> Το χιόνι των Αγράφων frear.gr 12/3/2022</p>
<p><strong>Μαρία Σφυρόερα</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.ert.gr 5/3/2022</p>
<p><strong>Μαρίνα Δεληγιάννη</strong> Λευκός καμβάς &#8220;Fractal&#8221; 2/3/2022</p>
<p><strong>Βασίλης Ν. Κουνέλης</strong> Λέξεις – κουβαλητές της Ιστορίας www.oanagnostis.gr 28/2/2022</p>
<p><strong>Ελένη Σ. Αράπη</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.poiein.gr 28/2/2022</p>
<p><strong>Βέρα Παύλου</strong> Η Φύση και τα άγραφα http://www.periou.gr 26/2/2022</p>
<p><strong>Γρηγόρης Τεχλεμετζή</strong>ς Με τραγικότητα frear.gr 25/2/2022</p>
<p><strong>Νίκος Προσκεφαλάς</strong> Η προδοσία ως διαχρονική ιστορική συνθήκη http://www.periou.gr 19/2/2022</p>
<p><strong>Γιάννης Αντωνιάδης</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.bookfeed.gr 14/2/2022</p>
<p><strong>Δημήτρης Χριστόπουλος</strong> Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 15/2/2022</p>
<p><strong>Δέσποινα Μπάτρη</strong> Το καθαρτήριο χιόνι &#8220;Fractal&#8221; 8/2/2022</p>
<p><strong>Δημήτρης Χριστόπουλος</strong> Η πορεία των αόπλων. Μια αφήγηση επιστροφής και μνήμης Περιοδικό &#8220;Νέα Παιδεία&#8221; 180 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2021</p>
<p><strong>Ειρήνη Χατζοπούλου</strong> Το Χιόνι &#8220;Fractal&#8221; 26/1/2022</p>
<p>ΠΗΓΗ: biblionet.gr</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ </title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 29 Oct 2023 16:28:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20116</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στη Αθήνα. Αποφοιτά από αγγλική σχολή λογοτεχνίας «awarded by the writing school». Γράφει σίριαλ για την τηλεόραση, Θέατρο και Λογοτεχνία. Έχουν ανέβει 5 θεατρικά έργα του. Έχει γράψει συνολικά 26 βιβλία, 16 μυθιστορήματα ενηλίκων και 10 παιδικά. Το βιβλίο «Υπατία» παρουσιάστηκε στην κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ </span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στη Αθήνα. Αποφοιτά από αγγλική σχολή λογοτεχνίας «awarded by the writing school».<br />
Γράφει σίριαλ για την τηλεόραση, Θέατρο και Λογοτεχνία. Έχουν ανέβει 5 θεατρικά έργα του. Έχει γράψει συνολικά 26 βιβλία, 16 μυθιστορήματα ενηλίκων και 10 παιδικά.<br />
Το βιβλίο «Υπατία» παρουσιάστηκε στην κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το 2007. Τελευταία του μυθιστορήματα<br />
είναι: ««Πίστη και Περηφάνια &amp; Σχεδόν Γυναίκα ».<br />
Ραδιοφωνικός παραγωγός στην εκπομπή «Εγώ και Εσείς», στο Greek news and Radio, Florida. Μέλος της εταιρείας συγγραφέων.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Ιδανικό αόριστο (24 γράμματα 2023)<br />
Σχεδόν γυναίκα (24 γράμματα 2023)<br />
Σωκράτης: Ο ξυπόλυτος επαναστάτης (24 γράμματα 2022)<br />
Αρχιμήδης: Ο πατέρας της μηχανικής (24 γράμματα 2022)<br />
Διογένης: Ο αδέσποτος σκύλος (24 γράμματα 2022)<br />
Αριστοτέλης: Ο σοφός του κόσμου (24 γράμματα 2022)<br />
Υπατία: Η μεγάλη Ελληνίδα (24 γράμματα 2022)<br />
Κραυγές γυναικών, Τροία μου (24 γράμματα2022)<br />
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (Άγκυρα 2022)<br />
[Ο τελευταίος αυτοκράτορας: Η ιστορία, δραστηριότητες, παιχνίδια]<br />
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2021)<br />
Υπατία (24 γράμματα 2021)<br />
[Η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα,<br />
συγκρούστηκε με τον κλήρο και κατηγορήθηκε ως μάγισσα.]<br />
Μεθοδολογία δημιουργικής γραφής (24 γράμματα 2021)<br />
[Κανόνες για τη συγγραφή και την ανάγνωση λογοτεχνικού έργου]<br />
Παράτα με (Υδροπλάνο 2021)<br />
Πίστη και περηφάνια (24 γράμματα 2020)<br />
Carpe diem Amour fou (Λυκόφως 2019)<br />
Υπατία (Μπατσιούλας Ν. &amp; Σ. 2018)<br />
Amour Fou (Anima Εκδοτική 2018)<br />
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2017)<br />
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή του λογοτεχνικού έργου]<br />
Anima mia (Εντύποις 2016)<br />
Τα χρόνια του φιδιού, Λιπεσάνορες Θεατρική μεταφορά (Εντύποις 2015)<br />
Λιπεσάνορες Τα χρόνια του φιδιού (Μπατσιούλας Ν. &amp; Σ. 2014)<br />
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2013)<br />
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή λογοτεχνικού έργου]<br />
Υπατία (Εντύποις 2013)<br />
Σ&#8217; έχω (Ελληνική Πρωτοβουλία 2013)<br />
Πιστοποιητικό ανυπαρξίας Ποιήματα (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2011)<br />
Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε (Άγκυρα 2009)<br />
[Φλωρεντία 1860:Μια συγκλονιστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα:]<br />
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Ο τελευταίος αυτοκράτορας (Άγκυρα 2007)<br />
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2007)<br />
Το υστερόγραφο μιας συγγνώμης Μυθιστόρημα (Άγκυρα 2007)<br />
Θεοδώρα Μια αληθινή αυτοκράτειρα (Άγκυρα 2007)<br />
Διγενής Ακρίτας Ο ήρωας που έγινε θρύλος&#8230; (Άγκυρα 2007)<br />
Υπατία Ιστορικό μυθιστόρημα (Άγκυρα 2005)<br />
Ίμερος και Αστραία (Χατζηλάκος Κωνσταντίνος Π. 2003)<br />
[Το μυστικό της σιωπηλής χώρας]<br />
Αδιέξοδοι έρωτες (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2001)<br />
Γυναίκες του κόσμου (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1999)<br />
Με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1998)<br />
Πάθος (Όμβρος 1997)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20118" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8-300x217.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20121" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-300x300.jpg" alt="" width="451" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;"><strong><br />
ΠΑΙΔΙΚΑ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20122" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-300x300.jpg" alt="" width="451" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;">
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ (2023)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ&#8230;</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μια ξεχασμένη ανάσα έξω απ’ την πόρτα<br />
στο άγνωστο πλέον σπίτι μπήκε<br />
άνοιξε την ντουλάπα<br />
σκόνη ξεχύθηκε ο φυλαγμένος χρόνος<br />
το παλιό πάτωμα<br />
έπαψε να τρίζει στο ανάλαφρο πάτημα<br />
σιωπές φορέσανε τα πολύχρωμα φουστάνια<br />
αισχρά τα παγωμένα λόγια<br />
γδάρανε τον πράσινο τοίχο<br />
παράξενα που γίνανε τα βράδια<br />
μπλέχτηκαν στα μαλλιά να σβήσουνε μνήμες<br />
ακόμη και οι προφυλάξεις δίχως αιδώ<br />
φορέσανε σκοτάδια να σωπάσουν τα ονόματα<br />
στα άσπρα σώματα<br />
η ζάχαρη έσταζε κόκκους δηλητήριο στην κουζίνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">τι παράξενο<br />
πόσο γρήγορα παλιώσανε όλα<br />
σαν να μην υπήρξαν ζωές</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ&#8230;</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">γυμνός<br />
στάθηκε μπροστά στο βλέμμα<br />
που τον θώπευσε απαλά<br />
έτσι το ένιωσε<br />
κι έγινε βροχή<br />
και ρίζωσε σαν δέντρο<br />
στο λευκό χρώμα της θεάς<br />
κι έγινε ιδρώτας σε αποσταγμένη γοητεία<br />
κι έβγαλε φύλλα να θροΐζουν σε κάθε της ανάσα<br />
κι έγινε κορμός σκληρός το σώμα<br />
φυλακίζοντας μέσα του κάθε συναίσθημα<br />
τα λόγια του ρούχα λερά<br />
τα κρέμασε σε σκουριασμένα καρφιά<br />
μέχρι να δώσουν απαντήσεις<br />
δικές του μόνο<br />
κι ακολούθησε τις σιωπές του<br />
κι έμεινε άπνοος θαυμάζοντας τα επιτεύγματα της<br />
άλλο ένα δέντρο αγαπάω κοντά στο ποτάμι, του είπε<br />
κι εκείνος κρυφά άλλαξε ρούχο<br />
έκοψε λώρους<br />
πεθυμιές<br />
αισθήματα</p>
<p style="padding-left: 40px;">το αίμα νερό ορμητικό στις φλέβες κύλησε<br />
έγινε ποταμός<br />
και παρασύρθηκε</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΝΙΚΗΣΕ ΜΕ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">την όψη της μοναξιάς φόρεσε το πρόσωπο<br />
ήταν το μόνο ρούχο που ταίριαζε στην ψυχή<br />
ωραίο χρώμα το σκοτάδι<br />
πηγαίνει με τις κόρες των ματιών<br />
κάτω απ’ τα κλειστά βλέφαρα ζωντανεύουν οι στιγμές<br />
τώρα που θ’ ακουμπήσουν οι ζωές<br />
σε ποιο αίμα να γευτούν τις αλήθειες<br />
νίκησε με αγάπη μου, του φώναξε<br />
Νοέμβρης είναι γιορτάζεις<br />
και μου λείπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">τα παιδικά μου χρόνια σε περιμένουν</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">χαράγματα στη σκέψη<br />
οι σιωπές ακροβατούν<br />
στ’ απρόσμενα χαμόγελα μιας προσμονής<br />
κι όσο η απόσταση μεσολαβεί<br />
στο τέλος της μέρας ορθώνεται η ανάγκη<br />
συνέχισε λοιπόν αμέριμνα να βάζεις απουσίες<br />
την ίδια πάντα ώρα που τ’ όνειρο δανείζεται<br />
την ομορφιά μιας άδολης στιγμής για λίγο</p>
<p style="padding-left: 40px;">σ’ έναν περίπατο πολύβουο<br />
μέσα σε γιορτινές ελπίδες<br />
οι παιδικές φωνές</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">επιστρέφω στη σιωπή<br />
είναι πιο ενδιαφέρουσα<br />
απελπισμένα προσελκύει όνειρα<br />
πόθος ευσεβής το απόλυτο ρούχο<br />
άψυχο σωριάστηκε<br />
να βρουν τα σώματα απαντήσεις<br />
στο τραπέζι αφημένο ένα χαρτί<br />
συστημένες αποστάσεις μεγαλώνει<br />
η μοίρα απορρίπτει κάθε λογική<br />
σαν φωνή ηλικιωμένη ξαφνιάζει<br />
σκαλίζει πληγές στην απρόσμενη τάξη</p>
<p style="padding-left: 40px;">στις εφημερίδες<br />
ελπίδες γράφονται οργασμικές<br />
τίτλοι σπατάλη του χρόνου</p>
<p style="padding-left: 40px;">τέλειωσε το χαρτί κουζίνας<br />
η δόξα στην αμεριμνησία<br />
προσθέτει μία ύφεση</p>
<p style="padding-left: 40px;">με χαρτί υγείας τα χείλια<br />
θα σκουπίζονται</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΛΕΥΚΗ ΘΕΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μόνος διάβηκε το δρόμο<br />
η σκέψη μάτωνε στην προσμονή<br />
αύριο, ψέλλισε<br />
ένας μαύρος σκύλος τον άκουσε και<br />
ακολούθησε<br />
πεινάς; ρώτησε<br />
κούνησε την ουρά του<br />
ήθελε παρέα<br />
κι εγώ θέλω λίγη σημασία, απάντησε<br />
η κοπέλα πέρασε το φανάρι με κόκκινο<br />
ήταν το χρώμα που ταίριαζε<br />
στα μαλλιά της<br />
κάθε που έσκυβε να δει το πρόσωπό της<br />
η ώρα ήδη είχε περάσει</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΡΧΕΙΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μοναχικά απόκοσμη πλατεία<br />
μες την πολυκοσμία<br />
έρμαια όνειρα αξεδιάλυτα<br />
σφαδάζουν στην άκρη του ρείθρου<br />
πλάι σε σπασμένα μπουκάλια<br />
μπάρας ληγμένης<br />
και οι φωνές<br />
οι φωνές μιας καθοδηγούμενης αναρχίας<br />
κρατούν στο ύψος του το χάος<br />
κι όλο βρωμίζουν οι δρόμοι<br />
κι όλο βρωμίζουν οι σκοτεινιάς γωνιές<br />
άναρχα ρέουν τα ούρα της αλκοόλης<br />
κι αλίμονο<br />
τι κρίμα<br />
σαπίζουν οι αλήθειες<br />
που απομείνανε απροστάτευτες<br />
σε σκότη ακινησίας</p>
<p style="padding-left: 40px;">πάει πέρασε κι αυτό<br />
καληνύχτα ρεμάλια<br />
πάμε για ύπνο<br />
να αθωωθούμε</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΕΣΑΝΥΚΤΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">περασμένες δύο,<br />
ξεκουμπίστηκαν τα όνειρα<br />
επιτέλους<br />
όπως πάντα κρύφτηκαν οι φόβοι<br />
ανεξιχνίαστοι<br />
δόντια σκυλιά<br />
κόβονται οι λέξεις<br />
στα δύο<br />
στα τέσσερα</p>
<p style="padding-left: 40px;">ίδιοι οι ρόλοι<br />
ίδιο το άθροισμα τους<br />
δεν άλλαξαν στο απρόσμενο<br />
σκιές όμοιες στις λευκές νύχτες<br />
ανεξήγητες μοιάζουν οι αφορμές</p>
<p style="padding-left: 40px;">η πόρτα<br />
ίδιος πάντα ο συριγμός της<br />
άργησες πάλι<br />
τίποτα δεν άλλαξε στην απουσία<br />
οι ενοχές αξεδιάλυτες παρέμειναν</p>
<p style="padding-left: 40px;">ριζωμένη στο αβάσταχτο χώμα<br />
η απόγνωση</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙΒΙΩΣΗ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">ποτέ δεν ξέφυγε από την παιδική της ηλικία<br />
ποτέ δεν κατάφερε να τινάξει από μέσα της<br />
τα ψίχουλα που άφησαν στο τραπέζι αμάζευτα<br />
η μάνα και ο πατέρας<br />
όμως έπαιξε σωστά το ρόλο<br />
ήταν καλό παιδί<br />
έγινε καλός άνθρωπος</p>
<p style="padding-left: 40px;">μεγάλωσε και τώρα πληρώνουν οι άλλοι<br />
το θάνατο που δεν μπόρεσε να τους προσφέρει</p>
<p style="padding-left: 40px;">κυνόδοντες σε πρόσωπο γαλήνιο<br />
φυλαγμένοι</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΧΝΟΣ 3</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μετέωρο στάθηκε το βλέμμα<br />
η γλώσσα έγλειφε τη μακρόχρονη σιωπή<br />
λόγια εξατμισμένα σε γυμνητεύουσες ανάσες<br />
θαμπώσανε το τζάμι<br />
το επόμενο βήμα αποτύπωσε στην άμμο<br />
125 αρνήσεις<br />
άκαμπτες οι μνήμες σκεπάσανε τη λήθη<br />
ο χειμώνας αρνήθηκε το κρύο<br />
το χιόνι έλιωσε πριν πέσει<br />
τα λόγια ποτέ δεν ειπώθηκαν αληθινά<br />
το γέλιο πρόδιδε τα ψέματα<br />
οι εποχές ντυμένες μαύρα νυφικά<br />
προσπαθούσαν να περάσουν ανώδυνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">πόσο σφάλανε<br />
ποτέ δεν το μάθανε γιατί οι μέρες τους πρόωρα<br />
είχαν γεράσει</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ (2011)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Φόρεσα στο λαιμό σου έναν κόσμο<br />
γεμάτο πέπλα<br />
να σκεπάσουνε εκπλήξεις και<br />
απρόσμενες στιγμές<br />
ένα παλάτι γέμισα όνειρα,<br />
παθιασμένες ανάγκες,<br />
αγέρια του νοτιά,<br />
υποσχέσεις και φόβους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κι ο δρόμος,<br />
ο δρόμος ατελείωτος, άνυδρος,<br />
δίχως προορισμό<br />
κι ας νομίσαμε πως κάπου φτάσαμε,<br />
πως η βροχή μας μούσκεψε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε παρωδίες τυλιχτήκαμε νηφάλιοι<br />
κι ό,τι απόμεινε απ’ την υπεροχή<br />
άπραγη στέκει σε δάκρυ<br />
να στάζει σε μνήμες αφημένες<br />
στις σκόρπιες νύχτες<br />
του ανεκπλήρωτου πόθου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να ήσουν εδώ<br />
με την ψυχή αντίδοτο<br />
σε μια εμπιστοσύνη<br />
ν’ άφηνες πάλι επάνω μου<br />
κομμάτια απ’ τη μοίρα σου<br />
να υφανθούν μέσα στα όνειρα<br />
μοιράζοντας εγώ<br />
τα υλικά των πράξεών σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΑ ΤΑΓΚΟ ΓΙΑ ΤΡΕΛΟΥΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Το φεγγάρι χάθηκε στη λάβα<br />
η χλομή γριά δεν κοιτάζει πια τα τρένα…<br />
έπαψε να περιμένει κάποια επιστροφή…</p>
<p style="padding-left: 40px;">στη νωχελική θλίψη ενός Τάγκο<br />
είναι τώρα αφημένη η ζωή της</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι τρελοί που επινόησαν τον έρωτα<br />
έχουν κι αυτοί παλιώσει μαζί με τα έπιπλα τους<br />
εραστές ξεμωραμένοι πνίγονται στην ανία<br />
και φτύνουν βρίζοντας<br />
όσους ακόμη μπορούν να αγαπάνε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στο ροζιασμένο χέρι τρεμουλιάζει η ανάγκη<br />
ένα μπουκάλι αλκοόλ στο άλλο μεθάει τις μνήμες<br />
και μια φωνή απ’ το παρελθόν την κρατάει ζωντανή…</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αγαπημένη μου…<br />
Έλαβα το τελευταίο σου γράμμα…<br />
Φεύγω…<br />
αυτό το κάνω για την αγάπη σου<br />
θυσιάζω για σένα τ’ όνομα μου<br />
τα θέλω μου<br />
για σένα</p>
<p style="padding-left: 40px;">H χλομή γριά, αυτή η τρελή, η διεφθαρμένη…<br />
που δεν έχει δόντια, ούτε σχέδια το μέλλον της<br />
ήσυχη δείχνει να φτύνει τον καπνό γεμάτη πίκρα<br />
ποδοπάτησε ο καιρός της… τα ναι και τα όχι<br />
που πια δεν την αγγίζουνε…<br />
έκανε την απόσταση συνήθεια<br />
τις σκουριασμένες ράγες κοιτάζοντας<br />
σαπίζει…</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια αποτυχία κάνει τ’ όνειρο αίσθημα ανικανοποίητο,<br />
ρετάλι που περίσσεψε απ’ το χρόνο,<br />
ρουτίνα, αγάπη, ύπαρξη<br />
ακόμη και ματαιοδοξία;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα κρύβοντας έκπληξη σ’ ακάλυπτα<br />
σώματα, σώματα, π’ αντέχουν μοναξιά και μέρες άγονες.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καμιά Άνοιξη δεν ανθίζει ανώφελα<br />
αν πρώτα με νεκρή σάρκα δεν ντυθεί η Ιδέα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια προσδοκία θα πετάξει τ’ άχρηστα σύνδρομα<br />
προλήψεις που μοιάζουν με ιδανικά,<br />
αλλά δεν είναι;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια επανάσταση ξεβράζει δικαίωση και δικαιοσύνη;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιστοποιητικά ανυπαρξίας<br />
σώματα ντύνουν με θάνατο την επιβίωση του σχετικού και του απόλυτου<br />
ενός ωραίου τέλους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα που δεν γελάει πάντα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 06 Aug 2023 21:56:59 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19889</guid>

					<description><![CDATA[Η Νίκη Γκίζη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στην ιδιωτική εκπαίδευση. Σπούδασε παράλληλα Πολιτισμολόγος στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ Είναι απόφοιτος Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Διιδρυματικό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία έχει ασχοληθεί με εργαστήρια γραφής &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΗ ΓΚΙΖΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Νίκη Γκίζη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.<br />
Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών στην ιδιωτική εκπαίδευση.<br />
Σπούδασε παράλληλα Πολιτισμολόγος στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ<br />
Είναι απόφοιτος Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Διιδρυματικό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ.<br />
Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία έχει ασχοληθεί με εργαστήρια γραφής σε μαθητές, φοιτητές και ενηλίκους. Η αγάπη της για την ιστορία και την έρευνα την οδήγησε στη συγγραφή και τη μετάφραση έργων στα Αγγλικά.<br />
Έργα της όπως «Ο Πρόσφυγας» (2018), το “tabula rasa”(2019), «…για να επιβιώσω»,(2022), «Ο χρόνος περνά και χάνεται», (2023), (συλλογικό), Εκδ. Παρέμβαση, «Για έναν πλάνη σαλό», (2023) έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.<br />
Το ιστορικό μυθιστόρημα, «Μόρια, Παμμήτωρ γη», (2001), Εκδόσεις Γκοβόστη, τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό που διοργανώθηκε από το «Πολιτιστικό Σωματείο Culture 4All – Πολιτισμός για όλους», και από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών»<br />
Το μυθιστόρημα της «Η Καμπύλη της Καμπάνας»,(2022), εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Γκοβόστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19890 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ-203x300.jpg" alt="" width="351" height="519" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΚΑΜΠΥΛΗ.jpg 600w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19891 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ-201x300.jpg" alt="" width="350" height="523" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ-201x300.jpg 201w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΜΟΡΙΑ.jpg 600w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ (2022)</strong></h4>
<p><strong>ΟΠΙΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Αγγέλματα ηχούν από το εωθινό τραγούδι των Κολοσσών του Μέμνονα στο Νείλο, το βουητό των κοχυλιών της Άκαμπα, το αηδονοκόρακο της Μπουχάρα, το Κέρας του Διαβόλου της Αμπράς, την «πόλη των Φοινικόδεντρων», την Μπαμ-ιλανί τη φαυλίστρια πόλη της χλιδής και της ακολασίας. Λεγεώνες της Τιμής προβάλλουν από το ναό του Διός στη Ρώμη, τις δώδεκα υπερμεγέθεις καμπάνες της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Στρατεύματα και πομπές, ορδές από καβαλάρηδες τριποδίζουν από τον Άγιο Αυγουστίνο, από το καμπαναριό του Χοντρού Πέτρου της Κολωνίας, την οργισμένη καμπάνα του Βελιγραδίου, που όταν έπιασε πυρκαγιά το κωδωνοστάσιο έσπασε και δεν ήχησε ποτέ ξανά. Από όλες τις καμπάνες της Ασίας, της Ευρώπης, της Αφρικής, της Αμερικής, από κάθε εποχή, από κάθε τόπο, από κάθε πολιτισμό ξεπηδούν σαν σε καλειδοσκόπιο πανάρχαιες εικόνες, ήχοι ρυθμικοί, παλιές ζωικές δυνάμεις.</p>
<p>Είναι το γνωστό στα παραμύθια κάλεσμα του χρόνου.</p>
<p><strong>(Απόσπασμα σελ. 87-92)</strong></p>
<p>Ήταν Σάββατο το χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα όταν μια φάλαγγα από επτά γερμανικά αυτοκίνητα με μαυραγορίτες, που όμως δεν ήταν μαυραγορίτες αλλά ναζί καμουφλαρισμένοι, με “ανθρώπους εμπιστοσύνης”, Έλληνες, που τους είχαν “συνεργάτες” στη δούλεψή τους οι Γερμανοί, ακούστηκε να πλησιάζει. Μπα, δεν είναι τίποτα, μαυραγορίτες είναι μην ανησυχείτε, είπε ο κυρ Ζήσης. Η κυρά Ζαφείρα η γειτόνισσα μάζεψε τα ασπρόρουχα μην τα μαυρίσει η σκόνη του δρόμου. Μα δεν ήταν. Ήταν Γερμανοί που έψαχναν αντάρτες του χωριού που κατέβαιναν από τα βουνά, τους έκαναν ζημιές στο στρατό, στον εξοπλισμό, στα πυρομαχικά. Ένας Γερμανός σκοτωμένος ίσον με πενήντα και εκατό αμάχους. Έστησαν οι ναζί ενέδρα στους αντάρτες ώστε όταν θα πλησίαζαν ανυποψίαστοι, να τους σκοτώσουν. Οι πρώτοι που σκότωσαν ήταν πέντε αγρότες στον Καρακόλιθο και δώδεκα αγρότες που δούλευαν στα χωράφια. Μπήκαν στο Δίστομο έπιασαν τα φυλάκια στα υψώματα τριγύρω. Οι κάτοικοι αναστατώθηκαν. Έστειλαν τον παπά και τον πρόεδρο του χωριού να μάθουν τι συμβαίνει. Οι ναζί δεν έδωσαν λογαριασμό. Επέμεναν να ρωτούν αν υπάρχουν αντάρτες στο χωριό. Η οργάνωση είπε, όχι εδώ αντάρτες δεν έχουμε. 0 παππάς και ο πρόεδρος είπαν, κι αν έχουμε αυτοί δεν χτυπάνε. Έφυγαν οι ναζί ήσυχοι, φορτωμένοι με τους ψεύτικους μαυραγορίτες. Αλίμονο όμως, έξω από το χωριό Στείρι τους χτύπησαν αντάρτες, αυτοί που δεν χτυπάνε. Σκότωσαν δυο Γερμανούς. Τον διοικητή που ήταν άσχημα τον έφεραν οι δικοί του πίσω στο Δίστομο. Τον ξάπλωσαν στην πλατεία του χωριού. Πέθανε. Μας κοροϊδέψατε, είπαν οι ναζί, χτυπάνε και εδώ οι αντάρτες. Για εκδίκηση ξεχύθηκαν από τα τρία φυλάκια που υπήρχαν γύρω από το χωριό. Πόρτα πόρτα θέριζαν με τα πολυβόλα όποιον εύρισκαν. Ορμούσαν στα σπίτια, σκότωναν γυναίκες, αποκεφάλιζαν γυναίκες, άνδρες, παιδιά, μωρά, ηλικιωμένους που έπεφταν στα πόδια τους. Εκλιπαρούμε έλεος. Λυπηθείτε μας. Παναγιά σώσε μας. Γιατί μας χτυπάτε; Τι σας κάναμε; φώναζαν οι κάτοικοι. Όμως οι διαταγές ήταν ιερές. Χτυπάτε στο ψαχνό. Δώστε τους ένα γερό μάθημα. Η κάπνα μπλέχτηκε με το αίμα το ανθρώπινο, των γιδιών, των αλόγων τις κραυγές, έγινε ένα πράγμα σκόνης και σιωπής. Οικογένειες στοιβάχτηκαν στο πλακόστρωτο μέχρι πέρα στον πλάτανο. 0 ουρανός σκιάχτηκε. Έγνεψε το απίστευτο. Η καμπάνα του Άι Νικόλα χτύπησε πανικόβλητη νταν νταν&#8230; νταν νταν. Χαμός στο Δίστομο, σήμανε. Σφαγή μεγάλη σάλπισε. Κάποιοι πρόλαβαν να τρέξουν προς τη Σφήνα, στην Παναγιά, κρύφτηκαν στον Άγιο Μάμα, άλλοι κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους, στα υπόγεια. 0 δασάρχης με γυναίκα και τρία παιδιά, ο ειρηνοδίκης με τέσσερα σχολιαρόπαιδα και γυναίκα, ο κρεοπώλης, ο μανάβης, ο δάσκαλος&#8230; Νεκροί. Αμέτρητοι. Διάσπαρτοι. Κείτονταν πάνω στα κρεβάτια, μπροστά στα πλυσταριά, πίσω από τις αυλόπορτες που έχασκαν ανοικτές, πάνω στα τρύπια ξύλινα δοκάρια, στα σχισμένα υφαντά. Γερμανοί ναζί κλωτσούσαν πόρτες, ξήλωναν παράθυρα, μεντεσέδες, γάζωναν τον αέρα από τις δέκα το πρωί έως τις τέσσερις το απόγευμα. Η Νικολάτα ίσα που πρόλαβε να στάξει λίγο νερό στο στόμα του πατέρα της πριν βγάλει την τελευταία του πνοή στο δρόμο. Τη μάνα της δεν την πρόλαβε καθόλου. Όταν τη βρήκε ανάσκελα στις σκάλες του σπιτιού, ήταν ακόμα ζεστή. Το κορμί της είχε γίνει σαν το τρυπητό της κουζίνας από τις σφαίρες. Με τα μυαλά έξω. Αδειανό σαρκίο. Με τα χέρια τεντωμένα. Τα πόδια κλειστά σαν τον Εσταυρωμένο. Ξέδεσε το λευκό μαντήλι το κεντημένο με χρυσή κλωστή από το λαιμό της σκοτωμένης, το έκρυψε στον<br />
κόρφο της. Ένα μικρότερο κορίτσι από τη γειτονιά με βαμμένα ρούχα από κόκκινο κρασί και μαλλιά από φρέσκο αίμα της τραβούσε το χέρι. Ήθελε να κατέβει μαζί της στο κατώι του σπιτιού του, εκεί που είχε κρυφτεί η οικογένεια. 0 πατέρας της την είχε χώσει στο βαρέλι με το κρασί. Φοβόταν να αντικρύσει μέσα στη σκοτεινιά τη μάνα, τον πατέρα, τα δυο αδέρφια της με<br />
βλήμα στο κεφάλι. Πόνεσε τη μικρή η Νικολάτα. Κατέβηκε πρώτη. Τους σκέπασε το πρόσωπο με τσουβάλια, μια κουρελού, που βρήκε πεταμένα εκεί γύρω. Έφυγε τρέχοντας. Έπεσε πάνω σε έναν Αυστριακό στρατιώτη. Με τραχιά κίνηση την άρπαξε από τα ρούχα, την πέταξε πίσω από την ξύλινη πόρτα ενός σπιτιού. Κάτω, πέσε κάτω, ούρλιαξε. Γάζωσε με το οπλοπολυβόλο το εσωτερικό, αλλά δεν στόχεψε εκείνη, μόνο το ταβάνι του σπιτιού. Βρόντησε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Τον άκουσε να φωνάζει «Gut» σε κάποιον απέναντι. Είδε μέσα από τη χαραμάδα έναν Γερμανό να σημαδεύει με μπογιά στον τοίχο του σπιτιού απέναντι ένα X. Για να ξέρει ο επόμενος ότι σ’ αυτό το σπίτι όλα είχαν τακτοποιηθεί. Οι μπότες του ήταν κατακόκκινες από το αίμα. Άκουσε ήχο βούρτσας. Το μαύρο της μπογιάς έσταζε στις χαραμάδες της δικής της πόρτας. Κατάλαβε ότι ο Αυστριακός που την πέταξε πίσω σημάδευε την πόρτα τους με X. Όλα είχαν τακτοποιηθεί Οι μπότες αυτού του ανθρώπου ήταν καθαρές. Άκουσε λυγμό στο δωμάτιο. Πετάχτηκε πίσω. Αντίκρισε τη γιαγιά Ασημίνα, τυλιγμένη με μια μαντήλα, κουλουριασμένη στα πλακάκια δίπλα στο τζάκι. Τα μαλλιά της είχαν γίνει κάτασπρα από τους σοβάδες που έπεσαν στο κεφάλι της από τα βόλια του Αυστριακού. Η γιαγιά σήκωσε τα σκονισμένα φουστάνια της με χέρια που έτρεμαν. Τράβηξε από κάτω τον εγγονό της και τη μικρή κόρη της γειτόνισσας. Τα μικρά ήταν σώα.<br />
Έτρεμαν από τρόμο. Άνοιξαν το στόμα να κλάψουν, μα η γιαγιά τούς έκλεισε το στόμα με τις παλάμες. 218 νεκροί ο απολογισμός. Έκλαψε η Γιαννούλα πολύ. Είκοσι άτομα της οικογένειάς της έπλεαν μέσα κι έξω από τα κρασοβάρελα. Λύγισε ο Βασίλης. Έχασε τα λογικά του όταν κατέβηκε την τρίτη μέρα από τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και αντίκρισε δεκαοκτώ της<br />
οικογένειας του τρύπιους από σφαίρες. Ήρθαν άλλοι άνθρωποι ξένοι στο χωριό. Φώναζαν με ένα τεράστιο χωνί. «Είμαστε του Ερυθρού Σταυρού. Όσοι θέλετε να μας δώσετε τα παιδιά σας μπορούμε να τα πάρουμε».<br />
Αντιλάλησαν οι λόφοι από την είδηση. Στόμα με στόμα τη μετέφεραν σ’ αυτούς που ήταν ακόμα κρυμμένοι στους λόγγους και στα βουνά. Κάποιοι τα παρέδωσαν, άλλα πήγαν από μόνα τους. Δεν είχε μείνει κανένας δικός τους να τους δώσει χέρι με χέρι.<br />
Πήρε το δρόμο για το Ξεροβούνι. Έπεσε σε ενέδρα Γερμανών. Έψαχναν αντιστασιακούς που είχαν βρει καταφύγιο στο βουνό. Κρύφτηκε ανάμεσα σε πουρνάρια, γκόρτσια, σκίνα, σε έδαφος σκληρό και χέρσο, σκόνταψε πάνω σε μια μάνα που κρατούσε αγκαλιά το γιό της, μάζευε με βιασύνη τα σκόρπια μυαλά του πεθαμένου, τα έβαζε πίσω στη θέση τους. Άκουγε μοιρολόγια, λυγμούς, κλάματα, βουητό από οχήματα που έσερναν κανόνια, αντάρα από φάλαγγες που απομακρύνονταν. Το Δίστομο καιγόταν. 0 καπνός έκρυβε τον ουρανό. Την ευωδιά του μελόψωμου την αντικατέστησε μπόχα και δυσωδία. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σ’ ένα κορμί πεσμένο μπρούμυτα πάνω στη ράχη. Αναγνώρισε τον γερό λαιμό του αδερφού της, τις φαρδιές πλάτες, τα μπράτσα τα γυμνασμένα από την αγροτική δουλειά με το κεφάλι στη θέση του. Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να το ψάχνω, μουρμούρισε. Τον γύρισε ανάσκελα. Του σκέπασε το μωλωπισμένο πρόσωπο με τη λευκή ποδιά της. Τα δόντια του ήταν σφιχτά κλεισμένα σαν να ήθελε να σφαλίσει τη φλόγα της οργής μέσα του. Μάλλον επέστρεφε στο χωριό να τους βοηθήσει. Τον άφησε εκεί. Συνέχισε πανικόβλητη να ψάχνει τον αγαπημένο της. Σκαρφάλωνε στα τέσσερα, αναποδογύριζε πτώματα. Τουλάχιστον να μην του έχουν κόψει το κεφάλι, έλεγε και ξανάλεγε. Αυτό δεν θα το αντέξω. Έχω τόσο πολλούς να θάψω σήμερα&#8230; Με ποια σειρά να τους θάψω; Να βάλω πρώτα τον πατέρα, μετά τη μάνα, δίπλα τον αδερφό κι ύστερα τον αγαπημένο ή να<br />
βάλω πρώτα τον πατέρα μετά τον αδερφό, ύστερα τη μάνα και μετά τον αγαπημένο. Για ένα είναι βέβαιη. 0 αγαπημένος θα είναι στο τέλος της σειράς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ (2021)</strong></h4>
<p><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Στο ιστορικό μυθιστόρημα Μόρια, Παμμήτωρ γη, ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού. Μέσα από γεγονότα άλλοτε αστεία και άλλοτε δραματικά, θα γνωρίσει παραμυθάδες και γνωστικούς με άποψη και θέση ζωής, θα αγκαλιάσει καλά κρυμμένα συναισθήματα, λόγια που ανασταίνουν και πληγώνουν, θα γευτεί μυρωδιές και αρώματα της Μεσογείου και της Ανατολής. Στα 2.500 χρόνια ιστορίας της Λέσβου, θα γνωρίσει τη δημιουργία και τον πολιτισμό, θα γευτεί τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις, θα θυμηθεί όλες εκείνες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση, θα μοιραστεί ζωές και χαρές που ταξιδεύουν με καραβάκια χάρτινα σε πλάνητες που φτιάχνει, ψάχνοντας την απάντηση στο ερώτημαː «Τελικά, τι είναι πιο δύσκολο, να μισήσεις ή να εμπιστευθείς;»</p>
<p><strong>(Απόσπασμα σελ. 83-89)</strong></p>
<p>Πάνω στον πάγκο του σπιτιού μας, υπήρχαν σκόρπιοι χάρακες, τρίγωνα, ημικύκλια, ένα κουτί με διάφορα μολύβια, πολύχρωμα ξύσματα, γόμες, μαρκαδόροι, οι μακέτες δυο σπιτιών, μιας γέφυρας, της Παλμύρας -της<br />
«Νύμφης της Ερήμου»- με άμμο γύρω της, ο Παρθενώνας και το Αιγυπτιακό μουσείο του Κάιρου, ήταν απλωμένα στο πάτωμα. Πηδούσαμε πάνω από το μουσείο για να μετακινηθούμε. Κάτω υπήρχαν μισοτελειωμένα σχέδια, ξύλινες παλέτες, μακετόχαρτα, ριζόχαρτα, φελιζόλ, κόλλες, πριονίδια, σιμιγδάλι. Αναρωτιόμουν πώς γίνεται διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικά μέρη της γης να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο!<br />
Αν ήξερα καλύτερα ελληνικά θα του έλεγα ότι αισθανόμουν σαν χελιδόνι του σπιτιού, ξένος του ιερού, εραστής της γης και ποταμός της θάλασσας. Του έδειξα μια φωτογραφία -με χρώματα της γης- στερεωμένη σε ένα σκουριασμένο καρφί, σε μια τρύπα ανάμεσα στις πέτρες του τοίχου. Μου είπε ότι είναι «κάνθαρος» ένα δοχείο που το χρησιμοποιούσαν για να πίνουν κρασί τον 6ο αιώνα π.Χ. Μου έδειξε την επιγραφή «ΕΥΜΑΧΟΣ» χαραγμένη πάνω. Με περηφάνια είπε ότι είχαν βρεθεί πολλά κειμήλια των προγόνων του στη Λέσβο, από την αρχαϊκή εποχή. Κοίταξε τον πατέρα του, που συνέχιζε<br />
σκυμμένος τη δουλειά, και είπε:<br />
«Ο πατέρας είναι άσσος στο ράβδισμα των ελιών. Ε, πατέρα!» ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Τον βοηθάω κι εγώ καμιά φορά. Ε, έτσι δεν είναι;» ξαναρώτησε για επιβεβαίωση. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του πατέρα του γιατί ακούστηκε μια φωνή: «Πλύνετε όλοι τα χέρια σας κι ανεβείτε επάνω για φαΐ. Έχω στρώσει τραπέζι. Δεν κάνει να κρυώσει το φαγητό», είπε η μάνα του και χάθηκε βιαστική.<br />
«Άντε, ελάτε πάμε. Μεσημέριασε», είπε ο πατέρας. Έπλυνε σε μια γούρνα τα χέρια του, τα σκούπισε καλά και ακούμπησε το αριστερό χέρι πάνω στον ώμο μου. Το χέρι του ήταν ζεστό, απαλό, όπως το χέρι του πατέρα μου όταν με αγκάλιαζε από τους ώμους. Είχα πολύ καιρό να νιώσω αυτό το άγγιγμα! «Δεν πεινάω έφαγα. Θα φύγω&#8230; με περιμένουν», είπα. Μόνο το στομάχι μου ήξερε πόσο άδειο ήταν! Το στομάχι δεν γεμίζει με μοναξιά. Πόσο καιρό είχα να γευτώ μυρωδάτη ζεστή συντροφιά! «Έλα&#8230; κι αν δεν θέλεις να φας, θα μας κάνεις παρέα. Άντε, θα σας αφήσω να πιείτε και μια γουλιά κρασί σήμερα, για το καλωσόρισες» είπε ο πατέρας του.<br />
Η τραπεζαρία ήταν γεμάτη βιβλία, αγαλματάκια, πήλινα διακοσμητικά, παπύρους με ζωγραφιές, πίνακες με εικόνες από τη φύση της Λέσβου. Το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο -που ήταν σχεδόν απέναντι από το σπίτι- σε μια<br />
μεγάλη ξύλινη κορνίζα, στόλιζε τον μεγάλο τοίχο. Δίπλα στο Υδραγωγείο υπήρχε μια άλλη χρυσή, σκαλιστή με τη φωτογραφία της Σαπφούς. Είχε πλούσια μαλλιά, ψηλά σε κότσο, κρατούσε μια λύρα και φορούσε ένα αέρινο<br />
λευκό ύφασμα τυλιγμένο γύρω από τους ώμους, δεμένο με μια αστραφτερή πόρπη στο πλάι. Τραγουδούσε τον έρωτα 2.600 χρόνια πριν, ταράζονταν οι καρδιές όταν την άκουγαν, έκανε τη σιωπή να παγώνει. Ο Κωνσταντίνος γύρισε από την κουζίνα με μια πιατέλα στα χέρια και την ακούμπησε πάνω στο ξύλινο τραπέζι, που είχε όψη και γεύση Αιγαίου, στρωμένο με ένα κάτασπρο, κοφτό τραπεζομάντηλο, πέντε πιάτα δαντελωτά με μπλε και κίτρινα χρώματα, ευωδιαστό ψωμί στα κάρβουνα μέσα σε μια πήλινη γαβάθα, μεγάλα διαφανή ποτήρια και μια κανάτα με κρυστάλλινο, δροσερό νερό. Στην πιατέλα άχνιζε ρύζι με κουκουνάρι, σταφίδες και ντομάτα, ενώ δίπλα είχε φρέσκα καλαμάρια, γεμιστά με μπόλικα μυρωδικά που μοσχομύριζαν θάλασσα. Μου έκανε νόημα να καθίσω σε μια σκαλιστή, ξύλινη καρέκλα. Το δράμα που ζούσα μετατοπίστηκε από το τραπέζι μέσα μου, ένιωσα τύψεις, για τη μάνα και την Αίσα, για το τυποποιημένο άνοστο φαγητό στον πλαστικό δίσκο που θα έτρωγαν στο ΚΥΤ. Δεν έπρεπε να μείνω άλλο! Τι γύρευα εγώ εδώ, σε ξένο σπίτι; Εγώ είμαι περαστικός από τη Λέσβο. Θα φύγω. Θα πάμε στο Βερολίνο&#8230; Κάθισα όμως! Ήταν αδύνατον να φύγω. Η πεζή αλήθεια των αισθήσεων υπερτερούσε της συνείδησής μου. Μόλις είχα γευτεί την πρώτη μπουκιά, όταν άνοιξε η πόρτα. Μια κοπέλα μπήκε μέσα. Γιατί αναπηδούσαν τα πιάτα; Γιατί κουδούνιζαν τα ποτήρια; Η μπουκιά που μόλις είχα βάλει στο στόμα μου, σταμάτησε στον λαιμό μου. Διέσχισε βιαστική την τραπεζαρία και όρμησε στον πατέρα του Κωνσταντίνου, του έδωσε ένα σφυριχτό φιλί και χύθηκε σε μια καρέκλα. Ήταν ψηλή με μακριά, κυματιστά, σκουρόχρωμα μαλλιά, στερεωμένα ψηλά σε αλογοουρά, δεμένα με ένα κόκκινο μαντήλι, ενώ μερικές τούφες είχαν ξεφύγει από το δέσιμο και έπεφταν ανέμελα στους ώμους της. Είχε λευκή επιδερμίδα, δροσερό πρόσωπο και μάτια φωτεινά, στο χρώμα του ουρανού, βλέμμα έντονο και διαπεραστικό. Το στόμα μου χάσκει ανοικτό ή έφυγε το σαγόνι μου από τη θέση του; αναρωτήθηκα. Ντράπηκα για τις φαντασιώσεις μου και έμπηξα τα νύχια στην παλάμη για να συνειδητοποιήσω την επάρκεια. Μεγαλύτερη από τον Κωνσταντίνο, φορούσε στενό τζιν, μπότες με ένα ανάλαφρο και άσπρο μπλουζάκι που άφηνε τη νιότη της να διακρίνεται και το μυαλό μου να ταξιδεύει! Τον καρπό του χεριού της στόλιζε ένα βραχιολάκι, με κόκκινη και άσπρη κλωστή, πλεγμένο κόμπο, κόμπο με ένα κουμπάκι, στην άκρη.<br />
«Καλώς την!» παραπονέθηκε η μάνα. Στράφηκε στον άντρα της, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα. «Όλη μέρα έξω με τον Λάκτα&#8230; Δεν βοηθάει καθόλου! Όλη την ώρα στη γύρα». Μετά από δευτερόλεπτα σιωπής που φάνηκαν αιώνας, εκείνος είπε. «Τι να κάνουμε τώρα&#8230; είναι αργά για να την δώσουμε πίσω. Εσύ κι εγώ την κάναμε&#8230; θα τη λουστούμε&#8230; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να την πουλήσουμε σε κανένα παζάρι, μπας και βγάλουμε τα έξοδά της&#8230;» Εκείνη πετάχτηκε από την καρέκλα, και χωρίς να πει τίποτα, τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Η αγκαλιά τους ήταν πολύχρωμη σαν τα<br />
χρώματα που γεννά ο κόκκινος ήλιος στο ηλιοβασίλεμα, η ζεστασιά της έφτανε μέχρι εμένα, το φιλί τους σαν το γλυκό λεμόνι που έκανε η μάνα μου.<br />
«Πώς κι άφησες τον “Λάκτα” σου και μας καταδέχτηκες; Να σου γνωρίσω τον καινούργιο μου φίλο, τον Ραζάν&#8230; Ραζάν, η αδελφή μου, η Εριφύλη. Η μοναδική ασχολία της αδελφής μου είναι το άλογό της, ο Λάκτα&#8230; Δεν προσπαθώ ποτέ να συγκριθώ μαζί του. Το ξέρω ότι θα βγω χαμένος. Ξημεροβραδιάζεται στον Ιππικό Σύλλογο», είπε ο Κωνσταντίνος. Αντάλλαξαν ματιές σαν να κοίταζαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Σαν δυο αδέλφια, που ξέρουν να μαλώνουν και να τα βρίσκουν γιατί έχουν πειραματιστεί πολλές φορές στο παρελθόν. «Ζηλεύεις;» τον ρώτησε πειραχτικά και γύρισε σ’ εμένα.<br />
«Γεια σου&#8230; Ραζάν, είπαμε;»<br />
«Ναι&#8230; Ραζάν».<br />
«Και από πού είσαι Ραζάν;» με ρώτησε.<br />
«Από τη Συρία&#8230; Από το Χαλέπι».<br />
«Έχεις συγγενείς;»<br />
«Ναι έχω τη μάνα, την Αΐσα&#8230; και τον πατέρα».<br />
«Πότε ήρθατε;»<br />
«Πριν εξήντα εννέα μέρες».<br />
«Και περιμένετε τα χαρτιά σας ε; Πού θα πάτε;»<br />
«Θα πάμε στο Βερολίνο».<br />
«0 πατέρας σου τι δουλειά κάνει;» ρώτησε όλο περιέργεια.<br />
«Τώρα δεν κάνει καμιά δουλειά&#8230; χάθηκε στη θάλασσα».<br />
«Πνίγηκε; δηλαδή&#8230; δεν έχεις πατέρα;» ρώτησε με καρφωμένα τα τεράστια μάτια της επάνω μου. Για λίγο δεν μίλησε κανένας. «Δεν σε λογαριάζει κανένας αν δεν γίνεις ατσάλι ή πουλί σε παραμύθι τελικά», είπα αυθόρμητα. Οργή πλημμύρισε τα σωθικά μου. Τα ποτήρια σκιάχτηκαν, πάγωσαν με την ανάγκη να σιωπήσουν, κρύος αέρας πέρασε μέσα από την κλειστή πόρτα.<br />
«Εριφύλη, έλα να με βοηθήσεις στην κουζίνα» πετάχτηκε η κυρία Μαριγώ, που είχε το ίδιο όνομα με τη μητέρα μου, στα ελληνικά. «Φεύγεις τρέχοντας», είπε ο Κωνσταντίνος. Η Εριφύλη μούγκρισε όπως ακριβώς και η Αΐσα σ’ εμένα! Τελικά, όλα τα αδέλφια ίδια είναι. Την ίδια γλώσσα βγάζουν παντού στη γη! Χτυπήματα στην εξώπορτα, φωνές, τραγούδια παιδιών έσωσαν την κατάσταση. Η μητέρα του Κωνσταντίνου, η κυρία Μαριγώ, πήγε ν’ ανοίξει.</p>
<p>«&#8230;ήρθε η χελιδόνα&#8230;<br />
ήρθε και άλλη μεληδόνα&#8230;<br />
κάθισε και λάλησε&#8230;<br />
και γλυκά κελάηδησε:<br />
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ&#8230;<br />
και Φλεβάρη φοβερέ&#8230;<br />
κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις&#8230;<br />
καλοκαίρι θα μυρίσεις&#8230;<br />
κι αν χιονίσεις και αν κακίσεις&#8230;<br />
πάλι Άνοιξη θ’ ανθίσεις!»</p>
<p>Ήταν ένα τσούρμο παιδιά. Στο ένα χέρι, στερεωμένο πάνω σε ένα ραβδί, κουνούσαν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδονιού με κουδουνάκια και πολύχρωμες φούντες γύρω από το λαιμό του, στο άλλο χέρι κρατούσαν ένα καλάθι με φύλλα κισσού.<br />
«1η του Μάρτη σήμερα», είπε ο πατέρας του Κωνσταντίνου, ο κύριος Σοφοκλής. «Γιορτάζουμε το τέλος του χειμώνα&#8230; έρχονται τα χελιδόνια και η άνοιξη. Εριφύλη, να θυμηθείς, στο τέλος του μήνα, να βγάλεις τον “μάρτη” από το χέρι σου· να φτιάξουν τα χελιδόνια φωλιά». Ακόυσα την κυρία Μαριγώ να λέει στα παιδιά: «Δεν σας δίνω τίποτα&#8230; τίποτα»! Εκείνα άρχισαν να την<br />
κοροϊδεύουν και να την απειλούν!<br />
«Μην τα πειράζεις τα παιδιά!» φώναξε ο κύριος Σοφοκλής, «φίλεψέ τα!» Ο Κωνσταντίνος έφερε στις χούφτες του άβραστα αυγά και ξηρά σύκα, τα έβαλε στο καλάθι των παιδιών. Εκείνα ευχαρίστησαν και έφυγαν βιαστικά. Κλείνοντας την πόρτα η κυρία Μαριγώ είπε ότι θα περάσουν από όλα τα σπίτια του χωριού για τα «Χελιδονίσματα». Θα δώσουν τα αυγά στο δάσκαλο ή<br />
θα τα πουλήσουν, για να κάνουν πράγματα που χρειάζονται στο σχολειό τους. Έβαλα στο στόμα τη δεύτερη μπουκιά. Το καλαμάρι το έκοβαν όλοι με το μαχαίρι, το έτρωγαν αργά! Εγώ&#8230; γιατί ήθελα να βουτήξω στο πιάτο, να το αρπάξω με τα χέρια, να στουμπώσω από γεύσεις, οσμές, εικόνες, ρύζι■ βάλσαμο στον λαιμό μου. Αντί για αυτό, μάσησα τη δεύτερη μπουκιά, να<br />
μην τελειώσει η αίσθηση αυτή! Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι έτρωγα κάτι που ζούσε στη θάλασσα, κάτι που μπορεί να μιλούσε με τον πατέρα μου, να χάιδευε τα μαλλιά του, να κοίταζε τα ανοικτά παγωμένα μάτια του όταν του ζητούσε βοήθεια και εκείνο να έμενε άπραγο! Έσπρωξα το πιάτο μακριά. Σίγουρα δεν τον βοήθησε το καλαμάρι, ειδάλλως “εκείνος” θα ήταν εδώ μαζί μας! Πετάχτηκα επάνω τρομοκρατημένος. «Φεύγω&#8230; Συγνώμη&#8230; Άργησα&#8230; με περιμένει η μάνα» είπα και έτρεξα στην εξώπορτα σαν σίφουνας. Όχι μόνο δεν πεινούσα άλλο πια, αλλά ήθελα να βγάλω και ό,τι υπήρχε μέσα μου. Κανένας δεν πρόλαβε να πει κουβέντα, καθώς κουτρουβαλούσα τις σκάλες έφτασα στην αυλόπορτα του δρόμου, άκουσα τον Κωνσταντίνο να φωνάζει: «Ραζάν&#8230;να ξανάρθεις». Ήμουν ήδη αρκετά μακριά. Μόλις έστριψα στη γωνία, έβαλα όλα μου τα δάχτυλα βαθιά στο στόμα. Ξέρασα ό,τι είχα και δεν είχα στο στομάχι μου. Κομματάκια από το καλαμάρι εκσφενδονίστηκαν πάνω στο χώμα, χώθηκαν ανάμεσα στις πέτρες και στα χόρτα. Έστρεψα το βλέμμα μακριά προς τη θάλασσα, δαίμονες άνοιξαν την πόρτα της, φούσκωσαν τα νερά της, μαύρισαν τα σύννεφα, ζωγράφιζαν ένα τεράστιο Α στον ουρανό, σκούπισα τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια μου, θάμπωσε το βλέμμα μου, λύγισε η ψυχή μου. Από τη μια μέρα στην άλλη ο πατέρας μου ήταν αγνοούμενος,<br />
παραχωμένος κάπου στα μουλωχτά, άγνωστο σε ποιο βάθος, μήκος και πλάτος ακριβώς. Η φωνή του είχε σιγήσει&#8230; Αν και το θέμα ήταν να σταματήσει να μου λείπει του φώναξα! «Μπαμπά;» Δεν απάντησε&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 20/12/2022</p>
<p>Μια περιήγηση στην Ιστορία του κόσμου</p>
<p>Όλοι εν τέλει τελούμε υπό την σκέπη αυτής της καμπάνας, σε όποιο σημείο της καμπύλης και αν ζήσαμε, για όλους θα χτυπήσει με τον ίδιο ήχο ακόμη κι αν απαγορεύσουμε κάθε κρούση της. Κ.Χατζηαντωνίου.</p>
<p>Έχει λεχθεί πως αν θέλει κανείς να δει την βαθύτερη όψη της κοινωνίας μιας εποχής και να φτάσει σε αξιόπιστα συμπεράσματα για την εικόνα και την πορεία της, είναι απαραίτητο να εξετάσει την λογοτεχνία της. Και θα ήταν, θα πρόσθετα, ακόμη πιο διαφωτιστική αυτή η εξέταση, αν επικέντρωνε κανείς όχι στα προβεβλημένα έργα ή ονόματα των ακραίων της εκφάνσεων, των υψηλότερων ή των ταπεινότερων, αλλά σε βιβλία που διαπερνώντας είδη και τεχνικές, βάζουν ως στόχο να μιλήσουν για τον κόσμο μας ως ένα όλον και όχι απλώς να αφηγηθούν άρτια μια ιστορία.</p>
<p>Στο βιβλίο της Νίκης Γκίζη, κάτω από το εύρημα της καμπύλης μιας καμπάνας, απλώνεται ολόκληρη η Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και οι προϊστορικές του ρίζες. Φιλόδοξος ο σκοπός και παρακινδυνευμένος ο τρόπος μα ενδιαφέρων και πρωτότυπος αφού η λογοτεχνία του καιρού μας δείχνει να έχει παραιτηθεί από τη φιλοδοξία για το όλον, που υπερβαίνει τη διάκριση τέχνης και ζωής, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται συχνά σε μια συντεχνιακή αντίληψη που αρχίζει και τελειώνει με τη μορφή.</p>
<p>Εδώ, με αδιαφορία για τη μορφή, όλα υπηρετούν το αίσθημα μιας περιήγησης στην ιστορία του κόσμου, με σταθμούς οι οποίοι φανερώνουν τις προθέσεις της συγγραφέως. Κεντρικά πρόσωπα σε αυτή την περιήγηση ο Ισπανός διευθυντής του μουσείου του Πράδο Μιγκέλ Γκαλιάνο και μια ελληνογερμανίδα βιολόγος, η Καλουσώ. Ο Μιγκέλ, μοναχικός, ανέστιος και ιδιότροπος άνθρωπος, δεν είναι ένας τυπικός τεχνοκρίτης. Στοχάζεται, αισθάνεται, ζει μια άλλη ζωή μέσα στις συλλογές του Πράδο, που είναι ο ιδεώδης κόσμος του, συνομιλεί με αρχέτυπα και συγχρόνως αναζητά με πάθος αυτό που υπάρχει πέρα από την αντικειμενική περιγραφή.</p>
<p>Ένας ήρωας που δυσφορεί με τις άστοχες κουβέντες, τα ανώφελα πάθη, τους άβαθους ενθουσιασμούς. Που έχει στα χέρια ένα ανομοιογενές υλικό από αλήθειες και θεωρεί ασύλληπτες ηδονές τις κραυγαλέες σιωπές. Εγκλωβισμένος για χρόνια στην ανάμνηση της Καλουσώς που έφυγε, νιώθει το μεταφυσικό σύγκρυο της ύπαρξης που το φέγγος της τέχνης δεν μπορεί να θερμάνει. Γνωρίζει τις ζωτικές αλήθειες που οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες και σχολές τέχνης πιστεύουν ότι είναι καθήκον τους να μεταδώσουν, όμως αυτό δεν αρκεί να τον συγκρατήσει από τον μετεωρισμό στο κενό.</p>
<p>Όπως ο ήρωάς της, έτσι και η συγγραφέας, πιστεύω πως νιώθει ότι η τέχνη δεν είναι ένα ζήτημα γεύσης, αλλά εμπεριέχει τον όλο άνθρωπο. Είτε δημιουργούμε είτε προσλαμβάνουμε ένα έργο τέχνης, το φέρουμε με όλο μας το συναίσθημα, τη διάνοια, τα ήθη, τη μνήμη, με κάθε τι που μέσα σε μια έκλαμψη σε μια ορισμένη στιγμή κι από ένα μόνο σημείο, μπορεί να φωτίσει τον κόσμο. Έτσι, μπορεί να μιλά για τον Ρέμπραντ ή τον Μουνκ, για τον Ρενουάρ ή τον Πικάσο αλλά ξέρει ότι όλα εν τέλει τελούν υπό μία ιδεατή καμπάνα. Μια καμπάνα που σκεπάζει αμέτρητες κουβέντες και ιστορίες καθημερινού πόνου των ανθρώπων και της οποίας τον ήχο, η συγγραφέας δοκιμάζει –και το επιτυγχάνει– να μεταφέρει στον αναγνώστη. Ο ήχος αυτός διασχίζει τον χρόνο, πλέει πάνω από εποχές και χώρες και ντύνει πλήθος εικόνων και χαρακτήρων, από τους πιο μεταξωτούς ως τους πιο σκοτεινούς ενώ η καμπύλη της δεν έχει, φευ, το χρώμα του ουράνιου τόξου αλλά του πολυκαιρισμένου αίματος: γένεση και φθορά, χαρές και οδύνες, πανηγύρι και ζόφος.</p>
<p>Με την επιστράτευση της μαθηματικής έννοιας της καμπύλης της καμπάνας, που παριστά την κανονική κατανομή μεταβλητών και η οποία προσομοιάζει με το κωδωνοειδές σχήμα μιας καμπάνας (αφού οι άνθρωποι με τις συνήθεις ιδιότητες, συνωστίζονται κάτω από το κέντρο της – ο μέσος όρος των ανθρώπων με τη συνηθισμένη ζωή), παρακολουθούμε την κατανομή των σφαλμάτων και των παραβάσεων αλλά και του μεγαλείου που συγκροτεί την ανθρώπινη ιστορία. Αν στο κέντρο που ανυψώνεται, οι χαρακτήρες γίνονται μια συμπαγής μάζα που υφίσταται την εξουσία και δεν ξεχωρίζει, στις άκρες δεν υπάρχουν μόνο τα έργα της ανομίας αλλά και οι δημιουργοί υψηλών έργων. Όχι απαραίτητα φημισμένων. Υψηλό έργο είναι κι ο έντιμος βίος του απλού ανθρώπου.</p>
<p>Υπό την έννοια αυτή η καμπύλη της καμπάνας αποδεικνύεται κλειδί αυτού του βιβλίου. Μέσα από τα αγγέλματά της, άλλοτε οδυνηρά, πνιγμένα στη σκόνη και το αίμα, με ατομικά σφάλματα και κοινωνικές θεωρίες που οδηγούν σε ιστορικά εγκλήματα, και άλλοτε λυτρωτικά, σαν δροσερές ιδέες που οδηγούν τους ανθρώπους στα υψηλά, η καμπάνα άλλοτε δίνει ρυθμό στον κόσμο κι άλλοτε σώζει την πολύτροπη μουσική του. Οι νότες της είναι η μελοποίηση του κόσμου πέρα από χρόνο και χώρο. Η υπενθύμιση πως όλοι εν τέλει τελούμε υπό την σκέπη αυτής της καμπάνας, σε όποιο σημείο της καμπύλης και αν ζήσαμε και πως για όλους θα χτυπήσει με τον ίδιο ήχο ακόμη κι αν απαγορεύσουμε κάθε κρούση της.</p>
<p>Θα ήταν ίσως πολύ θεωρητικά όλα αυτά αν δεν υπήρχε στο βιβλίο της Γκίζη μια εναργής περιγραφή γεγονότων που ξεκινά από την προϊστορία, από την αρχαία Βαβυλώνα και την αρχαία Αίγυπτο, για να φτάσει μέσω της Ρώμης και του Βυζαντίου στον σύγχρονο κόσμο, με ένα κομβικό μύθο του βιβλίου να εντοπίζεται στον τόπο καταγωγής της μητέρας της Καλουσώς, στο μαρτυρικό Δίστομο, και από εκεί στη μεταπολεμική Γερμανία αλλά και στην αποικιοκρατούμενη Αφρική, στη Ναμίμπια συγκεκριμένα, όπου μια υπαρξιακή κλήση οδηγεί την κόρη της.</p>
<p>Θα ήταν ίσως πολύ θεωρητικά όλα αυτά αν δεν υπήρχε στο βιβλίο της Γκίζη μια εναργής περιγραφή γεγονότων που ξεκινά από την προϊστορία, από την αρχαία Βαβυλώνα και την αρχαία Αίγυπτο, για να φτάσει μέσω της Ρώμης και του Βυζαντίου στον σύγχρονο κόσμο, με ένα κομβικό μύθο του βιβλίου να εντοπίζεται στον τόπο καταγωγής της μητέρας της Καλουσώς, στο μαρτυρικό Δίστομο, και από εκεί στη μεταπολεμική Γερμανία αλλά και στην αποικιοκρατούμενη Αφρική, στη Ναμίμπια συγκεκριμένα, όπου μια υπαρξιακή κλήση οδηγεί την κόρη της. Μέσα από το ιστορικό παλίμψηστο που επικαλύπτει τα προηγούμενα στρώματα, με εξπρεσιονιστικές πινελιές που σωματοποιούν τον κόσμο, η συγγραφέας καταφέρνει, τα σώματα, φορείς άλλοτε φωτός και άλλοτε σκότους, να αποκτούν μια προοπτική πέρα από τη διάσταση αρχαίου- νέου και να υπηρετούν την ιδέα της που, αν την ερμηνεύω σωστά, θεωρεί όπως όλα, όσο παλιά ή καινούργια κι αν είναι, συνιστούν ένα αιώνιο τώρα, ένα διαρκές παρόν που μας καλεί να πάρουμε θέση.</p>
<p>Έτσι, αρχέγονες ιστορίες, αλήθειες και ψέματα, κακοφορμισμένα τραύματα και παραμύθια ιαματικά, γλυκές παραβολές και προϊστορικά λασπόνερα, πλέκονται με τη σύγχρονη πραγματικότητα που διαμόρφωσε ένα νέο τύπο ανθρώπου, πέρα από τον οικονομικό άνθρωπο που υποτάσσει τα πάντα στο κέρδος, έναν τύπο που δεν γνωρίζει όριο ή άλλη υπέρβαση στη ζωή παρά μόνο την αέναη διασκέδαση. Πρόκειται για τον άνθρωπο μιας σύνθεσης κατανάλωσης και διασκέδασης, που συνενώνει τον Homo Economicus με τον Homo Festivus.</p>
<p>Η ανάγνωση, όταν είναι συστηματική, είναι τέχνη που διαφέρει μόνο ανεπαίσθητα από την τέχνη της γραφής.</p>
<p>Η ανάγνωση, όταν είναι συστηματική, είναι τέχνη που διαφέρει μόνο ανεπαίσθητα από την τέχνη της γραφής. Δεν έχει νόημα να μιμηθούμε συνεπώς το αμάρτημα πολλών κριτικών που καταντούν λογοκριτές και δεν διαβάζουν πλέον αλλά σαρώνουν, βάζουν ετικέτες, ταξινομούν και σχεδόν πάντα βασίζονται σε επί τροχάδην αναγνώσεις, ή, το χειρότερο, υμνούν τη δημοσιογραφική γλώσσα και την έλλειψη λογοτεχνικότητας που συχνά σερβίρεται μάλιστα ως μοντέρνο ύφος.</p>
<p>Στο βιβλίο της Γκίζη μπορούμε να θαυμάσουμε πώς αναπτύσσεται στις σελίδες του ένα συγκρότημα ήχων και ονείρων που τείνουν προς μια ομορφιά πρωτογενή, ειδικά όταν αφθονούν οι λέξεις που συγκροτούν με την πυκνότητα και τη βαρύτητά τους μιαν εντυπωσιακή χορογραφία για το πανηγύρι της ζωής, όπως αυτό απλώνεται κάτω από την καμπύλη της καμπάνας.</p>
<p>Στο βιβλίο της Γκίζη μπορούμε να θαυμάσουμε πώς αναπτύσσεται στις σελίδες του ένα συγκρότημα ήχων και ονείρων που τείνουν προς μια ομορφιά πρωτογενή, ειδικά όταν αφθονούν οι λέξεις που συγκροτούν με την πυκνότητα και τη βαρύτητά τους μιαν εντυπωσιακή χορογραφία για το πανηγύρι της ζωής, όπως αυτό απλώνεται κάτω από την καμπύλη της καμπάνας. Αυτό που ο ήρωάς της, ο αισθητικός άνθρωπος, δεν μπορεί να χαρεί όμως, καθώς ασφυκτιά στο μικρό του θησαυροφυλάκιο, το ζηλευτό μουσείο που βρέθηκε αλλά που δεν μπορεί να του χαρίσει τη λύτρωση αφού ούτε την ανιστορική ινδική ψυχή, που υπόσχεται λήθη των πάντων, διαθέτει, ούτε την αιγυπτιακή που εστιάζει μόνο στο παρελθόν και το μέλλον, παραβλέπει το παρόν και τείνει στο άπειρο μέσα από την πέτρα και τη μούμια.</p>
<p>Είναι ενδιαφέρον να σταθεί κανείς σε αυτόν τον αισθητικό άνθρωπο, που έχει μιαν ατυχία και μια τύχη. Ζει στον μεταμοντέρνο κόσμο που είναι ο κόσμος του ιστορικού χειμώνα, όπου ο κοσμοπολιτισμός, ο ωφελιμισμός και ο σκεπτικισμός κυριαρχούν κι η τέχνη, επιτηδευμένη και κενή, καταντά καλλιτεχνική βιομηχανία ενώ μια χωρίς Θεό ηθικολογία θέλει να επιβάλλει νέα δεσμά. Αν αυτή είναι η ατυχία του Μιγκέλ, η Καλουσώ είναι η τύχη του. Η δυνατότητα δηλαδή να υπάρχει πάντοτε η ελπίδα της ερωτικής λύτρωσης ως οδός διαφυγής. Αρκεί να βρει τη δύναμη να φτάσει ως τον κόσμο της Καλουσώς, όπου όλα είναι ρευστά, όσο κι αν μοιάζουν πιο στέρεα στην ουμανιστική της αντίληψη, αφού κι αυτή έχει τους δικούς της δαίμονες. Η αποκάλυψη του πραγματικού παρελθόντος του πατέρα της και η αντίσταση στα διάφορα μικρά Ράιχ του κόσμου μας, ραγίζουν βεβαιότητες και θέτουν εκ νέου ερωτήματα. Καθώς ψηλαφίζει και καταγράφει εικόνες, απόψεις και συναισθήματα, δεν ξέρω αν η Καλουσώ μαντεύει έστω θαμπά το μυστήριο της αιώνιας αντιδικίας ανθρώπου και κόσμου, της επιτακτικής ανάγκης να υπερβούμε τον χρόνο. Το βέβαιο είναι ότι αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί επ’ άπειρον να απλουστεύει για να λυτρωθεί με ιδέες και σχήματα, είτε επιστημονικά είτε καλλιτεχνικά.</p>
<p>Το ύφος του βιβλίου, βέβαια, μέσα από το οποίο εξελίσσεται η παρακολούθηση αυτών των δύο κεντρικών χαρακτήρων, με ένα συνεχές στοχασμών και αισθημάτων, δυσκολεύει ίσως τον αναγνώστη αλλά χαρίζει κάτι σημαντικό. Την αίσθηση του ενιαίου όλου του κόσμου και της γραφής που δεν χωρίζεται. Έτσι, οι διαρκείς μεταπτώσεις, από το παρελθόν στο παρόν, από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο αφήγησης και οι κάπως ασύνδετες προς το σύνολο παρεκβάσεις, χωρίς κεφάλαια, δηλαδή χωρίς στεγανά, έχουν ως αποτέλεσμα τα πλευρά της ιστορίας, καθώς ταξιδεύει, να τα χτυπάει η θάλασσα. Αυτό όμως έχει συγχρόνως ως αποτέλεσμα, ο λεκτικός (ψυχικός και εκφραστικός) αυτοματισμός, να γίνεται αιχμηρός, εσωτερικός, με τα πράγματα να στεγάζονται σε κάτι υπερπραγματικό, πέρα από κάθε στατικό περίγραμμα.</p>
<p>Αυτή η μετάσταση της μορφής από το αισθητό στο υπεραισθητό, η διαρκής αφύπνιση μέσα σε όνειρο, η υποβολή των λέξεων, ο συγκρητισμός των πιο ανόμοιων στοιχείων, θα μπορούσαν να διαβαστούν ως μια άλογη σύνθεση με κίνητρο την αναζήτηση μιας νέας γραφής που η ενότητά της είναι ακριβώς η διάλυση, το ρήγμα μεταξύ έμπνευσης και νόησης.</p>
<p>Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια σχετική συζήτηση που δεν είναι όμως του παρόντος. Ο κριτικός νους, και αναφέρομαι σε κάθε ανάγνωση και όχι στην επαγγελματική κριτική, είναι χρήσιμο να βγαίνει από τα σύνορα του χρόνου και της αισθητικής, για να αντικρίζει οπλισμένος με ιστορική αίσθηση τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά φανερώματα. Μέσα από την πολυμορφία του γραπτού λόγου να συλλαμβάνει τα αιώνια στοιχεία αλλά και τα επίκαιρα ή τα ασυνήθιστα. Το λυρικό ύφος, για παράδειγμα, το οποίο πηγάζει από την πολύτιμη διάχυση της εσωτερικής ύπαρξης και που θα γίνει με τη βοήθεια της τεχνικής έκφραση, δεν αφορά μόνο την ποίηση, όπως πολλοί νομίζουν. Αφορά και την πεζογραφία. Κι αν το αρχέγονο λυρικό κύτταρο είναι ο πόνος του ανθρώπου που έχει τη δίψα της δημόσιας έκφρασης (σε αυτό μόνο διαφέρει από τον κοινό άνθρωπο ο δημιουργός), η πρόσκληση του αναγνώστη από τη συγγραφέα να πέσει στη θάλασσα της ιστορίας, να στραφεί οραματικά στο παρελθόν, να ταξιδέψει όπου φυσά ο άνεμος της σύμπτωσης, οδηγεί σε κάτι που συναντάμε στις πιο μοντέρνες τεχνικές: ο αναγνώστης γίνεται συνδημιουργός του βιβλίου.</p>
<p>Τι είναι τελικά η καμπύλη της καμπάνας; Μια ιστορία με επινοήσεις και επιλογές έμπνευσης που χωρίς την τεχνική της πλοκής ή δραματικές συγκρούσεις χαρακτήρων, που πάντα κινούν το ενδιαφέρον, καταφέρνουν να υπηρετούν μιαν ιδέα η οποία πάλλεται και ηχεί άλλοτε πένθιμα και άλλοτε εορταστικά; Ένας κύκλος που από την προϊστορία θα οδηγήσει τον άνθρωπο πάλι στην προϊστορία αφού ο πολιτισμός της μορφής καταρρέει; Ή μήπως η διασωστική καταγραφή ενός πόθου που γέννησε το ιδεώδες της απολλώνιας ενιαίας ύπαρξης όταν η διονυσιακή ευθυμία των αισθήσεων αποδείχθηκε αδύναμη να δώσει σχήμα στο ασύλληπτο;</p>
<p>Σκέπτομαι πως η διάλυση της μορφής είναι μια παρορμητική άμυνα του ασυνείδητου, που νοσταλγεί το άπειρο μα δεν αντέχει πια ιεραρχίες, που αναζητεί πορτραίτα μα βρίσκει τη σαφήνεια των γραμμών ανυπόφορη. Η φύση δίνει ενότητα και σημασία στις εντυπώσεις και τις αισθήσεις, η Γκίζη το ξέρει και οι σελίδες της προϊστορίας, εν προκειμένω, δεν είναι τυχαίο πως είναι αριστοτεχνικά γραμμένες. Όταν περνάμε στην Ιστορία όμως, που δεν είναι φύση αλλά πνεύμα, πέρα από τη λογική του χώρου, υπάρχει η λογική του χρόνου και της εξέλιξης. Η οργανική αναγκαιότητα του τετελεσμένου και όχι των γεγονότων ή των προθέσεων.</p>
<p>Η απόσταση από τα γεγονότα και τα βιβλία, αγαπητοί φίλοι, έχει την πρώτιστη σημασία. Από μακριά ένα τραίνο το βλέπουμε να κινείται αργά. Κάποιος που είναι πολύ κοντά βλέπει την ταχύτητα, τα χαρακτηριστικά του. Όταν περάσει, μπορούμε να το παρακολουθούμε πώς χάνεται. Αυτή η οπτική αβεβαιότητα αφορά κατ’ εξοχήν τα βιβλία. Γράφοντας για να δώσει σχήμα ενιαίο στη γνώση και τη φαντασία, η Γκίζη δίνει στην πρώτη ύλη της γραφής, στις λέξεις, πνευματική προοπτική. Από τη συζήτησή της με όλα τα πνεύματα της λύπης του ανθρώπου, πέρα από τόπο και χρόνο, βλέπουμε να σχηματίζεται μια Χορωδία των Νεκρών, που δεν προσδοκά πια μια αφήγηση αλλά μια μεταμόρφωση. Μια χορωδία που ακούει με προσοχή τα λόγια μας και προσμένει τον ήχο μιας καμπάνας για να αρχίσει πάλι το τραγούδι της που δεν θα γνωρίζει πια από καμπύλες αλλά θα μας συνέχει όλους στην προοπτική της αιωνιότητας. Προοιωνίζοντας αυτό το τραγούδι ίσως, ο Μιγκέλ βγαίνει από τον ερμητικά κλειστό κόσμο του, όπου έχει μάθει να ζει στην άπνοια και ταξιδεύει στο Βερολίνο προς αναζήτηση της Καλουσώς, σε ένα τέλος που είναι ανοιχτό σε κάθε εξέλιξη. Κι είναι αυτή η έξοδος από τον κλειστό κόσμο της αισθητικής στον κόσμο της έκστασης κάτι που δικαιώνει αυτό το τόσο ιδιαίτερο βιβλίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΡΑΧΑΝΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 10/5/2023</p>
<p>Διπλό ταξίδι</p>
<p>Μια καμπάνα ρυθμίζει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τις ζωές μας, κι ας μην κατανοούμε πάντα τον τρόπο και τη μεθοδολογία. Η καμπάνα γίνεται η αφορμή για ένα διπλό ταξίδι στις πιο μύχιες, τις πιο καλά κρυμμένες εσωτερικές πλευρές των δύο ηρώων αλλά ταυτόχρονα και σε μια ιστορική αναδρομή στα πιο σαθρά μονοπάτια της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη.</p>
<p>«Αχ, βρε Άννα… ο κόσμος άλλαξε πια. Κάνει θόρυβο. Τώρα η γέφυρα έχει έναν νερόμυλο στη βόρεια και έναν στη νότια πλευρά. Πάω εκεί τα βράδια, κάθομαι δίπλα στα ρυάκια κι ακούω το νερό να κελαρύζει… Και το νερό Άννα… Το νερό είναι διάφανο και καθαρό. Μυρίζει σαν μωρό όταν γεννιέται. Έχει αψίδες η γέφυρα. Και τειχισμένα κτήρια επάνω της. Είναι δεμένη γερά με βαριά λιθάρια και πέτρες. Καμιά φωτιά δεν μπορεί να την κάνει στάχτη. Κανένας σίφουνας να την καταστρέψει ξανά. Δεν χρειάζεται να την κάψουμε για να βρούμε στέγη. Έχουμε μια γέφυρα γερή κι είναι αμαρτία να κάνουμε κάτι τέτοιο. Αυτή από μόνη της μας φροντίζει. Είναι η δική μας γέφυρα. Η γέφυρά μας. Μπορείς κι εσύ να έρθεις μια μέρα στη γέφυρα. Κανένας δεν θα σε διώξει».</p>
<p>Από όλες τις καμπάνες της Ασίας, της Ευρώπης, της Αφρικής, της Αμερικής, από κάθε εποχή, από κάθε τόπο, από κάθε πολιτισμό ξεπηδούν σαν σε καλειδοσκόπιο πανάρχαιες εικόνες, ήχοι ρυθμικοί, παλιές ζωικές δυνάμεις. Είναι το γνωστό στα παραμύθια κάλεσμα του χρόνου…</p>
<p>Ο Μιγκέλ Γκαλιάνο είναι διευθυντής του μουσείο Πράδο της Μαδρίτης.</p>
<p>Η Καλουσώ Γκλεν (Γερμανίδα από πατέρα, Ελληνίδα από μάνα) είναι βιολόγος και εργάζεται στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Βερολίνου και ασχολείται με τη μοριακή βιολογία και γενετική. Ερευνά κρανία και οστά, που τις δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν και που βοηθούν στο παρόν. Φτιάχνουνε φάρμακα για ασθένειες που κάποτε η επιστήμη δεν μπορούσε να δώσει λύσεις.</p>
<p>Η Καλουσώ πηγαίνει στη Ναμίμπια κουβαλώντας μαζί της τριακόσια κρανία. Επιστρέφει τόσα λίγα κρανία, από χιλιάδες κρανία που μεταφέρθηκαν για έρευνα, στα εργαστήρια της Γερμανίας, αποτέλεσμα της άγνωστης γενοκτονίας των Χερέρο και των Νάμα από το Δεύτερο Ράιχ.</p>
<p>Εκεί στη Ναμίμπια η Καλουσώ θα συναντήσει την Άννεκε. Είναι η Άννεκε που δημιουργεί το μέλλον της μικρής ανάπηρης Θάντι…</p>
<p>Η Άννεκε θα συμβουλέψει την Καλουσώ Γκλεν: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό από το κορμάκι ενός παιδιού που υποφέρει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό από να κάνεις ένα παραδομένο παιδί να χαμογελάσει. Αν κάποιος ενδιαφερθεί… κάτι στον κόσμο θα αλλάξει. Πρέπει κάποιος να αποφασίσει τι πρέπει να κρατήσει και τι πρέπει να αφήσει πίσω του. Μακάρι οι έρευνές σου να λειτουργήσουν σαν ξυπνητήρι. Δεν έχει νόημα Καλουσώ να ζεσταίνεσαι μόνο από το χνώτο της επιστήμης σου. Μπορείς Καλουσώ; Μπορείς να γίνεις κάτι περισσότερο από φίλη μια ανάπηρης;»</p>
<p>Ο Μιγκέλ είχε ερωτική σχέση πέντε χρόνια με την Καλουσώ. Δεν την εμπόδισε όταν έφυγε. Δεν φώναξε, δεν εκλιπαρούσε να γυρίσει, να ζητήσει συγνώμη, να κλάψει ζωηρά, να ξεριζώσει τα μαλλιά του. Καμία ελληνική τραγωδία δεν διαδραματίστηκε στον χωρισμό τους. Κανένας οδυρμός, θρήνος, δάκρυ δεν έπεσε. Η Καλουσώ έφυγε μακριά του με την άγρια λαχτάρα να τον σβήσει από τη μνήμη της. Επέστρεψε στην πατρίδα της, τη Γερμανία.</p>
<p>Ο Μιγκέλ τον έρωτα τον έχει ξεχάσει. Πουθενά δεν μπορεί να τον θυμηθεί παρά μόνο στο πρόσωπο της Καλουσώ. Βρίσκεται πάντα ψυχή και σώμα κοντά της. Έχει κοντά δεκαπέντε χρόνια να τη δει. Δεκαπέντε χρόνια είναι πολύς καιρός. Την πεθύμησε.</p>
<p>Ο Μιγκέλ έχει γίνει εργασιομανής και πότης. Τώρα είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ένας μοναχικός λύκος. Συνομιλεί με τον εαυτό του. Δεν κάνει σχέσεις. Ούτε καν προσωπικές. Δουλεύει στο μουσείο δεκαοκτώ ώρες. Έχει σαν τον Δον Κιχώτη μόνο ένα σκοπό να σώσει την Δουλτσινέα Καλουσώ που δεν τον θέλει, που τον αποδιώχνει από κοντά της.</p>
<p>Ο Μιγκέλ βρίσκεται σε παραισθητική διαύγεια, βλέπει άλογες πράξεις και ακούει λόγια περίσσια, άσκεφτα. Σχήματα, μορφές, ιδέες, συναισθήματα, αναμνήσεις σέρνουν αθόρυβα βήματα πάνω από ζωγράφους, γλύπτες και χαράκτες.</p>
<p>Ο Μιγκέλ ακούει αρχέγονες ιστορίες,στοιβάζει πράξεις και λόγια ανθρώπων που του μεταφέρουν μηνύματα για τη ζωή, για τον θάνατο. Αφουγκράζεται αλήθειες και ψέματα, παραμύθια ιαματικά για θεραπευμένες πληγές για κακοφορμισμένα τραύματα που μπολιάζουν τις ψυχές. Βλέπει εικόνες που προσπαθούν να χωρέσουν στα μάτια.</p>
<p>Ο Μιγκέλ στον ερμητικά κλειστό δικό του κόσμο έχει να μάθει να ζει στην άπνοια. Ζει μια ζωή που δεν του ανήκει. Ισόβια πικρή η γεύση της, γεμάτη αντιφάσεις, κίνηση και εσωτερικούς προβληματισμούς. Μια ζωή που πενθεί καρτερικά την ισόβια μοναξιά της. Γραπώνεται από τις δικές του αδικίες που πρέπει να μανταρέψει. Του πήρε χρόνια να μάθει πόσο στενά είναι τα όρια του χρόνου και του κόσμου. Ότι η ομορφιά είναι η ύψιστη αρχή τάξης και στην τέχνη και στη ζωή. Ότι τα πάθη αγοράζουν τους ανθρώπους. Ότι πάντα υπάρχει τρόπος να επαναδιαπραγματευθεί κανείς τις αξίες του. Η γνώση αυτή ήρθε σαν έκλαμψη, ξαφνικά, από τους προγόνους του, από τις κραυγές του μικρού Φαρούκ, την ευγνωμοσύνη του Ιντέφ, την επιβολή του βασιλιά Ουνίς, το μέγεθος της δύναμης του Αρχιερέα της Βαβυλώνας που έκανε τον βασιλιά Χαμουραμπί να προσκυνά τα μελλούμενα, την υποδούλωση της Νέαϊρα στην κυρά της, της Ουλπίας που ανεχόταν να της ξύνουν με το νύχι τη ρόγα από το στήθος της, της Ναννώ στο πεπρωμένο, τη μετάνοια του αυτοκράτορα Βασίλειου μπροστά στο νεκρό παιδί του ,τα γιατροσόφια της μάγισσας Γουίκα, την Άννα που έζησε τον έρωτά της πέρα από κάθε αντιξοότητα. Ο καθένας με τα χαρακτηριστικά του στήνουν τα κεραμίδια της στέγης που καλύπτουν το ένα το άλλο και όλα μαζί φτιάχνουν τη μία και μοναδική στέγη που προστατεύει το κεφάλι του. Αδιάκοπα είναι τα κύματα των προγόνων που έρχονται από το παρελθόν, τα πονήματά τους που του τρέφουν το μυαλό στο ατέλειωτο ταξίδι της ύπαρξης. Τα μάτια του κοιτάνε πίσω αλλά και μπροστά. Απορεί γιατί είναι άνθρωπος. Ζει μέσα στην κοινωνία, έχει ακόμα αξίες και συνείδηση, έχει καλά κρυμμένα αισθήματα, κλαίει κρυφά, μετανιώνει για απερίσκεπτες πράξεις, πονάει γιατί η Καλουσώ δεν ήταν στην Αθήνα. Νιώθει λύτρωση που μπορεί ακόμα να πονάει. Αν δεν πονούσε, θα θρηνούσε τον εαυτό του. Αν δεν έκλαιγε δεν θα ήταν άνθρωπος. Αν δεν ήταν έτσι, θα ήταν πληρωμένο χέρι, στυγνός εκτελεστής, απάνθρωπος και όχι άνθρωπος. Δεν θέλει να ζει σαν αριθμός. Δεν θα αφήσει τους αριθμούς να τρυπώσουν στο μυαλό του, στο συνειδητό του, στη φαντασία του γιατί θα πολλαπλασιαστούν, θα γίνουν όγκος, θα υπονομεύσουν το μυαλό του, θα διαλύσουν το ηθικό του, θα χάσει τον εαυτό του. Όσο κι αν προσπάθησε να τους περιορίσει τελικά τους παραχώρησε την πρώτη θέση στη ζωή του. Η επανάστασή του είναι σιωπηλή, σχεδόν αόρατη, αλλά πραγματική. Μπορεί να τους δαμάσει. Το σπέρμα του είναι η δύναμή του. Η ελευθερία τους είναι ο πολιτισμός του…</p>
<p>Ο Μιγκέλ θέλει να βρει την Καλουσώ. Του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Κάθε μέρα του λείπει περισσότερο. Δίνει υποσχέσεις στον εαυτό του ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι θα ψάξει να τη βρει και κάθε μέρα βρίσκει μια δικαιολογία και το αναβάλλει. Οι μέρες γίνονται αβάσταχτα βαριές. Γκρεμίζουν τις αντοχές του. Νοερά βήματα τον οδηγούν στο πεπρωμένο του…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ</strong></h5>
<p>culturepoint.gr 30/1/2023</p>
<p>Μια καμπάνα ρυθμίζει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις ζωές μας, κι ας μην κατανοούμε πάντα τον τρόπο και τη μεθοδολογία. Δεν είναι ότι ο ήχος μιας καμπάνας έρχεται να σημάνει την αρχή και το τέλος, την απόλυτη ευτυχία και την απόλυτη δυστυχία. Είναι κυρίως ότι η καμπάνα λειτουργεί καθοριστικά στο πλαίσιο του κοινωνικού γίγνεσθαι και με την στατιστική, γκαουσιανή μορφή της.</p>
<p>Αποτυπώνει τη διασπορά μιας σειράς παραγόντων, από βιολογικούς έως οικονομικούς, θέτοντας όρους και όρια στις ατομικές επιλογές και τις συλλογικές διαδικασίες.</p>
<p>Στο νέο μυθιστόρημα της Νίκης Γκίζη “Η καμπύλη της καμπάνας” από τις εκδόσεις Γκοβόστη, η καμπάνα, και στις δυο της εκδοχές, γίνεται η αφορμή για ένα διπλό ταξίδι στις πιο μύχιες, τις πιο καλά κρυμμένες εσωτερικές πλευρές των ηρώων αλλά ταυτόχρονα και σε μια ιστορική αναδρομή στα πιο σαθρά μονοπάτια της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη.</p>
<p>Ο Μιγκέλ, ένας δύστροπος, μοναχικός άνθρωπος που προτιμά να χάνεται στον ιδεατό κόσμο της τελειότητας της τέχνης και να αναζητεί εκεί την πιο ολοκληρωμένη ικανοποίηση, από το να μάχεται καθημερινά για τις εφήμερες απολαύσεις που χάνουν την αξία τους μόλις κλείσουν τον μικρό κύκλο της επιρροής τους. Η Καλουσώ, ψάχνει στα απτά “απολιθώματα” του “πολιτισμού” μας, το “σκελετό” των ανομολόγητων σφαλμάτων των ισχυρών, αυτών που “κάθονται” στην κορυφή της καμπάνας και επιβάλλουν τον δικό τους ρυθμό.</p>
<p>Το παρελθόν συναντά το παρόν και αγωνιά για το μέλλον. Από τα προϊστορικά επιτεύγματα, τους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας και το Βυζάντιο έως την κατοχική Ελλάδα και την αποiκιοκρατούμενη Αφρική, αποκαλύπτεται το μεγαλείο και τα ντροπιαστικά πεπραγμένα για τα οποία είμαστε ικανοί.</p>
<p>Χαρτογραφεί τον πόνο που μπορεί να τρέχει σαν σλάλομ στην καμπάνα της γνώσης και της άγνοιας, της αγάπης και του μίσους.</p>
<p>Η Νίκη Γκίζη καταθέτει ένα μετα-μυθιστόρημα, με πρωτότυπη μορφή, ποιητικό λόγο, ιστορική εξερεύνηση και κοινωνικό προβληματισμό. Η σύγχρονη λογοτεχνία, πριν καταντήσει τυποποιημένη αναπαραγωγή ενός κοινώς αποδεκτού μέσου όρου, που μέμφεται την τέχνη και την τεχνική που δεν μπορεί να συλλάβει, οφείλει να σταθεί με προσοχή πάνω σε τέτοιες προσπάθειες και να τους δώσει το χρόνο που χρειάζονται για να αποκτήσουν τη δυναμική που τους αρμόζει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΛΟΥΚΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>συγγραφέας, μέλος ΦΟΘ</p>
<p>Το βιβλίο «Μόρια Παμμήτωρ γη», εκδόσεις Γκοβόστη της Νίκης Γκίζη, πήρε το Α΄ Βραβείο από την Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all. Ο σκοπός του διαγωνισμού ήταν η ανάδειξη της Ιστορίας της Μόριας τα τελευταία 2500 χρόνια.<br />
Η Νίκη Γκίζη, σε ένα πόνημα γεμάτο ευαισθησία και ενσυναίσθηση καταγράφει, εξετάζει και επιχειρεί να ερμηνεύσει το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ερευνά την πραγματική, διοικητική και νομική κατάσταση στην Ελλάδα σχετικά με τις προσφυγικές ροές. Εξετάζει τους λόγους που διαμορφώνουν τον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος το προσφυγικό ζήτημα εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Σκιαγραφεί τις δομικές ανεπάρκειες που υπάρχουν στη διαχείριση του προσφυγικού στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μας προτρέπει με τον τρόπο της σε μια πιο ανθρώπινη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, αλλά και την ανάγκη συνύπαρξης και διευκόλυνσης ενός ασφαλούς διαδρόμου για όλους αυτούς τους ανθρώπους από τις χώρες προέλευσης στις χώρες προορισμού.<br />
Με τη συνεργασία εργαζόμενων από το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης, τη Frontex, διάφορες ΜΚΟ, τη EUROPOL, την OXFAM, την EASO, το ΚΕΕΛΠΝΟ, εθελοντών, τοπικών αρχών, του απλού κόσμου, προσφύγων και μεταναστών, ήρεμα χωρίς εντυπωσιακές κορώνες, η συγγραφέας επιτυγχάνει να μεταφέρει στον αναγνώστη τα διαχρονικά προβλήματα της προσφυγιάς μέσα από μια μαρτυρία συναισθημάτων και σκέψεων. Βγαίνει στον κόσμο, εκτίθεται και μαρτυρά όσα άκουσε και έζησε στο νησί.<br />
Αφού προηγήθηκε μια ενδελεχής έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική της Μυτιλήνης, ακολούθησε μια επιτόπια έρευνα στο χωριό Μόρια και συζητήσεις στα καφενεία με τους ντόπιους. Την ακολουθούμε σε ένα οδοιπορικό σε ένα νησί που απλώνεται ολόκληρη η Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και οι συμπεριφορές του ανθρώπου.<br />
Έτσι κατορθώνει στο βιβλίο της «Μόρια παμμήτωρ γη» να μας ταξιδέψει στη Μυτιλήνη, ένα νησί φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας, και το χωριό Μόρια για το οποίο ακούστηκαν δεικτικοί απαξιωτικοί προσδιορισμοί με σχόλια όπως &#8230;νεκροταφείο ψυχών &#8230; &#8230;νεκροταφείο της ανθρώπινης εξαθλίωσης, &#8230;του πόνου&#8230;, &#8230;ένα νέο Γκουαντάναμο (Guadanamo)&#8230; κλπ. Η Μόρια, είναι «ο βολικός βάρβαρος της Ευρώπης», εκεί όπου η Ευρώπη καλύπτει τις αβελτηρίες, τους φόβους, τον εγωκεντρισμό και την ασυνειδησία απέναντι στους πρόσφυγες. Για τον Ραζάν, η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του.<br />
Κανένας δεν μπορεί να ορθώσει φράγματα στη γη, να κλείσει τις πόρτες του κόσμου. Οι άνθρωποι είναι σαν το τρεχούμενο νερό &#8211; αν το εμποδίσεις σε ένα μέρος, βρίσκει άλλο δρόμο να περάσει. Έτσι λειτουργεί ο νόμος της φύσης. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει σε έναν τόπο, μετακινείται σε έναν άλλο.<br />
Το ανθρώπινο δίκαιο δεν αναγνωρίζει σύνορα.<br />
Οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν ελευθερία επιλογής για τον τόπο που θέλουν να ζήσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να ζουν ανεξέλεγκτα όπου θέλουν. Ο σεβασμός στον νέο τόπο εγκατάστασης, στα νέα ήθη, έθιμα και παραδόσεις είναι αυτονόητος. Η ευθύνη και από τις δυο<br />
πλευρές η ίδια.<br />
Μια παρέα εφήβων ο Ραζάν, η Αίσα, ο Κωνσταντίνος, η Εριφύλη, η Μυρσίνη, ο “μουτζούρης” και άλλοι, δένονται με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, έρωτα, χαρές, απογοητεύσεις και ανατροπές. Παίζουν μπάλα κάτω από το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο της Μόριας, ανακαλύπτουν τη Σαπφώ, τον Λόγγο, τον Ελύτη.<br />
Η Νίκη Γκίζη γραπώνει τους κατοίκους από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς, τους αποδίδει τη χαμένη ανθρώπινη υπόσταση τους. Η ιστορία δεν είναι πάντα ένδοξη, μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός έχει φτάσει, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, πολλές φορές στο τάνιμα. Και επειδή κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους είναι καλό να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να διεκδικούμε δικαιωματικά σεβασμό και εμπιστοσύνη.</p>
<p>Χρησιμοποιεί όπως λέει: «λάθρα», τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία της Μόριας. Παρατηρεί τον άνθρωπο που κουβαλάει στην πλάτη ασχήμιες και ξινισμένες συμπεριφορές. Εξιστορεί τα γεγονότα, όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα του άλλου. Αφήνει τις λέξεις να μας ταξιδεύουν, μας παραπέμπει σε έννοιες βαθιές, όπως ο άνθρωπος και η ιστορία του, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η αυτοδιάθεση, η δύναμη της ψυχής. Μας εξοικειώνει με τον όρο «μετανάστευση» που παραμένει ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης προόδου. Γιατί ο φόβος για τον «βάρβαρο» ζει και σήμερα, το ίδιο όπως παλιά.<br />
Μαζί με το βιβλίο ταξιδεύουμε μέσα από ξηρά και θάλασσα για να φτάσουμε στη εν δυνάμει νέα πατρίδα μέσα από εξαντλητικές κι επικίνδυνες διαδρομές.</p>
<p>Το μήνυμα που μας μεταφέρει η Νίκη Γκίζη μέσα από το βιβλίο «Μόρια παμμήτωρ γη» είναι να επανεξετάσουμε την κοσμοθεώρησή μας, το μέλλον μας ως κοινωνία. Να κατανοήσουμε ότι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το ελάχιστο δείγμα τιμής στον πρόσφυγα, σε αυτό το καινούργιο είδος ανθρώπου &#8220;που κλείνεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους εχθρούς του και στα στρατόπεδα εγκλεισμού από τους φίλους του&#8221; όπως λέει η Χάνα Άρεντ.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΙΤΤΑΚΗ</strong></h5>
<p>ΚΥΠΡΟΣ ΛΕΜΕΣΟΣ 25/5/22</p>
<p>Νίκη Γκίζη, φίλτατη φίλη<br />
Με τη συνέργεια των κοινωνικών δικτύων που κρύβουν και ευχάριστες εκπλήξεις, γνώρισα το βιβλίο σου, και μέσα από αυτό την σπάνια ποιότητα ενός ανθρώπου και συγγραφέα. Δεν πρόλαβα να το αγοράσω η ίδια, μου το χάρισε ένας αγαπημένος φίλος που γνωρίζει καλά τη διαχρονική λατρεία μου για τα βιβλία. Έγραψα τότε στο Facebook, σε ανύποπτο χρόνο, πριν καν σε γνωρίσω και πριν καν διαβάσω το βιβλίο… Η κοινοποίησή μου αποδείχθηκε εκ των υστέρων προφητική.<br />
«Βιβλία λατρεία διαχρονική !!!<br />
«Μόρια, Παμμήτωρ Γη»&#8230;Τα νεοαποκτηθέν<br />
Όσοι κρατάμε ακόμα στα χέρια μας βιβλία, φαινόμαστε σε πολλούς αλλοπρόσαλλοι, αφελείς, ρομαντικοί και στη χειρότερη περίπτωση αργόσχολοι (αυτό μου το εξέφρασε πρόσφατα ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο&#8230;γι’ αυτό και ήταν περισσότερο απογοητευτικό&#8230;<br />
Σε καιρούς που η επιγραμματική και πρόχειρη γραφή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλά κρατεί, το πόνημα ενός συγγραφέα είναι εκ προοιμίου αξιέπαινο. Πριν καν ανοίξεις το βιβλίο, θαυμάζεις και επαινείς! Η λέξη πόνημα ετυμολογικά εμπερικλείει τη λέξη πόνος. Το συγγραφικό έργο προϋποθέτει κόπο και πόνο. Niki Gkizi, είστε αξιοθαύμαστη και αξιέπαινη!<br />
Και όποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι το ταξίδεμα με ένα βιβλίο είναι μαγεία, ας συνεχίσει να αναλώνεται στην υπερέκθεση στα ανώφελα ερεθίσματα που ανελέητα μας κατακλύζουν.<br />
Ένα βιβλίο είναι μια πρόκληση- πρόσκληση για να υποβάλουμε τον εαυτό μας στο επίπονο έργο της κατάργησης της άγνοιας και της κατάκτησης της αυτογνωσίας. Ή έστω της αντιπαραβολής της δικής μας ζωής με άλλες, άλλων ανθρώπων, άλλων εποχών, άλλων δυσκολιών, άλλων πραγματικοτήτων, άλλων συναισθημάτων, άλλων σχέσεων.<br />
Στο τετ α τετ με ένα βιβλίο, συντελείται μια ιερή διαδικασία για όποιον διαθέτει τα αισθητήρια. Διαδικασία προβληματισμού, συλλογισμού, κριτικής, αυτοκριτικής, καθρεφτισμού του εαυτού μας και τοποθέτησής του στα πράγματα του κόσμου. Το μεγαλείο είναι η επανατοποθέτηση. Που είναι η αδιάσειστη μαρτυρία της αλλαγής.<br />
Ευχαριστώ και ευγνωμονώ τον αγαπημένο φίλο που μου χάρισε αυτό το βιβλίο και μου έδωσε τόση χαρά! Ευχαριστώ όλους τους φίλους που ενισχύουν την αγάπη για τα βιβλία!!! Πολύτιμες οι φιλίες που κατανοούν, επιβραβεύουν και συντηρούν την εμμονική μας φιλαναγνωσία!<br />
Τώρα πια, ευγνωμονώ και τη συγγραφέα του βιβλίου για το πολύτιμο έργο της και περιποιεί τιμή για μένα να αναφέρομαι σε αυτήν και το βιβλίο της.</p>
<p>Όντως…στο τετ α τετ με το βιβλίο Μόρια Παμμήτωρ Γη, συντελέστηκε μια ιερή διαδικασία. Προβληματισμού, συλλογισμού, αντιπαραβολής της δικής μου ζωής με άλλων ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση οι άλλοι άνθρωποι ήταν οι πρόσφυγες μετανάστες από τη μια και οι ντόπιοι κάτοικοι της Μόριας από την άλλη. Καλλιεργήθηκε η ενσυναίσθηση για τις δικές τους δυσκολίες, για άλλες πραγματικότητες. Για την κατάργηση της άγνοιας. Και της επανατοποθέτησης στα πράγματα του συγκεκριμένου κόσμου αυτού.</p>
<p>Από παιδί, βίωσα την τραγωδία του να ζω σε μια μοιρασμένη πατρίδα με αδιέξοδα σε συρματοπλέγματα που παραπέμπουν στην κατεχόμενη πατρίδα που δε γνώρισα ποτέ. Μεγάλωσα με μνήμες ανθρώπων με ραγισμένα πρόσωπα από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής. Νεκροί, αγνοούμενοι, πρόσφυγες. Μια τραγωδία που ξεθώριασε σιγά-σιγά, αλλά δε θα σβηστεί ποτέ.<br />
Ως δασκάλα, ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη πρόσωπο με πρόσωπο με τις συνέπειες και τη σκληρότητα ενός άλλου πολέμου και των μεταναστευτικών ροών που προκαλεί, όταν υποδέχθηκα κι εγώ στην τάξη μου πριν 4 χρόνια, ένα κορίτσι 8 χρόνων από τη Συρία. Τη Σοφία. Που επικοινωνούσε μόνο με τα εκφραστικά της μάτια όλα τα ανείπωτα που δεν μπορούσε να εκφράσει με τον άγνωστο γλωσσικό κώδικα της χώρας που τώρα τη φιλοξενούσε. Στα μάτια αυτού του κοριτσιού αναμετρήθηκα για πρώτη φορά με τις ενοχές μου για τη ξενοφοβία που υπόβοσκε στην ψυχή μου. Που επέτρεπα να συντηρείται από τα αρνητικά σχόλια που άκουα και διάβαζα κατά καιρούς για τα προβλήματα που δημιουργούν οι μετανάστες στις βολεμένες ζωές και συνειδήσεις μας. Η Σοφία από τη Συρία ήταν η αφύπνιση. Η μεγάλη πρόκληση για μένα. Για να αποκτήσω θέαση και άποψη αυτή τη φορά από την αντίπερα όχθη. Ως δασκάλα που έχει χρέος να προσφέρει αμερόληπτα το καλύτερο που μπορεί για όλους τους μαθητές της, αναγκάστηκα να ανακαλύψω την ιστορία της, ξεκινώντας μια πιο ενδελεχή μελέτη για την ιστορία γενικά των μεταναστών. Ήθελα να καταλάβω. Να ξεφύγω από τη βολική επιλογή της αποστασιοποίησης.<br />
Το βιβλίο «Μόρια», ήταν για μένα η πρόσκληση. Η απάντηση σε αυτή την αναζήτηση. Η συνοδοιπορία με τους ήρωες του βιβλίου, έφερε τη μεγάλη αποκάλυψη. Παρθένων συναισθημάτων που γεννήθηκαν από τη διαφορετική οπτική που προσφέρει. Απαλά και τρυφερά, αβίαστα και γλαφυρά, μέσα από τα μάτια και τις καρδιές των ηρώων, κατάφερε να ισορροπήσει μέσα μου τα πώς και τα γιατί της άγνοιας και της ξενοφοβίας. Αλλά και να επιβεβαιώσει με ένα γλυκό τρόπο την περηφάνια για έναν ελληνικό τόπο και τους ανθρώπους του που κουβαλούν τη λεβεντιά και την ανθρωπιά ως λάβαρο. Άφησε στη ψυχή μου το κατακάθι της ελπίδας. Για τη δυνατότητα συνύπαρξης με το διαφορετικό, για τη λυτρωτική δύναμη του μοιράσματος.<br />
Η ιστορία του Ραζάν, της Αΐσα και της Μαριάμ, ήταν η συνέχεια της ανείπωτης ιστορίας της μαθήτριάς μου Σοφίας. Και της ιστορίας που κουβαλά κάθε ψυχή ενός πρόσφυγα μετανάστη. Η συνέχεια της μύησής μου στην ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας των προσφύγων. Από όποιο μέρος της γης. Υπενθύμιση ότι η προσφυγιά είναι μια πληγή που δεν αφορά μόνο στη δική μου πατρίδα και το παρελθόν της.</p>
<p>Απόσπασμα από το βιβλίο, σελ. 18:<br />
«Φλεβάρης, η νύχτα είναι βουβή αλλά και φλύαρη, ξάστερη και σκοτεινή, με τσουρουφλίζει και με παγώνει. Δεν ξέρω ποιο κρύο είναι πιο δυνατό, αυτό που είναι έξω από το isobox ή αυτό που είναι μέσα στη ψυχή μου; » μονολογεί ο Ραζάν.<br />
Διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό, απάντησα αυθόρμητα, με ένταση: Ραζάν, το κρύο της ψυχής είναι το χειρότερο. Για όλους μας. Σε ευχαριστώ που με τη συμπόρευση μαζί σου μέσα στο υπέροχο αυτό βιβλίο, Παμμήτωρ Γη, έμαθα να ταυτίζομαι με τις χαρές και τις δυστυχίες ενός ανθρώπου, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίδειξη της ταυτότητάς του. Ξαφνικά στα βιώματά μου, το προσφυγικό αντίσκηνο στην Κύπρο του 1974, αντικαταστάθηκε με το isobox στο ΚΥΤ εκεί στη Μόρια. Η εξοικείωση με την κάθε ανθρώπινη ψυχή και τη διαφορετικότητά της και η αποδοχή της κοινής μοίρας στον κόσμο. Έχεις δίκαιο. (απόσπασμα από το βιβλίο σελ. 220): «Όταν έχεις έναν αγνοούμενο που δεν του έχεις δώσει το τελευταίο φιλί, η γήινη ιδιότητά του δεν μεταφέρεται στη μνήμη, δεν βοηθάει ο χρόνος την ψυχή σου να μερώσει, γιατί δεν τον έχεις κατευοδώσει στην νέα του κατοικία. Δεν είναι εύκολο να συνεχίσεις χωρίς να ξέρεις τον τόπο που βρίσκεται, δεν είναι εύκολο να λησμονήσεις τον άδικο χαμό. Σωματοποιείς το βουβό μαράζι. Γι’ αυτό ελπίζεις, περιμένεις, ψάχνεις, ακούς το μάνταλο της πόρτα να ανοίγει, ακούς βήματα, κάποιον να σε φωνάζει μέσα στη νύχτα. Έχεις πόνο που πρέπει να σβήσεις, αλλά δε σβήνει…». Συγγνώμη Ραζάν, έχασα για λίγο την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Και όταν διάβαζα αυτά τα συγκλονιστικά και συγκινητικά που περιγράφεις, για μια στιγμή δεν έκλαιγα για τους αγνοούμενους πρόσφυγες στη θάλασσα της Λέσβου μόνο, αλλά έκλαψα και για τους αγνοούμενους της πολύπαθης Κύπρου. Παρόμοιος, κοινός ο πόνος.<br />
Όταν η ψυχή ζεσταθεί από τη ζέση της ενσυναίσθησης που καλλιεργεί ένα βιβλίο για οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα, τοπικό ή παγκόσμιο, κοντινό ή μακρινό, πρόσφατο ή παλιό, τότε γίνεται πρόσφορο έδαφος για να αποκτήσει η παγκοσμιοποίηση της αγάπης έναν φορέα. Κάθε αναγνώστης και ένας φορέας για την ευαισθητοποίηση και τη θετική αλλαγή για ολόκληρο τον κόσμο. Λιθαράκι-λιθαράκι, βήμα-βήμα, λέξη-λέξη, έτσι επιτελούνται αθόρυβα και θαυματουργικά οι μεγάλες αλλαγές στις ψυχές των ανθρώπων και κατ’ επέκταση στις ζωές τους.<br />
Νίκη Γκίζη, σε ευχαριστούμε. Με το βιβλίο σου προσθέτεις στην γκάμα των καλώς πεπραγμένων για την αλλαγή για έναν καλύτερο κόσμο, ευκταίως δίκαιο και αγαθό. Φιλόξενο και παρήγορο για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Σμιλεύεις τις ψυχές των αναγνωστών και σίγουρα πέτυχες αυτό που είπε κάποτε ο Σαράντος Καργάκος για το καλό βιβλίο. Πως είναι το σκαπτικό εργαλείο της ψυχής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΟΥΚΙΑΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>ΛΕΜΕΣΟΣ ΚΥΠΡΟΣ 25/6/22</p>
<p>«Μόρια Παμμήτωρ γη», Λεμεσός</p>
<p>Το κάλεσμα για τη συγγραφή του βιβλίου “ Μόρια Παμμήτωρ γη” η Νίκη Γκίζη το δέχτηκε από την προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all. Ο διαγωνισμός αφορούσε την ανάδειξη της Ιστορίας της Λέσβου τα τελευταία 2500 χρόνια με σκοπό την αποκατάσταση της ιστορίας του. Αποτέλεσμα αυτού του διαγωνισμού ήταν το βιβλίο να πάρει το Α΄ Βραβείο από την Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.<br />
Και καθώς η γνώση είναι δύναμη, και η Λογοτεχνία είναι ένας τρόπος μνήμης μα και μάθησης που ξεφεύγει από τη στείρα μελέτη της Ιστορίας. Η Γκίζη άρπαξε την ευκαιρία και χρησιμοποιήσε το λογοτεχνικό λόγο για να μας βάλει στην καρδιά του ζητήματος. Στο βιβλίο της αναδεικνύει τη σπουδαιότητα του νησιού και αποτυπώνει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία. Με τον τρόπο της, στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα και μας βοηθά να δούμε κατάματα τον άνθρωπο που κουβαλάει αγόγγυστα στην πλάτη γεγονότα που τον πληγώνουν, ενώ ταυτόχρονα σε μορφή μυθιστορήματος αναδεικνύει την ιστορία της Ανατολίας. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει ένα συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα της ιστορίας.</p>
<p>Η Λέσβος είναι ένα νησί φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας. Όταν παρουσιάστηκε το μεταναστευτικό πρόβλημα, το χωριό Μόρια δέθηκε με το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Ένα από τα πιο προβεβλημένα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης στην Ευρώπη. Δέχτηκε απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς από τον ξένο τύπο. Αποκάλεσαν τη Μόρια, νεκροταφείο ψυχών, τόπο ανθρώπινης εξαθλίωσης, τόπο του πόνου&#8230;, ένα νέο Γκουαντάναμο κλπ. 3.500 πρόσφυγες ήταν η χωριτικότητα του Κέντρου Υποδοχής. Αντί για αυτό δέχτηκε 23.000 πρόσφυγες και μετανάστες. Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των αρχών. Όσοι απερίσκεπτα έκριναν συμπεριφορές και αντοχές των νησιωτών μέσα από φωτογραφίες στα μέσα ενημέρωσης, που έδειχναν το κορμάκι ενός μωρού πάνω στην άμμο, αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά. Δεν γνώριζαν καλά την πραγματικότητα.<br />
Η ισορροπία της συνέπειας και του λόγου χάθηκε, γιατί υπήρχε μια πολύ ειδοποιός διαφορά. Είναι τελείως διαφορετικό να κρίνεις κάποιον από μια φωτογραφία και άλλο πράγμα να ζεις την πραγματικότητα. Οι νησιώτες της Λέσβου έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, βουτούσαν στη θάλασσα, πάλευαν με τα κύματα, τραβούσαν τις μάνες, έπαιρναν αγκαλιά τα μωρά, τα έβγαζαν στη στεριά, τους έδιναν το φιλί της ζωής.<br />
Πράγματι, τα νερά του βορειανατολικού Αιγαίου δεν είναι πάντοτε το ίδιο όμορφα. Κάποιες φορές γίνονται υγροί τόποι πόνου και ταφής, σαν τις θάλασσες στις τραγωδίες του Αισχύλου. Η Μόρια, ένα χωριό στα ανατολικά της Λέσβου, στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Δημητρίου, δεν είναι μόνο ένας τόπος οικείος για τους παραθεριστές. Μετουσιώνεται σε παράθυρο με θέα την ελπίδα για ανθρώπους που δυστυχούν. Για τους ξεριζωμένους ανθρώπους, αυτή η γη του πλανήτη είναι άγνωστη. Αν-οίκεια. Και το δίπολο «οικείο-ανοίκειο» αναδιπλώνεται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, μέσα από ένα πλήθος ιλαροτραγικών καταστάσεων.</p>
<p>Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:<br />
«Στο ιστορικό μυθιστόρημα Μόρια Παμμήτωρ γη, ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού… μέχρι… ή να εμπιστευθείς;». Εδώ θα διαβάσεις όλη την παράγραφο.<br />
Και πράγματι, η Νίκη μας βοηθά να καταλήξουμε στα δικά μας συμπεράσματα που μπορεί να είναι και διαφορετικά. Μας βοηθά να δούμε κατάματα τον άνθρωπο που κουβαλάει αγόγγυστα στην πλάτη γεγονότα που τον πληγώνουν, αλλά πρέπει να ζήσει μαζί τους. Χρησιμοποιεί τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσει τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία του νησιού. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει ένα συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα αλλά με το βλέμμα της ιστορίας.</p>
<p>Η Νίκη Γκίζη έκανε μια μεγάλη έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική για την ιστορία του νησιού. Λειτουργεί όσο πιο αμερόληπτα μπορεί να γράφει μία συγγραφέας. Όχι με το δικό της βλέμμα, αλλά με το βλέμμα της ιστορίας. Μίλησε με τους νησιώτες. Μίλησε και με τους πρόσφυγες και μετανάστες. Έμεινε στο νησί, το γνώρισε, το περπάτησε. Μίλησε με τους εργαζόμενους στο ΚΥΤ (Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης), τη Frontex, με πολλές ΜΚΟ, τη EUROPOL, την OXFAM, την EASO, το ΚΕΕΛΠΝΟ. Πήρε συνεντεύξεις από εθελοντές, από τις τοπικές αρχές, τον απλό κόσμο, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.</p>
<p>Στο βιβλίο της «Μόρια Παμμήτωρ Γη» γραπώνει τους κατοίκους από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς. Αποδίδει τη χαμένη ανθρώπινη τους υπόσταση. Η ιστορία δεν είναι πάντα ένδοξη. Μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός και ο κυπριακός λαός έχουν φτάσει, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, πολλές φορές στο τάνιμα. Από το παρελθόν μέχρι σήμερα ακόμη. Κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους. Γνωρίζουμε ότι η ιστορία διαστρεβλώνεται. Η Νίκη Γκίζη υψώνει τη φωνή της μέσα από τη γραφή, εναντιώνεται στα επιπόλαια συμπεράσματα, διεκδικεί ανθρώπινα, δικαιωματικά τον σεβασμό των νησιωτών και την εμπιστοσύνη στην ιστορία και τη συμπεριφορά τους. Μας μεταφέρει σε όμοιες καταστάσεις στο πιο πρόσφατο παρελθόν και στο σήμερα, στην τραγωδία του απάνθρωπου παραλογισμού να συνεχίζεται σε ένα άγνωστο μέλλον. Ναι, μπορεί η κατάσταση να ξέφυγε, μπορεί να έγιναν λάθη, αλλά η ανθρωπιά δεν έλλειψε. Κάποιοι νησιώτες αντέδρασαν, κάποιοι άλλοι τους υποδέχτηκαν, κάποιοι απλά συμβιβάστηκαν. Για κανέναν δεν είναι εύκολο να ξεριζώνεται από το σπίτι του, την πατρίδα του ή να δέχεται άλλους ανθρώπους που δεν γνωρίζει.</p>
<p>Εμείς εδώ στην Κύπρο ζούμε εδώ και ……… χρόνια τη διχοτόμηση του νησιού μας. Πες ότι θέλεις αν θέλεις για την Κύπρο και τη διχοτόμηση, την ιστορία που μεταφέρετε στα παιδιά που δεν πρέπει να ξεχάσουν.</p>
<p>Οι ήρωες του βιβλίου, είναι άνθρωποι καθημερινοί και προσιτοί. Αποζητούν το σταθερό μέσα στο χάος. Το θέμα του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από μια παρέα εφήβων. Ο Ραζάν, η Αίσα, ο Κωνσταντίνος, η Εριφύλη, η Μυρσίνη, ο “μουτζούρης” και άλλοι ‒με τις ιδιαιτερότητες τους ο καθένας‒ πρόσωπα, άλλα αληθινά και άλλα φανταστικά για τις ανάγκες της διήγησης, δένονται με ισχυρούς δεσμούς φιλίας, γεύονται τον εφηβικό έρωτα, χαρές, απογοητεύσεις και ανατροπές στις επιλογές τους. Ανακαλύπτουν τη Σαπφώ, τον Λόγγο, τον Ελύτη και άλλους. Για τον Ραζάν η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του.<br />
Κάποιοι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν σταδιακά στην κοινωνική και οικονομική ζωή του νησιού, άλλοι έφυγαν ή επαναπατρίστηκαν. Ο ξεριζωμός ξεπερνά τα χρονικά και γεωγραφικά όρια του τόπου και του χρόνου.</p>
<p>Εδώ διάβασε την παράγραφο σελ.45 Ε!…. κυρά αρχόντισσα!&#8230; μέχρι σελ. 46 …και συνάμα δυναμικούς που τραγουδούν τη ζωή&#8221;.</p>
<p>Στο κοσμοείδωλο της παράδοσης η συγκρότηση και η διατήρηση της ταυτότητας του ανθρώπου εμπεριείχε πάντα την έννοια του αυτονοήτου. Σε αντίθεση το κοσμοείδωλο του σήμερα, το οικείο, το γνώριμο, το φίλιο, δεν εκλαμβάνεται οπωσδήποτε ως θεμελιακό στοιχείο, γιατί συνεχώς μεταβάλλεται, ανατροφοδοτείται. Ο άνθρωπος περιορίζεται σε πολιτισμικά μοτίβα, ηθικοποιεί καταστάσεις και φαινόμενα, αντιδρά στη διαφορετικότητα. Νιώθει ασφάλεια να ζει σε μια νεο-παραδοσιακή κοινωνία που του εγγυάται την πρόοδο του «εμείς». Με άλλα λόγια, η διαπολιτισμική επαφή τον κατευθύνει σε μια συνεχή μάχη, που δεν έχει ως αντίπαλο τον «άλλον», αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Το κάτοπτρο όλων εκείνων που έμαθε, ασπάστηκε, αγάπησε κάποτε. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών υπήρξαν από την εποχή που ο άνθρωπος πάτησε στα πόδια του και πάντα θα υπάρχουν. Η γη όμως αγκαλιάζει το διαφορετικό για αιώνες.</p>
<p>Στο βιβλίο Μόρια Παμμήτωρ γη ο αναγνώστης θα περιπλανηθεί από το υδραγωγείο του Αδριανού μέχρι το μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Βασιλείου σε μια ιστορική διαδρομή όλο μεταίχμια, μεταβολές, αφηγήματα και κριτικές. Η ελιά εμφανίζεται ως διαχρονικό σύμβολο που ενώνει διαφορετικούς πολιτισμούς και ανθρώπους. Η ελιά εμφανίζεται και ως σύμβολο ευμάρειας, δύναμης, προστασίας, ευστροφίας, ειρήνης, γαλήνης, ελπίδας, σωτηρίας, ευλογίας. Άπειρα «θέλω», «μπορώ» και «πρέπει» διασταυρώνονται από την Ανατολή μέχρι το Αιγαίο. Με τον ίδιο τρόπο που κάποτε η αμοιβαιότητα μεταφράζονταν σε πολύτιμους λίθους, μέταλλα, χρώματα και αρώματα.</p>
<p>Το πόνημα «Μόρια Παμμήτωρ γη», της Νίκης Γκίζη στρώνει το έδαφος της συνύπαρξης των ανθρώπων με μια αφήγηση που εστιάζει στη συνύπαρξη. Είναι γεμάτο πολυεπίπεδα σύμβολα που σαν βεντάλιες αγγίζουν ένα πλήθος λαών-φυλών που αναπτύχθηκαν σε πολιτισμικά λίκνα. Μας οδηγεί κλιμακωτά στην κατάκτηση της γνώσης, ή για να το πούμε διαφορετικά, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όσα θα θέλαμε να αποφύγουμε. Η ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής είναι το όπλο της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΑ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗ</strong></h5>
<p>ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ «ΜΟΡΙΑ ΠΑΜΜΗΤΩΡ ΓΗ» ΝΙΚΗΣ ΓΚΙΖΗ 19.12.22 ΑΘΗΝΑ</p>
<p>Ο Φραντς Κάφκα είχε πει ότι φαντάζεται τον παράδεισο σαν μία βιβλιοθήκη, οπότε αισθάνομαι σήμερα πολλή τυχερή που ξεπερνώ πολλαπλά αυτή την προϋπόθεση, καθώς είμαι σε έναν ζεστό χώρο, ανάμεσα σε βιβλία και συντροφιά με όλους εσάς που ήρθατε για να τιμήσουμε την αγαπημένη μας φίλη Νίκη Γκίζη.<br />
Μνημονεύοντας πάλι τον τσέχο συγγραφέα, είχε γράψει ότι τα βιβλία τα οποία έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Η Νίκη Γκίζη κάνει ακριβώς αυτό, μιλά για πράγματα που εθελοτυφλούμε, που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε. Η Μόρια δεν είναι μία απλή αφήγηση μιας ιστορίας προσφύγων. Η συγγραφέας, δίνοντας ενιαίο σχήμα στη γνώση και στη φαντασία, μας ξεναγεί σε έναν τόπο ευλογημένο, σε έναν τόπο καταφύγιο, μαθημένο να κανακεύει τους ξένους λαούς που πατούσαν τα χώματά του ανά τους αιώνες. Μας συστήνει τους ανθρώπους του, τις συνήθειες, τις παραδόσεις τους, αλλά και το ήθος και τις αξίες τους, στοιχεία τα οποία διαφαίνονται μέσα από την αλληλεπίδρασή τους με τους χιλιάδες πρόσφυγες που υποδέχονται, χωρίς τη θέλησή τους και τη στιγμή που η Ευρώπη τους κουνά το δάχτυλο.<br />
Στη μυθοπλασία της Νίκης Γκίζη, η επιστράτευση της οικογένειας του Ραζάν που καταφθάνει στο νησί, το παρελθόν που κουβαλά αυτή η οικογένεια Σύριων με όλο του το φορτίο, το οποίο προσκρούεται στην αδιέξοδη καθημερινότητα του ΚΥΤ και αργότερα στις δυσκολίες προσαρμογής τους στον νέο τόπο, όλα αυτά, συνιστούν μία πρόσκληση του αναγνώστη από τη συγγραφέα. Η Νίκη Γκίζη θίγει το προσφυγικό – το οποίο συνήθως προβάλλεται με χαρακτηριστικά εγκληματικής απειλής ή κινδύνου εθνικής αλλοίωσης, ως άλλο. Ως ένα ζήτημα διαρκές παρών που μας καλεί να πάρουμε θέση.<br />
Θα εστιάσω στον κεντρικό ήρωα και στην πρόθεση της Γκίζη να μιλήσει για το «όλον» μέσα από το υποκείμενο, την ιδιωτική σφαίρα του πρόσφυγα και πιο συγκεκριμένα από την οπτική ενός εφήβου. Ενός αγοριού 15 ετών που λόγω εφηβείας έχει ούτως ή άλλως να διαχειριστεί ραγδαίες βιοσωματικές αλλαγές και εξελίξεις στην ψυχοσύνθεσή του, στις νοητικές του ικανότητες, στη σεξουαλικότητά του και λόγω συνθηκών καλείται να ανταποκριθεί στη διακύβευση της ζωής του, της ταυτότητάς του, της επιβίωσής του στη νέα πατρίδα. Όλα αυτά, θα ήταν μόνο θεωρητικά εάν η συγγραφέας δεν είχε σμιλεύσει τον ήρωά της με τέτοιο τρόπο, ώστε να επικεντρωθεί στο βάθος της ψυχής του και να ανασύρει τους προβληματισμούς του μέσα από συμπεριφορές.<br />
Ο ήρωας βρίσκεται σε ένα περιβάλλον διπολικό. Η Λέσβος από αγαπημένος προορισμός του πατέρα του μετουσιώνεται στον τάφο του (καθώς είναι αγνοούμενος στα νερά της Μεσογείου όπως και χιλιάδες άλλοι ορμώμενοι εξ΄ ανατολής.) Από την άλλη, τούτο το νησί γίνεται το σκαλοπάτι για την ελπίδα, ο ενδιάμεσος σταθμός για τη Γη της Επαγγελίας, την Ευρώπη.<br />
Ο Ραζάν βρίσκεται σε ένα συνεχές καθεστώς αμφιθυμίας. Η ενοχή διαδέχεται την καθαρότητα και το αίσθημα δικαίου και αντίστροφα. Η αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης από διακρατική σε τοπική κλίμακα αντιστρέφει την ιδιότητά του από πρόσφυγα σε εισβολέα. Ο ίδιος συνδέει τη διαφυγή του με την παράνομη είσοδό του στη χώρα, με αποτέλεσμα να γίνεται διστακτικός στο ντόπιο κάλεσμα του Κωνσταντίνου. Την ίδια ώρα όμως, η ψυχή σπαρταρά να γευτεί αυτό που της αρμόζει, τον έρωτα, τη φιλία, το γέλιο, το νοιάξιμο.<br />
Ο Ραζάν είναι ένας έφηβος που δυσφορεί και αναπνέει. Η αποχώρησή του από την πατρίδα και η μη ομαλή εγκατάστασή του, παλεύοντας πια για τα βασικά αγαθά, τον κάνουν να χάσει το χώρο του επάνω στη γη, να νιώθει ότι ανήκει σε ένα χωρικό κενό, όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Η αναπόφευκτη τριβή του όμως με τα πρότυπα ζωής του τόπου, η συνειδητοποίηση από τον ίδιο ότι υπάρχουν κοινές πολιτιστικές αξίες ανάμεσα στην παλιά και νέα πατρίδα, ότι οι άνθρωποι της Μόριας πονούν και αγαπούν με τον ίδιο τρόπο με τους δικούς του στο Χαλέπι, όλα αυτά σηματοδοτούν την σταδιακή απορρόφησή του από τη νέα κοινωνία. Το πώς ξεδιπλώνεται αυτή η αλλαγή, σύμφωνα με την Γκίζη θα σας το δείξω διαβάζοντας ένα απόσπασμα. (Σελ. 105, «Την πρώτη μέρα καθόμουν στα σκαλιά και άκουγα. […] Άνοιγα το μάνταλο και έτρεχα έξω.»)<br />
Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς τον εαυτό σου ως άλλο, να μην τον κρίνεις, να νιώθεις ότι κουβαλάς εσύ στην πλάτη σου τη λύση ενός παγκόσμιου προβλήματος, να απορρίψεις ή να παντρέψεις τα πολιτισμικά σου εφόδια στην ανάγκη σου να ενταχθείς και να επιλέξεις τελικά το θεμιτό μονοπάτι για να ζήσεις. Πόσο μάλλον όταν είσαι έφηβος…<br />
Η συγγραφέας φύτεψε εύλογα διλλήματα στον ήρωά της, φώτισε τον ψυχισμό του, του έδωσε τα μάτια της αλήθειας και πόδια δυνατά να πατήσει στη γη και να στεριώσει στη Μόρια από επιλογή.<br />
Ο Ραζάν στη γραφή της Γκίζη από θύμα ξεριζωμού γίνεται φάρος στη συνείδησή μας για κάθε στιγμή που έχουμε λυγίσει σε ανούσιες δυσκολίες της καθημερινότητας.<br />
Η πένα της, λυτρωτική, στάζει ανά τακτά διαστήματα αποστάγματα ζωής, αισιοδοξίας, λειτουργεί ως φάρμακο στην ανατροφοδότηση της στυγνής πραγματικότητας.<br />
Οι άνθρωποι ενώνονται στα δύσκολα και το μεγαλείο αυτής της ένωσης πολλές φορές έγκειται στην θέληση που αντλούν οι φαινομενικά αδύναμοι.<br />
Από προσωπική εμπειρία θα μιλήσω. Λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, έχοντας έρθει σε επαφή με αυτούς τους πονεμένους ανθρώπους έστω και από την αντίθετη πλευρά, η δύναμή τους είναι αστείρευτη. Με αφορμή αν θυμάστε τα επεισόδια στον Έβρο τον Φλεβάρη του 2020 με την υποκινούμενη εισροή προσφύγων από την Τουρκία, χρησιμοποιώντας τους ως ασύμμετρη απειλή, ήθελα να αναδείξω την ομορφιά που μπορεί να κουβαλά μέσα του ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα, με ένα ποίημα.<br />
Μία σκηνή που εκτυλίσσεται στο συρματόπλεγμα του Έβρου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, ανάμεσα σε ένα στρατιώτη από τη μία πλευρά του φράχτη και σε ένα κορίτσι που κρατά στα χέρια του μία κούκλα, από την άλλη. Τόσο κοντά και τόσο μακριά… Θα κλείσω με αυτό.</p>
<p>Διπλή Ομηρία</p>
<p>Δυο ζωές κουβαλάς.<br />
Μία, βουρκωμένη στα μάτια σου<br />
στάζουν ηλιοβασιλέματα της Ανατολής.<br />
Η άλλη, ψεύτικη ασφυκτιεί στον κόρφο σου,<br />
ζαλίζεται από το τρέμουλο της αγκάλης σου σαν τη νανουρίζεις.</p>
<p>Δυο ψυχές κουβαλώ.<br />
Μια του θεριού, του Λάδωνα,<br />
που κάνει πνίχτη το ποτάμι<br />
και ναρκοπέδιο στρώνει στον δρόμο της ελπίδας.<br />
Η άλλη, του παιδιού, του τρελού,<br />
παίρνει σφυρί, τον κόσμο να σπάσει,<br />
μονοπάτια γόνιμα να φτιάξει,<br />
να παραδώσει σε αγγέλους γη δυνατή.</p>
<p>Εγώ κι εσύ απέναντι.<br />
Ένοικοι στην ίδια οριογραμμή.<br />
Είναι οι λίγες στιγμές μας βόλτα<br />
σε τόπους ήσυχους κι ανέγγιχτους από πολέμου χέρι.<br />
Γλώσσα κοινή το βλέμμα, να με καρφώνουν τα γιατί σου.<br />
Αφήνεις την στοργή σου,<br />
στο ένα μπράτσο.<br />
Φουσκώνει η τσέπη, κάτι ψάχνεις.<br />
Χωράει η παλάμη σου κλειστή στο σύρμα.<br />
Την ανοίγεις, ψωμί μου φανερώνεις και μου γνέφεις :<br />
Θες;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>υ.δ. ΑΠΘ-ΠΕ 02, ΠΕ 34</p>
<p>ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ Τ. 23 ΣΕΠΤ. 2022</p>
<p>Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε: «&#8230;ο αναγνώστης θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού&#8230;». Και πράγματι, το ανά χείρας πόνημα, γεμάτο πολυεπίπεδα σύμβολα, που<br />
σαν βεντάλιες αγγίζουν ένα πλήθος λαών-φυλών που αναπτύχθηκαν σε άλλοτε πολιτισμικά λίκνα, μας οδηγεί κλιμακωτά στην κατάκτηση της γνώσης, ή για να το πούμε διαφορετικά, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όσα θα θέλαμε να αποφύγουμε. Τα ύδατα του βορειανατολικού Αιγαίου δεν είναι<br />
πάντοτε το ίδιο όμορφα. Κάποιες φορές γίνονται υγροί τόποι πόνου και ταφής, σαν τις θάλασσες στις τραγωδίες του Αισχύλου (βλ. Αγαμέμνων). Η Μόρια, χωριό στην ανατολική της Λέσβου, στους πρόποδες του λόφου τού Αγίου Δημητρίου, τόπος οικείος για τόσους Έλληνες παραθεριστές, μετουσιώνεται σε παράθυρο με θέα την ελπίδα για άλλους τόσους &#8211; εξ Ανατολών ορμώμενους- πρόσφυγες, ήτοι σε ένα εκ των πιο προβεβλημένων κέντρων<br />
υποδοχής και ταυτοποίησης. Για αυτούς, όμως, αυτή η γη είναι άγνωστη,<br />
αν-οικεία. Και το δίπολο «οικείο-ανοικείο» αναδιπλώνεται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, μέσα από ένα πλήθος ιλαροτραγικών καταστάσεων.<br />
Οι ήρωες του βιβλίου, άνθρωποι καθημερινοί και προσιτοί, αποζητούν το σταθερό μέσα στο χάος. Άλλωστε, είναι γεγονός ότι τα σταθερά πρότυπα αναπαράγουν την έννοια της «οικειότητας»- μείζονος σημασίας εύρημα για ισχυρούς και μη. Σύμφωνα με τον μετα-μεταμοντερνιστη κοινωνιολογο<br />
Zygmunt Bauman (π.χ. “Can We Live Together, Equality and Difference. Feature Review”, New Political Economy, 6(3) (2001), pp. 427-429), στο κοσμοείδωλο της παράδοσης, η συγκρότηση και η τήρηση της ταυτότητας εμπερίεχε την έννοια του αυτονοήτου, εν αντιθέσει με το κοσμοείδωλο του<br />
σήμερα, όπου το οικείο δεν εκλαμβάνεται οπωσδήποτε ως θεμελιακό στοιχείο, εφόσον αυτό συνεχώς μεταβάλλεται, ανατροφοδοτείται, και ως εκ τούτου δεν φέρει εύκολα μια σταθερή &#8211; και- κονστρουκτιβιστή σε επίπεδο<br />
συλλογικής ταυτότητας μορφή· μια μορφή πλησίον τού «αρχετυπικού» με την εκτύλιξη των ενδο-κοινωνικών ζυμώσεων. Ο άνθρωπος φαλκιδεύεται σε αμφισημικά πολιτισμικά μοτίβα, (ανα)ηθικοποιεί καταστάσεις και φαινόμενα (συνήθως υπό την επιρροή της θρησκείας), επιζητώντας από φόβο για το<br />
πολιτισμικό αύριο τη δημιουργία μίας νεο-παραδοσιακής κοινωνίας που θα του εγγυάται διαχρονικά ένα είδος ασφαλείας και προόδου του «εμείς». Με άλλα λόγια, η επαφή με την ορμή τού διαπολιτισμικού δύναται να κατευθύνει τον άνθρωπο σε μια αέναη μάχη, που δεν έχει ως αντίπαλό τον «άλλον», καθώς αντίπαλος, του ανθρώπου εν προκειμένω, είναι ό ίδιος του εαυτός, το κάτοπτρο όλων εκείνων που έμαθε, ασπάστηκε, (ψευδο)αγάπησε κάποτε.<br />
Και τί είναι οι άνθρωποι; Αγρίμια που δεν μπορούν να ζήσουν μονιασμένοι σε μία γη, που για χρόνια το διαφορετικό αγκαλιάζει; Από το υδραγωγείο τού Αδριανού μέχρι το μεταβυζαντινό ναό τού Αγίου Βασιλείου, μια ιστορική διαδρομή όλο μεταίχμια, μεταβολές, μετα-αφηγήματα και μετα-κριτικές. Ουκ ολίγα σύμβολα ενώνουν πολιτισμούς και ανθρώπους, λ.χ. η ελιά: σύμβολο της ευμάρειας (από το δώρο της θεάς Αθηνάς και τα εφάμιλλα με τις καλύτερες χουρμαδιές ελαιόδεντρα του Κορανίου), δύναμης-προστασίας (από το ρόπαλο του Ηρακλή), ευστροφίας (από το ξύλο με το οποίο ο Οδυσσέας τύφλωσε τον Κύκλωπα Πολύφημο), ειρήνης-γαλήνης-ελπίδας (από το περιστέρι στην κιβωτό του Νώε στην Παλαιά Διαθήκη), της σωτηρίας-ευλογίας (από την πάντοτε αναμμένη με λάδι ελιάς λυχνία προς τον Αλλάχ)&#8230; Ουκ ολίγα «θέλω», «μπορώ» και «πρέπει» διασταυρώνονται πλέον απροσδόκητα, αν και κάποτε συναντιόντουσαν υπό άλλες συνθήκες, τότε που από τη Συρία μέχρι το Αιγαίο κυριαρχούσε η αμοιβαιότητα μεταφρασμένη σε πολύτιμους λίθους, μέταλλα, χρώματα και αρώματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/1/2022</p>
<p>–Κυρία Γκίζη, μιλήστε μας για το νέο βιβλίο σας, “ Μόρια Παμμήτωρ γη”.</p>
<p>Έναυσμα της συγγραφής του υπήρξε η προκήρυξη του Πανελλήνιου διαγωνισμού, εκ μέρους του Πολιτιστικού Σωματείου Culture 4all, για την ανάδειξη της Ιστορίας της Μόριας τα τελευταία 2500 χρόνια, ή είχατε υπόψη σας να ασχοληθείτε με το θέμα λόγω γενικότερης ευαισθητοποίησής σας στο ζήτημα της μετανάστευσης και τα ανθρώπινα δράματα που προκαλεί;</p>
<p>Παρεμπιπτόντως, θερμά συγχαρητήρια για το πρώτο βραβείο με το οποίο σας τίμησε η Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.</p>
<p>Η εκπαιδευτική μου ιδιότητα μου έδωσε τη δυνατότητα να διδάξω και να διδαχθώ από μαθητές 10 έως 60 χρόνων. Το κυριότερο μάθημα που πήρα από τη διαδρομή μου πλάι τους είναι ότι, οι άνθρωποι έχουν και ρόλο και άποψη αρκεί κάποιος να τους παραθέσει τα γεγονότα με ρεαλισμό και αξιοπιστία. Όταν οξύνθηκε το μεταναστευτικό πρόβλημα και άρχισα να διαβάζω τις προσβλητικές αναφορές του ξένου τύπου για το μικρό αυτό νησί, τη Μυτιλήνη, που είναι φορτωμένο με 2.500 χρόνια ιστορίας και του χωριού Μόρια, ένιωσα ότι χάθηκε η ισορροπία της γνώμης γιατί υπήρχε μια πολύ ειδοποιός διαφορά. Οι Μυτιληνιοί βουτούσαν στη θάλασσα, αγκάλιαζαν με τα μπράτσα τους ζωντανούς και πνιγμένους, τους έσερναν έξω με κίνδυνο τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι χιλιόμετρα μακριά έβγαζαν συμπεράσματα, έκριναν συμπεριφορές και αντοχές από φωτογραφίες που έβλεπαν στο διαδίκτυο.</p>
<p>Όταν είδα κατά τύχη τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό του Πολιτιστικού Σωματείου Culture4all άρπαξα σαν ναυαγός την ευκαιρία να συνομιλήσω με τους αναγνώστες με απλά λόγια, σαν παραμύθι μήπως και να ανακαλύψουμε μαζί την ιστορική αλήθεια. Η ενδελεχής έρευνα για τους πρόσφυγες σε συνδυασμό με την ιστορία της Μυτιλήνης έδωσε στο βιβλίο το Πρώτο Βραβείο από την Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.</p>
<p>–Στην αφήγησή σας έχετε ενσωματώσει πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που αφορούν τη Μόρια και ολόκληρη τη Λέσβο, πάμπολλα μυθολογικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, ψυχολογικά- σε σχέση με τους ήρωές σας -στοιχεία. Επίσης πολλά τοπιογραφικά και λαογραφικά στοιχεία, έτσι που φαίνεται σαν να έχετε περάσει ένα μέρος της ζωής σας στον τόπο. Συμβαίνει αυτό, ή είναι όλα αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας;</p>
<p>Αν και θα ήθελα να έχω περάσει περισσότερο χρόνο στο νησί, γιατί είναι πραγματικά υπέροχο, το έχω επισκεφτεί δυο φορές μόνο. Φίλους απέκτησα από την πρώτη μου ακόμα επίσκεψη σαν τουρίστρια, αλλά στην δεύτερη για την επί τόπου έρευνα του βιβλίου υπήρξαν εργαζόμενοι στη Frontex, σε ΜΚΟ, στο ΚΥΤ, πρόσφυγες, μετανάστες και κάτοικοι που μου έδωσαν πληροφορίες για το εξωτερικό και εσωτερικό δράμα των προσφύγων, των μεταναστών και των κατοίκων του νησιού. Τους χρωστώ τεράστια ευγνωμοσύνη γιατί μόνο με τη συγγραφική μου έρευνα σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική, επίπονη αλλά ταυτόχρονα και ευχάριστη διαδικασία για εμένα, δεν θα μπορούσα να αποτυπώσω τη συμβίωση ετερόκλητων ανθρώπων.</p>
<p>-Ήρωές σας είναι τα πρόσωπα μιας αστικής οικογένειας μεταναστών από το Χαλέπι της Συρίας. Πρωταγωνιστής ο δεκαπεντάχρονος γιος Ραζάν που είναι και αφηγητής του μεγαλύτερου μέρους του βιβλίου. Τι επέδρασε και δεν πραγματοποίησε τελικά τον αρχικό στόχο του να πάει στο Βερολίνο;</p>
<p>Ο Ραζάν είναι υπαρκτό πρόσωπο, όπως και άλλα πρόσωπα και ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του βιβλίου. Δεν έφυγε τελικά για το Βερολίνο −τη γη της Επαγγελίας όπως νόμιζε− γιατί συνειδητοποίησε ότι το χορτάρι του γείτονα μπορεί μας φαίνεται πιο πράσινο, αλλά δεν είναι. Η γη της Μόριας από γη μετάβασης, έγινε γη όμοια με τον τόπο του. Δεν ήταν ο έρωτας που τον κράτησε, αλλά γιατί αναγνώρισε παρόμοια χαρακτηριστικά με του τόπου του, ίδιες αγωνίες, λαχτάρες, συμπεριφορές, ανθρώπους που όμως φορούσαν διαφορετικό βραχιόλι στο χέρι.</p>
<p>Αποφάσισε να μείνει όταν ο διπλανός, που στην παρούσα περίπτωση είναι ο Μοριανός, έγινε η αιτία της χαράς του.</p>
<p>-Ποια ήταν η πρόθεσή σας για τη χρήση, στην αφήγησή σας, του μεταφυσικού στοιχείου, των ονείρων, και του μαγικού ρεαλισμού;</p>
<p>Ο κόσμος δεν μαθαίνει ιστορία από συγγράμματα, πραγματείες και ιστορικά βιβλία, μαθαίνει από ό,τι αγγίζει, οσμίζεται, ονειρεύεται, ταυτίζεται. Διαθέτουμε δυο πολύ ισχυρά στοιχεία σαν χώρα. Τη γλώσσα και τη θάλασσα. Η γλώσσα γιατί διαβάζεται γραπτά εδώ και 4.000 χρόνια και η θάλασσα γιατί σε πάει παντού. Αυτά τα δυο στοιχεία σε συνδυασμό με τον μαγικό ρεαλισμό με βοήθησαν να κατεβάσω την ιστορία από το σκονισμένο ράφι της βιβλιοθήκης και να την βάλω δίπλα στο μαξιλάρι μου. Καθώς τα ενύπνια ταΐζονται μόνο από τη φαντασία, στη μυθιστοριοποιημένη γραφή που δίνουν στα γεγονότα οι λογοτέχνες, το μεταφυσικό στοιχείο, τα όνειρα και ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχουν.</p>
<p>-Είναι ορατό ότι έχετε μια ιδιαίτερη ευαισθησία γύρω από τα συναφή κοινωνικά ζητήματα. Υπάρχει κάποια σκηνή του έργου που σας προκάλεσε δυσκολία στη γραφή της ή στο συναισθηματικό σας κομμάτι;</p>
<p>Λύγισα από πολλές σκηνές όταν βρέθηκα στο νησί. Αμφισβήτησα την αμεροληψία μου, ιδιαίτερα όταν προσπάθησα να γραπώσω από το σβέρκο, όπως τους ναυαγούς, την ανθρώπινη υπόσταση των κατοίκων, των προσφύγων και των μεταναστών για να τη φέρω στην επιφάνεια. Σκέφτηκα ότι η ιστορία δεν είναι γραμμική στην πορεία της, δεν είναι πάντα ένδοξη, μερικές φορές σκοντάφτει και πέφτει. Ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός έχει φτάσει, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, πολλές φορές στο τάνιμα. Και επειδή κάθε λίγο και λιγάκι τανιόμαστε για διάφορους λόγους πήρα θάρρος και συνέχισα γιατί είναι καλό να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να διεκδικούμε δικαιωματικά σεβασμό και εμπιστοσύνη.</p>
<p>-Τι ήταν η θάλασσα για τον Ραζάν και τη μητέρα του; Πως αντιμετώπισαν την απώλειά τους;</p>
<p>Η θάλασσα ήταν το μέσον που θα τους οδηγούσε στην ερωτική σύνδεση με τη ζωή, τη λαχτάρα του πανηγυριού, της αισιοδοξίας, τη γλυκιά τρέλα που έχασαν, τη χαρά της επανένωσης με το ανθρώπινο στοιχείο που τους στέρησε ο πόλεμος. Αντιμετώπισαν την απώλεια τους με στωικότητα και αισιοδοξία για το μέλλον μόνο όταν είδαν κατάματα την πραγματικότητα, όταν πάτησαν γερά στη γη. Μέχρι τότε ο ψυχισμός τους ήταν ελλειμματικός, επιζητούσαν το όνειρο και την ελπίδα χωρίς να βλέπουν το σύνολο, αλλά τη μονάδα του εαυτού τους.</p>
<p>–Είχαμε δει εικόνες ιδιαίτερης φροντίδας των κατοίκων του νησιού για τους ανθρώπους των πρώτων μεταναστευτικών κυμάτων. Ισχύει ακόμη αυτή η διάθεση μεγάλου μέρους των ανθρώπων για όσους μένουν στο νησί ή η συνήθεια των τραγικών γεγονότων τους έχει σκληρύνει; Υπάρχει διάθεση ουσιαστικής ενσωμάτωσης;</p>
<p>Το Κέντρο υποδοχής και Ταυτοποίησης είχε τη δυνατότητα να φιλοξενήσει 3.500 πρόσφυγες. Όσο η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη δεν υπήρχαν προβλήματα. Λιμενικό, Αστυνομία, δημόσιες υπηρεσίες, τοπικές αρχές, καταλύματα, γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, διατροφή, στέγαση, εκπαίδευση συνεργάζονταν με αρμονία και αποτελεσματικότητα. Από τη στιγμή όμως που οι βάρκες άρχισαν να ξεβράζονται στις ακτές του νησιού σωρηδόν και ανεξέλεγκτα σε τόσο μικρό διάστημα και οι πρόσφυγες ξεπέρασαν τις 20.000 ανθρώπους η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο.</p>
<p>Οι κάτοικοι πέρασαν από διάφορα στάδια. Από τη συμπαράσταση, την απλή συμπάθεια μέχρι την αγανάκτηση και την αντίδραση διαδραματίστηκαν πολλά γεγονότα που τους κλόνισαν. Αυτό το σκοπό όμως έχει το βιβλίο να αναδείξει τα καλά και τα άσχημα της ανθρώπινης υπόστασης παραθέτοντας τα γεγονότα σε μυθιστοριοποιημένη μορφή.</p>
<p>-Τι είδους έρευνα σας ελκύει να κάνετε, εννοώ στο διαδίκτυο, σε βιβλιοθήκες σε ιστορικά αρχεία ή σε εφημερίδες, ή σε όλα αν χρειαστεί, εννοώ και επιτόπια έρευνα και πόσο χρόνο είστε διατεθειμένη να ξοδέψετε προκειμένου να γράψετε ένα βιβλίο ;</p>
<p>Η έρευνα μου για να είναι έγκυρη και αξιόπιστη συμπεριλαμβάνει όλα όσα προαναφέρατε, αλλά ομολογώ ότι χωρίς την επιτόπια έρευνα, όταν αναφέρομαι σε έναν τόπο, αισθάνομαι ατελής. Ο χρόνος της έρευνας εξαρτάται από το αντικείμενο της. Στο βιβλίο της Μόριας αφιέρωσα δυο χρόνια για να ολοκληρώσω την ενδελεχή έρευνα της ιστορίας του νησιού με πολύ διάβασμα και διαμονή στη Μόρια. Αυτό που χάρηκα πάντως είναι ότι έκανα πολλές φίλες και φίλους στο νησί, ήπιαμε αρκετό κρασί και ούζο της παραγωγής τους καθώς τα λέγαμε.</p>
<p>-Ανάμεσα στους ήρωές σας υπάρχουν συγκεκριμένοι πραγματικοί άνθρωποι πάνω στους οποίους στηρίξατε τον μύθο σας;</p>
<p>Απόλυτα, επεξεργαζόμουν ακόμα τον τρόπο που θα έγραφα, μέχρι που ένα πρωί κατεβαίνοντας με τα πόδια τον δρόμο από το ΚΥΤ προς την Παναγιούδα είδα μια μικρή όμορφη κοπέλα με μαντήλα στο κεφάλι να καταβρέχει με έναν πίδακα νερού δυο μικρά καταϊδρωμένα παιδιά που χοροπηδούσαν γύρω της, προφανώς για να τα δροσίσει από τη ζέστη. Βιάστηκα να τους προλάβω και έμαθα ότι ήταν ο Ραζάν, η Αίσα και η μητέρα τους Μαριάμ που πήγαιναν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα. Η Μαριάμ μου είπε ότι δεν μπορούσε να μπει στο νερό αν δεν συνόδευε αγόρι.</p>
<p>Επειδή όμως η απόσταση ήταν μεγάλη και τα παιδιά της ζεσταίνονταν είχε ανοίξει μια τρύπα στον πάτο του μπουκαλιού και τα δρόσιζε. Η εικόνα μιας μικρομάνας που προσπαθούσε να διασκεδάσει τη σκληρή καθημερινότητα των παιδιών της με επηρέασε πολύ.</p>
<p>–Στο βιβλίο σας οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι αυτό που λέμε καλοί άνθρωποι. Υπάρχουν κάποιες ηθικές αρχές που σας ελκύουν ή το αντίθετο, προκειμένου να δημιουργήσετε έναν ήρωα;</p>
<p>Η ηθική με την έννοια της συνέπειας και της ατομικής ευθύνης έχει μεγάλη σημασία για εμένα. Για να βελτιώσουμε τη δυαδικότητα και τα δίπολα καλός-κακός, ανώτερος-κατώτερος που είναι ο κυρίαρχος τρόπος αντίληψης και θέασης των ανθρώπων του μέσου όρου αυτών που απαρτίζουν την κοινωνία πρέπει να δουλέψουμε την αγαπητική σχέση μεταξύ μας. Το άτομο γεννιέται και μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον με κανονιστικές συμπεριφορές και αξίες που του δίνει κίνητρα και στόχους να χτίσει το εγώ του. Από τη στιγμή που τα ενστερνίζεται, υιοθετεί ασυνείδητα τις ιδέες και τα κίνητρα της πραγματικότητας και αποκτά μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Όταν όμως αυτό το περιβάλλον είναι κακοποιητικό και θίγονται οι αξίες, η προσωπικότητα, η ασφάλεια, η ιδιοκτησία του τότε προχωρά σε «αντίποινα» που τον οδηγούν σε κοινωνικό αποκλεισμό. Τα «αντίποινα» άλλοτε δημιουργούν δράματα και άλλοτε ήρωες. Από αυτή την άποψη θα επιχειρούσα με ευχαρίστηση να περιγράψω έναν «αποκλεισμένο» ήρωα που γεννά «αντίποινα»</p>
<p>-Ποιες είναι οι ιστορικές περίοδοι που σας ενδιαφέρουν περισσότερα ή σε ποια κοινωνικά ζητήματα δίνετε προτεραιότητα, ώστε να αποτελέσουν τον καμβά κάποιου επόμενου βιβλίου σας;</p>
<p>Στόχος μου είναι χρησιμοποιήσω έστω και λάθρα τον λογοτεχνικό λόγο για να αποτυπώσω τον αντίκτυπο των γεγονότων της ιστορίας στην κοινωνία. Να δω τον άνθρωπο εδώ και τώρα, τον άνθρωπο που κουβαλάει στην πλάτη ασχήμιες και ξινισμένες συμπεριφορές. Να πω συνοπτικά τα γεγονότα, όχι με το δικό μου βλέμμα αλλά με το δικό του. Το λογοτεχνικό μυθιστόρημα μπορεί να γίνει πηγή γνώσης, να ερμηνεύσει ατομικές και ομαδικές συμπεριφορές της εκάστοτε εποχής.</p>
<p>Μέσα από το λογοτεχνικό λόγο μπορούμε να αναγνωρίσουμε συνθήκες ζωής, φαινόμενα, πρόσωπα, γεγονότα, θέληση, επιλογή, συναίνεση των ανθρώπων σε αξίες, αρχές και κανόνες. Αν τα αναγνωρίσουμε, θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε και το «Γιατί».</p>
<p>–Θεωρείτε τη γραφή μία ευγενή πνευματική ενασχόληση ή μία εσωτερική ανάγκη να εκφράσετε την κοσμοθεωρία σας γύρω από τη ζωή, ή ακόμη και μία τρόπον τινά “εξομολογητική” παρηγοριά;</p>
<p>Το ζητούμενο της δικής μου γραφής είναι μια περιδιάβαση σε θέματα που κινητοποιούν δημιουργικά κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, όποιο κι αν είναι το μετερίζι του, ώστε να σχηματίσει μια σφαιρική άποψη για τα πράγματα, να συνομιλήσει ευκολότερα με τον εσωτερικό εαυτό του. Δεν έχω τις οριστικές απαντήσεις για το πώς να ζει κανείς, ειδάλλως θα τις είχα εφαρμόσει πρώτα για τον εαυτό μου, ούτε με ενδιαφέρει το ιστορικό γεγονός σαν ημερομηνία και επέτειος. Νοιάζομαι για ό,τι επηρεάζει την κοινωνία, τον άνθρωπο, την καρδιά των συναισθημάτων, τις ιδέες, την πορεία, τη συμπεριφορά του. Εξομολογητικά θα σας πω ότι εγώ προσωπικά την ιστορία τη χρειάζομαι γιατί με κάνει «μικρότερη» και αυτό το θεωρώ υγεία.</p>
<p>-Μπορείτε να αναφέρετε μια εμπειρία σας μέσα από την οποία διαπιστώσατε τη δύναμη της γλώσσας;</p>
<p>Σας ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να σας μεταφέρω αυτή την εμπειρία. Μεγάλωσα σε ένα χωριό όπου ο παππούς μου ήταν δάσκαλος σε ένα μονοθέσιο σχολείο για τριανταπέντε συναπτά χρόνια. Τον θυμάμαι να λέει «Όλοι οι εργαζόμενοι δίνουν στη δουλειά τους ό,τι έχουν ο δάσκαλος δίνει στα παιδιά ό,τι ”είναι”, όπως επίσης έλεγε να μην ξεχνάτε να λέτε «Ευχαριστώ». Τα ρήματα «έχω», «είναι» και «ευχαριστώ» με τη δύναμη που έχουν, πάντα μου δημιουργούσαν μια αβεβαιότητα που καμιά φορά λογίζομαι ότι είναι και η πηγή της λογοτεχνικής γραφής μου.</p>
<p>–Πείτε μας μια πιθανά πραγματοποιήσιμη ευχή για την Ελληνική Λογοτεχνία.</p>
<p>Να παραμένει πάντα σε εγρήγορση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΚΙΡΗ</strong></h5>
<p>Vivlio-Life.gr 8/4/2022</p>
<p>Πίσω από το βιβλίο της Νίκης Γκίζη κρύβεται ένας διαγωνισμός που στάθηκε αφορμή, ωστόσο, να βρεθεί στο όμορφο νησί της Μυτιλήνης και να ζήσει από κοντά τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου Υποδοχής και Αποκατάστασης της Μόριας. Άνθρωποι που αναζήτησαν την ελπίδα ταξιδεύοντας μακριά από την πατρίδα τους βρέθηκαν στον δρόμο της και μίλησαν μαζί της. Όσα της είπαν και κατέγραψε είναι σίγουρο πως θα φανούν γνώριμα στον αναγνώστη όταν συνειδητοποιήσει τη βαθιά συγγένεια που τον συνδέει με τους ήρωες. Από τη συνομιλία μας για το Vivlio-life έντονη έμεινε στο μυαλό μου η τελευταία της πρόταση: «Σκεφτόμουν πόσο πλουσιότερος μπορεί να γίνει κάποιος όταν ανακαλύψει κοινά σημεία με τον πολιτισμό του “Άλλου” αφού έτσι τα έφερε ο καιρός και σκόνταψε η ιστορία. Το μοίρασμα σε κάνει πλουσιότερο στη ζωή. Το αγκύλωμα σε εμμονές σε κάνει φτωχότερο.»</p>
<p>Η έμπνευση πίσω από το μυθιστόρημά σας, βρίσκεται σ’ έναν Πανελλήνιο διαγωνισμό. Μιλήστε μας για τη στιγμή που μια προκήρυξη έγινε συγγραφική πρό(σ)κληση.</p>
<p>Η συγγραφή του βιβλίου «Μόρια Παμμήτωρ γη» ήταν για εμένα πρόκληση και όχι πρόσκληση. Όταν είδα τον Πανελλήνιο διαγωνισμό που προκήρυξαν το Πολιτιστικό Σωματείο «Culture4AlΙ-Πολιτισμός για Όλους» και η «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» ξεκίνησα να γράφω χωρίς δεύτερη σκέψη. Η ανάγκη του διαγωνισμού γεννήθηκε λόγω της όλο και περισσότερο διογκούμενης ταύτισης του χωριού Μόρια με απαξιωτικά σχόλια του ξένου τύπου για την εγκατάσταση, τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου Υποδοχής και Αποκατάστασης (Hot Spot)) στην περιοχή της Μόριας, τις συνθήκες διαβίωσης, της συμπεριφοράς των κατοίκων, των αρχών της Μυτιλήνης και των προσφύγων. Οι διοργανωτές θεώρησαν ότι ένα λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να αποδώσει απλά και κατανοητά την ανθρώπινη διάσταση αυτής της δύσκολης στιγμής του τόπου και των ανθρώπων μια και ο όγκος, η συχνότητα και η ελλιπής γνώση έκαναν τη συναισθηματική φόρτιση δυσβάσταχτη για τους Μοριανούς να τη διαχειριστούν. Κάθε δυσκολία στη ζωή μας είναι μια επανασύνδεση με την πραγματικότητα και τότε οι άνθρωποι έχουμε μια λαμπρή ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τα πιστεύω και τις αξίες μας, να επανεξετάσουμε τί πρέπει να κρατήσουμε και τί πρέπει να προσπεράσουμε, πού κάναμε λάθος και πού όχι. Ένας πόλεμος, μια λάθος συμπεριφορά, μια αδικία, μια αλήθεια, ένα ψέμα, είναι ευκαιρίες για να θυμηθούμε για τί πράγμα παλεύουμε στη ζωή. Ξεχνιέται ο άνθρωπος καμιά φορά στην καθημερινότητα και πρέπει να σταματήσει, να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη, να τον αξιολογήσει για να μπορέσει να συνεχίσει, να πάει παραπέρα. Έτσι εγώ πήρα το ερέθισμα του νου και της καρδιάς και το βιβλίο πήρε το Α΄ Βραβείο.</p>
<p>Με ποια συναισθήματα είπατε “ναι” σ’ αυτό το κάλεσμα και ποια ήταν τα συναισθήματά σας καθώς τοποθετούσατε τους ήρωές σας στις σελίδες σας;</p>
<p>Ήρθα στη θέση αυτών των ανθρώπων της Μυτιλήνης και της Μόριας και αναρωτήθηκα τί έπρεπε να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι όταν διάβαζαν τα υβριστικά σχόλια στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το νησί τους. Να υποκριθούν ότι δεν ξέρουν τίποτα; Να αποκηρύξουν τον τόπο τους; Να τον αρνηθούν; Να σιωπήσουν από ντροπή; Να βουβαθούν; Να κάνουν τί; Και μέχρι πότε; Έζησα στιγμές τραγικές και μαγικές δίπλα στους ντόπιους, στους πρόσφυγες και μετανάστες όταν μου διηγούνταν το χρονικό της ζωή τους. Είναι μια εμπειρία και ανάμνηση πολύτιμη και παντοτινή για εμένα αυτή η συμβίωσή μου με όλους. Τους χρωστώ ευγνωμοσύνη γιατί με καλοδέχτηκαν, συνεργάστηκαν, άνοιξαν την καρδιά τους, μου έδειξαν εμπιστοσύνη, μου εκμυστηρεύτηκαν δυσκολίες και μυστικά της ζωής τους που ούτε τα φανταζόμουν.</p>
<p>Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, τους βασικούς πρωταγωνιστές του μυθιστορήματός σας. Τον Ραζάν, την Αίσα και τη Μαριάμ. Είναι αληθινά πρόσωπα που εντάξατε στην ιστορία σας;</p>
<p>Ο Ραζάν, η Αίσα και η Μαριάμ είναι όντως υπαρκτά πρόσωπα. Τους συνάντησα ένα πρωί περίπου στις δέκα όταν έφευγα από το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης και κατέβαινα με τα πόδια προς το παραθαλάσσιο χωριό, την Παναγιούδα. Μπροστά μου προχωρούσε μια μικροκαμωμένη κοπέλα με μαντήλα στο κεφάλι και δυο παιδιά. Έμεινα σε απόσταση και τους παρατηρούσα. Τα παιδιά δυσανασχετούσαν με τη ζέστη, λύγιζαν τα κορμιά τους, σπρώχνονταν, κοντοστέκονταν κάτω από τα φυλλώματα των ελιών στην άκρη του δρόμου. Κάποια στιγμή η γυναίκα σήκωσε ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι με νερό και με τον πάτο του μπουκαλιού άρχισε να καταβρέχει με πίδακα νερού τα δυο μικρά καταϊδρωμένα παιδιά προφανώς για να τα δροσίσει από τη ζέστη. Όπως όλα τα παιδιά από τη δυσφορία πέρασαν αυτόματα στη χαρά, άρχισαν να γελούν, να κυνηγιόνται, να χοροπηδούν. Βιάστηκα να τους προλάβω και έμαθα ότι ήταν ο Ραζάν, η Αίσα και η μητέρα τους Μαριάμ που πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα. Η Μαριάμ δεν επιτρέπονταν να μπει στο νερό αν δεν συνόδευε αγόρι, αλλά το κυριότερο που μου είπε ήταν ότι όταν έμπαινε στη θάλασσα αισθάνονταν το χάδι του άντρα της. Επειδή όμως η ζέστη και η απόσταση ήταν μεγάλη και τα παιδιά της γκρίνιαζαν είχε ανοίξει μια τρύπα στον πάτο του μπουκαλιού για να τα δροσίζει στη διαδρομή. Η εικόνα αυτής της μικρομάνας που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μάνα στον πλανήτη που ομορφαίνει τον κόσμο των παιδιών της, οποιασδήποτε γυναίκας που αναζητά το χάδι του αγαπημένου της με επηρέασε πολύ.</p>
<p>Ποιες από τις συνήθειές τους έφεραν από την πατρίδα τους οι ήρωές σας, τις οποίες δεν είχαν πρόθεση να αλλάξουν;</p>
<p>Όλα όσα έφεραν οι ήρωες του βιβλίου από την πατρίδα τους θα φανούν στον αναγνώστη του βιβλίου γνώριμα όταν συνειδητοποιήσει τη βαθιά συγγένεια που τον συνδέει με τους ήρωες. Οι συνήθειες, οι συνταγές, οι νοοτροπίες, οι εικόνες είναι κοινοί παρανομαστές του ανθρώπου όμως εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο. Δεν έχει σημασία αν οι Σύροι βάζουν κάρδαμο στην τυρόπιττα και οι Έλληνες όχι. Όταν η βόμβα γκρεμίζει τη σκεπή της εκκλησίας δεν έχει σημασία αν μέσα διαμελίστηκαν Έλληνες, Σύροι ή οι χωρικοί της Γκέρνικα. Όταν ο ορθόδοξος ανάβει το κερί δεν έχει σημασία που ο καθολικός ανάβει το ρεσώ. Και οι δυο στον ένα Θεό προσεύχονται. Για να αλλάξει κάποιος τις συνήθειες του πρέπει να τις πλάσει σαν ζυμάρι, να γίνουν μαλακές, να τους δώσει άλλο σχήμα. Δεν είναι εύκολο. Γι αυτό άλλωστε κάποιοι ήρωες έμειναν στη Λέσβο και άλλοι όχι. Η Αΐσα για παράδειγμα που κράτησε σκληρές και άκαμπτες τις συνήθειές της δεν άντεξε να μείνει στη Μόρια γιατί η προσαρμογή της είχε μια χρονοκαθυστέρηση που τη γέμιζε άγχος. Αντίθετα ο Ραζάν κατάφερε να ξεφύγει από τις μνήμες της πατρίδας του, τις έκανε εύπλαστες, τις δούλεψε και συνειδητοποίησε ότι το μήνυμα ήταν το κάλεσμα της ζωής και όχι ο τόπος.</p>
<p>Εριφύλη. Μαζί με τον αδερφό της Κωνσταντίνο είναι οι δυο Έλληνες που θα συναντήσουμε στην πλοκή. Μιλήστε μας γι αυτούς τους δυο χαρακτήρες.</p>
<p>Είναι δυο συνηθισμένα νησιωτάκια που ήρθαν αντιμέτωπα με καθολικές αλήθειες και το αίσθημα ευθύνης από μικρή ηλικία. Ότι μέχρι χθες τους φαίνονταν αδιανόητο σήμερα είναι λογικό αφού πρέπει αναγκαστικά να συμβιώσουν με Σύρους, Ιρακινούς, Αφγανούς, κ. ά. Στο πρόσωπό τους αντανακλούν οι προβληματισμοί, η δυσφορία, ο κλονισμός, η διαμαρτυρία, η άρνηση, η αποδοχή, η συμπαράσταση, το παράπονο όλων των Μυτιληνιών. Γεύτηκαν αντιφατικά συναισθήματα συμπόνιας και αποστροφής και τα γεύονται ακόμα μέχρι και σήμερα. Φανταστείτε να έχεις στα πόδια σου ένα παιδάκι μια γυναίκα, έναν άντρα με ένα μωρό στην αγκαλιά να βουλιάζουν στη θάλασσα και εσύ να τον ρωτάς γιατί ήρθες ή να μένεις αμέτοχος. Φανταστείτε όμως και να έχεις πέντε ελιές τριακοσίων χρόνων κληρονομιά του παππού του παππού σου, μοναδικό εισόδημα να σπουδάσεις τα παιδιά σου και να τις βρίσκεις κάρβουνα δίπλα στις σκηνές. Ένας χαλασμός άλλαξε τον ειρηνικό και ασφαλή κόσμο του νησιού, αυτόν που τους υποσχέθηκαν οι γονείς τους και έγινε μερικώς ανύπαρκτος. Η αντανάκλαση της προσφυγιάς όμως ήταν εκεί και θα τους κυνηγούσε σε όλη τους τη ζωή και αυτοί έπρεπε να πορευτούν με τη συνείδηση τους. Γι’ αυτό και το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο αναγνώστης είναι «Τελικά, τί είναι πιο δύσκολο, να μισήσεις ή να εμπιστευθείς;»</p>
<p>Έρωτας. Δεν κοιτά χρώμα, θρησκεία, ηλικία. Είναι ένα κεφάλαιο σημαντικό στην ιστορία σας. Πόσο μπορεί να κάνει αυτό το υπέροχο συναίσθημα μια ταλαιπωρημένη ψυχή να ελπίζει σε μια καλύτερη ζωή;</p>
<p>Ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι λάθους και μάθους, πάθους και μίσους, διαφορών και ομοιοτήτων. Είναι μια γλυκιά πρό(σ)κληση της ζωής να μάθεις τα όριά σου, να ψάξεις τη σκέψη του άλλου, να εκνευριστείς, να συγχωρήσεις, να συνταιριάξεις, να διαφωνήσεις με κάποιον που δεν είναι η αδερφή, η μάνα, ο πατέρας, ο θείος σου. Είναι κάποιος άγνωστος και εσύ ίσως ταλαιπωρημένος -πάντως άοπλος- μπροστά του πρέπει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, να ισοπεδώσεις το χρόνο, να χτίσεις γέφυρες για να φτιάξεις ένα ερωτικό καταφύγιο που να έχει φτερά, να κοιτάζει ψηλά αλλά να πατάει γερά στη γη.</p>
<p>Έχετε πει πως σκοπός σας είναι να εξιστορήσετε τα γεγονότα, όχι με το δικό σας βλέμμα αλλά με το βλέμμα των ηρώων σας. Τι θα βρούμε ψάχνοντας βαθιά μέσα στο βλέμμα τους;</p>
<p>Στο βιβλίο δεν έχω άποψη, ούτε νουθετώ κανέναν, απλά περιγράφω. Ο σκοπός είναι ο αναγνώστης να δει στο βλέμμα των ηρώων τη μεγάλη εικόνα, το κάλεσμα της ζωής ώστε να νιώσει μικρότερος. Δεν είναι κακό νομίζω. Ίσα ίσα που ο άνθρωπος το χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε στις μέρες μας, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά και να πιστέψει ότι ανήκει στον «Κόσμο των Λίγων» και έχει το αλάνθαστο. Δεν είναι εύκολο. Γι αυτό άλλωστε κάποιοι από τους ήρωες άλλαξαν στην πορεία και άλλοι όχι. Η Αΐσα για παράδειγμα δεν άντεξε να μείνει στη Μόρια γιατί η προσαρμογή της στη Μόρια είχε μια χρονοκαθυστέρηση που τη γέμισε άγχος, οι μνήμες της παρέμενα σκληρές και άκαμπτες, πράγμα που την εμπόδισε να προσαρμοστεί στη ζωή του χωριού. Αντίθετα ο Ραζάν κατάφερε να κάνει τις μνήμες της πατρίδας του εύπλαστες, τις δούλεψε και συνειδητοποίησε ότι το μήνυμα της ζωής ήταν το κάλεσμα και όχι ο τόπος. Ο αναγνώστης του βιβλίου θα πλάσει το δικό του ζυμάρι για να βρει το δικό του κάλεσμα της ζωής, όποιο κι αν είναι αυτό.</p>
<p>Ποια ήταν η σχέση σας με το όμορφο Ελληνικό νησί πριν ασχοληθείτε μαζί του, κατά τη διάρκεια της συγγραφής και σήμερα που η «Μόρια Παμμήτωρ γη» βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία;</p>
<p>Η πρώτη μου επίσκεψη, σαν τουρίστρια, ήταν μια όμορφη ανάμνηση από νόστιμες ελιές, όμορφα αρχοντικά, κουφάρια διαφορετικών πολιτισμών άλλα ανακαινισμένα, άλλα ρημαγμένα, πεζοπορία, ακτές, υπέροχους κολοκυθοανθούς, γκιουζελμέδες, ούζο και καλή παρεούλα με τους Μυτιληνιούς.<br />
Στη δεύτερη επίσκεψη αφού πήρα άδεια από τις αρχές για τις ανάγκες της συγγραφής, με εντυπωσίασε το καλωσόρισμα, η προθυμία να μου δώσουν κάθε πληροφορία οι εργαζόμενοι στο Κέντρο, οι λιμενοφύλακες, οι διασώστες, οι ξένοι ανταποκριτές, οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, η πολιτοφυλακή, οι αρχές του νησιού, οι εθελοντές ντόπιοι και ξένοι που άφησαν τις οικογένειες και τις δουλειές τους και ήρθαν στη Λέσβο για να βοηθήσουν.<br />
Σήμερα που το βιβλίο βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία αισθάνομαι σαν να έχω καταθέσει την ψυχή μου σε δημόσια θέα είναι η αλήθεια. Η εμπιστοσύνη όμως που του δείχνουν οι αναγνώστες ενισχύει την πίστη μου ότι άξιζε αυτό το μοίρασμα μαζί τους και μου δίνει δύναμη για τη συγγραφή της επόμενης δουλειάς μου.</p>
<p>«Στο μυθιστόρημά σας ο αναγνώστης «θα αφήσει την καρδιά του να ανακαλύψει την αλήθεια και το ψέμα του καιρού», γράφετε. Αναλύστε αυτήν την πρόταση.</p>
<p>Ήταν από εκείνες τις φορές που αλήθειες και ψέματα έκαναν τα μάτια μου να τρέχουν δάκρυα. Σκεφτόμουν πόσο πλουσιότερος μπορεί να γίνει κάποιος όταν ανακαλύψει κοινά σημεία με τον πολιτισμό του “Άλλου” αφού έτσι τα έφερε ο καιρός και σκόνταψε η ιστορία. Το μοίρασμα σε κάνει πλουσιότερο στη ζωή. Το αγκύλωμα σε εμμονές σε κάνει φτωχότερο. Το ομόγλωσσο, το ομοαίματον και το ομόθρησκον είναι καλό που ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά έχει νόημα σε μια κοινωνία, όπως η σημερινή, που τα σύνορα αλλάζουν ανά πάσα στιγμή, να περιχαρακωνόμαστε πίσω από αγκαθωτά σύρματα και υψωμένους φράχτες;</p>
<p>Η έρευνά σας για τη Μυτιλήνη και τη Μόρια ήταν ενδελεχής όπως λέτε. Από πού ξεκίνησε αυτό το ταξίδι αναζήτησης και πού αλλά και πώς το ολοκληρώσατε;</p>
<p>Το ταξίδι ξεκίνησε με προσωπική μελέτη έργων του Ελύτη, του Βενέζη, του Λόγγου, της Σαπφούς, του Θεόφιλου, συνεχίστηκε με έρευνα σε αρχαιολογικά τεκμήρια, ιστορικά δεδομένα, συγγράμματα και διατριβές που αναφέρονται στο ιστορικό, πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, έρευνα στη λογοτεχνία, τη φιλολογική παράδοση, τη λαογραφία και όχι μόνο. Ολοκληρώθηκε με την επιτόπια έρευνα και με πολλές επισκέψεις από τα ξημερώματα στον καταυλισμό, γιατί εκείνη την ώρα ήταν βολικό να μου μιλήσουν οι εργαζόμενοι και τέλος στη Μόρια με συζητήσεις στα καφενεία, επισκέψεις σε σπίτια και στις εκκλησίες και περπάτημα στη εξοχή για να ακούσω τους ήχους της γης και τη μυρωδιά της θάλασσας.</p>
<p>2.500 χρόνια ιστορίας μετράει η Λέσβος. Ποια ήταν τα πιο σημαντικά γεγονότα που συμπεριλάβατε στο βιβλίο σας;</p>
<p>Όλη η ιστορία του νησιού είναι σημαντική. Η ιστορία της Λέσβου είναι τόσο βαριά και μεγάλη που δεν μπορώ να πω ότι ένα ιστορικό γεγονός είναι πιο σημαντικό από το άλλο. Ξεκινάει από την αρχαιότητα τότε που η Μεσόγειος ήταν ξηρά και η μετακίνηση από τη Λέσβο στην Ανατολία γίνονταν με τα πόδια. Συνεχίζει με τους Σαρακηνούς καταπατητές, Ρωμαίους, Βενετούς, Καταλανούς πειρατές, Γενοβέζους, Βυζαντινούς, Οθωμανούς και Έλληνες. Αλλά ποιός απ’ όλους μας θυμάται ότι ο Χαϊρεντίν πασάς ο γνωστός Μπαρμπαρόσα, που σημαίνει κοκκινογένης, αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς της σημερινής Αλγερίας είχε γεννηθεί στον Παλαιόκηπο Γέρας της Λέσβου. Ή ότι όταν ο Μωάμεθ έφτασε κάτω από τα τείχη της Μυτιλήνης με ισχυρό στόλο και πολυάριθμο στρατό για αποβίβαση έστειλε τελεσίγραφο στον διοικητή Νικολό Γκαττιλούζιο Β’ να παραδώσει το νησί, εκείνος το απέρριψε και ο κανονιοβολισμός της Λέσβου διήρκησε εικοσιεπτά ολόκληρες ημέρες. Ή ότι ο Αυτοκράτορας Αδριανός, είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχτισε το Υδραγωγείο της Μόριας, το μοναδικό όρθιο μνημείο της ρωμαϊκής περιόδου που έχουμε από τον 2ο αιώνα μ.Χ., για να μεταφέρει 127.000 κυβικά μέτρα νερού από τον Όλυμπο στη Μυτιλήνη.<br />
Ίσως κυριότερο ιστορικό γεγονός θεωρώ ότι πολλοί ξεριζωμένοι Έλληνες βρήκαν καταφύγιο σε πόλεις της Συρίας, στη Δαμασκό, τη Χομς και το Χαλέπι με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, τη Μικρασιατική καταστροφή και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πανικόβλητοι, στην προσπάθεια τους να σωθούν, μόνοι ή με τις οικογένειες τους, έδεναν βαρέλια με σχοινιά, τα έκαναν πλεούμενα, θαλασσοδέρνονταν με τα κύματα, τους ανέμους έπεφταν στη θάλασσα της Λέσβου και ξεβράζονταν στις απέναντι όχθες της Ανατολής.</p>
<p>«…θα γευτεί τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις, θα θυμηθεί όλες εκείνες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση» γράφετε για το νησί μας. Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις “διακρίσεις” και “δικαίωση”;</p>
<p>Η -λόγω και έργω- κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου. Ο σεβασμός στον άνθρωπο. Είτε είναι μελαμψός, λευκός, κίτρινος στην επιδερμίδα, θέλει να προσεύχεται στο Εγώ ή στο μη–Εγώ, στην Ύπαρξη ή στη μη–Ύπαρξη ενός προσώπου, ενός Θεού, γονατισμένος, όρθιος, με τα μάτια στο ουρανό, στη γη, στο τοτέμ, με λιτανεία, χωρίς λιτανεία, μιλάει αλαμπουρνέζικα ή ελληνικά. Είναι προσωπική υπόθεση πώς χτίζει ο καθένας μέσα του τις λέξεις “διάκριση” και “δικαίωση”, αλλά είναι σίγουρο ότι συνιστούν το βασικό θεμέλιο της δημοκρατίας. Ο κόσμος έχει γίνει ένα χωριό, δεν έχουμε περιθώρια λοιδορίας, ρατσισμού, ύβρεως ή διαφορετικότητας. Η δικαίωση έρχεται μόνο όταν αναγνωρίσουμε ότι η αλήθεια η δική μας είναι ίδια με την “άλλη” αλήθεια του άλλου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>PHILENEWS 2/3/2022</p>
<p>Για το ιστορικό μυθιστόρημα βιβλίο «Μόρια, Παμμήτωρ γη» η Νίκη Γκίζη έλαβε το Α’ Βραβείο σε πανελλήνιο διαγωνισμό που διοργάνωσαν το Πολιτιστικό Σωματείο Culture 4All και η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Μέσα από γεγονότα άλλοτε αστεία κι άλλοτε δραματικά, το βιβλίο ταξιδεύει τον αναγνώστη στα 2500 χρόνια ιστορίας της Λέσβου, για να γνωρίσει τη δημιουργία και τον πολιτισμό, να θυμηθεί όλες τις στιγμές που λοιδορήθηκε και πάσχισε να βρει δικαίωση.</p>
<p>– Τι έστρεψε το ενδιαφέρον σας στο συγκεκριμένο θέμα;</p>
<p>Η ενασχόλησή μου με την ιστορία και την κοινωνιολογία για πολλά χρόνια και το ενδιαφέρον για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, ασύνειδα μ’ έστρεψε στη Λέσβο, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Με τις τελευταίες ταχύτατες εξελίξεις της εισροής τόσων ανθρώπων στον ελληνικό χώρο και ιδιαίτερα στα ακριτικά νησιά, το ζήτημα έγινε νέο πεδίο αντιπαράθεσης ενός μανιχαϊστικού διπόλου: «εμείς» κι οι «άλλοι». Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να βάζουμε εύκολα θετικό και αρνητικό πρόσημο για τις αντιλήψεις. Συνήθως αυτό που μας ξενίζει, όταν κάποιος απρόσκλητος εισβάλλει στη χώρα, είναι ο φόβος της διαφορετικότητας, της εθνικής απειλής, του ξεβολέματος. Αυτόματα, ο «Άλλος» γίνεται μαύρο πρόβατο γιατί ταυτίζεται με τον εισβολέα που θα μας επιβάλλει τις «κακές συνέπειες» της πολυπολιτισμικότητας.</p>
<p>– Τι επιδιώκει να προσφέρει το βιβλίο πάνω στη συζήτηση για το μεταναστευτικό;</p>
<p>Την αποτύπωση του φαινομένου στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς μισαλλόδοξες και ξενοφοβικές κραυγές. Είναι μια προσπάθεια ν’ αναδείξει απλά, σαν παραμύθι, την ανθρώπινη διάσταση των προσφύγων και των κατοίκων που μιλάνε ανθρώπινα. Αφού λοιπόν μιλάμε όλοι ανθρώπινα, μπορούμε να καθίσουμε γύρω από ένα τραπέζι και με τη συζήτηση να βρούμε τη λύση στην πίεση του μεταναστευτικού ζητήματος. Καλοπροαίρετα, συντονισμένα, με λογική, μακριά από ακραίες ξενοφοβικές κραυγές, αφορισμούς και ιδεοληψίες.</p>
<p>– Τι σας τρομάζει περισσότερο σε σχέση με όσα συμβαίνουν σήμερα στη Μόρια;</p>
<p>Το μόνο που με τρομάζει είναι η αδιαφορία, η έλλειψη ενσυναίσθησης, ο αποκλεισμός, η σκληράδα του ανθρώπου που γεννιέται μαλακός σαν ζυμάρι και μέχρι να πεθάνει γίνεται άκαμπτος, σκληρός σαν πέτρα.</p>
<p>– Μπορεί ν’ αλλάξει η επικρατούσα εικόνα για περιοχές υποδοχής, όπως η Λέσβος;</p>
<p>Μπορεί κάλλιστα, όταν υπάρχει η σωστή πληροφόρηση. Η Μυτιλήνη είναι ένα νησί που κουβαλά πάνω του 2500 χρόνια ιστορίας. Η έρευνά μου σε ιστορικά, λαογραφικά, τοπιογραφικά, μουσειακά στοιχεία, σε διατριβές, συγγράμματα, μύθους, παραμύθια, ποίηση, ζωγραφική, σε συνδυασμό με τη βοήθεια των εργαζομένων στο ΚΥΤ, στη Frontex, σε ΜΚΟ, στη EUROPOL, στην OXFAM, στην EASO, στο ΚΕΕΛΠΝΟ, καθώς επίσης οι εθελοντές, οι τοπικές αρχές, ο απλός κόσμος, οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες με βοήθησαν ν’ αναδείξω τον πολιτισμό, την κοινωνία, τα αρχαιολογικά τεκμήρια, τη φιλολογική παράδοση, τη λαογραφία, τα ήθη, τα έθιμα, τον Θεόφιλο, τον Ελύτη, τη Σαπφώ κι όχι μόνο, μέσα από τη λογοτεχνία.</p>
<p>– Ποιες σκέψεις σας προκαλεί η ταύτιση της Μόριας με την έννοια του κολαστηρίου;</p>
<p>Ένα χωριό που δάνεισε το όνομα του στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης και οι Μοριανοί είναι άδικο να λοιδορούνται με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς στα ξένα μέσα ενημέρωσης. Όταν διάβασα τέτοια σχόλια στον ευρωπαϊκό τύπο θεώρησα χρέος μου να μιλήσω. Κι ο καλύτερος τρόπος να ακουστεί η ιστορία του μεταναστευτικού προβλήματος καθαρά, σταθερά και με σαφήνεια, ήταν μέσα από τη μυθιστοριοποιημένη αφήγηση λεπτών προσωπικών καταστάσεων των ηρώων, που όσο κι αν αρχικά φαντάζουν ατομικές, τελικά επηρεάζουν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.</p>
<p>– Είναι η έκφραση συμπόνιας βασικός στόχος της λογοτεχνίας;</p>
<p>Σ’ ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που αναπαριστά μια πιστή ανάπλαση του εξωτερικού κόσμου, σε συγκεκριμένη εποχή, η έκφραση συμπόνιας δεν είναι μια μονοσήμαντη λεκτική κατασκευή. Αποτυπώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαλύπτει την ιδεολογία, τις πρακτικές, την κοινωνική αλληλεγγύη μιας κοινωνίας. Σε μια εποχή άνυδρου ορθολογισμού και αμφισβήτησης βασικών αξιών της ζωής μας, σκοπό έχει να κάνει τον αναγνώστη ν’ αποφύγει την εμμονική αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων με στόχο την διαμόρφωση κοινωνικών στάσεων, ή ακόμα και να βγει από τον βάλτο. Να του κινητοποιήσει τα ανθρώπινα ένστικτα μέσα από τη μνήμη, τη γνώση του συλλογικού εαυτού για ένα καλύτερο μέλλον.</p>
<p>– Ποια πτυχή της αφήγησης σας δυσκόλεψε περισσότερο τεχνικά και συναισθηματικά;</p>
<p>Δυο φορές επισκέφτηκα τη Μυτιλήνη. Η πρώτη ήταν ταξίδι εξερεύνησης, τη δεύτερη λύγισα. Λύγισα γιατί ο Μοριανός που σήκωσε φράχτες γύρω από το σπίτι του είχε πλέον όνομα και πρόσωπο, είχαμε πιει κρασί και ούζο μαζί. Τον έλεγαν Γιώργο, Νίκο, Εριφύλη. Δεν ήταν κάποιος απρόσωπος «δικός μου» που θα έκρινα τη συμπεριφορά, την υπομονή, τις αντοχές και τα νόμιμα δικαιώματά του. Το ίδιο ένιωσα όμως και με τους πρόσφυγες. Πέρασα κοντά είκοσι μέρες μαζί τους μέσα κι έξω από τον καταυλισμό. Δεν ήταν ο λαθραίος «ξένος» που έκαψε τις ελιές, έκλεψε τις κότες, τα κατσίκια, τα μαρούλια. Ήταν ο Ραζάν με το χαριτωμένο τσουλούφι στο πλάι που συνόδευε τη μαμά του στη θάλασσα αν και δεν του άρεσε το μπάνιο. Η Αΐσα που ονειρευόταν να πετάξει με αεροπλάνο να συναντήσει τον μπαμπά της στον ουρανό. Ο Μουράτ, που κάθε βράδυ ένας ηλικιωμένος τον περίμενε στο πολυτελέστατο αυτοκίνητο έξω από τον καταυλισμό κι εκείνος έτρεχε να τον βρει γιατί θα γυρνούσε τα ξημερώματα με δέκα ευρώ στην τσέπη. Είχε πέντε αδέρφια και μια μάνα στη σκηνή και το Βερολίνο είναι πολύ μακριά.</p>
<p>– Τι απασχολεί κυρίως τη σκέψη σας και επιδιώκετε να το περάσετε μέσα από τη συγγραφή;</p>
<p>Αυτό που με απασχολεί είναι η μεγάλη εικόνα που κάνει τον άνθρωπο μικρό. Αυτό είναι υγεία, τουλάχιστον για εμένα. Λειτουργώ σαν συνωμότης. Χρησιμοποιώ λαθραία τον λογοτεχνικό λόγο. Ξεκλειδώνω τη διαδικασία της συνδιαλλαγής του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%ce%ba%ce%b9%ce%b6%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 04 Nov 2022 21:28:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18536</guid>

					<description><![CDATA[Η Εύα Στάμου είναι πεζογράφος και Δρ. ψυχολογίας· κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, δανικά, ιταλικά, λιθουανικά. Αρθρογραφεί στην Athens Voice, το fractal, τη Book Press, και την Athens Review of Books. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ Η επίσκεψη (εκδ. Αρμός 2022) Τα κορίτσια που γελούν (εκδ. Αρμός 2018) Μεσημβρινές συνευρέσεις (εκδ. Μελάνι 2009 υποψήφιο Βραβείου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Εύα Στάμου είναι πεζογράφος και Δρ. ψυχολογίας· κείμενά της έχουν<br />
μεταφραστεί στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, δανικά, ιταλικά, λιθουανικά.<br />
Αρθρογραφεί στην Athens Voice, το fractal, τη Book Press, και την Athens Review of Books.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>ΔΙΗΓΗΜΑ</p>
<p>Η επίσκεψη (εκδ. Αρμός 2022)<br />
Τα κορίτσια που γελούν (εκδ. Αρμός 2018)<br />
Μεσημβρινές συνευρέσεις (εκδ. Μελάνι 2009 υποψήφιο Βραβείου Διαβάζω)</p>
<p>ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ</p>
<p>Η εκδρομή, (εκδ. Αρμός 2016)<br />
Εθισμός, (Μελάνι 2011)<br />
Ντεκαφεϊνέ, (Οδός Πανός 2005)<br />
Ελιγμοί, (Οδός Πανός 2004)</p>
<p>ΔΟΚΙΜΙΟ</p>
<p>Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας (Gutenberg 2014).<br />
Ageing and Female Identity in Midlife (London: Scholars’ Press 2013)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18538 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg" alt="" width="351" height="551" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg 408w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη-191x300.jpg 191w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ (2022)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Α’ ΜΕΡΟΣ</strong></p>
<h5><strong>Η ΤΕΛΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></h5>
<p>Έφυγε από το σπίτι αναστατωμένη, πάντα την έπιανε αγωνία όταν είχε ραντεβού με γιατρό. Ως συνήθως, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα και τα μάγουλά της να έχουν ανάψει. Η επίσκεψη στον γυναικολόγο της δημιουργούσε επιπλέον άγχος, το συγκεκριμένο σκηνικό την απωθούσε καθώς έπρεπε να αποκαλύψει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και να<br />
απαντά στις ερωτήσεις του ηλικιωμένου άντρα παρακολουθώντας την κορυφή του γκρίζου κεφαλιού του να ξεπροβάλει ανάμεσα στα πόδια της. Η όλη φάση ήταν ντροπιαστική.<br />
Αναστέναξε. Πού πήγε και έμπλεξε πάλι, ποιος ξέρει τι κόλλησε και είχε αυτή την επίμονη φαγούρα και τις κοκκινίλες που δεν έλεγαν να υποχωρήσουν μια βδομάδα τώρα. Όταν βρέθηκαν με τον Μάκη στο κρεβάτι το τελευταίο πράγμα στο μυαλό της ήταν οι προφυλάξεις &#8211; πάντα αυτό της συνέβαινε κι ας πλησίαζε τα τριάντα. Είχε έναν τρόπο να βάζει η ίδια τρικλοποδιά στον εαυτό της &#8211; εγκατέλειπε ξαφνικά τις άμυνές της και από κυρίαρχη του παιχνιδιού γινόταν θύμα.<br />
Της άνοιξε η νοσοκόμα του γιατρού μια γυναίκα λίγα χρόνια μεγαλύτερή της. Όπως θυμόταν και από τις προηγούμενες επισκέψεις της, τα πάντα πάνω της είχαν κάποιαν υπερβολή: γελούσε δυνατά και χωρίς εμφανή λόγο, τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της φούσκωναν σε έναν ογκώδη κότσο, ήταν έντονα βαμμένη και ντυμένη με πολύχρωμα ρούχα. Η Λίνα χάζεψε για λίγο τα μακριά, βαμμένα με μπλε βερνίκι νύχια της γυναίκας και τα δαχτυλίδια που στόλιζαν σχεδόν κάθε της δάχτυλο και ύστερα άραξε στην αίθουσα αναμονής.<br />
Ο χώρος ήταν άδειος και αυτό την έκανε να αισθανθεί καλύτερα, σε λίγη ώρα θα βρισκόταν πάλι στον δρόμο έχοντας στην κατοχή της κάποια συνταγή που θα έβαζε τέλος στην ενόχλησή της. Θα πέρναγε και αυτό και δεν θα χρειαζόταν να σκεφτεί πάλι τον Μάκη, έτσι και αλλιώς δεν σκόπευε να τον ξαναδεί. Καλός μουσικός και ωραίος άντρας αλλά όσες φορές είχαν συναντηθεί, ήταν είτε «φτιαγμένος», είτε μεθυσμένος &#8211; αδύνατον να τον πάρει στα σοβαρά.<br />
Το κουδούνι που χτύπησε της προκάλεσε στιγμιαία πανικό. Πάντα πίστευε ότι τα κουδούνια των ιατρείων ηχούσαν διαφορετικά από τα υπόλοιπα, είχαν κάτι απειλητικό ή ίσως κάτι προειδοποιητικό. Λίγα λεπτά αργότερα η πόρτα άνοιξε και το γέλιο της νοσοκόμας αντήχησε στον χώρο με τρόπο που έκανε τη Λίνα να νιώσει δυσάρεστα. Μια κυρία μέσης ηλικίας, γύρω στα σαράντα πέντε την υπολόγισε, μπήκε στο δωμάτιο και, χωρίς να την κοιτάξει, κάθισε στον καναπέ ακριβώς απέναντι της. Ήταν ψηλή και καλοντυμένη, το έντονο άρωμά της προκάλεσε ερεθισμό στα ευαίσθητα ρουθούνια της Λίνας που είχε ροπή στις αλλεργίες. Η αδιαφορία της γυναίκας για εκείνη της έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσει λεπτομερώς και να διαπιστώσει με έκπληξη πως ήταν ξεχωριστά όμορφη.<br />
Σπάνια συναντούσε κανείς πρόσωπο με τέτοια αρμονικά χαρακτηριστικά και σώμα τόσο καλοφτιαγμένο. Το δέρμα της ήταν αψεγάδιαστο, η μύτη, τα χείλη, τέλεια. Η Λίνα πίεζε τον εαυτό της να σταματήσει να σαρώνει με τη ματιά της την άγνωστη, καθώς σκεφτόταν πως μόνο στον κινηματογράφο ή σε σειρά του Netflίχ είχε αντικρύσει γυναίκες ανάλογου κάλους. Ήταν σίγουρη πως εκείνη αντιλαμβανόταν το δέος της και από στιγμή σε στιγμή είτε θα της ζητούσε τον λόγο για την αδιακρισία της, είτε θα ξέσπαγε σε κοροϊδευτικά γέλια.<br />
Και όμως τα λεπτά κυλούσαν και η καλλονή δεν καταδεχόταν να την κοιτάξει, λες και η Λίνα δεν υπήρχε. Σκέφτηκε να αλλάξει θέση, να μετακινηθεί σε κάποιο άλλο σημείο της ευρύχωρης αίθουσας, μα δεν ήθελε να δώσει στη γυναίκα την εντύπωση πως ένιωθε μειονεκτικά απέναντι της. Οι παλάμες της ίδρωσαν. Ξαφνικά κάθε άγχος για το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης είχε υποχωρήσει και το μόνο που την απασχολούσε ήταν πόσο ατημέλητη συνήθιζε να κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα &#8211; λίγο η κατάθλιψη που την καταλάμβανε πάντα τους χειμερινούς μήνες, λίγο η απουσία σταθερής σχέσης αυτή την εποχή, είχε παραμελήσει τον εαυτό της.<br />
Έλυσε την αλογοουρά και άρχισε να ξεμπλέκει τα μακριά της μαλλιά περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τους κόμπους. Η νοσοκόμα γύρισε στην αίθουσα για να τις ενημερώσει πως ο γιατρός θα αργούσε λίγο, εξέταζε μιαν ασθενή σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και «φαίνεται πως υπάρχουν κάποιες επιπλοκές», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή της. Η Λίνα αναστέναξε καταλαβαίνοντας πως το μαρτύριό της θα αργούσε να πάρει τέλος.<br />
Αγωνιζόταν να απασχολήσει τα μάτια της με κάτι άλλο μα η ελκυστική παρουσία λειτουργούσε σαν μαγνήτης. Παρατήρησε τις περιποιημένες καστανόξανθες μπούκλες, το γκρενά παλτό, το δερμάτινο παντελόνι, τις μαύρες μπότες, την ακριβή τσάντα, το χρυσό παντατίφ στο λαιμό της. Αν χρειαζόταν να περιγράφει την άγνωστη στην αστυνομία -σκέφτηκε με διάθεση αυτοσαρκασμού- θα το έκανε με μεγάλη επιτυχία.<br />
Έβγαλε από την τσέπη το κινητό της και άρχισε να χαζεύει τις αναρτήσεις των διαδικτυακών της φίλων στο φέισμπουκ πατώντας μηχανικά το like, χωρίς να διαβάζει τι έγραφαν, συμφωνώντας με όλους και σε όλα &#8211; η διαδικασία λειτουργούσε αγχολυτικά.<br />
Η νοσοκόμα εγκατέλειψε το γραφείο της στην αίθουσα υποδοχής και επέστρεψε στο δωμάτιο για να τις ρωτήσει αν θέλουν καφέ. Αρνήθηκαν και οι δύο. Ήταν η σειρά της μεγαλύτερης γυναίκας να προσηλωθεί στο κινητό της. Η Λίνα αναρωτήθηκε τι να την οδήγησε στον γυναικολόγο: ένας τυπικός έλεγχος ή μήπως κάτι πιο σοβαρό που θα χρειαζόταν μακροχρόνια θεραπεία ή και επέμβαση;<br />
Ξετρύπωσε από το σακίδιό της την «Εκμηδένιση» του Ουελμπέκ που είχε βουτήξει χθες από το μαγαζί και άρχισε να ξεφυλλίζει το μυθιστόρημα. Από τη μέρα που είχε πιάσει δουλειά σε έναν μεγάλο διανομέα τύπου είχε βαλθεί να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες κλέβοντας ένα βιβλίο σχεδόν κάθε εβδομάδα, κάτι που θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί -εκτός και αν την έπιαναν στα πράσα- αφού το αφεντικό της είχε αναθέσει την καταλογογράφηση των νέων παραλαβών. Ο πενιχρός μισθός την είχε απαλλάξει από τις τύψεις για την ατιμία της.<br />
Η πόρτα του ιατρείου άνοιξε ξαφνικά και η Λίνα είδε τον γιατρό να ξεπροβοδίζει ένα νεαρό ζευγάρι-απευθυνόταν χαμογελώντας στον άντρα θέλοντας μάλλον να τον καθησυχάσει. Η γυναίκα υποβάσταζε και με τα δύο χέρια την φουσκωμένη κοιλιά της, το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και τα μάτια της υγρά. Η βραχνή φωνή του γιατρού έφτασε ως τα αυτιά της Λίνας:<br />
«Όλα καλά, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας», προσθέτοντας «False alarm». Η Λίνα θυμήθηκε τις φωτογραφίες αποφοίτησης από κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο που στόλιζαν τα ράφια της βιβλιοθήκης του ιατρείου.<br />
Έκανε να σηκωθεί όταν άκουσε τη φωνή της νοσοκόμας δίπλα της. «Λίνα μου, σε πειράζει να περάσει πρώτη η κυρία Μανιάτη; Δεν θα αργήσει καθόλου, θα δείξει τις εξετάσεις της στον γιατρό και θα φύγει». Τα έχασε και πριν προλάβει να απαντήσει η όμορφη γυναίκα κάρφωσε τα καστανά μάτια με τις υπερβολικά βαμμένες βλεφαρίδες πάνω της για πρώτη φορά: «Θα<br />
σας ήμουν ευγνώμων&#8230;», είπε χαρίζοντάς της ένα πλατύ χαμόγελο. Ένευσε καταφατικά κι ύστερα κατάφερε να ψελλίσει πως ναι, φυσικά δεν την πείραζε να δώσει τη θέση της στην κυρία. Η γυναίκα χαμογέλασε ακόμα μια φορά<br />
αποκαλύπτοντας μια σειρά από μεγάλα, στραβά δόντια που έμοιαζαν να θέλουν να αποδράσουν από τα χυμώδη χείλη της και εξαφανίστηκε βιαστικά στον στενό διάδρομο ακολουθώντας τη νοσοκόμα.<br />
Η Λίνα ένιωσε ανακούφιση που έμεινε μόνη. Αναστέναξε επιτρέποντας στο κορμί της να βουλιάξει στην αναπαυτική πολυθρόνα χαϊδεύοντας με τη γλώσσα της την τέλεια οδοντοστοιχία που είχε αποκτήσει μετά από δεκάδες<br />
επισκέψεις στον ορθοδοντικό όταν διένυε ακόμα την εφηβεία της και άνοιξε το κινητό της για να βγάλει μια σέλφι ψιθυρίζοντας ικανοποιηΩμένη: «Smile!»</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Β’ ΜΕΡΟΣ</strong></p>
<h5><strong>Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ</strong></h5>
<p>Έβαλε τα γέλια. Το κεφάλι πίσω, τα μάτια κλειστά, γέλιο γάργαρο που έβγαινε κατευθείαν απ’ την ψυχή της. Κοκκίνησα. Έκανα μια κίνηση να την διώξω, να την κάνω να σωπάσει. Να, έτσι αυθόρμητα άπλωσα το χέρι μου κι ύστερα πάλι το μάζεψα, συγκρατήθηκα. Χαίρομαι που δεν τη χτύπησα, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δεν έχω ποτέ επιτεθεί σε γυναίκα. Έβλεπα τον πατέρα μου να απωθεί τη μάνα μου, καμιά φορά ακόμα και κλωτσώντας την, όταν ήθελε να της δείξει πως παραφέρθηκε, πως -είτε το ήθελε, είτε όχι- ξεπέρασε τα όρια της ευπρέπειας ή, απλώς, της δικής του υπομονής. Δεν την είχε χτυπήσει ποτέ, μόνο την έσπρωχνε για να την αναγκάσει να πάψει μιλά, ή να παραπονιέται, ή, σπανιότερα, να κλαίει. Έτσι μου ήρθε αυθόρμητα να τη σπρώξω για να την κάνω να καταλάβει πως με ντρόπιαζε. Η Ντίνα είχε όμως το δικαίωμα να γελά με την πρότασή μου, είχε το δικαίωμα να αντιδρά όπως της άρεσε· κι έτσι συμμαζεύτηκα και δεν τόλμησα να την αγγίξω.<br />
Με ρώτησε την ηλικία μου, και όταν της είπα «είκοσι τρία», μουρμούρισε πως ήμουν νεότερος και από το γιο της. Ύστερα έπιασε να με παρατηρεί. Είχε και πάλι το γνώριμο φιλικό της ύφος. «Χωρίς παρεξήγηση», είπε, «επειδή καταλαβαίνω την ανάγκη σου, νέος άντρας είσαι και βράζει το αίμα σου» πρόσθεσε, κοιτώντας με ευθεία στα μάτια, «γιατί δεν δοκιμάζεις το<br />
βράδυ να πας σ’ ένα από τα σπίτια που έχουν ανοίξει εδώ πιο πάνω; Ξέρω τουλάχιστον δύο, εσύ βέβαια μπορεί να γνωρίζεις περισσότερα». Την διέκοψα, ολόκληρο το σώμα μου είχε σφιχτεί, ήθελα να τελειώσει αυτή η ιστορία και να κουρνιάσω στη σκηνή μου, είχα μετανιώσει για την απερισκεψία μου: «Όχι, αποκλείεται, δεν έχω πάει ποτέ, είναι ντροπή τα χρήματα να αλλάζουν χέρια όταν πρόκειται για κάτι τέτοιο». Σκέφτηκα καλύτερα να πάω με μια γυναίκα που δεν πουλάει το σώμα της, μια γυναίκα τρυφερή. Ακόμα κι αν δεν νιώθεις αγάπη, πρέπει να υπάρχει τρυφερότητα και σεβασμός. Δεν της είπα βέβαια ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να πλησιάσω μια νέα κοπέλα, να την προσβάλλω υπονοώντας ότι δεν είναι αγνή ή, ακόμα χειρότερα, να προσπαθήσω να την παρασύρω να σκορπίσει σε μένα την παρθενιά της, σε μένα που ούτε είχα την πρόθεση, αλλά ούτε και γινόταν να την παντρευτώ. «Γιατί εμένα;» ρώτησε εκείνη τινάζοντας τα μακριά μαλλιά της. «Είσαι καλή γυναίκα εσύ, όλοι σε συμπαθούν χαμογελάς συνέχεια, και έχεις όμορφα μάτια». Ξαναγέλασε εκείνη, πιο σιγανά αυτή τη φορά. «Καημένο παιδί», ψιθύρισε, «η μοναξιά είναι το χειρότερο πράγμα, μερικές φορές πονάει πιο πολύ κι απ’ το πένθος».<br />
Την είχα συναντήσει για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες πριν, όταν είχαν έρθει με τον Δανό αξιωματικό στο χοτ σποτ. Οι μέρες κυλούσαν χωρίς να αλλάζει τίποτα και ήμουν βυθισμένος στην απελπισία. Μόλις είχαν φανεί στην πύλη του στρατοπέδου είχα τρέξει καταπάνω τους, αποφασισμένος. Ο Δανός με είχε κοιτάξει λες κι έβλεπε εξωγήινο. Μάλλον τα έχασε που μιλούσα τόσο καλά αγγλικά. «Δουλειά», του είπα, «με τη βοήθεια του Θεού, θέλω να δουλέψω στο νοσοκομείο, να βοηθήσω». Έδειχνε να μην καταλαβαίνει. «Είμαι, δηλαδή ήμουν, σπουδαστής Ιατρικής. Θέλω να γίνω νοσοκόμος, βαριέμαι να κλωτσάω μια μπάλα όλη μέρα. Τρεις μήνες εδώ και τίποτα δεν προχωράει. Χαρτιά δεν έχω, οι δικοί μου βρέθηκαν αλλού, από την αρραβωνιαστικιά μου δεν υπάρχουν νέα, έχω κολλήσει εδώ χωρίς ελπίδα να φύγω για Λονδίνο. Αφήστε με να εργαστώ, να προσφέρω. Ινσαλάχ, μόνο αυτό ζητάω». Ο Δανός σφούγγισε με το βρώμικο μανίκι το μέτωπό του που έσταζε ιδρώτα. «Ναι, θα δούμε», είπε διστακτικά· κι ύστερα, πιο βιαστικά: «Θα δω τι θα κάνω, δεν είναι καλή στιγμή τώρα. Έχω έρθει με τη Ντίνα, τη δασκάλα των αγγλικών,<br />
για να μιλήσουμε στους άντρες. Εσύ, Ριφάτ, θα γίνεις ο μεταφραστής μας, ξέρεις καλά αγγλικά και πρέπει να μας βοηθήσεις. Φώναξέ τους να σταθούν έξω από τις τουαλέτες. Όχι μόνο τους δικούς σου, από τη Συρία, φώναξέ τους όλους, άντρες κι αγόρια, να συγκεντρωθούν αμέσως, έχουμε μια σημαντική ανακοίνωση να κάνουμε».<br />
Δεν γινόταν να τους εξηγήσω ότι μόνο με λίγους άντρες επικοινωνώ εδώ μέσα, ότι τους περισσότερους τους αποφεύγω ή τους φοβάμαι ή, απλώς, δεν τους εμπιστεύομαι. Πέντε έξι παιδιά από την πατρίδα, φιλότιμα και ντόμπρα, γνωρίζω όλα κιόλα που μπορώ να ανταλλάζω δυο κουβέντες μαζί τους καθημερινά. Αγόρια κυνηγημένα από το καθεστώς όπως εγώ, άτομα που η μυστική αστυνομία είχε απειλήσει ή βασανίσει, που είχε αναγκάσει με κάθε τρόπο να φύγουν από το σπίτι τους στη μέση της νύχτας, όπως εμένα. Τουλάχιστον, εγώ είχα την τύχη να μην περάσω ούτε μέρα στα υπόγεια της ασφάλειας, να μην μαρτυρήσω στα χέρια των κυβερνητικών, όμως με παρακολουθούσαν τους τελευταίους μήνες, γνώριζαν την κάθε μου κίνηση. Είχα ενημερώσει τους φίλους μου να με αποφεύγουν, την Αΐσα να μη μου τηλεφωνεί και να μη με περιμένει τα απογεύματα στο προαύλιο του Ιατρικού Ινστιτούτου, είχα κόψει επαφές με όσους δεν ήθελα να βάλω σε κίνδυνο. Ήταν ζήτημα χρόνου να με προσεγγίσουν, να μου κάνουν κακό για να ξεπληρώσουν τα αδέρφια μου, τον Άντελ και τον Ράμι, που είχαν ενωθεί με τους επαναστάτες έξω από την πόλη. Είχαμε πολλές εβδομάδες να λάβουμε νέα τους κι ύστερα ένα βράδυ που έπινα τσάι και έκανα έναν ναργιλέ σε ένα καφέ κοντά στο Πανεπιστήμιο, ο σερβιτόρος άφησε μαζί με τα ρέστα ένα σημείωμα που έγραφε απλώς τις λέξεις «Φύγε αμέσως», και από κάτω τον αριθμό ενός κινητού. Κάλεσα το ίδιο βράδυ, παρόλο που η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από την αγωνία, παρόλο που δεν ήθελα να αφήσω τη γλυκιά ζωή στη Δαμασκό, να διακόψω τις σπουδές μου, να απογοητεύσω την αρραβωνιαστικιά μου και να μην ξαναδώ τη μάνα μου, ήξερα πως δεν γινόταν αλλιώς. Το ταξίδι μου είχε ήδη ξεκινήσει.<br />
Άρχισα να μπαινοβγαίνω στις σκηνές και να φωνάζω πως ήταν επείγον να συγκεντρωθούν όλοι οι άντρες έξω από τις τουαλέτες. Οι πιο πολλοί δεν έδιναν σημασία, αρκετοί με στραβοκοίταγαν, ελάχιστοι -μάλλον από περιέργεια- σηκώθηκαν και με ακολούθησαν. Λίγα λεπτά αργότερα ένα μικρό πλήθος είχε μαζευτεί στο σημείο που μας υπέδειξαν, νέοι και μεσήλικες που στέκονταν ανυπόμονα πότε στο ένα, πότε στο άλλο πόδι, βιαστικοί να επιστρέφουν στο τάβλι, στις πολιτικές συζητήσεις και το κάπνισμα, στην ανάγνωση του Κορανίου, ή απλώς στην ονειροπόληση, αραγμένοι σε κάποιο βρώμικο στρώμα, σπρώχνοντας τον χρόνο μέχρι το μεσημεριανό.<br />
Άρχισε να μιλάει ο Δανός, περπατώντας πάνω κάτω. Τα λόγια του έβγαζαν οργή, το ύφος του περιφρόνηση για μας. Οι άντρες, έλεγε, να φέρονται καλύτερα στις γυναίκες, να μην τους αρπάζουν το φαγητό στο συσσίτιο και να μην στήνονται έξω από τις ντουζιέρες να τις τρομοκρατούν. Θα βάλουν φρουρούς και όποιος συλλαμβάνεται θα τιμωρείται με έλλειψη τροφής, έλεγε. «Ακούς εκεί, να φοβούνται οι γυναίκες να πάνε τουαλέτα, επειδή κάποιοι τις πειράζουν, και κάποιοι άλλοι εξυπνάκηδες ανοίγουν τρύπες στο ξύλο της καμπίνας για να τις δουν όταν πλένονται. Γυναίκες και κορίτσια, ακόμα και δέκα ετών δεν τολμούν να βγουν τη νύχτα από τη σκηνή ούτε για κατούρημα», φώναζε, και είχε κοκκινήσει το πρόσωπό του, πέταγαν οι φλέβες στον λαιμό του.<br />
Κάποιοι άντρες μετέφραζαν για τους δικούς τους, μα οι περισσότεροι έμεναν σιωπηλοί, αποφεύγοντας την οπτική επαφή με τον Δανό και την Ελληνίδα, δύσκολο να καταλάβεις τι σκέφτονταν. Οι περισσότεροι επέστρεψαν ήρεμα στις σκηνές, ξανακάθισαν σταυροπόδι στα χρωματιστά κιλίμια, δίχως να βγάλουν λέξη. Κάποιοι νεαροί έμειναν στην αυλή και άρχισαν να κλωτσούν τη μπάλα περιμένοντας ανυπόμονα τον ήχο του κουδουνιού που σηματοδοτούσε την έναρξη του συσσιτίου.<br />
Το βράδυ στο στρώμα μου σκέφτηκα την Αΐσα. Αναρωτήθηκα αν ήταν νεκρή· έχω δυο βδομάδες να ακούσω νέα της, το τηλέφωνό της είναι πάντα σβηστό. Ίσως έχει αλλάξει αριθμό, ίσως δεν ξέρει πώς να ψάξει για μένα, ή μπορεί να μην επιθυμεί να με ξαναδεί. Μακάρι να είναι ζωντανή, Αλλάχ, μακάρι, κι ας μη με θέλει πια. Ας φτιάξει τη ζωή της εκεί, στο Λονδίνο, που την περιμένουν οι θείοι της, ας κάνει με άλλον άντρα οικογένεια, αν αυτό είναι το πεπρωμένο της. Και το δικό μου, άραγε, πεπρωμένο ποιο είναι; Θα καταφέρω να τελειώσω την Ιατρική; Αν δεν είχα φύγει, σε λίγους μήνες θα έπαιρνα το χαρτί μου. Κάποιος μου είπε να μιλήσω στους νοσηλευτές που θα περάσουν από το στρατόπεδο σε λίγες μέρες, να τους ζητήσω να με βοηθήσουν να βρω τον δρόμο μου, κάποιος άλλος μου ανέφερε τους «Γιατρούς του Κόσμου».<br />
Σφάλισα τα μάτια μου και φαντασιώθηκα πως κρατούσα στην παλάμη μου τα απαλά χέρια τής αρραβωνιαστικιάς μου, πως τη φιλούσα στα μαλλιά, στα ροδαλά της μάγουλα, στα καλογραμμένα χείλη, πως την έκλεινα ολόκληρη<br />
στην αγκαλιά μου να την προστατεύσω από το κακό· πως της έδινα την ευχή μου να είναι ευτυχισμένη και χωρίς εμένα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα Θεσσαλία 13/11/2022</p>
<p>«Η επίσκεψη» ο τίτλος του ένατου βιβλίου σας, συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Τι θα διαβάσουμε στο ανά χείρας βιβλίο;</p>
<p>Η συλλογή μου αναδεικνύει όψεις της κοινωνικής, εθνικής σεξουαλικής διαφορετικότητας &#8211; ο ψυχικά ευάλωτος ο άπατρις ο αποκλεισμένος, ο κακοποιημένος ο ήρωας που υποφέρει εξαιτίας της δυσκολίας του να ενσωματωθεί στο περιβάλλον. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το κάθε μέρος αποτελείται από οκτώ διηγήματα γραμμένα είτε σε πρωτοπρόσωπη<br />
είτε σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας &#8211; Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, κάποιο νησί του Αιγαίου που δεν κατονομάζω &#8211; καθώς και στο εξωτερικό, στην Αγγλία, την Κοπεγχάγη, τη Δαμασκό. Οι ήρωές μου αντιμετωπίζουν διλήμματα πανανθρώπινα που πιστεύω ότι αφορούν ένα διεθνές κοινό.<br />
Τα διηγήματα του πρώτου μέρους είναι εξ ολοκλήρου απόρροια της συγγραφικής μου φαντασίας. Στο δεύτερο μέρος αν και όλοι οι χαρακτήρες είναι επινοημένοι, το πλαίσιο είναι υπαρκτό καθώς έχω αντλήσει από την<br />
εμπειρία της εργασίας μου ως ψυχοθεραπεύτριας με διασωστικά πληρώματα σε αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Πρόκειται σαφώς για μυθοπλασία, ωστόσο, έχω<br />
προσπαθήσει να μεταφέρω στις ιστορίες μου την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε ένα διασωστικό πλοίο, οε ένα στρατόπεδο φύλαξης προσφύγων, σε ένα νησί που δέχεται αθρόες προσφυγικές ροές.<br />
Να προσθέσω ότι στα διηγήματα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έχω επιλέξει μια γλώσσα άμεση, καθημερινή, προσαρμοσμένη στην προσωπικότητα<br />
του ήρωα-αφηγητή, ώστε να αποδοθούν με ενάργεια τόσο οι κοινωνικές συνθήκες, όσο και οι ιδιαιτερότητες του εκάστοτε χαρακτήρα.</p>
<p>Τα δύο προηγούμενα βιβλία σας ήταν μυθιστορήματα. Γιατί στραφήκατε στη συγγραφή κειμένων μικρότερης λογοτεχνικής φόρμας;</p>
<p>Μέχρι σήμερα έχω γράψει τέσσερα μυθιστορήματα, δύο δοκίμια και τρεις συλλογές διηγημάτων. Μου αρέσει η μικρή φόρμα της νουβέλας και του διηγήματος, τη βρίσκω ιδιαίτερα απαιτητική, αλλά θεωρώ ότι προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στον λογοτέχνη να ξεδιπλώσει τις πτυχές του ταλέντου του. Αποτελεί στοίχημα για τον συγγραφέα σε λίγες μόνο σελίδες<br />
νο κατασκευάσει πειστικούς χαρακτήρες και να αφηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν θα χαρίζει απλώς αναγνωστική απόλαυση, αλλά θα προκαλεί<br />
επίσης στον αναγνώστη μια σειρά από καίριους συλλογισμούς και έντονα συναισθήματα.</p>
<p>Πόσο η ιδιότητα της ψυχιάτρου συνυπάρχει στη συγγραφή των βιβλίων σας;</p>
<p>Λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας έχω μάθει να ακούω με προσοχή, να αντιλαμβάνομαι εύκολα τις αλλαγές στη διάθεση των άλλων, να εναρμονίζομαι με τα συναισθήματά τους. Αντιμετωπίζω τους επινοημένους ήρωές μου με την ευαισθησία και τον σεβασμό που αντιμετωπίζω και τους θεραπευόμενούς μου, χωρίς ηθικολογίες και επιθυμία διδακτισμού. Εντάσσω στις ιστορίες μου θέματα σύγχρονα που μας απασχολούν όλους όπως τα ζητήματα της κοινωνικής σεξουαλικής εθνικής ταυτότητας αλλά τα προσεγγίζω πάντα<br />
μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας αποφεύγοντας τον στεγνό λόγο της επιστημονικής μελέτης.</p>
<p>Πόσο οι χαρακτήρες των ασθενών σας αποτελούν έμπνευση για τους χαρακτήρες των ηρώων σας;</p>
<p>Δεν έχει συμβεί ποτέ να εμπνευστώ από χαρακτήρες ασθενών μου, ίσως επειδή διαχωρίζω αυστηρά τις δύο ιδιότητές μου. Η συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων και η εργασία μου ως ψυχοθεραπεύτρια λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο &#8211; άλλο η τέχνη και άλλο η επιστήμη που διέπεται από συγκεκριμένους νόμους και κανόνες. Η δουλειά μου ως ψυχοθεραπεύτρια<br />
επιβάλει μια σειρά από περιορισμούς που απαιτούν να καταστέλλω τη φαντασία μου, να στηρίζομαι στη συλλογή στοιχείων, αποφεύγοντας τις αυθαίρετες υποθέσεις και τις προβολές. Η συγγραφή αντίθετα απελευθερώνει τη φαντασία μου, μπορώ να πλάθω χαρακτήρες και ιστορίες μπορώ ακόμα και να «παίζω» με τα συναισθήματα του αναγνώστη προσπαθώντας να διατηρήσω το σασπένς μιας ιστορίας ειδικά όταν έχει στοιχεία αστυνομικού θρίλερ.</p>
<p>Ποιο εκτιμάτε πως είναι το πιο ισχυρό αποτύπωμα που μας άφησε η πανδημία;</p>
<p>Νομίζω ότι συνειδητοποιήσαμε πόση ανάγκη έχουμε τους άλλους ανθρώπους πόσο πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα είναι η ζωή μας όταν η εμπειρία μας μοιράζεται με τους αγαπημένους μας τους φίλους τους συναδέλφους, ακόμα και με αγνώστους που έχουν κοινά με εμάς ενδιαφέροντα, ανθρώπους που μπορεί να συναντήσουμε τυχαία μια βραδιά στο θέατρο ή σε μία παρουσίαση βιβλίου.</p>
<p>Ήταν για εσάς η διετία της πανδημίας γόνιμη αναγνωστικά και συγγραφικά;</p>
<p>Ναι, όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες μας &#8211; συγγραφείς ή μη &#8211; διάβασα πολύ κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού. Έγραψα επίσης αρκετά κείμενα, και όχι<br />
μόνο λογοτεχνικά. Περισσότερο ασχολήθηκα με τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούσαν την εμπειρία της πανδημίας τις επιπτώσεις της καραντίνας στον ψυχισμό μας, την πρωτοφανή αύξηση της βίας και μια σειρά από άλλα κοινωνικά ζητήματα. Ορισμένα από τα λογοτεχνικά κείμενα που έγραψα, εντάχθηκαν στην συλλογή «Η Επίσκεψη», κάποια άλλα βρίσκονται ακόμα στον υπολογιστή μου.</p>
<p>Διαβάζετε και γράφετε κριτικές για βιβλία. Πώς κρίνετε τη μεγάλη παραγωγή βιβλίων σε σχέση με την ποιότητά τους;</p>
<p>Το γεγονός ότι ο χώρος του βιβλίου είναι τόσο ανοιχτός σε νέες φωνές είναι πρώτα από όλα θετικό, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστούν<br />
νέοι δημιουργοί που θα έχουν κάτι ενδιαφέρον ή σημαντικό να συνεισφέρουν στη λογοτεχνία. Ωστόσο, η κατάσταση με αρκετούς εκδοτικούς οίκους που<br />
για ένα ορισμένο χρηματικό ποσό αναλαμβάνουν να εκδώσουν σχεδόν οποιοδήποτε χειρόγραφο, άσχετα από τη λογοτεχνική του ποιότητα, δεν ωφελεί ούτε την ελληνική λογοτεχνία ούτε το αναγνωστικό κοινό που ορισμένες φορές δεν καταφέρνει μέσα από όλη αυτή την υπερπροσφορά να διακρίνει σε ποια βιβλία αξίζει πραγματικά να επενδύσει τα χρήματα και τον<br />
χρόνο του. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος της κριτικής που μπορεί να εντοπίσει τα αξιόλογα βιβλία, και στη συνέχεια να επισημάνει και να αναλύσει τις αρετές τους προς όφελος του αναγνωστικού κοινού, αλλά και των ίδιων των δημιουργών.</p>
<p>Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;</p>
<p>Διαβάζω αυτές τις μέρες το βιβλίο Έρωτας και Εξορία (ΔΩΜΑ) το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Ισαάκ Μπασέβιτς Σίνγκερ, όπου ο συγγραφέας αναμιγνύει με εξαιρετικό τρόπο αληθινά συμβάντα και μυθοπλασία.</p>
<p>Ποια αξία Θεωρείτε υπέρτατη;</p>
<p>Την ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους μα και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Αναγνωρίζω ότι δεν είναι πάντα εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς την αλήθεια, χρειάζεται γενναιότητα για να αποδεχθούμε κάποια «σκοτεινά» σημεία που εντοπίζουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους ειδικά όταν επηρεάζουν και τη δική μας ζωή. Η οδός της ειλικρίνειας αποτελεί, ωστόσο, τον μόνο τρόπο για να κατακτήσουμε την αυτογνωσία και να έχουμε βαθιές ουσιαστικές σχέσεις. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι μπορεί το φως της αλήθειας να εξαγνίζει και να επιφέρει την κάθαρση, ωστόσο, υπάρχει πάντα μια κατάλληλη στιγμή για να ειπωθούν δύσκολες αλήθειες, αλλιώς το αποτέλεσμα αντί για λυτρωτικό θα είναι μάλλον τραυματικό.</p>
<p>Ασχολείστε με τη συγγραφή ή έκδοση κάποιου νέου βιβλίου;</p>
<p>Αυτή την περίοδο διαβάζω δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα, ενώ παράλληλα επεξεργάζομαι κάποια θέματα που θα μπορούσαν να γίνουν η βάση για το επόμενο μυθιστόρημα ή την επόμενη νουβέλα μου. Ίσως φανεί περίεργο σε κάποιους, αλλά αυτό είναι για μένα το πρωταρχικό στάδιο συγγραφής ενός βιβλίου και οφείλω να πω ότι είναι διανοητικά ιδιαίτερα γόνιμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΩΣΤΑ ΣΤΟΦΟΡΟ</strong></h5>
<p>&#8220;Δρόμος της Αριστεράς&#8221; 3/12/2022</p>
<p>Είναι χρόνια τώρα που διαβάζω τα βιβλία της Εύας Στάμου είτε πρόκειται για δοκίμια, είτε για μυθοπλασία. Η τελευταία της δουλειά είναι μια συλλογή διηγημάτων με γενικό τίτλο «Η επίσκεψη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.</p>
<p>Με ενσυναίσθηση και προφανή επιρροή από το επάγγελμά της –είναι Δρ. Ψυχολογίας– καταφέρνει να μας παρουσιάσει εξαιρετικά ενδιαφέροντα πορτρέτα ανθρώπων, με μια ιδιαιτέρως διεισδυτική ματιά.</p>
<p>Στη γνώση και την παρατήρηση έρχεται να προστεθεί και το αναμφισβήτητο ταλέντο της συγγραφέως που «παίζει» με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και με αξιοποίηση συχνά του αστυνομικού σασπένς, με την αναπάντεχη εξέλιξη.</p>
<p>Οι ήρωές της είναι άνθρωποι της «διπλανής πόρτας». Κι εδώ η λογοτεχνία αποδεικνύεται όχι μόνο απολαυστική ως ανάγνωση, αλλά και εργαλείο για να καταλάβουμε τους γύρω μας και τον εαυτό μας.</p>
<p>Ίσως ο καθένας μας βρει δικά του κομμάτια, ακόμη και στα πιο «ξένα» πρόσωπα. Κατά βάθος δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας.</p>
<p>Παρουσιάζεις πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, με μια οπτική «εκ των έσω», χωρίς να κρίνεις τους ήρωές σου. Η επαγγελματική σου ιδιότητα, πόσο έχει συμβάλλει σε αυτή τη ματιά;</p>
<p>Η εργασία μου ως ψυχοθεραπεύτρια έχει παίξει τον ρόλο της στο πώς αντιμετωπίζω τους λογοτεχνικούς ήρωές μου, καθώς και τους ανθρώπους με τους οποίους έρχομαι σε επαφή στην καθημερινότητά μου. Γνωρίζω ότι κανένας μας δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται αρχικά, όλοι έχουμε διαφορετικές όψεις που το αν και πώς θα εκδηλωθούν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις περιστάσεις αλλά και από τον τρόπο που επικοινωνούμε με τους άλλους. Φροντίζω να αλλάζω συχνά οπτική στις ιστορίες μου ώστε να τονίσω ότι τα πράγματα συνήθως δεν είναι λευκό/μαύρο, οι ήρωές μου, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι, κινούνται στη ζώνη του γκρίζου, έχουν δηλαδή αρετές μα και ελαττώματα και σχεδόν πάντα εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, αλλιώς ξεκινούν και διαφορετικά καταλήγουν. Πιστεύω ότι είναι καλό τόσο στη ζωή, όσο και στη λογοτεχνία να αποφεύγουμε τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και να αφήνουμε πάντα το περιθώριο στους ανθρώπους να μας εκπλήξουν.</p>
<p>Υπάρχει συχνά ένα σασπένς στις ιστορίες σου που μερικές φορές αγγίζει το θρίλερ. Θα έγραφες ένα αστυνομικό μυθιστόρημα;</p>
<p>Τόσο στην συλλογή μου «Η Επίσκεψη», όσο και στο βιβλίο μου «Τα κορίτσια που γελούν», υπάρχουν διηγήματα με έντονο το στοιχείο του αστυνομικού μυστηρίου, κάτι που φαίνεται να αρέσει πολύ στους αναγνώστες. Μία ιστορία με έντονο σασπένς από «Τα κορίτσια που γελούν» με τίτλο «Ένα τέλειο σχέδιο», έχει μεταφραστεί και δημοσιευθεί στη δανική γλώσσα και ολόκληρη η συλλογή μεταφράζεται αυτή τη στιγμή στα ιταλικά. Το θεωρώ πλέον πολύ πιθανό το επόμενο βιβλίο μου να έχει τη δομή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Κατά τη γνώμη μου η ποιοτική αστυνομική λογοτεχνία που έχει απαλλαγεί από τα κλισέ του είδους συνδυάζοντας την αγωνιώδη προσμονή με την ψυχολογική συνέπεια των χαρακτήρων, είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, και αποτελεί στοίχημα για κάθε συγγραφέα.</p>
<p>Δεν λείπει και η σάτιρα κι ένα είδος «βρετανικού» χιούμορ, ειδικά στο διήγημα «Κόσερ». Είναι το χιούμορ απάντηση στη σοβαροφάνεια;</p>
<p>Αυτό νομίζω μου βγαίνει αυθόρμητα, είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου. Πιστεύω άλλωστε ότι συχνά κάποιες δραματικές καταστάσεις ενέχουν και ένα κωμικό στοιχείο. Από άποψη τεχνικής θεωρώ ότι όταν η ιστορία έχει έντονο σασπένς και δημιουργεί ψυχική φόρτιση στον αναγνώστη ή όταν εκτυλίσσεται σε θλιβερό περιβάλλον, το χιούμορ δημιουργεί μιαν ισορροπία, διευκολύνοντας αναγνώστη αλλά και συγγραφέα να αποφύγουν την παγίδα του διδακτισμού και της συναισθηματολογίας.</p>
<p>Υπάρχει συχνά η ανατροπή της τελευταίας στιγμής στα διηγήματά σου. Τι σε γοητεύει σ’ αυτό;</p>
<p>Μου αρέσει να ταράζω τις αναγνωστικές βεβαιότητες, να προκαλώ με τις ιστορίες μου έκπληξη ακόμα και σοκ στον αναγνώστη με τρόπο που να ωθείται να σκεφτεί τα πράγματα αλλιώς, αναθεωρώντας τελικά παγιωμένες αντιλήψεις. Τα ζητήματα των έμφυλων σχέσεων, των εθνικών ταυτοτήτων, της κοινωνικής τάξης τα οποία επανέρχονται στα κείμενά μου χαρακτηρίζονται συχνά από έναν κλισαρισμένο τρόπο σκέψης γεμάτο στερεότυπα που με τα κείμενά μου επιχειρώ να αμφισβητήσω και να ανατρέψω Όπως ισχύει για τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας, έτσι και η διαδικασία της ανάγνωσης δεν οφείλει να επιβεβαιώνει αυτά που ξέρουμε ήδη, έχει αντίθετα μεγάλη αξία η προσπάθεια να διερευνήσουμε διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας που μπορούν να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από μη λειτουργικά μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς. Άλλωστε, μέσα από την ανατροπή μιας κατάστασης μπορούμε να γνωρίσουμε ουσιαστικά τους άλλους και τον εαυτό μας.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος, έχουμε τη συχνή παρουσία μιας ψυχολόγου. Πρόκειται για ένα είδος alter ego; Έχει σχέση με την εμπειρία σου από κάποιο hot–spot;</p>
<p>Ναι, οι ιστορίες στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αν και είναι πρωτίστως μυθοπλασία, αντλούν στοιχεία από την εργασία μου με διασώστες ξένων αποστολών σε κάποιο hot-spot. Υπήρξε μια εμπειρία που με συγκλόνισε μα την οποία για λόγους επαγγελματικής δεοντολογίας δεν επιτρέπεται να μεταφέρω αυτούσια στο χαρτί – ούτως ή άλλως, κανένα λογοτεχνικό κείμενό μου δεν αποτελεί πιστή καταγραφή κάποιου υπαρκτού συμβάντος. Αντί γι’ αυτό πλάθω ιστορίες με φανταστικά πρόσωπα που έχουν όμως κάποια στοιχεία από την πραγματικότητα, εντέχνως φιλτραρισμένα και λογοτεχνικά επεξεργασμένα, έτσι ώστε χωρίς να παρουσιάζω αληθινά γεγονότα να μεταφέρω πειστικά μια ατμόσφαιρα που δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αντιληφθεί πώς είναι η καθημερινότητα σε έναν τόπο όπου δέχεται προσφυγικές ροές, τόσο για τους ίδιους τους πρόσφυγες, όσο και για τους ντόπιους που μέσα από την καθημερινή επαφή με κατατρεγμένους ανθρώπους ανακαλύπτουν στοιχεία για τον εαυτό τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/10/2022</p>
<p>Ρίχνοντας φως στα σκοτεινά κάθε διαδρομής</p>
<p>Με στρωτή και εύληπτη αφηγηματική απόδοση η συγγραφέας καταθέτει 17 διηγήματα κοινωνικού χαρακτήρα για τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ταλανίζονται να βρουν μια θέση στη ζωή που θα τους ολοκληρώνει, τουλάχιστον, συναισθηματικά.</p>
<p>Η συγγραφέας ως καλός τεχνίτης του λόγου σκιαγραφεί με ευφάνταστο τρόπο τους χαρακτήρες του βιβλίου. Σαν νυστέρι η γραφίδα της χάνεται βαθιά στους μύχιους κόσμους τους. Ρίχνει φως στα σκοτεινά σημεία της διαδρομής τους.</p>
<p>Όσα μας ιστορεί η συγγραφέας δεν έχουν την αξίωση μόνο να εκφραστούν με ύφος λογοτεχνικό, ότι είναι βαθυστόχαστα ή πρωτότυπα, αλλά να καταδείξει με την δική της ματιά την ανθρώπινη πλευρά τους καθώς και από τα 17 διηγήματα ο αναγνώστης τα δέχεται ως κοινό τόπο στην επιφάνεια της συνείδησης του.</p>
<p>Η συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια τα βασανιστικά διλήμματα της ψυχικής συσσώρευσης των μεταβαλλόμενων συνθηκών στις ανθρώπινες σχέσεις. Φαινομενικά δείχνουν απλές ιστορίες, όμως η Στάμου, με την άλλη της ιδιότητα ως ψυχολόγου σκιαγραφεί τους χαρακτήρες με λεπτότητα. Εγγίζει με εσωτερικό ρυθμό το πρόβλημα της μοναξιάς, που επιφέρουν η ουσιαστική έλλειψη αγάπης και ο καταπιεσμένος σεξουαλισμός. Με υπεύθυνη και δυναμική εμβάθυνση ψυχογραφεί κάθε τους πρόθεση διεισδύοντας με ακόμη περισσότερη οξυδέρκεια στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης τους.</p>
<p>Όσο διαβάζεις ανακαλύπτεις πως σε κάθε ιστορία δεν υπάρχει το στοιχείο μιας απλής αφήγησης, αλλά συμπορεύεσαι με τους εκάστοτε ήρωες καθώς είναι δημιουργημένοι με τόση αλήθεια που σε κάνουν κοινωνώ των πράξεων και των παθών τους.</p>
<p>17 ολοκληρωμένα αφηγηματικά διηγήματα με αληθινούς διαλόγους που έπλασε, η Εύα Στάμου, με το δικό της ξεχωριστό νατουραλιστικό ύφος για τις συμπεριφορές τους οι οποίες προκύπτουν από τους παράγοντες της κληρονομικότητας του περιβάλλοντος, του χώρου, του τόπου και της πίεσης της στιγμής, με αποτέλεσμα οι ήρωες της να παρουσιάζονται ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα κυρίως υπό την επίδραση των κοινωνικών, συναισθηματικών και οικονομικών συνθηκών.</p>
<p>Όμορφες περιγραφές που γενούν εικόνες του παρόντος χώρου και χρόνου, απλών ανθρώπων που γράφουν τη δική τους προσωπική πορεία</p>
<p>Ελκυστική απόδοση, διηγήματα που ξεχωρίζουν για την υπερβολικά λεπτομερή τους πραγματικότητα, ακόμα και σε σκηνές ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικά βίαιες και συχνά απρόσμενες και ανατρεπτικές στις οποίες συχνά ο ήρωας ή ηρωίδα συνήθως οδηγούνται ως και στον ψυχικό αφανισμό τους.</p>
<p>Όλοι χαρακτήρες, του βιβλίου είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, άνθρωποι που μετράνε πως έχουν κατανοήσει σε βάθος τις πολλαπλές πραγματικότητες της ζωής και πρέπει να διαθέτουν ιδιαίτερο θάρρος για να δουν τη σκιά τους. Γιατί όποιος περιφρονεί τους κανόνες εκφράζοντας κάθετα τις ιδέες του δεν επιδεικνύει μόνο την εσωτερική του επιτηδειότητα, αλλά και τη σκιά του. Χρειάζεται να έχουν θάρρος για να ζήσουνε αληθινά και άρα να αφήσουν τον εαυτό τους να εκτεθεί σε επιθέσεις όπως τα βρέφη που μόλις γεννηθούν δέχονται την επίθεση παθογόνων παραγόντων. Πρέπει να δέχονται την επίθεση παθογενειών για να έχουνε την τόλμη να ζήσουνε συνειδητά και τη σκιά τους, αναγνωρίζοντας ότι έτσι η ζωή είναι πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια.</p>
<p>Υπάρξεις που νιώθουν έρμαιο του εαυτού τους σημαίνει πως έχουν καταλάβει ότι τίποτε δεν μπορεί πια να τους προστατέψει, αλλά και ότι έχουν αρχίσει να βρίσκουν την προσωπική αυτονομία που είναι το μυστικό και η ουσία μιας ανθρώπινης και ώριμη ζωής. Την εγκατάλειψη τη νιώθουν όχι μόνο όταν είναι ερωτευμένοι, αλλά και όταν εμπιστεύονται τον εαυτό τους σε χέρια άλλων που θεωρούνται πιο ισχυροί. Αυτό είναι κάτι αρκετά αποκαλυπτικό αφού είναι αυθόρμητη μέσα τους η τάση να πιστέψουν πως ένα ισχυρό άτομο ξέρει να χειριστεί θετικά τη ζωή τους. Πρόκειται όμως για ψευδαίσθηση, γιατί εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους σε χέρια άλλων εκτίθενται και γίνονται τρωτοί.</p>
<p>Η πιθανή σύγκρουση στη σχέση ανάμεσά τους ως μεμονωμένα ανθρώπινα όντα με προσωπική ιστορία, έχουν πολλές περισσότερες πιθανότητες να γευτούν την απώλεια και να νιώσουν εντελώς άοπλοι. Δεν μπορούν να αντισταθούν και κινδυνεύουν να ηττηθούν. Αυτή η αίσθηση προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι οι προσωπικές τους εμπειρίες αντλούν το νόημά τους από το ειδικό εσωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προστεθούν στις εμπειρίες των άλλων. Αυτό που συστηματικά παραγνωρίζεται στις σχέσεις τους είναι ακριβώς η προσωπική τους ιστορία. Η μοναδικότητα των χαρακτηριστικών τους γίνεται πταίσμα και αμφισβητούν ακριβώς αυτό που τους ανήκει, πράγμα που προκαλεί συγκρούσεις με τους άλλους.</p>
<p>Αν δεν αποδεχτούν και δεν υπηρετήσουν την πληρότητά τους, διαπράττουν ένα σοβαρό αμάρτημα απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό τους, ένα αμάρτημα που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ. Η βασική ερώτηση που θα πρέπει να θέσουνε στον εαυτό τους για να κάνουνε έναν απολογισμό της ζωής τους είναι η εξής: έζησα σύμφωνα με αυτό που πραγματικά ήμουν; Στην πραγματικότητα δεν έζησα αυτό που ποθούσα γιατί δανείστηκα από άλλους ένα τρόπο ζωής που δεν ήταν δικός μου.</p>
<p>Σε αυτή την περίπτωση επαληθεύεται το γεγονός της απώλειας του εαυτού τους αν δεν συνειδητοποιήσουν ότι η σκιά η πιο κρυφή τους διάσταση εγκυμονεί κινδύνους. Δεν ξέρουν όμως μέχρι ποιου σημείου, δεν πρέπει να δεχτούν ότι τα ομορφότερα πράγματα που αποκτούν είναι εκείνα που στην αρχή τους τρομάζουν.</p>
<p>Ο Γκαίτε γράφει στο faust, ένα μέρος της δύναμης που θέλει πάντοτε το κακό και κάνει πάντοτε το καλό είναι σαν να συναντούν στο δρόμο τους το μέγιστο και να πρέπει να το κοιτάξουμε στο πρόσωπο με θάρρος.</p>
<p>Είναι αυτό που γεννάει από την πλευρά των άλλων μία σειρά δηλώσεων και επιθέσεων όταν αντιστέκονται στις συνήθειες τους, και να αντιλαμβάνονται τις επιμέρους πλευρές του εαυτού τους χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που συνεπάγεται μία πορεία ολοκλήρωσης των πλευρών της σκιάς τους. Ο κίνδυνος που εμφανίζεται σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιεί τη συνείδησή τους. Τη στιγμή που διεγείρουν μία ατομική και προσωπική διάσταση τους τούς διακατέχει μία ταραχή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ενοχής. Είναι σαν να νιώθουν ένοχοι που τα κατάφεραν εκεί που άλλοι απέτυχαν. Είναι εκείνο το απροσδιόριστο αίσθημα που τους συνοδεύει στη ζωή. Όταν συγκρίνουν τη δική τους ικανότητα με την εμπειρία εκείνων που τους επιβάλλονται.</p>
<p>«Η επίσκεψη», είναι ένα βιβλίο με κοινωνικό και ψυχολογικό χαρακτήρα για την υπαρξιακή διαδρομή και τη φαινομενική ζωή με τις απόκρυφες ανθρώπινες καταστάσεις. Είναι ένα πολύπλευρο βιβλίο που σκιαγραφεί ψυχογραφικά τους χαρακτήρες μέσα από τη σύγχρονη ηθογραφία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/10/2022</p>
<p>Οι επιπτώσεις μιας επίσκεψης</p>
<p>Με το καινούργιο της βιβλίο διηγημάτων με τίτλο, «Η Επίσκεψη», η Εύα Στάμου διευρύνει τα όρια της πεζογραφικής της πορείας, προτάσσοντας περισσότερο ευδιάκριτα τις αρετές ενός αξιόλογου βιβλίου διηγημάτων. Η μικρή φόρμα, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, δεδομένου ότι ο συγγραφέας πρέπει σε μικρή έκταση να κλιμακώσει το ενδιαφέρον άμεσα, χωρίς την άνεση που προσφέρει το μυθιστόρημα ή η νουβέλα. Στο μοντέρνο διήγημα – που είναι ακόμα συντομότερο από εκείνα του 19ου αιώνα, ή τα ηθογραφικά του 20ου αιώνα, όπου υπήρχε χώρος για ανάπτυξη (σύγκρουση – δράση), το βάρος πέφτει περισσότερο στη γλώσσα, στο πλαίσιο εκτύλιξης της ιστορίας και στην ανάλυση των χαρακτήρων. Γραμμένα σε σύγχρονο ύφος, τα διηγήματα της Εύας Στάμου, ποικίλουν ως προς την θεματολογία, το ύφος, ενώ σε μερικά από αυτά, το τέλος είναι απότομο χωρίς άμεσο ηθικό δίδαγμα. Η συγγραφέας επιτυγχάνει ουσιαστική ανάπτυξη των χαρακτήρων, πυκνή γραφή, οικονομία λόγου και όταν χρειάζεται οι διάλογοι είναι ουσιαστικοί. Έχοντας διαβάσει και τα προηγούμενα βιβλία της θα λέγαμε ότι επιτυγχάνει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα: Διηγήματα εύληπτα, υψηλής ποιοτικής στάθμης, χωρίς περιττολογίες και παλαιομοδίτικο διδακτισμό. Η θεματολογία της αγγίζει ένα ευρύ πεδίο με θέματα της ανθρώπινης φύσης με άμεσο τρόπο. Τα κείμενα της από την αρχή εντάσσουν τον αναγνώστη στο ανάλογο χωροχρονικό πλαίσιο, με λόγο που ρέει, χωρίς άκαμπτες κι ανούσιες περιγραφές.</p>
<p>Το πρωτογενές ερέθισμα για την δημιουργία των κείμενων μπορεί να είναι οτιδήποτε, η συγγραφέας εμπνέεται από τον μικρόκοσμο, διεισδύοντας με τις αναπτύξεις της ακόμα βαθύτερα στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Με εξαιρετικό τρόπο αναπτύσσει την κεντρική ιδέα του αφηγήματος, και περιφερειακά ξεδιπλώνονται οι ανθρώπινες προκαταλήψεις, ιδεοληψίες η εμμονές. Η συγγραφέας έλκεται κυρίως από θέματα της μετανεωτερικής κοινωνίας: ρατσισμό, φεμινισμό, ομοφοβία, τα οποία όμως εντάσσει στον αφηγηματικό καμβά με αξιοθαύμαστη τεχνική.</p>
<p>Ωστόσο στο επίκεντρο παραμένει η όσο το δυνατόν καλύτερη ανάπλαση των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και η ανάδειξη του ανάλογου κοινωνικού θέματος. Ο καμβάς ύφανσης της ιστορίας είναι ελκυστικός και η συγγραφέας προσαρμόζει τις ιστορίες της είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό με την ίδια επιτυχία προσαρμογής.</p>
<p>Στην κοινωνία της ρευστότητας όπως αναφέρει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και καθρεφτίζει στα κείμενα της η Στάμου, τα άτομα επιβιώνουν μέσα από την λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή», η οποία είναι απόρροια συνεχών μεταβαλλόμενων συνθηκών σε όλο το κοινωνικό πλαίσιο. Η ρευστοποίηση των σχέσεων σε όλα τα επίπεδα επαγγελματικά , κοινωνικά, ερωτικά, αντανακλούν σχέσεις τσέπης και έλλειψη βάθους, με τον ρομαντικό έρωτα να αποτελεί παρελθόν. Η επικράτηση του διαδικτύου και η ψευδαίσθηση μια μόνιμης «καλύτερης επιλογής», οδηγούν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδέσμευση από συμβάσεις και κανόνες με το σεξ να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καταναλωτικής μετανεωτερικής κοινωνίας. Αυτός ο εκφυλισμός των ανθρώπινων δεσμών και σχέσεων, οδηγεί σε μετανεωτερικές οχλοκρατικές κραυγές, κινημάτων, που δήθεν αναζητούν «ισότητα» σε προβλήματα – όπως ο ρατσισμός ή η ομοφοβία – που δεν επιδέχονται τοπικιστικές λύσεις λόγω της παγκοσμιότητας του χαρακτήρα τους. Η συγγραφέας μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων, ενίοτε διαταραγμένων, αρέσκεται να περιγράφει αυτή την πραγματικότητα με εξαιρετικό τρόπο.</p>
<p>Στο διήγημα «Ο Άγγλος», η Στάμου με εξαιρετικό τρόπο αναδεικνύει τον φαύλο κύκλο των σύγχρονων ερωτικών σχέσεων και τα λεπτά όρια που χωρίζουν την συναίνεση από την παρενόχληση. Ο άντρας που άλλοι καλούσαν , «Έλληνα», άλλοι «Γάλλο» και άλλοι «Άγγλο» αποτελεί τυπικό δείγμα σύγχρονης σύγχυσης ταυτότητας. Αυτή η δυσκολία αφομοίωσης της διαφορετικότητας από τους τοπικούς πληθυσμούς, κάποιες φορές οδηγεί σε μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις. Στο διήγημα ο ήρωας αισθάνεται ότι πέφτει θύμα μια υστερικής γυναίκας με αποτέλεσμα να χάσει κι εκείνος τον έλεγχο.</p>
<p>Στο «Ελλάδα – Αλβανία» γίνεται λεπτή αναφορά στο θέμα του υποσυνείδητου ρατσισμού, όταν η μεγαλοκυρία, αφού συνευρέθηκε με έναν άντρα αλβανικής καταγωγής, κατόπιν τον απέρριψε υποτιμώντας τον ακριβώς γι αυτή του την καταγωγή, η οποία σε πρωτογενές επίπεδο δεν την ενοχλούσε. Είναι σαφής ο υπαινικτικός τόνος για πολλούς ανθρώπους της καθημερινότητας, που ενώ πρωταρχικά, είναι ανεκτικοί ή δεκτικοί με πολλά πράγματα (στη θεωρία), όταν όμως ερεθιστεί κάποια ευαίσθητη χορδή τους, αφήνουν τις πραγματικές πεποιθήσεις τους να ξεχειλίσουν.</p>
<p>Σε άλλα διηγήματα όπως οι «Γλυκές γεύσεις», η συγγραφέας φλερτάρει με το crime fiction, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη. Η εσωτερική ένταση που ενυπάρχει σε μια σχέση περιγράφεται αριστοτεχνικά, όταν η Στάμου κατορθώνει να προσδώσει στις διάφορες πτυχώσεις της ψυχικής συσσώρευσης, εκείνα τα υπαινικτικά στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.</p>
<p>Στις «Κούκλες» μέσα σε λίγες σελίδες η συγγραφέας ξεδιπλώνει το ψυχογράφημα μιας διαταραγμένης προσωπικότητας, σε πρώτο ενικό, όπου η «κούκλα», αποτελεί τη βάση διασάλευσης της ψυχικής ισορροπίας. Το υποσυνείδητο της ηρωίδας, λαθεμένα προγραμματισμένο από την παιδική ηλικία οδηγεί σε μια ενηλικίωση απομόνωσης, αποξένωσης και βουλιμίας, χωρίς να διαφαίνεται τρόπος επιστροφής.</p>
<p>Στο ομότιτλο με το βιβλίο διήγημα «Η επίσκεψη», η Στάμου μεταφέρει ένα γοτθικό εφιάλτη, με μεταφυσικό υπόβαθρο, στη σύγχρονη εποχή. Ο αφηγητής αν και νεκρός σωματικά, διηγείται την ιστορία, μέσω μιας ζώσας συνείδησης περιγράφοντας με λεπτομέρεια, όχι μόνο τον χώρο αλλά και την επίσκεψη που δέχεται. Ο τρόπος, με τον οποίο διαχέεται το συναίσθημα του ότι ο άνθρωπος δεν είναι το σώμα του, αλλά κάτι «άλλο», είναι αριστοτεχνικός. Ο αναγνώστης αισθάνεται την αλληλεπίδραση με την: Επίγνωση, Ψυχή, Συνείδηση, όπως και να το ονοματίσει κανείς, ανάλογα την θρησκευτική, ή φιλοσοφική προσέγγιση του. Είναι το καλύτερο διήγημα του βιβλίου.</p>
<p>«Αν γινόταν θα της έλεγα πως αυτό το πράγμα που βλέπει είναι μια σκιά, ένα άδειο κουφάρι, δεν είμαι εγώ. Αυτό που βλέπει η ξένη είναι ένα φάντασμα, μια οπτασία. Το κορμί μου λειώνει αργά και λυτρωτικά. Ακούω ακόμα τους ζωντανούς, αυτούς που δεν μπορούν ν’ απαγκιστρωθούν από μένα. Γύρνα κοντά μου, λέει η μάνα μου, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να συναντήσεις τον πατέρα σου, είναι ακόμα κορίτσι, η ζωή είναι μπροστά σου. Πως γίνεται η ζωή να είναι μπροστά μου αφού είμαι εδώ και μέρες πεθαμένη, χωρίς ανάγκες, δίχως όνειρα κι επιθυμίες; Το κορμί μου έχει στραγγίσει από τους χυμούς του, το κοιτάζω από ψηλά τακτοποιημένο στο νεκροκρέβατο, κι είναι σαν να παρατηρώ μια κούκλα, ένα ομοίωμα χωρίς πνοή που πήρε τη θέση μου».</p>
<p>Η κατάληξη του αφηγήματος είναι ανατρεπτική σε ότι αφορά το τι πραγματικά έχει διαδραματιστεί, Η παραδοξότητα: ζωντανός/νεκρός, κορυφώνεται στην τελευταία παράγραφο αφήνοντας με ερωτηματικό τον αναγνώστη.</p>
<p>Στο διήγημα η «Νικοτίνη», η σφοδρότητα των εσωτερικών συγκρούσεων και η ασυνείδητη προβολή του αναγνώστη στον δικό του μικρόκοσμο είναι που καθιστά το διήγημα ενδιαφέρον. Η διττότητα, «οικογένεια – μοναχικότητα», αναδεικνύεται μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο του ήρωα ο οποίος παρόλο που απολαμβάνει το να είναι μόνος, εν τούτοις κατέστησε τον εαυτό του θύμα, του κοινωνικού προγραμματισμού κάνοντας οικογένεια. Από την άλλη προσπαθεί, να κρατήσει απεγνωσμένα την μάσκα του καθωσπρεπισμού, γιατί ένας σωστός καπετάνιος, δεν πρέπει να φαίνεται ευάλωτος στο πλήρωμα.</p>
<p>Οι ήρωες της Εύας Στάμου, σε όλα της τα βιβλία είναι διαφορετικοί. Η συγγραφέας δεν έχει μανιέρα στο χτίσιμο των χαρακτήρων, οι οποίοι φαντάζουν ζωντανοί, ενίοτε αλλόκοτοι, η παράξενοι κάποιοι απ αυτούς και ταυτόχρονα καθημερινοί. Οι καταστάσεις στις οποίες κινούνται, είναι που τους μεταμορφώνουν με βάση το υποσυνείδητο αίσθημα του φόβου. Η συγγραφέας δεν εξιδανικεύει σε απόλυτα καλούς ή απόλυτα κακούς, οι ήρωες της είναι ευάλωτοι σε όλα εκείνα τα στοιχεία που ταλανίζουν τους περισσότερους ανθρώπους, έρωτας, φθορά, πόνος, βασανιστικά διλήμματα. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, που δημιουργούνται, είναι ρεαλιστικές, ασχέτως της θεματικής του κάθε κειμένου.</p>
<p>Η ανεπιτήδευτη γλώσσα της η οποία ενίοτε προσομοιάζει με τον προφορικό λόγο, καθιστά την γραφή της περισσότερο πειστική. Σε αρκετές δε περιπτώσεις η συγγραφέας προσδίδει στο κείμενο την ενάργεια ενός θεατρικού μονόπρακτου. Η στρωτή λοιπόν γλώσσα, μέσα από μια συμπυκνωμένη γραφή κι ένας λεπτός εσωτερικός ρυθμός, καθιστά τη γραφή της ελκυστική, μέσα από μια πολυθεματικότητα που κινείται από το ψυχογράφημα στην σύγχρονη ηθογραφία και το θρίλερ. Η παρουσία της στα γράμματα είναι διαρκής και ανοδική, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διαρκώς εξελίσσεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/10/2022</p>
<p>«Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]»</p>
<p>Με την γνωστή της ψυχογραφική διεισδυτικότητα, η παθιασμένη με την γραφή και θεατρόφιλος Διδάκτωρ Ψυχολογίας αναζητεί τον δρόμο που γίνεται συντομότερη η τομή προς το υποσυνείδητο, πάντοτε επώδυνη. Η κρυμμένη ειρωνεία, χαρακτηριστικό στοιχείο τής γραφής της, προϋποθέτει γνώση αλλά και απομυθοποίηση τής συνήθους ανθρωπίνης καταστάσεως. Θέλει κότσια και νοητικά εργαλεία για να μπορείς να γράφεις τόσο αποστασιοποιημένη από το θυμικό σου σώμα. Η συγγραφέας λειτουργεί σαν θεατής και κριτικός των σκηνών που περιγράφει επιτυγχάνοντας μια κάποιου είδους ψυχοδραματική αναπαράσταση. Νιώθεις πως το αυθεντικό, το πρωτότυπο τοπίο τής έμπνευσής της το βλέπει μόνον εκείνη. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η γοητεία τής λογοτεχνικής της περιπέτειας.</p>
<p>Αληθοφανείς ιστορίες, σαν βγαλμένες μέσα από τη ζωή, συρραφή επεισοδίων, αναστροφή καλωδίων, δημιουργία νέων συνάψεων στον εγκέφαλο τού αναγνώστη, οι νευρώνες αναστατώνονται με μια υπολογισμένη ψυχρότητα σχεδόν χειρουργική, η λογοτεχνικότητα ελλοχεύει στο ύφος κι όχι στη γλώσσα, τα πάντα φωτίζονται πλατιά με έναν γαλακτώδη ήλιο που κατακυριεύει το σύμπαν απομυθοποιώντας το.</p>
<p>Ακριβώς εδώ έγκειται το αφηγηματικό μυστικό τής δεινής πεζογράφου και ερευνήτριας: μιλάει απλά, κατανοητά, «στρογγυλά», στέρεα και περιμένει από τον άλλον να συνδημιουργήσει το απαραίτητο εκείνο φαντασιακό πεδίο πάνω στο οποίο θα ξεδιπλώσει τα όνειρά του.</p>
<p>Αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώνει ως θεατής τις ψηφίδες που θα απεικονίσουν το δικό του ψυχόδραμα στην λευκή οθόνη τού αφηγητή.</p>
<p>Είναι κι αυτή μια μέθοδος μαιευτική που δεν εξαρτάται από ρεύματα και σχολές, δεν θυμίζει τίποτα. Είναι μια μέθοδος «ανακριτική» σχεδόν που αφήνεις τον άλλον μετέωρο στο λογικό κενό και περιμένεις να σπάσει, να καεί, να θρυμματιστεί σε χιλιάδες κομμάτια.</p>
<p>Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό μπορεί να θεωρηθεί νοητική (ή και ψυχοσωματικό) «βασανιστήριο» είναι όμως ένα δοκιμασμένο εργαλείο να ανοίγεις τις ψυχές των άλλων σαν στρείδι με το πρόσχημα τής αφήγησης μιας «ιστορίας», που λειτουργεί ως πέπλο καπνού πάνω από την ηλιόλουστη αποτυχία τής καθημερινότητας να μας συναρπάσει. Αυτό ακριβώς διεκτραγωδεί από βιβλίου εις βιβλίον η απαρόμοιαστη συγγραφέας που κυριολεκτικά συν-γράφει με τους αναγνώστες της την δική της μοναχική πορεία στα Γράμματα, που δεν έχει καταστεί ακόμη κατανοητή, αφού δεν ακολουθεί πεπατημένες οδούς και δρόμους πολυσύχναστους. Ακολουθεί την δική της ατραπό, όπου παρασύρει – σαν Κρίκη – τα υποψήφια θύματά της και τους απελευθερώνει από τον οπό τής πίκρας του.</p>
<p>Μπορεί να κυλούν γρήγορα οι σελίδες, να διευκολύνεται η ανάγνωση, σου μένει όμως χρόνια μετά η θύμηση τής ανάγνωσης (ο τόπος, ο χρόνος, οι συνθήκες, τα συνθήματα, τα μεταισθήματα). Δεν είναι λίγο κι αυτό ως μετείκασμα μιας εποχής μάλλον βιαστικής αποτετανωμένης σε στάσεις και πόζες που δεν αναπαράγουν τις μορφές αλλά τις αποκρυσταλλώνουν.</p>
<p>Μιλάω ίσως αφηρημένα και «ποιητικά» εδώ, όχι γιατί σ’ αυτό με οδηγεί – ως αντίδραση – η ανάγνωση τού πρωτοτύπου αυτού συμπιλήματος αφηγήσεων, αλλά ίσως γιατί αυτό τούτο το σύν-εργο μού υποβάλλει ανάλογες τακτικές και τεχνικές προσομοίωσης μετάδοσης τού νοήματος ως διαμεσολαβημένο αίσθημα, ανοικτό σε υποχωρήσεις παλαιού τύπου, που οδηγούν όμως σε καινούργιες μορφές, κρυστάλλινες και ξεκάθαρες.</p>
<p>Απαιτεί έρευνα αυτή η ηθελημένη απλότητα. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Και προϋποθέτει κατοχή των εκφραστικών μέσων, που μόνον η επίπονη δουλειά μπορεί να εξασφαλίσει σε τόση διάρκεια εκτεταμένου χωροχρόνου.</p>
<p>Ιστορίες θαρρείς βγαλμένες μέσα από την ζωή, που δεν μιμούνται τη ζωή μήτε την αναπαράγουν, αλλά οδηγούν τον αναγνώστη σε σκέψεις έτσι ώστε να αναθεωρήσει τη δική του ζωή.</p>
<p>Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]. Θέλει χρόνια να φτάσεις εκεί. Κι όταν φτάσεις είναι πια αρκετό, αν θέλεις να αγγίξεις τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.</p>
<p>Διαμεσολαβημένη εμπειρία εμμέσως χρήσιμη και αμέσως μεταβολιζόμενη.</p>
<p>Η Εύα Στάμου είναι μοναδικό φαινόμενο στα Ελληνικά Γράμματα. Θα την κατανοήσουμε (και θα την εκτιμήσουμε ίσως όπως της αξίζει) μόλις την δούμε από ικανή και αναγκαία χρονική απόσταση. Το διάνυσμα τού χωροχρόνου δεν έχει ποτέ μία φορά (έξω από τις μη αντιστρεπτές βιοχημικές αντιδράσεις τού εγκεφάλου μας – ο ηλεκτρομαγνητισμός είναι περισσότερον ελεύθερος και «σφαιρικός»).</p>
<p>Με αυτά και με τούτα τα σιβυλλικά κλείνω κι ετούτη την βιβλιοκρισία, που ακόμα κι αν θεωρηθεί ακρισία δεν είναι ουδέποτε λυσιτελής αδιακρισία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 09/11/2022</p>
<p>Ακρίβεια και θεραπευτική τέχνη</p>
<p>«Είχε καταλάβει σε νεαρή ηλικία ότι η ζωή δεν ήταν παρά μια σειρά από απώλειες. Πριν βυθιστείς στην ανυπαρξία έχανες σταδιακά όλα όσα είχες αγαπήσει, όχι μόνο ανθρώπους που είχαν καθορίσει το είναι σου, μα και ταλέντα, δυνάμεις, δεξιότητες, κάποιες φορές ακόμα και την ίδια σου τη μνήμη – στην περίπτωση αυτή έφευγες από τον κόσμο χωρίς να μπορείς να ξαναπαίξεις στο μυαλό σκηνές από την ταινία της ζωής σου». [Ανέπαφες συναλλαγές]</p>
<p>Με την μοναδικότητα του προσώπου και με την ψυχολογική οξυδέρκεια της συγγραφέως, δεκαέξι περιστατικά ζωής καθημερινής που κατορθώνουν ωστόσο κάθε φορά να σε ξαφνιάζουν. Διατηρώντας όλο το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του καθενός, τις συνθήκες πια μιας εντελώς νουάρ εποχής μέσα από την ανατόμο ματιά του ψυχολόγου και του συγγραφέα. Εξασφαλίζοντας διπλά τα οφέλη: την αθέατη πλευρά του δράματος κάθε φορά, την ακριβολόγο παρουσίασή του από μια συγγραφέα που κατορθώνει να κυριολεκτεί όσο πιο απλά γίνεται ακόμα κι όταν περιγράφει τα πιο σύνθετα των φαινομένων, ακόμα κι όταν χρειαστεί να περιγράψει την ψυχική κινούμενη άμμο των ηρώων.</p>
<p>Με αφάνταστη οικειότητα ακόμα και για τα πιο παράξενα και για τα πλέον σύνθετα, χαμηλόφωνα περιγράφοντας ακόμα και περιστατικά που κραυγάζουν. Απλά, όπως οφείλουν οι δεξιοτέχνες να μας μιλούν για τα σύνθετα. Με ήρωες κόρες, γυναίκες που επιμένουν, που επιθυμούν, που φαντασιώνονται, που εναντιώνονται με το περιβάλλον αλλά και με τη μάνα. Με συζύγους που πίνουν, που εγκαταλείπουν, που εγκαταλείπονται. Ιστορίες που συμβαίνουν δίπλα μας χωρίς να γίνονται αντιληπτές αλλά και σε Κέντρα Φιλοξενίας που αφορούν άλλους, ξένους σε μας. Η συγγραφέας γνωρίζοντας ωστόσο καλά την τοξίνη των λέξεων φροντίζει να περιγράφει ακριβολογώντας και αλαφροπατώντας σε ψυχές και συνειδήσεις που ζωντανεύει κυριολεκτικά στο χαρτί με ραφή έμπλεη κατανόησης και κατανοητή σα να ήταν θεραπευτική γάζα.</p>
<p>Στο πρώτο μέρος οι ιστορίες της «Γλυκές γεύσεις», «Κόσερ», «Ανέπαφες συναλλαγές», «Ελλάδα – Αλβανία», «Βροχερές μέρες», «Η τέλεια γυναίκα», «Οι κούκλες», «Χωρίς αποσκευές», κατορθώνουν να δημιουργούν οικειότητα και μια ζεστασιά, ακόμα και στα πιο ακραία.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος «Η κούρσα», «Η επίσκεψη», «Νικοτίνη», «Φαντάσματα», «Ο Άγγλος», «Η απόρριψη», «Το κόκκινο γιλέκο», «Αλκοολικός καιρός», φροντίζουν να μας γίνει κατανοητό το άγνωστο και το διαφορετικό, να το δούμε με επιείκεια και γιατί όχι, ακόμα και με αγάπη στο τέλος.</p>
<p>Η Εύα Στάμου για άλλη μια φορά, με την δική της ιδιαίτερη οξυδερκή ματιά αποκωδικοποιεί τις σχέσεις και τη ζωή, με αφήγηση ρεαλιστική και λεκτική ακρίβεια, εμμονή στην αποκαλυπτική λεπτομέρεια, (σε μια κίνηση μπορεί και να κρύβονται ή να κρίνονται όλα), γράφοντας αποκαλύπτει και την άλλη όψη στο κέντημα της ζωής, κατά συνέπεια και στον χαρακτήρα των δικών της ηρώων.</p>
<p>Διαθέτοντας στο έπακρον τις ιδιαίτερες συγγραφικές της ικανότητες: παρατήρηση, επιστημονική επάρκεια, πολιτική σκέψη, κοινωνική οξυδέρκεια, υπαρξιακό και φιλοσοφικό βάθος και αφηγηματική ικανότητα, κατορθώνει και παρουσιάζει καλειδοσκοπικά μια κατάσταση, έναν χαρακτήρα, ένα περιστατικό ζωής, ενώνοντας μοναδικά ψυχολογία και συγγραφική τέχνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ</strong></h5>
<p>ΧΑΡΤΗΣ 51 {ΜΑΡΤΙΟΣ 2023}</p>
<p>Η ψυχή θα πρέπει να μένει πάντα μισάνοιχτη</p>
<p>Πιστή στην κατεύθυνση του ψυχογραφικού κειμένου που ερευνά τις περιοχές της ανθρώπινης συνείδησης, αλλά και τους σκοτεινούς χώρους του ασυνειδήτου, η Εύα Στάμου συνεχίζει σταθερά τη συγγραφική της πορεία. Το θέμα του αποκλεισμού, ως ψυχοπαθολογία των σχέσεων, την έχει απασχολήσει και στο βιβλίο της Μεσημβρινές συνευρέσεις. Ήταν η πρώτη συγγραφική της απόπειρα, για την οποία μάλιστα κέρδισε υποψηφιότητα στα βραβεία του Διαβάζω. Ακολούθησαν και άλλα έργα: Μυθιστορήματα, διηγήματα, και το πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο Η επέλαση της Ροζ Λογοτεχνίας (μια μελέτη για την παραλογοτεχνία, το φαινόμενο της ροζ κουλτούρας, τη γυναικεία γραφή, τα ευπώλητα βιβλία, τις διακρίσεις των ειδών κ.λπ.)</p>
<p>Η ζωή δεν είναι παρά μια σειρά από απώλειες, διαβάζουμε στο νέο βιβλίο της Στάμου Η Επίσκεψη. Την ιστορία αυτών των απωλειών επιχειρεί να συνοψίσει εδώ η συγγραφέας μέσα από τους γυναικείους χαρακτήρες της, όμως, στην ουσία δεν μιλά για όσα χάνονται βαθμιαία στην πορεία του βίου – ταλέντα, δυνάμεις, δεξιότητες, μνήμη. Μιλά για εκείνο ακριβώς το στοιχείο που θα ονόμαζα «απώλεια του εαυτού». Όχι με τον τρόπο που το εννοεί ο Λακάν στο γνωστό Σεμινάριο Encore («Η γυναίκα δεν υπάρχει»), αναφερόμενος στις συγκεκριμένες ελλείψεις που στερούν από το θήλυ το βίωμα της ταυτότητάς του ως Όλον. Αλλά για την καταστροφή της βασικής δυνατότητας του σχετίζεσθαι. (Υπάρχω, θα πει, συνυπάρχω). Μια καταστροφή, η οποία, βεβαίως, αφορά και στα δυο φύλα.</p>
<p>Tο βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διηγήματα και χωρίζεται σε δύο μεγάλες θεματικές ενότητες. Κατά την αίσθησή μου, αναπτύσσεται επίσης σε δύο παράλληλα επίπεδα. Στο πρώτο, παρακολουθούμε τη χαίνουσα πληγή της εσωτερικής ζωής, το ρήγμα που ευθύνεται για την απομόνωση του υποκειμένου: Ζοφερές σκέψεις και αισθήματα, απουσία ισορροπίας, τακτικές υποχώρησης, όλα όσα ο φόβος επινοεί για να χτίσει αποστάσεις, αλλοιώνοντας την αληθινή εικόνα του κόσμου. Εδώ κυριαρχούν οι ατμόσφαιρες του γκρίζου και του μαύρου, χωρίς άλλες ενδιάμεσες αποχρώσεις.</p>
<p>Σε δεύτερο επίπεδο, η συγγραφέας απλώνεται πιο πέρα από τις ατομικές περιπτώσεις των ηρώων της, προσθέτοντας στο κάδρο ένα ισχυρό κοινωνικό πλαίσιο και ένα ευρύτερο ανθρωπιστικό αίσθημα. Έτσι η συλλογή αποχτά γερά στηρίγματα, το ειδικό ρεαλιστικό θεμέλιο που δίνει βαρύτητα στις αφηγήσεις, απαθανατίζοντάς τες ως ειδικές περιπτώσεις μέσα στην Ιστορία. Το προσφυγικό ζήτημα, τα hot spot, οι αναφορές στους μετανάστες, τα συμβάντα με τους νεκρούς των ναυαγίων, η απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα στρατόπεδα, το υπαρξιακό αντίκτυπο στους διασώστες, ο ηθικός διαχωρισμός ανάμεσα στην ανθρωπιστική προσφορά και στον ίδιο τον άνθρωπο, είναι μερικά από τα θέματα που ευθύνονται για ανάλογους νοηματικούς πυρήνες.</p>
<p>Το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου, οι καλοδουλεμένοι χαρακτήρες. Η Στάμου ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τις γυναίκες. Γυναίκες σύγχρονες, με διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες, διαφορετικούς καθημερινούς ρόλους, όμως συν-εμπλεκόμενες στα ίδια γρανάζια της ήττας. Γυναίκες διαταραγμένες, εμμονικές, αφανισμένες από κακές γονεϊκές σχέσεις ή από την εξουσία του αρσενικού, γυναίκες νάρκισσοι, γυναίκες εκδικητικές ή συναισθηματικά ψυχρές, κι άλλοτε ποδοπατημένες απ’ τον οπισθοδρομικό περίγυρο, απρόθυμες για διακινδύνευση και αλλαγή.</p>
<p>Στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις η Στάμου κατορθώνει να ταυτίζεται τόσο καλά με τις ηρωίδες της, ώστε σχεδόν μας πείθει ότι περιγράφει καθαρά προσωπικά βιώματα. Η μέθοδός της: επικέντρωση στο θέμα με ψυχρό βλέμμα, για την αποφυγή κάθε περιττού συναισθηματισμού. Η γλώσσα της απλή, καθημερινή, είναι φορτισμένη από βαθύτερα ψυχικά σημεία και γι’ αυτό καταλήγει ιδιαίτερα επικοινωνιακή. Οι χαμηλοί τόνοι κυριαρχούν. Υπάρχουν και αρκετά κρεσέντο, κυρίως προς το τέλος της εκάστοτε πλοκής. Όπως είναι φυσικό, η αισθητική αξία των αφηγημάτων δεν βρίσκεται στο ίδιο ύψος. Το ύφος τους όμως διαθέτει ομοιογένεια και κοινές θεματικές αναφορές (έμμεσες ή άμεσες), πράγμα που υποστηρίζει και το συνολικό διακύβευμα για μια ομοιογενή συλλογή.</p>
<p>Το μοτίβο του ψυχικού εγκλεισμού πρωταγωνιστεί και στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, όπου τα πρόσωπα (τουλάχιστον φαινομενικά) κινούνται προς μια έξοδο μέσω της ανθρωπιστικής τους δράσης. Γίνεται όμως φανερό ότι η «προσφορά στο Άλλο» δεν αποτελεί κάποιου είδους θεραπευτική αγωγή (την αποκατάσταση του τραύματος), αλλά μάλλον ένα περιστασιακό παυσίλυπον. Η πάσχουσα ύπαρξη παραμένει να θεάται τη σταθερή της ήττα.</p>
<p>Και, βεβαίως, μέσα σε όλη αυτή τη σκηνογραφία του γκρίζου, αναδύεται συμπληρωματικά μια πιο συλλογική κατάσταση: H ασθένεια του σύγχρονου πολιτισμού, το καθολικό κοινωνικό τραύμα, που εκδηλώνεται σήμερα με την ολοκληρωτική καταστροφή της «κοινότητας», τη διάλυση της βασικής επικοινωνιακής δομής από την οποία γεννήθηκαν κάποτε η «συμπάθεια», η εμπιστοσύνη, η φιλία.</p>
<p>Αντίβαρο στο γενικό κλίμα αποτελεί το αφήγημα «Χωρίς αποσκευές», το οποίο εκπέμπει λίγο φως, μια υπόσχεση ελπίδας για την ανθρώπινη προοπτική. (Εδώ παρεμβάλλεται και η μοναδική μεταφυσική χροιά του βιβλίου. Ή καλύτερα να πω, η μοναδική μεταφυσική χροιά σε ολόκληρο το έργο της Στάμου). Η συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει αυτό το τόσο διαφορετικό υλικό ως ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στις δύο μεγάλες θεματικές της ενότητες, χωρίς, εντούτοις, να μας οδηγήσει τελικά σε φωτεινές περιοχές.</p>
<p>Ένα συγγραφικό εγχείρημα που αθροίζει την Ιστορία και την Κοινωνιολογία στην υπαρξιακή περιπέτεια και τις απόκρυφες ανθρώπινες διαδρομές, χωρίς να εμπλέκεται στην εύκολη συγκίνηση.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΡΕΑ ΛΟΓΓΟΥ</strong></h5>
<p>&#8220;Athens Voice&#8221; 16/11/2022</p>
<p>Μέσα από το βλέμμα μιας ψυχολόγου</p>
<p>Επίσκεψη» είναι μια συλλογή με 17 μικρά διηγήματα, που όμως έχουν ένα μεγαλείο – πραγματεύονται, με σωστά δουλεμένη αφηγηματική ροή, την ανθρώπινη φύση. Καταστάσεις που είναι ή μοιάζουν καθημερινές αποκτούν άλλο βάθος μέσα από το γράψιμο της Εύας Στάμου, διστακτικές ηρωίδες παίρνουν τελικά αποφάσεις και μάλιστα ανέλπιστες, αληθινοί άνθρωποι γνωρίζονται, ερωτεύονται, χωρίζουν, δημιουργούν φιλίες, συνομιλούν, τα βρίσκουν ή δεν τα βρίσκουν στις σελίδες του βιβλίου, πάντως παραμένουν αληθινοί από την αρχή ως το τέλος της κάθε ιστορίας.</p>
<p>Η συγγραφέας εκτός από πεζογράφος είναι Δρ. ψυχολογίας, και σίγουρα έχει «χρησιμοποιήσει» την επιστήμη της στην παρατήρηση χαρακτήρων, στη δημιουργία αληθινών (όχι μόνον αληθοφανών) ηρώων και των σχέσεών τους ή της μοναχικότητάς τους. Μέσα από την καθημερινότητα πλάθονται τα πορτρέτα ανθρώπων που συναντάμε γύρω μας ή και ανθρώπων που κρύβονται μέσα μας μερικές φορές. Ένας Σύριος πρόσφυγας αποκτάει φωνή και πρόσωπο ενώ προσπαθεί να συνδεθεί με το περιβάλλον και να ξεχάσει την τραγική ιστορία της προσφυγιάς του. Μια ιστορία στη Σκωτία, μια άλλη στην Αγγλία, ένας Δανός παράπλευρος ήρωας, ένας βίαιος μεθύστακας σύζυγος, ένας Αλβανός υδραυλικός με μια Ελληνίδα που κρύβει χρόνια, άνθρωποι που πλησιάζουν και μακραίνουν μέσα στις σελίδες της «Επίσκεψης». Εξομολογούνται και μερικές φορές ομολογούν στον αναγνώστη, απολογούνται, κατηγορούν, συγκρατούνται, γελούν και κλαίνε με αμεσότητα και απλό λόγο. Η λέξη «καθημερινοί ήρωες» έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου μια και είναι η πιο κατάλληλη για να περιγράψει τα πρόσωπα που κινούνται μέσα στις σελίδες του βιβλίου.</p>
<p>Κάποιες από τις ιστορίες είναι στημένες σαν μικρά αστυνομικά, κάποιες είναι πιο χαλαρές, όλες σε ταξιδεύουν μέσα σε ανθρώπους που αναρωτιέσαι κατά πόσον τους έχεις γνωρίσει κι εσύ. Μπορεί να μοιάζουν με άλλους ή να είναι οι ίδιοι αυτοί που πέρασαν από τη ζωή σου, ζωγραφισμένοι με λέξεις και τακτοποιημένοι σε μικρές, αλλά βαθιές, ουσιαστικές ιστορίες καθημερινότητας. Ακόμα κι όταν δεν είναι τέλειοι, ακόμα κι όταν δεν είναι καν συμπαθητικοί, όλοι οι ήρωες έχουν ψυχές που κατάφεραν, μέσα από προσεκτική παρατήρηση και ακόμα πιο προσεκτική γραφή, να μπούνε στις σωστές λέξεις.</p>
<p>.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/01/%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/01/%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 24 Jan 2022 23:07:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=17249</guid>

					<description><![CDATA[0 Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στα Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/01/%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>0 Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στα Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και διαδικτυακά).<br />
Έχει εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων το μόνο ιστορικό μυθιστόρημα για τον ποιητή Αρχίλοχο (0 Αρχίλοχος του, Γαβριηλίδης, 2018).<br />
Από το 2011 διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Ο Σίσυφος. Επίσης, ασχολείται με την κριτική λογοτεχνικών έργων ποίησης και πεζογραφίας, δημοσιεύοντας κείμενά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει παρουσιάσει βιβλία συναδέλφων του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στον Σίσυφο Ελλήνων λογοτεχνών, ενώ συμμετείχε με κείμενά του σε αφιερώματα περιοδικών και συλλογικών εκδόσεων.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Αφιερωμένο στην Έλενα&nbsp; (Ηριδανός 2007)<br />
Η Όψη&nbsp; (Γκοβόστη 2010)<br />
0 Αρχίλοχος του,(Γαβριηλίδης, 2016)<br />
Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά (Κέδρος 2021)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17250" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΜΥΘΟΛΟΓΗΜΑΤΑ.jpg" alt="" width="350" height="528" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΜΥΘΟΛΟΓΗΜΑΤΑ.jpg 424w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΜΥΘΟΛΟΓΗΜΑΤΑ-199x300.jpg 199w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17251" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Ο-ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ.jpg" alt="" width="350" height="516" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Ο-ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ.jpg 407w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Ο-ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ-204x300.jpg 204w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17252" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Η-ΟΨΗ.jpg" alt="" width="350" height="519" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Η-ΟΨΗ.jpg 432w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/Η-ΟΨΗ-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17253" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ-ΣΤΗΝ-ΕΛΕΝΑ.jpg" alt="" width="350" height="521" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ-ΣΤΗΝ-ΕΛΕΝΑ.jpg 250w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/01/ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ-ΣΤΗΝ-ΕΛΕΝΑ-202x300.jpg 202w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΥΘΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ </strong><br />
<strong>ΕΝΤΕΚΑ ΠΛΗΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΥΘΟΛΟΓΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΞΑΝΘΙΠΠΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;"><em>Είναι η ειρωνεία τον Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια τον την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών τον; Εκδικείται τους ενγενείς τους οποίους γοητεύει; Φρίντριχ Νίτσε, Το λυκόφως των ειδώλων, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2006, σ. 24,</em></p>
<p>Η αλήθεια είναι ότι δεν με ήθελαν οι άντρες. Ξανθόψειρα και γλωσσού με ανέβαζαν και με κατέβαζαν από μικρή. Είχα κι αυτές τις καταραμένες φακίδες, που μου έδιναν μια βλογιοκομμένη, παραμορφωμένη όψη.<br />
Μωρό ακόμα, όταν με κρατούσε ο πατέρας, τσίναγα και εκείνος με τραβολογούσε να με κάνει καλά. Τον έσπρωχνα και προσπαθούσα να του ξεφύγω με κάθε τρόπο.<br />
«Τι θα κάνω μ’ αυτό το παρδαλό ζουλάπι», έλεγε και ξανάλεγε.<br />
Αργότερα, με έδινε στον γερο-παιδαγωγό να με προσέχει, μα εγώ όμως του ξέφευγα και εκείνος μάταια προσπαθούσε να με πιάσει, ενώ γυρνούσα τριγύρω του κοροϊδεύοντάς τον και φωνάζοντάς του παιδιάστικα και<br />
τραγουδιστά «έλα, πιάσε με».<br />
Φίλη δεν μπορούσα να σταυρώσω, γιατί όλες έλεγαν ότι τις κατηγορούσα. Στην πραγματικότητα, είχα το θάρρος να τους λέω την αλήθεια κατάμουτρα, ενώ οι άλλοι τις κορόιδευαν με ψέματα και γαλαντομίες. Κάποιες αντιδρούσαν, με έβριζαν και φώναζαν. Κάνα δυο, μάλιστα, τις ξεμάλλιασα, για να δουν τι σημαίνει Ξανθίππη, και ο πατέρας μου δοκίμασε να με περιορίσει στην αυλή του σπιτιού, για να μην ακούει τα παράπονα των γειτόνων.<br />
Εγώ όμως πηδούσα συχνά τον φράχτη και ξαμολιόμουν με τρεχαλητό στις αλάνες, παίζοντας κυρίως με τα αγόρια, που ήταν της ηλικίας μου, μια και τις συνομήλικες μου τις μάντρωναν στα σπίτια τους.<br />
Παίζαμε κυνηγητό, αμάδες, σκαρφαλώναμε στα δέντρα, βουτούσαμε στη θάλασσα και κολυμπούσαμε, κάναμε αγώνες ποιος θα ρίξει μακρύτερα την πέτρα, μέχρι που παλεύαμε κιόλας. Μπορεί να μη νικούσα συχνά, αλλά<br />
είχε πλάκα.<br />
Μα όταν μεγάλωσα κάπως, κακοφαινόταν πολύ στους δικούς μου, κορίτσι πράγμα, να τριγυρνώ ανάμεσα στα αγόρια που ανδρώνονταν.<br />
«Θα μας βρει κανένας μπελάς», είπε ο πατέρας.<br />
Με ζορίσανε, με φοβέρισαν, με κλείδωσαν στο σπίτι, μέχρι που στο τέλος μου έκοψαν τα σεργιάνια.<br />
Έτσι, μόνο μια ξαδέλφη που είχα όλη κι όλη μου έμεινε για φίλη, την οποία έφερνε η θεία μου όταν ερχόταν για να υφάνει παρέα με τη μητέρα.<br />
Εκείνη δεν με παρεξηγούσε ό,τι και να της έλεγα, αφού με έπαιρνε στην πλάκα, μιας και με έβρισκε πολύ διασκεδαστική.<br />
Ήταν ένα κοριτσάκι, από τη φύση του μαζεμένο, που είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση.<br />
«Αφού δεν είμαι αγόρι είμαι φτιαγμένη να υπηρετώ τους άλλους», έλεγε, και εγώ δεν μπορούσα να το χωνέψω με τίποτα.<br />
«Εγώ θα κάνω τους άντρες ό,τι θέλω», της απαντούσα.<br />
«Σιγά μην τους υπακούω επειδή οι θεοί τους έδωσαν ένα τσουτσούνι».<br />
Γι’ αυτό διάλεξα τον Σωκράτη, αυτόν τον κακομούτσουνο φτωχομπινέ, λίγο σιτεμένο στην ηλικία, για να τον κάνω ό,τι θέλω.<br />
Από την άλλη, σκέφτηκα πως με τον γάμο θα ξέφευγα απ’ αυτό τον βάλτο και αυτός μπορεί να ήταν καλύτερος απ’ τον πατέρα.<br />
Έτσι τον πήρα αλά μπρατσέτα και φτιάξαμε το σπιτικό μας.<br />
Εκείνος, καθώς με λιμπιζόταν, χαμογελούσε γλυκερά ευτυχισμένος και έμοιαζε συμπαθητικός.<br />
Του έπλυνα τα ρούχα, τον χτένισα και τον σουλούπωσα λιγάκι.<br />
Μα χαΐρι δεν έκανε και γυρνούσε στους δρόμους συζητώντας όλη μέρα.<br />
Από την άλλη, όλους τους έβαζε κάτω. Γυρνούσε από δω κι από κει παριστάνοντας τον χαζό, ρωτώντας με τσιριμόνιες τάχα να μάθει. Στο τέλος, με επιδεξιότητα τους μπέρδευε μέσα στα ίδια τους τα λόγια και, τελικά, έβγαιναν αυτοί οι χαζοί και εκείνος από πάνω. Τους ξεφτίλιζε και παραδεχόντουσαν ότι έκαναν λάθος. Τους έσφαζε με την αιχμηρή του γλώσσα, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν. Κάτι μου έλεγε, να δεις, ότι στο τέλος θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα. Κάποιοι θα γύριζαν εναντίον του<br />
εκδικητικά.<br />
Ακόμα κι εμένα κατάφερε να τουμπάρει ο κανάγιας. Στην αρχή τουλάχιστον, που με είχαν πάρει τα μέλια. Μετά τον πήρα χαμπάρι.<br />
Έλεγε ότι με διάλεξε γιατί ήθελε να εξασκηθεί στο να δαμάζει τους ανθρώπους. Λες και ήμουν κανένα ατίθασο άλογο και αυτός ο επιδέξιος καβαλάρης. Άλλωστε αυτό ήταν το ταλέντο του και ας έλεγε όλες εκείνες τις παπαρδέλες περί φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία ήταν η αφορμή για να κάνει τους άλλους να τον θαυμάζουν, να τους κάνει ό,τι θέλει, να τον βλέπουν σαν φωτισμένο δάσκαλο και τελικά να τους υποτάσσει.<br />
Όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του, καλοί και κακοί. Ακόμα κι εκείνο το όμορφο παλικάρι, ζάπλουτο, ο Αλκιβιάδης, τον είχε για θεό. Μέχρι που έλεγαν ότι τον είχε ερωτευτεί, αλλά ευτυχώς ο αχαΐρευτος δεν γούσταρε τα<br />
αγοράκια.<br />
Το ότι οι ηθικοί του λόγοι καμία σημασία δεν έπαιζαν, αποδείχθηκε από το ότι ο νεαρός σα μεγάλωσε έκανε την Αθήνα άνω κάτω. Το ίδιο και ο άλλος, αυτός ο συφοριασμένος, ο Κριτίας, κακό χρόνο να ’χει.<br />
Μα εμένα με διάλεξε για το χρήμα, κι ας έλεγε όλες εκείνες τις εξυπνάδες περί τιθασεύσεώς μου. Και αυτό, γιατί φράγκο δεν έπαιρνε απ’ τους μαθητές του, για να υπηρετήσει, έλεγε, την αγνότητα της φιλοσοφίας.<br />
Βλακείες. Ήθελε να έχει όσο το δυνατόν περισσότερους μαθητές για να τον θαυμάζουν. Ηδονιζόταν να διαδίδει τις ιδέες του, γιατί πίστευε ότι έκανε το καλό, τρομάρα του.<br />
Άμα δεν είχε τα λεφτά της περιουσίας μου από πίσω, θα σου ’λεγα αν θα είχε τον χρόνο και την πολυτέλεια να γυρίζει όλη μέρα από δω κι από κει και να συζητάει. Θα στρωνόταν στη δουλειά ολημερίς και, όταν θα τελείωνε, από την κούραση δεν θα ’χε όρεξη να βγάλει κουβέντα. Είναι αδικημένοι οι δόλιοι που ξεπατώνονται στη δουλειά και ξεπουλάνε αυτά που πραγματικά θέλουν και έχουν τη δυνατότητα να κάνουν, για να μεγαλώσουν άρτια τα παιδιά τους και να κάνουν την οικογένειά τους ευτυχισμένη. Αυτό είναι το τίμημα της ηθικής και της συνείδησης και όχι τα παχιά λόγια του λεγάμενου. Αυτός όμως να δεις<br />
ότι θα μείνει στην ιστορία και όχι οι ηθικοί άνθρωποι του μόχθου.<br />
Αλλά τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά τα λόγια. Εμένα με πειράζει που με καταδίκασε στη φτώχεια, ενώ αλλιώς ήμουν μαθημένη από τον πατέρα μου. Γιατί, όση περιουσία και να είχα, αν ο άλλος είναι τεμπέλης, κάποτε σώνεται. Άσε που για να μας φτάσει έκανε και τσιγκουνιές.<br />
Την άλλη φορά, που πήγα στην Ασπασία του Περικλή, με συμβούλεψε να τον επηρεάσω με τα λόγια.<br />
«Γοήτεψέ τον. Βάλε και λίγο τον έρωτα στο παιχνίδι. Οι άντρες στο κρεβάτι είναι πολύ ευάλωτοι. Μπορούν να σου υποσχεθούν τα πάντα και κάνουν σαν παιδιά. Και ο Σωκράτης είναι τίμιος, άνθρωπος του λόγου», μου έλεγε.<br />
Μα εκείνη κατείχε την τέχνη του έρωτα και ήταν μορφωμένη. Συναναστρεφόταν με όλη την καλή κοινωνία. Όλο σε συμπόσια τριγυρνούσε και με λίγο κρασί ολωνών λυνόταν η γλώσσα και έλεγαν ό,τι αισθάνονταν. Μέσα σε όλα έλεγαν και σοφίες.<br />
Μόνο που η δόλια πουλούσε το κορμί της. Τώρα μάλιστα που είχε πεθάνει ο Περικλής, και αυτή είχε κάπως σιτέψει, ήταν για λύπηση.<br />
Εν πάση περιπτώσει, καλά τα κατάφερε μέχρις εδώ και όλοι την εκτιμούσαν.<br />
«Δεν τον ξέρεις καλά τον Σωκράτη. Γάνιασα να τον πείσω, αλλά τίποτα. Αυτός είναι ευφυέστατος και κολλημένος στις απόψεις του», της απαντούσα. «Λέει ότι τον ενδιαφέρει η αλήθεια και αισθάνεται ότι την κατέχει. Δεν<br />
πιάνουν κάτι τέτοια σ’ αυτόν».<br />
Τότε ανασήκωνε απλώς τα φρύδια της, σηκωνόταν, τύλιγε λίγο καλύτερα πάνω της τον ριχτό χιτώνα της και πήγαινε να φέρει κανένα αφέψημα, γιατί έλεγε ότι την πονούσε το στομάχι της.<br />
Από την άλλη, η χαϊβάνω η ξαδέλφη μου, μου έλεγε να κάτσω στα αυγά μου και να κάνω ό,τι προστάζει ο κύρης του σπιτιού.<br />
«Η ευτυχία της γυναίκας είναι μέσα στο σπιτικό και όχι να γυρνά στους δρόμους σαν αλητάκι», έλεγε. «Άσε που άμα σε κάνει ό,τι θέλει ο άντρας το φχαριστιέσαι και στον έρωτα. Αρσενικό με σκυμμένο το πάνω κεφάλι έχει<br />
σκυμμένο και το κάτω», συμπλήρωνε.<br />
Μα ήταν πράγματα αυτά που ξεστόμιζε η τρελομαζόχα;<br />
Την άλλη φορά, τον είδα στην αγορά να κάθεται σε μια μεριά και να τρώει μια ωραία πίτα, που μοσχοβόλαγε.<br />
«Που βρήκες την πίτα, ρε», τον ρώτησα.<br />
«Μου την έδωσε ο φίλος μου ο Αλκιβιάδης, δώρο, λέει, γι’ αυτά που του έμαθα. Τη λιμπίστηκα και δεν μπόρεσα να του αρνηθώ».<br />
Βουτάω τότε την πίτα από τα χέρια του, την πετάω στο δάπεδο και αρχίζω να την ποδοπατώ.<br />
«Τι κάνεις εκεί, τρελέντζω», μου φώναξε.<br />
«Αχαΐρευτε. Εγώ στο σπίτι μαγειρεύω κρεμμυδόφυλλα και εσύ τρως μοναχός σου πίτες; Χάθηκε, μωρέ ανάγωγε, να φέρεις κανένα κομματάκι και σ’ εμάς;»<br />
Δεν απάντησε, μου γύρισε την πλάτη και έκανε να φύγει.<br />
Τον βουτάω κι εγώ απ’ τον χιτώνα και αρχίζω να τον τραβάω να τον πάω σπίτι.<br />
Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί όλοι οι κουτσομπόληδες έναν γύρο και μας χάζευαν γελώντας.<br />
«Άφησε με», φώναξε και έκανε να μου ξεφύγει.<br />
Έτσι όπως τραβολογιότανε, του φεύγει ο χιτώνας και έμεινε ολόγυμνος, όπως τον έκανε η μάνα του.<br />
Ακουγόντουσαν τόσα γέλια που δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τη βρισιά που μου απηύθυνε.<br />
«Δείρε τη, Σωκράτη», κραύγαζε το πλήθος.<br />
«Μόνο έτσι θα τη δαμάσεις και όχι με τα λόγια, όπως λες», ακούστηκε μια δυνατή φωνή.<br />
Εκείνος φάνηκε να ανέκτησε την ψυχραιμία του, έσκυψε, μάζεψε τον χιτώνα από κάτω, τον φόρεσε πρόχειρα και στράφηκε προς αυτόν που είχε μιλήσει, χαμογελώντας του και, με την κακομούτσουνη όψη Σατύρου που είχε, του απάντησε:<br />
«Εμείς να δερνόμαστε κι εσείς να φωνάζετε, “μπράβο, Σωκράτη, δώσ’ του, Ξανθίππη;” Όχι, βέβαια».<br />
Βλακείες. Εγώ πιστεύω ότι φοβόταν πως θα τις έτρωγε. Δεν είμαι εγώ απ’ τις γυναίκες που τις κάνουν καλά οι άντρες τους.<br />
Μα αυτός ήταν ετοιμόλογος στις ατάκες, γι’ αυτό και έμεινε στην ιστορία. Τα έλεγε όλα όμορφα και καλά, και τον πίστευαν.<br />
Σαν θηλυκό όμως και εγώ, πήγα μαζί του και κάναμε τρία αγόρια.<br />
Έδωσε στο μεγαλύτερο το όνομα του πατέρα μου, Λαμπροκλής, για να μου βουλώσει το στόμα. Τήρησε, λέει, το έθιμο, σύμφωνα με το οποίο όταν η γενιά της νύφης είναι επιφανής, το πρώτο αρσενικό παίρνει το όνομα του πατέρα της.<br />
Ψέματα, για να με κανακέψει το έκανε. Με αγαπούσε, τρομάρα του.<br />
Γι’ αυτό ο μαθητής του ο Πλάτωνας έλεγε ότι κατά βάθος είμαστε καλό αντρόγυνο. Μέχρι και για μένα έλεγε καλά λόγια. Βλέπεις, θαύμαζε τόσο τον Σωκράτη. Πώς να πει κακό λόγο;<br />
Εκείνος ήταν πάντα με τον πάπυρο κι έγραφε. Όχι λόγια πτερόεντα σαν τον δικό μου.<br />
Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.<br />
Πίσω στον δικό μου.<br />
Το δίκαιο δίκαιο και η ηθική ηθική, αλλά με άφηνε να βολοδέρνω όλη μέρα με τα τρία αλαλάζοντα κουτσούβελα και αυτός να πηγαινοέρχεται στην αγορά, να συζητά και να λιάζεται.<br />
«Έτσι είναι το σωστό για τις γυναίκες», έλεγε. «Να φροντίζουν το σπίτι και να μεγαλώνουν τα παιδιά».<br />
«Το σωστό για τους άντρες ποιο είναι;» του απαντούσα. «Μήπως να δουλεύουν;»<br />
Τότε άρχιζε τις μαριολιές με τις φιλοσοφίες για τα δαιμόνια και ότι αυτό τον προστάζουν να κάνει, και άντε να βγάλεις άκρη με τις φαντασιώσεις του ονειροπαρμένου.<br />
Βλέπεις, όποτε έβρισκε τα σκούρα, μιλούσε για το δαιμόνιό του και άρχιζε τα ακαταλαβίστικα.<br />
«Εγώ το λέω συνείδηση», του απαντούσα. «Πατάει στη γη και δεν είναι θεϊκή».<br />
«Τι να ξέρεις από φιλοσοφία, γυναίκα πράγμα. Άντε πήγαινε να ρίξεις κάνα φαΐ στην κατσαρόλα».<br />
Μα όταν τα κάνουν σαλάτα στη ζωή ή τους συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, σ’ εμάς τρέχουν να τους παρηγορήσουμε. Και τις πιο σοφές ιδέες εμείς τους τις λέμε, που είμαστε πιο ψύχραιμες.<br />
«Αυτά πήγαινε να τα πεις στους μαθητές σου που περνάνε», του απάντησα τότε.</p>
<p>Μια μέρα γύρισε στενοχωρημένος.<br />
«Τι έχεις, ρε», του είπα. «Κανένας ατίθασος μαθητής σου ’βγάλε γλώσσα».<br />
Δεν απαντούσε. Μόνο σηκώθηκε και πήγε και έβαλε μια κούπα κρασί.<br />
«Σκέτο θα το πιείς; Πώς σου ’ρθε τέτοιο πράγμα;»<br />
Μα εκείνος το κατέβασε μονορούφι, σήκωσε την κανάτα και έβαλε κι άλλο.<br />
«Βάλε λίγο νεράκι. Θα μεθύσεις. Εγώ θα σε φροντίζω άμα σουρώσεις. Άσε που θα γεμίσεις ξερατά τον τόπο και θα καθαρίζω».<br />
Μα εκείνος τίποτα. Κοιτούσε μόνο τον απέναντι τοίχο αποχαυνωμένος.<br />
Άρχισα να ανησυχώ. Πρώτη φορά μού συμπεριφερόταν έτσι. Άλλοτε μου αντιγύριζε αμέσως τον λόγο, με όλη την ευφράδειά του.<br />
«Τι συμβαίνει, Σωκράτη;» του είπα σοβαρευμένη.<br />
Εκείνος τίποτα. Σαν να μη με άκουγε.<br />
«Με ακούς; Σου μιλάω».<br />
«Άσε με ήσυχο, γυναίκα».<br />
Εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, σκέφτηκα.<br />
Σηκώθηκα, πήρα μια κούπα και γέμισα κρασί, ανέρωτο κι εγώ, και κάθισα δίπλα του.<br />
Μοιάζαμε με παλιόφιλοι. Άλλωστε νόμιζα ότι τον ήξερα σαν κάλπικη δεκάρα.<br />
«Λοιπόν;»<br />
Σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε με δυσπιστία.<br />
Ήπια μονορούφι το κρασί μου και σήκωσα την κανάτα να βάλω κι άλλο. Γέμισα πρώτα το δικό του ποτήρι και στη συνέχεια το δικό μου.<br />
Έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου.<br />
«Τι με κοιτάς; Εγώ είμαι το κοριτσάκι που ερωτεύτηκες κάποτε κι ας μην του μοιάζω», του είπα.<br />
Μάζεψα τα μαλλιά μου με τα χέρια μου, για να φανεί πιο καλά το πρόσωπό μου.<br />
«Είμαι έστω λίγο όμορφη;»<br />
«Είσαι ακόμα ζωηρά όμορφη, όπως τότε».<br />
«Μη με κοροϊδεύεις. Ποτέ δεν υπήρξα όμορφη».<br />
«Για μένα ήσουν, είσαι και θα είσαι».<br />
« Άσ’ τα αυτά. Πες μου τι συμβαίνει».<br />
«Να, ο κόσμος είναι πολύ αχάριστος».<br />
Τον κοίταξα με απορία. Τι να εννοούσε; Αυτός ποτέ δεν ζητούσε ανταμοιβή για ό,τι και να έκανε.<br />
«Τόσα χρόνια παραδίδω τσάμπα μαθήματα, προσπαθώ να τους μάθω φιλοσοφία και ηθική και αυτοί θα με δικάσουν».<br />
«Θα σε δικάσουν;»<br />
«Ναι. Λένε ότι διαφθείρω τους νέους και ότι εισάγω καινά δαιμόνια».<br />
Μου ερχόταν να του πω, “τι τα ήθελες αυτά τα δαιμόνια, αφού δεν καταλαβαίνουν, δεν τους τα έλεγες πιο ξεκάθαρα”. Αλλά τότε τι νόημα θα είχε;<br />
«Τι θα κάνεις τώρα;»<br />
«Θα παραδώσω ένα ακόμα μάθημα στο δικαστήριο και ας είναι το τελευταίο μου».<br />
Ο περήφανος τρόπος του με τρόμαξε. Θα πήγαινε λοιπόν κόντρα στους δικαστές; Αυτοί είχαν υπεροψία και η εξουσία τους την τόνωνε. Αν μάλιστα ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιοι που τους είχε φέρει με τα λόγια του σε<br />
δύσκολη θέση, τότε θα έβρισκαν πάτημα και τα πράγματα θα ήταν ακόμα πιο δύσκολα.<br />
«Είσαι τρελός; Κανείς δεν απολογείται με αυτό τον τρόπο. Δεν κάνουν κήρυγμα στους δικαστές. Θα σε καταδικάσουν σε θάνατο».<br />
«Εγώ είμαι ο Σωκράτης. Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στη φιλοσοφία, στο δίκαιο, στην πολιτεία και στους συνανθρώπους του. Δεν είμαι κάποιος που απολογείται για κάτι κακό που έκανε. Δεν μπορούν να με τρέχουν στα δικαστήρια σαν έναν κοινό εγκληματία».<br />
Το εννοούσε.<br />
Μου έπεσε η κούπα από το χέρι και θρυμματίστηκε στο δάπεδο.<br />
Μια διαπεραστική μυρωδιά αλκοόλ πλημμύρισε τον αέρα.<br />
Δεν έκανα να τη μαζέψω. Έμεινα εκεί να τον κοιτώ αποσβολωμένη.<br />
Ώστε τόσα χρόνια έλεγε αλήθεια και δεν προσποιούνταν.</p>
<p>Η Όλγα έκλεισε σκεφτική το βιβλίο διηγημάτων που διάβαζε και ανακάθισε στην πολυθρόνα της.<br />
Στο γραφείο της ήταν παρατημένο το σχολικό βιβλίο, ανοιχτό στην απολογία του Σωκράτη, με κάποιες σκόρπιες σημειώσεις με μολύβι στα περιθώρια.<br />
Αύριο έπρεπε να διδάξει αυτό το κεφάλαιο στους μαθητές της στο σχολείο.<br />
Βόλεψε στα γρήγορα το λογοτεχνικό βιβλίο στη βιβλιοθήκη της και στρώθηκε να κάνει μια επανάληψη στην ύλη της.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΕΚΑ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ</strong></h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ</strong></h5>
<p>Το σπίτι μου με κόλπιζε σαν ένας απυρόβλητος χώρος. Μόλις εισχωρούσα μέσα στο κέλυφός του κανείς δεν μπορούσε να με πληγώσει.<br />
Όταν έκανα οικογένεια και ήρθαν και τα παιδιά μου, γέμισε ευφρόσυνα γέλια, εκρήξεις χαράς και μικρά πείσματα. Μια μορφή ευτυχίας της ζωής.<br />
Μετά αποχώρησα στο δωμάτιό μου ασφαλής, απομονωμένος και ανεξάρτητος. Κρουστή σιωπή. Ήμουν και πάλι αλώβητος στον μινιμαλισμό μου. Μπορούσα να ευτυχήσω ή να δυστυχήσω μοναχός μου. Ακόμα και η γυναίκα μου ερχόταν μόνο για ύπνο και ήταν διακριτική. Κάποτε όμως απίθωσε μια τηλεόραση για να παρακολουθεί και να περνάει η ώρα της. Μα τι να την κάνεις αλήθεια μια<br />
ώρα που δεν στέκεται και απλώς περνά;<br />
Άξαφνα γέμισε ο τόπος ανθρώπους και πράγματα που σάλευαν φλυαρώντας μέσα από το φωτεινό κουτί. Ποτέ δεν είχα ξαναβρεθεί με τόσο κόσμο και μάλιστα μέσα στο δωμάτιό μου!<br />
Τότε αγόρασα ωτοασπίδες και άρχισα να κοιμάμαι ανάποδα, με το κεφάλι μου εκεί που άλλοτε αναπαύονταν τα πόδια μου. Σφιχτοδεμένη σιωπή! Ανεστραμμένος, τα κατάφερα και πάλι!<br />
Μες στη βαριά γαλήνη μου κολυμπάω στις ανοιχτωσιές του νου μοναχός, σχεδόν σε έκσταση. Κοιτώ το ταβάνι που τρίζει και νομίζω ότι ανοίγει μια τρύπα, σαν ρουφήχτρα, έτοιμη να με τραβήξει μέσα της. Σείεται το κρεβάτι<br />
μου έτοιμο να απογειωθεί. Αυτό θα σημάνει την απώτατη απομόνωση στην ελευθερία μου.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΚΑΤΑΛΥΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Δεν θέλω να σε ξεχάσω. Θέλω να σε έχω φυλακισμένη για πάντα στο μυαλό μου, να σε βγάζω στις δύσκολες στιγμές, να γεμίζω με εσένα το ποτήρι μου. Να σε απλώνω πάνω στο τραπέζι και να στάζεις μέλι στα αντικείμενα. Δεν θέλω να σε ξεχάσω. Θέλω να υπάρχεις στη δική μου πραγματικότητα, στις ανέσπερες επιθυμίες μου, στον κόσμο των σκιών, γιατί μόνο αυτός είναι για μένα.<br />
Ήσουν ένα αλλοπρόσαλλο φάντασμα. Μια χαύνα φωνή μέσα στα καλώδια. Έφευγες. Χανόσουν. Όσο προσπαθούσα να σε κρατήσω τόσο τραβιόσουν εκτυφλωτικά χασκογελώντας. Μάζευες τα πόδια σου μη σε αγγίξω και σε απομυζήσω — φοβία και αυτή —, τα χέρια σου με έσπρωχναν μαλακά μη με πληγώσουν, το πρόσωπό σου σκέπαζε μια φράντζα. Χαμογελούσες με το ζεστό υποσχόμενο στόμα σου, κάνοντας δυο πονηρά λακκάκια στα μάγουλά σου, προσπαθώντας να γίνεις εικόνα στα μάτια των αντρών, χωρίς να φαίνεται πόσο απροσπέλαστη καιμισή ήσουν. Φταίω και εγώ, που προσδίδω στις κινήσεις πάντα μια απώτερη ουσία, προεκτείνοντας κάθε υπόνοια.<br />
Και ας σου άρεσε αυτή η αυθαιρεσία μου, και, ίσως, να την καλλιεργούσες. Γυναικεία προκλητική αυταρέσκεια, με φυσικά κάποια δόση ευθύνης. Δεν κρατάω ζυγαριά.<br />
Όλο φοβόμουν μη σε χάσω. Ποτέ μου δεν σε χόρτασα. Κάποτε μου πέταξες κατάφατσα να σταματήσουμε και ότι δεν μπορούσες να προσποιείσαι ότι είσαι ερωτευμένη μαζί μου. Ξεπρόβαλλε και ο άλλος, που τον γυάλισες και τον κάθισες αυτοκρατορικά σε έναν θρόνο. Βλέπεις, εκείνος ήξερε καλύτερα να παίρνει και να αφήνει αυτό που ήθελε και εσύ έπαιζες τον ρόλο της «περιπαθούς πεπλανημένης κορασίδας».<br />
Τώρα πια μόνο καλοθελητές έρχονται να μου πουν πως είσαι καλά και πως ευτυχείς. Καλοσύνη τους. Όμως με στοίχειωσες και σε φυλάκισα στα πλοκάμια της μνήμης μου και σε έχω μέσα μου, απερίσπαστα και αμνησίκακα<br />
δική μου.<br />
Δεν έχει σημασία, ακόμα και αν δεν ήσουν ποτέ πραγματική.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΑΙ ΤΩΡΑ;</strong></h5>
<p>Βαριέμαι. Η κατατονία πριονίζει τη μέρα. Μάτια ξεπλυμένα σβηστά, στόμα ραγισμένο σε κυρτωμένο τόξο, μάγουλα πλαδαρά, χέρια κρεμασμένα. Οι φράσεις σέρνονται στα χείλη μου. Λασπωμένες κινήσεις.<br />
Ξέχασες. Κρόσσια ευτυχισμένων στιγμών. Αγάπες, εκδρομές, γάμοι, γεννητούρια — χαμογελαστός ανήφορος &#8211; και κρασάκια που ήπιες μέσα σε κεφάτες παρέες έτοιμες να απογειωθούν. Και να φανταστείς ότι είσαι ακόμα νέος &#8211; σχεδόν &#8211; και δεν μπορείς να επικαλεστείς και τη γεροντική φθορά, ούτε καν το τέλμα του τέρματος.<br />
Ελπίδα. Κάποια ελπίδα θα υπάρχει, δεν μπορεί. Απλώς δεν τη βλέπω. Διφορούμενη χαρά. Η ευτυχία κάπου βρίσκεται. Φλογίτσα μέσα μου έτοιμη να πεταχτεί και να φουντώσει. Αφορμή ζητά. Αλλά πού;<br />
Φταίει το περιβάλλον. Δεν βοηθά. Όλοι τρεχάτοι και βαλτωμένοι πυορροούν σε σήψη στη λακκούβα τους. Απελπισμένα γουρουνάκια που σώνονται οι μέρες τους για τη σφαγή.<br />
Έχασες, έκλεισε.<br />
«Λυπάμαι, κύριε Γεωργίου, η εταιρία μας κήρυξε πτώχευση. Ούτε λεφτά για την αποζημίωσή σας δεν υπάρχουν. Αλλά είμαστε σίγουροι ότι ένας άνθρωπος της δικής σας αξίας δεν θα χαθεί. Σας ευχόμαστε και ελπίζουμε το καλύτερο», είπε με τη γλυκερή προσήκουσα ευγένεια, χύνοντας στο σβέρκο μου τις λέξεις και απιθώνοντας ένα αξιοθρήνητο χαμόγελο. Με άφησε με κρεμασμένο το κάτω χείλος. Ακόμα και όταν ανάνηψα, μου σκάλωσαν οι<br />
φράσεις στον λαιμό.<br />
Εξακτινωμένες συνέπειες. Ούτε να τις σκέφτομαι δεν θέλω.<br />
Συφοριασμένη μέρα. Μαχαιριά στο στομάχι. Όχι ότι δεν το περίμενα, αλλά πάντα υπάρχει ελπίδα. Τσαλακωμένος, δεν κοιμάμαι καλά πια τα βράδια. Τα κίτρινα πυρωμένα μάτια μου περιφέρονται αδικαίωτα στο σπίτι. Και δεν παίζει και τίποτα καλό η τηλεόραση, μπας και τα καταφέρω να ξημερωθώ. Βλέπω αυτή την ξανθιά που προσπαθεί να παντρέψει βλαμμένους, μέσα σε χασκογελάκια, χωρίς μάλιστα να τα καταφέρνει. Τρικλίζει ο χρόνος.<br />
Σας πληροφορώ ότι δεν βαριέμαι καθόλου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ΤΟΥ&nbsp; (2016)</strong></h4>
<p>Ο Αρχίλοχός του, του Γρηγόρη Τεχλεμετζή (προδημοσίευση επιλόγου)<br />
25/05/2016<br />
Ο δοκιμιακός επίλογος, σε δίγλωσση μορφή (Ελληνικά-Αγγλικά), του ιστορικού μυθιστορήματος Ο Αρχίλοχός του , του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη τον Ιούνιο του 2016.<br />
Η έκδοση θα γίνει στην ελληνική γλώσσα.</p>
<h6><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h6>
<p>Το βιβλίο είναι μια προσπάθεια συγκερασμού του θεματολογικού σύγχρονου με το ιστορικό μυθιστόρημα, αξιοποιώντας έμμεσα το συγκριτικό πλεονέκτημα που φέρνει κοντά τις εποχές και ελπίζω να μας κάνει να δούμε πιο οικεία τον αρχαίο κόσμο και τον μεγάλο αυτό καινοτόμο της Αρχαϊκής εποχής, τον ποιητή Αρχίλοχο, που πειραματίστηκε τόσο μορφολογικά, όπως στη χρήση και ανάμειξη των υπαρχόντων μέτρων, όσο και νοηματικά. Ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που μίλησε άμεσα και απροκάλυπτα για τον καθημερινό άνθρωπο και τον εαυτό του, τα πάθη, τις θελήσεις, τα ελαττώματα, τον μόχθο, τα προβλήματά του, με πρωτόγνωρο ρεαλισμό, χρησιμοποιώντας τις πλούσιες εμπειρίες του και τη διεισδυτική παρατηρητική του, απομακρυσμένος. από ευκλειές επικές πράξεις, μυθικές περιπλανήσεις, κατακρίνοντας συχνά την αριστοκρατική λογική και που τόσο λατρεύτηκε αλλά και πολύ συκοφαντήθηκε από ηθικόφρονες, μεταγενέστερους συγγραφείς(175). Μίλησε με την ψυχή του και μας κατέθεσε την ψυχή του, γι&#8217; αυτό και η ζωντάνια του είναι ανεκτίμητη, κάτι που διακρίνεται παρόλη την αποσπασματικότητα των σωζόμενων ποιημάτων του.</p>
<p>Τα ελλιπή τεκμήρια για τη ζωή και το έργο του, με οδήγησαν συχνά σε εικασίες και παραδοχές. Τα περισσότερα σωζόμενα βιογραφικά και ορισμένα συγγραφικά στοιχεία είναι αμφισβητούμενα ή σημεία διαμάχης των ειδικών. Πλήθος από θρύλους και διαδόσεις ανά τους αιώνες γέννησε η ζωή και το έργο του, έτσι ώστε συχνά δεν μπορούμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια. Το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος των δημιουργών του χάθηκε πίσω από το πέπλο του χρόνου και μόνο μερικοί στίχοι και κάποια σκόρπια θραύσματα σώθηκαν, ίσως βιωματικού χαρακτήρα(176) –και αυτό ως ένα βαθμό αμφισβητείται-, με αποτέλεσμα συχνά να χωρίζονται από μια διαφορετική ερμηνεία. Ωστόσο και μετά από μια καματερική βιβλιογραφική έρευνα, αισθάνομαι ότι δεν μπορεί κάποιος να αποδώσει πιστά τα γεγονότα. Μα μέσα στη φαντασία μου πλάστηκε η γοητευτική φυσιογνωμία του, όπως νομίζω ότι πρέπει να ήταν, χωρίς φυσικά να αγνοήσω τα ιστορικά και αρχαιολογικά ευρήματα και τις υπάρχουσες αναλύσεις από τους ειδικούς, εκφράζοντας τη γενικότερη αύρα του χαρακτήρα και των έργων του και συχνά επιλέγοντας την ερμηνεία εκείνη που διευκολύνει την πλοκή και δεν εξασθενεί τη «δύναμη». » του βιβλίου, ή αναπτύσσοντας, συμπληρώνοντας και συνδυάζοντας κατά το δοκούν, ημιτελείς υπάρχουσες σκηνές και συμβάντα –κάτι που κάνουν ακόμα και οι μελετητές, με άλλη φυσικά οπτική και ζητούμενο-, χειριζόμενος έτσι την ελευθερία του μυθιστορηματογράφου, η οποία όμως επιδιώκω όσο μπορώ να μην αυθαιρετεί. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις που συνειδητά «εκτρέπομαι» σε μυθοπλασία, για να εξυπηρετήσω δομικά, θεματολογικά ή αισθητικά το μυθιστόρημα, όμως προσπαθώ να τονίσω με παραπομπή τις επεμβάσεις μου αυτές –τουλάχιστον όπου το κρίνω απαραίτητο-, αν και δεν επιθυμώ να αναλάβω το ρόλο του ειδικού επιστήμονα, που φυσικά δεν είμαι. Προσπάθησα έτσι να δώσω συνάμα μια παράπλευρη ανθρώπινη και παράλληλη με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Άλλωστε η πρόθεσή μου είναι να αποδώσω μια γενικότερη αύρα των γεγονότων και των χαρακτήρων και όχι να ακριβολογήσω.</p>
<p>Μέσα από κάποια ακρωτηριασμένα ποιήματα, συχνά διαφαίνεται ένα σπουδαίο δημιούργημα, με εκπληκτικές εικόνες και αμεσότητα, που είναι δύσκολο να παραστηθεί το τελικό συγκροτημένο συνεχές νόημα και κάποιες φορές φτάνει σε σημείο να μην μπορεί να γίνει ποίημα με τη στενή έννοια. Εκεί ελπίζω να φανούν χρήσιμες οι πινελιές της πεζογραφίας, σαφώς συμπληρωματικές ή επεκτάσεις αυτού.</p>
<p>Πρέπει να ληφθεί επίσης υπ&#8217; όψη, ότι ο 7ος αιώνας π.χ., που έζησε ο ποιητής, ήταν μια μεταβατική περίοδος, αναταράξεων, αποικισμών, κοινωνικών μετασχηματισμών, καθώς άλλα ξεκινούσαν και άλλα χάνονταν.</p>
<p>Όλη αυτή η τεχνική με οδήγησε στην επινόηση κάποιων φανταστικών προσώπων, όπως ο ετεροθαλής αδερφός του Κόκκαλου, ο δάσκαλος Μένιππος, ο ελλανοδίκης Αρίσταρχος και άλλα, και στην απόδοση συμπεριφορών και πράξεων σε αναφερόμενα πρόσωπα που ελάχιστα στοιχεία έχουμε γι&#8217; αυτά, όπως ο μάντης. ή ο Ερξίας. Άλλωστε η σημασιολογική ετυμολογία πολλών ονομάτων τα καθιστά ύποπτα. Έτσι ίσως αποτελούν ποιητικά προσωπεία, παρατσούκλια αληθινών προσώπων ή πλαστά ονόματα που αναφέρονται συγκαλυμμένα σε υπαρκτά πρόσωπα.</p>
<p>Τα κεφάλαια που ανήκουν στην παιδική και εφηβική ζωή του ποιητή είναι προϊόντα μυθοπλασίας, μια και σχεδόν τίποτα δεν γνωρίζουμε γι&#8217; αυτή -εκτός από ένα μυθογενές περιστατικό με τις Μούσες-, αλλά θεωρείται βέβαιο ότι με κάποιο τρόπο διδάχτηκε Όμηρο -με βάση τις επιρροές στο έργο του και τα δρώμενα στην Αρχαία Ελλάδα.</p>
<p>Έτσι οδηγήθηκα στην επινόηση του δάσκαλου Μένιππου, αυθαιρετώντας, μια και πολλά ίσως τα είχε διδαχθεί από την προφορική παράδοση. Βέβαια είναι ότι αρχίζει η γραφή να εξαπλώνεται και να πληθαίνουν τα αγγεία που παρουσιάζουν δείγματά της και αναφέρονται μόνο αποσπασματικά κάποιοι δάσκαλοι, χωρίς την οργάνωση της Κλασικής εποχής. Στο σημείο αυτό δανειστικά και κάποια επιστημονικά στοιχεία μεταγενέστερα, που είναι αμφίβολο για την περίοδο που πραγματεύονται, προσπαθώντας να διατηρήσω το μέτρο και την προσαρμογή.</p>
<p>Συνοψίζοντας μπορώ να πω, ότι κάπως έτσι πιστεύω και φαντάζομαι, με βάση τα σωζόμενα τεκμήρια, ότι θα πρέπει να ήταν η ζωή του μεγάλου αυτού ποιητή.</p>
<p>Για γενική λάθη, παραλείψεις ή ατοπήματα η ευθύνη βαραίνει εξ ολοκλήρου τον γράφοντα.<br />
Αλλά ας αφήσουμε το μυθιστόρημα να μιλήσει μόνο του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΟΨΗ (2010)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΗΣΥΧΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 560px;">Αφιερωμένο στις κόρες μου<br />
και σε κάθε παιδί.</p>
<p>ΟΛΟΙ ΜΟΥ ΛΕΝΕ να μην είμαι άτακτη και να αγαπάω τους γονείς μου. Το πρόβλημα είναι ότι δυσκολεύομαι να τους βρω για να τους αγαπήσω.</p>
<p>Η γιαγιά λέει ότι πρέπει να κάνω υπομονή γιατί οι γονείς μου δουλεύουν σκληρά για να με μεγαλώσουν και είμαι το παν γι’ αυτούς. Πράγματι, βγάζουν πολλά λεφτά και αγοράζουν ωραία πράγματα. Το σπίτι μας είναι συναρπαστικό, γεμάτο με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα σαν το διαστημόπλοιο Εντερπράιζ του Σταρ Τρεκ. Μια τεράστια οθόνη είναι στο σαλόνι που τη λένε χομ-σίνεμα, ένα στέρεο με πράσινα φωτάκια που αναβοσβήνουν, που του έχω βγάλει όλα τα κουμπιά και το έχω λούσει με πορτοκαλάδα και ο μπαμπάς φωνάζει ότι δεν προλαβαίνει να το πάει στο μαγαζάτορα, θεόρατοι πορτοκαλί καναπέδες, που χοροπηδάς πάνω τους και σε πετάνε σαν ελατήρια, στο μπάνιο έχουμε ένα δωματιάκι που το λένε υδρομασάζ και όταν μπαίνουμε μέσα, αντί να μας διακτινίζει, μας πιτσιλάει με νερό, μακριές βαριές κουρτίνες είναι παντού, που πίσω τους φτιάχνεις όμορφες φωλίτσες, πλακέ μάτια κουζίνας που μου αρέσει να τα ανοιγοκλείνω με την αφή -όπως λένε-, παρ’ όλες τις φωνές της γιαγιάς -ευτυχώς που δεν έχουν χαλάσει ακόμα γιατί ποιος τους ακούει-, άσε που το δωμάτιό μου είναι γεμάτο σκορπισμένα παιχνίδια, παρ’ όλες τις προσπάθειες της Ρωσίδας μας που τα μαζεύει και τις παρατηρήσεις της μαμάς το πρωί φεύγοντας για την εταιρεία.</p>
<p>Αυτή η εταιρεία πρέπει να είναι ένα περίεργο μέρος που μαζεύουν μαμάδες και δεν τις αφήνουν να πάνε σπίτι να δουν τα παιδιά τους. Το απόγευμα λέει<br />
ότι την κρατάνε μέχρι αργά και φαντάζομαι ότι είναι δύσκολο να τους ξεφύγει, γι’ αυτό όταν την αφήνουν τρέχει σαν δαιμονισμένη. Η αλήθεια είναι ότι έχει και τόσες δουλειές να κάνει. Πάντως το πρωί που ξυπνάμε. μου αρέσει να σηκώνομαι και να τη βλέπω να ντύνεται, να βάφεται και να γίνεται όμορφη, ενώ μόλις φεύγει, παίρνω τις μπογιές και βάφομαι και εγώ, χωρίς φυσικά να παραλείπω και τις κούκλες μου.</p>
<p>Τη μέρα μου την περνάω μόνη, αλλά ευχάριστα. Τρελαίνομαι να σημαδεύω το φωτιστικό φεγγαράκι του δωματίου μου. με πλαστικά ζωάκια, μπαλάκια ή<br />
παντόφλες (μην το πείτε στη μαμά). Η γιαγιά είναι πολύ αργή για να με προλάβει και έτσι σκορπάω εύκολα τα χαρτιά του καλαθιού τής τουαλέτας σε όλο το σπίτι, ενώ όλοι τσιρίζουν και τάχα με τιμωρούν. Όταν δε ο πατέρας σκάτωσε το παντελόνι του, από ένα ξεχασμένο κωλόχαρτο, καθώς κάθισε στον καναπέ, μου έδωσε ένα χαστούκι που με πόνεσε και έκλαιγα για ώρες. Η γιαγιά είπε ότι το έκανε για το καλό μου, για να γίνω καλό και υπάκουο παιδί. Είναι πολύ σοφή και θα ξέρει. Πάντως εγώ βρίσκω διασκεδαστικό το παιχνίδι με τα κωλόχαρτα. Άλλωστε έχω βαρεθεί τις κούκλες και τα άλλα παιχνίδια μου που τα προτιμώ μόνο αν θέλω να παίξω μόνη στο δωμάτιό μου.</p>
<p>Η γιαγιά λέει ωραία παραμύθια το μεσημέρι, μόνο που κοιμάται εύκολα, αλλά της γαργαλάω τις πατούσες και ξυπνάει. Η μάνα της, λέει, ζούσε κάποτε στη<br />
Μικρά Ασία, με κάτι παράξενους ανθρώπους που τους λέγανε Τούρκους. Δεν ήταν κακοί, αλλά δεν έτρωγαν χοιρινό -που εμένα μου αρέσει- και δεν έκαναν το σταυρό τους. Στο τέλος αγρίεψαν και τους διώξανε από εκεί. Πιστεύω ότι ο μπαμπάς μπορεί να ήταν παλιά Τούρκος, γιατί συχνά είναι άγριος και φωνάζει. Μια φορά μάλιστα, φώναζε στη γιαγιά να φύγει, γιατί με κακομαθαίνει και νομίζω ότι κάποιος σαν αυτόν έδιωξε και τη μάνα της κάποτε από τη Μικρά Ασία.</p>
<p>Όμως όταν δεν υπάρχει λόγος να φωνάζει, βρίσκεται μόνιμα ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού. Λέει ότι κουράζεται πολύ στη δουλειά και από<br />
ό,τι φαίνεται έχει πέσει σε τύραννους. Μου αρέσει όμως να του πηγαίνω νερό, την εφημερίδα και τις παντόφλες. Λέει τόσο γλυκά ευχαριστώ, αλλά κάνει πολύ σπάνια το αλογάκι, που μου αρέσει τόσο, κυρίως μόνο τις Κυριακές.</p>
<p>Θα ήθελα οι γονείς μου να δούλευαν λιγότερο και να παίζανε περισσότερο μαζί μου.</p>
<p>Το καλοκαίρι πήγαμε διακοπές και περάσαμε υπέροχα. Κρίμα που δεν πήραμε μαζί και τη γιαγιά. Είναι γριά γυναίκα είπε και δεν αντέχει. Εμένα μου φαίνεται πολύ αντοχής, με τόσες δουλειές που κάνει και έτσι όπως με κυνηγάει. Της το είπα και ξεκαρδίστηκε στα γέλια, χωρίς να μου απαντήσει.</p>
<p>Στο δρόμο λίγο ταλαιπωρήθηκα, γιατί ήταν μακριά και έκανα δυο εμετούς στο αυτοκίνητο και ο μπαμπάς φώναζε για την ταπετσαρία της Ρόβερ. Αλλά τελείωσε το μαρτύριο και έφαγα πολλά παγωτά και πατατάκια. Κάθε μαγαζί είχε και ένα ψυγείο παγωτών και οι γονείς μου ποτέ δε μου έλεγαν όχι. Είμαι και λίγο κλαψιάρα εδώ που τα λέμε και ο μπαμπάς έλεγε συνέχεια «πάρ’ της το να ησυχάσουμε» και έτσι ησύχαζα. Τους έπεισα έτσι να μου πάρουν κούκλες, πλαστικά ψαράκια, κοχυλάκια, πολύχρωμα βραχιόλια, δακτυλίδια και άλλα πράγματα που δεν τα θυμάμαι. Η μαμά τσίριζε και έλεγε ότι είμαι κακομαθημένο και ότι τους έβγαλα τις διακοπές από την μύτη. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν αυτό, πόσο μάλλον αφού η μαμά είχε μικρή γαλλική μυτούλα, όπως έλεγε η ίδια. Σίγουρα θα την ξεχείλωσαν, γι’ αυτό είχε συνάχι μερικές φορές.<br />
Αλλά αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η θάλασσα. Δε μπορούσαν να με πείσουν να φύγω, παρ’ όλο που μου έταζαν παγωτά και παιχνίδια και πάντα<br />
έβαζα τα κλάματα. Η μαμά ήταν ξαπλωμένη συνέχεια στην άμμο για να μαυρίσει, ήταν αφηρημένη και δεν με άκουγε όταν της μιλούσα για τα βότσαλα και τα πηγάδια που έφτιαχνα στην ακρογιαλιά, ενώ ο μπαμπάς κάτω από την ομπρέλα διάβαζε εφημερίδα.</p>
<p>Δίπλα στο δωμάτιό μας έμενε ένα λεπτό κίτρινο κοριτσάκι που μιλούσε περίεργα και έβγαζε κραυγές. Η μαμά έλεγε πως ήταν καθυστερημένο και το λυπόταν. Εγώ πίστευα ότι ήταν Κινέζα και ήθελα να την ρωτήσω αν ήξερε τη Μουλάν ή είχε ακούσει τίποτα γι’ αυτήν. Στο τέλος όμως το ξέχασα. άσε που μου φάνηκε και αρκετά μικρή για να ξέρει τέτοια πράγματα.</p>
<p>Τη ζήλευα πάντως πάρα πολύ. Οι γονείς της έπαιζαν συνέχεια μαζί της. Στην παραλία ο πατέρας της έφτιαχνε πολύ ωραία κάστρα στην άμμο, ενώ την<br />
έκανε συνέχεια βουτιές στη θάλασσα. Η μαμά της ζωγράφιζε κοπέλες, που τις έκοβαν και έπαιζαν, όταν ήταν στο διπλανό μας μπαλκόνι. Μου έδωσαν και εμένα δυο χάρτινες ζωγραφιές που τις φυλάω στα παιχνίδια μου και είναι οι αγαπημένες μου.</p>
<p>Στο εστιατόριο έπαιζαν συχνά κυνηγητό μαζί της και μάλιστα μερικές φορές κυνήγησαν και μένα. Πήγαινα συχνά στο τραπέζι τους και η μαμά φώναζε ότι<br />
τους ενοχλώ και να φύγω. Πάντως εγώ πίστευα αυτούς, που δεν έδειχναν ενοχλημένοι και το επαναλάμβαναν συνέχεια, παρ’ όλο που η μαμά έλεγε ότι το έλεγαν από ευγένεια.</p>
<p>Όταν επιστρέψαμε στην Αθήνα στεναχωρήθηκα πολύ, γιατί έχασα τόσο ωραίες ασχολίες. Θα έπρεπε να γυρίσω στα κωλόχαρτα και στα πλαστικά ζωάκια. Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν η συντροφιά της γιαγιάς.</p>
<p>Όλοι όμως έδειξαν άσχημες διαθέσεις. Είχα μεγαλώσει πια, από Σεπτέμβριο θα πήγαινα νηπιαγωγείο και έπρεπε να κόψω τη βραδινή πάνα και να ξυπνάω<br />
να κάνω τα τσίσα μου στην τουαλέτα. Μου εξηγούσαν -αν και δεν τους πίστευα, τόσα ψέματα που μου είχαν πει-, ότι το νηπιαγωγείο είναι πιο συναρπαστικό από τον παιδικό, που με είχαν πάρει άρον άρον επειδή<br />
έκλαιγα.</p>
<p>Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μεγαλώσω αφού δεν έχει πολύ πλάκα. Κατουράω ακόμα το στρώμα, άρα είμαι ακόμη μικρή. Το φροντίζω πίνοντας πολύ νερό ή χυμούς το βράδυ. Όλοι πιστεύουν πως είμαι μωρό και μου φέρονται σαν μωρό συμβουλεύοντάς με. Νιώθω λίγο βρώμικη, αλλά ανακουφίζομαι όταν με καθαρίζουν το πρωί. Η μαμά μου φαίνεται πολύ<br />
αγχωμένη και σηκώνεται πάντα λίγο νωρίτερα να με πλύνει.</p>
<p>Αύριο είναι η πρώτη μέρα που θα πάω σχολείο, αλλά ψήνομαι στον πυρετό.<br />
Ως πότε θα αντιστέκομαι; Δε θέλω ούτε να είμαι ήσυχη ούτε και να μεγαλώσω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ο ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<h6 style="text-align: center;"><strong>«ΦΩΣ»</strong></h6>
<p>Τα ποτάμια, τα τρεχούμενα κρυστάλλινα νερά, τις παραλίες με την καυτή σμαραγδένια άμμο που τη γλείφει παφλάζοντας το σιγανό κυματάκι με τη δροσιά του, τα πλεούμενα που χαράζουν την απέραντη γαλήνη τής θάλασσας -γυρνώντας τους παράκτιους τόπους σκιαγράφησα τη χώρα, ενώ καθώς περιπλανιόμουν ρεμβάζοντας στα ενδότερα, σχημάτισα ανάγλυφα τα βουνά και τα ποτάμια της, σαν νοερή τρελά γητεμένη ακίδα βυθισμένη στο μέλι της ζωής-· τα αρχαία, πόσο με συνάρπαζαν τα αρχαία με την απολιθωμένη, νοηματική ομορφιά τους, οι ναοί, οι τοιχογραφίες, οι πίνακες ζωγραφικής, παραστάσεις που σε ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, μαθαίνοντας, τα λευκά<br />
τους μάρμαρα που ακτινοβολούσαν καθάρια, σαν απόκοσμη αρχαία δύναμη στο φεγγοβόλο ήλιο, που κόρωνε στις παραλίες τα γυμνά κορμιά μας και το<br />
φως του κρουνηδόν έλουζε επιδεικνύοντας τα πάντα- τα γεύτηκα όλα -γλυκό σιρόπι στο στόμα μου- και εσύ πάντα μαζί μου, να περιφέρεσαι αδόλεσχα σε αιγαιοπελαγίτικα καντούνια, ψηλόλιγνη, πανέμορφη, με χυτά ξανθά μαλλιά -άγγελέ μου-, να χρυσίζουν τρεμοπαίζοντας στεφανωμένα από δυσμικούς φωτισμούς, όχι όπως εδώ με κρεμασμένο το δέρμα σου από την κούραση, μια ακαθόριστη ανησυχία να διαβρώνει αμήχανη τα χαρακτηριστικά σου και την κόμη σου φτιασιδωμένη, αλλά με φροντισμένη ανακατωσούρα- πέφτει και αυτή η χλομή κιτρινίλα της τσιμεντούπολης πάνω σου και χειροτερεύει τα πράγματα και κάνει τις ρυτίδες σου να βαθαίνουν γυαλίζοντας αρρωστημένα, ενώ εκεί διαλαλούσαν λάμποντας, βοηθούσε βέβαια και το εαρινό φως ή η αντανάκλαση του χιονιού, που σε λείανε γλυκαίνοντάς σε -συνήθως τα<br />
ταξίδια μας γινόντουσαν σε τέτοιες συνθήκες-, και λέγαμε τόσο ωραία λόγια που καρφώνονταν στα πράγματα, που σβήστηκαν όμως στο εφήμερο «τότε», μας ρουφούσαν όμως στη ζωή, αχ αυτή η ζωή, ένα κομμάτι που μια λέει τα πάντα και μια τίποτα.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>«ΕΜΕΙΣ»</strong></h6>
<p>Πάντως εμείς περάσαμε καλά, τότε, εκεί στα νησιά, στα βουνά, στα πελάγη, παντού, εκτός από τη χλομή πόλη, όλα εξάλλου από απόσταση μυθοποιούνται και ωραιοποιούνται, ενώ η κάθε τωρινή στιγμή είναι τόσο κενή, απελπιστική θα έλεγα -γιατί να μην το πω;-, άρα η ευτυχία μας είναι και θα είναι το παρελθόν, ό,τι ζήσαμε και είδαμε, γιατί είχαμε την πρόθεση να δούμε την ομορφιά τους -ρε λες να μην υπήρχε;-, όχι τέτοιες πεσιμιστικές σκέψεις Γρηγόρη, τελεία και παύλα, περάσαμε υπέροχα, καθώς ακολουθούμασταν<br />
από καλή παρέα, τον Τάκη με τα αστεία, τις έξυπνες ατάκες, την πηγαία διασκεδαστική ζωηρότητα και το σπινθηροβόλο βλέμμα, πόσο γέλασα αλήθεια, τη Νικόλ με την εξωτική βόρια ομορφιά της, ζήλεψες και ας μην την άγγιξα, παρ’ όλες τις υπόνοιές σου, σημείο απόλαυσης και αυτές και ας μην το καταλαβαίναμε άμεσα, το κασετόφωνο να παίζει ενδύοντας τα πάντα,<br />
ερωτευμένα ζευγαράκια να αγκαλιάζονται σε νυχτερινούς περιπάτους -αυτό αν δεν ήταν όμορφο θέαμα—, οι ροδαλοί αυθόρμητοι γηγενείς χωριάτες να περιφέρονται γελώντας βροντερά και πειράζοντας τις τουρίστριες, όχι σαν τους Αθηναίους με την αφόρητη προσποιητή ευγένεια και διστακτικότητα, που δίνει την αίσθηση του εγκλωβισμού, και τους νοσταλγώ όλους όλο και περισσότερο, τώρα που καλοκαιριάζει, να ντύσουν με την παρουσία τους τα πράγματα, πού πήγαν άραγε αλήθεια;</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>«ΑΛΗΘΕΙΑ»</strong></h6>
<p>Τι όμορφος αλήθεια αυτός ο οδηγός, γεμάτος εικόνες, ζωντανά χρώματα, ιλουστρασιόν χαρτί, μεγαλόστομες εκθειάσεις, περιγραφές άλλων παράλληλων κόσμων, που δε θα τμηθούν ποτέ με το δικό μου -τώρα μιλάω και σαν συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, συγχωρέστε μου την αλλοπρόσαλλη αυθαιρεσία-, γιατί δε θα πάω ποτέ εκεί και ζητώ μια παρηγοριά, έστω και.<br />
με αυτή τη διάνθιση της πραγματικότητας, εγώ ο καρφωμένος σ’ αυτήν την αναπηρική καρέκλα, άσε που δεν έχω και τα λεφτά, άλλα δε μου είναι αλαργινά, τα βλέπω μπροστά μου, τα φαντάζομαι, πλάθω τόσο ωραίες ιστορίες με τη φαντασία μου, μέσα στην ηθελημένα συγκεχυμένη συνείδησή μου, που φτάνουν σε σημείο να χαράζονται απαράγραπτες στη μνήμη μου,<br />
σαν υπαρκτά βιώματα και να αναπαράγονται και όταν τις θέλω να πετάγονται ολοζώντανες σαν πραγματικές, μα τι λέω, πιο αληθινές από τις αληθινές,<br />
βοηθάνε βέβαια και οι τουριστικοί αυτοί οδηγοί, αισθάνομαι δε μέχρι και ότι τις ζω, αυτό είναι μια πραγματική διασκέδαση, τα έχω γευτεί σχεδόν όλα, ας μην έχω πάει πουθενά και άμα δε σας είχα πει την αλήθεια, είμαι σίγουρος ότι θα ζηλεύατε κιόλας την επίφαση αυτή.<br />
0 ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΤΕΛΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΟΣ.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>ΛΑΟΙ ΠΑΡΑΜΙΛΟΥΣΑΝ, οι περισσότεροι έρχονταν να μου ζητήσουν τσιγάρο, κάποιος με σταμάτησε και με υπερηφάνεια μου ανακοίνωσε ότι ήταν<br />
από τη Λαμία, ενώ κάποιος άλλος με στραβοκοιτούσε απειλητικά. Τραβήχτηκα σε μια γωνιά να ησυχάσω. Πήρα έναν καφέ από το κυλικείο και ήρεμος πια, απολαμβάνοντας το ρόφημα, βάλθηκα να παρατηρώ, πότε αφηρημένος και πότε περίεργος.</p>
<p>Η ψυχιατρική κλινική είχε έναν ειδυλλιακό καταπράσινο κήπο, γεμάτο πεύκα, ζαρντινιέρες με πολύχρωμα λουλούδια, περιποιημένα πλακόστρωτα πεζοδρόμια και φρεσκοβαμμένα κτίρια. Μέσα στον ανοιξιάτικο ήλιο έμοιαζε σαν απομονωμένος παράδεισος. Σε αυτόν περιφερόντουσαν, ωχρές και παρατημένες, συντετριμμένες ψυχές, χαμένες στο λαβύρινθο του νου, πτύελα ενός άτεγκτου κόσμου που κατέρρευσαν κάτω από το βάρος των απαιτήσεων ή των δύσκολων περιστάσεων. Μελαγχόλησα από τις σκληρές σκέψεις μου. Τι με έπιασε πάλι;</p>
<p>Τότε είδα το εν λόγω στιγμιότυπο, που χαράχτηκε στη μνήμη μου, για να μου θυμίζει την ατέλεια των δικών μου συναισθημάτων, κόντρα στην τετριμμένη<br />
ιδιοτελή ηθική και υποκρισία, που διαποτίζεται από τους συμβιβασμούς και τις απογοητεύσεις της καθημερινότητας.</p>
<p>Κρατιούνταν ανάλαφρα χεράκι, χεράκι, σαν δυο νεαρές εφηβικές ψυχές, που βγήκαν κατάλευκες μακριά από τα στίγματα του κόσμου, που παρ’ όλο που<br />
είχαν τσακίσει τα χαρακτηριστικά τους, άφηναν να διαρρεύσουν δυο ζωηρά και ευτυχισμένα μουτράκια.</p>
<p>Όχι, δεν ήταν παιδιά! Θα ήταν σαράντα με σαράντα πέντε χρόνων ο καθένας, δύσκολο να καταλάβεις ηλικία μετά από τα παρεπόμενα τόσων χαρακιών και<br />
εξάρσεων πόνου.</p>
<p>Το παντελόνι του φαρδύ και στραβοβαλμένο, το φερμουάρ να κοιτά στα πλάγια, το πουκάμισο μισοβαλμένο κάτω από τη ζώνη του -που του έσφιγγε<br />
άτσαλα τη μέση-, λίγο ανοιχτό στο στήθος -θα ορκιζόταν η ετέρα ψυχή ότι ήταν δείγμα ερωτισμού-, με λίγες μαύρες τρίχες να προβάλλουν σγουρές, ενώ το σκούρο μαλλί του χυνόταν λιγδωμένο και ακατάστατο προς ετερόκλητες κατευθύνσεις.</p>
<p>Αυτή, με φαρδιά τσιγγάνικη φούστα με σούρες, μια μπλούζα παράταιρα επίσημη με στρας, παπούτσια πέδιλα με στραβοκομμένα απεριποίητα νύχια<br />
-δείγμα εγκατάλειψης-, γκριζαρισμένο κοντό μαλλί και φαφούτικο χαμογελαστό στόμα, με ελάχιστα μικρά μυτερά δοντάκια.</p>
<p>Του κρατούσε το χέρι, κουνώντας το με νεανική ζωντάνια, με αέρινους κυματισμούς μέσα στα φαρδιά της ρούχα, τον κοιτούσε τρυφερά με λιγωμένο βλέμμα, ενώ έπαιζαν τα τσίνορά της στις καλοκαιρινές φωτεινές ανταύγειες του απομεσήμερου.</p>
<p>Εκείνος έβλεπε ίσια, με κορεσμένη αυταρέσκεια, προσπαθώντας να συγκαλύψει το πάθος του -λόγω, ίσως, μιας αρρενωπής σοβαρότητας και σκληρότητας-, που ξεχείλιζε όμως παρά ταύτα από όλο του το είναι. Θα ορκιζόταν κανείς ότι του ήταν απαραίτητη, τον συμπλήρωνε, τον ολοκλήρωνε και δε θα μπορούσε να ζήσει ποτέ χωρίς αυτήν.</p>
<p>Εκείνη τον κοιτούσε χωρίς να τον χορταίνει. Ήταν ο ήλιος της, τη ζέσταινε, την ανάσταινε, ζωοποιός μετά από τόσα δεινά, ένα νόημα ζωής και ελπίδας και της έδινε το φιλί που έχυνε τη γλύκα, ό,τι χρειάζεται το πρόσωπο κάθε γυναίκας για να λάμψει και να του δώσει τόση ομορφιά, που να εξαλείψει ή να ευτελίσει κάθε ατέλεια.</p>
<p>Με την έκρηξη του πάθους τους έμοιαζαν όλα γύρω να ατονούν, να χάνουν τη σημασία τους, αποτελούσαν μόνο αυτοί το επίκεντρο του κόσμου, μακριά<br />
από ωραιοποιημένες μελώσεις μοντέλων «Μπάρμπι» με χρυσά μαλλιά, με τα φτιαχτά και παραφουσκωμένα ειδύλλιά τους, και εύπλαστων καλογυμνασμένων νεαρών, που τόσο μας πόνεσαν κοιτώντας τους εαυτούς μας.</p>
<p>Τους παρακολουθούσα με αδιάκριτο, παρατεταμένο βλέμμα. Όμως δεν τους ένοιαζε. Ήταν τυλιγμένοι στην πληρότητά τους, σε έναν ευτυχισμένο κόσμο που τον ζήλεψα για τα ανενδοίαστα, απόλυτα αισθήματά του, καθώς υποσχόταν αυτή την αγνή και πολυπόθητη «Αιώνια Αγάπη», που τόσο μας έλειψε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΑ (2007)</strong></h4>
<p>(Περίληψη)</p>
<p>Από τον Άρη -αυτόν τον αμφιθυμικό, παράξενο νέο- ξεκίνησαν όλα. Είναι ένα ταραγμένο βιογραφικό μυθιστόρημα ενός αγνώστου, που δε θέλησε να το δημοσιεύσει ο ίδιος. Ήταν μοιχός, εγωιστής, δολοφόνος, ή ήθελε απλώς να αλλάξει τον εαυτό του και τον κόσμο; Ποιος θα αποφανθεί με βεβαιότητα; Είναι η αλήθεια τόσο σχετική; Ένα μυθιστόρημα για τη συζυγική ζωή και την τρομοκρατία, όπως &#8220;εν θερμώ&#8221; εκφράζεται από τον ίδιο το δράστη, γραμμένο για να εξηγήσει τη στάση του στην άλλοτε σύντροφο του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά</strong></h5>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 25/12/2021</p>
<p>Επίκαιρη και διαχρονική η αρχαία ιστορία μας. Γεμάτη μύθους με έννοιες που έχουν ανοίξει δρόμους να ακολουθούν και να εμπνέονται οι νεότερες γενιές.<br />
Μια ανάλογη έμπνευση από την αγάπη που τρέφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής, για την αρχαία ελλάδα, τον ώθησε να γράψει το βιβλίο «Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά».<br />
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες. Έξη μυθολογήματα προερχόμενα από το ένδοξο παρελθόν και δέκα μικρά πεζά σύγχρονα διηγήματα. Εκδόσεις Κέδρος.<br />
Στα μυθολογήματα ο συγγραφέας καταπιάνεται από τον καταγεγραμμένο μύθο και επεκτείνει μέσα από τη φαντασία του στιγμές και περιστατικά από τις ζωές των ηρώων και ηρωίδων του, αποδίδοντας με τη δική του λογοτεχνική δυναμική τις ιστορίες τονίζοντας με την πλούσια γραφή του τα σημεία εκείνα που θέλει να αναδείξει.<br />
Με σύγχρονη ματιά ακολουθεί τους μύθους ρίχνοντας το δικό του φως επάνω τους. Σε κάθε ένα μυθολόγημα εισάγει την κεντρική θεματική του μέσα από όμορφες αφηγήσεις κι έξυπνους διαλόγους, αποδίδοντας στα μέγιστα το μέσο έκφρασης των δικών του συναισθημάτων και τον τρόπο κατανόησης των βιωμάτων των χαρακτήρων που επεξεργάζεται και αναλύει.<br />
Όλα τα διηγήματα διατρέχουν πλήθος μεταφορών και εικόνων καθώς από έναν ιδεατό κόσμο που περιγράφει ο συγγραφέας με το ύφος της γραφής του φέρει τη μετάβαση τους στην πραγματικότητα.<br />
Εξωτερικεύει μέσα από τη δική του πνευματική δύναμη και γνώση όσα νιώθουν κι αποζητούν οι ήρωες του στον μοναδικό κι αυτόνομο πρωτοποριακό τους κόσμο. Σαν θα θέλει ο συγγραφέας να κάνει τον αναγνώστη να ακούει τα λόγια τους, και μέσα από αυτά, να αισθάνεται, να βυθίζεται στα όνειρα τους.<br />
Λιτός – κατανοητός λόγος και άρα πετυχημένος. Περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις χρησιμοποιώντας επιδέξια τη λογοτεχνική γλώσσα, συμπλέκοντας το παρελθόν με την πραγματικότητα του σήμερα σε ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα που διαβάζεται ευχάριστα, μαθαίνοντας ταυτόχρονα, ο αναγνώστης, τα μικρά μυστικά που κρύβει η ιστορία και τον μύχιο κόσμο των πρωταγωνιστών.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK.GR 14/1/2022</p>
<p>Η διαρκής ανάγνωση του νέου βιβλίου του Γρηγόρη Τεχλεμετζή μου φέρνει στο μυαλό τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο ποιητής εκκινεί συχνά από μια λεπτομέρεια της ιστορίας, ή μια ασήμαντη αφορμή της ιστορικής συγκυρίας για να πλάσει τα υποβλητικά του σκηνικά, για να σκηνοθετήσει τα ποιήματά του. Δεν είναι ιστορικός, δεν τον ενδιαφέρει η ιστορική ακρίβεια. Θέλει όμως να δημιουργήσει μια νέα εμπειρία, την οποία θα μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό.<br />
Kάτι ανάλογο συμβαίνει και στα «μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά» του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέρδος. Το πρώτο μέρος του βιβλίου αποτελείται από έξι διηγήματα που βρίσκονται σε γόνιμη ανταπόκριση με το μυθολογικό παρελθόν και τη ιδιάζουσα και άκρως δημιουργική πρόσληψή του από τον συγγραφέα, ενώ το δεύτερο αποτελείται από δέκα μικρά πεζά σύγχρονα διηγήματα. Ο συγγραφέας αξιοποιώντας την αρχαία ιστορία και την επίδραση που του ασκεί επεκτείνει τους μύθους με τόλμη και παρρησία. Παρελαύνουν από μπροστά μας πρόσωπα που γνωρίζουμε από τα αρχαία κείμενα, τα έπη ή τον κόσμο των προγόνων μας γενικότερα. Η Ξανθίππη, ο Λαέρτης, ο Σίσυφος, ο Δημόφιλος ο Θεσπιεύς και άλλοι, για τους οποίους ο Τεχλεμετζής τρέφει ίσως κάποια συμπάθεια και θέλει να τους κάνει πρωταγωνιστές στα δικά του ευφάνταστα σενάρια. Με τη φαντασία του λοιπόν να καλπάζει, τους πλάθει ελεύθερα, όπως επιθυμεί, μέσα από ένα προσωπικό, λοξό βλέμμα. Και δεν γίνεται να μην μνημονεύσω εδώ το εκτενές προηγούμενο πόνημά του, το εκτενές ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Αρχίλοχος του» (Γαβριηλίδης 2016). Αρέσουν στον Τεχλεμετζή τα παίγνια με έναν κόσμο που έχει παρέλθει, και με άνεση κινείται στο επίπεδο φαντασίας-πραγματικότητας, στα πλαίσια μιας ιδιότυπης διαλεκτικής. Τα στοιχεία αυτά επιδέξια τα βάζει να συνομιλούν, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα ρέουσα, γεμάτη εκφραστικότητα και πάθος. Εύστοχοι και ουσιαστικοί οι διάλογοί του έχουν λειτουργικό ρόλο ή συμπληρώνουν την δράση, προσδίδοντας ζωντάνια στο όλο εγχείρημα.<br />
Γιατί μας ενδιαφέρει αυτή η προσέγγιση του Τεχλεμετζή; Γιατί εισάγει το νέο και αντιτάσσεται σε κάτι ήδη γνωστό. Για παράδειγμα, με ένταση και αγωνία ψυχής παρακολουθεί κανείς τη μυστική ζωή του Λαέρτη, τον κρυφό του έρωτα, τον χρόνιο ανικανοποίητο πόθο του, τα συναισθήματα που δεν τόλμησε ποτέ να μετατρέψει σε λέξεις στο όνομα μιας κάποια ηθικής. Επίσης, τεχνηέντως εμπλέκεται ο αναγνώστης στον ψυχικό κόσμο της Ξανθίππης στο αντίστοιχο εξαιρετικό διήγημα.<br />
Ο μύθος είναι εκεί στέρεος και επιβλητικός και μας ακολουθεί. Όμως έχει ενδιαφέρον να βλέπουμε πώς αναδομείται αυτός μέσα από άλλες οπτικές, καθώς και τι διαστάσεις μπορεί να πάρει. Η συνύπαρξη του παρελθόντος και του παρόντος μέσα από τη διασκεδαστική γλώσσα του συγγραφέα συμβάλλει ώστε ο αναγνώστης να απολαμβάνει καταστάσεις ανοίκειες. Μάλιστα εισπράττει πως ο συγγραφέας μέσα από τις λέξεις έχει τη δύναμη να ανατρέπει, να αναπροσαρμόζει, να υποθέτει, να γκρεμίζει και να φτιάχνει από την αρχή. Ο Τεχλεμετζής υποδύεται ρόλους, δημιουργεί περσόνες, αυτοσκηνοθετείται, κόβοντας τα νήματα με την παράδοση και δημιουργώντας για τους ήδη γνωστούς ήρωες μια καινούργια πραγματικότητα, μέσα στην οποία εκείνοι αλλάζουν συνήθειες, συμπεριφορές και αξίες. Γίνονται άλλοι! Άγνωστοι άλλοι! Kαι φαντάζουν ηθοποιοί σε ξένο έργο και ταξιδιώτες σε αλλότριες ατραπούς. Εδώ είναι το κλειδί. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον οι μεταμορφώσεις τους. Με άλλο τρόπο, θα λέγαμε πως πρόκειται για έκφραση απλά των μύχιων σκέψεων και των τολμηρών φαντασιώσεων των υποκειμένων ή των άρρητων και καταπιεσμένων επιθυμιών τους.<br />
Η δύναμη της περιγραφής και η διαύγεια της αφήγησης, καθώς και η αμεσότητα, σε συνδυασμό όμως και με τις ποικίλες ανατροπές που επινοούνται, είναι χαρίσματα που διαρκούν σε ό,τι αφορά την γραφή του Γρηγόρη Τεχλεμετζή.Η ταλάντευσή του σε διάφορες εκφάνσεις του ύφους (καυστικό, ειρωνικό, σοβαρό, χαριτωμένο) κερδίζει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Η τεχνοτροπία που υιοθετείται είναι δραστική και προσφέρει αισθητική απόλαυση και αυτό είναι που έχει σημασία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 8/01/2022</p>
<p>ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μυθολογήματα</p>
<p>Όταν πριν από λίγα χρόνια ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής έγραφε το μυθιστόρημά του Ο Αρχίλοχός του (Γαβριηλίδης, 2016) είχε δείξει τον τρόπο που προσεγγίζει την αρχαιότητα (μύθους και πρόσωπα) προσθέτοντας μια σύγχρονη επίκαιρη ματιά σε όσα το παρελθόν έχει διασώσει ως τις μέρες μας. Έτσι και τώρα, στην πρόσφατη συλλογή του με διηγήματα, αντλεί για έξι από αυτά (που συνιστούν και το πρώτο μέρος του βιβλίου) τη θεματική του από αρχαίους μύθους, με μικρές εκτινάξεις στο σήμερα για να δούμε τον απόηχο, τον σχολιασμό, την ενσωμάτωση στη σύγχρονη ζωή. Με την πλοκή να μοιράζεται εύστοχα ανάμεσα στη γνωστή εκδοχή του μύθου και στη λογοτεχνική επεξεργασία, προτείνει (αν η λογοτεχνική επινόηση θεωρηθεί πρόταση) μια αναψηλάφηση ή και προέκταση συχνά του παραδεδομένου, μια άσκηση στην ευφυή σκέψη: τι θα γινόταν αν… ή ποια θα μπορούσε να είναι η άλλη, η αθέατη πλευρά των μυθικών επινοήσεων;</p>
<p>Έτσι, θα δούμε τον Σίσυφο να συναντά την Περσεφόνη, να σχολιάζει τον Άρχοντα των σκοτεινών περασμάτων, να αφήνει το ερώτημα να πλανιέται: τι απέγινε επιτέλους ο Σίσυφος; χωρίς κανείς να μπορεί να δώσει απάντηση· μα ποιος ξέρει την αλήθεια και το ψεύδος του μύθου, ποιος τα όρια του μύθου; Αλλού θα απομονώσει τον ένα Θεσπιέα από τους επτακόσιους, γιατί αν η ιστορία (μα και ο μύθος) αγαπά το σύνολο και αυτό δοξάζει τελικά, δεν πρέπει η λογοτεχνία να αποκαταστήσει τη μοναδική προσωπικότητα, να διασώσει τον ανώνυμο ήρωα; Μα, και η γυναικεία παρουσία δίπλα στη μοναδική προσωπικότητα (ας είναι αυτός ο Σωκράτης) δεν λειτουργεί καταλυτικά σε όσα αυτός πράττει; Κι εκείνος ο Λαέρτης, ένα από τα πρόσωπα που ως δευτεραγωνιστές δίπλα στους μυθικούς ήρωες διασώζουν το όνομά τους επ’ ολίγον, δεν είχε άραγε προσωπική ζωή, δεν κατακλυζόταν από πάθη; Αυτά και άλλα θα επιλέξει ο Τεχλεμετζής για να δώσει, για μια ακόμη φορά, τη δική του γραφή δίπλα στη γνωστή, όχι από μια επιφανειακή έλξη προς τον αρχαίο κόσμο για να δέσει τη θεματική του σε λόγο, αλλά από μια ουσιαστικότερη επιλογή να φέρει τον μύθο στο σήμερα, να τον αφηγηθεί με τον δικό του τρόπο, όχι αποθεώνοντας το παρελθόν αλλά αναδεικνύοντας τη συνέχειά του στο σήμερα. Άλλωστε, όπως γράφει σε μία από τις ιστορίες του: Πάντα μου άρεσε να φαντάζομαι πράγματα. Όσο πιο πολύ εγκλωβιζόμουν στην πραγματικότητα, τόσο πιο πολύ αρεσκόμουν στο να ψάχνω τα άφταστα, ακόμα και – γιατί όχι; – τα ανόσια. («Η φαντασία», σελ. 109)<br />
Ωστόσο, δεν εξαντλείται σε όλο αυτό η θεματική του βιβλίου, καθώς στη συλλογή συμπεριλαμβάνονται ακόμη δέκα μικρά πεζά (ή αλλιώς έντεκα πλην ένα) με σύγχρονα θέματα, που ασκούνται στη μικρή φόρμα, δύσκολο είδος αν πρόκειται να αποδοθεί σε ελάχιστο σώμα το θέμα, ο ήρωας, η πλοκή. Ο Τεχλεμετζής επιλέγει εδώ την πρωτοπρόσωπη γραφή, άλλοτε με τη λειτουργία της μνήμης να διασώζει πρόσωπα και πράξεις, και άλλοτε σε ύφος εξομολογητικού μονολόγου να παρουσιάζει πλευρές του, επινοημένες ή αληθινές, χωρίς φυσικά να ενδιαφέρει (καθόσον λογοτεχνία) τι από τα δύο ισχύει. Ίσως να έχει περισσότερο ενδιαφέρον να δούμε αυτές τις σύγχρονες μικρο-ιστορίες ως αντίστιξη στα μυθολογικά που έχουν προηγηθεί, έναν τρόπο να δεθούν όλα τα κείμενα κάτω από την ίδια στέγη.</p>
<p>Πρόκειται για ένα συγγραφέα που αγαπά τη γραφή (αυτό εύκολα γίνεται αντιληπτό), που όμως δεν γράφει συχνά, γεγονός που σημαίνει ότι συνδέει το γράψιμο με την πρόθεση να πει κάτι ουσιαστικό και καθόλου ευκαιριακό. Οι λέξεις αποτελούν ένα παιχνίδι που έχει ως στόχο του την αίσθηση της ζωής, όπως θα γράψει σ’ αυτό το εισαγωγικό κείμενο που αθροίζεται μαζί με τα υπόλοιπα και ταυτόχρονα αφαιρείται (πλην ένα): «Τι παράξενο παιχνίδι. Ποιος ο στόχος του;» είπε σπαθίζοντας φωτογραφικά τα βλέφαρά της. «Στόχο έχει να νιώθεις ότι ζεις. Όσο πιο πολύ σε συνεπαίρνει, τόσο πιο πολύ ζωντανεύεις. Τι αν την κάνεις τη ζωή όταν έχεις τις λέξεις;» («Το παιχνίδι των λέξεων», σελ. 8).</p>
<p>Σημαντική συμβολή στη συνολική αισθητική του βιβλίου έχει το έργο της Κατερίνας Τεχλεμετζή που κοσμεί το εξώφυλλο. Φιγούρες που καταργούν τα όρια ανάμεσα στις αληθινές μορφές και στις μυθικές αποτυπώσεις.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/1/2022</p>
<p>Ο λόγος γίνεται Λόγος</p>
<p>Η βιωμένη αρχαιομάθεια μετατρέπει αυτά τα ευσύνοπτα αφηγήματα σε κεκανονισμένον διαλογισμόν μοναχού αφιερωμένου στην προσευχή μετά τις καθημερινές εργασίες.</p>
<p>Ενσωματωμένο στο τώρα το αρχαίο πνεύμα μπορεί να βλασταίνει και να αποφέρει σύγχρονους καρπούς χωρίς την πατίνα τού Χρόνου να τον επιστέφει.</p>
<p>Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής είναι ιστοριο-ποιός, παραμυθάς της Ανατολής, εγκλιματισμένος στην Αττική των μυθικών μας χρόνων. Εργάζεται εντατικά σαν γαιοκτήμονας στο χωράφι του, που δεν το μοιράζεται με κανέναν άλλον, αφού δεν είναι παραπλήσια η τέχνη του αλλά παράταιρη, αλλοκαιρινή, όμορφη, με έναν τρόπο ουχί κλασικίζοντα αλλά κλασικό.</p>
<p>Είναι η πρώτη φορά που η παράδοση γεφυρώνεται με την χαοτική εποχή μας χωρίς να χάνει σε λογική, ευρυθμία κι αληθοφάνεια.</p>
<p>Θαρρείς πως οράματα κι εικόνες νοσταλγικές τού παρελθόντος σμίγουν με τα ανήλιαγα ολοήμερα γραφεία τού παρόντος κι οι χτύποι των πληκτρολογίων προσομοιάζουν με τον αργαλειό τής Πηνελόπης.</p>
<p>Απομακρυσμένοι από την Φύση, τραγικά απομονωμένοι από το ένδοξο αλλά και απλό, απατηλό παρελθόν μας, μετερχόμεθα ιδεολογημάτων προκειμένου να επιβιώσουμε νοητικώς. Όλοι και όλες εκτός από τον Γρηγόρη Τεχλεμετζή. Αυτός, ο τυχερός, ο προνομιούχος, ο ευνοημένος από την Μούσα, βιώνει την Αρχαιότητα με σωματικό τρόπο, δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να αποδείξει (ή μάλλον να καταδείξει) την αυταπόδεικτη συνέχεια.</p>
<p>Ο λόγος του είναι κρουστός, συνετός, μετρημένος. Απουσιάζουν τα εξεζητημένα επίθετα. Δεν θέλει να μας εντυπωσιάσει. Να μας προβληματίσει ίσως επιδιώκει.</p>
<p>Όμως πέρα από τις όποιες συγγραφικές προθέσεις το ζητούμενο είναι η αισθητική αναγνωστική ηδονή. Κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο επίτευγμα και διανοητική χαρμολύπη.</p>
<p>Αίσθημα, συναίσθημα, ιδεολόγημα απολύτως συνταιριασμένα σε ένα έργο Τέχνης σχεδόν «φυσικό». Ο λόγος γίνεται Λόγος και το όνειρο απαιτεί την δικαίωσή μου. Ελπίζω μετά την λαίλαπα των μοντερνισμών και των μοντερνισμών να ξαναγυρίσουμε εκεί, στην απλότητα όπου το θαύμα συντελείται.</p>
<p>Γρηγόρης Τεχλεμετζής: προφήτης ενός μέλλοντος που αρδεύεται από τον υδροφόρο ορίζοντα τού πλούσιου (σε εκφράσεις, στάσεις και απόψεις) παρελθόντος.</p>
<p>Θαυμάζω το διήγημά του «Οι ημέρες του» (στις σελίδες 55-65) για τον αριστοτεχνικό τρόπο που συνδέει το εσωτερικό κι τοπίο, το αληθοφανές με το παραμυθικό, το ιστορικό με το διαχρονικό…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο Αρχίλοχός του</strong></h5>
<h5><strong>ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 30/8/2017</p>
<p>Στα βήματα του Αρχίλοχου</p>
<p>Κρατώ στα χέρια μου το τελευταίο βιβλίο του Γρηγόρη Τεχλεμετζή που φέρει τον τίτλο «Ο Αρχίλοχός του» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η πλοκή μοιρασμένη στο χθες και στο σήμερα. Οι ήρωες δύο! Ένας ήρωας που προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό κόσμο και ένας ήρωας που ζει και κινείται στην εποχή που διανύουμε. Ένας ήρωας που αναπνέει δίπλα μας, οικογενειάρχης, με δύο παιδιά, μια γυναίκα και άπειρες ανασφάλειες, άγχη και αμφιβολίες για τη ζωή του την ίδια.</p>
<p>Ο Δημήτρης Δάκος θαυμάζει και ταυτίζει τον εαυτό του με τον ποιητή Αρχίλοχο. Σε κάποια φάση οι ζωές τους μπλέκονται χάρη στην αριστοτεχνική -αλήθεια-παρέμβαση του Γρηγόρη Τεχλεμετζή!</p>
<p>Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Δημήτρης Δάκος παρουσιάζεται εγκλωβισμένος σε ένα παρόν που δεν επιθυμεί. Σκέφτεται συνεχώς τα πολλαπλά του προβλήματα: έξοδα, ακάλυπτες επιταγές, δικαστήρια, την κρίση που περνάει η βιοτεχνία του, τους κακοπληρωτές πελάτες, το Ι.Κ.Α, την Εφορία, το Φ.Π.Α, το διάβασμα των παιδιών, τα θέματα του σπιτιού και άλλα παρόμοια. Όλα μαζί έχουν πέσει και δεν μπορεί να τα αντέξει, η ψυχολογία του είναι εύθραυστη. Οπότε φαίνεται ότι δίνει τόπο στη φαντασία του, η οποία τον… βγάζει από τον δρόμο του μοιραία!</p>
<p>Από την άλλη, ο αναγνώστης μεταφέρεται στην αρχαία Ελλάδα και μαθαίνει σχετικά με τη ζωή του λυρικού ποιητή του 7ου αιώνα π. Χ. Αρχίλοχου. Ένας ποιητής τολμηρός για την εποχή του, που συνήθιζε να προκαλεί με τους στίχους του. Μαθαίνει κανείς λοιπόν για την οικογενειακή του κατάσταση, τη μάνα του, το χαρακτήρα του, τα παιδικά του χρόνια, τον παράφορο έρωτά του, την επιθυμία του να μην γίνει δούλος :«Θέλω μόνο να τρέχω στον ήλιο με τους φίλους μου. Να παίζω με το σκύλο και τα ζωντανά. Να κάνω βόλτες στο δασάκι και στη θάλασσα.» (σελ.24) Από μικρό η μάνα του, που ήταν δούλη, τον θεωρούσε ξεχωριστό και προσπαθούσε να το εμφυσήσει και στον ίδιο! Επίσης, ήθελε πολύ να μάθει γράμματα ο γιος της και να είναι ελεύθερος, ξεφεύγοντας από την μοίρα του την ίδια. Ο πατέρας του ο Τελεσικλής είχε μόνιμη σύζυγο, αλλά τον είχε αναγνωρίσει ως δικό του παιδί.</p>
<p>Επιτυχώς ο Τεχλεμετζής ανασυνθέτει εντέχνως μια ολόκληρη εποχή χρησιμοποιώντας κάποιες πηγές, ιστορικές αναφορές και σχετικές παραπομπές, αλλά και κάνοντας εικασίες και συμπληρώνοντας πράγματα με την φαντασία του όπου κρίνει απαραίτητο, όπως συμβαίνει με κάθε ιστορικό μυθιστόρημα-όπως επιγράφεται ότι είναι το βιβλίο! Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: το ενδιαφέρον είναι ότι θίγει και σύγχρονα θέματα, όπως για παράδειγμα πού μπορεί να οδηγηθεί ένας άνθρωπος όταν βρίσκεται σε συναισθηματικό αδιέξοδο, όταν περνάει κατάθλιψη ή αδυνατεί να διαχειριστεί όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή του, ερήμην του πολλές φορές! H διαταραχή μπορεί να είναι μόνιμη ή παροδική, αλλά μπορεί να επιφέρει αλλαγές επικίνδυνες. Έτσι και ο Δημήτρης βλέπει παράξενα όνειρα στα οποία πρωταγωνιστεί ο Αρχίλοχος «και το μυστήριο ήταν ότι νόμιζε ότι βρισκόταν στη θέση του, μέσα στο μυαλό του, σκέφτονταν ό,τι εκείνος, αισθανόταν όπως αυτός, και όλη η ζωή του, στις στιγμές του ονείρου, ήταν καταχωρημένη και εκχωρημένη σ’ αυτόν, σαν να υπήρχε μια ταυτοπροσωπία. Μα τι αλλόκοτη αίσθηση!»(σελ.27)<br />
Ο Δημήτρης τι αναλογίες έχει με τον Αρχίλοχο; Έχουν κοινά σημεία άραγε; Ίσως είναι ότι και οι δύο δεν χωρούν μέσα σε έναν κόσμο που τους φαίνεται ξένος! Ίσως είναι που και οι δύο καταφεύγουν στην παρρησία της φαντασίας που έχει απελευθερωτική ή και λυτρωτική δύναμη ακόμη! («Το όνειρο είναι μέσα μου ή εγώ μέσα στο όνειρό μου;») Και οι δύο ήρωες δεν βιώνουν τον έρωτα όπως θα ήθελαν, αντίθετα υποχρεώνονται σε συμβιβασμούς, που τους προκαλούν λύπη. O ένας καταφεύγει στις φαντασιοπληξίες και τα οράματα, στον Αρχίλοχό του, προτιμά «την μυθιστορηματική σκοτοδίνη», επειδή δεν αντέχει την πεζότητα. Ο άλλος, απείθαρχος και αλλόκοτος, καταφεύγει στους «επικίνδυνους» στίχους, τραγουδά τα πάθη, τα όνειρα, τη ζωή των ανθρώπων, και, μάλιστα, προκαλεί τους άλλους. Προεκτείνοντας, είναι εύκολο να ζήσει κανείς τη ζωή του όπως τη θέλει ,κατά πόσο αντέχει τους συμβιβασμούς κάθε είδους; Μιλώντας στον φίλο του Χαρίλαο, ο Δημήτρης λέει: «[…]Ο Αρχίλοχος μου δίδαξε ότι μπορώ να ζήσω και να απολαύσω τη ζωή μου, ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες». Και παρακάτω: «Σκέψου, Χαρίλαε. Μην παραιτείσαι.</p>
<p>Προσπάθησε να καταλάβεις τον κόσμο και τους ανθρώπους. Δοκίμασε να ελέγξεις και να καθορίσεις τη ζωή σου. Θα δεις ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο».</p>
<p>Κάποια στιγμή ο αναγνώστης φτάνει να αναρωτηθεί ποιος γράφει αυτήν την ιστορία, ο συγγραφέας Τεχλεμετζής ή ο ήρωάς του ο Δημήτρης ο οποίος άλλωστε κάποια στιγμή πληροφορούμαστε ότι ξεκινά να γράφει, εκεί οδηγείται από τις συνθήκες της ζωής του. (Ήθελε η υπόθεση να κυλά σαν γρήγορο ρυάκι από μέσα του. Γιατί ήταν μέσα του σαν κομμάτι τού σήμερα. Ήταν ο Αρχίλοχός του, δικός του, μόνο δικός του, και τώρα θα τον μοίραζε στον κόσμο να μεταλάβει το παρελθόν του, ζωντανό χωρίς προγονοπληξίες, να το κάνει να ξυπνήσει μέσα του.)(σελ.310)/(«Άνοιξε την πρώτη σελίδα του μπλοκ κι άρχισε να γράφει παθιασμένα:», σ. 308)</p>
<p>Εξαιρετική και καίρια στο τέλος η συνάντηση Δημήτρη-Αρχιλόχου:</p>
<p>«[…]Γιατί διάλεξα εσένα; Γιατί μού έγινες εμμονή; Δεν θα μου ήταν βολικός ένας πιο άμεμπτος ήρωας;»</p>
<p>«Αυτές είναι οι αντιφάσεις της ζωής. Το υποσυνείδητό μας δεν το ελέγχουμε. Εσύ, ήθελες να ξεφύγεις με κάθε τρόπο από την πρεποκεντρική τελειότητα στην οποία προσπαθούσες πάντα να καλουπώσεις τον εαυτό σου. Ένας αδιαμφισβήτητα ηθικός ήρωας δεν θα ταίριαζε στην επανάστασή σου. Έπεσες όμως σε μια καινούρια παγίδα. Σε ένα στρεβλωτικό πάθος, που το έβαλες πάνω απ’ όλα, σε θεράπευσε από τον προηγούμενο εαυτό σου, αλλά σε έριξε σε μια ψυχοπαθή πλάνη, μια φρεναπάτη.»(σελ.316)</p>
<p>Πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο και καλοσχεδιασμένο ανθρωποκεντρικό βιβλίο σε πλούσια και στρωτή γλώσσα, με εναλλαγή εικόνων, παρεκβάσεων, διαλόγων-κλειδιά και ειδών αφήγησης, που σε συνεπαίρνει. Κινούμενο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία, σε ταξιδεύει στην εποχή που έζησαν οι πρόγονοί μας, αλλά παράλληλα -και αυτό είναι άξιο προσοχής- δίνει και το στίγμα του αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 11/1/2017</p>
<p>Δυο ζωές σε απόλυτη συμφωνία</p>
<p>Ιστορικό μυθιστόρημα τιτλοφορείται το βιβλίο του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, αλλά διαβάζοντάς το συνειδητοποιείς ότι δεν έχει μόνον αυτή την ταυτότητα. Ενώ εμπεριέχει όλη τη ζωή του λυρικού ποιητή του 7ου αιώνα π.Χ. Αρχίλοχου -και μάλιστα με πολλές ποιητικές παραπομπές και ιστορικές αναφορές- ανοίγει τον ορίζοντά του σε ευρύτερα θέματα φθάνοντας μέχρι σημερινούς προβληματισμούς, διεκδικώντας έτσι τη θέση του ανάμεσα στα πιο επίκαιρα λόγω θέματος μυθιστορήματα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών εκδοχών ανάγνωσης φανερώνεται στον προσεκτικό αναγνώστη από τον τίτλο Ο Αρχίλοχός του, που δείχνει πώς ο ήρωας του βιβλίου οικειοποιείται τη ζωή και την προσωπικότητα του ποιητή.</p>
<p>Η πλοκή μοιρασμένη στα δύο. Από τη μια παρουσιάζει τον Αρχίλοχο, έτσι όπως τον ξέρουμε από τα ποιητικά του αποσπάσματα που έχουν διασωθεί αλλά και από τη μυθοπλαστική επεξεργασία τους, που ο συγγραφέας -λογοτεχνική αδεία- επιχειρεί. Φαίνεται, έτσι, σαν να καλύπτει με τον πεζό του λόγο τα κενά που αφήνει ο ποιητικός λόγος, σαν να προσθέτει τα σχόλια που λείπουν, επιτρέποντας με τη δική του παρέμβαση να δούμε τη ζωή του Αρχίλοχου πίσω από τις λέξεις του. Να θυμηθούμε τη φράση του Ντοστογιέφσκι «Το ψέμα σώζει το ψέμα» («Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1877). Θεμιτό αυτό το γοητευτικό ψεύδος της λογοτεχνίας που πλάθει τα κενά του μύθου εμπλουτίζοντας την αληθινή ιστορία. Από την άλλη μας μεταφέρει στον σημερινό κόσμο για να παρακολουθήσουμε την ιστορία του Δημήτρη Δάκου, του πραγματικού ήρωα του βιβλίου, ο οποίος από θαυμαστής του Αρχίλοχου και της ποίησής του θα οδηγηθεί σε μια ταύτιση με τη ζωή του, όπως το διαταραγμένο του μυαλό θα συνδέει τον εαυτό του με το πρόσωπο του ποιητή.</p>
<p>Υπάρχουν άραγε στοιχεία κοινά στη ζωή των δύο, ώστε να δικαιολογούν -έστω μυθοπλαστικά- αυτή την ταύτιση; Και στα δύο πρόσωπα, όπως τα παρουσιάζει ο συγγραφέας, κυριαρχεί από τη μια η διάθεση για ουσιαστική ζωή και από την άλλη το ανικανοποίητο συναίσθημα που όλα τα ανατρέπει. Κάτω από κοινωνικές συνθήκες δεσμευτικές και από νοοτροπίες αναχρονιστικές (και στις δύο ιστορούμενες εποχές) τα πρόσωπα συνθλίβονται αδυνατώντας να κατανοήσουν για ποιο λόγο η ζωή να μην μπορεί να δικαιώσει τις πραγματικές επιθυμίες. Η διαχρονικότητα της αρχικής σκέψης του συγγραφέα γίνεται εδώ αντιληπτή, και ίσως δικαιολογεί εν μέρει το εγχείρημα να γράψει ένα μυθιστόρημα που να ακροβατεί (επιτυχώς οπωσδήποτε) ανάμεσα στις δύο τόσο διαφορετικές εποχές. Η διαταραχή της προσωπικότητας του σημερινού ήρωα δεν θα έφθανε ίσως για να νιώσει ο αναγνώστης εύστοχη τη σύγκριση των δύο προσώπων. Ωστόσο, έτσι όπως οδηγεί σε διαχρονικά των κοινωνιών προβλήματα, επιτυγχάνει την εκ παραλλήλου ανάγνωση των δύο ιστοριών.</p>
<p>Πανάρχαια αυτά τα θέματα, διογκώνονται μέσα από τις αναγκαστικές (συμφωνημένες) συμβάσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Απαραίτητες αλλά απολύτως συχνά δεσμευτικές της ελεύθερης βούλησης των ατόμων. Ο Αρχίλοχος, έτσι, θα υποκύψει στην ταξική διαφορά που δομεί την κοινωνία της εποχής του και θα αφήσει ατελή τον έρωτά του για τη Νεοβούλη. Θα ακολουθήσει την ποιητική του μούσα, εισπράττοντας την άποψη της εποχής του για το ατελέσφορο της ενασχόλησής του. Θα διαφοροποιηθεί από το ηρωικό πλαίσιο που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει τη ζωή και τις αξίες των παλαιότερων αλλά και των συγχρόνων του, αποκομίζοντας την έκπληξη, τη χλεύη ακόμη και την απόρριψη. Ο σκεπτικισμός γύρω από την αντιηρωική άποψή του (την αντίθετη με το πρότυπο του ήρωα που καταξιώνεται στις μάχες) θα τον ακολουθεί ως τα σήμερα, επιτρέποντας σε σχολικές αναφορές να οριοθετείται ο Αρχίλοχος από τους υπόλοιπους ποιητές σε ένα χώρο που γεννά τουλάχιστον (από τους προσκολλημένους σε κενά ιδανικά) την απορία. Ίσως αυτό να είναι το διαχρονικό τίμημα που θα πληρώνει ο ποιητής, γιατί μπόρεσε τόσο μπροστά από την εποχή του να μιλήσει για τα πιο γήινα ιδανικά και την καταξίωση του καθημερινού ανθρώπου, πέρα από πολεμοκάπηλους και παντοειδείς σφετεριστές εξουσιαστικών πλεγμάτων. Ο Δημήτρης, από την άλλη, εγκλωβισμένος μέσα σε ένα γάμο και σε μια εργασία που μόνο πίεση πια του προσφέρουν, αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή του με τα δικά της δεδομένα και στρέφει έτσι τον ψυχισμό του προς το πρότυπό του, κι ας απέχει τόσο από τον δικό του κόσμο. Είναι μέσω της φαντασίας που θα αναζητήσει την προσωπική του λύτρωση.</p>
<p>Ήθελε τον Αρχίλοχό του… Μοιραία φυγοπονία σε ένα αγκαθωτό τοπίο. Δεν τον ένοιαζε ακόμα και να τον τρέλαινε. Άλλωστε ποια λογική είχε αυτό που ζούσε; Ήταν ένας Σίσυφος που μόνιμα έσπρωχνε μια πέτρα μάταια προς μια προκαθορισμένη πορεία.</p>
<p>Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σιγά σιγά την ταύτιση αυτή, όπως ο συγγραφέας αρχικά θα εναλλάσσει την πλοκή σε διαδοχικά κεφάλαια και κατόπιν θα παρουσιάζει τις δύο ζωές σε απόλυτη συμφωνία, σε μια αδιάσπαστη σχέση. Κάποια στιγμή θα αντιληφθούμε ότι όλο αυτό αποτελεί ένα μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας.</p>
<p>Ήθελε η υπόθεση να κυλά σαν γρήγορο ρυάκι από μέσα του. Γιατί ήταν μέσα του σαν κομμάτι τού σήμερα. Ήταν ο Αρχίλοχός του, δικός του, μόνο δικός του, και τώρα θα τον μοίραζε στον κόσμο να μεταλάβει το παρελθόν του, ζωντανό χωρίς προγονοπληξίες, να το κάνει να ξυπνήσει μέσα του. Κι ας πίστευαν οι άλλοι ότι τον ξέχασε. Αυτός ήταν όπως πριν αλλά με άλλες εκδηλώσεις. Μόνο που τους τα έκρυβε όλα καλά. Είχε πάντα τον Αρχίλοχό του, μόνο καντηλάκι να αχνοφέγγει στη ζωή του. Όλα τα άλλα μπορούσε πλέον να τα αντέξει, γιατί είχε εκείνον.</p>
<p>Ποια είναι η αληθινή λοιπόν εικόνα από τις δύο; Ποια ζωή ανοίγεται στην πραγματικότητα και ποια στη φαντασία; Αν η ταύτισή του με τον δικό του Αρχίλοχο, αυτή την επινοημένη πια περσόνα, τον οδηγεί στην επαφή με τη ζωή (ενώ όλα τα πραγματικά στοιχεία της τον απομακρύνουν από αυτή), γιατί αυτό θα πρέπει να θεωρείται νοσηρό και αποσυνάγωγο; Ποιος μπορεί να αρνηθεί σε ένα σύγχρονο Σίσυφο να ατενίζει επιτέλους την κορυφή με όποιον τρόπο επινοεί; Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής θέτει το ερώτημα κι εμείς καλούμαστε να το απαντήσουμε. Θεωρώ ότι είναι περισσότερο κοντά στη γραφή του, έτσι όπως μας την παρουσιάζει, να πούμε ότι δεν έχουμε απλώς άλλον ένα συγγραφέα νοσταλγό της κλασικής αρχαιότητας. Πιστεύω ότι απέχει πολύ από μια τόσο επιφανειακή προσέγγιση. Επιλέγει συνειδητά τον Αρχίλοχο και αυτόν μόνο. Για την άποψή του, για την τόλμη του να αποστασιοποιηθεί από έναν ηρωισμό κενό και να επιλέξει τη ζωή, απείρως πολυτιμότερη σε όποια εποχή.</p>
<p>Κάποιος από τους Σαΐους καμαρώνει για την ασπίδα μου,<br />
όπλο αψεγάδιαστο, που πλάι σε θάμνο παράτησα αθέλητα·<br />
έλα όμως που εγώ σώθηκα. Για κείνη την ασπίδα να νοιάζομαι;<br />
Ας πάει στα κομμάτια· άλλη θ’ αποκτήσω καλύτερη.</p>
<p>Ο Αρχίλοχος έγραψε το παραπάνω, όταν είδε στο πεδίο της μάχης το αληθινό περιεχόμενο των ιδανικών που μέσα τους δεν είχαν ούτε ίχνος από την ουσία του ανθρώπινου πόνου, τίποτα από την αληθινή δυσκολία της ζωής. Αναρωτήθηκε:</p>
<p>Αυτό ήταν το πολυτραγουδισμένο πρόσωπο του πολέμου;</p>
<p>Ο Δημήτρης άρχισε να γράφει για τον δικό του Αρχίλοχο μέσα από μια διαρκή απογοήτευση για τη ζωή που θα έπρεπε να διανύσει, αυτό το ανούσιο βάρος που είχε κληθεί να κουβαλήσει στους ώμους του. Ιαματική η γραφή. Το γνωρίζουμε αυτό. Σε μια διαδοχική σκέψη θα μπορούσε να θεωρηθεί ιαματικός ο ρόλος της και για τον επινοημένο συγγραφέα αλλά και για τον υπαρκτό συγγραφέα του βιβλίου. Ετούτο όμως θα μπορούσε να μας το απαντήσει μόνον ο ίδιος.</p>
<p>Ο αναγνώστης, ωστόσο, επιδιώκει τη δική του ίαση ψυχής μέσα από τις αναγνώσεις του. Και αυτό είναι που καταξιώνει τελικά και τη λογοτεχνία, όταν κυρίως αυτή μπορεί να προσφέρει γραφές που εν μέσω πλοκής (κι εδώ μάλιστα διπλής) παρέχουν ένα διαλογισμό στην κατεύθυνση εσωτερικών αναζητήσεων. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο δεν διαβάζεται μόνο ως μια ιστορική αναφορά στον ποιητή Αρχίλοχο ούτε μόνο ως μια προβολή της ζωής εκείνου στον ήρωα του βιβλίου, αλλά πιο ουσιαστικά ως μια γόνιμη σκέψη που μπορεί και να αφορά τις προσωπικές μας επιλογές μεταξύ σφύρας και άκμονος, τότε που πρέπει να αποφασίσουμε εμείς ή να αφεθούμε στις αλλότριες αποφάσεις που μας αφορούν. Ο δικός μας Αρχίλοχος, λοιπόν, έχει κάτι να μας πει, αρχαίο ίσως αλλά πολύ επίκαιρο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h5>
<p>TVXS.GR 5/12/2016</p>
<p>Αρχίλοχος: Ένας μυθιστορηματικός πρωτοπόρος της ποίησης</p>
<p>Σε μια εποχή που κάθε βιβλίο μυθοπλασίας αποκαλείται λογοτεχνικό και όπου φτάσαμε στο σημείο εύπεπτα κι ευπώλητα (εκείνα που βρίσκουμε σε ειδικά ράφια των μεγάλων σούπερ-μάρκετ) ερωτικά βιβλία να τα στοιβάζουμε στις ίδιες στήλες εφημερίδων με τα λογοτεχνικά στολίδια των ελληνικών γραμμάτων, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Τεχλεμετζή «ο Αρχίλοχός του» (Γαβριηλίδης, 2016).</p>
<p>Δυστυχώς, στο χώρο του ελληνικού βιβλίου είναι δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνία και το μυθοπλαστικό βιβλίο, τόσο εξαιτίας του τρόπου που διαχειρίστηκε ο τύπος -από τη δεκαετία του ΄90 ακόμα- την προβολή και την κατηγοριοποίηση του βιβλίου όσο και εξαιτίας της υποτίμησης -στη συνείδηση των συγγραφέων- της λογοτεχνικής έκφρασης σε ένα μυθιστόρημα ή μία νουβέλα.</p>
<p>Έτσι φαντάζει μάλλον αξιοσημείωτη η λογοτεχνική ορισμένων λίγων συγγραφέων που δίνουν έμφαση στην έκφραση και φροντίζουν τη γλώσσα τους, καθώς οι περισσότεροι επιμένουν στην πλοκή και το περιεχόμενο μέσα στο μεταμοντέρνο πλαίσιο μιας απλουστευτικής γλωσσικής ποικιλίας.</p>
<p>Και ακριβώς αυτό αποφεύγει ο Τεχλεμετζής αναζητώντας νέες εκφραστικές διεξόδους, δίχως όμως αυτό να λειτουργεί αρνητικά στην εξέλιξη της πλοκής ή τα επιμέρους ζητήματα που θίγει.<br />
Από τις πρώτες σελίδες ξεχωρίζει η πλούσια γλώσσα του με την ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία λογοτεχνικών σχημάτων.</p>
<p>Μεταφορές, μετωνυμίες, έμμεσες παρομοιώσεις (σελ. 164, 11-15) και ένας φροντισμένος λόγος γοητεύουν τον αναγνώστη, ενώ διαμορφώνουν με την αναπαραστατική τους ισχύ ένα «κινηματογραφικό» πεδίο δράσης.</p>
<p>H λεπτομερής περιγραφή του όμως δεν κουράζει, αλλά σαγηνεύει τον αναγνώστη ταξιδεύοντάς τον στην αρχαϊκή Ελλάδα.</p>
<p>Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που προσπαθεί να συγκεράσει την κλασική Αρχαιότητα με το παρόν.</p>
<p>Ένα πλήθος καθημερινών στιγμών και συνηθισμένων ενεργειών ενσωματώνονται στην αφήγηση με φυσικότητα χωρίς να μειώνεται η δύναμη της εξέλιξης του μύθου.</p>
<p>Ο αποικισμός (τα αίτιά του και οι εσωτερικέs/ατομικές ανάγκες, οι εκεί συνθήκες), τα παιδικά παιχνίδια και οι σχέσεις με τους δούλους ενσωματώνονται αδιάρρηκτα με το μυθοπλαστικό στοιχείο.</p>
<p>Μα τούτο μένει αυστηρά μέσα στο -εικός- ιστορικό πλαίσιο της κοινωνικής ζωής της αφηγούμενης εποχής.</p>
<p>Στο ίδιο πλαίσιο δίνονται και οι σχέσεις με τις συγκρούσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς (σελ. 174-193, 199-207, 230-231), ο τρόπος που λειτουργούσε το μαντείο των Δελφών και ο τρόπος που συγκέντρωνε πληροφορίες για τα αιτήματα των πιστών προς τον Απόλλωνα (σελ. 217-225) ή σκηνές από τους πανελλήνιους αγώνες στην Ολυμπία (σελ. 232-287).</p>
<p>Και αυτά στην άστατη περίοδο του Ζ΄ π.Χ. αιώνα με τους αποικισμούς, τις πολεμικές μικροεστίες στην Ελλάδα και τα πρώτα βήματα προς τη δημοκρατία και αμφισβήτησης των αριστοκρατών.</p>
<p>Ταυτόχρονα, όμως, ο συγγραφέας με τις μεταπηδήσεις στο παρόν του αναγνώστη και με τα χρονικά άλματα -ανά κεφάλαιο σχεδόν- θίγει ένα πλήθος σύγχρονων προβληματισμών για τον άνθρωπο, τον ψυχικό διπολισμό και τη σχιζοφρένεια (σελ.162-163, 150-153, 138-141), την κοινωνία και τον τρόπο που φερόμαστε στα παιδιά γεμίζοντας όλο και περισσότερο το πρόγραμμά τους με αδιαφορία για την ψυχική τους υγεία (σελ. 30-32) ή ακόμα και την ανάγκη των παιδιών να δραπετεύσουν (σελ. 40-44).</p>
<p>Η διάσπαση της ενότητας της πλοκής με την παρένθεση και την εναλλαγή των δύο χρονικά απομακρυσμένων ιστοριών, ενισχύει την αγωνία για την εξέλιξη της πλοκής.</p>
<p>Ενώ όμως οι δύο παράλληλες ιστορίες στην αρχή ρέουν αυτόνομα, από ένα σημείο και μετά συμπλέουν όπως ακριβώς ο διπολισμός του σύγχρονου ήρωα· συμπλέκονται οι περίοδοι και οι ήρωες αισθητοποιώντας έτσι τη συνειδησιακή ρευστότητα του σύγχρονου ήρωα.</p>
<p>H τριτοπρόσωπη διήγηση επιτρέπει στον παντογνώστη αφηγητή να κινείται ελεύθερα με εσωτερική εστίαση χωρίς τις συμβατικές υποχρεώσεις ενός συμμετέχοντος προσώπου που εξιστορεί.</p>
<p>Οι «απρόσμενες» πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις με τη μηδενική τους εσωτερική εστίαση, όχι μόνο βοηθούν στην αποφυγή της μονοτονίας, αλλά και εστιάζουν καλύτερα στον ψυχισμό των ηρώων (σελ. 130-132, 192-193, 293-297).</p>
<p>Και η αφήγηση δεν περιορίζεται μόνο στις σκηνές που μετέχουν οι πρωταγωνιστές, αλλά με κισλοφσική μαεστρία κρατά τη μυθιστορηματική «κάμερα» εστιασμένη στο πλάνο ανεξάρτητα από αποχώρηση του ήρωα (σελ. 98).</p>
<p>Άλλοτε, η μετάβαση από σκηνή σε σκηνή γίνεται με φιλμική ταχύτητα δίχως μοντάζ (σελ. 130-132).</p>
<p>Αναδρομές και εγκιβωτισμένες αφηγήσεις (σελ. 40-41, 242-247) συμπληρώνουν το συναισθηματικό προφίλ των ηρώων και ταυτόχρονα μέσα από τη δραματική επιβράδυνση που επιφέρουν διατηρούν την αγωνία του αναγνώστη.</p>
<p>Άλλωστε, η αφήγηση των παιδικών χρόνων του Αρχίλοχου αποτελεί μία εγκιβωτισμένη αφήγηση, ως αναμνήσεις τριτοπρόσωπης διήγησης του ίδιου του λυρικού ποιητή.</p>
<p>Οφείλουμε όμως να υπογραμμίσουμε την καινοτομία των σύντομων «ανώνυμων» διαλόγων που παρεισφρέουν στην αφήγηση (σελ. 168-169, 150-151, 126-127).</p>
<p>Οι διάλογοι αυτοί δεν εξυπηρετούν απλά ως μία τεχνική το «ζωντάνεμα» της διήγησης, αλλά -στο πλαίσιο μίας διακειμενικής λειτουργίας- λειτουργούν ως σχόλια του συγγραφέα και του πιθανού αναγνώστη μέσα από το προσωπείο των ανώνυμων υποκριτών που συμμετέχουν στη σκηνή, είτε προσποιούνται τους γιατρούς είτε ένα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.</p>
<p>Ας μη λησμονούμε ότι ο Αρχίλοχος ήταν ο πρώτος λυρικός ποιητής που τραγούδησε τα πάθη και τις χαρές των απλών ανθρώπων απομακρυνόμενος από τα επικά δημιουργήματα.</p>
<p>Οι άνθρωποι έβλεπαν στις ωδές του τον δικό τους βίο και όσα εκείνοι είχαν ζήσει με ένταση και πάθος, τις ταλαιπωρίες τους και τα βάσανά τους με τις κακουχίες της ζωής (σελ. 170-171).</p>
<p>Άκουγαν έναν πολεμιστή που μισούσε τον πόλεμο (σελ. 192-193, 230-231).</p>
<p>Κι έχει τη σημασία του να τονίσουμε ότι ο συγγραφέας δεν παραλείπει -μέσα στην εξιστόρηση- να δείξει στον αναγνώστη την ταχύτητα με την οποία οι λυρικοί ποιητές συνέθεταν ωδές, ανάλογα με τις ανάγκες των περιστάσεων.</p>
<p>Ωστόσο, ας μην παραβλέψουμε ότι ο Τσεχλεμετζής παρουσιάζει έναν ποιητή όπως εκείνος ρομαντικά του έπλασε κι όχι ως μία αυστηρή βιογραφία (παρά την πλούσια βιβλιογραφία).</p>
<p>Δεν πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι ο Τεχλεμετζής κάνει ένα μυθιστορηματικό μάθημα ιστορίας.</p>
<p>Ο συγγραφέας επιθυμεί να φωτίσει την ψυχολογία των ηρώων του και να δει από μία άλλη οπτική το παρόν και το παρελθόν, ως αλληλένδετα στοιχεία.</p>
<p>Εξάλλου, το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στη ζωή κι όχι σε επικά ανδραγαθήματα&#8217; όπως ακριβώς οι ωδές του αρχαίου ποιητή (σελ. 167-108).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 30/10/2016</p>
<p>Αντικρύζοντας τον τίτλο του μυθιστορήματος Ο Αρχίλοχος του γίνεται αντιληπτή η προσέγγιση του έργου από τον συγγραφέα· η προσωπική και καλλιτεχνική πινελιά αποτυπώνεται στην κτητική αντωνυμία «του». Το συγκεκριμένο βιβλίο κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον πραγματικό και τον φανταστικό, τον ονειρικό, τον κόσμο που όλα φαντάζουν ιδανικά. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο το μυθιστόρημα εξελίσσεται εκ του ημίσεως σε χρόνο αληθινό, γιατί στην πραγματικότητα μοιάζει εξ ολοκλήρου φανταστικό. Ίσως αυτό να αποτελεί το «παιχνίδι» του μυθιστορήματος· η συνεχή εναλλαγή του φανταστικού και πραγματικού κόσμου που στην ουσία ανήκει στην σφαίρα φαντασίας του συγγραφέα.</p>
<p>Συγκεκριμένα στον φανταστικό κόσμο παρουσιάζεται ο βίος, οι στρατιωτικές μάχες στη Θάσο και η αγάπη του ποιητή Αρχιλόχου για την όμορφη Νεοβούλη και στον πραγματικό η ζωή, ο καθημερινός μόχθος και η μη ερωτική ολοκλήρωση ενός σκληρά εργαζόμενου ατόμου, του Δημήτρη Δάκου, ο οποίος θαυμάζει και ταυτίζει τον εαυτό του με τον Αρχίλοχο. Συχνά «νόμιζε ότι βρισκόταν στη θέση του, μέσα στο μυαλό του, σκέφτονταν ό,τι εκείνος, αισθανόταν όπως αυτός, και όλη η ζωή του, στις στιγμές του ονείρου, ήταν καταχωρημένη και εκχωρημένη σ’ αυτόν, σαν να υπήρχε μια ταυτοπροσωπία» (σ. 27), όπως χαρακτηριστικά γράφει ο συγγραφέας. Η συχνή ονειρική επαφή του ήρωα με τον αρχαϊκό ποιητή του δίνει τη δύναμη να αντιμετωπίζει τις καθημερινές οικογενειακές και εργασιακές δυσκολίες. «Τον ευχαριστούσε και ήταν ίσως το μόνο. […] Και τι να τον κάνεις έναν τέτοιο κόσμο, το μόνο που χρήζει είναι αντιμετώπισης και όχι απόλαυσης» (σ. 86).</p>
<p>Ο Δημήτρης από παιδί διακατεχόταν από φαντασία, ένα χάρισμα που χαρακτηριζόταν από το οικογενειακό του περίγυρο ως τρέλα και από τη δασκάλα των καλλιτεχνικών ως «ιδιότυπο καλλιτεχνικό ταλέντο». Η έντονη επιθυμία του να γίνει συγγραφέας, καθώς «του άρεσε να πλάθει διαρκώς ιστορίες, που ξεπηδούσαν σαν χείμαρρος από το μυαλό του, και αυτό ήταν μια παρηγοριά σε έναν κόσμο που τον έβρισκε ανιαρό και ανούσιο» (σ. 29), ήταν, όσο το δυνατόν μπορούσε, φυλακισμένη και συγκαλυμμένη με δραστηριότητες που επιβάλλονταν από τους γονείς του. Η πηγαία κλίση είναι αδύνατο να κρυφτεί από άλλες ενασχολήσεις, καθώς με την κατάλληλη ευκαιρία θα ξεπηδήσει και θα ζητήσει τον χώρο της, ό,τι στερήθηκε. Η επιβολή των επιθυμιών των γονιών στη ζωή των παιδιών αποτελούσε κοινό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας του Αρχίλοχου και του Δημήτρη. Πόσο οικεία μπορεί να μας φαντάζει αυτή η εικόνα; Τα θέλω του οικογενειακού κλοιού πολλές φορές αντιτίθενται στις επιθυμίες των παιδιών, τα οποία προσπαθούν εναγωνίως να φτιάξουν τον μικρόκοσμό τους, να εισέλθουν σε αυτόν και να ζήσουν ό,τι έχουν ονειρευτεί.</p>
<p>Συνδετικός κρίκος των δύο προσώπων αποτελούσε, επίσης, η δυσκολία σύναψης ερωτικής σχέσης με το πρόσωπο που έχεις ερωτευθεί και έχεις φανταστεί ότι ολοκληρώνεσαι σαν άνθρωπος, σαν προσωπικότητα. Ήδη το μότο, που υπάρχει πριν την έναρξη της αφήγησης και προέρχεται από το Μυθιστόρημα Γ΄ του Γιώργου Σεφέρη, μας παραπέμπει, ή καλύτερα θα έλεγα, μας προοικονομεί για μια βαθιά ερωτική σχέση που θα διατρέξει όλες τις σελίδες του μυθιστορήματος και δεν θα έχει αίσιο τέλος· μια ερωτική ένωση που βιώνεται σαν άπιαστο όνειρο και όταν βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την ευόδωσή της, αυτή παίρνει τις αποστάσεις της και βυθίζει σε θλίψη και πόνο τον άνθρωπο. Από τον βίο του Αρχίλοχου γνωρίζουμε τον έρωτα που έθρεφε για την Νεοβούλη, την οποία και αρραβωνιάστηκε αλλά μετέπειτα ο μεταξύ τους δεσμός διαλύθηκε. Η θέληση του πατέρα της να την παντρέψει με τον «Αρχηνακτίδη, πλούσιο ευγενή από την Μίλητο» (σ. 284), μετέβαλε τον Αρχίλοχο σε μεγάλο εχθρό της οικογένειας, ο οποίος δεν ξεχνούσε μέσω της θεόπνευστης ποίησής του να καταφέρεται εναντίον της οικογένειας. Σωστά ο Τεχλεμετζής σχολιάζει πως «τα πραγματικά συναισθήματα έχουν διάρκεια, δεν είναι εκλάμψεις μιας στιγμής ενθουσιασμού, μια υπερβολή λαμπρών απόλυτων υποσχέσεων, που καταλήγουν τελικά στη γελοιότητα της διάψευσης».</p>
<p>Ο Δημήτρης βέβαια βίωσε την «γελοιότητα της διάψευσης», καθώς γνώριζε καλά πως ο γάμος του αποτέλεσε συμβιβασμό λόγω της καθιερωμένης αποκατάστασης του ατόμου και όχι λόγω έντονου συναισθηματικού πόθου. Μπορεί να αγαπούσε την γυναίκα του, καθώς είχαν δημιουργήσει την οικογένειά τους αποκτώντας και δύο παιδιά, αλλά ο έρωτάς του ήταν βαθιά κρυμμένος στην εποχή και την ποίηση του Αρχίλοχου. Άλλωστε πίστευε πως έρωτας είναι αυτά που νιώθεις· αυτά που σε κάνουν είτε να πετάς στα σύννεφα είτε να πονάς… Και τα δύο συναισθήματα τα βίωνε καθημερινά.</p>
<p>Τα προαναφερθέντα σημεία σύγκλισης των δύο πρωταγωνιστών ξετυλίγουν το κουβάρι της πλοκής και η σύνδεση των συνεχειών του μυθιστορήματος γίνεται με τρόπο εξαιρετικό, καθώς ο αναγνώστης κινείται ανάμεσα στον πραγματικό και τον φανταστικό κόσμο.</p>
<p>Φυσικά το έναυσμα της εξέλιξης της πλοκής δίνουν τα αποσπάσματα της ποίησης του Αρχιλόχου, τα οποία συμπλέκονται με τα μυθιστορηματικά στοιχεία υπό το πρίσμα της αληθοφάνειας ‒χωρίς να γίνονται άμεσα κατανοητά από τον αναγνώστη‒ στήνοντας με περίτεχνο τρόπο το κάδρο του ποιητή και ταυτόχρονα το ιδεατό ψηφιδωτό της ζωής του Δημήτρη, έναν κόσμο «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα του. Ο Δημήτρης, σαν σκηνοθέτης, στήνει τον χώρο του, τοποθετεί τους δικούς του ανθρώπους με βάση τα θέλω του και αρχίζει το ονειρικό του παιχνίδι, αρχίζει να ζει… Ταξιδεύει στους αρχαίους χρόνους, σε κόσμους που θαυμάζει και αγαπά. Το ίνδαλμά του μετουσιώνεται στο όνειρό του και εμφανίζεται μπροστά του. «Ολοδικός του θαμπόφεγγε, φίλος που του ψιθύριζε πλέον στιχάκια στο αυτί, με το μελωδικό ήχο μιας ιαμβικής να ακούγεται συνοδευτικό συναισθηματικό φόντο» (σ. 148), όπως γράφει ο συγγραφέας.</p>
<p>Η συνειδητοποίηση της κατάστασής του πραγματοποιείται με καταλυτικό τρόπο στο τέλος του έργου. Ο Δημήτρης γνωρίζει πως όλα ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας του και κατ’ επέκταση του συγγραφέα, αλλά γνωρίζει, επίσης, πως ο μόνος τρόπος διαφυγής από την σκληρή πραγματικότητα είναι η φαντασία.</p>
<p>Γι’ αυτό στο πρόσωπο του Δημήτρη μπορεί να ταυτιστεί ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος που καθημερινά «παλεύει» να φέρει εις πέρας όλες τις οικογενειακές και εργασιακές υποχρεώσεις του και οριοθετεί τα όνειρα και τις επιθυμίες του. Το προσωπείο του Δημήτρη καθρεφτίζει τον σημερινό άνθρωπο που λόγω έλλειψης χρόνου δεν ασχολείται με κάτι που τον ευχαριστεί και καταπιέζεται σε καταστάσεις που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει και εν τέλει τον απορροφούν. Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να βιώσει την πραγματική αγάπη και τον πραγματικό έρωτα, καθώς οι ερωτικές σχέσεις δεσμεύουν και δεν απελευθερώνουν το άτομο συναισθηματικά· δεν του αφήνουν περιθώριο απόλαυσης, ελπίδας, ευχαρίστησης. Τον καθημερινό μόχθο και τα προβλήματα των ανθρώπων είχε παρουσιάσει με πρωτοφανή ρεαλισμό και ο Αρχίλοχος, πράγμα που κάνει την ποίησή του διαχρονική ως τις μέρες μας.</p>
<p>Σε πολλά σημεία του μυθιστορήματος θα μπορούσα να αναγνωρίσω αυτοσχόλια του συγγραφέα, τα οποία δίνονται με μορφή αποφθέγματος. Χαρακτηριστική αποφθεγματική ρήση αποτελεί η περίοδος λόγου: «Οι μεγαλύτεροι ακρωτηριασμοί είναι αυτοί που φοβόμαστε μην έρθουν και όχι αυτοί που είναι εδώ» δίνοντας έμφαση στον φόβο για το άγνωστο, που πολλές φορές αφοπλίζει τον άνθρωπο, καθώς τον αιφνιδιάζει με την παρουσία του, και όχι τόσο στον φόβο μιας άσχημης επαναλαμβανόμενης κατάστασης, που στην πραγμάτωσή της, όσο δύσκολη κι αν είναι, πάντα βρίσκεται μια μικρή χαραμάδα ελπίδας.</p>
<p>Άλλωστε η συχνή χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου ζωντανεύει την πλοκή μέσα από τα λόγια του συγγραφέα, που στην ουσία εκφράζονται διά στόματος των ηρώων ή έχουν αποτελέσει σκέψεις, απορίες και προβληματισμούς.</p>
<p>Το μυθιστόρημα παρουσιάζεται σαν έργο γραφής του Δημήτρη («Άνοιξε την πρώτη σελίδα του μπλοκ κι άρχισε να γράφει παθιασμένα:», σ. 308), αποτελώντας αυτοσχόλιο του συγγραφέα για την τέχνη του. «Ήθελε η υπόθεση να κυλά σαν γρήγορο ρυάκι από μέσα του. Γιατί ήταν μέσα του σαν κομμάτι του σήμερα. Ήταν ο Αρχίλοχός του, δικός του, μόνο δικός του, και τώρα θα τον μοίραζε στον κόσμο να μεταλάβει το παρελθόν του, ζωντανό χωρίς προγονοπληξίες, να το κάνει να ξυπνήσει μέσα του» (σ. 310). Η ποίηση του Αρχίλοχου παίρνει «σάρκα και οστά» μέσω της μυθιστορηματικής ιστορικής γραφής του Τεχλεμετζή.</p>
<p>Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο το μυθιστόρημα όσο και η ποίηση του Αρχίλοχου διακρίνονται για τον αντιπολεμικό τους χαρακτήρα. Μέσω της ονειρικής αναπόλησης του Δημήτρη στις πολεμικές συρράξεις που έλαβε μέρος ο ποιητής, ο Αρχίλοχος παρουσιάζεται ως αντιήρωας, ένας ήρωας που μας προκαλεί θαυμασμό μέσω της συμπεριφοράς του. Καταφέρεται εναντίον των πολεμικών συγκρούσεων, μοτίβο που διατρέχει όλο το μυθιστόρημα. Ο ποιητής δεν ενδιαφερόταν για την υστεροφημία του, ειδικότερα όταν θα κερδιζόταν μέσω ενός ηρωικού κατορθώματος, που θα είχε ως απόρροια τον εκούσιο θάνατο ενός ανθρώπου από το χέρι του κατά τη διάρκεια της μάχης. Όπως είχε πει ο ίδιος:</p>
<p>«Κανείς σαν πεθάνει δεν μένει μες στους πολίτες ξακουσμένος και σεβαστός˙<br />
μόνο οι ζωντανοί κυνηγάμε την εύνοια των ζωντανών,<br />
κι όσο για το νεκρό όλα μάταια πάντοτε καταντούν». (σ. 231)</p>
<p>Καθίσταται σαφές πως ο Αρχίλοχος απομυθοποίησε το ηρωικό ιδεώδες, που μέχρι τότε αντικατοπτριζόταν στα ομηρικά έπη, το σημαντικότερο έργο διαπαιδαγώγησης και μελέτης των παιδιών της Αρχαίας Ελλάδας. Γι΄ αυτό άλλωστε ο Τεχλεμετζής τον βάζει να αναφωνεί «Αυτό ήταν το πολυτραγουδισμένο πρόσωπο του πολέμου;» (σ. 93).</p>
<p>Την ίδια αντιηρωική ταυτότητα προσπάθησε να συγκροτήσει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του· μια κραυγή εναντίον των πολέμων που ταλάνιζαν και ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Καταφέρεται εναντίον της ωμότητας και της αθλιότητας του πολέμου, που κατακεραυνώνει στο διάβα της τα πάντα.</p>
<p>Η αυλαία του μυθιστορήματος «πέφτει» με ένα μότο του Γιώργου Σεφέρη από τη συλλογή Γυμνοπαιδεία, καθώς ο συγγραφέας ήθελε με διδακτικό τόνο να επισημάνει ότι καθημερινά φοβόμαστε, κρυβόμαστε, προσποιούμαστε και δεν εκφράζουμε την αλήθεια κατάματα. «Όλα είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν», μόνο αυτό έχει να μας πει τελικά ο συγγραφέας δια στόματος Δημήτρη και φυσικά αυτή είναι η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και η «γελοιότητα της διάψευσης».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΘΕΤΟ ΣΤΟ ΣΙΣΥΦΟ ΤΕΥΧΟΣ 14</strong></h5>
<h5><strong>ΒΑΛΕΝΤΙΝΗ ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ</strong></h5>
<p>Η επιτυχής σύζευξη ιστορικού παρελθόντος με το παρόν στο έργο του Γρηγόρη Τεχλεμετζή Ο Αρχίλοχός του<br />
(Στη μνήμη των πολυαγαπημένων μου γονέων, Χρήστου και Κλυταιμνήστρας)</p>
<p>Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής, συγγραφέας με ιδιαίτερο τρόπο γραφής, διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος, με το παρόν Ιστορικό Μυθιστόρημα, επιχειρεί ένα δύσκολο εγχείρημα· τον συγκερασμό του μακρινού ιστορικού παρελθόντος με το παρόν. Στο έργο αυτό, ο Χρόνος αποβάλλει όλα τα πραγματικά χαρακτηριστικά του, παραμένοντας σταθερά άχρονος, εκλογικευμένα ενοποιημένος, διανθισμένος από κάποιες σουρρεαλιστικές πινελιές &#8211; αποκυήματα της μυθοπλαστικής φαντασίας του λογοτέχνη. Βασικά πρόσωπα στην ιστορία είναι ο Δημήτρης, ένας δραστήριος επιχειρηματίας μιας άχρωμης μεγαλούπολης, που βιώνει τον παραλογισμό της καθημερινότητας (στιγματισμένης από τις ολέθριες συνέπειες της οικονομικής κρίσης) και ο ξακουστός λυρικός ποιητής της Αρχαϊκής εποχής (του 7ου π. X. αι.), λάτρης της απλότητας και των χαρών της ζωής. Στην πορεία βέβαια της πλοκής, ο συγγραφέας αποκαλύπτει στον αναγνώστη ότι πρόκειται τελικά για μία και μοναδική προσωπικότητα, η οποία ονειρεύεται ή φαντασιώνεται τη δυναμική, ευχάριστη ιστορική φυσιογνωμία του Αρχίλοχου, ως ένα ασφαλές, σωτήριο μέσο διαφυγής. Μάλιστα, σταδιακά -μέσα από μία διεργασία φαντασίωσης του υποσυνείδητου, μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας-, οι δύο μορφές αφομοιώνονται πλήρως μεταξύ τους, συνιστώντας μία και μοναδική ύπαρξη με δύο διαφορετικές πτυχές. Έτσι, αφ’ ενός, υπάρχει ο μετριοπαθής επιχειρηματίας, που αδυνατεί να ανταπεξέλθει τόσο στις προκλήσεις και τις απάνθρωπες πιέσεις της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης στην<br />
Ελλάδα, όσο και στους ανούσιους-τεχνητούς ρόλους που επιβάλλει αυτή η μορφή κοινωνίας. Αφ’ ετέρου, παρουσιάζεται η ταραχώδης, εκρηκτική φυσιογνωμία του επικριτικού, καινοτόμου λυρικού ποιητή της Αρχαϊκής περιόδου. Σε ό, τι αφορά στον δεύτερο, γίνεται εκτενής αναφορά στους στόχους της τέχνης του, καθώς με τους<br />
στίχους του αποσκοπεί στην αποτύπωση της λαϊκής ψυχής και των παθών της, επικρίνοντας σφοδρά την υποκριτική και εγωκεντρική στάση της αριστοκρατικής τάξης, που εκμεταλλεύεται ασύστολα και επιδέξια τον αμόρφωτο, πειθήνιο λαό.<br />
Με την εκρηκτική εικόνα του ώριμου λυρικού ποιητή της Αρχαιότητας Αρχίλοχου (που ωστόσο, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, πέθανε νέος, σε μάχη) να καταλαμβάνει επιβλητικά ολόκληρο τον χώρο του εξωφύλλου, ο Γρ. Τεχλεμετζής προειδοποιεί -ήδη από το<br />
εσώφυλλο του έργου- τον έμπειρο αναγνώστη ότι πιο συνετό είναι να διαβάσει αρχικά τον «Επίλογο». Στην πραγματικότητα, αυτό το κεφάλαιο ενέχει θέση «Εισαγωγής», καθώς εμπεριέχει επεξηγήσεις, διευκρινήσεις, στόχους του γράφοντα σχετικά με το Μυθιστόρημα.<br />
Το έργο χωρίζεται σε κεφάλαια με αλφαβητική αρίθμηση (Α&#8217;-Ν&#8217;) ενώ στο τέλος, εκτός του «Επιλόγου», παρατίθενται και πρωτότυπα αποσπάσματα στίχων της Ιλιάδας, καθώς και χρήσιμες «Σημειώσεις», που παραπέμπουν σε πρωτογενείς βιβλιογραφικές πηγές.<br />
Τέλος, υπάρχει μία ενδεικτική «Γενική Βιβλιογραφία».<br />
Η πρωτοτυπία αυτού του Ιστορικού Μυθιστορήματος έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή ιστορικών γεγονότων της περιγραφόμενης περιόδου (του 7ουπ.Χ. αι.), αλλά αναμιγνύει περίτεχνα και αρμονικά, με μια υπερρεαλιστική τεχνική, και το παρόν. Και μάλιστα, ως μία μορφή ονειρικής ή φαντασιακής σύλληψης του βασικού ήρωα του παρόντος. Καθώς κλιμακώνεται μάλιστα η δράση και ο δέκτης μυείται επαρκώς στους διαφορετικούς τρόπους γραφής του Τεχλεμετζή, συντελούνται απρόσμενες προσμίξεις ιστορικού παρελθόντος με το παρόν. Αυτό επιτυγχάνεται άριστα, με συνεχείς εναλλαγές του Χρόνου και των συμβάντων που<br />
τον συνοδεύουν, από το ένα κεφάλαιο στο επόμενο, αλλά συχνά, και στο ίδιο. Έτσι, ενώ εκτίθενται γεγονότα και πτυχές της ζωής του σπουδαίου Αρχαίου λυρικού ποιητή, εντελώς απρόσμενα, δίδεται και η συνέχεια της πορείας του κεντρικού ήρωα (του Δημήτρη) που<br />
ενεργοποιείται στην ανιαρή, μονότονη, θορυβώδη σύγχρονη εποχή. Με το τρόπο αυτό,<br />
φαίνεται ότι ο συγγραφέας επιθυμεί να συνδέσει τα γεγονότα στη σκέψη του αναγνώστη, ενημερώνοντάς τον συνεχώς για την εξέλιξη της ζωής του Δημήτρη.</p>
<p>Στην αρχή κάθε κεφαλαίου, προτάσσει έναν τίτλο που άλλοτε είναι μία πρόταση ενδεικτική (έστω και με τρόπο συμβολικό ή αινιγματικό) του περιεχομένου που θα ακολουθήσει κι άλλοτε, παραθέτει στίχους ή φράσεις που αποδίδονται σε πρόσωπα της Αρχαιότητας.<br />
Η είσοδος του αναγνώστη στο Μυθιστόρημα γίνεται εντελώς απότομα, αφού ο Τεχλεμετζής επιλέγει την αμεσότητα λόγου και την ευθεία έκθεση των γεγονότων.<br />
Η γραφή του τροποποιείται, ανάλογα με την περιγραφόμενη ιστορική εποχή, αλλά και το περιεχόμενο του κειμένου. Έτσι, για παράδειγμα, όταν εκφράζονται οι εσωτερικές σκέψεις του σύγχρονου ήρωα, του Δημήτρη (χωρίς να υπάρχει συνομιλητής ακροατής), το ύφος και το στυλ λόγου είναι πιο προσωπικά. Αντίθετα, όταν εκτίθενται ιστορικά γεγονότα, που αφορούν σε μάχες του Αρχίλοχου, το ύφος γίνεται πιο αυστηρό, πιο επίσημο, πιο σοβαρό, με την έκθεση αιματηρών σκηνών, που προσγειώνουν τον αναγνώστη στο κλίμα της ταραχώδους μεταβατικής περιόδου των αναταράξεων, των αποικιστικών διεκδικήσεων, των κοινωνικών αλλαγών. Και βέβαια, ο λόγος γίνεται πιο ασυνάρτητος (ένα είδος<br />
παραληρηματικού μονόλογου), όταν παρουσιάζεται ο έγκλειστος πλέον (σε ψυχιατρικό ίδρυμα) Δημήτρης και μεταξύ φαντασίωσης και οράματος, συναντά και παρακολουθεί την πορεία του εμπνευστή, σωτήριου καθοδηγητή του-Αρχίλοχου, μέχρι τη στιγμή του<br />
απροσδόκητου θανάτου του.<br />
Συνδετικοί κρίκοι σε αυτή την παράξενη σύζευξη ιστορικού παρελθόντος με το παρόν συνιστούν τόσο η ευφυής ιδέα του ονείρου και του οράματος, όσο και η αμεσότητα και η ζωντάνια της Γλώσσας (διανθισμένη από εύστοχο, καυστικό χιούμορ) που χαρακτηρίζει το παρόν έργο του Τεχλεμετζή. Με αινιγματικές φράσεις-ερωτήσεις που θέτει έμμεσα στους αναγνώστες του, στο τέλος του κεφαλαίου, επιθυμεί να τους προϊδεάσει για τη συνέχεια της πλοκής, αλλά και να επισημάνει ότι θα πρέπει να διατηρήσουν προσωρινά στη μνήμη τους αυτό το σημαντικό προαναφερθέν γεγονός, προκειμένου να παρακολουθήσουν αργότερα την εξέλιξή του.<br />
Στην όλη πλοκή, η Μοίρα (είτε με τη μορφή δυναμικής παρέμβασης των θεών της Αρχαιότητας, είτε ως κορυφαία παρουσία στη σύγχρονη καθημερινότητα) πρωταγωνιστεί και μετατρέπει άρδην τη ροή των πραγμάτων, ανατρέποντας τις ζωές των κεντρικών<br />
(αλλά και των δευτερευόντων) προσώπων.<br />
Κατά την έκθεση των δύο παράλληλων ζωών, του Δημήτρη και του Αρχαίου λυρικού ποιητή, καταγράφονται πτυχές και παρατίθενται λεπτομέρειες που καταδεικνύουν ορισμένες ομοιότητες στον χαρακτήρα τους. Ένα βασικό κομβικό σημείο που τους συνδέει είναι η άπλετη φαντασία, που όταν αξιοποιηθεί κατάλληλα καταλήγει σε τέχνη, σε δημιουργική γραφή, σε ενεργή δραστηριότητα. Έτσι, επιχειρείται μία αναδρομή στην παιδική και εφηβική τους ηλικία, ένα επιτυχές flash back (χωρίς βέβαια αυτό να τεκμηριώνεται ιστορικά για τον Αρχίλοχο, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες πηγές- μαρτυρίες, όπως δηλώνει και ο συγγραφέας). Με τον τρόπο αυτό, ο δημιουργός προσπαθεί να αιτιολογήσει τους λόγους αυτής της παράξενης σύμπλευσης του Δημήτρη με ένα πρόσωπο τόσο διαφορετικό και τόσο μακρινό, που φαινομενικά, δεν θα έπρεπε να τον προσελκύσει.<br />
Ο Δημήτρης, έχοντας μια αρκετά καλά οργανωμένη οικογενειακή και επαγγελματική πορεία, εν μέσω κρίσης και κοινωνικών φραγμών, αισθάνεται σταδιακά ανήμπορος να ανταπεξέλθει ψυχικά στους φρενήρεις ρυθμούς της σύγχρονης πραγματικότητας.<br />
Επιπλέον, αντιλαμβάνεται τον νοσηρό και συμβατικό χαρακτήρα της μονότονης, παράδοξης, απάνθρωπης και υποκριτικής δομής της κοινωνίας, που αδιαφορεί πλήρως για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Έτσι, σταδιακά, κλείνεται στον εαυτό του, βυθίζεται<br />
σε μελαγχολία, καταρρέει. Παράλληλα, σε μια ονειρική περιπλάνηση (που τον συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του), φαντάζεται και παρακολουθεί τη ζωή του Αρχαίου λυρικού ποιητή (προσωπικότητας που τον εντυπωσίασε ίσως στην εφηβεία του)· ατόμου, που δεν διστάζει να καταφερθεί ενάντια στην υποκριτική και εγωκεντρική στάση της αριστοκρατικής τάξης της εποχής, να θίξει (μέσα από τους στίχους του) σε συμπόσια και γιορτές τα κακώς Μ Ιμενα και τα ελαττώματα των συνανθρώπων του (ως ένας προγενέστερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), να γίνει άλλοτε ιδιαίτερο αγαπητός και άλλοτε, απόλυτα μισητός στο κοινό του. Ο Αρχίλοχος, μετουσιώνεται στον άλλο του εαυτό, που όντας δυναμικός, αντιδρά, επαναστατεί, δεν ανέχεται υποκρισίες και ψεύδη. Έτσι,<br />
αυτή του η οπτική θα αποτελέσει -στη συνέχεια- και τη σωτήρια λέμβο του Δημήτρη, που για τους άλλους είναι μια προσωπικότητα που πλέον παραφρονεί. Ο αιφνίδιος θάνατος του πολεμιστή-καυστικού λυρικού ποιητή σε μάχη ανατρέπει όλα τα σχέδια του σύγχρονου ήρωα. Αυτή η δυναμική παρουσία, γεμάτη πλούσιες εμπειρίες και ανθρωπιστικό πνεύμα, που τον καθοδηγούσε ανελλιπώς, τώρα πλέον δεν υφίσταται. Ο Δημήτρης αισθάνεται σαν μια ατελής ύπαρξη, που αδυνατεί να βρει διέξοδο. Τη λύση όμως τελικά θα τη δώσει και πάλι ο Αρχίλοχός του διότι μέσω της ενασχόλησης με τη συγγραφή μυθιστορήματος με πρωταγωνιστή τον ίδιο, θα τον απελευθερώσει από την παθητική (κατά τους επιστήμονες-ψυχιάτρους, αυτιστική) στάση του και θα τον ωθήσει σε ενεργή εμπλοκή στην προσωπική του μοίρα, σε συνετή οργάνωση της ζωής του, μακριά από ανούσιες συμβατότητες και με προσανατολισμό στις αληθινές αξίες της φύσης (ειλικρίνεια, αλήθεια, απλότητα, αλληλεγγύη, δικαιοσύνη). Επιπλέον, καμία θεώρηση δεν είναι σωστή, εάν περιορίζεται αυστηρά στο μέτρο του απόλυτου. Όλα είναι αμφίρροπα και επιδέχονται αναιρέσεις, όπως συμβαίνει και με τις εκτιμήσεις ειδικών ιστορικών για την αμφίρροπη εκρηκτική προσωπικότητα του Αρχίλοχου: «Μπορείς να πεις την αλήθεια. Για μια φορά στη ζωή σου αντίκρισέ την κατάματα χωρίς να κρύβεσαι. Δεν είναι ντροπή η αλήθεια» και «Όλα είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν». Ο Δημήτρης οφείλει να βρει τη χρυσή τομή στη<br />
ζωή του, θέτοντας ως προτεραιότητα τον προσανατολισμό στις αληθινές χαρές της ζωής, ξεφεύγοντας από τα ασφυκτικά όρια του απόλυτου και των κοινωνικών συμβάσεων.</p>
<p>Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά<br />
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ε.Π. στο Α.Τ.Ε.Ι./Θ.<br />
Δρ Συγκρ. Λογοτεχνίας Α.Π.Θ.</p>
<p>Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στο βιβλιοπωλείο<br />
Πρωτοπορία, στη Θεσσαλονίκη στις 17/3/2017.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Η συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος, ειδικά όταν αφορά μια τόσο μακρινή εποχή όσο η αρχαϊκή, απαιτεί και προϋποθέτει εμβρίθεια, επιστημοσύνη, ακούραστο ερευνητικό πνεύμα, πολύχρονη μελέτη, αλλά και παρατηρητικότητα και διάκριση, προκειμένου να<br />
συνδέσεις το «τότε» με το «τώρα» και να πείσεις τον αναγνώστη ότι πίσω από το ιστορικό προσωπείο δεν μιλάς πάλι εσύ, ο συν-γραφέας για τις εμπειρίες και τα βάσανά σου. Αυτό το «συν» στο συγγραφέας πάντα με ιντριγκάρει, γιατί προϋποθέτει, αν όχι ομαδική εργασία, τουλάχιστον κάποιο «πνεύμα», αόρατο και δυσεξιχνίαστο από τις ψηφιακές κάμαρες, το οποίο μπορεί πλέον να μην σε «εμπνέει», αλλά «ομιλεί» μέσα από τον δραματικώς εκφερόμενο λόγο. Αυτή η σχεδόν μεταφυσική προσέγγιση είναι ικανή κι αναγκαία συνθήκη<br />
για να περάσει ένα μυθιστόρημα στο πλατύ κοινό σπάζοντας τον κλοιό, το ομηρικόν «έρκος», των στενών κύκλων λογιών, διανοουμένων και πανεπιστημιακών. Προβαίνω σε αυτή την εκτενή εισαγωγική παρατήρηση για να μπορέσω μετά αμέριμνος να εκθειάσω τα λογοτεχνικά κατορθώματα, τους πραγματολογικούς άθλους του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, σπούδασε θετικές επιστήμες [θα γελούσαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας με έναν τέτοιο διαχωρισμό της Γνώσης], ως αναγεννησιακός άνθρωπος όμως και πανεπιστήμων (από το «Πάνας»), επιδόθηκε στη λογοτεχνική ενασχόληση ουχί μετά μανίας, αλλά με τη μοναστική πειθαρχία μελών απόκρυφων ταγμάτων της Ανατολής που διέσωσαν έτσι τη χαμένη (;) Αρχαία Γνώση και τη μεταλαμπάδευσαν στους κατοπινούς περνώντας μέσα από τις Συμπληγάδες μονοθεϊστικών θρησκειών και χειριστικών εξουσιαστών, που το μόνο που δεν ήθελαν ήταν η Ελευθερία του ανθρωπίνου είδους, με αιχμή τη Σκέψη και την έκφρασή της.<br />
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής συνέθεσε ένα παραβολικό μυθιστόρημα (από την «παραβολική Γεωμετρία») επιτυγχάνοντας σχεδόν το ακατόρθωτο: να αποτυπώσει ανεξίτηλα στο χαρτί ένα πανόραμα του Αρχαίου Κόσμου, να μιλήσει εμμέσως για τη σύγχρονη εποχή της<br />
Κρίσης, μέσα από τον επίσης κρίσιμο και μεταβατικό για την Ελλάδα 7° π.Χ. αιώνα, να εξομολογηθεί διά της συνεκδοχής (το μέρος αντί του όλου) οικεία κακά, καθώς και να ζωντανέψει ένα αρχαίο πρόσωπο του μύθου, που ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του και η σκωπτική του διάθεση τον μετέτρεψαν σε μακρινό πρόγονο και προάγγελο του μολιερικού «Μισανθρώπου». Εκείνος όμως, ο Αρχίλοχος, ο δικός του Αρχίλοχος, του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, ήταν γλεντζές κι αυθόρμητος σαν τον καζαντζακικό Ζορμπά. Αυτή η αρχετυπική επαναστατικότητα του παρ-άλογου μεσογειακού ανθρώπου, από τα προϊστορικά τουλάχιστον χρόνια μέχρι και σήμερα, δημιούργησε αυτόν τον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό και την έννοια της Δημοκρατίας, όπως εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες, μέσα από τριβές και συσσωματώσεις, μέσα από αγάλματα και πολύτιμα ιζήματα, ημιπολύτιμα πετρώματα και συσσωρευμένη σοφία, οδηγώντας σε αυτό που λέμε σήμερα «Δυτικό Πολιτισμό» ή «ελεύθερο κόσμο» (όρος από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου). Αυτή η ανταρτοσύνη των πνευματικών ανθρώπων, και δη των ασυμβίβαστων ποιητών, αυτή η αντικομφορμιστική στάση ζωής, ο έρωτας ως επανάσταση, η Δημοκρατία ως ευθύνη ατομική κι όχι ως άλλοθι συλλογικό, η ενεργητική δημιουργικότητα και η πολυδιάστατη παραγωγικότητα, αυτά είναι τα καλά κρυμμένα «μηνύματα» κάτω από αυτό το αριστουργηματικό κείμενο, του οποίου η «κεντρική ιδέα» θα μπορούσε να είναι: «τόλμα να είσαι ο εαυτός σου, πλήρωσε το κόστος και ζήσε, με κάθε τίμημα». Τα σποραδικά λαθάκια λειτουργούν ως έναυσμα συν δημιουργίας, ως ξυπνητήρι για τον βομβαρδισμένο από εικόνες εγκέφαλο του αναγνώστη, ως υπόμνηση τελικά πως το τέλειο είναι μόνον ο θάνατος.<br />
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής επιτυγχάνει έναν άθλο. Έργο ζωής «Ο Αρχίλοχός του. Ιστορικό Μυθιστόρημα». Είναι απλώς ένα εφαλτήριο εξελικτικό, το τρίτο σκαλί για την αναρρίχησή του στον Παρνασσό των Μουσών μέσα από επίπονο δρολάπι (που αργότερα θα γίνει ατραπός απαιτητική και με αξιώσεις παγκόσμιας διαχρονικότητας)&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ</strong></h5>
<p>Το παιχνίδι της αντιστροφής: Ο Αρχίλοχος και οι απόγονοι</p>
<p>«Οι βιογραφίες προπάντων μας μαθαίνουν πως η ιστορία της ζωής είναι κάτι ασύλληπτο». Τη φράση αυτή παραθέτει ο Γ. Σεφέρης στις σημειώσεις του μυθιστορήματος του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (1926). Το απόσπασμα του ίδιου από την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα_(1940) «Ξύπνησα με τούτο το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια» χρησιμοποιείται ως μότο του βιβλίου του Γρ. Τεχλεμετζή Ο Αρχίλοχος του. Ιστορικό μυθιστόρημα, λοιπόν. Μύθος και Ιστορία. Τα δύο αυτά στοιχεία συμπλέκονται στο πρόσωπο του Αρχίλοχου. Τι<br />
γνωρίζουμε σήμερα γι’ αυτόν; Λυρικός ποιητής του 7ου αιώνα π.Χ., μισθοφόρος στρατιώτης, αποικιστής της Θάσου, με τα σημερινά κριτήρια ανατρεπτικός και παραβατικός χαρακτήρας. Γνωστότερο το ποίημά του για τη χαμένη ασπίδα.</p>
<p>Κάποιος από τους Σαΐους καμαρώνει για την ασπίδα μου<br />
όπλο αψεγάδιαστο, που πλάι σε θάμνο παράτησα αθέλητα,<br />
έλα όμως που εγώ σώθηκα. Για κείνη την ασπίδα να νοιάζομαι;<br />
(μετάφραση Ηλία Κωστόπουλου)</p>
<p>Ο δεύτερος πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο σύγχρονός μας Δημήτρης, στον οποίο αναφέρεται η κτητική αντωνυμία (τον) του τίτλου προσελκύεται από αυτό ακριβώς το απόσπασμα, κατακυριεύεται από τη μορφή του ποιητή και τον αντιμετωπίζει ως πρότυπο και alter ego. Το αποτέλεσμα είναι να χάσει κάπου τον έλεγχο της δικής του ζωής και να οδηγηθεί με τη σειρά του σε εξίσου παραβατική και απρόβλεπτη συμπεριφορά. Η μετατόπιση δεν είναι πάντως ακατανόητη για τον αναγνώστη. Ο Αρχίλοχος βαθμιαία αναδεικνύεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου σε οικείο πρόσωπο. Η πρόταση εγώ σώθηκα» (αυτόν δ’ εξεσάωσα ή ψυχήν δ&#8217; εξεσάωσα) είναι συγκλονιστική για την αλλαγή νοοτροπίας που δημιουργεί, καθώς περνάμε από την ηρωική/ομηρική στην αντι-ηρωική/ανθρώπινη συμπεριφορά. Τη συμπεριφορά αυτή υιοθετεί και ο Δημήτρης που ταυτίζεται βαθμιαία με τον αρχαίο ποιητή. «Θυμάται κάποιο ποίημά του, που πέταξε την ασπίδα του σε μια μάχη, προβάλλοντας το αίτημά του ότι ήθελε να ζήσει. Δεν τον ένοιαζε το καθήκον, ούτε ο ηρωισμός, παρά μόνο η ζωή του, ποθώντας ίσως ευτυχισμένες στιγμές». Το αίτημα αυτό είναι κοινό στους δύο πρωταγωνιστές. Πρόκειται λοιπόν για το παιχνίδι της αντιστροφής, όπου ο ήρωας γίνεται αντι-ήρωας, ο σύγχρονος άνθρωπος αρχαίος Έλληνας, ο ορατός<br />
γίνεται αόρατος συνομιλητής κ.ο.κ. Θα ακολουθήσει μια σειρά από παρόμοιες αντιστροφές και εναλλαγές/μεταμορφώσεις που σκοπό έχουν την οικειοποίηση του Αρχίλοχου από τον Δημήτρη και κατ’ επέκταση από τον αναγνώστη, καθώς και την ανάπτυξη της πολυφωνίας στο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας καταφέρνει ώστε να παρακολουθεί ο αναγνώστης τις εξελίξεις στην παράλληλη πορεία των δύο πρωταγωνιστών με διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον.<br />
Το βιβλίο αναπτύσσεται σε πενήντα κεφάλαια, στα οποία εξιστορείται εναλλάξ η ζωή του αρχαίου ποιητή και εκείνη του σύγχρονου αντι-ήρωα. Η αφήγηση αρχίζει κατευθείαν στο θέμα, με το ταξίδι του πρώτου στη Θάσο και τον δεύτερο αποικισμό του νησιού. Επισημαίνεται από μιας αρχής ο δύσκολος, θυμώδης και σκωπτικός χαρακτήρας του που στρέφεται κατά δικαίων και αδίκων. Τα ποιητικά του βέλη δέχονται η πρώην αρραβωνιαστικιά του Νεοβούλη, ο πατέρας της, καθώς και ο κοινωνικός κύκλος της<br />
πατρίδας του, της Πάρου. Μοναδική εξαίρεση ο φίλος και συμπολεμιστής του Γλαύκος. Ένας ποιητής λοιπόν εναντίον του κόσμου (contra mundum). (Πρόκειται για άλλη μια αντιστροφή). Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο Δημήτρης, ο ήρωας της καθημερινότητας. Μόνο<br />
στα όνειρά του δραπετεύει και έρχεται να συναντήσει το είδωλό του. «Τι ήταν τα παράξενα όνειρα που έβλεπε; Εμφανιζόταν ένας αρχαίος λυρικός ποιητής και το μυστήριο ήταν ότι νόμιζε ότι βρισκόταν στη θέση του, σκέφτονταν ό,τι εκείνος, αισθανόταν όπως αυτός, και όλη η ζωή του, στις στιγμές του ονείρου, ήταν καταχωρημένη και εκχωρημένη σ’ αυτόν, σαν να υπήρχε μια ταυτοπροσωπία, Μα τι αλλόκοτη αίσθηση». Από το σημείο αυτό αρχίζει η<br />
παράλληλη πορεία του ποιητή προγόνου και του απογόνου του.<br />
Από το 3° κεφάλαιο («Ο χορός της μοίρας») εξελίσσεται αναδρομικά η ζωή του Αρχίλοχου. Πληροφορούμαστε ότι υπήρξε παιδί μιας δούλης, της Ενιπώς και του άρχοντα Τελεσικλή, και μαθαίνουμε για τα παιδικά του χρόνια, τα πρώτα του γράμματα και τα πρώτα παιχνίδια. Η αναπαράσταση της εποχής είναι άρτια. Οι μαθητές παρουσιάζονται να γράφουν σε πινακίδες από κερί, να παίζουν τους αστραγάλους (κότσια), να ασχολούνται με τον αθλητισμό και να αποστηθίζουν στίχους του Ομήρου. Ενδιαφέροντα είναι τα ευρήματα του συγγραφέα ότι ο μικρός Αρχίλοχος ήταν καλός στο τρέξιμο (κάτι που του χρειάστηκε αργότερα, στο επεισόδιο με την ασπίδα) ή ότι πείραζε με σκωπτικά στιχάκια τους συμμαθητές του. Εξίσου σημαντικό το κεφάλαιο για την πρώτη του λύρα και την ανακάλυψη της ποιητικής του κλήσης, καθώς και τον χρησμό του μαντείου των Δελφών για μελλοντική δόξα.<br />
«Ποιος νοιαζόταν για δόξες; Εκείνον τον ενδιέφερε το “πολυτραγουδισμένος”. Θα άγγιζε με τα λόγια του τις ψυχές των ανθρώπων. Μαζί του θα γελούσαν και θα ’κλαιγαν, θα ξεχνούσαν και θα θυμόντουσαν, θα ’βλεπαν τη ζωή τους μέσα από χιλιάδες κομματιασμένους καθρέφτες, μέχρι που θα ένοιωθαν όλοι ένα. Ένα ριζικό που διασχίζει τα πάθη, τις ελπίδες και τις θελήσεις όλων των αιώνων».<br />
Σύμφωνα με το παιχνίδι της αντιστροφής, η παιδική ηλικία του Δημήτρη δεν είναι τόσο λαμπρή. Παιδί της πόλης με ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία, βρίσκει διέξοδο στη φαντασία. Ακόμη και οι καλλιτεχνικές του κλίσεις είναι αμφιλεγόμενες, καθώς έχουν το στοιχείο της ιδιαιτερότητας και προσελκύουν την προσοχή των δασκάλων του. Εντυπωσιακό είναι το επεισόδιο με το αερόστατο, όταν ο ίδιος και οι φίλοι του προσπαθούν να δραπετεύσουν με ένα αερόστατο δικής τους κατασκευής και τελικά του βάζουν φωτιά. «Η φωτιά φούντωσε μανιασμένη, αρχίζοντας να πυρώνει τα προσωπάκια τους, αναψοκοκκινίζοντάς τα. Μα η επιμονή τους τα κρατούσε εκεί. Προσηλωμένα στην επιθυμία τους να πετάξουν. Να φύγουν<br />
επιτέλους (&#8230;) Το αερόστατό τους ήταν εκεί για να τους σώσει. Να αποδείξει σε όλους ότι είχαν δίκιο. Ότι μπορούσαν ακόμα και να πετάξουν! Θα τα κατάφερναν. Ναι θα τα κατάφερναν και ας καιγόντουσαν λιγάκι».<br />
Ο Αρχίλοχος, αντίθετα, διαθέτει πολύ ευρύτερο πεδίο δράσης, αφού νέος ταξιδεύει στην κοσμοπολίτικη Κόρινθο και μυείται στα συμπόσια (πάλι σύμφωνα με την επινόηση του συγγραφέα).<br />
Πηγή έμπνευσης λοιπόν το κρασί και οι γυναίκες. Εξίσου παραστατικά αποδίδεται η δίνη των συμποσίων, τα μουσικά όργανα και ο χορός, καθώς και τα σχετικά ποιήματα. Παράλληλα αρχίζει η ζωή του ως μισθοφόρου πολεμιστή, στην υπηρεσία του θεού Άρη.<br />
Οι σκηνές της μάχης είναι ζωντανές, από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου. «Η μάχη άρχισε θυελλώδης. Ανεξέλεγκτη μάνητα επιβίωσης, τυφλή και ισοπεδωτικά παράλογη κυρίεψε τα πάντα. Έπρεπε να τους διαλύσεις. Ορμή και οργή ακόνιζε το σπαθί σου, για να<br />
τους μακελέψεις, ξίφος που μοιράζει τον πόνο. Να προλάβεις να τους ματώσεις πρώτος. Άλικο αίμα αχνιστό πότιζε τη γη, λύσσα θανάτου. Με τη δύναμη και τη σοφία της Αθηνάς, να σπάσουν στιβαρά το γρηγορότερο οι φάλαγγές τους». Ή με τα λόγια του Αρχίλοχου:</p>
<p>Για εφτά νεκρούς που πέσανε, που τους ποδοπατήσαμε,<br />
Χίλιοι φονιάδες βρεθήκαμε<br />
(Το πρώτο πληθυντικό είναι αποκαλυπτικό).</p>
<p>Το ίδιο εντυπωσιακές και άρτιες είναι και οι σκηνές της καύσης και του θρήνου των νεκρών.<br />
Ο αντι-ήρωας απόγονος, αντίθετα, εγκλωβίζεται βαθμιαία στα αδιέξοδα της συζυγικής και οικογενειακής ζωής, και καταβυθίζεται σε ένα προσωπικό τέλμα, χωρίς διαφυγή και με έντονο το στοιχείο της εμμονής. «Αλλά το φάντασμα του ποιητή τον ακολουθούσε στον ύπνο και στον ξύπνιο του, προσδεμένο επίμονα στο μυαλό του και εκείνος δεν μπορούσε παρά να του αφεθεί». Είναι αρκετά πειστική η προσκόλληση του Δημήτρη στον Αρχίλοχο, καθώς ο δεύτερος αντιπροσωπεύει ένα ηρωικό πρότυπο, ένα alter ego, έναν εντυπωσιακό πρόγονο-πατέρα, αρκετά ανθρώπινο, ωστόσο, στον οποίο μπορεί να καταφύγει κάποιος και να του εξομολογηθεί. «Πώς αυτός ο αόρατος συνομιλητής άρχισε σιγά σιγά μέσα από<br />
την επανάληψη, να παίρνει σάρκα και οστά, να δηλώνει όλο και εντονότερα την παρουσία του, ώσπου στο τέλος να αποκαλύψει το ίδιο του το πρόσωπο, να γίνει ο ίδιος του ο εαυτός;» (Τάκης Θεοδωρόπουλος, Το μυθιστόρημα του Ξενοφώντα, 2004). Ο Γ. Σεφέρης έχει διατυπώσει την ίδια σκέψη ποιητικά: «Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν» («Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο»). Οι ποιητές πρόγονοι επανέρχονται λοιπόν κάποτε επίμονα και βασανιστικά.<br />
Ενώ ο Δημήτρης ταλαιπωρείται, ο Αρχίλοχος συνομιλεί με την περίφημη Νεοβούλη, τη θυγατέρα του Λυκάμβη, την οποία ακολουθεί στις ακρογιαλιές της Πάρου. «Και η Αφροδίτη με τα λευκά της πέπλα, χόρευε στο μελτέμι, κατάλευκη (&#8230;) με τη θαλάσσια αύρα απ’ τ’ ανοιχτά, που κυρίευε το μυαλό των ερωτευμένων, θεά της πιστής τους ύπαρξης». Οι σκηνές της ειρηνικής ζωής παρουσιάζονται ολοζώντανες, γεγονός που αποδεικνύει ότι το διάστημα των 2.500 χρόνων που μεσολάβησαν, δεν είναι τόσο μεγάλο όσο φανταζόμαστε. Η ευτυχία όμως δεν κρατάει πολύ. Η αθέτηση της υπόσχεσης γάμου από τον πατέρα της κοπέλας αποτελεί άλλη μια μορφή αντιστροφής και προκαλεί την οργή του ποιητή. «Πώς να<br />
περίμενε ότι αυτός, ο φίλος του πατέρα του, σεβαστός στην παριανή κοινωνία, θα απαρνιόταν το λόγο του; Άσε που ο πιθανός ιερός όρκος θα έμοιαζε με πράξη δυσπιστίας, ενώ ο αρραβώνας θα έπρεπε να περιβάλλεται με χαρές και γλέντια». Αντιστρέφεται λοιπόν ο όρκος σε πράξη μομφής, οι αρραβώνες σε αντεκδίκηση και οι ύμνοι και οι έπαινοι σε σκωπτικούς και συκοφαντικούς στίχους. Η κοπέλα που αρνήθηκε τον ποιητή συνεχίζει να διασύρεται στον αιώνα τον άπαντα. «Η Νεοβούλη που αγάπησε δεν υπήρχε πια. Στη θέση<br />
της ένα βουβό ξόανο, μια νεκρή Αφροδίτη». Αλλού περιγράφονται εκτενέστερα τα συναισθήματα της οργής που τον διακατέχουν: «Αραγε ποτέ δεν τον αγάπησε; Ο έρωτάς της ήταν ένα ψέμα που εξανεμίστηκε στην πρώτη δυσκολία, που υποτάχθηκε στην πατρική εντολή;»<br />
Ο γάμος της Νεοβούλης με πλούσιο έμπορο από τη Μίλητο αποτελεί αφορμή για μια ακόμη πειστική αναπαράσταση εποχής. Την προίκα της αποτελούσαν «πολύχρωμα υφάσματα απ’ τη Φοινίκη, ασημένια σκεύη απ’ την Κύπρο, σιτάρι από τους πλούσιους κάμπους της Αιγύπτου, τάπητες, ζώνες, είδη από δέρμα, μύρο σε μικρά φιαλίδια από τη Λυδία, πήλινες στάμνες από τη Μίλητο κι ό,τι μπορείς να φανταστείς». Ο ποιητής φροντίζει με τη σειρά του να της κάνει ένα καλό γαμήλιο δώρο:</p>
<p>Τώρα πια δεν ανθίζει όμοια το απαλό σου δέρμα γιατί μαράθηκε πια<br />
απ&#8217; τις ρυτίδες κι η μοίρα των κακών γηρατειών σε χτυπά<br />
κι απ’ το ποθητό σου πρόσωπο η γλυκιά πεθυμιά πάει κι έφυγε.<br />
Στ’ αλήθεια κατέπεσαν πάνω σου<br />
αέρηδες από χειμωνιάτικες θύελλες, και πολύ συχνά&#8230;</p>
<p>Ως διέξοδος στον πληγωμένο εγωισμό του Αρχίλοχου παρουσιάζεται η αποστολή στην αποικία της Θάσου, που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του. Ικανοποιείται με αυτόν τον τρόπο η κλίση του προς την περιπέτεια, του προσφέρεται νέο υλικό για ποιήματα, καθώς και ένα ευρύτατο πεδίο δραστηριότητας. Ο Δημήτρης, αντίθετα, δεν αποφεύγει τον εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, καθώς μένει εγκλωβισμένος στα δικά του αδιέξοδα, όπου πρωταγωνιστεί ο ποιητής. «Το βράδυ ήταν μακρύ, μα ο Αρχίλοχος επέστρεφε αγχώδης<br />
αυτή τη φορά». Οι επισκέψεις του πραγματικά είναι συχνότερες και εντονότερες κάθε φορά και υποκαθιστούν-αντιστρέφουν τον πραγματικό κόσμο. Το 28° κεφάλαιο είναι το σημείο συνάντησης των δύο κόσμων. Ο ένας πρωταγωνιστής ξεφαντώνει στα συμπόσια, ενώ ο άλλος καταπίνει φάρμακα. Λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο το στοιχείο της ειρωνείας, που γίνεται εντονότερη καθώς οι ψυχίατροι παρακολουθούν την εξέλιξη και γνωματεύουν:</p>
<p>Α: «Απαγγέλλει ποιήματα με καταπληκτική αρτιότητα και ρυθμό. Αναρωτιέμαι αν προέρχονται από μια ισχυρή εμπειρία στο παρελθόν, που έχει θαφτεί στο υποσυνείδητό του».<br />
Γ: «Πήρα συνέντευξη από τη μητέρα, τη γυναίκα, από παλιούς φίλους και συμμαθητές του. Τίποτα τέτοιο δεν προκύπτει».<br />
Γ: «Τα στοιχεία είναι απόλυτα και καταιγιστικά. Ποιος θα μπορούσε να πει όχι;»</p>
<p>Στο μέσον του βιβλίου η αφήγηση κορυφώνεται (αποικισμός της Θάσου, περιγραφή των Φοινίκων εμπόρων, των τελετών, θυσιών κ.λπ). Σημαντικά γεγονότα είναι η επίθεση των περίφημων Σαΐων, καθώς και η επίθεση των Ναξίων και των Θρακών. Χαρακτηριστική είναι η απολογία του Αρχίλοχου για τη χαμένη ασπίδα, που αποτελεί μια μορφή αντιστροφής και υπεράσπισης του εαυτού:</p>
<p>Δε τη λες αδυναμία και ανανδρία την οπισθοχώρηση,<br />
αν κάτω από την πίεση των θεών γίνει<br />
εμείς το βάλαμε στα πόδια γρήγορα, την κατάλληλη ώρα (..)</p>
<p>Το ηρωικό ιδεώδες όχι μόνο υποχωρεί, αλλά και ανατρέπεται με τη βοήθεια της μυθολογίας («Ακόμα και ο Τήλεφος από την Αρκαδία» κ.λπ). Εξίσου αντεστραμμένη είναι και η ιδέα της υστεροφημίας, το περίφημο λαμπρό όνομα των ομηρικών ηρώων, για<br />
το οποίο ζούσαν και πέθαιναν. Αντίθετα ο Αρχίλοχος καταρρίπτει παρόμοιες αντιλήψεις:</p>
<p>Κανένας σαν πεθάνει δεν μένει μες στους πολίτες ξακουσμένος και σεβαστός<br />
μόνο οι ζωντανοί κυνηγάμε την εύνοια των ζωντανών<br />
κι όσο για το νεκρό όλα μάταια πάντοτε καταντούν</p>
<p>Παρά την άποψη αυτή, ο Αρχίλοχος φαίνεται να συμμετέχει στις τυπικές εκδηλώσεις της εποχής του (Αποστολή στο Μαντείο των Δελφών, συμμετοχή στους Ολυμπιακούς αγώνες με τον ύμνο στον Ηρακλή). Η προσωπογραφία του (και στο εξώφυλλο του βιβλίου) έχει ειρωνική έκφραση, που αποδίδεται και περιγραφικά. Είναι ο ψηλόλιγνος μισθοφόρος «με τη γενειάδα, που του αποστέωνε το πρόσωπο και τόνιζε τα νευρώδη μπράτσα του, που ξεπρόβαλαν από το ριχτό στις πλάτες του ιμάτιο (&#8230;) Στεκόταν εκεί ασάλευτος, σαν απολιθωμένο άγαλμα αιώνων, ενώ ένα απρόσμενο μειδίαμα άρχισε να χαράζεται στα χείλη του, κοκαλωμένο κι ακατανόητο, τα μάτια του γυαλίζανε απόκοσμα και κοιτούσανε προς το υπερπέραν».<br />
Η ειρωνεία ως γνώση της ανθρώπινης κατάστασης, της ανασφάλειας και των ανατροπών που τη συνοδεύουν, χαρακτηρίζει την ώριμη ζωή και το έργο του αρχαίου ποιητή. Πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις που αφορούν σε:</p>
<p>α) Φυσικά φαινόμενα (έκλειψη ήλιου):<br />
Τίποτε δεν είναι απρόσμενο (&#8230;) από την ώρα που ο πατέρας των Ολυμπίων Δίας<br />
μες στο μεσημέρι έκανε νύχτα, κρύβοντας το φως<br />
β) Πολιτικές μεταβολές στην αρχαία πόλη-κράτος:<br />
Γλαύκε, το νου σου γιατί το βαθύ πέλαγο είναι τρικυμισμένο<br />
γ) Προσωπικές ανατροπές και αντιπαλότητες (κατώτερος κοινωνικά ως γιος μίας δούλης, ανεπιθύμητος στην πατρίδα του αλλά και εχθρός στην αποικία, απορριπτέος από τη Νεοβούλη). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι ο Αρχίλοχος αναζητεί δικαίωση στο μέλλον, αφού η αναγνώρισή του γίνεται κυρίως τους τρεις τελευταίους αιώνες. Στο μυθιστόρημα βρίσκει αναγνώριση από τον Δημήτρη. Εμμονή ή παραλήρημα, σε κάποιο<br />
σημείο ο Αρχίλοχος φτάνει να απειλεί τη ζωή του θαυμαστή του, που σώζεται μόνο όταν ο πρώτος επιστρέφει κινηματογραφικά στον ζωτικό χώρο του, δηλαδή το βιβλίο του.</p>
<p>Τα βιβλία είχαν αρχίσει να τυλίγουν γύρω-γύρω με τις σελίδες τους τον Αρχίλοχο, που πλέον ήταν δυσδιάκριτος κι έμοιαζε με μια χαρτώδη μάζα, απολίθωμα των αιώνων. Σταδιακά άρχισε να ατονεί σαν ιστόγραμμα, που έσβηνε στην κινηματογραφική οθόνη και χάθηκε το ίδιο απρόσμενα όπως είχε παρουσιαστεί.<br />
Το μυθιστόρημα λοιπόν του Αρχίλοχου παίρνει αστυνομική πλοκή. Έχουμε ήδη μια εξαφάνιση (του Δημήτρη από την κλινική) και μια σειρά από αιματηρά περιστατικά (μάχες, μονομαχίες, επιθέσεις κ.λπ.) που κορυφώνονται στον θάνατο του ποιητή από πολεμιστές της Νάξου που χτυπάνε την πατρίδα του. Ο αναγνώστης πραγματικά συμπάσχει, γιατί έχει φτάσει στο σημείο να συμπαθεί τον Αρχίλοχο, που του είναι πια ένα οικείο πρόσωπο. (Κι<br />
αυτό αποτελεί επίτευγμα του συγγραφέα). Ο Καλώνδας ή Κόρακας παραδίδεται ως δολοφόνος του -δεν είναι θεός αλλά μοιράζει τον θάνατο. «Μαυριδερός, με ολόμαυρα γένια, συνέχεια του σκούρου προσώπου του, που δύσκολα ξεχώριζε, που νόμιζες ότι αντίκριζες<br />
μπροστά σου τον ίδιο τον Άδη». Όλα διαλύονται με τον θάνατό του και δημιουργούν «μικρά κομματάκια, ήρωες θρυμματισμένους, άθλους διαλυμένους, χαρακτήρες αποσαθρωμένους, διάχυτους στην ατμόσφαιρα του τόπου, ουσίες και απουσίες, ψηφίδες ιστορικής αλήθειας».<br />
Στο τελευταίο κεφάλαιο, μετά τον εικονικό θάνατο του Αρχίλοχου, ο Δημήτρης καταφέρνει να τον ανακαλέσει στη ζωή και να διαλύσει κάποιες παρανοήσεις σχετικά με τους δυο τους, καθώς και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του. Ο πρεσβύτερος διδάσκει τον απόγονο. («Εσύ, ήθελες να ξεφύγεις με κάθε τρόπο από την τελειότητα (,..)Ένας αναμφισβήτητα ηθικός ήρωας δεν θα ταίριαζε στην επανάστασή σου. Έπεσες όμως σε μια καινούργια παγίδα. Σε ένα στρεβλωτικό πάθος, που το έβαλες πάνω από όλα, σε θεράπευσε από τον προηγούμενο εαυτό σου, αλλά σε έριξε σε μια πλάνη, σε μια φρεναπάτη»). Το τελικό συμπέρασμα, «Όλα είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν», συγχωνεύεται με τη σιωπή των αιώνων. Η αμφισημία αυτή, ως ένα αιώνιο παιχνίδι αντιστροφής, συνοδεύει τους ανθρώπους μέχρι το τέλος.<br />
Στο μυθιστόρημα Ο Αρχίλοχός του ο Γρ. Τεχλεμετζής δημιουργεί ένα πορτρέτο του αρχαίου λυρικού ποιητή που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία. Αξιοσημείωτη είναι η έρευνά του καθώς και η συγκέντρωση του σχετικού υλικού -ποιητικού, ιστορικού και<br />
ιστοριογραφικού. Το επίμετρο αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς και η παράθεση των πρωτότυπων αποσπασμάτων και των βιβλιογραφικών αναφορών. Η αναπαράσταση της εποχής είναι επιτυχημένη και το πρόσωπο του Αρχίλοχου γίνεται οικείο και προσιτό στον σύγχρονο αναγνώστη. Η εποχή του άλλωστε (7ος αιώνας π.Χ.) είναι μια εποχή ανακατατάξεων και αντινομιών, που μοιάζει κάπως με τη σημερινή. Η αντιστροφή παρόντος-παρελθόντος, μύθου-ιστορίας, ηρωικής-αντιηρωικής συμπεριφοράς, φαντασίας-<br />
πραγματικότητας, ταυτότητας-ετερότητας συνοδεύεται από την ανάδειξη των αξιών της λυρικής εποχής. Η δύναμη, ο πλούτος, τα νιάτα, η γνώση, η ζωή αναθεωρούνται ως αξίες και τίθενται σε επανεξέταση. Η ποίηση του Αρχίλοχου συμβάλλει λοιπόν στην αναθεώρηση των ιδεών με τον εξεταστικό και ανατρεπτικό της τόνο. Μια εποχή ανατροπών όπως η σημερινή χρειάζεται ίσως περισσότερο από ποτέ μιαν ισχυρή και αποφασιστική φωνή. Ο σύγχρονος ήρωας του βιβλίου συντονίζεται στο τέλος με τη φωνή αυτή και αλλάζει τη ζωή του. Αξίζει λοιπόν να την ακούσουμε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΣΕΛΙΚΗΣ</strong></h5>
<p>Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής είναι γνωστός πεζογράφος. Το 2007 από τις εκδόσεις «Ηριδανός» κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Αφιερωμένο στην Έλενα». Ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά του «Ο Αρχίλοχός του» κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Ενδιάμεσα το 2010 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του «Η όψη» από τις εκδόσεις «Γκοβόστη». Η δραστηριότητα του Τεχλεμετζή στο χώρο των γραμμάτων συμπληρώνεται με το δοκίμιο για την πεζογραφία και την ποίηση και από το 2011 διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Ο Σίσυφος», στο οποίο επιμελήθηκε αρκετά αφιερώματα χωρίς με όλα αυτά να εξαντλείται η ενασχόλησή του με τον ευρύ χώρο της λογοτεχνίας.<br />
Το ανά χείρας δεύτερο μυθιστόρημά του ο ίδιος το εντάσσει στο γραμματειακό είδος του ιστορικού μυθιστορήματος. Έχει όμως και ένα χαρακτήρα φιλολογικής μελέτης καθώς παραθέτει (σσ. 321 &#8211; 341 + 2 σσ.) στοιχεία για τη ζωή και κυρίως για την ποίηση του<br />
Αρχίλοχου, του οποίου το floruit (η ακμή του) τοποθετείται στο πρώτο μισό του 7ου αε π.Χ. Αλλά το μυθιστόρημα αυτό έχει συγγένεια, νομίζω, και με τη λεγάμενη Λογοτεχνική Ψυχολογία καθώς σε βάθος και με λεπτομέρειες διαγράφει τη ψυχική ζωή του ποιητή Αρχίλοχου· επομένως, μπορούμε να το εντάξουμε και στο ψυχολογικό μυθιστόρημα, καθώς ο Τεχλεμετζής μας παρουσιάζει έναν πολύμορφο τύπο ανθρώπου με λεπτομερή ανάλυση της ψυχοσύνθεσής του και με αυτόν τον τρόπο μας προκαλεί αισθητική συγκίνηση.<br />
Απ’ όσα, εγώ τουλάχιστο, γνωρίζω στην ελληνική γραμματεία δεν υπάρχουν άλλα πεζογραφήματα στην ουσία και στο ύφος όμοια μ’ αυτό το μυθιστόρημα. Έτσι δεν μπορούμε να το συσχετίσουμε με όμοια έργα άλλων δημιουργών και να το αξιολογήσουμε ανάλογα.<br />
Είναι μοναδικό στο είδος του.<br />
Ο τίτλος του μυθιστορήματος «Ο Αρχίλοχός του» αποτελεί μια προσήμανση του περιεχομένου του. Ο ενεργός, λοιπόν, τίτλος διεγείρει τους μνημονικούς συνειρμούς του αναγνώστη και ανακαλεί στη μνήμη του τυχόν διαβάσματα, γνώσεις για τη ζωή, το έργο και<br />
την εποχή του Αρχίλοχου ή προκαλεί και άλλους συνειρμούς γενικά ιστορικούς. Αλλά η κτητική αντωνυμία «του» του τίτλου «Ο Αρχίλοχός του» παραπέμπει σε προσωπική σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τον ποιητή που έζησε χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά. Ποια είναι όμως αυτή η σχέση; Έχουμε, λοιπόν, και μ’ αυτό το ερώτημα μια ακόμη εγερτική δύναμη του ενδιαφέροντος του αναγνώστη, για να διαβάσει το μυθιστόρημα.<br />
Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μια προαναγνωστική εικόνα του βιβλίου, περιγράφουμε εν συντομία το περιεχόμενό του.<br />
Στη σελίδα 9 παραθέτει ο συγγραφέας, σαν μότο, ένα τετράστιχο από το «Μυθιστόρημα Γ&#8217;, 1935» του Γιώργου Σεφέρη που αναφέρεται στην εθνική μας παράδοση:<br />
«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια<br />
[..·]<br />
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει».<br />
Το αφηγηματικό υλικό του μυθιστορήματος μοιράζεται σε Ν'(50) κεφάλαια κανονικά σε έκταση ή σύντομα ή και πολύ σύντομα που συνολικά καλύπτουν 306 σελίδες. Το κάθε κεφ. έχει επικεφαλίδα που χρησιμεύει και αυτή ως προσήμανση του περιεχομένου του. Οι περισσότερες απ’ αυτές τις επικεφαλίδες παραπέμπουν με τον αριθμητικό τους δείχτη σε επεξηγηματικές σημειώσεις επόμενων σελίδων, οι οποίες κι αυτές παραπέμπουν σε «αποσπάσματα &#8211; ποιημάτων του Αρχίλοχου ή άλλων &#8211; που χρησιμοποιήθηκαν στο βιβλίο» προηγουμένων σελίδων. Ακολουθεί, μετά τα κεφ. ο Επίλογος (σσ. 317-319), διαφωτιστικός για τον αναγνώστη καθώς σ’ αυτόν εξηγεί ο μυθιστοριογράφος τον τρόπο σύνθεσης του μυθιστορήματος, στο οποίο έχουμε το συγκερασμό δύο εποχών, του 7ου αι. π.Χ. και του παρόντος με τη συνύπαρξη δύο ανθρώπων &#8211; ηρώων του έργου, του ποιητή -πολεμιστή Αρχίλοχου και του Δημήτρη, ενός συνήθους τύπου ανθρώπου της εποχής μας και ο οποίος υποδύεται τον Αρχίλοχο και τελικά ταυτίζεται μ’ αυτόν που αποτελεί το ίνδαλμά του. Παρουσιάζεται, λοιπόν, και ενεργεί ο Δημήτρης ως Αρχίλοχος, γι’ αυτό και ο τίτλος με την κτητική αντωνυμία «του», «Ο Αρχίλοχός του». Κατατοπιστικός, λοιπόν, ο Επίλογος για τον αναγνώστη. Γι’ αυτό και στη σελίδα 10 συνιστά ο συγγραφέας στους αναγνώστες να διαβάσουν πρώτα τον Επίλογο.<br />
Επίσης στον Επίλογο αξιολογείται ο Αρχίλοχος ως άνθρωπος και ως ποιητής. Ως άνθρωπος υπήρξε αμφιλεγόμενος, ως ποιητής θεωρήθηκε μεγάλος, ως ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που έστρεψε την ποίηση από το επικό κλέος στον έσω άνθρωπο και η αρχαιότητα τον έστησε δίπλα στον Όμηρο.<br />
Στη συνέχεια έχουμε, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, «τα αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν στο βιβλίο» (σσ. 321-330), και τις «Σημειώσεις» (175 τον αριθμό), οι οποίες παραπέμπουν στα πιο πάνω αποσπάσματα. Κλείνει το βιβλίο με την «Βιβλιογραφία» (Ειδική για τον Αρχίλοχο) και «Γενική βιβλιογραφία» (Ενδεικτική) και με τις «Ευχαριστίες» προς όσους βοήθησαν στη συγγραφή και την έκδοση του βιβλίου.<br />
Σύμφωνα με τα παραπάνω: σημειώσεις, αποσπάσματα, κ.ά. δικαιολογείται νομίζω η άποψη ότι το μυθιστόρημα αυτό του Γρήγορή Τεχλεμετζή έχει και ένα χαρακτήρα φιλολογικής μελέτης.<br />
Αυτή είναι η δομή και η εικόνα του έργου. Προαναγνωστικά, λοιπόν, ο αναγνώστης, βιώνει, τρόπον τινά, οπτικά το σώμα του μυθιστορήματος.<br />
Ως προς την αφηγηματική τεχνική του παρατηρούμε πως στην πραγματικότητα βασικός αφηγητής είναι ο Δημήτρης που τελικά ταυτίζεται, όπως προαναφέρθηκε, με τον Αρχίλοχο. Πάνω όμως και από αυτόν υπάρχει ο παντεπόπτης, παντογνώστης αφηγητής, εξωτερικός, ουδέτερος που μοιράζει κάθε φορά τη δράση στα διάφορα πρόσωπα και δίνει το λόγο μια στον έναν και μια στον άλλον. Έτσι δημιουργεί θεατρική ατμόσφαιρα. Συνεχώς ο παντεπόπτης αφηγητής, σύμφωνα με τη ροή των γεγονότων, περιφέρει το φακό<br />
του και εστιάζει μια εδώ και μια εκεί, όπου δηλαδή εντοπίζεται το ενδιαφέρον. Ενεργεί δηλαδή σαν σκηνοθέτης ανάλογα με τη διάρθρωση του περιεχομένου σε μέρη και με τις ανάγκες των διαφόρων σκηνών και επεισοδίων. Όλες, λοιπόν, οι φωνές των δρώντων<br />
προσώπων πηγάζουν από τον παντογνώστη αφηγητή. Απ’ αυτά τα πρόσωπα άλλα είναι ιστορικά, συμπολεμιστές, σύντροφοι, φίλοι ή εχθροί του Αρχίλοχου και άλλα είναι πλαστά, επινοημένα από τον μυθιστοριογράφο, γιατί είναι απαραίτητα για την οικονομία του μύθου, την προώθησή του, τη δέση και τη λύση της πλοκής. Όλα αυτά τα πρόσωπα σκιαγραφούνται αδρομερώς πλην όμως με την ψυχολογική αλήθεια του καθένα χωριστά.<br />
Ορισμένα κεφάλαια αναφέρονται, όπως και ο Επίλογος, στον τρόπο γραφής του μυθιστορήματος. Το κεφ. για παράδειγμα ΛΘ&#8217; είναι τέτοιο, ενώ πιο ενδεικτικό, πιο αποκαλυπτικό για τη γραφή του μυθιστορήματος είναι το κεφ. ΜΘ&#8217;.<br />
Ως προς την εξελικτική τους αλληλουχία τα κεφ. με τα διάφορα γεγονότα, επεισόδια και άλλα μέρη τους παρατηρούμε πως το Α&#8217; κεφ. αναφέρεται πρωθύστερα σε μεταγενέστερο γεγονός, στο τελικό ταξίδι του Αρχίλοχου στην Πάρο· η κανονική του θέση είναι<br />
μετά το κεφ. ΜΖ&#8217;, στο οποίο παρακολουθούμε την εξαπάτηση του Αρχίλοχου από τον Κηρυκίδη, που είναι ένας άνθρωπος του Μύρωνα, ο οποίος διέκειτο εχθρικά προς τον Αρχίλοχο που με δηκτικούς στίχους τον έθιγε. Ο Κηρυκίδης τελικά έπεισε τον Αρχίλοχο<br />
ότι τάχα τον αναζητά και τον περιμένει στην Πάρο η Νεοβούλη, η πρώην αρραβωνιαστικιά του. Το ταξίδι του Αρχίλοχου προς την Πάρο, που έχουμε στο Α&#8217; κεφ. κατά το οποίο ανασκοπεί απολογιστικά όλα τα πεπραγμένα της ζωής του, χωρίς βέβαια να αναφέρεται το όνομα του Αρχίλοχου για λόγους πρόκλησης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, είναι το τελευταίο, όπως προαναφέρθηκε, πριν το θάνατό του.<br />
Ο Αρχίλοχος τώρα, στο κεφ. Α’ είναι κουρασμένος από την έντονη και ταραχώδη ζωή του, «Μόνο ένα σπιτάκι αναζητούσε (πλέον), ένα ζεστό παραγώνι, μια όμορφη σκλάβα να τον ποδένει το πρωί με τα λευκά χεράκια της, για να κινήσει για το χωράφι του, παρέα με τους υποτακτικούς, ενώ το σούρουπο σε σπίτια φίλων να σκαρώνει στιχάκια, πειράζοντας τους πάντες, γελώντας χορτάτος κι ευτυχισμένος» (σ. 14), αφήνοντας πίσω του όλη την περιπετειώδη ζωή του. Τώρα ο ποιητής &#8211; πολεμιστής βρίσκεται στη γενέτειρά του, την Πάρο, για την οποία είναι έτοιμος και πρόθυμος να πολεμήσει μαζί με τους φίλους του.<br />
Ανάμεσα στα δύο αυτά κεφ. (Α&#8217; και ΜΖ&#8217;) εγκιβωτίζονται, όπως γίνεται και στην Οδύσσεια του Ομήρου, τα κεφ. από το Β&#8217; ως και το ΜΣΤ’, το οποίο συνδέεται με το Α’ καθώς «πλησίαζε η ώρα. Επιτέλους πλησίαζε» (σ. 288) που θα πατούσε και πάλι ο ποιητής<br />
το πόδι του στην Πάρο. Σ’ αυτό το κεφάλαιο καταστρώνεται από τον Μύρωνα και τον Κηρυκίδη η παραπλάνηση-εξαπάτηση του Αρχίλοχου, η οποία πραγματοποιείται στο επόμενο, όπως προαναφέρθηκε, κεφ. ΜΖ&#8217;.<br />
Σ’ αυτά τα εγκιβωτισμένα κεφ. έχουμε συνεχή αλλαγή του χρονότοπου· από το παρελθόν στο παρόν και από το παρόν στο παρελθόν από την Αθήνα, όπου άρχισε η δράση του Δημήτρη-Αρχίλοχου, στην Πάρο, στη Θάσο και αλλού. Παράλληλα αρχίζει και εκτυλίσσεται η ζωή του Αρχίλοχου: η παιδική του ηλικία, η συνάντησή σου με τις Μούσες («πού να ήξερε τι έγνεθαν γι’ αυτόν οι Μοίρες») (σ. 26), η άνδρωσή του με τη συνεύρεση με μια πόρνη στην Κόρινθο. Στη συνέχεια παρακολουθούμε άλλα γεγονότα της ζωής του σύμφωνα με τη χρονική τους ακολουθία, τον αρραβώνα του με τη Νεοβούλη, τη σχέση του με τον πατέρα της Λυκάμβη, τη διάλυση του αρραβώνα, τις περιπέτειές του με τους Σαΐους της Θράκης στη Θάσο, την αποικία που ίδρυσε ο πατέρας του Τελεσικλής, την αποστολή στους Ολυμπιακούς αγώνες και άλλα, όλα δοσμένα από τον Δη μήτρη που είναι ήδη μια διχασμένη προσωπικότητα, έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική.<br />
Στο κεφ. Μ&#8217; με ορισμένες παρεκβάσεις διακόπτεται η εξελικτική δομή των γεγονότων και ο αναγνώστης παρασύρεται σε κάτι διαφορετικό και διασκεδαστικό. Αυτές οι εμβόλιμες διηγήσεις άλλων προσώπων αποτελούν ένα είδος διαλείμματος.<br />
Στο μεταξύ, μετά το γυρισμό του Αρχίλοχου στην Πάρο, επίκειται, πλησιάζει η συμπλοκή Παρίων και Ναξίων. Τοπία ανακαλούνται στη μνήμη του και εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια του. Ζει το παρελθόν, τις περιπέτειές του ως μισθοφόρος. Όμως οι εχθροί ήρθαν, άρχισε η συμπλοκή. Παρακολουθούμε λεπτομέρειες της μάχης, της ναυμαχίας, τη σκηνή της τελευταίας συμπλοκής με τον Καλώνδα (Κόρακα). Ο Αρχίλοχος χωρίς την περικεφαλαία, ακάλυπτο το κεφάλι του. Για μια στιγμή ύψωσε την ασπίδα ψηλά να προστατέψει το γυμνό κεφάλι του και ο Κόρακας τότε τρύπησε με ορμή την κοιλιά του. «Το αίμα πετάχτηκε σιντριβάνι, ο Αρχίλοχος γονάτισε [&#8230;] Μαύρο σκοτάδι άρχισε να πλημμυρίζει τα μάτια του. Πλοία, ακρογιαλιές, όμορφα κορίτσια, γλυκά σύκα, το πρόσωπο της μάνας του και το αναπάντεχο χαμόγελο της ολόξανθης Νεοβούλης, όλα κατέρρεαν μέσα σε λίγες στιγμές» (σσ. 302-303). Ο Αρχίλοχος σκοτώθηκε, πάει ο μεγάλος ποιητής και πολεμιστής. Στα μεταγενέστερα χρόνια λατρεύτηκε ως ήρωας· πράγμα που ίσως να μην τον ενδιέφερε καθόλου.<br />
Όλα αυτά τα βλέπει και τα ζει ο Δημήτρης που υποδύεται τον Αρχίλοχο. Ο Δημήτρης &#8211; Αρχίλοχος τρόφιμος πλέον του ψυχιατρείου διερωτάται «Τι να κάνω τώρα; Είμαι μόνος μου. Ο Αρχίλοχος πέθανε. Ποιος θα μου λέει ιστορίες για έρωτες, αποίκους και μάχες; Ποιος θα μου τραγουδάει στον ύπνο μου; Είμαι μόνος μου. Ο Αρχίλοχος πέθανε». Άγρια μεσάνυχτα, πετάχτηκε από το κρεβάτι του και βρέθηκε στο προαύλιο. Τράβηξε κατευθείαν στο φρουρό της εισόδου. Ζήτησε χαρτί και στυλό για να γράψει γράμμα στους δικούς του. «Ο γιατρός μου είπε ότι είναι ωφέλιμο να εκφράζω τις σκέψεις μου. Το ξέρετε και ’σεις τόσα χρόνια στο ψυχιατρείο». Τελικά ανήσυχος και προβληματισμένος ο φρουρός του έδωσε ένα στυλό και ένα ολόκληρο μπλοκ, όπως επίμονα το ζητούσε ο Δημήτρης. Πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να γράφει παθιασμένα: «Ο Αρχίλοχός του», ιστορικό μυθιστόρημα. Η κατάστασή του βελτιωνόταν άρδην, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πώς έγινε αυτή η<br />
μεταστροφή; Κανείς δεν ήξερε το λόγο. Σε λίγες μέρες βγήκε από το ψυχιατρείο θεραπευμένος (κεφ. ΜΘ&#8217;).<br />
Έτσι φαίνεται λειτουργεί η λογοτεχνία, λυτρωτικά, θεραπευτικά.<br />
Ο Δημήτρης συγγραφέας πλέον «εξακολουθούσε να περνά το χρόνο του γράφοντας. Το μυθιστόρημα προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς», (σ. 310). Και όμως «αισθανόταν έντονα αντιφατικός και διχασμένος, ειδικά όταν έφτασε στο τελευταίο κεφάλαιο, κοιτώντας αμήχανος τη λευκή σελίδα που κείτονταν μπροστά του», (σ. 310).<br />
Δεν είχε αποδεσμευθεί πλήρως από τον Αρχίλοχο, η λύτρωσή του δεν ήταν πλήρης.<br />
Στο τελευταίο κεφ. (Ν’) η συνάντηση του Δημήτρη με το νεκρό Αρχίλοχο, δηλαδή με την ψυχή του, το είδωλό του είναι αποτελεσματική, ευεργετική. Και με τις εξηγήσεις του Αρχίλοχου σχετικά με τη γραφή και την αλήθεια των ποιημάτων του και γενικά της<br />
λογοτεχνίας απαλλάσσεται από την πλάνη του να θεωρεί αληθινά όσα διάβαζε στα ποιήματα.<br />
Ο Γρηγόρης Τεχμελετζής ακολουθεί σ’ αυτό το κεφ. πιστά, θα έλεγα, τη «νέκυια» της 11ης (λ) ραψωδίας της Οδύσσειας του Ομήρου. Έχουμε, λοιπόν, και εδώ την «εις Άδου κάθοδον» του Δημήτρη, για να τελέσεις με προσφορές τη «νέκυια», τη μαγική τελετή, με<br />
την οποία τα πνεύματα των νεκρών αναβιβάζονται και ερωτώνται περί του μέλλοντος. Μέσω αυτής της τελετής ο Δημήτρης συναντά τον Αρχίλοχο, όπως ο Οδυσσέας συνάντησε τον μάντη Τειρεσία, από τον οποίο έμαθε ποια θα ήταν η συνέχεια του ταξιδιού του για<br />
την Ιθάκη. Ενώ ο Δημήτρης με όσα του είπε ο Αρχίλοχος θεραπεύτηκε, λυτρώθηκε πλήρως. Το μυθιστόρημα κλείνει κυκλικά με ένα δίστιχο:<br />
«Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου<br />
εδώ που σταμάτησαν οι μυλόπετρες»,<br />
πάλι του Γιώργου Σεφέρη από τη Γυμνοπαιδία, Β&#8217; Μυκήνες, 1935.<br />
Το μυθιστόρημα αυτό («Ο Αρχίλοχός του») δεν ήταν εύκολο ούτε στη γραφή ούτε και στην ανάγνωσή του είναι εύκολο. Ο αναγνώστης ας ξεκινήσει το διάβασμά του ανορθόδοξα, από τον Επίλογο, (σσ. 317-319), όπως συνιστά και ο μυθιστοριογράφος (σ. 10).<br />
Τα πρώτα κεφάλαια είναι πληροφοριακά, ενημερώνουν τον αναγνώστη, για να αντιληφθεί ότι ο Δημήτρης θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου, της υπόθεσης. Ο Δημήτρης βαθμηδόν θα παρουσιαστεί ως υποδυόμενος τον Αρχίλοχο, με τον οποίο στη συνέχεια θα ταυτιστεί. Στο σημείο αυτό έχουμε τη δέση της υπόθεσης, του μύθου και από το σημείο που ο Αρχίλοχος (Δημήτρης) εξαπατάται από τον Κηρυκίδη κορυφώνεται η πλοκή του μύθου και στρέφεται προς τη λύση.<br />
Η γλώσσα του μυθιστορήματος είναι λιτή, όπως συνηθίζεται στην πεζογραφία. Όμως σε αρκετά σημεία με έντονες μεταφορικές φράσεις, εικόνες εύγλωττες, με αιφνίδιες διαφυγές λυρισμού η γλώσσα κλίνει προς την ποίηση και το ύφος γίνεται γλαφυρό. Σε άλλα σημεία πάλι η βωμολοχία εντυπωσιάζει, ίσως δυσάρεστα, τον αναγνώστη. Όλος αυτός ο εκφραστικός τρόπος, του Γρηγόρη Τεχλεμετζή είναι, νομίζω, εσκεμμένος, γιατί έτσι επιδιώκει να ευαρμοστεί αυτός με τον τρόπο έκφρασης του μεγάλου ποιητή Αρχίλοχου.</p>
<p style="text-align: right;"> .</p>
<p>ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΉΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΈΑ</p>
<p>FRACTAL 02/11/2016</p>
<p>Γιατί αρχαιότητα στη λογοτεχνία; Και γιατί Αρχαϊκή εποχή, λυρική ποίηση και Αρχίλοχος;</p>
<p>Με αφορμή το μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του/ Γαβριηλίδης 2016[1].</p>
<p>Η συγγραφή αυτού του βιβλίου ξεκίνησε από την αγάπη μου για τον αρχαίο κόσμο. Θα επιθυμούσα ο σύγχρονος άνθρωπος να στραφεί στην απλότητα, την ευθύτητα και το λαγαρό και αφτιασίδωτο πνεύμα της αρχαιότητας, όχι από προγονολατρεία, αλλά γιατί νομίζω ότι από εκεί μπορεί να αντλήσει τις στάσεις ζωής που θα μπορούσαν να τον καθορίσουν και να τον κάνουν ευτυχισμένο.</p>
<p>Για παράδειγμα η ενότητα σώματος και ψυχής και όχι η πνευματική προτεραιότητα, που στις μετέπειτα εποχές επικράτησε και ώς ένα βαθμό αποκαταστήθηκε από την Αναγέννηση, είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο που θα ήθελα να προβάλω.</p>
<p>Μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τον έρωτα, στο όνομα της Αφροδίτης και όχι μόνο, τιμώντας και τις δυο φύσεις της, την Ουρανία –την πνευματική- και την Πάνδημη –τη σαρκική. Ή θα μπορούσαμε να θυμηθούμε το χιλιοειπωμένο «νους υγιής και σώματι υγιή», που από μόνο του μπορεί να ακούγεται επιδερμικό, αλλά προσαρμοσμένο στην αρχαία στάση ζωής αναδεικνύει ένα σημαντικό νόημα. Η αντιμετώπιση του γυμνού κάλους ώς φυσιολογικού και ο θαυμασμός του ωραίου, όπως και κάποτε η περιγραφή αντικειμενικά και χωρίς συστολές και απέχθειες των ερωτικών και των σεξουαλικών συμβάντων είναι μερικά στοιχεία που συνδέονται με το θέμα.</p>
<p>Αυτοί είναι και οι σημαντικότεροι λόγοι που το μυθιστόρημά μου διαδραματίζεται σε δυο εποχές, στην αρχαία και τη σημερινή, και υπάρχουν δυο ήρωες, ή αντιήρωες αν θέλετε, ο Αρχίλοχος και ο Δημήτρης.</p>
<p>Η σχέση τους, είτε αντιθετική είτε αναλογίας, άλλοτε έμμεση και άλλοτε άμεση, είναι αυτή που αναδεικνύει την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, του παρόντος και του παρελθόντος, υπό δυο διαφορετικά πρίσματα.</p>
<p>Γιατί τώρα Αρχαϊκή εποχή, λυρική ποίηση και Αρχίλοχος;</p>
<p>Η Αρχαϊκή εποχή είναι ένας ρευστός κόσμος, αυτός του αποικισμού, των πολέμων και των ανταγωνισμών, της παρουσίας των τυράννων, της ανάπτυξης του εμπορίου και της τιμοκρατίας, και της σταδιακής και δειλής ενίσχυσης του δήμου.</p>
<p>Είναι ένα ηφαίστειο που βράζει. Μια καταπίνει πράγματα και χάνονται, ενώ άλλα από ρευστά στερεοποιούνται, δημιουργώντας ένα νέο ελληνικό τοπίο. Είναι μια γοητευτική εποχή μετασχηματισμών και το ότι σχεδόν τίποτα δεν είναι σταθερό μας κάνει να παίρνουμε θέσεις, τασσόμενοι στο πλευρό απόψεων, με βάση την εποχή μας, γιατί αυτή αποτελεί αναπόφευκτο κριτήριο και εισέρχεται εκούσια ή ακούσια σε κάθε ιστορικό μυθιστόρημα αλλά και αναγνώστη.</p>
<p>Η λυρική ποίηση συνάμα, με πρωτεργάτη τον Αρχίλοχο, στράφηκε για πρώτη φορά άμεσα και απροκάλυπτα στον καθημερινό άνθρωπο, με τις αδυναμίες του, τις ζήλιες, τα πάθη, τους έρωτές, τον πόνο του, τα υπαρξιακά ερωτήματα του και τόσα άλλα, μικρά αλλά ταυτοχρόνως μεγάλα, γιατί ορίζουν τη ζωή μας. Απομακρύνθηκε συχνά από τους ηρωισμούς και γκρέμισε κάποτε αριστοκρατικά πρότυπα, προετοιμάζοντας και ανοίγοντας το δρόμο στην Κλασική εποχή.</p>
<p>Ο Αρχίλοχος, αν αληθεύει η βιογραφία που έχουμε σχηματίσει, γιατί υπάρχουν αμφισβητήσεις, κατά την ταπεινή μου γνώμη αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση. Έχει δυο καταγωγές, του αριστοκράτη και του δούλου, από πατέρα και μάνα αντίστοιχα, πατάει και στη σανίδα του λαϊκού εκφραστή και σε αυτή του σημαίνοντος προσώπου –π.χ. ώς γιός αποικιακού οικιστή.</p>
<p>Έτσι γκρέμισε το πρότυπο του επικού ήρωα πετώντας την ασπίδα του και του αριστοκράτη στρατηγού σατιρίζοντάς τον.</p>
<p>Έζησε τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του ως πολίτης, άποικος και ίσως μισθοφόρος, ενώ ταυτοχρόνως τα καθημερινά, ώς συμποτικός ποιητής, διασκεδαστής και ερωτευμένος.</p>
<p>Τελικά, νομίζω, ότι αποτελεί μια επαναστατική προσωπικότητα που προσφέρεται για να μας δώσει μια μεγάλη φέτα από τον Αρχαϊκό κόσμο.</p>
<p>Ο Δημήτρης, από την άλλη, μας αποδίδει τον καθημερινό άνθρωπο, που πνίγεται στις υποχρεώσεις και στις δουλειές του. Τρέχει αλλά παραμένει ακίνητος, βιδωμένος στην πραγματικότητα. Ονειρεύεται τον Αρχίλοχο γιατί αυτός είναι ο ασυναίσθητος τρόπος του για να δραπετεύσει από τον εαυτό του, να νοιώσει ότι είναι κάποιος άλλος.</p>
<p>Το τι τελικά γίνεται μπορείτε να το διαβάσετε στο μυθιστόρημα.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/01/%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/12/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/12/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 23 Dec 2021 22:59:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16925</guid>

					<description><![CDATA[Ο Αλέξης Β. Σταυράτης γεννήθηκε στη Θεσπρωτία το 1952. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Στα βιβλία που έχει εκδώσει γράφει για θεούς και δαίμονες, για γυναίκες, για το θέατρο, για πουλημένα όνειρα… Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά! ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Βένθει κραδίης &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/12/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Αλέξης Β. Σταυράτης γεννήθηκε στη Θεσπρωτία το 1952. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Στα βιβλία που έχει εκδώσει γράφει για θεούς και δαίμονες, για γυναίκες, για το θέατρο, για πουλημένα όνειρα… Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά!</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Βένθει κραδίης (Ποίηση, Απόστροφος, 1995)<br />
Ο κλ[ω]νισμένος θεός (Μυθιστόρημα, Ελληνικά Γράμματα, 2001)<br />
Σαλώμη (Δραματικός μονόλογος, Γαβριηλίδης, 2005)<br />
Ο έρωτας και ο σταυρός (Δραματικός μονόλογος, Γαβριηλίδης, 2007)<br />
Το Ευαγγέλιο της Ιωάννας (Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2009)<br />
Ο κύκλος του φεγγαριού (Διηγήματα, free-ebook, 2012)<br />
Το Μοιρολόι της Άνοιξης (Δραματικός μονόλογος, Γαβριηλίδης, 2013)<br />
Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει (Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2014)<br />
Γραμμικά Φωτόνια&nbsp; (Ποίηση, Έναστρον 2021)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-16939 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β-646x1024.jpg" alt="" width="440" height="698" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β-646x1024.jpg 646w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β-189x300.jpg 189w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β-768x1218.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β-968x1536.jpg 968w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-ΓΡΑΜΜΙΚΑ-ΦΩΤΟΝΙΑ-2021-Β.jpg 1291w" sizes="(max-width: 440px) 100vw, 440px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16941" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/148.jpg" alt="" width="572" height="396" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/148.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/148-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 572px) 100vw, 572px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16936" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ194-001.jpg" alt="" width="628" height="440" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ194-001.jpg 480w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ194-001-300x210.jpg 300w" sizes="(max-width: 628px) 100vw, 628px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16929" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ195.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ195.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/ΒΙΒΛΙΑ195-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΡΑΜΜΙΚΑ ΦΩΤΟΝΙΑ (2021)</strong></h4>
<p>Κάποια ποιήματα αποφάσισαν να πεθάνουν, όμως μερικοί στίχοι τους δεν θέλησαν να ακολουθήσουν. Αποσκίρτησαν από την ειλημμένη απόφαση και αυτή εδώ είναι η σύναξη τους. Ή πιο απλά, καίγοντας ένα πλήθος ποιημάτων, διέσωσα από κάποια μερικούς στίχους. Όσα είναι ολόκληρα έμειναν γιατί ταίριαξαν με το σύμπαν των φωτονίων.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Οι λέξεις</strong></em></h5>
<p>Εκρήξεις των λέξεων<br />
Γραμμικά φωτόνια</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Σε τρεις γραμμές δεν γράφεις ποίημα<br />
Προλαβαίνεις μόνο<br />
να βάλεις φωτιά στα όνειρά σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ</strong></p>
<p>Τρεις λέξεις<br />
Δυο ρήματα<br />
Η περιουσία μου<br />
και οι φίλοι μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Άγριες πέτρες κυλούν στο ποίημα<br />
Γίνονται λείες λέξεις στο ποτάμι</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ταξιδεύω πίσω από το φως<br />
Και μια λέξη όρθια<br />
να παριστάνει την πόρτα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μες στην ομίχλη των ευχών<br />
αναζητώ την επερχόμενη κραυγή<br />
τη λέξη σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Κρυμμένη αδιάκοπα στη μοναξιά<br />
συνήθισες τη γλώσσα των θηρίων<br />
Ονόμαζες το μαύρο, μαύρο<br />
Η σάρκα σου<br />
πάντα ήταν σάρκα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Οι στίχοι του βαδίζουνε σκυφτοί κι αμίλητοι<br />
χωρίς ουρανό<br />
Οι λέξεις σέρνουν τα βήματα στη χώρα της σιωπής<br />
Διαπράττουν οι ίδιες το φόνο της κρυφής ελπίδας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Οι λέξεις μου παιδιά χαϊδεμένα<br />
κρύβουν τον τρόμο σε αθώα φωνήεντα<br />
εκρηκτικά μιας τέχνης ψευδαίσθητης</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ίδιες περνούν οι εποχές<br />
μονάχα οι λέξεις σκαρφαλώνουν στην ψυχή<br />
και ο ποιητής<br />
ανήμπορος<br />
παίζει συνέχεια το παιχνίδι τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Να μην ξεχάσεις τις νεκρές λέξεις<br />
Τη θάλασσα που κάρπισε σαν χωράφι<br />
Τις ελπίδες που γεννήθηκαν στα μνήματα<br />
Τη δικαιοσύνη που δεν πέρασε το κατώφλι σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Έμαθα να γράφω ποιήματα<br />
έβαψα τις λέξεις μου για να φαίνονται κόκκινες<br />
και όλα πήγαιναν καλά<br />
Μα τα μεσάνυχτα<br />
ένα φωνήεν ξάπλωνε σαν σκουλήκι<br />
πάνω στα βιβλία μου<br />
Ώστε αυτή είναι η έμπνευση<br />
ή<br />
αυτή είναι η ζωή σου<br />
ποιητή μου;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Οι στίχοι μου μικρά κοσμήματα<br />
στο ανύποπτο μέλλον</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΓΙΑΤΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></p>
<p>Τα λουλούδια δεν ψήλωναν μέσα στα βιβλία<br />
και οι λέξεις έτρεμαν<br />
σε κάθε άγνωστο άγγιγμα<br />
Ένα σκυλί γάβγισε στο δρόμο σκίζοντας τη σιωπή<br />
Περασμένα μεσάνυχτα<br />
πολλά τα έξοδα για να συντηρείς ερωτήματα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Αχ και να μην έβρισκε κανείς το φωνήεν<br />
που βάραινε κάθε βράδυ στο μαξιλάρι του&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Οι λέξεις έγειραν στα μάτια<br />
όταν το χάος εξόριζε το φως<br />
Το ήξερες<br />
πως θα πετάξει στα σκουπίδια την ψυχή σου<br />
πως η φωνή σου δε θα είχε πού ν’ ακουμπήσει<br />
στις σκοτεινές ώρες της αγάπης</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ένα ρήμα που έγινε τάφος<br />
Ένα σ’ αγαπώ /<br />
που βρήκε μόνο του αιτίες θανάτου<br />
Μια καρδιά που δε θα δει του έρωτα την αστραπή<br />
ποτέ δεν θα δει πώς μια λέξη καίει μια ζωή</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Διάτρηση σκότους<br />
Ποίηση<br />
Έμπνευση τυπωμένη στο πέταγμα της άγριας πέστροφας<br />
Άγρια νερά σε σκοτεινά φαράγγια</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τρίχες, μου είπαν, τα ποιήματά σου<br />
κι εγώ άφησα γένια να τους δικαιώσω<br />
Μη χάσουν και οι λέξεις την αξία τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ</strong></p>
<p>Σε τέσσερα γράμματα κρύβεται ο Θεός<br />
Τι θα κάνει όταν οι λέξεις πεθάνουν;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Σκέψεις μαζεμένες σε κουφάρια λέξεων<br />
καπνός τσιγάρου ξεχασμένου<br />
Τις νύχτες κρυβόμουν<br />
γιατί ντρεπόμουν για τα ρήματα που κουβαλούσα<br />
Μα εσύ δεν εύρισκες τα όνειρά μου να τρυπώσεις<br />
και ξημέρωνες πάντα μακριά<br />
Αθώες σαν παραμύθι οι νύχτες μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ανάβω κεριά να ξορκίσω το θάνατο<br />
γεμίζω τις πέτρες με σήματα ιερογλυφικά</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Το νυστέρι όταν χάθηκε σεμνά μέσα στις λάσπες<br />
το πρωινό φιλί όταν άνθισε στο σκληρό χέρι<br />
Η αγάπη έγινε θύμα των λέξεων<br />
νεκρά τα αισθήματα επιπλέουν στη θάλασσα<br />
κι εγώ ακόμα προφήτης<br />
μιας άγνωστης γλώσσας<br />
Δεν έχω άλλο αίμα<br />
ούτε για την ποίηση<br />
Μη χάνετε το χρόνο σας μαζί μου&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Το όνειρο</strong></em></h5>
<p>Φυσούσε πάλι ο άνεμος<br />
Και τα μαλλιά της<br />
πάλι το ίδιο ανέμιζαν</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Έγκλειστοι στα δώματα της σιωπής<br />
και της ομίχλης<br />
Περιπολούμε για ένα όνειρο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Κοιμάμαι σ’ ένα κρεβάτι στρωμένο με στάχτες<br />
Το πρωί υψώνω τα όνειρα<br />
λευκούς φωτοσυλλέκτες</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τα όνειρά μου δεν ταξίδεψαν ούτε στον ύπνο τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μια μικρή ηλιαχτίδα όσο ένα ασύμπτωτο όνειρο<br />
Αλλά τα όνειρα άλλαξαν δρόμο<br />
και δεν περνούν πια<br />
από τη γειτονιά μου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Άφησέ με ν’ ακουμπήσω την άβυσσο πλάι σου<br />
Να κρατήσεις στα χέρια μου τις τρομαγμένες υποψίες<br />
Τη βουή του πόνου<br />
όταν τις νύχτες σφυρίζει ο αγέρας<br />
και θολώνουν τα όνειρα με αίμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Εκείνο το λάθος αποζήταγες<br />
που θα σε χρέωνε με σιωπή και θλίψη<br />
Που θα σε λύτρωνε απ’ το σφαγμένο όνειρο</p>
<p style="text-align: right;">❖</p>
<p><strong>ΑΚΟΜΑ ΤΟΥΤ’ Η ΑΝΟΙΞΗ</strong></p>
<p>Έστω κι ένα τραγούδι παράφωνο<br />
έστω μια ελπίδα σκοτωμένη<br />
Να τελειώσει κάποτε<br />
κι αυτή η μαύρη νύχτα μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Το ηλιοβασίλεμα θεριεύουν οι ελπίδες<br />
Δεν ξέρουν<br />
πως τα χαμόγελα γίνονται ύαινες<br />
Κάθε όνειρο και μια σαρκοβόρα αυγή</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Όταν το χιόνι σκεπάζει την απουσία σου<br />
όταν λευκαίνονται όλες οι δικαιολογίες<br />
τότε ανεβάζω αίμα στις πληγές<br />
Κάθε βράδυ<br />
λόγος υγρασίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ίδιες οι αποστάσεις απ’ τη ζωή και το θάνατο<br />
Αναποφάσιστη στο όνειρο<br />
Γυαλί στα βήματα<br />
πριν σβήσουν οι μικρές αγάπες</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Ο έρωτας</strong></em></h5>
<p>Ζήτημα αρχής ο θάνατος<br />
Μα ο έρωτας φυτεύει παντού λουλούδια</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Όταν τελειώνουν οι θλίψεις<br />
Αρχίζει να πεθαίνει ο έρωτας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Και μια Εύα είναι αρκετή για τον παράδεισο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ύστερα ράγισε ο βράχος<br />
Και ανάμεσά του<br />
πέρασαν δυο δάκρυα ευτυχίας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ζηλεύω την πρώτη φορά που έγειρες πάνω μου<br />
Εγώ σου είπα<br />
Σιωπή<br />
τώρα γεννιέται ένα θαύμα<br />
Κι εσύ απλά με φίλησες</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Χαμογελάς σαν στίχος που στολίζει ένα ποίημα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Χωρίς εσένα είναι μαρτύριο το φως</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΚΑΤΑΘΕΣΗ</strong></p>
<p>Δεν έφταιξα σε τίποτε<br />
αλλά θα καώ<br />
να σώσω την ψυχή σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Κάποιος απόψε στο Σύμπαν<br />
τραγουδάει μόνο για μένα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τώρα ανασαίνω μόνο τρικυμίες<br />
κι όλες οι πίκρες συνασπίστηκαν εντός μου<br />
Μα εγώ έχω εσένα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Να είναι μέρα Τρίτη<br />
και να είσαι εκεί<br />
Να διώξεις τα σύννεφα<br />
κι ύστερα να γίνει η έκρηξη<br />
Να γεμίσουν τη γη<br />
μικροί μετεωρίτες της αγάπης σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μικρό φιλί<br />
μαχαίρωμα της νύχτας<br />
Στο χρώμα της αυγής<br />
ένα τραγούδι που δραπέτευσε</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Καλοκαιρινή βραδιά<br />
αστέρια βομβαρδισμένα με στίχους<br />
Καλοκαιρινή ομορφιά<br />
με το γυμνό κορμί σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΡΑΨΩΔΙΑ ΣΚΟΤΟΥΣ</strong></p>
<p>Ίσως δυο άβυσσοι μαζί συντρίψουνε την κόλαση</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Δεν θέλω την ποίησή σου<br />
παρά μόνο τα δυο σου μάτια<br />
κι εκείνο το φιλί<br />
για ν’ αγκαλιάσω ολάκερο ουρανό</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Κάποτε μπορεί και να με νιώσεις<br />
κάποτε μπορεί να δραπετεύσουμε μαζί<br />
στους στίχους των χελιδονιών<br />
στον βρώμικο ήχο<br />
του ξίφους της αγάπης μας<br />
Κάποτε μπορεί να προδώσουμε<br />
τις αμφιβολίες μας<br />
και να φιληθούμε στα μάτια</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Η πληγή</strong></em></h5>
<p>Πώς πέρασε ο καιρός<br />
Κοιμάται μέσα μου η πληγή<br />
Κι εγώ κρατάω τα χέρια μου κλειστά<br />
μη ξεχαστούν<br />
και νοσταλγήσουν το άγγιγμά σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Γλυκά που σε κερδίζει ο θάνατος<br />
Γλυκά που μαχαιρώνει η αγάπη</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μες στην παλάμη της κρατούσε την πτώση του κόσμου<br />
Γιατί στα δάχτυλα ξυπνάνε οι τραγωδίες<br />
όταν λείπει το σώμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΓΙΟΡΤΗ</strong></p>
<p>Λερώνεις λουλούδια<br />
για μιαν επέτειο<br />
Τ’ αγκάθια χάνονται<br />
κάτω απ’ τ’ άνθη</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ANAΛΟΓΙΕΣ</strong></p>
<p>Καμπυλώνουν τα βλέφαρα<br />
Τα μάτια δεν βλέπουν πως τα φιλιά<br />
γίνονται μνήματα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Η ψυχή ρίζωσε στον βράχο<br />
κι έγινε νεκρό περιστέρι</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μουσική χελιδονιών<br />
τριγμοί της αβύσσου στο καταμεσήμερο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Δεν ήρθες πάλι σήμερα<br />
και γέμισα την απουσία σου<br />
με όλες τις δικαιολογίες<br />
που κουβαλά η ύπαρξή σου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Πενθούν πάντοτε όσοι αγάπησαν πολύ<br />
Θυμάσαι που έλεγες να μην ξεχάσω<br />
Θυμάμαι που έφυγες και με ξέχασες</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Το οξύ χαμόγελο του διαβόλου<br />
ρυπαίνει τη σκέψη μου<br />
Ας υπάρξει επιτέλους ένας παράδεισος<br />
πριν χαράξει η αλήθεια της κόλασης</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ένα πουλί πέτρωσε στην κορυφή του δέντρου<br />
Ένα χαμόγελο κλείστηκε στο κάστρο του<br />
Πλημμυρίζει το αίμα<br />
η λευκή απορία των στίχων</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Η μοναξιά χόρευε στη βροχή<br />
βούλιαζε στη φλύαρη σιωπή των χείμαρρων<br />
Παλιές εικόνες έσβηναν<br />
πάνω στην κόκκινη πλάτη μιας σταγόνας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Γύρισα πίσω στην πηγή<br />
και βρήκα μόνο παλιές φωτογραφίες<br />
Έσκυψα να πιω νερό<br />
κι έβλεπα ξένο ουρανό</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Φοβάμαι τη στιγμή<br />
που ένα βιβλίο ποίησης θ’ ανοίξει σαν πληγή<br />
Κι εσύ θα κόβεις βότανα δήθεν να με γιατρέψεις</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Θα φύγω, είπες, μ’ ένα φιλί<br />
Να μην γνωρίσω τη μεγάλη νύχτα<br />
του έρωτά μας</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Αγόρασα φωτιές για να φωτίσω τα βήματά σου<br />
τα φτερά δε σ’ έκαναν άγγελο<br />
που θα σάλπιζε τη μέρα της κρίσεως<br />
Τώρα που η καρδιά μου τρέχει πίσω σου σαν σκυλί διψασμένο<br />
άνοιξα το παράθυρο<br />
να δω πώς τελειώνει ο κόσμος μου<br />
χωρίς εσένα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ο έρωτας δεν είναι εδώ<br />
η αγάπη μας δεν είναι εδώ<br />
Εδώ είναι μόνο ο χειμώνας</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Ταξίδι στο σύμπαν</strong></em></h5>
<p>Βρήκα το αεί στα σύννεφα<br />
Επαίτης, δανειστής ή καιροσκόπος<br />
Η ίσως κάτι χειρότερο ακόμα</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μα τι ωραία θα είναι αύριο<br />
θα έχει λιακάδα / θα έχει ουρανό<br />
και δυο λευκές ελπίδες<br />
θα γεμίζουν τα άδεια μου χέρια</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Το πρωί φώναξα στην καρδιά<br />
να σταματήσει τα παιχνίδια<br />
γιατί το κρύο μοίραζε χρώματα<br />
και η νεράιδα είχε χάσει το ραβδί της</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τίποτε δεν είναι πρωτότυπο<br />
τίποτε νέο<br />
Ο γνωστός ρυθμός της αβύσσου<br />
στα καλντερίμια του κόσμου</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μικρές επιθυμίες<br />
πάλι μού κρύψατε τον ήλιο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ας σκεφτούμε λίγο τη θλίψη<br />
εκείνου που πνίγεται στο δάσος της αμφιβολίας<br />
Τα πεταμένα διαμάντια του στο δρόμο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Η καιόμενη βάτος διαλαλεί<br />
πως το άπειρο κατοίκησε<br />
ανυπερθέτως<br />
σε λευκά σταχτοδοχεία</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ποιητή<br />
Μα τι ζητάς επιτέλους στην καρδιά του σκοταδιού<br />
Να κλειδώσεις τον χρόνο<br />
να κατέβεις στην άβυσσο<br />
Να κρεμάσεις τα χρώματα στην ουρά κάποιου σκύλου αλήτη<br />
να συναντήσεις το φιλί;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Κάθε δειλινό η μέρα ντύνεται με αίμα για να ζήσει ως το πρωί</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ξεραμένες καρδιές<br />
τοπίο χαραγμένο απόγνωση<br />
Ρήγματα της αχόρταγης δίψας<br />
παντού</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Φύτεψα πορτοκαλιές και δεν κάρπισαν<br />
χάρισα γιασεμιά και δεν άνθισαν<br />
Γιατί κανείς δεν πάει για χάρη σου στην άβυσσο<br />
Μόνο η αγάπη</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p><strong>ΜΝΗΜΗ</strong></p>
<p>Ξεχασμένες αποσκευές στην αποβάθρα<br />
Επιστρέφω<br />
μα το καράβι δεν είναι πια εκεί</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>&#8230;βαδίζοντας προς την Άνοιξη, συναντάμε παντού λουλούδια</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Η Άνοιξη φορούσε μαλλιά μεταξένια<br />
σαν τις παλιές ζωγραφιές των σχολείων</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μονάχα εκείνη τη χαρά<br />
κάθε πρωί να βρίσκουμε<br />
τις ίδιες δικαιολογίες</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Σαν αναρχικό γάζωνες τη μνήμη μου με ερωτήματα<br />
Πώς ν’ αντέξω τόσο μολύβι σε μια χούφτα ανάσα;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τη μέρα η πόλη πνίγεται στις αμαρτίες της<br />
το βράδυ οι ενοχές ζωντανεύουν τα θύματα<br />
Εγώ προσποιούμαι πως είμαι άλλος</p>
<p><strong>Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</strong></p>
<p>Πουλιά πετούσαν στ’ αναλόγια<br />
Κι άλλα πουλιά στα καντηλέρια φώτιζαν<br />
Στην είσοδο μια αλεπού<br />
χτένιζε τη γούνα της<br />
Και όλοι της γης οι αδικημένοι<br />
στο χώμα σέρναν τις κατάρες τους</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Τουρτουρίζω απ’ την πολλή σοβαροφάνεια /<br />
σαν ξεπεσμένη αρρώστια σε καθαρό νοσοκομείο</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μια μνήμη αδίστακτη γεμάτη χώμα<br />
ψηλά αδιάφορου ο ουρανός<br />
Είναι χάος αυτά<br />
ή<br />
το περιτύλιγμα της<br />
ζωής μας σε τιμή ευκαιρίας;</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Μικρογραφίες θεών περιπολούν στον χρόνο<br />
Όλα τα νέα του κόσμου<br />
γραμμένα σ’ ένα κορμί μονάχα<br />
της ποίησης</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Ίχνη ζωής προσεύχονται στις ρίζες των δέντρων<br />
Ένα μυστήριο αγριεύει στα βλέμματα<br />
Ψάχνει το μυστικό<br />
που γίνεται φως</p>
<p><strong>ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Το σύμπαν έφτασε στο χείλος της αβύσσου<br />
και ο τόπος μου πνίγεται στις αμαρτίες του<br />
Για ποια ποίηση μιλάμε<br />
εδώ η ομορφιά έγινε ολοκαύτωμα /<br />
κι εμείς τραγουδάμε πάνω από το σκοτεινό φρέαρ<br />
(Εκμηδένιση, 04/12/96)</p>
<p style="padding-left: 80px;">❖</p>
<p>Σιωπή είναι η φωτεινότητα του χρόνου<br />
Όταν ο χρόνος σημαδεύει την αλήθεια<br />
Όταν αγγίζει η ζωή τη μοναξιά ενός φτερού</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Κβαντικές συνιστώσες</strong></em></h4>
<h5><strong>Ερωτευμένα φωτόνια</strong></h5>
<p>Ακόμα κι αν πας στην άκρη του σύμπαντος<br />
εγώ από ’δώ θα σ’ αγαπώ για πάντα<br />
Υγρά φωτόνια τα μάτια μου<br />
κι όλη η λάμψη τους μέσα σε κλουβί παγιδευμένη<br />
Εσύ εκεί θα χτυπιέσαι αλύπητα<br />
κι ούτε θα μπορείς σε άλλο ειδύλλιο να υπάρξεις<br />
δεν θα μπορείς να μπεις στο κύμα μοναχή<br />
μόνο σ’ έναν καθρέφτη θα σβήνεις διχασμένη.</p>
<p>Όλοι λένε πως είμασταν αγάπη κβαντική<br />
κι αλλόκοτη η δράση μας ακόμα κι από μακριά<br />
πως δίναμε εμείς στον κόσμο μαγεία κι ομορφιά,<br />
τον λόγο να συναντά τον εαυτό του<br />
και ν’ ακτινοβολεί η κορυφογραμμή των όντων.</p>
<p>Ξέρεις πως δεν μπορείς να ζεις χωρίς εμένα<br />
και ούτε εγώ χωρίς το άγγιγμά σου υπάρχω<br />
Όταν δυο σώματα τα εξαϋλώνει ο έρωτας<br />
δημιουργούνται δυο φωτόνια,<br />
κι αν κάποτε είχανε δράσει τα φιλιά<br />
δεν μπορούν πλέον να είναι ανεξάρτητα.<br />
Σαν ένα θεωρούνται, αγάπη μου,<br />
σαν ένα&#8230;</p>
<h5><strong>Κβαντική συνείδηση</strong></h5>
<p>Το βέλος του χρόνου σημάδεψε και την αγάπη μας<br />
κατέρρευσε σαν κυματοσυνάρτηση η ευτυχία<br />
γιατί ο έρωτάς μας συντρίφτηκε από κύματα πιθανοτήτων<br />
Στέρεψε ο αχανής ωκεανός ενέργειας των φιλιών σου<br />
ένα απέραντο κενό απέμεινε από τους όρκους μας.</p>
<p>Μια φριχτή σιωπή από σβησμένα φωτόνια<br />
συνθήκη καταστρεπτικές συμβολής<br />
περίθλαση σκιών αυτού που κάποτε είμασταν<br />
Και τώρα σε άλλα σύμπαντα πια<br />
θα περιμένω να συναντηθούμε.</p>
<h5><strong>Κβαντική κρυπτογραφία</strong></h5>
<p>Με φιλάς και τρέμει όλη η θάλασσα<br />
Ο ιδανικός έρωτας<br />
η σχιζοφρένειά μου<br />
ο αδιαίρετος κόκκος ύλης<br />
σώμα και κύμα.<br />
Διάχυτο μέλλον<br />
στο μυστήριο της προαιώνιας ύπαρξης<br />
μηδενική αβεβαιότητα η αγάπη μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΓΕ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ&nbsp; (2014)</strong></h4>
<p>Απόσπασμα</p>
<p>Είχε διαλέξει μια θέση κοντά στο μεγάλο παράθυρο. Ακριβώς δίπλα του έφτανε η θάλασσα. Όταν δεν την έβλεπε, την άκουγε. Πάντοτε ήταν μαγευτική. Όταν η ομίχλη έκρυβε τα πάντα, τον ήχο δεν μπορούσε να τον κρύψει. Τον ήχο της. Τα κύματα που έσκαγαν ακριβώς κάτω από το παράθυρό του. Καθόταν τόσο συχνά εκεί, που είχε γίνει δικό του. Γι’ αυτό πίστευε ότι η θάλασσα προσπαθούσε να του μιλήσει. Στην αρχή έμοιαζε σαν ήχος νερού που χτύπαγε σε τοίχο. Αλλά αυτός έκλεινε τα μάτια και διαπίστωνε πως κάθε χτύπημα ήταν διαφορετικό. Σήματα μυστικού αλφάβητου μιας καινούργιας γλώσσας. Ύστερα άνοιγε χαμογελαστός τα μάτια. Έσκυβε στο πλατύ περβάζι και απαντούσε. «Όχι καλή μου, δε θα έρθω. Δεν είναι ψέματα αυτά που λες για τα ταξίδια σου, αλλά εγώ δε θέλω πια. Βρήκα λιμάνι και άραξα». Τότε τα κύματα χτυπούσαν πιο δυνατά, θυμωμένα, και αυτός της απαντούσε. «Γιατί θυμώνεις; Και τώρα δικός σου δεν είμαι; Δική σου δεν είναι η ομίχλη που μας τυλίγεις όλους σε άσπρα σάβανα; Ό,τι ζωή έχουμε, είναι όση εσύ μας επιτρέπεις». Και ξαφνικά ησυχία. Δυο-τρεις παφλασμοί, μετά τα τελευταία λόγια του, και μετά ησυχία. Αυτό το παιχνίδι παιζόταν συχνά μεταξύ τους, μια-δυο φορές την εβδομάδα. Οι ψαράδες πρόσεξαν πως κάτι άλλαξε στον καιρό εδώ και δύο χρόνια. Γι’ αυτό υπολόγιζαν να μην είναι έξω από το λιμάνι στις δέκα η ώρα το πρωί. Ή, ακόμα χειρότερα, στην είσοδό του. Το κακό κρατούσε λίγο και πάλι ηρεμία. Σπάνια κρατούσε περισσότερο. Ο Κ. έτυχε μια φορά να μείνει στο σπίτι το πρωί και από εκεί άκουγε τη θάλασσα που ωρυόταν. Σειρήνες του λιμενικού, φωνές των καραβιών, φωνές των ανθρώπων που βούλιαζαν. Πήγε γρήγορα στην καφετέρια και την βρήκε πλημμυρισμένη. Στάθηκε όρθιος στο παράθυρο, γιατί οι υπάλληλοι φώναζαν ότι δε γίνεται να σερβίρουν. Τον είδαν να μιλάει όρθιος, μόνος του. «Αυτό μας έλειπε τώρα», έλεγαν ενοχλημένοι. Αυτός σκούπισε μια καρέκλα κι ακούμπησε τα χέρια στο παράθυρο. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε. Ορκίζονται ότι τον άκουσαν να λέει: «Όχι αγάπη μου, δε θα έρθω. Όλα τελείωσαν μεταξύ μας, ας μη την πληρώνουν οι αθώοι». Και ύστερα ηρέμησαν όλα. Αραίωσε η ομίχλη, και τα σωστικά συνεργεία έσωσαν την τελευταία στιγμή τους πνιγόμενους. Αμίλητη η σερβιτόρα έφερε τον καφέ του. Την πρώτη φορά το θεώρησαν τυχαίο, τη δεύτερη σιγουρεύτηκαν πως ο καινούργιος δεν ήταν τρελός. Ίσως ήταν κάτι ακόμα χειρότερο αλλά δεν ήξεραν να το προσδιορίσουν. Άρχισαν να τον σέβονται σαν μυστικό που τους απειλούσε.<br />
Δεν τον ξανάκουσαν να μιλάει στο παράθυρο. Το κακό άρχιζε στις δέκα το πρωί κι όλοι καρδιοχτυπούσαν ώσπου να έρθει εκείνος. Μετά χαμογελούσαν. Αλλά ο Κ. πάντα είχε μια θλίψη όταν έβλεπε μόνος του τη θάλασσα.</p>
<p>Πηγή: homo universalis</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (2013)</strong></h4>
<p>(…) Όπως μιλάει, οι λυγμοί ταράζουν τις ανάσες της Μαρίας, γίνεται ένα με κάθε μάνα που πονάει. (…) Το βλέμμα της σα να ψάχνει την απούσα μάνα του Ιούδα. Τα λόγια συνεχίζονται σαν μοιρολόι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Και πού θα βρεις το γιόκα σου, μανούλα του Ιούδα;</em><br />
<em>Πού θα ’ναι, Κυβορέα μου, το άψυχο κορμάκι</em><br />
<em>για σε φαράγγι, σε γκρεμό ή σε ποτάμι μέσα</em><br />
<em>ή μες στην πικροθάλασσα σκόρπισε τη ζωή του;</em><br />
<em>Και πού να πεις το ντέρτι σου, μονάχη πώς να κλάψεις,</em><br />
<em>πώς ν’ αντέξει σου η καρδιά τέτοιο αστροπελέκι;</em><br />
<em>Κι εμέ το γιο μου σταύρωσαν, όμως ληστής δεν είναι,</em><br />
<em>εσύ μανούλα δύστυχη που σου τον λεν προδότη;</em><br />
<em>Γιε μου, γλυκέ μου Ιησού, γι’ αυτήν παρακαλάω</em><br />
<em>Έρχομαι εγώ στη θέση της και βγάνω την κραυγή της:</em><br />
<em>Σώσε το γιο μου, Ιησού, σώσε τον τόν Ιούδα</em><br />
<em>σώσε αυτόν που ήξερε με λάθος ν’ αγαπάει.</em><br />
<em>Δείξε αγάπη θεϊκή, ανάπαψε την καρδιά της</em><br />
<em>σβήσε της μάνας τον καημό να μην τρομάζει αιώνια</em><br />
<em>γιατί δεν έχασε μονάχα γιο κι είναι φαρμακωμένη,</em><br />
<em>μα όλος ο κόσμος τη μισεί κι όλοι την καταριούνται.</em><br />
<em>Να κλάψει το δεν το μπορεί, μήτε και τη λυπούνται</em><br />
<em>νερό δε θα ’βρει για να πιει- και ποιος να της το δώσει!-</em><br />
<em>και ούτε πόρτα ανοιχτή θα βρει να ξαποστάσει.</em></p>
<p>Στρέφεται πάλι προς το σταυρό. Ως ‘‘μάνα του Ιούδα’’ αθωώνει το γιο της.</p>
<p>Μου είπαν πως κρεμάστηκε από ντροπή, αλλά για ποια ντροπή δεν ξέρω, γιε μου. Πέταξε τα αργύρια και σ’ ονομάτισε αθώο, ύστερα έβαλε θηλιά και πνίγηκε στις τύψεις. Δεν είχε το κουράγιο να σε δει, να σου ζητήσει να τον συγχωρέσεις, τέτοια η ντροπή του για την αθωότη σου. Όμως εσύ γιατί τον διάλεξες για μαθητή, αν όχι να τον σώσεις; Κι αν τρία χρόνια συντροφιά και τόσα θαύματα δεν βόηθησαν, όμως, παιδί μου, τώρα δεν άντεξε τον πόνο του σταυρού σου. Ούτε κι ο ίδιος μπόρεσε να φανταστεί σε τι μαρτύριο σε οδηγούσε το φιλί του. Γιε μου, τον σκότωσε η αγάπη του για σένα, γι’ αυτό εσύ, κι ας μη το ζήτησε ποτέ, συγχώρεσέ τον.<br />
Λείπει ο Ιούδας από το Γολγοθά αλλ’ όχι λιποτάχτης. Λείπει γιατί τρόμαξε που βρήκε τόση αγάπη μέσα του για σένα. Κι ήταν αργά, πολύ αργά γι’ αυτόν ν’ αλλάξει τη ζωή του, γι’ αυτό τον συμπονώ και σου ζητάω να τον σώσεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Η μητρική αλληλεγγύη συνεχίζεται.</em></p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Μ’ αφού τελέψω εγώ εδώ, κοντά της θε να πάω</em><br />
<em>και θα την πάρω αγκαλιά, κι οι δυο χαροκαμένες</em><br />
<em>μαζί να κλάψουμε κι οι δυο μαζί συχωρεμένες</em><br />
<em>Αν το παιδί μου είναι Θεός, όλους τους συγχωράει</em><br />
<em>και αν ο Ιούδας πρόδωσε, Κάποιος τον αγαπάει</em></p>
<p>Στρέφεται ελαφρά, μια φορά αριστερά και μια δεξιά, κοιτάζει ποιοι άλλοι είναι γύρω της. (…) Κουνάει αργά το κεφάλι της πάνω κάτω. Ύστερα με χαρακτηριστική κίνηση του κεφαλιού δείχνει τους δυο ληστές.</p>
<p>Πρέπει να κλάψω και για τους δυο συντρόφους σου. Πού να το ξέρουν οι μανούλες πως δε θα ξαναδούνε τα παιδιά τους… Γιε μου, κανένας νιος δεν πρέπει να κατεβαίνει άκλαυτος στην πικρογή. Εσύ τον ένα τον συγχώρεσες κι είπες πως θα τον σώσεις. Τον άλλον; Θα σου τον στείλω εγώ κοντά σου καθαρό, πλυμένον με τα δάκρυά μου. Τώρα εγώ είμαι για ’κείνον μάνα και συγχωρώ τα λάθη του κι όσα εγκλήματα έκαμε με άσκεφτο μυαλό. Μη δε σε θεωρούν κι εσέ κακούργο οι άνομοι και οι σκληροί Ρωμαίοι;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Πώς να μη κλάψεις δύο νιους μαζί με το παιδί σου</em><br />
<em>που τρεις λεβέντες βλέπω εδώ, τρία τα παλικάρια.</em><br />
<em>Πού να ’ναι οι μανούλες τους, πού είν’ οι αδερφάδες</em><br />
<em>θρήνο ν’ αρχίσουμε οι τρεις, να τρέμει ο κάτω κόσμος</em><br />
<em>που άλλη φορά δε θ’ άκουσε βαριά τα μοιρολόγια;</em></p>
<p>Στρέφεται στον Ιησού, είναι πάλι η μάνα όλου του κόσμου.</p>
<p>Πάρε κοντά σου, Ιησού, κι αυτόν που έμεινε περήφανος ως τη στερνή στιγμή, άλλη προσευχή δε βγάνει μια μάνα απ’ την καρδιά της. Πάρε μαζί σου, γιε μου, κι ετούτα τα νέα μου παιδιά, δος μου αυτή τη χάρη να τη μοιράσω μυστικά στου κόσμου τις μανάδες…</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Κοίτα, παιδί μου, μια φορά, κοίτα την αγκαλιά μου</em><br />
<em>να ιδείς πως μέσα κουβαλώ τον πόνο όλου του κόσμου</em><br />
<em>Να ιδείς πως κλαίω για τους τρεις, μάνα και των τριώνε</em><br />
<em>το πώς χωράτε μέσα της κι οι τρεις αντάμα-αντάμα.</em><br />
<em>Αν είναι για το θάνατο, άκλαυτοι να μη πάνε</em><br />
<em>κι αν είναι για παράδεισο, σας δίνω την ευχή μου:</em><br />
<em>Σύρτε, παιδιά μου, στο καλό και στου Θεού τα χέρια</em><br />
<em>κι εμείς οι τρεις μανούλες σας το ίδιο σας πονάμε</em><br />
<em>κι αν βρω και του Ιούδα μας, τέσσερις θα γενούμε</em><br />
<em>ν’ αγκαλιαστούμε όλες μαζί, να φοβηθεί ο χάρος</em><br />
<em>Να λάμψει ο ήλιος στα βουνά και στις καρδιές ν’ αστράψει</em><br />
<em>ν’ αφανιστεί ο θάνατος, οι φυλακές ν’ ανοίξουν</em><br />
<em>κι όλες να στήσουμε χορό για χάρη του παιδιού μου.</em></p>
<p>(…) Οι αστραπές πυκνώνουν, οι βροντές δημιουργούν ένταση και φόβο. Η Μαρία στρέφεται τώρα στον ουρανό οργισμένη.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Τι μου αστράφτεις, ουρανέ και τι με φοβερίζεις</em><br />
<em>τι σκοτεινιάζεις το ντουνιά και σκιάζονται τ’ αγρίμια;</em><br />
<em>Σαν χάσει η μάνα τον υγιό, χάνετ’ ο κόσμος όλος</em><br />
<em>κι αν σου σταυρώσουν το βλαστό, σταυρώνεσαι αιώνια.</em><br />
<em>Ρίξε αστραπές, ρίξε βροντές, ρίξε κανόνια αράδα,</em><br />
<em>εμένα με γέλα ο χάροντας, που ’χε φτερά αγγέλου,</em><br />
<em>και μου ’πε πως ο θάνατος στο σπίτι μου δε θα ’ρθει.</em><br />
<em>Μον’ ήρθ’ εδώ στο Γολγοθά, κι εγώ χαροκαμένη</em><br />
<em>τη μια κοιτάζω το Θεό, την άλλη τις βροντές του</em><br />
<em>κι ύστερα κλαίω τον Ιησού, σαν κάθε μαυρομάνα.</em><br />
<em>Τι μου αστράφτεις, ουρανέ, και τι με φοβερίζεις</em><br />
<em>σαν χάσει η μάνα της το γιο, δεν έχει να φοβάται</em><br />
<em>μόνο το μνήμα λείπεται, να μπούμε οι δυο μας μέσα.</em></p>
<p>(…) Όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου</em><br />
<em>Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;</em><br />
<em>Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου</em><br />
<em>Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;</em><br />
<em>Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα</em><br />
<em>για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα</em><br />
<em>αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…</em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (2012)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΗ</strong></h5>
<p>Απόσπασμα</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε (Ελύτης)</p>
<p>Εκείνος έμενε στην Κέρκυρα. Δεν είχε λόγο να φύγει από εκεί που κουράστηκε να φτάσει. Βρισκόταν σ’ ένα Καφέ, δίπλα στην παραλία, εκεί που η θάλασσα τον καλούσε συχνά κοντά της. Απόψε είχε παρέα. Στην αρχή στάθηκαν για λίγο αντίκρυ στα σκιερά νερά του Ιονίου. Η θάλασσα ήσυχη σαν το θάνατο, όμορφη σαν το θάνατο. Και σαν τον έρωτα&#8230; Στάθηκαν δίπλα στις παλιές πολεμίστρες, όπου δυο τεράστια δέντρα έριχναν πάνω τους τον ίσκιο, ακόμη και το βράδυ. Περίεργα χέρια από τις πολεμίστρες απλώνονταν προς τη μεριά τους, αν και αυτός ήξερε ότι ήταν αγριόχορτα που έντυναν πράσινα τα παλιά χτίσματα.<br />
Σάρκα των παλιών χτισμάτων, αχρείαστα πλέον για οτιδήποτε άλλο, γυμνά στον άνεμο, γυμνά από αγάπη και φροντίδα. Πρώτα φάνηκαν οι κισσοί, ύστερα δειλά-δειλά τα χαμομήλια. Πιο χαμηλά οι λειχήνες. Όλα μαζί βάλθηκαν να στολίσουν το θάνατο, που θα έφτανε ακόμα και στις πέτρες, να τον κρύψουν από τις ίδιες τις πέτρες. Να έρθει ξαφνικά, σαν σεισμός η κατάρρευση από την εγκατάλειψη. Ο χρόνος άγγιξε τις πέτρες κι έδειχναν γερασμένες, αλλά η ίδια η φύση ήρθε με στοργή να κρύψει<br />
αυτή την εγκατάλειψη. Του άρεσε να φαντάζεται τα αγριόχορτα σαν στοργικά χέρια&#8230;<br />
Τα νερά βρίσκονταν πάντοτε απέναντι. Την κράτησε από το χέρι, κι ένα φιλί στο μάγουλο με την καλησπέρα. Έφτασαν εκεί διασχίζοντας τον κήπο χέρι-χέρι, η γυναίκα δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Ήταν το βραδινό λυκόφως, άνθρωποι και σκιές γίνονταν ένα. Δεν μπορούσες πια να κρυφτείς από τον εαυτό σου, το σκοτάδι χάριζε ελευθερία. Τη δυνατότητα να μη θέλεις να κρυφτείς ούτε από τον εαυτό σου. Τα ακύμαντα νερά ήταν κι αυτά σκοτεινά. Και οι δυο κοίταζαν προς τα κάτω, πιο κάτω από τις πολεμίστρες. Στην αρχή δε φαινόταν τίποτε, μόνο στο βάθος τα μικρά φώτα ενός καραβιού που μόλις αναχωρούσε.<br />
Έμειναν για λίγο προστατευμένοι στα σκοτάδια τους. Για το δικό του σκοτάδι ήταν σίγουρος, έστω κι αν δεν έβγαινε από την κόλαση. Κάπου φώτιζε και γι’ αυτόν ένα φωτάκι. Η γυναίκα είχε αθώο βλέμμα. Δεν είπαν τίποτε, δε σκέφτονταν τίποτε, μόνο κοίταζαν. Ησυχία.<br />
«Πάμε μέσα να πιούμε έναν καφέ;» Εκείνη συμφώνησε και κάθισαν στη γνωστή γωνία.<br />
«Πέτρο, απόψε δε θα πιούμε ουίσκι. Έναν καφέ για μένα κι ένα λικέρ για την κυρία. Tia Maria σε παρακαλώ». Το γκαρσόν σέρβιρε σύντομα τον εσπρέσο και το λικέρ. Η νύχτα συνέχιζε να υπάρχει αμείωτη. Λίγη κίνηση στο καφενείο, γιατί τέτοια ώρα στην Κέρκυρα μαζεύονται στα μπαράκια και τα φαγάδικα με τις κιθάρες. Ή στα μπουζούκια. Άλλες φορές τους άρεσε να παρακολουθούν τον κόσμο. Έπιναν και δε μιλούσαν πολύ, συνήθως πρόσεχαν τους ίδιους ανθρώπους. Όταν ήταν μαζί, γιατί<br />
μόνος κάπνιζε και ταξίδευε, όχι σε τόπους ή υποθέσεις, αλλά σε πρόσωπα. Στην κυριολεξία μόνο σε πρόσωπα, όπως τα θυμόταν. Σιγά- σιγά η μνήμη έπαιζε μαζί του και του μπέρδευε πρόσωπα και ονόματα.<br />
Πιο εύκολα όταν έπινε ουίσκι και μόνος. Μια φορά συνέβη όταν ήταν μαζί. Καθώς την κοιτούσε, την είδε να φοράει γυαλιά, να μαζεύει πίσω τα μαλλιά της, σαν να ήθελε να πάρει αέρα. Σε μια στιγμή έβγαλε και το παλτό.<br />
«Γιατί φοράς παλτό;» τη ρώτησε.<br />
Εκείνη γέλασε, το πήρε γι’ αστείο. «Δεν έχω καθόλου παλτό, ίσως αγοράσω το φθινόπωρο».<br />
Ποια ήταν αυτή; Η γυναίκα με το παλτό δεν εμφανίστηκε ποτέ ξεκάθαρα. Πολλά βράδια τα πέρασε αναζητώντας την και δεν ήταν από το ουίσκι. Δεν ήξερε καθόλου τι ήταν και τον έτρωγε η περιέργεια. Δεν είχε έρθει από το παρελθόν, δεν συντρόφεψε το παρόν του, γιατί άραγε επέμενε; Όπως κοίταζε τους θαμώνες, μια λεπτομέρεια από το πρόσωπό τους τον απορροφούσε και του θύμιζε διάφορα. Μια φορά, ένας γέροντας απέναντι του κοιμήθηκε στην πολυθρόνα, το κεφάλι έγειρε προς τα πίσω<br />
και η μύτη σημάδευε τον ουρανό. Τότε αυτός σκέφτηκε πως η μύτη έμοιαζε με βράχο των Μετεώρων και τα ρουθούνια ήταν σκήτες όπου φώλιαζαν αγριοπερίστερα. «Βλακείες, του έλεγαν οι φίλοι του, μας δουλεύεις όλους». Άδικα διαμαρτυρόταν, δεν τον πίστευε κανένας, κι έτσι έπαψε να τους μιλάει για τα ταξίδια του. Μια άλλη φορά είδε ένα σκισμένο καλσόν και άλλαξε καρέκλα. «Δε θέλω να πεθάνω τώρα», σκέφτηκε. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τι σχέση είχε το σκισμένο καλσόν<br />
με το θάνατο. Τέτοια δηλαδή. Τη γυναίκα με το παλτό τελικά την παράτησε, δεν ασχολήθηκε άλλη φορά μ&#8217; αυτήν.<br />
Απόψε είχε παρέα, αυτός έπινε εσπρέσο κι εκείνη Tia Maria. Στην αρχή μίλησαν λίγο, θυμήθηκαν τα μαθητικά χρόνια, την ίδια αίθουσα όπου πήγαιναν σχολείο.<br />
«Με κοίταζες», της είπε, «και δε μ’ άφηνες να συγκεντρωθώ, δεν μπορούσα ν’ αντέξω τα μάτια σου».<br />
Χαμήλωσε τα μάτια της. «Δε θα σε κοιτάζω άλλο», είπε και γέλασαν κι οι δυο. Τώρα ήταν στο καφενείο και κοιτάζονταν χωρίς πρόβλημα, η κίνηση λίγη και δεν υπήρχαν κοντά αλλά πρόσωπα για ν’ αποσπάσουν την προσοχή τους. Επομένως, κοίταξε γύρω σα να ’θελε πάλι ν’ αποφύγει το βλέμμα της που διάβαινε μέσα του και διάβαζε τις σκέψεις.<br />
«Τελευταία είσαι πολύ κουρασμένος», είπε η Ευρυδίκη.<br />
Πραγματικά, έτσι ένοιωθε κι ας χαμογελούσε στη συζήτηση. Λίγα τραπέζια πιο πέρα κάθισαν δυο έφηβοι. Ξέχασε τη γυναίκα δίπλα του, ξέχασε την ηλικία του και παρατηρούσε το νεαρό ζευγάρι. Η γυναίκα δίπλα του έγινε μαθήτρια για να τον συνεφέρει. Αυτός δεν το είδε, γιατί εκείνη την ώρα είχε γίνει ομοούσιος με τους έφηβους και προσπαθούσε να κλέψει κάποια λέξη τους. Πίστευε ότι μπορούσε μια λέξη ν’ ανάσταινε την κατωφέρεια των νοημάτων του. Όση ώρα έμεινε προσηλωμένος, ήταν σίγουρος πως τα δροσερά χείλη δεν είπαν τη λέξη «αγάπη». Τότε θυμήθηκε τον ποιητή που έλεγε πως «οι νέοι μας αγαπούν με τα μάτια». Πώς δεν το είχε καταλάβει; Έμεινε να κοιτάζει τη φωνή των βλεμμάτων τους, απορροφήθηκε τελείως, αν και δεν ήταν μόνος στο τραπέζι.</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ (2009)</strong></h4>
<p>Η Ιωάννα καθόταν σ’ ένα σκαμνί. Η φωνή της μητέρας της ακουγόταν στο πίσω μέρος της αυλής, καθώς φώναζε τις κότες να φάνε. Ο Σίμωνας στάθηκε όρθιος στο κατώφλι. Μισός στο φως και μισός στη σκιά, αναποφάσιστος. Τελικά έμεινε εκεί, ακούμπησε την πλάτη στο όρθιο ξύλο και κοίταξε ήρεμα τη γυναίκα του. Εκείνη δεν μιλούσε και άρχισε αυτός.<br />
«Ιωάννα, ξέρεις πια ότι είναι ο Μεσσίας. Για χάρη του πρέπει να θυσιάσουμε ακόμα και τη ζωή μας. Εσένα δεν σου ζήτησε κάτι τέτοιο. Εσύ πρέπει να εμπιστευθείς το Θεό και ν’ αφήσεις στα χέρια Του την οικογένειά μας. Τι έχεις να φοβηθείς όταν γνωρίζεις πως έτσι υπηρετείς τα σχέδιά Του; Ότι γι’ αυτόν το λόγο δεν θα σας αφήσει να πάθετε κανένα κακό;»<br />
Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο να ρυτιδώνει το πρόσωπό της. «Καημένε, Σίμωνα, ούτε τη γυναίκα σου δεν τολμάς να πλησιάσεις. Θέλεις να σώσεις τον Ισραήλ, αλλά την οικογένειά σου την αφήνεις στα χέρια του Θεού. Μήπως δεν μπορεί αυτός να σώσει τον λαό του; Με μόνο το λόγο του δημιούργησε το σύμπαν και με θαύματα τους έβγαλε από την Αίγυπτο. Αν είναι ο μεσσίας σου απεσταλμένος του Θεού, δε θα έχει και θεϊκή δύναμη; Από έναν φτωχό οικογενειάρχη κρέμεται ολόκληρο θεϊκό σχέδιο! Καταλαβαίνεις τι κάνεις;»<br />
Ο Σίμωνας σκέφτηκε να της μιλήσει για Αβραάμ, Μωυσή και Ααρών, για Κριτές και Προφήτες, αλλά δεν τόλμησε. Προτίμησε κάτι πιο απλό.<br />
«Μα δεν είδες τη μητέρα σου με τι προθυμία τον υπηρετούσε; Με τι προσοχή άκουγε τα λόγια του και πόσο περήφανη ένιωθε που τίμησε το σπίτι μας; Αν ζούσε ο πεθερός μου, κι αυτός θα συμφωνούσε».<br />
«Η μητέρα μου&#8230;», είπε σιγά κουνώντας ελαφρά το κεφάλι της. «Η δούλη του Θεού, το πρότυπο κάθε γυναίκας για τους ιερείς. Όχι, Σίμωνα», ξέσπασε ξαφνικά, «ο Αριστόβουλος δεν θα συμφωνούσε μαζί σας. Σεβόταν την πίστη της, αγαπούσε τη μητέρα μου και γι’ αυτό που ήταν, αλλά έλεγε πως ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους μυαλό να σκέφτονται. Είναι παράλογο αυτό που κάνεις και μην φορτώνεις στο Θεό τις ανοησίες σας».<br />
Ο Σίμωνας, που τόση ώρα προσπαθούσε να συγκρατηθεί, δεν άντεξε το ξέσπασμά της.<br />
«Δεν είπα τίποτα μπροστά στους άλλους, αλλά έχεις καταλάβει ότι ξεπέρασες κάθε όριο; Εσύ ήσουν πάντα γλυκιά και υπομονετική, τι έπαθες τώρα; Μίλησες με ασέβεια στον Ιησού, πρόσβαλλες εμένα που σε άκουγα και δεν παρενέβαινα, και μ’ έκανες να ντρέπομαι που είσαι γυναίκα μου».<br />
«Το μόνο που σε νοιάζει τώρα είναι τι θα πουν οι φίλοι σου για μένα;»<br />
«Όχι, τα παιδιά μας σκέφτομαι. Ευτυχώς που ήρθε η μάνα σου και δεν θ’ ανησυχώ για την ανατροφή τους».<br />
«Σίμωνα, έγινες αγνώριστος μέσα σε λίγες μέρες. Ώστε ντρέπεσαι για μένα επειδή σου μιλάω δημόσια;»<br />
«Σταμάτα επιτέλους!» φώναξε ο Σίμωνας, όμως όχι τόσο δυνατά όσο έδειχνε η οργή στο πρόσωπό του. «Είμαι ο άντρας σου και πρέπει να με σέβεσαι και να με υπακούς. Δεν σας αφήνω να πεθάνετε της πείνας, θα σας δίνει ο Ζεβεδαίος το νοίκι, πούλησε και το σπίτι σου στη Βηθεσδά, δεν θα χαθείτε. Εδώ δεν πρόκειται για την ευκαιρία της ζωής μου, αλλά για τη σωτηρία του Ισραήλ. Γιατί αρνείσαι να το καταλάβεις;»<br />
«Κάτι άντρες σαν εσένα έφτιαξαν τους νόμους. Φεύγεις από το σπίτι και δεν μου δίνεις διαζύγιο, για να μείνω αναγκαστικά με τα παιδιά. Γιατί ο νόμος σας δεν επιτρέπει στις γυναίκες να ζητάνε διαζύγιο; Εγώ πρέπει να μείνω σκλάβα στο σπίτι κι εσύ να χαίρεσαι όπως θέλεις τη ζωή σου&#8230;»<br />
Ο Σίμωνας έφριξε. «Καταλαβαίνεις τι λες; Ο Νόμος δόθηκε από το Θεό κι εσύ θέλεις να τα ισοπεδώσεις όλα;»<br />
«Κι εγώ άλλαξα, Σίμωνα. Δεν με νοιάζει κανένας νόμος την ώρα που καταστρέφεται η ζωή μου. Αν νομίζεις ότι σε προσβάλλω και είμαι ένοχη, δεν έχεις παρά να ζητήσεις το λιθοβολισμό μου».<br />
Ο Σίμωνας τρόμαξε και προσπάθησε να ηρεμήσει την κατάσταση.<br />
«Πάντα ήσουν καλή μάνα και σύζυγος, και προσπαθώ να καταλάβω γιατί τώρα αντιδράς έτσι. Αλλά σου ζητάω να μην το παρακάνεις και με εκθέτεις μπροστά στον κόσμο».<br />
Η Ιωάννα δεν μίλησε· έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο κι έσκυψε τελείως κάτω.<br />
Ο Σίμωνας είδε πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να συζητήσουν περισσότερο. «Με τον καιρό θα καταλάβει», είπε μέσα του. Και φωναχτά: «Μη νομίσεις πως ήταν εύκολο για μένα ν’ αποφασίσω. Είναι ο Μεσσίας, ο Μεσσίας&#8230; Θα το καταλάβεις κι εσύ κάποια μέρα, και θα χαίρεσαι για τον άντρα σου. Να προσέχεις τα παιδιά, θα έρχομαι συχνά να σας βλέπω», είπε και βγήκε στο φως της μέρας.<br />
Η Ιωάννα κάθισε λίγο ακόμα μόνη της και ύστερα βγήκε στην αυλή. Είχαν φύγει όλοι, και μόνο τα άδεια κύπελλα έδειχναν πως κάποιοι είχαν καθίσει εκεί πριν από λίγο. Η μητέρα της ήταν πιο πέρα και κρατούσε την κατσίκα δεμένη απ’ το λαιμό· ακίνητη κοίταζε στο βάθος του δρόμου, αναποφάσιστη αν θα την πήγαινε για βοσκή ή όχι. Η κατσίκα προσπαθούσε με το κεφάλι να διώξει τις μύγες που ήθελαν να δροσιστούν με το αίμα της. Χωρίς να το θέλει, την Ιωάννα την έπιασαν ξαφνικά τα γέλια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ (2007)</strong></h4>
<p>Απόσπασμα</p>
<p>Κι εγώ, Ιησού μου, δυο βήματα απ’ το σταυρό. Μόνο μια φορά με άφησες να δείξω την αγάπη μου. Τότε που μύρωσα τα πόδια σου κι ακούμπησα τα χείλη ενώ σε σκούπιζα με τα μαλλιά μου. Το πιο γλυκό ερωτικό φιλί που έδωσα ποτέ Χωρίς απόκριση δική σου χωρίς τη θέρμη εκείνη που μεταδίνεται απ’ τα χείλη.<br />
Κι άρχισε να χτυπάει η καρδιά με αγωνία, πότε θα ερχόταν η ώρα να μιλήσουμε. Όχι πως δεν έβλεπες πόσο σ’ αγαπούσα, αλλά άθελα να σου το πω με τα δικά μου λόγια. Αν και τις λέξεις που γεννιούνται στην καρδιά δεν υπάρχει γλώσσα να τις ζωγραφίσει, όμως ήθελα να μ’ ακούσεις να σου λέω ‘«σ’ αγαπώ». Να πάρει ο άνεμος τον ήχο της ζωής μου και να γεμίσει η Γαλιλαία όλη με τα δικά μου αρώματα. Να ταραχτούν τα ύδατα της Τιβεριάδας, να κολυμπούν μες στην αγάπη οι ψαράδες της. Να πάει στον Ιορδάνη ποταμό ύστερα και να κυλήσει ορμητικά η ανάσα της μέχρι τη Νεκρή Θάλασσα. Κι αντίς εκεί να νεκρωθεί και η αγάπη μας, να ζωντανέψει τους αιώνιους νεκρούς από τα Σόδομα.<br />
Πόσα όνειρα δεν έκανα από τη μέρα που φίλησα τα πόδια σου!<br />
Με αγωνία περίμενα τη μέρα που θα μ’ άκουγα να λέω «σ’ αγαπώ». Δε μ’ ένοιαζε εσύ τι θ&#8217; απαντούσες, ακόμα και «όχι» να μου έλεγες δεν πείραζε, εγώ θα σε περίμενα. Όταν θα κουραζόσουν να μιλάς σ’ αυτιά που δε σε δέχονταν, όταν θα θεωρούσαν υποχρέωσή σου να τους κάνεις θαύματα. Όταν θ’ αγανακτούσες που και οι πιο δικοί σου σ’ ακολουθούσαν για να δοξαστούν, εγώ θα ήμουν εκεί. Κι εσύ θα ήξερες πως δε ζητούσα τίποτε, ότι εγκατέλειψα πλούσιους εραστές μόνο και μόνο για να μου πεις κάποτε πως μ’ αγαπάς. Τότε εσύ τι θα έκανες, Χριστέ μου, αγαπημένε μου;</p>
<p>Ακολουθεί μικρή σιωπή κάποιων δευτερολέπτων. Θέλει κάτι να πει, μα διστάζει&#8230; Κοιτάζει στιγμιαία το σταυρό και κατεβάζει ευθύς τα μάτια. Δειλά αρχίζει να μιλάει.</p>
<p>Θέλω κάτι ακόμα να σου πω μα δεν τολμάω να το ξεστομίσω. Δεν ξέρω αν θόλωσε τελείως το μυαλό κι αρχίζει να γεννάει παραμύθια. Τι εικόνες περνούν από τα μάτια μου, τι θύμησες γλυκαίνουν το φαρμάκι; Μόνο μια φορά, πως έζησα μια φορά κι εγώ ένα βράδυ στην αγκαλιά σου.<br />
Πως ήταν τότε που έστειλες τους μαθητές σου να κηρύξουν στα περίχωρα κι εμείς μείναμε μόνοι. Και ήταν τόσο όμορφα, τόσο μεγάλο το όνειρο που δεν είμαι σίγουρη αν έζησα αυτό που λέω ότι θυμάμαι. Τα έζησα ή τα ονειρεύομαι;<br />
Ή μήπως σάλεψε ο νους και κοροϊδεύει την καρδιά μου;<br />
«Ραβί, σ’ αγαπώ» ψιθύρισα κι έπεσα στα γόνατά σου μεθυσμένη από χαρά. Με σήκωσες, με κοίταξες βαθιά στα μάτια, «κι εγώ» απάντησες. Κ, ύστερα, τι έγινε ύστερα, αγαπημένε μου; Δεν τόλμησα να σε ρωτήσω το πρωί, δεν πρόλαβα, γιατί είχαν γυρίσει κάποιοι απ’ την αποστολή τους.</p>
<p>Σκύβει ακόμα περισσότερο το κεφάλι της, αφού πάλι έχει ρίξει στιγμιαίο βλέμμα στον σταυρωμένο άντρα.</p>
<p>Χριστέ μου, είμαι κάτω απ’ το σταυρό κι όμως δεν μπορώ άλλο πια να σταματήσω τις μνήμες που με πλημμυρίζουν. Τα δάκρυα δεν μπορούν να πνίξουν για πάντα τη ζωή, ούτε την ώρα του θανάτου.<br />
Γονατιστή είπα το ‘σ’ αγαπώ” κι εκεί βρέθηκα να ξυπνάω το πρωί. Δεν ήταν το κρεβάτι μου στα Μάγδαλα, δεν ήταν ούτε το σπίτι μας που πάντα ονειρευόμουν. Ένα φτωχό στρώμα ξεκούραζε το σώμα κι όμως ένιωθα σα να βρισκόμουν σε παλάτι. Σε γύρεψα όταν άνοιξα τα μάτια, μα πιο πριν σ&#8217; έψαχναν τα χέρια μου. Να σε πάρω αγκαλιά, να φωτίσει ο ήλιος το πρωινό φιλί μας. Δεν ήσουν δίπλα μου, αλλά εγώ χαμογελούσα ευτυχισμένη καθώς ξαναθυμόμουν τα έργα της νυχτός μας.<br />
Πώς περίμενα αυτή την ώρα! Σ’ αγαπούσα μα δεν ήξερα πώς να στο δείξω. Λιποθύμησα άραγε στην αγκαλιά σου; Έχασα τις αισθήσεις μου, όπως παραδόθηκα ολόκληρη σε σένα; Με τράβηξες αργά-αργά πάνω στο στήθος σου κι εγώ η έμπειρη μέθυσα απ’ την πολλή αγάπη;<br />
Έγιναν όλα όσα ήθελα να μου χαρίσει ο αγαπημένος μου; Αν δεν ήσουν τώρα στο σταυρό δε θα είχε καμιά σημασία. Αν δεν ήμουν η απελπισμένη της αγάπης, αν η ζωή σου δε σταματούσε εδώ, είμαι σίγουρη πως άλλες σκέψεις θα είχα στο μυαλό. Όμως τώρα τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να θυμάμαι όσα έζησα κοντά σου.<br />
Σε κοιτάζω και δεν πιστεύω αυτό που βλέπω Δεν μπορώ να δεχτώ πως σε χάνω, πως δε θα λιποθυμήσω ξανά στην αγκαλιά σου. Γι’ αυτό τα θυμάμαι τώρα, για ν’ αντέξω τον πόνο, για να γίνει η υπόλοιπη ζωή μου η μνήμη μιας βραδιάς. Θέλω να βάψω αυτή τη μνήμη με το αίμα των πληγών σου.<br />
Ω, ας μην ήταν όνειρο, γλυκέ μου&#8230; Ποιος όμως θα μου το πει, ποιος θα με βεβαιώσει ότι με πήρε στη αγκαλιά του σαν θεός ο άντρας που αγαπούσα;<br />
Το όνειρο κάθε γυναίκας το έζησα άραγε κι εγώ; Ήσουν εσύ που χάιδευες τα μακριά μαλλιά μου που με τα δάχτυλά σου τα ανακάτευες για να δροσίσεις τις σκέψεις που με κούραζαν; Εγώ ριγούσα ολόκληρη στο απαλό άγγιγμα της αναπνοής σου. Έβγαλα τα ρούχα μου κι αφέθηκα γυμνή, αθώα στο κάλεσμα της αγάπης.<br />
Γιατί όποτε τα σώματα μένουν γυμνά από αγάπη, τότε αμαρτάνουν. Όταν γυμνώνονται για την αγάπη, τότε είναι η ψυχή που χορεύει σε κάθε σκίρτημα της σάρκας.<br />
Ιησού μου, έχω αμαρτήσει πολλές φορές γιατί έδωσα σώμα χωρίς ψυχή. Μόνο σε σένα ήθελα να δώσω τη Μαρία όπως την έπλασε ο Θεός. Γι’ αυτό και ήμουν αθώα γιατί σε αγαπούσα., κι εσύ με είχες συγχωρέσει πολύ πριν μεθύσω από ευτυχία. Εκείνη τη μέρα ήξερα ότι εσύ θα μπορούσες να συγχωρέσεις ακόμα και τον εαυτό σου, αρκεί μόνον&#8230; Αρκεί ό,τι έκανες να το έκανες από αγάπη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΑΛΩΜΗ (2005)</strong></h4>
<p>Απόσπασμα</p>
<p>Πρώτη φορά με κοίταξε άντρας στα μάτια και δε μ’ επιθύμησε Μονάχα το «γιατί» συνάντησα κι αυτό με φόβισε. Δεν ήμουν η γυναίκα που ήξερε τι<br />
θέλει, ήμουν κι εγώ ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι που σπρώχνονταν σιμά του. Τι έχει διαφορετικό, Ιωάννη, και σε θέλησε προφήτη του; Πώς γίνεται<br />
να είναι γιος ανθρώπου και θεού μαζί; Τάχα όπως πίστευαν οι Έλληνες για τους θεούς τους; Ποιος θα μου απαντήσει, Ιωάννη, όταν εσύ κρατάς το στόμα σφραγισμένο;&#8230;</p>
<p>Καθώς απομακρύνεται από κοντά του, συνεχίζει να μιλάει για το ίδιο θέμα.</p>
<p>Ποιος είναι ο θεός σου, Ιωάννη; Κι έχει και γιο που εσύ πίστεψες πως τον βάφτισες! Πρώτη φορά ακούω για θεό που να χρειάζεται σε κάτι τους ανθρώπους. Ποιες αμαρτίες έχει ο θεός και τις ξέπλυνε ο Ιορδάνης με τα χέρια σου;<br />
Ολόκληρος θεός και δε μπορούσε να συγχωρέσει το παιδί του; Κι έχει έναν μονάχα γιο! Ακόμα και οι θεοί δυσκολεύονται να μεγαλώσουν τα παιδιά τους&#8230; Δεν το καταλαβαίνω, πώς γίνεται αλλού να είναι ο πατέρας κι αλλού ο γιος. Κι αν θέλησε να φύγει μακριά του, τι τον νοιάζει η γνώμη του πατέρα; Λέει πως είναι γιος του ανθρώπου αλλά ποιου ανθρώπου δε μας λέει. Γιος του θεού και απαρνήθηκε τη θεϊκή καταγωγή του!<br />
Κι έρχεται ασήμαντος σε σένα να του ξεπλύνεις τους ρύπους της ψυχής του. Γιατί ήρθε εδώ στην Παλαιστίνη, Ιωάννη Εδώ ο κόσμος είναι φτωχός, είμαστε σκλάβοι στους Ρωμαίους, και σε θεούς είμαστε φτωχοί. Για έναν Γιαχβέ μόνο μιλάνε εδώ, χάθηκε η Ελλάδα, η Αίγυπτος ή και η ίδια η Ρώμη η παντοκράτειρα; Εκεί δεν έπρεπε να πάει, να αναμετρηθεί με τους θεούς τους και με τους αυτοκράτορες που κυβερνάνε σαν θεοί; Γυρίζει τριγύρω εδώ ο βαφτισμένος θεός σου, και ο προφήτης του νεκρός. Για ποιο θεό μιλούσες, Ιωάννη, για ποια ανόητη ιδέα πέθανες&#8230; Είχες μια φλόγα στην καρδιά που δεν τη χάρηκε γυναίκα, μήτε η ζωή τη γνώρισε. Λαμπάδα έγινες για να φωτίσεις το δρόμο του Νυμφίου σου κι αυτός τι έκανε για σένα; Για έναν θεό πέθανες που αρνήθηκε τον πατέρα, ή, ίσως το χειρότερο, που ο πατέρας έδιωξε το γιο του. Για έναν θεό που σ’ άφησε ανυπεράσπιστο στα χέρια μου. Ω, αν μπορούσες να μιλήσεις, αν σ’ είχα συναντήσει στις όχτες του Ιορδάνη, πόσα θα σε ρωτούσε μια γυναίκα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σήκω Ιωάννη και, περπάτησε<br />
βρες το θεό σου και ζήτα τον το θαύμα<br />
και ας μη σ’ έχω εγώ ποτέ δικό μου<br />
Με φτάνει να σε θυμάμαι ζωντανό<br />
σαν άγριο λιοντάρι της ερήμου.</p>
<p>Λένε πως ο θεός σου ανάσταινε νεκρούς, Ας ήταν αλήθεια, ας ήσουν τώρα<br />
αναστημένος και ας βρυχιόσουν μακριά μου περήφανο λιοντάρι της Ιουδαίας.</p>
<p>Πηγαίνει στο παράθυρο και ανοίγει τελείως τις κουρτίνες. Κάνει πως προσέχει κάτι απροσδιόριστα, δευτερόλεπτα σιωπής. Συνεχίζει να μιλάει από εκεί.</p>
<p>Τι έκανες στην έρημο τόσα χρόνια, πώς ζούσες; Καλά τη νύχτα, αλλά τη μέρα; Όλη τη μέρα αυτόν έψαχνες, προς αυτόν έτρεχες; Κι όταν τις νύχτες πλάγιαζες για λίγο την κουρασμένη σάρκα, ήσουν εκεί, ήσουν εσύ; Ήσουν εκεί ή μήπως η ψυχή σου ξαγρυπνούσε αλλού, σ’ αυτόν που λαχταρούσες μια ζωή; Και τώρα που ρωτάω, πάλι η ψυχή σου δε βρίσκεται εδώ.<br />
Στο δρόμο βρήκα έναν βεδουίνο και τον ρώτησα για σένα. [Το φεγγάρι σκεπάζεται από σύννεφο]. Στην αρχή δεν απαντούσε αλλά τον φόβισαν οι στρατιώτες μου και μίλησε. Είχε ακούσει για το φονικό, είπε, και φοβήθηκε. Είπε, επίσης, πως σε συμπαθούσε γιατί σε ήξερε πολύ καιρό. Να δεις πώς το είπε ακριβώς:</p>
<p>Στρέφει το κεφάλι προς το ταβάνι, σα να περιμένει να της μιλήσει κάποιος από ψηλά.</p>
<p>«Ήταν ο προφήτης μας και πήγαινα συχνά να ακούσω τη φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Πήγαινε κόσμος πολύς, ακόμα κι άρχοντες του Ισραήλ πήγαιναν να τον ακούσουν, γιατί περίμεναν να τους δείξει το Θεό που ερχόταν. Μετά τη βάφτιση κατέβηκε στα Ιεροσόλυμα και τα έβαλε με τον Ηρώδη, μέχρι που τον σκότωσαν». Έμαθα κι άλλα για σένα από το βεδουίνο. Πως ζούσες με ακρίδες και μέλι άγριο και γύριζες σ’ όλη τη ζωή σου με μια προβιά για ρούχο. Είπε πως ποτέ δεν άγγιξες γυναίκα&#8230;<br />
Πώς άντεξες τόση αγνότητα, πώς συγχωρεί τις αμαρτίες κάποιος που δεν τον πόνεσε γυναίκα ή που δεν πρόδωσε κι ο ίδιος μια γυναίκα; Που δεν αγάπησε γιατί ήταν αγαπημένος του θεού;<br />
Ιωάννη, πώς να το πιστέψω, τέτοιος άντρας και να μη πεθύμησες ποτέ γυναίκα&#8230; Ούτε στον ύπνο σου δεν άφησες τις γυναίκες να σε πλησιάσουν;</p>
<p>Κοιτάζει στο βάθος, σα να κοιτάζει στα βάθη του παρελθόντος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΚΛ[Ω]ΝΙΣΜΕΝΟΣ ΘΕΟΣ (2001)</strong></h4>
<p>Απόσπασμα</p>
<p>Απρίλιος. Ο Εμμανουέλε τελείωνε τις σπουδές του. Είχε γνωρίσει σχεδόν όλους τους Θεούς της γης μες απ’ τα ιερά τους κείμενα. Τους είχε δει και στη ζωή των πιστών τους. Το φως ξεκαθάριζε τα πράγματα, έβλεπε μπροστά από τις σκιές τους. Το U. C. της Umbria δεν τον είχε επηρεάσει μονόπλευρα, είχε πλησιάσει ελεύθερα και με σεβασμό τις πηγές όλων των θρησκειών. Αλλά δεν ήπιε νερό απ’ αυτές, δε βρήκε να είναι αληθινό.<br />
Τώρα ήταν μπερδεμένος. Ούτε αυτό το φως ήταν αρκετό να βρει την απάντηση της ζωής του. Δεν πήγε στη διάλεξη. Περπατούσε στους δρόμους της Ρώμης άσκοπα, και το σώμα του κουραζόταν να τον ακολουθεί. Οι σκέψεις έτρεχαν διαρκώς προς τα πίσω, δεν τον άφηναν να διακρίνει μπροστά του τίποτε. Ούτε τα χαμογελαστά αγάλματα με την ψευδαίσθηση της ασάλευτης ευτυχίας, ούτε το πλήθος που γινόταν θολό τοπίο από βουή και έγνοιες. Οι σκέψεις έτρεχαν γρήγορα, υποσημείωναν με ερωτηματικά τις εξηγήσεις του παππού και προσπαθούσαν να συνθέσουν τη χαμένη εικόνα της ταυτότητας. Καταλάβαινε πως ήταν η μοναδική περίπτωση, όπου μια προσωπικότητα κατοίκησε ποτέ σε δυο σώματα και μάλιστα με διαφορά χιλιετίας. Όχι σαν ψυχασθένεια, αλλά ιστορική εξέλιξη της επιστήμης και όχι στις χειρότερες συνθήκες. Μπορεί να τον βασάνιζε η διασπασμένη διαδικασία της ύπαρξής του, αλλά ένοιωθε τυχερός που βρέθηκε μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Κάποτε όμως ούτε αυτοί είναι αρκετοί να βοηθήσουν, μερικά πράγματα ανιχνεύονται μόνο μέσα μας. Ή τρελαίνεσαι&#8230; Ένοιωθε μόνος, απόλυτα μόνος, ζούσε μια κατάσταση δυστυχίας ασύλληπτης για τους άλλους ανθρώπους. Περπατούσε χωρίς να πηγαίνει πουθενά. Ο στίχος των R. E. M. τον κυνηγούσε συνέχεια, τρύπωσε λαθραία στους λογισμούς του: Belong&#8230; Belong&#8230; Ανήκω, μα πού ανήκω εγώ; Προχωρούσε, με το ερώτημα να προηγείται των βημάτων του.<br />
Κάποτε και τα βήματά μας έχουν τη δική τους μνήμη. Αφού το λογικό πνιγόταν στην αγωνία και τα ερωτήματα, το σώμα καθόρισε ανεξάρτητα τη δική του πορεία. Αφηρημένος ανέβηκε τα σκαλιά των Εσπερίδων και βρέθηκε, χωρίς να το αντιληφτεί, στην αγαπημένη γωνία του παππού. Κάθισε με θέα προς τα έξω, προς το ανώνυμο πλήθος, και με τα χέρια πίεζε τους κροτάφους του. Φοβόταν μήπως από την πίεση σπάσει το σάρκινο φράγμα και ξεχυθούν οι σκέψεις και πνίξει τον κόσμο απροειδοποίητα, άδικα. Νοιαζόταν για τον κόσμο. Όχι, δε σκεφτόταν για την ακρίβεια ότι έπρεπε να νοιαστεί, αλλά φοβόταν να χαθεί ο κόσμος του γι’ άλλη μια φορά. Γι’ αυτό κρατούσε με πείσμα τους κροτάφους, να μη πνιγεί ξανά στα μυστικά του ο κόσμος. Ήξερε πως τώρα υπάρχει μόνο μαζί με τους άλλους, το μόνο γνωστό στοιχείο της ύπαρξής του.<br />
«Κύριε ο καφές σας».<br />
Σήκωσε το κεφάλι, ήταν το ίδιο το αφεντικό των Εσπερίδων που τον σέρβιρε, συνέπεια κι αυτός της ύπαρξής του.<br />
«Μα εγώ δεν&#8230; θα&#8230;»<br />
«Εντάξει, εντάξει, τον κερνάω εγώ. Δεν έχει κίνηση αυτή την ώρα και λέω να πιούμε μαζί έναν καφέ. Αν θέλεις βέβαια», και στρογγυλοκάθισε κοντά του. «Ωραίο πράγμα να είσαι φοιτητής, η καλύτερη ηλικία λένε. Εγώ δεν τα κατάφερα, και γι’ αυτό είπα να κάνω κάτι άλλο, αλλά να το κάνω επιστημονικά.»<br />
«Με μεράκι, όπως λέει κι ο παππούς.»<br />
«Ναι, κύριε Μπαρόνι, με μεράκι. Γιατί αν δεν αγαπάς ό,τι κάνεις, δε θα το κάνεις καλά. Φαίνεται πως ο Θεός μού ’δωσε το ταλέντο να φτιάχνω καφέδες και βάλθηκα να το αποδείξω!» Χαμογέλασαν και οι δυο. «Ωραία, φώτισε το μουτράκι του», σκέφτηκε ο Έλληνας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΒΕΝΘΕΙ ΚΡΑΔΙΗΣ (1995)</strong></h4>
<p>Οι λέξεις ακούμπησαν στα δάχτυλα<br />
καθώς τις συνόδευε<br />
τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου<br />
τελευταίο αποτύπωμα του καφέ<br />
στα χείλη του,<br />
μόνος<br />
χωρίς εχθρούς<br />
χωρίς διαβάτες<br />
στα όνειρά του.<br />
Είχε απλώσει τις πληγές στο φως<br />
κι εκείνες κακοφόρμισαν,<br />
τη μια του θύμιζαν γυναίκες της φωτιάς<br />
την άλλη ένα ποτήρι κόκκινο κρασί,<br />
ίδιο το αίμα του<br />
όπου κανείς δεν ήθελε να πιεί,<br />
τελευταίες σταγόνες<br />
πριν ζήσει για πάντα<br />
στο λευκό του Παράδεισο<br />
το στρίψιμο της δεκάρας.</p>
<h5><strong>ΚΡΥΦΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ</strong></h5>
<p>Ανακάτευες συνέχεια τα μαλλιά<br />
σα να ‘θελες να φυτρώσουν<br />
μια καινούργια μνήμη στα μάτια<br />
χωρίς στερήσεις και αναβολές<br />
μα προπαντός<br />
χωρίς τις μαύρες μεταμέλειες.<br />
Το αεράκι που φύσαγε<br />
δρόσιζε τις προσπάθειες<br />
κι ας ήταν μόνο ένα όνειρο.</p>
<h5><strong>Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ</strong></h5>
<p>Σε σκεφτόμουν<br />
πρωινό του Μάρτη<br />
ντυμένον στην ομίχλη<br />
την ώρα που γονάτιζες στις πέτρες.<br />
Σε είδα που έκαμες το σύννεφο ευχή<br />
ανάλαφρα ν’ αγγίξεις<br />
τη σιωπή των ουρανών<br />
μήπως και στάξουν δάκρυα στην ψυχή<br />
μη και πετάξουνε κυκλάμινα<br />
οι κοφτερές σου αγωνίες.<br />
Πρωινό του Μάρτη<br />
με δείκτη υγρασίας…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΓΕ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΕΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 24/06/2015</p>
<p>Ο ήρωας της ιστορίας μας. Ένας ιδιόμορφος άνθρωπος. Ίσως επειδή το τοπίο της ζωής του είναι ομιχλώδες .Ίσως επειδή τσακίζεται από τη μοναξιά και η όποια διέξοδος μοιάζει ουτοπία. «Ένας αναγνώστης», όπως αυτοαποκαλείται στην αρχή του βιβλίου. «Τη μέρα είμαι αναγνώστης. Τα βράδια είμαι εκεί που θα’ θελα να είμαι». Που μάλιστα δεν θεωρεί κακό να οικειοποιούμαστε τα ξένα όνειρα. Εγκαταστάθηκε σε ένα νησί, σε έναν τόπο που του ηρεμούσε την ψυχή. Ζούσε με τους κατοίκους εκεί, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει ένας από αυτούς, να ταυτιστεί μαζί τους. Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου που διαβάζει πολύ, ενός αναγνώστη, αλλά που γράφει και ο ίδιος-κάτι που πολλοί δεν ξέρουν («Τουλάχιστον έξι άνθρωποι ήξεραν ότι είναι συγγραφέας», αναφέρεται στο βιβλίο). Συνεχώς αναμετράται με τον εαυτό του, με τις αντοχές και τις ενδόμυχες επιθυμίες του, έχοντας την επίγνωση ότι κάποια πράγματα που επιθυμεί ποτέ δεν θα έρθουν. Έχοντας δει το φως στα μάτια μιας γυναίκας ,που κατέχει στη συνείδησή του τη θέση ενός μικρού θαύματος, φλερτάρει με μια παράδοξη σοφία και συμμετέχει σε μια παράδοξη δοσοληψία αναφορικά με την χορήγηση ονείρων. Η σχέση με μια νεότερή του γυναίκα που «δεν τον αφήνει να έχει λόγο στην ομορφιά της», οι άνθρωποι που τον προσεγγίζουν, η δική του αινιγματική πολλές φορές στάση ,οι ατελείωτοι φιλοσοφικής υφής διάλογοι του με άλλους ,όλα αυτά συνθέτουν το παζλ της δικής του μοναδικής ζωής που αφήνει το στίγμα της σε έναν εξ ορισμού αλλόκοτο κόσμο. Πώς μπορεί να ανοίξει ορίζοντες και να αφυπνίσει τους άλλους κάποιος που έχει νεκρώσει τα όνειρά του; Χρειάζεται άραγε να επινοήσει κανείς έναν άλλο εαυτό προκειμένου να ανανεώσει τη ζωή του; Πόση δύναμη έχουν τα όνειρα τελικά; Χρειαζόμαστε κάποιον να μας διδάξει πώς να ονειρευόμαστε; Και, τελικά, διδάσκεται αυτό;<br />
Ένα βιβλίο που δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί μονοδιάστατο. Ένα βιβλίο που μπορεί να σε ταξιδεύει ως τα μύχια της ψυχής σου, άγνωστα ακόμα και σε σένα τον ίδιο. Ο Κ. ο σοφός αυτός ήρωας έχει τον τρόπο κάθε φορά να σου υπενθυμίζει πως αν δεν μπορείς να είσαι νησί, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να γίνεις θάλασσα. Και εν τέλει δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο από το να είσαι από την υφή του ονείρου, και να ”κουβαλάς μέσα σου όλα τα όνειρα του κόσμου”, όπως έγραψε ο Πεσσόα. ‘H ,δεν υπάρχει τίποτα πιο ουσιαστικό και λειτουργικό για την ίδια σου τη ζωή από το να αφήνεις τα όνειρα να ανθίζουν και από το να βρίσκεις τρόπους να απαλλάσσεσαι από το παρελθόν όταν νιώθεις ότι αυτό σε καταδυναστεύει. Επίσης, βασικό να έχεις κατά νου ότι” το όνειρο κρατάει όσο το αγαπάμε”. Χωρίς ηθικοδιδακτική διάθεση ο Σταυράτης θέτει ζωντανά και άμεσα καίρια ζητήματα που σχετίζονται με την πορεία μας στον κόσμο φτιάχνοντας μια ιστορία που δεν μπορεί να μην μας αφορά, αφού ”ζητά το νόημα των πραγμάτων”. Και ποιά αλήθεια είναι η θέση του έρωτα μέσα σε όλα αυτά; Αποτελεί και ο έρωτας κομμάτι του ονείρου, ένα κομμάτι δύσκολο, εξαιρετικά ιδιάζον, που όμως μας δίνει άπειρες δυνατότητες που πρέπει να διαχειριστούμε ορθά, όσο εφικτό μπορεί να είναι αυτό στον έρωτα. Ο συγγραφέας εποπτεύει καλά το υλικό του, το τιθασεύει ,το κοινωνεί στον κόσμο εισάγοντάς τον στο σύμπαν του Κ. που μέσα στο βιβλίο αναζητά θα λέγαμε, ίσως, ένα είδος σωτηρίας, ένα είδος πνευματικής λύτρωσης που θα του χαρίσει την ευτυχία. Ή περίπου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 15/07/2015</p>
<p>Για την τριλογία του Αλέξη Σταυράτη</p>
<p>«Το μοιρολόϊ της άνοιξης», εκδ. Γαβριηλίδης<br />
«Ο έρωτας και ο σταυρός», εκδ. Γαβριηλίδης<br />
«Σαλώμη», εκδ. Γαβριηλίδη</p>
<p>Αλέξης Β. ΣταυράτηςΤρεις θεατρικοί δραματικοί μονόλογοι. Ο Αλέξης Σταυράτης στην ουσία υμνεί την Αγάπη και επέλεξε να το κάνει με τρόπο ιδιαίτερο. Τρεις γυναίκες. Η Μαρία,η μάνα του Ιησού, η Σαλώμη και η Μαγδαληνή. Τρία πρόσωπα γνωστά από τη θρησκευτική παράδοση και έχοντας μια συγκεκριμένη συμβολική στη συνείδηση των πιστών της ορθοδοξίας αποκτούν εδώ μια άλλη διάσταση. Παίρνουν σάρκα και οστά, μας ξεδιπλώνουν τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, μας ταξιδεύουν στα βάθη της ψυχής τους. Η Μαρία μοιρολογεί το γιο της και όχι μόνο. Η Μαγδαληνή κλαίει τον άντρα που αγάπησε, έτσι μας δίνεται το ανοίκειο βλέμμα. Η Σαλώμη προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι εξαιτίας της θανατώθηκε ένας άνθρωπος, μα κι αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να το διαβάσει κανείς. Γιατί αυτό που πετυχαίνει ο συγγραφέας της τριλογίας είναι το εξής: να μην δώσει μορφές μονοδιάστατες, πρόσωπα τσακισμένα μεν, αλλά κλεισμένα στο μικρόκοσμό τους, πρόσωπα φτωχά σε βάθος και οπτική. Aντίθετα, πετυχαίνει να δώσει στον αναγνώστη ζωντανούς χαρακτήρες. Άμεσα και με καθαρότητα μας εισάγει μέσα στο προσωπικό σύμπαν-αν μπορώ καταχρηστικά να το θέσω έτσι-της καθεμίας.</p>
<p>Είναι λειτουργική αυτή η τριλογία έτσι όπως έχει γραφτεί. ”Μιλάει ” στο μυαλό και την ψυχή του αναγνώστη, που οραματίζεται τρεις μονολόγους επί σκηνής. Οι τρεις γυναίκες της τριλογίας έχουν ένα κοινό σημείο πολύ σημαντικό που αποτελεί και το κλειδί της ερμηνείας των μονολόγων τους. Και οι τρεις έχουν βιώσει την απώλεια. Μάλιστα, έχουν οι δύο έχουν απωλέσει το ίδιο πρόσωπο. Ποιά η σχέση ή η μη σχέση μαζί του, ποιά τα συναισθήματά τους και οι σκέψεις τους, πώς εισπράττουν αυτήν την απώλεια, ποιά η οπτική τους πάνω στο Συμβάν -με Σ κεφαλαίο-η ανάλυση που κάνει η καθεμιά όλα αυτά ερεθίζουν τον αναγνώστη που δεν έχει άλλη επιλογή από το να κολυμπήσει μέσα στα νερά που του προσφέρονται και να γίνει κοινωνός τριών διαφορετικών εμπειριών που όμως έχουν μια κοινή -κατά κάποιον τρόπο αφετηρία.</p>
<p>Η Σαλώμη (2005) είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας. Ένας δυνατός μονόλογος στ΄ αλήθεια .Σε μια γλώσσα στρωτή, πλούσια, ουσιαστική δίνεται ανάγλυφα το ήθος και το ύφος της ηρωίδας που ταλανίζεται ανάμεσα σε ποιότητες συναισθημάτων, ενώ το αίμα της βράζει πραγματικά και απολογείται -σε ποιον άραγε -στον Iωάννη του οποίου τον θάνατο προκάλεσε, αφού ζήτησε ως βραβείο για το χορό της το κεφάλι του- ή στον εαυτό της πιο πολύ; Απευθύνεται σε ένα κομμένο κεφάλι, ξεδιπλώνεται, ανοίγει, αναρωτιέται, μετανοεί, παραδέχεται αδυναμίες. ”Δεν ήταν τα όπλα μου, εγώ ήξερα μόνο να χορεύω και να αγαπάω, Πώς το έκανα αυτό, πώς δέχτηκα το φόνο σου…” Mνημονεύει συνεχώς την ομορφιά και την αγνότητα του νεκρού άντρα, χορεύει για το κεφάλι του νεκρού άντρα, έχοντας κάνει μια σημαντική επισήμανση:”…η ζωή σου τελείωσε μαζί και η δική μου. Από τώρα η ζωή μου δε θα είναι πια η ίδια.” Η σκέψη της αρχίζει να γίνεται ”επικίνδυνη” όταν ερωτοτροπεί με τον νεκρό και δίνει στίγματα πόθου και εμφανίζει ”περίεργες” διαθέσεις. Ίσως είναι που ανακαλύπτει μετά τον θάνατό του ότι τον αγαπάει. Διαβάζω: ”Nα ένας άντρας που ποτέ δεν γεύτηκε φιλί γυναίκας! Αξίζεις κάθε σεβασμό, κάθε τιμή. Να ένας άντρας που θα επιθυμούσα ακόμα και γω! Θέλω να σε φιλήσω, Ιωάννη, να μην πάει αφίλητο το στόμα σου στον Άδη.” ”Ω, Ιωάννη, είσαι το θύμα μου και νιώθω να σε αγαπάω” ”Ποτέ δεν ήμασταν μαζί και όμως νιώθω εγκαταλεμμένη. Τάχα δεν είναι αυτό αγάπη; Tώρα που σ’ αγαπώ είναι η στιγμή που αισθάνομαι αθώα.” Δυνατή και σκληρή, έχοντας κάνει χρήση της θηλυκότητάς της η Σαλώμη, φαίνεται να γλυκαίνει να εξημερώνεται από τα αισθήματα αγάπης που της γεννήθηκαν. Έχει κι αυτή ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. ”Γιατί πάντα έχουμε ανάγκη να μας αγαπάει ένας άντρας.</p>
<p>Θέλουμε να σβήνει από έρωτα στην αγκαλιά μας, να παραδίνεται στα χέρια μας κι εμείς μεγαλόψυχα να του επιτρέπουμε να ζήσει…” Στον ”’ Ερωτα και τον Σταυρό” (έκδοση 2007) το δεύτερο μέρος της τριλογίας, Η Μαρία η Μαγδαληνή αποθεώνει τον ίδιο τον έρωτα. Ειναι μια γυναίκα που αγάπησε βαθιά γι αυτό και μετεστράφη ολόκληρη. Ο έρωτας έχει τη δύναμη ,να αλλάζει ,να μεταμορφώνει και να βελτιώνει .Η γυναίκα αυτή που ανέπτυξε μια τρομερή συναισθηματική νοημοσύνη αρνείται πεισματικά τα εφήμερα αισθήματα ,αρνείται πεισματικά το τετελεσμένο. Επιμένει να προσδοκά το αδύνατο, την επαναφορά μιας αγάπης που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Ουσιαστικά πιάνεται από τις μνήμες, γαντζώνεται πάνω τους αρνούμενη να προχωρήσει τη ζωή της και να βρει άλλο ενδιαφέρον. Τα αισθήματα απόλυτα. Και ανέφικτα οπότε. ”Προτίμησα να χάσω τους πολλούς ,παρά να χαθεί από τη ζωή μου ο Ένας”, μονολογεί η Μαγδαληνή. Και αλλού: ”Ποιό φως άστραψε στη νύχτα μου και σε αγάπησα πριν σε γνωρίσω; «Nιώθει απέραντη ευγνωμοσύνη για Κείνον που υπερασπίστηκε και προστάτευσε την πόρνη. Με παρρησία μιλά για την προηγούμενη ζωή της :”Τους γνώρισα καλά τους άντρες και ήξερα πώς να τους έχω του χεριού μου. Δεν ήταν η μαγεία του κορμιού που τους κρατούσε, από γυναίκες είχαν χορτάσει και ο,τι ζητούσαν στη ζωή μπορούσαν να το αποκτήσουν. Τώρα ξέρω πως έβλεπαν ένα φως στα μάτια μου και τρελαίνονταν που δε φώτιζα για κείνους. ”Mα τίποτα από όλα αυτά δεν την αφορούν. Βρίσκεται αντιμέτωπη με την γνήσια και αληθινή αγάπη που σε κάνει να μην μπορείς να κοιτάξεις αλλού παρά μόνο στο αντικείμενο του πόθου σου. Που σε κάνει να πιστεύεις ακόμα και σε μια Ανάσταση. Μια αγάπη ιδανική, γεμάτη πνευματικότητα και ουσία που δεν έχει σχέση με τις ηδονές της σάρκας. ”Η αγάπη είναι ο θεός”, αναφωνεί εκείνη. Η Μαγδαληνή μαρτυρά πως ζει μια πρωτόγνωρη εμπειρία, μυστηριακή σχεδόν ,στην οποία παραδόθηκε ολόκληρη! Αλλά είναι μοναχική αυτή η εμπειρία του έρωτα. Στον έρωτα και το θάνατο μόνος πορεύεται κανείς άλλωστε. Η Μαγδαληνή αισθάνεται ότι στάθηκε ”λίγη” ,αφού δεν μπόρεσε να σώσει τον σταυρωμένο έρωτά της: ”Πώς έφτασα να θρηνώ μια τέτοια αγάπη; Kαι γω ,τί έκανα για αυτήν; Mόνο σου το έδειξα και περίμενα σιωπηλά την ώρα σου. Aχ γιατί να μην τολμήσω περισσότερο, γιατί να μην σου πω ξανά και ξανά πόσο σε αγαπάω;” Εμείς οι αναγνώστες, πόσο συμπορευόμαστε με την Μαγδαληνή και συμπάσχουμε ,ειδικά όσοι από μας έχουμε βαθιά αγαπήσει. Αλλά είναι και ο τρόπος του ικανού μας συγγραφέα που μας βάζει μέσα στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας του και να μας ταξιδεύει στο ταξίδι το αταξίδευτο. Διαβάζω: […] Tότε που μύρωσα τα πόδια σου κι ακούμπησα τα χείλη ενώ σε σκούπιζα με τα μαλλιά μου. Το πιο γλυκό ερωτικό φιλί που έδωσα ποτέ. Χωρίς απόκριση δική σου, χωρίς τη θέρμη εκείνη που μεταδίνεται από τα χείλη”[…] […]Ιησού μου, έχω αμαρτήσει πολλές φορές γιατί έδωσα σώμα χωρίς ψυχή. Μόνο σε σένα ήθελα να δώσω τη Μαρία όπως την έπλασε Θεός. Γι αυτό και ήμουν αθώα γιατί σε αγαπούσα, κι εσύ με είχες συγχωρέσει πολύ πριν μεθύσω από ευτυχία”[…]</p>
<p>Στο Μοιρολόι της Άνοιξης (έκδοση 2013) η Mαρία. Σύμβολο της Μάνας. Αιώνιο Σύμβολο. Αυτός ο πόνος είναι ανυπέρβλητος. ”Ο γιος μου πέθανε, νεκρή νεκρό τον αγκαλιάζω ”Εδώ δεν υπάρχει μέτρο, το γεγονός της σταύρωσης την υπερβαίνει. Είναι μια μάνα σαν όλες τις άλλες που πονάνε τον μεγάλο πόνο που καμιά θρησκεία ίσως να απαλύνει δεν μπορεί.(”…μου στοίχειωσες το χρόνο και η χαροκαμένη μάνα σου βογκάει σα δαμάλα”).Σκηνικό :η κορυφή του λόφου ,του Γολγοθά. Τρεις σταυροί. Χορός γυναικών που πενθεί. Κι είναι το μοιρολόι στην ζωή αξία διαχρονική. Ακατάπαυστη βροχή και ο εκατόνταρχος να παρακολουθεί χωρίς να διακόπτει το θρήνο. Παρακάτω η Μαρία θα πει πως ”ακόμα κι αυτός δεν άντεξε την κτηνωδία των αντρών του”. Άμεση, αγγίζει τις ψυχές, μεγαλόψυχη, γενναιόδωρη, ανάγλυφα δίνεται η ψυχολογία της. ”Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατό μου τέκνο, πού έδυ σου το κάλλος;”(Ω, γλυκιά μου, άνοιξη, παιδί μου αγαπημένο, πού βασίλεψε η ομορφιά σου;”) Θυμάται πως άρχισαν όλα, απευθύνεται με τρυφερότητα στο παιδί της, που ήταν πάντα για αυτήν το νόημα του κόσμου, κάνει τον απολογισμό της. […]”Άλλοι σε είχαν για Θεό κι άλλοι τρελό σε πέρναγαν”[…] […]”Ο ένας ο πατέρας σου νεκρός(Ιωσήφ) κι ο άλλος αμίλητος κι αλαργινός(ο Θεός)[…] […]Κανένας δεν θυμάται πια, κανείς δεν σου χρωστάει ευγνωμοσύνη[…] […]δεν μετανιώνω που σε γέννησα[…] Έχει τη δύναμη να συγχωρεί τον προδότη Ιούδα και να συμπονά τη μάνα του επιδεικνύοντας μητρική αλληλεγγύη και χωρίς να βάζει όρια στην αγάπη. Παράλληλα έχει τη διάθεση να μοιρολογήσει και τους άλλους δύο συντρόφους εσταυρωμένους . Kατανόηση δείχνει και απέναντι στην Μαρία τη Μαγδαληνή,την οποία αρχικά δεν συμπαθούσε γιατί ” δεν ήθελε μια πομπεμένη νύφη”. Όμως εν τέλει πείστηκε για την αληθινή της αγάπη και καταδέχεται να μοιρολογήσει τώρα μαζί της. Βροντές, αστραπές, τοπίο θλιβερό ,μοιρολόι ζωηρό, το ξέσπασμα της μάνας ,της προεξάρχουσας του θρήνου: […]Γυναίκες ,γυμνώστε τα στήθη σας και σκούξτε![…] […]Σαν χάσει η μάνα τον γιό, χάνετ’ ο κόσμος όλος κι αν σου σταυρώσουν το βλαστό, σταυρώνεσαι αιώνια[…] Εκείνο που έχει σημασία είναι να παρατηρήσουμε πώς ο Αλέξης Σταυράτης αναπλάθει δημιουργικά πρόσωπα και γεγονότα από έναν συγκεκριμένο χώρο, που φέρουν συγκεκριμένη σημειολογία , και πώς διαχειρίζεται αυτό το ειδικά χρωματισμένο υλικό, ώστε να πετύχει μια ολική αναδόμησή του, εισάγοντας το νέο.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/12/%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b7%cf%83-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΤΡΙΑΔΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b1-%ce%b5%ce%bc%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b1-%ce%b5%ce%bc%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 21 Sep 2021 21:38:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΡΙΑΔΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16424</guid>

					<description><![CDATA[Η Τριάδα Εμμανουηλίδου γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας. Έφυγε από τον τόπο της για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, στη Φιλοσοφική Σχολή στο τμήμα των Νεοελληνικών Σπουδών. Από παιδί αγαπούσε το γράψιμο, αλλά κάπου στην πορεία έχασε αυτόν τον δρόμο. Όταν η γιαγιά της, που της κληροδότησε αυτό το όνομα, λίγο πριν πεθάνει της εμπιστεύτηκε ένα συνταγολόγιο &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b1-%ce%b5%ce%bc%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΤΡΙΑΔΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Τριάδα Εμμανουηλίδου γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας. Έφυγε από τον τόπο της για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, στη Φιλοσοφική Σχολή στο τμήμα των Νεοελληνικών Σπουδών. Από παιδί αγαπούσε το γράψιμο, αλλά κάπου στην πορεία έχασε αυτόν τον δρόμο. Όταν η γιαγιά της, που της κληροδότησε αυτό το όνομα, λίγο πριν πεθάνει της εμπιστεύτηκε ένα συνταγολόγιο του ΟΓΑ, όπου στις πίσω σελίδες έγραφε την ιστορία της πολυτάραχης ζωής της, ένα φωτάκι άναψε μέσα της και της έδειξε και πάλι τον δρόμο. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει λογοτεχνία και έχει παρακολουθήσει κύκλους μαθημάτων δημιουργικής γραφής. Όνειρό της είναι να παρακινήσει τους μαθητές της να γίνουν συμμετοχικοί και υποψιασμένοι αναγνώστες και να αντιμετωπίσουν τη λογοτεχνία σαν μια απολαυστική και βαθιά ανθρώπινη τέχνη, που θα τους βοηθήσει να μάθουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Ζει στο Ωραιόκαστρο με τον άντρα της. Έχει δύο κόρες.&nbsp;<br>Το μυθιστόρημα «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας» (Ελκυστής 2021) είναι το πρώτο της βιβλίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16425" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR122.jpg" alt="" width="370" height="581" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR122.jpg 407w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/09/Untitled.FR122-191x300.jpg 191w" sizes="(max-width: 370px) 100vw, 370px" /></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΣΚΙΕΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΑΣ (2021)</strong></h3>
<h5><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Η Ακριβή και ο Μήτσος, ένα συνηθισμένο ζευγάρι της επαρχίας,<br>ξεκινάνε την κοινή τους πορεία μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου<br>Πολέμου. Στο λυκόφως της ζωής τους πέφτουν θύματα ληστείας. Η<br>Ακριβή, δεμένη και φιμωμένη, με τον φόβο για την τύχη του συντρόφου<br>της να την παραλύει, ξεκινά ένα ταξίδι στο παρελθόν στη διάρκεια<br>του οποίου κάνει έναν απολογισμό της δικής της ζωής και ξεδιπλώνει<br>τη ζωή των τριών ηρώων. Του γιου της Αρσένη, που έχει βάλει σκοπό<br>να προκόψει και να ξεπεράσει τις δυσκολίες που ορθώνονται μπροστά<br>του. Του Στέφανου, ενός παιδιού που κάθε γονιός θα λαχταρούσε,<br>κάθε εκπαιδευτικός θα ήθελε για μαθητή του, αλλά που τα μυστικά<br>που έχει κρυμμένα του έχουν προκαλέσει πληγές που μόνο η απόσταση<br>από ό,τι αγαπά μπορεί να επουλώσει. Και του Λάμπρου, που για τη<br>μάνα του και τους ανθρώπους που τον αγαπούν έχει περισσότερα, όχι<br>λιγότερα από τους άλλους. Έχει μια όμορφη καρδιά που χωρά όλα τα<br>πλάσματα, αλλά ένα μυαλό που δεν κατανοεί τα πάρε δώσε αυτού του<br>κόσμου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Αποσπάσματα&nbsp;</strong></h5>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ένας εφιάλτης τάραξε την ψυχή του</strong></h4>
<p>Τα δίδυμα έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Μόνο που ο Νικόλας, που γεννήθηκε δεύτερος, λες και οι λίγες ώρες που έμεινε παραπάνω στην κοιλιά της μάνας του τον έθρεψαν, ήταν λίγο πιο ψηλός, πιο γεροδεμένος. Ο Αρσένης πάλι, επειδή στερήθηκε για κάποιες ώρες τη συντροφιά του αδερφού του, μέχρι αυτός να βγει από την κοιλιά της μάνας του και να ξανασμίξει με την αδελφή ψυχή, ήταν λιγομίλητος, λιγότερο κοινωνικός. Προτιμούσε να ακούει τους άλλους να μιλάνε. Δεν ήταν η ψυχή της παρέας. Μέχρι τα δώδεκα τους χρόνια, ό,τι έκαναν το έκαναν μαζί. Τώρα όμως που τελείωσαν το δημοτικό, ήρθε η στιγμή που θα έπαιρναν διαφορετικό δρόμο. Αυτό τους τρόμαζε. Μέχρι τότε είχαν μάθει να λειτουργούν σαν μια ψυχή, ένα μυαλό σε δύο σώματα. Ο Νικόλας προτίμησε να μάθει τέχνη. Τον έστειλαν σ’ έναν επιπλοποιό, ξακουστό τεχνίτη, τον Νατάν. 0 Αρσένης έμεινε να δουλέψει στα χωράφια. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενε ότι το δικό του αφεντικό, ο πατέρας του, θα αποδεικνυόταν σκληρότερο από κάποιον ξένο.</p>
<p>Ήταν δεν ήταν δεκατριών χρονών, όταν τον καιρό της σποράς πήγαινε μαζί με τον πατέρα του το πρωί στο χωράφι. Άνοιγε ο Μήτσος δυο αυλακιές, για να δείξει στο παιδί πώς να κάνει τη δουλειά και μετά το άφηνε μόνο του με το ζωντανό να την τελειώσει. Ο μικρός ήταν ικανό και προκομμένο παιδί. Είχε πείσμα και υπομονή. Μπορούσε να το εμπιστευτεί. Έμενε μόνος του ο Αρσένης. Δεν είχε ακόμα καλοξημερώσει και όπου έφτανε το μάτι του δεν έβλεπε άνθρωπο. Είχε όμως τη Σουλτάνα. Της μιλούσε συνέχεια. Της εκμυστηρευόταν όλη τη φουρτούνα της εφηβικής ψυχής. Δεν είχε πού αλλού να τα πει. Στα αδέλφια του ντρεπόταν και όσο για φίλους, αυτοί ήταν μόνο για πλάκες και για πειράγματα. Χάιδευε το σβέρκο της, την έζευε, της έδινε ένα φιλικό χτύπημα στη ράχη και ξεκινούσαν τη δουλειά. Μπροστά η Σουλτάνα, πίσω αυτός να δίνει παραγγέλματα και να της μιλά τρυφερά, όπως δε θα μιλούσε ούτε στη γυναίκα του αργότερα. Της μιλούσε για την αναστάτωση της ψυχής του κάθε φορά που συναντούσε την Ελένη, τη γειτονοπούλα, και αυτή με θράσος τον κοιτούσε ίσα στα μάτια, ενώ αυτός τα κατέβαζε, ψέλλιζε ένα ντροπαλό καλή μέρα και άλλαζε δρόμο. Της έλεγε για τα όνειρά του να κάνει μια δική του δουλειά. Να φύγει γρήγορα από το πατρικό σπίτι, που τόσο το αγαπούσε αλλά ήξερε ότι εκεί δε θα μπορούσε να ανοίξει τα φτερά του. Πάντα θα στεκόταν στη σκιά του πατέρα. Και άλλα πολλά της έλεγε, ανάλογα με τη διάθεση της ημέρας. Και αυτή τον άκουγε και τραβούσε τον δρόμο, όπως την καθοδηγούσε το παιδικό, αλλά σταθερό χέρι. Μόνο μια φορά η Σουλτάνα πείσμωσε. Δεν ακολουθούσε τις οδηγίες, αλλά σήκωσε δικό της μπαϊράκι. Το παιδί τότε χτύπησε το ζωντανό. Αυτό σαν να κεραυνοβολήθηκε, αφού δεν είχε συνηθίσει σε τέτοια συμπεριφορά, θύμωσε και πήρε σβάρνα το κάρο. Παραλίγο να πλακώσει και το παιδί. Όμως γρήγορα συνήλθαν και οι δυο. Αφού η Σουλτάνα έτρεξε λίγα μέτρα, κοντοστάθηκε. Ο Αρσένης πήγε δίπλα της, της αγκάλιασε τον λαιμό, της ξαναέβαλε το χαλινάρι, την έσπρωξε με ένα χάδι και ξεκίνησαν πάλι το όργωμα. Ο καυτός ήλιος, έριχνε κάθετα τις ακτίνες του. Βασάνιζε το παιδί και το άλογο. Ο ιδρώτας έλουζε το σβέρκο τους. Η ανάσα τους, κοφτή και λαχανιασμένη, μαρτυρούσε την εξουθένωση.</p>
<p>Όταν τελείωσε η δουλειά της ημέρας, έδεσε τη Σουλτάνα στον κορμό της γκορτσιάς, έδωσε το φαγητό στο ζωντανό και ξάπλωσε στον παχύ ίσκιο του δέντρου. Πήρε το προσφάι και βάλθηκε να μασουλά ανόρεχτα. Το μυαλό του δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν ήταν αυτή η ζωή που λαχταρούσε η ψυχή του. Όμως πώς θα το έλεγε στον πατέρα του; Ξάπλωσε κάτω από τη σκιά του δέντρου και αφέθηκε. Ένας γλυκός ύπνος ήρθε να σφαλίσει τα κουρασμένα βλέφαρα, γρήγορα όμως ένας εφιάλτης τάραξε την ψυχή του. Έβλεπε πως φορούσε τα καλά του ρούχα. Ήταν περιποιημένος και βρισκόταν στη βάση μιας θεόρατης σκάλας. Ήθελε πολύ να την ανέβει, αν και τον τρόμαζε που δε φαινόταν το τέλος της. Ξεκίνησε και ανέβαινε, ανέβαινε, όμως κανείς άλλος δε φαινόταν στον ορίζοντα. Μόνο ο καταγάλανος ουρανός και ο λαμπερός ήλιος. Δεν ένιωθε κούραση, μόνο ανησυχία για το πού οδηγούσε η σκάλα. Κάποια στιγμή ξαφνικά, είδε πως δεν υπήρχε άλλο σκαλοπάτι. Αγνάντεψε τριγύρω. Δεν είδε παρά τον απέραντο ουρανό. Αγριεύτηκε. Κοίταξε προς τα κάτω. Τότε διαπίστωσε πόσο ψηλά είχε ανέβει. Μέχρι όσο έφτανε το μάτι του έβλεπε σκαλοπάτια. Δίπλα από τη σκάλα ανοιγόταν το έρεβος. Τον έπιασε πανικός, τον έλουσε κρύος ιδρώτας, ένιωσε να ξεραίνεται το σάλιο στο στόμα του και η καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ξανακοίταξε γύρω του. Απόλυτη ερημιά. Το φως της μέρας έσβηνε. Έπρεπε να αρχίζει να κατηφορίζει, πριν το σκοτάδι πυκνώσει και δεν μπορεί να διακρίνει τα σκαλοπάτια. Μάζεψε όσο κουράγιο του είχε απομείνει. Δειλά έβαλε το πόδι, που έτρεμε από την αγωνία, στο πρώτο σκαλί. Θυμήθηκε όταν ήταν μικρός, τότε που μάθαινε τα πρώτα του βήματα. Τη μάνα να τον κρατά από το χέρι και να τον στηρίζει. Τη φαντάστηκε να του κρατά σταθερά το χέρι και πήρε κουράγιο. Κατέβαινε, χωρίς να κοιτά το βάραθρο δίπλα του.</p>
<p>Ξύπνησε ταραγμένος. Με τον ίσκιο του ονείρου ακόμη πάνω στα βλέφαρά, κοίταξε γύρω και είδε τη Σουλτάνα αμέριμνη. Είχε σουρουπώσει. Πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Στο σπίτι θα μιλούσε στον πατέρα του. Το όνειρο του είχε δώσει τη δύναμη που χρειαζόταν.</p>
<p>Τον σεβόταν τον πατέρα του, τον φοβόταν; Δεν ήξερε ποιο από τα δυο ήταν πιο δυνατό. Αυτό που ήξερε ήταν ότι με όλη τη δύναμη της παιδικής ψυχής αποζητούσε την αποδοχή του. Δεν μπορούσε να δεχτεί την αδιαφορία. Γύριζε σπίτι με όλους τους μυς του κορμιού πιασμένους. Έβλεπε τη μάνα, που αντιλαμβανόταν την κούραση του παιδιού, αλλά κυρίως τη φουρτούνα που υπήρχε στην ψυχή, να σιωπά. Να περιμένει και αυτή έναν καλό λόγο από τον πατέρα. Αυτός ο λόγος όμως δεν ερχόταν. Και τότε ήταν που αυτός πείσμωνε ακόμη περισσότερο. Αυτό το πείσμα τον έκανε την επόμενη φορά να βγάλει περισσότερη και καλύτερη δουλειά. Αυτό το πείσμα γιγαντώθηκε μέσα του και<br>στάθηκε η αφορμή, ξεκινώντας σχεδόν από το τίποτα, να προκόψει στη ζωή του. Και ο πατέρας, άλλοτε ενδόμυχα, άλλοτε φανερά να καμαρώνει πως με τη στάση του τον άνδρωσε και σμίλεψε έναν χαρακτήρα αγωνιστή. Μόνο στο τέλος της ζωής του, αρνούνταν να παραδώσει την ψυχή του, αν προηγουμένως δεν αποχαιρετούσε τον γιο. Αν με το αδύναμο χέρι δεν του έστελνε το μήνυμα της αγάπης και της αποδοχής, που του είχε στερήσει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ήρθε η ώρα να ανοίξει τα φτερά του</strong></h4>
<p>Τα μαθηματικά είναι σαν το τρεχούμενο νερό. Έχουν μπόλικη δύσκολη θεωρία, η βασική λογική τους όμως είναι απλή και ξεκάθαρη. Όχι όπως οι ανθρώπινες σχέσεις, που |όσο και αν το παλεύεις για να καταλάβεις τη λογική τους, δεν τα καταφέρνεις. Και αυτό γιατί πολύ απλά δεν έχουν λογική. Στα μαθηματικά δε χρειάζεται παρά μόνο να είσαι εξασκημένος στην προσεκτική παρατήρηση, να μπορείς να συγκεντρώνεσαι απόλυτα και οι αριθμοί σιγά σιγά σου φανερώνουν τη λογική τους, που είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Τα μαθηματικά μπορούν να σου προσφέρουν σιγουριά και ασφάλεια όσο τίποτα και κανείς άλλος. Ξέρεις πού πατάς. Είναι αυτό που βλέπεις. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, καμιά απάτη. Οι σχέσεις με τους άλλους κρύβουν πόνο και απογοήτευση. Στα μαθηματικά στηρίχτηκε ο Στέφανος, για να αντέξει την πίκρα που άφησε στο στόμα ο ξενιτεμός του Πέτρου. Όταν τον αποχαιρετούσε στον σταθμό, προσπαθούσε με νύχια και δόντια να κρατήσει τα δάκρυα που ανέβαιναν στα μάτια του. Αν μπορούσε τουλάχιστον να αφήσει τα συναισθήματα του να ξεχειλίσουν και να πει στον Πέτρο τι σημαίνει γι’ αυτόν, πως τώρα που θα έφευγε ο κόσμος θα του φαινόταν πιο μικρός, το φεγγάρι πιο χλωμό. Όμως στον σταθμό είχε πολύ κόσμο. Στα κλαδιά των δέντρων τιτίβιζαν αδιάφορα τα πουλιά και ο σκύλος ξαπλωμένος απολάμβανε τον μεσημεριανό ήλιο.</p>
<p>Μια αδιάφορη, αλλά σίγουρη φωνή ανακοίνωσε την αναχώρηση του τρένου. Ο Πέτρος αποσπάστηκε από την απελπισμένη αγκαλιά της μητέρας του και ανέβηκε στο τρένο. Ο ήχος που έκαναν οι πόρτες κλείνοντας και το τράνταγμα που ακολούθησε ο Στέφανος το ένιωσε ως μέσα στα σωθικά του. Αργά, αλλά σταθερά το τρένο άφησε πίσω του την αποβάθρα. Έμεινε εκεί να κοιτάζει, μέχρι που το τρένο χάθηκε από τα μάτια του. Τότε ένιωσε μια τέτοια απόγνωση, όπως νιώθει ένα μικρό παιδί που το αφήνουν μόνο σε άγνωστη γειτονιά.</p>
<p>Ευτυχώς όμως ο Στέφανος είχε τα μαθηματικά. Αφοσιώθηκε στα διαβάσματά του και στις εξετάσεις για το Πολυτεχνείο. Τα πήγε καλά στις εξετάσεις, αλλά όσο πλησίαζε η μέρα των αποτελεσμάτων τόσο η αμφιβολία του μεγάλωνε και η αγωνία του χτύπησε κόκκινο. Τη μέρα που ήταν να βγουν τα αποτελέσματα, όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το ραδιόφωνο από νωρίς το απόγευμα, αλλά μόνο στις δέκα το βράδυ άρχισε η ανακοίνωση των ονομάτων. Όταν τέλειωσαν τα ονόματα των επιτυχόντων στη Νομική και στην Ιατρική και ήρθε η σειρά των Πολυτεχνείων, άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του, όχι μόνο αυτός αλλά και οι γονείς του, ακόμα και η γιαγιά του, που τώρα τελευταία βαριάκουγε. Όμως δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ, αφού η βαθμολογία του ήταν τόσο υψηλή, που το όνομά του ακούστηκε από τα πρώτα. Είχε ακουστεί πεντακάθαρα. Δε χωρούσε καμία αμφιβολία. Πρώτος ο πατέρας του του έσφιξε το χέρι, τον χτύπησε στην πλάτη και με φωνή, που προσπαθούσε να κρατήσει σταθερή από τη συγκίνηση, του έδωσε συγχαρητήρια. Η μητέρα του, με γέλια πνιγμένα στα δάκρυα, τον έσφιξε στην αγκαλιά της και δεν έλεγε να τον αφήσει. Η κυρά Λένη πλησίασε κι αυτή και αφού του κρέμασε έναν σταυρό στον λαιμό του, του είπε πως ήταν του παππού του που δε γνώρισε και που τώρα θα καμάρωνε για τον εγγονό του, που είχε πάρει και το όνομά του. Περίμενε αυτή τη μέρα, για να του τον δώσει, να τον φυλάει τώρα που θα φύγει από κοντά τους. Ο Στέφανος θέλησε να την καθησυχάσει πως μόνο μια ώρα με το τρένο είναι η απόσταση για τη Θεσσαλονίκη, αλλά η κυρά Λένη, προσπαθώντας να ισορροπήσει τη χαρά της και τη στεναχώρια της, μόνο τον κοιτούσε στα μάτια και τον χάιδευε. Όσο για τον ίδιο τον Στέφανο, τα είχε εντελώς χαμένα. Ένιωθε μια θλίψη στην καρδιά και ταυτόχρονα μια γαλήνη και ανακούφιση.</p>
<p>Από τη μικρή κοινωνία του χωριού που τον καταπίεζε, που του στερούσε τον αέρα που χρειαζόταν για να αναπνεύσει ελεύθερα, θα βρισκόταν στη μεγάλη πόλη, αλλά και μακριά από την αγάπη και τον προστατευτικό ιστό των δικών του ανθρώπων. Όμως ήθελε να ξεφύγει, να ανοίξει τα φτερά του. Λαχταρούσε να βρεθεί στα πανεπιστημιακά έδρανα, να ακούσει τις διαλέξεις καθηγητών, που θα του άνοιγαν νέους ορίζοντες και θα τον προκαλούσαν να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Είχε ανάγκη να γνωρίσει νέους φίλους και παρέες. Όσο και αν αγαπούσε τους παιδικούς του φίλους, η προοπτική νέων ανθρώπων που θα μοιράζονταν τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια ενδιαφέροντα τον έκανε να προσμένει με αγωνία τη μέρα που θα πήγαινε να κάνει την εγγραφή του ως πρωτοετής. Φρόντισε να προετοιμάσει και την εμφάνισή του για τη νέα του ζωή. Ο πατέρας του δεν του είπε κουβέντα, που τόσους μήνες τώρα δεν πήγε στον κουρέα και που άφησε ένα απαλό γενάκι να καλύψει τα τρυφερά του<br>μάγουλα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Του είχαν κλέψει τα όνειρα</strong></h4>
<p>Ο Μήτσος χρειάστηκε χρόνο να βρει τη θέση του στον νέο χώρο. Καθισμένος σχεδόν όλη τη μέρα στον καναπέ, με ένα μαξιλάρι πίσω από την πλάτη και το βλέμμα στραμμένο στο παράθυρο μέχρι να βραδιάσει, περνούσε τις μέρες του κακόκεφος, ανόρεχτος.</p>
<p>Στα αδυνατισμένα μάγουλα και στο πηγούνι φύτρωναν άσπρα γένια, δυο ημερών, μπορεί και παραπάνω. Αυτός που κάθε πρωί ξυριζόταν και τα μάγουλά του μοσχομύριζαν κολόνια με άρωμα λεμόνι. Τα μάτια του είχαν βυθιστεί στις κόγχες τους. Έμενε αμίλητος σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας και στις προσπάθειες, που έκανε η Ακριβή να τον ξαναβάλει στο παιχνίδι της ζωής, απαντούσε μονολεκτικά, ίσα ίσα να βγει από την υποχρέωση. Είχε κλειδαμπαρωθεί στον κόσμο του και προσπαθούσε να κρατηθεί απ’ ό,τι δεν του έκλεψαν ακόμα ο χρόνος και οι βίαιοι εισβολείς, που άλλαξαν μέσα σε μια νύχτα τη ζωή του. Όσο και αν προσπαθούσε να απωθήσει την εικόνα τους, αυτή επέμενε να παίρνει σχήμα και μορφή κάτω από τα κλειστά βλέφαρα. Τα χέρια τους να βιάζουν τον χώρο του, τα πόδια τους να τον μολύνουν. Την ανημπόρια του να προβάλλει κάποιας μορφής αντίσταση. </p>
<p>Η αγωνία του κορυφωνόταν κυρίως την ώρα που πήγαινε για ύπνο. Κουλουριασμένος στο κρεβάτι, που δεν ήταν πια το δικό του, αυτό που τόσο καλά αγκάλιαζε το σώμα του τόσα χρόνια, σκεπασμένος μέχρι τον λαιμό περίμενε μάταια τον ύπνο να ’ρθει. Όμως αυτός ήταν ρηχός και λίγος, δεν τον ξεκούραζε. Πάντα κάτι τον ξυπνούσε. Ο ήχος των βημάτων από το σπίτι του Αρσένη, τα αυτοκίνητα από τον δρόμο, ένα σκυλί που γάβγιζε. Τότε, έμενε με τα μάτια κλειστά και κάποιες φορές ο ύπνος ξαναρχόταν, αλλά δε θυμόταν πια να βλέπει όνειρα. Οι ληστές του είχαν κλέψει τα όνειρα.</p>
<p>Ο Αρσένης, θορυβημένος από τη συνεχή επιδείνωση της κατάστασης του πατέρα του, τον έτρεξε σε γιατρούς. Η διάγνωση βγήκε και βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα. Πάρκινσον. Ο Μήτσος πάλι, λες και επειδή απέκτησε όνομα η κατάστασή του, σαν να απελευθερώθηκε. Άρχισε να υπομένει με στωικότητα την έκπτωση των σωματικών του λειτουργιών.</p>
<p>Με έναν τρόπο αργό, αθόρυβο, σαν την ανεπαίσθητη, αλλά σταθερή περιστροφή της γης, τον εγκατέλειπαν οι δυνάμεις του. Αυτό που πρόδιδε την επέλαση της αρρώστιας ήταν ο ολοένα και πιο χαμηλός τόνος της φωνής. Σιγά σιγά και η άρθρωσή του ήταν όλο και λιγότερο σαφής. Το ίδιο<br>συνέβαινε και με την έννοια του χρόνου. Συχνά, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι μέρα είναι και ολοένα και πιο συχνά τον έπαιρνε ο ύπνος σε ώρες, που λίγο καιρό πριν έκανε τις βόλτες του. Τώρα η μόνη έξοδος γινόταν στο σπίτι του Αρσένη αλλά κι αυτή ήταν πια άθλος. Μέρα με τη μέρα, δεν μπορούσε να ελέγξει το τρέμουλο των χεριών και των ποδιών. Υποβασταζόμενος έκανε τα λίγα βήματα, που ολοένα γίνονταν και πιο μικρά, για να καθίσει στο Κυριακάτικο τραπέζι με την υπόλοιπη οικογένεια. Η Ακριβή, που ήξερε τις προτιμήσεις του, τώρα υπολόγιζε τις δυνάμεις του και του ξεχώριζε εκείνη τη μερίδα που θα μπορούσε ευκολότερα να μασήσει και να καταπιεί. Μασούσε με την πείνα του ανθρώπου, που θέλει να μείνει ακόμα ζωντανός, να κρατηθεί με νύχια και δόντια από μια κατάσταση, που μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να πει κανείς ζωή. Έφτασε η μέρα που τα πόδια του Μήτσου αρνούνταν να τον υπακούσουν, καθώς οι μύες του γίνονταν ολοένα και πιο δύσκαμπτοι και όταν κατάφερνε να σηκωθεί, ήταν σαν να πάγωνε στη θέση του. Και ύστερα ήρθε ο εγκλεισμός. Με την επίγνωση ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί, απόμενε ολομόναχος το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Μπορεί<br>τα πόδια του να μην τον κρατούσαν πια, αλλά το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς και τη μια στιγμή έκανε καταβύθιση στο παρελθόν και την άλλη αναλογιζόταν με τρόμο ότι έφτασε η στιγμή που θα εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ο κόσμος θα συνέχιζε να γυρίζει, χωρίς να είναι και ο ίδιος<br>επιβάτης σ’ αυτό το ταξίδι. Το τέρμα που θα έφθανε, ο καθορισμένος προορισμός από τη γέννησή του, τώρα έμοιαζε να είναι στην επόμενη στροφή.</p>
<p>Μετά από πολύ καιρό, είδε ένα όνειρο. Βρέθηκε, λέει, σ’ ένα δωμάτιο κυκλικό. Άνετο, ευρύχωρο. Με το που μπήκε μέσα και έκανε κάποια βήματα, ανεπαίσθητα αλλά τελεσίδικα έκλεισε η πόρτα πίσω του. Γύρισε το κεφάλι, για να διαπιστώσει και με τα μάτια αυτό που του είπαν τα αυτιά του και συνέχισε να περπατά. Στους τοίχους υπήρχαν παράθυρα, αλλά και αυτά ήταν θεόκλειστα. Με αργό βήμα έκανε τον γύρο του δωματίου. Μια στενοχώρια άρχισε να πλακώνει το στήθος του. Σαν να του φάνηκε πως οι τοίχοι τον πλησίαζαν, ο χώρος στένευε, ο αέρας λιγόστευε. Σχεδόν τρέχοντας περιδιάβηκε ξανά το δωμάτιο, δοκιμάζοντας με πανικό, που ολοένα και μεγάλωνε, να ανοίξει την πόρτα. Τίποτα. Εγκατέλειψε την προσπάθεια και λουσμένος στον ιδρώτα κάθισε στο πάτωμα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Προσπάθησε να κυριαρχήσει στον φόβο του, να σκεφτεί ψύχραιμα. Ήταν φυλακισμένος και κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν. Τραβήχτηκε προς τον τοίχο και ακούμπησε την πλάτη. Ξανακοίταξε γύρω του τον χώρο. Προσπάθησε να καταλάβει αν είχε ξαναβρεθεί εκεί. Θυμήθηκε τότε που τον<br>κυνηγούσαν οι αντάρτες και είχε κρυφτεί σ’ έναν στάβλο. Όμως τότε είχε συντροφιά τα ζώα και ήξερε ποιος ήταν ο εχθρός. Από ποιον έπρεπε να φυλαχτεί. Τώρα ήταν κατάμονος. Και φοβισμένος. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ηρεμήσει. Το μυαλό του πήγε στους δικούς του ανθρώπους.<br>Πόσο θα ήθελε να ήταν δίπλα του!</p>
<p>Έμεινε ώρα σ’ αυτή τη θέση. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόση. Όταν σηκώθηκε, ήταν ήρεμος. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Έπιασε απαλά το χερούλι και το γύρισε. Η πόρτα άνοιξε. Έβαλε το χέρι αντήλιο και αφού συνήθισε, άφησε το φως να χαϊδέψει το πρόσωπό του. Όταν βγήκε από<br>τον κόσμο του ονείρου και άνοιξε τα μάτια, αισθανόταν ακόμα το χάδι στο πρόσωπό του.</p>
<p>Όσο ο Μήτσος πάλευε με τους δαίμονές του στον ύπνο του, η Ακριβή πετάχτηκε στον Άγιο Αθανάσιο. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε μπει μέσα στον μικρό ναό και μετά την πυρκαγιά, που είχε ξεσπάσει κάποια χρόνια πριν, είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί. Τώρα όμως ένιωθε την ανάγκη να ανάψει ένα κεράκι, να βρεθεί μόνη της με τους αγίους και να γαληνέψει λίγο η ψυχή της, ζητώντας παρηγοριά. Έριξε στους ώμους της μια ζακέτα και πήρε τον ανήφορο. Τα λίγα μέτρα μέχρι να φτάσει στην είσοδο του ναού φούσκωσαν το στήθος της και έκαναν την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. Μπροστά στην είσοδο, κάτω από το μικρό αέτωμα, στάθηκε να πάρει μια ανάσα. Το εκκλησάκι, μικρό και ταπεινό, έστεκε εκεί ασάλευτο. Σήκωσε το βλέμμα και ένιωσε τη φθορά και την εγκατάλειψη να αγγίζουν την ψυχή της. Έσπρωξε με το χέρι την παραβιασμένη πόρτα και το τρίξιμο που άκουσε την έκανε να ανατριχιάσει σύγκορμη. Προχώρησε λίγα βήματα. Η μυρωδιά της κλεισούρας μπερδεύτηκε με τη γλυκιά μυρωδιά από το λιβάνι και το θυμίαμα και τυλιγμένη στη σιωπή, στάθηκε στη μέση σχεδόν του κυρίως ναού να παρατηρεί την καταστροφή, που είχε φέρει η πυρκαγιά. Οι ολόσωμες μορφές των αγίων στις παραστάδες ήταν μαυρισμένες από τον καπνό. Στους λασπόκτιστους τοίχους έχασκαν ρωγμές, που μαρτυρούσαν πως ο χρόνος δε σέβεται ούτε τα ιερά και τα άγια.</p>
<p>Πλησίασε στο ιερό βήμα και προσπάθησε να διακρίνει τις θλιμμένες μορφές. Η Παναγιά καθισμένη στον θρόνο της με τους αγγέλους στα πόδια της. Σήκωσε τα μάτια της, σαν μια κίνηση για να δεηθεί στη χάρη της, αλλά το βλέμμα της αντίκρισε την καμένη και αποσαθρωμένη ξύλινη στέγη. Στο κέντρο της ήταν έτοιμη να καταρρεύσει η ξυλόγλυπτη ροζέτα, από την οποία κρεμόταν το πολυκάνδηλο που κάποτε φώτιζε με τη γλυκιά θαλπωρή του τον μικρό ναό. Αισθάνθηκε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν και έστρεψε τη ματιά της στα στασίδια των γυναικών. Ένα παχύ στρώμα σκόνης κάλυπτε όποιες επιφάνειες στέκονταν ακόμα όρθιες. Στηρίχθηκε για λίγο σ’ έναν πάγκο, μέχρι να νιώσει πως μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της και με την ψυχή της πιο συννεφιασμένη απ’ όταν ήρθε, κατηφόρισε με βαριά βήματα για το σπίτι. </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΚΙΕΣ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΑΣ</strong></h5>
<h4><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ</strong></h4>
<p>FRACTAL 22/9/2021</p>
<p>Ταξίδια του νου και της ψυχής</p>
<p>Το μυθιστόρημα της Τριάδας Εμμανουηλίδου Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας (εκδ. Ελκυστής, 2021) είναι γεμάτο ταξίδια του νου και της ψυχής. Κι εμείς, οι αναγνώστες-ταξιδιώτες, ανακαλύπτουμε τις σκιές πίσω από τα γεγονότα και κάνουμε συνειρμούς αναλογιζόμενοι τις δικές μας ζωές.</p>
<p>Στο μυθιστόρημα συναντάμε οικείους χαρακτήρες από τις γενιές που έζησαν την κατοχή και τον εμφύλιο και βίωσαν τη στέρηση. Όταν δυο πανέμορφοι κύκνοι σταματούν να ξαποστάσουν στην αυλή, μέσα στα χιόνια, η γυναίκα που αλμυρίζει το φαγητό με το δάκρυ της, τους σφάζει και τους μαγειρεύει, γιατί πεινάει η οικογένεια. Η κάθε αναγνώστρια και ο κάθε αναγνώστης θα σταθεί σε αυτό το φαινομενικά μικρό περιστατικό και σε τόσα άλλα φαινομενικά μικρά που με παραστατικό τρόπο περιγράφουν τις αντιφάσεις της ανθρώπινης μοίρας.</p>
<p>Στο αφήγημα χωράει όλος ο κόσμος. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα στενά ντουβάρια των πρέπει , με την αποδοχή και την αγάπη δεμένη χειροπόδαρα, που αφήνουν τους δικούς τους στερημένους από αγάπη. Ή με τη «βαλβίδα εκτόνωσης θυμού» να αποσυμπιέζεται με φωνές και γκρίνια. Οι χαρακτήρες και οι τόποι περιγράφονται ποιητικά, διεγείροντας τις αισθήσεις: άνθρωποι «μ’ έναν ίσκιο του ονείρου ακόμα στα βλέφαρα», παιδιά με ζεστό βλέμμα που χαϊδεύει κι ένα χωριό που μυρίζει μοναξιά και καπνό.</p>
<p>Οι γυναικείες φιγούρες ζωντανεύουν μέσα από τρυφερές λεπτομέρειες, στους πολλαπλούς τους ρόλους. Μια μάνα που προσπαθεί να γεφυρώσει τα χάσματα, να αμβλύνει τις αντιθέσεις, θυσιάζεται για μια ισορροπία που ποτέ δεν έρχεται. Και παραμένει άυπνη για το τι θα μαγειρέψει την επόμενη, για τις δουλειές. Με απολογισμούς πεπραγμένων και εκκρεμοτήτων. Των όσων ειπώθηκαν και πόσα από αυτά δεν έπρεπε να ειπωθούν: «Και πάλι η σκέψη να πετάγεται στο αύριο και σ’ όσα αυτό μπορεί να φέρει. Ένα ατελεύτητο πηγαινέλα του μυαλού». Αντιπροσωπευτική γυναικεία μορφή είναι και η Στέλλα, που αφήνει στην άκρη τα όνειρά της κι όλο μικραίνει, συρρικνώνεται: «μίκραινε ο χώρος που της αναλογούσε. Ό,τι λαχταρούσε, φαγητό, ρούχο, μια έξοδο για σινεμά, το θυσίαζε, για να βολευτεί κάποια άλλη κατάσταση. Χάριζε τον εαυτό της. Ήθελε να είναι όλοι ευχαριστημένοι και στο τέλος ξεχνούσε τι ήθελε αυτή».</p>
<p>Μέσα στην τραγικότητα των καταστάσεων, υπάρχουν και οι αισιόδοξοι χαρακτήρες, που πιστεύουν ότι όλα τα προβλήματα έχουν τη λύση τους, σύμφωνα με τα μαθηματικά και άλλοι που σε πείσμα των καιρών ελπίζουν ότι ο διχασμός θα σταματήσει και τα τραύματα του εμφυλίου θα επουλωθούν, μιας και όλοι οι άνθρωποι ζούμε «κάτω από τον ίδιο ουρανό».</p>
<p>Οι πιο όμορφες συμβουλές αρθρώνονται μέσα από τα λόγια του εκπαιδευτικού. Λέει ο καθηγητής στο μαθητή: «…διαφύλαξε σαν κόρη οφθαλμού την ξεχωριστή προσωπικότητα και την ευαισθησία που σε διακρίνει. Φρόντισε να τα εμπιστευτείς σε ανθρώπους που θα τα εκτιμήσουν. Κοίτα να ταξιδέψεις, ν’ ανοίξεις τα φτερά σου, να ψάξεις για εμπειρίες που θα τινάξουν από πάνω σου τη σκόνη που κουβαλάς. Σου εύχομαι μια γεμάτη και ενδιαφέρουσα ζωή».</p>
<p>Κι ο έρωτας εμφανίζεται φλογερός, « …σαν την πεταλούδα που έλκεται από τη φωτιά». Κι όσο μουδιάζει το κορμί, δένεται κόμπος η γλώσσα. Ο ερωτευμένος στο αφήγημα, «ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της, να αγγίζει το ρούχο της, να ανασαίνει τον αέρα που ανέπνεε και κείνη, να κοιμούνται αγκαλιασμένοι και να μπερδεύονται τα όνειρά τους». Και από κει και πέρα, τα σώματα να μιλούν μόνα τους.</p>
<p>Ο τρόπος εξιστόρησης της Τριάδας Εμμανουηλίδου, είναι σαν ταινία με καλοζυγιασμένη την πλοκή, που σου αφήνει χρόνο να αποστασιοποιηθείς, δεν σε μπουκώνει, σου δίνει τόπο για συνειρμούς και προσωπικές αναλύσεις.</p>
<p>Άλλοτε ο τόνος είναι ψυχογραφικός και μας αφήνει να διεισδύσουμε στα άδυτα των ανθρώπων, άλλοτε παίρνει μορφή παραμυθιού, που λένε οι γιαγιάδες στα εγγόνια με δράκους και τους καλούς να νικούν και άλλοτε παίρνει φιλοσοφική χροιά αναλύοντας στιγμιότυπα της ζωής, τότε και τώρα. Γιατί συνολικά, το μυθιστόρημα, ενώ αναφέρεται σε περασμένες εποχές, δεν παύει να είναι επίκαιρο, θέτοντας τα πανανθρώπινα ζητήματα ανεξαρτήτου εποχής, ή πολιτισμού, ή τόπου. Μιλάει για τον αγώνα της επιβίωσης, τον έρωτα, το θάνατο.</p>
<p>Διαβάζοντας, θα φανταστούμε τον Ύπνο και τον Θάνατο σαν δίδυμα αδέρφια και θα κάνουμε παραλληλισμούς με τον Σαίξπηρ, ή τις αρχαίες τραγωδίες, αλλά ταυτόχρονα θα ανασύρουμε μνήμες από κάτι σαββατόβραδα στην ελληνική περιφέρεια, που κάναμε βόλτα τρώγοντας σπόρια: «Τα σπόρια τελείωναν, όχι όμως και οι κουβέντες, τα γέλια, τα πειράγματα. Τυχαία ή εσκεμμένα αγγίγματα, συνωμοτικά, πυρετώδη βλέμματα και ξανά πάνω κάτω, ώσπου ξεψυχούσε το βράδυ του Σαββάτου και μαζευόταν στα σπίτια ο κόσμος, για να συνεχίσει στο όνειρο όσα ίσως δεν έγιναν στη ζωή. Και με αυτό το όνειρο ζωντανό γινόταν υποφερτή η εβδομάδα, μέχρι να έρθει πάλι το γεμάτο προσδοκίες βράδυ του Σαββάτου».</p>
<p>Στο βιβλίο της Τριάδας Εμμανουηλίδου, ενώ παρακολουθούμε την εξέλιξη των χαρακτήρων μέσα από παιχνίδια της μοίρας, βήμα βήμα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι «οι χαμένες μάχες είναι στο παιχνίδι της ζωής», όσο ευσυνείδητα κι αν κάνουμε τη δουλειά μας, όσα όπλα και αν επιστρατεύουμε. Και στεκόμαστε δίπλα στην τραγική φιγούρα της μάνας που στην κηδεία του γιού της δεν σταματάει, «άλλοτε σχεδόν ψιθυριστά και άλλοτε με όση δύναμη της απόμεινε, να ρωτάει ένα ‘γιατί’ μπροστά στο κλειστό φέρετρο».</p>
<p>Ή και περιπλανιόμαστε στους δρόμους των απαγορευμένων σκέψεων που περπατούν με θράσος, χωρίς να ζητήσουν την άδειά μας και μας βασανίζουν με τις τύψεις κάθε φορά που προσπαθούμε να τις μαντρώσουμε. Κι απέχουμε ένα βήμα για την ευτυχία, κι όσο πλησιάζουμε, αυτή είναι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά. Και περνούν τα χρόνια κι όσο γερνάμε άλλο τόσο ποθούμε να μείνουμε ζωντανοί. Και για να επιβιώσουμε κρατιόμαστε από θραύσματα της καθημερινότητας, μικρά και όμορφα, που πολλές φορές περνούν απαρατήρητα: από κάποια βήματα στο πεζοδρόμιο, ένα καροτσάκι, ένα ραδιόφωνο, από τη μυρωδιά των φρεσκοπλυμένων, απλωμένων σεντονιών στην ταράτσα. Ή από τις μνήμες της παιδικής ηλικίας, σαν τότε που πηγαίναμε στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης φορώντας τα καλά μας.</p>
<p>Λίγο πριν το τέλος, στο βιβλίο εμφανίζεται το ανικανοποίητο που μας γνέφει από τη γωνία και χαμογελάει ειρωνικά. Με όλα τα καταπιεσμένα, τα πνιχτά, να βγαίνουν στο φως. Όμως πάνω απ’ όλα είναι η προσέγγιση, το μοίρασμα, οι ανθρώπινες σχέσεις. Οι τόσο εύκολες και τόσο δύσκολες συνάμα. Και ο κύκλος της ζωής σε αέναη τροχιά.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ</strong></h4>
<p>TEXNESONLINE.GR 7/6/2021</p>
<p><strong>Κυρία Εμμανουηλίδου, η απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή αποτελεί στην ουσία μια προσπάθεια γνωριμίας με τον εαυτό σας;</strong></p>
<p>Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα πριν τρία χρόνια στην ουσία ήθελα να ικανοποιήσω ένα όνειρο που είχα από παιδί. Από τότε που μαθήτρια δημοτικού ανακάλυψα τον κόσμο των βιβλίων και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω και εγώ ένα βιβλίο. Κάπου στην πορεία έχασα αυτόν τον δρόμο, αλλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γίνει πράξη αυτό το όνειρο. Μέσα από τη διαδικασία της συγγραφής, που ήταν επίπονη και ταυτόχρονα λυτρωτική ήρθαν στην επιφάνεια πράγματα για μένα, που δεν είχα συνειδητοποιήσει. Έτσι, ήρθα πιο κοντά με τον ίδιο μου τον εαυτό, γνώρισα πλευρές που ήταν βαθιά θαμμένες μέσα μου. Τελικά, αυτός είναι ίσως και ο βασικός σκοπός της τέχνης: μας βοηθά να μάθουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας. Αυτό που κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και μπορούμε να μοιραστούμε με κάποιους άλλους ανθρώπους.</p>
<p><strong>Εκ του αποτελέσματος και κρατώντας πια τυπωμένο το μυθιστόρημά σας στα χέρια σας, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;</strong></p>
<p>Δύσκολη ερώτηση. Ποια είμαι; Ποια θέλω να φαίνομαι ότι είμαι; Το ψάχνω. Εναγωνίως. Ίσως το επόμενο βιβλίο με βοηθήσει «εδώ στου δρόμου τα μισά», όπως λέει και ο Ελύτης, να βρω αυτά που αγαπώ και να ακολουθήσω τον δρόμο που θα με φέρει πιο κοντά σε ότι πραγματικά μου ταιριάζει. Να δώσω ίσως κάποιες απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα που με βασανίζουν. Πάντως αν θα σύστηνα τον εαυτό μου σε κάποιον, το γνώρισμα που θεωρώ ότι με διακρίνει και φαίνεται και σε όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς μου είναι αυτό του δασκάλου. Αγαπώ τη δουλειά μου και το σχολείο και δεν μπορώ να με φανταστώ χωρίς αυτήν την ταυτότητα.</p>
<p></p>
<p><strong>Θεωρείτε ότι ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την ανάγκη του γράφοντος να ικανοποιήσει πρωτίστως τις προσωπικές του ανάγκες αναζήτησης σκοτεινών σημείων του εαυτού του κι έπειτα τις αναγνωστικές απαιτήσεις εκείνου που είναι τελικά και ο αποδέκτης του έργου;</strong></p>
<p>Όταν έκανα μια πρώτη επιμέλεια του έργου μου, μπήκα στον πειρασμό να σκεφτώ πιθανές αντιδράσεις συγκεκριμένων αναγνωστών, των γονιών, των φίλων, των συναδέλφων, και να αναρωτηθώ αν θα ικανοποιούσα τις απαιτήσεις τους. Αμέσως όμως έδιωξα αυτές τις σκέψεις. Μόνο να σε περιορίσουν μπορούν.</p>
<p><strong>Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;</strong></p>
<p>Η ίδια η πραγματικότητα αλλά μεταμφιεσμένη, ωραιοποιημένη ή και στην χειρότερη εκδοχή της. Φτάνει να είσαι σε εγρήγορση και να παρατηρείς προσεκτικά. Ένα αστικό τοπίο, μια όμορφη εικόνα στη φύση, έναν ενδιαφέροντα χαρακτήρα και τις συνήθειες ή τις κινήσεις του σε μια ταινία. Όλα αυτά μετασχηματισμένα μπορούν να αποτελέσουν έναυσμα και υλικό για ένα βιβλίο. Να προσθέσω εδώ τον καταλυτικό ρόλο που παίζει για μένα η μουσική. Με ηρεμεί, με ταξιδεύει και συχνά στίχοι τραγουδιών αποτελούν πηγή έμπνευσης.</p>
<p><strong>Ποια πιστεύετε πως είναι η συνταγή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου; Η ικανότητα γραφής του συγγραφέα, η φαντασία του ή η σκληρή δουλειά του;</strong></p>
<p>Όλα όσα αναφέρετε είναι πολύ σημαντικά. Καταρχάς το να γράφει κανείς αβίαστα, ο λόγος του να ρέει με φυσικότητα, χωρίς να φαίνονται οι ραφές της αφήγησης. Έπειτα να γράφει σαν να είναι παιδί μπροστά σε ένα καινούριο παιχνίδι, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα κάθε μέρα.</p>
<p>Να φαντάζεται όνειρα και εφιάλτες, καταστροφές και δημιουργίες, θανάτους αγαπημένων προσώπων και γεννήσεις μικρών παιδιών, την αγάπη του αφοσιωμένου σκύλου… Όμως τίποτα δεν γίνεται χωρίς σκληρή δουλειά και πολλή καρδιά.</p>
<p><strong>Δέχεστε επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;</strong></p>
<p>Διαβάζω, όπως σας είπα, από μικρό παιδί. Υπάρχουν βιβλία που με κούρασαν αλλά και αυτά κάτι μου άφησαν, αλλά υπάρχουν και βιβλία που τα λάτρεψα. Μέσα στο πλήθος των ερεθισμάτων που δέχτηκα, μάλλον με τη βοήθεια του ενστίκτου, κάθε φορά επέλεγα εκείνα που χρειαζόμουν τη δεδομένη στιγμή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συγκλονιστική διαδικασία που γίνεται χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Βιβλία αγαπημένων συγγραφέων, διηγήσεις από αγαπημένους ανθρώπους, στιγμές όλα αυτά συμβάλλουν ασυνείδητα και αυτό είναι το μαγικό.</p>
<p><strong>Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με το μυθιστόρημα κι όχι με κάποιο άλλο λογοτεχνικό είδος;</strong></p>
<p>Γενικά μου ταιριάζει σαν ιδιοσυγκρασία ο πεζός λόγος. Αγαπώ την ποίηση, διαβάζω ποίηση και συχνά ζηλεύω, φθονώ θα έλεγα, κάποιους ποιητές που με λίγους στίχους έχουν πει όσα σκέφτομαι και νιώθω. Και θεωρώ ότι ξεχωρίζω εκείνα τα μυθιστορήματα που σε κάποιο σημείο διαβάζεις μια φράση που έχει το μεγαλείο και τη λιτότητα, τη δωρικότητα της ποίησης. Όμως το μυθιστόρημα είναι αυτό που μου επιτρέπει να ξεδιπλώσω τη σκέψη μου.</p>
<p></p>
<p><strong>Πρόσφατα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά σας με τίτλο «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας», από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Ένα ασπρόμαυρο εξώφυλλο το κοσμεί και μια πολύ ενδιαφέρουσα και συγκινητική ιστορία το καθιστά άκρως ελκυστικό, μια γεύση της οποίας μπορεί να λάβει ο αναγνώστης διαβάζοντάς το οπισθόφυλλό του. Είναι εμπνευσμένη η ιστορία σας από αληθινά γεγονότα;</strong></p>
<p>Η γιαγιά μου, που ήταν καταπληκτική αφηγήτρια, πριν πεθάνει μου κληροδότησε, γραμμένη στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου του ΟΓΑ την ιστορία της ζωής της. Αυτός υπήρξε ο καμβάς. Από εκεί και πέρα όμως πολλά από όσα γράφω είναι επινοημένα γεγονότα.</p>
<p><strong>Πείτε μας λίγα περισσότερα πράγματα για την υπόθεσή της.</strong></p>
<p>Καταρχάς η Ακριβή, η κεντρική ηρωίδα είναι η γιαγιά μου. Αυτή μου κληροδότησε και το όνομα Τριάδα που στους ανθρώπους του τόπου μου είναι συνηθισμένο. Όμως το να γράφω χρησιμοποιώντας αυτό το όνομα μου κλωτσούσε, δεν με άφηνε ελεύθερη. Επέλεξα, λοιπόν, ένα πρωτότυπο πάλι όνομα με συνυποδηλώσεις: Ακριβή. Μοναδική. Όλως παραδόξως το ίδιο ακριβώς συνέβη και με το όνομα του πατέρα μου. Όσον αφορά τους άλλους ήρωες, θα πω μόνο πως στοιχεία της πραγματικότητας υπάρχουν σε όλους άλλο τόσο όμως είναι και πλάσματα της φαντασίας και ενώ όταν ξεκίνησα δεν ήταν πλήρως διαμορφωμένοι κάποιοι από αυτούς στην πορεία σχεδόν αυτονομήθηκαν και αυτοί με οδήγησαν. Και τους αγάπησα πολύ.</p>
<p><strong>Γιατί επιλέξατε αυτή την σκοτεινή και θλιβερή περίοδο του προηγούμενου αιώνα για να αναπτύξετε την ιστορία σας; Θεωρείτε ότι η θεματική της σε συνδυασμό με τα γεγονότα του πολέμου ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντα του αναγνωστικού κοινού της σημερινής εποχής;</strong></p>
<p>Δύσκολο να το απαντήσω εγώ αυτό. Όσον αφορά τη νέα γενιά ξέρω πολύ καλά από την εμπειρία μου, διδάσκω λογοτεχνία σε μαθητές Γυμνασίου, ότι δυστυχώς δεν επιλέγουν το διάβασμα ως τρόπο ψυχαγωγίας. Το μάθημα της λογοτεχνίας είναι γι’ αυτούς βασανιστήριο. Βέβαια εδώ, αν ψάξει κανείς θα βρει πολλά που φταίνε. Έπειτα, θα πω και εγώ το χιλιοειπωμένο. Δεν έχει σημασία τόσο το τι λέει κανείς αλλά πώς το λέει. Αν καταφέρει να αγγίξει τον αναγνώστη, ακόμα και αν το θέμα του ανήκει σε άλλη εποχή. Θυμάμαι πως όταν η γιαγιά μου ξεκινούσε να αφηγείται περιστατικά από το μακρινό εκείνο παρελθόν όσοι ήμασταν γύρω της την ακούγαμε εκστασιασμένοι. Να πω, βέβαια, πως τον απόηχο του πολέμου τον συναντά ο αναγνώστης μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου και σε λίγες μόνο σελίδες.</p>
<p></p>
<p><strong>Πού ακριβώς στοχεύετε ως συγγραφέας μέσω του βιβλίου σας, στην ψυχαγωγία, στον προβληματισμό, στη διαπαιδαγώγηση του αναγνώστη ή σε κάτι άλλο;</strong></p>
<p>Το γράψιμο για μένα είναι μια εσωτερική αναζήτηση. Προσπαθείς μέσω αυτής της διαδικασίας να καταλάβεις τι συμβαίνει μέσα σου, γύρω σου και γράφεις για να μην τρελαθείς. Αυτή η διαδικασία στοχασμού και εσωτερικής αναζήτησης γίνεται σιγά, βασανιστικά μέχρι τη στιγμή που είναι όλα έτοιμα, όλα βρίσκουν πια το νόημά τους. Τώρα αν καταφέρω να ψυχαγωγήσω τους αναγνώστες ή να τους προβληματίσω έχει καλώς.</p>
<p><strong>Υπάρχει κάποιο από τα πρόσωπα του βιβλίου σας στο οποίο καθρεφτίζονται εμφανώς στοιχεία του εαυτού και της προσωπικότητας σας;</strong></p>
<p>Ψήγματα του δικού μου κόσμου υπάρχουν σε όλους τους ήρωες, όμως κανένας χαρακτήρας δεν προκύπτει από ένα μόνο πρόσωπο. Συνήθως είναι μια μίξη από διάφορα πρόσωπα.</p>
<p><strong>Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;</strong></p>
<p>Το βιβλίο παρακολουθεί τους ήρωες από τα παιδικά τους χρόνια, εστιάζει στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας και τους βλέπει να ανδρώνονται και να κατακτούν τη ζωή ή αυτή να τους συντρίβει. Τώρα αν κάποια θέματα όπως η αναζήτηση σεξουαλικής ταυτότητας ή η προσπάθεια κάποιος να επιτύχει, να βρει το δρόμο του μπορεί να συγκινήσει και κάποιον έφηβο, ακόμα καλύτερα.</p>
<p><strong>Το βιβλίο σας όπως είπαμε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;</strong></p>
<p>Γνώριζα φυσικά την ύπαρξή του «Ελκυστή» αλλά για να πω την αλήθεια δεν είχε πέσει στα χέρια μου κάποια έκδοσή του. ¨Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Όταν μου έστειλε την πρόταση συνεργασίας και μπήκα στην σελίδα του είδα ότι ένας γνωστός μου έχει εκδώσει εκεί το βιβλίο του. Οι πληροφορίες που πήρα με έκαναν να εμπιστευτώ εκεί το έργο μου. Η μέχρι τώρα συνεργασία με τον κ. Τριαντόγλου είναι άψογη. Έχει ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο σε όλα όσα προέβλεπε το συμβόλαιο. Επιπλέον, αισθάνομαι μέλος μιας οικογένειας, ότι με νοιάζονται, με προσέχουν και ότι θα κάνουν το καλύτερο για την προώθηση και την επιτυχημένη πορεία του βιβλίου μου.</p>
<p><strong>Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;</strong></p>
<p>Ναι, αρχές Σεπτέμβρη σκέφτομαι να κάνω την παρουσίαση. Σε έναν χώρο καινούργιο, που τον κρατάω για έκπληξη και με ομιλητές αγαπημένους φίλους, καταξιωμένους στον λογοτεχνικό χώρο.</p>
<p><strong>Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;</strong></p>
<p>Στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, από τον «Ελκυστή» στην Αρριανού 15 και βέβαια είναι διαθέσιμο και στο ηλεκτρονικό κατάστημα του «Ελκυστή».</p>
<p></p>
<p><strong>Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας διαβάσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.</strong></p>
<p>Πολύ ευχαρίστως.</p>
<p>Γύρισε στο καθιστικό και πήρε το ραδιόφωνο μαζί του. Στο τέλος της σκάλας βγήκε έξω στη μικρή τσιμεντένια ταράτσα. Ήταν σκοτεινά και σιωπηλά. Η ζέστη που είχε εγκλωβιστεί στο διαμέρισμα του είχε ναρκώσει τις αισθήσεις. Έβγαλε το ιδρωμένο μπλουζάκι, το άφησε να πέσει κάτω. Όλα ήταν αναμμένα. Τα τσιμέντα, το μέταλλο στα κάγκελα, η ίδια η γη. Περιέφερε το βλέμμα του στη γειτονιά. Πολλά σπίτια ήταν σκοτεινά. Όσο περνούσε η ώρα, έπεφτε μια σπάνια σιγή πάνω από την πόλη. Καθισμένος στο πεζουλάκι σκεφτόταν πως ως τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η ζωή μπορούσε να είναι τόσο οδυνηρή. Μέσα σε λίγες μέρες του έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο και κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει να το αντιμετωπίσει. Τρόμαξε με το ενδεχόμενο ότι θα έπρεπε να ζήσει τη ζωή του μέσα σε ένα λαγούμι. Σηκώθηκε και πλησίασε στην άκρη της ταράτσας. Βρισκόταν πέντε ορόφους ψηλά και, όταν κοίταξε κάτω το κενό, ζαλίστηκε. Το βλέμμα του όμως μαγνητίστηκε. Ένα βήμα τον χώριζε από το κενό, τις ενοχές, τη θλίψη, τις αγωνίες, τα προβλήματα. Ένα βήμα. Το στόμα του στράβωσε. Κοντοστάθηκε με το χέρι στην κουπαστή. Η εσωτερική αναταραχή, η αγωνία τον ακινητοποίησε. Η τακτοποιημένη ζωή του, τα καλομελετημένα σχέδια του για το μέλλον γκρεμίστηκαν με το θάνατο του πατέρα του. Αυτόν τον κόμπο στην καρδιά λαχταρούσε να τον χαλαρώσει. Ένα βήμα. Ένα μόνο βήμα και θα μπορούσε επιτέλους να νιώσει ελεύθερος.</p>
<p>Μια πνοή δροσιάς τον χάιδεψε στο πρόσωπο. Κοίταξε το φεγγάρι. Οι άνθρωποι έστειλαν άνθρωπο στο φεγγάρι. Κοίταξε το κενό κάτω. Άρχισε να διακρίνει ίχνη ζωής. Βήματα στο πεζοδρόμιο, ένα καροτσάκι με γάλατα, ένα ραδιόφωνο που μετέδιδε ειδήσεις. Η ίδια η ζωή που συνεχιζόταν. Έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω τρομαγμένος. Έπεσε πάνω στα απλωμένα ρούχα που η νοικάρισσα της σοφίτας επέμενε να απλώνει εκεί. Άπλωσε τα χέρια του και άγγιξε τη δροσιά της αυγής πάνω στα απλωμένα σεντόνια. Δρόσισε το πρόσωπό του. Του έκανε καλό. Ρούχα πλυμένα, καθαρά, έτοιμα να αγκαλιάσουν γυμνά κορμιά. Πήρε από το σύρμα ένα καθαρό άσπρο μπλουζάκι και το φόρεσε. Ένιωσε σα να πετάει από πάνω του το βάρος. Τα μανταλάκια είχαν αφήσει κάτω από το στήθος σημάδια. Θα έστρωναν με τον καιρό.</p>
<p>Με αποφασιστικό βήμα κατέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο δυαράκι του. Στο συρτάρι του κομοδίνου βρήκε το διαβατήριο. Αυτό που είχε βγάλει μαζί με τον πατέρα του για το ταξίδι που του είχε υποσχεθεί στην Ευρώπη. Έφτασε στο σταθμό την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε. Τα χρήματά τού έφταναν ίσα ίσα για το εισιτήριο με προορισμό το Μόναχο. Στο πορτοφόλι του είχε πάντα τη διεύθυνση του Πέτρου. Ο πρωινός κουλουρτζής διαλαλούσε την πραμάτεια του. Η μυρωδιά από το φρέσκο κουλούρι τον χτύπησε στα ρουθούνια. Συνειδητοποίησε ότι είχε να φάει από το μεσημέρι της προηγούμενης, όταν με το ζόρι έβαλε δυο μπουκιές στο στόμα του για να γλιτώσει από τη γιαγιά του. Τώρα όμως πεινούσε σα λύκος. Αγόρασε ένα κουλούρι και το έφαγε με όρεξη περιμένοντας. Δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσε τον ηχηρό διακεκομμένο ήχο μιας ανακοίνωσης και ύστερα το φανάρι του τρένου τον έλουσε με το φως του. Ανέβηκε και ρίχτηκε στο κάθισμα. Το τρένο ξεκίνησε, ανέπτυξε ταχύτητα και σε λίγο έχασε από τα μάτια του τις σιλουέτες που περίμεναν στην πλατφόρμα. Άνοιξε το τζάμι να εισπνεύσει τον αέρα που άφηνε πίσω του οριστικά. Κοίταξε από το παράθυρο. Ήταν μια παλιά του συνήθεια. Όταν έφευγε του άρεσε να κοιτάζει το γνώριμο τοπίο να χάνεται. Καθώς το τρένο κυλούσε πάνω στις ράγες ο ορίζοντας άνοιγε προς μέρη που δεν είχε ξαναταξιδέψει. Στα χωράφια οι εργάτες δούλευαν χωρίς να σηκώνουν καν το κεφάλι στο πέρασμα του τρένου. Μόνο κάποια παιδιά, που μάλλον έπαιζαν παρά βοηθούσαν, σήκωναν και ανέμιζαν το καπέλο τους. Έφτασαν στον πρώτο σταθμό. Κατέβηκαν τρεις επιβάτες αλλά κανένας δεν επιβιβάστηκε.</p>
<p><strong>Κυρία Εμμανουηλίδου, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό και καλλιτεχνικό σας έργο.</strong></p>
<p>Και εγώ σας ευχαριστώ!</p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h4>
<p>AVATONPRESS.GR &nbsp;11/7/2021</p>
<p></p>
<p>Συζητώντας με την Τριάδα Εμμανουηλίδου για το βιβλίο της «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας»</p>
<p>Η Τριάδα Εμμανουηλίδου είναι εν ενεργεία φιλόλογος, έχει αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή, το τμήμα των Νεοελληνικών Σπουδών και εδώ και λίγο καιρό κάνει τα πρώτα βήματά της σαν συγγραφέας. Όταν πριν μερικά χρόνια μου φανέρωσε την επιθυμία της για την συγγραφή ενός βιβλίου, στα πλαίσια μιας συζήτησης που είχαμε για εκπαιδευτικά προγράμματα εντυπωσιάστηκα.</p>
<p>Σήμερα το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας» από τις εκδόσεις Ελκυστής, βρίσκεται πλέον στα ράφια των βιβλιοπωλείων.</p>
<p>Με την Τριάδα, είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε για την νέα αυτή σελίδα που ανοίγεται στην ζωή της και εμείς στο avatonpress.gr την ευχαριστούμε γι’ αυτό.</p>
<p><strong>1. Τριάδα, τι ήταν αυτό που σε ώθησε σε αυτή την προσπάθεια;</strong></p>
<p>Από παιδί, από τότε που διάβασα το πρώτο βιβλίο λογοτεχνίας και άνοιξε μπροστά στα έκθαμβα παιδικά μάτια μου αυτός ο υπέροχος κόσμος που πλαταίνει τον ορίζοντα μας, ήξερα ότι ήθελα κάποια στιγμή να γράψω και εγώ ένα βιβλίο. Κάπου στην πορεία, όμως, έχασα αυτό τον δρόμο. Η γιαγιά μου, όσο ζούσε, με τη δύναμη της προφορικής αφήγησης καθήλωνε όσους την άκουγαν με τις ιστορίες που είχε να διηγηθεί. Για τους προγόνους της, τον τόπο καταγωγής της, την Ανατολική Ρωμυλία, τον πόλεμο, τα παιδιά της, τους γείτονες. Έκανα ένα μεγάλο λάθος. Απλά την άκουγα και τα κατέγραφα στο μυαλό και την καρδιά μου. Όμως η μνήμη προδίδει. Ευτυχώς, μου άφησε κληρονομιά γραμμένη στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου του ΟΓΑ την ιστορία της ζωής της και αυτό στάθηκε η αφορμή να πιάσω το νήμα από την αρχή.</p>
<p></p>
<p><strong>2.&nbsp; </strong><strong>Πως θα μπορούσε να συστήσει η Τριάδα το βιβλίο της στο κοινό που δεν τη γνωρίζει; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρνει κάτι καινούργιο;</strong></p>
<p>Το βιβλίο «Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας» σε ένα βαθμό στηρίζεται σε αυτές τις ιστορίες. Όταν όμως άρχισα να γράφω και να παίρνουν σάρκα και οστά οι ήρωες, πολλά στοιχεία της πραγματικότητας μπολιάστηκαν με τον μύθο και αυτό ήταν που με απελευθέρωσε κιόλας. Όσον αφορά την υπόθεση, πρόκειται για πρόσωπα απλά, καθημερινά που όλοι νομίζω τα αισθανόμαστε οικεία και ίσως γι’ αυτό μπορεί κάποιος να ταυτιστεί μαζί τους. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί τους ήρωες από τα παιδικά τους χρόνια, εστιάζει στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας και τους βλέπει να ανδρώνονται και να κατακτούν τη ζωή ή αυτή να τους συντρίβει. Όσον αφορά την τεχνική, κυριαρχεί το γ’ πρόσωπο, που μου έδινε την απόσταση που χρειαζόμουν, αλλά όταν η ηρωίδα, δηλαδή η γιαγιά μου, κάνοντας μια αναδρομή φέρνει μπροστά της το οδυνηρό παρελθόν, εκεί βάζω α΄πρόσωπο, γιατί ήταν σα να έχω απέναντί μου τη γιαγιά να τα θυμάται όλα αυτά και να τα αφηγείται. Γίνεται χρήση και άλλων αφηγηματικών τεχνικών, όπως η προοικονομία, όμως τίποτα από ΄όλα αυτά δεν είναι καινούριο. Όλα είναι δοκιμασμένα από τον μεγαλύτερο τεχνίτη όλων των εποχών, τον Όμηρο.</p>
<p></p>
<p><strong>3. Σε έχει επηρεάσει κάποια άλλη τέχνη (κινηματογράφος, μουσική) στη συγγραφή του βιβλίου;</strong></p>
<p></p>
<p>Κάποιος που γράφει πρέπει να έχει σε εγρήγορση όλες τις αισθήσεις. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, ένα άγγιγμα, όλα μπορούν να δώσουν υλικό. Πολύ περισσότερο οι τέχνες που ανέφερες. Ο κινηματογράφος λέει και αυτός ιστορίες. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω έπιασα τον εαυτό μου να παρατηρεί πιο προσεκτικά πώς λέγονται αυτές οι ιστορίες και να παίρνω ιδέες. Όσον αφορά τη μουσική , αυτή με συνόδευσε σε όλες τις φάσεις της συγγραφής. Ήθελα πάντα να ακούω κάτι την ώρα που έγραφα. Πειραματίστηκα με διάφορα. Αυτό που ταίριαξε γάντι με τη διάθεσή μου και συχνά με ενέπνεε ήταν ο αγαπημένος Μ. Χατζηδάκις.</p>
<p></p>
<p><strong>4.&nbsp; Θέλω να πιστεύω ότι ο δρόμος προς την έκδοση του βιβλίου σου δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Πως θα περιέγραφες αυτό τον δρόμο;</strong></p>
<p>Αυτός ο δρόμος ήξερα ότι ήταν δύσβατος. Υπάρχει πληθώρα τίτλων και δυστυχώς ολοένα και συρρικνώνεται το αναγνωστικό κοινό. Η πανδημία ήρθε να επιδεινώσει τα πράγματα. Ίσως μόνο το παιδικό βιβλίο να γνώρισε κάποια άνθηση. Όταν, λοιπόν, αρχές του χρόνου έστειλα το έργο μου σε κάποιους εκδοτικούς λιγότερο ή περισσότερο γνωστούς, κρατούσα μικρό καλάθι. Στάθηκα όμως τυχερή. Μέσα σε τρεις μόνο εβδομάδες είχα απάντηση από τον «Ελκυστή», έναν καινούριο σχετικά εκδοτικό της πόλης μας. Οι πληροφορίες που πήρα αλλά και η προσωπική επαφή με τον Αχιλλέα Τριαντόγλου με έκαναν να εμπιστευτώ το βιβλίο μου στον συγκεκριμένο εκδοτικό. Προς το παρόν είμαι πολύ ευχαριστημένη.</p>
<p></p>
<p><strong>5. Τι πραγματεύεται το μυθιστόρημα σου; Πού βρίσκεται η Τριάδα μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα, μέσα σε αυτό το βιβλίο;</strong></p>
<p>Σε γενικές γραμμές η υπόθεση είναι η εξής: Η Ακριβή και ο Μήτσος, ένα συνηθισμένο ζευγάρι της επαρχίας, ξεκινάνε την κοινή τους πορεία μέσα στη δίνη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Στο λυκόφως της ζωής τους πέφτουν θύματα ληστείας. Η Ακριβή, δεμένη και φιμωμένη, με τον φόβο για την τύχη του συντρόφου της να την παραλύει, ξεκινά ένα ταξίδι στο παρελθόν στη διάρκεια του οποίου κάνει έναν απολογισμό της δικής της ζωής και ξεδιπλώνει τη ζωή των τριών ηρώων. Του γιου της Αρσένη, που έχει βάλει σκοπό να προκόψει και να ξεπεράσει τις δυσκολίες που ορθώνονται μπροστά του. Του Στέφανου ενός παιδιού, που κάθε γονιός θα λαχταρούσε, κάθε εκπαιδευτικός θα ήθελε για μαθητή του, αλλά που τα μυστικά που έχει κρυμμένα του έχουν προκαλέσει πληγές που μόνο η απόσταση από ότι αγαπά μπορεί να επουλώσει. Και του Λάμπρου, που για τη μάνα του και τους ανθρώπους που τον αγαπούν έχει περισσότερα, όχι λιγότερα από τους άλλους. Έχει μια όμορφη καρδιά που χωρά όλα τα πλάσματα, αλλά ένα μυαλό που δεν κατανοεί τα πάρε δώσε αυτού του κόσμου.</p>
<p>Σε όλους τους ήρωες, ακόμα και εκεί που δεν το περιμένει κανείς που ξέρει πρόσωπα και πράγματα υπάρχουν ψήγματα του δικού μου ψυχισμού. Αγωνίες, σκέψεις, ιδανικά, φόβοι, όνειρα που βρήκαν μια σχισμή, μια ρωγμή και απελευθερώθηκαν.</p>
<p></p>
<p><strong>6. Ποια τα μελλοντικά σχέδιά σου Τριάδα; Έχεις αποφασίσει για το επόμενο βήμα σου;</strong></p>
<p>Κοίτα, τώρα που πήρα το βάπτισμα και γλυκάθηκα, νομίζω πως θα υπάρξει και συνέχεια. Ήδη έχει αρχίσει αυτή η μαγική διαδικασία της συγκέντρωσης υλικού που γίνεται αργά και μερικές φορές ασυνείδητα και τελικά φτάνει μια στιγμή που είσαι έτοιμος, που είναι η ώρα να βγουν στο φως όλα όσα συγκέντρωσες. Απλά αυτή τη φορά νομίζω πως προσανατολίζομαι στη μικρότερη φόρμα, το διήγημα. Το μυθιστόρημα μοιάζει με κούρσα αντοχής, το διήγημα πάλι σε προκαλεί να συμπυκνώσεις την ουσία σε ένα τόσο δα μπουκαλάκι που αν όμως πετύχεις τις σωστές αναλογίες η ουσία που θα απελευθερωθεί μπορεί με τη δύναμή της να προκαλέσει τις αισθήσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΟΥΚΙΔΑΚΙ Ιστολόγιο Τέχνης και Πολιτισμού</strong></h4>
<p>koukidaki.gr 13/7/2021</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Η Τριάδα Εμμανουηλίδου και το Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας</strong></p>
<h6><strong>Πώς σας ήρθε η ιδέα;</strong></h6>
<p>Τριάδα Εμμανουηλίδου: Από παιδί άκουγα τη γιαγιά μου, που ήταν εξαιρετική αφηγήτρια, να λέει ιστορίες. Εμείς, τα έξι εγγόνια της, κρεμόμασταν από τα χείλη της και όταν αργότερα αυτές οι ιστορίες είχαν την ίδια επίδραση στα παιδιά μου, σκέφτηκα πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον καμβά για ένα μυθιστόρημα.</p>
<h6><strong>Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ένα μυθιστόρημα είναι σαν μια κούρσα αντοχής. Απαιτεί μεγάλη προετοιμασία. Πέρασε πολύς χρόνος από τότε που άρχισα να κρατάω σημειώσεις. Όμως δεν μου ήταν εύκολο να ξεκινήσω. Δεν ήμουν έτοιμη, αλλά, μέσα μου η διαδικασία δούλευε χωρίς να το συνειδητοποιώ και μια ωραία μέρα όλα μπήκαν στη θέση τους και ξεκίνησα. Από εκείνη τη στιγμή που το πήρα απόφαση μέχρι τη στιγμή που έγραψα τη λέξη τέλος πέρασαν τρία χρόνια. Καθοριστικής σημασίας ήταν ο θάνατος της γιαγιάς. Ήταν για μένα το τέλος μιας εποχής και αισθάνθηκα πως η κληρονομιά που μου είχε αφήσει, η ιστορία της ζωής της γραμμένη στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου, ήταν η στιγμή να αξιοποιηθεί.</p>
<h6><strong>Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Μια κατάθεση ψυχής, μια καταβύθιση σε εσωτερικά μονοπάτια ξεχασμένα, που η περιδιάβασή τους έφερε<br>στο φως πρόσωπα και καταστάσεις κρυμμένα στην αχλή του χρόνου.</p>
<h6><strong>Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί τους ήρωες από τα παιδικά τους χρόνια, εστιάζει στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας και τους βλέπει να ανδρώνονται και να κατακτούν τη ζωή ή αυτή να τους συντρίβει.</p>
<h6><strong>Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Την ευκαιρία που μου έδωσε να δω με κατανόηση και συμπάθεια κάποια γεγονότα τόσο σχετικά με τους ήρωες όσο και με μένα την ίδια, τις ώρες που με συντροφιά την αγαπημένη μου μουσική καθόμουν και έπλαθα αυτούς τους ήρωες. Πολλές φορές τους κουβαλούσα και όταν έβγαινα βόλτα για περπάτημα ή με συντρόφευαν λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου και παραδοθώ στον ύπνο.</p>
<h6><strong>Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;</strong></h6>
<p>Τ.Ε. : Κάποιοι ήρωες ήταν από την αρχή που συνέλαβα την ιδέα σχεδόν πλήρως διαμορφωμένοι στο μυαλό μου. Φυσικά, στο βιβλίο παρουσιάζεται η κορυφή του παγόβουνου, όμως στο δικό μου μυαλό υπάρχουν πολύ<br>περισσότερες λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα του κάθε ήρωα που τις κράτησα για τον εαυτό μου. Ένας, όμως, ο Στέφανος χτιζόταν λέξη λέξη, αράδα την αράδα και ενώ αρχικά είχα άλλες προθέσεις για την τύχη του, την<br>τελευταία στιγμή έδωσα άλλη τροπή στην εξέλιξη και αυτό με έκανε να τον ξεχωρίσω από τους άλλους ήρωες.</p>
<h6><strong>Τι προσφέρει αυτό το Βιβλίο στον αναγνώστη, Βιβλιόφιλο ή Βιβλιοφάγο;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ένα καλό βιβλίο θέτει πολλά ερωτήματα και δεν δίνει καμιά απάντηση και ο στόχος είναι να πιστέψει ο αναγνώστης ότι κάποιος του διηγείται μια ιστορία προφορικά, όπως οι ιστορίες που μας έλεγε η γιαγιά μου. 0 καθένας σε κάθε βιβλίο βρίσκει διαφορετικά πράγματα. Άλλος μπορεί απλά να βρει συντροφιά για κάποιες ώρες, όσες θα διαρκέσει η ανάγνωση, άλλος κομμάτια του ψυχισμού του να αντανακλώνται στη ζωή των ηρώων, οπότε θα ταυτιστεί περισσότερο και θα παρακολουθήσει με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την εξέλιξη τους. Ακόμα και αν κάποιος διαφωνεί με τις επιλογές των ηρώων, αυτό μπορεί να είναι τροφή για σκέψη και προβληματισμό.</p>
<h6><strong>Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Δυστυχώς κάθε μέρα μας κατακλύζουν αγωνίες, άλλοτε μεγαλύτερες και άλλοτε για επουσιώδη θέματα. Και η χαρά σπάνια μπορεί να αποτελέσει την πηγή για έμπνευση. Αδιόρατες σκιές που μας επισκέπτονται συχνά, αν τις αφήσουμε μπορεί να καλύψουν τον ουρανό μας, γι&#8217; αυτό πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση και να νοηματοδοτούμε το κάθε γεγονός ανάλογα με τη σημασία του.</p>
<h6><strong>Φοβάστε&#8230;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ότι δεν ζούμε το τώρα. Χάνουμε τη στιγμή. Όλο και πιο συχνά το συνειδητοποιώ και εστιάζω στο τώρα, αφήνοντας τις αγωνίες να ταξιδεύουν σε άλλη βάρκα, παράλληλα με μένα.</p>
<h6><strong>Αγαπάτε&#8230;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Αγαπώ τη δουλειά μου. Αισθάνομαι τυχερή που συναναστρέφομαι με παιδιά, αφουγκράζομαι τις αγωνίες τους, γίνομαι μέτοχος στη χαρά αλλά και στη στενοχώρια τους, παίρνω ενέργεια από τη δύναμη της νιότης και διαρκώς προκαλούμαι να ακολουθώ τον βηματισμό τους και να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα κάθε μέρα.</p>
<h6><strong>Ελπίζετε&#8230;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Με δεδομένο το ότι όλοι κρύβουμε έναν δαίμονα μέσα μας αλλά και έναν άγγελο και πάντα παλεύουμε ανάμεσα σε αυτά τα δύο και άλλοτε επικρατεί το σκοτεινό κομμάτι της φύσης μας και άλλοτε το φωτεινό, ελπίζω σε έναν κόσμο που οι συνθήκες θα συμβάλλουν να επικρατεί συχνότερα το φωτεινό μας κομμάτι. Ότι οι ανάσες ελπίδας θα είναι συχνότερες και μεγαλύτερης διάρκειας και νομίζω πως η τέχνη μπορεί να συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.</p>
<h6><strong>Θέλετε&#8230;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ο καθένας θέλει αυτό που δεν έχει, απλά δεν είναι πάντοτε διατεθειμένος να μπει σε περιπέτειες, να διατρέξει κινδύνους, να δοκιμάσει την τύχη του. Θέλω, λοιπόν, να μάθω να αφουγκράζομαι τα θέλω μου με<br>μεγαλύτερη προσοχή και να τους δίνω μεγαλύτερη σημασία και μερικές φορές να ξεβολεύομαι και να ερωτοτροπώ με το άγνωστο. Αυτό νομίζω θα με βοηθήσει και στη σχέση μου με τους ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπούν.</p>
<h6><strong>Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Όσοι πιθανόν θα διακρίνουν στους ήρωες ψήγματα του δικού τους κόσμου, του δικού τους ψυχισμού.</p>
<h6><strong>Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Η επαφή με τη λογοτεχνία είναι θέμα επιλογής. Η λέξη &#8220;πρέπει&#8221; εδώ δεν έχει θέση.</p>
<h6><strong>Γιατί δεν πρέπει;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Καλό είναι να μην διαβάσουν το βιβλίο όσοι επιμένουν να βάζουν ταμπέλες στους ανθρώπους.</p>
<h6><strong>Πού/πώς μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία, από τον «Ελκυατή» στην Αρριανού 15 και βέβαια είναι διαθέσιμο και στο ηλεκτρονικό κατάστημα του «Ελκυστή».</p>
<h6><strong>Πού μπορούμε να βρούμε εσάς;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ζω και εργάζομαι στο Ωραιόκαστρο αλλά αγαπώ το κέντρο της πόλης και ιδιαίτερα τις βόλτες στην παραλία. Πιθανόν, λοιπόν, να με συναντήσετε να βολτάρω εκεί.</p>
<h6><strong>Ποιο χρώμα του ταιριάζει;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: λοιπόν, αυτή είναι μία από τις ερωτήσεις που κάνω και εγώ στους μαθητές μου όταν ερμηνεύουμε κάποιο ποίημα. Θα έλεγα το πράσινο, καθώς συμβολίζει την ελπίδα, την αναγέννηση, την ωριμότητα, την ευημερία και<br>θεραπεύει τα τραύματα του παρελθόντος.</p>
<h6><strong>Ποια μουσική;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Του αγαπημένου Μάνου Χατζιδόκι.</p>
<h6><strong>Ποιο άρωμα;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Του γιασεμιού.</p>
<h6><strong>Ποιο συναίσθημα;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Της μελαγχολίας.</p>
<h6><strong>Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ένα χάδι, ένα χτύπημα στον ώμο, ένα άγγιγμα στους ήρωες που &#8220;έφυγαν&#8221; και λόγια αγάπης στους ήρωες που είναι ακόμα στη ζωή μου.</p>
<h6><strong>Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Λατρεύω τον Καραγάτση, τη δύναμη της αφήγησής του, το βάθος των χαρακτήρων του που είναι ποτισμένοι με όλους τους ανθρώπινους χυμούς. Ο Καραγάτσης κατόρθωσε να συλλάβει και να αποδώσει μυθιστορηματικά όλη την ελληνική κοινωνία. Με οξυδέρκεια και γλαφυρότητα σχεδόν ανεπανάληπτη. Δίχως ωραιοποιήσεις και αγκυλώσεις, ιδεολογικές ή συναισθηματικές, όπως λέει γι&#8217; αυτόν ο X. Χωμενίδης.</p>
<h6><strong>Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Ζηλεύω στοιχεία από διάφορους συγγραφείς, όπως για παράδειγμα τον Γιαπωνέζο Χαρούκι Μουρακάμι που με τον τρόπο που γράφει δίνει την αίσθηση ότι οι λέξεις, οι εικόνες οι αισθήσεις έχουν στήσει ένα τρελό<br>πανηγύρι και η αφήγηση ξεδιπλώνεται σαν ξεφάντωμα. Τον Τόμος Μαν που το &#8220;Μαγικό Βουνό&#8221; του ήταν μια διανοητική-αισθητική περιπλάνηση και μια αναζήτηση νοήματος ζωής, ένα μυθιστόρημα μύησης. Την Βιρτζίνια Γουλφ, που με την γραφή της έχει τη δύναμη να εστιάζει στα φαινομενικά ασήμαντα, αυτά που συμβαίνουν κάθε στιγμή μέσα μας και να προσπερνά τα φαινομενικά σημαντικά, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τους θανάτους ή τους πολέμους. Οι χαρακτήρες της είναι αληθινοί άνθρωποι κι όχι μονοσήμαντοι λογοτεχνικοί ήρωες. Όλα όσα έχω διαβάσει σίγουρα με έχουν επηρεάσει, όμως τελικά ο καθένα διαμορφώνει το δικό του ύφος.</p>
<h6><strong>Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε τη συνέχεια και τις τύχες τους;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Όταν άρχισα να συγκεντρώνω το υλικό για το βιβλίο μου είχα την τύχη να έχω στα χέρια μου χειρόγραφες σημειώσεις της γιαγιάς μου, της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου μου. Στις πίσω σελίδες ενός συνταγολογίου, ανορθόγραφα, αλλά με τη δύναμη της αυθεντικής αφήγησης μού άφησε κληρονομιά την ιστορία της ζωής της. Είχα επομένως τον καμβά για κάποιους ήρωες, αυτοί όμως στην πορεία αυτονομήθηκαν και αυτό τους έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση.</p>
<h6><strong>Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Καταρχάς το να γράφει κανείς αβίαστα, ο λόγος του να ρέει με φυσικότητα, χωρίς να φαίνονται οι ραφές της αφήγησης, δεν γίνεται χωρίς κάποια εμπειρία. Έπειτα, όμως, το να γράφει σαν να είναι παιδί μπροστά σε<br>ένα καινούριο παιχνίδι, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα κάθε μέρα και να καταφέρνει να επινοεί όνειρα και εφιάλτες, καταστροφές και δημιουργίες, θανάτους αγαπημένων προσώπων και γεννήσεις μικρών παιδιών, την αγάπη του αφοσιωμένου σκύλου&#8230; ε, αυτό δεν γίνεται χωρίς γόνιμη και δημιουργική φαντασία.</p>
<h6><strong>Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα Βιβλίο</strong>;</h6>
<p>Τ.Ε.: Διάβασα βιβλία που μπήκαν στη λίστα των ευπώλητων και με άφησαν παγερά αδιάφορη. Διάβασα βιβλία που εγκωμιάστηκαν από κριτικούς και βρήκα υπερβολική την αποδοχή τους. Σίγουρα, αν ένα βιβλίο τύχει της<br>αποδοχής των κριτικών και της αγάπης του αναγνωστικού κοινού αυτό κάτι σημαίνει. Όμως υπήρξαν και συγγραφείς που ήταν μπροστά από την εποχή τους τόσο σε θέματα αφηγηματικής τεχνικής όσο και ιδεών και στην εποχή τους δεν αγαπήθηκαν.</p>
<h6><strong>Τι την αποτυχία;</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Από τη στιγμή που εκτίθεσαι δέχεσαι και κριτική. Αν αυτή είναι καλοπροαίρετη, ακόμα και αν είναι αρνητική, δεν το θεωρώ αποτυχία. Για μένα αποτυχία θα ήταν να μην τολμήσω το εγχείρημα από το φόβο μιας<br>κακής κριτικής.</p>
<h6><strong>Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας</strong></h6>
<p>Τ.Ε.: Θα δανειζόμουν τα λόγια του Β. Ουγκώ: «Δεν είναι τίποτα να πεθάνεις. Είναι τρομακτικό να μη ζεις.».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="TIlApwZnqL"><a href="https://webradio.ert.gr/958fm/7sept2021-triada-emmanouilidou/">7Σεπτ2021 -«ΒΟΥΣΤΡΟΦΗΔΟΝ» -ΤΡΙΑΔΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ</a></blockquote><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;7Σεπτ2021 -«ΒΟΥΣΤΡΟΦΗΔΟΝ» -ΤΡΙΑΔΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΟΥ&#8221; &#8212; ΕΡΤ WebRadio" src="https://webradio.ert.gr/958fm/7sept2021-triada-emmanouilidou/embed/#?secret=TIlApwZnqL" data-secret="TIlApwZnqL" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ&nbsp;</strong></p>
<p></p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="&quot;Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας&quot;, Θεσσαλονίκη, Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/oHKqTNs9dAE?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/09/%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b1-%ce%b5%ce%bc%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/04/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/04/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 24 Apr 2021 19:34:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=17865</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιώργος Πετούσης γεννήθηκε το 1943 στη Λεμεσό και αποφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο – κλασσικό τμήμα. Τη δεκαετία του 1950 υπήρξε μέλος της Αλκίμου Νεολαίας της Ε.Ο.Κ.Α και όταν συνελήφθη, από τους Άγγλους, καταδικάστηκε σε έξι μηνών φυλάκιση με αναστολή. Άρχισε να γράφει ποίηση από πολύ μικρός, από το 1957. Ήταν μέλος του λογοτεχνικού &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/04/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Γιώργος Πετούσης γεννήθηκε το 1943 στη Λεμεσό και αποφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο – κλασσικό τμήμα. Τη δεκαετία του 1950 υπήρξε μέλος της Αλκίμου Νεολαίας της Ε.Ο.Κ.Α και όταν συνελήφθη, από τους Άγγλους, καταδικάστηκε σε έξι μηνών φυλάκιση με αναστολή. Άρχισε να γράφει ποίηση από πολύ μικρός, από το 1957. Ήταν μέλος του λογοτεχνικού Ομίλου του Λανιτείου Γυμνασίου. Καθοδηγητές του οι καταξιωμένοι λογοτέχνες Γιάννης Κ. Παπαδόπουλος και Ανδρέας Παστελλάς, οι οποίοι είδαν την αγάπη του στα Γράμματα και τον παρότρυναν στο γράψιμο. Ποιήματα και άρθρα του δημοσιεύτηκαν στις Κυπριακές εφημερίδες και σε νεανικά περιοδικά.<br />
Υπήρξε μέλος της της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου kai Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Ελλάδος και ανήκει στα πρώτα μέλη του ΠΕΝ Κύπρου Από το 2003 όμως είναι ιδρυτικό μέλος και υπήρξε, για μία δεκαετία, μέχρι το 2013, πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλης Μιχαηλίδης».<br />
Αρκετά ποιήματα, διηγήματα και κριτικές του έχουν δημοσιευτεί σε έγκυρα κυπριακά και ελλαδικά λογοτεχνικά περιοδικά.<br />
Ποιήματά του έχουν ανθολογηθεί σε κυπριακές και πανελλαδικές καθώς και σε ξενόγλωσσες Ανθολογίες και έχουν μεταφρασθεί και δημοσιευτεί στα Γερμανικά, Αγγλικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Σέρβικα και Ρουμάνικα. Το 2009, η ποίησή του, έχει συμπεριληφθεί σε δίγλωσσο Ανθολόγιο Ποίησης ( Αγγλικά – Ιταλικά), το οποίο εκδόθηκε στην Πεσκάρα της Ιταλίας Ο Γ.Π. τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την ποίηση, έχει εντατικά ασχοληθεί και με την πεζογραφία. Τέλος, το 2011, στη Σαλαμίνα έχει τιμηθεί, από το Καφενείο των Ιδεών, με Δίπλωμα Τιμής και μαζί με άλλες προσωπικότητες, του απενεμήθη, για την προσφορά του στη Λογοτεχνία, το χρυσό μετάλλιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.</p>
<p>Ποιητικά του έργα:</p>
<p>«Στον ίσκιο του θανάτου», Λεμεσός 1977 «Ενόραση», Κύπρος 1980<br />
«0 αδελφός μου Ονήσιλος», Λεμεσός-Κύπρος 1989<br />
«Επώδυνη καταβύθιση», Λεμεσός 1995<br />
«Νήσος τις εν κινδύνω», εκδόσεις «Ακτή», Λεμεσός Κύπρος 2003<br />
«Τέλος χρόνου», εκδόσεις Αριστοτέλους, Λεμεσός 2010<br />
«Επιλογή Ποιημάτων», δίγλωσση έκδοση, σέρβικα &#8211; ελληνικά, ΣμενέρεΒο 2013.<br />
«Επανεμφάνιση» εκδόσεις Ηλία Επιφανίου 2024</p>
<p>Πεζά:</p>
<p>«Ταραγμένα και παγιδευμένα χρόνια», Αφήγημα &#8211; Η δεκαετία του 1950 στην Κύπρο, 2013.<br />
«Πάσχα στην Κύπρο σ&#8217; άλλες εποχές &#8211; Λανίτικο Πάσχα», Νουβέλα, Λεμεσός 2016.<br />
«Στα χρόνια θητείας, η 1η ΕΣΣΟ της Εθνικής Φρουράς, η πενταετία 1960-65 στην Κύπρο όπως την έζησα», Λεμεσός-Κύπρος 2017.<br />
«Σπύρος Πετούσης Η θυσία ενός ήρωα», Λεμεσός-Κύπρος 2019.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/04/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/2024-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bc%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%b7-002/" rel="attachment wp-att-22356"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22356" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/04/2024-ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ-002-212x300.jpg" alt="" width="284" height="402" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/04/2024-ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ-002-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/04/2024-ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ-002.jpg 452w" sizes="(max-width: 284px) 100vw, 284px" /></a></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17867 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ222-300x200.jpg" alt="" width="450" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ222-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ222.jpg 640w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17868 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ223-300x180.jpg" alt="" width="450" height="270" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ223-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/05/ΒΙΒΛΙΑ223.jpg 640w" sizes="(max-width: 450px) 100vw, 450px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>I. ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ Η ΔΥΝΑΜΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Ο λόγος του Θεού ου δέδεται.</em><br />
<em>Β&#8217; Τιμ. β&#8217; 9</em></p>
<p>Της αλήθειας<br />
&#8211; της όποιας αλήθειας·<br />
προπαντός της ιστορικής αλήθειας &#8211;<br />
όσο και να προσπαθήσει<br />
το στόμα ποιος μπορεί να το βουλώσει;</p>
<p>Η αλήθεια δεν δένεται<br />
κατά που ορίζει Παύλος, ο Άγιος Απόστολος.</p>
<p>Κρύβει τη δύναμη.<br />
Όσο και ν’ αποπειραθείς<br />
να της βουλώσεις το στόμα<br />
χαμένος κόπος·<br />
δεν φυλακίζεται.</p>
<p>Έρχεται ώρα<br />
που μπορεί ν’ αργεί·<br />
απροσδόκητα κόβει τα δεσμά<br />
κι αλίμονό σου!<br />
Είτε είσαι στη ζωή<br />
ή ένδοξος και τιμημένος μακαρίτης<br />
τη βρίσκεις ογκόλιθο μπροστά σου.<br />
Όμοιο βουνίσιο βράχο.<br />
Βράχο που φάνταζε αμετακίνητος<br />
κι αίφνης κατολισθαίνει<br />
και Νέμεσις από προσώπου γης<br />
επικατάρατο σ’ εξαφανίζει.</p>
<p>22.5.2019</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>II. ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΑ &#8211; ΙΣΤΟΡΙΚΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>Την τελευταία μέρα<br />
αποχαιρετιστήριες επισκέψεις.<br />
Στα γόνατα<br />
έγραφαν επιθανάτιες επιστολές σε οικείους και φίλους.<br />
Οι Άγγλοι<br />
με καθυστέρηση τις παρέδιδαν σφραγισμένες<br />
και αυστηρότατα λογοκριμένες.</p>
<p>Και πριν την εκτέλεση<br />
δέχονταν και τον παπα-Αντώνη<br />
τον ιερέα των φυλακών.</p>
<p>Ιερή η εξομολόγηση<br />
η τέλεια συντριβή τού εγώ<br />
κι ο λόγος ο αγαθός παρηγοριά μεγάλη<br />
κι η Θεία Κοινωνία<br />
εφόδιο<br />
για το στερνό ταξίδι.<br />
Και προσευχόμενοι<br />
διάβαζαν την Αγία Γραφήν<br />
&#8211; τα λόγια του Κυρίου.<br />
Διάβαζαν και άλλα περί τον Θεόν πνευματικά<br />
και ετοίμαζαν τον εαυτό τους<br />
για την έξοδο από το φθαρτό σαρκίο.<br />
Και όπως έγραφαν<br />
βρίσκονταν οι μακάριοι<br />
ανάμεσα αγγέλων τ’ ουρανού<br />
και επί γης ανθρώπων.</p>
<h5><strong>ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Αγγελία από το ραδιόφωνο και σ’ εφημερίδα</em></p>
<p>Πονεμένη<br />
σήμερα<br />
μέρα της κηδείας<br />
πώς μπορούσε να κλάψει άλλο<br />
το παιδί της;<br />
Της απέμειναν δάκρυα;</p>
<p>Με την ανεύρεση<br />
σε ομαδικό τάφο<br />
αντίκρισαν οι συγγενείς<br />
στα πλείστα κρανία<br />
μια οπή από σφαίρα.</p>
<p>Έγκλημα πολέμου.</p>
<p>Ο θάνατος προήλθε<br />
από άνανδρη δολοφονία.</p>
<p>14.10.2010</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς. </em><br />
<em>Και τους μεν θεούς έδειξε, τους δε ανθρώπους, τους μεν </em><br />
<em>δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους.</em><br />
<em>Ηράκλειτος</em></p>
<p>Μη ρωτάς τί είναι πόλεμος.<br />
Όσοι δεν τον έζησαν<br />
ιδέα δεν έχουν.</p>
<p>Στην Κύπρο έζησα τον πόλεμο.</p>
<p>Είδα τη βόμβα<br />
βροχή<br />
έκρηξη<br />
να πέφτει.<br />
Να τινάζει σπίτια.<br />
Ν’ αφήνει χαλάσματα.<br />
Να πυρπολεί και να καψαλίζει<br />
λαμπάδα έναν λεβέντη φίλο μου<br />
τον Ελισσαίο<br />
ήρωα τώρα.</p>
<p>Είδα την ζωή να σπαρταρά<br />
ψάρι απ’ του ψαρά στ’ αγκίστρι.</p>
<p>Πήρε το μάτι μου<br />
μανάδες και πατέρες<br />
όπως τους δικούς μου γονείς<br />
που έχασαν τα παιδιά τους<br />
να οδύρονται.<br />
Ναι, όπως στους τάφους<br />
είδα τη μάνα και τον πατέρα μου<br />
στον τάφο του ήρωα αδελφού μου<br />
Είδα χήρες, ορφανά.<br />
Τώρα<br />
από άλλες χώρες βλέπω καραβάνια<br />
άλλους πρόσφυγες<br />
πουλιά κυνηγημένα<br />
να φεύγουν.</p>
<p>Είδα όμως και τους δικούς μας πρόσφυγες.<br />
Από τα δικά μας βουνά<br />
σε κατάφορτα τροχοφόρα<br />
και σε τρακτέρ<br />
να καταφθάνουν θλιμμένοι και έντρομοι<br />
στην πόλη μας.</p>
<p>Τους είδα σε άδεια σπίτια<br />
να κοιμούνται κατάχαμα<br />
χωρίς κουβέρτες.</p>
<p>Γνωρίζω λοιπόν<br />
γνωρίζω καλά, πάρα πολύ καλά<br />
τί είναι ο πόλεμος<br />
και με καταλαμβάνει θλίψη<br />
θυμός και τρόμος.</p>
<p>Κι η θάλασσα, νησί, μεγάλο νησί<br />
που είναι ο τόπος μου<br />
τί να μας φταίει η θάλασσα;</p>
<p>Μας φέρνει<br />
μουσαφίρηδες ευπρόσδεκτους<br />
σε χωράφια φιλοξενίας<br />
ή μας κουβαλά, μας κουβαλά<br />
δούρειους ίππους, με άλλα ήθη<br />
εν καιρώ<br />
να αλώσουν τα όσια και τα ιερά μας<br />
Όσα μας έμειναν.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙΙ. ΠΡΟΣΩΠΑ</strong></h5>
<h5>
<strong>Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Στο φθαρμένο δάπεδο από ξύλο<br />
το δάκρυ<br />
δεν πρόφταινε μέρα παρά μέρα να στεγνώσει.<br />
Δεν στέρευαν τα δάκρυά του.<br />
Σχημάτιζαν λιμνούλα.<br />
Τον πατέρα μου<br />
νύχτα και μέρα σαράκι τον κατάτρωγε<br />
του αδελφού μου ο θάνατος.<br />
Τρία χρόνια τού πήρε να συνέλθει.<br />
«Θέλω να ζήσω για τον εγγονό μου.<br />
Ποιος θα τον πάρει γαμπρό στην εκκλησία;»<br />
Ένα πρωινό αυτό μου είπε<br />
και τον έσωσε.<br />
Γαμπρό όμως τη μέρα του γάμου<br />
ενώ τόσο το ήθελε, τόσο το λαχταρούσε<br />
προς μεγάλη θλίψη του<br />
ένας αυτόκλητος τον πήρε.</p>
<p>Αύγουστος 2014</p>
<h5><strong>ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΥΚΕΣ ΚΛΩΣΤΕΣ ΠΟΥ ΕΞΕΙΧΑΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Στην πολυαγαπημένη μου Στέλλα</em></p>
<p>Κυριακή πρωί.<br />
Μια που είχε τον χρόνο<br />
συνέχισε να ολοκληρώσει τη γραφή του.<br />
Κεφάλαιο έβδομο.<br />
Βρήκε τον οίστρο του.<br />
Συνεπαρμένος έγραφε, έγραφε<br />
έγραφε&#8230;<br />
Οπόταν απρόσμενη<br />
ακούστηκε η φωνή.<br />
«Έλα, τρέξε, τρέξε, σε χρειάζομαι».<br />
Διακόπτοντας τ’ άφησε όλα.<br />
Στην κουζίνα καθισμένη<br />
κρατούσε η καλή του ένα ψαλίδι.<br />
«Πάρ’ το», του είπε·<br />
και ευθύς τού το έβαλε στο χέρι.<br />
Ήθελε &#8211; ακούς κι εσύ &#8211;<br />
να της κόψει απ’ το μανίκι της<br />
τις δυο λευκές κλωστές που εξείχαν!</p>
<p>7.11.2016</p>
<h5><strong>Η ΑΓΑΠΗ ΣΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ</strong></h5>
<p>Ο Ίβο, ο σλοβένος ποιητής<br />
έλεγε πως του αρέσουν τα λουλούδια.<br />
Κι εκεί, στην Πεσκάρα, πόλη της Ιταλίας<br />
τον παρατηρούσα.<br />
Ενώ βαδίζαμε, άπλωνε χέρι<br />
κι όλο έκοβε μερικά από τους κήπους.</p>
<p>«Τα λουλούδια τ’ αγαπώ<br />
γιατί τ’ αγαπούσε η γιαγιά μου.<br />
Όποιος δεν έχει αγάπη στα λουλούδια<br />
είναι άσχημη, πολύ άσχημη η καρδιά του»·<br />
αυτό μας έλεγε.</p>
<p>Ωστόσο εμένα ο Ίβο<br />
μου θύμισε τον δικό μας ήρωα<br />
τον ποιητή Ευαγόρα.</p>
<p>Προτού πάρει «μιαν ανηφοριά»<br />
προτού να πάρει «μονοπάτια», είχε κι αυτός<br />
το ίδιο ακριβώς συνήθειο.</p>
<p>Από τους κήπους της Πάφου<br />
για τις συμμαθήτριές του<br />
μα πιο πολύ για τη δική του αγαπημένη<br />
και για τα γλυκά της μάτια<br />
προτού ανέβει στο βουνό<br />
έκοβε και δώριζε λουλούδια.</p>
<p>Τελικά<br />
και όπως απεδείχθη<br />
σε Πρωταπριλιά μοναδική και Άνοιξη πατρίδας<br />
που ποτέ δεν έφερε στάχυ μεστό σε θέρος<br />
άλλος υπέρτερος<br />
σφοδρός, μοναδικός<br />
πυρίκαυστος του ήρωα ποιητή μας<br />
υπήρξε ο έρως.</p>
<p>Πεσκάρα της Ιταλίας και Αεροδρόμιο της Ρώμης<br />
(μετά τον αποχωρισμό μας), 25.5.2009</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>IV. ΤΟΠΟΙ, ΜΝΗΜΕΣ, ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ</strong></h5>
<h5>
<strong>Η ΜΟΝΗ ΜΑΣ ΛΑΧΤΑΡΙΣΤΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>Ιούνιο, Ιούλιο κι Αύγουστο μήνα<br />
έδερνε την παραλιακή μας πόλη<br />
&#8211; όπως και τώρα &#8211;<br />
αφόρητη υγρασία και καύσωνας.</p>
<p>Ήλιος πυρφόρος στις τσιμεντένιες οροφές<br />
πυράκτωνε τις σιδεριές.<br />
Ποτάμι έτρεχε στο κορμί ο ιδρώτας.</p>
<p>Χωρίς τα σύγχρονα κλιματιστικά<br />
είχαμε παρηγοριά<br />
ηλεκτρικούς αεριστήρες.<br />
Κι οι γυναίκες συνέχεια του χεριού τους<br />
είχαν τις βεντάλιες.<br />
Ευτύχημα!<br />
Παρηγοριά είχαμε το νερό.<br />
Το κολύμπι στη λεμεσιανή μας θάλασσα.</p>
<p>Κι όσοι το μπορούσαν<br />
την καταφυγή στα χωριά.<br />
Στα ορεινά μας θέρετρα.</p>
<p>Αυτή για χρόνια ήταν η παρηγοριά μας.<br />
Η μόνη μας λαχταριστή διέξοδος.</p>
<h5>
<strong>ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ</strong></h5>
<p>Νεαρός έτυχε<br />
με ολόγιομο φεγγάρι<br />
και κολύμπησε στη θάλασσα νύχτα.</p>
<p>Ήταν η μόνη φορά<br />
που με διαύγεια παρατηρούσε τον βυθό<br />
που κοιτούσε καθαρή<br />
πεντακάθαρη την άμμο<br />
τα ψάρια<br />
τους αστερίες<br />
τα κοχύλια, τα υδρόβια φυτά<br />
τα φύκια.</p>
<p>Πριν κολυμπήσει προηγήθηκε η πανσέληνος.<br />
Την παρατηρούσε.<br />
Έκανε την εμφάνισή της μέσα από τη θάλασσα<br />
κι ανέβαινε, ανέβαινε, ανέβαινε 15<br />
και το αργυρό της φως<br />
έσκιζε σεντόνι το σκοτάδι<br />
μέχρι που έκανε<br />
ολόφεγγη και όμορφη τη νύχτα.</p>
<p>Καλοκαίρι 2010</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>V. ΑΥΤΕΠΙΣΤΡΟΦΟΙ ΕΤΑΣΜΟΙ</strong></h5>
<h5>
<strong>ΑΙΦΝΗΣ TOY ΗΡΘΕ Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ</strong></h5>
<p>Για ικανό καιρό<br />
δεν του ερχόταν η έμπνευση.<br />
«Πάει, στέρεψα»<br />
προς στιγμή συλλογιζόταν.<br />
Ωστόσο<br />
μ’ ένα στυλό παρά πόδας ως στρατιώτης<br />
και με λευκό χαρτί<br />
υπομονετικά περίμενε.<br />
Αίφνης χαρά.<br />
Του ήρθε επιτέλους ευλογία η έμπνευση.<br />
Κι έγραψε<br />
όχι μόνο τον πρώτο, τον δεύτερο<br />
αλλά και τον έσχατο καταληκτήριο στίχο.<br />
Και χάρηκε.</p>
<p>Λεμεσός, 12.11.2014</p>
<h5><strong>MIA ΑΝΘΟΛΟΠΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Στον αείμνηστο Ανδρέα Παστελλά </em><br />
<em>που έγινε η αφορμή να το γράφω</em></p>
<p>Τί είναι μια ποιητική ανθολογία;<br />
Είναι &#8211; θαρρώ &#8211;<br />
ένα πλατάνι με βαθιές ρίζες<br />
κοντά σε ποτάμι.<br />
Στα κλαδιά του κάθονται<br />
από το πρωί ως το βράδυ πουλιά.<br />
Κι ακούς·<br />
ξεχωρίζεις τα πουλιά.<br />
Καθένα με την ιδιαίτερη φωνή του.<br />
Και κάθε φωνή<br />
ή σ’ ευφραίνει ή σ’ απωθεί.<br />
Η ευφρόσυνη σε τέρπει.<br />
Η παράφωνη ή παράταιρη σε απωθεί<br />
και σου χαλάει την τέρψη.</p>
<p>Λεμεσός, Ιούνιος 2023</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>VI. ΑΝΑΧΩΡΗΤΙΚΑ</strong></h5>
<h5>
<p><strong>ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Είναι φορές που είχε λαχτάρα<br />
από το βουνό<br />
να μεταφέρει στην αυλή του<br />
(επιθυμία και πειρασμός μεγάλος)<br />
έναν πελώριο βράχο!<br />
Και τεχνίτης<br />
(που δεν είναι, και όμως φανταζότανε πως είναι)<br />
στην άμορφη μάζα<br />
με σμίλη, μεράκι και σφυρί<br />
είχε λαχτάρα<br />
να δώσει στον βράχο<br />
μια άλλη εντελώς μορφή.</p>
<p>Με φαντασία γλύπτη<br />
το άμορφο σχήμα<br />
να μεταμορφώσει &#8211; ακούς κι εσύ &#8211;<br />
σ’ ένα έξοχο και υπέροχο γλυπτό.</p>
<p>Κι όταν<br />
ο θνητός και παρεπίδημος αποδημήσει<br />
η μεταμορφωμένη ύλη<br />
έργο πια άφθαστης τέχνης<br />
(ματαιότητα)<br />
ίχνη από το φευγαλέο πέρασμά του<br />
σεμνά κι απλά<br />
να τον θυμίζει.</p>
<p>Λάνια, 30.7.2010</p>
<h5>
<p><strong>ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΕΚΤΑΚΤΗ ΣΥΝΟΜΙΑΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Νά το λοιπόν.<br />
Κι εσύ τελικά πηγαίνεις<br />
φιρί φιρί να με προδώσεις.</p>
<p>Το έκαναν ήδη &#8211; όπως θα πρόσεξες &#8211;<br />
και μερικά άλλα ζωτικά όργανα.<br />
Κλείσαν το μαγαζί.<br />
Κατέβασαν ήδη τα ρολά<br />
εβάλανε λουκέτο.</p>
<p>Γι’ αυτό σού λέω:<br />
«Κράτα καλά, κυρά μου.<br />
Κράτα.<br />
Όπως ξέρεις<br />
έχω προγραμματίσει<br />
αρκετά άλλα πράγματα<br />
να πράξω ακόμα.</p>
<p>»Νά, έχω την Ποίηση<br />
που άρχισα και δεν τέλειωσα ακόμη.<br />
Έχω και την πεντάχρονη σήμερα εγγόνα μου<br />
μα και τ’ άλλα δυο βρέφη, δίδυμα εγγονάκια<br />
αγόρι και κορίτσι<br />
που θα επιθυμούν διακαώς<br />
να με γνωρίσουν.<br />
Έχω από κοντά &#8211; εντός ολίγου &#8211;<br />
και άλλους δυο αγέννητους εγγονούς·<br />
τους αναμένω.<br />
»Γι’ αυτό, καλά και παστρικά, σου εξηγούμαι.<br />
Καρδιά μου, επικίνδυνες<br />
παρασπονδίες σε μένα<br />
να μην τις κάνεις».</p>
<p>30.6.2004</p>
<p style="padding-left: 120px;">Σημ. ποιητή: Γραμμένο ύστερα από μια σοβαρή περιπέτεια της υγείας μου<br />
και σε ανάμνηση και απόπειρα μίμησης της γραφής του Κώστα Μόντη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΘΥΣΙΑ ΕΝΟΣ ΗΡΩΑ (2019)</strong></h4>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ</strong></p>
<p><strong>Ο αδελφός μου νεκρός</strong></p>
<p>Μετά από την περιπέτεια για την περισυλλογή των λαφύρων, φτάσαμε στον αυλόγυρο της A&#8217; Αστικής Σχολής Λεμεσού, στον χώρο συγκέντρωσης της μονάδας πριν από την αναχώρηση. Όλοι βρίσκονταν στην αναμονή. Περίμεναν να σταλούν, από το ΣΕΜ, τα οχήματα μεταφοράς για επιβίβαση και αναχώρηση. Ως όφειλα, ανέφερα στον ταγματάρχη εκτέλεση διαταγής.<br />
Στον αυλόγυρο της Α&#8217; Αστικής ήταν που πληροφορήθηκα πως ο Σπύρος, ο αδερφός μου, είχε «λιγάκι» πληγωθεί και πως πληγωμένος βρισκόταν στο νοσοκομείο. Όταν έφτασα, έναν από τους πρώτους που συνάντησα ήταν τον Λουκή, ένα καλό μου ξάδελφο. Μέσα στη μεγάλη σύγχυση που επικρατούσε, πού να φανταστώ τι γύρευε ή τι ήθελε να μου πει ο καλός μου ξάδελφος. Ή πού να φανταστώ, αφού δεν ήταν έφεδρος, αφού σαν μεγαλύτερος μου μερικά χρόνια, γέννημα της δεκαετίας του 1930, ποτέ του δεν πήγε στρατιώτης. Απλώς έμαθε για τον αδελφό μου και με έψαχνε. Ήθελε να μου μιλήσει, να με πληροφορήσει, να μου πει τα καθέκαστα.<br />
Τον Λουκά Λουκαΐδη, τον ξάδελφό μου, τον συνάντησα ακουμπισμένο σ&#8217; ένα τοιχαράκι στην είσοδο του σχολικού θεάτρου. Του μιλούσα για τα γεγονότα. Αυτός, κάτωχρος, ενώ του μιλούσα με κοιτούσε και δεν μου απαντούσε παρά λυπημένα με κοίταζε. Μαχαίρι να του έμπηγα μόνο με κοίταζε και δεν μου απαντούσε. Ενώ πάντα μαζί μου συνήθως ήταν τόσο ομιλητικός, εκείνη τη μέρα δεν έβγαζε άχνα.<br />
«Να έχει κάτι μαζί μου;», διερωτήθηκα.<br />
Ωστόσο, ο Χάρης, ο γείτονάς μας ο βιοτέχνης, το Χαρούιν, έτσι χαϊδευτικά τον λέγαμε και τον φωνάζαμε, που έφτιαχνε από αλουμίνιο μαγειρικά σκεύη στην οδό Αγίου Ανδρέου και η βιοτεχνία του βρισκόταν ελάχιστα μέτρα πιο κάτω από το δικό μας κατάστημα, πολύ φίλος με τον Σπύρο, με πλησίασε. Το μουτράκι του, έτσι μικρόσωμος και ντελικάτος καθώς ήταν, με μια χωρίστρα στη μέση των στιλπνών μαλλιών του, έδειχνε και αυτός αλαφιασμένος.<br />
«Έλα πάμε», μου είπε, «θέλω να σου μιλήσω».<br />
«Μα, δε βλέπεις, βρε Χάρη; Αναχωρούμε. Όπου να &#8216;σαι αναχωρούμε. Θα μας πάρουν να υπερασπιστούμε τη Λευκωσία που κινδυνεύει», του απάντησα.<br />
Αυτός συνέχιζε και επίμονα με έσπρωχνε. Με πήρε από το μπράτσο και ένιωθα πως ήθελε να μου πει κάτι το πολύ σημαντικό και απόλυτα προσωπικό.<br />
Ο Χάρης, λίγο προχωρημένης ηλικίας νέος &#8211; είχε περάσει τα 30 &#8211; πριν ξεσπάσει το μεγάλο κακό, έλα βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε, προσπαθούσαμε να του προξενέψουμε μια κοπέλα συγγενή μας και σχεδόν κάθε μέρα τα λέγαμε:<br />
«Πάρ&#8217; τη ρε Χάρη και δεν θα το μετανιώσεις. Πάρ&#8217; τη, να γελάσει και λίγο το πρόσωπο της καημένης της μάνας σου».<br />
Αυτός, παρόλο που ήθελε την παντρειά, ψυχοζυγιαζόταν και όλο το ανέβαλλε. Του άρεσε η μπερμπάντικη ζωή έλεγε και δεν συμμαζευόταν.<br />
«Είναι καλά. Όμως παντρεύτηκα, έκαμα οικογένεια, έκαμα παιδιά, πάει χάθηκε η ελευθερία μου», μας απαντούσε.<br />
«Βρε, τα χρόνια περνούν κι έτσι όπως το πηγαίνεις, μη κακό σου, γεροντοπαλλήκαρο θα μας καταντήσεις».<br />
«Θα σας απαντήσω, θα σας απαντήσω», μας έλεγε.<br />
Ωστόσο, από μέσα μου κάτι ψυλλιάστηκα.<br />
Από το ισόγειο του σχολείου μ’ ανέβασε στον πρώτο όροφο.<br />
«Ξέρεις;», μου είπε, «Ξέρεις;»<br />
«Μα τι να ξέρω, βρε Χάρη;»<br />
Κόμπιαζε να μου πει. Τον έβλεπα. Δυσκολευόταν. Ζύγιαζε τις λέξεις, δεν του έβγαιναν. Ένας κόμπος, δένονταν οι λέξεις στο λαρύγγι του, και όσο τις έσπρωχνε, δεν του έβγαιναν.<br />
«Επιτέλους, βρε αδερφέ, θα μου πεις ή δεν θα μου πεις; Μ’ έχεις σκάσει», τον μάλωσα.<br />
«Να, ξέρεις, ο Σπύρος, ο αδερφός σου είναι λίγο τραυματισμένος στο νοσοκομείο. Πάρε άδεια να πας να τον δεις προτού αναχωρήσουμε», μου αποκάλυψε.<br />
Από τον πρώτο όροφο που μ’ ανέβασε τη σκάλα την κατέβηκα τρεχαντήρι. Βρήκα τον ταγματάρχη και του ζήτησα άδεια.<br />
«Κύριε διοικητά, μόλις με πληροφόρησαν ότι ο αδελφός μου είναι τραυματίας στο νοσοκομείο. Αιτούμαι, πριν από την αναχώρησή μας, ολιγολέπτου αδείας να τον επισκεφθώ».<br />
«Αμέσως τώρα να πας. Θα σε περιμένουμε, αν στο μεταξύ μας προφτάσεις», μου απάντησε.<br />
Με τα όσα μου ανάφερε έδειχνε και αυτουνού περίεργη η στάση του. Με κρεμασμένο το Έμφιλ τέσσερα, το όπλο μου, στον ώμο, βάδην, τράβηξα προς το νοσοκομείο. Ποδαρόδρομο με χώριζε απόσταση, ανάλογα με το περπάτημα, πέντε με δέκα λεπτά. Άνθρωπος όμως φύσει αισιόδοξος, άτομο που ποτέ μα ποτέ δεν έβαλε κακό στο μυαλό του, βάδιζα με τη σκέψη πως ο αδελφός μου, το πολύ να ήταν λιγάκι «ξώπετσα», που λέμε, τραυματισμένος. Πού όμως, ο χαντός, να φανταστώ το χειρότερο! Πού, μέσα από τη βουβαμάρα του Λουκή,<br />
του ξάδελφού μου ή μέσα από τα μασημένα λόγια του Χάρη, του γείτονά μας, να φανταστώ το ανεπανόρθωτο! Έπρεπε να φτάσω και να περάσω την είσοδο του Νοσοκομείου και να μπω στον μεγάλο αυλόγυρο για να μάθω.<br />
Ο μεγάλος αυλόγυρος του νοσοκομείου ήταν ασφυκτικά γεμάτος από κόσμο. Μόλις οι πάντες με αντιλήφθηκαν έφτασε στην ακοή μου ο ψίθυρος: «Ήρθε ο αδελφός του, ήρθε ο αδελφός του» και αίφνης, έτσι όπως ήταν όλοι διάσπαρτοι, κάτι που μου θύμισε χορό ελληνικής τραγωδίας, οπισθοχώρησαν<br />
αδειάζοντας τον χώρο για να περάσω. Έπιασα να ρωτώ, αν γνώριζαν να μου πουν κάτι για τον αδελφό μου. Όλοι με κοίταζαν και όπως ο Λουκής, κανένας μα κανένας τσιμπιά να τους έδινα, μαχαίρι να τους έμπηγα, δεν μου απαντούσαν. Οπότε, ενώ βρισκόμουν μόνος στο μέσο του αυλόγυρου, είδα να έρχεται τρεχάτη, αλαφιασμένη και δακρυσμένη, η Δέσποινα. Η αγαπημένη μου ξαδέλφη, η αδελφή νοσοκόμος. Έτρεξε και με σφιχταγκάλιασε.<br />
«Γιώργο μου, Γιώργο μου, να με συγχωρέσεις, τελικά θα το έμαθες;», με ρώτησε.<br />
«Τι να μάθω ξαδέλφη;», απορημένος τη ρώτησα.<br />
«Χάσαμε τον Σπύρο, τον αδελφό σου».<br />
«Πώς, τι έγινε;», τη ρώτησα.<br />
«Χθες το απόγευμα, γύρω στις έξι μας τον έφεραν τραυματισμένο. Μας μιλούσε. Είχε μπηγμένη στην πληγή του στο στήθος μια γάζα και προτού ανεβεί στο χειρουργείο μας μιλούσε».<br />
«Μα, όταν ψες αργά που ήρθα και σε ρωτούσα για τον αδελφό της Δομνίκης, γιατί Δέσποινα δεν μου είπες, γιατί δεν<br />
μου ανέφερες τίποτα;»<br />
Η Δέσποινα, όταν πέρασα από το νοσοκομείο, με εκλιπαρούσε.<br />
«Μείνε λίγο. Έλα, κάτσε εδώ στο παγκάκι, με παρότρυνε, να σου φέρω μια λεμονάδα να δροσιστείς».<br />
«Όχι, της απάντησα, έχω υπηρεσία. Στην Κλινική Ιωσηφίδη μας φέρνουν αιχμάλωτες Τουρκάλες και γυναικόπαιδα. Είμαι υπεύθυνος για τη φύλαξή τους. Πήρα άδεια μισή μόνο ώρα για να μάθω τι έγινε ο φίλος μου. Τώρα όμως που έμαθα και μιας που είναι κοντά το σπίτι μου πάω να δώσω στον<br />
μεγάλο μου γιο την τούρκικη σημαία. Αν σκοτωθώ να την έχει φυλακτό και να με θυμάται».<br />
Η Δέσποινα, όμως, με παρακαλούσε και επέμενε. Μα πού όμως πού να φανταστώ! Έφυγα.<br />
«Ξάδελφε, ήθελα να σε κρατήσω. Να βρω τρόπο να σου το αναφέρω. Θυμάσαι; Στην αμηχανία μου προσπαθούσα να σε κεράσω λεμονάδα, προσπαθούσα να σε καθυστερήσω. Μέχρι να βρω το κουράγιο. Εσύ βιαζόσουν, ήθελες να φύγεις. Ποιος σε συγκρατούσε! Αν όμως ερχόσουν πέντε λεπτά νωρίτερα θα πρόφτανες να τον δεις. Μόλις τον είχαν κατεβάσει από το χειρουργείο για να τον πάνε στο νεκροτομείο. Όλο το βράδυ<br />
έδερνα το μυαλό μου πώς και με ποιον τρόπο να το μηνύσω<br />
στην οικογένεια», αυτά με δάκρυα μου είπε.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ</strong></p>
<p>Σε ώρες δύσκολες, παρηγοριά και βακτηρία μου η ποίηση</p>
<p>Την επόμενη μέρα της κηδείας, θλιμμένος, δεν ήθελα, δεν μπορούσα να δω άνθρωπο. Ήθελα να μείνω μόνος, κλεισμένος στον εαυτό μου. Η απουσία του Σπύρου από τη ζωή μου μα και η έντονη αόρατη παρουσία του ήταν εμφανής. Και ομολογώ, από τη μέρα της αποδημίας του υπήρξε<br />
στη ζωή μου ο μεγάλος απών και, ταυτόχρονα, θα έλεγα, ο ακατάπαυστα, μέχρι σήμερα, αεί παρών. Πήρα ένα τετράδιο, ένα εντελώς άδειο τετράδιο και μια πένα που ποτέ δεν έλειψε από το χέρι μου και έδωσα στη σύζυγό μου ρητή εντολή: «Σε παρακαλώ άκουσέ με, θα βρίσκομαι στη βεράντα. Δεν θέλω, καλή μου, κανένα, μα κανένα να έρθει να με παρηγορήσει. Μα<br />
ούτε και τα δυο παιδιά μας να μ&#8217; ενοχλήσουν».<br />
Στη βεράντα που έβλεπε στην πίσω αυλή με τη δίφωρη λεμονιά, τη νεραντζιά και τ&#8217; άλλα οπωροφόρα πήγα και άραξα. Εδώ, που πάντα και για ώρες και για χίλια δυο ερχόταν και κουβεντιάζαμε ο αδελφός μου και πλάθαμε όνειρα. Ακούμπησα τους αγκώνες στο μεταλλικό τραπεζάκι και με τις δύο χούφτες κράτησα για λίγο το κεφάλι. Όλα όσα έζησα μαζί του, από το πρώτο του κλάμα μέχρι τις τελευταίες στιγμές, αστραπή και σαν από οθόνη, πέρασαν από μπροστά μου. Οι σκηνές, έρχονταν και έφευγαν και επανέρχονταν. Έρχονταν κι έφευγαν, πιο έντονες OL εικόνες από την επίσκεψή μου στο νεκροτομείο. Άνοιξα το άδειο τετράδιο, πήρα την πένα και άρχισα να γράφω. Να γράφω. Να, πώς προήλθαν τα δεκαέξι άτιτλα ποιήματα «Οιμωγή στο νεκρό αδελφό μου», που τρία χρόνια αργότερα, το 1977, μαζί με το ποίημα «Γη της Κύπρου» κόσμησαν το πρώτο μέρος της πρώτης εκδομένης ποιητικής μου συλλογής με τον τίτλο «Στον ίσκιο του θανάτου». Όπως, κι ένα θαυμαστό όνειρο που είδα στον ύπνο μου στην πόλη Seregnio της Ιταλίας και έντρομος ξύπνησα, έγινε αφορμή να γράψω το 1989, μια άλλη ποιητική συλλογή, καλύτερα μια καταξιωμένη ποιητική σύνθεση με τον τίτλο «Ο αδελφός μου<br />
Ονήσιλος».<br />
Στη βεράντα του σπιτιού μου λοιπόν μου ήρθε η έμπνευση και άρχισα να γράφω, να γράφω&#8230; Όλα, και στα δεκαέξι ποιήματα, από συναισθηματισμό και από αγάπη, στην κάθε φορτισμένη λέξη, δεν τόλμησα να επέμβω, και έτσι όπως πρώτο γράφτηκαν τα δημοσίευσα. Από συναισθηματισμό και σεβασμό στην πρώτη γραφή τους δεν τόλμησα να βελτιώσω ή ν’ αλλάξω ούτε μιαν αδόκιμη λέξη ή έστω να βελτιώσω ένα τους στίχο! Όλα, και τα δεκαέξι, αποτέλεσαν, όπως ανάφερα, την πρώτη ποιητική ενότητα από τις επτά ενότητες του όλου βιβλίου και έτσι άτιτλα όπως γράφτηκαν, για την πονεμένη<br />
και ματωμένη ιστορία της γραφής τους, τα παραθέτω.</p>
<p><strong>Οιμωγή στο νεκρό αδελφό μου</strong></p>
<p>Ι</p>
<p>Τόσα κορμιά και τόσο αίμα σήμερα<br />
στο νεκροτομείο της πόλης μου.<br />
Απάνω τους, νεκρός Εσταυρωμένος,<br />
εσύ Σπόρο, αδελφέ μου αγαπημένε.<br />
Μ&#8217; ένα τραύμα κατάστηθα να τρυπά<br />
όλα σου τα σωθικά.<br />
Με μια σφαίρα «μπράουνιγκ»<br />
να τέμνει βασική αρτηρία ζωής.<br />
Να μεταγγίζει στις δικές μας φλέβες<br />
το δικό σου τίμιο αίμα.<br />
Τη δική σου ιχώρα.</p>
<p>II.</p>
<p>Να δρασκελάς τόσα παλικάρια<br />
λαβωμένα και ξέψυχα.<br />
Να δρασκελάς τόσα παλικάρια<br />
μ’ ένα τραύμα αιμάτινο και βαθύ στο μέτωπο.<br />
Μ’ ένα τραύμα αιμάτινο και βαθύ<br />
στην καρδιά ή το στήθος.<br />
Να μετράς τόσες μορφές γνώριμες<br />
γερμένες στο κρύο μαρμάρινο πάτωμα.<br />
Ποιος ο γνώριμος ή ο φίλος;<br />
Μα εσύ ν’ αντέχεις να δρασκελάς<br />
για το δικό σου αδέλφι το λαβωμένο<br />
και να το βρίσκεις να σε κοιτά κι αυτό ξέψυχο.</p>
<p>IΙΙ</p>
<p>Τόσα κορμιά στο νεκροτομείο της πόλης μου.<br />
Από τότε που κτίστηκες, μικρό σπιτάκι<br />
με τις δυο κάμαρες, σε ρωτώ<br />
πότε γνώρισες τόσους λεβέντες επισκέπτες νεκρούς;<br />
Σήμερα που ‘χουμε πόλεμο (και τι πόλεμο!)<br />
άνοιξες διάπλατα τις πόρτες σου όλες!</p>
<p>IV</p>
<p>Γονατώ, αδελφέ μου Σπύρο, στο σωρό των ηρώων<br />
να σ’ αγκαλιάσω.<br />
Γονατώ, αδελφέ μου Σπύρο και ματώνομαι από το αίμα σου.<br />
Από το αίμα όλων σας, νεκρά μου αδέλφια.<br />
Κάποτε, θυμάμαι, σεχάιδευα- πιο μεγάλος εγώ &#8211;<br />
Στην παιδική σου κούνια.<br />
Κι εσύ ιρίδιζες χαμόγελα ευτυχίας.<br />
Σήμερα πάλι σκύβω να σε χαδέψω στο πρόσωπο.<br />
Στα δέκα μου δάκτυλα παγώνει το αίμα<br />
με την πρώτη αφή της ολύμπιας μορφής σου.<br />
Τίποτα στο κορμί σου δεν είναι ζεστό<br />
μονάχο το άλικο αίμα<br />
της βαθιάς αιμάτινής σου πληγής.<br />
Τίποτε στο κορμί σου δεν είναι ζεστό<br />
Μονάχα η αγάπη γυάλινη, εξωγήινη στη ματιά σου<br />
να με κοιτά.</p>
<p>Πόσα φιλιά, αδελφέ, ήθελα να σου &#8216;δινα!<br />
Πόσα φιλιά κι αγκαλιάσματα!<br />
Όσα δεν πρόφτασα μικρός.<br />
Όσα δεν πρόφτασα μεγάλος.<br />
Δεν στα ’δωσα<br />
Για να στα δώσω μαζεμένα στο μικρό σου γιο<br />
των ένδεκα ημερών<br />
που ξεψυχώντας μας άφησες.<br />
Το ακριβό υποκατάστατο σου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΘΗΤΕΙΑΣ (2017)</strong></h4>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ</strong></p>
<p><strong>Πώς φτάσαμε στα γεγονότα</strong></p>
<p>ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ Χριστούγεννα, με τις υποψίες για τα μυστικά σχέδια των Τούρκων, εντελώς ανήμπορη η δική μας πλευρά, εξαναγκασμένη από τα γεγονότα και απροετοίμαστη, έτρεχε και δεν πρόφταινε, για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση.<br />
Ύστερα από χρόνια, θυμάμαι, ο ραδιούργος Ραούφ Ντενκτάς, συχνά και με αναίδεια όχι ενός αλλά ενός εκατομμυρίου πιθήκων, ερχόταν και κατηγορούσε εμάς, τους Έλληνες, ενώ, κυρίως ήταν ο ίδιος, ο υποκινητής της ανταρσίας του 1963. Ωστόσο, υπήρχε και η άλλη μεγάλη αλήθεια, που μας φανερώνεται, τεκμηριωμένη, μέσα από τα απόρρητα έγγραφα, που ήρθαν στο μεταξύ στο φως. Υποκινητές και συνειδητοί συνωμότες υπήρξαν: ο Δρ Φαζίλ Κιουτσούκ, πρώτος Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Οσμάν Ορέκ, πρώτος υπουργός Άμυνας και ο ίδιος Ραούφ Ντενκτάς, πρόεδρος της τότε Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης που με την ίδρυση της οργάνωσης ΤΜΤ, με επίσκεψή τους στην Άγκυρα, το 1956, από πλευράς Τουρκοκυπρίων οι ενταγμένοι και τα βασικά και κύρια της στελέχη της, στο όλο στημένο σύστημα συνωμοσίας<br />
και στον μηχανισμό για την ανακατάληψη της Κύπρου από την Τουρκία. Αυτοί ήταν οι συνωμότες, οι υπέρμαχοι, καταρχήν του «ταξίμ για ολούμ» («διχοτόμηση ή θάνατος»). Η σκληρή γραμμή που χάραξε ο Νιχάτ Ερίμ ήταν η εθνική τους γραμμή που, πατριωτικά, αγκάλιασαν, από το 1956, όλες οι πολιτικές παρατάξεις στην Τουρκία αλλά, προπαντός το βαθύ της κράτος. Χαραγμένη εθνική γραμμή, που αποσκοπούσε σταθερά οι ένα και μόνο τελικό και αταλάντευτο σκοπό: την ανακατάληψη και ανάκτηση του νησιού. Αυτή η νοσηρή αντίληψη, ότι η Κύπρος, παρόλη την ελληνική και μακραίωνη ιστορία της, ανήκει στην Τουρκία, έσπρωχνε συχνά και μετά την τούρκικη εισβολή του 1974, τον ίδιο τον Ραούφ Ντενκτάς να δηλώνει ότι «η Κύπρος είναι τουρκική». Οι συχνές δηλώσεις του &#8211; για όσους γνώριζαν ιστορία &#8211; μας παρέπεμπαν στα ζοφερά χρόνια της περιόδου της πρώτης Τουρκοκρατίας. Αυτά που ακολούθησαν την κατάκτηση του νησιού, το 1570, από τον Σουλτάνο Σελίμ Β&#8217;.<br />
Πόσο τώρα όμως, από ελλαδικής πλευράς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ευθυνόταν για την μη καλή διαχείριση του αγώνα της Κύπρου να ενωθεί με τη μητέρα Ελλάδα; Ο αείμνηστος καθηγητής Νεοκλής Σαρρής, στον Καραμανλή και πιο ειδικά στον υπουργό του των Εξωτερικών, τον Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα φορτώνει μεγάλες και ασήκωτες ευθύνες.<br />
«Πρώτος ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, στη Νέα Υόρκη και στη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, πάτησε τη πεπονόφλουδα που ύπουλα τού έστησε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών. Τι είχε όμως προηγηθεί; Ήρθε η σειρά του Αβέρωφ να ανεβεί στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης. Με μια θαυμάσια ομιλία, που καταχειροκροτήθηκε, μίλησε για το δίκαιο αίτημα της Κύπρου για Αυτοδιάθεση, δικαίωμα που μετά τον Β&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισαν ν’ αποκτούν αρκετοί άλλοι υπόδουλοι λαοί. Πού όμως να σημειώθηκε το ολίσθημά του; Ενώ τα χειροκροτήματα, παρατεταμένα, συνεχίζονταν, και μετά την κάθοδό του από το βήμα, ο Ζορλού, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, είχε σηκωθεί από τη θέση<br />
του, και κατερχόμενος από το βήμα, αφού με χειραψία τον συνεχάρη θερμά «για την θαυμάσια ομιλία του», τον αγκάλιασε και πονηρά του ψιθύρισε στο αυτί: «Ώρα κύριε συνάδελφε, να λύσουμε το Κυπριακό με βάση τις δύο κοινότητες». Οπότε ο ανίδεος και αφελής Αβέρωφ, τον πίστεψε. Πάτησε την πεπονόφλουδα και άρχισε συνομιλίες, στη συνέχεια, σε μια απαράδεκτη και εντελώς λανθασμένη βάση. Με αυτό τον τρόπο μας προέκυψε η επάρατη συμφωνία της Ζυρίχης και Λονδίνου αφού παρακάμφθηκε η διεθνώς παραδεδεγμένη αρχή ότι: σ&#8217; ένα Ανεξάρτητο και Κυρίαρχο κράτος, η πλειοψηφία του πληθυσμού κυβερνά και η μειοψηφία, με διεθνείς συνθήκες,<br />
κατοχυρώνεται». Αυτά μας είπε ο καθηγητής Νεοκλής Σαρρής<br />
και συμπλήρωσε: «Ως αποτέλεσμα ο Καραμανλής, όπως και ήταν φυσικό, δέχθηκε αυστηρότατη κριτική για τις συμφωνίες αυτές, που κατοχύρωναν πια, ως ισότιμο εταίρο στη μεγαλόνησο, την Τουρκία».<br />
Παρ’ όλ’ αυτά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ κανένα βήμα προς τη «λύση» του Κυπριακού χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.<br />
Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, ο Καραμανλής ηττήθηκε από την «Ένωση Κέντρου» του Γεωργίου Παπανδρέου. Με πρωθυπουργό τον Παπανδρέου επέλεξε η Άγκυρα να διενεργήσει την προσχεδιασμένη ενέργειά της, με τη χρήση του κεκτημένου ήδη από τις Συμφωνίες δικαιώματος αρνησικυρίας.<br />
«Μακαριότατε, χωρίς καμιά προσυνεννόηση μαζί μας, να μην παίρνετε από μόνος σας αποφάσεις που μπορεί να γίνουν αιτία να βλάψουν τον Ελληνισμό της Κύπρου και τα ευρύτερα εθνικά συμφέροντα», μάταια διαμήνυε στον Αρχιεπίσκοπο ο νέος πρωθυπουργός.<br />
Στο μεταξύ, η Άγκυρα, για να υλοποιήσει όλα τα προαποφασισμένα της, προχωρούσε ακάθεκτη και χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό. Ο υπό πλήρη κάλυψη αόρατος μυστικός βραχίονας του στρατού της, με εντολές του Ισμαήλ Τάνσου, από την Άγκυρα, δημιουργούσε προκατασκευασμένα επεισόδια, προβοκάτσιες, που η στημένη τούρκικη προπαγάνδα, τα φόρτωνε στη δική μας πλευρά. Όπως τη βόμβα που τοποθέτησαν στα ενετικά τείχη της Λευκωσίας, στο τέμενος του μπαϊρακτάρη. Ή τον εκτόπισμά Τουρκοκυπρίων, που τον επεδίωκε με προσχεδιασμένα επεισόδια και εξανάγκαζε χιλιάδες Τουρκοκύπριους, από φόβο για τη ζωή τους, να εγκαταλείψουν τα χωριά, τα<br />
σπίτια και τις περιουσίες τους. Με τον Ραούφ Ντενκτάς, που τους παρουσιαζόταν προστάτης και ο από μηχανής θεός να τους μεταφέρει σε «προστατευόμενες» από τους ίδιους περιοχές. Την ίδια στιγμή, αδίστακτοι προέβαιναν σε δολοφονίες συμπατριωτών τους. Όσων υποστήριζαν τη συνύπαρξη και τη συμβίωση σε ένα δημοκρατικό καθεστώς.<br />
Όσο για τη συνέργεια των Άγγλων στη συνωμοσία εναντίον των Ελλήνων, αυτοί γνώριζαν και παρατηρούσαν τα πάντα, γνώριζαν και υποκινούσαν και παρακολουθούσαν τα πάντα, ήταν οι αρχιτέκτονες της ανατροπής και έκαναν πλάτες στους Τουρκοκύπριους συνωμότες υπέρ του «ταξίμ», της διχοτόμησης του νησιού μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ (2010)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΘΛΙΨΗ</strong></h5>
<p>Σε περίμενα<br />
Σε περίμενα κι εγώ<br />
Πενταδάκτυλέ μου<br />
μια μέρα ν’ ανασηκώσεις τη ράχη σου<br />
και να τους απωσείσεις.<br />
Αντ’ αυτού, εσύ, καμιά κίνηση.<br />
Ομολογώ<br />
πώς ανεπιφύλαχτα σε κατανοώ πλήρως.<br />
Γιατί να το κάνεις εσύ,<br />
μια που εμείς<br />
καταντήσαμε κάτι χειρότερο και από Συβαρίτες&#8230;<br />
Είδος δηλαδή προς ονειδισμό<br />
Έλληνες δηλαδή προς εξαφάνιση.<br />
Και μαραζώνω,<br />
και θλίβομαι<br />
και βλέπω έναν Παντελή Μηχανικό και ένα Ονήσιλο<br />
&#8211; Πατριώτη με πι Κεφαλαίο &#8211;<br />
για την αφύπνισή μας<br />
και για να βρούμε, επιτέλους, το δρόμο μας<br />
την ύστατη ώρα<br />
από το κρανίο &#8211; μελίσσι του<br />
να μας εξαποστέλλει<br />
όλες, μα όλες τις άγριες μέλισσές του.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Ημικατεχόμενη Κύπρος<br />
Λεμεσός 11.12.2009.</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Κι ο ποιητής<br />
στην όχθη του κόσμου<br />
[μερικοί λένε στην καρδιά του κόσμου]<br />
μόνος, κατάμονος<br />
στην απόλυτη μοναξιά του<br />
κρατεί την πέννα και το κεφάλι του<br />
σκεφτικός.<br />
Συλλογίζεται την αλήθεια<br />
και βαδίζει ανάμεσα στο πλήθος<br />
πουλί, αηδόνι<br />
έκθετο<br />
στην πρώτη<br />
και έσχατη σφενδόνη.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Χωριό Λάνια, 18. 08. 1987.</p>
<h5><strong>Ο ΤΥΦΛΟΣ ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ωστόσο μου έμεινε στη μνήμη<br />
Εκείνος ο συμπολίτης μας<br />
κοντόσωμος, τυφλός,<br />
βιολιστής.</p>
<p>Σχεδόν ρακένδυτος,<br />
στη δυστυχία του σχεδόν ευτυχής<br />
καθισμένος διπλοπόδι<br />
στο πεζοδρόμιο.<br />
Συνέχιζε τις χαρούμενες μελωδίες<br />
στο δοξάρι του.</p>
<p>Με το τραγούδι,<br />
[δια τα προς το ζειν]<br />
έτερπε, ευφρόσυνη, βραχνή,<br />
παραπονιάρα θα έλεγα η φωνή του<br />
«Στο όνομα του Ιησού Χριστού<br />
ό,τι προαιρείσθε χριστιανοί»<br />
τον κάθε διερχόμενο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λεμεσός 30.06.1995</p>
<h5><strong>ΟΠΩΣ ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙΑ</strong></h5>
<p>Ελάχιστοι, το πρόσεξαν το θέαμα<br />
που λίαν πρωί παρατηρούσα<br />
στο στηθαίο ψηλά<br />
του απέναντι τετραώροφου κτιρίου<br />
[εκείνου με τα πολλά γραφεία].<br />
Αλαφιασμένοι πετούσαν<br />
κι ακροβολίστηκαν<br />
ο ένας κοντά στον άλλο,<br />
όπως οι στρατιώτες σε κορυφογραμμή βουνού<br />
σμήνος, οι γλάροι.</p>
<p>Μέρες χειμώνα<br />
κι αγριεμένο το υγρό στοιχείο,<br />
ακούσια τους απόδιωξε.<br />
Κι’ όσο βυσσομανά η τρικυμία στο πέλαγος<br />
προς το μέρος της στεριάς, η τροφός θάλασσα,<br />
αποξενωμένους θα τους έχει.</p>
<p>Κι’ εγώ που τους κοιτάζω!<br />
Τα τρομαγμένα θαλασσοπούλια αποδιωγμένα<br />
μου θύμισαν, έτσι όπως τα έβλεπα,<br />
στη σειρά,<br />
κατάλευκα αντίσκηνα προσφύγων.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λεμεσός 5. 02. 2007.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΣΤΑΘΕΡΑ ΒΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Έχω σωπάσει.<br />
Άφησα μέσα μου μονάχα<br />
ν’ ακούγονται οι φωνές.<br />
Η σιωπή, λένε, χρυσός.<br />
Σε κάνει να πορεύεσαι<br />
με σταθερότητα<br />
στη μυστική δίοδο.<br />
Μέσα από σοφία<br />
να επιλέγεις τα επόμενα<br />
σταθερά βήματα.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΑΚΡΑ ΕΡΗΜΙΑ</strong></h5>
<p>Γαληνεύω<br />
εδώ στο ερημικό δάσος<br />
που έχω φτάσει.<br />
Στην άκρα ερημία<br />
μόνος<br />
μπορώ ν’ ακούω<br />
όλες τις φωνές.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Σε δάσος στις Πλάτρες, 2002</p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΦΥΓΩ</strong></h5>
<p>Όταν φύγω<br />
Θα είμαι μια καρδούλα<br />
απόλυτα<br />
παραδομένη στα δικά Σου χέρια.<br />
Ένα σπουργίτι φοβισμένο<br />
που θα περιμένει<br />
έξω από τη θύρα του Ελέους.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λεμεσός 21.11.2004.</p>
<h5><strong>ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ</strong></h5>
<p>Είναι φορές<br />
που την ησυχία του δάσους<br />
την αδιάκοπη προσευχή<br />
ενός ερημίτη<br />
τις συγχορδίες των πουλιών<br />
ενοχλητική<br />
διακόπτει η αξίνα ενός ξυλοκόπου<br />
ή το περπάτημα ενός κυνηγού<br />
που συνοδεία<br />
με τον κυνηγετικό του σκύλο<br />
•ψάχνει για το θήραμά του.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Πλάτρες, 21.11.2004</p>
<h5><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ</strong></h5>
<p>Σήμερα μ’ αποξέχασες.<br />
Δεν έγραψες ούτε ένα στίχο.<br />
Δεν ήμουνα βλέπεις<br />
η δική σου έγνοια.</p>
<p>Ψυχή,<br />
καρδιά<br />
η διάνοια σου<br />
Όλα περισπασμένα<br />
έτρεχαν σε άλλα επουσιώδη.</p>
<p>Όμως το πρόσεξες;<br />
Τώρα που πήρες ξανά χαρτί, μολύβι<br />
μόλις που ερωτικά μ’ αγκάλιασες<br />
με ξαναβρήκες.</p>
<p>Υπάρχει στο αρχείο σου<br />
για δημοσίευση<br />
ακόμα ένα ποίημα.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λεμεσός 10.11.2004.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h5>
<p>Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ.<br />
Πάλι και γι’ ακόμη μια φορά<br />
μου τη χάρισες.<br />
Μου έδωσες παράταση ζωής<br />
Μου παρέσχες<br />
επιπρόσθετο καιρό μετάνοιας.<br />
Πόσο όμως θα πάει αυτό;<br />
Πόσο;<br />
Μια μέρα ξαφνικά θα μου πεις:<br />
Κάτω οι πέννες, τα μολύβια.<br />
Τέλος χρόνου.<br />
Για δώσε μου κι εσύ το γραπτό σου.<br />
Για δώσε μου κι εσύ το γραπτό σου.</p>
<p style="padding-left: 160px;">6 Αυγούστου 2008<br />
[Μέρα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΗΣΟΣ ΤΙΣ ΕΝ ΚΙΝΔΥΝΩ (2003)</strong></h4>
<h5><strong>ΚΑΤΑΓΟΜΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΧΩΡΑ</strong></h5>
<p>Έρχομαι<br />
από μια γη καρυδότσουφλο<br />
Γη καρπερή που γέμιζε<br />
&#8211; στις καλοχρονιές &#8211;<br />
τις αποθήκες.<br />
’Οπώρες τα τραπέζια μας<br />
όλες τις εποχές.<br />
Από κοντά κρασί<br />
που σαν μεθάει ό νους<br />
να λέει μονάχ’ αλήθειες.<br />
Περίλουστη η χώρα μου<br />
και «παρά θίν αλός»<br />
να φτάνουν οι απειλές<br />
στη ράχη της θάλασσας<br />
και στις φωνές των ανέμων.</p>
<p style="padding-left: 160px;">15.10.2000</p>
<h5><strong>ΔΕΝΤΡΙ ΕΛΙΑΣ Η ΝΗΣΟΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Δεντρί ελιάς η νήσος μου.<br />
Του περαστικού ή ορμή<br />
τσεκούρι<br />
του κατάκοβε τους κλώνους.<br />
Το ’καμνε στάκτη ο κεραυνός.</p>
<p>Σε πείσμα ή ρίζα<br />
βλάσταινε κι’ ανθούσε.<br />
Στους καιρούς εκαλοκάρπιζε<br />
κι’ ’ίσκιους βαθιούς<br />
σκορπούσε.</p>
<p style="padding-left: 160px;">20.11.2001</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΕΝΤΕ ΜΙΛΙ 12</strong></h5>
<p>Σ’ άλλους καιρούς<br />
κύμα, αφρός, λεμονανθός<br />
το Πέντε Μίλι.<br />
Βραχονήσι στη θάλασσα.</p>
<p>Και ξαφνικά αχινός.</p>
<p>Κι’ απ’ τα θαμπά βουνά<br />
που ήτανε πάντα ξένα<br />
αντί κοκόρια την αυγή<br />
μαύρο μαντάτο το πανί<br />
Θεριό ξέβρασε η θάλασσα.<br />
Το κύμα έφερε θρήνο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">3.4.2002</p>
<p>1. Πέντε Μίλι: ’Ιδανική ακτή για απόβαση στρατευμάτων με άριστο συνδυασμό<br />
βουνού-θάλασσας, πέντε μίλια απόσταση, από την πόλη της Κερύνειας. Το<br />
εξωκλήσι Παναγιά Γλυκιώτισσα είναι κτισμένο στο Πέντε Μίλι.</p>
<h5><strong>Ο ΕΦΕΔΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</strong></h5>
<p>Έναστρος ουρανός&#8230;<br />
Φωτοβολίδες&#8230;<br />
Τροχιοδεικτικά&#8230;</p>
<p>Αυτός<br />
μ’ άδειο στομάχι<br />
λερό κορμί<br />
στ’ άγριο σκοτάδι<br />
στη φλογισμένη γη<br />
να σέρνει τ’ άρβυλά του.</p>
<p>Στις τσέπες ξυλοκέρατα<br />
Αργό<br />
σε σκιά θανάτου<br />
κάθε βήμα.</p>
<p>Στον ήλιο κρύπτη επισφαλής<br />
οι θημωνιές<br />
ξεροπήγαδα<br />
οι γιδομάντρες.</p>
<p>Στην ασαφή πορεία<br />
φανός στα πόδια<br />
το ματωμένο τής Πατρίδας του<br />
φεγγάρι.</p>
<p>Κάθε βήμα πόνος<br />
στον πληγωμένο του μηρό<br />
και μες στα στήθια<br />
άλλος πόνος-οδυρμός<br />
η γενέθλια γη<br />
σπιθαμή τη σπιθαμή<br />
που έμενε σκλάβα πίσω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">20.8.1998</p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΥΜΠΑΝΙΑΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ</strong></h5>
<p>Σκουντουφλούσε&#8230;<br />
Στο φεγγαρόφωτο<br />
όσο που ξεχώριζαν διάσπαρτοι<br />
οι τυμπανιαίοι νεκροί.<br />
Το φώσφορο.</p>
<p>Συμπολεμιστές<br />
φίλοι<br />
επίμονα απ’ τα κουφάρια τους<br />
με γυάλινα μάτια<br />
τον κοιτούσαν.<br />
«Άταφους πού μας αφήνεις;»<br />
Τον ρωτούσαν.</p>
<h5><strong>ΦΩΝΕΣ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ένα φεγγάρι ολόγιομο<br />
ανοίγει απόψε δρόμο.<br />
’Απόμακρα χωριά.<br />
’Αχνή στο βάθος<br />
φωτισμένη πολιτεία.</p>
<p>Μπροστά του &#8211; μες στο αχνόφωτο &#8211;<br />
δάσος αντίσκηνα.<br />
Ακούει φωνές.<br />
Πάει κοντά<br />
Τεντώνει αυτί.<br />
Φωνές δικών μας!</p>
<p>Όλοι ρωτούν.<br />
Κι’ αυτός ρωτά.</p>
<p>&#8211; Ποιους χάσαμε;<br />
Στο νότο τί μάς μένει;</p>
<p style="padding-left: 160px;">20. 8. 1998</p>
<h5><strong>ΤΑΣΟΣ ΙΣΑΑΚ</strong></h5>
<p>Γκρίζοι λύκοι<br />
μ’ άγρια μάτια με κυκλώνουν<br />
μ’ άγρια δόντια.<br />
Συμμορία κουβαλητών ροπαλοφόρων<br />
με λοστούς και ξύλα.<br />
Αίφνης μονάχος<br />
σέ συρματόπλεγμα ντροπής<br />
παγιδευμένος,<br />
να φωνάζω.<br />
Η εκπνοή μου<br />
μια μονάχα λέξη.<br />
Ελευθερία.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Κύπρος-Αύγουστος 1996</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΗΡΩΑ ΣΟΛΩΜΟ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></h5>
<p>Στη ζωή μου,<br />
περπάτησα ανάμεσα σέ σώματα νεκρά.<br />
Οσφράνθηκα την οσμή των πτωμάτων.<br />
Από κοντά είδα<br />
στην απλανή ματιά τους,<br />
αποτυπωμένο το χαμένο όνειρο.</p>
<p>Πάντα σ’ το έλεγα.<br />
Οδύνη ο πόλεμος.<br />
Λαχταρούμε όλοι την Ειρήνη.<br />
Ωστόσο, από τότες, οι πληγές<br />
στρογγυλά πηγάδια τού Άδη.<br />
Χάσκουν στα μέτωπα<br />
στα περήφανα στέρνα.<br />
Κατολισθαίνουμε.<br />
Ουρλιάγματα λύκων μάς κυκλώνουν.</p>
<p>Γεφύρι της Άρτας η λευτεριά<br />
αιώνες μάς αποξεχνάει.</p>
<p>Η πληγή μεγενθύνεται.<br />
Πώς τώρα την Πατρίδα «ούκ ελάττω<br />
παραδώσω»;</p>
<p>Στο νησί μου Αυγουστιάτικα<br />
ένας λεβέντης, γοργοκίνητος,<br />
αψηφά το μπλεχτό συρματόπλεγμα.<br />
Στον ιστό της παντιέρας κατακτητή αίμοβόρου<br />
ανοίγει, πεθαίνοντας «έν πλήρει επιγνώσει»,<br />
δρόμο για τη λευτεριά.</p>
<p>Από το μακάριο μακρύ τους ύπνο<br />
ξυπνώντας τούς Έλληνες.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Κύπρος 13.11.1996</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>Η πράσινη γραμμή στη Λευκωσία<br />
ανυπόφορο τοπίο.</p>
<p>Έρημοι δρόμοι<br />
Πλίνθοι και κέραμοι</p>
<p>Η οδός Έρμου<br />
Οι άλλες οδοί<br />
Οι κάθετες μ’ αυτήν οδοί&#8230;</p>
<p>Πριν απ’ το μαύρο σύννεφο,<br />
ζωή.<br />
Συναλλαγές&#8230;<br />
Πάρε-δώσε&#8230;</p>
<p>Σήμερα τείχος.</p>
<p>Γάτες να κυνηγούν ποντίκια<br />
Φαντάροι<br />
με τ’ όπλο παρά πόδα<br />
Φυλάνε όση γη από-μείνε.<br />
Ακούν βρισιές να προκαλούν<br />
στην άλλη γλώσσα.</p>
<p>Στη μόνη μοιρασμένη πόλη.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Λευκωσία 3.30.1999</p>
<h5><strong>ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΑΥΓΟΥΣΤΟ</strong></h5>
<p>Κάθε Ιούλιο και κάθε Αύγουστο<br />
ξανάρχονται, τακτικοί επισκέπτες<br />
οι ματωμένες μνήμες.</p>
<p>Έρχεται το μαύρο λεφούσι<br />
των γεγονότων &#8211; εφιάλτης σκληρός &#8211;<br />
να πενθοφορεί την ψυχή μου.</p>
<p>Μπρος μου όλες εκείνες οι μαυροφορεμένες.<br />
Στο χέρι<br />
μια πικρή φωτογραφία αγαπημένου.</p>
<p>Κι’ έσύ, μάνα δική μου, ν’ ανάβεις<br />
τό σούρουπο ένα καντήλι στον τάφο<br />
ενός νεκρού πολυαγαπημένου.</p>
<p>Αλήθεια, έλα πες μου, ογδοντάχρονη<br />
τώρα μάνα, για όσους μάς πλήγωσαν<br />
πόσ’ αποθέματα αγάπης πρέπει να διαθέτουμε.</p>
<p>Μού λες πως πρέπει<br />
να πηδήξουμε με τόλμη και τον υψηλότερο<br />
πήχη.</p>
<p>Να εξαλείψουμε από μέσα μας,<br />
&#8211; χριστιανοί όντες &#8211;<br />
και το έσχατον ίχνος μίσους&#8230;</p>
<p>Δεν το βλέπεις;<br />
Χρόνια μια σημαία ελληνική, με το Σταυρό<br />
του Κυρίου θλιμμένη, κυματίζει στα κοιμητήρια<br />
τής πικραμένης πατρίδας.<br />
Μια μαχαιριά πόνου εισχωρεί<br />
απ’ την αριστερή ωμοπλάτη ως το καταπληγωμένο μου<br />
μυοκάρδιο.<br />
Θυμίζει στο εικόνισμα τού Μαχαιρά<br />
το βουβό πόνο τής Παρθένου</p>
<p>Έως πότε, έως πότε και γιατί τόσο αργεί<br />
Θεέ μου, η λύτρωση;</p>
<p style="padding-left: 80px;">Ημικατεχόμενη Κύπρος Λεμεσός 3.9.1999</p>
<h5><strong>ΕΙΣ ΚΥΠΡΟΝ 2001</strong></h5>
<p>Κοιτάχτε με.<br />
Μένω μόνος<br />
με τ’ οξυγόνο που ανάπνεα<br />
κι’ έχω αποθηκευμένο<br />
απ’ τις πρώτες δεκαετίες τής ζωής μου.</p>
<p>Σε καιρούς ά-φιλίας<br />
ά-μέτοχος από τα έργα των ήμερων μου<br />
χωρίς νοθεία, κάνω αγώνα<br />
να μην χάσω, μες απ’ τα χέρια,<br />
το Θησαυρό-Παρακαταθήκη<br />
που μου εδόθη.</p>
<p>Τίποτε άλλο.<br />
Τίποτε άλλο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Ημικατεχόμενη Κύπρος 25.10.2001</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΡΑΣΗ (1980)</strong></h4>
<h5><strong>ΩΔΗ</strong></h5>
<p>Η χαρουπιά μ’ έθρεψε.<br />
Το θρούμπι ανθισμένο<br />
με μύρισε.<br />
Η μέλισσα η τρυγήτρα<br />
γλύκανε το στόμα μου μέλι.</p>
<p>Η ελιά ριζωμένη στον ακρόκρεμνο<br />
λάδωσε στο τραπέζι μου φαΐ<br />
απ’ τα βάθη των χρόνων.<br />
«Εις το όνομα του Πατρός&#8230;»<br />
βάφτισε, κήδεψε<br />
χριστιανά τα παιδιά μου.</p>
<p>Ζευγολάτες με βουκέντρες<br />
Κι’ άροτρα<br />
αυλάκωσαν για το σπυρί το στάρι<br />
τον πλατύ μου κάμπο<br />
μη μείνουν χωρίς ψωμί<br />
χιλιάδες στόματα.</p>
<p>Στις πλαγιές μου, νότια<br />
ριζωμένο τ’ αμπέλι.<br />
Πιθάρια το φημισμένο κρασί<br />
σε φλασκιά<br />
το ζητούσαν ρηγάδες.<br />
Κι’ η καρδιά μου, όλο μέταλλο.<br />
Ασπίδες και δόρυ.<br />
Αρχαία χαλάσματα.</p>
<p>Σαλαμίνα<br />
Ιδάλιο, Σόλοι&#8230;<br />
Δέκα τόσα Βασίλεια.</p>
<p>Κι’ ήταν τυφώνες.<br />
Καταιγίδες και τέρατα.<br />
Λοιμοί, λιμοί και σεισμοί.<br />
Καταποντισμοί κατά τόπους και χρόνους.<br />
Κι’ ήταν πελώρια κύματα.<br />
Επιδρομές αλλοφύλων.<br />
Κι’ ήταν οι νύχτες μακρές.</p>
<p>Το χαμόγελο λίγο.<br />
Δούλευαν ο βούρδουλας, η αγχόνη<br />
Το τσεκούρι κι ο πόνος.<br />
«Ρομφαία οξεία και δίστομος».<br />
Κι’ η ελπίδα κρυφή<br />
— μες στο ερείπιο.<br />
Στις πληγές μου λάδι, επίδεσμος.<br />
Κι’ έζησα — ω θάμα —<br />
Νάμαι!<br />
Με το μισό κορμί πληγιασμένο<br />
να πολεμώ με σπαθί στους αιώνες.</p>
<p style="padding-left: 160px;">15.4.1980</p>
<h5><strong>ΤΑΡΑΓΜΕΝΗ ΓΗ</strong></h5>
<p>Πώς μπορείς να κοιμάσαι<br />
με σαράντα χιλιάδες λόγχες<br />
— το λιγότερο—<br />
στητές, κάτω απ’ το κρεββάτι σου;</p>
<p>Πώς μπορείς<br />
να τολμάς να κοιμάσαι<br />
με τόσες μπούκες πολυβόλων<br />
— μικρού και μεγάλου βεληνεκούς—<br />
στραμμένες στο κορμί σου!</p>
<p>Με τόσα αποβατικά «ελλιμενισμένα»<br />
«έτοιμα»<br />
για τις νότιες ακτές σου;<br />
Πώς αλήθεια μπορείς<br />
να κοιμάσαι;</p>
<p style="padding-left: 160px;">2.11.1979</p>
<h5><strong>ΑΡΑΡΑΤ — ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>Καρικκίν,<br />
Φίλε κι’ αδερφέ μου Αρμένη.<br />
Τώρα καταλαβαίνω τις διηγήσεις σου<br />
τις ατέλειωτες, τις μυστηριώδεις<br />
για τα εγκλήματα στην αρχή του αιώνα.<br />
Τώρα καταλαβαίνω<br />
τον καημό —σου.</p>
<p>Σφαγμένοι πρόγονοι.<br />
Σπίτια χαλασμένα.<br />
Χαμένες πατρίδες&#8230;</p>
<p>Έλα,<br />
οι πόνοι μας σμίγουν.<br />
Τα δυο βουνά μας<br />
Αραράτ —Πενταδάκτυλος<br />
ζητούν απολύτρωση.</p>
<p style="padding-left: 160px;">10.7.1980.</p>
<h5><strong>ΧΕΡΙ ΕΙΡΗΝΗΣ</strong></h5>
<p>Μου μένει συντριπτικό δικαίωμα η άμυνα.<br />
Φεύγω.<br />
Θα με βρήτε στο πρώτο χαράκωμα<br />
Θα εκπαιδεύω<br />
τους νέους φαντάρους<br />
στη χρήση αντιαρματικών<br />
Θα σκάβω χαρακώματα<br />
— έστω μόνος —<br />
γι’ αντιαρματικές τάφρους.</p>
<p>Μη με γυρεύετε.<br />
Θάμαι απ’ την Αγία Νάπα<br />
ως τον Ακάμα<br />
να φτιάχνω παράκτια πολυβολεία.<br />
Και μην ξεχνάτε.<br />
Δε χάλασα ποτέ φωλιές περιστεριών.<br />
Απ&#8217; το χαράκωμα απλώνω χέρι Ειρήνης.</p>
<p style="padding-left: 160px;">7.1.1979</p>
<h5><strong>ΠΙΚΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ</strong></h5>
<p>Νοιώθω εκτεθειμένος.<br />
Στον πατέρα που έχασε το γιό του.<br />
Στη μητέρα που βίασαν την κόρη της.<br />
Στον πρόσφυγα που έμεινε<br />
χωρίς σπίτι, χωρίς αυλή, χωρίς πηγάδι.<br />
Νοιώθω εκτεθειμένος<br />
για τη γη που μας πήραν<br />
για τα ιερά που μας βεβήλωσαν.<br />
Νοιώθω εκτεθειμένος<br />
Δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω<br />
στο μικρό ορφανό που τώρα<br />
μεγάλωσε κι’ επίμονα ρωτά:<br />
Πού είναι ο πατέρας μου;</p>
<p style="padding-left: 160px;">11.4.1980</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ</strong></h5>
<p>I.</p>
<p>Με το Χασάν,<br />
πίναμε απ’ το ίδιο φλασκί.<br />
Τρυγούσαμε το ίδιο αμπέλι.</p>
<p>Αίματα και κορμιά,<br />
δικά μας και δικά τους<br />
έχτισαν πελώριο τείχος.</p>
<p>II</p>
<p>Θυμάσαι Χασάν;<br />
Με δάνειζες και σε δάνειζα<br />
χωρίς τόκο κι’ υπογραφές.<br />
Μούφερνε η κυρά σου<br />
φρέσκο ψωμί και παξιμάδι<br />
απ’ το φούρνο σου<br />
και σούστελνα κι’ εγώ κρασί<br />
με το παιδί μου.</p>
<p>ΙΙΙ</p>
<p>Όσο για το πλατάνι —θυμάσαι; —<br />
που μαζί φυτέψαμε στην πλατεία<br />
μην έχεις έγνοια.<br />
Υπάρχει Χασάν.<br />
Στον κορμό του<br />
είναι χαραγμένο με τον ίδιο σουγιά<br />
τ’ όνομά σου και τ’ όνομά μου.<br />
Ανθρώπου χέρι δεν τ’ άγγιξε.</p>
<p>1.4.1980</p>
<h5><strong>ΔΙΕΘΝΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ</strong></h5>
<p>I.</p>
<p>Αλλοίμονό μας!<br />
Μείναμε σπυρί στις πελώριες<br />
μυλόπετρες.<br />
Τις τελευταίες φουρτούνες<br />
τις περάσαμε<br />
χωρίς να βραχούν τα πόδια μας.</p>
<p>Και τώρα;</p>
<p>Η πρώτη κίνηση<br />
έτσι π’ ανοιγοκλείνουν οι Συμπληγάδες<br />
μπορεί να μας λιώσει.<br />
Ας είμαστε το λοιπόν, επιτέλους,<br />
«φρόνιμοι ως οι όφεις»<br />
μ’ ένα κουπί η Αργώ<br />
να περάσουμε τον Ελλήσποντο</p>
<p>ΙΙ</p>
<p>Οι μυλόπετρες!&#8230;<br />
Ιδού,<br />
Όλα έχουν φτάσει<br />
στο απροχώρητο.<br />
Ο κόμπος δένεται λες<br />
με μαεστρία στο χτένι.</p>
<p>Όλοι βιάζονται&#8230;<br />
Για την Ειρήνη<br />
μονάχα εμείς αδημονούμε<br />
οι μικροί λαοί.<br />
«Τα πρόβατα επί την σφαγήν».</p>
<p>Ιδού το,<br />
στημένο το θυσιαστήριο.</p>
<p>ΙΙΙ</p>
<p>Ανατολική Μεσόγειος<br />
ένα γύρω μας.<br />
Ορώ Αρχαγγέλους με πολεμικές<br />
σάλπιγγες.<br />
Λαούς μαγεμένους<br />
με στολές πολεμικές.<br />
Σάρκες μισοκαμένες.<br />
Νεκρούς και τραυματίες χιλιάδες<br />
μυριάδες.<br />
Με χωλό πόδι να αιμάσσει.<br />
Ναύτες πνιγμένους<br />
Με βυθισμένα τα πολεμικά τους πλοία.</p>
<p>Ένα γύρω μας<br />
όλα αυτά Αροδαφνούσα.</p>
<p>Να,<br />
απέραντο νεκροταφείο η γής<br />
η θάλασσα.<br />
Κι’ ο νικητής<br />
σε άλογο μαύρο<br />
«όφις ο αρχαίος<br />
ο πλανών την οικουμένην»<br />
να χασκογελά<br />
με το δρεπάνι πάντα στο δεξό του χέρι<br />
ακονισμένο.</p>
<p>15.1.1980</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/04/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
