<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%83-%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B9%CE%B1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Mon, 14 Apr 2025 19:13:37 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 28 Apr 2024 18:37:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20993</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δρ. Θεόφιλος Πουταχίδης γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1968. Είναι Καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής των Ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής, της Σχολής Επιστημών Υγείας του Α.Π.Θ. και επιστημονικός συνεργάτης του Division of Comparative Medicine του MIT. Είναι συγγραφέας πολλών πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Από τον Δεκέμβριο του 2015 αρθρογραφεί στη στήλη «Γνώμες» της ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos-news.gr.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>-Σαν Παλιόψαθα των Εθνών Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2017<br />
-Φκειάνω μίαν Σημαία Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2018<br />
-Δύναμις Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2019<br />
-Πενήντα και οκτώ Αλεξίκακα άρθρα Εκδόσεις Ινφογνώμων, Αθήνα, 2021<br />
-Εδώδιμο Ειλητάριο, Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2022<br />
-Καθαρά πράγματα Εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2023<br />
-Ανέκπτωτα Εκδόσεις Ινφογνώμων 2024</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21039 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/128.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21041" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg" alt="" width="501" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/232.jpg 640w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΤΙ ΜΥΡΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ούτος έστίν ό θυρεός τοϋ θηρευτού τε<br />
καί άλιέως των ψυχών προς σωτηρίαν.<br />
Σημεϊον έν ώ διασκορπίζονται<br />
Θείω φωτί καταφλεγόμεναι πάσαι αί έναντίαι δυνάμεις.<br />
Τύπος πάντων τιμιότερος<br />
ό τής σκυλεύσεως τοϋ θανάτου τόπος.<br />
ΤΩ&#8230; των άπολλυμένων μωρία!<br />
Ού καθηλοϋται ή τοϋ Θεοϋ Σοφία καί Δύναμις δι’ ήλων,<br />
ουδέ καθελεϊται ή πανένδοξος Βασιλεία διά ξύλων.<br />
Διά τοϋ Σταυρού συνελήφθη καί συνετρίβη<br />
ύπό τοϋ φιλάνθρωπου Θεανθρώπου ό μισάνθρωπος.<br />
Έν τή ιδία αυτού παγίδι ένέπεσεν ό έκπεσών,<br />
την πονηριάν αύτής ή κακή κεφαλή<br />
άφ’ έαυτής κατάδηλην δεικνύουσα.<br />
Διά τοϋ Σταυρού δν έστησας,<br />
έκών άκων όντως εωσφόρος γέγονας μισόκαλε.</p>
<p>Τών σωζομένων ή χορεία Σταυρόν φιλεΐ<br />
καί στεντόρεια φωνή ομολογεί<br />
τό σημεϊον τής άκρας ταπεινώσεως<br />
καί τής τελείας τοϋ Χριστού άγάπης.<br />
Σταυρός ή σφραγίς τοϋ Παντοκράτορος<br />
εις χρυσόβουλον δωρεάς<br />
μονών αιωνίων.<br />
Ουτος τό λύτρον δι’ου πάντες<br />
δύνανται έξαγορασθήναι.<br />
Δι’ ήλων τό έλεος<br />
τής τρισηλίου Θεότητος<br />
προσηλώθη έν σχήματι καταλλαγής.<br />
Άπαρνήσεως εαυτού<br />
τό ακολούθως άναληφθέν φορτίον·<br />
Σταυρός ό έλαφρύς ζυγός,<br />
οδός Κυρίου.</p>
<p>Βάναυσον τού νόμου κραταίωμα,<br />
έσχατης τιμωρίας έργαλεϊον,<br />
άποτροπαίας εξουσίας έπιβολή<br />
καί τυραννίας φύλαξ,<br />
δι’ άχράντου αίματος πόρρω ήλλοιώθης.<br />
Νϋν ύπάρχεις ιλαρόν<br />
τής χάριτος απαύγασμα,<br />
προτέρας αίγλης άποκατάστασις,<br />
ένδοξου έλευθερώσεως ευκαιρία,<br />
ορατών τε καί αοράτων τυράννων<br />
συντριβή καί άπώλεια.<br />
Ό σπορεύς καί γεωργός<br />
καί τού δένδρου τής ζωής ξυλουργός,<br />
ξύλον νέον<br />
διά τού ίδιου αίματος<br />
άνέστησεν προς άνάστασιν.</p>
<p>Τών άγιων άγιότατον ξύλον<br />
έν ω παρέδωκε αιμα, ύδωρ καί πνεύμα<br />
ό Βασιλεύς τής Δόξης.<br />
Των τιμίων τιμιότατον ξύλον<br />
ο άκαταπαύστως ύμνοΰσιν πάσαι<br />
αί στρατιαί των Αγγέλων.<br />
Των κοσμίων κοσμιότατον ξύλον έν ω αεί νικώμεν.<br />
Θεού βούλευμα έν ω νικάται φύσεως τάξις.<br />
Πρώτου, δευτέρου και τρίτου ουρανού τό έπίκεντρον<br />
τό νέκρωσαν τού &#8216;Άδου τό κέντρον.<br />
Σταυρέ τού Σωτήρος, τής Άναστάσεως,<br />
τής τού Κυρίου δευτέρας παρουσίας,<br />
τής αιωνίου ζωής<br />
καί τής άνακαινίσεως τής κτίσεως προοίμιον,<br />
φύλαττε πάντας τούς σε προσκυνοΰντας<br />
έν μετανοία καί αλήθεια.</p>
<h5><strong>ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑΣ ΕΠΑΙΝΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">ε&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη εγκράτεια!<br />
Πανοπλία ψυχής άτρωτη.<br />
Πηγή ισχύος αστέρευτη.<br />
Πνεύματος τροφοδοσία.<br />
Υπεραισθησίας μέθοδε.<br />
Κάλλος δυσπερίγραπτο.<br />
Μύρου ανάβλυση.<br />
Ησυχίας μυστικό.<br />
Ηρεμίας μετάγγιση.<br />
Καθαρότητας έκλαμψη.<br />
Τιμή Παναγίας.<br />
Ολκέ χάριτος.<br />
Στολή ψυχής άρρητος.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ς&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη υπομονή!<br />
Καταφύγιο σωφροσύνης ασφαλές.<br />
Εμπιστοσύνη Θεού έμπρακτη.<br />
Στήλη ήθους.<br />
Καθαρτήρια κάμινος.<br />
Οικοδομή χαρακτήρα.<br />
Εργαστήριο ελπίδας.<br />
Μαρτυρίου στέφανος.<br />
Ευκαιρία σωτηρίας.<br />
Διαρκής προσευχή.<br />
Μακάριο τέλος.<br />
Πρακτική φιλοκαλίας.<br />
Πέρας διαδρομής αγίας.</p>
<p style="padding-left: 40px;">ζ&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη δικαιοσύνη!<br />
Τριαδικής ειρήνης μίμηση.<br />
Αγαθοποιίας δύναμη ακατάλυτη.<br />
Θεοτρόπος πυξίδα.<br />
Δυνάμεως φίλτρο.<br />
Νοός ησυχαστήριο.<br />
Ψυχής κατάπλασμα.<br />
Θεοσεβείας απαύγασμα.<br />
Προσευχής παρρησία.<br />
Καρποφορίας λίπασμα.<br />
Ερινύων αμυντήριο.<br />
Εξημέρωση θηρίου.<br />
Χειρ βοήθειας Κυρίου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">η&#8217;</p>
<p>Ευλογημένη ανδρεία!<br />
Πασών αρετών υπόσταση.<br />
Προαπαιτούμενο τελικής δικαίωσης.<br />
Ευπραξίας επιμονή.<br />
Ήθους διασφάλιση.<br />
Ελευθερίας φρόνημα.<br />
Επανόρθωσης δύναμη.<br />
Αγαθού προστασία.<br />
Ομολογίας κραυγή.<br />
Θυσίας θυμίαμα.<br />
Καρτερίας φύλακα.<br />
Φλόγα αυταπάρνησης.<br />
Της απώλειας άρνησις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΕΚΠΤΩΤΑ (2024)</strong></h4>
<p>(Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr<br />
από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.)</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΕΡΙΧΑΡΑΚΩΜΕΝΟΙ </strong></h5>
<p>Όσοι λίγοι πια έχουν απομείνει επιμένοντας με αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια, ποιότητα κι εντιμότητα στα έργα που κάνουν, περιχαρακώνονται. Τους περιχαρακώνουν τα συστήματα, περιχαρακώνονται κι οι ίδιοι από μόνοι τους. Χτίζουν γύρω τους από έναν καστρότοιχο, για να αμύνονται· για να προστατευτούν από τις κοτρόνες που εξακοντίζουν εναντίον τους οι καταπέλτες της φαυλοηλιθιοκρατίας. Χτίζουν αυτοί, αλλά τους χτίζουν ένα ακόμα ντουβάρι απ’ έξω ολόγυρα οι αχόρταγοι, εγωπαθείς εξουσιαστές και τα τσιράκια τους. Έτσι γίνεται σε μερικές πολιορκίες, όταν ο αμυνόμενος παραδόξως αντέχει. Βαστάς εσύ τα τείχη σου, σου χτίζουνε κι οι εχτροί απ’ ολόγυρα ένα δικό τους και γίνεσαι διπλά περίκλειστος. Έτσι οι πολιορκητές νομίζουν πως νικούν, γιατί λογαριάζουνε τα πράγματα με τον κοσμικό, με τον υλιστικό τους τρόπο. Μα σ’ αυτήν την περίπτωση τα μέτρα και τα σταθμά είν’ αλλιώτικα. Η ελευθερία είναι μέσα από τα τείχη τα διπλά κι η σκλαβιά είναι απ’ έξω. Ο κόσμος νομίζει πως οι έγκλειστοι λυσσάνε από τη δίψα. Μα αυτοί πίνουν από πηγή αστέρευτη και ζωοδόχο. Κινώντας για την πηγή όπου πάνε για να πιουν τ’ αθάνατο νερό, ψέλνουν στο δρόμο εκείνο το ανυπέρβλητο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού: «δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ’ αφθαρσίας πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα».</p>
<p>Οι απ’ έξω οικτίρουν αυτούς τους ελεύθερους πολιορκημένους, γιατί νομίζουνε πως μέσα «τα μάτια η πείνα εμαύρισε» όπως θα το ’γραφε κι ο Σολωμός. Αλλά οι έγκλειστοι έχουνε κάτι μαυροντυμένους αρχιμάγειρες που κάθε πρωί βρίσκουν (ένας Θεός ξέρει πώς) και τους ετοιμάζουν λογιών-λογιών αρτοσκευάσματα. Τ’ απόγευμα πάντα τους ετοιμάζουν υψηλή μαγειρική βασισμένη στα κρεατικά. Κάνουν το σταυρό τους, λοιπόν, οι έγκλειστοι, και καλοτρώνε και δοξάζουν τον Θεό ενθυμούμενοι τον Προφήτη Ηλία, ότι «κόρακες έφερον αυτώ άρτους το πρωί και κρέα το δείλης» (Γ΄ Βασ. 17,6).</p>
<p>Οι έξω λογαριάζονται για ελεύθεροι, αλλά είναι σκλαβωμένοι στα συστήματα. Προσκυνήσανε και φιλήσανε δαχτυλίδια∙ μπήκανε στα κόλπα, αλλά ο δυνάστης τους είναι απάνθρωπος∙ μέσα τους ζουν την κόλαση κι υποφέρουν. Έχουν την ψευδαίσθηση πως επικοινωνούν, αλλά κοινωνία δεν έχουν με κανέναν τελικά. Λυπούνται δήθεν τους έγκλειστους για την απομόνωσή τους, αλλά η δική τους μοναξιά μέσα στις φλυαρίες και τα λόγια τα επιφανειακά και τ’ ανόητα είναι αφόρητη. Μέσα απ’ τα τείχη, όμως, είν’ αλλιώς! Ναι, δεν υπάρχουν πολλοί… Αλλά οι λίγοι και καλοί αρκούν. Μέσα στην ησυχία, μια χούφτα φίλων καρδιακών που επικοινωνούν κι είναι στο ίδιο μήκος κύματος αρκεί. Άλλη πιο πλούσια κοινωνική ζωή απ’ αυτήν υπάρχει;</p>
<p>Και πάλι οι έγκλειστοι νομίζονται για δυστυχείς, καθώς δεν μπορούν να βγουν έξω∙ το κάστρο έχει γίνει γι’ αυτούς σαν το κελί κανενός ερημίτη. Δεν μπορούν να ταξιδέψουν, μήτε να πάνε ταξίδια αναψυχής και τουρισμού. Αλλά οι επιφανειακοί άνθρωποι δεν μπορούν να προσεγγίσουν τη μυστική ελευθερία της κίνησης των απροσκύνητων. Γιατί αυτοί, «είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν» (Β΄ Κορ. 12,2) ταξιδεύουν όπου θελήσουν αυτοστιγμεί. Σε θάλασσες και σε βουνά, σε ερήμους και σε κάμπους, σε πολιτείες και σε αξιοθέατα κάθε λογής πετούν ανεμπόδιστοι. Τα βλέπουν όλα, τα εξερευνούν, τα χαίρονται και τα ψηλαφούν χωρίς τις κοινές ταλαιπωρίες των ταξιδιωτών∙ χωρίς ξενοδοχεία και εισιτήρια, χωρίς στρίμωγμα στις ουρές των επισκεπτών, χωρίς αναμονές.</p>
<p>Οι κακεντρεχείς εχθροί και πολιορκητές, βέβαια, και σ’ ένα ακόμα πράγμα εξαντλούν την χαιρεκακία και το φθόνο τους. Επιχαίρουν, γιατί νομίζουν πως πνίγουν κι αποσιωπούν το λόγο των περιχαρακωμένων. Ότι ο κόσμος δεν πρέπει να ακούει τις αντρείες κραυγές της ελευθερίας, τον έμπλεο πνευματικότητας και συγκινητικό λόγο και τους θούριους, μην και ξεσηκωθεί. Αφήνουν να κυκλοφορεί ανεμπόδιστος ένας κάποιος χαμηλής ποιότητας λόγος αντιπολιτευτικός στην τυραννίδα που έχουν εγκαθιδρύσει. Κι αυτό το κάνουν επίτηδες. Πρόκειται για έναν θόρυβο από λόγο στεγνό, ξύλινο, αδύνατο και προβληματικό. Αναμασήματα που αφήνουν τον κόσμο ασυγκίνητο. Κι από την άλλη είναι ο δικός τους λόγος. Εξουσιαστικός, παρελκυστικός, γεμάτος φαιδρές σοφιστείες ανακατεμένες με στείρες αγαπολογίες και προσκλήσεις σε ειρηνικούς δήθεν συμβιβασμούς. Γιομάτος από το δηλητήριο του σχετικισμού, του εφησυχασμού, του υλισμού, του ψευδοφανούς πραγματισμού και του σκοταδιστικού τους διαφωτισμού.</p>
<p>Νομίζουν έτσι πως ο λόγος των εγκλείστων πνίγεται, χάνεται∙ ελπίζουν πως αυτοί έτσι θα πάψουν να τον αρθρώνουν. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θ’ αποκαρδιωθούν, σκέφτονται. Μα οι περιθωριοποιημένοι κι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα δεν απογοητεύονται. Ξέρουν πως αυτά τα πράγματα δεν μετριούνται στο πόσοι ακούν, πόσοι διαβάζουν έναν λόγο, αλλά στο πόσοι τον κοινωνούν και δακρύζουν, ανατριχιάζουν, υψηλοφρονούν. Με το ένα δάκρυ ενός ανθρώπου κερδίζεται η περίεργη αυτή αναμέτρηση που για τους έξω είν’ ανταγωνισμός κι επίδειξη, αλλά γι’ αυτούς χρέος και δωρεά από το περίσσευμα της καρδιάς τους.</p>
<p>Οι μαρμαρωμένοι βασιλιάδες μέσα στα πέτρινα διπλοτειχισμένα ζωηφόρα κενοτάφιά τους «έχουν το νου τους στον Άδη και δεν απελπίζονται», σύμφωνα με την οδηγία που έδωσε ο ίδιος ο Κύριος στον Άγιο Σιλουανό των Αθωνίτη. «Εκ του στόματος» αυτών «ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» (Αποκ. 1,16) ξεθηκαρώνει λίγο-λίγο. Και ξέρετε κάτι; Αυτό δεν μπορείτε να το αποτρέψετε!</p>
<h5><strong>ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΠΟΤΕ ΑΡΧΟΝΤΙΑ</strong></h5>
<p>Μέσα από την ποικιλία του ψηφιακού αρχείου της ΕΡΤ μπορεί ν’ αλιεύσει κανείς πολύτιμα μαργαριτάρια. Ένα τέτοιο είναι το επεισόδιο με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου» από την υπέροχη σειρά εκπομπών ονόματι «Παρασκήνιο». Το αφιέρωμα αυτό στον σπουδαίο ζωγράφο, αγιογράφο και λογοτέχνη μας προβλήθηκε για πρώτη φορά στη δημόσια τηλεόραση τον Απρίλιο του 1982. Αρκετοί της ηλικίας μου και οι μεγαλύτεροί μας θα θυμούνται με νοσταλγία τον πνευματικό πλούτο εκπομπών όπως το «Παρασκήνιο» ή το «Μονόγραμμα». Τα νέα παιδιά, όμως, αμφιβάλω αν έχουν ιδέα. Όσα απ’ αυτά είναι ξύπνια και κρατούν μυαλό καθαρό, ας βουτήξουν σ’ αυτά τα ψηφιακά αρχεία για να βρουν θησαυρούς. Δυστυχώς, πολλά παιδιά δεν τολμούν να βγουν από την παραζάλη τους και να πάνε βαθύτερα, αλλά μένουν να πλατσουρίζουν στα ρηχά και δηλητηριασμένα ή –στην καλύτερη περίπτωση– θολά νερά των σύγχρονων τηλεοπτικών θεαμάτων. Σ’ αυτά τα παιδιά έχω να πω πως καλά θα είναι να το πάρουν απόφαση και ν’ αποδράσουν. Να πάνε κόντρα στο ρεύμα και στις τεχνουργημένες μόδες. Να παραμερίσουν πια το φτηνό, το μέτριο και το ψεύτικο∙ ας σκάψουν μόνα τους να βρουν το αυθεντικό και το βαρύτιμο. Στην εποχή μας, λυπάμαι που το λέω, απαιτείται απ’ τα παιδιά αυτενέργεια και κίνηση προς τον πολύτιμο λόγο. Όσοι νομίζουν πως κάτι τέτοιο είν’ εύκολο, γελιούνται∙ ότι κάθε κίνηση προς την ελευθερία θέλει κόπο, χρόνο, αρετή και τόλμη.</p>
<p>Κινούμενος, όμως, προς αυτή την κατεύθυνση, όποιος νεαρός ή και μεγαλύτερος στην ηλικία παρακολουθήσει την εκπομπή που προτείνω, θα δει τι λένε για τον κυρ-Φώτη η μονάκριβη κόρη του Δέσποινα και ο γαμπρός του Γιάννης Μαρτίνος. Θα δει δυο μεγάλους λογοτέχνες μας, τον Στρατή Δούκα και την Έλλη Αλεξίου, σε μεγάλη πια ηλικία να διηγούνται, να εξιστορούν – Θεέ μου, τι τύχη! Θα δει τι έχουν να πουν ο θρυλικός εκδότης των εκδόσεων «Αστήρ» Αλέξανδρος Παπαδημητρίου, αλλά και ο εμβριθής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Ζίας. Αξίζει να σταθούμε σ’ αυτά που διηγείται η Έλλη Αλεξίου:</p>
<p>Μια μέρα του 1922, λέει, μπήκε ο Πρωτοπάτσης στο σπίτι κρατώντας ένα βιβλίο. Εννοεί, βέβαια, τον Αντώνη Πρωτοπάτση (Μυτιλήνη, 1897 – Αθήνα, 1947) που έκανε μεγάλη καριέρα ως γελοιογράφος, εικαστικός και λογοτέχνης σε Μυτιλήνη, Παρίσι και Αθήνα. Η συντροφιά που ήταν συναγμένη στο σπίτι ήταν αμιγώς λογοτεχνική. Απαρτιζόταν φυσικά από την Αλεξίου και τον σύζυγό της Βάσο Δασκαλάκη, την αδερφή της Έλλης και σύζυγο του Καζαντζάκη Γαλάτεια, και τον Μάρκο Αυγέρη. Το βιβλίο που κράδαινε στο χέρι του ενθουσιωδώς ο επισκέπτης ήταν το περίφημο Πέδρο Καζάς του Κόντογλου. Το βιβλίο το είχε εκδώσει ο Στρατής Δούκας στο τυπογραφείο του Αιολικού Αστέρα στο Αϊβαλί, το 1920.</p>
<p>Οι ύμνοι του Πρωτοπάτση για το έργο του Κόντογλου κέντρισαν το ενδιαφέρον της παρέας. Κάθισαν και τον άκουσαν να τους το διαβάζει από την αρχή μέχρι το τέλος εκείνο το βράδυ κι έμειναν εντυπωσιασμένοι. Ένιωσαν όλοι πως πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό στα ελληνική λογοτεχνία. Λυπήθηκαν που ένας τέτοιος καλλιτέχνης βρίσκεται πρόσφυγας στη Μυτιλήνη υποφέροντας στη φτώχεια και την αφάνεια. Πρόλαβε και πέρασε με τη βάρκα του ο κυρ-Φώτης από την πατρίδα του το Αϊβαλί απέναντι στη Λέσβο, για να γλιτώσει από τις θηριωδίες και το μαχαίρι των Τούρκων. Δεν τον γνώριζαν προσωπικά, δεν ήξεραν τίποτε από το ταλέντο του στη ζωγραφική∙ δεν είχαν ιδέα αν ήταν άνθρωπος κοινωνικός ή μονόχνοτος, αν ήταν ευχάριστος ή στριφνός, καλόβολος ή στραβόξυλο. Από ένα κείμενό του αποφάσισαν να τον φέρουν στην Αθήνα και να του βρουν δουλειά στις εκδόσεις του Ελευθερουδάκη. Έτσι κι έγινε. Τον πρώτο καιρό, μάλιστα, τον φιλοξένησε στην Αθήνα το ζεύγος Δασκαλάκη-Αλεξίου παρά την οικονομική τους δυσχέρεια. Δυο δωμάτια είχαν όλα κι όλα, μια κρεβατοκάμαρα και μια τραπεζαρία. Τον έβαλαν να κοιμάται στην τραπεζαρία.</p>
<p>Όλα αυτά έγιναν από ένα κείμενό του που διάβασαν μια βραδιά. «Δηλαδή», λέει επί λέξει η σπουδαία Έλλη Αλεξίου, «η αφορμή του ερχομού του ήταν η αξία του». Από αυτή την αξία του πλούτισαν τα επόμενα χρόνια τα ελληνικά γράμματα κι οι τέχνες. Ωφελούνται, συγκινούνται και διαπαιδαγωγούνται γενιές και γενιές. Θαυμάζουμε τους πίνακες και τις τοιχογραφίες του, ρουφάμε τα κείμενά του, προσκυνάμε τις αγιογραφίες που ιστόρησε το ευλογημένο χέρι του αποδίδοντας την τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Πόσοι, λοιπόν, και πόσο ωφελήθηκαν από την υψηλοφροσύνη και την αρχοντιά αυτής της λογοτεχνικής παρέας και την απόφαση που πήρε εκείνο το βράδυ;</p>
<p>Φιλότιμο, ούτε ίχνος φθόνου. Δύναμη κι ευγένεια ψυχής, πουθενά ανασφάλεια. Μεγαλοψυχία, ούτε δείγμα μικροπρέπειας. Όταν ανιδιοτελώς αναγνωρίζεις, παραδέχεσαι και προβάλλεις την αξία του άλλου, περιβάλλεσαι κι ο ίδιος σου από αίγλη. Κανείς δεν είδε εκείνο το βράδυ τον Κόντογλου ως ανταγωνιστή. Δεν φοβήθηκαν πως θα τους κλέψει τη δόξα, το κοινό, τη θέση, την εξουσία. Κανείς δεν συγκρίθηκε μαζί του. Δεν φούντωσαν τα συμπλέγματα της ψυχής κανενός, και κανένα νοσηρό εγώ δεν τρώθηκε. Τέτοια πνευματικά αναστήματα, τέτοια μαργαριτάρια αναζητήστε λοιπόν παιδιά μου. Στο βυθό όμως να ψάξετε. Γιατί στον αφρό, οπωσδήποτε, δεν θα τα βρείτε…</p>
<h5><strong>Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Αναφέρομαι μερικές φορές στα γραπτά μου στον μαρμαρωμένο βασιλιά. Πιστεύω ότι ο Τριαδικός μας Θεός τον διατηρεί εν ύπνω με θαυματουργικό τρόπο, όπως διατήρησε τα επτά παιδιά κάποτε στην Έφεσο. Ο Μαξιμιλιανός, ο Εξακουστωδιανός, ο Ιάμβλιχος, ο Μαρτινιανός, ο Διονύσιος, ο Αντωνίνος κι ο Κωνσταντίνος κρύφτηκαν μαζί σε μια σπηλιά, για να γλιτώσουν από τα βασανιστήρια και το θάνατο κατά το διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον των χριστιανών ο απάνθρωπος Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος. Κοιμήθηκαν και ξύπνησαν καμιά διακοσαριά χρόνια μετά, με αυτοκράτορα Κωνσταντινουπολίτη∙ ήταν ο Θεοδόσιος ο δεύτερος, ο επιλεγόμενος και νεότερος ή καλλιγράφος. Κάπως έτσι φαντάζομαι θα έχουν τα πράγματα και στην περίπτωση του μαρμαρωμένου.</p>
<p>Πάντως, όταν αναφέρομαι σ’ αυτόν το θρύλο, το κάνω με ψυχολογία ναυαγού. Νιώθω ότι γράφω ένα μήνυμα που το βάζω σε μπουκάλι, το οποίο αφήνω στη θάλασσα ελπίζοντας πως κάποιος θα το βρει για να το αφήσει δίπλα του, εκεί που κοιμάται. «Ξύπνησες; Έλα αμέσως! Βιάσου, μην αργείς!». Με όλα αυτά που βλέπω γύρω μου και με την όλη παρακμή και το γενικό ξεχαρβάλωμα, μοιάζω με ναυαγός στην απογοήτευση, στην αποκαρδίωση και στην απελπισία τη μαύρη∙ παλεύω με τα κύματα, θαλασσοδέρνομαι. Τον βλέπω σαν τον καπετάνιο του καραβιού που έρχεται να μας σώσει.</p>
<p>Δεν με πειράζει που κάποιοι με οικτίρουν και λένε: «κοίτα να δεις, επιστήμονας πράγμα και πιστεύει στις λαϊκές δοξασίες… Κρίμα…». Γιατί, αν μερικοί καλοπροαίρετοι έρθουν να με ρωτήσουν επί του θέματος, θα μου δώσουν μια καλή ευκαιρία να τους εξηγήσω, όχι βέβαια πράγματα σχετικά με τον μαρμαρωμένο βασιλιά, αλλά το τι θα πει πραγματικά επιστήμη κι έρευνα.</p>
<p>Για τον μαρμαρωμένο τι να τους πω; Δεν τα ψάχνω σχολαστικά τα πράγματα. Πού γράφει τι και τα παρόμοια. Δεν θέλω να ξεψαχνίζω τις προφητείες λέξη προς λέξη και να προσπαθώ να πιθανολογήσω πώς τον λένε, ποιος είναι και το πού μπορεί να είναι η κρύπτη του. Ακόμα περισσότερο το πότε θα ξυπνήσει, κι αν πράγματι πλησιάζει ο καιρός γι’ αυτό. Εμένα μου αρκεί η πίστη πως μια μέρα θα σηκωθεί, για να δοξαστεί ο Τριαδικός μας Θεός. Επίσης, για να επανέλθει ο ελληνισμός στην ευλογημένη αποστολή του που είναι η διάδοση του αυθεντικού μηνύματος της σωτηρίας και της Ανάστασης του Σωτήρα Χριστού. Ότι είναι κρίμα να ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο καλό που μπορεί να δει ο άνθρωπος και να μην το μοιράζεσαι με τους άλλους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Η πίστη, λοιπόν, μου αρκεί∙ καταπώς το λέει ο χριστοφόρος και χριστοειδής Απόστολος Παύλος: «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1).</p>
<p>Βέβαια, άλλοι δεν με οικτίρουν απλώς, αλλά με κατηγορούν για εθνικιστή. Αυτοί είναι αδαείς και επιπόλαιοι που δεν μπαίνουν σ’ ένα κάποιο βάθος για να δουν την προαίρεσή μου. Αντιδρούν απλώς στις λέξεις ως ακούσματα, όπως αντιδρούσαν τα σκυλιά του Παβλόφ στο κουδούνι και τους έτρεχαν τα σάλια. Ακούνε «βασιλιάς» και φρουμάζουν, γιατί τους έρχονται στο μυαλό οι βασιλόφρονες και το «ψωμί κι ελιά και Κώτσο βασιλιά»! Ή οι μεγαλοϊδεατισμοί και οι πολέμαρχοι που θα κινήσουν πόλεμο για κατακτήσουν τον κόσμο. Εκεί κάπου μπλοκάρει το μυαλό τους και πάει περίπατο η λογική… Εμένα, ωστόσο, δεν με αφορούν αυτά τα πράγματα.</p>
<p>Αντίθετα, μ’ ενθουσιάζει το γεγονός ότι, κατά το θρύλο, ένας ευλογημένος άνθρωπος του Θεού κι έμπειρος κυβερνήτης θα ξυπνήσει για βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, και θα υπηρετήσει τον απλό άνθρωπο και την πατρίδα ταπεινά στο πλαίσιο μιας κανονικής, κατ’ ουσίαν δημοκρατίας. Εθνικισμός είναι να ονειρεύομαι πως θα πάψει να πεθαίνει, να υποφέρει, να βασανίζεται και να εμπαίζεται αναίτια ο κοσμάκης, εξαιτίας της ανεπάρκειας του καθεστώτος της κομματικής φαυλοηλιθιοκρατίας;</p>
<p>Άλλοι πάλι λένε πως οι αναφορές μου στον συγκεκριμένο θρύλο δηλώνουν εθνολογικό συντηρητισμό. Αυτούς, ενώ μπορεί να διαφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να τους σφίξω το χέρι! Γιατί δείχνουν πως δεν είναι αγράμματοι, όπως οι άλλοι που μιλούν για εθνικισμούς, αλλά ώριμοι και καλοπροαίρετοι επιστήμονες. Βλέπετε πόσο ωραία κι επιστημονικά το θέτουν; Χαίρεται κανείς να συζητά με τέτοιους ανθρώπους, ακόμα κι αν διαφωνεί. Μου δίνουν έτσι την ευκαιρία να υπενθυμίσω σε όλους πως η συντήρηση και η πρόοδος, ως έννοιες (και όχι ως λέξεις-ήχοι προς εκδήλωση εξαρτημένων αντανακλαστικών), μπορεί να έχουν καλή η κακή σημασία, ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, η έννοια της συντήρησης είναι θετική στην πρόταση «το τυρί πρέπει να μπει στη συντήρηση, για να μην χαλάσει». Αντίθετα, η έννοια της προόδου αρνητική στην πρόταση «ο καρκίνος εξαπλώνεται προοδευτικά».</p>
<p>Η ελπίδα της θεϊκής επέμβασης με την έγερση του μαρμαρωμένου βασιλιά δεν με κάνει παθητικό ως πολίτη. Ενώ η λογική μου μου λέει πως με τις ευλογίες της πλειοψηφίας των Ελλήνων ψηφοφόρων (κι όχι βέβαια τις δικές μου) την έχουμε κάτσει τη βάρκα για τα καλά, εγώ συνεχίζω να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Όχι μόνο γιατί έτσι πρέπει, αλλά κι από φιλότιμο. Φιλότιμα ας περισώσουμε ότι μπορούμε. Για να βρει και κάτι όρθιο στην πατρίδα ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, όταν ξυπνήσει.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΚΙΝΙΣΜΑ </strong></h5>
<p>Τις μέρες αυτές γυρίζει στο μυαλό μου η φράση που είπε ο Κύριος στον Απόστολο Πέτρο κατά τον Μυστικό Δείπνο: «ιδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» (Λουκ. 22,31). Σινιάζω πάει να πει κοσκινίζω. Το κοσκίνισμα υπονοεί έναν πιο δυνατό πειρασμό, μια πιο δεινή δοκιμασία από τις συνηθισμένες, μ’ αυτές τις νευρικές και βίαιες κινήσεις. Τίναγμα πέρα-δώθε· και πότε-πότε μια κοφτή προς τα πάνω. Αναταράζονται του σιταριού οι σπόροι, αναδεύονται, χοροπηδούν και τρίβονται στο συρμάτινο πλέγμα. Κι αυτός ο ήχος της τριβής…</p>
<p>Φορέσαμε από μια ψεύτικη κορόνα ο καθένας και περνιόμασταν για πριγκηπέσσες και πριγκιπόπουλα. Ήρθε κι ένας ιός της οικογένειας «κορόνα» «του σινιάσαι» ημάς όπως το στάρι.</p>
<p>Κοσκίνισμα. Μου κόβεται η ανάσα σαν το σκέφτομαι… Κόβει την ανάσα αυτό το διαβολόσπερμα. Σαρακοστή, πορεία προς τα Θεία Πάθη, και οι καμπύλες στα διαγράμματα των επιδημιολόγων ανεβαίνουν, για να ζωγραφιστεί στο τέλος κάτι σαν λόφος. Γολγοθάς. Μνήμη θανάτου κι άλλα ζητήματα υπαρξιακά· και φόβος. «Eάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20). Έρημοι δρόμοι, δεν κυκλοφορεί τίποτα· τα βουνά στα πέρα μέρη, όμως, κόβουν βόλτες… Ευτυχώς υπάρχουν Άγιοι, πάντα υπάρχουν οι Άγιοι που ’χουν μέσα τους του σιναπιού το σπόρο. Σαν φτάσει η πίστη και γίνει τόση, τότε είναι που την λες κι εμπιστοσύνη στον Θεό.</p>
<p>«Τοιούτος ο ανθρώπινος εγωισμός· δεν ανέχεται να θεωρεί εαυτόν ταπεινούμενον· αποστέργει να παραδεχθή, ότι τα πάντα δεν τίθενται επί της πλάστιγγος της ιδίας τρυτάνης, και ότι τα αυτά σταθμά δεν είναι κατάλληλα προς στάθμισιν των φυσικών και υπερφυσικών πραγμάτων· φρονεί, ότι περί όλων δέδοται αυτώ δογματίζειν και περί όλων αποφαίνεσθαι· εν τω δικαίω αυτού αρνείται την θαυματουργόν της πίστεως δύναμιν, αποφαίνεται δε ως από τρίποδος, ότι τα θαύματα είναι φυσικώς αδύνατα· διότι το θαύμα λαμβάνον χώρα ανατρέπει τους νόμους της φύσεως».1</p>
<p>Φραστ-φραστ! Φραστ-φρουστ! Φεύγουν τα πίτυρα, τα παίρνει ο αέρας. Βγαίνουν στον αέρα κατά πλειοψηφία, κατ’ επιλογήν. Δημοσίως περιδινούνται με δηλώσεις· βλάσφημα λόγια, έπεα πτερόεντα. «Ευθύς δε τούτων ακούσας ο διάβολος ήσθη και χαίρων έφη τοις αυτού· “Ευφράνθην, ω φίλοι. Ότι τοις εμοίς με εστηρίξατε…”».2 Πέφτουν οι μάσκες. Πίτυρα λογιώ-λογιώ, μικρούτσικα, μικρά ή λίγο μεγαλύτερα. Πέρασαν από το πλέγμα, κάπως πέρασαν –πάντως πέρασαν– και τώρα αιωρούνται.</p>
<p>Αλλά υπάρχουν ευτυχώς οι καρποί που μένουν εδραίοι. Καθαρά λόγια κι άφθορα. «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως» που γράφει κι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Γι’ αυτούς, δοξάζουμε τον Θεό και λέμε: «Ω μακάριαι γλώσσαι, όσαι την ιεράν εκείνην αφήκαν φωνήν, ην αήρ μεν δεξάμενος ηγιάσθη, άγγελοι δε ακούσαντες επεκρότησαν· διάβολος δε μετά δαιμόνων ετραυματίσθη· Κύριος δε εν ουρανοίς απεγράψατο».3</p>
<p>Ω καρπέ του σίτου κεκαθαρμένε! Μίλησέ μας! Τι ποθείς; «Σιτάρι είμαι του Θεού και θα αλεστώ στα δόντια των θηρίων, για να βρεθώ άρτος καθαρός του Χριστού» (Ιγνατίου Θεοφόρου, Επιστολή προς Ρωμαίους).4 «Στον Θεοφόρο Ιγνάτιο υπάρχει ένα ανθρώπινο άνθισμα. Δεν τον αγγίζει η απελπισία. Ζει εκτός της τραγωδίας του ανθρώπινου γένους. Μια ορμή ακατανίκητη τον συνεπαίρνει, πέρα απ’ ότι μπορεί να προσεγγίσει η διάνοια. Επίκειται η ουράνια λύτρωση. Τα φτερά για να βγούμε απ’ την κοιλάδα αυτή του αίματος, είναι η μνήμη του θανάτου και η απόγνωση που γεννιέται απ’ την απομάκρυνσή μας απ’ τον Θεό».4</p>
<p>«Τα φτερά για να βγούμε…». Να βγούμε στα μπαλκόνια και να τραγουδάμε σάμπως κάνουν οι Ιταλοί. Όχι άσματα του συρμού, αλλά άσματα βουτηγμένα στην ανδρεία της ελληνικής ψυχής και παράδοσης. Άσματα μνήμης θανάτου, προγεύσεις ζωής αιωνίου. «Χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου, να μπω για να σκουπίσω. Να μπω για να σκουπίσω, τον τόπο τον παντοτινό όπου θα κατοικήσω». Νά ποια είναι ποίηση αθάνατη! Νά ποια είναι αυθεντική θεολογία! Φύγετε απ’ εδώ ρε πίτυρα! Περνάει ο Στράτος ο Παγιουμτζής με τ’ αναστάσιμα μπουζούκια του Βαμβακάρη και του Περιστέρη.</p>
<p>Ναι… και τις μετακινήσεις μας θα περιορίσουμε στο ελάχιστο. Και μέσα θα κλειστούμε. Και τα χέρια μας να τα πλένουμε συνέχεια και να τα έχουμε σαν ξένα κι όχι δικά μας μέχρι που θα τ’ απολυμάνουμε. Και αποστάσεις αναμεταξύ μας ας κρατήσουμε. Τους ευπαθείς ας τους προφυλάξουμε. Και σ’ όσα διατάζει η πολιτεία θα πειθαρχήσουμε. Ανθρωπίνως θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, μ’ επιμέλεια κι εξαντλητικά. Αλλά να θυμόμαστε ότι μέχρις ένα σημείο φτάνουν τ’ ανθρώπινα μέτρα κι οι επιστημοσύνες μας. Απ’ εκεί και μετά, την εμπιστοσύνη μας με λόγια κι έργα να την έχουμε στον Θεό, ότι Αυτός μόνο μπορεί να μας σώσει.</p>
<p>«Τoν δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών» (Ρωμ. 14,1). Αλλά τα «πίτυρα» που μας καλούν δημοσίως για απαρτία στην απιστία, όσο ψηλά κι αν στέκονται ας μην τ’ ακολουθήσουμε. Δεν μας συμφέρει…</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΗΜΩΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ </strong></h5>
<p>Κεφάλαιον 1ο: Δεν βαριέσαι… είπαμε μια κουβέντα παραπάνω</p>
<p>Ικανός αριθμός επιστημόνων, πολιτικών και άλλων συμπατριωτών μας με θέσεις ευθύνης βεβαίωναν πριν από μήνες το πανελλήνιο ότι τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 «είναι αποτελεσματικά και απόλυτα ασφαλή» ή «είναι αποτελεσματικά και εκατό στα εκατό ασφαλή». Η καινοφανής στην ιστορία των βιολογικών-ιατρικών επιστημών τοποθέτηση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχτηκε ήδη με δραματικό τρόπο για αρκετούς συνανθρώπους μας αναληθής.</p>
<p>Η πέρα από αμφιβολία ευθύνη έγκειται στην λέξη «απόλυτα» και σ’ εκείνο το μαγικό 100%. Κάποιοι απ’ αυτούς που εξέφρασαν την εξωφρενική αυτή ανακρίβεια, συνεχίζουν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους χωρίς αιδώ∙ μάλιστα, κουνάν και αυστηρά το δάχτυλο σε όσους επιλέγουν να μην εμβολιαστούν.<br />
Αλλά δεν βαριέσαι… Πάνω στον ενθουσιασμό τους είπαν τότε και μια κουβέντα παραπάνω βρε αδερφέ… Μην το κάνουμε θέμα.</p>
<p>Κεφάλαιον 2ο: Δεν δικαιούσαι διά να ομιλείς</p>
<p>Πρόσφατα σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου Εφραίμ, αφού τοποθετήθηκε υπέρ του εμβολιασμού και τον συνέστησε, προέτρεψε τους κληρικούς που διαφωνούν να κρατήσουν τη γνώμη τους για τον εαυτό τους και να μην «προπαγανδίζουν» κατά του εμβολιασμού.<br />
Δηλαδή, την ώρα που ο ίδιος ασκεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της δημόσιας έκφρασης των στοχασμών του, ακριβώς την ίδια ώρα προτρέπει κάποιους αδελφούς του να το αποποιηθούν. Προφανώς, επειδή έχουν αντίθετη άποψη. Για τον ίδιο λόγο θεωρεί ότι αυτοί «προπαγανδίζουν».</p>
<p>Να φανταστώ ότι εκείνος κάνοντας ακριβώς το ίδιο (σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα δημοσιότητας) δεν προπαγανδίζει, αλλά απλώς κοινοποιεί κάποιες πατρικές του συμβουλές.</p>
<p>Κεφάλαιον 3ο: Ποια πολυφωνία;</p>
<p>Η προβολή της άποψης αυτών που είναι υπέρ του εμβολιασμού, σε σχέση με αυτούς που στέκονται κριτικά απέναντί του, είναι απολύτως ετεροβαρής – αυτό το αντιλαμβάνονται και οι πέτρες. Σχηματικά, σε αυτήν την αντιγνωμία εάν οι διαφωνούντες είναι ο Δαβίδ, το όλο σύστημα της κάθε μορφής εξουσίας της χώρας που όχι μόνο προτρέπει διά του λόγου, αλλά και επιβάλει με σκληρά μέτρα τον εμβολιασμό, ισοδυναμεί με δέκα χιλιάδες πάνοπλους Γολιάθ. Και κάπου εκεί εμφανίζεται κι ο ηγούμενος (βλ. κεφάλαιον 2)να πει γλυκά-γλυκά και πατρικά στον Δαβίδ την ώρα που αυτός δέχεται έναν ορυμαγδό από βέλη και ακόντια, πως δεν πρέπει να αμυνθεί πετώντας πετρούλες με το σφεντονάκι του, γιατί δεν είναι σωστό…</p>
<p>Κεφάλαιον 4ο: Ανοίκειες γενικεύσεις</p>
<p>Λυπάμαι που ακούω την άποψη συναδέλφων επιστημόνων, αλλά και πολλών άλλων ακόμα, ότι με την πράξη του συγκεκριμένου εμβολιασμού δηλώνουμε την εμπιστοσύνη μας στην επιστήμη. Αυτή η θεώρηση είναι λανθασμένη και αντιεπιστημονική. Ακόμα χειρότερα: πρόκειται για απαράδεκτη γενίκευση γκουρουϊστικού χαρακτήρα που είναι καταφανώς παράλογη. Η επιστημονική αλήθεια που έχει παγιωθεί μετά από πολύχρονες δοκιμές και μελέτες δεν συμποσούται με μια επιστημονική υπόθεση που βρίσκεται ακόμα σε διαδικασία διερεύνησης.</p>
<p>Κεφάλαιον 5ο: Σχίζω τα πτυχία (και τις επιστημονικές δημοσιεύσεις μου μαζί)</p>
<p>Στην επιστημονική έρευνα συνοπτικά ακολουθούμε την εξής μεθοδολογία: διατύπωση πρωτότυπου επιστημονικού ερωτήματος προς διερεύνηση – κατάλληλος πειραματισμός – καταγραφή αποτελεσμάτων – στατιστική ανάλυση αποτελεσμάτων – απάντηση του ερωτήματος.<br />
Όταν μιλάμε για ένα νέο εμβόλιο (απέναντι σε πρωτοεμφανιζόμενο παθογόνο) που χορηγείται για πρώτη φορά, αυτό ονομάζεται –και είναι κλινική– δοκιμή. Είτε δοκιμάζεται σε δέκα, είτε σε εκατομμύρια, είναι κλινική δοκιμή. Ο αριθμός των υποκειμένων του πειραματισμού δεν υποκαθιστά τον χρόνο της αναμονής, δηλαδή της διάρκειάς του.<br />
Εξ ορισμού, αφού ερευνάς δεν γνωρίζεις τα αποτελέσματα του πειραματισμού σου (εκτός αν είσαι προφήτης).<br />
Η ορθή ερευνητική μεθοδολογία (κι αυτή η ρημάδα η κοινή λογική) επιτάσσει («διά ροπάλου») την πλήρη καταγραφή των παθολογιών που αναπτύχθηκαν στα υποκείμενα μετά τη χορήγηση, για να ακολουθήσει η στατιστική ανάλυση των καταγραφών αυτών. Έτσι θα εντοπιστούν στατιστικώς σημαντικοί συσχετισμοί και –επομένως– θα εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.<br />
Διάβασα την επώνυμη μαρτυρία ενός άτυχου νέου που εμφάνισε κάποια σοβαρή πάθηση μετά από τον εμβολιασμό του. Γράφει για τους γιατρούς που τον εξέτασαν: «Αυτό που δεν έχουν πει σίγουρα πάντως είναι ότι μπορεί να οφείλεται στο εμβόλιο! Δεν έχει βρεθεί τέτοια παρενέργεια στο εμβόλιο. Το αποκλείουμε, καθώς θα είχαν βρεθεί παρόμοια περιστατικά με το δικό σου, πράγμα που δεν έχει συμβεί έως τώρα».<br />
Με αυτές τις αντιλήψεις… «ενθάδε κείται» και «κηδεύομεν σήμερον» την άλφα-βήτα της βιολογικής-ιατρικής έρευνας. Πρόκειται για ξεκάθαρη μεροληψία (bias) στην καταγραφή αποτελεσμάτων.<br />
Η έκταση της κάκιστης αυτής ερευνητικής πρακτικής στη χώρα μας φαίνεται πως είναι εκτεταμένη. Δεν βγάζει κίτρινες ο διαιτητής και το παιχνίδι γίνηκε κλωτσοπατινάδα.</p>
<p>Κεφάλαιον 6ο: Το κοινό περί δικαίου αίσθημα</p>
<p>Εάν με ενημερώσεις πλήρως για τους πιθανούς κινδύνους ενός εγχειρήματος και με αφήσεις ελεύθερο να το αναλάβω, δεν φέρεις ευθύνη εάν μου συμβεί κάτι. Εάν καταχρώμενος την εξουσία σου μου ασκήσεις πίεση για να πράξω κάτι και υποστώ ζημία, τότε φέρεις ακέραια την ευθύνη. Εάν μάλιστα με παραπληροφορήσεις συστηματικά αποκρύπτοντας μου τους πιθανούς κινδύνους του εγχειρήματος, με προτρέψεις ενεργά και, επιπλέον στο τέλος, με υποχρεώσεις να το αναλάβω, η ευθύνη σου πια είναι αδιαμφισβήτητη. Το σκεπτικό αυτό ανήκει στην πρωτόλεια ανθρώπινη ηθική· στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.<br />
Είναι τερατολογίες αυτά που σου γράφω, τίμιε και φιλότιμε αναγνώστη; Μήπως είναι παράλογα; Σκέψου, σκέψου επιτέλους…</p>
<h5><strong>ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ </strong></h5>
<p>Ο έλεγχος και η ποδηγέτηση του κοπαδιού, μιας αγέλης ή ενός πλήθους τέλος πάντων, επιτυγχάνεται με εκφοβισμούς. Δείτε τον τσομπάνη που σφυρά, φωνασκεί ή χτυπά με τη μαγκούρα του από κανένα ζώο. Δείτε και τα μαντρόσκυλα που γαβγίζουν κι εκφοβίζουν τα ζώα τρέχοντας απ’ εδώ κι από ‘κεί για να τα βάλουν στην επιθυμητή πορεία. Παρακολουθήστε πώς κυνηγούν οι λύκοι και τα λιοντάρια δουλεύοντας ομαδικά με εκφοβισμούς και κατευθύνοντας ένα κοπάδι από εκατοντάδες θηράματα, μέχρι να βρουν την ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν μερικά για να τα κατασπαράξουν.</p>
<p>Το καίριο γεγονός του ελέγχου έγκειται στην αδυναμία του ατόμου και τελικά του κοπαδιού να σχεδιάσει στρατηγικά τις κινήσεις του. Αντιδρά άμεσα, σχεδόν αντανακλαστικά σ’ έναν εκφοβισμό παίρνοντας την κατεύθυνση που του επιβάλλεται. Δεν σκέπτεται πού πάει· δεν υπολογίζει δύο ή τρεις ή περισσότερες κινήσεις μπροστά. Κάθε φορά κινείται κατά την ανάγκη ή τον φόβο της στιγμής. Μέχρι που στο τέλος παγιδεύεται και καταλήγει στο μαντρί, στο σφαγείο ή στα σαγόνια του θηρευτή.</p>
<p>Αυτό, όμως, το κάνουν τα ζώα που δεν μπορούν να δουν μπροστά, να διανοηθούν και ν’ αναλύσουν τις πιθανές επιπτώσεις μίας κίνησης ή μίας ενέργειάς τους· αδυνατούν να σχεδιάσουν μεθοδικά την αντίδρασή τους. Την άμυνα και –γιατί όχι– την αντεπίθεσή τους. Με λίγα λόγια, δεν ελέγχουν το φόβο τους που γίνεται πανικός. Ο άνθρωπος, όμως, υποτίθεται ότι δεν είναι έτσι. Εκτός κι αν ξεπέφτει διανοητικά, ηθικά και πνευματικά τελείως και γίνεται καταπώς ψέλνει ο Προφητάκτας Δαυίδ: «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48,13).</p>
<p>Ο άνθρωπος κανονικά σκέπτεται τις κινήσεις του. Κρατά μια κάποια ψυχραιμία και προσπαθεί να έχει καθαρό το μυαλό. Ακόμα κι όταν αναγκαστεί μπροστά σ’ έναν μεγάλο κίνδυνο να το βάλει στα πόδια, τρέχει και σκέπτεται· βλέπει γύρω του πού πηγαίνει και σχεδιάζει –έστω αδρά και εσπευσμένα– τις επόμενες κινήσεις του για να σωθεί. Κι αν βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κινδύνους, ας πούμε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, κάθεται ακίνητος στον τόπο του· σε ένα παρόν όπου ακόμα δεν κινδυνεύει και περιμένει. Κάθετ’ ακίνητος σαν τη λεοπάρδαλη ή σαν την τίγρη και περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει την κίνησή του, αν κι όποτε αυτή προκύψει.</p>
<p>Αυτό θέλει να πει το σοφό ρητό που στα λατινικά διατυπώνεται ως εξής: «In dubio abstine». Δηλαδή, όταν έχεις αμφιβολία για το προς τα πού να πας ή τι να κάνεις, καλύτερα κάτσε στ’ αυγά σου και περίμενε λίγο να κάτσει κάτω η σκόνη, μήπως και δεις καλύτερα ή μάθεις κάτι ή προκύψει στο μεταξύ κάτι που θα σε βοηθήσει να πάρεις την απόφαση. Αν το ανάγουμε στο παράδειγμα της Σκύλλας και της Χάρυβδης, ο σοφός σού λέει πως δεν έχει νόημα να πας καρφί πάνω στη Χάρυβδη επειδή τρόμαξες από το βρυχηθμό της Σκύλλας. Αν μάλιστα είσαι και κανένας εγωπαθής την ώρα που σε τρώει η Χάρυβδη φωνάζεις στη Σκύλλα απέναντι: «Ορίστε βρε παλιο-Σκύλλα, δεν τα κατάφερες να με φας!». Εεε… Τότε είσαι για γέλια και για κλάματα.</p>
<p>Το να κρατάει κανείς την ψυχραιμία του και καθαρό μυαλό μπροστά σε δύσκολες κι επικίνδυνες καταστάσεις και ειδικά σε περιπτώσεις «ζωής και θανάτου», που λένε, είναι μεγάλο προτέρημα. Στον πόλεμο, σε φυσικές καταστροφές, αρρώστιες κι ατυχήματα και στις δύσκολες υποθέσεις και στα βάσανα της ζωής η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ακόμα και το «ο τολμών νικά» εάν δεν εφαρμόζεται με τη δέουσα ψυχραιμία και μεθοδικότητα χάνει την αξία του.</p>
<p>Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το «in dubio abstine» έχει σημαίνουσα βαρύτητα στην ιατρική πράξη και ηθική. Γιατί όταν από βιασύνη, επιπολαιότητα κι έλλειψη ψυχραιμίας με το ενδεχόμενο –και μπροστά στο φόβο– μιας αρρώστιας (Σκύλλας) σπεύδεις να πας σε μια πειραματική προληπτική θεραπεία (Χάρυβδη) που και αναποτελεσματική είναι αλλά και βλαπτική αποδεικνύεται, τότε υπάρχει ευθύνη.</p>
<p>Είναι λεπτό το ζήτημα, αλλά ευκολονόητο· αρκεί να σκεφτεί κανείς απλά και καθαρά. Προπάντων, πρέπει κανείς να μάθει να ξεχωρίζει το γεγονός από το ενδεχόμενο. Το πρώτο είναι ένα αναπόδραστο παρόν, ήγουν μια πραγματικότητα. Το δεύτερο αναφέρεται στο μέλλον ως κάτι που ίσως συμβεί, ίσως όμως και όχι. Το να βιώνεις μέσα σε πανικό ένα μελλοντικό ενδεχόμενο ως γεγονός του παρόντος δεν είναι υγιές. Ο σκοτισμένος νους τότε μπορεί να σε οδηγήσει σε σπασμωδικές κινήσεις· μπορεί να γίνεις εύκολα υποχείριο κάποιων επιτήδειων, μπορεί να πας αφελώς στη Χάρυβδη, και τέλος.</p>
<p>Πάντως, είτε πας από τη Σκύλλα είτε από την Χάρυβδη, έφυγες και καλό παράδεισο… Η αναπόδραστη μοίρα των βροτών. Ωστόσο, υπάρχει μια ποιοτική διαφορά με ηθικές διαστάσεις. Τούτες απασχολούν προφανώς αυτούς π’ άφησες πίσω. Τους δικούς σου ανθρώπους, συγγενείς, φίλους, συμπολίτες, αλλά και το κράτος του οποίου υπήρξες εν ζωή φορολογούμενος πολίτης. Αν σ’ έριξαν τα κύματα πάνω σε κάποια Σκύλλα, εάν η αρρώστια σε βρήκε, τότε… Αυτά δυστυχώς συμβαίνουν· όλοι από κάτι θα φύγουμε.</p>
<p>Εάν, όμως, από το φόβο σου μη και σε φάει η Σκύλλα, πήγες από μόνος σου να συναντήσεις με προγραμματισμένο ραντεβού τη Χάρυβδη, τότε υπάρχει<br />
θέμα…</p>
<h5><strong>EΝΕΚΕΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ </strong></h5>
<p>Κάποτε σε τούτον τον τόπο περπατούσες κι εύρισκες κάπου λίγο δίκιο να ξεδιψάσεις. Ξαπόσταινες λίγο και πήγαινες παρακάτω. Μα είναι καιρός τώρα που γέμισαν οι δημοσιές με δαιμονανθρώπους και γίνηκ’ ο τόπος έρημος. Έρημος σου λέω· τέτοια που τώρα καταλαβαίνεις τι θα πει να πεινάς και να διψάς για δικαιοσύνη. Γιατί άλλο να την αγαπάς, άλλο να τη γυρεύεις, άλλο να την εργάζεσαι και να την υπηρετείς· κι άλλο να την πεινάς και να τη διψάς.</p>
<p>Και πας… Κι η γλώσσα σου είναι στεγνή, τα χείλη σου σκασμένα. Κι αυτή η σκόνη… Δεν βλέπω· ανάθεμά τη σκόνη! Ποιος το ψιθύρισε; «Μακάριοι οι πεινωντες και διψωντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6).</p>
<p>Περπατούσα μέσ’ τη σκόνη και ψιθύριζα μακαρισμούς «…και έκλαιγα και έλεγα και λέγω. Διατί έλεγα αυτό και λέγω με κλάματα να μας σώσεις και να είναι η δικιοσύνη σου; με αυτό φραινόμαστε και ζώμεν, ότι τιμωρίζεται γενικώς η αρετή και δοξάζεται η ασέβεια· Διατί περικαλιώμαι; Ότι αυτείνοι χάσαν τη δικιοσύνη σου και την υπόσκεσήν τους και όρκο τους και μας κατήντησαν τέτοιοι οπού φαινόμαστε, και μισαφιραίοι και κατατρεμένοι εις την πατρίδα της γεννήσεώς μας»¹.</p>
<p>Και περπατούσες μέσ’ στη σκόνη κι είπες «διψώ». «Ίνα τελειωθή η γραφή», γι’ αυτό κι εσύ το είπες (Ιω. 19,28). «Οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους» (Ιω. 19,28) και χολής και δηλητηρίων και τοξινών φυσικών τε και συνθετικών, σού τον κουνούσαν –τον σπόγγο– πέρα-δώθε μπροστά στο πρόσωπο. Πάσας γοητείας και φαρμακείας μετερχόμενοι υπάρχουν· και γυάλιζε το μάτι τους. Έλεγαν: «Έστω δε ημών η ισχύς νόμος της δικαιοσύνης, το γαρ ασθενές άχρηστον ελέγχεται. ενεδρεύσωμεν δε τον δίκαιον, ότι δύσχρηστος ημίν εστί και εναντιούται τοις έργοις ημών και ονειδίζει ημίν αμαρτήματα νόμου και επιφημίζει ημίν αμαρτήματα παιδείας ημών» (Σοφ. Σολ. 2,11).</p>
<p>Κι απέστρεψες το πρόσωπό σου απ’ αυτήν την αηδία. Αδικίας και ανομίας και αυθαιρεσίας μεστοί εστέ, είπες. Κι άρχισε η δίωξη κι η καταδίωξη. Ο διωγμός, δηλαδή που λένε, κι όλα τα συμπαρομαρτούντα. Αλλά αναρωτήθηκες: «Τότε γιατί λέω μεμνημένοι τοίνυν κλπ.;»², και σήκωσες φωνή μεγάλη: «Γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας, οπαδοί της αδικίας κι’ ατιμίας!»³. Ναι, εναντιούμαι τοις έργοις υμών!</p>
<p>Περπατούσα στην έρημο και ψιθύριζα «μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης (Ματθ. 5,10). Κι έκανα ώρα να δω ψυχή. Ώσπου φάνηκε ένας άλλος διψασμένος να ‘ρχεται με βήματα βαριά απ’ απέναντι. Διασταυρωθήκαμε, με κοίταξε με κόκκινα μάτια και μου λέει: «Ποια δικαιοσύνη ρε φίλε;». «Του Θεού του λέω, Του Θεού…». «Ε… τότε ‘ντάξει», μου λέει. «Είπα κι εγώ», μου λέει. Κι όπως έφευγε τον άκουσα που τραγουδούσε έναν ‘μανέ ρεμπέτικο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βγάλε κυρά μου το πανί που έχεις μπρος στα μάτια,<br />
με το πανί τυφλώνουνται, όσοι φροντίζουν νόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Βάλτο μπροστά στο στόμα σου, κάλυψε και τη μύτη,<br />
έτσι, μαθές το συνηθάν όσ’ είν’ στους… υπονόμους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε βρόμικα λαγούμια πας και στις στοές τις μαύρες.<br />
Και το σπαθί τι το κρατάς; Άδικα το κραδαίνεις.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μόνο το ζύγι κράτα το, φάρμακα κι άλλες σκόνες<br />
και τ’ άσπρα των πολιτικών να τα καλοζυγίζεις.</p>
<p>Κι όπως χανόταν η φωνή πίσω μου μέσ’ στη σκόνη… «Έι, φίλε! Πώς σε λένε;», φώναξα. «Δαβίδ», ήρθ’ η απάντηση. «Περίμενε! Μη φεύγεις, άλλο τραγούδι ξέρεις;». Κοντοστάθηκε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Τι εγκαυχά εν κακίᾳ, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν;<br />
αδικίαν ελογίσατο η γλώσσα σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον.<br />
ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπὲρ του λαλήσαι δικαιοσύνην.<br />
δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος» (Ψαλ. 51,3-7).</p>
<p>Και αυτοί που διώκονται ένεκεν δικαιοσύνης σαν δουν τον αισχρό διώκτη τους, τον πάσα ένα ανθρωποδαίμονα, να πέφτει με θόρυβο…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«…θα γελούν που τον θωρούν κι ετούτα θα λογούνται·<br />
Για δες τον, που βοήθεια Θεού δεν πεθυμούσε,<br />
που στον περίσσο πλούτο του ήλπιζε και θαρρούσε,<br />
κι έγινε μέγας και τρανός με ψέματα κι απάτες»⁴.</p>
<p>«Τοις δε Σαρδαναπάλου μνημείοις επιγέγραπται “Ταύτ´ έχω όσς´ έφαγον και εφύβρισα”»⁵.</p>
<p>Όσοι απομείνατε Έλληνες γυρνάτε μεσ’ τη σκόνη ψάχνοντας λίγο δίκιο να ξεδιψάσετε. Μα εγώ γυρνώ σ’ αυτήν εδώ την έρημο –τη λέω της Γεδρωσίας– για να ‘βρω κείνον που έχυσε το λίγο νερό που του πρόσφεραν. Ω παι, την από Γαυγαμήλων, θα του πω. Κι αυτός θα καταλάβει. Με τεντωμένο το σπαθί, απάνω στ’ άλογό του, καλπάζοντας θ’ ακοντιστεί καρφί προς τον Δαρείο. Του όφεος την κεφαλή, χάσιμο χρόνου τ’ άλλα. Ως τότε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">«Υπομονή αποκαμωμένο βλέμμα και θα ’ρθει η ώρα του σεισμού.<br />
Κι ο ουρανός θ’ ανοίξει και για σένα.<br />
Μίαν άνοιξη περιμένοντας<br />
στο σταυροδρόμι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Και θα ’χουν σταυρούς οι δρόμοι.<br />
Και θα λάμπουν τ’ αδικημένα σας πρόσωπα.<br />
Και πετράδια θα φοράτε τα δάκρυα που χύσατε.<br />
Να ’ναι καλός μονάχα ο δρόμος που διασχίσατε»⁶.</p>
<h5><strong>ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ </strong></h5>
<p>Οι ιερές ακολουθίες της ευλογημένης πίστης μας μάς κερνούν ως νέκταρ αθανασίας τον Θεόπνευστο ποιητικό λόγο. Κατεξοχήν, μάλιστα, οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Ποιος δεν έχει ακούσει, για ν’ αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ότι σήμερα Μεγάλη Τρίτη ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής; Το τροπάριο αυτό είναι ένα ποίημα για τη μετάνοια που συνέθεσε μία όμορφη και λογιότατη κυρά της Πόλης που έζησε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνα μ.Χ. και αγίασε, καθώς έγινε μοναχή και ηγουμένη μοναστηριού.</p>
<p>Ακολουθώντας τον μέγα Πατριάρχη των ποιητών και υμνωδών της Αλήθειας, τον Προφητάνακτα Δαβίδ, είναι πολλοί οι Άγιοι της Ορθοδοξίας μας που με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος έγραψαν ανυπέρβλητα ποιητικά αριστουργήματα. Αλλά μήπως κι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν έχει ποιητικότητα; Δεν περιέχουν αποστροφές ουρανομήκους ποίησης τα γραπτά του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Αποστόλου Παύλου; Όλα, μα όλα τα κείμενα των Αγίων της Ορθοδοξίας μας περιέχουν μαζί με το σωτηριολογικό τους μήνυμα και ποιητικό λόγο σπάνιας αξίας. Φωτισμένα και διδακτικά τα λόγια του σύγχρονου Αγίου μας του Πορφύριου: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής».[1]</p>
<p>Όσοι παρακολουθείται την αρθρογραφία μου, είδατε ότι τον τελευταίο καιρό καταπιάστηκα με την απόδοση ύμνων των Αγίων Ρωμανού, Ιωάννη Δαμασκηνού και Κοσμά του ποιητή. Ένιωσα πως η καθ’ υπερβολήν φτηνή, άχαρη, ποταπή, μίζερη, υποκριτική, άθεη, απνεύματη, κακοήθης και -για όλ’ αυτά- επικίνδυνα εγκληματική εποχή μας το απαιτούσε. Παράλληλα, όμως, όπως φαίνεται και σε παλιότερα άρθρα μου με τίτλους: «Η ποίηση είναι παντού»[2] και «Να ημερέψει η γη», εξαιτίας αυτής της αναγκαιότητας, με το ίδιο κίνητρο, ψάχνω να βρω τον υψηλού επιπέδου ποιητικό λόγο και σε μέρη που δεν είναι προφανή.</p>
<p>Σε μια εποχή ψευδαισθήσεων στην οποία κυριαρχεί το δήθεν, το επίπλαστο παντού, συμπεριλαμβανομένης της λογοτεχνίας και της ποίησης, θ’ ανθολογήσω στο σημερινό άρθρο αποσπάσματα υψιπετούς ποιητικού λόγου από τις επιστολές του Αγίου Ιωσήφ του ησυχαστή και σπηλαιώτη (1897-1959). Ο Αγιορείτης Γέροντας υπήρξε μέγας ασκητής και στύλος της Ορθοδοξίας και αγιοκατατάχτηκε το 2020.</p>
<p>Υπάρχουν πολλά εξαιρετικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και ημερίδων, ομιλίες, ακόμα και ένα ωραίο ντοκιμαντέρ για τον βίο, το πνευματικό έργο και τις διδαχές του Αγίου Ιωσήφ. Σ’ αυτά θα βρει κανείς το μείζον, από θεολογικής απόψεως. Στο άρθρο αυτό, ακροθιγώς αναφέρομαι στο έλασσον, δηλαδή στη λογοτεχνική αξία του ποιητικού λόγου του Αγίου. Κι όμως -αυτή είναι η ομορφιά και η δύναμη της ποίησης- αυτό το έλασσον με έναν τρόπο καρδιακό μιλάει εξίσου δυνατά με το μείζον. Παρά το γεγονός ότι ο Άγιος έγραψε και έμμετρα ποιήματα που διασώθηκαν, εγώ δεν αλιεύω ποιητικά μαργαριτάρια από αυτά, αλλά από υψηλής ποιητικής αξίας αποστροφές του πεζού λόγου των επιστολών του. Ας δούμε, λοιπόν, πέντε μικρά παραδείγματα που διάλεξα. Στο σύντομο σχόλιο που ακολουθεί, προσπαθώ να διασκεδάσω την αμηχανία μου μπροστά στο Αγιοπνευματικό ποιητικό φαινόμενο.</p>
<p>α) «Αχ, αδελφή μου, τα δάκρυά μου ην απερίγραπτα, και τώρα εισέτι δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω δια να γράψω· αλλά και το χαρτί σου που γράφω εγέμισα».[3]<br />
Αχ, Άγιε! Πώς «αναχαιτίζει» κανείς τα τέτοιας λογής δάκρυα; Ειδικά εάν είναι «δια να γράψει;» Και το χαρτί της πώς το γεμίζεις με δάκρυα; Και με λόγια αγιασμένα το γεμίζεις, αλλά μην το κάνουμε θέμα. Πώς το ποτίζεις και το χαλάς με δάκρυα το χαρτί; Ναι, όντως φαίνεται αναγκαία η αναχαίτιση.</p>
<p>β) «Ω γλυκειά μας Μανούλα, ω φως της ψυχής μας, ω αγάπη ανόθευτος, ω ζωή της ψυχής μας!» [3]<br />
Ω γλυκύτατε πάτερ! Πώς…; Πώς τα κατάφερες και τα είπες όλα για την Παναγιά μας μέσα σε μια γραμμή; «Αγάπη ανόθευτος», «Ζωή της ψυχής μας». Ο Παράκλητος στα ψιθύρισε στ’ αυτί και τα ‘γραψες· άλλη εξήγηση δεν έχω…</p>
<p>γ) «Όμως, μην λησμονής ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβη το πνεύμα Αυτός όπου σοι το έδωσεν, εσύ πάλιν θα κτίζεσαι στα ντουβάρια».3<br />
Ζωή μου, η ρίζα σου φυτρώνει στο χώμα. Αλλά ζωή μου, η ρίζα σου είναι κι ίδια της χώμα. Και θάνατος σωματικός εστί να γίνω πάλι χώμα· και να με πάρει -να με πάρει λέω- ένας τίμιος ή άτιμος -το ίδιο κάνει- εργάτης, για να χτίσει ένα ντουβάρι. Καλό Παράδεισο παιδιά!</p>
<p>δ) «Θέλων να διαθερμάνω της ψυχής σας την θέρμην…»<br />
Και το καταφέρνεις Άγιε Ιωσήφ. Διαθερμαίνεις της ψυχής μας την θέρμη. Και τω Θεώ Δόξα!</p>
<p>ε) «Έκανε 17 έτη εις την κορυφήν του Προφήτου Ηλία παλεύων με δαίμονας και κεραυνιζόμενος από τους καιρούς, έμεινε άσειστος στύλος υπομονής».<br />
Αν γραφόταν αυτό ως επίγραμμα απάνω στον τάφο (σιγά μην βρεις τάφο!) του Γέροντα Γεράσιμου του ασκητή (σε αυτόν αναφέρεται ο Άγιος Ιωσήφ) θα λέγαμε πως μόνο ένας νέος Πίνδαρος θα μπορούσε να έχει γράψει κάτι τέτοιο…<br />
Τέτοια ανυπέρβλητη αξία έχει ο ευλογημένος και χαριτωμένος θεόπνευστος ποιητικός λόγος των Αγίων της πίστης μας. Δώστε βάση. Πιο εύκολα θα περάσει τότε το Πάθος. Κι η Ανάσταση μετά δεν αργεί!</p>
<h5><strong>ΨΗΦΙΣΤΕ ΑΤΙΘΑΣΑ</strong></h5>
<p>Το σύστημα του κομματικού φεουδαλισμού που κρατά διαχρονικά δέσμια τη χώρα μας, ανήκει σε έναν ευρύτερο διεθνή αποικιοκρατικό-εξουσιαστικό μηχανισμό. Ανά εποχές και σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες το γεγονός αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές.</p>
<p>Ουσιαστικά, ο εκάστοτε πρωθυπουργός της χώρας έχει τη θέση του ιθαγενή έπαρχου-κυβερνήτη της αποικίας και το πολιτικό σύστημα είναι ο ευρύτερος υποστηρικτικός μηχανισμός του. Τα καθήκοντά του δεν περιλαμβάνουν τη λήψη αποφάσεων, αλλά την εφαρμογή αποφάσεων που έχουν ληφθεί εκτός της χώρας από την υπερκείμενη αρχή. Προφανώς οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με γνώμονα τα συμφέροντα της αποικίας, αλλά αυτών που τη διαφεντεύουν. Άλλωστε, από τη φύση τους οι αυτοκρατορίες και οι διάφορες παραλλαγές του αποικιοκρατικού-φεουδαρχικού συστήματος που επιβάλλουν, εκμεταλλεύονται και συχνά ξεζουμίζουν μέχρι εξαθλίωσης τις αποικίες και τους υποτελείς δουλοπάροικούς τους.</p>
<p>Επομένως, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό δεν κοπιάζει για την παραγωγή ιδεών, μέτρων, θεσμών και νομοθετημάτων υψηλής και χαμηλής πολιτικής. Αυτά του υπαγορεύονται. Εκεί που ξοδεύει την ενέργειά του, αυτό για το οποίο αμείβεται σχετικώς πλουσιοπάροχα, είναι η υλοποίηση και η εφαρμογή τους. Αυτό είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται, καθώς θα πρέπει συνεχώς να ικανοποιούνται τρεις συνθήκες:</p>
<p>α) Να συντηρείται η ψευδοφάνεια ενός κατ’ επίφαση δημοκρατικού πολιτεύματος.</p>
<p>β) Να ανταμείβονται οι πολυάριθμοι άτυποι αξιωματούχοι των χαμηλότερων βαθμίδων και οι συνεργάτες του συστήματος μέσα στις κομματικές, κρατικές, κοινωνικές και επαγγελματικές δομές.</p>
<p>γ) Να αποκρύπτονται, να διασκεδάζονται και αν χρειαστεί να καταστέλλονται με πλάγια μέσα οι αντιδράσεις. Να ξεθυμαίνει ο κοινωνικός αναβρασμός. Τελικά, να συλλέγονται τα απαραίτητα εκλογικά ποσοστά που απαιτούνται για τη συνέχιση και επιβίωση του συστήματος.</p>
<p>Στη δυσάρεστη πραγματικότητα που συνοπτικά παρουσιάζω παραπάνω, έχω αναφερθεί στην αρθρογραφία μου τα τελευταία χρόνια με διάφορους εκφραστικούς τρόπους και προσεγγίσεις. Είναι, βέβαια, αρκετοί οι διανοητές παλαιότεροι και σύγχρονοι που την περιγράφουν –είτε στις διάφορες εκφάνσεις της είτε εποπτικά– με τη δική τους οπτική. Από τους σύγχρονούς μας ενδεικτικά αναφέρω ειδικούς στο αντικείμενο επιστήμονες όπως τον πολυγραφότατο ομότιμο καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργο Κοντογιώργη, τον ομότιμο καθηγητή της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργο Κασιμάτη και τον αρκετά νεότερο δραστήριο πολιτικό επιστήμονα Σταύρο Καλεντερίδη.</p>
<p>Δεν ξέρω πόσο εισακούγονται όλα όσα έχουν αναλύσει στο επίπεδο της πολιτικής προσέγγισης του ζητήματος αυτοί, αλλά κι άλλοι αξιόλογοι συμπατριώτες μας στο δημόσιο γραπτό και προφορικό τους λόγο. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Αυτό συμβαίνει για τρεις κυρίως λόγους:</p>
<p>α) Το εξουσιαστικό σύστημα κορύφωσε τη φαυλοκρατική συμπεριφορά του. Δίνεται η εντύπωση ότι η προεργασία που έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια, έφτασε στο επιθυμητό σημείο. Πλέον προχωρά απροκάλυπτα και θέτει σε εφαρμογή σχεδιασμούς για την επιβολή ενός σκληρότερου καθεστώτος με σύγχρονα χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού.</p>
<p>β) Οι διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενεργούν και αποκαλύπτονται πλέον ξεκάθαρα ως εργαλεία ενός υπερεθνικού εξουσιαστικού συστήματος με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά για την εφαρμογή σύγχρονων εκδοχών αποικιοκρατίας και φεουδαρχίας. Δεν προασπίζονται τη δημοκρατία και τις παραδοσιακές αξίες της.</p>
<p>γ) Ο πλανήτης βρίσκεται σε εμπόλεμη αναταραχή. Ο πόλεμος θα επεκτείνεται και θα κλιμακώνεται με κλασσικά, αλλά και με άλλα σύγχρονα και καινοφανή μέσα και αναμένεται να επηρεάσει δραματικά και την πατρίδα μας.</p>
<p>Τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών θα επηρεάσουν καίρια την ένταση και τον χαρακτήρα των έμπονων δοκιμασιών του ελληνικού λαού, οι οποίες θα κλιμακωθούν το επόμενο διάστημα. Δεν είναι μόνο θέμα αξιοπρέπειας και πατριωτισμού· είναι πια θέμα επιβίωσης η διεκδίκηση της εθνικής μας κυριαρχίας και μιας κρατικής δομής αυθεντικά δημοκρατικής και αφιερωμένης στο ευ ζην του πολίτη. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται:</p>
<p>α) Τα χαμηλόβαθμα στελέχη και οι ψηφοφόροι των κομμάτων εξουσίας να συνειδητοποιήσουν ότι, μπροστά στα επικείμενα γεγονότα, τα όποια ανταλλάγματα πήραν θα εξαϋλωθούν και όσα προσδοκούν να πάρουν θα ακυρωθούν. Ως απλοί στρατιώτες του κομματισμού, είναι απολύτως αναλώσιμοι. Ήρθε η ώρα να δουν το συμφέρον τους με τη ματιά του σοφού Περικλή. Όσο βολεμένοι κι αν είναι στα ιδιωτικά τους πράγματα θα καταστραφούν τελείως, αν καταστραφεί η πατρίδα. Αν όμως ξεβολευτούν, ακόμα κι αν είναι σε δύσκολη θέση προσωπικά, έχουν πολλές ελπίδες να σωθούν αν η πατρίδα στέκεται στα πόδια της.</p>
<p>β) Οι ψηφοφόροι που αγαπούν τις παραδοσιακές αρχές του ελληνικού κι Ορθόδοξου πολιτισμού να μην παρασυρθούν και πάλι από κάποιο κόμμα του τύπου «ΛΑΟΣ» ή «ΑΝΕΛ.» που για μια ακόμα φορά ετοιμάζεται να υφαρπάξει τη ψήφο τους, ώστε να την ακυρώσει. Το σύστημα είναι πάντα ένα βήμα μπροστά και έχει ήδη έτοιμη την παγίδα. Όποιος μπορεί να βάλει δυο σκέψεις στη σειρά καταλαβαίνει…</p>
<p>γ) Ο Έλληνας ψηφοφόρος να ενεργήσει απροσδόκητα, ασύμμετρα, απρόβλεπτα. Τα υπερεθνικά κέντρα εξουσίας σχεδιάζουν επιμελώς και μεθοδικά. Έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους απέναντι στις προφανείς κατευθύνσεις της εκλογικής μας αντίδρασης. Η ενίσχυση μικρών κομμάτων με απολύτως μηδενική προϊστορία στο Κοινοβούλιο είναι μονόδρομος. Η αναστάτωση του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού είναι ο μοναδικός δόκιμος και εφικτός στόχος στην παρούσα συγκυρία. Η απροσδόκητη εκλογική συμπεριφορά δεν είναι πολιτική λύση· αλλά θα δημιουργήσει γόνιμες συνθήκες γι’ αυτήν.<br />
Εκτός από αρετή θέλει και τόλμη η ελευθερία.</p>
<h5><strong>ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ </strong></h5>
<p>Στις λογοτεχνικές μου αναζητήσεις, τον τελευταίο καιρό, συνεχώς εμφανίζεται μπροστά μου και μ’ απασχολεί γόνιμα το ζήτημα της σχέσης που έχει η μορφή (η τεχνική) με την ουσία (το νόημα) στη λογοτεχνία, αλλά και στην τέχνη γενικότερα. Αφορμή στάθηκε η εμπειρία που αποκόμισα από την προσπάθειά μου να αποδώσω ποιητικά τους ύμνους του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού. Στο εισαγωγικό σημείωμα της πρόσφατης έκδοσης αυτού του εγχειρήματος,1 εξηγώ γιατί η μορφή στην οποία κατέληξα («ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση»), προσφέρει στο να ζωντανέψει ποιητικά την απαράμιλλη τέχνη του Αγίου Ρωμανού στη σύγχρονη εκδοχή της γλώσσας μας.</p>
<p>Προσφάτως, χρειάστηκε να ετοιμάσω τη σύντομη τοποθέτησή μου για την παρουσίαση δύο βιβλίων2,3 του φίλου λογοτέχνη Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, που θα γίνει μεθαύριο Πέμπτη στις 19:30 στην αυλή της Αγιορείτικης Εστίας (όσοι είστε στη Θεσσαλονίκη, αξίζει τον κόπο να έρθετε).</p>
<p>Το ένα από τα δύο βιβλία που θα παρουσιαστούν δεν είναι καινούργιο. Τιτλοφορείται Ο πιο σύντομος δρόμος, και είναι επανέκδοση (πρωτοδημοσιεύτηκε το 1999).</p>
<p>Καθώς κατατριβόμουν με την παρουσίαση, λοιπόν, συνειδητοποίησα το πόσο εμφανής γίνεται στο συγκεκριμένο έργο μια υποδειγματικά άρρηκτη σχέση μορφής και ουσίας. Δηλαδή, υπάρχει η κατάλληλη επιλογή των στοιχείων εκείνων της συγγραφικής τεχνικής που δένουν απόλυτα και υπηρετούν το όλο νόημα του έργου. Το στοιχείο αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία στα καλύτερά της, είναι πολύ χαρακτηριστικό και σε ένα ακόμα βιβλίο του Αλέξανδρου, με τίτλο Ο αγρός του αίματος.4</p>
<p>Το πράγμα, όμως, δεν σταμάτησε εκεί· τα θετικά πρότυπα συνέχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου. Ο Ισίδωρος Παπαδάμου, καλός φίλος του Αλέξανδρου, είναι φιλόλογος, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και του τζουρά, τραγουδοποιός, αλλά και γνωστός οργανοποιός εγχόρδων. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τη φωνή και το μπουζούκι του στο συγκρότημα των Χειμερινών Κολυμβητών, τη δεκαετία του ’80 και του ’90. Ο Ισίδωρος είναι ωραίος και αυθεντικός καλλιτέχνης. Οι στίχοι του περιέχουν στιγμές υψηλής ποιητικής δημιουργίας. Δείτε μία που καταγράφει στο βιβλίο Ο πιο σύντομος δρόμος3 ο Κοσματόπουλος:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Τα βράδια που ζήσαμε τα ονειρικά<br />
μέσα σ’ ιδέες τυλιγμένοι<br />
με μαζεμένα κι απλωμένα τα φτερά<br />
κι ενώ μιλούσαμε απαλά<br />
η καρδιά μας ήτανε σχισμένη.</p>
<p>Αλλά και η μουσική του, ενώ συνδυάζει στοιχεία του παραδοσιακού και του ρεμπέτικου, απομακρύνεται συχνά απ’ αυτά και τα υπερβαίνει ελεύθερα και ιδιόρρυθμα, αλλά πάντοτε αρμονικά. Έτσι, ως σύγχρονη δημιουργία με χαρακτηριστικό προσωπικό ύφος, διαλέγεται γνήσια με την παράδοση και τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής ανά τους αιώνες. Αυτό στις μέρες μας σπανίζει. Αλληγορικά μιλώντας: αν ζούσε ο Στράτος Παγιουμτζής, θα έβλεπε πιο πολλά στοιχεία της καλλιτεχνικής του ψυχής μέσα σ’ ένα τραγούδι του Ισίδωρου, παρά σ’ ένα τραγούδι δικό του παιγμένο από μια σύγχρονη λαϊκή ορχήστρα. Πώς γίνεται αυτό; Και πώς γίνεται ν’ ακούς Παπαδάμου και να νιώθεις (όχι ν’ αντιλαμβάνεσαι, να νιώθεις) μια συνάφεια με τη βυζαντινή λαϊκή μουσική, όσο μπορούμε να την γνωρίζουμε από τις προσπάθειες του μεγάλου συνθέτη και μουσικολόγου μας Χριστόδουλου Χάλαρη;</p>
<p>Γίνεται, καθώς το γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για ανάλογο ζήτημα που αφορά το λογοτεχνικό ύφος και τη γλώσσα. Μιλάει για την «ατόφια ελληνική φωνή» στα δημοτικά τραγούδια και στα γραπτά του Μακρυγιάννη, θέτοντάς τα ως παραδοσιακό θεμέλιο και λέει: «Αυτή είναι η φύση της γλώσσας μας. Το στοιχείο που μας καθαρίζει και μας οδηγεί, και που, δουλεύοντας την έκφρασή μας, θα πρέπει να μιμηθούμε, όχι εξωτερικά καθώς έγινε κάποτε ως την κατάχρηση, αλλά στην εσωτερική του λειτουργία…».5</p>
<p>Μετά απ’ αυτά τα θετικά πρότυπα, η συγκυρία μού ’φερε και το αρνητικό. Όλα πήγαιναν καλά στον Όρθρο. Σαν ξεκίνησε όμως η Θεία Λειτουργία, αντί για τους ψάλτες ανέλαβε δράση μια χορωδία ανδρών με ύφος κανταδόρικο. Ανακατεύτηκε η ψυχή μου. «Αυτή τη μουσική παράδοση, την ιερή και πανάρχαιη, αγωνίζονται να διασπάσουν, να παραποιήσουν οι διάφοροι ανόσιοι και άμουσοι κανταδόροι, που ακούγονται, δυστυχώς ακόμα να παρεμβάλλουν τις φωνητικές επιδεικτιάσεις τους ανάμεσα στους σεμνούς ύμνους της λειτουργίας…», έγραφε ο Μυριβήλης.6</p>
<p>Ο Κόντογλου έγραψε, βέβαια, τα περισσότερα γι’ αυτούς που θέλουν «να ντύσουν “τα αμάραντα μνημεία” της υμνολογίας, με άλλο μουσικό φόρεμα της εποχής μας, ήγουν με την ανθισμένην αμυγδαλιά, με βαρκαρόλες, και τα παρόμοια».7 «Ποιος Έλληνας μπορεί να πει πως νιώθει κατάνυξη από τα μουσικά αυτά μασκαραλίκια…», γράφει αλλού.8</p>
<p>Πόσο ακαλαίσθητη, παράταιρη και φτηνή μπορεί να γίνει η τέχνη, όταν η μορφή απάδει προς την ουσία… Κρίμα στις Μητροπόλεις που σχετίζονται επισήμως με τέτοια φαινόμενα.</p>
<h5><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ </strong></h5>
<p>Σε δυο μέρες θα ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη η 19η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου. Ο αέρας της πόλης –μαζί με τις μαγιάτικες μυρωδιές– άρχισε ήδη να φέρνει κι αυτήν του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Σ’ αυτό το κλίμα, λέω σήμερα να κάνω το κέφι μου και να ανθολογήσω από τον ποιητικό λόγο δικών μου φίλων και γνωστών. Παίρνω να σας κεράσω, λοιπόν, αποσπάσματα απ’ τα γραπτά τους που μ’ άρεσαν. Όπως μου ‘ρχεται θα σας τα δώσω, σκέτα χωρίς σχόλια. Έτσι, όπως μου ’ρχεται τ’ αντιγράφω· σας τα δίνω γι’ αντίδοτα στα δηλητήρια της εποχής.</p>
<p>Γράφει ο Αλέξανδρος1<br />
Στο ποίημα «Αποχαιρετισμός»:</p>
<p>Ξημέρωμα στα τείχη ακούς θρήνο<br />
πέτρες, κονιορτός στις κατακόμβες<br />
σκάβουν θεμέλια σπιτιών –<br />
οι λέξεις έχουν ιστορία<br />
στιγμή γεννιούνται και υπάρχουν.</p>
<p>Και στο «Περιφορά»:</p>
<p>Τροχιές γραμμένες στις αχτίνες του ήλιου<br />
ο Θεριστής ο Τρυγητής ο Αλωνάρης ανακαλούν<br />
ονόματα<br />
όχι σκέψεις που καθρεφτίζουν καημούς<br />
λόγια ν’ απηχούν σημασίες πραγμάτων.</p>
<p>Παιχνίδι της μέρας η μιλιά του ανθρώπου<br />
η σκέψη στένεψε τον κόσμο.<br />
Άνω σχώμεν τας καρδίας.</p>
<p>Γράφει ο Γιάννης2<br />
Στο ποίημα «Ήλιε»:</p>
<p>Στην άμμο της Κεραμωτής κλαις,<br />
όταν ξημερώνει,<br />
στην άκρη μιας ματιάς κλειστής,<br />
η νύχτα μένει μόνη.</p>
<p>Και στο «Θρησκειοείδωλα»:</p>
<p>Θεέ τρισσέ στο ένα σου και ένα στα τρισσά σου,<br />
έδειξες αυτοπρόσωπα<br />
τα δικαιώματά σου.</p>
<p>Γράφει η Μαρία3<br />
Στο ποίημα «Εν δυνάμει πραγματικότητα»:</p>
<p>Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος<br />
κι η θάλασσα<br />
κι ο βράχος<br />
λιγοστεύει φλούδα φλούδα<br />
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος.</p>
<p>Και στο «Απολογία»:</p>
<p>Μάρτυς μου τα δάκρυα<br />
ορκιζόταν<br />
λες κι ο πόνος<br />
είναι ζήτημα αλήθειας.</p>
<p>Γράφει ο Κώστας4<br />
Στο Όρος<br />
ο ήλιος<br />
βιάζεται να βγει.</p>
<p>Θέλει κι αυτός να συνεργήσει.</p>
<p>Στην καύση της καρδίας.</p>
<p>και:</p>
<p>Έρχεσαι πάλιν<br />
Άνοιξη<br />
και προκαλείς πάλην.<br />
Ένδοθεν.</p>
<p>κι ακόμα:</p>
<p>Κυκλοφορούν ελεύθερες<br />
λέξεις που έχασαν<br />
το νόημά τους</p>
<p>και δεν βολεύονται<br />
σε καινούργιες γνωριμίες.</p>
<p>Γράφει η Βιβή5<br />
Η Μάνα: Κάθε φορά που, κάτι, μας έβγαζε, καινούριο<br />
από την καθημερινότητά μας, κι ο πιο απλός πυρετός<br />
ίσως, χωνόμουν στην πολυθρόνα της γωνίας. Μάζευα τα<br />
πόδια από κάτω μου. Μια μπάλα γινόμουνα. Να κρυφτώ<br />
ήθελα. Να μη με δει ο Θεός και θυμηθεί ότι υπάρχω<br />
και μου στείλει κι άλλη δοκιμασία.</p>
<p>και:</p>
<p>Ήλθε η Κόρη! Ω! είναι τόσο όμορφη κι αυτή.<br />
Δεν έχει γαλάζια μάτια σαν τ’ αγόρια.<br />
Έχει όμως καρδιά 20 αγοριών.</p>
<p>Γράφει ο Τάσος6<br />
Στο διήγημα «Εικοσικάτι Ιουνίου»:</p>
<p>Κάθε πρωί που ξυπνώ σκίζω το χαρτάκι της προηγούμενης από το ημερολόγιο. Εικοσιπέντε Ιουνίου. Των Φεβρωνίας, Ορεντίου, Γεωργίου και Προκοπίου του Νεομάρτυρος. Εικοσιπέντε Ιουνίου… Κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει… θα θυμηθώ! Τι είναι σήμερα; Σέρνω τις σαγιονάρες μου προς τον καναπέ. Παίρνω να διαβάσω το βυζαντινό κράτος του Ιωάννη Καραγιαννόπουλου και ρουφάω χρονολογίες και ονόματα αυτοκρατόρων. Αναρωτιέμαι πόσοι και πώς έγιναν αυτοκράτορες μέσα στους αιώνες. Μόνον εγώ δεν κατάφερα να γίνω αυτοκράτορας του εαυτού μου.</p>
<p>και στο «Κουαρτέτο»:</p>
<p>Είναι στιγμές που μια αφελής αισιοδοξία σε κάνει να πιστεύεις ότι το πεπρωμένο κάνει το χατίρι στις επιθυμίες σου!</p>
<p>Γράφει ο Διονύσης7<br />
Στο ποίημα «Ανδρέας Κάλβος»:</p>
<p>Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι: οι ποιητές<br />
θα αμφιβάλλουν για την κάθε τους λέξη και το κάθε τους<br />
βήμα, σίγουροι για τη ματαιότητα των λόγων και των έργων τους,<br />
και οι μισθοδοτούμενοι των τυράννων θα παρακολουθούν<br />
από τη σκιά, σίγουροι ότι προσφέρουν ανεκτίμητες<br />
υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.</p>
<p>Και στο «Πήγαινες στη δουλειά»:</p>
<p>Παράξενο που τόσα χρόνια<br />
πάντα στην ίδια αυτή διαδρομή<br />
δεν είχες δει ούτε τα δέντρα ούτε τα βουνά<br />
παράξενο που όλο έτρεχες για να προλάβεις<br />
σαν μια σκηνή από ταινία σε επανάληψη.</p>
<p>Γράφει ο Ισίδωρος<br />
Στο τραγούδι «Σεντουκιασμένοι φλώροι»:8</p>
<p>Κάποιοι ποθούν να κυβερνούν<br />
σε χώρα, σε βαπόρι<br />
μα δεν το ξέρουν που ’ν’ κι αυτοί<br />
σεντουκιασμένοι φλώροι.</p>
<p>και στο «Φαλτσέτες»:9</p>
<p>Ο ύπνος μου δυσκόλεψε και η ζωή φωνάζει,<br />
που ’ναι βρε ψεύτη άνθρωπε το πάθος που κοχλάζει;</p>
<p>Το ’χω ακόμα μέσα μου, ζωή που με μαλώνεις.<br />
Σου ’στρωσα ωραία απλωσταριά, τα ντέρτια σου ν’ απλώνεις.</p>
<p>Τι κι αν με κόβεις με γυαλιά, με σχίζεις με φαλτσέτες,<br />
τις εμορφιές μου θα ζητάς, για να τις πίνεις σκέτες!</p>
<p>Αυτά ήταν τα λουλούδια που ’κοψα, για να σας τα προσφέρω σήμερα. Κατά μια έννοια –έτσι ανθολογώντας– μπορεί να πει κανείς πως… «πιάσαμε τον Μάη» και μ’ έναν άλλον τρόπο.</p>
<p>_____<br />
1. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Μικρά είσοδος, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1978.<br />
2. Ιωάννης Γ. Κουρεμπελές, Ξενοτόκος, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2018.<br />
3. Μαρία Λάτσαρη, Εν δυνάμει πραγματικότητα, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2016.<br />
4. Κωνσταντίνος Δ. Σαμοΐλης, Εν αγνοία μου, εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2023.<br />
5. Βιβή Φαρσαλιώτου, 75 μέρες και 1 βράδυ μαζί, εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2022.<br />
6. Τάσος Κουδούνης, Η αμηχανία του ασανσέρ και άλλες ιστορίες, εκδ. Το κεντρί, Θεσσαλονίκη 2014.<br />
7. Διονύσης Στεργιούλας, Καθόλου ποιήματα, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2019.<br />
8. Ισίδωρος Παπαδάμου, Άλμπουμ Σεντουκιασμένοι φλώροι, «Σε δισκάδικα δεν μπαίνουν ούτε κέρδη τα μαραίνουν» Records, 2007.<br />
9. Andreas Papadamou (27.4.2023), «”Οι φαλτσέτες” μουσική-στίχοι: Ισίδωρος Παπαδάμου» (Video), YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=qDJs9AsHIwI.</p>
<p>ΣΗΜΕΙΩΣΗ</p>
<p>Τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί στη στήλη «Γνώμες» της ποιοτικής ηλεκτρονικής εφημερίδας pontos- news.gr από τις 22.10.2019 έως τις 19.9.2023.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΙ ΕΓΡΑΦΑ;</strong></h5>
<p>Έγραψα ποιήματα<br />
που ’ταν εκεί ολόγυρα,<br />
παντού·<br />
άδικο το ‘βρισκα<br />
π’ άλλος κανείς<br />
δεν κάθονταν να τα<br />
καθαρογράψει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ</strong></h5>
<p>Ώδινεν βράχος<br />
κι έτεκεν εκείνο το τραγούδι<br />
που ως κόρη<br />
το ’δαμε να βγαίνει μουσκεμένο<br />
απ’ τη θάλασσα της συγκίνησης.</p>
<p>Έτρεχαν τ’ αλμυρά νερά από πάνω της<br />
κάτω στην άμμο.<br />
Κι ύστερα έκανε λίγο έτσι,<br />
σκύβοντας ελαφρά στα δεξιά κι<br />
έπιασε με τα δυο χέρια<br />
τα μακριά μαλλιά της.</p>
<p>Τα έστυψε -θυμάσαι;- κι έπεσε κι άλλο<br />
νεράκι κάτω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΑΧΥΡΟ</strong></h5>
<p>Κάμποσο απ’ το ξερό χόρτο της λογικής<br />
επιτέλους εμποτίστηκε.</p>
<p>Ως εκ τούτου<br />
άχυρο επίλοιπο,<br />
εις το όνομα της καθίζησης<br />
σε ταΐζω στους κινητήριους ίππους</p>
<p>της κοινά αποδεκτής άνοιξης.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1991)</p>
<h5><strong>ΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΥΠΑΛΑΜΩΝ ΥΜΝΩΝ</strong></h5>
<p>Όχι άλλες αισθηματολογίες<br />
και πράγματ’ αλλοπρόσαλλα,<br />
άμετρα και αταίριαστα<br />
προς εντυπωσιασμούς ακαλαίσθητους.</p>
<p>Προς Θεού,<br />
μη γράφετε άλλο έτσι βρε παιδιά!</p>
<p>Και τον λόγο γιατί τον σακατεύετε;<br />
Αφήνοντας κάτι λέξεις σαν αγκωνάρια<br />
απά στο μονοπάτι.</p>
<p>Με βρίσκουν συνέχεια στο καλάμι·<br />
και πονώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ</strong></h5>
<p>Κάθε π’ ανοίγω το συρτάρι.,<br />
ακούω τις τσιρίδες σας τραγούδια μου.</p>
<p>Την ψυχή μου συνθλίβετε μ’ ανάθεμα.</p>
<p>«Τώρα πια ανδρωθήκαμε, βγάλε μας έξω.<br />
Στείλε μας, δείξε μας, θέλουμε ν’ ακουστούμε».</p>
<p>Αχ! τραγούδια μου&#8230;<br />
Πετάξτε μόνα σας, πετάξτε&#8230;<br />
Και φωλιάστε στις καρδιές των ανθρώπων.<br />
(Να γινότανε&#8230;)</p>
<p>Πού να τρέχω τώρα εγώ να βρω<br />
τους ειδικούς φιλόλογους και τους εκδότες;</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1992)</p>
<h5><strong>MOΙ ΕΝΝΕΠΕ, ΜΟΥΣΑ</strong></h5>
<p>Όταν στα δώματα<br />
επιτέλους τραβιούνται οι κουρτίνες<br />
οι βαριές,<br />
το συνηθίζει ο ήλιος να στέλνει με τη μούσα<br />
κάτι φλούδες, κάτι ρετάλια κι ένα λευκό χαρτί.</p>
<p>Για να τυλίγει μ’ αυτά ο κοσμάκης τον καλό τον λόγο και<br />
να τον κάνει δώρο.</p>
<p>Κι έτσι να παίρνει αντίδωρο</p>
<p>πότε μια κρύα βρύση,<br />
πότε πουλάκια καλλικέλαδα,<br />
πότε γάτες που ξέρουνε να πιάνουνε τα φίδια στις αυλές.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1994-2019)</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ξεκίνησα τη διαδικασία τυπικά με<br />
επίκληση στη Μούσα.<br />
Έπιασαν φωτιά οι μαύρες κουρτίνες.</p>
<p>Επίκληση πρώτη:<br />
Μέχρι και το κελί μου<br />
διάφανο το κάνατε,<br />
για να μου στερήσετε το δάκρυ.</p>
<p>Επίκληση δεύτερη:<br />
Έχει κι η ατυχία τα όριά της.<br />
Λίγοι όμως τα’ χουν εξερευνήσει.</p>
<p>Επίκληση τρίτη:<br />
Το χαρτί κι ένα δαγκωμένο μολύβι<br />
η απαντοχή μου.</p>
<p>Επίκληση τέταρτη:<br />
Γιατί έτσι!<br />
Βρέχω τα χαρτιά μου με τραγούδια.</p>
<p>Διάψαλμα:<br />
Πολλές φορές<br />
η αγάπη γίνεται γελοία.<br />
Κι είναι το μόνο γελοίο<br />
που συμπαθώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988-1993)</p>
<h5></h5>
<h5 style="text-align: left;"><strong>ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ</strong></h5>
<p>Αχού! Κι ωιμέ&#8230;! Ψυχούλες διψασμένες.</p>
<p>Όσο τίποτ’ άλλο θα ‘θελα σφιχτά να σας κρατήσω.<br />
Να σας ευχαριστήσω, για να σας ευχαριστήσω.</p>
<p>Και τις ιδέες πίσω απ’ το λαμπερό σας βλέμμα<br />
να ελευθερώσω.</p>
<p>Γιατί μου φάνηκαν σαν πολύχρωμα πουλιά<br />
που αργοπεθαίναν σε κλουβί<br />
ασημένιο.</p>
<p>Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω<br />
για ν’ ανταποδώσω.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1989)</p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>Έναν Αύγουστο, μια μέρα<br />
ξεχάστηκα.<br />
Απ’ τον πηχτό, ζεστό αέρα<br />
πιάστηκα.<br />
Κι ανέβηκα ψηλά,<br />
αργά και σιωπηλά.</p>
<p>Βρήκα τα δελφίνια μου·<br />
βρήκα και κεντήματα σε βυσσινί βελούδο.<br />
Βρήκα και τους Αγγέλους μου<br />
που μ’ ασημιά μαχαίρια<br />
έκοβαν τα σκοινιά.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1993)</p>
<h5><strong>ΑΦΟΒΑ</strong></h5>
<p>Αν ήτανε, αν ήτανε<br />
να φοβηθώ να γράψω,<br />
καλύτερα, καλύτερα<br />
να πέθαινα.</p>
<p>Μόνος μες τη ντροπή και ψόφος!</p>
<p>Ότι είναι γνωστό πως η Παναγία μας<br />
το αδίκως αποκομμένο χέρι<br />
«γραμματέως οξυγράφου»<br />
το προσκολλά τελείως,<br />
τελείως στον τόπο του.</p>
<p>Ξανά λειτουργικό το αποκαθιστά<br />
πλήρως.</p>
<p>Ορθή είν’ η δόξα μας.<br />
Κι αν αυτό δεν το πιστεύομε,<br />
κενό το καύκαλο ημών<br />
και κλούβιο το μυαλό μας<br />
και νερουλό το μεδούλι μας<br />
και η ψυχή μας φτενή<br />
κι αδύνατα τα ποδάρια μας<br />
και τα στήθια μας αχυρένια.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(2019)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΥΝΑΜΙΣ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΝΥΠΝΙΟΝ</strong></h5>
<p>Ευ λέγεις, ένα στα εκατό ενύπνια μπορεί ν’ αξίζει.<br />
Μα και στον ξύπνιο το αυτόν.</p>
<p>Η βάτος η καιόμενη και η βροχή η μηδέποτε δαπανώμενη·<br />
μηδέποτε κεκαυμένη η καρδιά που ουδέποτε εκπίπτει.</p>
<p>Η τρισεύγενη κι ο Ακρίτας<br />
κι αυτή που έξω βάλλει τον φόβον.</p>
<p>Ήγουν, τον διώχνει σαν κανένα παλιόσκυλο<br />
από εκείνα που κρατούν το κεφάλι χαμηλά,<br />
χαμάθεν και άνω θρώσκουν τάχατες&#8230;</p>
<p>Κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή<br />
(ή με χωρίς, το ίδιο κάνει)<br />
φωτιά που να μην καίει,<br />
είναι η καρδιά τους που ειρηνεύει μοναχή<br />
κι αγάλλεται ακτίστως.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 2015)</p>
<h5><strong>ΑΝΕΛΕΗΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξίδια ανελέητα και θ’ ανηφορίσω.<br />
Κεράκια στην άμμο.<br />
Όμηρος των κυμάτων.</p>
<p>Στο στασίδι<br />
αμάραντα λουλούδια αναβλύζω,<br />
όταν ποδηλατείς κι οι μπούκλες σου χορεύουν.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα οι ευχές μου,<br />
όταν πέφτουν τ’ αστέρια απ’ τα μάτια σου<br />
κάθε που κοιμάσαι, για να λάμψουν ξανά.<br />
Όμηρος των θαυμάτων.</p>
<p>Παράγω συμμετρία<br />
στολίδια<br />
άνθη λεμονιάς.</p>
<p>Ταξίδια ανελέητα κι<br />
αυτά τα ύφαλα<br />
στεγνά δεν τα ’χει δει κανείς.</p>
<p>Κι ωστόσο εγώ θα ζω πια εδώ.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Μάιος 1995)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ</strong></h5>
<p>Ουαί υμίν.<br />
Αρχή και τέλος στα νερά&#8230;</p>
<p>Με δυο ανάσες,<br />
έφτιαξε η ποιητική μου διάθεση<br />
τις χαρακιές στην ξύλινη πόρτα.</p>
<p>Κι από την πέτρα άφησα να κρέμεται ένα μειδίαμα·<br />
ένα παγωμένο φύλλο στο προαύλιό σου.<br />
Αχ! Πολυασβεστωμένο παρεκκλήσι<br />
της αφής.</p>
<p>Δυο δυο τα κεράκια για το βροχερό στασίδι της αναμονής.<br />
Δυο δυο τα κεράκια γι&#8217; αυτόν που περιμένει στη βροχή.</p>
<p>Κι όλα τα σύννεφα συνόψισαν μια είσοδο.<br />
Τρίζοντας πέρασαν οι δυο ακτίνες<br />
το σκουριασμένο κάγκελο<br />
που ’τριψα το μέτωπό μου·<br />
μην και γίνει η πληγή μου φανερή και με δαχτυλοδείχνουν.</p>
<p>Όχι, δε ζήτησα πολλά.</p>
<p>Ότι η καρδιά μου πέρασε αυτά που φτιάχνουν τις καρδιές των τεράτων<br />
και δεν επωφελήθηκε.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιανουάριος 1992)</p>
<h5><strong>ΜΕΤΡΟΝ</strong></h5>
<p>Καρδούλα μου<br />
τω αναγιγνώσκοντι.<br />
Την εικοστή έβδομη ημέρα της εβδομάδας<br />
αναθάρρησα,<br />
ενδεδυμένος τη γλύκα των υδρατμών σου.<br />
Κι όμορφα νιώθοντας,<br />
όμορφος<br />
άσκησα την ελαστικότητα των γοητευτικών μου άκρων.</p>
<p>Κι ήταν σα ν’ ανασήκωνα την πλάκα<br />
που ’χε σκαλιστό ένα όνειρο<br />
πολύ-πολύ καιρό δουλεμένο.<br />
Ταξίδι το ταξίδι, με προσοχή.<br />
Κι έσφυζε ζωή από κάτω.</p>
<p>Κι έσφιξα τη ζωή,<br />
μην και με πάρει από κάτω<br />
έτσι που γεννήθηκα ονειροπόλος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Σεπτέμβριος 1991)</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ</strong></h5>
<p>Πίσω απ’ το τζάμι κοίταζα τα βρεγμένα και περίμενα.</p>
<p>Πρόσωπα διάφορα.<br />
Απρόσωπα, αδιάφορα.</p>
<p>Πίσω από κρύο τζάμι,<br />
αυλακωμένο.</p>
<p>Ανέκφραστος. Φαινομενικά απαθής.<br />
Κι ας έψαχνα με βλέμμα απεγνωσμένο.</p>
<p>Τα φύλλα που στροβιλίζονται<br />
εχθρεύονται τα οράματά μου.<br />
Αλλά λίγο με νοιάζει.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Δεκέμβριος 1988)</p>
<h5><strong>ΤΑΛΕΝΤΟ</strong></h5>
<p>Δεν απολογήθηκε ποτέ για το κενό στις χρονολογίες.<br />
Ανάβοντας ένα σπίρτο, αποκάλυψε ότι βαριόταν.</p>
<p>Γιατί είχε γίνει εύκολο.<br />
Σχεδόν εθιστικό.<br />
Κι αυτό ήταν το μυστικό:<br />
δεν ήταν πια μεθυστικό.</p>
<p>Λοιπόν·<br />
εσείς που είστε ειδικοί,<br />
αλλά κι οι άλλοι οι περισπούδαχτοι,<br />
έτσι να ξεχωρίζετε τους μεγάλους της τέχνης.</p>
<p>Να τους παρακολουθείτε,<br />
καθώς αυτοί βαριούνται να δημιουργούν,<br />
όταν βαριούνται να δημιουργούν.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούλιος 2000)</p>
<h5><strong>Ο ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ</strong></h5>
<p>Το άρωμα του βασιλικού στο περβάζι<br />
είναι που μαρμαρώνει τις στιγμές.<br />
Και το λευκό σεντόνι που στεγνώνει<br />
καθρεφτίζει τους αγγέλους.<br />
Να σέβεστε το βασιλικό και το σεντόνι</p>
<p>στ’ αλήθεια.</p>
<p>Να χαίρεστε τις ανθισμένες λεμονιές και τα κρυφά τα γέλια.</p>
<p>Αυτά π’ αξίζουν,<br />
πράγματι,<br />
είναι για όλους ίδια.</p>
<p>Ανεξίτηλα.<br />
Απαράλλαχτα αναδύονται<br />
στα κύματα που δίνουν νόημα στον χρόνο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(1988)</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΦΕΚΟΠΤΕΙΟ</strong></h5>
<p>Δουλεμένη ψυχή,<br />
πυρωμένη από αδυσώπητο ήλιο.<br />
Κι αυτή η σκόνη &#8230;</p>
<p>Στο παλιό καφεκοπτείο απ’ έξω.<br />
Ξύλο παλιό.<br />
Ιδρώνει η τρομπέτα<br />
σε μπλουζ ρυθμούς.</p>
<p>Το απόγευμα αργά,<br />
αργά στάζει.</p>
<p>Γλυκιά αρχή της νύχτας.<br />
Νόστος.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Ιούνιος 1991)</p>
<h5><strong>ΛΕΣ;</strong></h5>
<p>Είναι στίχοι μου<br />
π’ όλοι καταλαβαίνουν.<br />
Τα αισθήματα, όμως, που γεννιούνται απ’ αυτούς<br />
δεν είναι μπορετό να εκφραστούν με πάσα ευκολία.</p>
<p>Γι’ αυτό,<br />
νομίζω πως -ίσως- τελικά<br />
(λέω μπορεί)<br />
να ’μαι ένας ποιητής<br />
μιας κάποιας αξίας.</p>
<p style="padding-left: 160px;">(Φεβρουάριος 2014)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΔΩΔΙΜΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Δώδεκα Κοντάκια του Αγίου Ρωμανού</strong></h5>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ</strong></h5>
<p><strong>(Απόσπασμα)</strong></p>
<p>…/…</p>
<p>Μέχρι να φτάσουμε εδώ, όμως, εγώ παιδεύτηκα. Με Βασάνισε η απόδοση<br />
των ύμνων του Αγίου. Στην αρχή με Βασάνισε πολύ. Είχα, Βέβαια, την υπέροχη φιλολογική δουλειά αυτού του Βράχου του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, του Οσίου Κουστέναρου, όπως τον αποκαλώ -και δεν το παίρνω πίσω. Αυτή, όμως, ήταν η Βάση. Ένιωθα πως έπρεπε, όφειλα να πάω παραπέρα. Είδα τις δουλειές άλλων. Καλές· αλλά -ψέματα δεν θα πω- δεν ευχαριστήθηκα ολότελα. Έκανα τις πρώτες μου απόπειρες· δεν ικανοποιήθηκα πλήρως. Δεν ζωντάνευε ο λόγος του Αγίου στα νέα ελληνικά. Οπόταν, μια στιγμή με φώτισε ο Πανάγαθος κι είπα ν’ αφήσω τις εξυπνάδες. Είπα να κοιτάξω τον δρόμο της λαϊκής μας παράδοσης, για να ξεστραβωθώ.<br />
Λέτε πως δεν συνέβαλε ο Άγιος Ρωμανός με τους εκατοντάδες υπέροχους ύμνους του στη διαχρονική πορεία και στην εξέλιξη της λαϊκής μας παράδοσης; Γύρισα, λοιπόν, στην παράδοσή μας κι άφησα τον ρυθμό της -αυτόν που υπάρχει μέσα σε όλους μας- ελεύθερο να με οδηγήσει. Η αρχαία κι η Βυζαντινή μας ποίηση εκφράζονται στη διαχρονική τους εξέλιξη στα τραγούδια του λαού, στα λεγάμενα δημοτικά -γιατί όχι και στα ρεμπέτικα. Αυτή η έκβαση, αυτή η κατάληξη ένιωσα πως θα έπρεπε να γίνει η δική μου αρχή κι οδηγός. Έπιασα το νήμα απ’ εκεί κι αυτό στο οποίο κατέληξα νομίζω πως είναι ένας δεκαπεντασύλλαβος με σπασίματα και ύφος που παραπέμπει στη δημοτική, τη λαϊκή μας παράδοση. Λέω νομίζω, γιατί δεν είμαι φιλόλογος και τα τεχνικά δεν τα γνωρίζω. Πάντως, μου φάνηκε πως μ’ αυτήν την προσέγγιση ο λόγος του Αγίου Ρωμανού ερχόταν και ζωντάνευε!<br />
Εκ των υστέρων διάβασα τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη στις «Δοκιμές» κι όλα απόκτησαν νόημα: «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας. Αλλά για να κάνετε αυτή τη δουλειά, για να επιδοθείτε σ’ αυτή την εσωτερική προσήλωση, θα σας βοηθήσουν οι άνθρωποι του καιρού σας, που με τον καλύτερο τρόπο μπόρεσαν να εκφραστούν στην ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό, καθώς πιστεύω, η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση. Πόσες ερμηνείες για τη λιτότητα της αρχαίας τέχνης δεν θα ήταν περιττές λ.χ. αν μπορούσαμε να νιώσουμε καλά την τέχνη ενός δημοτικού τραγουδιού;»<br />
Αυτός ήταν ο δρόμος λοιπόν· αλλά οι παράμετροι που έπρεπε να ικανοποιηθούν ταυτόχρονα ήταν πολλές. Έπρεπε:<br />
α) να υπάρχει ο ποιητικός ρυθμός<br />
β) να διασωθεί ακέραιο το νόημα, το πνεύμα και το συναισθηματικό φορτίο των στίχων<br />
γ) να διασωθεί ακέραια (Θεός φυλάξοι, χωρίς ολισθήματα!) η λεπτή, η πλούσια, η πατερική, η ορθοδοξότατη, η θεόπνευστη θεολογική παιδαγωγία<br />
και διδασκαλία του Αγίου Ρωμανού<br />
δ) να αποδοθεί με κάποιον τρόπο η νοστιμάδα των λογοτεχνικών σχημάτων<br />
-οι αντιθέσεις, τα χαρακτηριστικά «Ρωμανικά» λογοπαίγνια, οι εσωτερικές ομοιοκαταληξίες- και η ζωντάνια των διαλόγων<br />
ε) να διατηρηθεί η ροή του νοήματος και η διασύνδεση του προτελευταίου<br />
στίχου με τον τελευταίο που είναι ο ίδιος σε όλους τους οίκους και λέγεται εφύμνιο.</p>
<p>Η δυσκολία ήταν μεγάλη. Αναγκάστηκα να πάρω αρκετές ελευθερίες και να ζητήσω πολλές φορές άδεια από την κυρα-ποίηση -ευτυχώς που είναι εύκολη και μεγαλόχαρη σ’ αυτό το ζήτημα. Όταν νόμισα, λοιπόν, στο τέλος πως τα κατάφερα κι άρχισα να δημοσιεύω τα πρώτα κοντάκια στο pontos-news, άρχισα να μπαίνω σε σκέψεις, συλλογιζόμενος εκ των υστέρων τα μεγέθη με<br />
τα οποία βάλθηκα ν’ αναμετρηθώ. Ενδεικτικά θ’ αναφέρω δυο-τρία πράγματα μόνο, καθώς το μεγαλείο της ποίησης του Αγίου Ρωμανού έχει πια αναγνωριστεί διεθνώς κι είναι πολλοί οι «υμνωδοί» του Υμνωδού μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν ήταν που είπε ο Άγιος Πορφύριος: «ο Ρωμανός ήταν όλος μέσα στη χάρη και ό,τί έγραψε είναι τέλειο»;<br />
Για τον Άγιο Ρωμανό δεν έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης ότι: «Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθε που έφτασε σώος ως τις μέρες μας. Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και -δυστυχώς- σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερθολής»;4 Και πιο κάτω πάλι γράφει:<br />
«Απ’ αυτήν την άποψη, πιστεύω, το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολόνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μιαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος».<br />
Για το Άγιο Ρωμανό δεν γράφει ο σύγχρονος μεγάλος δάσκαλος του γένους μας π. Ανανίας Κουστένης: «Ο Ρωμανός είναι μια αποκάλυψη. Στο διάβα των αιώνων εμέθυσε πολλούς. Μεγάλος μάστορας του λόγου και άγιος του Θεού. Άνθρωπος αγάπης και ταπείνωσης. Καθώς διαβάζουμε τους Ύμνους του, νοιώθουμε στ’ αλήθεια πως μας πιάνει απ’ το χεράκι και πολύ απαλά και<br />
στοργικά μας πηγαίνει εκεί που θέλει. Κι εμείς χαιρόμαστε κι αφηνόμαστε σ’ εκείνον. Και τρυγάμε αχάλαστες χαρές KL αλλάζει λίγο-λίγο η ζωή μας.»; Η μετάφραση του π. Ανανία είναι ακριβής, εμβριθής και σεμνή. Είναι η μετάφραση ενός φιλόλογου με επιπλέον σπουδές στη Θεολογία και στη Βυζαντινή φιλολογία. Είναι η μετάφραση ενός αληθινού παπά που υπήρξε «παθών και ουχί μαθών τα θεία». Είναι η μετάφραση ενός Οσίου-τελεία. Αποπνέει σεβασμό στο αρχαίο κείμενο και στον Άγω Ρωμανό. Ο σεβασμός και το ταπεινό φρόνημα του π. Ανανία διατρέχει όλο το μεταφραστικό του έργο, αλλά και τον πρόλογό του στο βιβλίο και τα σύντομα σχόλιά του που εμφανίζονται στο τέλος του κάθε κοντακίου.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-21002" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21004" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg" alt="" width="493" height="611" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001-242x300.jpg 242w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/πολυτονικο-2-001.jpg 517w" sizes="(max-width: 493px) 100vw, 493px" /></p>
<p>Όπως η γη η ξεραμένη τους καταρράκτες τ&#8217; ουρανού ν&#8217; ανοίξουν με λαχτάρα περιμένει,<br />
έτσι κι ο Αδάμ που μες στον Άδη σώκλειστος παράμενε, Εσένα ανάμενε<br />
του κόσμου τον Σώστη και Ζωοδότη<br />
κι έλεγε του Άδη: «Τι κορδώνεσαι;<br />
Στάσου μαζί μου, στάσου λίγο, για να δεις μετά από λίγο<br />
την εξουσία σου συντρίμμια σ&#8217; οικτρή κατάσταση και τη δική μου στα ύψη<br />
αποκατάσταση.<br />
Τώρ&#8217; εμένα δυναστεύεις και το γένος μου και μάς κρατάς δεμένους,<br />
σύντομα, όμως, θα μας δεις από σένα λυτρωμένους.<br />
Έρχετ&#8217; ο Χριστός για εμένα κι εσέ σε πιάνει ρίγος.<br />
Το τυραννικό σου πολίτευμα Αυτός 9α καταλύσει<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21006" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg" alt="" width="558" height="324" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2-300x174.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-2.jpg 640w" sizes="(max-width: 558px) 100vw, 558px" /></p>
<p>«Την επηρμένη σου ισχύ την έχει ταπεινώσει τώρα σαν ήρθε ο Χριστός.<br />
Τέλεια ενανθρωπίστηκε· παίρνοντας την μορφή μου Αυτός σε κατατρόπωσε.<br />
Το τίμιο αίμα του έδωσε, για να μ&#8217; εξαγοράσει<br />
κι Αυτός που υπάρχει άφθαρτος απ&#8217; τη φθορά με σώνει.<br />
Παντού γύρω τα μάτια σου όσο και να τα στρέφεις, το ίδιο θέαμα θωρσύν σα<br />
να &#8216;ναι στοιχειωμένα:<br />
οι τάφοι όλ’ είν’ αδειανοί κι εκεί ανάμεσά τους ένας κακάσχημος γυμνός στέκεται ντροπιασμένος.<br />
Γιά πες μας κλειδοκράτορα -ωχού κατακαημένε!- πού είναι τώρα οι κλειδωνιές, πού έχεις τις αμπάρες;<br />
Ο Ιησούς μου εδώ κατέβηκε, σκόνη σού τα &#8216;κάνε όλα.<br />
Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;<br />
Τη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,<br />
με την Ανάσταση».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21008" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg" alt="" width="557" height="306" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001-300x165.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 557px) 100vw, 557px" /></p>
<p>Το παγωμένο το νερό χτυπάει τη σάρκα των βροτών σαν του σπαθιού την κόψη-<br />
κι όμως, κι αυτό δεν μπόρεσε να σας αποθαρρύνει.<br />
Χιτώνες σεις αόρατους είχατε φορεμένους, κείνους που οι φλόγες του Θεού<br />
περίτεχνα υφαίνουν.<br />
Έτσι, με άφοβη καρδιά, Άγιοι μάρτυρές μας,<br />
έτσι παραταχθήκατε έτοιμοι για τη μάχη απέναντι στον παγετό,<br />
στο κοφτερό το κρύο.<br />
Κι όπως καλοδεχόσασταν θείου φωτός ακτίνες που απ&#8217; τα ύψη τ’ ουρανού<br />
πάνω σας κατέβαιναν,<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21009" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg" alt="" width="570" height="287" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002-300x151.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-3-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 570px) 100vw, 570px" /></p>
<p>Τα Πάθη και τα θαύματα και τον εκούσιο θάνατο του Ιησού τα ξέραν· βάση<br />
δώσαν οι μάρτυρες,<br />
φιλότιμα το πήραν κι έσπευσαν σ’ ανταπόδοση· τα Πάθη με παθήματα και<br />
τη θανή<br />
αντάμα με θάνατο μαρτυρικό σκύφτηκαν ν&#8217; αντιδώσουν και τέτοια λόγια έλεγαν:<br />
«Αν έπαθε όσα έπαθε ο ολωσδιόλου αθώος, σκέψου εμείς που είμαστε<br />
με λάθη φορτωμένοι·<br />
για σκέψου, ο Αναμάρτητος να σταυρωθεί το στέργει&#8230;<br />
Κι εμείς&#8230; που απ&#8217; την κοιλιά της μάνας μας στην αμαρτία ζούμε; Πρόθυμα<br />
στα μαρτύρια τώρα θε να ριχτούμε».<br />
Τέτοια κι άλλα παρόμοια λέγανε και καρδιώναν· κι έτσι, μ’ αξιοπρέπεια<br />
τον τύραννο υποτάξαν.<br />
Βάσανα δεν σας έσκιαξαν, εδραίοι μέχρι τέλους<br />
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΝΤΑΚΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΕΦΑΝΟΝ</strong></h5>
<h4 style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21012" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg" alt="" width="552" height="289" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001-300x157.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0001.jpg 640w" sizes="(max-width: 552px) 100vw, 552px" /></h4>
<p>Από τους σπόρους που έσπειρε ο ουράνιος σπορέας,<br />
πρώτος απ&#8217; όλους είσ’ εσύ στο χώμα φυτεμένος, εσύ ο Πρωτομάρτυρας<br />
ο μυριοπαινεμένος. Για τον Χριστό πρώτος εσύ<br />
ο τρισευλογημένος το αίμα σου το έχυσες πάνω στην έρμη γη μας.<br />
Κι Αυτός&#8230; ψηλά εκεί στους ουρανούς, εσένα πρώτ’ απ&#8217; όλους στην κεφαλή<br />
σε έστεψε με στέφανο της νίκης· ότι των του Χριστού αθλητών πρώτος εσύ<br />
υπάρχεις. Στεφανηφόρος στέκεσαι στο νέφος των Αγίων·<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21013" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg" alt="" width="550" height="253" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002-300x138.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/εικον-4-0002.jpg 640w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p>Κι αυτόν σαν τον συλλάβανε οι που μισούν τα Θεία και τον τραδολογούσανε<br />
στη μαύρη σύναξή τους, λόγια πικρά του λέγανε και τον κατηγορούσαν:<br />
«Για δείτε εδώ τι πιάσαμε σήμερα και κρατάμε! Του Ιησού υποστηρικτή και<br />
χαλαστή του νόμου!<br />
Τον Μωυσή μάς πρόσβαλε, τον νόμο ακυρώνει και παραδέχεται Θεό κείνον<br />
εκεί τον πλάνο».<br />
Κι αμέσως πήρανε φωτιά οι φθονεροί, οι οργίλοι κι ευθύς το αποφάσισαν κι<br />
όλοι μαζί κραυγάζουν: «Αν είναι έτσι»,<br />
είπανε, «αν είναι έτσι», λένε, «θα σε πετροβολήσουμε μέχρις που να πεθάνεις».<br />
Και τότ&#8217; εκείνος του Θεού ο διαλεχτός στρατιώτης με θάρρος αντιγύρισε κι<br />
αυτά είναι που τους είπε: «Προδότες είστε μια ζωή και δολεροί φονιάδες-<br />
ως τώρα δεν αφήσατε προφήτη για προφήτη, ούτ&#8217; ένας τους δεν γλίτωσε απ&#8217;<br />
τα δικά σας χέρια-<br />
πού είναι το περίεργο; Σκοτώστε με κι εμένα- έτσι μου το &#8216;χει να χαθώ, έτσι<br />
το ’χει να πάω<br />
στους αθλοφόρους μάρτυρες πρώτος μέσα στους πρώτους».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21020" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg" alt="" width="548" height="259" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66-300x142.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/04/66.jpg 640w" sizes="(max-width: 548px) 100vw, 548px" /></p>
<p>Εσύ προφήτη π&#8217; απ’ τα πριν σού δείχνει ο Θεός μας κάποια μεγαλουργήματα<br />
που &#8216;χει στο σχέδιό Του,<br />
Ηλία που &#8216;σαι ξακουστός σ’ ολάκερο τον κόσμο, συ που με μια σου επίκληση<br />
τα σύννεφ’ είχες κάνει να μην το ρίχνουν το νερό π&#8217; ανάμεν’ ολ&#8217; η πλάση,<br />
μεσίτευε για χάρη μας στον Άγιο Θεό μας που σαν Αυτόν<br />
φιλάνθρωπος δεν είν&#8217; άλλος κανένας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 29/7/2023</p>
<p>Προτεινόμενη στάση ζωής</p>
<p>Οι περισσότεροι ποιητές δημοσιεύουν την πρώτη τους συλλογή σε μικρή ηλικία. Όταν αυτό δεν συμβαίνει και εμφανίζονται αργά στο εκδοτικό προσκήνιο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν τους οδήγησε στην επιλογή αυτή ο παρορμητισμός που χαρακτηρίζει την πρώτη νεότητα, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για αυτογνωσία και επικοινωνία. Έτσι, οι δύο πρώτες συλλογές ενός εικοσάχρονου ή εικοσιπεντάχρονου δεν είναι το ίδιο με τις δύο πρώτες συλλογές ενός πενηντάχρονου ή πενηνταπεντάχρονου, που είχε τον χρόνο να σκεφτεί περισσότερο για τη σημασία της ποίησης στη ζωή και για τη σημασία της ποίησης στη ζωή του. Αυτό φαίνεται να ισχύει ακόμη και όταν μια νέα συλλογή περιλαμβάνει και παλαιότερα ή πολύ παλαιότερα ποιήματα, εφόσον η απόφαση για έκθεση στο ευρύ κοινό είναι κάτι διαφορετικό από το να κρατάμε ποιήματα στο συρτάρι μας και εφόσον ένα σύνολο αποτελεί ξεχωριστή, ενιαία δομή και όχι απλώς άθροισμα των επιμέρους τμημάτων του.</p>
<p>Η σχέση του Θ. Π. με την ποίηση ξεκινά κυριολεκτικά από την παιδική του ηλικία, όταν ανακάλυπτε τον Όμηρο και διάβαζε σαν παραμύθι τις περιγραφές της Ιλιάδας. Συνεχίζεται όμως και κατά κάποιον τρόπο ολοκληρώνεται κατά την ηλικιακή του ωριμότητα με τη μελέτη των βυζαντινών υμνογράφων και ιδιαιτέρως του Ρωμανού του Μελωδού, τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης θεωρούσε μέγιστο ποιητή. Η μεταφορά ύμνων του Ρωμανού στη νεοελληνική κοινή, που επιχείρησε ο Θ. Π., απέφερε ώριμους καρπούς. Ο τρόπος που αποδίδει την ιδιαίτερη αυτή ποίηση είναι φιλολογικά και θεολογικά άρτιος, αλλά και πρωτότυπος, αφού περιλαμβάνει μετρικά στοιχεία του δεκαπεντασύλλαβου και εκφράσεις της καθομιλουμένης. Υπάρχει ακόμη αξιοποίηση γλωσσικών τύπων του παρελθόντος στα πλαίσια της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας.</p>
<p>Επί του προκειμένου, ένα ερώτημα που προκύπτει σε σχέση με τα προηγούμενα είναι εάν και κατά πόσο η ενασχόληση με τη βυζαντινή υμνογραφία έχει συμβάλει στο αισθητικό αποτέλεσμα της πρόσφατης τουλάχιστον ποιητικής παραγωγής του. Αυτό όμως θα το δούμε στην επόμενη, την τρίτη ποιητική συλλογή, που θα περιλαμβάνει ποιήματα των τελευταίων χρόνων. Η δική μου άποψη είναι ότι τα ποιήματά του έρχονται από άλλο δρόμο, από μια αυτόνομη ποιητική φλέβα, που για δεκαετίες παρέμενε αφανής αλλά όχι αδρανής. Από τις χρονολογίες σύνθεσης που παρατίθενται στο τέλος των ποιημάτων, προκύπτει ότι υπάρχει μια αδιάκοπη συνέχεια από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα.</p>
<p>Το βλέμμα του ποιητή στις δύο συλλογές εστιάζεται κάθε φορά σε διαφορετικά τοπία, που μπορεί να αφορούν είτε τον εξωτερικό κόσμο είτε να είναι εσωτερικά ή μεταφυσικά. Μπορεί ακόμη να πρόκειται για στιγμές που επιχειρεί να τις εγκλωβίσει στη γραφή ή για προβολές στον περιβάλλοντα χώρο, για προβολές του πνεύματος στην ύλη. Ή και για απλές, καθημερινές σκέψεις. Παρατηρεί τους ανθρώπους και σχολιάζει κοινωνικά φαινόμενα ή ψάχνει για τα λογικά και ηθικά κενά σε κυρίαρχες σήμερα απόψεις. Αφού καταθέσει μέσα σε λίγους στίχους την άλλοτε αναμενόμενη και άλλοτε απρόσμενη άποψή του, ολοκληρώνει το ποίημα χωρίς ιδεολογήματα, χωρίς να επιχειρηματολογεί περαιτέρω και χωρίς να επιθυμεί πάση θυσία να πείσει τον αναγνώστη. Υπάρχει ένα γενικό πλαίσιο απόψεων, πίστης και κοσμοθεωρίας, στο οποίο προσφεύγει και από το οποίο εμπνέεται, αλλά το πλαίσιο αυτό δεν περιορίζει την ελευθερία του στη γραφή και στην έκφραση. Αντιθέτως, τον απελευθερώνει.</p>
<p>Ακόμη και στις λογικές του υπερβάσεις, η κοινή λογική είναι παρούσα. Οπότε τα ποιήματα είναι καταρχήν κατανοητά. Χαρακτηρίζονται από ευθύτητα και αμεσότητα, έννοιες που, όσο και αν τις θεωρούμε εγγενείς στην ανθρώπινη φύση, συνήθως πρέπει κανείς να τις έχει διδαχθεί. Είτε από τη ζωή είτε από ομοτέχνους του.</p>
<p>Διαβάζοντας τα ποιήματα των δύο συλλογών θα παρατηρήσουμε τις διαφορές τους στη μορφή, στο ύφος και στο περιεχόμενο, που δεν οφείλονται μόνο στο ότι γράφτηκαν σε μακρινές μεταξύ τους χρονολογίες. Άλλα θυμίζουν καταγραφές ημερολογίου, άλλα είναι πιο λυρικά, άλλα στοχαστικά, άλλα περιγραφικά και άλλα «εκτός πλαισίου». Ολοκληρώνοντας όμως την ανάγνωσή τους ίσως διαπιστώσουμε ότι μέσα από τη μεγάλη ποικιλομορφία αναδύεται μια ενιαία κοσμοθεωρία και μια προτεινόμενη στάση ζωής.</p>
<p>Η θεματολογία των ποιημάτων του δεν περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Γράφει για ποικίλα θέματα και συχνά προβληματίζεται για τη λειτουργία της ποίησης, του λόγου, της έκφρασης. Όπως σε ένα κάτοπτρο καθρεφτίζεται ό,τι βρίσκεται απέναντί του, με ανάλογο τρόπο στα ποιήματα των δύο συλλογών καθρεφτίζονται στιγμές της ζωής ή και η ίδια η ζωή. Κάτι άλλο που έχει εδώ τη σημασία του είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις προέχει η ποίηση και ακολουθούν το περιεχόμενο και οι ιδέες. Με αποτέλεσμα τα ποιήματα να παραμένουν ενδιαφέροντα, ακόμη και όταν ο αναγνώστης προβάλει σε αυτά τη διαφορετική του άποψη ή και τη διαφωνία του.</p>
<p>(Κείμενο ομιλίας από την εκδήλωση παρουσίασης των δύο ποιητικών συλλογών στη 19η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 6.5.2023)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 1ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/3cXAlXkCOzY?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 2ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/WdP-EqE1w7g?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΜΕΡΟΣ 3ο Ποιητικές Συλλογές Θ. Πουταχίδη-19η Έκθεση Βιβλίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/HdL4Wb64_AI?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/04/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%87%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/07/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/07/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 29 Jul 2022 20:55:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18175</guid>

					<description><![CDATA[Η Λουκία Πλυτά γεννήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου. Άρθρα και ποιήματά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στον ΟΑΕΔ. Διακρίσεις : Διαγωνισμός Κ. Π. Καβάφης 2018 Βραβείο ΗΣΙΟΔΟΣ για τη συλλογή Στραφτάλισμα, Διεθνές Φιλοσοφικό Φόρουμ Ανάδρασης 2015, έπαινος και βραβείο για την επιστημονική της παρέμβαση. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Ποίηση Χωρίς αυτό… (2014), &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/07/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Λουκία Πλυτά γεννήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου. Άρθρα και ποιήματά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στον ΟΑΕΔ. Διακρίσεις : Διαγωνισμός Κ. Π. Καβάφης 2018 Βραβείο ΗΣΙΟΔΟΣ για τη συλλογή Στραφτάλισμα, Διεθνές Φιλοσοφικό Φόρουμ Ανάδρασης 2015, έπαινος και βραβείο για την επιστημονική της παρέμβαση.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Ποίηση</p>
<p>Χωρίς αυτό… (2014), Όστρια Βιβλίο<br />
Άνθρακας (2016), Εκδόσεις Schooltime<br />
Calcarea Carbonica (2017), Κύμα</p>
<p>Δοκίμια-Μελέτες-Συμβουλευτική</p>
<p>Εκδηλώνω πρόθεση (2011), Πύρινος Κόσμος</p>
<p>Θεατρικό</p>
<p>Ε.Γ.Ω. (Εγώ Γυναίκα Ωκεανός).</p>
<p>.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18181 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ.jpg" alt="" width="550" height="389" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ-300x212.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ1.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18182 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ1.jpg" alt="" width="550" height="390" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ1.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/07/ΒΙΒΛΙΑ-ΠΟΙΗΣΗΣ1-300x213.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>CALCAREA CARBONICA (2017)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ</strong></h5>
<p>Ας αφήσουμε τις παρομοιώσεις<br />
στο λαβύρινθο του κύκλου,<br />
τα πόδια χωρίς τετράγωνο δε ζουν.<br />
Εδώ κάτι βαθύτερο μας τραβά.<br />
Εναγωνίως τάσσεται πρώτο<br />
το τρεμουλιαστό φως,<br />
αγκομαχώντας στον κεντρικό σταθμό<br />
του κόσμου,<br />
τα μυστικά μη θρυμματιστούν<br />
και όλο κλαίει για όσα δεν είδαμε.</p>
<h5><strong>ΣΤΑΘΕΡΑ Ο ΗΛΙΟΣ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ</strong></h5>
<p>H εκκαθάριση ξεκινά<br />
στον δέκατο τρίτο στροβιλισμό<br />
παρθένα βλέφαρα ανασηκώνονται<br />
πρώτη φορά</p>
<p>από τη γλώσσα μας ξεχύνεται<br />
άκυρος κόκκος τρελού,<br />
ποίηση<br />
ελεύθερου συνειρμού.</p>
<p>-Μωρό μου!<br />
Μαζικά καθώς με ξεπουλάς<br />
πεθαίνεις-</p>
<h5><strong>ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ</strong></h5>
<p>Όταν θέλω να θυμηθώ<br />
τη μορφή σου,<br />
οσφραίνομαι τον αέρα.<br />
Απλώνω το μάτι στον ορίζοντα<br />
κλαίγοντας δροσιές,<br />
κλαίγοντας ελαιόδεντρα&#8230;</p>
<p>Επτά χρόνους<br />
χωρίς Άνοιξη ο κήπος μας<br />
Ελλάδα.</p>
<h5><strong>ΣΥΜΒΙΩΣΗ</strong></h5>
<p>Κάθε πρωί φοράω τα τακούνια μου.<br />
Μπαίνω στο αμάξι μου και τρέχω,<br />
πριν με ρουφήξει το δεκάωρο,<br />
να ταΐσω τις γάτες.</p>
<p>Η γειτόνισσα τινάζει την αγάπη.<br />
Ο κύριος αντιγράφει τις κινήσεις μου.<br />
Αποκλείεται να βρέξει, μου γνέφει συνθηματικά<br />
και χάνεται βιαστικά πίσω από τις κουρτίνες.</p>
<p>Η κυρία φοβάται τους λεκέδες.<br />
Εκείνος τη γυναίκα του.<br />
Πατάω γκάζι και χάνομαι.<br />
Οι γάτες χαμογελούν.</p>
<p>Ο ήλιος μας τυφλώνει.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ</strong></h5>
<p>Σε είδα τυχαία μεταξύ των οδών<br />
Αφροδίτης και Ερμού.<br />
Λίγο πριν φωνάξω τ’ όνομά σου,<br />
το πρόσωπό σου κλείστηκε<br />
στα σύννεφα.<br />
Κάποιες στήλες κάθετα βαλμένες<br />
με στήριξαν<br />
κι άξαφνα θυμήθηκα εκείνο το όνειρο<br />
στο κέντρο του κόσμου,<br />
ένα ρίγος στη ράχη<br />
τα καλώς ήρθες και οι αποχαιρετισμοί<br />
κατάρες που σε φιλούν λαίμαργα<br />
μέχρι να σπάσεις.</p>
<h5><strong>ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΜΗΛΟ</strong></h5>
<p>Απόσταση τριάντα τρία μέτρα<br />
από το πηγάδι,<br />
μέγα τρανό<br />
και ατελέσφορο ταξίδι.</p>
<p>Ούτε μιλήσαμε για τις όχθες των λιμνών<br />
ούτε τα χείλη σμίξαμε, κι ας ήταν η εποχή<br />
βροχή βασανισμένη, κι ας ήταν τα κορμιά<br />
στεγνά από καρπούς και φύλλα και ζοχούς.</p>
<p>Απόσταση τριάντα τρία μέτρα από το φως<br />
με πρόσωπο γεμάτο χλωροφύλλη<br />
κυπαρισσόμηλο μες στους αιώνες<br />
κοιμάται το φεγγάρι πνιγμένο σε λυγμούς.</p>
<h5><strong>ΧΡΟΙΑ ΑΜΕΘΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>&#8230;κι εσύ πολυσύλλαβη αγάπη μου<br />
τόσο δεμένη με το σκοτεινό<br />
να αλαργεύεις λίγο λίγο<br />
σαν δροσιά κλεμμένη από θανάτου άσμα,<br />
όσο εγώ κορμί κοχύλι κι όστρακο<br />
από την πορφυρομάζα της χαράς<br />
αιώνια άνοιξη σου τάζω.</p>
<h5><strong>ΠΕΡΑΣΜΑ</strong></h5>
<p>Κάτι σαν φτερό<br />
λευκού ερωδιού.<br />
Κάτι σαν σπινθήρισμα<br />
έναστρου ουρανού<br />
ή κάτι σαν έναυσμα<br />
φωνής μελωδικής<br />
φρύνου μυθικού<br />
από τα έγκατα της λίμνης<br />
έκανε το νούφαρο να λικνιστεί<br />
ισχυριζόμενο<br />
πως όλα αυτά<br />
ουσιαστικά<br />
είναι η περιγραφή<br />
του εύστοχου τριγμού<br />
στο κέντρο<br />
της ψυχής σου.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ήθελα να σπρώξω την τελεία<br />
ν’ απλωθεί το γεγονός<br />
περισσότερο από της τάξης το νόμιμο.<br />
Να ταλαντωθούν τα συναισθήματα<br />
στην παραφορά<br />
υποκλινόμενα<br />
στη πλημμύρα των λέξεων<br />
και αφού εκτεθεί<br />
με την παραμικρή λεπτομέρεια<br />
η εξομολόγηση,<br />
να είμαι πλέον σίγουρος<br />
πως κάτι από εμένα,<br />
τον τετράγωνο κόσμο σου ανέτρεψε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΘΡΑΚΑΣ (2016)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΘΡΑΚΑΣ</strong></h5>
<p>Στη δομή του σύμπαντος<br />
ο γήινος βράχος σείεται<br />
μέσα σε απόλυτο σκότος και μοναξιά<br />
επωάζοντας την νέα πολιτισμική θρησκεία.<br />
Από όπου και αν το πιάσεις<br />
δική του είναι η ευθεία<br />
η καμπύλη κι η γωνία.<br />
Απομένει το κύμα<br />
ανερμήνευτο και αλαργεμένο<br />
κάτω από το βυθό.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ</strong></h5>
<p>Θα κρύψουμε κι απόψε τα σκοτάδια<br />
στην αυλή της ψυχής μας,<br />
απομακρύνοντας διακριτικά<br />
τα δάκρυα από τα μάγουλά μας.<br />
Αποκαμωμένοι από την μοναξιά της σάρκας<br />
άλαλοι θα σφραγίσουμε<br />
τα όμορφα του νου μας μάτια.<br />
Kάτι σαν σιωπηλό όρκο αποδοχής,<br />
της συναρπαστικής μας νέας κατοχής.</p>
<h5><strong>ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΑ</strong></h5>
<p>Άυπνος<br />
κοντοστάθηκε στην άκρη του γκρεμού.<br />
Μέλανας ζωμός<br />
έτρεχε στις φλέβες του.<br />
Έλλειψη ενδιαφέροντος για τα κοινά<br />
έγραφε το ντοκουμέντο,<br />
μα δεν τον ενδιέφερε.<br />
Σπουδαίος παρατηρητής<br />
ζύγιζε τις λεπτομέρειες<br />
με τον δικό του τρόπο.<br />
Η καρδιά του δεν είχε σύνορα<br />
τις μικρές αισθήσεις τις είχε πετάξει από καιρό.</p>
<p>Ο αέρας του έψαχνε το πρόσωπο.<br />
Σε τούτη τη σφαίρα<br />
μπορούσε να μείνει για πάντα,<br />
μόνο στραβό<br />
μη καταγεγραμμένο<br />
αισχρά μη συνταγογραφούμενο<br />
η έλλειψη ουσιαστικής μοιρασιάς.</p>
<h5><strong>ΜΕΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>Στίγματα είμαστε στη μελάνη του Θεού<br />
Όσο αυτός γράφει ποιήματα στο βιβλίο της ζωής.</p>
<p>Ο φόβος του θανάτου<br />
Ο φόβος της χρονικής παρεμβολής.</p>
<p>Τα δένδρα οσφραίνονται τις εντολές<br />
και εμείς ακόμα αγέλαστοι<br />
ψάχνουμε στις εκβολές<br />
των ανθέων<br />
να διαχωρίσουμε τις άγραφες δικές μας.</p>
<h5><strong>ΚΙΒΩΤΙΟ</strong></h5>
<p>Πάλι, ο συκοφάντης υπερασπίζεται την συμφορά του<br />
έτοιμος για σφαγή<br />
ο αθώος στηρίζει το δεκανίκι του<br />
στην απανεμιά του αύριο<br />
κατηφορίζοντας<br />
η αύρα του τέλειου δίκαιου<br />
ξεκοκαλίζει τ’ απομεινάρια<br />
άσχημης τροπής όμορφη ζωή<br />
και ενώ είχε παγώσει των ανθρώπων το αίμα</p>
<p>νήμα ανέμου<br />
αόρατα<br />
λιγόστευε<br />
ένα πείραμα<br />
ανώτατο απ’ τ’ άδικα.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ</strong></h5>
<p>Συνύπαρξη,<br />
κίνηση πέρα απ’ όλα<br />
τα κλονισμένα<br />
τρίσβαθα<br />
ο ωραίος άγνωστος<br />
κόσμος<br />
και εσύ να επιμένεις στα ρηχά<br />
πως πρέπει να είναι όλοι,<br />
όλοι,<br />
όμοιοι όλοι.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Κοιτώ τα χείλη σου φλογισμένα<br />
Κάμαρες τυλιγμένες βογκητά πόνου και έρωτα<br />
Ο κύκλος έκλαψε ακόμα μια φορά<br />
αστάθμητα προσχήματα<br />
Υποταγής αναπνοές<br />
Στα ταβάνια ξεχασμένες προσευχές<br />
Ακουμπισμένες χαρωπά ανθισμένες μυγδαλιές<br />
Άσμα παράκλησης για ευτυχία από τις πολλές<br />
ανοίγει τα παράθυρα<br />
Παλιές εποχές<br />
Νέες εντυπώσεις<br />
Μελωδίες πιάνου σε ένα κόσμο<br />
που εν αγνοία σου αλλάζει<br />
Τρομάζεις ;</p>
<p>Στο αχνό των πετάλων ανορθόγραφες συλλαβές<br />
Τι τα θες !<br />
Υπολείμματα από βαθύτερα νοήματα<br />
έμοιαζαν σ’ αυτά που γύρευες πριν φύγεις,<br />
για το χθες.</p>
<h5><strong>ΟΥΡΑΝΟΓΡΑΜΜΑ</strong></h5>
<p>Την ώρα της γέννησής του ήξερε<br />
τι είναι ο άνθρωπος και τι ο κόσμος.<br />
Σαν σάλεψε στη κούνια του, λησμόνησε.<br />
Τον πήραν τα πόδια κατά που ήθελαν.<br />
Τρίφτηκε από πόνους διψασμένος<br />
δίπλα σε γεμάτα πιθάρια.<br />
Κορυδαλλοί ποικιλόχρωμοι σκέπαζαν το κορμί του.<br />
Στον έρωτα κρύβεται το θαύμα.<br />
Τον γύρεψε<br />
επιθυμώντας το ξέφωτο ν’ ανταμώσει.</p>
<p>-Μόνο σαν θέλω πιάνομαι<br />
και όπως δική μου είναι η ουρά<br />
γεννώ γαλήνη και ας είμαι της ψυχής αντάρα-</p>
<p>Τώρα, στερεωμένος στο μπαστούνι του<br />
θυμήθηκε<br />
κι όπως ολόκληρος γροικά τα γήινα</p>
<p>μήτε σιμώνει Ερμή<br />
μήτε Αφροδίτη ψέλνει.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ</strong></h5>
<p>Επιστρέφω στην διαύγεια<br />
αναμένοντας την δέσμευση<br />
από τα χλωμά σου χείλη<br />
σιωπηλών κομματιών<br />
κρατημένες ιδιότητες<br />
με το πρόσωπο χωμένο στα φύλλα του δάσους<br />
ποτέ κανείς δεν αντίκρισε την γέννηση<br />
της φλόγας<br />
που μυστική ανέλιξε το πάθος<br />
από την εμπειρία της ανυπαρξίας<br />
όταν μισή η καρδιά<br />
κι ο τρόμος<br />
πίσω από τα ματόκλαδα των λέξεων<br />
αμοίραστα πικρός, μετατρέπεται,<br />
σε ηθελημένος γκρεμός,<br />
μη και χαθεί η άχρωμη ελευθερία (σου).</p>
<h5><strong>ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ</strong></h5>
<p>Νοιώθω πως<br />
η καταιγίδα που σε απειλεί<br />
όμοια<br />
διώκει και μένα.</p>
<p>Καθολικά μοιρασμένος<br />
θανάσιμα τραυματισμένος<br />
ένας μη υπαρκτός<br />
ο ένας τίποτα στο σύνολο αριθμός.</p>
<p>Βρίσκομαι συχνά πυκνά<br />
να ονειρεύομαι<br />
λουσμένος ηλιοτρόπια<br />
πώς μου ανήκει η λευτεριά μου.</p>
<h5><strong>ΛΕΞΕΙΣ</strong></h5>
<p>Αγαπώ τις λέξεις<br />
που σαν μικρά παιδιά<br />
στοιχίζουν τον εαυτό τους πίσω από το κρυφτό<br />
μασκαρεμένες μάσκες ινδιάνων<br />
αερικών<br />
μυθικών θεών<br />
μονόφθαλμων πειρατών.</p>
<p>Αγαπώ τις λέξεις<br />
Τις φερμένες πνοές<br />
από κόσμους μακρινούς<br />
που εισπνεόμενες στα στήθια μου<br />
αγγίζουν τη γλώσσα μου<br />
για να περιγράφουν τις μαγικές εικόνες<br />
από τις χώρες των ονείρων<br />
όπου και εγώ ως μέρος τους, μέσα τους ζω.</p>
<h5><strong>ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ακροβάτης πήδησε θαρραλέα στο σχοινί<br />
σκορπώντας την χάρη κάθε κίνησής του<br />
ολόγυρα στο πλήθος<br />
σημαίες σηκώθηκαν<br />
χέρια απλώθηκαν<br />
σμαραγδένια δάκρυα κύλησαν.</p>
<p>Κανείς δεν είδε την καρδιά να φεύγει<br />
ήταν ο μόνος που ήξερε<br />
στο χειροκρότημά τους η αυλαία<br />
χαϊδεύοντας το πάτωμα, για πάντα έπεσε.</p>
<p>Ο κύκλος έκλεισε.</p>
<p>Ξημέρωνε καινούργια εποχή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟ (2014)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΠΡΟΣΜΕΝΑ</strong></h5>
<p>Ένα καλώς ήρθες αθόρυβο<br />
κρεμασμένο σ’ ένα χαμόγελο<br />
φλογερά ντροπαλό.</p>
<p>Ένα φιλί μουδιασμένα μισό<br />
κλεισμένο στην αναμονή<br />
της επόμενης συνάντησης.</p>
<p>Δυο θάλασσες μάτια<br />
αιθέρα μαγνήτες<br />
ηθελημένα μέσα να πνιγείς.</p>
<p>Έτσι απρόσμενα<br />
ανθίζουν τα κρίνα<br />
σκορπώντας την άβυσσο.</p>
<h5><strong>ΖΩΗ</strong></h5>
<p>Μη το σκέφτεσαι</p>
<p>αλήτης κεραυνός είναι η ζωή<br />
όποιος δεν ακούσει τη βροντή<br />
όσο είναι η πόρτα ανοιχτή</p>
<p>ρέει το γάργαρο</p>
<p>μη ψάχνεις γι’ αφορμή<br />
αδύνατον να χαριστεί<br />
αλάτι στη βροχή</p>
<p>κι αυτή</p>
<p>αμέτοχα περήφανη<br />
σαν από σένα δεν αγαπηθεί<br />
πάει προσπέρασε.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΗ ΘΕΑ</strong></h5>
<p>Τι είναι η ζωή<br />
αν όχι η μόνη Θεά<br />
το μόνο που έχει σημασία<br />
Eσύ πως ζεις;<br />
Σε πιο προσκέφαλο ξαπλώνεις τα αιθέρια μαλλιά σου;</p>
<p>Κλέψε δύο άστρα<br />
σκουλαρίκια να τα βάλεις<br />
φυλακτό μοναδικό στου δρόμου σου την πλάνη<br />
Αν πίσω δεν θυμάσαι πια να μη κοιτάξεις<br />
πόρτα δεν ανοίγει.</p>
<p>Μέρα και νύχτα<br />
μονάχα άσπρα κρίνα στο κέντρο να κρατάς<br />
ζεσταίνονται στο κόρφο από το βήμα το γοργό<br />
ως άλλοι ευλογημένοι άγγελοι.</p>
<p>Ξέρουν αυτοί,<br />
ευωδίες να στέλνουν τυλίγοντας το σώμα<br />
μέσα του να είναι ικανό να φέρει την πνοή σου<br />
που άλλη δεν είναι από την ίδια τη ζωή σου.</p>
<p>Εσύ λοιπόν για ποιου τη χάρη την ξοδεύεις;</p>
<h5><strong>ΑΠΑΤΡΙΣ</strong></h5>
<p>Στις αιώνιες πύλες του Σείριου<br />
ευδόκιμη ιαχή<br />
της απλότητας απλώνω το φτερούγισμα<br />
απαλή κίνηση<br />
εισέρχεται εντός</p>
<p>φως</p>
<p>διπολικός τριγμός<br />
και εσύ αναπολείς ότι δια χειρός<br />
μπορεί να υπάρξει<br />
ως απομακρυσμένος της ουσίας σου<br />
σταθμός.</p>
<p>Μέμνησο</p>
<p>ότι εμποδίζεται<br />
απλώς<br />
είτε ολοκληρώθηκε<br />
είτε δεν σου ανήκε<br />
είτε είναι λειψό.</p>
<h5><strong>ΠΛΗΓΕΣ</strong></h5>
<p>Αγναντεύοντας ωκεανούς<br />
θρυμματίζω εγκεφαλικούς καημούς<br />
κλέβοντας του ξόανου το σπίτι</p>
<p>αδιάλυτη σκιά εσύ<br />
διαπερνάς τους στοχασμούς<br />
οι πληγές αιμορραγούν.</p>
<p>Τα δάχτυλα λιγότερα από τις τρύπες.</p>
<h5><strong>ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ</strong></h5>
<p>Πέρα από τα σύνορα<br />
ατέρμονη ευλάβεια.<br />
Ατένισε.<br />
Απόλαυση<br />
ο τρόπος<br />
που αντιλαμβανόταν τη γύμνια της<br />
μέσα από τα μάτια εκείνου.</p>
<p>Τον κάλεσε<br />
παρασύροντας τους ωκεανούς.</p>
<p>Σαν έφθασε<br />
ψέλλισε προς στους θεούς.</p>
<p>Ανταποδίδω</p>
<p>Φιλώντας σε<br />
ανάμεσα στα μάτια.</p>
<h5><strong>ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ</strong></h5>
<p>Σε νοιώθω<br />
στο δεξί του μυαλού μου χώρο.<br />
Ανάλαφρος βαδίζεις<br />
ίσαμε των χειλιών μου τις καμπύλες<br />
ζωγραφίζοντας χαμόγελα πουλιών<br />
και ύστερα<br />
κατηφορίζεις<br />
ανάβοντας κεριά<br />
στο κέντρο της ψυχής μου.</p>
<p>Φωτιάς<br />
ανεξίτηλος χορός<br />
μαζί μου.</p>
<h5><strong>ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΠΥΞΙΔΑ</strong></h5>
<p>Κι απόψε στο αίμα μου μπήκες<br />
γεμίζοντας τον τόπο<br />
μυρωδιές<br />
Σ’ ένοιωσα<br />
σάλεψες<br />
γράφοντας<br />
αθάνατες<br />
μικρούλες μολυβιές<br />
Σ’ ένα ποίημα<br />
που με σκουντάει στον ώμο<br />
υπαγορεύοντάς μου<br />
επίμονα<br />
τις πρώτες συλλαβές:</p>
<p>Μπορεί,<br />
εάν έστω και φευγαλέα δεν σ’ είχα συναντήσει<br />
να μπορούσα<br />
στο πέρα απ’ τις σάρκες μας<br />
να στέριωνα τον ψυχικό δεσμό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΕΚΔΗΛΩΝΩ ΠΡΟΘΕΣΗ (2011)</strong></h4>
<p>Στόχος αυτού του βιβλίου είναι να θυμηθούμε όλοι, πως ο άνθρωπος δεν γεννιέται απλά και μόνο για να επιβιώσει, μέσα από βάσανα και πόνους, δεν γεννιέται για να ζήσει χωρίς λόγο, απλά και μόνο για να πεθάνει. Αντιθέτως γεννιέται με όλα τα προσόντα, σε έναν πλανήτη που του προσφέρει τα πάντα, ώστε να ζει στην πλήρη ευτυχία.</p>
<p>Όλοι γνωρίζουμε ότι στην σημερινή εποχή τα προβλήματα του κόσμου συσσωρεύονται. Προβλήματα που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη κοινωνία, το μέλλον του ίδιου του πλανήτη. Η μόλυνση, η αφόρητη ηχορύπανση, το άγχος, η μοναξιά, η πείνα, η ανέχεια, η ανασφάλεια, βασανίζουν τον άνθρωπο σε όλες τις χώρες του κόσμου. Όλοι κυνηγούν το χρήμα, την επιτυχία ή την επιβίωση και κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να κάνει κάτι για να διορθωθούν τα πράγματα.<br />
Όλοι &#8220;τρέχουμε&#8221; ασταμάτητα, αγνοώντας ουσιαστικά το γιατί. Σ&#8217; αυτόν τον στόχο προσπαθούμε να βοηθήσουμε με απλές, χρήσιμες, αληθινές συμβουλές.<br />
Ας κλείσουμε λοιπόν κάθε πόρτα που επιτρέπει στην εξωτερική ηχορύπανση και στον εσωτερικό διάλογο να μας αποδιοργανώνει, δίνοντας μια ευκαιρία στον εαυτό μας να αφουγκραστεί τα θέλω της ψυχής μας, αναλογιζόμενοι εκ νέου τον σκοπό της ύπαρξής μας, το ποιοι είμαστε, που πάμε; Σε ποιόν πλανήτη ζούμε;</p>
<p>Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή &#8220;Στραφτάλισμα&#8221;</p>
<p>ΠΛΗΓΕΣ</p>
<p>Αναδεύει το νερό.<br />
Κάθε που το κοιτάζει<br />
ζαλίζονται οι πέτρες του τόπου του<br />
από τις μνήμες.<br />
Γι’ αυτό κι η μάνα του πριν τον ορκίσει<br />
να καλοζυγιάζει τους ανθρώπους,<br />
ορίζοντάς τον διάδοχο<br />
και μοναδικό κάτοχο του εαυτού του<br />
τον μοσχομύρισε με δάκρυα.<br />
Πέρασε την κλωστή στη βελόνα<br />
κεντώντας στις πληγές του ύμνους και λόγους<br />
ζωντανών και πεθαμένων.<br />
-Για προστασία των γόνων σου<br />
από της βίας το τραύμα καμάρι μου-<br />
έλεγε και ξανάλεγε στα βλέμματά του,<br />
μα το βάθος τους αλάργευε άθελά του<br />
πίσω απ’ τους ήρωες και ακόμα πιο πίσω<br />
από τους θεούς, σχηματίζοντας δίνες<br />
στοχασμών αλλιώτικων του καιρού του.<br />
Χωρίς να εξαρτάται από τα άσκοπα,<br />
αναγύρευε πλήρως συνδεδεμένος<br />
ακριβώς μέσα από το τραύμα του,<br />
πως μπορεί ένας ποιητής να φανεί χρήσιμος.</p>
<p>Κ. Π. Καβάφης 2018 Βραβείο ΗΣΙΟΔΟΣ για τη συλλογή &#8220;Στραφτάλισμα&#8221;.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/07/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 01 Sep 2019 07:24:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12208</guid>

					<description><![CDATA[Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925). Το 2010 τιμήθηκε&#160;με το Κρατικό &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/"> <span class="screen-reader-text">ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε <br>Ελληνική </span><span style="color: #000000;">Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης <br>και Παιδαγωγικά </span><span style="color: #000000;">στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών <br>Σπουδών </span><span style="color: #000000; font-size: inherit;">του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής <br>Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και <br>ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925). <br>Το 2010 τιμήθηκε&nbsp;</span><span style="color: #000000;">με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του <br>συλλογή Λοκριγκάνα. Διετέλεσε μέλος της Κριτικής Επιτροπής των <br>Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών <br>Κύπρου. Εργάζεται ως Επιθεωρητής Φιλολογικών Μαθημάτων στο <br>Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια, Λευκωσία, 1979·</span><br><span style="color: #000000;">Ο λοιμός και άλλα ποιήματα, Λευκωσία, 1981.</span><br><span style="color: #000000;">Ιατρική βεβαίωση, Λευκωσία, 1982. (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη)</span><br><span style="color: #000000;">Στυφά κυδώνια, Λευκωσία, 1988.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτηλασία, Λευκωσία, 1999·</span><br><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λευκωσία, , 2007.</span><br><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010. (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)</span><br><span style="color: #000000;">Δοκιμές συγκολλήσεως, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2013·</span><br><span style="color: #000000;">Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2016.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κείμενα Τρόποι Δημασίες&nbsp; Θέματα Λογοτεχνίας (Ίαμβος 2018)<br>Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μάντη, </span><span style="color: #000000;">Αθήνα, Γαβριηλίόης, 2008.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (ι869-1925) (διδ.</span><br><span style="color: #000000;">διατριβή), Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουρ</span><span style="color: #000000;">γείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012.</span><br><span style="color: #000000;">Κειμενικές Διαθλάσεις, Αθήνα, Ιωλκός, 2012.</span></p>
<p></p>
<p><img loading="lazy" class="size-full wp-image-12211 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152.jpg" alt="ΒΙΒΛΙΑ52" width="1200" height="849" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152.jpg 1200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-300x212.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-1024x724.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-768x543.jpg 768w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></p>
<p></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΡΟΠΟΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ (2018)</strong></span></h2>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>Θέματα Λογοτεχνίας</strong></span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στο βιβλίο αυτό περιέχονται δοκιμές και σημειώματα γύρω από θέματα της ευρύτερης νεοελληνικής και της κυπριακής λογοτεχνίας. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώνεται στην ποίηση των Γιώργου Σεφέρη, Βασίλη Μιχαηλίδη, Κώστα Μόντη, Ντίνας Κατσούρη, Κώστα Βασιλείου, Μελίτας Τόκα Καραχάλιου, Βικτωρίας Καπλάνη, Γιώργου Καλοζώη, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Άντη Κανάκη και άλλων. Στον τομέα της πεζογραφίας ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, καταθέτει τις αναγνωστικές του προσεγγίσεις για τη διηγηματογραφία των Κώστα Λυμπουρή. Γιώργου Μολέσκη και Ρένου Χριστοφόρου, ενώ στον τομέα του θεάτρου εξετάζονται όψεις και πτυχές του έργου των Τεύκρου Ανθία, Γιάννη Κατσούρη, Θεοκλή Κουγιάλη και Ρήνας Κατσελλή. Στο βιβλίο περιέχονται αναζητήσεις και προβληματισμοί γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία της λογοτεχνικής κριτικής σε συνάρτηση με την κριτικογραφία του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Τέλος, εκφέρονται απόψεις για τη συνανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων στη διδακτική πράξη, για τον διάλογο ιστορίας και λογοτεχνίας και για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην κυπριακή λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων.</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Μυθιστόρημα ΙΒ’</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>(«Μποτίλια στο πέλαγο»)</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Στη συλλογή που σχολιάζουμε, είτε τη διαβάσουμε ως ποιητική σύνθεση είτε ως συλλογή αυτοτελών ποιημάτων, εντοπίζονται ορισμένοι συνεκτικοί θεματικοί άξονες που, όπως έχει διαπιστωθεί, είναι εκείνοι «του δράματος, του ταξιδιού και της περιπλάνησης» και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα», σι συνάρτηση «με τις μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνορα».</span><br><span style="color: #000000;">Οι μορφές αυτές παραπέμπουν, μέσω της μυθικής μεθόδου και της αντικειμενικής συστοιχίας, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Λόγου χάρη, από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη προτείνεται η στοίχιση του αργοναυτικού μύθου με τη μικρασιατική εκστρατεία και των αναφορών στην Οδύσσεια με τη Μικρασιατική Καταστροφή και από παλαιότερους κριτικούς υπερτονίζονται οι απηχήσεις της ιστορικής αυτής τραγωδίας στη συλλογή.</span><br><span style="color: #000000;">Ωστόσο, τόσο από τον ίδιο τον Γ. Σεφέρη όσο και από μελετητές της ποίησής του υπογραμμίζεται ότι η απόλυτη ταύτιση του μύθου με τις συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές θα αδικούσε τη συλλογή και τις πολλαπλές συνδηλώσεις των κυριότερων συμβόλων που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν ο ποιητής. Πιο συγκεκριμένα, ο Σεφέρης σε συνέντευξή του στον Robert Levesque (1948) ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε «ν’ αποδίδουν τη δραματική του αντίληψη για το σύμπαν στην καταστροφή και μόνο της Μικρός Ασίας», δεδομένου ότι «το πεπρωμένο των Ελλήνων και του σύγχρονου ανθρώπου είναι αφεαυτό τόσο τραγικό και απελπιστικό, ώστε μια αιματοχυσία σαν εκείνη της Σμύρνης στα 1922 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ένα σκληρό επεισόδιο μιας πιο σοβαρής Οδύσσειας». Από μελετητές, όπως οι Μ. Vitti, Δημ. Δημηρούλης και Ν. Ορφανίδης, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι, παράλληλα με την τραγωδία του 1922, στην οποία προφανώς παραπέμπει το Μυθιστόρημα, στην ίδια συλλογή αναγνωρίζονται απηχήσεις του υπαρξιακού δράματος του σύγχρονου ανθρώπου και της εναγώνιας αναζήτησης του χαμένου χώρου και χρόνου.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η δυναμική αντίθεση παρελθόν-παρόν είναι στην ποίηση που σχολιάζουμε τόσο πολύμορφη, πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη (αφορώντας όχι μόνο το εθνικό-συλλογικό επίπεδο, αλλά και το ατομικό), ώστε θα άξιζε να διερευνηθεί σε ειδική μελέτη. Βέβαια, το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του ποιητή για το ιστορικό παρελθόν δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τα στοιχεία της ελληνικότητας και του καημού για τη συρρίκνωση του ελληνισμού, που είναι εμφανέστερα στα ποιήματα που αφορούν την τραγωδία του 1974· Στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα, 1980 (ό.π. 918) το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με σπαρακτικό τρόπο τη διάσταση μεταξύ της σχολικής ιστορίας και της ιστορικής πραγματικότητας: «Γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες / και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά / και ψέμα οι Ιστορίες μας, / ψέμα, όλα ψέμα». Για τη θεματική της ήττας στην ποίηση του Κ. Μόντη, ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει, λόγου χάρη, τη μελέτη του Νίκου Ορφανίδη, «Από την ποίηση του αλυτρωτισμού στην</span><br><span style="color: #000000;">ποίηση της ήττας».</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Νύξεις για τη πολιτική εγρήγορση και το ποιητικό ήθος στο ποιητικό έργο της Ντίνας Κατσούρη</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Βέβαια, η πολιτική εγρήγορση στο ποιητικό έργο που παρουσιάζουμε δεν ταυτίζεται με τη δουλική στράτευση της ποιήτριας σε κομματικές υποδείξεις. Όπως ορθά διαπιστώθηκε από τον Θεοκλή Κουγιάλη, «η ποίηση της Κατσούρη είναι διακριτικά πολιτικοποιημένη, γεμάτη οξύτητα και κριτική, μέχρις επικριτική διάθεση […] και είναι στρατευμένη στην αξία “άνθρωπος” και στην αξία “ελευθερία”». Ας δούμε δύο παραδείγματα με τα οποία τεκμηριώνεται η ορθότητα της πιο πάνω άποψης: τα ποιήματα «Μη με πιέζεις», από τη συλλογή Μ’ ακουουούς; (1996), και «Η Αφροδίτη και η Βουλή», από τη συλλογή Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006). Στο</span><br><span style="color: #000000;">πρώτο ποίημα, που είναι αφιερωμένο στον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, το τριαντάφυλλο και το γαρίφαλο παραπέμπουν, κατά την άποψή μας, στα προδομένα οράματα και στην καταρρακωμένη για διάφορους λόγους αγνή ιδεολογία για την οποία αγωνίστηκαν οι δύο ποιητές. Από την άλλη, οι κομματικοί μηχανισμοί παρουσιάζονται στυγνά γραφειοκρατικοί και άκαμπτοι:</span><br><span style="color: #000000;">«Το τρίαντάφυλλο ή το γαρίφαλο εκείνο / που καταδυναστεύει</span><br><span style="color: #000000;">/ κάθε νύχτα τα όνειρα μας / ξεχειλίζει από / τη δυσμορφία τη δυσλεξία, τη δυσκαμψία και τη δυστοκία / των Κ.Ε και των Π.Γ.», πραγματικότητα που αναγκάζει την ομιλήτρια να αγωνίζεται «να ξεφύγει από όλα εκείνα / που παραμορφώνουν / την ιδεολογία και την ιδεοληψία / της ανθρώπινης υπόστασης» (Μ’ ακουουούς;, 26).</span><br><span style="color: #000000;">Την ίδια σημασιακή διάζευξη εντοπίζουμε στο δεύτερο ποίημα στο οποίο, όπως παρατηρήθηκε, «το καταληκτικό μοτίβο της εναπόθεσης μιας δέσμης από κόκκινα τριαντάφυλλα» στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής «λειτουργεί σαρκαστικά», μέσα σ’ ένα πλαίσιο, θα προσθέταμε, αποστράγγισης της πολιτικής από κάθε ευαισθησία και μακρόπνοο όραμα (Της Αφροδίτης και του Αόωνη, 55)</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η ρευστότητα της ανθρώπινης μορφής συνδέεται με ερωτικές συνδηλώσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ισοτοπίας του χρόνου, και στο ποίημα «Στιγμές ρέουσες». «Μια μορφή από πάχνη» έχει την προσοχή της στραμμένη στα «χλοερά ζέφωτα της επιθυμίας». Από την άλλη, στο ποίημα «Τώρα είσαι», η μετάβαση από την αμορφία στη μορφή συνδέεται με την καλλιτεχνική</span><br><span style="color: #000000;">δημιουργία, καθώς μετά την ερωτική αναστάτωση («το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων ») το ποιητικό υποκείμενο « σμιλεύει αδιάκοπα την πέτρα τη δοκιμασμένη », με αποτέλεσμα τη δημιουργία «εκστατικών μορφών»</span><br><span style="color: #000000;">που μεταμορφώνονται «σε σκιές της μοίρας κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι», ενώ επίκειται η αποδόμησή τους, αφού θα «απλοποιηθούν σε μνήμη». Επομένως, και εδώ το δίπολο μορφή-αμορφία δεν παραπέμπει σε σχήματα παγιωμένα, αλλά σε ευμετάβολες ψυχικές καταστάσεις και στην ομόλογη καλλιτεχνική τους αποτύπωση. Παρόμοια, στο ποίημα «Το μηδέν» η</span><br><span style="color: #000000;">προτίμηση του ποιητικού υποκειμένου στο στρογγυλό σχήμα οφείλεται στην αντίληψή του ότι αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση «των πτωμάτων του χρόνου» και επομένως το μηδέν συνδέεται με την επιλογή του να ξεχάσει τον «δικό του συνθλιμμένο, βουβό και οζυγώνιο χρόνο». Έτσι στα δυο ποιήματα η μνήμη των μορφών είναι μια δυσάρεστη εμπειρία η οποία οδηγεί τα ποιητικά υποκείμενα στην επιλογή της λήθης και άρα της αποδόμησής τους.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΘΙΒΟΛΗ ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΘΥΜΙΑΣ ΟΔΥΝΗ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Βικτωρία Καπλάνη, Η άγνωστη φίλη (2015)</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;">Κλεοπάτρα Μακρίδου Ρε Αλέξης.</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Αιμίλιος Σολωμού, Ημερολόγιο μιας απιστίας 2012</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη, θερμή και ποιητική αφήγηση αποδίδονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα της προϊστορικής Κασσιόπης και του συντρόφου της</span><br><span style="color: #000000;">στα Κεφάλαια 34 και 35· Ωστόσο, διαβάζοντας το Κεφάλαιο 33 (στο οποίο έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση) έχουμε την εντύπωση πως αυτό το επίπεδο του άστατου προϊστορικού χρόνου συμφύρεται με τα υπόλοιπα χρονικά επίπεδα μέσα στη συνείδηση του κεντρικού ήρωα και σημαίνει εν τέλει την κατάργηση ή υπέρβαση του συμβατικού χρόνου: «Καπνίζει. Το λευκό πέπλο</span><br><span style="color: #000000;">του καπνού δραπετεύει και σκορπίζει γύρω του, σχηματίζοντας ένα λευκό διάφανο πέπλο. Ο Δουκαρέλης τη βλέπει [την Κασσιόπη] εκεί μέσα, να στέκει στην παραστάδα του μονόχωρου σπιτιού […]. Θα ήθελε να διεισδύσει βαθιά μέσα στην ψυχή και τη σκέψη της, θαρρεί πως θα μπορούσε και τώρα ν’ απλώσει τα δάχτυλά του και να την αγγίζει» (195)·</span><br><span style="color: #000000;">Επιπλέον, το Ημερολόγιο μιας απιστίας, πέρα από τις καθαρά αφηγηματικές του αρετές, είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα και από πολλές άλλες απόψεις. Ενδεικτικά, σημειώνουμε πως η περιγραφή γιο τον συγγραφέα του Ημερολογίου… δεν είναι αυτοσκοπός, αυτοσκοπός, αλλά απορρέει αβίαστα και με θαυμαστή οικονομία από την αφηγηματική λειτουργία, πλαισιώνοντας μαζί με τον διάλογο το μυθιστορηματικό σύμπαν.</span><br><span style="color: #000000;">Εξάλλου, στο νέο μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού, που αξίζει να διαβαστεί και να σχολιαστεί σε περισσότερη έκταση και βάθος, διαπλέκονται ποικίλα θέματα και ζητήματα, όπως είναι λόγου χάρη οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες γύρω από τον χρόνο και τη φθορά, τη ζωή και το θάνατο, τα πολιτικά ζητήματα της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της γραφειοκρατίας (που καυτηριάζονται με σατιρική διάθεση), οι ανοιχτές πληγές από την</span><br><span style="color: #000000;">πρόσφατηιστορία του ελληνισμού (και κυρίους ο Εμφύλιος) το πανεπιστημιακό κατεστημένο και η αυταρχική εκπαίδευση.</span><br><span style="color: #000000;">Θεωρούμε, λοιπόν, ότι, μολονότι το Ημερολόγιο μιας απιστίας μπορεί να διαβαστεί από τον μέσο αναγνώστη χωρίς δυσκολία, δεν είναι ένα «εύπεπτο» μυθιστόρημα και ούτε βεβαίους ένα μυθιστόρημα του συρμού. Αντίθετα έχουμε την εντύπωση πους το μυθιστόρημα αυτό θα αντέξει στον χρόνο και θα «κερδίσει» επάξια τους αναγνώστες του.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>«ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ…»</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Κώστας Λυμπουρής, Των ημετέρων άλλων, 2014</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή Των ημετέρων άλλων (μετά το Προσωρινά κλειστό, 2006, και Για μια μικρή παύλα, 22011) δεσπόζουν οι θεματικοί άξονες του ανθρωπισμού και της οικονομικής κρίσης</span><br><span style="color: #000000;">Απέναντι στον ανθρωπισμό και την αποδοχή της ετερότητας, που αποπνέουν όλα τα διηγήματα της συλλογής, παρουσιάζονται ρατσιστικές συμπεριφορές, μισαλλόδοξες στάσεις και γενικότερα στάσεις απόρριψης οποιουδήποτε διαφέρει από το κοινωνικά αποδεκτό ως «κανονικό». Η αντιπαραβολή τους γίνεται με ρεαλιστική γραφή, που είναι το κύριο εργαλείο της κριτικής</span><br><span style="color: #000000;">στάσης του διηγηματογράφου και με την οποία ψέγονται ο νεοπλουτισμός, ο τοπικισμός και ο εθνικισμός.</span><br><span style="color: #000000;">Στη συλλογή περιλαμβάνονται 14 διηγήματα. Στα μισά από αυτά η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κύπρο και στα υπόλοιπα στην Ελλάδα (με δεσπόζοντα χώρο την Αθήνα). Έτσι, η οικονομική κρίση και οι τάσεις απόρριψης της ετερότητας αποδίδονται από δύο οπτικές γωνίες, του μητροπολιτικού ελληνισμού και του ελληνισμού της περιφέρειας.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>«ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ»</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Γιώργος Μολέσκης, Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Διηγήματα 2017</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μη ξέροντας τι να διαλέξεις</span><br><span style="color: #000000;">απ’ τους καρπούς των Χιμαιρών</span><br><span style="color: #000000;">μη γνωρίζοντας ποιος τις κάλεσε</span><br><span style="color: #000000;">ή αν απρόσκλητες ήλθαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τους έδειξες εντέλει την έξοδο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο βάθος τ’ ουρανού</span><br><span style="color: #000000;">είδες τα μόρια της ύλης</span><br><span style="color: #000000;">να στροβιλίζονται τρελά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γύρω από τις εκτάσεις του Μηδενός</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα να βυθίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στ’ απέραντο Κενό του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν ανώφελες νιφάδες που χορεύοντας</span><br><span style="color: #000000;">σβήνουν ηρωικά στον αέρα</span><br><span style="color: #000000;">μαζί με του χιονιού τις ληξιπρόθεσμες επαγγελίες.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνοι που βυθίστηκαν</span><br><span style="color: #000000;">στο κράτος της σιωπής</span><br><span style="color: #000000;">κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι</span><br><span style="color: #000000;">με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα όνειρά τους ταξιδεύουν</span><br><span style="color: #000000;">στις αποικίες των κοραλλιών</span><br><span style="color: #000000;">κι ανθίζουν στο σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">των οιδημάτων άστρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους</span><br><span style="color: #000000;">να λουλουδίσουν τα καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">τα χελιδόνια να κρυφτούν</span><br><span style="color: #000000;">από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΠΛΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν ήσουν έμπορος με τ’ ασήμι στις φλέβες σου</span><br><span style="color: #000000;">πόσα μερόνυχτα θ’ αγρυπνούσες στο μικρομάγαζό σου</span><br><span style="color: #000000;">ξεσκονίζοντας τις αναμνήσεις!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν θα τις έβλεπε</span><br><span style="color: #000000;">να τριγυρίζουν στα δρομάκια τ’ Αναπλιού.</span><br><span style="color: #000000;">Πάντα ονειρευόσουν τ’ απροσμέτρητα ύψη.</span><br><span style="color: #000000;">Που καιρός, όμως, γι’ αποδράσεις στο Παλαμήδι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι βάρος στους ώμους σου</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτές οι μνήμες</span><br><span style="color: #000000;">με τους σωτήρες στις πολεμίστρες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εσύ να μην ακούς τις κραυγές των καταδίκων</span><br><span style="color: #000000;">παρά μόνο να κοιτάζεις τα φλάμπουρα</span><br><span style="color: #000000;">τις φλογερές ματιές των κολασμένων</span><br><span style="color: #000000;">που φωτίζουν την ατέλειωτη νύχτα σου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας είπαν: «Κάψτε τα σπίτια σας και φύγετε</span><br><span style="color: #000000;">προτού σας κυκλώσουν οι λογιστές με τα κατάστιχά τους,</span><br><span style="color: #000000;">κάθε τεκμήριο της ύπαρξής σας κάψτε</span><br><span style="color: #000000;">σ’ αυτό το καταραμένο χωριό!».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέρα με τη μέρα πυκνώνουν τα χνάρια των λύκων</span><br><span style="color: #000000;">κάθε πρωί χάνουμε κι ένα παιδί</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν χορταίνουν με τίποτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας είπαν: «Ξεχάστε ό,τι ξέρατε</span><br><span style="color: #000000;">τώρα μαγειρεύετε με τις δικές τους συνταγές</span><br><span style="color: #000000;">στις δανεικές τους χύτρες.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς τους είπαμε πως ό,τι και να κάνουν</span><br><span style="color: #000000;">σπίτια δεν καίμε κι ούτε τα κειμήλιά μας</span><br><span style="color: #000000;">κι ας έλθουν να μας πάρουν σηκωτούς</span><br><span style="color: #000000;">με τους φρουρούς και τους χαρτογιακάδες τους!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,</span><br><span style="color: #000000;">τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα</span><br><span style="color: #000000;">τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών</span><br><span style="color: #000000;">τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων</span><br><span style="color: #000000;">τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">λόγια περίτεχνα χορτάσαμε</span><br><span style="color: #000000;">μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα</span><br><span style="color: #000000;">στον τόπο καρφωμένοι</span><br><span style="color: #000000;">από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και τι δεν προδώσαμε</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span><br><span style="color: #000000;">πόσα καρφιά στην πλάτη μας</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόση σκουριά στο αίμα μας</span><br><span style="color: #000000;">πόσες παρελάσεις βαρβάρων στο στέρνο μας</span><br><span style="color: #000000;">πόσες ηλεκτρικές εκκενώσεις στο μεδούλι μας</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσοι τόνοι βεγγαλικών στις πλατείες</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span><br><span style="color: #000000;">πόσες δεξαμενές υποσχέσεων</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσες καρδιές ραγισμένες</span><br><span style="color: #000000;">πόσα κεφάλια πουλιών</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσα δέντρα σκυφτά</span><br><span style="color: #000000;">πόσες πυρακτωμένες πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">πόση σπατάλη φωτός</span><br><span style="color: #000000;">πόσες νύχτες υγρές στα ξωκλήσια</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι αυλές μας τόσο μικρές</span><br><span style="color: #000000;">κι οι κάμαρές μας φυλακές.</span><br><span style="color: #000000;">Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά</span><br><span style="color: #000000;">και τους μιναρέδες τους</span><br><span style="color: #000000;">με τις αφρούρητες επάλξεις τους</span><br><span style="color: #000000;">με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών</span><br><span style="color: #000000;">στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΟΝΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.</span><br><span style="color: #000000;">Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,</span><br><span style="color: #000000;">κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν</span><br><span style="color: #000000;">όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι</span><br><span style="color: #000000;">δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.</span><br><span style="color: #000000;">Επιτέλους συνέλθετε!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έριχνε το σχοινί να δέσει το σύννεφο</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτό γελούσε</span><br><span style="color: #000000;">όλο τού ξέφευγε και γελούσε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλο τού ξέφευγε και τραγουδούσε</span><br><span style="color: #000000;">τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωής</span><br><span style="color: #000000;">σύννεφο, σύννεφο τρελό</span><br><span style="color: #000000;">στ’ ανθισμένα κλαδιά του θανάτου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΑΥΑΓΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φυσικά δεν τους ενοχλεί να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,</span><br><span style="color: #000000;">αρκεί να μην έχουν σχέση</span><br><span style="color: #000000;">με πρόσωπα και πράγματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια</span><br><span style="color: #000000;">που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου</span><br><span style="color: #000000;">ή στην επικράτεια των συμβόλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων</span><br><span style="color: #000000;">στον αχανή βυθό των λογισμών</span><br><span style="color: #000000;">που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΟΧΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν κάλπαζε γύρω σου η παράκρουση</span><br><span style="color: #000000;">κι ο πόνος τον ανθρώπων βασιλεύει</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι μέρες δραπετεύουν</span><br><span style="color: #000000;">κι οι νύχτες τους βυθίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στην οργωμένη λάβα των κυμάτων,</span><br><span style="color: #000000;">εσύ δεν πρέπει να μιλάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο δεν είναι που κατάφερες</span><br><span style="color: #000000;">να παραμένεις στο απυρόβλητο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη σιωπή σου τώρα πλήρωσε</span><br><span style="color: #000000;">το τίμημα της ενοχής σου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΓΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σιδερώνουμε τα πλυμένα όνειρα των παιδιών</span><br><span style="color: #000000;">να τα φορέσουν ατσαλάκωτα</span><br><span style="color: #000000;">έστω κι αν τα ψήνει ο πυρετός της οργής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο ιδρώτας τους μήπως την υπόληψή μας</span><br><span style="color: #000000;">λεκιάσει προσέχουμε κι οι αιμοπτύσεις τους</span><br><span style="color: #000000;">κι οι εξάρσεις της αγωνίας τους</span><br><span style="color: #000000;">μη μας ταράξουν τον ύπνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συγκεντρώνουμε τα παιδιά και τα σιδερώνουμε</span><br><span style="color: #000000;">μη μας φύγουν τσαλακωμένα και τρομάξουν τα πουλιά</span><br><span style="color: #000000;">ανεμίζοντας τις ψυχές τους μεσίστιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι εφιάλτες τους μήπως μας εκθέσουν προσέχουμε</span><br><span style="color: #000000;">και τα σμήνη τους μήπως την τιμή μας σπιλώσουν</span><br><span style="color: #000000;">με τα μαύρα τους στίγματα και τα κόκκινα ρίγη</span><br><span style="color: #000000;">και μείνουμε με τα πρόσωπα καρφωμένα στον τοίχο.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα</span><br><span style="color: #000000;">θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους</span><br><span style="color: #000000;">μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη</span><br><span style="color: #000000;">και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες</span><br><span style="color: #000000;">εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί&#8230; Γιατί</span><br><span style="color: #000000;">να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο</span><br><span style="color: #000000;">προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει</span><br><span style="color: #000000;">με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι</span><br><span style="color: #000000;">στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,</span><br><span style="color: #000000;">τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΔΩΛΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι έμεινε τώρα να σου θυμίζει</span><br><span style="color: #000000;">τα βήματά σου στο μισογκρεμισμένο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">τη φωνή σου ραγισμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αράχνη τύλιγε στο δίχτυ της</span><br><span style="color: #000000;">τους όρκους σου στα σύμβολα που νόμιζες αιώνια,</span><br><span style="color: #000000;">Μα ήρθαν τα χρόνια της αλήθειας και τα σύντριψαν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσύ που προσκυνούσες τα είδωλα του ψεύδους</span><br><span style="color: #000000;">πώς να πιστέψεις πως γελάστηκες οικτρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, τι όμορφα που ήσαν εκείνα τα ψεύδη!</span><br><span style="color: #000000;">Και τι λαμπρές οι παραισθήσεις</span><br><span style="color: #000000;">που σε λίκνιζαν στην παραζάλη της χαράς!</span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό τα πάντα θα ’δίνες</span><br><span style="color: #000000;">να βυθιστείς και πάλι στη δίνη τους</span><br><span style="color: #000000;">έστω και για λίγα λεπτά αγορασμένης ευτυχίας.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Μνήμη του πατέρα μου</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 240px;"><em><span style="color: #000000;">«&#8230;οι σπίθες [&#8230;] φτάσανε ως τους</span></em><br><em><span style="color: #000000;">ουρανούς, γίναν αστέρια».</span></em><br><em><span style="color: #000000;">Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κοιτάς, μου &#8216;λεγες, με γυμνό μάτι</span><br><span style="color: #000000;">τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.</span><br><span style="color: #000000;">Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα</span><br><span style="color: #000000;">-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.</span><br><span style="color: #000000;">Κατά τ&#8217; άλλα πειθαρχούσα</span><br><span style="color: #000000;">αν και σ&#8217; ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήξερα, φερ&#8217; ειπείν, γιατί κάθε τόσο</span><br><span style="color: #000000;">χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα</span><br><span style="color: #000000;">ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω</span><br><span style="color: #000000;">γιατί μ&#8217; έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά</span><br><span style="color: #000000;">από τις επιφάνειες των μετάλλων.</span><br><span style="color: #000000;">Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς</span><br><span style="color: #000000;">το φέρουν εκ συστάσεως</span><br><span style="color: #000000;">και το παίρνουν μαζί τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις</span><br><span style="color: #000000;">και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων</span><br><span style="color: #000000;">που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται</span><br><span style="color: #000000;">κι αμέσως κατακάθονται</span><br><span style="color: #000000;">με βαριά καρδιά στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο τρόμαξε η γάτα σου</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά</span><br><span style="color: #000000;">μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!</span><br><span style="color: #000000;">Και τι φόβο τράβηξε</span><br><span style="color: #000000;">αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη</span><br><span style="color: #000000;">το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να προβλέψει</span><br><span style="color: #000000;">πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; ασθενοφόρο χλωμό</span><br><span style="color: #000000;">πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει</span><br><span style="color: #000000;">πως αναχώρησες για πάντα.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία</span><br><span style="color: #000000;">σε ποιου τα πόδια θα κάθεται</span><br><span style="color: #000000;">από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια</span><br><span style="color: #000000;">ποιου τα λόγια θ&#8217; ακούει; </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το νυστέρι της μνήμης.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; άλογο με τα διάτρητα φτερά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περγαμηνές στους διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">σταγόνες λεμονιού</span><br><span style="color: #000000;">και νίψον ανομήματα</span><br><span style="color: #000000;">σε μυστικούς νιπτήρες</span><br><span style="color: #000000;">όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις</span><br><span style="color: #000000;">τις μνήμες εμποτίζουν</span><br><span style="color: #000000;">με τα δραστικά της λήθης υγρά</span><br><span style="color: #000000;">ώσπου να μη θυμάσαι τ&#8217; όνομά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες</span><br><span style="color: #000000;">λευκοντυμένοι Σαμαρείτες</span><br><span style="color: #000000;">με τ&#8217; αποστειρωμένα αισθήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί</span><br><span style="color: #000000;">εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι σταγόνες της βροχής</span><br><span style="color: #000000;">μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.</span><br><span style="color: #000000;">Φαρμάκι!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής</span><br><span style="color: #000000;">την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας</span><br><span style="color: #000000;">με τις σαράντα πληγές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αδερφικά καρφιά της προδοσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να σου μιλήσω</span><br><span style="color: #000000;">(το ξέρω μ&#8217; ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)</span><br><span style="color: #000000;">χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου</span><br><span style="color: #000000;">στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">των αγίων ο χορός</span><br><span style="color: #000000;">κι η μάνα σου σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">πάνω απ&#8217; την κούνια των αμνών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι</span><br><span style="color: #000000;">και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, δεν αργεί να σπάσει</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; απόστημα</span><br><span style="color: #000000;">δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων</span><br><span style="color: #000000;">εκπυρσοκροτήσεις. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξυπνώντας μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγκούσες στη τσάντα σου</span><br><span style="color: #000000;">στων βουνών τις κορφές</span><br><span style="color: #000000;">αναζητώντας το νόημα</span><br><span style="color: #000000;">των συνεχών περιπλανήσεων</span><br><span style="color: #000000;">των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες</span><br><span style="color: #000000;">με το λιγοστό φως των φαναριών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έμαθα την τέχνη σου</span><br><span style="color: #000000;">και να που τώρα δυσκολεύομαι</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">λίγη φωτιά περισσότερη απ&#8217; ό,τι χρειάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα κομμάτια σωριάζονται</span><br><span style="color: #000000;">άμορφες μάζες στο πάτωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες</span><br><span style="color: #000000;">συγκολλήσεως κάθε μετάλλου</span><br><span style="color: #000000;">μόνο που και τότε διαισθανόσουν</span><br><span style="color: #000000;">το πρόσκαιρο κάθε μορφής</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς</span><br><span style="color: #000000;">των αγγέλων της υγρασίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήξερες πάντως</span><br><span style="color: #000000;">πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα</span><br><span style="color: #000000;">στις πλάτες του βουνού</span><br><span style="color: #000000;">κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν</span><br><span style="color: #000000;">αμείλικτες περικοκλάδες. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω</span><br><span style="color: #000000;">τα παλιά σου ήλεκτρα</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε θήκες ανοξείδωτες να τ&#8217; αποθέσω</span><br><span style="color: #000000;">παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης</span><br><span style="color: #000000;">που δεν γνωρίζουνε</span><br><span style="color: #000000;">τα πάθη της ψυχής</span><br><span style="color: #000000;">πόσο πικρίζουν το νερό</span><br><span style="color: #000000;">καθώς νυχτώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο</span><br><span style="color: #000000;">ζωντανές να κρατήσω</span><br><span style="color: #000000;">τις στιγμές της ζωής σου</span><br><span style="color: #000000;">τη θλίψη στο βλέμμα σου&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες</span><br><span style="color: #000000;">πλαγιές της αβύσσου</span><br><span style="color: #000000;">κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν</span><br><span style="color: #000000;">κι αν στης γης τα σαγόνια</span><br><span style="color: #000000;">κείτεται τώρα το σώμα σου,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις ανοξείδωτες βαδίζεις</span><br><span style="color: #000000;">εκτάσεις μονάχος</span><br><span style="color: #000000;">των περιβολιών</span><br><span style="color: #000000;">και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων</span><br><span style="color: #000000;">αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα</span><br><span style="color: #000000;">όπου λουφάζει τώρα δολερή</span><br><span style="color: #000000;">με διπλωμένα τα πλοκάμια της</span><br><span style="color: #000000;">και το κεντρί της βυθισμένο</span><br><span style="color: #000000;">στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα</span><br><span style="color: #000000;">του Χάροντα η γυναίκα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες </span><br><span style="color: #000000;">οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία </span><br><span style="color: #000000;">ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας. </span><br><span style="color: #000000;">Εκείνο που προείχε τώρα </span><br><span style="color: #000000;">ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων </span><br><span style="color: #000000;">των στεγάστρων </span><br><span style="color: #000000;">των θυρών και παραθύρων </span><br><span style="color: #000000;">των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους. </span><br><span style="color: #000000;">Και μόνοι!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΝ ΝΑ &#8216;ΧΕ ΨΥΧΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μάταια προσπάθησα να βρω</span><br><span style="color: #000000;">μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου</span><br><span style="color: #000000;">που τόσο το φρόντιζες σαν να &#8216;χε ψυχή.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όντως είχε ψυχή</span><br><span style="color: #000000;">αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου</span><br><span style="color: #000000;">ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)</span><br><span style="color: #000000;">πόσο αγόγγυστα μετέφερε</span><br><span style="color: #000000;">όσα βάρη κι αν του φορτώναμε</span><br><span style="color: #000000;">όπως τη μέρα εκείνη</span><br><span style="color: #000000;">που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία</span><br><span style="color: #000000;">με τόσους άλλους.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε</span><br><span style="color: #000000;">(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι φρουροί της &#8220;εθνικής σωτηρίας&#8221;</span><br><span style="color: #000000;">μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου</span><br><span style="color: #000000;">και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς</span><br><span style="color: #000000;">αποφάσισες να τ&#8217; αφήσεις</span><br><span style="color: #000000;">όμως θυμάμαι πολύ καλά</span><br><span style="color: #000000;">πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες</span><br><span style="color: #000000;">ότι θα &#8216;ταν καλύτερα</span><br><span style="color: #000000;">να μην το εγκατέλειπες</span><br><span style="color: #000000;">ότι θα &#8216;ταν προτιμότερο</span><br><span style="color: #000000;">να το φρόντιζες μέχρι τέλους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά</span><br><span style="color: #000000;">πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε</span><br><span style="color: #000000;">κι ούτε που νοιάστηκε</span><br><span style="color: #000000;">για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν τον ένοιαζε</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα πετούσε απ&#8217; το παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">τις προσευχές και τα κονίσματα,</span><br><span style="color: #000000;">το ρολόι του τοίχου</span><br><span style="color: #000000;">(που συνέχιζε να χτυπά)</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου</span><br><span style="color: #000000;">μέχρι να δει την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">να βγαίνει απ&#8217; το παράθυρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά</span><br><span style="color: #000000;">κι ακόμη πιο πάνω</span><br><span style="color: #000000;">και να ξεσπά σε λυγμούς</span><br><span style="color: #000000;">όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη</span><br><span style="color: #000000;">που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στη μητέρα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσο κακό μέσα στο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">κι οι μέλισσες στον κήπο μας</span><br><span style="color: #000000;">δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς</span><br><span style="color: #000000;">που είδαν πολλά τα μάτια τους</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως γιορτάζαν</span><br><span style="color: #000000;">ακόμα κι αν μας έβλεπαν</span><br><span style="color: #000000;">να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτά ν&#8217; ανοίγουν πιο πλατιά,</span><br><span style="color: #000000;">να περιθάλπουμε τους τοίχους</span><br><span style="color: #000000;">και πάλι να φουσκώνουν</span><br><span style="color: #000000;">οι ρωγμές τους επικίνδυνα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι μέλισσες το μέλι τους</span><br><span style="color: #000000;">και τα λουλούδια τ&#8217; άσματά τους</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί</span><br><span style="color: #000000;">το λήμμα «περικαρδίτις»</span><br><span style="color: #000000;">να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό</span><br><span style="color: #000000;">στο προσκεφάλι της μητέρας</span><br><span style="color: #000000;">την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα στεφάνι στα μαλλιά</span><br><span style="color: #000000;">από λουλούδια του κήπου μας</span><br><span style="color: #000000;">και μέλισσες σαν προσευχές</span><br><span style="color: #000000;">σε κάθε ανθό που δάκρυζε</span><br><span style="color: #000000;">και πίκριζε το μέλι.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ&#8230;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,</span><br><span style="color: #000000;">για να &#8216;ρθεις μαζί μου;</span><br><span style="color: #000000;">Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες</span><br><span style="color: #000000;">δεν ακούς τα ποδοβολητά,</span><br><span style="color: #000000;">τις ιαχές των Αχαιών;».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;χες το σθένος του Αινεία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη</span><br><span style="color: #000000;">και τον έσωσε</span><br><span style="color: #000000;">από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων</span><br><span style="color: #000000;">να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου</span><br><span style="color: #000000;">να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν</span><br><span style="color: #000000;">στις αρρώστιες τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν</span><br><span style="color: #000000;">τα κονίσματά τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν</span><br><span style="color: #000000;">τις ζυγαριές τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν</span><br><span style="color: #000000;">στα δύσβατα χωρία τους</span><br><span style="color: #000000;">αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν</span><br><span style="color: #000000;">παρά μόνο τα δόντια</span><br><span style="color: #000000;">κι από τους ποιητές</span><br><span style="color: #000000;">οι σκεβρωμένες λέξεις,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα φύλλα δεν θα &#8216;πεφταν</span><br><span style="color: #000000;">με τόσο πάταγο</span><br><span style="color: #000000;">στο μνήμα σου</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αγριόχορτα</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος</span><br><span style="color: #000000;">από τις ρωγμές</span><br><span style="color: #000000;">της γρανιτένιας μας θελήσεως!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως</span><br><span style="color: #000000;">κήπος δακρύων</span><br><span style="color: #000000;">σπιθόβολες κραυγές</span><br><span style="color: #000000;">πίσω απ&#8217; τους λόφους</span><br><span style="color: #000000;">κύμβαλα, κρόταλα</span><br><span style="color: #000000;">εφήμερες χαρές</span><br><span style="color: #000000;">και νίκες</span><br><span style="color: #000000;">κι ανεμοσκορπίσματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα φως</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα γυμνός</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς καν τ&#8217; όνομα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Πηχτό σκοτάδι, νερό</span><br><span style="color: #000000;">πέτρες και κόκαλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ξανά στο φως</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ακούς τα παραμύθια</span><br><span style="color: #000000;">που γλυκαίνουν την αλήθεια</span><br><span style="color: #000000;">να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου</span><br><span style="color: #000000;">που καλπάζουν στο φως</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">&#8211;<em> Σαν τους γύφτους</em></span><br><em><span style="color: #000000;">σφυροκοπάμε</span></em><br><em><span style="color: #000000;">αδιάκοπα</span></em><br><em><span style="color: #000000;">στο ίδιο αμόνι.</span></em><br><span style="color: #000000;">ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα</span><br><span style="color: #000000;">ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα</span><br><span style="color: #000000;">μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη</span><br><span style="color: #000000;">μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς</span><br><span style="color: #000000;">επιμένεις απ&#8217; την πρώτη; Τ&#8217; ανυπάκουα μέταλλα&#8230; Δεν</span><br><span style="color: #000000;">φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι</span><br><span style="color: #000000;">ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια</span><br><span style="color: #000000;">των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή</span><br><span style="color: #000000;">πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και</span><br><span style="color: #000000;">νέας μορφής. Θα &#8216;ταν γι&#8217; αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν</span><br><span style="color: #000000;">τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,</span><br><span style="color: #000000;">πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου</span><br><span style="color: #000000;">σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων</span><br><span style="color: #000000;">από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται</span><br><span style="color: #000000;">να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των</span><br><span style="color: #000000;">θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως</span><br><span style="color: #000000;">δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές</span><br><span style="color: #000000;">θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες</span><br><span style="color: #000000;">των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι</span><br><span style="color: #000000;">θέλουν οι φυλλάδες. Τ&#8217; αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή</span><br><span style="color: #000000;">συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της</span><br><span style="color: #000000;">κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν</span><br><span style="color: #000000;">αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να</span><br><span style="color: #000000;">συγκρατήσουν την ουσία.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 80px;"><em><span style="color: #000000;">For every ill deed in the past we suffer the consequence:</span></em><br><em><span style="color: #000000;">for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,</span></em><br><em><span style="color: #000000;">for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.<br></span></em><span style="color: #000000;">T.S. ELIOT</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα</span><br><span style="color: #000000;">δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν&#8217; αποκηρύξουν</span><br><span style="color: #000000;">τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά</span><br><span style="color: #000000;">που δεν κουράζονται ν&#8217; αναζητούν παλιά προσκυνητάρια</span><br><span style="color: #000000;">σκουριασμένα φυλαχτάρια</span><br><span style="color: #000000;">στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται</span><br><span style="color: #000000;">για τα μοιραία παροράματα</span><br><span style="color: #000000;">για τους νεκρούς στα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα</span><br><span style="color: #000000;">στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις</span><br><span style="color: #000000;">των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες κι όλα γίναν ερήμην μας</span><br><span style="color: #000000;">λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.</span><br><span style="color: #000000;">Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ&#8217; αρχικά των οργανώσεων</span><br><span style="color: #000000;">αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν λέμε τα πράγματα με τ&#8217; όνομά τους</span><br><span style="color: #000000;">πολύ μας χάλασαν οι ποιητές</span><br><span style="color: #000000;">με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος</span><br><span style="color: #000000;">πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες</span><br><span style="color: #000000;">τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων</span><br><span style="color: #000000;">στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγαθές τους προθέσεις</span><br><span style="color: #000000;">(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).</span><br><span style="color: #000000;">Ας το πούμε καθαρά</span><br><span style="color: #000000;">πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια</span><br><span style="color: #000000;">κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές</span><br><span style="color: #000000;">αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">οι πεταλούδες γύρω απ&#8217; τις αγχόνες</span><br><span style="color: #000000;">οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες</span><br><span style="color: #000000;">το καλοκαιρινό χαλάζι</span><br><span style="color: #000000;">ο χαλασμός, τ&#8217; αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">που φωσφόριζαν</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα</span><br><span style="color: #000000;">στους κρατήρες των ματιών τους.</span><br><span style="color: #000000;">Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε</span><br><span style="color: #000000;">τις συγκινήσεις των εκταφών</span><br><span style="color: #000000;">τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">το πρόβλημα ν&#8217; απλώνει τις ρίζες του παντού.</span><br><span style="color: #000000;">Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας</span><br><span style="color: #000000;">βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων</span><br><span style="color: #000000;">να μας κοιτάζουν ανάποδα</span><br><span style="color: #000000;">καθώς βουλιάζουμε</span><br><span style="color: #000000;">στην ακριβή μας πολυθρόνα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όλο πετάμε στα σκυλιά</span><br><span style="color: #000000;">τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">τις εφόδους των πουλιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες κι όλα γίναν ερήμην μας</span><br><span style="color: #000000;">λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,</span><br><span style="color: #000000;">τους νεκρούς στα πηγάδια</span><br><span style="color: #000000;">τις πεταλούδες γύρο:&gt; απ&#8217; τις αγχόνες</span><br><span style="color: #000000;">τα τρωκτικά που ροκάνιζαν</span><br><span style="color: #000000;">μες στα κρησφύγετα</span><br><span style="color: #000000;">των μαρτύρων τα λείψανα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">κλεισμένοι στη γυάλα μας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες</span><br><span style="color: #000000;">κι ας μας αφήσουν ήσυχους</span><br><span style="color: #000000;">να σπαρταράμε στη γυάλα μας</span><br><span style="color: #000000;">σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων</span><br><span style="color: #000000;">εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων</span><br><span style="color: #000000;">στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται</span><br><span style="color: #000000;">παρά το προκεχωρημένο της ώρας.</span><br><span style="color: #000000;">Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη</span><br><span style="color: #000000;">των συγκατοίκων ρόχθοι</span><br><span style="color: #000000;">πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη</span><br><span style="color: #000000;">αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο</span><br><span style="color: #000000;">χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι</span><br><span style="color: #000000;">βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας</span><br><span style="color: #000000;">στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς</span><br><span style="color: #000000;">αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου</span><br><span style="color: #000000;">τις αλλεπάλληλες αποδημίες.</span><br><span style="color: #000000;">Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων</span><br><span style="color: #000000;">ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες</span><br><span style="color: #000000;">καταμετρώντας τα μοιραία λάθη</span><br><span style="color: #000000;">των εμπειρογνωμόνων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι</span><br><span style="color: #000000;">πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι</span><br><span style="color: #000000;">μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο</span><br><span style="color: #000000;">ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους</span><br><span style="color: #000000;">τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων</span><br><span style="color: #000000;">φωνές από τα βάθη των σπηλαίων</span><br><span style="color: #000000;">της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου</span><br><span style="color: #000000;">τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λαμπάδες και τάματα</span><br><span style="color: #000000;">υποκλοπές</span><br><span style="color: #000000;">ισολογισμοί</span><br><span style="color: #000000;">παραισθήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νωπές ουλές</span><br><span style="color: #000000;">σκοτάδι του μυαλού</span><br><span style="color: #000000;">λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες</span><br><span style="color: #000000;">στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θαμμένος βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τόνους ανοχής</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς τις νενομισμένες τιμές</span><br><span style="color: #000000;">και τους μακροσκελείς επικηδείους</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς τους θρήνους</span><br><span style="color: #000000;">των πληρωμένων γυναικών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα</span><br><span style="color: #000000;">των υπογείων στρωμάτων</span><br><span style="color: #000000;">αναδεύοντας τα χώματα</span><br><span style="color: #000000;">νεκρός γι’ αυτούς</span><br><span style="color: #000000;">μα για τον θάνατο μπελάς</span><br><span style="color: #000000;">για τα καρφιά βραχνάς</span><br><span style="color: #000000;">γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου</span><br><span style="color: #000000;">ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους</span><br><span style="color: #000000;">που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια</span><br><span style="color: #000000;">και τις κορδέλες της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται</span><br><span style="color: #000000;">για τα ρολόγια τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές</span><br><span style="color: #000000;">των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων</span><br><span style="color: #000000;">γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων</span><br><span style="color: #000000;">και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στ&#8217; αμπάρι με τα σάπια κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">τις υποσχέσεις των κενταύρων</span><br><span style="color: #000000;">αλατισμένη λογική</span><br><span style="color: #000000;">φρεσκομαγειρεμένη</span><br><span style="color: #000000;">λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα</span><br><span style="color: #000000;">τους κουστωδούς των ανέμων</span><br><span style="color: #000000;">μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους</span><br><span style="color: #000000;">πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!</span><br><span style="color: #000000;">Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα</span><br><span style="color: #000000;">δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αφεντικά σαν το προστάξουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη</span><br><span style="color: #000000;">όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων</span><br><span style="color: #000000;">αποξηραμένες δεσποινίδες</span><br><span style="color: #000000;">τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;"><em>Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά&#8230;</em><br></span><span style="color: #000000;">Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν</span><br><span style="color: #000000;">το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο που δεν με συγκινούν</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,</span><br><span style="color: #000000;">να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν</span><br><span style="color: #000000;">πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι, λοιπόν, η ποίησις</span><br><span style="color: #000000;">περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού</span><br><span style="color: #000000;">σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες</span><br><span style="color: #000000;">όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα</span><br><span style="color: #000000;">είτε τα βουνά παρεκτρέπονται</span><br><span style="color: #000000;">κι η θάλασσα ξεβράζει</span><br><span style="color: #000000;">τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,</span><br><span style="color: #000000;">οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν</span><br><span style="color: #000000;">τις επινεύσεις της στιγμής</span><br><span style="color: #000000;">τις απελπιστικά πανομοιότυπες</span><br><span style="color: #000000;">σταγόνες της βροχής</span><br><span style="color: #000000;">τις φευγαλέες αστραπές</span><br><span style="color: #000000;">που τέμνουν τα φαινόμενα</span><br><span style="color: #000000;">ή καρφώνουν πισώπλατα</span><br><span style="color: #000000;">τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές</span><br><span style="color: #000000;">και του πολλά υποσχόμενους</span><br><span style="color: #000000;">διοικητικούς υπαλλήλους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ</span></strong><br><strong><span style="color: #000000;">Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της</span><br><span style="color: #000000;">αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που</span><br><span style="color: #000000;">χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον</span><br><span style="color: #000000;">δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,</span><br><span style="color: #000000;">βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της</span><br><span style="color: #000000;">φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν</span><br><span style="color: #000000;">μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,</span><br><span style="color: #000000;">αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες</span><br><span style="color: #000000;">συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η</span><br><span style="color: #000000;">διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές</span><br><span style="color: #000000;">μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της</span><br><span style="color: #000000;">Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,</span><br><span style="color: #000000;">την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!</span><br><span style="color: #000000;">Δεν βλέπω να &#8216;χετε συνθέσει τις καταβολές</span><br><span style="color: #000000;">επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε</span><br><span style="color: #000000;">κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν</span><br><span style="color: #000000;">ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το</span><br><span style="color: #000000;">κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για</span><br><span style="color: #000000;">σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,</span><br><span style="color: #000000;">ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.</span><br><span style="color: #000000;">Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά! </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ </span></strong><br><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του</span><br><span style="color: #000000;">παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.</span><br><span style="color: #000000;">Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό</span><br><span style="color: #000000;">του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική</span><br><span style="color: #000000;">αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της</span><br><span style="color: #000000;">συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την</span><br><span style="color: #000000;">έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.</span><br><span style="color: #000000;">Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα &#8216;φεύγε σε λίγες</span><br><span style="color: #000000;">μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν</span><br><span style="color: #000000;">μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν</span><br><span style="color: #000000;">οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.</span><br><span style="color: #000000;">Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.</span><br><span style="color: #000000;">Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του</span><br><span style="color: #000000;">ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά</span><br><span style="color: #000000;">σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα</span><br><span style="color: #000000;">λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς</span><br><span style="color: #000000;">τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις</span><br><span style="color: #000000;">συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε</span><br><span style="color: #000000;">στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς</span><br><span style="color: #000000;">των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη</span><br><span style="color: #000000;">βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο</span><br><span style="color: #000000;">στις γκιλοτίνες.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,</span><br><span style="color: #000000;">υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.</span><br><span style="color: #000000;">Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω</span><br><span style="color: #000000;">προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες</span><br><span style="color: #000000;">δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες</span><br><span style="color: #000000;">εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά</span><br><span style="color: #000000;">δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά</span><br><span style="color: #000000;">δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων</span><br><span style="color: #000000;">δεν ετυφλώθης απ&#8217; το φως των αρχαγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">δεν έφαγες χώμα και πέτρες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως</span><br><span style="color: #000000;">και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; τα ρούχα της ψυχής σου</span><br><span style="color: #000000;">από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο</span><br><span style="color: #000000;">και τη χολή των Ιουδαίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι</span><br><span style="color: #000000;">γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όταν το χιόνι με προδώσει,</span><br><span style="color: #000000;">ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα</span><br><span style="color: #000000;">για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου</span><br><span style="color: #000000;">για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,</span><br><span style="color: #000000;">εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου</span><br><span style="color: #000000;">με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα</span><br><span style="color: #000000;">τη μαύρη πίσσα</span><br><span style="color: #000000;">ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα</span><br><span style="color: #000000;">στις λευκές σελίδες;</span><br><span style="color: #000000;">Σας ξεγέλασαν φαίνεται</span><br><span style="color: #000000;">με την προσποιητή τους αγνότητα</span><br><span style="color: #000000;">την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τι δεν έγραψες ως όφειλες</span><br><span style="color: #000000;">το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ</span><br><span style="color: #000000;">οι αιτιάσεις, οι προφάσεις</span><br><span style="color: #000000;">οι στυγνοί λογαριασμοί</span><br><span style="color: #000000;">ο φόβος των Ιουδαίων</span><br><span style="color: #000000;">ο νυσταγμός της ψυχής</span><br><span style="color: #000000;">τα δάκρυα των κροκοδείλων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αυτά κι αν σε εκθέτουν</span><br><span style="color: #000000;">αυτά κι αν σου προσάπτονται</span><br><span style="color: #000000;">στις μαρτυρικές καταθέσεις</span><br><span style="color: #000000;">ως άκρως επικίνδυνα</span><br><span style="color: #000000;">αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις</span><br><span style="color: #000000;">των ειδικών σωμάτων ασφαλείας</span><br><span style="color: #000000;">των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων</span><br><span style="color: #000000;">ανακριτών και μικροβιολόγων.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δωμάτιο με θέα.</span><br><span style="color: #000000;">Άγνωστος μεταξύ αγνώστων</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; αυτή την πόλη</span><br><span style="color: #000000;">Που αγνοείς ακόμη τ&#8217; όνομά της.</span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγεις το παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν βλέπεις παρά</span><br><span style="color: #000000;">Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο παράθυρα.</span><br><span style="color: #000000;">Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">Να θάψουν τ&#8217; ανομήματα</span><br><span style="color: #000000;">Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες</span><br><span style="color: #000000;">Πίστεως και συμμορφώσεως</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ</span><br><span style="color: #000000;">Ο υπέρ πίστεως ταχθείς</span><br><span style="color: #000000;">Την πόλη να λαμπρύνει</span><br><span style="color: #000000;">Να χτίσει τα παράθυρα,</span><br><span style="color: #000000;">Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μπορείς στις αποθήκες να βρεις</span><br><span style="color: #000000;">Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από στρώματα σκόνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεχασμένα παράσημα</span><br><span style="color: #000000;">Κιτρινισμένες νίκες</span><br><span style="color: #000000;">Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία</span><br><span style="color: #000000;">Πανηγυρικοί λόγοι</span><br><span style="color: #000000;">Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής</span><br><span style="color: #000000;">Που επωάζουν την εξέγερση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων</span><br><span style="color: #000000;">Του έρωτος κραυγές ημιτελείς</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα</span><br><span style="color: #000000;">Προσώπων και τόπων.</span><br><span style="color: #000000;">Η τέχνη μπορεί.</span><br><span style="color: #000000;">Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορείς στις αποθήκες να βρεις</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχασμένα τετράδια</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από στρώματα σκόνης.</span><br><span style="color: #000000;">Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες</span><br><span style="color: #000000;">Μακράν της δυναστείας του νερού</span><br><span style="color: #000000;">Μακράν της φοβεράς απειλής του.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ο λόγος του στρατηγού</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές</span><br><span style="color: #000000;">Διά γυμνού οφθαλμού.</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν τα φαινόμενα απατούν</span><br><span style="color: #000000;">Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως</span><br><span style="color: #000000;">Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα</span><br><span style="color: #000000;">Οι στρατιώτες μας έπεσαν</span><br><span style="color: #000000;">Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γνωρίζαμε βέβαια</span><br><span style="color: #000000;">Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα</span><br><span style="color: #000000;">Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.</span><br><span style="color: #000000;">Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.</span><br><span style="color: #000000;">Η νίκη μας δεν είναι ορατή</span><br><span style="color: #000000;">Δεν παύει ωστόσο να &#8216;ναι νίκη</span><br><span style="color: #000000;">Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη</span><br><span style="color: #000000;">Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;</span><br><span style="color: #000000;">Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως</span><br><span style="color: #000000;">Ύστερα από χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">Μετά την επούλωση των πληγών</span><br><span style="color: #000000;">Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων</span><br><span style="color: #000000;">Από τους οικείους των τεθνεώτων</span><br><span style="color: #000000;">Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα</span><br><span style="color: #000000;">Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Φ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Φωνάξτε όσο θέλετε.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας</span><br><span style="color: #000000;">Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις</span><br><span style="color: #000000;">Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα</span><br><span style="color: #000000;">Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,</span><br><span style="color: #000000;">Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα</span><br><span style="color: #000000;">Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή</span><br><span style="color: #000000;">Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές</span><br><span style="color: #000000;">Σε ουτοπίες</span><br><span style="color: #000000;">Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες</span><br><span style="color: #000000;">Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες</span><br><span style="color: #000000;">Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί</span><br><span style="color: #000000;">Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως</span><br><span style="color: #000000;">Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι</span><br><span style="color: #000000;">Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών</span><br><span style="color: #000000;">Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων</span><br><span style="color: #000000;">Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έπρεπε να το καταλάβω.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ</span><br><span style="color: #000000;">Τα φωνήεντα στασίασαν</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα</span><br><span style="color: #000000;">Έστω και για λίγα λεπτά.</span><br><span style="color: #000000;">Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης</span><br><span style="color: #000000;">Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής</span><br><span style="color: #000000;">Στον εγκέφαλο.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτό μάς έλειπε τώρα</span><br><span style="color: #000000;">Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα</span><br><span style="color: #000000;">Να εξεγείρονται τα σημεία</span><br><span style="color: #000000;">Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου</span><br><span style="color: #000000;">Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως</span><br><span style="color: #000000;">Από πανάκριβα κοστούμια</span><br><span style="color: #000000;">Που μήτε πλένονται</span><br><span style="color: #000000;">Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Α</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ&#8217; οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος</span><br><span style="color: #000000;">Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.</span><br><span style="color: #000000;">ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,</span><br><span style="color: #000000;">Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.</span><br><span style="color: #000000;">Άδεια πολυβολεία</span><br><span style="color: #000000;">Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.</span><br><span style="color: #000000;">Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες</span><br><span style="color: #000000;">Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος</span><br><span style="color: #000000;">Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.</span><br><span style="color: #000000;">Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα</span><br><span style="color: #000000;">Πουλημένες οι αναμνήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Από κουτούς που πίστεψαν</span><br><span style="color: #000000;">Στις υποσχέσεις του νόθου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας</span><br><span style="color: #000000;">Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει</span><br><span style="color: #000000;">Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας</span><br><span style="color: #000000;">Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.</span><br><span style="color: #000000;">Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια</span><br><span style="color: #000000;">Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια</span><br><span style="color: #000000;">Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους</span><br><span style="color: #000000;">Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς</span><br><span style="color: #000000;">Πυρομανούς και μητροκτόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της προσφιλούς πατρίδος τ&#8217; ακρογιάλια</span><br><span style="color: #000000;">Βαρύς ζυγός στον τράχηλο</span><br><span style="color: #000000;">Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν</span><br><span style="color: #000000;">Και πύκνωσαν τα σύννεφα</span><br><span style="color: #000000;">Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες</span><br><span style="color: #000000;">Από ποικίλες κατευθύνσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ&#8217; το κεφάλι σου</span><br><span style="color: #000000;">Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.</span><br><span style="color: #000000;">Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν</span><br><span style="color: #000000;">Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους</span><br><span style="color: #000000;">Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά</span><br><span style="color: #000000;">Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κραυγές υστερικές της μάνας σου</span><br><span style="color: #000000;">Καθώς επιβιβάζεσαι.</span><br><span style="color: #000000;">Αγαπημένε μου λαέ,</span><br><span style="color: #000000;">Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν</span><br><span style="color: #000000;">Κατασκηνωτές του Τροόδους</span><br><span style="color: #000000;">Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως</span><br><span style="color: #000000;">Πάσης εν γένει ενεργείας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δωμάτιο με θέα</span><br><span style="color: #000000;">Διάτρητη σιγή</span><br><span style="color: #000000;">Από σφαίρες</span><br><span style="color: #000000;">Των δικών σου.</span><br><span style="color: #000000;">Συνταχθείτε</span><br><span style="color: #000000;">Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.</span><br><span style="color: #000000;">Δείτε λοιπόν τους σταυρούς</span><br><span style="color: #000000;">Τα πεδία των μαχών</span><br><span style="color: #000000;">Τους γύρους θριάμβου των νικητών</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας</span><br><span style="color: #000000;">Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στις εκκλησιές τους.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα</span><br><span style="color: #000000;">Αντέχουν τόση πίκρα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί</span><br><span style="color: #000000;">Φως ξανθό και γαλανό</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα</span><br><span style="color: #000000;">Απονενοημένες ενέργειες</span><br><span style="color: #000000;">Σπασμένα κρεβάτια</span><br><span style="color: #000000;">Αϋπνίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνα τα νομίσματα μονάχα</span><br><span style="color: #000000;">Κι όχι πιστές απομιμήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση</span><br><span style="color: #000000;">Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά</span><br><span style="color: #000000;">Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ε</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Εκτός θέματος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να γνωματεύσατε</span><br><span style="color: #000000;">Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα</span><br><span style="color: #000000;">Όμως τα δεδομένα καυτά</span><br><span style="color: #000000;">Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας</span><br><span style="color: #000000;">Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους</span><br><span style="color: #000000;">Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς</span><br><span style="color: #000000;">Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν</span><br><span style="color: #000000;">Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι</span><br><span style="color: #000000;">Των παιδικών μας χρόνων.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια</span><br><span style="color: #000000;">Μας βαρέθηκαν φαίνεται</span><br><span style="color: #000000;">Δείτε πώς χασμουριούνται</span><br><span style="color: #000000;">Πίσω απ&#8217; τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών</span><br><span style="color: #000000;">Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο</span><br><span style="color: #000000;">Με τ&#8217; άστρα μιλιούνια ν&#8217; αδιαφορούν για την τύχη τους</span><br><span style="color: #000000;">Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες</span><br><span style="color: #000000;">Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας</span><br><span style="color: #000000;">Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια</span><br><span style="color: #000000;">Κηρύκων και δασκάλων στ&#8217; ανούσια πανηγύρια</span><br><span style="color: #000000;">Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο</span><br><span style="color: #000000;">Ανάμεσα στ&#8217; αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων</span><br><span style="color: #000000;">Που χτυπούν επίμονα</span><br><span style="color: #000000;">Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι</span><br><span style="color: #000000;">Αναψυχής η κάτι τέτοιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;</span><br><span style="color: #000000;">Αυτά;</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο προτού</span><br><span style="color: #000000;">να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν</span><br><span style="color: #000000;">ανηφόρισε προς τους μοναχικούς</span><br><span style="color: #000000;">λόφους της Φαντασίας.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά</span><br><span style="color: #000000;">σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φως ιλαρό, φως άκτιστο</span><br><span style="color: #000000;">κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι φωτοδότες άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτα και μέρα πολεμούν</span><br><span style="color: #000000;">το γέρακα φωτοκολάπτη.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου</span><br><span style="color: #000000;">από τους λόφους να επισπεύσεις;</span><br><span style="color: #000000;">Μην κατεβείς,</span><br><span style="color: #000000;">αν πρώτα δε φωταγωγήσεις</span><br><span style="color: #000000;">τις προσκυνημένες κορυφές</span><br><span style="color: #000000;">τους άγονους, μοναχικούς</span><br><span style="color: #000000;">λόφους της Φαντασίας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πάνε μέρες που έσβησαν</span><br><span style="color: #000000;">τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.</span><br><span style="color: #000000;">Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων ακόμα νεκρών.</span><br><span style="color: #000000;">Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη</span><br><span style="color: #000000;">και τη μαυρίλα του Άδη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί στις όχθες οι ψυχές</span><br><span style="color: #000000;">του ποταμιού ποδηλατήσανε</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα μια φορά</span><br><span style="color: #000000;">και σκούριασαν, αλίμονο</span><br><span style="color: #000000;">τα στίλβοντα ποδήλατα.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΒΑΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με βρήκε η νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια</span><br><span style="color: #000000;">των φίλων από την άλλη όχθη.</span><br><span style="color: #000000;">Από τον ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα</span><br><span style="color: #000000;">αγάλματα σημαίες άρβυλα</span><br><span style="color: #000000;">ημιτελείς ερωτικές επιστολές.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993-1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΟΥΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψυχές</span><br><span style="color: #000000;">σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα</span><br><span style="color: #000000;">στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα</span><br><span style="color: #000000;">θάλλουν αθάνατα στο βάζο</span><br><span style="color: #000000;">και καρτερούνε τα έντομα</span><br><span style="color: #000000;">να φέρουν πάνω στα φτερά τους</span><br><span style="color: #000000;">τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘΟΔΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.</span><br><span style="color: #000000;">Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.</span><br><span style="color: #000000;">Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι</span><br><span style="color: #000000;">από τη δίψα της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πιλότος μάς περίμενε μ&#8217; ανοιχτή την απαλάμη.</span><br><span style="color: #000000;">Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.</span><br><span style="color: #000000;">Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.</span><br><span style="color: #000000;">Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του</span><br><span style="color: #000000;">κι ένα πράσινο τόξο</span><br><span style="color: #000000;">άναψε στο στήθος του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε</span><br><span style="color: #000000;">μες στο πηχτό σκοτάδι.</span><br><span style="color: #000000;">Στ&#8217; αυτιά μας έφταναν οι κραυγές</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων ακόμα νεκρών</span><br><span style="color: #000000;">και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.</span><br><span style="color: #000000;">Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.</span><br><span style="color: #000000;">Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Ύπνος ήρθε και σ&#8217; αγκάλιασε πικρός.</span><br><span style="color: #000000;">Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου</span><br><span style="color: #000000;">κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">πίσω από τ&#8217; ανοιχτό παράθυρο.</span><br><span style="color: #000000;">«Έσβησε το φως μου, πάει</span><br><span style="color: #000000;">πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.</span><br><span style="color: #000000;">Να κοιμηθώ</span><br><span style="color: #000000;">και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου</span><br><span style="color: #000000;">δόλιες αράχνες;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν</span><br><span style="color: #000000;">σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.</span><br><span style="color: #000000;">Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες</span><br><span style="color: #000000;">κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται</span><br><span style="color: #000000;">στα νοτισμένα δώματα του Άδη.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική</span><br><span style="color: #000000;">διωγμένη από το πανηγύρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.</span><br><span style="color: #000000;">Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.</span><br><span style="color: #000000;">Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.</span><br><span style="color: #000000;">Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις</span><br><span style="color: #000000;">και καις τα φτερά σου.</span><br><span style="color: #000000;">Σαν πέσει το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">ο ουρανός σε φωνάζει</span><br><span style="color: #000000;">πασπαλισμένος με κόλλυβα.</span><br><span style="color: #000000;">Το σύννεφο σ&#8217; αποπαίρνει</span><br><span style="color: #000000;">και τρέχει σαν τρελό</span><br><span style="color: #000000;">μη χάσει το παιχνίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο ήλιος είναι άρρωστος.</span><br><span style="color: #000000;">Μια τόση δα σφαίρα ήρθε</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; απέβαλε</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; ο ουρανός σε καλεί</span><br><span style="color: #000000;">το σύννεφο θέλει να σε παίξει</span><br><span style="color: #000000;">ο ήλιος οικουρεί &#8211;</span><br><span style="color: #000000;">μια τόση δα σφαίρα</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; απέβαλε διά παντός.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΡΩΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους</span><br><span style="color: #000000;">και διερωτώνται</span><br><span style="color: #000000;">μας βλέπουν κι απορούν.</span><br><span style="color: #000000;">Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε</span><br><span style="color: #000000;">μετά πολλών στεφάνων.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες επισκέπτονται</span><br><span style="color: #000000;">τα μαλακά κρεβάτια μας</span><br><span style="color: #000000;">και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια</span><br><span style="color: #000000;">κλαίγοντας μ&#8217; αναφιλητά στο προσκεφάλι μας</span><br><span style="color: #000000;">για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">«ΗΡΩΕΣ»</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι</span><br><span style="color: #000000;">στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.</span><br><span style="color: #000000;">Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο δεν πτοούμαι.</span><br><span style="color: #000000;">Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος</span><br><span style="color: #000000;">γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί</span><br><span style="color: #000000;">και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους</span><br><span style="color: #000000;">επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως</span><br><span style="color: #000000;">με τα κατάλληλα επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">σχήματα λόγου υπερβολές</span><br><span style="color: #000000;">νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">προσήκοντα σ&#8217; αναμετάδοση του γεγονότος</span><br><span style="color: #000000;">δορυφορική.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΛΕΡΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θάλλουμε ανέμελα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς απ&#8217; τις σοφές</span><br><span style="color: #000000;">να διδασκόμαστε πέτρες.</span><br><span style="color: #000000;">Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές</span><br><span style="color: #000000;">ούτε φοβούνται τα πουλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν</span><br><span style="color: #000000;">να σπεύσουμε στο Όρος</span><br><span style="color: #000000;">γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα</span><br><span style="color: #000000;">προκατακλυσμιαίας γαλήνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Όρος αντιστέκεται</span><br><span style="color: #000000;">το Όρος υπομένει</span><br><span style="color: #000000;">παρά τους επονείδιστους</span><br><span style="color: #000000;">όρους της παραδόσεως</span><br><span style="color: #000000;">παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών</span><br><span style="color: #000000;">στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής</span><br><span style="color: #000000;">πληρώσεως πάσης επιθυμίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη</span><br><span style="color: #000000;">οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς</span><br><span style="color: #000000;">παράσημα κονσέρβες πλαστικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά</span><br><span style="color: #000000;">οι ρήτορες θάλλουν.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ρήτωρ τρομάζει</span><br><span style="color: #000000;">όταν, καθώς ομιλεί,</span><br><span style="color: #000000;">οι μαύρες πεταλούδες έρχονται</span><br><span style="color: #000000;">και του κρύβουν το πρόσωπο</span><br><span style="color: #000000;">και του κλείνουν το στόμα.</span><br><span style="color: #000000;">Σβήνει τα φώτα στη στιγμή</span><br><span style="color: #000000;">και συνεχίζει ακάθεκτος</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να υποψιάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και κάθιδρως αναφωνεί</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να ξέρει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε</span><br><span style="color: #000000;">το γιατρικό της λήθης</span><br><span style="color: #000000;">κάτω απ&#8217; το προσκεφάλι τους διπλώνοντας</span><br><span style="color: #000000;">τη φωτισμένη τους συνείδηση.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα</span><br><span style="color: #000000;">και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Η πεταλούδα είναι πολύτιμη</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">κι είναι τόσο θλιμμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.</span><br><span style="color: #000000;">Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν έζησα&#8230; Δεν έζησα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις</span><br><span style="color: #000000;">ολόδική σου πεταλούδα.</span><br><span style="color: #000000;">Τι άλλο θέλεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Λιβάδι με τ&#8217; ασφοδίλια ιπτάμενο</span><br><span style="color: #000000;">άπιαστο, ανεξερεύνητο.</span><br><span style="color: #000000;">Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;</span><br><span style="color: #000000;">Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή</span><br><span style="color: #000000;">το σκότος καταργεί;</span><br><span style="color: #000000;">Στον κήπο τώρα της χαράς</span><br><span style="color: #000000;">Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι</span><br><span style="color: #000000;">από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">θα ξεφύγεις.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1989-1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΛΗΨΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γυμνά ολόφωτα κορίτσια</span><br><span style="color: #000000;">φωτηλατούν και μέλπουν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πεταλούδες πορφυρές</span><br><span style="color: #000000;">στολίζουν τα μαλλιά τους·</span><br><span style="color: #000000;">κοιμήθηκαν οι άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">κι η θάλασσα κατάπιε</span><br><span style="color: #000000;">τα ηλεκτροφόρα μυστικά</span><br><span style="color: #000000;">των σφουγγαράδων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">παράνομη ανατολή του ηλίου.</span><br><span style="color: #000000;">Φως παγερό. Φως όμως, φως!</span><br><span style="color: #000000;">Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι φίλοι μου γιορτάζουν</span><br><span style="color: #000000;">την ένδοξη τους Ανάσταση!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καράβι της επιστροφής στο φως.</span><br><span style="color: #000000;">Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία</span><br><span style="color: #000000;">ιαχές τρελής χαράς.</span><br><span style="color: #000000;">Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου</span><br><span style="color: #000000;">κάθε λογής φωτιστικά.</span><br><span style="color: #000000;">Φωταγωγημένο</span><br><span style="color: #000000;">σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις</span><br><span style="color: #000000;">πρόσω ολοταχώς.</span><br><span style="color: #000000;">Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.</span><br><span style="color: #000000;">Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των</span><br><span style="color: #000000;">αγγέλων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΟΧΕΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Στην Κωνσταντία</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΟΙΞΗ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγουν τα πέταλα τους τ&#8217; αγριοκόριτσα</span><br><span style="color: #000000;">σε μυστικούς αμπελώνες</span><br><span style="color: #000000;">και προσεύχονται.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς</span><br><span style="color: #000000;">όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα σφριγηλά στις δόξες τους</span><br><span style="color: #000000;">τσαμπιά των αμπελώνων.</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.</span><br><span style="color: #000000;">Παίρνει φωτιά το αμπέλι</span><br><span style="color: #000000;">τσαμπιά πυρακτωμένα</span><br><span style="color: #000000;">ρώγες ηφαίστεια</span><br><span style="color: #000000;">αθάνατοι λαμπτήρες</span><br><span style="color: #000000;">δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως</span><br><span style="color: #000000;">προάγγελοι της ήττας του θανάτου.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΧΕΙΜΩΝΑΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού</span><br><span style="color: #000000;">που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΝΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια σύννεφα.</span><br><span style="color: #000000;">Απόγευμα σπασμένα παράθυρα</span><br><span style="color: #000000;">καμινάδες</span><br><span style="color: #000000;">άλγος</span><br><span style="color: #000000;">όνειρα παγωμένα νοσταλγία.</span><br><span style="color: #000000;">Ρωτήσατε τον πόντο</span><br><span style="color: #000000;">αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;</span><br><span style="color: #000000;">Ακούσατε τα ρόδα,</span><br><span style="color: #000000;">το παραμιλητό της γριάς;</span><br><span style="color: #000000;">Τα ρολόγια δεν αστειεύονται</span><br><span style="color: #000000;">οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων</span><br><span style="color: #000000;">δε χαρίζονται σε κανέναν.</span><br><span style="color: #000000;">Σύννεφα τύψεις</span><br><span style="color: #000000;">πειρατικά σκαριά</span><br><span style="color: #000000;">τη θάλασσα αναδεύουν</span><br><span style="color: #000000;">αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο Βασιλεύς καθεύδει</span><br><span style="color: #000000;">τα ρόδα υποκλίνονται</span><br><span style="color: #000000;">ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.</span><br><span style="color: #000000;">Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν</span><br><span style="color: #000000;">τον οβολό της προσευχής.</span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας</span><br><span style="color: #000000;">τα όνειρα εξανεμίζονται</span><br><span style="color: #000000;">οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΘΡΟΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγερτήριο των αγγέλων.</span><br><span style="color: #000000;">Αναφορά στον ουρανό.</span><br><span style="color: #000000;">Παραδειγματική τιμωρία</span><br><span style="color: #000000;">των αγουροξυπνημένων.</span><br><span style="color: #000000;">Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΩΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα</span><br><span style="color: #000000;">του έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Οι άγγελοι στα μαύρα.</span><br><span style="color: #000000;">Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία</span><br><span style="color: #000000;">περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.</span><br><span style="color: #000000;">Άπαντες προς επιθεώρησιν!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΗΜΕΡΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.</span><br><span style="color: #000000;">Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι</span><br><span style="color: #000000;">ως μη στιλβώσαντες επαρκώς</span><br><span style="color: #000000;">τα υποδήματά των</span><br><span style="color: #000000;">ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες</span><br><span style="color: #000000;">κατά τα ειωθότα.</span><br><span style="color: #000000;">Στην πυρά! Στην πυρά!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΓΕΥΜΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση</span><br><span style="color: #000000;">είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.</span><br><span style="color: #000000;">Γλυκό του κουταλιού</span><br><span style="color: #000000;">στα παρεκκλήσια των αγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">ύστερ&#8217; από πικρόν ύπνο.</span><br><span style="color: #000000;">Οι μάνες που αναλήφθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">προβαίνουν τώρα γυμνές</span><br><span style="color: #000000;">ολόλευκες νέες.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΣΟΥΡΟΥΠΟ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Θολό νερό</span><br><span style="color: #000000;">κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.</span><br><span style="color: #000000;">Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!</span><br><span style="color: #000000;">Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.</span><br><span style="color: #000000;">Φτερωτά παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">τρέχουνε πίσω απ&#8217; τις ροδιές.</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι</span><br><span style="color: #000000;">και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Έλα!</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Πού πας, γιε μου;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΒΡΑΔΥ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.</span><br><span style="color: #000000;">Ουράνια μουσική</span><br><span style="color: #000000;">Χέρια τυφλά</span><br><span style="color: #000000;">που ψαχουλεύουν τ&#8217; άστρα.</span><br><span style="color: #000000;">Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.</span><br><span style="color: #000000;">Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωταγωγημένοι λόφοι</span><br><span style="color: #000000;">με οστά κατάσπαρτοι</span><br><span style="color: #000000;">πολεμιστών λευκά</span><br><span style="color: #000000;">που, ιδού, παίρνουν ν&#8217; αναψοκοκκινίζουν.</span><br><span style="color: #000000;">Έγερση των στρατιωτών.</span><br><span style="color: #000000;">Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.</span><br><span style="color: #000000;">Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη</span><br><span style="color: #000000;">ψάλλοντας τα επινίκια.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΘΡΟΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές</span><br><span style="color: #000000;">των απολιθωμένων τύψεων</span><br><span style="color: #000000;">λίγο προτού ξημερώσει</span><br><span style="color: #000000;">λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες</span><br><span style="color: #000000;">και σβήσουν οι λαμπάδες</span><br><span style="color: #000000;">μια για πάντα.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1997</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">HIC</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθισες σ&#8217; ένα πάρκο ν&#8217; ανασάνεις</span><br><span style="color: #000000;">άνεργος και χολωμένος.</span><br><span style="color: #000000;">Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;</span><br><span style="color: #000000;">Ήσουν ελεύθερος;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.</span><br><span style="color: #000000;">Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic</span><br><span style="color: #000000;">μετρούσε τις μέρες που έφυγαν</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να του μιλήσουν.</span><br><span style="color: #000000;">«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες</span><br><span style="color: #000000;">των ονειροτόπων», είπε,</span><br><span style="color: #000000;">«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος</span><br><span style="color: #000000;">να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται</span><br><span style="color: #000000;">κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">CARMINA PARVA</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α΄</span><br><span style="color: #000000;">Κατέβηκες στον κήπο ν&#8217; ανασάνεις</span><br><span style="color: #000000;">και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">β΄</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμάσαι πια</span><br><span style="color: #000000;">μες στο κλουβί του παπαγάλου σου</span><br><span style="color: #000000;">εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,</span><br><span style="color: #000000;">τον απαραίτητο αέρα και τροφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γ΄</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω στον κήπο ένα βιολί</span><br><span style="color: #000000;">μια πέτρα</span><br><span style="color: #000000;">σπάζει.</span><br><span style="color: #000000;">Και σου είπα</span><br><span style="color: #000000;">μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δ΄</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί</span><br><span style="color: #000000;">σωματοφύλακες του μέλλοντος;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1991</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">INAMOENUM</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη</span><br><span style="color: #000000;">Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε</span><br><span style="color: #000000;">έξω από τ&#8217; ολάνθιστο περβόλι.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο</span><br><span style="color: #000000;">μην αρνηθείς την αλλότροπη</span><br><span style="color: #000000;">ιθαγένεια των πραγμάτων.</span><br><span style="color: #000000;">Η ωραιότης δε χάνεται.</span><br><span style="color: #000000;">Μένει γυμνή, προκλητική</span><br><span style="color: #000000;">στο βάθος των πραγμάτων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1978-1990</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΘΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό</span><br><span style="color: #000000;">με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.</span><br><span style="color: #000000;">Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.</span><br><span style="color: #000000;">Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αίθουσες αναμονής&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1989</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το φως πενθεί στη λάμπα</span><br><span style="color: #000000;">τα σπίτια αιμορραγούν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής</span><br><span style="color: #000000;">κι αποσύρονται νωρίς.</span><br><span style="color: #000000;">Γράφουν αδέξια τα παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">μες στο τετράδιο τ&#8217; Ουρανού.</span><br><span style="color: #000000;">Αληθινά ζούνε μες στ&#8217; Όνειρο.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1990</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τους νεκρούς σου μη μετράς</span><br><span style="color: #000000;">αφού δε γίνεται</span><br><span style="color: #000000;">δίχως απώλειες να νικήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε να βγεις</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; το καμίνι αράγιστος</span><br><span style="color: #000000;">χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο</span><br><span style="color: #000000;">ψημένος.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την πόρτα ανοίγω διάπλατα</span><br><span style="color: #000000;">και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.</span><br><span style="color: #000000;">τι μ&#8217; έπιασε τώρα να εξετάσω</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αναίτιο πέταγμα των οιωνών;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό</span><br><span style="color: #000000;">γέρακας πελιδνός.</span><br><span style="color: #000000;">Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα</span><br><span style="color: #000000;">τα νύχια του ακονίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου</span><br><span style="color: #000000;">πριν σβήσει,</span><br><span style="color: #000000;">τα χέρια άπλωσες</span><br><span style="color: #000000;">κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; αυτή σού ξέφυγε</span><br><span style="color: #000000;">σβήνοντας τα λαμπάκια της</span><br><span style="color: #000000;">στα νύχια ακροπατώντας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p><span style="color: #000000;">* Σ&#8217; ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης</span><br><span style="color: #000000;">το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η κραυγή του πληγωμένου</span><br><span style="color: #000000;">ηλεκτρικού λαμπτήρα</span><br><span style="color: #000000;">οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.</span><br><span style="color: #000000;">Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">άσε τους επισήμους να λικνίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στο έλεος των ανελέητων προβολέων.</span><br><span style="color: #000000;">Σκάψε βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις ύστατες εκκλήσεις</span><br><span style="color: #000000;">των χρηματιστών.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΚΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το πρώτο ποίημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.</span><br><span style="color: #000000;">Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν</span><br><span style="color: #000000;">από τις φυλλωσιές των καρυδιών.</span><br><span style="color: #000000;">Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">να πουν τα δικά τους</span><br><span style="color: #000000;">πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,</span><br><span style="color: #000000;">όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν</span><br><span style="color: #000000;">στην αποθέωση του Έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Και στα πολύβουα ρυάκια</span><br><span style="color: #000000;">απλώθηκε βαθιά σιωπή</span><br><span style="color: #000000;">και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε</span><br><span style="color: #000000;">με τα μαβιά νούφαρα</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αηδόνια χωσμένα</span><br><span style="color: #000000;">στ&#8217; απόκοσμα του ποταμιού</span><br><span style="color: #000000;">στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου</span><br><span style="color: #000000;">χώθηκε γαλήνη ανήσυχη</span><br><span style="color: #000000;">και με το μυστήριο αντιπάλεψε.</span><br><span style="color: #000000;">Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του</span><br><span style="color: #000000;">τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1976</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.</span><br><span style="color: #000000;">Οι αστυνομικοί συνέλαβαν</span><br><span style="color: #000000;">τους φανατικούς νοσταλγούς</span><br><span style="color: #000000;">των πανηγυρικών λόγων.</span><br><span style="color: #000000;">Άψογες αναμάρτητες</span><br><span style="color: #000000;">πλαστικές ροδιές</span><br><span style="color: #000000;">πουλιά τηλεκατευθυνόμενα</span><br><span style="color: #000000;">άβουλα γελαστά</span><br><span style="color: #000000;">ηλεκτρικά κορίτσια.</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι το φως το αμαρτωλό;</span><br><span style="color: #000000;">Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις</span><br><span style="color: #000000;">η ήττα της τελειότητας</span><br><span style="color: #000000;">ο θάλαμος της αποστάξεως</span><br><span style="color: #000000;">των απαγορευμένων αισθημάτων;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού είναι τ&#8217; αγριοκόριτσα</span><br><span style="color: #000000;">να δέσουν τους φρουρούς</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άψογες αναμάρτητες ημέρες</span><br><span style="color: #000000;">επιθυμίες πλαστικές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι οι πειρατές</span><br><span style="color: #000000;">οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες</span><br><span style="color: #000000;">τα σκαριά</span><br><span style="color: #000000;">οι προγραφές</span><br><span style="color: #000000;">οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα</span><br><span style="color: #000000;">οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φρουροί των υποθηκών</span><br><span style="color: #000000;">φύλακες των δεσμεύσεων</span><br><span style="color: #000000;">σε θερμοκήπια</span><br><span style="color: #000000;">υψίστης αποδόσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράγουμε κάθε λογής</span><br><span style="color: #000000;">πρωτοφανέρωτα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">ιδέες καλλωπιστικές</span><br><span style="color: #000000;">ρήματα χάρμα</span><br><span style="color: #000000;">κι εκατομμύρια επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια</span><br><span style="color: #000000;">στα κρανία</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων νεκρών μας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με λέξεις</span><br><span style="color: #000000;">χτίζουμε το παρελθόν</span><br><span style="color: #000000;">επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">συνθήματα,</span><br><span style="color: #000000;">βεγγαλικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο τέλος του πανηγυριού</span><br><span style="color: #000000;">οι λέξεις δραπετεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις επιστρέφουν</span><br><span style="color: #000000;">στα λεξικά</span><br><span style="color: #000000;">τραυματισμένες.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις συνελήφθησαν</span><br><span style="color: #000000;">γιατί διανοήθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">να μη συνεργήσουν</span><br><span style="color: #000000;">κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα</span><br><span style="color: #000000;">στα κρύα του λουτρού</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο έξαλλο πλήθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις βουλιάζουν</span><br><span style="color: #000000;">σε υγρούς τάφους.</span><br><span style="color: #000000;">Μας αποχαιρετούν</span><br><span style="color: #000000;">προτού καταχωρηθούν</span><br><span style="color: #000000;">αμετάκλητα</span><br><span style="color: #000000;">στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς νυσταγμένοι</span><br><span style="color: #000000;">δεν τολμούμε</span><br><span style="color: #000000;">να τις προφέρουμε</span><br><span style="color: #000000;">έστω και για τελευταία φορά.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως το σημείο εκείνο</span><br><span style="color: #000000;">είναι χωμένο</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τόνους χώματος</span><br><span style="color: #000000;">στρώματα λάσπης μύθων</span><br><span style="color: #000000;">λόγων υπεκφυγών</span><br><span style="color: #000000;">σιωπής ενοχής</span><br><span style="color: #000000;">τύψεων</span><br><span style="color: #000000;">αυτοάμυνας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες</span><br><span style="color: #000000;">των πεφωτισμένων</span><br><span style="color: #000000;">σκάψε βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">μόνο με τη δική σου αξίνα</span><br><span style="color: #000000;">φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη</span><br><span style="color: #000000;">φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει</span><br><span style="color: #000000;">σα μυρίζεται</span><br><span style="color: #000000;">τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ (1988)</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">1</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυδώνια στυφά μας φίλεψε</span><br><span style="color: #000000;">η αρχοντοθυγατέρα.</span><br><span style="color: #000000;">Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί</span><br><span style="color: #000000;">βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου</span><br><span style="color: #000000;">κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; αυτούς τους άγουρους καρπούς</span><br><span style="color: #000000;">γελάσαμε τη δίψα μας</span><br><span style="color: #000000;">γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">2</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής</span><br><span style="color: #000000;">τη Μοναξιά και τ&#8217; Όνειρο αποπέμπω</span><br><span style="color: #000000;">την Ποίηση απαρνούμαι</span><br><span style="color: #000000;">κάθε κακή συνήθεια.</span><br><span style="color: #000000;">Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος</span><br><span style="color: #000000;">Σωφρονίζομαι</span><br><span style="color: #000000;">ανανήφω.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">3</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει</span><br><span style="color: #000000;">το απόσταγμα της έμπνευσης,</span><br><span style="color: #000000;">αιρετικέ της αγοράς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιοι σ&#8217; επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις</span><br><span style="color: #000000;">την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις</span><br><span style="color: #000000;">και να τη βαλσαμώνεις σ&#8217; ελεγείες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ&#8217; ένα σπάγγο.</span><br><span style="color: #000000;">Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο</span><br><span style="color: #000000;">δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">4</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από του χαρακώματος μιαν άκρη</span><br><span style="color: #000000;">ένας αναστεναγμός.</span><br><span style="color: #000000;">Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου</span><br><span style="color: #000000;">κορφολόγαες.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;</span><br><span style="color: #000000;">Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα</span><br><span style="color: #000000;">Η θάλασσα σ απέλπιζε</span><br><span style="color: #000000;">το σπαθί σου σκουριάζει. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">5</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός</span><br><span style="color: #000000;">να σε περιγελά που περιφέρεσαι</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">6</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι</span><br><span style="color: #000000;">ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου</span><br><span style="color: #000000;">επιχρύσωναν την υπομονή.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">7</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα</span><br><span style="color: #000000;">μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία</span><br><span style="color: #000000;">οι πορφυρογέννητοι! </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">8</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί</span><br><span style="color: #000000;">και θ&#8217; αναληφθείς</span><br><span style="color: #000000;">πιο ρόδινος κι από ρόδο</span><br><span style="color: #000000;">σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.</span><br><span style="color: #000000;">Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος</span><br><span style="color: #000000;">θ&#8217; αναδύεται μέσα από το κάλλος</span><br><span style="color: #000000;">των οφθαλμών σου</span><br><span style="color: #000000;">και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού</span><br><span style="color: #000000;">βαθιά μέσα στο μέλλον.</span><br><span style="color: #000000;">Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές</span><br><span style="color: #000000;">και συ, γινωμένος καρπός,</span><br><span style="color: #000000;">θ&#8217; αποτίθεσαι</span><br><span style="color: #000000;">στις αγκάλες της πλάσης.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">9</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες</span><br><span style="color: #000000;">σπιτιών που &#8216;χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.</span><br><span style="color: #000000;">Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα</span><br><span style="color: #000000;">σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων</span><br><span style="color: #000000;">αχανείς εκτάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σβήνουν</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να τέρψουν ένα αυτί</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα</span><br><span style="color: #000000;">και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια</span><br><span style="color: #000000;">κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">10</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη γαλήνη τόσο επόθησα</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν τη βρήκα.</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι</span><br><span style="color: #000000;">σκίζει την καρδιά μου για να μπει</span><br><span style="color: #000000;">ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως</span><br><span style="color: #000000;">τα νέα φτερά μου;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">11</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρή μου πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.</span><br><span style="color: #000000;">Να* απλώς απορώ</span><br><span style="color: #000000;">πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,</span><br><span style="color: #000000;">η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">12</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγω ένα παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">να μπει το φως μες στην καρδιά μου.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα</span><br><span style="color: #000000;">και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.</span><br><span style="color: #000000;">Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει</span><br><span style="color: #000000;">πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">τώρα το φως για πάντα χάθηκε</span><br><span style="color: #000000;">και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">13</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά</span><br><span style="color: #000000;">θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*</span><br><span style="color: #000000;">όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού</span><br><span style="color: #000000;">με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.</span><br><span style="color: #000000;">Ο πόνος μου άνοιξε πληγές</span><br><span style="color: #000000;">που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν</span><br><span style="color: #000000;">άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν</span><br><span style="color: #000000;">άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ&#8217; αφήσουν.</span><br><span style="color: #000000;">Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά</span><br><span style="color: #000000;">θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά</span><br><span style="color: #000000;">μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">14</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν η φωτιά ήταν κοντά</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες</span><br><span style="color: #000000;">τα δένδρα εγκατελείφθησαν</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.</span><br><span style="color: #000000;">Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί</span><br><span style="color: #000000;">από τον φόβο επικειμένης συντελείας.</span><br><span style="color: #000000;">Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει</span><br><span style="color: #000000;">πίσω από λαγωνικά και λύκους</span><br><span style="color: #000000;">που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν</span><br><span style="color: #000000;">και να μολύνουν το χορτάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.</span><br><span style="color: #000000;">Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ&#8217; το χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε</span><br><span style="color: #000000;">και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν</span><br><span style="color: #000000;">μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας</span><br><span style="color: #000000;">στην αντίπερα όχθη</span><br><span style="color: #000000;">μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ&#8217; το θολό νερό. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">15</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Νέοι του Περιθωρίου</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια</span><br><span style="color: #000000;">αποπαίδια της Καταστροφής.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.</span><br><span style="color: #000000;">Καρδαμωμένοι πρεσβύτες</span><br><span style="color: #000000;">κομίζουν τα δοχεία νυχτός</span><br><span style="color: #000000;">καθώς μας βλέπουν</span><br><span style="color: #000000;">να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε</span><br><span style="color: #000000;">εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,</span><br><span style="color: #000000;">να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε</span><br><span style="color: #000000;">τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">16</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λέμε πως δεν ενδώσαμε</span><br><span style="color: #000000;">και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;</span><br><span style="color: #000000;">Αφηνόμαστε.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος ξέρει</span><br><span style="color: #000000;">κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">17</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι</span><br><span style="color: #000000;">και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">18</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Νέοι του Περιθωρίου 2</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση</span><br><span style="color: #000000;">μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πατριδοκάπηλοι</span><br><span style="color: #000000;">τι να κάνουμε,</span><br><span style="color: #000000;">γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.</span><br><span style="color: #000000;">Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού</span><br><span style="color: #000000;">μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.</span><br><span style="color: #000000;">Σκάβουμε τις πληγές μας</span><br><span style="color: #000000;">να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων</span><br><span style="color: #000000;">που μας παιδεύουν ανελέητα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,</span><br><span style="color: #000000;">με σωθικά σαρακοφαγωμένα,</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">19</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,</span><br><span style="color: #000000;">πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν</span><br><span style="color: #000000;">μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*</span><br><span style="color: #000000;">στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια</span><br><span style="color: #000000;">ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν</span><br><span style="color: #000000;">παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις</span><br><span style="color: #000000;">όμως η πτώση είναι μοιραία.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">20</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γκρεμίσουμε την σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">να εξαφανίσουμε την σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας</span><br><span style="color: #000000;">δίχως εξαίσιες πτώσεις.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">21</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο</span><br><span style="color: #000000;">σκοτεινό και υγρό</span><br><span style="color: #000000;">για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι</span><br><span style="color: #000000;">(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς</span><br><span style="color: #000000;">σ’ εκείνο το νησί τ&#8217; ονειρεμένο). </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">22</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλήθεια Κύριε,</span><br><span style="color: #000000;">Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">στις αγορές των ζωντανών</span><br><span style="color: #000000;">που ζουν και πλάθουν όνειρα</span><br><span style="color: #000000;">μακριά απ&#8217; τα κοιμητήρια</span><br><span style="color: #000000;">κι όταν πεθάνουν, εύκολα</span><br><span style="color: #000000;">σαπίζουν και ξεχνούνε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">23</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε λίγο θα νυχτώσει</span><br><span style="color: #000000;">κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.</span><br><span style="color: #000000;">Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Για ένα τρύπιο λάχανο</span><br><span style="color: #000000;">δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες</span><br><span style="color: #000000;">δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">24</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζωή μου ανεπαίσθητη,</span><br><span style="color: #000000;">που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">25</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ετοιμοθάνατος Ποιητής</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες</span><br><span style="color: #000000;">όπως αφανίζουν οι διχτάτορες</span><br><span style="color: #000000;">τους πολιτικούς των αντιπάλους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">26</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακρωτηριασμένα αγάλματα»</span><br><span style="color: #000000;">Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου</span><br><span style="color: #000000;">την ψυχή σου ν9 αλέθει</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί</span><br><span style="color: #000000;">των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.</span><br><span style="color: #000000;">Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα</span><br><span style="color: #000000;">πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">27</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αστυάναξ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν</span><br><span style="color: #000000;">αυτά άφησαν σπόρους στη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει</span><br><span style="color: #000000;">αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.</span><br><span style="color: #000000;">Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο</span><br><span style="color: #000000;">και την ξεκληρισμένη του γενιά</span><br><span style="color: #000000;">θα κλάψω την Εκάβη</span><br><span style="color: #000000;">και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,</span><br><span style="color: #000000;">που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.</span><br><span style="color: #000000;">Το &#8216;χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας</span><br><span style="color: #000000;">ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής</span><br><span style="color: #000000;">πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του</span><br><span style="color: #000000;">το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του</span><br><span style="color: #000000;">το αίμα του λαού του</span><br><span style="color: #000000;">και θα &#8216;θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">28</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αινείας</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε είχα ένα σπιτικό*</span><br><span style="color: #000000;">το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία*</span><br><span style="color: #000000;">περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι</span><br><span style="color: #000000;">καπνίζω ασταμάτητα</span><br><span style="color: #000000;">γυρεύω ένα σημείο.</span><br><span style="color: #000000;">Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο</span><br><span style="color: #000000;">μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μην σπάσει; </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">29</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν</span><br><span style="color: #000000;">να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.</span><br><span style="color: #000000;">Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,</span><br><span style="color: #000000;">αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους</span><br><span style="color: #000000;">στα ρηχά του βάλτου.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">30</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας πήραν για χταπόδια</span><br><span style="color: #000000;">και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;</span><br><span style="color: #000000;">Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν</span><br><span style="color: #000000;">μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου</span><br><span style="color: #000000;">μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι</span><br><span style="color: #000000;">και τα πιστά κομματικά σκυλιά.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">31 </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας χτυπούν στα βράχια</span><br><span style="color: #000000;">ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*</span><br><span style="color: #000000;">δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο φόβος του θανάτου τι είναι</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο φόβο</span><br><span style="color: #000000;">ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">32</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.</span><br><span style="color: #000000;">Χωνόμαστε στη λάσπη</span><br><span style="color: #000000;">στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.</span><br><span style="color: #000000;">Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.</span><br><span style="color: #000000;">Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">33</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα</span><br><span style="color: #000000;">δίχως χρόνο νεκρό</span><br><span style="color: #000000;">μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.</span><br><span style="color: #000000;">Παλινδρομείς</span><br><span style="color: #000000;">Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου</span><br><span style="color: #000000;">πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;</span><br><span style="color: #000000;">Τα σκουριασμένα σπαθιά</span><br><span style="color: #000000;">οι στυφοί καρποί στα πανέρια</span><br><span style="color: #000000;">η αναμονή που πάει να γίνει</span><br><span style="color: #000000;">παραδοχή της ήττας</span><br><span style="color: #000000;">α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι</span><br><span style="color: #000000;">κι αν δε βραχούν τα πόδια σου</span><br><span style="color: #000000;">πάει, σ’ έκλεισαν έξω.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">34</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τα κουνούπια</span><br><span style="color: #000000;">παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">35</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας εξηγούν κυνικά</span><br><span style="color: #000000;">έτσι απροκάλυπτα</span><br><span style="color: #000000;">πως θα βουλιάξουμε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">36</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγωνιζόμαστε λέμε</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής</span><br><span style="color: #000000;">τσακιζόμαστε να προσπέσουμε. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">37</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέφτουν ηρωικά</span><br><span style="color: #000000;">στα τέσσερα</span><br><span style="color: #000000;">σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">38</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">39</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια</span><br><span style="color: #000000;">καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο</span><br><span style="color: #000000;">σαν τον Κυρίνο.</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,</span><br><span style="color: #000000;">και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα</span><br><span style="color: #000000;">και προπαγανδιστική δραστηριότητα*</span><br><span style="color: #000000;">σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο</span><br><span style="color: #000000;">και τους πατούμε στο λαιμό</span><br><span style="color: #000000;">αν είναι, τοιουτοτρόπως,</span><br><span style="color: #000000;">να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία». </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">40</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;σαι λοιπόν τώρα</span><br><span style="color: #000000;">εδώ σ&#8217; αυτή την κόχη</span><br><span style="color: #000000;">όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.</span><br><span style="color: #000000;">Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται</span><br><span style="color: #000000;">και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται</span><br><span style="color: #000000;">τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς</span><br><span style="color: #000000;">έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη</span><br><span style="color: #000000;">προς την οδό της Βασιλείας</span><br><span style="color: #000000;">Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι</span><br><span style="color: #000000;">ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">41</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό</span><br><span style="color: #000000;">μακριά από το δάσος.</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς πυξίδα και χάρτη</span><br><span style="color: #000000;">κινήσαμε να βρούμε την έξοδο</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αυτό τον απέραντο στρατώνα.</span><br><span style="color: #000000;">Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν</span><br><span style="color: #000000;">και θα βρεθούμε αντιμέτωποι</span><br><span style="color: #000000;">με τις ορδές των βαρβάρων.</span><br><span style="color: #000000;">Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.</span><br><span style="color: #000000;">Τα νυχτοπούλια κλαίνε</span><br><span style="color: #000000;">ψυχές Καταραμένες</span><br><span style="color: #000000;">καθώς τ&#8217; Όρνεο απλώνει τα φτερά του</span><br><span style="color: #000000;">πάνω από τον κόσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε</span><br><span style="color: #000000;">άφωνοι και απαθείς</span><br><span style="color: #000000;">ο ωκεανός παρέρχεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα</span><br><span style="color: #000000;">μπρος στον αδέκαστο κριτή</span><br><span style="color: #000000;">που τρώει τα σωθικά του</span><br><span style="color: #000000;">όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.</span><br><span style="color: #000000;">Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">κλείστηκε στον εαυτό-του</span><br><span style="color: #000000;">αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου</span><br><span style="color: #000000;">στα κάγκελα μιας γλάστρας.</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που τα άλλα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">έπιναν αχόρταγα το φως</span><br><span style="color: #000000;">και γίνονταν διάφανα</span><br><span style="color: #000000;">κι άνθιζαν και γελούσαν,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,</span><br><span style="color: #000000;">σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,</span><br><span style="color: #000000;">το φαρμάκι.</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που τ&#8217; άλλα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">τα ‘δερνε ο βοριάς</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς καμιά ρυτίδα ν&#8217; αυλακώνει την ψυχή-τους,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό σιγά &#8211; σιγά γλιστρούσε</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στα δίκτυα του θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">κι είτανε τόσο πικραμένο</span><br><span style="color: #000000;">που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,</span><br><span style="color: #000000;">έγιναν μελάνι.</span><br><span style="color: #000000;">Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του</span><br><span style="color: #000000;">μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα</span><br><span style="color: #000000;">που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις</span><br><span style="color: #000000;">μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό</span><br><span style="color: #000000;">και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο</span><br><span style="color: #000000;">εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του</span><br><span style="color: #000000;">που αρνήθηκε τον ήλιο!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><em><span style="color: #000000;">«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»</span></em><br><em><span style="color: #000000;">Ιωβ, ιη&#8217; 12</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ&#8217; όλους-μας</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε</span><br><span style="color: #000000;">«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει</span><br><span style="color: #000000;">πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά</span><br><span style="color: #000000;">ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».</span><br><span style="color: #000000;">0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος</span><br><span style="color: #000000;">σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">είταν σα μηχανή</span><br><span style="color: #000000;">που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι</span><br><span style="color: #000000;">ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο</span><br><span style="color: #000000;">γιατί άλλαξαν τ&#8217; αφεντικά</span><br><span style="color: #000000;">(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν</span><br><span style="color: #000000;">αφέντη-του).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων</span><br><span style="color: #000000;">ένα κομμάτι ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του</span><br><span style="color: #000000;">δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι</span><br><span style="color: #000000;">κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.</span><br><span style="color: #000000;">Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά</span><br><span style="color: #000000;">πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του; </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,</span><br><span style="color: #000000;">ακόμα να βρει τα νερά-του</span><br><span style="color: #000000;">ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα</span><br><span style="color: #000000;">και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.</span><br><span style="color: #000000;">Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια</span><br><span style="color: #000000;">κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.</span><br><span style="color: #000000;">Τι ευφροσύνη Θεέ-μου</span><br><span style="color: #000000;">τι έξαλλη χαρά!</span><br><span style="color: #000000;">Εις μάτην όμως η αναστάτωση</span><br><span style="color: #000000;">σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα</span><br><span style="color: #000000;">σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του</span><br><span style="color: #000000;">—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα</span><br><span style="color: #000000;">Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του</span><br><span style="color: #000000;">και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων</span><br><span style="color: #000000;">αν μη τι άλλο,</span><br><span style="color: #000000;">η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα</span><br><span style="color: #000000;">ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,</span><br><span style="color: #000000;">τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον</span><br><span style="color: #000000;">κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός</span><br><span style="color: #000000;">μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν</span><br><span style="color: #000000;">ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο</span><br><span style="color: #000000;">μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του</span><br><span style="color: #000000;">είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς</span><br><span style="color: #000000;">και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί</span><br><span style="color: #000000;">και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε</span><br><span style="color: #000000;">από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια</span><br><span style="color: #000000;">στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα</span><br><span style="color: #000000;">πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.</span><br><span style="color: #000000;">Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από</span><br><span style="color: #000000;">καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας</span><br><span style="color: #000000;">τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν</span><br><span style="color: #000000;">επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως</span><br><span style="color: #000000;">δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε</span><br><span style="color: #000000;">πουλί! </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.</span><br><span style="color: #000000;">Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά</span><br><span style="color: #000000;">από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:</span><br><span style="color: #000000;">Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως</span><br><span style="color: #000000;">Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας</span><br><span style="color: #000000;">Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία</span><br><span style="color: #000000;">Να μην σκέπτεται&#8221; να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε</span><br><span style="color: #000000;">αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.</span><br><span style="color: #000000;">Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να</span><br><span style="color: #000000;">προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.</span><br><span style="color: #000000;">Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.</span><br><span style="color: #000000;">Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων</span><br><span style="color: #000000;">από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του</span><br><span style="color: #000000;">ο Τζων το πιόνι της πτώσεως</span><br><span style="color: #000000;">ο υιός της απωλείας! </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:</span><br><span style="color: #000000;">δεν ομιλεί ποτέ</span><br><span style="color: #000000;">δεν επιζεί παρά μόνο</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος</span><br><span style="color: #000000;">και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.</span><br><span style="color: #000000;">Είναι νευρωτικό</span><br><span style="color: #000000;">κρύβεται τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">κλαίει κρυφά</span><br><span style="color: #000000;">φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,</span><br><span style="color: #000000;">το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να&#8217; σαι ο τελευταίος στην κλίμακα</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς</span><br><span style="color: #000000;">να μη φιλάς πόδια</span><br><span style="color: #000000;">να μην κλαίγεσαι</span><br><span style="color: #000000;">φτωχός αλλά υπερήφανος</span><br><span style="color: #000000;">(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)</span><br><span style="color: #000000;">να λες πάντοτε την αλήθεια</span><br><span style="color: #000000;">να κεντρίζεις</span><br><span style="color: #000000;">και να* χεις να παλέψεις με πολλούς</span><br><span style="color: #000000;">που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό σημαίνει να&#8217; σαι ποιητής.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή</span><br><span style="color: #000000;">τι γυρεύεις</span><br><span style="color: #000000;">σημαδεμένος</span><br><span style="color: #000000;">παράλυτος εδώ και δυό χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα</span><br><span style="color: #000000;">να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάει πια</span><br><span style="color: #000000;">έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά</span><br><span style="color: #000000;">σε γκρεμίζει.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι</span><br><span style="color: #000000;">δε θα τραγουδά τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο</span><br><span style="color: #000000;">μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη</span><br><span style="color: #000000;">και θα παραμονεύει</span><br><span style="color: #000000;">πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα</span><br><span style="color: #000000;">να τον ξεσκίσει</span><br><span style="color: #000000;">να τον κάνει κομματάκια</span><br><span style="color: #000000;">για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήγαινε δυστυχισμένε</span><br><span style="color: #000000;">να φέρεις την κόρη-σου πίσω</span><br><span style="color: #000000;">— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ&#8217; το Χάρο —</span><br><span style="color: #000000;">πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται</span><br><span style="color: #000000;">Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει</span><br><span style="color: #000000;">εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του</span><br><span style="color: #000000;">κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Κόρη-μου,</span><br><span style="color: #000000;">σπλάχνο-μου αναρχικό</span><br><span style="color: #000000;">πληθωρικό</span><br><span style="color: #000000;">ατιμασμένο</span><br><span style="color: #000000;">ως πότε θα βρυχιέσαι</span><br><span style="color: #000000;">ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,</span><br><span style="color: #000000;">Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σήκω λοιπόν</span><br><span style="color: #000000;">τι κάθεσαι;</span><br><span style="color: #000000;">Παρ&#8217; το σπαθί-σου</span><br><span style="color: #000000;">κόψε τα σάπια μέλη</span><br><span style="color: #000000;">του κυρού-σου πρώτα, εμέ</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα βγες στους δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">κόψε και φύτεψε</span><br><span style="color: #000000;">χειραφετήσου</span><br><span style="color: #000000;">οδήγα-με.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική</span><br><span style="color: #000000;">αλλά και φρόνιμη,</span><br><span style="color: #000000;">πήρε απ&#8217; το χέρι τον τυφλό πατέρα-της</span><br><span style="color: #000000;">και τον οδήγησε στον Κολωνό</span><br><span style="color: #000000;">όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές</span><br><span style="color: #000000;">εγνώρισε τον εαυτό-του</span><br><span style="color: #000000;">κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του</span><br><span style="color: #000000;">εκστατικά τραγουδώντας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα και τυφλός κόρη-μου</span><br><span style="color: #000000;">δεν τα βάζω κάτω.</span><br><span style="color: #000000;">Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ</span><br><span style="color: #000000;">θα νικήσω το θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">θα επιζήσω</span><br><span style="color: #000000;">για να πράξω, να πάθω και να μάθω</span><br><span style="color: #000000;">και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας</span><br><span style="color: #000000;">θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα</span><br><span style="color: #000000;">σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα</span><br><span style="color: #000000;">ρηγοπούλα χιλιόπλουμη</span><br><span style="color: #000000;">χώνεται μες στα μουστάκια-σου</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου</span><br><span style="color: #000000;">και πηδάς να την φτάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά</span><br><span style="color: #000000;">εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ&#8217; ουρανού</span><br><span style="color: #000000;">ανεβαίνει</span><br><span style="color: #000000;">τραγουδώντας</span><br><span style="color: #000000;">χορεύοντας</span><br><span style="color: #000000;">ξεχνώντας</span><br><span style="color: #000000;">την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα</span><br><span style="color: #000000;">σα χορδές άρπας</span><br><span style="color: #000000;">για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά &#8211; λιγνά-της δάχτυλα</span><br><span style="color: #000000;">πένθιμους σκοπούς</span><br><span style="color: #000000;">και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα</span><br><span style="color: #000000;">και κυνηγάς την πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">πάνω στα γένια του Παντοκράτορα</span><br><span style="color: #000000;">του Κραταιού</span><br><span style="color: #000000;">και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.</span><br><span style="color: #000000;">Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια</span><br><span style="color: #000000;">και φουσκωμένα τα πανιά</span><br><span style="color: #000000;">μετέωρος</span><br><span style="color: #000000;">ατσίγγανος</span><br><span style="color: #000000;">Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος</span><br><span style="color: #000000;">σαν γάτα». </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">CARMINA PARVA</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ποντίκι ροκανίζει</span><br><span style="color: #000000;">μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως ειν&#8217; ο Θεός;</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν είναι αυτός</span><br><span style="color: #000000;">προς τι η υπονόμευση;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου&#8217; ρθες έτσι αγνώριστη</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου&#8217; ρθες έτσι αστόλιστη</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου’ ρθες λαβωμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προς ποίησιν</span><br><span style="color: #000000;">Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου</span><br><span style="color: #000000;">πόσο αίμα να σου δώσω;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περσεφόνη και Χάροντας</span><br><span style="color: #000000;">—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες</span><br><span style="color: #000000;">παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν</span><br><span style="color: #000000;">—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες</span><br><span style="color: #000000;">να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.</span><br><span style="color: #000000;">Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων</span><br><span style="color: #000000;">και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">VI</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερωτικό</span><br><span style="color: #000000;">Αν ανοίξεις την καρδιά-μου</span><br><span style="color: #000000;">θα βρεις τα μάτια-σου*</span><br><span style="color: #000000;">αν ανοίξεις τα χέρια-μου</span><br><span style="color: #000000;">θα βρεις τα καρφιά-σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">VII</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επτάστιχο</span><br><span style="color: #000000;">Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου</span><br><span style="color: #000000;">οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου</span><br><span style="color: #000000;">το κορμί-μου γέμισε πληγές</span><br><span style="color: #000000;">οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.</span><br><span style="color: #000000;">Ζητώ αίμα για να ζήσω</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτοί ζητάνε προσφορές</span><br><span style="color: #000000;">να βάφουνε τους δρόμους. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο Π ο ι η τ ή ς :</span><br><span style="color: #000000;">Οιδίποδα</span><br><span style="color: #000000;">δίποδε, τρίποδε, τετράποδε</span><br><span style="color: #000000;">έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως αίνιγμα είταν</span><br><span style="color: #000000;">κι η λύση του αινίγματος</span><br><span style="color: #000000;">πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεκίνησες για να το λύσεις</span><br><span style="color: #000000;">μα απέτυχες οικτρά</span><br><span style="color: #000000;">και γκρεμίστηκες κι εσύ.</span><br><span style="color: #000000;">0 Ο ι δ ί π ο υ ς :</span><br><span style="color: #000000;">Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως εκείνοι θρύψαλα &#8211; βολίδες στο κορμί-σας</span><br><span style="color: #000000;">πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν</span><br><span style="color: #000000;">και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά</span><br><span style="color: #000000;">και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά</span><br><span style="color: #000000;">giα να τα κατοικήσετε. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων</span><br><span style="color: #000000;">πλην ημών, κόντε-μου;</span><br><span style="color: #000000;">Να&#8217; ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας</span><br><span style="color: #000000;">και να χάνεται</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς να χάσκουμε</span><br><span style="color: #000000;">να λιγοθυμούμε</span><br><span style="color: #000000;">να νίπτουμε τας χείρας-μας</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων</span><br><span style="color: #000000;">Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;</span><br><span style="color: #000000;">Κι ύστερα ν&#8217; ανεβαίνουμε μια σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">που την έχτισαν άλλοι</span><br><span style="color: #000000;">να βγάζουμε λόγους</span><br><span style="color: #000000;">να φωνασκούμε</span><br><span style="color: #000000;">και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο</span><br><span style="color: #000000;">αλύτρωτοι και μισότρελοι</span><br><span style="color: #000000;">και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο</span><br><span style="color: #000000;">κι ότι γενεί</span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων</span><br><span style="color: #000000;">πλην ημών, κόντε-μου;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πίδακες αιμάτων μέσα-μου</span><br><span style="color: #000000;">Εστίες συγκρούσεων</span><br><span style="color: #000000;">Ανακοινωθέντα</span><br><span style="color: #000000;">παρασημοφορήσεις</span><br><span style="color: #000000;">— και να μην μπορείς να μιλήσεις —</span><br><span style="color: #000000;">Πίδακες αιμάτων</span><br><span style="color: #000000;">σπασμένες αρτηρίες</span><br><span style="color: #000000;">ενδοσωματική ερήμωση.</span><br><span style="color: #000000;">Πέφτω</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΩΒ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><em><span style="color: #000000;">«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου</span></em><br><em><span style="color: #000000;">η μερίς»</span></em><br><em><span style="color: #000000;">ΙΩΒ, λ&#8217; 19</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλώς ορίσατε και σήμερα</span><br><span style="color: #000000;">να φάτε από τη σάρκα-μου</span><br><span style="color: #000000;">αγαθά-μου σκουλήκια.</span><br><span style="color: #000000;">Μη φοβάστε&#8221; δε σας διώχνω.</span><br><span style="color: #000000;">Είστε τόσο λευκά</span><br><span style="color: #000000;">σαν την καλοσύνη του Κυρίου</span><br><span style="color: #000000;">που μ&#8217; έριξε από τ’ αρχοντικό-μου</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αυτή την κοπριά</span><br><span style="color: #000000;">που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου</span><br><span style="color: #000000;">που με ξεκλήρισε.</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς</span><br><span style="color: #000000;">που δε με σήκωνε το χώμα</span><br><span style="color: #000000;">τώρα κάθε πρωί</span><br><span style="color: #000000;">και λέω θ&#8217; αναληφθώ.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">σταυρωτά κυκλικά πλεκτά</span><br><span style="color: #000000;">κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.</span><br><span style="color: #000000;">Κλαίω</span><br><span style="color: #000000;">προσεύχομαι</span><br><span style="color: #000000;">καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα</span><br><span style="color: #000000;">κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω</span><br><span style="color: #000000;">προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει</span><br><span style="color: #000000;">δεν βρίσκω τίποτα.</span><br><span style="color: #000000;">Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου</span><br><span style="color: #000000;">που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Το χώμα κι η στάχτη ειν&#8217; η πατρίδα μου. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος</span><br><span style="color: #000000;">με υψηλά, με άπιαστα όνειρα</span><br><span style="color: #000000;">κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν</span><br><span style="color: #000000;">τι νόημα έχει γι&#8217; αυτόν η ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,</span><br><span style="color: #000000;">μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού</span><br><span style="color: #000000;">η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;</span><br><span style="color: #000000;">Και κάθονταν κι αναρωτιόταν</span><br><span style="color: #000000;">κι είχε στο νου-του ο δυστυχής</span><br><span style="color: #000000;">τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου</span><br><span style="color: #000000;">που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους</span><br><span style="color: #000000;">για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,</span><br><span style="color: #000000;">αυτοί αρνήθηκαν:</span><br><span style="color: #000000;">-Δεν είστε καλά, τους είπαν.</span><br><span style="color: #000000;">Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί</span><br><span style="color: #000000;">κι ειν&#8217; η ζωή-του μαύρη.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε</span><br><span style="color: #000000;">τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα&#8217; βρει; </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μελέτη θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε</span><br><span style="color: #000000;">με πόθο τρομερό θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —</span><br><span style="color: #000000;">Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα</span><br><span style="color: #000000;">με κομποσκοίνι τον τυλίγουν</span><br><span style="color: #000000;">και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:</span><br><span style="color: #000000;">«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο το βάρος των κριμάτων-σου,</span><br><span style="color: #000000;">κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει</span><br><span style="color: #000000;">με φως ν&#8217; αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».</span><br><span style="color: #000000;">Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται</span><br><span style="color: #000000;">Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν ξυπνήσει</span><br><span style="color: #000000;">θα τον πάρει από το χέρι</span><br><span style="color: #000000;">μαζί ν’ ανηφορίσουν</span><br><span style="color: #000000;">για την πολίχνη των ονείρων-τους.</span></p>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Χριστούγεννα 1981. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><em><span style="color: #000000;">«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ&#8217; αγκάθι»</span></em><br><span style="color: #000000;">ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή</span><br><span style="color: #000000;">μπρος στον καθρέπτη.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν η πόρτα κτύπησε</span><br><span style="color: #000000;">στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν άνοιξε</span><br><span style="color: #000000;">Πέρα &#8211; χιλιάδας μίλια μακριά &#8211;</span><br><span style="color: #000000;">ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της</span><br><span style="color: #000000;">κι εκείνη περίβλεπτη &#8211; αειπάρθενος ετρόμαζε</span><br><span style="color: #000000;">μήπως ανοίξει η πόρτα.</span><br><span style="color: #000000;">Ένα &#8211; ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της</span><br><span style="color: #000000;">και ρίγος ηδονής την ταράζει</span><br><span style="color: #000000;">— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —</span><br><span style="color: #000000;">Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί</span><br><span style="color: #000000;">σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.</span><br><span style="color: #000000;">Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε</span><br><span style="color: #000000;">του κορμιού-της το μυστικό βάθος</span><br><span style="color: #000000;">ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές</span><br><span style="color: #000000;">και εισέρχεται ο ιχθύς</span><br><span style="color: #000000;">γαλάζιος πιότερο από μένα.</span><br><span style="color: #000000;">Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι</span><br><span style="color: #000000;">σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους</span><br><span style="color: #000000;">οπότε η κόρη αποσυντίθεται</span><br><span style="color: #000000;">σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες</span><br><span style="color: #000000;">και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να &#8216;ν αργά.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη</span><br><span style="color: #000000;">την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:</span><br><span style="color: #000000;">μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της</span><br><span style="color: #000000;">να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.</span><br><span style="color: #000000;">Από τις θηλές των μαστών-της</span><br><span style="color: #000000;">ένα &#8211; ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά</span><br><span style="color: #000000;">στον κάδο με τα κόλλυβα</span><br><span style="color: #000000;">κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:</span><br><span style="color: #000000;">εκείνη ανώνυμη</span><br><span style="color: #000000;">εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.</span><br><span style="color: #000000;">0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου</span><br><span style="color: #000000;">εωσότου την ανακτήσει</span><br><span style="color: #000000;">κι εκείνη απόρθητη καλόγρια</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ δε θα ξαναγδυθεί</span><br><span style="color: #000000;">γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1979—1982</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΛΟΓΟΣ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ</span><br><span style="color: #000000;">να βγάλω το άχτι-μου.</span><br><span style="color: #000000;">Μακροχρονίως</span><br><span style="color: #000000;">θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν</span><br><span style="color: #000000;">θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25</span><br><span style="color: #000000;">θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.</span><br><span style="color: #000000;">Όσο για το μοιχό</span><br><span style="color: #000000;">που μου έκλεψε την κόρη-μου,</span><br><span style="color: #000000;">το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος</span><br><span style="color: #000000;">και θα με σκεφτόταν εμένα;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΛΟΓΟΣ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με συγχωρείτε,</span><br><span style="color: #000000;">μα ήδη, αγαπητοί,</span><br><span style="color: #000000;">οι αντιστίχοι-μου άναψαν.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο&nbsp; &nbsp; Λ Ο I Μ Ο Σ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου</span><br><span style="color: #000000;">Και τα ποιήματα μου</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους</span><br><span style="color: #000000;">Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη</span><br><span style="color: #000000;">Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.</span><br><span style="color: #000000;">Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λευκωσία πορνείο ανοιχτό</span><br><span style="color: #000000;">Λουλούδι μαραμένο</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία πράσινη</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία της Γραμμής</span><br><span style="color: #000000;">Εμπορείο πατρίδων</span><br><span style="color: #000000;">Λεωφορείο απάτριδων</span><br><span style="color: #000000;">Παντού αδιέξοδα</span><br><span style="color: #000000;">Παντού στρογγυλά τραπέζια</span><br><span style="color: #000000;">Παντού Σιωπή</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία σκληρή πραγματικότης</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός</span><br><span style="color: #000000;">Καράβι δίχως άγκυρα</span><br><span style="color: #000000;">Ναυτία τού ποιητή</span><br><span style="color: #000000;">Αδιέξοδα &#8230; αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία κυπαρίσσι</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία κενοτάφιο</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα</span><br><span style="color: #000000;">Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός</span><br><span style="color: #000000;">«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν</span><br><span style="color: #000000;">τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου</span><br><span style="color: #000000;">ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;</span><br><span style="color: #000000;">Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,</span><br><span style="color: #000000;">να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">MEANING DEATH</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">Τα χέρια κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">Γυμνή μέσα στο δάσος</span><br><span style="color: #000000;">Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή</span><br><span style="color: #000000;">Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι</span><br><span style="color: #000000;">Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται</span><br><span style="color: #000000;">Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα</span><br><span style="color: #000000;">Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου</span><br><span style="color: #000000;">Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί</span><br><span style="color: #000000;">Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει</span><br><span style="color: #000000;">ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου</span><br><span style="color: #000000;">Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα</span><br><span style="color: #000000;">— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —</span><br><span style="color: #000000;">Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε</span><br><span style="color: #000000;">Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του</span><br><span style="color: #000000;">Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του</span><br><span style="color: #000000;">—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —</span><br><span style="color: #000000;">Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;</span><br><span style="color: #000000;">Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;</span><br><span style="color: #000000;">«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»</span><br><span style="color: #000000;">Και τα νερά πικράθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό</span><br><span style="color: #000000;">Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων</span><br><span style="color: #000000;">Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου</span><br><span style="color: #000000;">Να σου κρύβει τα πάντα</span><br><span style="color: #000000;">«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»</span><br><span style="color: #000000;">τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους</span><br><span style="color: #000000;">Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο</span><br><span style="color: #000000;">μαξιλάρι της Ελένης</span><br><span style="color: #000000;">Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει</span><br><span style="color: #000000;">—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —</span><br><span style="color: #000000;">Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Στο Νίκο Χριστοδούλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε</span><br><span style="color: #000000;">και στις σπονδές,</span><br><span style="color: #000000;">όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,</span><br><span style="color: #000000;">πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώ ήλιε που χρόνια σ&#8217; ονειρευόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —</span><br><span style="color: #000000;">λαμπερό σημάδι του ονείρατου</span><br><span style="color: #000000;">που αφυπνίζει τ&#8217; αστέρια,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ</span><br><span style="color: #000000;">τρέχα και κρύψου στα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">να σκοτεινιάσει ο κόσμος</span><br><span style="color: #000000;">κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; ένα πικρό &#8211; βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ήρθαν κακοί καιροί•</span><br><span style="color: #000000;">φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•</span><br><span style="color: #000000;">να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω</span><br><span style="color: #000000;">— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;</span><br><span style="color: #000000;">Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας</span><br><span style="color: #000000;">και κλέψαμε απ&#8217; τα σύγνεφα τον ήλιο.</span><br><span style="color: #000000;">Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου</span><br><span style="color: #000000;">να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •</span><br><span style="color: #000000;">να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου</span><br><span style="color: #000000;">στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,</span><br><span style="color: #000000;">να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο</span><br><span style="color: #000000;">και να ποτίζει τις ψυχές.</span><br><span style="color: #000000;">Κι ήταν κατά το σούρουπο</span><br><span style="color: #000000;">κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν</span><br><span style="color: #000000;">και βγήκανε οι χωρικοί</span><br><span style="color: #000000;">με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια</span><br><span style="color: #000000;">μην τύχει και τους βρούνε,</span><br><span style="color: #000000;">μα μόλις έφτασαν εκεί</span><br><span style="color: #000000;">σταθήκαν άφωνοι όλοι•</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς</span><br><span style="color: #000000;">κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας</span><br><span style="color: #000000;">και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.</span><br><span style="color: #000000;">Κλάψαμε&#8230; Κλάψαμε&#8230; Κλάψαμε&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα</span><br><span style="color: #000000;">πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους</span><br><span style="color: #000000;">— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.</span><br><span style="color: #000000;">Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής</span><br><span style="color: #000000;">τρέξαμε να γλυτώσουμε•</span><br><span style="color: #000000;">μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.</span><br><span style="color: #000000;">Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα</span><br><span style="color: #000000;">&#8216;Ιμάτια του &#8216;Εσταυρωμένου.</span><br><span style="color: #000000;">Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά</span><br><span style="color: #000000;">των&nbsp; Αγγέλων.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">III</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.</span><br><span style="color: #000000;">Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.</span><br><span style="color: #000000;">Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά</span><br><span style="color: #000000;">σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων</span><br><span style="color: #000000;">το αίμα ξεπετιέται ακράτητο</span><br><span style="color: #000000;">και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κείνα τα παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους</span><br><span style="color: #000000;">με ιδρωμένα τα πρόσωπα,</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,</span><br><span style="color: #000000;">Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη</span><br><span style="color: #000000;">σαν τα χείλια της μάνας τους&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτα γυμνή&#8230; Νύχτα σκληρή&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος</span><br><span style="color: #000000;">εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.</span><br><span style="color: #000000;">Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,</span><br><span style="color: #000000;">μη γινόμενο δάκρυ</span><br><span style="color: #000000;">στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,</span><br><span style="color: #000000;">χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι</span><br><span style="color: #000000;">που μόνο η γης τους αφουγκράζεται&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νύχτα γυμνή&#8230; Νύχτα σκληρή&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Αγάπη τ&#8217; ανθρώπου που να σ&#8217; έκρυψαν τώρα;</span><br><span style="color: #000000;">Γέλιο της Μοίρας που να σ&#8217; έχτισαν τώρα;</span><br><span style="color: #000000;">Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους</span><br><span style="color: #000000;">και προμηνύσαν το θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους</span><br><span style="color: #000000;">πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.</span><br><span style="color: #000000;">Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μετρήσω το φλοίσβο</span><br><span style="color: #000000;">μες στα ποτάμια το αίμα;</span><br><span style="color: #000000;">Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•</span><br><span style="color: #000000;">Μοίρα που δεν μπορεί να &#8216;σαι η μοίρα μου</span><br><span style="color: #000000;">Καρδιά που δεν μπορεί να &#8216;σαι η καρδιά μου</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μερέψω το θάνατο;</span><br><span style="color: #000000;">Τα κύματα σπάνε στους βράχους.</span><br><span style="color: #000000;">Ή ζωή τελειώνει στους βράχους</span><br><span style="color: #000000;">κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες μες στα σπίτια μας</span><br><span style="color: #000000;">που τα ρημάξαν οι καιροί</span><br><span style="color: #000000;">γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης</span><br><span style="color: #000000;">σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,</span><br><span style="color: #000000;">διαβάζουμε τα κοινωνικά</span><br><span style="color: #000000;">σε μια σκισμένη εφημερίδα.</span><br><span style="color: #000000;">Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;</span><br><span style="color: #000000;">Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•</span><br><span style="color: #000000;">η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να θρηνήσεις το γαίμα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;</span><br><span style="color: #000000;">Περνούν οι μέρες σκοτεινές</span><br><span style="color: #000000;">κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.</span><br><span style="color: #000000;">Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια</span><br><span style="color: #000000;">γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,</span><br><span style="color: #000000;">τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας</span><br><span style="color: #000000;">μα μαραθήκαν</span><br><span style="color: #000000;">τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">VI</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ&#8217; ακρογιάλι.</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμήθηκες πάνω στ&#8217; ατίθασο πέπλο της θάλασσας</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.</span><br><span style="color: #000000;">Βγήκες σαν &#8216;Αφροδίτη μέσα απ&#8217; τα κύματα</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη</span><br><span style="color: #000000;">(όπως θ&#8217; αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα</span><br><span style="color: #000000;">της Σελήνης)</span><br><span style="color: #000000;">την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο</span><br><span style="color: #000000;">την άλλη μέρα</span><br><span style="color: #000000;">πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.</span><br><span style="color: #000000;">(&#8216;Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ&#8217;</span><br><span style="color: #000000;">είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).</span><br><span style="color: #000000;">Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ&#8217; ακρογιάλι.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια </span><br><span style="color: #000000;">οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές</span><br><span style="color: #000000;">τα σιτάρια καμένα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,</span><br><span style="color: #000000;">χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν</span><br><span style="color: #000000;">γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,</span><br><span style="color: #000000;">χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,</span><br><span style="color: #000000;">να τ αγγίζουν για ώρες&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">‘Ω νέκρα, ώ νέκρα</span><br><span style="color: #000000;">ώ κραυγή τ&#8217; ανθρώπου πού πλανιέται</span><br><span style="color: #000000;">ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π&#8217; αποκοιμιέται,</span><br><span style="color: #000000;">ώ γης αστέρευτου καημού</span><br><span style="color: #000000;">ώ γης άμετρου πάθους&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Πράσινη θάλασσα,</span><br><span style="color: #000000;">κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες</span><br><span style="color: #000000;">κοράλλια ανεξάντλητα</span><br><span style="color: #000000;">κόκκινα γαρούφαλλα</span><br><span style="color: #000000;">κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια</span><br><span style="color: #000000;">κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη</span><br><span style="color: #000000;">και λες σαν μάνα πού &#8216;λειψε στα στήθια της το γάλα</span><br><span style="color: #000000;">και τα μωρά της τα &#8216;ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς</span><br><span style="color: #000000;">ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει</span><br><span style="color: #000000;">έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της</span><br><span style="color: #000000;">με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">VII</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα πέτρινο λουλούδι</span><br><span style="color: #000000;">ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα σπασμένο κοχύλι</span><br><span style="color: #000000;">άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς</span><br><span style="color: #000000;">να θρηνεί την Περσεφόνη.</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IΧ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κομμάτιασαν τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,</span><br><span style="color: #000000;">μα ζήσαμε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.</span><br><span style="color: #000000;">Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας</span><br><span style="color: #000000;">τα &#8216;θελε ανθισμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,</span><br><span style="color: #000000;">&#8216;Ανοίξαμε τα βήματα</span><br><span style="color: #000000;">και χορέψαμε το δρεπάνι.</span><br><span style="color: #000000;">Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων</span><br><span style="color: #000000;">και μάθαμε ν&#8217; αντέχουμε στους κεραυνούς.</span><br><span style="color: #000000;">Ζήσαμε&#8230; Αναπνέψαμε&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,</span><br><span style="color: #000000;">βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•</span><br><span style="color: #000000;">τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζήσαμε&#8230; Αναπνέψαμε&#8230;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Χ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος</span><br><span style="color: #000000;">σμίξαν τις ώρες τ&#8217; άπογέματου</span><br><span style="color: #000000;">και φτιάξαν την παντγιέρα μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος</span><br><span style="color: #000000;">δέθηκαν με τα μπράτσα μας•</span><br><span style="color: #000000;">δώσαν φωτιά στα μάτια μας</span><br><span style="color: #000000;">να φοβηθούν οι άνομοι</span><br><span style="color: #000000;">και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό ήλιος,</span><br><span style="color: #000000;">Η Σελήνη,</span><br><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αστέρια&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι</span><br><span style="color: #000000;">που κοιμάται κάτω απ&#8217; τα δέντρα</span><br><span style="color: #000000;">για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη</span><br><span style="color: #000000;">θάλασσα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι πρόσφυγες μ&#8217; ένα πιάτο στα χέρια τους</span><br><span style="color: #000000;">για λίγο ψωμί και τυρί</span><br><span style="color: #000000;">— ο ήλιος γελά —</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους</span><br><span style="color: #000000;">και τό φεγγάρι κλαίει&#8230;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.</span><br><span style="color: #000000;">Γύρω μας φωτιές</span><br><span style="color: #000000;">στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,</span><br><span style="color: #000000;">στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.</span><br><span style="color: #000000;">Ανατολή και Δύση λυπούνται.</span><br><span style="color: #000000;">Τί τραγική ειρωνεία. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί</span><br><span style="color: #000000;">σπαρμένοι μες στους κάμπους</span><br><span style="color: #000000;">κι η γης γεμάτη θρύψαλα</span><br><span style="color: #000000;">κι η γης γεμάτη πέτρες,</span><br><span style="color: #000000;">σαβανωμένη — κόκκινη,</span><br><span style="color: #000000;">σαβανωμένη — στείρα</span><br><span style="color: #000000;">με τα δεντρά της άφωνα</span><br><span style="color: #000000;">με τις χαρές της μαύρες</span><br><span style="color: #000000;">με τα παιδιά της ορφανά</span><br><span style="color: #000000;">να κλαιν μέσα στους δρόμους.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε παρακαλώ•</span><br><span style="color: #000000;">μη μου μιλάς για την αγάπη.</span><br><span style="color: #000000;">Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.</span><br><span style="color: #000000;">—Τ&#8217; αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,</span><br><span style="color: #000000;">τα μάτια σου —</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο δος μου τα χέρια σου.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.</span><br><span style="color: #000000;">Σάπια κορμιά και βρώμικα,</span><br><span style="color: #000000;">σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας</span><br><span style="color: #000000;">και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια καλοζωή•</span><br><span style="color: #000000;">βαλάντια έγκυα,</span><br><span style="color: #000000;">αρνητές του πολέμου.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως αλλοίμονο</span><br><span style="color: #000000;">όταν τα τσεκούρια</span><br><span style="color: #000000;">θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων</span><br><span style="color: #000000;">κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν</span><br><span style="color: #000000;">θα κοκκινίζουν στο αίμα.</span></p>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;">1976-1979</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΚΥΠΡΟΣ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τόσοι καημοί που σ&#8217; έζωσαν</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; έριξαν στο χώμα,</span><br><span style="color: #000000;">μα μάχεσαι και με ψυχή</span><br><span style="color: #000000;">και λιονταρίσιο σώμα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι</span><br><span style="color: #000000;">λαμπάδα μες στους κόσμους</span><br><span style="color: #000000;">να φέγγεις στους μικρόψυχους</span><br><span style="color: #000000;">μάνα, πατρίδα, φώς μου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο</span><br><span style="color: #000000;">περνούν από δίπλα μας•</span><br><span style="color: #000000;">τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.</span><br><span style="color: #000000;">Μη&#8230; μη φοβάσαι&#8230; Είμαι κοντά σου&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Μην κλαις&#8230; Σ&#8217; αγαπώ&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους</span><br><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.</span><br><span style="color: #000000;">^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,</span><br><span style="color: #000000;">πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε</span><br><span style="color: #000000;">θάνατε!</span><br><span style="color: #000000;">Όλα ψεύτικα&#8230; Όλα γυάλινα&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Πού να &#8216;σαι γλυκέ μου αδελφέ;</span><br><span style="color: #000000;">Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις&#8230; ζεις&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">όπου και να &#8216;σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.</span><br><span style="color: #000000;">Μην φεύγεις• σε προσμένω.</span></p>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1976 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».</span><br><span style="color: #000000;">ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόψε τ&#8217; αστέρια μας ξεχνούν</span><br><span style="color: #000000;">κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.</span><br><span style="color: #000000;">(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς κουρασμένοι</span><br><span style="color: #000000;">λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε αστέρι κι ένας τάφος</span><br><span style="color: #000000;">κάθε τάφος και σιωπή.</span><br><span style="color: #000000;">Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.</span><br><span style="color: #000000;">Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,</span><br><span style="color: #000000;">μας διαλύει μέσα στη δίνη του.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.</span><br><span style="color: #000000;">Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.</span><br><span style="color: #000000;">Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">να ροκανίσουν την υποκρισία μας</span><br><span style="color: #000000;">σαν τα παλιά χειρόγραφα τ&#8217; αδέξιου ποιητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΗΣ, 1979 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.</span><br><span style="color: #000000;">Ο ήλιος στενάζει, τ&#8217; αστέρια σωπαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις</span><br><span style="color: #000000;">απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»</span><br><span style="color: #000000;">Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε</span><br><span style="color: #000000;">το γαίμα ραντίζει τους δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΡΙΖΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα βράχια ετούτα</span><br><span style="color: #000000;">κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.</span><br><span style="color: #000000;">Στα πετρόχτιστα κάστρα</span><br><span style="color: #000000;">πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.</span><br><span style="color: #000000;">Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,</span><br><span style="color: #000000;">τούτους τούς βράχους πού οι αετοί</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα κατοικούνε</span><br><span style="color: #000000;">τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί</span><br><span style="color: #000000;">πού φτάνουν ως τις μέρες μας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς αδικίες.</span><br><span style="color: #000000;">Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης</span><br><span style="color: #000000;">του ποδιού, του χεριού</span><br><span style="color: #000000;">και της θλίψης στα πρόσωπα.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτά τα παγωμένα χέρια,</span><br><span style="color: #000000;">τα κοίλα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">που ζητιανεύουν</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε είχαν τη δύναμη</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανεβάζουν τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">πάνω απ&#8217; τις καρδιές μας,</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε είχαν τη δύναμη</span><br><span style="color: #000000;">να σπέρνουν την ελπίδα</span><br><span style="color: #000000;">στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας</span><br><span style="color: #000000;">για να φυτρώσει μια μαργαρίτα</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.</span><br><span style="color: #000000;">Τουλάχιστον τότε</span><br><span style="color: #000000;">μπορούσαμε να εξακριβώσουμε</span><br><span style="color: #000000;">αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν</span><br><span style="color: #000000;">και κλεινόμασταν στα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας</span><br><span style="color: #000000;">για να κλάψουμε.</span><br><span style="color: #000000;">Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας</span><br><span style="color: #000000;">και δεν μας ανήκουν•</span><br><span style="color: #000000;">η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα</span><br><span style="color: #000000;">πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΗΣ 1979 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου</span><br><span style="color: #000000;">δε θα &#8216;χαν τούτες οι πέτρες ιστορία</span><br><span style="color: #000000;">κι η λεύκα θα υπέφερε</span><br><span style="color: #000000;">από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•</span><br><span style="color: #000000;">γι&#8217; αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες</span><br><span style="color: #000000;">βλέπουν τη λεύκα λυγερή</span><br><span style="color: #000000;">να τρέχει στους βραχότοπους</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεριές του πεύκου,</span><br><span style="color: #000000;">γι&#8217; αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά</span><br><span style="color: #000000;">τηράει ένα δάκρυ</span><br><span style="color: #000000;">στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΡΤΗΣ 1978</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΑΠΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ζεσταίνω τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">στον χινοπωριάτικον ήλιο•</span><br><span style="color: #000000;">εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός</span><br><span style="color: #000000;">διαθλώντας τα δάκρυα</span><br><span style="color: #000000;">στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών</span><br><span style="color: #000000;">πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.</span><br><span style="color: #000000;">Ζεσταίνω τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.</span><br><span style="color: #000000;">Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,</span><br><span style="color: #000000;">και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους</span><br><span style="color: #000000;">γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης</span><br><span style="color: #000000;">και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους</span><br><span style="color: #000000;">γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποτάμι πάψε πια να κλαις</span><br><span style="color: #000000;">πάψε να κελαρύζεις</span><br><span style="color: #000000;">τι, όλος ο κόσμος σώπασε</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα εσύ γροικιέσαι&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς</span><br><span style="color: #000000;">θρήνους συρτούς της νύχτας</span><br><span style="color: #000000;">σε πιάνει το παράπονο</span><br><span style="color: #000000;">κι αναστενάζεις σφόδρα:</span><br><span style="color: #000000;">«Σαν όντας δεν κατέχετε</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ σας μη μιλάτε</span><br><span style="color: #000000;">εσείς της νύχτας &#8216;πόκληροι,</span><br><span style="color: #000000;">ανήξεροι διαβάτες.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη</span><br><span style="color: #000000;">πάψε ν&#8217; αναστενάζεις,</span><br><span style="color: #000000;">σκόρπισε τα φαρμάκια σου</span><br><span style="color: #000000;">ξανά μες στα νερά μου</span><br><span style="color: #000000;">κι εγώ απαλά θα τα κυλώ</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεριές του νήλιου&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Έλα γλυκιά μου, μην αργείς</span><br><span style="color: #000000;">ρίξε μου σεληνόφως».</span><br><span style="color: #000000;">—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα</span><br><span style="color: #000000;">και πλιό, δέν άνιμένω</span><br><span style="color: #000000;">ώρες αμέτρητες σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">τον ερωπλάνον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">κι η μάνα μου η θεότρελη•</span><br><span style="color: #000000;">η νύχτα η Μαυροχέρα,</span><br><span style="color: #000000;">αυτόνε θέλει για γαμπρό</span><br><span style="color: #000000;">ουδ&#8217; άλλο, ουδέ κανένα».</span><br><span style="color: #000000;">—«&#8221;Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις</span><br><span style="color: #000000;">το ποταμάκι το μικρό</span><br><span style="color: #000000;">παράφορα αγαπά σε</span><br><span style="color: #000000;">φαρμάκωστο, παράτα το</span><br><span style="color: #000000;">μα ερωτικά κοιτά σε».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μόλις παίρνει να βραδιάσει</span><br><span style="color: #000000;">γίνομαι άλλος άνθρωπος•</span><br><span style="color: #000000;">είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.</span><br><span style="color: #000000;">Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•</span><br><span style="color: #000000;">σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,</span><br><span style="color: #000000;">τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε νύχτα πεθαίνω&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016</strong></span></h3>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="My Movie" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/YbA1xLzCtu4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p></p>
<h2 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Η ευταξία στο στόχαστρο</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Χρήστος Μαυρής &nbsp;στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΝΑΥΑΓΙΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,<br></span><span style="color: #000000;">αρκει να μην έχουν σχέση<br></span><span style="color: #000000;">με πρόσωπα και πράγματα.<br></span><span style="color: #000000;">Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια<br></span><span style="color: #000000;">που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου<br></span><span style="color: #000000;">ή στην επικράτεια των συμβόλων.<br></span><span style="color: #000000;">Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων<br></span><span style="color: #000000;">στον αχανη βυθο των λογισμων<br></span><span style="color: #000000;">που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)<br></span><span style="color: #000000;">στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα<br></span><span style="color: #000000;">λοξοκοιτώντας σαν χαμένα<br></span><span style="color: #000000;">Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)<br></span><span style="color: #000000;">σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα<br></span><span style="color: #000000;">ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους<br></span><span style="color: #000000;">που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει<br></span><span style="color: #000000;">με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.<br></span><span style="color: #000000;">Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.<br></span><span style="color: #000000;">Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο<br></span><span style="color: #000000;">κι αυτο γελούσε<br></span><span style="color: #000000;">όλο του ξέφευγε και γελούσε.<br></span><span style="color: #000000;">Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε<br></span><span style="color: #000000;">τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης<br></span><span style="color: #000000;">σύννεφο, σύννεφο τρελο<br></span><span style="color: #000000;">στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><br></span><span style="color: #000000;">Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.<br></span><span style="color: #000000;">Και μην πουλήσεις την ψυχη σου<br></span><span style="color: #000000;">για λίγες κάλπικες ημέρες.<br></span><span style="color: #000000;">Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες<br></span><span style="color: #000000;">πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.<br></span><span style="color: #000000;">Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει<br></span><span style="color: #000000;">σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα<br></span><span style="color: #000000;">στο κυνήγι της δόξας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λευκωσία 9.9.2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a style="color: #000000;" href="http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293" rel="nofollow">http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293</a></span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ</strong>&nbsp;(σ. 18)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)<br></span><span style="color: #000000;">στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα<br></span><span style="color: #000000;">λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)<br></span><span style="color: #000000;">σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα<br></span><span style="color: #000000;">ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει<br></span><span style="color: #000000;">με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς<br></span><span style="color: #000000;">Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.<br></span><span style="color: #000000;">Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ</strong>&nbsp;(σ. 58)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε</span><br><span style="color: #000000;">τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να</span><br><span style="color: #000000;">δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.</span><br><span style="color: #000000;">Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να</span><br><span style="color: #000000;">πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για</span><br><span style="color: #000000;">τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις</span><br><span style="color: #000000;">τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της</span><br><span style="color: #000000;">φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε</span><br><span style="color: #000000;">τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες</span><br><span style="color: #000000;">και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-</span><br><span style="color: #000000;">διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.</span><br><span style="color: #000000;">Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;</span><br><span style="color: #000000;">Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-</span><br><span style="color: #000000;">σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο</span><br><span style="color: #000000;">λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.</span><br><span style="color: #000000;">Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι</span><br><span style="color: #000000;">έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a style="color: #000000;" href="http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html" rel="nofollow">http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html</a></span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>Δοκιμές συγκολλήσεως</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως&nbsp;</span><span style="color: #000000;">εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγή</span><span style="color: #000000;">θηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους&nbsp;</span><span style="color: #000000;">εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη&nbsp;</span><span style="color: #000000;">του ξύλου» (σελ. 21).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του,&nbsp;</span><span style="color: #000000;">όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του&nbsp;</span><span style="color: #000000;">ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του,&nbsp;</span><span style="color: #000000;">λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια&nbsp;</span><span style="color: #000000;">ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση&nbsp;</span><span style="color: #000000;">του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μόνος, κατάμονος.</span><br><span style="color: #000000;">Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.</span><br><span style="color: #000000;">Το ξύδι κι η χολή</span><br><span style="color: #000000;">που σε πότισαν</span><br><span style="color: #000000;">αυτοί που τώρα κοίταζαν</span><br><span style="color: #000000;">τη σκόνη στα ρούχα τους.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνος!</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο κύρης σου στ&#8217; αμόνι σκυφτός</span><br><span style="color: #000000;">στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά». </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις</span><br><span style="color: #000000;">και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων</span><br><span style="color: #000000;">που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται</span><br><span style="color: #000000;">κι αμέσως κατακάθονται</span><br><span style="color: #000000;">με βαριά καρδιά στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τα νεκρά ρινίσματα</span><br><span style="color: #000000;">και κει που δεν το περιμέναμε</span><br><span style="color: #000000;">μια εστία φωτιάς στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)</span><br><span style="color: #000000;">κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας</span><br><span style="color: #000000;">ανέβαιναν πάλι</span><br><span style="color: #000000;">και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά</span><br><span style="color: #000000;">μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά</span><br><span style="color: #000000;">την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων</span><br><span style="color: #000000;">που δεν τα βάζουνε κάτω</span><br><span style="color: #000000;">παρά καλύπτονται προσεχτικά</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης</span><br><span style="color: #000000;">και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν</span><br><span style="color: #000000;">(εκεί να μένουν ζωντανά)</span><br><span style="color: #000000;">κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας</span><br><span style="color: #000000;">και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.</span><br><span style="color: #000000;">Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.</span><br><span style="color: #000000;">Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:</span><br><span style="color: #000000;">«Μέταλλα της μνήμης»</span><br><span style="color: #000000;">(απόσπασμα):</span><br><span style="color: #000000;">«Ξυπνώντας μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγκούσες στην τσάντα σου</span><br><span style="color: #000000;">στων βουνών τις κορφές</span><br><span style="color: #000000;">αναζητώντας το νόημα</span><br><span style="color: #000000;">των συνεχών περιπλανήσεων</span><br><span style="color: #000000;">των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες</span><br><span style="color: #000000;">με το λιγοστό φως των φαναριών»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Δεν έμαθα την τέχνη σου</span><br><span style="color: #000000;">και να που τώρα δυσκολεύομαι</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">λίγη φωτιά περισσότερη απ&#8217; ό,τι χρειάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα κομμάτια σωριάζονται</span><br><span style="color: #000000;">άμορφες μάζες στο πάτωμα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω</span><br><span style="color: #000000;">τα παλιά σου ήλεκτρα</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.</span><br><span style="color: #000000;">Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ&#8217; απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).</span><br><span style="color: #000000;">Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής</span><br><span style="color: #000000;">γράφει (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες</span><br><span style="color: #000000;">οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»</span><br><span style="color: #000000;">και συνεχίζει:</span><br><span style="color: #000000;">«Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.</span><br><span style="color: #000000;">Και μόνοι!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.</span><br><span style="color: #000000;">Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ&#8217; ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι</span><br><span style="color: #000000;">οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.</span><br><span style="color: #000000;">Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους</span><br><span style="color: #000000;">τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά</span><br><span style="color: #000000;">δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,</span><br><span style="color: #000000;">των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».</span><br><span style="color: #000000;">Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».</span><br><span style="color: #000000;">Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):</span><br><span style="color: #000000;">Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:</span><br><span style="color: #000000;">«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.</span><br><span style="color: #000000;">Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου</span><br><span style="color: #000000;">και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;</span><br><span style="color: #000000;">Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν</span><br><span style="color: #000000;">προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται</span><br><span style="color: #000000;">κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου</span><br><span style="color: #000000;">θα χαθεί για πάντα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση</span><br><span style="color: #000000;">ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;</span><br><span style="color: #000000;">Τι να κάνω πια τα δάκρυα</span><br><span style="color: #000000;">και τους θεατρινισμούς των κηδειών;</span><br><span style="color: #000000;">Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ&#8217; αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να</span><br><span style="color: #000000;">επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.</span><br><span style="color: #000000;">Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.</span><br><span style="color: #000000;">Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα ταχτοποιήθηκαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.</span></p>
<h2>&nbsp;</h2>
<h2><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;">Β<strong>ΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν Αλβαφήτω</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Ιατρική Βεβαίωση</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Α. ΠΑΝΑΤΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο<br></span><span style="color: #000000;">όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…<br></span><span style="color: #000000;">|Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,<br></span><span style="color: #000000;">Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα<br></span><span style="color: #000000;">Λοιμός και άλλα ποιήματα<br></span><span style="color: #000000;">Ηλεκτρονική Έκδοση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Στυφά κυδώνια</span></h2>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>Φωτηλασία</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199</span></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/09/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b1-3/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/09/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b1-3/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 26 Sep 2017 22:43:57 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=8799</guid>

					<description><![CDATA[. Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/09/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b1-3/"> <span class="screen-reader-text">ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></span></h2>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΟΙΗΣΗ</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1982) Απόπειρα εξόδου 1975-1981, Σύγχρονη Εποχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1985) Του ανταποκριτή μας, Σύγχρονη Εποχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1988) Μοντέλο σώματος, Σύγχρονη Εποχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1991) Ανοιγμένη φλέβα, Παρατηρητής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1996) Το περίστροφο της σιωπής, Τα Τραμάκια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2002) Τεστ κοπώσεως, Τα Τραμάκια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2010) Μικρές ανάσες, Μελάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2015) Χαμηλά ποτάμια, Μελάνι<br />
(2022) Βροχές Βερμίου, Μελάνι<br />
</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1995) Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χάκκα, Τα Τραμάκια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1996) Βιβλιογραφία Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Παρέμβαση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2003) Ματιές ενόλω, Σοκόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2006) Ανέστης Ευαγγέλου, Σοκόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2010) Ο ποιητής και το ποίημα, Σοκόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2013) Ένα πουλί στην άσφαλτο, Μελάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2014) Ματιές ενμέρει, Μελάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2017) Ματιές ενόλω II , Μελάνι<br />
(2018) Ο έγκλειστος της ερημίας Γαβριηλίδης<br />
(2020) Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, Μελάνι<br />
(2022) Η λέξη της λέξης,  Μελάνι<br />
(2024) Ο πηλός και το κανάτι  </span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/09/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b1-3/%ce%bf-%cf%80%ce%b7%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%b9/" rel="attachment wp-att-22019"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22019" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Ο-ΠΗΛΟΣ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΚΑΝΑΤΙ-206x300.jpg" alt="" width="301" height="438" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Ο-ΠΗΛΟΣ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΚΑΝΑΤΙ-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Ο-ΠΗΛΟΣ-ΚΑΙ-ΤΟ-ΚΑΝΑΤΙ.jpg 330w" sizes="(max-width: 301px) 100vw, 301px" /></a></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΑΤΙ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Παρεμβάσεις αιθεροβάμονος</strong></h5>
<h5>
<strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Τα κείμενα που ακολουθούν συνιστούν μια πρώτη απόπειρα προσέγγισης ζητημάτων που επανέρχονται στην επικαιρότητα και απασχολούν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης. Γλώσσα, λογοτεχνία, εκπαίδευση, κοινωνικές και πολιτικές παθογένειες εν γένει είναι τα βασικά πεδία, που όψεις τους επιχειρούν να αναδείξουν τα παρόντα κείμενα.<br />
Οι σύντομες αυτές παρεμβάσεις, τριάντα εφτά ενόλω, δημοσιεύτηκαν οι περισσότερες, από το 1996 ως το 2004, στη στήλη «Απόψεις και Απόψεις» του περιοδικού Φιλόλογος, που εκδίδει ο Σύλλογος Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ οι τελευταίες είδαν το φως της δημοσιότητας στο Δέντρο, από το 2007 και μετά.<br />
Αφορμή για την εκπόνησή τους στάθηκε η συνεργασία με τον Φιλόλογο, που μου πρότεινε το 1996 ο Χρίστος Τσολάκης (1935-2012), καθηγητής της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. και πρόεδρος του παραπάνω Συλλόγου (1996-2012). Η αιτία όμως είναι βαθύτερη: η ανάγκη να εκφραστούμε αφενός και να αντιτάξουμε αφετέρου, κατά τις δυνάμεις μας, στον λόγο της κατεστημένης διανόησης<br />
και της συντήρησης τον λόγο της περίσκεψης και της αμφισβήτησης, που δεν φιλοδοξεί παρά να αναδείξει την άλλη πλευρά των πραγμάτων, αυτήν που ο έναρθρος θόρυβος των ημερών συγκαλύπτει, όταν δεν διαστρέφει.</p>
<p><strong>Θ. Μ.</strong></p>
<h5><strong>ΣΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΔΟΞΟΙ ΠΟΥ ’ΝΑΙ</strong></h5>
<p>Οι συγγραφείς, απ’ ό,τι φαίνεται, ευδοκιμούν σε πυκνοκατοικημένες ερήμους. Σε ένα περιβάλλον, όπου εκλείπουν οι πλούσιες και σύνθετες εμπειρίες, οι ευκαιρίες για καλλιέργεια της σκέψης και της ευαισθησίας, το βήμα της έκφρασης και η επαφή με τους ομότεχνους, δεν είναι εύκολο να ακουστούν φωνές κάποιας έντασης, που να υπερβαίνουν τα όρια της μικρής πολιτείας. Η συνάρτηση κοινωνικού περιβάλλοντος και πνευματικού επιπέδου δεν<br />
μπορεί παρά να έχει και στην περίπτωση αυτήν την εφαρμογή της. Η ανάδειξη του συγγραφέα απαιτεί έναν χώρο επιρροών και ερεθισμάτων που του επιτρέπει να εμπλουτίζει το εμπειρικό και βιωματικό υλικό και να διαμορφώνει ισχυρό τον επιστημονικό ή αισθητικό του λόγο, προϋπόθεση ασφαλώς που δεν καλύπτουν τα μικρά πληθυσμιακά κέντρα της αραιοκατοικημένης ερημιάς. Η όποια διάχυση κουλτούρας παρατηρείται στις μέρες μας δεν αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα του επαρχιακού βίου, μια και το θέμα τίθεται, για την καλλιτεχνική δημιουργία πρωτίστως, στη βάση<br />
της βίωσης, όχι της σπουδής.<br />
Κάτω από αυτές τις συνθήκες χρειάζεται μεγάλη συγκατάβαση, τόλμη σχεδόν, προκειμένου να μιλήσει κανείς για συγγραφείς, καθώς συχνά η ποιότητα του έργου είναι δυσανάλογη με τις απαιτήσεις που υπονοεί ο όρος. Λαογράφοι και μελετητές της τοπικής ιστορίας, λογοτέχνες και χρονογράφοι της μικρής κοινωνίας, με αβαρίες σημαντικές, επιστημονικές και αισθητικές, οι συγγραφείς της ελληνικής επαρχίας, δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί, δικηγόροι, «ψώνια» -τι άλλο;-, αγωνίζονται να συντηρήσουν φωλιές πολιτισμού, τα ίχνη να διασώσουν του χρόνου στο γενέθλιο σώμα της γης, το δικό τους εντέλει πρόσωπο, αρθρώνοντας έναν λόγο, καλάμι έστω, πάντως έντιμο, δίχως τις τεχνητές επαυξήσεις εκκωφαντικών μεγαφώνων.<br />
Αργά γρήγορα όμως -συνήθως γρήγορα- έρχεται και η ώρα να τυπώσουν τις αγωνίες τους, ως επίδοξοι λογοτέχνες κυρίως. Ταχυδρομούν λοιπόν τα κείμενά τους, όταν δεν τα περιφέρουν οι ίδιοι, στους εκδοτικούς οίκους της Αθήνας πρώτα, της Θεσσαλονίκης ύστερα, κι εκείνοι, ως δαιμόνιοι Έλληνες επιχειρηματίες, ελέγχουν βέβαια την ποιότητα των κειμένων, αποφεύγουν όμως να αναλάβουν το κόστος της έκδοσης, υποχρέωση ασφαλώς αυτονόητη, που συνεπάγεται η απαίτησή τους για έλεγχο. Άλλοτε υποκύπτουν, συμμεριζόμενοι, αν όχι καταβάλλοντας ενόλω, τις δαπάνες εκτύπωσης, καθώς θέλουν, φιλοδοξία νόμιμη άλλωστε, να επικοινωνήσουν με ένα ευρύτερο κοινό, παρότι συχνά δεν είναι τόσο η ανάγκη της επικοινωνίας που τους κινεί, βασικό προαπαιτούμενο κάθε δημιουργίας, όσο η ανυπόμονη επιδίωξη της κοινωνικής αναγνώρισης. Κι αυτό είναι το λάθος. Άλλοτε πάλι<br />
καταφεύγουν στον ηρωισμό της ιδιωτικής έκδοσης. Ηρωισμό ναι, γιατί η αφάνεια είναι εξασφαλισμένη σε τέτοιες περιπτώσεις. Πώς θα διακινηθεί το έργο τους, ποιος θα το δει και ενδεχομένως θα μιλήσει γι’ αυτό, όταν βέβαια καλύπτει κάποια εχέγγυα επιστημονικότητας ή λογοτεχνικότητας, με δεδομένη την αντιμετώπιση που επιφυλάσσουν σε κείμενα της επαρχίας έντυπα κεντρικά και γραφίδες περισπούδαστες; Γι’ αυτό κι όταν μερικές φορές εκφράζουν τις ευχαριστίες τους σε κάποιους ανθρώπους του Κέντρου,<br />
που έτυχε να σχολιάσουν το έργο τους, εκείνοι εκπλήσσονται, ίσως γιατί κι εκείνοι δεν είναι παρά μια άλλη επαρχία εντός του Κέντρου.<br />
Κι όλα αυτά στα στενά περιθώρια μιας ζωής πιεσμένης κι αδιέξοδης, μακριά από σκέψεις αποκλειστικής συγγραφικής ενασχόλησης. Αυτοί δεν θεωρούν τη συγγραφή επάγγελμα αλλά ευτύχημα, που σώζει από την καθημερινή καταβύθιση. Κι αυτός είναι ο λόγος που, όταν ακούν συγγραφείς της πρωτεύουσας να μιλούν για δικαιώματα, διαστέλλουν τις κόρες των ματιών τους, αν και διόλου απαραίτητο, για να χωρέσουν οι μικρές τους φιλοδοξίες.<br />
Φιλοδοξίες που ορίζονται τελεσίδικα από το ύψος της χάρης που τους κάνει ο φίλος, ο συνάδελφος, ο συμπολίτης, να πάρει, χωρίς εννοείται να πληρώσει, το βιβλίο που του ενεχείρισαν.</p>
<h5><strong>ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ</strong></h5>
<p>Πολέμησε πληγώθηκε &#8211; κάποτε νίκησε. Κι όταν η νίκη<br />
άρχισε να παλιώνει μέσα του σαν παιδική φωτογραφία<br />
άφησε τα συνέδρια και ξαναπήρε το τουφέκι. Σκοτώθηκε<br />
στη Βολιβία.<br />
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ακτή), 1969</p>
<p>«Εγώ έχω δύο προβλήματα που με απασχολούν εδώ και καιρό. Το ένα με στεναχωρεί εδώ και πολλά χρόνια και ειδικά τον τελευταίο καιρό. Εγώ, η μητέρα μου και η αδερφή μου αντιμετωπίζουμε οικονομικό πρόβλημα. Παλιά η μαμά μου είχε ένα κατάστημα με γυναικεία ρούχα, δεν πήγαινε καλά, υποφέραμε κι εμείς κι έτσι το κλείσαμε με την ελπίδα να βρει η μαμά μου μια δουλειά, για να περάσουμε κουτσά στραβά. Εδώ και δυο τρία χρόνια δεν βρίσκει πουθενά δουλειά και υποφέρουμε. Υπάρχουνε και μέρες που δεν<br />
έχουμε λεφτά ούτε για ψωμί. Τηγανίζουμε αλεύρι και τρώμε. Δεν έχω μερικές φορές λεφτά για εισιτήρια κι έρχομαι και φεύγω με τα πόδια. Η σπιτονοικοκυρά μάς κυνηγάει, γιατί τις πιο πολλές φορές πάμε το νοίκι στο τέλος του μηνός, όταν στέλνει ο μπαμπάς μου τη διατροφή, η οποία είναι 80.000 δραχμές και οι 60.000 φεύγουν στο νοίκι. Καταλαβαίνετε λοιπόν. Ευτυχώς που μας βοηθάει και η γιαγιά μου λίγο, γιατί θα είχαμε πεθάνει. Το άλλο πρόβλημά μου δεν είναι τόσο σημαντικό ή μάλλον δεν φαίνεται τόσο σημαντικό για σας. Για μένα είναι πολύ. Πριν τρεις βδομάδες έφυγε το<br />
αγόρι μου φαντάρος. Έχουμε δεσμό δυο χρόνια. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ. Εκεί που περίμενα πώς και πώς έστω να με πάρει τηλέφωνο, επειδή δεν πληρώσαμε τον λογαριασμό, μας κόψανε το τηλέφωνο. Έτσι πάω να χαζέψω στην κυριολεξία. Στεναχωριέται και η μητέρα μου που με βλέπει να στεναχωριέμαι κι έτσι προβληματίζομαι πιο πολύ. Ελπίζω να βρει η μητέρα μου μια δουλειά, γιατί να πω ότι είναι αμόρφωτη, μορφωμένη γυναίκα είναι, μακάρι να βρει μια δουλειά, γιατί δεν αντέχω άλλο, θέλω πολύ να πάω εφταήμερη, δεν θα αντέξω να μην πάω, επειδή δεν θα έχουμε λεφτά.»*</p>
<p>*Απάντηση μαθήτριας της Γ&#8217; Λυκείου στο ερώτημα «Ποιο είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που σας απασχολεί τον τελευταίο καιρό;», Οκτώβρης 1997.</p>
<h5>
<strong>Η ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ</strong></h5>
<p>Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει στις μέρες μας την ισχυρή επίδραση της τηλεοπτικής εικόνας στον λόγο. Αν μάλιστα η εικόνα διακρίνεται για την ωμότητά της, κάτι που συνηθίζεται για λόγους τηλεθέασης, τότε η αποτελεσματικότητά της καθίσταται ασυναγώνιστη από τις λέξεις, τον λόγο, που δεν αξιοποιεί παρά τον ήχο, το νεκρό γράμμα, όχι την εικόνα αλλά το ιδεατό της ομοίωμα. Κι αυτό δεν αφορά μονάχα τον έτσι κι αλλιώς πρόχειρο καθημερινό λόγο ή τον δημοσιογραφικό, που άλλωστε αυτοϋπονομεύεται με τις υπερβολές και τις διαρκώς επαυξανόμενες εμφάσεις του, αλλά ακόμα και τον ποιητικό, που, κατά κοινή ομολογία, διακρίνεται για την υψηλή του δραστικότητα.<br />
Αν η εικόνα σοκάρει τόσο συχνά και τόσο δραστικά τους θεατές ως την αναισθητοποίηση, αφήνοντας έκθετο τον συνοδευτικό λόγο, αναρωτιέται κανείς πώς θα μπορούσε η ποίηση να την ανταγωνιστεί με επιτυχία στο σημείο αυτό, καθώς τα υλικά της, οι λέξεις, ασθενέστερα σε κάθε περίπτωση, ξεθυμαίνουν επιπρόσθετα και αποδυναμώνονται ως την αφλογιστία. Με άλλα λόγια, όταν απομυθοποιούνται σε τέτοιο βαθμό τα πράγματα και κυρίως οι όψεις και οι περιστάσεις της βίας και του θανάτου, η ποιητική γραφή αδυνατεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο επίπεδο της πρόκλησης και της καταγγελίας, εφόσον, λόγω της αμεσότητας που ενδείκνυται να τη διακρίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, διατρέχει τον κίνδυνο της κοινοτοπίας και της ρητορείας, της αναντιστοιχίας ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο. Έτσι αναγκάζεται να εγκαταλείψει την ευθύτητα και να καταφύγει στον<br />
υπαινικτικό λόγο, που πιο πολύ από το να αποκαλύπτει κρύβει και από το να μιλά σωπαίνει. Μια τέτοια διαμεσολάβηση αφενός δεν εξαντλείται εύκολα και αφετέρου αποφεύγει την αντιπαράθεση με τη βιαιότητα της τηλεοπτικής εικόνας, η οποία στο επίπεδο της πρόκλησης παραμένει ανυπέρβλητη, όσο κι αν μακροπρόθεσμα η νίκη ανήκει στην ποίηση, με δεδομένο τον έντεχνο και διαχρονικό χαρακτήρα της λεκτικής εικόνας σε σχέση με τον άτεχνο και επικαιρικό της τηλεοπτικής.<br />
Συνεπώς η μέσω της τηλεόρασης συντελούμενη άμβλυνση της ανθρώπινης ευαισθησίας έχει αναμφισβήτητες επιπτώσεις στον ποιητικό λόγο της καταγγελίας και της πρόκλησης, πράγμα που σημαίνει πως, κοντά σε άλλες, είναι κι αυτή μια ακόμα αιτία για την καταφυγή του δημιουργού σε κρυπτικότερες κατασκευές. Κατασκευές οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με τα «παραμύθια» και τις «παραβολές» του σεφερικού «Τελευταίου σταθμού», που αποσκοπούν στο “γλυκύτερο” άκουσμα της φρίκης από τον αναγνώστη {Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ&#8217;, 1955), αλλά ίσα ίσα από άλλο δρόμο επιδιώκουν να επιτύχουν αυτό που ως χθες, σε άλλες συνθήκες, πλέον μυθοποιημένες, κατάφερνε κυρίως ο σαφέστερα εκφερόμενος ποιητικός λόγος ή, έστω, ο πρωτοβάθμιας συνδήλωσης ποιητικός λόγος. Αν όλα αυτά έχουν μια δόση αλήθειας, τότε γίνεται ευκολότερα κατανοητό γιατί συχνά σωπαίνουμε μπροστά στη ζωντανή φρίκη, πολύ περισσότερο αν υπάρχει ο φόβος της ρητορείας και της κοινοτοπίας προκειμένου για τον ποιητικό λόγο.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΒΡΟΧΗ</strong></h5>
<p>Ήταν μια τάξη θεριό. Κι ήταν και τμήμα καλλιτεχνικό. Εφαρμοσμένων Τεχνών, παρακαλώ, στο άλλοτε Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο. Κάθε φορά που ο φιλόλογος επρόκειτο να μπει για το μάθημα της Γλώσσας και της Λογοτεχνίας φορούσε θώρακα, κράνος, έπαιρνε στα χέρια του ασπίδα και δόρυ και χυνόταν στην τάξη ίδιος Αθηναίος στη μάχη του Μαραθώνα. Κι όμως σ’ αυτήν την τάξη, μέρες του 1999, του μέλλονταν να συναντήσει δύο μαθητές<br />
που δύσκολα θα ξεχάσει.<br />
Εκείνη, η Ι.Σ., με ζωγραφικά ενδιαφέροντα και δίχως άλλες ιδιαίτερες επιδόσεις, του είπε μια μέρα: «Σήμερα, κύριε, κάνατε το πιο ωραίο σας μάθημα». Ήταν το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ο κορυδαλλός του πρωινού», ένα κείμενο γεμάτο ήχους και χρώματα, που άρχιζε ως εξής {Το βιβλίο της Μαργαρίτας, 1949):</p>
<p>Κρουνός γαλάζιος ξέσπασε η ψυχή μου<br />
όλες οι φλέβες μου τρέχουν μες στη φωνή μου<br />
το αίμα μου λαρυγγίζει στη σιωπή σαν τους γρύλους των θάμνων<br />
σαν το ποτάμι που δε σκέφτηκε ποτέ τον αριθμό των σταγόνων του<br />
κατεβαίνοντας σα μια λάμψη ή σαν ένα μεθυσμένο φιλί προς τη θάλασσα.</p>
<p>Εκείνος, ο Ν.Κ., με αδιευκρίνιστα ενδιαφέροντα και αλογοουρά, μονίμως απών και μέσα στην παρουσία του, δεν είπε ποτέ τίποτα. Μονάχα δυο χρόνια αργότερα του έστειλε τη «Βροχή», ένα ποίημα δικό του, καρπό της βαθιάς του σιωπής θαρρείς:</p>
<p>Έγραφα κάτι -ένα μαύρο ποίημα νομίζω-<br />
όταν χτύπησε το τηλέφωνο.<br />
Έτρεξα μέσα από κήπους κι ερημιές<br />
παραμέρισα ένα σωρό αγκάθια και σίδερα,<br />
για να το σηκώσω.<br />
Ήταν η βροχή στο τηλέφωνο<br />
και μου μιλούσε με βήματα χιλίων στρατιωτών.<br />
Ήταν η βροχή στο τηλέφωνο<br />
και μου μιλούσε με βλήματα χιλίων στρατιωτών.</p>
<p>Καλύτερα να φύγεις, είπε,<br />
έχω σκοπό νά ’ρθω κι από κει.</p>
<p>Χρόνια τώρα σκέφτεται πως από την πιο άτακτη τάξη που απάντησε ποτέ του βγήκαν δυο παιδιά τόσο ευαίσθητα. Έκτοτε όλο και περισσότερο συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχουν κακοί μαθητές αλλά μονάχα διαφορετικοί και είναι καθήκον του σχολείου να οργανώνει τις γνώσεις, τα προγράμματα και τις μεθόδους με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να αγγίζει νέους με ποικίλα ενδιαφέροντα και ιδιοσυγκρασίες. Βέβαια αυτή είναι η μία όψη του ζητήματος. Γιατί υπάρχει και η άλλη, ο κοινωνικός χώρος μέσα στον οποίο<br />
είναι αναγκασμένο να λειτουργεί το σχολείο. Κι εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα.</p>
<h5><strong>Η 11η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας δυο σκέψεις. Τις δανείζομαι και τις δυο. Εγώ μονάχα μεσολαβώ και τις προσαρμόζω στην περίσταση. Η πρώτη. Στην κινηματογραφική ταινία του Αντριαν Λιν «Ανήθικη πρόταση» (1993), ευαίσθητος αρχιτέκτονας, κρατώντας ένα τούβλο στο χέρι, λέει στους φοιτητές του ότι ακόμα κι αυτό θέλει να ξεχωρίσει από τον σωρό, να κάνει κάτι, να στήσει έναν τοίχο, να ορθώσει ένα καμπαναριό, να υψώσει ένα μέγαρο. Ακόμα κι ένα τούβλο, λέει, έχει φιλοδοξίες, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος και μάλιστα νέος σαν κι εσάς.<br />
Η δεύτερη. Πρόκειται για τα λόγια του Γερμανού πάστορα Μάρτιν Νιμέλερ (1892-1984); «Όταν οι ναζιστές πήραν τους κομμουνιστές, σιώπησα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν φυλάκισαν τους σοσιαλδημοκράτες, σιώπησα, γιατί δεν ήμουν σοσιαλδημοκράτης. Όταν πήραν τους συνδικαλιστές, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής. Όταν συνέλαβαν εμένα,<br />
δεν υπήρχε πια κανείς που μπορούσε να διαμαρτυρηθεί» (Milton Mayer, They thought they were free, 1955). Ό Νιμέλερ, είναι προφανές, θέτει το ζήτημα της κοινωνικής αλληλεγγύης.<br />
Φιλοδοξίες λοιπόν, για να αλλάξετε την προσωπική σας κατάσταση, τη μοίρα σας. Κοινωνική αλληλεγγύη, για να αλλάξετε την κοινωνία, ενάντια σε δυνάμεις πολιτικές και οικονομικές, που τείνουν να αυτονομούνται και να της επιβάλλονται.<br />
Το σχολειό μπορεί να σας βοηθήσει και στα δυο, αρκεί κι εσείς να το θέλετε.<br />
Καλή χρονιά σε όλους, μαθητές και δασκάλους.*</p>
<p>*Ο χαιρετισμός του υποφαινόμενου ως συμβούλου φιλολόγων στον αγιασμό του 5ου Γενικού και του Επαγγελματικού Λυκείου Βέροιας (2004)</p>
<h5><strong>TO ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ</strong></h5>
<p>Είπε ως νέος διαχειριστής της πολυκατοικίας να αλλάξει το κλίμα και μαζί με την ανακοίνωση ανάληψης των καθηκόντων ανάρτησε στον πίνακα ανακοινώσεων κι ένα ποίημα, μάλιστα δημοτικό ως πιο κατανοητό, υπέροχο αναμφισβήτητα:</p>
<p>Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κι έβαψε το δικό μου,<br />
και στο μαντίλι το ’συρα κι έβαψε το μαντίλι<br />
και στο ποτάμι το ’πλυνα κι έβαψε το ποτάμι<br />
κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου.<br />
Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του<br />
κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.</p>
<p>Την άλλη μέρα με έκπληξη διαπίστωσε πως κάτω από το ποίημα υπήρχαν τα ίχνη από δυο κόκκινα χείλη. Αναστατώθηκε κι αντί να χάσουν τον ύπνο τους οι μακάριοι, υποτίθεται, ένοικοι, έχασε αυτός τον δικό του. Γιατί μπορούσε να περιμένει πολλά πράγματα, επιδοκιμασία, συγκίνηση, αδιαφορία, οργή έστω, που κάτι τόσο ανοίκειο βεβήλωνε την καθημερινότητα κι ανέτρεπε τις ισορροπίες, αλλά όχι και την πυρκαγιά ενός φιλιού. Αυτό δεν μπορούσε<br />
να το φανταστεί. Ωστόσο, αντί να πάρει τους δρόμους και τους διαδρόμους αναζητώντας τον εμπρηστή, επιδόθηκε, ως συνήθως, στη φιλοσόφηση των πραγμάτων. Σκέφτηκε μήπως το ποίημα δεν ήταν παρά το πρόσχημα, το δικό του υποσυνείδητο δόλωμα, για να ανασύρει από τον βυθό της αφάνειας αυτά τα χείλη, το ίδιο το σώμα της ζεστής και πανέμορφης, δεν μπορεί, γυναίκας, και το φιλί η ανταπόκριση, αυτός ο τόσο ερωτικός και πρωτότυπος μαζί τρόπος πρόσληψης της τέχνης. Έκτοτε όλο και περισσότερο τείνει να πιστέψει πως στην τέχνη καταφεύγουν όσοι δεν μπορούν να κάνουν το σπουδαιότερο, να ζήσουν τη ζωή. Αλλά πάλι, αναρωτιέται, πώς γίνεται το αυθεντικό, η ζωή, να τελειώνει, και το ψευδές, το ομοίωμα, να μένει; Μήπως εντέλει η απώλεια είναι το τίμημα της αθανασίας;</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ποιητής</p>
<p>Ο ποιητής γράφει από ανάγκη και γράφει για τον εαυτό του. Αν δεν υπάρχει η ανάγκη, ψεύδεται και το ποίημα δεν γράφεται με ψεύδη. Ο δημιουργός εκφράζει τη δική του αλήθεια, τη δική του οπτική των πραγμάτων, η οποία πηγάζει από τις ρωγμές του σώματος, από τα βαθύτερα κύτταρα του ψυχισμού του, και είναι μοναδική. Εξού και το δικαίωμα να μιλάει κι αυτός μετά τον Όμηρο.<br />
Ο ποιητής, όταν γράφει, ξεχνάει τον αναγνώστη, παρότι ξέρει πως χωρίς αυτόν δεν υπάρχει. Μπορεί να ακούγεται εγωιστικό, αλλά η δημιουργία είναι δική του υπόθεση και καμιά παρέμβαση δεν επιτρέπεται να τη νοθεύει. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν τον ενδιαφέρει ο αναγνώστης. Κάθε άλλο. Αλλιώς, γιατί να δημοσιεύει; Τον ενδιαφέρει, αλλά μονάχα εκ των υστέρων και τότε θεωρεί τον εαυτό του τυχερό, όταν απαντήσει στον δρόμο του τον νοήμονα αναγνώστη, τον μόνο εντέλει που δίνει υπόσταση στην τέχνη του.<br />
Όποιος γράφει διαβάζει. Η ποίηση, λένε, γράφεται με ποιήματα. Και θέλουν να πουν πως μαθαίνει κανείς την Τέχνη, παρακολουθώντας την παράδοση, κι αυτή είναι η αποτελεσματικότερη μαθητεία. Ή, όπως λέει «Ο τελευταίος καμπανοποιός» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη: «Η Τέχνη δεν μαθαίνεται ούτε διδάσκεται. Κλέπτεται» {Μεταξύ σφυράς και Αλιάκμονας, 2009). Γι’ αυτό κι ο<br />
ποιητής είναι φανατικός της ανάγνωσης.<br />
Ο ποιητής δεν είναι μόνος στον κόσμο ούτε μοναδικός. Ένα κομμάτι του είναι διαφορετικό από τους άλλους κι άλλο ένα παρόμοιο. Γι’ αυτό μπορεί και ιδιαίτερος να είναι και κοινός. Εδώ έγκειται ο βαθύτερα κοινωνικός χαρακτήρας της τέχνης κι έτσι εξηγείται το γεγονός ότι τα γραφόμενά του αγγίζουν και τους αναγνώστες. Κι αλήθεια, ποια από τις εμπειρίες και τις φαντασιώσεις του ποιητή δεν αφορά ή δεν θα μπορούσε να αφορά άμεσα ή<br />
έμμεσα κι άλλους ανθρώπους; Έτσι όμως ο ποιητής και αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται.</p>
<p>Το ποίημα</p>
<p>Τα ποιήματα είναι ανταποκρίσεις σε επισκέψεις της ζωής: μνήμες βαθιές, λόγια και πράξεις, στιγμές και εικόνες, ακούσματα και διαβάσματα, φόβοι και όνειρα, προσδοκίες και διαψεύσεις, πίκρες και βάσανα. Κι όλα αυτά δεν είναι ανάγκη να αφορούν αυτόν που γράφει. Ο ποιητής, όπως και κάθε καλλιτέχνης, δεν είναι συχνά παρά ένας κλέφτης. Όλα αυτά όμως, δικά του και ξένα, τον αγγίζουν κι αν τον αγγίξουν βαθιά, αλλάζουν τον ψυχισμό του και τα πιο τυχερά γίνονται ποίημα. Αλλιώς παραμένουν αυτό που είναι<br />
ή γίνονται σκόνη κι έτσι χάνουν την ευκαιρία να ανθίσουν στα επόμενα βλέμματα.<br />
Τα ποιήματα, όσο να γεννηθούν, συμπεριφέρονται εγωκεντρικά. Το ποίημα δεν το επιλέγεις. Σε επιλέγει. Και γι’ αυτό αυθαιρετεί. Η ιδέα που θέλει σχήμα ποιητικό μπορεί να σε βρει οπουδήποτε και οποτεδήποτε σαν αδέσποτη σφαίρα. Δεν έχει μάτια, ώρες, τρόπους. Το κακό με το ποίημα είναι ότι, ενώ απαιτεί να το γράψεις, να του δώσεις ύπαρξη, αντιστέκεται στη γραφή, ίσως γιατί ποτέ δεν είναι σίγουρο για το μέλλον του εκτός φλέβας. Το καλό είναι ότι αυτή η συγκρουσιακή διαδικασία είναι συναρπαστική για τον δημιουργό, καθώς λέξη τη λέξη και φράση τη φράση χτίζει το σπίτι του επάνω στο χιόνι.<br />
Τα ποιήματα μοιάζουν με την όμορφη γυναίκα που πάγωσε στον καθρέφτη. Το τελειωμένο ποίημα θέλω να πω είναι μορφή λόγου που ποτέ δεν παλιώνει και δεν παλιώνει, γιατί χτίζεται με τρόπους γοητευτικούς και γιατί αυτό που μεταφέρει μας αφορά πάντα, χθες, σήμερα, αύριο.<br />
Τα ποιήματα δεν είναι η ζωή. Το χαρτί δεν είναι σώμα ούτε το μελάνι αίμα. Το ποίημα ψεύδεται, για να αποκαλύψει την αλήθεια &#8211; του δημιουργού βεβαίως. Είναι μια άλλη πραγματικότητα, πέρα από την τρέχουσα, στη δημιουργία της οποίας παρεμβαίνει δραστικά η αυθαιρεσία της φαντασίας και η σκοτεινότητα του ενστίκτου.</p>
<p>Και ο αναγνώστης</p>
<p>Άπαξ και το ποίημα φύγει από τα χέρια του δημιουργού, ανήκει στον ίδιο όσο και στους άλλους. Έτσι γίνεται κι αυτός αναγνώστης. Κατά συνέπεια παύει να έχει αποκλειστικά δικαιώματα επί του κειμένου πλην των πνευματικών. Ως προς το ζήτημα αυτό ο αναγνώστης πλεονεκτεί, γιατί μπορεί να κλείσει το βιβλίο και να το στείλει στα αζήτητα την κάθε στιγμή, να εγκρίνει ή να απορρίψει το έργο κατά το δοκούν. Ποιος θα τον εμποδίσει; Και δεν μιλώ για τον ανυποψίαστο αναγνώστη. Ο ενήμερος αναγνώστης είναι απαιτητικός. Δεν ανέχεται τον παραγκωνισμό ούτε την υποτίμηση της λογικής, αλλά διεκδικεί ρόλο στην προσέγγιση του ποιήματος. Δεν του αρκεί η πρόσληψη του αυτονόητου, που τον κουράζει και τον απωθεί, ούτε όμως κι ο ερμητισμός τον θέλγει, γιατί τον αφοπλίζει και τον βγάζει από το παιχνίδι. Θέλει ρωγμές κι αναπνοές ανάμεσα στους στίχους, θέλει σκιές πίσω από τις λέξεις, θέλει περιπέτεια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι προθέσεις του ποιητή, που άλλωστε είναι αβέβαιες ή ανεξιχνίαστες, αλλά η δική του και μόνο σύμπραξη στην παραγωγή του νοήματος. Και τη δυνατότητα αυτήν παρέχει ο αμφίσημος ή και πολύσημος χαρακτήρας της γραφής, που εξάπτει το ενδιαφέρον και τον ενεργοποιεί. Αυτό δεν σημαίνει πως το ποίημα μπορεί να εννοεί τα πάντα. Κάποια οριοθέτηση θα πρέπει να υπάρξει, για να μη χάσει το νόημά της ως κώδικας επικοινωνίας η ίδια η ποιητική γλώσσα. Κι αυτήν δεν είναι σε θέση να την κάνει ούτε ο ποιητής ούτε ο αναγνώστης, γιατί και οι δύο μπορούν να αυθαιρετήσουν λόγω προθέσεων, αλλά μονάχα το κείμενο, τα ίδια τα συμφραζόμενα του κειμένου. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν υπάρχουν δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις. Κανόνας της ζωής αυτός, αλλά, ως φαίνεται, και της τέχνης.</p>
<p>Επιμύθιο</p>
<p>Στο ερώτημα τι νόημα έχουν όλα αυτά θα μπορούσε να απαντήσει κανείς πως είμαστε άνθρωποι, δηλαδή αδύναμοι, και η ποίηση, η τέχνη γενικότερα, είναι ένας από τους τρόπους που επινοήσαμε, για να αντέξουμε την ύπαρξη και την ανυπαρξία μας.</p>
<h5><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ FACEBOOK</strong></h5>
<p>Δεν πρωτοτυπώ βέβαια, αν πω ότι η πλατφόρμα του facebook είναι χώρος προνομιακός για την ποίηση. Πρώτα πρώτα γιατί τα ποιήματα, ιδίως αυτά του καιρού μας, είναι συνήθως μικρά σε έκταση και διαβάζονται άνετα, αλλά και περισσότερο θα έλεγα από τις ίδιες τις συλλογές στις οποίες ενδεχομένως εμπεριέχονται. Και ύστερα γιατί το διαδίκτυο χρησιμοποιείται οπουδήποτε<br />
και οποτεδήποτε, συχνότερα μάλιστα στην παλάμη του κινητού, τόσο, που ενίοτε σκέφτομαι μήπως και η στενότητα του χώρου συνιστά μία από τις παραμέτρους που πριμοδοτούν τα μικροκείμενα. Τα εκτεταμένα ποιήματα δεν είναι εύκολα στην ανάγνωση. Αν ο χρήστης είναι κάποιας ηλικίας, εξοικειωμένος ήδη με τον έντυπο λόγο, κουράζεται να διαβάζει στην οθόνη, ενώ, αν είναι νεότερος, δεν έχει τον χρόνο ή και την υπομονή, ακόμα κι αν έχει τη διάθεση, μια και όλα γύρω του κινούνται με μεγάλες ταχύτητες.<br />
Όπως είναι εύλογο, τα αναρτώμενα ποιήματα είναι άπειρα και ποικίλλουν αισθητικά. Εδώ μπορεί να δει κανείς κείμενα παλαιότερων, καταξιωμένων από τον χρόνο ποιητών αλλά και κείμενα συγχρόνων αναμφίβολης αξίας, Ελλήνων και ξένων. Κείμενα επίσης νεοτέρων, οι οποίοι δείχνουν ενήμεροι και δημιουργούν ελπίδες για το μέλλον. Φυσικά θα δει και πολλά προβληματικά ή κι ανυποψίαστα, από τη στιγμή που ο καθείς έχει τη δυνατότητα να δημοσιεύει, κάτι άλλωστε που, τηρουμένων των αναλογιών,<br />
ισχύει και στον χώρο των εκδόσεων παρά το κόστος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ευθύνεται αφενός η αισθητική του γράφοντα και αφετέρου η ευκολία του μέσου, ενώ πίσω από όλα αυτά λανθάνει λίγο πολύ η ματαιοδοξία της αναγνώρισης, μια και η ποίηση μπορεί να μη διαβάζεται ευρέως, εξακολουθεί ωστόσο να διατηρεί το κοινωνικό της γόητρο.<br />
Άλλοτε, για να δημοσιεύσεις, στα έντυπα μέσα τότε, μεσολαβούσε κάποιο φίλτρο, η ματιά του εκδότη ή της συντακτικής επιτροπής, ενώ εδώ εκλείπει η ασφαλιστική δικλείδα. Βέβαια ένας έλεγχος μπορεί να ασκείται και στο διαδίκτυο, αν πρόκειται για έγκυρα περιοδικά και ιστότοπους, αλλά είναι τόσος ο ανταγωνισμός, η συχνότητα των δημοσιεύσεων και η άνεση χώρου, ώστε να αμβλύνονται σε έναν βαθμό τα κριτήρια επιλογής. Την ίδια στιγμή<br />
δεν κάνουν μικρότερο κακό στον γράφοντα οι άμετροι έπαινοι, οι ανταποδοτικές φιλοφρονήσεις και η συμβατική ευγένεια γνωστών και φίλων, στοιχεία που καλλιεργούν τις ψευδαισθήσεις και ενδυναμώνουν την τάση δημοσίευσης.<br />
Η κατάσταση αυτή μπορεί να υπήρχε και άλλοτε, γιατί, εδώ που τα λέμε, ούτε και τότε όλα τα έντυπα ήταν εγνωσμένης αξίας και απαλλαγμένα από ιδιοτέλειες. Σήμερα όμως έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις λόγω της εύκολης πρόσβασης στο μέσο αλλά και της εκτεταμένης εγγραμματοσύνης. Δεν μας μένει παρά να εμπιστευθούμε τον «γυμνασμένο νου», όπως αποκαλούσε ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος τον ενήμερο αναγνώστη, τον κριτικό κι ακόμα, τον αδυσώπητο χρόνο. Εγκυμονεί μήπως το φαινόμενο<br />
κινδύνους για την ποίηση; Κάθε άλλο.<br />
Αν θέλουμε να είμαστε μέσα στον καιρό μας, θα πρέπει να δεχτούμε ότι η τεχνολογική εξέλιξη δεν έχει επιστροφή, πως τα πράγματα έχουν πάρει τον δρόμο τους και κανείς δεν έχει το δικαίωμα ή τη δύναμη ούτε βεβαίως και τη θέληση να τα ελέγξει. Αλώστε στην τέχνη δεν υπάρχουν, δεν πρέπει να υπάρχουν, χωροφύλακες. Και ευτυχώς. Ο μόνος που μπορεί να έχει λόγο σε<br />
όσα ποστάρει είναι η αισθητική του καθενός. Από κει και πέρα τα αξιόλογα κείμενα δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο και οι ώριμοι αισθητικά άνθρωποι, γράφοντες κι αναγνώστες, ξέρουν να ξεχωρίζουν την ήρα από το στάρι. Και σε τελευταία ανάλυση ο μυημένος στην ποίηση κινδυνεύει πολύ λιγότερο να φθαρεί από το κακό ποίημα από όσο να βελτιωθεί ο μη μυημένος από το καλό.</p>
<h5><strong>Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΑΤΙ</strong></h5>
<p>Αν πεις κάτι και το πεις καλά,<br />
θα το λες σε πολλούς σε πολλές εποχές.<br />
Β.Π.</p>
<p>Μιλούσαν για ποίηση, όταν κάποια στιγμή λέει εκείνη:</p>
<p>Ωραία και η τεχνική, μα προτιμώ την Τέχνη. Και η Τέχνη έχει μέσα της αλήθεια. Όχι, δεν υπάγεται -δεν πρέπει- η Τέχνη στην τεχνική αλλά το αντίστροφο.</p>
<p>Και απαντά εκείνος:</p>
<p>Η άποψή σου δίνει την εντύπωση πως μπορούμε να διαχωρίσουμε Τέχνη και τεχνική, μια και προτιμάς την πρώτη από τη δεύτερη. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει Τέχνη χωρίς τεχνική, εφόσον Τέχνη συνιστά μονάχα το τελειωμένο έργο. Ουσιαστικά λέμε το ίδιο πράγμα, αλλά με μια αθέλητη παρανόηση. Όταν εσύ λες πως προτιμάς την Τέχνη από την τεχνική και πως η τεχνική πρέπει να υπάγεται στην Τέχνη, νομίζω πως υπονοείς ότι προέχει η έμπνευση, η αρτεσιανή ανάδυση του αισθήματος. Κι όταν εγώ λέω πως δεν υπάρχει Τέχνη χωρίς τεχνική, δίνεται η εντύπωση πως παραμερίζω την έμπνευση. Παρεξήγηση. Και εξηγούμαι.<br />
Ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει έμπνευση, αυτή η φουσκονεριά της ψυχής, ας πούμε για λόγους οικονομίας, η οποία σε μια πρώτη φάση διεκδικεί απλώς την καταγραφή της και δεν πολυνοιάζεται για την εκφραστική της απόδοση. Έμπνευση ναι. Αλλά είναι τόσο σπάνιες οι περιπτώσεις που ένα ποίημα δίνεται ολοκληρωμένο εξαρχής, ώστε δεν αξίζει να μας απασχολεί ιδιαίτερα. Αν συμβεί, έχει καλώς, αλλά και τότε δεν λείπει η τεχνική. Πώς να διαχωρίσεις τις δύο σελίδες στο ίδιο φύλλο; Απλώς είναι τόσο ακριβής η<br />
συναρμογή της τεχνικής με την ιδέα, ώστε να απαλείφεται κάθε δυσαρμονία και να μην τίθεται ζήτημα. Κατά κανόνα όμως δεν συμβαίνει κι όσοι γράφουν το γνωρίζουν καλά. Η πρώτη γραφή δεν είναι και η τελευταία, πράγμα που σημαίνει πως η έμπνευση πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο, να υπαχθεί στους κανόνες της τέχνης και οι κανόνες, ως γνωστόν, απαιτούν πειθαρχία κι αυτοσυγκράτηση. Αυτός προφανώς είναι ο λόγος που ο σεφερικός «Βασιλιάς<br />
της Ασίνης» χρειάστηκε έξι σχεδιάσματα, πριν πάρει την οριστική του μορφή, όπως έδειξε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης («Ο βασιλιάς της Ασίνης». Η ανασκαφή ενός ποιήματος, 1986).<br />
Με άλλα λόγια, μετά την πρώτη γραφή απαιτείται το λάξεμα, η επεξεργασία, που μαζί με την έκφραση βαθαίνει και όψεις του θέματος και που μάλιστα, αν η ζωή μας δεν ήταν πεπερασμένη, δεν θα τέλειωνε ποτέ. Ή, κατά την αφοριστική διατύπωση του Κώστα Μαυρουδή: «Καμιά γραφή δεν είναι η τελευταία, κάθε κείμενο απαιτεί να αρτιώνεται επ’ άπειρον» (Το αλάτι του Bad Ischl, 2022, σ. 185). Κι απόδειξη περιφανής τα Αυτόγραφα του Σολωμού, που πρωτοδημοσίευσε ο Λίνος Πολίτης (Α&#8217;-Β&#8217;, 1964). Μονάχα που η επεξεργασία αυτή δεν μπορεί να γίνει χωρίς έμπνευση. Συνεπώς, όταν εγώ λέω πως η Τέχνη είναι τεχνική, αυτό απλώς εννοώ, πως το ολοκληρωμένο έργο είναι αποτέλεσμα της εμπνευσμένης επεξεργασίας κι όχι μιας ξερής τεχνοκρατικής αντίληψης, που εξαχνώνει τη δροσιά της πρώτης στιγμής. Και ασφαλώς στη φάση αυτήν η λογική έχει τον σημαντικό της ρόλο, κάτι που η πρωταρχική γραφή μπορεί να μην υπολογίζει. Εξού προφανώς και οι ποιητές, πολλοί ποιητές τέλος πάντων, θεωρούν το ποίημα κατασκευή.<br />
Έχω μάλιστα υπόψη μου την περίπτωση του Κλείτου Κύρου, που ονομάζει μια επιλογή ποιημάτων του Κατασκευές (Οι κατασκευές 1949-1979, 1980).<br />
Κι εσύ εικάζω κάτι ανάλογο εννοείς, όταν βάζεις την Τέχνη πριν από την τεχνική. Αν είναι έτσι, ασφαλώς και προηγείται η έμπνευση, η σπίθα που ανάβει τη φωτιά, μόνο που και τότε με μια τεχνική συμφύεται, ενώ συχνά, καθώς προείπα, δεν δίνει από μόνη της την τελική μορφή του καλλιτεχνήματος. Τι θα ήταν ο πηλός δίχως το άγγιγμα του αγγειοπλάστη, που τον κάνει κανάτι; Γι’ αυτό κι ακολουθεί η επεξεργασία, φάση επίσης γοητευτική της δημιουργίας, η οποία δεν στοχεύει παρά στο αποτελεσματικότερο συνταίριασμα ιδέας και γλώσσας, αυτό που σε τελευταία ανάλυση καταφέρνει να συγκινεί νου και ψυχή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ</strong><br />
<strong>Λογοτέχνες και γραφές (2022)</strong></h4>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Untitled.FR12-1.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18152 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Untitled.FR12-1.jpg" alt="" width="351" height="519" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Untitled.FR12-1.jpg 433w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/Untitled.FR12-1-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<h6><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΘΑΝΑΣΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h6>
<p>Τα κριτικά και φιλολογικά κείμενα που περιλαμβάνει η έκδοση αυτή αναφέρονται κατά βάση σε δημιουργούς της μεταπολεμικής περιόδου και παρουσιάστηκαν σε ποικίλες εκδηλώσεις ή/και δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά, έντυπα ή διαδικτυακά, από το 2005 ως το 2021. Η εκπόνησή τους έχει να κάνει βέβαια με τις αισθητικές μου προτιμήσεις, αλλά συχνά και με τις επαγγελματικές μου ανάγκες ή με αφιερώματα περιοδικών.<br />
Ως προς τα θέματα και τους τρόπους η γκάμα είναι μεγάλη. Άλλα συνιστούν συνολικές, συνοπτικότερες ή μη, θεωρήσεις ποιητών και πεζογράφων κι άλλα κρίνουν βιβλία ή διερευνούν επιμέρους όψεις του corpus και της δραστηριότητας συγκεκριμένων συγγραφέων, ενώ μερικά, από την άποψη της μορφής, ακολουθούν τον τρόπο των σημειώσεων. Και είναι αυτή εν γένει η ποικιλία που δεν επέτρεψε στα ενλόγω κείμενα να ενταχθούν στις προηγούμενες δοκιμιακές μου εκδόσεις, πέρα βέβαια από ορισμένα που<br />
γράφτηκαν αργότερα. Γι’ αυτό άλλωστε και η παράθεσή τους εδώ αποφεύγει τις όποιες ομαδοποιήσεις και ακολουθεί τον χρόνο της δημοσίευσης, κάτι που απηχεί ενγένει και τις πραγματικές συνθήκες της γραφής τους.<br />
Πρόκειται εντέλει για μια έκδοση η οποία, χάρη στη γραμματολογική και θεματική της ποικιλομορφία αλλά και χάρη στην έκταση των κειμένων και τον τρόπο γραφής, θυμίζει φιλολογικό και κριτικό καλειδοσκόπιο κι από την άποψη αυτήν το συνολικό αποτέλεσμα θα μπορούσε εικάζω να έχει ένα ενδιαφέρον για τον αναγνώστη.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΝΟΧΕΣ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong><br />
<strong>ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</p>
<p>Όπου να γυρίσω, με σκοτώνει το παράπονό σας:<br />
Δημάς με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα.<br />
(«Δη μάς», Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950-1951) .</p>
<p>Είναι κοινός τόπος πως στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου η φέρουσα βάση της θεματολογίας της είναι ο ιδιότυπος έρωτας. Πρόκειται για ένα αίσθημα μη αποδεκτό από τον κοινωνικό περίγυρο της Θεσσαλονίκης του 1950, όταν εμφανίζεται η πρώτη συλλογή του ποιητή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950). Περίγυρο που είναι διαποτισμένος από τον λόγο της Εκκλησίας, η οποία καταδικάζει, ως γνωστόν, τις ερωτικές ανάγκες του σώματος και προπάντων τον αποκλίνοντα ερωτισμό. Στενά δεμένος με τα κατηχητικά σχολεία της Κατοχής και του Εμφυλίου ο Χριστιανόπουλος, είναι φυσικό να επηρεάζεται καθοριστικά από τη χριστιανική αντίληψη για τον έρωτα και να βιώνει εναγώνια τη σύγκρουση σώματος και πνεύματος, ερωτικής επιθυμίας και χριστιανικής πίστης, σύγκρουση που τον οδηγεί στις ενοχές και τις τύψεις. «Ο διχασμός αυτός», γράφει ο Μανόλης Λαμπρίδης, «δίνει έναν τόνο βαθύτατα τραγικό στις εξομολογήσεις του ποιητή καθώς τον στροβιλίζει μέσα στην κόλαση των τύψεων.» (Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του, 2003, σ. 83) Τέτοιες ενοχές βέβαια δεν έχει ο Καβάφης, ο πρώτος από τους δασκάλους του Χριστιανόπουλου, μια κι εκείνος ξεκινά από την αρχαιοελληνική αντίληψη για τον έρωτα, η οποία λατρεύει το σώμα και είναι απαλλαγμένη από απαγορεύσεις και ηθικά προτάγματα.<br />
Ο φόβος μήπως αποκαλυφθούν οι αμαρτωλές, κατά τη χριστιανική αντίληψη, ροπές του ποιητή είναι αυτός που τον ωθεί στη χρήση των μυθικών, βιβλικών και μη, προσωπείων, τα οποία αξιοποιεί εκτεταμένα η Εποχή των ισχνών αγελάδων. Τα πρόσωπα της Εποχής ζουν έντονα τη βασανιστική αντίφαση ανάμεσα στην πίστη και τον έρωτα, στη χριστιανική και την κοσμική ζωή,<br />
κι αυτό εκφράζεται στο ποίημα άλλοτε υπαινικτικότερα κι άλλοι πιo έκδηλα. Έτσι ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, μιλώντας στον Θεό, αποσιωπά τον έρωτά του για τον δούλο του Αντώνιο. Η Μαγδαληνή κινείται ανάμεσα στον ακόλαστο βίο και την πίστη του Χριστού. Η Μαρία η Αιγύπτια δεν μπορεί να ξεχάσει το ρεμπέτικο τραγούδι μες στον ασκητισμό της. Η αγία Αγνή ζητάει από τον<br />
άγιο Σεβαστιανό να μην ξεχάσει την επαφή των σωμάτων τους η στιγμή του μαρτυρίου. Ο ομιλητής της «Ιθάκης» δεν ξέρει αν έκανε καλά που απομακρύνθηκε από τη χριστιανική εγκράτεια. Στην πιο χαρακτηριστική περίπτωση ψυχικού διχασμού, ο Δημάς, γράφοντας στον Παύλο, βασανίζεται, μέσα στα μπαρ που τριγυρνά από την άρνηση του Χριστού κι από τη διαρκή νοσταλγία για την εν Χριστώ ζωή:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Όπου να γυρίσω, με σκοτώνει το παράπονό σας:<br />
Δημάς με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα.<br />
Κι όμως νιώθω παράταιρος μέσα στον κόσμο αυτό,<br />
σαν κλασική μουσική σε ταβέρνα.<br />
Κι όταν ανοίγω το αλμπούμ με τα εικόνια που μας κάμναν<br />
πλανόδιοι ζωγράφοι σ’ εξορμήσεις ιεραποστολικές,<br />
δεν ξέρω αν θα ’θελα να επιστρέφω, είναι τόσο οδυνηρή<br />
η εποχή της φρόνησης, θα ’θελα μόνο<br />
να ξεριζώσω με τα χέρια μου τη μνήμη.<br />
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε κάποια τάξη;<br />
Και πώς μες στ’ αδιέξοδο έξοδο να ’βρω;</p>
<p style="padding-left: 40px;">[«Δημάς», Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950-1951 &#8211;<br />
Ποιήματα, 42004 (1985)]</p>
<p>Όταν όμως ο ποιητής αποδεσμεύεται από τη χριστιανική ηθική, πράγμα που συμβαίνει από τα Ξένα γόνατα και ύστερα (1954) -για την ακρίβεια από το τελευταίο ποίημα της Εποχής «Περιστατικό στην Αθήνα»-, τότε εξαλείφεται και η εσωτερική σύγκρουση, ενώ πέφτουν τα προσωπεία και καταρρέει η σκηνοθεσία του μύθου. Ήταν λοιπόν η πίστη το πρόβλημα, όπως γράφει κι ο ίδιος: Αν δεν είχαμε πίστη, θα ζούσαμε δίχως ενοχή («Άνθρωποι της Λαοδίκειας», Εποχή των ισχνών αγελάδων). Για την εξέλιξη αυτήν παρατηρεί ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «Το στάδιο των ενδοιασμών και των τύψεων έχει ολόκληρο διανυθεί. Στην πάλη του ενστίκτου και της συνείδησης φαίνεται πια να επικράτησαν οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής.» (Για τον Χριστιανόπουλο, ό.π., σ. 108) Τη θέση των προσωπείων παίρνει πια το πρόσωπο, το ένα και ενιαίο πρόσωπο, που μιλάει από ποίημα σε ποίημα, τη θέση του καμουφλαρισμένου λόγου η ανοιχτή, μανιώδης αναζήτηση του ερωτικού συντρόφου, οι συναλλακτικές σχέσεις εραστή-ερωμένου, η πρόκληση απέναντι<br />
σε έναν περίγυρο που αρνείται την ετερότητα και κατατρέχει τον άλλο. Ενώ όμως έχει εκλείψει η ενοχή της αμαρτίας, αναφύονται άλλες εκδοχές ενοχής, περιφερειακές βέβαια, αλλά εκκινούν κι αυτές από το ερωτικό πεδίο και σ’ αυτό επιστρέφουν. Η πρώτη συναρτάται με την αντίθεση πλήρωσης-στέρησης.<br />
Στο ποίημα «Ενός λεπτού σιγή» ο απρόσωπος ομιλητής παρεμβαίνει ανάμεσα σ’ εκείνους που έχουν βρει το ταίρι τους και στους άλλους που ζουν την αγωνία της ένδειας, για να θυμίσει στους πρώτους πως θα πρέπει να αισθάνονται κάποια ενοχή μες στην ευδαιμονία τους, να θυσιάσουν, με άλλα λόγια, ένα κομμάτι από την ευτυχία τους για τους ερωτικά στερημένους:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας<br />
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,<br />
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,<br />
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,<br />
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,<br />
έστω και μια φορά;<br />
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή<br />
για τους απεγνωσμένους;</p>
<p style="padding-left: 40px;">(Ανυπεράσπιστος καημός, 1955-1970 &#8211; Ποιήματα, ό.π.)</p>
<p>Σε ένα άλλο ποίημα, «Οι δράκοι», ο απρόσωπος και πάλι ομιλητής από τη<br />
μια επικρίνει τους εραστές που ανύποπτοι χαίρονται τον έρωτά τους και δε σκέφτονται διόλου τους στερημένους κι από την άλλη δείχνει βαθιά κατανόηση για κείνους που αναγκάζονται να συμπεριφέρονται έκνομα, αδυνατώντας να κορέσουν νομίμως το πάθος τους. Ο τρόπος που σκέφτεται είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για την αλληλεγγύη που πιστεύει ότι πρέπει να επιδεικνύεται προς τους απεγνωσμένους. Προφανώς εκείνος γνωρίζει πολύ καλά τι θα πει ανάγκη και πόσο εύκολα, από τη μια στιγμή στην άλλη, μπορεί να βρεθεί κανείς στη θέση του στερημένου:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ω τρυφεροί εραστές, που αμέριμνοι οδεύετε<br />
έξω απ’ τα προάστια, σ’ αισθηματικές ερημιές,<br />
όπου η νύχτα συνάζει με στοργή τα ζευγαράκια της,<br />
μακριά από τα μάτια των κακών ανθρώπων</p>
<p style="padding-left: 40px;">ω τρυφεροί εραστές, που ανύποπτοι γέρνετε<br />
στις απαλές περιπτύξεις της αγαπημένης<br />
κι ο κόσμος σάς φαίνεται εύκολος διαμέσου του έρωτα,<br />
χωρίς ούτε μια στιγμή να σκεφτείτε τους στερημένους·</p>
<p style="padding-left: 40px;">ω τρυφεροί εραστές, δυο βήματα πίσω απ’ την πλάτη σας<br />
ελλοχεύει εκείνος που δε γνώρισε ποτέ την τρυφερότητα,<br />
καραδοκώντας τους ανυποψίαστους σπασμούς σας<br />
να εγκαινιάσει κι απόψε την αποκτήνωσή του.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ω τρυφεροί εραστές, μετά την πρωινή νεκροψία<br />
ποιος θα βρεθεί να σας εξηγήσει τι άραγε θέλουν<br />
κι επιτίθενται έτσι αποτρόπαια οι στερημένοι,<br />
γιατί πληθαίνουν επικίνδυνα οι δράκοι;</p>
<p style="padding-left: 40px;">(Ο αλλήθωρος, 1949-1970 &#8211; Ποιήματα, ό.π.)</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΡΙΤΣΟ</strong></h5>
<p>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</p>
<p style="padding-left: 160px;">Η μεγάλη ανάσα</p>
<p style="padding-left: 160px;">Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος<br />
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,<br />
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.<br />
(«Το νόημα της απλότητας», Παρενθέσεις, 1961)</p>
<p>Εκατό χρόνια από τη γέννησή του (1909) και κοντά είκοσι από τον θάνατό του (1990) ο Γιάννης Ρίτσος, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 1930 και της νεοελληνικής ποίησης γενικότερα, μας προσκαλεί και μας προκαλεί ταυτόχρονα να ξαναδούμε το έργο του και να ελέγξουμε, πιο ψύχραιμα αυτήν τη φορά, την ευστάθεια των ποιητικών του κατασκευών. Πρόκειται για έργο ογκώδες, που δεν έχει το όμοιο του στη νεοελληνική ποίηση: πάνω από εκατό συλλογές και συνθέσεις, εννιά πεζογραφήματα, τέσσερα θεατρικά, μελέτες για ομότεχνους, μεταφράσεις. Μόνο τα ποιήματα καταλαμβάνουν δεκατέσσερις μεγάλους τόμους. Γιατί η ποίηση για τον Ρίτσο είναι κυριολεκτικά μια χειρωνακτική εργασία. Δεν υπάρχει μέρα που να μη γράφει: «Η τέχνη», λέει σε επιστολή του προς τον Πέτρο Ανταίο (31-7-1958), «δεν είναι κέφι αργόσχολων ούτε πάρεργο. Είναι ολόκληρη ευθύνη.» [περ. Διαβάζω 412 (Νοέμβριος 2000) 38-39] Πώς όμως δομήθηκε αυτό το ποιητικό έργο και με ποιους όρους; Επιμερίζω τις απαντήσεις μου τε πέντε παρατηρήσεις.</p>
<p>1η. Η βασανισμένη ζωή. Γεννημένος στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909 ο Γιάννης Ρίτσος από αρχοντική οικογένεια, που όμως ρήμαξε οικονομικά στη δεκαετία του ’20, δοκιμάζει διαρκείς στερήσεις και γνωρίζει όλες τις όψεις του θανάτου:<br />
1921 Πεθαίνουν από φυματίωση ο αδερφός του και η μητέρα του<br />
1926 Ο ποιητής προσβάλλεται από την ίδια ασθένεια<br />
1927-30 Νοσηλεύεται στο σανατόριο της Αθήνας «Σωτηρία» κυρίως και σε σανατόρια των Χανιών<br />
1932 Ο πατέρας του εισάγεται στο Δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί)<br />
1937-39 Νοσηλεύεται στο ίδιο νοσοκομείο η αδερφή του Δούλα<br />
1938 Πεθαίνει ο πατέρας στο Ψυχιατρείο<br />
1948- 49 Ο ποιητής εξορίζεται για τις ιδέες του στο Κοντοπούλι της Λήμνου<br />
1949- 50 Μακρόνησος<br />
1950- 52 Αϊ-Στράτης<br />
1967- 68 Εκτόπιση από τη δικτατορία του ’67 στη Γυάρο και στο Παρθένι της Λέρου<br />
1968- 70 Κατ’ οίκον περιορισμός στο Καρλόβασι Σάμου</p>
<p>Γράφει ο Γιώργος Βελουδής, παίρνοντας υπόψη και το ευρύτερο<br />
ιστορικό περιβάλλον της εποχής:</p>
<p>Ο θάνατος, όπως τον είχε πραγματικά γνωρίσει ο Ρίτσος, περιφερόταν στους θαλάμους των λαϊκών σανατορίων, εισέδυε στις τρώγλες των εργατικών συνοικισμών, χτυπούσε τις μπότες του στους δρόμους της κατεχόμενης πατρίδας, παρέτασσε τα εκτελεστικά του αποσπάσματα μπροστά στους συναγωνιστές του στα σκοπευτήριο ή ακόνιζε το δρεπάνι του στους κίονες του “Νέου Παρθενώνα” της εξορίας του. Η φυσική του θανάτου είχε αποδειχτεί για το Ρίτσο ισχυρότερη κι οδυνηρότερη απ’ τη μεταφυσική του.</p>
<p>(Γιάννη Ρίτσου Επιτομή. Ιστορική ανθολόγηση του ποιητικού του έργου,<br />
1977, σ. 20-211)</p>
<p>Αυτές οι εμπειρίες, σε συνδυασμό με τη μαρξιστική ιδεολογία, την κατεξοχήν ιδεολογία αυτού του κόσμου, ερμηνεύουν βασικές επιλογές του ποιητή, θεματικές και τεχνοτροπικές, αλλά και την πρόσδεσή του στην κοινότητα των συντρόφων, πρόσδεση που αφόπλισε τον κριτικό του λόγο ως διανοούμενου απέναντι στις δραματικές εξελίξεις του εγχώριου και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.</p>
<p>2η. Το ιδιωτικό και το δημόσιο. Ο Ρίτσος δεν είναι η μόνη περίπτωση πολίτη που ταύτισε ιδιωτικό και δημόσιο χώρο στην τελευταία π.Α. εκατονταετία, όπως ονόμασε τον αιώνα του στην ποιητική σύνθεση του 1942. Ενταγμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα πριν από τον Β&#8217; Παγκόσμιο Πόλεμο (1934), ακολουθεί σαν σκιά, όπως χιλιάδες σύντροφοι, τη μοίρα του κινήματος, που είναι συνυφασμένη με τη μοίρα του τόπου, τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση, κυρίως στην πτώση, τότε που δοκιμάζονται οι αντοχές των ανθρώπων. Δεν είναι πράγματι μοναδική η περίπτωσή του από την άποψη αυτήν. Είναι όμως μοναδική εκδοχή ποιητή που ταύτισε τόσο απόλυτα την τέχνη του με την πορεία του αριστερού κινήματος και τους αγώνες του λαού του. Θέτοντας την ποίηση στην υπηρεσία της Επανάστασης, είναι υποχρεωμένος να αποκρίνεται στα μείζονα γεγονότα του καιρού του, είτε για τον Μάη του ’36, την Κατοχή και τον Εμφύλιο πρόκειται είτε για την εκτέλεση του Μπελογιάννη, τις εξορίες και τη δικτατορία του ’67. Έτσι όμως οδηγείται σε μια ποίηση μονοδιάστατη και εξωστρεφή, γιατί βέβαια η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ ευρύτερη από την πολιτική ζωή. Κι αυτό το ξέρει πολύ καλά.</p>
<p>3η. Οι δύο εκδοχές της ποιητικής. Η δυσχέρεια που ανακύπτει από την ταύτιση ιδιωτικού και δημόσιου χώρου είναι χαρακτηριστική. Από τη μια οι κοινωνικοοικονομικές και οι πολιτικές ανάγκες του ανθρώπου, που πρέπει να υπηρετηθούν με την τέχνη, αλλά οδηγούν στο συχνά εύκολο, επικαιρικό ποίημα, στο «ποίημα-σημαία», κι από την άλλη, ο έρωτας και η μοναξιά, ο ιδεολογικός σκεπτικισμός, ο χρόνος και η φθορά, ο θάνατος, ανάγκες που βγάζουν σε ποιήματα υψηλής αισθητικής, όπως οι δραματικοί μονόλογοι της Τέταρτης διάστασης [Ποιήματα, 1956-1972, τ. ΣΤ&#8217;, 81979 (1972)]. Μην μπορώντας να διαλέξει ο ποιητής, τα κάνει και τα δύο, γιατί τα πιστεύει κι όχι γιατί του επιβάλλονται. Και στις δύο περιπτώσεις κάποιους ενοχλεί, τους συντρόφους, που δεν τον παρακολουθούν στα υπαρξιακά του ποιήματα, και τους απέναντι, που αποστρέφονται τα πολιτικά. Θα πάρει χρόνια να κερδίσει ολόκληρος την αποδοχή τόσο από τους πρώτους όσο κι από τους δεύτερους. Οι τελευταίοι μάλιστα, στενόκαρδοι και στενόμυαλοι, μόλις το 1956 θα ευδοκήσουν να του δώσουν, και πάλι μόνο το μισό, Κρατικό βραβείο ποίησης:</p>
<p style="padding-left: 40px;">ύστερα βλέπεις φοβόμουνα αυτή τη ρυθμική αλληλουχία<br />
έπρεπε διαρκώς ν’ αλλάζω θέση για να ’μαι πάντα παρών<br />
συμφωνώντας με τις ιστορικές αλλαγές ανανεώνοντας τα είδη της κουζίνας<br />
συμβαδίζοντας με τη μόδα των νέων πανωφοριών κρατώντας φυσικά κι εκείνο το βαρύ κασκόλ απ’ τ’ αλεξίπτωτο του ρώσου αεροπόρου στο χιονισμένο οροπέδιο απ’ τα χρόνια της κατοχής<br />
και κείνη τη δακτυλογραφημένη απόφαση της παράνομης κομματικής συνεδρίασης όπου<br />
με αδελφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι<br />
ότι τα νέα ποιήματά μου διανθίζονται από κάποιες τάσεις μετάφυσικής<br />
κι εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός πολύ<br />
βαθύτερου ρεαλισμού<br />
περίπου σαν εκείνον του Ζντάνωφ αλλά μαζί και με τις καταδικασμένες γάτες της Αχμάτοβα<br />
θαρρώ ήταν μαύρες καθόνταν πεινασμένες πίσω απ’ τα τζάμια<br />
και κοιτούσαν τα παγωμένα νερά του Νιέβα ή του Μόσκβα δεν καλοθυμάμαι<br />
με δυο μάτια πλατιά σαν δυο παγωμένους αιώνες</p>
<p style="padding-left: 40px;">(Το τερατώδες αριστούργημα, 1977)</p>
<p>4η. Οι τρόποι. Ο Ρίτσος είναι ανοιχτός σε όλα τα καλλιτεχνικά ρεύματά, ανοιχτός σε όλους τους μορφολογικούς τρόπους που μπορούν να δώσουν καλά ποιήματα. Απορροφά τα πάντα κι αλέθει κι πάντα. Οι πειραματισμοί του ατέλειωτοι ως το τέλος της ζωής του. Ο έμμετρος στίχος κι ο ελεύθερος στίχος. Ο ολιγοσύλλαβος κι ο πολυσύλλαβος. Το κρυπτικό ποίημα και το διάφανο ποίημα. Το μικρό ολιγόστιχο και το μεγάλο πολύστιχο. Η μικρή και η μεγάλη ανάσα, προπάντων η μεγάλη, η οποία του επιτρέπει να αναδείξει όλα τα χαρίσματα του λόγου του. Ποιητής της έκτασης και ποιητής του βάθους. Επικός και λυρικός, ανανεωτής της παράδοσης και μοντερνιστής, ρεαλιστής και συμβολιστής, με έξοχες υπερρεαλιστικές απογειώσεις, υψηλόφωνος και χαμηλόφωνος· αυτό προπάντων: ο απλός, οικείος τόνος της καθημερινής κουβέντας. Τρόποι βέβαια που επιβάλλονται κάθε φορά από τα θέματα, από τους λαϊκούς αγώνες και τη δημόσια δράση αλλά κι από τις στιγμές του ιδιωτικού βίου και τις οντολογικές ανησυχίες. Κι όλα αυτά με μια αρετή ασυνήθιστη στη νεωτερική μας ποίηση, τη σαφήνεια της έκφρασης. Δεν είναι απλό πράγμα να κάνεις υψηλή ποίηση με όρους διαύγειας. Αυτό το καταφέρνει ο Ρίτσος, γιατί πατάει γερά τη γη, στις επώδυνες εμπειρίες, κι έτσι στίχος και σκέψη αναβλύζουν από τις ρωγμές του δικού του σώματος:</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αναγκαία εξήγηση</p>
<p style="padding-left: 40px;">Είναι ορισμένοι στίχοι -κάποτε ολόκληρα ποιήματα-<br />
που μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν. Αυτό που δεν ξέρω<br />
ακόμη με κρατάει. Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς. Μη με ρωτάς.<br />
Λεν ξέρω σου λέω.<br />
Δυο παράλληλα φώτα<br />
απ’ το ίδιο κέντρο. Ο ήχος του νερού<br />
που πέφτει, το χειμώνα, απ’ το ξεχειλισμένο λούκι<br />
ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει<br />
από ’να τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο<br />
αργά αργά ένα ανοιξιάτικο απόβραδο<br />
σαν το λυγμό ενός πουλιού. Δεν ξέρω<br />
τι σημαίνει αυτός ο ήχος· ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι.<br />
Τ’ άλλα που ξέρω σ’ τα εξηγώ. Δεν το αμελώ.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΕΡΡΥΘΜΕΣ ΦΟΡΜΕΣ ΤΟΥ ΗΡΩΙΚΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ</strong></h5>
<p>Δημήτρης Κόκορης, Ο Καζαντζάκης ως ποιητής. Φιλοσοφική διάσταση, ρυθμική έκφραση, κριτική πρόσληψη Πεδίο, Αθήνα 2020</p>
<p>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Αφιερώνονται οι στίχοι τούτοι στις δυο ανώτατες λέξες που<br />
έπλασε ως τώρα η περηφάνια κι η παληκαριά τον ανθρώπου<br />
DESPERADO,NADA [= Απελπισμένος, Τίποτα],<br />
(Από την εισαγωγή στις Τερτσίνες, 1900)</p>
<p>Ο Δημήτρης Κόκορης (Πειραιάς, 1963), αναπληρωτής καθηγητής της Νεοελληνικής Γραμματείας στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ, έχει ασχοληθεί κι άλλες φορές με όψεις του καζαντζακικού έργου, μόνο που αυτήν τη φορά επιλέγει μία από τις βασικές διαστάσεις του, την ποιητική, και της αφιερώνει ολόκληρη έκδοση. Μετά την εισαγωγή και πριν από τον επίλογο κι κύριο μέρος του πονήματος αναπτύσσεται σε έξι άξονες: Τα πρώιμα ποιήματα, Salvatores Dei. Ασκητική, Τα ποιητικά δράματα, Οι ποιητικές μεταφράσεις, Οδύσσεια, Τερτσίνες. Η μελέτη κλείνει με εκτενή βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.<br />
Εισαγωγικά ο Κόκορης διατρέχει την ποιητική πορεία του συγγραφέα, την οποία όμως βλέπει συναρτημένη με τις διαρκείς και διακαείς φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Η ρυθμικότητα εν προκειμένω δεν εντοπίζεται μονάχα στις καθαρές ποιητικές φόρμες αλλά και σε δράματα ή και στην Ασκητική, η οποία εντάσσεται συνήθως στη λυρική πεζογραφία. Η αξιοποίηση των έμμετρων μορφών δεν μπορεί ασφαλώς να διαχωριστεί από τις έντονες φιλοσοφικές και<br />
μεταφυσικές ανησυχίες, έτσι που δεν είναι άστοχο να αναγνωρίζεται ο Καζαντζάκης ως ποιητής διανοητικός. Η ανάγκη μετάδοσης αυτών των ανησυχιών οδηγεί σε φόρμες παραδοσιακές, οι οποίες απέχουν από τις μεσοπολεμικές εξελίξεις, που διασπούν την έλλογη αλληλουχία. Με δεδομένη όμως την αναβίωση των παραδοσιακών μορφών στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα, ο φιλόλογος πιστεύει πως έχει ωριμάσει πια «μια επανεκτίμηση της ποίησης του Καζαντζάκη και ένας βαθμός εμβάθυνσης στη φιλοσοφική της διάσταση, στη ρυθμική της δυναμική και στην κριτική<br />
της πρόσληψη» (σ. 27).</p>
<p>1. Τα πρώιμα ποιήματα. Τα πιο ενδιαφέροντα από τα ποιήματα αυτά είναι οχτώ πεζά και τέσσερα σονέτα. Τα πρώτα δημοσιεύονται στο περιοδικό Πινακοθήκη (1906-08) κάτω από τον τίτλο «Πεζά ποιήματα» και με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, που απηχεί επιδράσεις βουδιστικές και ινδουιστικές. Δεν πρόκειται ωστόσο για ποιήματα σε πεζό της εποχής μας, τα οποία κινούνται στο πλαίσιο της νεωτερικότητας, αλλά για πεζοτράγουδα, που διακρίνονται για το εξεζητημένο λεξιλόγιο, τις συμμετρικές εν γένει συντακτικές περιόδους και τις συναισθηματικές εντάσεις.<br />
Παράλληλα εμφανείς είναι οι πρώτες φιλοσοφικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη, οι οποίες αφορμώνται πρωτίστως από τον Νίτσε και τον Μπερξόν. Τα τέσσερα σονέτα πάλι δημοσιεύονται στο περιοδικό της Αλεξάνδρειας Γράμματα με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης (1914). Τα κείμενα αυτά ξεχωρίζουν για την τεχνική τούς συγκρότηση, αν και οι δεκατέσσερις στίχοι δε μοιράζονται σε στροφές. Τα τεχνοτροπικά τους γνωρίσματα επισημαίνονται επακριβώς από τον φιλόλογο, ενώ ανιχνεύονται επίσης οι φιλοσοφικές και οι διακειμενικές ωσμώσεις. Ωστόσο, καθώς οι φιλοσοφικές αγωνίες ασφυκτιούν στο περιοριστικό πλαίσιο των ποιημάτων, ο Καζαντζάκης θα στραφεί ακολούθως στο στοχαστικό δοκίμιο.</p>
<p>2. Salvatores Dei. Ασκητική. Ύστερα από μια σύντομη διερεύνηση των τριών στοχαστικών δοκιμίων σε στίχο-εδάφιο που πρώτη δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Αναγέννηση, ανοίγεται ο δρόμοι, για την Ασκητική, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας στο ίδιο έντυπο το 1927 και εκδόθηκε σε βιβλίο μόλις το 1945. Η κριτική, ενώ δεν παρέβλεψε τον λυρικό χαρακτήρα και τη ρυθμολογική σύσταση του έργου, η οποία αξιοποιεί και τον βιβλικό στίχο -εδάφιο, ωστόσο ως προς τη φιλοσοφική του διάσταση κινήθηκε σε δύο κατευθύνσεις. Οι κριτικοί του διαλεκτικού υλισμού επέκριναν την Αισθητική για τους μεταφυσικούς της τόνους και τις αντιμαρξιστικές θέσεις, ενώ άλλοι υπογράμμισαν το ιδεαλιστικό της υπόστρωμα και την εξύμνησαν. Όπως και να ’ναι, το έργο αυτό αποτελεί ένα μανιφέστο, στο οποίο «η φιλοσοφική κατάφαση της αρχικής μορφής ως προς την ανάληψη της “Υπέρτατης Ευθύνης“ μεταβάλλεται σε ηρωικό μηδενισμό στην οριστική μορφή με την υποδηλούμενη απόρριψη κάθε μεσσιανικού οράματος, εφόσον “το Ένα τούτο δεν υπάρχει!”» (σ. 93)</p>
<p>3. Τα ποιητικά δράματα. Εννιά είναι τα θεατρικά έργα που γράφτηκαν σε έμμετρο λόγο και άλλα τρία στηρίζονται κατά βάση στον στίχο-εδάφιο, ενώ σε όλα διαπιστώνεται η έλξη του συγγραφέα από ηρωικές μορφές του μύθου και της Ιστορίας. Εδώ βεβαιώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια ο ηρωικός άνθρωπος του Καζαντζάκη, εκείνος που, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο, επιδίδεται σε έναν τιτάνιο αλλά απελπισμένο αγώνα για την επιτέλεση τον μεγάλου καθήκοντος που έχει απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία. Η κριτική επισήμανε τις σκηνικές αδυναμίες των έργων και τον ποιητικό τους χαρακτήρα, αλλά διατύπωσε αντιφατικές, απόψεις για τη φιλοσοφική τους θέση. Οι αντιρρήσεις προήλθα και πάλι από τους οπαδούς των μεσσιανικών δογμάτων, τόσο μαρξιστικού όσο και του χριστιανικού. Η γνώμη του Κόκορη είναι πως τα έργα αυτά έχουν πράγματι δραματουργικές αδυναμίες και πως, μονάχα αν αναγνωστούν ως ποιήματα, μπορούν να αναδείξουν την όποια λογοτεχνική τους αξία και τη φιλοσοφική τους πορεία προς τον ηρωικό αλλά ανέλπιδο αγώνα.</p>
<p>4. Οι ποιητικές μεταφράσεις. Η μεταφραστική προσπάθεια του Καζαντζάκη αρχίζει με διαλόγους του Πλάτωνα (1912), για να περάσει κατόπιν σε μείζονα εν γένει έργα της ελληνικής και της αλλόγλωσσης γραμματείας. Από τους ξένους πρώτος προκρίνεται ο Μαγιακόφσκι χάρη στους υψηλούς τόνους και στο γεγονός ότι εξέφραζε μια ηρωική εποχή κατά την οποία επιχειρούνταν η αναδόμηση της ρωσικής κοινωνίας. Ο μεταφραστής τον αποδίδει ορθώς σημασιολογικά, αλλά τον παραποιεί ρυθμολογικά, εισάγοντας τον οικείο σ’ αυτόν στίχο-εδάφιο. Στη συνέχεια θα μεταφράσει τον Ισπανό ποιητή Χαθίντο Μπεναβέντε και άλλους ομοεθνείς του, καθώς και τον έγχρωμο Αμερικανό ποιητή Langston Hughes, ενώ ιδιαίτερα θα τον απασχολήσουν έργα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως η δαντική Θεία Κωμωδία και ο Φάονστ του Γκέτε, σε ένα βαθύτερο επίπεδο των οποίων διαβλέπει όψεις της δικής του φιλοσοφικής αντίληψης. Τέλος ενδιαφέρουσα είναι και η μετάφραση των ομηρικών επών, της Iλιάδας και της Οδύσσειας (1955, 1965), με τη συνεργασία του καθηγητή της κλασικής φιλολογίας Γιάννη Κακριδή, τα οποία αποδόθηκαν πιστά από την άποψη του νοήματος αλλά σε γλώσσα ιδιωματική και σε στίχο δεκαεφτασύλλαβο, δυσκίνητο για τα νεοελληνικά δεδομένα.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</strong><br />
<strong>ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1970</strong></h5>
<p>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</p>
<p style="padding-left: 240px;"><em>Στην οδό Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά—</em><br />
<em>Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών</em><br />
<em>Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως</em><br />
<em>Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από</em><br />
<em>τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε</em></p>
<p style="padding-left: 240px;"><em>(Μανόλης Αναγνωστάκης, «Θεσσαλονίκη,</em><br />
<em>Μέρες του 1969 μ.Χ.», Ο στόχος, 1971)</em></p>
<p>Η δεκαετία του 1970 αποδεικνύεται ιδιαίτερα γόνιμη και δημιουργική για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης τόσο αναφορικά με τους παλαιότερους πεζογράφους και ποιητές όσο και με τους νεότερους, αυτούς κατά βάση που θα αποτελέσουν τη γενιά του ’70. Οι τελευταίοι καθιστούν ενδιαφέρουσα τη δεκαετία και για έναν άλλο λόγο. Καθώς οι μετακινήσεις είναι συχνότερες και οι επαφές με τον έξω κόσμο ευκολότερες λόγω σπουδών και επαγγελματικών αναγκών, είναι φυσικό να υπόκεινται στα ίδια ερεθίσματα με τους άλλους δημιουργούς και να πληθύνονται οι ωσμώσεις, έτσι που η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης παύει πια να έχει τα κάποια ειδικά, δικά της χαρακτηριστικά και ενσωματώνεται στη λογοτεχνία της χώρας. Τόσο θεματολογικά όσο και μορφολογικά οι νέοι συγγραφείς, ποιητές κυρίως, δε διαφοροποιούνται σε τίποτα από τους συνομήλικους του κέντρου. Ακριβέστερα, διαμορφώνουν μαζί τους τόσο τους βασικούς θεματικούς πυρήνες της γενιάς τους (αμφισβήτηση των ιδεολογιών, αντικομφορμισμός, μόνωση, αλλοτρίωση) όσο και τις τεχνικές της (χιούμορ και σάτιρα, απόρριψη της καλλιέπειας, έκφραση ελευθέρια). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι αυτοί οι ποιητές θα συνυπάρξουν στα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Ausblicke και Τραμ με τους συνηλικιώτες του κέντρου, όπως και με τους εκπροσώπους προηγούμενων γενεών της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας.<br />
Ας δούμε όμως πρώτα πώς κινούνται εκδοτικά οι παλαιότεροι, περισσότερο ή λιγότερο καθιερωμένοι, ποιητές και πεζογράφοι.<br />
Στην ποίηση καταρχήν.<br />
Από τους νεωτερικούς δημιουργούς του μεσοπολέμου ο Βαφόπουλος εκδίδει δύο συλλογές αλλά και τις Σελίδες αυτοβιογραφίας, τους τέσσερις από τους πέντε τόμους (1970-75, 1991), ένα έργο-σταθμό όχι μονάχα για τον ίδιο αλλά και για την πόλη της Θεσσαλονίκης, το οποίο, χωρίς να είναι μυθοπλαστικό, αξιοποιεί ποικίλους τρόπους γραφής (απομνημόνευμα, μαρτυρία, χρονικό, ταξιδιωτική διήγηση, δοκίμιο, κριτική). Η Καρέλλη δημοσιεύει ένα θεατρικό έργο και συγκεντρώνει όλα της τα ποιήματα σε δύο τόμους (1973), ο Θέμελης εκδίδει εφτά συλλογές και τρεις μελέτες ως το 1976 που πεθαίνει και έξι συλλογές ο Στογιαννίδης, που έρχεται από την Καβάλα το 1970.<br />
Από τους παλαιότερους μεταπολεμικούς πέντε συλλογές δημοσιεύει ο Βαρβιτσιώτης κι εννιά ο Παυλέας, ενώ ενεργοί είναι και οι κοινωνικοί ποιητές. Ο Αναγνωστάκης, που το 1978 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, κάνει τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (1971), η οποία περιλαμβάνει και τη συλλογή Ο στόχος, δημοσιευμένη ήδη στην αντιδικτατορική έκδοση των Δεκαοχτώ κειμένων (1970), τυπώνει Το περιθώριο ’68-’69 (1979) και δημοσιεύει ως Μανούσος Φάσσης την Παιδική μούσα (Τραγούδια για την προσχολική και σχολική ηλικία) (1980). Ο Κύρου εκδίδει επαυξημένη την Απολογία Β&#8217; και κάνει μια νέα επιλογή από όλες του τις συλλογές αυτήν τη φορά (Οι κατασκευές 1949-1979,1980). Παράλληλα μεταφράζει Έλιοτ και Όντεν και κάνει κι εδώ μια επιλεκτική έκδοση από όλες τις μεταφράσεις του (Ξένες φωνές, 1979). Ο Θασίτης δημοσιεύει δύο συλλογές, μία λυρική (Εκατόνησος, 1971) και μία σατιρική («Ελεεινόν θέατρον&#8230;», 1980), αλλά και τα 7 δοκίμια για την ποίηση (1979) κι ο Γιώργος Καφταντζής δύο συλλογές, τρία θεατρικά έργα και τρεις μελέτες.<br />
Από τους ποιητές της δεύτερης γενιάς, που ήδη έχουν δώσει το στίγμα τους, ο Χριστιανόπουλος επανεκδίδει επανειλημμένα τα Ποιήματα 1949-1970 (1974), τα Μικρά ποιήματα (1975) και τα διηγήματα της Κάτω βόλτας (1963), συγκεντρώνει σε δύο τόμους τα δοκίμια και τις μεταφράσεις και δημοσιεύει μελέτες και νέα ολιγόστιχα ποιήματα, ενώ ο Ασλάνογλου μεταφράζει Ρεμπό, εκδίδει δύο ακόμα συλλογές και κάνει δύο συνολικές εκδόσεις, μία επιλεκτική (44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964, 1970) και μία οριστική (Ο δύσκολος θάνατος, 1978). Οι περισσότεροι διευκρινίζουν τώρα σαφέστερα το πρόσωπό τους και δικαιώνουν τις προσδοκίες που δημιούργησαν. Η Κέντρου-Αγαθοπούλου δημοσιεύει τέσσερις συλλογές, στην τελευταία από τις οποίες, Τα επακόλουθα (1978), εγκαταλείπει το φιλοσοφικό πεδίο και περνάει στο εμπειρικό. Ο Μέσκος, που από το 1965 ζει στην Αθήνα, εκδίδει πέντε συλλογές, με τις οποίες μεταφέρει στο κλίμα φθοράς του άστεως τη δροσιά της φύσης και τη ματωμένη μνήμη του γενέθλιου τόπου. Ο Ευαγγέλου με πέντε εκδόσεις -η μία συγκεντρωτική- σπάζει την υπαρξιακή μοναξιά του, κοινωνικοποιώντας τον λόγο ως τα όρια της στράτευσης, κι ο Καβαλιώτης Μάρκογλου, που από το 1971 ζει στη Θεσσαλονίκη, συνεχίζει σε τρεις συλλογές την ταξική γραμμή των πρώτων εμφανίσεων, δίνοντας βάθος ιστορικό στη γραφή λόγω της δικτατορίας του ’67. Ο τελευταίος θα εκδώσει το 1980 και το πρώτο του αφήγημα Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος τον<br />
Ιωάννη, στο οποίο μιλάει για τον έρωτα και την πρόσφατη ιστορία, αξιοποιώντας την πολυφωνική αφήγηση και τους τρόπους της ποίησης.<br />
Ο Νικηφόρου στρέφεται στην πεζογραφία με τρεις εκδόσεις, αλλά επανακάμπτει στην ποίηση με άλλες τρεις, στρατευμένος στην ουτοπία ενός καλύτερου κόσμου, ενώ δύο συλλογές εκδίδει ο Διαμαντής Αξιώτης και τρεις η Ρούλα Αλαβέρα, η οποία συνεχίζει την εικονοκλαστική της πορεία. Τα καινούρια πρόσωπα συνιστούν οι νεότεροι Αργύρης Μαρνέρος με πέντε συλλογές, Μαρίνος Χαραλάμπους, Αντώνης Ρίζος, Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου με μία και με δύο η πρεσβύτερη Μαρία Καραγιάννη, η οποία εμφανίζεται βέβαια αργοπορημένα, διακρίνεται όμως για το επίπεδο της γραφής της. Αλλά και η πεζογραφία δεν υστερεί στη δεκαετία που εξετάζουμε.<br />
Το παρόν αρχικά δίνουν οι παλαίμαχοι πεζογράφοι των Μακεδονικών Ημερών (1932-39). Ο Γιαννόπουλος κυκλοφορεί δύο συλλογές διηγημάτων και τη συγκεντρωτική των ποιημάτων του, ο Ξεφλούδας τρία βιβλία με πεζά κι ο Δέλιος από μία συλλογή διηγημάτων και δοκιμίων, ένα ταξιδιωτικό και τρεις μελέτες. Ο Πεντζίκης πάλι επανεκδίδει τρία παλαιότερα, εκτενή πεζά μαζί με<br />
άλλα καινούρια, σύντομα (Αντρέας Δημακούδης, Πραγματογνωσία, 1977, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, 1978) και κυκλοφορεί ένα δοκίμιο (Προς εκκλησιασμόν, 1970), δύο βιβλία με δύο εκτενή πεζά (Σημειώσεις εκατό ημερών, 1973, Αρχείον, 1974) και τέσσερα με σύντομα -το ένα και με ποιήματα- (Μητέρα Θεσσαλονίκη, 1970, Συνοδεία, 1971, Ομιλήματα, 1972, Παλαιότερα ποιήματα και νεότερα πεζά, 1974), από τα οποία δύο, η Συνοδεία και τα Ομιλήματα, «μπορούν», κατά τον Γιώργο Αράγη, «να σταθούν άνετα δίπλα στην τριάδα της Πραγματογνωσίας, της Αρχιτεκτονικής της σκόρπιας ζωής και του Μυθιστορήματος της κυρίας Έρσης» (Η μεσοπολεμική πεζογραφία, Ζ&#8217;, 1993, σ. 67).</p>
<p>Λιγότερο δραστήριοι εμφανίζονται οι παλαιότεροι μεταπολεμικοί πεζογράφοι. Ο Στέργιος Βαλιούλης εκδίδει τέσσερα πεζογραφικά βιβλία και τρεις ποιητικές συλλογές, ο Γιώργης Κιτσόπουλος ένα θεατρικό έργο και μία νουβέλα, η Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία δύο μυθιστορήματα κι ο Παύλος Παπασιώπης τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων. Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας κυκλοφορεί τη μελέτη του για τους διηγηματογράφους της Θεσσαλονίκης, ένα μονόπρακτο και μία από τις πιο ώριμες συλλογές διηγημάτων του<br />
(Απ’ αφορμή, 1976), ενώ μόλις τώρα εμφανίζονται ο Νίκος Κοκάντζης με μια<br />
νουβέλα, ο Άγγελος Καλογερόπουλος με δύο συλλογές πεζών και ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος με δύο αυτοβιογραφικά βιβλία, δύο μεταφραστικά, μία συλλογή ποιημάτων και μία πεζών &#8211; η τελευταία με τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο. Τέλος ο Νίκος Μπακόλας κάνει τρεις εκδόσεις: Εμβατήρια. Τρία πεζογραφήματα (1972), Ύπνος θάνατος (1974), Μυθολογία. Δώδεκα αλληλένδετα αφηγήματα (1977). Τα δύο πρώτα αναφέρονται αντίστοιχα στον έρωτα και τον θάνατο και χρησιμοποιούν το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο και τη συνειρμική γραφή, η οποία δεν αφήνει περιθώρια στη συγκρότηση ενός ευδιάκριτου μύθου, ενώ αξιοποιεί εκτεταμένα το φανταστικό στοιχείο και το παράλογο. Η Μυθολογία<br />
συνιστά στροφή στην πορεία του συγγραφέα και προαναγγέλλει τη Μεγάλη πλατεία (1987), καθώς η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, αντικειμενικότερη, και αξιοποιεί τους κατακτημένους ήδη, μοντέρνους τρόπους, ενώ εισβάλλει στο προσκήνιο η ιστορία των προγόνων και μαζί η εποχή τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΕΥΦΟΡΗ ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΚΑΝΑ (2020)<br />
Δοκιμιακές ανιχνεύσεις</strong></h4>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-13003 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/untitled.fr12.jpg" alt="Untitled.FR12" width="294" height="432" /></p>
<p><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΘΑΝΑΣΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ</strong></p>
<p>(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)</p>
<p>Πρώτα γνώρισα τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά. Και τ’ αγάπησα. Μιλούσαν μια γλώσσα οικεία για πράγματα γνώριμα κι ανθρώπους απλούς και ταπεινούς σαν τους δικούς μου .Ύστερα γνώρισα τον άνθρωπο. Και είδα την αλήθεια της γραφής και στην αλήθεια του προσώπου.<br />
Έγραψα το πρώτο μου δοκίμιο για την ποίησή του, πριν τον συναντήσω, και το δημοσίευσα στον Πορφυρά της Κέρκυρας το 2006, τη χρονιά που γνωριστήκαμε.<br />
Σ’ αυτό αποτιμούσα θετικά τα ποιήματά του, καθώς έβρισκα να μιλούν για πράγματα χθεσινά και σημερινά με έναν τρόπο καινούριο, που μάλιστα προσέγγιζε τη δική μου ποιητική άποψη και τον δικό μου κόσμο. Αργότερα έγραψα κι άλλες φορές για επιμέρους εκδόσεις, ώσπου παγιώθηκε μέσα μου η πεποίθηση, προπάντων μετά την έκδοση των δοκιμίων μου για τον Ασλάνογλου, ότι ο ποιητής αυτός άξιζε τον κόπο να μονοπωλήσει κάποια στιγμή το ειδικότερο ενδιαφέρον μου. Άλλωστε πρόκειται για ένα έργο που έχει από καιρό κερδίσει την αποδοχή τόσο της συντεχνίας όσο<br />
και του κοινού.<br />
Έτσι προέκυψε Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, η οποία εξετάζει το corpus του ποιητή, όπως αυτό αποτυπώνεται στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1978-2012. Η φράση του τίτλου αντλείται από τον στίχο της Παραλογής Εύφορη λύπη μέσα μου, που υπαινίσσεται προφανώς μια λύπη δημιουργική. Στην έκδοση προτάσσεται το δοκίμιο, το ομότιτλο του βιβλίου, που, καθώς αναφέρεται σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, λειτουργεί σαν μήτρα για τα επόμενα, τα οποία έρχονται να διερευνήσουν πιο εξειδικευμένα, από άποψη θεματική και αισθητική, όψεις του ενλόγω έργου και να αναδείξουν σημεία και στοιχεία που ως τώρα οι κρίνοντες ενγένει δε βρήκαν τον χρόνο ή δεν έκαναν τον κόπο να αναζητήσουν και να σχολιάσουν διεξοδικότερα.<br />
&#8230;/&#8230;</p>
<p><strong>Η ΕΥΦΟΡΗ ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΚΑΝΑ</strong></p>
<p>Μια γενική θεώρηση του ποιητικού corpus</p>
<p style="padding-left: 240px;">&#8211; και μην ακούς πάνω και κάτω κόσμος &#8211;<br />
είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι.<br />
{«[Να με θυμάσαι]», Παραλογή, σ. 149)</p>
<p>0 Μιχάλης Γκανάς ανήκει στην ποιητική γενιά του 1970. Πρόκειται για τους ποιητές εκείνους οι οποίοι, σύμφωνα με τους γραμματολόγους, γεννήθηκαν στα χρόνια 1943-55 και δημοσίευσαν κείμενά τους οι περισσότεροι λίγο πριν ή λίγο μετά το 1970. Κατά συνέπεια δεν έχουν εμπειρίες και βιώματα από την Κατοχή και τον Εμφύλιο παρά μονάχα ακούσματα, ενώ, παρόλο που μεγαλώνουν μέσα στο κλίμα του ψυχρού πολέμου και της ανάπηρης ελληνικής δημοκρατίας, ζουν ενγένει πιο άνετα από τις προηγούμενες γενιές, σπουδάζουν περισσότερο και επικοινωνούν με το εξωτερικό ευκολότερα. Η στιγμή της εμφάνισής τους πάλι συμπίπτει με τη δικτατορία του 1967 και την εισβολή της τηλεόρασης και του καταναλωτισμού αλλά και με την έξαρση, σε παγκόσμιο επίπεδο, των αντιπολεμικών κινημάτων και των εξεγέρσεων της νεολαίας: διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, κίνημα των χίπις, Άνοιξη της Πράγας, Μάης του ’68. Μέσα σ’ αυτές τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και κάτω από τις επιδράσεις των Αμερικανών beatniks (Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ, Κέρουακ κ.ά.), κυρίως όμως της ιθαγενούς παράδοσης, του δημοτικού τραγουδιού και του Παλαμά, του Καβάφη και του Καρυωτάκη, του Σεφέρη, του Ρίτσου και του Εμπειρικού αλλά και των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς διαμορφώνονται οι νέοι ποιητές του ’70, οι οποίοι, σε μια πρώτη φάση, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, που τους διαφοροποιούν από την αμέσως προηγούμενη γενιά, τη δεύτερη μεταπολεμική ή γενιά του ’60, όπως είναι η αμφισβήτηση<br />
ή, έστω, η λεγάμενη αμφισβήτηση κάθε ιδεολογίας, το χιούμορ και η σάτιρα, η εκφραστική ελευθεριότητα και η ενασχόληση με κοινόχρηστα θέματα ή αντικείμενα. Σ’ αυτήν τη γενιά ανήκει ο Μιχάλης Γκανάς, ο οποίος με τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1978-2012 μας παρέχει τη δυνατότητα να δούμε στο σύνολό της την ποιητική του ιδιοπροσωπία (Μελάνι, 2013).<br />
Αν μια τέτοια έκδοση δίνει την ευκαιρία στον ποιητή να φέρει<br />
στην επικαιρότητα το σύνολο του έργου του και να προσφέρει στον αναγνώστη ακέριο το σώμα, που διάσπαρτο σε συλλογές, εξαντλημένες ή δυσεύρετες, δεν είναι πάντα διαθέσιμο, τότε η περίπτωση του Γκανά δεν είναι αυτή. Παρότι από τους μεγαλύτερους της γενιάς του, δεν είχε παρόμοιους λόγους να δημοσιεύσει το ποιητικό του corpus, γιατί οι συλλογές του επανεκδίδονται κάθε τόσο και είναι προσιτές στο κοινό, κάτι μάλλον πρωτότυπο στον<br />
χώρο της ποίησης. Ίσως ο μόνος λόγος να ήταν η αίσθηση ότι κλείνει ένας κύκλος. Άλλωστε έχουν παρέλθει τριάντα πέντε χρόνια από την πρώτη συλλογή και σαράντα από την πρώτη, ώριμη δημοσίευση ποιήματος στο περιοδικό Panterma («Ιδιωματισμοί Α-Δ», τχ. 5-6 = (Δ) «Χαμένες οικειότητες», Ακάθιστος δείπνος).<br />
Αν πάλι μια συγκεντρωτική έκδοση θέτει στον ποιητή το ζήτημα<br />
του τρόπου συγκρότησης, της επανεκτίμησης, με άλλα λόγια, της δουλειάς του, τότε επίσης ο Γκανάς δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Υπάρχουν ποιητές που αντιμετωπίζουν μια τέτοια έκδοση σαν ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών: αποκλείουν συλλογές, διαγράφουν κι αναδιατάσσουν ποιήματα, απαλείφουν στίχους, διορθώνουν άλλους, προσθέτουν καινούριους. Είναι συνήθως οι λεγόμενοι αισθητές. Υπάρχουν κι άλλοι που έχουν την άποψη ότι<br />
το ποίημα αποκρυσταλλώνει με τρόπο μοναδικό τη στιγμή της<br />
δημιουργίας του και κατά συνέπεια είναι ανεπίδεκτο επεμβάσεων. Έτσι σκέφτονται ενγένει ποιητές που έχουν λίγο πολύ ισχυρότερη την αίσθηση της ιστορικότητας ή και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο έργο τους. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Μιχάλης Γκανάς, που, με εξαίρεση τη συλλογή του 2000 Τα μικρά 1969-1999· Άγνωστα και γνωστά ποιήματα, στην οποία παρεμβαίνει, περικόπτοντας τον τίτλο (Τα μικρά) και επαναπατρίζοντας τα γνωστά ποιήματα στις συλλογές τους, κατά τ’ άλλα κρατάει ατόφια όλα τα κείμενα<br />
στη συγκεντρωτική του έκδοση.<br />
Ο τόμος περιλαμβάνει εφτά συλλογές. Την πρώτη, τον Ακάθιστο δείπνο, δημοσιεύει ο ποιητής το 1978, σε μεγάλη σχετικά ηλικία, και εντυπωσιάζει αμέσως με το επίπεδο της αισθητικής του. Ακολουθούν άλλες έξι συλλογές: Μαύρα λιθάρια (1980), Γυάλινα Γιάννενα (1989)1 Παραλογή (1993)1 Τα μικρά (2000), Ο ύπνος του καπνιστή (2003), Άψινθος (2012). Εφτά συλλογές σε τριάντα τέσσερα χρόνια, όσο κι αν δεν είναι μεγάλη σοδειά, είναι ωστόσο μια καλή σοδειά και πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι. Για την ιστορία επισημαίνω πως αυτή είναι η μία όψη του συγγραφέα Γκανά, η σημαντικότερη ασφαλώς, αλλά η μία, γιατί υπάρχουν κι άλλες, οι οποίες συνίστανται από τα δύο πεζογραφικά του βιβλία Μητριά πατρίδα (1981) και Γυναικών. Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες (2010), την ελεύθερη απόδοση του βιβλίου της Παλαιός Διαθήκης Άσμα ασμάτων (2005), την ποιητική και πεζογραφική ανθολογία Τ’ αγαπημένα του Μιχάλη Γκανά (2014) και τη διασκευή Ομήρου Οδύσσεια του Μιχάλη Γκανά (2016) αλλά και τους στίχους για τραγούδι τόσο της συλλογικής Ανθοδέσμης (ΐ993) όσο και της έκδο-<br />
σης του 2002 Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς, οι οποίοι μελοποιήθηκαν<br />
από σημαντικούς συνθέτες και αγαπήθηκαν από το κοινό:</p>
<p style="padding-left: 120px;">Η Ελλάδα, που λες&#8230;<br />
Η Ελλάδα, που λες, δεν είναι μόνο πληγή.<br />
Στην μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι,<br />
ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,<br />
μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα,<br />
μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.<br />
Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου<br />
πιάνει σαν έντομα τα μάτια.<br />
Πίσω απ’ τις μάντρες τα ξεκοιλιασμένα σπίτια,<br />
γήπεδα, φυλακές, νοσοκομεία,<br />
άνθρωποι του Θεού και ρόπτρα του Διαβόλου,<br />
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι<br />
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.</p>
<p style="padding-left: 120px;">Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες,<br />
με το ντουφέκι στο ’να τους πλευρό,<br />
με τα ξυπόλυτα παιδιά στον ύπνο τους.<br />
Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν,<br />
κιλίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.<br />
Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα<br />
σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων<br />
κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι<br />
κρασάκι της Αράχωβας στυφό.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Ακάθιστος δείπνος)</p>
<h3>&#8230;/&#8230;</h3>
<h4 style="text-align: center;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ματιές ενμέρει (2014)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" class="  wp-image-3359 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/untitled-fr12.jpg?w=204&amp;h=300" alt="Untitled.FR12" width="231" height="340" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/untitled-fr12.jpg 544w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/untitled-fr12-204x300.jpg 204w" sizes="(max-width: 231px) 100vw, 231px" /></span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρόκειται για μια επιλογή 45 κειμένων, τα οποία αναφέρονται σε επιμέρους έργα αντίστοιχων μεταπολεμικών συγγραφέων, ποιητών (20), πεζογράφων (20) και κριτικών (5), όπως υποδηλώνει κι ο τίτλος άλλωστε Ματιές ενμέρει, ο οποίος αντιδιαστέλλεται από αυτόν της έκδοσης του 2003 Ματιές ενόλω, έκδοσης που πραγματευόταν εκτεταμένα το συνολικό έργο οχτώ μεταπολεμικών ποιητων. Βέβαια κι εδώ δεν αποφεύγονται συνολικότερες θεωρήσεις, ρταν πρόκειται για συγκεντρωτικές εκδόσεις ή όταν η κρινόμενη συλλογή κατανοείται καλύτερα με μια αναδρομή στο προγενέστερο έργο, είναι όμως σαφώς συνοπτικότερες. Σε κάθε περίπτωση η έκταση των κριτικών κειμένων δεν έχει απαραιτήτως αξιολογικό χαρακτήρα, αλλά συναρτάται και με άλλους παράγοντες, όπως είναι οι συνθήκες δημοσίευσης ή εκφώνησης και οι απαιτήσεις των ίδιων των έργων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η προκειμένη συναγωγή ακολούθησε ορισμένες προδιαγραφές. Καταρχήν επιλέχτηκε ένα κείμενο κριτικής για κάθε συγγραφέα, ακόμα κι όταν, ελάχιστες φορές είναι αλήθεια, γράφτηκαν περισσότερα, ώστε να είναι αντιπροσωπευτικότερο το γραμματολογικό φάσμα. Ύστερα τα κείμενα, προπάντων τα παλαιότερα, ξανακοιτάχτηκαν λιγότερο ή περισσότερο και γι’ αυτό ορισμένα αναδημοσιεύτηκαν με την καινούρια τους μορφή, ενώ άλλα, που λόγω στενότητας χώρου των εντύπων παρουσιάστηκαν συνοπτικότερα, τώρα αποκαθίστανται. Τέλος η παράθεση των κειμένων γίνεται με βάση το είδος των έργων και τον χρόνο γέννησης των συγγραφέων, για να υπάρχει μια τάξη, η οποία στις κατά καιρούς δημοσιεύσεις δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί, στον βαθμό που η κριτική παρακολουθεί τη στιγμή εμφάνισης των βιβλίων. Με τους όρους αυτούς βέβαια δύσκολα μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη της κριτικής γραφής. Από την άλλη μοιάζει βολική, βολικότερη ίσως, μια σειρά που δεν αναμειγνύει τα είδη και παίρνει υπόψη της το έτος γέννησης των συγγραφέων, τους οποίους μάλιστα με τον τρόπο αυτόν εντάσσει υπόρρητα σε γενιές, σχήματα ιδιαίτερης ταξινομικής σημασίας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα κείμενα αναφέρονται στους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ποίηση</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιώργος Λίκος, Ελένη Βακαλό, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος, Χρίστος Λάσκαρης, Θωμάς Γκόρπας, Μάρκος Μέσκος, Μάριος Μαρκίδης, Μιχάλης Γκανάς. Γιάννης Πατίλης, Μίμης Σουλιώτης, Γιάννης Υφαντής, Γιάννης Κουβαράς, Γιώργος Θεοχάρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αντώνης Κάλφας,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γεράσιμος Λουκάτος, Γιώργος Ζιόβας, Αρετή Γκανίδου, Ιγνάτης Χουβαρδάς,</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Πεζογραφία</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ηλίας X. Παπαδημητρακόπουλος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θανάσης Βαλτινός, Περικλής Σφυρίδης, Πρόδρομος X. Μάρκογλου, Κώστας Λαχάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Χατζητάτσης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δημήτρης Μάνος, Τάσος Καλούτσας, Κώστας Μαυρουδής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Δημήτρης Μίγγας, Κούλα Αδαλόγλου, Β.Π. Καραγιάννης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Στάθης Κοψαχείλης, Μάκης Καραγιάννης,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αντωνία Μποτονάκη,</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Κριτική</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Αράγης, Αλέξης Ζήρας, Ανέστη Ευαγγέλου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ηλίας Κεφάλας, Δημήτρης Κόκορης.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΒΑΦΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ</strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ</strong>,<br />
Ενθύμιον, Καστανιώτης, Αθήνα 2004</span></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Κι αν μοιάζει αυτή η μικρή ιστορία λιγάκι μελόδραμα κι</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">αν ίσως τεθεί το ερώτημα: «Προς τι μια συνηθισμένη ζωή</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">διεκδικεί χώρο στην Τέχνη;», αναρωτιέμαι: Γιατί να μην το</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">δικαιούται η συνηθισμένη ζωή της ευγενικής κυρίας Ειρήνης</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Καρβώνη που, εκτός των άλλων, κατόρθωσε, χιλιάδες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">φορές, να απαντήσει αποτελεσματικά στο αμείλικτο ερώτημα:</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">«Τι να μαγειρέψουμε σήμερα;»</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Λίγα στοιχεία από τη συνηθισμένη ζωή</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">και το τέλος της κυρίας Ειρήνης Καρβώνη»)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">    Το Ενθύμιον είναι η τρίτη και πιο ώριμη ποιητική συλλογή του Γιώργου Θεοχάρη (Δεσφίνα Φωκίδας 1951)&gt; ο οποίος ζει και εργάζεται στα Άσπρα Σπίτια της Βοιωτίας και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Εμβόλιμον. Οι προηγούμενες συλλογές του: Πτωχόν Μετάλλευμα (ΐ990)&gt; Αμειψισπορά (1996). Παρόλο που ο Θεοχάρης εμφανίζεται αργά με συλλογή, ανήκει, λόγω των βιωματικών του καταβολών και των τεχνοτροπικών του χαρακτηριστικών, στη γενιά του 1970 και ειδικότερα στην τάση εκείνη που προσβλέπει στην ελληνική ενδοχώρα και εκφράζεται από ποιητές, όπως ο Μιχάλης Γκανάς κι ο Χρήστος Μπράβος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Σε σχέση με τις πρώτες συλλογές η φόρμα στο Ενθύμιον παρουσιάζεται πολύτροπη: έντιτλη ή άτιτλη, ολιγόστιχη ή πολύστιχη, άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε πεζή, κυρίως πεζή. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας των πεζόμορφων κειμένων αποτελεί το βασικότερο μορφολογικό γνώρισμα της συλλογής. Το ποίημα τοποθετείται στον χώρο, επώνυμο (Δεσφίνα, Δίστομο, Κωπαΐδα, Αγιόκαμπος) ή ανώνυμο (δωμάτιο, νοσοκομείο, νεκροταφείο, χωριό), και διηγείται μια ιστορία φθοράς ή συνηθέστερα θανάτου με αρχή, μέση και τέλος. Τα συμβάντα είναι υποτυπώδη, αλλά αποτελεσματική η αφήγηση, η οποία χάρη στη λιτότητα της έκφρασης, τη δύναμη της εικόνας και τη λοξή ματιά εξουδετερώνει τον κίνδυνο της πεζολογίας, ιδιαίτερα απειλητικό στα ποιήματα αυτού του είδους. Ενδιαφέροντα είναι και τα περάσματα από τη μια στην άλλη εποχή κι από τη μια στην άλλη, ακριβώς αντίθετη, κατάσταση, όπως λ.χ. συμβαίνει με τον θείο Στέφανο, που από κληρωτός του ’32 δίπλα στο φέρετρο συναδέλφου συντοπίτη γίνεται ο ίδιος κληρωτός του Χάρου το ’94 ή με τη θεία Βασιλική, που από νέα κι όμορφη κοπέλα καταλήγει στα γηρατειά και τον θάνατο. Αξίζει ακόμα να επισημανθούν η ένταξη ενίοτε στο ποίημα στίχων του δημοτικού τραγουδιού και η αξιοποίηση της παραδοσιακής φόρμας αλλά και η ειρωνεία, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση εκφράσεων από την καθαρεύουσα («Υπέρ πατρίδος») κι από το ξενόγλωσσο λεξιλόγιο της τεχνολογίας («Ταξινόμηση εκδημίας»).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Από την άποψη της θεματολογίας παρατηρείται στο Ενθύμιον μια μονομέρεια, η οποία αναφέρεται στη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, προπάντων τον θάνατο. Ήδη από τους τίτλους της συλλογής και των ενοτήτων της η κυριαρχία της μνήμης φαίνεται αναμφισβήτητη («Περιστατικά της μνήμης», «Μνήμην άειδε…», «Μνημονεύοντας το παρόν»). Οι μνήμες αναφέρονται βέβαια σε στιγμές και συμβάντα της παιδικής ηλικίας του ποιητή και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου. Κυρίως όμως συνδέονται με τον θάνατο, έτσι που τα ποιήματα να μοιάζουν με κεράκια μνήμης (σ.30). Τα πρόσωπα, που ήδη έχουν αποδημήσει και φτάνουν στο ποίημα από το παρελθόν είτε απευθείας είτε μέσω φωτογραφιών, συγκροτούν κυριολεκτικά έναν νεκρόδειπνο, μια πινακοθήκη άσημων ανθρώπων της ορεινής Φωκίδας, οικείων πρωτίστως, όπως ο παππούς και η γιαγιά, η μητέρα κι ο πατέρας, ο θείος Στέφανος και η θεία Βασιλική, ενώ η κατεδάφιση του ξενοδοχείου της Δεσφίνας «Η ωραία Κίρφις» συμπαρασύρει στα ερείπια έναν ολόκληρο μικρόκοσμο που είχε εντυπωθεί βαθιά στην παιδική μνήμη του ποιητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τόσο η θεματική της μνήμης και του θανάτου όσο και στοιχεία τεχνικής όπως η εικονοποιία, η ενσωμάτωση στίχων δημοτικών και η επίδοση στις έμμετρες φόρμες, εύλογα μπορούν να εντάξουν τον Γιώργο Θεοχάρη στην ποιητική της ενδοχώρας, που ακολουθούν δημιουργοί σαν τον Μιχάλη Γκανά και τον Χρήστο Μπράβο κι ακόμα μακρύτερα, τον Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο, ποιητή της προηγούμενης γενιάς. Πολλά τα καλά ποιήματα, ορισμένα μάλιστα εξαιρετικά:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Είχαμε πάει</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είχαμε πάει να πάρουμε κρασί στου Κώστα Τσάπα το σπίτι, στην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άκρη του χωριού. Φεύγοντας ζήτησε να περάσουμε από την Ευγενία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Του ‘καμα το χατίρι. Άνοιξε τη βαριά σιδερόπορτα. Περάσαμε μέσα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χαιρέτησε τον κυρ Βασίλη και τη Θεια-Λεμονιά και το αβάφτιστο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της Πολυξένης. Προχωρήσαμε. «Γεια σου, Βγενούλα», της είπε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μου ζήτησε να πιει. Του ‘δωσα την μποτίλια. Ακούμπησε σε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μιαν ακρούλα κι άρχισε ένα τραγούδι σιγανό:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βγενούλα το παινεύτηκε το Χάρο δε φοβάται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι ο Χάρος άμα τ’ άκουσε, βαρύ τον κακοφάνη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Σήκω», του λέω, «να φύγουμε». Σηκώθηκε. «Αύριο πάλι», της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υποσχέθηκε. Εκείνη αμίλητη, με το βλέμμα καρφωμένο στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αναπάντητο μας κοίταγε απ’ τη φωτογραφία. </span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΟΙΗΜΑ Ο ΠΟΘΟΣ</strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ,<br />
Ηδονή και εξουσία</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεταίχμιο, Αθήνα 2009</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και κάθε άδεια θέση που καθόταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αναζητούσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Βακχικό παραλήρημα»)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και σπούδασε αγγλική φιλολογία. Εξέδωσε ως τώρα οχτώ ποιητικές συλλογές: Ανοικτή γραμμή (1984), Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990), Θείο κορμί (1994)&gt; Μαυλιστικά (1997 -αναδημοσιεύτηκαν σε επόμενες εκδόσεις), Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000), Ατιθάσευτο ξελόγιασμα (2004), Πεδίο πόθου (2005), και εξουσία (2009).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Και στη ν τελευταία της συλλογή η Μπακονίκα επιμένει στη μονοκαλλιέργεια του έρωτα. Το σκηνικό τοποθετείται πάντα στη πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ειδικότεροι χώροι στους οποίους συναντώνται οι εραστές είναι το δωμάτιο, οι δρόμοι και οι πλατείες, τα διάφορα στέκια. Τα πρόσωπα που ερωτεύονται ή απλώς ποθούν το ένα το άλλο είναι ανώνυμα, ώριμης συνήθως ηλικίας και συζευγμένα, ενίοτε υψηλού μορφωτικού επιπέδου, και προτιμούν τις εφήμερες σχέσεις. Η γκάμα των αισθημάτων και των συμπεριφορών είναι μεγάλη και αφορά τόσο την αφηγήτρια όσο και τα πρόσωπα της αφήγησης: γοητεία, ναρκισσισμός, πόθος και πάθος, υποταγή και δισταγμοί, πλάγια βλέμματα και χειρονομίες αλλά και προκλητική ευθύτητα, αντιζηλία, εγωισμός, κυνισμός και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τρυφερότητα, εκδίκηση, χωρισμοί, αξιοπρέπεια και μοναξιά, εξοντωτική διαπάλη για την κατάκτηση της υπεροχής και της εξουσίας μέσω της ηδονής, όπως άλλωστε δείχνει κι ο κοινωνιολογικού χαρακτήρα τίτλος της συλλογής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Και όλα αυτά με έναν λόγο καθημερινό, αφηγηματικό, κατεξοχήν πεζολογικό, τόσο, που να δίνεται η εντύπωση πως η ενλόγω ποίηση υστερεί σε επεξεργασία, σε μετάπλαση της πρώτης ύλης. Πρόκείται ωστόσο απλώς για εντύπωση, καθώς μια προσεκτικότερη ματιά εντοπίζει στοιχεία που στηρίζουν αποτελεσματικά την ποιητική κατασκευή. Είναι πριν απ’ όλα η σκηνοθεσία. Το ποίημα συγκροτείται γύρω από έναν υποτυπώδη μύθο, μια εικόνα, ένα στιγμιότυπο, που φιλοτεχνούνται με ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες όμως καταφέρνουν να τους προσδώσουν παραστατικότητα. Είναι ύστερα η πλάγια αλλά και η ευθεία, θηλυκή πάντως, ματιά στις σχέσεις εραστή-ερωμένης, η επισήμανση και η ανάδειξη μύχιων σκέψεων και πόθων, που δείχνουν μια ξεχωριστή γνώση της ψυχολογίας των δύο φύλων. Είναι τέλος κι ο λόγος, ο χαμηλόφωνος λόγος του πρώτου προσώπου καταρχήν, που υπονοεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, την αυτοβιογραφική-βιωματική καταγωγή του θέματος, του δεύτερου κατόπιν, που αφορά τον εραστή, αλλά και του τρίτου, πράγμα που σημαίνει ότι επιδιώκεται μια ορισμένη αποστασιοποίηση, η οποία φαίνεται να μεγαλώνει, όταν εισάγεται στο ποίημα και παίρνει τον λόγο ένα πρόσωπο, συνηθέστατα γυναικείο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Αν θέλαμε να αναζητήσουμε τους προγόνους αυτής της ποίησης, δεν θα χρειαζόταν να πάμε μακριά. Η Μπακονίκα βγαίνει από τα σπλάχνα της Διαγωνίου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκεί δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα (1982), ενώ και οι τρεις πρώτες συλλογές της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του περιοδικού. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να μη μαθητέψει στην ποίηση του Χριστιανόπουλου και κατ’ επέκταση του Καβάφη. Από τους ποιητές αυτούς φαίνεται να διδάσκεται την εκφραστική διαύγεια και την πεζολογία, τον ρεαλισμό και την ερωτική τόλμη, τη θεατρικότητα ακόμα. Με τέτοιες ισχυρές αναφορές δεν είναι λίγο που η φωνή της καταφέρνει να κρατά τις δικές της αποχρώσεις. Βέβαια, όπως κάθε μονότροπη ποίηση, αντιμετωπίζει κι αυτή τις στενώσεις της. Η ίδια η ποιήτρια γνωρίζει τους κινδύνους τόσο της θεματικής της εμμονής όσο και της μανιέρας της. Πράττει συνεπώς εν πλήρει γνώσει:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το υπόστρωμα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μίλησες απαξιωτικά.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">για την τέχνη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κατευθύνουν την αισθητική μου.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΖΕΙΝ</strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> </strong><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ</strong>, <strong>Ελεγείες</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ίκαρος, Αθήνα 2004</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Η ελεγεία ως λέξη παράγεται από τον έλεγο, που σήμαινε θρηνητικό άσμα, κι έτσι ονομάστηκε το είδος εκείνο της αρχαιοελληνικής λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε στα τέλη του 7ου προχριστιακού αιώνα και είχε αρχικά μονάχα θρηνητικό χαρακτήρα, ενώ μορφικά αποτελούνταν από στροφές δύο δακτυλικών στίχων, ενός εξάμετρου κι ενός πεντάμετρου. Στις μέρες μας ελεγειακό ενγένει θεωρούμε το ποίημα που διακρίνεται για τον μελαγχολικό χαρακτήρα και την πεσιμιστική του διάθεση αλλά και για τη χαμηλόφωνη έκφραση. Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζει και η καινούρια συλλογή του Μάρκου Μέσκου Ελεγείες (Έδεσσα 1935), ενός ποιητή που εξαρχής είναι σημαδεμένος από τον θάνατο, τόσο τον φυσικό όσο και τον βίαιο του Εμφυλίου (Πριν από το θάνατο, 1958). «Ο Μέσκος», παρατηρεί ο Παντελής Μπουκάλας, «δεν συναριθμήθηκε ποτέ με τους ποιητές που, από βολονταρισμό ή ο,τι άλλο, στρατεύονται με τη ρητορική της αισιοδοξίας. Βαρύς ήταν πάντοτε ο λόγος του και πικρός, και όταν στάθμευε στη φθορά που παράγει ανελλιπώς το σήμερα και όταν ψηλαφούσε μνήμες κοινές αιματηρές, τον εμφύλιο ας πούμε» (εφ. Η Καθημερινή, 6-1-2005).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Αν κι ο τίτλος παραπέμπει στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη Ελεγεία και σάτιρες (1927) απουσιάζει ωστόσο η σάτιρα. Έτσι μένει μονάχα το κλίμα της θλίψης, που, καθώς προκαλείται κι από λόγους ιστορικούς, μας φέρνει πιο κοντά στα πληγωμένα ελεγεια του Αναγνωστάκη («Το καινούριο τραγούδι», Εποχές, 1945). Δεν είναι τυχαία άλλωστε η πληθώρα των λέξεων που αποδίδουν αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα: θάνατος-νεκροί-πεθαίνω, σκοτεινός-σκοτάδι-νύχτα, μαύρο, βροχή. Ποιήματα της μελαγχολίας λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι οι Ελεγείες. Αλλά μονάχα ως εκεί. Γιατί μπορεί ο Μέσκος να κινείται εντός του φθινοπώρου, εντούτοις, καθώς κατάγεται από τις μνήμες των ηττημένων βουνών, δεν αφήνεται να παρασυρθεί στη μεμψιμοιρία και την απελπισία. Ελέγχει πλήρως τις καταστάσεις και ψύχραιμα, με τη σοφία που τον έχουν εξοπλίσει οι κοινωνικοϊστορικές και οι ποιητικές εμπειρίες, καταφέρνει να τις μετουσιώσει σε τέχνη λαμπρή:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Μικρά πουλιά κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες των φύλλων</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">αδιάκοπο το φθινόπωρο μα εκείνα δεν σκιάζονται –</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">εσύ</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">απώθησε τα σύννεφα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">σκούπισε τον ουρανό.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Εσύ»)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι Ελεγείες, που μοιράζονται σε τέσσερις κατά βάση ενότητες  («Τα πουλιά», «Διαδρομές», «Ο χορός των αγίων», «Πέντε μερόνυχτα») και χρησιμοποιούν ως μότο ποιημάτων και ενοτήτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στίχους πρωτότυπους του ποιητή, συνήθεια παλιά, ιδιαίτερα εκτεταμένη στους Χαιρετισμούς (1995)&gt; διακρίνονται για τις απολογιστικές τους διαθέσεις. Είναι και η ηλικία άλλωστε που παίζει τον σημαντικό της ρόλο σε μια τέτοια στροφή. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής βλέπει προς τα πίσω και επαναφέρει εικόνες και μοτίβα του προγενέστερου έργου του, έργου που μας απασχόλησε εκτενέστερα άλλοτε {Ματιές ενόλω, 2003, σσ. 129-149). Σκέψεις θέσεις, αισθήματα υποβάλλονται μέσα από εικόνες του γνωστού ορεινού τοπίου ζωντανές και σαφείς τόσο, που συναρπάζουν τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φαντασία του αναγνώστη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Στα νερά στα νερά η γαλήνη</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">με το ράμφος στο πλευρό του.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Το τυχαίο»)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η φύση, με άλλα λόγια, δεν αντιμετωπίζεται ενπροκειμένω περιηγητικά, γιατί ο Μέσκος, ως γνωστόν, δεν είναι επισκέπτης του φυσικού τοπίου. Αντίθετα, το φέρνει μέσα του σαν παρακαταθήκη, είναι ζυμωμένος μαζί του κι αυτός είναι ο λόγος που οι εικόνες του λειτουργούν αποτελεσματικά ως μέσα έκφρασης του ψυχισμού του. Στο ποίημα «Καθ’ οδόν» λ.χ. ο κουρασμένος ποιητής ταυτίζεται τόσο αβίαστα με το αποσταμένο καρτάλι (είδος αετού), που δεν εγείρει την παραμικρή υπόνοια πόζας στον αναγνώστη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Έστω</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">το στασίδι του αναζητώντας</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">λίγο πριν σκοτεινιάσει.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επιπλέον η φύση, δεμένη με τον γενέθλιο τόπο, είναι και μνήμη ανθρώπων άσημων, που χάθηκαν σαν έντομα κυρίως για μια ιδέα. Αν κι ο Μέσκος δεν ξεχνά ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ειρηνικά, εντούτοις θυμάται επίμονα εκείνους που άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά για το όραμα μιας άλλης συγκρότησης του κόσμου. Και είναι γι’ αυτό προπάντων που το φόντο της ενλόγω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ποίησης συνιστά ο καιρός της βροχής:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Τι χρόνια τι εποχές! Ήταν γνωστό κι εσύ το ‘ξερες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">έβρεχε ασταμάτητα στον κόσμο.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Τα σκυλιά»)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Πρόκειται για άντρες και γυναίκες που ο ποιητής μνημονεύει, ως συνήθως, με τα μικρά χαϊδευτικά τους ονόματα. Τόσο οικείους τους αισθάνεται. Χαρακτηριστική είναι η συσσώρευση είκοσι έξι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τέτοιων ονομάτων στο ποίημα που προαναφέρθηκε, το οποίο συνιστά ένα άλλο νεκρόδειπνο τύπου Σινόπουλου. Η συσσώρευση γενικότερα ονομάτων όχι μονάχα ανθρώπων αλλά και πουλιών,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δέντρων ή ζώων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της τεχνικής του Μέσκου («Μπουγάζι», «Χιόνι», «Πέντε μερόνυχτα, III»),</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής αποτελεί η υποχώρηση της πίστης στην ίδια την ποίηση ή μάλλον η ανάδειξη αυτής της ολιγοπιστίας σε πρώτο πλάνο. Όσο κι αν η τέχνη είναι ψεύδος -και οι ποιητές το ξέρουν καλά αυτό, ανάμεσά τους κι ο Μέσκος (βλ. «Χαιρετισμοί» της ομώνυμης συλλογής)-, είναι ωστόσο ένα ψεύδος ζωτικό, που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους. Εδώ φαίνεται να υποχωρεί αυτή η αντίληψη και να προβάλλεται σε περίοπτη θέση ο σκεπτικισμός, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη στάση εκφράζεται μέσω της ίδιας της ποίησης. Στη σκέψη αυτήν τουλάχιστον μας ωθεί η πρόταξη, ως μότο της συλλογής, στίχων που υποβιβάζουν τη γραφή σε απλό μουντζούρωμα χαρτιών, ανίκανο να σπάσει τη μοναξιά του ποιητή:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Μόνος</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ακυρωμένος</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">χαρτιά μουτζουρώνεις</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">σε ποια γλώσσα λοιπόν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">μια χούφτα στάρι</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">φρέσκο μικρό φεγγάρι</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">λιθάρι των ονείρων</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">στην αδιάκοπη νύχτα.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Έτσι η μόνη φωτεινή νότα που απομένει εντέλει σ’ αυτήν την ποίηση του σούρουπου προέρχεται από τον έρωτα. Τον έρωτα των εφήβων πρώτα, που δε βλέπουν τίποτα γύρω τους παρά μονάχα τα μάτια τους, καταργώντας έτσι την ανυπαρξία, κι αυτόν του ίδιου του ποιητή ύστερα, που, αν και παράκαιρος, ομολογείται ωστόσο στην αγαπημένη («Ομολογία παράκαιρου»).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Άξια παρατήρησης είναι και μια ιδιαίτερη όψη των σχέσεων του ποιητή με τις λέξεις αλλά κι ο διάλογος του με τους ομότεχνους. Ο Μέσκος, όπως αλλού, έτσι κι εδώ ανασύρει από το παρελθόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λέξεις και ονόματα που ξεχάσαμε ή δε θέλουμε να θυμόμαστε όπως βιτούλια (κατσικάκια/αρνάκια ενός χρόνου), χαμούτια (χαλινάρια)&gt; καρτάλι, αράμης (κλέφτης), Ντίνκος, Γκίτος, Τάσκος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ίτσιος, Πέτριτσκο, αλλά και δε διστάζει να δημιουργήσει καινούργιες όπαως πικραχρόνια και κακοφθινόπωρο, αν είναι να εκφραστεί ακριβέστερα. Ακόμα, πέρα από τις εισαγωγικές αναφορές αυτού του κειμένου στον τίτλο της συλλογής αλλά και τις αφιερώσεις στον Κλείτο [Κύρου] («Σε πρώτο πρόσωπο») και στον Μάριο [Μαρκίδη] («Ο έγκλειστος»), υπάρχουν και ορισμένοι υπαινιγμοί, περισσότερο ή λιγότερο σαφείς, σε στίχους ποιητών που ο Μέσκος φαίνεται να προσέχει εντατικότερα. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του Μανόλη Αναγνωστάκη (οι πρώτοι στίχοι από τις Ελεγείες),</span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Καλώς κακώς πέρασε η ζωή• τι κέρδη τι ζημίες καταπώς</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">λέει ο προηγούμενος τι χάρηκα και τι δεν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Σε πρώτο πρόσωπο»)</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Το θέμα είναι τώρα τι λες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Το θέμα είναι τώρα τι λες.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(άτιτλο, Ο στόχος, 1971)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Κι άπραγος σαν ήλιος απογευματινός στον τοίχο</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Αρχές του μήνα…»)</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Σταθμός Λιτοχώρου», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και του Μιχάλη Γκανά, ο οποίος μαθήτεψε επιτυχώς στη «χερσαία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και ορεσίβια ποιητική» του Μέσκου, όπως την αποκαλεί ο ίδιος στον πρόλογο της μεταθανάτιας συλλογής του Χρήστου Μπράβου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετά τα μυθικά (1996),</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Είμαστε όλοι ένας χορός όσοι απομείναμε κι όσοι νεκροί.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(άτιτλο, σ. 43)</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(Παραλογή, 1993, σ. 27)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο Μέσκος, που, όπως λέει κι ο Γιώργος Μπλάνας, «κατέχει μια απόλυτα διακριτή αν και όχι αρκετά αναγνωρισμένη ή εξερευνημένη περιοχή» στο πλαίσιο της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου (εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις, 12-6-2005), ξέρει να καθαρίζει την εικόνα και να φιλτράρει τον λόγο ακόμα κι εκεί που αυτός είναι περιγραφικός και αφηγηματικός, όπως στα ποιήματα των «Διαδρομών». Ξέρει να αντλεί από το εφήμερο το διαχρονικό, το μόνιμο από το προσωρινό, από το σώμα το αίμα. Η ροή του λόγου του, αβίαστη και λαγαρή, ανακόπτεται ενίοτε -παλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">συνήθεια κι αυτή- από ερωτήματα αναπάντεχα, ένα είδος εμποδίων να χει το νου του ο αναγνώστης από τη μια κι από την άλλη να δηλώνεται η αβεβαιότητα του ποιητή για πράγματα που δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις. Και βέβαια πάντα αξιοποιούνται ποικίλα προτασιακά σχήματα, ρηματικά και μη, ασύνδετης εκφοράς, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί ο ρυθμός και να αποδοθεί αποτελεσματικότερα η ένταση της εικόνας και του αισθήματος:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Ξεχασμένος ο γρύλος</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">άσπρες πεταλούδες στα πέταλα των λουλουδιών</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">γυρίζει ο καιρός πρώτες ψιχάλες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">χειμωνιασε.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Ακόμα»)</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Θα κατεβάσει χιόνι χαμηλά θα κάνει κρύο</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">κλειστός καιρός ομίχλες σέρνουν στις πλαγιές τη θλίψη</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">η παγωνιά και η λοξή βροχή σύννεφα στάχτης•</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Χιόνι») </em></span></p>
<h2 style="text-align: center;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΙΚΟΝΕΣ ΒΑΘΟΥΣ</span></h2>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΡΕΤΗ ΓΚΑΝΙΔΟΥ, Ορυκτό φως</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μελάνι, Αθήνα 2011</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φτιάχνω εικόνες να με χωράνε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σμιλεύω την ορυκτή φωνή μου (σ. 47)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Το Ορυκτό φως είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Αρετής Γκανίδου. Πρώτη αλλά καθόλου πρωτόλεια, μια κι αυτό που τη διακρίνει στο σύνολο της είναι η ωριμότητα τόσο της σκέψης όσο και της έκφρασης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Η Αρετή Γκανίδου γεννήθηκε το 1960 στα Τρίκαλα του Ν. Ημαθίας, καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα, όπως γράφει η ίδια, αλλά οι πρόγονοι της ήρθαν το 1924 από τη Βάρνα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από το 1986 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Με όλη τη σχετικότητα που έχουν τα πράγματα στον ελλειπτικό και υπαινικτικό λόγο της ποίησης θα μπορούσαμε να πούμε πως οι θεματικοί χώροι της συλλογής είναι κατά βάση τρεις. Ο πρώτος είναι η δύναμη και η χαρά της ζωής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Το ποιητικό υποκείμενο δίνεται εξαρχής στη ζωή με όλο του το πάθος, υπερβαίνοντας την αμαρτία και την αγιότητα, συμβάσεις που συνθλίβουν την αθωότητα του βίου. Έχει μάλιστα τόση πίστη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στη ζωή, ώστε ακόμα και μέσα στην καταθλιπτική κατάνυξη ενός κελιού ή στη βασανισμένη ζωή μιας γυναίκας να βλέπει την ομορφιά, την πένθιμη, έστω, στη μια περίπτωση, τη μάταιη στην άλλη. Τις διαθέσεις αυτές έρχεται να εκφράσει μια αντίστοιχη φυσική εικονοποιία, στην οποία δεσπόζει το καλοκαίρι, εποχή που προσφέρεται στην κίνηση και το σκόρπισμα. Έτσι το φως, τα χρώματα, τα πουλιά και τα άνθη, η ομορφιά της φύσης ενγένει δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην καταχνιά και τη νύχτα. Το πρωτόκτιστο κάλλος και η ζωντάνια της φύσης εξουδετερώνουν τη λύπη και απαλύνουν τον πόνο, ενώ πλημμυρίζουν το ποιητικό υποκείμενο με χυμούς ευφορίας, έτσι που να μπορεί να αρδεύει τα άνυδρα τοπία του ψεύδους. Σε ένα τέτοιο κλίμα θα περίμενε κανείς να κάνει έντονη την παρουσία του κι ο έρωτας. Ωστόσο αυτό δε συμβαίνει. Στις λίγες φορές όμως που εμφανίζεται, ως ανάμνηση πάντα, αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη ψυχραιμία, πράγμα που σημαίνει πως η απώλεια δεν προσλαμβάνεται διόλου ως τραγωδία, έστω κι αν πρόκειται για το μεγάλο πάθος που έσβησε. Μάλιστα τότε το ίδιο ακριβώς το πέρασμά του όχι μόνο δε διεκτραγωδείται, αλλά θεωρείται κι ευτύχημα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια τέτοια στάση ζωής δε φαίνεται άσχετη με τα ισχυρά θετικά βιώματα της παιδικής ηλικίας. Το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει κάθε τόσο, είναι αλήθεια, στα παιδικά του χρόνια. Στη μνήμη του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αναδύεται η οξεία οσμή του δεντρολίβανου και μαζί ο παππούς και η γιαγιά, η γιαγιά προπάντων, με τη ζεστή αγάπη και τις πλεξούδες του γκρίζου, κι ακόμα, τα κυριακάτικα τραπέζια του καλοκαιριού κάτω από τη μουριά, οι γιορταστικές παραδόσεις με τα χριστόψωμα και τα φλουριά αλλά και τα παραμύθια με τους δράκους και τις νεράιδες. Η θητεία κοντά στους ζωντανούς ανιδιοτελείς ανθρώπους της λάσπης και της πέτρας ενδυναμώνει το ποιητικό υποκείμενο και του επιτρέπει να περάσει αλώβητο τις δύσκολες στιγμές της ζωής του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο δεύτερος θεματικός χώρος είναι της θλίψης, της θλίψης προκαλείται είτε από τα γεγονότα της Ιστορίας, μικρής και μεγάλης, είτε από τον θάνατο. Η μεγάλη Ιστορία εδώ δεν αξιοποιείται στα ηρωικά της μεγέθη, εφόσον αυτό που βλέπουμε είναι απλώς οι πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις της στους ανθρώπους της βιοπάλης: μετοικήσεις από τις πατρογονικές εστίες της Ρωμυλίας και της Μικρασίας, αγώνες κι αγωνίες, ώσπου να χτιστεί η καινούρια ζωή, βιασμοί και εκτελέσεις γυναικών στα Βαλκάνια. Περισσότερο αναδεικνύεται η ιδιωτική, προσωπική, ιστορία ηλικιωμένων κυρίως ανθρώπων, οικείων και μη, που σημάδεψαν τόσο βαθιά τον ψυχισμό της ποιήτριας, ώστε μοιάζει να βγαίνουν από τα ίδια της τα σπλάχνα. Πρόκειται για τις μικρές περιπέτειες αντρών και γυναικών, που, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, πέρασαν από την αγάπη, τα βάσανα και τον θάνατο προσφιλών προσώπων κι έμειναν στο τέλος μόνοι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες γυναικείες μορφές, οι οποίες, αστραφτερές σαν λεπίδες, υπερβαίνουν τη μοίρα της καθήλωσης και φτάνουν στο ύψος της αξιοπρέπειας. Εξαιρετική είναι η περίπτωση της οριακής ασθένειας, η οποία εμφανίζεται στα ποιήματα της ενότητας «Φιλοξενία». Η δοκιμασία τσακίζει το ποιητικό υποκείμενο μέσα στο καλοκαίρι και φέρνει τον χειμώνα. Όμως η απειλή του θανάτου δεν αντιμετωπίζεται με τρόμο. Αντίθετα, η ποιήτρια, πατώντας και πάλι στις μνήμες των προγόνων, που υποδέχονταν τον θάνατο σαν κάτι φυσικό στη ζωή τους, τον προσεγγίζει σταδιακά και, συνειδητοποιώντας τη φθαρτή φύση της, καταφέρνει τελικά να συνυπάρξει μαζί του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο τρίτος και τελευταίος θεματικός χώρος έχει να κάνει με την ίδια την τέχνη της ποίησης. Η ποίηση γεννιέται από τον πόνο, αλλά είναι μαγεία και φως, εξαίσιο θαύμα. Μπορεί να πορεύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μέσα στο μαύρο της ζωής και του θανάτου, αλλά ξέρει να βρίσκει το στημόνι και να υφαίνει όρθρους φωτεινούς σε σκοτεινά τοπία. Μπορεί ακόμα να συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την τόλμη και τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ωραία της ψεύδη αλλά και να κλέβει από τον καιρό στιγμές αθανασίας. Τέλος η ποίηση ξεκουράζει, θεραπεύει και στηρίζει τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να ξαναδεί την αυγή των πραγμάτων και να διασώσει την ομορφιά του μέσα στην ασχήμια του κόσμου. Η θεματολογία όμως αποτελεί τη μια όψη των ποιημάτων, γιατί υπάρχει και η τεχνική, σημαντικότερη σε τελευταία ανάλυση, αφού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αυτή συνιστά την κύρια διαφορά του είδους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Από την άποψη της φόρμας καταρχήν τα ποιήματα είναι μοίρασμένα σε πεζόμορφα και ελευθερόστιχα, με υπέρτερα τα δεύτερα, αν μάλιστα παρθεί υπόψη και η μετεξέλιξη των πεζόμορφων ποιημάτων, από ένα σημείο και πέρα, σε ελευθερόστιχα. Με τη μια ή την άλλη μορφή πάντως τα κείμενα έχουν την τάση να εντάσσονται σε ενότητες. Στην ενότητα «Ορυκτά» έξι ποιήματα φέρουν τον τίτλο «Γυναίκα 1η», «Γυναίκα 2η» κτλ., που συνοδεύεται από παρένθετους προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Νεαρή, Χωρική, Βαλκάνια, Επιούσια, Αδελφή της Φόνισσας), κι άλλα τέσσερα τον τίτλο «Αντρας 1ος», «Αντρας 2ος» κτλ., με ανάλογους επίσης προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Πρόσφυγας πρώτης γενιάς, Δημιουργός, Επιούσιος), ενώ σε ιδιαίτερη υποενότητα και κάτω από τον τίτλο επίσης «Ορυκτά» συγκεντρώνονται τέσσερα ποιήματα, που φέρουν λατινική αρίθμηση. Δύο ακόμα ενότητες, «Φιλοξενία» και «Η μικρή μου βδομάδα», περιλαμβάνουν αντίστοιχα έξι και εφτά ποιήματα, που τιτλοφορούνται κι αυτά με λατινικά νούμερα. Αντίθετα, όσα ποιήματα δε χώρεσαν σε καμιά από τις προηγούμενες ταξινομήσεις στεγάστηκαν απλώς κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «Αδέσποτα». Αυτή η τάση ομαδοποίησης των κειμένων δείχνει προφανώς πως η ποιήτρια συνηθίζει να δουλεύει σε ευρείες θεματικές περιοχές, οι οποίες είναι αδύνατο να καλυφθούν από ένα ποίημα κι έτσι προκύπτουν τα ποιήματα-θραύσματα, μέρη ενός ευρύτερου όλου, ενώ η εμμονή στη χρήση του επιθέτου «ορυκτός» σε τίτλους συλλογής και ενοτήτων αλλά και σε στίχους υποδηλώνει τη μέσα γη του ποιητικού υποκειμένου, από όπου αντλείται η δραματική ύλη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τα ποιήματα που ξεκινούν ως πεζόμορφα, δεκάξι ενόλω, και καταλήγουν ως ελευθερόστιχα, όπως ήδη επισημάνθηκε, αποτελούν λίγο πολύ προσωπογραφίες-ψυχογραφίες αντρών και γυναικών, περίπου μικρές ιστορίες, κάποτε και τραγωδίες, οι οποίες δεν μπορεί παρά να οργανώνονται σκηνοθετικά. Αυτός ο τρόπος απαιτεί λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, μια στοιχειώδη περιγραφή πρώτα, ώστε να οριοθετηθεί ο χώρος, εντός του οποίου θα εμφανιστούν τα πρόσωπα και θα εκτυλιχθούν τα δρώμενα, και μια αφήγηση ύστερα, υποτυπώδη επίσης. Στις περιπτώσεις αυτές η ένταση και η πύκνωση του λόγου βρίσκονται σε ύφεση, ενισχύονται όμως βαθμηδόν όσο το κείμενο βαίνει προς το τέλος κι ο λόγος γίνεται λυρικότερος και δραματικότερος. Αυτή ίσως είναι και η αιτία που το ποίημα από πεζό μετεξελίσσεται σε ελευθερόστιχο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ένα άλλο χαρακτηριστικό, γνωστό κι από το βαθύ παρελθόν, συνιστά η συμμετοχή της φύσης στις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Καθώς η παρουσία του στεριανού κυρίως τοπίου και λιγότερο του θαλασσινού αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της ποίησης, είναι εύλογο διαθέσεις και αισθήματα να απηχούνται στις εικόνες της φύσης, αποχτώντας συγκεκριμένη υπόσταση, ιδιαίτερα ελκυστική και προσιτή στον αναγνώστη. Έτσι, αν η ευφορία πλημμυρίζει το ποιητικό υποκείμενο, τότε η φύση χαίρεται και οι εικόνες της λάμπουν. Αν όμως πρόκειται για πόνο, τότε συμπεριφέρεται αντιφατικά. Άλλοτε συμπάσχει κι άλλοτε δείχνει ανυποψίαστη ή και αδιάφορη, αν όχι αναίσθητη, όπως λ.χ. στο ποίημα «Γυναίκα 4η (Βαλκάνια)».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αντίθεση γενικότερα αξιοποιείται συχνά ως δομικό στοιχείο των κειμένων. Οι αντιθέσεις που στηρίζουν την κατασκευή του ποιήματος ενόλω ή ενμέρει ποικίλλουν: γείωση και ανάταση, χαρά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και λύπη, ομορφιά κι ασχήμια, λόγος και σιωπή, φως και σκοτάδι.Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το ποίημα «Καλόγερος», που χτίζεται ολόκληρο στη βάση μιας πολύσημης αντίθεσης. Μέσα στο σκοτεινό κελί η υποβολή και η κατάνυξη, η πένθιμη ομορφιά που συμπαρασύρει στην πίστη, κι έξω ο ήλιος, ο δρόμος και τα αρώματα, η ζωή πέρα από τις θρησκευτικές συμβάσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τέλος σημαντική πλευρά της ενλόγω ποιητικής αποτελεί ο ρομαντικός τρόπος θεώρησης του κόσμου. Ο ρομαντισμός συνιστάται στη νοσταλγική και βαθιά ουμανιστική ματιά της ποιήτριας, η οποία επιμένει να εξιδανικεύει το παρελθόν και να βλέπει την ομορφιά μέσα στη βαρβαρότητα, αλλά και στη λυρική, αν και πλεοναστική ενίοτε, χρήση μιας πληθώρας επιθέτων, που έρχεται να αναδείξει τις λεπτές και ποικίλες αποχρώσεις των πραγμάτων. Από την άλλη, όταν η περίσταση το απαιτεί, κι αυτό συμβαίνει κατεξοχήν στα κείμενα που τίθεται το ζήτημα του θανάτου, ο στίχος απεκδύεται κάθε ρομαντισμό και κάθε επιθετικό πλεονασμό. Όσο πιο απειλητικό προβάλλει το βίωμα της δοκιμασίας τόσο πιο πολύ γυμνώνεται και πυκνώνει ο λόγος. Κι αυτές είναι επίσης από τις πιο ευτυχείς στιγμές της συγκεκριμένης ποίησης, οι οποίες δε θα μπορούσαν βέβαια να κατακτηθούν, αν ο αυτοέλεγχος δεν ήταν τόσο ισχυρός, ώστε να εξουδετερώνει κάθε στοιχείο μελοδραματισμού:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">II</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πότε σκαρφάλωσα σε κείνη την πανύψηλη αναρριχώμενη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αρρώστια;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και ρίχτηκα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">απ’ τον ίλιγγο βαθιά μες στον Ιούλη;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μου κόπηκε η ανάσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι ως να σταθώ σε μια γωνίτσα σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κτισμένο με αειθαλή φιλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χειμώνιασε.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(από την ενότητα «Φιλοξενία»)</span></p>
<h2 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΕΖΑ</strong></span></h2>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η κάτω βόλτα</strong>, Διηγήματα, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η έκτη έκδοση των διηγημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου (Θεσσαλονίκη 1931) Η κάτω βόλτα περιλαμβάνει δεκατρία κείμενα, ένα παραπάνω από την προηγούμενη του 1991 μια και πρόσθεσε δύο καινούρια και αφαίρεσε ένα. Η συνήθεια αυτή του ιδρυτή της Διαγωνίου να αφαιρεί και να προσθέτει κείμενα αλλά και να τα επεξεργάζεται, είτε για ποιητικές συλλογές πρόκειται είτε για συλλογές πεζών, είναι γνωστή από παλιά (1952). Ενδεχομένως να αποτελεί ένα ζήτημα κατά πόσο το κλίμα της δεκαετίας του ’50 και του ‘6ο, που διέκρινε την Κάτω βόλτα του 1963* μπορεί να βρει τη συνέχειά του σε ένα βάθος πενήντα χρόνων (1955-2003), όταν μάλιστα η συλλογή αυτή, η οποία αποτελούσε το πεζογραφικό ισοδύναμο της Εποχής των ισχνών αγελάδων (195ο) εκτιμήθηκε ως ιδιάζουσας σημασίας, καθώς έφερνε τον ρεαλισμό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και τον κατατρεγμένο έρωτα στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, ενώ άσκησε και έντονες επιδράσεις σε μια σειρά νεότερους πεζογράφους και πέρα από τη Θεσσαλονίκη. Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     1. Η πρώτη έκδοση της Κάτω βόλτας (1963) περιλαμβάνει έξι διηγήματα: «Το φροντιστήριο», «Χαλασμένο στομάχι», «Ο κ. Γαρύφαλλος», «Αγαπημένη Ναταλία», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο χιλιαστής». Η δεύτερη (1971) αποκλείει ένα διήγημα («Το φροντιστήριο»), αλλάζει τίτλο σε άλλο ένα («Αγαπημένη Ναταλία» «Ο χαρχάλες»), προσθέτει έξι καινούρια και μοιράζει τα έντεκα πια διηγήματα της σε τρεις ενότητες: «Η κάτω βόλτα» («Χαλασμένο στομάχι», &lt;&lt;Ο κ. Γαρύφαλλος», «Οι χαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα&gt;&gt;, «Καθαρός ουρανός» («Ο χιλιαστής», «Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), «Πλονζόν» («Η καπετάνισσα», «Το αναρριχητικό»,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Συμβουλές σ’ έναν νέο ποιητή», «Βίοι παράλληλοι»). Στην τρίτη έκδοση και συγκεκριμένα στην τρίτη ενότητα (1977) προστίθεται το διήγημα «Καθηγητής θρησκευτικών» κι έτσι τα κείμενα γίνονται δώδεκα, ενώ η τέταρτη έκδοση (1980) αλλάζει απλώς προς το αιχμηρότερο τον τίτλο ενός διηγήματος («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι»), το οποίο, ως γνωστόν, παρωδεί το έργο του Ρίλκε Γράμματα σ έναν νέο ποιητή (1929). Η πέμπτη έκδοση (1991) -συνέκδοση, για την ακρίβεια, με τα μικρά πεζά Οι ρεμπέτες τον ντουνιά (1986)- δεν αλλάζει τίποτα σε σχέση με την προηγούμενη. Η έκτη όμως (2004) ανασυνθέτει την τρίτη ενότητα, αποκλείοντας ένα διήγημα («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι») και προσθέτοντας δύο καινούρια, «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη» και «Επίτιμος διδάκτωρ», στις δύο ενότητες που δημιουργεί, «Ιστορικά πρόσωπα» και «Πνευματική ζωή», με δύο και τέσσερα διηγήματα αντίστοιχα. Η διάκριση των ενοτήτων τέλος γίνεται με κριτήρια θεματικά. Η πρώτη θίγει το ζήτημα του αποκλίνοντος ερωτισμού, που δε βρίσκει τρόπο να ευτυχήσει, η δεύτερη αναφέρεται σε παιδιά λαϊκών στρωμάτων, που κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία, και οι άλλες δύο, όπως ρητά ομολογούν, σε πρόσωπα της Ιστορίας και σε πνευματικούς ανθρώπους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     2. Η αφήγηση προτιμά τους πιο στρωτούς δρόμους του παλαιότερου ρεαλισμού, δρόμους που αποφεύγουν τις ανατροπές της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων και τα συνειρμικά περάσματα, όπως συμβαίνει άλλωστε και στις λαϊκές αφηγήσεις, οι οποίες δεν αφήνουν αδιάφορο τον Χριστιανόπουλο. Έτσι η αφήγηση, η οποία αποδίδει ένα περιστατικό, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό, ή σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός επώνυμου ή άσημου ανθρώπου, αρχίζει από ένα σημείο και συνεχίζει ευθύγραμμα την πορεία της ως το τέλος, αξιοποιώντας και την κλασική επίσης τεχνική του διαλόγου, ενίοτε εκτεταμένα. Αυτός είναι ο λόγος που ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλεί τα διηγήματά του παραδοσιακά, ενώ και οι κριτικοί αντιδιαστέλλουν τη συντηρητική γραφή διηγημάτων από τη νεωτερική των ποιημάτων. Έχω τη γνώμη πως η ευθύγραμμη αφήγηση του Χριστιανόπουλου οφείλεται στη προφορική της προέλευση αλλά και στη σκοπιμότητα της αναγνωστικής πρόσληψης. Όπως ο προφορικός λόγος, προπάντων στη λαϊκή του εκδοχή, δε σηκώνει τις αναδρομές, γιατί δημιουργούνται συγχύσεις στους ακροατές, έτσι κι ο γραπτός, που θέλει να αποτελεί απείκασμά του, τις αποφεύγει, όταν μάλιστα ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως να μεταφέρει μια ιστορία από το δικό του κεφάλι στο κεφάλι του αναγνώστη. Οι αφηγητές από την άλλη φαίνεται να ποικίλλουν. Άλλοτε βρίσκονται εντός της ιστορίας και μιλούν σε πρώτο πρόσωπο (8) κι άλλοτε εκτός και μιλούν σε τρίτο (5). Από τις οχτώ περιπτώσεις πάλι που συμμετέχουν στα δρώμενα στις εφτά αναλαμβάνουν ρόλους παρατηρητή ή μάρτυρα και μονάχα σε μία πρωταγωνιστικό. Όποια οπτική όμως κι αν επιλέγεται, είναι προφανές πως πίσω της κρύβεται ή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">προσπαθεί να κρυφτεί το ίδιο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από αυτό του συγγραφέα, γεγονός που πιστοποιείται τόσο από τη θεματική των διηγημάτων όσο κι από συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     3. Οι θεματικοί πυρήνες σε τίτλους: η αγωνία του ερωτικά ανορθόδοξου να κρύψει την ιδιοτυπία ή να κορέσει την πείνα του αλλά και η μεγαλοψυχία του χορτασμένου• η ερωτική βουλιμία της γυναίκας• η πίστη σε ιδέες και η εγκληματικότητα της εξουσίας• η ενοχή για την αδιαφορία στον πόνο του άλλου• η τέχνη και το μεράκι άφθαρτων λαϊκών ανθρώπων• η αποκαθήλωση ιστορικών προσώπων και η άκρατη φιλοδοξία πνευματικών ανθρώπων• το βίωμα στην τέχνη• ο αντικομφορμισμός και η άρνηση των τιμών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις, όπως αναφορές στα ρεμπέτικα και τα κατηχητικά, στην ποίηση και τις σπουδές, στην πόλη της Θεσσαλονίκης και την επώνυμη ταύτηση αφηγητή-συγγραφέα, αποκαλύπτουν τον βιωματικό έως αυτογραφικό χαρακτήρα των αφηγήσεων. Ο Χριστιανόπουλος συνηθίζει να μιλάει εξομολογητικά και απροκάλυπτα περισσότερο από κάθε άλλον για πράγματα που τον χάραξαν κι όχι που φαντάστηκε και συνεπώς το να πούμε πως είναι βιωματικός συγγραφέας αποτελεί κοινό τόπο εδώ και χρόνια, όπως κοινό τόπο αποτελεί στις μέρες μας και η άποψη ότι η ειλικρίνεια από μόνη της δε λύνει υο πρόβλημα της αισθητικής, αν και για ορισμένους συγγραφείς φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τότε μονάχα μπορούν να είναι πειστικότεροι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     4. Περισσότερο θετικοί παρά αρνητικοί οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων που ενσαρκώνουν τις βασικές ιδέες, αντανακλούν τις ηθικές αρχές με βάση τις οποίες αντιμετωπίζει τα πράγματα ο συγγραφέας. Διακριτοί αλλά αποκρουστικοί είναι ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος καταρχήν της ιστορικής αφήγησης «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη», ο οποίος προστάζει την ομαδική σφαγή των Θεσσαλονικέων στο Ιπποδρόμιο, και ύστερα ο επίδοξος λογοτέχνης Αντρέας Αγοραστός, διαφανές προσωπείο γνωστού πεζογράφου, που κολακεύει και περιπαίζει τους πάντες, προκειμένου να φτάσει στην ανάδειξη [«Το αναρριχητικό» – «Το τσογλάνι» στη Διαγώνιο ι (Ιανουάριος-Μάρτιος 1965)]. Μοναδική είναι η γκροτέσκα απεικόνιση της άπληστης ερωτικά καπετάνισσας, η οποία μοιράζεται με τις κόρες τους άντρες τους, για να πληρώσει στο τέλος με ην ίδια της τη ζωή («Η καπετάνισσα»). Από τους πιο ενδιαφέροντες και συμπαθητικούς ήρωες είναι αυτοί που βιώνουν εναγώνια το πρόβλημα του ιδιότυπου ερωτισμού, μια κι αυτό είναι δύσκολο να ομολογηθεί και να επιλυθεί, με αποτέλεσμα να καταρρακώνουν συνήθως την αξιοπρέπειά τους και να βυθίζονται στη μοναξιά («Χαλασμένο στομάχι», «Οιχαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο κ. Γαρύφαλλος»). Ο μόνος ανάμεσά τους που φτάνει σε μια ευτυχή ερωτική σχέση είναι ο ώριμος κ. Γαρύφαλλος, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο βρίσκει και τη δύναμη να φανεί μεγαλόψυχος. Έτσι, αντί να εκδικηθεί τον νεαρό που τον χρεοκόπησε και τον εγκατέλειψε, αποκαλύπτοντας το ποιόν του, μιλάει καλύτερα λόγια γι’ αυτόν, σε αντιστάθμισμα των ευτυχισμένων ημερών που έζησε μαζί του. Ασυνήθιστο τύπο συνιστά και ο θεολόγος κ. Τιμόθεος για την μποέμικη ζωή του, την κάθε άλλο παρά αρμόζουσα στις νόρμες της θρησκείας («Καθηγητής θρησκευτικών»), ενώ ηθικό μεγαλείο διακρίνει τον εξαίρετο, αν και ασπούδαχτο, διευθυντή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης Νικόλαο Δελιαλή, που αδιαφορεί πλήρως, όπως ένα παιδί, για την πρόταση αναγόρευσής του σε διδάκτορα («Επίτιμος διδάκτωρ»). Χαρακτηριστικά αλλά ριζικά διάφορα μεταξύ τους, καθώς μάλιστα παραστατικότατα αντιπαρατίθενται στο παρελθόν και το παρόν, είναι τα πορτρέτα δύο συγγραφέων, του ματαιόδοξου Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή και του ανυποψίαστου Μακρυγιάννη, από τους οποίους στις μέρες μας επιβιώνει ο δεύτερος, γιατί με την τέχνη του εξέφρασε την αλήθεια και μόνον της δικής του ζωής («Βίοι παράλληλοι»). Ενδιαφέροντα ακόμα τόσο για την τέχνη και το μεράκι όσο και για την καθαρότητα της λαϊκής τους ψυχής είναι τα πορτρέτα δύο στρατιωτών, ενός καραγκιοζοπαίκτη κι ενός μάγειρα («Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), ενώ ένα τρίτο, του αιρετικού στρατιώτη («Ο χιλιαστής»), δε συνιστά απλώς ένα εξαιρετικό και τολμηρό στον καιρό του διήγημα, αλλά δείχνει και περισσότερο από κάθε άλλο τη διεύρυνση και το βάθεμα της κοινωνικής ματιάς του Χριστιανόπουλου, η οποία επισημάνθηκε άλλωστε και στην ποίησή του («Ο αλλήθωρος 1949-1970», Ποιήματα, 42004).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ένα λαϊκό παιδί από το Αγρίνιο υφίσταται τα πάνδεινα ως άλλος μάρτυρας από την ιεραρχία του στρατεύματος, την οποία συντρέχει και η Ορθοδοξία, γιατί, πιστό στο δόγμα του, αρνείται να πάρει όπλο. Από τη μια οι ταπεινώσεις του σώματος και οι πιέσεις της εκκλησίας κι από την άλλη το μεγαλείο της αντίστασης ενός επαρχιωτόπουλου, που προκαλεί τον θαυμασμό όχι μονάχα του αφηγητή και των στρατιωτών αλλά και του θεολόγου του τάγματος, κι ας μην ασπάζονται την πίστη του. Η περίπτωση, όντας συγκεκριμένη, καταφέρνει, χάρη στην πραγμάτευση της, να καταστεί αντιπροσωπευτική και να εκφράσει έτσι κάθε άνθρωπο που βασανίζεται ή και δολοφονείται για τις ιδέες του. Αξιοσημείωτη είναι από την άποψη αυτήν η απόληξη του διηγήματος, η οποία θέτει το ζήτημα της κοινωνικής ενοχής, όπως πρόσεξε ήδη ένα μέρος της κριτικής. Μια βραδιά που οι φαντάροι ακούνε και παίζουν μουσική κι ο αφηγητής απαγγέλλει ένα ποίημα του Μιχαήλ Άγγελου για την ανθρώπινη ομορφιά φτάνουν στ’ αυτιά τους κάποια στιγμή οι κραυγές του βασανιζόμενου αντιρρησία συνείδησης. Τότε η σύναξη διαλύεται και ο αφηγητής αισθάνεται τύψεις:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Και τι τρομερό, ένας άνθρωπος να κραυγάζει από πόνο μες στη</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">νύχτα, την ώρα που εμείς ξένοιαστοι επιδιδόμασταν σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις… Σταμάτησα ταραγμένος το ποίημα, κι ένας ένας αρχίσαμε να φεύγουμε με σκυμμένο κεφάλι, έφυγα κι εγώ χωρίς να καληνυχτίσω κανέναν. Με φαρμάκωνε η σκέψη πως, ενώ χιλιάδες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">μάρτυρες σάπιζαν στις φυλακές και τα απομονωτήρια, εγώ εξακολουθούσα ακόμη να είμαι δοσμένος στην ομορφιά και τα ποιήματα,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(σ. 6ο)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όπως ακριβώς σκέφτεται και το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα του Χριστιανόπουλου «Η αγκίδα», που γράφτηκε το 1966, τρία χρόνια μετά τον «Χιλιαστή», με τη διαφορά ότι εδώ τον θρησκευτικό αγωνιστή αντικαθιστά ο αγωνιστής της Αριστεράς, ενώ την ομορφιά και τα ποιήματα ο έρωτας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Το βράδυ που σκοτώσαν τον Λαμπράκη,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">γυρνούσα από ένα ραντεβού.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">«Τι έγινε;» ρώτησε κάποιος στο λεωφορείο.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Κανείς δεν ήξερε. Είδαμε χωροφύλακες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">μα δε διακρίναμε τίποτε άλλο.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Πέρασαν τρία χρόνια. Ξανακύλησα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Όμως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δε βγαίνει:</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Ο αλλήθωρος 1949-1970», ό.π.)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">5. Η γλωσσική έκφραση είναι καλά δουλεμένη, απλή και σαφής μπολιασμένη με φράσεις και λέξεις λαϊκές, ιδιωματικές αλλά και της αργκό, με αποτέλεσμα να καθίσταται εμβληματική. Οι προτάσεις, μικρές συνήθως, δεν αποφεύγουν να μακραίνουν, όταν η ένταση του ρυθμού το επιβάλει, ενώ με σύντομες ερωτοαπαντήσεις αποδίδονται και οι διάλογοι, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ζωντανοί. Η εκφραστική ωμότητα, στην οποία καταφεύγει η ποίηση του Χριστιανόπουλου, για να αποδώσει τον κυνισμό των σχέσεων εραστή-ερωμένου, εδώ απουσιάζει, μια και οι ανάγκες της ρεαλιστικής αφήγησης επέβαλλαν φαίνεται έναν διακριτικότερο τρόπο προσέγγισης αυτών των σχέσεων. Δε λείπει ωστόσο το χιούμορ και η ειρωνεία, ακόμα και η σάτιρα, η οποία αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, όταν η απόσταση ανάμεσα στις ηθικές αξίες του αφηγητή και του ήρωα γίνεται αγεφύρωτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δε φιλοδοξεί να πρωτοτυπήσει στην Κάτω βόλτα αλλά να μιλήσει απλά και σταράτα, με όρους πεζογραφικούς και μόνον, αυτός ένας ποιητής, για τον δικό του νταλκά και για τους αχάλαστους λαϊκούς ανθρώπους αλλά και για τους άλλους, τους αριβίστες και τους ματαιόδοξους, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πέρασαν από τη ζωή του. Αυτή είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η δύναμη και η αδυναμία της τέχνης του, η επίμονη κίνηση στους δρόμους του σώματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν παύει να είναι ένας απολαυστικός αφηγητής, γιατί ξέρει σε τελευταία ανάλυση και τον λόγο να χειρίζεται αριστοτεχνικά και τη βαθύτερη ουσία να εντοπίζει ακόμα και σε περιστατικά που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν ασήμαντα. </span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΧΡΩΜΑ ΧΩΜΑ ΣΩΜΑ ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΧΑΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετείκασμα Μεταίσθημα. Ασκήσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επί αμμοδόχου. Πεδίον οσφρήσεως, Εξάντας, Αθήνα 1994</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν η πεζογραφία, ύστερα από την εμφάνιση της μεταμυθοπλασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κινείται σήμερα στον άξονα παραδοσιακό-νεωτερικό-μεταμοντέρνο, τότε ο Κώστας Λαχάς, που από το Κάτω Θεοδωράκι του Κιλκίς (1936) φτάνει πολύ γρήγορα στη Θεσσαλονίκη, είναι πεζογράφος νεωτερικός. Δεν είναι παραδοσιακός, γιατί ανατρέπει τις συμβάσεις της παλαιάς πεζογραφίας τόσο στο επίπεδο του μύθου όσο και στο επίπεδο των αφηγηματικών τρόπων. Δεν είναι και μεταμοντέρνος, στον βαθμό που δεν αμφισβητεί τις αναπαραστατικές δυνατότητες της αφήγησης και «δεν μεταθέτει το κέντρο του ενδιαφέροντος από τη συνείδηση στη γραφή, αντικαθιστώντας τις περίπλοκες υφολογικές επιτηδεύσεις του μοντερνισμού με ωμές δηλώσεις και απροκάλυπτες ενδοκειμενικές παρεμβολές σχετικά με τη σχέση της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας» (Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την αισθητική, 1987» ο. 290). Η νεωτερικότητα, που για τη νεοελληνική πεζογραφία εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1930 με τους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών (1932-1939)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενώ για τον Κώστα Λαχά κοντά στο 1960 με το μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα Το σόλο τον Φίγκαρω (1938), όπως δηλώνει ο ίδιος [περ. Εντευκτήριο 28-29 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 1994) 146], και με το νέο γαλλικό μυθιστόρημα (nouveau roman), διακρίνει και τις τρεις εκδόσεις που κάνει ο ολιγογράφος συγγραφέας της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και εξαίρετος ζωγράφος: Πεδίον οσφρήσεως (1964Χ Μετείκασμα Μεταίσθημα (1986), Ασκήσεις επί αμμοδόχου (1994)• Η πρώτη έκδοση περιλαμβάνει οχτώ πεζογραφήματα, η δεύτερη ένα μόνο εκτεταμένο κείμενο, που με όρους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παραδοσιακούς θα θεωρούνταν νουβέλα, ενώ η τρίτη επανέρχεται, αλλά τυπικά, στη δομή της πρώτης, καθώς τεμαχίζει τον ένα ουσιαστικά λόγο της σε εφτά μέρη. Και τα τρία έργα συνεκδίδονται τώρα από τον Εξάντα με μια ανατροπή της χρονολογικής τάξης των κειμένων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι δύο από τους τρεις τίτλους συναρτώνται με δύο βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Λαχά. Ο ένας, Πεδίον οσφρήσεως, ειδοποιεί έγκαιρα για την εμβέλεια του συγγραφικού ενδιαφέροντος, όπως παρατηρεί ο Πρόδρομος Μάρκογλου:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Καθώς η όσφρηση είναι η αίσθηση με την μικρότερη εμβέλεια, ο τίτλος καθορίζει με ακρίβεια τα όρια του προς διερεύνηση και καταγραφή χώρου.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">[περ. Η Παρέμβαση 79-80 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1994) 4]</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο άλλος πάλι, Μετείκασμα Μεταίσθημα, σχετίζεται με την εικονογραφική, κινηματογραφική για την ακρίβεια, αντίληψη που διέπει τον λόγο του συγγραφέα, μια και Μετείκασμα, που το μεταφράζει αμέσως το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου Μεταίσθημα, είναι, κατά τα λεξικά, το οπτικό αίσθημα που εξακολουθεί να παραμένει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού επί ένα δέκατο περίπου του δευτερολέπτου μετά την παύση του εξωτερικού ερεθίσματος. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αισθήσεις, πράγμα που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας προσλαμβάνει τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πράγματα και τον κόσμο. Ο τρίτος τίτλος, Ασκήσεις επί αμμοδόχου, υποδηλώνει τον αναπαραστατικό χαρακτήρα της γραφής όπως ρητά επισημαίνει η ίδια η αφήγηση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">λέω να οργανώσω ένα προσκλητήριο νεκρών (εχθρών και φίλων)</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">όπως αυτές οι συναντήσεις των μαθητών μετά είκοσι πέντε χρόνια,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">αναπαριστάνοντας όλα τα επεισόδια της ζωής λεπτομερώς, ως ένα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">είδος άσκησης επί αμμοδόχου, (σ. 112)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μπαίνοντας στην ενδοχώρα των κειμένων διαπιστώνει καταρχήν κανείς τον πρωτοπρόσωπο χαρακτήρα της αφήγησης. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι καινούριο σήμερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ο αφηγητής δεν αναλαμβάνει ρόλους και δεν απασχολεί τον αναγνώστη ως πρόσωπο, καθώς φροντίζει να κρύβεται στη σκιά. Ακριβέστερα, πίσω από μια κάμερα. Η θέση αυτή του του επιτρέπει να βλέπει τη λεπτομέρεια του τοπίου, του προσώπου ή του γεγονότος με μεγάλη ψυχραιμία, «δήθεν αμέτοχος», όπως εύστοχα παρατηρεί ο αφηγητής στο πεζογράφημα «Το άλσος της μιας νυκτός» (Ασκήσεις επί αμμοδόχου, σσ. 89-9ο).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ήδη από το Πεδίον οσφρήσεως γίνεται εμφανής η εικονογραφική αντίληψη του συγγραφικού λόγου, ενώ ορισμένες στιγμές της αφήγησης είναι ιδιαίτερα εύγλωττες. Το πρώτο πεζογράφημα, «Εις μνήμην», ανοίγει με ένα πλάνο ακινησίας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Η φωτογραφία του εκλιπόντος σε πλαίσιο έκτακτης λειτουργικής</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">τέχνης πάνω σε σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο τραπέζι. Αγριολούλουδα,επίτηδες αγριολούλουδα, με δυσφορία στολίζουν γυάλινο</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ανθοδοχείο (σ. 197)•</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το δεύτερο, «Μαρτίου 8 του έτους 1959»&gt; μοιράζεται ενγένει σε σκηνές-πλάνα, που επιγράφονται στην αρχή των παραγράφων:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Στο θάλαμο», «Προς την πύλη εξόδου», «Στην πλατεία Αθανάτων, δίπλα στη γέφυρα», «Προς το γήπεδο». Δε λείπουν όμως και οι ευθείες αναφορές στην κινηματογραφική πρακτική, όπως συμβαίνει στο πεζογράφημα «Η σκιά» της ίδιας συλλογής, κάτι πολύ λογικό, αν σκεφτούμε ότι ο πεζογράφος εργάστηκε για ένα διάστημα και ως ηθοποιός:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Σκεφτόμουνα πως είναι ωραίο να κινηματογραφήσει κανείς αυτά</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">τα σχοινιά με τα καλάθια, έτσι που, όπως τώρα με τις εφημερίδες</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ανεβοκατεβαίνουν πολλά μαζί. […] Μπορούσα να στήσω τη μηχανή</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">λήψεως σε μικρή γωνία εν σχέσει προς την πρόσοψη του κτιρίου</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">και μαζί με τα καλάθια «να ‘παιρνα» και τα μπαλκόνια από κάτω μεριά.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Φιλμ άσπρο-μαύρο</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">[…] τώρα βρίσκω ενδιαφέρον το θέμα σε μια ταινία μικρού μήκους</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">με τίτλο: ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ή ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ, (σ. 229)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτή η αντιμετώπιση της αφήγησης, που στα κείμενα της πρώτης συλλογής θυμίζει συχνά σενάριο, από το Μετείκασμα Μεταίσθημα και πέρα αξιοποιείται ουσιαστικότερα, με αποτέλεσμα να μεταπλάθεται πληρέστερα η εμπειρία και το βίωμα σε αυτόνομο πεζογραφικό λόγο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Σε όλα τα κείμενα της πρώτης συλλογής δεν υπάρχει μύθος, δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος και βέβαια δεν υπάρχουν πρόσωπα, τουλάχιστον σαν κι αυτά που μας είναι γνωστά από την παραδοσιακή πεζογραφία. Υπάρχουν μόνο αποσπάσματα προσώπων, τοπίων και καταστάσεων, που είναι ιδωμένα κυρίως απέξω. Ακόμα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση συχνά διανθίζεται με αποστροφές στο δεύτερο πρόσωπο, ενώ ο λόγος είναι γενικά μικροπερίοδος. Αυτά τα χαρακτηριστικά, μετεξελιγμένα στον έναν ή τον άλλο βαθμό, διαπιστώνονται και στο Μετείκασμα Μεταίσθημα, που απέχει από το Πεδίον οσφρήσεως είκοσι χρόνια, και στις Ασκήσεις επί άμμοδόχου, που απέχουν τριάντα. Εξαίρεση αποτελεί η ολοκληρωτική κατάργηση της τελείας και συνεπώς του μικροπερίοδου λόγου, εξέλιξη που είχε διαφανεί με τη μεγάλη περίοδο των σελίδων 236-237 του πεζογραφήματος «Πεδίον οσφρήσεως» της ομώνυμης συλλογής. Το Μετείκασμα Μεταίσθημα, κείμενο κατεξοχήν μοντερνιστικό δίχως ενδιάμεσες στάσεις και μύθο που να συνέχει πρόσωπα, δίχως μια τελεία ούτε καν εκεί που τελειώνει, συνεχίζει να αναπτύσσει συστηματικότερα την προηγούμενη λογική της απρόσωπης κάμερας, η οποία καταγράφει πάλι όψεις μιας ταπεινής και δύσκολης ζωής, αλλά τις τέμνει βαθύτερα. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η πλήρης παράδοση της αφήγησης στους ψυχολογικούς συνειρμούς, οι οποίοι, κατά τον τρόπο του Πεντζίκη, επιτρέπουν τα απροσδόκητα περάσματα από το ένα επίπεδο στο άλλο και τη διαμόρφωση ενός λόγου-ποταμού, που συνεπαίρνει τα πάντα στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διάβα του, δίχως χρονική σειρά και τάξη. Αυτός ο λόγος καταφεύγει συχνά στη χρήση των εκτεταμένων παρομοιώσεων, οι οποίες συνιστούν έναν τρόπο συνειρμικής ανέλιξης της αφήγησης, ενώ δε διαχωρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο ούτε το ιστορικό- αντικειμενικό από το προσωπικό-υποκειμενικό, καθώς ο αφηγητής σκόπιμα αποσύρεται από το προσκήνιο, ώστε να πρωταγωνιστήσουν τα ίδια τα πράγματα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ανάλογα γνωρίσματα παρουσιάζει και η τελευταία συλλογή Ασκήσεις επί αμμοδόχου. Η μόνη διαφοροποίηση έγκειται στο γεγονός ότι εδώ ο λόγος-ποταμός τεμαχίζεται σε εφτά τίτλους, με αποτέλεσμα στο τέλος και μόνον των τεσσάρων πρώτων πεζογραφημάτων να παρεισφρέει η τελεία και να διακόπτεται η αφηγηματική συνέχεια. Τα υπόλοιπα τρία πεζογραφήματα, όπως και το Μετείκασμα Μεταίσθημα άλλωστε, τελειώνουν με κόμμα, πράγμα που δίνει την εντύπωση ότι η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν ολοκληρώθηκε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Στο σύνολο του το πεζογραφικό έργο του Κώστα Λαχά αναφέρεται σε μνήμες και βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αλλά και των κατοπινών χρόνων, της στρατιωτικής θητείας και της επαγγελματικής ζωής, ενώ δεν απουσιάζει και η ιστορικότητα της εποχής. Αυτό δε σημαίνει πως κυριαρχεί η μονοτονία και η ατονία του παρελθοντικού χρόνου, μια και η αφήγηση δεν είναι διόλου ευθύγραμμη και μονολιθική. Αντίθετα, καθώς η τελευταία είναι κατεξοχήν πολύτροπη, συχνά και σύμφωνη με τα διδάγματα του εσωτερικού μονολόγου, επιτρέπει τη διαρκή παλινδρόμηση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν με τρόπο αναπάντεχο γι’ αυτό ανοίκειο. Πολλές φορές είναι η ένταση του παρόντος μεταφέρει και την αφήγηση στο ίδιο χρονικό επίπεδο. Ο λόγος αστικός κατά βάση, μπολιάζεται με δόσεις λόγιες, έτσι που να είναι σε θέση, υπονομεύοντας τις συμβάσεις, να προβάλει αυτό που αποτελεί την ουσία της πεζογραφικής αλλά και της εικαστικής αγωνίας του συγγραφέα-ζωγράφου: Χρώμα Χώμα Σώμα. Ο τόπος πάλι που υποδέχεται τις μνήμες και τα βιώματα είναι ο άξονας Κιλκίς-Θεσσαλονίκη, λιγότερο η Χαλκίδα, ο τόπος της στρατιωτικής θητείας και της γνωριμίας με τον Σκαρίμπα, κι ακόμα πιο λίγο άλλα σημεία του μακεδονικού χώρου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα κείμενα των βιβλίων Πεδίον οσφρήσεως, Μετείκασμα Μεταίσθημα και Ασκήσεις επί αμμοδόχου μεταποιούν σε λόγο την εικονογραφική αντίληψη του συγγραφέα και θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια στατικότητα νατουραλιστικής υφής, αλλά χάρη στην ικανή αφηγηματική διαμεσολάβηση αποκτούν έναν δυναμισμό, ο οποίος μεταπλάθει αποτελεσματικά σε πεζογραφική δημιουργία το Χρώμα, το Χώμα και το Σώμα, που τόσο επίμονα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">απασχολούν και τον ζωγράφο Λαχά. </span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ</strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, Διηγήματα,</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Νεφέλη, Αθήνα 2008</span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Τόλης Νικηφόρου (Θεσσαλονίκη 1938) δεν είναι χθεσινός στην πεζογραφία. Γράφει εδώ και χρόνια, από το 1971 για την ακρίβεια, διηγήματα (.Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, 1971, Εγνατία οδός, 1973» Ονειροπολών εγκλήματα, 1976, Τα μάτια τον πάνθηρα, 1996, Νόστος, 2000), παραμύθια για μεγάλους (Ενα παραμύθι για όλους, 1984, Νόσιλκα, 1989, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, 1996) και μυθιστορήματα (Η γοητεία των δεντερολέπτων, 2001, Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, 2005, Η εξαίσια ηδονή τον βιασμού, 2006). Ο δρόμος για την Ουρανούπολη είναι για την ώρα η έκτη σειρά διηγημάτων. Η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα κείμενα, τα οποία αναφέρονται σε συμβάντα που επιβεβαιώνονται από την εμπειρική πραγματικότητα του συγγραφέα. Είναι, με άλλα λόγια, κείμενα αυτοβιογραφικά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο τίτλος της συλλογής, και τίτλος του δεύτερου διηγήματος, αφορμάται από την πραγματικότητα, μια εκδρομή στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής, για να καταλήξει σε ένα επίπεδο μεταφυσικού χαρακτήρα. Η πρώτη αναφορά στην Ουρανούπολη, στη συνδήλωση μάλιστα μιας απροσδιόριστης ουτοπίας, γίνεται στο εισαγωγικό κείμενο της συλλογής «Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», όταν ο αφηγητής περιγράφει τις επιδιώξεις του συγγραφέα και του αναγνώστη εντός των κειμένων: </span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Ζητούν απάντηση σε κείνο που δεν έχει απάντηση. Τώρα που δεν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">υπάρχει δρόμος, πού είναι ο δρόμος; Ποιος είναι ο δρόμος για την</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Ουρανούπολη; (σ. 16)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επανειλημμένες αναφορές της Ουρανούπολης γίνονται στο ομώνυμο διήγημα, όλες ρεαλιστικές εκτός από την τελευταία. Ο ιδεολόγος και ζωγράφος Λουκάς, που μεταφέρει με μεγάλη προθυμία τη συντροφιά του αφηγητή από τη Θεσσαλονίκη στην Ουρανούπολη, φεύγει ένα βράδυ «όλως προώρως και αιφνιδίως, για δική του Ουρανούπολη», τη «χώρα όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι από την αρχή του κόσμου» (σ. 23), χώρα δηλαδή πέρα από τον θάνατο, ανύπαρκτη, σαν αυτήν που ο Νικηφόρου επαναφέρει συχνά στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του. Η τελευταία αναφορά γίνεται στο ακροτελεύτιο κείμενο της συλλογής. Μιλώντας ο αφηγητής για τους μακρινούς του προγόνους από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία, που ποτέ δε γνώρισε, θα πει πως αυτοί «κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του», πως συνιστούν τη «δική του Ουρανούπολη, μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι» (σ. 100).Έτσι παρουσιάζεται στα πρόσφατα διηγήματα του Νικηφόρου η Ουρανούπολη, η οποία, παρά τη γειτνίασή της με το Άγιο Όρος, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη φιλοσοφία του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο βασικός χώρος των συμβάντων είναι η γενέθλια πόλη του συγγραφέα, η Θεσσαλονίκη, η οποία κάποτε δηλώνεται ρητά, αλλά συνηθέστερα υποδηλώνεται συνεκδοχικά: Βαρδάρης, οδός Δωδεκανήσου, Φράγκων, Ολύμπου, Πλατεία Δικαστηρίων, Εγνατία, Αριστοτέλους, Τσιμισκή, Λευκός Πύργος, Τούμπα. Πρόκειται για χώρους στους οποίους μεγάλωσε, κινήθηκε επαγγελματικά και έδρασε πολιτιστικά ο Τόλης Νικηφόρου. Συχνά πάλι για λόγους επαγγελματικούς και πολιτιστικούς, ενίοτε και αναψυχής το πεδίο διευρύνεται είτε προς το εσωτερικό της χώρας (Ουρανούπολη και Αφυτος Χαλκιδικής, Σέρβια Κοζάνης) είτε προς το εξωτερικό (Φιλιππούπολη και Πλόβντιβ Βουλγαρίας, Μικρασία, Τομπρούκ Λιβύης). Και στις περιπτώσεις αυτές όμως η Θεσσαλονίκη αποτελεί τόσο το σημείο εκκίνησης όσο και επιστροφής. Ο ιστορικός χρόνος των συμβάντων από την άλλη εκτείνεται από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ως τη στιγμή της συγγραφής. Οι υπερβάσεις των ορίων αυτών είναι σπάνιες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του πεζογραφήματος «Η Ανεξάρτητη Μεραρχία» το οποίο ανάγεται κατά βάση στην εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής και στη δεκαετία του 1940, η οποία συμπίπτει με την παιδική ηλικία του πεζογράφου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τη δραματική ύλη των κειμένων αποτελούν προσωπικές κυρίας εμπειρίες του συγγραφέα. Οι εμπειρίες αυτές αντλούνται από την οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική, τη συγγραφική, τη δράση του ως ποιητή και πνευματικού ανθρώπου γενικότερα και εντελώς εξαιρετικά από την Ιστορία: ένα πρωινό στο σπίτι με τον μικρό γιο, συντροφιά με μια γάτα κι έναν σκύλο στην Αφυτο, διακοπές στην Ουρανούπολη, μελέτες για την οργάνωση επιχειρήσεων ιδιωτικού και δημόσιου χαρακτήρα, επιλογή προσωπικού, η κρατούσα κοινωνική αντίληψη περί ευφυΐας και βλακείας, σχέση συγγραφέα-αναγνώστη, αναγνώσεις ποιημάτων στα Σέρβια και τη Φιλιππούπολη, πολιτιστικές δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης γύρω από τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος και την Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση (ΠΑΠΟΚ), η δράση της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στη Μικρασιατική εκστρατεία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Με τον εμπειρικό χαρακτήρα του υλικού συναρτώνται και τα πρόσωπα. Ο ίδιος ο αφηγητής καταρχήν είναι ανώνυμος, εκτός από μία ουσιαστικά περίπτωση, στην οποία ακούγεται λαθραία τρεις απανωτές φορές το μικρό του όνομα, που τον ταυτίζει με τον συγγραφέα. Και για ποιο λόγο άλλωστε να είναι επώνυμος, αφού εξιστορεί δικές του εμπειρίες και ξέρει πως τον γνωρίζουμε; Αλλά και ως προς την ονοματοθεσία των άλλων ηρώων παρατηρείται μια ιδιαιτερότητα. Επειδή πρόκειται για εμπειρικά συμβάντα, η αφήγηση είναι υποχρεωμένη για ευνόητους λόγους να μην αποκαλύψει την ταυτότητα των προσώπων. Αυτό το επιτυγχάνεται ενγένει ονομάζοντας τους ήρωες με τις επαγγελματικές τους συνήθως ιδιότητες, αν είναι μακρινοί ή αντιμετωπίζονται απαξιωτικά από την αφήγηση, ή με τα μικρά τους απλώς ονόματα σε περίπτωση που είναι οικείοι και θετικοί: άνθρωποι της οικογένειας και της γειτονιάς, φίλοι και συνάδελφοι της ιδεολογίας και της εργασίας, συνεργάτες στη Λέσχη Γραμμάτων και την ΠΑΠΟΚ, αλλά και λογοτέχνες, τους οποίους μπορούμε να αναγνωρίσουμε από συμφραζόμενες δραστηριότητες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Σε όλα τα κείμενα ο αφηγητής βρίσκεται εντός της ιστορίας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, καμιά φορά και σε πρώτο πληθυντικό. Ανεξάρτητα από το αν κρατάει πρώτους ή δεύτερους ρόλους ως δρων πρόσωπο, η συμμετοχή του είναι αποφασιστικής σημασίας. Τα πάντα καθορίζονται από τη δική του στάση, σκέψη, οπτική, αυτός είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και βέβαια, χωρίς να ξύσουμε καν το δέρμα του, μπορούμε να δούμε στο πρόσωπο του τον συγγραφέα Νικηφόρου. Ο Νικηφόρου είναι που γράφει και απαγγέλλει ποίηση, συμμετέχει σε δραστηριότητες καλλιτεχνικού χαρακτήρα, εργάζεται σε εταιρεία μελετών ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κινείται άνετα στους χώρους της Θεσσαλονίκης ως βέρος Θεσσαλονικιός, έχει έναν Νίκο και μια Σοφία στο σπίτι και ονομάζεται Τόλης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Από την άποψη της ιδεολογίας ο αφηγητής αρχικά έχει όνειρα κι ελπίδες για έναν κόσμο καλύτερο κι αυτό ανάγεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Σε μια δεύτερη φάση όμως, λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘8ο, όλα αρχίζουν να φθίνουν, ώσπου έρχεται η ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και η αναδίπλωση των σοσιαλιστικών ιδεών. Το τέλος των ψευδαισθήσεων ωστόσο δε σημαίνει και προσχώρηση στον εχθρό ή παράδοση στο κακό. Το ίζημα της ηθικότητας παραμένει, ενισχυμένο μάλιστα από τη σοφία της απώλειας. Αυτήν την αισιοδοξία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του απελπισμένου εκφράζουν καίρια οι στίχοι του ποιητή της γενιάς του ’30 Ζήση Οικονόμου, τους οποίους άλλωστε επικαλείται και ο αφηγητής: Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό, / σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες («Επευφημίες και χειροκροτήματα»,σ.35). Με άλλα λόγια, ο αφηγητής παραμένει ένας άνθρωπος με βαθιά συνείδηση του κοινωνικού χρέους, ευαίσθητος απέναντι στους ανθρώπους της ανάγκης και τους έντιμους, άτεγκτος όμως απέναντι στους ανέντιμους και τους καταχραστές της όποιας εξουσίας, καθώς και σε αντιλήψεις κοινωνικές που επιβραβεύουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αναξιότητες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Κατά τ’ άλλα επιτελεί τις αφηγηματικές λειτουργίες της αναπαράστασης πρωτίστως και του σχολιασμού δευτερευόντως με μεγάλη άνεση. Ξέρει να αρχίζει την ιστορία από οποιοδήποτε σημείο της, να ελέγχει την πληροφορία και να την αποκαλύπτει με λειτουργικές αναδρομές, να προτρέχει και πάλι να επιστρέφει, να επαναλαμβάνει μοτίβα που ανοίγουν και κλείνουν το κείμενο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξέρει να παρατηρεί, να ανατέμνει πρόσωπα και πράγματα, να συσχετίζει και να κρίνει, να κατανοεί, να ερμηνεύει, να αστειεύεται και να ειρωνεύεται, να θυμώνει, να εξομολογείται. Βέβαια δεν τα ξέρει όλα. Σαν άνθρωπος κάνει λάθη και δεν μπορεί πάντα να βλέπει το ουσιώδες, αλλά τουλάχιστον, όταν οι συνθήκες αλλάζουν και το υπαινίσσονται, έχει την οξύνοια να το εντοπίσει και τη σοφία να το αποδεχθεί.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     «Γνήσιο παιδί της ασφάλτου» ο Νικηφόρου («Η θέα απ’ την εξέδρα», σ. 26), χρησιμοποιεί μια γλώσσα αστική, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της ιστορίας και της αφήγησης. Ο λόγος του ρέει ομαλά και αβίαστα, είναι διαυγής, ακριβής, ουσιαστικός και διακρίνεται για την έντασή του. Παράλληλα η γλώσσα μπολιάζεται με δόσεις λυρισμού, αρμονικά ενταγμένες στην πεζογραφική ροή του λόγου, και προπάντων με χιούμορ και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ειρωνεία, ειρωνεία άλλοτε διακριτική κι άλλοτε αιχμηρή. Εκτεταμένα αξιοποιείται η τελευταία στη δεύτερή της εκδοχή, που ενίοτε μάλιστα αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, σε δύο διηγήματα, «Ευρύτερος του Δημοσίου» και «Δείκτης νοημοσύνης».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τελειώνω αντιγράφοντας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Ο συγγραφέας πιστεύει ότι έχει χρέος να εκφράσει όλα όσα μπορεί,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">όλα όσα προλαβαίνει. Χωρίς κανένα δισταγμό και πέρα από κάθε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ιδιοτέλεια. Με ποιήματα, με διηγήματα και μυθιστορήματα, με παραμύθια,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">με κάθε μορφή λόγου. Κι αυτά που καταθέτει τώρα εδώ</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">δεν είναι παρά θραύσματα ενός συνολικού κειμένου. Μιλάει η ψυχή</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">του για την ψυχή του.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», σ. 14)</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτός ο συγγραφέας είναι ο Τόλης Νικηφόρου κι αυτός είναι Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, ο δικός του δρόμος.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ,</strong></span></h5>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, Διηγήματα,</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ταξιδευτής, Αθήνα 2012</span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποιήτρια εδώ και χρόνια η Κούλα Αδαλόγλου, με πέντε συλλογές στο ενεργητικό της (Βέροια 1953), κάνει τώρα την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με την έκδοση διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός. Πρόκειται για εξέλιξη μάλλον αναμενόμενη για όποιον έβλεπε την αναλυτικότητα και μια προϊούσα αφηγηματικότητα στην ποίησή της. Αν εξαιρέσει κανείς το σύντομο «Εισαγωγικό» και το επίσης σύντομο «Επιλογικό» κείμενο, που σηματοδοτούν τα όρια της συλλογής, απομένουν δεκατρία διηγήματα, τα οποία κινούνται ανάμεσα στις 4 με 7 σελίδες τα έξι, τις 9 με 12 τα τρία και τις 2ο με 25 τα τέσσερα. Επιμερίζω τις σκέψεις μου σε τέσσερις άξονες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     1. Θεματικοί πυρήνες. Οι παιδικές μνήμες από το γενέθλιο σπίτι, η καταπίεση του παιδιού από την οικογένεια και ο κοινωνικός κομφορμισμός, έρωτες που καταλήγουν άδοξα, φτάνοντας κάποτε ως τον εμπρησμό, διακριτική παρουσία του μετεμφυλιακού παρελθόντος, η τουριστική εκποίηση της Μακρονήσου, η πολιτική επικαιρότητα των διαδηλώσεων και των συγκρούσεων, η βιωματική σχέση των νέων με την Ιστορία, τα στερεότυπα που θέλουν κακούς όλους τους αστυνομικούς, η αντίσταση στην αντιπαροχή του πατρικού σπιτιού, η τύχη των μεταναστών στη χώρα μας, η ασθένεια που απειλεί τη ζωή και η ψυχολογική διάθεση του ασθενή, η οποία μπορεί να αναστρέψει την κατάσταση της υγείας του, το αβέβαιο της ανθρώπινης μοίρας και η λυτρωτική δύναμη της γραφής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     2. Ήρωες. Ανάμεσα στα πρόσωπα της συλλογής την προσοχή του αναγνώστη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ελκύουν εκείνα που έχουν πολιτικά ενδιαφέροντα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι μετανάστες και οι γυναίκες. Οι πολιτικοποιημένοι ήρωες όλοι τους νέα παιδιά και ώριμοι άντρες, εμφορούνται από τις ιδέες της Αριστεράς και διώκονται από την εξουσία. Ο Σάββας είναι Μακρονησιώτης, ο πατέρας της αφηγήτριας απειλείται με εξορία στο διήγημα «Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», ο δάσκαλος Γρηγόρης Χατζής συλλαμβάνεται, ο Κωστής στρατεύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στο «Κοινωνικό Forum», ο Αλέξης κινδυνεύει σε μια αφισοκόλληση του μικρού του κόμματος και ο πανεπιστημιακός της «Συνάντησης» είχε στα νιάτα του πολιτική δράση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ηρώων είναι η ξενική τους προέλευση. Ο Οδυσσέας από τη Γεωργία αντιμετωπίζεται με εχθρότητα από τους συμμαθητές του και δεν τα πάει καλά με τα μαθήματα, αλλά καταφέρνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να εκπλήξει τη φιλόλογο, όταν αποφασίζει να μιλήσει για τα δικά του βιώματα, κι ο Κούρδος Μασούντ ξέρει να ανταποδίδει την αφοσίωση στους Έλληνες, που τον στήριξαν στην απεργία πείνας, ενώ πιο σύνθετη είναι η περίπτωση της Βερόνικας. Η Βερόνικα, που έρχεται από τη Βουλγαρία και είναι ιδιοκτήτρια εστιατορίου στη Μεσοπλαγιά, ανάμεσα στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, διακρίνεται για τις ικανότητες και την προκοπή της. Επιπρόσθετα και για τη δύναμη να μην αποκαλύψει τον άνθρωπο που κατέστρεψε το κατάστημά της, όταν εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του. Ο λόγος πειστικός. Ποιος θα πίστευε μια ξένη; Θέλει να δραπετεύσει στην Αθήνα, αλλά θα παραμείνει εντέλει και θα ξεπεράσει οριστικά την αθυμία της χάρη στη συγκινητική συμπαράσταση των γυναικών του τόπου. Από τις γυναίκες θα άξιζε να ξεχωρίσει κανείς, πέρα από τη Βερόνικα, την Ειρήνη της «Χρυσόσκονης», η οποία συνθλίβεται ανάμεσα σε τρεις άντρες, για να μείνει στο τέλος μόνη, αλλά και να πατήσει επιτέλους στα δικά της πόδια, καθώς και τη Βιργινία (Τζίνα), που μεγαλώνει με τον φόβο να εξοριστεί ο πατέρας της, αλλά βιώνει και την επώδυνη εμπειρία ενός καρκίνου του μαστού («Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση»). Κοντά σ’ αυτές, και τις γυναίκες αφηγήτριες. Από το ένα στο άλλο διήγημα ο αφηγητής είναι συνήθως γυναίκα στους ρόλους της μάνας, της συζύγου, της κοπέλας ή και της εργαζόμενης, εκπαιδευτικού συνήθως και σπανιότερα υπαλλήλου τραπέζης ή επίδοξης ιδιοκτήτριας καταστήματος, η οποία έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδικά της χρόνια και στο πατρικό της σπίτι, ιδιαίτερη σχέση με την Εκπαίδευση και ασχολείται επίσης με τη συγγραφή, στοιχεία που κατά βάση χαρακτηρίζουν και την ίδια τη συγγραφέα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     3. Η μορφική ανησυχία. Είναι εμφανής η προσπάθεια της Αδαλόγλου να χτίσει τις ιστορίες της με έναν τρόπο ασυνήθη, ώστε να καταστήσει δραστικότερη τη γραφή της. Ήδη η συλλογή αρχίζει με ένα «Προλογικό», που ανασκαλεύει τις παιδικές μνήμες της αφηγήτριας, και κλείνει με ένα «Επιλογικό», που εμπεριέχει ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία αναφέρονται σε μνήμες διακοπών,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σε έναν θάνατο και στο νόημα της γραφής. Από κει και ύστερα το ουσιαστικότερο γνώρισμα είναι η τεχνική με την οποία ανατρέπεται η ρουτίνα της αφήγησης, πέρα βέβαια από τη συνήθη των αναδρομών. Ένας τρόπος είναι να δίνει τον λόγο η αφήγηση στα διάφορα πρόσωπα, που το καθένα εκθέτει τη δική του εκδοχή για τα πράγματα, όπως συμβαίνει στο «Ένα τουριστικό καλοκαίρι», όπου τον λόγο παίρνουν, εκτός από τον αφηγητή, ο ξεναγός, η Φανή, ο Σάββας, ο Πέτρος, η ζωγράφος και μια σαύρα. Η τεχνική αυτή, αν και ασυνήθιστη στα διηγήματα του καιρού μας, έλκει την καταγωγή της, όσο ξέρω, από τους Κεκαρμένους του Νίκου Κάσδαγλη (ΐ959)• Ένας άλλος τρόπος είναι να παραχωρεί τον λόγο η αφήγηση στον ήρωα και να διηγείται αυτός την ιστορία του (εγκιβωτισμοί) ή να παραθέτει απλώς τις σκέψεις του ήρωα, πράγμα που παραπέμπει σε ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, ο οποίος μάλιστα σημαίνεται με πλάγια στοιχεία, όπως συμβαίνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άλλωστε και στις εγκιβωτισμένες διηγήσεις. Από την άποψη του αφηγηματικού προσώπου η προτίμηση δίνεται στο πρώτο, ενώ, κι όταν δε δίνεται, επανέρχεται αυτό κατά κανόνα μέσω των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων και των εσωτερικών μονολόγων. Μια τέτοια εμμονή στο πρώτο πρόσωπο όσο κι αν συνιστά τεχνική, αποκαλύπτει πάντως μια βαθύτερη βιωματική καταβολή των διαλαμβανομένων της αφήγησης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     4. Η ουμανιστική συνείδηση της πεζογράφου. Όσο κι αν η λογοτεχνία είναι ανθρωπιστική, η συγκεκριμένη συγγραφέας συνηθίζει να βλέπει την καλή κυρίως πλευρά του ανθρώπου. Αγαπά τους ήρωες και συμπάσχει μαζί τους, ενώ δεν παύει να αντιμετωπίζει με κατανόηση τις προβληματικές τους συμπεριφορές. Οι αρνητικοί τύποι ή δε χωρούν στο βλέμμα της ή, αν χωρούν, δείχνουν να κατανοούν το λάθος τους. Ιδιαίτερη, αν και διακριτική, είναι η αλληλεγγύη της στις αδύναμες και αδικημένες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι κατατρεγμένοι από την εξουσία, οι γυναίκες και οι μετανάστες, γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της κοινωνικής της συνείδησης. Αυτός ο ρομαντικός ανθρωπισμός είναι που παίζει ρόλο, κατά τη γνώμη μου, τόσο στην περιθωριακή θέση των αρνητικών χαρακτήρων όσο και στην ευτυχή απόληξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">των ιστοριών. Τις αδυναμίες αυτές, στον βαθμό που είναι αδυναμίες, αντισταθμίζει, νομίζω, η στέρεη αφηγηματική δόμηση των κειμένων και η οξυδερκής ψυχογράφηση των προσώπων μαζί με την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και την ποιητική ευαισθησία, στοιχεία που οδηγούν σε διηγήματα άκρως ενδιαφέροντα:</span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Είναι τόσο όμορφη η μαμά. Και τόσο εύθραυστη. Δεν θα αφήσω</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">κανέναν να της κάνει κακό. Της το είπα. Γέλασε με τόση τρυφερότητα,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">που θαρρείς ήρθε η άνοιξη. Χιόνιζε πάλι. Και ξαφνικά ο</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">αέρας σταμάτησε και βγήκε ένας ήλιος χλωμός, χλωμή η μητέρα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">με έσφιγγε στην αγκαλιά της, με τα πελώρια γκρίζα μάτια της να</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">υπόσχονται την «ομορφιά του κόσμου».</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">(«Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», σ. 149) </em></span></p>
<h4 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ένα πουλί στην άσφαλτο, (2013)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" width="224" height="320" class=" size-full wp-image-3337 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/ceb5cebdceb1-cf80cebfcf85cebbceb9-cf83cf84ceb7cebd-ceb1cf83cf86ceb1cebbcf84cebf.jpg?w=500" alt="ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/ceb5cebdceb1-cf80cebfcf85cebbceb9-cf83cf84ceb7cebd-ceb1cf83cf86ceb1cebbcf84cebf.jpg 224w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/ceb5cebdceb1-cf80cebfcf85cebbceb9-cf83cf84ceb7cebd-ceb1cf83cf86ceb1cebbcf84cebf-210x300.jpg 210w" sizes="(max-width: 224px) 100vw, 224px" /></span></p>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">      Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό εκπονήθηκαν στα χρόνια 1994-2008 και πραγματεύονται όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο γοητευτικούς και μοναχικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Το πρώτο δοκίμιο παρακολουθεί τη σχέση του ποιητή με τον ευρύτερο μακεδονικό χώρο και εστιάζεται σε δύο ποιήματα, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται, ως σύμβολα διάλυσης της ερωτικής κατά βάση σχέσης, τα εκκοκκιστήρια βάμβακος, σήμα κατατεθέν άλλοτε μιας επαρχιακής μακεδονικής πόλης σαν τη Βέροια («Τα εκκοκκιστήρια»). Το δεύτερο αποκαλύπτει πόσο δεσμευτικά μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και για έναν ποιητή σαν τον Ασλάνογλου η πρόθεση απόκρυψης, η οποία με την αλλαγή μιας και μόνο λέξης καταστρέφει ένα ωραίο ποίημα («Οι κερασιές και οι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μελανιές»). Στην επόμενη εργασία επισημαίνονται και σχολιάζονται οι διαφορετικές γραφές των ποιημάτων που αναφέρονται στο Μύρωνα, πρόσωπο κεντρικό στην ενλόγω ποίηση και σύμβολο της ευτυχούς ερωτικής σχέσης («Τα ποιήματα του Μύρωνα»). Το τέταρτο δοκίμιο παραθέτει και σχολιάζει 20 πρωτόλεια ποιήματα, που γράφτηκαν στα χρόνια 1946-1949, όταν ο ποιητής ήταν μόλις 15 έως 18 χρόνων, και καταδεικνύουν το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνικής του συνείδησης, καθώς μάλιστα 8 από αυτά πέρασαν, μέσω συλλογής ή απευθείας, στην οριστική έκδοση του 1978 0 δύσκολος θάνατος («Πρωτόλεια»). Η τελευταία και πιο εκτεταμένη εργασία διερευνά τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της γραφής του ποιητή, καταγράφοντας και σχολιάζοντας τις αλλαγές που αυτός επιφέρει σε τίτλους, μότο, αφιερώσεις, φράσεις και λέξεις, στίχους, ενότητες ή και ολόκληρα ποιήματα («Το ζήτημα των επεξεργασιών»). Η διερεύνηση αποκαλύπτει ότι ο ποιητής επεμβαίνει στα κείμενα άλλοτε δραστικότερα και άλλοτε ηπιότερα, επιστρέφοντας συχνά σε προγενέστερες επιλογές, γεγονός που δείχνει την ακοίμητη λαχτάρα του για αισθητική τελείωση αλλά και μια καλλιτεχνική ανασφάλεια, η οποία για ένα βιωματικό ποιητή σαν τον Ασλάνογλου δεν μπορεί παρά να συναρτάται και με ανασφάλεια ζωής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">      Αξίζει τέλος να επισημανθεί το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες εργασίες παρατίθενται συγκεντρωμένα 70 ποιήματα, 20 πρωτόλεια, από τα οποία τα 12 δεν εντάχτηκαν σε καμιά έκδοση, και 50 δημοσιευμένα ήδη σε περιοδικά ή συλλογές, τα οποία, έχοντας αποκλειστεί από το corpus των 122 ποιημάτων της οριστικής έκδοσης, είναι σήμερα δυσεύρετα, αν και τόσο χρήσιμα, για να σχηματίσει κανείς μια πληρέστερη εικόνα της συγγραφικής ιδιοπροσωπίας του Ασλάνογλου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεκέμβρης του 2012</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεταφέρω δυο αποσπάσματα από τα δοκίμια</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει. («Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978) 0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη, 1931-Αθήνα, 1996) είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές τόσο της γενέθλιας πόλης του όσο και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί, μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και το Γιώργο Ιωάννου, τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγώνιου (1958-1983), ο οποίος αντιδιαστέλλεται συνήθως από τους άλλους τρεις κύκλους: των φιλοσοφικών ποιητών (Γιώργος Βαφόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ζωή Καρέλλη), των λυρικών (Γιώργος Θέμελης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γιώργος Στογιαννίδης) και των κοινωνικών (Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης). Στο χώρο πάλι της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου ο ερωτικός κύκλος της Διαγώνιου συνιστά τον πυρήνα της βασικότερης τάσης ύστερα από την ομάδα των ποιητών που επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στον κοινωνικό πόνο, όπως οι Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Μάριος Μαρκίδης, Τάσος Πορφύρης, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος X. Μάρκογλου κ.ά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο Ασλάνογλου εκδίδει την πρώτη του συλλογή Δύσκολος θάνατος το 1954 κι από κει και πέρα ακολουθούν άλλες έξι συλλογές και δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις: Ο θάνατος Μύρωνα (1960), Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963), 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (1970), Νοσοκομείο εκστρατείας (1972), Αργό πετρέλαιο (1974), Ο δύσκολος θάνατος (1978, συγκεντρωτική έκδοση οριστική), Ωδές στον Πρίγκιπα (1981), Τρία ποιήματα (1987).Έχει εκδώσει ακόμα το ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός (1991, πρώτη έκδοση πολυγραφημένη 1952), * μια σειρά από σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με τίτλο Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (1991), και τη μελέτη Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη (1959), ενώ μετέφρασε τα ποιήματα του A. Rimbaud Εκλάμψεις (1971,1981) και το μυθιστόρημα του Ε. Zola Η ταβέρνα (1988). Αυτό είναι όλο κι όλο το έργο και τα ποιήματα μόνο 141, πολύ λίγα για μια θητεία σαράντα τόσων χρόνων. Ο Ασλάνογλου συμβαίνει να είναι ένας από τους λίγους εκείνους, γνήσια αστούς, ποιητές που συχνά δραπετεύουν από το κέντρο, για να περιπλανηθούν στην περιφέρεια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πολύ σπάνια, είναι αλήθεια, οι πόλεις της ελληνικής επαρχίας απαντούν στα κείμενα αναγνωρισμένων ποιητών, πράγμα που αντανακλά τον περιφερειακό έτσι κι αλλιώς ρόλο που τους έχει επιφυλάξει η συγκεντρωτική δομή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός δεν είναι ανεξήγητο. Οι ποιητές, απ’ ό,τι φαίνεται, ευδοκιμούν σε πυκνοκατοικημένες ερήμους. Η συνάρτηση κοινωνικού περιβάλλοντος και μορφωτικού επιπέδου δεν μπορεί παρά να έχει και στην περίπτωση αυτήν την εφαρμογή της. Η ανάδειξη του ποιητή απαιτεί ένα χώρο επιρροών και ερεθισμάτων που του επιτρέπουν να εμπλουτίζει το βιωματικό του υλικό και να διαμορφώνει ισχυρό τον αισθητικό του λόγο, προϋποθέσεις που δεν καλύπτουν τα μικρά πληθυσμιακά κέντρα της ελληνικής περιφέρειας. Από την άποψη αυτήν κατεξοχήν προσφέρεται το μεγάλο αστικό κέντρο, η Αθήνα πρώτα, η Θεσσαλονίκη ύστερα. Κάποτε ούτε και η τελευταία, όπως δείχνουν ορισμένες μετοικήσεις λογοτεχνών της στην πρωτεύουσα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Το τοπίο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ποίηση του Ασλάνογλου. Δείχνει τη θέληση του ποιητή να γειώσει, από τη μια, τις μνήμες στο χώρο, διαιωνίζοντας το βίωμα, κι από την άλλη, να υπερβεί τα όρια μιας κοινωνίας που με τις προκαταλήψεις της συνθλίβει τη ζωή του. Ο χώρος στον οποίο κινείται ο ποιητής εκτείνεται από τους δρόμους και τις πλατείες της γενέθλιας πόλης ως την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Πολύ συχνά, επώνυμο ή ανώνυμο το τοπίο, προβάλλεται στους τίτλους των ποιημάτων: «Αθήνα», «Κέρκυρα», «Κόρινθος», «“Πεταλούδα” 51», «Σταθμός Λιτοχώρου», «Μες στ’ αυτοκίνητα», «Πρατήριο βενζίνης», «Θάλασσα της Ελσινόρης», «Αεροδρόμιο Μίκρας», «Θάλασσα της Τεργέστης», «Μες στο δωμάτιο», «Γεθσημανή», «Πρόσφυγες στην άμμο», «Ερείπια της Παλμύρας», «Γήπεδο στο Κιέρι», «Πένθιμο τραγούδι της Επανομής», «Μια πολυκατοικία άδεια», «Η βεράντα», «Στ’ ακρογιάλια», «Στη βροχερή αποικία», «Μασσαλία», «Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο», «Καρπάθια όρη», «Salon d’ auto», «Φροντιστήρια», «Τάφοι της Αγίας Παρασκευής», «Στο καρνάγιο», «Στους κήπους της έπαυλης», «Περαία», «Νοσοκομείο εκστρατείας». Μέσα στα κείμενα βέβαια οι αναφορές στο τοπίο είναι πολύ συχνότερες, ιδίως οι ανώνυμες: Βορράς, Αθήνα, Ελσινόρη, Αφρική, Αδριατική, Πειραιάς, Ελ Μίνα, Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα, Κάλυμνος, Καστέλλα, Γλυφάδα, Μόλυβος, Σαρωνικός, Καλαμαριά, Μεσόγειος, Ρήνος, Μπάαλμπεκ, Μπεκάα, Χαλκιδική, Βαρσοβία, Πασαλιμάνι, Κάβο ντ’ Ορο, πλατεία Ναυαρίνου, «Δελφίνια», «Οι Καλαμιές», πόλη, προάστια, δρόμοι, άσφαλτος, πλατείες, καφενεία, βεράντα, δωμάτιο, συνοικιακά φροντιστήρια, αερολιμένας, προκυμαία, λιμάνι, ακτές, θάλασσα, πόλη, εργοστάσια, επαρχία, κωμοπόλεις, αγροικίες, κάμπος, τρένα, σταθμοί, νοσοκομείο, θάλαμοι, υψώματα, κάστρα, ορεινά εργοτάξια, σκοπιές, ορεινά φυλάκια, τάγματα προκάλυψης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Για τη λειτουργία του τοπίου στην ποίησή του ο Ασλάνογλου θα πει σε μια συνέντευξη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Πιστεύω πως ο χώρος είναι ο πρωταγωνιστής του δράματος. Τοπωνύμια, τοπία, χώρες, πλατείες και δρόμοι, πόλεις ολόκληρες θα ’λεγε κανείς πως είναι τα υπεύθυνα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας, οι πέτρες μέσα στο χρόνο. Καμία σχέση με τη ρομαντική φθορά. Το πρόσωπο είναι ένα, ομοιογενές, αδιαίρετο. Ο χώρος όμως το σπάζει, όχι ο χρόνος. Από κει αρχίζει, νομίζω, η κινηματογραφική αντίληψή του.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[περ. Το Δέντρο 41 (Νοέμβριος 1988) 38]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και για τον πιο κοντινό χώρο μέσα στον οποίο προτιμά να κινείται, το μακεδονικό, επισημαίνει σε άλλη συνέντευξη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Οι εφτά ενότητες του Δύσκολου θανάτου είναι μια νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου ή άλλων περιοχών μεταφερμένων σ’ αυτόν. Είναι ένας πίνακας των βορινών επαρχιών, των εργατουπόλεων και της υπαίθρου, των συνοριακών φυλακίων και της προκάλυψης. Μέσα σ’ αυτήν την ερήμωση καταυγάζει ή πεθαίνει η ομορφιά, δίνει το νόημα και το περιεχόμενο που αυτή θέλει στο νεκρό τοπίο.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[περ. Διαβάζω 118(8-5-1985) 70]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κοντά στη Θεσσαλονίκη η Βέροια, είναι επόμενο να εμφανίζεται ενίοτε στην τοπογραφία των ποιητών της, καθώς αποτελεί κι αυτή τμήμα του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, ο οποίος έχει την αφετηρία του στο ισχυρότερο αστικό κέντρο. Η παρουσία της Βέροιας σε δύο ποιήματα του Ασλάνογλου δεν είναι καθόλου ηθογραφική. Αντίθετα, είναι κατεξοχήν λειτουργική και οφείλεται στα εκκοκκιστήρια βάμβακος, που μεταπολεμικά διέθετε η πόλη, καθώς αυτά εύστοχα εντάσσονται στο βασικό προβληματισμό που απασχολεί τον ποιητή και δεν είναι παρά το αναπόφευκτο τέλος της σχέσης με τον άλλο ή, όπως είπε κάποτε ο ίδιος ο Ασλάνογλου στο Δημήτρη Καλοκύρη, «η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση» [περ. Το Τραμ 11-12 (Μάρτιος 1979) 513].</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το πρώτο ποίημα στο οποίο εμφανίζεται η Βέροια επιγράφεται «Εκκοκκιστήρια A’» και ανήκει στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της έκδοσης του 1978 Ο δύσκολος θάνατος. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο «Εκκοκκιστήρια» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Διαγώνιος [12 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1967) 185], ενώ τον οριστικό του τίτλο πήρε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας (με αφιέρωση: Στον Φαίδωνα Πολίτη). Το ποίημα:</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><em><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Εκκοκκιστήρια A’</strong></em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι τρεις πρώτοι στίχοι συνθέτουν την τοπογραφία του ποιήματος, ενώ εισάγουν λαθραία, με μια εξαρτημένη πρόταση (που αγάπησα), το πρόσωπο του αφηγητή. Τα γνωρίσματα των τριών πόλεων: η επωνυμία, η γεωφυσική τους εκδοχή και η συναισθηματική τους συνάρτηση με το ποιητικό υποκείμενο· κι ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο προσφέρονται στον επισκέπτη. Η στατικότητα των δύο πρώτων στίχων σπάει από τη δυναμικότητα του τρίτου, ο οποίος, παραπέμποντας σε οικεία ανθρώπινη συμπεριφορά, βάζει σε κίνηση τα σπίτια, ενώ δεν είναι παρά ο επισκέπτης που κινείται, φτάνοντας στην πόλη. Εδώ σταματά η περιγραφή, τόσο σύντομη, κι αρχίζει η κατάδυση. Η γέφυρα έχει ήδη ριχτεί. Είναι η αγάπη του ποιητή γι’ αυτές τις πόλεις. Μόνο που κανείς δεν αγαπά μια πόλη γυμνή, χωρίς τις συνδηλώσεις που αυτή αποχτά από τα δικά του βιώματα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο δύο ενδιάμεσες ενότητες του ποιήματος κατακλύζονται από αναμνήσεις αγάπης, που τις διακόπτει κάποια στιγμή ένα φιλοσοφικό σχόλιο, κι αυτό αρνητικό, της διάψευσης, μια και είναι η πίκρα του χωρισμού που εξέχει στη μνήμη, η τελική ερήμωση. Ο φωτισμός προτιμά το δειλινό, ενώ το κλίμα είναι της ερημιάς ( αυλές μοναστηριών, κρεβάτια παμπάλαια) και της εγκατάλειψης ( άφησαν, δεν έμεινε, αποκλείστηκαν, ξενιτευτεί). Ενδιαφέρουσα η αντίθεση με το κρυφό παράπονο: παμπάλαια κρεβάτια vs έζησα πρόσκαιρα. Η πρώτη ενότητα στηρίζεται στις εικόνες και ανήκει στην εποχή της πίστης με το θετικό υπόλοιπο της σχέσης: κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα. Η δεύτερη στηρίζεται στο ρήμα, για να απορρίψει απερίφραστα το όποιο θετικό υπόλειμμα της προηγούμενης. Τα ολόκληρα πρόσωπα χάθηκαν, ενώ η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου αντικατοπτρίζεται στη μοναξιά των άλλων, που σαν το ίδιο πάνε κι έρχονται στους αγαπημένους χώρους των σταθμών. Οι δύο τελευταίοι στίχοι ξαναβρίσκουν την αρχή. Το ποίημα ανοίγει η Βέροια και κλείνουν τα εκκοκκιστήρια. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Οι πόλεις επανέρχονται κλειστές, ενείδει περιβολιών. Οι πόλεις είναι χώροι της ευτυχισμένης συνάντησης, της θετικής εμπειρίας, περιβόλια, είναι όμως και μέρη χωρισμών, τοπία λύπης, εκκοκκιστήρια. Τα εκκοκκιστήρια ευστοχούν ιδιαίτερα στην περίπτωση της ερωτικής σχέσης. Γι’ αυτό και επιλέγονται όχι μόνο ως τίτλος αλλά και ως αφηγηματικός σκελετός στο επόμενο ποίημα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε επίσης στη Διαγώνιο δυο χρόνια αργότερα με τίτλο «Τα εκκοκκιστήρια» [20 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1969) 170] και εντάχτηκε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας με τον τίτλο «Εκκοκκιστήρια Β’», τον οποίο κράτησε και στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της οριστικής έκδοσης του 1978. Το κείμενο:</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><em><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Εκκοκκιστήρια Β’</strong></em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά και κοιτάζαμε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή δυνάμωνε με τον καιρό,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">μας είχε σχεδόν παρασύρει. Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">μάς άφηναν να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πως</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε σχεδόν σκορπίσει.</em></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εδώ το ποίημα, αφηγηματικό στην οργάνωση, συντίθεται από τρεις στίχους-παραγράφους και είναι περισσότερο πεζό· λογικό, χωρίς γι’ αυτόν το λόγο να είναι και λιγότερο ποιητικό,· Σε πρώτο πλάνο τα πρόσωπα αυτήν τη φορά και σε δεύτερο το σκηνικό: ο ανώνυμος αφηγητής και ο επώνυμος σύντροφος, ο σταθμός των τρένων, η Βέροια, η καταχνιά, η σιωπή, το μισοφώτιστο βράδυ. Στο δεύτερο στίχο προβάλλονται τα εκκοκκιστήρια, που θα επενδυθούν συμβολιστικά. Η ανάδειξη του εργοστασίου σε πρώτο πλάνο συμβαδίζει με την κλιμάκωση του θορύβου, που κι αυτός με τη. σειρά του παρακολουθείτο βηματισμό της προσέγγισης. Φώτα, μηχανές, σκόνη κι ανάμεσα ο αποχωρισμός του καρπού από την ίνα. Επίσης, η βαθιά εντύπωση των ματιών στη μνήμη: Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του. Στον τελευταίο στίχο το σχόλιο-συμπέρασμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το τέλος της σχέσης προοικονομείται από την αρχή. Δεν έχει παρά να προσέξει κανείς ορισμένες λέξεις: αμίλητοι, καταχνιά, άφωνοι, μισοφώτιστο βράδυ. Η ατμόσφαιρα μοιάζει νεκρή παρά την κίνηση (Προχωρούσαμε). Η σιωπή επανέρχεται (αμίλητοι, άφωνοι), επιβαρύνοντας τις στιγμές, καθώς η βαθύτητά της θεωρείται προάγγελος συμφορών. Στο δεύτερο στίχο, μαζί με τα ρεαλιστικά στοιχεία της περιγραφής, σημάδια του τέλους: η ερημωμένη έκταση, παρά το θόρυβο των μηχανών και το ξαστόχημα της στιγμής (μας είχε σχεδόν παρασύρει), και η αντίδραση του συντρόφου (σα να είχαν δακρύσει). Δάκρυ υποθετικό βέβαια, όπως δείχνει το ομοιωματικό σα να. Πρόκειται ασφαλώς για προβολή της υποκειμενικής διάθεσης του αφηγητή. Συχνά δε βλέπουμε στους άλλους παρά αυτό που θέλουμε να δούμε.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η κατακλείδα έρχεται να εκφράσει την πρόωρη συνειδητοποίηση του τέλους της ερωτικής σχέσης, το οποίο συναρτάται με το αλόγιστο ξόδεμα, ένα άλλο βασικό μοτίβο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Τα εκκοκκιστήρια σπάζουν το σφιχτό εναγκαλισμό κόκκου και ίνας, όπως ο καιρός τα δύο σώματα του έρωτα. Ενώ ο χωρισμός αφηγητή-Δημήτρη δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, ωστόσο τα εκκοκκιστήρια, αγγίζοντας τον ενδόμυχο φόβο, τον υποβάλλουν. Με δεδομένο τον περιστασιακό, παλιότερα τουλάχιστον, χαρακτήρα της ομοφυλόφιλης σχέσης, ακόμα και οι πιο όμορφες στιγμές νοθεύονται από τη σκοτεινή υποψία του επερχόμενου τέλους. Ο ποιητής, πέρα από άνθρωπος της αίσθησης, είναι κατεξοχήν άνθρωπος της διαίσθησης. Δεν περιμένει, δεν μπορεί να περιμένει, την τυπική επικύρωση του τέλους. Διαβλέπει την παρουσία αυτού του τέλους στην αναξιοποίητη ευκαιρία και παραείναι ανυπόμονος, για να δρέψει τον καρπό στη διαπίστωση της ματαιωμένης προσδοκίας. Ξέρει πως πίσω από την αρχή ενεδρεύει το τέλος, στη συνάντηση ο χωρισμός, στο φως το σκοτάδι, όταν προπάντων συντρέχουν και δυσμενείς κοινωνικοί παράγοντες, όπως εν προκειμένω. 0 ποιητής, έγκαιρος και έγκυρος εκφραστής των κοινωνικών σχέσεων και του ανθρώπινου πεπρωμένου, κατοικεί μονίμως εκεί που λιμνάζει το πένθος, η βαθύτερη πάει να πει ουσία της ζωής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου συνθέτει πράγματι τη «νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου», η οποία συνάδει με τη δική του ψυχική ερημιά και την αδυναμία του να ελέγξει την αναπόφευκτη καταστροφή της σχέσης με τον άλλο. Έτσι η Βέροια με τα εκκοκκιστήρια περνάει οριστικά στην ελληνική ποίηση χάρη στο καίριο σύμβολο που προσφέρει στην ευαισθησία του ποιητή.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο αναθεωρητικός Ασλάνογλου</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θεωρητικές και πρακτικές προϋποθέσεις</span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν χρέος της κριτικής είναι να θέτει τα προβλήματα ενός λογοτεχνικού έργου, τότε και στην περίπτωση του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, πρέπει να πούμε πως δεν ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την υποχρέωση. Και προφανώς δεν ευθύνεται γι’ αυτό η «συνωμοσία σιωπής» που περιέβαλε τη γενιά αυτή ή, έστω, ο παραγκωνισμός της. Βέβαια παίζει το ρόλο της κι αυτή η αντιμετώπιση, ωστόσο φαίνεται πως υπάρχουν και εγγενείς αδυναμίες, καθώς η κριτική συνηθίζει να εμμένει στις πιο ορατές πλευρές του ποιητικού σώματος, όπως είναι η θεματογραφική, και αποφεύγει άλλες, οι οποίες δεν είναι λιγότερο ενδιαφέρουσες, στο βαθμό που συμβάλλουν στη σφαιρικότερη θεώρηση και συνεπώς στη βαθύτερη κατανόηση «λογοτεχνικού έργου. Ορισμένες όψεις αυτής της μορφής συναρτώνται με τους τρόπους ανάπτυξης του ποιήματος, τις επιδράσεις του παραδοσιακού έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο κι ακόμα, τη στάση που τηρεί ο ίδιος ο ποιητής απέναντι στο προγενέστερο έργο του, στάση που κυμαίνεται ανάμεσα στην απάλειψη ενός κόμματος ή μιας αποστρόφου και στην αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων, στίχων ή και ολόκληρων ποιημάτων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι ασφαλώς συνηθισμένο το φαινόμενο να αποκηρύσσουν οι ποιητές, ρητά ή σιωπηρά, ένα μέρος του έργου τους, σπανιότερο όμως είναι να επεμβαίνουν στα ήδη δημοσιευμένα ποιήματά τους ή να προσθέτουν καινούρια σε συλλογές που διαμορφώθηκαν κάτω από άλλες συνθήκες. Έτσι βιάζεται αναμφίβολα η ιστορική διάσταση των κειμένων, αλλά αυτοί λίγη σημασία έχει για τους ίδιους, καθώς η ελευθερία τους θεωρείται, και είναι, αξιωματική. Δημιουργεί ωστόσο προβλήματα μια τέτοια στάση κυρίως στους μελετητές, που θα ήθελαν να παρακολουθήσουν εκτενέστερα την πορεία εξέλιξης ενός ποιητή, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην πληρέστερη προσέγγισή του. Ζητήματα τέτοιας τάξης θέτει και η περίπτωση του Ασλάνογλου, ο οποίος, αντιμετωπίζοντας το έργο του σαν ένα ποίημα εν προόδω, δε διστάζει στις επανεκδόσεις του έργου του όχι μόνο να αφαιρέσει ολόκληρα ποιήματα ή να προσθέσει καινούρια αλλά και να επέμβει σε άλλα, αφαιρώντας ή προσθέτοντας στίχους, φράσεις ή και απλώς λέξεις. Η πλευρά αυτή δεν απασχόλησε ως τώρα την κριτική, αν και ορισμένες φορές στον έναν ή τον άλλο βαθμό, δεν πέρασε απαρατήρητη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρώτος ο Βάσος Βαρίκας αντιμετωπίζει με αμηχανία, από την άποψη που εδώ ενδιαφέρει, την πρώτη συγκεντρωτική, αν και επιλεκτική, έκδοση που επιχειρεί ο Ασλάνογλου το με τίτλο 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (από δω και πέρα Επιλογή). Ο καλός κριτικός διαπιστώνει πως, παρόλο που πρόκειται για ποιήματα της νεανικής περιόδου, κατά την οποία διαπλάθεται το πρόσωπο του δημιουργού και συνεπώς θα περίμενε κανείς αναπόφευκτες τις επιδράσεις από καθιερωμένους ποιητές, ωστόσο «οι στίχοι του Ασλάνογλου κάθε άλλο παρά σε βοηθούν, για να χαράξεις τη γραμμή μιας πορείας». Ακριβέστερα: «Θα έλεγες ότι το “κλίμα” της ποιήσεώς του, περισσότερο το αισθητικό παρά το “ιδεολογικό”, παραμένει αναλλοίωτο». Ο Βαρίκας έχει δίκιο. Η αισθητική της Επιλογής δεν είναι αισθητική μιας πορείας όσο η αισθητική μιας στιγμής, του 1970. Ο ποιητής, με το μηχανισμό της επιλογής αλλά και με την επεξεργασία των επιλεγμένων κειμένων, καταφέρνει να προσδώσει ενότητα στο αισθητικό του ύφος αλλά και στο ιδεολογικό του στίγμα, που έτσι κι αλλιώς δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες μεταπτώσεις ή αντιφάσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Την επεξεργασία των κειμένων επισημαίνει ρητά, ένα χρόνο αργότερα, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, σχολιάζοντας κι αυτός την Επιλογή. Γνώριμος του ποιητή από το 1947 ο Χριστιανόπουλος, που πρώτος ασχολήθηκε με τον ποιητή, ενώ από το 1959 τον αριθμούσε ανάμεσα στους βασικούς συνεργάτες της Διαγωνίου αποφαίνεται ότι το ξαναδούλεμα των κειμένων βελτίωσε την ποίηση του Ασλάνογλου, καθώς την κατέστησε εναργέστερη, πράγμα που φαίνεται να τον ικανοποιεί ιδιαίτερα, μια κι έτσι προσεγγίζεται περισσότερο η δική του άποψη για τον απροκάλυπτα εξομολογητικό χαρακτήρα της ποίησης. Είναι γνωστές εξάλλου οι μόνιμες αιτιάσεις του για την ποίηση «Ασλάνογλου, «θεληματική σκοτεινάδα», «συσκότιση», έκφραση πιο στριμμένη και θολή», χαρακτηρισμοί που αναφέρονται βέβαια στους υπαινικτικούς τρόπους αυτής της ποίησης Γράφει λοιπόν, συνοψίζοντας, για την Επιλογή:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ποίηση του Ασλάνογλου, ιδίως με την τελευταία σειρά ποιημάτων [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963], καθώς και με την τελική της διάρθρωση και επεξεργασία, απαλλάχτηκε αρκετά από κάτι το θεληματικά μπερδεμένο που τη χαρακτήριζε στην παλιότερή της μορφή. Μονάχα που η επίμονη κατεργασία και οι αντικαταστάσεις στίχων ή λέξεων αποκαλύπτουν κοντά στη λαχτάρα για το τέλειο, και την έλλειψη υποδομής. Πίσω από τη γοητευτική έκφραση κρύβεται κάποια στιχουργική σπασμωδικότητα, σημάδι πως οι ρίζες δεν είναι βαθιές. Μας αποζημιώνει ωστόσο το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα ποιήματα είναι ένα κι ένα, σημάδι πως προέρχονται από καλό τεχνίτη.</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητής και το ποίημα, (2010)</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebf-cf80cebfceb9ceb7cf84ceb7cf83-cebaceb1ceb9-cf84cebf-cf80cebfceb9ceb7cebcceb1.jpg" rel="attachment wp-att-3291"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-3291" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebf-cf80cebfceb9ceb7cf84ceb7cf83-cebaceb1ceb9-cf84cebf-cf80cebfceb9ceb7cebcceb1.jpg?w=202&amp;h=300" alt="Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ" width="202" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebf-cf80cebfceb9ceb7cf84ceb7cf83-cebaceb1ceb9-cf84cebf-cf80cebfceb9ceb7cebcceb1.jpg 215w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebf-cf80cebfceb9ceb7cf84ceb7cf83-cebaceb1ceb9-cf84cebf-cf80cebfceb9ceb7cebcceb1-202x300.jpg 202w" sizes="(max-width: 202px) 100vw, 202px" /></a></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> </strong></span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι εργασίες που δημοσιεύονται στον τόμο αυτόν είναι απότοκο πολύχρονης πείρας. Η εντατική ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση ως δημιουργού και κριτικού αλλά και ως εκπαιδευτικού, φιλολόγου της τάξης και σχολικού συμβούλου φιλολόγων, με οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης των ποιητικών κειμένων, που, αν όχι εντελώς, αρκούντως πάντως είναι διαφορετικός από το συνήθη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η διαφορετικότητά του συνίσταται: α. στο σεναριακό του χαρακτήρα· θέλω να πω ότι αποφεύγεται το συνεχόμενο κείμενο και τα στοιχεία, οι παρατηρήσεις και οι επισημάνσεις καταγράφονται ως σημειώσεις, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να παρακολουθεί τις προσεγγίσεις και το ποίημα με μεγαλύτερη άνεση και ακρίβεια· η μορφή αυτή έχει την αφετηρία της στο γεγονός ότι οι εργασίες εκπονήθηκαν με την προοπτική να παρουσιαστούν στους φιλολόγους μέσω του υπολογιστικού προγράμματος Power Point, προκειμένου να εισαχθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία ο ήχος και η εικόνα και να ενεργοποιηθεί ή να ανανεωθεί το ενδιαφέρον των παιδιών για τη λογοτεχνία η πράξη σε συγκεκριμένες τάξεις μαθητών έδειξε πόσο συναρπαστική γίνεται η διδασκαλία με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών· β. στη δομή του· αρχικά παραθέτονται τα εργοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού και τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, θεματικά και τεχνοτροπικά, με τη σκέψη ότι η γνώση του όλου συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση του μέρους, και ακολούθως προσεγγίζεται το συγκεκριμένο κείμενο, ένα ή περισσότερα, χωρίς τη διάσπαση μορφής-περιεχομένου και με ιδιαίτερη έμφαση στις διακειμενικές συνάφειες τόσο στο επίπεδο των αναλύσεων όσο και των ερωτήσεων και γ. στην επιλεκτική κατανάγκην αλλά πολύ χρήσιμη βιβλιογραφική ενημέρωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία γενικότερου ή ειδικότερου χαρακτήρα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτός ο τρόπος προσέγγισης ακολουθείται στις προκείμενες εργασίες, στις οποίες παρουσιάζονται και σχολιάζονται δεκαοχτώ ποιήματα και οχτώ δημιουργοί, που ανθολογούνται στα σχολικά βιβλία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -ΚΝΛ-, Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης -ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ). Η επιλογή τους δεν έχει να κάνει μονάχα με τις προσωπικές μου προτιμήσεις αλλά και με τις τρέχουσες κάθε φορά φιλολογικές και κριτικές μου ανάγκες, ενώ ο αριθμός των προσεγγιζόμενων ποιημάτων του κάθε δημιουργού εξαρτάται πρωτίστως από την έκταση της ανθολόγησής του. Πρόκειται, σύμφωνα με το χρόνο γέννησης και τη σειρά παρουσίασής τους εδώ, για τους ποιητές Κώστα Καρυωτάκη (3), Μίλτο Σαχτούρη (4), Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου (1), Κική Δημουλά (4), Ντίνο Χριστιανόπουλο (1), Πρόδρομο X. Μάρκογλου (1), Μιχάλη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γκανά (3) και Αντώνη Φωστιέρη (1).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μάιος του 2010</span></p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αποσπάσματα από τις μελές για Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου και Κική Δημουλά.</span></strong></h5>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ – ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">3. Γραμματολογική ένταξη</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά («χαμένη», «γενιά του άγχους», «πολυφωνική», «απολιτική»):</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Οι ενλόγω ποιητές γεννιούνται στα χρόνια (1930-1940/42) και δημοσιεύουν ανάμεσα στα 1950 και 1970 (κυρίως 1955-1965).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ζουν κατά βάση την παιδική τους ηλικία στον καιρό της Κατοχής και την εφηβική στον καιρό του Εμφυλίου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ανδρώνονται στη δεκαετία του 1950 (ανάπηρη δημοκρατία, ψυχρός πόλεμος).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ανακόπτονται από τη δικτατορία του 1967 και την εμφάνιση της γενιάς χου 1970.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Δεν έχουν ιδεολογικό πυρήνα που να τους συνέχει, όπως το κοινωνικό όραμα της προηγούμενης γενιάς («σκόρπια κατηγορία», κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου [περ. Διαβάζω 22 (Ιούλιος 1979) 47]).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μαθητεύουν κυρίως στους Καρυωτάκη, Σεφέρη, Αναγνωστάκη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ταξινόμηση θεματική: κοινωνική, ερωτική και φιλοσοφική-υπαρξιακή.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Λόγος αντιλυρικός, που χαρακτηρίζεται από την αιχμηρότητα της έκφρασης.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Α4. Οι ποιητικές φάσεις της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η κριτική επισημαίνει τη μαθητεία της στους ποιητές/τριες Ζωή Καρέλλη, Γιώργο Θέμελη, Νίκο Καρούζο και Γιώργο Σαραντάρη, ενώ μοιράζει την ποιητική της δημιουργία σε δύο περιόδους: α. 1965-1975, β. 1978 κ.ε.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρώτη Περίοδος: 1965-1975 Χώρος υπαρξιακός ενγένει – νύχτα και σιωπή.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντιμετώπιση του σώματος ως χώρου φιλοξενίας του πνεύματος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η πίστη στο φιλοσοφικό δυϊσμό οδηγεί στην προτεραιότητα του πνεύματος και κατά συνέπεια στην αγνόηση και την υποβάθμιση των αναγκών του σώματος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Αγωνίες, αμφιβολίες και ανησυχίες μεταφυσικές, ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις αντιφατικές.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ερωτισμός αόριστος, μοναξιά, θάνατος, οδύνη της ύπαρξης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Έγκλειστη στο ατομικό της περίβλημα η ποιήτρια, σαν να φοβάται την έξω από το σπίτι ζωή, μονίμως απούσα από το βλέμμα του άλλου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Προέχει «το ατομικό, η εξομολόγηση μιας προσωπικής αγωνίας και η ενδοσκόπηση» (Βάσος Βαρίκας, εφ. «Το Βήμα», 20-6-1971).</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1978 κ.ε.</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Τα επακόλουθα: μεταιχμιακή συλλογή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τηλέμαχος Αλαβέρας: «η θητεία της [Κέντρου-Αγαθοπούλου] στουπαρ- I</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κτικό και το όποιο μεταφυσικό ξεδίνει και σ’ άλλες “όψεις”, ανοίγοντας I</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χαραματιές στο περιβάλλον, την κοινωνική συνθήκη, η οποία βέβαια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πάντοτε την ενδιέφερε, αλλά σκιάζονταν από τις τόσες γεύσεις που της I</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χαρίζονταν από εκείνες τις τότε “κατευθύνσεις” […] Τα enaxolovkX</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον σαν αφετηρία παρά σαν κλείσιμο* I</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αφετηρία για ανοίγματα προς τα κοινωνικότερα και τα πιο συγκεκρι-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μένα» (εφ. «Ελληνικός Βορράς» [Θεσσαλονίκη], 20-9-1979).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τον οριακό χαρακτήρα της συλλογής, που συνίσταται στο πέρασμα από 1</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τη μεταφυσική στην εμπειρία, επισημαίνουν και οι Ανέστης Ευαγγέλου I</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(1993-1994) και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1999).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται μονάχα ως προσωπική υπόθεση αλλάχαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ως κοινωνική. Υπάρχει, για να εκφραζόμαστε, αλλά και να επικοινω- 1</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">νούμε με τους άλλους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από το μεταφυσικό στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εμπειρικό πεδίο. Τώρα υπάρχει γη και νερό, πρόσωπα και πράγματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">απτά, έρωτας και θάνατος ένσαρκος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Οι κοινές εμπειρίες και η καθημερινότητα. Πράγματα κοντινά, οικεία,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«γυναικείου» ενδιαφέροντος, όπως τα κουμπιά, η μπουγάδα, η απόψυξη,!</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γεύσεις, ήχοι, μυρουδιές.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μνήμες της θάλασσας. Θλίψη γι’ αυτό που τέλειωσε, για κείνους που χά-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θηκαν, για τις οριστικές ματαιώσεις. Η θάλασσα σαν κίνδυνος και απειλή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παρά σαν κάθαρση και λύτρωση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το μακρινό παρελθόν: εικόνες-μνήμες του μηχανοδηγού πατέρα, της μη-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τέρας, του παππού, των παιδικών φιλενάδων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το κοντινό παρόν: οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας, οι εργάτες των οδικών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έργων, η κίνηση στο ταχυδρομείο, ο νεκρός μοτοσικλετιστής, οι τυφλοί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην παραλία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Φθορά του έρωτα και φθορά του χρόνου, ο ίδιος ο θάνατος: η ερωτική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μοναξιά και η ερωτική αδυναμία λόγω ηλικίας, ο πεθαμένος γείτονας η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς, το εργατικό ατύχημα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου παρακολουθεί και σχολιάζει πιο πολύ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το παρόν παρά το παρελθόν.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Α6. Η τεχνική</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το ποίημα, σύντομο, λιγότερο από μια σελίδα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Συνειρμική ανάπτυξη (η διάθεση, το κλίμα, όχι το θέμα).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Στίχος ολιγοσύλλαβος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ρυθμός ομαλός και αβίαστος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Οι στίχοι αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα, για να υπογραμμιστεί η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αυτοτέλειά τους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Προτάσεις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Απουσία στίξης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Στη δεύτερη φάση επιπρόσθετα: ισχυρότερη προφορικότητα και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υψηλότερη συσπείρωση γύρω από το θέμα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Β. 0 ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τι ν’ απογίνε άραγε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκείνος ο θορυβοποιός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Της νύχτας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καβάλα στο μηχανικό του ζώο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να κραδαίνει την άσφαλτο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χωρίς φρένο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να παίζει ώρα ύπνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με τις φρένες μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εδώ μέσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο σακατεμένο κρανίο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Προχτές το μεσονύχτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το νέο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άκουσα θόρυβο παράξενο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να ’ρχεται από ψηλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και μου φάνηκε πως τον είδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να με κοιτάζει περίλυπος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βγάλε μου σε παρακαλώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια ωραία φωτογραφία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να τη στείλω στο κορίτσι μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θέλω να φαίνεται καλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το καινούργιο μου πέτσινο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το σιδερένιο κράνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να διακρίνεται προπάντων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και κείνο του θανάτου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το αναπόφευκτο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981 – ΚΝΛ Γ’ Λυκείου)</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Β1. Ενότητες τρεις</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 1-10)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η αρχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα αρχίζει με μια απορία: Τι ν’ απογίνε άραγε.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Τα πρόσωπα και η πραγματικότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο μοτοσικλετιστής και το συλλογικό μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο πρώτος: Θορυβοποιός της νύχτας, καβάλα στο μηχανικό τον ζώο, να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κραδαίνει την άσφαλτο, Να παίζει ώρα ύπνον με τις φρένες μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μας: οι άνθρωποι της συνοικίας (ώρα ύπνον, σακατεμένο κρανίο).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θέλουν να ησυχάσουν, κουρασμένοι προφανώς από τη βιοπάλη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πραγματικότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα παιδιά με τα μηχανάκια: μαρσαρίσματα, σούζες, φασαρία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η σχέση των προσώπων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επίδειξη κάποιου ενδιαφέροντος από τη μεριά των ενοίκων προς το μοτοσικλετιστή μέσω της απορίας-έγνοιας για την τύχη του, ενώ έμμεσα δηλώνεται η σχέση ενόχλησης που προϋπήρχε ανάμεσά τους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ο χαρακτήρας της εικόνας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η εικόνα είναι πραγματική, μια ανάμνηση, που συμπτύσσει πολλές τέτοι-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ες νύχτες. Οπτική και ακουστική (Θορυβοποιός, κραδαίνει).</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 11-20)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Τα στοιχεία του σκηνικού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, νέο φεγγάρι, Θόρυβος παράξενος, άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα, ουρανός, σπασμένο καθρεφτάκι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Τα πρόσωπα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ποιητικός αφηγητής και ο μοτοσικλετιστής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο πρώτος: ξεχωρίζει τώρα από το πλήθος (μας): κοίταξα, μου, άκουσα, μου φάνηκε, να με κοιτάζει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο δεύτερος: άγγελος στον ουρανό. Αντικατοπτρισμός της επίγειας εικόνας στον ουρανό. Άλλωστε οι ψυχές των νεκρών, κατά τη χριστιανική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αντίληψη, πηγαίνουν στον ουρανό. Περίλυπος, καθότι νεκρός.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η εξέλιξη της σχέσης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αναπτύσσεται μια διακριτική σχέση συμπάθειας ανάμεσά τους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– 0 χαρακτήρας της εικόνας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εικόνα φανταστική (άγγελος με τη μοτοσικλέτα στον ουρανό). Στην αφετηρία της πραγματική (Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, φεγγάρι).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οπτική και ακουστική (Θόρυβο, διασχίζει).</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 21-33)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Αιφνιδιασμός-έκπληξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">0 λόγος εισάγεται αιφνιδιαστικά, διακόπτοντας την αφήγηση. Η εισαγωγή αυτή ανατρέπει καταρχήν τις αναγνωστικές προσδοκίες, προκαλώντας έκπληξη, δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας ανάμεσα στον ποιητικό αφηγητή και τον ήρωα και ζωντανεύει τον τελευταίο στα μάτια του αναγνώστη. Οφείλεται προφανώς στη ζωηρή συγκίνηση που νιώθει ο ποιητικός αφηγητής από το θάνατο του παλικαριού και γι’ αυτό το επαναφέρει στη ζωή.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το αίτημα του μοτοσικλετιστή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να τον φωτογραφίσει ο ποιητικός αφηγητής, για να στείλει τη φωτογραφία στο κορίτσι του.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η αυτο-περιγραφή του ήρωα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου / Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο / Το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου / Θέλω να φαίνεται καλά / Το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">καινούργιο μου πέτσινο / Το σιδερένιο κράνος / Να διακρίνεται προπάντων / Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου I Κι εκείνο του Θανάτου / Το αναπόφευκτο (στ. 24-33).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Περιγράφει τον εαυτό του γενναίο και ωραίο, έτσι όπως θέλει να τον θυμάται το κορίτσι του, γι’ αυτό και την περιγραφή διακρίνει ένας ερωτισμός (φωτογραφία για το κορίτσι, σγουρά μαλλιά), ενώ στο πρόσωπό του θέλει να φαίνεται κυρίως η ψυχική ταραχή και η προσήμανση του με βεβαιότητα επερχόμενου θανάτου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η προσήμανση εξηγείται, μονάχα αν σκεφτούμε ότι μιλάει ο νέος, αλλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υπαγορεύει το λόγο ο αφηγητής. Με άλλα λόγια, στη σύνθεση του πορτρέτου παρεμβαίνει ο ποιητικός αφηγητής, ο οποίος, ωριμότερος από το νέο λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να μην υποδείξει στον αναγνώστη και ειδικά στον αναγνώστη-νέο τον κίνδυνο που απειλεί τον απερίσκεπτο μοτοσικλετιστή.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το τρίτο πρόσωπο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το κορίτσι: όλα γίνονται για χάρη του – όχι μονάχα η φωτογραφία αλλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πιθανότατα και η άτακτη οδήγηση, που φέρνει το θάνατο. Το αρσενικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάνει τα πάντα, για να κερδίσει το θηλυκό, ακόμα κι αν χρειαστεί να πε-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θάνει. Ουσιαστικά το απόν πρόσωπο κινεί το μύθο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η εικόνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οπτική και φανταστική, μια ψευδαίσθηση.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Α2. Γενικές παρατηρήσεις</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Κική Δημουλά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά και ειδικότερα στη φιλοσοφική-υπαρξιακή τάση. Οι περίοδοι του έργου της:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Κατά το Δημοσθένη Κούρτοβικ, μυθιστοριογράφο και κριτικό:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. 1952-1963: αναζήτηση του προσωπικού δρόμου (καβαφικές επιδρά-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σεις),</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. 1971 κ.ε.: διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων (Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς, 1995, σσ. 67-68).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μια άλλη διαίρεση, κατά το φιλόλογο και κριτικό Γιάννη Παπακώστα:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. 1952-1963: απόπειρες εύρεσης της τεχνικής της,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. 1971-1981: κατάκτηση του προσωπικού λόγου (ευρηματικότητα στην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επιλογή των λέξεων, νεολογισμοί, επαναλαμβανόμενα μοτίβα),</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γ. 1988 κ.ε.: αίσθηση θλίψης και απώλειας (της ομορφιάς, της νεότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της ζωής), αποφθεγματικότητα («Η Κ. Δημουλά και η ποίηση του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μέσα χώρου. Τα θέματα, η τεχνική, τα μοτίβα και η γλώσσα της ποιήτριας στα πενήντα χρόνια της διαρκούς παρουσίας της», εφ. «Η Καθημερινή», 4-11- 2003).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η συντακτική επιτροπή του περ. Νέες Τομές, που κάνει και την πρώτη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανθολόγηση της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, συνοψίζει ως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εξής την ποίηση της Κικής Δημουλά: «Μια φωνή πολύ διαφορετική και μάλλον αποξενωμένη από το κυρίαρχο κλίμα είναι η Κική Δημουλά. Η αποξένωση αυτή οφείλεται στο είδος της ποίησης που διακονεί η ποιήτρια, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε “ποίηση της σκέψης”. Στην ποίηση αυτή οι επιτυχίες είναι μεγάλες, όταν η σκέψη έπεται του λυρισμού. Η Κική Δημουλά διαθέτει αυτήν ακριβώς την ικανότητα, να αφήνει δηλαδή το λυρισμό της να επιπολάζει» [1 (93) (Άνοιξη 1985) 5].</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η ίδια η ποιήτρια για τη μαθητεία της στον ποιητή και σύζυγό της Άθω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δημουλά λέει: «Ο Άθως Δημουλάς επέδρασε διακριτικά, πολύτιμα και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανεξίτηλα σε κάθε τομέα του δικού μου Άλλοτε και αλλού. Μιμήθηκα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ίσως τις τόσο διορατικές προτιμήσεις του για το παρερχόμενο και το πα-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ρελθόν – Ό,τι περίσσεψε απ’ τη μέρα, η μνήμη είναι, λέει σε κάποιο στίχο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του. Ήμουν πράγματι καχύποπτη και αρνητική προς το “εδώ” και το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">“τώρα”. Και με δικαίωσαν. Ήταν ασφαλές καταφύγιό μου να θυμάμαι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το παρελθόν μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις “υγιεινές τροφές”, αλλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έχει και το μέλλον συχνά μια όψη τόσο πολυκαιρινή. Παρά τη ζήτηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και την κατανάλωση» (1989) [Αντώνης Φωστιέρης-Θανάσης Θ. Νιάρχος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε δεύτερο πρόσωπο. Συνομιλίες με 50 συγγραφείς και καλλιτέχνες, 1990,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σ. 85].</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">A3. Θεματολογία</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ποίηση του άστεως και του εσωτερικού χώρου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ποίηση του φθινοπώρου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– 0 έρωτας, κυρίως ως ανάμνηση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Απώλεια της ομορφιάς και της νιότης, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– 0 θάνατος, η μόνιμη απουσία του αγαπημένου προσώπου -το «εσύ» του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ποιήματος (1988 κ.ε.)- και της ίδιας της ποιήτριας ως ενδεχόμενο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μνήμη-λήθη: η μνήμη, επώδυνη, πυροδοτείται από τις φωτογραφίες, τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">νοσταλγία, την απουσία. Η λήθη ανακουφίζει από τον πόνο και βοηθά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στη συνέχιση της ζωής.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μοναξιά.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Υπαρξιακή αγωνία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η αλλοτριωτική καθημερινότητα, κυρίως η γυναικεία. Ευτελή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αντικείμενα, κοινότοπες συμπεριφορές: η σκόνη του σπιτιού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η επιτραπέζια λάμπα, μια επίσκεψη στη λαϊκή, το αρνί στο φούρνο, το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τηλέφωνο, το φαρμακείο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Οι περιηγητικές εντυπώσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Δύο χαρακτηριστικά μοτίβα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. Αγάλματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε μουσεία, κήπους σπιτιών, πλατείες, πάρκα πόλεων εντός και εκτός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ελλάδας. Προσωποποιημένα (άνθρωποι ή θεοί), αγάλματα-σύμβολα, διακοσμητικά. Περιγραφή ανατρεπτική της φωτογραφικής τους στατικότητας, απόδοση αισθημάτων και διαθέσεων, συσχέτιση της προσωπικής κατάστασης με τη δική τους. Σπάνια η ιστορική συμβολοποίηση, όπως της γυναικείας καταπίεσης λ.χ. («Σημείο Αναγνωρίσεως», Το Λίγο τον κόσμον).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. Φωτογραφίες-πίνακες ζωγραφικής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι φωτογραφίες και οι πίνακες ζωγραφικής συνδέονται με τον κλει-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στό χώρο και επανέρχονται συχνά άλλοτε στο κέντρο κι άλλοτε στην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">περιφέρεια του ποιήματος με μια σειρά ευρηματικές διατυπώσεις. Οι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πίνακες, ανοίγοντας παράθυρα στον κόσμο, διευρύνουν το οπτικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πεδίο, ενώ οι φωτογραφίες παγώνουν το χρόνο, ενεργοποιούν τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μνήμη κι έτσι καλύπτουν το κενό μιας απουσίας, προπάντων αυτό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του αγαπημένου προσώπου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Α4. Ποιητική</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Φωνή χαμηλών τόνων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Εκκινεί από το μικρό ποίημα, αλλά, καθώς η κουβέντα με τα πράγματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">την κάνει να ξεχνιέται, καταλήγει στο μακροσκελές, συχνά χαλαρό στη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δόμηση, διανθισμένο όμως με υπέροχες ζώνες στίχων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η πιο ευτυχής στιγμή της: συνδυασμός συναισθήματος και σκέψης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η Δημουλά περισσότερο μιλά με τα πράγματα που την περιβάλλουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παρά με τους ανθρώπους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της ο ανθρωπομορφισμός και οι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">καινότροπες φραστικές συνάψεις.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ειδικότερα:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η πρόταξη της προσδιοριστικής γενικής: τοπίων καραβάνια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Μιμητική», Το Λίγο τον κόσμον).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η προσδιοριστική γενική ανάμεσα στην πρόθεση και στο ουσιαστικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(υπερβατό):</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στων μαλλιών τον καλπασμό («Γενική κληρονόμος», Χαίρε ποτέ).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Το σύμπλεγμα αυτό διευρύνεται και στις δύο εκδοχές του με την πρόταξη ενός επιθέτου που προσδιορίζει το βασικό ουσιαστικό: στα κλειστά τον συναισθηματισμού μου παράθυρα («Επισκεπτήριο», Ερήμην) τα μισανθή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">των φθινοπώρων χέρια («Τα μισανθή χέρια», Το τελευταίο σώμα μου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ουσιαστικοποίηση του ουδέτερου των επιθέτων: Στρώσαμε το τραπέζι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του αναπάντεχου / με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο («Προετοιμασία», Έρεβος).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ουσιαστικοποίηση ρήματος ή φράσης ολόκληρης: καταμεσίς του κλαίγοντας («2001 μεγαθήριο», Ήχος απομακρύνσεων).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Επιθετικοποίηση ουσιαστικών: θα πει κάποιο παυσίπονο αστέρι («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Επίρρημα σε θέση ουσιαστικού ή και προσώπου: Χαίρε ποτέ (τίτλος συλλογής και ποιήματος).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Απροσδόκητες συνάψεις ρήματος-υποκειμένου / αντικειμένου / προθετικού προσδιορισμού: Φυσάει άδειο δωμάτιο («Απροσδοκίες», Χαίρε ποτέ) Σκέπτομαι απόψε να στείλω τη μελαγχολία μου («Τίποτα δε θ’ αντιληφθείς», Χλόη θερμοκηπίου)’ Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια («Άτιτλο»,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Παιχνίδι του λόγου με την αξιοποίηση των τόνων, των παρηχήσεων και των ομόηχων λέξεων: Θέρος, θερισμός / δεμάτια φως, δεμάτια τα μάτια /</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φορτώνονται σε κάρα, άρα / δεν θα σε ξαναδώ («Σημεία των καρπών»,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το τελευταίο σώμα μου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Απρόσμενη αντικατάσταση μιας λέξης με άλλη σε μια τυποποιημένη έκφραση: Εγώ, όταν θα μεγαλώσω / θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Πρόσδεση του αφηρημένου στο συγκεκριμένο, ώστε να καθίσταται απτή πραγματικότητα: Κυμαίνομαι / στους τοίχους του διλήμματος χτυπώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Ομιχλώδης λύτρωση», Χλόη θερμοκηπίου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Εύστοχοι νεολογισμοί: Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη («Πάσχα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">προς Σούνιον», Επί τα ίχνη).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Λόγος επιγραμματικός, αποφθεγματικός, κατά τον τρόπο του Καβάφη:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ξέρει να συμβιβάζεται η ανάμνηση («Διά της εις άτοπον λήθης», Χλόη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θερμοκηπίου).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός: Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλα-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ξε / κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική I χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Πάσχα στο φούρνο», Ενός λεπτού μαζί).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Προσωποποιήσεις: απόδοση, σε άψυχα ουσιαστικά, επιθέτων ή ουσιαστικών που αρμόζουν σε έμψυχα: Εκπατρισμένη των ματιών η καταγωγή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Στο πλοίο», Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)’ τουρκογύφτισσες μολόχες («Ο ψυχισμός του δίτροπου», Το τελευταίο σώμα μου)’ εμψύχωση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του συγκεκριμένου ή αφηρημένου ουσιαστικού μέσω της απόδοσης ανθρώπινων ενεργειών σε άψυχα, έτσι που ο κόσμος στο σύνολό του να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">προσλαμβάνεται ως έμψυχος: Θα ξανάρθω λέει ο αφρός στα χαλίκια. /</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να ξανάρθεις. / Ένα όστρακο άδειο κατάφερε I τη μεγάλη περίληψη. II</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φεύγει η μέρα. Το μικρό όνομά της I το αδειάζει βαφή στα μαλλιά της η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δύση («Τα υπο-κινούμενα», Το τελευταίο σώμα μου).</span></p>
<h5><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Β.</span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο έρωτας,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όνομα ουσιαστικόν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πολύ ουσιαστικόν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενικού αριθμού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γένους ανυπεράσπιστου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πληθυντικός αριθμός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο φόβος,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όνομα ουσιαστικόν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην αρχή ενικός αριθμός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και μετά πληθυντικός:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι φόβοι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι φόβοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">για όλα από δω και πέρα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μνήμη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κύριο όνομα των θλίψεων,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενικού αριθμού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μόνον ενικού αριθμού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και άκλιτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η νύχτα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όνομα ουσιαστικόν,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γένους θηλυκού,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενικός αριθμός.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πληθυντικός αριθμός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι νύχτες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι νύχτες από δω και πέρα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ Γ’ Λυκείου)</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Β1. Η συλλογή και το ποίημα</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η συλλογή Το Λίγο τον κόσμον (1971), στην οποία ανήκει το ποίημα «0 πληθυντικός αριθμός», ολοκληρώνει τη διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων της Κικής Δημουλά, ενώ από την άποψη του περιεχομένου εκφράζει την ελάχιστη ουσία που απομένει σε μια βασανισμένη συνείδηση από την περιπέτεια της ζωής. Ο τίτλος του ποιήματος ευρηματικός, προδιαγράφει τον τρόπο ανάπτυξης του κειμένου, επιχειρώντας να ορίσει το γραμματικό όρο. Τέχνασμα έξυπνο η τεχνολόγηση. Χαρακτηριστικά της η επιγραμματικότητα και ο α-ρηματικός λόγος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Β2. Ενότητες τέσσερις</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ποίημα, μοιρασμένο σε τέσσερις ενότητες, στηρίζεται σε τέσσερις λέξεις-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έννοιες: έρωτας, φόβος, μνήμη, νύχτα. Στο προφανές επίπεδο μιλάει για τεχνολόγηση. Σ’ ένα δεύτερο για τη σημασία αυτών των στοιχείων στη ζωή των ανθρώπων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:</strong> Ο έρωτας (στ. 1-8)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πώς ανατρέπεται η τεχνολόγηση του «έρωτα»;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Λόγια κατάληξη: (όνομα) ουσιαστικόν. Αμφισημία: όχι απλώς γραμματικός όρος αλλά μεγάλης σημασίας για τους ανθρώπους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Επίρρημα πολύ: επιτείνει την προηγούμενη δεύτερη σημασία του επιθέτου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– ενικού αριθμού: γραμματικός όρος αλλά και συνδηλωτικός: η ατομική βίωση, η μοναχικότητα, η αυτοτέλεια κάθε οντότητας μέσα στον έρωτα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλ. Γιάννη Ρίτσου Σονάτα τον σεληνόφωτος (1956), στ. 33-34: Το ξέρω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στο θάνατο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού: αποκλεισμός του γένους που αφορά τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανθρώπους. Συνεπώς; Ουδέτερου;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– ανυπεράσπιστου: ανατροπή της αναγνωστικής προσδοκίας. Ο ερωτευμένος, αρσενικού ή θηλυκού γένους αδιάφορο, είναι ευάλωτος/θύμα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Πληθυντικός αριθμός / οι ανυπεράσπιστοι έρωτες: γενίκευση του αισθήματος. Οι ευάλωτοι λόγω του έρωτα είναι πολλοί.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:</strong> Ο φόβος (στ. 9-15)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– ουσιαστικόν: αμφίσημο, όπως στο δεύτερο στίχο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Στην αρχή-και μετά: στην αρχή ο φόβος είναι ένας, φυσιολογικός. Μετά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τη συναισθηματική ματαίωση πολλαπλασιάζεται.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– οι φόβοι. / Οι φόβοι / για όλα από δω και πέρα (επαναστροφή): δίχως τον έρωτα το κενό διευρύνεται, οι φόβοι / αγωνίες πληθαίνουν: μοναξιά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φθορά, θάνατος, ανασφάλεια / αβεβαιότητα για όλα και για το μέλλον.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλ. Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η αγάπη είναι ο φόβος…» (Εποχές 3,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1951), στ. 1: Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:</strong> Η μνήμη (στ. 16-21)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Άλλη δόμηση της ενότητας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Όχι ουσιαστικόν, όπως ως τώρα αλλά και μετά (Η νύχτα),</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– κύριο όνομα των θλίψεων: η μνήμη είναι βασική πηγή ψυχικού πόνου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού (αναδίπλωση / παλιλλογία): έμφαση. Ένα προφανώς είναι το θέμα της μνήμης: η απώλεια του αγαπημένου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– και άκλιτη. / Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη: η τριπλή αναφορά της μνήμης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην ίδια πτώση (ονομαστική)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. αναδεικνύει την καταδυναστευτική επικυριαρχία της και κατά συνέπεια τη βασανιστική απώλεια του αγαπημένου προσώπου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. μετατρέπει την κλιτή λέξη σε άκλιτη, ανατρέποντας τη γραμματική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της φύση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> <strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ</strong> : Η νύχτα (στ. 22-28)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η τελευταία ενότητα δομείται σαν τη δεύτερη. Όλα κανονικά εκτός από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. την αναφορά του γένους {θηλυκού) και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. τη φράση για όλα του τελευταίου στίχου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βλ. πάλι την αμφισημία της λέξης ουσιαστικόν και το πέρασμα στον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πληθυντικό: οι νύχτες. / Οι νύχτες από δω και πέρα (επαναστροφή).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Ο πληθυντικός υπαινίσσεται το δύσκολο μέλλον. Όπως οι φόβοι, έτσι και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι νύχτες πληθαίνουν με την απώλεια του έρωτα και καθιστούν βασανιστική τη ζωή αυτού που μένει. Η απώλεια του αγαπημένου πολλαπλασιάζει τις αγωνίες, τους φόβους, τις ανασφάλειες. Τη νύχτα όλα είναι πιο δύσκολα. Οι άνθρωποι είναι ακόμα πιο μόνοι δίχως το θόρυβο και τους περισπασμούς της μέρας. Βλ. Μάρκος Μέσκος: Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει (Ελεγείες, 2005).</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Β3. Συνολική θεώρηση</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η γραμματική αναγνώριση είναι το σχήμα, το όχημα. Η ανατροπή της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υποδηλώνει την ανατροπή στο επίπεδο του βιώματος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μια μικρή ερωτική ιστορία: στην αρχή είναι ο έρωτας. Ο/η αγαπημένος/η φεύγει και το κενό αναπληρώνουν οι φόβοι και η μνήμη, στοιχεία που καθιστούν αφόρητες πια τις νύχτες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Η α-ρηματική σύνταξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. επιβάλλεται από την τεχνολόγηση,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. αναδεικνύει τα τέσσερα ονόματα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γ. δίνει την αίσθηση της ακινησίας και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δ. αποκρύπτει το ποιητικό εγώ.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Δίχως ποιητικό «εγώ», δίχως «εσύ», δίχως τόπο και χρόνο. Αυτό που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πραγματεύεται το ποίημα συμβαίνει παντού και στον καθένα.</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ματιές ενόλω (2003)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" width="223" height="320" class="size-full wp-image-3272 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebcceb1cf84ceb9ceb5cf83-ceb5cebdcebfcebbcf89.jpg?w=500" alt="ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΟΛΩ" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebcceb1cf84ceb9ceb5cf83-ceb5cebdcebfcebbcf89.jpg 223w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/cebcceb1cf84ceb9ceb5cf83-ceb5cebdcebfcebbcf89-209x300.jpg 209w" sizes="(max-width: 223px) 100vw, 223px" /></span></p>
<h2><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h2>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι μελέτες που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν την έκδοση καλύπτουν την περίοδο 1996-2003. Αν και φιλοδοξούν να παρουσιάσουν συνολικά το έργο των ποιητών με τους οποίους ασχολούνται, είναι προφανές πως παραμένουν απλές απόπειρες, μια και η οριστική αποτίμηση αφενός υπερβαίνει τις προθέσεις του μελετητή κι αφετέρου αντίκειται στη βασική αρχή της θεωρίας της λογοτεχνίας πως τα λογοτεχνικά κείμενα είναι ανεξάντλητα και ξαναβρίσκουν το νόημα της ύπαρξής τους σε κάθε νέα ανάγνωση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι οχτώ ποιητές που γίνονται αντικείμενο πραγμάτευσης είναι όλοι «Θεσσαλονικείς» και μεταπολεμικοί. Θεσσαλονικείς εντός εισαγωγικών, γιατί δε γεννήθηκαν και δεν έζησαν όλοι τους στην πόλη, όπως ο Κύρου, ο Χριστιανόπουλος κι ο Ευαγγέλου. Ορισμένοι, γεννημένοι αλλού, εγκαταστάθηκαν στην πόλη σε μικρότερη ηλικία, όπως ο Θασίτης, ή σε μεγαλύτερη, όπως ο Μάρκογλου κι ο Μέσκος, ο οποίος άλλωστε είναι κι ο πιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πλάνης απ’ όλους (Έδεσσα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Ακόμα, είναι κι αυτοί που, αν και γέννημα θρέμμα της πόλης, μετοίκησαν στην Αθήνα, αφού όμως είχαν ήδη ολοκληρώσει το ποιητικό τους πρόσωπο (Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου). Από την άλλη, ανήκουν και οι οχτώ στις δύο πρώτες γενιές του μεταπολέμου:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τρεις στην πρώτη (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και πέντε στη δεύτερη (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Ευαγγέλου, Μάρκογλου). Η επιλογή δεν έγινε ασφαλώς τυχαία. Συνδέεται με τις μεταπτυχιακές ενασχολήσεις του μελετητή και βέβαια την αγάπη του προς τη συγκεκριμένη ποίηση και προς την ίδια την πόλη, πόλη των σπουδών και της νιότης του. Οι περισσότερες μελέτες έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας εκνέου (Κύρου, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Μάρκογλου). Άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο επιχειρήθηκαν παρεμβάσεις που έχουν το χαρακτήρα της διόρθωσης σφαλμάτων, της συμπλήρωσης στοιχείων αλλά και της αναθεώρησης ενίοτε ορισμένων απόψεων. Κυρίως παρουσιάστηκε η ανάγκη να συντονιστούν ή να εμπλουτιστούν τα εισαγωγικά μέρη, από τη στιγμή που οι μελέτες είχαν δημοσιευθεί σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικά έντυπα και συνεπώς θα έπρεπε να έχουν αυτοτέλεια. Ανάλογος συντονισμός απαιτήθηκε και για το μέρος των σημειώσεων, ενώ οι παραπομπές είναι πλήρεις στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πλαίσιο της κάθε μελέτης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αυτή η δεύτερη γραφή διευκόλυνε και τη σειρά παράθεσης των μελετών. Καθώς προϋπήρξε η ενιαία και τελική επεξεργασία, δεν είχε νόημα η παράθεσή τους κατά σειρά δημοσίευσης. Αντίθετα, η παράθεση με κριτήριο το έτος που ο κάθε ποιητής εξέδωσε την πρώτη του συλλογή αφενός ανταποκρίνεται στους ιστορικούς όρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος δημιουργός εμφανίζεται πρώτος και ποιος δεύτερος, κι αφετέρου καλύπτει ανάγκες μεθοδολογικές, μια κι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έτσι αποφεύγεται η αναφορά σε ζητήματα που θίχτηκαν με άλλη ευκαιρία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τέλος η παράθεση ποιημάτων και ποιητικών αποσπασμάτων σημαίνεται με έναν ορισμένο τρόπο. Όταν στο τέλος του κειμένου παρατίθεται ο τίτλος του ποιήματος (με τον τίτλο της συλλογής ή όχι αδιάφορο), αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απόσπασμα. Σε κάθε άλλη περίπτωση το ποίημα εννοείται πως δίνεται ολόκληρο, εκτός κι αν αλλιώς δηλώνει ή υποδηλώνει το αμέσως προηγούμενο κείμενο της εργασίας. Ακόμα, τα παραθέματα από τα μη λογοτεχνικά κείμενα, πλην των επιστολών, κι από τα αποκηρυγμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ποιήματα προσαρμόζονται ενγένει στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αύγουστος 2003</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Οι μελέτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι:</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μανόλης Αναγνωστάκης. Από τους δρόμους της Ιστορίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στους διαδρόμους της σιωπής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κλείτος Κύρου. Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου ..</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πάνος Κ. Θασίτης. Ουρανός από μνήμη και φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο απεγνωσμένος του έρωτα ..</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η άγρια μοναξιά του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μάρκος Μέσκος. Η βλάστηση της φύσης και του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αισθήματος στο κλίμα της φθοράς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ανέστης Ευαγγέλου. Η ποίηση ως μέθοδος αναπνοής . .</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αισθητική και η ανθρώπινη εκδοχή στην ποίηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του Πρόδρομου X. Μάρκογλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Αποσπάσματα από τις μελέτες για Μανώλη Αναγνωστάκη, Κλείτο Κύρου και Ντίνο Χριστιανόπουλο:</strong></span></p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τους δρόμους της ιστορίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στους διαδρόμους της σιωπής</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Για τα κρίσιμα χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή και την ποίηση του, έτσι που να εκφράζεται αυτό ακόμα και με την εμμονή του στους ίδιους τους τίτλους των συλλογών, ο ποιητής θα πει: «Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική και ανέντιμη, μέσα όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ’ όλη τη δραματικότητά της κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας, ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ο ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός. Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπιάς. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έδινε κι έπαιρνε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και με ήχους ακορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε -γιατί δεν μπορεί- να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια 1946- 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με ό τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Η ποίηση του Αναγνωστάκη σε γενικές γραμμές είναι ποίηση ιδεολογική, της σκέψης, αντιλυρική. Διακρίνεται για τον πεζολογικό της στίχο, το συχνά εκτεταμένο, το διαλογικό της τόνο, ειρωνεία και τη σάτιρα. Διακρίνεται ακόμα για τις ακριβείς αναφορές τόπων («Καφενείο των Ναυτικών», «Θερμαϊκόν», «οδός Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά-» λ.χ.), οι οποίες λειτουργούν ως τεκμήριο βιωματικότητας, αλλά και για την προτίμηση στα μικρά ονόματα (Χάρης, Κλαίρη, Ραούλ, Γιώργος κ.ά.), η οποία συνιστά ένδειξη μεγάλης οικειότητας. Είναι μια ποίηση υψηλής προφορικότητας, πολύ κοντινή στο καθημερινό ιδίωμα, που για τις ανάγκες του ρυθμού της αξιοποιεί ευρύτατα το σχήμα της επαναφοράς και απευθύνεται συνήθως σε κάποιο εσύ, που μπορεί να είναι ο σύντροφος, ο αναγνώστης, ο ποιητής ο ίδιος συχνότατα, ή σε κάποιο πρόσωπο που εισάγεται στο κείμενο εξαρχής ή καθοδόν μέσω της κλητικής προσφώνησης. Αυτή ωστόσο η ποιητική έχει στην αφετηρία της συγκεκριμένα βιώματα, όπως ήδη διαφάνηκε, και ορισμένες αναγνώσεις, όπως οι Γάλλοι μετασυμβολιστές και οι Έλληνες μεσοπολεμικοί ποιητές. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζουν ο Κώστας Καρυωτάκης κι ο Γιώργος Σεφέρης. Παράλληλα ο Αναγνωστάκης κινείται στο πλαίσιο της ιστορικής και λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης γεγονός που μαζί με την ιδιοσυγκρασιακή του φύση παίζει, φαίνεται, αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Από το 1930 ήδη έχει δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη μια λογοτεχνική παράδοση η οποία διακρίνεται για την εσωστρέφειά της. Η αφετηρία αυτής της παράδοσης ανάγεται στους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών της πρώτης περιόδου (1932-1939), οι οποίοι για μια σειρά λόγους, όπως η γεωγράφο θέση, το κλίμα, ο πολυεθνικός χαρακτήρας και η ιστορία n πόλης, αλλά και η παιδεία, η προδιάθεση και γενικότερα η ψυχολογία των ίδιων, αγνόησαν τις ιστορικές εξελίξεις και επιδόθηκαν στην καταγραφή της εσωτερικής περιπέτειας του ανθρώπου με έναν τρόπο καινούριο, ευρωπαϊκών προδιαγραφών, που κακώς ονομάστηκε εσωτερικός μονόλογος, ενώ δεν ήταν παρά «εξομολογητική πρόζα». Αυτά ως προς το απώτερο παρελθόν το προπολεμικό, που δεν μπορεί παρά να επηρεάζει, τουλάχιστον ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τους νεότερους δημιουργούς. Μετά τον πόλεμο όμως και τις ριζικές ανατροπές του σημειώνονται αναπόφευκτα αλλαγές και στο χώρο της λογοτεχνίας, μονάχα που, επειδή η πεζογραφική παράδοση αλλά και η ποιητική εκδοχή των αισθητών του περιοδικού Κοχλίας (1945-1948) δεν ήταν σε θέση να εκφράσουν το πνεύμα των καιρών, φορείς των καινούριων εξελίξεων αναδεικνύονται νέοι ποιητές οι οποί ανανεώνουν όχι μονάχα την τοπική παράδοση αλλά και η ελληνική ποίηση γενικότερα. Ο σημαντικότερος ανάμεσα τους είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης.</span></p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μιλώ με σπασμένη φωνή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Κραυγές της νύχτας, 1960)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κλείτος Κύρου είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες φωνές της μεταπολεμικής μας ποίησης και ειδικότερα της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου. Πρόκειται για ένα δημιουργό με έντονα κοινωνικά ενδιαφέροντα για τον οποίο περισσότερο από κάθε άλλο ομόλογο ποιητή της γενιάς του απάδει ο χαρακτηρισμός «ποίηση της ήττας». Αυτό βεβαιώνεται τόσο από το έργο του όσο και από το ρητό και κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απέρριψε μια τέτοια κριτική αποτίμηση της γενιάς του: «Θεωρώ την ονομασία και μόνο προσβλητική για τους ανθρώπους της γενιάς μου που αγωνίστηκαν σκληρά για να κερδίσουν κάποιον άλλο κόσμο. Με τον τρόπο, τουλάχιστο, που φιγουράρει είναι σαν να επιζητείται να τονιστεί η σημασία μιας ήττας που, φαινομενικά, υμνείται από μια ομάδα ποιητών, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε φαρμακερά καθοριστική γι’ αυτούς στη μετέπειτα ζωή τους. Πάει να πιστέψει κανείς ότι σχηματικά καλλιεργείται, όπως και στα φυτώρια, αυτό το είδος της ποίησης. Θεωρώ την ονομασία εντελώς ατυχή και καλό θα ήταν κάποτε να διαγράφει από τη νεοελληνική γραμματεία, Αποτελεί κι αυτή ένα δείγμα -μέσα σε τόσα άλλα- των εύκολων επιγραφών. Κάτω από την επιγραφή εντάσσονται βιαστικά κατηγορίες ή ομάδες ανθρώπων. Και ποτέ δεν εξετάζεται το «ειδικό βάρος» αυτών που ταξινομούνται έτσι. Αυτών που σε κάποια περίοδο της ζωής τους έγραψαν στίχους που εκφράζαν τη βαθιά τους πικρία, την απογοήτευση κι ακόμη το παράπονο για κάποια χαμένα τους οράματα, για κάποιες ελπίδες φευγάτες για μια κοινωνική αλλαγή. Στίχους γραμμένους χωρίς ηττοπάθεια ή ενοχή, αλλά με πόνο, όπως όταν χάνουμε ένα πρόσωπο αγαπημένο».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο πλαίσιο των κοινωνικών ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Κλείτος Κύρου συν-αναφέρεται κατά κανόνα με δύο άλλους ποιητές της Θεσσαλονίκης, το Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Πάνο Θασίτη. Η συναναφορά έχει βέβαια το δίκιο της, μια και πρόκειται για ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στον κοινωνικό πόνο, αλλά και το άδικό της, καθώς συνθλίβει με την ευκολία της σχηματοποίησης τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την ιδιαιτερότητα του καθενός. Για την ακρίβεια, είναι κυρίως ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο επεξεργάζονται την εμπειρία του κοινωνικού πόνου που καθιστά τους τρεις Θεσσαλονικείς ομάδα μέσα στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου και τους αντιδιαστέλλει από τους άλλους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου. «Η ποίησή τους […]», γράφει ο Γιάννης Δάλλας, «δεν αρχίζει όπως σε εκείνους [τους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου] απ’ το “έπος” ή το “δράμα” του συνόλου ή ενός αφηρημένου γενικού οράματος του κόσμου, για να εξαντληθεί ώσπου να φτάσει καταπονημένη στην προσωπική κατάθεση και μαρτυρία. Αλλ’ αρχίζει φυσικότερα από τη συγκεκριμένη βίωση και προβληματική του πάσχοντος προσώπου και ανεβαίνει ως τα καθολικότερα προβλήματα της κρίσιμης ιστορικής στιγμής μέσα στην οποία διαπρέπει ή συνθλίβεται η ανθρώπινη ομάδα. Ούτε εξάλλου, όπως σε εκείνους (τους ομήλικες και τους πρεσβύτερους της άλλης “παραλλήλου”) η κοινωνική αναφορά τους γίνεται αυτοσκοπός και τέρμα, αλλά μια δοσμένη απ’ έξω ευκαιρία για εσωτερίκευση και συνεπώς για μια βαθύτερη συνείδηση του κόσμου». Την ίδια στιγμή όμως είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται στον καθένα από τους τρεις αυτή η εσωτερίκευση του κοινωνικού συμβάντος, η οποία δεν είναι ίσως άσχετη με την πόλη της Θεσσαλονίκης και την εσωστρέφεια των ανθρώπων της: «Η ουσιαστική […] διαφορά στην τακτική και τη στρατηγική τους είναι βασική», παρατηρεί ο ίδιος κριτικός, «και απαντά, με την ξεχωριστή φωνή του καθενός, σε όλους τους: απαντά στον Κύρου, που στις τελευταίες συλλογές του η ιστορική δοκιμασία υπογειώθηκε και έγινε υπαρξιακή δοκιμασία στο Θασίτη, που η ίδια, υπεργειωμένη στην περίπτωσή του, εμπειρία αναδιπλώνεται και η κοινωνιολογία αντανακλάται τελικά σε αυτόν και ως κοσμολογία στον Αναγνωστάκη, τέλος, τη δραματικότερη ατομική περίπτωση εκείνων των αγώνων, που ριγμένη στη συλλογική δοκιμασία εντούτοις επιμένει: “Σαν τους γύφτους / σφυροκοπά- με/ αδιάκοπα / στο ίδιο αμόνι”, και όμως, επιμένοντας, σταθμίζει την πολιτική ως ηθική αυτού του κόσμου και από τη σκοπιά της στάθμης του ο προσωπικός του λόγος γίνεται οξύτερος και ευρύτερος “απόλογος”».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αλλά και στο πλαίσιο συνολικότερων θεωρήσεων που αφορούν την ποίηση της Θεσσαλονίκης στα χρόνια 1930-1960 η συναναφορά είναι δεδομένη. Οι τρεις ποιητές αντιδιαστέλλονται συνήθως ως κοινωνικοί από τους φιλοσοφικούς Γιώργο Βαφόπουλο, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Ζωή Καρέλλη, τους λυρικούς Γιώργο Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Γιώργο Στογιαννίδη, και τους ερωτικούς Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου και Γιώργο Ιωάννου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έτσι ορίζεται γραμματολογικά ο Κλείτος Κύρου, ο οποίος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1921, έκανε τις εγκύκλιες σπουδές στο αμερικάνικο κολέγιο «Ανατόλια» και τις ανώτατες στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της πόλης του. Στα χρόνια της Κατοχής υπήρξε μέλος του Εκπολιτιστικού Ομίλου του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ), που ανήκε στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), και της ομάδας των φοιτητών που από το Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο του 1944 εξέδιδε το περιοδικό Ξεκίνημα, στρατεύτηκε μετά τη λήξη του Εμφυλίου, τον Οκτώβριο του 1949, και κατοπινά, για τριάντα τόσα χρόνια (1951-1983), εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, παρόλο που τα σχέδια τόσο του ίδιου όσο και του εκ&lt; πατέρα του τον προόριζαν για διπλωματική καριέρα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η όλη προσπάθεια του Κύρου μοιράζεται ανάμεσα σε δυο αγάπες: την πρωτότυπη ποιητική δημιουργία και τη δεύτερη γραφή ξενόγλωσσων ποιητικών και θεατρικών κειμένων. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το γεγονός πως η δημοσίευση του πρώτου ποιήματος του «Προσμονή» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης 0 Φοιτητής (3 [5.5.1945] 66) συμπίπτει με την πρώτη μεταφραστική κα του έκδοση Νέοι Άγγλοι Ποιητές. Τρία χρόνια αργότερα, σε συνεργασία με το Μανόλη Αναγνωστάκη, θα κυκλοφορήσουν οι 2 Ωδές του Federico Garcia Lorca και μόλις το 1949 θα εκδοθεί η πρώτη του ποιητική συλλογή.</span></p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο απεγνωσμένος του έρωτα</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Ανυπεράσπιστος καημός, 1955-1970)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας καινούριας ποιητικής γενιάς, της δεύτερης του μεταπολέμου. Πρόκειται για μια γενιά που το έργο της, όπως συχνά υποστηρίχτηκε, αδικήθηκε από άποψη προβολής και μελέτης τόσο σε σχέση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά όσο και σε σχέση με αυτήν του 1970. Οι λόγοι συναρτώνται κατά βάση με την ιστορική μοίρα της συγκεκριμένης γενιάς. Οι ποιητές που τη συναποτελούν, γεννημένοι στα χρόνια 1929-1940, διαφοροποιούνται ουσιαστικά από αυτούς της πρώτης γενιάς, καθώς οι τελευταίοι έδρασαν ως υποκείμενα στα δραματικά περιστατικά της δεκαετίας του 1940, ενώ εκείνοι έχουν μονάχα παιδικά ή / και εφηβικά βιώματα της τραγικής περιόδου. Εξάλλου ανδρώνονται και συνειδητοποιούν τα πράγματα και τον κόσμο μέσα στο μετεμφυλιακό κλίμα των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών, πράγμα που αποτρέπει τη ζύμωση των ιδεών και τις ευρύτερες συσπειρώσεις. Γενιά χωρίς ιδεολογικό πυρήνα που να τη συνέχει, όπως το ηττημένο όραμα της Αριστερός για τους ποιητές της προηγούμενης γενιάς, εκτοπισμένη στα κράσπεδα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής ζωής, την κρίσιμη ώρα που θα μπορούσε να μιλήσει ωριμότερα και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, συνθλίβεται από τη δικτατορία του 1967, η οποία, δημιουργώντας νέες συνθήκες, επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να εκφράσουν ευστοχότερα τις τραγικές και πάλι εποχές. Πρόκειται για τη γενιά του 1970, η οποία εισβάλλει στο προσκήνιο πολυθόρυβη κι ανυπόμονη και λόγω των περιστάσεων βρίσκει επαφή με την πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι με τη δεύτερη, η οποία άλλωστε δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τη φυσιογνωμία της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο πλαίσιο αυτής της δεύτερης γενιάς, της «χαμένης», του «άγχους», της «πολυφωνικής» ή «απολιτικής», όπως την είπαν θα μπορούσε να διακρίνει κανείς από θεματική άποψη, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται οι σχηματοποιήσεις των πνευματικών φαινομένων, ορισμένες βασικές τάσεις. Οι τάσεις αυτές είναι η κοινωνική, η φιλοσοφικό-υπαρξιακή και η ερωτική και σ’ένα μεγάλο βαθμό αντιστοιχούν σε εκείνες της προηγούμενης γενιάς (κοινωνική, υπαρξιακή, νεοϋπερρεαλιστική). Στην ερωτική ξεχωρίζουν αναμφισβήτητα, καθώς την ιδρύουν μάλιστα, οι Θεσσαλονικείς Ντίνος Χριστιανόπουλος και Ν.-Α. Ασλάνογλου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Όταν εμφανίζεται με συλλογή ο Χριστιανόπουλος το 1950, στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, και στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση γενικότερα είχε ήδη δημιουργήσει μια ορισμένη παράδοση ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Εκκινώντας από τη συντριβή της ιδεολογικοπολιτικής του πίστης και τις δραματικές του εμπειρίες, αλλά χωρίς να χάνει την ελπίδα, ο Αναγνωστάκης οδηγείται σε ένα ποιητικό ιδίωμα που διαφοροποιείται αισθητά από το λόγο της γενιάς του 1930. Το χαρακτήρα αυτού του ιδιώματος επισημαίνει ο Χριστιανόπουλος επανειλημμένα: «Εκείνο που έφερε στην ποίηση ο Αναγνωστάκης, είναι η χαμηλόφωνη κουβέντα με τον εξομολογητικό χαρακτήρα. Όχι πια λυρικά τραγούδια αλλά ένας λόγος γυμνός, μια κουβέντα ανθρώπινη όχι πια τα πετάγματα της φαντασίας και οι χείμαρροι των εικόνων, αλλά μια απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει. Μια μετατόπιση από το συμβολισμό στο ρεαλισμό, από τη λυρική έκφραση στη δραματική, από τη φαντασία στην εμπειρία».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το παράδειγμα του Αναγνωστάκη, ο οποίος στα χρόνια 1945-1951 είχε ήδη εκδώσει τις τρεις Εποχές του, έρχονται να ακολουθήσουν οι νέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εμφανίζονται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘50: ο Κλείτος Κύρου (Αναζήτηση. Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής, 1949) κι ο Πόνος Θασίτης (Δίχως κιβωτό, 1951) αφενός, ποιητές της ίδιας γενιάς και με ομόλογη θεματική, κι αφετέρου ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950), ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Δύσκολος θάνατος, 1954) κι ο Γιώργος Ιωάννου (Ηλιοτρόπια, 1954). Οι τελευταίοι, από άλλη αφετηρία ορμώμενοι, θα συγκροτήσουν στο τέλος της δεκαετίας τον κύκλο της Διαγωνίου, ευδιάκριτο άλλωστε και στο ευρύτερο πλαίσιο της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Οι ποιητές της Διαγώνιου, με προεξάρχοντα το Χριστιανόπουλο, φέρνουν κι αυτοί στο κέντρο του ποιήματος την προσωπική τους εκδοχή, η όμως ταλανίζεται από το ιδιότυπο ερωτικό τους πάθος, κανενός είδους ιδεολογικοπολιτική διάψευση, και επιλέγουν ως αρμόζοντα τρόπο απόδοσης των βιωμάτων τους ένα» διακρίνεται για τους προφορικούς και εξομολογητικούς του τόνους. Ο λόγος αυτός άλλοτε είναι πιο έμμεσος, όπως στον Ασλάνογλου, κι άλλοτε πιο άμεσος, όπως στο Χριστιανόπουλο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Δημητριάδης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής της πόλης του (1954), εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1957-1965) και ως διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων. Ακόμα ίδρυσε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (1958-1983), τις Εκδόσεις «Διαγώνιου» (1962-1998) και τη Μικρή πινακοθήκη «Διαγώνιος» (1974-1995). Πέρα από τα ποιήματα ασχολήθηκε με μεταφράσεις και έγραψε τραγούδια, διηγήματα, κείμενα λογοτεχνικής κριτικής και πολύ περισσότερες μελέτες φιλολογικές και μη, για πρόσωπα και πράγματα της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Με δεδομένη τη τάση του ποιητή να επεξεργάζεται και να εμπλουτίζει τις συλλογές μετά τη πρώτη τους έκδοση είναι προτιμότερο να μιλούμε για σειρές ποιημάτων, επισημαίνοντας κάθε φορά τα χρονικά τους όρια.</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΝΙΚΟΥ-ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ 1948-1996<br />
(1996)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" width="217" height="320" class=" size-full wp-image-3580 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/ceb2ceb9ceb2cebbceb9cebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb1-ceb1cebbceb5cebeceb7-ceb1cf83ceaccebdcebfceb3cebbcebfcf85.jpg?w=500" alt="ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΛΕΞΗ ΑΣΆΝΟΓΛΟΥ" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/ceb2ceb9ceb2cebbceb9cebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb1-ceb1cebbceb5cebeceb7-ceb1cf83ceaccebdcebfceb3cebbcebfcf85.jpg 217w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/ceb2ceb9ceb2cebbceb9cebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb1-ceb1cebbceb5cebeceb7-ceb1cf83ceaccebdcebfceb3cebbcebfcf85-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 217px) 100vw, 217px" /></span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πρώτη αυτή απόπειρα διερεύνησης του εργογραφικού και κριτικογραφικού χώρου που αναφέρεται στον ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη 1931 – Αθήνα 1996) επιχειρήθηκε με την ευκαιρία μιας ειδικής εργασίας με τίτλο Το ζήτημα των επεξεργασιών &lt;πα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια του πρώτου κύκλου των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο Τμήμα Φιλολογίας (Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών) του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1992-1994). Αυτό σημαίνει πως οι προθέσεις δεν ήταν εξαρχής βιβλιογραφικές. Στην πορεία όμως, όσο βάθαινε η γνωριμία με το έργο του δημιουργού και μεγάλωνε το πλήθος των κειμένων και των πληροφοριών, που ορισμένες φορές μάλιστα προέρχονταν από απρόσιτες πηγές, γεννήθηκε η ιδέα της έκδοσης, με στόχο να καταγραφεί, από τη μια, αυτό το υλικό για τους μελλοντικούς ερευνητές και μελετητές, και να διαφανεί, από την άλλη, πληρέστερα η δημιουργία αλλά και η κριτική πρόσληψη ενός ποιητή που, ενώ πολύ ενδιαφέρθηκε για την ποιότητα του έργου του, αδιαφόρησε ολότελα για την τύχη του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πέρα από τις προθέσεις βέβαια, αυτό που εντέλει κρίνεται είναι μονάχα η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">συγκεκριμένη κατάθεση. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η προσπάθεια: από τις ελλείψεις στις κεντρικές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης και τη λήψη φωτοαντιγράφων ως την απόσταση από αυτές αλλά κι από τις μεγάλες βιβλιοθήκες της Αθήνας. Θέλω να πω πως δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για την όποια μειονεξία των έργων μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γι αυτό και η απόπειρα αυτή επιβάλλεται να ιδωθεί με τους όρους του επιστημονικού χώρου στον οποίο κινείται και δεν έχει καμιά σημασία που ο συντάκτης της δεν είναι βιβλιογράφος, και μάλιστα επαγγελματίας. Με βάση αυτό το σκεπτικό πάρθηκαν ενγένει υπόψη η σχετική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται με τα εγχειρήματα των Ιάκωβου Μ. Βούρτση, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Αικατερίνης Μακρυνικόλα, Ε.Ι. Μοσχονά, αλλά και επισημάνσεις σαν αυτές που κάνουν ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος [“Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας», περ. Διαβάζω 44 (Ιούλιος 1981) 27-33] και ο Χ.Λ. Καράογλου [“Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα”, περ. Μολυβδοχσνδυλοπελεκητής (Ηράκλειο) Β’ περίοδος, 5 (1995 /1996) 73-118],</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Βιβλιογραφία Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996, που αρχίζει με το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κριτικό πρωτόλειο του ποιητή “Το ποιητικό έργο του Ρήγα” [περ. Χρονικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) Ζ (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1948) 170-172 (Β.96)] και τελειώνει το 1996 με τρεις πληροφορίες για δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις προς τιμή του μέσα στο 1997 ( Γ.163 – Γ.165), μοιράζεται σε τρία βασικά μέρη: Α. Βιογραφικό σημείωμα, Β. Εργογραφία, Γ. Κρίσεις, σχόλια, πληροφορίες. Τα βιογραφικά στοιχεία του πρώτου μέρους αντλήθηκαν από τις βιβλιογραφικές πηγές και μόνο. Στο δεύτερο μέρος τα λήμματα ταξινομούνται κατά είδος, έτσι που να διακρίνονται σαφέστερα οι επιμέρους όψεις της δημιουργίας, ενώ μέσα σε κάθε είδος τηρείται η χρονολογική τάξη. Στο τέλος κάθε λήμματος της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις” παραθέτονται οι παραπομπές της “Εργογραφίας” που αναφέρονται στις πρώτες δημοσιεύσεις, τις αναδημοσιεύσεις (και νθολογήσεις βέβαια), τις μεταφράσεις ποιημάτων σε άλλες γλώσσες και τις βιβλιοκρισίες, για να υπάρχει μια πληρέστερη εικόνα της τύχης των κειμένων και να εντοπίζεται ευκολότερα η παρουσία τους στην εργασία. Η πολυπλοκότητα που παρατηρείται σχετικά με τη γραμματολογική διευθέτηση των ποιημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής επεξεργάζεται τα κείμενά του και μετά τη δημοσίευσή τους. Πρόκειται για μια άποψη που ερμηνεύεται από τον ίδιο στην πρώτη από τις δύο απαντήσεις – συνεντεύξεις που καταχωρούνται στο Παράρτημα. Τα λήμματα του τρίτου μέρους διατάσσονται μόνο χρονολογικά, καθώς αυτό που εδώ προέχει είναι να καταδειχθεί η πορεία εξέλιξης της κριτικής που ασκήθηκε. Από τις καταγραφές αυτού του μέρους αποκλείονται εκείνα τα κείμενα που δεν προχωρούν σε κάποια, συνοπτικότατη έστω, αξιολόγηση του ποιητικού έργου και των απόψεων του ποιητή κι αρκούνται στην απλή αναφορά του ονόματος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκκρεμότητες στα στοιχεία των παραπομπών δεν υπάρχουν, εκτός από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πέντε στα λήμματα Β.132, Β.133, Β.134, Β.149 και Β.163. Στις τέσσερις πρώτες περιπτώσεις δε στάθηκε δυνατό να επιβεβαιωθούν οι χρόνοι δημοσίευσης – στην τέταρτη ούτε και το έντυπο -, ενώ στην πέμπτη λείπουν ο αριθμός του τεύχους και οι αριθμοί των σελίδων, αν και τα σχετικά κείμενα, όπως κι όλα τ’ άλλα άλλωστε, βρίσκονται στα χέρια μου. Κατά τ’ άλλα χρησιμοποιείται η κάθετος, για να δηλωθεί τέλος στίχου, και η πλάγια κάθετος για το τέλος ποιητικού στίχου, ενώ οι γωνιώδεις παρενθέσεις χρησιμοποιούνται στους τίτλους της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις”, για να δηλωθούν προσθήκες που δεν υπάρχουν στο εξώφυλλο ή στη σελίδα τίτλου, αντλούνται όμως ή απορρέουν από τα δεδομένα της έκδοσης. Οι ορθογώνιες αγκύλες αξιοποιούνται ως παρένθεση, όταν δεν επαρκεί η συνηθισμένη, ή για να προστεθούν διευκρινίσεις δικές μου, ενώ ο τόπος έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών σημειώνεται, όταν δεν είναι η Αθήνα. Οι “Αυτοτελείς εκδόσεις” αριθμούνται με βάση την πρώτη έκδοση, ενώ οι αριθμοί σε παρένθεση που ακολουθούν τις παραπομπές των περιοδικών και των βιβλίων δηλώνουν τις σελίδες, όπου γίνεται αναφορά στον ποιητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Για τη συγκρότηση της Βιβλιογραφίας ερευνήθηκαν κατά βάση τα εξής έντυπα: τα περιοδικά της Αθήνας: Διαβάζω (1978-1996), Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), Ευθύνη (1974-1995), Η Λέξη (1981-1996),Καινούρια Εποχή (19561978), Οδός Πανός (1981-1996), Πλανόδιον (1986-1996), Το Δέντρο (19781996)· της Θεσσαλονίκης: Διαγώνιος (1958-1983), Διάλογος (1962-1963), Διαφορά (1984-1989),Εντευκτήριο (1987-1996), Εξάντας (1972),Ευμένης (1959), Κόσκινο (1968-1980),Κοχλίας (1945-1948),Κριτική (1959-1961), Μήνες (1962), Μορφές (1950-1954), Νέα Πορεία (1955-1996), Ο Παρατηρητής (1987-1996), Πυρσός (1953-1954), Ροτόντα (1910-1978), Σκέψη (1951), Τραμ (1971-1996), Ausblicke (1970-1979)· και οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης “Δράσις” (1956- 1969), “Θεσσαλονίκη” (1963-1974,1977-1978) και “Νέα Αλήθεια” (1970-1971).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε μια σειρά άλλες περιπτώσεις η έρευνα κινήθηκε επιλεκτικά αξιοποιώντας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πληροφορίες που αντλούνταν είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι η πρώτη αυτή βιβλιογραφική απόπειρα ενδέχεται να είναι ελλιπής σε ορισμένα σημεία, για τον πρόσθετο λόγο ότι επιχειρήθηκε ερήμην του ποιητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με τον ποιητή προσπάθησα να επικοινωνήσω τρεις φορές. Η πρώτη ήταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το 1993, όταν του έστειλα επιστολή (3-7-1993) με την οποία ζητούσα βιβλιογραφικά στοιχεία. Δεν απάντησε. Η δεύτερη, όταν τον συνάντησα, πρώτη και τελευταία φορά, στην εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωνίας της Θεσσαλονίκης στις 30-3-1994 (βλ. Γ.114). Και πάλι δεν κατάφερα να συνεννοηθώ μαζί του. Τέλος, όταν το 1995 του έστειλα την εργασία μου Το ζήτημα των επεξεργασιών στα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, δεν πήρα καμιά απάντηση. Είναι γεγονός πως τελευταία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία η βοήθεια που μου πρόσφεραν στη συγκέντρωση του υλικού και στην έκδοση της Βιβλιογραφίας οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνθηκα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρόκειται καταρχήν για την καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΠΘ Άντεια Φραντζή, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, παλιό φίλο του Ασλάνογλου και βαθύ γνώστη των λογοτεχνικών πραγμάτων της Θεσσαλονίκης, και τον ποιητή Πρόδρομο Μάρκογλου- ακόμα, τους λογοτέχνες Τηλέμαχο Αλβέρα, Γιώργο Ζιόβα, Ι.Δ. Ιωαννίδη, Γιάννη Καρατζόγλου, Κώστα Λαχά και Μαρίνο Χαραλάμπους- τον ποιητή και κριτικό Γιάννη Κουβαρά· το Γιώργο Κορδομενίδη, εκδότη του περιοδικού της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο, αλλά και τους ποιητές – εκδότες των περιοδικών της Αθήνας Η Λέξη, Οδός Πανός, Πλανόδιον, Το Δέντρο, Αντώνη Φωστιέρη, Γιώργο Χρονά, Γιάννη Πατίλη και Κώστα Μαυρουδή αντίστοιχα- τους / τις δημοσιογράφους Άννα Γριμάνη, Δημήτρη Καΐση, Ελένη Λαζαρίδου, Σωκράτη Τσιχλιά και Βάνα Χαραλαμπίδου· τον παιδικό φίλο του ποιητή Βάσο Αγγελόπουλο και τους φοιτητές Κώστα Γκαλίτσιο, Σάκη Λάιο και Γιάννη Ιερόπουλο· χάρη χρωστώ επίσης σε δυο ανθρώπους που πρόσφατα έφυγαν από τη ζωή: τον ποιητή Τάσο Κόρφη (1929- 1994) και τον παιδικό φίλο του Ασλάνογλου Γιάννη Μέλφο (1931-1996). Τέλος νιώθω υποχρεωμένος στη Γεωργία Τριανταφυλλίδου για τους τελικούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ελέγχους του κειμένου και ιδιαίτερα στον πρόεδρο του Συνδέσμου Γραμμά-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">των και Τεχνών Ν. Κοζάνης Κώστα Σιαμπανόπουλο, καθώς και στο Β.Π.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καραγιάννη, εκδότη του περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση και διευθυντή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης, που τόσο πρόθυμα ανέλαβαν την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έκδοση της εργασίας αυτής.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βέροια, Δεκέμβρης 1996</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος</span></p>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Δυο απαντήσεις – συνεντεύξεις</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τις απαντήσεις – συνεντεύξεις πήρε από το Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου η δημοσιογράφος Ελένη Λαζαρίδου στα πλαίσια δύο ερευνών που έκανε ανάμεσα στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, με θέμα “Η στάση του ποιητή απέναντι στο έργο του. Το πέρασμα του χρόνου” η πρώτη (I) και “Για ποιον γράφετε. Για ποιον και γιατί γράφετε;” η δεύτερη (II). Και οι δυο δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Δράσις στις 25-7-1966 και στις 8-1-1968 αντίστοιχα. Τα κείμενα εδώ προσαρμόζονται απλώς στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.</span></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">I</strong></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΑΣ ΕΡΓΟ;</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και βέβαια την επηρεάζει. Και μάλιστα αποφασιστικά. Πώς θα μπορούσε τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πράγματα να είναι διαφορετικά, τη στιγμή που μεταβαλλόμαστε αδιάκοπα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">και η αλλαγή αυτή σφραγίζει ανεξίτηλα την ποιητική μας εργασία. Κανείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βέβαια δεν μπορεί να αρνηθεί τη βαθύτερη ενότητα ενός ποιητικού έργου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">που απορρέει από το ιδιαίτερο πρόσωπο του κάθε δημιουργού. Διανύουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όμως μια τροχιά που μας επιβάλλει κάθε τόσο την κριτική θεώρηση του έργου μας. Είναι γνωστό πως τελικά ο χρόνος αποτιμά ένα έργο, ότι το ποίημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δίνει μια μάχη αδιάκοπη με την φθορά και πως μονάχα αν τελικά επιβιώσει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αξία του. Πώς λοιπόν να αγνοήσουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα παράγοντα που μας βοηθεί να αποτιμήσουμε το έργο των άλλων; Το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δουλειά μας. Έχω πρόχειρο ένα παράδειγμα. Εις την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα το 1954, τον Δύσκολο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θάνατο, υπάρχουν δύο σειρές ποιημάτων. Η πρώτη γράφτηκε όταν ήμουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ακόμη μαθητής, η δευτέρα στα πρώτα μετεφηβικά μου χρόνια. Όταν τύπωσα το βιβλίο είχα την πεποίθηση ότι η πρώτη σειρά αποτελούνταν από συμπαθητικά πρωτόλεια, ενώ η δεύτερη περιείχε ποιήματα με ιδιαίτερες αξιώσεις. Δέκα χρόνια αργότερα διαπιστώνω ότι απατήθηκα οικτρά, ότι τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πρώτα αυτά ποιήματα γραμμένα σε ηλικία δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ήταν μικρά διαμάντια ενώ η κατοπινή σειρά, όταν πια είχα ανακαλύψει τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μοντέρνους, δεν άξιζε και πολλά πράγματα. Τώρα πια καταλαβαίνω πως η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χρονική απόσταση είναι αναγκαία για να δω κριτικά τη δουλειά μου. Ο χρόνος δεν μπορεί να ασκεί, παρά ευεργετική επίδραση πάνω στο έργο, ισχυρίζεται ο κ. Βαρβιτσιώτης. Ποιος όμως δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο, ότι ο χρόνος σαρώνει ό,τι θεωρούμε συχνά ακατάλυτο; Ο κ. Βαφόπουλος λέει πως τα παλιά μας έργα είναι ανεπανάληπτες καλλιτεχνικές εκφράσεις που δικαιώνονται από τα ειδικά και ανεπανάληπτα περιστατικά που τις προκάλεσαν. Θα μπορούσε όμως ο καθένας να υποστηρίξει ότι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η δικαίωση από τα περιστατικά δεν αρκεί και ότι η αισθητική δικαίωση μόνο βαραίνει. Διαφορετικά ένα ποίημα θα εύρισκε τον λόγο υπάρξεώς του,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μόνο στο γεγονός ότι εγράφη. Δίνουμε μια αδιάκοπη μάχη για να επιτύχουμε την ποιότητα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ποιότητα αυτή κινδυνεύει από την στιγμή που θα φανούμε αυτάρεσκοι, αν αρνηθούμε να δούμε κριτικά το έργο μας. Έτσι αφήνουμε στους άλλους τον ρόλο που θα έπρεπε να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παίξουμε πρώτοι εμείς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">– Εάν σήμερα ένα παλιό σας έργο δεν σας ικανοποιεί αισθητικά, θα το δεχθείτε, θα το διορθώσετε ή θα το απορρίψετε;</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Αν ένα παλιό μου ποίημα δεν με ικανοποιεί απολύτως, θα προσπαθήσω να το σώσω, δουλειά που προϋποθέτει έμπνευση. Η διόρθωση είναι τελείως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διαφορετικό πράγμα. Πρόκειται για μια εργασία εργαστηρίου, αφαιρούμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λέξεις ή στίχους, μεταθέτουμε άλλους, μεταβάλλουμε τη δομή. Πρόκειται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">για μια δουλειά που γίνεται εν ψυχρώ και είναι πολύ λεπταίσθητη. Δεν πρέπει να προδοθεί η επέμβαση του τεχνίτη. Σε περίπτωση όμως που το ποίημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">είναι ανεπίδεκτο διορθώσεως, θα πρέπει, έστω και με βαριά καρδιά, να το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θυσιάσουμε. Αυτό ισχύει τόσο για τα ανέκδοτα ποιήματα που θα απαρτίσουν μια καινούργια ποιητική συλλογή, όσο και για τα ήδη τυπωμένα εν όψει μιας επανεκδόσεως. Πολύ σωστά γράφετε στο εισαγωγικό σας σημείωμα ότι το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το να τυπωθεί δε σημαίνει πως πήρε και το οριστικό του σχήμα. Θα πρέπει πάντα να το βλέπουμε δυναμικά, δηλαδή μέσα στις δυνατότητες της εξελίξεώς του και ποτέ κατά τρόπο στατικό ή μουσειακό.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-original-35820 translator-translatable translator-translated" style="color: #000000;">–<strong class="translator-checked translator-dont-translate">Σε περίπτωση επανεκδόσεως όλου του έργου σας, θα κάνετε μια απλή ανατύπωση ή μιαν αυστηρή επιλογή;</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">– Μετά απ’ αυτά είναι ευνόητο ότι αποκλείω την ανατύπωση, που δεν εξυπηρετεί, εδώ που τα λέμε και κανένα σκοπό. Συχνά η συγκέντρωση του έργου ενός ποιητή μου δίνει την εντύπωση ενός ετερόκλητου συνόλου όπου για λόγους ιστορικούς, ο ποιητής τύπωσε δίπλα στην ώριμη δουλειά του και τα πρωτόλεια. Έτσι τα καλά ποιήματα χάνονται σ’ ένα πλήθος μέτριων και,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φυσικά, διαστρέφεται η φυσιογνωμία του δημιουργού. Αυτά τα πράγματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μπορεί να ενδιαφέρουν μόνο τους φιλολόγους κι επ’ ουδενί λόγω τους φίλους της καλής ποίησης. Χρειάζεται λοιπόν επιλογή που δεν σημαίνει ανθολόγηση αλλά συγκέντρωση των καλών ποιημάτων με βάση την αυτοκριτική.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έχω την εντύπωση ότι όσο αυστηρότερος είναι κανείς με τον εαυτό του τόσο και το κέρδος του θά ’ναι μεγαλύτερο. Πράγμα που δυστυχώς το αγνοούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι περισσότεροι.</span></p>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<h4 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ  (1995)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" class=" size-medium wp-image-3579 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba.jpg?w=185&amp;h=300" alt="ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ" width="185" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba.jpg 985w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba-185x300.jpg 185w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba-630x1024.jpg 630w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba-768x1248.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/04/cf84ceb1-cf80cf81cebfcf83cf89cf80ceb1-cf84cebfcf85-ceb4cf81ceb1cebcceb1cf84cebfcf83-cf83cf84cebf-cebcceb1cf81ceb9cebf-cf87ceb1cebaceba-946x1536.jpg 946w" sizes="(max-width: 185px) 100vw, 185px" /></span></p>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ</strong></span></h3>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η εποχή στην οποία ζει ο Μάριος Χάκκας (1931-1972) είναι γεμάτη από γεγονότα σημαντικά για τη μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας1. Τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 διαδέχεται η έξαρση του 1940 και η φοβερή δεκαετία 1940-1950, η οποία καλύπτεται από την Κατοχή-Αντίσταση (1941-1944) και από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1945-1949). Μετά το 1950 οι νικητές της εσωτερικής διαμάχης εγκαθιδρύουν και παγιώνουν το κράτος του αυταρχισμού κάτω από τη συμμαχική κηδεμονία. Φυλακίσεις και εξορίες, διώξεις πολιτικών αντιπάλων και κοινωνικά φρονήματα, άναρχη ανάπτυξη και υποτέλεια, είναι τα δώρα της νέας τάξης πραγμάτων. Ένα δημοκρατικό διάλειμμα στα χρόνια 1964-1965 γρήγορα τελειώνει με τη βασιλική επέμβαση, ώσπου το 1967 εγκαταλείπονται τα προσχήματα και επιβάλλεται η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου, η οποία θα διαρκέσει ως το 1974.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Συσχετίζοντας τη ζωή και το έργο του Μάριου Χάκκα με τα ιστορικά συμφραζόμενα, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι διαπλέκονται αμεσότερα, από τη στιγμή που ο συγγραφέας επιχειρεί να δράσει ως πολιτικό υποκείμενο. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, που συμπίπτουν με τη δραματική δεκαετία του 1940, και η συνοικία της Καισαριανής, στην οποία έρχεται από την Μακρακώμη Φθιώτιδας, τεσσάρων χρόνων, με την οικογένειά του, παίζουν αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτήν την επιλογή. Η εμπλοκή στην πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση της εποχής, και μάλιστα στο πλευρό των νικημένων δυνάμεων της Αριστεράς, κοστίζει στο συγγραφέα τέσσερα χρόνια φυλακή (1954-1958), ενώ και η στρατιωτική του θητεία (1958-1960) επηρεάζεται από την εξέλιξη αυτή, μια και λόγω φρονημάτων θα υπηρετήσει με την ιδιότητα του ημιονηγού. Βέβαια, στα πλαίσια της Αριστεράς είναι υποχρεωμένος κι αυτός να αντιμετωπίσει με το δικό του τρόπο τα εσωτερικά προβλήματα του κινήματος, όπως ήδη είχαν κάνει οι πολιτικοί ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς αλλά και παλιότεροί του πεζογράφοι, όπως ο Στρατής Τσίρκας. Η δεκαετία πάλι του 1960, γνωστή ως δεκαετία της αντιπαροχής (και του μπιντέ, όπως θα έλεγε ο ίδιος), σημαδεύει τη ζωή του, καθώς είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί και να βιώνει με πόνο ψυχής τη φθορά των αισθημάτων και των αξιών που προκαλούν οι νέες πραγματικότητες. Το πραξικόπημα τέλος της 21ης Απριλίου δεν τον αφήνει αδιάφορο, παρά τη στροφή του ενδιαφέροντός του λόγω καρκίνου στον επερχόμενο θάνατο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Μάριος Χάκκας είναι από τους λίγους πεζογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς που έχει έντονες κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες. Οι περισσότεροι συγγραφείς αυτής της γενιάς, καθώς ανδρώνονται σε μια εποχή απαγόρευσης των ιδεολογιών και ζουν στον απόηχο των ιστορικών γεγονότων της δεκαετίας του 19402, τα οποία τόσο καθοριστικά επέδρασαν στη ζωή και στο έργο των πεζογράφων και των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, στρέφουν εύλογα τα ενδιαφέροντά τους στο δικό τους περιβάλλον, προκειμένου να μιλήσουν για τα καινούρια πια ζητήματα του άγχους, του καταναλωτισμού, της κρίσης των αξιών, της αλλοτρίωσης. Αυτό βέβαια δε σημαίνει οπωσδήποτε παραίτηση από τα κοινωνικά δρώμενα. Έχει όμως το νόημα πως η πραγματικότητα είναι τώρα διαφορετική, πιο σύνθετη, και δεν επιτρέπει απόλυτες θεωρήσεις. Αντίθετα, απαιτεί όχι μόνο μια στάση οξυδερκέστερη απέναντι της αλλά και μια άλλη γραφή, ικανή να εκφράσει αυτές τις πολυπλοκότητες και να συμβαδίσει με τις νέες ευαισθησίες, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση των νεωτεριστικών τρόπων αφήγησης που έρχονται κυρίως από τη Γαλλία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από το 1960 κι ως το 1966 που πρωτοεμφανίζεται ο πεζογράφος Μάριος Χάκκας, έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά έργα στα οποία διαπιστώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με την πεζογραφία της λεγάμενης πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο οποίος και ξεχωρίζει ενδεικτικά τα παρακάτω κείμενα:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιώργος Χειμώνας Πεισίστρατος 1960</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βασίλης Βασιλικός Το φύλλο, Το πηγάδι, Τ’ αγγέλιασμα 1961</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χριστόφορος Μηλιώνης Παραφωνία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μένης Κουμανταρέας Μηχανάκια 1962</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πέτρος Αμπατζόγλου Με το Μινώταυρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τάκης Καλφόπουλος Οδός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θανάσης Βαλτινός Η κάθοδος των εννιά 1963</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γιώργος Ιωάννου Για ένα φιλότιμο 1964</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παντελής Καλιότσος 0 μεσαίος τοίχος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μάριος Χάκκας Τυφεκιοφόρος του εχθρού 1966</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Χάκκας είναι ένα καταρχήν πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεφυρώνει τις δυο εποχές, διαπιστώνει ο ίδιος κριτικός, ενώ ο Στέφανος Μπεκατώρος παρατηρεί:… ο Χάκκας είναι συγγραφέας μεταιχμιακός. Η γραφή του είναι εξέλιξη και εξάντληση της προβληματικής της “ήττας” και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης μοντέρνας γραφής που χαρακτηρίζει τις αναζητήσεις μιας νεότατης γενιάς συγγραφέων8. Κοντά σ’ αυτές τις εύστοχες παρατηρήσεις είναι ανάγκη να επισημανθεί και η θεματογραφική ανανέωση που πραγματοποιεί ο Χάκκας, με τη ριζοσπαστική αμφισβήτηση των ιδεολογιών και των αξιών της εποχής του, καθώς και με την πυρετική προσέγγιση του οντολογικού προβλήματος του ανθρώπου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Μάριος Χάκκας εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1965 ως ποιητής με τη συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (ιδιωτική έκδοση). Ως πεζογράφος κάνει την πρώτη του παρουσία την επόμενη χρονιά, το 1966, με τη συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (ιδιωτική έκδοση και πάλι). Κι ακολουθούν: το 1970 η συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες (Κέδρος), το 1971 τα τρία θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά, κάτω από το γενικό τίτλο Ενοχή (Κέδρος), ενώ το 1972, αμέσως μετά το θάνατό του, τα τελευταία διηγήματα Το κοινόβιο (Κέδρος). Στη δεύτερη έκδοση της πρώτης συλλογής πεζογραφημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1972) προστέθηκε, σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα, και η ενότητα Τρία Διηγήματα, που είχε πρωτοδημοσιευθεί στα Νέα Κείμενα (Φθινόπωρο του 1971). Μεταθανάτια έγιναν γνωστά μερικά ακόμα πεζογραφήματα: Κώνωψ ανωφελής, Τα κόκκινα μερμήγκια, Πώς γράφεται ένα διήγημα, Ένα όνειρο, Ο γαλατάς και τέσσερα δίχως τίτλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν για τους μοντερνιστές πεζογράφους των αρχών ακόμα του αιώνα μας τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος δεν θεωρούνται ως συνεκτικές, προσδιορίσιμες, και καλά δομημένες οντότητες αλλά ένα ψυχικό πεδίο μάχης, ένα άλυτο αίνιγμα ή η αφορμή για τη ροή παραστάσεων κι εντυπώσεων28, είναι φυσικό να μην εκπλήσσει κάτι τέτοιο, όταν αυτό συμβαίνει στα πεζογραφήματα ενός συγγραφέα της δεκαετίας του 1960, όπως ο Μάριος Χάκκας. Πεζογραφήματα που οικοδομούνται, καθώς ήδη επισημάνθηκε, με τέτοιους όρους, ώστε δε θα μπορούσαν να δώσουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πράγμα που είναι σε θέση να κάνει το παραδοσιακό διήγημα και πολύ ευκολότερα το κλασικό μυθιστόρημα. Εδώ η ένταση του βιώματος είναι τέτοια, που επείγει να βγει στην επιφάνεια, ανατρέποντας τις συμβάσεις του είδους και οδηγώντας σ’ αυτά τα σύντομα κείμενα-στιγμιότυπα, που συνήθως χαρακτηρίζονται απλώς πεζογραφήματα και συχνά απεικονίζουν τα πρόσωπα με δυο πεταχτές πινελιές, αν δεν έχουν ως μοναδικό και αποκλειστικό πρωταγωνιστή τον ίδιο τον αφηγητή, όπως συμβαίνει όχι μόνο με το Μάριο Χάκκα αλλά και με τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και με το Γιώργο Ιωάννου που εμφανίζονται την ίδια δεκαετία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με αυτό το σκεπτικό γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι οι πληρέστεροι χαρακτήρες του Χάκκα βρίσκονται στα παραδοσιακότερα πεζογραφήματά του, της αφηγηματικής ευστάθειας και οργάνωσης, ενώ οι πιο υποτυπώδεις στα μεταγενέστερα, της αφηγηματικής αστάθειας και αποδόμησης. Ο Μάριος Χάκκας, παρατηρεί ο Σπύρος Πλασκοβίτης, γράφει με κομμένη την ανάσα. Θα έλεγα πως δεν διηγείται, εκφράζεται. Και εκφράζεται τόσο πειστικά, συναρπαστικά κάποτε, ώστε λίγο μας ενδιαφέρει αν μέσα στον κόσμο του οι ανθρώπινοι τύποι διαβαίνουν περισσότερο σαν σκιές ονείρου, ή εφιάλτη, και λιγότερο διαθέτουν μια δική τους ταυτότητα. Πράγματι οι ήρωες σ’ αυτό το έργο υπόκεινται πολύ συχνά σε αφαιρέσεις, καθώς απουσιάζουν ενδείξεις που θα καθιστούσαν σαφέστερο το περίγραμμά τους. Από τα πρόσωπα του πεζογραφήματος Ο Κολοβός ως το πρόσωπο / αφηγητή του πεζογραφήματος Το κοινόβιο η σταδιακή απέκδυση των επίθετων στοιχείων οδηγείται ως τη γυμνότητα του σώματος και της ψυχής, ως την οντολογική ψίχα του πρωταγωνιστή /αφηγητή. Από την άποψη αυτήν η ένταξη των προσώπων του δράματος σε μια κοινωνική ιεράρχηση θα μπορούσε να παρουσιάσει ορισμένες εκκρεμότητες, πράγμα που τελικά δε συμβαίνει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πειστικά οριοθετούνται οι ήρωες του Χάκκα και μόνο με βάση την πολιτική τους ιδεολογία, καθώς αυτή αποτελεί το συνηθέστερο στοιχείο της κοινωνικής τους ταυτότητας. Όχι τόσο η θέση τους στην παραγωγική διαδικασία, η οποία πολύ συχνά δε σημαίνεται, ούτε οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές στην οικονομική κατάσταση, στην κοινωνική προέλευση και στο μορφωτικό επίπεδο, όσο η συνείδηση που έχουν οι ίδιοι για τα πράγματα και τον κόσμο. Με αυτό το κριτήριο οι ήρωες του Χάκκα ανήκουν στα υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα, αυτά που αποκαλούνται προλεταριακά και μικροαστικά, σύμφωνα με τη διάκριση που επιχειρεί η Μαρία Σακαλάκη στην κοινωνιολογική της ανάλυση για τους ήρωες του μυθιστορήματος. Μια τέτοια διαστρωμάτωση είναι βέβαια ιδιαίτερα συμπαγής. Υπάρχουν οι καθημερινοί άνθρωποι των μικρών φιλοδοξιών που ασφυκτιούν μέσα στα στενά πλαίσια μιας αλλοτριωτικής πραγματικότητας, αλλά δεν είναι σε θέση να επιχειρήσουν την οποιαδήποτε υπέρβαση. Υπάρχουν τα κατώτερα εκτελεστικά όργανα του καθεστώτος, αυτά του στρατοπέδου και της φυλακής, τα οποία από κοινωνική άποψη ανήκουν ενγένει στην τάξη των θυμάτων τους. Υπάρχουν και οι ιδεολογικοί σύντροφοι που αντιτάσσονται στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αλλά έχουν και τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Υπάρχει τέλος ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής/ αφηγητής, ο οποίος συνθέτει με τρόπο ενδιαφέροντα τα επιμέρους χαρακτηριστικά των δυναστευόμενων συντρόφων και του παγιδευμένου ανθρώπου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ήρωες ανήκουν στο λεγόμενο ισχυρό φύλο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Σε πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανίζονται ελάχιστα γυναικεία πρόσωπα (δύο ή τρία), ενώ τα περισσότερα αναλαμβάνουν ρόλους συμπρωταγωνιστικούς, σε ερωτικό ή όχι επίπεδο, αλλά και πάλι συμπληρωματικούς, ενείδει πλευρού. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις γυναικών που μόνο για μια στιγμή περνούν από το προσκήνιο του πεζογραφήματος. Αυτή η αντιμετώπιση της γυναίκας αντανακλά βέβαια την υποβαθμισμένη θέση της στη νεοελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960 αλλά και τις ανδροκρατικές αντιλήψεις του συγγραφέα, που, αν και ανήσυχος διανοούμενος της Αριστεράς, δε φαίνεται απαλλαγμένος από τα παραδοσιακά στερεότυπα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι ήρωες του Χάκκα, αν θυμηθούμε τις σχετικές απόψεις του Jaques Lacan, δεν είναι τόσο στατικοί όσο κινητικοί. Οι στατικοί χαρακτήρες θέτουν, κατά το Lacan, σταθερούς στόχους (υλικούς, σεξουαλικούς, εγωιστικούς και επαναπαύονται, στην περίπτωση που τους κατακτήσουν. Ενδιαφέρονται δηλαδή να ικανοποιήσουν αυτό που ο Lacan αποκαλεί ανάγκη. Αντίθετα, οι κινητικοί υπόκεινται σ’ αυτό που αποκαλεί επιθυμία, που μοιάζει να είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αληθινή μόνο στο βαθμό που επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι είναι αληθινή, σημερινή ή παρούσα μόνο στο βαθμό που εξαρτάται από ένα μέλλον ή προβάλλεται σ’ αυτό. Με βάση αυτήν τη διάκριση οι χαρακτήρες του συγκεκριμένου έργου είναι κινητικοί. Οι επιθυμίες τους εξακολουθούν να μένουν ανεκπλήρωτες παρά τους αγώνες τους, καθώς συνδέονται με θεμελιακά ζητήματα της κοινωνίας και του ανθρώπου, όπως είναι η κοινωνική αλλαγή, ο εκδημοκρατισμός της Αριστερός και η υπέρβαση του θανάτου. Ακόμα κι όταν θέτουν στόχους στατικών χαρακτήρων και τους κατακτούν, όπως στο πεζογράφημα Ο Μπιντές λ.χ., και τότε πάλι μένουν ανικανοποίητοι, γιατί συνειδητοποιούν τη ματαιότητα των φιλοδοξιών τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πολύ λίγες φορές οι χαρακτήρες έχουν αυτά που λέμε ανθρώπινα ελαττώματα και ανθρώπινες αδυναμίες. Παρόλο που πρόκειται για πρόσωπα απλά, καθημερινά, ωστόσο στοιχεία, όπως η υποκρισία, η προκατάληψη, η μικρόνοια, η ιδιοτέλεια, γενικά απουσιάζουν. Μόνο ελάχιστα εμφανίζονται και κυρίως σε περιπτώσεις γυναικείων τύπων. Συνήθως τα γνωρίσματα είναι θετικά, ειλικρίνεια, εντιμότητα, ιδεαλισμός, αξιοπρέπεια, γεγονός που οφείλεται προφανώς στην ισχυρή τάση ιδεολογικοποίη-σης των προσώπων που διακρίνει το συγγραφέα. Κι είναι αυτή η τάση που καθιστά τους ήρωες ικανούς να αίρονται πάνω από τις μικροπρέπειες της καθημερινότητας, καθώς αντίπαλό τους δεν έχουν τον άλλο άνθρωπο αλλά τα σημαντικά ζητήματα του Ανθρώπου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πολύ συχνά οι ήρωες, άντρες ή γυναίκες, δεν έχουν όνομα κι αυτό είναι ένα τελευταίο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Δηλώνονται αόριστα, με κάποιο προσηγορικό ουσιαστικό, με την αντωνυμία αυτός ή εκείνος κι όχι λίγες φορές με το τρίτο ενικό ή πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος. Σ’ ένα διήγημα, γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο ήρωας δηλώνεται με παρόμοιους αόριστους τρόπους για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους θα μπορούσα να καταλέξω τους εξής:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. – Όταν ο συγγραφέας δε φωτίζει τα πρόσωπα σαν ατομικότητα, αλλά σαν χαρακτηριστική περίπτωση,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. – Όταν επιθυμεί να επιτύχει μια άμεση επαφή αφηγητή και ήρωα, χωρίς την απόσταση που συνεπάγεται η αναφορά του ονόματος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γ. – Όταν επιδιώκει να δώσει την εντύπωση απόλυτης μοναξιάς”.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Συμπληρωματικά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι η παρουσία μιας σειράς επώνυμων ηρώων περισσότερο αντανακλά την επιθυμία του συγγραφέα να προβάλει ενδιαφέρουσες γι’ αυτόν, ιστορικές συχνά, περιπτώσεις ανθρώπων που γνώρισε παρά υπηρετεί ανάγκες μυθοπλαστικές. Με δεδομένο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα των πεζογραφημάτων, μια τέτοια εκδοχή δεν πρέπει ίσως να αποκλειστεί.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ύστερα από αυτές τις γενικές διαπιστώσεις μπορούμε να δούμε αναλυτικότερα τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά των ηρώων του Μάριου Χάκκα. Πρώτα πρώτα εκείνων που ως άντρες ή γυναίκες, “αποΐδεολογικοποιημένοι” ενγένει, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις άμεσες ανάγκες του σώματος, κατόπι των άλλων που ως πολιτικά υποκείμενα δοκιμάζονται σε μια πάλη ζωής και θανάτου και τέλος του ήρωα/αφηγητή, που στο πρόσωπό του συνενώνει την ιδεολογική και οντολογική τραγωδία του ανθρώπου.</span></p>
<h3><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> </span></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></span></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η λέξη της λέξης: Λογοτέχνες και γραφές</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 14/6/2022</p>
<p>Αναζητώντας τη μαγική υφή των λέξεων</p>
<p>Ο Θανάσης Μαρκόπουλος είναι γνωστός για την πολύχρονη συνεισφορά του στον δοκιμιακό λόγο και τη φιλολογική κριτική. Ενδεικτικά θα αναφέρω έργα του σημαντικά για τη νεοελληνική φιλολογία, όπως τα Ματίες εν όλω, Ένα πουλί στην άσφαλτο: Ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά: Δοκιμιακές ανιχνεύσεις. Ο Μαρκόπουλος είναι ένας ακούραστος δουλευτής του δοκιμιακού και κριτικού λόγου που μετατρέπει τις παρατηρήσεις του σε κείμενα τα οποία εγείρουν ένα ευρύτερο ενδιαφέρον μέσα από τις διαχρονικές ιδέες που εκφράζουν, ξεπερνώντας τελικά τα όρια της φιλολογικής επιστήμης.</p>
<p>Μέσα από τον προσφάτως εκδοθέντα τόμο δοκιμίων και κριτικών κειμένων του Μαρκόπουλου, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να περιπλανηθεί σε ενδιαφέρουσες πτυχές της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας. Πρόκειται για κείμενα γραμμένα από το 2005 έως το 2021, τα οποία καλύπτουν μια ευρεία γκάμα θεμάτων, θεωρήσεων και αποτιμήσεων της ποιητικής και πεζογραφικής μας παραγωγής.</p>
<p>Στην ποίηση, εκκινώντας ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, από τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Γιάννη Ρίτσο και τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου και τη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’70, θέτει καίρια ζητήματα ύφους και θεματικών αναζητήσεων, ενώ καταγράφονται συχνά οι ευρύτερες κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις που συντέλεσαν στη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης ποιητικής πραγματικότητας.<br />
Εξίσου ευρεία είναι και η στοχοθεσία των κειμένων που αφορούν την πεζογραφία: ο Θανάσης Βαλτινός, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Απόστολος Τάσσης είναι κάποιες από τις περιπτώσεις με τις οποίες καταπιάνεται ο Μαρκόπουλος, αποδεικνύοντας ότι έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί τη θεωρητική του σκευή, διευρύνοντας τα ερωτήματα που θέτει σε ένα πλαίσιο ιστορικό, που μας αφορά όλους.</p>
<p>Είναι εύστοχος, λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας κλείνει τον πρόλογό του, λέγοντας ότι «πρόκειται εντέλει για μια έκδοση η οποία, χάρη στη γραμματολογική και θεματική της ποικιλομορφία αλλά και χάρη στην έκταση των κειμένων και τον τρόπο γραφής, θυμίζει φιλολογικό και κριτικό καλειδοσκόπιο κι από την άποψη αυτήν το συνολικό αποτέλεσμα θα μπορούσε εικάζω να έχει ένα ενδιαφέρον για τον αναγνώστη».</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ</strong></h5>
<p>literature.gr 15/11/2020</p>
<p>Διαβάζοντας κανείς τον τίτλο του τελευταίου βιβλίου του Θανάση Μαρκόπουλου, μπορεί εύκολα να θεωρήσει ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με μια φιλολογική ανίχνευση λογοτεχνικών ζητημάτων που αφορούν ένα ειδικό κοινό, κάποιους μελετητές συγκεκριμένων πτυχών της νεοελληνικής ποιητικής γραφής. Αν όμως αρχίσει να διαβάζει το βιβλίο θα διαπιστώσει πως τα δοκίμια εκκινώντας από τη μελέτη του έργου του Γκανά απλώνονται σε ευρύτερους προβληματισμούς που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται ο ποιητικός λόγος από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα: ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να περιηγηθεί στο ευρύτερο πνευματικό περιβάλλον της νεότερης Ελλάδας και να κατανοήσει τις λεπτές διεργασίες της εποχής αλλά και τις σχέσεις με τους «προγόνους» της ποιητικής παράδοσης.</p>
<p>Το βιβλίο στο σύνολό του δομείται με διαυγή και ευσύνοπτο τρόπο: αρχικά γίνονται οι απαραίτητες γραμματολογικές αναφορές, που τοποθετούν το έργο του ποιητή στο πεδίο της γενιάς του ’70, ενώ εξετάζεται η υποδοχή του μέσα σε ένα ευρύ χρονικό τόξο. Στη συνέχεια καταγράφονται οι διακριτές δημιουργικές περίοδοι που σηματοδοτούν τομές στους τρόπους, τις επιδράσεις και τα θέματα. Τέλος εξετάζονται κομβικά θεματικά κέντρα που επανέρχονται στην ποίηση του Γκανά, όπως η εικονοπλασία των ζώων και ειδικότερα του πουλιού, αλλά και η μητρική φιγούρα, ενώ το κύριο σώμα του βιβλίου κλείνει με τη μελέτη της πρόσληψης του έμμετρου λόγου στην ποίησή του. Συνεξετάζονται, δηλαδή, ζητήματα περιεχομένου και μορφής, ώστε να γίνει η ποίηση του Γκανά ένα exemplum για τον τρόπο με τον οποίο ένας από τους σύγχρονους ποιητές μας μπόρεσε να αξιοποιήσει την ατομική μνήμη, τις προσωπικές εμμονές, την κληρονομιά της παράδοσης, τη νεωτερικότητα του λόγου, τους θρύλους, το χιούμορ, την πολυσημία, δίνοντας ποιήματα μιας λεπτής ισορροπίας μεταξύ όλων αυτών των τάσεων, τη στιγμή που η ποίησή μας ταλαντευόταν μέσα στις φουρτούνες ενός μοντερνισμού που έμοιαζε να έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο όριο.</p>
<p>Ο Μαρκόπουλος έχει δύο αρετές στον θεωρητικό του λόγο: α) είναι πάντοτε ζωντανός και εύληπτος, μετατρέποντας το δοκίμιο σε ένα ρέον αφήγημα που παρασέρνει τον αναγνώστη β) απλώνεται από το μερικό στο γενικό με έναν τρόπο ευφυή και υποδόριο, αξιοποιώντας τα επιστημονικά του εργαλεία ως φιλόλογος αλλά και την ευρύτητα των γνώσεών του. Έτσι, ο συγγραφέας μετατρέπει μια ειδική μελέτη σε ένα ανάγνωσμα που αφορά κάθε άνθρωπο ο οποίος ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες και η καλλιτεχνική δημιουργία εμπλέκονται σε ένα αξεδιάλυτο και γοητευτικό σύνολο.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 8/5/2021</p>
<p>Ένα παράθυρο ανοιχτό στον ποιητικό κόσμο του Μιχάλη Γκανά</p>
<p>Πρώτα γνώρισα τα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά. Και τ’ αγάπησα. Μιλούσαν μια γλώσσα οικεία για πράγματα γνώριμα κι ανθρώπους απλούς και ταπεινούς σαν τους δικούς μου. Ύστερα γνώρισα τον άνθρωπο. Και είδα την αλήθεια της γραφής και στην αλήθεια του προσώπου.</p>
<p>Έτσι προλογίζει ο Θανάσης Μαρκόπουλος την Εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, μια συλλογή που περιλαμβάνει όλα τα δοκίμια που έχει γράψει για τον ποιητή, αρχής γενομένης από το 2006, καθώς και ένα πλούσιο σε υλικό Παράρτημα με μεταγενέστερες δοκιμιακές αναφορές.</p>
<p>Η οικειότητα που νιώθει προς τη γραφή αρχικά του ποιητή θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη, καθώς ανήκουν και οι δύο στη γενιά του ’70. Μια γενιά εμβληματική σε ουσία και πλήθος εκπροσώπων, που λογικά έχει αναγνωριστικά κοινά γνωρίσματα. Ωστόσο, πρόκειται για μια ομάδα ποιητών τόσο ετερογενή, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ανίχνευση των εξωγενών παραγόντων (από το κοινωνικό και πολιτικό κυρίως περιβάλλον) που τους διαμόρφωσαν. Έτσι, είναι επόμενο να συνυπολογίσουμε την εποχή μέσα στην οποία οι ποιητές αυτοί συνειδητοποίησαν (ο καθένας ακολουθώντας τα προσωπικά του βιώματα) για πρώτη φορά τον ρόλο της ποιητικής έκφρασης ως δραστικού αντίδοτου στην ανελευθερία, στη στρεβλή πολιτική καθοδήγηση, αλλά και στην απανθρωποποίηση της κοινωνίας. Στη διαμόρφωση της συνειδητής πλέον θέσης τους ήρθαν ως αρωγοί τα κινήματα αμφισβήτησης, στην Ευρώπη κυρίως, την ταραγμένη δεκαετία του ’60, τον ακόμη έντονο απόηχο των οποίων βίωσαν οι ίδιοι στη δεκαετία του ’70. Ένα εκρηκτικό μείγμα των σύγχρονων με αυτούς γεγονότων αλλά και του απόηχου από την προηγούμενη γενιά της πολιτικής ήττας που διοχέτευσε στο έργο τους το αίσθημα της διάψευσης. Οι ποιητές της γενιάς του ’70 δεν αναζήτησαν στηρίγματα της δικής τους θεώρησης του κόσμου στους προηγούμενους, πιστεύοντας πως κάτι καινούργιο όφειλαν να φέρουν στην ποιητική έκφραση, ως προς τη βαθύτερη ουσία της και αναπόφευκτα ως προς τη μορφή της. Η οπτική αυτή οδήγησε στην πολυμορφία και στη διαφορετική προσωπική έκφραση του καθενός από τους ποιητές της γενιάς τους.</p>
<p>Φανερό, επομένως, ότι πέρα από την κοινή συναρίθμηση στη γενιά αυτή, ο οικείος τόπος του Μαρκόπουλου με τον Γκανά απαιτούσε πρόσθετα στοιχεία συνάντησης των δύο. Αυτά βρέθηκαν στη θεματική των ποιημάτων τους (θάνατος, ιστορική μνήμη, έρωτας, αίσθηση χρέους απέναντι στους επόμενους), όσο και (κυρίως) στον τρόπο παρουσίασης. Εκκινώντας από τον ρεαλιστικό λόγο οι ποιητικές εικόνες εξελίσσονται συχνά σε υπαινικτικές, που απέχουν από τη ρεαλιστική εκδοχή των πραγμάτων άλλοτε ελάχιστα και άλλοτε αρκετά, ώστε να προκαλέσουν μια πολλαπλή ερμηνεία. Η δημώδης παράδοση, ζωντανή και στους δύο, δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο για να εκφραστούν οι σύγχρονες ανησυχίες και να δοθεί η αίσθηση της συνέχειας. Περισσότερο, όμως, και από τη συνειδητοποίηση των κοινών αναφορών, θα πρέπει να λειτούργησε η προσωπική γνωριμία τους, καθόσον η αίσθηση που αποπνέουν τα δοκίμια του Μαρκόπουλου δεν αφορά μόνον τη γραμματολογική προσέγγιση ενός μελετητή αλλά την αγάπη προς τη γραφή του ποιητή και προς τον άνθρωπο Μιχάλη Γκανά. Και αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά ξεχωριστή αυτή τη συλλογή και προκαλεί τον αναγνώστη να τη διαβάσει εισχωρώντας με τον καλύτερο τρόπο στον κόσμο του έργου του – κάτι που δεν συμβαίνει συχνά με τέτοιου είδους μελετήματα, τα οποία μοιάζει να προορίζονται για όποιον έχει ειδικό ενδιαφέρον. Η ποίηση, όμως, πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλους, άρα και τα σχετικά πονήματα να διευκολύνουν την πρόσβαση στα πεδία της. Ο Μαρκόπουλος φαίνεται καλά να το γνωρίζει αυτό, έτσι τα δοκίμιά του αποτελούν ένα ανοιχτό πέρασμα για μια απρόσκοπτη πρόσβαση στο έργο (όπως αυτό συγκεντρώνεται στον τόμο Ποιήματα 1978-2012, στις σελίδες του οποίου γίνονται και οι σχετικές παραπομπές) αλλά και στην προσωπικότητα του Γκανά.</p>
<p>Με το πρώτο κεφάλαιο «Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά – Μια γενική θεώρηση του ποιητικού corpus» να λειτουργεί ως οδηγός για τα υπόλοιπα, ο Μαρκόπουλος καταθέτει την προσωπική του εκτίμηση για το έργο του ποιητή σχολιάζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων (επτά συλλογές) τοποθετώντας τον ποιητή στην εποχή του, επισημαίνοντας τους «προγόνους» του και τους «συνομιλητές» του, ποιητές αλλά και φίλους που επηρέασαν τον ποιητικό του τρόπο, και τη θεματική του. Σ’ αυτά τα τελευταία επιμένει, προκριμένου να δώσει με καθαρότητα την επιλογή της φόρμας, της γλώσσας και του ρυθμού, χαρακτηριστικά που, όπως γράφει, τον ανέδειξαν σε μια από τις πιο διακριτές και διακεκριμένες φωνές του καιρού μας (σ. 30). Η επιλογή του τίτλου του κεφαλαίου αλλά και όλου του βιβλίου (αντλημένος ο όρος από τον στίχο Εύφορη λύπη μέσα μου, «Παραλογή») στοχεύει στο πιο κομβικό σημείο γύρω από το οποίο αρθρώνεται όλο το έργο του ποιητή, το πώς, δηλαδή, αντιδρά στις κοινωνικές συνθήκες, πώς εσωτερικεύει το κοινό πάθος ενοποιώντας το λειτουργικά με το προσωπικό, ώστε να βιωθούν ομοίως. Και όλο αυτό το φορτίο λύπης να μεταλλάσσεται σε έναν ποιητικό λόγο ευαίσθητο όσο και προκλητικό σε αναγνωστική μέθεξη, με έναν πόνο που αναζητά τις ελάχιστες έστω ρανίδες ελπίδας, καθώς μιλώντας για θάνατο εμπεριέχει ταυτόχρονα τη ζωή και την αγάπη.</p>
<p>Θα συνεχίσει στα επόμενα κεφάλαια με το πολύ ενδιαφέρον θέμα της κριτικής απέναντι στο έργο του (ο Γκανάς ευτύχησε σε θετικό καλωσόρισμα της ποίησης του από τους κριτικούς) κατόπιν θα μείνει στις πρώτες γραφές του ποιητή, ενδεικτικές ήδη μιας ωριμότητας, καθόσον όπως θα πει: Ευτυχώς ο ποιητής δε βιάστηκε κι έτσι η πορεία του εξαρχής είχε να επιδείξει μια αξιοσημείωτη ωριμότητα (σ. 70). Ακολουθεί ανάλυση δύο συλλογών («Ακάθιστος Δείπνος» και «Άψινθος») και δύο δοκίμια θεματικά, το ένα να ανιχνεύει τα πουλιά στην ποίηση του Γκανά, με προεξάρχουσα τη θέση του μαύρου κοτσυφιού – τόσο ταιριαστού με το συνολικό ύφος της ποίησής του, και το άλλο να μιλάει για τη θέση της μάνας στη γραφή του· γύρω από το θέμα αυτό δημιουργούνται μερικά από τα πιο σπουδαία ποιήματα. Αξίζει εδώ η αναφορά στο [Μια μάνα γύρευα να βρω] της «Παραλογής», όπου ο διάλογος με τη μάνα στο παλαιό της παράδοσής μας Του νεκρού αδελφού συνιστά μια συνέχεια όσο και μια ανατροπή: Μια μάνα γύρευα να βρω/μ’ εννιά μαχαίρια στο πλευρό/και με τη μια της κόρη.//Τη βρίσκω στα βασιλικά/σε πέντε όνειρα κακά/και μες στα καρυοφύλλια.//Να ’πιανε μια νεροποντή/να ξύπναγε τον Κωνσταντή/να πάει βρεγμένος σπίτι.//Να του φορέσει τα στεγνά/να τον μαλώνει σιγανά . . .</p>
<p>Θα ολοκληρώσει με το κεφάλαιο που επισημαίνει τις έμμετρες εκβολές στην ποίηση του Γκανά, για να δείξει πώς ο ποιητής δίπλα στον νεωτερικό του στίχο σεβάστηκε τον παραδοσιακό έμμετρο προσθέτοντας στους στίχους του ρυθμό ξεχωριστό. Στο Παράρτημα θα βρεθούν τέσσερα κείμενα κριτικής τα οποία αφορούν άλλες δημιουργίες του ποιητή. Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα αναλυτικό χρονολόγιο, πρώτες δημοσιεύσεις των δοκιμίων, καθώς και κριτικογραφία σχετική και ευρετήριο ονομάτων.</p>
<p>Μια έκδοση πλήρης, σημαντική για το έργο του σπουδαίου ποιητή, από τον Θανάση Μαρκόπουλο που γράφοντας αναδεικνύει πέρα από το γνωστό και αναγνωρισμένο κριτικό του τάλαντο και μια απαραίτητη συχνά παράμετρο του έργου της κριτικής: παράλληλα με τη θεωρητική κατάρτιση απαιτείται και το προσωπικό ενδιαφέρον αλλά και η αγάπη για το εξεταζόμενο έργο.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΩΣ ΤΟΝ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ</strong></span></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Ο Δημήτρης Κόκορης, διδάκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Πειραιάς, 1963) έχει κάνει ως τώρα δύο εκδόσεις, Όψεις των σχέσεων της Αριστεράς με τη λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο (1927-1936) (1991), Μια φωτιά. Η ποίηση. Σχόλια στο έργο τον Γιάννη Ρίτσου (2003), και μία επιμέλεια: Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του (2003). Στην προκείμενη έκδοση Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση (2006) συγκεντρώνει κείμενα φιλολογικά και κριτικά της τελευταίας δεκαπενταετίας (1992-2006), από εισηγήσεις σε συνέδρια έως βιβλιοκρισίες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, τα οποία κινούνται γύρω από τη νεοελληνική ποίηση τόσο στην παραδοσιακή της εκδοχή όσο και στη μοντέρνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Στην ανέκδοτη εισαγωγή του ο φιλόλογος και κριτικός, παίρνοντας υπόψη τις σχετικές προτάσεις των Αλέξανδρου Αργυρίου και Νάσου Βαγενά αλλά και ξένων μελετητών, θεωρεί καταρχήν τους όρους «νεότερη» και «σύγχρονη ποίηση» ως απλώς χρονολογικούς προσδιορισμούς, ακατάλληλους να αποδώσουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία που φέρνει η νεωτερική γραφή της δεκαετίας του 1930• ελεύθερος στίχος, άλογο στοιχείο, διανοητική σκοτεινότητα, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο. Στη συνέχεια διερευνά εκτενέστερα αυτά τα μοντερνιστικά στοιχεία, ανιχνεύει την επιρροή του έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο και επισημαίνει νεωτερικούς ποιητές που αξιοποιούν τις έμμετρες φόρμες της παράδοσης αυτοτελώς, άλλους που τις εντάσσουν ποικιλότροπα στη ροή του μοντέρνου ρυθμού κι άλλους που έγραψαν και στίχους για τραγούδι, δραστηριότητα στην οποία τους ώθησε η τάση των συνθετών, του Θεοδωράκη πριν απ’ όλους, να μελοποιούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μοντέρνα ποιήματα από τη δεκαετία του 1960 ακόμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τις αφετηρίες αυτές ξεκινώντας ο Κόκορης, επιδίδεται πρώτα στην αναζήτηση στοιχείων νεωτερικών σε ποιητές που εμφανίστηκαν πριν από τη δεκαετία του ’30, όπως οι Μαβίλης, Καβάφης, Παπατσώνης, Σικελιανός και Καρυωτάκης, ενώ δεν παραλείπει να δει στους παραδοσιακότερους και πλευρές του μετρικού ρυθμού τους. Μια δεύτερη ομάδα που τον απασχολεί,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σε ορισμένες βέβαια πλευρές της ποίησης και της ποιητικής τους, είναι οι μείζονες ποιητές της δεκαετίας του μοντερνισμού (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος) και ακολούθως οι μεταπολεμικοί, τόσο οι παλαιότεροι, όπως ο Αναγνωστάκης κι ο κύκλος της Διαγωνίου (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου), όσο και οι νεότεροι, όπως η Αντεια Φραντζή, ή και οι νεότατοι, όπως η Γεωργία Τριανταφυλλίδου. Ακόμα, εξετάζει ζητήματα μεταφραστικά της ποίησης (Σέξπιρ-Διονύσης Καψάλης) και συγκρίνει μεταφραστικές εκδοχές (Γιώργης Σημηριώτης-Γιώργος Φιλανθίδης),</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επισημαίνει υφολογικές και θεματικές συνάφειες ανάμεσα σε κείμενα (Ουράνης-Καρυωτάκης), αναζητά στοιχεία ποιητικά σε κείμενα πρόζας (Δημήτρης Μίγγας) και νεωτερικά σε κατεξοχήν πολιτικές συλλογές (Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου), ενώ δεν αγνοεί και την ποίηση στιχουργών (Μιχάλης Μπουρμπούλης).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Είναι αλήθεια, όπως διαφαίνεται από την παραπάνω καταγραφή των θεμάτων και ομολογείται από τον συγγραφέα προλογικά, ότι δεν πρόκειται για μια ενιαία μελέτη, η οποία συντίθεται από επιμέρους συναφή κεφάλαια, πράγμα που αφήνει ίσως να εννοηθεί η τιτλοφόρηση. Την αναντιστοιχία έρχεται να κολάσει η ειδικά για τη συγκεκριμένη έκδοση γραμμένη εισαγωγή. Η εκκρεμότητα βέβαια παραμένει, είναι όμως εύλογη, εφόσον τα κείμενα γράφονται σε μεγάλο άνυσμα χρόνου και αναφέρονται σε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων. Αυτό εντέλει που έχει σημασία είναι πως ανιχνεύονται ενδιαφέρουσες ωσμώσεις ανάμεσα στις έμμετρες φόρμες της παράδοσης και τις ελεύθερες του μοντερνισμού, ενώ δεν είναι λιγότερο σημαντικές οι όψεις της ποίησης και της ποιητικής συγκεκριμένων δημιουργών που αναδεικνύονται, έστω κι αν συνιστούν μέρος του ετερόκλιτου υλικού της έκδοσης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Η τακτική που ακολουθεί ο Κόκορης στην οργάνωση των κειμένων είναι φιλολογική. Διατυπώνει αρχικά την άποψή του για το θέμα που πρόκειται να εξετάσει και στη συνέχεια προχωρεί στην εξειδίκευση. Συχνά εκκινεί από τις βασικές γνώσεις και θέσεις των πιο έγκυρων Ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του Δημαρά, του Πολίτη, του Vitti και του Μπίτον, και ακολούθως παραθέτει τις απόψεις άλλων, τις οποίες όμως δοκιμάζει κάτω από το δικό του κριτικό βλέμμα. Τέλος την αποδεικτική τακτική του λόγου του στηρίζει αποτελεσματικά η παράθεση και ο σχολιασμός χαρακτηριστικών στίχων και ποιητικών αποσπασμάτων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με βασικές αλλά και επιμέρους αποφάνσεις του Κόκορη. Κι ο λόγος είναι πως αυτές στηρίζονται τόσο στη γραμματολογική και θεωρητική του ενημερότητα όσο και στην ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει το λογοτεχνικό φαινόμενο. Η πεποίθησή του λ.χ. ότι ο ρυθμός θα συνιστά και αύριο ειδοποιό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι μάλλον βάσιμη, αν και είναι παρακινδυνευμένο να προδικάζονται εξελίξεις που υπερβαίνουν τον ορίζοντα της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως κι ο ισχυρισμός του ότι ο μοντερνισμός δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, σε αντίθεση με όσα διατείνονται οι φίλοι του μεταμοντερνισμού. Επίσης δεν είναι λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι εκφράζει ευθαρσώς τις απόψεις του, ακόμα κι όταν πρόκειται να θίξει αναστήματα λογοτεχνικά, απόψεις όμως που κάθε φορά τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα στοιχεία από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι δε διστάζει να κρίνει άστοχη την ενέργεια του Καβάφη να μη δημοσιεύσει ποιήματα, όπως τα «Επάνοδος από την Ελλάδα», «Συμεών» και «Ο δεμένος ώμος», αλλά και την εκτίμηση που έτρεφε ο Σεφέρης για το μυθιστόρημά του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη ή ο Τσίρκας για το ποιητικό του έργο.Σε κάθε περίπτωση ο Δημήτρης Κόκορης, βαθύς γνώστης της νεοελληνικής ποίησης, παλαιότερης και νεότερης, πλαγιοκοπεί έργα και δημιουργούς, διατυπώνει με σαφήνεια τις απόψεις του και τις στηρίζει πειστικά, πράγμα που σημαίνει ότι ανταποκρίνεται επαρκέστατα στον ρόλο του τόσο ως φιλόλογος όσο κι ως κριτικός, διερευνώντας από τη μια εκκρεμή ζητήματα και αναδεικνύοντας από την άλλη όψεις του ποιητικού φαινομένου, που ενίοτε δεν προσέξαμε και δεν προσέχουμε όσο θα έπρεπε.</span></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong>Ματιές ενόλω ΙΙ</strong></h3>
<h4><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΤΕΝΗΣ</strong></h4>
<p>www.bookpress.gr 12/11/2017</p>
<p>Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου, τεσσάρων της δεύτερης και πέντε της γενιάς του ’70, ιχνηλατεί ο ομότεχνός τους Θανάσης Μαρκόπουλος μέσα από ανάλογο αριθμό δοκιμίων που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας (2005-2015) στα περιοδικά «Μανδραγόρας», «Νέα Εστία», «Παρέμβαση» και «Πορφύρας» και συγκεντρώθηκαν υπό την ίδια στέγη που φέρει τον τίτλο Ματιές ενόλω ΙΙ, από τις εκδόσεις Μελάνι (προηγήθηκαν το 2003 οι πρώτες Ματιές ενόλω, με οκτώ ποιητές, από τις εκδόσεις Σοκόλη).</p>
<p>Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα.</p>
<p>Σαχτούρης, Λειβαδίτης, Κωσταβάρας, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δημουλά, Λυκιαρδόπουλος, Νικηφόρου, Γκανάς, Μαυρουδής, Μπράβος, Γ. Μαρκόπουλος και Φωστιέρης, είναι οι δώδεκα πάνω στο έργο των οποίων σκύβει με σεβασμό και ιδιαίτερη επιμέλεια, δίνοντας σημασία ακόμα και στη λεπτομέρεια, ο Θ. Μαρκόπουλος, χωρίς να διακατέχεται από κάποια διάθεση εξωραϊσμού ή εξιδανίκευσης, αλλά με εμφανή την προσπάθεια να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και γνωρίσματα του καθένα, για να παραδώσει τελικά στους δυνητικούς αναγνώστες του μια υποκειμενική, ωστόσο δίκαιη και έντιμη, αξιολόγηση του αποτυπώματος που άφησαν μέχρι τώρα στη λογοτεχνία μας οι ποιητές αυτοί.</p>
<p>«Δε γράφεται το ποίημα με ξένο πόνο»* είναι ο ακροτελεύτιος στίχος ενός ποιήματος του Θ. Μαρκόπουλου και φαίνεται στα δοκίμιά του πως αυτός είναι ο σταθερός οδηγός του. Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα. Για να το πετύχει δεν περιορίζεται μόνο στη δική του μελέτη και δεν οχυρώνεται πίσω απ’ το προσωπικό του κριτήριο, ακόμα και αν αυτό είναι προϊόν πολύχρονης και λεπτομερούς έρευνας που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ξεκάθαρο πως γεννήθηκε και ωρίμασε ακολουθώντας τον εξεταζόμενο ποιητή βήμα, βήμα, ή για να ακριβολογούμε… στίχο, στίχο. Δανείζεται και χρησιμοποιεί γνώμες και ματιές και πολλών άλλων, κάτι που πιστοποιεί την ξεκάθαρη πρόθεσή του αφενός να διευρύνει την εικόνα που θέλει να παρουσιάσει και αφετέρου να ψηλαφήσει όλες τις πλευρές της κάθε ψηφίδας του ποιητικού τους έργου.</p>
<p>Αποτέλεσμα; Δώδεκα δοκίμια-φιλολογικές ταυτότητες που καταφέρνουν να συστήσουν επαρκώς, ακόμα και στους αμύητους, δημιουργούς που ο καθένας εκόμισε στην τέχνη που υπηρέτησε ή συνεχίζει να υπηρετεί. Ταυτότητες που εμπεριέχουν όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του κατόχου τους. Τον χώρο και τον χρόνο που εμφανίστηκε και λειτούργησε. Τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που τον καθόρισαν και υπηρέτησε. Οι προγενέστεροι ομότεχνοί του που τον δίδαξαν και τον επηρέασαν, οι τεχνοτροπίες που επέλεξε για να συνθέσει και να διαμορφώσει το δικό του ύφος, οι διακυμάνσεις και οι ανατροπές που σημειώθηκαν στην εξελικτική του πορεία.</p>
<p>Βασικό και σημαντικό χαρακτηριστικό της επίπονης και σκληρής δουλειάς του Θ. Μαρκόπουλου είναι πως δεν μελέτησε απλώς τις μεταβολές στο έργο των δώδεκα ποιητών, πασχίζοντας να ερμηνεύσει μέσα απ’ αυτές τις καταβολές τους και την επιρροή που άσκησε στο έργο τους η παιδική ηλικία, οικεία πρόσωπα, γενέθλιοι τόποι, διαψευσμένες ιδεολογίες, ναυαγισμένα όνειρα. Βούτηξε πιο βαθιά και ως επιδέξιος δύτης ανέσυρε απ’ τον βυθό της ποίησής τους πολύτιμα μαργαριτάρια, τις λέξεις-κλειδιά που μπορούν να βοηθήσουν όποιον ενδιαφέρεται περισσότερο να ανακαλύψει ευκολότερα και σε μεγαλύτερο εύρος το έργο τους. Λέξεις-οδηγούς που χαρακτηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τον κάθε δημιουργό και ταυτίστηκαν μαζί του.</p>
<p>Η συλλογή δοκιμίων δεν ανήκει σίγουρα στην κατηγορία των «εύπεπτων», ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, κειμένων. Πολλές φορές είναι επιλογή λίγων και ειδικών. Ωστόσο ο Θανάσης Μαρκόπουλος πετυχαίνει τα δοκίμιά του να θυμίζουν καταγραφές ζωντανών συνομιλιών, όπου υπάρχει συντονιστής-κεντρικός αφηγητής, ο οποίος όμως έχει ως πρώτιστο μέλημά του να μυήσει και να αποκαλύψει στους αναγνώστες-συνομιλητές του όσα γίνεται περισσότερα για αυτούς που αποτελούν το κεντρικό θέμα αυτής της ιδιότυπης κουβέντας. Έτσι, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα συνειδητοποιείς πως είσαι απλώς στην αρχή ενός δρόμου που αποκάλυψε μπροστά σου ο ποιητής-δοκιμιογράφος του Ματιές ενόλω ΙΙ. Το αν θα τον περπατήσεις και για πόσο ακόμα είναι πλέον δική σου επιλογή. Ο Θ. Μαρκόπουλος πάντως φρόντισε να σου αποδείξει επαρκώς πως, πράγματι, το ποίημα χρειάζεται τον δικό του πόνο για να γραφτεί και άρα για να το κατανοήσεις και να το κατακτήσεις οφείλεις να καταβάλεις και συ τον δικό σου κόπο.</p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΡΙΤΙΚΕΣ  ΓΙΑ ΤΙΣ  ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></span></h2>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκκα</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Μάρη Θεοδοσοπούλου,</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εφ. Η Εποχή (21-4-1996)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος σκιαγραφεί τους τρόπους της αφήγησης («… πως χτίζει παραγράφους και οικοδομεί ένα έργο “δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση”…»). Επίσης, συντάσσει χρονολόγιο, εργογραφία και κριτικογραφία, συμπληρώνοντας το περί Χάκκα κεφαλαίο της Μεταπολεμικής Πεζογραφίας (Εκδόσεις: Σοκόλης). Με αυτά τα προκαταρκτικά, ο μελετητής έρχεται στα πρόσωπα του δράματος. Πληρέστεροι, θεωρεί πως διαγράφονται οι χαρακτήρες στα παλαιότε­ρα διηγήματα, τα παραδοσιακότερης γραφής, ενώ, μάλλον υποτυπώ­δεις, στα μεταγενέστερα. Προλετάριοι και μικροαστοί, με την πολιτι­κή τους ιδεολογία να τους χαρακτηρίζει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος διακρίνει τους χαρακτήρες, σε πρόσωπα της καθημερινότητας (άντρες, ως επί το πλείστον πολιτικοποιημένους, και γυναίκες, περισσότερο ερωτικές), στα πρόσωπα του καθεστώτος, κατά κανόνα ανώνυμα, και τέλος τους σημαντικότερους ήρωες που είναι ο αφηγητής και οι ιδεολογικοί σύντροφοι. Και το συμπέρασμα, οι ήρωες του Μ. Χάκκα συγκροτούν «κόσμο ωραιότητας και μεγαλεί­ου». Άνθρωποι καθημερινοί, προβάλλουν απαλλαγμένοι από μικρο­πρέπειες. Και ο θάνατος, καταλύτης σιη δημιουργία, επισπεύδει την ωρίμανση της γραφής, προσδίδοντας «απαισιοδοξία αρρενωπή».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ενδιαφέρουσα η μελέτη και παράλληλα, βιβλίο αναφοράς για τον πεζογράφο Μ. Χάκκα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Γιώργος Πετρόπουλος</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">περ. Οδός Πανός 88 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1996) 101-102</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μελέτη του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου που επιγράφεται , άριστα δομημένη και συστηματική, μας παρουσιάζει ευσύνοπτα μα και διεισδυτικά τους ήρωες και τις αντιδράσεις των στο έργο του ενλόγω συγγραφέα. Ο Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, με επίκεντρο τους δύο βασικούς θεματολογικούς άξονες του Μάριου Χάκκα, την αριστερή ιδεολογία και τον θάνατο, καταλογογραφεί αυτούς, οι οποίοι ωστόσο εν πολλοίς απηχούν τις απόψεις του ίδιου του Μ. Χάκκα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η καλογραμμένη και, οπωσδήποτε, αξιοπρόσεκτη αυτή μελέτη χωρίζε­ται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη γίνεται αναφορά στο έργο του συγγραφέα σε σχέση με την εποχή που έζησε. Στη δεύτερη γίνεται μια ενδιαφέ­ρουσα ανάλυση των τρόπων αφηγήσεώς του και στην τρίτη, που είναι και το κυρίως θέμα της μελέτης, παρουσιάζονται τα πρόσωπα των έργων του Μάριου Χάκκα ταξινομημένα ανάλογα με τη θέση που παίρνουν απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Την παρούσα μελέτη συμπληρώνουν η εκτενής βιογραφία του М.X., οι πράγματι, εξαντλητικές σημειώσεις και η χρησιμότατη βιβλιογραφία της, η οποία αναντίρρητα θα προσελκύσει την προσοχή κάθε μελετητή της νεώτερης λογοτεχνίας μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επειδή δε η αποτίμηση του έργου των περισσοτέρων πεζογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς δεν έχει γίνει ακόμη με την απαιτούμενη νηφαλιότητα που παρέχει η χρονική απόσταση, τέτοιες μελέτες σαν κι αυτή του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου και χρήσιμες είναι και καλοδεχούμενες για τον μελλοντικό ερευνητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Βιβλιογραφία Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(Παρέμβαση, Κοζάνη 1996)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Γιώργος Μύαρης</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">περ. Η Παρέμβαση (Κοζάνη) 99 (Καλοκαίρι 1997) 5</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επιπόλαια θα επισήμαινε κάποιος ότι, συγκριτικά με εκδόσεις βιβλιογραφίας που αναφέρονται σε άλλους λογοτέχνες, η Βιβλιογραφία Ν.-Α. Ασλάνογλου έχει σχετικά περιορισμένη έκταση. Διότι σ’ αυτό επιδρά σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι το έργο του ποιητή είναι μικρό σε όγκο αλλά ποιοτικό και, επίσης, το ότι μόλις πρόσφα­τα άρχισε η κριτική αποτίμησή του. Η ερευ­νητική και η συνθετική προσπάθεια του Θ.Ε.Μ. είναι πέραν αμφιβολίας επιστημονι­κού επιπέδου. Παρέχει πολύτιμες πληροφο­ρίες και επεξηγήσεις. Ξεχωρίζω, διότι μ’ εντυπωσίασαν τα ακριβή στοιχεία για τις μεταφράσεις και δημοσιεύσεις ποιημάτων του Ν.-A. Α. στην αγγλική, γαλλική, γερμα­νική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα και βιβλιογραφία. Στα ασφυκτικά πλαίσια που κινείται κάθε βιβλιογραφική εργασία ως είδος, το αποτέλεσμα δεν ερεθί­ζει τον αμφιβληστροειδή του αναγνώστη. Όμως, δεν είναι σωστό να λησμονούνται τα χιλιόμετρα υπομονής και έρευνας που δια­νύει ο ερευνητής στο άγονο ελληνικό ερευ­νητικό τοπίο. Όποιος έχει γνωρίσει ανάλο­γες εμπειρίες μπορεί να κρίνει αντικειμενικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ματιές ενόλω. Αναγνωστάκης. Κύρου. Θασίτης. Χριστιανόπουλος. Ασλάνογλου. Μέσκος. Ευαγγέλου. Μάρκογλου (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2003)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Γιάννης Κουβαράς,</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εφ. Η Καθημερινή (30-3-2004)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Tονίζουμε εξαρχής ότι η διπλά αγαπητική σχέση του συγγραφέα με το αντικείμενό του δεν θολώνει επ’ ουδενί την κριτική του διαύγεια, τουναντίον θα ’λεγα την ακονίζει, προβαίνοντας σε αξιολογήσεις χωρίς αισθητικές εκπτώσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Προτάσσει σύντομα βιογραφικά στοιχεία για καθέναν ποιητή που εξετάζει, κατά κανόνα ελεγμένα και διασταυρωμένα, καθώς πέραν του συγχρωτισμού είχε και πρόσβαση σε κάποια αρχεία ποιητών. Eμβαθύνει στους όρους που διαμόρφωσαν τον ψυχισμό τους και τις καταβολές.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Περιοδολογεί το έργο τους, ανοίγει διάλογο με κριτικούς που έχουν προσεγγίσει το έργο τους, αναδιφεί εξονυχιστικά τη βιβλιογραφία. Aναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τους, σχολιάζει και αποκωδικοποιεί τα σύμβολά τους, εμμένει στις τεχνικές της θεματικής ανάπτυξης, στη δόμηση των ποιημάτων, παρακολουθεί τις εκδοτικές διαφοροποιήσεις από επιμέρους συλλογές σε συγκεντρωτικές όπου επισυμβαίνουν, διατυπώνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τεχνοτροπικά στοιχεία, προσεγγίζει ερμηνευτικά δύσκολα ποιήματα, προβαίνει σε εκ νέου αναγνώσεις. H εποπτεία που έχει όλης της ποίησης του επιτρέπει να προβαίνει και σε εύστοχες όσο και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ή αντιδιαστολές (λ.χ. Mέσκου με Bρεττάκο, Eλύτη, Γκανά), με ομότεχνους απ’ όλο το φάσμα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένα βιβλίο διπλά αξιοσύστατο καθώς συνοψίζει εγκυκλοπαιδικά και κριτικά τα ουσιώδη της κριτικής ως τώρα και ταυτόχρονα καταθέτει νέες προτάσεις ερμηνείας με κριτική νηφαλιότητα, θεωρητική εμβρίθεια, έλλογη συναίσθηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Γιώργος Κορδομενίδης</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">εφ. Αγγελιοφόρος (Θεσσαλονίκη, 23-5-2004)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι υπότιτλοι των επιμέρους μελετημά­των ευστοχούν διπλά: καθώς δεν είναι τυπικοί και «στεγνοί», αφενός τραβούν την προσοχή του αναγνώστη κι αφετέ­ρου –το κυριότερο– ευθύς εξαρχής δί­νουν με λίγες λέξεις το διακριτό στίγμα του κάθε ποιητή αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται η ποίησή του. Λόγου χάρη, το μελέτημα για τον Αναγνωστάκη έχει υπότιτλο «Από τους δρόμους της ιστορίας στους διαδρόμους της σιωπής»· για τον Κύρου, «Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου»· για τον Χριστιανόπουλο, «Ο απελπισμένος του έρω­τα»· για τον Μέσκο, «Η βλάστηση της φύσης και ίου αισθήματος στο κλίμα της φθοράς»· για τον Ευαγγέλου, «Το ποίημα ως μέθοδος αναπνοής» – και ούτω καθεξής. Σε κάθε κείμενο, ο Μαρ­κόπουλος προτάσσει τα αναγκαία βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή, κι αμέσως μετά προσδιορίζει τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότη­τα του καθενός, επηρεάζοντας σε με­γάλο βαθμό το έργο τους. Επίσης, φέρ­νει στην επιφάνεια τις επισημάνσεις της κριτικής, με τις οποίες συχνά διαλέγε­ται· φωτίζει τις κρυφές πτυχές της ποι­ητικής ενός εκάστου· αναδεικνύει τα σύμβολα που συνηθίζουν να χρησιμο­ποιούν· εντοπίζει τυχόν αλλαγές από έκδοση σε έκδοση· «ξαναδιαβάζει» κομβικά –ή δύσκολα (ας τα πούμε έτσι)– ποιήματα, βοηθώντας μας να τα πλη­σιάσουμε και εμείς από καινούρια σκο­πιά, με πιο φρέσκο βλέμμα. Τα ποιή­ματα που ενσωματώνονται στα μελετήματα, είτε ολόκληρα είτε απο­σπασματικά, δρουν συμπληρωματικά προς τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του μελετητή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στον τόπο μας και στον καιρό μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση και οι ποιητές (με λιγοστές εξαιρέ­σεις) ωθούνται σε ένα είδος περιθωρί­ου, καθώς η εκδοτική βιομηχανία επενδύει στην αναμφισβήτητα πιο κερδοφόρα πεζογραφία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, με­λετήματα όπως αυτά του Μαρκόπου­λου, που συνδυάζουν τη συστηματικό­τητα του φιλολόγου, την ψυχραιμία του κριτικού και την ευαισθησία του ποιη­τή, προσεγγίζουν με ουσιαστικό και σύν­θετο τρόπο το έργο δημιουργών οι οποίοι έκαναν πλουσιότερη την ελληνική ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Κούλα Αδαλόγλου</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">περ. Φιλόλογος 121 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005) 465-470</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μελέτη του Θ. Μαρκόπουλου είναι ένα έργο άρτιο και πολυεπίπεδο. Έργο ειδικού μελετητή αλλά και ειδικού αναγνώ­στη. Απευθύνεται σε μια μεγάλη γκάμα α­ναγνωστών και καλύπτει τις ανάγκες τους: από τους ερευνητές και φιλολόγους ως τους αναγνώστες που απλώς ενδιαφέρονται να ενισχύσουν την ευαισθησία τους με λίγο περισσότερη πληροφόρηση. Τα θεωρητικά θέματα που συζητούνται, τα θέματα αισθητικής και ύφους, οι ακριβείς παραπομπές και η αντίστοιχη βιβλιογραφία, η σφαιρική κριτική θεώρηση του έργου των ποιητών που μελετώνται μαζί με την προσωπική ματιά του Μαρκόπουλου είναι τα εχέγγυα μιας μελέτης που δίνει έντονα το στίγμα της στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής. Ο πεζογράφος. Ο κριτικός</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2006)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Μarios-Byron Raizis, περ. World Literature Today</strong> [Oklahoma, USA]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(November-December 2007) 77-78</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετάφραση: Μαρία Μαρκοπούλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">περ. Η Παρέμβαση 142 (Δεκέμβριος 2007-Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2008) 81</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το μεγάλο σε όγκο, αν και καλά δομημένο, βιβλίο Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός είναι λεπτομερώς οργανωμένο σε πέντε βασικά κεφάλαια (καθένα από τα οποία περιλαμβάνει αρκετά υποκεφάλαια) και καλύπτει τους ποιητικούς τρόπους, τα βασικά θέματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Ευαγγέλου. Ύστερα από κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις η παρουσίαση συνεχίζει με το πεζογραφικό του έργο (πέντε μικρά σε έκταση μέρη) και έπειτα με το έργο του ως κριτικού (τρία μέρη). Ένας επίλογος, τρία επίμετρα, μία επιλεγμένη βιβλιογραφία –αρκετά εντυπωσιακή, με περισσότερα από τετρακόσια πενήντα λήμματα– και τα ευρετήρια (πρόσωπα, εφημερίδες και περιοδικά, μοτίβα και όροι, επιστολές του Ευαγγέλου και επιστολές άλλων προς τον ίδιο) κλείνουν το ανεκτίμητο αυτό βιβλίο. Ο Μαρκόπουλος καταγράφει ένα πλήθος απόψεων και θέσεων –με αναφορές ακόμη και σε μελετητές από την άλλη άκρη του κόσμου– και αναντίρρητα φαίνεται αντικειμενικός, ενημερωμένος και αντιδογματικός. Ακόμη και το γεγονός ότι περιλαμβάνει στο βιβλίο του έναν κατάλογο με τις ξενόγλωσσες μεταφράσεις των ποιημάτων του Ευαγγέλου σε εφτά γλώσσες αποδεικνύει τη σχολαστικότητά του ως μελετητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Διονύσης Στεργιούλας</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">περ. Οδός Πανός 140 (Απρίλιος-Ιούνιος 2008) 211, 212</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής και λογοτέχνης και ο ίδιος, κάνει τη δική του προσπάθεια αντικειμενικής καταγραφής του λογοτεχνικού τοπίου της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης με αφορμή την ανάσυρση στοιχείων από το αρχείο του ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου. Το έργο είναι καρπός πολύχρονης εργασίας. Μία μονογραφία τέτοιας έκτασης και ποιότητας με την ταυτόχρονη ανά­δειξη ενός λογοτεχνικού αρχείου αποτελεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας, παρ’ ότι γνωρίζει τα θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας της λογοτεχνίας, γράφει κατά βάσιν εμπειρικά. Έτσι, ο αναγνώστης δεν χειραγω­γείται και του δίνεται η δυνατότητα να καταλήξει αβίαστα στα δικά του συμπερά­σματα. Ο αναγνώστης καλείται, μετά τη μελέτη του φιλολογικού αυτού πανοράμα­τος, να κρίνει εάν το έργο του Ευαγγέλου τον ικανοποιεί κατ’ αρχήν αισθητικά, και στη συνέχεια, εάν τον θεωρεί αντιπροσωπευτικό δημιουργό της γενιάς του ή της εποχής του. […]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μελέτη του Θ. Μ. απευθύνεται πρωτίστως σε αναγνώστες εξοικειωμένους με θέματα όπως η ιστορία της λογοτεχνίας, η μεταπολεμική ποίηση και η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Είναι ωστόσο ένα βιβλίο πολυδύναμο και πολυσυλλεκτικό, με τεράστιο αριθμό παραπομπών και ενδολογοτεχνικών αναφορών, όπου μπορεί κα­νείς να ανακαλύψει πολλές άγνωστες αλλά ενδιαφέρουσες και πάντα τεκμηριωμέ­νες πληροφορίες για την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία.</span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Δημήτρης Κόκορης,</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις (19-10-2008)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου είναι μία συμβολή. Νηφάλιο, φιλολογικά άρτιο, απόρροια κοπιώδους και εξαντλητικής έρευνας, φωτίζει με επάρκεια ένα πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο, που δεν πρέπει αβασάνιστα να προσπεράσουμε. Ο μελετητής προσεγγίζει τη συνεισφορά του Ανέστη Ευαγγέλου στο πλαίσιο της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, γιατί σε αυτό το πρωτογενές περιβάλλον ο ποιητής γαλουχήθηκε πνευματικά και κοινωνικά και σημαδεύτηκε βιωματικά, αλλά είναι απολύτως ορθή η επιλογή του Μαρκόπουλου να εντάξει τον Ευαγγέλου στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Η σύνδεση της τοπικής παράδοσης και πνευματικής παραγωγής με τα γενικότερα πολιτισμικά συμφραζόμενα διευρύνει και ολοκληρώνει τη θέαση του καλλιτεχνικού τοπίου, αποδεσμεύοντάς το από τη μονομέρεια του στείρου τοπικισμού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ποιητής και το ποίημα (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2010)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πολιτιστικός Πολυχώρος «Δημήτρης Χατζής»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">19-10- 2013</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μία ακόμη πτυχή του έργου του Θανάση Μαρκόπουλου αφορά ως πεδίο εφαρμογής τη διδακτική της λογοτεχνίας, τομέα τον οποίο ο Μαρκόπουλος έχει εμπλουτίσει ως φιλόλογος της σχολικής τάξης αρχικά και ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στη συνέχεια. Σε αρκετά περιοδικά που θέτουν ως έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της στόχευσής τους τη διδακτική πράξη – αναφέρω ενδεικτικά τη Νέα Παιδεία, τη Φιλολογική, περιοδικό που εκδίδεται από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, και τον Φιλόλογο, το περιοδικό των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί αρκετά μελετήματα του Μαρκόπουλου ως διδακτικές προτάσεις. Δεκαοκτώ από αυτές τις προτάσεις συγκρότησαν, επιτελώντας το ρόλο διδακτικών σεναρίων, το βιβλίο Ο ποιητής και το ποίημα (εκδ. Σοκόλη, 2010). Εδώ προσεγγίζονται διδακτικά, κείμενα οκτώ σημαντικών ποιητών μας (Κ.Γ. Καρυωτάκη, Μίλτου Σαχτούρη, Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου, Κικής Δημουλά, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μιχάλη Γκανά και Αντώνη Φωστιέρη) και αυτές οι προσεγγίσεις βοηθούν λειτουργικά και ουσιαστικά τόσο τους δασκάλους όσο και τους μαθητές του λογοτεχνικού φαινομένου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ένα πουλί στην άσφαλτο (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ,</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">εφ. Ημερησία (25-5-2013)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η παρούσα έκδοση με τίτλο Ένα πουλί στην άσφαλτο. Ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου (εκδ. Μελάνι) με δοκίμια του Θανάση Μαρκόπουλου αποτελεί μία πραγματικά σημαντική συμβολή στη μελέτη και επαναπροσέγγιση του έργου του ποιητή. Ένα έργο που χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντινομία-καταφέρνει και συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη / επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ. Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διαχρονική την ποίησή του…</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(20-6-2013)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θανάσης Μαρκόπουλος (ποιητής, φιλόλογος και κριτικός, Κρανίδια Κοζάνης, 1951), κάνοντας ένα μοντάζ σε παλιότερες μελέτες και δοκίμιά του, συνέθεσε ένα αξιοπρόσεχτο και κατατοπιστικό κριτικό πόνημα, τυπωμένο με καλή αισθητική και λιτότητα από τις ποιοτικές εκδόσεις Μελάνι, αναφορικά με τον Ν.-Α. Α. Ο τίτλος του πάρθηκε από στίχο του ποιητή: Ένα πουλί στην άσφαλτο, και ο υπότιτλος: ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Κείμενο συνολικής δουλειάς αρκετών χρόνων, που αποτελεί ένα άρτιο και ολοκληρωμένο φιλολογικό και ποιητικό πορτρέτο του μεγάλου ερωτικού ποιητή της Θεσσαλονίκης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a class="translator-checked translator-dont-translate" href="http://www.bookpress.gr/diabasame/idees/ena-pouli-stin-asfalto" rel="nofollow">http://www.bookpress.gr/diabasame/idees/ena-pouli-stin-asfalto</a></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Θάνος Σταθόπουλος,</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">εφ. Η Καθημερινή (21-7-2013)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) είναι από τους πλέον ιδιαίτερους και σημαντικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του μελαγχολική, πρωτότυπη, χαμηλόφωνη, αισθητική, με το ρίγος των προσώπων και των πραγμάτων να αποτυπώνεται σ’ έναν κόσμο μοναξιάς, καταστροφής και εγκατάλειψης, σ’ ένα καθορισμένο τέλος, απηχεί το κλίμα «μιας κοινωνικής πραγματικότητας που παίρνει το όχημα της ερωτικής αγωνίας», όπως είχε πει. «Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Γιώργο Ιωάννου τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου (1958-1983)», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Μαρκόπουλος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, φιλόλογος, κριτικός και ποιητής, συγκεντρώνει στον παρόντα τόμο φιλολογικές μελέτες του για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από το 1997 έως σήμερα. Με βαθιά γνώση, ενδελέχεια και διεισδυτικότητα εξετάζει τόπους και όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">περ. Η Παρέμβαση 168-169</strong></span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(Τέλος θέρους-Αρχή φθινοπώρου 2013) 39</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χωρίς να θεωρηθεί παραγνωρισμένο, το ποιητικό έργο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου δεν έχει ιδιαίτερα προβληθεί ίσως και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του που προαναφέρθηκαν. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να το φωτίσει πολύπλευρα αλλά και ταυτόχρονα να συμπληρώσει το corpus των ποιημάτων με λανθάνοντα και δυσεύρετα ποιήματα. Κάτι που, όπως μπόρεσα να κρίνω, γίνεται με ιδιαίτερη ευσυνειδησία, μεθοδικότητα, θεωρητική επάρκεια και κριτική ικανότητα. Ιδιότητες που, συγκεντρωμένες σε μια φιλολογική δουλειά, δεν είναι πια και ό,τι συνηθέστερο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ιορδάνης Κουμασίδης</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">περ. The Books’ Journal 41 (Μάρτιος 2014) 85</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Μαρκόπουλος προβαίνει σε μια ολική, εξαντλητική γραμματολο­γική μελέτη του έργου του Ασλά­νογλου, και, ως προς αυτό, είναι σαφώς άξιος συγχαρητηρίων. Μο­λονότι κλείνει τους πραγματολο­γικούς και βιβλιογραφικούς λογα­ριασμούς του με τον ποιητή με μια εκτενή και συγκροτημένη δουλειά, έχω την αίσθηση πως εισέρχεται ορισμένες φορές σε έναν φιλολογισμό, στο πεδίο δηλαδή της τε­λεσίδικης ερμηνείας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το 2013 ο Μαρκόπουλος συγκεντρώνει σε ένα τόμο όλα τα κείμενα που έχει γράψει για τον Ασλάνογλου και τον τιτλοφορεί Ένα πουλί στην άσφαλτο (στίχος του ποιητή), με υπότιτλο: Ποίηση και Ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Η μελέτη αυτή, που ξεκίνησε το 1994, αποτελεί μακροχρόνιο μόχθο του Μαρκόπουλου για να μας δώσει σ’ όλη την έκτα­ση και τις προεκτάσεις του το πορτρέτο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ερωτικούς ποιητές των γραμμάτων μας, που δεν είχε τη θέληση (μήπως τη δύναμη;) να προβάλει το έργο του όσο του άξιζε. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο υποδηλώνει και ο τίτλος που έδωσε ο Μαρκόπουλος στο βιβλίο του.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παραφυάδες ΙΙΙ. Κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 2009-2013</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εισαγωγή-Επιλογή κειμένων-Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2015, σ. 238</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΜΕΡΕΙ (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014)</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(3-3-2015)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με μια κατακτημένη, από τη συνεχή θητεία του στην ποίηση, ικανότητα συμπύκνωσης του ουσιώδους, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, καθώς ξεκινά την ανάγνωση κάθε κριτικού κειμένου με τους απόλυτα αφαιρετικούς τίτλους, που εμπεριέχουν ταυτόχρονα έναν κρυφό δυναμισμό, όπως: «το διάφανο σκότος», «ο σπασμένος καιρός», «γονατισμένοι ουρανοί», «βαφές θανάτου»…</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παράλληλα, έχοντας βαθιά επιστημονική γνώση της λογοτεχνίας, ανατέμνει τα κείμενα με λεπτό χειρουργικό νυστέρι, όχι μόνο χωρίς να τα πληγώνει, αλλά αναδεικνύοντας με σεβασμό και αγάπη τις φλέβες της δημιουργίας, που τα ζωντανεύουν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τέλος, παραθέτοντας στο κείμενό του σχετικά αποσπάσματα –περισσότερα ποιήματα λιγότερα πεζά– δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το δημιουργό αλλά και στο δημιουργό να ακουστεί άμεσα η φωνή του, χωρίς τη γέφυρα του κριτικού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ,</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">εφ. Η Αυγή της Κυριακής-Αναγνώσεις (3-5-2015)</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι Ματιές ενμέρει περιλαμβάνουν σαράντα πέντε κριτικά κείμενα, στα οποία προσεγγίζονται ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν κατά την εικοσαετία 1993-2013 (είκοσι ποιητικά, είκοσι πεζογραφικά και πέντε που ανήκουν στην κατηγορία της φιλολογικής-κριτικής μελέτης). Ο κριτικός δεν έχει αναγάγει σε βασικό γνώμονα αξιολόγησης την προσωπική του ποιητική (συγγραφείς με ισχυρή λογοτεχνική προσωπικότητα συχνά δεν αποφεύγουν αυτήν την πρακτική κατά την κριτική τους δραστηριότητα). Αντιθέτως: στηρίζει σε λογικά και αναγνωστικά επιχειρήματα την κριτική του γνώμη, με απλότητα, με διαύγεια, με φιλολογική επάρκεια και προπάντων με ειλικρινή αγάπη προς τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο νηφάλιος και ακριβής κριτικός λόγος εμπλουτίζεται και καθίσταται λειτουργικός με τις Ματιές ενμέρει. Σε έναν χώρο από τον οποίο δεν λείπουν αφενός οι άκριτες υμνολογίες (σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαμε, δυστυχώς, να τις χαρακτηρίσουμε και γλοιώδεις) και αφετέρου οι εμπαθέστατες και άδικες κατηγόριες, οι εμπεριστατωμένες και χαμηλότονα εκφρασμένες κριτικές θέσεις μάς δίνουν το σωστό μέτρο και αυτό είναι κάτι, το οποίο πρέπει να προσγραφεί στα πολλά θετικά στοιχεία της συγγραφικής παρουσίας τού Θανάση Μαρκόπουλου.</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/09/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%bc%ce%b9%ce%b1-3/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 04 Jul 2017 20:13:19 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=7867</guid>

					<description><![CDATA[. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Σήμερα διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό &#8220;Κοράλλι&#8221;. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Σήμερα διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό &#8220;Κοράλλι&#8221;. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PENClub και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του &#8220;Εναντίον του χρόνου&#8221;. Το 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) για το μυθιστόρημά του &#8220;Αγκριτζέντο&#8221;, το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά, τα πολωνικά, τα σερβικά, τα κροατικά και τα αλβανικά.</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2009 Αγκριτζέντο. [Ιδεόγραμμα] Β’ έκδοση (2011): [Α. Α. Λιβάνη]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2017 Ο κύκλος του χώματος, [Καστανιώτη]<br />
2020 Το στέμμα των αυγών [Καστανιώτη]<br />
</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΙΗΓΗΜΑ</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 1992 Η κόρη του Ιεφθάε. [Λάτμος]</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΝΟΥΒΕΛΑ</span></strong><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2001 Το βιβλίο της μέλαινας χολής. [Παρουσία]</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΟ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1993 Εθνικισμός και Ελληνικότητα. [Πορθμός] (2η έκδοση 2003).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2008 Εναντίον του χρόνου. [Ευθύνη]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2014 Το χρέος και ο τόκος. [Γόρδιος]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2016 Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, [Κουκούτσι]</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1995 Μικρά Ασία. Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922 [Ιωλκός] (4η έκδοση 2004).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Αρχαίων Χρόνων. [Γόρδιος] (2η έκδοση 2009).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Μέσων Αιώνων. [Γόρδιος] (2η έκδοση 2010).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Νέων Χρόνων. [Γόρδιος] (3η έκδοση 2011).<br />
2002 Χειμάρρα [Ιωλκός]</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">2002 Ιστορία Νεώτερης Ελλάδας (1821-1941). [Ιωλκός] (2η έκδοση 2012)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2007 Κύπρος 1954- 1974: Από το έπος στην τραγωδία. [Ιωλκός]</span></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1998 Νικόλαος Πλαστήρας. [Ιωλκός] (2η έκδοση 2006).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> 2005 Θεόδωρος Πάγκαλος [Ιωλκός]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2></h2>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16465" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/1-2.jpg" alt="" width="651" height="391" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/1-2.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/1-2-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/1-2-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 651px) 100vw, 651px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16466" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/2-2.jpg" alt="" width="653" height="392" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/2-2.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/2-2-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/2-2-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 653px) 100vw, 653px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16467" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/3-2.jpg" alt="" width="653" height="392" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/3-2.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/3-2-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/3-2-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 653px) 100vw, 653px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16468" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/4-1.jpg" alt="" width="651" height="391" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/4-1.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/4-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/4-1-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 651px) 100vw, 651px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16469" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/5-1.jpg" alt="" width="651" height="391" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/5-1.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/5-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/5-1-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 651px) 100vw, 651px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ</span></strong></h3>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ (2020)</strong><br />
<strong>ΕΝΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ</strong></h4>
<p><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Τον Αύγουστο του 1922, κατά την οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία, ο λοχαγός Αναγνώστου διασώζει ένα πολύτιμο ντοκουμέντο: ένα χειρόγραφο τού 13ου αιώνα μεταγραμμένο στην νεοελληνική γλώσσα, σε έξι τετράδια. Συγγραφέας του βυζαντινού χειρογράφου -που δεν σώθηκε- φέρεται να είναι ο μοναχός Ευψύχιος και τόπος γραφής η Μονή Σωσάνδρων, στο φημισμένο όρος Σίπυλος της Ιωνίας. Ενενήντα χρόνια αργότερα, το 2012, μια ηλικιωμένη Μικρασιάτισσα παραδίδει σε έναν συγγραφέα εκείνα τα τετράδια, που είχαν περιέλθει στην κατοχή της, και δίνει το έναυσμα για να ξετυλιχθούν τα μεγάλα γεγονότα της εποχής και η μυθιστορηματική ζωή του Ευψύχιου. Σε κλίμα έντονου μυστηρίου και διαρκούς συσκότισης, περιγράφονται οι δραματικές στιγμές της άλωσης της Πόλης από τους σταυροφόρους το 1204, η προσπάθεια των κατακτητών να οργανώσουν μια λατινική επικράτεια, αλλά και ο αγώνας των εκπατρισμένων Βυζαντινών να συγκροτήσουν στην Μικρά Ασία ένα εξόριστο βασίλειο μέχρι να ανακτήσουν την Κωνσταντινούπολη.<br />
Στο μυθιστόρημα Το στέμμα των αυγών αναβιώνει ένας χαμένος κόσμος αλλά και μια περίοδος κρίσιμη για την βυζαντινή ιστορία. Είναι ένα βιβλίο αναφοράς για την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, όπου τέθηκαν οι βάσεις ώστε να γεννηθεί η νεοελληνική συνείδηση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ</strong></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΝΥΧΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ<br />
(21 προς 22 Αυγούστου)</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>[10] ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΥΘΑΔΕΙΣ ΓΡΑΙΚΟΙ</strong></h5>
<p>Δεν ψήλωσε ο νους του Θεόδωρου με την ένδοξη νίκη. Τις είχε δει τις αδυναμίες του στρατού του στην Αντιόχεια και ήταν πολλές ακόμη οι πολιτείες που στέναζαν υπόδουλες σε Ανατολή και Δύση. Έκρινε λοιπόν πως ήταν ενδεδειγμένο να αγοράσει χρόνο, κάνοντας νέα προσπάθεια ειρήνευσης με τον Ερρίκο, γράφοντας παράλληλα στον πάπα και ζητώντας την μεσολάβησή του. Οι Λατίνοι, εμμένοντας στην επιθυμία να καταλύσουν ολότελα το κράτος μας, εκ του ονόματος θεωρώντας μας πολεμίους, είχανε εκμεταλλευθεί την ευκαιρία της απουσίας του στρατεύματος και τις απώλειες από τις επιχειρήσεις κατά των Σελτζούκων και είχαν επιδράμει πάλι στην Μικρασία. Εμείς αρχικά περιοριστήκαμε σε ξαφνικές κρούσεις και ενέδρες, αλλά ο Ερρίκος, αλλάζοντας τακτική, έλυσε την πολιορκία των Πηγών που είχαμε αποτολμήσει και προήλασε προς Νότον, προς το Νυμφαίο, όπου και στρατοπέδευσε αφού κανείς δεν μπορούσε να τον ανακόψει. Δικαίως οι ομοαίματοι αδελφοί μας αγανακτούσαν. Ο Θεόδωρος όμως, πριν βγει ο χειμώνας, κατάφερε να οργανώσει μια νέα στρατιά, με ενενήντα φάλαγγες<br />
-οκτώ εκ των οποίων με Λατίνους μισθοφόρους, που αμέσως αφόρισε ο πάπας γιατί σήκωσαν όπλα εναντίον ομοπίστων τους-, και ετοιμάστηκε με δεκαπέντε χιλιάδες άνδρες να βαδίσει κατά των Λατίνων που είχαν επιστρέψει στις όχθες του Ρυνδάκου.</p>
<p>«Με δεκαπέντε μόνο φάλαγγες ξεκίνησε ο Ερρίκος αλλά με το κεφάλι ψηλά, μπροστά από το φουσάτο, χωρίς κασίδι να φορά. ’Έλαμπαν πλούσια η αρματωσιά του και το άλογό του ντυμένο με βαριά βελούδινα καραπασόν και κεντημένα πάνω τους χρυσά λιοντάρια και αετούς. Σε κέλητες βαρείς με χοντρά καπούλια και πέλματα πλατιά ακολουθούσαν οι αρματωμένοι, περίσσια λοφία κι αλαζονεία. Καβαλλάριοι σήκωναν κάθε τόσο τις μακριές χάλκινες σάλπιγγες με τα υφασμάτινα οικόσημα και φύσαγαν γεμίζοντας τον αέρα με ήχους στριγκούς. Ρυθμικά αχούσαν βήματα και σίδερα, τα ζώα ξεφυσούσαν, χλιμίντριζαν τα πολεμικά άλογα, τα ασύγκριτα ντεστριέ. Χρώματα και σημαίες, ασήμια και χρυσάφια δίνανε λαμπρότητα σε τούτη την πολεμική μηχανή π’ άστραφτε, χωρίς εικόνες μπροστά, ιερείς και θυμιατά όπως συνηθίζουν οι Ρωμαίοι, αφού στους Φράγκους ποιοι είναι στρατιώτες και ποιοι παπάδες δεν ξεχωρίζεις. Κι όμως. Θαύμασε ο Ερρίκος σαν είδε τους θωρακοφόρους μας, χίλιους εφτακόσιους στην κάθε φάλαγγα, φοβήθηκε και ανάθεσε τις ελπίδες του στον Θεό. Και αλίμονο, τον άκουσε ο Θεός.<br />
Στην πεισματώδη μάχη που ακολούθησε, αντέξανε οι Φράγκοι, αντεπιτέθηκαν και μας ανάγκασαν να υποχωρήσουμε, συντεταγμένα ευτυχώς, χάρη στην οπισθοφυλακή που μας κάλυψε μαχόμενη εκ του συστάδην, με τους ιππείς να ξεπεζεύουν και να ξιφομαχούν. Δεν ηττηθήκαμε. Μα πανηγύρισαν την φυγή μας».</p>
<p>Τρεμούλιαζε η φωνή του κακοπαθημένου μαχητή που διηγούνταν στην Νίκαια εκείνο τον Νοέμβρη του 1211 όσα έγιναν, ενώ εγώ, δεκαέξι χρόνων πιά, ό,τι είχα τελειώσει την εγκύκλια παίδευση, φρένιαζα καθώς όλες μου οι δυνάμεις<br />
ήθελαν σε αληθινή μάχη να δοκιμαστούν κι όχι να μεγαλώνω με τ’ αποφάγια που άφηναν στο τραπέζι της ιστορίας οι λόγιοι. Στοίχειωναν οι αφηγήσεις κάθε μου αίσθηση, κάθε αυθορμητισμό, κάθε σκέψη. Μόνος θόρυβος ήταν τα όπλα. Στεκόμουν στο παραθύρι κι έβλεπα το μεγαλειώδες χάραμα της ημέρας, την λίμνη και τα βουνά, τα στενά και τα πλατώματα, κι έκλαιγα από θυμό που δεν ήμουν κι εγώ εκεί, στο Θέμα του Οψικίου όπου οι Λατίνοι προήλαυναν. Έστηνα αυτί λοιπόν και έκλαιγα που το Αδραμύττιο, η Βάρις, η Αυλωνία άνοιγαν τις πύλες τους ή όταν τα Λεντιανά και το Ποιμανηνόν έπεφταν μετά από πολιορκία και αντίσταση γενναία.</p>
<p>«Και οι άρχοντές μας τι έγιναν; Ο Δερμοκαϊτης, ο Κωνσταντίνος Λάσκαρις, ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο γαμπρός του βασιλιά;»<br />
«Δεν μάθαμε ακόμη. Άλλοι λένε πως ο Ερρίκος τους άφησε ελεύθερους και άλλοι πως τους δολοφόνησε. Αρκετοί συντάχθηκαν μαζί του, Ρωμαίοι αξιωματικοί, όπως ο Θεοφιλόπουλος. Τώρα οι Φράγκοι θα πάρουν το Λοπάδιο και σύντομα όλη η Θυνία θα αναγνωρίζει την εξουσία τους, ενώ από την Μυσία και την Πέργαμο θα προελάσουν ανενόχλητοι ως το Νυμφαίο. Πάνε τα όνειρά μας».</p>
<p>Βουβός πόνος υποδεχόταν όσους σώθηκαν και γύριζαν, και μόνο αβάσταχτες φωνές γυναικών διέκοπταν την παγερή σιωπή σαν μάθαιναν πως οι αγαπημένοι τους δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Επιφωνήματα μακρά και θρηνωδίες, ήταν απίστευτο πως μέσα σε λίγους μήνες διαδέχθηκαν τα αισθήματα του θριάμβου επί των Σελτζούκων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο θάνατος, που δεν κάνει χάρες η διακρίσεις στους ναούς και στα παλάτια, την νέα χρονιά που μπήκε, και όλοι ευχόμασταν να μη φέρει, άλλες λύπες, θέρισε τον πατριάρχη Μιχαήλ Αυτωρειανό, ύστερα τους γιούς και διαδόχους του βασιλέα, τον Νικόλαο και τον Ιωάννη, μετά τον έκπτωτο Αλέξιο -που είχε συλληφθεί και οδηγηθεί στην Μονή &#8216;Υακίνθου, για να λάβει μιαν ύστατη γεύση δυστυχίας στην θλιβερή ζωή του-, και πριν τελειώσει ο ενιαυτός, χάσαμε την ίδια την αυγούστα, την βασίλισσα Άννα Αγγελίνα, στα τριάντα έξι της μόλις χρόνια. Έκλαψε ο Θεόδωρος σύνευνη και διαδόχους και κράτησε το ορισμένο πένθος. Μα σαν χρόνισε, γάμοι αναγγέλλονταν για να θυμίσουν πως τίποτε δεν σταματά την ζωή σ’ ένα παλάτι. Ο βασιλέας θα στεφανώνονταν την Φιλίππα, κόρη του βασιλιά της Αρμενίας &#8211; όπως είχανε πει. Στις τρεις θυγατέρες, την χήρα Ειρήνη που θα γινότανε κι αυτή βασίλισσα κάποτε, στο πλάι του δεύτερου άντρα της Ιωάννη Βατάτζη, την Μαρία που δόθηκε γυναίκα στον βασιλιά της Ουγγαρίας και την Ευδοκία που είχε ορφανέψει βρέφος, προστέθηκε κι ένας γιός, ο Κωνσταντίνος, που ούτε αυτός τύχη αγαθή θα είχε.</p>
<p>Μέσα σ’ αυτά τα πένθιμα που δένονταν με γιορταστικά ή με άλλα ακόμη πιο λυπηρά, όπως ο θάνατος του αγαπημένου παππού, που έσβησε τον ίδιο χρόνο, ήρθε απρόσμενα σαν θείο δώρο η είδηση πως ο Ερρίκος, βλέποντας πως κανένας ρήγας της Δύσης δεν ήταν πρόθυμος να του στείλει πολεμιστές, όπως παρακαλούσε για να ολοκληρώσει την υποταγή μας &#8211; στην Εσπερία ανησυχούσαν τώρα για τον νεαρό Φρειδερίκο που με την στήριξη του πάπα θα φορούσε το στέμμα της Γερμανίας -, μας έπεμψε πρεσβεία να πάψει πιά η διαμάχη. Η ειρήνη σφραγίστηκε στο παλάτι του Νυμφαίου. Ο Ερρίκος θα εγκατέλειπε τις κατακτήσεις του στην Ιωνία και την Καρία, θα κρατούσε μόνο τις βορειοδυτικές ακτές της Ασίας, την βόρεια Βιθυνία και την Μυσία. Η<br />
Ιωνία, τα εδάφη νοτίως της κοιλάδας του Κάικου και η νότια Βιθυνία, με όριο προς Βορράν τη Κάλαμο που θα έμενε άοικος και ουδέτερη, αποδίδονταν στο κράτος των Ρωμαίων. Τον ’ίδιο καιρό η άλωση της Σινώπης από τον σουλτάνο του Ικονίου και ο θάνατος του Δαυίδ Κομνηνού έδωσαν την ευκαιρία να επεκταθούμε στις ακτές της Παφλαγονίας, από την Ηράκλεια ως την Άμαστρι, την Κρώμνα και την Κίδρο. Χαιρόμασταν μα το μεγάλο αγκάθι έμενε, ο πάπας έστελλε πάλι λεγάτο να εκβιάσει ένωση των εκκλησιών.</p>
<p>Τα νέα από την Πόλη τα μαθαίναμε πάντα από τον Μεσαρίτη. Φράγκοι και Βενετοί τσακώνονταν ποιόν θα βάλουν στην θέση του Λατίνου πατριάρχη που είχε πεθάνει, και μέχρι κι ο λεγάτος του πάπα, ο καρδινάλιος του Αλβανού Πελάγιος, ένας αλαζόνας ρασοφόρος, ήταν οργισμένος μαζί τους. Τι περιστατικό κι αυτός! Σαν ήρθε στην Νίκαια για να ζητήσει την υποταγή της εκκλησίας μας, σαστίσαμε σαν είδαμε αυτόν τον αγριοτάτου ήθους αζυμίτη στα κόκκινα βουτηγμένο: ρούχα, πέδιλα, ως και η σέλα και τα χαλινάρια του άλογου κόκκινα. Απέτυχε φυσικά, και όταν γύρισε στην Βασιλεύουσα, διέταξε ν’ αρχίσει σκληρότερος διωγμός. Σε μερικές εβδομάδες νέο κύμα μοναχών και ιερέων άρχισε να καταφθάνει στην Νίκαια, με ειδήσεις για την ωμή βία που είχε εξαπολυθεί στην Πόλη ώστε να υποταχθούν οι γνήσιοι Ρωμαίοι στον αρχιερέα της κακόδοξης Ρώμης: κλείσιμο ναών, φυλακίσεις μοναχών, απειλές έως και θανατικής ποινής σε όσους αρνούνταν να μνημονεύσουνε τον πάπα. Απελπισμένοι οι συμπατριώτες μας διαμαρτύρονταν στον Ερρίκο, «’Αν και είμαστε από άλλο γένος κι άλλον αρχιερέα έχουμε, στο κράτος σου υποταχθήκαμε και σε υπηρετούμε για να κυβερνάς τα σώματά μας, όχι το πνεύμα και την ψυχή μας. Αν είναι καθήκον μας να πολεμούμε μαζί σου, την πίστη και την θρησκεία μας είναι αδύνατον να τις εγκαταλείψουμε. Απάλλαξε μας λοιπόν από αυτά τα δεινά ή άσε μας να καταφύγουμε στους ομοδόξους μας», του έλεγαν. Μάθαμε ακόμη πως οι Πολίτες γράψανε και στον πάπα ότι τον μεν Ερρίκο αναγνωρίζουν ως βασιλέα μα θέλουν πατριάρχη ομόδοξο κι ομόγλωσσο&#8217; ζητούσαν δε να συγκληθεί οικουμενική σύνοδος για να διακριβωθεί η δογματική αλήθεια.</p>
<p>Είδε πως θα άδειαζε η Πόλη και τίποτε δεν θα κατάφερνε ο Ερρίκος, και διέταξε να ανοίξουν πάλι οι ναοί, να αποφυλακιστούν οι ιερείς μας. Δεν φρονίμεψε. Άλλο φοβόταν τώρα. Τον Μιχαήλ, τον δεσπότη της Ηπείρου, που αφού εξεδίωξε τους Βενετούς από το Δυρράχιο και την Κέρκυρα, απειλούσε πιά και το κράτος το δικό του. Για τούτο και άρον άρον ο Ερρίκος επιζητούσε να έχει τουλάχιστον μ’ εμάς ειρήνη. Με αυτήν την παπική εντολή επέστρεψε από την Ρώμη στην Βασιλεύουσα και ο Πελάγιος, πιο διαλλακτικός αυτήν την φορά, προσκαλώντας τους αρχιερείς μας για να αποκατασταθεί «ο σχισμένος χιτώνας του Χριστού», όπως διατεινόταν. Άκουγε ο Χωνιάτης τούτα τα ωραία λόγια και αναστέναζε.</p>
<p>«Έχουμε πάθει, φίλοι, μου, ό,τι και κάποια ζώα απέναντι σε όσα συγγενικά τους είναι παγιδευμένα από κυνηγούς και είναι κλεισμένα σε γυάλινα αγγεία. Όπως εκείνα, βλέποντας το όμοιο τους ζώο μέσα από το διαφανές σκεύος,<br />
δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να το αγγίξουν και να έρθουν σε επαφή μαζί του -και γι’ αυτό τριγυρίζουν μάταια με αγωνία γύρω απ’ το αγγείο, σαστισμένα θαρρείς από την παραμόρφωση της όψης του σε σύγκριση με την προηγούμενη<br />
διάθεσή του-, έτσι κι εμείς εξίσου μπορούμε να κοιτάξουμε και να πλησιάζουμε την Βασιλεύουσα μας, αλλά αδυνατούμε να απλώσουμε τα χέρια και να την αγκαλιάσουμε χωρίς φόβο, γιατί εμποδιζόμαστε από το βαρβαρικό στράτευμα σαν από ένα υλικό σώμα, πολύ πιο στεγανό από το γυαλί. Κι ο καθένας προσπαθεί να σπάσει, όπως μπορεί, το γυαλί».</p>
<p>Στον εξόριστο πατριαρχικό θρόνο είχε ανεβεί ήδη ο Θεόδωρος Ειρηνικός. Αυτός, με βασιλική εντολή έστειλε αντιπροσωπεία πάλι υπό τον Νικόλαο Μεσαρίτη, που, όπως μας διηγιόταν αργότερα, έγινε δεκτός στην Πόλη με τιμές πρωτοφανείς. Στην πρώτη συνεδρία όμως, καθισμένος σε υπερυψωμένο θρόνο ο Πελάγιος, δεν σηκώθηκε καν να χαιρετήσει, περιφρονώντας τον έξαρχο της Ασίας, τον επίσκοπο &#8211; διάδοχο της αποστολικής καθέδρας της Εφέσου.<br />
«Ποιος; Ο επίσκοπος μιας ιταλικής κώμης!» ξέσπασε διηγούμενος ο ήπιος συνήθως Μεσαρίτης σαν γύρισε από την &#8216;Ηράκλεια όπου πήγε για να συναντήσει τον βασιλέα και τον πατριάρχη και να επιδώσει μία ακόμη επιστολή του Πελάγιου. «Προέταξε μάλιστα το πόδι με το κόκκινο πέδιλο. Ε, τότε προέταξα κι εγώ τα δικά μου πέδιλα, με το κόκκινο εσωτερικά δέρμα, κι άρχισα να μιλάω για τις διώξεις των μοναχών μας. “Θα απαλλαγούν και θα ανοίξουν οριστικά οι ναοί μόνο αν πείσεις τον βασιλέα σου να γίνει πιστός υιός της Ρώμης”, επέμενε ο Πελάγιος. Κούνησα το κεφάλι κι εγώ, καταλάβαμε πως δεν είχε νόημα ο διάλογος. Όταν μάλιστα άρχισαν να ομιλούν για το ζήτημα της χρήσης των αζύμων ή των ενζύμων άρτων στην θεία ευχαριστία, τότε έγινε πιά πασιφανές ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση συμφωνίας. Αυτοί μας ονόμαζαν Γραικούς, εμείς τους λέγαμε Λατίνους. Ρωμαίος ουδείς».</p>
<p>«Τι πιστεύεις πως θα κάνει ο Θεόδωρος;» ρωτούσε ο Νήφων, που φοβόταν κάθε μορφή διαλόγου.</p>
<p>«Με πόνο ψυχής μίλησε ο βασιλέας ακόμη και στην παπική πρεσβεία που ήρθε στην Ηράκλεια. Συγκινήθηκαν οι Λατίνοι, κάποιοι ομολόγησαν ότι αυτοί είναι οι αίτιοι της ρήξης. Σε μια ύστατη προσπάθεια συμβιβασμού, ο Θεόδωρος πρότεινε να οργανωθεί οικουμενική σύνοδος για την ένωση των εκκλησιών. Μα η πρόταση προκαλεί την σφοδρή αντίδραση του πατριάρχη και οι σχέσεις τους έκτοτε είναι ψυχρές».</p>
<p>«Και ο λαός αντιδρά, δεν είναι μόνο ο πατριάρχης, που είναι κι άρρωστος», τόλμησα να πω, δίνοντας μεγάλη χαρά στον Νήφωνα, που μειδίασε καμαρώνοντας για την γνώμη του μαθητή του.<br />
«Τον έχει έτοιμο τον νέο οικουμενικό ο Θεόδωρος, είναι ο ηγούμενος της Μονής Ακοιμήτων, ο πνευματικός του Μάξιμος», είπε χαμογελώντας ο Μεσαρίτης. ’Έτσι έγινε. Μα ούτε ο Μάξιμος μακροημέρευσε. Έξι μόνο μήνες παρέμεινε πατριάρχης. Πέθανε και τον διαδέχθηκε ο φιλόσοφος Μανουήλ Σαραντηνός, που πριν καθορίσει την στάση του στον διάλογο με τους Λατίνους περίμενε να μάθει νέα από την περιλάλητη σύνοδο του Λατερανού, όπου χίλιοι πεντακόσιοι παπικοί επίσκοποι, μοναχοί και αντιπρόσωποι από τάγματα ιπποτών είχανε συναχθεί για να αποφασίσουν όχι μόνο για την απελευθέρωση της αγίας γης αλλά και για την ηθική αναμόρφωση της δυτικής εκκλησίας, που είχε πάρει, αναγνώριζαν, κακό δρόμο. Τα πρώτα νέα δεν ήσαν ενθαρρυντικά. Η σύνοδος απαγόρευσε την συνύπαρξη Λατίνου και ’Ορθόδοξου επισκόπου στην ίδια πόλη, ενώ στην Κωνσταντινούπολη οριζόταν ως νέος πατριάρχης ο Λατίνος Γερβάσιος. Αυτά ήταν τα τελευταία ανόσια δώρα του πάπα Ιννοκέντιου προς τους «αυθάδεις Γραικούς της Ανατολής», όπως μας έλεγε, πριν πεθάνει και σαπίσει γυμνός και αμετανόητος σε μια εκκλησία της Περουτζίας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ  (2017)</strong></span></h4>
<h6><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&#8220;Ο κύκλος του χώματος είναι ο κύκλος της ζωής &#8211; όπως γεννιέται, αναπτύσσεται και τελειώνει στο χώμα. Αυτό είναι το θεμελιακό στοιχείο της φύσης, η γη πάνω στην οποία υψώνεται το οικοδόμημα του πολιτισμού μας. Αυτό είναι και ο τελικός μας προορισμός, στο χώμα λύνονται όλοι οι σωματικοί δεσμοί. Μέσα από αναδρομές σε ιστορικά επεισόδια που σφράγισαν την πορεία μιας οικογένειας, προβάλλει ένας ιδιαίτερος κόσμος που παρακμάζει αλλά αρνείται να συμβιβαστεί με το πνεύμα των νέων καιρών. Με άξονα τον ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά. αγνοούμενου από τις επιχειρήσεις της Κύπρου το 1974 και σκιά από τότε στη ζωή των οικείων του, ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωής, όπως σημαδεύεται από την κυπριακή τραγωδία και κορυφώνεται μέσα στην καταναλωτική μέθη της μεταπολίτευσης. Ο θάνατος των παλαιότερων Γαβαλάδων και οι αντισυμβατικές επιλογές της νεότερης γενιάς τους, κλείνουν έναν ιστορικό και βιολογικό κύκλο. Ο κύκλος του χώματος όμως, πανίσχυρος νόμος της φύσης, αναζητά τον τρόπο για ν&#8217; ανοίξει πάλι με μια νέα ζωή.&#8221;</span></p>
<h6><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ</span></strong></h6>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[2] Αγρυπνία στο Γ.Σ.Π.</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΧΕΙ τα μάτια ανοιχτά όλη τη νύχτα στο σκοτάδι, κόκκινα απ’ τον ελάχιστο ύπνο που με κόπο κερδίζει, για λίγα λεπτά μόνο. Θέλει ανυπόμονος να δει πώς ξανοίγει την αυγή το γαλατένιο απ’ το γκρίζο. Μέρα ζεστή, μέρα της </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στάχτης φτάνει, απ’ το θολό το βλέμμα πρώτα. Το αισθάνεται δυο νύχτες τώρα, άστατα καθώς κοιμάται, από τις δεκαοχτώ του μήνα που εγκαταστάθηκαν εδώ στο στάδιο του Γυμναστικού Συλλόγου Παγκύπρια. Οι άντρες κοιμούνται στις κερκίδες. Σκέφτεται ξανά και ξανά όσα γίνανε από τις δεκαπέντε Ιουλίου. Ήταν εφτά το πρωί, όταν έφτασε με τζιπ στο στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς ο συνταγματάρχης της διεύθυνσης τεθωρακισμένων. Λίγο μετά τις οκτώ ένα mazda έφερε μήνυμα απ’ το Επιτελείο. «Σχετική </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενέργεια θα εκδηλωθεί εντός ολίγου. Πρόκειται περί διαταγής, δεν ερωτάσθε». Κάθε απορία περιττή. «Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τον&#8230;». Η βρισιά δεν ακούστηκε καθαρά, σαν να ντρεπόταν αυτός που την ξεστόμισε. «Έγινε λοιπόν αυτό που αρνιόμουν να πιστέψω», ψιθύρισε ο Μπούτος, ο </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διοικητής του τάγματος. Δεν είχε μυηθεί, «δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη». Πήραν εντολή να κινηθούν αμέσως προς το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τη νεκρική σιγή διαδέχτηκε ένα κλίμα που άρχισε να γίνεται πανηγυρικό. «Καιρός να τελειώνουμε με τα κουμμούνια», κραύγασε ένας ανθυπασπιστής. «Έφθασε η ώρα της Ενώσεως», πετάχτηκε κάποιος δόκιμος. «Αν είναι να γίνει η Ένωσις, ας χαθούν χίλιοι Μακάριοι», πήγε να πει ο Αλέξανδρος. Μα δεν μίλησε. Όπως δεν μιλούσε κι όταν οι γριβικοί φίλοι του ζητούσανε πιο δυναμική δράση. Ούτε για Τούρκους είπε τίποτα, θέλησε να ρωτήσει κάτι, μα του έκανε νόημα ο Μπούτος να σωπάσει. Άρχισαν να φορτώνουν υλικά και πυρομαχικά, στους λόχους ανακοίνωσαν πως ήταν άσκηση συναγερμού. Απέναντι, τα άρματα της επιλαρχίας είχανε κιόλας ξεκινήσει. Βάλανε μπροστά τις μηχανές κι αυτοί. Φτάνοντας στην ΕΛΔΥΚ πήραν διαταγή να ετοιμάσουν μια διμοιρία και δύο οχήματα για να κατευθυνθούν στο αεροδρόμιο. Νέα εντολή μετά, να στείλουνε δύο λόχους με τέσσερα οχήματα κατά του πιστού στον Μακάριο Εφεδρικού. Ύστερα περίπολα στη Λευκωσία, σκοπιές, έλεγχοι </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι άλλα έξι οχήματα μετά, στην Αρχιεπισκοπή που αντιστεκόταν σκληρά ως το απόγευμα. Αίμα, θυμός και πλιάτσικο κι ο Μπούτος να τρέχει να επιστρέφει τα κλεμμένα, να μην απλώσει κι άλλο η ντροπή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     «Και τώρα;», σκέφτεται καθώς γυρίζει ξανά προς την πλευρά του παραθύρου, «Τώρα τι κάνουμε που φάνηκαν τ’ αποβατικά; Τώρα που έρχεται ο πραγματικός εχθρός και η Εθνική Φρουρά είναι διαλυμένη;». Τι κι αν έφταναν σωρηδόν οι πληροφορίες για τουρκικές προπαρασκευές – οι πυροβολαρχίες και οι καταδρομείς κυνηγούσαν ακόμη Μακαριακούς ή κινούνταν προς την Πάφο αντί να είναι με το δάχτυλο στη σκανδάλη στον Πενταδάχτυλο. Η εξάντληση, οι απώλειες, η νευρικότητα, το μίσος που κόχλαζε καταλύοντας κάθε συνοχή, δεν είχαν αφήσει ούτε μέρα να συχάσουν, να κοιμηθούν σαν άνθρωποι μήτε αξιωματικοί μήτε φαντάροι. Φώναζε στο επιτελείο από το πρωί ο Μπούτος και οι άλλοι διοικητές. «Να πάμε στους χώρους διασποράς όπως προβλέπει το σχέδιο επιφυλακής, να ληφθούν στοιχειώδη μέτρα, να γίνει κάποια επιστράτευση». Άδικα. «Επίδειξη κάνουν», τους λέγανε. Και έμενε ακίνητο στο ΓΣΠ το μηχανοκίνητο, ενώ στον θύλακο του Κιόνελι ηχούσαν αμανέδες, κινούνταν λεωφορεία, μπουλντόζες διευθετούσαν τον διάδρομο της Αγύρτας για να προσγειώνονται άνετα αεροπλάνα. Και το επιτελείο της Εθνικής Φρουράς; Ύπνος αδιάφορος και ροχαλητό πατριδεμπορίου. Κάποιοι έφευγαν ήδη άρον-άρον για την Αθήνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Τους είχαν κουβαλήσει απ’ το στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς, έδρα του τάγματος, για το πραξικόπημα και τους κρατούσαν επίμονα στη Λευκωσία μέρες τώρα. Τι κι αν τα σχέδια όριζαν να βρίσκονται στον Καραβά, δυτικά </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">της Κερύνειας, εκεί, στον χώρο άμυνας σε περίπτωση εισβολής; Και δεν ήταν μια μονάδα σαν όλες τις άλλες. Ήταν το μηχανοκίνητο τάγμα, το κύριο προς αντεπίθεση τάγμα σε περίπτωση απόβασης, το μόνο μηχανοκίνητο της Εθνοφρουράς, αυτό που θα έπληττε τον εχθρό από την πρώτη στιγμή. Με τα θωρακισμένα οχήματα που διέθεταν, δεκαεννέα BTR και λίγα άρματα ακόμη, δεν θα περνούσε κουνούπι στην Κερύνεια. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;», ρώταγε ο Μπούτος όταν φτάσανε στο στρατόπεδο της ΕΑΔΥΚ, εφεδρεία του στρατηγείου. Κι όσο δεν έπαιρναν απάντηση, τόσο τους έζωναν τα φίδια. Το μεσημέρι πήγαν με τον υπολοχαγό Φαντίδη στην 3η Ανωτάτη. «Ασκήσεις προς εκφοβισμό», επαναλάμβαναν μονότονα εκεί, «μην ανησυχείτε».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">     Αργά το απόγευμα ήρθε επιτέλους από τη διοίκηση τεθωρακισμένων η διαταγή να τεθούν σε ετοιμότητα, να καλέσουν κρίσιμες ειδικότητες, ν’ αρχίσει προπαρασκευή για επιστράτευση. Πριν βραδιάσει, πήγε πάλι ο Μπούτος στο ΓΕΕΦ, παρακάλεσε να φύγουνε αμέσως για τον Καραβά, ν’ </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αναχωρήσουν έστω για τον χώρο διασποράς της Μύρτου. «Αν κινηθούμε αύριο υπό το φως της μέρας θα μας τσακίσει η αεροπορία». Μάταια. «Θα μείνεις στη θέση σου κι αν χρειαστεί θα αναχωρήσετε το πρωί», ήταν η απάντηση. Κάποιοι μίλαγαν γι’ απόβαση στην Αμμόχωστο. «Τι λένε; </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην Κερύνεια θα χτυπήσουν, να ξεκινήσουμε τώρα», φωνάζει ο Ζαχαρής. «Βαγγέλη, δεν μπορώ να παραβώ τη διαταγή. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν από την Αθήνα. Πάλι καλά που μας άφησαν να καλέσουμε πενήντα εφέδρους ειδικοτήτων». Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει και κουνάει το κεφάλι. «Ποιος θα τους βρει και πότε θα τους φέρει&#8230;», ψιθυρίζει. Τη νύχτα νέο τηλεφώνημα, να ετοιμαστούν: εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΓΚΡΙΤΖΕΝΤΟ (2009)</span></strong></h4>
<h6><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τι μπορεί να συμβεί όταν ανταμώσουν στο Αγκριτζέντο της Σικελίας&#8230;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&#8230;Ένας παράξενος γιατρός που καταδύεται στην ιστορία του αρχαίου Ακράγαντα, με οδηγό τον μεγάλο φιλόσοφο, τέκνο της πόλης, Εμπεδοκλή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η κόρη του, μια ζωγράφος που ζητά τη λύτρωση όχι στην τέχνη αλλά σε μιαν απρόβλεπτη μοίρα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ένας Έλληνας που επιλέγει τη φυγή και την επιστροφή στον πρώτο του έρωτα για να σωθεί από τον κορεσμό και την ανία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάποιος παράνομος που κρύβεται εδώ και αναλογίζεται τη ζωή του καταρρίπτοντας τους μύθους για το οργανωμένο έγκλημα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ένας αποσχηματισμένος ιερέας που θυμάται μαζί με τον αδερφό του πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης Σικελίας&#8230;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ένα βιβλίο ύμνος γι αυτή την άλλη Σικελία, πέρα από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μα κι ένα βιβλίο-ύμνος για την πραγματική ζωή και για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια. Γιατί το Αγκριτζέντο δεν είναι απλά μια πόλη&#8230;</span></p>
<h6><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Διέσχισαν μια δεντροσυστάδα ακόμη. &#8216;Ολόγυρα οι χυμοί της φύσης συνέπαιρναν τις αισθήσεις. Κατάλαβαν κι οι δύο χωρίς να πούνε άλλη λέξη. Μέθη ή αδημονία; Στα όρια των πεδινών τους εαυτών, στο διάπυρο τοπίο του ηφαιστείου, ο αρχέγονος ίμερος και το μεσαιωνικό πάθος, τους οιστρηλατούσε και τους εκμηδένιζε συνάμα. Σε μια αόρατη φωτιά έτριζαν ο κάτω και ο πάνω κόσμος. Χωρίς θεμέλια έμοιαζαν οι ουρανοί. Τα βέλη του ατόφιου ήλιου και το αλάτι της γης, οι φωνές των ζώων του δάσους κι οι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οσμές των δέντρων, η γονιμότητα και η αρρενωπή χάρη, κυλούσανε στο αίμα. Κάτω από τις χαράδρες και πάνω από την άβυσσο, οι νύφες που ήταν κάποτε παρθένες, έστησαν αυτί ν’ ακούσουν την αναπνοή των δύο εραστών, την αναγγελία του μοιραίου. Πράξεις σιωπηλές, παραλείψεις θορυβώδεις, όλα όσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είχαν γίνει αισθήματα πένθιμα, βάδιζαν πίσω τους, συν λιτανεία βουβή. Δεν τους παρηγορούσαν, δεν τους εμπόδιζαν. Κι έτσι δεν είχαν ανάγκη πια το πρόσχημα πως καλλίτερα να μετανιώσεις γι’ αυτά που έκανες παρά γι’ αυτά που δεν έκανες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κόντευαν στο ψηλότερο καταφύγιο της Αίτνας. Πριν από την τελευταία στροφή, το μονοπάτι έβγαζε στην άκρη απόκρημνου βράχου όπου από ένα παλιό ξύλινο περίπτερο που το έκρυβαν δέντρα ψηλόκορμα και βράχια μαύρα, μπορούσες να χαρείς θέα μαγευτική. ’Εδώ η αναψυχή μπορούσε να γίνει κατοικία. Αλλά στο περίπτερο δεν θα ήταν μόνοι. Είχε φτάσει από το πρωί μια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ομάδα ηθοποιών που ετοιμαζόταν να ανεβάσει την τραγωδία του Φρήντριχ Χέλντερλιν «Ό θάνατος του Εμπεδοκλή». Την τραγωδία την είχε διασκευάσει κάποιος σκηνοθέτης που επέμενε να έρθει ο θίασος εδώ, για να δει το περιβάλλον όπου χάθηκε ο φιλόσοφος και να κάνουν μια πρόβα σ’ αυτό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το χώρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πιάσανε κουβέντα. Μόλις είχαν τελειώσει τω πρώτο πέρασμα κι έκαναν διάλειμμα. Ο σκηνοθέτης ρώτησε με ενδιαφέρον από πού ήταν. Δίπλα κάποιοι ηθοποιοί μιλούσαν για τις εκρήξεις που ακούγονταν όλο το προηγούμενο βράδυ και παρά λίγο να ματαιώσουν την πρόβα αφού οι αρχές ήταν το πρωί έτοιμες να απαγορεύσουν την ανάβαση πάνω από την πρώτη ζώνη. Στους κρατήρες που ήταν πιο ψηλά φαίνονταν καπνοί, δημιουργώντας τώρα νέα ανησυχία. «Τυχεροί είμαστε» είπε διφορούμενα ο Λίνος συν να χαιρότανε την εμπειρία ενώ ο σκηνοθέτης για να πολέμα το άγχος του, μήπως διακοπεί η πρόβα, φιλοσοφούσε πάνω στα σεισμικά φαινόμενα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «’Εδώ, κάτω από την Αίτνα, είναι φυλακισμένοι ο Εγκέλαδος κι ό Τυφώνας, το τέρας με τα εκατό κεφάλια. Οι αισθηματικές αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων δεν θα πάψουν ποτέ να δονούν τον κόσμο και να γκρεμίζουν τα οικοδομήματα της σκέψης, χειρότερα απ’ ότι οι μετακινήσεις των πλακών γκρεμίζουν τα σπίτια κι ανάβουν φωτιές. Πάντα κάτι θα έχουμε να πούμε για τα σεισμικά φαινόμενα της ψυχής και του πνεύματος. Αυτά ξανοίγουν τον ορίζοντα της ζωής που αλλιώς θα γινόταν ακίνητη, αβάσταχτα προβλεπόμενη. Το αίσθημα φίλοι μου, το αίσθημα. Αυτό κινεί τον κόσμο κι όχι ή σκέψη. Όσοι διαφωνούν είναι απλώς ψεύτες».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δίπλα του σιωπηλός, μέ τό βλέμμα καρφωμένο μακριά, ένας στοχαστικός γέρος, ιδανικός για το ρόλο του ’Εμπεδοκλή, κάτι ψιθύριζε συν να αυτοσυγκεντρώνονταν για μια σκηνή που ο σκηνοθέτης ήθελε να επαναλάβουν. Δυο όμορφα κορίτσια πλάι τον μιλούσαν χαμηλόφωνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «’Από την Ελλάδα λοιπόν, έ;» γύρισε πάλι ο σκηνοθέτης στο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Λίνο. Και βγάζοντας από την τσάντα του ένα βιβλίο με κίτρινο εξώφυλλο, άρχισε να διαβάζει με σπασμένα ελληνικά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Και τον κρατεί δεμένο του ουρανού η κολόνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η χιονοσκέπαστη η Αίτνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που ολοχρονίς κρατά το παγωμένο χιόνι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κι από τα σπλάχνα της πετάγονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αγνότατες πηγές της τρομερής φωτιάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που την ημέρα χύνουνε το μαύρο τον καπνό ποτάμι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και κόκκινες τη νύχτα φλόγες που κυλάνε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βράχια με πάταγο πετώντας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ως το βαθύ της θάλασσας καθρέφτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πύρινους κρουνούς ψηλά τινάζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το άγριο της Αίτνας το θηρίο που να σε πιάνει τρόμος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και είναι θάμα να το δεις,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θάμα κι απ’ όσους το ’δαν, να τ’ ακούσεις».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Είναι από τους Επίνικους του Πινδάρου. Μου τους χάρισε ένας φίλος ποιητής Έλληνας, «ένα μεσημέρι ατίμητο», έτσι είχε γράψει στην αφιέρωση. Να δέστε το», είπε κι έδειξε τη σελίδα με την αφιέρωση ενός Έλληνα ποιητή που είχε σκοτωθεί πριν από μερικά χρόνια στην οδό Βεΐκου. «Ο Πίνδαρος» συνέχιζε ο σκηνοθέτης «είχε την τύχη να δει με τα μάτια του μια έκρηξη του ηφαιστείου. Και την περιέγραψε μέσα στον ύμνο του για τον Ιέρωνα, μετά τη νίκη του τυράννου στα Πύθια».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίταξε μια το ρολόι του και μια τον ήλιο με κλειστό το ένα μάτι. Ύστερα φώναξε τον ηθοποιό πού έπαιζε τον Εμπεδοκλή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Σινιόρ Ματέο, ελάτε, πάμε πάλι την τρίτη σκηνή».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Σηκώθηκε αυτός και απόκοσμη ακούστηκε η βαθιά φωνή του:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Πατώντας αλαφρά μες τη γαλήνη, μου ήρθες,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δω κάτω με συνάντησες, στα σκότη της σπηλιάς.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αγαπημένη μου. Απρόσμενη δεν ήσουν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Από πολύ μακριά, πάνω απ’ της γης τα ύψη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το γυρισμό σου ένιωθα. Ω όμορφη ημέρα»&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΟ</span></strong></h3>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (2016)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορρά που συνθέτει αισθήσεις αλλά και απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής, το βυζαντινό βάθος της πόλης από τον καιρό που ήταν πολυφυλετική και πανορθόδοξη, οι παρακαταθήκες του παρακείμενου Αγίου Όρους, του Παλαμισμού αλλά και των πρωτοκομμνουνιστών Ζηλωτών, η Ιουδαϊκή εσωτερικότητα, η κοσμοπολίτικη σφραγίδα που απέκτησε από τις ιστορικές της περιπέτειες η πόλη, η επιρροή από τη βαλκανική ενδοχώρα που φτάνει μέχρι ένα κεντρο-ευρωπαϊκό κλίμα, έκαναν τη βυζαντινή και βαλκανική Θεσσαλονίκη να νιώθει πάντα πολύ πιο κοντά στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη απ&#8217; ότι στα μεγάλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης. Το άνοιγμα σε ευρωπαϊκές επιρροές εδώ θ&#8217; ακολουθήσει γεωγραφικές επιταγές. Κι αν η αθηναϊκή γενιά του Τριάντα προεκτείνει ιδεατά τον οριζόντιο άξονα Ιωνία-Αθήνα-Παρίσι, η σχολή της Θεσσαλονίκης, όπως τη γνωρίζουμε κατ&#8217; αρχάς με τις &#8220;Μακεδονικές Ημέρες&#8221;, θα είναι το νότιο άκρο ενός κάθετου άξονα με την Κεντρική Ευρώπη κορυφή. Θα είναι το κέντρο που ενώνει τον ελληνικό νότο με τον ευρωπαϊκό βορρά μέσω του δρόμου Αξιού-Μοράβια.</span></p>
<h6><strong>ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ</strong></h6>
<p>…/…</p>
<p>Η μεταπολεμική πεζογραφική Θεσσαλονίκη λοιπόν είναι πάντα παρούσα και σύντομα θα δώσει δύο μείζονες για την όλη λογοτεχνία μας πεζογράφους, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Νίκο Μπακόλα που, παρά τον ισχυρό ρεαλισμό τους<br />
στην αποτύπωση του περιβάλλοντος και στη σύλληψη της ατμόσφαιρας του ρυθμού και του βλέμματος, θα φέρουν κάτι ξεχωριστό στο όποιο αξίζει να σταθούμε.<br />
Με σπάνια ευθύτητα ό Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) θα απαντήσει στο διαρκές λογοτεχνικό ζητούμενο που δεν είναι άλλο από την αυθεντική έκφραση μιας ανθρωπογεωγραφίας, με μία λέξη η αυτογνωσία μας. Με τη μονομερή αφήγηση, τη διάσπαση τού αφηγηματικού θέματος σέ ψηφίδες και την ανασύνθεση τού χρόνου, καταγράφει με εσωτερικό υποβλητικό λόγο και τρόπο προσωπικό, πρωτότυπο και πειστικό μια ιδανική ενότητα σώματος και ψυχής πού διασώζει τη ζωή ενός ολόκληρου κόσμου, με αξιοπρέπεια και κατανόηση.<br />
Κέντρο της έμπνευσής του η Θεσσαλονίκη. Με βαθιά, μοναδική, βιωματική αίσθηση Ιστορίας και διεισδυτική ματιά, ο Ιωάννου διατρέχει σπίτια, δρόμους, μνημεία, ρυθμούς, βλέμματα, κινήσεις, όλες τις λεπτομέρειες και αποχρώσεις<br />
που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και ό,τι συγκροτεί την ιστορικότητα της καθημερινής ζωής της περίφημης «πρωτεύουσας των προσφύγων». Το ειδύλλιο της ευσύνοπτης πόλης και της αισθηματικής κοινωνίας επιτρέπει θερμές ανθρώπινες σχέσεις, τονίζει την αντίθεση με το μηχανιστικό και απάνθρωπο περιβάλλον της σύγχρονης ζωής.<br />
Ο Νίκος Μπακόλας (1927-1999) από την πλευρά του, με τη μαγεία και το δέος της συλλογικής φαντασίας να διαπέρνα μια γραφή που ακολουθεί τη νεωτερική τεχνική της ροής της συνείδησης, πλάθει κι αυτός ξανά την ιστορία με τη μουσική του αφήγηση. ’Ανασύρει από το υποσυνείδητό του μνήμες προφορικές που έχουν υλοποιηθεί και εικόνες τρίτων, όλα<br />
τα στοιχεία που συναρθρώνουν μία παράδοση. Η ιστορία της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, τοπία, πολεμικές σκηνές, προσφυγικές αναμνήσεις, ο εβραϊσμός και η ασύγκριτη οδύνη του, εγγράφονται ως συμβάντα αποδεδειγμένης ιστορίας που ξεπερνούν σε σήμανση το ύφος της γραφής του. Ρεαλισμός δεν είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της<br />
ενδόμυχης, ξεχασμένης ίσως από επικαλύψεις του χρόνου, πραγματικότητας. Η Μυθολογία, το κορυφαίο έργο του, μία οικογενειακή ιστορική τοιχογραφία σε δώδεκα χρονικές στιγμές, συνθέτει μια πανοραμική εικόνα της προσωπικής πορείας του ηρώα άλλα και του κοινωνικού και εθνικού περίγυρου. Και τούτο μεταφερμένο στην επικαιρότητα, σ’ ένα απόλυτα σύγχρονο ενδιαφέρον, με αδιόρατη άλλα κυριαρχική την προσωπική μέθεξη του συγγραφέα.<br />
Το πρωτοποριακό κλίμα του μεσοπολέμου και η εσωτερικότητα μεταλαμπαδεύονται λοιπόν και μετά τα τραγικά χρονιά του εμφύλιου σπαραγμού. Με σημείο εκκίνησης την έκδοση του περιοδικού «Κοχλίας» το 1945 από τους Κιτσόπουλο, Σβορώνο και Κονιόρδο, η μεταπολεμική γένια δε μιμείται άλλα και δεν αποποιείται το κλίμα των «Μακεδονικών Ήμερων». Το προεκτείνει. Φυσικά υπάρχουν τομές και όρια, που δεν είναι συμβατικά η σχηματικά πάντα. Το αίσθημα ιστορικού αδιεξόδου επανέρχεται. Σταυροδρόμι πολιτισμών και λαών με ψυχή ανορθολογική που μαγεύονται από τα σκούρα νερά και τον ασαφή ορίζοντα, που δεν μπορούν τη στέρεα πλοκή της ζωής (και για τούτο παθιάζονται είτε σε θετικές είτε σε αρνητικές επιλογές), η Θεσσαλονίκη ζει πάντα το προνόμιο της γεωγραφίας που γεννά μύθους αλλά και φόβους, δικαιολογημένους η αδικαιολόγητους. Με την πίστη που ίσως θαυμάζουμε και νοσταλγούμε, να υποκύπτει συχνά είτε στον πειρασμό του συντηρητικού φανατισμού είτε στη ρηχότητα ενός άρριζου προοδευτισμού, η πόλη αυτή γεννά πάντα αστείρευτες δημιουργικές δυνάμεις.<br />
Έξω από συνήθεις η εύκολες σχηματοποιήσεις, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931) ανακαλεί και ως πεζογράφος, παρά τις ιδιοσυγκρασιακές του εντάσεις, με γλώσσα υποβλητική και ευγένεια και με τη γνώριμη αμεσότητα που καθηλώνει, πρόσωπα, γεγονότα και αισθήματα του κόσμου του. Η παρουσία του δεν αποπνέει μόνο μια ερωτική συμφιλίωση με τον κόσμο, τη μόνη δυνατή άλλωστε, αλλά διαμορφώνει με τη «Διαγώνιο» και μία μοναδική, νέα σχολή γραφής και καλλιέργειας που σφράγισε τις δεκαετίες που ακολούθησαν<br />
και κράτησε τις συνειδήσεις σε εγρήγορση. Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά Σφυρίδης, Βασιλικός, Μέσκος και Μάρκογλου σύντομα θα ξεχωρίσουν. Ο ουμανισμός και το ηθικό πρόταγμα που καμιά σκοπιμότητα δεν υποβαθμίζει στον Περικλή Σφυρίδη (1933), η πληθωρική φύση κι η σύμπλεξη ερωτικού, πολιτικού και ονειρικού στοιχείου στον Βασίλη Βασιλικό (1934) της πρώτης κυρίως περιόδου (όταν με την τριλογία Το φύλλο, το πηγάδι και τ’ αγγέλιασμα δίνει την πιο βαθιά και πιο ισχυρή μαρτυρία των νέων της μεταπολεμικής εποχής, τη σφοδρή επιθυμία τους να ανασάνουν έξω από τον κόσμο της ανοικοδόμησης που τότε διαμορφώνεται), οι υποβλητικές ιστορίες του Μάρκου Μέσκου (1935) που αποκαλύπτουν τη μεγάλη Ιστορία ως άδειο κέλυφος και βάρος δυσβάστακτο για τους αδύναμους ανθρώπους, οι πικροί συνειρμοί του Πρόδρομου Μάρκογλου (1935) με τα όνειρα που μόνο αυτά λυτρώνουν πιά από το τραυματικό χθες, την καταδολίευση ιδανικών και το αίσθημα τελικής ματαιότητας, μαρτυρούν πως ακόμη και ο ρεαλισμός στη<br />
Θεσσαλονίκη δε θα πάρει ποτέ τη βίαιη και κυνική μορφή με την όποια τον συναντούμε αλλού.<br />
Όποιον μεταπολεμικό πεζογράφο κι αν διαβάζουμε, νομίζω πως επιβεβαιώνεται η σύνδεση του λόγου με την εσωτερικότητα. Η ρευστή ανέλιξη του μύθου στην Νίνα Κοκκαλίδου Ναχμία (1920-2002), η τρυφερή απόρριψη κάθε μυθικής παραπλάνησης από την Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου (1930),<br />
η εικαστική ματιά και μινιμαλιστική γλώσσα του Κώστα Λαχά (1936-2014), ο μέσω μιας σύνθεσης φιλανθρωπίας και μισανθρωπίας φωτισμός της επώδυνης σχέσης με τον καιρό μας από τον Τάσο Φάλκο (1937), η ευφυής εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμώνα (1938-2000), με την άλλη,<br />
απρόσμενη δράση των εσωτερικών πτυχών της συνείδησης, ο Σάκης Παπαδημητρίου (1940) με το συγκεχυμένο στον έξω κόσμο εγώ που αναπνέει μόνο αυτοσχεδιάζοντας, ο Γιώργος Κάτος (1943-2007) με την παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων ανθρώπων, ο κοφτός βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή (1938-1991), η πρωτότυπη αισθηματική ευρηματικότητα του Τόλη Νικηφόρου (1938), η ανάδειξη από τον Θέμη Λιβεριάδη (1940) της παραίσθησης ως ουσιαστικότερης όρασης, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη (1942), όλα τούτα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική<br />
αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους ώστε να ανατινάσσουν τις αφηγηματικές συνήθειες. Το παιχνίδι με το χρόνο κι ένας ενδιάθετος λυρισμός υπονομεύουν τελικά κάθε πλοκή, για να αποδειχθεί πως στην ανακάλυψη των πιο μοντέρνων τεχνικών οδηγεί η εσωτερική ζωή κι όχι η υποταγή στα προτάγματα του νατουραλισμού.<br />
…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΚΟΣ (2014)</span></strong></h4>
<h6><strong><span class="translator-checked translator-original-1363 translator-translatable translator-translated" style="color: #000000;">Απόσπασμα</span></strong></h6>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το νεοελληνικό αδιέξοδο (περί αυτού πρόκειται), το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει η παρούσα γενιά, θα μπορούσε να φωτιστεί καλύτερα αν ήμασταν άξιοι να το ζήσουμε ως τραγωδία. Ένα ιστορικό δράμα όμως, για να λάβει νόημα τραγωδίας απαιτεί, πέρα από τη σιωπή του θεού και την ανεξιχνίαστη (προσώρας τουλάχιστον) δίκη κι ένα ελάχιστο πάθους των «πρωταγωνιστών» για αυτογνωσία. Το χειρότερο της κατάρρευσης που σήμερα εκτυλίσσεται, φαίνεται πως είναι η πρόδηλη ανικανότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων όχι βέβαια να αναχθούν οι ίδιοι σε ήρωες τραγωδίας, αλλά ούτε καν να συλλάβουν τα αίτια και τα αιτιατά αυτής της κατάρρευσης. Αν όμως το τραγικό είναι κάτι μοιραίο ή εν πάση περιπτώσει πιθανό στη ζωή, η συνειδητοποίησή του είναι το ακριβό, το μόνο προνόμιο που θα αποκάλυπτε πως αυτό το σκοτεινό, απειλητικό ενδεχόμενο, αυτό το ανεξήγητο και απρόσιτο που λαμβάνει μορφή και αφορά όλους μας, δεν θα αντιμετωπιστεί αν δεν δοθεί έστω και τώρα απάντηση στο μείζον ερώτημα «ποιοι είμαστε». Ένα ερώτημα που συστηματικά παρακάμπτεται επί δεκαετίες, από τη δημαγωγία της δεξιάς και της αριστεράς που ζουν ακόμη τοκίζοντας εμφύλια πάθη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένα ερώτημα δεν υπάρχει για να απαντά απλώς στην περιέργεια ή στην όρεξη για γνώση. Υπάρχει για να φωτίζει ένα πεπρωμένο. Αυτό είναι ο αποχρών λόγος του δράματος των ημερών που ορίζεται από το τέλος του καταναλωτισμού, της ιδεολογίας δηλαδή που υπήρξε το πεδίο της μεταπολιτευτικής εθνικής συμφιλίωσης. Καλύπτοντας την αγωνία του ερωτήματος «ποιοι είμαστε» με διαρκή συμπόσια, μετατρέψαμε κάθε «ιερό» κείμενο σε θεατρικό έργο. Το αισθητικά και ηθικά υψηλό θεωρήθηκε ακαδημαϊσμός (την ώρα μάλιστα που οι ακαδημαϊκοί για να αποπλύνουν το άγος της συνεργασίας με τη δικτατορία έδιναν γη και ύδωρ στην ευτέλεια), ενώ η αλήθεια έγινε μια καταπιεστική πολυτέλεια. Ελεύθερος άνθρωπος θεωρήθηκε ο ανεύθυνος άνθρωπος και η εθνική μας μοίρα τυραννικός προκαθορισμός. Η πλάνη που παραμόνευε τον άνθρωπο της μεταπολίτευσης (πως τάχα ήταν ελεύθερος) τον έσπρωχνε στην τραγωδία. Σ’ αυτήν που ακόμη δεν μπορεί να δει. Ίσως γιατί από καιρό η τραγωδία του πεπρωμένου της ευγένειας και το πνεύμα του Όχι έχουν δώσει τη θέση τους στον αστικό δόλο και στο νεύμα του Ναι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεν θα προσέφεραν τίποτα αυτές οι διαπιστώσεις αν δεν γινόταν εξίσου καθαρό πως οι προφητείες των αντιδραστικών που εμφανίζονται σαν ετυμηγορίες και περισφίγγουν τη ζωή μας, εντοπίζοντας απλώς την ενοχή σε κάποιους «ολίγιστους» πολιτικούς, είναι εξίσου αδιέξοδες αφού καλλιεργούν την ιδέα του αποδιοπομπαίου τράγου και του «από μηχανής θεού» που μόνο ψυχολογικές εκτονώσεις του πλήθους μπορούν να κεράσουν. Το αίτημα για αξιοπρέπεια και ποιότητα δεν υπηρετείται με ύβρεις και βλέμματα μίσους στους Απέναντι αλλά με την τραγική συναίσθηση για την ενοχή της ύπαρξης. Ο ελληνικός κόσμος είναι ο κόσμος της τραγωδίας. Καμιά φυγή ή παρηγοριά δεν θα χαρίσει τη λύτρωση παρά μόνο η συναίσθηση πως απέναντι στο Υψηλό και στο Υπέροχο, σταθήκαμε όλοι ένοχοι. Αν βιώναμε τη σημερινή καταστροφή ως πράξη τραγωδίας θα υπήρχε ελπίδα. Αυτό που γεννά την απελπισία σήμερα είναι ότι φαινόμαστε ανάξιοι για μια τραγωδία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο απολογισμός του μεταπολέμου (δεν έχει πια νόημα να μιλούμε για μεταπολίτευση: η σημερινή συγκυβέρνηση περιλαμβάνει δυνάμεις εχθρικές της μεταπολίτευσης που πασχίζουν κι αυτές να σώσουν κάτι που φαίνεται υπέρτερο για την άρχουσα τάξη από τις μεταπολιτευτικές κατακτήσεις), που γίνεται πλέον πάνω από την άβυσσο, μακριά από κάθε αγκυροβόλι με πεποιθήσεις ατράνταχτες, πρέπει να ολοκληρωθεί με γενναιότητα. Χωρίς παρηγορητικούς μύθους, με μιαν αριστοκρατική απέχθεια τόσο προς τις ηγεσίες που διαφέντεψαν την πολιτεία, όσο και προς τους ρήτορες που πάντα «αθώοι» και με αυταρέσκεια κενολογούν, αυτόματα σαν μηχανές διδασκαλίας, άλλοι για να σώσουν τα πολιτικά τους καταστήματα κι άλλοι για να αποσπάσουν πελατεία από τα χρεωκοπημένα κόμματα. Καμιάν εμπιστοσύνη όμως δεν πρέπει πια να δείξουμε σε αυτούς που ζητούν να μη θίγεται τίποτε ή περιορίζονται σε αυταπάτες μεταρρυθμίσεων, μα και καμιάν εμπιστοσύνη προς αυτούς που, πιο πονηροί δημοκόποι, ζητούν να εκμεταλλευτούν την περίσταση του ξεπεσμού για να κερδίσουν κάτι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι συνθήκες απαιτούν ηρωισμό. Αλλά ηρωισμός χωρίς αίσθηση του τραγικού δεν μπορεί να υπάρξει. Αν από το πνεύμα της απόγνωσης μεταλάβουμε το πνεύμα της τραγωδίας, αν η δραματική απαισιοδοξία, η βαθύτερη εθνική μας ιδιότητα, γίνει τώρα που το απαιτεί η Ιστορία δράση, αν πέρα από τα νέα της ημέρας που τρέφουν την περιέργειά μας εξωτερικά σταθούμε στα γεγονότα με στοχασμό, θα έχουμε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα. Γνωρίζοντας πως στην Ιστορία μας ζήσαμε πολλές φορές το σκοτάδι, τη δουλεία, τον εξανδραποδισμό, ηθικές και υλικές αιμορραγίες, ας δούμε τη μοίρα μας τραγικά, όχι σαν σύμπτωση αλλά ούτε σαν προκαθορισμό. Η μοίρα μας είναι αυτό που θα κάνουμε. Δεν είναι ο θόρυβος που θα μας ελευθερώσει αλλά η αυθεντικότητα. Η ανάληψη μιας κληρονομιάς και η εύρεση μιας πίστης. Η λύτρωση από την καταδίκη της φύσης μας δεν θα είναι μια παράφορη στιγμή αλλά μια συνειδητή έξαρση. Δεν θα είναι λυρική παρέκβαση ή δραματικός αναβαθμός. Θα είναι ένα ιστορικό βήμα. Μια Απόφαση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αναγνωρίζουμε την ενοχή μας σημαίνει γνωρίζουμε την ανάγκη, δηλαδή το ανεξερεύνητο κι όχι μια μηχανική αιτιοκρατία. Δεν σημαίνει ότι παραδιδόμαστε στην ηθικολογία. Η απάντηση στο αίνιγμα της ζωής είναι προϊόν πείρας, όχι απαγόρευση. Φωτισμός την ώρα του μεγάλου χαλασμού. Τα βάθρα του νεοελληνικού κόσμου τρίζουν. Ας κάνουμε την πτώση απαρχή του τέταρτου ιστορικού κύκλου. Καμιά απελπισμένη αντίδραση αλλά και καμιά ανταρσία, κανένα μασκάρεμα μεταφυσικής σε ιδεολογία (φαινόμενα που γεννά η αναπόδραστη πλέον καταδίκη όταν αυτή θεωρείται αναίτια, όταν δεν αναγνωρίζεται η ενοχή) δεν θα οδηγήσει στη λύτρωση. Καταδικασμένοι αναίτια σημαίνει πως είμαστε ξένοι σε έναν ξένο κόσμο. Αναγνωρίζουμε την ενοχή μας σημαίνει πως δεν την αποδεχόμαστε σαν μοίρα μας οριστική, όπως επιμένουν αυτοί που για να μην παραδεχθούν πως είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι, προτιμούν να είμαστε υποζύγια σε μια τυφλή νομοτέλεια, όπου δεν θα έχουμε καν τη χάρη του λάθους. Αλίμονο αν αποδειχτεί σε τούτη την ιστορική ώρα πως σταθήκαμε ανάξιοι της τραγωδίας. Πως είμαστε έρμαια της τύχης που δημιούργησε ένα πυροτέχνημα, το σύμπαν κι ύστερα άλλο ένα: εμάς.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2008)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[&#8230;] Χωρισμένα σε τρία κεφάλαια &#8220;Ενώπιον της κρίσεως&#8221;, &#8220;Ενώπιον του κοινού μας πεπρωμένου&#8221;, &#8220;Ενώπιον του προσώπου&#8221;, ώστε να συνδέουν λογικά τα φαινόμενα της κρίσεως με τις συλλογικές μας απαντήσεις αλλά και να οδηγούν στην προσωπική διέξοδο, τα δοκίμια αυτά δεν φιλοδοξούν να υποδείξουν λύσεις. Φιλοδοξούν να είναι ωφέλιμα στο στοχασμό και τη συζήτηση. Κι ωφέλιμο έργο δεν είναι αυτό που είναι απλώς συνήχηση ωραίων λέξεων, ή χωρίς προσανατολισμό περιγραφή της ζωής αλλά αυτό που μας φέρνει μπροστά στην πύλη του αδιάβατου, στο χείλος της αβύσσου. [&#8230;]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(από τον πρόλογο του συγγραφέα)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ</span></strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΥΠΡΟΣ 1954-1974 (2007)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από το έπος στην τραγωδία</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το αναλυτικό έργο του Κώστα Χατζηαντωνίου, &#8220;Κύπρος 1954-1974. Από το έπος στην τραγωδία&#8221;, αποτελεί ένα εντυπωσιακό διάγραμμα των απανωτών λαθών και παλινδρομήσεων των ελλαδικών, κυρίως, πολιτικών ηγεσιών, που οδήγησαν από το μαξιμαλιστικό μεν αλλά λογικό αίτημα της &#8220;Ένωσης&#8221; της μεγαλονήσου με την Ελλάδα, στην αδιέξοδη και οδυνηρή για τον Ελληνισμό κατάσταση της κατοχής του 37% περίπου της έκτασης της Κύπρου από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με αδιάσειστα και ιστορικώς αποδεδειγμένα στοιχεία, ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει αριστουργηματικά, πώς από το μεγαλείο του Κυπριακού Αγώνα των μέσων της δεκαετίας του 1950 φτάσαμε στην επιβολή των τουρκοαμερικανικών σχεδίων στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Σχεδίων, των οποίων η ουσιαστική εφαρμογή και &#8220;ανθοφορία&#8221; συνεχίζεται&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1821-1941 (2002)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Γνήσιος καρπός και κορυφαία εκδήλωση των αντιστασιακών παραδόσεων του ελληνικού λαού, η Επανάσταση του 1821 δεν ενέπνευσε μόνο λαμπρές στιγμές του έθνους και τρόπαια ανυπέρβλητα αλλά επανέφερε έναν αρχαίο λαό στον πολιτικό χάρτη του σύγχρονου κόσμου. Λυδία λίθος που καθόρισε τη νεοελληνική συνείδηση, η Επανάσταση αυτή αποτέλεσε την απαρχή μακρόχρονων απελευθερωτικών και κοινωνικών αγώνων που κορυφώθηκαν τον εικοστό αιώνα, όταν ο Ελληνισμός έζησε μια δραματική αντίφαση. Από τη μια πέτυχε, χάρη στην ηρωική εξόρμηση των ετών 1912-1922, να συγκροτήσει ένα ομοιογενές εθνικό κράτος, το ευρύτερο της Ιστορίας του, από την άλλη όμως γνώρισε μια τρομερή Καταστροφή (1922), μια πρωτοφανή συρρίκνωση και δύο αλλεπάλληλους σκληρούς διχασμούς.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, γνωστός για τις μελέτες και τα δοκίμιά του πάνω σε θέματα νεοελληνικής ιστορίας, αφηγείται με το συνθετικό έργο του &#8220;Ιστορία της νεότερης Ελλάδας &#8211; 1821-1941&#8221; (εκδ. Ιωλκός, 2012) τη νεοελληνική περιπέτεια. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους που δεν απεικόνιζε τους πόθους και τους σκοπούς της μοναδικής ψυχικής έκρηξης του 1821, την αγωνία και τους αγώνες για την εθνική ολοκλήρωση και τον πολιτικό εκσυγχρονισμό, τις μάχες για την εθνική ταυτότητα στο εξαρτημένο βασίλειο που εξαρχής παραδόθηκε σε μια αδιέξοδη διαμάχη διαφώτισης και παράδοσης, την άνοιξη του βενιζελισμού που οδήγησε το έθνος πολύ κοντά στην πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και την τιτάνια προσπάθεια των Ελλήνων να σταθούν πάλι στα πόδια τους μετά το 1922. Προσπάθεια που έδωσε το μεγάλο έπος του 1940-1941, με το οποίο κλείνει το βιβλίο, αλλά και μια ολόκληρη εποχή του Νέου Ελληνισμού.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΡΒΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (2000)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πολύπλευρη επίθεση της Δύσης εναντίον του σερβικού λαού έκλεισε τον εικοστό αιώνα αποκαλύπτοντας το μέλλον που ετοιμάζει στα ανεξάρτητα έθνη, στους ελεύθερους ανθρώπους ένας νέος ολοκληρωτισμός. Η Σερβία βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Μεσευρώπης, είναι η πύλη για την Α. και ΝΑ. Ευρώπη. Από το Μεσαίωνα οι Σέρβοι μάχονται, προφυλακή της Ορθόδοξης Ευρώπης κατά της δυτικής-φραγκικής και ανατολικής-ισλαμικής επέκτασης. Σε αυτό τον αέναο διμέτωπο αγώνα Έλληνες και Σέρβοι υπήρξαμε πάντα συναγωνιστές. Το σερβικό έθνος οργανώθηκε πάνω στα ελληνοβυζαντινά ιδεολογικά, πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. [&#8230;]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ (1999)</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ιστορία των νέων χρόνων</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σήμερα &#8220;το γλυκό και ζεστό φως της Ιωνίας&#8221;, όπως θα έγραφε ο Φελίξ Σαρτιώ &#8220;δεν φωτίζει πια παρά ερημωμένες εκτάσεις&#8221;. Και μπορεί η νέα Τουρκία να βαδίζει πια το δρόμο της ανάπτυξης χωρίς τους αρχαίους κατοίκους της (παρά μόνον όσους από αυτούς εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίσθηκαν), για όσους ωστόσο αποτιμούν την ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου με θεμέλιο τον πολιτισμό και τη δικαιοσύνη, η εξαφάνιση ενός αρχαίου λαού από τις πατρογονικές του εστίες, θα απαξιώνει ηθικά κάθε επίτευγμα όσων κατέλαβαν βίαια αυτές τις εστίες. Το γεγονός ότι πριν από έναν αιώνα, δεν έγινε ανεκτή ούτε καν μια υπό τουρκική κατοχή μακρά και υπομονετική προσπάθεια αναγέννησης, αλλά εξοντώθηκε ή ξεριζώθηκε αυτός ο λαός, με μια από τις πιο αδίστακτες γενοκτονίες του 20ού αιώνα, θα παραμένει βαρύ γενέθλιο στίγμα της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Η παγκόσμια αλλά ειδικά η από το τουρκικό κράτος αναγνώριση αυτής της γενοκτονίας, αποτελεί την ελάχιστη οφειλή προς όσους έχασαν τη ζωή, τα αγαθά και την πατρίδα τους επειδή θέλησαν να μείνουν πιστοί στους νεκρούς προγόνους τους και στην ατομική και εθνική τους αξιοπρέπεια. Στους προγόνους αυτούς είναι αφιερωμένο και τούτο το βιβλίο. Για να μην επιβληθεί ποτέ ή έστω για να μη δικαιωθεί ποτέ η βία της ισχύος επί της ελευθερίας, η βία του χρόνου επί του ανθρώπου, η βία του θανάτου επί της ζωής.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μικρά Ασία (2003)</span></strong></h3>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μικρασιατική εκστρατεία υπήρξε η πιο ηρωική περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας, αυτή που σφράγισε τη ζωή και τη μοίρα του Ελληνισμού. Ο συγγραφέας &#8211; ερευνητής Κώστας Χατζηαντωνίου με το βιβλίο Μικρά Ασία καταγράφει με λεπτομέρειες τις στρατιωτικές, διπλωματικές και πολιτικές παραμέτρους μιας εποποιίας που άρχισε με το θαύμα της Μεγάλης Ελλάδας και τελείωσε με τη συμφορά της προσφυγιάς. Η πίστη, ο αγώνας, οι νίκες αλλά και η διχόνοια, η ήττα, η φυγή ζωντανεύουν μέσα από σελίδες γραμμένες με ζήλο και επίμονη αναζήτηση της αλήθειας για μια επιχείρηση που μπορούσε να έλθει σε αίσιο πέρας αν οι Έλληνες ήσαν αντάξιοι της ιστορικής ευκαιρίας&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ</span></strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ (1998)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εμβληματική φυσιογνωμία στην επική εξόρμηση του Νέου Ελληνισμού για την εθνική ολοκλήρωση τη δεκαετία 1912-1922, πρωτεργάτης στις νίκες αλλά και σωτήρας τις ώρες που η ήττα οδηγούσε στη συμφορά, ηγέτης της Επανάστασης του 1922, εγγυητής της ταραγμένης δημοκρατίας του Μεσοπολέμου αλλά και πολιτικός που έδωσε σώμα και ψυχή στην πρώτη μεταπολεμική προσπάθεια για εθνική συμφιλίωση, ο Νικόλαος Πλαστήρας συνιστά, χωρίς υπερβολή, σύμβολο και πρότυπο των εθνικών και δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού. Ήταν ο άνθρωπος που πιστοποίησε με τη δράση του την ακατάλυτη ενότητα έθνους και δημοκρατίας. Παράλληλα, ήταν ο άνθρωπος που με την ασκητική ζωή του αναδείχθηκε σε αξεπέραστο υπόδειγμα ανιδιοτελούς ηγέτη. Η μορφή του, αχτίδα από το φως και το ήθος του 1821, υπενθυμίζει πάντα μιαν άλλη Ελλάδα που χάθηκε οριστικά μετά το θάνατό του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ιστορική βιογραφία &#8220;Νικόλαος Πλαστήρας&#8221; του Κώστα Χατζηαντωνίου προσεγγίζει σε βάθος το ιστορικό πρόσωπο και την πορεία του Έλληνα Στρατηγού και πολιτικού. Αποτελείται από 19 κεφάλαια, φωτογραφικό υλικό, βιβλιογραφία και ευρετήριο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ (2005)</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, μια μυθική γενιά σφράγισε με τη ζωή και το πάθος της τον αγώνα του Νέου Ελληνισμού για εθνική ολοκλήρωση και κοινωνική προκοπή. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος αποτελεί έναν από τους πιο διακεκριμένους εκπροσώπους αυτής της γενιάς. Οργανωτικός νους της Επανάστασης στο Γουδί (1909), κορυφαίος επιτελικός της εξόρμησης του 1912-1913 και της νίκης στο μακεδονικό μέτωπο (1918), γενικός επιτελάρχης της λαμπρής περιόδου της μικρασιατικής εκστρατείας, ο Πάγκαλος ξεχώρισε τις τραγικές ώρες της Καταστροφής δημιουργώντας το &#8220;Θαύμα του Έβρου&#8221; ανασυγκροτώντας τον ηττημένο στρατό και επιβάλλοντας μια έντιμη ειρήνη. Αλλά και στην ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου, η κατασυκοφαντημένη κυβέρνησή του αποτέλεσε μοναδικό παράδειγμα χρηστής διοίκησης.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατός που έγραψε το έπος του 1940-41 συγκροτήθηκε κατά κύριο λόγο με βάση το εξοπλιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Παγκάλου. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας είναι καιρός να επιβληθεί πλέον των ιδεολογικών σκοπιμοτήτων&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Το στέμμα των αυγών</strong></h4>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Το Ποντίκι&#8221; 2/11/2021</p>
<p>Τερπνό και πικρό ανάγνωσμα</p>
<p>Τερπνό πρώτα απ’ όλα για την υπέροχη γλώσσα του τη θρεμμένη από χίλιες μύριες πηγές των βυζαντινών Μέσων Χρόνων, από κείμενα εκκλησιαστικά και ρητορικά, από τη γλώσσα της αυτοκρατορικής διοίκησης όσο και απ’ αυτή των ιστορικών και των χρονογράφων. Είναι ενδοχώρα απάτητη για τον Νεορωμιό της νυν (πήγα να γράψω προς στιγμήν για τον “Αγριορωμιό”, ας όψεται ο Σαββόπουλος…) αυτός ο γλωσσικός θησαυρός, που είναι συγχρόνως και ύφος βεβαίως και ήθος και ατμόσφαιρα πολιτική και πνευματική. Και ο Χατζηαντωνίου κατορθώνει να τον ενοφθαλμίσει στα ιστορικά και αφηγηματικά του συμφραζόμενα κατά τρόπο ιδεώδη.</p>
<p>Όλη η αφήγηση συμπυκνώνεται στο βιβλίο σε έξι νύχτες του Αυγούστου του 1258. Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το παρελθόν (από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του), περιγράφει το παρόν (τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανακτήσει την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία του και να ανασυγκροτήσει την ελληνική εθνική του ταυτότητα), και προφητεύει το μέλλον (το άμεσο, της ανάκτησης της Βασιλεύουσας, αλλά και το πιο μακρινό, ώς τη Δεύτερη Άλωση και ώς τον Σηκωμό του ’21).</p>
<p>Είναι όμως και πικρό ανάγνωσμα το βιβλίο του Χατζηαντωνίου. Ολιγωρίες και αβουλίες πολιτικές, εκκλησιαστικές μικρότητες, χαμένες ευκαιρίες, άθλιες προδοσίες, η χρόνια αλληλομαχία και οι φυγόκεντρες δυνάμεις που καταρράκωσαν τη Βασιλεία, η αδυναμία ακόμη και την ύστερη ώρα να συνειδητοποιηθεί ο έσχατος κίνδυνος που βρίσκεται ακόμη μπροστά…</p>
<p>Και φυσικά de te fabula narratur: η Ιστορία και η Μυθιστορία όποτε έχουν αξία πάντοτε μιλούν για μας, τους παρατηρητές και τους αναγνώστες τους. Για μας μιλάει λοιπόν μέσα από το βυζαντινό του χειρόγραφο ο μοναχός Ευψύχιος, για μας μιλάει ο Κώστας Χατζηαντωνίου. Σήμερα, διακόσια χρόνια από την Επανάσταση, σε καιρό που τα σημάδια όλο και πληθαίνουν ότι η Παλιγγενεσία του 19ου αιώνα μπορεί να αποδειχθεί ασθενική και ολιγόζωη, προοίμιο απλώς ενός χειρότερου (και ίσως οριστικού) καταποντισμού, η αναλογία με το αναστηλωτικό εγχείρημα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας είναι ανατριχιαστικά προφανής.</p>
<p>Διότι οι Παλαιολόγοι και ο Στρατηγόπουλος ξαναπήραν την Πόλη στα 1261, όμως δεν έλυσαν κανένα από τα ζωτικά προβλήματα του ελληνισμού. Αντιθέτως σπατάλησαν την ιστορική ευκαιρία, η αποψίλωση της άλλοτε κραταιάς Βασιλείας συνεχίστηκε ακάθεκτη, η εκποίηση του τόπου επιτάθηκε, απλώς το μοιραίο μετακυλήθηκε δύο αιώνες αργότερα.</p>
<p>Και πράγματι, δεν θυμίζει καταπληκτικά το αλληλοφάγωμα και η μικρολογία των ηγετών μας εν έτει 2021, τα συμβαίνοντα οκτώ αιώνες πριν, εν έτει 1220; Τότε που ο Θεόδωρος Λάσκαρις συγκαλεί σύνοδο στη Νίκαια για να αντιμετωπιστούν οι θανάσιμοι κίνδυνοι της εποχής, και οι ολιγόνοες ιεράρχες του απαντούν είτε αρνούμενοι την πρόσκλησή του είτε αναλωνόμενοι σε… μείζονα ζητήματα όπως (αντιγράφω από τις σελίδες 138-139) «…το δικαίωμα νέου γάμου γυναικών των οποίων ο σύζυγος έχει εξαφανιστεί επί πενταετία, η αργία των ιερέων αν εξ αμελείας τους ζώα μόλυναν το ιερουργούμενο θείο σώμα, η απαλλαγή από κάθε επιτίμιο αν το θείο ποτήριο μολύνθηκε από μύγες, η απαγόρευση τέλεσης γάμων κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, η απαγόρευση, τέλος, τρίτου γάμου για όσους πέρασαν το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας. Γι’ αυτά που επιθυμούσε ο βασιλέας ούτε λέξη»…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ</strong></h5>
<p>liberal.gr 16/10/2021</p>
<p>Κώστας Χατζηαντωνίου: «Το σώμα μου θέλω να είναι εκεί που είναι η ψυχή μου»</p>
<p>«Με ελκύει πάντα ο ήρωας που ζει στο ημίφως της ιστορίας, που έχει πάθος για να γνωρίσει τον εαυτό του και προσάγεται, εξαιτίας της σιωπής του Θεού, σε μια δίκη ανεξιχνίαστη, που θα τη χάσει αλλά θα φανερώσει έτσι κάτι σκοτεινό και απειλητικό που αφορά όλους μας. Θέλω, είτε άντρας είτε γενικά είναι, να έχει κάτι ανεξήγητο και απρόσιτο που δεν μορφοποιείται. Κάτι που υπονοείται πέρα από το αισθητό. Κάτι μοιραίο. Που να κρύβει μια τραγωδία πεπρωμένου και όχι νομοτέλειας.»</p>
<p>Έτσι μιλά ο Κώστας Χατζηαντωνίου για τους ήρωες και τις ηρωίδες του, κι έτσι γράφτηκε το «Αγκιρτζέντο» που βραβεύτηκε, μ’ αυτό, το σκεπτικό, «Ο κύκλος του χώματος», το πλέον πρόσφατο «Το στέμμα των αυγών». Ανάμεσα σε πολλά ιστορικά και φιλολογικά δοκίμια για την Μικρά Ασία, την «ποίηση και την ποιητική του Κωστή Παλαμά».</p>
<p>«Εκείνο το σολωμικό “Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της”, νομίζω πως είναι εμμονή και κάτι παραπάνω, ίσως “αίρεσις βίου”. Δεν μιλώ για κάποια “στράτευση” σε μια πολιτική ή βιολογική ενότητα αλλά για την ψυχική ταυτότητα που με δένει με μια κοινότητα ανθρώπων και βρίσκεται σε σχέση διαρκούς εγρήγορσης με όσα αυτοί σκέφτηκαν, αισθάνθηκαν, δημιούργησαν, έπαθαν. Η γραφή γίνεται έτσι ρούχο για να ντύσω τη γύμνια της κοινής μας απελπισίας, πέπλο για να τυλίξω και να ξανακερδίσω κάτι οριστικά χαμένο.» Θα υποστηρίξει μιλώντας στο Liberal.gr για τις προσωπικές, λογοτεχνικές του εμμονές.</p>
<p>Αλλά και για τα μυστικά της γραφής θα μας μιλήσει. Τις μεγάλες λογοτεχνικές του αγάπες, την αρχή των ιστοριών του, για τον σπόρο εκείνο «που φέρνει ο αγέρας και πέφτει σ’ ένα μέρος του νου που είναι γεμάτος αγκάθια», «για κείνη την υγρασία που δίνει νόημα στην ύπαρξη, που κάνει να θαμπώνει το κρύσταλλο της στιγμής από το ζεστό χνώτο των συναισθημάτων, από τη θολή άχνα των προκαταλήψεων και των εμμονών μου», διότι για το Κώστα Χατζηαντωνίου, αρκεί να βρει την αρχή.</p>
<p>Το τέλος το αφήνει να έρθει και υποτάσσεται.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα</strong></h5>
<p>&#8211; Κύριε Χατζηαντωνίου, υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;</p>
<p>Οι δικοί μου φόβοι για τη λειτουργία της γραφής δεν πηγάζουν τόσο από την ανάγκη ενός “ιερού” χώρου, όπου το γραφείο υπέχει τη θέση βωμού ή ενός ευμενούς χρόνου (που είναι πάντα απαραίτητο πρόσχημα), όσο από τη δυνατότητα της φαντασίας μου να ξεπερνά την ακαμψία ενός χώρου και να με επανασυνδέει με κάποιον σκοπό, την ώρα που ο νους αλλά και η φυσική μου ροπή προς την απραξία με χωρίζει απ’ αυτόν.</p>
<p>Για τούτο, η αντίληψή μου για τον χώρο δεν μπορεί να αποκοπεί από την αντίληψή μου για τον χρόνο. Η γραφή όμως, που έτυχε να γίνει η κατ’ εξοχήν πράξη μου, είναι αδιαχώριστη (συνεργούντος φυσικά του ψυχισμού μου) από έναν σπιτικό τρόπο ζωής που ντύνουν ανταύγειες σιωπής, θαλπωρής και αγάπης.</p>
<p>Είναι αδύνατον συνεπώς να γράψω σε εξωτερικό χώρο ή με προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα. Θέλω να βγάζω τη γλώσσα στον χρόνο, άλλοτε με σπονδές στο τίποτα (τι ανοησία –συγνώμη– εκείνο το «ούτε μια μέρα χωρίς μια γραμμή») και άλλοτε γράφοντας χωρίς παύση, πέρα από τη φρικτή γερμανική εφεύρεση του ρολογιού, ενός συμβόλου θανάτου, που διαδέχθηκε τον πολιτισμό ο οποίος εκτιμούσε την ώρα βάσει της σκιάς – με όλα όσα σημαίνει αυτή η λέξη.</p>
<p>&#8211; Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;</p>
<p>Όλα αρχίζουν με κάποιον σπόρο που φέρνει ο αγέρας και πέφτει σ’ ένα μέρος του νου που είναι γεμάτος αγκάθια. Αν δω πως από αυτόν τον σπόρο, που τον λέω ιδέα, αρχίζει να βγαίνει ένα μικρό βλαστάρι (πώς και γιατί μη με ρωτήσετε), παίρνω ευθύς την απόφαση να φτιάξω το υγρό εκείνο περιβάλλον, το απαραίτητο για να αναπτυχθεί μια νέα ζωή. Δεν είναι μια φράση ή μια εικόνα.</p>
<p>Μιλώ για κείνη την υγρασία που δίνει νόημα στην ύπαρξη, που κάνει να θαμπώνει το κρύσταλλο της στιγμής από το ζεστό χνώτο των συναισθημάτων, από τη θολή άχνα των προκαταλήψεων και των εμμονών μου που με οδηγούν στην εκλογή του θέματος. Αρκεί λοιπόν να βρω την αρχή. Όσο για το τέλος δεν θέλω ποτέ να το φαντάζομαι. Το αφήνω να έρθει και υποτάσσομαι.</p>
<p>&#8211; Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο;</p>
<p>Δεν μπορώ να πω αν είναι παράξενο ή αλλόκοτο, αλλά θυμάμαι πάντα πώς γράφτηκε στο μακρινό πια 1994, όχι ένα λογοτεχνικό βιβλίο μα η ιστορική μελέτη μου για τη μικρασιατική εκστρατεία. Ήμουν 29 χρονών και για εβδομάδες δούλευα μέχρι πρωίας πυρετικά με μάτια κόκκινα, κι όχι μόνο από το ξενύχτι, πάνω από ένα μεγάλο τραπέζι όπου ήταν απλωμένοι επιτελικοί χάρτες, βιώνοντας κάθε λέξη που έγραφα.</p>
<p>Με εκείνο το βιβλίο νομίζω πως έγινα συγγραφέας. Συνειδητοποίησα δηλαδή ότι αισθανόμενος με τόση ένταση όσα διάβαζα και όσα έγραφα δεν θα γίνω ακαδημαϊκός ιστορικός. Το δίλημμα επιστήμη ή τέχνη λύθηκε μεμιάς.</p>
<p>&#8211; Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;</p>
<p>Ναι, βέβαια. Εκείνο το σολωμικό «Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της», νομίζω πως είναι εμμονή και κάτι παραπάνω, ίσως «αίρεσις βίου». Δεν μιλώ για κάποια «στράτευση» σε μια πολιτική ή βιολογική ενότητα αλλά για την ψυχική ταυτότητα που με δένει με μια κοινότητα ανθρώπων και βρίσκεται σε σχέση διαρκούς εγρήγορσης με όσα αυτοί σκέφτηκαν, αισθάνθηκαν, δημιούργησαν, έπαθαν.</p>
<p>Η γραφή γίνεται έτσι ρούχο για να ντύσω τη γύμνια της κοινής μας απελπισίας, πέπλο για να τυλίξω και να ξανακερδίσω κάτι οριστικά χαμένο. Εξηγούμαι όμως: δεν με κινεί η αναπόληση και η αφοσίωση στις ωραίες νεανικές ημέρες του πολιτισμού μας, ούτε η πνευματική υπόκλιση σε νεκρές πλέον μορφές. Γι’ αυτό και αναζητώ πάντα τρόπους έκφρασης, προσχήματα ή τεχνικές, πέρα από τα τυπικά είδη και τα γλωσσικά συρματοπλέγματα.</p>
<p>&#8211; Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας;</p>
<p>Κάτι κρυμμένο. Κάτι ερειπωμένο που κρύβει ζωή. Αποστρέφομαι τα χρήσιμα, θέλω να μιλώ μόνο για όσα αγαπώ. Αποφεύγω τα δεσμά της επιστημονικής μεθόδου και τις δήθεν εγγυήσεις που ο αναγνώστης λαμβάνει από αυτήν αλλά και το παραλήρημα της αυθαίρετης σκέψης που απλώς εκτονώνει.</p>
<p>Μια ιστορία που να τη γεννά η αγρύπνια για ένα νόημα πέραν του τάφου χωρίς υστεροβουλία για ανταπόδοση. Δεν υποτιμώ την καθημερινή πράξη. Απλώς δεν νιώθω πως έχει σημασία να καταγράφεται αν δεν τη δούμε ως παραβολή. Ίσως γιατί πιστεύω πως κάθε εφήμερο είναι παραβολή.</p>
<p>&#8211; Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ήρωάς σας ή ηρωίδα σας;</p>
<p>Με ελκύει πάντα ο ήρωας που ζει στο ημίφως της ιστορίας, που έχει πάθος για να γνωρίσει τον εαυτό του και προσάγεται, εξαιτίας της σιωπής του Θεού, σε μια δίκη ανεξιχνίαστη, που θα τη χάσει αλλά θα φανερώσει έτσι κάτι σκοτεινό και απειλητικό που αφορά όλους μας.</p>
<p>Θέλω, είτε άντρας είτε γενικά είναι, να έχει κάτι ανεξήγητο και απρόσιτο που δεν μορφοποιείται. Κάτι που υπονοείται πέρα από το αισθητό. Κάτι μοιραίο. Που να κρύβει μια τραγωδία πεπρωμένου και όχι νομοτέλειας. Που να μην περιέχει αστικό δόλο αλλά την απόγνωση μιας ευγένειας. Που όλο να μετανιώνει και όλο ν’ απελπίζεται.</p>
<p>&#8211; Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν ως εσάς με τον πιο αλλόκοτο τρόπο;</p>
<p>Στο τελευταίο μου βιβλίο («Το στέμμα των αυγών», Καστανιώτης 2020) κυριαρχεί η μορφή ενός μοναχού του 13ου αιώνα, από το χειρόγραφο του οποίου ξεκινά μια ολόκληρη ιστορία που πήρε τη μορφή μυθιστορήματος. Δεν έχει τόση σημασία πώς έφτασε το νεοελληνικό αντίγραφο του χειρογράφου στα χέρια μου – ας πούμε πως είναι ένα σύνηθες συγγραφικό τέχνασμα για να ξεμπερδεύουμε.</p>
<p>Από τα ερείπια της μονής των Σωσάνδρων (κοντά στη σημερινή Μαγνησία της Ιωνίας) ωστόσο, ως την Παλιά Κοκκινιά, υπάρχει ένα νήμα ανθρώπων που ακόμη δεν έχει ξετυλιχτεί ως το τέλος. Εκκρεμεί άλλο ένα ταξίδι μου, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, στην Ιωνία.</p>
<p>&#8211; Το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας εντυπωσίασε;</p>
<p>«Από το αγόρι των πέντε χρόνων ως σήμερα ένα βήμα. Από το νεογέννητο ως το πεντάχρονο παιδί η απόσταση είναι τρομακτική», είπε κάποτε ο Τολστόι. Δυστυχώς πριν από τα πέντε χρόνια ανάγνωση δεν υπάρχει, ώστε να μπορώ να απαντήσω. Ας ανοίξουμε λοιπόν το διάστημα λίγο περισσότερο – αν και δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν η καθοριστική επιρροή είναι αυτή των πρώτων τυχαίων διαβασμάτων μας, ή αυτή όσων επιλέγει συνειδητά σε ώριμη ηλικία η ψυχή μας.</p>
<p>Ζητώ από τη μνήμη να με συνδράμει και γυρίζω στο καλοκαίρι του 1976. Είμαι έντεκα χρονών και μετά τα φλογερά βιβλία της Π. Δέλτα, «Τα ελληνικά παραμύθια» (συλλογή Γ. Μέγα) και τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» του Τερζάκη, ανακάλυπτα (να ο λόγος της αναφοράς του τολστοϊκού αφορισμού πιο πάνω) τον Πόλεμο και την Ειρήνη (κυριολεκτικά) μέσα από το περίφημο έργο του Λέοντος Τολστόι. Μια μύηση στο έπος και συγχρόνως (τι παράξενο) στη σιωπή.</p>
<p>&#8211; Υπάρχει βιβλίο που μπορείτε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή ή βιβλίο στο οποίο συχνά επιστρέφετε;</p>
<p>Δεν μπορώ να θυμηθώ ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Έχω την εντύπωση πως προηγείται κάποιος εσωτερικός χαλασμός, νιώθουμε πως τρίζουν τα βάθρα του κόσμου μας και τότε, αναζητώντας κάπου να πιαστούμε, ανακαλύπτουμε τα βιβλία στα οποία έκτοτε διαρκώς επιστρέφουμε (ναι, αυτό συμβαίνει) για να κρυφτούμε ή να βγούμε πάλι στο φως.</p>
<p>Είναι η ώρα τότε να ανοίξουν πάλι, άλλοτε οι σελίδες του Ντοστογιέφσκι και της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών κι άλλοτε οι σελίδες του απεγνωσμένου Σιοράν. Πότε η ποίηση του Γ. Σεφέρη και πότε οι τόμοι παλαιών περιοδικών – φόρος τιμής στους ποιητές «άδοξοι που ’ναι».</p>
<p>&#8211; Αγαπημένοι σας συγγραφείς και ποιητές;</p>
<p>Έχει ήδη, νομίζω, προδιαγραφεί ο αναγνωστικός μου κόσμος. Ας δώσω όμως ένα σχήμα, σχήμα αγάπης, όπως διατυπώνεται στην ερώτηση και όχι φυσικά με αξιώσεις «κανόνα». Εν αρχή ο κόσμος του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού κι οι λυρικοί της γενιάς του Τριάντα (Τερζάκης, Μυριβήλης), μα και ο Δραγούμης κι ο Καζαντζάκης.</p>
<p>Στην ποίηση ο δρόμος που βγάζει από τον Σολωμό και τον Παλαμά στον Σεφέρη. Κι ύστερα το μεγάλο ταξίδι με τους κλασικούς: Στη Ρωσία με τον Φ. Ντοστογιέφσκι, στη Γαλλία με τον Ρομαίν Ρολλάν, στην Αγγλία με τον Τ.Σ. Έλιοτ, στην Ιταλία με τον Λ. Πιραντέλο, στη Γερμανία με τον Φρ. Σίλλερ, στην Ισπανία με τον Θερβάντες.</p>
<p>&#8211; Κατά την διαδικασία της συγγραφής, ακούτε μουσική, έχετε ανάγκη από απόλυτη σιωπή, διαβάζετε άλλα βιβλία ή ποιητές, καταφεύγετε σε εικαστικά έργα;</p>
<p>Υπάρχουν δύο στάδια συγγραφής. Στο πρώτο, των σημειώσεων και της «σκαλωσιάς» της οικοδομής, όπως οι μαστόροι που τραγουδάνε ή χαίρονται ν’ ακούν απ’ το μικρό τρανζίστορ μουσική καθώς καρφώνουν ξύλα/ λέξεις (να διαβάζουν εκείνη την ώρα λίγο δύσκολο), μπορώ να συμπορεύομαι με ήχους, χρώματα, φράσεις που έρχονται από τον έξω κόσμο.</p>
<p>Το μουσικό ύφος εξαρτάται από το κείμενο, συνήθως προτιμώ andante. Στο δεύτερο που το σχήμα παίρνει μορφή και συχνά σταματώ για να κάνω κύκλους γύρω από μια παράγραφο, θέλω απόλυτη σιωπή. Το σώμα μου θέλω να είναι εκεί που είναι η ψυχή μου.</p>
<p>&#8211; Να αναφερθούμε σε εκείνο που γράφετε σήμερα;</p>
<p>Δεν είμαι έτοιμος να δώσω λεπτομέρειες. Δεν ξέρω ακόμη, ακριβώς, ποιο σχήμα θα πάρει η ιδέα που έχω για μια οικογένεια του απόδημου ελληνισμού που συμμετείχε ισότιμα στον κόσμο του 19ου αιώνα χωρίς να χάνει την ταυτότητά της και θα φτάνει ως τις ημέρες μας, εντελώς «διαφορετική» πια.</p>
<p>Ένα βιβλίο με εκτεταμένες εικαστικές αναφορές, κάτι δύσκολο, που δεν έχω επιχειρήσει ως τώρα, και που δεν θα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά μια ακόμη οικοδομή πάνω στη γέφυρα που ενώνει ιστορία και λογοτεχνία. Ελπίζω η γέφυρα αυτή να αντέξει. Ξέρετε, είναι μια γέφυρα που δεν αντέχει ούτε τη βαρύτητα ούτε την ελαφρότητα. Και το κενό παραμονεύει.<br />
.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΜΟΙΡΑ</strong></h5>
<p>Η Αυγή 22/8/2021</p>
<p>Τότε, στο Βυζάντιο</p>
<p>Ένας ευφάνταστος τίτλος, τριακόσιες εβδομήντα τρείς σελίδες πυκνών ιστορικών γεγονότων, μια ταραγμένη σκοτεινή εποχή συνεχών πολεμικών συγκρούσεων, μετακινήσεων πληθυσμών και εδαφικών διεκδικήσεων κατά την οποία η Βασιλεύουσα, η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους, έχει αλωθεί και καταστραφεί από τους Φράγκους, Γενουάτες και Βενετσιάνους σταυροφόρους. Ηγεμονεύεται από τους Λατίνους, παρακμάζει και κυκλώνεται από βαρβαρικά στίφη, ενώ οι πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές βλέψεις του Πάπα και των ευρωπαϊκών βασιλικών οίκων και οι δογματικές θρησκειολογικές αιτιάσεις και αντιθέσεις, κάνουν το σχίσμα των δύο εκκλησιών αγεφύρωτο και το τραύμα των έκπτωτων Ορθοδόξων Βασιλέων βαθύ και ανεπούλωτο.<br />
Μια πολυσυλλεκτική πυρετική καταγραφή των κρίσιμων γεγονότων του 13ου αιώνα, του πρόωρου τέλους του βασιλέα Θεόδωρου Β’ Λασκάρεως, αλλά και όσων ακολούθησαν του θανάτου του από τον ιερομόναχο Ευψύχιο, ο οποίος μετά από μια σύντομη στρατιωτική καριέρα αποσύρεται στη Μονή Σωσάνδρων, στις όχθες του Έρμου ποταμού στις πλαγιές του όρους Σιπύλου της Ιωνίας, όπου αναδεικνύεται σε βαθύ γνώστη των πεπραγμένων της εποχής και έμπιστο συνομιλητή των βασιλέων. Μια μεταγραφή στην νεοελληνική γλώσσα του βυζαντινού αυτού χειρογράφου, που θα βρεθεί στα χέρια του νεκρού από σφαίρα διδάσκαλου Φίλωνα Καπετανίδη στο χώρο της ερειπωμένης μονής και θα διασωθεί το 1922 από τον φίλο του λοχαγό Αναγνώστου κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Αυτό το σημαντικό κειμήλιο των έξη τετραδίων θα παραδοθεί ενενήντα χρόνια αργότερα από μια γηραιά κληρονόμο του διδασκάλου στον συγγραφέα ως παρακαταθήκη και θα αποτελέσει το λογοτεχνικό έναυσμα και την απαρχή για την συγγραφή του ενδιαφέροντος αυτού ιστορικού μυθιστορήματος με την υποβλητική ιλιγγιώδη πλοκή και την μυστηριακή δραματική ατμόσφαιρα.<br />
Ένας βυζαντινός κώδικας, ενταφιασμένος στα ερείπια της μονής μαζί με το ωοφόρο στέμμα της Αυγούστας Ειρήνης (το στέμμα των αυγών, απόδειξη συνέχειας των νόμιμων διεκδικητών του θρόνου της Βασιλεύουσας) αποτελούμενος από έξη εδάφια, τα οποία συγγράφονται κατά την διάρκεια έξη νυχτών (από την 20ή έως την 26ή Αυγούστου του 1258), αποτυπώνουν την κρίσιμη αυτή περίοδο. Αφηγούνται ενδελεχώς τα έργα και τις ημέρες θεόπνευστων εκπατρισμένων βασιλέων, με σθένος, ψυχικά χαρίσματα και αρχηγικό όραμα: του χαλκέντερου Θεόδωρου Α’ Λάσκαρη, του νικηφόρου Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη και του γιου του Θεόδωρου Β’, του βασιλιά-φιλοσόφου με την εύθραυστη κλονισμένη υγεία «που ονειρεύτηκε την ευτυχία του λαού του και εργάστηκε με σώμα ασθενικό γι’ αυτήν», οι οποίοι αναλαμβάνουν να αποκαταστήσουν το κλέος της έκπτωτης βασιλείας εγκαθιδρύοντας την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και μετατρέποντας την πολιτεία της Ιωνίας σε ακμάζουσα κοιτίδα του ελληνικού πνεύματος. Επιχειρούν με συνεχείς μάχες και αλλεπάλληλες εκστρατείες να επιτύχουν την προσάρτηση των απολεσθέντων εδαφών και την προστασία και την ευημερία των ορθοδόξων χριστιανικών πληθυσμών με τελικό στόχο και ύψιστο ιερό καθήκον την πολιορκία της Πόλης και την ανάκτηση της βυζαντινής επικράτειας από τους Λατίνους.<br />
Ο συγγραφέας αποπειράται να υποτυπώσει έναν κόσμο σε διαρκή αναβρασμό και συνεχή κινητικότητα, αναλαμβάνοντας ένα σύνθετο και δύσκολο εγχείρημα που κείται ανάμεσα στο χρονικό, την μαρτυρία, την ιστορική πραγματεία και την μυθιστορία. Ανασκάπτει με σεβασμό πολιτισμικά κοιτάσματα και ψηλαφεί με ανυπόκριτη συγκίνηση ιστορικά αποτυπώματα, ανασύροντας από την λήθη των αιώνων μια σημαντική χρονική στιγμή στην ιστορία του Βυζαντίου. Ανατρέχοντας σε πηγές και αρχεία με αξιοσημείωτο ζήλο και μεθοδολογική συνέπεια, επεξεργάζεται και αποτιμά με ευρύ φιλέρευνο πνεύμα και αποτελεσματικότητα ένα πολυειδές και πολυσυλλεκτικό υλικό. Στο επίκεντρο της αφήγησης ο διακαής πόθος της ανάκτησης της Πόλης και η παράδοση της ηγεμονίας του Βυζαντίου στους εξόριστους άρχοντες Ρωμαίων και Ελλήνων που αποτελεί μείζον διακύβευμα της εποχής και εκ παραλλήλου η αναγέννηση των ελληνικών ιδεωδών της επιστήμης και του φιλοσοφικού στοχασμού, της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης, της σύνεσης και της αρετής.<br />
Την συγκεκριμένη δύστηνο χρονική περίοδο στη σκακιέρα της Ανατολής αλλά και της Δύσης συναντώνται και διασταυρώνουν τα ξίφη τους Φράγκοι, Τουρκομάνοι, Μογγόλοι, Σελτζούκοι, Βούλγαροι, Ρωμαίοι, Γραικοί. Εκστρατεύουν, συνωμοτούν και στασιάζουν αιμοχαρείς σατράπες στην Ασία, άπληστοι δεσπότες στην Ήπειρο, ανηλεείς αποστάτες στην Μακεδονία αλλά και φιλόδοξοι διεκδικητές του θρόνου. Τα εδάφη και οι καστροπολιτείες στην Βιθυνία, στην Ιωνία, στο Ικόνιο, στην Θράκη στην Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Ρόδο αλλάζουν διαδοχικά ηγεμόνες και συμμάχους. Οι στρατηγικές αναγκαστικές ειρηνεύσεις επιτυγχάνονται με χρήσιμες επιγαμίες και οι βασιλικές σύνευνες-σύζυγοι, από αρχοντικές οικογένειες, πολλές φορές σχεδόν παιδιά, διαδέχονται η μια την άλλη συμβάλλοντας στην διατήρηση των εύθραυστων ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή. Οι παροδικές ανακωχές όμως και οι συνθηκολογήσεις καταλύονται η μία μετά την άλλη με την αλλαγή προσώπων και ρόλων δίνοντας την θέση τους σε νέες καταστροφικές εκστρατείες με εκατόμβες νεκρών και νέες πολιορκίες πόλεων.<br />
Η γλώσσα του μυθιστορήματος αποτελεί ένα ιδιότυπο γοητευτικό αμάλγαμα με πλήθος λόγιων, δημωδών, αρχαϊκών και λατινογενών λέξεων, άγνωστων στον αναγνώστη αλλά με αναγνωρίσιμο νόημα. Ένας χειμαρρώδης καταιγισμός κοσμικών, στρατιωτικών και εκκλησιαστικών όρων, κατορθώνει να ανακαλέσει την υποβλητική, δραματική, απόκοσμη και ασπαίρουσα συνθήκη της εποχής. Να εξεικονίσει με πανοραματική λογοτεχνική στρατηγική, πόλεις και τοπία, κάστρα και τάφρους, άρχοντες και λαό, σπίτια και ανάκτορα, σκηνές μάχης και στρατιωτικούς σχηματισμούς, όπλα της εποχής, όπως το «υγρόν πυρ» και πολιορκητικούς μηχανισμούς, σύμβολα εξουσίας, πανοπλίες και πορφυρά βασιλικά ενδύματα, επινίκιες μεγαλοπρεπείς τελετές, ευφρόσυνες θρησκευτικές λιτανείες, υπέρλαμπρες κοσμοβριθείς στέψεις ηγεμόνων. Έναν κόσμο αχνό, αμυδρά φωτισμένο, χαμένο στις σκιές της λήθης.<br />
Σήμερα στις πλαγιές του όρους Σιπύλου στην Μαγνησία στα γαληνεμένα ερείπια του μοναστηριού του Σωτήρος Χριστού των Σωσάνδρων, εκεί που ο ήλιος απλώνει κάθε δειλινό τα δαμασκηνά του υφάσματα, ίσως βρίσκεται ενταφιασμένο ένα «ωάτον στέμμα» και το βυζαντινό χειρόγραφο του μοναχού Ευψύχιου. Μυστική απόδειξη της αδήριτης ανάγκης του συγγραφέα του να ζήσει ταπεινά και στοχαστικά και να περιγράψει προς χάριν μας ό,τι είδε. «Μιλώντας με την ρίζα και το σύννεφο πριν τελειωθεί εν ειρήνη».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</strong></h5>
<p>diastixo.gr 30/6/2021</p>
<p>Ο συγγραφέας Κώστας Χατζηαντωνίου είχε την τύχη να επιλεγεί, έπειτα από σχεδόν 100 χρόνια, ως ο εκλεκτός να παραλάβει ένα βυζαντινό χειρόγραφο, το οποίο βρέθηκε στα ερείπια της Μονής Σωσάνδρων μετά τη μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο τρόπος που το χειρόγραφο αυτό σώθηκε είναι μυθιστορηματικός και θα μπορούσε να θεωρηθεί επινόηση του συγγραφέα, καθώς και ο δάσκαλος Φίλων Καπετανίδης που το μετέγραψε, ο λοχαγός Αναγνώστου που μεσολάβησε, η αδελφή και μια μικρανιψιά του Καπετανίδη που το παρέδωσε στον συγγραφέα.</p>
<p>Το χειρόγραφο περιέχει δραματικές στιγμές της άλωσης της Πόλης από τους Φράγκους το 1204, καθώς και γεγονότα και πρόσωπα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας του 13ου αιώνα, με σαφείς αναφορές στη μελλοντική γέννηση της εθνικής συνείδησης, όταν οι Βυζαντινοί-Ρωμαίοι μάχονταν εναντίον Ανατολής και Δύσης να διασώσουν την ελευθερία τους και να ανασυστήσουν την «Βασίλειον αρχή». Πρόκειται για αντίγραφο χαμένου πρωτοτύπου, γραμμένο στην ελληνική δημοτική, με ενσωματωμένες φράσεις των: Νικήτα Χωνιάτη, Γεωργίου Ακροπολίτη, Θεοδώρου Β’ Λασκάρεως, επιστολή του βασιλέα Ιωάννη Βατάτζη προς τον πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Θ’ και του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’ προς Βατάτζη. Η επταετής έρευνα του συγγραφέα πάνω στο θέμα της ιστορικής αλήθειας ή της μυθοπλασίας δεν απέδωσε καρπούς.</p>
<p>Το έργο αποτελείται από 6 κεφάλαια και 36 υποκεφάλαια (εμμονικός ο Ευψύχιος με τους αριθμούς του Πυθαγόρα), το κάθε κεφάλαιο αναφέρεται σε 6 νύχτες, από τις 21 έως τις 26 Αυγούστου, που απλώνονται σε 366 σελίδες. Ο μοναχός Ευψύχιος αρχίζει στη συγγραφή στη Μονή των Σωσάνδρων επί του όρους Σιπύλου «την εικοστή του μηνός Αυγούστου, χίλια διακόσια πενήντα οκτώ από την του Λόγου ενανθρώπιση και έξι χιλιάδες επτακόσια εξήντα έξι από κτίσεως κόσμου». Η αφήγηση αρχίζει με το πένθος «για τον θάνατο του βασιλέως Θεοδώρου Β’ Λασκάρεως», ενώ η ώρα του μοναχού πλησιάζει και προβλέπει ότι «η επίγεια πολιτεία του Παλαιού Ημερών οσημέραι καταποντίζεται». Τα προμηνύματα είναι κακά• «μούρτζουφλοι αστροφένακες και αόμματες γριές μαύρο αίμα θωρούν και συμφορές προμαντεύουν». Ο τόπος της Ιωνίας είναι φωτεινός και όταν ο Ευψύχιος μπαίνει στην «κάμαρα του άλλου χρόνου», την κηροφώτιστη, βλέπει εκείνους που έζησαν κάποτε εδώ. Η πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους, με φωνές και θρήνους αιμοτοχαρισμένους που βαριανασαίνουν… και έτσι συνεχίζει την αφήγησή του: «έζησα ό,τι γράφω και γράφω ό,τι έζησα», πράγμα που αποδεικνύεται από τις ιστορικές πληροφορίες που εντέχνως διαπλέκονται με το πλήθος των αυτοβιογραφικών, εξομολογητικών στοιχείων και τα αποστάγματα προσωπικού στοχασμού, όπως: «Τα ανθρώπινα δεν είναι αιώνια, το ξέρω, δεν είμαι δα άμοιρος παιδείας», «Μέσα στη γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω… η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση», «Άλυτο πρόβλημα η νομιμότητα και θα το έλυνε η δύναμη και η τύχη». Και αυτό ακριβώς είναι ίσως το πιο δραματικό για κείνον που αφηγείται όχι από την απόσταση από τα γεγονότα που του παρέχει ο χρόνος, αλλά έχοντας βιώσει τα γεγονότα, όταν «θέριζε κορμιά ο Χάρος, λιάνιζε τα βάνδα ο Σελτσούκος». Και η ιστορία επαναλαμβάνεται αφού «η πίστη και η δικαιοσύνη πάντα στρατολογούν λαό»• φρίκη στις κλεισούρες του Τζυβρίτζη, ήττα του Μανουήλ, μαρτύριο του Ανδρόνικου, θάνατος τόσων στρατιωτών.</p>
<p>Ο σύγχρονος αναγνώστης παρά τα όσα έχει διδαχτεί, ανατριχιάζει με αυτά που επιστρατεύονται για να επιβιώσει μια χώρα, ένα βασίλειο ή μια αυτοκρατορία. Οι συμφορές αμέτρητες και το παλιό χειρόγραφο σηκώνει τη σκόνη του καιρού για να φέρει στο παρόν τη μεγάλη άλωση και την προέκτασή της στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Η ιστορία διδάσκει και φωτίζει, αλλά κανείς δεν ακούει τα μηνύματα των καιρών, οι ιθύνοντες κωφεύουν. Τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται. Οι ίδιοι εχθροί αλλιώς ντυμένοι τα ίδια θα κάνουν στους ίδιους τόπους, γιατί οι τόποι διδάσκουν και κρίνουν, αλλά οι άνθρωποι δεν διδάσκονται.</p>
<p>Το χειρόγραφο γράφεται με λέξεις ξυπνημένες από βαθύ λήθαργο, λατινικό, βυζαντινό, για να αποδώσουν τη δική τους δύναμη, τη δική του «ποντεστά» και όχι την αφυδατωμένη στα επιστημονικά βιβλία. Λέξεις που αστράφτουν από τον στολισμό του βασιλέα –τα χρυσά σκαραμάγγια, το διβητήσιο, τα καμπότουβα, τα πορφυρά καμπάγια– αλλά και του αλόγου του, των συνεργατών του. Λέξεις λαμπερές και κούφιες – η μεγαλοπρέπεια δεν θα εμποδίσει τον θάνατο κι ας επευφημούσε ο λαός: «Καλώς όρισες, Θεόδωρε, χαίρε, άναξ καλλίνικε», σαν για να ξορκίσει τη συμφορά που ερχόταν.</p>
<p>Οι αναγνώστες από το μέλλον, εμείς, το ξέρουμε πλέον και η Ιστορία το έχει καταγράψει, ο λαός ελπίζει, ενώ ο βασιλέας από μέσα του τρέμει για το φριχτό επερχόμενο που θα το πληρώσει με κάθε ίνα του σώματός του. Συγκλονίζουν οι περιγραφές των μαχών, οι κραυγές των τραυματιών, το χυμένο αίμα. Μάταια όλα. Δεν ωφελούν οι αγορασμένες συμμαχίες, τα πολιτικά συνοικέσια, οι κατ’ ανάγκην φιλίες, οι δολοπλοκίες, οι δολοφονίες, οι επιθανάτιοι σπασμοί. Τίποτα δεν θα εμποδίσει τον θάνατο της αυτοκρατορίας, που έχει ήδη συμβεί πριν τον επικυρώσει η Ιστορία, όπως όλα δείχνουν και όπως ο Ευψύχιος, αγγίζοντας με τα δάχτυλά του τη σάρκα των πραγμάτων, μας βεβαιώνει: Όλα τα ανθρώπινα σε θάνατο καταλήγουν.</p>
<p>Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, βαθύς γνώστης του είδους, επιτυγχάνει στην αναπαραγωγή του λόγου του χειρογράφου στη δική του γραφή μεταφέροντας την εποχή, το κλίμα και τη συγκίνηση, που αβίαστα ρέει από τα ιστορήματα, στον αναγνώστη του. Θα έλεγα με σιγουριά μάλιστα ότι πολλές φορές ενσαρκώνεται τον Ευψύχιο, ώστε ο ένας να είναι η διαφάνεια του άλλου. Γιατί: «Ο Συγγραφέας συζεί με τον ήρωα που επινοεί και φωτίζει με τη δική του γλώσσα τα κοινά αδιέξοδα των κόσμων που κατοικούν, χωρίς να επιθυμεί να παραπλανήσει πέρα από τον εαυτό του κανέναν άλλον, υποστηρίζοντας πως η ιστορία όπως και η βασιλεία όσο ενώνουν τόσο χωρίζουν».</p>
<p>Η Ιστορία είναι αυτή που είναι, γιατί όσο και αν δεν μπορούσε (;) ο Χατζηαντωνίου να διασταυρώσει τα ιστορημένα, την ουσία την παραδίδει στο ιστορικό μυθιστόρημα που η τύχη τον έχρισε μεσάζοντα και φορέα της ιστορικής μνήμης, των παθών ενός μεγαλοπρεπούς κόσμου, προορισμένου να χαθεί και να καταποντιστεί, γιατί «ενώ θα χαθεί στην καταχνιά ο Φράγκος, θα ξεπροβάλει στα σημάδια του ο Τούρκος».</p>
<p>Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο σεμνός Ευψύχιος, Καπετανίδης/Χατζηαντωνίου, μας θυμίζει τον Ιωάννη της Πάτμου, τα παλιά βιβλία που έγραφαν θεόπνευστοι άνθρωποι, άγιοι, οραματιστές, συναξαριστές, μάγοι, μάντεις και εξορκιστές που διάβαζαν τις γραφές, τον ουρανό και τα άστρα. Γιατί εκεί ψηλά είναι γραμμένα όλα και ο κομήτης που εμφανίστηκε λίγες μέρες μετά την έκλειψη ηλίου στον Αστερισμό του Καρκίνου, εκείνα τα δύσκολα χρόνια, κουβαλούσε στην ουρά του θανατικό…</p>
<p>Ο σημερινός αναγνώστης οφείλει πολλών το χέρι να φιλήσει. Του μοναχού Ευψύχιου, του δάσκαλου Φίλωνα Καπετανίδη, της αδελφής και της ανιψιάς του Καπετανίδη και του λοχαγού Αναγνώστου. Τέλος, οφείλουμε ευχαριστίες καιko xatziantoniou πολλά συγχαρητήρια στον Κώστα Χατζηαντωνίου «διά την αντιγραφήν», όπως έγραφε και ο Παπαδιαμάντης στα δικά του γραπτά!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Fractal 27/4/2021</p>
<p>Αφήγηση μέσα στην αφήγηση μέσα στην αφήγηση</p>
<p>Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, εκτός από βραβευμένος πεζογράφος είναι και βαθύς γνώστης της ελληνικής Ιστορίας σε όλη την μακρά διαχρονία της. Ακόμα και η ιδιόλεκτός του αρύει τα νάματά της από όλες τις μακραίωνες φάσης διαμόρφωσης της πλούσιας ελληνικής γλώσσας μας.</p>
<p>Σε αυτό το μυθιστόρημα, προϊόν μυθοπλασίας, αλλά και επισταμένης εξειδικευμένης έρευνας και μελέτης, ξεναγεί τον έκθαμβο αναγνώστη σε μια άγνωστη σχετικά πτυχή της αργής αλλά σταθερής παρακμής του Βυζαντίου πριν αλωθεί τελικώς η Κωνσταντινούπολη.</p>
<p>Είμαστε στο σωτήριον έτος (ευφημισμός) 1258 και η διήγηση κρατάει μόνον έξι ημέρες, από τις 20 Αυγούστου έως και τις 26 Αυγούστου. Αφήγηση μέσα στην αφήγηση μέσα στην αφήγηση. Τρία παράλληλα επίπεδα. Ο λόγος του αρχικού διασκευαστή-μεταγραφέα (1922), ο λόγος του ταχυδρόμου-μεσολαβητή που παρέλαβε το χειρόγραφο από τον νεκρό πια συν-γραφέα και έγινε ο κομιστής του μέχρι «μερικά χρόνια αργότερα, στην Αθήνα πια», όπου το παρέδωσε στην αδελφή του θανόντα δασκάλου με ιστορικά ενδιαφέροντα, η οποία το παρέδωσε το 2012 στην περσόνα του Κώστα Χατζηαντωνίου που μιλάει στον πρόλογο και ο οποίος υποτίθεται ότι απλώς το επεξεργάστηκε και το ταξινόμησε χωρίζοντας το έξη κεφάλαια-«νύχτες» με έξι υποκεφάλαια, σύνολον 36.</p>
<p>Πυθαγόρεια αριθμοσοφία, νεοπλατωνισμός, μυστικισμός, αλχημεία, ιστοριογραφία, συνδυάζονται με έναν αριστοτεχνικό τρόπο βγάζοντας τον επαρκή αναγνώστη από την συνήθη απομάγευσή του.</p>
<p>Πρόκειται για μια τίμια ιστορική έρευνα που ντύθηκε τα επτά μυθοπλαστικά πέπλα της Σαλώμης-Ίσιδας προκειμένου να αγγίξει τα βαθιά επίπεδα του συλλογικού ασυνείδητου και να μας χαρίσει ατομική αισθητική ηδονή.</p>
<p>Η βυζαντινή εικονογραφία αντανακλά και στη δομή και στην αισθητική και στην δεξιοτεχνική τεχνοτροπία με την οποία χτίστηκε αυτό το πολυεπίπεδο αφήγημα. Η έκταση κερδίζει υπερκεράζοντας το βάθος των συνήθων ψυχογραφικών και αυτοψυχαναλυτικών εν πολλοίς μυθοπλασμάτων της σύγχρονης νεοελληνικής αντίληψης για τον μετανεωτερικό «κανόνα» στην λογοτεχνία. Ο λόγος – θαρρώ – που οι επίσημοι κριτικοί στέκονται μάλλον αμήχανοι απέναντι στο έργο του Κώστα Χατζηαντωνίου είναι ακριβώς αυτή η διαφορετική (στην προκειμένη περίπτωση «βυζαντινή») τεχνοτροπία του, που είναι απολύτως προσωπική και φέρει την υπογραφή του δημιουργώντας ένα ύφος απολύτως προσωπικό, που μόνον οι μεγάλοι τεχνίτες της πέννας αξιώνονται.</p>
<p>Θα επανέλθω στο θέμα της πραγματικά πλούσιας, υβριδικής και πολυεπίπεδης γλώσσας που χρησιμοποιεί, θυμίζοντας τον Παπαδιαμάντη που δημιουργεί ένα λόγιο ιδίωμα βασισμένο σε παραδοσιακά στοιχεία. Τα δομικά του στοιχεία είναι ιδιωματισμοί και διάλεκτοι, ντοπιολαλιές και λόγιες εκφράσεις, η βυζαντινή υμνογραφία βεβαίως, όλ’ αυτά όμως εντοιχισμένα σε ένα δικό του γλωσσικό επίτευγμα όπου ακραίες εκφάνσεις της «καθαρεύουσας» ακολουθούνται από το «στο» ή το «στη»¨(κι όχι το «εις τον», «εις την»…), όπου το «χαροπώς» (επίρρημα υποθέτω, στη σελίδα 295) γράφεται με όμικρον (το πρώτο) και όπου εκεί η όποια μετανεωτερικότητα εκδηλώνεται ως ελευθερία έκφρασης, που υπακούει όμως σε πολύ αυστηρά πλαίσια και υπακούει σε δικούς της κανόνες, άγραφους.</p>
<p>Είναι ένα πραγματικό ψηφιδωτό γνώσεων συνδυασμένων με αισθήματα, ιστορικές μεταισθήσεις, αστικούς μύθους, λαϊκούς θρύλους, μαγγανείες και αναφορές σε εξωκοσμικές οντότητες, όπως διυλίζονται μέσα από την προφορική αλλά και την γραπτή παράδοση.</p>
<p>Ό,τι χάνεται σε ρυθμό και ντοστογιεφσκική ενδοσκόπηση κερδίζεται σε εκτενή δράση, πιστή στα μέχρι τώρα γνωστά δεδομένα της έρευνας για την βυζαντινή ιστορία. Ο διδακτισμός συνδυάζεται με τις μακραίωνες αφηγηματικές τεχνικές των «παραμυθάδων» της Ανατολής και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο.</p>
<p>Εν κατακλείδι, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα λογοτεχνικό μυθοπλαστικό επίτευγμα μεταφοράς της βυζαντινής τεχνικής για την αγιογραφία στον πεζό λόγο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (ΛΕΥΚΗ) ΣΑΡΑΝΤΙΝΟΥ</strong></h5>
<p>literature.gr 8/1/2021</p>
<p>Για τον ιστοριοδίφη αναγνώστη</p>
<p>ο νέο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου “Το στέμμα των αυγών” Εκδόσεις Καστανιώτη, μας παραδίδει την αληθινή ιστορία ενός μεταφρασμένου βυζαντινού χειρογράφου. Το ντοκουμέντο αυτό του 13ου αιώνα δεν αποτελεί λογοτεχνικό εφεύρημα του ίδιου του συγγραφέα- μία κίνηση η οποία συνηθίζεται πολλάκις σήμερα στον χώρο της λογοτεχνίας,- αλλά τη μετάφραση ενός αυθεντικού βυζαντινού χειρογράφου το οποίο σώθηκε κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία το 1922.<br />
Στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας μας εξηγεί εν τάχει το περιεχόμενο του χειρογράφου και τον τρόπο με τον οποίο έφτασε αυτό στα χέρια του.</p>
<p>Το χειρόγραφο ανήκε σε έναν λόγιο δάσκαλο από τη Μαγνησία, ο οποίος και φέρεται να το μετέφερε στη νεοελληνική από το πρωτότυπο, το οποίο, όμως, σήμερα είναι χαμένο. Ο συγγραφέας γνώρισε τυχαία κάποια συγγενή εκείνου του δασκάλου στη σημερινή εποχή και αυτή η γυναίκα είχε το χειρόγραφο το οποίο είχε διασωθεί από τον λοχαγό Αναγνώστου το 1922.</p>
<p>Πρόκειται για την προσωπική εξομολόγηση του μοναχού Ευψύχιου από τη Μονή Σωσάνδρων κοντά στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, ο οποίος αφηγείται τα ιστορικά γεγονότα του 13ου αιώνα. Αυτά αφορούν κατά κύριο λόγο την “εξόριστη” αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας ήταν ένα από τα διάδοχα κράτη τα οποία δημιουργήθηκαν στον χώρο που καταλάμβανε η κατακερματισμένη πλέον, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, βυζαντινή αυτοκρατορία. Για την ακρίβεια, ήταν το κράτος το οποίο φιλοξένησε τους έκπτωτους βυζαντινούς αυτοκράτορες, οι οποίοι, μέσω της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, διατήρησαν τη συνέχεια του Βυζαντίου, ενώ, παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη είχε Λατίνο αυτοκράτορα ως το 1261.</p>
<p>Ο Ευψύχιος πιάνει το νήμα της αφήγησης από το τέλος του 12ου αιώνα, από την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών και κατόπιν εξιστορεί την άνοδο των Σελτζούκων Τούρκων και τις Σταυροφορίες για να καταλήξει στο μοιραίο 1024.</p>
<p>Η αφήγησή του όμως δεν σταματά εδώ. Αντιθέτως εξιστορεί και τα γεγονότα του πρώτου μισού του ταραγμένου 13ου αιώνα ως και το 1258, έτος θανάτου του αυτοκράτορα Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη- Βατάτζη με επίκεντρο τη ζωή της δυναστείας στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, εκείνη των Λασκάρεων- Βατάτζηδων.</p>
<p>Πρόκειται για αιώνα ιδιαίτερα ταραχώδη, αφού Λατίνοι, Βυζαντινοί, Γενουάτες, Βενετοί, Μογγόλοι, Βούλγαροι και Σελτζούκοι Τούρκοι ανταγωνίζονται για την κυριαρχία στα εδάφη της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας.</p>
<p>Σε κάποια γεγονότα, τα οποία κρίνονται ως ιδιαιτέρως σημαντικά, ο Ευψύχιος δίνει μεγαλύτερη σημασία μέσω της αφήγησής του, όπως π.χ. στην ανακατάληψη της Ρόδου από τους Βυζαντινούς, στη ζωή της Αυγούστας Ειρήνης Λασκαρίνας, στη σταυροφορία του Λουδοβίκου Θ΄ του Άγιου, στην καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους και σε διάφορα άλλα. Συν τοις άλλοις, ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου αποτελεί η περιγραφή της ίδιας της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, της Νίκαιας.</p>
<p>Η εξιστόρηση γίνεται μέσα σε μόλις έξι νύχτες, τον Αύγουστο του 1258 και η αφήγηση διακόπτεται απότομα όταν οι διάδοχοι του Θεόδωρου Λάσκαρη σφαγιάζονται έπειτα από εντολή του σφετεριστή του θρόνου Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.</p>
<p>Όσο για το μυστηριώδες “στέμμα των αυγών”, αυτό ήταν ένα διάδημα το οποίο είχε δωρίσει στη σύζυγό του Ειρήνη ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης. Πρόκειται για ένα στέμμα το οποίο αναφέρουν οι βυζαντινοί χρονογράφοι. Τα ίχνη του, όμως, χάνονται με την πάροδο των αιώνων.</p>
<p>Όπως και να ‘χει, λοιπόν, είτε το μυστηριώδες αυτό χειρόγραφο είναι αληθινό είτε όχι, η εξιστόρηση των γεγονότων που αφορούν τον 13ο αιώνα είναι και συναρπαστική και πραγματική.</p>
<p>Η γλώσσα είναι νεοελληνική και διατηρεί κάποιους παλιούς τύπους οι οποίοι μαρτυρούν τον λόγιο χαρακτήρα του χειρογράφου και έναν λόγο αντάξιο ενός μοναχού του 13ου αιώνα.</p>
<p>Πρόκειται, επομένως, για ένα ανάγνωσμα το οποίο θα μάθει πολλά στον ιστοριοδίφη αναγνώστη για τον ταραγμένο 13ο αιώνα, την εποχή όπου γεννήθηκε η ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>Το Ποντίκι 7/1/2021</p>
<p>Το χειρόγραφο μιας χαμένης αυτοκρατορίας</p>
<p>Τον Ιανουάριο του 2012, μιας χρονιάς έκπτωσης και βαθιάς παρακμής, η χώρα βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα μιας ακόμα επώδυνης εθνικής χρεοκοπίας, μιας εσωτερικής αυτοκαταστροφικής τραγωδίας, που βιώνεται, ωστόσο, με όρους κοινωνικής γελοιότητας και εκπεσμού. Εκείνον τον Ιανουάριο, ο εκδοτικός οίκος Γόρδιος, που εδρεύει στο ημιυπόγειο ενός πεζόδρομου των Εξαρχείων, εξέδωσε, σε πείσμα των καιρών, και τον τρίτο τόμο της «Ιστορίας της Μικράς Ασίας». Ο έκδοτης Θόδωρος Σωσάνογλου, που λίγο αργότερα θα αποσυρθεί στο χωριό του στο Κιλκίς, κλείνει ένα ραντεβού στον συγγραφέα της τρίτομης ιστορίας με μιαν αναγνώστριά του, απόγονο του δάσκαλου Φίλωνος Καπετανίδη, που χάθηκε από προσώπου γης την Παρασκευή της 26ης Αυγούστου 1922, στο φλεγόμενο μικρασιατικό μέτωπο που σήμανε την αρχή του τέλους της προαιώνιας ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η απόγονος εμπιστεύεται στον συγγραφέα ένα δέμα, που περιείχε σε έξη τετράδια την απόδοση στη νεοελληνική ενός βυζαντινού χειρόγραφου, που είχε ανακαλύψει ο δάσκαλος στα ερείπια της Μονής των Σωσάνδρων. Το χειρόγραφο αυτό το παρέδωσε τη μέρα του θανάτου του σε έναν Έλληνα λοχαγό, που με τη σειρά του το παρέδωσε στην αδελφή του μακαρίτη δασκάλου, η οποία έμενε στην Κοκκινιά.</p>
<p>Εξάρχεια, το πιο κεντρικό σημείο της χώρας, ταυτισμένο με το γενικότερο πνεύμα παρακμής στο αποκορύφωμα της χρεωκοπίας, ένα βυζαντινό χειρόγραφο που παραπέμπει στην παρακμιακή αυτοκρατορία της Νίκαιας, Μικρασιατική Καταστροφή, προσφυγιά, Κοκκινιά, η «Ιστορία της Μικράς Ασίας», ο Φίλωνας Καπετανίδης από το Κιλκίς. Από την πρώτη στιγμή, ο συγγραφέας ενεργοποιεί μνήμες, συμβολισμούς, βάζει μπροστά τις μηχανές του ελληνισμού, ένα απλό ραντεβού στην κουρασμένη καρδιά της χώρας περικλείει ένα μακραίωνο παρελθόν στη δόξα και στην παρακμή του, καθώς οι μνήμες δεν είναι μόνο παρελθόν αλλά και παρών ζωντανός, ολοζώντανος χρόνος, όπου ο μοναχός Ευψύχιος της μονής Σωσάνδρων, ο συγγραφέας του βυζαντινού χειρογράφου, μέσα από τους αιώνες έρχεται στο σήμερα ύστερα από εθνικές περιπέτειες αιώνων και μας διηγείται τις περιπέτειές του, την οικογενειακή του τραγωδία, τη δική μας ιστορία που συνεχίζεται μυστικά μέσα από τον Φίλωνα Καπετανίδη, τον Έλληνα λοχαγό, την αδελφή του Φίλωνα, προσφυγοπούλα στην Κοκκινιά, την ανιψιά της, τον συγγραφέα μας, τους αναγνώστες… Η ιστορία του χειρογράφου γίνεται η δίκη μας ιστορία, της δικής μας οικογένειας, των δικών μας αναμνήσεων, της δικής μας καταγωγής, της εθνικής μας συνείδησης.</p>
<p>Για να μπορέσει να παρακολουθήσει κάποιος το μυθιστόρημα αυτό πρέπει να γνωρίζει ιστορία από την καλή και από την ανάποδη, κυρίως την ιστορία της Μικράς Ασίας, της πανάρχαιης κοιτίδας του ελληνικού πολιτισμού, τη σάρκα εκ της σαρκός του, τον φωτεινό τόπο στα παράλια του οποίου γεννήθηκε ο Όμηρος, η επική και η λυρική ποίηση, εκεί που για πρώτη φορά συντελέστηκε η μεγαλύτερη και συγκλονιστικότερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, αυτή του λόγου και της λογικής, των επιστημών και του ορθολογισμού. Τον τόπο του Θαλή του Μιλήσιου, του Ηράκλειτου του Εφέσιου, του Ηρόδοτου από την Αλικαρνασσό. Πρέπει να νοιώθει το βαθύτατο εκείνο αίσθημα που δεν ξεριζώνεται παρά τις χιλιετίες και μας συνδέει με τους μύθους και θρύλους των ακτών εκείνων όπου η θάλασσα θροΐζει με ονόματα ανεξίτηλα ελληνικά. Εκεί, στη μικρασιατική γη γεννήθηκαν και οι πατέρες της Εκκλησίας, εκεί η κλασσική αρχαιότητα ζυμώθηκε με τον Χριστιανισμό που μίλησε ελληνικά ώς τα πέρατα του κόσμου, εκείνοι οι τόποι έγιναν τα θεμέλια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για αυτό όταν χάθηκε η Μικρά Ασία το Βυζάντιο άρχισε να μετρά χρόνια για την κατάρρευσή του.</p>
<p>Η συγκλονιστική ιστορία των χρόνων της εποχής της Άλωσης της Πόλης το 1204 από τους Σταυροφόρους μέσω του Ευψύχιου, συγγραφέα του βυζαντινού χειρόγραφου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η αρχή ενός αιώνιου δράματος που θα εξέπνεε με την καταστροφή της Μικράς Ασίας όπου ξεριζώνεται βίαια και οριστικά ο ελληνισμός από την πατρογονική του κοιτίδα. Όλα ξεκινούν με την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, το 1204, κορυφώνονται με την Άλωσή της από τους Τούρκους το 1453 και ολοκληρώνεται με τον τραγικό Αύγουστο του 1922. Μέσα σε αυτούς τους αιώνες, σιγά – σιγά, με τον πιο επώδυνο τρόπο, πλάθεται η νεοελληνική συνείδηση, αυτή που θα εδραιωθεί με τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους.</p>
<p>Στο μυθιστόρημα αυτό ο Χατζηαντωνίου φέρνει στο φως μια σημαδιακή στιγμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθόλου ηρωική – το αντίθετο, ξαναζωντανεύει μια περίοδο παρακμής, αναταραχών και μοιραίων ανακατατάξεων, όπου όλα βρίσκονται σε αποδρομή. Στη μυθιστορηματική του διήγηση, που χωρίζεται σε έξη κεφάλαια αντίστοιχων διαδοχικών νυχτών, περιγράφεται η Αυτοκρατορία της Νίκαιας που, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Τέταρτης Σταυροφορίας, στις 13 Απριλίου του 1204, δημιουργήθηκε από μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1261, οι αυτοκράτορες της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, με την κατάλυση της λατινικής κυριαρχίας, ανασύστησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ωστόσο βαριά λαβωμένη.</p>
<p>Με ζηλευτή γλώσσα, ο συγγραφέας όχι μόνο ανασύρει μνήμες ιστορικών περιόδων αλλά και επισημαίνει τον διαχρονικό αγώνα αυτής της γλώσσας να διαφυλαχτεί ο πλούτος της και να αυγατίσει έτι περαιτέρω στον σύγχρονο κόσμο ως μια γλώσσα ολοζώντανη, φρέσκια, πάλλουσα και στιλπνή, αλλά ταυτόχρονα παλιά, γεμάτη μνήμες ενός αξεπέραστου πολιτισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 60px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο κύκλος του χώματος</span></strong></h4>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κύπρος, καλοκαίρι του 1974. «Το καλοκαίρι με τις δυο λεπίδες του» (τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), όπως γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης σ&#8217; ένα ποίημα του· πώς γύρισε τον κόσμο ανάποδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς διάλεξε συνειδητά να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο κουβαλώντας ως εδώ μια παλιά οικογενειακή ιστορία, η οποία ξεκίνησε εκατό χρόνια πριν πάλι με έναν άλλο Αλέξανδρο σπουδαστή Ιερολοχίτη στη Μολδοβλαχία και συνεχίστηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εδώ ο νεαρός ανθυπολοχαγός θα γευτεί τον έρωτα, θα οσμιστεί την προδοσία και θα ακολουθήσει τη μοίρα του που τον οδηγούσε αταλάντευτα στα δύσβατα μονοπάτια του Πενταδάκτυλου και στις αφύλακτες ακτές της Κερύνειας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το καινούριο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου Ο κύκλος του χώματος (Καστανιώτης 2017) έρχεται να προστεθεί σε μια ευάριθμη σειρά καλών μυθιστορημάτων με θέμα τα γεγονότα του 1974, δηλαδή το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή: αναφέρομαι κυρίως στο Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη (2011) και το Νόστου πάθη του Μιλτιάδη Χατζόπουλου (2011, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας Εν μέρει ελληνίζων). Εξαιρώ από αυτή τη λιτή σοδειά ορισμένα συναφή από θεματική άποψη μυθιστορήματα κύπριων πεζογράφων, προκειμένου να υποδηλώσω το γεγονός ότι η ελλαδική λογοτεχνία, τόσο η ποίηση όσο και η πεζογραφία, απώθησε ουσιαστικά ένα ιστορικό γεγονός το οποίο λογικά (αν εντέλει υπάρχει λογική σε αυτά τα πράγματα) θα ανέμενε κανείς ότι θα αποτελούσε ερέθισμα και πρόκληση για δημιουργική αναμέτρηση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κώστας Χατζηαντωνίου τολμά επομένως να σκαλίσει την ιστορία και τη μνήμη και να διεισδύσει σε τόπους πυρακτωμένους. Έχοντας στο κέντρο του κατόπτρου του τον αγνοούμενο ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά, βυθοσκοπεί στις σκέψεις των ηρώων του, ιχνηλατεί την προδοσία των συνταγματαρχών, εστιάζει ενίοτε στη συμπάσχουσα φύση και αποτυπώνει με αναπαραστατική δεξιότητα σκηνές από το πολεμικό πεδίο· της απελπισμένης άνισης μάχης των άοπλων και προδομένων πολεμιστών με τα τουρκικά αεροπλάνα. Απ&#8217; εκεί και πέρα η κυπριακή τραγωδία εξακτινώνεται στην Ελλάδα· στους οικείους πρώτα από όλα του Αλέξανδρου. Και η ζωή (ο κύκλος του χώματος, ο πανίσχυρος νόμος της φύσης, όπως γράφει ο συγγραφέας) συνεχίζεται. Άλλοι εξακολουθούν ως σήμερα να βασανίζονται από εφιάλτες και άλλοι είτε παραδίδονται στην καταναλωτική μέθη είτε ν’ αναλίσκονται στις ιδεολογικές αυταπάτες της μεταπολίτευσης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ</span></strong></h5>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">22/6/2017 BOOKPRESS</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το να διεισδύει η Ιστορία στη λογοτεχνία είναι φαινόμενο που έχει βαθιές ρίζες στην εθνική μας λογοτεχνία. Σε μυθιστορήματα του Βικέλα, του Ροΐδη, του Παπαδιαμάντη, της Πηνελόπης Δέλτα και της Διδώς Σωτηρίου, βιβλία εκπροσώπων της πεζογραφικής Γενιάς του Τριάντα αλλά και αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών, η Ιστορία είναι πάντα παρούσα, άλλοτε έντονα, άμεσα και δραστικά κι άλλοτε απλώς ως φόντο. Πολυάριθμοι τίτλοι εξάντλησαν το συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής καταστροφής, της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ ουκ ολίγα βιβλία κάλυψαν το τρίπτυχο των χαμένων πατρίδων (Σμύρνη, Πόντος, Κωνσταντινούπολη), άλλοτε με ακατάσχετη αισθηματολογία και ποικίλου τύπου εθνικοπατριωτικά ιδεολογήματα και στερεότυπα κι άλλοτε με ισορροπημένη νοσταλγία και ειλικρινή, λελογισμένη θλίψη γι’ αυτό που ήταν κάποτε δικό μας (ήταν άραγε ποτέ;) και τώρα δεν υπάρχει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι αιτίες των ιστορικών γεγονότων, οι λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις τους και η ερμηνεία τού σήμερα μέσα από την αναψηλάφηση του παρελθόντος είναι στοιχεία που ο αναγνώστης θα βρει σε αναγνωρισμένους, παλιότερους ή νεότερους πεζογράφους: Τσίρκας, Ιωάννου –ιδανική περίπτωση για διδασκαλία τοπικής Ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες–, Φραγκιάς, Κοτζιάς, Πλασκοβίτης, Γαλανάκη, Βαλτινός, Αλ. Πανσέληνος, Θέμελης, Μέσκος, Θ. Γρηγοριάδης, Σ. Τριανταφύλλου, Φακίνου, Κακούρη και πολλούς άλλους. Στους πρόσφατους τίτλους βιβλίων όπου η Ιστορία εμπλέκεται περίτεχνα και εμφιλοχωρεί στη λογοτεχνία, θα πρέπει νομίζω να σταθούμε και σε ορισμένα βιβλία του Νίκου Δαββέτα, της Σοφίας Νικολαΐδου, του Βασίλη Τσιαμπούση, του Θωμά Κοροβίνη, του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, της Έλενας Χουζούρη, του Σάκη Σερέφα και κάποιων ακόμη πεζογράφων, ενώ μια άλλη παρατήρηση γι’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που ανθεί (και έχει αποκτήσει και το δικό του κοινό) είναι πως, απομακρυνόμενοι οι συγγραφείς από τις ιστορικές εποχές που τους απασχολούν και όντας σχετικώς νέοι ηλικιακά, κάνουν, πλέον, μια στροφή από το αυθεντικό, προσωπικό βίωμα στη μυθοπλασία, στην επινοημένη συνέντευξη και στην εξονυχιστική ιστορική έρευνα. Σπανίζουν πια συγγραφείς που, λόγω ηλικίας, πρόλαβαν να ζήσουν από πρώτο χέρι γεγονότα της μικρασιατικής προσφυγιάς, της Κατοχής ή του Εμφυλίου, κι αυτά τα κατέθεσαν ως άμεσο βίωμα (δίχως μελέτες, έρευνες ή μυθοπλαστικού τύπου εμπνεύσεις) στα βιβλία τους, ακόμη κι αν στις σελίδες τους επιμένουν περισσότερο στη μικροϊστορία ατόμων ή ολόκληρων οικογενειών, δίχως να ερμηνεύουν ή να αναλύουν διεξοδικά τις αιτίες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων (περίπτωση Σφυρίδη, που με την έξοχη οικογενειακή του σάγκα Ψυχή μπλε και κόκκινη –«μυθιστορία» τη χαρακτηρίζει ο ίδιος– διατρέχει την πορεία μιας οικογένειας στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα, με εκτενή αναφορά στα ιστορικά γεγονότα του καιρού τους).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο κύκλος του χώματος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οικογενειακή σάγκα είναι και το πρόσφατο (δεύτερο, μετά το βραβευμένο Αγκριτζέντο) μυθιστόρημα του πεζογράφου και ιστορικού Κώστα Χατζηαντωνίου, που φαίνεται πως συνεχίζει την τάση αρκετών ομοτέχνων του αναφορικά με το πάντρεμα της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, σε μυθοπλαστική, φυσικά, βάση. Ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται στην πορεία μέσα στον χρόνο μιας νησιώτικης οικογένειας, των Γαβαλάδων, μακρινοί πρόγονοι των οποίων πολέμησαν με τους Ιερολοχίτες (σελ. 143 «από τον Ιερολοχίτη που πολιτογραφήθηκε στο Άργος»), συμμετείχαν στον μικρασιατικό ξεριζωμό ή πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, στο έπος του Σαράντα. Ο γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, ο Αλέξανδρος, πολεμά ως ανθυπολοχαγός στα γεγονότα της Κύπρου, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, που είχε ως συνέπεια τη διχοτόμηση του νησιού και τη δημιουργία του «κυπριακού ζητήματος», που, παρά τις κατ’ επίφαση προσπάθειες και διπλωματικές ενέργειες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ακόμη χρονίζει. Ο Αλέξανδρος, στις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, κηρύσσεται αγνοούμενος σκορπώντας θλίψη στους συγγενείς και στους αγαπημένους του, που ζουν, πλέον, μια γκρίζα κατάσταση, στο ενδιάμεσο του έγχρωμου της ζωής και του μαύρου τού θανάτου. Μια παρατεταμένη και εξουθενωτική θλίψη που κάνει τον γιατρό πατέρα του, όταν ψυχορραγεί, να φέρνει το όνομά του στα χείλη του, την αδελφή του Βέρα να δυσκολεύεται να ορθοποδήσει στην προσωπική της ζωή, και τα ξαδέλφια του Παύλο και Μιχαήλ να τραβούν διαφορετικούς δρόμους, έχοντας όμως τη μορφή και την πράξη του αγνοούμενου εξάδελφού τους σημείο αναφοράς – ο πρώτος, αριστερών πεποιθήσεων, ενεπλάκη με βομβιστές του ΙRΑ λόγω της Ιρλανδής αγαπημένης του, δίδαξε τελικώς οικονομικά, ενώ ο δεύτερος, σοβαρός, λιγομίλητος, θρησκευόμενος, διετέλεσε ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών και τον αναζήτησε απεγνωσμένα στα Μικρασιατικά παράλια και στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να γεφυρώσει το προβληματικό παρελθόν του με το άγονο παρόν. Μια έρευνα DNA, ένας γάμος του Μιχαήλ με μια κοπέλα από τα παλιά, την Εύα, κι ένα μωρό που θα έρθει στη ζωή, δίνουν κάποια λύση στο όλο οικογενειακό δράμα, αφήνοντάς μας γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, αφού η νέα ζωή είναι μια όαση, μια επίφαση ελπίδας στον αέναο κύκλο του χώματος που μας εξουσιάζει και μας καθορίζει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αξιοθαύμαστη πειθαρχία στη γραφή του (το μυθιστόρημα είναι μοιρασμένο σε τρία ισομεγέθη μέρη, με δώδεκα ολιγοσέλιδες-ισομεγέθεις ενότητες το καθένα), με αφηγηματικό νεύρο, ένταση κι ανατροπές, με πολύ προσεγμένη, ποιητική σε πολλά σημεία γλώσσα (όλη η ενότητα «Εσένα ενθυμούνται ακόμη», στην οποία περιπλέκονται αριστοτεχνικά η θλίψη του αγνοουμένου, οι ιστορικές μνήμες, το ταξίδι, οι περιγραφές του τοπίου με σκόρπιους στίχους τραγουδιών για τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, είναι άκρως ποιητική) και με διεξοδική έρευνα σε ιστορικές πηγές και ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης αλλά και της παλαιότερης ιστορίας, στήνει ένα ενδιαφέρον και ευανάγνωστο μυθιστόρημα, που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Ωραία αποδίδεται στο Α΄ Μέρος η μοίρα των πολεμιστών στην Κύπρο, ο αγνός και άδολος αγώνας τους ενάντια στον εισβολέα, η μεγαλοσύνη της ψυχής τους, τα ιδανικά και η αθωότητά τους. Απέναντι σε όλα αυτά κανείς δεν βοηθά, κανείς δεν συντονίζει τον αγώνα τους, όλα είναι εναντίον τους, ακόμη και η φύση (σολωμικού τύπου εύρημα), ενώ πάντα πλανάται στην ατμόσφαιρα η ύπουλη συμφωνία κάποιας συνθηκολόγησης με τους Τούρκους, σε πολιτικό ή διπλωματικό επίπεδο, κάτι που οι πεθαμένοι δεν θα το μάθουν ποτέ, καθιστώντας τους ακόμα πιο τραγικές φιγούρες της Ιστορίας. Στο Β΄ Μέρος ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποτύπωση της, σταδιακά, επερχόμενης οξείδωσης και φθοράς της Ελλάδας, η κοινωνική και ηθική σήψη της Μεταπολίτευσης. Η χρεοκοπία του θείου του Αλέξανδρου, του Ιάκωβου, κάθε άλλο παρά τυχαία δεν είναι, συμβολίζοντας τη χρεοκοπία ενός ολόκληρου έθνους. Τέλος, στο Γ΄ Μέρος υπάρχει δράση, κίνηση των ηρώων, αλλεπάλληλοι θάνατοι, αναζήτηση των ιχνών του αγνοούμενου ανθυπολοχαγού, ανατροπές, ένας αναπάντεχος γάμος, κι ο κύκλος του χώματος ολοκληρώνεται με την έλευση μιας νέας ζωής, στην οποία ο αναγνώστης εναποθέτει τις ελπίδες του για κάτι το καλύτερο μελλοντικά. «Γιατί ο Καιρός –πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;– πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει» καταλήγει ο συγγραφέας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο κύκλος του χώματος είναι ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, όπου το πάντρεμα Ιστορίας και λογοτεχνίας γίνεται γόνιμα, αβίαστα, ισορροπημένα και δημιουργικά, δίχως η μία να πνίγει την άλλη. Ο συγγραφέας δεν προβάλει πολιτικές ή ιδεολογικού τύπου πεποιθήσεις, κρατώντας, όπως αρμόζει, ο ίδιος αποστάσεις από τα ιστορικά γεγονότα, πάντα αντιλαμβανόμενος τον συμβολισμό και τη βαρύτητά τους στον απλό άνθρωπο του καιρού του. Το βιβλίο λειτουργεί, εν μέρει, και ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης των εναπομεινάντων στη ζωή ηρώων, απόγονων των παλιών Γαβαλάδων, ενώ παράλληλα φωτίζει κι ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας μας, με τα γεγονότα της Κύπρου, που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς στη Νεοελληνική γραμματεία. Θα μπορούσα να το χαρακτήριζα και έργο μεγάλης πνοής, αν δεν σκόνταφτα σε κάποιους υπερβολικά διατυπωμένους, σχεδόν μεγαλόστομους, διαλόγους ανάμεσα στον Μιχαήλ και στον παλαιοπώλη, στον Μιχαήλ και στον Παύλο, στον Παύλο και στους βομβιστές του ΙRΑ στην ιρλανδέζικη παμπ και, ιδίως, στην ακατάσχετη φιλοσοφικοϊστορική ρητορεία του (!) ψυχορραγούντα γιατρού Βασίλη Γαβαλά, οι οποίοι δεν προσθέτουν τίποτα στο κείμενο, απεναντίας στερούν από τους ήρωες τη φυσική τους έκφραση. Αλλά αυτές είναι, κάποιες φορές, οι παρενέργειες της χρήσης του «πνευματικού εργαστηρίου» στη λογοτεχνία. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, το να υπονοούνται κάποιες σκέψεις ή ιδέες ή, τελικώς, η αποσιώπησή τους, ίσως και να ήταν μια κάποια λύσις σ’ αυτή τη συνολικά ολιγοσέλιδη αφηγηματική δυσκαμψία, που ωστόσο ούτε αναιρεί ούτε ακυρώνει τη συνολική προσπάθεια του συγγραφέα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">DIASTIXO 07/6/2017</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο πεζογράφος, ιστορικός και δοκιμιογράφος Κώστας Χατζηαντωνίου, μετά το θρυλικό Αγκριτζέντο επανακάμπτει με ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα, κάποια χρόνια μετά (χρόνος επαρκής για έρευνα και πληροφορία, καθώς επίσης και για εμπεριστατωμένη εργασία), βάζοντάς μας πάλι πολλές δυσκολίες, καλώντας μας να γίνουμε ακόμα κοινωνοί και βερμπαλιστικών ερωτημάτων και, εν κατακλείδι, δείχνοντάς μας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος προκειμένου να φθάσει εκεί απ’ όπου ο συγγραφέας ξεκίνησε. Πράγματι (και αρχίζουμε με αυτή την παρατήρηση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί είναι καθοριστική), ο Χατζηαντωνίου κάνει πράξη αυτή την εντελώς παραποιημένη λέξη, που λέγεται «διαλεκτική» (όρος φιλοσοφικός, επιστημονικός και κριτικός), καθώς αφηγείται με ερωτήσεις, περιγράφει ερωτηματικά και σε μεγάλο μέρος του έργου δεν έχουμε απόλυτη άποψη αλλά το αντίθετο, πρόταση προς συζήτηση (άρα μπορεί και ο αναγνώστης να βάλει τη δική του θέση σε ό,τι διαβάζει). Εργαζόμενος με αυτή τη λογική, ο Χατζηαντωνίου αφενός αποποιείται τον χαρακτήρα του παντεπόπτη, του πανεπιστήμονα, του (ας το πούμε λαϊκά) παντογνώστη, και θέτει στην διαδικασία τόσο της γραφής όσο και του μηνύματος αλλά και της πρόσληψης από τον κόσμο την εν γένει απώλεια, αφετέρου υιοθετεί την εικόνα της πολυπλοκότητας μιας αλήθειας, τις δύο ή και περισσότερες όψεις του ίδιου νομίσματος και, τέλος, την διασταύρωση των υλικών που με την έρευνα έχει κατακτήσει, μέσα από τις διαλεκτικές μορφές έκφρασης, τόσο ξεχασμένες σήμερα και παράλληλα τόσο ανοιχτές σε καταθέσεις έντονου προβληματισμού. Άρα, γίνεται σαφές, πως η τριβή του Χατζηαντωνίου με το δοκίμιο και η ενασχολησή του με την Ιστορία γίνονται εργαλεία και στον πεζό λόγο, στην λογοτεχνία, με τρόπο όχι απλώς μεθοδολογικό αλλά πολύ παραπάνω (με τρόπο) γραφής που επιφέρει πλήθος ερμηνειών και πλήθος αποτελεσμάτων.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ας δούμε λίγο πώς είναι δομημένο το βιβλίο (για τον μύθο του θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω). Κατ’ αρχάς χωρίζεται σε τρία ισομεγέθη μέρη, συν ο επίλογος. Ο Χατζηαντωνίου δεν αφηγείται γραμμικά, αντίθετα μπορεί, για παράδειγμα, απ&#8217; την τραγωδία της Κυπρου το 1974 να πεταχθεί στην Γενοκτονία των Ποντίων ή πάλι στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει απλώς πως καταγράφει όλες τις ήττες του Ελληνισμού, της μικρής κουκκίδας στην ανατολική Μεσόγειο στην διάρκεια του 20ού αιώνα, με την πρόθεση να καταδείξει πώς γονάτιζε αλλά πάντα σηκωνόταν, έστω και με απώλειες, έστω και χωρίς το ένα χέρι ή το ένα πόδι, όπως οι Καρυάτιδες του Παρθενώνα. Ο Χατζηαντωνίου ως ιστορικός γνωρίζει πολύ καλά πως στο Αλβανικό Μέτωπο –παρά τις ηρωικές εφορμήσεις των στρατιωτών μας– στην ουσία δεν υπήρχε το παραμικρό σχέδιο κατάκτησης των πάτριων εδαφών, άρα το σπάσιμό του και η υποχώρηση ήταν θέμα χρόνου. Γνωρίζει πολύ καλά πως στην Μικρασία έγιναν τόσα λάθη όσα δεν βάζει ο νους ακόμη και του τελευταίου στρατιώτη. Ότι στην Κύπρο έγιναν τα μύρια όσα (πραξικοπήματα και λοιπά), ώστε να ακολουθήσει ο διαμελισμός από την βάρβαρη μπότα του Αττίλα. Και στον Εμφύλιο, και στην Χούντα, παντού όπου η Ελλάδα υπέστη ήττες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Ο Χατζηαντωνίου είναι ένας συγγραφέας στα μάτια του οποίου η Ιστορία, η επίσημη, η καταγεγραμμένη, δεν αποτελεί φέουδο και τσιτάτο, το αντίθετο, μπορεί να την δει κανείς όπως θέλει, να την αναλύσει όπως επιθυμεί και να δει τα κρυφά της σημεία (εντάξει, ίσως η λέξη «κρυφά» να μην αποτυπώνει τόσο καλά αυτό που συζητάμε), τα μυστικά εν τέλει, τα οποία και αποτελούν το ψαχνό της, το βάρος της, την αξία της..</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ολόκληρο το πρώτο μέρος (το καλύτερο του τόμου) είναι γραμμένο για πόλεμο, πολεμικές επιχειρήσεις που δεν έχουν κανέναν απολύτως στόχο, μάχες απογοητευτικές με μόνο νεκρούς παρά τον ηρωισμό τους, ένα ιστορικό παζλ καταγραφής ηττών, απωλειών, νεκρών, συρρίκνωσης και εν τέλει πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού εξανθρωπισμού.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Θα ήθελα να πω δυο λόγια (και μόνο) για τον μύθο του μυθιστορήματος Ο κύκλος του χώματος (που θα μπορούσε να είναι και «Ο κύκλος του αίματος»): ο γιος του μεγαλοαστού Γαβαλά πέφτει νεκρός στα γεγονότα της Κύπρου σε τούρκικη ενέδρα. Έτσι παίρνουν την σκυτάλη τα δυο ξαδέρφια του και ειδικά ο Μιχαήλ, τον οποίο και παρακολουθούμε παράλληλα με την ζωή του άλλου, σε συνάφεια με τα πολιτικά γεγονότα της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο –υπάρχουν θάνατοι, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, επώδυνη πτώση της δυναστείας, ιδεολογίες, απελευθερωτικά κινήματα και λοιπά –μέχρι τον επίλογο–, καθώς το δεύτερο και το τρίτο μέρος δεν διαφέρουν μυθολογικά αλλά ούτε και εκφραστικά – όπου ο νεαρός Γαβαλάς, ως πατέρας πλέον, οφείλει να διατηρήσει το όνομα των γονιών και των προγόνων του, παρά την επελθούσα κατάρρευση και σε οικογενειακό επίπεδο. Η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική, δεν ήταν μόνο κοινωνική, δεν ήταν μόνο πολιτική (καθώς σοσιαλιστικά κινήματα και μαζί και ο λαός έρχονταν στην εξουσία), αλλά πολύ περισσότερο ηθική, αξιών και συμβιβασμών που αρνήθηκαν να κάνουν. Μια αλληγορική μυθιστορία, δηλαδή, που διήρκησε έναν αιώνα και η κατάληξή της ήταν η πτώση αστών και μεγαλοαστών, μέχρις ότου να δημιουργηθούν τα καινούργια οικονομικά τζάκια.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και αν κάποιος με ρωτήσει τι καινούργιο φέρνει ο Χατζηαντωνίου με το συγκεκριμένο βιβλίο γύρω και πάλι από ιστορικά συμβάντα που τόσοι και τόσοι έχουν ασχοληθεί, θα απαντήσω με αυτές τις λίγες φράσεις: η Ιστορία είναι πηλός. Παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται, το πλάθεις, το πιλατεύεις, το σφυρηλατείς και έτσι η ματιά σου διαφέρει, γίνεται προσωπική θέση που άπτεται της πραγματικότητας και, τέλος, υπενθυμίζει στους νέους την γνωριμία του παρελθόντος προκειμένου να ζήσουν στο μέλλον.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΥΓΗ Αναγνώσεις 28/1/2018</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η παρουσία του Κώστα Χατζηαντωνίου (γ. 1965) στα γράμματα δεν είναι μόνο πολύχρονη αλλά και εργώδης. Τα περισσότερα από τα βιβλία που εξέδωσε τα προηγούμενα χρόνια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ερμηνευτικά δοκίμια για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, έχοντας ως ερευνητικό τους προσκήνιο κυρίως τη Μικρά Ασία και την καταστροφική εμπλοκή του Ελ. Βενιζέλου (που ενήργησε ως πειθήνιο όργανο της Αντάντ) όσο και των ολίγων για τις τότε περιστάσεις Λαϊκών του Δ. Γούναρη. Αλλά τον Χατζηαντωνίου τον απασχόλησε και η Κύπρος, ως επόμενο βήμα του φαινομένου της διαρκούς συρρίκνωσης του μείζονος ελληνισμού, σ’ ένα ιστορικό δοκίμιο που δημοσίευσε το 2007, αναφερόμενος στο χρονικό διάστημα 1954-1974, δηλαδή στο διάστημα (για όσους γνωρίζουν) όπου υποδαυλίστηκαν συστηματικά από τους Άγγλους και στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και κορυφώθηκαν με εκατέρωθεν μοιραία παιχνίδια τακτικής των «εγγυητριών δυνάμεων», οι εθνοτικές συγκρούσεις- ως την τουρκική εισβολή του 1974.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοντά σε όλα αυτά υπάρχουν και δυο μονογραφίες, απολύτως σχετικές με την εποχή (το πρώτο μισό του 20ού αιώνα) στην οποία εστιάζεται προπάντων το ενδιαφέρον του Χατζηαντωνίου, με θέμα τους τον Νικόλαο Πλαστήρα (1999) και τον Θεόδωρο Πάγκαλο (2004), ενώ προσωπικά ομολογώ ότι σταμάτησα περισσότερο σε δυο πολύ ενδιαφέροντα συναιρετικά βιβλία του, Το βιβλίο της μέλαινας χολής (2001), μια σπουδή πάνω στο θέμα της μελαγχολίας, περασμένη όμως σε μυθιστορικό υφάδι, και Το χρέος και ο τόκος (2014) μια συλλογή σχολίων γύρω από ζητήματα ηθικής ανασυγκρότησης της ηττημένης εδώ και δεκαετίες οντότητας του ελληνισμού, όπου ο συγγραφέας προτείνει και τον όρο του «ακτιβιστικού πεσσιμισμού». Με τον όρο ίσως εννοεί ότι η ανάληψη της ευθύνης για μια ατομική (και ομαδική) αντίσταση απέναντι στη διάλυση που κατατρώει από καιρό τις σάρκες του ελληνικού κοινωνικού σώματος, πρέπει να γίνεται με τη βαθύτερη αποδοχή της αναγκαιότητας του θανάτου-τόσο για τις συνήθως στρεβλές ιδεολογίες όσο και για τις πολιτικές τους αντιστοιχίες-δεξιόστροφες και αριστερόστροφες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τα προηγούμενα νομίζω πως έγινε αντιληπτό ότι μερικά τουλάχιστον από τα βιβλία του Χατζηαντωνίου έχουν εκ προθέσεως έναν υβριδικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη μελέτη της ιστορικής οντολογίας και τον φιλοσοφικό αναστοχασμό, χρησιμοποιώντας την αφήγηση και τη μυθοπλασία ως αναγκαία οχήματα αναπαράστασης των ηθικών προσαρμογών τους, κατά το πρότυπο μιας σειράς μεγάλων στοχαστών του παρελθόντος, όπως (κατ’ αναλογία, προφανώς) ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Άρθουρ Καίσλερ, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ κ.α. Πάντως, τις ηθικές προσαρμογές του ο Χατζηαντωνίου τις ενσωμάτωσε και στις δυο γνωστότερες μυθιστορηματικές συνθέσεις του, στο Αγκριτζέντο (2009) και στον πρόσφατο Κύκλο του χώματος (2017), δημιουργώντας χαρακτήρες που μεταμορφώνουν σε δικό τους στοίχημα την άρνηση της ήττας του ελληνισμού, ή, γενικότερα, επινοώντας καταστάσεις όπου τα πρόσωπα καθορίζονται από μοιραίους και ακατάλυτους δεσμούς, σφραγισμένα από την διαχρονική αίσθηση της ενότητας του πολιτισμικού χώρου. Ενότητα την οποία όχι μόνο αποδέχονται οργανικά αλλά και την υπερασπίζονται συνειδητά- ακόμα και προσφέροντας ως πατριωτική σπονδή την ίδια τη ζωή τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ιδιαίτερα στον Κύκλο του χώματος, αυτή η σχεδόν μυστικιστική γενναιότητα του δοσίματος, ως ηθικού καθήκοντος, σχηματίζει μια αδιάκοπη γραμμή αίματος που περνάει από γενιά σε γενιά. Η οικογένεια των Γαβαλάδων, μια σύγχρονη ασικών καταβολών ροδίτικη οικογένεια, αλλά με ρίζες παμπάλαιες στη Μικρά Ασία, από όπου ξεριζώθηκε το 1922 για να βρεθεί στο νησί, έχει στείλει προγόνους της να πολεμήσουν στο Δραγατσάνι με τον Ιερό Λόχο και στο Αλβανικό μέτωπο το 1940. Κλειδί για την όλη μυθοπλασία, για το δέσιμο του παρελθόντος με το παρόν, είναι το γεγονός ότι ένα από τα νεώτερα μέλη της οικογένειας, ο Αλέξανδρος Γαβαλάς, έχοντας υιοθετήσει το νόημα αυτής της δοτικής παράδοσης, γίνεται στρατιωτικός και τυχαίνει (ή μήπως επιδιώκει;) και υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός τη χρονική στιγμή της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στις μάχες της Κερύνειας που νομίζω ότι αποδίδονται στο βιβλίο με τις καλύτερες σελίδες- ο συνδυασμός εσωτερικής έντασης, πυκνότητας στη γλώσσα και συνάμα λυρικής υποβολής είναι σε ορισμένα σημεία εξαιρετικός- ο Αλέξανδρος χάνεται, κηρύσσεται αγνοούμενος, αλλά ο χαμός του, επιπλέον, έχει εμβληματική σημασία για όλη τη μυθιστορηματική σύνθεση.[1] Θα έλεγε κανείς ότι ο πιθανός, βάσει των επίσημων στοιχείων, θάνατός του, ενεργεί διαλυτικά σε όλη την οικογένεια. Ο οίκος των Γαβαλάδων με την απώλεια του Αλέξανδρου αρχίζει να φυλλοροεί, τα μέλη του σκορπίζουν, η αδελφή του, η Βέρα, αυτοκαταστρέφεται μη μπορώντας να βγει από την παρατεταμένη κατάθλιψή της, ο πατέρας του, ο γιατρός Βασίλης Γαβαλάς, χάνει το ενδιαφέρον του για τα πάντα, τα κτήματα της οικογένειας μένουν ακαλλιέργητα. Οπότε συμβολικά ή κυριολεκτικά ο κύκλος του χώματος ή του αίματος προσώρας μένει ανολοκλήρωτος και η συνέχεια ή η διαδοχή μεταξύ των γενεών κινδυνεύει να σβήσει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο θάνατος του Αλέξανδρου στην Κύπρο βάζει σε λειτουργία (και πάλι) τον αδηφάγο μηχανισμό του ιστορικού πεπρωμένου. Εκεί που έμοιαζαν όλα να είναι ακίνητα και επιφανειακά αμετάβλητα αρχίζουν τώρα να δείχνουν τις ρωγμώσεις και την αυξανόμενη αστάθειά τους. Και πρώτα πρώτα αποσυντίθεται ταχύτερα ο σχετικά αρράγιστος κόσμος μέσα στον οποίο έζησε ο ιδαλγός του καθήκοντος, Αλέξανδρος. Το καθεστώς της δικτατορίας αποδέσμευσε τις δυνάμεις εθισμού στη σήψη και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας αποδελτιώνει την εποχή της μεταπολίτευσης και τα επόμενα χρόνια της θεσμικής δήωσης από τον κομματικό μηχανισμό, κρίνοντάς την ως περίοδο μεγάλης ηθικής έκπτωσης και χρησιμοποιώντας για τούτο τα μελανότερα χρώματα και τις δηκτικότερες εκφράσεις. Στην ουσία μετά το ‘74-‘80 ολοκληρώνεται ο εκπεσμός, η εξαχρείωση και ο πολιτικός καιροσκοπισμός που είχαν γαλακτίσει όλη την χουντική επταετία.[2] Ο θάνατος του Αλέξανδρου, δηλαδή ο θάνατος του πατριωτικού ιδεαλισμού και της αυταπάτης του, είναι ο προπομπός της εισβολής, αλλά και η επιβεβαίωση της ήττας και της διάλυσης της νήσου τη στιγμή που φαινομενικά θριαμβεύει η συνταγματική νομιμότητα στην Ελλάδα! `Ετσι, τα ιστορικά γεγονότα, όπως προχωρούμε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος του Χατζηαντωνίου, έχουν πάντα δυο όψεις, την ευοίωνη εμφανή και την τη δυσοίωνη αφανή, με τη μια να φέρνει μαζί της σχεδόν νομοτελειακά την άλλη, σαν κρυφή επένδυση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στον Κύκλο του χώματος ο αφηγητής δεν είναι ένας. Υπάρχει στο βιβλίο μια διαρκής εναλλαγή πρωτοπρόσωπης αφήγησης από τον Μιχαήλ, νεώτερο εξάδελφο του Αλέξανδρου που τον έχει όμως ως διαρκές πρότυπό του, και τριτοπρόσωπης, από έναν αφηγητή αθέατο, πανταχού παρόντα και παρεμβαίνοντα παντού, σε κάθε τόπο και κάθε χρονική διάσταση. Μα παρομοίως υπάρχει μια πληθώρα εγκιβωτισμένων μικροαφηγήσεων με τη χρησιμοποίηση ημερολογίων, από λόγια τρίτων, από δημόσιες ανακοινώσεις, από αποσπάσματα εφημερίδων, επιστολών κλπ. Μεθοδική δουλειά που γενικότερα δεν της λείπει η οξύτητα της επινοητικής φαντασίας, αν και ο στοχαστικός της ορίζοντας (όχι σπάνια) είναι τόσο πυκνός, ώστε προπάντων στα διαλογικά μέρη να βαραίνουν οι ιδέες περισσότερο. Με το πλήθος των προσώπων που διαθέτει Ο κύκλος του χώματος, με την ποικιλία των ιδιομορφιών ενός εκάστου, θα μπορούσε το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου να αποτελέσει υπόδειγμα ενός πολυφωνικού καμβά, από την ίδια τη σύστασή του. Αν αποκλίνει από αυτή τη σύγκλιση της πολυφωνίας, αυτό νομίζω ότι συμβαίνει λόγω του ότι αποφαινόμενη δύναμη του λόγου του συγγραφέα είναι τόσο ισχυρή ώστε μερικοί από τους χαρακτήρες, όπως ο άλλος εξάδελφος του Αλέξανδρου, ο συνομήλικος με τον Μιχαήλ, Παύλος, ο παλαιοβιβλιοπώλης Σορώτος, ο πατέρας του Αλέξανδρου στο επιθανάτιο παραλήρημά του, αλλά και η Βέρα η αδελφή του Αλέξανδρου, οικειώνονται ομότροπα τον λόγο του. Μιλούν με ένα είδος αστραφτερής μεν και διαπεραστικής διαλεκτικής, η οποία όμως μοιάζει να αποτελεί με παραλλαγή του ενός και μόνου λόγου-του συγγραφέα. Και είναι κάπως αφύσικο να τη μοιράζονται όλοι και όλες με τον ίδιο τρόπο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αντίθετα, όλα τα κομμάτια του σχολιαστικού λόγου του Μιχαήλ, για πρόσωπα και πράγματα, σώζονται και περνούν αβίαστα στον αναγνώστη επειδή στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι σκέψεις ενδόμυχες, έχοντας το δικό τους ρυθμό και τη δική τους ευταξία. Αυτό το μέσα-έξω, το πέρασμα από τον εμφανή στον αφανή λόγο, κάποιες φορές, όπως ήδη είπαμε οδηγεί σε δυσκαμψίες, τις περισσότερες φορές όμως, ιδίως όταν στον αναγνώστη μπροστά ανοίγεται η περιγραφή χώρων αλλά και η περιγραφή λεπτομερειών, στις εκφράσεις των προσώπων, στη σκηνογραφία του περιβάλλοντος, στις κινήσεις, στις σκέψεις, στο υπονοείν, τότε εντυπωσιάζει η πλαστικότητα του λόγου του Χατζηαντωνίου. Ο λόγος του αποκτά υποδειγματική ευλυγισία αλλά και μουσικότητα! Τέτοιες σελίδες είναι αυτές οι πολύ ζωντανές (παρά την αδιόρατη θλίψη τους) που αναφέρονται στο μεγάλωμα, στη μαθητεία και στην είσοδο στην ώριμη ζωή του Μιχαήλ. Παραστημένες όμως με ζωντάνια είναι και οι περιγραφές των αγροτικών τοπίων της Ρόδου, με ιδιαίτερη προσοχή στην αποτύπωση των χρωμάτων τους, στην υποβολή της γήινης αίσθησης, κάτι που δεν έχει σχέση μόνο με την αληθοφάνεια των καιρικών καταστάσεων, το φως ή το σκοτάδι, την καλοκαιρία ή την κακοκαιρία, τον ήλιο ή τη βροχή, αφού οι αποχρώσεις σχετίζονται επίσης με τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων και τον υποκειμενικό χρωματισμό του περιβάλλοντος, τη μελαγχολία, ή, σπανιότερα, τη χαρά και την έξαρση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τελικά, ο κύκλος του χώματος, εφ’ όσον το χώμα είναι συνάμα ζωή και θάνατος, μας δίνει πίσω τα οστά του Αλέξανδρου· δέχεται όμως, σε ανταπόδοση, τη γενιά του πατέρα και της μητέρας του, και, εν τέλει δεν μένει ανολοκλήρωτος. Στο χώμα, κυριολεκτικά στα πατρικά κτήματα της Ρόδου μοιάζει να επιστρέφει ο Μιχαήλ, αφού προηγουμένως έκανε τη σπονδή του στην οικογενειακή παράδοση και στο δικό του ηθικό νόημα της Ιστορίας: έδωσε το όνομα του μεγάλου εξαδέλφου του στο νεογέννητο παιδί του.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΥΓΗ Αναγνώσεις 24/9/17</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η σκιά της ιστορίας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν κι έχουν περάσει πάνω από 40 χρόνια από το 1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, παρατηρώ ένα αυξημένο τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρον για τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στον διαμελισμό του νησιού αλλά και για το γενικότερο πλαίσιο και την όποια θέση μας οδηγούν τα γεγονότα. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου συνθέτει το μυθιστόρημά του σε πλαίσιο ευρύτερο και με αφορμή θα μπορούσε να πει κανείς τα πολεμικά δρώμενα. Ο ίδιος ο τίτλος μας προσανατολίζει σε ένα αφήγημα με θέμα τον κύκλο της ζωής, την γέννηση, την άνοδο και τη φθορά, έναν κύκλο που ακολουθεί κάθε άνθρωπος, κάθε ιδέα, σύστημα, κάθε τι που υπάρχει επί της γης. Πολλαπλά θέματα οδηγούν τον συγγραφέα στους αφηγηματικούς του δρόμους, που φιλοδοξούν να περιγράψουν μια ιστορική πορεία που δεν αφορά τόσο την Κύπρο όσο την Ελλάδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς είναι αγνοούμενος στον πόλεμο των λίγων ημερών που ωστόσο ήταν πολύ σκληρότερος απ’ όσο νομίζαμε κι ίσως νομίζουμε. Η σκιά του ανθρώπου που δεν υπάρχει πια ανάμεσά τους στοιχειώνει τη ζωή των ανθρώπων που ήταν κάποτε μαζί του και η ζωή κι ο θάνατος ορίζουν έναν κύκλο που αποτελεί τον ισχυρότερο νόμο της ζωής. «Ο κύκλος του χώματος» αναπτύσσεται αφηγηματικά με περίτεχνο λόγο και πολυφωνική αφήγηση που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, ωστόσο ίσως θα διευκόλυνε μια απλούστερη αφηγηματική γραμμή και θα βοηθούσε στην πολύπλευρη και πολυσύνθετη επιλογή του συγγραφέα. Αν και φαίνεται παράλογο, πιθανολογώ ότι είναι ευκολότερο να περάσουν πολύπλευρα και πολυποίκιλα ιστορικά και κοινωνικά «μηνύματα» μέσα από μια απλή αφήγηση, παρά μέσα από περίτεχνο λόγο που καμιά φορά παρασύρεται στη διατύπωση θέσεων και συμπερασμάτων που θα έπρεπε να υπονοούνται ή να φαίνονται μέσα από τη δράση. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς τις σταθερές βάσεις και τις μελετημένες θέσεις του συγγραφέα, καθώς και την δύσκολη προσπάθειά του αν όχι να ερμηνεύσει σίγουρα όμως να δημιουργήσει ερωτήματα που άπτονται και αφορούν την ίδια την ύπαρξη του Ελληνισμού.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">diavasame.gr 15/9/2017</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ιστορικός, νομομαθής Κώστας Χατζηαντωνίου, με σαφή, αρχετυπική θα έλεγα, αν όχι και τραγική, αίσθηση του Δικαίου, κονταροχτυπιέται σε αυτό το πόνημα με τον διακεκριμένο λογοτέχνη Κώστα Χατζηαντωνίου. Το αποτέλεσμα είναι ένα αφήγημα με άκρα ποιητικότητα, με διολίσθηση της καθημερινής σύνταξης του προφορικού-δραματικού λόγου προς μίαν εκλεπτυσμένη λόγια ιδιόλεκτο που φαντάζει όμως αληθοφανής, αν όχι και «φυσική». Αυτός ο συγκρατημένος μαγικός ρεαλισμός συγχέεται με τη δοκιμιακή γραφή και προκύπτει ένα άκρως προκλητικό αμάλγαμα, όπου η πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών, τα τοπωνύμια και τα ονόματα δεν κουράζουν τον αναγνώστη, αφού συγκολλούνται από την παιδική αθωότητα του βλέμματος του τριτοπρόσωπου μεν αφηγητή, που δείχνει όμως μιαν έκδηλη προτίμηση στην καλοκάγαθη πλευρά μερικών πρωταγωνιστών του που μοιάζουν πιότερο με νεραϊδικά παρά με σκληρά πρόσωπα της καθημερινότητας με σάρκα και οστά. Όνειρα κι εφιάλτες, μαζικές παραισθήσεις κι ομαδικές παράνοιες κι αυτό το ακατανόητο του μίσους-νείκους για τις ψυχές που γεννήθηκαν ν’ αγαπούν (με τη σοφόκλεια Αντιγόνη) και μόνο από φιλότητα κατέχουν. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσιδιάζει μάλλον σε εφηβική-νεανική λογοτεχνία κι αυτό είναι ένα πεζογραφικό πλεονέκτημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, σε συνδυασμό με τα γνωμικά που παρεισφρέουν στον λόγο του και τις ποιητικές περιγραφές της Φύσης, ως Μητέρας-Θεάς, ανυπέρβλητης στεατοπυγικής θεότητας…</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τώρα καταλαβαίνω, μελετώντας και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, γιατί είναι αξιοβράβευτη αυτή η γραφή: γιατί δεν τείνει προς το ερεβώδες και το «σκοτεινό», είναι φωτεινή κι αθώα, παιδική σχεδόν, ακόμα κι όταν περιγράφονται εκ του σύνεγγυς τα βίαια συναισθήματα που γεννά ο πόλεμος, ένας πόλεμος στις ψυχές των ευαίσθητων ανθρώπων. Όμως δεν υπάρχει χώρος για το τερατώδες, το κτηνώδες και το παραφυσικό στο ποιητικό εργαστήρι του καλού λογοτέχνη που επέλεξε την πεζογραφία και τον δοκιμιακό-κριτικό λόγο ως περισσότερο προσιδιάζοντα με τη γερή ιστορική του αρματωσιά και κατάρτιση. Θα λέγαμε ότι ο Κώστας Χατζηαντωνίου διδάσκει Ιστορία μέσα από αυτό του το πεζογραφικό πόνημα κι επειδή η Ιστορία έχει το κακό συνήθειο να επαναλαμβάνεται καλό είναι να εξετάσουμε ενδοσκοπικώς αλλά ουχί απαραιτήτως και ομφαλοσκοπικώς τις ψευδαισθήσεις και τα ιδεολογήματά μας προκειμένου να μην βρεθούμε πάλι προ τετελεσμένων γεγονότων και de facto καταστάσεις, αφού το de jura δεν βλέπουμε να εφαρμόζεται και τόσο συχνά στη νoτιοανατολική γωνία της Μεσογείου, όπου κονταροχτυπιούνται μεγάλα υπερεθνικά διεθνή συμφέροντα και ισχύει όσο πουθενά αλλού το «δίκαιον του ισχυροτέρου».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΘΕΥΘ Τ.6 ΔΕΚ. 2017</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΤΑ ΓΗΙΝΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Μια αθώα χαρά ήταν αρκετή. Η δουλειά για την ανακάλυψη του νοήματος. Προσοχή, για την ανακάλυψη, όχι για την εφεύρεση», γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου, με ελεύθερο πλάγιο λόγο, προς το τέλος του νέου του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μυθιστορήματος (σ. 268). Και έχει δίκιο. Ο ήρωας του δεν επιθυμεί να εφεύρει μια νέα πραγματικότητα· τον ενδιαφέρει να ανακαλύψει το βαθύτερο νόημα όσων διαδραματίζονται γύρω του.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ίδιο συμβαίνει με την ανάγνωση. Κάποιοι διαβάζουν για να βρουν ένα συγκεκριμένο νόημα, μια τεχνική ή μια δική τους ανάμνηση από βιώματα ή από αναγνώσεις. Ανοίγουν την πόρτα του κειμένου και μπαίνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με ένα σάκο γεμάτο οδηγίες. Και όσοι νομίζουν ότι ταξιδεύουν χωρίς αποσκευές, αυτοί κουβαλούν εν αγνοία τους το μεγαλύτερο φορτίο: όλους τους κοινούς τόπους που έχουν συσσωρευτεί στις μελέτες της λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης-δημιουργός αγνοεί τις οδηγίες, για τον πολύ απλό λόγο ότι τις έχει αφομοιώσει. Αφήνεται επομένως στη γοητεία του βιβλίου. Αν η γοητεία παίζει μαζί του κρυφτό, δεν αρνείται να την ακολουθήσει, αλλά αν δεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μπορέσει να την ανακαλύψει αρνείται να την κατασκευάσει. Επιλέγει να κλείσει το βιβλίο και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Το μυθιστόρημα Ο κύκλος του χώματος επιβραβεύει μια τέτοια κίνηση. Από το εξώφυλλο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μας προσκαλεί και μας καθοδηγεί σε μια αρχετυπική ανάγνωση. Οι λέξεις «κύκλος» και «χώμα», η εικόνα με σημάδια από πατημασιές σε γήινα τοπία γεννούν αρχέτυπα ζωής και θανάτου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μέθοδο αυτογνωσίας αποκαλεί τη γραφή ο Κώστας Χατζηαντωνίου σε συνέντευξή του στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη στο περιοδικό Διάστιχο. Σημαντική για την κατανόηση του νέου του βιβλίου είναι επίσης η παρατήρησή του ότι εξετάζει την Ιστορία ως παρόν. Μπορούμε να προσθέσουμε ότι μυθοπλασία, Ιστορία και στοχασμός αποτελούν τα τρία κύρια συστατικά του πηλού που πλάθει για να χτίσει το μυθιστόρημά του. Όπως οι ήρωες του στον πόλεμο, ο συγγραφέας «ακούει μια φωνή από το χώμα» (σ. 55). Κάτω από το πλούσιο χώμα του μυθιστορήματος κρύβεται, σε άπειρες μεταμορφώσεις, η</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μήτρα που γεννά το μύθο &#8211; τα λόγια της νεκρώσιμης ακολουθίας, «χους ει και εις χουν απελεύσει». Δημιουργούν μια ατμόσφαιρα θλίψης που δεν θα μας αφήσει ακόμη και όταν στο τέλος του βιβλίου ακούμε το κλάμα του νεογέννητου γιου τού Μιχαήλ, που θα συνεχίσει την παράδοση, μια ψευδαίσθηση αιωνιότητας για τον άνθρωπο. Ψευδαίσθηση, γιατί «η παράδοση που θέλει τους Γαβαλάδες παρόντες σε όλους τους εθνικούς αγώνες» (σ.22), από το Δραγατσάνι στην Κερύνεια (σ. 41), κλείνει με τον ηρωικό θάνατο του Αλέξανδρου το καλοκαίρι του 1974. «Με έρριψες εις χώμα θανάτου», λέει ο Δαβίδ στους Ψαλμούς (22 16, σε μετάφραση Ανδρέα Κάλβου). Το χώμα γονιμοποιείται από το αίμα. Αν το αίμα είναι ουράνιο, τρέφει τη γη και την ανανεώνει, όπως το αίμα των Γαβαλάδων που, μέχρι το ’74, δεν χύνεται, ρέει από γενιά σε γενιά. Αν το αίμα είναι προϊόν πολέμου, καταστρέφει, όπως, σύμφωνα με τον αφηγητή, η αλλαγή που ακολούθησε τα τραγικά συμβάντα στην Κύπρο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η αρχοντική οικογένεια Γαβαλά που τρέφει το χώμα με το αίμα της και την αγάπη της. Η ιστορία της ανάγεται σε αλληγορία όλων των κύκλων του σύμπαντος: του χώρου, του χρόνου, της ύπαρξης. Τίποτε δεν έχει αρχή και τέλος. Όλα συμμετέχουν στον κύκλο του χώματος, ακόμη και ο ουρανός. Η αρχοντιά της οικογένειας προέρχεται όχι τόσο από τα πλούτη της όσο από την επαφή της με το άγιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χώμα. Ξεριζώνονται κάθε τόσο για να επιστρέφουν τελικά «στο νησί», στη Ρόδο, που δεν ονομάζεται στο μυθιστόρημα, ενώ ανάγεται σε αρχέτυπο της μάνας-γης. Είναι μια ιδέα που φυτρώνει στο χώμα, δροσίζεται από τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θάλασσα του Αιγαίου, λούζεται από το αέναο φως του ήλιου. Ο αφηγητής θα μιλήσει με συγκίνηση που μεταδίδει στον αναγνώστη, για «το κτήμα με τον πύργο των Γαβαλάδων [&#8230;], το πυκνό δάσος στα πόδια του Έρημου» (σ. 13).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι λέξεις χώμα και humus, και οι δύο από το αρχαίο χαμαί, «χαμηλά», σηματοδοτούν ταπεινότητα και ήθος. Την ίδια στιγμή, σύμβολο μεγαλείου, ο πύργος της οικογένειας Γαβαλά, όπως ακριβώς ο Πύργος της Βαβέλ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι μια πόρτα του ουρανού. Η οικογένεια διασκορπίζεται, όπως οι κάτοικοι της Βαβέλ, αλλά τώρα πλέον όλοι μιλούμε την ίδια γλώσσα, τη γλώσσα της παγκοσμιοποίησης, της αγοράς. Η έπαρση παραμένει ίδια, με μια μικρή (;) διαφορά: δικός μας στόχος, δικός μας ουρανός είναι το χρήμα. Ο πύργος βρίσκεται «στο νησί», προφανώς στην πατρίδα του συγγραφέα. Ένα νησί συμβολίζει το κέντρο της γης αλλά και την απομόνωση. Η οικογένεια μαζεύεται εκεί για τις διακοπές και το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία. Η γιορτή, ένα ακόμη αρχέτυπο, μας κρατά πάντα κοντά στις παραδόσεις, κοντά στη γη. «Το ξωκλήσι στο λόφο» (σ. 12) χτίστηκε από τον Αλέξανδρο Γαβαλά, με χρήματα που είχε σώσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον Αλέξανδρο ιδρυτή της δυναστείας, συνεχίζει με τον εγγονό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του Αλέξανδρο, ήρωα της κυπριακής τραγωδίας, και κλείνει με τη γέννηση ενός νέου Αλέξανδρου, γιου του Μιχαήλ και της Κύπριας Εύας. Τα ονόματα δεν είναι τυχαία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Στο μεταξύ ο τόπος αλλάζει από τα θεμέλια, γνωρίζει ένα πρωτόγνωρο ευδαιμονικό αναβρασμό, χαίρεται τις αξίες της κατανάλωσης» (σ. 105), και νιώθουμε εδώ ότι ο αφηγητής τονίζει την αντίφαση αξίες/κατανάλωση. Η αλλαγή αντιμετωπίζεται άλλοτε σαν πεπρωμένο (σ.214), άρα δεν φταίει μόνο ο άνθρωπος, άλλοτε οι παλιοί άρχοντες τρομάζουν γιατί η αλλαγή γίνεται ερήμην τους (σ. 125), δίνοντάς τους μια έντονη αίσθηση της ασημαντότητάς τους, σαν να ήταν ανήμπορες οι ηθικές αξίες μπροστά στο χείμαρρο της αλλαγής. Ήδη, οι Έλληνες στρατιώτες στην Κύπρο, όταν παίρνουν εντολή να κρυφτούν στα χωράφια, ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχουν πλέον δένδρα (σ. 52). Οι θιασώτες της προόδου, του σύγχρονου πολιτισμού τα έκοψαν για να περνούν άνετα τα αυτοκίνητα. Ο άνθρωπος καταστρέφει τη γη και η γη ανταποδίδει. Γίνεται αδιάφορη απέναντι στον άνθρωπο και το δίκιο του. Και όμως αργότερα διαβάζουμε για το κτήμα των Γαβαλάδων: «το χώμα, αυτό το χώμα, πάντα θα θρέφει δέντρα» (σ. 91). Με οργή κατά της αλλαγής ο Μιχαήλ σκέφτεται: «Όχι, δεν υπάρχουν αθώοι. Οι άνθρωποι θέλανε να εξαπατηθούν και εξαπατήθηκαν» (σ. 244). Και ο αφηγητής, βλέποντας τον κόσμο με τα μάτια των αρχόντων, τονίζει συχνά τα αρνητικά στοιχεία της αλλαγής, σαν να ζούσαμε πριν σε έναν ιδανικό κόσμο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για να κρατήσει την ακεραιότητά του, ο Μιχαήλ παραιτείται από το διπλωματικό σώμα και επιστρέφει στον πύργο με τη γυναίκα του, την άλλη Εύα, την ανιψιό της αγαπημένης τού Αλέξανδρου, σαν να συνεχίζει τη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζωή του ξαδέλφου του. Γι’ αυτό, «με συγκίνηση που μέχρι τότε ποτέ δεν είχε νιώσει, ο Μιχαήλ πήρε από τη Βέρα ένα δαχτυλίδι, κειμήλιο δυο αιώνων που ο πατέρας της δεν είχε προλάβει να δώσει στον γιο του, στον Αλέξανδρο» (σ.226). Ένας ακόμη κύκλος διευρύνεται όταν γεννιέται ο δικός του γιος, ο Αλέξανδρος, «κληρονόμος των Γαβαλάδων» (σ. 286). Η πίστη της Εύας «στο χώμα τη βοηθά σ’ αυτή την πάλη κατά του πεπρωμένου» (σ.288).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το νέο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου είναι προϊόν μιας ιδιοφυούς σύλληψης. Ο συγγραφέας δημιουργεί μια πλειάδα ζωντανών χαρακτήρων, όπως οι πολύ σπουδαίοι πεζογράφοι του παρελθόντος, ενώ δένει αριστοτεχνικά τα πρόσωπα με τον χωρόχρονο: τον τόπο τους και τις πολλές κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Διανθίζει διαρκώς την αφήγηση με στοχασμούς για τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα, θυμίζοντάς μας την ιδιότητά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του ως ιστορικός και δοκιμιογράφος. Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει η πυκνότητα του λόγου του. Όταν οι Έλληνες στρατιώτες στην Κύπρο περιμένουν ενίσχυση μήπως τυχόν σωθούν, ένας από αυτούς εξηγεί με συγκλονιστική λιτότητα τι ακριβώς περιμένουν: «Το τάγμα που είχανε στείλει να κυνηγά μακαριακούς στην Πάφο» (σ. 51). Λίγες λέξεις αφηγούνται μια μεγάλη ιστορία: η συνεχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ερωτοτροπία με τον εμφύλιο δεν σκοτώνει τον εχθρό, αληθινό ή φανταστικό, αλλά τη χώρα μας. Η αισιοδοξία του συγγραφέα, ωστόσο, παραμένει ακέραιη. Την ίδια στιγμή που τα ταξίδια των ηρώων του οδηγούνται σε ναυάγιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (σ.249, 263), η πλοκή, με το πηγαινέλα στο χρόνο, τονίζει την αιώνια τάση του Έλληνα για αυτοθυσία, ώστε να διαφυλάξει τις αρχές και τις αξίες που του έδωσαν τη δική του ταυτότητα. Μπορεί τελικά η Ελλάδα, που συνεχώς χαροπαλεύει, να μην πεθαίνει ποτέ, αλλά με ποιο τίμημα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ</strong></h5>
<p>ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 114 ΜΑΡΤΙΟΣ 2018</p>
<p>Η κυπριακή τραγωδία, το πένθος και τα “εθνικά αμαρτήματα&#8221;</p>
<p>Το νέο μυθιστόρημα Ο κύκλος του χώματος του λογοτέχνη και ιστορικού<br />
Κώστα Χατζηαντωνίου, πολύ καλογραμμένο και -παρά την πολυπλοκότητά του- με προσεγμένα σφιχτή δομή, πλούσια γλώσσα με σποραδική χρήση ιδιωματικών στοιχείων, ακέραια πλασμένους ήρωες και πολλαπλά ενδιαφέρον περιεχόμενο, είναι εντούτοις ένα εκτενέστατο αφήγημα καθόλου εύκολο στην παρακολούθησή του, καθώς ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τις συνδέσεις του χρόνου δράσης της κυρίως αφήγησης με παρελθοντικά χρονικά επεισόδια. Γιατί όσα “συμβαίνουν” μέσα στις διαστάσεις του παροντικού χρόνου που ορίζεται απ’ τον συγγραφέα επικαθορίζονται από τον ιστορικό και τον πολιτικό χρόνο της πρόσφατης μεταπολιτευτικής ιστορικής φάσης και με αρκετές αναφορές στο παρελθόν της ιστορίας του γένους των Ελλήνων.<br />
Το μυθιστόρημα αυτό έρχεται ως γόνιμη συνέχεια στη σειρά των ελάχιστων αξιόλογων λογοτεχνικών βιβλίων τα οποία -με αφορμή μία μεγάλη εθνική τραγωδία (στην περίπτωσή μας την τουρκική εισβολή στη Κύπρο το ’74)— εστιάζουν ανθρωποκεντρικά και σχολιάζουν (χωρίς συμπλέγματα κομπαστικού και άγονου εθνοκεντρισμού και προγονοτυφίας) τις αποσμέτρητες υπαρξιακές, ψυχολογικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που μπορεί να έπονται ενός τέτοιου δράματος το οποίο αφορά στα πεπρωμένα του γένους -μα σε σχέση με το μυθιστόρημά μας- στην ιστορία ενός αδικοθανατισμένου παλικαριού και στις συνέπειές του κυρίως στο στενό συγγενικό περιβάλλον του.<br />
Η φάρα των Γαβαλάδων κουβαλά ένα ταραγμένο οικογενειακό παρελθόν με<br />
στιγμές μεγάλης δόξας, όντας σημαδεμένη από “στάσιμα” μέσα σε εμβληματικές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας — Ιερός Λόχος στη Μολδοβλαχία, Μικρασιατική καταστροφή, εποποιία της Πίνδου. Ο μυθιστοριογράφος τείνει να μας κάνει να υποθέσουμε ότι η ίδια η φύση του<br />
βιολογικού-ζωϊκού κύκλου (που τον ονομάζει «Κύκλο του χώματος», επειδή<br />
το χώμα είναι το τέρμα του), κύκλου ο οποίος αενάως και απανταχού αδιαλείπτως επαναλαμβάνεται, έχει τη συνέχειά της μέσα αλλά και πέρα από την κατάληξη του κύκλου στο μυθιστόρημα.<br />
Με τα “στάσιμα” αυτά, μέσα από τη ροή των γεγονότων και τα ταξίδια των<br />
ηρώων, πραγματικά ή με τα φτερά της φαντασίας, σχηματίζεται νοερά ένας<br />
χάρτης με αναφορές σε περιοχές της ακμής της άλλοτε διευρυμένης και σήμερα συρρικνωμένης γεωγραφικώς Ρωμιοσύνης, όπως: Τσεσμές, Σμύρνη και Μαγνησία, Κωνσταντινούπολη και Πριγκηπόννησα, Χειμάρρα στη Βόρεια<br />
Ήπειρο, στη σκιά πάντοτε της Ρόδου —που δεν αναφέρεται όμως πουθενά-,<br />
με την Αθήνα πάντοτε στο κέντρο των πραγμάτων και τη μοιραία για τον ελληνισμό Κύπρο.<br />
Οι τόποι αυτοί φορτίζουν συγκινησιακά επιπλέον τον αναγνώστη, και ιδίως με την Κύπρο να υπενθυμίζει και να τονίζει διαρκώς, με την πιο πρόσφατη τραγωδία της, την αλληλεξάρτηση των δύο χωρών και των ομογενών πολιτών τους, Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων, από την ίδια, την κοινή μοίρα. Με την Ελλάδα μάλιστα να στέκεται στο εδώλιο λόγω των λανθασμένων, προδοτικών εντέλει, πολιτικών, κυρίως της δικτατορίας, μα όχι μόνον αυτής.<br />
Η ιστορία της ευκατάστατης, ως επιβίωμα φεουδαλικής σύστασης, οικογένειας και οι διαδρομές των μελών της, είναι το εφαλτήριο για να μιλήσει ο συγγραφέας για το ειδικό βάρος της εθνικής προδοσίας των χουντικών, το<br />
στοίχειωμα του πένθους, τον αέναο κύκλο ζωής-θανάτου (κύκλο του χώματος) μα και για τον σπόρο που διαδέχεται τη σήψη να καραδοκεί για τη γέννηση και τη συνέχεια της ζωής — αλλά και για τις εθνικές αυταπάτες, την ουτοπική προσήλωση σε ιδεολογήματα που ευαγγελίζονται ανατρεπτικές αλλαγές, την πάλη των παλιών και των νέων ιδεών πάνω σε κοινωνικά ζητήματα, την ανάδειξη της διαλεκτικής σκέψης ως θέμα άξιο να καταλάβει ικανό χώρο στη λογοτεχνία μας, σ’ ένα μυθιστόρημα γραμμένο με δεξιοτεχνία και συγκρατημένο πάθος<br />
Το συναρπαστικό και συνταρακτικό, λόγω της έντονα νατουραλιστικής και<br />
υποβλητικής αναπαραστατικής δύναμής του, 6ο κεφάλαιο -με τις ανατριχιαστικές σκηνές της επίθεσης των τουρκικών φάντομς στον Πενταδάχτυλο και της απόβασης στην Κερύνεια, και τις εκατόμβες των ανέτοιμων, απατημένων πολεμιστών- παραπέμπει σε κλασικές πλέον για την ελληνική λογοτεχνία περιγραφές, που παρόμοιες τους συναντάμε π.χ. στα «Αναγνώσματα» του Άξιον εστί του Ελύτη, σε πεζά του Βενέζη, στο Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη ή στον Απρίλη του Τερζάκη αλλά και στον Μακρυγιάννη.<br />
Ο Χατζηαντωνίου, σαν τον Σεφέρη («οι νεκροί δε μ’ αφήνουνε να πάω παρακάτω») βρίσκεται σε μια διηνεκή διεργασία του διαλόγου που έχει την<br />
ιδέα αλλά και τον “πόνο” να έχει ανοίξει με απόντες-απολεσθέντες σε στιγμές<br />
μοιραίας συνάντησης με τον χάροντα του πολέμου. Άνθρωπος που στοιχειώνεται απ’ το ιστορικό παρελθόν και ζει με γνήσια αισθήματα το πένθος για τον χαμό των “αδερφών”, των παλικαριών που έφυγαν ηρωικά, δεν αρκείται στη συνδιαλλαγή του με τους ζωντανούς. Γι’ αυτό κάπου γράφει: «Οι νεκροί είναι που μας συντροφεύουν όταν νιώθουμε -και το νιώθουμε πολύ συχνά- ανυπόφορη ανία με τους ζωντανούς». Φέρει λοιπόν ο συγγραφέας το πένθος για εκόντες-άκοντες ήρωες, επιφανείς η κυρίως αφανείς, άγνωστους στρατιώτες.<br />
Τέτοιο μυθιστόρημα είναι αδύνατον να γραφτεί χωρίς επίμονη και πολύμοχθη ιστορική έρευνα σε αρχεία του παρελθόντος, χωρίς ανθρωπογνωστική διαίσθηση και χωρίς την απαραίτητη συναισθησία, χωρίς δηλαδή τη μέθεξη ως προϋπόθεση.<br />
Μέσα απ’ τη ροή των γεγονότων -τα οποία περιγράφονται με τέτοιο δεξιοτεχνικό τρόπο ώστε οι χρόνοι των παιδικών αναμνήσεων είναι μεν εμβόλιμοι αλλά εμπλέκονται αρμονικά με τον χρόνο των γεγονότων στην Κύπρο του Αττίλα—, τα ανεπούλωτα προσωπικά και κοινωνικά τραύματα απ’ τον καιρό της χούντας και την κυπριακή τραγωδία, οι δοκιμασίες του κυπριακού λαού με τις αλληλοδιώξεις των αντιπάλων ομάδων, οι ιδεολογικές αγκυλώσεις, η αδερφοφαγία, η προδοσία από τους πατριδοκάπηλους και τους πατριδεμπόρους, διατρέχουν όλη την εξέλιξη του κεντρικού μύθου.<br />
Πέραν της αξίας του περιεχομένου του μυθιστορήματος, και πέραν των<br />
λοιπών αρετών του, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι συγγραφέας “δένει” τον μύθο<br />
με την ιστορία, αναδεικνύοντας και στιγματίζοντας καίρια ιδεοληψίες και<br />
μονομανίες που οδήγησαν σε ατομικές και ομαδικές ψυχώσεις, κι από κει σε<br />
πολιτικό τέλμα, σε εθνικά αμαρτήματα και εντέλει σε ολέθριες και -χωρίς νέμεση για τους υπεύθυνους- τραγωδίες του γένους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 14/7/2019</p>
<p>Πειστικοί καθόλα χαρακτήρες, εμβριθής αναπαλαίωση της εκάστοτε ικανής και αναγκαίας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, υποδειγματικά έντεχνη πολυπρόσωπη αφήγηση, σπουδή της κρίσιμης λεπτομέρειας, διαύγεια εμπύρετου λόγου, ισόρροπη ανάπτυξη των δρώμενων, ενδελεχής ανάπτυξη του πρωταρχικού σχεδίου, ενώ η αληθοφάνεια των διηγητικών εκφάνσεων και η επινόηση των συμβάντων συμβαδίζουν, χωρίς όμως να καταργούν την επιλεγμένη, θεσμική, οίκοθεν νοείται, ιστορικότητα: αυτές, μεταξύ άλλων, είναι οι κύριες κειμενικές αρετές του ως άνω μυθιστορήματος. Ο δε τίτλος του παραπέμπει ευθέως στον ακατάλυτο δεσμό των ανθρώπων τόσο με την εξ αντικειμένου πραγματικότητα του δεδομένου γενέθλιου περιβάλλοντος, όσο και με όλους τους διακριτούς, αείζωους μυθολογικούς δείκτες των συγκεκριμένων γεωγραφικών συντεταγμένων. Είναι εκείνοι ακριβώς, οι οποίοι κατά καιρούς είτε ευνοούν είτε οδηγούν σε πλήρη αφανισμό την εκ γενετής ευπαθή ύπαρξη, αυτό το στάχυ ή το καλάμι, όπως το ήθελε ο Πασκάλ, το έκθετο στους τυφώνες της Ιστορίας. Ο τόπος, ως ειμαρμένη, προοικονομεί λοιπόν κι εδώ δράμα. Η απόλυτη τιμή του χώματος είναι κατ΄ επέκταση συνώνυμη της αξίας του χυμένου αίματος.</p>
<p>Τα αφηγηματικά υποκείμενα του παρόντος έργου, ως αναπόσπαστα κύτταρα του χώρου τους, εισέρχονται συχνά κι αυτά, εκόντα άκοντα, στην κατεξοχήν ζώνη του τραγικού. Καταρρέουν, μετά από άνισους συνήθως αγώνες ή καταφέρνουν να ανυψωθούν, υπακούοντας μαθηματικά πάντα στην ασίγαστη διαλεκτική του οικείου πάθους. Πρόκειται για την ακατάπαυστη εκείνη κίνηση, η οποία στοιχειώνει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα. Το αίτημα της αναίρεσης των αυταπατών, των σημαδιακών αντιφάσεων της ζωής, των μοιραίων ψευδαισθήσεων είναι αντιστοίχως διάχυτο. Κοντολογίς, η επανάληψη των λαθών, των προδοσιών και των ηρωικών αντιστάσεων στην επικείμενη καταστροφή, την οποία απειλεί ο σχεδόν πανταχού παρών Άλλος, συνιστά την ατέρμονη δράση ενός τροχού ακαταπαύστων μαρτυρίων. Η μνήμη διαπερνά το παρόν, καθιστώντας το αναστοχαστικό είναι. Από μια άποψη, η όλη ροή είναι φαινομένη. Ως να τεκμαίρεται μια ασάλευτη αιωνιότητα χώματος – αίματος. Στο βάθος της εξιστόρησης θαρρώ ότι ακούει κανείς τον ψίθυρο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «το να έχει αντιγράψει η ιστορία την ιστορία είναι ήδη κάτι εκπληκτικό, το να αντιγράψει η ιστορία τη λογοτεχνία είναι αδιανόητο».</p>
<p>Η νησιώτικη οικογένεια των Γαβαλάδων συνιστά στην προκειμένη περίπτωση το συλλογικό αφηγηματικό πρόσωπο. Διαβάζουμε ότι ορισμένοι πρόγονοι συμπαρατάχτηκαν με τους Ιερολοχίτες. Άλλοι έζησαν τον μικρασιατικό μαρασμό. Έτεροι πολέμησαν το 1940. Ο δε Αλέξανδρος, γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, δρα ως ανθυπολοχαγός στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής. Έχοντας προλάβει να συμμετάσχει στις ύστατες συγκρούσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, δεν θα αργήσει να συμπεριληφθεί στους αγνοούμενους. Η απώλεια αυτή λυγίζει, όπως θα ανέμενε κανείς, όλα τα στελέχη της οικογενειακής τάξης. Εξ ου και οι πολλαπλές δυσκολίες εμπέδωσης ενός ισόρροπου βίου, τις οποίες αντιμετωπίζει στην πράξη φέρ΄ ειπείν η Βέρα, η αδελφή του. Ο Παύλος, ο εξάδελφός του, θα διδάξει οικονομικά, αφού πρώτα θα εγκαταλείψει οριστικά την ομάδα βομβιστών του Ιρλανδικού Επαναστατικού Στρατού, με την οποία συνδέθηκε στενά σε μιαν περίοδο προφανώς ακραίων επιπολαιοτήτων. Ο γάμος του άλλου εξαδέλφου του Αλέξανδρου, του εμφανώς νουνεχούς, του συναισθηματικά αυτοελεγχόμενου Μιχαήλ, με την Εύα, γνωστή από το κοινό τους παρελθόν, αποτελεί προφανώς μιαν ακόμη αναγκαία συνθήκη επανεκκίνησης της ορμής προς το μέλλον των ψυχικών ανορθώσεων και των ηθικών αναμορφώσεων. Το παιδί τους μάλιστα, το οποίο έρχεται, το τονίζω αυτό, την κατάλληλη στιγμή στη σκηνή του επαρκώς συγκερασμένου αυτού μυθιστορήματος, οριοθετεί την αλλαγή ρυθμών της ρήξης του κακού με το καλό. Το πένθος διεκδικεί μεν τα πάντα, πλην όμως η άφατη αίγλη που εκλύει η γονιμοποιημένη μήτρα οριοθετεί ρήξη με το μελανό στοιχείο του βίου. Το ορμέμφυτο για μια παροδική έστω ανόρθωση του καθημαγμένου εγώ, μη παύοντας να ενεργεί εποικοδομητικά, προσδίδει σε πολλά κρίσιμα σημεία της αφήγησης μια λάμψη από το μάλλον ανίκητο αγαθό. Άλλωστε εξακολουθεί να ισχύει ότι «στη ρίζα του Έλληνα: το άνευ μέτρου, το έκλυτο, το ασιατικό∙ η παλληκαριά του φάνηκε στον αγώνα κατά του εγγενούς ασιατισμού του∙ η ομορφιά δεν του δόθηκε απλώς [ . . .]: την κατέκτησε, την θέλησε, αγωνίστηκε σκληρά γι’ αυτήν – την κ έ ρ δ ι σ ε!», όπως διατείνεται ο ακραιφνής εκείνος φιλέλλην, ο Φρίντριχ Νίτσε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΛΑΚΟΣ</strong></h5>
<p>bookpress.gr 6/9/2018</p>
<p>Από τον συγκλονισμό στην κάθαρση</p>
<p>H τουρκική εισβολή του ’74 στη Μεγαλόνησο είναι η βασική συνιστώσα της αφήγησης στο τελευταίο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου. Η ιστορική βαρύτητα του γεγονότος, η θέση του μέσα στον ελληνικό χρόνο της Ιστορίας, έγκειται στο ότι κατάφερε το τελευταίο και πιο εύθετο πλήγμα στο κάστρο του Ελληνισμού, προoικονομώντας τον μαρασμό των επερχόμενων δεκαετιών.</p>
<p>Το β&#8217; μέρος του βιβλίου ξεκινά με το κεφάλαιο «Ο κόσμος αλλάζει». Μόλις εφτά χρόνια μετά την εισβολή και βρίσκουμε τον εαυτό μας να περνάει το κατώφλι ενός άγνωστου σπιτιού! Χρόνια ύστερα, στην σελίδα 264 της έκδοσης, ο αφηγητής ανακαλεί ένα ακόμα στιγμιότυπο από τη ζωή του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, και χρησιμοποιεί τη φράση, «το χρηματιστήριο ανθούσε ακόμα», για να δείξει τον συγχρονισμό της αφήγησης με τον παρόντα χρόνο. Το βιβλίο μάς απευθύνεται μέσα από τις στάχτες του σήμερα.</p>
<p>Μία βασική προϋπόθεση για την πληρέστερη κατανόηση του μυθιστορήματος είναι το ενιαίο της ελληνικού έθνους ως υπόθεση που συνέχεται με την αναδρομική αφήγηση του συγγραφέα, καθιστώντας την δυνατή. Η «υπόμνηση» είναι σημαντική για τους νεότερους ελλαδίτες που «ρουφήχτηκαν», στην πλειονότητά τους αμετακλήτως, από την κρατική πραγματικότητα που στελεχώνουν, αν όχι από την ίδια, σίγουρα από την αμορφία της μετανεωτερικότητας. «Η Κύπρος σε λίγο θα ξεχαστεί, όσες αφίσες κι αν κολλήσουν, όσα τραγούδια κι αν πουν. Η μόνη της χρησιμότητα θα είναι πια για να σταδιοδρομούν πατριδοκάπηλοι ή για να προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές» διαβάζουμε σε μια σελίδα. Η Κύπρος όντως ξεχάστηκε.</p>
<p>Για την ηθογράφηση των χαρακτήρων χρησιμοποιείται το παράδειγμα της οικογένειας των Γαβαλάδων. Η οικογένεια αυτή είναι μια παλαιά, με βυζαντινές μάλλον καταβολές, αρχοντική οικογένεια ενός νησιού των Δωδεκανήσων. Τα μέλη της παρακολουθούν τη σταδιακή εξασθένηση και τον μαρασμό της νεοελληνικής κοινωνίας από το 1974 ώς τις μέρες μας. Είναι μια οικογένεια που έχει προσφέρει πολλά στους αγώνες του έθνους, όμως η τελευταία της θυσία, ο Αλέξανδρος, που «αγνοείται» στην Κύπρο, είναι μια θυσία που έγινε&#8230; για το τίποτα. Οι «τόποι» της οικογένειας συγκεντρώνουν τις σκέψεις και τα αισθήματά της. Κι αντηχούν! Άλλοτε σαν ριπές πολυβόλου κι άλλοτε σαν προσευχές ή στοχαστικές συνόψεις που διατυπώνονται με σαφήνεια και πάντοτε σε σταθερή αντιπαλότητα προς μια πραγματικότητα που προδίδει διαρκώς τις ιερότερες προσδοκίες του έθνους.</p>
<p>Ο παλαιός πύργος των Γαβαλάδων στις ρίζες του σκοτεινού λόφου του Έρημου, οι κρυμμένες και ανομολόγητες αναμνήσεις της θείας Μαρίας από τον χαμένο στη Μικρασία αρραβωνιαστικό, οι αφηγήσεις του γερο-Πρόδρομου από τη μεγάλη Εκστρατεία, οι περιγραφές των Βασίλη και Ιακώβου Γαβαλά από το αλβανικό Έπος, το κιτάπι με τα χειρόγραφα ημερολόγια του πρώτου Αλέξανδρου, του Ιερολοχίτη, οι διαλέξεις του Παύλου στο Πανεπιστήμιο για την οικονομική αναμόρφωση του Βενιζέλου, η γυναίκα του καημού και της προσδοκίας, η μητέρα του χαμένου ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, η άλλη γυναίκα, η Βέρα, που μαραζώνει χρόνο με τον χρόνο προσμένοντας τον αδελφό της, ο Αντρέας από τη Χειμάρρα, που δεν γλεντά τις μέρες της ζωής του στην κόψη του κεραυνού τη φλογισμένη αλλά ψωμοζεί στο μεταπρατικό κράτος της Αθήνας, και κυρίως ο Μιχαήλ, «ο τελευταίος των Γαβαλάδων», κατά την κρίση του Βασίλη Γαβαλά, με τον οποίο κορυφώνεται ο θρήνος για το κατάντημα του Ελληνισμού με τέτοια ισχύ και αγωνία ώστε καταργεί τον παθητικό χαρακτήρας του κοπετού.</p>
<p>Διατρέχοντας προσεκτικά τις αφηγήσεις που σχηματίζουν και εδραιώνουν τους αφηγηματικούς σταθμούς και περάσματα, κατέληξα στο να αντιλαμβάνομαι ολόκληρο τον χορό προσώπων ως κάποιο ενιαίο ψηφιδωτό που μεταδιδεί –από μέσα προς τα έξω– το κλίμα της καταστροφής και της σταδιακής παρακμής. Έτσι, η γεωγραφία του βιβλίου δεν είναι μια γεωγραφία εμπορική κι αγοραία, μια γεωγραφία που φωνασκεί. Είναι οι ήσυχες, σκιερές δενδροστοιχίες ενός κόσμου που δύει, ενός κόσμου που δεν προσβλέπει προς τις φωταγωγημένες λεωφόρους των μαζικών εξάρσεων. Συνεπώς υπάρχει στην αφήγηση κάτι το χαμηλόφωνο, κάτι το σκιασμένο, το απόμακρο και κεντρικό συνάμα, που κόβει διαγωνίως τη μοίρα της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας.</p>
<p>Πρώτιστο κέρδος: ο συγγραφέας καταφέρνει να γίνει αντι-κειμενικός, μοιράζοντας τη στάση του ανάμεσα σε ένα πριν και σε ένα τώρα, ανάμεσα στο εδώ της θέσης και στο εκεί της θέασης. Με αυτό τον τρόπο κρατά αποστάσεις από ό,τι δευτερεύον (ελάσσον) θα μπορούσε να συσκοτίσει την καθαρότητα της λογοτεχνικής επόπτευσης. Πώς η αφήγηση και οι επιμέρους διηγήσεις προσπερνάνε αυτό το χωροχρονικό διάκενο;</p>
<p>Το όχημα με το οποίο μεταβαίνουμε στο άλλο σημείο, στο έτερον τι του κόσμου της ιστορίας, μας το παρέχει εξ ολοκλήρου η σύλληψη του χαρακτήρα του Μιχαήλ. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, δίχως την παρουσία του, θα ήταν κλαδί δίχως δέντρο, κι έτσι ξεμοναχιασμένη, θα αποτελούσε μια φυγόκεντρη διαδοχή εξιστορήσεων δίχως σκοπό, ζώσα μορφή και εξάρτηση. Μπορεί στον Αλέξανδρο να βρίσκουμε μια αφετηρία, αφού με τον θάνατό του η ιστορία αποκτά ξανά για τους Γαβαλάδες σάρκα και μιλιά, μα είναι ο Μιχαήλ που οδηγεί την αδυσώπητη ροή των γεγονότων σ’ ένα νόημα. Με τον Μιχαήλ εκφέρεται η ελευθερία της στοχασμού. Η ελευθερία που δεν εγκαταλείπει τα οχυρά της στον ολοφυρμό και ούτε παραπαίει πάνω από τα σκοτεινά χάσματα που άφησε πίσω της η κατατεμαχισμένη νεοελληνική πραγματικότητα μετά την τραγωδία του ’74.</p>
<p>Ο Μιχαήλ είναι ο μόνος από τους Γαβαλάδες που ξανοίγεται στο θρασεμένο πέλαγος της εποχής του· επιλέγει, δηλαδή, να βγει έξω από την αυλόπορτα του πατρογονικού του και να περπατήσει στον κόσμο δίχως εγκεφαλικά δεκανίκια και ιδεοληψίες, με μοναδικό αρωγό το εσώτατο αίσθημα και το πιο μεταφυσικό οπλοστάσιο του ανθρώπου, το κορμί του. Ο Μιχαήλ δεν απομονώνεται μες στον θάνατο ή τη θλίψη, αλλά συνενώνει. Και για να το κάνει αυτό, καταστρέφει ενώ συγχρόνως διασώζει. Καίτοι «αισθάνεται» την εποχή, στο τέλος την ξεπερνά! Ίσως γιατί σ’ αυτόν επιβιώνουν, μεταμορφωμένα, τα ιδανικά που όρισαν το πεπρωμένου του Αλέξανδρου.</p>
<p>Οι δύο λέξεις, «κύκλος» και «χώμα» εμφανίζονται μόνο τέσσερις φορές, στις σελίδες 94, 168, 278 και 291, το δε επίθετο «χωματένιος» στη σελίδα 132. Κι όμως, αυτές οι λέξεις ορίζουν την ταυτότητα του βιβλίου, τυπικώς και ουσιαστικώς.</p>
<p>Υπάρχει ο κύκλος του ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, που σκοτώθηκε στην Κύπρο το 1974· υπάρχει ο κύκλος των παλαιότερων Γαβαλάδων, του Βασίλη, πατέρα του Αλέξανδρου και του Ιάκωβου, πατέρα του Μιχαήλ, και ο κύκλος των προγόνων τους· υπάρχει ο κύκλος του Μιχαήλ, ο οποίος απελευθερώνεται από όλους τους προηγούμενος κύκλους, σαν βουδιστικό κάρμα, και γίνεται γραμμή, βέλος που στοχεύει να πλήξει τις συνειδήσεις μας· υπάρχει, τέλος, ο άγνωστος κύκλος του γιου του Μιχαήλ και της Εύας, ο οποίος φέρει το όνομα του θείου του: Αλέξανδρος. Ο ένας μπαίνει μέσα στον άλλον και συγχρόνως όλοι είναι ομόκεντροι, γιατί ενώ είναι κύκλοι χωμάτων, ο κάθε κύκλος, σε συνάφεια με τον επόμενο ή τον προηγούμενο, υπάγεται στον κύκλο του χώματος του έθνους αλλά και του Χρόνου. Τελικά του Κόσμου.</p>
<p>Ο προσδιορισμός της δύναμης που θέτει σε κίνηση αυτούς τους μικρούς και μεγαλύτερους κύκλους είναι η ιστορία και οι συγκλονισμοί της, που τοποθετούν τον άνθρωπο μπροστά στο αίνιγμα του εαυτού του, γιατί «ιστορία» δεν είναι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, είναι κυρίως η ορμή που εμβολίζει τα όρια του οικείου και του ανοίκειου. Το χάσιμο της ελπίδας. Η αναγκαία συσκότιση.</p>
<p>Η Ιστορία, λοιπόν, με γιώτα κεφαλαίο, ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης, είναι ο λόγος που οι αφηγηματικοί-ιστορικοί κύκλοι του βιβλίου εφάπτονται και συγχέονται, ο λόγος που τα επιμέρους μέρη της αφήγησής του δεν είναι στατικά αυτοαναφορικά σύνολα κλεισμένα στον εαυτό τους, αλλά υποτάσσονται σε ένα καθεστώς αλληλοπεριχώρησης, όπως τα πράγματα στον χώρο και τον χρόνο.</p>
<p>Το ερμάρι που λέγεται «ιστορία/ιστορικό γεγονός» δεν ανοίγει ποτέ μ’ ένα κλειδί. Όμως η εγκυρότητα της θέασης εξαρτάται από δύο συγκεκριμένους παράγοντες. Από τη θέληση να αναγνωρίζουμε την πολλαπλότητα των πρισμάτων, διαβάζοντας με ικανότητα το παλίμψηστο του χρόνου, και από το ταλέντο να ξεγλιστράμε μέσα από τα χέρια του, γιατί αυτός, ο χρόνος, έχει μεγάλα και παχιά χέρια, τόσο παχιά που μέσα τους κλείνεται καμιά φορά η ύπαρξη του ατόμου. Τότε εκείνο αδυνατεί ν’ αντιληφθεί εύκολα το Εκείθεν του φωτός, που έρχεται απευθείας στον καθένα μέσα από παλαιούς βωμούς και τάφους χορταριασμένους.</p>
<p>Το αρχικό σημείο της ρωγμής μπορεί να προσδιορίζεται χρονικώς, μα το καίριο πλήγμα δίνεται από αλλού, ίσως από την ίδια τη φύση, που απηχεί τον ρυθμό του χρόνου, το γίγνεσθαι. Η φύση (μάς) γερνά. Αυτή η μυστική επιβουλή (ή απονομή δικαιοσύνης;) θέτει την ιστορία στην τροχιά του παράλογου στοιχείου της μέσω συγκλονισμών που χωρίζουν ή διασπάνε τις ζωές των ανθρώπων. Και τότε το πλησίασμα στο ερμάρι, η εκλογή των τελικών κλειδιών, γίνεται στοίχημα δύσκολο να επιτευχθεί.</p>
<p>Πώς και με τι δύναμη, με τι βιρτουοζιτέ να πατήσει κανείς και με τα δυο πέλματα συγχρόνως στους αναβολείς του ίππου της ιστορίας; Πόση ανυστεροβουλία χρειάζεται για να αρνηθούμε τις πιο οικείες και πιο βατές εξηγήσεις της δικής μας εποχής, για να μιλήσουμε την γλώσσα του δια-χρονικού;</p>
<p>Είναι εμφανές πως ο Κώστας Χατζηαντωνίου γνωρίζει αυτούς τους κανόνες, γιατί χρησιμοποιεί την ιστορία για να γράψει ένα μυθιστόρημα, κάτω βέβαια από τον μεγεθυντικό φακό της ιστορικής επιστήμης, δίχως όμως να μεταβιβάζει στον αναγνώστη κρίσεις ειδικού ιστορικού βάρους. Άλλωστε, μόνο υπό αυτούς τους όρους γεννιέται το ιστορικό μυθιστόρημα, που ως είδος παραμένει κοντά στην ιστορική επιστήμη, αλλά ανήκει ολοκληρωτικά στον ελεύθερο φιλοσοφικό ή/και ποιητικό στοχασμό. Ακόμα και στα τμήματα του βιβλίου όπου ο ίδιος ή οι χαρακτήρες του απασχολούνται με τα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση της Κύπρου, το βάρος δεν μετατίθεται στην πραξικοπηματική κυβέρνηση Ιωαννίδη ή στον σαλτιμπάγκο Νικόλαο Σαμψών, ο αφηγητής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μιλήσει για τις περίφημες συνομιλίες Μακαρίου-Παπαδόπουλου γύρω από την ανεδαφικότητα της Κηρύξεως Ενώσεως με την Ελλάδα, τη στιγμή που η Τουρκία είχε ως εγγυήτρια δύναμη στρατό στην Κύπρο, κι εφόσον απέναντι στην Κιλικία είχε τόσο πολύ στρατό, ο δε τρόπος που προσεγγίζεται η ΕΟΚΑ Β΄ ή ο Γεώργιος Γρίβας δεν είναι ακριβώς ούτε απολογητικός ούτε πολεμικός. Το ύφος της γραφής μαρτυρά μιαν άλλη λεπταισθησία: τη διάψευση των καθαρότερων πόθων του γένους για εθνική ολοκλήρωση.</p>
<p>Έτσι ο συγγραφέας μας, χαλκεύοντας τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων-κύκλων προ του ’74, συμπεραίνει επαγωγικά μέσω αξιωματικών παρατηρήσεων και διαδοχών τον νεοελληνικό μηδενισμό με άξονα την κυπριακή τραγωδία.</p>
<p>Τόσο στο Άγκριντζεντο (2009) όσο και στον Κύκλο του χώματος, ο μηδενισμός σχετίζεται με τη σταδιακή γεωγραφική συρρίκνωση του ελληνισμού, καθώς και με την απώλεια της ικανότητας του έθνους να αυτονοηματοδοτείται και να νοηματοδοτεί τον καθημερινό βίο του. Στην περίπτωση του τελευταίου μυθιστορήματος, βρισκόμαστε μπροστά και σε μια άλλη θεώρηση, κατά την οποία αυτός ο μηδενισμός αποτελεί απόρροια του μετασχηματισμού της Μεγάλης Ιδέας από πόθο σε χίμαιρα, μετασχηματισμός που εξοβέλισε τα προτάγματά της στην σφαίρα του εξωιστορικού ιδεαλισμού.</p>
<p>Στον Κύκλο του χώματος υπάρχει ειλικρίνεια και κυνισμός μα καθόλου ρομαντισμός. Η ειλικρίνεια αυτή και ο κυνισμός αυτός δεν είναι συνέπειες μιας ηθικής δίχως ηθική· είναι τα πνευματικά τέκνα μιας απόφασης και ενός θάρρους. Του θάρρους μιας ολόκληρης οικογένειας, των Γαβαλάδων, να μην υποκύψει στην ευτέλεια της εποχής, και της απόφασης του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, να αντισταθεί. Ωστόσο, η βασικότερη αιτία για τις δύο κυρίαρχες «ηθικές» στάσεις του μυθιστορήματος είναι η ιστορική αναγκαιότητά τους.</p>
<p>Ο Κώστας Χατζηαντωνίου μοιάζει αναγκασμένος από την (Ι/ι)στορία να τις ακολουθήσει. Το μυθιστόρημά του γεννιέται μορφικά μέσα από την ανάγκη να δοθεί μια απόκριση στο τέλος της διαδρομής που αποδείχθηκε άκαρπη.</p>
<p>Εντέλει, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου, η μεταμορφωτική δύναμή του με και μέσα στην (Ι/ι)στορία, είναι ο πυρήνας που συνέλκει τους επάλληλους κύκλους για να τους παρατάξει σαν στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Τελικά μετατρέπει τις τρεις διαστάσεις του ανθρώπινου (εδώ εθνικού) χώρου και χρόνου σε δύο! Με αυτό κατά νου, βλέπουμε πώς η κατάρρευση ως βίωμα είναι ετούτη ακριβώς η επιπεδότητα που μοιάζει τόσο με εκείνη της βυζαντινής εικονοποιίας. Έτσι, ο συγκλονισμός δεν είναι το περιέχον του βιβλίου αλλά περιεχόμενό του. Αυτό που επείγει είναι η κατάκτηση της αρμόζουσας στάσης, η επιδίωξη μιας ηθικής. Αυτή την ηθική την επωμίζονται συνειδητά ή ασυνείδητα οι χαρακτήρες του βιβλίου, των οποίων οι ζωές, τα βιώματα και οι μνήμες σφραγίζονται ανεξίτηλα από τη μοίρα του νεοελληνικού έθνους. Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο ρόλος του Μιχαήλ αποδεικνύεται καταλυτικός.</p>
<p>Ο Μιχαήλ δεν αντιστέκεται με όπλο την ειρωνεία, που παγιδεύει τον άνθρωπο μέσα στο αντικείμενό που περιγελά. Αντιστέκεται με όπλο την αλήθεια που του την φανερώνει η ηθική τάξη του σώματός του. Αντιστέκεται με την άρνησή του να δεχτεί ως ζωντανό κάτι που έχει πεθάνει, μα και με την άρνησή του να περιχαρακωθεί πίσω από έτοιμες λύσεις, όταν ξέρει πως όλες δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Παραδείγματος χάριν, είναι Έλλην ορθόδοξος, αλλά περισσότερο με τον τρόπο του Καβάφη και του Παπαδιαμάντη –σημειώνω εδώ ότι ο Χριστιανισμός των δύο είναι ιδιότυπος αλλά με διαφορετικό τρόπο– και όχι με τον τρόπο των στενόμυαλων επιγόνων του Πατροκοσμά. Ωστόσο, ζει τον Θεό, την παρουσία Του και την απουσία Του, μέσα στα πράγματα και στον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται.</p>
<p>Η αυθεντικότητα του Μιχαήλ δεν είναι αρνησικοσμία. Επειδή είναι ο πιο φιλοσοφικός, ο πιο εσωτερικός και μυστικοπαθής χαρακτήρας του βιβλίου, από τη μία «θεάται» το Εξαίφνης του ιστορικού συγκλονισμού, που διαπιστώνεται μέσω της επίγνωσης του θανάτου, του βιολογικού τέλους που πρέπει να νοηθεί ως μία αδυσώπητη διαδικασία αλλαγής, η οποία δεν τείνει κατ’ ανάγκη σε κανένα Απόλυτο, υλικό ή πνευματικό, αλλά οδηγεί στη μεταμόρφωση, μα από την άλλη πιστεύει στην –παρωχημένη για πολλούς– Ιδέα του Εθνικού. Σ’ αυτή θέλει να συμπαρασταθεί εξαιτίας της ανάγκης του να μάθει «τον μυστικό μηχανισμό της ασθένειας, το γενετικό λάθος μιας δημιουργίας» (σελ. 268). Μια πρόφαση, θα λέγαμε, αληθινής αγάπης και πίστης. Γιατί το φάντασμα του χαμένου στη μαρτυρική Μεγαλόνησο εξαδέλφου, του Αλέξανδρου, τον ακολουθεί παντού και πάντοτε. Ιδού πώς συνοψίζεται ο τρόπος του Αλέξανδρου: «Η καταγωγή&#8230; δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ιδέα αυτογνωσίας. Η ιδέα αυτή άπλωνε τον εαυτό, τον στερέωνε στον χρόνο και στον χώρο, σ’ ένα χώμα άυλο, σ’ έναν κύκλο έγχρωμου χώματος. Πάσχιζε να ισορροπήσει μέσα του την πειθαρχία που επέλεξε με την απόλυτη ανάγκη της ψυχής του για ελευθερία. Οι αξίες όσο κι οι ρίζες του είχαν τεράστια σημασία ακριβώς διότι τον ευκόλυναν να εισχωρήσει στο νόημα του εαυτού του. Δεν ήταν καταφύγιο το νόημα αυτό, δεν φυλάκιζε, το αντίθετο: τον ελευθέρωνε, του χάριζε άφατη απόλαυση με τη γεύση της γης, τη μυρωδιά του αέρα, την μπόχα της καπνιάς των μηχανοκίνητων. Ένιωθε πως ήταν αυτός ο ίδιος που πατούσε τούτο το χώμα, πριν εκατό, πριν τετρακόσια, πριν χίλια χρόνια με το ίδιο αίμα, πολύτιμο πλέγμα, φλέβες και ρίζες που δέθηκαν σιγά-σιγά, γενιά τη γενιά, από διάφορους τόπους και ανθρώπους, ώσπου να φτιάξουν τούτο τον ζεστό χτύπο στα μηλίγγια, τούτη την έξαψη στα μάτια, τούτη την αγρύπνια».</p>
<p>Έτσι, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου και των μεταμορφώσεων, η ιστορία ως συγκλονισμός, δεν είναι κάτι το αόριστο και γενικό, αλλά το ίδιο το Εθνικό ως βίωμα και εμπειρία, που διαπερνά τα πάντα, όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου του Κώστα Χατζηαντωνίου και τις διηγήσεις τους, άλλοτε ως παρακμή κι άλλοτε ως θέληση για ζωή. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι αποσπάσματα μιας ολότητας που κυριολεκτικά κατέρρευσε μέσα στην κατατεμαχισμένη επιφάνεια της σύγχρονης συγκυρίας με τον θάνατο του ανθυπολοχαγού Γαβαλά. Το όλον αυτό είναι ο Αλέξανδρος, ένας πλανήτης που εξερράγη, δημιουργώντας τον Μιχαήλ και τα επίλοιπα αστέρια. Η τελευταία αναλαμπή του γένους των Ελλήνων;</p>
<p>Πρέπει λοιπόν να προσδιορίσουμε, όσο μπορούμε, κι εμμένοντας στο κειμενικό σώμα του βιβλίου, δηλαδή με όριο και κριτήριο λογοτεχνικό, δύο δυνάμεις, που καθοδηγούν την αφήγηση και την αποτύπωση, μέσω αυτής, των χαρακτήρων.</p>
<p>Η πρώτη είναι μια δύναμη αρνητική και η δεύτερη είναι μια δύναμη θετική, γιατί ο συγκλονισμός, το σημείο μηδέν της ιστορίας, όταν αποκόπτεται από το χώμα, γίνεται κρίση, μα όταν μένει προσκολλημένη σε αυτή σαν το δέντρο στις ρίζες του γίνεται συνείδηση, του αγέρα που ακόμα φυσά ολούθε με ορίζοντα τον Κόσμο. Μπορεί ακόμα-ακόμα να γίνει μιας νέας αυγής το αγιάζι, όπως στην περίπτωση του δικού μας πια Μιχαήλ, που απολυτρώνεται από όλα τα δεσμά και ετοιμάζει τη νέα σοδειά στη μορφή του άλλου Αλέξανδρου, του τρίτου των Γαβαλάδων, που «θα καθαρίσει της ζωής τον καθρέφτη από κάθε χωματιά για να ανοίξει ένας νέος κύκλος του χώματος».</p>
<p>Για τον Αλέξανδρο και τον Μιχαήλ (το alter ego του;) το ύπατο διακύβευμα είναι το Εθνικό. Μα αυτό ακριβώς είναι που διασώζει την παγκοσμιότητα του κόσμου. Ο Μιχαήλ έρχεται να επιβεβαιώσει την καίρια τομή.</p>
<p>Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγουμε σε τρεις όρους που, αν τους αποδεχθούμε, συμπεραίνουν τόσο την εξατομικευμένη ταυτότητα του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος όσο και τον λόγο για τον οποίο ο ρόλος του μέσα σε αυτό γίνεται στηθαίο άμυνας και αντίστασης στην ιστορική περιδίνησή μας γύρω από το μηδέν.</p>
<p>Ο πρώτος όρος είναι η εμπειρία του συγκλονισμού που τοποθετεί τον Μιχαήλ (και τους υπόλοιπους χαρακτήρες) ενώπιον της ιστορίας, η οποία εξωθεί τα ανθρώπινα όντα στο να βλέπουν τον κόσμο ως ενέργεια θανάτου.</p>
<p>Ο δεύτερος όρος, ως συνέπεια του πρώτου, αποκαθαίρει την ύπαρξη από την πίστη της σε απόλυτα μεγέθη έξω από τη φύση· μεταθέτοντας το κέντρο βάρους σε αυτή την ίδια, γίνεται ο βίος του ανθρώπου άθλημα ελευθερίας.</p>
<p>Από τούδε και στο εξής, το Εθνικό αναβαπτίζεται μέσα στα καθαρά νερά της ύπαρξης και του αγώνα μας· αυτός ο αγώνας δεν καθοδηγείται από τα περίκλειστα σχήματα αξιών που η Ιστορία έχει ξεπεράσει. Έτσι, το έθνος γίνεται κάτι το συγκεκριμένο, το χώμα όπου πατάμε, πότε στέρφο και πότε έτοιμο να αναδώσει καρπούς· που η τελική εγγύηση της αξίας του δεν εδραιώνεται σε καμιά ιδέα περί εθνικής υπεροχής, εντέλει σε καμιά ιδέα περί πολιτικής ορθότητας, αλλά στο ότι είναι –αυτό το ίδιο, ως έννοια και βίωμα– ο μόνος κραταιός προμαχώνας του αγώνα του ανθρώπου να υπάρξει πέραν του θανάτου του.</p>
<p>Η ελευθερία του Μιχαήλ μας τρομάζει. Είναι ελευθεριότητα; διερωτόμαστε οι πειθήνιοι πολίτες του ελλαδικού κρατιδίου. Είναι ο Μιχαήλ ένας ήρωας ή κάποιος τυχαίος αντιήρωας; Η απάντηση είναι πως δεν είναι ούτε ένα το άλλο, γιατί με την στάση του γίνεται ο ίδιος ένα πρόβλημα, που προλογίζει την είσοδό μας σε έναν καινούργιο κόσμο.</p>
<p>Θα ανοίξει τελικά αυτή η στάση τον τέταρτο κύκλο της ιστορίας μας; Η ερώτηση μένει δίχως απάντηση. Και η γλώσσα της αφήγησης δεν εκφέρει μήτε την ελπίδα του συγγραφέα μήτε την απελπισία του.</p>
<p>Ο Μιχαήλ είναι ένας Πρωτοέλληνας. Στέκεται απέναντί μας δίχως μεταφυσική, αλλά είναι εξ ολοκλήρου μεταφυσικός, ομηρικός σχεδόν, με μπροστάρη στον μοναχικό χορό του τον Ήλιο. Γεμάτος είναι από θάνατο και ζωή. Γι’ αυτό αποτίει πρώτα φόρο τιμής στην ελευθερία. Θείο για κείνον είναι η πάλη του ανθρώπου με τον Θεό, η ζωή, αυτό το τέλειο πεδίο δράσης, όπου Θεός και άνθρωπος συνταυτίζονται και συνωνυμούν, για να δανειστώ την έκφραση του Διονυσίου Αεροπαγίτη. Αγώνας. Ο Μιχαήλ είναι σεμνός αλλά όχι ταπεινός, είναι ταπεινός αλλά όχι ηττοπαθής. O κύκλος που σχηματίζεται αργά και πειθήνια με τη ζωή του Αλέξανδρου του νεότερου δεν είναι ένας κύκλος μάταιος.</p>
<p>Η ανάγνωση του βιβλίου που έγραψε ο Κώστας Χατζηαντωνίου διευκολύνεται από τη γρήγορη αφήγηση. Αυτή η αφήγηση είναι κατανεμημένη σε 37 σύντομα και ισομεγέθη κεφάλαια, τα οποία συνθέτουν τρία εναρμονισμένα, ως προς την έκταση και την πυκνότητά τους, μέρη, και διευκολύνεται από μια ακριβοδίκαιη ισορροπία στον τονισμό των πορτρέτων των χαρακτήρων του.</p>
<p>Το κατεξοχήν γνώρισμα του βιβλίου που μας γοητεύει είναι η γλώσσα και οι λεπτομέρειες γύρω από τα πραγματολογικά στοιχεία. Πολύ συχνά αισθανόμαστε πως δεν διαβάζουμε μυθιστόρημα αλλά σωστό ποίημα. Ο δόκιμος συγγραφέας ξέρει το χωράφι που οργώνει τόσο καλά που δεν χρειάζεται να φέρει σπόρους εξωτικούς για να μας εντυπωσιάσει με την απότομη βλάστησή τους. Πράγματι, μας εντυπωσιάζουν πολλές σελίδες. Μέτρησα ογδόντα λαμπρά μνημεία της ελληνικής γλώσσας. Ξεχωρίζω ολόκληρο το κεφάλαιο «Εσένα ενθυμούνται ακόμη». Σας καλώ να το διαβάσετε και να το μελετήσετε προσεκτικά. Ξεχωρίζω επίσης τα εδάφια εκείνα στα οποία ο συγγραφέας επιβραδύνει την αφήγηση για να παρεμβάλει εικόνες και ήχους της φύσης προκειμένου να εντείνει την τραγικότητα των στιγμών που έπονται.</p>
<p>Η αρχή που διέπει το πνεύμα του μυθιστορήματος, γιατί η γλώσσα είναι ψυχή και η ψυχή είναι αλήθεια, είναι μια ψυχή χωματένια, πρωτοελληνική, και σάρκινη – στο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου δεν κυριαρχούν οι σκέψεις, τα εγκεφαλήματα διόλου, αλλά το κορμί που δίνεται στον θάνατο, στον έρωτα και στην ελευθερία. Από την ανάγκη να συντονίσει ο άξιος συγγραφέας το ρήμα με τη μεταφυσική του σκοπιά, κληρονομούμε μια γλώσσα σωματική και γεμάτη, σαν βυζαντινή εικόνα.</p>
<p>Τέλος, το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου μας αναγκάζει με ευχάριστο τρόπο να ερμηνεύσουμε εκ νέου το κύριο χαρακτηριστικό των νεοελλήνων. Ετούτο είναι η μωρία, η εθνοκτόνα βλακεία των Ρωμιών, που από το 1071, από τη μάχη του Ματζικερτιού και μετά , όπου χάσαμε σταδιακά όλη τη Μικρασία, επενεργεί εις βάρος των πιο συνετών.</p>
<p>Η μωρία είναι γενικευμένη. Είναι του Κράτους, είναι των πολιτών, είναι της Εκκλησίας. Για να κάνει το χούι της μπορεί να θυσιάσει τα πάντα· τα σύνορά της, τη μοναδική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, το αρχαιοελληνικό βάθος της ορθοδοξίας υπέρ ενός στείρου ελωχιμισμού και ηθικισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Γ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 14/2/2018</p>
<p>Α]. Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ. ΑΦΗΓΗΣΗ-ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ: Κύκλος Ζωής – Κύκλος Θανάτου: ο αιωνίως αυτός επαναλαμβανόμενος Κύκλος Χώματος…[ii] Μια ξεπεσμένη αρχοντική γενιά στη δίνη της Ιστορίας – δεν είναι καθόλου τυχαίο που στο βιβλίο η λέξη ιστορία είναι γραμμένη με γιώτα κεφαλαίο. Γενάρχης, ο Αλέξανδρος Α΄ Γαβαλάς, Ιερολοχίτης στη Μολδαβία, με σπουδές Ιατρικής στην Πάντοβα, γεννήθηκε λίγο πριν το «Ρεμπελιό των Γενιτσάρων».[iii] Ο παππούς Αλέξανδρος, αφού χάνει την περιουσία του απ’ τους καλά βασταγμένους εμπόρους στη Σμύρνη, μετακομίζει σε νησί που δεν ονομάζεται, αλλά πρέπει να είναι η Ρόδος· αναφέρεται «Έρημος» – μήπως η περιοχή Φιλέρημος; Οι τρεις γιοι του, παρακλάδια γερά και προσφυόμενα στο γενεαλογικό δέντρο, με γνώση, ήθος και κοινωνική ευαισθησία, παρασύρονται ο καθένας στην πτώση του, τους κατακόπτει η αξίνα του χρόνου με την κατάρρευση των μύθων, το γκρέμισμα των ιδεολογιών, άλλοτε θύματα μιας πονεμένης ματαιοδοξίας, κι άλλοτε άκαμπτοι στο περιθώριο ενός κόσμου που λατρεύει κατά το πλείστον το ανίερο και το βέβηλο. Η χίμαιρα, που περίμεναν ότι θα τους λυτρώσει, η ίδια αυτή τους οδηγεί σε αστοχίες και λαθεμένες επιλογές. Ο μεγάλος γιος, ο Βασίλης, γιατρός, μαχητικός με ουμανιστικές θεωρίες που προσπαθεί να τις κάνει πράξη, εναντιώνεται στον ρύπο της εξαχρείωσης και στο κυνήγι του χρήματος. Ο πρώτος γιος του, ο Αλέξανδρος, μόνιμος ανθυπολοχαγός, είναι από τα βασικά πρόσωπα στο βιβλίο, ως μια ακτίνα στη ρόδα του κύκλου που βρίσκεται εγγύτερα στο κέντρο της περιφέρειας, και σίγουρα κυνηγός του απόλυτου. Με άριστες επιδόσεις και ταλέντα, φοιτά στην Σχολή Ευελπίδων, προκαλώντας σκάνδαλο στην οικογένεια, κωφεύοντας σε συμβουλές για μια άλλη σταδιοδρομία, ώσπου, μετά την ανίερη εισβολή των Τούρκων του 1974 στην Κύπρο, εικοσιπεντάχρονος και μαχόμενος με τις μισητές ορδές του Αττίλα, χάνεται.</p>
<p>Οι δικοί του ελπίζουν να είναι ανάμεσα στους αγνοούμενους, όμως τελικά, μετά από πιστοποίηση του DNA, σ’ ένα κασελάκι περικλείουν τα λευκασμένα οστά του. Το άλλο παιδί του Βασίλη, η Βέρα, ανυποχώρητη στις εμμονές της για μια ασυμβίβαστη ζωή, προχωρεί σε γάμο, αλλά χωρίζει, επιζητώντας παρήγορο καταφύγιο μιας άδολης πίστης. Ο άλλος γιος του Αλέξανδρου, ο Σπύρος, ναυτικός σε καράβια που η όμορφη γυναίκα του η Δήμητρα εκτιμά ό,τι φέρνει τη σιγουριά του κέρδους, δίχως τις εκδοχές της υπομονής και της συγχώρησης, τον διώχνει. Έχουν ένα γιο, τον Παύλο, που, αφού ως φοιτητής μετέχει στους συνδικαλιστικούς αγώνες, αργότερα συνεχίζει σπουδές στην Αγγλία. Μαχητικός κι ανήσυχος, φτάνει στην Ιρλανδία (Κορκ), παίρνει μέρος στις φλογερές συγκεντρώσεις με τους εξεγερμένους του IRA και παντρεύεται την Ιρλανδή Λίζα, μια ταπεινή και φιλόκαλη παρουσία, κι αποκτούν ένα γιο, τον Τίμοθι. Όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, παραδίδει μαθήματα στα φοιτητικά αμφιθέατρα, ρηξικέλευθος, όπως στα νιάτα του (Κεφάλαιο: «Ένα μάθημα Οικονομικής Ιστορίας»). Είναι κι ο Ιάκωβος, ο άλλος γιος του παππού Αλέξανδρου, ο αυτοδημιούργητος υφαντουργός. Συνεπής αριστερός που πλήρωσε τις ιδέες του, αν και πολεμιστής στο Έπος της Αλβανίας, με δύο χρόνια εκτόπισης από τη χούντα. Με το προτσές των δραματικών αλλαγών ερήμην τους, φτάνει κι αυτός στην έντιμη χρεοκοπία, που ακολουθεί η αξιοπρεπής περιχαρακωμένη πενία. Δεν καταδέχεται να βγάλει έξω τα δάνεια, όπως οι αεριτζήδες αετονύχηδες, αντιστέκεται στην περιρρέουσα απάτη και στους πειρασμούς της νεοπλουτίστικης ζωής, αρκούμενος στα απλά και στα ταπεινά, χωρίς όμως τη μιζέρια του αποτυχημένου. Μαζί τους μένει η θεία Μαρία, Μικρασιάτισσα, ευλογημένη παρουσία που ακτινοβολεί την παλαϊκή αρχοντιά των Ρωμιών γυναικών – γι’ αυτές έγραψε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο ομώνυμο βιβλίο του Οι Ρωμιές, O altra cosa, Δόμος 1990. Είναι το αντιστήριγμά τους στα οδυνηρά της ζωής τους. Ο γιος του Ιάκωβου, ο Μιχαήλ, είναι ένας άλλος βασικός άξονας. Πρότυπό του ο μεγάλος εξάδελφος, ο αγνοούμενος της Κύπρου, ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος. Κοντά στα επτά χρόνια του (ήταν μέρες που οι καταπιεσμένοι από τη χούντα έβρισκαν εκτόνωση, αποθεώνοντας τον Παναθηναϊκό στο Γουέμπλεϊ, στις 2 Ιουνίου 1971), έγινε και η εκτόπιση του πατέρα του, Ιάκωβου. Άλλη σημαδιακή μέρα, ήταν το άγγιγμα του θανάτου, στο πρόσωπο του αδελφού του παππού, που συνέβη κατά την κηδεία του παπα-Κύριλλου το 1970. (Αξίζει να σημειωθεί πως ο Μιχαήλ συντείνει στο να είναι το υποθετικό alter ego του συγγραφέα, τόσο με τις χρονολογικές αναφορές, όσο και με την ευρύτερη αντίληψη για τα δρώμενα και τις αξιόλογες στοχαστικές παρατηρήσεις του, που, δίκην αφορισμών, κάποτε προσφέρουν μοναδική βαρύτητα στο κείμενο). Ο Μιχαήλ, αν και με πρόωρη ωριμότητα, αναδιπλώνεται με την απόσυρση σε στάση εμβρύου στη θαλπωρή της μήτρας, που εγκυμονεί τον μελλοντικό εγκόσμιο αναχωρητή. Αυτός όμως, ο απόμακρος στοχαστής, δεν κρατά την ασφάλεια της απόστασης, αλλά παρασύρεται από τον στρόβιλο της καθημερινότητας με το μαρτύριο της συνείδησης να αναρωτιέται, να συμπονά, να εξερευνά (ταξίδι – προσκύνημα στη Μικρασία), και, σε μια έξαρση ελευθερίας, διεκδικώντας την ανεξαρτησία του, οδηγείται σε παραίτηση από μια σταδιοδρομία, που έχει όλες τις εγγυήσεις της ανόδου στο διπλωματικό σώμα. Έτσι, ο Μιχαήλ, μη αποδεχόμενος τον κόσμο της φθοράς, εξεγείρεται ενάντια στη λοιμική του ψεύδους και των υποχωρήσεων, και με διψαλέα περιέργεια ερευνά αυτά που σημάδεψαν τον ελληνικό βίο, επιζητώντας συλλογικά βιώματα. Είναι τυχαίο πως ο συγγραφέας διακατέχεται ως δοκιμιογράφος, ιστορικός, τεχνίτης του λόγου, απ’ αυτήν την δίψα; Και στις συναντήσεις που έχει μ’ έναν εκκεντρικό φλεγματικό παλαιοπώλη, μανιακό για σπάνιες εκδόσεις που «αναδίδουν το άρωμα του χρόνου», ανακαλύπτει την περιφρονημένη σιωπή των επαϊόντων, με την απόμακρη ευγένεια όσων αποστρέφονται τον «άκοσμο κόσμο», όπως διατείνεται ένας άλλος, παρωχημένος πια ζωγράφος, ωστόσο κάποτε διάσημος. Και με τον παλιό συμφοιτητή του, τον Ρένο, άνεργο για δύο χρόνια, που με αυταπάρνηση περιθάλπει την κατάκοιτη μάνα του έχουν, μια σπουδαία συζήτηση.</p>
<p>Β]: ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Τη ροή του μυθιστορήματος κατακλύζει ένα συνεχές Steam Of Consciousness,[iv] δηλ. Ροή Της Συνείδησης, ένα ρεύμα ασταμάτητης εναλλαγής αισθημάτων, στοχαστικών παρατηρήσεων, αναδρομών. Τελικά, το βιβλίο, ταξιδεύοντας στην Ιστορία, μας πηγαίνει σε τόπους σημαντικούς, όπου έλαβαν χώρα σπουδαία γεγονότα (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Καταστροφή, και Βόρειος Ήπειρος) με τη γραφή περιφερόμενη σε Βλαχία, Κύπρο, Αλβανία και Ιρλανδία. Οι πατριδοκάπηλοι ίσως το βρούνε μπόσικο να χαρίζεται ενίοτε σ’ όσους περιφρονούν (με αυτοθυσία κι έμπρακτη αυταπάρνηση), τους δεκαρικούς λόγους και τις ανέξοδες τελετές. Οι σκωπτικοί εθνομηδενιστές θα μιλήσουν για μαγγανείες αλυτρωτισμού και ντεμοντέ εξάρσεις (Η ελεγεία όμως των πεσόντων απαντά με μεγάθυμη σιωπή στην Ύβρη). Αναμφίβολα, Ο Κύκλος του χώματος είναι ένα βιβλίο δύσκολο, όχι με την έννοια του απροσπέλαστου, αλλά μ’ αυτήν που απαιτεί ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη στα γεγονότα, κι ας είναι μερικές φορές γριφώδης η αφήγηση. Δεν κατακτιέται απνευστί, όπως λένε για τα ευπώλητα, αυτά που περιλαμβάνουν με τα κουπιά της αναγνωρισιμότητας – τι κακόζηλη λέξη! – τα στάσιμα ύδατα της αλήθειας. Ο συγγραφέας απαγκιστρώνεται από τη φωτογραφική αναπαράσταση και προχωρά σε μυθοπλασία ίσαμε να οδηγηθεί μαζί με τον αναγνώστη στον «Τόπο της γαλήνης», όπως επιγράφεται το κεφάλαιο με τον θάνατο του γιατρού, του Βασίλη. Η πολυσημία το φέρνει εγγύτερα σε αναγνώστες που ταυτίζονται με τις πολύτροπες διαδρομές του. Το τοπικό γίνεται παγκόσμιο (εξέγερση στην Κύπρο, εξέγερση στην Ιρλανδία), («Το Τοπικό γίνεται Παγκόσμιο χωρίς τείχη», “The Local is the Universal Without Walls”, John Mc Gahern),[v] και η καθημερινή ζωή στο νησί γίνεται εικόνα του κόσμου (imago mundi). Τα διάφορα πρόσωπα των επιμέρους γεγονότων (αυτά που συγκροτούν την petite histoire) γίνονται καθρέφτης για να αντικρίσουμε κατάματα μέσα του και τις δικές μας μορφές. (Καλό θα ήταν όμως στους διαλόγους να υπήρχε παύλα και όχι εισαγωγικά, γιατί συχνά είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος μιλάει και σε ποιον απευθύνονται τα πρόσωπα, κι επιπλέον, κάτι που το θεωρούμε απόλυτα αναγκαίο, θα ήταν καλύτερο να υπήρχε στην αρχή του βιβλίου το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να κατανοεί καλύτερα τα πρόσωπα και τις πράξεις τους). Και το Τοπίο της Ιστορίας, αν και μεταλλάσσεται, φωτίζει, ακόμα κι όταν η Ιστορία ξεψυχά άδοξα στις πολυφίλητες, πλην αιματοβαμμένες, ακτές της Μικρασίας. Με σεβασμό λοιπόν πρέπει να δει κανείς τον μεγάλο μόχθο του συγγραφέα, που εξάντλησε τις ιστορικές πηγές, καταφέρνοντας ένα λόγο έξω από δημοσιογραφικές ευκολίες. Στην αφήγηση είναι εξαιρετικά δομημένα: η ρεαλιστική απεικόνιση, οι συμβολικές, ποιητικές αναδιπλώσεις ή καταδύσεις στα ανείδωτα βάθη, η βυθομέτρηση του ασυνείδητου, του βαθιά κρυμμένου στα άδυτα του είναι. Και η Ιστορία είναι ένας τροχός στα μονοπάτια του χρόνου και του χώρου που κυλάει στον Κύκλο του χώματος. Κάτι βασικό ακόμη: Στους βίους των επιγόνων δεν συναντάς υποκρισία, δόλο, χαμέρπεια και τον διπρόσωπο Νεοέλληνα της κονόμας. Άλλωστε, για τον Μαμωνά του χρήματος, ο συγγραφέας γράφει: «274». Οι επίγονοι του γενάρχη Αλέξανδρου Γαβαλά δεν φοράνε τη μάσκα και τα φτιασίδια της ευπρέπειας, με φλογερούς οραματισμούς, κολλημένοι σε πεπερασμένα ήθη, έντιμοι από ματαιοδοξία για αναγνώριση από την πλέμπα που αφήνει δάφνινα στεφάνια σε ήρωες, που κάποτε η ίδια αμφισβητούσε, χωρίς να εξαργυρώνει την εξέγερση, ματαιώνοντάς την σε επίδειξη πλούτου, όπως η εναργής περιγραφή της δεξίωσης της Γενιάς του Πολυτεχνείου σε ακριβό προάστιο. Πληρώνουν λοιπόν τις επιλογές τους ενίοτε και με βαρύ τίμημα. Διψούν τον δικαιότερο κόσμο, που είναι και ο αληθέστερος, ενώ βυσσοδομεί γύρω η παλιανθρωπία. Όπως λέει ο Ιάκωβος στη σελ. 147: «Προτιμά έως παλιανθρωπιά». Είναι απλοί σχεδόν απέναντι στις κομπίνες, όχι από έλλειψη γνώσεων και παιδείας (αυτά αφθονούν στη γενιά τους), αλλά από απέχθεια στην εξαχρείωση του οικονομισμού. Τρία πρόσωπα του έργου φυλλορροούν από το γενεαλογικό δένδρο με την αξιοπρέπεια που δίνει στον θάνατο η αυταπάρνηση (Αλέξανδρος στην Κύπρο, Βασίλης, θεία Μαρία), προστιθέμενοι «τοις πατράσιν αυτών». Μένει ο τελευταίος γόνος, ο γιος του Μιχαήλ και της Εύας – Εύα έλεγαν και την αγαπημένη του Αλέξανδρου στην Κύπρο, που έχει κι αυτός το όνομα Αλέξανδρος – φόρος τιμής στον μεγάλο ήρωα της οικογένειας. Το ύστατο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο, «Πάντα κάποιος θα επιστρέφει», ο συγγραφέας δικαίως σημειώνει στην τελευταία παράγραφο: «Μια μέρα, παίζοντας, θα πάρει στο χέρι το χώμα και θα το τινάξει σημαδεύοντας τον καθρέφτη. Θα δει τότε μια μορφή να του χαμογελά μια σιγουριά πριν, λίγες στιγμές μετά, μια ριπή αέρα τη σβήσει. Γιατί ο Καιρός – πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα; – πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει».</p>
<p>Θα θέλαμε, πριν κλείσουμε το κριτικό μας αυτό ταξίδι, να σταθούμε σε ορισμένες από τις πολύτιμες παρατηρήσεις, μεγαλειώδεις και βαθυστόχαστες, που αποδεικνύουν το γνήσιο ταλέντο του Κώστα Χατζηαντωνίου, όπως: Σελ. 60: «Πιο πολύ βαστά ν’ αναλογίζεται ολέθριες μέρες ο άνθρωπος παρά τις χαμένες χαρές», σελ. 82: «Έρημα τα προτιμούσε τα ξωκκλήσια. Γλυκιά, επιβλητική μοναξιά, να μη σκορπά η εντύπωση του εγώ στο αδηφάγο εμείς». Σελ. 90: «Αυτός θα φύγει, μα το ποτάμι, αυτό το ποτάμι, πάντα θα τρέχει κάτω από το κτήμα των Γαβαλάδων και το χώμα, αυτό το χώμα, πάντα θα τρέφει δέντρα, ενώ ωχρή αντιφεγγιά θα πέφτει στα τζάμια καθώς ο ήλιος θα σβήνει πίσω απ’ τον λόφο». Επίσης, σελ. 104: «Αν έπρεπε να διαλέξει, θα προτιμούσε τη σεμνή ανοησία από την επίδειξη εξυπνάδας, την αμαρτία από την αρετή που φωνάζει και καμαρώνει, τη διακριτική αδυναμία από τη θορυβώδη εντιμότητα». Σελ. 113: «Οι έριδες γεννούσαν αναρίθμητες αιρέσεις κι οι νέοι ξόδευαν σ’ αυτές τις καλύτερες δυνάμεις τους. Ο αέρας έφερνε στ’ αυτιά τους την ηχώ από μύριες αδικίες, μα ήταν αέρας που φύσαγε πάντα από την ίδια μεριά και δεν έφερνε ποτέ τον ψίθυρο πως επανορθώνοντας μιαν αδικία γεννάς μιαν άλλη». Σελ. 214: «Κοινωνία και Ιστορία συνιστούν μια αναπόσπαστη ενότητα». Σελ. 115-116: «Οι μεγάλοι μοιάζουν να μη γνωρίζουν τον κόσμο των παιδιών, τον κόσμο των φόβων τους. Η δική τους παιδικότητα μοιάζει χαμένη, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Τους είναι άγνωστες οι σκοτεινές πτυχές που χαράζουν τον ουρανό ή την άβυσσο κάθε παιδιού». Σελ. 121: «Η πιο υπέροχη ιδέα μένει χωρίς αποτέλεσμα ως την ημέρα που θα μεταδοθεί όχι από τις αφηρημένες αρετές της, αλλά από τις αρετές των ανθρώπων που την ενσαρκώνουν μεταγγίζοντας σ’ αυτήν το ίδιο τους το αίμα». Σελ. 146: «Προτιμά να μιλά με τα παιδιά, που ξέρουνε ν’ ακούνε κι έχουν ειλικρινείς απορίες. Τα παιδιά, ναι, αξίζει να μάθουν. Να μάθουν πως η ζωή μας είναι η μόνη γνώση μας. “Αυτή είναι το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, οι εμπειρίες μας”, λέει. “Οι πόθοι, οι διαψεύσεις, οι νεκροί μας. Και κυρίως: η γνωριμία με την παλιανθρωπιά”». Σελ. 184. «Ζητούσε τις αιτίες του ξεπεσμού και των καταστροφών, ενώ στη μνήμη των συνωθούνταν οι πρόγονοι ζητώντας επίμονα κι επώδυνα να εκφραστούν. Δεν ήταν εργασία μα τρόπος να εγγραφεί η ζωή του στα όρια του αιώνιου, προσπάθεια να εννοήσει το σύμπαν μέσα από βιώματα συλλογικά». Σελ. 192: «Έρχεται ξάφνου μια μέρα που το γελοίο, που πέρναγε απαρατήρητο, χτυπάει στα μάτια, είναι αδύνατο ν’ αντέξεις τα μεγάλα λόγια για ήρωες όσων είναι ανίκανοι όχι για πράξη ηρωική αλλά μήτε για τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια, αυτούς που εξαπολύουν για την ανθρωπιά δεκάρικους και δεν έχουν αποτολμήσει ποτέ την ελάχιστη θυσία». Σελ. 273: «Είναι τερατώδες να μας απορροφά ο εαυτός μας, όταν τόσα πλάσματα υποφέρουν από δυστυχίες χίλιες φορές πιο σκληρές, χωρίς καμιά ελπίδα σωτηρίας, χωρίς προσδοκία για ένα χέρι βοηθείας από πουθενά». Αυτά τα σχόλια πάνω στη μοίρα τόσο της Ιστορίας όσο και της Ζωής αποδεικνύουν πετυχημένο και άξιο το εγχείρημα ενός πραγματικά βαθυστόχαστου ανθρώπου, που θέλησε να καταθέσει την αλήθεια της Ιστορίας των Τόπων μέσω του πολυκύμαντου βίου ανθρώπων. Εμείς, πάντως, ως αναγνώστες, ευχόμαστε στον πεζογράφο Κώστα Χατζηαντωνίου, που καταγίνεται με τη βαθιά ανάλυση της πορείας των προσώπων σε καίριες ιστορικές στιγμές, να συνεχιστεί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 90px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης</span></strong></h4>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΥΓΗ-ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 18/9/2016</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η συγγραφική πορεία του Κώστα Χατζηαντωνίου, πορεία σύνθετη που σημαίνεται από δοκίμια και μελέτες αλλά και από μυθοπλαστικά αφηγήματα, συνεχίζεται με ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, του οποίου η ανάπτυξη και ο πυρήνας προαναγγέλλονται και από έναν διαφωτιστικό υπότιτλο: «Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις “Μακεδονικές Ημέρες” στις ημέρες μας».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ψηλάφηση των πανάρχαιων σχέσεων της ιστορίας με τη λογοτεχνική αφήγηση οδηγεί τον συγγραφέα στην αποσαφήνιση μιας γνωστής και ενδιαφέρουσας κατηγοριοποίησης: κλασικά ιστορικά μυθιστορήματα και επικές ποιητικές συνθέσεις που αναπαριστούν με λογοτεχνική γλώσσα την ιστορία διαμέσου των περιγραφομένων γεγονότων, αλλά και έργα με την ιστορία κινητήριο μοχλό της διήγησης, χωρίς αυτή «να προβάλλεται με τα γεγονότα της ή ως πλαίσιο σε πρώτο επίπεδο». Η δομή της αίσθησης (structure of feeling), έννοια που πρότεινε ο σημαντικός Βρετανός θεωρητικός Raymond Williams (βλ. Κουλτούρα και Ιστορία, εισαγ. &#8211; μτφρ. Βενετία Αποστολίδου, Αθήνα, Γνώση, 1996), λειτουργεί δραστικά: νιώθουμε πληρέστερα και ακριβέστερα το ψυχολογικό και κοινωνικό κλίμα μιας εποχής, τα όνειρα, τις επιθυμίες αλλά και τις ιδεοληψίες των ανθρώπων, εάν διαβάσουμε μια καλλιτεχνικά δυναμική λογοτεχνική αφήγηση γι’ αυτήν παρά εάν προσεγγίσουμε μια ακαδημαϊκή εξιστόρησή της σε μορφή επιστημονικής πραγματείας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η συγγραφική ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου εκτείνεται από την εποχή του Μεσοπολέμου έως και τις μέρες μας και περιλαμβάνει συμπυκνωμένα τους σημαντικότερους πεζογράφους, των οποίων οι λογοτεχνικές καταθέσεις βασίστηκαν σε βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, τόσο εξατομικευμένα όσο και ιστορικώς φορτισμένα. Ο συγγραφέας αποφεύγει (και σωστά) την εκτεταμένη χρήση του γενικευτικού και εν τέλει συγκεχυμένου όρου «Σχολή Θεσσαλονίκης». Λογοτεχνική σχολή σημαίνει κοινές θεωρητικές αντιλήψεις και αρχές. Επιβάλλει προκαθορισμό κριτηρίων και υποβάλλει όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και κοινή για τους εκπροσώπους της λογοτεχνική πρακτική. Τα φιλολογικά δεδομένα μάς οδηγούν να σημειώσουμε ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε λογοτεχνική σχολή, αλλά συνυπήρξαν και συνυπάρχουν πυρήνες καλλιτεχνικής έκφρασης που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν ενδιαφέρουσες τάσεις, ενίοτε αντικρουόμενες. Ένας τέτοιος νεωτερίζων αφηγηματικά πυρήνας συγκροτήθηκε κατά τη δεκαετία του 1930 από τους πεζογράφους του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η συνειδησιακή ροή και ο εσωτερικός μονόλογος αξιοποιήθηκαν ως αφηγηματικά εργαλεία για υπαρξιακή αναδίφηση, για αναζήτηση του άρρητου και του ανεξερεύνητου, για απαλλαγή από τη γοητεία του συγκεκριμένου. Οι πεζογράφοι του κύκλου των Μακεδονικών Ημερών (Στέλιος Ξεφλούδας, Πέτρος Σπανδωνίδης, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης) «ενηλικιώθηκαν μέσα στη συμφορά τού 1922 και ήθελαν να απαλλαγούν από το οδυνηρό κοινωνικό πλαίσιο». Έτσι ο συγγραφέας αιτιολογεί, πέραν της συμφωνίας ή της διαφωνίας με συγκεκριμένες πεζογραφικές πρακτικές, την κριτικά υπογραμμισμένη αποχή του πεζογραφικού κύκλου των Μακεδονικών Ημερών από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, θεωρώντας, επιπρόσθετα, τη συγκεκριμένη μοντερνιστική φυγή προς τον εσωτερικό κόσμο και σύνθεση επιρροών από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον γαλλικό συμβολισμό, την εναγώνια υποστασιακή – φιλοσοφική αναζήτηση, που κυρίως τέθηκε στο γερμανόφωνο πνευματικό πεδίο (Νίτσε, Χάιντεγκερ, Τρακλ), και τον ομιχλώδη ιουδαϊκής στόφας μυστικισμό, συνδυασμένο με τρόπους της νεωτερικές πεζογραφικής έκφρασης (Κάφκα, Προυστ, Σβέβο).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ακόλουθη συντακτική περίοδος από το δοκίμιο του Κώστα Χατζηαντωνίου σκιαγραφεί το πνευματικό κλίμα εκκόλαψης συγκεκριμένων τάσεων της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (κεντρική ανάμεσά τους η πεζογραφία των Μακεδονικών Ημερών), οι οποίες αξιοποίησαν τη δυναμική αλληλεπίδραση ιστορικής εξέλιξης, πολιτιστικών – ιδεολογικών οριζουσών και γεωγραφικών συντεταγμένων: «Το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορρά που συνθέτει αισθήσεις αλλά και απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής, το βυζαντινό βάθος της πόλης από τον καιρό που ήταν πολυφυλετική και πανορθόδοξη, οι παρακαταθήκες τού παρακείμενου Αγίου όρους, του Παλαμισμού αλλά και των πρωτοκομμουνιστών Ζηλωτών, η Ιουδαϊκή εσωτερικότητα, η κοσμοπολίτικη σφραγίδα που απέκτησε από τις ιστορικές περιπέτειες η πόλη, η επιρροή από τη βαλκανική ενδοχώρα που φτάνει μέχρι ένα κεντρο-ευρωπαϊκό κλίμα, έκαναν τη βυζαντινή και βαλκανική Θεσσαλονίκη να νιώθει πάντα πολύ πιο κοντά στην κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη απ’ ότι στα μεγάλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πάντως, η συνένωση κοινωνικής οπτικής και υπαρξιακής αγωνίας συντελέστηκε ως λογοτεχνική δυναμική ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και από συγγραφείς της Θεσσαλονίκης και παρότι η ποίηση δεν αποτελεί το πεδίο μελέτης του Κώστα Χατζηαντωνίου, η ρητή αναφορά του στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Κλείτου Κύρου, καθώς και στο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο του Κωστή Μοσκώφ, ενδυναμώνει μία σωστή παρατήρηση: «[…] κι οι αριστεροί συγγραφείς και ποιητές της πόλης, λίγα χρόνια αργότερα [ενν. από την εμφάνιση των πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών], θα διασταυρώσουν τα κοινωνικά στοιχεία με τα χωρίς διέξοδο και χωρίς μεταφυσική υπαρξιακά στοιχεία».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι μεταπολεμικοί πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης ενσωματώνουν στο έργο τους ποικίλες αφηγηματικές παραδόσεις, με δεσπόζουσα σε ορισμένους την πεζογραφική παράδοση της πόλης, αλλά βρίσκουν τον προσωπικό τους καλλιτεχνικό τρόπο μπολιάζοντας τη γραφή τους με τις σύγχρονές τους ιστορικές εξελίξεις, αντλώντας και από το υπόστρωμα της βιωματικής μνήμης και από το βάρος του πολύπτυχου ιστορικού παρελθόντος, συνδέοντας όλο και περισσότερο προϊόντος του χρόνου τις αφηγηματικές τους καταθέσεις με τα γενικότερα πνευματικά και κοινωνικά δρώμενα (νεοελληνικά, ευρωπαϊκά και ενίοτε παγκόσμια), διατηρώντας ίχνη εντοπιότητας αλλά και ευρυνόμενοι πέρα από τον ορίζοντα της στενής ιθαγένειας ενός συγκεκριμένου αστικού ιστού, κερδίζοντας (ορισμένοι, τουλάχιστον) το στοίχημα μιας διαχρονίας που δεν απεμπολεί το επίκαιρο και μιας οικουμενικότητας που δεν αγνοεί ως αφετηρία το τοπικό. Η πορεία του Γιώργου Ιωάννου από τη Μόνη κληρονομιά έως την Καταπακτή και η ανέλιξη του Νίκου Μπακόλα από τον Κήπο των πριγκίπων έως την Μεγάλη πλατεία (η αναφορά σε έργα τους θα μπορούσε να εμπλουτιστεί και πολύ περισσότερο) υποδεικνύουν την προαναφερθείσα εξέλιξη. Οι δύο συγκεκριμένοι πεζογράφοι δίκαια χαρακτηρίζονται από τον Κώστα Χατζηαντωνίου «μείζονες για την όλη λογοτεχνία μας», εφόσον εκπληρώνουν επαρκώς και ένα κριτήριο τριπλής απήχησης: διαβάστηκαν και διαβάζονται από τους αναγνώστες, ερέθισαν το ενδιαφέρον φιλολόγων και κριτικών, ενώ επηρέασαν θεματικά και τεχνικά το έργο αρκετών ομοτέχνων τους, συνομηλίκων και νεοτέρων τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο Κώστας Χατζηαντωνίου επιτυγχάνει κάτι δύσκολο: παραθέτει ένα ακριβόλογο και νηφάλιο σχόλιο για καθέναν από τους σημαντικούς πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, αξιοποιώντας τα κριτήρια της αλληλεπίδρασης, της χρονικής διαδοχής και της «συνομιλίας» των πεζογραφικών καταθέσεων ως θεματικών και τεχνοτροπικών οντοτήτων με την ιστορική φόρτιση κάθε εποχής. Εκτός από τους προαναφερόμενους, προσεγγίζονται σχεδόν όλοι οι συνδεδεμένοι με τη Θεσσαλονίκη αξιόλογοι πεζογράφοι της πρώτης γενιάς του Μεταπολέμου (Παύλος Παπασιώπης, Τριαντάφυλλος Πίττας, Γιώργος Κιτσόπουλος, Γιώργος Καφταντζής, Τηλέμαχος Αλαβέρας), καθώς και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Βασίλης Βασιλικός, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Κώστας Λαχάς, Τόλης Καζαντζής, Γιώργος Χειμωνάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Φάλκος). Εύστοχες είναι οι αξιολογικές αποτιμήσεις του έργου των πεζογράφων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1940 (Γιώργος Κάτος, Θέμης Λιβεριάδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Αντώνης Σουρούνης, Δημήτρης Δημητριάδης, Θανάσης Γεωργιάδης, Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Τάσος Καλούτσας, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάνος Θεοδωρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Βασιλειάδης, Γιάννης Ατζακάς, Αργύρης Παυλιώτης, Πέτρος Μαρτινίδης, Κρίτων Σαλπιγκτής, Γιάννης Πάνου, Τάσος Χατζητάτσης, Αλμπέρτος Ναρ, Μαρία Κουγιουμτζή), εκείνων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 (Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Θωμάς Κοροβίνης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Κατερίνα Καριζώνη, Δημήτρης Μίγγας, Δήμητρα Μήττα, Μάκης Καραγιάννης ), καθώς και των νεοτέρων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 (Σάκης Σερέφας, Απόστολος Λυκεσάς, Ισίδωρος Ζουργός, Σοφία Νικολαΐδου, Σμαράγδα Μανταδάκη, Παναγιώτης Γούτας). Ο βιωματικός νεορεαλισμός, οι νεωτερίζουσες αφηγηματικές τάσεις, η εσωτερικότητα, η εξομολογητικότητα, η ατομική και συλλογική μνήμη ως καταφύγιο ή και ως τραύμα, οι κοινωνικοπολιτικές αναζητήσεις, οι υπαρξιακοί αναπαλμοί του έρωτα και του θανάτου, σταχυολογούνται, αξιολογούνται και κυρίως εντάσσονται καταλλήλως στην αφηγηματική σκευή και ταυτότητα κάθε δημιουργού, Η ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου αγκαλιάζει και το έργο ακόμη νεότερων πεζογράφων που γεννήθηκαν γύρω στο 1970 (Βασίλης Αμανατίδης, Θανάσης Τριαρίδης, Δώρα Κασκάλη). Επιτυχημένο το δοκιμιακό εγχείρημα, τιθασεύει γραμματολογικά και κριτικά ένα ευρύτατο και περίπλοκο υλικό. Ο συγγραφέας ενδυναμώνει τη γραμμή της καλλιτεχνικής συνέχειας, γραμμή που δεν είναι μονοσήμαντη και ευθεία μα πολυσύνθετα τεθλασμένη, η οποία θα συνεχίσει όχι απλώς να υφίσταται αλλά και να ανελίσσεται. «Το στοίχημα για νέους εκφραστικούς τρόπους που θα μιλήσουν για τις νέες μας ψυχικές διαθέσεις είναι πάντα ανοιχτό». Σωστή η άποψη, βέβαια, υποδηλώνει τη συνθετότητα του πολιτισμικού τοπίου, στο οποίο εγκιβωτίζονται πολλοί καλλιτεχνικοί πυρήνες (γνώρισμα που αφορά και την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης), οργανικά συνδεδεμένοι με τη γενικότερη εξέλιξη και της λογοτεχνίας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">vakxikon/</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, μελέτη, Κώστας Χατζηαντωνίου, εκδόσεις Κουκούτσι 2016</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ιστορία πεζογραφίας; Ερμηνευτική προσέγγιση των ρευμάτων και τάσεων μιας λογοτεχνικής Σχολής; Γραμματολογική παρουσίαση και μεθοδική ταξινόμηση της πνευματικής δημιουργίας της Θεσσαλονίκης; Η επιτομική μελέτη του Κώστα Χατζηαντωνίου τραβάει την προσοχή, τόσο για την ακονισμένη ματιά τής θεώρησης, όσο και για την αφομοιωμένη γνώση της θεωρίας της λογοτεχνίας. Εργαλείο έρευνας, πηγή προβληματισμού και αρχή σκέψης, η μελέτη αυτή είναι ταυτόχρονα κι ένα έργο πάνω στην έρευνα του πολιτισμού, συνδυάζοντας το κέφι της ερμηνείας με τη συστηματικότητα μιας αναλυτικής ματιάς. Πρόσωπα, πράγματα, χρονικά, δείκτες ιστορίας, σταυροδρόμια πολιτισμών: χωνευτήρι ιδεών, πολιτιστικό σύνορο και πέρασμα, η κουλτούρα της Θεσσαλονίκης προσφέρει υλικό προς επεξεργασία σ&#8217; ένα κείμενο ιδιαίτερα διευρυμένο για τον περιορισμένο αριθμό σελίδων του. Κι αν δεν είναι εκτενές, είναι κείμενο επαρκές. Διότι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου: η αξιοθαύμαστη επάρκειά του μέσα σε μια σχετικά μικρή έκταση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με ποιον τρόπο πετυχαίνεται αυτό; Η γραμματολογική έρευνα παρόλο που είναι επιτομική, δεν είναι περιορισμένη, σταθμίζει ουσία κι ανάπτυξη και δίνει ερέθισμα για σκέψη. Τα ανοιχτά ερωτήματα του προλόγου κρατούν ανοιχτές και τις πόρτες της ερμηνείας στο όριο της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας, στην ευνοϊκή τους σύγκλιση, την ευοίωνη απόκλισή τους. «Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας», όπως μας κατευθύνει κιόλας ο υπότιτλος του βιβλίου για να κατανοήσουμε κατ&#8217; αρχήν την αμοιβαία τροφοδοσία των δύο αυτών στοιχείων, μιας επιστήμης και μιας τέχνης. Σχέσεις, συναρτήσεις, όρια. Από τα Ιστορικά παρελκόμενα, στα υφολογικά χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής δημιουργίας, είναι μια εύστοχη επιλογή. Η επικέντρωση της προσοχής στο ύφος της λογοτεχνικής γραφής έχει πίσω της τη θεμελιακή αρχή ότι η λογοτεχνία είναι, πάνω από όλα, γλώσσα. «Το ύφος είναι ο άνθρωπος», έλεγε ο Paul Valery. Όλη η θεωρία της λογοτεχνικής έρευνας στηρίχτηκε στη μελέτη του λόγου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έχοντας αφομοιωμένη την αρχή αυτή, η παρούσα μελέτη διακλαδώνεται προς κάθε κατεύθυνση, αναζητώντας πηγές πολιτιστικών επιρροών, σε μια έκταση γεωγραφική και πνευματική, στο χωνευτήρι μέσα της κοινωνίας. Από τον οριοθετημένο κλασικισμό, στον παράφορο ρομαντισμό, τον υποκειμενισμό του συμβολισμού και τη ροή συνείδησης του εσωτερικού μονολόγου, η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης διαμορφώνει ένα χαρακτήρα λόγου, ανάλογο με τον χαρακτήρα του δημιουργού της. Είναι ο εργάτης του πνεύματος που αποτραβιέται από τον κόσμο, αφήνοντας την «ψυχή του να εργαστεί με χαμηλωμένο φως» μέσα από το παραμορφωτικό κοίταγμα του εαυτού και του διασπασμένου χρόνου. Έτσι τουλάχιστον προσδιορίζεται από τις απαρχές της. Μέσα από ένα τέτοιο κλίμα ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», θα δώσει το στίγμα της εποχής και θα χαράξει μια ξεχωριστή πορεία. Ονόματα, όπως εκείνα του Στέλιου Ξεφλούδα, του Πέτρου Σπανδωνίδη, του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Γιώργου Δέλιου και οπωσδήποτε, του Νίκου Γαβριήλ Πενζίκη καταχωρούνται με τη σημασία του έργου τους, όταν αρχίζει να διαμορφώνεται μια φυσιογνωμία και μια εποχή. Οι λειτουργικές αναφορές στην ευρωπαϊκή δημιουργία προσδιορίζουν, στο σημείο αυτό της έρευνας, το εύρος των πολιτιστικών επιρροών, ένα γαϊτανάκι πολιτισμού στο χώρο και στο χρόνο. Χώρος ενιαίος, παρότι κατατμημένος; Χρόνος που βουτάει στο αμάλγαμα της βυζαντινής εποχής; Το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης έχει στρώσεις πολλές και φλούδες από χρυσάφι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε μια άλλη εποχή, πιο σύγχρονη, η ρήξη με το χωρόχρονο αναβάλλεται, μπροστά στα μεγάλα δεινά. Η Ελλάδα αρχίζει να διαμορφώνει τη νεότερη φυσιογνωμία της μέσα από το τραύμα της εμφύλιας σύγκρουσης και του πολέμου και ο λόγος της τέχνης, αν δεν θεραπεύει, αναμοχλεύει, τουλάχιστον, το πάθος και το πάθημα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους νεότερους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης που καλλιεργούν έναν ιδιαίτερο ρεαλισμό λυρικής πνοής, στα χνάρια της παλιάς δημιουργίας, αναπτύσσοντας ο καθένας έναν τρόπο ξεχωριστό. Η πρωτοποριακή γραφή δεν χάνεται, από τους χυμούς της ξεδιψούνε και οι επόμενοι, με τη διαφορά ότι τώρα εκφράζεται με όρους διαφορετικούς, μέσα από μια επαναδιαπραγμάτευση. Ο Γιώργος Ιωάννου και ο Νίκος Μπακόλας, ορόσημα εποχής. Μέσα από το περιοδικό «Κοχλίας», η μεταπολεμική γενιά αφομοιώνει και επεξεργάζεται την πνευματική της κληρονομιά, τίκτοντας το καινούργιο. Σχέσεις και αποκλίσεις, συνέχειες και ασυνέχειες, η ματιά του μελετητή εξακτινώνεται στα χαρακτηριστικά μιας πολλαπλής γραφής και επικεντρώνεται στα σημεία που συγκροτούν το ύφος και την ταυτότητα κάθε λογοτέχνη ξεχωριστά, αποφεύγοντας με ευλυγισία τις σχηματοποιήσεις. Ανιχνεύοντας τον πολυσχιδή Ντίνο Χριστιανόπουλο και προχωρώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά στον ιδιαίτερο Χειμωνά, τον Κάτο, τον Νικηφόρου, τον Σουρούνη, ως τη «γραφή της περιδίνησης» του Δημήτρη Δημητριάδη, τις ποιητικές καταθέσεις του Μανώλη Ξεξάκη, Πάνου Θεοδωρίδη, τη φιλοσοφική αναζήτηση της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, τη ζυμωμένη προφορική ύλη του Ηλία Κουτσούκου, τον ακαριαίο λόγο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και άλλων σύγχρονων φωνών που μεταφέρουν μέσα από τη γραφή τους το παλιό και το καινούργιο πνεύμα. Είναι κοινή η δεξαμενή της τροφοδοσίας τους, επισημαίνει ο ερευνητής. Μπορεί να αλλάζουν οι όροι και οι συνθήκες, αλλά το παλιό πνεύμα της πόλης διαμορφώνει μια ποιότητα πολιτισμού που είναι αδύνατο κάποιος να αγνοήσει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αξίζει κανείς εδώ να παρατηρήσει, πόσο προσεκτικός είναι ο μελετητής στις καταθέσεις του, αποφεύγοντας την απαράβατη σχηματοποίηση του όρου «σχολή» και τους περιορισμούς που μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως αποφεύγει την ερμηνεία, κάθε άλλο. Ένα από τα αξιοπρόσεκτα στοιχεία της μελέτης αυτής του Κ. Χατζηαντωνίου είναι και η φροντίδα για δημιουργική ερμηνεία που προσφέρει η ανανεωμένη ματιά του. Μια ανοικείωση με το γνωστό και τετριμμένο που οδηγεί και στην ανανέωση ενός επιστημονικού εργαλείου. Ο αναγνώστης ευφραίνεται, μπαίνει σε σκέψη, απορεί και γοητεύεται. Υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος απ&#8217; αυτό; «Και τώρα, ας σκεφτούμε», συνήθιζε να λέει ο Δημήτρης Μαρωνίτης. «Η Πεζογραφία της Θεσσαλονίκης» ανάμεσα στ&#8217; άλλα, είναι και ένα βιβλίο που τροφοδοτεί τη σκέψη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">www.vakxikon.gr/6-προτάσεις-για-αναγνώσεις-τον-δεκέμβρ/</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΣΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">athensvoice</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια ομιλία του στην «Τέχνη», εταιρία πολιτισμού και πάντα στην αιχμή και στην πρωτοπορία των θεσσαλονικιώτικων γραμμάτων, με θέμα τη συνοπτική ιστορία της ντόπιας πεζογραφικής σκηνής, ώθησε τον ιστορικό και πεζογράφο Κώστα Χατζηαντωνίου στο να κωδικοποιήσει τα γράμματα της πόλης σε μια μεστή, κριτική και εύχρηστη διατριβή σε μορφή&#8230; snapsot! Ναι, θέρους εισβάλλοντος, αυτή είναι η σωστή λέξη αλλά και η γεύση του αυτού του δοκιμίου: μια ζουμερή, παρά το μικρό μέγεθος του τόμου &#8211; ομιλίας καταγραφή όλου του βόρειου λογοτεχνικού πόλου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τις μέρες του κύκλου των «Μακεδονικών Ημερών», τον Ξεφλούδα, τον Σπανδωνή και την εκκίνηση των νεωτερικών μονολόγων και της οικοδόμησης της εσωστρεφούς γραμματείας, έως και σήμερα, όπου ο Σκαμπαρδώνης, ο Σερέφας, η Νικολαΐδου, ο Μίγγας και ο Κοροβίνης, βιβλιογραφούν σχοινοβατώντας επί των πιονέρων του τότε. Αρίθμηση και απαρίθμηση, εύστοχη κατηγοριοποίηση, είτε χρονική είτε υφολογική, και προπάντων μια άψογα δομημένη και τεκμηριωμένη αρχή, βάσει της οποίας μπορούμε να ορίζουμε τη θεσσαλονικιώτικη πεζογραφία. Γιατί ο Χατζηαντωνίου έτσι ακριβώς την ορίζει, σε αντίστιξη με την αθηναϊκή γενιά του &#8217;30, που οι εκπρόσωποί της μέσω του άξονα Ιωνίας, Αθήνας και Βερολίνου, συνομίλησαν με τον μοντερνισμό: οι Θεσσαλονικείς λόγιοι της εποχής περισσότερο προς τα βάθη της Μοραβίας και της μελαγχολικής Νέας Βοημίας στράφηκαν και γι&#8217; αυτό οι λέξεις και η αύρα παραγωγής τους φλέρταρε με την εσωστρέφεια και τη μετεωρολογική ψυχικώς υγρασία και παγωνιά.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο σκοτεινός Βορράς και ο λαμπερός νότος, τούτο είναι το δίπολο που διαχωρίζει την αθηναϊκή με τη θεσσαλονικιώτικη σχολή και εξαίσια ο Χατζηαντωνίου επικεντρώνει, παρότι Νότιος, εκ Ρόδου, στα πέριξ του Βαρδάρη και του Χριστιανόπουλου. Ή στην πόλη των προσφύγων του Ιωάννου, στις πολεμίστρες που βιγλούσε ο έξοχος «Χαμαιδράκων» του Πάνου Θεοδωρίδη. Επιμένοντας στη σύνδεση Κάφκα με Αλαβέρα και Τσβάιχ με Δέλιο ή Πεντζίκη, Μπακόλα και Κάτο, ο Χατζηαντωνίου προσφέρει μια απολαυστική διήγηση αλλά και οδηγό, σε όσους επιθυμούν μια χρονολογική ή έστω χωροταξική προσέγγιση στα σπουδάματα της Θεσσαλονίκης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι Θεσσαλονικείς λογοτέχνες, από το ξεκίνημά τους, τεκμηριώνει ο συγγραφέας, δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο για τον ρεαλισμό ή το βεριτέ όσο για τα βαθύτερα ψυχολογικά της ύπαρξης. Η μεσοπολεμική ειδικά γενιά Βορείων νέταρε συνειδητά στον ανθρωπισμό και το βαθύτερο υπόγειο της ψυχής, δρώντας μακριά από τους νατουραλισμούς των συνομηλίκων «απέξω». Η «Πεζογραφία της Θεσσαλονίκης» διαβάζεται και ως λεξικό, μιας και η παράθεση ονομάτων γίνεται με τρόπο εύληπτο και αρκούντως επεξηγηματικό. Το snapshot που λέγαμε: ο συγγραφέας έχει το τάλαντο της σύμπτυξης και της αφαίρεσης, δείγμα του πόσο μελέτησε αλλά και συνεχίζει να εντρυφεί σε ό,τι έχει να κάνει με τη Θεσσαλονίκη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μικρή εξομολόγηση, αυθαίρετα, αλλά θα την τολμήσω! Δεν είχα ακούσει ευλαβικά τα μπλουζ, πέρα από στάνταρ του είδους, όταν τα άκουγα στο ράδιο ή παιγμένα από γνώστες δισκοβόλους των μπαρ. Μέχρι που πριν πέντε καλοκαίρια, διαβάζοντας τη βιογραφία του Keith Richards, αποφάσισα να ακούσω ένα ένα όλα τα τραγούδια που ο Rolling Stone θεωρεί καθοριστικά για την εξέλιξη της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του. Ναι, χάρη στο drive του Keith Richards, έμαθα μετά από τρελή μελέτη και ακούσματα να ξεχωρίζω τον Μισισιπή από το Μιζούρι και τον John Lee Hooker από τον Muddy και τον Sonny Rollins. Ε, το ίδιο σκοπεύω να κάνω φέτος το καλοκαίρι σε ό,τι αφορά την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Με drive τούτο το βιβλίο, που αυτή θεωρώ άλλη μια από τις αρετές του. Πως δηλαδή προσφέρει ιδανική ευκαιρία, ονοματολογία, χρονολογίες και ζουμί, για να αρχίσεις μαζί της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 90px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το χρέος και ο τόκος</span></strong></h4>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</span></strong></h5>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">diastixo.gr 25/11/2015</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική κρίση έγινε το κύριο θέμα συζητήσεων και συγγραφών. Είναι, επομένως, φυσικό να αποτελεί πηγή έμπνευσης. Κάθε εποχή έχει τη δική της πηγή και πληγή. Η πατρίδα μας στον αιώνα που πέρασε γνώρισε δυο παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο, δικτατορίες και διεκδικήσεις για αποκατάσταση στο ορθόν της πολιτικοκοινωνικής μας ζωής. Και πώς ορίζεται αυτό το ορθόν; Με αύξηση αποδοχών, φυσικά, για να χορτάσει επιτέλους ο πεινασμένος και ταλαιπωρημένος λαός. Δόλωμα καλύτερο από τις ευκαιρίες δεν υπάρχει. Και ο Νεοέλληνας, έχων ή μη έχων, που ήθελε να ζει με πιστωτική κάρτα ως υπερέχων, έχασε το μέτρο, του οποίου η υπέρβαση για τον αρχαίο Έλληνα συνιστούσε «ύβριν» με συνέπεια αναπότρεπτη την «τίσιν». Αυτή τη στιγμή, αθώοι και ένοχοι βράζουν στην ίδια χύτρα, δημοκρατικά, αν και οι σουπερ-υπερ-έχοντες έχουν «μεταφέρει» εργοστάσια και καταθέσεις στο εξωτερικό, όπου σκοπεύουν να «μεταναστεύσουν» και οι ίδιοι, εφόσον η πατρίδα τους είναι εκεί που βρίσκεται το χρήμα τους. Η κατάρρευση επομένως αφορά την πατρίδα, κάποιους που ζούσαν συνετά τη ζωή τους αλλά τους παρασύρει τώρα το κύμα, καθώς και εκείνους τους «μικρομεσαίους», όπως έχουν βαφτιστεί, που ενώ δεν είχαν χρήματα ήθελαν με δάνειο να χτίσουν μέγαρα με πισίνες και πολυτελή αυτοκίνητα, για να πηγαίνουν στο Κολωνάκι να πίνουν τον καφέ τους, να κάνουν τα επώνυμα ψώνια τους και να νομίζουν ότι είναι πλούσιοι και σπουδαίοι. Τώρα που έπεσαν μες στο πηγάδι και έπιασαν πάτο, σαν τη Γερακίνα, έβγαλαν φωνή μεγάλη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο Κώστας Χατζηαντωνίου στο εξαιρετικό βιβλίο του Το χρέος και ο τόκος, δοκίμια προβληματισμού, μελετάει το φαινόμενο κάνοντας βαθιά τομή στον χρόνο για να το ερευνήσει και βλέπει σαν θεατής τραγωδίας σαιξπηρικής ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στη Δανιμαρκία της πνευματικής μας ζωής», κρυμμένο πίσω από τα πολλά εισαγωγικά που περιέχει ο σύγχρονος δημόσιος λόγος. Το κακό αρχίζει από το 1970, όταν οι εκμεταλλευόμενοι «τον αυταρχισμό και τη χυδαιότητα της δικτατορίας, οργάνωσαν την πολιτισμική αλλοτρίωση ολόκληρου λαού». Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ποιος είναι ο τύπος επί του οποίου ο συγγραφέας θα καρφώσει τον ήλο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το βιβλίο φυσικό είναι να διαπνέεται από αίσθημα θλιβερό για τον κόσμο μας και το μέλλον του, ωστόσο επισημαίνοντας τα κακά και την προέλευσή τους, κάνοντας βαθιά ανάλυση των αιτιών, προτείνει συγχρόνως λύσεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το θέμα ευνόητο είναι ότι έχει βαθιές ρίζες και πολλά κλαδιά, συνεπαγωγές πολλών άλλων παραμέτρων, στις οποίες ο συγγραφέας θα εμβαθύνει επιστημονικά. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο μοιάζει με επεισόδιο δράματος που διαρκώς κορυφώνεται. Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο, «Η Κρίση του παρόντος», επισημαίνει ότι για το «κακό» δεν φταίει το βεβαρημένο παρελθόν μόνο, αλλά και το «αβίωτο παρόν» και η έλλειψη παραγωγικότητας. Ότι ο μεταπολιτευτικός άνθρωπος έγινε το απείκασμα ενός κόσμου με κύριο χαρακτηριστικό του αδιαχώριστα μεταξύ τους την πολιτική και το παραεμπόριο. Ότι η ελληνική κρίση πρέπει να συνδεθεί με την ευρωπαϊκή. Ότι πολιτικοί και διανοούμενοι ματαιοπονούν, επιδιώκοντας να επιβάλουν δόγματα χωρίς ισχύ. Με αναφορές σε επιφανή πρόσωπα του πνεύματος (Γενιά του ’30, τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος είχε μιλήσει από τότε για «μηχανισμό εξανδραποδισμού», Σαραντάρη, κ.ά.), ο συγγραφέας τονίζει ότι η μεταπολίτευση βαρύνεται με την ασυδοσία, με τον αντικοινωνικό μεταπολιτευτικό μαζάνθρωπο, με το κομματικό κράτος, την αδιέξοδη δημοκρατία, με τη δημοκρατία με ολιγαρχικές ρίζες και «τζάκια» που ξεκινούν από την εποχή του Όθωνος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο δεύτερο κεφάλαιο, «Ο κόσμος ως τραγωδία», αναζητά την αιτία της μεταμόρφωσης που υπέστη το πολιτικό ον άνθρωπος, τη γέννηση της ιστορικής του συνείδησης, την απελευθέρωσή του από τη θρησκεία και οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική ή κοσμική εξουσία. (Ας θυμηθούμε, εδώ, πόσο φανατικά πολεμήθηκε η αυθεντία γύρω στο 1980, ώστε να φτάσουμε στην άλλη άκρη και να γίνει η αντι-αυθεντία ο νόμος της σύγχρονης σκέψης και συμπεριφοράς, και η άποψη του καθενός ισότιμη των μεγάλων στοχαστών. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, δηλαδή, επειδή έτσι βόλευε τις «μπίζνες» και την εξέλιξη στην κοινωνική ιεραρχία.) Λέει ακόμα ο συγγραφέας ότι η Ιστορία είναι απάνθρωπη, διότι είναι σύμφωνη με τη φυσική τάξη, που είναι η βία του κοινωνικού δαρβινισμού (ο ισχυρότερος επιβιώνει τρώγοντας τους άλλους), ότι κινδυνεύει η πολιτισμική υπόσταση της Δύσης και γενικότερα του κόσμου μας από τη συμβίωση με ανόμοια αξιακά συστήματα που διασπούν την ενότητα και θα νιώσει ο Δυτικός άνθρωπος τι σημαίνει να είσαι ηττημένος (ο κυρίαρχος που ασέλγησε στις αποικίες). Το δόγμα της ισότητος κατέληξε στην κατάργηση της αξιολογικής ιεραρχίας, σε καταναλωτική μανία, ομοιομορφοποίηση και μαζοποίηση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο τρίτο κεφάλαιο, «Ποιο παρελθόν μπορεί να έχει μέλλον;», εξετάζει τους όρους «έθνος», «εθνισμός», «εθνικισμός» διαχρονικά, «εθνική συνείδηση» και «εθνική ταυτότητα», από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, μεταμορφώσεις και ανακατατάξεις. Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του έθνους: κοινή συνείδηση, κοινό παρελθόν, κοινοί αγώνες και βούληση για κοινό μέλλον, μια βαθιά υπαρκτή εμπειρία που, ωστόσο, είναι δύσκολο να περιγραφεί ακριβώς. Και το έθνος συνεχίζεται με κληρονόμους όχι τους γνήσιους απογόνους των Αθηναίων του χρυσού 5ου αιώνα π.Χ. (υπάρχουν ατόφιοι;), αλλά και «εκείνους που εντάχθηκαν στο ελληνικό έθνος πολύ αργότερα και ζουν σήμερα ως δικά τους τα πνευματικά επιτεύγματα εκείνων των Ελλήνων». Όσο για τον «εθνικισμό», ως άλλο πράγμα ξεκίνησε, αλλά οι ποικίλες συμφεροντολογικές μεταμορφώσεις –πολυεθνικές, ολιγαρχικές, κληροκαπιταλιστικές, πλουτοκρατικές– τον διαστρέβλωσαν.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο, «Εκδοχές νοήματος», και με μερικούς τίτλους κειμένων ειλημμένους από τη λογοτεχνία, μεταξύ άλλων, παίζων άμα και σπουδάζων, «Εν φαντασία και λόγω», ας πούμε, σαν μελαγχολικός Ιάσων Κλεάνδρου στη σύγχρονη Κομμαγηνή, προβλέπει τον ολοταχώς τρέχοντα μηδενισμό, που κατέλαβε το κενό που άφησε η ηθική, η κρίση του πολιτισμού και ο πολιτισμός του μέσου ανθρώπου.</span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η απογοήτευση από την ενοποίηση της Ευρώπης, η μετανάστευση, η πτώχευση που συνδέεται με τον μηδενισμό, οι διανοούμενοι και το πρόσωπο που πρωτίστως οφείλουν να έχουν, η Παιδεία που αντί να μεταδίδει ιδανικά μεταδίδει γνώσεις (κυρίως οικονομικές, σπρώχνοντας στο περιθώριο τις ανθρωπιστικές), το οικονομικό συμφέρον υπεράνω όλων (σε έναν κόσμο που όλοι σε κοιτάζουν ύποπτα, έλεγε ο Ελύτης, αν από αυτό που κάνεις δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα). Το βιβλίο φυσικό είναι να διαπνέετα</span>ι από <span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αίσθημα θλιβερό για τον κόσμο μας και το μέλλον του, ωστόσο επισημαίνοντας τα κακά και την προέλευσή τους, κάνοντας βαθιά ανάλυση των αιτιών, προτείνει συγχρόνως λύσεις. Το θέμα είναι ποιος θα αναλάβει να τις δρομολογήσει και να αλλάξει νοοτροπία στους κακομαθημένους πολιτικούς και πολίτες και πόσος χρόνος θα χρειαστεί γι’ αυτό!</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΓΚΡΙΤΖΕΝΤΟ</strong></h5>
<h5>
<strong>ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>diastixo.gr/ 06/9/2024</p>
<p>Κώστας Χατζηαντωνίου: «Αγκριτζέντο»</p>
<p>Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο έργο από τα τελείως πρακτικά θέματα που το χαρακτηρίζουν. Κατ’ αρχάς, είναι δομημένο σε είκοσι κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων αποτελείται από είκοσι (αυστηρά) σελίδες, προκειμένου να συγκροτηθεί το σώμα των τετρακοσίων σελίδων. Ο συγγραφέας επισκέφτηκε τη Σικελία το 2008, όταν είχε ολοκληρώσει την πρώτη γραφή του μυθιστορήματος, μυθιστόρημα το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 2009 και τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Άρα, η οριστική μορφή του σίγουρα έγινε ανάμεσα στις δύο ημερομηνίες. Ουσιαστικά έχουμε δύο μυθιστορήματα, ένα σύγχρονο και ένα –θα έλεγα– ιστορικό, μια πραγματεία δηλαδή που αφορά τη ζωή του φιλοσόφου και ποιητή Εμπεδοκλή, ο οποίος γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στη Σικελία, με καταγωγή από τον Ακράγαντα. Ο γιατρός και φιλόσοφος Παυσανίας, η κόρη του, Ισαβέλλα, ο Έλληνας Λίνος, ο τρομοκράτης Γκαετάνο, οι φίλοι του Παυσανία, σινιόρ Λουίτζι και Δον Τζουζέπε, ο αδερφός του, Ρουτζέρο, η φίλη της Ισαβέλλας και του Γκαετάνο, Χριστίνα, ο νεαρός Φράνκο και η οικογένειά του, η φίλη του και οι φίλοι του (όλοι φανταστικοί χαρακτήρες, οι οποίοι και εξυφαίνουν την ανάγνωση, την πλοκή και τη δομή του κειμένου) εμπλέκονται με τρομερή ικανότητα από συγγραφικής πλευράς, έτσι ώστε μέσω αυτών να αναδεικνύεται η ιστορία του Αγκριτζέντο αλλά και του Παλέρμο, της Μεσσήνης, της Κατάνιας, της Αίτνας, ολόκληρης δηλαδή της Σικελίας. Ανάλογα με το πρόσωπο στο οποίο ο συγγραφέας στρέφει την προσοχή του, υπάρχει ουσιαστικά μια ανατομία, μια τοπική χαρτογράφηση των παραπάνω πόλεων, όπου ονόματα προσώπων, δρόμων, πλατειών, ναών, μουσείων, τοποθεσιών, στεκιών, ιστορικών κεφαλαίων και ό,τι άλλο έχει αξία να επισκεφτεί σε αυτές κανείς, παίρνουν χαρακτήρα καταιγίδας, είναι απίστευτα μεγάλη η αναφορά – και αυτό οφείλεται φυσικά στην προσωπική προσέγγιση του συγγραφέα στους χώρους, κανένας οδηγός και κανένα διαδίκτυο δεν θα του έδιναν τόσες πληροφορίες και, το κυριότερο, τρόπους που σφραγίζονται μέσα στο βιβλίο.</p>
<p>Στο άλλο κομμάτι του βιβλίου, το οποίο σφηνώνεται στο μεγαλύτερο σε έκταση, ο γιατρός Παυσανίας γράφει για τον Εμπεδοκλή (και όχι μόνο), για το γεγονός ότι δεν διασώθηκε σχεδόν τίποτα από το έργο του πλην ελαχίστων πονημάτων που περιέσωσαν οι προσωκρατικοί, για τη δυσφορία του για τον Σωκράτη και τους ορθολογιστές, για τους τυράννους που διοίκησαν τις γύρω περιοχές στα χρόνια του Εμπεδοκλή, για τους Ρόδιους και τους Κρητικούς που πρωτοκατοίκησαν τον χώρο (είχαν προηγηθεί οι Χαλκιδείς) παραθέτοντας πολλά ονόματα (αυτό αληθινά είναι ευθύνη του αναγνώστη, να συγκρατήσει δηλαδή πληθώρα ονομάτων τόσο της μυθολογίας όσο και της προϊστορίας, αλλά και της ιστορίας της αρχαίας Ελλάδος), εν κατακλείδι, με τρόπο φιλοσοφικό –σίγουρα το μυθιστόρημα είναι κατά βάση φιλοσοφικό, άσχετα αν η κριτική πένα ψάχνει άλλες διεξόδους για να βάλει τον αναγνώστη στο ψαχνό–, γράφοντας θα λέγαμε μια πραγματεία προκειμένου να αναδείξει το ύφος και το ηθικό ανάστημα του Εμπεδοκλή, ο οποίος δεν καταδέχτηκε τιμές, υπήρξε μετριόφρων παρά το τεράστιο νοητικό εκτόπισμα και επίπεδο, και φυσικά πέθανε όπως μόνο οι μεγάλοι όλων των εποχών επιλέγουν.</p>
<p>Μια γλώσσα παλαιότερων εποχών σε σύγχρονη έκδοση, με τέλεια φιλοσοφική –αλλά και φιλολογική– υφή.</p>
<p>Στην κατεξοχήν συγγραφική πλευρά και πλοκή (θα περιοριστούμε στα απολύτως αναγκαία, γιατί η εξέλιξη είναι σε ανάπτυξη και δεν θα ήθελα να χαλάσω τη μαγεία του έργου), ο Γκαετάνο, ένας διανοούμενος τρομοκράτης, κρύβεται σε ένα σπίτι του Αγκριτζέντο, πράγμα που γνωρίζουν σχεδόν όλοι πλην της Ισαβέλλας, του Λίνου και της φίλης της, Χριστίνας. Η Ισαβέλλα έρχεται στο πατρικό της με μπαγάζια τη ζωγραφική της τέχνη, ενώ από τη Ρόδο ξεκινά ο Λίνος, φθάνοντας ως τον Ακράγαντα και την παλιά του αγαπημένη. Ο Ρουτζέρο έρχεται να φυγαδεύσει τον Γκαετάνο σε άλλο κρησφύγετο, οι καραμπινιέροι έχουν υποψίες, ενώ ο νεαρός Φράνκο δεν θα καταφέρει να κερδίσει τα χρήματα που του υποσχέθηκαν, καθώς ο Γκαετάνο έχει άλλη άποψη. Η υγεία του Παυσανία επιδεινώνεται κατακόρυφα, καταφέρνει όμως να ολοκληρώσει το έργο του για την ιστορία του Ακράγαντα και του Εμπεδοκλή. Η Ισαβέλλα με τον Λίνο ανταλλάσσουν σώματα και ψυχές, θυμικό και καθημερινότητα. Η έξοδος του βιβλίου με τον θάνατο και την κηδεία σαφέστατα έχει σημάδια καθαρά ελληνικής τελετής, αφού όχι μόνο ο εκλιπών αλλά όλοι σε αυτόν τον τόπο αισθάνονται Έλληνες. Ο συγγραφέας Κώστας Χατζηαντωνίου με απαράμιλλο τρόπο, με απίστευτα μεγάλη συγκομιδή λεπτομερειών, που μπορεί να εμφανίζει συχνά μέσα από αγάπη και πάθος για τον τόπο που κάποτε ονομαζόταν Μεγάλη Ελλάδα, με φιλοσοφική μέθοδο η οποία και κατακλύζει ολόκληρο το έργο, με προσμονή μιας αμιγούς αναγνωστικής ταύτισης και με τη μεγαλειώδη παράθεση αυτών των ονομάτων, που δείχνουν όχι απλώς πληροφορία αλλά, πολύ περισσότερο, βίωμα γνώσης, πετυχαίνει να γράψει ένα μυθιστόρημα που αποτελεί ό,τι το καλύτερο της τελευταίας εικοσαετίας και συγκρίνεται μόνο με τις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, έργο δηλαδή που ξεφεύγει από τα σύνορα τα δικά μας και απευθύνεται στην ανθρωπότητα.</p>
<p>Ο Κώστας Χατζηαντωνίου δεν είναι ένας τυχαίος συγγραφέας, το αντίθετο, έχει στο ενεργητικό του σειρά από μυθιστορήματα αλλά και δοκίμια, τα οποία είναι το ίδιο συναρπαστικά. Το Αγκριτζέντο βέβαια αποτελεί την κορωνίδα μέχρι στιγμής στο έργο του, έως την επομένη, και φυσικά η απόφαση για την επανακυκλοφορία του, με νέα επιμέλεια, ασφαλώς και ήταν μια πολύ θετική σκέψη. Ενώ για να πούμε κάτι για την τεχνική εκφοράς, τη δομή δηλαδή του κειμένου, η ατμόσφαιρα είναι βαριά, καθώς ακόμη και η ένωση δύο ανθρώπων γίνεται με τρόπο μυθοποιητικό. Είναι μια ατμόσφαιρα η οποία, σαγηνευτική όσο τίποτα, βυθίζει τον αναγνώστη σε περισυλλογή, σε σκηνικό μοναξιάς, σε ψυχολογική ένταση, σε ιστορική αυτοαναφορά, σε πεζολογική ευταξία. Σύμμαχος αυτής της ατμόσφαιρας το ύφος, σοβαρό, ανεξίτηλο, σημαντικό, χωρίς την παραμικρή σατιρική διάθεση, χωρίς την παραμικρή χιουμοριστική εκδοχή. Η γλώσσα απόκοσμη, γνήσια, δύσκολη στην πρόσληψη μέχρις ότου βρει κανείς τον βηματισμό και του έργου αλλά και τον δικό του, μια γλώσσα παλαιότερων εποχών σε σύγχρονη έκδοση, με τέλεια φιλοσοφική –αλλά και φιλολογική– υφή, θέλοντας να στείλει τον δέκτη ξανά πίσω για να αφουγκραστεί το τι διάβασε πριν από λίγο, εν κατακλείδι μια τεχνική γραφής η οποία δεν αφήνει το ελάχιστο ανερμήνευτο επεισόδιο, δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω και κλειδώνει την ιστορία (όταν πλησιάσει κάποιος προς το τέλος θα αναλογιστεί το τι λέμε) με όσο πιο δυνατή φωνή για τον μεγάλο Έρωτα και τον Θάνατο. Κλείνοντας οφείλω –όπως κάνω πάντα, όταν μιλώ για ένα συγκλονιστικό βιβλίο– να πω πως παίρνουμε άμεσα το βιβλίο, προφανώς μυθιστόρημα, το οποίο όταν το τελειώσουμε, θα μας μείνει για πάντα αξέχαστο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
