<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΙΗΓΗΜΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%B4%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 02 May 2026 07:22:10 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΔΙΗΓΗΜΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΑΝΝΑ ΣΟΦΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 25 Sep 2025 18:35:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΑΝΝΑ ΣΟΦΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22416</guid>

					<description><![CDATA[Η Γιάννα Σοφού γεννήθηκε και ζει στη Λεμεσό. Έχει παρουσιάσει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής (2002, 2004, 2013), με ιδιαίτερη επιτυχία. Έχει εκδώσει τα βιβλία Τα μυστικά της ψυχής (2016) και Οι μικρές μεγάλες ιστορίες της καρδιάς (2018). Είναι μέλος του Παγκύπριου Συλλόγου Συγγραφέων και της Εταιρείας Λογοτεχνών «Βασίλης Μιχαηλίδης», όπου το 2022 απέσπασε το Α&#8217; &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΑΝΝΑ ΣΟΦΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Γιάννα Σοφού γεννήθηκε και ζει στη Λεμεσό. Έχει παρουσιάσει τρεις ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής (2002, 2004, 2013), με ιδιαίτερη επιτυχία. Έχει εκδώσει τα βιβλία Τα μυστικά της ψυχής (2016) και Οι μικρές μεγάλες ιστορίες της καρδιάς (2018). Είναι μέλος του Παγκύπριου Συλλόγου Συγγραφέων και της Εταιρείας Λογοτεχνών «Βασίλης Μιχαηλίδης», όπου το 2022 απέσπασε το Α&#8217; βραβείο συγγραφής στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το βιβλίο &#8220;Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες&#8221; (Εκδόσεις Μετρονόμος 2025) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-3-3/" rel="attachment wp-att-22418"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22418" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/φωτο-3-202x300.jpg" alt="" width="341" height="506" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b9%ce%ba%cf%81%ce%b5%cf%83-%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b5%cf%83-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b5%cf%83/" rel="attachment wp-att-22426"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22426" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΟΙ-ΜΙΚΡΕΣ-ΜΕΓΑΛΕΣ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ-225x300.jpg" alt="" width="336" height="448" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΟΙ-ΜΙΚΡΕΣ-ΜΕΓΑΛΕΣ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΟΙ-ΜΙΚΡΕΣ-ΜΕΓΑΛΕΣ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ.jpg 720w" sizes="(max-width: 336px) 100vw, 336px" /></a></p>
<h4><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/%cf%84%ce%b1-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%88%cf%85%cf%87%ce%b7%cf%83/" rel="attachment wp-att-22427"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22427" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΤΑ-ΜΥΣΤΙΚΑ-ΤΗΣ-ΨΥΧΗΣ-211x300.jpg" alt="" width="335" height="476" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΤΑ-ΜΥΣΤΙΚΑ-ΤΗΣ-ΨΥΧΗΣ-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/09/ΤΑ-ΜΥΣΤΙΚΑ-ΤΗΣ-ΨΥΧΗΣ.jpg 674w" sizes="(max-width: 335px) 100vw, 335px" /></a></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΟΣΤΑΛΓΩ ΤΙΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ</strong></h5>
<p>Ώρα μηδέν για τα αχνά, σταματημένα γέλια των λαών.<br />
Των πολέμων χείμαρροι θανατεροί<br />
σπάσαν ανηλεώς τους σύρτες τ’ ουρανού.<br />
Και θεριεμένα δρέπανα<br />
θέρισαν πρώιμα τα στάχυα του καλοκαιριού,<br />
μαζί και τους ψαράδες<br />
που έριχναν τα μαύρα δίχτυα τους ψηλά στα κορφοβούνια,<br />
γιομίζοντας τις στράτες και τις αυλές με ξεσκισμένα σώματα<br />
που βρομοκοπούσαν θειάφι, άνθρακα, μούχλα κι αποκαΐδι.</p>
<p>Ώρα μηδέν για τις θυσίες των ηρώων.<br />
Για όνειρα κι ιδανικά που σώθηκαν νωρίς,<br />
όπως σώνεται η φλόγα στο φιτίλι ενός κεριού<br />
που έλιωσε και κύρτωσε, σαν μια γριά που την ξέχασε ο χάρος.<br />
Kι οσφραίνεσαι μύρο άνθινης κι εξαϋλωμένης σάρκας,<br />
καθώς οι νύχτες είναι ψυχρές κι αίθριες, γεμάτες κίτρινο αίμα,<br />
κι οι παγοκρύσταλλοι ράβουν πισωβελονιά το άλως της Σελήνης.<br />
Κι απ’ τις χαράδρες ξεπηδούν θολωμένες κουβέντες<br />
κι ουρλιαχτά χλωμών προσώπων,<br />
καθώς πάνε αμαξάδα στα σοκάκια τ’ ουρανού,<br />
κρατώντας σφαλισμένα τα λουλούδια της άνοιξης,<br />
γεμάτα δάκρυα και πόνο.</p>
<p>Πόσα ρόδια, άραγε, να σπάσουμε στα κατώφλια των σπιτιών<br />
της γης, μέρα Πρωτοχρονιά;<br />
Και πόσοι αγιασμένοι άρτοι να ζυμωθούν<br />
για να χορτάσει όλος ο πληθυσμός, μαζί και τα μυρμήγκια;<br />
Μα η κακία και το συμφέρον έσφαξαν τα κυπαρίσσια<br />
κι οι διαρρήκτες του ήλιου ροκάνισαν τις φτωχές καρδιές<br />
χωρίς μια χαραμάδα φως,<br />
χωρίς μια αναπνοή οξυγόνου.</p>
<p>Ας κάψουμε, λοιπόν, τους ψευδοπατριώτες<br />
που ’ναι σπαρμένοι μέσα στους δρόμους<br />
κι ολοένα φουντώνουν,<br />
όπως φουντώνει ο σφένδαμος που αψηφά ψύχος και βοριάδες,<br />
και σαπίζουν και βρομίζουν τα σοκάκια και τις ασφάλτους,<br />
έτσι όπως σαπίζουν οι ντομάτες απ’ τα εγκαύματα του ήλιου,<br />
παρατημένες σε κάτι κασόνια από ξεφτισμένο ξύλο.</p>
<p>Κι ας ξετρυπώσουμε τα πουλημένα ανθρωπάκια<br />
απ’ τις υπόγειες στοές,<br />
τα τυλιγμένα στον ίσκιο της προδοσίας και της διαφθοράς<br />
που κόβουν χωρίς αιδώ τα χρηστά ήθη,<br />
πικρόχολα κι απάνθρωπα,<br />
πετώντας μέσα στη λασπουριά παγωμένα πόδια και χέρια<br />
όλων των ηλικιών,<br />
στραπατσαρισμένα απ’ το ποδοβολητό της εκμετάλλευσης.</p>
<p>Ώρα μηδέν για τις ψυχές που άπλωσαν στις θημωνιές.<br />
Που γεννημένες λεύτερες…<br />
κι όμως ξεσπιτώθηκαν στο πρώτο άνθισμα της μέρας.<br />
Κι αποκαμωμένες κοιτάνε ανήσυχες τον ήλιο,<br />
που γέρνει λαβωμένος στις πεδιάδες με τις σβουνιές<br />
που καίνε τσουκάλια με θρυμματισμένα όνειρα<br />
κι ακρωτηριασμένες ελπίδες.<br />
Και που οι ακτίνες πυρπολούν τις λειασμένες πέτρες,<br />
ψήνοντας πάνω τους αυγό,<br />
κι απ’ το πύρωμα τα πόδια της σαύρας λιώνουν,<br />
όπως λιώνει το γυαλί για το φτιάξιμο του βάζου,<br />
για το λούλουδο της νιότης.</p>
<p>Με κουρελιασμένο ηθικό όλοι θρηνούν.<br />
Θρηνούν αυτούς που χάθηκαν στους απέραντους ωκεανούς.<br />
Θρηνούν τις μανάδες που έγιναν επαίτες<br />
και γυρεύουν μποστάνια,<br />
στάρι κι ελιές για να ταΐσουν τα κοκαλιάρικα παιδιά τους.<br />
Θρηνούν αυτούς που πουλήθηκαν σε παζάρια λογιών λογιών,<br />
μ’ αντίτιμο ψευδείς υποσχέσεις για έναν κόσμο απατηλό.</p>
<p>Ώρα μηδέν για τον πλανήτη γη.<br />
Διάπυρη δύναμη, ελκτική,<br />
απειλεί να ρουφήξει το φως των αστεριών<br />
απ’ τις χούφτες των παιδιών<br />
και να πνίξει τους ψίθυρους των δέντρων και των λουλουδιών.<br />
Αόρατη δύναμη τσουρουφλίζει τις τύχες των λαών<br />
που ξεράθηκαν απ’ τη μεγάλη δίψα,<br />
όπως τσουρουφλίζεται η τσιμινιέρα του παλιού εργοστασίου,<br />
φαρμακώνοντας τον αέρα με δηλητηριώδεις καπνούς.</p>
<p>Τα χέρια της φωτιάς, σαν κλίβανοι,<br />
συνθλίβουν ανθρώπινες σάρκες<br />
κι απ’ το αίμα φυτρώνουν πυράκανθοι,<br />
με ζωηρό κόκκινο χρώμα, με την οσμή της πυράς,<br />
ίδια με το «Σφυρί των Μαγισσών»<br />
που θυσίαζε κακόψυχα γυναίκες.<br />
Οι ταπεινές πευκοβελόνες, που έφτιαχναν τσάι γιατρικό,<br />
γίνονται μεμιάς ένα με τη στάχτη και την πούλβερη.<br />
Κι οι απανθρακωμένοι κορμοί,<br />
σαν μαύρα φίδια που χορεύουν τον χορό του ζευγαρώματος,<br />
στοιχειώνουν την πετρωμένη γη<br />
που κατάπιε τα όνειρα των δασών και το κελάηδημα των πουλιών.</p>
<p>Καρβουνιασμένα περιβόλια και μπαξέδες,<br />
φαρμακωμένο νέφος και πικρή σκόνη,<br />
τρυπάνε τις ίριδες και τα πνευμόνια μας.<br />
Μαδημένα φτερά στον αέρα από ξεκοιλιασμένα πουλιά&#8230;<br />
Η κατατρεγμένη ελαφίνα μάταια ψάχνει χώρο<br />
να γεννήσει τα παιδιά της!<br />
Πιο ’κεί τ’ αρσενικό ελάφι ξεψυχάει από λύπη και μαρασμό,<br />
αφού το ταίρι του το ρούφηξαν οι φλόγες.</p>
<p>Ώρα μηδέν για τα ποτάμια που στέγνωσαν<br />
και σώπασαν να φλυαρούν τραγούδια δίστιχα στα δάση.<br />
Η τούρνα κι η πέστροφα μοιρολογούν στις στερεμένες πέτρες<br />
κι επικαλούνται τα σύννεφα τ’ ουρανού<br />
να ξεδιψάσουν τις αγριόπαπιες και τις άσπρες μαργαρίτες<br />
που φτιάχνουν δαντέλα γύρω γύρω στις όχθες.<br />
Η κυψέλη στέρεψε απ’ τον βασιλικό πολτό,<br />
όπως στερεύει το πηγάδι των αντοχών μας το λιόγερμα<br />
μετά από χίλια βάσανα και δυσκολίες.<br />
Κι οι μέλισσες, μία μία,<br />
αφήνουν το κεντρί τους στο χνούδι της μέρας και μετά ξεψυχάνε,<br />
κρυμμένες στα σέπαλα των βαθυκόκκινων λουλουδιών.</p>
<p>Αιμοβόροι λύκοι ξεριζώνουν ανελέητα τα κωνοφόρα<br />
και καταστρέφουν τις πλεκτές, σκαρφαλωμένες φωλιές<br />
που με όρεξη…<br />
οι φτερωτοί καλλιτέχνες έφτιαχναν τις προηγούμενες μέρες,<br />
σαν μεγάλες καφετιές σταγόνες,<br />
έτοιμες να πέσουν στην αγκαλιά της διψαλέας γης,<br />
που μοιάζει με σκασμένο πρόσωπο γυναίκας,<br />
σουρωμένο σαν βεντάλια,<br />
γεμάτο σημάδια απ’ τα χρόνια,<br />
ταλαιπωρημένο απ’ όλες τις κακουχίες.</p>
<p>Θαλάσσια ρεύματα<br />
αγκυροβολούν στις παγωμένες γειτονιές των Ινουίτ<br />
και καλύπτουν με πέπλο φοβέρας το παγωμένο τους αίμα,<br />
έτσι όπως καλύπτει μέσα στις δίπλες της ποδιάς της η μάνα<br />
το καρβέλι για να φάνε τα παιδιά της,<br />
έτσι όπως κάλυπταν με τα μαντήλια τις πλεξούδες τους<br />
οι γιαγιάδες στα χωριά.</p>
<p>Άκομψα κτίσματα, εκτρώματα,<br />
ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη,<br />
και κόβουν τον αέρα και το φως των παλαιών αρχοντικών,<br />
βυθίζοντάς τα στη σκοτεινή ασχήμια<br />
και στη βρόμικη εικόνα των πεθαμένων αγρών<br />
που ψιθυρίζουν θρηνητικά τραγούδια,<br />
τρελαμένα από φόβο για τις μέρες που ακολουθούν.</p>
<p>Τα λόγια μου βάρεσαν την καρδιά μου και τη δικιά σου.<br />
Κι ένας κόμπος σφιχτός μού κάθισε στον λαιμό,<br />
καθώς τα μάτια σφαλίζουν εκούσια<br />
μπροστά στην κατάντια του κόσμου.</p>
<p>Ψηλά εκεί, ανάμεσα στ’ αστέρια και στη σελήνη,<br />
θρονιάστηκε η σωτηρία μας.<br />
Πληγωμένη η Άνοιξη…<br />
κι όμως, ακόμη αφουγκράζεται το τιτίβισμα των πουλιών,<br />
χάρη στα παρακάλια των παιδιών,<br />
που με τις ευχές των γονέων τους αποκτάνε ανάσες ζωής<br />
απ’ τις σπίθες της πίστης,<br />
βοηθώντας στο άναμμα των λαμπάδων ίσαμε το μπόι τους.</p>
<p>Ας ελπίσουμε ότι αύριο πρωί θα ξανάρθουν τα παιδιά!<br />
Και θ’ αφήσουν τ’ αποτυπώματά τους στις πλατείες<br />
και στα πεζοδρόμια.<br />
Και θα σχεδιάσουν πολύχρωμα μπαλόνια.<br />
Και, πιασμένα απ’ τα σχοινιά τους,<br />
θα πετάξουν όλο χαρά στον αιθέρα,<br />
ελευθερώνοντας χαμόγελα ζωής στον αγέρα<br />
για όλους εμάς που τα έχουμε ανάγκη.<br />
Σήμερα η αλήθεια, δεν είχαμε και τόση τύχη!<br />
Μακάρι, όμως, τα παιδιά να σπείρουνε αγάπη<br />
για να θερίσουμε ειρήνη, ομορφάδα κι ευημερία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΑΘΩΣ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ</strong></h5>
<p>Με τις σπίθες ενός ολόγιομου φεγγαριού<br />
και μόλις το κεφάλι βυθίστηκε στο μαξιλάρι,<br />
βρέθηκα σ’ ένα σοκάκι της γειτονιάς που μ’ ανάθρεψε,<br />
μπροστά στην κουφάλα της γεροελιάς,<br />
με το χνούδι των νεοσσών που αστράφτουν<br />
σαν φωτεινές κουκκίδες<br />
και τιτιβίζουν μέσα στα σιγανά βήματα της μέρας.</p>
<p>Τα βιώματα ξεπρόβαλαν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,<br />
όπως ξεπροβάλλουν τα σκοινιά με τις φρεσκοπλυμένες φανέλες<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη, σαν μεγάλοι, πολύχρωμοι σταλακτίτες,<br />
κι όπως ξεπροβάλλουν οι εικόνες παλιού κινηματόγραφου,<br />
διαυγείς, με γάργαρα γέλια,<br />
αναμιγμένες με τα μη και τα όχι των γονέων μου,<br />
με το «αφροζάκι» σε σχήμα παγωτού<br />
και με το «τυχερό κουτί» γεμάτο εκπλήξεις,<br />
που έπαιρνα απ’ το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου.</p>
<p>Καλογυαλισμένες σαπουνόφουσκες που έμοιαζαν με κρύσταλλο,<br />
μπερδεύτηκαν στον δρόμο μου…<br />
Κι έλαμπαν με ιριδισμούς,<br />
όπως λάμπουν αχάραγα οι σταγόνες της πρωινής δροσιάς<br />
στο διαμαντένιο σώμα της λιβελούλας…<br />
και μ’ ένα φύσημα, με διακυμάνσεις στο φως και στο σχήμα,<br />
αντανακλούσαν στις όμορφες στιγμές των παιδικών μου χρόνων.</p>
<p>Μια σκάλα, χαραγμένη με λευκή κιμωλία στη μέση του δρόμου,<br />
περίμενε στον ίσκιο του δειλινού τα βήματα των παιδιών.<br />
Ένα, δύο, τρία… κουτσό με το ποδάρι το δεξί.<br />
Τέσσερα, πέντε… τα δυο ποδάρια ανοιχτά<br />
πατάνε στη γη… και στροφή.</p>
<p>Η κέρινη κούκλα ακόμη στεκόταν στη βιτρίνα του ραφτάδικου!<br />
Μ’ ένα φόρεμα του ’80, ωχροκίτρινο,<br />
σαν τα αγιοδημητριάτικα λουλούδια<br />
που πάνω τους άφησε η μέλισσα το σώμα της.<br />
Το χτυποκάρδι της ακουγόταν δειλά απ’ τα οστέινα τοιχώματα,<br />
φαρμακωμένο απ’ το δηλητήριο της μαύρης αράχνης<br />
που έπνιξε την αλυσίδα της ζωής της.<br />
Και βαθιοί αναστεναγμοί ανάβλυζαν μέσα απ’ τα κέρινα χείλια της,<br />
όπως αναβλύζει το αίμα με ορμή από μια κομμένη αρτηρία.<br />
Στροβιλισμοί και πεταχτοί βηματισμοί<br />
αναδεύονταν με τη ναφθαλίνη και τη θολούρα του ονείρου μου,<br />
με την αφεντιά μου να δείχνει θαυμασμό,<br />
αφού ο χρόνος δεν είχε αλλοιώσει καθόλου την ομορφιά της.</p>
<p>Πιο κάτω, στο δεύτερο στενό,<br />
μυημένες ψυχές στον ονειρικό κόσμο του χορού<br />
χόρευαν περήφανα το τανγκό.<br />
Σώματα σ’ απόσταση αναπνοής, ίσιοι κορμοί, σταθεροί,<br />
σ’ έναν διάλογο βουβό, εκλεπτυσμένο με μεθυσμένα χνώτα.<br />
Μια αγκαλιά στήριγμα, με τα χέρια μπλεγμένα μεταξύ τους,<br />
που έμοιαζαν με δίχτυα που ρίχθηκαν από μερακλήδες ψαράδες<br />
στο αρυτίδωτο πέλαγο,<br />
πρωί-πρωί, πριν σκάσει ο ήλιος για τον γαλαζοπράσινο τόνο.</p>
<p>Κι όπως περπατούσα,<br />
η νύχτα, σαν μάντισσα με μαύρα κουρέλια και φωτιές στο πρόσωπο,<br />
τσουβάλιασε ένα σωρό αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της γειτονιάς μου.<br />
Τα φανάρια, σαν πέτρινοι εραστές, άρχισαν να ξυπνάνε απ’ τον ύπνο<br />
και να ρίχνουν μαντήλια γεμάτα φως στα κορμιά των περαστικών.<br />
Και τότε… σβουρίστηκα αδιάκοπα πάνω-κάτω στους δρόμους.<br />
Και στηριζόμενη στην ακιδωτή κορυφή της σβούρας,<br />
είδα τα χρόνια μου να τρέχουν,<br />
όπως τρέχουν τ’ ασημένια ποτάμια<br />
και βγάζουν περίπατο τα νούφαρα για να συναντήσουν τη θάλασσα<br />
κι όπως τρέχουν τα πόδια ενός δρομέα,<br />
αδημονώντας να φθάσει στο τέρμα.</p>
<p>Πρόβαλαν ξαφνικά μπροστά μου τα καλοκαίρια της αγάπης,<br />
στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια,<br />
με χίπικες μελωδίες και με τους ήχους της κιθάρας,<br />
κεντημένες πάνω στις βουνοκορφές με δαντέλα «βενίζ»…<br />
Που μικρά λικνιζόμασταν όλη μέρα<br />
κάτω απ’ το σπιτάκι του δέντρου,<br />
όπως λικνίζονται τα νυχτόβια χέλια στον βυθό<br />
και διηγούνται ιστορίες στα κοράλλια,<br />
κάτω από τ’ αχτένιστα μαλλιά της πανσελήνου.</p>
<p>Και μετά αποκοιμόμασταν ίσαμε το πρωί στην πράσινη χλόη,<br />
μαζί με τους ιβίσκους και τα κυκλάμινα.<br />
Κι όταν ξυπνούσαμε με τον ίσκιο του μεσημεριού,<br />
μοιάζαμε σαν πρωινές δροσοσταλίδες,<br />
απλωμένες στις κρεμαστές κούνιες,<br />
και κουνιόμασταν όλη μέρα ως το σούρουπο<br />
κι όλο βαριόμασταν να γυρίσουμε στα σπίτια μας…</p>
<p>Και τους χειμώνες,<br />
η μουσική έβγαινε ξεπαγιασμένη και μουσκεμένη<br />
απ’ τα μικρά παραθυρόφυλλα<br />
και σερνόταν με την ίδια χαρά στους λασπωμένους αγρούς<br />
μαζί με τις στάλες της βροχής,<br />
σαν κρύσταλλα που έκαναν πατινάζ<br />
πάνω στα χρυσωμένα φύλλα.</p>
<p>Και μετά, η κάμπια του Μάρτη, με το χνουδωτό, μαύρο φουστάνι,<br />
φορούσε μπλεγμένο βραχιολάκι από άσπρη και κόκκινη κλωστή<br />
και, στο τέλος του Μάρτη, το έριχνε στις τριανταφυλλιές,<br />
μόλις το πρώτο χελιδόνι έκανε την εμφάνισή του,<br />
να το πάρουν τα πουλιά για να κτίσουν τη φωλιά τους.</p>
<p>Τα σημάδια των άστρων φάνηκαν στις αυλές των σπιτιών,<br />
όπως φαίνονται τα σημάδια από τα πόδια μου<br />
στην καυτερή άμμο το καλοκαίρι.<br />
Κι ένα σωρό νυχτερινές ιστορίες από μάγισσες αρχαίες<br />
στοίχειωναν το μονοπάτι του ονείρου μου,<br />
και μου προκαλούσαν ανατριχίλα στους αιμάτινους μαγνήτες<br />
των φλεβών μου,<br />
καθώς συνέχιζα να περιπλανιέμαι.</p>
<p>Τα στενά σοκάκια της γειτονιάς μου<br />
τα διακοσμούσαν κάτι ξεφτισμένες καρέκλες,<br />
σαν σχολιαρόπαιδα στημένα στη σειρά σε ώρα προσευχής.<br />
Και τ’ αρώματα των κυράδων από κεχριμπάρι και λεβάντα<br />
πετούσαν στον αέρα σαν κόκκινες πεταλούδες<br />
στους ώμους των περιστεριών.<br />
Ακόμη στέκει στον βραχόκηπο μια λεβάντα μπορντούρα!<br />
Κι απωθεί το τσίμπημα των εντόμων<br />
και τα κουτσομπολιά των αργόσχολων.</p>
<p>Κάποιοι χτυπούσανε τις χάντρες του κομπολογιού.<br />
Κι οι μυρωδιές των πανάρχαιων δασών χτυπούσαν τα ρουθούνια<br />
των παιδικών μου χρόνων,<br />
όπως χτυπάνε τα τύμπανα τα μαθητούδια στις εθνικές γιορτές.<br />
Το στριφτό μεταξωτό κορδόνι ερωτοτροπούσε με τη μεγάλη<br />
χάντρα και τη φούντα<br />
και τα δάκτυλα χόρευαν ρυθμικά τις πέτρες, σαν ασπροφορεμένες<br />
μυγδαλιές κάτω από ανοιχτά παράθυρα.</p>
<p>Γέλια ξεκαρδιστικά, μπλεγμένα με τα γιασεμιά της αυλής,<br />
χαράχτηκαν στα πρόσωπα με τα σμαραγδένια μάτια,<br />
κλέβοντας τις ρυτίδες της λύπης<br />
κι αφήνοντας μονάχα τα σημάδια της χαράς,<br />
καθώς κλέβει τ’ αγέρι τις άσχημες μνήμες<br />
και τις κλείνει στο κάστρο της λήθης<br />
και μετά ανεμίζει τις κουρτίνες του σπιτιού στην εξοχή<br />
να φύγει η σκόνη της κλεισούρας,<br />
λαχταρώντας με όρεξη ένα πιάτο ζεστό φαγητό<br />
απ’ τα χέρια της γιαγιάς.</p>
<p>Κουρασμένη η σακαράκα βόγγηξε απ’ τη σκουριά,<br />
σαν έβαλε μπρος για την ανηφόρα των γραμμάτων,<br />
λες και βογγούσε τραυματίας απ’ τα βόλια μιας μάχης.<br />
Κοίταξα τα χέρια μου. Μοιάζανε σαν μεστωμένα στάχυα,<br />
με κηλίδες καφετιές κι ακανόνιστες ελιές,<br />
σαν να ήταν σφηνωμένες σε στρατσόχαρτο μαζί με τις σαρδέλες.<br />
Ήχος ξαφνικός και κοφτερός έκοψε τις ανάσες της νύχτας<br />
που έπεφταν λιπόθυμες στο χνουδωτό φως της μέρας.<br />
Οι δείχτες έσπρωξαν τον «κούκο» να λαλήσει<br />
μέσα από μια πορτούλα,<br />
φέρνοντας χρώματα από την ανατολή.<br />
Ήταν ώρα να σηκωθώ,<br />
παρόλο που με τραβούσε ο ύπνος σαν μαγνήτης.</p>
<p>Καθώς ήμουν μικρή, θυμάμαι… ήθελα να μεγαλώσω…<br />
Τώρα θέλω να γυρίσω τα χρόνια πίσω,<br />
παρέα με τους φίλους μου,<br />
με τα μαλλιά ανέμελα, ή και κοτσίδες,<br />
και μ’ όνειρα «ακούρευτα»!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Στον δεύτερο μήνα της χειμωνιάς,<br />
τη δεύτερη μέρα της τελευταίας βδομάδας,<br />
μεσημέρι κι είκοσι ζευγάρια λεπτά της ώρας,<br />
τα χέρια ύψωσα στον ουρανό<br />
και θεϊκό φως, κατάλευκο, περιέλουσε τα σπλάχνα μου.<br />
Και πρόβαλε το θαύμα των θαυμάτων,<br />
το αθώο σου κορμάκι,<br />
η ευλογία η ακατάλυτη στο αγιασματάρι της ζωής μου<br />
που δρόσισε την ύπαρξή μου με άγιες σταγόνες<br />
κι όλοι εμείς γίναμε κοινωνοί του θαύματος,<br />
μέσα στο δροσάτο αγέρι της μέρας, εξαιτίας του ερχομού σου.</p>
<p>Επάγγελμα μητέρα, το αρχαιότερο και το σημαντικότερο.<br />
Πριν γεννηθείς σ’ αγάπησα και σε πρόσεχα.<br />
Κι όταν ο χτύπος της καρδιάς σου<br />
άγγιξε τον χτύπο της δικιάς μου,<br />
υπόσχεση κι όρκο βαρύ έδωσα στην αθωότητα των ματιών σου<br />
και γιορντάνι έφτιαξα γύρω απ’ τον λαιμό σου,<br />
με φλουριά από ροζ χαλαζία και πράσινη αβεντουρίνη<br />
να σε φυλάνε αιώνια από μάτι βάσκανο<br />
και στον δρόμο της αρετής να οδηγούνται τα βήματά σου<br />
κι όλες οι χαρές του κόσμου ολόχρυσα γαϊτάνια<br />
να στολίζουν τα μανίκια σου.<br />
Και πλούτη αμύθητα να κεντάνε οι Μοίρες στο ριζικό σου,<br />
όπως κεντούσαν περίτεχνα οι κεντήστρες των Πριγκηποννήσων<br />
κεντήματα υψηλής αισθητικής με χρυσοκλωστή.</p>
<p>Οι ζωγραφιές των σπηλαίων δείχνουνε τις μάχες<br />
που δώσαμε αντάμα,<br />
μέρα-νύχτα, χωρίς καμία χείρα βοηθείας,<br />
γεμάτες πίστη και καρτερία,<br />
με αγιασμένο καρβέλι και γλυκό νάμα,<br />
πληρωμένα από τις έγνοιες και τις αγωνίες που συναντήσαμε,<br />
διαβαίνοντας δρόμους καθόλου ευδιάκριτους, με λιγοστό φως,<br />
βουτηγμένους στο σκοτάδι και στο άγνωστο,<br />
κρατώντας μονάχα φυλαχτάρια στο χέρι.<br />
Αφιερωμένο στο παιδί μου<br />
Θυμάμαι υπήρξαν στιγμές που ασφυκτιούσαμε.<br />
Ή πνιγόμασταν σ’ ένα ποτήρι, μισογεμάτο με νερό,<br />
όταν τα γεγονότα μας ξεγελούσαν και δεν έρχονταν<br />
όπως τα θέλαμε ή όπως τα είχαμε λογαριάσει απ’ την αρχή.<br />
Ή κάποιες στιγμές νομίζαμε ότι αγναντεύαμε το τέλος του κόσμου<br />
κι ότι οι λύσεις μια μια θα οδηγούνταν στον θάνατο.<br />
Τίποτα δεν μπορούσε να μας παρηγορήσει<br />
κι ούτε κανείς μάς σκούπιζε μια στάλα ιδρώτα απ’ την απελπισία.</p>
<p>Μα όταν βρισκόμασταν σε δρόμους πεντακάθαρους,<br />
ασφαλτωμένους,<br />
μ’ αστραφτερές βιτρίνες, φωτισμένες με ουράνια τόξα,<br />
τότε γαληνεύαμε απ’ τις βαθιές ανάσες ανακούφισης<br />
και το χαμόγελό μας γινόταν ένα με τον ξάστερο ουρανό,<br />
ξεχνώντας όλα τα στραβάδια της ζωής μας.<br />
Κι οι λύσεις έτρεχαν μπροστά μας σαν ρυάκι<br />
κι έφτιαχναν έναν μικρό χείμαρρο, κάνοντάς μας ευτυχισμένους.</p>
<p>Στην παλάμη σου κρατάς πολύτιμα δώρα απ’ το περιβόλι<br />
του μυαλού σου,<br />
επιτεύγματα γεμάτα ανδρεία κι εξυπνάδα,<br />
ποτισμένα με πολλή δουλειά κι επιμονή.<br />
Συναισθήματα και πράξεις αγάπης όλο τρυφερότητα κι ανθρωπιά,<br />
στοιβαγμένα στο δισάκι της ζωής σου,<br />
ανοίγουν κανάλια ανταμοιβής για τις μέρες που θα<br />
ακολουθήσουν.</p>
<p>Με γέλια ασταμάτητα, ορεξάτα,<br />
αφιερώνεις τραγούδια στις παρέες που είναι δίπλα σου<br />
και σου κρατάνε το χέρι,<br />
αφού πιστεύουν σε ’σένα και στη δύναμή σου.<br />
Οι γαζίες ευωδιάζουν στο άγγιγμά σου<br />
κι η μοσχοβολιά απ’ το αγιόκλημα και το γιασεμί τις νύχτες,<br />
με τη συντροφιά του φεγγαριού στα θερινά τα σινεμά,<br />
σε κάνουν να ερωτεύεσαι,<br />
νιώθοντας την απόλυτη ελευθερία του έναστρου ουρανού.</p>
<p>Κάποτε θυμάμαι τις μέρες εκείνες,<br />
με μια βαριά ποικιλία συναισθημάτων,<br />
πότε άσπρα και πότε μαύρα,<br />
με τραγούδια νοσταλγικά, κληρονομιά του παρελθόντος,<br />
και κλαίω από χαρά κι από λύπη μαζί,<br />
δίνοντας στη ζωή μας ένα βαθύτερο νόημα<br />
κι ένα βελτιωμένο μέλλον,<br />
με δυνατούς δεσμούς με τους φίλους και την οικογένεια,<br />
ατενίζοντας τις μέρες μας με μεγαλύτερη αισιοδοξία.</p>
<p>Της φυλής μας πήρες όλες τις χάρες, τα χρώματα και τις αξίες,<br />
και κάθε πρωί, καθώς ο ήλιος φωτίσει τις ραχούλες,<br />
ξεκινάς για την κοιλάδα των ελίχρυσων και των πρίμουλων<br />
και, διασχίζοντας ένα φαράγγι, φτάνεις στο περιβόλι των στόχων σου<br />
και γεύεσαι με περηφάνια το γλυκό της επιτυχίας,<br />
που καθησυχάζει τα βράδια σου<br />
και σου δίνει δύναμη για να σηκωθείς το επόμενο πρωί<br />
και ν’ αρχίσεις και πάλι τον αγώνα.</p>
<p>Με ένα κοφίνι στην πλάτη γεμάτο εμπειρίες απ’ τα χρόνια,<br />
στα φυλλοκάρδια μου κρύβω με δυσκολία τη συγκίνησή μου,<br />
όπως κρύβεται με δυσκολία η ντροπή απ’ τα κόκκινα μάγουλα<br />
ενός κοριτσιού γοητευμένου από ένα αγόρι,<br />
και κοιμήθηκα αμέτρητες φορές με τα μάτια ορθάνοιχτα,<br />
κοιτάζοντας το ταβάνι μέχρι τα ξημερώματα,<br />
ξεφυλλίζοντας τα άλμπουμ της ζωής μας.</p>
<p>Τα νιάτα κατηφορίζουν από το ξέφωτο κρατώντας σε απ’ το χέρι,<br />
όπως σε κράταγα όταν έκανες τα πρώτα σου βήματα<br />
και, σαν νεοσσός, έχανες το βάδισμά σου και παραπατούσες.<br />
Και τότε σε άρπαζα με τα δυο μου χέρια<br />
και σ’ έκλεινα στην αγκαλιά μου.<br />
Σε κάθε σκηνή, σαν τον πρωταγωνιστή, κλέβεις την παράσταση<br />
κι εγώ αιώνια θαυμάστριά σου θα σ’ ακολουθώ.<br />
Ακόμα κι όταν σβήσει ο ήλιος απ’ τα μάτια μου,<br />
θα σ’ ακολουθεί η ψυχή μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΨΥΧΟΓΟΝΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Ουρανοφερμένοι, επιλέγουμε διαδρομές,<br />
ωθούμενοι από τη λήθη του Αμέλητου ποταμού<br />
και από τη θεία πρόνοια.<br />
Με νόες φωτισμένους από τα βέλη του Απόλλωνα,<br />
βαδίζουμε κάθε φορά σε νέα εδάφη,<br />
με επιλογές παραμάσχαλα,<br />
δεμένες με ίχνη παλαιότερης μνήμης.</p>
<p>Συμμετέχοντας όλοι μαζί σε ένα χορό,<br />
λικνίζουμε το σώμα πέρα-δώθε,<br />
αφήνοντας τους αχρείαστους χιτώνες.<br />
Κλίνουμε τα αυτιά στους φλύαρους της ύλης,<br />
και οδηγούμαστε στον παλμό της ενάρετης ζωής.</p>
<p>Από τη δουλεία της καθημερινότητας,<br />
πασκίζουμε να κρατάμε χρόνο για εμάς,<br />
μέσα από ψυχογονικές πράξεις &#8211;<br />
για κάθαρση &#8211;<br />
όπως γίνεται στη σκηνή αρχαίου θεάτρου<br />
και αφανίζονται η ύβρις και η αμάθεια.</p>
<h5><strong>ΠΡΙΝ ΤΟ ΡΟΥΑ-ΜΑΤ</strong></h5>
<p>Επισφαλής η μέρα που ξημέρωσε.<br />
Αναβλύζει φαρμάκι<br />
από τα χρυσά φιδοπουκάμισα των τελωνειακών,<br />
καλωσορίζοντας κάτι ξένους &#8211; με ψηλές μπότες<br />
που σκιάζουν τα πουλιά με τις πατημασιές τους,<br />
και τον ουρανό με το βλέμμα τους.</p>
<p>Ιστορικές φυλλάδες στάζουν μνήμες<br />
από αναδυόμενες πράξεις,<br />
από λόγους μουσαφίρηδων &#8211;<br />
στοιχηματίζοντας στο μπαρμπούτι<br />
το φως και τον αέρα των παλικαριών,<br />
δημιουργώντας αβέβαια καλοκαίρια.</p>
<p>Ζωντανά βλέμματα, γεμάτα νιότη,<br />
στρώθηκαν στον αγώνα της σκακιέρας,<br />
αναζητώντας ανθισμένα άλση<br />
για το βασιλιά τους,<br />
απαγγέλοντας επιτύμβια ποιήματα<br />
ηρώων των περασμένων χρόνων<br />
που πέτυχαν ρουά-ματ.</p>
<p>Σημειωματάρια καλογραμμένα<br />
με όρκους εφήβων- αυριανές ελπίδες,<br />
απόφοιτοι ανώτερων σχολών &#8211; αρετής,<br />
δίνοντας τα χέρια μεταξύ τους,<br />
κτίζοντας κάστρα δικαιοσύνης.</p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΑΣΤΕΡΙΩΝ</strong></h5>
<p>Σε κύκλο αιώνιο, χωρίς αρχή ή τέλος<br />
τα αστέρια ψιθυρίζουν ιστορίες που διδάξουν γνώσεις.<br />
Αναζητούν εμπνεύσεις φωτισμένων διαλόγων,<br />
πίσω από πόρτες που στάζουν χρόνο,<br />
με μάρτυρα τη σελήνη-<br />
καθρέφτη του εσωτερικού φωτός.</p>
<p>Κεφάλια θνητών, στεφανωμένα,<br />
με αυτόφωτους αστέρες,<br />
γίνονται σκόνη,<br />
και πέφτουν στο πέλαγος-<br />
διαφωτίζοντας σπίτια με πόρτες που τρίζουν,<br />
με κίτρινους γλόμπους, κρεμασμένους ανάποδα,<br />
σαν κρεμασμένα τσαμπιά με μεστωμένο καρπό.</p>
<p>Καθαρμένα σώματα,<br />
απόγονοι αστεριών<br />
σε βυθούς με πολύποδα κοράλλια.<br />
Μυημένη αύρα σε βασίλεια αρετών,<br />
στην πολυχρωμία φτερωτών πεταλούδων,<br />
απαυγάσματα φωτός στο περιβόλι των θνητών.</p>
<p>Μυσταγωγία σε αστρόφωτα δωμάτια,<br />
μακριά από σκοτάδια.<br />
Αποβραδίς, μαρτυρούν μνήμες που ευλόγησαν τις νύχτες,<br />
αφήνοντας τους κόσμους της άγνοιας άφωτους.<br />
Κι οι θνητοί σηκώνουν τα κεφάλια ψηλά &#8211;<br />
βιώνουν την νύχτα των αστεριών.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΥΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Κυρά Πατρίδα που για χιλιάδες χρόνια αγναντεύεις το πέλαγος<br />
με το όνομα σου στην κόκκινη λίστα μαζί με τον ιππόκαμπο,<br />
η αλμύρα απ’ το δάκρυ σου έφτασε στη μέση της κλειστής θάλασσας<br />
και το αίμα απ’ τις φλέβες των παιδιών σου ρίχτηκε στις μάχες<br />
με κάτι ξένους με κόκκινα φέσια και με ένα ιερό βιβλίο στο χέρι<br />
με λόγο ακαταλαβίστικο από έναν αλλόκοτο Θεό.</p>
<p>Ατέλειωτες μέρες και χρόνια έκλαψες Πατρίδα μας,<br />
πεσμένη μπρούμυτα, λαβωμένη απ’ τ’ αγκαθωτά σύρματα<br />
που λάβωσαν τις κατοικίες των άσπρων περιστεριών<br />
με το μαλακό χνουδωτό φτέρωμα.<br />
Και με τα χέρια διπλωμένα κρατάς τα σπλάχνα σου<br />
όπως θα τα κρατούσες αν ερχόταν η ώρα να γεννοβολήσεις την λευτεριά σου.</p>
<p>Αμέτρητες φορές φοβήθηκες κυρά μας<br />
όπως φοβάται ένα παιδάκι μόνο του, σε μια αβυσσαλέα χαράδρα.<br />
Και παγωμένα ποτάμια κυλίσανε στις φλέβες σου<br />
ανίκανη να σταματήσεις όλα τα κακά συμβάντα<br />
που τυλίχθηκαν στο ιστορικό καρούλι της σβίγας<br />
καθώς το νήμα ξετυλίχθηκε από την ανέμη.</p>
<p>Ο Πυγμαλίων, ο τελευταίος των Φοινίκων<br />
τα Κυκλώπεια τείχη αγναντεύει<br />
που το όνομα της Θεάς χάραξαν στον ασβεστόλιθο οι Αχαιοί.<br />
Η αγάπη του στο άγαλμα της Θεάς γέννησε τον Κινύρα<br />
που στη λύρα, μέχρι και με τον Θεό τα έβαλε.</p>
<p>Στο λιόγερμα, σπασμένα ξύλα γέμισε το αρχαίο λιμάνι<br />
απ’ τα ταξίδια των ναυτικών απ’ τον Τίγρη και τον Ευφράτη<br />
κι ο Σαργών στέκεται ακόμη αθάνατος στη στήλη,<br />
με το χρυσάφι, τ’ ασήμι, τον έβενο και την ξυλεία στα πόδια του<br />
δώρα από τους επτά βασιλιάδες.</p>
<p>Εικοσιπέντε καλοκαίρια και χειμώνες<br />
σε πάπυρους γράφτηκαν λόγια ιστορικά<br />
και στην πέτρα λάξευσαν φιγούρες<br />
για τους νεοφερμένους κατοίκους,<br />
παιδιά του ζωοδότη Ποταμού<br />
που έριδες ακόμη προκαλεί στα κράτη της γειτονιάς εκείνης.</p>
<p>Και μετά αναίμαχτα, έσκυψες το κεφάλι για χάρη του θρόνου,<br />
όπως αναίμαχτα δίνει η μάνα τη ζωή της στα παιδιά της,<br />
αφού βοήθεια στον Κόνονα πρόσφερε ο ίδιος ο Σατράπης<br />
καθώς και πενήντα τάλαντα για τις ομορφιές της Ανατολίας.</p>
<p>Το τάγμα των περιθαλπόντων μοναχών<br />
λιμπίστηκε την ομορφιά σου αφρογέννητη πατρίδα<br />
και μέγα μάγιστρο έβαλε στο πηδάλιο του καραβιού σου.<br />
Κι η κουμανταρία σε κάθε φαγοπότι τους βασιλείς μεθούσε<br />
όπως μεθούσε από την ομορφιά σου κάθε απρόσκλητος ταξιδιώτης<br />
που πατούσε τα άγια χώματα σου.</p>
<p>Με ευγενείς και τυχοδιώχτες, ιππότες και κυράδες με καπέλα<br />
γέμισε το κέντρο της μεγάλης πόλης<br />
μοιράζοντας τη γη μας λες και ήτανε τσιφλίκι.<br />
Και κάτι αξιωματούχοι απ’ το Βένετο,<br />
κοκορεύονταν για τις ζωές των ανθρώπων<br />
που τις έπαιζαν στα χέρια τους ίδια με τραπουλόχαρτα.</p>
<p>Η θανατερή θηλιά βρομοκοπάει αίμα κι αποκαΐδι<br />
κι οι εμβοές τρελαίνουν τ’ αυτιά των απαγχονισμένων<br />
κάθε φορά που το φως μπαίνει απ’ το παράθυρο το μικρό,<br />
εκεί που η Θεία Κοινωνία ευλογούσε τις ψυχές των αθανάτων<br />
προτού ανέβουν την ανηφοριά της λευτεριάς.</p>
<p>Τα πέντε δάκτυλα της σκλαβωμένης οροσειράς<br />
λαβωμένα απ’ τη σημαία της ντροπής<br />
τρέφουν τα αγριόπευκα και τα μαντόπευκα<br />
που καταφέρνουν να επιβιώσουν από το ψύχος της αδιαφορίας<br />
ή από τα στόματα των ψευδό-προστατών<br />
που κάθε τόσο αφήνουν ψεύτικες και βαρύγδουπες δηλώσεις.</p>
<p>Κυρά Πατρίδα, μισό αιώνα κι η τύχη σου τσιμεντώθηκε στα τάρταρα.<br />
Κυρά Πατρίδα, μισό αιώνα κι ακόμη αγναντεύεις<br />
μήπως γυρίσουν τα παιδιά σου ζωντανά<br />
κι όχι ξεκοκαλισμένα σε ξύλινα κασόνια.<br />
Κυρά Πατρίδα, μισό αιώνα κι ακόμη ελπίζεις.<br />
Μακάρι να δικαιωθείς….</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ (2018)</strong></h4>
<h6><strong>ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙ</strong></h6>
<p>Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Εκείνο το βράδυ, το μενού είχε τηγανιτή μαρίδα, χταπόδι κρασάτο και βλάχο στα κάρβουνα. Κρασί δεν παραγγείλαμε. Ο Στάθης άρπαξε δυο μπουκάλια που είχε στο δικό του μαγαζί, προτού πάμε στην ταβέρνα. Λευκό ξηρό, «Νυχτέρι» απ’ τη Σαντορίνη. Έδωσε το ένα στον ταβερνιάρη και το άλλο το άνοιξε στο τραπέζι μας.<br />
«Νυχτέρι…; Τί κρασί είναι αυτό; Ποτέ δεν έτυχε να δοκιμάσω παραδοσιακά κρασιά της Σαντορίνης».<br />
«Νυχτέρι. Κρασί λευκό της Σαντορίνης, παραγωγή περιορισμένη σε φιάλες. Από ένα φίλο, Σαντορινιό. Ο τρύγος γίνεται το βράδυ στα σκοτάδια, φορώντας μαύρα ρούχα και κουκούλες. Ενώ τρυγούν, δε μιλάει κανείς. Τα μικρά παιδιά κρατάνε φανάρια με κεριά, για να φωτίζουν το έργο των μεγάλων. Ο μοναδικός θόρυβος που ακούγεται, είναι το «τσικ τσικ» απ’ τα ψαλίδια, καθώς και το κλάμα από κανένα νυχτοπούλι. Μυστήρια ιεροτελεστία ο όλος τρύγος, που σταματά λίγο πριν χαράξει το φως της ημέρας. Ο φίλος αυτός είναι πολύ πιστός στην παράδοση». Κι ενώ ο Στάθης τα έλεγε αυτά, ένας στο διπλανό τραπέζι, Σαντορινιός στην καταγωγή, συνέχισε…<br />
«Πατριώτης και πολύ καλός μου φίλος… ο Αρτέμης ο Καραμόλεγος, ο ιδιοκτήτης των αμπελώνων στην Έξω Γωνιά της Σαντορίνης! Κρασί το οποίο ωριμάζει σε τρεις μήνες σε γαλλικά δρύινα βαρέλια».<br />
Το φαγητό ήταν νοστιμότατο και το κλίμα ταξιδιάρικο, νοσταλγικό. Μ’ άρεσε πολύ. Ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία όλο αυτό για μένα. Όλοι κάτι είχαν να πούνε για τη μεγάλη τους αγάπη, τη θάλασσα. Όπως ο Μάρκος, ένας ψαράς απ’ την Πάρο, που η μοίρα τον έφερε στο νησί μας χρόνια τώρα μαζί με τη γυναίκα του. Και μείνανε εδώ αποκτώντας δυο παλικάρια. Έτσι είναι το νησί της Αφροδίτης, όλους τους ξελογιάζει κι ειδικότερα η πόλη μας που είναι κόρη θαλασσοφίλητη. Τους συνεπαίρνει, τους μαγεύει και τους κρατάει στην αγκαλιά της.<br />
Πρόεδρος των ψαράδων, ο Μάρκος, άντρας αρκετά τολμηρός που τάσσεται πάντα υπέρ των αδυνάτων, γι’ αυτό κι όλοι οι ψαράδες του έδειχναν σεβασμό, αφού αμέτρητες φορές είχε αγωνισθεί για τα δικαιώματα τους, χωρίς κανένα ενδοιασμό να αναμετρηθεί με τους δυνατούς. Η ψυχή της παρέας. Λατρεύει τη μουσική και το ξενύχτι, γι’ αυτό και είναι μόνιμος θαμώνας εκεί. Κοινωνικός, ευχάριστος, σταθερός σε φιλίες μακροχρόνιες, με γνωριμίες πολλές. Μόνο με τον Μάρκο μπορείς να διασκεδάσεις, αφού δίνει απλόχερα στους ανθρώπους ό,τι περνά απ’ το χέρι του, προκειμένου να σκορπίσει το χαμόγελο. Ο κακομοίρης είχε χάσει πρόσφατα τη γυναίκα του. Ήταν χρόνια άρρωστη. Κινησιολογικά προβλήματα. Όσο πήγαινε δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια της, μέχρι που κάθισε στο αναπηρικό. Ο Μάρκος τη φρόντιζε σαν να ήταν μικρό παιδί. Την τάιζε, την έλουζε, της άλλαζε τα ρούχα, την έβαζε για ύπνο το βράδυ. Τα απογεύματα, σπρώχνοντας το καρότσι, την έπαιρνε στην ακροθαλασσιά και καθόντουσαν ώρες κοιτάζοντας τη θάλασσα.<br />
«Προσπάθησες ποτέ κοπελιά να μετρήσεις τους ήχους της θάλασσας;» μου είπε… Κοιτάζοντας με περίεργα, αφού ήθελε να μάθει αν ήμουν εγώ η αγαπητικιά του Στάθη.<br />
«Αμέτρητοι… και κάθε φορά αλλάζουν την ένταση τους. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Όπως κι οι κτύποι της καρδιάς. Όταν αγαπάει ή όταν είναι ερωτευμένη, έχει κτύπο τρελό, δυνατό κι ανυπόμονο. Όταν θυμώνει ή όταν φοβάται, έχει κτύπο έντονο κι ανήσυχο. Ενώ όταν χαίρεται, ήρεμο και γλυκό. Και πονεμένο και κλαψιάρικο, όταν λυπάται… Η θάλασσα κι η καρδιά είναι το ίδιο πράμα. Εκτός από τους ήχους και τους κτύπους είναι κι οι δυο ρουφήχτρες, ξελογιάστρες, αγαπησιάρες, προδότριες. Και στους ναυτικούς πάντα μια απ’ τις δυο επικρατεί ή<br />
η θάλασσα ή η καρδιά. Ποτέ κι οι δυο μαζί. Κι ας έχει καταπιεί πολλούς ναυτικούς, ψαράδες κι αμούστακα παιδιά… Αλίμονο αν πάψουμε να την αγαπάμε» είπε ο Μάρκος.<br />
Πόσο πολύ θα ήθελα να τ’ άκουγε κι αυτά η Εριφύλη! Για να καταλάβει ποια ξελόγιασε τον Στάθη και σε ποιας την αγκαλιά προτιμά να περνά τις περισσότερες του ώρες. Στα σπλάχνα της νιώθει ελεύθερος, αδέσμευτος, χωρίς να χρειάζεται να δώσει λόγο σε κανένα. Είναι και αυτός άπιαστος όπως ο άνεμος ανάμεσα στους ήχους των κυμάτων. Όπως ήταν όλοι εκείνοι εκεί, στο μικρό καφενεδάκι. Που το βράδυ μετατρέπεται σε μια πολύ συμπαθητική ταβέρνα και φιλοξενεί μοναχά τα παιδιά της αλμύρας.<br />
Κοίταξα το ρολόι. Ήταν ήδη μεσάνυχτα. Έπρεπε να φύγω. Ευχαρίστησα τον Στάθη για την υπέροχη βραδιά και πήρα το ταξί που ήταν δυο τετράγωνα πιο κάτω. Στη διαδρομή σκεφτόμουνα όλα όσα άκουσα κι έζησα.<br />
«Ωραία ταβερνούλα» είπε ο ταξιτζής… Μη σε ξενίζουν οι άνθρωποι της θάλασσας, είναι σαν τα ταξιδιάρικα πουλιά… δεν κάνουν εύκολα φωλιά… παρά μονάχα θέλουν να αναπνέουν ελεύθερα τον αέρα τον αλμυρό… Γιος ναυτικού είμαι κι εγώ… και ξέρω το σεβντά τους… Παλεύουνε με την καρδιά και με τη θάλασσα κι όποια τους κερδίσει» είπε….<br />
Είχε δίκαιο ο ταξιτζής. Ακριβώς όπως είναι και η καρδιά του Στάθη που δεν αγαπά τις δεσμεύσεις και τα καλούπια. Όπως είναι κάθε καρδιά που είναι ενάντια σε ζυγούς και καθωσπρεπισμούς, θέλοντας μόνο να πετά ελεύθερη στους αιθέρες. Μέσα σε δέκα λεπτά ήμουν στο σπίτι.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (2016)</strong></h4>
<p>Οι αλήθειες μου μέσα από την πορεία της συγγραφής τον βιβλίου μου.<br />
Τίποτα δεν γίνεται τυχαία.<br />
Είσαι για μεγάλα πράγματα, τόσο μεγάλα που δεν φαντάζεσαι!<br />
Όταν θέλουμε κάτι πολύ έχουμε τα μέσα να το αποκτήσουμε.<br />
Για ν’ αναπτύξουμε τη θέλησή μας πρέπει να αδιαφορήσουμε για τους φόβους μας.<br />
Ο φόβος δειλιάζει μπροστά στο θάρρος.<br />
Ο φόβος είναι μια φυσιολογική, αμυντική αντίδραση του οργανισμού χωρίς συνειδητή σκέψη.<br />
Όταν δεν έχεις θάρρος πάει να πει ότι δεν αντέχεις να δοκιμάσεις νέα πράγματα και να γευτείς επιτυχημένες αλλαγές.<br />
Δεν γεννιόμαστε θαρραλέοι αλλά γινόμαστε από τις εμπειρίες της ζωής.<br />
Ο φόβος είναι το αντίθετο της αγάπης.<br />
Είναι μετάγγιση συναισθημάτων η αγάπη.<br />
Να φροντίζεις την αγάπη για να την έχεις.<br />
Η Αγάπη είναι τα πάντα κι ο καθένας τη βιώνει και την πληρώνει διαφορετικά.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></p>
<p>Η λέξη Ψυχή παράγεται από το ρήμα ψύχω, πνέω, δηλαδή είναι η «ψυχρή πνοή» που φύσηξε στο σώμα ο Θεός. Η ένδειξη της γίνεται αισθητή με την αναπνοή.<br />
Το θάρρος, η θέληση, ο φόβος, η αγάπη, ο έρωτας και το πάθος. Το μίσος,<br />
η ευγνωμοσύνη, η συνείδηση, η θλίψη, η ανθρώπινη δύναμη. Η αξιοπρέπεια,<br />
η αυτοπεποίθηση, η αχαριστία, η αισιοδοξία, η ευτυχία.<br />
Η δυστυχία, η ζήλια, η συγχώρεση, ο θυμός, η μοναξιά, η απόρριψη.<br />
Η απογοήτευση, η μιζέρια, η αδιαφορία, η κακία, η υπομονή, η καλοσύνη.<br />
Η χαρά, η απελπισία, η αγανάκτηση, η περηφάνεια. Όλα αυτά είναι τα «Μυστικά της Ψυχής», που κρύβει κάθε ανθρώπινη ψυχή, επηρεάζοντας διαφορετικά τον κάθε κτύπο της καρδιάς.<br />
Όσο πιο πολύ βιώνει και αντιμετωπίζει η ψυχή τα αρνητικά συναισθήματα τόσο πιο πολύ δυναμώνει. Εξιλεώνεται, εξαγνίζεται και καταφέρνει στο τέλος ν’ αγγίξει τον Θεό. Αυτός είναι ο σκοπός της. Ό πνευματικός καθαρισμός μέσα από γεγονότα και καταστάσεις, δύσκολες, παράξενες, περίεργες, μοναδικές.<br />
Το ανθρώπινο σώμα απλά τη φιλοξενεί όσο χρειάζεται, ώσπου να πετύχει το σκοπό της. Εξαρτάται από το ρόλο που της έχουν αναθέσει και αναλόγως πορεύεται. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να την ανακόψει ή να της αλλάξει πορεία. Είναι τόσο καλά σχεδιασμένη, με τόση εξυπνάδα και ακρίβεια.<br />
Μεγάλη η δύναμη της, θαυμαστή, ανεπανάληπτη. Νιώθει δέος ο ανθρώπινος νους όταν προσπαθήσει να αγγίξει και να καταλάβει το νόημα της ύπαρξης μας. Δεν ερχόμαστε στη γη έτσι απλά για τη διαιώνιση του είδους. Ερχόμαστε για ν’ αφυπνιστούμε πνευματικά, μέσα από τις κατάλληλες συγκυρίες και να παραδώσουμε τη ψυχή καθαρή, εξιλεωμένη, εξαγνισμένη, εκεί που πραγματικά ανήκει, στα χέρια του Δημιουργού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>https://www.youtube.com/shorts/NIU4ARYeZow?t=83&#038;feature=share</p>
<p>https://youtube.com/shorts/NIU4ARYeZow?si=EwznkkahvM2J1iPp</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ</strong></h4>
<p>Στη Βλάρα Αλεξία,    Περιοδικό &amp; Εκδόσεις Μετρονόμος  18/9/2025</p>
<p>Με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες», η Γιάννα Σοφού μάς προσκαλεί σε ένα ταξίδι μνήμης και βιώματος, όπου το προσωπικό συναντά το συλλογικό και η ζωγραφική της ματιά μεταμορφώνεται σε ποιητική γλώσσα. Η μνήμη της Κύπρου, το τραύμα, η επιμονή στη ζωή και η δύναμη της εικόνας διατρέχουν τα ποιήματά της, τα οποία λειτουργούν σαν ψίθυροι αντίστασης στον χρόνο και την απώλεια.</p>
<p><strong>Το Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες είναι η πρώτη σας ποιητική συλλογή. Τι σας ώθησε να στραφείτε τώρα στην ποίηση;</strong></p>
<p>Ναι, είναι η πρώτη μου ποιητική απόπειρα – τουλάχιστον η πρώτη που αποφάσισα να μοιραστώ. Η ποίηση υπήρχε πάντα σαν υπόγεια ροή μέσα μου, σαν αναπνοή. Ίσως γιατί κάποια συναισθήματα και βιώματα δεν χωρούν στις συμβάσεις της πρόζας ή στη σιωπή του καμβά. Τώρα ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή να μιλήσουν εκείνοι οι πιο εσωτερικοί μου τόνοι.</p>
<p><strong>Η μνήμη και το τραύμα της Κύπρου είναι κεντρικά στη συλλογή. Πώς βιώνετε εσείς προσωπικά αυτήν τη μνήμη;</strong></p>
<p>Το βίωμα της Κύπρου είναι για μένα κάτι βαθιά εγγεγραμμένο – όχι μόνο ως ιστορική ή εθνική μνήμη, αλλά κυρίως ως υπαρξιακό ίχνος. Παρόλο που οι ρίζες μου είναι από τη Λεμεσό κι όχι από τα τουρκοκρατούμενα μέρη, δεν μπορώ να διαχωρίσω τον προσωπικό μου χρόνο από τον πληγωμένο χρόνο του τόπου μου. Γεννήθηκα πέντε μέρες μετά την πρώτη τούρκικη εισβολή, στις 25/07/1974. Όταν ήμουνα παιδάκι αλλά και σήμερα για να είμαι ειλικρινής, κάθε φορά που μου ζητάνε τη μέρα γέννησης μου, αμέσως θα γίνει αναφορά στο κακό που βρήκε το νησί μου. Τότε νιώθω ένα κύμα πικρίας, πόνου και θυμού για όσα πέρασε αυτό το πολύπαθο νησί και οι άνθρωποι του. Έτσι η ποίηση είναι ένας τρόπος να συνομιλήσω με τα φαντάσματα που είναι και θα είναι χαραγμένα για πάντα στις ψυχές των Κυπρίων.</p>
<p><strong>Στους στίχους σας βλέπουμε μια έντονη εικαστικότητα. Πιστεύετε ότι η πορεία σας στη ζωγραφική επηρεάζει τον τρόπο που γράφετε;</strong></p>
<p>Αναμφίβολα. Ο τρόπος που βλέπω τον κόσμο είναι κατ’ αρχάς οπτικός. Η γλώσσα έρχεται μετά. Συχνά νιώθω ότι γράφω σαν να ζωγραφίζω: ξεκινώ με μια εικόνα, μια χειρονομία, και χρωματίζω τις λέξεις με φώτα ή σκιές. Πολλά από τα ποιήματα γεννήθηκαν από μια εικόνα που δεν χώραγε στον καμβά και προτίμησα να την υφάνω σε μια κόλλα από χαρτί, με γράμματα καλλιγραφικά που αγγίζουν το πιο βαθύ σημείο της ύπαρξης του αναγνώστη, εκεί που βρίσκεται η απόλυτη ελευθερία.</p>
<p><strong>Υπάρχουν στιγμές που η ποίησή σας μοιάζει με τελετουργία μνήμης. Είναι για εσάς η γραφή μια πράξη κάθαρσης;</strong></p>
<p>Ίσως περισσότερο μια πράξη αναγνώρισης. Δεν γράφω για να λυτρωθώ, αλλά για να θυμηθώ, για να κατανοήσω, για να διατηρήσω στην μνήμη μου, αφού όσα λέω είναι κομμάτι της δικιάς μου ύπαρξης. Αν προκύπτει κάθαρση, είναι γιατί κατάφερα να σταθώ μέσα στον πυρήνα του πόνου χωρίς να τον απωθήσω, παίρνοντας μέσα από αυτόν δύναμη, πίστη και συνειδητή αισιοδοξία. Κι αυτό είναι μια ώριμη επιλογή.</p>
<p><strong>Στα ποιήματά σας συνυφαίνονται συλλογικές και προσωπικές μνήμες. Πού συναντιούνται αυτές οι δύο όψεις;</strong></p>
<p>Εκεί που το «εγώ» χάνει την αυτάρκειά του και γίνεται «εμείς». Πιστεύω ότι κάθε προσωπική εμπειρία είναι ένα θραύσμα της συλλογικής ιστορίας, και αντίστροφα. Η ποίηση έχει τη δύναμη να ενώνει αυτά τα δύο επίπεδα, χωρίς να τα συγχέει, δημιουργώντας μια αρμονία, ένα ρυθμό και μια αγαλλίαση.</p>
<p><strong>Η γλώσσα σας είναι πλούσια σε εικόνες και μεταφορές, συχνά με υπερβολή. Είναι μια συνειδητή επιλογή να αφήνετε τη γλώσσα να ξεχειλίζει;</strong></p>
<p>Ναι, με έναν τρόπο συνειδητό. Δεν πιστεύω στην οικονομία όταν μιλώ για το άρρητο. Προτιμώ η γλώσσα να είναι ποτάμι και να ρέει ελεύθερα κι όχι χειραγωγημένο κανάλι. Η υπερβολή, αν υπάρχει, είναι γιατί ο πόνος και η μνήμη δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς παρά μόνο οριακά.</p>
<p><strong>Ποιο θεωρείτε το πιο δύσκολο κομμάτι όταν γράφετε ποίηση: να βρείτε τη μορφή ή να αγγίξετε την ουσία;</strong></p>
<p>Η ουσία προηγείται πάντα, αλλά η μορφή είναι εκείνη που της δίνει υπόσταση. Το πιο δύσκολο είναι να παραμείνεις ειλικρινής απέναντι στην ουσία και ταυτόχρονα να της προσφέρεις μια μορφή που δεν θα τη φυλακίσει. Είναι μια εύθραυστη ισορροπία και χρειάζεται προσοχή.</p>
<p><strong>Στο έργο σας υπάρχει έντονη ηθική και υπαρξιακή διάσταση. Πώς βλέπετε τη θέση της ποίησης στη σημερινή κοινωνία της κρίσης και της ταχύτητας;</strong></p>
<p>Η ποίηση δεν υπόσχεται λύσεις, ούτε κραυγάζει. Είναι ένας ψίθυρος που επιμένει να υπάρχει, ακόμα κι όταν όλα γύρω φωνάζουν. Σε έναν κόσμο που τρέχει, η ποίηση ζητά να σταματήσεις. Να κοιτάξεις γύρω σου. Να νιώσεις. Αυτό από μόνο του είναι πράξη αντίστασης.</p>
<p><strong>Αν έπρεπε να περιγράψετε τη συλλογή σας με μια λέξη, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;</strong></p>
<p>«Επιμονή». Γιατί μέσα από την απώλεια, την ενοχή, την πληγή, υπάρχει μια εμμονική ανάγκη για ζωή, για φως, για μνήμη που δεν ξεθωριάζει.</p>
<p><strong>Έχοντας ήδη μια διαδρομή στη ζωγραφική και στην πεζογραφία, πού φαντάζεστε να σας οδηγήσει η ποίηση στο μέλλον;</strong></p>
<p>Δεν ξέρω αν η ποίηση οδηγεί κάπου. Ίσως σε μια πιο βαθιά συνομιλία με τον εαυτό μου και τον κόσμο. Αν μείνει κάτι από αυτή τη συλλογή, θα ήθελα να είναι ένας παλμός – μικρός, αλλά επίμονος. Όπως η μνήμη.</p>
<p>Βλάρα Αλεξία, 18/9/2025</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΟΣΤΑΛΓΩ ΤΙΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΜΕΡΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p><strong>FRACTAL 3/2/2026</strong></p>
<p><strong>«ΝΟΣΤΑΛΓΩ ΤΙΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΜΕΡΕΣ»</strong></p>
<p>Η Γιάννα Σοφού, αφού άπλωσε σκέψεις και συναισθήματα σε τρείς εκθέσεις<br />
ζωγραφικής και δυο βιβλία πεζογραφίας επανέρχεται με ένα τρίτο βιβλίο, τη ποιητική συλλογή «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες» εκδόσεις Μετρονόμος 2025. Μια ποιητική συλλογή που όπως ανάφερε η ίδια σε πρόσφατη συνέντευξη της «κάποια συναισθήματα και βιώματα δεν χωρούν στις συμβάσεις της πρόζας ή στη σιωπή του καμβά. Τώρα ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή να μιλήσουν εκείνοι οι πιο εσωτερικοί μου τόνοι.»<br />
Έτσι στη ποιητική συλλογή «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες» αφήνει η Γιάννα στα επτά ποιήματα &#8211; συνθέσεις, σκέψεις, βιώματα, συναισθήματα που έζησε στη περίοδο μετά τη τουρκική εισβολή του 74, μια και γεννήθηκε εκείνες τις μέρες. Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές και σ΄ αυτούς που έζησαν το 74 αλλά και οι νεότεροι έχουν ακούσει πάρα πολλά. Η τουρκική σημαία πάνω στον Πενταδάκτυλο γίνεται πολλές φορές αιτία να ταξιδέψει η μνήμη.</p>
<p>Γράφει η Γιάννα μεταξύ άλλων στο ποίημα «Ώρα Μηδέν» το πρώτο στη συλλογή:</p>
<p>«Ώρα μηδέν για τις θυσίες των ηρώων.<br />
Για όνειρα κι ιδανικά που σώθηκαν νωρίς,<br />
όπως σώνεται η φλόγα στο φιτίλι ενός κεριού<br />
που έλιωσε και κύρτωσε, σαν μια γριά που την ξέχασε ο χάρος.»</p>
<p>Μετά από 51 χρόνια κατοχής τί άλλα μπορούμε να πούμε παρά ότι βρισκόμαστε ακόμα στην Ώρα μηδέν και ότι ισχύει το «δίκαιο» του ισχυρότερου; Και συνεχίζοντας στο ίδιο ποίημα γράφει για τους αίτιους:</p>
<p>«Ας κάψουμε, λοιπόν, τους ψευδοπατριώτες<br />
που ’ναι σπαρμένοι μέσα στους δρόμους<br />
κι ολοένα φουντώνουν,<br />
όπως φουντώνει ο σφένδαμος που αψηφά ψύχος και βοριάδες,<br />
και σαπίζουν και βρομίζουν τα σοκάκια και τις ασφάλτους…»</p>
<p>Η Γιάννα με τα συναισθήματα σε ένταση κλείνει το ποίημα με μια ευχή:</p>
<p>«Ας ελπίσουμε ότι αύριο πρωί θα ξανάρθουν τα παιδιά!<br />
Και θ’ αφήσουν τ’ αποτυπώματά τους στις πλατείες και στα πεζοδρόμια…/…<br />
Μακάρι, όμως, τα παιδιά να σπείρουνε αγάπη<br />
για να θερίσουμε ειρήνη, ομορφάδα κι ευημερία.»</p>
<p>Στο επόμενο ποίημα «Το σώμα της Φυλής μου» η Γιάννα στέκεται στη ιστορία του τόπου μας που βέβαια ξεκινά από τα αρχαία χρόνια, μια ιστορία που πολύ λίγοι λαοί έχουν βιώσει, μια ιστορία αιώνιας άνοιξης όπως αναφέρει στους πρώτους στίχους.</p>
<p>«Σ’ ολάνθιστο λιβάδι της αιώνιας Άνοιξης,<br />
με την πηγή να αναβλύζει της λήθης το νέκταρ,<br />
κάτω απ’ τον ίσκιο της μυρτιάς με το γυαλιστερό φύλλωμα<br />
και τα λευκά άνθη,<br />
τ’ Άγιο Σώμα της Φυλής μας βρίσκεται σε θρόνο μεγαλοπρεπή,<br />
στεφανωμένο με κλαδιά δάφνης,<br />
πασαλειμμένο μ’ αρωματικά λάδια.»</p>
<p>Και σ αυτό το τόπο με τις ομορφιές του που περιβάλλεται από θάλασσα επέλεξαν οι αρχαίοι Θεοί να γεννηθεί η θεά της ομορφιάς. Και αυτό το γεγονός η ποιήτρια μας το αναφέρει με ξεχωριστούς στίχους</p>
<p>«Καμάρι της κλειστής θάλασσας το νησί μας,<br />
ένα φωτεινό πρωινό γεννοβόλησε τη Θεά της ομορφιάς,<br />
καθώς ο Κρόνος με κοφτερό μαχαίρι<br />
έκλεψε τη μαγιά του Ουρανού και την έριξε στα κύματα.»</p>
<p>Σ’ αυτό το τόπο όμως που γεννήθηκε η θεά της ομορφιάς, που η ιστορία του είναι γεμάτη ήρωες και ανδραγαθήματα, η γιαγιά του σήμερα λέει παραμύθια στα τέσσερα από τα έξη εγγόνια της. Το τραύμα του 74 είναι έντονο στον συναισθηματικό κόσμο της ποιήτριας μας και έτσι μεταφέρει τη σκέψη της στα λόγια της γιαγιάς:</p>
<p>«Τα δυο που λείπουν…<br />
είναι τυλιγμένα σε τσιγαρόχαρτα αιχμαλωσίας,<br />
σαν τον τυλιγμένο καπνό<br />
που είναι έτοιμος να τον φουμάρεις και να γίνει στάχτες,<br />
όπως και τα όνειρα των ανθρώπων της γης μου<br />
που πνίγηκαν στο πέλαγο της αδικίας και της καταστροφής.»</p>
<p>Και συνεχίζοντας μας λέει:</p>
<p>«Γι’ αυτό και κάθε φορά<br />
που θ’ αρχίσει το «μια φορά κι έναν καιρό»<br />
με φροντίδα τ’ αγέρι αρπάζει τα λόγια της<br />
και τα βάζει στον κόρφο του…,<br />
όπως κάνει η μάνα με το παιδί της για να βυζάξει,<br />
και τα μεταφέρει στην Αμμόχωστο και στην Κερύνεια,<br />
αφήνοντας κλάδο ελαίας κάτω απ’ τις πορτοκαλιές<br />
κι ένα πιάτο κόλλυβα»</p>
<p>Το παραμύθι της γιαγιάς μέσα από τους στίχους της Γιάννας Σοφού είναι μια ζωντανή πικρή ιστορία που αγκαλιάζει όλη τη κατεχόμενη Κύπρο και ζωντανεύει τις όμορφες μέρες που ζήσανε όχι μόνο οι πρόσφυγες αλλά και οι νεότερες γενιές που ακούνε ή διαβάζουν για τη ζωή πριν το 74.</p>
<p>Στο επόμενο ποίημα «Παιδί της Ανατολής» η Γιάννα μέσα από τους στίχους αγγίζει το θρησκευτικό συναίσθημα που υπήρχε πάντοτε στη Κύπρο με τις όμορφες εκκλησίες και τα μοναστήρια. Μας μιλά κατ’ αρχή για το συναίσθημα που ένοιωσε σαν παιδί που είδε το εικονοστάσι της Παναγιάς στο Τρόοδος</p>
<p>Παιδί της σαγηνευτικής ανατολής,<br />
με το άρωμα του κέδρου<br />
στο ξυλόγλυπτο εικονοστάσι της Παναγιάς,<br />
στην πευκοσκεπή αγκάλη της οροσειράς του Τροόδου</p>
<p>Και η μνήμη την ταξιδεύει στα χάλκινα σκεύη της μητέρας της, τη μηχανή ραψίματος, τη μυρουδιά του ζεστού ψωμιού απ’ τον πέτρινο φούρνο της αυλής.<br />
Κι ακόμα στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα που έχει ορφανέψει στη κατεχόμενη Κύπρο. Γράφει η ποιήτρια μας:</p>
<p>«Μόνος κι έρημος ο Άγιος μετρούσε τις μέρες, τις βδομάδες,<br />
φτάνοντας να υπομένει μισό αιώνα υποδούλωσης.<br />
Σήμερα περιμένει τη στιγμή που η γλώσσα της καμπάνας,<br />
με φωνή λεύτερη, θα ξεκουνήσει τον μεντεσέ της σκλαβιάς»</p>
<p>Ακολουθεί το ποίημα «Καθώς ονειρεύτηκα» ένα ταξίδι ονείρου στη γειτονιά που μεγάλωσε γεμάτη όμορφες εικόνες από τα παιδικά χρόνια. Γράφει η ποιήτρια</p>
<p>«Τα βιώματα ξεπρόβαλαν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,<br />
όπως ξεπροβάλλουν τα σκοινιά με τις φρεσκοπλυμένες φανέλες<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη, σαν μεγάλοι, πολύχρωμοι σταλακτίτες,»</p>
<p>Η εικαστικός και ποιήτρια ζωγραφίζει με στίχους ένα ξεχωριστό ονειρικό ταξίδι στη γειτονιά που μεγάλωσε, ένα ταξίδι που ο αναγνώστης αναπόφευκτα θα ακολουθήσει με το δικό του ταξίδι στη δικιά του γειτονιά.</p>
<p>Και όπως αναφέρει στο επόμενο ποίημα «Αναμνήσεις, αγάπες, και σκέψεις μιας μοναχικής πορείας»</p>
<p>«Κάθε φορά που η νοσταλγία ξεχύνεται από τις χαραμάδες του Χρόνου,<br />
όπως ξεχύνεται απ’ τον μανδύα της γης η λάμψη<br />
από ακατέργαστο διαμάντι…»</p>
<p>Και συνεχίζοντας στο ίδιο ποίημα η ποιήτρια μας αναφέρεται στην αγάπη, γιατί δεν σβήνει ποτέ από τη μνήμη.</p>
<p>«Αλησμόνητες οι λάμψεις απ’ τις αστραπές της αγάπης,<br />
με χίλια πρόσωπα και χρώματα, σαν πορφυρές ψαρόβαρκες,<br />
σφηνωμένες στα βράχια της ψυχής μας,»</p>
<p>Η νοσταλγία για στιγμές του χτες φέρνει αναμνήσεις για αγάπες και σκέψεις. Αγάπες που έρχονται και φεύγουν αλλά παραμένουν πάντα ζωντανές μέσα στη ψυχή. Και συνεχίζει στο ίδιο ποίημα με τους στίχους:</p>
<p>«Όσο ζούμε κι ανασαίνουμε, θ’ αγαπάμε και θ’ αγαπιόμαστε.<br />
Και στην κοιλάδα του πάθους και της ηδονής θα βρίσκουμε<br />
τρόπους να σπάμε τις αλυσίδες του φόβου.»</p>
<p>Ακολουθεί το ποίημα «Η παραμονή της μοναξιάς στον καθένα, σ’ εμένα»<br />
Διαβάζουμε:</p>
<p>«Κάθε Αύγουστο, τον μήνα του φευγιού και της ησυχίας,<br />
της ερημιάς και της σιωπής των πόλεων,<br />
η Μοναξιά, σαν επιδέξιος ακροβάτης,<br />
ακάλεστη, τρυπώνει στ’ άδεια σπίτια, στ’ άδεια δωμάτια,<br />
κι αράζει σ’ άδειες καρέκλες.»</p>
<p>Εκείνος ο Αύγουστος του φευγιού έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη όσων τον έζησαν κι άφησε μια μοναξιά στη ψυχή όλων. Μοναξιά στα άδεια σπίτια, μοναξιά στους ανθρώπους που σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.</p>
<p>Και παρ’ όλον όπως μας λέει η ποιήτρια</p>
<p>«Στο δικό μας καράβι εμείς οι καπετάνιοι, εμείς οι αρχηγοί.<br />
Κι άμα θέλουμε, μπορούμε να πορευτούμε με λεύτερο πνεύμα»<br />
συνεχίζοντας το ποιητικό της λόγο της έχει τη δύναμη να μας πει:</p>
<p>«Πάει καιρός που της έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα<br />
κι όποτε θέλω εγώ της ανοίγω,<br />
απολαμβάνοντας όσα αγαθά η πλάση έπλασε γύρω μου.»</p>
<p>Η ποιήτρια μας έχει τη δύναμη να αφήνει τη μοναξιά απ’ έξω και να χαίρεται τα αγαθά της πλάσης. Κι είναι μια προτροπή στον αναγνώστη.</p>
<p>Το τελευταίο ποίημα της συλλογής «Ο ερχομός σου» είναι αφιερωμένο στο παιδί της. Γράφει μεταξύ άλλων η μητέρα &#8211; ποιήτρια:</p>
<p>«Επάγγελμα μητέρα, το αρχαιότερο και το σημαντικότερο.<br />
Πριν γεννηθείς σ’ αγάπησα και σε πρόσεχα.<br />
Κι όταν ο χτύπος της καρδιάς σου<br />
άγγιξε τον χτύπο της δικιάς μου,<br />
υπόσχεση κι όρκο βαρύ έδωσα στην αθωότητα των ματιών σου<br />
και γιορντάνι έφτιαξα γύρω απ’ τον λαιμό σου,<br />
με φλουριά από ροζ χαλαζία και πράσινη αβεντουρίνη<br />
να σε φυλάνε αιώνια από μάτι βάσκανο»</p>
<p>Στίχοι μιας μητέρας γεμάτα αγάπη για το παιδί της που δεν μπορεί να σβήσει ο χρόνος αλλά και στίχοι που κρατάνε ζωντανή μέσα στο χρόνο και τη αγάπη της για τη κατεχόμενη πατρίδα μας και την ελπίδα της επιστροφής.</p>
<p>Καλοτάξιδη η ποιητική σου συλλογή Γιάννα και καλή συνέχεια στο λογοτεχνικό και εικαστικό σου ταξίδι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ</strong></h5>
<p><strong>Ο Φιλελεύθερος 20/10/2025</strong></p>
<p><strong>ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΑΛΛΟΤΙΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</strong></p>
<p>Η Γιάννα Σοφού, με το απόθεμα της εικαστικής της δημιουργίας σε τρεις επιτυχείς ατομικές εκθέσεις (2002, 2004, 2013) και τα δύο της βιβλία πεζογραφίας «Τα μυστικά της ψυχής» (2016) και «Οι μικρές μεγάλες ιστορίες της καρδιάς» (2018), εισέρχεται στον χώρο της ποίησης με την πρόσφατη έκδοση της συλλογής της, που αποπνέει νοσταλγικές μνήμες αλλοτινών ημερών απηχώντας συγχρόνως πικρά αισθήματα δυσφορίας για τους αμφίβολους καιρούς μας.<br />
Οι επτά μακρόστιχες ποιητικές της συνθέσεις θα μπορούσαν να συνιστούν αντίστοιχες αφηγήσεις περιγραφικής ή εξομολογητικής πρόζας και αυτό θεωρώ σκόπιμο εκ μέρους της, ήτοι ως αντίδραση διαμαρτυρίας στους σκληρούς αντιποιητικούς καιρούς μας. Αν ο Ελληνολάτρης Γερμανός ποιητής Χέλντερλιν διατύπωνε δυο αιώνες πριν την αποφθεγματική απορία «Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;», ποια προέκταση δύναται να έχει στον δικό μας αιώνα των αδίστακτων εισβολών, των παρατεταμένων πολέμων και των γενοκτονιών, του άκρατου εκβαρβαρισμού και της απάνθρωπης κυνικής πεζότητας; Γι’ αυτούς, ωστόσο, ακριβώς τους λόγους προέχει σήμερα η απάντηση στο ερώτημα με την εύστοχη αναδιατύπωση του Ελύτη: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις&#8230;».<br />
Και η εικαστικός-συγγραφέας βλέπει με τη δική της διεισδυτική όραση αποτίμησης αυτά που πέρασαν, αλλά και παραστατικά εικονογραφεί με το δικό της βλέμμα αισθητικής τα παρόντα δυστοπικά τεκταινόμενα μέσα από την πεζότητα μιας περίσκεπτης ποιητικότητας. Προϊδεαστικός ήδη των συμφραζομένων στις σελίδες του βιβλίου ο σουρεαλιστικός συμβολισμός του σχεδίου της στο εξώφυλλο με το παραμορφωμένο ακέφαλο γυναικείο σώμα ή μ’ ένα κεφάλι που παραπέμπει στα ευρηματικά υποκατάστατα του Εγγονόπουλου είτε του De Chirico, Σε φραστικό επίπεδο η ρέουσα προφορικότητα του λόγου μιας οιονεί αυτόματης ανεπιτήδευτης γραφής εικονοπλαστικής πρόσληψης, όπως και οι εμφατικές της μεταφορικές παρομοιώσεις, αποτυπωμένες με υπερρεαλιστικά σχήματα και ζοφερές έως τεφρές σκιές, για να αναδεικνύουν τις αντιθέσεις των ζωηρών χρωμάτων και των αισιόδοξων ιριδισμών τους.<br />
Με ακροθιγείς επισημάνσεις προσεγγίζουμε κατά σειράν τα πεζοποιητικά συνθέματα, παραθέτοντας αυτούσιους στίχους και ενδεικτικά αποσπάσματα πρόδηλων αυτοτελών νοημάτων. Ιδού ως πρελούδιο στο πρώτο, που επιγράφεται «Ώρα Μηδέν», με την εναρκτήρια στροφή να προοιωνίζεται την ανέλιξη των τραγικών σκηνικών δρώμενων: «Ώρα μηδέν για τα αχνά, σταματημένα γέλια των λαών./ Των πολέμων χείμαρροι θανατεροί/ σπάσαν ανηλεώς τους σύρτες τ’ ουρανού./ Και θεριεμένα δρέπανα/θέρισαν πρώιμα τα στάχυα του καλοκαιριού^!&#8230;]/ γιομίζοντας τις στράτες και τις αυλές με ξεσκισμένα σώματα/ που βρωμοκοπούσαν θειάφι, άνθρακα, μούχλα κι αποκαΐδι.». Καταγγέλλοντας ακόμη τους αιμοδιψείς υπαίτιους της ολέθριας λαίλαπας: «Αιμοβόροι λύκοι ξεριζώνουν ανελέητα τα κωνοφόρα». Προφανή τα στιγμιότυπα από την Κυπριακή τραγωδία του 1974 αλλά και τις εκατόμβες στα βομβαρδισμένα πεδία από την Ουκρανία μέχρι τη Γάζα. Για να αποφανθεί με επαναληπτικό σχετλιαστικό τόνο και εν συνεχεία να μεταστρέψει την απόγνωση σε ελπίδα: «Ώρα μηδέν για τις θυσίες των ηρώων.» και «Ας ελπίσουμε ότι αύριο πρωί θα ξανάρθουν τα παιδιά!».<br />
Στα επόμενα δύο επίσης μακροσκελή ποιήματα υπό τους τίτλους «Το σώμα της Φυλής μου» και «Παιδί της Ανατολής» εξειδικεύονται οι αναφορές στον γενέθλιο τόπο και την πανάρχαια ιστορία του, τις Ελληνοχριστιανικές καταβολές, τα επιτεύγματα των παραδοσιακών αξιών, αλλά και τα δεινά από τους αλλεπάλληλους κατακτητές του με αποκορύφωμα τη δεύτερη Τουρκοκρατία της βάρβαρης Εισβολής και της συνεχιζόμενης έκνομης κατοχές επί 51 και πλέον δίσεκτους ενιαυτούς της μισής μας πατρίδας. Εξ ου και οι φόβοι της ποιήτριας για την αλλοτρίωση της μνήμης σε λήθη με το αδιανόητα παρεπόμενά της. Εύγλωττα τα απεικονιστικά σύμβολα των αφορισμών και η ανάκληση των επώδυνων γεγονότων του χτες, που εφιστούν την προσοχή προς αποφυγή ενός οδυνηρότερου μέλλοντος; «Σ’ ολάνθιστο λιβάδι της αιώνιας Άνοιξης/ με την πηγή να αναβλύζει της λήθης το νέκταρ,/ κάτω απ’ τον ίσκιο της μυρτιάς,..». «Μα φοβάμαι μη γίνουμε ξένοι στη Νήσο των Aγiωv&#8230; /I&#8230;|/Φοβάμαι την αδυσώπητη μανία της λυσσασμένης ανάγκης/ για ξεπούλημα της γης μου σε αλλοεθνείς.. ./ Κι όλα&#8230; για τριάκοντα αργύρια&#8230;». «Η κυρά-Παναγιά στέκει στο εικονοστάσι με τον γιο της/ στην αγκαλιά./ Παραδίπλα, μια φωτογραφία με τους νεόνυμφους γονείς μου,/ ,λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος κι η καταστροφή,/ και το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα ορφανέψει,». «Τόσα θύματα ζωντανά, νεκρά^[&#8230;]/ στοιχειωμένα απ’ τις εκρήξεις της φρίκης,/ αφού αέναα οι μνηστήρες θα λιμπίζονται το όμορφο νησί μας.».<br />
Για τούτο και η ποιήτρια, θέλοντας m ξορκίσει τα κακά που βρήκαν τον τόπο και τους άνθρωπους του μονολογεί σ’ έναν στίχο της, που προεξαγγελτικά ονοματοθετεί κατ’ αντιμετάθεση τη συλλογή: «οι μέρες που νοσταλγώ είναι ζωντανές»). Και δεν παύει να τις αναπολεί, να τις θυμάται και να τις αναλογίζεται ως «νόστιμον ήμαρ» επαναπατρισμού στα ανέμελα παιδικά και νεανικά της χρόνια, στις υπαρξιακές αναζητήσεις και τις υποβλητικές εκμυστηρεύσεις του απολογισμού της με τις πάλλουσες χορδές μιας οιστρήλατης πηγαίας φωνής, που συναρθρώνουν οι πεζόμορφες ποιητικές αναδιηγήσεις «Καθώς ονειρεύτηκα» και «Αναμνήσεις, Αγάπες και Σκέψεις μιας μοναχικής πορείας». Σημειολογική αντιστοίχως η παράθεση των ακόλουθων στίχων: «Μια σκάλα, χαραγμένη με λευκή κιμωλία στη μέση του δρόμου/ περίμενε στον ίσκιο του δειλινού τα βήματα των παιδιών.» και «Αλησμόνητες οι λάμψεις απ&#8217; τις αστραπές της αγάπης/ &#8230; σαν πορφυρές ψαρόβαρκες». Όσο για τη «Μοναξιά» στο προτελευταίο ποίημα καταλήγει ανάμεσα σας αρνητικές πτυχές και τις θετικές της όψεις: «Πάει καιρός που της έκλεισα την πόρτα κατάμουτρα/ κι όποτε θέλω εγώ τις ανοίγω». Εξάλλου, στον αντίποδα της η μητρική πληρότητα κραδαίνει τους στίχους στο ακροτελεύτιο ποίημα «Ό Ερχομός σοι.», αφιερωμένο στο παιδί της, υπενθυμίζοντας την οφειλή της μάνας και κατά συνεκδοχήν το ανταποδοτικό χρέος των νέων; «Της φυλής μας πήρες όλες ας χάρες, τα χρώματα και τις αξίες». Και όσα μηνύματα, θα πρόσθετα. κομίζουν οι «ζωντανές μέρες».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Texnesοnline.gr 16/9/2025</p>
<p>Πόσο πονάει η πτώση όταν σηματοδοτεί μια νέα μόνιμη κοινωνική συνθήκη χωρίς να αφήνει περιθώρια απόδρασης του νου, έστω μια απόπειρα απαλλαγής των ευθυνών του; Αχνά πια ξαποσταίνουν στη μνήμη εικόνες παλιές κι ανέμελες, ανθρώπινες κι αληθινές, πλημμυρισμένες από ζωντάνια, ομορφιά και πόθο για ζωή. Τι άλλαξε στα ξαφνικά κι όλα σκοτείνιασαν; Πολλά, θα διαπιστώσει ο άνθρωπος ανασκάπτοντας το θλιβερό παρελθόν του. Και πρώτα απ’ όλα ο ίδιος, αυτός που έγινε εχθρός του εαυτού του για να σηκώσει ανάστημα στο Θεό, που έστρεψε τα βέλη εναντίον του καταδικάζοντας το παρόν και το μέλλον του στη δυστυχία.</p>
<p>Νεκρό τοπίο τράπηκε η χαρά του σαν χάθηκε από κοντά του η ανάγκη του μοιράσματος, η ανάγκη της ίδιας της αγάπης. Πόλεμος παντού το αποτέλεσμα, καθημερινά, ξανά και ξανά, οι εικόνες του πένθους στο προσκήνιο με πρωταγωνιστές της σκηνής την ανεντιμότητα, την αχαριστία, τη λησμονιά, την απομόνωση, την αγριότητα, την ήττα. Οι μνήμες ως άμυνα εξασθενούν με τον καιρό αρρωσταίνοντας ψυχή και σώμα. Κι οι θυσίες των ξεχασμένων ηρώων μιας έντιμης και περήφανης γης, που πια υποφέρει απ’ τα λάθη της, εξατμίζονται. Όνειρα και ιδανικά αντικαθίστανται σταδιακά με άθλια συμφέροντα, με απάνθρωπες τρικλοποδιές και μίσος τρελό. Ελπίδες μιας Άνοιξης που θα ’ρθει στερεύουν πια στο πέρασμα του χρόνου. Οι αντοχές εξασθενούν, το οξυγόνο στριμώχνεται, το φως νικιέται απ’ το σκοτάδι.</p>
<p>Μ’ αυτό το μελαγχολικό και γκρίζο σκηνικό μιας κοινωνίας διεφθαρμένης και ταυτόχρονα οικείας, γνώριμης κι αγαπημένης, εισάγει τον αναγνώστη της η πεζογράφος και πλέον ποιήτρια Γιάννα Σοφού στα μονοπάτια της πρώτης της και αρκετά πρόσφατης ποιητικής συλλογής της με τίτλο «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».</p>
<p>Παρατηρεί η ποιήτρια, καταγράφει και θλίβεται. Περιπλανιέται στη φθορά της σύγχρονης κοινωνίας και βιώνοντάς την από κοντά απογοητεύεται. Ωστόσο, δεν παραιτείται του δικαιώματός της για ζωή. Ορθώνει ανάστημα θαρρετά, αντιδρά με πείσμα και σθένος και μάχεται διεκδικώντας την επανάσταση. Προτείνει λύσεις για τη σωτηρία όλων, ενθαρρύνει τις πονεμένες ψυχές για συσπείρωση, ορμά δυναμικά στο κακό και προσδοκά στην κατατρόπωσή του. Προτρέπει μέσα από τα εκτενή πολύστιχα και πολυσέλιδα ποιήματά της να πολεμηθεί το κακό ως τη ρίζα του, να εξαλειφθεί μια για πάντα ο σπόρος του, για να πάψουν πλέον να κυριεύουν τον κόσμο η διαφθορά, η εκμετάλλευση, το συμφέρον κι η ιδιοτέλεια.</p>
<p>Οι στίχοι της ποιήτριας αντιστοιχούν σε εικόνες πόνου και θρήνου. Πλούσιοι σε μεταφορές καθιστούν τον λόγο της περισσότερο ζωντανό, άμεσο, διεισδυτικό, καταλυτικό και οπωσδήποτε ρεαλιστικό. Ταξιδεύουν μοιραία τον νου στο ουσιαστικό πρόβλημα που την απασχολεί ως ανήσυχο πνεύμα, στην πηγή του κακού που κυριεύει τη σύγχρονη κοινωνία της εξαθλίωσης και του μαρασμού, καθώς και στο ανεξέλεγκτο της κατάστασης που διαιωνίζεται χωρίς εμφανή σημεία βελτίωσης στο προσκήνιο.</p>
<p>«Ώρα μηδέν για τον πλανήτη γη» (Σελίδα 10)</p>
<p>Κραυγάζει απεγνωσμένα ο λόγος της για ν’ ακουστεί. Η απειλή της ολοκληρωτικής καταστροφής είναι πια έκδηλη. Οι τύχες των λαών ξεράθηκαν απ’ τη μεγάλη δίψα τους, από το δηλητήριο που διαρκώς τους καταβρέχει η ζωή ώσπου να τους οδηγήσει στον θάνατο. Γη και ουρανός μαραζώνουν. Δέντρα, φυτά, ζώα, πουλιά, λίμνες, ποτάμια, η φύση ολόκληρη. Η ποιήτρια σημειώνει προσεκτικά και με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια την πτώση. Κτίρια εκτρώματα καταβροχθίζουν παλιά αρχοντικά. Η σωτηρία βρίσκεται ψηλά, θα καταγράψει με σιγουριά, κάπου ανάμεσα στ’ αστέρια και στη σελήνη, περιμένοντας καρτερικά το κάλεσμα του ανθρώπου. Όλα προσδοκούν στη σωτηρία τους, όμως το τελικό πρόσταγμα το έχει εκείνος, αυτός που κάποτε ως παιδί αισιοδοξούσε, που είχε αγνή ψυχή και τίμια, που γευόταν τη χαρά της ζωής και την ανεμελιά της νιότης του. Η ελπίδα υπάρχει ακόμα, επιμένει η ποιήτρια, όμως, όπως σημειώνει αμέσως μετά, συντηρείται πάντα από τις αθώες ψυχές των παιδιών, αυτά που ακόμα μιλούν για έναν κόσμο αγάπης, αυτά που επιδιώκουν την γαλήνη τους μέσω της εξασφάλισης της ειρήνης και της ευημερίας όλων.</p>
<p>Ο μεταφορικός λόγος της ποιήτριας διαπιστώνεται και στη συνέχεια της ποιητικής της συλλογής. Τον συνδυάζει με ιστορίες του νησιού της, της αγαπημένης της Κύπρου, ενώ δανείζεται στοιχεία από τη μυθολογία για να υμνήσει την ομορφιά της, τον τόπο της που κάποτε μύριζε Άνοιξη, που κάποτε η ζωή του ήταν βγαλμένη από παραμύθι. Δυστυχώς η εξέλιξή του, σημειώνει, θυμίζει μνημόσυνο για τις ζωές που χάθηκαν άδικα, για το τώρα που σβήνει με τη βία κάθε όμορφη στιγμή του χθες. Η μνήμη μονάχα, καθώς φυλάσσεται με κάθε τρόπο ως αποκούμπι ζωής, καθρεφτίζει ακόμα την παράδοση ενός τόπου αγνού κι αυθεντικού, όμορφου κι ευωδιαστού, αληθινού και οικείου. Σα δέντρο στέκει ακόμα ζωντανό και επιμένει. Δυναμώνει όσο κόβεται, επιμένει και καρποφορεί δηλώνοντας την παρουσία του στον χρόνο, στον κόσμο, στη γη, με υπερηφάνεια και πατριωτισμό. Η μνήμη αυτή, επισημαίνει η ποιήτρια, είναι ο φάρος που ενθαρρύνει πάντα τον άνθρωπο στα ταξίδια της ζωής του, που αποδιώχνει τις σκιές της μοναξιάς του, τα ίχνη του φόβου και της ήττας του, που στέκεται παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές του πόνου του, που αντιστέκεται ακόμα στη διαφθορά του, στην πλάνη του, στην εξαθλίωσή του, στην απόλυτη συντριβή του.</p>
<p>Η ποιήτρια είναι εμφανές μέσα από τα ποιήματά της ότι φοβάται την παρακμή, το ξεπούλημα των ψυχών και του τόπου της. Δυσπιστεί απέναντι στους ψευτοπροστάτες του, τους τσαρλατάνους και τους ύπουλους προδότες της γης και των ονείρων της. Ωστόσο, ούσα εντός της ρομαντική κι ευαίσθητη, επαναστάτρια και τολμηρή, ακόμα κι αν σκύβει πολλές φορές το κεφάλι της παρασυρμένη απ’ τους φόβους της, προσδοκά το καλό. Ο σεβασμός είναι το όπλο της, οι αξίες που υπηρετεί, τα ιδανικά της, τα όνειρά της. Αυτά πιστεύει ότι θα σώσουν το Άγιο Σώμα της φυλής της, τον τόπο της και την ταυτότητά της. Γι’ αυτό και τα σημειώνει, ώστε να γίνουν όπλα και του αναγνώστη αυτής της συλλογής. Με αυτή την πεποίθηση γαληνεύει εντός της. Κλείνει τα μάτια της μέσα απ’ τα ποιήματά της και ονειρεύεται. Ταξιδεύει ξανά στις ομορφιές του τόπου της, στα αρώματά της, στις εκκλησιές της, στις παραδόσεις της, στις πολύχρωμες παιδικές αναμνήσεις της, στην οικογένειά της και καλεί και τον αναγνώστη της να κάνει το ίδιο.</p>
<p>Έπειτα, επανέρχεται στην αρχική αποκαρδιωτική εικόνα του πολέμου και συνεχίζει κάνοντας λόγο για τους νεκρούς, για τα θύματα και τα όνειρά τους που κόπηκαν στα δυο, για τις εφιαλτικές μνήμες του παρελθόντος που ακόμα είναι ζωντανές, για τη νοσταλγία των στιγμών πριν τον πόλεμο, για την καθημερινότητα των ανθρώπων μιας άλλης εποχής και τους έρωτές τους.</p>
<p>Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι ένας ύμνος στη ζωή αποτελεί όλη η συλλογή της ποιήτριας, ένας φόρος τιμής για τον τόπο που την γέννησε και τη ζει, για τον τόπο των προγόνων της, για τους ήρωές του, για την ανεξίτηλη ομορφιά του που παραμένει ζωντανή πολεμώντας τον χρόνο.</p>
<p>Η ποιήτρια είναι εμφανές ότι νοσταλγεί διαρκώς, ονειρεύεται, αναπολεί, χαίρεται, φαντάζεται κι ύστερα περπατά στα μονοπάτια που έπλασαν με χρώματα, ήχους και μυρωδιές τα φτερουγίσματα της φαντασίας της.</p>
<p>«Κι όπως περπατούσα,<br />
η νύχτα, σαν μάντισσα με μαύρα κουρέλια και φωτιές στο πρόσωπο,<br />
τσουβάλιασε ένα σωρό αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της γειτονιάς μου.» (Σελίδα 28)</p>
<p>Έπειτα εξομολογείται τον πόθο της. Νιώθει τη μοναξιά της ψυχής της, μελαγχολεί κι ομολογεί την αξία του ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι. Η αγάπη, συμπεραίνει, είναι το όπλο ενάντια στον φόβο, στον χρόνο, ακόμα και στον ίδιο τον θάνατο. Κι έπειτα εστιάζει στη μοναξιά. Μα, όπως θα τονίσει κι η ίδια στη συνέχεια, στο χέρι του ανθρώπου είναι να ξεφύγει από το σκοτάδι της ψυχής του και να επιλέξει το φως για μονοπάτι του ή αλλιώς τη μοίρα που θα ορίσει την πορεία και το μέλλον του.</p>
<p>«γιατί έμαθα να είμαι πιο δυνατή από αυτήν…» (Σελίδα 42)</p>
<p>Η ποιήτρια κλείνει με ένα ποίημα αφιερωμένο στο παιδί της. Συγκινητικό, ρομαντικό, αληθινό κι αυθόρμητο, αποτελεί κι αυτό, όπως και τα προηγούμενα της συλλογής της, μια ειλικρινής κατάθεση ψυχής, που στόχο έχει να αναδείξει τη δύναμη της αγάπης, της προσφοράς και της αιώνιας αφοσίωσης.</p>
<p>Γραφή μεστή, καλοδουλεμένη, σκηνογραφική και περιεκτική σε νοήματα, δοσμένη εξολοκλήρου σε ελεύθερο στίχο, δίνει αναπόφευκτα έμφαση στον ψυχισμό και το συναίσθημα. Τα μηνύματα δε που περνάει στον αναγνώστη της είναι αρκετά, ωστόσο πολύ συγκεκριμένα. Όλα τους έχουν κοινό παρονομαστή την αγάπη. Αυτή εξασφαλίζει τη διατήρηση της μνήμης, τον σεβασμό στον συνάνθρωπο και την πατρίδα, την προάσπιση των ηθικών αξιών ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της γαλήνης της ψυχής και της διατήρησης της ειρήνης στον κόσμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΑΝΝΙΒΑ</strong></h5>
<p>Το βιβλίο «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες» της Γιάννας Σοφού είναι μια εξαιρετική ποιητική συλλογή και ως εκπαιδευτικός, στη δημοτική βαθμίδα, πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα στο δημοτικό, ειδικότερα στις μεγάλες τάξεις (Ε΄και Στ΄). Παρακάτω θα αναπτύξω τη δική μου προσέγγιση και ακολούθως θα εξηγήσω πώς και γιατί μπορεί να αξιοποιηθεί παιδαγωγικά στις μεγαλύτερες τάξεις του δημοτικού σχολείου.</p>
<p>Ανθρώπινες αξίες και συναισθήματα</p>
<p>Η θεματική της ποιητικής συλλογής, περιστρέφεται γύρω από θέματα όπως η αγάπη, η έννοια της ημικατεχόμενης πατρίδας, η νοσταλγία για τα παιδικά χρόνια ως προσωπική μνήμη, η σημασία των απλών στιγμών, η επικοινωνία και οι ανθρώπινες σχέσεις.</p>
<p>Θεματική — μνήμη, ταυτότητα, πατρίδα, τραύμα</p>
<p>Η συλλογή περιστρέφεται γύρω από την έννοια της ημικατεχόμενης πατρίδας και της συλλογικής, αλλά και προσωπικής μνήμης. Η νοσταλγία δεν είναι απλώς μια ιδιωτική ανάμνηση, αλλά έχει έντονο ιστορικό, πολιτισμικό και υπαρξιακό βάθος. Η ποιήτρια αναφέρεται στη γλυκιά πατρίδα της, που υπέστη βαθιά τραύματα με στοιχεία συλλογικής απώλειας, ρίζας και ταυτότητας.<br />
Τα ποιήματά της δεν είναι απλώς νοσταλγικά· έχουν ταυτόχρονα και κριτική διάσταση, μια και αποτυπώνουν τη μελαγχολία, την έντονη πίκρα, τη συνεχή αγωνία απέναντι στους «αμφίβολους καιρούς», στο κοινωνικό και ιστορικό βάρος που κουβαλά η μνήμη.<br />
Αυτή η θεματική η οποία εστιάζει στη μνήμη, την απώλεια, την πατρίδα, δίνει στη συλλογή ένα χαρακτήρα συνείδησης και «καταγραφής», σχεδόν «μαρτυρικό αφιέρωμα» σε κάτι που χάθηκε ή κινδυνεύει να χαθεί.</p>
<p>Δομή — εκτεταμένα ποιήματα, αφήγηση με ποιητικό βάθος</p>
<p>Η συλλογή αποτελείται από επτά εκτεταμένα ποιήματα τα οποία δεν είναι «στιγμιαίες» εικόνες οι οποίες ξεθωριάζουν με την πρώτη ανάγνωση, αλλά ποιήματα που έχουν ύφος αφήγησης, κάτι που σε κάνει να θες να τα διαβάσεις μονομιάς! Το κάθε ποίημα λειτουργεί ως «μεγάλο τοπίο», χτισμένο στίχο προς στίχο, με εικόνες, συναισθήματα, ιστορικά και συλλογικά στοιχεία.<br />
Η επιλογή των «μακρο–ποιημάτων» (ή εκτεταμένων συνθέσεων) βοηθά στο να αναπτυχθεί η μνήμη, όχι ως στιγμιαίο «flash», αλλά ως πολυεπίπεδη αφήγηση με βάθος χρόνου, τόπου και ταυτότητας.<br />
Συνολικά, η δομή επιβεβαιώνει ότι η ποιήτρια δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει μέσα από δυο-τρεις στίχους, αλλά για «βαθύ βίωμα», κάτι που απαιτεί χώρο και χρόνο μέσα στο ίδιο καθαρό ποιητικό πλαίσιο. Αυτό από μόνο του σε κάνει να θες να το διαβάσεις ξανά και ξανά μέχρι να δεις όλη την εικόνα!</p>
<p>Ύφος — λυρικό, μελαγχολικό, αλλά και «φωνή αντίστασης»</p>
<p>Το ύφος χαρακτηρίζεται από λυρισμό, νοσταλγία, μελαγχολία, αλλά και μια βαθιά ευαισθησία. Η γλώσσα μοιάζει να ζητά να ξαναφέρει στη ζωή εικόνες και ανθρώπους μέσα από την ευαισθησία και τη μνήμη. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια έντονη ειδοποιός διάθεση. Μια καθαρή και δυνατή φωνή που δεν αναπολεί απλά, αλλά αντιδρά απέναντι στη λήθη, την αδιαφορία, τη φθορά. Η ποιήτρια φαίνεται να διεκδικεί την επαναφορά της μνήμης, της ταυτότητας και της πατρίδας.<br />
Δεν είναι μια ρομαντική ή ιδεαλιστική νοσταλγία· είναι νοσταλγία με συνείδηση, με βαρύτητα, με ιστορικό και υπαρξιακό φορτίο. Υπάρχει ο πόνος, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει αγώνας και ελπίδα, μέσα σε κάθε στίχο.<br />
Αυτό το μοναδικό μείγμα, λυρισμός και ιστορική μνήμη, κοινωνική και υπαρξιακή συνείδηση, καθιστά το ύφος της συλλογής πυκνό, συναισθηματικό αλλά και «συστημικά» φορτισμένο.</p>
<p>Προσωπική – κοινωνική διάσταση &amp; σημασία</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Γιάννας Σοφού δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπική εξομολόγηση ή νοσταλγία· έχει συλλογικό βάθος και αγγίζει συναισθηματικά την ιστορία, το τραύμα, τη μνήμη ενός λαού/τόπου. Ειδικότερα η Κύπρος αναφέρεται με έμφαση, και αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς.<br />
Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο γίνεται η κρυστάλλινη φωνή, αλλά και το κάλεσμα, έτσι ώστε να μη λησμονηθεί η μνήμη, η ταυτότητα, οι ρίζες. Είναι η σθεναρή προσπάθεια αφύπνισης γραμμένη με εύστοχους στίχους.<br />
Ταυτόχρονα όμως, δεν υποκύπτει σε μελαγχολία χωρίς διέξοδο, διότι υπάρχει και μια επιλογή ζωής, η αξία της αγάπης, της μνήμης, της αλληλεγγύης, ως αντίδοτο στην απώλεια και στο τραύμα.<br />
Αυτό κάνει την ποιητική συλλογή, κατά την άποψή μου, σημαντική όχι μόνο ως ποιητική απόπειρα, αλλά και ως κοινωνική/ιστορική καταγραφή και κατ επέκταση ως «φωνή» ενός τόπου και μιας συλλογικής συνείδησης.</p>
<p>Συμπέρασμα</p>
<p>«Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες»… δεν είναι απλώς ποίηση, είναι μνήμη, ταυτότητα, ιστορία, συναίσθημα και αντίσταση. Με την πρώτη της ποιητική συλλογή, η αγαπητή μας Γιάννα Σοφού επιχειρεί να δώσει φωνή σε συλλογικές εμπειρίες, τραύματα και νοσταλγίες· να ανασυνθέσει την πατρίδα μας, όχι ως ιδεαλιστική ανάμνηση, αλλά ως πραγματικότητα που υπήρξε, υπήρχε, και μπορεί να υπάρξει ξανά.<br />
Όλα τα προαναφερόμενα είναι βασικά θέματα του Αναλυτικού Προγράμματος (Γλώσσα, Κοινωνική &amp; Συναισθηματική Αγωγή), και βοηθούν τους μαθητές και μαθήτριες να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό για το παρελθόν και τις εμπειρίες των άλλων.</p>
<p>Πλούτος γλώσσας και εκφραστικότητα</p>
<p>Η συγγραφέας/ποιήτρια χρησιμοποιεί πλήρη και μεστή ποιητική γλώσσα, γεμάτη πλούσιες εικόνες και βαθιά συναισθήματα, στοιχεία που βοηθούν τους μαθητές/ μαθήτριες να αναγνωρίζουν τα εκφραστικά μέσα, να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους, και να αναπτύσσουν φιλολογική ευαισθησία και γλωσσική καλλιέργεια.<br />
Είναι ιδανικό υλικό για ανάλυση κειμένου και δημιουργική γραφή.</p>
<p>Σύνδεση με τις εμπειρίες των παιδιών</p>
<p>Οι μαθητές/ μαθήτριες μπορούν με τη σωστή επεξεργασία των ποιημάτων να ταυτιστούν με τις «ζωντανές μέρες» του βιβλίου, τις στιγμές που τους μένουν αξέχαστες, όπως τα παιχνίδια, οι φίλοι, η οικογένεια, η φύση. Με τον τρόπο αυτό, το βιβλίο/ποιητική συλλογή γίνεται αφορμή για προσωπική έκφραση, συζήτηση και αναστοχασμό.</p>
<p>Διαθεματικότητα και δημιουργικότητα</p>
<p>Το περιεχόμενό του επιτρέπει δραστηριότητες που συνδέονται με:<br />
&#8211; Εικαστικά (ζωγραφιές, αφίσες, κολλάζ «οι δικές μου ζωντανές μέρες»),<br />
&#8211; Μουσική (τραγούδια για την παιδική ηλικία ή το πέρασμα του χρόνου),<br />
&#8211; Ιστορία/Κοινωνικές Σπουδές (πώς ήταν οι «ζωντανές μέρες» των προηγούμενων γενεών),<br />
&#8211; Θεατρική αγωγή (δραματοποίηση αποσπασμάτων, αφηγήσεις).</p>
<p>Καλλιέργεια συναισθηματικής νοημοσύνης</p>
<p>Μέσα από τις αφηγήσεις, οι μαθητές/ μαθητριες μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, να εκτιμούν τις απλές χαρές της ζωής και να αντιλαμβάνονται τη σημασία των αναμνήσεων και της ανθρώπινης επαφής.<br />
Αυτό συμβάλλει στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη τους, βασικό ζητούμενο στη σύγχρονη εκπαίδευση και τις απαιτήσεις της κοινωνίας μας.</p>
<p>Συνοψίζοντας</p>
<p>Το βιβλίο «Νοσταλγώ τις ζωντανές μέρες» μπορεί να αξιοποιηθεί στο Δημοτικό γιατί:<br />
-προάγει τις ανθρώπινες αξίες και τη συναισθηματική καλλιέργεια,<br />
-ενισχύει τη γλωσσική και τη λογοτεχνική παιδεία,<br />
-προσφέρει διαθεματικές και βιωματικές δυνατότητες,<br />
-συνδέεται άμεσα με τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των παιδιών.</p>
<p>Είναι, λοιπόν, ένα πολύτιμο εργαλείο για τον/την κάθε εκπαιδευτικό που επιθυμεί να καλλιεργήσει στους μαθητές/ μαθήτριες την ευαισθησία, τη φαντασία και συνειδητοποίηση της αξίας της καθημερινότητας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/09/22416/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΗ ΜΟΥΝΤΡΑΚΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/11/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/11/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 23 Nov 2024 21:43:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΗ ΜΟΥΝΤΡΑΚΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21700</guid>

					<description><![CDATA[Η Νίκη Μουντράκη γεννήθηκε στις Στάβιες Ηρακλείου Κρήτης. Είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και της σχολής Ξεναγών Κρήτης. Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.  Το βιβλίο της «Άτρωτοι όχι πια»  ( Εκδ, Ρώμη 2024)  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. . . ΑΤΡΩΤΟΙ ΟΧΙ ΠΙΑ (2024) ΦΟΡΩ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/11/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΗ ΜΟΥΝΤΡΑΚΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Νίκη Μουντράκη γεννήθηκε στις Στάβιες Ηρακλείου Κρήτης. Είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και της σχολής Ξεναγών Κρήτης. Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.  Το βιβλίο της «Άτρωτοι όχι πια»  ( Εκδ, Ρώμη 2024)  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p>.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21696 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/11/Untitled.FR12-001-206x300.jpg" alt="" width="331" height="482" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/11/Untitled.FR12-001-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/11/Untitled.FR12-001.jpg 439w" sizes="(max-width: 331px) 100vw, 331px" /></p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΤΡΩΤΟΙ ΟΧΙ ΠΙΑ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΦΟΡΩ ΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗΣ</strong></h5>
<p>Το σπίτι το ακατοίκητο με τη μουριά<br />
μου είπανε πως είναι στοιχειωμένο<br />
και πως στο πατητήρι τα μεσάνυχτα<br />
στήνουν χορό αερικά αμούστακα<br />
που ’χουν για ταίρι τους<br />
απ’ τον Ορχομενό Μινιάδες.</p>
<p>Το σπίτι το ακατοίκητο με τη μουριά<br />
δεν μου είναι ξένο.<br />
Θεμελιωμένο στα απόκρυφα<br />
κρυμμένο είναι στα βαθιά<br />
κανείς μην το αγγίξει<br />
και εκτεθώ.</p>
<p>Πολλές φορές, πλησίασα από κοντά<br />
να με αφουγκραστώ<br />
από την κλειδαρότρυπα να με κοιτάξω<br />
μα με γυρνούσε πίσω η συστολή<br />
να μη με δω να λιάζομαι γυμνή<br />
σε ακτές με βλάστηση οργιώδη.</p>
<p>Γι&#8217; αυτό κάθε φορά<br />
που απ’ έξω τυχαίνει να περνώ<br />
μιαν άλλη προσποιούμαι<br />
και με γοργό το βήμα<br />
απομακρύνομαι.</p>
<h5><strong>ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;</strong></h5>
<p>Έβραζε ο τόπος<br />
εκείνο το μεσοκαλόκαιρο<br />
που θέλησες να φύγεις.<br />
Έλεγες σε κούφαινε ο αχός<br />
απ’ το ποτάμι.</p>
<p>Αγύρτισσα η μουσική<br />
κι η ηδονή του σώματος<br />
σε κράτησαν μαγεμένο.<br />
Συναναστράφηκες<br />
με υπαίθριους γελωτοποιούς<br />
και σε καταγώγια βρέθηκες<br />
που σύχναζαν κοινές απ’ την Ασίζη.</p>
<p>Τα μονοπάτια δύσβατα<br />
δίσταζες την επιστροφή.</p>
<p>Στίφη κοράκων<br />
μαύρισαν τον ουρανό<br />
οσμίστηκαν τον λιποτάκτη.</p>
<h5><strong>ΧΟΡΩΔΙΑΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΡΕΒΕΖΑΣ</strong><br />
<strong>ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ</strong></h5>
<p>Το σούρουπο ο κόσμος έσπευσε<br />
στο κάστρο του Παντοκράτορα.<br />
Σαν ο πιανίστας άρχισε να παίζει<br />
ασάλευτος παρέμεινε ο πλάτανος<br />
στη μέση της αυλής<br />
κι οι καπαριές<br />
επάνω στις ραγισματιές των τοίχων<br />
σιώπησαν.<br />
Οι ένοικοι του οχυρού<br />
&#8211; φαντάσματα στρατιωτών<br />
που φύλαγαν την πόλη στις ένδοξες ημέρες &#8211;<br />
δειλά δειλά ξεπρόβαλαν στα παραθύρια<br />
απορημένοι.<br />
Στα ξαφνικά<br />
τα βάτα και οι καλαμιές στήσανε τον χορό.<br />
Τα φίδια ξύπνησαν κι αυτά<br />
στα κίτρινα ξερόχορτα αλαφιασμένα σύρθηκαν.<br />
Το φεγγάρι απηυδισμένο<br />
από τον σάλο τον πολύ<br />
δραπέτευσε</p>
<p>Οι θεατές ακίνητοι σε στάση προσοχής<br />
πενθούσαν τη φυγή του.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ</strong></h5>
<p>Κουρτίνες τραβηγμένες<br />
από χέρι ενοχλημένο.<br />
Πλοκάμια του ήλιου οι ακτίνες<br />
όρμησαν να καταπιούν<br />
καθίσματα, ανθρώπους και μπαγκάζια.<br />
Η μουσική από τα σπλάχνα του ραδιοφώνου<br />
διατάραξε την ατμόσφαιρα.<br />
Ένα χωράφι με ηλιοτρόπια<br />
πήδηξε στο κινούμενο όχημα<br />
και στρογγυλοκάθισε φαρδιά πλατιά<br />
δίπλα στον οδηγό.<br />
Σε λίγο αποκοιμήθηκε<br />
και ο χώρος βάφτηκε κίτρινος.<br />
Σε όλη τη διαδρομή ακουγόταν<br />
το θρόισμα των κουρτινών<br />
δίπλα από τα ανοιχτά παράθυρα.</p>
<p>Αποκαμωμένη τις εκλιπαρούσα<br />
να σωπάσουν.</p>
<h5><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>Επάνω σε συρμάτινες κατασκευές<br />
σπουργίτια ατενίζουν το πέλαγος.<br />
Στην προβλήτα πλήθος κόσμου<br />
με λαλιές ξενικές<br />
πηγαίνει πέρα-δώθε κρατώντας<br />
μπροσούρες και διαφημιστικά.</p>
<p>Είναι η ώρα μαγική.<br />
0 ήλιος μόλις έχει δύσει.<br />
Αεράκι δροσίζει τους μοναχικούς.<br />
Σε απόσταση αναπνοής τα εμπορικά πλοία<br />
φαντάζουν έρημα και στοιχειωμένα.<br />
Πιο πέρα πλήθος γερανοί<br />
ακίνητοι και επιβλητικοί<br />
σαν ανήμποροι γίγαντες.<br />
Η πόλη αναπνέει και πάλλεται.</p>
<p>Την πόλη τη ζουν και τη χαίρονται<br />
οι νεολαίοι<br />
έρπουν στα τσιμέντα σαν τους όφιδες.<br />
Νιώθω να την ξεζουμίζουν.<br />
Μυρίζουν την ανάσα της<br />
παίρνουν δύναμη από τα σωθικά της.<br />
Δεν την αγάπησα ποτέ.<br />
Τώρα αρχίζει και μου πετά τα αποφάγια της.<br />
Με εκδικείται.</p>
<p>Η παραλιακή<br />
κόκκινο φίδι που κινείται αργά.<br />
Βραδιάζει και οι οδηγοί<br />
άνοιξαν τα φώτα.<br />
Σμήνη πουλιών πετούν ψηλά<br />
κι ακούς αμυδρά<br />
φτερώματός τους.<br />
Καθώς φεύγω στρέφω το βλέμμα<br />
και αντικρίζω σύρριζα στη θάλασσα</p>
<p>πινακίδα με τεράστια γράμματα:<br />
«57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου».</p>
<p>Είναι Νοέμβρης<br />
και αρχίζω να ερωτεύομαι.<br />
Ερωτεύομαι μια πολιτεία.</p>
<h5><strong>ΕΝΥΠΝΙΟ</strong></h5>
<p>Γαμήλιο τραπέζι<br />
σαν ιερό θυσιαστήριο<br />
στρωμένο με πολυτελή καλύμματα;<br />
τραπεζομάντηλο λευκό από δαντέλα<br />
κι ένα χρωματιστό σεμέν.<br />
Ήταν μια μέρα όμορφη γεμάτη άνοιξη.<br />
Ηχούσαν τα βιολιά<br />
έτρωγαν κι έπιναν με κέφι οι καλεσμένοι.<br />
Και ο γαμπρός ντυμένος με κοστούμι<br />
και ψηλό καπέλο<br />
το λεπτό χεράκι της κρατούσε.<br />
Ύστερα του δέσανε τα μάτια<br />
μ’ ένα λευκό μαντήλι<br />
την αναίμακτη θυσία να μη δει.</p>
<p>Ανέκραζε εκείνη:<br />
Τι περιμένετε, λοιπόν, θυσιάστε με<br />
αν είναι να σωθεί ο κόσμος σας.<br />
Σηκώθηκε αέρας δυνατός<br />
και αναλήφθηκε στους ουρανούς<br />
η άσπιλη παρθένα.</p>
<p>Σαν Ιερά Σινδόνη<br />
απέμεινε πάνω στην καρέκλα<br />
το άσπρο νυφικό της.</p>
<h5><strong>TO ΤΗΛΕΦΩΝΟ</strong></h5>
<p>Τα φρεσκοσιδερωμένα<br />
είναι επάνω στην μπερζέρα.<br />
Τις νύχτες μένει ανοιχτός ο πολυέλαιος<br />
τη μέρα μπαίνει φως<br />
από τις ανοιχτές κουρτίνες.</p>
<p>Εκείνη πηγαίνει πάνω κάτω στο σαλόνι.<br />
Τα μιλά, τα κάνει παρεούλα.<br />
Κάθεται δίπλα τους στον καναπέ και πλέκει.<br />
Ύστερα σηκώνεται απότομα<br />
τα απλώνει στις καρέκλες της τραπεζαρίας<br />
τα βγάζει στο μπαλκόνι.<br />
Δεν είναι αναγκαίο μα ούτε περιττό<br />
έτσι το κρίνει όμως εκείνη.</p>
<p>Δεν χτύπησε και σήμερα<br />
κι ας στάθηκε από πάνω του τόσες φορές<br />
μήπως και φιλοτιμηθεί το τηλέφωνο.<br />
Την έπαιρνε κάθε μέρα απ’ τη δουλειά.</p>
<p>Στην τσέπη της ποδιάς της το σημείωμα:<br />
«Θ’ αργήσω σήμερα, μητέρα».<br />
Μα πόσο δυσανάγνωστα<br />
τα γράμματά σου, παιδί μου, μουρμουρίζει.</p>
<p>Μαζεύτηκαν σύννεφα πολλά<br />
καιρός να μπούνε μέσα<br />
τα φρεσκοσιδερωμένα του.<br />
Τα βάζει πάνω στην μπερζέρα<br />
τα μιλά, τα κάνει παρεούλα.<br />
Κάθεται δίπλα τους στον καναπέ<br />
και πλέκει.</p>
<h5><strong>TO ΤΕΛΟΣ</strong></h5>
<p>Η άνοιξη δεν μας εξέπληξε εφέτος<br />
νωρίς νωρίς η φύση ξύπνησε.</p>
<p>Μικροί βλαστοί<br />
σχήματος κυλινδρικού<br />
συνέχεια της ρίζας.<br />
Χωρίς αυτούς να γεννηθεί το άνθος<br />
αδύνατον.<br />
Μικροί βλαστοί θαυματουργοί<br />
ως πότε όμως, κανένας δεν το ξέρει.</p>
<p>Αυτό κι αν είναι φόβος<br />
εκτός των άλλων βέβαια:<br />
να κοιμηθείς και να μην ξυπνήσεις<br />
να βγεις στον δρόμο και να μη σε χαιρετά κανείς<br />
να βλέπεις όνειρο ότι πλησιάζεις τα σαράντα<br />
και είσαι δίχως σύντροφο<br />
ν’ αλληλοτρώγονται οι άνθρωποι<br />
να γίνει η συντέλεια του κόσμου.</p>
<p>Και τότε<br />
που δεν θα σε τρομάζει πια ο θάνατος<br />
θα πάψουν τα φυτά να φωτοσυνθέτουν<br />
τα έντομα να ζουζουνίζουν ζωηρά<br />
ο άνεμος να κλείνει τα παραθυρόφυλλα<br />
η βροχή να μουσκεύει τις μπουγάδες<br />
οι γάτες να ουρλιάζουν σε περιόδους οίστρου<br />
οι άνθρωποι να ανασαίνουν.</p>
<p>Το άπειρο<br />
πόσο ν’ αντέξει την αταξία.<br />
Κάποια στιγμή κι αυτό ναυαγεί.</p>
<h5><strong>ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Τα τιμαλφή μου κρύβω σε μέρος<br />
που δεν μπορεί κανείς να φανταστεί.<br />
Απ’ τους κακούς δεν ξεμπερδεύεις εύκολα.</p>
<p>Ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, ένας χρυσός σταυρός<br />
τα δαχτυλίδια της γιαγιάς<br />
φλουριά κωνσταντινάτα.<br />
«Συμπόνια για το άδικο και καθαρή καρδιά»<br />
στα τιμαλφή κι αυτά κρυμμένα.</p>
<p>Δεν προσπερνιέται εύκολα ο Δον Κιχώτης<br />
κι ας άλλαξαν οι καιροί.<br />
Με τη γυναίκα του έφτασε μια μέρα άστατη<br />
και χτύπησε την πόρτα.<br />
Ρακένδυτος, βρεγμένος ώς το κόκκαλο.<br />
Στα μάτια κοιταχτήκαμε δίχως να πούμε λέξη<br />
κι έτσι είπαμε πολλά.<br />
Τους έστρωσα στον στάβλο.<br />
Μόνο σανό για το άτι του<br />
δεν ζήτησε τίποτε άλλο.<br />
Μου έφερε τα σχέδια<br />
για την παρατημένη κιβωτό.<br />
Ελάχιστες οι διορθώσεις<br />
τα έβαλα κι αυτά στα τιμαλφή.<br />
Με όρκισε, σαν κόρη οφθαλμού, να τα φυλάω<br />
μήπως και σώσουμε την ανθρωπότητα.</p>
<p>Πρωί πρωί κάλπασε πάνω στον Ροσινάντε του.<br />
Καθώς ξεμάκραινε<br />
η γυναίκα του, μια κούκλα πλαστική<br />
γύρισε και μου έγνεψε<br />
αντίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ</strong></h5>
<p>Το χειμώνα πλημμυρίζει το ποτάμι.<br />
Ξύλα, νάιλον, νεκρά ζώα<br />
άνθη μιας ανθισμένης μυγδαλιάς<br />
οδεύουν για το πέλαγος.</p>
<p>Η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές.<br />
Τον πνιγμένο τον φέρανε τ&#8217; απόγευμα.<br />
Πήγαμε στο σπίτι του νεκρού<br />
κι ας μας στοίχειωνε η μορφή του<br />
κι ας μας έσκιαζε ο φόβος τα βράδια<br />
που μας στέλναν για θελήματα.</p>
<p>Την Άνοιξη γεννούν οι βάτραχοι<br />
και γεμίζουν γυρίνους τα ρυάκια.<br />
Τα κοράκια στα γύρω δέντρα<br />
κανείς δεν τα προσέχει.<br />
Μόνο σαν ωριμάζουν τα καρπούζια<br />
τους πετούν πέτρες<br />
για να μην πλησιάζουν το μποστάνι.</p>
<p>Τα στάχυα, τα κουβαλούν εργάτες.<br />
Γυναίκες τα &#8216;χουν θερίσει με δρεπάνι.<br />
Η αλωνιστική δεν ανεβαίνει<br />
στις ράχες των λόφων.</p>
<p>Η μάνα ξυπνά το ξημέρωμα.<br />
Με τη δροσούλα ρίχνει το θειάφι<br />
και ξορκίζει τη χολέρα.</p>
<p>Κρωγμός γλάρου στην κοιλάδα<br />
παράξενος ηχεί ο παφλασμός<br />
του κύματος.</p>
<p>Κι είν&#8217; το γεράκι απάνω στο γυμνό δέντρο<br />
που του στέρησε η ανομβρία το φύλλωμα.<br />
Ήρθε και στάλισε σε τούτην την ερημιά<br />
πράα η μοναξιά.<br />
Στο χωμάτινο δρόμο με τα κυπαρίσσια<br />
εγκλωβισμένη η νιότη και το ρυάκι<br />
μεσούντος του καλοκαιριού κυλά ακόμη.<br />
Χρυσίζουν οι γύρω λόφοι<br />
από τα ξερόχορτα<br />
κι η ρόγα του σταφυλιού δεν έχει πάρει<br />
τη μορφή της.<br />
Ορίζοντας ή λαβύρινθος ο δρόμος<br />
διάτρητος από τις μυρμηγκοφωλιές;<br />
Τυφλώνει η αντανάκλαση του φωτός<br />
και σε τρυπά ένα γαϊδουράγκαθο.<br />
Δεν βρέχει, δεν βρέχει τον μήνα Ιούλη<br />
κι είναι πολύς ο κουρνιαχτός<br />
που σηκώνεται.</p>
<p>Λαμπάδιασε η αγροικία.<br />
Ζητά ευθύνες ο αγροφύλακας.</p>
<p>Δύο φίδια στον ίσκιο της ελιάς<br />
κι άοκνοι ο τζίτζικες<br />
μονότονα λαλούν.</p>
<p>Σκιά γυρεύει ο χωρικός.<br />
Το κόκκινο κρασί<br />
και το πολύ φαΐ<br />
τη δύναμή του<br />
πήραν.</p>
<p>Ο ήλιος παντοκράτορας<br />
κι ούτε ένα φύλλο σαλεύει<br />
διαβατάρικο.<br />
Σταμάτησαν τα γέλια και τα χωρατά<br />
οι βλαστήμειες.<br />
Όλοι κοιμούνται.</p>
<p>Στο διπλανό χωράφι βόσκει<br />
ένα γαϊδούρι.</p>
<p>Η ανάπαυλα μια ώρα κρατεί.<br />
Ύστερα πάλι στο πόστο τους.<br />
Ένα παιδί &#8211; κουβαλητής απάνω<br />
στο γαϊδούρι<br />
άλλος στον απλωτό<br />
κι άλλος στο κόψιμο.<br />
Γέλια και χωρατά, τρύγο σημαίνουν.</p>
<p>Σαν σφάζουν τα αρνιά<br />
κι οι φούρνοι μυρίζουν ζυμωτό ψωμί<br />
έρχεται κι ο λυράρης.</p>
<p>Στο σπίτι της χήρας, στο κάτω το χωριό<br />
κανείς δεν μπαίνει.<br />
Πάει καιρός που ο άντρας της<br />
σε μια συκιά κρεμάστηκε.</p>
<p>Στήνονται ενέδρες.<br />
Αγέλες άγριων σκυλιών<br />
ρημάζουνε τον τόπο.</p>
<p>Άντε να φύγουμε.<br />
Τα χέρια σου είναι ροζιασμένα.<br />
Να μη φοβάσαι<br />
θα κοιμηθούμε στα λιβάδια.<br />
Τ&#8217; αλώνι με τα ψηλά πλατάνια<br />
να μη διαβούμε<br />
παραμονεύουν οι φρουροί.<br />
Εδώ δεν μένει τίποτα να προσμένουμε πια.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Fractal</p>
<p><strong>Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ</strong></p>
<p>Ήταν μακρύ το ταξίδι<br />
εκείνες τις πρώτες ώρες της αυγής.<br />
Έντονα τα φώτα του μικρού σταθμού<br />
σκιές μιας μέρας που γεννιέται και μιας νύχτας<br />
που δυσκολεύεται να αποχωρήσει.</p>
<p>Εικόνες φευγαλέες ενός ιβουάρ νυφικού<br />
σε εφηβικό κορμί.<br />
Ψεύτικο στεφάνι από κόκκινα τριαντάφυλλα<br />
παράταιρο στην κοντοκουρεμένη κόμη.<br />
Εικόνες ενός βιαστικού τρίκυκλου<br />
σε χωμάτινο δρόμο.<br />
Σέρνεται το κορίτσι που γλίστρησε<br />
και πιάστηκε το φόρεμα του στον τροχό.<br />
Το κοτσύφι που ψάχνει τροφή<br />
κατάχαμα το λαβωμένο φίδι.<br />
Προπορεύεται το φορτηγό γεμάτο στάχυα<br />
γελούν οι εργάτες απάνω στην καρότσα.</p>
<p>Κι ολοένα θεριεύει το γλέντι.<br />
Ήχοι μιας αρχέγονης μουσικής που σμίγει φάλτσα<br />
με την κοφτή ανάσα του πρωτοχορευτή.</p>
<p>Το τσιγάρο στο στόμα του αμέριμνου οδηγού.<br />
Έπειτα το νεκρό κορίτσι το ντύσανε νυφούλα.</p>
<p><strong>ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ</strong></p>
<p>Σε θυμάμαι<br />
στα κτήματα, στα ζωντανά<br />
στα τραπεζώματα στο σπίτι.<br />
Παραπονιόσουν.<br />
Δεκαεπτά χρονών μητέρα&#8217;<br />
να τελειώσεις το σχολείο, να γινόσουνα<br />
δασκάλα ήθελες.<br />
Το γέλιο σου στο καφενείο<br />
στα χωρατά του Στελιανού.<br />
Στον Άγιο Σπυρίδωνα ένα δειλινό<br />
πότε θα παντρευτούμε Μανωλιό μου<br />
τραγουδούσες.<br />
Οάσεις έκτασης μικρής.<br />
Σκληρή, το χάδι σου, ο έπαινος, απόντα.<br />
«Ποιος έχασε τη μοίρα να τη βρούμε εμείς!<br />
Να φτιάξουμε σπίτια πολλά, να πάρετε καλούς<br />
γαμπρούς, γιατρούς ή δικηγόρους».<br />
Έπρεπε να στα έλεγα νωρίτερα:<br />
«μαμά, δεν θέλω να &#8216;ρθω στο χωράφι<br />
θέλω να παίξω με τις κούκλες που δεν έχω».</p>
<p><strong>ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ</strong></p>
<p>Μετά τη δύση του ήλιου επιστρέφει από τους αγρούς.<br />
Μπροστά το γαϊδούρι φορτωμένο με ξύλα και χόρτα.<br />
Πίσω o παππούς με τα στιβάνια του κι ένα μαντήλι<br />
φορεμένο σαν στεφάνι στο φαλακρό του κεφάλι.<br />
Με μια μαγκούρα περασμένη στους ώμους του<br />
οδηγεί το ζωντανό και του ρίχνει πού και καμιά.<br />
Άργησες Νίκο, μουρμουρίζει η γριά του.<br />
Πλένει τα χέρια του και τρώει βιαστικά.</p>
<p>Όλη την νύχτα κάθονται γύρω από ένα μαγκάλι.<br />
Εκείνη κρατά ένα χαρτόνι και το κουνάει κατά διαστήματα<br />
πάνω από τα κάρβουνα για να τα διατηρεί ζωντανά.<br />
Κάποια στιγμή καθαρίζει ένα πορτοκάλι και του δίνει το μισό.<br />
Εκείνος ξύνει ράθυμα το κεφάλι του και δείχνει να σκέφτεται.</p>
<p>Έτσι περνούν τα βράδια τους, αμίλητοι, γύρω από ένα μαγκάλι.<br />
Τόσες σπορές, τόσα τρυγήματα, τόσα λιομαζώματα, ο πόλεμος<br />
ο χαμός του πρώτου τους παιδιού στην κατοχή.<br />
Σώθηκαν τα λόγια, έμειναν μόνο τα βλέμματα και<br />
τα τυχαία αγγίγματα των κορμιών.</p>
<p><strong>Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥ ΚΟΥΚΛΑ</strong></p>
<p>Τι να την έκανα την κούκλα;<br />
Χρόνος για κούκλες δεν υπήρχε.<br />
Ποτέ δεν είχα κούκλα.<br />
Μονάχα μία δανεική με ξεσκισμένο στόμα.<br />
Μ&#8217; ένα ψαλίδι της το &#8216;χαμε ανοίξει και<br />
την ταΐζαμε φαρίν λακτέ.<br />
Κι εκείνη έτρωγε, ήθελε δεν ήθελε.</p>
<p>Για λίγο γινόμουνα μαμά<br />
κάθε φορά που επισκεπτόμουν<br />
την παιδική μου φίλη.<br />
Την κούκλα δεν την νανούρισα ποτέ<br />
ούτε κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου.<br />
Μια δανεική μαμά ήμουν άλλωστε<br />
κι εκείνη το εξ ημισείας, δανεικό παιδί μου.</p>
<p><strong>ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</strong></p>
<p>Άγουρο το καλοκαίρι δεν λέει να μεστώσει.<br />
Της κουρασμένης πολιτείας ρουφά<br />
για να θεριέψει τους χυμούς.<br />
Εργάτες ράθυμοι ολημερίς την ξεκοιλιάζουν.<br />
Γυμνή στο φως του ήλιου σιωπά<br />
ξέπνοη υπομένει.<br />
Ανάσες δύσοσμες και ξεραμένο<br />
κάτουρο.<br />
Επαίτης έρωτας τις νύχτες βγαίνει παγανιά<br />
την ταλανίζει.<br />
Κι εσύ μου μήνυσες να μη με νοιάζει.<br />
Δροσούλα λες πως βγαίνει την αυγή<br />
και θα την εξαγνίσει.<br />
Έπειτα είναι κι οι γίγαντες.<br />
Βγαίνουν απ&#8217; τις υπόγειες στοές<br />
που ανοίγουν οι εργάτες’<br />
πανώριοι, δυνατοί με δόρατα κι ασπίδες.<br />
Κοιμόνταν ξέγνοιαστοι και ξύπνησαν<br />
από τους χτύπους τους πολλούς<br />
τους αναθεματισμένους.<br />
Τον ύπνο τον γλυκύ απώλεσαν, τα σπίτια τους<br />
τα πατρογονικά τους<br />
που τα κρατούσανε απ&#8217; τη φθορά του χρόνου.<br />
Κι ήρθαν αιφνίδια άνθρωποι<br />
με αλλόκοτη περιβολή, τρυπάνια, φτυάρια<br />
παράξενους θορύβους.<br />
Σκάβουν, κλέβουν τα τιμαλφή, το βιος τους.<br />
Κι εσύ μου πες να μη με νοιάζει.<br />
«Ας κόψουν το λαιμό τους.<br />
Στο κάτω κάτω ας κερδίσει<br />
ο πιο δυνατός.<br />
Χαμένοι αν είναι οι γίγαντες<br />
πες τους να ησυχάσουν.<br />
Σε προθήκες γυάλινες θα ‘ναι το νέο σπίτι<br />
κι όποιος διαβάτης κι αν περνά<br />
θα τους το καμαρώνει!»</p>
<h5><strong>ΜΙΣΕΜΟΣ</strong></h5>
<p>Ένας σωρός από χαλάσματα.<br />
Ξέπνοο είναι το πέτρινο σπίτι<br />
που φάνταζε στα παιδικά σου μάτια<br />
με κάστρο βενετσιάνικο.<br />
Ένας περίβολος, μια εσωτερική αυλή<br />
ο φούρνος, το πηγάδι<br />
κι ο υπερυψωμένος κήπος<br />
που σμίγανε χρώματα και μυρωδιές<br />
από τα γιασεμιά, τις ροδαριές<br />
τους καντιφέδες.<br />
Και μια κυρά, δυο μέτρα αφέντρα<br />
υφαίνει, ζυμώνει και θερίζει.<br />
Τώρα, σαν μίσεψε η κυρά,<br />
μια *δεσπολιά απέμεινε<br />
μονάχη στο περβόλι<br />
και &#8216;χει για συντροφιά<br />
φραγκοσυκιές που αντέχουνε<br />
στην κάψα και στη λήθη.</p>
<p>*δεσπολιά: η μουσμουλιά</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Έννεπε μούσα<br />
(Ο κατιφές στην ποίηση)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ  ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"> <strong>Ο ΡΑΦΤΗΣ</strong></h5>
<p>Μόνο εκείνος ήξερε την αλήθεια. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν ως τώρα. Τις νύχτες δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Αλλά και στη διάρκεια της ημέρας πού να συγκεντρωθεί στη δουλειά του! Έβαζε στο χερούλι της πόρτας την ταμπελίτσα με το επιστρέφω, αλλά δεν επέστρεφε ποτέ. Έπιανε τους δρόμους, έπινε αμέτρητους καφέδες και εκεί που ήταν αντικαπνιστής άρχισε το κάπνισμα ή μάλλον το άτμισμα. Άτμιζε, δεν κάπνιζε. Αγόρασε μια φινετσάτη, μαύρη συσκευή ηλεκτρονικού καπνίσματος, αγγλιστί vape, με γεύση αλατισμένης καραμέλας και φούμαρε κατά τα κοινώς λεγόμενα. Φούμαρε και σκεφτόταν. Να ομολογήσει αυτά που είχε δει ή να σιωπούσε; Λες και θα τον πίστευε κανείς!<br />
Είχε μείνει ως αργά εκείνη τη νύχτα στο ραφείο του. Ήταν το χιόνι αυτό που έπεφτε και θόλωνε την ατμόσφαιρα ή είχε χάσει την όρασή του και δεν έβλεπε καλά; Σκυμμένος πολλές ώρες πάνω απ&#8217; το γαμπριάτικο κοστούμι της παραγγελίας, βιαζόταν να το τελειώσει. Θα &#8216;ταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν σηκώθηκε και στράφηκε στην τζαμαρία της βιτρίνας. Άπλωσε τα χέρια ψηλά να ξεμουδιάσει και έστρεψε το βλέμμα του έξω στον δρόμο. Αποκλείεται να το &#8216;στρωνε μέχρι το πρωί. Η καφετέρια απέναντι είχε αδειάσει και ο υπεύθυνος ετοιμαζόταν να σβήσει τα φώτα. Το περίπτερο ήταν κλειστό από τις δέκα, και ψυχή δεν περνούσε εκείνη την ώρα απ&#8217; την πολυσύχναστη γειτονιά. Ο κόσμος κλείστηκε σχετικά νωρίς στα σπίτια του. Θα καθόταν καμιά ωρίτσα και θα &#8216;φευγε κι αυτός.<br />
Κι όπως έκανε να γυρίσει για να επιστρέψει στο πόστο του, είδε κάτι παράξενο. Ένας νέος, γυμνός, με τα εσώρουχα του μοναχά, πήγαινε μπροστά μ&#8217; ένα φανάρι και πίσω ακολουθούσαν πολλοί, εκατοντάδες, χιλιάδες. Ένα ανθρώπινο ποτάμι ξεχύθηκε, ένα αλλόκοτο πλήθος. Φώναζαν, τραγουδούσαν, ανάθεμα αν καταλάβαινε! Έκλεισε φοβισμένος το φως και άνοιξε με τρεμάμενα χέρια την πόρτα, ίσα για να ακούσει και βιαστικά κλείδωσε. Έψαλλαν κάτι παράξενους ύμνους σε μια γλώσσα που δεν είχε ακούσει ποτέ. Πήρε τ&#8217; αυτί του τη λέξη επανάσταση. Απορημένος, παρέμεινε πίσω απ&#8217; τις κουρτίνες να παρατηρεί από μια χαραμάδα τα τεκταινόμενα.<br />
Μια καλόγρια μ&#8217; έναν σταυρό, ένα γεροντάκι, έφηβοι, πιασμένοι χέρι χέρι, συνταξιούχοι στρατιωτικοί με τις φθαρμένες στολές τους, νοσοκόμες, τραυματιοφορείς, ναυτικοί, φαντάροι. Όλα τα επαγγέλματα βγήκαν στους δρόμους βραδιάτικα, μες στον χιονιά να αλλάξουν τον κόσμο; Ένας έπαιζε βιολί, άλλος ταμπούρλο, άλλοι χόρευαν, μια νυσταγμένη γυναίκα με την νυχτικιά της προχωρούσε κι αυτή μέσα στο πλήθος. Θεέ και κύριε! Εξέγερση βραδιάτικα; Αυτή η σκέψη τον έκανε να επαναστατήσει. Με ποιο δικαίωμα; Ποιοι διοργάνωσαν αυτή την κωμωδία, ποιος ανόητος υποκινεί τέτοια πράγματα; Όλα κι όλα, αυτός ήταν ευχαριστημένος απ&#8217; τη ζωή του και δεν είχε καμία διάθεση για αλλαγές. Είχε παντρευτεί κάποτε, αλλά κατάλαβε πολύ νωρίς πως δεν ήταν για δεσμεύσεις και την ξεφορτώθηκε την κυρία με μια συμφέρουσα γι&#8217; αυτόν διατροφή, πριν του άρχιζε τη γκρίνια για παιδιά και λούσα. Έβγαζε αρκετά χρήματα, την περνούσε φίνα με τα φιλαράκια του, είχε κατά διαστήματα καμιά φιλεναδίτσα, δεν ήθελε αλλαγές βρε παιδί μου, πάει και τελείωσε!<br />
Από πού ξεκινούσε άραγε αυτή η λαοθάλασσα; Άνοιξε δειλά την κουρτίνα. Ένας επιπλοποιός είχε στυλώσει το βλέμμα πάνω του. Το φως απ&#8217; την κολόνα της ΔΕΗ έπεφτε αχνά πάνω στο μαγαζί του. Δεν υπήρχαν αστέρια, ήταν μια σκοτεινή, χειμωνιάτικη νύχτα, κάποιος όμως με καλή όραση ίσως τον διέκρινε μες στο σκοτάδι. Μέτρησε έως το δέκα. Κράτησε την ανάσα του και προσπάθησε να κατευνάσει τους χτύπους της καρδιάς του. Είχε τρομοκρατηθεί. Δεν είχε καμιά όρεξη να τον πάρουν χαμπάρι και να τον στρατολογήσουν με το ζόρι. Ήταν φιλήσυχος πολίτης αυτός. Μακριά από φασαρίες και μπλεξίματα! Έβαλε το παλτό για να φύγει. Έλεγχε έξω τον χώρο, κλείδωσε και στράφηκε στο αυτοκίνητο. Ούτε κατάλαβε πότε τον άρπαξαν. Του έδωσαν ένα φανάρι και όλο το βράδυ τον ανάγκαζαν να τραγουδά, να χορεύει και να παίζει φυσαρμόνικα. Κάθε πέντε λεπτά φώναζε «ζήτω η επανάσταση!».<br />
Το χάραμα έφτασε στο σπίτι του, παγωμένος και ταλαιπωρημένος. Το &#8216;χε στρώσει και με το ζόρι έφτασε στην πόρτα. Έπεσε σαν σακί στο κρεβάτι με τα ρούχα, αλλά πού να κλείσει μάτι! Συμμετείχε δίχως τη θέληση του σε μια ανατρεπτική κίνηση ενάντια στην επικρατούσα τάξη πραγμάτων, σ&#8217; ένα σύστημα αξιών και αντιλήψεων που όλα δουλεύουν ρολόι. Ανεπίτρεπτα πράγματα για έναν άξιο πολίτη που κοίταζε μόνο τον εαυτό του και δεν ασχολιόταν με κανέναν. Θα τον προφυλάκιζαν. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει ποτέ τίποτα για κείνη την καταραμένη νύχτα. Κι αν τον πήρε κανένα μάτι; Να παραδινόταν μόνος του; Στο κεφάλι του βούιζε ασταμάτητα η φράση ζήτω η επανάσταση, ζήτω η επανάσταση, ζήτω! Ήταν ένας κινηματίας, πάει και τελείωσε!<br />
Για τον φιλήσυχο μόδιστρο, όπως ήθελε να ονομάζεται, έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες, αργά και βασανιστικά. Κατέφυγε σε πολλές γεύσεις ηλεκτρονικού τσιγάρου: vanilla, peach, strawberry, watermelon, liquid France relax, join club happy hour, κι άτμιζε κι άτμιζε ή φούμαρε για τους παραδοσιακούς. Απέφευγε, όμως, όπως ο διάβολος το λιβάνι τις γεύσεις halo freedom και liqua cuban cigar μην τυχόν και τον χαρακτήριζαν νοσταλγό της κουβανικής επανάστασης, λάτρη του Κάστρο και του Τσε!</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στην Θράκα</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ</strong></h5>
<p>Σκεφτόμουν σοβαρά να αυτοκτονήσω. Παράξενο που ήταν Κυριακή; Τις Κυριακές πολύς κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία, ετοιμάζει ένα ωραίο φαγητό, το απόγευμα ίσως ακούει ραδιόφωνο και μετά τον πιάνει εκείνη η αβάσταχτη μελαγχολία. Το βραδάκι, όχι Κυριακή μεσημέρι στις δώδεκα και μισή! Όλα έχουν τη σειρά τους σ&#8217; αυτή τη ζωή. Πρώτα απολαμβάνεις το ωραίο σου γιουβέτσι, ρίχνεις έναν υπνάκο, μετά βαριέσαι, μετά αγχώνεσαι για τη βδομάδα που έρχεται και αργά το βράδυ αποφασίζεις να αφήσεις τον μάταιο τούτο κόσμο. Αν είσαι μαθητής, σιχαίνεσαι το σχολείο, αν είσαι εργάτης θες να ανατρέψεις την καθεστηκυία τάξη, να καθαρίσεις το αφεντικό που σου πίνει το αίμα. Αν είσαι πλούσιος, θες ακόμα περισσότερα. Με λίγα λόγια κανείς δεν είναι ευχαριστημένος και όλα του τα ψυχολογικά βγαίνουν τις Κυριακές.<br />
Στην επαρχία είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Δεν έχεις να πας πουθενά. Ούτε σε ζαχαροπλαστείο να πάρεις μια πάστα, ούτε στο σινεμά, ούτε σε κανένα θέατρο. Άντε να κάνεις καμιά βόλτα μέχρι τη βρύση του χωριού ή να πας να ταΐσεις τα ζωντανά στον στάβλο. Στον δρόμο θα συναντήσεις εκείνη τη γιαγιά που θα σε κοιτάξει από πάνω μέχρι κάτω και θα σε ρωτήσει: &#8220;Ποιανού είσαι; Δε σε θυμάμαι&#8221;. Και τι σημασία έχει; Θα άλλαζε κάτι αν σε θυμόταν; Θα έφτιαχνε η διάθεσή σου και θα άλλαζες γνώμη για τη βαρετή κι ανούσια ζωή σου;<br />
Και κει που είσαι απόλυτα βέβαιος για την απόφασή σου, δεν είσαι σίγουρος για τον τρόπο. Να πιείς ποντικοφάρμακο, να κρεμαστείς από κανένα δέντρο, να πέσεις στο ποτάμι. Ποτάμι; Στερέψαν τα ποτάμια από την ανομβρία των τελευταίων χρόνων. Να πνιγείς καλύτερα στη θάλασσα. Από την κοντινότερη παραλία σε χωρίζουν πολλά χιλιόμετρα. Κάθεσαι λοιπόν σε μια πέτρα ψηλά στον λόφο κι αρχίζεις να παρατηρείς από ψηλά το τοπίο. Το καμπαναριό της Παναγίας στη μέση της κοινότητας, το νεκροταφείο στο βάθος αριστερά με τα θλιμμένα κυπαρίσσια, το αρχοντικό του Καρατζά, το μπακάλικο της Αθηνιώς, το εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο. Δίπλα στον παλιό μύλο το ξεραμένο ρυάκι που ζέχνει απ&#8217; τον κατσίγαρο. Πέφτει ο ήλιος και τουρτουρίζεις. Τριγύρω τα στάχυα έχουν πάρει μπόι και θες να κουτρουβαλίσεις, όπως όταν ήσουνα παιδί. Ο ήχος του τρακτέρ και τα βελάσματα των αμνοεριφίων στην καρότσα. Επιστρέφουν. Κανείς δεν αφήνει τα ζωντανά του στο χωράφι. Άραγε είναι και για αυτά Κυριακή;<br />
Αν είσαι μαθητής σιχαίνεσαι το σχολείο, αν είσαι εργάτης θες να ανατρέψεις την καθεστηκυία τάξη, αν είσαι πλούσιος θες ακόμα περισσότερα. Αν είσαι αμνοερίφιο; Πιθανόν να σκέφτεσαι όλη μέρα εκεί που βόσκεις τρόπους να δραπετεύσεις ή να τυλίξεις επιδέξια το σκοινί σου στον λαιμό του αφεντικού. Καθώς σκύβει να σε αρμέξει, με σβέλτες κινήσεις τον κουτουλάς, και ζαλισμένος όπως είναι, τον έχεις του χεριού σου. Σκέφτονται τα αμνοερίφια να αποχωρήσουν οικειοθελώς απ&#8217; τη ζωή; Πιθανόν. Πιο βέβαιο είναι να θέλουν την ελευθερία τους. Τα βράδια ονειρεύονται καταπράσινα λιβάδια, ρουμάνια και λόγγους, πηδούν από βράχο σε βράχο δίχως να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Ούτε σχοινιά, ούτε αρμέγματα.<br />
Στην επιστροφή η γιαγιά έχει μπει στο σπίτι της. Έχει σφαλίσει και την πόρτα. Ουφ! Κλειστά τα παραθύρια. &#8220;Δε σε θυμάμαι παιδάκι μου. Ποιανού είσαι;&#8221; με ρωτούσε τώρα στον ύπνο μου. Δεν είμαι κανενός. Παράτα με, της φώναζα, άσε με ήσυχο, δεν έχω όνομα, μπεεε, μπεεε. Κι ύστερα την κοίταζα κατάματα και με στεντόρεια φωνή της έλεγα πως είμαι ο κανένας. Και ξέσπαγα σε δυνατά γέλια κι εκείνη έδειχνε να μην καταλαβαίνει. Αβάφτιστος είμαι, τσίριζα, κι αυτή σταυροκοπιόταν και έφτυνε στον κόρφο της. Λικνίστηκα για κάμποσο στον ρυθμό του χορού των επτά πέπλων, σαν αμαρτωλή Σαλώμη. Η γιαγιά οργισμένη απαίτησε την κεφαλή μου επί πίνακι. Φαίνεται πως η καθεστηκυία τάξη ακόμα και στα όνειρα πρέπει πάση θυσία να αποκατασταθεί.<br />
Δευτέρα πρωί, ήπια αργά τον καφέ μου. Ντύθηκα και στράφηκα προς την πόρτα. Σκεφτόμουν και τώρα να αυτοκτονήσω. Λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων το ανέβαλα για την ερχόμενη Κυριακή. Εξάλλου, ίσως τίποτα να μην αλλάζει μ&#8217; ένα θάνατο. Απαλλάσσεσαι ίσως από τις μελαγχολικές Κυριακές και το μουσικό σήμα της *Αθλητικής Κυριακής, που για μια ζωή σου τρυπά με γλυκό τρόπο τα μηνίγγια και συ σκέφτεσαι πως πρέπει να κοιμηθείς, γιατί αύριο έχεις σχολείο κι ας είσαι ενήλικας εδώ και μια τριακονταετία.</p>
<p>*Αθλητική Κυριακή: είναι η μακροβιότερη αθλητική εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση. Μεταδίδεται κάθε Κυριακή βράδυ. Σήμα κατατεθέν της εκπομπής η μουσική έναρξης και λήξης, την οποία έχει γράψει ο μουσικοσυνθέτης Χρήστος Λεοντής το 1969 και ακούγεται μέχρι σήμερα.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο περιοδικό Παρέμβαση</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΛΗΨΗ</strong></h5>
<p>Ήτανε πολλοί οι αναλφάβητοι τότε. Τα θηλυκά δύσκολο να πάνε στο σχολειό. Εγώ τρεις τάξεις μόνο κι ύστερα με βγάλανε οι γονέοι μου. Η μάνα μου πήγαινε στο θέρος και ελόγου μου έμενα στο σπίτι να μαγειρέψω και να νταντέψω το *ψιμάκι. Εγώ το τάιζα, εγώ το έπλενα, εγώ το ταχτάριζα. Μα και τα αγόρια δεν είχανε καλύτερη τύχη. Άντε να τέλειωναν βαριά βαριά το δημοτικό κι ύστερα μάθαιναν καμιά τέχνη στη Χώρα ή δούλευαν στα χωράφια. Εκείνα ήταν δύσκολα χρόνια, της μιας δραχμής τα γιασεμιά είχανε αξία ακόμη παιδί μου. Ο κόσμος ζούσε με τα απαραίτητα, με το λίγο, όχι σαν τώρα που όλα είναι μπόλικα και έχουνε γεμάτα τα ψυγεία και οι ντολάπες είναι φίσκα απ&#8217; τα ρούχα και τα στολισίδια.<br />
Οι κοπελιές παίρνανε εκείνον που όριζε ο πατέρας τους. Ναι, παιδί μου! Είχε βουίξει ετότες ο τόπος. Πως ήτανε ξεπεταγμένο το Μαριώ και πως τσι &#8216;κανε λέει τα γλυκά μάτια ο χωροφύλακας απ&#8217; την πάνω Ελλάδα. Νιος, μια εικοσιπενταρά χρονώ, λεβέντης, και το Μαριώ άσπρο σα το γάλα. Πολύ θέλει;<br />
Δρασκελιά στο **δέτη, σημαίνει πέφτω από ψηλά, ψόμματα; Αν είναι μικρή η απόσταση, μπορεί να τη βγάλεις με κανένα σπασμένο πόδα. Μα άμα παιδί μου ***δώσεις των αμαθιώ σου και σύρεις προς τη θάλασσα, τότε αλλάζει το πράμα. Τραβά λοιπόν προς το γιαλό το Μαριώ. Η θάλασσα τρικυμιώδης, αφρίζουσα. Έτσι τόπε ο δάσκαλος του χωριού. Εγώ η ίδια τον ήκουσα με τα αυτιά μου. Πως ήτανε δηλαδή αγριεμένη κι είχε μεγάλη κακοκαιρία, ετουτονά σημαίνει. Γράφει η κάμερα, παιδί μου; Είμαι κι αγράμματη, ανάθεμά το! ****Εντουντούνισε ο τόπος τοτεσάς. Εφύσουνε ένας αναθεματισμένος βοριάς και βγήκε όλο το χωριό να το γυρέψει. Φτάξανε μέχρι το μοναστήρι του Άι Σώστη, στο φαράγγι του Βαθύλακκου, μπας και το &#8216;χε χωσμένο καμιά καλογριά, μα πράμα!<br />
Επήγανε και στου ξενομπάτη. Μα είπανε πως τα &#8216;χε μαζωμένα και πως το καμεράκι του ήτανε αδειανό. Θα τόνε πιάνανε απ&#8217; το *****μπέτη και θα την ήπαιρνε ήθελε δεν ήθελε! Εκούστηκε ύστερα πως ήτανε λογοστεμμένος κι αυτός δεν είπε πράμα. ******Γροικάς μωρέ ξεγιβεντίσματα; Εξεγέλασε το κοπέλι, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.<br />
«Θάλασσα τρικυμιώδης και αφρίζουσα. Μάλλον πως η μικρά αυτοκτόνησε». Έτσι ακριβώς τόπε ο δάσκαλος. Το &#8216;κουσα με τα αυτιά μου στο καφενείο. Μα του &#8216;καμε σήμα ο πάρεδρος να σωπάσει να μην το &#8216;κούσει ο παπάς και δεν ήθελε να το ψάλλει.<br />
Το βρήκανε το Μαριώ. Το ξέβρασε η θάλασσα. Κοράκους να δεις! Γράφει παιδί μου η κάμερα; Δρασκελισμός δίχως σωτηρία, το &#8216;πε ξεκάθαρα ο δάσκαλος, το &#8216;κουσα σου λέω με τα αυτιά μου!</p>
<p>* το ψιμάκι: το τελευταίο παιδί κατά σειρά γέννησης<br />
** στο δέτη : στον γκρεμό<br />
*** δώσεις των αμαθιώ σου: ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου<br />
**** Εντουντούνισε: προκλήθηκε μεγάλος σάλος<br />
***** το μπέτη : το πέτο<br />
****** γροικάς: ακούς</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>Στο γεμάτο αμφιθέατρο επικρατούσε μια τεχνητή σιγή. Στις κερκίδες ο κόσμος είχε παραλύσει και καθώς ερχόταν η νύχτα, μόνο το κρώξιμο των βατράχων ακουγόταν από μακριά. Στη σκηνή, οι ηθοποιοί στέκονταν ακίνητοι, μάρτυρες μιας παράστασης που εκτυλισσόταν μπρος τους δίχως πρόβες και πολύωρα δοκιμαστικά. Ο ηχολήπτης άφαντος, κι όμως η ακουστική του χώρου ήταν εξαίσια: ο απόηχος των βημάτων, ξερός, στέρεος. Η θυμέλη στο κέντρο της ορχήστρας γέμισε άντρες, γυναίκες και παιδιά. «Όλοι κάτω», φώναξε ο ένστολος. «Κάποιος να τους φυλάει ρε» , είπε αγριωπά κι έσπρωξε άγαρμπα τον διπλανό του.<br />
Η αρχαία τραγωδία είχε προγραμματιστεί να μεταδοθεί σε απευθείας σύνδεση απ&#8217; την κρατική τηλεόραση και η ηλικιωμένη κυρία είχε από ώρα ανοίξει τον δέκτη της. Έριξε μια ματιά και συνέχισε να στρώνει ατάραχη το τραπέζι για το βραδινό φαγητό. Έπειτα στράφηκε στο παράθυρο και το έκλεισε εκνευρισμένη. Ο κωφός ένοικος του τρίτου είχε πάλι στη διαπασών τη μουσική. Η μελωδία του Forza del destino της είχε πάρει τα αυτιά.<br />
Κοίταξε ασυναίσθητα την ανοιχτή συσκευή. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και τα διαμελισμένα σώματα σκορπίστηκαν στο κοίλον. Τίποτα όμως δεν ήταν ορατό. Ατάραχες πυγολαμπίδες φώτισαν αδρά τον χώρο και για μια στιγμή ένα τεράστιο μοιρογνωμόνιο φάνηκε στην οθόνη. Η εικόνα κουνήθηκε. Μοιρογνωμόνια παντού, μέχρι που χάθηκε ολωσδιόλου η σύνδεση.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ</strong></h5>
<p>Ούτε ΚΕΠ, ούτε γνήσιο της υπογραφής μπροστά στον υπάλληλο, ούτε τίποτα. Μια διαδικτυακή επίσκεψη στο gov.gr με τα στοιχεία του taxis net και έτοιμη η εξουσιοδότηση. Η αρμόδια από το γραφείο του δημάρχου είχε αποστείλει μήνυμα σε όλους τους δημότες. Για την απολύμανση έπρεπε να ψηφίσει και να δώσει τη συναίνεσή της η πλειοψηφία των πολιτών. Ο δήμαρχος δε θα έπαιζε κορώνα γράμματα τη θέση του χωρίς να ζυγίσει καλά τα πράγματα. Δεν είχε καμιά όρεξη να τσακώνεται με τις φιλοζωικές και να τον έβγαζαν στα κανάλια. Για τον ψεκασμό έπρεπε να αποφασίσουν όλοι οι κάτοικοι. Και μάλιστα σύντομα, καθότι η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Πού βρέθηκαν τόσα τρωκτικά; Αυτά δεν ήταν ποντίκια, έμοιαζαν με αρουραίους, ήταν τεράστια και είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των πολιτών. Γέμισαν οι πολυκατοικίες, οι κήποι, οι δρόμοι. Έμπαιναν στα διαμερίσματα το λυκόφως και τα βράδια. Δεν άφηναν τίποτα, τα έτρωγαν όλα. Άδειαζαν κουζίνες, αλλά κυρίως είχαν αδυναμία στα προικιά, στα σεμέν και στις παλιές φωτογραφίες, λες και ήταν μια λιχουδιά ξεχωριστή και δεν έλεγαν ποτέ όχι σε μια δοκιμή.<br />
Ο Λάκης της κυρίας Μαρίας, που έμενε στον τρίτο, στην οδό Φιλιππουπόλεως, στο νούμερο οκτώ, είχε μια φωτογραφία βγαλμένη πριν αρκετά χρόνια στον Κηφισό. Τη φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού, καθώς σήμαινε πολλά γι&#8217; αυτόν. Έβρεχε τη μέρα της λήψης. Στους σταθμούς η βροχή, αν είναι σιγανή, θυμίζει ταξιδιώτη νωχελικό που δε βιάζεται, έχει αρκετό χρόνο μέχρι να &#8216;ρθει το μεταφορικό του μέσο. Οι κινήσεις του είναι αργές, κοιτάζει το ρολόι, μπαίνει στο διαδίκτυο, τρώει ένα σάντουιτς. Η δυνατή βροχή μοιάζει με τον αργοπορημένο που τρέχει και στο τσακ προλαβαίνει να επιβιβαστεί. Εκείνη τη μέρα, συγκεκριμένα σιγοψιχάλιζε, και ο Λάκης όπως αποδείχτηκε αργότερα, είχε πολλή ώρα στη διάθεσή του. Ταξίδευε; Περίμενε κάποιον ή κάποια; Αυτό έχει μείνει αδιευκρίνιστο έως τώρα. Ποτέ ο Λάκης δε μίλησε σε κανέναν γι&#8217; αυτό. Βαλίτσα πάντως δεν κρατούσε.<br />
Κάθισε, ήπιε τον καφέ του, παρατήρησε τις αυτοματοποιημένες κινήσεις του ταμία στο γκισέ, τις απότομες, κοφτές του απαντήσεις. Ένιωσε την αποφορά από τις τουαλέτες, την αποφορά των βημάτων, των χνώτων, των διερχόμενων κακόβουλων σκέψεων. 13:30, 14:30 15:30, 16:30,17:30…..Έστρεφε κατά διαστήματα το βλέμμα από το κινητό και κοίταζε τριγύρω. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν αδιάφορος κι εκείνος διάβαζε τα δρομολόγια, τις αφίσες στους τοίχους, συλλάβιζε τις λέξεις, όπως όταν ήταν μικρός ΚΤΕΛ- ΘΕ-ΣΠΡΩ- ΤΙ- ΑΣ ,ΚΤΕΛ- ΠΙ- E- ΡΙ- ΑΣ. Κάποια στιγμή κινήθηκε σ’ένα αυτόματο μηχάνημα κι έβγαλε εκείνη τη φωτογραφία, που του έφαγαν εντέλει τα ποντίκια. Του θύμιζε κάποιες σημαντικές αποφάσεις, που πήρε εκείνη τη μέρα.<br />
Ο Λάκης ήταν από τους πρώτους που έκανε εξουσιοδότηση με το γνήσιο της υπογραφής του για τον αφανισμό των παμφάγων θηλαστικών. Και δεν έμεινε εκεί. Πρώτα από όλα ενημερώθηκε. Έπρεπε να ξέρει ποιος ήταν ο εχθρός. Έμαθε πως το σμάλτο των δοντιών του είναι ισχυρότερο από το ατσάλι, πως έχει εξαιρετική όραση στα σκοτεινά, ζει σε μικρές ανδροκρατούμενες οικογενειακές ομάδες και πως το θηλυκό γεννά τέσσερις έως οκτώ φορές τον χρόνο, από επτά έως δέκα μικρά κάθε φορά. Δύο ποντίκια σε δεκαοκτώ μήνες μπορούν να αποκτήσουν ένα εκατομμύριο απογόνους. Το &#8216;βγαλε γρήγορα το πόρισμα. Ο εχθρός ήταν ύπουλος με τρομερά προσόντα και δε θα ήταν σίγουρα εύκολος αντίπαλος. Τύπωσε στο άψε σβήσε αφίσες και ενημερωτικά φυλλάδια για την αντιμετώπισή του. Οργάνωσε ημερίδες, πορείες διαμαρτυρίας, έδωσε και συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης. Συγχωρούσε το άδειασμα της κουζίνας, τα κατεστραμμένα σανίδια στην κρεβατοκάμαρα, αλλά αυτό με τη φωτογραφία δεν μπορούσε να το καταπιεί.<br />
Κανείς δεν έμαθε πραγματικά, γιατί ο Λάκης είχε επιδοθεί με τόση μανία στον αγώνα κατά των ποντικών. Ούτε ο ίδιος το κατάλαβε ποτέ. Οι περισσότεροι τον θεωρούσαν έναν ακτιβιστή που πάλευε για τα δίκαια της κοινότητας. Αν μπορούσε κάποιος να μπει στις σκέψεις του, θα έβλεπε πως ο εσώτερος του εαυτός τού έπαιζε ένα άσχημο παιγνίδι, και πως η φωτογραφία ήταν μόνο η αφορμή. Ο Λάκης είχε πολλά προσόντα, ήταν εισοδηματίας, ευπαρουσίαστος και ιδιοκτήτης ενός άνετου, διαμπερούς διαμερίσματος, ευάερου και ευήλιου, με ωραία έπιπλα -όσα βέβαια δεν είχαν φαγωθεί από τους διαρρήκτες. Με τη σύζυγό του ήταν ένα ωραίο ζευγάρι, παιδιά όμως δεν μπορούσαν να αποκτήσουν. Αν κάποιος ήταν παρών στον ύπνο του, θα τον άκουγε να επαναλαμβάνει με αγωνία: δύο ποντίκια σε δεκαοκτώ μήνες μπορούν να αποκτήσουν ένα εκατομμύριο απογόνους, δύο ποντίκια σε δεκαοκτώ μήνες μπορούν να αποκτήσουν ένα εκατομμύριο απογόνους, δύο ποντίκια σε δεκαοκτώ μήνες μπορούν να αποκτήσουν ένα εκατομμύριο απογόνους&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ</strong></h5>
<p>Τρεις μέρες τώρα η κυρά Ευθυμία πηγαίνει πέρα δώθε στην αυλή. Φυσά και ξεφυσά μονολογώντας «όφου και ίντα πάθαμε!» Κατά διαστήματα κάθεται κάτω από την κρεβατίνα και κρατά το κεφάλι της. Άλλοτε πάλι σηκώνεται απότομα και αρχίζει να σκουπίζει τα πεσμένα φύλλα της μουριάς και τα άνθη από τις βιόλες. «Ευθυμία, μωρή Ευθυμία, δε θωρείς που τρέμει συνέχεια η γης; Σήκω να πάμε στον καταυλισμό!» Η κυρά Ευθυμία σουφρώνει πεισματικά τα χείλη και γυρίζει την πλάτη της χωρίς να απαντήσει καν στη γειτόνισσάς της. Όχι και να αφήσει το σπίτι της που &#8216;χε φτύσει αίμα να το φτιάξει!<br />
Αυτόματα γυρνά πίσω ο νους της, στα νιάτα της, τότε που την έκλεψε ο Κωστής. Βοσκός απ’τον Κρότο, δεν ήταν κατάλληλος γαμπρός για τον πατέρα της Ευθυμίας. «Ίντα μωρέ θα τρώτε; Οκτώ κοπέλια έχουνε οι γονέοι του, έξι αρσενικούς και δυο θηλυκές. Ετρεζάθηκες μωρέ;» Αυτοί όμως ήταν αποφασισμένοι. Κόντρα σ’όλους κλεφτήκανε, αλλάξανε μάλιστα χωριό και πήγανε στον κάμπο. Στα μεροκάματα, μια στο θέρος, μια στον τρύγο, παίρνανε ελιές μισακιές και σιγά σιγά φτιάξανε τρεις κάμαρες μ’έναν καμπινέ στην αυλή. Αγοράσανε και πεντακόσιες ρίζες ελιές κι ένα ψιχάλι αμπελάκι στη ρίζα του βουνού και κάνανε *το κοτσιφάλι τους. Είχε καλό κουμάντο ο Κωστής, νοικοκύρης και μερακλής σε όλα του. Στα γλέντια του χωριού ήτανε ο καλύτερος. Έπιανε πρώτος στον χορό και δεν τον έφτανε κάνεις στις φιγούρες και στα τσαλίμια.<br />
Ποτέ της δε φοβήθηκε τίποτα, ούτε τη φτώχεια ούτε τη γλωσσοφαγιά, ποτέ δε λύγισε. Αμήχανα είχε σταθεί στον αυλόγυρο και κατευόδωσε τον Κωστή σαν πήγε στρατιώτης στον Αλβανικό πόλεμο. Αμήχανα, σαν ξένη, άκαμπτη, σκληρή σαν το γυαλί, δίχως ένα δάκρυ, αποχαιρέτησε το πρώτο της παιδί, το Μιχαλιό της. Ενάμισι χρονώ κοπέλι πήγε στην παραστιά κι έπεσε πάνω στο τσουκάλι με το καυτό γάλα. «Όφου και ίντα σκέφτομαι! Αφού έτσι ήθελε ο θεός! Μα να με ξεσπιτώσει στα ύστερα μου, γριά γυναίκα;»<br />
Την ώρα του μεγάλου σεισμού ήτανε στο κουζινάκι κι έφτιαχνε ανθούς, που &#8216;χε μαζέψει το χάραμα από το περβολάκι. Κοντά στα έξι Ρίχτερ ήτανε, ανάθεμα τόνε! Κουνούσε το σπίτι και πήγαινε μια αριστερά, μια δεξιά. Εκείνη δε μετακινήθηκε καθόλου από τον νεροχύτη. Μαρμάρωσε σαν το άγαλμα. Ο διάολος να τόνε πάρει, της ρήμαξε το βιος! Την επαύριο ήρθε το κλιμάκιο του δήμου και &#8216;κρινε ακατάλληλο το κονάκι της. Πέσανε οι τοίχοι, τα φωτιστικά και το μεσακό δωμάτιο. Δεν απόμεινε και τίποτα! Πρόλαβε μόνο να βάλει το καπάκι απάνω στο τσουκάλι και δεν πάθανε πράμα οι ντολμάδες. Ίντα να το κάμεις αφού δεν είχε ρεύμα να τους μαγειρέψει! Να &#8216;βαζε τουλάχιστον κατιτίς στο στόμα της, να στήλωνε.<br />
«Δε το κουνώ εγώ από το σπίτι μου. Έχω το ντιβανάκι να κοιμούμε όξω, καλό καιρό κάνει ακόμη. Λίγη δροσεράδα είναι τ’αχάραγα, μα θα σκεπάζομαι με δύο τρεις πατανίες, έχει ο θεός! Να με ξεφορτωθούνε! Ίντα θένε κι έρχονται και ξανάρχονται; Μέχρι να χειμωνιάσει, βλέπουμε! Ούτε στη Χώρα θα πάω, στου γιου μου. Έχω τις κότες μου, το περβόλι μου. Θα ξεραθούνε τα δεντρά μου! Το καντηλάκι του Κωστή, ποιος θα τ’ανάβει; Δε το κουνώ γω απ’το σπίτι μου!»<br />
Κουρασμένη από τις σκέψεις και το πηγαινέλα με τη σκούπα, έκατσε στην άκρη του ντιβανιού. «Να αφήσω ασκούπιστη την αυλή να με σουρεύουνε οι γειτόνοι;» Έτσι αποκαμωμένη, έκλεισε τα βλέφαρά της κι ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Θυμήθηκε μια φορά που πήγε στο Ρέθυμνο, εκδρομή με το Καπή. Στο λιμάνι, σ’ένα εργαστήρι, τους δείξανε πως φτιάχνουνε τα περίτεχνα βάζα. «Χαρώ τα μωρέ πράματα θαυμαστά!»<br />
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταλάβει το αίνιγμα που κρύβεται στο **φυσητό γυαλί. «Πού &#8216;σαι μωρέ Κωστή, να μου σφίξεις τη χέρα και να μου πεις, όλα θα στρώσουμε γριά!»</p>
<p>* Κοτσιφάλι: ποικιλία κρασιού<br />
** Το γυαλί, αφού παρασκευαστεί ως πρώτη ύλη, μετατρέπεται σε φυσητό γυαλί με τη μέθοδο της εμφύσησης.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΕΣΣΕΡΑ</strong></h5>
<p>Μπανανιές, φοίνικες και μονστέρες. Ξωτικά πουλιά με πολύχρωμα πούπουλα. Ράμφη παράξενα, μακριοί λαιμοί και ουρές σαν βεντάλιες. Στον αριστερό τοίχο όμως, δίπλα στην μπαλκονόπορτα, ήταν σχισμένη η ταπετσαρία. Μια άτσαλη μετακίνηση της σιφονιέρας και πάει το τροπικό δάσος.<br />
Κάθε πρωί έμπαινε η μητέρα του και άνοιγε τα παντζούρια. Τραβούσε με μια κοφτή κίνηση τις λευκές κουρτίνες και έλεγε με θέρμη: «Ξύπνησες Γιώργο μου;» Εκείνος δεν απαντούσε, προσποιούνταν τον κοιμισμένο. Μόλις έφευγε, άνοιγε τα μάτια του και το πρώτο πράγμα που αντίκριζε ήταν ένα μεγάλο πουλί. Ροζ Κοκατού, έτσι το έλεγαν. Λευκό με ροζ αποχρώσεις και ένα λοφίο τόσο επιβλητικό, που έμοιαζε με αρχηγό. Το χάζευε για κάμποση ώρα και έπειτα το βλέμμα του πετούσε από φυτό σε φυτό. Τα μετρούσε και μιλούσε με τα πουλιά. Ήξερε τον ακριβή αριθμό των φυλλωμάτων τους και όλα τα πτηνά με τις ονομασίες τους. «Φτέρες, αριθμός οκτώ, παπαγαλάκια, έξι».<br />
Όποτε ξέφευγε ο νους του σε σκέψεις κακές, έλεγε απέξω σιγανά τις επιστημονικές ονομασίες τους με όλες τις πληροφορίες που είχε βρει στο διαδίκτυο : «Υάκινθος Μακάο, ζει σε λιβάδια σαβάνας της βόρειας Βραζιλίας, Monstera deliciosa, είδος ανθοφόρου φυτού, ενδημικό στο νότιο Μεξικό μέχρι τον νότιο Παναμά». Δεν τα κατάφερνε όμως.<br />
Είχε σηκωθεί ευδιάθετος εκείνο το πρωινό. Πριν πέντε χρόνια ακριβώς και τρεις μήνες. Έκανε ένα κρύο ντουζ, ήπιε τον καφέ του, έστριψε κι ένα τσιγάρο. Ντύθηκε και πήρε τη μηχανή. Δεν έκανε κάποιο λάθος. Καμία παράβλεψη, καμία παραβίαση. Φορούσε το κράνος του. Σταμάτησε στο κόκκινο. Ύστερα οι τραυματιοφορείς, το λευκό δωμάτιο, οι λευκές στολές που πηγαινοέρχονταν. «Τι είναι η πατρίδα μας; » αναρωτήθηκε. «Ένα ξέφραγο αμπέλι», ψέλλισε φουρκισμένος.<br />
«Θα βγεις σήμερα Γιώργο μου;» Πήρε το φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο απ&#8217; την ντουλάπα κι έκανε την κίνηση να του το φορέσει. «Άστο, θα το βάλω μόνος μου», της φώναξε. Δεν του είπε τίποτα, καταλάβαινε. Βγήκε με σκυφτό το κεφάλι απ&#8217; το δωμάτιο και επέστρεψε μετά από κάμποση ώρα για να του βάλει το παντελόνι και τα παπούτσια. Του έφερε δίπλα στο κρεβάτι το αναπηρικό αμαξίδιο και ο Γιώργος με αποφασιστικές, γρήγορες κινήσεις κάθισε πάνω και βγήκε στο διάδρομο του ορόφου. Ήξερε πόσα ήταν τα πλακάκια, πόσα ήταν φθαρμένα, πόσα κουνιόνταν, τις καμένες λάμπες, τα ονόματα στα κουδούνια των διαμερισμάτων. Έφτασε στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί. Περίμενε. Κάποιος άλλος το πήρε. Συνέχισε να περιμένει. Έστρεψε το κεφάλι δίπλα στο παράθυρο. Το άφηναν ανοιχτό για τις μυρωδιές και τον αερισμό του κτιρίου, εκτός βέβαια τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ο ιστός της αράχνης πάντα εκεί, εδώ και δύο βδομάδες ακριβώς, ανάμεσα στην οροφή και το τελείωμα του κουφώματος.<br />
Ήρθε ο ανελκυστήρας. Κατέβηκε την Αγγελάκη, πέρασε την Τσιμισκή. Προ ημερών άκουσε πως η Αντιδημαρχία περιβάλλοντος θα απομάκρυνε τριάντα έξι άρρωστες φτελιές απ&#8217; τη γνωστή οδό. Προσβλήθηκαν λέει από το Σκαθάρι Galerucella. «Θα ήταν απερισκεψία να τα αφήσουμε, καθώς υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν ατυχήματα σε διερχόμενους και οδηγούς αυτοκίνητων». Τριάντα έξι φτελιές, δεν το χωρούσε ο νους του! Τις είχε μετρήσει κι αυτές μία προς μία στους μακρινούς περιπάτους του. Έφτασε στο πάρκο του Ξαρχάκου. Κόσμος πήγαινε πάνω κάτω, άλλοι βιαστικοί, άλλοι έκαναν χαλαρά τον απογευματινό τους περίπατο. Σταμάτησε δίπλα στο αναψυκτήριο. Πάντοτε στο ίδιο σημείο. Ύψωνε το βλέμμα στις φυλλωσιές των γέρικων δέντρων και χάζευε τα ξωτικά πουλιά. Τα πράσινα παπαγαλάκια, τύπου ring neck, έτσι τα έλεγαν οι ορνιθολόγοι. Γέμισε η πόλη. Στα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, στο Ρέμα της Τούμπας, στην Τριανδρία έως την Καλαμαριά. Ταπετσαρία τροπικού δάσους, η συμπρωτεύουσα. Τι καλά να έτρωγαν τα ξενόφερτα πουλιά το φυλλοφάγο σκαθάρι Galerucella και να έμεναν στη θέσεις τους οι φτελιές!<br />
Έβγαλε απ&#8217; την τσέπη του σακακιού του ένα σακουλάκι με σπόρια και έριξε κατάχαμα για τα πετούμενα. Κοίταξε ψηλά στα κλαριά τα παπαγαλάκια, και φώναξε δυνατά αδιαφορώντας για τους περαστικούς: «Τι είναι η πατρίδα μας μωρέ;» «Καταφύγιο για κάθε εκπατρισμένο» , έδωσε μόνος του την απάντηση και συνέχισε τη βόλτα του.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΜΠΤΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>Γύρισαν τσακισμένοι. Το βαπόρι κουνούσε όλο το βράδυ και το χάραμα εκμίσθωσαν μια άμαξα. Μετά από πολλές καθυστερήσεις, επιτέλους έφτασαν στο σπίτι τους. Κανείς δεν απάντησε στο επίμονο χτύπημα του κουδουνιού. Σπρώξανε δυνατά με το πόδι και η ξύλινη πόρτα άνοιξε διάπλατα. Στο χωλ όλα ήταν στη θέση τους. Το πορτραίτο του παππού, έφιππος στο μαύρο του άτι, ο χρυσός καθρέπτης με την κονσόλα από καρυδιά, η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο και σε κάθε πάτημα έτριζε.<br />
Από το σαλόνι ακουγόταν το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν. Πέμπτη απογευματινή και το τσάι θα το σέρβιραν, όπως πάντα στην ώρα του. Πέρασε από δίπλα τους η υπηρεσία με το τρόλεϊ. Στο πάνω μέρος, το σερβίτσιο Royal Albert από λευκή πορσελάνη με ροζ ανθάκια: η τσαγιέρα, τρία φλυτζάνια, η ζαχαριέρα. Τρία μόνο φλυτζάνια; Η μητέρα πάντα καλούσε κόσμο. Στο κάτω ράφι ένα μεγάλο κέικ καρότου με λευκό γλάσο και αλμυρά σνακ. &#8220;Τα σέβη μας αγαπητή Μαρία&#8221; τη χαιρέτησαν εγκάρδια, αλλά εκείνη έδειξε να μην τους αναγνωρίζει και συνέχισε τον δρόμο της. Την ακολούθησαν στο σαλόνι. Ο πατέρας, στην αγαπημένη του μπερζέρα, διάβαζε το ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ. Η μητέρα χλωμή και αδυνατισμένη, στον μεγάλο τριθέσιο καναπέ, ξήλωνε ένα πουλόβερ. Και η μικρή Έλενα, κοτζάμ κοπέλα τώρα πια, καθόταν στο πιάνο. Στο απογευματινό φως στραφτάλιζε ο κρυστάλλινος πολυέλαιος και οι κουρτίνες με το πλούσιο ύφασμα αδυνατούσαν να κρύψουν τον ήλιο. &#8220;Κιπούρ, η ναυαρχίδα της δαντέλας&#8221;, κοκορευόταν η μητέρα στις φίλες της. &#8220;Πατέρα, μητέρα, ήρθαμε!&#8221; Κανείς δεν έστρεψε το κεφάλι του, κανείς δε σηκώθηκε να τους αγκαλιάσει. &#8220;Ελενα, πόσο μεγάλωσες!&#8221; Κανείς. Λες και ήταν αόρατοι.<br />
Πρώτος σερβιρίστηκε ο πατέρας. Έχωσε λαίμαργα ένα ψωμάκι με καβουρόψιχα και λεπτές φέτες αγγουριού στο στόμα του και συνέχισε το διάβασμα. Είχε υπηρετήσει τέσσερα χρόνια στην πρεσβεία του Λονδίνου και το απογευματινό τσάι τού &#8216;χε γίνει απαραίτητο. Η μητέρα δέχτηκε με ευχαρίστηση την αγγλική συνήθεια και προμηθευόταν τσάι γιασεμιού από γνωστό μπακάλικο στο κέντρο της Αθήνας &#8211; &#8220;ο Μάρκος, εδώδιμα και αποικιακά&#8221;. Σηκώθηκε, πέρασε από δίπλα μας και πήγε στο παράθυρο. Ο ήλιος έγερνε σιγά σιγά προς τη δύση του κι εκείνη άνοιξε διάπλατα τις κουρτίνες για να τρυπώσει το τελευταίο φως της ημέρας.<br />
Περίμεναν μιαν άλλη υποδοχή. Δυο παλικάρια επέστρεψαν από τον πόλεμο, δύο αδέλφια, σώα και αβλαβή. Στράφηκαν στην αποθήκη να ξεφορτωθούν τα βρεγμένα άρβυλα και τις λερές χλαίνες. Η βαρύτητα είχε κάνει τη δουλειά της και ένα μεγάλο μέρος της οροφής είχε πέσει στο δάπεδο. Το μπαούλο με τα προικιά, το παλιό δρύινο σαλόνι, α, να και τα ποδήλατα που τους πήρε ο μπαμπάς μετά τις εισαγωγικές τους στο γυμνάσιο. Μικρά, κρυστάλλινα πιατάκια, ασημένια κουτάλια, πρόβαλλαν από το τζάμι του μπουφέ, όλα στη θέση τους, αχρείαστα και σκονισμένα. Πάνω στο έπιπλο -ποτέ δεν άρεσε στη μητέρα-, ένα ξύλινο μικρό κουτί. Περίεργο, βρισκόταν πάντα στη βιβλιοθήκη. Ο Κωνσταντής φύσηξε τη σκόνη και το άνοιξε. Τα γράμματά τους, τα γράμματα από τη Φιλιώ &#8211; αγαπημένε μου, του έγραφε. Δύο<br />
εισιτήρια και δυο φυλαχτά. Δυο κωνσταντινάτα με χοντρή, μακριά αλυσίδα. Τους τα &#8216;χε χαρίσει η θεία Μυρσίνη, πριν φύγουν για το μέτωπο. Το χέρι του αυτόματα πήγε στο στήθος του, μα έπιασε μοναχά το γυμνό του δέρμα. Και τα εισιτήρια; Τι στο καλό! Τα εισιτήρια ήταν αυτά που τους είχε στείλει ο πατέρας για να φύγουν από τη Σμύρνη, όταν κατέρρεε το μέτωπο. Έψαξε βιαστικά στην τσέπη του παντελονιού του. Μάταια. Θυμόταν πολύ καλά. Όταν ανέβηκε στο πλοίο, τον έλεγξαν και το σχισμένο εισιτήριο το κράτησε. Μα πάλι;<br />
Από το σαλόνι ακουγόταν χωρίς διακοπή το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν. * &#8220;Ολάκερη νύχτα με τα σφιγμένα δόντια του στραμμένα κατά την πανσέληνο&#8221; , του &#8216;ρθε συγκεχυμένα ένας στίχος. &#8220;Πλάι σ&#8217; έναν σφαγιασμένο σύντροφο&#8230;&#8221;. Άγγιξε ασυναίσθητα τον λαιμό του. Έπειτα κοίταξε τη ματωμένη φανέλα του Γιώργη. Όλα ήταν ξεκάθαρα πια. Δεν είχαν πάρει ποτέ εκείνο το βαπόρι.</p>
<p>* Στίχοι από το ποίημα του Giuseppe Ungaretti &#8220;αγρύπνια&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Περί ου</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Είναι μέρες που δεν θυμάμαι τίποτα. Ένα κενό. Άλλες πάλι ξυπνώ με μια παράξενη αίσθηση σαν να ζω δυο φορές. Τόσες, μα τόσες πολλές λεπτομέρειες, θεέ μου! Αμοντάριστα πλάνα μιας άλλης ζωής που μοιάζει να είναι κι αυτή δική μου. Ανθρώπινες φιγούρες ίπτανται, ζώα πάνω σε ταράτσες, άγγελοι που παίζουν μουσική, εραστές σε μπλε, σε ροζ, σε γκρίζο φόντο. Χρώματα φθινοπωρινά, άλλοτε λαμπερά, ανοιξιάτικα, εικόνες σαν από παραμύθι για παιδιά. Βαρκάδες σε καταγάλανες θάλασσες πάνω σε παράξενα, υπερμεγέθη, παραδείσια πουλιά. Μα εγώ δεν είμαι ο Σαγκάλ! Ή μήπως είμαι? Χθες το βράδυ στον ύπνο μου κάποιος παλαβός αρτοποιός μού πετούσε φέτες ψωμί. Μπα, αδύνατον! Θα είχα μάλλον από κείνες τις συνηθισμένες, ασυνείδητες, βουλιμικές κρίσεις εν μέσω της νυκτός. Θρύμματα ψωμιού στο κρεβάτι μου; Έψαξα με αγωνία τα σεντόνια. Ούτε ψίχουλα, ούτε τίποτα.<br />
Μα εγώ δεν είμαι ο Σαγκάλ. Ή μήπως; Ας γελάσω. Ένας γέροντας είμαι που τα &#8216;χει φάει τα ψωμιά του. Κάθε βράδυ κάνω γρήγορα ό,τι έχω τελοσπάντων να κάνω και νωρίς νωρίς για ύπνο. Δεν παραλείπω εντούτοις να πιω ένα φλυτζάνι ζεστό γάλα, να πάρω τα φάρμακά μου, να σταυρώσω το μαξιλάρι μου και έτοιμος! Είναι τόση η επιθυμία μου να βυθιστώ στον κόσμο των ονείρων μου, που καταλήγω στο τέλος να μετρώ προβατάκια για να κοιμηθώ. Όπως όταν ήμουν νήπιο και με φοβέριζε η αδελφή μου. Τότε σκεπαζόμουν μέχρι πάνω με τις κουβέρτες κι άρχιζα να μετρώ δυνατά και γρήγορα για να ξεχάσω τον μπαμπούλα: ένα, γύο, τία, ετά, είκοσι τία, τιάντα, πενήντα, εβδομήντα, εκατό. Κι ύστερα σαν μ&#8217; έπαιρνε ο ύπνος, με κυνηγούσαν άγνωστοι κακοί κι εγώ έτρεχα να γλυτώσω φωνάζοντας μαμά.<br />
Τώρα τέλειωσαν όλα αυτά. Πάνε κι οι εφιάλτες, κι όλα. Λες και μια καλή νεράιδα να με συντροφεύει τα βράδια και να μου αλαφρώνει τα όνειρά μου. Την επομένη σαν ξυπνώ, προσπαθώ να θυμηθώ αν μίλησα με κανένα πουλί, αν περπάτησα πάνω σε θάλασσες, αν φίλησα κάποιο κορίτσι, αν συνάντησα παλιούς μου φίλους, αν έζησα όπως θα ήθελα να είχα ζήσει. Ελεύθερος. Πολλές φορές τίποτα δεν βγάζει νόημα, όλα ασυνάρτητα, ακατανόητα. Και τότε προσπαθώ να ξεδιαλύνω το μυστήριο, να ενώσω τις εικόνες, φευγαλέες, βιαστικές, άπιαστες, πλάνα αμοντάριστα. Ένα διάφανο πέπλο ομίχλης που το φτάνεις, κι αυτό φεύγει, απλώνεις τα χέρια να το πιάσεις κι αυτό φεύγει φεύγει, χάνεται. Κι έχει τόσο ενδιαφέρον αυτή η προσμονή!<br />
Είναι μέρες τώρα που τα πράγματα δεν είναι όπως πριν. Μέρες που δεν μπορώ να ησυχάσω. Ξυπνώ κάθιδρος, εγκλωβισμένος, δυστυχής. Μα εγώ δεν είμαι ο Σαγκάλ, φωνάζω υστερικά. Από το διπλανό διαμέρισμα μού χτυπούν τον τοίχο να κάνω ησυχία. Είμαι ένας τρομοκρατημένος γέρος. Δυο κέρατα φύτρωσαν στο κεφάλι μου. Μα, ναι, τα ακουμπώ και στον ξύπνιο μου. Στην πλάτη μου φύτρωσε ένα μεγάλο τυρί. Τα χέρια μου, δυο μικρά, αυτόνομα τερατάκια κινούνται με απίστευτη σβελτάδα στον ύπνο μου. Σκιτσάρουν αλλόκοτες φιγούρες, ματωμένους ήλιους, καμένη γη, κακές μάγισσες, φαφούτες και ξεμαλλιασμένες που σπέρνουν το σκοτάδι. Καλικάντζαροι γυρνούν από σπίτι σε σπίτι, μπαίνουν μέσα, ανακατεύουν τα συρτάρια κι αρπάζουν ό,τι βρουν. Δρόμοι γεμάτοι ένστολες γάτες που καταδίδουν τον κόσμο και τον εγκλωβίζουν σε τεράστια κλουβιά. Πόλεις καταποντίζονται, ποτάμια στερεύουν και τα πουλιά επιτίθενται στους ανθρώπους. Τεράστια φυτά καταπίνουν κάθε χαραμάδα φωτός. Κροκόδειλοι παρελαύνουν στις λεωφόρους.<br />
Μήπως είμαι ο Γκόγια; Γέρος αβοήθητος είμαι δυστυχώς, που με καταράστηκε ένας δολερός σατανάς να τυραννιέμαι στα γεράματά μου για τα κρίματα όλου του κόσμου!</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο Φρέαρ</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ</strong></h5>
<p>Έφτασε με μια βαλίτσα. Το σπίτι ήταν φωταγωγημένο και σ&#8217; όλη τη γειτονιά ακούγονταν μουσικές. Στην εξώπορτα στεκόταν ένας άγνωστος. Τον ρώτησε το όνομά του και τον άφησε κατόπιν να περάσει. Περπάτησε απορημένος το μονοπάτι που οδηγούσε πιο γρήγορα στην κεντρική είσοδο και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, του άνοιξαν και μπήκε μέσα. Στην κατάμεστη σάλα κάθισε σε μια πολυθρόνα με τη βαλίτσα αγκαλιά. Κάποια λιγοστά ρούχα, τα γράμματά της, το μαντήλι που του &#8216;χε χαρίσει. Δεν τ&#8217; αποχωριζόταν ποτέ.<br />
Αρκετά ζευγάρια χόρευαν αγκαλιασμένα. Αρνήθηκε τα κεράσματα των σερβιτόρων και την προσοχή του τράβηξε η αποτυχημένη φιγούρα ενός απρόσεκτου νεαρού που φαρδύς πλατύς σωριάστηκε στο πάτωμα. Συμβαίνουν κι αυτά, σκέφτηκε, και συνέχισε με το βλέμμα του την περιήγηση στον χώρο. Όλα ήταν αλλαγμένα. Οι κουρτίνες, οι ταπετσαρίες στους τοίχους, οι άνθρωποι. Δεν γνώριζε κανέναν.<br />
Δειλά στράφηκε σε κείνη. Το πορτραίτο ήταν ακόμη εκεί. Το φώτιζε ένας μικρός προβολέας και φαινόταν καθαρά απ&#8217; το σημείο που καθόταν. Θυμήθηκε τη χρονιά της παραγγελίας, πολλά χρόνια πίσω. Τα καστανά της μαλλιά χείμαρρος και το φουστάνι της άφηνε σε κοινή θέα τους ώμους. Η ματιά της ήταν πάνω του, πάλλονταν οι μύες του προσώπου της. Τώρα κοιτούσε τη βαλίτσα του με αποστροφή. Μέσα σ&#8217; αυτήν, ήταν η ζωή που δεν έζησε ποτέ μαζί του.<br />
Πίσω απ&#8217; το πορτραίτο, έμοιαζε σαν να &#8216;ταν ζωντανή. Για μια στιγμή του φάνηκε πως έριξε το βλέμμα της απορημένη στη βαλίτσα.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό έργο του περιοδικού Παρέμβαση : &#8220;Το πρόσωπο του έρωτα&#8221;</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΝΟΛΙΝΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ</strong></h5>
<p>Θύμιζε γκαλερύ; Και βέβαια. Δεν ήταν όμως. Το πατάρι ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου στο κέντρο της πρωτεύουσας, μια στενόμακρη αίθουσα ήταν, που λειτουργούσε ως χώρος παρουσίασης βιβλίων και άλλων εκδηλώσεων. Πριν μερικά χρόνια φιλοξένησε πίνακες που απεικόνιζαν γνωστά ιστορικά πρόσωπα από τους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Ο ζωγράφος, ένας ανερχόμενος καλλιτέχνης, είχε μιλήσει παλιότερα στην κρατική τηλεόραση για τον σακχαρώδη διαβήτη που τον ταλαιπωρούσε από την παιδική ηλικία και πως κατάφερε να έχει μια φυσιολογική ζωή. Έδινε τώρα μια άλλη διάσταση, πιο μοντέρνα στην αποτύπωση των συγκεκριμένων προσώπων χωρίς να παρεκκλίνει από τους αυθεντικούς πίνακες.<br />
Η συλλογή είχε τίτλο &#8220;Γεωμετρικά σχήματα και Αριστοκρατική ενδυματολογία. Κατέκτησε το κοινό από την ημέρα των εγκαινίων και οι κριτικοί μίλησαν με θερμά λόγια. Κομμώσεις περίτεχνες με στέμματα, χτενάκια, φτερά και λουλούδια, ρούχα από πανάκριβα εντυπωσιακά υφάσματα και κοσμήματα από πολύτιμους λίθους. Τα πρόσωπα έμοιαζαν πως θα μιλούσαν από στιγμή σε στιγμή και σε καθήλωναν. Μόλις ανέβαινες τη σκάλα απ&#8217; το ισόγειο, ερχόσουν αντιμέτωπος με το διαπεραστικό βλέμμα του Ερρίκου Η&#8217; της Αγγλίας, της δυναστείας των Τυδώρ. Παντρεύτηκε έξι γυναίκες και αποκεφάλισε τις δύο. Ιστορίες να σου σηκώνεται η τρίχα. Πάθη, ίντριγκες, δολοφονίες. Το κίτρινο βελούδινο ένδυμα που φορούσε, μαγνήτιζε το βλέμμα. Έμοιαζε τόσο αληθινό που η φωτεινότητά του έδινε μια ζωντάνια ξεχωριστή στο σκοτεινό χώρο. Οι επισκέπτες ήθελαν να το αγγίξουν, να δουν αν ήταν αληθινό.<br />
Πιο πέρα η Άννα Μπολέιν, μια από τις γυναίκες του &#8211; η μητέρα της Ελισάβετ, της ενδοξότερης βασίλισσας της Αγγλίας. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο μαντήλι και φαινόταν το κεφάλι της σαν μοιρογνωμόνιο. Εκεί που τέλειωνε ο αριστερός τοίχος, η Μαρία Θηρεσία της Ισπανίας με επιμελημένες μπούκλες, καπέλο με πούπουλα, ανάποδο, ισοσκελές τρίγωνο ο κορμός της και κύκλος το φόρεμά της από τη μέση και κάτω. Παραδίπλα, οι βασιλιάδες της Αραγωνίας. Προσωπικότητες, τόσο δυναμικές και αιμοβόρες που γεννιόνταν απορίες. Πώς συμβίωναν μεταξύ τους; Σίγουρα τη μέρα κρατούσαν τα προσχήματα, και δεν έβγαζαν μιλιά. Τις νύχτες όμως; Οι γείτονες του βιβλιοπωλείου είχαν παραπονεθεί στον ιδιοκτήτη για φωνές και παράξενους ήχους στη διάρκεια της νύχτας.<br />
Εκείνη τη μέρα που ανέβηκε βιαστικός ο νεαρός άντρας από το λογιστήριο για να επισκεφτεί το wc στο βάθος του παταριού, έμεινε άναυδος. Άφαντο του βασιλιά το ένδυμα. Άφαντος κι ο βασιλιάς. Δεν έβλεπε τίποτα. Όλες τις φορές &#8211; και δεν ήταν και λίγες στη διάρκεια της μέρας- δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του απ&#8217; το κίτρινο πανωφόρι.Τώρα, κάτι άλλο έκλεψε την προσοχή του. Μια γυναικεία φιγούρα ήταν στο χώρο. Τα μαλλιά της, πλεξούδα χρυσή, έφταναν μέχρι τους ώμους.Το πουκάμισό της, χάρτης με όλες τις ηπείρους σε μικρογραφία πάνω του. Κοιτούσε με περισυλλογή την τσαρίνα Αικατερίνη. Έμεινε ακίνητος στο προτελευταίο σκαλί να παρατηρεί την αιθέρια παρουσία. Κι εκείνη σαν να το ένιωσε εκείνο το βλέμμα. Και γύρισε. Και έμειναν έτσι για ώρα, χωρίς να τους ενδιαφέρει διόλου το savoir vivre. Ο χρόνος είχε σταματήσει.<br />
Απέναντι τους, Ο Ριχάρδος, ο κόμης της Κορνουάλης ετοιμαζόταν να τους καρφώσει με το ξίφος του. Δεν μπορούσε να χωνέψει εύκολα τόση αδιαντροπιά.</p>
<p style="text-align: right;">Δημοσιευμένο στο fractal</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙΣ ΤΙΣ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ</strong></h5>
<p>Κάθονταν χωριστά, ο καθένας στη δική του θέση. Κανείς δεν κοίταζε κανέναν. Ο Σεργκέι είχε στυλώσει το βλέμμα στον ορίζοντα, λες κι ένα θαύμα εκτυλισσόταν μπροστά του. Όμως δεν έβλεπε τίποτα. Σκεφτόταν τις τελευταίες μέρες. Την Πέμπτη είχε πάρει το σχολικό λεωφορείο απ&#8217; τον ΟΑΕΔ της Λακκιάς και στις τρεις ήταν στην Ανάληψη. &#8220;Αφού δεν τα παίρνει τα γράμματα, ας μάθει τουλάχιστον μια τέχνη&#8221;, είχε πει ο πατέρας του. Βαριεστημένα άρχισε να τρώει και φόρεσε τ&#8217; ακουστικά για να ακούσει τον αγαπημένο του τράπερ:* &#8220;Half Greek μέσα από τη Σαλόνικα και μισός από Αρμενία, γαμημένη γενιά, γάμησέ τα κοινωνία, μεγάλωσα με αλητεία, δεν πατούσα στα σχολεία, ούτε πήγα σε ωδεία, δεν πήρα υποτροφία&#8221;.<br />
Θα άραζε λίγο και πριν έρθουν οι δικοί του από τη δουλειά, θα την έκανε. Ξεκινούσε το γνωστό τροπάρι και δε γούσταρε καθόλου. Κατά τις 5 πέρασε από τον σύνδεσμο κι αργότερα με όλη την τσακαλοπαρέα την έπεσαν στη Ναυαρίνου. Τα γνωστά &#8211; τοιχάκι, κρέπα στο χέρι, τσιγαριλίκι και χαλβάδιασμα στις φοιτητριούλες που σουλάτσαραν. Συχνά κανονίζαν τσαμπουκάδες με άλλες αντίπαλες αθλητικές ομάδες για να ανεβαίνει η αδρεναλίνη. Έπεφτε γερό ξύλο και μαχαιρώματα στα κωλομέρια. Τα μεσάνυχτα κατηφόρισαν στον λευκό πύργο, προχώρησαν προς το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την άραξαν στο γρασίδι. Ο κόσμος είχε αραιώσει για τα καλά κι έκανε ψύχρα. Περίμεναν, δε βιάζονταν. Σιγά μην πήγαινε στη σχολή αύριο. Άλλη μια κοπάνα, ποιος χέστηκε! Περίμεναν λοιπόν κι ο στόχος δεν άργησε να φανεί. Πήραν θέση, δύο μπροστά και δύο πίσω. &#8220;Κινητό, λεφτά, γρήγορα !&#8221; Άρπαξαν ό,τι ήθελαν, αλλά ο Σεργκέι δεν έμεινε ευχαριστημένος. Έβγαλε τον σουγιά -τον κουβαλούσε πάντα μαζί του- , κι έριξε δύο τρεις μαχαιριές με μανία στα πλευρά του άντρα. &#8220;Πάμε ρε μαλάκα, άστον&#8221; , τον παρότρυναν οι υπόλοιποι. Αλλά εκείνος ήταν θυμωμένος, δεν ήξερε γιατί. Ήταν πολύ θυμωμένος. Μετά έφυγαν τρεχάλα. Ο καθένας προς διαφορετική κατεύθυνση. Στην Ευζώνων, στο πάρκο της ΕΡΤ3, έκαναν τη μοιρασιά.<br />
Όταν έφτασε στο σπίτι, το βρήκε ήσυχο. Ο πατέρας κοιμόταν και η μητέρα εμφανίστηκε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας με τη νυχτικιά της. Τον κοίταξε, βαθιά στα μάτια, αλλά δεν είπε τίποτα. Καιρό τώρα δεν έβγαζε μιλιά. Μετά από δύο μέρες τους μπουζουριάσανε. Γνωστοί και μη εξαιρετέοι, η ασφάλεια έφτασε γρήγορα στα ίχνη τους. Έγινε εξακρίβωση δακτυλικών αποτυπωμάτων και η αναγνώριση από τον χτυπημένο άντρα. Ο εισαγγελέας αμέσως διέταξε την προφυλάκισή τους. Συνήθως τους έπιαναν, τους κρατούσαν μερικές μέρες και μετά τους άφηναν. Έβαζε δικηγόρο ο σύνδεσμος ή οι γονείς τους και τη σκαπούλαραν. Τώρα δεν εμφανίστηκε κανείς. &#8220;Ως πότε θα είμαστε οι βοηθητικές σου, πότε θα βάλεις μυαλό;&#8221; φώναζε ο πατέρας του.<br />
Η κλούβα ξεκίνησε. Θα άφηναν τους μισούς στην Κασσαβέτεια, στον Αλμυρό, και τους υπόλοιπους θα τους πήγαιναν στον Αυλώνα. ** &#8220;Ξέρω μάνα τα &#8216;κανα πουτάνα, γυρνούσα τη νύχτα ως αργά μες στην αλάνα, μπάτσοι θέλουν να με βρουν, μα βρίσκαν την τζιβάνα, έφυγα απ&#8217; το σπίτι, γιατί είχα όνειρα μεγάλα&#8221;, σιγοντάριζε χαμηλόφωνα ο Σεργκέι. Έβγαλε τα ακουστικά από τ&#8217; αυτιά του και κοίταξε αδιάφορα τα γελάδια που έβοσκαν στις όχθες του Λουδία.</p>
<p>* στίχοι απ&#8217; το τραγούδι &#8220;Xapiacocomayro&#8221; των Bossikan and Chico Beatz.<br />
** στίχοι απ&#8217; το τραγούδι &#8220;Ξέρω μάνα&#8221; του Saske</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 640px;">Δημοσιευμένο στο Έννεπε μούσα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/11/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 09 Aug 2024 19:32:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=21470</guid>

					<description><![CDATA[Η Αθηνά Παπανικολάαυ γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1962. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, εργάστηκε από το 1987 έως το 2020 ως φιλόλογος στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ως Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων (2016-2017) σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Κριτικά της κείμενα για έργα πεζογραφίας και ποίησης είναι δημοσιευμένα στον έντυπο τύπο και σε ηλεκτρονικές σελίδες Λογοτεχνίας. Ζει &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Αθηνά Παπανικολάαυ γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1962. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, εργάστηκε από το 1987 έως το 2020 ως φιλόλογος στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ως Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων (2016-2017) σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Κριτικά της κείμενα για έργα πεζογραφίας και ποίησης είναι δημοσιευμένα στον έντυπο τύπο και σε ηλεκτρονικές σελίδες Λογοτεχνίας. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Το &#8220;Γλυφό νερό&#8221; (ενύπνιο 2021)   είναι ένα βιβλίο με 17 μικρά διηγήματα στα οποία η συγγραφέας με λόγο απλό περιγράφει καθημερινές ιστορίες που στη σημερινή εποχή έχουμε μια μικρή εικόνα αλλά ποτέ δεν μπήκαμε στις λεπτομέρειες και στην ουσία. Στα διηγήματα αυτά μπαίνουμε στο βάθος της σκέψης των καθημερινών ηρώων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21471 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/Γλυφό-νερό-209x300.jpg" alt="" width="332" height="476" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/Γλυφό-νερό-209x300.jpg 209w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/08/Γλυφό-νερό.jpg 478w" sizes="(max-width: 332px) 100vw, 332px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΛΥΦΟ ΝΕΡΟ (2021)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ</strong></h5>
<p>Όχι, μη σας μπερδεύει η εικόνα, δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα στη γωνιά ούτε πεινούσα ούτε κρύωνα κι ούτε η γιαγιά μου ήταν αστέρι στον ουρανό. Εδώ ήταν, μαζί ζούσαμε, ανάμεσα στα πόδια της μεγάλωνα. Τριών μηνών με άφησαν στην ποδιά της κι έφυγαν στον βορρά. Είχε εργοστάσια εκεί, μου είπαν αργότερα, είχε ψωμί εκεί, ζεστά σπίτια κι ας χιόνιζε για μήνες. Έτσι έλεγαν κάθε καλοκαίρι που έρχονταν για να μας δουν. Δεν καταλάβαινα γιατί το έλεγαν αυτό, αφού είχαμε κι εμείς ψωμί, ζύμωνε κάθε Σάββατο η γιαγιά μου και γέμιζε το κατώι. Πώς ήταν το δικό τους το ψωμί και τα δικά τους σπίτια; Μας έφερναν φωτογραφίες και βλέπαμε άσπρα κουτιά με μικρά παράθυρα, ούτε αυλή ούτε οι κότες και τα δέντρα που είχαμε εμείς. Γι&#8217; αυτό δε θα πηγαίναμε ποτέ, έλεγε η γιαγιά και μ&#8217; έβαζε κάτω από τα φτερά της, κλωσσόπουλο μες στη φωλιά, με ζέσταινε τα βράδια με τα παραμύθια της.<br />Όχι, μη σας μπερδεύει η εικόνα, η γιαγιά μου δεν διηγούνταν αυτά για τον κακό τον λύκο που παραμόνευε στο δάσος το κοριτσάκι με τον κόκκινο σκούφο ούτε για την πριγκίπισσα που έφαγε το φαρμακωμένο μήλο απ&#8217; την κακιά μητριά κι ήρθε το βασιλόπουλο για να τη σώσει. Ούτε καν τα ήξερε αυτά. Αργότερα τα διάβασα κι εγώ. Η γιαγιά έλεγε μόνο για νεράιδες που<br />χόρευαν τα βράδια στα γεφύρια κι αγαπούσαν τα όμορφα παλληκάρια, σαν κι αυτό που θα &#8216;ρχόταν μια μέρα να με πάρει πάνω στο άσπρο άλογο. Για κείνη<br />τη μέρα που Θα μ&#8217; έντυνε νύφη μού μιλούσε, νεράιδα τώρα εγώ μέσα στο άσπρο φόρεμα, το ασημοκεντημένο, με αυτό Θα με ξεπροβόδιζε από το σπίτι μας, και με το «χρυσαφένια» μου και με το «φεγγαρένια» μου με κοίμιζε στην αγκαλιά της.<br />Περνούσαν οι μέρες, οι νύχτες και οι εποχές και φούσκωνα κι άνθιζα σαν τα μπουμπούκια της αμυγδαλιάς την άνοιξη, αυτήν που είχαν φυτέψει στην αυλή όταν γεννήθηκα. Φούσκωναν και τα γόνατα κι οι κόμποι στα δάχτυλα της γιαγιάς κι όλο με δυσκολία σήκωνε τη σκάφη και τα ψωμιά. Ήρθε η ώρα να πάω εγώ στο μαγαζί, να φέρω σπίρτα, αλεύρι, ρύζι, όλα τα χρειαζούμενα για μας. Πέταξα με χαρά.<br />Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά τον λύκο. Στην αποθήκη με τα σακιά με κατέβασε. Σκουφάκι κόκκινο εγώ δε φορούσα, ούτε φαρμακωμένο μήλο μου έδωσε κανείς, μόνο μια χούφτα καραμέλες μου έβαζε στην τσέπη κάθε φορά που μ&#8217; έσερνε στο υπόγειο. Μάταια περίμενα τον κυνηγό, ούτε ένα μπαμ δεν ακούστηκε στο δάσος που μ&#8217; έριξαν να τριγυρνώ. Κανένας δεν τον ξεκοίλιασε<br />να βγω, να ξεπηδήσω ελεύθερη, μαχαίρι πουθενά, μόνο τα σωθικά μου σχίζονταν στα σκοτάδια.<br />Όχι, μη σας μπερδεύει η εικόνα, δεν ήμουν νεράιδα εγώ, κι ας μ&#8217; έλεγε έτσι η γιαγιά μου. Μόνο μια νύχτα φόρεσα τα ασημοκεντημένα μου φτερά κι απ&#8217; το γεφύρι γλίστρησα να φτάσω γρήγορα στο τέλος του παραμυθιού.<br />Το πρωί είπαν πως ήταν γεμάτο το ποτάμι καραμέλες.<br />Για τον λύκο δεν μίλησε ποτέ κανείς.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ</strong></h4>
<p>Έλα, έλα μου γνέφεις, θα μπουμπουνίσουμε τη σόμπα κι ύστερα θα ξαπλώσουμε πάνω στην κόκκινη φλοκάτη ν&#8217; αρχίσουμε το παραμύθι. Θα σου κρατώ το χέρι, εσύ θα κοιτάζεις τις γρεντιές* στο ταβάνι και θα περνάμε το ποτάμι ξανά και ξανά. Τη θυμάσαι τη γραμμή; Εσκί Σεχήρ &#8211; Κιουτάχεια &#8211; Αφιόν Καραχισάρ. Να, εκείνη η σκούρα χαραγματιά στη γρεντιά είναι ο Σαγγάριος, δες πώς αλλάζει η γραμμή του, πώς στρίβει σα φίδι φαρμακερό. Δες τα τα παλληκάρια πώς χώθηκαν ως το λαιμό μες στα νερά του, δες τι κουβαλάνε στις πλάτες τους, πώς γέρνουνε μπροστά.<br />Πάππου, δε βλέπω πρόσωπα, πάνε χρόνια που δε βλέπω τα μάτια τους, μόνο φωνές ακούω στα βιβλία σαν κι αυτές που άκουγες εσύ, όταν γύρισες πίσω κι η γιαγιά σ&#8217; έτρεχε στις εκκλησίες, στα μοναστήρια και σε κοίμιζε σε ιερά Ασκληπιεία, μα εσύ επέμενες να τους φωνάζεις «άγριο, άγριο, άγριο, κακό πράμα ο πόλεμος».<br />Κάτσε τώρα, μην κουράζεσαι, μη λαχανιάζεις απ&#8217; το περπάτημα, σκέπασε τα παγωμένα πόδια σου. Σειρά μου τώρα, μεγάλωσα, θα σου διαβάσω από το «Γκιακ» τη σκηνή που πετάλωσαν το λοχαγό σου. Θυμάσαι εκείνη τη στιγμή που πίσω από τους λόφους βλέπατε να τον καλιγώνουν ζωντανό; Πώς το &#8216;μάθε αλήθεια ο Παπαμάρκος; Δεν μπορεί, κάποιος συστρατιώτης σου<br />του το &#8216;πε. Άραγε, σα γύρισε κι αυτός, άκουγε τις φωνές του λοχαγού;<br />«Κάναμε κι εμείς άγρια πράματα», μου ψιθυρίζεις. Πώς να τα πεις αλήθεια σ&#8217; ένα παιδί;<br />Γι&#8217; αυτό οι φωνές, γι&#8217; αυτό η νυχτερινή εκστρατεία στις γρεντιές; Πώς μπόρεσες αλήθεια και το &#8216;κάνες σαν παραμύθι;<br />Έλα, σκεπάσου τώρα, κι αν γκρεμιστεί το σπίτι, σου είπα, θα την κρατήσω τη γρεντιά με όλους της τους ρόζους και κείνη τη μεγάλη καφετιά γραμμή, το ποτάμι. Θα το διαβαίνουμε κάθε βράδυ μαζί, ξανά και ξανά, να μην αγριεύεις σα θα περνάς αντίπερα στην έρημο, για να γυρίζεις πίσω, εδώ στον χειμωνιάτικο οντά, να ρίχνουμε κούτσουρα στη φωτιά, να σου κρατώ το χέρι<br />και να μετρώ τους κόμπους του. Εσκί Σεχήρ &#8211; Κιουτάχεια &#8211; Αφιόν Καραχισάρ.<br />Ω λέλε, πόσα παλληκάρια.</p>
<p>* Γρεντιές: Ζύλινα οριζόντια δοκάρια που στήριζαν τις οροφές των σπιτιών στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Μακεδονίας και της Ηπείρου.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΘΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑ</strong></h5>
<p>Η θεία Βικτωρία, η αδελφή της γιαγιάς μου, ήταν μεσαία ανάμεσα σε οχτώ αδέρφια, τρία αγόρια και πέντε κορίτσια. Με τις άλλες αδερφές μοιράστηκε το ίδιο μέτριο ανάστημα. Η μάνα τους ήταν τόσο κοντή που όταν θρόιζαν τα στάχυα, καταλάβαιναν σε ποιο σημείο του χωραφιού θέριζε με το δρεπάνι της. Είχε την ίδια αλαβάστρινη επιδερμίδα, αρυτίδωτη μέχρι το τέλος, τόσο<br />γυαλιστερή και ατλαζένια που πρωτοξάδερφες και δευτεροξάδερφες, όταν μαζευόμασταν, ανάμεσα στα κουτσομπολιά, με ένα «αχ» γεμάτο φθόνο, ευχόμασταν όλες να την κληρονομήσουμε.<br />Η θεία Βικτωρία ξεχώριζε για το καλλιτεχνικό ταλέντο που είχε κληρονομήσει, άγνωστο από ποιον πρόγονο. «Ζερβοχέρα αλλά χρυσοχέρα» έλεγε η δική μου μάνα και ανιψιό της. Τα σχέδιά της στα υφαντά, στις δαντέλες και στα κοφτά ασπροκεντήματα έρχονταν να τα δανειστούν απ&#8217; όλη την περιφέρεια. Όταν στήνονταν οι αργαλειοί, η Βικτώρια ήταν αυτή που καλούνταν να δώσει τα φώτα της, να σχεδιάσει σε χαρτί τα λουλούδια, να επιλέξει τα χρώματα, να «πειράξει» παλιά σχέδια και να γεννήσει καινούρια. Όσο μπόι της έλειπε, τόση φαντασία διέθετε. Είχε μια πλούσια καρδιά που άνοιγε σε κάθε ζωντανό και το &#8216;κάνε ν&#8217; ανθίζει.<br />Η θεία Βικτώρια δεν ευτύχησε να αποκτήσει παιδιά σε μια οικογένεια που όλες γεννούσαν. Τα παιδιά της ήταν τα έργα των λεπτοκαμωμένων χεριών της και τα ορφανά ανίψια που μεγάλωσε. Οι προίκες στο σόι ήταν όλες φτιαγμένες με μεράκι από τα χεράκια της.<br />Παπλωματοθήκες και σεντόνια σε χασέ κατάλευκο, μαξιλαροθήκες με μονόγραμμα, κουρτίνες με λεπτό αζούρ και δαντέλα, κιλίμια «μπαχτά»*<br />σα χαλιά και στρωσίδια πολύχρωμα, σεμέν και τραπεζομάντιλα, «Καλημέρες» με αγγελούδια και βυζαντινή βελονιά, τσεβρέδες μεταξωτοί από τα κουκούλια του μεταξέμπορου πατέρα της. Σπίτια και παλάτια στολισμένα από τα χεράκια της. Συνήθιζε να λέει η γιαγιά μου «όλες οι αδερφές μάθαμε νοικοκυριό, σαν τη Βικτώρια καμιά μας».<br />Μ&#8217; αυτά τα κεντήματα πλήρωσε δικηγόρους και χωροφυλάκους να γλυτώσουν τον άνδρα της και μπάρμπα μας από την εξορία. Μακρόνησος και Αϊ-Στράτης, να ξέρατε πώς μούσκεψαν τα λινά και τα μετάξια. Εις μάτην όμως, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα. «Να τους σαβανώσουν μ&#8217; αυτά», έλεγε η μάνα μου, «πώς μπόρεσαν και κοροΐδεψαν τέτοια άγια γυναίκα. Ε βρε, και να &#8216;ξέραν<br />εγγόνια και δισέγγονο βασανιστών τι ματωμένες βελονιές στολίζουν τώρα τα σαλόνια και τα εξοχικά τους».<br />Αεικίνητη και μεγαλόκαρδη, δεν βαρυγκώμησε ποτέ, δε μιλούσε ποτέ για βάσανα. Μεγάλωσε στο σπίτι της τέσσερα ορφανά ανίψια, τα ξεπροβόδισε από την πόρτα της γαμπρούς και νύφες.<br />Μα εκεί που ξεδιπλωνόταν αχαλίνωτη η φαντασία της θείας ήταν όταν ζωγράφιζε τις πασχαλιάτικες περδίκες* . Με το κοντύλι και το μελισσοκέρι το άσπρο τσόφλι γινόταν καμβάς. Πουλιά παραδείσια με πλουμιστά φτερά, τσαλαπετεινοί και κορυδαλλοί, γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα, γιρλάντες και μενεξέδες, τριφύλλια και παπαρούνες, «Χριστός Ανέστη» και «Χρόνια Πολλά», επιγράμματα αρχαία, σχέδια ξεσηκωμένα από παλιούς επιτάφιους, από τ’ ανάγλυφα υπέρθυρα της εκκλησιάς, από τα μαξιλάρια της γιαγιάς της, απ&#8217; τα ανοιξιάτικα λουλούδια της αυλής της, πουλιά και ζώα του δικού της<br />κόσμου, κόσμου φωτεινού, κόσμου ζεστού και κόκκινου σαν την καρδιά της. Κάθε Κυριακή του Πάσχα έβαζε κάτω από τη ροδιά στην ασβεστωμένη αυλή τόσες σοκολατίτσες όσα και τ&#8217; ανίψια της.<br />Για χρόνια τη ρωτούσαμε να μάθουμε ποιο πουλί ήταν αυτό που τις έφερνε, να παραφυλάξουμε να το δούμε. Γελούσε τότε και μας έλεγε πως έρχεται μόνο το Πάσχα και κανείς δεν το βλέπει.<br />«Αυτό το πουλί είναι, θεία, που ζωγράφισες στ&#8217; αυγό;». Μόνο η θεία Βικτωρία το έβλεπε.</p>
<p>* μπαχτά: ιδιαίτερος τρόπος ύφανσης χαλιών.<br />* περδίκες: τα πασχαλιάτικα αυγά ζωγραφισμένα με κερί μέλισσας, ιδιαίτερη τεχνική της περιοχής Βοίου Κοζάνης.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ</strong></h5>
<p>Αργά τ&#8217; απογεύματα, όταν το φως μαλάκωνε τις ριπές του κι η δύση έσβηνε απαλά τα χρώματα στον ορίζοντα που έβλεπε από το παράθυρο του, όταν τα πουλιά εγκατέλειπαν τις κρυψώνες τους μες στα πεύκα του κοντινού δάσους και με κρωγμούς κατέβαιναν ομαδικά στο λιμάνι, ενώ οι φωνές των παιδιών γλύκαιναν σιγά σιγά εξουθενωμένες μετά το σκληρό παιχνίδι στο δρόμο, τότε αυτός σήκωνε το ακουστικό στο παλιό μαύρο τηλέφωνο και αργά αργά σχημάτιζε τον αριθμό του σπιτιού του, περιμένοντας για λίγα λεπτά την απάντηση. Ο δίσκος της συσκευής γινόταν η μηχανή του χρόνου κι αυτός ο<br />ταξιδιώτης της. Όταν μετακόμισε στο σπίτι της κόρης του, πήρε μαζί του και την παλιά συσκευή.<br />— Τι τη θες, βρε πατέρα, του είχε πει εκείνη. Έχουμε τηλέφωνο, ασύρματο μάλιστα. Θα μπορείς να το παίρνεις από δωμάτιο σε δωμάτιο, χωρίς να μπερδεύεσαι με καλώδια και να φοβάμαι μην πέσεις.<br />Ανένδοτος εκείνος, ήθελε να κρατήσει την ευτυχία της κίνησης, να γυρίζει αργά με τα δάχτυλά του στον κυκλικό δίσκο τους ευανάγνωστους αριθμούς, σα να ήθελε να δώσει τον απαραίτητο χρόνο στην άλλη πλευρά.<br />Του άρεζε εκείνος ο ήχος της περιστροφής. Από την αρχή στο τέρμα και πάλι πίσω τα δάχτυλα, κρακ κρακ κρακ, σαν τα κλαράκια της μουσμουλιάς στην αυλή τους, όταν λύγιζαν απ&#8217; το χιόνι κι ακουμπούσαν στα κάγκελα αποκαμωμένα από το βάρος.<br />Στη γυναίκα που καθάριζε το σπίτι κάθε βδομάδα είχε δώσει εντολή να καθαρίζει τη συσκευή προσεκτικά, να τη γυαλίζει, να λαμποκοπά το μαύρο στιλπνό της χρώμα. Έπαιρνε τη συσκευή στα πόδια του και καθόταν τους ατελείωτους χειμώνες στο δυτικό παράθυρο κοιτώντας το χιόνι στην αυλή, μετρούσε τα σπουργίτια που έρχονταν ψάχνοντας τροφή μέσα στα λιγοστά χόρτα. Για ένα μάλιστα, έπαιρνε όρκο πως ήταν το ίδιο κάθε μέρα και το είπε στην κόρη του.<br />— Έλα, βρε πατέρα, απάντησε εκείνη, είναι δυνατόν; Πώς είσαι σίγουρος ότι είναι το ίδιο πουλί;<br />Ύστερα μετάνιωνε που τον απόπαιρνε και του χάιδευε το κεφάλι.<br />— Ίσως και να &#8216;χεις δίκιο, του έλεγε, μπορεί να σε αναγνωρίζει το πεινασμένο.<br />Τον άφηνε μετά και πήγαινε να κάνει τα δικά της. Εκείνος τότε βύθιζε τα πρησμένα από την αρθρίτιδα και την επέλαση του χρόνου δάχτυλά του στον δίσκο. Γύριζε τα παλιά νούμερα με την ελπίδα πως κάποια φορά θ&#8217; άκουγε τη γνώριμη φωνή στην άλλη άκρη, όπως τότε, όταν έπαιρνε από το γραφείο για να μάθει τη λίστα με τα ψώνια ή τον πυρετό της μικρής, κάποια ξεχασμένη δήθεν λεπτομέρεια από τη δουλειά που του είχε αναθέσει. Ντρεπόταν να ομολογήσει τόση αγάπη, κανείς ποτέ δεν του είχε μάθει τους ήχους και τις λέξεις της, μόνο η φωνή της τον λύγιζε και έψαχνε αφορμές. Πώς δεν το είχε<br />σκεφτεί ν&#8217; αποθηκεύσει τη φωνή της με τόσα διαολεμένα μηχανήματα που είχαν βγει στην αγορά; Πώς αυτός, ο τόσο οργανωμένος, που ζήλευαν τα συρτάρια του όλοι στο γραφείο, δεν το προνόησε αυτό; Και τώρα που πήγε η φωνή; «Έλα καλέ μου, τι ξέχασες πάλι;» Πώς να της πει πια πως το τηλέφωνο ήταν μια αφορμή, μια προσποίηση, η μόνη ευκαιρία ν&#8217; ακούσει τον ήχο του έρωτά του, πως όλα σβήστηκαν στη μνήμη του, μόνο τη φωνή της θυμόταν, μόνο αυτήν άκουγε στ&#8217; αυτιά του.<br />Αργά τα απογεύματα, οχτώ χρόνια αφότου κλείδωσε για τα καλά το σπίτι του, όταν όλες οι φωνές μαλάκωναν επιτέλους από τον μόχθο της ημέρας κι η κόρη του έφευγε για το γυμναστήριο, εκείνος έπαιρνε τη μαύρη, παλιά συσκευή στα γόνατά του, καθόταν δίπλα στο παράθυρο και περίμενε το θαύμα μιας απάντησης.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΧΑΛΒΑΣ ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ</strong></h5>
<p>Σηκώθηκε αχάραγα. Έβγαλε το τηγάνι σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει κανέναν κι άρχισε να καβουρδίζει το σιμιγδάλι κλωθογυρίζοντάς το με την ξύλινη κουτάλα, μέχρι να ξανθύνει. Τέτοιο χρυσόχρωμα σαν τα στάχυα που μάζευε μικρή στα σταροχώραφα του πατέρα της, σαν τα μαλλιά της εγγονής της που τα &#8216;πλεκε κοτσίδες τα πρωινά για το σχολείο, πριν έρθουν οι εφηβικοί καλλωπισμοί. Στην κατσαρόλα έβραζε το σιρόπι με το κανελόξυλο και τη λεμονόφλουδα. Τα καρύδια —ψιλοκομμένα αποβραδίς— περίμεναν υπομονετικά να στολίσουν την πιατέλα. Πόρτες να κλείσει, να μην τους τρυπήσει ξημερώματα η ευωδιά, δεν μπορούσε. Ορθάνοιχτο αυτό το σπίτι. Μήτε πόρτες μήτε παράθυρα. Από την πρώτη μέρα που έφτασε εδώ, ήξερε πως δύσκολα θα κρατούσε μυστικά τα μαγειρέματα.<br />Έστρωσε το τραπέζι, έβαλε το καλό, το ασπροκεντημένο τραπεζομάντιλο που είχε για τη γιορτή της, τα γυάλινα πιατάκια με τους ανάγλυφους ρόδακες στη μπορντούρα, τα ασημοστόλιστα κουταλάκια, δώρο πολύτιμο του γάμου, και τους περίμενε. Μοσχοβόλησε το σύμπαν κανέλα και ψίχα καρυδιού. Μέρα γιορτής των Αρχαγγέλων, μέρα του ονόματος της, γλυκάθηκαν οι Ταξιάρχες, φτερούγισαν απαλά, να μη χαλάσουν το τραπέζι.<br />Πάνε χρόνια που η μάνα φτιάχνει τον χαλβά στη γη των αγγέλων αξημέρωτα, να μην ενοχλήσει κανέναν, να μοιράσει το κέρασμά της μήπως και ημερώσουν οι στρατιές τους, σαν Θα κατέβουν απ&#8217; τα επουράνια δώματα στη χώρα των δικών της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr Μάιος 2021</p>
<p>«Σταμάτα να κλαις, δε χάνονται οι μάνες, δες τη Μάγδα πώς στέκεται ολόρθη… Άρχισε να κερνάς»</p>
<p>Μια ανάγνωση του βιβλίου της Αθηνάς Παπανικολάου Γλυφό νερό, εκδ Eνύπνιο, 2021 από την Τούλα Αντωνάκου, εκπαιδευτικό.</p>
<p>Συγκινημένη μέχρι δακρύων, κυριολεκτικά, και γοητευμένη από τη δεξιοτεχνία της γραφής διάβασα σε διάστημα λίγων ωρών, απνευστί, το Γλυφό νερό της Αθηνάς Παπανικολάου, αγαπημένης φίλης και συναδέλφου στο σχολείο.</p>
<p>17 διηγήματα κελαριστής γραφής, απ’ όπου αναδύεται ο απανταχού ανθρώπινος πόνος, που δεν καταστέλλει αλλά απελευθερώνει και ορθώνει το ανάστημα.</p>
<p>Η Αθηνά ξεκινάει και τελειώνει με δύο ποιητικά κείμενα, Γεωγραφία και Ωκεανός αντίστοιχα, όπου ο άνδρας-ουρανός και η γυναίκα-γη συνταξιδεύουν στο ταξίδι της άρρητης αγάπης κι η ανθρώπινη σχέση, με τον πόνο και τη χαρά της, γίνεται ταξίδι και κατάδυση.</p>
<p>Στο ομώνυμο του βιβλίου διήγημα Γλυφό νερό, δίνει το στίγμα της ως εκπαιδευτικού που προσπαθεί να επικοινωνήσει στη γλώσσα των μαθητών της. Άγνωστες στους μαθητές ορεινής περιοχής λέξεις, όπως το «περιγιάλι» και το «γλυφό νερό», δίνουν πάτημα στην Αθηνά να μιλήσει για τα καλοκαίρια αυτών των παιδιών στα καπνοχώραφα και στη βοσκή των κοπαδιών μέσα από την τρυφερότητα των προσωπικών της αναμνήσεων σχολικής ηλικίας. Η εκπαιδευτικός μιλάει και στο Μαθήματα γραφής, όπου η διδακτική προσέγγιση του αναλφάβητου νεαρού μετανάστη γίνεται μέσω της ιδιότητάς της ως μάνας ενώ στο φόντο προβάλλονται οι αιτίες της μετανάστευσης σε τόσο τρυφερές ηλικίες. Η εκπαιδευτικός, επίσης, συν-πονάει τον αλλοδαπό μαθητή που συνειδητοποιεί τα δέκα χρόνια απουσίας του πατέρα του ως δέκα χαμένα χρόνια (Η γιορτή).</p>
<p>Στα εξαιρετικά διηγήματα Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα και Ραγίσματα η συγγραφέας πονάει μαζί με όλα τα κακοποιημένα κορίτσια και τις εγκαταλειμμένες στη μοίρα ενός προαπoφασισμένου ερήμην τους γάμου γυναίκες που δεν έχουν κανέναν πια να τις νοιαστεί. Και ενίσταται για την εξάσκηση των γυναικών στο χαμήλωμα του βλέμματος στο Ο καθρέπτης.</p>
<p>Μνήμες της Μικρασιατικής Καταστροφής, της Κατοχής, του Εμφυλίου, των εξοριών ζωντανεύουν μέσα από την μαγική πένα της Αθηνάς, πολλές φορές σκόπιμα με ονειρική διάσταση, όχι για να ξύσουν παλιές πληγές αλλά γιατί πρέπει να αντέχουμε χωρίς να ξεχνάμε τις αγριότητες που έγιναν. Μέσα από το πέρασμα του ποταμού από την Τρανταφυλλιά αναδύεται όλη η αγριότητα του Εμφύλιου (Μέχρι τη Βέροια), μέσα από τα κεντήματα της Βικτώριας αναβλύζει όλος ο πόνος της Μακρονήσου και του Αη Στράτη (Η θεία Βικτώρια), μέσα από τους ρόζους στις γρεντιές κλαίνε τα χαμένα στο Σαγγάριο παλληκάρια (Εκστρατεία), μέσα από τα καύκαλα των χελωνών ζωντανεύει η πείνα και το χτικιό της Κατοχής (Πάσχα του ’44).</p>
<p>Κι είναι κι εκείνα τα τρία αυτοβιογραφικά διηγήματα με τη μάνα που με συγκλόνισαν! Η μάνα που συμπονά και ελεεί χωρίς να ταπεινώνει, στο Μιρουπάφσιμ μάνα, η διακριτική μάνα που δίνει γλύκα και άρωμα στη ζωή στο Χαλβάς σιμιγδαλένιος, κι εκείνη η δυνατή μάνα-στήριγμα που έρχεται στο όνειρο μαζί με τους πονεμένους όλου του κόσμου και του χρόνου και παροτρύνει την κόρη να τους κεράσει. «Σταμάτα να κλαις, δε χάνονται οι μάνες, δες τη Μάγδα πώς στέκεται ολόρθη, … Άρχισε να κερνάς, θα ‘ρθουν όλοι σήμερα». (Μάγδα Φύσσα).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ</strong></h5>
<p>Fractal 27/04/2021</p>
<p>Με γλυφό νερό ξεδιψώντας</p>
<p>Είναι ένας κομψός τόμος με ωραία γραμματοσειρά, το πρώτο βιβλίο της φιλολόγου Αθηνάς Παπανικολάου, γνωστής κι αγαπητής προσωπικότητας στα κοινωνικά δίκτυα, κυρίως για την σοβαρή παρέμβασή της στα πολιτικοκοινωνικά και πολιτιστικά πράγματα της πόλης.</p>
<p>Δεκαεπτά μικρά διηγήματα, δημοσιευμένα ήδη σε χρονικό άνυσμα τριών χρόνων σε ηλεκτρονικές σελίδες και διαδικτυακά περιοδικά. Μικρή φόρμα, ποιητική γραφή, θαυμαστή γλώσσα και τεχνική, εναρμονισμένα το τι και το πώς των κειμένων, που απελευθερώνουν συγκίνηση χωρίς αισθηματολογία.</p>
<p>Γλυφό νερό, είναι το επώνυμο διήγημα που δίκαια δανείζει τον τίτλο στο βιβλίο. Αναφέρεται δεδηλωμένα στο σεφερικό ποίημα Άρνηση, αντικείμενο της διδακτέας ύλης στο Γυμνάσιο όπου υπηρετεί η αφηγήτρια, ωστόσο υπόκωφα ανακαλεί τη γραφή του Σωτήρη Δημητρίου, Σαν το λίγο το νερό, θαυμαστά γλωσσοκεντρικό και βιωματικό, όπως όλα τα διηγήματα του Ηπειρώτη συγγραφέα. Όλες οι αφηγήσεις του τόμου που ξεχωρίζω, είναι ένα κατόρθωμα της γλώσσας, με βιωματικό υπόβαθρο και με αντηχήσεις από το δημοτικό τραγούδι, τα παραμύθια και την παράδοση, τα αντάρτικα τραγούδια και την καλή Λογοτεχνία παλιότερη και σύγχρονη, βαθιά αφομοιωμένο το λογοτεχνικό υπόβαθρο, της λόγιας συγγραφέως που ομνύει με διακείμενα κι αφιερώσεις στον Σεφέρη, στον Σολωμό, στον Μάρκο Μέσκο αλλά και στον Παπαμάρκο του Γκιάκ, και στον Β. Νιτσιάκο, του ω λέλε, στον Θ.Αγγελόπουλο της Κοιλάδας που δακρύζει ή και στον Γ. Κόρρα, του Μιρουπάφσιμ.</p>
<p>Στο γλυφό νερό, η αφηγήτρια κατά τη φιλοσοφία του Μπουρντιέ , δοξάζει τον δάσκαλο-α που δουλεύει στο άνυδρο σκληρό χώμα – δεν υπάρχει πολιτιστική στέρηση – ψάχνοντας εικόνες, παρομοιώσεις κι αναλογίες, επινοώντας λέξεις για να περιγράψει το αίσθημα, να βρει τη σωστή λέξη, μεταφράζοντας, γυρίζοντας, όπως θα έλεγε κι ο Ζ.Λορεντζάτος τον κόσμο της ποίησης στη γλώσσα των παιδιών του ορεινού χωριού. Ιχνηλατώντας με λαχτάρα το θαυμαστό πλούτο της γλώσσας δίνει χώρο στα παιδιά, να χτίσουν με αμεσότητα κι αφέλεια πάνω στην εμπειρία τους τη νέα γνώση.</p>
<p>«…Ε, πε΄μα, κυρία, στούραβο νερό, να καταλάβουμε κι εμείς, αναφώνησαν όλα εν χορώ. Κύλησε η λέξη του τόπου τους σαν αγίασμα, αλάτισε τους στίχους, θεράπευσε το στόμα της, γέλασαν όλοι τους κι αυτή μαζί τους, για πρώτη φορά τόσο δυνατά. Κι ένιωσε τότε κάτι υφάλμυρο να λύνει τα μέλη της, να χαλαρώνει τις νόρμες του μαθήματος και να ξεδιψά, αν είναι δυνατόν, από γλυφό νεράκι…».</p>
<p>Η σωστή λέξη αναζητείται, αυτή κάνει τη διαφορά. «Τι λες βρε μάνα, το ίδιο είναι;Eμείς φύγαμε για σπουδές, αυτά ξενομίσθηκαν, διαλύθηκε η πατρίδα τους, πήραν τα μονοπάτια. Το ίδιο είναι;» ( Μιρουπάφσιμ μάνα).</p>
<p>Με τον ίδιο σεβασμό στο πολιτισμικό κεφάλαιο του νεαρού προσφυγόπουλου της αφήγησης και η Goodmorningmadame, γίνεται μια αγκαλιά η ίδια για να ξεθαρρέψουν οι λέξεις του και οι ζωγραφιές του, για την ένταξη και την ανάπτυξή του. (Μαθήματα γραφής). Το ίδιο και η μάνα στο θαυμαστό Μιρουπάφσιμ μάνα, με εμπιστοσύνη, ανοιχτή στο διαφορετικό και στην επικοινωνία, δεξιώνεται τα ξενάκια που της ζήτησαν ψωμί νερό και δουλειά, στρώνει τραπέζι τρικούβερτο με κλάματα και τραγούδια, μάνα κι αυτή με παιδιά στα ξένα. Μέγιστο μάθημα συμπόνιας αλληλεγγύης και ενσυναίσθησης αλλά και μάθημα ομηρικής περηφάνιας, «Ο τόπος ορίζει τον άνθρωπο, η φύτρα του κι η γενιά του».</p>
<p>Κρυφή περηφάνια και γενναιοδωρία, στις αντίστοιχες αφηγήσεις του τόμου τα μαθήματα της μάνας, και της θείας Βικτώριας – εντολές και παρακαταθήκες λαμπρές, κι όχι μόνο νοικοκυροσύνη και μοσχοβολιά χαλβά σιμιγδαλένιου, μέχρι το τέλος της ζωής και μετά το τέλος, ως ακριβή μνήμη μάνας ολόρθης, ένα αρχέτυπο. (Μάγδα Φύσσα).</p>
<p>Με κρυφή περηφάνια η αφηγήτρια αραδιάζει την προίκα της θείας Βικτώριας, την προίκα της γλώσσας, της ψυχής και της παράδοσης, έναν κόσμο φωτεινό και ζεστό σαν την καρδιά. «Οι προίκες στο σόι ήταν όλες φτιαγμένες με μεράκι από τα χεράκια της. Παπλωματωθήκες και σεντόνια σε χασέ κατάλευκο, μαξιλαροθήκες με μονόγραμμα, κουρτίνες με λεπτό αζούρ και δαντέλα, κιλίμια «μπαχτά» σα χαλιά και στρωσίδια πολύχρωμα, σεμέν και τραπεζομάντιλα, «καλημέρες», ε αγγελούδια και βυζαντινή βελονιά, τσεβρέδες μεταξωτοί από τα κουκούλια του μεταξέμπορου πατέρα της». (Βικτώρια).</p>
<p>Ο μικρασιατικός πόλεμος στο διήγημα εκστρατεία και ο εμφύλιος στα διηγήματα μέχρι τη Βέροια και Πάσχα του ‘44, είναι ο ζοφερός περίγυρος με τα παλικάρια που χάνονται, την πείνα και την αρρώστια. Υπάρχει ωστόσο η υπόσχεση της νεαρής αφηγήτριας στον παππού της, «θα την κρατήσω τη γρεντιά με όλους της τους ρόζους», υπόσχεση για το μέλλον να κρατήσει την περηφάνια της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, να ακυρώσει το φόβο, να ξορκίσει τις κακές μνήμες.</p>
<p>Αμφίστομο το μαχαίρι της παράδοσης. Σφοδρή η καταγγελία για τη θέση της γυναίκας, θεματοποιημένης στα διηγήματα, Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Μέχρι τη Βέροια, Καθρέφτης και στα σπαραχτικά Ραγίσματa.</p>
<p>“…Και χθες το βράδυ, συνέχισε, χθες βράδυ ήρθε η γιαγιά μου στον ύπνο μου, αυτή απ’ τη μεριά της μάνας μου, μεγάλωσε δεκατέσσερα παιδιά, ορφανά τα μισά, από αδερφές κι από κουνιάδες. Έλα, της είπα, έλα να σε φροντίσω, όσο δεν φρόντισα τη μάνα μου. Της κρατούσα τα χέρια και μιλούσαμε, στη γλώσσα μας μιλούσαμε και έρχονταν ποτάμι οι λέξεις, σαν αυτό που έτρεχε στο χωριό μας. Καταρράχτης οι λέξεις, μας έλουζαν, μας δρόσιζαν, μας γλύκαιναν, ίδια ζαχαρωτά που τρώγαμε μικρές στα πανηγύρια. Της κρατούσα τα χέρια, στραβωμένα δάχτυλα, ζυμωμένα ψωμιά, δρεπάνια σκληρά…….» ( Ραγίσματα )</p>
<p>– Η Πατριαρχία καλά κρατεί στην ορεινή κοινότητα των αφηγήσεων, χωρίς ωραιοποιήσεις, υπαγορεύοντας τότε την απροκάλυπτη ειρωνεία και τις κοροϊδίες των συγχωριανών για την αθώα κι αθόρυβη Αγγελική, κι από την ίδια τη μέλλουσα πεθερά της ακόμα σε ένα εξαιρετικό διήγημα που μου φαίνεται πως ανακαλεί το κλίμα του καρυωτακικού Μιχαλιού. (Μέχρι τη Βέροια).</p>
<p>Άλλωστε είναι η Πατριαρχία –συμπεραίνουμε- που αφήνει ατιμώρητo τον λύκο του παραμυθιού και της σεξουαλικής κακοποίησης της αφηγήτριας- σε πρωτοπρόσωπη αλληγορική αφήγηση. Δυνητικά η καθεμιά μας σε παρόμοια θέση δεν θα μπορούσε να είναι, τότε και τώρα; (Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα).</p>
<p>Σε σημερινό χρόνο εξ άλλου και σε διαφορετικό κλίμα σε σχέση με τις άλλες ιστορίες ο πατέρας στο διήγημα ο καθρέφτης υπαγόρευε στερεότυπα για χρόνια στην κόρη σιωπή, χαμηλωμένα μάτια και υποταγή, μεγαλώνοντας ένα κορίτσι για να αποτύχει στις εξετάσεις – της οδήγησης για την ώρα.</p>
<p>Σε άλλες αφηγήσεις, η σιωπή είναι ελεύθερη επιλογή για την έκφραση του άρρητου και της αγάπης, για να γραφτεί ένα ερωτικό τραγούδι συμπαντικό, (Γεωγραφία).</p>
<p>Το γλυφό νερό είναι συμπερασματικά ένα βιβλίο που υποστηρίζει τη Λογοτεχνία με τόλμη και ανιδιοτέλεια και μας επανασυνδέει βιωματικά με την πολυπλοκότητα του κόσμου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><br /><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>aRTInews 01/05/2021</p>
<p>Υπάρχουν κείμενα (τα περισσότερα) που τα διαβάζεις σε διάφορους ιστότοπους οποιαδήποτε στιγμή της μέρας και στη στιγμή τα ξεχνάς χωρίς να αφήσουν ίχνος πάνω στην ψυχή σου. Υπάρχουν και κείμενα (σπάνιες εξαιρέσεις) που θα ήθελες να τα είχες γράψει εσύ. Ύστερα από καιρό πολλά από αυτά τα βρίσκεις τυπωμένα και συγκεντρωμένα σε ένα βιβλίο. Και τότε η χαρά σου είναι μεγάλη. Γιατί τα ξαναδιαβάζεις σα να τα βλέπεις για πρώτη φορά.</p>
<p>Μιλώ για το «Γλυφό νερό», την άρτι εκδοθείσα συλλογή 17 διηγημάτων της Αθηνάς Παπανικολάου από τις εκδόσεις «Ενύπνιο». Διηγήματα μικρής έκτασης αλλά επιδέξιας σύνθεσης όπως ταιριάζει στη μικρομυθοπλασία που σέβεται το είδος της, εκείνη τη μικρομυθοπλασία που ξέρει να κολυμπά στον ωκεανό των αφηγήσεων και των διασταυρούμενων κειμένων.</p>
<p>Η γλώσσα της Παπανικολάου κόβει σαν ξυράφι φέτες φέτες τη ζωή για να σώσει τελικά την ίδια τη ζωή. Για να φτάσει στις καλύτερες στιγμές της, οι σιωπές των διηγήσεών της να είναι οι πιο εύγλωττες δηλώσεις. Η Παπανικολάου έχει επίγνωση ότι αυτό που δεν το λέμε και επιδέξια το κρύβουμε αποτελεί το δομικό συστατικό μιας αξιοσύστατης αφήγησης. Νομίζω πως εδώ ισχύει ο λόγος του Ουρουγουανού μουσικού και γιατρού Jorge Drexler: «Δεν είναι το φως αυτό που έχει σημασία στην αλήθεια, είναι τα δώδεκα δευτερόλεπτα του σκοταδιού».</p>
<p>Κι αν για τους περισσότερους αναγνώστες η μικρομυθοπλασία συνιστά τη μινιατούρα μιας ευρύτερης ιστορίας, η Παπανικολάου έρχεται να διαψεύσει αυτή την πλάνη. Η γραφή της είναι «τόσο όσο», επιτρέποντας στον αναγνώστη με τη δύναμη της φαντασίας αλλά και την ευαισθησία του να ολοκληρώσει στο μυαλό του κάθε ιστορία. Η αφηγηματική καθαρότητα, η πύκνωση, η διαύγεια του λόγου, η εκφραστική απλότητα, η αφαιρετική ματιά, το αφηγηματικό πλάτος αλλά συγχρόνως και το ψυχογραφικό βάθος κάθε στιγμιότυπου στο οποίο κάθε φορά εστιάζει τον φακό της, συνιστούν την ευρηματική σύνθεση των περισσότερων μικροαφηγήσεών της.</p>
<p>Η «Γεωγραφία», το «Γλυφό νερό», τα «Μαθήματα γραφής», «Ο καθρέφτης» και τα «Ραγίσματα» αποτελούν -κατά τη γνώμη μου- τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου, χωρίς φυσικά να υπολείπονται σε ποιότητα και τα υπόλοιπα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 29/05/2021</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων μας αποκαλύπτει έναν ξεχασμένο και χαμένο κόσμο στον οποίο έχουμε πια πρόσβαση μόνο μέσα από μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Στιγμιότυπα και ιστορίες του προηγούμενου αιώνα στην ελληνική ύπαιθρο μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, στα σκληρά εκείνα χρόνια της ανέχειας και της άγριας πείνας. Συνυφασμένες οι διηγήσεις με παραδόσεις και έθιμα ακόμα και με συνταγές για σιμιγδαλένιο χαλβά για να ημερώσουν οι στρατιές των αγγέλων.<br />Ταυτόχρονα όμως αυτή η φέτα που μας προσφέρει η συγγραφέας από το ψωμί του κόσμου, αποκαλύπτει καθολικά συναισθήματα και αναλύει συλλογικές αντιδράσεις της ανθρώπινη φύσης, αφού τελικά κάθε άνθρωπος ερωτεύεται, πονά, εγκαταλείπεται, μεταναστεύει, νοσταλγεί με τον ίδιο τρόπο από τις απαρχές του πολιτισμού ως σήμερα. Άρα αυτά τα διηγήματα είναι απελπιστικά και απελπισμένα σύγχρονα.<br />Σκευές της Παπανικολάου είναι η εξοικείωση που έχει με τη ζωή στην ύπαιθρο οι εμπειρίες της μέσα στην τάξη, οι πλατιές της γνώσεις, η εξαιρετική της παιδεία, η ευχέρεια που έχει στην ελληνική γλώσσα και που φαίνεται στην κελαρυστή ροή της γραφής της. Όμως εκτός από όλα αυτά διαθέτει ένα αξιομνημόνευτο ταλέντο. Τα διηγήματά της έχουν μία εξαιρετική διαπερατότητα. Διεισδύουν στις φλέβες του αναγνώστη και κυλούν στο αίμα του. Προκαλούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Χαμόγελο και κλάμα ταυτόχρονα. Αυτό η συγγραφέας δεν το επιτυγχάνει με μία περίτεχνη γραφή αφού δεν υπάρχει τίποτε το πομπώδες και εξεζητημένο στο βιβλίο. Ούτε χρησιμοποιεί πρωτότυπα τεχνάσματα, αφηγηματικά τρυκ, μη γραμμικότητα στην αφήγηση.<br />Απλούστατα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον κάνει συνταξιδιώτη, συνοδοιπόρο, σύντροφο, ομοτράπεζο στο γεύμα με τους Αλβανούς μετανάστες που στρώνει η μάνα της για χάρη τους, αλληλέγγυα με το κορίτσι που βιάστηκε από τον κακό λύκο ανάμεσα σε σακιά αλεύρι, ακόλουθο και παρατηρητή σε γαμήλιες πομπές πάνω στα βουνά με τρόπαιο τη γυναίκα που αγοράστηκε.<br />Ανασταίνει και δίνει φωνή σε έναν κόσμο σιωπηλό και ραγισμένο, σε ανθρώπους φτωχούς που έπεσαν θύματα στη δίνη της ιστορίας ή των συνθηκών, στους κατατρεγμένους και στους ταπεινούς. Στο βιβλίο παρελαύνει ένας στρατός από γυναίκες, μανάδες, γιαγιάδες, αδελφές, θείες, ανηψιές, γενιές ολόκληρων γυναικών που υπέφεραν αγόγγυστα τη σκληρή ζωή της υπαίθρου, που μετέτρεψαν σε κέντημα τον πόνο τους, που δούλεψαν στα καπνοχώραφα, παιδιά που γι’ αυτά το θαλασσινό νερό είναι άγνωστη λέξη, πατέρες που σκοτώνουν το άλογο για να επιβιώσει το φυματικό παιδί τους.<br />Γράφει κάπου ο Ρίλκε<br />«Το υπέρτατο καθήκον όμως είναι να μετατρέψει κανείς το ταπεινό σε σπουδαίο, το αδιόρατο σε απαστράπτον• να φωτίσει έναν κόκκο σκόνης ώστε να τον δούμε ως αναπόσπαστο μέρος του όλου»<br />Η Αθηνά Παπανικολάου με μεγάλη ενσυναίσθηση κάνει ακριβώς αυτό. Φωτίζει το ασήμαντο, το μικρό, την βυζαντινή βελονιά στον τσεβρέ της θείας Βικτωρίας, για να κεντήσει ένα ολόκληρο σύμπαν τρυφερότητας και ευαισθησίας τόσο πειστικά, ζωντανά και γλαφυρά που όχι μόνο το βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας, αλλά το ζούμε σωματικά και ψυχικά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΛΙΑ ΖΑΠΩΝΗ</strong></h5>
<p>Δεκαεπτά συγκλονιστικές ματιές</p>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 28/08/2021</p>
<p>Οσο καιρό άνθιζε η κουτσουπιά, ο πίνακας γέμιζε μωβ άνθη, σύννεφα, θάλασσες, πουλιά, πρόσωπα, μάτια, συλλαβές, λέξεις.<br />Αφησε να του πιάσει το χέρι και μαζί χάραζαν γλώσσα και γλώσσες. Ο ήλιος, η θάλασσα, η κουτσουπιά, η άνοιξη, η μάνα, έγιναν γράμματα δικά του. Τεντώθηκε τότε το σώμα, υψώθηκε το βλέμμα του και για πρώτη φορά είδε στο τζάμι στο παράθυρο, πόσο είχε ψηλώσει.</p>
<p>Στο βιβλίο του, «Σάμερχιλ &#8211; Το ελεύθερο Σχολείο», ο μεγάλος παιδαγωγός και μεταρρυθμιστής δάσκαλος Α.Σ. Νιλ περιγράφει πώς έφερε το φως και την αγάπη στο σπίτι και στο σχολείο. Το θυμήθηκα διαβάζοντας το βιβλίο «Γλυφό Νερό» της Αθηνάς Παπανικολάου.</p>
<p>Ξεχειλίζει από αγάπη για τους μαθητές και ενδιαφέρον για τη μάθηση. Διαμαντάκια τα διηγήματά της ξεπηδάνε μπρος στα έκπληκτα μάτια μας. Φτιάχνουν δροσερά ρυάκια που μας ξεδιψούν πνευματικά και προπαντός συναισθηματικά και καταλήγουν φουσκωμένα ποτάμια στον ωκεανό της απόλαυσης και της τέρψης…</p>
<p>Στο διήγημα το «Γλυφό νερό», που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο, προσωπικά βιώματα της συγγραφέως από την τάξη μας καθηλώνουν και ανταμώνουμε με την αγωνία του δασκάλου αλλά και με την ευθύνη να παρουσιάσει το μάθημα, να το κάνει κατανοητό στους μαθητές, να τους εμφυσήσει τη γνώση και την κατανόηση ενός ποιήματος, ενός κειμένου. Κι όταν τα καταφέρνει, μαζί με τα παιδιά, χαλαρώνει, ξεδιψάει από την αγωνία, έστω και με το γλυφό νεράκι, όπως μας λέει.</p>
<p>Κι όταν είσαι δασκάλα σε προσφυγόπουλα, αυτό το βάρος των παιδιών πώς μπορείς να το σηκώσεις; Να το μοιραστείς; Αυτό το βάρος που, όπως λέει κι ο Σεφέρης, «δοκίμασε να το αλλάξεις, δεν μπορείς».</p>
<p>Μαθητές που κουβαλούν τις σκοτεινές, σκληρές εικόνες ενός διαρκούς πολέμου και τον ατέρμονο φόβο που γεννά. Είναι το βάρος ενός συνεχιζόμενου ξεριζωμού από σπίτι σε σπίτι κι από λιόδεντρο σε λιόδεντρο.</p>
<p>Στα διηγήματα «Γιορτή», «Μαθήματα Γραφής», «Μιρουπάφσιμ μάνα» η συγγραφέας περιγράφει με σπαρακτικό τρόπο τη μοίρα των προσφύγων, ένα θέμα που της είναι ιδιαίτερα οικείο, μια και εργάστηκε ως συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων και μοιράστηκε τις αγωνίες τους, τις προσδοκίες τους, τον φόβο και τις ελπίδες τους… Πέρασε όλα αυτά τα χρόνια το χέρι της από τα κεφαλάκια όλων των μαθητών της σαν ευλογία, για να στεριώσει η ελπίδα τους.</p>
<p>Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν στιγμές της νεότερης Ιστορίας μας, όπου το ατομικό μπλέκεται με το συλλογικό και χορεύουν το γαϊτανάκι τους, δημιουργώντας το συλλογικό γίγνεσθαι. Στην «Εκστρατεία», η Αθηνά δεν κατανέμει ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή, αναφέρει μονάχα: «Κάναμε κι εμείς άγρια πράματα» και καταλήγει: «Πόσα παλληκάρια» χάθηκαν άδικα, για «ένα άδειο πουκάμισο, για μια Ελένη», όπως λέει κι ο Σεφέρης…</p>
<p>Η Κατοχή μας παρουσιάζεται μέσα από την ιστορία του μόνου κι έρημου πατέρα που καταφέρνει και σώζει τον φθισικό (χτικιάρη) γιο του από τη φυματίωση που θέριζε εκείνη την εποχή. Θαυμάζουμε τον αγώνα του, αγωνιούμε για την έκβαση και ταυτόχρονα παρακολουθούμε τις προσπάθειες επιβίωσης ενός λαού που στενάζει κάτω από την μπότα του κατακτητή.</p>
<p>Κι ο Εμφύλιος, ο άγριος κι αδελφοκτόνος, ξετυλίγεται μέσα από τα μάτια της Τριανταφυλλιάς, της αθώας ψυχής που περισσότερο κι από τον ξένο άντρα που της έδωσαν την τρόμαζε το ποτάμι, που κατέβαζε κουφάρια αγωνιστών και μέσα από τα νερά του ακούγονταν θρήνοι και οιμωγές.</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου περιγράφει επίσης –με σπαραξικάρδιο τρόπο– τη μοναξιά και την εγκατάλειψη του ανθρώπου που σε μεγάλη ηλικία χάνει το ταίρι του, τη γυναίκα που ντρεπόταν να ομολογήσει πόσο αγάπη της είχε και τώρα προσπαθεί μάταια να ακούσει τη φωνή της μέσα από τη συσκευή του παλιού τηλεφώνου.</p>
<p>Ανατόμος των ανθρώπινων σχέσεων η συγγραφέας κάνει την πιο βαθιά τομή στον «Χαλβά σιμιγδαλένιο». Η μάνα δεν είναι άλλη από τη μάνα της, από τη μάνα μας, που καβουρντίζει το σιμιγδάλι και ρίχνει τα καρύδια και πάνω από όλα κλείνει τις πόρτες να μην «σπάσει» η ευωδιά τη μύτη των αγαπημένων της, ξημερώματα… Είναι η μάνα που μετακόμισε στη γειτονιά των αγγέλων και μοιράζει το κέρασμά της, μήπως ημερώσουν οι στρατιές τους, σαν θα κατέβουν από τα ουράνια δώματα.</p>
<p>Θυμήθηκα το ποίημα της Χάνα Αρεντ για τους νεκρούς μας: «Πώς μπορεί κανείς με τους νεκρούς να ζει; Πες μου; Πού είναι η φωνή που με την παρουσία τους μας δένει; Καθώς και η χειρονομία που μας κάνουνε εκείνοι; Ευχόμαστε ακόμα και η εγγύτητα να μας απαρνηθεί».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 16/04/2022</p>
<p>Ένα από τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που μας πέρασε είναι ασυζητητί η συλλογή διηγημάτων, “γλυφό νερό“, της Αθηνάς Παπανικολάου, από τις εκδόσεις ενύπνιο. Πρόκειται για 17 μικροαφηγήσεις/διηγήματα, γραμμένα σε μια γλώσσα λιτή, δωρική, διανθισμένη με ιδιωματισμούς της περιοχής του Βοϊου Κοζάνης, ιδιαίτερης πατρίδας της Α.Π. Ο λόγος της καθηλωτικός, ποιητικός, συνήθως μικροπερίοδος, διάστικτος από μεταφορές και παρομοιώσεις, συγκλονιστικός στη μετάδοση δραματικών γεγονότων, αλλά και στην περιγραφή προσώπων, βγαλμένων από τα σπλάχνα της γης της Κοζάνης.<br />Τα θέματά της ποικίλα: ο έρωτας που απεικονίζεται ποιητικά στη σχέση δύο ανθρώπων (Γεωγραφία, Ωκεανός), η αγωνία και η προσπάθεια της δασκάλας να μεταδώσει στα παιδιά το νόημα μιας λέξης (π.χ. Γλυφό νερό), ο βιασμός του μικρού κοριτσιού (Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα), ο τρελός των φαναριών (Διαδρομή), η αναπαράσταση της εκστρατείας στη Μ. Ασία (Εκστρατεία), η σύγχρονη προσφυγιά (Η γιορτή), το πορτρέτο και ο χαρακτήρας μιας γυναίκας (Η θεία Βικτώρια), ο ερχομός των νεκρών (Μάγδα Φύσσα), το ασυνόδευτο (Μαθήματα γραφής), γάμος και ξόδι (Μέχρι τη Βέροια), η είσοδος των πρώτων Αλβανών στη χώρα (Μιρουπάρσιμ μάνα), η εξέταση στην οδήγηση (Ο καθρέφτης), οι προσπάθειες του πατέρα να σώσει τον γιο του (Πάσχα του ’44), η Αλβανίδα παραδουλεύτρα (Ραγίσματα), το τηλέφωνο του πατέρα (Το τηλέφωνο), η γιορτή των Αρχαγγέλων (Χαλβάς σιμιγδαλένιος). Θέματα και πρόσωπα που συγκλονίζουν και συγκινούν μέχρι δακρύων, κάποτε διανθισμένα και με χιούμορ. Ιστορίες βγαλμένες μέσα από τα βιώματα της Α. Π. ή από τις διηγήσεις αγαπημένων προσώπων, γραμμένες σε πρώτο ή τρίτο ενικό και κάποιες φορές σε πληθυντικό πρόσωπο. Κυρίαρχες φιγούρες η γιαγιά, η μάνα, ο πατέρας, ο παππούς, αλλά και άλλα πρόσωπα που πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές ή παίρνουν τα ίδια τον λόγο, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.<br />Πραγματικά δεν φτάνουν οι λέξεις να εκφράσω τον θαυμασμό μου για την αυθεντικότητα και τη δύναμη γραφής της Αθηνάς Παπανικολάου και κυρίως για τη συγκίνηση που εκπέμπουν τα διηγήματά της. Το καθένα από αυτά είναι ένα μικρό αριστούργημα. Τα διηγήματά της, κόντρα στον τίτλο τους, είναι σίγουρα μια πηγή καθάριου νερού, όπου ο αναγνώστης σκύβει με λαχτάρα να πιει, για να ξεδιψάσει από όσα απελπιστικά μας βαραίνουν. Νομίζω πως θα άξιζε να βραβευτούν!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΗ ΠΑΤΚΟΥ</strong></h5>
<p>alterthess.gr 19/07/2022</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου, κατάγεται από τον Αλιάκμονα Βοΐου, μεγάλωσε στην Νεάπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε φιλόλογος στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων σε προσφυγικούς καταυλισμούς.</p>
<p>Στο βιβλίο της μας προσφέρει δεκαεπτά μικρά διηγήματα, με γραφή ποιητική. Επέλεξα να παρουσιάσω αυτό το βιβλίο, όχι γιατί είναι φίλη από τα φοιτητικά χρόνια, αλλά γιατί οι ιστορίες της ακουμπούν και στις δικές μου μνήμες, τις παιδικές, τις εφηβικές, και στις αφηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων μας. Δεν είναι παράξενο αυτό. Ο τόπος και ο τρόπος που μεγαλώσαμε είναι ίδιος.</p>
<p>Δεν προσπαθεί να εκβιάσει τα συναισθήματα μας, δεν εξηγεί, (που ως εκπαιδευτικός θα μπορούσε να το κάνει), δεν αποδίδει ευθύνες, απλώς περιγράφει. Και η συγκίνηση βρίσκει τον δικό της δρόμο να μας συναντήσει.</p>
<p>Ο τίτλος του βιβλίου «Γλυφό νερό», εξηγείται στο ομότιτλο διήγημα. Εκεί θα συναντήσουμε το πάθος της δασκάλας να εμφυσήσει στα παιδιά την αγάπη για την ποίηση, για τα γραπτά.</p>
<p>«Τι είναι το γλυφό νερό που γράφει ο Σεφέρης στο γνωστό του του ποίημα;</p>
<p>-Μήπως κυρία, σαν το νερό από τη βροχή, όταν ενώνεται με το αλάτι που ρίχνει ο πατέρας μου πάνω στις πέτρες, για να γλύφουν τα πρόβατα; Μια φορά που δοκίμασα κι εγώ την πέτρα, έτσι μου φάνηκε , όπως μας το λέτε τώρα.</p>
<p>-Ναι, έτσι είπε με ανακούφιση κι αυτή, μολονότι δεν είχε γλείψει πέτρα με αλατισμένο νερό.</p>
<p>-Έ πε,’ μα κυρία, στούραβο νερό, να καταλάβουμε κι εμείς, αναφώνησαν , όλα εν χορώ».</p>
<p>Επιτέλους κατάφερε να τους κάνει να καταλάβουν! Και ένιωσε τότε «…να ξεδιψά, αν είναι δυνατόν, από γλυφό νεράκι.»</p>
<p>Τα διηγήματα – μερικά είχαν προδημοσιευθεί και αλλού- είχαν και εξακολουθούν να έχουν ταυτόχρονα και τον χαρακτήρα μιας κριτικής παρέμβασης σε διάφορα που συμβαίνουν γύρω μας και τώρα- και πρέπει να μας αφορούν.</p>
<p>Μπορούν να διαβαστούν σαν μια ιστορία, σαν παραλλαγές σε ένα θέμα που νομίζω είναι πάντα το ίδιο θέμα.</p>
<p>Παραλλαγές για να ασκούμαστε να διακρίνουμε τον άλλο, το διαφορετικό, να ασκούμαστε στην αντίσταση που υψώνει μια ταυτότητά στην μοναξιά της, να διακρίνουμε τα τείχη αδιαλλαξίας, τις δοκιμασίες.</p>
<p>Αυτές οι παραλλαγές του ίδιου θέματος, όπως σημειώνει με άλλη ευκαιρία η Νόρα Σκουτέρη -Διδασκάλου, στρέφουν το καθρέφτη από εμάς στους άλλους και πάλι σε μας σε μια κίνηση συνεχή και επίμονη, άλλοτε επώδυνη και απειλητική για τους εφησυχασμούς, τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις μας μας και άλλοτε υποσχετική για όλα εκείνα που μπορούμε να κάνουμε, για όλα όσα ελπίζουμε να γίνουν.</p>
<p>Γιατί κάπου ανάμεσα σε τέτοιες ιστορίες, όπως η «Μάγδα Φύσσα», «Μιρουπάφσιμ», «Μαθήματα γραφής», «Πάσχα του 44» , «Εκστρατεία» κάθε πράξη ανάγνωσης του παρελθόντος αντιμετωπίζει τους ίδιους κινδύνους: παρανάγνωση, προκατάληψη, εθνοκεντρισμό, στερεότυπα. Και εδώ είναι η ανάγκη να κατανοηθεί η ιστορία μέσα από τις εμπειρίες των ανθρώπων, μέσα από αλλιώτικους, μη επίσημους και καθιερωμένους τρόπους. Τότε αυτές οι ιστορίες φωτίζουν μνήμες σιωπηλές και κατασιγασμένες.</p>
<p>Στο διήγημα «Δεν ήμουν το κοριτσάκι με τα σπίρτα», μιλά για τις πραγματικότητες σαν παραμύθια και τα παραμύθια σαν πραγματικότητα.</p>
<p>Αν τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως μας τα λένε χρόνια τώρα οι δάσκαλοι και οι μεγάλοι, η παράδοση , ο πολιτισμός, η ιστορία, αλλά αλλιώς;</p>
<p>Αλλιώς, δηλαδή όχι ξένα, αλλά και δικά μας, για να τα φτιάξουμε, να τα μεταμορφώσουμε, να τα πούμε. Να επιλέγουμε μόνες μας, κι όχι τη μοναξιά μας, για να κάνουν τη ζωή όλων μας καλύτερη , δηλαδή πιο ανθρώπινη. Να μάθουμε να αλλάζουμε τον κόσμο αρχίζοντας να αναρωτιόμαστε και προχωρώντας πέρα από αυτό.</p>
<p>Η ιστορία της Τρανταφλιάς στο διήγημα «Μέχρι τη Βέροια» , μια ιστορία, σχεδόν σαν «μη ιστορία», γιατί δεν πρόλαβε να ειπωθεί, γιατί δεν θα ειπωθεί ποτέ. Η Αθηνά βρίσκει σε αυτό το προσωπικό ίχνος που άφησε η Τρανταφλιά, κάτι σαν επίκληση για μνημόσυνο και μαζί τον σπαραχτικό υπαινιγμό που κινεί την μνήμη με ένα όνομα για μια ζωή, που όπως πολλές άλλες τέτοιες μικρές ζωές, αξίζουν πολύ περισσότερο.</p>
<p>«Η θεία Βικτώρια», ένα άλλο έξοχο διήγημα. Και ποια από εμάς δεν είχε μια θεία, μια γιαγιά μια μάνα, σαν τη θεία Βικτώρια. Η θεία Βικτώρια και η κάθε θεία του παρελθόντος (και του παρόντος ίσως) που κατέχει μια γνώση ζωής, πρακτικά μαθημένη, που δημιουργεί, που είναι γνώστρια των μικρών και των μεγάλων μυστικών του κεντήματος, του πλεκτού, της κουζίνας, που ξέρει να φροντίζει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή, να ορίζει την συντροφικότητα και την επικοινωνία…</p>
<p>Τι να πούμε και για τα παιδιά, γι’ αυτά τα παιδιά, όπως στα διηγήματα «Η Γιορτή», και «Μαθήματα γραφής». Οι ιστορίες των παιδιών που ξεριζώνονται από τα σπίτια τους από τόπους μακρινούς, ιστορίες ακραίας φτώχιας και πολέμων που προκαλούν δεινά σε όλη την ανθρωπότητα. Τι είναι λοιπόν αυτές οι ιστορίες που τις μαθαίνουμε μόνο όταν γινόμαστε θύματά τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που τις έζησαν; Τι είναι αυτή η συμφορά που λέγεται πολιτισμός και πρόοδος; Τι είναι αυτό το κακό που εξαπλώνεται και διεκδικεί όλο και περισσότερα θύματα χρόνο με το χρόνο;</p>
<p>Τελειώνω με το υπέροχο «Χαλβάς σιμιγδαλένιος», το γλυκό μιας κουζίνας μητρογονικής , που με απλό και καθημερινό τρόπο, δένει την απόλαυση με φανερές και κρυφές σημασίες για τη ζωή μας.</p>
<p>«Έστρωσε το τραπέζι, έβαλε το καλό, το ασπροκεντημένο τραπεζομάντηλο που είχε για τη γιορτή της […] Μοσχοβόλησε το σύμπαν κανέλα και ψίχα καρυδιού. Μέρα γιορτής των Αρχαγγέλων, μέρα του ονόματός της, γλυκάθηκαν οι Ταξιάρχες, φτερούγησαν απαλά να μη χαλάσουν το τραπέζι». Όση γλύκα έχει ο χαλβάς, τόση η γλυκύτητα του κειμένου…</p>
<p>Την απόλαυση αυτού του γλυκού που έχει παραδοσιακές ρίζες, που όσο πάει και την λησμονούμε μαζί με τα μυστικά της τέχνης, η Αθηνά δεν μας αφήνει να την ξεχάσουμε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΗ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗ</strong></h5>
<p>alterthess.gr 07/11/2023</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου υπήρξε φιλόλογος στη μάχιμη έδρα από το 1987 μέχρι το 2020, καθώς και Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων από το 2016 μέχρι το 2017<br />Είναι συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων ‘’Το Γλυφό Νερό’’.</p>
<p>Όποτε κάποιος διαβάζει κείμενα της Αθηνάς Παπανικολάου, η πρόσληψη της πραγματικότητας τροποποιείται, κάθε διαδικασία των αισθήσεων συνυφαίνεται με απόλυτο και σχεδόν αυτόματο τρόπο με την επεξεργασία και την ερμηνεία των μηνυμάτων τους. Μια αίσθηση που δεν είναι ακριβώς μόνο αίσθηση αφού ένα μέρος της μετασχηματίζεται σε συναίσθημα.</p>
<p>Όταν διαβάζει κάποιος αυτά που γράφει η Αθηνά παπανικολάου, όλα αλλάζουν. Άλλα στοιχεία διαθλώνται, γιατί μεταμορφώνει τη σκέψη και η παρατήρηση αποκτά άλλες διαστάσεις. Άλλα υποβαθμίζονται κι άλλα αναβαθμίζονται αξιολογικά γιατί τα γραπτά της σε κάνουν να εντοπίζεις διαφορετικές προτεραιότητες.</p>
<p>Όποτε κανείς διαβάζει τα διηγήματα, τα πολιτικά κείμενα ή τις κριτικές της, παίρνει κάθε φορά μια πολύ σπουδαία απόφαση. Να αναρωτηθεί, να προβληματιστεί, να στοχαστεί σε όλη τη φαινομενικότητα που τον περιβάλλει και που συνήθως αποκρύβει την ουσία ή την τελεολογία της πραγματικότητας – αν υπάρχει…</p>
<p>Όποτε διαβάζει κάποιος τα γραπτά της Αθηνάς Παπανικολάου, άλλοτε αναδύονται άλλοι κόσμοι, οι οποίοι ή συγκρούονται με τον τυποποιημένο κόσμο ή συμφύρονται και συνυπάρχουν μαζί σε ένα παράξενο μίγμα μαγικής θέασης, όπου πραγματικό και φαντασιακό είναι αγκαλιά.</p>
<p>Οι σκέψεις και τα γραφόμενα της, είναι σύντροφοι για μια ζωή. Κάποια σου δίνουν ένα δυνατό χαστούκι, άλλα είναι σαν ζεστή κουβέρτα που σε τυλίγει όταν σε πιάνει φθινοπωρινή μελαγχολία. Τα κείμενα της Αθηνάς Παπανικολάου δεν είναι σαν ροζ μαλλί της γριάς, που γαργαλάει τον εγκέφαλό σου για τρία δευτερόλεπτα και αφήνει πίσω του ένα χαρούμενο κενό. Η γραφή της κρατά τη βλακεία μακριά. Σε περιβάλλει με αγάπη, δύναμη και γνώση.</p>
<p>Ο λόγος στη συλλογή διηγημάτων ‘’Γλυφό Νερό’’ από τις Εκδόσεις Ενύπνιο.</p>
<p>Στο βιβλίο της αυτό η Αθηνά Παπανικολάου καταθέτει δεκαεπτά μικρά διηγήματα-ποιήματα.</p>
<p>Μικρομυθοπλασία μ’ άλλα λόγια.</p>
<p>Και τι άλλο μπορεί να είναι η μικρομυθοπλασία παρά μια μικροεικόνα της Ιστορίας.</p>
<p>Η τεχνική αυτής της γραφής όταν γράφεται από χέρι ασκημένο και βλέμμα διεισδυτικό μπορεί να καταβυθιστεί στο ατέρμονο των αφηγήσεων, να αλιεύσει το μαργαριτάρι από το κοχύλι και να αφήσει τη σιωπή και την υπονόηση να πράξει τα υπόλοιπα.</p>
<p>Μικρές μυθιστορίες ανθρώπων, μικροαφηγήσεις που διαλανθάνουν συνήθως του οπτικού μας πεδίου είναι τα διηγήματα της Παπανικολάου.</p>
<p>Μεγάλη είναι η συζήτηση γύρω από τον ειδολογικό χαρακτήρα των μικροαφηγήσεων. Γιατί οι μικροαφηγήσεις μπορούν να κάνουν σε μια σελίδα ό,τι το μυθιστόρημα σε διακόσιες.</p>
<p>Δίνουν μορφή στις μικρές γωνίες του χάους.</p>
<p>Σίγουρα η ελαχιστοποίηση της φόρμας δεν μπορεί παρά να επηρεάζει άμεσα και με καθοριστικό τρόπο την ίδια την αφήγηση και τα εκφραστικά της μέσα. Εκείνο που μετρά περισσότερο σε ένα μικρό αφήγημα είναι η προσεκτική επιλογή των λέξεων και η ακρίβεια της διατύπωσης. Στον λίγο χώρο που καταλαμβάνει μια μικροαφήγηση δεν υπάρχουν περιθώρια για εκτενείς περιγραφές ούτε και για περιττές λεπτομέρειες. Αντίθετα, η αισθητική της αξία εξαρτάται άμεσα από τον βαθμό συνοχής της αφήγησης και την αποτελεσματικότητα της συμπύκνωσής της.</p>
<p>Με ποιον ακριβώς τρόπο, όμως, μπορεί κανείς να διηγηθεί μια ιστορία όταν έχει στη διάθεσή του μόνο λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες λέξεων;</p>
<p>Όπως είναι λογικό, η έμφαση κατά κανόνα δίνεται σε μια αφήγηση που «δείχνει» περισσότερα από όσα «λέει», με στόχο την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής αφαίρεσης.</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου, έχει την ικανότητα να καταγράφει με χειρουργική συγγραφική ακρίβεια σε λίγες μόνο γραμμές, το βάθος της ανθρώπινης κατάστασης.</p>
<p>Για να διαβάσει κανείς τα διηγήματα αυτά, και για να μπει μέσα στη συγγραφική της περιοχή θα πρέπει να βαπτιστεί στην ανθρωπινότητα.</p>
<p>Ο Όσκαρ Ουάιλντ πίστευε στην ακατάλυτη ελευθερία να σκέφτεσαι και να λες αυτό που θέλεις όπως το θέλεις.</p>
<p>Αυτό κάνει η Αθηνά Παπανικολάου.</p>
<p>Τραγουδά τις μοίρες που συνθέτουν το περίπλοκο δίκτυο της ανθρώπινης Ιστορίας και τοποθετεί τα αισθήματα και τις ανάγκες του καθενός και της καθεμιάς εκεί που πραγματικά ανήκουν, στο ασχολίαστο απυρόβλητο, χωρίς να προσπαθεί να εκβιάσει κανενός είδους συναίσθημα, χωρίς να εξηγεί πολλά.</p>
<p>Αφήνει τον αναγνώστη να διαβάσει και να εξηγήσει ο ίδιος την ιστορία που έχει μπροστά του.</p>
<p>Γιατί τα διακυβεύματα του βιβλίου είναι πολλά και αφορούν όλους μας.</p>
<p>Το σχολείο, η τάξη, το προσφυγικό, οι ταξικές διαφορές, ο εμφύλιος, η θέση της γυναίκας.</p>
<p>Και τίθενται όλα τούτα μέσα από ανθρώπινες μικροϊστορίες.</p>
<p>Είναι γνωστό δε, πως οι μικροϊστορίες των ανθρώπων αποτελούν αυτό που αποκαλούμε μακροϊστορία.</p>
<p>Παρ όλα τούτα, το θέμα είναι σε όλα κοινό. Η ανθρώπινη κατάσταση, η άσκηση στην αποδοχή του διαφορετικού, η συμπερίληψη και γιατί όχι η συμπόνοια.</p>
<p>Ο Ούλριχ Μπεκ , αυτός ο σπουδαίος κοινωνιολόγος στο βιβλίο του ‘’Κοινωνία της διακινδύνευσης , καθ’ οδόν προς μιαν άλλη νεωτερικότητα’’, τονίζει πως συντελείται στις μέρες μας μέσα από μια διαδικασία ιεροποίησης των καθεστηκυιών συντηρητικών συνιστωσών, η αναγωγή όλων των υπολοίπων κοινωνικών σχέσεων σε ταμπού, αγνοώντας επιδεικτικά πως υπάρχει και μια «ανώτερη» ελευθερία, μια «ανάπτυξη των ανθρωπίνων δυνάμεων» που δεν υπακούει στην ανάγκη και την εξωτερική σκοπιμότητα.</p>
<p>Και η Αθηνά Παπανικολάου,αυτό κάνει σ’ αυτό της το βιβλίο που είναι η καταγραφή του modus Vivendi και του modus pensandi της.</p>
<p>Ανατέμνει τις ανθρώπινες σχέσεις , φωτίζοντας μνήμες κατασιγασμένες και μιλά για την αποδοχή του διαφορετικού, καταδεικνύοντας με την ex contrario τοποθέτηση της, πως όλα δεν γίνεται και δεν πρέπει να υπακούνε σε συντεταγμένες σκοπιμότητες και οφέλη, ιδίως η ανθρώπινη κατάσταση.</p>
<p>Ως άνθρωπος , ανθίσταται σε κάθε εξωτερική σκοπιμότητα, γεγονός που καταγράφεται και στο βιβλίο της. Κρατά τα μάτια ανοιχτά σ’ έναν ήλιο που τυφλώνει, και με την αναγνωστική, συναισθηματική, πολιτική σκευή της και το εντός της βαθύ ορυχείο, μιλά για την ανθρώπινη κατάσταση.</p>
<p>Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, τραυματισμένοι, μέσα στον ορυμαγδό του τοπίου.</p>
<p>Η Τριανταφλιά, οι μαθητές που διερωτώνται τι είναι το γλυφό νερό, η θεία Βικτώρια, η Αγγελική, ο Μιχαλιός, τα ξενάκια οι μαθητές της κι όλοι όσοι περνούν από τις σελίδες του βιβλίου.</p>
<p>Άνθρωποι «τυπικά μακρινοί αλλά και τόσο κοντινοί», που «δεν μας είναι ξένοι· μας κατοικούν και τους κατοικούμε. Είναι όλοι τους ο καθρέφτης κι ο παραμορφωτικός μας φακός.</p>
<p>Τραβά snapshots στη ζωή την ίδια.</p>
<p>Συναντιέται σε στενά, στα σκοτεινά, στα θεατά αλλά κυρίως στα αθέατα πρόσωπα αυτής της χώρας που κουβαλούν τις μικροϊστορίες τους, οι οποίες συνιστούν την πραγματική μακροϊστορία της.</p>
<p>Ένας κόσμος που παραπαίει είναι ο κόσμος που περιγράφει. Χωρίς να τον κρίνει, απλά τον καταθέτει.</p>
<p>Και είναι κατά βάσιν πολιτικός ο λόγος της.</p>
<p>Γιατί η Λογοτεχνία, οφείλει και πρέπει να χαρακτηρίζεται από τη φέρουσα ιδιότητα μας και το πολιτικό και κοινωνικό μας πρόσημο για τη ζωή.</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου, ‘’καταπίνει αισθήματα και εικόνες – γιατί αισθήματα και εικόνες είναι οι μικρομυθιστορίες της- που διαλύονται μέσα της και γίνονται αίμα’’.</p>
<p>Ο Γιάννης Πάσχος στις ‘’Μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο’’ γράφει: ‘’κάποια στιγμή αποφάσισα ότι ο μόνος τρόπος για να αποδράσω από τη μετριότητα των άκαρπων και άτυχων συναισθημάτων… ήταν να προσαρμόσω την κλίμακα της καρδιάς μου, ώστε να ανιχνεύει μονάχα τα συναισθήματα υψηλής ευαισθησίας και ιδιαίτερης βαρύτητας’’.</p>
<p>Αυτό κάνει η Παπανικολάου, γράφοντας.</p>
<p>Γιατί όπως κάθε άνθρωπος που γράφει, έτσι και η αυτή, έχει έναν μυστικό κόσμο που μας τον καταθέτει επισήμως στο βιβλίο αυτό.</p>
<p>Αντιτάσσεται στους μηχανισμούς της καταπίεσης και της πειθάρχησης του κόσμου κατά τον άνωθεν επιβεβλημένο νεοφιλελεύθερο τρόπο, ως όφειλε, και ως οφείλουν άπαντες, γράφοντες ή μη.</p>
<p>Η Αθηνά Παπανικολάου, ως περσόνα αγαπητικής οικειότητας, μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να αναφωνήσει όπως ο Γιάννης Κοντός στη ‘’Στάθμη του σώματος’’ …φύσηξε τον πηλό μου να ξαναγίνω άνθρωπος’’.</p>
<p>Αυτήν την ανθρωπινότητα κι αυτές τις εναγώνιες διερωτήσεις μπορεί κάποιος να διακρίνει με γυμνό μάτι σε όλα τα γραπτά της. Αθηνάς.</p>
<p>Χρησιμοποιώντας άλλοτε λέξεις καθημερινές κι απλές κι άλλοτε λέξεις σπαραξικάρδιας ομορφιάς, ακροβατεί μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου και συνθέτει κείμενα σπαρακτικά, κείμενα εναγώνια, που μας αρπάζουν από το μανίκι και μας κάνουν κοινωνούς των σκέψεων και της αγωνίας της.</p>
<p> </p>
<p>.</p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/08/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 19 Mar 2024 17:04:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20863</guid>

					<description><![CDATA[Η Αριστούλα Δάλλη γεννήθηκε στα Γρεβενά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια, Συστημική οικογενειακή θεραπεύτρια, υπεύθυνη συντονίστρια του Κέντρου Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα, Θεσσαλονίκη. Είναι εικαστικός με συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις και γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Αριστούλα Δάλλη γεννήθηκε στα Γρεβενά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια, Συστημική οικογενειακή θεραπεύτρια, υπεύθυνη συντονίστρια του Κέντρου Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα, Θεσσαλονίκη. Είναι εικαστικός με συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις και γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω της Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022) και Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), ενώ έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, fractal, /rear, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Οι κόρες της Δήμητρας (Εκδ. Βακχικόν 2025)<br />
Το δέρμα της φώκιας (Εκδ. Βακχικόν 2024)</p>
<p style="text-align: left;">
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7/%ce%bf%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%83-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%83/" rel="attachment wp-att-22763"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22763" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΟΙ-ΚΟΡΕΣ-ΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΑΣ-196x300.jpg" alt="" width="321" height="491" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΟΙ-ΚΟΡΕΣ-ΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΑΣ-196x300.jpg 196w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/ΟΙ-ΚΟΡΕΣ-ΤΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΑΣ.jpg 419w" sizes="(max-width: 321px) 100vw, 321px" /></a></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20864 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-2-205x300.jpg" alt="" width="321" height="469" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-2-205x300.jpg 205w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/03/Untitled.FR12-2.jpg 437w" sizes="(max-width: 321px) 100vw, 321px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ (2025)</strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολo, το αλλόκοτο.<br />
Οι κόρες της Δήμητρας είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των απωθημένων ανοικείων εικόνων του ασυνείδητου, οι οποίες. κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αναδύονται στο συνειδητό και, γνώριμες πλέον, βιώνονται ως οικείες μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης. της αλληγορίας. του συμβολισμού.<br />
Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου. στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΡΟΖ ΦΟΡΕΜΑ</strong></h5>
<p>Ένα κορίτσι κάθεται στο φωτισμένο παράθυρο του σκοτεινού σπιτιού πάνω στον λόφο. Η νύχτα υποχωρεί σιγά σιγά. Χρόνια τώρα, κάθε ημέρα την ίδια ώρα, περιμένει την ανατολή του ήλιου, για να δώσει με το φως του ζωή στον ακίνητο κόσμο της.<br />
Τελευταία παρατηρεί μια ανθρώπινη φιγούρα να τρέχει μέσα στη νύχτα στην πλαγιά του λόφου. Τριγυρνάει το σπίτι της, ίσως ψάχνει για πόρτες και ανοίγματα, χάνεται και ξαναεμφανίζεται καθώς η σκιά του παρακολουθεί επίμονα το παράθυρό της. Τι μπορεί να θέλει άραγε από εκείνη; Η καρδιά της κλοτσάει από περιέργεια και φόβο. Σήμερα είναι αποφασισμένη να μάθει τον σκοπό του. Δεν υπάρχει αδιέξοδο, εκτός από τον θάνατο, υποστηρίζει η μητέρα.<br />
Σπρώχνει την τροχήλατη καρέκλα της στην αυλή και κατεβαίνει στο γρασίδι υποβοηθούμενη από τα χέρια της. Με μία ώθηση του κορμιού της, κατρακυλά στην πλαγιά, έτσι όπως παιδί έπαιζε την τσουλήθρα με το σκυλάκι της, πριν η αρρώστια παραλύσει τα πόδια της. Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στη γλυκιά ανάμνηση του αθώου παιχνιδιού&#8230;<br />
Όταν τ’ άνοιξε, είδε σκυμμένο έναν άγνωστο κουκουλοφόρο πάνω από το κεφάλι της. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα θανάτου, και μαύρο φως έβγαινε από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Δυνατή λάμψη σαν αστραπή διαπέρασε τα βλέμματά τους. Μια βίαιη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πυκνά σύννεφα, και ένας κεραυνός έσκασε στα πόδια τους.<br />
Πόση ώρα έμεινε λιπόθυμη και παγωμένη, δεν κατάλαβε. Όταν συνήλθε από το σοκ, γύρισε να δει αν ο κεραυνός έκαψε το σπίτι της. Αυτό ήταν άθικτο και κανένα ίχνος του σκοτεινού άνδρα δεν είχε απομείνει στο γρασίδι.<br />
Το κορίτσι είδε το μοναχικό σπίτι της στην κορυφή του λόφου να φωτίζεται ζωντανό από τον πρωινό ήλιο. Σύρθηκε στα τέσσερα για να το φτάσει. Γράπωνε με τα χέρια της το γρασίδι με νέα δύναμη ζωής, καθώς το φως χρωμάτιζε ροζ το λευκό της φόρεμα.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Αυγούστου. Είχα ξεκινήσει νωρίς για το χωράφι, πριν ανέβει ψηλά ο καυτός ήλιος. Τα καλαμπόκια συχνά καίγονται από τη ζέστη και ανοίγουν ξέφρενα τα φύλλα τους πριν ακόμη ωριμάσουν, με αποτέλεσμα να στεγνώνουν και να γεμίζουν σκουλήκια.<br />
Στον δρόμο συνάντησα τις κόρες της Δήμητρας, της χαρτορίχτρας του χωριού. Την αποκαλούν μάγισσα, γιατί λέει τα κακά μελλούμενα. Αλλά και οι κόρες της έχουν τη φήμη ότι το μάτι και η σκέψη τους έχουν μια αρνητική δύναμη και μπορούν να καταστρέψουν ό,τι βάλουν στο μυαλό τους.<br />
Με χαιρέτησαν και περπατήσαμε παρέα για λίγο δρόμο, έως ότου φτάσαμε στα χωράφια μας. Ήμασταν μπροστά σε μια γειτονική έκταση με καλαμποκιές, με πλούσια σοδειά και ώριμα, μεγάλα, χρυσοπράσινα καλαμπόκια. Τότε άκουσα τη μία αδελφή με αλαζονεία να λέει στην άλλη:<br />
«Θέλεις ως τον γυρισμό μας να έχει μαραθεί το χωράφι;» «Δοκίμασε και η μάνα θα σου δώσει δώρο» απάντησε η άλλη με ειρωνεία.<br />
Δεν έδωσα σημασία, γέλασα αμήχανα, θεωρώντας ότι ήταν αστεϊσμός για παραμύθια και επίδειξη της μαγικής τους δύναμης.<br />
Έμεινα έκπληκτη το απόγευμα στην επιστροφή μας όταν αντίκρισα το πρωινό χωράφι κατεστραμμένο και μαραμένο. Εντυπωσιάστηκα και συγχρόνως τρόμαξα με το θέαμα του θανάτου.<br />
Στη άκρη του είχε μείνει ζωντανή μόνο μία ρίζα και το καλαμπόκι της είχε ανοίξει στη μέση. Τα μουστάκια του είχαν ξεχειλίσει και έμοιαζαν με πυκνά, σγουρά μαλλιά ριγμένα στους ώμους μιας γυναικείας φιγούρας. Έδειχνε επιθετική και το ένα χέρι της είχε κοπεί, θαρρείς από μαχαίρι που έμοιαζε με μικρό ξίφος.<br />
Σταυροκοπήθηκα και απομακρύνθηκα γρήγορα από το κακό συναπάντημα, παίρνοντας την επόμενη στροφή του δρόμου.<br />
Όταν έφτασα στο χωριό, είδα κόσμο μαζεμένο. Στη μέση, με ρούχα ματωμένα, ήταν οι κόρες της Δήμητρας. Το χέρι εκείνης που μάρανε το χωράφι ήταν κομμένο στην παλάμη και τα δάχτυλά της ήταν σημαδεμένα, σαν κάποιος να τα είχε χαράξει με μαχαίρι. Καμία από τις δύο δεν κατάλαβε πώς έγινε αυτό, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί κοφτερό αντικείμενο. Υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν το μαχαίρι που κουβαλούσε πάντα μαζί της για να μαζέψει τα χόρτα του βουνού αυτό που κατά λάθος την πλήγωσε.<br />
Έτρεξα πίσω στο χωράφι για να δω από κοντά την καλαμποκιά με το κομμένο χέρι. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της, πέρα από ένα μαραμένο χωράφι. Η γυναίκα-καλαμποκιά είχε εξαφανιστεί.<br />
«Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» προσευχήθηκα.<br />
Η ιδέα ότι το πνεύμα της θεάς Δήμητρας, μητέρας της γης, ήταν αυτό που τιμώρησε τις κόρες για την αλαζονική ασέβεια στη γονιμότητα της φύσης, σφηνώθηκε σαν βεβαιότητα στο μυαλό μου.<br />
Δεν σχολίασα τίποτε και απομακρύνθηκα σιωπηλά. Έσφιξα στην τσέπη μου το κρυφό φυλαχτό μου για το μάτι, φτιαγμένο από σκόρδο και κοκαλάκι νυχτερίδας.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ</strong></h5>
<p>Περίμενε όλη τη μέρα άυπνος, κουλουριασμένος κάτω από την κουβέρτα του, σχεδιάζοντας τη φυγή του. Φαινόταν να κοιμάται και δεν τον ενόχλησε κανείς.<br />
Μόλις η νύχτα πλησίασε και ο φύλακας κλείδωσε τις πόρτες, σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος. Φόρεσε τα ρούχα του και, ξυπόλυτος, έσκυψε κάτω από το κρεβάτι. Τράβηξε την κουβέρτα που έκρυβε τη μεγάλη τρύπα στον τοίχο. Σύρθηκε μέσα σ’ αυτήν και σαν ερπετό έφτασε στο φρεάτιο του υπονόμου.<br />
Η νύχτα ζοφερή μέσα στη σκοτεινή ερημιά της. Ολόιδια, όπως εκείνη που, δραπέτης από το στρατόπεδο του θανάτου, έτρεχε προς την ελευθερία του. Μόλις είχε Ασηκώσει τη σιδερένια σχάρα έτοιμος να κατέβει, όταν την ίδια ώρα ένας πυροβολισμός τάραξε την παγερή ησυχία της νύχτας. Ένιωσε ένα κάψιμο στον ώμο και παραπάτησε. Κρατήθηκε από τη σκάλα να μην γκρεμιστεί, και σαν τρελός κατέβηκε γρήγορα και σύρθηκε μέσα στα απόβλητα της πόλης. Ένιωσε τον θάνατο να τον παίρνει αγκαλιά. Πόσος χρόνος πέρασε, δεν κατάλαβε. Όταν συνήλθε, τα ρούχα του είχαν κολλήσει στο πετρωμένο από το κρύο σώμα του.<br />
Τώρα βούλιαζε στα απόβλητα των δικών του σκέψεων. Εικόνες γεμάτες θάνατο και εκδίκηση περνούσαν από το μυαλό<br />
του. Έπρεπε να βγει από τον υπόνομο. Περπάτησε πολλή ώρα, έως ότου βρήκε άνοιγμα προς την επιφάνεια.<br />
Πέταξε τα βρόμικα ρούχα και γυμνός ανέβηκε προς την έξοδο.<br />
Απόκοσμη ανθρώπινη απουσία. Την πόλη σκέπαζε γιγάντια νυχτερίδα με τα μαύρα φτερά της. Ένας στρατιώτης με τη σβάστικα στο κράνος του τον περίμενε με το όπλο στραμμένο επάνω του. Επιστροφή στο στρατόπεδο. Ούτε θάνατος ούτε ελευθερία. Εργασία στα κάτεργα ως την απελευθέρωση με το τέλος του πολέμου.<br />
Όταν ο φύλακας του ψυχιατρείου, όπως κάθε πρωί, ξεκλείδωσε την πόρτα του θαλάμου για το πρόγευμά του, τον βρήκε να κάθεται κουλουριασμένος στο πάτωμα. Τα ρούχα του ήταν πεταμένα δίπλα στο κρεβάτι του και αυτός γυμνός, πλάι στη μικρή τρύπα που άφηνε μια σπασμένη πρίζα.<br />
«Την άλλη φορά, την άλλη φορά θα βγω στο φως» ακούστηκε να μονολογεί κοιτάζοντάς τον με χαμένο βλέμμα.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΙ ΦΙΛΟΙ</strong></h5>
<p>Ήταν η δέκατη ημέρα που έβγαινα για βραδινό κυνήγι, το οποίο αγαπώ πολύ, όταν την ησυχία της νύχτας έσπασε το γοερό κλάμα και τα βογκητά πληγωμένων. Έψαξα πίσω από τους θάμνους, τα πεσμένα κλαδιά, την πυκνή χλόη. Δεν βρήκα τίποτε. Μετά από λίγο άκουγα μόνο την κουκουβάγια και το πέταγμα της νυχτερίδας.<br />
Το επόμενο πρωί, με το φως της ημέρας, γύρισα στο ίδιο σημείο του δάσους όπου είχα ακούσει τον άγνωστο θρήνο, αναζητώντας κάποια στοιχεία επιβεβαίωσης της εμπειρίας που έζησα. Δεν εντόπισα τίποτε το ιδιαίτερο.<br />
Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν απλώς ιδεασμός, λόγω του θυμού και της λύπης μου, καθώς σε αυτό το σημείο πριν λίγα χρόνια είχαν δολοφονηθεί οι τρεις φίλοι μου από εχθρική επίθεση της γειτονικής φυλής. Εγώ γλίτωσα από θαύμα, καθώς έτρεξα να ζητήσω ενίσχυση από τους δικούς μας πολεμιστές. Όταν φτάσαμε με την ομάδα βοήθειας, το κακό είχε γίνει. Θρηνήσαμε την απώλεια των φίλων μου με τελετουργία. Έτσι κι αλλιώς, ήταν η μέρα της ιερής μύησής μας και των δοκιμασιών για την ενηλικίωση και την αποδοχή μας στην κοινότητα.<br />
Έσκυψα με προσοχή μέσα στις φτέρες και ανακάλυψα τους μανδραγόρες που είχαν καλύψει με τα φύλλα τους ύλη την περιοχή κάτω από τα αιωνόβια δένδρα. Είναι γνωστό στη φυλή μας ότι στο μέρος όπου πεθαίνουν άνθρωποι, βγαίνουν αυτά τα φυτά. Οι ρίζες τους έχουν τη μορφή ανθρώπων και δεν πρέπει να τα ξεριζώσεις, επειδή πονάνε αληθινά. Έχουν τη δύναμη να θεραπεύουν και βοηθούν με μαγική δύναμη τους σαμάνους ιερείς. Τώρα ήξερα τι έπρεπε να κάνω στο βραδινό μου κυνήγι.<br />
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, το φως του φεγγαριού έριχνε παράξενες σκιές ενώ την ίδια ώρα άκουσα γρατζουνίσματα, σαν κοφτερά νύχια να έσκαβαν το χώμα κάτω από τη γη, σε μια προσπάθεια να κινηθούν προς τα πάνω. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά βίαια, θύμιζε τον χτύπο τελετουργικού τυμπάνου. Τον θόρυβο του σκαψίματος συμπλήρωνε ένας γοε- ρός θρήνος.<br />
Ξεκίνησα να σκάβω με μανία το χώμα προς τις ρίζες των φυτών. Πίστευα πλέον ότι είναι οι φίλοι μου και το πνεύμα τους που εγκλωβίστηκε εδώ μετά τον θάνατό τους από τα δηλητηριώδη βέλη των εχθρών τα οποία έκοψαν το νήμα της ζωής τους στην πιο ιερή στιγμή της μύησης.<br />
Λίγο χώμα μού είχε απομείνει ακόμα, όταν τρεις φιγούρες νέων αγοριών πετάχτηκαν έξω. Φορούσαν ακόμη την ιερή ζώνη, τις μάσκες της ώριμης κολοκύθας, σύμβολο της ικανότητάς τους για μαγεία, και έφεραν τα παραδοσιακά ακόντια, έτοιμα να πολεμήσουν τους δαίμονες της σκιάς τους.<br />
Άρχισαν να βγάζουν κραυγές πόνου, θρηνούσαν με το τραγούδι για την απώλεια της χαράς και της ζωής. Εγώ, χωρίς να μιλήσω, στάθηκα κοντό τους και ξεκίνησα να χορεύω με τα ρυθμικά βήματα που τόσο καλά είχαμε μάθει από τους μάγους της φυλής μας.<br />
Εκείνη την ώρα, μέσα από το χώμα αναδύθηκε η χιλιόχρονη μητέρα της γης και με την ανάσα της μας μετέδωσε τη δύναμή της. Τα σώματά μας έγιναν ένα με το πνεύμα της φύσης και ένα λευκό φως μάς κάλυψε. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτή η έκσταση. Όταν συνήλθα, το σκοτάδι ακόμη σκέπαζε τους όγκους του δάσους. Οι κουκουβάγιες και οι νυχτερίδες σιωπούσαν, σεβόμενες την ιερότητα της στιγμής. Τα μόνα που απέμειναν στα ριζά του δένδρου ήταν οι μοβ βιολέτες που μύριζαν φρεσκάδα της νιότης.<br />
Τώρα πια ήξερα ότι εγώ, ως μυημένος μάγος, θα ήμουν ο ενδιάμεσος των νεκρών και των ζωντανών, και θα μπορούσα να πετώ στα τρία επίπεδα της συμπαντικής μας ύπαρξης.</p>
<p><strong>ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ</strong></p>
<p>Η μέρα ήταν κρύα. Τα βαριά σύννεφα πάνω από τα χαμηλά ιγκλού εγκυμονούσαν χιόνι. Οι σοδειές της χρονιάς είχαν αποθηκευτεί για τις δύσκολές ημέρες του παγετού.<br />
Σήμερα ήταν η ετήσια γιορτή, αφιερωμένη στον αποχαιρετισμό του καλοκαιριού και τον ερχομό του χειμώνα. Τα έλκηθρα ήταν έτοιμα για τις επείγουσες μετακινήσεις. Στη γιορτή, πέρα από το γλέντι και τον χορό, είχε καθιερωθεί βραβείο για την καλύτερη και πιο πρωτότυπη γυναικεία ενδυμασία. Όλες οι νέες πάσχιζαν για τη νίκη και το έπαθλο, που ήταν ένα ζευγάρι μπότες από δέρμα φώκιας.<br />
Η Κανσού ξεχώριζε πάντα με τα όμορφα, χειροποίητα ρούχα της. Όλη τη χρονιά μάζευε τα υλικά που θεωρούσε κατάλληλα για το φόρεμά της. Πάντα ονειρευόταν ότι θα σχεδιάσει το καλύτερο ρούχο και θα γίνει σπουδαία μοντελίστ.<br />
Κοίταξε με καμάρι το τελειωμένο φουστάνι της στην κρεμάστρα. Το είχε υφάνει με πράσινα, κόκκινα και μαύρα φύκια της θάλασσας. Είχε κόψει λωρίδες από επεξεργασμένο δέρμα φάλαινας και τις είχε στολίσει με μεγάλα ασημένια λέπια ψαριών και πεταλίδες. Έραψε στα μανίκια αστερίες μαζί με λευκά και μαύρα πούπουλα πιγκουΐνων.<br />
Οι λωρίδες, ελεύθερα κρόσσια στον αέρα, θα έλαμπαν σαν τα κυματιστά μακριά μαλλιά του ουρανού. Η πρωτοτυπία όμως ήταν οι λευκές πλεκτές κάλτσες και οι λαμπερές μαύρες γόβες. Τις είχε αγοράσει από έναν γυρολόγο-πραματευτή, με αντάλλαγμα ένα καλά παστωμένο ψάρι.<br />
Η ώρα πλησίαζε. Έριξε την κόκκινη κάπα στους ώμους της, μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και μ’ ένα πήδημα ανέβηκε στο έλκηθρό της.<br />
Το πυκνό χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει όλους τους δρόμους και τους παράδρομους που οδηγούσαν στο μεγάλο ιγκλού των εκδηλώσεων. Ήταν έμπειρη και χειριζόταν με άνεση και χωρίς φόβο το έλκηθρό της, παρ’ όλη την ξαφνική θεομηνία. Η ομίχλη όλο και πύκνωνε. Εκείνη έψαχνε στο σκοτάδι τις στροφές του δρόμου, που τώρα είχαν καλυφθεί από όγκους χιονιού. Δεν ήξερε πλέον πού ήταν ο δρόμος. Ξαφνικά, ανάμεσα στη θολούρα της χιονοθύελλας, μία λευκή μεγαλόσωμη αρκούδα τής έκλεισε τον δρόμο.<br />
Στην αρχή τής φάνηκε ότι ήταν μια σκιά της φαντασίας της ή κάποιο δένδρο ντυμένο στα λευκά που θύμιζε αρκούδα. Πλησίαζε αργά για να ξεκαθαρίσει την εικόνα. Όταν έφτασε κοντά, διαπίστωσε με έκπληξη πως ήταν μια γυναίκα με κατάλευκη γούνινη μπέρτα, γαλάζια μάτια και παράξενα διεισδυτικό βλέμμα. Κοιτιόνταν σιωπηλές, σαγηνεμένη η μία από την ομορφιά της άλλης.<br />
Όταν ήρθαν πιο κοντά, η γυναίκα άνοιξε την μπέρτα της και απλώνοντας τα χέρια της έκλεισε την Κανσού στην αγκαλιά της.<br />
Την άλλη μέρα, όταν η χιονοθύελλα είχε κοπάσει, με φόντο τον γαλάζιο ουρανό, ένα ζευγάρι μαύρες γόβες με άσπρες κάλτσες κρέμονταν στο σύρμα για να στεγνώσουν στον ήλιο.<br />
Η Κανσού κοιμόταν βαθιά στο ζεστό ιγκλού της σαμάνας- ιέρειας και ονειρευόταν τη γιορτή. Η αίθουσα της μεγάλης συνάντησης ήταν γεμάτη και με χαρά παραλάμβανε το βραβείο της: ένα ζευγάρι μπότες από το καλύτερο δέρμα φώκιας.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΦΡΟΥΤΟΔΕΝΔΡΟ</strong></h5>
<p>Κάποτε, σε μια χώρα χωρίς όνομα, ζούσε μια γυναίκα με πολύ μακριά μαλλιά, γεμάτα φρούτα. Κάθε πρωί με το πρώτο ξύπνημα, ανάλογα με την εποχή, έτρωγε ένα ώριμο φρούτο. Όταν ωρίμαζαν πρώιμα αλλά δεν είχε προλάβει να τα γευτεί, αυτά έπεφταν στο πάτωμα. Τότε, με ιδιαίτερη φροντίδα τα μάζευε και μοιρολογώντας τα έθαβε στον κήπο της πριν σαπίσουν.<br />
Μια μέρα άργησε να ξυπνήσει. Ονειρευόταν πως έτρεχε στο δάσος με τα αιωνόβια δένδρα και αναζητούσε το μοναδικό δικό της οπωροφόρο που υπήρχε ανάμεσά τους.<br />
Έπρεπε να το βρει οπωσδήποτε, γιατί ο χειμώνας πλησίαζε και τα φρούτα των μαλλιών της θα τελείωναν. Ήξερε ότι τα φρούτα των ονείρων έπεφταν και σάπιζαν στο πάτωμα γιατί δεν ήταν αληθινά. Έτρεχε με αγωνία ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και δεν καταλάβαινε ότι σιγά σιγά τα μαλλιά της μπερδεύονταν με τα κλαδιά των δένδρων και την παγίδευαν σε θανάσιμη ακινησία.<br />
Έπρεπε να κόψει τα μαλλιά της για να ελευθερωθεί. Δεν είχε ψαλίδι και με τη δύναμη των χεριών της τα ξερίζωσε και τα άφησε να ανεμίζουν σαν πένθιμες κορδέλες στα κλαδιά.<br />
Τώρα χωρίς τα μαλλιά της ένιωθε άδεια, άσχημη και στείρα. Έκρυψε το πρόσωπό της στις χούφτες της με απόγνωση. Πόσον χρόνο έμεινε σε αυτόν τον θρήνο, δεν θυμάται. Όταν ο κύκλος της απώλειας ολοκληρώθηκε μέσα της, άρχισε να αφυπνίζεται.<br />
Έκπληκτη, όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε να δεσπόζει στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της το οπωροφόρο δένδρο που έψαχνε στη ζωή της. Ήταν γεμάτο με μια ποικιλία φρούτων, το σώμα της έμοιαζε με ώριμο κίτρο και τα μαλλιά της ήταν λουσμένα στο φως. Ώριμα τα φρούτα της αναζήτησής της, κρέμονταν σαν φαναράκια στα δένδρα του κήπου της.<br />
Τώρα τα πάντα γύρω της ήταν ήσυχα. Είχε φτάσει στο κέντρο της και όλα ήταν αληθινά.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ</strong></h5>
<p>Οι παλιές βάρκες, στοιβαγμένες η μία δίπλα στην άλλη πίσω απ’ τις καλύβες των ψαράδων, δημιουργούσαν μια αφανή κρυψώνα. Μία σκιά γυναίκας ήταν πάντα καλά κρυμμένη στις ξύλινες εσοχές που άφηναν τα εγκαταλελειμμένα πλεούμενα. Κανένας, έστω φευγαλέα, δεν είχε δει το πρόσωπό της. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία, ξεχασμένο στο σώμα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με χειροποίητη μάσκα, φτιαγμένη από ύφασμα και πούπουλα πουλιών που μάζευε η ίδια όταν αυτά εγκατέλειπαν τη θάλασσα για πιο ζεστά μέρη. Χρόνια τώρα, με τέχνη έκρυβε την ντροπή για το παραμορφωμένο, σκαμμένο δέρμα της από την αδηφάγα λέπρα που βασάνιζε το νησί.<br />
Ωραιοζήλη ήταν το όνομά της, κληρονομιά της γιαγιάς της, όμως ήταν γνωστή ως αλαφροΐσκιωτη, αφού χανόταν αυτοστιγμεί σε κάθε περίεργο, ανοίκειο βλέμμα.<br />
Ήταν η πιο όμορφη στο νησί πριν τη χτυπήσει η ασθένεια και χάσει τους δικούς της. Μόνη και αποσυρμένη, ζούσε στην καλύβα της. Την κυρίευε η απόγνωση της αναπηρίας και της μοναξιάς καθώς η αρρώστια ροκάνιζε τις αρθρώσεις του κορμιού της και οι πόνοι δυσκόλευαν τις μετακινήσεις<br />
της. Έκλαιγε βουβά και σιγοτραγουδούσε όλη τη νύχτα, με τη μελωδική φωνή που ευτυχώς δεν είχε χάσει.<br />
Ο μόνος που την περίμενε κάθε βράδυ καθισμένος πάνω στα δίχτυα που μόλις είχε ξεψαρώσει, ήταν ο Τιμολέων, ο ψαράς. Γερο-Τίμο τον φώναζαν με οικειότητα, και όλοι ήξεραν την αγάπη που έτρεφε για την αλαφροΐσκιωτη, από τότε που ήταν ακόμη πολύ νέοι. Την περίμενε, χωρίς να τη βλέπει, την ένιωθε απλά κοντά του. Ήταν η θάλασσά του, τον αγκάλιαζε τρυφερά και τον νανούριζε με τη φωνή και την αγάπη της. Τότε μόνο, εκείνη έβγαζε τη μάσκα. Ήταν η στιγμή που δεν φοβόταν, μιας και ο Τίμος δεν θα σήκωνε ποτέ τα μάτια του να τη δει- την έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς του. Το φως του φεγγαριού φώτιζε μόνο τα περιγράμματα και την αύρα των σωμάτων τους.<br />
Σήμερα ο γερο-Τίμος δεν γύρισε με τη βάρκα του. Μάταια τον περίμεναν μετά το πέρας της ξαφνικής καταιγίδας. Ο αέρας σφύριζε περίεργα.<br />
Το τραγούδι της αλαφροΐσκιωτης δεν ξανακούστηκε. Μόνο ένα βράδυ με το φως του φεγγαριού και το τραγούδι του Γκιώνη ακούστηκε ένας παφλασμός και μία σκιά σύρθηκε σαν γοργόνα στον ασημένιο δρόμο της θάλασσας.<br />
Κανένας δεν τους ξαναείδε, ούτε άκουσε κάποια καλύτερη ιστορία από την αγάπη τους. Μονάχα τις νύχτες με πανσέληνο, μέσα απ’ τον βυθό της θάλασσας ακούγεται το τραγούδι της αγάπης τους.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΛΕΜΒΟΣ</strong></h5>
<p>Το κρουαζιερόπλοιο «Το γοβάκι της Σταχτοπούτας» είχε αγκυροβολήσει για δύο βράδια στο λιμάνι της Πριγκιπονήσου. Ήταν το ιδιωτικό νησί του λεγάμενου πρίγκιπα της διακίνησης όπλων. Κοινό μυστικό σε όλους ότι το κρουαζιερόπλοιο ήταν δώρο στην ωραία σύντροφό του. Την είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ· κορίτσι χωρίς πατρίδα, χόρευε για να ζήσει. Την πήρε μαζί του &#8211; ωραία βιτρίνα για την κάλυψη της παρανομίας και το ξέπλυμα παράνομου χρήματος.<br />
Η εορταστική βραδιά, μαζί με κάτι διαμαντένια γοβάκια για σκουλαρίκια, ήταν το δώρο των γενεθλίων της.<br />
Η μουσική έπαιζε, τα ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα, τα ποτά έρεαν άφθονα και πλημμύριζαν τη θάλασσα. Φωταγωγημένο το πλοίο έλαμπε στο βαθύ μπλε της νύχτας κάτω από το παγωμένο βλέμμα της σελήνης. Όλα ήταν ερωτικά, όπως ταίριαζε στη γιορτή.<br />
Κανένας δεν είχε προσέξει τις δύο ασυνήθιστες βάρκες, όμοιες με λαστιχένια βατραχοπέδιλα, που απομακρύνονταν γρήγορα από το πλοίο, λίγο πριν ανατιναχθεί, σαν μαγευτικό εορταστικό πυροτέχνημα, μαζί με τους επώνυμους καλεσμένους.<br />
Ούτε γνώριζαν ότι οι μασκοφόροι κομάντος, οδηγοί της θανάσιμης λέμβου, ντυμένοι στα μαύρα, ήταν γυναίκες και η μία από αυτές ήταν η αγαπημένη σύντροφος του μεγαλέμπορα πρίγκιπα. Η μικρή του, γλυκιά Σταχτοπούτα έβλεπε από απόσταση το τέλος της σκλαβιάς της.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΑΒΙΝΙΟΝ</strong></h5>
<p>Στη γιγαντοοθόνη της μνήμης της, οι εικόνες όμορφων γυναικών παρελαύνουν με ταχύτητα η μία πίσω από την άλλη, αλλάζοντας συνεχώς μορφή. Είναι οι δεσποινίδες της Αβινιόν που δραπέτευσαν από το κάδρο και την επισκέφθηκαν απρόσκλητες, αφήνοντας προδομένο τον δημιουργό τους που τόσο τις αγαπούσε.<br />
Το απαλό ροζ της νεανικής τους επιδερμίδας χάνει τη λάμψη και σκοτεινιάζει στις σταχτιές αποχρώσεις της σάρκας. Μεταλλάσσεται σε γυμνά, εκφυλισμένα σώματα από λαγνεία και θάνατο. Όλες την κοιτάνε στα μάτια και την προσκαλούν να μπει στον πίνακα.<br />
Παρελαύνει τώρα μαζί τους, θέλει τόσο πολύ να είναι η μούσα του ζωγράφου τους, ακόμα και σε κυβιστική μορφή. Αυτός την αγνοεί, είναι μητέρα, δεν ανήκει σε καμία γυναικεία μορφή επί σκηνής.<br />
Ασφυκτιά κλεισμένη στην ολόσωμη της ηθικής πανοπλία της. Έτσι πρέπει να ζει σαν μητέρα, ακούει τον απόηχο του γυναικείου θρήνου. Στον γυμνό μαστό της ένα νέο πλάσμα, όμοιο με εκείνη, μυρίζει γάλα και δαγκώνει με πάθος τη ρώγα της.<br />
Ένας πόνος, ένας σπασμός, ένας μικρός εραστής, το βρέφος ταράζει το σώμα της. Είναι η ερωμένη Αφροδίτη του αρχαίου μικρού Ερμή.<br />
Το κορμί της χαλαρώνει. Σηκώνεται γυμνή και κρύβεται μέσα στο κάδρο του τοίχου με τους άνδρες που ξέρει άτι την ποθούν.<br />
Τους ποθεί και η ίδια. Είναι μία από τις δεσποινίδες της Αβινιόν.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΣΟΥΚΑ</strong></h5>
<p>Δεν μοιάζω με πολλές άλλες γυναίκες. Το όνομά μου είναι Ασούκα, που σημαίνει άρωμα λουλουδιού. Αλλά όλοι με φωνάζουν Ισκί, γυναίκα της δύναμης.<br />
Μένω χρόνια τώρα στη βρόμικη συνοικία της μεγάλης πόλης που είναι γεμάτη πορνεία. Κανένας από τους δικούς μου, ούτε η μητέρα, δεν θα αναγνώριζαν στο πρόσωπό μου τη μικρή Ασούκα. Χάθηκε η αληθινή μου όψη, όταν με πούλησαν στον νονό της νύχτας για να επιζήσει η οικογένεια.<br />
Ήμουν παιδί. Δεν κατάλαβα πότε έγινα γυναίκα. Ο θάνατος έμπηξε την τρίαινά του στο μέτωπό μου. Η βία χρόνια με πότιζε οργή. Τώρα δεν μυρίζω άνθος μανόλιας. Το λευκό δέρμα μου ξεραμένη πληγή. Τα μάτια μου σκοτεινά, πλημμυρισμένα αίμα. Πόνος και μίσος, σαν βούλα γάμου στο μέτωπό μου.<br />
Τις νύχτες χάνομαι στα σκοτεινά υπόγεια. Φοβάμαι τις άγνωστες ανάσες που μυρίζουν όπιο. Τη θυσία του κορμιού μου στα βρόμικα κρεβάτια. Τη μάσκα της Ισκί με το πληγωμένο στόμα.<br />
Πολλές φορές ονειρεύομαι ρωγμές στο ψεύτικο πρόσωπο της δύναμης. Αχνά αναδίδεται τότε το άρωμά μου. Με αναγνωρίζω, είμαι η Ασούκα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ (2024)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Το δέρμα αποτελεί ζωτικό όργανο για τη βιολογική λειτουργία. Είναι όμως και το κατεξοχήν επικοινωνιακό μέσο, ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ του εσωτερικού σώματος και του εξωτερικού κόσμου.<br />
Ανάλογα με τα πρώτα ερεθίσματα που καταγράφει ο υποδοχέας δέρμα, άλλοτε διαμορφώνεται μία υγιής και άλλοτε μία κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού.<br />
Στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, η Αριστούλα Δάλλη δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.<br />
Οι ήρωές της –αρχετυπικές μορφές– πορεύονται ανάμεσα στην ορμή της ζωής και του θανάτου, στο σωματικό και ψυχικό Εγώ, στην προδοσία και στη δέσμευση, στο μίσος και στην αγάπη, ανιχνεύοντας την ταυτότητα και το πρόσωπό τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ</strong></h5>
<p>Ο Αράτα τον τελευταίο καιρό ξυπνάει αναστατωμένος από έναν παράξενο εφιάλτη. Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ. Βλέπει τη Μία Αο, τη γυναίκα του, να βγαίνει γυμνή από το μπάνιο και να πλησιάζει αργά στο κρεβάτι τους. Το κορμί της είναι βαμμένο με έντονα χρώματα, όπως η παλέτα του ζωγράφου. Τα μαλλιά της έχουν γίνει πινέλα που στάζουν αίμα. Τα δάχτυλά της μοιάζουν με σκουριασμένες σπάτουλες. Σκοτεινό το πρόσωπό της, σκύβει επάνω του, σηκώνει το χέρι με το μαχαίρι, έτοιμη να κόψει τον φαλλό του.<br />
Ξυπνάει έντρομος. Η ζήλια σαράκι στο σώμα του, όλη τη νύχτα το ροκανίζει και το κάνει σκόνη. Καρφί στο μυαλό οι υπόνοιες. Είναι όμορφη η Μία Αο, μοιάζει με τη Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Μέρες τώρα γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να πηγαίνει στον Χασίρι Μότο. Είναι το καλύτερο<br />
μοντέλο του διάσημου ζωγράφου.<br />
Κάθε μέρα η Μία Αο λείπει ατέλειωτες ώρες από το σπίτι. Ο κόσμος της πλέον είναι το ατελιέ του και η ευτυχία της είναι να ποζάρει για χάρη του. Ο Αράτα είναι σίγουρος ότι είναι ερωτευμένη μαζί του. Κουλουριάζεται με απόγνωση στο κρεβάτι του σαν έμβρυο. Η Μία Αο δεν είναι πια δική του.<br />
Χθες βράδυ πάλι το ίδιο όνειρο. Η Μία Αο σκύβει επάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τινάζεται όρθιος και με μια γρήγορη κίνηση το αρπάζει από το χέρι της.<br />
Ξυπνάει. Τώρα αυτός είναι βαμμένος με χρώματα και στάζει αίμα. Δεν θα την αποχωριστεί ποτέ. Πλένει τα κορμιά τους. Ξαπλώνει τη Μία Λο στο κρεβάτι. Φοράει τα δικά της ρούχα. Μακιγιάρει το πρόσωπό του, στολίζει με λουλούδια τα μαλλιά του. Στον καθρέφτη η όψη του είναι παράξενα ήρεμη.<br />
Ήρθε η ποθητή ώρα να ποζάρει στον Χασίρι Μότο. Φοράει στο πρόσωπο το μυστηριώδες χαμόγελο της Μόνα Λίζα.<br />
Είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ</strong></h5>
<p>Τρία μερόνυχτα και οι οκτώ αγκαλιαζόμασταν στριμωγμένες η μία πάνω στην άλλη μέσα σε μία σάπια βάρκα που την έδερναν τα κύματα. Είχαμε φύγει από την πατρίδα για να σωθούμε από τη φωτιά και τη σφαγή, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε.<br />
Με το χάραμα της τέταρτης μέρας είδαμε να ξεπροβάλλει ο όγκος του νησιού. Όλες αναστενάξαμε με ανακούφιση. Είχαμε σωθεί. Μια γλυκιά μουσική έφτανε στ’ αυτιά μας. Η ελπίδα φτερούγισε στο στήθος μας.<br />
Όταν φτάσαμε κοντά στην αμμουδιά, μαζέψαμε τα μακριά φουστάνια μας και μ’ ένα σάλτο βρεθήκαμε στη στεριά.<br />
Ανεβήκαμε τον χωματόδρομο που οδηγούσε σ’ έναν μικρό λόφο δίπλα στους βράχους. Αντικρίσαμε τότε μία σειρά από ξύλινα σπίτια, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο σαν βαγόνια ενός ακίνητου τρένου. Μπροστά σε κάθε καμπίνα πάνω σε μία κομψή καρέκλα κάθονταν περίεργα πλάσματα που τίποτε επάνω τους δεν παρέπεμπε στο μελωδικό τραγούδι που ακούγαμε.<br />
Τα σώματά τους είχαν ένα ξεπλυμένο ροζ χρώμα που κατά διαστήματα καλυπτόταν από ένα κοντό και σκληρό τρίχωμα. Τα πόδια τους κατέληγαν σε μακριά δάκτυλα με γαμψά νύχια. Στην πλάτη τους φύτρωναν καφέ φτερά, στο ίδιο χρώμα με τους γλιστερούς βράχους της ακτής.<br />
Μόλις μας είδαν σταμάτησαν το τραγούδι. Το κορμί τους τεντώθηκε σαν ελατήριο και άλλαξε χρώμα, από ροζ σε κόκκινο. Ανέδιδαν μια άσχημη ψαρίσια οσμή. Σηκώθηκαν από τις καρέκλες και μας περικύκλωσαν. Μας πλησίαζαν όλο και πιο πολύ ενώ ταυτόχρονα κουνούσαν τα φτερά τους στην προσπάθεια ίσως να πετάξουν, αλλά τα σώματά τους ήταν βαριά από τις σιδερένιες σφαίρες που ήταν δεμένες στα πόδια τους.<br />
Μία μέθη μούδιασε το σώμα μου. Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά και για πόσον καιρό μείναμε κλεισμένες στα βαγόνια του τρένου. Όταν βγήκαμε στο φως τίποτε δεν ήταν ίδιο.<br />
Ιερές δούλες είμαστε σήμερα, σώματα ελκυστικά με μελένια στήθια, καλούμε με τη σιωπή μας τα σαγηνεμένα θύματά μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ME TO ΜΠΛΕ ΠΑΛΤΟ</strong></h5>
<p>Τέσσερις άνθρωποι τυλιγμένοι σφιχτά στα πανωφόρια μας περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για μία εξέταση τομογραφίας. Κοινό μας χαρακτηριστικό οι παράξενες φυσιογνωμίες μας.<br />
Ο πιο ηλικιωμένος από μας βουλιάζει αμίλητος στην πολυθρόνα του. Τα χείλη του είναι δύο οριζόντιες γραμμές και τα άχρωμα μάτια του σκιάζονται από πυκνά λευκά φρύδια. Ο νεαρός άνδρας που κάθεται στον καναπέ έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά. Πετιούνται δεξιά και αριστερά σαν φτερά αεροπλάνου. Η κυρία απέναντι μου είναι φαλακρή. Τα παχιά της χείλη έντονα βαμμένα κόκκινα. Δεν έχει ματοτσίνορα. Ψάχνω στην τσάντα μου για χαρτομάντιλο, θέλω να σκουπίσω και να κρύψω τη μεγάλη στραβή μου μύτη που δεσπόζει στο πρόσωπό μου, αλλά δεν βρίσκω τίποτε εκτός από τσιγάρα.<br />
Τότε ακούω το όνομά μου. Ακολουθώ τον γιατρό. Στο γυάλινο διαχωριστικό ανάμεσα στα δύο δωμάτια αντικρίζω την αντανάκλασή μου. Μία άγνωστη γυναίκα με μπεζ παλτό και άδειο πρόσωπο με κοιτάει με ύφος χαμένο.<br />
«Μην ανησυχείτε» λέει ο γιατρός. «Είναι μία τυπική εξέταση».<br />
Προχωρώ υπνωτισμένη. Πρέπει να μείνω ακίνητη μέσα στον τομογράφο έως ότου τελειώσουμε. Κλείνω τα μάτια μου και αφήνω τις εικόνες που έρχονται ελεύθερα στο μυαλό μου.<br />
Ένα κοριτσάκι μ’ ένα μπλε παλτό και σκούφο εμφανίζεται απρόσκλητο.<br />
Είμαι εγώ στα επτά μου χρόνια και ακτινοβολώ από χαρά. Ο πατέρας μου που λείπει συχνά σε ταξίδια, έχει γυρίσει και μου έχει φέρει ένα πολύ όμορφο βελούδινο παλτό και σκούφο. Όταν τα φορώ δεν βλέπω τη μεγάλη μύτη μου για την οποία με κοροϊδεύουν τα παιδιά στο σχολείο.<br />
«Αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο. Είσαι όμορφη γιατί σ’ αγαπώ» μου έλεγε ο πατέρας καθώς με σήκωνε στην αγκαλιά του. Τούτο ήταν και το τελευταίο δώρο του πριν φύγει για πάντα.<br />
Με εγκλωβισμένο το κεφάλι και το σώμα μου στο κουβούκλιο του τομογράφου μιλάω σε κείνο το κοριτσάκι για πρώτη φορά. Και για πρώτη φορά αυτό γυρνά, με κοιτάζει στα μάτια και μου χαμογελά.<br />
Ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή του γιατρού.<br />
«Τελειώσαμε. Όλα καλά».<br />
Την ώρα που φεύγω, ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου. Το μπεζ μου παλτό έχει αλλάξει χρώμα, έχει γίνει μπλε.<br />
Χαμογελώ ευτυχισμένη καθώς βλέπω από την άλλη όχθη του καθρέφτη μία όμορφη γυναίκα να μου γνέφει «σ’ αγαπώ».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ</strong></h5>
<p>Πρέπει να ετοιμάσω τη βαλίτσα. Είναι μεσάνυχτα και η ώρα περνάει γρήγορα. Η πτήση μου είναι για αύριο το μεσημέρι στις δώδεκα. Αγωνιώ γιατί κάποιες φορές η αδελφή μου έρχεται μέσα στη νύχτα και αλλάζει την ώρα αφύπνισης στο ξυπνητήρι επίτηδες ώστε να χάσω το αεροπλάνο. Αυτήν τη φορά όμως δεν θα με εμποδίσει να συναντήσω τον Έρικ, που θα με υποδεχθεί με μία αγκαλιά λουλούδια.<br />
Πρέπει να του κάνω έκπληξη. Θα φορέσω το γαλάζιο φόρεμα που του αρέσει τόσο πολύ γιατί, όπως λέει, με κάνει να μοιάζω με άγγελο. Θα πάρω και το επίσημο κόκκινο φουστάνι μαζί μου για την όπερα. Η τελευταία φορά που το φόρεσα ήταν η μέρα του δυστυχήματος.<br />
Θα χωρέσουν όλα στη δερμάτινη βαλίτσα μου· είναι η μόνη που μου απέμεινε. Τις άλλες ταξιδιωτικές τσόντες τις κρύβει η αδελφή μου.<br />
Αλλά πού είναι τα παπούτσια μου; Τα κουτιά της αποθήκευσης είναι άδεια. Ελπίζω να μην τα έχει κρύψει και αυτά.<br />
Τελικά βρήκα μόνο τις παντόφλες μου κάτω από το κρεβάτι. Δεν πειράζει όμως, είναι κομψές, έχουν χρώμα μπλε και ταιριάζουν με το γαλάζιο φόρεμα. Να μην ξεχάσω να πάρω μαζί μου και το δώρο του Έρικ. Το έχω φυλαγμένο στο συρτάρι του κομοδίνου. Είναι μία γραβάτα, όμοια με κείνη που φορούσε όταν το αυτοκίνητό του έπεσε στον γκρεμό τούτο το μοιραίο Σάββατο. Εγώ την τελευταία στιγμή πρόλαβα και πήδηξα έξω. Αυτός όμως όχι. Η γραβάτα έχει λίγο ξεραμένο αίμα στην άκρη, όμως είναι όμορφη. Θα του αρέσει πολύ.<br />
Το εισιτήριό μου ευτυχώς είναι στο πορτοφόλι μου. Προλαβαίνω να ετοιμάσω έναν ζεστό καφέ και να ξεκουραστώ με λίγη μουσική.<br />
Ξαφνικά νιώθω ένα μαλακό σκούντημα και αναδύομαι από τον ύπνο. Κοιτώ το ρολόι, είναι δύο η ώρα το μεσημέρι, πάλι έχασα την πτήση μου. Η αδελφή μου στέκεται πάνω από το κεφάλι μου και με κοιτάζει.<br />
«Έχασα το αεροπλάνο» της φωνάζω και τη σπρώχνω με δύναμη.<br />
«Μη στενοχωριέσαι, το εισιτήριό σου ισχύει και για την επόμενη πτήση. Τώρα είναι ώρα για φαγητό. Κοίτα τι νοστιμιές σου έφερα» λέει και μετακινεί τον δίσκο με τις λιχουδιές προς το μέρος μου.<br />
Την κοιτάω καχύποπτα. Ξέρω ότι με ζηλεύει. Γνωρίζω πως δεν θα με αφήσει ποτέ να φύγω από κοντά της. Το χειρότερο όμως είναι ότι σταδιακά η αδελφή μου μέρα με τη μέρα χάνει όλο και πιο πολύ τα λογικά της.<br />
Η αδελφή μου τρελαίνεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΖΟΥΝΤΙΘ</strong></h5>
<p>Είμαι η Τζούντιθ. Κανένας δεν ξέρει τίποτε για μένα πέρα από το ότι είμαι η δίδυμη αδελφή του ζωγράφου Ζαν Πωλ Τρυσώ.<br />
Διάσημος για τα πρωτοποριακά έργα ο αδελφός μου, αλλά και για τον ακραίο τρόπο ζωής του τη νύχτα, με αλκοόλ και γυναίκες. Όλα ήταν επιτρεπτά στο αγόρι που μεγάλωνε κάτω από τη σκέπη του αφέντη πατέρα και θα συνέχιζε το μεγαλείο του.<br />
Αντίθετα, όσον αφορά εμένα, ο πατέρας χαμογελούσε με συγκατάβαση για τη δική μου ασήμαντη καθημερινότητα. Οι ασχολίες μιας συνηθισμένης ημέρας μου περιορίζονταν στην κουζίνα, στον κήπο, στο σαλόνι με τη μητέρα να κεντάμε και να πλέκουμε. Πότε πότε να ρίχνουμε σιωπηλές ματιές η μία<br />
στην άλλη.<br />
Είμαι η Τζούντιθ, μοιάζω μ’ ένα κλειστό, ακατοίκητο σπίτι. Μόνο τα βράδια, όταν ο αδελφός μου λείπει στις βραδινές εξόδους του, κρύβομαι στο ατελιέ του ανάμεσα στα τελάρα. Οι μυρωδιές από τα λάδια και τα διαλυτικά ξυπνάνε τις αισθήσεις μου. Χύνω τα χρώματα στον λευκό μουσαμά και ξαπλώνω πάνω τους γυμνή.<br />
Με το σώμα μου ιχνογραφώ τον μυστικό μου κόσμο. Οι πόροι του δέρματός μου γίνονται κρύπτες και ρουφούν τα τοξικά υλικά των χρωμάτων. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνται υπέροχοι πίνακες πάνω στον καμβά.<br />
Ο αδελφός μου γνωρίζει τις μυστικές μου νυχτερινές εξορμήσεις και συνειδητά εκθέτει ως δικά του τα έργα μου.<br />
Όμως στα μικροσκοπικά -στο μέγεθος του δαχτύλου- γλυπτά μου ειδώλια που πλάθω με άργιλο και νερό ζωντανεύω τους δικούς μου πόθους. Κανένας δεν γνωρίζει γι’ αυτό. Τα κρύβω στις τσέπες του φορέματος μου και μερικές φορές βάζω κάποια ανάμεσα στις σφιχτά πλεγμένες κοτσίδες μου.<br />
Το μυστικό μου φανερώθηκε όταν έπρεπε να αλλάξω τα σκούρα φαρδιά μου ρούχα με το νυφικό του γάμου και να αφήσω ξέπλεκα τα μαλλιά μου. Τότε, τα ειδώλια έπεσαν στο έδαφος και θρυμματίστηκαν.<br />
Το λευκό μου νυφικό δεν το φόρεσα ποτέ. Οι πόροι του γυμνού μου σώματος απέβαλαν ένα έντονο κόκκινο υλικό σαν αίμα. Είχα δηλητηριαστεί από τα ίδια τα χρώματα που με έτρεφαν.<br />
Είμαι η Τζούντιθ, τώρα ζω επιτέλους μέσα στο δικό μου φως.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h5>
<p>Ήταν ένα από εκείνα τα καυτά μεσημέρια του καλοκαιριού και είχα αποκοιμηθεί στην κρεμαστή κούνια του κήπου μου. Όταν άνοιξα κάποια στιγμή τα μάτια μου είδα ένα παράξενο μικροσκοπικό πλάσμα να κρέμεται από το κλαδί της ανθισμένης μανόλιας πάνω από το κεφάλι μου.<br />
Είχε το σώμα ενός πολύχρωμου φιδιού, που όμως έφερε φτερά, κεφάλι πουλιού και μακρύ, λεπτό ράμφος.<br />
Με βασιλική χάρη ξετυλίχτηκε από το κλαδί και κουλουριάστηκε στο μπράτσο μου. Τα χρώματά του ήταν χρυσοκίτρινα, στη γήινη απόχρωση του ψημένου κεραμιδιού. Οι φολίδες του σώματός του, συνέχεια των πολύχρωμων φτερών του, έμοιαζαν με πεταλούδες κολλημένες στο δέρμα του.<br />
Τα μάτια αυτού του παράξενου πλάσματος, που ήταν ερπετό και πουλί μαζί, λαμπύριζαν και ένιωθα να χάνομαι μέσα στο βάθος τους. Ξετυλίχτηκε τότε από το χέρι μου και μ’ ένα γρήγορο φτερούγισμα πέταξε κατευθείαν σ’ ένα λουλούδι και βύθισε το μυτερό ράμφος κατευθείαν στην καρδιά του.<br />
Από τότε ζει κοντά μου. Μου αρέσει ο διπλός τρόπος ζωής του, μοιάζει με τον δικό μου. Άλλοτε σέρνεται σαν φίδι στο έδαφος κι άλλες φορές πετάει στον αέρα αναζητώντας το νέκταρ των λουλουδιών.<br />
Όταν είμαι έτοιμος να αποκοιμηθώ, συχνά το φίδι τυλίγεται γύρω από τα χέρια, τα πόδια, τον λαιμό μου. Μου ξυπνάει τις απαγορευμένες επιθυμίες μου, εκμαυλίζει τις αισθήσεις μου. Ως αρχέγονος όφις με βυθίζει σε ερωτικές φαντασιώσεις. Τότε όμως το πουλί μ’ ένα γρήγορο φτερούγισμα με ανυψώνει μαζί του στον αέρα και αναζητάμε την καρδιά του λουλουδιού. Φίδι και πουλί σε πλήρη αρμονία συσπειρώνονται και εκτινάσσονται μαζί, όπως η σαΐτα σε παιδικό παιχνίδι.<br />
Τα βράδια, όταν κάθομαι στο γραφείο και ετοιμάζομαι να γράψω, το πλάσμα σέρνεται διακριτικά πάνω στα πόδια μου και κουλουριάζεται μπροστά στη γραφομηχανή μου. Κάποιες φορές μου φαίνεται ότι ακούω περίεργους ήχους να βγαίνουν από μέσα του. Το φίδι προσπαθεί να κυριαρχήσει με όλες τις<br />
φολίδες του. Το πουλί τινάζει απεγνωσμένα τα φτερά του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ</strong></h5>
<h5>
<strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ</strong></h5>
<p>www.texnesonline.gr 08/02/2026</p>
<p>Οι πόρτες των βιβλίων μοιάζουν άκακες, αλλά αν τις ανοίξεις δεν ξέρεις που θα οδηγηθείς…</p>
<p>Το βιβλίο αυτό περιέχει 46 μικρά διηγήματα, 1-2 σελίδων το καθένα.</p>
<p>Μικρό βιβλίο μεγάλο καλό.</p>
<p>Παρότι τα διηγήματα είναι μικρά, δεν πρέπει να διαβαστούν μονορούφι. Είναι χτισμένο έτσι ώστε να παίρνεις τον χρόνο σου, να το πίνεις γουλιά γουλιά, να προβληματίζεσαι και να αναλύεις κάθε του διήγημα μετά την ανάγνωσή του. Γιατί είναι ένα βιβλίο βαθιά εσωτερικό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι λεπτομέρειες που μένουν απέξω είναι οι περιττές. Γιατί αυτές που δεν μένουν απέξω είναι τα συναισθήματα. Δεν έχει έχεις περιγραφή εικόνων, αλλά συναισθημάτων.</p>
<p>Τις χαραμάδες των διηγημάτων τις γεμίζει ο αναγνώστης.</p>
<p>Είναι πολλοί-ές αυτοί που γράφοντας προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τον ψυχισμό τους. Να ισορροπήσουν πάνω από το κενό ενός κόσμου που μας δοκιμάζει διαρκώς. Να βρουν νερό στην έρημο του παραλόγου. Μα πόσων τα κείμενα μπορούν να κεντρίσουν την προσοχή του άγνωστου αναγνώστη;</p>
<p>Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολο, το αλλόκοτο.</p>
<p>Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου, στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.</p>
<p>Το βιβλίο είναι «ποτισμένο» ολόκληρο στη θάλασσα του απόκοσμου, του υπερφυσικού, που έχουν ανάγκη να πιστεύουν οι απελπισμένοι του κόσμου τούτου για να πιαστούν από κάπου.</p>
<p>Πρόσωπα μοναχικά, αποσυνάγωγα και τραυματισμένα από τη ζωή, τρομακτικά στη μοίρα που κουβαλούν, αναζητούν κάπου να ακουμπήσουν.</p>
<p>Ιστορίες δυσβάσταχτες. Πονεμένες. Για τσακισμένες ζωές ή ανελέητες πράξεις.</p>
<p>«Οι κόρες της Δήμητρας» είναι ένα ταξίδι με αλληγορίες, όνειρα, ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, ελαφρότητα και βάθους, τρόμους του οικείου κόσμου, ελευθερίες της παράξενης φαντασίας, παράλογα πράγματα, απωθημένα ανοίκειων εικόνων του ασυνείδητου, αλήθειες, μύθους, που πείθει τον αναγνώστη ότι το ταξίδι αυτό δεν μπορεί να έχει το αποτέλεσμα που του αξίζει αν αυτός που το επιχειρεί μένει στην επιφάνεια. Αν όμως προχωρήσει πέρα από αυτή την επιφάνεια, ίσως μπορέσει να καταλάβει καλύτερα και -γιατί όχι- να βελτιώσει τον εαυτό του και εκείνα που τον συγκροτούν και τον καθορίζουν.</p>
<p>Η συλλογή αυτή των διηγημάτων προσφέρει στον αναγνώστη ερεθίσματα για εσωτερικές περιδιαβάσεις και αναστοχασμό.</p>
<p>Ρέουσα γραφή, με αυτοαναφορικά στοιχεία, ποιητικότητα και πυκνό λόγο πλούσιο σε μεταφορές και παρομοιώσεις ξαφνιάζει ευχάριστα με την ευαισθησία και κυρίως με τη φρεσκάδα και την αλήθεια της, απελευθερωμένη από προκαταλήψεις και σεμνοτυφίες.</p>
<p>Διαβάζοντας την Αριστούλα Δάλλη ο αναγνώστης κατανοεί πως δεν υπάρχουν απλές ιστορίες και πως η τέχνη είναι απαραίτητη στη ζωή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL  30/4/2024</p>
<p>Φαντασία και πραγματικότητα</p>
<p>Η Αριστούλα Δάλλη μετά από δημοσιεύσεις πεζών, ποιημάτων, δοκιμίων, δεκάδων βιβλιοπαρουσιάσεων και με συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους, εκδίδει τον Φεβρουάριο του 2024 το πρώτο της βιβλίο πεζογραφίας, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το δέρμα της φώκιας από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η συλλογή περιέχει 38 μικρά διηγήματα και μπορεί να είναι το πρώτο της βιβλίο, αλλά διαβάζοντας το ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται αμέσως ότι έχει μπροστά του το βιβλίο ενός έμπειρου συγγραφέα με λόγο γεμάτο ωριμότητα, εμπειρία και φαντασία. Στα διηγήματα της συλλογής η συγγραφέας όπως γράφει και στο οπισθόφυλλο «δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.»</p>
<p>Οι ηρωίδες και οι ήρωες των διηγημάτων κινούνται ανάμεσα στη φαντασία και στο όνειρο στην αλήθεια και τη ψευδαίσθηση, στο χτες, το σήμερα και το αύριο, τη ζωή και το θάνατο. Και χάρη στην ικανότητα της συγγραφέως να ανιχνεύει σε βάθος τους ήρωες της, ο αναγνώστης γίνεται παρατηρητής και κριτής των γεγονότων που περιγράφονται στο κάθε διήγημα βγάζοντας τα δικά του συμπεράσματα για το κάθε ήρωα.</p>
<p>Στο διήγημα Το χαμόγελο παρατηρούμε ότι ο ήρωας της ιστορίας είναι ένα προβληματικό άτομα το οποίο κινείται ανάμεσα σε μια αρρωστημένη φαντασία, στο όνειρο και στη πραγματικότητα. Η δε περιγραφή της Δάλλη για το άτομο αυτό αλλά και για όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες είναι εξαιρετική. Με λίγα λόγια δίνει μια ολοκληρωμένη περιγραφή της εσωτερικής εικόνας και του ψυχικού κόσμου των ηρώων της. Σ’ αυτό, βέβαια, εκτός του ότι έχει μια ξεχωριστή γραφή ως πεζογράφος, τη βοηθούν οι γνώσεις και η ενασχόληση της, μια και είναι εικαστική ψυχοθεραπεύτρια: «Ο Αράτα τον τελευταίο καιρό ξυπνάει αναστατωμένος από έναν παράξενο εφιάλτη. Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ βλέπει τη Μία Λο, τη γυναίκα του, να βγαίνει γυμνή από το μπάνιο και να πλησιάζει αργά στο κρεβάτι τους. Το κορμί της είναι βαμμένο με έντονα χρώματα, όπως η παλέτα του ζωγράφου. Τα μαλλιά της έχουν γίνει πινέλα που στάζουν αίμα. Τα δάχτυλά της μοιάζουν με σκουριασμένες σπάτουλες. Σκοτεινό το πρόσωπό της, σκύβει επάνω του, σηκώνει το χέρι με το μαχαίρι, έτοιμη να κόψει τον φαλλό του. Ξυπνάει έντρομος. Η ζήλια, σαράκι στο σώμα του, όλη τη νύχτα το ροκανίζει και το κάνει σκόνη. Καρφί στο μυαλό οι υπόνοιες. Είναι όμορφη η Μία Λο, μοιάζει με τη Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Μέρες τώρα γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να πηγαίνει στον Χασίρι Μότο. Είναι το καλύτερο μοντέλο του διάσημου ζωγράφου. Κάθε μέρα η Μία Λο λείπει ατέλειωτες ώρες από το σπίτι. Ο κόσμος της πλέον είναι το ατελιέ του και η ευτυχία της είναι να ποζάρει για χάρη του.</p>
<p>Ο Αράτα είναι σίγουρος ότι είναι ερωτευμένη μαζί του. Κουλουριάζεται με απόγνωση στο κρεβάτι του σαν έμβρυο. Η Μία Λο δεν είναι πια δική του. Χθες βράδυ πάλι το ίδιο όνειρο. Η Μία Λο σκύβει επάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τινάζεται όρθιος και με μια γρήγορη κίνηση το αρπάζει από το χέρι της. Ξυπνάει. Τώρα αυτός είναι βαμμένος με χρώματα και στάζει αίμα. Δεν θα την αποχωριστεί ποτέ. Πλένει τα κορμιά τους. Ξαπλώνει τη Μία Λο στο κρεβάτι. Φοράει τα δικά της ρούχα. Μακιγιάρει το πρόσωπό του, στολίζει με λουλούδια τα μαλλιά του. Στον καθρέφτη η όψη του είναι παράξενα ήρεμη.Ήρθε η ποθητή ώρα να ποζάρει στον Χασίρι Μότο. Φοράει στο πρόσωπο το μυστηριώδες χαμόγελο της Μόνα Λίζα. Είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.»</p>
<p>Σε ένα άλλο διήγημα Το κορίτσι του πίνακα βλέπουμε πού οδηγεί την ηρωίδα, την Ελόιζε η διαταραχή και το μπέρδεμα της πραγματικότητας με τη φαντασία: «Το πρόσωπο δε της μικρής στον πίνακα άρχισε να αλλάζει, και από συνοφρυωμένο και απρόσιτο να γλυκαίνει και να μοιάζει όλο και περισσότερο με κείνο της υφασμάτινης κούκλας. Ένα μεσημέρι που όπως πάντα έπλεκε μπροστά στον πίνακα, σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το πλεχτό της και έμεινε εμβρόντητη. Το κορίτσι του πίνακα τής χαμογελούσε. Άπλωσε τότε το χέρι της για να την αγγίξει, όταν ένα δυνατό τράνταγμα συγκλόνισε το κορμί της. Της φάνηκε ότι είδε τη λάμψη ενός κεραυνού που έσκισε τον πίνακα στα δύο. Το κορίτσι πετάχτηκε έξω από τον πίνακα και έπεσε στην αγκαλιά της. Όταν η μαγείρισσα μπήκε στο δωμάτιο ύστερα από ώρα, βρήκε την Ελόιζε νεκρή στην πολυθρόνα της. Το πλεκτό είχε γλιστρήσει από τα χέρια της και κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της την υφασμάτινη κούκλα της. Στον πίνακα ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλο του ανέκφραστου κοριτσιού». Η σκέψη της ηρωίδας ξεφεύγει από τη λογική και η φαντασία την οδηγεί στο παραλογισμό με ακραίο αποτέλεσμα. Αυτά τα ακραία αποτελέσματα τα συναντούμε και σε άλλα διηγήματα όπου η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής κυριαρχεί και κατευθύνει τους ήρωες.</p>
<p>Στο διήγημα Η σπηλιά βλέπουμε τη δεκαπεντάχρονη Ινώ να πηγαίνει με τον ψαροντουφεκά πατέρα της σε μια παραλία και όταν ο πατέρας ανοίγεται στα βαθιά, η Ινώ στην είσοδο μιας σπηλιάς αντικρύζει δέκα γυναίκες σε μια τελετή: «Οι χορευτικές κινήσεις τους σταδιακά γίνονταν άγριες και απειλητικές. Ύψωναν τα χέρια τους σε δέηση και ύστερα τα ένωναν δημιουργώντας μία θέση στο κέντρο του κύκλου, σαν βωμό έτοιμο για θυσία. Τότε ήταν η στιγμή που μία από αυτές αντιλήφθηκε την Ινώ και στύλωσε το βλέμμα πάνω της. Κάτι ψιθύρισε στις υπόλοιπες και όλες μαζί στράφηκαν προς το μέρος της. Πριν προλάβει εκείνη να τραπεί σε φυγή, όρμησαν επάνω της και την περικύκλωσαν. Τη σήκωσαν στα χέρια τους και με ιαχές την έβαλαν στο κέντρο του κύκλου.» Εδώ έχουμε μια ιεροτελεστία όπου ο χορός των γυναικών έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα.</p>
<p>Στο διήγημα Το κυνήγι βλέπουμε την ηρωίδα Χάνα να έχει βγει βόλτα στο δάσος, φορώντας στο κεφάλι της το κεφάλι το ελαφιού από τη συλλογή του κυνηγού αφεντικού της, του κυρίου Στορμ, μια συλλογή από κεφάλια ζώων και πτηνών. Επιστρέφοντας βιαστικά στο σπίτι από την απογευματινή της βόλτα στο δάσος: «Πρώτα άκουσε την τουφεκιά και μετά ένιωσε τον πόνο από τη σφαίρα στα πλευρά της. Ο κύριος Στορμ είχε βγει πάλι για κυνήγι». Μια από τις ιστορίες που πραγματικά εντυπωσιάζει με το τροπή της και δείχνει την ικανότητα της συγγραφέως να πλάθει ιστορίες, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.</p>
<p>Τα 38 μικρά διηγήματα της Δάλλη διαβάζονται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η γραφή της κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα με ένα άψογο χειρισμό της γλώσσας, οι δε δραματικές και πρωτόγνωρες ιστορίες των ηρώων, μαζί με την έντονη εικονοποιία που τις περιβάλλει, δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις στον αναγνώστη να γνωρίσει σε βάθος άγνωστες ανθρώπινες συμπεριφορές και συνήθειες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>LITERATURE.GR 26/3/2024</p>
<p>Εκεί όπου οι ήρωες γίνονται από άνθρωποι ζώα και από ζώα θεοί</p>
<p>Το δέρμα της φώκιας είναι ο αλληγορικός και υπαινικτικός τίτλος με τον οποίο η Αριστούλα Δάλλη επιλέγει να τιτλοφορήσει την λίαν προσφάτως εκδοθείσα συλλογή διηγημάτων, η οποία κυκλοφορήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 από τις εκδόσεις Βακχικόν και περιλαμβάνει 38 ευσύνοπτα διηγήματα. Μπορεί να είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση πρωτόλειο. Πρόκειται για ένα έργο που χαρακτηρίζεται από πνευματική ωριμότητα και συγγραφική μαεστρία. Τα διηγήματα της Δάλλη, αρχικά, επιτυγχάνουν την πλήρη πρακτική εφαρμογή των θεωρητικών ειδολογικών χαρακτηριστικών του είδους: συντομία, πυκνότητα, κλιμάκωση, ανατροπή. Κατόπιν, δημιουργούν ένα ψηφιδωτό στο οποίο η συγγραφέας δοκιμάζεται σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, των οποίων οι ρίζες ανιχνεύονται στο ευρύ πεδίο της λογοτεχνίας του φανταστικού και του μαγικού ρεαλισμού. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά των διηγημάτων της Δάλλη ως προς το περιεχόμενο είναι η συνειρμικότητα, η δυναμική παρουσία του υποσυνειδήτου, το όνειρο και η ψευδαίσθηση, η αλήθεια και η αυταπάτη, η μνήμη και ο χρόνος, το ένστικτο και η λογική, το αληθοφανές και το παράλογο. Η Δάλλη χρησιμοποιεί σύμβολα στα διηγήματά της χωρίς να τα τοποθετεί στο χώρο και τον χρόνο, σύμβολα αρχετυπικά, των οποίων οι ιστορίες οδηγούν σε μια γενικότερη, καθολική ομολογία. Αυτή η μετάβαση από το ειδικό στο γενικό ακολουθείται πιστά σε όλο το εύρος του βιβλίου, καθώς ο αναγνώστης μπορεί εύκολα παρακολουθώντας την ιστορία του κάθε κειμένου να εξαγάγει συμπεράσματα και να νιώσει την ευρύτερη συμβολική σημασία του μεμονωμένου πάσχοντος ήρωα.</p>
<p>Οι ήρωες της συγγραφέως είναι, συνήθως, πρόσωπα που πάσχουν, είναι πρόσωπα δραματικά που βιώνουν το τραύμα είτε έχοντας επίγνωση είτε σε μια κατάσταση ύπνωσης, ονείρου, ασυνειδήτου. Η συγγραφέας εκκινώντας, όπως ήδη αναφέρθηκε, από μεμονωμένες φαντασιακές περιπτώσεις, θίγει μείζονα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα, όπως: η έμφυλη ταυτότητα, το σώμα ως περιορισμός – δέσμευση, η γονεϊκότητα και οι σχέσεις γονέων – παιδιών, συχνά τραυματικές, η αυταρχικότητα και η δεσποτεία της πατρικής φιγούρας και η αντίδραση των παιδιών στις επιταγές της πατριαρχίας, η επιρροή της μητρικής φιγούρας στη ψυχοσύνθεση των παιδιών που εγγίζει τα όρια του παράλογου, η διάκριση των παιδιών από τη μάνα, η αδυναμία της σε ένα παιδί και η καταστροφική επιρροή στη ψυχοσύνθεση των υπολοίπων, η ζήλια και ο εγωισμός μεταξύ ενός ζευγαριού, το προπατορικό αμάρτημα και η αναδίπλωσή του, η ανακάλυψη και η συμφιλίωση με τον εαυτό, ο ρατσισμός και η βία είτε έμφυλη είτε φυλετική, η γυναίκα ως μάνα και κόρη, ως θύμα και θύτης, ως πηγή άνθισης και μαρασμού των λουλουδιών, η ελευθερία του λόγου και η φίμωση της αλήθειας, η εικονική πραγματικότητα σε αντιδιαστολή με τη ζωντάνια του έξω κόσμου, η απώλεια και ο θρήνος, το δυστύχημα και η άρνηση διαχείρισής του, τα σεξουαλικά εγκλήματα, η σεξουαλική ετερότητα και η φυλομετάβαση, οι ψυχικές ασθένειες και η εικαστική αποτύπωση τραυματικών γεγονότων κατά την παιδική ηλικία, τα εγκλήματα πάθους και η αμφισβητούμενη συνειδητοποίησή τους από τους θύτες, τα μάτια της ανθρωπιάς και οι συνέπειες της άτης, το μετάνιωμα και η συγχώρεση, το φως της αλήθειας και το σκοτάδι της φενάκης. Όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγει η συγγραφέας με την αριστοτεχνική γραφής της, η οποία δεν τοποθετείται χωροχρονικά αποκτώντας μια διάσταση καθολική.</p>
<p>Ο κάθε ήρωας κουβαλά τη δική του ιστορία, την οποία έχει ανάγκη να αφηγηθεί παίρνοντας πολλά πρόσωπα. Οι ήρωες γίνονται από άνθρωποι ζώα, από ζώα θεοί και από θεοί πάλι κοινοί θνητοί σε ένα διάτρητο πλέγμα συναισθηματικής έντασης και αναγνωστικής κορύφωσης που, εντούτοις, συνέχει το αρραγές και αδιάσπαστο του σύμπαντος κόσμου. Πρόκειται για ένα πλέγμα, όπου η λογική και το παράλογο βρίσκονται σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, η αλήθεια και το ψέμα χορεύουν μαζί και στροβιλίζονται σε μια δίνη από εικόνες και λόγια που αναπαριστούν φιγούρες που κλαίνε, αγαπούν, πληγώνονται, θεραπεύονται, μισούν, συγχωρούν, καταστρέφουν και αυτοκαταστρέφονται, απογυμνώνονται και σκορπίζονται με το αιμάτινο κορμί τους να μην τους φυλακίζει πια. Η ύπαρξή τους κρέμεται από μια κλωστή. Από την κλωστή του οράματος, του ψεύδους, του απατηλού, της παραλυσίας, της ύπνωσης, της συμπτωματικότητας, του τυχαίου και του φανταστικού. Το φανταστικό καλύπτει το αβέβαιο, συνδιαλέγεται με το παράξενο και το θαυμαστό, γειτονεύει με το υπερβατικό και το υπερφυσικό. Οι ήρωες ακροβατούν μεταξύ δύο κόσμων: του πραγματικού και του φανταστικού, και εκπλήσσονται όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με ασυνήθιστα πράγματα, εικόνες και γεγονότα. Άλλες φορές πάλι ο μαγικός ρεαλισμός υπεισέρχεται υποδόρια στον ιστό της αφήγησης κι ενώ ο ήρως πορεύεται σε ένα πλαίσιο απολύτως ρεαλιστικό, ξαφνικά αντικείμενα ή πρόσωπα εξωπραγματικά εμφανίζονται στον δρόμο του απολύτως φυσικά και ζωντανεύουν ορίζοντας τις πράξεις του. Και στην περίπτωση της Δάλλη είναι χαρακτηριστικές οι ενδοκειμενικές αναφορές στην αδυναμία εξήγησης με τους νόμους της λογικής παράλογων – φανταστικών συμβάντων. Ιδού ένα από τα πολλά παραδείγματα.</p>
<p>Αγαπημένε μου Τεό,</p>
<p>Πέρασαν πολλές μέρες από τότε που πήρα το γράμμα σου. Μη με παρεξηγείς όμως. Κάποια πράγματα που ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω, έγιναν αφορμή να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Κάνε, σε παρακαλώ, υπομονή μαζί μου.</p>
<p>Ένα ήσυχο, φωτεινό πρωινό πριν από μερικές μέρες, έβλεπα από το παράθυρό μου τα ώριμα στάχυα και τον κίτρινο ουρανό. Πονούσε, όπως ξέρεις, το αυτί μου και όλο το κεφάλι μου. Την κατάστασή μου επιδείνωναν τα πουλιά που έκρωζαν πάνω από τα θερισμένα χωράφια. Ένιωθα ότι γυρίζει το δωμάτιο γύρω μου και δεν ήξερα από πού να κρατηθώ.</p>
<p>Όταν άνοιξε ξαφνικά η κλειδωμένη πόρτα του θαλάμου, έμεινα έκπληκτος. Στην πόρτα στεκόταν ένας άνδρας με το πιο στριφτό μουστάκι που έχω δει ποτέ μου. Ανέβαινε καγκελωτό και από τις δύο πλευρές του στόματός του. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι έμαθε από σένα για το πρόβλημα με τον αφόρητο πόνο του αυτιού μου.</p>
<p>Με πλησίασε και ανέσυρε από το στήθος του ένα πολύ μεγάλο αυτί που έμοιαζε με σχηματισμένο πρόσωπο που λιώνει. Ξεκόλλησε με ένα χραπ το δικό μου και έβαλε στη θέση του αυτό.</p>
<p>Όταν συνήλθα για τα καλά, ο πόνος και ο ίλιγγος είχαν περάσει. Ήμουν μόνος. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Αλλά όχι, αδελφέ μου, δεν ήταν. Πλάι του ένα σημείωμα με περίεργα καγκελωτά γράμματα, τρεις μόνο λέξεις:</p>
<p>Με αγάπη, Σαλβαντόρ</p>
<p>Αγαπημένε μου Τεό, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Μπερδεύεται μέσα μου τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο! Ακόμη και τα πουλιά που πετάνε έξω τα βλέπω όλα σαν μαύρα κοράκια.</p>
<p>Με αγάπη,</p>
<p>Ο αδελφός σου, Βίνσεντ</p>
<p>(«Το αυτί», σ. 64-65)</p>
<p>Το συγκεκριμένο διήγημα, όπως γίνεται αντιληπτό δεν επιλέχθηκε τυχαία ν’ αναφερθεί εδώ. Αφενός είναι εξαιρετικά πρόσφορο δείγμα για την λογοτεχνική εκμετάλλευση από την πλευρά της Δάλλη του φανταστικού, του απρόσμενου και της γοητείας που αυτά προκαλούν στον αναγνώστη και αφετέρου το διήγημα αυτό αναφέρεται σε υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία εν προκειμένω συναντώνται λογοτεχνικά. Ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ βαν Γκογκ στέλνει γράμμα στον αδερφό του Τεό εξιστορώντας του το κόψιμο του αριστερού του αυτιού. Μια πραγματική ιστορία που εδώ ανατρέπεται, καθώς το κόψιμο αποδίδεται σε παθολογικά αίτια και τη θεραπεία προσφέρει ένας άλλος παγκοσμίου φήμης ζωγράφος, ο Ισπανός Σαλβαντόρ Νταλί. Η αναφορά δε στο σχηματισμένο πρόσωπο που λιώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό στην προσφιλή τακτική του Νταλί ν’ αναπαριστά αντικείμενα (όπως το ρολόι) να λιώνει στους πίνακές του θέλοντας να τονίσει την απώλεια της χρονικής συνείδησης. Η «Εμμονή της μνήμης» ή «Τα Εύκαμπτα ρολόγια» του είναι ίσως το πιο δημοφιλές έργο του, για πολλούς το καλύτερο υπερρεαλιστικό έργο που δημιούργησε. Για εκείνον ο χρόνος – που απασχολεί έντονα την Αριστούλα Δάλλη – είναι η κατεξοχήν παραληρηματική και σουρεαλιστική διάσταση. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι ο βαν Γκογκ είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική και είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη. Οι ψυχικές ασθένειες αποτελούν, επίσης, μια πηγή έμπνευσης για τη συγγραφέα.</p>
<p>Στα διηγήματα η σκοτεινότητα του μυαλού και της ψυχής περιπλέκονται με την ενστικτώδη ορμή και αντίδραση, ενώ οι μεταμορφώσεις του εαυτού συμπληρώνουν το παζλ της υπαρξιακής αγωνίας. Η Αριστούλα Δάλλη, αυθεντικός βιρτουόζος της γλώσσας, συνθέτει έναν γλωσσικό καμβά απ’ τον οποίο ο αναγνώστης κρέμεται απολαμβάνοντας τους καρπούς της (λογοτεχνικής) δημιουργίας και έρχεται αντιμέτωπος με όσα ο κάθε ήρωας σκέφτεται, θυμάται, φαντάζεται, νομίζει, ζει και πράττει. Ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του ένα βιβλίο που ξεδιπλώνει εν προόδω ποιητικώ τω τρόπω – καθώς τα διηγήματα της Δάλλη φλερτάρουν με την ποιητική πρόζα – όσα ο νους διυλίζει αλλά δεν τολμά να πει, όσα το σώμα υποθάλπει αλλά δεν αφήνει να φανούν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ</strong></h5>
<p>FRACTAL 19/3/2024</p>
<p>Φαντασία και τραύμα</p>
<p>Η φαντασία της Αριστούλας Δάλλη εκπορεύεται από τα «μέσα» βιώματα, τις τάσεις και τις πλεύσεις στο βυθό του ασυνείδητου, μεταμορφώνοντας και ελευθερώνοντας τα πρόσωπα των διηγημάτων της.</p>
<p>Τα φύλα των ανθρώπων αναμειγνύονται, οι σχέσεις ανακυκλώνονται, οι ρόλοι ανασυντίθενται. Ένα άνοιγμα πετάγματος, αφαίρεσης και πρόσθεσης, ένα Όλον που περιέχει τον εαυτό!</p>
<p>Κινούμενη η συγγραφέας στην θάλασσα της ακατάπαυτης ροής του Χρόνου κατορθώνει να ενώσει τους χαρακτήρες που διατρέχουν τις σελίδες της, πέρα από τον διασπασμένο χρόνο, σε ένα διαρκές Παρόν, Παρελθόν, Μέλλον ως κάτι το ενιαίο, όπου από τις ρωγμές που ανοίγει η επινόηση ξεπροβάλλει η αδιαχώριστη ψυχή τους. Και λέγοντας ψυχή, εννοούμε τα συναισθήματα, και τις πράξεις που ωθούνται απ’ αυτά και κυρίως από το υποσυνείδητο, το συνειρμικό και το συμβολικό. Θαρρείς και τα σώματα μεταμορφώνονται εξελισσόμενα αυτομάτως και ταυτοχρόνως, σ’ ένα διαρκές παιχνίδι υπάρξεων.</p>
<p>«Ο νεαρός ζωγράφος Φιλίπ Φλόιντ ετοιμάζεται για την πρώτη ατομική έκθεση των έργων του. Το άγχος της επιτυχίας και η ένταση της οργάνωσης τον έχουν καταβάλει. Αϋπνίες και εφιάλτες ταράζουν τον ύπνο του, ένα επαναλαμβανόμενο, ακατανόητο όνειρο τον αναστατώνει.</p>
<p>Βρίσκεται στον κήπο του πατρικού του σπιτιού…ο κήπος που η μητέρα του είχε γεμίσει με ορτανσίες που ο Φιλίπ για να την ευχαριστήσει τις ζωγράφιζε συνεχώς, Ο κήπος της μητέρας του ήταν ο κόσμος του.</p>
<p>.Αυτός ο κήπος στο όνειρό του είναι μια παγωμένη λίμνη.</p>
<p>…Ξαφνικά ο θόρυβος του πάγου που σπάζει βίαια ταράζει τη σιωπή. Μέσα από τα θραύσματα αναδύεται ανθισμένη η μοβ ορτανσία του κήπου τους. Μια μεγάλη λιβελούλα με κεφάλι νεαρού άνδρα πετάει και κάθεται πάνω στα άνθη της.</p>
<p>….. Ο επαναλαμβανόμενος εφιάλτης όπου ορτανσία και έντομο-άνδρας συγχωνεύονταν σταμάτησε ξαφνικά. Είχε μόλις ζωγραφίσει το όνειρό του στον τελευταίο πίνακα της συλλογής του με τίτλο «Μεταμόρφωση»</p>
<p>….. Την ημέρα των εγκαινίων η γκαλερί ήταν γεμάτη κόσμο.</p>
<p>Όταν ο αυστηρός κριτικός τέχνης Όλιβερ Χανκ στάθηκε μπροστά στο έργο που απεικόνιζε τον εφιάλτη του, ο Φιλιπ σοκαρισμένος άρχισε να τρέμει.Το πρόσωπο του κριτικού και το ψιλόλιγνο σώμα του ήταν ολόιδιο με του άντρα της λιβελούλας του πίνακα.</p>
<p>Ο Χανκ…. άπλωσε το χέρι του και εγκάρδια έσφιξε το χέρι του Φιλίπ για να τον συγχαρεί. …</p>
<p>«Έργο και δημιουργός σε πλήρη αρμονία σχολίασε ο Χανκ».</p>
<p>Και τότε ο Φιλίπ ένιωσε μέσα από τις ρωγμές να ξεδιπλώνονται τα διάφανα φτερά του.»</p>
<p>Από το διήγημα «Μεταμόρφωση»</p>
<p>Η σύνδεση μητέρας και γιου τραγική με την περιοχή του κήπου ως τόπος της ένωσής τους μέσα στην ομορφιά μιας δικής τους Εδέμ.</p>
<p>Η Δάλλη ξέρει καλά να διεισδύει στις περιοχές του παράλογου, στις σκεπασμένες πληγές και τις ροπές τους να εμφανίζονται με τον κρυφό συμβολικό τους τρόπο, καθώς η ιδιότητα της συγγραφέως είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια.</p>
<p>Η έμπνευση ως αρωγός της φαντασίας είναι εκείνη που διασχίζει το πλέγμα του Χρόνου, επιτρέπει τις εσωτερικές κινήσεις των μεταμορφώσεών να συνυπάρχουν με τον έξω κόσμο, σ’ ένα διαρκώς αμφισβητούμενο, αλλά συμβολικό Παρόν. Οι χαρακτήρες ελίσσονται, αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο τους το πρόσωπο, (γίνονται λύκοι, αηδόνια που αιμορραγούν, ελάφια και σπίτια μέσα στις φωτιές) όπου η πολυπλοκότητα και η διαπερατότητα του, εκπλήσσουν, συναρπάζουν, καθώς σε μεταφέρουν σε έναν τόπο χωρίς κανόνες, ή με κανόνες που μεταβάλλονται διευρύνοντας τα όρια τους. Σαν πίνακες ζωγραφικής που εμψυχώνονται χαρακτήρες, αιχμαλωτίζοντάς τους στα δίχτυα των χρωμάτων τους. Τα σχήματα και τα χρώματα ρίχνουν κλεφτές ματιές στο άρρητο του κόσμου τους.</p>
<p>Άνθρωποι, ζώα, Θεοί, πράγματα, παρελαύνουν με γοητευτική, σαγηνευτική, λεκτική και παραστατική ανεμοζάλη, έτσι που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, ενώ παράλληλα απολαμβάνεις την συμμετοχή του εαυτού σου σ’ αυτό το ποτάμι της γραφής, που μπαινοβγαίνεις διαρκώς, ίδιος και άλλος, ένας και πολλοί, άνθρωπος και εικόνα, όραμα και φάσμα, ζώο και πνεύμα, στο μίσος και την αγάπη, στο αίμα και το χάδι, μέσα στην κραυγή της ύπαρξης.</p>
<p>Της ύπαρξης που σπαρταράει απλώνοντας τα πληγωμένα χέρια της να πιαστεί από τα όνειρα, τα σύμβολα, τους μετασχηματισμούς, για να ενσωματωθεί μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, να βρει ένα καταφύγιο του κατακερματισμένου εαυτού της. Τελικά έξω από την πόρτα των ανθρώπων αφήνει τα γεμάτα μαχαίρια ενδύματά της, μένοντας γυμνή στη θυσία, το αίμα, στην απομόνωση.</p>
<p>Με την δύναμης της Φαντασίας όπου η γοητεία της έκπληξης ακολουθεί η μία την άλλη, η Αριστούλα Δάλλη, περιπλέκει τα πρόσωπα των διηγημάτων της στο ερμαφρόδιτο τόπο της έμπνευσής. Στα δαιδαλώδη μυστήρια της ψυχής που ερωτεύεται την κάθε είδους ύπαρξη στον ψίθυρο της εσωτερικής ζωής, την Ζωή γενικά και ειδικά. Νοιώθουμε να συμμετέχουμε σ’ ένα συμπόσιο όπου το τραύμα, το όνειρο, το φως και το σκοτάδι,, η σύμπλευση του ανθρώπου με τα πράγματα, ο εαυτός και η άγνοιά του γίνονται ένα. Εμείς.</p>
<p>Μας παρασύρει σε σκοτεινές σπηλιές όπου γυναίκες τραγουδούν με ακατάληπτη γλώσσα υμνούν τον Θεό τους, ενώ το νεαρό κορίτσι είναι το θύμα που προσφέρεται, και την ώρα που ο θεός εισχωρεί μέσα της, αναγνωρίζει το πρόσωπο του ψαροντουφεκά πατέρα της. (διήγημα η Σπηλιά). Στο χαμόγελο, ο Αράτα ζηλεύει την σύζυγό του, και γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να κάνει το μοντέλο στον διάσημο ζωγράφο Χασίρι Μότο. Τα βράδια την ονειρεύεται να σκύβει πάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τελικά ξυπνάει βαμμένος στο αίμα της. Πλένει τα κορμιά τους από το αίμα, φοράει τα ρούχα της, μακιγιάρει το πρόσωπό του και με ένα μυστηριώδες χαμόγελο είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.(το Χαμόγελο)</p>
<p>Σε όλα τα διηγήματα το δραματικό ενώνεται με το αισθητικό, καθώς τα δονεί η υποδόρια ώθηση των πραγμάτων και των αισθήσεων, των καταπιεσμένων επιθυμιών, τα οράματα και οι τριγμοί ενός κόσμου που βασανίζεται, που σβήνει και χάνεται σπαρταρώντας από υπαρξιακή μέθη.</p>
<p>Υποφέρει, τρομοκρατείται, μεγεθύνεται, απλώνεται καταφεύγοντας με τις αιφνίδιες μεταμορφώσεις της σ’ εκείνη την πικρόγλυκη γεύση του να υπάρχει.</p>
<p>Οι μυστικές παλίρροιες, οι επώδυνες σκοτεινές σπηλιές, οι φοβίες και οι ελπίδες, γίνονται ερωτικοί χάρτες του δρόμου της ζωής. Οι τιμωρίες, τα πάθη, η αγνότητα και η φρίκη το αίμα και το άνθος, δεν είναι παρά σημεία αυτού του χάρτη που απλώνονται και ανοίγονται στο θαύμα της Δημιουργίας! Στη μαγεία της γλώσσας! Της μεγαλύτερης Δημιουργού. Απ’ αυτήν ξεπηδούν τα όντα που φωλιάζουν μέσα μας. Η γλώσσα είναι το καράβι που με ανοιχτά πανιά μεταφέρει τον άηχο αλλά πυκνό από σκέψεις, και δράσεις κόσμο της ψυχής μας, σ’ αυτόν τον χάρτη που μας περιέχει, μας γεννάει, μας αποβάλλει μας θυμάται μας αναδημιουργεί. Μας αφήνει γυμνούς να ντυθούμε με το θαύμα της. Διάττοντες φωτεινοί και σκοτεινοί στον στρόβιλο του χάους.</p>
<p>Ίσως το παράλογο είναι δομικό στοιχείο της ύπαρξής μας, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που διαρκώς μας κυνηγάει, και τελικά μας καταπίνει στις υπέροχες παγίδες του.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/03/%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 29 Jan 2024 20:07:27 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20616</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ελευθέριος Πλουτάρχου είναι Κύπριος, γεννήθηκε το 1975, κατάγεται από το χωριό Καλοπαναγιώτης και διαμένει στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής–Δημοτική Εκπαίδευση, 1999) με μεταπτυχιακές σπουδές (μάστερ) στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση, 2012). Από το 1999 εργάζεταιι ως δάσκαλος στη Δημοτική Εκπαίδευση. Στην εργογραφία του περιλαμβάνονται &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Ελευθέριος Πλουτάρχου είναι Κύπριος, γεννήθηκε το 1975, κατάγεται από το χωριό Καλοπαναγιώτης και διαμένει στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής–Δημοτική Εκπαίδευση, 1999) με μεταπτυχιακές σπουδές (μάστερ) στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση, 2012). Από το 1999 εργάζεταιι ως δάσκαλος στη Δημοτική Εκπαίδευση. Στην εργογραφία του περιλαμβάνονται έξι έντυπες ποιητικές συλλογές, δύο έντυπα λογοτεχνικά βιβλία γνώσεων για παιδιά και εφήβους, μια έντυπη διηγηματική συλλογή, ένα audiobook – video book με ένα βραβευμένο παιδικό παραμύθι, μια ποιητική συλλογή e-book και τρία audiobook – video book με μελοποιημένα έργα. Έργα του έχουν συμπεριληφθεί σε δεκάδες ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας σε Κύπρο και Ελλάδα. Επίσης, δεκάδες έργα του έχουν δημοσιευθεί σε τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών της Κύπρου και της Ελλάδας (Νέα Εποχή, Διόραμα, Άνευ, Κυπριακή Εστία, ΟΛΚή, Ανεράδα, Κέφαλος, Επίλλυον, Πνοές Λόγου και Τέχνης κ.ά.) και σε ημερήσιες εφημερίδες της Κύπρου. Ποιήματα, δοκίμια και διηγήματά μου έχουν διακριθεί με βραβεία και επαίνους σε πολλούς πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς. Αρκετά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί με τη στήριξη του ΣΠΕΚ. Αρθρογραφεί σε εβδομαδιαία βάση στη στήλη «Επιφυλλίδες-Πολιτισμός» της ημερήσιας κυπριακής εφημερίδας «Αλήθεια». Συμμετέχει ως εκπαιδευτικός και συγγραφέας σε δράσεις φιλαναγνωσίας σε σχολεία, προγράμματα βιβλιοθηκών και σε φεστιβάλ βιβλίων. Συγκαταλέγεται στον κατάλογο Πρέσβεις/Πρέσβειρες Πολιτισμού του Υφυπουργείο Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι μέλος σε αρκετές λογοτεχνικές ενώσεις, συνδέσμους και ομίλους στην Κύπρο και την Ελλάδα (Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, Κυπριακός Σύνδεσμος Παιδικού Νεανικού Βιβλίου, Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας, Σύνδεσμος Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου, Ελληνικός Πνευματικός ‘Όμιλος Κύπρου κ.ά.). Ήταν κριτής σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδος. Διατελεί Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (από το 2023), ενώ έχει διατελέσει και Γραμματέας (2021- 2023). Είναι Επίτιμο Μέλος του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου (2023), ενώ εχει διατελέσει εκπρόσωπός του σε θέματα πολιτισμού στην Κύπρο.<br />
Ιστολόγιο: https://elploutarchou.blogspot.com/</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p>1) Ποιητικές συλλογές:<br />
Των στίχων πανσπερμία, Εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές, 2021<br />
Άνθρωπος-Στοχασμοί και Αποχρώσεις-180 Χαϊκού, Εκδ. Αρχύτας, 2021<br />
Ελλήνων Μύθοι (για παιδιά από 9+). Εκδ. Αρχύτας, 2022<br />
Ονείρατα και Στοχασμοί. Εκδ. Αρχύτας, 2023<br />
99 SciFaiku, Εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές, 2024<br />
Ανεξίτηλα Χρώματα (ποίηση τάνκα). Εκδ. Αρχύτας, 2024</p>
<p>2) Συλλογή διηγημάτων:<br />
Μια ηλιαχτίδα ανατολής στη δύση. Εκδ. Αρχύτας, 2022<br />
Φτερουγίσματα Ονείρων. Εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2025</p>
<p>3) Λογοτεχνικά βιβλία γνώσεων (9+):<br />
Δεκατέσσερις ημέρες στην Αρχαία Ελλάδα: ημερολόγιο από το ταξίδι του Λεωνίδα, Εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές, 2021<br />
Αποστολή στην Αρχαία Ελλάδα: στα ίχνη του Ομήρου, Εκδ. Αρχύτας, 2024</p>
<p>4) Ηλεκτρονικές εκδόσεις:<br />
Η Επανάσταση των λέξεων του Καλού (audiobook – video book, παιδικό βραβευμένο παραμύθι). ΣΠΕΚ, 2022<br />
Προγόνων Γη (ποιητική συλλογή, e-book). ΣΠΕΚ, 2023</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-116/" rel="attachment wp-att-22739"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22739" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12.tif" alt="" width="1" height="1" /></a><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/1-untitled-fr12-17/" rel="attachment wp-att-22740"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22740" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/1-Untitled.FR12-206x300.jpg" alt="" width="289" height="421" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/1-Untitled.FR12-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/1-Untitled.FR12.jpg 439w" sizes="(max-width: 289px) 100vw, 289px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/142-2/" rel="attachment wp-att-22137"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22137" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/142-300x180.jpg" alt="" width="552" height="331" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/142-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/142.jpg 640w" sizes="(max-width: 552px) 100vw, 552px" /></a></p>
<p style="text-align: left;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/240-2/" rel="attachment wp-att-22138"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22138" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/240-300x180.jpg" alt="" width="547" height="328" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/240-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/240.jpg 640w" sizes="(max-width: 547px) 100vw, 547px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/attachment/328/" rel="attachment wp-att-22139"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22139" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/328-300x180.jpg" alt="" width="548" height="329" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/328-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/328.jpg 640w" sizes="(max-width: 548px) 100vw, 548px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (2025)</strong></h4>
<h5>
<strong>ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ</strong></h5>
<p>Φτερουγίζουν το βράδυ οι ψυχές των παιδιών επάνω απ’ τη Γάζα. Με γκρεμισμένα όνειρα στις πόλεις των ερείπιων. Αντικρίζουν στη γη λαβωμένες καρδιές, χωρίς αγκαλιές, δίχως φιλιά. Και κείνο το βλέμμα τους, στην παγωμένη εικόνα, σε γιομίζει ενοχές. Μα πολύ μακριά, σε κάτι ξένα σαλόνια, ακούγονται μόνο μεγάλα τα λόγια&#8230;<br />
Κι όσα παιδιά ζούνε, ακόμα, στις πόλεις των ερειπίων, κοιμούνται αγκαλιά με τον φόβο. Σαν ξημερώσει, θα παίζουν κρυφτό ακούγοντας βόμβες, θα γράφουν τις λέξεις στο χώμα και δε θα λαθεύουν αρρώστια και φτώχεια. Θ’ αφαιρούνε νεκρούς, θα προσθέτουνε πόνο, θ’ απαγγέλλουν απ’ έξω πόσο αξίζει νερό και ψωμί!<br />
«Ξαναβάλτε μου τα πόδια μου» ουρλιάζει η 13χρονη Λαγιάν, σφαδάζοντας απ’ τον πόνο σαν αντικρίζει το ακρωτηριασμένο της κορμί στην παιδιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου. Οι δυο αδερφές της είναι ήδη νεκρές.<br />
Ο 14χρονος Άχμαντ, φορώντας πράσινο ποδοσφαιρικό -πλουζάκι και ασορτί παντελονάκι, βαδίζει με πατερίτσες στην αυλή του σπιτιού του, που έχει μετατραπεί πια σε συντρίμμια. Εκεί όπου συνήθιζε να παίζει μπάλα ανέμελος.<br />
Έχασε έξι ξαδέρφια και τη θεία του στους βομβαρδισμούς.<br />
Ο 13χρονος Ζέιν σώθηκε από θαύμα όταν καταστράφηκε το σπίτι του. Μετά από μήνες σκοτώθηκε από μια σφαίρα, προσπαθώντας να πιάσει ένα πακέτο με τρόφιμα.<br />
«Ο μπαμπάς κι η μαμά θα μας περιμένουν» λένε στη θεία τους ο Μοχάμεντ, ο Μαχμούτ, ο Αχμέτ κι ο Αμπντουλάχ. Συνεχίζουν να τρέφουν ελπίδες πως θα ξαναδούν τους γονείς τους, παρόλο που τους έχουν πληροφορήσει εδώ και καιρό πως είναι νεκροί.<br />
Συγκλονίζει η φωτογραφία της Παλαιστίνιας Ίνας Αμπού Μαάμαρ που νανουρίζει το άψυχο σώμα της ανιψιάς της.<br />
Ραγδαία αύξηση του αριθμού των θυμάτων. Σε μια λωρίδα κόλασης&#8230; ένα τεράστιο νεκροταφείο παιδιών. Χιλιάδες στοιβαγμένα σαν σαρδέλες σε σχισμένες σκηνές, με στάσιμα νερά τριγύρω. Δεκάδες βρέφη και μικρά παιδιά να πεθαίνουν καθημερινά από υποσιτισμό, αφυδάτωση κι αρρώστιες. Πληθαίνουν τα ορφανά και τ’ ασυνόδευτα στους προσφυγικούς καταυλισμούς.<br />
«Κάθε 10 λεπτά ένα παιδί πεθαίνει ή τραυματίζεται στη Γάζα» αναφέρουν με θλίψη οι εκφωνητές στα δελτία ειδήσεων. Ο εκπρόσωπος τύπου της στρατιωτικής ηγεσίας του Ισραήλ, με αυστηρό και προκλητικό ύφος, συνεχίζει να απειλεί με ακατάπαυστους βομβαρδισμούς. Κι η «πολιτισμένη» οικουμένη παρακολουθεί αδύναμη ν’ αντιδράσει στη φρίκη του πολέμου. Στις σφαγές άμαχου πληθυσμού.<br />
Φτερουγίζουν οι ψυχές των παιδιών επάνω απ’ τη Γάζα και γυρεύουν πινέλα, γυρεύουν καμβάδες&#8230; να ζωγραφίσουνε όνειρα! Έναν τεράστιο ήλιο σε ουρανό γαλανό, μια ήρεμη θάλασσα και μια βαρκούλα ν’ αρμενίζει μ’ άσπρα πανιά. Ένα λιβάδι καταπράσινο δίπλα στο ποτάμι με το καθάριο νερό, αμέτρητα λουλούδια πολύχρωμα στον απέναντι λόφο κι όμορφες πεταλούδες να πετάνε ψηλά με τα χρυσά τους φτερά. Και τα παιδιά, με μεγάλα χαμόγελα, να παίζουν ανέμελα!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΧΡΩΜΑΤΑ (2024)</strong></h4>
<h6><strong>Αφιέρωμα στην Άντρη Πλουτάρχου-Παφίτη</strong></h6>
<p>Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αείμνηστη εκπαιδευτικό και εικαστικό Άντρη Πλουτάρχου-Παφίτη, αδερφή του συγγραφέα Ελευθέριου Πλουτάρχου. Η Άντρη Πλουτάρχου-Παφίτη είχε συνεργαστεί με τον Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου [ΣΠΕΚ] και εικαστικές δημιουργίες της φιλοξενούνται στο<br />
Art Shop Gallery του διαδικτυακού του κόμβου. Φωτογραφίες από εικαστικές δημιουργίες της έχουν περιληφθεί σε δύο προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα, της σειράς λογοτεχνημάτων του ΣΠΕΚ, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αρχύτας. Το εξώφυλλο της παρούσας έκδοσης κοσμείται επίσης με έργο της.<br />
Το έργο αυτό περιλαμβάνεται μαζί με άλλα εννέα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Εκεί, το καθένα συνοδεύεται με ένα σχετικό ποίημα της συλλογής, σε ποιητική φόρμα τάνκα.<br />
Η Άντρη Πλουτάρχου-Παφίτη γεννήθηκε το 1982. Ήταν το 3ο στη σειρά από τα 4 παιδιά της οικογένειάς της. Έζησε τα παιδικά της χρόνια στον Καλοπαναγιώτη, ένα όμορφο ορεινό χωριό της Κύπρου, στην οροσειρά του Τροόδους. Από μικρή ξεχώριζε για τη δυναμική της προσωπικότητα, την εξυπνάδα, τη δημιουργικότητα και τις ικανότητές της σε διάφορους τομείς.<br />
Αποφοίτησε το 2004 από το Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου κι άρχισε να εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε σχολεία Δημοτικής Εκπαίδευσης. Παράλληλα φοίτησε σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο ίδιο πανεπιστήμιο και το 2008 απόκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε ειδικά με τη διδασκαλία του μαθήματος της Τέχνης. Ταυτόχρονα λάμβανε μέρος σε διάφορα σχετικά επιμορφωτικά μαθήματα και προγράμματα, αναπτύσσοντας περεταίρω τις γνώσεις και ικανάτητές της ως εκπαιδευτικός και εικαστικός. Το 2019 απέκτησε δίπλωμα Art Therapy και παρακολούθησε σειρά διαδικτυακών μαθήματων Τέχνης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ).<br />
Έχει δημιουργήσει αρκετά εικαστικά έργα, δοκιμάζοντας διάφορα υλικά και τεχνοτροπίες. Σκίτσα της έχουν χρησιμοποιηθεί για εικονογραφήσεις και φωτογραφίες από ζωγραφικούς πίνακές της για φιλοτέχνησα εξωφύλλων βιβλίων. Ήταν νυμφευμένη και μητέρα δύο κοριτσιών. Τα τελευταία χρόνια έδωσε έναν άνισο αγώνα με αντίπαλο τον καρκίνο, επιδεικνύοντας<br />
αξιοθαύμαστη υπομονή, θέληση και αξιοπρέπεια.<br />
Το επίγειο ταξίδι της τερματίστηκε πρόωρα στις 8 Ιουλίου 2024, λίγους μήνες πριν κλείσει τα 42 της χρόνια. Μα ένα άλλο ταξίδι αρχίνησε, με την ψυχή της να φτερουγίζει λεύτερη στα επουράνια. Οι αναμνήσεις από την Άντρη Πλουτάρχου είναι πλούσιες και φωτεινές. Τα χρώματά της θα μείνουν ανεξίτηλα στις θύμησες όσων έτυχε να τη γνωρίσουν.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ανεξίτηλα χρώματα και θύμησες</strong></h5>
<p style="text-align: center;">Το δωμάτιο της ψυχής γιομάτο μ&#8217; ανεξίτηλα χρώματα&#8230;<br />
Άλλοτε απαλά, γλυκά, μ&#8217; αποχρώσεις ανεπαίσθητες&#8230;<br />
Άλλοτε έντονα ζωγραφισμένα, με παραστάσεις ζωντανές, αληθινές.,<br />
Μ&#8217; αρώματα, ήχους, γεύσεις, ονείρατα κι οράματα&#8230;<br />
Και πάντοτε, στο φόντο, να ξεχωρίζει το πράο χαμόγελο&#8230;<br />
Ένας ήλιος αστείρευτος&#8230;<br />
με τις αχτίδες του να σ&#8217; αγκαλιάζουν στωικά κι αγαπημένα<br />
κι ένα ολόγιομο φεγγάρι, πιστό στο ραντεβού του,<br />
μες στο σκοτάδι το γαλήνιο,<br />
κείνη την ώρα που δίπλα του τ&#8217; αστέρια τρεμοσβήνουν<br />
με την ελπίδα να προσμένει καρτερικό<br />
στου αδυσώπητου χρόνου τη ροή.</p>
<p style="text-align: center;">Το δωμάτιο της ψυχής γιομάτο με πλούσιες θύμησες&#8230;<br />
Σε καμβάδες, βιβλία, σχολικούς τοίχους&#8230;<br />
παιχνίδια, παιδικές φωνές<br />
-προπάντων στα παιχνίδια και στις παιδικές φωνές<br />
των δικών σου βλασταριών-<br />
στις θάλασσες, στις αμμουδιές, στους κάμπους,<br />
στα μονοπάτια των λόφων και στις βουνοκορφές,<br />
στο ποτάμι και στα περιβόλια,<br />
στα ολάνθιστα παρτέρια των παιδικών σου στιγμών&#8230;<br />
στο σπίτι μας το πατρικό&#8230;<br />
στο χωριό μας&#8230;</p>
<p style="text-align: center;">Είθε το φως σου να πλημμυρίζει τις θύμησες!<br />
Ανεξίτηλα θα ‘ναι τα χρώματά σου!</p>
<p style="text-align: center;">Καλό σου ταξίδι!<br />
Ελευθέριος Πλουτάρχου [8/7/2024]</p>
<h6 style="padding-left: 40px; text-align: center;"><strong>ΜΕΡΟΣ Α</strong><br />
<strong>40 τάνκα με ποικίλη θεματολογία</strong></h6>
<p style="text-align: center;"><strong>1</strong></p>
<p style="text-align: center;">Ζεστές αχτίδες,<br />
αστείρευτος ο ήλιος<br />
στη βουνοπλαγιά.</p>
<p style="text-align: center;">Αέναα προβάλλει<br />
στη μνήμη η μορφή* σου!</p>
<p style="text-align: center;">*Στην Άντρη</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>2</strong></p>
<p style="text-align: center;">Οι πρώτες βροχές<br />
απαλά χαϊδεύουν<br />
το καβούκι σου.,<br />
Ξύπνα σαλιγκάρι μου!<br />
Προχώρα ακάθεκτο!</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>11</strong></p>
<p style="text-align: center;">Εκεί σε θέλω,<br />
σε τεντωμένο σχοινί<br />
να ακροβατείς.</p>
<p style="text-align: center;">Με νύχια και με δόντια<br />
να χαράζεις πορεία.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>12</strong></p>
<p style="text-align: center;">Στο αύριο σου<br />
θ&#8217; ανατείλει ο ήλιος<br />
με χαμόγελο.</p>
<p style="text-align: center;">Σαν ουράνιο τόξο<br />
μ&#8217; εξαίσια χρώματα.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>13</strong></p>
<p style="text-align: center;">Σχίζει η πλώρη<br />
του έρωτα κύματα<br />
ως τ&#8217; απανέμι.</p>
<p style="text-align: center;">Με τρυπημένα δίχτυα<br />
τι το θες το πανέρι;</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>14</strong></p>
<p style="text-align: center;">Βροχή δυνατή<br />
στης ψυχής μας το τζάμι<br />
πλένει τη σκόνη.</p>
<p style="text-align: center;">θα έρθει η «κάθαρσις»,<br />
ν&#8217; απαλύνει τον πόνο.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>35</strong></p>
<p style="text-align: center;">Λάμπει η νύχτα,<br />
το φεγγάρι τ&#8217; Αυγούστου<br />
μας συνοδεύει&#8230;</p>
<p style="text-align: center;">Με μαγικά καράβια<br />
στον ορίζοντα του νου.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>36</strong></p>
<p style="text-align: center;">Τρύγος στ&#8217; αμπέλια,<br />
κρασί του φθινοπώρου<br />
να μας μεθύσει.</p>
<p style="text-align: center;">Λίγο πριν πέσ&#8217; η βροχή<br />
που ξεπλένει τα πάθη.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>37</strong></p>
<p style="text-align: center;">Χίλιοι γερανοί,<br />
χάρτινοι στον ουρανό<br />
ψηλά να πάνε.</p>
<p style="text-align: center;">Ν&#8217; ακουστεί η ευχή μας:<br />
κι επί Γης ΕΙΡΗΝΗ!</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>38</strong></p>
<p style="text-align: center;">Αναβοσβήνουν<br />
κεραίες πολύχρωμες<br />
χαμένης μνήμης.</p>
<p style="text-align: center;">Νέες πινελιές ρίξε<br />
στης ύπαρξης τον καμβά.</p>
<p style="text-align: center;">
<h5 style="padding-left: 40px; text-align: center;"><strong>ΜΕΡΟΣ Β’<br />
</strong><strong>Ένα ποίημα τάνκα για κάθε πίνακα</strong></h5>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-0001-73/" rel="attachment wp-att-22150"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22150" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0001-5-199x300.jpg" alt="" width="252" height="380" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0001-5-199x300.jpg 199w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0001-5.jpg 318w" sizes="(max-width: 252px) 100vw, 252px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><strong>41</strong></p>
<p style="text-align: center;">Δύο βαρκούλες<br />
σ&#8217; απάνεμο κολπίσκο<br />
ερωτεύονται.</p>
<p style="text-align: center;">Ηλιαχτίδες υφαίνουν<br />
υδάτινο νυφικό.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-0002-68/" rel="attachment wp-att-22143"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22143" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0002-182x300.jpg" alt="" width="331" height="546" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0002-182x300.jpg 182w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0002.jpg 389w" sizes="(max-width: 331px) 100vw, 331px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><strong>44</strong></p>
<p style="text-align: center;">Μέσα στην άμμο,<br />
απέναντι στο κύμα,<br />
στάχια φυτρώνουν.</p>
<p style="text-align: center;">Στεριώνει η αγάπη<br />
σ&#8217; αφιλόξενους τόπους.</p>
<p style="text-align: center;">
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-0003-40/" rel="attachment wp-att-22144"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22144" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0003-190x300.jpg" alt="" width="335" height="529" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0003-190x300.jpg 190w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0003.jpg 406w" sizes="(max-width: 335px) 100vw, 335px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><strong>48</strong></p>
<p style="text-align: center;">Γλυκό μωράκι,<br />
της μάνας η αγκαλιά<br />
σε συντροφεύει.</p>
<p style="text-align: center;">Και σαν κλείνεις τα μάτια<br />
μαζί σου θα &#8216;ναι πάντα!</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-0001-66/" rel="attachment wp-att-22140"><br />
<img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22140" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0001.tif" alt="" width="1" height="1" /></a></p>
<h4><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-0004-21/" rel="attachment wp-att-22145"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22145" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0004-185x300.jpg" alt="" width="185" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0004-185x300.jpg 185w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2024/01/Untitled.FR12-0004.jpg 395w" sizes="(max-width: 185px) 100vw, 185px" /></a></h4>
<p style="text-align: center;"><strong>50</strong></p>
<p style="text-align: center;">Μάνα και κόρες<br />
ζωσμένες με αγάπη&#8230;<br />
αναλλοίωτη.</p>
<p style="text-align: center;">Αιώνια η μνήμη*<br />
και το φιλί της γλυκό!</p>
<p style="text-align: center;">* Στην Άντρη</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>99 SCIFAIKU (2024)</strong></h4>
<p style="text-align: center;">13</p>
<p style="text-align: center;">Μετεωρίτης,<br />
ταξιδιώτης στο σύμπαν<br />
με την όπισθεν.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">14</p>
<p style="text-align: center;">Οι αναμνήσεις<br />
σε σύμπαν παράλληλο<br />
παίζουνε κρυφτό.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">15</p>
<p style="text-align: center;">Εξωπλανήτες<br />
στην Κόμη Βερενίκης<br />
χορεύουνε βαλς.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">16</p>
<p style="text-align: center;">Σαν αντικρίζω<br />
το πρόσωπο του Άρη<br />
διαβρώνομαι.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">17</p>
<p style="text-align: center;">Αναγυρεύεις<br />
σε στρεβλωμένο χώρο<br />
ψιλούς στ&#8217; άχυρα.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">18</p>
<p style="text-align: center;">Στη Μάρινερις<br />
συστοιχίες πυραύλων<br />
στήνουν ασπίδες.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">19</p>
<p style="text-align: center;">Βαθύς ο ύπνος<br />
στον θόλο της Εκάτης.<br />
Σιγή νεκρική!</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">20</p>
<p style="text-align: center;">Σ&#8217; αναζήτηση<br />
νέας σκουληκότρυπας<br />
μες στην άβυσσο.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">41</p>
<p style="text-align: center;">Στρατιές με ρομπότ<br />
σταθμεύουν τους πυραύλους<br />
στις αποικίες.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">42</p>
<p style="text-align: center;">Ακαριαία<br />
τηλεμεταφέρομαι<br />
στο παρελθόν μου.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">43</p>
<p style="text-align: center;">Ορατή σκέψη<br />
σε αόρατo κόσμο<br />
φως ανασαίνει.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">44</p>
<p style="text-align: center;">Αχνοφαίνεται<br />
στο ανθρώπινα γένος<br />
έκτη αίσθηση.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">45</p>
<p style="text-align: center;">Νους ασύλληπτος<br />
ιδέες συλλαμβάνει<br />
εξωγήινες.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">46</p>
<p style="text-align: center;">Τελομεράση<br />
στ&#8217; αθάνατα κύτταρα<br />
της φαντασίας.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">47</p>
<p style="text-align: center;">Αναγνώσματα<br />
μ&#8217; ασαφείς προφητείες<br />
οι προσευχές μας.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">48</p>
<p style="text-align: center;">Σε ροζ ουρανούς<br />
τα ανθισμένα δέντρα<br />
υποκλίνονται.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">85</p>
<p style="text-align: center;">Τρενάκι τρόμου<br />
εγκλωβίζει το θύμα,<br />
d άδειο βαγόνι.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">86</p>
<p style="text-align: center;">Συρρικνώνεται<br />
η στιγμή του παρόντος<br />
στο παρελθόν μας.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">87</p>
<p style="text-align: center;">Σε τάφους λιμνών<br />
πνιγμένα τα όνειρα<br />
μικρής γοργόνας.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">88</p>
<p style="text-align: center;">Σε δάση πυκνά<br />
ποτάμια ματωμένα<br />
υποκρίνονται.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">80</p>
<p style="text-align: center;">Χαράδρες βαθιές<br />
στ&#8217; ανεμόδαρτα ύψη<br />
σκάφη ρουφάνε.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">90</p>
<p style="text-align: center;">Οι νυχτερίδες<br />
σε στοές στοιχειωμένες<br />
αίμα πουλάνε.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">91</p>
<p style="text-align: center;">Καιρός βροχερός<br />
σαλιγκάρια τέρατα<br />
γλείφουν στους δρόμους.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;">92</p>
<p style="text-align: center;">Σε γυαλί θολό<br />
χαραγμένα τα γιατί<br />
μάταια ψάχνουν.</p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Στοιχηματίζω πως δε θα είχα κοιμηθεί αρκετά, το πολύ δυο με τρεις ώρες. Ξύπνησα σαν άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν θόρυβο. Άνοιξα τα μάτια και διάκρινα ένα απαλό φως στο σκοτεινό δωμάτιο. «Πολύ παράξενο»<br />
σκέφτηκα. Οι κουρτίνες της σοφίτας ήτανε καλά τραβηγμένες. Και να μην ήτανε, κείνο το βράδυ είχε συννεφιά και δε φαινότανε το φεγγάρι στον ουρανό. Η πόρτα που οδηγούσε στη σκάλα για το υπόλοιπο σπίτι ήτανε κλειστή. Το βλέμμα μου στράφηκε προς τη μικρή αποθήκη με τους θησαυρούς.<br />
Ήμουνα σίγουρος πως το φως ερχότανε από τη μισάνοικτη πόρτα της. Κι αυτό πάλι παράξενο. Η αποθήκη ήτανε πάντοτε κλειδωμένη. Δεν το κρύβω πως φοβήθηκα και κρύφτηκα αμέσως κάτω από την κουβέρτα. Αυτή την όμορφη, ζεστή, γαλάζια κουβέρτα που είχε πλέξει για μένα η γιαγιά πριν<br />
δύο χρόνια, δώρο στα γενέθλιά μου.<br />
«Να η κουβέρτα σου Λεωνίδα μου. Χρόνια πολλά! Στην έπλεξα στο χρώμα που σ&#8217; αρέσει».<br />
«Σ&#8217; ευχαριστώ γιαγιά! θα την έχω πάντα στο κρεβάτι της σοφίτας. Να ζεσταίνομαι και να σε θυμάμαι».<br />
Τελικά, βρήκα το θάρρος να σηκωθώ, σαν ακούστηκε μέσα μου μια φωνή να με ρωτά: «Πώς θα μπορέσεις Λεωνίδα να λύσεις μυστήρια και να πετύχεις αποστολές στην Αρχαία Ελλάδα αν σε φοβίζει ένα απαλό φως το βράδυ στο<br />
ίδιο σου το σπίτι;» Προχώρησα μ&#8217; αποφασιστικότητα και μπήκα στην αποθήκη. Διαπίστωσα πως το φως ερχότανε από τις χαραμάδες του παλιού μπαούλου. Τ&#8217; άνοιξα προσεκτικά και προς μεγάλη μου έκπληξη βρήκα μέσα ένα φανάρι αναμμένο. «Αυτό ήταν όλο» είπα και χαμογέλασα!<br />
Εκεί όμως που απλώς θα το &#8216;σβηνα και θα &#8216;κλεινά το μπαούλο, κάτι μ&#8217; έκανε να το στρέψω προς το περιεχόμενό του. Το μάτι μου έπεσε κατευθείαν σ&#8217; ένα παλιό, σκονισμένο βιβλίο με κιτρινισμένες, μισοσχισμένες σελίδες και σκληρό, μαύρο εξώφυλλο. Το σκούπισα βιαστικά με την πιτζάμα μου και διέκρινα να γράφει επάνω με χρυσά γράμματα: ΑΝΑΚΑΛΥΨΤΕ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.<br />
Τα μάτια μου άστραψαν και το μυαλό μου πήρε γρήγορα στροφές. θυμήθηκα τις μυστικές αποστολές. Άραγε υπάρχουν σ&#8217; αυτό το βιβλίο τα στοιχεία που αναζητούσαμε όλο το βράδυ με τον Περικλή; Το &#8216;βαλα βιαστικά κάτω από τη<br />
μασχάλη και γύρισα να βγω από την αποθήκη. Παρατήρησα πως η πόρτα ήτανε κλειστή. Το φανάρι έσβησε ξαφνικά κι έμεινα μόνος στ&#8217; απόλυτο σκοτάδι. Δοκίμασα, ψηλαφώντας στον τοίχο, να βρω την πόρτα με το χερούλι. Μάταια! Άφαντο! Υπήρχε ή δεν υπήρχε εξαρχής χερούλι δε γνώριζα, γιατί όλο κι όλο μια φορά είχα μπει ξανά στην αποθήκη. Βρισκόμουνα σε μεγάλη απόγνωση. Τι να έκανα; Να φώναζα μέχρι να μ&#8217; άκουγε κάποιος; θα ξυπνούσα τους γονείς μου, ίσως και τους γείτονες και θα ντρεπόμουνα πολύ. Άσε που η Αρίστη θα με κοροΐδευε για μέρες<br />
«Για θαυμάστε τον μικρό Ιντιάνα Τζόουνς του σπιτιού μας. Βρισκότανε σε μυστική αποστολή στην Αρχαία Ελλάδα και κλειδώθηκε στην αποθήκη της σοφίτας!» Αυτό δε θα τ&#8217; άντεχα με τίποτα. Ή ακόμα και τ&#8217; άλλο; Αν μαθευόταν στο σχολείο; Εκεί να δεις ρεζίλι που θα γινόμουνα. Πάει η φήμη<br />
μου, πάει η δόξα μου σαν σπουδαίος συγγραφέας και τολμηρός εξερευνητής. Έπρεπε να βρω μόνος κι όσον το δυνατόν πιο γρήγορα μια λύση.<br />
Η αποθήκη ήτανε πολύ μικρή και πολύ στενή. Κάνοντας με προσοχή μερικά βήματα δεξιά κι αριστερά, μπροστά και πίσω εντόπισα ένα χαλί. Ψαχουλεύοντας με τα χέρια από κάτω βρήκα μια μικρή τρύπα. Μέσα ήτανε κρυμμένη η άκρη ενός σχοινιού. Τραβώντας το πράε τα πάνω, κατάλαβα πως<br />
η άλλη άκρη του ήταν δεμένη με μια ξύλινη μικρή πόρτα που έμοιαζε σαν είσοδος καταπακτής, κι από κάτω ένα πέρασμα με μια σκάλα. Διερωτήθηκα πού θα οδηγούσε. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως όλα εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια μυστική κρύπτη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, χωρίς να το<br />
πάρω χαμπάρι. Δεν είχα άλλη επιλογή. Φαινότανε πως ήτανε η μοναδική διέξοδος. Αργά αργά μέσα στο πυκνό σκοτάδι κατέβηκα ένα ένα τα σκαλιά&#8230;</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΤΗΝ ΙΩΝΙΑ</strong></h4>
<p>Άνοιξα τα μάτια κι άκουσα το γλυκό κελάηδημα των πουλιών. 0 Περικλής κοιμότανε ακόμη. Βγήκα έξω από την καλύβα. Το τοπίο μου φάνηκε ίδιο με χθες. Ένα ήτανε το σίγουρο. Δεν είχαμε μεταφερθεί σ’ άλλη περιοχή. Από μακριά είδα τα σπίτια του χωριού και τη θάλασσα στο βάθος. Δίπλα από την καλύβα υπήρχε ένα πηγάδι κι ένας κουβάς γεμάτος νερό. Δεν έχασα χρόνο. Ένιψα καλά το πρόσωπό μου κι επέστρεψα πίσω. Πάνω στην ώρα που ετοιμαζόταν να σηκωθεί ο Περικλής.<br />
«Καλημέρα! Κοιμήθηκες καλά;»<br />
«Καλημέρα Λεωνίδα. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Η αλήθεια είναι πως χθες ένιωθα πολύ κουρασμένος. Εσύ;»<br />
«Κι εγώ το ίδιο. Έξω υπάρχει καθαρό νερό σ&#8217; έναν κουβά, δίπλα στο πηγάδι. Νίψου κι συ μέχρι να βρω κάτι να φάμε».<br />
Σ&#8217; ένα ξύλινο σκαλιστά ντουλάπι βρήκα μπόλικη τροφή σε πήλινες κούπες κι αγγεία. Όταν επέστρεψε ο Περικλής προγευματίσαμε και βγήκαμε έξω. Καθίσαμε σε δυο μεγάλες πέτρες, κοιτώντας αμήχανα ο ένας τον άλλο.<br />
«Είμαι πολύ περίεργος Λεωνίδα για το πού βρισκόμαστε».<br />
«Κι εγώ αναρωτιέμαι&#8230;»<br />
Πριν προλάβω να τελειώσω την κουβέντα μου να &#8216;σου κι εμφανίζεται ο γέροντας.<br />
«Καλημέρα! Διακρίνω στα πρόσωπά σας πως έχετε ξυπνήσει με όρεξη, θαρρώ είστε έτοιμοι να συνεχίσετε την αποστολή σας. Τη μυστική σας αποστολή, όπως μου είχατε πει».<br />
«Ναι, οπωσδήποτε! Για πες μας πρώτα σοφέ γέροντα πού βρισκόμαστε;»<br />
«Είμαστε στην Ιωνία, στη Μικρά Ασία. Κοντά στις ακτές και στα γύρω νησιά θα χτιστούν σε λίγα χρόνια πολλές ελληνικές πάλεις, όπως η Έφεσος, η Μίλητος, η Σάμος, η Χίος&#8230; Όταν θα γίνει ο πρώτος αποικισμός των Ελλήνων, εδώ θα φτάσουν οι Ίωνες, οι Δωριείς θα κινηθούν νοτιότερα κι οι Αιολείς βορειότερα».<br />
«Τέλεια! Σ&#8217; αυτήν την περιοχή ακριβώς είχαμε σκοπό να &#8216;ρθούμε. θυμάσαι Περικλή τι έλεγε το βιβλίο;»<br />
«Ναι. Στην Ιωνία. Πάλι καλά, 0 Παρμενίωνας κι ο Ιάσονας τι κάνουν; Λέμε να πάμε να τους δούμε».<br />
«Α&#8230; αυτό είναι αδύνατον».<br />
«Είναι αδύνατον; Γιατί;» τον ρώτησα μ&#8217; αγωνία.<br />
«Γιατί έχουν φύγει εδώ και χρόνια».<br />
«Έχουν φύγει εδώ και χρόνια; Πού έχουν πάει και πώς πέρασαν τα χρόνια; Τι λες καλέ μας γέροντα;» τον ρώτησε ο Περικλής.<br />
«Νόμιζα πως θα το είχατε ήδη καταλάβει. Νομίσατε στ&#8217; αλήθεια πως κοιμηθήκατε μόνο ένα βράδυ&#8230; μόνο λίγες ώρες! Οι φίλοι σας επιβιβάστηκαν σ&#8217; ένα πλοίο των Αχαιών, που βρήκε καταφύγιο σ&#8217; ένα διπλανό λιμάνι όταν είχε σωθεί από τη θαλασσοταραχή, κι έχουν φτάσει στον προορισμό τους».<br />
«0 προορισμός τους ήταν η Τροία» συμπλήρωσα.<br />
«Ναι, για τον Τρωικό Πόλεμο που άρχισε εδώ κι εννέα χρόνια».<br />
«Εδώ κι εννέα χρόνια;» απόρησα.<br />
«Και τι έγινε σ&#8217; όλα αυτά τα χρόνια;» ρώτησε ο Περικλής.<br />
«Είναι μεγάλη ιστορία, θα προσπαθήσω να σας τη διηγηθώ όσο πιο σύντομα μπορώ. Τα πλοία των Αχαιών έφτασαν που λέτε στις ακτές της Τροίας. Εκεί βασίλευαν ο Πρίαμος κι η γυναίκα του, η Εκάβη, με πενήντα γιους και πολλές κόρες. Αντικρίζοντας οι Τρώες τα πλοία των Αχαιών έτρεξαν στην ακρογιαλιά να τους πολεμήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Πρίαμου, ο Έκτορας, ένας από τους αδερφούς του Πάρη».<br />
Όπως μας είπε ο γέροντας, από τους Αχαιούς κανένας δεν τολμούσε να πατήσει στη στεριά. Υπήρχε ένας χρησμός που έλεγε πως ο πρώτος που θα πατούσε στο χώμα της Τροίας θα &#8216;πεφτε νεκρός. Δίσταζαν όλοι, ακόμα κι ο Αχιλλέας, ο πιο γνωστός και θαρραλέος πολεμιστής τους. Τότε, ο<br />
πολυμήχανος Οδυσσέας πέταξε την ασπίδα του στη γη και μ&#8217; ένα πήδημα στάθηκε επάνω της. 0 Πρωτεσίλαος, ξεγελασμένος από το τέχνασμά του, πήδησε δεύτερος και πάτησε στο χώμα. Ευθύς έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα. Ακολούθησαν οι υπόλοιποι Αχαιοί πολεμιστές. Κατέβηκαν από τα πλοία και ρίχθηκαν στη μάχη. Στις πρώτες συγκρούσεις νίκησαν οι Αχαιοί. Οι Τρώες υποχώρησαν και κλείστηκαν στα τείχη της πόλης τους. Έτσι, βρήκαν χρόνο οι αντίπαλοι να τραβήξουν τα πλοία τους στη στεριά και να<br />
φτιάξουν ένα μεγάλο στρατόπεδο. Έχτισαν μάλιστα ξύλινο τείχος για προστασία. Κατάλαβαν πως θα χρειαζόταν πολύς καιρός να κατακτήσουν την Τροία.<br />
Οι Αχαιοί νικούσαν στις περισσότερες μάχες. Λεηλατούσαν την ύπαιθρο και κατακτούσαν διάφορες περιοχές. Όλα αυτά τα χρόνια ακούγονταν τα ηρωικά κατορθώματα σπουδαίων Αχαιών πολεμιστών, όπως του Αχιλλέα, του Οδυσσέα και του Αίαντα. Στον πόλεμο συμμετείχαν και οι θεοί. 0 Ποσειδώνας, η Ήρα κι η Αθηνά ήταν με το μέρος των Αχαιών, ενώ ο Αρης, η Αφροδίτη κι ο Απόλλωνας με το μέρος των Τρώων. 0 Δίας άλλοτε βοηθούσε τους Αχαιούς κι άλλοτε τους Τρώες.<br />
0 γέροντας συνέχισε να μας διηγείται τα κατορθώματα των Αχαιών κι εμείς τον ακούγαμε με θαυμασμό. Κατά το μεσημέρι επέστρεψε πίσω στο χωριό. Αφού φάγαμε ξαπλώσαμε να ξεκουραστούμε. Το απόγευμα πήγαμε μια<br />
βόλτα γύρω από την καλύβα και απολαύσαμε το ηλιοβασίλεμα. Το βράδυ δειπνήσαμε στο φως των αστεριών και μετρώντας τα αποκοιμηθήκαμε.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Έπειτα από λίγη ώρα σκέφτηκα ν&#8217; ανοίξουμε πάλι το βιβλίο. Ίσως να βρίσκαμε μερικές ακόμα τελευταίες πληροφορίες. Κι ανοίγοντάς το, εντελώς τυχαία, σε μια σελίδα το βλέμμα μου έπεσε στον τίτλο «0 ΟΜΗΡΟΣ».<br />
Άρχισα ευθύς να διαβάζω μεγαλόφωνα. Στην πρώτη σελίδα έλεγε πως πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Όμηρος ήτανε πραγματικό πρόσωπο. Ένας ραψωδός που έζησε μάλλον γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή της Ιωνίας και συνέχιζε την παράδοση των ηρωικών αφηγήσεων. Πολύ πιθανόν να δημιούργησε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια μερικές δεκαετίες αργότερα. Για την πόλη καταγωγής ταυ υπάρχουν πολλές φήμες. Οι πηγές αναφέρουν τη Σμύρνη ή τη Χίο ή κι άλλες πέντε πόλεις στην<br />
περιοχή της Ιωνίας. Και για το όνομά του υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Άλλοι λένε πως ονομάστηκε Όμηρος γιατί ήτανε τυφλός («μη ορών», στα αρχαία Ελληνικά), ενώ άλλοι πως ήτανε κάποτε όμηρος σ&#8217; έναν πόλεμο.<br />
Η επόμενη σελίδα του βιβλίου είχε τίτλο «ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ». Περιέγραφε την προσπάθεια ν&#8217; απαντηθεί το ερώτημα αν τελικά τα δύο ποιήματα γράφτηκαν από το<br />
ίδιο πρόσωπο. Αυτοί που αμφιβάλλουν στηρίζονται σε διαφορές που υπάρχουν στο ύφος, αλλά και σε πολιτισμικά στοιχεία ανάμεσα στα δύο ποιήματα. Γι’ αυτό θεωρούν<br />
πως η Οδύσσεια ίσως να γράφτηκε από κάποιον μαθητή του<br />
Ομήρου. Αυτό δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν ισχύει. Μερικοί υποστήριξαν πως τα κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, όπως τα ξέρουμε σήμερα, αποτελούν κομμάτια που ενώθηκαν μεταξύ τους ή συμπληρώθηκαν στη συνέχεια. Δηλαδή, δεν ήταν από την αρχή γραμμένα ολόκληρα. Το<br />
λένε αυτό γιατί παρουσιάζονται κάποια κενά κι αντιφάσεις στις διηγήσεις και στις περιγραφές. Πολλοί διαφωνούν μ&#8217; αυτά γιατί διαπιστώνουν πως και τα δύο ποιήματα έχουν τον ίδιο λογοτεχνικό τρόπο γραφής αλλά και την ίδια τεχνική για τη διαμόρφωση της πλοκής. Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα είναι πότε τελικά καταγράφηκαν τα ποιήματα. Έγινε σύνθεση και προφορική μετάδοσή τους ταυτόχρονα; Καταγράφηκαν ως ποιήματα μερικά χρόνια αργότερα από την προφορική απαγγελία τους; Τα υπαγόρευσε ο δημιουργός ή οι δημιουργοί τους, σώθηκαν προφορικά κι αργότερα καταγράφηκαν;<br />
Το σίγουρο ήταν πως κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. υπήρξε το επάγγελμα<br />
του ραψωδού. Οι ραψωδοί απάγγελναν κάποια εκδοχή της Ιλιάδας ή της Οδύσσειας αλλά δεν ήταν σίγουρο αν είχαν μαζί τους κάποιο κείμενο. Στο μαγικό βιβλίο έγραφε επίσης πως ο Πεισίστρατος βοήθησε πολύ τη διάδοση και τη διάσωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, γιατί καθιέρωσε αυτές τις απαγγελίες σε γιορτές, όπως τα Παναθήναια. Μ&#8217; αυτήν την πληροφορία ολοκληρώθηκε το κείμενο του βιβλίου. Στις υπόλοιπες σελίδες δεν είχε γραμμένο κάτι άλλο.<br />
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε ο Περικλής.<br />
«Τώρα τα βάζουμε στη σειρά κι είμαστε έτοιμοι να τα πούμε στη δασκάλα μας. θαρρώ πως η αποστολή μας ολοκληρώνεται κάπου εδώ».<br />
«Ναι, μα παρόλο που βρήκαμε αρκετά στοιχεία δεν έχουμε δώσει σαφή απάντηση στο αν τελικά η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ήταν έργα του Ομήρου».<br />
«Άκου Περικλή, το έχουμε ψάξει αρκετά. Από όσα έχουμε μάθει από την ώρα που μας έχει αναθέσει η δασκάλα μας αυτήν την αποστολή, θα &#8216;λεγα πως πολύ πιθανόν τα δυο έργα να τα έχει γράψει ο Όμηρος. Ίσως κι όχι, αλλά<br />
κανείς δεν μπορεί να δώσει ξεκάθαρη απάντηση, ούτε οι ιστορικοί ούτε και οι αρχαιολόγοι. Όλα όσα έχουμε ζήσει σ&#8217; αυτό το ταξίδι μας έχουν φέρει πολύ κοντά σ&#8217; αυτά που εξιστορούνται στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια».<br />
«Ξέρεις Λεωνίδα, νομίζω πως τελικά ο σκοπός της αποστολής μας δεν ήταν να δώσουμε μια απάντηση σ&#8217; αυτήν την ερώτηση. Πιστεύω πως η δασκάλα μας ήθελε να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο και στην ελληνική μυθολογία<br />
και να προβληματιστούμε απ&#8217; όσα θα μαθαίναμε. Κι αυτό το πετύχαμε. Τι σημασία έχει τελικά αν έγραψε ή δεν έγραψε ο Όμηρος αυτά τα έργα; Εκείνο που έχει νόημα είναι η αξία που έχουν ως μέρος της ελληνικής μυθολογίας και ως μέρος του ελληνικού αλλά και του παγκόσμιου πολιτισμού».<br />
«Δεν έχω κάτι άλλο να πω Περικλή από το να συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου».<br />
«Ωραία! Για λύσε μου τώρα μια τελευταία απορία. Αφού έχουμε ολοκληρώσει, κατά κάποιον τρόπο, την αποστολή μας πώς θα τα μεταφέρουμε όλα αυτά στη δασκάλα μας; Μην ξεχνάς πως βρισκόμαστε πίσω στον χρόνο. Πώς θα<br />
επιστρέφουμε στο παρόν;»<br />
Έμεινα για λίγο σκεφτικός. Πράγματι, άρχισε να μ&#8217; απασχολεί κι εμένα αυτό το ζήτημα.<br />
«θα&#8230; θα δούμε Περικλή. Ίσως μας βοηθήσει ο γέροντας».<br />
Άρχισε πια να βραδιάζει κι όσο περνούσε η ώρα ένιωθα έναν έντονο πόνο να με ζώνει στην κοιλιά κι ολοένα να μεγαλώνει. Δεν άργησα να έχω πονοκέφαλο και μάλλον είχα και πυρετό. Αισθανόμουνα μεγάλη αδυναμία και με δυσκολία στεκόμουνα στα πόδια μου, γι’ αυτό ξάπλωσα από νωρίς στ&#8217; αχυρένιο στρώμα.<br />
«Τι να έχω Περικλή;»<br />
«Μάλλον θα φταίει αυτό που έφαγες το μεσημέρι στην πόλη».<br />
Πάνω στην ώρα μπήκε στην καλύβα ο γέροντας. Με πλησίασε αμέσως και με καθησύχασε. Πήρε ένα πανί, το βούτηξε καλά στο δροσερό νερό, από τον κουβά που ζήτησε να φέρει ο Περικλής, και το τύλιξε γύρω από το μέτωπό μου. Ύστερα άλειψε με λίγο ελαιόλαδο την κοιλιά μου και την έτριψε απαλά με αρωματικά φύλλα. Άναψε φωτιά κι έφτιαξε μια σούπα. Τι υλικά έβαλε μέσα δε γνωρίζω, μα όταν ρούφηξα από αυτήν αρκετές κουταλιές άρχισα να νιώθω καλύτερα. Έκλεισα απαλά τα βλέφαρα ώσπου με πήρε γλυκά ο ύπνος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ (2023)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 200px;"><strong>Ι</strong></h6>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Ονείρατα και στοχασμοί</strong><br />
<strong>ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ</strong></h5>
<p>Ροκανίζει αδυσώπητα ο χρόνος το σήμερα<br />
ξεφλουδίζοντας δίχως οίκτο ψυχές,<br />
που δεν μπορούνε πια να κρύψουν τη γύμνια τους&#8230;<br />
Κι είναι κάτι βράδια<br />
που στον ύπνο σου αναγυρεύεις βασίλεια,<br />
μαγεμένα ταξίδια σ&#8217; ουρανούς πλουμισμένους.<br />
Μα κάθιδρο πάντα σε βρίσκει το μεσονύχτι<br />
σε βυθούς ωκεανών να στοχάζεσαι μόνος.<br />
Τετριμμένη συνήθεια να προσπαθείς να παγιδέψεις ονείρατα.<br />
Κι όμως&#8230; στους στίχους σου, ως επιβάλλει η μούσα,<br />
με χαμόγελο θα &#8216;ναι πάντα πιστός στη στέψη του ο ήλιος<br />
και στο τέλος του ταξιδιού<br />
θα σ&#8217; αναμένει η σιγουριά του φεγγαριού.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ</strong></h5>
<p>Σε συνάντησε πάλι το βράδυ<br />
μαζί με το φρέσκο δελτίο ειδήσεων,<br />
στην πολυθρόνα αραχτό,<br />
ξέρεις εσύ&#8230; εκείνη την άνετη.</p>
<p>0 βραδινός εκφωνητής μιλάει, δήθεν,<br />
για διαφθορά, κυκλώματα, σήψη και δυσωδία&#8230;<br />
και στους δρόμους παρελαύνουν ελεύθερα, δήθεν,<br />
οι υπαίτιοι, του παρελθόντος φαντάσματα, σκιές, εφιάλτες&#8230;</p>
<p>Κι εσύ να σφυρίζεις αδιάφορα στο δικό σου βασίλειο.<br />
Σαν το θελήσεις θα πατήσεις απλώς το κουμπί<br />
κι όλα θα μείνουν καλά κρυμμένα εκεί.</p>
<p>Λοιπόν, τι περιμένεις;<br />
Σήκω, καιρός γι&#8217; ανακαίνιση!</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ</strong></h5>
<p>Ροκανίζει αδυσώπητα ο χρόνος το σήμερα,<br />
ξεφλουδίζοντας δίχως οίκτο ψυχές<br />
που δεν μπορούνε πια να κρύψουν τη γύμνια τους [&#8230;]</p>
<p>Είν&#8217; αδύνατο να ξεφύγει κι η δική σου αλώβητη,<br />
κείνη την ώρα την κρίσιμη, απ&#8217; της συνείδησής σου την κρίση,<br />
καθώς υποβάλλεις, δικαίως, σε δίκη το είναι σου.<br />
Βαραίνουν οι τύψεις για έργα ή λόγια σου;</p>
<p>Μα τ&#8217; αυτεξούσιο υπαγορεύει<br />
και το δικό σου το χέρι θα γράψει ξανά.<br />
Η ψυχή σου θ&#8217; αποδράσει,<br />
θ&#8217; ανηφορήσει σε μονοπάτια ονείρων,<br />
θ&#8217; ανταμώσει ουρανούς πλουμισμένους,<br />
θα ταξιδέψει σε μαγεμένες πολιτείες,<br />
θα φτάσει σε λιμάνια απάνεμα,<br />
θα καλπάσει καβάλα σε τρελλή ηλιαχτίδα,<br />
θα ντυθεί στα χρώματα τ&#8217; ουράνιου τόξου,<br />
θα πλαγιάσει το βράδυ αγκαλιά με τ&#8217; αστέρια&#8230;</p>
<p>Δε φυλακίζονται μ&#8217; αλυσίδες του χθες οι ψυχές,<br />
μα ν&#8217; ανθίσουν μπορούνε μ&#8217; αγάπη.<br />
Οι ψυχές είν&#8217; ελεύθερες,<br />
φτιαγμένες να πετάνε ψηλά!</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στην κόρη μου Ελένη</p>
<p>Όλα της εφηβείας τα δύσκολα&#8230;<br />
Σώμα π&#8217; αλλάζει σαν να γεννιέται ξανά,<br />
μ&#8217; ορμές ανεξέλεγκτες.<br />
Ξεφεύγεις μ&#8217; εκρήξεις απ&#8217; τον δεύτερο σου πλακούντα,<br />
σφαλίζει τις πόρτες με σιωπές, με διλήμματα&#8230;<br />
Με τ&#8217; άγχος του αύριο,<br />
με τα νέα σου πρότυπα,<br />
με τις αλήθειες που χάνονται,<br />
σε μια νέα λογική,<br />
σε μια νέα ταυτότητα&#8230;.<br />
Προσοχή, ελλοχεύουν οι απαγορευμένοι καρποί!</p>
<p>Ξεπροβάλλεις, απ&#8217; το κουκούλι σου έφηβε,<br />
στον κόσμο των ενηλίκων<br />
σαν το λουλούδι απ&#8217; το χώμα,<br />
με του σπιτιού σου τις ρίζες<br />
και τα δικά σου βλαστάρια&#8230;<br />
Ν&#8217; ανθίσεις!</p>
<h5><strong>ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στον αδελφό μου Μάριο</p>
<p>Τι κι αν τα χρόνια έχουν περάσει,<br />
αφήνοντας το στίγμα τους στο σώμα<br />
κι ας γίνανε τα βήματα βαριά&#8230;<br />
Άσβεστες οι μνήμες πάντα μένουν<br />
στο μέσα και στο έξω της καρδιάς.</p>
<p>Στα μέρη κείνα που &#8216;ναι γνώριμα,<br />
που ηχούν ακόμα οι παιδικές φωνές μας,<br />
νωπές πατημασιές μες στα στενά σοκάκια,<br />
στα δέντρα σκαρφαλώνοντας και σε ψηλές πλαγιές,<br />
διασχίζοντας ποτάμια, περβόλια καταπράσινα<br />
κι ολάνθιστα παρτέρια.</p>
<p>Βλέπω την μπάλα να κυλάει ακόμη στο χωράφι,<br />
κείνο τ&#8217; απότομο με τις κοτρόνες και τ&#8217; αγριόχορτα.<br />
Κι εμείς ξοπίσω παθιασμένα, όλο να τρέχουμε&#8230;<br />
Όλο να τρέχουμε&#8230; χωρίς σταματημό,<br />
να προλάβουμε&#8230; να προλάβουμε<br />
στο φως της μέρας το παιχνίδι.</p>
<p>Ανέμελα τα παιδικά τα χρόνια, χωρίς αποσκευές&#8230;<br />
Να γυρνάγαμε πίσω ξανά παιδιά<br />
στ&#8217; όμορφο χωριό μας<br />
κι ας σταματούσε εκεί ο χρόνος!</p>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ</strong></h5>
<p>Μαύρες εικόνες που σε κάνουν κομμάτια,<br />
γκρεμισμένα τα όνειρα στις πόλεις των ερειπίων,<br />
κορμιά λαβωμένα μ&#8217; άδειες καρδιές,<br />
νεκρά σώματα με πληγωμένες ψυχές<br />
και με κάτι παιδιά που &#8216;χουν σχολειό<br />
το σχολειό του πολέμου.</p>
<p>Παίζουν κρυφτό σαν ακούνε τις βόμβες,<br />
παίζουν τρεχτό σαν ακούνε οβίδες,<br />
γράφουν τις λέξεις στο χώμα<br />
και ποτέ δε λαθεύουν αρρώστια και φτώχεια.<br />
Μαθαίνουν αφαιρέσεις μετρώντας νεκρούς,<br />
μαθαίνουν προσθέσεις μετρώντας κασόνια,<br />
απαγγέλουν απ&#8217; έξω πόσο αξίζει νερό και ψωμί!<br />
Με βιβλία σχισμένα, με τις σφαίρες στις τσάντες,<br />
στους γκρεμισμένους τοίχους, στη λάσπη και στη βροχή.</p>
<p>Είθε το περιστέρι να φτερουγίσει με κλάδο ελαίας,<br />
οι παπαρούνες να ξεπροβάλουν στα χαρακώματα,<br />
η ηλιαχτίδα να ξεχυθεί εν μέσω καταιγίδας,<br />
το ουράνιο τόξο να στεφανώσει την οικουμένη.<br />
Ένας σωρός στοιβαγμένος τα όπλα γι&#8217; ανακύκλωση,<br />
να χτίσουν οι λαοί, με το λιωμένο μέταλλο, σχολειά ειρήνης.</p>
<p style="padding-left: 400px;">
<h5><strong>ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ</strong></h5>
<p>Σ&#8217; οθόνες και πληκτρολόγια,<br />
σε σελίδες και ιστολογία,<br />
σερφάρεις στο διαδίκτυο,<br />
η ζωή σου όλη στο κοινωνικό δίκτυο.<br />
Κατάντησαν τα μάτια σου οθόνη,<br />
η φωνή σου πληκτρολόγιο<br />
και το μυαλό σου ένας σκληρός δίσκος.</p>
<p>Για δες&#8230;<br />
τη μέρα ο ήλιος σου χαμογελά,<br />
το βράδυ τ&#8217; αστέρια τρεμοσβήνουν τα όνειρά σου,<br />
η παρέα και τα παιδιά σε περιμένουνε ακόμη!</p>
<h5><strong>ΜΕΡΑ TOY ΜΑΗ</strong></h5>
<p>Το μικρό το μπουμπούκι<br />
τη μαγεία ξυπνά των χρωμάτων,<br />
σαν δειλά ξεπροβάλλει απ&#8217; το πέπλο<br />
που η φύση στοργικά τ&#8217; αγκαλιάζει.<br />
Το μικρό τ&#8217; αηδόνι,<br />
σαν βρεθεί στη ζεστή του φωλιά,<br />
τη γλυκιά μελωδία αρχινά.<br />
Κι ο ουρανός μ&#8217; αστέρια γιομίζει το βράδυ,<br />
στις ψυχές συννεφιά δε μετράει.<br />
Ένας όμορφος κόσμος γεννιέται<br />
στ&#8217; απαλό τ&#8217; αεράκι του Μάη.<br />
Και στο φως το γαλήνιο<br />
οι καρδιές συναντώνται κι ανθίζουν.</p>
<p style="padding-left: 200px;"><strong>ΙΙ</strong></p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Ονείρατα και στοχασμοί</strong><br />
<strong>ΠΑΤΡΙΔΑΣ</strong></p>
<h5><strong>ΙΩΝΙΑ, ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Εκατό χρόνια περάσαν απ’ της Σμύρνης τον όλεθρο&#8230;<br />
τότες που σφαγιάστηκαν δίχως οίκτο χιλιάδες.<br />
Τα δεινά δεν μπορούν να περιγράφουν οι λέξεις<br />
κι αυτές οι πέτρες ακόμη δακρύσαν&#8230; τις μαύρες τις ώρες,<br />
σαν έκαιγαν τα πάντα οι φλόγες&#8230; ως και τα σωθικά τους.<br />
Εκείνων που γλίτωσαν,<br />
που οι ψυχές τους εσπάραζαν επάνω στα πλοία,<br />
π&#8217; αντίκριζαν την πόλη που χάθηκε.<br />
Και το κλάμα της μάνας,<br />
χαραγμένο για χρόνια στων προσφύγων τις μνήμες,<br />
που βρεθήκανε σ’ άγνωστα μέρη, δίχως πια μοίρα απ’ τον ήλιο.<br />
Όλα χαθήκαν&#8230; απ’ το μένος των Τούρκων&#8230; Όλα χαθήκαν.<br />
Γιατί τόσο μένος; Γιατί τόσος πόνος;<br />
Σβήσανε πια οι γενιές μα υπάρχουν οι θύμησες.<br />
Τα χρόνια κι αν πέρασαν δεν ξεχνιούνται τα μέρη.<br />
Η Σμύρνη κι αν έπεσε στα χέρια των ξένων, η ιστορία της μένει,<br />
θα ‘ναι κει να θυμίζει σ’ αυτούς που θα ‘ρθούνε,<br />
πως κείνοι οι τόποι ήταν κι ‘ναι δικοί μας.<br />
Αλησμόνητη στον καημό και στη σκέψη&#8230;<br />
Ιωνία, αγαπημένη πατρίδα!</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ</strong></h5>
<p>Πρόσφυγες φύγανε σ’ άλλα μέρη να ζήσουν<br />
κι όλο ελπίζανε πίσω να γυρίσουν.<br />
Τα χρόνια περάσανε, οι θύμησες νωπές,<br />
κείνα που γίνανε&#8230; τα πνίγουν οι σιωπές.</p>
<p>Χιλιάδες σφαγιάστηκαν πριν μπούνε στα πλοία,<br />
τους ‘κάψαν τα σπίτια τους, τους διώξαν με βία.<br />
Αφήσαν το βιός τους, τις γλυκές αναμνήσεις,<br />
χαρές κι όνειρα&#8230; της χαμένης τους ζήσης.</p>
<p>Από το κλάμα οι ψυχές τους μαράθηκαν,<br />
ως ξένοι και μόνοι στους τόπους που βρέθηκαν.<br />
Η καρδιά τους σπαράζει σαν ανοικτή πληγή<br />
κι όλο η σκέψη&#8230; σε θλίψη τους οδηγεί.</p>
<p>Τη Σμύρνη τους που χάθηκε ποτέ δεν ξεχνούν<br />
και λένε ιστορίες στα παιδιά που γεννούν.<br />
Πάντα να ξέρουν κι εκείνα όσο θα ζουν,<br />
στις μνήμες οι πατρίδες&#8230; ποτέ να μη χαθούν.</p>
<h5><strong>ΤΕΣΣΕΡΑ ΨΗΦΙΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ (1974)</strong></h5>
<p>Τέσσερα ψηφία,<br />
τέσσερα ψηφία ματωμένα,<br />
τέσσερα ψηφία ματωμένα ξυπνούν μνήμες.<br />
Μνήμες πικρές,<br />
μνήμες σκληρές,<br />
μνήμες νωπές.</p>
<p>Κι ας περάσαν τα χρόνια.<br />
0 γέρος αγναντεύει από μακριά το σκλαβωμένο περιβόλι,<br />
η μάνα πηγαινοέρχεται στα οδοφράγματα με τη φωτογραφία,<br />
η γριούλα στον συνοικισμό με τ&#8217; όνειρο.<br />
Ν&#8217; ανάψει το καντήλι στους τάφους των προγόνων,<br />
να πιει καφέ με τη γειτόνισσα στο κατεχόμενο χωριό,<br />
να ξεδιψάσει το γιασεμί που &#8216;χε φυτέψει πριν απ&#8217; τον διωγμό.<br />
Η δασκάλα των εγκλωβισμένων θυμάται με δάκρυ&#8230;<br />
Δεν ξέχασαν,<br />
δε θα ξεχάσουν,<br />
μέχρι να σβήσει τις μνήμες ο θάνατος.</p>
<p>Τέσσερα ψηφία ματωμένα,<br />
τέσσερα ψηφία&#8230;</p>
<h5><strong>ΜΕΡΗ MAΣ ΠΟΥ MAΣ ΛΕΙΠΕΤΕ</strong></h5>
<p>Κύπρος γλυκιά πατρίδα μου που είσαι πληγωμένη<br />
Μόρφου, Κερύνεια, Αμμόχωστος, τόποι μ&#8217; αγαπημένοι<br />
κι αν χρόνια πέρασαν πολλά οι μνήμες πάντα μένουν<br />
μες στων προσφύγων τις καρδιές που επιστροφή προσμένουν.</p>
<p>Μόρφου μου που &#8216;σαι όμορφη και πάντα στολισμένη<br />
στης άνοιξης τα χρώματα με μυρωδιές λουσμένη,<br />
λεύτερη θέλω να σε δω, το κρύβω να μην κλάψω<br />
στον Άη Μάμα σου να &#8216;ρθω ένα κερί ν&#8217; ανάψω.</p>
<p>Κερύνεια μου βασίλισσα που &#8216;χεις το λιμανάκι<br />
στο κάστρο σου ναυάγιο, κρυμμένο καραβάκι,<br />
να σκαρφαλώσω στο βουνό για να σε αγναντέψω<br />
γνωστούς να δω απ&#8217; τα παλιά μαζί τους να φιλέψω.</p>
<p>Αμμόχωστος μου λαμπερή στην άμμο σου χωμένη<br />
ο πύργος του Οθέλλου σου εκεί μας περιμένει,<br />
τη γη που μας εγέννησε ξανά για ν&#8217; ακουμπήσω<br />
στην ήρεμή σου θάλασσα να &#8216;ρθω να κολυμπήσω.</p>
<p>Μέρη μας που μας λείπετε, στέκεστε μακριά μας<br />
η μπότα του κατακτητή ματώνει την καρδιά μας,<br />
στον Ύψιστο προσεύχομαι να &#8216;ρθει εκείνη μέρα<br />
σάλπισμα για τη λευτεριά να ηχήσει στον αέρα.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ</strong></h5>
<p>Πέταξε ψηλά χαρταετέ&#8230;<br />
Ταξίδεψε βόρεια,<br />
προς τ&#8217; αγαπημένα μέρη.<br />
Ανέβα στου Πενταδακτύλου τα όρη,<br />
να δεις τι κάνουνε στα φρούρια οι ιππότες.<br />
Για κοίταξε δυτικά&#8230;<br />
«Είν&#8217; ανθισμένες οι πορτοκαλιές της Μόρφου;»<br />
Ρωτάει ο παππούς μ&#8217; αγωνία&#8230;<br />
«Φέρε μας νέα απ&#8217; τη σκλαβωμένη γη μας»,<br />
ζητάει επίμονα η γιαγιούλα του συνοικισμού.</p>
<p>Για αγνάντεψε&#8230;<br />
πέρα απ&#8217; το βουνό,<br />
προς τη θάλασσα&#8230;<br />
το κάστρο της Κερύνειας,<br />
το λιμανάκι,<br />
τις εκκλησιές,<br />
τα περιβόλια,<br />
το κύμα,<br />
τ&#8217; ακρογιάλι,<br />
τις χαρουπιές,<br />
το γιασεμί μες στην αυλή,<br />
τα κυκλάμινα στους βράχους,<br />
τους τάφους των προγόνων μας,<br />
τ&#8217; αρχαία μας μνημεία,<br />
τα σιτηρά της Μεσαρκάς,<br />
της Καρπασίας τα χωριά&#8230;<br />
Εκεί να στείλεις χαιρετίσματα!</p>
<p>Στον Απόστολο Αντρέα μέγα τάμα!<br />
Κάνε στροφή για το Βαρώσι!<br />
Είναι χρυσές ακόμη οι αμμουδιές του;<br />
Μας περιμένει ο Πύργος του Οθέλλου;</p>
<p>Και σαν γυρίσει πίσω,<br />
μαντάτα για να φέρεις<br />
σ&#8217; αυτούς που δεν ξεχάσανε&#8230;<br />
Ένα να ξέρεις!<br />
Του χρόνου,<br />
σαν έρθει πάλι η Καθαρή Δευτέρα, εκεί να μείνεις.<br />
Ψηλά στον ουρανό της σκλαβωμένης γης μας!<br />
Να τηε θυμίζειε&#8230;<br />
Μετά τον Γολγοθά&#8230; η Ανάσταση!</p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΕΣ ΙΟΥΛΗ</strong></h5>
<p>Μήνας Ιούλης&#8230; σούρουπο,<br />
επιστροφή &#8211; κατεύθυνση βόρεια &#8211; προς Λευκωσία.<br />
Εμπρός μου αντικρίζω πάλι, στη θλιμμένη σου πλαγιά,<br />
μισοφέγγαρα κι αστέρια.<br />
Πόσο αταίριαστα!</p>
<p>Πόσο αταίριαστα για σε,<br />
που σου φέρανε πλουμίδια, ακριβά,<br />
καράβια του Τεύκρου, του Πραξάνδρου1&#8230;</p>
<p>Στέκουν βουβά τα κάστρα σου,<br />
πού κρύβονται οι ιππότες;<br />
Πού να ‘ναι ο Διγενής π&#8217; αγάπησε τη Ρήγαινα2<br />
κι εκείνη του ζήτησε να πιει απ’ τ’ ακριβό νερό σου;</p>
<p>Πίσω, η αγαπημένη θάλασσα!<br />
Πώς τους άντεξε στα σπλάχνα της;<br />
Πώς τους άντεξε στην αμμουδιά της;<br />
Πώς τους άντεξε στον ουρανό της;</p>
<p>Σε μια γωνιά η μάνα&#8230;<br />
στο στήθος της αιώνια η φωτογραφία.<br />
Η γριούλα στον συνοικισμό&#8230;<br />
με τ&#8217; όνειρο αγκαλιά.<br />
Ο γέρος όρθιος στον λόφο&#8230;<br />
αγναντεύει.</p>
<p>Κι εμείς;<br />
Ονειρευόμαστε ακόμη<br />
ξέγνοιαστα ταξίδια του καλοκαιριού!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;">
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΣ</strong><br />
<strong>ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ (2021)</strong></h4>
<h6><strong>ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ</strong></h6>
<p>2<br />
Αναζήτηση<br />
για μια νέα πορεία<br />
στα ενδότερα.</p>
<p>3<br />
Πάρε μολύβι,<br />
ίδιο πάντα βιβλίο,<br />
γι&#8217; άλλη σελίδα.</p>
<p>4<br />
Να γράψεις ξανά<br />
χωρίς πια παρωπίδες<br />
νέα σελίδα.</p>
<p>27<br />
Γυμνό το κορμί,<br />
μα &#8216;ναι τόσο ντυμένο,<br />
για παράσταση.</p>
<p>28<br />
Αρχή του τέλους<br />
ή το τέλος μιας αρχής,<br />
στο μεταίχμιο.</p>
<p>29<br />
Μ&#8217; αυτεξούσιο<br />
είναι πάντοτε σοφή<br />
η επιλογή;</p>
<h6><strong>ΑΓΑΠΗ</strong></h6>
<p>48<br />
Φρόντιζε να &#8216;χεις<br />
όλη τη ζωή πλήρη<br />
μ&#8217; αγάπης έργα.</p>
<p>49<br />
Τα &#8216;δώσε όλα;<br />
Η ψυχή του διψάει<br />
αγάπη να πιει.</p>
<p>50<br />
Μετράς οφειλές<br />
που χρωστάς να πληρώσεις<br />
μ&#8217; αγάπης χρέος.</p>
<p>51<br />
Πες το «σ&#8217; αγαπώ»,<br />
απ&#8217; τ&#8217; άλφα ως τ&#8217; ωμέγα,<br />
τ&#8217; αλφαβητάρι.</p>
<h6><strong>ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ</strong></h6>
<p>52<br />
Χάρτινα σπίτια,<br />
μονάχοι στις σκέψεις τους,<br />
έρημοι δρόμοι.</p>
<p>53<br />
Πόνος σπαράζει<br />
στις σκηνές των προσφύγων.<br />
Πόλεμος τέρμα!</p>
<p>54<br />
Ζώνει το κρύο,<br />
τα κορμιά λαβωμένα,<br />
ρωτούν οι καρδιές</p>
<h6><strong>ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ</strong></h6>
<p>66<br />
Σκότος, μαυρίλα,<br />
των χαμένων ονείρων<br />
η απόγνωση.</p>
<p>67<br />
Σε δάση πυκνά<br />
αχόρταγα ποτάμια<br />
υποκρίνονται.</p>
<p>68<br />
Χαράδρες βαθιές<br />
στ&#8217; ανεμόδαρτα ύψη<br />
αποτυχίας</p>
<h6><strong>ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ</strong></h6>
<p>77<br />
Η παπαρούνα<br />
φυτρώνει στο πεδίο<br />
και στις καρδιές μας.</p>
<p>79<br />
Αναμετριούνται<br />
στην πάλη με τον χρόνο<br />
οι διασώστες.</p>
<p>80<br />
θα ξεπροβάλουν<br />
μες στα χαρακώματα<br />
οι μαργαρίτες.</p>
<h6><strong>ΦΙΛΙΑ</strong></h6>
<p>82<br />
Είναι ωραίο<br />
φίλους να έχεις καλούς<br />
για αποκούμπι.</p>
<p>83<br />
Φίλος, σκιά του<br />
δεμένη στη δικιά σου,<br />
γι&#8217; αλληλεγγύη.</p>
<p>84<br />
Ζωή &#8216;σαι φίλε:<br />
βουλιάζει η βάρκα μου,<br />
ρίχνεις σωσίβιο.</p>
<h6><strong>ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></h6>
<p>99<br />
θα σου ζητήσω<br />
αυτά που μας έκρυψες<br />
μες στον βυθό σου.</p>
<p>100<br />
θα χαϊδέψω<br />
τους αφρούς των κυμάτων<br />
στ&#8217; ακρογιάλι σου.</p>
<p>101<br />
Βάρκα δική σου,<br />
ξέγνοιαστη η θάλασσα<br />
σε ταξιδεύει.</p>
<p>104<br />
Μες στο κύμα σου<br />
τα πάθη του έρωτα<br />
σχίζει η πλώρη.<br />
ουρανός</p>
<h6><strong>ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h6>
<p>105</p>
<p>Ζηλεύω, ήλιε.<br />
Χωρίς καν αποσκευές<br />
πού ταξιδεύεις;</p>
<p>106</p>
<p>Ήλιος; Φεγγάρι;<br />
Στα φτερωτά όνειρα<br />
ποιος σ&#8217; ανεβάζει&#8230;;</p>
<h6><strong>ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ</strong><br />
<strong>ΕΞΩ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ</strong></h6>
<p>113</p>
<p>Χειμώνας βαρύς<br />
σκεπάζει το σώμα σου<br />
με πέπλο λευκό</p>
<p>121</p>
<p>Ήρθες άνοιξη,<br />
να! Λουλούδια ανθίζουν<br />
πρώτα στις καρδιές.</p>
<p>130</p>
<p>Λάμπει η νύχτα,<br />
τ&#8217; Αυγούστου το φεγγάρι<br />
μα συνοδεύει&#8230;</p>
<p>133</p>
<p>Σύννεφα γκρίζα,<br />
προσεύχομαι να ‘ρθουνε<br />
τα πρωτοβρόχια.</p>
<p><strong>ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></p>
<p>134</p>
<p>Έρωτος φύσις&#8230;<br />
μ&#8217; αγάπης σκιρτήματα<br />
και παιδέματα.</p>
<p>135</p>
<p>Χαμογελούσες<br />
και τα πουλιά κερνούσες<br />
νότες μαγικές.</p>
<p>136</p>
<p>Χαράς μουσική<br />
χορεύει μεθυσμένα<br />
ρυθμούς μετρικούς.</p>
<p>137</p>
<p>Ήρθες να φέρεις<br />
την αχτίδα του ήλιου<br />
στο μονοπάτι.</p>
<h6><strong>ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ</strong></h6>
<p>172</p>
<p>Μαύρε Ιούλη,<br />
των προσφύγων οι μνήμες<br />
πληγές ανοικτές.</p>
<p>173</p>
<p>Στης Αμμόχωστου<br />
τ&#8217; ακρογιάλι ν&#8217; αφεθώ,<br />
το κύμα κι εγώ.</p>
<p>174</p>
<p>Κερύνεια, βουβό<br />
το Κάστρο σου, ακούω<br />
τον σπαραγμό του.</p>
<p>175<br />
Των πορτοκαλιών<br />
ευωδία η Μνήμη·<br />
Μόρφου, με καλεί.</p>
<p>178</p>
<p>Διεκδικούμε&#8230;<br />
αγώνας μέχρι τέλους<br />
για τα δίκαια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΥΘΟΙ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>3. Ο ΑΤΛΑΝΤΑΣ ΚΙ Ο ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ</strong></h5>
<p>Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει<br />
απ&#8217; του Δία το μένος.</p>
<p>Ούτε ο Τιτάνας Άτλαντας,<br />
που τον περίμενε βαριά τιμωρία,<br />
εκεί στην άκρη της Γης,<br />
τον ουρανό να κρατάει στην πλάτη για πάντα.</p>
<p>Μα και τον άλλονε,<br />
τον γίγαντα Εγκέλαδο,<br />
τον κυνήγησε ως τη Σικελία<br />
και τον έθαψε κάτω βαθιά μες στη γη.<br />
Αυτός μούγκριζε,<br />
έβγαζε λάβα, φωτιά, καπνούς απ&#8217; το στόμα<br />
και η γης σειότανε&#8230;</p>
<p>Άτυχος θα ναι<br />
όποιος στο διάβα του επάνω<br />
συναντήσει αδίστακτα πλάσματα,<br />
που γι&#8217; εξουσία διψάνε<br />
και οίκτο δε δείχνουν.</p>
<p><strong>5. ΔΕΛΦΟΙ</strong></p>
<p>Μικρός ήταν ο Απόλλωνας στους Δελφούς,<br />
σαν φόνεψε τον δράκοντα Πύθωνα.<br />
Κι εκεί που τον έθαψε<br />
οι άνθρωποι χτίσανε μέγα ναό, να τον τιμήσουν.<br />
Τα πικρά φύλλα της δάφνης μες στον ναό<br />
μασούσε η Πυθία,<br />
λέγοντας προφητείες και συμβουλές για μελλούμενα.</p>
<p>Το μέλλον, να ξέρεις,<br />
δεν τ&#8217; ορίζει μονάχα η μοίρα,<br />
μα και η δική σου θέληση&#8230;<br />
κι απόφαση.</p>
<h5><strong>10. Η ΑΡΑΧΝΗ</strong></h5>
<p>Ζούσε κάποτε μια όμορφη αρχοντοπούλα.<br />
Αράχνη τη λέγανε, καλά ήξερε να υφαίνει.<br />
Καυχιότανε πως καλύτερα ύφαινε κι απ&#8217; τη θεά Αθηνά.<br />
Να παραβγούνε, της ζήτησε, στον αργαλειό.<br />
Η Αθηνά ύφαινε την πάλη της με τον Ποσειδώνα,<br />
μα η Αράχνη&#8230; των θεών τα καμώματα.<br />
Τότε, οργισμένη η Αθηνά τη μετάτρεψε σ’ έντομο,<br />
την καταράστηκε, πάντα κρεμάμενη, ιστό να υφαίνει.</p>
<p>Κι εν τέλει, τούτα παθαίνουνε<br />
όσοι με αλαζονεία επαίρονται!</p>
<h5><strong>14. ΕΛΠΙΔΑ: ΤΟ ΠΙΘΑΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ</strong></h5>
<p>Η Πανδώρα,<br />
γυναίκα από χώμα και ύδωρ,<br />
προικισμένη με δώρα θεών,<br />
περιέργεια είχε μεγάλη<br />
το πιθάρι ν&#8217; ανοίξει,<br />
μέσα να ιδεί.<br />
Μίσος, απάτη και γήρας,<br />
αρρώστιες, πόλεμοι και πείνα<br />
έξω χύθηκαν με μιας&#8230;</p>
<p>Μα ευτυχώς που υπάρχει η Ελπίδα,<br />
αιώνια κρυμμένη στον πάτο,<br />
στους ανθρώπους κουράγιο να δίνει και θάρρος!</p>
<h5><strong>17. ΙΚΑΡΟΣ</strong></h5>
<p>Απ&#8217; την Αθήνα στην Κρήτη τεχνίτη σπουδαίε,<br />
στον Μίνωα φτιάχνεις παλάτι λαμπρό,<br />
μα να φύγεις δε σ&#8217; άφηνε Δαίδαλε καημένε,<br />
γιατί φοβόταν μη χτίσεις το ίδιο αλλού.<br />
Σκέφτηκες, φυλακισμένος μαζί με τον γιο σου,<br />
με κερί να κολλήσετε στους ώμους φτερά,<br />
να πετάξετε μακριά στην πατρίδα να πάτε.<br />
Κι αν ο Ίκαρος σε είχε ακούσει&#8230;<br />
δε θα πετούσε προς τον ήλιο ψηλά<br />
δε θα &#8216;χε λιώσει ποτέ το κερί<br />
και στη θάλασσα μέσα δε θα &#8216;χε χαθεί.</p>
<p>Αν τύχει κι εσύ ποτέ να πετάς σε φιλόδοξα ύψη,<br />
τον νου σου να &#8216;χεις στον ήλιο που καίει<br />
και πάντα ν&#8217; ακούς τη φωνή του πατέρα.<br />
Με λογική και χωρίς έπαρση,<br />
θα φτάσεις στον στόχο.</p>
<h5><strong>23. ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ</strong></h5>
<p>Σίγησε η φωνή της Κασσάνδρας,<br />
μα κανείς τους δεν πίστεψε&#8230;<br />
Μήτε τ&#8217; Απόλλωνα τον ιερέα Λαοκόωντα,<br />
«φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».<br />
Δυο φίδια τον έπνιξαν και μαζί τα παιδιά του.<br />
Τον Ίππο τον Δούρειο έμπασαν οι Τρώες στην πόλη τους!<br />
Ω&#8230; οι αφελείς&#8230; οι ευκολόπιστοι&#8230; οι άμυαλοι,<br />
με χορό και μεθύσι να γιορτάσουν τη νίκη.<br />
Συμφορά που τους βρήκε σαν έπεσε η νύχτα<br />
και βγήκαν οι Αχαιοί απ&#8217; τα σπλάχνα τ&#8217; αλόγου<br />
και τα ξίφη τους χώσαν στων Τρώων τα στήθη<br />
κι όλα χαθήκαν&#8230; στου Ιλίου την πόλη.</p>
<p>Προσοχή απ&#8217; όσους φέρουνε δώρα<br />
με σκοπό ύποπτο<br />
και προπάντων&#8230;<br />
την προφητική φωνή σοφών ν&#8217; ακούς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΑ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ (2022)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>«ΕΦΙΑΛΤΗΣ;»</strong></h5>
<p>Την ώρα που θ&#8217; αρχίσει να χαράζει το φως, ο ίδιος πάντα γνώριμος ήχος θα διεισδύει στ&#8217; αυτί του. θα δώσει εντολή στον εγκέφαλο να διακόψει βίαια τον ύπνο του. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, αυτό θα τον ά στρώσει απ&#8217; τον ίδιο πάντα εφιάλτη που τον βασανίζει για χρόνια.<br />
Μα&#8230; το ξυπνητήρι δε χτύπησε! Μετά από αρκετή ώρα ο εργένης μεσήλικας, που ζει στο μικρό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, ξυπνά. Τρίβει τα μάτια και κοιτάζει το ρολόι. Η ώρα πήγε 8:00 π.μ. Δεν το πιστεύει! Τινάζεται επάνω και τρέχει σαν άνεμος να ετοιμαστεί. Ποιος ακούει πάλι τις φωνές της προϊσταμένης! Πλένεται γρήγορά, βουρτσίζει βιαστικά τα δόντια και χτενίζει όπως όπως τα αραιά καστανά του μαλλιά. Προσπαθώντας, αγχωμένος, να φορέσει το ριγωτό πουκάμισό του κόβονται δυο κουμπιά. Ανοίγει το ερμάρι και παίρνει άλλο. Φοράει αμέσως το νέο πουκάμισο, το παντελόνι, τις κάλτσες και τα παπούτσια&#8230;<br />
Πού χρόνος για πρόγευμα! Τεντώνοντας τον καρπό του ν&#8217; αρπάξει ένα γυάλινο ποτήρι απ&#8217; το ψηλό ντουλάπι της κουζίνας, του πέφτει στο πάτωμα και γίνεται θρύψαλα. Δεν έχει χρόνο να τα συμμαζέψει. Παίρνει ένα άλλο κι ανοίγει το ψυγείο. Το γεμίζει με κρύο γάλα και πίνει δυο τρεις γουλιές. Προσπαθώντας να δει πάλι την ώρα στο φτηνό ρολόι που &#8216;χει στο χέρι, χύνει το υπόλοιπο επάνω στα ρούχα του και πάει αναγκαστικά ν&#8217; αλλάξει.<br />
Κατεβαίνοντας απότομα τις σκάλες γλιστρά στο πλατύσκαλο. Ακουμπώντας το χέρι στο χτυπημένο του γόνατο βγαίνει απ&#8217; την παλιά πολυκατοικία. Μπαίνει ευθύς στ&#8217; αμάξι και βάζει την όπισθεν. Σε λίγα δευτερόλεπτα ακούγεται ένας δυνατός ήχος και νιώθει το βίαιο τράνταγμα.<br />
Ένα σπασμένο φανάρι και μια βαθιά γρατσουνιά, με το καφέ σκούρο χρώμα απ&#8217; τον τοίχο του γκαράζ, θα του θυμίζουν την επεισοδιακή αναχώρηση.<br />
Πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης. Μόλις έχει σβήσει το πράσινο και παίρνει αστραπιαία απόφαση να μην ελαττώσει. Σε λίγα δευτερόλεπτα ακούγεται η σειρήνα του περιπολικού και εισπράττει το τσουχτερό πρόστιμο.<br />
Απίστευτο μποτιλιάρισμα στη λεωφόρο! Είναι ήδη κολλημένος εκεί γι&#8217; αρκετή ώρα, κοιτάζοντας συνεχώς το ρολόι μ&#8217; απόγνωση. Η σκέψη του πάει ξανά στην αυστηρή προϊσταμένη. Τον έχει ήδη στο στόχαστρο εδώ και μήνες.<br />
Σ&#8217; αυτό έβαλε χέρι και η μισητή συνάδερφος, απ&#8217; το διπλανό γραφείο. Έχει τον σκοπό της&#8230; να του κλέψει την προαγωγή!<br />
Επιτέλους, φτάνει στο μοντέρνο κτίριο του γραφείου. Κοιτάζει διατακτικά ξανά το ρολόι. Η ώρα είναι 9:30. Αλίμονο του, έχει ήδη αργήσει δυο ώρες. Τρέμει σαν φέρνει στη θύμηση τα λόγια της&#8230;<br />
«Εδώ δεν έχουν θέση οι αργοπορημένοι! Βάλ&#8217; το καλά στο μυαλό σου! Όχι μόνο δε θα δεις προαγωγή αλλά θα ψάχνεις και για δουλειά&#8230;»<br />
Μπαίνει φοβισμένος στον ανελκυστήρα και μέχρι να φτάσει στον τέταρτο πρέπει να σκεφτεί μια καλή δικαιολογία. Η πόρτα ανοίγει διάπλατα κι όλο το προσωπικό του γραφείου γυρίζει προς το μέρος του. Δεν αργεί ν&#8217; ακουστεί το τρανταχτό γέλιο της μισητής συναδέλφου. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να τον κοιτάνε επίμονα.<br />
Αντιλαμβάνεται τότε πως το παντελόνι του είναι ξεκούμπωτο και σε κοινή θέα το εσώρουχο. Σκύβοντας από ντροπή παρατηρεί πως οι κάλτσες του έχουν διαφορετικό χρώμα και τρέχει αμέσως στ&#8217; αποχωρητήριο.<br />
Όταν επιστρέφει, η προϊσταμένη τον ζητά επιτακτικά στο γραφείο. Του φαίνεται παράξενο που δεν ακούει τις φωνές της και ξαφνιάζεται διακρίνοντας στο πρόσωπό της ένα πλατύ χαμόγελο. Του δίνει έναν φάκελο. Υποψιάζεται πως μέσα κρύβεται η απόλυσή του.<br />
«Συγχαρητήρια», του λέει και του απλώνει το χέρι. Αυτός αυθόρμητα κάνει χειραψία και την κοιτάει αμήχανα.<br />
«Άντε, λοιπόν, άνοιξέ τον», τον παροτρύνει.<br />
Ανοίγει τον φάκελο και διαβάζει μ&#8217; έκπληξη την επιστολή. Τη διαβάζει ξανά&#8230; δυο και τρεις φορές.<br />
«Κύριε Γεωργίου, είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουμε πως η εταιρεία μας, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη σας προσφορά, σας προάγει στη θέση του διευθυντή πωλήσεων. θα υπογράψουμε νέο συμβόλαιο με σημαντική αύξηση των απολαβών σας και με άλλα σπουδαία ωφελήματα».<br />
Την ώρα που άρχισε και σήμερα να χαράζει το φως ο ίδιος πάντα γνώριμος ήχος διείσδυσε στ&#8217; αυτί του. Έδωσε εντολή στον εγκέφαλο να διακόψει βίαια τον ύπνο του.<br />
Η ώρα είναι 6:00 π.μ. Αρχίζει η καινούρια του μέρα. Αυτή τη φορά, ο εφιάλτης που τον βασάνιζε για χρόνια είχε ένα πολύ διαφορετικό τέλος. Ανέλπιστό κι ευχάριστο!<br />
«Άραγε θα αναγνωριστεί η προσφορά του ή μήπως είναι ένα ακόμη παιχνίδι του μυαλού και της φαντασίας του;<br />
Αναρωτιέται κι όχι άδικα».</p>
<p><strong>«ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΑΠ’ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ»</strong></p>
<p style="text-align: center;"><strong>«Σαν βγω απ&#8217; αυτή τη φυλακή&#8230;»</strong></p>
<p>Τον άκουσα πολλές φορές να μονολογεί αυτή τη φράση. Μα ετούτη τη φορά διέκρινα έναν διαφορετικό τόνο στη φωνή του. Φαινότανε τόσο αποφασισμένος. Με κοίταζε επίμονα για λίγα δευτερόλεπτα -σαν να &#8216;θελε να μου πει κάτι ακόμα και ίσως να δίσταζε- κι έπειτα πήρε την τσάντα και το σακάκι, μ&#8217; αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι κι έφυγε βιαστικός να προλάβει το λεωφορείο.<br />
0 Διονύσης πατούσε στα τριανταπέντε και ζούσε μόνος σ’ ένα μικρό διαμέρισμα σε μια καινούρια πολυκατοικία στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης που οι κάτοικοί της όλο έτρεχαν να προλάβουν&#8230; μιας πόλης που δεν ησύχαζε ποτέ της. Εδώ και δέκα χρόνια ντυμένος καθημερινά πάντα με σκούρο επίσημο κουστούμι, μεταξωτό πουκάμισο και γραβάτα -ως επέβαλλε ο ενδυματολογικός κώδικας- πίσω από ένα γραφείο, χωμένος σ&#8217; ένα σωρό έγγραφα, συνομιλώντας με δύσκολους πελάτες, σ&#8217; ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο. Το ωράριο αρκετά απαιτητικό. Απ&#8217; τις οχτώ το πρωί έως τις έξι το βράδυ, μ&#8217; ένα δίωρο διάλειμμα στις μιάμιση. Κι ύστερα να γυρίζει πίσω αποκαμωμένος και ξανά την άλλη μέρα η ίδια ρουτίνα.<br />
Η ζωή στην πόλη και η εργασία στο λογιστικό γραφείο αποτελούσαν έναν μεγάλο συμβιβασμό που ποτέ του δεν είχε χωνέψει. Ήτανε μαθημένος αλλιώς, μεγάλωσε στην εξοχή, σ&#8217; ένα χωριό, στην επαρχία. Εκεί που οι ρυθμοί αλλά και οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Σε ξέρουνε οι συγχωριανοί σου, σε βλέπουνε και τους βλέπεις στα μάτια, σε χαιρετάνε και τους χαιρετάς, μαθαίνουνε να νέα σου και μαθαίνεις τα δικά τους, χαίρεσαι όταν χαίρονται και λυπάσαι όταν λυπούνται. Εκεί ήταν ο κόσμος του, οι συγγενείς<br />
και οι παιδικοί του φίλοι.<br />
Όταν τελείωσε το σχολείο ο πατέρας του στάθηκε ανένδοτος για την επαγγελματική του πορεία. Κι ας ήτανε τ&#8217; όνειρό του να γίνει αγρότης.<br />
«Γιε μου, είσαι άριστος μαθητής, σε περιμένουνε λαμπρές σπουδές και μια σπουδαία δουλειά σ&#8217; ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο στην πόλη. Να προκόψεις. Δε θα χαραμίσεις εδώ το μέλλον σου».<br />
«Άσε το παιδί ν&#8217; αποφασίσει μόνο του», έλεγε η μάνα του. Μα ποιος την άκουγε;<br />
Κι ο Διονύσης δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι. Γι&#8217; αυτό πήγε για σπουδές στο εξωτερικό. Πήρε πτυχία, μεταπτυχιακά, διπλώματα, διακρίσεις&#8230; Με τόσα προσόντα ήτανε εύκολη υπόθεση να τον προσλάβουνε.<br />
Την επόμενη μέρα ξαφνιάστηκα που δεν τον είδα μπαίνοντας στο γραφείο. Πάντα ερχότανε πρώτος και με περίμενε να πιούμε μαζί καφέ. Δεν άργησα ν&#8217; αντικρίσω στην οθόνη του υπολογιστή του ακουμπημένο έναν φάκελο που<br />
πάνω έγραφε με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ».<br />
Μετά από λίγο καιρό, ένα Σάββατο, ταξίδεψα ίσαμε το χωριό του. Τον συνάντησα στα χωράφια. Μου έκανε εντύπωση το πόσο έλαμπε το πρόσωπό του από χαρά κι ευτυχία. Κατάφερε ν&#8217; αποδράσει απ&#8217; τη δουλειά και τη ζωή της πόλης που ποτέ δε συμπάθησε. Κατάφερε να βγει απ&#8217; τη φυλακή του. Κατάφερε σαν βγήκε να κάνει εκείνο που &#8216;χε ονειρευτεί από παιδί. Δεν το κρύβω πως τον ζήλεψα.<br />
«Σαν βγω απ&#8217; αυτή τη φυλακή&#8230;» άρχισα να μονολογώ.<br />
«Άραγε θα βρω κι εγώ το κουράγιο ν&#8217; αποδράσω;»</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>TΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ</strong></h5>
<p>Όταν πλησιάζει το καλοκαίρι τα ταξιδιωτικά γραφεία πάντα διαλαλούν την «πραμάτεια» τους. Δεκάδες προσφορές για διάφορους τουριστικούς προορισμούς, ώστε να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εξεζητημένα. Ο κόσμος τότε αρχίζει να προετοιμάζεται με ανυπομονησία και να προγραμματίζει όσο καλύτερα μπορεί τις διακοπές και τα ταξίδια του.<br />
Κι εγώ, ως συνήθως, ονειροπολώντας φέρνω στον νου μου δεκάδες ταξίδια&#8230; εκατοντάδες ταξίδια&#8230; Παντού σ&#8217; ετούτο τον πλανήτη, σε μέρη κοντινά ή μακρινά, μόνος ή και με φίλους. Μα και της φαντασίας μου ταξίδια, σε κόσμους αλλόκοτους και μαγικούς, στο μέλλον ή και στο παρελθόν ή ακόμη και σ&#8217; άλλους πλανήτες. Με πόθους κι οράματα, χαμόγελα κι ελπίδα, για ένα αύριο καλύτερο,<br />
χωρίς αποσκευές του χθες. Έλα όμως που στο μυαλό μου<br />
πλανάται η ιδέα για ένα μονάχα ταξίδι! Αυτό που μου ζητάει κάθε βράδυ στον ύπνο μου επίμονα η γιαγιά. Για να μην το ξεχάσω ποτέ.<br />
«Ταξίδεψε βόρεια, παιδί μου, στης προσφυγιάς τα μέρη. Στα σκλαβωμένα μας χωριά. Εκεί στον Πενταδάκτυλο, να δεις τι κάνουνε στα φρούρια οι ιππότες. Για κοίταξε δυτικά&#8230; Είν&#8217; ανθισμένες οι πορτοκαλιές της Μόρφου; Φέρε μου νέα απ&#8217; τη σκλαβωμένη γη μας. Πέρα απ&#8217; το βουνό, προς την αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας. Αγνάντεψε το κάστρο της το ναυάγιο, το λιμανάκι&#8230; Τις εκκλησιές, τα περιβόλια, το σπίτι μου το πατρικό, τις γειτονιές που γύριζα μικρή κι ανέμελη παιδούλα&#8230; Το κύμα, τ&#8217; ακρογιάλι, τις ελιές, τις χαρουπιές, το γιασεμί μες στην αυλή, τα κυκλάμινα στους βράχους&#8230; Τους τάφους των προγόνων μας, τ&#8217; αρχαία μας μνημεία&#8230; Τράβα ανατολικά, να δεις τα σιτηρά να λιάζονται στον κάμπο. Στης Καρπασίας τα χωριά να πάρεις χαιρετίσματα, στον Απόστολο Αντρέα να κάνεις μέγα τάμα! Κάνε στροφή για το Βαρώσι! Είναι χρυσές ακόμη οι αμμουδιές του; Μας περιμένει ο πύργος του Οθέλλου; Και σαν με το καλό επιστρέψεις, έλα να φέρεις τα μαντάτα».<br />
«Μια μέρα θα κάνω το ταξίδι σου γιαγιά μου&#8230;»<br />
Αυτό της υπόσχομαι κάθε φορά που της πηγαίνω λίγα τριαντάφυλλα στο μνήμα της. Από κείνα τα όμορφα, τα κόκκινα που της αρέσουν. Μα το ταξίδι αυτό ποτέ δε θα &#8216;θελα να το κάνω ως τουρίστας. Το ξέρει καλά, το ίδιο εξάλλου σκεφτότανε κι εκείνη όσο ζούσε. Από τότες π&#8217; ανοίξανε τα οδοφράγματα. Για αυτό και δεν ταξίδεψε στ&#8217; αγαπημένα μέρη π&#8217; άφησε τον μαύρο εκείνο Ιούλη. Κι έφυγε&#8230; με το<br />
παράπονο μεγάλο. Τ&#8217; ανεκπλήρωτο ταξίδι, την ελεύθερη επιστροφή στη γη που τη γέννησε. Να πάει εκεί&#8230; να πιει καφέ με τη γειτόνισσα, να ξεδιψάσει το γιασεμί που &#8216;χε φυτέψει στην αυλή πριν τον διωγμό, να περπατήσει στα στενά δρομάκια, ν&#8217; ανάψει κερί στην εκκλησία του χωριού και το καντήλι στον τάφο των προγόνων.<br />
«Μην ανησυχείς γιαγιά, θα κάνω το ταξίδι σου. Την άγια κείνη μέρα τη λευτεριάς. Στην Πατρώα Γη μας».</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Προσφύγων μνήμες</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">0 άγγοναε αρώταν σε:<br />
_ Πε μου στετέ αλήθκειες,<br />
τες μνήμες που τον τόπο σου τζιαι των δικών σου γρόνων.<br />
Τζιαι σου σσιφτή αποκρίνεσουν να μεν θωρεί πως κλαίεις.<br />
-Τα ρούχα τα ολοτζαίνουρκα άφηκα μες στ&#8217; αρμάριν,<br />
τα στέφανο του γάμου μου πάνω που το κρεβάτιν,<br />
τ&#8217; ασημικά τα φύλαα μες στο παλιόν σεντούτζιν,<br />
τα σκουλαρίτζια τα γρουσά τζιαι τ&#8217; ακριβά βρασσιόλια,<br />
τες μυρωδκιές του γιασεμιού, τον ήλιον, τον αέρα,<br />
τα φκιόρα μέσα στην αυλήν τζιαι την δροσιάν του πεύκου,<br />
τες γειτονιές που επαίζαμεν τζιαι τες στενές τες στράτες.<br />
Τα πορτοκκάλλια που θα φκουν ποιος εν να τα συνάξει;<br />
Ελιές, αμπέλια, τερατσιές ποιος εν να τα γυρέψει;<br />
Τζιαι το χωράφι του παππού μα ποιος εν να το σπείρει;<br />
Τη θάλασσαν, το τζύμαν τηε, την άμμον, τ&#8217; ακρογιάλλιν;<br />
Τες εκκλησσιές που εν μανισσιές τζιαι τα όφτζερα καντήλια;<br />
Τους τάφους των προγόνων μας που έν γεριμωμένοί;<br />
Οι μνήμες έν ηξιάννουνται ώσπου να φκει η ψυσσιή σου&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ (2021)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ</strong></h5>
<p>Τα σπίτια της πόλης ήτανε μικρά και λιτά. Χτισμένα από πλιθάρια. Επικρατούσε αρκετή ησυχία. Εκεί στο μέσο μιας πλατείας αντικρίσαμε έναν γέροντα, κάτω από μια μουριά, να κάθεται πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να χάσουμε λεπτό τον πλησιάσαμε.<br />
«Γεια σας, γέροντα».<br />
«Γεια σας, παιδιά. Μου φαίνεστε ξένοι. Δεν είστε απ&#8217; τον τόπο μας».<br />
«Σωστά τα λέτε. Ερχόμαστε απ&#8217; αλλού».<br />
«Τι σας φέρνει εδώ;»<br />
«Ακούσαμε για την ξακουστή σας πόλη. Την πόλη με τον γενναίο και περήφανο λαό».<br />
«Αλήθεια όλα αυτά».<br />
Ξεχωριστή μορφή ο γέροντας. Άσπρα μαλλιά, μακριά άσπρη γενειάδα κι άσπρο μανδύα. Πολύ άσπρο βρε παιδί μου&#8230; Θυμήθηκα τότε κάτι ταινίες για τ&#8217; αρχαία χρόνια που παρακολουθούσα τα καλοκαίρια στην τηλεόραση.<br />
«Πάλι αυτά βλέπεις Λεωνίδα;»<br />
«Τι σε νοιάζει εσένα Αρίστη;»<br />
«Να δεις και κάτι άλλο. Έχει ωραίες ταινίες για το διάστημα και τις εφευρέσεις».<br />
Όπως καταλάβατε οι διαφορές μας με την Αρίστη δεν γεφυρώνονται με τίποτα. Ελπίζω όμως να μη σας έχω κουράσει μ&#8217; αυτά&#8230;<br />
Λοιπόν&#8230; πίσω στην ιστορία μας. Δεν παραξενεύτηκα καθόλου απ&#8217; τη φιγούρα και το σκηνικό. Και γιατί να παραξενευτώ άλλωστε; Έχω προσαρμοστεί πια μ&#8217; όλα αυτά που ζούσα παρέα με τον Περικλή. Και στ&#8217; αλήθεια τα ζούσα! Παρόλο που όλο κι όλο τρεις φράσεις είχαμε ανταλλάξει με τον γέροντα σκέφτηκα πως ήταν ευκαιρία να μάθουμε περισσότερα πράγματα γι&#8217; αυτά που προηγήθηκαν εκείνης της εποχής. Εξάλλου, μου φάνηκε σοφός και πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις του μαζί μας. Το βλέμμα του ήταν ήρεμο και σοβαρό. Έκανα νόημα στον Περικλή κι αυτός κατάλαβε ακριβώς τι θα ρωτούσα. Χρόνια με ξέρει και δεν αμφέβαλλα γι&#8217; αυτό.<br />
«Καλέ μου γέροντα. Ακούσαμε για πολλούς ανθρώπους να φεύγουν σε ομάδες απ&#8217; τα μέρη σας. Για πες μας, τι συνέβη;»<br />
«Μιλάτε για τις πρώτες μας αποικίες. Απ&#8217; τον τόπο μας μπήκε πολύς κόσμος στα καράβια, πήγε στα νησιά αλλά κι απέναντι απ&#8217; τη μεγάλη θάλασσα. Στην Κρήτη, στη Ρόδο, στην Αλικαρνασσό&#8230; ακόμα και στη μακρινή Κύπρο».<br />
Στην Κύπρο είπε κι έλαμψαν τα μάτια μου. Καλά το φαντάστηκα. .. τώρα εξηγούνται οι ρίζες μου, σκέφτηκα.<br />
«Μα γέροντα σ&#8217; αυτά τα μέρη πήγαν οι Δωριείς. Οι άλλοι Έλληνες για πού κίνησαν;»<br />
«Για τους Ίωνες και τους Αιολείς θ&#8217; αναφέρεσαι».<br />
«Ναι σ&#8217; αυτούς,» αποκρίθηκε ο Περικλής που κι αυτός κρεμόταν απ&#8217; τα χείλη του.<br />
«Αυτοί κατευθύνθηκαν αλλού. Οι γείτονες μας, οι Ίωνες, απ&#8217; την Αθήνα κυρίως πήγαν απέναντι στην Εύβοια, στη Σάμο, στη Χίο, στην Έφεσο, στη Μίλητο&#8230; Οι Αιολείς πάλι ξεκίνησαν από βόρεια, από Βοιωτία και Θεσσαλία και πήγαν στη Λέσβο, στη Σμύρνη&#8230; κι εκεί γύρω».<br />
«Μα γιατί μετακινήθηκε τόσος πληθυσμός;»<br />
«Πολλοί άνθρωποι συναντούσαν δυσκολίες. Πήγαν σε νέους τόπους για να βρουν νέα εδάφη να καλλιεργήσουν, να πωλήσουν τα προϊόντα τους, να βρουν ασφάλεια και καλύτερη τύχη».<br />
«Εκεί φαντάζομαι θα &#8216;χτισαν τις νέες τους πόλεις που θα &#8216;μοιαζαν με τις δικές τους;»<br />
«Πράγματι, στις νέες πατρίδες γνώρισαν νέους λαούς, συνήθειες και τρόπο ζωής. Δεν ξέχασαν όμως τα δικά τους. Έχτισαν ναούς για τους Θεούς μας κι έκαναν τις γιορτές τους. Δεν ξέχασαν τις πόλεις τους κι έκαναν εμπόριο μ&#8217;<br />
αυτές».<br />
Όταν τ&#8217; ακούσαμε όλα αυτά ήταν ώρα πια να τον αφήσουμε. Αγωνιούσαμε, όπως καταλαβαίνετε, να περπατήσουμε στα δρομάκια της πόλης. Να συναντήσουμε κι άλλους κατοίκους. Διψούσαμε να δούμε, ν&#8217; ακούσουμε, να μάθουμε&#8230;<br />
«Σ&#8217; ευχαριστούμε γέροντα,» είπε ο Περικλής. «Θα προχωρήσουμε πιο κάτω».<br />
«Στο καλό παιδιά».<br />
Αχ και να ήταν εδώ η κυρία Ιφιγένεια! Η αγαπημένη μας δασκάλα! Σίγουρα τα &#8216;ξερε όλα αυτά. Σίγουρα θα ζήλευε το ταξίδι μας.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ</strong></h4>
<p>Η νέα μέρα μας βρίσκει ξανά σ&#8217; έναν υπαίθριο τόπο. Η καλύβα μας βρισκόταν σε μια απότομη πλαγιά, σ&#8217; ένα κακοτράχαλο μέρος. Από μακριά διακρίναμε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σ&#8217; απότομους λόφους. Καθόμασταν με τον Περικλή έξω απ&#8217; την καλύβα, χαζεύαμε το μέρος και συλλογιζόμασταν.<br />
Να μη σας τα πολυλογώ. Σε λίγο πίσω από τους θάμνους ξεπρόβαλε η γνωστή φιγούρα. Ο σοφός ασπρομάλλης γέροντας, με την άσπρη μεγάλη γενειάδα και τον άσπρο μανδύα.<br />
«Γεια σας παιδιά, πάλι εδώ σας βρίσκω».<br />
«Γεια σου γέροντα,» απαντήσαμε με τον Περικλή, σχεδόν<br />
ταυτόχρονα.<br />
Για έναν παράξενο λόγο περιμέναμε τον γέροντα. Δεν ξέρω γιατί. Γι&#8217; αυτό εξάλλου δεν ξαφνιαστήκαμε που τον αντικρίσαμε. Παρόλο που φαινόταν να πέρασε μόνο μια μέρα, όπως θα διαπιστώσετε αμέσως στη συνέχεια, πέρασε<br />
ήδη σχεδόν μια δεκαετία.<br />
«Σας βρίσκω και πάλι πριν από μια μεγάλη μάχη».<br />
«Μια μεγάλη μάχη;» ρώτησε μ&#8217; έκπληξη ο Περικλής!<br />
Υποψιάζομαι για ποια μάχη μιλά ο γέροντας. Νομίζω σήμερα θα νιώσω τόσο περήφανος όσο ποτέ άλλοτε.<br />
«Μια μάχη που θεωρώ απίθανο να κερδίσουμε».<br />
«Για πες μας, γέροντα».<br />
«Θυμάστε τη μεγάλη μας νίκη στον Μαραθώνα, πριν από δέκα περίπου χρόνια; Νέος βασιλιάς της Περσίας έγινε ο Ξέρξης. Αυτός άρχισε να ετοιμάζει νέα εκστρατεία εναντίον μας. Ο φοβερός στρατός του απ&#8217; όπου περνούσε σκορπούσε τρόμο. Πολυάριθμος και ανίκητος. Οι ελληνικές πόλεις ενώθηκαν κι έκαναν σύσκεψη να δουν πώς θα τον αντιμετωπίσουν».<br />
«Τι αποφάσισαν, πες μας, μη μας κρατάς άλλο σ&#8217; αγωνία,» είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Περικλής.<br />
«Πρώτοι απ&#8217; όλους θέση πήραν οι Σπαρτιάτες. Αποφάσισαν, παρόλο φαινόταν ακατόρθωτο, ν&#8217; αντιμετωπίσουν τον στρατό των Περσών σ&#8217; αυτό το στενό πέρασμα απέναντι μας, στα στενά των Θερμοπυλών. Αρχηγός τους ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας με εφτά χιλιάδες Έλληνες πολεμιστές».<br />
Με μιας κρύος ιδρώτας διαπέρασε το κορμί μου κι ένιωσα ρίγος συγκίνησης. Θυμήθηκα τους αγώνες του έθνους, όπως τους μάθαμε στο σχολείο. Απ&#8217; το 1821 και την Ελληνική Επανάσταση γι&#8217; απελευθέρωση απ&#8217; τους Τούρκους, τον Πόλεμο του &#8217;40 και την αντίσταση κατά του φασισμού και του ναζισμού, μέχρι και τον δικό μας Απελευθερωτικό Αγώνα στην Κύπρο του 1955-59 για Ένωση με την Ελλάδα. Ήταν άνισοι αγώνες που έδειξαν, μιμούμενοι το παράδειγμα του Λεωνίδα, το πώς αγωνίζονται και πεθαίνουν οι ήρωες.<br />
Ο γέροντας σε λίγο έφυγε κι εμείς με το βλέμμα στραμμένο στο πέρασμα βλέπαμε μ&#8217; αγωνία τον στρατό των Περσών να πλησιάζει. Ο Λεωνίδας βροντοφώναξε στον Ξέρξη «Μολών λαβέ» όταν του ζήτησε να παραδώσουν τα όπλα. Η μάχη άρχισε. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν σκληρά για δυο μέρες. Κανένας δεν μπορούσε να περάσει. Θυμάμαι που μας είπε η κυρία Ιφιγένεια για τον Εφιάλτη που πρόδωσε το μυστικό πέρασμα. Οι Πέρσες κατάφεραν να περάσουν πίσω απ&#8217; τους Έλληνες. Τότε ο Λεωνίδας διέταξε τις υπόλοιπες<br />
δυνάμεις να φύγουν για να οργανώσουν αντίσταση νοτιότερα κι έμεινε εκεί με τους τριακόσιους επίλεκτους και τους εφτακόσιους Θεσπιείς. Δεν είχε άλλη επιλογή απ&#8217; την προτροπή της Σπαρτιάτισσας μάνας του «ή ταν ή επί τας». Εκεί στις Θερμοπύλες έπεσαν όλοι μαχόμενοι.<br />
Με ανάμεικτα συναισθήματα κι έντονα φορτισμένοι γείραμε το βράδυ για ύπνο στην καλύβα μας.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΡΑ ΕΝΑΤΗ: ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ</strong></h5>
<p>Μια καινούρια μέρα αρχίζει και είμαστε πια πίσω σε γνώριμα λημέρια. Είναι η τρίτη φορά που βρισκόμαστε στη Σπάρτη. Για όσους ξεχάστηκαν λίγο με την ιστορία μας θυμίζω ότι τις προηγούμενες μέρες, αφού φύγαμε απ&#8217; τη Σπάρτη,<br />
μεταφερθήκαμε μαζί με την καλύβα μας, με αυτόν τον παράξενο και υπερφυσικό τρόπο που μόνο στα παραμύθια και στις ταινίες συμβαίνει, σε μέρη όπου έγιναν σπουδαίες μάχες κατά των Περσών. Βρεθήκαμε στον Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες και στη Σαλαμίνα. Τώρα γιατί είμαστε πίσω στη Σπάρτη δε γνωρίζω. Ο γέροντας που μας συνόδευε στα ταξίδια των προηγούμενων ημερών άφαντος.<br />
«Περικλή, νομίζω να πάμε στην πόλη να δούμε τι συμβαίνει».<br />
«Πάμε λοιπόν, μη χάνουμε χρόνο. Ευτυχώς ακόμα οι προμήθειές μας αντέχουν».<br />
Η διαδρομή γνώριμη. Φτάσαμε στην πλατεία με τη μουριά. Εκεί ελπίζαμε ότι θα συναντούσαμε τον γέροντα. Αυτόν με τα άσπρα μαλλιά, την άσπρη μεγάλη γενειάδα και τον άσπρο μανδύα. Πράγματι ήταν εκεί, κάτω από τη μουριά<br />
στο μέσο της πλατείας και μας περίμενε.<br />
«Βρε καλώς τα παιδιά».<br />
«Καλημέρα».<br />
«Μάθατε τα ευχάριστα νέα;»<br />
«Ποια νέα;»<br />
«Τελείωσαν οι Περσικοί Πόλεμοι».<br />
«Μα πώς έγινε αυτό;»<br />
«Ακούστε. Ο Μαρδόνιος που βρισκόταν στη Θεσσαλία ξεκίνησε για την Αθήνα. Φτάνοντας εκεί τη βρήκε πάλι άδεια. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες είχαν οργανώσει πελοποννησιακό στρατό μ&#8217; επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Παυσανία. Ο Μαρδόνιος όταν το &#8216;μαθε στρατοπέδευσε στις Πλαταιές, διαλέγοντας ένα πεδινό μέρος, ώστε εκεί να τους αντιμετωπίσει με το ιππικό του. Στη μάχη που ακολούθησε οι Πέρσες γνώρισαν μεγάλη ήττα. Την ίδια μέρα ηττήθηκε κι ο στόλος τους στη ναυμαχία της Μυκάλης. Έτσι πέρασε πια για την Ελλάδα ο περσικός κίνδυνος. Ο ελληνικός στρατός ενθουσιασμένος απ&#8217; τις νίκες συνέχισε να πολεμά τους Πέρσες για ν&#8217; απελευθερώσει κι άλλες περιοχές. Ο Παυσανίας ελευθέρωσε πόλεις στον Ελλήσποντο αλλά και στην Κύπρο. Όμως οι Σπαρτιάτες έχοντας κι άλλα προβλήματα που έπρεπε ν&#8217; αντιμετωπίσουν δεν ήταν πρόθυμοι να συνεχίσουν».<br />
«Τι έγινε μετά σοφέ μας γέροντα;»<br />
«Πολλές άλλες μακρινές πόλεις ζήτησαν βοήθεια απ&#8217; την Αθήνα για ν&#8217; απελευθερωθούν κι αυτές απ&#8217; τους Πέρσες. Η Αθήνα με μερικές πόλεις έφτιαξαν συμμαχία για προστασία και συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών. Οι πόλεις αυτές έπρεπε όμως να τους δίνουν οικονομικά ανταλλάγματα. Ακόμη, ο Αθηναίος στρατηγός Κίμωνας σκοτώθηκε οι μια μάχη κατά των Περσών στην Κύπρο μα οι Αθηναίοι συνέχισαν τη μάχη και νίκησαν. Τελικά οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Πέρσες απ&#8217; τη Μεσόγειο, έκλεισαν συμφωνία ειρήνης μαζί τους κι έφτιαξαν μια ισχυρή ηγεμονία. Ως επικεφαλείς<br />
της συμμαχίας σε κάποιες περιπτώσεις δεν είχαν σωστή συμπεριφορά απέναντι στους συμμάχους τους. Η Σπάρτη δεν είχε άλλη επιλογή απ&#8217; το να πάρει με το μέρος της τις δυσαρεστημένες πόλεις».<br />
Ακούγοντάς τα όλα αυτά χαρήκαμε. Εγώ περισσότερο χάρηκα που άκουσα πως απελευθερώθηκαν απ&#8217; τους Έλληνες πόλεις της Κύπρου. Θυμήθηκα τότε το άγαλμα του Κίμωνα, κοντά στην πιο γνωστή παραλία της Λάρνακας.<br />
Αφήσαμε τον γέροντα και συνεχίσαμε τον περίπατό μας στη Σπάρτη. Ήμουν σίγουρος ότι θα τον συναντούσαμε κι αλλού, ίσως σ&#8217; άλλες εποχές.<br />
Στην πόλη της Σπάρτης η ζωή κυλούσε στους ίδιους ρυθμούς. Οι Σπαρτιάτες συνέχιζαν την εξάσκησή τους στις πολεμικές τέχνες. Επιστρέφοντας στην καλύβα μας κατά το μεσημέρι, μετά το μπάνιο μας στο ρυάκι, ξαπλώσαμε κάτω απ&#8217; τα πλατάνια για να ξεκουραστούμε.<br />
«Περικλή, νομίζω πως οι νίκες στους Περσικούς Πολέμους δεν ήταν σημαντικές μόνο για τους Έλληνες αλλά και για την παγκόσμια ιστορία».<br />
«Αυτό πιστεύω κι εγώ Λεωνίδα. Για φαντάσου να έφταναν οι Πέρσες στην Ευρώπη».<br />
«Ακριβώς».<br />
Αυτά λέγαμε και νιώθαμε όμορφα. Για να είμαι ειλικρινής τις τελευταίες μέρες απορροφήθηκα τόσο πολύ με τους Περσικούς Πολέμους που &#8216;χα ξεχάσει για λίγο την οικογένειά μου. Το ταξίδι αυτό που δεν ήξερα αν τελικά ήταν αληθινό ή απλώς ένα όνειρο διαρκούσε ήδη αρκετές μέρες. Δεν τις μετρούσα καν. Στην πραγματικότητα η έννοια του χρόνου αλλά και του χώρου ήταν παράξενη. Ήταν όλα μπερδεμένα. Σίγουρα όσο περνούσε ο καιρός ξετυλίγονταν τα γεγονότα της ιστορίας των αρχαίων χρόνων. Η ιστορία που<br />
τόσο πολύ με γοήτευε στο μάθημα της κυρίας Ιφιγένειας.<br />
Πέρασε ακόμα μια μέρα. Το βράδυ ήρθε ξανά κι ο ουρανός πάνω απ&#8217; τη μικρή μας καλύβα γέμισε μ&#8217; αστέρια. Μετρώντας τα αποκοιμηθήκαμε.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΡΑ ΔΕΚΑΤΗ: ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ</strong></h5>
<p>Ακόμα ένα πρωινό ξύπνημα σε γνώριμα μέρη. Ήμουν σίγουρος πως ξυπνήσαμε στην Αθήνα. Από μακριά ξεχώριζε ο ιερός βράχος της Ακρόπολης.<br />
«Περικλή, ξύπνα. Νομίζω σήμερα είναι η μέρα σου. Είμαστε ξανά στην Αθήνα».<br />
Είχα ένα προαίσθημα ότι εκείνη τη μέρα θα ζούσαμε το μεγαλείο της πόλης στον χρυσό της αιώνα. Πλυθήκαμε αμέσως στο ποτάμι, προγευματίσαμε και κινήσαμε για την πόλη. Ο γέροντας θα ήταν σίγουρα εκεί, σε μια πλατεία να<br />
μας περιμένει, το νιώθαμε και οι δύο. Πράγματι&#8230;<br />
«Καλημέρα, παιδιά».<br />
«Καλημέρα, γέροντα».<br />
«Σας καλωσορίζω στην πόλη που ανάδειξε τον σπουδαίο ρήτορα, τον Περικλή. Σ&#8217; αυτόν οφείλουμε πολλά».<br />
Αμέσως ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του καλύτερού μου φίλου.<br />
«Οπωσδήποτε,» απάντησε ο Περικλής με περηφάνια.<br />
«Σπουδαία προσωπικότητα και άνθρωπος με πολλά χαρίσματα. Έκανε την πόλη μας πνευματικό κέντρο ολόκληρης της Ελλάδας. Την πιο μεγάλη δύναμη στην πόλη μας έχει η Εκκλησία του δήμου. Όλοι οι ελεύθεροι πολίτες παίρνουν μέρος στη λήψη των αποφάσεων. Κάθε χρόνο εκλέγονται δέκα στρατηγοί που φροντίζουν για την ασφάλεια της πόλης. Κυρίαρχη θέση έχουν οι Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή όσοι έχουν πατέρα και μητέρα που κατάγονται απ&#8217; την Αθήνα. Εδώ ζουν και ξένοι, οι μέτοικοι που είναι κυρίως έμποροι. Υπάρχουν βέβαια και δούλοι αλλά η ζωή τους είναι καλύτερη εδώ παρά σ&#8217; άλλες πόλεις».<br />
Από εκεί που βρισκόμασταν μπορούσαμε να δούμε γύρω μας τα σπίτια των Αθηναίων. Ήταν απλά και χαμηλά, χωρίς παράθυρα στον δρόμο. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν και φαίνονταν χαρούμενοι.<br />
«Σ&#8217; αφήνουμε για λίγο γέροντα. Θα περπατήσουμε στα δρομάκια της Αθήνας. Η μέρα είναι υπέροχη».<br />
Προχωρήσαμε και φτάσαμε σε μια γειτονιά. Μια οικοκυρά σκούπιζε έξω απ&#8217; το σπίτι της. Την πιάσαμε κουβέντα. Οι γυναίκες έμεναν στα σπίτια κάνοντας δουλειές. Μαγείρευαν, ζύμωναν, ύφαιναν. Συνηθισμένα φαγητά ήταν το<br />
ψάρι, τα λαχανικά, οι ελιές, ενώ κρέας έτρωγαν στις γιορτές και στις θυσίες που έκαναν προς τους θεούς τους. Παρόλο που έμεναν πολλές ώρες στο σπίτι ντύνονταν όμορφα, χτενίζονταν ωραία και κάποιες βάφονταν.<br />
Συναντήσαμε, περνώντας έξω από ένα σπίτι, ένα παιδί, περίπου στην ηλικία μας. Είχε τελειώσει το μάθημά του στον γραμματιστή και με τη συνοδεία του παιδαγωγού του, ενός δούλου, επέστρεφε σπίτι του. Μας είπε ότι μάθαινε να διαβάζει, να γράφει, να λογαριάζει ακόμα να παίζει λύρα και κιθάρα. Ο αδερφός του που ήταν αρκετά πιο μεγάλος, κοντά στα είκοσι, παρακολουθούσε συζητήσεις στην Αγορά και ετοιμαζόταν να υπηρετήσει την πόλη του με δύο χρόνια θητείας στον στρατό.<br />
Στην Αγορά και στα γυμναστήρια συναντήσαμε πολλούς Αθηναίους. Εκεί περνούσαν τον ελεύθερό τους χρόνο. Συζητούσαν για την πόλη και τα καθημερινά τους προβλήματα.<br />
Φτάνοντας στην Ακρόπολη δεν μπορούσαμε με τίποτα να κρύψουμε τον θαυμασμό μας. Ανεβαίνοντας αντικρίσαμε πρώτα τα Προπύλαια. Στα δεξιά ήταν ο ναός της Αθηνάς Νίκης. Στο ψηλότερο σημείο ο Παρθενώνας. Εκεί ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης σχέδιασαν όλα τα σπουδαία έργα. Μέσα στον ναό υπήρχε το υπέροχο χρυσελεφάντινο άγαλμα, της θεάς Αθηνάς, έργο του Φειδία, ο οποίος επέβλεπε μετά από οδηγίες του Περικλή όλα τα έργα της Αθήνας αυτή την περίοδο. Είδαμε και το Ερέχθειο, γύρω ένα σωρό αφιερώματα. Ανάμεσά τους το χάλκινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, ύψους 7 μέτρων. Διακρίναμε ότι τ&#8217; αγάλματα δεν έμοιαζαν τόσο πολύ στους Κούρους και στις Κόρες. Τα πρόσωπα είχαν πιο φυσικά χαρακτηριστικά, ενώ τα πόδια φαίνονταν να έχουν κίνηση.<br />
Θυμήθηκα τότε τους κλεμμένους θησαυρούς της Ελλάδας που είναι στο εξωτερικό. Η κυρία Ιφιγένεια μας είχε πει ότι στο Ερέχθειο υπήρχαν έξι γλυπτά με γυναικείες μορφές, οι Καρυάτιδες. Όμως μόνο οι πέντε βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Ακρόπολης, αφού ο λόρδος Έγλιν είχε μεταφέρει μια από αυτές στο Βρετανικό Μουσείο.<br />
Κατηφορίζοντας απ&#8217; τον ιερό βράχο της Ακρόπολης γύρω στο μεσημέρι κάναμε στάση για να φάμε κάτι απ&#8217; τις προμήθειες που είχαμε στα σακιά μας και για να θαυμάσουμε το θέατρο που βρισκόταν στους πρόποδες. Ποιον λέτε να συναντήσαμε εκεί ξανά; Μα φυσικά τον γέροντα!<br />
«Πώς πάει η βόλτα σας παιδιά;»<br />
«Φανταστικά,» απαντήσαμε και οι δύο μ&#8217; ένα στόμα, αφού δεν μπορούσαμε να κρύψουμε τον θαυμασμό μας για τα σπουδαία έργα που είχαμε δει.<br />
«Ακόμα δεν έχετε ακούσει τίποτα για το τι έχουν πετύχει πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι αυτά τα χρόνια. Από ποιον να αρχίσω και με ποιον να τελειώσω».<br />
«Απ&#8217; όπου θέλεις καλέ μας γέροντα,» απάντησε ο Περικλής.<br />
«Κρεμόμαστε απ&#8217; τα χείλη σου,» συμπλήρωσα εγώ.<br />
«Η Αθήνα μοιάζει μ&#8217; ένα μεγάλο σχολείο. Σε διάφορα μέρη, έξω απ&#8217; τα δημόσια κτίρια, την Αγορά, τις πλατείες, συναντάς σοφούς που μιλούν για σοβαρά θέματα και διδάσκουν τους νέους. Ξεχωρίζει ο Σωκράτης που μιλά για δύο σημαντικές αρετές που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, τη δικαιοσύνη και την τιμιότητα. Δύο σπουδαίοι ιστορικοί ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης γράφουν για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Εδώ στον χώρο που βρισκόμαστε και σ&#8217; άλλα θέατρα ανεβάζονται σπουδαίες παραστάσεις. Τα έργα είναι<br />
κάποτε σοβαρά και θλιβερά, δηλαδή τραγωδίες, άλλοτε χαρούμενα και αστεία, δηλαδή κωμωδίες. Τα πιο γνωστά τα έχουν γράψει ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής και ο Αριστοφάνης. Ο λαός της Αθήνας παρακολουθεί μαζικά και<br />
με μεγάλο ενδιαφέρον τις παραστάσεις».<br />
Θυμήθηκα ότι ακόμα και σήμερα, σε αρχαία θέατρα στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο, αρκετοί ηθοποιοί συμμετέχουν σε έργα που βασίζονται σε κείμενα απ&#8217; τις γνωστές κωμωδίες ή τραγωδίες της αρχαιότητας. Μετά αποχαιρετήσαμε ξανά τον γέροντα. Βέβαια, τον αποχαιρετήσαμε προσωρινά, διότι ήμασταν σίγουροι ότι θα τον ξανασυναντούσαμε τις επόμενες μέρες, όπως και τις προηγούμενες. Ίσως σ&#8217; άλλον τόπο, ίσως σ&#8217; άλλη εποχή.<br />
Μετά από αρκετές βόλτες στις γειτονιές της Αθήνας και αφού πλησίαζε πια το δειλινό, αποφασίσαμε να πάρουμε τον δρόμο για την επιστροφή στην καλύβα. Το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο συλλογιζόμασταν και συζητούσαμε για το μεγαλείο της Αθήνας. Ο αιώνας αυτός μετά και το τέλος των Περσικών Πολέμων αποτέλεσε τον χρυσό αιώνα του Περικλή. Όλα αυτά που θαυμάσαμε ανήκαν στα Κλασικά χρόνια. Τα χρόνια που ονομάστηκαν έτσι διότι δόξασαν την Ελλάδα και έμειναν αξεπέραστα στους αιώνες. Σήμερα την<br />
προβάλλουν και την αντιπροσωπεύουν παγκοσμίως, αφού έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου πολιτισμού, μέσα απ&#8217; την προσφορά της στα γράμματα, στις τέχνες και στις επιστήμες.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΡΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ: ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Η καινούρια μέρα μας βρήκε από πολύ νωρίς ξύπνιους και έτοιμους να μάθουμε για το τέλος των κλασικών χρόνων στην αρχαία Ελλάδα. Η χθεσινή μέρα οφείλουμε να παραδεχτούμε πως ήταν απογοητευτική. Όπως θα έχετε φαντάζομαι υποψιαστεί βρισκόμαστε σ&#8217; έναν νέο τόπο, μια νέα πόλη και στην είσοδό της συναντούμε φυσικά τον ασπρομάλλη φίλο μας. Η νέα πόλη ονομάζεται Πέλλα.<br />
«Καλημέρα παιδιά. Καλωσορίσατε στην πόλη του μεγάλου στρατηλάτη Αλέξανδρου γιου του Φίλιππου του Β&#8217;, βασιλιά της Μακεδονίας. Τα κατορθώματά του θαυμαστά σ&#8217;όλο τον ελληνικό χώρο αλλά και στα βάθη της Ανατολής».<br />
«Καλημέρα γέροντα, είμαστε πολύ περήφανοι που βρισκόμαστε εδώ στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας,» απάντησε ο Περικλής.<br />
Όπως το φαντάστηκα. Τα κλασικά χρόνια τελειώνουν με τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στο μυαλό μου ήρθαν τότε όλα όσα η καλή μας δασκάλα, η κυρία Ιφιγένεια φυσικά, μας έλεγε γι&#8217; αυτόν τον σπουδαίο άντρα. Ας αφήσουμε όμως τον γέροντα να μας τα πει από πρώτο χέρι. Τον παρακίνησα λοιπόν ν&#8217; αρχινήσει.<br />
«Σε ακούμε. Πες μας για τα λαμπρά του κατορθώματα».<br />
«Μιλούνε για αυτόν σ&#8217; όλα τα μέρη του κόσμου. Από Δύση σε Ανατολή, από Βορά σε Νότο. Διαδέχτηκε στο βασίλειο τον πατέρα του, τον Φίλιππο. Ο Φίλιππος, αφού έκανε τη Μακεδονία δυνατό κράτος κινήθηκε προς τον νότο και νίκησε εύκολα όλες τις ελληνικές πόλεις. Ο στρατός του εξάλλου ήτανε πανίσχυρος. Ήτανε φημισμένος για τη μακεδονική φάλαγγα που ήταν παρατεταγμένη στις μάχες σαν φρούριο με το μακρύ δόρυ των στρατιωτών του, τη σάρισα, να αποτελεί αήττητο όπλο. Φέρθηκε με επιείκεια στις ελληνικές πόλεις και τέθηκε αρχηγός στην εκστρατεία που σχεδίαζε να κάνει εναντίον των Περσών. Αυτή την εκστρατεία πραγματοποίησε ο νεαρός Αλέξανδρος, όταν πέθανε ο πατέρας του. Από τον Ελλήσποντο πέρασε στην Τροία και στον Γρανικό ποταμό. Εκεί πέτυχε την πρώτη ένδοξη νίκη του. Οι Πέρσες άρχισαν να υποχωρούν και ο Αλέξανδρος να κατακτά τη μια περιοχή μετά την άλλη. Ακόμα μια μεγάλη νίκη στην Ισσό και η προέλασή του συνεχίστηκε προς τη Φοινίκη και μετά στην Αίγυπτο, τη χώρα των Φαραώ. Στη συνέχεια κινήθηκε ανατολικά με μια σπουδαία νίκη στα Γαυγάμηλα.<br />
Η υποταγή του περσικού κράτους ήταν πια γεγονός. Πέρασε νικητής στα Σούσα, κατακτώντας και υποτάσσοντας πολλούς λαούς και έχοντας στην κατοχή του στρατού του μια τεράστια έκταση. Οι φιλοδοξίες του δε σταμάτησαν και προχώρησε προς την Ινδία. Αρκετές δυσκολίες απότρεψαν τα σχέδιά του και τον ανάγκασαν να επιστρέψει πίσω στα Σούσα. Από εκεί πήγε στη Βαβυλωνία που ήθελε να την κάνει μεγάλη πρωτεύουσα. Αρρώστησε όμως βαριά και πέθανε σε ηλικία μόλις τριάντα δύο χρονών. Το απέραντο κράτος του έμεινε χωρίς αρχηγό».<br />
Νιώθοντας μεγάλο θαυμασμό για τα σπουδαία κατορθώματα που μας είπε ο γέροντας για τον Μ. Αλέξανδρο τον αφήσαμε και περιπλανηθήκαμε στους δρόμους της Πέλλας. Όλοι οι άνθρωποι που συναντούσαμε μιλούσαν με περηφάνια και ευγνωμοσύνη για τον ήρωα τους που μετάφερε την<br />
ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό πολύ πιο μακριά από την Ελλάδα. Τον ήρωά τους που ίδρυσε πολλές πόλεις. Αρκετές πήραν το όνομά του και ήταν όλες στολισμένες με λαμπρά κτίρια, ναούς, θέατρα και γυμναστήρια.<br />
Το απόγευμα στην καλύβα μας λέγαμε πως η εκστρατεία του Μ. Αλέξανδρου άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Μαζί με τον στρατό του θυμάμαι που είχα διαβάσει πως ακολουθούσαν ιστορικοί, γεωγράφοι, μηχανικοί και καλλιτέχνες. Η εκστρατεία του δεν ήταν σπουδαία μόνο από τις νίκες του στρατού του αλλά και από τον πολιτισμό που διαμορφώθηκε με την προσθήκη του ελληνικού στοιχείου στους άλλους πολιτισμούς. Γι&#8217; αυτό και η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και τα χρόνια που ακολούθησαν Ελληνιστικά.</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2024/01/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 04 Dec 2023 19:56:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20300</guid>

					<description><![CDATA[Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου συνεχίζει να ζει. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και τέσσερα μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του «Έξοδα Νοσηλείας» (εκδ. Ενύπνιο) έλαβε εξ ημισείας το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου συνεχίζει να ζει. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση.<br />
Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και τέσσερα μυθιστορήματα.<br />
Το μυθιστόρημά του «Έξοδα Νοσηλείας» (εκδ. Ενύπνιο) έλαβε εξ ημισείας το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) και το μυθιστόρημά του «Το Χιόνι των Αγράφων» (εκδ. Κίχλη) έλαβε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» (2022).</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Τρεις μνήμες και δυο ζωές (διηγήματα), Μεταίχμιο 2005<br />
Καλά μόνο να βρεις (νουβέλα), Κέδρος 2006<br />
Το παραμύθι του ύπνου (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2008<br />
Αστοχία υλικού (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2010<br />
Ζώνη πυρός (διηγήματα), Μεταίχμιο 2014<br />
Η ιδιωτική μου αντωνυμία (μικρά πεζά), Κίχλη 2018<br />
Έξοδα νοσηλείας (μυθιστόρημα), Ενύπνιο 2020.<br />
Το χιόνι των Αγράφων (μυθιστόρημα), Κίχλη 2021.<br />
Γυναικών τε (Ποίηση) Εύμαρος 2023.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20301 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001-204x300.jpg" alt="" width="331" height="486" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001-204x300.jpg 204w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0001.jpg 435w" sizes="(max-width: 331px) 100vw, 331px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20302 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002-203x300.jpg" alt="" width="328" height="485" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR123-0002.jpg 433w" sizes="(max-width: 328px) 100vw, 328px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20303 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1-300x217.jpg" alt="" width="456" height="330" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/ΦΩΤΟΓΡ1.jpg 640w" sizes="(max-width: 456px) 100vw, 456px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ (2023)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;">Ζωγραφική-σχέδια:  <strong>Ηρώ Σιδέρη</strong></p>
<p>Ένα γιοφύρι έβαλε σκοπό τον για να χτίσει<br />
τις όχτες κάποιου ποταμού με πέτρες να ενώσει.<br />
Ολημερίς το έχτιζε, το βράδυ γκρεμιζόταν.<br />
Πουλάκι δεν φτερούγισε, μαντάτο να του φέρει<br />
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει».<br />
Έτσι περνούσε ο καιρός, τα δίσεκτα τα χρόνια<br />
ο ποταμός τραβήχτηκε, οι πέτρες του τελειώσαν.<br />
Συνέχιζε το χτίσιμο, μ’ ό,τι δικό του είχε<br />
μαλλιά, νεφρά και πείσματα, καρδιά, λαιμούς και λέξεις.<br />
Ποτέ δεν βαριανάσανε, πικρά να μετανιώσει<br />
καλούπωνε, σιδέρωνε, ξανά θα γκρεμιζόταν.<br />
Και μόνο στα πολύ στερνά, σαν έκλεινε τα μάτια<br />
πουλάκι ήρθε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα<br />
«Γοργά πλυθείς, γοργά ντυθείς με τα καλά σου ρούχα<br />
μια λυγερή σε καρτερεί στην άκρια στο ποτάμι<br />
το γιοφυράκι που ’χτίσες μαζί να το διαβείτε».</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Ι   ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20308" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1-300x225.jpg" alt="" width="351" height="263" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0001-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p>— Σε γνώριζα προτού να σε γνωρίσω. Σου μιλούσα προτού να<br />
σου μιλήσω. Σε αγαπούσα προτού να σε αγαπήσω.</p>
<p>— Κάτι χειμωνιάτικες νύχτες που άνοιγα τα μάτια. Στο ίδιο πάν-<br />
τα όνειρο.</p>
<p>— Θυμάρι και βασιλικός στο πάτωμα. Ρυγχόσπερμο και γιασεμί<br />
στους τοίχους. Μια μυγδαλιά ανθοφορούσε στο ταβάνι.</p>
<p>— Σήκωνα τα χέρια να πιαστώ απ’ τα κλαδιά κι ένιωθα ανάλαφρος<br />
σαν πούπουλο, το σώμα μου αιωρούνταν πάνω απ’ το κρεβάτι.</p>
<p>— Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η αντιστροφή<br />
του νόμου της βαρύτητας.</p>
<p>— Δίχως πτώση παρά τις πτώσεις, δίχως συντριβή παρά τις<br />
συντριβές.</p>
<p>— Μόνο με πάθη, λάθη, σιωπές, οδύνες, γρατζουνίσματα,<br />
αιμορραγίες και χαμόγελα &#8211; πολλά χαμόγελα.</p>
<p>— Κάθε φορά που σου ’δινα μορφή, μαλλιά, μύτη, μάτια,<br />
μάγουλα, άνω και κάτω άκρα, για να σε σχηματίσω στο μυαλό μου.</p>
<p>— Μαθητριούλα του δημοτικού σε καταπράσινη πλαγιά με<br />
παπαρούνες.</p>
<p>— Ένα σμήνος από ανεμόπτερα γεμίζει το πεδίο.</p>
<p>— Ανοίγω τα χέρια, κλείνω τα μάτια και βγαίνω στη βροχή.</p>
<p>— Τούτη η άνοιξη κυοφορεί ηφαιστειογενείς εκρήξεις.</p>
<p>— Προϊστορικοί δεινόσαυροι, ορνιθοληστές, ινκουανόδοντες,<br />
ποστόχοροι, αναδεύουν εντός μου.</p>
<p>— Το μυαλό μου πάει στην εικόνα των απολιθωμένων της<br />
Πομπηίας. Σωριασμένοι στους δρόμους, στα σπίτια, ενώ έτρωγαν,<br />
κουβέντιαζαν κι έκαναν τη βόλτα τους στην αγορά της πόλης.</p>
<p>— Άραγε σε ποια στάση θα με ανασκάψουν κι εμένα οι<br />
αρχαιολόγοι του μέλλοντος;</p>
<p>— Εν ρεμβασμώ ανοίξεως μεσήλιξ; Καρβουριασμένο πτώμα σε<br />
εμβρυακή στάση; Αχθοφόρος εν ώρα υπηρεσίας;</p>
<p>— Για την ώρα ακουμπάω στην κουφάλα μιας υπεραιωνόβιας<br />
ελιάς και σε κοιτάζω.</p>
<p>— Θε μου, πόσο πολύ ταιριάζεις με την άνοιξη.</p>
<p>— Όθεν η ποιητική της ύπαρξής σου ή αλλιώς η ύπαρξη της<br />
ποιητικής μου.</p>
<p>— Στο εξής ο Μάης θα φορά το άρωμά σου, μια μέλισσα θα<br />
θηλάζει απ’ τις μαργαρίτες και το τελευταίο χιόνι θα γυαλίζει στις<br />
κορφές του Βέρμιου.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙ   ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20309" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1-185x300.jpg" alt="" width="216" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1-185x300.jpg 185w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0002-1.jpg 395w" sizes="(max-width: 216px) 100vw, 216px" /></p>
<p>— Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμία λογική στήριξη<br />
δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα.</p>
<p>— Εν οίκω Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την<br />
πίστη του. Θέλω να πω, δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου.</p>
<p>— Ούτε ιερατείο ούτε δόγμα ούτε αμαρτίες ούτε συγχωροχάρτια<br />
η δική σου πίστη. Στα χείλη σου η κόκκινη Έμμα μαθαίνει τα νέα<br />
για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Θρησκεύομαι αναρχούμενος.</p>
<p>— Μια Κρονστάνδη επαναστατεί στο σώμα σου, νεοσύλλεκτος<br />
του ναυτικού εγώ. Το ημερολόγιο δείχνει 7 Μαρτίου του 1921,<br />
το πλοίο μου ελλιμενίζεται στην αποβάθρα του νησιού.</p>
<p>— Έναν αιώνα μετά πάω και σταθμεύω το αυτοκίνητο σ’ έναν<br />
αγρό με καταπράσινα στάχυα. Εσύ χαμογελάς, εγώ κοιτάζω<br />
σκεφτικός έξω απ’ το παράθυρο. Μόνο ο έρωτας, η επανάσταση και<br />
η φύση δικαιούνται να υπόσχονται την άνοιξη.</p>
<p>— Κοντά στις τσουκνίδες θα φυτρώνει πάντα μια μολόχα, μου<br />
’χες πει. Ξέρει η φύση, τρίβεις στο ερεθισμένο σημείο τη μολόχα<br />
για να φύγει ο κνησμός. Πέντε δεκαετίες πέρασα με τούτο<br />
τον κνησμό. Ενδημούν στην περιοχή μου οι αγριάδες, τα<br />
γαϊδουράγκαθα, τα τριβόλια και κυρίως οι τσουκνίδες. Θα σ’ το πω<br />
το κρίμα μου, αγνοούσα μέχρι τώρα τις μολόχες.</p>
<p>— Όλο ρόζους και σκασίματα οι παλάμες σου, κοροΐδευες.<br />
Τα νέγρικα μπλουζ από τέτοια χέρια έχουν γραφτεί, σου<br />
απαντούσα. Εσύ δεν ξέρεις ούτε πιάνο ούτε κιθάρα, επέμενες.<br />
Ιδού τα πλήκτρα κι οι χορδές, σ’ έδειχνα. Η ορχήστρα είναι έτοιμη,<br />
με προκαλούσες. Τα πιο βαριά ρεμπέτικα το ρεπερτόριό μου, σ’<br />
αγκάλιαζα.</p>
<p>— Μερικές φορές πιάνουν κι οι κακοκαιρίες Απρίλη, Μάη μήνα,<br />
πέφτει η θερμοκρασία πολύ χαμηλά, ύστερα σηκώνεται απότομα<br />
και χτυπάει τριαντάρια. Οι ειδικοί λένε ότι φταίει η κλιματική<br />
αλλαγή, στη δική μας βέβαια περίπτωση νομίζω ότι έφταιγα εγώ.</p>
<p>— Δεκαετίες ολόκληρες υπήρξα άνυδρος, τούτους τους<br />
ορμητικούς χειμάρρους δεν ήταν εύκολο να τους ελέγξω. Νάιλον<br />
σακούλες, πλαστικά παιχνίδια, κομμένοι κορμοί, νεκρά αισθήματα<br />
και μπόλικη φερτή ύλη παρασύρονταν στις εκβολές τους. Ένας<br />
σκοτεινός ωκεανός εκτεινόταν από ’κει και πέρα.</p>
<p>— Ξυπνούσα τις νύχτες με τον ίδιο εφιάλτη, ότι είμαι στη μέση<br />
του ωκεανού. Εσύ κωπηλατούσες βιαστικά για να με σώσεις,<br />
αλλά μια αδιόρατη έλξη με τραβούσε αργά προς τον βυθό.<br />
Πνιγόμουνα χαμογελώντας.</p>
<p>— Κάθε φορά σηκωνόμουν κι έφευγα σαν να ’μουνα<br />
κυνηγημένος. Σου ’λεγα, δεν έχω χρόνο. Ψέματα. Κάποιες ανίες<br />
έτρεχα να διασώσω από σένα &#8211; πώς αλλιώς να βγει η άλλη μέρα;</p>
<p>— Τι σκέφτεσαι; με ρώτησες. Η βροχή χάραζε το τζάμι του<br />
αυτοκινήτου, κάποια σκοτάδια ράγιζαν απέξω. Δεν θυμάμαι να σου<br />
απάντησα.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙΙ   ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20310" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-300x261.jpg" alt="" width="300" height="261" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003-300x261.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/12/Untitled.FR12-0003.jpg 640w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>— Σ’ είπανε Ελένη.</p>
<p>— Στης μάνας σου τον κόρφο, στου κύρη σου την αγκαλιά.</p>
<p>— Στις ανθοστόλιστες της Σπάρτης πεδιάδες μεγαλώνεις.</p>
<p>— Ανάμεσα σε ορχιδέες, παπαρούνες, καλόγερους και λιβελούλες.</p>
<p>— Αλλά ήρθε η ώρα σου να παντρευτείς.</p>
<p>— Κάποιον Μενέλαο να πάρεις.</p>
<p>— Και καταπώς είθισται.</p>
<p>— Παιδιά θα κάνεις, υφαντά θα υφαίνεις και με ζεστό νερό τα<br />
πόδια του θα πλένεις.</p>
<p>— Κάθε φορά που θα επιστρέφει στη συζυγική σου κλίνη.</p>
<p>— Αποκαμωμένος απ’ τις φωνές της αγοράς, τα αίματα της<br />
μάχης, των ιερόδουλων τα βογκητά και των συμποσίων τα πιο<br />
όμορφα αγόρια.</p>
<p>— Έτσι θα κυλήσει η ζωή σου, σκιά της σκιάς του άντρα σου,<br />
όπως κυλάει η ζωή των κοριτσιών της ηλικίας, της τάξης, του<br />
καιρού σου.</p>
<p>— Μόνο που για σένα έχουν άλλα σχέδια η μοίρα κι οι θεοί, οι<br />
ποιητές κι οι στρατηλάτες.</p>
<p>…/…</p>
<p>— Δεν ξέρω αν πρόλαβες κι η ίδια να το μάθεις, όμως πολλούς<br />
αιώνες μετά αποκαλύφθηκε ότι άλλη ήταν η αιτία της πολιορκίας.</p>
<p>— Βλέπεις, πάντα το συμφέρον θα υποκρίνεται την ομορφιά<br />
σου.</p>
<p>— Αλλά έτσι δεν γίνεται ανέκαθεν με τους πολέμους των<br />
αντρών, των θρησκειών και των εθνών;</p>
<p>— Οπότε δεν μου μένει παρά να σε εγκαλέσω για την αφέλειά<br />
σου:</p>
<p>— Είσαι υπόλογη της αθωότητας σου.</p>
<p>— Είσαι υπεύθυνη της ομορφιάς σου.</p>
<p>— Είσαι ένοχη της φύσης σου.</p>
<p>— Γιατί εσύ, Ελένη, δεν είσαι μόνο η Ελένη.</p>
<p>— Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η<br />
Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της<br />
Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα,<br />
η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Εκιουζ, η Εαρυφαλλιά,<br />
η Δώρα, η Καρολάιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη.</p>
<p>— Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ.</p>
<p>— Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της<br />
κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο<br />
εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας,<br />
ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός<br />
πατέρας και πάνω απ’ όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>— Θυμάσαι;</p>
<p>— Υπήρξαν κάποτε καιροί που σ’ έζευα στο άροτρο, σε γέμιζα μι<br />
ενοχές και αμαρτίες, σου φορούσα ζώνη αγνότητας, σε έκαιγα<br />
στην πυρά σαν μάγισσα, σε πετούσα στο πηγάδι, σου ’δινα το<br />
όνομά μου, σε ξυλοφόρτωνα, σε περιέφερα ημίγυμνη στους δρόμους,<br />
ακρωτηρίαζα τα γεννητικά σου όργανα, έκοβα τους μαστούς,<br />
τη γλώσσα, τα αυτιά, ξύριζα το κεφάλι σου και κάθε βράδυ<br />
σε ζητούσα στο κρεβάτι.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ (2021)</strong></h4>
<h6><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h6>
<p>18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1948. Η Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης, υπό την αρχηγία του Γιώργου Γούσια, ξεκινά να μεταφέρει εφεδρείες για τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Βράχα προς τη Μακεδονία. Χίλιοι τριακόσιοι επίστρατοι από την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, απειροπόλεμοι, ανεκπαίδευτοι, δίχως ρουχισμό, τροφή και όπλα, διασχίζουν τον κάμπο των Φαρσάλων, πέφτουν στη λίμνη Κάρλα, περνούν τον Πηνειό, φτάνουν στις πλαγιές του Ολύμπου, ανεβαίνουν στις κορυφές των Πιερίων και διαφεύγουν στη Μακεδονία, ενώ οι δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού τούς καταδιώκουν ανελέητα. Οι απώλειες είναι συντριπτικές. Στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγραφων παρακολουθούμε τις τριάντα επτά μέρες της βασανιστικής πορείας τους.</p>
<h5><strong>ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ (σελ 53-59)</strong></h5>
<p>…/…<br />
Δίπλα του είχε την Ελένη, που του ’πιάνε κρυφά το χέρι, κι από κοντά ακολουθούσε ο Κωνσταντής, έτοιμος να πέσει στη φωτιά και να καεί για χάρη του. Μπρος και πίσω απλωνόταν μια ατέλειωτη στρατιά παιδιών, που ανηφόριζαν, άλλοι με τη θέλησή τους κι άλλοι από φόβο, την πυκνόφυτη πλαγιά με το ’να μέτρο χιόνι. Στην κεφαλή προπορευόταν ένα κανελί άτι με τον στητό του αναβάτη, λιγομίλητο, βλοσυρό και σίγουρο ότι παρά τις όποιες δυσκολίες θα κατάφερναν να φτάσουν στην Ελεύθερη Ελλάδα, για να ενισχύσουν τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και να οργανώσουν την εξόρμηση που πολύ γρήγορα θα ελευθέρωνε τη χώρα από τους ξένους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, τους μοναρχοφασίστες.<br />
Όσα χρόνια κι αν περάσαν από τότε, άλλη χιονοθύελλα σαν εκείνη που ξέσπασε στις 18 Φλεβάρη του ’48 δεν θυμάται. Τούφες τούφες έπεφτε το χιόνι, τους βίτσιζε τα μούτρα ο αέρας, στα τέσσερα μέτρα δεν βλέπανε απ’ την ομίχλη και τις νιφάδες· σαν να ’θελε κάτι να τους πει κι η φύση, μια προειδοποίηση, μια απειλή ή και μια συμβουλή ακόμη, μα πού μυαλό να σταθούν να την ακούσουν.<br />
Σήκωσε τους γιακάδες απ’ το αμπέχονό του, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε. Στο μυαλό του έφερε το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του όταν ήτανε μικρός, το ίδιο που σκεφτόταν και τότε που έκανε τον σύνδεσμο στα χωριά<br />
των Αγράφων.<br />
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια καλή γιαγιάκα. Γλυκομίλητη, καμπούρα και καματερή. Ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού. Ο άντρας της είχε πεθάνει από χρόνια και τα παιδιά της είχανε σκορπίσει στα<br />
τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έμεινε μονάχη με την προβατίνα, τις κοτούλες και τις γάτες της. Ξυπνούσε νωρίς τα χαράματα για να ταΐσει τα ζωντανά, να μαζέψει τις βραδινές στάχτες, να κόψει τα ξύλα, να φτυαρίσει το χιόνι, να συγυρίσει την κουζίνα και να ετοιμάσει το φαΐ. Όλη τη μέρα δέκα γύρες έφερνε το σπίτι και την αυλή για να προλάβει, δυο φορές φορτωνότανε τη στάμνα για νερό. Και, όταν πάλι άρχιζε να σκοτεινιάζει, έπαιρνε τη ρόκα, καθότανε παρέα με τις γάτες μπρος στο αναμμένο τζάκι και έκλωθε, μέχρι που να πονέσουνε τ’ αδύναμα ματάκια της, μαλλί.<br />
Την άλλη μέρα έπλεκε κάλτσες και πασουμάκια, γαϊτάνια και μεσοφόρια για τα κρύα του χειμώνα. Ανήμερα Χριστούγεννα, πάει πρωί πρωί στη βρύση του χωριού. Στο σπίτι η φωτιά αναμμένη περιμένει να ζεστάνει το νερό. Γεμίζει<br />
τη στάμνα μέχρι απάνω και σκύβει για να τη σηκώσει. Αλλά η στάμνα είναι ασήκωτη, το κρύο τσουχτερό και ο δρόμος σκέτος πάγος. Στα πέντε μέτρα σκοντάφτει, γλιστράει και πάρ’ την κάτω, πέφτει και ξαπλώνεται φαρδιά πλατιά στο χιόνι. Απ’ το ’να χέρι, το δεξί, ο πόνος τη σουβλίζει. Σφίγγει τα δόντια να κρατήσει τη φωνή της κι υψώνει λίγο το κεφάλι για να δει. Κομμάτια η στάμνα της σπασμένη, χυμένο το νερό στο χιόνι, ούτε ένας άνθρωπος τριγύρω για να βοηθήσει. Βγάζει την μπόλια και δένει τον αγκώνα. Παίρνει βαθιά ανάσα, δίνει με τ’ άλλο χέρι δύναμη να σηκωθεί στα πόδια της και κούτσα κούτσα γυρνά ξανά στο φτωχικό της.<br />
Μπαίνει μέσα και σφαλίζει πίσω της την πόρτα. Το σπίτι αδειανό, αυτή ανήμπορη. Γέρνει μπρος στο σβησμένο τζάκι με παράπονο. Θυμάται με νοσταλγία τα παιδιά και τον άντρα της, τις ετοιμασίες των γιορτών, την πίτα της Πρωτοχρονιάς και τους κουραμπιέδες για τους «καλημεράδες» των Φώτων. Ένας κόμπος σφίγγει τον λαιμό της. Τι θα κάνει τώρα που δεν έχει ούτε μια στάλα νερό να πιει και πως θα κρατήσει το τζάκι αναμμένο; Ποιος θα φροντίσει τα ζωντανά, θα συγυρίσει το σπίτι, θα φέρει το νερό, θα μαγειρέψει το φαΐ και θα πλέξει τα πλεχτά της;<br />
Ξάφνου ένα σούρσιμο ακούγεται ψηλά απ’ την καμινάδα κι εμπρός της προβάλλουν πέντε φουριόζοι καλικάντζαροι. Μαζεύονται τριγύρω της απορημένοι. «Τι έχεις, γιαγιούλα μ’, χρουνιάρες μέρες κι είσαι λυπημένη;» «Πονεί το χέρι μ’», απαντά. Κείνοι κοιτάζονται αναμεταξύ τους. «Και γι’ αυτού στεναχουριέσαι;» λένε και στη στιγμή πιάνει ο ένας τη σκούπα, ο άλλος το φτυάρι, ο τρίτος τα ξύλα, ο τέταρτος την κατσαρόλα και ο πέμπτος τη ρόκα. Δώδεκα μέρες μείνανε κοντά της με τις φωνές, τα γέλια και τις αταξίες τους και, με το που ’ρθανε τα Φώτα, ξαναχωθήκανε στην καμινάδα και αρχίσανε να σκαρφαλώνουν τραγουδώντας:</p>
<p style="padding-left: 200px;">Φεύγετε να φεύγωμε<br />
τι έρχεται ο τρελόπαπας<br />
με την αγιαστούρα τον<br />
και με τη βρεχτούρα τον.<br />
Μας άγιασε, μας έβρεξε<br />
και θα μας μαγαρίσει.</p>
<p>Από κάτω στεκόταν η γιαγιά, να τους ξεπροβοδίσει. «Να μας ξανάρθητε του χρόνου, βρε παιδιά. Τώρα που σας λέω, σαν να με πονεί η πλάτη μ’ και το πόδι μ’. Από παλιά που τα ’χα χτυπημένα».<br />
Και το χωλό ποδάρι του Χαραλάμπη πονούσε. Μπορεί να μαλάκωνε λιγάκι ο καιρός όσο έπιανε η μέρα και ανέβαινε ο ήλιος, αλλά σκληρή πέτρα το χιόνι που πατούσε, πληγιάζανε τα πόδια του απ’ τα φθαρμένα άρβυλα, τον σούβλιζε και το παλιό του τραύμα. Στην αρχή μουρμούρισε με τη βραχνή φωνή του το τραγούδι που κάποτε αντηχούσε στις κορφές και στα λαγκάδια της διαδρομής<br />
αυτής:</p>
<p style="padding-left: 200px;">Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι,<br />
στην Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί.<br />
(Σειούνται οι στεριές και τα πελάγη,<br />
όπλων ακούγεται η κλαγγή.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Νέο αντάρτικο γεννιέται<br />
ν’ αγωνιστεί για λευτεριά.<br />
(Και τους φασίστες εκδικιέται<br />
όπου τους βρει με αντρειά.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Ο όρκος μένει πάντα ένας<br />
που έχει δώσει ο ΕΛΑΣ.<br />
(Ν’ αγωνισθεί σκληρά ο καθένας<br />
για να ελευθερωθεί η Ελλάς.)</p>
<p style="padding-left: 200px;">Εμπρός, ΕΛΑΣ, για την Ελλάδα,<br />
εμπρός ακόμα μια φορά.<br />
(Κράτα της λευτεριάς τη δάδα<br />
στα δυο σου χέρια τα γερά.)</p>
<p>Τώρα ο μόνος αντίλαλος που έφτανε στ’ αυτιά του ήταν οι κουκουβάγιες που έκρωζαν και οι λύκοι που αλυχτούσαν.<br />
Έφερε πάλι στον νου του το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του μπροστά στο τζάκι. Θυμάται τότε που καθότανε και περίμενε τη στιγμή που θα κατέβαιναν οι καλικάντζαροι και στο δικό του σπίτι, να τον γλιτώσουν απ’ το κουβάριασμα του μαλλιού, απ’ το κόψιμο των ξύλων και απ’ το καθημερινό κουβάλημα του νερού. Τι καλά που θα ’τανε αν την ώρα που ’ριχναν το φιτίλι οι Μητρουλαίοι είχαν προφτάσει οι καλικάντζαροι να φυγαδεύσουνε τη μάνα του από την καμινάδα ή αν αλάφραιναν τώρα λίγο το χέρι του απ’ το ντουφέκι που κουβαλούσε ή τουλάχιστον αν έβγαζαν απ’ το μυαλό του την εικόνα του Κωνσταντή με την απασφαλισμένη χειροβομβίδα να σκάει στην κοιλιά του και να τινάζει τα κομματιασμένα μέλη του τριγύρω εκεί, κοντά στον γκρεμό.<br />
Είχε φτάσει στη χαράδρα του Κωνσταντή αρκετά καθυστερημένα σε σχέση μ’ όλες τις προηγούμενες φορές. Στάθηκε στην άκρη ακίνητος. Ένας ασκέπαστος λάκκος το μνήμα του φίλου του. Έσκυψε από συνήθειο να ρίξει μια χούφτα χιόνι, ενώ το κρώξιμο μας καρακάξας έσχιζε τη σιωπή του απομεσήμερου. Σήκωσε το κεφάλι. Ο ήλιος έκανε παιχνίδια με τα σύννεφα, που πύκνωναν ολοένα και περισσότερο. Τα ήξερε καλά τούτα τα σημάδια του καιρού. Το βράδυ θα ’πιάνε ξανά το χιόνι. Υπολόγισε: δυο ώρες για την αντικρινή πλευρά και άλλη μια για την αποπίσω ράχη. Αν αργούσε, θα τον έπιανε η νύχτα και το χιόνι στον πάτο του γκρεμού κι εκεί δεν θα ’βρίσκε μέρος να κρυφτεί πέρα από καμιά μικρή κουφάλα κι ούτε θα μπορούσε να ανάψει φωτιά. Μέχρι να ξημερώσει, θα ’χε σίγουρα παγώσει. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε να κατεβαίνει. Πιανόταν απ’ τα κλαδιά και τους κορμούς των δέντρων, σιγούρευε την πατημασιά κι έψαχνε άλλο σημείο να πιαστεί. Έτσι προχωρούσε, βήμα βήμα. Κι όσο πιο πολύ κατέβαινε, τόσο περισσότερο δυσκολευόταν. Αλλού το χώμα ήταν στέρεο σαν πέτρα, αλλού σκέτη τύρφη και αλλού λάσπη γλιστερή. Δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά, τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο.<br />
Βρήκε ένα κοίλωμα, είπε να τρυπώσει μέσα να πάρει μια ανάσα. Ακούμπησε το ντουφέκι κάτω, τακτοποίησε το δισάκι και σύρθηκε με προσοχή στο εσωτερικό. Ήταν μια κανονική σπηλιά, πιο βαθιά από όσο έδειχνε. Μια<br />
μαύρη, σκοτεινή τρύπα- κάποτε μπορεί και να ’ταν αρκουδοφωλιά. Ίσως τώρα να λούφαζαν εκεί λύκοι ή αλεπούδες, μα δεν τα σκιαζόταν τα θεριά. Δέκα πεινασμένοι λύκοι δεν έφταναν τη λύσσα που διέκρινε στο βλέμμα του μπάρμπα του, του Μητρούσια, κάθε φορά που διασταυρώνονταν στον δρόμο — είκοσι χρόνια μια καλημέρα δεν του αντιγύρισε.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h5><strong>ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ (Σελ. 111-114)</strong></h5>
<p>ΑΜΑΘΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ δεν ήταν ο Αβραάμ Πολυχρονίδης. Κάμποσους συγγενείς, φίλους, γείτονες και συγχωριανούς είχε στοιβαγμένους στην καταπακτή της μνήμης του, τους πιο πολλούς θαμμένους σ’ έναν ομαδικό τάφο στο Μεσόβουνο Εορδαίας ύστερα απ’ την εκτέλεση του ’41 και τους υπόλοιπους άταφους σε μια ρεματιά του Βερμίου ύστερα απ’ τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’44. Πού και πού τραβούσε το καπάκι, κατέβαινε τις σκάλες, στεκόταν στο υπόγειο, καθόταν σε μια γωνιά και τους κοιτούσε αμίλητος ή τους έπαιρνε έναν έναν και τους έβγαζε έξω, τους πήγαινε μια βόλτα στα βουνά και συζητούσαν για τους ζωντανούς και τους πεθαμένους, τους γάμους και τα πανηγύρια, τα σπίτια και τα καφενεία, τα καπνά και τα πρόβατα, τις γεννήσεις και τους θανάτους, την πρόσφατη και την παλιότερη ιστορία του χωριού.<br />
Απ’ το Σάργερι της επαρχίας Ζάρας οι Μεσοβουνιώτες ήρθαν με την ανταλλαγή του ’24, κουβαλώντας μαζί με την ελάχιστη κινητή περιουσία που μπόρεσαν να περισώσουν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους, έναν κόμπο που έσφιγγε τον λαιμό τους, μια εικόνα της Παναγιάς Βρεφοκρατούσας, τα ποντιακά τους πείσματα και κάτι περίεργες ιδέες που διακινούνταν τότε στον Πόντο προερχόμενες απ’ την επαναστατική Ρωσία. Τούτες οι ιδέες έμελλε να<br />
φυτρώσουν, να ανθίσουν και να απλωθούν στο νέο τους χωριό μαζί με τις κερασιές, τις μηλιές, τα καπνά και τα αμπέλια που καλλιεργούσαν για να ζήσουν, μέχρις ότου προσπάθησε η εξουσία να τις ξεριζώσει ολοσχερώς στα<br />
χρόνια του Μεταξά με εξορίες στον Αϊ-Στράτη και στην Ανάφη και στα χρόνια της Κατοχής με δυο μαζικές εκτελέσεις, που ξεκλήρισαν το χωριό.<br />
Οι μισοί τουλάχιστον κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτές τις εκτελέσεις και ο Αβράμης ήταν απ’ τους ελάχιστους που γλίτωσαν. Στην πρώτη περίπτωση πρόλαβε να κρυφτεί στον φούρνο της αυλής τους και στη δεύτερη έτυχε να νοσηλεύεται με βαριά πνευμονία στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Αλλά αυτή ακριβώς την τύχη που κάποιος άλλος θα εκλάμβανε ως θεϊκό σημάδι ή ως εύνοια της μοίρας ο ίδιος την ένιωθε σαν βαρύ κι ασήκωτο φορτίο. Ειδικά εκείνος ο φούρνος, παρότι έπεσε από τότε σε αχρηστία, δεν έπαψε ποτέ να ανάβει, να καίει και να καπνίζει στο μυαλό του.<br />
Είναι άγνωστο ποιες σκέψεις έκανε τη στιγμή που, κλεισμένος εκεί μέσα, άκουσε τον δωσίλογο να ονομάζει στους Γερμανούς στρατιώτες τον πατέρα, δυο από τα αδέλφια και έναν ανάπηρο θείο του, και ακόμη παραπάνω όταν άκουσε τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος να γαζώνουν τους εκατόν εξήντα πέντε συγχωριανούς του.<br />
Όταν έσυρε το κάλυμμα για να βγει ξανά στο φως, δεν ήταν πια ο ίδιος. Το μάτι του είχε τη σκοτεινιά του φούρνου, η ψυχή του την κάπνα της καμένης ανθρακιάς. Όταν μάλιστα άρχισε να θάβει όλους μαζί τους εκτελεσμένους κάτω απ’ τα ποντιακά μοιρολόγια, και κυρίως όταν είδε τα χέρια του πατέρα του και των αδελφών του περασμένα στα μπράτσα του ανάπηρου θείου του σαν να χόρευαν όλοι μαζί τη σέρρα την ώρα που τους εκτελούσαν, κάτι έσπασε μέσα του για πάντα. Στο εξής άρχισε ν’ αποφεύγει τους ανθρώπους, τριγύρναγε όλη μέρα στα βουνά, άφησε μακριά γένια και δεν ήθελε να μιλάει με κανέναν.<br />
Οι Γερμανοί φύγαν απ’ την περιοχή τον Οκτώβριο του ’44, αλλά τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε. Άνοιξαν και πάλι τα τεφτέρια, παλιοί και νέοι λογαριασμοί θα ’πρεπε να πληρωθούν με τόκο. Οι πόρτες των σπιτιών έσπαζαν, οι γέροι<br />
σταυροκοπιούνταν, τα κορίτσια λούφαζαν κάτω απ’ τα κρεβάτια, οι μανάδες έκλαιγαν και παρακαλούσαν και ο Αβράμης έπαιρνε τη γαϊδούρα του, την Κικίτσα, και χανότανε στις πλαγιές του Βερμίου. Μάζευε μήλα, κάστανα, γκόρτσια, κράνα, σαλιγκάρια, μέλι, τσάι του βουνού και βατόμουρα, ξεδιάλεγε βότανα και μανιτάρια και κουβαλούσε καυσόξυλα. Όσο, πάλι, έμενε πίσω, είχε να φροντίζει τον λαχανόκηπο της μάνας του με τις ντομάτες, τις καυτερές πιπεριές και τα κολοκυθάκια, να βόσκει τα λίγα προβατάκια της στάνης τους, να πήζει το γάλα και να φτιάχνει γιαούρτι, βούτυρο, τυρί.<br />
Με το που συγχωρέθηκε η μάνα του, σαν να κόπηκε απότομα η τελευταία ρίζα που τον κρατούσε στο Μεσόβουνο. Την άλλη μέρα κιόλας αμπάρωσε την πόρτα του σπιτιού, γκρέμισε τον φούρνο της αυλής, πήρε την Κικίτσα και ξεκίνησε πεζή για το βουνό. Μπροστά του ο ορεινός όγκος του Βερμίου, ύστερα το Άσκιο, ακολούθως οι πλαγιές του Βόιου, μετά τα βουνά του Όρλιακα και στο τέλος η οροσειρά της Πίνδου. Όλη μέρα βάδιζε στα μονοπάτια των βοσκών, κατά μήκος των χιονισμένων κορυφογραμμών, περνούσε πάνω από απόκρημνες χαράδρες και φαράγγια με πυκνόφυτη βλάστηση, κι όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει, έβρισκε μια σπηλιά, ξεφόρτωνε την Κικίτσα κι άναβε φωτιά. Έτρωγε βαλανίδια, γλιστρίδες, γαϊδουράγκαθα και σπόρους από κουκουνάρια. Πρωί πρωί, φόρτωνε πάλι την Κικίτσα και συνέχιζε την πορεία του μέσα στα χιόνια. Πέντε μέρες από βουνοκορφή σε βουνοκορφή, δεν σταύρωσε κουβέντα μ’ άλλον άνθρωπο, μόνο αλεπούδες, λύκους κι ελάφια έβλεπε. Την έκτη έφτασε στ’ Άγραφα. Μια πρόωρη άνοιξη έφερνε εκεί πάνω ο αέρας, κι ας ήτανε ακόμη αρχές Φλεβάρη. Το ’νιώσε αμέσως: η δική του μυγδαλιά εκεί ήταν προορισμένη να ανθίσει.<br />
Από τους πρώτους αντάρτες που ανασύστησαν το Αρχηγείο Ρούμελης στη Φουρνά Ευρυτανίας ήταν ο Αβράμης. Καμιά εικοσαριά άτομα αριθμούσε στην αρχή, αλλά ήταν τότε η εποχή της Λευκής Τρομοκρατίας, ληστοσυμμορίες, χωροφύλακες, πρώην Χίτες και δωσίλογοι κάναν ό,τι θέλαν στην ύπαιθρο, λυμαίνονταν τα χωριά με την ανοχή ή και με την ενθάρρυνση του επίσημου κράτους. Έψαχνε ο κόσμος κάπου να κρυφτεί, γέμισαν ξανά τα βουνά κυνηγημένους. Όρισαν το μέρος, σηκώσανε δυο τρία ξύλινα παραπήγματα, κάπου να κοιμούνται, έναν στάβλο για τα ζωντανά και μια αποθήκη για τα μαγειρεία. Είχανε τότε μεγάλη ανάγκη από μάγειρα. Ανέλαβε ο ίδιος. Ήξερε απ’ τη μάνα του πώς να ψήνει κρέας, πώς να φτιάχνει το τυρί, πώς να βράζει τσάι, πώς να κάνει σούπα, πώς να φουρνίζει ψωμί. Όλα τ’ άλλα τα ’μάθε με τον καιρό. Δυο χρόνια τάισε κόσμο και κοσμάκη.<br />
Όταν άρχισαν να μαζεύονται οι επίστρατοι στη Βράχα, είχε το γενικό πρόσταγμα σε ζητήματα επιμελητείας-σίτισης, κι όταν ξεκίνησε η πορεία της Ταξιαρχίας Αόπλων, πήγε μονάχος του στον Γούσια και ζήτησε να τους ακολουθήσει. Φρόντισε από πριν να συγκεντρώσει γελάδια και πρόβατα, πήρε εξήντα μεταγωγικά με προμήθειες, άλλα σαράντα για να μεταφέρει τα καζάνια, τα κατσαρολικά, τις καραβάνες, τα σύνεργα και τα λοιπά συμπράγκαλα, όρισε οχτώ βοηθούς και πήρε ξανά τον δρόμο.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>stigmalogou.gr 2/4/2024</p>
<p>Γυναικών τε</p>
<p>Πρώτη ποιητική εμφάνιση για τον πεζογράφο Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με το βιβλίο Γυναικών τε. Τε, δηλαδή και γυναικών. Και ποιων άλλων;</p>
<p>Εικάζω ότι ο τίτλος δεν δόθηκε μόνο για διαφοροποίηση από τον τίτλο στα διηγήματα του Μιχάλη Γκανά Γυναικών. Αλλά για να δηλωθεί περισσότερο ρητά εδώ ότι μαζί με τις γυναίκες ουσιαστικά παίζουν ενεργό ρόλο και άνδρες, όχι μόνον ως ποιητικά υποκείμενα-αφηγητές, αλλά και ως δρώντα πρόσωπα.</p>
<p>Πεζόμορφος ο χαρακτήρας των ποιημάτων. Το πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Ι. Παπαρούνες», πιο νεανικό, της πρώτης αγάπης, ας πούμε.</p>
<p>Στο δεύτερο, «ΙΙ. Μικρή ερωτική συμφωνία», το πάθος. Πέρα από όρια. Από το τι πρέπει ή δεν πρέπει. Και όταν ο ένας κάνει πίσω, ο σπαραγμός και η οδύνη της απώλειας.</p>
<p>Το τρίτο μέρος , «ΙΙΙ. Πουκάμισο αδειανό», πιο συνολικό με διαχρονικές αναφορές στη γυναίκα. Και με κεντρικό σύμβολο την Ελένη. Ελένη: Ωραία; Πουκάμισο αδειανό; Το ποιητικό υποκείμενο αποφαίνεται ότι</p>
<p>– Εσύ η εσαεί πολιορκημένη.<br />
-Εσύ η εσαεί ηττημένη.<br />
– Εσύ η εσαεί λεηλατημένη. (σ. 35)</p>
<p>Έτσι γίνεται το άνοιγμα που αναφέρουμε, το κοίταγμα και σε άλλες εποχές και στο σήμερα. Σε αντίθεση με τις ποιητικές συλλογές που προαναναφέρθηκαν, ο Χατζημωυσιάδης αρχίζει από το παρόν, για να διευρύνει τις αναφορές του στο παρελθόν, καταλήγοντας πάλι στις μέρες μας, επικαλούμενος γυναίκες κακοποιημένες ή/και δολοφονημένες.</p>
<p>Αλλά και αμέσως μετά, να απαριθμήσει ρόλους του άντρα καταπιεστή-εξουσιαστή, καθώς το ποιητικό υποκείμενο μιλά σε πρώτο ενικό, επωμιζόμενο, ως άντρας, ευθύνες αιώνων.</p>
<p>Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ. (σ. 37)</p>
<p>Και στα τρία μέρη το ποιητικό υποκείμενο-άντρας βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με κάποια ή κάποιες γυναίκες. Κάποιες φορές αυτές απαντούν. Κάποιες άλλες ο άντρας αναφέρει την απάντηση ή αντίδρασή τους. Πλαγιάζει, θα λέγαμε τον λόγο τους μέσα στον δικό του λόγο. Όπως και να ’χει, η σύνθεση αυτή δεν νοείται χωρίς την ύπαρξη αυτών των συνομιλιών με το άλλο πρόσωπο.</p>
<p>-Μου χρωστάς κάποιες ήττες, σου ’πα, βαρέθηκα πια να σ’ αποδεκατίζω.<br />
-Έληξε, μου ανακοίνωσες. Αστειότητες, σκέφτηκα. Οι αναμνήσεις δεν λήγουνε ποτέ. (σ. 23)<br />
Όπως δεν νοείται η σύνθεση αυτή χωρίς το υποκείμενο-άντρα που αναρωτιέται:<br />
Ποιους βιαστές αναγνωρίζεις, ρε Ελένη, ακόμη και στο πιο αθώο βλέμμα μου; (σ. 39)</p>
<p>Δηλαδή του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται – και σαν να αναλαμβάνει – ευθύνες διαχρονικές.</p>
<p>Είναι πολύ σημαντικό αυτό το σμίξιμο, το μαζί, το πλάι πλάι, η αγάπη που γίνεται οδηγός. Χωρίς κραυγές, ο Χατζημωυσιάδης αγγίζει την πιο όμορφη και ουσιαστική πλευρά τού «γυναικών τε». Και αυτή θεωρώ ότι είναι μια βασική συμβολή της συλλογής του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΑΣ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 28/1/2024</p>
<p>Μια ελεύθερη ανάγνωση στην ποιητική συλλογή τού Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Γυναικών τε»</p>
<p>Σε αυτά τα ποιητικά πεζά του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη μία και μόνη ηρωίδα πρωταγωνιστεί. Η γυναίκα στη διαχρονία της. Η γυναίκα που όλες κι όλοι την γνωρίζουμε προτού να την γνωρίσουμε, που της μιλήσαμε προτού να της μιλήσουμε, αφού είναι η μήτρα που μας έφερε τυφλούς κι ανυποψίαστους στον κόσμο, δίχως να ξέρουμε πως αυτό το κλάμα που μας συνόδεψε, όταν μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο, θα μας ακολουθούσε συνεχώς σαν ποτάμι σιωπηλό και συχνά στους άλλους αθέατο.</p>
<p>Και κάπως έτσι, με αυτό το κλάμα πρωτοαγαπήσαμε όλοι τη μάνα μας. Το πρώτο τρυφερό μας είδωλο, το χάδι και την αναπνοή της, τον παλμό και το χαμόγελό της, τον αναστεναγμό και το βλέμμα της, τον έπαινο και την απογοήτευσή της. Κι αρχίσαμε ως άνδρες σιγά σιγά να μεγαλώνουμε και να κοιτάζουμε γύρω μας τον κόσμο κάπου εκεί, στα τρυφερά χρόνια της παιδικότητας, μαγεμένοι από τοπία και από ανοιξιάτικα λιβάδια γεμάτα με παπαρούνες. Κοιτάζαμε τα κορίτσια και νομίζαμε πως θα πετάξουμε. Πως θα βγάλουμε φτερά, πως θα νικήσουμε και την βαρύτητα.</p>
<p>«Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η απουσία της βαρύτητας».</p>
<p>Γιατί πόση βαρύτητα να αντέξει η ζωή μας και πόσο καιρό να μένουν ναρκωμένα τα φτερά μας;</p>
<p>Και καθώς μεγαλώναμε έγινε λίγο λίγο η άνοιξη η πιο αγαπημένη εποχή μας. Και ο χρόνος δεν μας απασχολούσε, ούτε ως διάσταση, ούτε ως μέτρο της φθοράς μας. Μια αθώα παιδική εγκατάλειψη στις μεταμορφώσεις της αγάπης, αυτή μόνο μας δονούσε, μας έτρεφε, μας καθοδηγούσε. Το καταλαβαίναμε, το ξέραμε μέσα μας κι ας μην το παραδεχόμαστε πως είμαστε παιδιά ερώτων, πως τον κουβαλάμε στον νου, στην καρδιά και στα σκέλια μας. Κι η μάνα μας δίπλα να μας παρακολουθεί σιωπηλά, ανήσυχα κι αμήχανα, αφού ήξερε πως κάποια στιγμή το φουστάνι της θα γίνει το πανί μας και θα μεταναστεύσουμε για άλλες αγκαλιές. Και ας επέμενε εκείνη σε παραμύθια και νανουρίσματα.</p>
<p>Αλλά όσοι μεγαλώσαμε σαν παιδιά της σιωπής, κοιτάζοντας με χάσκον στόμα και βλέμμα το μέσα μας φως και το σκοτάδι, κοκκινίζαμε στο πρώτο βλέμμα κοριτσιού, λατρέψαμε άπαξ και διαπαντός την γυναίκα, υποκλιθήκαμε με δέος και θαυμασμό μπροστά της, γίναμε τελικά ένα με τις παπαρούνες του Χατζημωυσιάδη.</p>
<p>«Από τότε ένα μπουκέτο παπαρούνες θα μαζεύεται για σένα θα προσφέρεται σε κάποια άλλη και στο τέλος θα καταλήγει στο κομοδίνο της μαμάς.»</p>
<p>Ο έρωτας είναι εκστατικός. Αν δεν είναι, τότε δεν είναι τίποτα. Ερωτεύεσαι παναπεί μόνο τον εαυτό σου. Γίνεσαι ξαφνικά ένα αυτοείδωλο και καθρεφτίζεσαι ακκιζόμενος στις όχθες της λιμνούλας σου, νομίζοντας πως νίκησες και δεν περιμένεις ούτε υποψιάζεσαι τον χείμαρρο που καραδοκεί να σε παρασύρει. Και που αποκλείεται να τον γλιτώσεις. Γιατί ο έρωτας δεν συγχωρεί. Θα σε επισκεφθεί. Και κάπως έτσι θα βρεθείς να παλεύεις με τα ορμητικά νερά του Ηράκλειτου, εσύ ο αυτάρκης και ήσυχος, ο κολυμβητής, o σοφός, ο φιλόσοφος, ο μέντορας. Θα χάσεις με άλλα λόγια τα νερά σου, το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Θα γίνεις «λιμενεργάτης, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, δύτης ανεξερεύνητων υδάτων…», αλλά πάντα «γίνεσαι περισσότερος από ό,τι είσαι». Δίνες, στροβιλισμοί, ανωφέρειες, κατωφέρειες ναυάγια, όλα τα έχει το πεδίο το αόριστο κι απεριόριστο του έρωτα. Και πάντα ο κνησμός της ψυχής που δεν αγαπήθηκε ποτέ, που βίωσε μόνο την ερημιά, την μοναξιά, το τραύμα, την παντοκρατορία του σκοταδιού, εκείνου του αξημέρωτου σκοταδιού, χωρίς αγάπη.</p>
<p>Ο Χατζημωυσιάδης κατανοεί βαθύτατα την ιερότητα του έρωτα σε μια εποχή μάλιστα αποϊεροποίησης, μηχανοποίησης ή εκλογίκευσης του αισθήματος και νομίζω πως δεν αστοχεί. Κατανοεί την πίστη και την λατρεία που υποδεικνύει στον ερωτευμένο ο έρωτας και που ξεπερνά τον χώρο, τον χρόνο, την αμείλικτη αίσθηση φθοράς. Συνειδητός αγνωστικιστής ο ίδιος, είτε ως ποιητής είτε ως ποιητικό υποκείμενο, αντιλαμβάνεται πως ο έρως είναι η πιο ασφαλής οδός που σε χειραγωγεί τρυφερά προς μια προσωπική θεογνωσία εξόχως αποκαλυπτική.</p>
<p>«Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμιά λογική στήριξη δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα. Εν οικώ Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την πίστη του. Θέλω να πω δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου».</p>
<p>Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τι κάνεις με τον έρωτα, είναι τι κάνεις με την απώλειά του. Γιατί δεν ξέρω, κι αμφιβάλλω δηλαδή αν ξέρει κανείς, ποιος έρωτας κρατά για πάντα ή τι είναι αυτό που τον κρατά ζωντανό, ή ποιες μεταμορφώσεις υφίσταται μέσα στον χρόνο ή αν γίνεται τέλος πάντων να ερωτεύεται κανείς αέναα και να μην πεθαίνει. Δύσκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις.</p>
<p>«Σε είδα τις προάλλες από μακριά κι έκανα αναστροφή να φύγω. Δεν υποφερονται οι τυπικές σου καλημέρες. Στον απόηχό τους σβήνουν τα τελευταία αγκομαχητά μας».</p>
<p>Ίσως τελικά να κάνουμε λάθος, πολύ μεγάλο λάθος αν θέλουμε να δώσουμε ορισμούς και όρια με τις λέξεις μας σε αισθήματα κι εμπειρίες που λεκτικά δεν μπορούν να περιγραφούν. Καμιά φορά οι λέξεις μας σκοτώνουν τα αισθήματα, τα φυλακίζουν ή τα δολοφονούν στραγγαλίζοντάς τα.</p>
<p>«Γιατί να δώσω οπωσδήποτε ένα όνομα στο αίσθημα», μου έλεγε πρόσφατα αγαπημένη φίλη σε μια σχετική συζήτηση, «αφού περιλαμβάνει τόσα πολλά και αφού είναι ένα σύμπαν ολόκληρο, που προσπερνά τις λέξεις». Συμφώνησα. Κι έμεινα να θαυμάζω τον τρόπο που σκέφτεται κάποιες φορές η γυναικεία ψυχή, αυτόν τον παραπληρωματικό τρόπο μιας συνολικής αγαπητικής αγκαλιάς, που ξεπερνά τα στενά πλαίσια ενός και μόνου ρόλου. Κι ίσως χρειάζεται τελικά να μένει ανώνυμο ή απροσδιόριστο το αίσθημά μας, να μας καθοδηγεί ήρεμα, απαλά, να μας συντροφεύει και σιωπηλά να μας τρέφει.</p>
<p>«Όποιος αγαπά αληθινά, αγαπά για πάντα», έγραφε ο Ευριπίδης κι αν πορευόμαστε τυφλοί και αδαείς στην αγάπη, είναι ίσως γιατί μας τυφλώνει το φως της. Επομένως, σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή, ακόμα και στην απώλεια η αγάπη, ο έρωτας, η στοργή, η προστασία, η θυσία, η σταύρωση παραμένει διαρκώς μια φωτεινή πυγολαμπίδα.</p>
<p>«Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.»</p>
<p>Το βέβαιο είναι πως ο έρωτας μας μεταμορφώνει, μας ξαναβαφτίζει ανθρώπους, όταν δεν ταυτίζεται με μια νοσηρή κτητικότητα, με μια αυτονομημένη, τόσο αντιερωτική εντέλει, αυτοϊκανοποίηση ενός αρχέγονου ενστίκτου. Ένας έρωτας δηλαδή όπου ξεγυμνώνονται οι ψυχές κι όχι απαραιτήτως τα σώματα. Αυτός ό έρωτας ο εκστατικός μοιάζει, σκέφτομαι, με το σκυλάκι που το κλωτσάς κι εκείνο έρχεται σου γλείφει τα πόδια. Κι όσο εσύ συστέλλεσαι τόσο εκείνος διαστέλλεται και γίνεται η συνουσία μυστική και σπάει τη φυλακή του χρόνου, της φθοράς και του θανάτου.</p>
<p>Αλλά όταν ο έρωτας γίνεται κτητικός, όταν μεταμορφώνεται σε τυφλό πάθος μιας απόλυτης κατοχής, τότε μέσα από ένα αδειανό πουκάμισο παίρνει σάρκα στους αιώνες το τραγικό πρόσωπο της Ελένης. Σαν σκιά εμφανίζεται η Ελένη, η μία, η ίδια και μοναδική στην ουσία της, με τις μύριες υποστάσεις της μέσα στους αιώνες και στις εποχές. Κι η ομορφιά της, η περιλάλητη, που υμνήθηκε από ποιητές και καλλιτέχνες παντός είδους έγινε η αχίλλειος πτέρνα της, η συμφορά και η κατάρα της. Την ύμνησαν, την δόξασαν σκοτώθηκαν για χάρη της για να την ξεσκίσουν μετά να την ενοχοποιήσουν, να την σέρνουν αιωνίως υπόλογη, αιωνίως καταδικασμένη. Παραπίσω, άλλοτε κρυφή, άλλοτε φανερή, αλλά πάντα ολοζώντανη μια πατριαρχία που συνεχώς διαιωνίζεται με ένα μαχαίρι προτεταμένο, αναπαράγοντας τον εαυτό της μέσα από σκοτωμούς και εγκλήματα της γυναικείας υπόστασης και φύσης.</p>
<p>Μαζί της, αυτό που διαιωνίζεται διαρκώς μέσα στους αιώνες και που είναι προφανώς απότοκό της είναι εκείνο το πρωτογενές αίσθημα που παραλύει νου καρδιά και αισθήσεις όταν το βιώσεις και φωλιάζει στις ψυχές των γυναικών. Ο φόβος. Πορεύεται διαρκώς πια φοβισμένη η γυναίκα, διαρκώς υποταγμένη. Στον ερωτικό της σύντροφο βλέπει έναν δυνάμει δολοφόνο, ένα σκοτεινό υποκείμενο, που απειλεί κάθε φορά να την στραγγαλίσει, ένα βιαστή, ένα κτήνος με ανθρώπινα χαρακτηριστικά</p>
<p>«Ποιους βιαστές αναγνωρίζεις ρε Ελένη, ακόμα και στο πιο αθώο βλέμμα μου;»<br />
«Ποιον εφιάλτη βλέπεις μπροστά σου;»</p>
<p>Κυκλάμινα, ρόδα, χρυσάνθεμα μεμιάς εξαφανίζονται. Το μόνο που επιπλέει είναι μαύρο, πηχτό αίμα. Δεν μένει λοιπόν παρά ένα και μόνο χρέος στον συγγραφέα, στον καλλιτέχνη, στον ποιητή εν προκειμένω, που γράφει με σπαραγμό κι οδύνη. Να καταγράψει αυτή την κραυγή. Να την κάνει λέξη, εικόνα, τραγούδι, στίχο. Όχι για να ξεγελάσει τη συνείδησή του, ούτε για να αναπαύσει τις ενοχές για τα εγκλήματα του φύλου του. Αλλά μόνο και μόνο μήπως με τη δική του την προτροπή, με το δικό του το έναυσμα ακουστεί καθαρά η γυναικεία διαμαρτυρία, η θηλυκή κραυγή.</p>
<p>«Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5>
<strong>ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΓΚΥ-ΒΟΥΒΑΛΗ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 6/1/2024</p>
<p>Αντί της βίας, στοργή. Αντί του δαρμού, χάδι. Και στη θέση της υποτίμησης, εξύψωση. Τούτη την προσφορά κομίζει προς την γυναίκα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του που φέρει τον τίτλο «Γυναικών τε», και η οποία κυκλοφορεί από τις πάντα προσεγμένες εκδόσεις Εύμαρος. Ένα βιβλίο μοναδικό για το συναίσθημα της αγάπης που εκπέμπει προς το γυναικείο φύλο, και της αγκαλιάς που ανοίγει σ’ αυτό.</p>
<p>Ο πρωτότυπος τρόπος γραφής της συλλογής ασκεί ευθύς εξ αρχής την δική του, ξεχωριστή γοητεία στο αναγνωστικό κοινό: ο ποιητής-συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης χρησιμοποιεί τον γνωστό, χαρισματικό πεζό του λόγο, για να τον συνδυάσει, αυτή τη φορά, με μια ποιητική γραφή που αναβλύζει από την ψυχή του και κατακλύζει τόσο τον ίδιο όσο και τον αναγνώστη, καθιστώντας το βιβλίο, από άποψη μορφής, ουσιαστικά υβριδικό: ίσως τούτη η σύζευξη πρόζας και ποιήματος να αποτελέσει στο μέλλον την εξέλιξη της ίδιας της ποιητικής γραφής στα ποιητικά μας πράγματα, ίσως και να συγκροτήσει ένα αφ’ εαυτού του νέο συγγραφικό είδος – αυτό μέλλει να το διαπιστώσουμε στη συνέχεια, με την πάροδο του χρόνου.</p>
<p>Το γεγονός που μπορούμε να επισημάνουμε εμείς εδώ, είναι ότι ο ποιητικός λόγος που μας προσφέρει ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης μέσα από αυτό το βιβλίο του, είναι ένας λόγος ζωντανός, γεμάτος πλαστικότητα, ειλικρίνεια, δύναμη, φαντασία, αποφθεγματικότητα, συναίσθημα, ερωτισμό, και μια κατάθεση ψυχής προς το άλλο φύλο που συγκινεί – ακόμα και σαν ένα είδος ανδρικής συγγνώμης για όσα κατά καιρούς του έχουν προσάψει.</p>
<p>Είναι ένας λόγος-ύμνος προς την γυναίκα, ο οποίος εκφράζεται με την μορφή διαλόγου με αυτήν, στο β’ ενικό, και με τρεις διαφορετικούς ποιητικούς τρόπους, έναν για κάθε μια από τις τρεις ενότητες του βιβλίου, ξεκινώντας σε χαμηλούς, γλυκούς συναισθηματικούς τόνους και καταλήγοντας σε μια κραυγή του ποιητή, ο οποίος καταγγέλλει την κατάσταση και την κακοποίηση της γυναίκας στην σημερινή ανδροκρατούμενη κοινωνία.</p>
<p>Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο και σύμβολο το άνθος της παπαρούνας, και βέβαια το άλικο χρώμα της. Πρόκειται για μια πρωτότυπη επιλογή του ποιητή, εφόσον η παπαρούνα είναι ένα λουλούδι πανέμορφο, το οποίο όμως δεν συναντούμε συχνά ούτε στην λογοτεχνία, ούτε στις ανθοδέσμες που προσφέρονται στο γυναικείο φύλο, ενώ εδώ προφανέστατα αντικαθιστά το ρόδο. Το κόκκινο είναι ασφαλώς το χρώμα του έρωτα, ο οποίος αναβλύζει από το κείμενο, αλλά και του αίματος, που φέρνει η βία. Ολόκληρη η ενότητα συνιστά ένα ατόφιο «δόσιμο», και μια τρυφερή και ολοκληρωτική παράδοση στην γυναίκα, εφόσον αυτή η τελευταία αποτελεί και το αντικείμενο της έμπνευσής του ποιητή.</p>
<p>Σταχυολογούμε ενδεικτικά: «Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η αντιστροφή του νόμου της βαρύτητας» (σελ. 13), «Θε μου, πόσο πολύ ταιριάζεις με την άνοιξη. // Όθεν η ποιητική της ύπαρξής σου ή αλλιώς η ύπαρξη της ποιητικής μου.» (σελ. 14). Και «Ιδού που παιδιόθεν πνίγομαι στο ίδιο ακριβώς ποτάμι. Τι κι αν σε λένε Μαρία, Ελευθερία, Άννα, Νεφέλη, Κατερίνα, Αγγελική, Κωνσταντίνα ή Ελπίδα. Άλλα ονόματα – η ίδια πάντα ιστορία. // Κοίτα με, χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου». (Σελ. 17).</p>
<p>Η δεύτερη ενότητα αποκαλείται «Μικρή ερωτική συμφωνία», και ο τίτλος της θυμίζει μια μικρή, αλλά πλούσια σε νοήματα μουσική σύνθεση την οποία εμπνέεται η ψυχή του ποιητή. Το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης από μιαν ασθένεια η οποία συνιστά μάστιγα της εποχής μας – τον καρκίνο του μαστού, κυριαρχεί. Το ποιητικό πεζό κείμενο συνιστά ουσιαστικά το εσωτερικό, ψυχικό χρονικό μιας ερωτικής σχέσης, και ταυτόχρονα αποτελεί μιαν «αναθηματική» γραφή του άρρενος ποιητικού υποκειμένου στη μνήμη της χαμένης συντρόφου, που περνά στον αναγνώστη μηνύματα με προφανή επικαιρότητα.</p>
<p>«Μόνο ο έρωτας, η επανάσταση και η φύση δικαιούνται να υπόσχονται την άνοιξη», γράφει με καίριο αποφθεγματικό λόγο ο Χατζημωυσιάδης στην σελ. 21, ενώ η «αναθηματική» διάθεσή του διατυπώνεται με λυρισμό στην καταληκτική του κειμένου φράση, στη σελ. 27: «Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου».</p>
<p>Το αποκορύφωμα των συναισθημάτων του ποιητή απέναντι στην γυναίκα, εκφράζεται στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, η οποία φέρει τον συμβολικό τίτλο «Πουκάμισο αδειανό», στα πλαίσια ενός επιτυχημένου διακειμενικού διαλόγου με τον Γιώργο Σεφέρη και το ποίημά του «Ελένη». Ο λόγος της συγκεκριμένης ενότητας δεν είναι παρά μια κραυγή. Μέσα από ένα ευφυώς δοσμένο και δομημένο κείμενο-ποίημα, που κλιμακώνει προοδευτικά την συναισθηματική έντασή του, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης χρησιμοποιεί το σύμβολο της Ωραίας Ελένης και τους ρόλους τους οποίους αυτή εκπροσωπεί, για να τοποθετήσει την γυναίκα στα πλαίσια της ανδροκρατούμενης κοινωνίας διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και να αντιστρέψει τις αρνητικές παγιωμένες αντιλήψεις και τα στερεότυπα που επικρατούν εναντίον του γυναικείου φύλου.</p>
<p>«Είσαι υπόλογη της αθωότητάς σου. // Είσαι υπεύθυνη της ομορφιάς σου. // Είσαι ένοχη της φύσης σου», κορυφώνει τον δραματικό του λόγο στη σελ. 37, στηλιτεύοντας με λακωνικό ρητορικό σχήμα και φωτογραφικό τρόπο τις πεποιθήσεις των ανδρών για τη γυναίκα, καθώς και την ψυχολογική και άλλη βία και την κακοποίηση που ασκείται εναντίον της, και υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη μερικά από τα ωραιότερα και δραματικότερα πρόσωπα γυναικών-συμβόλων που έζησαν στον κόσμο κατά τη διάρκεια της Ιστορίας μέχρι σήμερα, όπως την Πηνελόπη, την Μαρία την Μαγδαληνή, την Παναγία, την Ιωάννα της Λορένης, την Μπουμπουλίνα, ακόμη και την Ελένη Τοπαλούδη. Η μοναδική αλήθεια, δεν είναι παρά «η θλίψη των ματιών σου», καταλήγει στη σελ. 39.</p>
<p>Μια θλίψη που απευθύνεται όχι μόνο στον «μάγο της φυλής», τον «αρχηγό της κοινότητας», τον «βασιλιά της χώρας», τον «ιεροεξεταστή», τον «ερωτύλο εραστή», τον «προστατευτικό αδελφό», τον «αυστηρό πατέρα», και πάνω απ’ όλα τον «νόμιμο σύζυγό σου», όπως αναφέρει ο ποιητής απαριθμώντας μια-μια τις ιδιότητες των ανδρών στη σελ. 37, αλλά μια θλίψη που απευθύνεται σε ολόκληρη την κοινωνία.</p>
<p>Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, καθώς ανάμεσα στην μουντάδα των χρωμάτων με τα οποία σκιαγραφείται η γυναικεία φιγούρα του, το κόκκινο στα χέρια της κυριαρχεί με ποικίλους συμβολισμούς, οι οποίοι παραπέμπουν τόσο στην ίδια τη φύση της γυναίκας (έμμηνος ρύση), όσο και στη βία που ασκείται εναντίον της. Το βιβλίο ολοκληρώνει η εκφραστικότατη ζωγραφική της Ηρώς Σιδέρη, που κοσμεί τις σελίδες του.</p>
<p>«Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις», καταλήγει στην τελευταία φράση του βιβλίου του ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης. Ο λόγος και η δικαίωση, στο άλλο μισό του πορτοκαλιού της ζωής…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΠΑΤΣΙΑΤΖΗ    </strong></h5>
<p>PERIOU.GR 30/12/2023</p>
<p>Oι λόγοι γύρω από τα ζητήματα φύλου πολλαπλασιάζονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και το καλλιτεχνικό πεδίο δίνει το δικό του βροντερό παρόν. Σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες ελληνικής παραγωγής εστιάζουν σε ζητήματα πατριαρχίας και διακρίσεων κατά του γυναικείου φύλου ενώ στην ειδησεογραφία παρακολουθούμε τις εξελίξεις γύρω από το εικαστικό έργο της Γεωργίας Λαλέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, γύρω από τη ροζ σημαία- σύμβολο των γυναικοκτονιών και της καταπίεσης, που «αποκαθηλώθηκε» βίαια από τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών. Το «Neighborhood Guilt», το έργο της, θέλησε να αναδείξει το μείζον ζήτημα ότι η Ελλάδα το 2021 κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό αύξησης των γυναικοκτονιών στην Ευρώπη (187,5% σύμφωνα με την έρευνα του Μεσογειακού Ινστιτούτου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας) ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 42% των γυναικών ηλικίας 18-74 ετών στην Ελλάδα έχει υποστεί κάποια μορφή έμφυλης βίας (σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών). Εντυπωσιακά στοιχεία που πιστοποιούν ότι οι έμφυλες διακρίσεις παραμένουν παρά τις όποιες νομοθετικές αλλαγές και την κοινωνική πίεση για αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» στον ελληνικό ποινικό κώδικα.</p>
<p>Το λογοτεχνικό πεδίο δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από αυτή την άνθιση παραγωγής δημόσιου λόγου γύρω από τα έμφυλα ζητήματα. Όλο και περισσότερα, πεζογραφικά ιδίως, έργα αναφέρονται στη γυναικεία κατάσταση συνδέοντάς τη με το φαινόμενο της κακοποίησης και της καταπίεσης. Ωστόσο, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι στα περισσότερα κείμενα οι συγγραφείς είναι γυναίκες. Η ματιά τους είναι συχνά καταγγελτική, επιθετική, καυστική, εστιάζοντας τα δεινά που έχουν υποστεί οι γυναίκες -διαχρονικά και οικουμενικά- στο πλαίσιο των πατριαρχικών δομών και των συνακόλουθων στερεοτύπων. Σπανίζει η ανδρική οπτική.</p>
<p>Στο νέο έργο του Παναγιώτη Χατζημωϋσιάδη έχουμε μια διαφορετική περίπτωση. Αρχικά γιατί η έμφυλη ματιά είναι αυτή ενός άνδρα, ο οποίος όμως, δεν αναπαράγει το ηγεμονικό μοντέλο (εκείνο που στην ακραία του μορφή συσχετίζεται με την τοξική αρρενωπότητα) αλλά, αντίθετα, προσεγγίζει τις γυναίκες με ενσυναίσθηση και σεβασμό, όχι γιατί τις θεωρεί υποδεέστερες αλλά ίσες και ισότιμες συντρόφισσες στα του βίου του. Πιο συγκεκριμένα, στο νέο έργο του, με τίτλο «Γυναικών τε», έχουμε μια ευτυχή σύνθεση πρόζας και ποίησης, μια υβριδική μορφή λόγου, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για πρωτόλεια, που αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό το πόσο πορώδη είναι πλέον τα όρια μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών, πόσο συχνές και καρποφόρες δύνανται να είναι οι εκατέρωθεν διηθήσεις, πόσο σημαντικοί και καρποφόροι είναι οι πειραματισμοί, εφόσον -βέβαια- ο/η λογοτέχνης κατέχει τα εργαλεία της τέχνης και αποτολμά -προσεκτικά- τις υπερβάσεις, πέρα από παγιωμένες συμβάσεις και εύκολες επαναλήψεις.</p>
<p>Εκκινώντας από τον τίτλο «Γυναικών τε» δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στη χρήση του πληθυντικού αριθμού. Συνήθως, ακόμα και στον «φεμινιστικό» λόγο όσων αγνοούν ακόμη και τα στοιχειώδη των σπουδών φύλου, η αναφορά γίνεται στη «Γυναίκα», ως σύμβολο. Στις σπουδές φύλου, ωστόσο, είναι αδιανόητος ο ενικός. Οι πολλαπλές εκφάνσεις των θηλυκοτήτων, η συνθετότητα των γυναικείων ταυτοτήτων, η πολλαπλότητα των ζητημάτων που σχετίζονται με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών, δεν μπορεί να στοιχηθεί πίσω από τον ενικό. Επίσης, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η επιλογή της φράσης που νοερά, συνειρμικά μας οδηγεί στο «ορατών τε» του Συμβόλου της Πίστης. Νομίζω ότι εδώ, με εύσχημο αλλά και αιρετικό τρόπο, ομολογείται η πίστη του συγγραφέα στις γυναίκες της ζωής του, ή καλύτερα, στις Γυναίκες. Αυτές που στο παρελθόν παρέμενα «αόρατες» για το σύνολο των κοινωνικών επιστημών αλλά ορατές στο καλλιτεχνικό πεδίο ως «ηρωίδες» , κυρίως της καθημερινότητας. Εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο στην αορατότητα διαφορετικών εκφάνσεων του γυναικείου φύλου. Υπάρχουν και («τε») οι μη ορατές θηλυκότητες, και αυτό το τε του τίτλου, μέσα από τη δική μου αναγνωστική ματιά, καθαρά υποκειμενική , προφανώς, συμπεριλαμβάνει και αυτές. Τον Ζακ, την Άννα (την Κουβανή τρανς) αλλά και τόσες άλλες θυλυκότητες «αόρατες», αφού αποκλίνουν από τη κυρίαρχη-ακόμα και για το γυναικείο φύλο- νόρμα. Η συμπερίληψη, βέναια, δύναται να αφορά και στους άνδρες, αυτούς που επίσης- όπως ο ποιητής- ομολογούν Πίστη στις Γυναίκες, γίνονται συνοδοιπόροι, σύντροφοι, εραστές. Πολλαπλές, λοιπόν, οι προσεγγίσεις του εύστοχου, λιτού και αινιγματικού τίτλου, όπως και του, επίσης, λιτού και πολυσήμαντου εξωφύλλου.</p>
<p>Στο εξώφυλλο, αντιστικτικά, κυριαρχεί ο ενικός. Μία η γυναικεία μορφή. Προχωρεί προς τα αριστερά, το χέρι της κόκκινη πληγή αλλά μπορεί να εκληφθεί και ως κόκκινο λουλούδι. Κακοποιημένη; Δείχνει την έμμηνο ρύση της, το διακριτό σημείο του βιολογικού της φύλου, που κι αυτό πρέπει να παραμένει αόρατο, να μη θίγει αισθητικά τη φαλλοκρατική κοινωνία; Ιδιαίτερη μνεία αξίζει, λοιπόν, και στην εικαστικό Ηώ Σιδέρη όχι μόνο για το εξώφυλλο αυτής της λεπταίσθητης, μοναχικής, γυναικείας μορφής αλλά και για τα σχέδια που παρεμβάλλονται στο κυρίως σώμα του κειμένου, αναδεικνύοντας όχι μόνο την ευαλωτότητα του γυναικείου σώματος αλλά και τους τρόπους με τους οποίους ο ενικός πληθύνεται και η ατομική εμπειρία συνομιλεί με τον πληθυντικό της έμφυλης εμπειρίας καταπίεσης και αορατότητας αιώνων…</p>
<p>Αφήνοντας τα παρακειμενικά στοιχεία και προχωρώντας στην εξέταση της ποιητικής αυτής σύνθεσης αξίζει να αναφερθεί ότι η συλλογή ξεκινά με μια παραλλαγή της πολύ γνωστής μας παραλογής « Το γεφύρι της Άρτας», Αυτή η παραλλαγή , παρά το ότι κρατά αδιατάρακτα τα ποιητικά χαρακτηριστικά του δημοτικού τραγουδιού, προβάλλει , ωστόσο, το περιεχόμενο μέσα από μια νέα, σύγχρονη, οπτική. Δεν υποκύπτει ο πρωτομάστορας στην κοινωνική επιβολή της θυσίας. Δεν θεωρεί αναλώσιμη τη γυναίκα. Αντίθετα, στην εκδοχή που μας προτείνει ο Χατζημωυσιάδης αυτό που κυριαρχεί είναι η συντροφικότητα, η αέναη προσπάθειας των ανθρώπων να υπερβούν τα όποια εμπόδια και να συμπορευτούν. ΄Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε κι εδώ την έμφυλη προσέγγιση, εκείνη του χτίστη, που πέρασε τη ζωή του προσφέροντας, ως όφειλε, σύμφωνα με τις κοινωνικές νόρμες που εξίσου καταπιέζουν και το ανδρικό φύλο, και μόνο προς στο τέλος συνειδητοποίησε ότι όλος αυτός ο μόχθος δεν του επέτρεψε να ζήσει όπως θα ήθελε, πως η δική του «λυγερή» ήρθε πολύ αργά…</p>
<p>Ακολουθεί το πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης με τίτλο «Παπαρούνες». Σαφής η αναφορά στο Έαρ, στο Εφήμερο αλλά και στο Ερυθρό χρώμα της επανάστασης. Οι απευθύνσεις διαρκείς προς ό,τι συνιστά τη γυναικεία ταυτότητα για το ποιητικό υποκείμενο. Οι πολλαπλές εκφάνσεις της παρούσες (σελ. 17: … Τι κι αν σε λένε Μαρία, Ελευθερία, Άννα, Νεφέλη, Κατερίνα, Αγγελική, Κωνσταντίνα ή Ελπίδα. Άλλα ονόματα- η ίδια πάντα ιστορία). Ο λυρισμός διάχυτος, η όλη σύνθετη και η εικονοπλαστική δύναμη καθαρά ποιητική. Ο τόνος είναι πεζολογικός χωρίς ωστόσο να χάνεται η ποιητική δυναμική. Άλλωστε, χαρακτηριστικά που κατεξοχήν προσιδιάζουν στον ποιητικό λόγο όπως η συμπύκνωση, η οικονομία, ο υπαινιγμός, η ακρίβεια, το προσωπικό βλέμμα και, πρωτίστως, το ρίγος είναι παρόντα και εμφανή.</p>
<p>(σελ.16: Κοντά σου γίνομαι περισσότερος απ’ ό,τι είμαι), να επαναλαμβάνεται πρωτεϊκά κάθε φορά που αφηνόμαστε στο Έλεός του (σελ.13: Κάθε φορά που σου΄δινα μορφή, μαλλιά, μύτη, μάτια, μάγουλα,</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης ακολουθεί η «Μικρή ερωτική συμφωνία». Και πάλι το ερωτικό πάθος, το συνεχές της ερωτικής περιπέτειας, οι πολλαπλές πτήσεις και η αναπότρεπτη πτώση του τέλους. Σε αυτό το μέρος η ευαλωτότητα του γυναικείου σώματος αναπαρίσταται μέσα από την εμπειρία του τέλους που προκύπτει από «γυναικεία» ασθένεια, τον καρκίνο του μαστού. Τεμαχισμοί, αίματα, εκτομές σε αντίστιξη με το λευκό της φόρμας των ιατρών και του προσωπικού, με τη λευκότητα του θανάτου. Συντριπτική η Απώλεια. Μόνο που αυτή τη φορά η γυναικεία εμπειρία απηχείται μέσα από την φωνή ενός άνδρα, εκείνου που παρακολουθεί, εν πλήρει συγχύσει, αθώος του αίματος τούτου.</p>
<p>Νόμιζα ότι τίποτα πέρα απ΄ τα αγγίγματα, τα φιλιά και τα μάτια μου δεν έχει δικαίωμα στις μεταστάσεις πάνω στο κορμί σου.<br />
Αλλά και πάλι είχα άδικο. (σελ. 25)</p>
<p>Το τρίτο μέρος τιτλοφορείται «Πουκάμισο αδειανό». Σαφής η διακειμενική αναφορά στην γνωστή μας Ελένη του Σεφέρη αλλά και σε κάθε Ελένη (του Ευριπίδη, του Σινόπουλου, του Καρούζου, του Ρίτσου, του Γκόρπα και τόσων άλλων) αλλά και στην Ελένη της διπλανής μας πόρτας, σε κάθε Ελένη της επαρχίας της Αθήνας κοιμωμένη… Η διαχρονική αυτή Ελένη, της άκρας δυσφήμισης λόγω της μεγάλης της απόφασης να ακολουθήσει τον έρωτά της. Η Ελένη της ελληνικής μυθολογίας είναι μια άλλη Λίλιθ, ο αντικατοπτρισμός μιας ακόμη δαιμονοποιημένης γυναικείας μορφής. Δαιμονοποιημένης, στοχοποιημένης γιατί διεκδίκησε το -καθόλου αυτονόητο για μια γυναίκα- δικαίωμα στην ερωτική απόλαυση, δικαίωμα κατεξοχήν ανδρικό στις πατριαρχικές κοινωνίες. Η ερμηνεία του «αδειανού πουκάμισου», οι όποιες -δηλαδή- προσπάθειες αποκατάστασης της φήμης της, ήδη από την περίοδο του Ευριπίδη στο γνωστό έργο του, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έμμεση παραδοχή ότι το κατεξοχήν αρχετυπικό σύμβολο του έρωτα δεν μπορεί να διαθέτει το σώμα της όπως βούλεται. Δύναται να είναι φαντασιακά διαθέσιμη μεν, πραγματικά όμως όχι, υποταγμένη στις κοινωνικές νόρμες.</p>
<p>Η ερωτική ελευθερία, λοιπόν, διαχρονικά θεωρείται ως χαρακτηριστικό των ανδρών αλλά και… των δαιμονοποιημένων γυναικών. Γυναικών που – ούτως ή άλλως- είναι ένοχες ήδη από την εποχή της Εύας, κουβαλούν το συνακόλουθο άγος και εύλογα «αξίζουν» την όποια κακοποίηση για τις συμφορές που επιφέρει η ομορφιά τους αλλά και η προσωπικότητά τους. Γι’ αυτό και στο κείμενο του Χατζημωυσιάδη η Ελένη πληθύνεται, αποκτά κι άλλα ονόματα (σελ. 37). Γίνεται Υπατία, Μαρία Μαγδαληνή, Καρολάιν, Ελένη Τοπαλούδη κ.ά. Αλλά και ο αφηγητής, όπως στη συνομιλία του Αντιφωνητή με τη Μαρία Νεφέλη στο έργο του Ελύτη, ομολογεί τις δικές του ενοχές για τη βία που της άσκησε ανά τους αιώνες. Δεν είναι τυχαίο ότι η σύνθεση κλείνει με την αναφορά στην Εύα.</p>
<p>«Σε λένε Εύα»: Δεν επέλεξε ποτέ την ταυτότητά της. Την είπαν. Της είπαν. Είπαν γι΄αυτήν….</p>
<p>Καταληκτικά, η ποιητική σύνθεση «Γυναικών τε» , ένα υβριδικό κράμα πεζού και ποιητικού λόγου, ένα κράμα αφαιρετικότητας, πύκνωσης , υπαινιγνών αλλά και υπόκωφων λυγμών, αμηχανίας και τόλμης, κυκλοφορεί σε μια εποχή αύξησης των γυναικοκτονιών, της τοξικής αρρενωπότητας, των κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας, αυξημένων επιθέσεων σε θηλυκότητες (συνεχείς οι περιπτώσεις λεκτικών και όχι μόνο επιθέσεων λόγω ομοφοβίας και τρανσφοβίας), δηλαδή σε μια εποχή που δεν μπορεί παρά να απαιτεί όχι μόνο την εγρήγορσή μας αλλά και την παρέμβασή μας, με όποιον τρόπο μπορεί καθεμιά και καθείς μας. Αυτό που κάνει, δηλαδή, και ο Χατζημωυσιάδης, με τον δικό του τρόπο, με τον λογοτεχνικό, με τη δική του ματιά. Η ματιά του είναι εκείνη ενός άνδρα που στέκεται στοχαστικά αλλά και αλληλέγγυα προς τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της γυναικείας καταπίεσης, ομολογώντας τις υφέρπουσες ενοχές αλλά και την αμηχανία του για τον έμφυλο ρόλο που και σε αυτόν έχει επιβληθεί. Κουβαλά κι εκείνος, ως Αδάμ, την πανάρχαια ενοχή, όπως την κουβαλάμε και όλες μας. Για εκείνο το μήλο, για εκείνον τον πόθο, για την έμμηνο ρύση μας, για την τιμωρία μας που γεννηθήκαμε γυναίκες… Είναι όμως και η ματιά ενός καλλιτέχνη που επιλέγει τη δημόσια παρέμβαση και όχι τη σιωπή, με τρόπο δυναμικό. Κι αυτό είναι κάτι πέρα από τις συντεταγμένες το φύλου, είναι κάτι βαθύτατα ανθρώπινο και γενναίο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5>
<strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/12/2023</p>
<p>Για το άλλο μισό ενός κοινού ουρανού</p>
<p>Δύο διαφορετικές όψεις του κόσμου, δύο τρόποι αντίληψης; Θα έπρεπε όλα κοινά να είναι, μια σύγκλιση απόψεων, μια σύμπλευση αγαστή, χωρίς παρακαμπτήριους δρόμους, χωρίς υπεκφυγές, παραποιήσεις, υποκρισίες. Θα έπρεπε να ενδιαφέρει ο άνθρωπος, έτσι όπως (ανεξαρτήτως φύλου) στέκεται ανήμπορος απέναντι σε μηχανισμούς ισοπέδωσης αξιών και καταπάτησης δικαιωμάτων. Κι όμως, αιώνες κοινωνικής διαμόρφωσης και πολιτικής σκοπιμότητας, επίπονη δουλειά των στερεοτύπων μέσα από θεσμούς και σκόπιμες νομικές κατοχυρώσεις, έχουν σμιλέψει περίτεχνα τις πλασματικές αντιθέσεις, τον άκαρπο ανταγωνισμό, και, φυσικά, την ανισότητα. Μια ανισότητα που φαντάζει «φυσική», έτσι όπως ο χρόνος έχει διαμορφώσει τις νοοτροπίες, παντοδύναμες να αντιστέκονται ακόμα κι όταν ο νομοθέτης καινοτομεί και υπερβαίνει τα ειωθότα. Έστω. Απομένουν κάποιες φωνές, συνήθως γυναικείες, να μιλούν για το αυτονόητο. Πιο σπάνια, ακούμε και τη φωνή του «άλλου», από την αντίπερα όχθη, εκεί που τον έχουν τοποθετήσει αιώνες αντιπαλότητας. Και τότε, μια τέτοια κίνηση κάνει τη διαφορά.</p>
<p>Δεν ξαφνιάζει, βέβαια, ότι αυτή η άλλη φωνή ανήκει στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, καθώς γνωστή η ευαισθησία του, η τοποθέτησή του πάντα απέναντι στην αδικία. Αφιερωμένη η ποιητική του συλλογή (έκπληξη αυτό ή μήπως, έτσι κι αλλιώς, έχει την ποίηση μέσα του ο ικανός πεζογράφος;) στη γυναίκα.</p>
<p>Πότε ως απρόσωπη (ποια η ανάγκη ονόματος;) διαρκής παρουσία (μάνα, ερωμένη, φίλη) να στοιχειώνει τη ζωή του, να τον οδηγεί από την πιο υψηλή απόλαυση στα πιο απύθμενα βάθη, ξανά και ξανά στο ίδιο ποτάμι, κι ας λέει ο «σκοτεινός» φιλόσοφος πως αυτό είναι αδύνατον, να προσεγγίζεται ποιητικά με μοναδική ευαισθησία.</p>
<p>Εγώ πάλι θα κοκκινίζω ενώπιόν σου κρατώντας ένα μπουκέτο παπαρούνες, όπως ένα παιδί στη χούφτα του μια πεταλούδα./ Νιώθοντας τα φτερά να σπαρταράνε στην παλάμη του, ώσπου το πέταγμα να μείνει ανάμνηση ενός πετάγματος. […]<br />
Κοίτα με, χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου.</p>
<p>Πότε, πάλι, με όνομα, να παραπέμπει σε γεγονότα σύγχρονα ή διαχρονικά, σε μύθους ή σε αλήθειες (αν υπάρχει, τελικά, καμία διαφορά).</p>
<p>Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάνζα, η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Γκιουζ, η Γαρυφαλλιά, η Δώρα, η Καρολάιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη.</p>
<p>Κι ανάμεσά τους ένα μνημόσυνο, πιο προσωπικό αυτό, για μια παρουσία που χρειάζεται τη μνήμη για να εξακολουθεί να ζει, έστω στο όνειρο μέσα.</p>
<p>Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.</p>
<p>Ίσως το πιο σημαντικό σε τούτον τον ποιητικό λόγο να μην είναι τόσο η μνεία της γυναίκας εν συνόλω, κι ας σπανίζει κάτι ανάλογο. Θαρρώ το πιο σπουδαίο είναι ότι νιώθει τη θέση του αρσενικού απέναντί της, με όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει, τους ρόλους που του έχουν κατασκευάσει, και που τους υπηρετεί, σε έναν κόσμο με ανδρικό το πρόσωπο του θεού του, με μια λογική τεχνηέντως εφαρμοσμένη στη γραμματική της γλώσσας, με την πρόταξη πάντοτε του αρσενικού γένους, ώστε να μην υπάρξει καμία σκέψη πιθανής διαφοροποίησης.</p>
<p>Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ.<br />
Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας, ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός πατέρας και πάνω απ’ όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>Μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο ο Χατζημωυσιάδης καταθέτει την ποίησή του. Μια ποίηση που μοιάζει σε κάποια σημεία της με συμπτυγμένο δοκιμιακό λόγο:</p>
<p>Δεν ξέρω αν ανεπαρκώ εγώ ή αν ανεπαρκούν οι λέξεις ή αν κι οι δυο μαζί ανεπαρκούμε. Όσον αφορά εσένα κι εμένα, πολύ φοβάμαι ότι η αλήθεια θα κείται πάντα παραπέρα.</p>
<p>Όχι ότι αλλάζει κάτι, η κραυγή παραμένει όπως και η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει το θέμα του. Κι αν αυτή η τελευταία διαπίστωση μοιάζει να μας απομακρύνει από τα ποιητικά πράγματα, έρχεται πάλι ο ποιητής να απογειώσει τις λέξεις του σε ποιητικό σύμπαν.</p>
<p>Μαζεύομαι στην άκρη φοβισμένος. Ο καταραμένος όφις αρχίζει να ξυπνάει ανάμεσα στα σκέλη μου.<br />
Σηκώνεται η αυλαία. Στρέφεις τριγύρω σου το βλέμμα και κοιτάς σιωπηλή. Στέκομαι χιλιετίες τώρα και περιμένω να μιλήσεις.</p>
<p>Αλήθεια, η ποίηση μπορεί να μιλήσει με τον καλύτερο τρόπο για τούτη τη σιωπή αιώνων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 9/12/2023</p>
<p>Η προαιώνια μοναξιά</p>
<p>Ένας εξαιρετικός πεζογράφος που γράφει για πρώτη φορά μία ποιητική συλλογή είναι είδηση.</p>
<p>Ένας εξαιρετικός πεζογράφος που γράφει μία ποιητική συλλογή αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη Γυναίκα όλων των εποχών, προσπαθώντας να σπάσει τα στερεότυπα που την κρατούν φυλακισμένη και να την αποκαταστήσει γήινη και ουράνια μαζί, Αγία και Παρθένα, Ωραία Ελένη και Πηνελόπη, Δαιμονική και Αγγελική, είναι επούλωση εκείνου του τραύματος που συντελέστηκε κάποτε σε έναν Κήπο.</p>
<p>Έτσι κι αλλιώς ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης έχει μία εκπληκτική ευχέρεια λόγου και στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα και στις νουβέλες του, γλαφυρές, λυρικές και ποιητικές οι περιγραφές του αποτελούν άλλωστε το χαρακτηριστικό που διακρίνει την γραφή του και την κάνουν ιδιαίτερη και ξεχωριστή. Επομένως δεν είναι έκπληξη ότι και στην ποιητική αυτή συλλογή η γλώσσα του ρέει με την ίδια ευκολία και πλημμυρίζει το χαρτί.</p>
<p>Ερωτικοί, τρυφεροί, σχεδόν απολογητικοί οι στίχοι του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη σ’ αυτή την ποιητική συλλογή με τίτλο ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ, προσπαθούν να επανασυγκολλήσουν την Γυναίκα που διαμελίστηκε, βιάστηκε, κακοποιήθηκε, έσπασε σε χίλια κομμάτια από το ανδρικό σφυρί μέσα στους αιώνες.</p>
<p>Τόσα και τόσα ποιήματα έχουν γραφτεί στην παγκόσμια λογοτεχνία για τις γυναίκες, τόσοι και τόσοι ποιητές τις εξύψωσαν σε βάθρο, τις ύμνησαν, τις αναγόρευσαν σε Μούσες.</p>
<p>Δεν είμαι η Μούσα κανενός είχε πει η Λεονόρα Κάριγκτον, είμαι η μούσα του εαυτού μου.</p>
<p>Όμως ο Χατζημωυσιάδης κάνει κάτι διαφορετικό. Αποκαθιστά και αναζητά την ουσία πίσω από την εξιδανίκευση. Τολμά να αναζητήσει και να αντικρίσει το αληθινό πρόσωπο της γυναίκας, όχι την αφορμή ή την μούσα, αλλά την αιτία, το σύνθετο και βαθύ γυναικείο τραύμα.</p>
<p>Η συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες.</p>
<p>Στην ενότητα με τίτλο «Παπαρούνες» ο ποιητής απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο σε μία αόρατη γυναίκα με την οποία συνομιλεί. Η παύλα μπροστά από κάθε απεύθυνση τονίζει το στοιχείο ενός διαλόγου με μία βουβή συνομιλήτρια. Είναι λοιπόν στην ουσία ένας εξομολογητικός μονόλογος του ποιητικού υποκειμένου που είναι άντρας και που αρχίζει συγκεκριμένα:</p>
<p>-Σε γνώριζα προτού να σε γνωρίσω. Σου μιλούσα προτού να σου μιλήσω. Σε αγαπούσα προτού να σε αγαπήσω.</p>
<p>αλλά στην πορεία αντιλαμβανόμαστε ότι το προσωπικό δίνει τη θέση του στο καθολικό και ο ποιητής πια ζωγραφίζει με τους στίχους του την Αιώνια γυναικεία μορφή και στέκει ταπεινά μπροστά της εναλλάσσοντας ρόλους και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει το αίνιγμά της.</p>
<p>–Γίνομαι λιμενεργάτης, πεζοπόρος, δρομέας αποστάσεων, δωρητής οργάνων, ραβδοσκόπος, σπηλαιολόγος, δύτης ανεξερεύνητων υδάτων και ορειβάτης των πιο απάτητων βουνοκορφών.</p>
<p>Ο Χατζημωυσιάδης σπάει τα δεσμά του χρόνου και του τόπου και περιηγείται με άνεση σε όλους τους αιώνες και τις εποχές</p>
<p>-Κοίτα με χιλιετίες τώρα που ξεβράζομαι ναυαγός στις εκβολές σου. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε φορά είναι η πρώτη φορά μαζί σου.</p>
<p>Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο «Μικρή ερωτική συμφωνία» υπάρχει η ποιητική αφήγηση μίας μικρής ερωτικής ιστορίας, που διαμορφώνεται ως ψηφιδωτό με ψηφίδες στίχους, διακρίνουμε τα πρόσωπα, τους ρόλους, την πλοκή και το λυπημένο τέλος της, ίσως για να μην ξεχάσουμε ότι ο πεζογράφος αναπνέει μέσα στον ποιητή. Ο Χατζημωυσιάδης καταφέρνει να μας μεταφέρει όλη την τρυφερότητα και τη συγκίνηση και να μας κάνει μέτοχους στην ποιητική αυτή σύνθεση που αποτελεί ένα είδος μνημόσυνου.</p>
<p>-Θυμάμαι ότι φοβόσουνα τις νύχτες. Ιδού λοιπόν οι πυγολαμπίδες της δικής μου μνήμης. Ελπίζω να φωτίζουν τα σκοτάδια σου.</p>
<p>Η τρίτη ενότητα έχει τίτλο «Πουκάμισο αδειανό» και αναφέρεται φυσικά στον γνωστό στίχο του Σεφέρη. Σ’ αυτή την ενότητα το πρόσχημα είναι η μορφή της Ωραίας Ελένης. Σ’ αυτήν ο ποιητής απευθύνεται αρχικά. Με τους στίχους του προσπαθεί να αποκαταστήσει την εικόνα της που διαμορφώθηκε μέσα στα έπη και στις τραγωδίες, να την απεκδύσει από τη μυθολογία που τη συνοδεύει, να διεισδύσει στη βαθύτερη αλήθεια της, να φέρει στην επιφάνεια την γυναίκα που ήταν πριν χρησιμοποιηθεί ως αρχετυπικό πρόσωπο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σταδιακά όμως ο ποιητής αποκαλύπτει τις προθέσεις του. Απενοχοποιεί την ομορφιά που έχει χρησιμεύσει ως δικαιολογία για την τιμωρία των γυναικών μέσα στους αιώνες και την άσκηση βίας εκ μέρους του αρσενικού που «προκαλείται», μάχεται ενάντια στους προκατασκευασμένους χαρακτηρισμούς με τους οποίους οι άντρες διαχρονικά στιγματίζουν τις γυναίκες (μήλον της έριδος, αμαρτωλή σύζυγο, γυναίκα αγνώμονα, πόρνη) και δαιμονοποιούν τη σεξουαλικότητά τους.</p>
<p>Και τέλος μας αποκαλύπτει ότι μιλώντας για την Ελένη, μιλά επίσης και για:</p>
<p>–Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Γκιούζ, η Γαρυφαλλιά, η Δώρα, η Κάρολαιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη. Με αυτή την ονομαστική αναφορά που θυμίζει προσκλητήριο θανάτου ο ποιητής αποτίνει φόρο τιμής σε όλες τις γυναίκες που συκοφαντήθηκαν, κακοποιήθηκαν, εκτελέστηκαν, κάηκαν στην πυρά, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν από τους άντρες μέσα στους αιώνες.</p>
<p>Ο ποιητής εναλλάσσει ρόλους πάλι και φορά το αποτρόπαιο πρόσωπο της ανδρικής εξουσίας:</p>
<p>– Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας, ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός πατέρας και πάνω απ΄όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.</p>
<p>Τι είναι λοιπόν αυτή η ποιητική συλλογή; Η εξομολόγηση μίας προαιώνιας ενοχής, η αποκατάσταση της δικαιοσύνης απέναντι στο άλλο μισό του κόσμου; Ένας συγγραφέας με κοινωνική συνείδηση σαν τον Χατζημωυσιάδη, ακτιβιστής, ο οποίος μάχεται ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας και ανισότητας δεν μπορεί να μείνει αμέτοχος απέναντι στην κακοποίηση σε όλες της τις μορφές που ακόμα υφίσταται η γυναίκα.</p>
<p>Όμως η συλλογή αυτή αποτελεί κάτι παραπάνω από μία απολογία, μία καταγγελία ή έναν φόρο τιμής.</p>
<p>Σε παράφραση του συνθήματος «εκτός από τον Ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», μπορεί να ίσως να ειπωθεί ότι εκτός από τον φεμινισμό και την δίκαιη αγανάκτηση, τους αγώνες για ισότητα και αξιοπρέπεια υπάρχει και η προσπάθεια του ενός μοναχικού πλάσματος, του άνδρα να πλησιάσει και να κατανοήσει την ουσία του άλλου μοναχικού πλάσματος της γυναίκας, ώστε να απελευθερωθούν και τα δύο από τους στερεότυπους ρόλους που έχουν επιφορτιστεί από καταβολής κόσμου. Και νομίζω ότι αυτό προσπαθεί ο πεζογράφος και ποιητής Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης σ’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα και συγκινητική ποιητική του συλλογή. Γιατί πέρα από όλα ξένες ψυχές είμαστε που περιπλανιόμαστε στον άγνωστο κόσμο με την ελπίδα να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο.</p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ </strong></h5>
<p><strong>Γιώργος Φράγκογλου</strong>  Έξι πρόσωπα αλλάζουν συγγραφέα ή Όταν ο Παναγιώτης συνάντησε τον Σοφοκλή &#8220;Fractal&#8221; 5/9/2023</p>
<p><strong>Χριστίνα Παπαγγελή</strong> Το χιόνι των Αγράφων &#8220;Ανάγνωση&#8221; 5/6/2023</p>
<p><strong>Ελένη Καρασαββίδου</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.periou.gr 3/6/2023</p>
<p><strong>Γιώργος Ν. Περαντωνάκης</strong> Η πορεία, μοτίβο στο πεδίο του Εμφυλίου www.bookpress.gr 25/5/2023</p>
<p><strong>Χρήστος Σπυρόπουλος</strong> Η «ψυχή βαθιά» του παππού http://www.periou.gr 1/4/2023</p>
<p><strong>Διώνη Δημητριάδου</strong> Οι σπουδαίοι ελάσσονες και η προσωπική κάθαρση &#8220;Fractal&#8221; 15/3/2023</p>
<p><strong>Νάντια Τράτα</strong> Ποιος εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται; &#8220;Fractal&#8221; 14/2/2023</p>
<p><strong>Κώστας Αγγελάκος</strong> Ένα ουρλιαχτό αγάπης Περιοδικό &#8220;Νέα Παιδεία&#8221; 184</p>
<p><strong>Ελένη Γερούση</strong> Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο http://www.periou.gr 8/10/2022</p>
<p><strong>Αλέξανδρος Ζωγραφάκης</strong> Από τ&#8217; άγραφα; https://www.istos.gr 3/9/2022</p>
<p><strong>Άγης (Librofilo) Αθανασιάδης</strong> Το χιόνι των Αγράφων &#8220;Librofilo&#8221; 10/8/2022</p>
<p><strong>Πόλυ Κρημνιώτη</strong> Ο λογοτέχνης δεν απονέμει δίκαιο, οφείλει να είναι ιστορικά τίμιος &#8220;Η Αυγή&#8221; 31/7/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Χαρχαλάκης</strong> Τέσσερις συν ένας λόγοι για να διαβάσει κάποιος «Το χιόνι των αγράφων» &#8220;Fractal&#8221; 20/7/2022</p>
<p><strong>Κώστας Καραβίδας</strong> Από την ελπίδα στη συντριβή &#8220;Η Εποχή&#8221; 3/7/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Δελιόπουλος</strong> Η δικαιοσύνη της γραφής &#8220;The Books&#8217; Journal&#8221; 131 Ιούνιος 2022</p>
<p><strong>Γιάννης Παπαγιάννης</strong> Το άγνωστο πρόσωπο της Ιστορίας &#8220;Fractal&#8221; 7/6/2022</p>
<p><strong>Ηλίας Καφάογλου</strong> Πατημασιές της Ιστορίας στο χιόνι &#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 28/5/2022</p>
<p><strong>Βαγγέλης Χατζηβασιλείου</strong> Πάθη ανωνύμων της Αριστεράς &#8220;Το Βήμα&#8221;/ &#8220;Βιβλία&#8221; 15/5/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Πολυμενάκος</strong> «Η ιστορία συνέχιζε ν’ αφήνει πατημασιές και πτώματα στο χιόνι» &#8220;Fractal&#8221; 10/5/2022</p>
<p><strong>Νίκος Κουρμουλής</strong> «Μέσα από τον Εμφύλιο κατανοούμε σημερινές στρεβλώσεις» &#8220;Τα Νέα&#8221;/ &#8220;Βιβλιοδρόμιο&#8221; 29/4/2022</p>
<p><strong>Γιώργος Ν. Περαντωνάκης</strong> Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 22/4/2022</p>
<p><strong>Σπύρος Κιοσσές</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.culturebook.gr 18/4/2022</p>
<p><strong>Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.staxtes.com 11/4/2022</p>
<p><strong>Ελισάβετ Χλαπουτάκη</strong> Η μοίρα του ανθρώπου στη δίνη του πολέμου &#8220;Fractal&#8221; 6/4/2022</p>
<p><strong>Λίνα Φυτιλή</strong>  Άσπιλο χιόνι, κόκκινο &#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 26/3/2022</p>
<p><strong>Χλόη Κουτσουμπέλη</strong> Το χιόνι των Αγράφων frear.gr 12/3/2022</p>
<p><strong>Μαρία Σφυρόερα</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.ert.gr 5/3/2022</p>
<p><strong>Μαρίνα Δεληγιάννη</strong> Λευκός καμβάς &#8220;Fractal&#8221; 2/3/2022</p>
<p><strong>Βασίλης Ν. Κουνέλης</strong> Λέξεις – κουβαλητές της Ιστορίας www.oanagnostis.gr 28/2/2022</p>
<p><strong>Ελένη Σ. Αράπη</strong> Το χιόνι των Αγράφων http://www.poiein.gr 28/2/2022</p>
<p><strong>Βέρα Παύλου</strong> Η Φύση και τα άγραφα http://www.periou.gr 26/2/2022</p>
<p><strong>Γρηγόρης Τεχλεμετζή</strong>ς Με τραγικότητα frear.gr 25/2/2022</p>
<p><strong>Νίκος Προσκεφαλάς</strong> Η προδοσία ως διαχρονική ιστορική συνθήκη http://www.periou.gr 19/2/2022</p>
<p><strong>Γιάννης Αντωνιάδης</strong> Το χιόνι των Αγράφων https://www.bookfeed.gr 14/2/2022</p>
<p><strong>Δημήτρης Χριστόπουλος</strong> Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 15/2/2022</p>
<p><strong>Δέσποινα Μπάτρη</strong> Το καθαρτήριο χιόνι &#8220;Fractal&#8221; 8/2/2022</p>
<p><strong>Δημήτρης Χριστόπουλος</strong> Η πορεία των αόπλων. Μια αφήγηση επιστροφής και μνήμης Περιοδικό &#8220;Νέα Παιδεία&#8221; 180 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2021</p>
<p><strong>Ειρήνη Χατζοπούλου</strong> Το Χιόνι &#8220;Fractal&#8221; 26/1/2022</p>
<p>ΠΗΓΗ: biblionet.gr</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/12/%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bc%cf%89%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ </title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 29 Oct 2023 16:28:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20116</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στη Αθήνα. Αποφοιτά από αγγλική σχολή λογοτεχνίας «awarded by the writing school». Γράφει σίριαλ για την τηλεόραση, Θέατρο και Λογοτεχνία. Έχουν ανέβει 5 θεατρικά έργα του. Έχει γράψει συνολικά 26 βιβλία, 16 μυθιστορήματα ενηλίκων και 10 παιδικά. Το βιβλίο «Υπατία» παρουσιάστηκε στην κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ </span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στη Αθήνα. Αποφοιτά από αγγλική σχολή λογοτεχνίας «awarded by the writing school».<br />
Γράφει σίριαλ για την τηλεόραση, Θέατρο και Λογοτεχνία. Έχουν ανέβει 5 θεατρικά έργα του. Έχει γράψει συνολικά 26 βιβλία, 16 μυθιστορήματα ενηλίκων και 10 παιδικά.<br />
Το βιβλίο «Υπατία» παρουσιάστηκε στην κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το 2007. Τελευταία του μυθιστορήματα<br />
είναι: ««Πίστη και Περηφάνια &amp; Σχεδόν Γυναίκα ».<br />
Ραδιοφωνικός παραγωγός στην εκπομπή «Εγώ και Εσείς», στο Greek news and Radio, Florida. Μέλος της εταιρείας συγγραφέων.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Ιδανικό αόριστο (24 γράμματα 2023)<br />
Σχεδόν γυναίκα (24 γράμματα 2023)<br />
Σωκράτης: Ο ξυπόλυτος επαναστάτης (24 γράμματα 2022)<br />
Αρχιμήδης: Ο πατέρας της μηχανικής (24 γράμματα 2022)<br />
Διογένης: Ο αδέσποτος σκύλος (24 γράμματα 2022)<br />
Αριστοτέλης: Ο σοφός του κόσμου (24 γράμματα 2022)<br />
Υπατία: Η μεγάλη Ελληνίδα (24 γράμματα 2022)<br />
Κραυγές γυναικών, Τροία μου (24 γράμματα2022)<br />
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (Άγκυρα 2022)<br />
[Ο τελευταίος αυτοκράτορας: Η ιστορία, δραστηριότητες, παιχνίδια]<br />
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2021)<br />
Υπατία (24 γράμματα 2021)<br />
[Η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα,<br />
συγκρούστηκε με τον κλήρο και κατηγορήθηκε ως μάγισσα.]<br />
Μεθοδολογία δημιουργικής γραφής (24 γράμματα 2021)<br />
[Κανόνες για τη συγγραφή και την ανάγνωση λογοτεχνικού έργου]<br />
Παράτα με (Υδροπλάνο 2021)<br />
Πίστη και περηφάνια (24 γράμματα 2020)<br />
Carpe diem Amour fou (Λυκόφως 2019)<br />
Υπατία (Μπατσιούλας Ν. &amp; Σ. 2018)<br />
Amour Fou (Anima Εκδοτική 2018)<br />
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2017)<br />
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή του λογοτεχνικού έργου]<br />
Anima mia (Εντύποις 2016)<br />
Τα χρόνια του φιδιού, Λιπεσάνορες Θεατρική μεταφορά (Εντύποις 2015)<br />
Λιπεσάνορες Τα χρόνια του φιδιού (Μπατσιούλας Ν. &amp; Σ. 2014)<br />
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2013)<br />
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή λογοτεχνικού έργου]<br />
Υπατία (Εντύποις 2013)<br />
Σ&#8217; έχω (Ελληνική Πρωτοβουλία 2013)<br />
Πιστοποιητικό ανυπαρξίας Ποιήματα (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2011)<br />
Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε (Άγκυρα 2009)<br />
[Φλωρεντία 1860:Μια συγκλονιστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα:]<br />
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Ο τελευταίος αυτοκράτορας (Άγκυρα 2007)<br />
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2007)<br />
Το υστερόγραφο μιας συγγνώμης Μυθιστόρημα (Άγκυρα 2007)<br />
Θεοδώρα Μια αληθινή αυτοκράτειρα (Άγκυρα 2007)<br />
Διγενής Ακρίτας Ο ήρωας που έγινε θρύλος&#8230; (Άγκυρα 2007)<br />
Υπατία Ιστορικό μυθιστόρημα (Άγκυρα 2005)<br />
Ίμερος και Αστραία (Χατζηλάκος Κωνσταντίνος Π. 2003)<br />
[Το μυστικό της σιωπηλής χώρας]<br />
Αδιέξοδοι έρωτες (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2001)<br />
Γυναίκες του κόσμου (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1999)<br />
Με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1998)<br />
Πάθος (Όμβρος 1997)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20118" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8-300x217.jpg" alt="" width="451" height="326" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΟΙΗΣΗ8.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;">
<p style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20121" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-300x300.jpg" alt="" width="451" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΕΖΑ.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;"><strong><br />
ΠΑΙΔΙΚΑ</strong></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20122" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-300x300.jpg" alt="" width="451" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-300x300.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21-150x150.jpg 150w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/10/ΠΑΙΔΙΚΑ21.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></p>
<p style="text-align: center;">
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ (2023)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ&#8230;</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μια ξεχασμένη ανάσα έξω απ’ την πόρτα<br />
στο άγνωστο πλέον σπίτι μπήκε<br />
άνοιξε την ντουλάπα<br />
σκόνη ξεχύθηκε ο φυλαγμένος χρόνος<br />
το παλιό πάτωμα<br />
έπαψε να τρίζει στο ανάλαφρο πάτημα<br />
σιωπές φορέσανε τα πολύχρωμα φουστάνια<br />
αισχρά τα παγωμένα λόγια<br />
γδάρανε τον πράσινο τοίχο<br />
παράξενα που γίνανε τα βράδια<br />
μπλέχτηκαν στα μαλλιά να σβήσουνε μνήμες<br />
ακόμη και οι προφυλάξεις δίχως αιδώ<br />
φορέσανε σκοτάδια να σωπάσουν τα ονόματα<br />
στα άσπρα σώματα<br />
η ζάχαρη έσταζε κόκκους δηλητήριο στην κουζίνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">τι παράξενο<br />
πόσο γρήγορα παλιώσανε όλα<br />
σαν να μην υπήρξαν ζωές</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ&#8230;</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">γυμνός<br />
στάθηκε μπροστά στο βλέμμα<br />
που τον θώπευσε απαλά<br />
έτσι το ένιωσε<br />
κι έγινε βροχή<br />
και ρίζωσε σαν δέντρο<br />
στο λευκό χρώμα της θεάς<br />
κι έγινε ιδρώτας σε αποσταγμένη γοητεία<br />
κι έβγαλε φύλλα να θροΐζουν σε κάθε της ανάσα<br />
κι έγινε κορμός σκληρός το σώμα<br />
φυλακίζοντας μέσα του κάθε συναίσθημα<br />
τα λόγια του ρούχα λερά<br />
τα κρέμασε σε σκουριασμένα καρφιά<br />
μέχρι να δώσουν απαντήσεις<br />
δικές του μόνο<br />
κι ακολούθησε τις σιωπές του<br />
κι έμεινε άπνοος θαυμάζοντας τα επιτεύγματα της<br />
άλλο ένα δέντρο αγαπάω κοντά στο ποτάμι, του είπε<br />
κι εκείνος κρυφά άλλαξε ρούχο<br />
έκοψε λώρους<br />
πεθυμιές<br />
αισθήματα</p>
<p style="padding-left: 40px;">το αίμα νερό ορμητικό στις φλέβες κύλησε<br />
έγινε ποταμός<br />
και παρασύρθηκε</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΝΙΚΗΣΕ ΜΕ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">την όψη της μοναξιάς φόρεσε το πρόσωπο<br />
ήταν το μόνο ρούχο που ταίριαζε στην ψυχή<br />
ωραίο χρώμα το σκοτάδι<br />
πηγαίνει με τις κόρες των ματιών<br />
κάτω απ’ τα κλειστά βλέφαρα ζωντανεύουν οι στιγμές<br />
τώρα που θ’ ακουμπήσουν οι ζωές<br />
σε ποιο αίμα να γευτούν τις αλήθειες<br />
νίκησε με αγάπη μου, του φώναξε<br />
Νοέμβρης είναι γιορτάζεις<br />
και μου λείπεις</p>
<p style="padding-left: 40px;">τα παιδικά μου χρόνια σε περιμένουν</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">χαράγματα στη σκέψη<br />
οι σιωπές ακροβατούν<br />
στ’ απρόσμενα χαμόγελα μιας προσμονής<br />
κι όσο η απόσταση μεσολαβεί<br />
στο τέλος της μέρας ορθώνεται η ανάγκη<br />
συνέχισε λοιπόν αμέριμνα να βάζεις απουσίες<br />
την ίδια πάντα ώρα που τ’ όνειρο δανείζεται<br />
την ομορφιά μιας άδολης στιγμής για λίγο</p>
<p style="padding-left: 40px;">σ’ έναν περίπατο πολύβουο<br />
μέσα σε γιορτινές ελπίδες<br />
οι παιδικές φωνές</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">επιστρέφω στη σιωπή<br />
είναι πιο ενδιαφέρουσα<br />
απελπισμένα προσελκύει όνειρα<br />
πόθος ευσεβής το απόλυτο ρούχο<br />
άψυχο σωριάστηκε<br />
να βρουν τα σώματα απαντήσεις<br />
στο τραπέζι αφημένο ένα χαρτί<br />
συστημένες αποστάσεις μεγαλώνει<br />
η μοίρα απορρίπτει κάθε λογική<br />
σαν φωνή ηλικιωμένη ξαφνιάζει<br />
σκαλίζει πληγές στην απρόσμενη τάξη</p>
<p style="padding-left: 40px;">στις εφημερίδες<br />
ελπίδες γράφονται οργασμικές<br />
τίτλοι σπατάλη του χρόνου</p>
<p style="padding-left: 40px;">τέλειωσε το χαρτί κουζίνας<br />
η δόξα στην αμεριμνησία<br />
προσθέτει μία ύφεση</p>
<p style="padding-left: 40px;">με χαρτί υγείας τα χείλια<br />
θα σκουπίζονται</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΛΕΥΚΗ ΘΕΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μόνος διάβηκε το δρόμο<br />
η σκέψη μάτωνε στην προσμονή<br />
αύριο, ψέλλισε<br />
ένας μαύρος σκύλος τον άκουσε και<br />
ακολούθησε<br />
πεινάς; ρώτησε<br />
κούνησε την ουρά του<br />
ήθελε παρέα<br />
κι εγώ θέλω λίγη σημασία, απάντησε<br />
η κοπέλα πέρασε το φανάρι με κόκκινο<br />
ήταν το χρώμα που ταίριαζε<br />
στα μαλλιά της<br />
κάθε που έσκυβε να δει το πρόσωπό της<br />
η ώρα ήδη είχε περάσει</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΡΧΕΙΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μοναχικά απόκοσμη πλατεία<br />
μες την πολυκοσμία<br />
έρμαια όνειρα αξεδιάλυτα<br />
σφαδάζουν στην άκρη του ρείθρου<br />
πλάι σε σπασμένα μπουκάλια<br />
μπάρας ληγμένης<br />
και οι φωνές<br />
οι φωνές μιας καθοδηγούμενης αναρχίας<br />
κρατούν στο ύψος του το χάος<br />
κι όλο βρωμίζουν οι δρόμοι<br />
κι όλο βρωμίζουν οι σκοτεινιάς γωνιές<br />
άναρχα ρέουν τα ούρα της αλκοόλης<br />
κι αλίμονο<br />
τι κρίμα<br />
σαπίζουν οι αλήθειες<br />
που απομείνανε απροστάτευτες<br />
σε σκότη ακινησίας</p>
<p style="padding-left: 40px;">πάει πέρασε κι αυτό<br />
καληνύχτα ρεμάλια<br />
πάμε για ύπνο<br />
να αθωωθούμε</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΕΣΑΝΥΚΤΑ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">περασμένες δύο,<br />
ξεκουμπίστηκαν τα όνειρα<br />
επιτέλους<br />
όπως πάντα κρύφτηκαν οι φόβοι<br />
ανεξιχνίαστοι<br />
δόντια σκυλιά<br />
κόβονται οι λέξεις<br />
στα δύο<br />
στα τέσσερα</p>
<p style="padding-left: 40px;">ίδιοι οι ρόλοι<br />
ίδιο το άθροισμα τους<br />
δεν άλλαξαν στο απρόσμενο<br />
σκιές όμοιες στις λευκές νύχτες<br />
ανεξήγητες μοιάζουν οι αφορμές</p>
<p style="padding-left: 40px;">η πόρτα<br />
ίδιος πάντα ο συριγμός της<br />
άργησες πάλι<br />
τίποτα δεν άλλαξε στην απουσία<br />
οι ενοχές αξεδιάλυτες παρέμειναν</p>
<p style="padding-left: 40px;">ριζωμένη στο αβάσταχτο χώμα<br />
η απόγνωση</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙΒΙΩΣΗ…</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">ποτέ δεν ξέφυγε από την παιδική της ηλικία<br />
ποτέ δεν κατάφερε να τινάξει από μέσα της<br />
τα ψίχουλα που άφησαν στο τραπέζι αμάζευτα<br />
η μάνα και ο πατέρας<br />
όμως έπαιξε σωστά το ρόλο<br />
ήταν καλό παιδί<br />
έγινε καλός άνθρωπος</p>
<p style="padding-left: 40px;">μεγάλωσε και τώρα πληρώνουν οι άλλοι<br />
το θάνατο που δεν μπόρεσε να τους προσφέρει</p>
<p style="padding-left: 40px;">κυνόδοντες σε πρόσωπο γαλήνιο<br />
φυλαγμένοι</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΧΝΟΣ 3</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">μετέωρο στάθηκε το βλέμμα<br />
η γλώσσα έγλειφε τη μακρόχρονη σιωπή<br />
λόγια εξατμισμένα σε γυμνητεύουσες ανάσες<br />
θαμπώσανε το τζάμι<br />
το επόμενο βήμα αποτύπωσε στην άμμο<br />
125 αρνήσεις<br />
άκαμπτες οι μνήμες σκεπάσανε τη λήθη<br />
ο χειμώνας αρνήθηκε το κρύο<br />
το χιόνι έλιωσε πριν πέσει<br />
τα λόγια ποτέ δεν ειπώθηκαν αληθινά<br />
το γέλιο πρόδιδε τα ψέματα<br />
οι εποχές ντυμένες μαύρα νυφικά<br />
προσπαθούσαν να περάσουν ανώδυνα</p>
<p style="padding-left: 40px;">πόσο σφάλανε<br />
ποτέ δεν το μάθανε γιατί οι μέρες τους πρόωρα<br />
είχαν γεράσει</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ (2011)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Φόρεσα στο λαιμό σου έναν κόσμο<br />
γεμάτο πέπλα<br />
να σκεπάσουνε εκπλήξεις και<br />
απρόσμενες στιγμές<br />
ένα παλάτι γέμισα όνειρα,<br />
παθιασμένες ανάγκες,<br />
αγέρια του νοτιά,<br />
υποσχέσεις και φόβους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Κι ο δρόμος,<br />
ο δρόμος ατελείωτος, άνυδρος,<br />
δίχως προορισμό<br />
κι ας νομίσαμε πως κάπου φτάσαμε,<br />
πως η βροχή μας μούσκεψε.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Σε παρωδίες τυλιχτήκαμε νηφάλιοι<br />
κι ό,τι απόμεινε απ’ την υπεροχή<br />
άπραγη στέκει σε δάκρυ<br />
να στάζει σε μνήμες αφημένες<br />
στις σκόρπιες νύχτες<br />
του ανεκπλήρωτου πόθου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Να ήσουν εδώ<br />
με την ψυχή αντίδοτο<br />
σε μια εμπιστοσύνη<br />
ν’ άφηνες πάλι επάνω μου<br />
κομμάτια απ’ τη μοίρα σου<br />
να υφανθούν μέσα στα όνειρα<br />
μοιράζοντας εγώ<br />
τα υλικά των πράξεών σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΑ ΤΑΓΚΟ ΓΙΑ ΤΡΕΛΟΥΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Το φεγγάρι χάθηκε στη λάβα<br />
η χλομή γριά δεν κοιτάζει πια τα τρένα…<br />
έπαψε να περιμένει κάποια επιστροφή…</p>
<p style="padding-left: 40px;">στη νωχελική θλίψη ενός Τάγκο<br />
είναι τώρα αφημένη η ζωή της</p>
<p style="padding-left: 40px;">Οι τρελοί που επινόησαν τον έρωτα<br />
έχουν κι αυτοί παλιώσει μαζί με τα έπιπλα τους<br />
εραστές ξεμωραμένοι πνίγονται στην ανία<br />
και φτύνουν βρίζοντας<br />
όσους ακόμη μπορούν να αγαπάνε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">Στο ροζιασμένο χέρι τρεμουλιάζει η ανάγκη<br />
ένα μπουκάλι αλκοόλ στο άλλο μεθάει τις μνήμες<br />
και μια φωνή απ’ το παρελθόν την κρατάει ζωντανή…</p>
<p style="padding-left: 40px;">Αγαπημένη μου…<br />
Έλαβα το τελευταίο σου γράμμα…<br />
Φεύγω…<br />
αυτό το κάνω για την αγάπη σου<br />
θυσιάζω για σένα τ’ όνομα μου<br />
τα θέλω μου<br />
για σένα</p>
<p style="padding-left: 40px;">H χλομή γριά, αυτή η τρελή, η διεφθαρμένη…<br />
που δεν έχει δόντια, ούτε σχέδια το μέλλον της<br />
ήσυχη δείχνει να φτύνει τον καπνό γεμάτη πίκρα<br />
ποδοπάτησε ο καιρός της… τα ναι και τα όχι<br />
που πια δεν την αγγίζουνε…<br />
έκανε την απόσταση συνήθεια<br />
τις σκουριασμένες ράγες κοιτάζοντας<br />
σαπίζει…</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια αποτυχία κάνει τ’ όνειρο αίσθημα ανικανοποίητο,<br />
ρετάλι που περίσσεψε απ’ το χρόνο,<br />
ρουτίνα, αγάπη, ύπαρξη<br />
ακόμη και ματαιοδοξία;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα κρύβοντας έκπληξη σ’ ακάλυπτα<br />
σώματα, σώματα, π’ αντέχουν μοναξιά και μέρες άγονες.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Καμιά Άνοιξη δεν ανθίζει ανώφελα<br />
αν πρώτα με νεκρή σάρκα δεν ντυθεί η Ιδέα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια προσδοκία θα πετάξει τ’ άχρηστα σύνδρομα<br />
προλήψεις που μοιάζουν με ιδανικά,<br />
αλλά δεν είναι;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Ποια επανάσταση ξεβράζει δικαίωση και δικαιοσύνη;</p>
<p style="padding-left: 40px;">Πιστοποιητικά ανυπαρξίας<br />
σώματα ντύνουν με θάνατο την επιβίωση του σχετικού και του απόλυτου<br />
ενός ωραίου τέλους.</p>
<p style="padding-left: 40px;">Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα που δεν γελάει πάντα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 80px;">
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/10/%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/05/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/05/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 26 May 2023 20:27:32 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19563</guid>

					<description><![CDATA[Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην ανώτατη εκπαίδευση στην Κύπρο. Το 2022, και στην πρώτη του συμμετοχή στον σχετικό διαγωνισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο στην κατηγορία Διήγημα/Νουβέλα για το Ο κύβος και άλλες ιστορίες, ενώ Το βιβλίο των πλασμάτων κατετάγη στη λίστα των πέντε επικρατέστερων έργων στην κατηγορία &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/05/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην ανώτατη εκπαίδευση στην Κύπρο.<br />
Το 2022, και στην πρώτη του συμμετοχή στον σχετικό διαγωνισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο στην κατηγορία Διήγημα/Νουβέλα για το Ο κύβος και άλλες ιστορίες, ενώ Το βιβλίο των πλασμάτων κατετάγη στη λίστα των πέντε επικρατέστερων έργων στην κατηγορία Ποίηση.<br />
Είναι επίσης μεταφραστής δοκιμιακού και ποιητικού λόγου από και προς την αγγλική και επιμελήθηκε την ποιητική ανθολογία Νέα Αγγλία: Dickinson-Frost-Stevens (Ζήτρος 2022).</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Απ’ το μάτι, της βελόνας (α&#8217; έκδοση εκτός εμπορίου,<br />
Galerie Astra 2011· b’ ;ekdosh, En;antia 2022),<br />
το Βιβλίο των μικρών συλλογισμών (Galerie Astra 2011),<br />
Πολλαπλότητες του μηδενός (Σαιξπηρικόν 2020),<br />
Λευκό στο λευκό (Ενύπνιο 2021),<br />
Το βιβλίο των πλασμάτων (Σαιξπηρικόν 2021),<br />
Ο κύβος και άλλες ιστορίες (24 Γράμματα 2021).<br />
Το βιβλίο των χεριών (Θράκα 2023)<br />
Το βασίλειο της σκιάς (Θράκα 2024)<br />
Απρόθυμος Άγγελος  (Οκτάνα 2024)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21350 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/1-300x240.jpg" alt="" width="462" height="370" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/1-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/1.jpg 640w" sizes="(max-width: 462px) 100vw, 462px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21351 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/2-300x208.jpg" alt="" width="460" height="319" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/2-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/2.jpg 640w" sizes="(max-width: 460px) 100vw, 460px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21352 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/3-300x180.jpg" alt="" width="617" height="370" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/3-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/05/3.jpg 640w" sizes="(max-width: 617px) 100vw, 617px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ (2024)</strong></h4>
<p style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Το ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ ανοίγει μια ρωγμή στον χρόνο και τον τόπο για να περάσουμε σε ένα μέλλον όπου η κυρίαρχη ιδεολογία του δυτικού κόσμου έχει φτάσει απλώς στις αναπόφευκτες κλιματικές, οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειές της. Εδώ, οι χαρακτήρες της νουβέλας θα χαράξουν ένα ανορθόδοξο μονοπάτι, όχι στη βάση της ταυτότητας αλλά στη βάση του αδύνατου, δηλαδή της επιβίωσης ως κοινότητα. Επιμένοντας σε κάτι πέρα από την αδυσώπητη θανατική πορεία των πραγμάτων, το Βασίλειο της σκιάς πορεύεται σε έναν χρόνο «μετά το τέλος του χρόνου» και σ&#8217; έναν τόπο που μπορεί να φιλοξενήσει όχι την απλή επιβίωση αλλά τη ζωή.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>16</strong></p>
<p>Δεν παίρνει πολύ για να μπουν τα πράγματα σε τάξη. Στο Γύθειο βρίσκει ό,τι χρειάζεται για μια σχετική άνεση μες στη σπηλιά. Ακόμα και κουβέρτες. Ακόμα κι ένα μίνι κουζινάκι για να ζεσταίνουν τις κονσέρβες &#8211; οι οποίες έχουν πληθύνει, αφού προστέθηκαν όσες βρήκε σ’ ένα από τα εγκαταλειμμένα μάρκετ. Τα τοιχώματα στην είσοδο μοιάζουν με μπακάλικο πλέον. Η θερμοκρασία δεν ανεβαίνει πάνω από 26 βαθμούς Κελσίου στη διάρκεια της μέρας. Η μέρα έχει λίγες, βασικές, επαναλαμβανόμενες δουλειές γι’ αυτόν και τη Δήμητρα. Το φοβούνται διαβάζει και γράφει ήσυχα σε μια γωνιά. Και η γεννήτρια δεν χρειάζεται καν. Ο γενικός διακόπτης για τον φωτισμό στη σπηλιά, ανακαλύπτει προς μεγάλη του έκπληξη, πως δουλεύει ακόμα. Προς το παρόν, τουλάχιστον. Οι πρώτες έξι μέρες περνούν έτσι, απλά και εύκολα, με πολύν ύπνο και λίγη σκέψη: προσαρμογή στις νέες περιστάσεις, απόλαυση των νέων ανέσεων. Μερικές φορές μπαίνει στον πειρασμό να συγχαρεί θερμά τον εαυτό του. Προς το παρόν, τα κατάφερε περίφημα. Ίσως να μπορέσει να σκεφτεί κάτι άλλο για αργότερα, ίσως κάτι εξίσου καλό.<br />
Την έβδομη μέρα, καταφτάνουν επισκέψεις. Φιλικές, ευτυχώς. Είναι ο Σικ, μαζί μ’ έναν γεροδεμένο σαραντάχρονο, που δεν έχει ξαναδεί.<br />
«Γεια σου αφεντικό!», λέει με το ακατάβλητο χαμόγελό του ο Σικ. «Σας φέραμε ψάρια. Σκεφτήκαμε πως θα έχετε αρχίσει να σιχαίνεστε την κονσέρβα. Έχει πολλά πιο πάνω, στο Οίτυλο. Αλλά είναι ψάρια που δεν τα<br />
ξέρετε καλά, απ’ τον νότο. Λεοντόψαρα, λαγοκέφαλοι. Ψάρια-δολοφόνους, ψάρια-εισβολείς τα λέτε, φαίνεται το &#8216;χουν τα μέρη μας, γιατί ήρθαν σε σας απ’ τον Ινδικό ωκεανό. Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά για αυτά πια. Τα φυσικά τους θηράματα έχουν ψοφήσει κατά χιλιάδες απ’ την άνοδο της θερμοκρασίας τού νερού. Αναγκάζονται να τρώνε το ένα το άλλο. Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Έτσι δεν είναι αφεντικό; Αυτός εδώ είναι ο Αμπντούλ, ήταν ψαράς κάτω στο Μπανγκλαντές και ξέρει να τα μαγειρέψει ώστε να μην πεθάνετε απ’ το δηλητήριο».<br />
Τους καλωσορίζει με λίγο τσάι που ζεσταίνει στο μπρίκς στο κουζινάκι τους. Κάθονται ανακούρκουδα στον βράχο με κάθε άνεση, λες και είναι σε σαλόνι. Ο Αμπντούλ, που έχει αρχίσει να γκριζάρει, έχει καλοσχηματισμένο πηγούνι και μάτια μελιά, που τη μια φαντάζουν τρυφερά και την άλλη απαιτητικά, σκληρά. «Πρέπει να τα καθαρίσουμε πρώτα, και να σας δείξω πώς καθαρίζονται», τους λέει. Η Δήμητρα τού γνέψει ότι θα αναλάβει να εκπαιδευτεί με το μαχαίρι στ&#8217; αγκάθια των ψαριών. Αφήνουν τους υπόλοιπους να πιουν το τσάι τους, παίρνουν μαζί τον κουβά με τα ψάρια και τα μαχαίρια, KOL πηγαίνουν σε μια κόχη πενήντα μέτρα μακρύτερα.<br />
Κάποια στιγμή, κι ενώ ο Σικ, γεμάτος φλύαρη κοινωνικότητα, τούς αφηγείται ιστορίες για πλημμύρες, λιμούς και ανταρτοπόλεμο απ’ το μακρινό χωριό του, όπου τα πράγματα αποδείχτηκε πως ήταν «λίγο λιγότερο χειρότερα από δω, αλλά όχι πολύ», αντιλαμβάνεται πως δεν τους βλέπει πια εκεί, τη Δήμητρα και τον Αμπντούλ. Έχουν εξαφανιστεί. Αλλά δεν ακούει κάποιον θόρυβο ή φωνή, και δεν περνάει πολλή ώρα που τους βλέπει να επιστρέφουν στη θέση τους και να συνεχίζουν το καθάρισμα. Η Δήμητρα είναι αναμαλλιασμένη, οι απείθαρχες νεαρές άκρες των μαλλιών της ξυπνημένες και ανήσυχες. Ο Αμπντούλ είναι ήρεμος και κλειστός σαν στρείδι. Η μυρωδιά απ’ το τηγάνι, όταν η Δήμητρα αρχίζει να τηγανίζει τα καθαρισμένα ψάρια, κάνει τα σάλια του να τρέχουν. Θυμάται ότι πάει καιρός που τρώει απλώς και μόνο για να μείνει στη ζωή, χωρίς όρεξη. Τα ψάρια είναι πολύ νόστιμα. Στον καιρό των τεράτων, είναι καλό να συνηθίζει κανείς στην τροφή από τέρατα.</p>
<p style="text-align: center;"><strong>17</strong></p>
<p>Τις επόμενες δυο νύχτες ξυπνάει για να βρει τη θέση της Δήμητρας άδεια. Μένει άγρυπνος ώσπου να την ακούσει να επιστρέφει. Δε λέει τίποτε. Την επαύριο της τρίτης νύχτας δεν αντέχει άλλο. Της ζητάει να μιλήσουν μόνος στην κόχη όπου καθάριζε τα ψάρια.<br />
«Συμβαίνει κάτι;», τη ρωτάει.<br />
«Τι εννοείς;», του απαντάει γυρνώντας του την ερώτηση κοφτά, κοιτώντας τον στα μάτια.<br />
«Δεν ξέρω. Τις νύχτες, συμβαίνει κάτι;»<br />
«Παντρευτήκαμε και δεν το ξέρω;», τον ρωτά εκνευρισμένη η Δήμητρα. «Θέλεις να σου δώσω λογαριασμό;»<br />
Πράγματι, εφόσον τίποτε το απειλητικό δεν έχει αντιληφθεί, νιώθει ότι το τράβηξε ήδη αρκετά. «Εντάξει, τίποτε», της λέει. «Απλώς ανησύχησα λίγο.»<br />
Την επόμενη φορά που μιλάνε έτσι οι δυο τους, η Δήμητρα παίρνει την πρωτοβουλία να του μιλήσει. Το φοβούνται είναι απορροφημένο στο διάβασμα. Του κάνει νεύμα να την ακολουθήσει και ξαναβαδίζουν ως την κόχη.<br />
«Νομίζω πως είμαι έγκυος», του λέει ξερά.<br />
Χάνει για λίγο τα λόγια του. «Και τώρα;», είναι το μόνο που καταφέρνει να ρωτήσει.<br />
«Άκουσε να δεις», του λέει η Δήμητρα. «Θέλω να ξέρεις ότι δε με αποπλάνησε. Συνειδητά τού δόθηκα. Είναι ωραίος άντρας και μου αρέσει. Αλλά δεν ήταν απλώς αυτό. Ένιωσα πως έπρεπε. Πως είναι ο ρόλος μου εδώ, σ’ αυτή την παρωδία οικογενειακής ζωής που έστησες για μας. Ο αληθινός μου ρόλος».<br />
Προσπαθεί να παρακάμψει πόσο τον πληγώνουν τα λόγια της. Σε ό,τι τον αφορά, δεν έστησε καμία παρωδία. Της έσωσε τη ζωή, και μαζί με τη δική της, του παιδιού.<br />
«Γιατί ένιωσες πως έπρεπε;», τη ρωτά. «Τι εννοείς μ’ αυτό;»<br />
«Πριν απ&#8217; όλα αυτά, πριν την καταστροφή», τον ρωτάει με τη σειρά της, «γνώρισες τι είναι να σε αγαπούν;»<br />
«Νομίζω», απαντάει αμήχανα, «αλλά δεν κράτησε πολύ. Κάποιες φορές περισσότερο, άλλες λιγότερο».<br />
«Αυτοί όμως, αυτοί που μας τάισαν ψάρια δε θυμούνται πώς είναι. Το έχουν ξεχάσει. Είναι άντρες, αλλά έχουν ξεχάσει πως είναι άντρες. Επειδή εμείς τους αναγκάσαμε να το ξεχάσουν. Ήθελα να του δώσω ένα δώρο. Να το θυμηθεί. Αλλά δεν είναι απλώς αυτό, και δεν ξέρω γιατί δεν καταλαβαίνεις τίποτε, και πρέπει να σου εξηγώ. Σπούδασες, δεν σπούδασες; Είπες ότι έχεις<br />
πάει πανεπιστήμιο».<br />
«Τι εννοείς δεν είναι απλώς αυτό;», ρωτάει, η γλώσσα του ξαφνικά στεγνή στον ουρανίσκο, μια αίσθηση αιφνίδιας ανεπάρκειας, που του φέρνει ελαφριά ζαλάδα.<br />
«Δεν πρόσεξες μήπως», του απαντάει, «πως εκτός από σένα, τους τρεις που είδαμε με τις καραμπίνες και το παιδί, οι μόνοι άνθρωποι που έχουμε βρει σ’ όλη αυτή την περιοχή είναι αυτοί οι δώδεκα από τα φραουλοχώραφα της Ηλείας; Δεν πρόσεξες ότι, ανάμεσα σ’ όλον αυτόν τον πληθυσμό των ζωντανών, είμαι η μόνη γυναίκα; Πώς σκοπεύεις να βοηθήσεις τον αγώνα για επιβίωση; Μαζεύοντας κονσέρβες ώσπου να πεθάνεις; Πρέπει να γεννηθεί νέα ζωή. Πρέπει να υπάρξει μέλλον».<br />
Μένει σιωπηλός ώρα. Τον περιμένει να μιλήσει.<br />
«Και πρέπει να έχει αυτήν τη μορφή το μέλλον;», ρωτάει, σχεδόν πικαρισμένος, αν και δεν ξέρει γιατί. Ποτέ δεν την ένιωσε σαν αντικείμενο του πόθου του.<br />
«Ναι. Πρέπει να έχει αυτήν τη μορφή. Αν και έχει περάσει ο καιρός για οικογένειες, δεν έχει περάσει ο καιρός για κοινότητες. Και οι κοινότητες υπάρχουν όσο υπάρχουν παιδιά. Ελπίζω να κάνω πάνω από ένα. Ελπίζω να κάνω τουλάχιστον ένα κορίτσι. Θα είναι μελαμψότερα από μένα. Θα αντέχουν περισσότερο εκεί έξω. Όπως αντέχουν αυτοί. Θα μπορούν να ζήσουν σ’ αυτόν<br />
τον αέρα, έξω απ’ το μπακάλικο που έστησες εδώ. Μπορεί να χρειαστεί να κοιμηθώ με πολλούς. Δε μ’ ενοχλεί η ιδέα. Εσένα;»<br />
«Δε μου πέφτει λόγος», της απαντά, κατεβάζοντας το κεφάλι και κοιτώντας τον βράχο.<br />
«Ωραία! Γιατί λέω να φύγω. Θέλω να πάω να ζήσω στον οικισμό τους, μαζί τους».<br />
«Δε θ’ αντέξεις», της λέει. «Δεν έχεις τις αντοχές. Κανένας μας δεν τις έχει».<br />
«Όσο αντέξω», του λέει. «Εδώ μέσα δε θα πεθάνω πάντως, με τους σταλακτίτες και τους σταλαγμίτες και το κενό της σπηλιάς για παρέα».<br />
«Και το παιδί;», τη ρωτάει.<br />
«Δεν μπορείς να μεγαλώσεις ένα παιδί ήδη μεγαλωμένο;», του αντιστρέφει και πάλι την ερώτηση. «Σου είναι τόσος κόπος;»<br />
«Όχι», αναγκάζεται να απαντήσει. «Όχι, δε μου είναι».<br />
«Ωραία!», του λέει η Δήμητρα. «Πάω να περάσω λίγο χρόνο μαζί του πριν τον αποχαιρετήσω. Το σούρουπο θα έρθει ο Αμπντούλ να με πάρει. Θα σας επισκέπτομαι, φυσικά, όποτε μπορώ».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΡΟΘΥΜΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (2024)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ, ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ </strong><br />
<strong>ΓΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ</strong></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ι</strong></h5>
<p>Είμαστε από παντού περικυκλωμένοι. Με συγκατενεύσεις, φιλοφρονήσεις, επιδοκιμασίες και φιλικά χαμόγελα, με χειραψίες μάς πολιορκούν. Όσο και να διακηρύσσουμε την αχρηστία μας για κάθε τι που άπτεται των προθέσεων τους, δεν μας συνέρχονται. Πρόκειται για μια άτυπη οργάνωση των δολοφονικά ανεκτικών, απ’ την οποία δεν προβλέπεται έξοδος. Μας περιμένει το χειροκρότημα μέχρι θανάτου.<br />
Δύσκολοι καιροί για εχθρούς της κοινωνίας. Ατέλειωτα τα χέρια που πρέπει να δαγκώσεις την ώρα που σε ταΐζουν.<br />
Πώς παρεισφρήσαμε σ’ αυτή τη φριχτή ομήγυρη; Πού ήταν η πόρτα της εισόδου; Ποιος έστειλε τα προσκλητήρια, ποιος μας έβαλε σ’ αυτή τη θέση στο τραπέζι; Ποιος ετοίμασε όλα αυτά τα εδέσματα, για τα οποία δεν έχουμε στομάχι, κι αδυνατούμε να τα μασήσουμε, πόσο μάλλον να τα χωνέψουμε;<br />
Και τι; Αυτά που καλούμαστε να κατασπαράξουμε υπό βλέμματα εγκάρδια και διερευνητικά δεν είναι παρά τα ίδια μας τα χρόνια, αυτοί που ήμασταν, τα λόγια και οι πράξεις μας τα παλιότερα!<br />
Τι είδους φιλοξενία είναι αυτή που μας επιφύλαξαν!</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΙΙ</strong></h5>
<p>Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν «κλειστό» γι&#8217; αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στάρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα, με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν -τα πάντα τον διώχνουν. [&#8230;] Στα μάτια του άρτι αφιχθέντος, τα πάντα μοιάζουν με μπουρδέλο, μυστηριώδες και σαγηνευτικά απαγορευμένο. [&#8230;] Στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ ήταν πιθανόν ο πρώτος τέτοιος χωριάτης στο Παρίσι, και κράτησε τη στάση αυτή ακόμα και αφού γνώριζε πολύ καλά τι ήταν τι [&#8230;]. Η απάντησή του στο αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυΐας: «Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!» Η μνησικακία του επαρχιώτη, που, μέσα στην<br />
εξοργισμένη του άγνοια, αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί όπου δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί τη φαντασία η οποία έχει ακρίβεια. [&#8230;] Το ίδιο πράγμα που χωρίζει τους ανθρώπους τον ένα απ’ τον άλλο και χωρίζει τον συγγραφέα απ&#8217; αυτούς είναι αυτό που κρατά την κίνηση της κοινωνίας σε λειτουργία [&#8230;] Μέσα από το διανοητικό του αισθητήριο, ο Μπαλζάκ συνειδητοποίησε ότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, οι άνθρωποι είναι μάσκες χαρακτήρων, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που ο Μαρξ επινόησε αργότερα. Η πραγμοποίηση είναι πιο τρομακτικά λαμπρή στη φρεσκάδα της αυγής και στα έντονα χρώματα της νέας ζωής απ&#8217; ό,τι στην κριτική της πολιτικής οικονομίας καταμεσήμερο. [&#8230;] Ο Μπαλζάκ κατέβασε την κοινωνία ως ολότητα, γεγονός που η κλασική πολιτική οικονομία και η εγελιανή φιλοσοφία είχαν διατυπώσει με θεωρητικούς όρους, από την αέρινη σφαίρα των ιδεών στη σφαίρα των αισθητηριακών αποδείξεων.<br />
Τέοντορ Αντόρνο, «Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ»</p>
<p>Πάντα θεωρούσα ότι ο τρόπος να περάσεις πέρα από την αστική κουλτούρα, να μειώσεις τόσο δραστικά τη μεγάλη έλξη του μαγνητικού της πεδίου ώστε να σε αφήσει να απαγκιστρωθείς απ’ αυτή, είναι να ενσωματώνεις αυτό το οποίο η αστική κουλτούρα θεώρησε ότι ξεπέρασε πρώτον από όλους: τον άξεστο χωριάτη. Ο Αντόρνο, που έγραψε τις παραπάνω γραμμές υποδειγματικής κατανόησης του μυστικού της κριτικής ευφυΐας του Μπαλζάκ, όχι απλά δεν κατάφερε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, αλλά δεν το αποπειράθηκε καν. Αλλά ο Μπρεχτ, με τον οποίο ο Αντόρνο αισθανόταν πάντα άβολα, αν όχι εχθρικά, ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα: ένας ευφυής άξεστος χωριάτης ή, για να το θέσουμε αρκετά ακριβέστερα, κάποιος που έκανε τη χοντροκοπιά του χωριάτη βάση διαλεκτικής διαπαιδαγώγησης και<br />
απομαγευτικής ευφυΐας.<br />
Ως υπόλειμμα της προκαπιταλιστικής κοινωνίας, ο χωριάτης -και αυτό το δείχνει πεντακάθαρα η ανάλυση του Αντόρνο στον Μπαλζάκ- έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηρολογικό πλεονέκτημα, το οποίο είναι θεμελιακής αξίας για<br />
κάθε υλιστική απομυθοποίηση του καπιταλιστικού κόσμου: είναι καχύποτπος, και μάλιστα ισοπεδωτικά καχύποπτος, για ό,τι δεν νιώθει ότι γνωρίζει ήδη καλά. Επειδή ο καπιταλιστικός κόσμος είναι μια τεράστια απάτη, ο χωριάτης έχει πάντα δίκαιο όταν εμπιστεύεται την καχυποψία του. Πέφτει σε παγίδες μόνον όταν επηρεάζεται αρκετά από την τάξη εκείνη των μπαγαπόντηδων που βγάζει το βιος της εκμεταλλευόμενη χωριάτες. Ο «μπαρμπα-Γιώργος» στον Καραγκιόζη είναι ακριβώς μια τέτοια φιγούρα, πάντα νικητής όσο παραμένει άξεστα καχύποπτος, πάντα ηττημένος όταν πειστεί από κάποιον γλυκομίλητο μπαγαπόντη να αλλάξει τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων.<br />
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χωριάτης που έρχεται αντιμέτωπος με την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη κριτική συνείδηση. Ο Αντόρνο είναι πολύ ακριβής όταν<br />
ιχνηλατεί την έκθεση του Μπαλζάκ στην αστική απάτη, τη συνύπαρξή του μ’ αυτή, ως βασικό κομμάτι μιας εκπαίδευσης που απομακρύνει κάποιον αρκετά από τις επαρχιακές ρίζες του ώστε να του επιτρέψει να μετατρέψει την πεισματική μνησικακία για ό,τι δεν καταλαβαίνει σε κριτικό όπλο, λεπτό και διεισδυτικό.<br />
Όμως ένας χωριάτης που παραμένει σε ένα βασικό επίπεδο αναφομοίωτος απ’ το μεγάλο και απατηλό καρναβάλι των αετονύχηδων της αστικής τάξης &#8211; όπου πράγματι, καμία περιουσία δεν είναι αθώα, καμία λάμψη δεν είναι αληθινή συνηθίζοντας ταυτόχρονα τη ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κινείται σε αυτό χωρίς να απορροφάται απ’ αυτό, χωρίς να «αγοράζει» όλα αυτά που οι ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους &#8211; ένας τέτοιος χωριάτης δεν είναι πια χωριάτης. Είναι είτε δυνητικά επικίνδυνος για την τάξη στοχαστής είτε κριτικά εκπαιδευμένος και ενσυνείδητος προλετάριος. Η<br />
αστική τάξη, φυσικά, αποπειράθηκε να μειώσει την επαφή μεταξύ αυτών των δύο ειδών ανεπίδεκτων χωριατών, στοιβάζοντας τους εργάτες σε συγκεκριμένες συνοικίες, αποθαρρύνοντας με κάθε έμπρακτο τρόπο τη μόρφωσή τους, εμποδίζοντας με χίλιους δυο τρόπους την ουσιαστική τους διείσδυση στα μυστικά της πόλης, και κατ’ επέκταση της κοινωνίας, ως ολότητας.<br />
Διαψεύστηκε όμως για δύο λόγους: ο ένας ήταν η ύπαρξη αμετανόητα καχύποπτων χωριατών στους δικούς της ημιτελώς αστικούς και μικροαστικούς κόλπους, χωριατών που πήγαν τα κλειδιά των αστικών σπιτιών πίσω στις εργατικές συνοικίες, που άνοιξαν τα βρώμικα μυστικά της πολιτικής οικονομίας μπροστά στα μάτια των κολασμένων. Ο άλλος ήταν ότι αυτοί οι κολασμένοι είχαν παραμείνει αρκετά χωριάτες για να κουβαλούν την καχυποψία εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορείς να καταλήξεις στο έμπρακτα χρήσιμο και συνεπώς αληθινό, αυτό το οποίο εμπιστεύεσαι ως συλλογικότητα γιατί μόνο ως συλλογικότητα γνωρίζεις πως μπορείς να επιβιώσεις πια: ο άξεστος άνθρωπος, όταν δεχόταν ένα σακούλι νομίσματα ως πληρωμή για κάποια εργασία, τα δάγκωνε ένα-ένα πριν τα δεχτεί, αφήνοντας τα δόντια του, κι όχι τις εικασίες του νου του, να κάνουν τη δουλειά της ανάγνωσης των σημείων.</p>
<p><strong>ΙΙΙ</strong></p>
<p>Η αντίληψή μας για τη βία μεγάλης κλίμακας είναι πολύ παράξενη. Υπάρχουν μνημεία για τα «θύματα του κομμουνισμού» σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και πόλεις, αλλά τα μνημεία στα εκατομμύρια πεσόντων στον Α&#8217; Παγκόσμιο ή<br />
τον Β&#8217; Παγκόσμιο πόλεμο ονομάζονται «μνημεία ηρώων». Έτσι, η κομμουνιστική βία ερμηνεύεται σαν κάποια καταστροφή που έπεσε στα κεφάλια των ανθρώπων από κάπου μακριά, ενώ η βία του διακρατικού πολέμου ως αναγκαιότητα και ως πεδίο συνειδητής προσφοράς και θυσίας. Ο κομμουνισμός ήταν μια εγκληματική παρέκκλιση· ο παγκόσμιος πόλεμος είναι απλά «ιστορία».<br />
Όμως, στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι του πρώτου μισού του 20ου αιώνα δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στη βία και τη μη βία. Η επιλογή ήταν ανάμεσα σε ένα είδος βίας κι ένα άλλο είδος βίας: ή σοσιαλισμός και εμφύλιος ή παγκόσμιος πόλεμος. Ή πόλεμος ή αδιαμαρτύρητη υποταγή στη φασιστική τυραννία, στο Ολοκαύτωμα, στην υποδούλωση, στη σφαγή. Η διατύπωση του Λένιν ότι η επανάσταση είναι «μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο» έδειχνε σαφέστατα τη φύση της επιλογής εξ αρχής: όχι πόλεμος εναντίον ειρήνης αλλά πόλεμος εναντίον πολέμου, πόλεμος στον πόλεμο.<br />
Ζούμε σε κοινωνίες που όχι μόνο τα έχουν ξεχάσει όλα αυτά και νομίζουν πως οι επαναστάσεις είναι δρώμενα, λουλούδια και κιθάρες -με άλλα λόγια, ασκήσεις στο βασίλειο μιας ελευθερίας που δεν γνωρίζει την αναγκαιότητα- αλλά και σε κοινωνίες που έχουν πλήρως αποδεχτεί ότι όσοι πετάγονταν στις κιμαδομηχανές του ιμπεριαλισμού ήταν «ήρωες» -«θύματα» ήταν «οι άλλοι», όσοι επέλεξαν τον εμφύλιο πόλεμο στη θέση του παγκόσμιου. Ζούμε σε κοινωνίες που δεν κατανοούν στο ελάχιστο το «Στους μεταγενέστερους» του Μπρεχτ. Κι αυτός είναι ένας βασικός λόγος, νομίζω, που κινδυνεύουμε σήμερα να ξαναγίνουμε «ήρωες».</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>IV</strong></h5>
<p>Ως μέθοδος, η διαλεκτική απευθύνεται σε όσους έχουν εμπειρία, άμεση ή έμμεση, της επώδυνης μεταβλητότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, σε όσους δηλαδή είναι σε θέση να κατανοήσουν ότι αν κάτι υπάρχει, υπάρχει στον βαθμό που έχει αλλάξει και που είναι ικανό αλλαγής &#8211; πάντοτε με κόστος. Απέναντι σε όσους θεωρούν ότι η οποιαδήποτε κατάσταση είναι προαιώνια και θα διαρκέσει για πάντα, απέναντι δηλαδή σε όσους δεν κατανοούν την ιστορία σαν ένα μύλο συντριβής κάθε ατομικής επένδυσης στην αιώνια παραμονή του κόσμου όπως είναι, η διαλεκτική είναι μάταιη,<br />
όπως το χτύπημα στην πόρτα του κουφού. Από μια κάποια άποψη όμως -και ίσως ακριβώς από διαλεκτική άποψη- η διαλεκτική επιβιώνει όχι μόνο επειδή κάποιοι κατανοούν πως είναι η φιλοσοφική παρακαταθήκη όσων βασανίστηκαν<br />
στον σιδερένιο τροχό της ιστορίας και μετέτρεψαν το βάσανο σε αιμόπτυση γνώσης, αλλά και επειδή κάποιοι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται το παραμικρό για τις συσπάσεις απ’ τις οποίες γεννιέται το νηφάλιο αυτό τέρας.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>V</strong></h5>
<p>Τα συναισθήματα, όπως και τόσα πολλά άλλα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής, καθορίζονται από τη θέση του φορέα τους στις σχέσεις παραγωγής. Για τον ακριβή διαθετικό χαρακτήρα της αστικής αισιοδοξίας δεν μπορεί να υπάρξει<br />
καμία αμφιβολία μετά τις παρατηρήσεις του Μπένγιαμιν στο «Αυτοκρατορικό Πανόραμα» του 1928, έναν χρόνο πριν το Κραχ και πέντε πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία: πρόκειται για ένα πρωτόγνωρο στην ιστορία των<br />
συναισθηματικών διαθέσεων μείγμα ηλιθιότητας και κυνισμού, ή για μια συγκεκριμένη διαλεκτική του κυνισμού και της ηλιθιότητας, Η αστική αισιοδοξία είναι κυνισμός που έχει μετατραπεί σε ηλιθιότητα, μέριμνα για τη στενή ατομική επιβίωση που έχει διαλεκτικά περάσει στο αντίθετό της, σε απώλεια του ενστίκτου της επιβίωσης &#8211; πρώτα μέσω της δραστικής υποτίμησης όλων των προμηνυμάτων κινδύνου και μετά μέσω της υστερικής προσκόλλησης στην ελπίδα ότι διαφαίνεται «φως στο τούνελ».<br />
Οι ρίζες της κυνικής ηλιθιότητας, που παραλύει τις αστικοποιημένες μάζες ακριβώς τη στιγμή που διατρέχουν τον μέγιστο κίνδυνο να εξαλειφθούν, βρίσκονται αναμφισβήτητα σε ένα στοιχείο της κλασικής αστικής ιδεολογίας, της ιδεολογίας της αστικής τάξης όταν αυτή βρισκόταν ακόμα σε επαναστατική φάση. Το στοιχείο αυτό το απομόνωσε, απ’ όσο γνωρίζω, καλύτερα απ’ όλους ο Γκράμσι, όταν παρατηρούσε ότι η αστική ιδεολογία είναι η πρώτη ιδεολογία στην ιστορία που εμφανίζεται να έχει οικουμενικές αξιώσεις, να μην περιέχει δηλαδή τίποτε το οποίο να παραπέμπει στον εγγενώς περιοριστικό χαρακτήρα της δυνατότητας τού να ανήκεις στην άρχουσα τάξη. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες άρχουσες τάξεις, με άλλα λόγια, οι αστοί δεν έκαναν μέρος της ιδεολογίας τους την αποκλειστική, εγγενώς περιορισμένη φύση του ανήκειν στην τάξη τους: αντίθετα, με όπλα τη φιλοσοφία και το δίκαιο, καθώς και την εκπαίδευση, προπαγάνδισαν την οικουμενικότητα της υπόσχεσης της ταξικής ανόδου για όποιον είχε, υποτίθεται, τη διάθεση και την ενεργητικότητα να καλυτερεύσει τις συνθήκες της ζωής του. Έτσι, αυτό που για τις προηγούμενες άρχουσες τάξεις έπρεπε αναγκαστικά να παίρνει τη μορφή φυσικού πεπρωμένου -του φυσικού πεπρωμένου κάποιων να είναι δούλοι, δουλοπάροικοι, υποτελείς, ακτήμονες αγρότες, αποικιακή εργατική δύναμη, κλπ- καθίσταται, κατά την ακμή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, κάτι σαν απλή και θεραπεύσιμη συγκυρία, με κάθε δυνατότητα μεταβολής εφόσον κάποιος μάθει όσα χρειάζεται να γνωρίζει για να γίνει και αυτός ένας αστός (όχι χωρίς εξαιρέσεις, βέβαια, όπως ανάγλυφα δείχνει η «αντί-ιστορία» του φιλελευθερισμού του Ντομένικο Λοζούρντο, σε ό,τι αφορά μια σειρά πληθυσμών για τους οποίους οι φιλελεύθεροι θα επιμείνουν ότι είναι γεννημένοι για υποτέλεια).<br />
Η αποδοχή του κραυγαλέου ψεύδους της δυνητικής οικουμενικότητας του αστισμού οδηγεί τον άνθρωπο που έχει ιδεολογικά αστικοποιηθεί στην πλήρη αδυναμία κατανόησης του γεγονότος ότι η κάρτα μέλους της αστικής τάξης έχει περιορισμένη κυκλοφορία, και συνεπώς ότι τα πάνδεινα που επιφυλάσσει η αυστηροποίηση των κανόνων εισδοχής επιφυλάσσονται διαρκώς ως δυνατότητες και για τον ίδιο. Η ηλιθιότητα του αστικού κυνισμού, η προσκόλληση σε μια αισιοδοξία που δεν βασίζεται πουθενά απολύτως, είναι αποτέλεσμα της πίστης στην ατομική δυνατότητα να βρίσκεται κανείς για πάντα στο κομμάτι εκείνο της γης που δεν θα υποχωρήσει στο βάραθρο, που θα κρατηθεί με ασφάλεια πάνω από την κοιλάδα των λυγμών όπου κάθε<br />
αστός γνωρίζει ξεκάθαρα ότι εξελίσσεται η εν ζωή κόλαση για την πλειονότητα.<br />
Η δυνατότητα επίγνωσης, με άλλα λόγια, εξαντλείται στη μισό-αδιάφορη αντίληψη του γεγονότος ότι η πλειοψηφία ζει και θα ζει στην κόλαση, και στην κυνική αποδοχή της αναγκαιότητας του γεγονότος- σταματά αυτόματα μόλις τίθεται το ερώτημα αν το εκάστοτε άτομο κατέχει κάτι αναπαλλοτρίωτο που να το προστατεύει απ’ αυτή τη μοίρα. Ο αστικοποιημένος άνθρωπος δεν είναι μονάχα τόσο ανόητος ώστε να μην κάνει το παραμικρό για να αυτοπροστατευτεί έγκαιρα από τις όλο και πιο άγριες διαθέσεις της τάξης στην οποία νομίζει πως ανήκει, αλλά αρκετά ανόητος για να θεωρεί πως υφίσταται καν ως οντότητα, ως ατομική προσωπικότητα, στα μάτια της. Η αυτοσυνειδητότητά του εξαντλείται στη νοερή απαρίθμηση που κάνει για χάρη του εαυτού του των συγκριτικών πλεονεκτημάτων με τα οποία θεωρεί πως θα εξασφαλίσει την επιβίωση σε βάρος των άλλων. Αυτό το γνωρίζει κυνικά- δεν του περνά στιγμή απ’ το μυαλό ότι εκατομμύρια άλλοι, εξίσου κυνικοί και ανόητοι με τον ίδιο, κάνουν τους ίδιους ακριβώς λογαριασμούς, και ότι είναι ακριβώς η αδυναμία του να σκεφτεί πραγματικά ατομικά δηλαδή, πραγματικά κοινωνικά- που τον καταδικάζει στη συλλογική μοίρα που νόμισε πως επιφυλάσσεται μόνο για τους άλλους.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>VI</strong></h5>
<p>Όποια κι αν είναι τα υλικά βάσανα της ζωής στον καπιταλισμό, δεν μπορούν να επισκιάσουν το μοναδικής σκληρότητας ψυχικό βασανιστήριο που επιβάλλει στα θύματά του: στα όνειρά τους νιώθουν πως έχουν πρόσβαση στη λογική,<br />
πως την κρατούν στα χέρια τους πρόθυμη και τιθασευμένη και πως μπορούν μεμιάς, στηριγμένοι πάνω της, να σπάσουν κάθε αλυσίδα που τους κρατά καρφωμένους στο έδαφος με την αναντίρρητη και παράλογη δύναμη του εφιάλτη.<br />
Αλλά μετά ξυπνούν, κι αυτό που βρίσκουν στη θέση της είναι μονάχα η εκλογίκευση της βασιλείας μιας πραγματικότητας που μόνο η απατηλή παρηγοριά του ύπνου παρουσίαζε ως κακό όνειρο.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>VII</strong></h5>
<p>Δεν υπάρχει πιο άχρηστο και πιο επιζήμιο πράγμα παιδαγωγικά από την καλλιέργεια του πνεύματος του ανταγωνισμού. Είναι προφανές γιατί είναι επιζήμιο: δηλητηριάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις επιβάλλοντας διά της βίας μια λογική ιεραρχίας -κάποιος πρέπει να είναι πιο κάτω, κάποιος πιο πάνω. Και παρεμποδίζει έτσι, εξ ορισμού, τη χαρά με τη χαρά του άλλου, που είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίο εμπλουτίζεται και μεγαλώνει η χαρά στη ζωή· ατομικά, παράγουμε λιγότερη χαρά απ’ όση έχουμε ανάγκη.<br />
Αλλά είναι επίσης ολότελα άχρηστος ο ανταγωνισμός: το να φθονώ κάποιον που είναι καλύτερός μου στις διαφορικές εξισώσεις και να θέλω να τον ξεπεράσω δεν μου προσφέρει απολύτως τίποτε στην κατανόηση των διαφορικών εξισώσεων. Στην πραγματικότητα, ο ανταγωνισμός παρεμβάλλει στο πραγματικό δίπολο πάλης, στην πάλη μου με το αντικείμενο και την πάλη μου με τον εαυτό μου ως διαλεκτική ενότητα, έναν φασματικό τρίτο πόλο, στον οποίο στρέφει ψευδώς την προσοχή, ακριβώς για να την αποσπάσει από το πεδίο της πραγματικής μάχης, προβάλλοντας στον άλλο τη λειτουργία του «εμποδίου» ώστε να δώσει άλλοθι στον εαυτό. Αλλά κανείς άλλος δεν είναι εμπόδιο για όποιον έχει μάθει να μην ανταγωνίζεται. Ακόμη κι αν επιζητά να γίνει εμπόδιο.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>VIII</strong></h5>
<p>Όπου ακούς πολλά για «εθνική υπερηφάνεια», να θυμάσαι τα μάτια των ανθρώπων, εκείνα που μοιάζουν με περισκόπια που υψώνουν βυθισμένα υποβρύχια για να δουν πάνω απ’ την επιφάνεια των υδάτων. Ο δρόμος είναι γεμάτος με πλάσματα που ζουν κάτω απ&#8217; την υψομετρική βάση του εαυτού τους, στον οποίο κατοικούν σαν σιωπηλά σφουγγάρια.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XIII</strong></h5>
<p>Η εμπειρία σε κάνει πιο ταπεινό απέναντι σε πράγματα για τα οποία κάποτε ήσουν πιο υπερόπτης και πιο υπερόπτη απέναντι σε πράγματι για τα οποία κάποτε ήσουν πιο ταπεινός. Από καθαρό στατιστική σκοπιά, συνεπώς, η εμπειρία δεν αλλάζει τίποτε, μιας και ο μέσος όρος, ο λόγος της υπεροψίας προς την ταπεινότητα, παραμένει λίγο-πολύ σταθερός.<br />
Αλλά αυτό είναι πρόβλημα της στατιστικής και όχι της εμπειρίας.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XIV</strong></h5>
<p>Η μισή μάχη απέναντι στη βλακεία κερδίζεται από τον άνθρωπο που μαθαίνει να διακρίνει, να σέβεται και να θαυμάζει την ανώτερη απ’ τη δική του ευφυΐα στους άλλους.<br />
Η άλλη μισή -και ηθικά πιο δύσκολη- μάχη απέναντι στη βλακεία κερδίζεται όταν ο ίδιος άνθρωπος μάθει να αντιμετωπίζει το γεγονός ότι οι περισσότεροι απ’ όσους προσφέρονται για τον ρόλο της ανώτερης ευφυΐας είναι άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να διακρίνουν, να σέβονται και να θαυμάζουν την ανώτερη ευφυΐα των άλλων.<br />
Αν η δεύτερη ανακάλυψη σβήσει το ίχνος της πρώτης, ο άνθρωπος κατρακυλά στον κυνισμό, που είναι μία από τις εκδοχές της βλακείας. Αν δεν ανακύψει καν, ο άνθρωπος καταλήγει στην αφέλεια, που είναι η αντίστροφη όψη του κυνισμού. Αν μετά και τη δεύτερη ανακάλυψή του, ο άνθρωπος τύχει να καλλιεργήσει την αδιαφορία εξίσου και αμερόληπτα και για τις δύο ανακαλύψεις της ζωής του, μπορεί να αρχίσει να διεκδικεί τη σοφία. Θα πρέπει όμως να γνωρίζει ότι αυτός που πέθανε πολεμιστής δεν πέθανε σοφός.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XV</strong></h5>
<p>Μια απ&#8217; τις βασικότερες, αν όχι η βασικότερη, φράσεις-ταμπού στην Ελλάδα είναι η φράση «δεν καταλαβαίνω». Είναι μια φράση που θεωρείται ντροπιαστική, διότι ο Έλληνας, εξ ορισμού, καταλαβαίνει τα πάντα. Η δική μου εμπειρία, απ’ την άλλη, με δίδαξε πως όσο περισσότερα είναι αυτά που καταλαβαίνεις, τόσο πληθαίνουν και αυτά που δεν καταλαβαίνεις, όχι παρά τα όσα έχεις καταλάβει αλλά ακριβώς επειδή κατάλαβες όσα κατάλαβες. Κατά συνέπεια, και όπως το βλέπω εγώ, η παραδοχή «δεν καταλαβαίνω» είναι μια χαρούμενη παραδοχή, διότι απορρέει από κάποιες εμπειρίες κατανόησης και από την απορρέουσα επίγνωση της διαφοράς ανάμεσα στην κατανόηση και τη μη κατανόηση. Κι όμως, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν το «δεν καταλαβαίνω» σαν κάποια δήλωση ανεπάρκειας που σε εξορίζει στο περιθώριο όσων καταλαβαίνουν τα πάντα αδιακρίτως. Δεν το καταλαβαίνω αυτό.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XVI</strong></h5>
<p>H θρησκεία είναι ο διαρκής κίνδυνος που διατρέχει κάθε αποχαλινωμένος εγκληματίας και κακοποιός να αποκτήσει συνείδηση.<br />
Η πολιτική οικονομία είναι η επιστήμη που εξασφαλίζει όtι ο αστός δεν κινδυνεύει από ένα τέτοιο ενδεχόμενο.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XVII</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;">Μακχήθ: Και τρως το ψάρι με το μαχαίρι, ηλίθιε.<br />
Για τ’ όνομα του θεού&#8230; αν υπάρχει θεός [&#8230;]<br />
Πόλυ, βλέπε και λυπήσου με&#8230;<br />
Άντε να κάνεις αυτούς τους αλανιάρηδες ανθρώπους.<br />
Μπέρτολτ Μπρεχτ, Η Όπερα της πεντάρας, πράξη πρώτη, σκηνή δεύτερη</p>
<p>Στις καλές οικονομικές εποχές, το λούμπεν προλεταριάτο των εγκληματιών αγωνίζεται να μιμηθεί τους μεγαλοαστούς, να συνοδεύσει το ματωμένο του χρήμα με τους κατάλληλους καλούς τρόπους και να γίνει έτσι «καθωσπρέπει».<br />
Στις κακές, οι μεγαλοαστοί μιμούνται το λούμπεν προλεταριάτο, προσπαθώντας να περιφρουρήσουν το χρήμα που άρπαξαν κι αυτό που προτίθενται να στύψουν απ’ τις παλλόμενες καρδιές των ζωντανών με τους κατάλληλους τρόπους, δηλαδή ισοπεδώνοντας κάθε εμπόδιο καθωσπρεπισμού.<br />
Είναι λοιπόν το ίδιο ψευδές ότι οι στυγνοί λωποδύτες και μαχαιροβγάλτες «ανεβαίνουν» επίπεδο στις καλές εποχές, όσο είναι ότι οι μεγαλοαστοί «κατεβαίνουν» απ&#8217; το δικό τους επίπεδο στις κακές. Από τους δύο όμως, εκείνοι που εκτίθενται ως αθεράπευτα ρομαντικοί είναι οι στυγνοί λωποδύτες και μαχαιροβγάλτες.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XVIII</strong></h5>
<p>Λέγεται πως είναι μεγάλη ειρωνεία το γεγονός ότι ο διαβόητος γκάνγκστερ Αλ Καπόνε συνελήφθη τελικά όχι για τους φόνους που διέπραξε αλλά για φοροδιαφυγή.<br />
Αλλά δεν είναι καθόλου ειρωνικό αυτό το γεγονός. Ο Αλ Καπόνε δεν σκότωνε ανθρώπους κυρίως για ευχαρίστηση αλλά κυρίως για να βγάλει χρήματα, πράγμα που αντικατοπτρίζεται ως κίνητρο πολύ περισσότερο στη φοροδιαφυγή απ’ ό,τι στα πτώματα των θυμάτων του.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XIX</strong></h5>
<p>Αηδία: Το τελευταίο ανθρώπινο δικαίωμα.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XX</strong></h5>
<p>Με κάποια μελαγχολία διαπιστώνει κανείς ότι ανάμεσα στην άγνοια του σημαντικού και τη γνώση του ασήμαντου, η πρώτη έχει τουλάχιστον την παρηγοριά ότι αυτό που δεν κατανοήθηκε στην ώρα του θα λάμψει με την ευκρίνεια που εξ αρχής είχε αργότερα, όταν οι συνθήκες ξαναγίνουν ευνοϊκές για τη σκέψη σε συλλογικό επίπεδο. Η δεύτερη, αντίθετα -η τωρινή μας κατάσταση, δηλαδή- έχει να προσμετρήσει στην οδύνη για την έλλειψη επίγνωσης του παρόντος και την αναμονή της χλεύης του μέλλοντος, όταν το βλέμμα του διαπιστώσει πως καμιά τραγικά αγνοημένη ατομική μορφή δεν θα μπορεί να συλλέξει απ’ τα συντρίμμια μας, πως κανείς ξεχασμένος συγγραφέας δεν φρόντισε, σε πείσμα της δικής μας εξάρτησης απ’ την αυταπάτη, να καταγράψει την αλήθεια του καιρού μας. Μια τέτοια αναξιότητα είναι προνόμιο λίγων εποχών και η ιστορία των ιδεών απομακρύνει το βλέμμα της απ&#8217; αυτές μ’ ένα μείγμα διακριτικότητας και οίκτου.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXI</strong></h5>
<p>Λέγεται πως ο Μιχαήλ Μπαχτίν αναγκάστηκε, λόγω της έλλειψης τσιγαρόχαρτου στον πόλεμο, να καπνίσει το χαρτί του προσχεδίου του για ένα βιβλίο πάνω στο γερμανικό Bildungsroman, καθώς το ίδιο το βιβλίο καταστρεφόταν σε έναν βομβαρδισμό, μαζί με τον εκδοτικό οίκο.<br />
Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, πολλά απ’ τα κείμενα που γράφονται εν είδει στοχασμού σήμερα δεν έχουν χρεία χαρτιού. Αν το χρειαστούν, μπορούν να αντλήσουν ελπίδα απ’ το γεγονός ότι πολλοί απ’ τους αναγνώστες δεν καπνίζουν, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκουν εύκολα τσιγαρόχαρτο.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΧΧΙΙ</strong></h5>
<p style="text-align: left;">Η κοινωνία μας υποπτεύεται σφοδρά τον εαυτό της για ηλιθιότητα. Της δίνω απόλυτο δίκιο. Αλλά αδυνατεί να εντοπίσει της αιτία  αυτής της ηλιθιότητας. Πράγμα απόλυτα φυσιολογικό με δεδομένη την αξιοπιστία των υποψιών της.<br />
Το σπασμένο δάχτυλο εντοπίζει την εστία του πόνου σε κάθε σημείο του σώματος που πιέζει.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXIII</strong></h5>
<p>«Άραγε είναι επειδή σπανίζουν σήμερα οι προδότες που σπανίζουν τόσο και οι ήρωες ή επειδή έχουν εκλείψει πια οι ήρωες που λιγόστεψαν τόσο πολύ οι προδότες;» ρώτησε κάποιος, συγγραφέας του θεάτρου προφανώς. Πολλά κακά πράγματα συμβαίνουν στις μέρες μας, σκεφτόταν, μα τραγωδία καμιά.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXIV</strong></h5>
<p>Ήσουν ελεύθερος να νομίζεις πως ήσουν ελεύθερος. Και σ’ αυτό ήσουν ίσος με όποιον άλλο ήταν ομοίως ελεύθερος να νομίζει πως ήταν ελεύθερος.<br />
Τώρα, δεν νομίζεις πια πως ήσουν ελεύθερος. Δεν είσαι πια ελεύθερος να το νομίζεις. Και σ’ αυτό επίσης είσαι ίσος με όποιον άλλο έπαψε επίσης να νομίζει πως ήταν ελεύθερος, επειδή δεν είναι πια ελεύθερος να το νομίζει.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΧΧV</strong></h5>
<p>Από την απαρχή της κρίσης στην Ελλάδα, «το τέλος των ψευδαισθήσεων» έχει ανακηρυχθεί από πολλούς (και πολύ φοβούμαι ότι δεν εξαιρούμαι των πολλών) και με διάφορες περιστασιακές αφορμές. Για να αποδειχθεί, βέβαια, λίγο μετά, ότι ήταν το ίδιο, ως φράση και ως γνωμάτευση, μία ακόμα ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, πολλά έχουν τελειώσει στο επίπεδο της υλικής πραγματικότητας, οι ψευδαισθήσεις όμως μοιάζει αντί να σώζονται να αυγατίζουν.<br />
Ίσως θα ήταν φρονιμότερο εφεξής να πάψουμε να μιλούμε για «τέλος των ψευδαισθήσεων». Ίσως θα ήταν φρονιμότερο να αρχίσουμε να λέμε πως ουσιαστικά οι ψευδαισθήσεις δεν τελειώνουν· και πως, σε τελική ανάλυση, το<br />
μόνο που έχει σημασία είναι αν μας κάνουν άμεσα κακό ή αν έχουν κάποιες δυνατότητες να μας βοηθήσουν να ανταπεξέλθουμε με θάρρος και με δύναμη τη δοκιμασία του Πραγματικού.<br />
Ίσως θα ήταν επίσης φρονιμότερο να προασπιστούμε μια αντίληψη της πολιτικής ωριμότητας σύμφωνα με την οποία κάθε πραγματικό βήμα μπροστά αντί να ενισχύει τις βεβαιότητες αποκαλύπτει ψευδαισθήσεις εκεί όπου πριν<br />
δεν φαινόταν καμία. Ίσως να πρέπει να δεχτούμε ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν μόνο ένα αυστηρά πεπερασμένο σύνολο ψευδαισθήσεων τη φορά. Και ίσως η κουλτούρα μας -βασισμένη στην αυτο-αντίληψή μας ως<br />
αξιοζήλευτα πραγματιστών που «ξέρουν πολύ καλά τι πραγματικά συμβαίνει» με το τάδε ή δείνα θέμα, και που διακρίνουν αλάθητα τη βρώμικη αλήθεια πίσω απ’ τις εξιδανικεύσεις- να είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που βρίσκεται<br />
μπροστά μας σ’ αυτή την πορεία, η μεγαλύτερη πηγή ψευδαισθήσεων («Πώς σφάλλουν όσοι δεν εξαπατώνται;», ρωτούσε παλαιότερα ο Λακόν).</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXVI</strong></h5>
<p>Τόσες και τόσες εκκλήσεις να γρηγορούμε απέναντι στον κίνδυνο; να μη χάσουμε τη γλώσσα μας, την εθνική μας ταυτότητα, την αρρενωπότητά μας, την ελληνική οικογένεια.<br />
Ούτε μια έκκληση να μη χάσουμε την αγωνία μας, την οργή μας, το βάρος της ενοχής μας, τα φαντάσματα που μας στοιχειώνουν, κι αυτή τη συναίσθηση του ανάρμοστου, της ύβρεως και της αναγκαιότητας μαζί κάθε που βάζουμε<br />
μολύβι στο χαρτί να γράψουμε στη σκιά ανθρώπων με τσακισμένα χέρια και με βυθισμένα μάτια.<br />
Ο δωσιλογισμός εξημερώθηκε, εξευρωπαΐστηκε, κάθισε αναπαυτικά στο σαλόνι, ξεφυλλίζει βαριεστημένα περιοδικά και συλλογές ποιήσεως, χασμουριέται.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXVII</strong></h5>
<p>Τίποτε δεν είναι ολότελα νέο· τίποτε δεν είναι απλή επανάληψη του ίδιου· κανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τον ακριβή συσχετισμό του νέου και του παλιού στο κάθε τι.<br />
Μάθε απ&#8217; αυτό που επαναλαμβάνεται- προφύλαξε την καινοφάνεια αυτού που είναι νέο· άντλησε τα μαθήματά που από την πρότερη άγνοια σου και όχι μόνο από τη στερνή σου γνώση,</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>XXVIII</strong></h5>
<p>Ήταν κάποτε κάποιοι φίλοι που τους άρεσε να παίζουν άλογα για στοιχήματα στον ιππόδρομο. Μια μέρα διάλεξαν ένα άλογο για να στοιχηματίζουν. Ήταν ανόητοι φίλοι. Επειδή στοιχημάτισαν στο άλογο, το θεωρούσαν κτήμα τους, δικό τους. Καθόντουσαν στην κερκίδα και το έβλεπαν να τρέχει κι έλαμπαν με την περηφάνεια του ιδιοκτήτη. Ώσπου μια μέρα που το άλογο σκόνταψε, ταλαιπωρημένο καθώς ήταν απ&#8217; τις κούρσες καθημερινά, πήραν την καραμπίνα εκνευρισμένοι και χολερικοί να το σκοτώσουν: «Εμείς δεν θέλουμε ένα σακάτικο άλογο!», έλεγαν οι φίλοι όλοι μαζί. «Θέλουμε το άλογό μας να κερδίζει».<br />
Το άλογο τους κοίταζε, αλλά επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει σε γλώσσα που να καταλαβαίνουν, δεν μπορούσε να τους εξηγήσει ότι σε ένα άλλο επίπεδο του ιππόδρομου, ήταν κι οι ίδιοι άλογα για άλλους αυτόκλητους ιδιοκτήτες,<br />
ι ίου είχαν επίσης στοιχηματίσει επάνω τους, όχι όμως πως θα κερδίζουν διαρκώς αλλά, αντίθετα, πως θα μείνουν για πάντα μια παρέα από πολύ ανόητους φίλους που νομίζουν πως παίζουν στα άλογα, ενώ παίζονται σαν άλογα και άλογο δεν είχαν στ’ αλήθεια δικό τους κανένα.<br />
Αυτό ήταν το δεύτερο στοίχημα. Και το στοίχημα κερδιζόταν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, ΠΑΛΙ</strong></h5>
<p>Στις άκρες των δάχτυλων μου<br />
πόλεις αυλακωμένες απ’ τη μάνα αγροτιά<br />
λαβύρινθοι συγκυριακοί<br />
για πόλεμο ετοιμάζονται.<br />
Καίγομαι, γράφω.<br />
Συλλέγω τα ξερόκλαδά μου<br />
διακλαδώνομαι πάνω στην πλάτη του αέρα.<br />
Καπνιά πυκνή ετοιμάζω.</p>
<p>Βάλαν και τραγουδάνε<br />
οι ξυλόσομπες, μεθάει ο άνεμος,<br />
σφυρίζει το μαντέμι.<br />
Γράφω, καίγομαι.<br />
Ζωντάνεψαν οι ψίθυροι των δέντρων<br />
στον γραφίτη. Αξίνες τρώνε<br />
τα ορυκτά των χόνδρων μου.<br />
Και ποιον πληγώνω<br />
για όλο αυτό το μαυρισμένο αίμα<br />
των σημείων;</p>
<p>Σαν την ψυχή που ξεθαρρεύει<br />
κι από το σώμα πιο ψηλά σηκώνεται<br />
καπνίζω.<br />
Θα είμαι όλα, τώρα, και θα εκτείνομαι<br />
σαν το ποτάμι σ’ ενδοχώρες.<br />
Δε θα θυμάμαι τίποτε.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ</strong></h5>
<p>Τα δάχτυλά της<br />
παραπομπές του οστού,<br />
μετέωρα ανάμεσα στη σάρπα<br />
και στο υπόλειμμα:<br />
κουρέλι, μαριονέτα ή ψυχή;</p>
<p>Χόρεψε, σώμα.<br />
Τώρα ανάδεμα μικρό<br />
μες στο νερό της λίμνης,<br />
τώρα φτερούγες που διπλώνουνε στιλπνές,<br />
τώρα μια πλεύση κραταιά<br />
καθώς βυθίζεται στην ομορφιά<br />
η ορχήστρα.</p>
<p>Τέλος, τα πόδια τα ανήμπορα<br />
κι η νότα που χάνεται μακρόσυρτα<br />
όπως του ρόλου η χάρτινη κι αληθινή<br />
ανάμνηση<br />
που άλλη την έκανε<br />
για λίγο ξανά.</p>
<h5><strong>ΣΙΑΜ</strong></h5>
<p>Ακέραιο νόμισμα μέρας·<br />
δυο παλάμες<br />
γεννημένες γυμνές<br />
σαν αγάλματα<br />
κλειδώσεις που φώλιασαν<br />
η μια στην άλλη<br />
σαν κουτάλια από χώμα<br />
πλασμένα και σαν ζώα<br />
τρεμάμενα·</p>
<p>ψηλά κυματίζει<br />
η λευκή σημαία<br />
του λινού σεντονιού.<br />
Οι στρατοί των κοιλάδων,<br />
οι στρατοί των λόφων<br />
ηττημένοι<br />
κι αιχμάλωτοι.<br />
Αντίστροφη έριδα!<br />
Κρυμμένα στους κόρφους<br />
τ’ αντικλείδια διαρρήκτη<br />
που με πλούτο<br />
το άδειο σπίτι<br />
γεμίζει.</p>
<h5><strong>Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>III. Η ΧΩΡΑ</strong></h5>
<p>Αυτό το δάσος σάρκας<br />
που κρύβουνε δυο δάχτυλα!<br />
Οι γλουτοί, τα στήθη, οι μηροί κι οι αγκώνες,<br />
οι ωμοπλάτες και τα γόνατα, το βρεφικό λίπος,<br />
οι αποταμιεύσεις του σε τράπεζες πτυχών,<br />
το ουράνιο ενδεχόμενο και το επίγειο,<br />
η ετερογένεια των αποχρώσεων της επιδερμίδας<br />
αλλού χλωμής σαν το κερί<br />
κι αλλού, από την πίεση μες στο στενό το πέρασμα, μαβιάς<br />
μέσα απ’ τη χώρα<br />
που τη φουσκώνει μια θάλασσα από αίμα.</p>
<p>Τ’ ασχημάτιστα μάτια<br />
του βρέφους στην κοιλιά<br />
η φρίκη στο πρόσωπο της μορφής<br />
με τα σκουρόχρωμα μαλλιά<br />
που στροβιλίζεται σε άλλα,<br />
σκοτεινότερα βάθη,<br />
ο φόβος του φωτός στα μάτια<br />
που δε ζήτησαν να δουν<br />
μες στο ζεστό κι υγρό σκοτάδι τους·<br />
κι η διαστολή, η άσεμνη, η ιερή,<br />
του αιδοίου,<br />
της Αφροδίτης το κόκκινο κοχύλι,<br />
της αλληγορίας<br />
η τεθλασμένη μιλιά,<br />
οι ξαφνικές μπάρες των ατόμων,<br />
οι παρεγκλίσεις κι οι τριβές τους,<br />
η φθαρτότητα που επιζεί<br />
μιας απεραντοσύνης -ψεύτικης,<br />
από λαδομπογιά,<br />
τα ίχνη του αίματος που έμειναν στο σεντόνι,<br />
ο ομφάλιος λώρος,<br />
πράσινος σαν το φύκι<br />
που το παρέσυραν κύματα θεόρατα λαγνείας.</p>
<p>Όλα κλεφτοκοιτάζουν<br />
πίσω απ’ την πλάτη<br />
μιας δημιουργίας που ξεχνιέται<br />
σε ειδύλλια νεφών και λόφων.<br />
Κι ο Μικελάντζελο ο ίδιος<br />
με τα βυζιά γεμάτα<br />
απ’ του κρυπτού το γάλα,<br />
με πονοκέφαλο νεοπλατωνικό<br />
μέσα στα ύψη<br />
και τις αναθυμιάσεις της μπογιάς<br />
με μια μήτρα που στάζει από χρώμα<br />
έχει μονάχα δυο χέρια,<br />
το ’να για ν’ αρνείται,<br />
τ’ άλλο για να δέχεται.</p>
<h5><strong>Ο ΛΑΓΟΣ</strong></h5>
<p>(στον γιο μου)</p>
<p>Βαδίζανε δυο δάχτυλα στο δέρμα σου<br />
και πήγαινε ο λαγός<br />
χρύσιζες τότε πιο πολύ στο φως<br />
που ’ρχόταν από μέσα σου<br />
με τ’ άλλο να φιλιώσει<br />
και στον καινούργιο αφαλό<br />
δεμένο κόμπο τ’ άνθος.<br />
Περίμενες, ξανθός ακόμα,<br />
άγουρος, τη διαδρομή προς το πηγάδι<br />
του λαιμού<br />
κι εγώ κινούσα λαοπάτητος<br />
-κι οι δυο μας χωραΐτες-<br />
να σε διασχίσω,<br />
τις ευλογίες μου<br />
οστό μ’ οστό συλλέγοντας.<br />
Και προσευχή άλλη δεν ήθελα.<br />
Ήσουν εσύ μια εκκλησιά καινούργια<br />
και προσευχή μαζί.</p>
<h5><strong>Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το έκτο δάχτυλο,<br />
ανάμεσα σε δείκτη και παράμεσο,<br />
διαγώνια διακόπτει μια συζήτηση<br />
τον όλεθρο<br />
κηρύσσοντας ως προϋπόθεση<br />
του χώρου.<br />
,<br />
Γιατί δεν περισσεύει χώρος<br />
απ’ τον χρόνο<br />
που μας δίνεται.</p>
<p>Αντίθετα στραμμένος απ’ τη ζωή,<br />
ο θάνατος είναι μια λείανση<br />
σε μάρμαρο<br />
για να περνούν μετά<br />
επάνω απ’ το κουφάρι μας<br />
απρόσκοπτα οι άλλοι.</p>
<p>Κάποιοι κρατούν<br />
την κιμωλία του Άδη,<br />
το λοιπόν. Και του λευκού<br />
το πέρασμα στο μαύρο.<br />
Διδάσκει την αναίρεση<br />
ο κάθε καπνιστής.</p>
<p>Η εισπνοή του κόσμου,<br />
που αθεράπευτα εθίζει κάθε ον,<br />
είναι ένα μακελειό<br />
γιατί τα πράγματα δεν έμαθαν ακόμη<br />
να μη μας μαχαιρώνουν.<br />
Το λέει σιωπηλά<br />
με το σημάδι του καπνού<br />
με χέρια δίκοπα μιλά,<br />
που τα οπλίζει ο χρόνος.</p>
<h5><strong>Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ</strong></h5>
<p>Γιαν Βαν Χοφ, παιδί ασπρομάλλικο του Άρνεμ,<br />
η Μαμά σ’ αποχαιρετά.<br />
Σου δείχνει τ’ αγαθά της δόντια,<br />
τα φθαρμένα της ούλα.<br />
Στο πυκνό δάσος του πόνου της<br />
ανοίγει ένα ξέφωτο για να είσαι<br />
εσύ.</p>
<p>Γιαν Βαν Χοφ, η Μαμά δεν έμαθε<br />
να σου μαγειρεύει<br />
να σου σιδερώνει τα ρούχα<br />
δε σε πήρε απ’ το χέρι<br />
να σε πάει σχολείο.<br />
Δεν ανταγωνίστηκε<br />
για τις επιδόσεις σου με άλλες μαμάδες.<br />
Δε μοιράζεστε την ίδια τροφή.<br />
Η ανάσα της βρωμάει αρρώστια<br />
και ζώο.<br />
Δε γνωρίζει ποιος είναι<br />
ο Ρενέ Ντεκάρτ.</p>
<p>Γνώρισε μόνο αιχμαλωσία<br />
κι εσένα στα τριάντα έξι σου.<br />
Δεν ξέρει να εξηγήσει γιατί το είδος σου<br />
απ’ όλα τα βιβλία του Δαρβίνου<br />
ξέχασε τον τίτλο του τρίτου.</p>
<p>Μετά την καταγωγή των ειδών γενικά,<br />
μετά την καταγωγή του ανθρώπου ειδικότερα,<br />
το ζήτημα δεν ήταν ο ακριβής βαθμός<br />
της συγγένειας.<br />
Το ζήτημα ήταν η καλλιέργεια<br />
των αποχαιρετισμών, η επίγνωση<br />
του λίγου του χρόνου:<br />
πώς να βρεις τη δύναμη,<br />
πώς ν’ απλώσεις το χέρι<br />
μέσα απ’ την απέραντη απόσταση<br />
όπου χάνεσαι<br />
για πάντα<br />
και ν’ αγγίξεις.</p>
<p>Γιαν Βαν Χοφ, η Μαμά δεν έμαθε<br />
να διαβάζει. Ξέρει όμως το τρίτο βιβλίο<br />
απέξω, το παίζει στα δάχτυλα<br />
χαϊδεύοντας τα μαλλιά αον<br />
ήσουν καλό παιδί, η Μαμά σ’ αγαπάει<br />
και σε θυμάται, αντίο,<br />
Γιαν Βαν Χοφ, πες τους,<br />
εσύ που διερμηνεύεις<br />
ανάμεσα στις όχθες μας,<br />
πως είναι ορφανοί</p>
<p>πως στο τέλος, παρά τον Ντεκάρτ,<br />
μετά την ομιλία, επέκεινα<br />
της ατομικής φυσικής<br />
δυο χέρια μένουν μονάχα<br />
απ’ το σώμα ν’ απλώνονται,<br />
μες στο σκοτάδι ψάχνοντας<br />
να κρατηθούν,<br />
να κρατήσουν.</p>
<h5><strong>ΕΞΟΔΙΟ</strong></h5>
<p>Η ποίηση δεν έχει στόμα.<br />
Δε λέει Πώς να σε πω &#8211; καλοκαιριάτικο πρωί;<br />
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία.<br />
Λέει γρουτς γρουτς γρουτς<br />
ή κλακ κλακ κλακ.<br />
Η ποίηση έχει μόνο δάχτυλα.<br />
Εσύ ακούς αυτό που δεν ακούγεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΩΝ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΥΡΜΗΓΚΟΦΩΛΙΕΣ</strong></h5>
<p>Μικρό παιδί, με μια φέτα ψωμί και ζάχαρη<br />
στο χέρι, ακέραιος και ασήμαντος<br />
μπροστά στο ξέφραγο χωράφι του χρόνου,<br />
αυθαίρετος σαν το κοράκι κάτω απ’ τον ήλιο<br />
κήρυξα πόλεμο στο είδος των μυρμηγκιών<br />
επινοώντας, με τη διαβολική ευφυία διπλωμάτη,<br />
λογιών πολλών παραβιάσεις:<br />
κατ’ αρχήν αδιαφορούσαν προκλητικά<br />
για τη δική μου ύπαρξη, αλαφιασμένη<br />
πρόωρα απ’ το κυνηγητό της σκιάς της, άμορφη<br />
ακόμη κι άσκοπη, εκτεθειμένη από την εντελέχεια<br />
της δικής τους.<br />
Δεύτερον, υποβίβασαν, ισχυρίστηκα,<br />
ύλες τις αράδες του Ομήρου σε κλίμακα αντιηρωική<br />
η Ιλιάδα τους όλη, μάχες για μια ψίχα ψωμί—<br />
αφήνοντας εμένα να ψάχνω<br />
τη δόξα μάταια, στη συνοικιακή νύστα,<br />
στις τρύπιες μου τσέπες.<br />
Μα πιο σημαντικό, πιο βαρύ έγκλημα,<br />
ήταν πως γνώριζαν της τάξης το αόρατο<br />
και το ’κρυβαν ζηλόφθονα<br />
στα σπλάχνα της φωλιάς τους.<br />
Είχαν μιαν άλλη ζωή, κι εγώ είχα μόνο μία,<br />
κι αυτή ανοιχτή στα βλέμματα της γειτονιάς<br />
σαν πληγή.<br />
Κι έτσι ξεσπούσα μια οργή διπλασιασμένη<br />
απ’ την άγνοια, φονική σε βάρος της φυλής τους<br />
κι ευφάνταστη.<br />
Κι είχα παρέα<br />
στην πλάνη του μυαλού μου<br />
τις φριχτές πράξεις μου, τον ολέθριο θρίαμβό μου.<br />
Κι όμως, τις νύχτες για λίγο δε μ’ άφηνε να κοιμηθώ<br />
η σκέψη πως τους έμοιαζα, με το μαύρο μου κεφάλι<br />
μι την αδυναμία μου απέναντι στην κλίμακα<br />
των μεγάλων αποφάσεων,<br />
με τη ζωώδη λήθη για τη φύση μου<br />
να με σπρώχνουν μπροστά, πένθιμα, στο Φθινόπωρο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΚΥΛΙ</strong></h5>
<p>Το κακό σκυλί γλείφει το φεγγάρι<br />
απ’ την άσφαλτο όταν νυχτώνει.<br />
Δαγκώνει το μεδούλι στο κόκκαλο<br />
που του πέταξε η μέρα,<br />
δαγκώνει τη βροχή των ψύλλων<br />
στο τρίχωμα και στην περατότητα<br />
όλων των υπάρξεων<br />
αντιπαραβάλλει τις γνάθους<br />
της απαράμιλλης πείνας του.</p>
<p>Το κακό σκυλί εχθρεύεται<br />
την ουρά του σαν μια περιττή<br />
πολυτέλεια, σαν παραπανίσια λέξη.<br />
Γρυλλίζει στον γείτονα, στους καλούς<br />
ανθρώπους της πόλης μας, στις κυρίες,<br />
στα μικρά παιδιά. Κανείς δε χαϊδεύει<br />
το κακό σκυλί, μόνο τ’ άστρα,<br />
από μακριά, που του δείχνουν<br />
τον δρόμο άδειο, δικό του.</p>
<h5><strong>ΜΕΔΟΥΣΕΣ</strong></h5>
<p>Υποβρύχια η μοίρα<br />
των αλεξιπτωτιστών<br />
ανθοφορεί σε τρούλους ηλεκτρικών εκκλησιών.<br />
Φωσφορίζει η ασθενέστερη<br />
αρχιτεκτονική των μετασχηματισμών,<br />
η κυματίζουσα μεμβράνη.</p>
<p>Ώστε παίρνουν εκδίκηση τα άνθη!<br />
Για την εκδίωξή τους απ’ τον κήπο,<br />
για τις αντιπαροχές εδάφους και τις αγγελίες<br />
διαμερισμάτων μάς μαστιγώνουν<br />
υδροκέφαλα τα πελαργόνια, κι οι αρμπαρόριζες,<br />
κι οι ντάλιες με τη ρίζα στο φαρμάκι.</p>
<p>Στην Αυστραλία<br />
όργωσαν έναν κολυμβητή με πληγές<br />
τόσο που αναδύθηκαν έξι νησιά στην πλάτη του<br />
αβύθιστα κι αυτοτελή·<br />
στην Αμοργό περιφράσσουν ακόμα<br />
τον χώρο του ακατάλυτου λόγου, και λένε<br />
όσοι ξέρουν, δεν επιτρέπεται εξαιτίας τους<br />
καμία επιστροφή, για μια φορά μονάχα<br />
γκαστρώνεται η λέξη απ’ τ’ αλάτι.</p>
<p>Σε τέτοια διαφάνεια<br />
κολυμπάμε! Τέτοια μας κόβουνε γυαλιά!<br />
Τυφλές σαν σπερματοζωάρια,<br />
κι από το φως πυκνότερες πυκνώνουν<br />
και αραιώνει το νερό για να περάσουν<br />
και παίρνει το μαχαίρι του ο Θεός<br />
και τις χωρίζει απ’ τα πλευρά της φυσαλίδας<br />
των δυτών, και λέει θα είναι αυτές<br />
οι σκοτεινότερες ανάσες.</p>
<p>Τον ήλιο αποτυπώνουν με εγκαύματα,<br />
με αρμαθιές βελόνες<br />
του κεντάνε πυρκαγιές.<br />
Φριχτές χορεύουν<br />
κι άλαλες, νύφες πνιγμένες<br />
πέπλα.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ</strong></h5>
<p>Αρχαίος μάρτυρας<br />
υπομονετικός κηπουρός<br />
ενσώματη μεταφορά<br />
παραπληγικός άγγελος<br />
ερμητική σφραγίδα<br />
έρπων μεταφραστής<br />
κινούμενος οίκος<br />
παραπαίουσα Κιβωτός<br />
διαλεκτικός ιστός.</p>
<p>Σίγμα η απαρχή της στροφής<br />
άλφα η περιέχουσα εστία<br />
λάμδα το κολλώδες ίχνος<br />
ιώτα η ερμηνευτική κεραία<br />
γάμμα ο κόμβος της δυσκολίας<br />
κάπα η βραδεία επιμονή<br />
ρω η αέναη κύλιση:</p>
<p>δίδαξε με γραφή, σαλιγκάρι·<br />
δίδαξέ με σιωπή.</p>
<h5><strong>Η ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ</strong></h5>
<p>Τα φύλλα φεγγαρόφωτα τρέμουν<br />
στ’ αεράκι- τα βογγητά κάθε κλαδιού<br />
ακούω ενώ το κόκκινο μου πυρακτώνεται<br />
ψυχρά απ’ τ’ ασημένιο φως.<br />
Ακούω, τ’ αυτιά μου στητά,<br />
το βάδισμα από χιλιάδες<br />
μικρές άγνωστες υπάρξεις, πλάσματα<br />
παράφορα δοσμένα στην ακούραστη<br />
και μάταιη δράση όπως εγώ,<br />
μ’ αδιάφορα σε μένα.</p>
<p>Στα δόντια μου πικρή η γεύση<br />
της πείνας, γλυκιά στη γλώσσα<br />
η θέρμη του θηλαστικού, μπλεγμένη<br />
σ’ ένα η επιθυμία και ο φόβος.<br />
Ο ορίζοντας όλος στο ύψος των<br />
τεσσάρων ποδιών,<br />
εκεί που το δάσος είναι<br />
ο ένας σημαδεμένος<br />
απ’ τον καιρό κορμός<br />
μετά τον άλλο, κι ο χρόνος,<br />
που η κουκουβάγια<br />
μετράει αόρατη, χάνεται<br />
κι είναι δικός μου, για κινδύνους<br />
και απολαύσεις εξίσου δοσμένος.</p>
<p>Απόψε δεν υπάρχουν κυνηγοί.<br />
Απόψε είμαι εγώ ο κυνηγός.</p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Ο κόσμος ανάποδα: ένας ουρανός από<br />
χορτάρι και χώμα, το έδαφος αλλού<br />
διάστικτο απ’ τις ουλές άστρων, αλλού<br />
αδιαπέραστο απ’ το μάτι. 0 κόσμος<br />
ανάμεσα: πουλί και θηλαστικό, ποντίκι<br />
και σκύλος, κι ακόμα καρπός σκοτεινός<br />
σε βαρύ κλαδί, τα μάτια της ανοιχτά<br />
σαν στοές στον ύπνο των άλλων.</p>
<p>Όταν ξυπνά, φοράει τα μαύρα γάντια της,<br />
τεντώνοντας τη νύχτα ως τα ακρόνυχά της,<br />
μετρώντας την έκταση των υπέργειων<br />
καλωδίων, χτυπώντας την πόρτα του Γκόγια<br />
με τον απερίγραπτο ήχο του μανδύα της:<br />
ένα φτερούγισμα από στιλπνό σάβανο<br />
κάνει το ρολόι να χτυπά συμβολικότερα,<br />
την πένα να σταματά παγωμένη στο χαρτί.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΚΟΤΣΥΦΙ</strong></h5>
<p>Μεταξύ άλλων, λοιπόν, η ποίηση είναι δεκατρείς<br />
τρόποι να δεις το κοτσύφι, που έχει μόνο<br />
έναν τρόπο να δει εσένα, το πλεόνασμα<br />
του δώδεκα ορίζοντας έτσι με τρόπο<br />
αριθμητικό την ανωτερότητα του είδους<br />
στα μάτια του είδους, ενώ ο ισόπαλος όρος του ενός<br />
φτερουγίζει στον ορίζοντα της διαφοράς<br />
όπου διαφεύγει πάντα ασύλληπτο<br />
το κοτσύφι,<br />
το κοτσύφι.</p>
<h5><strong>«ΑΛΑΡΓΙΝΑ ΠΟΥΛΙΑ&#8230;»</strong></h5>
<p>Εγώ θα ’θελα πρώτος<br />
να ’χα γράψει, αυτή τη φράση<br />
ή μάλλον να την εκφωνούσα,<br />
έχοντας πρώτα ξεδιψάσει<br />
μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό<br />
σε μιαν όχι ευκαταφρόνητη εξέδρα,<br />
τα αποσιωπητικά της<br />
μετατρέποντας σε στίβο επιδείξεως<br />
καθώς ευθυτενή θα εκστόμιζα<br />
και σφριγηλή τη φράση<br />
που θ’ ακολουθούσε.</p>
<p>Ωστόσο, τα εισαγωγικά είναι μικρά φτερά<br />
και τα πουλιά αυτά αδέξια στο τραγούδι,<br />
οι φωνές τους βραχνές<br />
σαν κινέζικο μαγνητοφωνάκι,<br />
κρυμμένο κάτω από πούπουλα<br />
συνθετικά, που έντυσαν με κόλλα<br />
κάποιο ανδρείκελο από χοντρό χαρτόνι.</p>
<p>Καλύτερα, λέω, που μου διέφυγαν<br />
τ’ αλαργινά πουλιά. Εγώ θα φτιάξω<br />
άλλα. Και θα επινοήσω μηχανές<br />
μέσα τους πιο πανούργες, τέτοιες<br />
όπου εξαπατούν τον κάθε<br />
αυτοκράτορα. Ξόβεργα στήνω<br />
ευθύς λοιπόν στον νόμο της βαρύτητας<br />
και τον ακήρυχτό μας πόλεμο<br />
κηρύττω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΕΥΚΟ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ (2021)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>α. όντα είναι</strong></em></h6>
<h5><strong>ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ</strong></h5>
<p>Χιόνι σήμερα<br />
απ&#8217; άκρη σ&#8217; άκρη<br />
ένας κότσυφας μόνο<br />
μαύρος διακόπτει<br />
τη λευκή συνοχή.<br />
Τρελός κότσυφας!<br />
Τον συλλαμβάνω<br />
μα εκεί που γρήγορα<br />
κουνάω σαν φτερό<br />
προσθετικό<br />
το χαρτί<br />
να στεριωθεί<br />
το χρώμα, πετάει<br />
στη στιγμή.</p>
<h5><strong>ΛΕΥΚΟ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ</strong></h5>
<p>Λευκό στο λευκό:<br />
το πιο δύσκολο ίχνος<br />
όταν η ίδια αλεπού<br />
αντικατοπτρίζεται στα νερά<br />
διαφορετικών λιμνών∙<br />
ή όταν στην ίδια λίμνη, η άλλη<br />
αλεπού ατενίζει τον αντικατοπτρισμό<br />
νεκρών άστρων.</p>
<p>Μια σκιά<br />
το πέρασμα των ειδώλων τους<br />
πάνω απ&#8217; την επιδερμίδα<br />
των υδάτων, μια σκιά ακόμη<br />
το πέρασμα του δικού μου ειδώλου<br />
μέσα απ&#8217; αυτά εδώ<br />
τα πεσμένα φύλλα.</p>
<p>Λευκό στο λευκό:<br />
σαν να μην είδες τίποτε,<br />
σαν αυτό που είδες<br />
να μην είχε έρθει ακόμη,<br />
σαν να βρισκόταν ήδη<br />
απ&#8217; την άλλη πλευρά της πτυχής<br />
που σε περιλαμβάνει.<br />
Αρετή του ελάχιστου!<br />
Γλυκό, συμπυκνωμένο γάλα της Μεταφυσικής!<br />
Πάλι καμώνομαι τον θάνατο<br />
που βρίσκει τα όντα στο δάσος!<br />
Πάλι ντύνομαι με το τρίχωμα<br />
του γοερού θηρίου!</p>
<p>Το πιο δύσκολο<br />
ίχνος, η κλωστή του υδράργυρου<br />
στο σπασμένο θερμόμετρο, στη σπασμένη<br />
λέξη<br />
η κινούμενη άμμος.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΣΚΙΑ</strong></h5>
<p>Σε ξέρω. Φόρεσες το δαχτυλίδι της φωτιάς<br />
και τις αρχέγονες φοράδες οδήγησες<br />
στην πύλη. Στα χέρια κράτησες του κεραυνού<br />
το χαλινάρι. Έτσι δεν είπες; Γιατί είσαι έτσι σιωπηλός;<br />
Ποιον Μέλανα Δρυμό, ποιο ανθρώπινο ξέφωτο,<br />
ποια κίνηση ανάμεσα στα γκρίζα δέντρα αναζητάς ακόμα;<br />
Πώς γίνεται, παιδί εσύ, να κουβαλάς στο τρίχωμα<br />
τόσο βρώμικο χιόνι; Σε ποια ακόμα πανδοχεία<br />
σπορείς θαρρείς να κοιμηθείς, άγνωστος κι ελαφρύς<br />
σαν να μην έζησες καθόλου μαζί μας; Σε ξέρω.<br />
Έστησες αυτί στις αόρατες αρτηρίες<br />
του μετάλλου, υπολόγισες τον ήχο μυστικών<br />
κραμάτων. Τα πράγματα χωρίς σκιά<br />
ζήτησες να δεις: την Πάτμο. Σε βλέπω, τρελέ<br />
κι αυτόχειρα, με την αρχαία ερώτηση,<br />
με τις δυο κόκκινες παπαρούνες<br />
στους κροτάφους.</p>
<h5><strong>ΓΥΜΝΑΣΜΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>Μέρες που ο άνεμος γίνεται ακριβός.<br />
Λαξευμένος στο ελάχιστο, φευγαλέος,<br />
συναντά το δέρμα με σπουδή εραστή<br />
κι αυτό ριγεί με ολιγαρκή ηδονή,<br />
της προσευχής του οι πόθοι απαντημένοι,<br />
οι ιδρωμένοι κόποι του κορμιού αίφνης<br />
γλυκείς, το αλάτι της χαλεπής του ύπαρξης,<br />
πάντα φτωχής ενώπιον της αυτενέργειας<br />
των στοιχείων, για λίγο μετουσιωμένο<br />
σε περιπαθή ηδύτητα, στο κλείσιμο βλεφάρων.</p>
<h5><strong>Η ΚΟΥΠΑ</strong></h5>
<p>Μισό μηδέν<br />
για να κρατώ<br />
το όλον<br />
λευκό χιόνι<br />
πορσελάνης<br />
ημισέληνος<br />
σκιάς<br />
στίλβη<br />
χείλους —<br />
η αγαθή συμπαιγνία<br />
περιέχοντος<br />
και περιεχομένου<br />
δίπλα μου<br />
συντροφιά<br />
στον δρόμο<br />
χωρίς ίχνη<br />
σ&#8217; αυτό το σιωπηλό<br />
μονοπάτι.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>β. η πληγή που μιλάει</strong></em></h6>
<h5><strong>ΕΝΑΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ</strong></h5>
<p>(για τη Νέφη Χριστοδουλίδη)</p>
<p>Ένας χαρταετός μεσίστιος, στα σύρματα πιασμένος<br />
ταυ άγγελος ημιτελής κι απρόσμενος του Klee·<br />
στην τσέπη μου ακόμα οι σπόροι του ροδιού<br />
οι σταφίδες, το σουσάμι, το σιτάρι.<br />
Σε ένα χρόνο, σκέφτομαι, θα χρειάζομαι<br />
και τις δυο μου παλάμες<br />
για να μετρήσω την απουσία σου,<br />
αν κι η φωνή σου έχει γραφτεί μαγνητικά<br />
στον νου· όχι όπως ήταν, μα ηχογραφημένη<br />
όπως μια φωνή που καταφτάνει<br />
από μακριά, από τα σκοτεινά νερά, τους τόπους<br />
των σκιών. Όπως πάντα όμως, όπως κι εκείνη<br />
τη μέρα που έκπληκτος διαπίστωσα το βάρος σου<br />
στους ώμους μου, ήτανε πάλι όλα φωτεινά<br />
κι ηλιόλουστα, και όπως πάντα τα κίτρινα<br />
λουλούδια οργίαζαν μπροστά στο σπίτι σου<br />
και το δικό μου.</p>
<p>Αυτή είναι η μία ειρωνεία την οποία καταχωνιάζω εδώ<br />
σαν σκύλου πικρό κόκκαλο στην αυλή,<br />
κι η άλλη πως αυτό γύρω απ&#8217; το οποίο<br />
περιστρέφονται τα πράγματα, το κέντρο της βαρύτητας<br />
που στεφανώνουν στην κυκλική τους τροχιά<br />
ο χαρταετός, οι σπόροι, κι αυτά τα επίμονα<br />
κίτρινα λουλούδια, Θα παραμείνει απόν<br />
όπως εσύ.</p>
<h5><strong>Ο ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">And what rough beast, its hour come round at last&#8230;<br />
W.B. Yeats</p>
<h5><strong>Ι. ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΩ ΑΝΗΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<p>Είκοσι χρονώ ανήμερος<br />
γεννήθηκε σπρώχνοντας το κεφάλι του<br />
απ&#8217; του πατρός του τα έκπυρα πλευρά.<br />
Πλάσμα αλλόκοτο. Δεν ξέρει<br />
ούτε πόλεμο ούτ&#8217; ειρήνη.<br />
Ανήσυχος όπως ο τυφλοπόντικας.<br />
Αναζητά τ&#8217; όνομά του ανάμεσα<br />
στους κροτάφους μου, στους τάφους<br />
που σπέρνει άκαρπα,<br />
με την ελλειμματική προσοχή εφήβου.<br />
Με τα λατινικά βαρβάρου<br />
ζητά το μερτικό του<br />
απ&#8217; την πένθιμη γιορτή<br />
των τελευταίων ανθρώπων.</p>
<h5><strong>VII. ΟΔΟΣ ΛΗΔΡΑΣ</strong></h5>
<p>Μεσημέρι κι ο καιρός σχεδόν αίθριος προς βροχερός.<br />
Το έθνος ξεκουραζόταν από την ημικρανία του.<br />
0 πόνος είχε εκδηλωθεί με τη σειρά:<br />
πρώτα δεξί ημισφαίριο,<br />
μετά αριστερό ημισφαίριο, μετά πάλι<br />
Βορράς και Νότος<br />
κι έσφιγγε η μέγγενη της νήσου<br />
που γέννησε ο πυρετός<br />
εντός κι εκτός του κρανίου μας.</p>
<p>Ποιος, ρώτησα τη σπηλιά που ξεπρόβαλλε στο βάθος<br />
του δρόμου με τ&#8217; αλλόφρονα λάβαρα,<br />
ποιος δίνει πια σημασία<br />
σε μια μικρή ανατροπή της καθημερινότητας;<br />
Ποιος, μου αποκρίθηκε η σπηλιά<br />
μέσα από έναν τηλεβόα της αστυνομίας,<br />
ποιος λογαριάζει τα μαύρα πουλιά<br />
που πληθαίνουν ανάμεσα στις πέτρες του τείχους;</p>
<p>Έτσι άγονα και ήσυχα περνάει το απόγευμα.<br />
Αύριο, το ξέρω, θα μας βγάλουν τα μάτια.<br />
Αύριο θα μας πριονίσουν στη μέση τη γλώσσα.</p>
<p>Σήμερα, ο θάνατος μάς χτυπάει φιλικά την πλάτη<br />
και χαμογελά, νυσταλέος και χορτάτος.<br />
«Σήμερα γιορτάστε!» λέει μεγαλόθυμα.<br />
«Κερνάω εγώ. Μαζί σας Θα &#8216;μαι πάλι αύριο<br />
και κάθε αύριο».</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ</strong></h5>
<p>Με τον ιδρώτα γίνονται όλα:<br />
για παράδειγμα γίνεται το γιώτα ύψιλον<br />
και εξαναγκάζεται ν&#8217; αλλάξει θέση απ&#8217; το τέλος<br />
το ωμέγα, στο ρω να δείξει πλάτη,<br />
να ξεδιψάσει ο άνθρωπος, να επιστρέψει<br />
στο σώμα το νερό που λείπει.<br />
Έπειτα μπορούνε όλα να χτιστούν<br />
σε μια πιο στέρεα βάση, το αλφάβητο έχοντας<br />
πια αναδιαταχθεί, κι ο κύκλος κλείσει.</p>
<h5><strong>Η ΣΠΗΛΙΑ ΣΤΟ ΜΟΝΑΓΡΟΥΛΙ Η’, ΣΑΣ ΧΑΙΡΕΤΩ </strong><br />
<strong>ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΞΕΡΝΩΝΤΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Ευχάριστα, διαβάζω σήμερα, τα νέα<br />
για τις φώκιες Μονάχους Μονάχους.<br />
Το σπήλαιο του Αγίου Γεωργίου<br />
αποκαταστάθηκε από τη ζημία<br />
που υπέστη όταν ξεθάφτηκαν,<br />
κάτω από μια συκιά, καθώς πληροφορούμαι,<br />
τρία πτώματα Τουρκοκυπρίων<br />
που δολοφονήθηκαν στο πλαίσιο<br />
των αντιποίνων για την εισβολή,<br />
κι έτσι,<br />
με την αφαίρεση απ&#8217; το θαλάσσιο<br />
σπήλαιο των τοξικών υπολειμμάτων<br />
της ιστορίας<br />
(κι εδώ δεν μπορώ να<br />
αποφύγω σκέψεις για την ημιζωή,<br />
τον χρόνο δηλαδή υποδιπλασιασμού,<br />
σε κάτω απ&#8217; το μισό του αρχικού φορτίου,<br />
της ιστορικής ραδιενέργειας),<br />
καθώς επίσης και των παρενεργειών<br />
της εκσκαφής του τοξικού φορτίου όσων<br />
δεν αγαπάμε<br />
να γνωρίζουμε, φαίνεται πως επιστρέφει,<br />
με την αναπαραγωγική της αμνησία,<br />
όπως κάθε τι φυσικό,<br />
η φώκια, όπως επίσης<br />
και η Αιγυπτιακή φρουτονυχτερίδα,<br />
κι έτσι,<br />
το σπήλαιο της μνήμης και του θανάτου<br />
(θρύλοι, επιπροσθέτως, στριμώχνονται<br />
στο παλίμψηστο των βράχων, για τη βασίλισσα<br />
της Αμαθούντας λέει και τους Σαρακηνούς)<br />
φαίνεται να δίνει τη θέση του σ&#8217; αυτό<br />
της ζωής και της λήθης, και στο εγγύς<br />
μέλλον διαφαίνεται η προοπτική<br />
τουριστών που, φτάνοντας τελευταίοι<br />
όλων στο τοπίο, θα τραβούν φωτογραφίες<br />
ελπίζοντας να περιλαμβάνεται στο κάδρο<br />
κάποια ντροπαλή φώκια και θα λένε<br />
look this way, darling, smile, darling.<br />
Και ίσως να υπάρχουν επίσης κάπου συκιές<br />
και ίσως το ισοζύγιο ανάμεσα<br />
στις αντίρροπες δυνάμεις που αναμετρήθηκαν<br />
πάνω στον ασβεστόλιθο και στο λιοπύρι<br />
—του ανθρώπου και του ζώου, της μνήμης<br />
και της λήθης, ημών κι εκείνων, του θύτη<br />
και του θύτη, του θύματος και του θύματος—<br />
ίσως λοιπόν αυτό το ισοζύγιο να είναι ευεργετικό<br />
ως προς την αύξηση του Ακαθάριστου<br />
Εθνικού Προϊόντος.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>γ. κάτοπτρα</strong></em></h6>
<h5><strong>ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΚΥΡΙΕ ΝΤΙΝΟ</strong></h5>
<p>Με την ποίηση, το ξέρουν όλοι,<br />
δε ζεις. Ενώ 0α &#8216;πρεπε η ζωή σου<br />
να κρέμεται από κάθε λέξη,<br />
κρέμονται μονάχα διακοσμητικά.<br />
Το ένα σου πόδι βολεύεται<br />
με παπούτσια αντί για φτερά.<br />
Στο μανίκι σου κρύβεται δεύτερο<br />
ζάρι, χωρίς πλευρά για τον άσσο.<br />
Με την ποίηση δε ζεις, αυτό έχει<br />
προ πολλού απαντηθεί. Χωρίς<br />
την ποίηση όμως; Αυτό είναι<br />
που σου απομένει<br />
ν&#8217; απαντήσεις.</p>
<h5><strong>ΥΨΟΣ</strong></h5>
<p>Σταδιακά, ο ίλιγγος<br />
της ανελισσόμενης στροφής.<br />
Οι πνεύμονες κοπιάζουν<br />
μ&#8217; ένα αραιότερο<br />
οξυγόνο. Στο έρημο<br />
σχεδόν τοπίο, αράδες<br />
από ελάχιστα, θαμπά φυτά.<br />
Σαν η καθαρότητα,<br />
φέρουσα εγκαύματα<br />
απ&#8217; τον πάγο,<br />
να μη σηκώνει ρούχο<br />
στη γύμνια της. Σαν κάτι<br />
αυστηρό και ζηλότυπο<br />
να ορίζει τον χώρο,<br />
καρφώνοντας<br />
πασσάλους υψομέτρου στη γη.<br />
Κι αυτή, σαν ξυσμένη<br />
μολυβιού μύτη<br />
καθώς ανεβαίνεις ψηλότερα —<br />
μια σκλήθρα στα γυμνά πόδια<br />
του ορφανού και γαλάζιου<br />
παιδιού από πάνω.</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ</strong></h5>
<p>Εις την πλευράν σου<br />
η λόγχη της μελάνης.<br />
Δει δείσθαι υπέρ δέους,<br />
εσύ, που την καιόμενη βάτο ποτίζεις.<br />
Εις τον τύπον των ήλων<br />
το δάχτυλο θα εκπυρωθεί.<br />
Προ των πυλών σου στέκονται<br />
ο Ιουδαίος, ο Έλλην, η Δαμασκός.<br />
Ενώπιον σου βρίσκονται<br />
η προδοσία και η πίστη.<br />
Κι όταν μιλούν του Αχέροντα<br />
οι θαλερές σκιές<br />
θα σου μιλά η βροντή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑ</strong></h5>
<p>Εγώ είμαι η ακατάλυτη<br />
εκδίκηση, η λαβή του μαχαιριού,<br />
η επικοινωνία της πληγής<br />
και του στήθους. Εγώ είμαι<br />
ο αναίμακτος γάμος,<br />
η αίρεση του σπονδύλου,<br />
εγώ είμαι το θαμπό νερό.</p>
<p>Εγώ είμαι το δοχείο που σπάζει,<br />
η ράχη της αστραπής,<br />
ο βούρκος κι ο βυθός από κάτω. Εγώ<br />
η ερμηνεία και η κατάλυση,<br />
εγώ το τίποτα, εγώ το δεν<br />
στο μηδέν, και το μη, εγώ το πέρασμα<br />
της καμήλου κι η έκπτωτος παραβολή.</p>
<p>Εγώ είμαι ο φτωχός από κόσμο,<br />
το αποτσίγαρο του φιλοσόφου,<br />
εγώ η άδεια κοιλιά της καμπάνας<br />
το τυφλό μάτι, το κουφό αυτί,<br />
το κούφιο δόντι. Εγώ η περγαμηνή.<br />
Εγώ το πέλαγος του ονείδους,<br />
εγώ η εξιλέωση των τραυλών.</p>
<p>Εγώ το μακρύ και βρώμικο νύχι<br />
του γέρου, εγώ η γάγγραινα, τα νέα<br />
της επαρχίας, ο εμφύλιος σπαραγμός.<br />
Εγώ η ίαση, εγώ η λήθη. Εγώ<br />
το τέταρτο όνειρο, εγώ η καρδιακή<br />
προσβολή, εγώ η βουκέντρα,<br />
εγώ το ζωντανό που σφαδάζει.</p>
<p>Άνοιξέ μου.</p>
<h5><strong>ΛΕΞΙΣ</strong></h5>
<p>Αυτό που κρεμιέται με τα νύχια<br />
στη διάστικτη στενή λωρίδα<br />
ανάμεσα σε δυο μαύρα σύρματα</p>
<p>διασχίζοντας την απόσταση<br />
μεταξύ ετών φωτός<br />
και ετών σιωπής</p>
<p>τη γάζα στο ανεντόπιστο<br />
τραύμα, με το αόρατο<br />
αίμα, αυτό που ισορροπεί</p>
<p>στην άκρη της γλώσσας<br />
αμέριμνα, με άγνοια κινδύνου<br />
πάνω απ’ τα μαύρα στόματα</p>
<p>της σιωπής, αυτό που σε διαπερνά,<br />
αστραπιαία ενώνοντας<br />
το πριν και το τώρα,</p>
<p>τον κεραυνό της κατανόησης<br />
μες στη βροχή των τόνων<br />
πάνω απ’ αυτά τα αλλόκοτα δέντρα</p>
<p>αναζητώ.</p>
<p><strong>ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ</strong></p>
<p>Αρκετά με την αλμυρή ανυπαρξία!<br />
Αρκετά με τις κυκλωτικές αυτές ακτές.<br />
Αρκετά, στραγγαλισμοί μου, βρόγχοι μου, δήμιοί<br />
μου<br />
κουράστηκα χρόνια τώρα<br />
να κοιτώ πώς καταφθάνει το μηδέν<br />
και πώς αναχωρεί το μηδέν<br />
κουράστηκα κι εμείς στου μηδενός<br />
την εντελή καμπύλη<br />
να χειμάζουμε.</p>
<p>Αρκετά, λέω, με τ’ ανοιχτά πελάγη!<br />
Χρειαζόμαστε μιαν έξοδο<br />
κι η έξοδος απαιτεί μιαν άλλη<br />
γεωγραφική κατατομή,<br />
έναν άλλο αέρα μες στον αέρα,<br />
κι έναν άλλο πυλό<br />
κι ένα άλλο σώμα, που να χωρά<br />
το σώμα στη συστροφή του<br />
κι ένα πνευμόνι από σίδερο,<br />
κι ένα άλλο μαχαίρι, κι ένα άλλο τραπέζι<br />
κι ένα άλλο ψωμί.</p>
<p>Πίσω στη λιμνοθάλασσα!<br />
Πίσω στη σκιά της παρανομίας που σιγοκαίει<br />
στο κλεφτοφάναρο!<br />
Πίσω στις φωλιές των φαλαριδών<br />
στην στιλπνή κι ακαριαία βίδρα<br />
τη δεντροσταρήθρα, το γελογλάρονο, τον πετρίτη<br />
πίσω στον αιγυπτιακό άργιλο!</p>
<p>Ελάτε, όσοι σωθήκατε απ’ τα ύδατα<br />
που μας κύκλωσαν, ξετυλίξτε το νήμα!<br />
Δαχτυλοδείξτε τη διαδρομή με τη στέρεη γη<br />
εκβιάστε τον άνεμο να ’ρθεί με το μέρος μας!<br />
Χωρίστε το νερό απ’ το νερό και το νερό απ’ το<br />
χώμα<br />
και το αίμα απ’ το νερό και τη λάσπη απ’ το αίμα!<br />
Συγκεντρώστε τα ερίφια και τα λιοντάρια!</p>
<p>Έφερα πλάκες μαζί μου, και καλέμι, και σφυρί.<br />
Σκάψτε το δίκαιο των δραπετών<br />
αρτηρία την αρτηρία πάνω στα πόδια,<br />
πάνω στα χέρια μου.</p>
<h5><strong>ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ</strong></h5>
<p>Οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν<br />
μας βρίσκουν με τις νυχτικιές:<br />
ωχρούς αγγέλους<br />
στο παρασκήνιο<br />
κάποιου επαρχιακού θιάσου.</p>
<p>Μας λούζει το λευκό των τοίχων.<br />
Άχρηστα εικονίσματα στο περβάζι<br />
και πάνω, στο ταβάνι,<br />
μια γύψινη ακτινογραφία του ουρανού<br />
διάστικτη με θρομβώσεις<br />
αστέρων, λεμφώματα γαλαξιών.</p>
<p>Τροχήλατοι αρμενίζοντας σε αδιέξοδους<br />
διαδρόμους συλλέγουμε<br />
αποχαιρετισμούς:</p>
<p>«Καληνύχτα! Καληνύχτα!»<br />
λένε οι επισκέπτες, «Καληνύχτα!»<br />
λέει ο θάνατος<br />
κι ανταλάσσουμε φιλιά<br />
με τις αναθυμιάσεις<br />
των φαρμάκων.</p>
<p>Αδυνατίζουμε. Μια μέρα<br />
θα ελαφρύνουμε τόσο<br />
που θα μας πάρει ο αέρας<br />
απ’ το παράθυρο του τρίτου.<br />
Μια μέρα θα φύγουμε, σου λέω.<br />
Δε θα μας βρίσκουν<br />
όσο κι αν ψάχνουν.</p>
<p><strong>ΦΙΑΛΗ ΟΞΥΓΟΝΟΥ</strong></p>
<p>(για το Μίλτο Σαχτούρη)</p>
<p>Με μια φιάλη οξυγόνου κατέβηκε<br />
ο δισέγγονος του ναυμάχου στην πράσινη<br />
καρδιά των βυθών. Τ’ άγρια γένια του<br />
τα φυσούσε υποθαλάσσιο πνεύμα.<br />
«Είσαι φτωχός λοιπόν, φτωχός σα βρέφος;»<br />
τον ρώτησα μέσα απ’ το νερό.<br />
«Πούλησα τα σπίτια, έκαψα τα βιβλία», μου<br />
απάντησε. «Σας τα ’πα εγώ για τον νονό μου,<br />
για την κληρονομιά. Μα σύννεφα εγώ δεν ήθελα<br />
για ν’ αρπαχτώ. Το βάρος των σκαφάνδρων<br />
με συνεπήρε. Έπρεπε να ’μουν Καλυμνιώτης!»<br />
Και λέγοντάς τα αυτά, το χέρι έτεινε σαν<br />
πλόκαμο<br />
κι έναν τεράστιο σπόγγο μου προσέφερε.<br />
Ήταν κίτρινος σαν τον αδιανόητο ήλιο που<br />
πύρωνε<br />
μες στο κρανίο του. Τον ζούληξα, έμπηξα το νύχι<br />
βαθιά·<br />
διεστάλθησαν μεμιάς οι κυψέλες των πνευμόνων<br />
μου.<br />
«Ύδρα-οδός Ίμβρου, ενός θανάτου δρόμος!»<br />
είπε, και είχε όντως προλάβει να πεθάνει<br />
αστραπιαία. Κοίταξα το ημερολόγιο, ήταν<br />
μια μέρα πριν γεννηθώ.</p>
<p><strong>ΕΝΕΧΥΡΟ</strong></p>
<p>(για το Μιχάλη Κατσαρό)</p>
<p>Προς το τέλος,<br />
ακούγεται, δεν είχε δόντια.</p>
<p>Τα είχε αφήσει φαίνεται ενέχυρο<br />
στην ποίηση.</p>
<p>Έτσι εξηγείται που οι λέξεις του δαγκώνουν<br />
σάρκα και μεδούλι μονομιάς</p>
<p>σαν έξαλλες από την πείνα<br />
του κλεινού άστεως τίγρεις.</p>
<p>Ίσως η διαθήκη του πραγματικά<br />
να ’τανε αυτά τα δόντια</p>
<p>και οι σελίδες χώμα, για να θρέφεται<br />
μία σπορά γιγάντων</p>
<p>μαλλιαρών, μονόφθαλμων<br />
με χέρια σαν δρεπάνια</p>
<p>με μια φωνή από σπηλιές και ποδοβολητά<br />
με γράμματα στο μέτωπο</p>
<p>από θεσπέσια φλόγα<br />
για νύχια ράμφη των πουλιών</p>
<p>για στόμα στα πηγάδια<br />
όπου ενεδρεύουνε στρατιές ανήσυχων νεκρών.</p>
<p><strong>ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ</strong></p>
<p>Τα ονόματα τραβάνε τα χέρια των περαστικών<br />
σαν ορφανά παιδιά.<br />
Ποιος θα τους δώσει μια κάμαρη να στοιβαχτούνε<br />
και να ξαποστάσουν;<br />
Έρχονται από μακριά. Διψούν με μια δίψα από<br />
αλάτι.<br />
Τα άδεια στομάχια τους αδειάζουν το δωμάτιο<br />
αδειάζουν το χέρι μου, αδειάζουν το ψωμί από<br />
ψίχα.</p>
<p>Βουβά με κοιτούν σε ό,τι αφορά τα κεντρικά<br />
ζητήματα<br />
της μνήμης και της λήθης,<br />
της τακτικής και της στρατηγικής<br />
της παρούσης στιγμής.<br />
Τους κλείνω την πόρτα, μα όλο εισέρχονται<br />
απρόσκλητα.<br />
Τους την ανοίγω, μα ξεπορτίζουν για άλλο σπίτι<br />
κι απ’ αλλουνού τον ώμο<br />
κοιτάζουν το δρόμο να ξεμακραίνει πίσω τους.</p>
<p>Στην πρώτη της, τη μυστική αθωότητα<br />
η ιστορία ήταν ένας μακρύς κατάλογος από<br />
ονόματα<br />
και στη βαθύτερή της ενοχή το ίδιο.</p>
<p>Αν τ’ απομνημόνευα, ένα προς ένα, συλλαβή προς<br />
συλλαβή<br />
αν μάθαινα τα χείλη μου να προφέρουν σωστά<br />
την ακολουθία τους,<br />
πρώτα εκατό, μετά χίλια, δέκα χιλιάδες ονόματα,<br />
ποιο ακριβώς στο χέρι θα ’βρισκα<br />
κλειδί;</p>
<p>Ποιο, αν ζύγιζα το σώμα μου,<br />
βάρος θα πρόσθεταν στη ζυγαριά;<br />
Ποιο, τελικά, είναι το βάρος της ψυχής;<br />
Ψυχή, μου είπε το διαυγές πηγάδι, είναι αυτό<br />
που πονά<br />
τα ονόματα, κι αυτό που πονά δεν είναι τίποτα,<br />
λιγότερο ακόμα κι απ’ το τίποτα,<br />
εικόνα και ομοίωση είναι<br />
των ονομάτων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Ο ΚΥΒΟΣ (2021)</strong><br />
<strong>και άλλες ιστορίες</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ</strong></h5>
<p>Έχω ένα ζώο που ίο γέννησα εγώ, μη με ρωτάτε πώς. Ξέρω ότι είναι βιολογικά αδύνατο, και όχι μόνο για έναν, αλλά για δύο διακριτούς λόγους. Τι τα θέλετε όμως, οι λόγοι δε βοηθούν απέναντι στα δεδομένα, και το ζώο το γέννησα μια μέρα που κάνω ό,τι συνήθως, δηλαδή του κεφαλιού μου, χωρεί να με νοιάζουν οι συνέπειες. Απλώς τη συγκεκριμένη μέρα και, ακριβέστερα,<br />
για πολλές μέρες στη σειρά, έκανα περισσότερο από ό,τι συνήθως του κεφαλιού μου. θα μπορούσα να πω, παραδόθηκα αμαχητί σε μια δύναμη αποπλάνησης τόσο ακαταμάχητη (έτσι φαινόταν τουλάχιστον στο χρονικό<br />
εκείνο διάστημα κατά το οποίο ενέδιδα, και μάλιστα κατά συρροή, στις ορέξεις της), που μ’ άφησε γκαστρωμένο και με πονοκέφαλο και με ένα άλλο συναίσθημα, για το οποίο δεν έχω καταφέρει να βρω όνομα. Ούτε για το ζώο μου κατάφερα να βρω. Και έτσι, το όνομά του είναι απλά «το ζώο». Όσο για το συναίσθημα που συνδέεται με το ζώο τόσο στενά, ώστε να είναι, τρόπον<br />
τινά, το πετσί του, επίσης δεν έχει όνομα, έχω όμως να πω σχετικά ία εξής: ενώ το ζώο, παράξενο πράγμα, με αγαπά πολύ και πραγματικά ως πατέρα και μητέρα του μαζί, εγώ δεν το αγαπώ καθόλου. Ή μάλλον, το αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε, αλλά δεν του το δείχνω. Κάτι με εμποδίζει. Ίσως το γεγονός ότι, σε αντίθεση με όλα τα άλλα ζώα, είναι αδέξιο. Είναι ήδη ενός έτους και συνεχίζει να κουτρουβαλά δεξιά κι αριστερά χωρίς<br />
ικανότητα ισορροπίας, να πέφτει άτσαλα και να στραμπουλάει τα πόδια του όταν πηδάει κάτω απ’ τα έπιπλα, να τρώει τα μούτρα του στο χώμα όταν κυνηγάει άλλα ζώα, τα οποία δεν ξέρω αν το γνωρίζουν καν σαν ζώο, πάντων καμία δεν του δίνουν σημασία. Για να του δείξω λοιπόν κι εγώ ότι διόλου δεν το αγαπώ, το διώχνω συνέχεια από το σπίτι, παίρνω το αυτοκίνητο και το εγκαταλείπω εδώ κι εκεί, όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά (φόλα; βασανισμός; θαλπωρή; αναγνώριση από άλλα ζώα;) και το περιμένω να γυρίσει πίσω και να μου πει τι είδε και τι ένιωσε, δηλαδή όχι ακριβώς να μου το πει, επειδή δε μιλάει, και ούτε και ξέρει να μιλήσει, αλλά να μου το δείξει, στις πληγές και στις χαρές του, στο αν έχει αποκτήσει πάνω του μια μυρωδιά ανεξιχνίαστη και μακρινή ή αν, αντίθετα, μυρίζει νοσταλγία για μένα, ανασφάλεια, ανάγκη για χάδια και επιβεβαίωση. Εγώ όμως δεν επιτρέπω στον εαυτό μου ούτε τώρα τις διαχυτικότητες, του βάζω λίγο φαΐ σε ένα<br />
μπολ και μετά το ξαναδιώχνω. Και τι δεν έχει περάσει κι !έχει ακόμα να περάσει κοντά μου αυτό το ζώο!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>ΤΟ ΔΩΡΟ</strong></p>
<p>Το κουτί, τυλιγμένο με γυαλιστερό χρυσό χαρτί, ήταν θεόρατο. Το έσκισε άτσαλα, με ανυπομονησία. Ήταν το σετ που ήθελε. Ειδικά φέτος, το ήξερε, δε θα του χαλούσαν χατίρι. Είχε υπομείνει κάθε προσαρμογή στη νέα κατάσταση με υποδειγματική πειθαρχία.<br />
Μέσα, τοποθετημένα με τάξη σε εγκοπές στο πλαστικό, ήταν τα ανθρωπάκια (εννιά: τρεις κύριοι, τρεις κυρίες και τρία παιδιά), τα αυτοκίνητα (τέσσερα Ι.Χ., ένα πυροσβεστικό, ένα αστυνομικό), τα καταστήματα με τα παράθυρα βαμμένα χρυσά, τα φανάρια των διασταυρώσεων. Και οι μικρές γιορτινές γιρλάντες και τα έλατα, χιονισμένα με άσπρο σπρέι.<br />
Τα τοποθέτησε προσεκτικά στο πάτωμα, σε μια διάταξη που τον ικανοποιούσε. Δυο σειρές καταστημάτων, η μια απέναντι από την άλλη, χωρισμένες από τον δρόμο, όπου έβαλε τα αυτοκίνητα και τα οχήματα και<br />
τα φανάρια. Σε ίσες αποστάσεις το ένα από το άλλο τα δέντρα, μερικά στολισμένα με γιρλάντες. Και στις δυο πλευρές ίου δρόμου, ία ανθρωπάκια: αριστερά ένας μπαμπάς, μια μαμά και δυο παιδιά, δεξιά άλλο ένα ζευγάρι με ένα παιδί, πιο πίσω απ’ την ίδια πλευρά του δρόμου ένα ζευγάρι άκληρο, χωρίς παιδάκι.<br />
Χαμογέλασε με το καλύτερο χαμόγελό του όταν άνοιξαν την πόρτα. Τον επαίνεσαν για την απόλυτη τάξη της μικρής του πόλης, όπου οι άνθρωποι έκαναν παιδιά και ψώνιζαν κι όπου δε χρειαζόταν καν αστυνομία, υπήρχε όμως, επειδή είχε ωραίο αυτοκίνητο, με μια γαλάζια σειρήνα που αναβόσβηνε και μια διαγώνια διακοσμητική μπλε γραμμή στα πλάγια.<br />
Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω τους. Τώρα μπορούσε να αρχίσει το παιχνίδι. Φόρεσε τη μαύρη του μπέρτα, φυλαγμένη απ’ τις αποκριές, έσκυψε πάνω από την πόλη κι έκανε τον ουρανό της να σκοτεινιάσει. «Είμαι ο θάνατος», είπε, νιώθοντας μέσα του το ψύχος τω λέξεων, αφήνοντάς το να βραχνιάσει τη φωνή του, θερίζοντας με τα δάχτυλα ένα-ένα τα ανθρωπάκια από τον δρόμο. Τα χιονισμένα δεντράκια δεν αντέδρασαν. Το πυροσβεστικό έμεινε ακίνητο. Και τα φώτα στα καταστήματα δεν έσβησαν γιατί δεν ήξεραν να σβήνουν.<br />
Ήταν μια νέα τάξη πραγμάτων, αυθαίρετη, αναπόδραστη και αληθινή, όπως ο κόσμος εκεί έξω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ</strong></h5>
<p>Μένουμε σπίτι και το σπίτι είναι μια οξεία γωνία μ’ έναν σταυρό σε κύκλο σαν σημάδι στόχου. Κάποιες μέρες μάς πυροβολεί ο ήλιος και μας πετυχαίνει στο<br />
μάτι χωρίς να σπάσει τα τζάμια. Κάποιες άλλες, η βροχή μάς μετατρέπει σε σπόρους δυνητικών όντων που σαπίζουν σε γλάστρες. Έξω απ’ το σπίτι βρίσκονται τα πράγματα που είναι πιο ελαφρά από μας, όπως τα έντομα και τα πουλιά, καθώς κι ο ηλεκτρισμός στα καλώδια. Τα αυτοκίνητά μας είναι ακίνητα σαν χρωματιστά ψοφίμια και μας φυλάσσουν περιμετρικά, εξοπλισμένα με συναγερμούς. Κάποιες φορές ουρλιάζουν στη μέση της νύχτας επειδή ονειρεύονται κάτι φριχτό, όπως ότι δεν έχουν δημιουργό ή ότι η καρδιά τους<br />
σκουριάζει ανήμπορη. Μένουμε σπίτι, κοιτώντας το σπίτι μέσα στην τηλεόραση, με την οξεία του γωνία, με την καμινάδα και με τα διαρκή Χριστούγεννα, όπου το στρώνει παντού με λευκό θόρυβο. Ασθμαίνουμε σαν<br />
τον αιώνα μας όταν ανεβαίνουμε σκάλες. Τα πόδια μας μαλακώνουν και μαλακώνουν. Σταυρώνουμε τα χέρια στο στήθος όταν κοιμόμαστε, φαραωνικοί, έτοιμοι να ανακαλυφθούμε από μια σκαπάνη που θα σπάσει την αεροστεγή σφραγίδα της κρύπτης μας. Ενταφιαζόμαστε με πιτζάμες. Απ’ το ταχυδρομείο καταφθάνουν πακέτα με τα κτερίσματά μας. Επικροτούμε τις προσπάθειες της έρευνας και της τεχνολογίας να μας αποσπάσουν από<br />
τα αιχμηρά δόντια των αρχαιολόγων. Έχουμε μια θρησκεία δογματικά ελάχιστη, με δύο άρθρα πίστεως. Άρθρο πρώτο, στο τέλος νικούν οι καλοί. Άρθρο δεύτερο, δεν υπάρχει τέλος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ;</strong></h5>
<p>Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος πήρε πίσω.</p>
<p>Τι είναι ο Κύριος;</p>
<p>Ο Κύριος είναι αυτός που δίνει και παίρνει πίσω αυτός που δίνει.</p>
<p>Αν δεν έδινε, δε θα ήταν ο Κύριος. Αν δεν έπαιρνε πίσω, δε θα ήταν ο Κύριος.</p>
<p>Ο Κύριος δίνει και παίρνει, δίνει επειδή παίρνει, παίρνει και δίνει και παίρνει.</p>
<p>Ο Κύριος είναι ό,τι εμφανίζεσαι ανάμεσα στο δίνω και στο παίρνω, είναι η υπόσχεση ότι θα μου δώσουν κι ο φόβος ότι θα μου πάρουν. Ο Κύριος είναι η ελπίδα μου επειδή είναι ο φόβος μου. Είναι η ελπίδα μου και ο φόβος μου επειδή δεν είμαι εγώ ο Κύριος. Αν ήμουν εγώ ο Κύριος, δε θα είχα ελπίδα, δε θα είχα φόβο, θα έπαιρνα και θα έδινα εγώ.</p>
<p>Εγώ είμαι αυτός που του δίνουν, αυτός που του παίρνουν. Πέφτω στα γόνατα μπροστά στον Κύριο, γιατί ο Κύριος μού πήρε επειδή ο Κύριος μού έδωσε, δε<br />
μου πήρε τίποτε εκτός απ’ αυτό που μου έδωσε. Μου το ’δώσε, γιατί για να μου πάρει θα πρέπει να μου είχε κάποτε δώσει.</p>
<p>Ο Κύριος μ’ αφήνει κάποτε να λέγομαι κύριος, με κάπα μικρό, και κάποτε δε μ’ αφήνει και τότε δεν είμαι πια για κανέναν κύριος, και το όνομά μου αλλάζει, καμιά φορά γίνεται δυο μόνο γραμματάκια: «ρε».</p>
<p>Ο Κύριος μού έδειξε το πρόσωπό μου στον καθρέφτη, ντυμένο με το ένδυμα του Κυρίου, και μου είπε να τρομάξω. Μου είπε πως είναι φριχτό πως εγώ, με τέτοια μούτρα, θα μπορούσα να σκεφτώ ποτέ να γίνω Κύριος, όχι με κάπα μικρό, αλλά με κεφαλαίο.<br />
Και τρόμαξα. Και όταν με είδε που τρόμαξα, ο Κύριος μού έδωσε. Και όταν είχα συνηθίσει πια να τρομάζω όταν κοιτώ τον εαυτό μου με το ένδυμα του Κυρίου, ο Κύριος πήρε πίσω ό,τι μου έδωσε.<br />
Τώρα που συνήθισα να τρομάζω, δεν τρομάζω πια κανέναν. Ούτε τον Κύριο. Δεν τρομάζω, όχι. Τώρα ελπίζωζω και φοβάμαι, φοβάμαι και ελπίζω.</p>
<p>Και ο Κύριος χαμογελά</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΝΤΕΛΙΒΕΡΙ</strong></h5>
<p>Γυρισμένοι ανάποδα ο πίσω τροχός δεν έχει ακόμη σταματήσει να γυρίζει αντίστροφα ο μπροστά είναι βέβαια στραπατσαρισμένος εντελώς η ζάντα λες χάρτινη λίγο πιο κει χυμένα λάδια στην άσφαλτο η μηχανή ακόμα αναμμένη στ’ αριστερά ο εποχούμενος στο κόκκινο 4X4 με ήσσονες ζημιές στο δεξί φανάρι και τον προφυλακτήρα στο κέντρο το ρυάκι από αίμα δίπλα στ’ αυτί του εικοσιδυό χρονώ παιδί περνώντας απ’ την αντίθετη κατεύθυνση βλέπω την τροχαία που διερευνά τη φύση του ατυχήματος είναι σαν να βλέπει έναν μικρό<br />
πόλεμο έναν πόλεμο που αφήνει σημάδια από χώρες μαρτυρικές σε λίγα τετραγωνικά ασφάλτου ο οδηγός του αυτοκινήτου λέει δεν τον είδε καθώς βγήκε ορμητικά να πάρει θέση στον κεντρικό δρόμο πριν κλείσει το σουπερμάρκετ ενόψει του διαγγέλματος προστασίας από την ασιατική ασθένεια και λείψουν χρειαζούμενα στο σπίτι ο εικοσιδιάχρονος Νεπαλέζος έσπευδε απ’ τα δεξιά με τρεις πίτες σουβλάκια και τρία κουτάκια αναψυκτικό που τώρα εκβάλλουν κόκα κόλα στα λάδια της μηχανής με αποστολή τη σίτιση ανδροπαρέας φοιτητών που στις εστίες έβλεπαν ποδόσφαιρο έχοντας πρότερα ειδοποιηθεί σχετικά για τη διεύθυνση απ’ την τηλεφωνήτρια που πήρε την παραγγελία διάνυσε την απόσταση έως το μοιραίο σημείο σκεπτόμενος ίσως λέω μέσα μου πόσα ψηλά βουνά εκεί κι εδώ όλο πεδιάδα και πως γρύλιζε η μηχανή στο παμπάλαιο πράσινο λεωφορείο που όδευε προς το Κατμαντού με όλα όσα είχαν μαζέψει γιατί τον αγαπούσε η μάνα του και δεν υπήρχε μέλλον έλεγε μόνο όπλα και ναρκωτικά ακόμα και σε μικρά παιδιά δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών κι η αδερφή του ή πιο μεγάλη είχε χαθεί πόρνη ίσως στο Δελχί και ήταν μόνο δώδεκα όταν την πήραν κι άλλοι πήγαιναν ανήλικοι στρατιώτες ή στα ορυχεία για μια χούφτα ρουπιές ή ξύλο πιο συχνά αλλά τι άλλαζε; Ήταν ακόμα η πατρίδα και το αίμα νερό δε γίνεται κι έτσι κάθε Σάββατο πήγαινε στη Western Union ογδόντα πέντε τσαλακωμένα ευρώ για το σπίτι και δεκαπέντε η προμήθεια της εταιρείας που πεινούσε για του πεινασμένου το ψωμί για να μείνει σχολείο η άλλη αδερφή να έχει φαγητό ο μικρός αδερφός αφού ο πατέρας είχε σκοτωθεί στο αντάρτικο κι όλα αυτά επειδή στο τέλος της υπόθεσης κι ενώ σταματάει τώρα πια να γυρίζει ο πίσω τροχός<br />
που κουράστηκε να περιστρέφεται αντίστροφα και μάταια στον αέρα γεννήθηκε κάποτε κλαίγοντας όπως όλοι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΠΡΟΘΥΜΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS 13/08/2024</p>
<p>Σε σκοτεινούς καιρούς θα τραγουδάμε ακόμη;</p>
<p>Ως μια μικρή εισαγωγή θα έλεγα ότι το να μιλήσεις για τον «Ἀπρόθυμο Ἄγγελο» του Αντώνη Μπαλασόπουλου είναι σαν να ανοίγεις μια βεντάλια που κάθε πτυχή της είναι μέρος της, αλλά είναι και μια βεντάλια χωριστή.</p>
<p>Αναζητώντας τις καταβολές αυτού του βιβλίου ανατρέχω σ’ ένα άλλο, μικρό βιβλιαράκι του Μπαλασόπουλου, που εκδόθηκε το 2011, στο «Βιβλίο των μικρών συλλογισμών», εκεί όπου ο συγγραφέας του φαίνεται να απολαμβάνει το αφοριστικό ύφος και τον τρόπο διανοητών όπως ο Μπλαιζ Πασκάλ, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Καρλ Κράους, ο Φραντς Κάφκα, ο Φρίντριχ Νίτσε, ο Τέοντορ Αντόρνο. Που αν εξαιρέσει κάποιος τον Πασκάλ, οι άλλοι είναι γερμανόφωνοι, και πλην του Νίτσε, εβραϊκής καταγωγής. Το επισημαίνω αυτό επειδή έχει τη σημασία του, μια και ο Μπαλασόπουλος παραλληλίζει τη θραυσματική διατύπωση των αφορισμών με τον θραυσματικό, κατακερματισμένο κόσμο στον οποίο ζούμε, αναγάγοντας αυτόν τον παραλληλισμό στον καβαλιστικό, δηλαδή στον μυστικιστικό εβραϊκό μύθο των Σεφιρότ και των θεμελιωδών αρχών του κόσμου.</p>
<p>Ας έρθω όμως σε αυτόν τον «Απρόθυμο Άγγελο», που μου φέρνει αμέσως στον νου τον «Άγγελο της Ιστορίας», έτσι όπως μας τον συστήνει ο Μπένγιαμιν στην Ένατη Θέση του για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μέσα από την αλληγορική περιγραφή τού Angelus Novus, του περίφημου πίνακα του Πάουλ Κλέε. Θα μπορούσα να σκεφτώ και τον «Δύστηνο Άγγελο» του Χάινερ Μύλλερ, τον δυστυχισμένο άγγελο ενός μικρού κειμένου, σχόλιου στην ουσία ή επίτασης, πάνω στον Άγγελο του Μπένγιαμιν. Και ναι μεν λέω: «μου φέρνει στον νου», όμως εδώ δεν μιλάμε για εκείνον τον Άγγελο που περιγράφει ο Μπένγιαμιν, με τα ανοιγμένα φτερά, που κοιτά προς το παρελθόν και προς τα ερείπια που αφήνει στο διάβα της η ιστορία, ενώ μια θύελλα απ’ την πλευρά του παραδείσου τον σπρώχνει στο μέλλον, αλλά για έναν άγγελο απρόθυμο για το μέλλον, μια και πιστεύει ότι θα είναι κι αυτό ένας νέος σωρός ερειπίων, ο οποίος θα προστεθεί στον υπάρχοντα, που φτάνει κιόλας μέχρι τον ουρανό.</p>
<p>Προχωρώντας στον επεξηγηματικό υπότιτλο πληροφορούμαστε ότι το βιβλίο είναι μια σειρά «στοχασμών, αλληγοριών και αφορισμών για σκοτεινούς καιρούς». Και πράγματι, πρόκειται γι’ αυτό ακριβώς· άλλοτε με διατυπώσεις σύντομες, άλλοτε καταλαμβάνοντας αρκετές σελίδες, άλλοτε με χιουμοριστική ή σαρκαστική διάθεση, άλλοτε με πικρία· στοχασμοί, αλληγορίες και αφορισμοί πάνω σε μια πληθώρα θεμάτων ‒οι πτυχές της βεντάλιας στις οποίες αναφέρθηκα στην αρχή.</p>
<p>Βέβαια, θα ήταν ματαιοπονία να σταθώ εδώ στην κάθε μία ενότητα από τις 133 που συνθέτουν το βιβλίο, επειδή η καθεμιά απ’ αυτές θα μπορούσε να είναι ο πυρήνας ενός νέου, ξεχωριστού βιβλίου. Θα αρκεστώ λοιπόν σε μια, καταρχήν, περιγραφή και ενδεικτικά θα αναφέρω μερικά από τα θέματα τους, κάτω από γενικούς τίτλους που ο ίδιος κάπως αυθαίρετα έδωσα:</p>
<p>‒ Θανατοπολιτική οικονομία,<br />
‒ Αστική ιδεολογία,<br />
‒ Μετανεωτερική εμπειρία,<br />
‒ Το τέλος των ψευδαισθήσεων,<br />
‒ Πολιτισμός και βαρβαρότητα,<br />
‒ Η έννοια των ερειπίων,<br />
‒ Ο Όργουελ, η Φάρμα των Ζώων και ο μηχανισμός της προπαγάνδας,<br />
‒ Μελέτη της Ιστορίας μέσα από το κινηματογραφικό και ποιητικό βλέμμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου,<br />
‒ Πραγματικότητα και Αλήθεια,<br />
‒ Ο Γκάι Φωκς, η Συνωμοσία της Πυρίτιδας και οι σύγχρονοι Anonymous,<br />
‒ Νίτσε: Ο Θεός είναι νεκρός,<br />
‒ Ο λαός και οι κατηγοριοποιήσεις του ανθρώπινου συνόλου,<br />
‒ Περί Ουτοπιών.</p>
<p>Σταματώ εδώ.</p>
<p>Όλα τούτα τα θέματα δεν είναι ταξινομημένα σε έντιτλα κεφάλαια, μοιάζουν ωστόσο σαν το καθένα να εκπορεύεται από το προηγούμενό του, σαν μια ροή σκέψης, που ακολουθεί έναν ιδεολογικό ειρμό.</p>
<p>Διόλου τυχαία, σαν εναπόθεση μιας μακρινής, ουτοπικής ελπίδας, την αρχή και το τέλος του βιβλίου μάς το δίνει η ποίηση, οι στίχοι που το ανοίγουν και το κλείνουν· στίχοι του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Μίλτου Σαχτούρη αντίστοιχα:</p>
<p>Στους σκοτεινούς καιρούς<br />
θα τραγουδάμε ακόμη;<br />
Θα τραγουδάμε ακόμη.<br />
Για τους σκοτεινούς καιρούς.</p>
<p>Γράφει ο Μπρεχτ. Και ο Σαχτούρης:</p>
<p>Δεν έχω γράψει ποιήματα<br />
μέσα σε κρότους<br />
μέσα σε κρότους<br />
κύλησε η ζωή μου.</p>
<p>Στο ενδιάμεσό τους ξετυλίγεται το περιεχόμενο του τραγουδιού των σκοτεινών καιρών, δηλαδή ό,τι κατά τον συγγραφέα προσθέτει σκοτάδι στις πάντοτε σκοτεινές εποχές, αυτές που συνθέτουν τη λεγόμενη «διαλεκτική της ιστορικής διαδικασίας».</p>
<p>Και εδώ πλέον ερχόμαστε στην ουσία των πραγμάτων. Ανέφερα προηγουμένως μια σειρά στοχαστών και μαστόρων, κατά κάποιο τρόπο, του αφοριστικού και του αλληγορικού λόγου. Στα ονόματα αυτά θα πρέπει να προσθέσω και κάποια άλλα, σημαίνουσες αναφορές στο βιβλίο, όπου πέρα από τον τρόπο και το ύφος, ορίζουν το ιδεολογικό τοπίο αλλά και το υπαρξιακό εύρος μέσα στα οποία κινείται με άνεση η σκέψη του Μπαλασόπουλου: Τον Μαρξ, τον Έγκελς, τον Φόυερμπαχ, τον Φουριέ, τον Σαιν-Σιμόν, τον Γκράμσι· διαδρομές από τη διαλεκτική του Χέγκελ στον διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ και του Έγκελς, από την «ανθρώπινη κατάσταση» της Άρεντ στη «βιοπολιτική» του Αγκάμπεν και του Φουκώ.</p>
<p>Όταν λέω βέβαια: «τοπίο όπου κινείται η σκέψη», δεν εννοώ μια απλή περιπλάνηση, έναν περίπατο σ’ έναν λιγότερο ή περισσότερο οριοθετημένο χώρο, αλλά μια καταβύθιση, μια ανασκαφή από την οποία ο Μπαλασόπουλος βγαίνει με τα δικά του ευρήματα, τη δική του ερμηνεία, τον δικό του λόγο. Και είναι τόσο προσωπική αυτή η ερμηνεία, που φτιάχνει το δικό της βάθος, τη δική της πρωτότυπη θέση, θέση με την οποία βέβαια δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί κανείς, ωστόσο δεν μπορεί και να διαφωνήσει ως προς την προαίρεση και τη μέθοδο. Και το λέω αυτό, επειδή ο αναγνώστης μπορεί, ενδεχομένως, να δει την ιδεολογική καταγωγή του συγγραφέα, είναι δύσκολο όμως να διακρίνει το πού βρίσκεται τώρα. Είναι τόσο σαρωτική, τόσο κατεδαφιστική η κριτική του Μπαλασόπουλου, ακόμη και απέναντι σε κάθε θεωρούμενη βεβαιότητα, που γεννά το ερώτημα τού ποιος είναι ο τόπος που ο ίδιος πατάει για να μπορεί να κινεί αυτή την κριτική· που γεννά το ερώτημα τού αν έχει απομείνει κάτι, έστω ελάχιστο, απ’ όπου μπορούμε κι εμείς να κρατηθούμε.</p>
<p>Καθώς διάβαζα, στις σχεδόν διακόσιες σελίδες του βιβλίου, για την κατάρρευση των ιδεολογιών, των λέξεων, των νοημάτων, των όρων που συνέθεταν και συνθέτουν τη ζωή μας και τις αξίες μας, και σχεδόν ένιωθα την ανάσα της παρούσας, αλλά και ακόμη περισσότερο, της επερχόμενης βαρβαρότητας, αναρωτιόμουν αν αυτό που διαβάζω ως μια δυστοπική προφητεία, είναι στην πραγματικότητα ένας θρήνος για έναν εκδημήσαντα ήδη πολιτισμό, αν ο Μπαλασόπουλος πιστεύει ότι ο άνθρωπος βρίσκεται ήδη στὸ φέρετρό του ή αν μπορεί να υπάρξουν ακόμη ανάσες ζωής.</p>
<p>Και εκεί, στην προτελευταία σελίδα, βρήκα φράσεις που μπορεί να ακούγονται σαν αντιφατικές, μπορεί όμως στην πραγματικότητα η μία να εκμαιεύεται από την άλλη. Διαβάζω: «Όμως σ’ αυτήν ακριβώς τη συνθήκη» (χρησιμοποιείται ο όρος “απανθρωποιητική συνθήκη”), «εκ προοιμίου και κατά συρροή πολτοποίησης του ατόμου, βρίσκεται η γέννηση της συλλογικότητας. Εκεί γεννιέται, στα αποκαΐδια της διαρκούς καταστροφής και της ασταμάτητης λήθης. Γιατί, όταν ο αδιάκριτος όλεθρος θερίζει τα πάντα, και όταν παρ’ όλα αυτά έρχονται κι άλλες, νέες ζωές στα σφαγεία που τις περιμένουν παντού, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το άτομο που θέλουμε να διασώσουμε. Κάτι τρομακτικό με την αυστηρή έννοια του Υψηλού (sublime): το γένος, η ανθρωπότητα χωρίς όνομα και ηλικία, αλλά και χωρίς φόβο της απώλειας, οι ξεχασμένοι και οι πνιγμένοι που όλο πεθαίνουν ανεπίστρεπτα και όλο γεννιούνται».</p>
<p>Και στην αμέσως επόμενη παράγραφο:</p>
<p>«Και μια μέρα ‒αυτή είναι η ελπίδα μου‒ αυτή η αλεσμένη στον μύλο τής ιστορίας μάζα θα ανοίξει τα μάτια της σε μια καινούρια αίσθηση ατομικότητας, διαφορετική από τη δική μας. Μιας ατομικότητας που δεν θα ξέρει τι είναι “δικαίωμα”, θα ξέρει όμως τι είναι κόλαση. Και θα κυριαρχήσει στη γη».</p>
<p>Έγραψα προηγουμένως ότι δεν μπορώ να σχολιάσω, τουλάχιστον εδώ, το κάθε ένα ‒ας το πούμε‒ κεφάλαιο, θα ήθελα όμως να σταθώ στην ενότητα των κειμένων εκείνων, τα οποία θεωρώ ότι συναρθρώνουν, από τη μια τον ιστορικό και κοινωνικό, θα έλεγα, μηδενισμό, και από την άλλη την ιστορική μελαγχολία, δίνοντας, τουλάχιστον σ’ εμένα, μία από τις κύριες ιδεολογικές διαστάσεις του βιβλίου· ενός βιβλίου όπου ένα φάντασμα πλανιέται στις σελίδες του: το φάντασμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Μιλώ για την εξαιρετική προσέγγιση του Μπαλασόπουλου, αφενός ‒και προσχηματικά ίσως‒ στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ή μάλλον στο «τραύμα» του ελληνικού εμφυλίου και στο ψευδεπίγραφο της «εθνικής συμφιλίωσης», και αφετέρου στο σχήμα της αλληγορίας, μέσα από το ιδεολογικό πλέγμα και το κινηματογραφικό βλέμμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου.</p>
<p>Ο Μπαλασόπουλος δεν επιχειρεί κάποιου είδους κινηματογραφική κριτική. Ούτε παρασύρεται από το εικαστικό – ποιητικό στυλιζάρισμα των εικόνων. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αποκωδικοποίηση της σημειολογίας τους και η ανα-νοηματοδότηση της συναισθηματικῆς τους φόρτισης με ένα άλλο μοντάζ, όπου το συναίσθημα γίνεται φορέας στοχασμού και ο στοχασμός συναντά και πάλι τον μπενγιαμινικό άγγελο και τα μελαγχολικά ερείπια που σωρεύει η ιστορία. Έτσι, ό,τι ονομάζει «αλληγορία» διαβάζεται ως ιστορικό σημαίνον και όχι ως ποιητικό εκφραστικό μέσο.</p>
<p>Η πρώτη ταινία με την οποία καταπιάνεται είναι το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Τονίζει το ότι αυτή παίχτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ‒πρώτη περίοδος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ‒, με περιρρέων τότε το ιδεολογικό αφήγημα της «εθνικής συμφιλίωσης». Συγκεκριμένα, καταπιάνεται με τη σκηνή της συνάντησης δύο παλαιών αντιπάλων κατά τον εμφύλιο· μέλος ο ένας του ηττημένου Δημοκρατικού Στρατού, πολιτικός πρόσφυγας που μόλις επαναπατρίστηκε από την Τασκένδη, και ο άλλος μέλος της νικήτριας δεξιάς παράταξης. Ο Μπαλασόπουλος εστιάζει σε λεπτομέρειες: σε μια τηλεόραση δεμένη πάνω σε ένα γαϊδούρι, στη στάση και την κίνηση των σωμάτων, στο τσιγάρο και στον αναπτήρα, σε φράσεις όπως: «Βγάλαμε τα μάτια μας». «Χάσαμε κι οι δυο», που απευθύνει στον ηττημένο ο νικητής. Σε αυτές τις λεπτομέρειες διακρίνει τον επελαύνοντα καπιταλιστικό καταναλωτισμό (τηλεόραση), την αμφιθυμία των αισθημάτων (αμφίπλευρος δισταγμός για το κερασμένο τσιγάρο), το ιδεολογικό και συναισθηματικό αφήγημα μιας τραγωδίας (βγάλαμε τα μάτια μας), ενός τραύματος που μπορεί να θεραπευτεί μέσω καθαρμού, αν όλοι ξεχάσουν και δώσουνε τα χέρια. Η σιωπή όμως του ηττημένου υποδηλώνει (και αυτό ερμηνεύει ως θέση του Αγγελόπουλου ο Μπαλασόπουλος) ότι το «χάσαμε κι οι δυο» του νικητή είναι ψευδές, επειδή ακριβώς υπάρχει νικητής και ηττημένος, άρα τίποτε δεν είναι αμοιβαίο, τίποτε δεν υπόκειται σε μια συμφωνία λήθης ή εθνικής συμφιλίωσης· ότι η μνήμη της ιστορίας παραμένει ως χαίνουσα πληγή ή ως διαρκές πεδίο ενός πολέμου, όπου η τραγωδία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία.</p>
<p>Οι άλλες δύο ταινίες του Αγγελόπουλου, είναι το «Τοπίο στην ομίχλη» και «Το βλέμμα του Οδυσσέα». Αφήνοντας ασχολίαστη την ελλειπτική, ούτως η άλλως υπόθεση, ο Μπαλασόπουλος στέκεται αντίστοιχα σε δύο μονάχα σκηνές, στις οποίες αναγνωρίζει μία διαλεκτική, όπως την ονομάζει, των χεριών: από το «Τοπίο στην ομίχλη» επικεντρώνεται στη σκηνή όπου ένα γιγαντιαίο χέρι, εμφανώς το δεξί, αναδύεται από τα νερά και υπερίπταται του Θερμαϊκού κόλπου και όλης της πόλης της Θεσσαλονίκης. Χέρι όμως από το οποίο λείπει ο δείκτης, το δάχτυλο δηλαδή που δείχνει το «προς τα πού», αν και αυτό το χέρι, καθώς αιωρείται, το βλέπουμε να στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν το «προς τα πού» να είναι παντού και πουθενά, σαν ο προορισμός, ο οποίος εξαρχής δηλώνεται στην ταινία, η διαιρεμένη ακόμη Γερμανία, να είναι ένας τόπος μη τόπος στην άκρη ενός «αλτ» και ενός πυροβολισμού, σαν μια διαλεκτική, εντέλει, μη διαλεκτική, σαν ένα τοπίο στην ομίχλη.</p>
<p>Και από το «Βλέμμα του Οδυσσέα» επικεντρώνεται στη σκηνή με το τεμαχισμένο άγαλμα του Λένιν, που φορτωμένο σε ένα πλοιάριο διασχίζει ένα βαλκανικό (;) ποτάμι. Εδώ, ωστόσο, ο δείκτης του δεξιού χεριού είναι ακέραιος και προτάσσεται, το σημείο όμως ποὺ δείχνει είναι ακαθόριστο, κάπου ψηλά, που μπορεί να εκληφθεί και ως μπροστά, ένα μπροστά όμως που δεν υπάρχει πιά. Καθαρά σύμβολα, και το χέρι και το άγαλμα, που όμως υποβάλλονται σε μιαν ερμηνευτική της αλληγορίας, η οποία, κατά τη διατύπωση του Μπαλασόπουλου, αποτυπώνει το ιστορικό και τροφοδοτεί τον στοχασμό πάνω σε αυτό.</p>
<p>Το θραυσματικό στοιχείο και στις δύο σκηνές, παραπέμπει, κατά την ανάλυση, και πάλι στην έννοια των ερειπίων, φτάνοντας, με μια αναγωγή, και πάλι στον Μπένγιαμιν, και μέσω αυτού στην έννοια τής ιστορικής μελαγχολίας. Ιστορική μελαγχολία, η οποία διακατέχει βέβαια όλο σχεδόν το έργο του Αγγελόπουλου. Αρκεί να θυμηθούμε, στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», τον τίτλο του βιβλίου εκείνου του αγνοούμενου πολιτικού: «Η μελαγχολία τού τέλους τού αἰώνα».</p>
<p>Ο Μπαλασόπουλος διαβάζει τις δύο ταινίες κάτω από το πρίσμα της παρακμής και της καταστροφής. Στο «Τοπίο στην ομίχλη», ταινία γυρισμένη πριν από τη διάψευση και το γκρέμισμα του σοσιαλιστικού ονείρου, της σκηνής του αναδυόμενου από τη θάλασσα κομμένου χεριού έχει προηγηθεί ο βιασμός της μικρής πρωταγωνίστριας και βέβαια η αδυναμία του γνωστού αγγελοπουλικού «Θιάσου» να βρει πλέον χώρο για να παίξει την «Γκόλφω» του, με συνέπεια τη διάλυσή του και την πώληση των θεατρικών κοστουμιών του. Ενώ στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», ταινία του 1995, και στη σκηνή η οποία τον απασχολεί, πέρα από τη σημειολογία της ιδεολογικής κατάρρευσης και του γεωγραφικού τεμαχισμού του βαλκανικού χώρου, αυτό που μας δείχνει επίσης η κάμερα είναι η πομπή μιας κηδείας και οι άνθρωποι στις όχθες του ποταμού, που σκύβουν το κεφάλι και σταυροκοπιούνται, καθώς περνά από μπροστά τους το κομματιασμένο άγαλμα του Λένιν ή τὸ ξόδι της διαλυμένης και σπαραγμένης Γιουγκοσλαβίας.</p>
<p>Αυτό που διαβάζει όμως στην πραγματικότητα ο Μπαλασόπουλος είναι το μεγάλο τοπίο των ερειπίων και της ήττας. Ό,τι άφησε πίσω του η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού είναι αυτή η ήττα που προσδιορίζεται ως ήττα της διαλεκτικής, της σύνθεσης δηλαδή ‒ή μήπως της σύγκρουσης;‒ της ιστορικότητας με το μυθικό, των δύο αξόνων ανάμεσα στους οποίους κινείται το πεπρωμένο του ανθρώπου, των δύο τραγικών αξόνων ανάμεσα στους οποίους κινείται και το σινεμά του Αγγελόπουλου. Και δεν είναι μόνον η «Αναπαράσταση», η πρώτη του ταινία τού 1970, η οποία μνημονεύεται στο βιβλίο· είναι και ο «Θίασος» τού 1975, στον οποίο προαναφέρθηκα, αυτή η διαρκής μπρος-πίσω κίνηση στον μύθο και στην ιστορία, στην «Γκόλφω» και στον κύκλο αίματος των Ατρειδών, στην αντίσταση και την ήττα. Και ας μην μας διαφεύγουν οι δύο φράσεις από το «Τοπίο στην ομίχλη». Η μία του μικρού Αλέξανδρου: «Δεν ξέρουμε αν πηγαίνουμε μπρος ή αν γυρίζουμε πίσω» και η άλλη του «Θιασικού» Ορέστη που μόλις έχει πουλήσει τη μηχανή του και λέει: «Αυτό που κάναμε τώρα, στο θέατρο το λέμε φινάλε».</p>
<p>Συμπερασματικά, και ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αυτών των «στοχασμών, αλληγοριών και αφορισμών για σκοτεινούς καιρούς», μένει η εντύπωση ενός βιβλίου με στέρεο δοκιμιακό λόγο ‒ποιητικών ενίοτε απολήξεων‒, με ισχυρή και ρηξικέλευθη πολιτική και φιλοσοφική σκέψη, με εις βάθος αναλύσεις και ερμηνείες. Μένει ένας «απρόθυμος άγγελος» να ευαγγελίζεται σε «σκοτεινούς και καιρούς» το «και μία μέρα» της αιωνιότητας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΡΤΣΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Θράκα 05/09/20</p>
<p>Στοχασμοί και ποιητικές ουβερτούρες για ένα απρόθυμο μέλλον</p>
<p>Με τον ποιητή και πεζογράφο Αντώνη Μπαλασόπουλο δεν γνωριζόμαστε παρά μόνο ως penpal – φίλοι δι΄ αλληλογραφίας, όπου ανταλάσσουμε βιβλιογραφία, σκέψεις και αντιδράσεις σε ορισμένα γεγονότα. Εκτιμώ πολύ τον ποιητή, συγγραφέα, πεζογράφο και στοχαστή και μου αρέσει η ποίησή του. Τώρα στον “Απρόθυμο Άγγελο”, που μόλις κυκλοφόρησαν οι Εκδόσεις Οκτάνα, μου αρέσουν τα ποικίλα είδη γραφής και λόγου αλλά, όπως σκοπεύω να δείξω, και μια φιλοσοφική σκέψη, που οδηγεί πάντοτε σε μια ενδιαφέρουσα έκρηξη.<br />
Όταν ο στοχασμός εκρήγνυται ποιητικά<br />
Καταρχήν, οι Αφορισμοί έχουν, ως είδος λόγου, συμπυκνωτική σκέψη, διδακτικό ύφος και οδηγία και ενώ μεταδίδουν μια σοφία, εντούτοις δεν έχουν καμία πρόθεση διαλόγου. Εναπόκειται σε αυτόν στον οποίο απευθύνονται να συμμετάσχει ή όχι στη γνώση ή σοφία που μεταδίδουν. Και όμως οι αφορισμοί του ΑΜ διακριτικά και σιωπηρά συνιστούν την ευγενέστερη απεύθυνση διαλόγου χωρίς κανέναν εκβιασμό και χωρίς βιασύνη.</p>
<p>Οι Επιγραμματικές φράσεις αποτελούν απόλυτη συμπύκνωση και καταγραφή σε λακωνικό ύφος της συμπυκνωμένης σκέψης, σοφίας μιας παράδοσης αλλά και νεότερων εμπειριών, έχουν διακηρυκτικό χαρακτήρα. Εδώ στον Απρόθυμο Άγγελο συνιστούν μια κατάθεση εαυτού.</p>
<p>Οι Στοχασμοί συνιστούν αυτοτελείς σκέψεις με φιλοσοφική αφετηρία αλλά στον Μπαλασόπουλο έχουν ποιητική κατάληξη ως έκρηξη. Ενώ τα φιλοσοφικά εναύσματα αναπτύσσονται στοχαστικά εντούτοις η κατάληξή τους είναι μια ουβερτούρα ποιητικής έκρηξης. Ο σαρωτικός Μπαλασόπουλος, με την ποικιλία ειδών λόγου που μετέρχεται και, ιδιαίτερα με τα μεικτά είδη, αποτελεί μια εντυπωσιακή περίπτωση συγγραφικής παραγωγικότητας. Διαβάζω, σκέπτομαι και μορφώνομαι με αυτό το βιβλίο, η ανάγνωση βιώνεται ως ολική εμπειρία, την οποία απηχεί το παρακάτω χωρίο φαινομενολογικού χαρακτήρα:</p>
<p>Εάν αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τις «εμπειρίες» είναι η προβολή των επιθυμιών του υποκειμένου πάνω στον κόσμο, αυτό που συνιστά την εμπειρία είναι η ενστάλαξη του κόσμου μέσα στο υποκείμενο. Ενστάλαξη: μια ορισμένη συμπύκνωση του κόσμου ή ακριβέστερα του είναι μέσα στον κόσμο, η οποία περιλούζει το υποκείμενο αργά και αδιόρατα, χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Η εμπειρία δεν είναι κάτι το οποίο κάποιος συνειδητοποιεί ότι αποκτά τη στιγμή που το αποκτά:…[35].</p>
<p>Αλλά, όπως είπαμε, ενώ σχηματίζει αυτοτελώς και αυτοδυνάμως μια φιλοσοφική διάσταση του στοχασμού του, που για τον λόγο αυτό φυσικά δεν έχει χρείαν παραπομπών, αμέσως ολοκληρώνει με μια καταπληκτική κάθε φορά κατακλείδα ποιητικής γραφής. Είναι αυτή η μεταμόρφωση της φιλοσοφικής γραφής σε ποιητική και αντιστρόφως. Για μένα είναι κάτι πολύ γοητευτικό. Είναι ένα επίτευγμα που δεν θα πάψω να θαυμάζω, όταν το συναντώ.</p>
<p>Χρησιμοποιεί τα μορφικά χαρακτηριστικά και σχήματα του αφορισμού αποφεύγοντας όσο είναι δυνατόν, το επιδεικτικό στυλ. Πραγματικά κρατιέται σε καλή ισορροπία μεταξύ υπεροψίας και ταπεινότητας, πράγμα κάπως δύσκολο σήμερα στη γραφή και στη ζωή μας.</p>
<p>Τέλος, οι Αλληγορίες: μα η ίδια η κεντρική μπενγιαμινική φιγούρα του Αγγέλλου είναι, άλλωστε, μια αλληγορία. Οι αλληγορίες είναι δύσκολο και επικίνδυνο είδος γιατί χρησιμοποιούν εικόνες, οι οποίες έχουν αμφίσημη λειτουργία: από τη μια είναι χρήσιμες στη φιλοσοφία στο να μεταδώσουν το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας έννοιας, από την άλλη παγιδεύουν γοητεύοντας και μας μεταφέρουν σε ένα πεδίο όπου ο λόγος δυσκολεύεται να λειτουργήσει κριτικά. Στον Απρόθυμο Άγγελο το είδος της αλληγορίας χρησιμοποιείται με φειδώ ώστε να παίξει τον στρατηγικό του ρόλο στην κατακλείδα του βιβλίου, στο απόσπασμα που έχω επιλέξει να αναλύσω στο τελευταίο μέρος του παρόντος.</p>
<p>Όλες αυτές οι μορφές και είδη λόγου διασχίζονται και τροφοδοτούνται από τον πολύ καλό έλεγχο εκ μέρους του συγγραφέα του επιστημονικού αντικειμένου του, της Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Άλλοτε ιδέες από κλασικά κείμενα αποτελούν έναυσμα ενός στοχασμού, άλλοτε αναφέρονται υποστηρικτικά στο επιχείρημα. Μπορεί να το διαβάσει κανείς ως άσκηση για σκέψη, ως ανάγνωση για μόρφωση. Ορισμένα θέματα τα σκέφτομαι λίγο αλλιώς όμως το βιβλίο αποτελεί, ακριβώς, μια ευκαιρία για καθαρή και απρουπόθετη συζήτηση. Όπως όταν βρίσκουμε τους (παλιούς) φίλους στα δρομάκια της Θεσσαλονίκης και πιάνουμε κουβέντα επί παντός του επιστητού χωρίς την ανάγκη παραπομπών.</p>
<p>Μια αρνητική διαλεκτική επί τω έργω<br />
Τα ποικίλα θέματα του βιβλίου είναι ενδεικτικά των σύγχρονων προβληματισμών: για την επιθυμία, για την θανατοπολιτική, για τον ρεαλισμό, για τον πολιτισμό ως επίγνωση της βαρβαρότητας του καιρού μας, για την πολιτική αγάπη ως ιδεώδες, για την τέχνη, για την αποχαυνωτική ανία που θρέφει τον φασισμό και άλλα. Κυρίως, όμως, για την ουτοπία, για την οποία γράφει συστηματικά τα τελευταία χρόνια ο Μπαλασόπουλος με σημαντικές διεθνείς δημοσιεύσεις.</p>
<p>Τα εννοιολογικά εργαλεία αντλούνται από μια επικαιροποιημένη μαρξιστική παράδοση. Ο Μπαλασόπουλος έχει μια διαλεκτική, αλλά τι είδους είναι αυτή; Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση για να επιστήσω την προσοχή στη χρήση του όρου διαλεκτική. Τα κοινότυπα σχήματα διαλεκτικής των τριών φάσεων (θέση- αντίθεση- σύνθεση), που έχουν άλλωστε ταλαιπωρήσει στο παρελθόν αρκετούς, δεν υπάρχουν καθεαυτά στο εγελιανό έργο. Η διαλεκτική που βρίσκω επί τω έργω στον Απρόθυμο Άγγελο είναι μεν μια αρνητική διαλεκτική, μια διαλεκτική της αρνητικότητας που ανήκει σε μια μεγάλη παράδοση, αλλά δεν πρόκειται καθόλου για την ξεπερασμένη και αγοραία εκείνη των τριών γνωστών στιγμών. Αν οι στιγμές είναι τρεις τότε η τρίτη στιγμή της σύνθεσης ενσωματώνει τις προηγηθείσες και οδηγεί σε ένα κλειστό όλον, σε ένα κλειστό σύστημα στο οποίο εγκλωβίστηκε και ο μαρξισμός. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι που ασχολούνται με τη διαλεκτική (Μπαντιού, Νανσύ, Αλτουσέρ) εντοπίζουν τέσσερις στιγμές. Η τέταρτη στιγμή διαιρείται σε δύο με αποτέλεσμα να ανοίγει εκ νέου το σχήμα. Με την σύντομη και εντελώς σχηματική αυτή παρέκβαση θέλω απλώς να δείξω ότι, όντως, ο Μπαλασόπουλος δεν υποκύπτει στα κοινότυπα σχήματα διαλεκτικής αλλά με έναν τρόπο πρακτικό και εμπειροτεχνικό, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, (καθώς μάλιστα αναφέρεται στον Χέγκελ, στον Νίτσε και στον Μπένγιαμιν) κάνει χρήση μιας νέας μορφής διαλεκτικής. Αυτό είναι ήδη σημαντικό γιατί αποφεύγει τον γαλλικό αντιχεγκελιανισμό του 50 και του 60 (Φουκώ, Ντερριντά, Ντελέζ κοκ), ρεύμα που για να συγκροτήσει το προσίδιο φιλοσοφικό του πεδίο, ευλόγως, οριοθετήθηκε έντονα από την εγελιανή διαλεκτική ως τον απόλυτο αντίπαλο.</p>
<p>Στις μέρες μας, ωστόσο, τα πράγματα ήρθαν τόσο ανάποδα με την δυστοπική κατάσταση στην οποία περιήλθαμε (μετά από τρεις κρίσεις: χρέους, πανδημική, κλιματική), που είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία δεν πάει μπροστά, ότι έχει κακοτοπιές. Δεν υπάρχει μια κοινή παράσταση της προόδου με την έννοια ότι “πάμε όλοι μαζί μπροστά”, συλλογικά έστω και με ανισότητες που θα τις καλύψουμε. Η έλλειψη ενός τέτοιου κοινού και καθολικού ιδεώδους, που απασχολεί τον Μπαλασόπουλο σε όλο το βιβλίο, είναι συνώνυμη της κρίσης της ιδεολογίας και φυσικά σχετίζεται με το θέμα της ουτοπίας. Οι φιλόσοφοι αναγκάζονται να επινοήσουν νέες μορφές διαλεκτικής προκειμένου να αποκτήσουμε μια λαβή πάνω στην ιστορία, έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορούμε να έχουμε βεβαιότητες για την πορεία της.</p>
<p>Επιστρέφοντας στο βιβλίο, μπορούμε να αναζητήσουμε τα σημεία για την ιστορία και για την ιστορικότητα, με άλλα λόγια τα σημεία που συζητείται η δυνατότητα να γνωρίσουμε την ιστορία και την εξέλιξή της, να γνωρίζουμε αν προοδεύει ή αν γυρνά προς τα πίσω και την συνακόλουθη βαρβαρότητα. Εκεί διαπιστώνουμε έντονη την επιρροή από την μπενγιαμινική προσέγγιση της Κριτικής της βίας των Θέσεων για την Ιστορία.</p>
<p>Η αυτεπίγνωση, προτείνω, της τάσης προς τη βαρβαρότητα ως κάτι που πάντα θα υπερβαίνει τις συγκριτικά πρωτόγονες ή «υπανάπτυκτες» κοινωνικές συνθήκες, η αυτεπίγνωση πως το ιστορικά αντίθετο της βαρβαρότητας του μη εξελιγμένου ήταν πάντα η εξελιγμένη βαρβαρότητα [84].</p>
<p>Όχι μόνο να παραδεχτούμε ότι η ιστορία πάει προς τα πίσω αλλά να αποκτήσουμε επίγνωση ότι ακριβώς αυτό που ορίζουμε ως πολιτισμό είναι το αντίθετό του, η βαρβαρότητα η ίδια. Θεωρώ ότι μια τέτοια θέση είναι χαρακτηριστική μορφή αρνητικής διαλεκτικής, που συνεισφέρει στην κατανόηση της εποχής και της ιστορίας.</p>
<p>Συγκεντρώνω το περιεχόμενο του βιβλίου σε τέσσερα θέματα: την επιθυμία, την αριστερή μελαγχολία, την πολιτική αγάπη και το ιδεώδες ή την ουτοπία.</p>
<p>Για την επιθυμία και την αρνητικότητα (Radical Desire)<br />
Αυτός ο κόσμος όχι μόνο έχει μια συνείδηση διαχωρισμού: αλλά λόγω του διαχωρισμού έχει τη συνείδηση του εαυτού του και την εμπειρία αυτής της συνείδησης<br />
– Jean-Luc Nancy</p>
<p>Στην επικαιροποιημένη μαρξιστική εννοιολογική εργαλειοθήκη του Μπαλασόπουλου υπάρχει μια κεντρική θέση για την επιθυμία. Πώς αυτή συνάπτεται με τις άλλες έννοιες; Νομίζω, σε μεγάλο βαθμό, όπως σε κάθε εγχείρημα που αρθρώνει ψυχαναλυτικές θεματικές και έννοιες με εκείνες των κοινωνικών κλάδων. Δεν τολμώ να το χαρακτηρίσω φροϋδο-μαρξιστικό γιατί εδώ κυριαρχούν ειδικότερα οι λακανικές προσεγγίσεις για την έλλειψη. Αλλά ειδικά στην ανάλυση για τον φασισμό κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά συμβατό:</p>
<p>Αυτή η παράδοση στην αποχαυνωτική ανία, η οποία συνιστά ένα είδος καταδίκης και απόρριψης της ζωής –ίσως το πιο τελεσίδικο– βρίσκεται, απ’ ό,τι φαίνεται, στην καρδιά του φασιστικού ψυχισμού. Στις διεργασίες αυτού του ψυχισμού, η ψυχική αναπηρία, η ανικανότητα του υποκειμένου να αντλήσει ευχαρίστηση ή έμπνευση από τη ζωή, μετατρέπεται σε δευτερογενή ηδονή.[124]</p>
<p>Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και η συζήτηση στους κοινωνικούς κλάδους καλά κρατεί. Την ανία αναδεικνύουν φαινομενολόγοι της ιστορικότητας όπως ο Πάτοτσκα αλλά και ο Ντερριντά. Η ανία συνοδεύει μια κατάσταση στην οποία συνειδητοποιείς την απουσία νοήματος. Θα αναφερθώ μόνο σε μια πρόσφατη χρήση της έννοιας της ανίας, συγκεκριμένα στις αναλύσεις για την εξέγερση στην Πλατεία Ταχρίρ του Καίρου στα 2011-12 και 2013. Μπορούσε να καταλάβει κανείς την χρήση της έννοιας για να εξηγηθούν οι εξεγέρσεις της δεκαετίας του 60 στις Δυτικές χώρες που χαρακτηρίζονταν από την άνεση της καταναλωτικής κοινωνίας και τις συνθήκες ασφάλειας του κοινωνικού κράτους, λίγο καιρό μετά τον πόλεμο. Αλλά θα αναρωτιόταν, σίγουρα, πώς μπορεί να νοηθεί η ανία σε κοινωνίες όπως εκείνη της Αιγύπτου. Ιστορικά, ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι η συνθήκη αυτή μπορεί να οδηγεί στον φασισμό αλλά και στο αντίθετο του, την εξέγερση. Για να έρθουμε τώρα στις μέρες μας, όπου παρατηρείται η εξάπλωση της ακροδεξιάς και η επιστροφή του φασισμού στην Ευρώπη, ένα άλλο απόσπασμα θα ήταν βοηθητικό να τα σκεφτούμε:</p>
<p>Ενώ το (κυνικά) ορθολογικό κίνητρο του φασισμού είναι η εξάλειψη του οικονομικού ανταγωνισμού για μια πίτα που μικραίνει μέσα από την εξάλειψη μειονοτήτων, αλλοεθνών, μεταναστών και πολιτικών αντιπάλων και, ταυτόχρονα, η πειθάρχηση της εργασίας σε στρατιωτικά πρότυπα ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη μέσα από την επίταση της εκμετάλλευσης, ο ανορθολογικός του πυρήνας που πάντα συνοδεύει τη δυνατότητα αυτού του κινήτρου να ηγεμονεύσει κοινωνικά, συνίσταται μάλλον στην απουσία οποιουδήποτε κινήτρου, στην απόσυρση από τις κοινωνικές σχέσεις, στη μίζερη και μικρόψυχη απομάκρυνση απ’ ό,τι είναι ζωντανό και γι’ αυτό μεταβλητό και απρόβλεπτο, στην αναζήτηση, τελικά, του θανάτου ως οικουμενικής και τελικής διεξόδου από την εντροπία της κοινωνικής παρακμής. [125]</p>
<p>Διακρίνω ευκρινέστερα εδώ τον απόηχο των βασικών φροϋδομαρξιστικών θέσεων για την ερμηνεία του φασιστικού φαινομένου. Χωρίς να μείνω στη πειστικότητα της διάκρισης ανορθολογικό/ ορθολογικό, θα συμφωνήσω ότι ο φασισμός είναι θανατοπολιτική. Πράγματι, μέσω της αρνητικότητας ως περιορισμού νοήματος λαμβάνει χώρα ο ριζικός αποκλεισμός του μη αληθινού πέρα από το πεδίο του λόγου, που συνεπάγεται στη συνέχεια την ασυμβατότητα λογικού και ιστορικού. Με απλά λόγια, χαλάει η πυξίδα της σκέψης των ανθρώπων. Πράγματι, η απόσυρση και ο διαχωρισμός από τις ενότητες – κοινωνικές σχέσεις χαρακτηρίζουν κάθε αρνητικότητα με τα χρώματα της ενόρμησης θανάτου. Αλλά κάθε αρνητικότητα δεν οδηγεί αναγκαστικά στον φασισμό, τουναντίον μπορεί να οδηγεί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες, και στην εξέγερση προς χειραφέτηση. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν απαραίτητο και επείγον να υπενθυμίζουμε και τις σπινοζικές θέσεις για την επιθυμία ως ουσία του ανθρώπου και την αντίστοιχη προβληματική του conatus: ένα άτομο, ένα σώμα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρηθεί στην ύπαρξη.</p>
<p>Η συζήτηση μπορεί να συνεχιστεί και με αφορμή το παρακάτω συναφές απόσπασμα Για τον ρεαλισμό:</p>
<p>Ο ρεαλισμός, παραστατικά, δεν είναι παρά η αποτύπωση της μη-αντίφασης ανάμεσα στο ότι κάθε άνθρωπος φτιάχνει την ιστορία του και στο ότι η ιστορία που φτιάχνει δεν είναι αυτή που θέλει, γιατί δεν είναι σε θέση να τη φτιάξει χωρίς περιορισμούς. Οποιαδήποτε αντίληψη του ρεαλισμού με όρους που εξαλείφουν το υποκειμενικό, ποιητικό στοιχείο της επιθυμίας και καταγράφουν μόνο το αντικειμενικό της διάψευσης, πάσχει από έλλειψη διαλεκτικής ενόρασης. Η ορθή φόρμουλα του ρεαλισμού ως παραστατικής οντολογίας είναι «διαψεύστηκα, άρα επιθύμησα». (117 κε, υπογρ. του γράφοντος).</p>
<p>Θεωρώ πολύ παραγωγική την λακανικής προέλευσης φράση στην κατακλείδα του αποσπάσματος, που σημαίνει την διαρκή απόκλιση της επιθυμίας και της πραγματικότητας ή του αντικειμένου της. Ωστόσο, βασιζόμενος στην εγελιανή παράδοση καθώς και στη σπινοζική προοπτική, πιστεύω ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε φωτίζοντας θεωρητικά τα δίκτυα των αρνητικών δυνάμεων που εκμεταλλεύονται τη συλλογική φαντασία παράγοντας νέες δυστοπίες, επινοώντας «περιοχές» διαφυγής για τις προνομιούχες ελίτ και αναπτύσσοντας νέες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Μπορούμε λοιπόν να αναρωτηθούμε για τη σύγκρουση μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που χρησιμοποιούν τον θάνατο για να κυριαρχήσουν και εκείνων που τον μετουσιώνουν σε αντίσταση και εξέγερση· μεταξύ εκείνων που έχουν εγγραφεί στην καταστροφική αρνητικότητα και εκείνων που τη χρησιμοποιούν για προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη. Πώς συγκλίνουν και αποκλίνουν αυτές οι δύο τάσεις; Μπορούμε να αναπτύξουμε διαλεκτικούς δεσμούς μεταξύ τους, προκειμένου να επιτρέψουμε στην «ανησυχία του αρνητικού» (Nancy) να παίξει τον θετικό ιστορικό της ρόλο;</p>
<p>Για την αριστερή μελαγχολία<br />
Υπ΄ αυτή την έννοια, είμαι κριτικός ως προς την δέσμη εννοιών και μοτίβων αυτού που αποκλήθηκε “αριστερή μελαγχολία” και που ο αναγνώστης αναγνωρίζει σχετικά εύκολα τη συγγένεια της με τις θεματικές και τα αισθήματα του βιβλίου. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην κάνουμε την παρανόηση ότι η αριστερή μελαγχολία αναφέρεται σε ηττοπάθεια, σε προσωπική μελαγχολία εκ της φύσεως της. Αντιθέτως είναι μια πολύ σοβαρή παράδοση που εξηγεί ότι κάνουμε πολιτική και πράττουμε στην ιστορία με βάση την επίγνωση και την προσπάθεια αντιμετώπισης ενός τραύματος. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο η εν λόγω προβληματική εμπνέει τους στοχασμούς του Μπαλασόπουλου, θα μπορούσε να διευκρινιστεί καλύτερα ανατρέχοντας στα σχετικά σημεία:</p>
<p>Αυτά που ξεπερνάμε τα ξεπερνάμε με κόστος ένα μικρό, τόσο δα ποσοστό αηδίας προς/για τον εαυτό μας, για το πόσα αντέχει. Όσα περισσότερα ξεπερνάμε, τόσο σιχαινόμαστε κρυφά τον εαυτό μας γι’ αυτές τις αντοχές. Κάθε αυτοεπιβεβλημένη αισιοδοξία είναι ένας ανομολόγητος αυτοτραυματισμός που κάποτε ξεσπάει. Συνήθως στους λάθος ανθρώπους.[96]</p>
<p>Το χωρίο αναφέρεται σε προσωπική βάση, σίγουρα υπάρχουν αρκετά πιο αντιπροσωπευτικά, αλλά η σημασία του εκτείνεται ευρύτερα και το θεωρώ κατάλληλο για την κατανόηση του θέματος. Ξεπερνάμε πράγματα εύκολα ενώ δεν θα έπρεπε και αυτό οδηγεί σε μια αστόχαστη αισιοδοξία ή σε “μίσος για τον εαυτό” στο πλαίσιο ενός συμβιβασμού, ενός modus vivendi. Και πάλι η προβληματική της αρνητικότητας a la Nancy θα μας υποδείκνυε ότι έχουμε δυο δρόμους μπροστά μας: ή να “διαμείνουμε δίπλα στον θάνατο”, στο κακό και να σκεφτούμε το τραύμα ή να διασχίσουμε το αρνητικό με μια φυγή προς τα εμπρός και μάλλον χωρίς να έχουμε επίγνωση του. Θα με ενδιέφερε ένας τρόπος να αρθρωθούν οι δυο κινήσεις παίζοντας με την αμφίσημη λειτουργία αυτού του εσωτερικού ορίου: από τη μια να μπλοκάρει και απο την άλλη να επιτρέπει την διέλευση του. Η ποιητική γλώσσα αποκαθιστά τη συνέχεια που κόπηκε, διασχίζει το εσωτερικό σύνορο, επουλώνει το τραύμα. Το παιχνίδι αυτό θα το ανακαλύψουμε μόνοι μας και τότε θα έχει ως αποτέλεσμα έναν μετασχηματισμό εαυτού. Δεν αντιπαραθέτω, λοιπόν, μια αφελή αισιοδοξία αλλά πιστεύω στη δυνατότητα αποφυγής ολοένα και περισσότερων αυτοτραυματισμών.</p>
<p>Για το ιδεώδες: η πολιτική αγάπη<br />
Τελειώνοντας θα ήθελα να θίξω το θέμα της Ουτοπίας – Ιδεώδους το οποίο αναπτύσσεται παράλληλα με μια προβληματική της πολιτικής αγάπης.</p>
<p>Αυτό που αντιλαμβάνομαι ως δυστοπία και βαρβαρότητα της εποχής μας σχετίζεται με αυτό στο οποίο προηγουμένως αναφέρθηκα ως κρίση του καθολικού ιδεώδους και επακόλουθα ως κρίση της ιδεολογίας. Δεν υπάρχει στις μέρες μας μια κοινή παράσταση όλων των ανθρώπων, η οποία θα μας διατάξει και θα μας προσανατολίσει στην ιστορία. Ας επαναλάβω ότι η έλλειψη αυτή προκαλεί στα άτομα, στις τάξεις και στις μάζες μια συνθήκη εσωτερικού αποκλεισμού, δηλαδή μπλοκαρίσματος της παραγωγής ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε τόσο άνετα τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε με τους άλλους και να φτιάξουμε μια κοινή παράσταση του παρόντος μας και της ιστορικής εξέλιξης. Αυτή η συνθήκη διατρέχει όλο το βιβλίο του Μπαλασόπουλου τόσο όταν γράφει για την κίνηση απόσπασης και απομονωτισμού όσο και όταν γράφει για την κίνηση επανένωσης και επανένταξης σε ένα όλον.</p>
<p>Από το θέμα αυτό διαπνέεται κυρίως το μέρος που αφιερώνει μια σειρά στοχασμών στην πολιτική αγάπη [132-5], ενότητα την οποία θα ήθελα να συζητήσω κριτικά με βάση τις θέσεις της διατομικής προσέγγισης της συγκρότησης της κοινωνικής σχέσης (transindividuality). Η βασική θέση του Μπαλασόπουλου αποδέχεται τη διάκριση ατομικού /συλλογικού ως απόλυτη και ταυτίζει την ατομική αγάπη με το άτομο, την δε πολιτική αγάπη με την συλλογικότητα και μάλιστα με το κράτος, αντιστοίχως. Φροντίζει να διακρίνει την πολιτική αγάπη από κάθε ερωτικό στοιχείο, όπως το εννοούμε και το βιώνουμε σε ατομικό ή προσωπικό επίπεδο. Το αντίστοιχο του ερωτικού πάθους στην πολιτική αγάπη είναι το επαναστατικό πάθος (αμφότερα όμως χαρακτηρίζονται ως “ρομαντικά”), το οποίο, βεβαίως, εξαντλείται όταν συγκροτείται ένα κράτος ως αποτέλεσμα της επανάστασης. Η πολιτική αγάπη είναι μεταρομαντική, δεν είναι αφηρημένη αλλά πάντοτε έμπρακτη διαγωγή εκ μέρους του κράτους προς τους πολίτες του, είναι σταθερή χωρίς λυρικές εξάρσεις και με επιμονή στην προσφορά στο κοινό συμφέρον. Είναι έλλογη και συμβατή με κοινωνικά συστήματα που διατηρούν ως βασικό σκοπό τους την αξία του ανθρώπου πέρα από τον υπολογισμό. Για όλα αυτά η πολιτική αγάπη, τελικά, είναι πολύ σπάνια. Αναφερόμενος δε ο συγγραφέας στην τέχνη και τον κινηματογράφο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης παρατηρεί το είδος αφήγησης που ταιριάζει με το κλίμα ειρήνης, πολιτιστικής αναμόρφωσης και ωρίμανσης. Αποκαλεί, λοιπόν, την πολιτική αγάπη ως το “Bildungs της σοσιαλιστικής οικοδόμησης”!</p>
<p>Είναι φανερό ότι η αρχική αντίληψη της διάκρισης ατομικού/ συλλογικού ως απόλυτης, χωρίς καμμία μεσολάβηση ή μετάβαση μεταξύ των δυο όρων της διάκρισης οδηγεί σε μια αμήχανη, τουλάχιστον, σύλληψη της πολιτικής αγάπης όταν την ταυτίζει αποκλειστικά με ένα κράτος που αγαπά τους πολίτες του. Και αυτό διότι σε κάθε διάκριση που έχει τη μορφή μεταφυσικού δυισμού, η μη επικοινωνία μεταξύ των δυο όρων οδηγεί στην πρωτοκαθεδρία του ενός εκ των δυο. Στην περίπτωση μας ο Μπαλασόπουλος χωρίς κανένα πρόβλημα αποδέχεται την πρωτοκαθεδρία του κράτους. Αναγκάζεται έτσι, και πάλι χωρίς πρόβλημα, να αποστερήσει από την έννοια της πολιτικής αγάπης κάθε τι που μπορεί να έχει ύποπτη σχέση με το ερωτικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι ατομικό, προσωπικό, αφηρημένο, μή έμπρακτο και εγωιστικό, αδύναμο να προσφέρει. Αλλά σε μια σχεσιακή αντίληψη της κοινωνικής σχέσης που τρέφει τη φιλοδοξία να υπερβαίνεται η διάκριση άτομο/ όλον, μπορούμε να αντιληφθούμε ένα πολύ πλουσιότερο πεδίο σχέσων των ατόμων μεταξύ τους, ανάμεσά τους και πέραν αυτών.</p>
<p>Παρόλ΄αυτά, διαβάζουμε ένα ωραίο σχόλιο για την ασυμμετρία της αγάπης.</p>
<p>όταν δίνεις αγάπη, η αγάπη που παίρνεις είναι πάντα περισσότερη. Αλλά γι’ αυτό τον λόγο είναι επίσης ίση. Γιατί η αγάπη είναι ενδογενώς ασύμμετρη· δεν οφείλεται, δεν είναι ηθικό προαπαιτούμενο κανενός νόμου και καμίας ρύθμισης. Γι’ αυτό έρχεται πάντα ως κάτι περισσότερο απ’ όσο αξίζουμε κι από ό,τι έχουμε δώσει και μας σπρώχνει σε μια σύμμετρη υπερβολή. Στην αγάπη, η εκατέρωθεν ασυμμετρία και η εκατέρωθεν υπερβολή είναι η μόνη εφικτή συμμετρία.[78]</p>
<p>Το παραθέτω διότι παρεμβάλλεται στις σελίδες που ο συγγραφέας στοχάζεται την έννοια της ευθύνης. Πράγματι, η ασυμμετρία αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό τόσο της αγάπης (από την πρώτη πλατωνική σύλληψη του έρωτα- αγάπης) όσο και της ευθύνης, ασυμμετρία νοούμενη όπως εκείνη του δώρου σύμφωνα με τον Marcel Mauss. Συνάδει με την έννοια τη διατομικής ευθύνης σύμφωνα με την οποία δεν μοιράζεσαι αυτό που σου αναλογεί, δεν λαμβάνεις ένα μέρος της κοινής ευθύνης αλλά πέφτει πάνω σου ολόκληρη. Γι αυτό το καλό είναι επικίνδυνο, γράφει ο Μπαλασόπουλος αφοριστικά αλλά με μια φράση πλήρους νοήματος.</p>
<p>Επνερχόμενοι στην κριτική μας προς τις θεωρητικές επιλογές του Μπαλασόπουλος, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι άτομο και υποκείμενο δεν ταυτίζονται αλλά παραπέμπουν σε διαφορετικές οντότητες. Το άτομο δεν είναι απαραίτητο να νοείται ως απομονωμένο (όπως στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη) αλλά ότι μπορεί να ολοκληρωθεί σε μια ατομικότητα, η οποία αποτελεί ήδη πάντοτε μια ευρύτερη ενότητα μαζί με τους άλλους. Το δε υποκείμενο αναφέρεται σε σχέσεις εξουσίας και υποταγής και όχι απαραίτητα στο ελεύθερο υποκείμενο μιας βούλησης ή μιας “σκεπτόμενης εσωτερικότητας”. Έτσι εμπλουτίζεται και κάθε συζήτηση για την κοινωνικοποίηση καθώς και για την ατομικότητα. Και ναι, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε το νεωτερικό υποκείμενο ως το Δυσφορούν (mal-etre) υποκείμενο λόγω αυτών των εσωτερικών του διαιρέσεων, χωρίς να το ταυτίζουμε απαραιτήτως με το μεμονωμένο άτομο. Ή γραμμή ανάλυσης με αφετηρία το Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας του Φρόυντ δείχνει την δυσφορία ως αντίτιμο της κοινωνικοποίησης. Εμπνεόμενος από αυτή αναφορικά με τη σχέση ατομικότητας/ κοινωνικοποίησης, ο Μπαλασόπουλος θεωρεί την ευτυχία ως αφέλεια, καθόσον επικρατεί η δυστυχία. Στην εποχή μας η κοινωνικότητα θεωρείται ως δυστυχία.</p>
<p>Και ιδού η μεγάλη ειρωνεία: αυτοί που ασχολήθηκαν σοβαρά με το ποιοτικό περιεχόμενο της ζωής του ατόμου ήταν οι «κοινωνιστές», ενώ οι «ατομικιστές» παρέμειναν ουσιαστικά παγερά αδιάφοροι για το ζήτημα παρά μόνο σε οό,τι αφορούσε τα πορτοφόλια μιας μικρής μειοψηφίας· «οι αριθμοί ας ευημερούν» είναι το ουσιαστικό σύνθημα όσων διατείνονται εδώ και δεκαετίες ότι νοιάζονται, πάνω απ’ όλα, για τα «δικαιώματα του ατόμου»[193].</p>
<p>Όπως η πολιτική αγάπη ανευρίσκεται στον πόλο του όλου έτσι κι εδώ η ευτυχία ανευρίσκεται στον ίδιο πόλο, δηλαδή στους “κοινωνιστές”. Νομίζω ότι, για τους λόγους που εξήγησα παραπάνω, πρόκειται για μια απλοποιητική αλλά ειλικρινή επιλογή που θεωρείται αναγκαία ακόμη και αν ο στοχαστής έχει επίγνωση ότι θυσιάζονται αρκετά για χάρη της. Και αυτά που θυσιάζονται βρίσκονται στον χώρο ανάμεσα στα άτομα αλλά και μέσα σε αυτά.</p>
<p>Για το ιδεώδες: η Ουτοπία<br />
Στην αναγκαιότητα ανασυγκρότησης ενός τέτοιου ιδεώδους παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο το θέμα της ουτοπίας, ιδιαίτερο επιστημονικό αντικείμενο του συγγαφέα.</p>
<p>Ο τρόπος που προσεγγίζει το θέμα ξεκινά με τη διαπίστωση της έλλειψης των Ιδεών-Ιδανικών στη νιτσεϊκή προοπτική του “τέλους του Θεού”. Ωστόσο, έχει ως θεμελιώδη θέση την αναγκαιότητα (του Θεού) μιας ιδέας – σημείου αναφοράς των όντων για να αναπαρασταθεί η σχέση τους και ως επιδιαιτησίας (166). Κατανοεί τον Θεό ως εκείνο που συνέχει τα όντα, που τα βλέπει, ο τρίτος – σημείο αναφοράς των στοιχείων που συγκροτούν τις σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με τον εαυτό τους, επειδή το γνωρίζουν. Με το “τέλος του Θεού” ο συγγραφέας προβαίνει σε διάφορα σημεία σε μια κριτική της (θεωρούμενης ως) διαδεδομένης αντίληψης “Ζήσε χωρίς Ιδέα”.</p>
<p>Το Κεφάλαιο, η Κριτική της πολιτικής οικονομίας, είναι ένα εγχειρίδιο αποδόμησης του θεού μετά τον θάνατο του θεουύ: αυτό που γκρεμίζεται από τον θρόνο είναι ό,τι διαδέχτηκε τον θεό, δηλαδή η ιδέα του υπεράνθρωπου και ανεξέλεγκτου –και συνάμα αναμφισβήτητου και ρυθμιστικού– αυτοματισμού της πολιτικής οικονομίας. Ο σοσιαλισμός, κατά βάση, είναι η απάντηση στην προκριμένη απάντηση στον θάνατο του θεού… Ο σοσιαλισμός λέει «ναι» στον θάνατο του θεού, λέει όμως «όχι» στον θάνατο της Ιδέας. Και βέβαια, αυτό σημαίνει ότι λέει επίσης όχι στον θάνατο του θεού, στον βαθμό που ο θεός είναι η Ιδέα (αυτό το κατανοούσε ιδιαίτερα ξεκάθαρα ο Χέγκελ). Το «ζήσε χωρίς Ιδέα» του καπιταλισμού είναι ένα πρόσταγμα που, συντρίβοντας και τα τελευταία απομεινάρια του ανθρωποποιήσιμου θείου (και συγκεκριμένα του θείου ως εγγύησης της δυνατότητας της αυτό-υπέρβασης του ανθρώπου, της δυνατότητας του ανθρώπου να είναι εγχείρημα του εαυτού του, οδηγεί στη θεοποίηση του αυτόματου, γιατί το να ζεις χωρίς Ιδέα είναι το να ζεις αυτοματικά, χωρίς σκέψη, δηλαδή ως ζώο με την καρτεσιανή έννοια[170-1]</p>
<p>Από την άλλη, τίθεται το ερώτημα αν το αναφερόμενο σύνθημα είναι μια προστακτική του καπιταλισμού ή μια κατάσταση, μια συνθήκη κρίσης της ιδεολογίας; Πιστεύω ότι ισχύει το δεύτερο, οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να το λαβουμε υπόψη, ιδιαίτερα αν συμφωνούμε ότι απαιτείται μια συγκρότηση ενός νέου καθολικού ιδεώδους.</p>
<p>Συνολικά, ο Μπαλασόπουλος συναρθρώνει σε κάποιο βαθμό συνεκτικά μια αντίληψη για την ατομικότητα με την απαραίτητη προβληματική για το (καθολικό) ουτοπικό ιδεώδες. Παρά την κριτική που ασκήσαμε προηγουμένως, στο έργο του ανευρίσκεται μια διαλεκτική μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας, χωρίς αυτοί οι πόλοι να είναι δύο αδρανή αντίθετα κομμάτια. Πρόκειται για μια γνωστή και διαδεδομένη επίλυση του προβλήματος με τη φόρμουλα «ο λαός φτιάχνει τους ήρωες» και η συλλογική πολιτική βούληση είναι η προϋπόθεση κάθε ατομικού ηρωϊσμού”. [151].</p>
<p>Εκεί όμως που αποδεικνύεται καινοτόμος είναι μια έννοια της ατομικότητας. Η έννοια της ατομικότητας σχετίζεται με την απάντηση στο ερώτημα περί της ουσίας του ανθρώπου: “ποια είναι η φύση του ανθρώπου;” Κάθε πολιτική ιδεολογία δίνει τη δική της απάντηση στο φιλοσοφικό αυτό ερώτημα, απάντηση που βρίσκεται στον πυρήνα των θέσεων της. Στη σοσιαλιστική παράδοση έχουμε την κατεξοχήν διατομική θέση του Μαρξ στην Έκτη Θέση για τον Φόυερμπαχ:”η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων”. Με αυτό το ερώτημα έρχεται σε επαφή ο Μπαλασόπουλος συσχετίζοντας το με την έννοια του είδους. Παραθέτω το αλληγορικό απόσπασμα που υποσχέθηκα:</p>
<p>Όμως σ’ αυτήν ακριβώς τη συνθήκη εκ προοιμίου και κατά συρροή πολτοποίησης του ατόμου βρίσκεται η γέννηση της συλλογικότητας. Εκεί γεννιέται, στα αποκαΐδια της διαρκούς καταστροφής και της ασταμάτητης λήθης. Γιατί, όταν ο αδιάκριτος όλεθρος θερίζει τα πάντα, και όταν παρ’ όλα αυτά έρχονται κι άλλες, νέες ζωές στα σφαγεία που τις περιμένουν παντού, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το άτομο που θέλουμε να διασώσουμε. Κάτι τρομακτικό με την αυστηρή έννοια του Υψηλού (sublime): το γένος, η ανθρωπότητα χωρίς όνομα και ηλικία αλλά και χωρίς φόβο της απώλειας, οι ξεχασμένοι και οι πνιγμένοι που όλο πεθαίνουν ανεπίστρεπτα και όλο γεννιούνται. Και μια μέρα –αυτή είναι η ελπίδα μου–, αυτή η αλεσμένη στον μύλο της ιστορίας μάζα θα ανοίξει τα μάτια της σε μια καινούργια αίσθηση ατομικότητας, διαφορετική από τη δική μας. Μιας ατομικότητας που δεν θα ξέρει τι είναι «δικαίωμα», θα ξέρει όμως τι είναι κόλαση. Και θα κυριαρχήσει στη γη. [195]</p>
<p>Σε μια συνθήκη διαρκούς καταστροφής και ασταμάτητης λήθης, όπως αυτή που ζούμε σήμερα, μια συνθήκη πλήρους αδυναμίας να γνωρίσουμε την πορεία της ιστορίας και ημών των ιδίων, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το άτομο στο οποίο ομνύει ο πολιτισμός του νεο-φιλελευθερισμού: το γένος ή το είδος (Gattung) ως η ανθρωπότητα σε πλήρη αφαίρεση χωρίς ιδιότητες – χωρίς όνομα και ηλικία. Σε ποια ηλικία, άραγε, βρίσκεται σήμερα η ανθρωπότητα; Είναι τόσο μακριά πίσω στον χρόνο η φωτισμένη της εποχή, τότε που εξήλθε από την ανωριμότητα αλλά και είναι τόσο κουρασμένη μετά τις αλλεπάλληλες καταστροφές, τις κρίσεις, την βία και την επιστροφή του πολέμου, την θανατοπολιτική. Όμως δεν έχει να χάσει πλέον τίποτε και χωρίς φόβο της απώλειας, μέσα από την αγωνία θα γεννηθεί μια νέα αίσθηση (όχι έννοια) της ατομικότητας, μια νέα αίσθηση του υπάρχω “μαζί με τους άλλου” Ο Μπαλασόπουλος όχι μόνο θέτει το ερώτημα της παραγωγής της (δι-) ατομικότητας ως νέας διαφοροποίησης του καθολικού ιδεώδους του είδους (που κινδυνεύει) αλλά, πραγματικά, εφαρμόζοντας μια αρνητική διαλεκτική δείχνει το πέρασμα σε αυτό με μια εξέγερση.</p>
<p>Αποκαλυπτική και σπουδαία κατακλείδα! Η εντονότερη περιγραφή για το τι συμβολίζει ο Απρόθυμος Άγγελος!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΩΝ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Οδός Πανός&#8221; 194 Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2022</p>
<p>Διαβάζοντας τους ποιητές</p>
<p>Μία από τις πιο παράδοξες ποιητικές συλλογές, Το βιβλίο των πλασμάτων, μία πινακοθήκη όντων (λογικών ή άλογων) που παρουσιάζονται από την πλευρά τον νοήμονος κυρίαρχου, επιτρέποντας όμως με τη λειτουργία της ποίησης την περιστασιακή εισχώρηση στον τρόπο που λειτουργεί η νόηση (ελλείψει άλλου δόκιμου όρου) των άλογων όντων &#8211; αλήθεια, πόση αλαζονεία πίσω από τον χωρισμό σε λογικά και άλογα όντα, που καθορίζει τη θέση μας στον κόσμο. Ο ποιητής στο επεξηγηματικό του Επίμετρο (και αυτό παράδοξο για ποίηση) προσδιόριζε, την έννοια των πλασμάτων ως κοινή για ζώα και ανθρώπους, καθώς και την ανάγκη του να μιλήσει γι’ αυτά εν είδει αποστασιοποίησης από μια γραφή εγωκεντρική όσο και στείρα ανθρωποκεντρική, μεταφέροντάς μας σε μια διαφορετική δόμηση του κόσμου μέσα από μια συλλογή ετερογενειών, όπως την ονομάζει ο ίδιος. Σε συνομιλία με ποίημα του Wallace Stevens «Thirteen ways of looking at a blackbird» (1917) θα πει στο δικό του έξοχο «Το κοτσύφι»: Μεταξύ άλλων λοιπόν, η ποίηση είναι δεκατρείς/ τρόποι να δεις το κοτσύφι, που έχει μόνο/ έναν<br />
τρόπο να δει εσένα, δίνοντας έτσι εύγλωττα το «ποιητική αδεία», για να καταλήξει όμως πάλι σε ό,τι διαφεύγει ακόμα κι από την ποίηση, στο ίδιο το κοτσύφι που ο ένας του τρόπος σε σχέση με τους δεκατρείς δικούς σου φτερουγίζει στον ορίζοντα της διαφοράς/ όπου διαφεύγει πάντα ασύλληπτο/ το κοτσύφι,/ το κοτσύφι. Πολλαπλές εικόνες του ζώου (πάνθηρα) σε άλλο ποίημα οδηγούν σταδιακά από το οφθαλμοφανές πρώτο επίπεδο (Ο πρώτος πάνθηρας βρίσκεται στο κλουβί) στη δισυπόστατη φύση του (αυτό που είναι και αυτό στο οποίο δικαιωματικά μεταλλάσσεται μέσω της αρχικής ποιητικής ιδέας: Ο δεύτερος πάνθηρας βρίσκεται έξω απ’ το κλουβί), κατόπιν στην μετάπλασή του στο ίδιο το ποίημα (Ο τρίτο: πάνθηρας είναι το ποίημα/ για τον πάνθηρα) για να καταλήξει εκεί που όλα τα ποιήματα οδηγούνται αναπόφευκτα, στον αναγνώστη (Ο τέταρτος πάνθηρας είσαι εσύ,/ευγενικέ αναγνώστη,/γιατί μέσα σου αναπτύσσεται ο πάνθηρας). Ένας κύκλος των πραγμάτων στο ποίημα «Τέσσερις πάνθηρες», περιεκτικός όλου του νοήματος που ο Μπαλασόπουλος ήθελε να δώσει στη συλλογή του. Μια συλλογή τόσο παράξενη όσο και ενδιαφέρουσα, μέσα από την οποία η αληθινή ποίηση κερδίζει. Με σχέδια των Christian W. Bertram και Χριστόφορου Μπαλασόπουλου και μια εικαστική λεπτομέρεια του Francis Bacon.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΛΕΥΚΟ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 14/12/2021</p>
<p>Με «όχημα» τη φαινομενολογική αναγωγή</p>
<p>Το Λευκό στο Λευκό (Ενύπνιο, 2021) αποτελεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Αντώνη Μπαλασόπουλου, η οποία εκδόθηκε λιγότερο από ένα χρόνο μετά την πρώτη του ποιητική συλλογή, Πολλαπλότητες του Μηδενός (Σαιξπηρικόν, 2020). Το βιβλίο περιέχει 40 ποιήματα, εκ των οποίων το ένα, το «Ο 21ος αιώνας», είναι σπονδυλωτό και αρκετά μακροσκελές.</p>
<p>Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο «Όντα είναι», το δεύτερο μέρος «Η πληγή που μιλάει» και το τρίτο μέρος τον τίτλο «Κάτοπτρα». Τα τρία μέρη στοχεύουν σε διαφορετικό οντολογικό βάθος, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια ιεράρχηση που να κάνει το ένα μέρος υπαρξιακά πιο σημαντικό από το άλλο. Πρόκειται για τρία αναστοχαστικά-αναγωγικά επίπεδα του ίδιου λειτουργικού, ποιητικού, υποκειμένου, τα οποία αλληλοδιεισδύονται.</p>
<p>Το ανά χείρας κείμενο καταπιάνεται κυρίως με τη συνάφεια των ποιημάτων με τη φιλοσοφία, και συγκεκριμένα με τη φαινομενολογική οντολογία των Μάρτιν Χάιντεγκερ και Έντμουντ Χούσσερλ. Σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, Α. Μπαλασόπουλο, η εν λόγω ποιητική συλλογή διαφέρει από την προηγούμενη (Πολλαπλότητες του Μηδενός) ως προς τη «συνάντηση» με τη φαινομενολογία:</p>
<p>Το βασικότερο νέο στοιχείο στο οποίο ένιωσα την ανάγκη να δώσω χώρο ήταν αυτό που στη Φαινομενολογία ονομάζεται «φαινομενολογική αναγωγή» (phenomenological reduction), και το οποίο ερμήνευσα συγγραφικά ως μια συνειδητή αποψίλωση του νου μου από οποιεσδήποτε προϋπάρχουσες παραστάσεις ανθρώπων και αντικειμένων γύρω μου, τη δημιουργία ενός «λευκού» δια της απαλοιφής των άμεσα αισθητών ερεθισμάτων και την καταβύθιση σ’ αυτόν τον χωρίς καθορισμούς και όρια χώρο για να εντοπιστεί, λέξη προς λέξη, αυτό που βρίσκω όταν όσα νομίζω πως γνωρίζω έχουν φυλλοβολήσει από πάνω μου.[1]</p>
<p>Τα ποιήματα του Α. Μπαλασόπουλου στο Λευκό στο Λευκό εγκαινιάζουν νέες σχέσεις, με «όχημα» τη φαινομενολογική αναγωγή, όπως αυτή επιτρέπει την οντολογική διαφορά μεταξύ του «οντικού» και του «οντολογικού» να διανοιχτεί ποιητικά. Από τη σκοπιά του γράφοντος, το Λευκό στο Λευκό είναι μια ποιητική αναμέτρηση με την οντολογία των Χούσσερλ, Χάιντεγκερ και Παρμενίδη. Η οντολογική αναμέτρηση προοικονομείται από την προηγούμενη ποιητική του συλλογή και επεκτείνεται στην επόμενη ποιητική συλλογή, Το Βιβλίο των Πλασμάτων (Σαιξπηρικόν, 2021). Οι τρεις αυτές ποιητικές συλλογές αποτελούν ένα τρίπτυχο, για αυτό και ο γράφων συστήνει όπως διαβαστούν διαδοχικά, με τη σειρά που εκδόθηκαν, χωρίς αυτό να ακυρώνει την αυτονομία έκαστης ποιητικής συλλογής ή την αυτονομία του κάθε ποιήματος, στο βαθμό που οποιοδήποτε έργο τέχνης έχει αυτονομία.</p>
<p>Τα ποιήματα στο Λευκό στο Λευκό διαβάζονται ως απόκριση σε ένα υπόρρητο χρέος. Ένα πολιτικό χρέος προς το αμφίσημο υπόλοιπο της φαινομενολογικής παράδοσης. Αφενός, πρόκειται για ένα χρέος προς το πολιτικά ανεκπλήρωτο περίσσευμα της φαινομενολογικής οντολογίας, όπου η φαινομενολογία έχει κι άλλα να δώσει που δεν τα έδωσε ακόμη. Αφετέρου, πρόκειται για ένα χρέος κατά του πολιτικού ελλείματος των φαινομενολογικών ανακαλύψεων.[2] Και οι δύο αυτές όψεις είναι όψεις της –κατά την άποψη του γράφοντος—ύψιστης φαινομενολογικής «ανακάλυψης»: της οντολογικής διαφοράς μεταξύ του Είναι και των όντων.</p>
<p>Όλο το corpus του Χάιντεγκερ συνέχεται από μια προσπάθεια για έναν οντολογικό μετασχηματισμό, μια «μετάβαση» από την οντική κατανόηση στην οντολογική κατανόηση του Είναι. Η μετάβαση από το οντικό στο οντολογικό καταδεικνύει και μια διαφορά, την οποία ο Χάιντεγκερ αποκαλεί οντολογική διαφορά. Μια διαφορά που επαναλαμβάνεται και αναπαράγεται με άπειρους διαλεκτικούς τρόπους: ως διαφορά ουσίας και ύπαρξης, ως ρήγμα μεταξύ ιδεατού και πραγματικού, ως διαφορά μεταξύ του εμπειρικά αισθητού και του νοητικά αντιληπτού, ως διαφορά μεταξύ του συνειδησιακά επικαθορισμένου υποκειμενικού όντος και του αντικειμενικού, ως διαφορά μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινομένου, ως διαφορά μεταξύ της ατομικής κοινωνικοποίησης και του κοινωνικοποιημένου ατόμου, του πράγματος και του νοήματός, κοκ.</p>
<p>Η οντολογική διαφορά οφείλεται στο ότι το Είναι λανθάνει, αποκρύπτεται από τον αποφαντικό λόγο και την αναπαραστασιακή σκέψη, όπου η αλήθεια συλλαμβάνεται με όρους «ανταπόκρισης», με όρους σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου/ατόμου-κόσμου, αδυνατώντας να εκφράσει ολοκληρωτικά την αλήθεια τους, αφού πάντα ήδη το Είναι των όντων εν μέρει αποσύρεται.</p>
<p>Η σκέψη και ο λόγος του Χάιντεγκερ, λοιπόν, στοχάζεται αδιάλειπτα πάνω στην οντολογική διαφορά και στην κρυπτότητα του Είναι, και προσπαθεί να την καταδείξει, επιχειρώντας μεθοδολογικά να αφήσει πίσω τα όντα έτσι ώστε να πει το Είναι: όταν συγκαλύπτεται η οντολογική διαφορά, τα όντα εξισώνονται με το Είναι και το Είναι με τα όντα. Ο Χάιντεγκερ προσπαθεί να καταδείξει τη διαφορά χωρίς να την αναιρέσει ή να τη φυσικοποιήσει. Υπάρχει λοιπόν εδώ ένα διπλό διακύβευμα, μια διπλή «κίνηση»: πρώτα πρέπει να εντοπιστεί η επικάλυψη της οντολογικής διαφοράς μεταξύ του όντος και της ουσίας ως μια λησμονημένη διαφορά. Έπειτα πρέπει να θεματοποιηθεί, έτσι ώστε να αποτελέσει θέμα ερμηνείας.</p>
<p>Προκύπτει λοιπόν μια διαλεκτική μεταξύ του εντοπισμένου και του ανεντόπιστου. Ο άνθρωπος του 20ου αιώνα έχει εξοικειωθεί με τα όντα όπως αυτά παροντικοποιούνται στις αισθήσεις και στον προτασιακό λόγο, που τα έχει ταυτίσει με το Είναι· έχει ταυτίσει το Είναι με την αναπαράσταση των όντων. Τα όντα είναι πλέον οι αναπαραστάσεις τους, η ουσία τους δεν διαφέρει από τις αναπαραστάσεις τους. Αυτή η ταυτοσημία είναι η εκμηδένιση της οντολογικής διαφοράς, η λήθη της οντολογικής διαφοράς –μια λήθη καταπραϋντική, η οποία επιτρέπει στην τεχνοεπιστημονική αναγωγή να υπερισχύσει, να υποτάξει τα φαινόμενα και να ισοπεδώσει την αλήθεια των όντων, αποϊδιοποιώντας τα, απεδαφικοποιώντας τα, και ανάγωντάς τα στο «είδος» τους – σε μια αδιαφοροποίητη και άχρονη ουσία.</p>
<p>Θα έλεγα ότι η ποίηση του Λευκό στο Λευκό «σηκώνει το γάντι» που έριξε ο Χάιντεγκερ ως απάντηση στην κριτική του Μαρξ στη φιλοσοφία. Στην εντέκατη θέση πάνω στον Φόιερμπαχ, λέει ο Μαρξ: «Οι φιλόσοφοι έχουν μόνο ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το θέμα είναι να τον μετασχηματίσουμε».[3] Ο Χάιντεγκερ το αντιστρέφει: «ένας μετασχηματισμός του κόσμου προϋποθέτει μια αλλαγή στην αναπαράσταση του κόσμου, και μια αναπαράσταση του κόσμου αποκτάται μόνο μέσω μιας επαρκούς ερμηνείας του κόσμου».[4] Ο ποιητής παραχωρεί στον Χάιντεγκερ κάποιο δίκαιο σε ό,τι αφορά στη συμπλοκή και στη συνέκταση του ερμηνεύειν και του μετασχηματίζειν. Όμως ο οντολογικός μετασχηματισμός του Χάιντεγκερ, λανθάνει. Σε αυτό το μεταίχμιο γεννιέται το Λευκό στο Λευκό.</p>
<p>Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ στοχεύει σε ένα νοητικό μετασχηματισμό, στη βάση μιας αυθεντικής εννόησης της οντολογικής διαφοράς και του ιδιοσυμβάντος, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για την ανάνηψη από τη μεταφυσική. Ο πολιτικός μετασχηματισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του οντολογικού-υπαρκτικού μετασχηματισμού. Ωστόσο, η πορεία δεν είναι προδιαγεγραμμένη και ο φαινομενολόγος πρέπει να πάρει κάποιες ερμηνευτικές αποφάσεις, οι οποίες μπορούν να αποβούν μοιραίες. Ο Χάιντεγκερ,πλανήθηκε στα μονοπάτια του εθνοσοσιαλισμού. Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις ως προς τις αιτίες πίσω από αυτή την πλάνη. Ο γράφων, χωρίς να διαγιγνώσκει πρωταρχικό ή τελικό αίτιο, φρονεί ότι η πλάνη αυτή οφειλόταν και σε μια επικίνδυνη απαξίωση του οντικότητας εκ μέρους του Χάιντεγκερ, της διαλεκτικής τον όντων, όπου στην προσπάθεια να σκεφτεί την άφθαστη αλήθεια του Κεκρυμμένου Είναι, πρόδωσε την οντικότητα, απανθρωποποίησε την οντολογική διαφορά και την αποσυσχέτισε από τις δυνάμεις και τα όντα που επικαθορίζουν την πραγματική σκηνή της ιστορίας. Είναι ένα πράγμα να αντιστέκεται κανείς στην εξομοίωση των όντων με το Είναι με τρόπο που να καταργεί την οντολογική διαφορά και την υπερβατικότητα του Είναι των όντων, και είναι άλλο η πλήρης εγκατάλειψη των όντων στην ισοπέδωσή τους – σε μια διπλή ισοπέδωση όπου όλα τα όντα απορροφούνται σε μια αδιάφατη νύχτα, όπου οι αγελάδες όχι απλά δεν φαίνονται όλες μαύρες, αλλά δεν φαίνονται ούτε καν ως μαύρες. Ούτε καν φαίνεται η νύχτα ως νύχτα.</p>
<p>Η απαξίωση της οντικότητας, η απαξίωση των όντων, γίνεται ιδιαίτερα διακριτή σε στιγμές όπου ο Χάιντεγκερ αδιαφορεί πλήρως για την αντικειμενική-πραγματολογική αλήθεια (η αλήθεια νοημένη με όρους αντιστοίχισης {correspondence} και αναπαράστασης). Οι στοχασμοί του Χάιντεγκερ πάνω στην τέχνη αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα της παραπλανητικής τάσης της χαϊντεγκεριανής ερμηνείας, όπου η ανάλυσή του αδιαφορεί για το γεγονός ότι τα αρχικά φαινομενολογικά σχόλια δεν αντιστοιχούν στην πραγματολογική αντικειμενικότητα. Στο δοκίμιο Η προέλευση του έργου τέχνης (1950), ο Χάιντεγκερ αναπτύσσει για πρώτη φορά μια θεματική οντολογία του έργου τέχνης. Η οντολογική ανάλυσή του ερείδεται σε συγκεκριμένα έργα τέχνης: μεταξύ άλλων, σε ένα πίνακα του Βαν Γκοχ, στον οποίον απεικονίζεται ένα ζευγάρι παπούτσια και τον οποίον περιγράφει και αναλύει φαινομενολογικά.</p>
<p>Η περιγραφή του Χάιντεγκερ για τα ζωγραφισμένα παπούτσια περιλαμβάνει πραγματολογικά λάθη. Ο Χάιντεγκερ μιλά για ένα ζευγάρι χωριάτικα παπούτσια, για τα παπούτσια μιας χωριάτισσας, τα οποία φορά στους αγρούς και στα χωράφια. Αυτή η οντική «πραγματικότητα» παρουσιάζεται ως το πραγματολογικό υπόβαθρο, ως εκκίνηση που ερμηνευτικά οδηγεί στην οντολογική-φαινομενολογική φανέρωση του περίκοσμου, που αποτελεί τον ορίζοντα των δοσμένων νοημάτων: «Στη γη ανήκουν αυτά τα παπούτσια και μέσα στον κόσμο της χωριάτισσας διαφυλάσσονται».[5] Όμως, όπως αναλύει ο κριτικός τέχνης, Μάυερ Σαπίρο, «ο φιλόσοφος έχει πραγματικά αυταπατηθεί […] ‘φαντάστηκε κάποια πράγματα και μετά τα πρόβαλε στην ζωγραφιά’».[6] Αυτά τα παπούτσια δεν ανήκουν σε καμιά χωριάτισσα, δεν περπάτησαν σε κανένα αγρό και σε κανένα χωράφι.</p>
<p>Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες του άμεσα αισθητού ατομικού όντος είναι επουσιώδεις για την οντολογική ανάλυση, η οποία αποβλέπει στο υπερβατολογικό-οντολογικό, δηλ. στη βαθύτερη συνθήκη που επιτρέπει στην οντικότητα εν γένει να είναι. Στο κάτω-κάτω, η οντολογική ανάλυση μπορεί να διεξαχθεί με την ίδια επιτυχία ασχέτως αν η ανάλυση σφάλλει στο οντικό επίπεδο. Όμως αυτή ακριβώς η απάντηση αποτελεί απόδειξη του προβλήματος. Έχουμε ήδη αποδεχτεί ότι το οντικό είναι αδιάφορο, έχουμε ήδη θεμελιώσει μια δυνητικά εγκληματική οντική αμέλεια. Όμως το οντικό είναι τροπικότητα του οντολογικού. Συνεπώς η αμέλεια δεν είναι απλά οντική: είναι οντολογική.</p>
<p>Μήπως δεν έχουμε μπροστά μας ένα τραγικό αποτέλεσμα, όπου ο φιλόσοφος, στην προσπάθειά του να περισώσει τα όντα από την ισοπέδωση της τεχνοεπιστήμης, καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα; Μήπως αυτή η ίδια η αμέλεια του φιλοσόφου δεν καταδικάζει τα όντα στην αδιαφοροποίητη ισοπέδωση; Εδώ τίθεται ένα επιτακτικό ερώτημα: πόση οντική αμέλεια μπορεί να αντέξει μια οντολογική ανάλυση; Πόση παραπλάνηση μπορεί να απορροφήσει η οντολογική ανάλυση, προτού εξαφανίσει πλήρως το μέτρο οντικής αλήθειας, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να τεθούν ηθικοπολιτικά όρια στην ιστορική βία και να δώσει κανονιστικά κριτήρια σε κρίσιμες ιστορικές αποφάσεις –αποφάσεις οι οποίες επεμβαίνουν στον κόσμο των όντων και παράγουν οντικά αποτελέσματα; Μιλώ για την απόφαση του Χάιντεγκερ να ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα, ως αποτέλεσμα στρεβλής αντίληψης και αυταπατών του ιδίου, ως προς το τι ήταν το ναζιστικό κόμμα, τι πολιτικές εφάρμοσε, ποια κοινωνιολογικά ψεύδη κατασκεύασε εις βάρος των Εβραίων, κοκ, άσχετα από τι πίστευε ο Χάιντεγκερ ήταν το «εσωτερικό μεγαλείο» του ναζιστικού κόμματος, το οποίο οι ίδιοι Ναζί υποτίθεται δεν συνέλαβαν. Η άρνηση του Χάιντεγκερ σε διάφορες περιπτώσεις να αναμετρηθεί με την οντική αλήθεια, είχε ως αποτέλεσμα την άρνησή του να αναμετρηθεί με αυτές του τις επιλογές εκ των υστέρων, με οντικούς όρους, και δικαιολόγησε τη σιγή και την απουσία συγγνώμης.</p>
<p>Η οντολογική διαφορά χάνει το σχεσιακό της νόημα. Μια άλλη ιστορία του Είναι προκύπτει. Το Είναι δίδεται δια της απόσυρσης, σαν μια κεκρυμμένη φυσική τάξη που «κρύπτεσθαι φιλεῖ» και σαν μια ιδιότυπη «πραγμοποίηση», ανεπηρέαστη από υπαρξιακές τροπικότητες και διαθέσεις, με τον άνθρωπο παραλυτικά ερριμμένο σε μια οντική ιστορία ανοικείωσης, αναμένοντας χωρίς υπαρξιακή-οντική ευθύνη και χωρίς ενεργό ρόλο μια άλλη ιστορική ουσίωση, η οποία θα δοθεί με όρους καθαρού ιδιοσυμβάντος, αποσυσχετισμένου από τα παρευρισκόμενα αντικείμενα, τα πρόχειρα εργαλεία και τα δρώντα υποκείμενα της οντικής ιστορίας.</p>
<p>Το Λευκό στο Λευκό προκαλεί μια ποιητική κατάνυξη, επιτυγχάνοντας τη νύξη της οντολογικής διαφοράς χωρίς να απαξιώνει τη διαλεκτική των όντων, χωρίς να προδίδει την οντικότητα των όντων. Είναι ο ποιητικός λόγος της ελάχιστης οντολογικής διαφοράς. Η ελάχιστη διαφορά δίδεται στην ποιητική εποπτεία που επιστρέφει στο οντικό παρελθόν, στον 20ο αιώνα, τον αιώνα της απόλυτης καταστροφής των όντων, για να τον επαναλάβει. Αν η ελάχιστη οντολογική διαφορά φέρει την υπόσχεση πολιτικής δικαιοσύνης, τότε το οντολογικά ελάχιστα διαφοροποιημένο βλέμμα εγκυμονεί δικαιοσύνη. Kαι εναπόκειται στο ποιητικό υποκείμενο να μιλήσει πίσω στον 20ο αιώνα, πριν μιλήσει μπροστά, να μετασχηματίσει το πίσω, πριν μετασχηματίσει το μπροστά.</p>
<p>Διακυβεύεται η ίδια η σχέση των όντων με το Είναι, σε μια ιστορική συγκυρία όπου τα πολιτικοοικονομικά συστήματα δομούνται σε σχέσεις ουσίας, εξ-ουσίας, ιδιοποίησης και αποϊδιοποίησης. Το Λευκό στο Λευκό αποτελεί ένα ποιητικό στοχασμό με φόντο τα ερείπια του 20ου αιώνα και με ορίζοντα το μέλλον ενός κομμουνισμού, όπου δεν λησμονείται η οντολογική διαφορά, όπου η απόσυρση του Είναι δεν αφήνει οντική αδιαφορία, όπου το ενικό ιδιοσυμβάν ελάχιστα διαφέρει από το παρευρισκόμενο κοινωνικό υποκείμενο.</p>
<p>Λευκό στο λευκό</p>
<p>Λευκό στο λευκό:<br />
το πιο δύσκολο ίχνος<br />
όταν η ίδια αλεπού<br />
αντικατοπτρίζεται στα νερά<br />
διαφορετικών λιμνών·<br />
ή όταν στην ίδια λίμνη, η άλλη<br />
αλεπού ατενίζει τον αντικατοπτρισμό<br />
νεκρών άστρων.</p>
<p>Μια σκιά<br />
το πέρασμα των ειδώλων τους<br />
πάνω απ’ την επιδερμίδα<br />
των υδάτων, μια σκιά ακόμη<br />
το πέρασμα του δικού μου ειδώλου<br />
μέσα απ’ αυτά εδώ<br />
τα πεσμένα φύλλα.</p>
<p>Λευκό στο λευκό:<br />
σαν να μην είδες τίποτε,<br />
σαν αυτό που είδες<br />
να μην είχε έρθει ακόμη,<br />
σαν να βρισκόταν ήδη<br />
απ’ την άλλη πλευρά της πτυχής<br />
που σε περιλαμβάνει.<br />
Αρετή του ελάχιστου!<br />
Γλυκό, συμπυκνωμένο γάλα της Μεταφυσικής!<br />
Πάλι καμώνομαι τον θάνατο<br />
που βρίσκει τα όντα στο δάσος!<br />
Πάλι ντύνομαι με το τρίχωμα<br />
του γοερού θηρίου!</p>
<p>Το πιο δύσκολο<br />
ίχνος, η κλωστή του υδράργυρου<br />
στο σπασμένο θερμόμετρο, στη σπασμένη<br />
λέξη<br />
η κινούμενη άμμος.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 28/9/2021</p>
<p>Η εικόνα ως λυρικός τρόπος στην στοχαστική ποίηση του Μπαλασόπουλου</p>
<p>Η ποιητική συλλογή του Αντώνη Μπαλασόπουλου, «λευκό στο λευκό» (ενύπνιο, 2021), έρχεται να μας θυμίσει τη φιλοσοφική συνείδηση της ποίησης, σε μια εποχή που διαρκώς μεταβάλλεται παρασέρνοντας μορφές και σχέσεις. Από τότε που ο Σωκράτης κι ο Πλάτων εξόρισαν τους ποιητές από την ιδανική Πολιτεία, η δυτική σκέψη επέμεινε σε μια αυστηρή οριοθέτηση μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης. Ο William Marx ([2015] 2018:35-42) συνδέει την &#8220;εξορία&#8221; των ποιητών από την πλατωνική Πολιτεία τόσο με την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος όσο και με τη &#8220;μάχη&#8221; για το ποιος κατέχει την αλήθεια: ο φιλόσοφος ή ο ποιητής; Η ποίηση διέθετε μια δύναμη πολιτική και ταυτόχρονα μια εκπαιδευτική αρετή. Ο Αριστοτέλης έβρισκε ομοιότητες μεταξύ ποίησης και ηθικής. Θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι οι τραγικές ανατροπές δεν είναι μόνο συναισθηματικά και αισθητικά ισχυρές, αλλά μπορούν να διαφωτίσουν και ηθικά. Αν και έκρινε την ποίηση υποδεέστερη από τη φιλοσοφία, αναγνώριζε την αξία της. Σταδιακά όμως η &#8220;εξουσία&#8221; των αρχαϊκών ποιητών πέρασε στους φιλοσόφους, παρά το γεγονός ότι η φιλοσοφία έχει επηρεαστεί από την ποίηση, από την αρχή της.<br />
Αν και ορισμένοι στοχαστές, όπως ο Dilthey και ο Nietzsche, υμνούν τη σοφία των ποιητών και βλέπουν την ποίηση και τη φιλοσοφία ως αμοιβαία επωφελείς αναζητήσεις, οι περισσότεροι φιλόσοφοι και θεωρητικοί δυσανασχετούν, μειώνουν ή εξαλείφουν τη σημασία της ποίησης στη φιλοσοφία και τη θεωρία (Trapanier, 2017). Για τον Alain Badiou, «ο αιώνας των ποιητών έχει παρέλθει», η Ποίηση έχει ολοκληρώσει τον σκοπό της να συλλάβει το είναι. Για τον Γιώργο Σαραντάρη (2001:107), με αυτόνομα ποιητικά, δοκιμιακά και φιλοσοφικά έργα, «άλλη η γλώσσα της φιλοσοφίας, άλλη εκείνη της ποίησης […] κι ας νιώσει όποιος μπορεί με όποιον τρόπο μπορεί την αλήθεια του ανθρώπου». Η ποίηση του Σαραντάρη, βέβαια, παραμένει βαθιά φιλοσοφική, αν και δεν χρησιμοποιεί τα εργαλεία της Φιλοσοφίας, τις έννοιες και τη φιλοσοφική συλλογιστική πορεία. Κατά την Anna Christina Ribeiro (2009) το γεγονός ότι πολλά από τα άρθρα του JAAC για τη λογοτεχνία γράφτηκαν από μη φιλοσόφους, δείχνει μία έλλειψη ενδιαφέροντος των φιλοσόφων για την ποίηση, σε αντίθεση με τους θεμελιωτές της Αισθητικής που την τοποθετούσαν σε τη κορυφή των τεχνών (Kant, Hegel, Schopenhauer).<br />
Κι όμως βλέπουμε ποιητές των καιρών μας, όπως ο Αντώνης Μπαλασόπουλος, σε μια εποχή &#8220;γλωσσικού θορύβου&#8221;, να συνδιαλέγονται με τη φιλοσοφία θέτοντας υπό μια αισθητική γωνία τις ρητές και άρρητες σχέσεις των δύο κλάδων του λόγου και σε μια νέα σχέση, όσο κι αν το «στοχάζεσθαι δεν ισοδυναμεί με το φιλοσοφείν», γιατί «όποιες κι αν είναι οι συγγένειες ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία, είναι ακριβώς αυτό το ανάμεσα που τις διακρίνει και τις χωρίζει» (Deguy, 2014:7). Στόχος της ποίησης δεν είναι μόνο να φιλοσοφήσει, αλλά και να ψυχαγωγήσει, να γεννήσει έναν έλεο κι έναν φόβον ή κάθαρσιν. Ταυτόχρονα όμως δεν παύει να αποτελεί έναν λόγο που πειραματίζεται με τη γλώσσα, κάτι που δεν πράττει -σε τέτοιο συνειδητό βαθμό- η Φιλοσοφία. Δεν είναι αναγκαία η παραγωγική διαδικασία για τον ποιητικό στοχασμό, αφού η δυναμική του κρύβεται στην αφαιρετική διάσταση της γλώσσας. Ο ποιητικός στοχασμός παράγεται στο πλαίσιο της γλώσσας, γιατί είναι η ποίηση είναι μία από τις γλώσσες του στοχασμού. Σε αντίθεση όμως με έναν φιλόσοφο, ο ποιητής γνωρίζει ότι η βαθιά ουσία των πραγμάτων δεν χωράει σε υπάρχουσες έννοιες και για αυτό αναζητά διαρκώς μια νέα γλώσσα για να την προσεγγίσει. Για τον Heidegger (Τζαβάρας, 2017:8) «το ποιητικό κείμενο δεν είναι αποτέλεσμα ψύχραιμης εφαρμογής κάποιας τεχνικής ή θεωρίας, αλλά διέπεται από ένα κρυφό πάθος γι&#8217; αυτό επιζητά το αντίστοιχο πάθος του ερμηνευτή που θα το αναδείξει». Γιατί ακριβώς η ποίηση δεν αποτελεί κάτι συντελεσμένο, αλλά μία τέχνη που βρίσκεται υπό διαμόρφωση, διαρκώς σε κίνηση διαπραγμάτευση με την κοινωνία της εποχής της (Λαμπρόπουλος, 2018: 209-210).<br />
Ο Μπαλασόπουλος στοχάζεται στον απόηχο του συμβιβασμού και της ήττας, των υποχωρήσεων και του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η ποίησή του είναι εικονιστική και αφηγηματική. Η εικονοποιία του αναδεικνύεται μέσα από ένα δίκτυο διπόλων. Κινείται μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου, υποκειμενικού και αντικειμενικού, ατομικού και συλλογικού, άρνηση και κατάφασης, διαμορφώνοντας μία ρευστότητα που δένει αρμονικά με τη φόρμα και τον φιλοσοφικό αναστοχασμό. Οι εικόνες των συνθέσεων και η αφηγηματική ροή τους καθοδηγούν την αναγνωστική πρόσληψη και κατευθύνουν τον ακροατή σε στοχασμούς, που αποτελούν και την πρόθεση του ποιητή. Προσπαθώντας να αποφύγει κάθε αυθαίρετη ερμηνεία, το κείμενο είναι αυτό που κατευθύνει την ανάγνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο δημιουργός παραδίδει ένα κλειστό κείμενο. Η εικονιστική πραγμάτευση του θέματος, με τις εξπρεσιονιστικές πινελιές, διατηρούν το κείμενο ανοιχτό.<br />
Η εικόνα του Μπαλασοπούλου δεν δείχνει εκείνο που γνωρίζει ο αναγνώστης, αλλά εκείνο που μπορεί να αντιληφθεί. Πρόκειται για ένα παιχνίδι ανοικείωσης με τις μορφές και τις αφηρημένες έννοιες σε δράση. Η φωνητική (επειδή η ποίηση δεν παύει να είναι μία ακουστική τέχνη) και η σημειολογία του ποιητικού λόγου αναιρούν τον αυτοματισμό της εμπειρικής αντίληψης του αναγνώστη. Η αποαυτοματοποίηση αυτή της γλώσσας εντείνει την εντύπωση (impression), απομακρύνει το αντικείμενο από τον χώρο του αισθητού και το τοποθετεί σε ένα αφηρημένο πεδίο της αντίληψης, ως ένα σύνολο εμπειριών και στοχαστικών αγωνιών. Τα περισσότερα ποιήματα εκκινούν από μία σκέψη, ένα στοχασμό του ποιητικού αφηγητή, που γρήγορα μετατρέπεται σε μία διήγηση από την οποία ξεπηδά πλήθος εικόνων. Αφηρημένες μορφές μέσα στο εξπρεσιονιστικό κάδρο ερωτεύονται, πεθαίνουν και στοχάζονται. Οι ποιητικοί ήρωες του Μπαλασοπούλου (ακόμα και το συχνό α&#8217; ενικό γραμματικό πρόσωπο) λειτουργούν ως σύμβολα, ώστε μέσα από το συγκεκριμένο να μιλήσει για το γενικό. Συχνά το δρων υποκείμενο είναι μία αφηρημένη έννοια, κάτι που ενισχύει το στοχαστικό υπόβαθρο της συλλογής. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στον δημιουργό να πειραματιστεί με έννοιες και όρους από διάφορα επιστημονικά πεδία (μαθηματικά, ιστορία, φιλοσοφία, γλωσσικές επιστήμες), τις οποίες υποτάσσει στον φιλοσοφικό άξονα της προβληματικής του.<br />
Στον ίδιο άξονα εντάσσεται η ποιητική περί ποίησης. Η αυτοαναφορικότητα αποτελεί μία μεταφυσική έκφανση του εγώ που αναζητά να μετουσιωθεί σε αριθμό. Η αναζήτηση των τρόπων ανάδειξης του λυρισμού αποτελεί μία μεταγλωσσική και συνάμα δοκιμιακής φύσης προσέγγιση της ποιητικές αλήθειας. Το ποίημα ως έλλογο ον στοχάζεται για το εγώ και το είναι του, αναζητώντας την ιδεολογική καταξίωσή του μέσα από την πολυφωνία των τρόπων του και την κλιμακούμενη πολυσημία. Ο Μπαλασόπουλος πειραματίζεται με τη μορφή και αναζητά μια νέα συμμετρία στον στίχο. Η καλοδουλεμένη στιχουργική ενσωματώνει τη ρυθμικότητα ενός εξπρεσιονιστικού λυρισμού. Είναι γεγονός ότι στη σύγχρονη ποίηση ο στιχουργός ρυθμός μοιάζει να παραμελείται προς όφελος του μηνύματος. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές που αδιαφορούν για τη λειτουργική σχέση ρυθμού και περιεχομένου, εμμένοντας σε ά-ρυθμες φόρμες οπτικής απεικόνισης. Αντίθετα ο Μπαλασόπουλος στήνει τον στίχο του με οδηγό τον ρυθμό απαγγελίας, επιστρέφοντας στην προφορική διάσταση της ποίησης. Η συμμετρία του στίχου ακολουθεί τον λυρικό τρόπο, συντετριμμένη μπροστά στα πάθη του ανθρώπου και τις αγωνίες ενός ποιητή που φιλοσοφεί. Η συντριβή του στίχου αισθητοποιεί το ανθρώπινο δράμα.</p>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS 3/7/2021</p>
<p>Το δύσκολο ίχνος του Τίποτε</p>
<p>«Λευκό στο λευκό», δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Αντώνη Μπαλασόπουλου μετά τις «Πολλαπλότητες του μηδενός». Και τούτη η μετάβαση από το «μηδέν» του ενός βιβλίου στο «τίποτε» του άλλου ‒μια και ως «τίποτε στο τίποτε» μπορεί να ερμηνευτεί το λευκό πάνω στο λευκό‒, δεν είναι ίσως παρά η διαδρομή του ποιητικού και φιλοσοφικού στοχασμού του από το παρμενίδειο μηδὲν δ’ οὐκ ἔστιν στην υπόσταση του όντος και από το φαινόμενο στην εσώτερή του ουσία.</p>
<p>Εκεί άλλωστε μας κατευθύνει ο αποδιδόμενος φόρος τιμής στον Kazimir Malevich, μια και το «Λευκό στο λευκό» είναι τίτλος πίνακά του, έργου χωρίς απεικονιστικό περιεχόμενο, που μαζί με το επίσης δικό του «Μαύρο τετράγωνο» αποτέλεσαν εμβληματικές εφαρμογές της θεωρίας του Σουπρεματισμού.</p>
<p>Πόσο κοντά όμως είναι μια τέχνη που αρνείται την αναγκαιότητα του αντικειμένου, αποδίδοντας στην αίσθηση του «τίποτε» την πνευματικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, πόσο κοντά είναι στην πλατωνική μεταφυσική, στην πλατωνική, δηλαδή, έννοια των Ιδεών και την ψευδαισθητική αναπαράστασή τους; Και πόσο κοντά βρίσκεται στο «Είναι» του Heidegger, αυτό το «Είναι» της ύπαρξης που διαρκώς μας διαφεύγει και που, εντέλει, δεν μπορεί να οριστεί; Ή, ακόμη, πόσο κοντά είναι στο ερώτημα του Leibniz: «Γιατί να υπάρχουν τα όντα και όχι το τίποτε;»</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινείται η πρώτη από τις τρεις ενότητες του βιβλίου, που ονομάζεται «όντα είναι»· δυο λέξεις σε παράταξη, με διπλό κενό ανάμεσά τους. Παραμένοντας στην προβληματική τού Όντος, αναρωτιέμαι αν αυτό το επιπλέον κενό πράγματι χωρίζει δυο έννοιες, και αν οι δυο αυτές έννοιες μπορεί να νοηθούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Αν, δηλαδή, νοείται το Ον χωρίς την εσώτερη ουσία του, το «Είναι», ή αν το «Είναι» μπορεί να υπάρξει δίχως το Ον που το περιέχει. Ο Πλάτων μας λέει ότι μπορεί. Ο Χάιντεγκερ, αν και στην αρχή συμφωνεί, στη συνέχεια το ξανασκέφτεται και καταλήγει στο ότι το «Είναι» δεν ουσιώνεται δίχως το Ον, άποψη προς την οποία φαίνεται να κατευθύνεται εν μέρει και ο Sartre ο οποίος, διερευνώντας περαιτέρω το «σκεπτόμενο ον» του Descartes, προχωρά στη διατύπωση του ερωτήματος «Τι είναι το Είναι;», για να αποφανθεί: «Η ύπαρξη (το Ον) προηγείται της ουσίας (του Εἶναι)».</p>
<p>Το πρόβλημα βέβαια λύνεται αν διαβάσουμε το «είναι» του τίτλου ως το ρήμα μιας εκκρεμούς πρότασης (όντα είναι) και αναζητήσουμε στα ποιήματα την ολοκλήρωσή της. Όντα είναι, λοιπόν, το ιδρωμένο παιδί που βγάζει τη μπλούζα του ανάποδα μετά το παιχνίδι, είναι ο μαύρος κότσυφας πάνω στο χιόνι, είναι το σιδερένιο πουκάμισο στο αμόνι, είναι ο ταξιδευτής μπροστά στο κατώφλι, είναι η μέρα που ξοδεύτηκε σαν κερί. Ωστόσο, είναι προφανές ότι αυτό που απασχολεί τον Μπαλασόπουλο είναι το μέσα μέρος της μπλούζας του παιδιού, που έρχεται έξω, είναι το μαύρο του κότσυφα που σπάει τη λευκή συνοχή του χιονιού, είναι η γαλάζια σπίθα του σιδερένιου πουκάμισου που σφυρηλατείται στο αμόνι, είναι η ανατριχίλα του ταξιδευτή, είναι ο αξόδευτος χρόνος της μέρας, είναι το:</p>
<p>Λευκό στο λευκό:<br />
σαν να μην είδες τίποτε,<br />
σαν αυτό που είδες<br />
να μην έχει έρθει ακόμη,<br />
σαν να βρισκόταν ήδη<br />
απ’ την άλλη μεριά της πτυχής<br />
που σε περιλαμβάνει</p>
<p>(Λευκό στο λευκό, σελ. 13)</p>
<p>είναι, εντέλει, η μέσα, η πίσω πλευρά αυτού που υπάρχει, που όταν έρχεται έξω είναι το ίδιο αυτό, γιατί αλλιώς:</p>
<p>Η σκάλα στριφογυρίζει μάταια<br />
τη ράχη της να φτάσει στο κατώφλι<br />
μα πύλη δεν υπάρχει.<br />
Κι αν υπήρχε, δεν θα υπήρχε ρόπτρο.<br />
Κι αν υπήρχε, δεν θα υπήρχε δωμάτιο.<br />
Κι αν υπήρχε, δεν θα υπήρχε απάντηση</p>
<p>(Η έκπτωση της βασιλείας, σελ. 15)</p>
<p>«Η πληγή που μιλάει», για να περάσουμε στην επόμενη ενότητα, είναι η πληγή η οποία, είτε πυορροούσα είτε αιμάσσουσα, παραμένει ανοιχτή. Και αυτό που ο Μπαλασόπουλος αφήνει να εννοηθεί είναι ότι καμία πληγή, αφότου ανοίξει, δεν επουλώνεται ποτέ, ότι καμία απώλεια δεν αναπληρώνεται, ότι τίποτε δεν αποκαθίσταται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και να εξελίσσεται μέσα από τη διαλεκτική σχέση του με το ανθρώπινο ον και την εμπειρία του.</p>
<p>Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ολόκληρη τούτη η ενότητα του βιβλίου είναι ένας κατάλογος εννοιών και γεγονότων που απλώνονται και περιλαμβάνουν ο,τιδήποτε νοείται πως χάθηκε και συνεχίζει να χάνεται: από τις προσωπικές έμψυχες απώλειες, μέχρι τις διαψεύσεις των ηθικών και αξιακών προταγμάτων του καθενός, του ουμανιστικού Διαφωτισμού, εν προκειμένω, και του Ορθού Λόγου, που σμπαραλιασμένα οδήγησαν και οδηγούν σε πολέμους, Γενοκτονίες, Ολοκαυτώματα, προσφυγιές, απαξιώσεις της ζωής των άλλων.</p>
<p>Γυρίζοντας, ωστόσο, την πίσω του όψη, θα δούμε έναν άλλο κατάλογο, εκείνο των στοιχείων του νέου παρόντος και των νέων ελεύσεων. Θα δούμε την κυριαρχία του ανορθολογικού, τη νέα εποχή που έφτασε και «ζητά κι αυτή το μερτικό της απ’ την πένθιμη γιορτή των τελευταίων ανθρώπων», θα δούμε «το αντικειμενικό, με τα μαύρα εντόσθια και τα μεταλλικά δόντια», θα δούμε το νέο «τίποτε στο τίποτε», όχι πλέον ως «λευκό στο λευκό» αλλά ως «Μαύρο σε μαύρο, / σύνοψη και ετυμηγορία / επί των χρωμάτων».</p>
<p>Θα δούμε όμως και αυτόν «που τον πατέρα του στους ώμους κουβαλάει […] αυτός που σηκώνει τη ρίζα του με τα ίδια τα κλαδιά του, ο άνθρωπος που αρχίζει από Άλφα, / που φέρει ο ίδιος τις προϋποθέσεις του στην πλάτη, / το βιβλίο που παραθέτει / όλα τα προηγούμενα βιβλία, / το ευρετήριο κάθε ευρετηρίου […] ο ξένος, η αντανάκλαση / που δραπέτευσε απ’ τον καθρέφτη μας, / η ευλογία που μας δίνεται, / η πληγή που μιλάει».</p>
<p>Παρέθεσα αποσπασματικά κάποιους στίχους από το ποίημα «Αυτός που τον πατέρα του στους ώμους κουβαλάει», ίσα-ίσα ως αφορμή για κάποια σχόλια, κοινούς τόπους λίγο πολύ, για την έννοια της «πληγής που μιλάει», αλλά και της πληγής που συναιρεί τις μικρές και μεγαλύτερες πληγές της ιστορίας. Θα έλεγα λοιπόν ότι η ίδια και μόνη της η «πληγή» είναι ήδη μια ολοκληρωμένη γλώσσα, όχι μόνον σημαίνον αλλά και σημαινόμενο, ενώ το αμετάβατο «μιλάει» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστόρηση τούτης της γλώσσας. Θα έλεγα ακόμη, αφουγκραζόμενος τον Steiner, ότι η ομιλία, ο λόγος, ως γλωσσικό ενέργημα που κατοπτρίζει και αναδιατυπώνει την ανθρώπινη εμπειρία, μπορεί και μεταβάλλεται κατά τη φορά και τον τρόπο μεταβολής της εμπειρίας αυτής. Και, τέλος, θα έλεγα ότι η γλώσσα, χάρη στις δομικές και χρονικές της ορίζουσες και διακτινώσεις, έχει τη δυνατότητα να συσσωματώνει αυτές τις μεταβολές και να τις επαναφηγείται ως ένα ενιαίο ιστόρημα, ως ένα, πράγματι, βιβλίο των βιβλίων.</p>
<p>Ποιήματα ποιητικής, ή ποιητικών οφειλών, είναι αυτά που συγκροτούν τα «Κάτοπτρα», την τελευταία ενότητα. Παρενθετικά, ας έχουμε κατά νου ότι ένα ποίημα που έχει για θέμα του την ποίηση, δεν είναι παρά η αμηχανία του ποιητή μπροστά στη μεταφυσική του ποιητικού λόγου, η απορία του μπροστά στη διαδικασία μετουσίωσης του υπάρχοντος, δεν είναι παρά η αδυναμία του να απαντήσει με άλλον τρόπο στο ερώτημα: Τι είναι ποίηση;</p>
<p>Σε τούτα τα «Κάτοπτρα», λοιπόν, είδωλα ποιητικών μορφών, μέσα από πολλαπλές εικόνες αντανακλάσεων, συμπλέκονται και σχηματίζουν τη μία εικόνα, αυτήν του ιδεατού ποιητή. Με αυτή τη μία εικόνα συνομιλεί στην πραγματικότητα ο Αντώνης Μπαλασόπουλος, σε αυτήν προσθέτει τον δικό του ποιητικό στοχασμό, αυτή η μία εικόνα είναι τα πρόσωπα που άμεσα ή έμμεσα μνημονεύονται: ο Χριστιανόπουλος και ο Καρούζος, ο Hölderlin και ο Saint-John Perse.</p>
<p>Θα είχε νόημα, ενδεχομένως, να σχολιάσω ενδεικτικά κάποια ποιήματα, να παραθέσω, προς επίρρωση, ορισμένους στίχους, αλλά δεν θα το κάνω. Θα σταθώ μόνον σε ένα ερώτημα εξίσου αναπάντητο με το «τι είναι ποίηση;». Γράφει ο Μπαλασόπουλος στο «Ευχαριστώ κύριε Ντίνο»: «Με την ποίηση δεν ζεις, / αυτό έχει προ πολλού απαντηθεί. Χωρίς / την ποίηση όμως; Αυτό είναι / που σου απομένει να απαντήσεις». Ένα ερώτημα που μας φέρνει απευθείας στην τελεολογία τής ποίησης, στον αν αυτή υπάρχει ως σκοπιμότητα και ως αναγκαιότητα στη ζωή μας. Είτε φιλοσόφους επικαλεστούμε ‒λέει ο Χάιντεγκερ: «Η ποίηση είναι αυτή που φέρνει τη δημιουργία στην εγγύτητα του θείου»‒, είτε ποιητές ‒γράφει ο Εγγονόπουλος: «Η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: / η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε / να πεθάνουμε»‒, οποιαδήποτε απάντηση θα εξακολουθήσει να παραμένει μια απορία. Αυτήν ακριβώς την απορία, ως ένα διαρκή, και εναγώνιο εντέλει, αναστοχασμό, βάζει μπροστά μας ο ποιητής, αυτή την ίδια απορία μάς προτείνει ως αναγκαιότητα της ποίησης στη ζωή μας.</p>
<p>Κλείνοντας, θα ήθελα με δυο λόγια να αναφερθώ και στην ποιητική του Αντώνη Μπαλασόπουλου, ενός ποιητή που εξαιρετικά αργά αποφάσισε να εκθέσει την εργασία του και να εκτεθεί. Διαθέτοντας ήδη έναν πλούτο γνωσιακών αποθεμάτων και διακειμενικών αναφορών, και ενσωματώνοντάς τα λειτουργικά, ως δομικούς αρμούς, στην καθαυτό ποιητική ύλη, ενορχηστρώνει τον ποιητικό του λόγο με μία γλώσσα που περιβάλλει μάλλον παρά τρέφει το λυρικό υποκείμενο, ενώ παράλληλα, συναιρώντας το ατομικό με το συλλογικό, καταγράφει τη θέση του στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στη ροή της ιστορίας με όρους άρσης κάθε μεταφυσικής ερμηνευτικής, αλλά και με όρους υπονόμευσης των ορθολογικών βεβαιοτήτων. Λευκό τοπίο, λοιπόν, και πλέον «εις την πλευράν σου (αναγνώστη) / η λόγχη της μελάνης».</p>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 8/6/2021</p>
<p>Ανταπόκριση αβύσσου<br />
…Κι όταν μιλούν του Αχέροντα /<br />
οι θαλερές σκιές /<br />
θα σου μιλά η βροντή.</p>
<p>Για την ποίηση του Αντώνη Μπαλασόπουλου λοιπόν. Γραφή ρωμαλέα. Ό,τι ορίζεται από την προσωπική άβυσσο καταπάνω στις στέπες της Ιστορικότητας. Το Παρελθόν, το Μέλλον και ο Τόπος συμπιέζουν το Παρόν, συμπάσχουν στην Απώλεια. Απόσπασμα σελίδα 48, «…Ο τρελός ρωτούσε τις πέτρες για το νερό κι έπειτα έκλαιγε πάνω στις σπασμένες επιγραφές». Ισχυρή εικόνα καθώς βαδίζουμε ήδη στο μέλλον. Μυρωδιά Κόλασης. Όπου όλα χωνεύονται: συντρίμματα, γεγονότα, σώματα, ελπίδες, εμπειρία, επιστήμες, απώλειες. Από εδώ ο Παράδεισος είναι μακριά, αλλά ενισχύεται το ήθος της ποιητικής στην Ελληνική γλώσσα, με ηχόχρωμα ελαύνουσας νεότητας.</p>
<p>Έτσι πολλαπλασιάζονται συνθλιβόμενες οι κατευθύνσεις και φουσκώνει το ζυμάρι του λόγου. Απόσπασμα σελ. 58. «… / Έπειτα μπορούνε όλα να χτιστούν σε μια πιο στέρεα βάση, / το αλφάβητο έχοντας πια αναδιαταχθεί, / κι ο κύκλος κλείσει.». Πρωταρχική κατάσταση. Εσωτερική ουσία σιγοβράζει παράγοντας ρυθμό. Ιδανικές αφαιρέσεις. Ποίηση ελλειπτικής ρυθμολογίας. Η αφομοίωση του τραγικού γίνεται εικόνα. Εντάσεις γερμανικού εξπρεσιονισμού. Εκτινάσσονται σκιές∙ η δομή του δράματος. Απόσπασμα σελίδα 50, «Στην εκκλησία των φλύαρων πουλιών ενέδρευε η έχιδνα. / Στον τοίχο ξέφτιζε μια αφίσα της ιεράς σιαγόνας… / Ενεχυροδανειστήρια. Κλουβιά που έψαχναν ανθρώπους…». Και υπερρεαλισμός. Κραυγή καθώς τραυματίζονται τα μάτια ενώπιον της μέρας. Απόσπασμα σελίδα 59, «Σαν το πρόσωπο να ΄ταν νερό: / μια πέτρα βυθίστηκε, / βαριά ανάμεσα στα φρύδια, / αφήνοντας ομόκεντρους κύκλους στο δέρμα. / Τρεις αυλακιές βαθιά σκαμμένες στο μέτωπο / κι αντικριστά τους δυο βαθουλώματα σεληνοειδή, εκεί που κάποτε βρίσκονταν, / λεία της νιότης λιβάδια, / τα ζυγωματικά…».</p>
<p>Μοντέρνα γραφή συχνά με λυρισμό. Αφαίρεση επί νεορεαλισμού. Διακριτικά σημεία ελπίδας παρά το συνεχές της συντριβής. Απόσπασμα σελίδα 72, «Να σβήνεις / όπως το χιλιόφυλλο δέντρο μια γωνιά ουρανό // Να γράφεις όπως η σταγονορροή του ασβεστίτη εσωτερικά του τοιχώματος // Το δύσκολο φως να ξεδιπλώνεις, / το φως που αυξάνεται». Ένδυμα ν΄ αντέχει την πολυπλοκότητα των πιέσεων σήμερα. Ακίδες ικανές να αποτυπώσουν συνθέσεις στιγμιαίας ισορροπίας. Εικονίσματα από γεγονότα αναταραχής, απώλειας και θυσίας. Η ποιητική του Μπαλασόπουλου είναι χείμαρρος. Ενάργεια και γνώση γίνονται ποτάμι∙ φτάνουν θάλασσα. Λαχανιασμένα νερά, έμπειρα. Έκταση και καθαρή φωνή στα όρια του συμβολισμού. Απόσπασμα σελίδα 44, […// Μου είπες: «Πάρε το χαρτί. / Γράψε, με αλάθητο χέρι, όσα δεν γνωρίζεις». // Ξεκινώ όπως μου έμαθες, ανάστροφα, / από τη Δύση προς την Ανατολή / απ΄ το ωμέγα του στεναγμού / προς το άλεφ της άλγεβρας / από τη μεταβολή των συνόρων / προς τη μονιμότητα των βυθών στον αχάτη.]</p>
<p>Εδώ κάθε λέξη, κάθε σύμπαν λέξεων, το κοινό του κόσμου ομολογεί. Αγαπητικός τρόπος. Η αγωνία του νοιάζομαι. Τραγούδι με την συμμετρία της ωριμότητας. Κατά τον Μπαλασόπουλο, Κατανόηση, Παραδοχή και Αποδοχή, σημαίνουν θεμελίωση Σύνθεσης. Το κύριο δεν είναι η αποδόμηση, αλλά η ανάλυση. Καύσιμο ο χρόνος. Όχημα η αφαίρεση επί του γεγονότος. Εδώ δεν θα σε παραπλανήσουν λατρευτικές εμμονές. Επικρατεί κριτική στάση δίχως κραυγές, μόνο με τη δύναμη της Μεταφοράς. Σε κερδίζει το δημιουργικό πείσμα, ο τρόπος του ποιητή. Απόσπασμα από το εξαιρετικό ποίημα « Ύψος» σελ. 73, «…/ Σαν η καθαρότητα, / φέρουσα εγκαύματα απ΄ τον πάγο, / να μην σηκώνει ρούχο στη γύμνια της. / Σαν κάτι αυστηρό και ζηλότυπο να ορίζει τον χώρο, καρφώνοντας πασσάλους υψομέτρου στη γη. / Κι αυτή, / σαν ξυσμένη μολυβιού μύτη καθώς ανεβαίνεις ψηλότερα – / μια σκλήθρα στα γυμνά πόδια του ορφανού και γαλάζιου παιδιού από πάνω».</p>
<p>Ετούτη η ποιητική εμπεριέχει τον κόσμο συνολικά και σε θραύσματα. Κίνηση και διασπορά. Μοιρασιά και συντριβή. Κατάσταση πριν τη λέξη. Οι έννοιες πριν τις λέξεις τους. Ο αναγνώστης προϋπάρχει του ποιητή και κυρίως του ποιήματος. Ειλικρινής ποιητική με την γενναιότητα της φωτογραφίας. Οι αφαιρέσεις δεν κρύβουν τους φθόγγους των δικών μου κραυγών. Χωνεμένα στοιχεία. Σύλληψη ήθους. Τίμια εικόνα. Ίχνη Ιδέας. Απόσπασμα σελίδα 46, «…Ανάμεσα στο σίδερο της ισχύος / και στο σίδερο της διάψευσης / η απόμακρη φλόγα, η αδιάφορη φωτιά. / Το βασίλειον του υπομονετικού βιβλιοσκώληκος ελεύσεται».</p>
<p>Ποίηση που δεν ομφαλοσκοπεί. Ορίζει πρώτα την δική μου θάλασσα ανάμεσα σε άλλες θάλασσες που έχουν πολύ βασανιστεί. Η ποίηση του Μπαλασόπουλου μέσα απ΄ το γεγονός της συντριβής, αποκαλύπτει το καθήκον, ορίζει την ουσία του δράματος. Σιδερένια φτέρνα* αναπόφευκτα πατάει την πορεία μου με άκανθο αόρατο. Αλλά δεν επιβεβαιώνει μόνο την μάνητα του αρχαίου Θεού, διακρίνονται και οι αιμορραγούσες αρτηρίες της αμφισβήτησης των νόμων και των συμβάσεων. Οι θεοί σβήνουν στην αβεβαιότητα χωρίς υπηρέτες. Ο άνθρωπος γνωρίζει πως οι θεοί δεν ξεφεύγουν του θανάτου τουλάχιστον από την εποχή του Αισχύλου. Η ποίηση του Μπαλασόπουλου δεν υπηρετεί στην αυλή κανενός ή τουλάχιστον δεν διαφημίζει εκ του πονηρού κάτι τέτοιο. Ποίηση που δεν ξεπέφτει παρά τις αναπόφευκτες ανάγκες, υλικές και συναισθηματικές. Και για πιο Έπος τραγουδά ο ποιητής; Μα για την ουσία της συνέχειας και του ενιαίου κατά την ασυνέχεια. Καθήκον του η παρατήρηση του γεγονότος, καθώς η ανατροπή μετασχηματίζεται βάλτος και η ποιητική συμπεριφέρεται σαν ελατήριο σε θέση συσπείρωσης. Πρόκειται για ποίηση πένθους; Όχι. Ακούγονται δοξαστικά μνημοσύνης. Η μνημοσύνη πατάει γερά στο μέλλον κατά τον Μπαλασόπουλο, κάτι σαν γενεσιουργό χρέος της γνώσης. Απόσπασμα σελ. 81, «… // Τι θέλει από εμένα η ποίηση; // Έχω μόνο το σκοτεινό μου άλογο / κι έναν ιπποκόμο βουβό / κι ένα ζευγάρι σπιρούνια απ΄ το ματωμένο ασήμι των Άνδεων / κι ένα σκύλο τυφλό και πιστό. / Έχω μόνο μιαν έρημο μεγάλη σαν κόσμο / κι ένα κόσμο μικρό σαν σημάδι της στίξης».</p>
<p>Πορευόμαστε σε μια Ενδοχώρα. Αν είναι κάτι σαν Οκτάνα, (μεταξύ των άλλων σημαίνει λόγος σπέρματος κατά τον Εμπειρίκο), αν είναι ο αριθμός 7, ( η αγωνία της ολοκλήρωσης κατά το αναπόφευκτο της μη ολοκλήρωσης), αν είναι η ελεγκτική ισχύς του Φωτοφράχτη, (ήχος τέλειου μηχανισμού, ή το άηχο της άυλης συναλλαγής), αν είναι η νήσος Πάτμος, (ποίηση που πάσχει στην Αποκάλυψη της ανεξάρτητα από χρόνο και χώρο ), αν είναι το Γεγονός, (ό,τι βοηθά την Πρόταση να εκφραστεί εντός του πραγματικού, κατά τον Wingenstein), τότε ορίστε ένα απόσπασμα, σελίδα 47, «Το αντικειμενικό μας κοιτάζει με μάτια πεινασμένου πάνθηρα…/ Όλα τα υποκειμενικά θηρία νεκρά, με τα κόκκαλα σπασμένα στα γρανάζια των γνάθων του».</p>
<p>Το ΛΕΥΚΟ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ βρίσκεται στο μεταίχμιο. Βεβαρημένο καθημερινό ψαύει την άλλη ημέρα. Η σήμανση κατεύθυνσης ορίζει εξ αρχής την ουσία της ύπαρξης που είναι καταρχήν η Συνέχεια. Απόσπασμα σελίδα 23, «Σε ποια ακόμα πανδοχεία μπορείς θαρρείς να κοιμηθείς άγνωστος κι ελαφρύς σαν να μην έζησες καθόλου μαζί μας;</p>
<p>Σε ξέρω…»7 . Στίχοι καθώς παίζουν με την διάλυση και την συμπύκνωση. Αντιθετική σχέση γι αυτό θεμελιώδης. Το ποίημα εδώ εισάγει στο σύστημα Υπάρχω γιατί Αμφισβητώ καθώς συνδιαλέγεται μαζί τους. Πρωταρχικά στοιχεία της δημιουργίας. Θα οδηγήσουν στην ανάγκη της αναζήτησης. Η αναζήτηση, ο διάλογος και αντιπαράθεση, σε τούτη την ποιητική διευκολύνεται και με τη σειρά της εντείνει την πολυπλοκότητα στην Πράξη και την Ιδέα κατά την Κίνηση, παρά την πλάνη πολλών πως οι νόμοι των θεών είναι απαραβίαστοι ενώπιον της ανάγκης. Την ιερότητα δεν την απονέμουν οι θεοί μα κερδίζεται μέσω της γενναιότητας και της θυσίας. Αλλιώς πρόκειται για απάτη. Γενναιότητα, θυσία και συντριβή εμπλέκονται συχνά με ασαφή όρια. Το ιερό κρίνεται εκ του αποτελέσματος της σταύρωσης. Η ιερότητα δεν είναι παρά η ίδια η εξέλιξη από μυριάδες κόμβους τεθλασμένης. Λοξές παραλληλίες, διασταυρώσεις, συγκρούσεις, εισβολές, συγχωνεύσεις, διασπάσεις. Όσες παραβολικές τομές στερεομετρίας, όσες έλικες, όσα τρίγωνα σφαιρικά και τύμπανα. Ό,τι συνδέει, αντέχει και στηρίζει το χάος με τις γαίες των ανθρώπων. Ο διάλογος ζωής και θανάτου, αυτό το παράλογο του σύμπαντος, σε λίγους στίχους. Αυτή είναι για μένα, η άβυσσος της ποίησης του Μπαλασόπουλου ανεξάρτητα από το τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής. Όπου ωθούμαι ο αναγνώστης πέρα και πίσω απ΄ τις έννοιες των λέξεων, στις πρωταρχικές αιτίες του δράματος. Συχνά οι λέξεις των ποιητών, παρά τον αυστηρό έλεγχο, κατά την αφαίρεση και την συμπύκνωση, αυτονομούνται.</p>
<p>Ολοκληρώνοντας, ο λόγος του Μπαλασόπουλου, παρά το λαβυρινθώδες του ενιαίου, δεν είναι βέβαια μεταφυσικός, διότι βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με το ουσιώδες της ενότητας των αντιθέτων. Αναζητά το χρέος στη συντριβή, το ήθος ενώπιον της ασυνέχειας, εκεί που ανθίζει ο πλουραλισμός της ύπαρξης, βασικό στοιχείο της κίνησης και του ενιαίου. Του λόγου μου αυτά διακρίνω ως κύριο στην άβυσσο του Μπαλασόπουλου και ανεξάρτητα από το τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής. Δηλαδή με την συνεπικουρία της δεδομένης ποιητικής, συχνά οι λέξεις, παρά τον αυστηρό έλεγχο του ποιητή, κατά την αφαίρεση και την συμπύκνωση αυτονομούνται. Απόσπασμα σελίδα 84, «…/ Και η ασίγαστη οργή τιθασευόταν, πειθαρχούσε στην εναλλαγή φωτιάς και ψύχους. / Εντός του κλιβάνου δενόταν το νέο μέταλλο».</p>
<p>Καμιά λέξη χαμένη. Έκφραση με ψυχή και γνώση. Δωρικός ρυθμός. Μέθεξη. Να περιμένουμε ακόμη περισσότερα από την ποιητική του Αντώνη Μπαλασόπουλου.</p>
<h5><strong>ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 18/5/2021</p>
<p>Η φιλοσοφική λευκότητα του κόσμου</p>
<p>Όσο οι λέξεις είναι φτιαγμένες από ανάσες και ανασαίνουν από ζωή, η ποιητική συνείδηση λάμνει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, σ&#8217; έναν τόπο μη τόπο, σ&#8217; έναν χρόνο μη χρόνο, έναν φιλοσοφικό μη χωροχρόνο όπου όλα είναι φευγαλέα και ρευστά κι ο άνθρωπος-ποιητής γίνεται θεατής του εαυτού του, γράφοντας ποιήματα που στοχάζονται πάνω στον εαυτό τους, με αναγωγή στο παρελθόν και βλέμμα στο μέλλον, χωρίς συμπτώματα εικόνας, αλλά μιας ποίησης που αντιπαλεύει την ελαφρότητα της ύλης με τη βαρύτητα του πνεύματος.<br />
Λευκή περγαμηνή, λευκός πάπυρος, λευκό χαρτί. Η φιλοσοφική συνείδηση του κόσμου ακτινοβολεί τη λευκότητά της. Όταν τα παλιά επιστρώματα ξύνονται και αφαιρούνται τότε όλα μοιάζουν να ξαναγράφονται από την αρχή, και τότε το αδρανές, το αόρατο, το αιώνιο, το βουβό, το διαρκές, το ανείπωτο, το ανώφελο, το απόλυτο, το ακυβέρνητο, το παντοδύναμο, το απάνθρωπο συντονίζονται πάνω σ&#8217; ένα αόρατο παλίμψηστο που εμπλουτίζεται ολοένα από τις επιστρώσεις των αφυπνίσεων της ανθρώπινης συνείδησης που προσθέτει στο πέρασμά του ο ποιητής-άνθρωπος κατά την περιπλάνησή του «σε μιαν έρημο μεγάλη σαν κόσμο κι έναν κόσμο μικρό σαν σημάδι της στίξης».<br />
Αναπόφευκτα, επικράτησε η έρημος./Η σκιά αποσύρθηκε στην εξορία της/ αφού πήρε μαζί της όλα τα πουλιά./Ο ήλιος μαστίγωνε το διχασμένο/-διχαλωτό, δίποδο, δίσημο;-/ζώο/ και η εκτυφλωτική προφάνεια των πραγμάτων/- γιατί κάθε τι το ίδιο με τον εαυτό του ακριβώς-/ παρέλυε ακόμα και το αεράκι της μετωνυμίας/ -για μεταφορά ούτε λόγος!-/ απ&#8217; τις φυλλωσιές./<br />
Ο τρελός ρωτούσε τις πέτρες/ για το νερό κι έπειτα έκλαιγε/ πάνω στις σπασμένες επιγραφές./<br />
Αυτή είναι μια πρώτη προσέγγιση στον τίτλο και στο περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής του Αντώνη Μπαλασόπουλου, που θα χαρακτήριζα ως μια επιτυχημένη απόπειρα φιλοσοφικής ποιητικής αλχημείας. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία θεματικά κεφάλαια: α. Όντα είναι, β. Η πληγή που μιλάει, γ. κάτοπτρα, υπό τον γενικό τίτλο της συλλογής «Λευκό στο Λευκό» με κάποιες απαραίτητες όσο και διαφωτιστικές σημειώσεις που επεξηγούν τις κρυφές συνδέσεις που χαρακτηρίζουν μέρος των στίχων, χωρίς όμως η διακειμενική διάθεση να υπερισχύει εις βάρος του πρωτότυπου κι αυτό είναι μια αδιαμφισβήτητη αρετή. Ενδεικτικά μόνον ο ποιητής επιχειρεί θεματική τροφοδοσία και ποιητική σύνδεση με τους Πλάτωνα, Παρμενίδη, Θουκιδίδη, Ξενοφώντα, Paul Celan, Σαίξπηρ, Καρούζο, διάφορους εικαστικούς σύγχρονους καλλιτέχνες και διανοούμενους, στους οποίους οι αναφορές γίνονται διακριτικά χωρίς να τονίζεται δυσάρεστα η ευρυμάθεια του ποιητή.<br />
Η συλλογή περιλαμβάνει ένα σημαντικό όγκο συνειδητά ετερόκλητων ως προς το ύφος, την τεχνοτροπία και τη σύνθεση ποιημάτων που προσφέρουν εναλλαγές, διαφέροντας σημαντικά μεταξύ τους, μέσω των εύστοχων πειραματισμών του Μπαλασόπουλου με το υλικό του και τη γλώσσα, στέλνοντας ριπές δροσιάς στον αναγνώστη σαν μια βεντάλια που ξεδιπλώνει παράλληλα μιαν αξιοπρόσεκτη γκάμα από ποικιλότροπες εκφραστικές δυνατότητες.</p>
<p>Η ποιητική ανάγνωση που συμβαίνει όταν ο ποιητής διαβάζει τα σημάδια του κόσμου μέσα στην απεραντοσύνη του απείρου, όταν η σκέψη πηγαίνει όλο και πιο μακριά με την πεποίθηση ότι θα παραβιάσει τα όρια μέσα από το θαύμα της ανυπακοής, η κινητοποίηση της σκέψης και η αδρανοποίηση του φόβου, η εμβάθυνση στο μύχιο και στο αθέατο πέρα από το προφανές, ο ποιητής ως μάρτυρας του καιρού και της ύπαρξης, πασχίζει να λύσει τον γρίφο της αιώνιας παρεξήγησης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, όπου ασύμμετρες γεωμετρίες σε ασύμμετρους καιρούς συμβαίνουν.<br />
Στον καθρέφτη του ιδεατού/εσύ δεν είσαι εσύ∙/ σε έχει διαδεχτεί/ ένας άλλος εαυτός/ αβλαβής και χάρτινος./ Την ώρα που όρισες του επισκεπτηρίου/ απουσιάζουν όλα τα θηρία∙/μόνο κλουβιά προς θέασιν/ και τέρψιν του κοινού.<br />
Μέσα από τις διαρκείς ταλαντώσεις της Ιστορίας το παρελθόν βυθίζεται ολοένα στην άβυσσο, η γνώση χάνει σε αξία, η αλήθεια ολοένα θολώνει, το βιβλίο του κόσμου για τον κόσμο χάνει την ιερότητά του κι όμως η πίστη μένει σ&#8217; αυτό που δεν φαίνεται, σε ό,τι μας συνδέει∙ σε μια δυνατότητα πίστης, στην ελπίδα που μας κάνει να δημιουργούμε την πραγματικότητα από τη δυνατότητα, μαγεμένοι από το εύρος της περιρρέουσας πολυπλοκότητάς της.</p>
<p>Ερμητικά επτασφράγιστα μυστικά μοιάζουν ν&#8217; αποκαλύπτονται μέσα από τα ποιητικά νεφελώματα, απ&#8217; όπου ξετρυπώνουν λευκές αντανακλάσεις φωτός στην αναζήτηση μιας χαμένης αθωότητας, που συμβαδίζει με μια αιωνιότητα κι έπειτα με μια στιγμή που έχει περάσει, αλλά και με μια νέα αφετηρία με τα γραμμένα σβησμένα, με έκδηλη την ανάγκη να μηδενίσει κανείς ξεκινώντας απ&#8217; την αρχή, να γίνει και πάλι το παιδί που παίζοντας αναποδογυρίζει τον κόσμο, με μιαν ερώτηση να πλανάται προς διερεύνηση: Πώς να σωθείς από τα δόντια της λήθης και του χρόνου; Από τη διαρκή διαγραφή, λήθη, εξάλειψη, επανάληψη, από τη συνέχεια της ασυνέχειας, από την ασυνέχεια της συνέχειας; Ίσως την απάντηση να μας τη δίνει έμεσα μέσα από τους στίχους του ο Αντώνης Μπαλασόπουλος προτρέποντάς μας να πιούμε λίγο από το γλυκό, συμπυκνωμένο γάλα της Μεταφυσικής.</p>
<p>[…]Λευκό στο λευκό:/ σαν να μην είδες τίποτε,/ σαν αυτό που είδες/ να μην είχε έρθει ακόμη,/ σαν να βρισκόταν ήδη/ απ&#8217; την άλλη πλευρά της πτυχής/ που σε περιλαμβάνει./ Αρετή του ελάχιστου!/Γλυκό συμπυκνωμένο γάλα της Μεταφυσικής!/ Πάλι καμώνομαι τον θάνατο/ που βρίσκει τα όντα στο δάσος!/ Πάλι ντύνομαι με το τρίχωμα/ του γοερού θηρίου!/ Το πιο δύσκολο/ ίχνος, η κλωστή του υδράργυρου/ στο σπασμένο θερμόμετρο, στη σπασμένη/ λέξη/ η κινούμενη άμμος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK 9/1/2022</p>
<p>Μηδέν το συντετριμμένο</p>
<p>Η πρώτη ποιητική συλλογή του Αντώνη Μπαλασόπουλου Πολλαπλότητες του Μηδενός, Σαιξπηρικόν, 2020 μας προκαλεί να ανακαλύψουμε το μυστικό του αινιγματικού τίτλου της. Για ποιο μηδέν πρόκειται; Της ανυπαρξίας, της εξάλειψης, του εκμηδενισμού ή της ανανέωσης;<br />
Καταδυόμενοι στην ανάγνωση, ψηλαφούμε ένα μηδέν που δεν είναι άσπιλο, λείο. Έχει σαρκώδη υφή, ίχνη εγχάρακτα, εγκαυστικά, εξογκώματα και κρατήρες από εκρήξεις βιώματος. Ποιήματα-οντότητες περιγράφουν το αισθητηριακά προσπελάσιμο, αλλά και το άφατο, με γλώσσα παλλόμενη, στιβαρή, που κάνει χρήση της Ελληνικής στη διαχρονία της, που κινείται ως την άκρη του νοήματος, μια γύψινη ακτινογραφία του ουρανού/διάστικτη με θρομβώσεις/αστέρων, λεμφώματα γαλαξιών. «Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας» σ. 28.<br />
Με φωνή ιεροπρεπή, σχεδόν βιβλική, με οικείες επικλήσεις-προσευχές, ο poeta-vates, σαν νέος Μωυσής παρατακτικά, επαναληπτικά, υπνωτικά αναγγέλλει, υποβάλλει και επιβάλλει:<br />
[…] Ελάτε, όσοι σωθήκατε απ&#8217; τα ύδατα<br />
που μας κύκλωσαν, ξετυλίξτε το νήμα!<br />
Δαχτυλοδείξτε τη διαδρομή με τη στέρεη γη<br />
εκβιάστε τον άνεμο να &#8216;ρθεί με το μέρος μας!<br />
Συγκεντρώστε τα ερίφια και τα λιοντάρια!<br />
[…]<br />
Έφερα πλάκες μαζί μου, και καλέμι, και σφυρί.<br />
Σκάψτε το δίκαιο των δραπετών<br />
αρτηρία την αρτηρία πάνω στα πόδια,<br />
πάνω στα χέρια μου. «Λιμνοθάλασσα», σ. 22.<br />
Με επαναλήψεις, που κάποτε θυμίζουν κατάλογο (όπως το Β΄ Ιλ.) ή γενεαλογίες της Παλαιάς Διαθήκης, ο ποιητής κατορθώνει να αποκτήσει μια διακριτή προσωπική φωνή, να δημιουργήσει μια ποίηση εύρωστη, δυναμική, πειστική, προσδίδοντάς της αξιοπιστία αρχείων. Ήδη στο εναρκτήριο ποίημα «Το χτύπημα στην πόρτα» σσ. 9-10, όπου καταθέτει τα διαπιστευτήριά του -με πρώτη λέξη το εγώ και τελευταία το μου-, ο ποιητής προβαίνει σε μια δήλωση autodafe, ένα υπαρξιακό μανιφέστο, όπου διακρίνουμε τριάντα έξη κατηγορήματα: Εγώ είμαι, συνοδευόμενα από κατηγορούμενα, η πλειονότητα των οποίων είναι αρνητικά φορτισμένη, καθιστώντας έτσι το πρώτο πρόσωπο όχι ένα ναρκισσιστικό εγώ, αλλά ένα εγώ της αυτοέκθεσης, ένα εγώ ελάχιστο, που εκμηδενίζεται, […] εγώ το τίποτα, εγώ το δεν/στο μηδέν, και το μη, αποτελούμενο από θραύσματα, όχι της ιστορίας, μα της ιστορίας του, που αποκαλύπτει όχι την αντικειμενική αλήθεια, αλλά την αλήθεια του. Όπως αναφέρει ο γάλλος συγγραφέας Εμμανυέλ Καρρέρ «το να γράφεις σε πρώτο πρόσωπο είναι ένα σημάδι εντιμότητας ή ακόμη και ταπεινοφροσύνης. Σημαίνει δηλαδή ότι αυτό που σας λέω δεν είναι η αλήθεια, γιατί δεν πιστεύω στην αλήθεια ή [&#8230;] ότι έχουμε πρόσβαση σε μιαν αντικειμενική αλήθεια. Μπορούμε, εντέλει να μιλήσουμε ο καθένας για λογαριασμό του»[1].<br />
Οι επαναλήψεις είναι ευάριθμες κι επίμονες, σαν τον μπαλτά του χασάπη πάνω στον κορμό κοπής, σαν τον έξαλλο ντράμερ, σαν ομηρικό λογότυπο, ρεφρέν τραγουδιού, σαν το σφυρί του εργάτη που πλαστουργεί τον νέο κόσμο. Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις//Να μην τις παίρνει ο άνεμος[2].<br />
[…] Στην πρώτη της, τη μυστική αθωότητα<br />
η ιστορία ήταν ένας μακρύς κατάλογος από<br />
ονόματα<br />
και στη βαθύτερή της ενοχή το ίδιο. […] («Τα ονόματα», σσ. 48-9).<br />
Οι έως πρότινος χαμένες, εν υπνώσει λέξεις, τριάντα χρόνια γλωσσοδεμένοι, «Θέατρο» σ. 23, λαγοκοιμούνταν απρόφερτες, καθώς λούμωνε η γλώσσα -για να τιναχτεί αρπακτικό αγρίμι- ικέτης στην εξώπορτα της έμπνευσης, όσο ζυμωνόταν η ποίηση με χωνεμένες επιρροές ή κρυπτομνησία Είμαστε κάτι ξύλινα άλογα […] κάτι κουβάρια «Ξύλινα άλογα» σ. 27, [Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες], Κ. Καρυωτάκης. Ένας λόγος, φόρος τιμής στην ποίηση και τους ποιητές, με δάνεια, νύξεις, αναφορές στον Μίλτο Σαχτούρη και τον Μιχάλη Κατσαρό, τον James Joyce, τον Paul Celan και τον Osip Mandelstam, στην παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, στον Ιωάννη της Πάτμου και τον Θουκυδίδη, στον Αρχίλοχο.<br />
Ο ποιητής -του οποίου πηγή δημιουργίας είναι η πληγή- εξέρχεται του σαρκίου του, γλιστράω μέσα κι έξω απ&#8217; τη ζωή μου «Προθάλαμος» σ. 52, ενδεής, εξουθενωμένος, σχεδόν ταπεινωμένος, κι ανέστιος ικετεύει τη Μούσα να του ανοίξει την πύλη της γλώσσας, της ποίησης.<br />
[…] Εγώ η περγαμηνή.<br />
Εγώ το πέλαγος του ονείδους,<br />
εγώ η εξιλέωση των τραυλών.<br />
[…] εγώ η βουκέντρα, εγώ το ζωντανό που σφαδάζει.<br />
Άνοιξέ μου. «Το χτύπημα στην πόρτα» σσ. 9-10.<br />
Η μεγάλη προετοιμασία του ποιητή είναι ο εκμηδενισμός του εγώ, η επίμονη καλλιέργεια της μοναξιάς και οι θυσίες. Η εξόρυξη, η αφαίρεση σάρκας -σχεδόν αποτεμνοφιλία- επιτυγχάνει ακουστική αντηχείου, ώστε το σώμα να πάρει το σωστό σχήμα και να επιτευχθεί πολλαπλότητα εαυτών και φωνών, να ακουστεί ο ψίθυρος των μικρών πραγμάτων, τα καλά κρυμμένα μυστικά βίου, το ουρλιαχτό του τραύματος, να αποκαλυφθεί ο κόσμος. Το θρυμματισμένο εγώ θα ανασυνταχθεί, το δέρμα της κοιλίας, θα μετατραπεί σε μεμβράνη, περγαμηνή όπου θα γραφτεί το corpus sanctum της ποίησης κι ενός λόγου με συναισθηματική φόρτιση, πνιγμούς, ρόγχους, που ταυτόχρονα τραυλίζει.<br />
Μ&#8217; ένα κουτάλι ξύλινο έσκαψα τα σωθικά μου,<br />
[…]<br />
Έκανα χώρο για το κροτάλισμα του πολυβόλου,<br />
το λυγμό του νεογέννητου,<br />
το θρόισμα στα φύλλα, το βάδισμα των γενεών<br />
στη μεγάλη έρημο […] «Αντηχείο», σ. 11.<br />
Ποίηση πολυεπίπεδη, αλλά όχι χαώδης, με απλότητα και καθαρότητα, με πυκνότητα εκφραστική και συναισθηματική. Ποίηση υπαρξιακή, φιλοσοφική, σχεδόν μεταφυσική, αισθητικά υψηλή, κατορθώνει να συνδέσει την προσωπική με τη συλλογική μυθολογία. Ποίηση πολιτική, κοινωνική, της πολεμικής, της σύγκρουσης, με πρόταση βλέμματος και βίου. Καρπός βιωμένης μοναξιάς, πηγές της οποίας είναι οι εμπειρίες και οι πληγές, προϋποθέτει εκμηδένιση κάθε ματαιοδοξίας, εγωισμού, άκρα ταπείνωση, συνεχή υποχώρηση του εδάφους που πατάς, έως τη στιγμή της κατολίσθησης των βεβαιοτήτων σου. «Η ποίηση είναι το αλέτρι που σκάβει στον χρόνο, ώστε τα βαθιά στρώματα του χρόνου, η μαύρη του γη, να εμφανιστούν στην επιφάνεια», όπως αναφέρει στο δοκίμιο «Λέξη και κουλτούρα» ο ρωσοεβραίος ποιητής Osip Mandelstam.<br />
Οι Πολλαπλότητες του Μηδενός είναι βιβλίο όχι ενός υποκειμένου που βυθίζεται, αλλά ενός υποκειμένου που αναδύεται απ&#8217; το μηδέν, από το κάθε είδους μηδέν. Το μηδέν του θανάτου, της λήθης, της απόγνωσης, αλλά και της γνώσης. Κι ο ποιητής, αν και εντελώς εκτεθειμένος στη βαρβαρότητα του πολέμου, της απανθρωποποίησης, του ολοκαυτώματος, της ανοικείωσης είναι έτοιμος να συντριβεί για να υπερασπιστεί, με κοινωνική ευαισθησία, τους αδικημένους και τις λέξεις.<br />
[…] Κανείς δεν είναι ποιητής εάν δεν έχει πρώτα<br />
επισκεφθεί<br />
κρεοπωλείο! […]<br />
Κανείς δεν γνωρίζει τη βαρύτητα<br />
εάν δεν έχει δει πώς κρέμονται ζωές απ&#8217; το<br />
τσιγκέλι,<br />
πώς ζυγίζονται οι ώρες πάνω απ&#8217; τον πάγκο μία-<br />
μία! […] «Θέατρο» σ. 23.<br />
Ξυράφι η γλώσσα και ματώνει, σπασμένο γυαλί περνά πάνω από τις εξοχές του δέρματος και της μνήμης αποξέοντας τις εμπειρίες για να φτάσει έως τη λείανση, το μηδέν, την επιφάνεια-παλίμψηστο, όπου θα τυπωθεί η νέα αλήθεια, που έχει προκύψει από την «εμπυρία»-εμπειρία.<br />
Ας είμαστε εμείς το τελευταίο μηδέν!<br />
Κι ας αρχίσει ξανά το μέτρημα απ&#8217; το ένα!<br />
[…] «Θέατρο» σ. 24.<br />
Το τελευταίο μηδέν. Ένα μηδέν εύπλαστο, εντελεχές, μαγικό. Λίγο να το ζουλήξεις κι έχεις το προαιώνιο αβγό της ύπαρξης, τη δυνατότητα της ζωής, της εξέλιξης, το δυνάμει μέλλον, την ελπίδα. Τα δάχτυλά σου στη μέση του και νά… το άπειρον υποκλίνεται στην ευαισθησία, στο συντετριμμένο των ανθρώπων και των λέξεων.</p>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗΣ 26/2/2021</p>
<p>Μια οντολογική διαδρομή</p>
<p>«Πολλαπλότητες του μηδενός», πρώτο ποιητικό βιβλίο του Αντώνη Μπαλασόπουλου και τίτλος οπωσδήποτε ανοιχτών ερμηνειών, ανάλογα με την εννοιολογική θεώρηση ή χρήση τού αντικειμένου του. Τι είναι το μηδέν; Η κοσμική πρωταρχική δύναμη του απόλυτου κενού από την οποία γεννήθηκαν τα πάντα; Το Παρμενίδειο ουκ εστίν του μη-Όντος; Η κενή θέση στα μαθηματικά και στη φυσική; Η, κατά τον Νίτσε ή τον Σαρτρ άρνηση του νοήματος του Είναι; Όλα αυτά μαζί ή απλώς το Τίποτε, μια και ο,τιδήποτε πολλαπλασιάζεται με το μηδέν μάς δίνει μηδέν;</p>
<p>Κι ενώ συνήθως ο τίτλος είναι το κλειδί που ανοίγει το περιεχόμενο, εδώ, ίσως, το περιεχόμενο να είναι αυτό που ξεκλειδώνει τον τίτλο.</p>
<p>Διαβάζοντας αυτό το περιεχόμενο, κρίνω ότι υπάρχουν δύο καίρια ποιήματα, αναφοράς θα τα έλεγα, στα οποία και θα επικεντρωθώ: Το εναρκτήριο «Το χτύπημα στην πόρτα» και το, προς το τέλος τοποθετημένο, «Πολλαπλότητες του μηδενός», που δίνει και τον τίτλο του στη συλλογή.</p>
<p>Ας τα δούμε:</p>
<p>Το «Χτύπημα στην πόρτα» ξεκινά με τις λέξεις «Εγώ είμαι» και αναπτύσσεται ως μια διαρκής κίνηση του Εγώ, κίνηση κατά την οποία το Εγώ, εν είδει Αποκάλυψης, παραθέτει ιδιότητες του εαυτού του, αγγίζοντας μια τις κορυφές, μια το βύθος του, μεγεθύνοντας δια της πολλότητας την ενικότητά του, ή, κατά μία άλλη έννοια, κατακερματίζοντας και διασπείροντάς την, μέχρι να την φτάσει στο μηδέν από το οποίο γεννήθηκε: Εγώ είμαι η ακατάλυτη εκδίκηση … Εγώ είμαι ο αναίμακτος γάμος… εγώ είμαι το θαμπό νερό… εγώ είμαι το δοχείο που σπάζει… εγώ το τίποτα, εγώ το δεν στο μηδέν, και το μη… εγώ είμαι… εγώ εἶμαι… εγώ είμαι…</p>
<p>Έχουμε λοιπόν ένα ποίημα στο οποίο το «Εγώ» συστήνει το περιεχόμενο της ύπαρξής του, όχι μόνον ως φορέας της αλλά ταυτόχρονα και ως αντικείμενό της. Όμως, σε ποιον το συστήνει και γιατί; Η παρουσία του άλλου, του Εσύ, εμφανίζεται μόνον στον τελευταίο, αιτητικό ή ικετικό, θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε, στίχο με τις λέξεις «Άνοιξέ μου». Που πάει να πει: δέξου με, επειδή χωρίς εσένα, τον Άλλο, Εγώ δεν μπορεί να αναγνωριστώ ως ξεχωριστή, ως διαφορετική μοναδικότητα, εγώ δεν μπορώ να Είμαι Εγώ χωρίς να υπάρχεις Εσύ, δίχως εσύ να Είσαι Εσύ.</p>
<p>Το δεύτερο ποίημα, οι «Πολλαπλότητες του μηδενός», αρχίζει με το οδυσσεϊκό «Ούτις εμοί γ’ όνομα», Κανένας είναι τ’ όνομά μου, και εξελίσσεται ως μια πολύγλωσση διακειμενική μεταφορά της ταυτότητας του ἀτόμου και της απώλειάς της, ταυτότητας όπως αυτή συγκροτείται μέσω της γλώσσας, αλλά και χάνεται μέσα στις αδυνατότητές της.</p>
<p>«Εγώ είμαι», «Είναι», «δεν ήταν», «Ένας», «Κανένας», «Τίποτε», «Όνομα», είναι θραυσματικές λέξεις ή λέξεις μέσα σε φράσεις του Ομήρου, του Τζόυς, του Σαίξπηρ, του Άσματος Ασμάτων, εκφερόμενες στην πρωτότυπη γλώσσα τους. Και είναι έννοιες οι οποίες γεννούν μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην κατάφαση του «Είμαι» και την άρνηση του ο «Κανένας», δημιουργώντας ταυτόχρονα και την εσωτερική διαλεκτική του ποιήματος.</p>
<p>Ως εκφραστή τούτης της διαλεκτικής σχέσης ο Μπαλασόπουλος προτείνει τον Paul Celan, Ρουμανο-Ρωσο-Εβραίο ποιητή που, μέσα από το πολυεθνικό και πολύγλωσσο περιβάλλον όπου γεννήθηκε, διάλεξε ως ταυτότητα, μέσω της γλώσσας, τη γερμανική. Που μην έχοντας πατρίδα ουσιαστικά, έκανε πατρίδα του τούτη τη γλώσσα, τη γλώσσα εκείνων οι οποίοι αφάνισαν την οικογένεια και τη φυλή του, και στη γλώσσα εκείνων έγραψε γι’ αυτόν τον αφανισμό, φτάνοντάς την, ωστόσο ‒και απαντώντας έτσι, κατά κάποιον τρόπο, στους περί βαρβαρότητας αφορισμούς του Αντόρνο‒, μέχρι το ακρότατο όριο των πραγμάτων που μπορεί να ειπωθούν μετά το Άουσβιτς.</p>
<p>Πάνω σ’ αυτό το όριο δομεί ο Μπαλασόπουλος το ποίημα, με τους δικούς του ενδιάμεσους στίχους να λειτουργούν ως αρμοί των σημαινόντων μιας νέας γλώσσας, θα έλεγα βαβελικής, που ως καμία γλώσσα, είναι ενδεχομένως και η μόνη που μπορεί να πει το ανείπωτο.</p>
<p>Ενώ, ως άδηλο ποίημα εντός του ποιήματος, και χάρη στη διαρκή παρουσία του συμβόλου του Ρόδου, διακρίνουμε τους περίφημους στίχους του Τσέλαν: Ένα Τίποτα / ήμαστε, είμαστε, για πάντα / θα μείνουμε που ανθίζει: / του Τίποτα, του Κανενός το ρόδο.</p>
<p>Για να φτάσουμε, ωστόσο, από τό βιβλικό «Εγώ Είμαι» στο ομηρικό «Είμαι ο Κανένας», από την προβολή της ταυτότητας στην απώλειά της, έχουμε να διασχίσουμε σχεδόν ολόκληρο το βιβλίο. Και μάλιστα όχι ευθύγραμμα, αλλά μέσα από εσωτερικούς παράδρομους, μια και το ποιητικό υποκείμενο, όχι μόνον ως πάσχον μα και ως συμπάσχον, αυτοσκοπείται και επισκοπεί, αναστοχάζεται και απορεί, γίνεται ο καθρέφτης των παθών τού εαυτού και του κόσμου, το αντηχείο του και η φωνή:</p>
<p>Μ’ ένα κουτάλι ξύλινο έσκαψα τα σωθικά μου,<br />
γλυκό καρπό, πικρό μαύρο κουκούτσι<br />
ώσπου κοίλωμα να καθρεφτιστεί στο κοίλωμα<br />
έκανα χώρο.</p>
<p>Έκανα χώρο για το κροτάλισμα του πολυβόλου,<br />
το λυγμό του νεογέννητου,<br />
το θρόισμα στα φύλλα, το βάδισμα των γενεών<br />
στη μεγάλη έρημο […]</p>
<p>(Αντηχείο, σελ. 11)</p>
<p>Αυτός ο χώρος που δημιουργεί σκάβοντας εντός του ο ποιητής, για να χωρέσει τη δική του και την ανθρώπινη περιπέτεια, έτσι όπως τούτη διαδραματίζεται στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνικής συνθήκης, διευρύνεται όσο εκείνος διασταυρώνεται με πρόσωπα και γεγονότα, όσο ανασημασιοδοτεί καταστάσεις και νοήματα ή διαλέγεται μαζί τους (η Μήδεια, για παράδειγμα, στο παιδοκτόνο ποίημα «Βουλγάρα», που διαβάζει την εφημερίδα του Κομμουνιστικού κόμματος ή ο Βελουχιώτης, έκπτωτος στρατηλάτης στον ουρανό), αλλά και στενεύει, όσο διαπιστώνει πως τα κοινωνικά-ιδεολογικά προτάγματά του ασφυκτιούν και ακυρώνονται από έναν «τραυλίζοντα λόγο».</p>
<p>Τον οποίο προσπαθεί να αποκαταστήσει, προσφεύγοντας σε αγαπημένους του ποιητές:</p>
<p>Αρκετά με την αλμυρή ανυπαρξία! […]<br />
Αρκετά στραγγαλισμοί μου, βρόγχοι μου, δήμιοί μου […]<br />
Αρκετά, λέω, με τ’ ανοιχτά πελάγη!<br />
Χρειαζόμαστε μιαν έξοδο</p>
<p>(«Λιμνοθάλασσα», σελ. 21)</p>
<p>σαν να κραυγάζει από το δικό του Μεσολόγγι ο Μιχάλης Κατσαρός, ενώ ο Σαχτούρης «Πούλησα τα σπίτια, έκαψα τα βιβλία μου», του απαντά, και ο Μαντελστάμ σκάβει με το αλέτρι της ποίησης τη μαύρη γη, ξεσκεπάζοντας «τη χώρα του που τον δίκαζε χωρίς να τον διαβάζει».</p>
<p>Επιλογικά: Από τα εικοσιοκτώ ποιήματα του βιβλίου στάθηκα σε δύο, τα οποία προσωπικά θεωρώ ως σημαντικά για την προσέγγισή του, και μνημόνευσα ελάχιστα άλλα. Θα άξιζε να μνημονευθούν περισσότερα, επειδή το καθένα από αυτά αποτελεί και μία ψηφίδα που δίνει σχήμα στην εικόνα ενός κόσμου που οδεύει προς την ολοκληρωτική ηθική και υλική αποσύνθεσή του. Και όσο αυτός ο κόσμος θα αποσυντίθεται, τόσο το «Εγώ Είμαι» της αρχής, χάνοντας τὸ πλαίσιο της αναφοράς του θα αποδυναμώνεται, μέχρι να φτάσει στο «Είμαι ο Κανένας» του τέλους· ενός τέλους &#8211; αφετηρίας μιας νέας οντολογικής διαδρομής, που θα ξεκινά πλέον από το «Ούτις» για να κατακτήσει το «Τις», που θα ξεκινά από τη μη-ταυτότητα για να φτάσει στη δημιουργία της.</p>
<p>Αυτήν, εξάλλου, τη νέα, και αισιόδοξη, διαδρομή πιστεύω ότι προοιωνίζονται οι στίχοι της «Προσευχής», του ποιήματος που ολοκληρώνει προσώρας τις «Πολλαπλότητες του μηδενός»:</p>
<p>Φλέγεται ο κήπος μου ατέλειωτα.<br />
Μέσα σε πράσινα καλώδια κυκλοφορούν<br />
μελλοντικοί σπινθήρες […]</p>
<h5><strong>ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ</strong></h5>
<p>POIEIN 4/1/2021</p>
<p>Διαβάζοντας τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Αντώνη Μπαλασόπουλου, Πολλαπλότητες του Μηδενός (Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2020), διερωτάται κανείς αν τα ποιήματα έχουν γραφτεί με το βλέμμα του ποιητικού υποκειμένου καρφωμένο στο Μηδέν. Αν ο ποιητής, απογοητευμένος από τον κόσμο, κοίταξε κατάματα το εκτυφλωτικό Μηδέν, και στρέφοντας το βλέμμα αλλού αποτύπωσε τη σκιά του ερέβους παντού.</p>
<p>Οι Πολλαπλότητες του Μηδενός όντως μετέχουν στην παράδοση του Μηδενισμού, συμμεριζόμενες την διάγνωση ενός Νίτσε (και των επιγόνων του), ότι ο 19ος και 20ος Αιώνας κατέδειξε την υπαρξιακή και πολιτική ένδεια του Δυτικού κόσμου. Όμως οι Πολλαπλότητες μετέχουν οριακά σε αυτή την παράδοση, και μόνο στον βαθμό που η γόνιμη διαλεκτική τους το επιτρέπει. Με άλλα λόγια, η «ταύτιση» με τον φιλοσοφικό Μηδενισμό είναι μόνο κατ’ όνομα, διότι η διανοητική και πολιτική πορεία που προοικονομούν οι Πολλαπλότητες είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από τον Μηδενισμό.</p>
<p>Για να υπερβληθεί το Μηδέν πρέπει πρώτα να διασχιστεί. Η αναμέτρηση με το Μηδέν ακόμα επείγει. Αυτό που διαχωρίζει τις Πολλαπλότητες από τον φιλοσοφικό Μηδενισμό έγκειται στον τρόπο που προσλαμβάνεται το Μηδέν.Ο παραδοσιακός φιλοσοφικός Μηδενισμός θέτει ένα ενιαίο Μηδέν που εκδηλώνεται είτε ως βούληση-για-δύναμη (Νίτσε) είτε ως πλαίσιο αποδιαφοροποίησης όντων(Χάιντεγκερ). Συναφώς, υπάρχει η δυνατότητα το Μηδέν να συλλαμβάνεται αθρόα ως «όλον»είτε μέσω μιας ιδιότυπης κατηγοριακής εποπτείας είτε μιας θεμελιώδους διάθεσης. Έτσι, το Μηδέν συγκεντρώνεται και διαγιγνώσκεται «καθαρό», απομονώνεται, συμμαζεύεται από τη διασπορά, και ενσωματώνεται πλήρως ως Τρόμος, από ένα υποκειμενικό πόλο που στερείται διαφοροποίησης από το πραγματικό. Έτσι, το υποκείμενο παραμένει εγκλωβισμένο στον Μηδενισμό και ο τελευταίος παρατείνεται, εκπληρώνεται μέσα από την επιτέλεση της ίδιας της διάγνωσης. Σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στις Πολλαπλότητες το Μηδέν δεν συγκεντρώνεται—παραμένει διεσπαρμένο και διαλεκτικό.</p>
<p>Το κάθε ένα από τα 28 ποιήματα αποτελεί μια καταβύθιση σε διαφορετικό τρόπο με τον οποίο υποκειμενικοποιήθηκε το Μηδέν εμπειρικά μέσα σε έναν κρίσιμο 20ο αιώνα· έναν αιώνα όπου τα πολιτικά υποκείμενα βίωσαν τον Τρόμο από τη βάρβαρη πραγματικότητα του Πολέμου, του Ολοκαυτώματος, της ανοικείωσης, του Καπιταλισμού. Το Μηδέν αφορά στο διαλεκτικό κενό, στο ρήγμα μεταξύ πολλαπλών υποκειμένων και του πραγματικού. Πρόκειται για διαφοροποιημένα Μηδέν που ουδέποτε συμπίπτουν με τον εαυτό τους, ούτε καταλήγουν σε μια άγονη αυτοαναφορικότητα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω υποκειμένων-ηρώων των ποιημάτων, όπως ο Osip Mandelstam, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο James Joyce, ο Paul Celan.</p>
<p>Τα ποιήματα εγκυμονούν έναν οργανικό μετασχηματισμό του ανθρώπου. Συναφώς, ενέχεται ένα φουτουριστικό στοιχείο στα ποιήματα, και σε ορισμένα ποιήματα η διέξοδος είναι ορατή (και σε κάποια, π.χ. στο «Λιμνοθάλασσα», η διέξοδος είναι το επίκεντρο). Παραφράζοντας τον ποιητή Σταύρου Ζαφειρίου: Υπάρχει μια προοδευτική εξέλιξη, μια διαλεκτική μεταξύ της ταυτότητας του ατόμου και της απώλειάς της. Σε αυτή την διαδικασία, το ποιητικό υποκείμενο αυτοσκοπείται, επισκοπεί, αναστοχάζεται, γίνεται ο καθρέφτης των παθών του εαυτού και του κόσμου, το αντηχείο και η φωνή.</p>
<p>Όπως εύστοχα παρατηρεί ο μεταφραστής-συγγραφέας Γιώργος Κεντρωτής, η συλλογή φέρει έντονο το βιβλικό στοιχείο. Κατά την άποψή μου, ο βιβλισμός των Πολλαπλοτήτων, η γλώσσα και οι συμβολισμοί θυμίζουν Νίτσε. Όμως το όραμα, η μέλλουσα υπέρβαση του Μηδενός, διαφέρουν κατά πολύ από αυτό που είχε να προτείνει ο Νίτσε. Στη σκιά του Μηδενισμού ο Νίτσε συλλαμβάνει τον «υπεράνθρωπο», το «ελεύθερο πνεύμα» που αντικαθιστά την αλήθεια με την ερμηνεία, και που έχει τη ζωτική δύναμη, την υγεία και το στομάχι οργανικά να μεταμορφώσει εαυτόν και να γίνει βούληση-για-δύναμη καταφατική προς τη ζωή. Σε αυτή την νιτσεϊκή διαδικασία όμως το πραγματικό καταρρέει μέσα στη βουλησιαρχία—γίνεται παράγωγο της βούλησης.Ο Νίτσε συλλαμβάνει τη διαδικασία του μετασχηματισμού ως διαδικασία μεταβολισμού και γι’αυτό συχνά χρησιμοποιεί τον συμβολισμό του στομαχιού. Το πνεύμα είναι ένα στομάχι, που στην παρηκμασμένη του μορφή είναι ένα παμφάγο στομάχι που τρώει ό,τι βρει μπροστά του, ένα στομάχι που υποφέρει από δυσπεψία και αδυνατεί να μεταμορφωθεί. Το στομάχι του «υπερανθρώπου» είναι ένα επιλεκτικό στομάχι που ενσωματώνει και χωνεύει το ξένο και αποφεύγει να φάει ό,τι δεν θα μπορούσε να χωνέψει. Η υπέρβαση του μηδενισμού λοιπόν, συλλαμβάνεται ως πολιτιστική μεταμόρφωση με όρους ατομικιστικούς και ελιτιστικούς.</p>
<p>Τα σύμβολα του «στομαχιού», της «κοιλιάς» και των «σωθικών»εμφανίζονται σε διάφορα σημεία στις Πολλαπλότητες. Πρόκειται για άδεια στομάχια ή για το στομάχι του κήτους που έχει φάει τον πρωταγωνιστή. Εδώ, το άδειο στομάχι (ή κοιλιά) δείχνει ένα υποκείμενο που πεινά: δείχνει ένδεια, ανισότητα, βία πολέμου. Δείχνει όμως επίσης δυνατότητα για εξέγερση, δυνατότητα αντήχησης του εξεγερτικού λόγου. Για ισότητα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 160px;"><strong>Ο ΚΥΒΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΛΙΝΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/1/2022</p>
<p>Από την Πλευρά της Τέχνης</p>
<p>Ο Κύβος, το διηγηματικό ντεμπούτο του Αντώνη Μπαλασόπουλου, παίρνει τον τίτλο του από το ομώνυμο διήγημα. Είναι ένας τίτλος που αποτελεί και ένα χρήσιμο κλειδί ερμηνείας του βιβλίου. Ο Κύβος, με άλλα λόγια, μας λέει από την αρχή πώς να τον διαβάσουμε – όχι από μια πλευρά, αλλά από έξι. Θα ήθελα να σταθώ εδώ στο πώς ο Μπαλασόπουλος μας ζητά να προσεγγίσουμε το βιβλίο από την πλευρά της τέχνης. Τι μπορεί να αποτελέσει τέχνη στον Κύβο, και τι μπορεί να αποτελέσει υλικό για τη δημιουργία της; Ποιες ευθύνες βαραίνουν τον καλλιτέχνη, ποιον υπηρετεί και σε ποιον λογοδοτεί; Πιο συνοπτικά, ποιες ηθικές υποχρεώσεις διέπουν την τέχνη;</p>
<p>Μια πρώτη αναφορά στις ιδιότητες της τέχνης βρίσκουμε στο διήγημα “Παιδική Φωτογραφία του Αόρατου” (το πρώτο διήγημα της ενότητας “Από την Πλευρά της Απορίας”), όπου διαβάζουμε ότι “το παιδί βάλθηκε να φτιάξει μια πρόταση μεγάλη σαν αυτοκινητόδρομο, όπου επέβαιναν αυτοκίνητα που πήγαιναν σ’ άλλες και μακρινές χώρες, ή σαν φίδι, που σερνόταν στα χόρτα την περιρρέουσας σιωπής, ή, κι αυτό ήταν εξίσου σωστό, σαν χέρια που εκτείνονταν μέσα στη αδιατάρακτη συνέχεια του χώρου κι αγγίζαν τα πράγματα και τα ένωναν” (19, η έμφαση δική μου). Αν εκλάβουμε την απόπειρα σύνθεσης της πρότασης ως αναφορά στη συγγραφή, τότε θα δούμε τη συγγραφή ως ένα είδος “συγκολλητικής ουσίας” που μπορεί να μετατρέψει τις αυθαίρετες συγκυρίες σε κάτι που έχει νόημα. Διαβάζουμε στο διήγημα “Η Φωνή” (που καταπιάνεται άμεσα με τον λογοτεχνικό λόγο) ότι ο Σωτήρης Πέτρου, ως αποτέλεσμα της υποκλοπής της ταυτότητας και της φωνής του από τον συγγραφέα Πέτρο Σωτηρίου, αισθάνεται “σαν μια κάποια οργάνωση του κόσμου να έχει πλέον απωλέσει τη συγκολλητική της ουσία” (150). Ο Πέτρου είναι πεπεισμένος ότι προϋπόθεση για να επανακτήσει τη φωνή του είναι η εξεύρεση μιας “νέας συγκολλητικής ουσίας για τις έννοιες” που θα του δώσει την ώθηση να πει κάτι(151). Με άλλα λόγια, αν οι λέξεις υπάρχουν σε έναν κόσμο που διέπεται από το χάος του αυθαίρετου, δεν μπορούν να σημάνουν, και επομένως ούτε να ειπωθούν. Σε αυτή την τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να υπάρξει λόγος, πόσο μάλλον λογοτεχνία.</p>
<p>Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη αναφορά στη (συγ)γραφή. Η “Κιβωτός,” με την επίμονη αναφορά στα γράμματα του αλφαβήτου, “[α]πό τα οποία προέρχονται όλες οι λέξεις, οι πιο τετριμμένες και οι πιο λαμπερές, κι όπου κατέληγαν, σαν τα ποτάμια, όλη η αγωνία, η απελπισία, η έκσταση και η χαρά, η αλήθεια και το ψέμα, η γνώση και η άγνοια” (116-117) επιδεικνύει την ίδια εναγώνια ενασχόληση με τον λόγο. Έχουμε επίσης στη συλλογή τουλάχιστον τρεις συγγραφείς (“Η Φωνή,” “Qui Parle?” “P.” – τέσσερις αν μετρήσουμε και τον Ιάκωβο, το dοppelgänger του Εμανουήλ στο τελευταίο), έναν ζωγράφο (“Μεταμόρφωση”) και έναν κριτικό τέχνης (“Homo Absconditus”) που μας βοηθούν να αναλογιστούμε τα αδιέξοδα της τέχνης. Πέραν αυτών των πιο άμεσων αναφορών στην τέχνη, υπάρχουν πολλά άλλα σημεία μέσα στη συλλογή όπου η τέχνη είναι το ζητούμενο. Η πρωταγωνίστρια στο “Η Εκλεκτή,” για παράδειγμα, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως χαρακτήρα διηγήματος – η συνείδησή της, δηλαδή, φιλτράρεται μέσα από λογοτεχνικές συμβάσεις. Έντονο είναι επίσης και το στοιχείο της διακειμενικότητας – μέσω αναφορών σε άλλα έργα (Παλαιά Διαθήκη, Σαίξπηρ και Χέγκελ, μεταξύ άλλων) αλλά και σε άλλες τέχνες.</p>
<p>Μια ολόκληρη ενότητα, αυτή με τίτλο “Από την Πλευρά της Φωνής,” καταπιάνεται άμεσα με τις προβληματικές της τέχνης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ενότητα αυτή ξεκινά με μια συγγραφική κρίση – μια κρίση στίξης. Στο “Ντελίβερι,” πέραν από ένα ερωτηματικό και τη μοναδική τελεία που σηματοδοτεί το τέλος του διηγήματος, δεν υπάρχουν σημεία στίξης. Υπάρχει εδώ η συναίσθηση και η ανάληψη κάποιου είδους ευθύνης εκ μέρους του αφηγητή, ο οποίος μιλά για – αλλά και εκ μέρους – αυτού που δεν έχει φωνή. Την προσπάθεια όμως του αφηγητή να μιλήσει για τον εικοσιδυάχρονο Νεπαλέζο διανομέα που κείτεται στην άσφαλτο μοιάζει να υποσκάπτει ο λόγος του. Μαζί με τα σημεία στίξης, ο αφηγητής έχει απωλέσει και τη σαφήνεια – οι λέξεις διαδέχονται η μια την άλλη ασταμάτητα· πρέπει να τις διαβάσει κανείς δυο ή τρεις φορές για να καταλάβει πού ανήκει το κάθε υποκείμενο, αντικείμενο, ρήμα. Η “συγκολλητική ουσία” της γραφής μοιάζει να λείπει. Με τον απείθαρχο και μη ‘κανονικό’ αυτόν λόγο, ο Μπαλασόπουλος μοιάζει να μας παροτρύνει να διερωτηθούμε, όπως και η Γκαϊάτρι Σπίβακ, αν τελικά “μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν.”</p>
<p>Παρόμοιοι προβληματισμοί βρίσκονται και στο κέντρο του διηγήματος “Μεταμόρφωση.” Εδώ ο πρωταγωνιστής, ένας εικαστικός καλλιτέχνης – αγιογράφος – έχει περιέλθει σε ένα σοβαρό αδιέξοδο. Εδώ και μήνες δουλεύει πάνω στον πίνακά του· του λείπει όμως αυτό που θα μετατρέψει την απεικόνιση (την μπογιά, τις πινελιές, το ξύλο) σε τέχνη. Είναι ένα δύσκολο ερώτημα και ο καλλιτέχνης, ο οποίος παίρνει την τέχνη του στα σοβαρά, δεν ψάχνει εύκολες λύσεις. Το έργο θα ολοκληρωθεί αφού ο πρωταγωνιστής πέσει θύμα μιας άγριας επίθεσης με βιτριόλι από το ακροδεξιό “Τάγμα Πολιτικής Προστασίας,” που λανθασμένα τον παίρνει για έναν από τους Μουσουλμάνους πρόσφυγες οι οποίοι κοιμούνται στην πλατεία. Ο ζωγράφος βέβαια δεν είναι ούτε άστεγος, ούτε Μουσουλμάνος, ούτε πρόσφυγας – είναι μάλιστα μια σημαντική μορφή στο στερέωμα των τεχνών. Τυχαία βρίσκεται να κοιμάται στο πλακόστρωτο μαζί με τους πρόσφυγες· τον οδηγούν εκεί οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες.</p>
<p>Το βίαιο συμβάν, που του στοιχίζει το δεξί του χέρι και το αριστερό του μάτι, θα αποτελέσει είδηση παγκόσμιας εμβέλειας και θα του χαρίσει, παραδόξως, τη δόξα. Το έργο του ολοκληρώνεται αμέσως μετά το συμβάν και εκθειάζεται από τους κριτικούς της τέχνης. Κάποιοι εικάζουν ότι ο πίνακας τελείωσε χωρίς καμία επιπρόσθετη πινελιά – ο ζωγράφος τον είδε απλώς με άλλο βλέμμα. Άλλοι λένε ότι ο καλλιτέχνης πρόσθεσε τις τελευταίες πινελιές με το αριστερό του χέρι – το τρέμουλο του “κακού” του χεριού είναι αυτό που μετασχημάτισε την απεικόνιση σε τέχνη. Η αυτοχειρία του, που λαμβάνει χώρα αμέσως μετά, μοιάζει να είναι η μόνη διέξοδος για τον ενσυνείδητο καλλιτέχνη, ο οποίος όχι μόνο συνειδητοποιεί το αυθαίρετο της επιτυχίας του αλλά έχει και τη διαύγεια να κατανοήσει ότι, αν και ποτέ δεν είχε επιθυμήσει να σφετεριστεί τον “Άλλο” – στην περίπτωση αυτή, τους πρόσφυγες που ήταν ο στόχος της φασιστικής επίθεσης – κατέληξε, χάρη στην εργαλειοποίηση του έργου του από το πολιτικό κατεστημένο και από τους νόμους της αγοράς της τέχνης, να κεφαλαιοποιεί, οσοδήποτε έμμεσα, τον πόνο του.</p>
<p>Το τρίτο διήγημα στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι “Η Φωνή,” στο οποίο έκανα μια σύντομη αναφορά πιο πάνω. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα (τον Σωτήρη Πέτρου) που επιχειρεί να δραπετεύσει από το δικό του συγγραφικό αδιέξοδο (“τόσο η φαντασία του όσο και τα εκφραστικά το μέσα έμοιαζαν πλέον εξαντλημένα”) μπαίνοντας “στη θέση κάποιου άλλου” (153) – ενός ανθρώπου διαφορετικού από τον ίδιο, με τον οποίον όμως κάτι τον συνδέει, όπως υποδηλώνει η συμμετρική αντιστροφή των ονοματεπωνύμων τους (Σωτήρης Πέτρου και Πέτρος Σωτηρίου). Στην προσπάθεια του να εισχωρήσει μέσα στη σκέψη του Πέτρου Σωτηρίου και να δει τον κόσμο μέσα από το δικό του βλέμμα – από τη δική του πλευρά – ο Σωτήρης Πέτρου καταλήγει να υποκλέπτει όχι μόνο την ταυτότητα αλλά και τη φωνή του, κυριολεκτικά. Μετά από το “Ντελίβερι,” όπου ο αφηγητής προσπαθεί να πει την ιστορία του “υποτελή” (subaltern, που θα μπορούσε να μεταφραστεί και ως ‘υπάλληλος’ – δημόσιος υπάλληλος είναι, μάλλον όχι τυχαία, ο Πέτρος Σωτηρίου), στο “Η Φωνή,” ο Μπαλασόπουλος, αναπτύσσει έναν μετα-αφηγηματικό συλλογισμό πάνω στα διακυβεύματα και τους κινδύνους της συγγραφής.</p>
<p>Εδώ το συγγραφικό έργο (που, όμοια με τη “Μεταμόρφωση” του ζωγράφου πιο πάνω, τυγχάνει μεγάλης εμπορικής επιτυχίας) είναι το προϊόν μιας ανήθικης καλλιτεχνικής πρακτικής, μιας “ευκαιριακής οικειοποίησης” της ζωής ενός άλλου (154). Σύμφωνα με τον νόμο της συμμετρίας που διέπει όλη τη συλλογή, ο συγγραφέας αφαιρεί τη ζωή του μπροστά στον καθρέφτη, κόβοντας το λαρύγγι του – το σημείο όπου ο ίδιος λανθασμένα εντοπίζει τη φωνή του (κάτι σαν ένα αυτοεπιβαλλόμενο Δαντικό Contrappasso). Όταν ο Πέτρος Σωτηρίου και ο αφηγητής ανοίγουν το μυθιστόρημα που ήταν το προϊόν αυτής της υποκλοπής, το βρίσκουν άδειο – κάτι που δεν μας ξαφνιάζει αν αναγνωρίζουμε τη διάκριση μεταξύ τέχνης και κενού φορμαλισμού. Είναι λοιπόν η δεύτερη φορά που ένας καλλιτέχνης αυτοκτονεί έπειτα από κάποιου είδους (εσκεμμένης η μη) αισχροκέρδειας εις βάρους του άλλου για χάριν της τέχνης του. Σε αυτή την περίπτωση μάλιστα, μόλις ο συγγραφέας “μπει στη θέση” (είναι δύσκολο να μη διακρίνει κανείς στη φράση αυτή, η οποία βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά και μέσα στο κείμενο, μια μομφή εκ μέρους του Μπαλασόπουλου) του άλλου, ο άλλος χάνει τη φωνή του (εδώ κυριολεκτικά ο υπάλληλος δε μπορεί να μιλήσει).</p>
<p>Όταν, επομένως, ο “άλλος” χρησιμοποιείται ως ιδέα, όταν λειτουργεί ως πηγή “έμπνευσης,” όταν, με άλλα λόγια, εργαλειοποιείται, τότε τα δυο άτομα καθίστανται αλληλοαποκλειώμενα και κάθε επικοινωνία μεταξύ τους διακόπτεται. Η ύπαρξη του ενός, στην περίπτωση αυτή, αφαιρεί από την ύπαρξη του άλλου. Όπως και αλλού στο βιβλίο, έτσι κι εδώ, οι χαρακτήρες που υποκινούνται από αλλότρια κίνητρα – αλλού ο Μπαλασόπουλος τους περιγράφει ως ανθρώπους που “θέλουν” (“εκπλήρωση,” “εκδίκηση,” υλικά αγαθά, κάτι καλύτερο -βλ. “Το Φορτηγό,” “Το Συνέδριο,” “Λάζαρος,” “Ανάληψη”) και έτσι αψηφούν τους νόμους της αλληλεξάρτησης και της συλλογικότητας, που πλησιάσουν το(ν) “άλλο” από τη στείρα και “ευκαιριακή” θέση του ατομικισμού – έχουν ένα άσχημο τέλος. Οι άλλοι, οι χαρακτήρες όπως ο Γιάννης που δε θέλουν, αλλά που δέχονται (βλ. “Η Κούρσα,” “Η Τελευταία,” “Η Κιβωτός”), όχι από αδιαφορία προς τον κόσμο αλλά μάλλον από αδιαφορία προς την ίδια την ιδέα της ατομικής ευτυχίας – αυτοί δηλαδή που δε λειτουργούν τυχοδιωκτικά προς τον άλλο – είναι αυτοί που διασώζουν, πρωτίστως, τη σχέση τους με τον εαυτό τους.</p>
<p>Στα πιο πάνω καθώς και σε πολλά άλλα σημεία στον Κύβο, ο Μπαλασόπουλος επιδεικνύει μια βαθιά επίγνωση των ευθυνών και των κινδύνων που κουβαλά ο συγγραφικός ρόλος. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια τέχνη που κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη με σκληρή ειλικρίνεια – με μια λογοτεχνία αναστοχαστική. Στον Κύβο, ο Μπαλασόπουλος υποβάλλει τον εαυτό και τη συγγραφή του σε έναν εξονυχιστικό έλεγχο, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να επιφέρει μια οδυνηρή και “συνολική μετατόπιση του βλέμματος” (39). Καθώς επεξεργάζεται τις προβληματικές τις τέχνης, ο Μπαλασόπουλος εφαρμόζει τα ευρήματα του στη σελίδα, έτσι ώστε η συγγραφή του να μη συγκρούεται με το μήνυμα του, έτσι ώστε περιεχόμενο, αισθητική, τεχνική να συνάδουν.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/05/%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 03 Jan 2023 11:32:19 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18945</guid>

					<description><![CDATA[Ο Κυριάκος Στυλιανού κατάγεται από την Κερύνεια και γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1970. Από το 2003 εργάζεται ως δάσκαλος στη Δημοτική Εκπαίδευση Κύπρου. Έχει εκδώσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων, δύο συλλογές ποιημάτων και δύο θεατρικά έργα, εκ των οποίων «Το Τελευταίο παιχνίδι» πήρε έπαινο σε διαγωνισμό της Θεατρικής Ένωσης Συγγραφέων Κύπρου για νέους συγγραφείς. Και τα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Κυριάκος Στυλιανού κατάγεται από την Κερύνεια και γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1970. Από το 2003 εργάζεται ως δάσκαλος στη Δημοτική Εκπαίδευση Κύπρου. Έχει εκδώσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων, δύο συλλογές ποιημάτων και δύο θεατρικά έργα, εκ των οποίων «Το Τελευταίο παιχνίδι» πήρε έπαινο σε διαγωνισμό της Θεατρικής Ένωσης Συγγραφέων Κύπρου για νέους συγγραφείς. Και τα τρία βιβλία διηγημάτων του: «Μεταμεσονύχτιοι αναλογισμοί», «Σκυτάλη» και «Μια ζωή-πέντε διηγήματα για ένα θέμα», διακρίθηκαν σε διαγωνισμό του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού Κέφαλος, όπως και τα δύο θεατρικά έργα του «Τελευταίο παιχνίδι» και «Ξανά μαζί».<br />
Επίσης, συμμετείχε στις εξής ανθολογίες: (Παρ)εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου-27 διηγήματα για την αλλοτρίωση και τη διαφθορά (εκδ. Αρμίδα, 2021), Ποιήματα ειρήνης από τη Νεκρή Ζώνη (εκδ. Ένωση Καλλιτεχνών και Συγγραφέων Κύπρου, 2021) και Στάχυολογήματα ποιητών (εκδ. Διάνοια, 2022).<br />
Ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου και της Ελλάδας, όπως Άνευ, Νέα Εποχή και Διόραμα, αλλά και στην πολιτιστική στήλη της κυπριακής εφημερίδας Αλήθεια. Ακόμη, είναι υπεύθυνος της ηλεκτρονικής στήλης «Ες γην εναλίαν Κύπρον», η οποία υπάγεται στην ελληνική ιστοσελίδα «Λόγω γραφής», και στην οποία παρουσιάζει νέους Κύπριους δημιουργούς. Πρόσφατα ανέλαβε τη στήλη «Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο» της εφημερίδας Αλήθεια, όπου παρουσιάζει βιβλία Κύπριων συγγραφέων. Τέλος, διετέλεσε αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου κατά τα έτη 2019-2021.</p>
<p>.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΚΛΕΜΜΕΝΑ-ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18946 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΚΛΕΜΜΕΝΑ-ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ.jpg" alt="" width="300" height="508" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΚΛΕΜΜΕΝΑ-ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ.jpg 378w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΚΛΕΜΜΕΝΑ-ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ-177x300.jpg 177w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΑΓΑΠΕΣ-ΚΑΙ-ΕΝΟΧΕΣ.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18947 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΑΓΑΠΕΣ-ΚΑΙ-ΕΝΟΧΕΣ.jpg" alt="" width="300" height="492" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΑΓΑΠΕΣ-ΚΑΙ-ΕΝΟΧΕΣ.jpg 390w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/01/ΑΓΑΠΕΣ-ΚΑΙ-ΕΝΟΧΕΣ-183x300.jpg 183w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ (2022)</strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΛΥΤΡΩΣΗ</strong></h5>
<p>«Έφυγε για πάντα&#8230;» μονολόγησε με άδειο βλέμμα όταν αντίκρισε το πάτωμα του σαλονιού της γεμάτο από ρούχα και αντικείμενα που εκείνος της είχε αφήσει για ενθύμιο προτού εγκαταλείψει για πάντα το σπίτι. «Φεύγω<br />
και δεν θα ξανάρθω!» της είπε καθώς έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του, εγκαταλείποντάς την αδύναμη, απελπισμένη και απροετοίμαστη για την επόμενη μέρα.<br />
« Πώς θα μπορέσω ποτέ να το ξεπεράσω», μονολογούσε ξανά και ξανά, ανίκανη ακόμα να συνειδητοποιήσει πως η αιτία του πόνου της ήταν ήδη εξαφανισμένη. Κι ενώ ήταν έτοιμη να σηκωθεί πάνω και να φωνάξει με χαρά<br />
και αγαλλίαση πως ο άνθρωπος εκείνος είχε επιτέλους φύγει για πάντα από τη ζωή της, μια δύναμη που ξεπηδούσε από μέσα της και έμοιαζε με μια μεγάλη δέσμη από ατσάλινες χειροπέδες, την έδενε χειροπόδαρα και την<br />
έριχνε αλλεπάλληλες, βασανιστικές φορές στο πάτωμα.<br />
«Πώς θα μπορέσω ποτέ να τον ξεπεράσω;» διόρθωσε τη φράση της, νιώθοντας ένα μεγάλο, ασήκωτο βάρος μέσα της να της αφαιρεί ασταμάτητα οξυγόνο.<br />
Κρατώντας τα ρούχα του στα χέρια της, έψαχνε απεγνωσμένα να αναστήσει μία προς μία τις μνήμες που τόσα χρόνια τη βάραιναν και την κρατούσαν ανήμπορη στο πάτωμα. «Αυτή θα είναι από δω και μπρος η ζωή μου»,<br />
σκέφτηκε, καθώς οσφραινόταν την αφόρητη οσμή που έβγαινε σιγά σιγά, σαν αρρώστια μεταδοτική, μέσα από τα αδιάσειστα τεκμήρια της ύπαρξής του. «Αυτή θα είναι η ζωή μου&#8230;» ξανάπε φωναχτά, νιώθοντας τα απορρίμματα της ζωής της να την καταλαμβάνουν ολόκληρη.<br />
«Ναι, εδώ θα μείνω για πάντα&#8230;» συνέχισε. «Στο πάτωμα της ζωής μου».<br />
Ξαπλωμένη δίπλα από τα αντικείμενα που κοσμούσαν κάποτε τη ζωή της, εικόνες παλιές ξεπήδησαν μέσα από ντουλάπια του χρόνου που η ίδια πίστευε πως είχε καταφέρει να κλειδώσει. Στα αυτιά της όμως, όσο κι αν προσπαθούσε η ίδια να τα σφραγίσει, ακουγόταν ακόμη έντονος και απειλητικός ο θόρυβος της κλειδαριάς, σημαίνοντας τον ερχομό του πρώην συζύγου της στο σπίτι. «Όχι ξανά, φτάνει πια!» φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής της, προσφεύγοντας στην τελευταία ρανίδα αντίστασης που της είχε απομείνει. «Όχι ξανά, φτάνει πια!» επανέλαβε, προσπαθώντας με σθένος να<br />
παραμείνει στο παρόν της. Αν και ήταν απόλυτα βέβαιη πως ο άνθρωπος που της είχε διαλύσει τη ζωή την είχε επιτέλους εγκαταλείψει, εκείνη συνέχιζε να τον ψάχνει παντού με το βλέμμα, λες και μονάχα έτσι θα μπορούσε να αναγνωρίσει και τη δική της ύπαρξη. «Πάντα θα με καταδιώκει&#8230;» ψέλλισε, ανίκανη ακόμα να ξεχωρίσει αν μια τέτοια διαπίστωση ανταποκρινόταν σ’ αυτό που επιθυμούσε αληθινά η ψυχή της ή σε μια δική της, παράδοξη επιθυμία. «Για πόσο καιρό θα μείνω ξαπλωμένη εδώ;» αναρωτήθηκε, αλλοιώνοντας απρόσμενα την<br />
Κυκλική, ανερμάτιστη φορά του βλέμματός της. «Πότε<br />
επί τέλους θα κοιτάξω το μέλλον μου;»<br />
Προτού όμως προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη της, σηκώθηκε πάνω και για πρώτη φορά στάθηκε γερά στα πόδια της. Ρίχνοντας μιαν ακόμη ματιά γύρω της, παρατήρησε πως τα λογής αντικείμενα που της άφησε ήταν ακόμα εκεί στο πάτωμα και την περίμεναν. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήρε μεγάλες μαύρες σακούλες κι άρχισε με γρήγορες, νευρικές κινήσεις να τις γεμίζει. Καθώς έριχνε ένα ένα μέσα στις σακούλες τα κομμάτια της ζωής της, ένιωσε να γεμίζει ολόκληρη από συναισθήματα χαράς και αγαλλίασης. «Ποτέ δεν περίμενα πως θα ζούσα μια τέτοια στιγμή!» μονολόγησε, κοιτάζοντας για πρώτη φορά μπροστά.<br />
«Τώρα, έφυγες!» είπε δυνατά, σαν να ήθελε να ξορκίσει οριστικά το κακό από τη ζωή της. «Τώρα, κατάφερα και σ’ έδιωξα&#8230;» συνέχισε ξεσπώντας σε κλάματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>ΣΥΝΗΘΕΙΑ</strong></p>
<p>Εφτά παρά τέταρτο, ώρα που σηκώνεται για να πάει στη δουλειά του. «Η δουλειά μου&#8230;» είπε με χαρακτηριστικό ύφος, υπερτονίζοντας την αίσθηση του καθήκοντος. «Το σάντουιτς σου το πήρες;» ακούστηκε η φωνή της<br />
γυναίκας του απ’ την κουζίνα, ως συνεπής υπόμνηση μιας ακατάλυτης συνήθειας. «Φυσικά», απάντησε εκείνος ήρεμα και σταθερά, σεκοντάροντας την επιμονή της να επαναλαμβάνει τις κουβέντες των προηγούμενων<br />
ημερών.<br />
Εφτά και μισή, ώρα που φτάνει στη δουλειά του. Το κουστούμι του σιδερωμένο όπως πάντοτε, το χαμόγελό του διάπλατο όσο πρέπει. «Στο πόστο που είστε, οφείλετε πάντοτε να χαμογελάτε», είχε πει σε όλους μια μέρα ο προϊστάμενος των υπαλλήλων στο Τμήμα Υποδοχής του ξενοδοχείου όπου δούλευε. «Πρέπει οι πελάτες να νιώθουν σαν στο σπίτι τους!» Κι από τότε το υιοθέτησε χωρίς δευτερολογία, σαν πιστός υπάλληλος, σαν άνθρωπος<br />
που δεν είχε διανοηθεί ποτέ να διαφωνήσει με τις αποφάσεις της Διεύθυνσης.<br />
Μία η ώρα. Η βάρδια του επιτέλους τελείωσε. Κουρασμένος ξεκίνησε για το αυτοκίνητό του. Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά έφτασε στο σπίτι του. Η γυναίκα του τον περίμενε στο σαλόνι. Φορούσε τις πιτζάμες της όπως πάντα κι όπως κάθε φορά τον ρώτησε πώς πέρασε τη μέρα του. Εκείνος απάντησε με το ίδιο, ατσαλάκωτο του ύφος πως όλα πάνε καλά και η δουλειά του κυλά ρολόι. « Πώς πάει το παιδί;» τη ρώτησε κι εκείνη του απάντησε πως είχε μιλήσει λίγο προηγουμένως με τον γιο της που σπούδαζε εδώ και έναν χρόνο στο εξωτερικό.<br />
Πέντε το πρωί και δεν έκλεισε μάτι. Γυρνώντας ανήσυχος στο κρεβάτι του αναρωτιόταν, λες και ήταν η πρώτη φορά που ’μενε άυπνος. «Τι γίνεται απόψε;» μονολόγησε, δείχνοντας για μιαν ακόμη φορά απρόθυμος να διαχειριστεί το απρόσκλητο φορτίο των συλλογισμών του.<br />
«Τι είναι αυτό που με βασανίζει;»<br />
Σηκώθηκε σιγά σιγά από το κρεβάτι και προχώρησε προς την κουζίνα. Καθώς το πρωινό εισέβαλε μέσα από τα ανοιχτά παντζούρια του παραθύρου, η ομίχλη της χτεσινής βραδιάς έπλαθε εμπρός του ακανόνιστες φιγούρες. «Δεν είμαι μόνος!» αναφώνησε θριαμβευτικά, νιώθοντας το βαρύ πέπλο της μοναξιάς του να τον εγκαταλείπει. Ο προϊστάμενός του, οι πελάτες του ξενοδοχείου, η γυναίκα του, το παιδί του, οι γονείς του, τα πεθερικά<br />
του, άνθρωποι που καθημερινά τον βλέπουν και τον χαιρετούν στον δρόμο, βρέθηκαν ξανά όλοι μαζί τη στιγμή εκείνη μπροστά του, θέλοντας να του υπενθυμίσουν πως δεν θα τον αφήσουν ποτέ μοναχό του. Το διάπλατο χαμόγελο που σχηματίστηκε αυτόματα στα χείλη του ήταν το λυτρωτικό σημάδι πως η μοναξιά του για μιαν ακόμη φορά τον είχε εγκαταλείπει.<br />
Τόση ήταν η ευτυχία που είχε πλημμυρίσει την ψυχή του, που έκανε πως δεν πρόσεξε τον έντονο βηματισμό που ακούστηκε ακριβώς έξω από το παράθυρό του. Κι όμως. Την τελευταία φορά που το ίδιο ακριβώς πράγμα του είχε συμβεί, ένιωσε απόλυτα σίγουρος πως είχε δει έναν άνθρωπο ντυμένο στα μαύρα να κόβει βόλτες βραδιάτικα έξω από το σπίτι του.<br />
Εφτά παρά τέταρτο, ώρα που σηκώνεται για να πάει δουλειά. «Ακόμα κι αυτός&#8230; δεν πρόκειται να χαλάσει την ηρεμία μου», μονολόγησε και πάλι, φέρνοντας στο μυαλό τον άνθρωπο με τα μαύρα. Κι αφού φόρεσε το συνηθισμένο κάτασπρο κουστούμι του, μπήκε στο αυτοκίνητό ίου<br />
για να μεταβεί και σήμερα στον χώρο εργασίας του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong>ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ</strong></p>
<p>Όταν η μεσήλικη γυναίκα μπήκε στο φαρμακείο, άρχισε να ρίχνει παντού ανήσυχες ματιές. Ήταν ψηλή, κάπως παχουλή και είχε ένα όμορφο μα ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Το ασταθές της βήμα έμοιαζε να ακροπατά στη<br />
μεθόριο που χώριζε δυο διαφορετικές, δικές της ζωές. Το βλέμμα της απλανές, λες κι έψαχνε να αναστήσει από το πουθενά μια παλιά ιστορία. Στα σαρκώδη, κάτασπρα χείλια της μόρφαζε ασταμάτητα ένα μειδίαμα, που έμοιαζε με θλιβερή υπόμνηση ενός λησμονημένου χαμόγελου.<br />
Ο φαρμακοποιός, που στεκόταν πίσω από έναν μικρό πάγκο, παρακολουθούσε εξεταστικά τις κινήσεις της. Είχε προσέξει πως η γυναίκα εκείνη εδώ και μερικά λεπτά ανοιγόκλεινε ασταμάτητα το στόμα της σαν να είχε κάποιον δίπλα της και του μιλούσε. «Παρακαλώ;» τη ρώτησε σιγά, σαν να μην ήθελε να διαταράξει τη συζήτηση που είχε πιάσει με τον αόρατο συνοδό της. Εκείνη συνέχισε να κάνει το ίδιο, αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη του φαρμακοποιού. «Θέλετε κάτι;» ξαναρώτησε εκείνος σε ψηλότερο τόνο. Η γυναίκα όμως δεν έδειχνε διατεθειμένη να εξέλθει από τη φανταστική της κουβέντα. «Τι;» κατόρθωσε απότομα να ρωτήσει με φωνή που έμοιαζε να ερχόταν από το υπερπέραν. «Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» έκανε εκείνος και πάλι, ρίχνοντας τον τόνο της φωνής του. Η γυναίκα έμεινε άναυδη να τον κοιτάει, δίνοντας χρόνο στον εαυτό της να συνειδητοποιήσει πως είχε βρεθεί εντελώς έξω από την ονειρική κατάσταση στην οποία βρισκόταν. «Ναι&#8230;» απάντησε σε λίγο σιγά, όταν αντίκρισε τον φαρμακοποιό που έδειχνε λίγα χρόνια νεότερος από εκείνην. Ήταν ψηλός και λεπτός, με γκρίζα, κοντά μαλλιά και μεγάλα, καστανά μάτια.<br />
«Λοιπόν;» τη ρώτησε, αφήνοντας να διαγράφει στο πρόσωπό του ένα διάπλατο χαμόγελο. Η γυναίκα όμως συνέχισε να τον κοιτάει, σαν να ήθελε να τον προσέξει καλύτερα. «Λοιπόν;» την ξαναρώτησε ο άντρας, μα εκείνη δεν απάντησε. Αφού πήρε ξανά την αλλοπαρμένη έκφραση που είχε προηγουμένως, του είπε με γλυκόπικρο τόνο στη φωνή της, σαν να απευθυνόταν και πάλι στον αόρατο συνοδό της: «Το χαμόγελό σου είναι πάντα το ίδιο&#8230; Τώρα, μπορώ και σε βλέπω ξανά μπροστά μου!» Κλείνοντας κιόλας τα μάτια της, κατόρθωσε πλέον για τα καλά να αντικρίσει εμπρός της τον φαρμακοποιό, καθώς ενσάρκωνε τον παλιό, μοναδικό της εραστή.<br />
«Δεν μπορώ να είμαι πια μαζί σου», της είχε πει ο εραστής της ένα βράδυ, χρόνια πριν, μετά από μια βασανιστική συζήτηση που είχαν στο διαμέρισμά της. «Ποτέ δεν θα καταφέρω να σε ξεπεράσω», του είπε κλαίοντας γοερά μπροστά του, όταν εκείνος της ανακοίνωνε τη σημαδιακή εκείνη βραδιά την απόφασή του να την εγκαταλείψει. «Γιατί έφυγε;» ρωτούσε ξανά και ξανά<br />
τον εαυτό της τα χρόνια που ακολούθησαν, αν και βαθιά μέσα της γνώριζε τον λόγο. Κι όταν κάποτε μια καλή της φίλη αναγκάστηκε κάτω από το βάρος της δικής της πίεσης να της μιλήσει ανοιχτά, εκείνη αρνήθηκε να την<br />
πιστέψει. Άλλαξε αμέσως κουβέντα, μεταφέροντας τη συζήτηση στο παρελθόν, όταν τα πράγματα ήταν ακόμη καλά μεταξύ τους. Δέχτηκε ωστόσο μετά από τις συνεχείς υποδείξεις της, να επισκεφτεί έναν γνωστό της<br />
ψυχίατρο, μήπως κατορθώσει να ξεπεράσει το πρόβλημά της. «Δεν μπορώ να πιστέψω πως με παράτησε!» είπε μια μέρα σε έντονο ύφος, όταν ο γιατρός την παρότρυνε να επιχειρήσει μια καινούρια αρχή στη ζωή της. «Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι!» ξέσπασε και μιαν άλλη φορά ενώπιον του, εκφράζοντας την άρνησή της να συνεχίσει το συγκεκριμένο φάρμακο που την προέτρεπε να καταναλώσει. Η ραγδαία όμως επιδείνωση της ψυχικής της υγείας δεν επέτρεπε στον γιατρό να κάνει δεύτερες σκέψεις. Απεναντίας, ο ίδιος αναγκάστηκε στην πορεία να της προτείνει ένα ακόμη πιο δυνατό φάρμακο.<br />
«Γιατί έφυγες;» ρώτησε τον φαρμακοποιό ανοίγοντας απότομα τα μάτια της. Αντίκρισε τότε για μιαν ακόμη φορά μπροστά της τον εραστή της ζωής της ν’ ανοιγοκλείνει αμέτρητες φορές την πόρτα του διαμερίσματός τους, και τον εαυτό της να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα σε αμέτρητα φαρμακεία, μήπως βρει επιτέλους το κατάλληλο φάρμακο για να τον ξεπεράσει. «Ναι, μοναχά εδώ<br />
θα βρω το φάρμακο που πραγματικά μου ταιριάζει&#8230;» Πόσες φορές, περασμένα μεσάνυχτα, δεν οδηγούσε στους δρόμους σαν τρελή μπας και προλάβει ένα φαρμακείο ανοιχτό. «Πού ξέρεις, μπορεί η καινούρια μέρα<br />
να ’ναι καλύτερη», έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της, πιστεύοντας πως κάποτε θα κατάφερνε να ξεπεράσει το μαρτύριό της. «Ναι, τώρα επιστρέψαμε μαζί στον τόπο του εγκλήματος!», είπε στον άντρα, πιστεύοντας πως αυτήν τη φορά κατάφερε να βρει τη λύση στο πρόβλημα που την απασχολούσε.<br />
Ο φαρμακοποιός παρέμεινε αποσβολωμένος στη θέση του χωρίς να ξέρει τι άλλο να της πει.<br />
«Είσαι επιτέλους δίπλα μου», του είπε ξανά, ξεσπώντας<br />
σε αναφιλητά. Τον φαντάστηκε κιόλας να την παίρνει αγκαλιά, να ανοίγουν μαζί την πόρτα του φαρμακείου και να βγαίνουν έξω στον δρόμο. «Τώρα, αγάπη μου, δεν θα χρειαστώ κανένα φάρμακο για να με συνεφέρει. Εσύ<br />
είσαι το αληθινό μου φάρμακο», κατάφερε και του είπε στο τέλος, λίγο προτού κλείσει για τελευταία φορά τα μάτια της. «Το δικό σου χαμόγελο έψαχνα για χρόνια».<br />
«Είστε καλά;» τη ρώτησε κατατρομαγμένος ο φαρμακοποιός, όταν είδε την άγνωστη κυρία να χάνει ξαφνικά τις αισθήσεις της. Η γυναίκα όμως δεν πρόλαβε να του απαντήσει. Πρόλαβε μόνο να του κλέψει το χαμόγελο<br />
και να ξεθάψει το δικό της.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΔΙΠΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ</strong></h5>
<p>«Ναι, τη φορά αυτή θα ναι αλλιώς&#8230;» μονολόγησε μπροστά στον καθρέφτη του σιγά, σαν να φοβόταν τον αντίλαλο της διάψευσής του. «Ναι, σου λέω! Γιατί δεν με πιστεύεις;» συνέχισε, θέλοντας να διαγράψει μεμιάς τις προηγούμενες αποτυχίες του. «Ένα πράγμα σου λέω και σε παρακαλώ να το τηρήσεις! Την επόμενη φορά, μη μου επιτρέψεις να σταθώ ενώπιον σου! Χίλια κομμάτια<br />
να γίνεις να μη με ξαναδώ!»<br />
Ετοιμάστηκε, σαν να ήταν η πρώτη φορά που θα τη συναντούσε. Έβαλε το πουκάμισο που εκείνη του είχε κάνει δώρο στην τελευταία επέτειο που γιόρτασαν μαζί, και φόρεσε την κολόνια που τη μεθούσε. Έφερε στο μυαλό<br />
του τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, φυλλομέτρησε αργά αργά το άλμπουμ των φωτογραφιών τους, μυρίζοντας με αγαλλίαση το άρωμα των χαρούμενών τους αναμνήσεων.<br />
«Γιατί όμως νιώθω πως αυτό που έχουμε ζήσει δεν είναι τίποτα παρά παρελθόν;» διερωτήθηκε, αναιρώντας προκαταβολικά την επιτυχία της καινούριας του προσπάθειας. «Κι όμως, είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος!» συνέχισε, επιθυμώντας να καταπνίξει μεμιάς τους μαύρους λογισμούς του. «Δεν είναι ώρα ούτε για μοιρολατρίες ούτε για βαθιές, πεσιμιστικές σκέψεις!» ολοκλήρωσε τον συλλογισμό του, θέλοντας να διαγράψει την πεποίθηση που πάντοτε είχε, πως το μοναδικό πράγμα που έχει ως άνθρωπος να επιδείξει είναι η τραγική επανάληψη του εαυτού του. «Ναι, τη φορά αυτή θα ναι αλλιώς&#8230;» ψιθύρισε ξανά, κοιτώντας σταθερά το είδωλό<br />
του στον καθρέφτη. «Είμαι σίγουρος πως την επόμενη φορά που θα σταθώ ενώπιόν σου, θα μπορώ να σε κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια!»<br />
Κοίταζε διαρκώς με νευρικότητα το ρολόι του, παρατηρώντας την αργή, βασανιστική μετακίνηση του λεπτοδείκτη. «Δεν θα μπορούσαν τα λεπτά να ήταν δευτερόλεπτα;» αναρωτήθηκε, θέλοντας να εκμηδενίσει τη χρονική απόσταση που τον χώριζε από την πρώην σύντροφό του. Κατά παράδοξο ωστόσο τρόπο, κάθε φορά που ένας άσχετος, απρόσκλητος θόρυβος ακουγόταν έξω από την κλειστή πόρτα του διαμερίσματός του, ένα εξίσου απρόσκλητο τράνταγμα τον ταρακουνούσε ολόκληρο. «Γιατί ταράζομαι;» διερωτήθηκε. «Δεν είναι αυτήν που περιμένω;»<br />
Μια τέτοια εξέλιξη θα εκλαμβανόταν όντως ως παραδοξότητα, αν ο ίδιος δεν παρασυρόταν από την ανάστροφη πορεία του χρόνου. «Πώς θα μπορούσε κανείς να ξεφύγει από τις αναμνήσεις του;» διερωτήθηκε. «Πότε επιτέλους θα σταματήσω να παρακολουθώ τον εαυτό μου ενώ με εγκαταλείπεις;» συνέχισε, σαν να είχε εκείνην μπροστά του.<br />
Το μέγεθος όμως των επώδυνων αναμνήσεών του δεν ησύχασε. Αντίθετα, έφτασε για μιαν ακόμη φορά στην ένοχη ρίζα. Στο βάθος του μυαλού του στεκόταν ακόμα καταπονημένη μα στέρεα η μαυρόασπρη εκείνη εικόνα<br />
του παιδικού παρελθόντος του: η μητέρα του εγκατέλειπε ξανά και ξανά τον πατέρα του, όπως κι εκείνος χρόνια αργότερα θα καταντούσε θύμα εγκατάλειψης από τη σύντροφό του. «Πού είσαι; Γιατί έφυγες;» κραύγασε,<br />
προσπαθώντας απεγνωσμένα να προσδιορίσει ποιο τελικά ήταν το θύμα που τον αφορούσε&#8230;<br />
Καθώς το παρελθόν έσμιγε ασταμάτητα μαζί με το παρόν του, ο ίδιος στάθηκε ανήμπορος να ξεχωρίσει αν ο ήχος του χτυπήματος στην πόρτα ήταν πραγματικός ή αν ανήκε σε μια άλλη, δική του πάλι εποχή. Ένιωθε ωστόσο απόλυτα σίγουρος πως κι αυτήν τη φορά η σύντροφός του θα επέστρεφε σ’ εκείνον με την ίδια ακριβώς ακλόνητη βεβαιότητα ότι η μητέρα του θα γυρνούσε κάποτε στην πατρική αγκαλιά.<br />
«Ναι, τη φορά αυτή θα ναι αλλιώς&#8230;» μονολόγησε ξανά, κοιτάζοντας για μιαν ακόμη φορά με εμπιστοσύνη τον καθρέφτη με τα δυο πρόσωπα&#8230;</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ</strong></h5>
<p>Ακόμα και αφηρημένος να ήμουν, μια αόρατη απενεργοποιημένη δύναμη θα ζητούσε πίσω τη δυνατή επίδραση που είχε εδώ και χρόνια στο υποσυνείδητό μου: θα αντίκριζα ξανά μπροστά μου το σκηνικό που έτρεφε τη στροφή εκείνη του δρόμου που βρισκόταν μιαν ανάσα ακριβώς πριν από το πατρικό μου.<br />
Κάθε φορά που περνούσα από κει -πρωί, μεσημέρι και βράδυ- αντίκριζα τον γερο-Σπύρο μαζί με τη γυναίκα του Ανδριανή να κάθονται σιμά ο ένας στον άλλον, λες και ήθελαν να αποτυπώσουν μέσα από την πανομοιότυπη στάση των σωμάτων τους την κοινή πορεία τους στον χρόνο. Το μοναδικό τους παιδί, η Μαρία, βρισκόταν εδώ και πολλά χρόνια παντρεμένη στο εξωτερικό, και κάθε καλοκαίρι τούς επισκέπτονταν μαζί με τον άντρα της και τα δυο παιδιά τους. Μια περίοδος που αποτελούσε ίσως τη μοναδική αιτία που το ηλικιωμένο ζευγάρι έβρισκε σημαντικό λόγο να ξεφύγει από τη στατικότητα του. Να κάνουν δηλαδή κάτι διαφορετικό από το να παρακολουθούν τη ζωή τους να εξαφανίζεται καθημερινά σταγόνα σταγόνα μπροστά από τη μικρή αυλή του σπιτιού τους.<br />
Ένα μεσημέρι όμως το σκηνικό άλλαξε ξαφνικά. Κανείς απ’ τους δυο δεν ήταν στη συνηθισμένη του θέση· οι άδειες καρέκλες μόνο σιμά η μια στην άλλη σηματοδοτούσαν την απουσία τους. «Τι έγινε;» ρώτησα έναν γείτονα, κι εκείνος μου έδειξε με στωικότητα ψηλά τον ουρανό, αφήνοντας έναν λυγμό να ζωγραφίσει τη θλίψη του. Τα μάτια μου ευθύς βούρκωσαν, καθώς ένας βαθύς<br />
πόνος στο στομάχι αποτύπωνε μέσα μου το αδιόρατο φορτίο της απώλειας. «Ποιος;» ρώτησα, φοβούμενος για την απάντηση που θα εισέπραττα. «Η κυρα-Ανδριανή», μου απάντησε με τσακισμένη φωνή, αλλοιώνοντας<br />
ξαφνικά στη συνείδησή μου την εικόνα δυο ανθρώπων σφιχτοδεμένων μεταξύ τους καθώς αντιστέκονταν σθεναρά στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Η στροφή του δρόμου που χώριζε με μιαν ανάσα το πατρικό μου, απέμεινε λειψή και διψασμένη για το ταίρι της. Ο κύριος Σπύρος, αν και πρόσεξα τις επόμενες μέρες πως παρέμεινε αμετακίνητος στη θέση του, το σώμα του ήταν λες εξαπλωνόταν ασυλλόγιστα στον χώρο για να ξανάβρει την παλιά και γνώριμη ισορροπία του. «Μέχρι πότε όμως θα κρατήσει αυτό», διερωτήθηκα μια μέρα, καθώς διάβαζα κάτι άλλο πίσω από τις ορατές διαστάσεις του σώματός του. Κι αυτό το κάτι, το ανομολόγητο, δεν άργησε να κάνει μια μέρα αισθητή την παρουσία του, καθώς δεν είδα ούτε τον κύριο Σπύρο να κάθεται στη γνωστή του θέση.<br />
Χωρίς κιόλας να ξέρω αν μιλούσα εγώ ο ίδιος ή η φαντασία μου, για μέρες αργότερα πίστεψα πως έβλεπα μπροστά μου τις δυο καρέκλες να βρίσκονται άδειες πλάι πλάι σαν να περίμεναν τους ιδιοκτήτες τους να πάρουν ξανά<br />
τις θέσεις τους. Οι μέρες όμως περνούσαν και το πλάνο εμπρός παρέμεινε γραπωμένο γερά στα στιβαρά χέρια της καινούριας πραγματικότητας.<br />
Μια σκέψη με διαπέρασε μία από εκείνες τις μέρες· μια σκέψη που, καθώς πετάριζε ελεύθερη στα σύννεφα της πηγαίας και ανομολόγητης χαράς μου, άλλο τόσο αιχμαλωτιζόταν στα αβάσταχτα όρια της θλίψης μου: Αν στη δική μου θέση βρισκόταν μονάχα το μυστικό αερικό της φαντασίας μου, ίσως να κατόρθωνα ξανά να αντικρίσω τους δυο ηλικιωμένους να κάθονται σιμά ο<br />
ένας στον άλλον.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΕΝΟΧΕΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ</strong></h5>
<p>Τους ποιητές<br />
ανασκαφείς σε ιδιωτικά συρτάρια<br />
τους είχα κάποτε παράξενα βαφτίσει.<br />
Μετά στεκόμουν μ&#8217; απορία<br />
ώσπου ένα βράδυ<br />
όλους μαζί τούς είδα<br />
στα κρυφά<br />
φωνές δικές τους<br />
να τρυπάνε τα ουράνια.</p>
<h5><strong>ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Κράτα γερά την πένα σου,<br />
δημιουργέ,<br />
τράβα τον δρόμο που μόνο εσύ ξέρεις.<br />
Τι νόμισες&#8230;<br />
ένα ρούχο είναι κι αυτή<br />
μια δικαιολογία<br />
να πεις πως δεν ήσουνα εσύ ο ένοχος<br />
μα οι συνθήκες<br />
που σε περισυνέλλεξαν<br />
γυμνό κι ανέστιο<br />
σε ωκεανούς πολυφορεμένων στίχων.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΤΙ</strong></h5>
<p>Και σκέφτηκα χαρούμενος<br />
καθώς γύρω και μέσα μου<br />
η πολιτεία χρεωκοπημένη κι αναιδής<br />
στη ραστώνη της θλίψης της<br />
βουλιάξει ολοένα.<br />
Η ανίερη, κακοφορμισμένη πληγή<br />
που η γερμένη, ανήμπορη κι αβοήθητη<br />
στο δάπεδο πολυσύχναστου δρόμου<br />
κοντά εβδομήντα χρονών γυναίκα<br />
κουβαλά στο πονεμένο<br />
όμοιο με επονείδιστη ιστορική προίκα<br />
μειδίαμα των χειλιών της.<br />
Η ανέκφραστη εκείνη ουλή<br />
που αλύπητα σέρνει τις κόρες των ματιών της<br />
μετουσιώνεται ξανά και ξανά<br />
σε ιερό, ασίγαστο ερώτημα παιδιού:<br />
Γιατί;</p>
<h5><strong>ΑΠΟΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Γυαλιστερά, απαστράπτοντα πρόσωπα<br />
καταπονημένα γονίδια<br />
επιμελώς κρύβουν.<br />
Καταφρονημένες υπάρξεις,<br />
ελεύθερα καταπώς λένε,<br />
απολαμβάνουν χρώμα, φύλο και φυλή.<br />
Θυμήσου μονάχα<br />
την κουρτίνα απότομα μην τραβήξεις<br />
μήπως τον εαυτό σου<br />
μπροστά σου αντικρίσεις<br />
μήπως το δικό σου πρόσωπο<br />
εν είδει εποχής που απολογείται<br />
άξαφνα ανταμώσεις.</p>
<h5><strong>ΓΥΜΝΗ ΣΤΙΓΜΗ</strong></h5>
<p>Μια στιγμή.<br />
Μια γυμνή στιγμή μονάχα θες.<br />
Θυμήσου μόνο.<br />
Τα ρούχα μακριά κράτησε.<br />
Τα ρούχα του κόσμου μακριά σου κράτησε<br />
μήπως η ζωή θάνατο γεννήσει.</p>
<h5><strong>ΠΑΥΣΗ</strong></h5>
<p>Σε ψάχνω.<br />
Στα κρυμμένα πουλιά του πάρκου<br />
στις αχτίδες του ήλιου πίσω απ&#8217; τα σύννεφα.<br />
Στον λεπτοδείχτη που σταμάτησε<br />
στο ρολόι που κατάπιε τον ήχο του.<br />
Όσο για τα υπόλοιπα<br />
σπονδή στον Θεό της θνησιμότητας.</p>
<h5><strong>ΑΜΗΧΑΝΑ</strong></h5>
<p>Αν θες να τους μιλήσεις για τις μεγάλες αλήθειες<br />
μην τους πεις για θαύματα<br />
ούτε για βεβαιότητες επιβιβασμένες<br />
στο κουρασμένο βαγόνι της ανθρωπότητας.<br />
Την καρδιά τους στόχευσε<br />
τα αμήχανά τους βλέμματα φαντάσου<br />
καθώς χαλούν και χτίζουν τον κόσμο<br />
ξανά απ&#8217; την αρχή.</p>
<h5><strong>ΑΙΩΝΙΟ ΔΙΑΗΜΜΑ</strong></h5>
<p>Εμείς ή οι άλλοι;<br />
Πόσο ανθρώπινο<br />
Εμείς, να λες,<br />
και πόσο απάνθρωπο<br />
ο άλλος να μη γίνεσαι.</p>
<h5><strong>ΧΑΜΕΝΗ ΚΛΗΣΗ</strong></h5>
<p>Ζητήσαμε<br />
μια ακόμη κουκίδα χρόνου<br />
μια ανάσα παραπάνω<br />
να προλάβουμε.<br />
Είπαμε<br />
ο καιρός νερό που χάνεται<br />
λάμψη που το φως της απαρνιέται.<br />
Αυτά και άλλα πολλά<br />
χθες βράδυ συμφωνήσαμε<br />
ξεχνώντας και πάλι<br />
την Αγάπη να καλέσουμε.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΑΜΑΔΑ</strong></h5>
<p>Εμείς.<br />
Ξανά.<br />
Μαζί.<br />
Στο ίδιο χώμα.<br />
Το δικό μας.<br />
Χώμα μεταμέλειας το ονομάζουμε.<br />
Δεν είναι αργά.<br />
Μια χαραμάδα.<br />
Μια χαραμάδα χρειάζεται.<br />
Κι ένα φως να διαχέεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΕΝΟΧΕΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ</strong></h5>
<p>ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΦΙΛΟΥ. Ενός ξεχωριστού μαθητή. Μιας εγκαταλελειμμένης γυναίκας. Ενός πολέμου. Ήρωες δεκαεννιά διηγημάτων, εγκλωβισμένοι στην ευθραυστότητά τους, προσπαθούν απεγνωσμένα να ισορροπήσουν στη γυάλινη σφαίρα των αναμνήσεών τους. Διηγήματα σύγχρονα, φτιαγμένα για τα χρόνια που μας αρπάζουν καθημερινά, για τις μέρες που πουλήσαμε και εξακολουθούμε να πουλάμε με τη δική μας σφραγίδα. [&#8230; Παντρεμένος, γύρω στα εβδομήντα, πολύ συχνά καλαμπούριζε με τη σύντροφο της ζωής του, λέγοντάς της πως ήταν πολύ ευτυχής μιας και ένιωθε πως ήταν ακόμα πολύ νέος. “Διέρχομαι καθημερινά μέσα από τον ύστερο πορτοκαλεώνα της νιότης μου&#8230;” προλόγισε και την καινούρια ποιητική συλλογή, όπως την αποκαλούσε, αποτυπώνοντας το στίγμα της ώριμης, κατασταλαγμένης πλέον γραφής του. “Πάλι την ίδια συλλογή θα εκδώσεις;” τον ρώτησε η γυναίκα του, που είχε την ίδια περίπου ηλικία μ’ αυτόν. “Δεν βαρέθηκες να ανασκαλεύεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια;” Εκείνος την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, σαν να την εξερευνούσε. “Δεν είναι τα ίδια”, της απάντησε με νόημα, προτρέποντάς την να κλειστεί κι εκείνη μαζί του στον κόσμο των σημαινόντων του. Η γυναίκα του όμως δεν χρειαζόταν εκείνον για να της πει να μπει στον μυστικό κόσμο της ποίησής του. Άπειρες φορές είχε διαβάσει την αφιέρωση του συζύγου της στην πρώτη σελίδα του πρώτου βιβλίου του: “Στη λατρευτή μου γυναίκα και μάνα των παιδιών μου, ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς!”&#8230;] [&#8230; “Ναι, τη φορά αυτή θα ‘ναι αλλιώς&#8230;” μονολόγησε μπροστά στον καθρέφτη του σιγά, σαν να φοβόταν τον αντίλαλο της διάψευσής του. “Ναι, σου λέω! Γιατί δεν με πιστεύεις;” συνέχισε, θέλοντας να διαγράψει μεμιάς τις προηγούμενες αποτυχίες του. “Ένα πράγμα σου λέω και σε παρακαλώ να τηρήσεις! Την επόμενη φορά, μη μου επιτρέψεις να σταθώ ενώπιόν σου! Χίλια κομμάτια να γίνεις να μη με ξαναδώ!” Ετοιμάστηκε, σαν να ήταν η πρώτη φορά που θα τη συναντούσε. Έβαλε το πουκάμισο που εκείνη του είχε κάνει δώρο στην τελευταία επέτειο που γιόρτασαν μαζί, και φόρεσε την κολόνια που τη μεθούσε. Έφερε στο μυαλό του τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, φυλλομέτρησε αργά αργά το άλμπουμ των φωτογραφιών της, μυρίζοντας με αγαλλίαση το άρωμα των χαρούμενών τους αναμνήσεων&#8230;]</p>
<p>Γεβγένι Ζαμυάτιν: “Η λογοτεχνία είναι ζωγραφική, αρχιτεκτονική και μουσική”. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την τελευταία συλλογή του καταξιωμένου, και διακεκριμένου, λογοτέχνη μας, Κυριάκου Στυλιανού, χαρισματικού πεζογράφου αλλά και ποιητή και, διαπιστώνω, με ιδιαίτερη ικανοποίηση, πως παραμένει ακριβής και σπάνιος παλμογράφος των καιρών μας. Αφουγκράζεται έναν ήχο, έναν λυγμό, ένα γέλιο, μια δοξαριά, ένα φιλί, ένα “σ’ αγαπώ”, μια προδοσία, ένα θρόισμα , έναν φλοίσβο, ένα αντίο και τα μεταμορφώνει σε διαμάντια γραφής και αισθητικής. Βάθος λόγου, πυκνότητα, ειλικρίνεια, τρυφερότητα, ευαισθησία, προσεκτική επιλογή λέξεων, μέχρι και σημείων στίξης, τίποτα περιττό, τίποτα ψεύτικο. Ούτε καν στη μυθοπλασία. Πιστεύει σε έναν καλύτερο κόσμο αλλά, κυρίως, πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας. Μπορεί η λογοτεχνία να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο; Άμα δεν μπορεί η λογοτεχνία, ποια μπορεί;<br />
Εξ ου και αναδεικνύει την καλοσύνη, την αγάπη, την αλληλεγγύη, τον αλτρουϊσμό, το ένα χέρι που κρατάει το άλλο και, την ίδια στιγμή, κακίζει την αδιαφορία, τη ζήλια, τη μοχθηρότητα και, οπωσδήποτε, την παγερή αδιαφορία. (Μα να προσπερνάς τον Θανάση ενώ, κανονικά, πρέπει να τον σφίξεις στην αγκαλιά σου;) Χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία παρομοιώσεις και μεταφορές, σκιτσάρει δυνατές εικόνες, στιγμές στιγμές σού δίνει την αίσθηση ότι δεν κάθεται μπροστά στο πληκτρολόγιο, αλλά μπροστά στον καμβά. Γράφει ζωγραφίζοντας και ζωγραφίζει γράφοντας. Χαίρεσαι την καθαρότητά του, την ευθύτητά του, την ειλικρίνειά του και, παράλληλα, θαυμάζεις την πεζογραφική του φαντασία.<br />
Τα κείμενά του διατηρούν το σφρίγος τους από την πρώτη έως την τελευταία γραμμή και, όπως πράττει συχνά, ο Κυριάκος Στυλιανού αφήνει πάντοτε να αιωρείται στην ατμόσφαιρα κάτι διφορούμενο, ίσως και κάτι αναπάντητο, ίσως και ένα συννεφάκι αμφιβολίας – θέλω να πω, μας μπάζει στις ιστορίες του, μας θέλει συμμέτοχους, μας προτείνει, δεν μας προτρέπει, να ακολουθήσουμε τα αχνάρια των χαρακτήρων του επειδή, κατά βάθος, γνωρίζει ότι κάπου τους συναντήσαμε κι εμείς, ότι μπορεί στα πρόσωπά τους να αντικρίσουμε καθρεφτισμένες δικές μας εμπειρίες, δικά μας βιώματα, ενδέχεται το δάκρυ που στάζει από τα μάτια τους να γλίστρησε από τις κόγχες των δικών μας ματιών.<br />
“Κλεμμένα παιχνίδια”. Άλλη μία ανεκτίμητη προσφορά του Κυριάκου Στυλιανού στη λογοτεχνία του τόπου. Αφηγήσεις που σφύζουν από μεγαλοψυχία και επιείκεια στην εποχή όπου τα πάντα βγήκαν στο σφυρί, όπου οι τράπεζες εκποιούν σπίτια και όνειρα, όπου η κατάρα των πυρηνικών γαυγίζει απειλητικά, όπου εκατομμύρια παιδιά πάνε νηστικά στα κρεβατάκια τους, όπου, όπως θα έλεγε ο Λουντέμης: “Εκείνη τη νύχτα σώπαιναν οι λύκοι, επειδή ούρλιαζαν οι άνθρωποι”. Χαίρομαι διπλά επειδή, πέρα από τη λαμπερή συγγραφική του σταδιοδρομία, ο Κυριάκος Στυλιανού είναι, εδώ και χρόνια, τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας μας, κοσμώντας τις πολιτιστικές μας σελίδες με τις πανέμορφα δαιδαλώδεις εμπνεύσεις του.</p>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5>
<strong>ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Εκπαιδευτικός,Φιλόλογος, διπλωματούχος Μάστερ Πανεπιστημίου Κύπρου στη Νεοελληνική Λογοτεχνία.</p>
<p>Μια ερμηνευτική προσέγγιση της συλλογής του ποιητή που αφιέρωσε “σπονδή στον Θεό της θνησιμότητας”.</p>
<p>Όσο πάνε τα χρόνια αγαπώ περισσότερο την πυκνότητα χωρίς ενοχές. Κι ενώ η κοινωνία γύρω φωνάζει και φλυαρεί, αγαπώ -χωρίς ενοχές- περισσότερο όσους ποιούν αθόρυβα και ολιγόλογα. Κι ενώ γύρω βασιλεύει η χρυσοστολισμένη ρηχότητα, έχω μια αδυναμία -χωρίς ενοχές- στην ποίηση που σκάβει βαθιά. Σχετίζεται ή αντιδιαστέλλεται η αγάπη με την ενοχή; Αυτό το ερώτημα καλείται να απαντήσει στην καινούρια του ποιητική συλλογή ο Κυριάκος Στυλιανού με τον άκρως ιδιαίτερο τίτλο “Αγάπες και Ενοχές”.</p>
<p>Ο ποιητής αυτοαναφορικώς “ξεκλειδώνεται” στην εσωτερική σελίδα του βιβλίου, χώρος στον οποίο συνήθως φιλοξενείται μια αφιέρωση. Όπως ο ίδιος ομολογεί, “ψηλώνει” και λάμπει όταν αγαπά, “χαμηλώνει” και σκοτεινιάζει, όταν νιώθει ενοχές. Επιχειρώντας μια ερμηνευτική προσέγγιση στη συλλογή, στη ζυγαριά της κριτικής ακουμπήσαμε στοιχεία που ο ποιητής αγαπά και αυτά για τα οποία έχει αναπτύξει ένα είδος ενοχικού συνδρόμου. Το ζήτημα είναι πού θα βαρέσει περισσότερο η κριτική: στις λαμπρές αγάπες ή στις σκοτεινές ενοχές; Ποια θα είναι η τελική ετυμηγορία; Άραγε το φως και η λάμψη της αγάπης μπορεί να νικήσει το σκοτάδι των ενοχών;<br />
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, υψηλά και φωτεινά. Ας ξεκινήσουμε με τις αγάπες.</p>
<p>Η αγάπη του ποιητή για τη λεκτική λιτότητα, τη νοηματική πυκνότητα και το απολύτως απαραίτητο σε φόρμα και περιεχόμενο είναι στοιχεία κατάδηλα και από το μικρό μέγεθος της ολιγοσέλιδης συλλογής και κυρίως από το ολιγόστιχο των ποιημάτων. Ο ποιητής αποστατεί εναντίον της χρυσοστολισμένης φλυαρίας των ρητόρων και προκρίνει τη λακωνικότητα:</p>
<p>ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ<br />
Επιτέλους ας αποδεχτούμε τις λέξεις εκείνες/που αποστατούνε από το ποίημα.[&#8230;]<br />
Μια λακωνικότητα που αγγίζει τα όρια της σιωπής. Στη συλλογή του Κυριάκου Στυλιανού η αφαίρεση και η σιωπή είναι ζητούμενα και το γεγονός αυτό μαρτυρείται και από τους ίδιους τους τίτλους των ποιημάτων:<br />
ΑΦΑΙΡΕΣΗ<br />
Φλύαρες ιδέες/ταπεινά μαζεύονται/σαν ώριμη, μεστή γραφή/που στολίδια ξεφορτώνεται/σαν ζωή βασιλεύουσα/που σιγά κι αθόρυβα/απλότητα γεμίζει.</p>
<p>ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ<br />
Τους ποιητές/ανασκαφείς σε ιδιωτικά συρτάρια/τούς είχα κάποτε παράξενα βαφτίσει. /Μετά στεκόμουν μ’ απορία/ ώσπου ένα βράδυ/ όλους μαζί τούς είδα/ στα κρυφά/φωνές δικές τους/ να τρυπάνε τα ουράνια.<br />
Βέβαια αυτή η σιωπή “φωνάζει” . Ο ποιητής υμνεί την απλότητα μέσα από την αφαίρεση, αναδεικνύει τη δύναμη της σιωπής, απορρίπτει τη στασιμότητα και προκρίνει την κίνηση:</p>
<p>ΚΙΝΗΣΗ<br />
[&#8230;] Κι όμως/ Η απόλυτη ησυχία γύρω μου/ συναντά μια υπόσχεση./ Χωρίς εκείνη/το σωτήριο τρίξιμο του ενός φύλλου/ που διαδέχεται το άλλο/θα χανόταν άδοξα κι εκείνο/στον θόρυβο της πλοκής.</p>
<p>Στη συλλογή φανερώνεται η έντονη αγάπη του ποιητή στην προσφώνηση και κατ’ επέκταση στην παραίνεση και στη χρήση β΄ αριθμού (ενικού και πληθυντικού). Για μια ακόμα φορά η τιτλοθεσία εκ μέρους του ποιητή δηλώνει την πρόθεση του ποιητή να απευθυνθεί και να νουθετήσει κάποιον ή απλώς να εξωτερικεύσει σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα. (ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗ, ΠΡΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ, ΠΡΟΣ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ). Η ανάγκη του ποιητή-πομπού να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη-δέκτη επιτυγχάνεται και μέσα από πληθώρα προτρεπτικών προστακτικών:<br />
Μια στιγμή/μια στιγμή μονάχα θες./ Θυμήσου μόνο. Τα ρούχα μακριά κράτησε./Τα ρούχα του κόσμου μακριά σου κράτησε/μήπως η ζωή θάνατο γεννήσει (ΓΥΜΝΗ ΣΤΙΓΜΗ)<br />
[&#8230;]Την καρδιά τους στόχευσε/τα αμήχανά τους βλέμματα φαντάσου/καθώς χαλούν και χτίζουν τον κόσμο/ξανά απ’ την αρχή. (ΑΜΗΧΑΝΑ)<br />
αλλά ακόμα και ερωτημάτων, γνήσιων ή ρητορικών:<br />
[&#8230;] Η ανέκφραστη εκείνη ουλή/που αλύπητα σέρνει τις κόρες των ματιών της/μετουσιώνεται ξανά και ξανά/σε ιερό, ασίγαστο ερώτημα παιδιού:/Γιατί; (ΓΙΑΤΙ)</p>
<p>[&#8230;] Είμαστε εμείς;/ Ή κάποιοι άλλοι;/ Η φύση ποτέ δεν γελιέται./Λοιπόν; (ΛΟΙΠΟΝ)</p>
<p>Ο ποιητής αγαπά τόσο τον προβληματισμό όσο και την αυτοκριτική. Προτρέπει τον όποιο δημιουργό, επομένως και τον ίδιο του τον εαυτό να σκάψει βαθιά (Βαθιά λάξευσε, πένα μου πολύτιμη./Βαθιά λάξευσε/στο κόκκαλο να φτάσεις. [&#8230;] ΑΙΤΙΑ), να μην αρκεστεί σε ρηχές δικαιολογίες λόγω ευθυνοφοβίας ( [&#8230;] ένα ρούχο είναι κι αυτή/μια δικαιολογία/να πεις πως δεν ήσουνα εσύ ο ένοχος/μα οι συνθήκες [&#8230;]ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ) και να απαντήσει σε αιώνια διλήμματα γύρω από το ποιοι είμαστε “εμείς” και ποιοι είναι οι “άλλοι”:<br />
ΑΙΩΝΙΟ ΔΙΛΗΜΜΑ<br />
Εμείς ή οι άλλοι;/Πόσο ανθρώπινο/Εμείς, να λές,/και πόσο απάνθρωπο/ο άλλος να μη γίνεσαι.<br />
Ο δρόμος αυτός της περισυλλογής, της ευσυνειδησίας, της υπερευαισθησίας, της αναγκαιότητας για ενσυναίσθηση (λέξη πολυδιαφημιζόμενη στις μέρες μας) και της εντιμότητας στην ανάληψη ευθυνών, τον οδηγεί στην ανάπτυξη ενός είδους ενοχικού συνδρόμου, όπως το ονομάσαμε στην εισαγωγή. Ο ποιητής αναλαμβάνει τις ευθύνες τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό εκπροσωπώντας την ομάδα των ποιητών και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων. Αν το συνδέσουμε με τις αγάπες του ποιητή που εξετάσαμε, ο ποιητής αγαπά το ομιλείν σε ένα πολυπρόσωπο υποκείμενο, ένα σύνολο κι ένα “εμείς” που εκτός από το “συνάφι” των πνευματικών ανθρώπων, μπορεί να δηλώσει και ολόκληρη την ανθρώπινη κοινότητα.</p>
<p>Συνεχίζουμε, λοιπόν, “χαμηλά” και “σκοτεινά” με τις ενοχές!<br />
Η τιτλοθεσία των ποιημάτων του Κυριάκου Στυλιανού λειτουργεί ως ένας δειγματικός οδηγός του ενός εκ των δύο θεματικών πυλώνων της συλλογής και εξηγεί τη δεύτερη λέξη-κλειδί του τίτλου “ΕΝΟΧΕΣ” . Στον κατάλογο των περιεχομένων της συλλογής στις τελευταίες σελίδες διαβάζουμε τίτλους όπως “ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ”, “ΒΟΥΡΚΟΣ”, “ΑΠΟΛΟΓΙΑ”, “ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ” , “ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΚΑΡΠΟΣ”, “ΠΟΝΟΣ”, “ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ”, λέξεις και φράσεις που αποκωδικοποιούν και το συναισθηματικό κλίμα και ατμόσφαιρα της ποιητικής συλλογής. Το ενοχικό σύνδρομο συνοδεύεται από πεσσιμισμό, απογοήτευση, αίσθηση του ανεκπλήρωτου και</p>
<p>κυρίως διάψευση ελπίδων και προσδοκιών. Στο ποίημα ΧΑΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ με θλίψη διαπιστώνει πως:<br />
Πολλά τα ρήματα της γλώσσας/μα αγάπη δεν πράξαμε. Επίθετα που βάλθηκαν/τα ουσιαστικά να σκοτώσουν.</p>
<p>Ο ποιητής μας -ως δάσκαλος στο επάγγελμα- την ώρα που πλάθει νοήματα περνώντας μηνύματα, χρησιμοποιεί τις λέξεις ως υλικά γνωρίζοντας πολύ καλά τη χρήση των μερών του λόγου. Το ρήμα δίνει την ενέργεια και την πράξη, μα εμείς -παραπονιέται- ‘‘αγάπη δεν πράξαμε”. Δώσαμε σημασία στα επίθετα που ρόλο έχουν να στολίζουν τα πράγματα και τις έννοιες. Δώσαμε, δηλαδή, έμφαση στο εξωτερικό περίβλημα, στο φαίνεσθαι, κι όμως χάσαμε το μεγάλο στοίχημα της αγάπης, που είναι η ουσία. Είναι ολόφανερο το νοιάξιμο του ποιητή για το μεγάλο ζητούμενο της αγάπης.<br />
Σύμφωνα με τον ποιητή, κάποτε, γι’ αυτήν την αγάπη, ενδεχομένως πρέπει να σκύψουμε, να “σπάσουμε αυχένες”, να “σπάσουμε” τον εγωισμό μας. Στο ποίημα ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ αφήνει ακόμα ένα ερώτημα ρητορικό να εκκρεμεί:<br />
Δεν είναι έτσι η αγάπη;/Μια κατάβαση/ένα βλέμμα που κατηφορίζει;</p>
<p>Η διάψευση στο ζητούμενο της αγάπης εξαιτίας χαμένων ευκαιριών και εσφαλμένων επιλογών φανερώνεται και σε ένα ποίημα με τίτλο άκρως δηλωτικό της ψηφιακοεικονικής εποχής μας:<br />
ΧΑΜΕΝΗ ΚΛΗΣΗ<br />
[&#8230;] Αυτά και άλλα πολλά/ χθες βράδυ συμφωνήσαμε/ξεχνώντας και πάλι/την Αγάπη να καλέσουμε.</p>
<p>Κάπου ανάμεσα στο παιχνίδι της αγάπης και των ενοχών, ένα ποίημα με τίτλο εξόχως τραβηκτικό, διασκεδάζει εντέχνως τον αγώνα του ανθρώπου με τον πειρασμό:<br />
ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΚΑΡΠΟΣ<br />
Στον ουρανίσκο/του πιο γενναίου σου λογισμού/πλανιέται ακόμα/στυφή και μόνη/η προπατορική γεύση.</p>
<p>Ο αγώνας του ανθρώπου με τον πειρασμό φλερτάρει με λέξεις και φράσεις συναφείς με τη ζωή και τον θάνατο, κατ’ αναλογίαν με τις αγάπες που -όπως είπαμε εισαγωγικά- υψώνουν και φωτίζουν τον άνθρωπο και τις ενοχές που τον χαμηλώνουν και τον σκοτεινιάζουν. Το σίγουρο είναι πως αυτός ο αγώνας κάνει τον δρόμο της ζωής για τους ενοχικούς θνητούς δυσκολότερο. Τα ποιήματα “ΒΡΑΔΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ, “ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ” ,“ΧΑΡΑΜΑΔΑ” και “ΠΑΥΣΗ” θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μινιατούρα τετραλογίας, αφού αγγίζουν θεματικά τον θάνατο με λέξεις της ίδιας ετυμολογικής οικογένειας αλλά και συμφραζομένων (“χώμα”):<br />
ΒΡΑΔΙΝΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ<br />
[&#8230;] Στην επόμενη στάση/έφυγα./Θάνατο την ονόμασα/κι ησύχασα. [&#8230;]<br />
ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ<br />
Αν σκάψεις/μέσα σου βαθιά/ίσως βρεις/λέξεις που αντηχούνε ακόμα/βαριά ονόματα/σαν βράχοι/που θάβονται/ανήσυχα στο χώμα.<br />
ΧΑΡΑΜΑΔΑ<br />
Εμείς./Ξανά. Μαζί./Στο ίδιο χώμα./Το δικό μας./ Χώμα μεταμέλειας το ονομάζουμε.<br />
ΠΑΥΣΗ<br />
Σε ψάχνω./Στα κρυμμένα πουλιά του πάρκου/στις αχτίδες του ήλιου πίσω απ’ τα σύννεφα./Στον λεπτοδείχτη που σταμάτησε/στο ρολόι που κατάπιε τον ήχο του. Όσο για τα υπόλοιπα/σπονδή στον Θεό της θνησιμότητας.</p>
<p>Γενικότερα, ένας μεταφορικός θάνατος σκιάζει την ανθρώπινη παρουσία στη συλλογή και καραδοκεί σε κάθε στιγμή ενοχών. Ένας μεταφορικός θάνατος που παλεύει με τη ζωή, της οποίας κύριο όπλο είναι η λιτότητα και η αγάπη, η ΒΑΘΙΑ ΑΓΑΠΗ, όπως τιτλοφορείται κι ένα ακόμη ολιγόστιχο ποίημα του Κυριάκου Στυλιανού:</p>
<p>Μόνο αφού σβήσουν τα εκτυφλωτικά φώτα/της κατοχής θα νιώσουμε αγάπη βαθιά/ο ένας για τον άλλον.</p>
<p>Το τελευταίο, όμως, άτιτλο ποίημα της συλλογής καταλήγει πως όταν “τα φώτα σβήνουν/οι τίτλοι τέλους σβήνουν κι αυτοί’’, “εμείς παραμένουμε στις θέσεις μας/ηθοποιοί κι εμείς/που μένουμε πιστοί στους ρόλους μας”.<br />
Σε αυτό το τελευταίο και άτιτλο ποίημα ο ποιητής δηλώνει ένοχος, μέρος ενός γενικότερου συνόλου που, αντί για επιλογή της κίνησης και της αλλαγής, παρέμεινε στατικός στη θέση του, αντί για επιλογή της αλήθειας και οπαδός της ουσίας και της αγάπης, παρέμεινε ηθοποιός και πιστός σε ρόλο ξένο από τον πραγματικό του εαυτό.<br />
Σε αυτή τη συλλογή ο ποιητής, Κυριάκος Στυλιανού, κλήθηκε να απαντήσει ποιητικώ τω τρόπω αν σχετίζεται ή αντιδιαστέλλεται η αγάπη με την ενοχή. Διαβάζοντας τη συλλογή, ο έκαστος αναγνώστης θα προχωρήσει στην εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων γι’ αυτές τις δύο λέξεις, για το ποιο από τα δύο τελικώς νικά στη δική του πραγματικότητα: οι αγάπες ή οι ενοχές.<br />
Στην περίπτωση που στην αξιολογική ζυγαριά της ζωής του καθενός βαρούν περισσότερο οι ενοχές από τις αγάπες, ο ποιητής “λαξεύοντας βαθιά την πολύτιμη πένα [του] στο κόκαλο να φτάσει” (ΑΙΤΙΑ) , εντοπίζει με πικρή ειρωνεία την αιτία: Το μόνο προληπτικό μέτρο που πήραμε είναι να φροντίσουμε να αγνοήσουμε τις φωνές της φωτεινής αλήθειας των πραγμάτων:<br />
ΠΡΟΛΗΨΗ<br />
Μ’ αλλεπάλληλες στρώσεις σουβά, μπογιάς/και προληπτικής άγνοιας φροντίσαμε/τα δυνατά χτυπήματα στον τοίχο μας/να μη φτάνουν ποτέ στα δικά μας αυτιά.</p>
<p>Ακόμα κι αν τελικώς καταλήξαμε σε ένα κλίμα απαισιοδοξίας γύρω από τα ανθρώπινα, εντούτοις η συντάκτρια αυτής της κριτικής παρουσίασης θα κλείσει με ένα μήνυμα αισιόδοξο. Σε αυτή τη συλλογή, η τελευταία φράση του ποιήματος ΠΑΥΣΗ (“σπονδή στον Θεό της θνησιμότητας”) είναι νοηματικά τόσο δυνατή και εύηχη που μπορεί να κερδίσει μια θέση λεκτικής “αθανασίας” στη γραπτή παραγωγή του νησιού αυτής της εποχής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/01/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%83%cf%84%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 04 Nov 2022 21:28:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=18536</guid>

					<description><![CDATA[Η Εύα Στάμου είναι πεζογράφος και Δρ. ψυχολογίας· κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, δανικά, ιταλικά, λιθουανικά. Αρθρογραφεί στην Athens Voice, το fractal, τη Book Press, και την Athens Review of Books. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ Η επίσκεψη (εκδ. Αρμός 2022) Τα κορίτσια που γελούν (εκδ. Αρμός 2018) Μεσημβρινές συνευρέσεις (εκδ. Μελάνι 2009 υποψήφιο Βραβείου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Εύα Στάμου είναι πεζογράφος και Δρ. ψυχολογίας· κείμενά της έχουν<br />
μεταφραστεί στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, δανικά, ιταλικά, λιθουανικά.<br />
Αρθρογραφεί στην Athens Voice, το fractal, τη Book Press, και την Athens Review of Books.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>ΔΙΗΓΗΜΑ</p>
<p>Η επίσκεψη (εκδ. Αρμός 2022)<br />
Τα κορίτσια που γελούν (εκδ. Αρμός 2018)<br />
Μεσημβρινές συνευρέσεις (εκδ. Μελάνι 2009 υποψήφιο Βραβείου Διαβάζω)</p>
<p>ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ</p>
<p>Η εκδρομή, (εκδ. Αρμός 2016)<br />
Εθισμός, (Μελάνι 2011)<br />
Ντεκαφεϊνέ, (Οδός Πανός 2005)<br />
Ελιγμοί, (Οδός Πανός 2004)</p>
<p>ΔΟΚΙΜΙΟ</p>
<p>Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας (Gutenberg 2014).<br />
Ageing and Female Identity in Midlife (London: Scholars’ Press 2013)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18538 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg" alt="" width="351" height="551" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη.jpg 408w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2022/11/Η-επισκεψη-191x300.jpg 191w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ (2022)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Α’ ΜΕΡΟΣ</strong></p>
<h5><strong>Η ΤΕΛΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></h5>
<p>Έφυγε από το σπίτι αναστατωμένη, πάντα την έπιανε αγωνία όταν είχε ραντεβού με γιατρό. Ως συνήθως, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα και τα μάγουλά της να έχουν ανάψει. Η επίσκεψη στον γυναικολόγο της δημιουργούσε επιπλέον άγχος, το συγκεκριμένο σκηνικό την απωθούσε καθώς έπρεπε να αποκαλύψει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και να<br />
απαντά στις ερωτήσεις του ηλικιωμένου άντρα παρακολουθώντας την κορυφή του γκρίζου κεφαλιού του να ξεπροβάλει ανάμεσα στα πόδια της. Η όλη φάση ήταν ντροπιαστική.<br />
Αναστέναξε. Πού πήγε και έμπλεξε πάλι, ποιος ξέρει τι κόλλησε και είχε αυτή την επίμονη φαγούρα και τις κοκκινίλες που δεν έλεγαν να υποχωρήσουν μια βδομάδα τώρα. Όταν βρέθηκαν με τον Μάκη στο κρεβάτι το τελευταίο πράγμα στο μυαλό της ήταν οι προφυλάξεις &#8211; πάντα αυτό της συνέβαινε κι ας πλησίαζε τα τριάντα. Είχε έναν τρόπο να βάζει η ίδια τρικλοποδιά στον εαυτό της &#8211; εγκατέλειπε ξαφνικά τις άμυνές της και από κυρίαρχη του παιχνιδιού γινόταν θύμα.<br />
Της άνοιξε η νοσοκόμα του γιατρού μια γυναίκα λίγα χρόνια μεγαλύτερή της. Όπως θυμόταν και από τις προηγούμενες επισκέψεις της, τα πάντα πάνω της είχαν κάποιαν υπερβολή: γελούσε δυνατά και χωρίς εμφανή λόγο, τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της φούσκωναν σε έναν ογκώδη κότσο, ήταν έντονα βαμμένη και ντυμένη με πολύχρωμα ρούχα. Η Λίνα χάζεψε για λίγο τα μακριά, βαμμένα με μπλε βερνίκι νύχια της γυναίκας και τα δαχτυλίδια που στόλιζαν σχεδόν κάθε της δάχτυλο και ύστερα άραξε στην αίθουσα αναμονής.<br />
Ο χώρος ήταν άδειος και αυτό την έκανε να αισθανθεί καλύτερα, σε λίγη ώρα θα βρισκόταν πάλι στον δρόμο έχοντας στην κατοχή της κάποια συνταγή που θα έβαζε τέλος στην ενόχλησή της. Θα πέρναγε και αυτό και δεν θα χρειαζόταν να σκεφτεί πάλι τον Μάκη, έτσι και αλλιώς δεν σκόπευε να τον ξαναδεί. Καλός μουσικός και ωραίος άντρας αλλά όσες φορές είχαν συναντηθεί, ήταν είτε «φτιαγμένος», είτε μεθυσμένος &#8211; αδύνατον να τον πάρει στα σοβαρά.<br />
Το κουδούνι που χτύπησε της προκάλεσε στιγμιαία πανικό. Πάντα πίστευε ότι τα κουδούνια των ιατρείων ηχούσαν διαφορετικά από τα υπόλοιπα, είχαν κάτι απειλητικό ή ίσως κάτι προειδοποιητικό. Λίγα λεπτά αργότερα η πόρτα άνοιξε και το γέλιο της νοσοκόμας αντήχησε στον χώρο με τρόπο που έκανε τη Λίνα να νιώσει δυσάρεστα. Μια κυρία μέσης ηλικίας, γύρω στα σαράντα πέντε την υπολόγισε, μπήκε στο δωμάτιο και, χωρίς να την κοιτάξει, κάθισε στον καναπέ ακριβώς απέναντι της. Ήταν ψηλή και καλοντυμένη, το έντονο άρωμά της προκάλεσε ερεθισμό στα ευαίσθητα ρουθούνια της Λίνας που είχε ροπή στις αλλεργίες. Η αδιαφορία της γυναίκας για εκείνη της έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσει λεπτομερώς και να διαπιστώσει με έκπληξη πως ήταν ξεχωριστά όμορφη.<br />
Σπάνια συναντούσε κανείς πρόσωπο με τέτοια αρμονικά χαρακτηριστικά και σώμα τόσο καλοφτιαγμένο. Το δέρμα της ήταν αψεγάδιαστο, η μύτη, τα χείλη, τέλεια. Η Λίνα πίεζε τον εαυτό της να σταματήσει να σαρώνει με τη ματιά της την άγνωστη, καθώς σκεφτόταν πως μόνο στον κινηματογράφο ή σε σειρά του Netflίχ είχε αντικρύσει γυναίκες ανάλογου κάλους. Ήταν σίγουρη πως εκείνη αντιλαμβανόταν το δέος της και από στιγμή σε στιγμή είτε θα της ζητούσε τον λόγο για την αδιακρισία της, είτε θα ξέσπαγε σε κοροϊδευτικά γέλια.<br />
Και όμως τα λεπτά κυλούσαν και η καλλονή δεν καταδεχόταν να την κοιτάξει, λες και η Λίνα δεν υπήρχε. Σκέφτηκε να αλλάξει θέση, να μετακινηθεί σε κάποιο άλλο σημείο της ευρύχωρης αίθουσας, μα δεν ήθελε να δώσει στη γυναίκα την εντύπωση πως ένιωθε μειονεκτικά απέναντι της. Οι παλάμες της ίδρωσαν. Ξαφνικά κάθε άγχος για το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης είχε υποχωρήσει και το μόνο που την απασχολούσε ήταν πόσο ατημέλητη συνήθιζε να κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα &#8211; λίγο η κατάθλιψη που την καταλάμβανε πάντα τους χειμερινούς μήνες, λίγο η απουσία σταθερής σχέσης αυτή την εποχή, είχε παραμελήσει τον εαυτό της.<br />
Έλυσε την αλογοουρά και άρχισε να ξεμπλέκει τα μακριά της μαλλιά περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τους κόμπους. Η νοσοκόμα γύρισε στην αίθουσα για να τις ενημερώσει πως ο γιατρός θα αργούσε λίγο, εξέταζε μιαν ασθενή σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και «φαίνεται πως υπάρχουν κάποιες επιπλοκές», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή της. Η Λίνα αναστέναξε καταλαβαίνοντας πως το μαρτύριό της θα αργούσε να πάρει τέλος.<br />
Αγωνιζόταν να απασχολήσει τα μάτια της με κάτι άλλο μα η ελκυστική παρουσία λειτουργούσε σαν μαγνήτης. Παρατήρησε τις περιποιημένες καστανόξανθες μπούκλες, το γκρενά παλτό, το δερμάτινο παντελόνι, τις μαύρες μπότες, την ακριβή τσάντα, το χρυσό παντατίφ στο λαιμό της. Αν χρειαζόταν να περιγράφει την άγνωστη στην αστυνομία -σκέφτηκε με διάθεση αυτοσαρκασμού- θα το έκανε με μεγάλη επιτυχία.<br />
Έβγαλε από την τσέπη το κινητό της και άρχισε να χαζεύει τις αναρτήσεις των διαδικτυακών της φίλων στο φέισμπουκ πατώντας μηχανικά το like, χωρίς να διαβάζει τι έγραφαν, συμφωνώντας με όλους και σε όλα &#8211; η διαδικασία λειτουργούσε αγχολυτικά.<br />
Η νοσοκόμα εγκατέλειψε το γραφείο της στην αίθουσα υποδοχής και επέστρεψε στο δωμάτιο για να τις ρωτήσει αν θέλουν καφέ. Αρνήθηκαν και οι δύο. Ήταν η σειρά της μεγαλύτερης γυναίκας να προσηλωθεί στο κινητό της. Η Λίνα αναρωτήθηκε τι να την οδήγησε στον γυναικολόγο: ένας τυπικός έλεγχος ή μήπως κάτι πιο σοβαρό που θα χρειαζόταν μακροχρόνια θεραπεία ή και επέμβαση;<br />
Ξετρύπωσε από το σακίδιό της την «Εκμηδένιση» του Ουελμπέκ που είχε βουτήξει χθες από το μαγαζί και άρχισε να ξεφυλλίζει το μυθιστόρημα. Από τη μέρα που είχε πιάσει δουλειά σε έναν μεγάλο διανομέα τύπου είχε βαλθεί να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες κλέβοντας ένα βιβλίο σχεδόν κάθε εβδομάδα, κάτι που θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί -εκτός και αν την έπιαναν στα πράσα- αφού το αφεντικό της είχε αναθέσει την καταλογογράφηση των νέων παραλαβών. Ο πενιχρός μισθός την είχε απαλλάξει από τις τύψεις για την ατιμία της.<br />
Η πόρτα του ιατρείου άνοιξε ξαφνικά και η Λίνα είδε τον γιατρό να ξεπροβοδίζει ένα νεαρό ζευγάρι-απευθυνόταν χαμογελώντας στον άντρα θέλοντας μάλλον να τον καθησυχάσει. Η γυναίκα υποβάσταζε και με τα δύο χέρια την φουσκωμένη κοιλιά της, το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και τα μάτια της υγρά. Η βραχνή φωνή του γιατρού έφτασε ως τα αυτιά της Λίνας:<br />
«Όλα καλά, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας», προσθέτοντας «False alarm». Η Λίνα θυμήθηκε τις φωτογραφίες αποφοίτησης από κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο που στόλιζαν τα ράφια της βιβλιοθήκης του ιατρείου.<br />
Έκανε να σηκωθεί όταν άκουσε τη φωνή της νοσοκόμας δίπλα της. «Λίνα μου, σε πειράζει να περάσει πρώτη η κυρία Μανιάτη; Δεν θα αργήσει καθόλου, θα δείξει τις εξετάσεις της στον γιατρό και θα φύγει». Τα έχασε και πριν προλάβει να απαντήσει η όμορφη γυναίκα κάρφωσε τα καστανά μάτια με τις υπερβολικά βαμμένες βλεφαρίδες πάνω της για πρώτη φορά: «Θα<br />
σας ήμουν ευγνώμων&#8230;», είπε χαρίζοντάς της ένα πλατύ χαμόγελο. Ένευσε καταφατικά κι ύστερα κατάφερε να ψελλίσει πως ναι, φυσικά δεν την πείραζε να δώσει τη θέση της στην κυρία. Η γυναίκα χαμογέλασε ακόμα μια φορά<br />
αποκαλύπτοντας μια σειρά από μεγάλα, στραβά δόντια που έμοιαζαν να θέλουν να αποδράσουν από τα χυμώδη χείλη της και εξαφανίστηκε βιαστικά στον στενό διάδρομο ακολουθώντας τη νοσοκόμα.<br />
Η Λίνα ένιωσε ανακούφιση που έμεινε μόνη. Αναστέναξε επιτρέποντας στο κορμί της να βουλιάξει στην αναπαυτική πολυθρόνα χαϊδεύοντας με τη γλώσσα της την τέλεια οδοντοστοιχία που είχε αποκτήσει μετά από δεκάδες<br />
επισκέψεις στον ορθοδοντικό όταν διένυε ακόμα την εφηβεία της και άνοιξε το κινητό της για να βγάλει μια σέλφι ψιθυρίζοντας ικανοποιηΩμένη: «Smile!»</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Β’ ΜΕΡΟΣ</strong></p>
<h5><strong>Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ</strong></h5>
<p>Έβαλε τα γέλια. Το κεφάλι πίσω, τα μάτια κλειστά, γέλιο γάργαρο που έβγαινε κατευθείαν απ’ την ψυχή της. Κοκκίνησα. Έκανα μια κίνηση να την διώξω, να την κάνω να σωπάσει. Να, έτσι αυθόρμητα άπλωσα το χέρι μου κι ύστερα πάλι το μάζεψα, συγκρατήθηκα. Χαίρομαι που δεν τη χτύπησα, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δεν έχω ποτέ επιτεθεί σε γυναίκα. Έβλεπα τον πατέρα μου να απωθεί τη μάνα μου, καμιά φορά ακόμα και κλωτσώντας την, όταν ήθελε να της δείξει πως παραφέρθηκε, πως -είτε το ήθελε, είτε όχι- ξεπέρασε τα όρια της ευπρέπειας ή, απλώς, της δικής του υπομονής. Δεν την είχε χτυπήσει ποτέ, μόνο την έσπρωχνε για να την αναγκάσει να πάψει μιλά, ή να παραπονιέται, ή, σπανιότερα, να κλαίει. Έτσι μου ήρθε αυθόρμητα να τη σπρώξω για να την κάνω να καταλάβει πως με ντρόπιαζε. Η Ντίνα είχε όμως το δικαίωμα να γελά με την πρότασή μου, είχε το δικαίωμα να αντιδρά όπως της άρεσε· κι έτσι συμμαζεύτηκα και δεν τόλμησα να την αγγίξω.<br />
Με ρώτησε την ηλικία μου, και όταν της είπα «είκοσι τρία», μουρμούρισε πως ήμουν νεότερος και από το γιο της. Ύστερα έπιασε να με παρατηρεί. Είχε και πάλι το γνώριμο φιλικό της ύφος. «Χωρίς παρεξήγηση», είπε, «επειδή καταλαβαίνω την ανάγκη σου, νέος άντρας είσαι και βράζει το αίμα σου» πρόσθεσε, κοιτώντας με ευθεία στα μάτια, «γιατί δεν δοκιμάζεις το<br />
βράδυ να πας σ’ ένα από τα σπίτια που έχουν ανοίξει εδώ πιο πάνω; Ξέρω τουλάχιστον δύο, εσύ βέβαια μπορεί να γνωρίζεις περισσότερα». Την διέκοψα, ολόκληρο το σώμα μου είχε σφιχτεί, ήθελα να τελειώσει αυτή η ιστορία και να κουρνιάσω στη σκηνή μου, είχα μετανιώσει για την απερισκεψία μου: «Όχι, αποκλείεται, δεν έχω πάει ποτέ, είναι ντροπή τα χρήματα να αλλάζουν χέρια όταν πρόκειται για κάτι τέτοιο». Σκέφτηκα καλύτερα να πάω με μια γυναίκα που δεν πουλάει το σώμα της, μια γυναίκα τρυφερή. Ακόμα κι αν δεν νιώθεις αγάπη, πρέπει να υπάρχει τρυφερότητα και σεβασμός. Δεν της είπα βέβαια ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να πλησιάσω μια νέα κοπέλα, να την προσβάλλω υπονοώντας ότι δεν είναι αγνή ή, ακόμα χειρότερα, να προσπαθήσω να την παρασύρω να σκορπίσει σε μένα την παρθενιά της, σε μένα που ούτε είχα την πρόθεση, αλλά ούτε και γινόταν να την παντρευτώ. «Γιατί εμένα;» ρώτησε εκείνη τινάζοντας τα μακριά μαλλιά της. «Είσαι καλή γυναίκα εσύ, όλοι σε συμπαθούν χαμογελάς συνέχεια, και έχεις όμορφα μάτια». Ξαναγέλασε εκείνη, πιο σιγανά αυτή τη φορά. «Καημένο παιδί», ψιθύρισε, «η μοναξιά είναι το χειρότερο πράγμα, μερικές φορές πονάει πιο πολύ κι απ’ το πένθος».<br />
Την είχα συναντήσει για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες πριν, όταν είχαν έρθει με τον Δανό αξιωματικό στο χοτ σποτ. Οι μέρες κυλούσαν χωρίς να αλλάζει τίποτα και ήμουν βυθισμένος στην απελπισία. Μόλις είχαν φανεί στην πύλη του στρατοπέδου είχα τρέξει καταπάνω τους, αποφασισμένος. Ο Δανός με είχε κοιτάξει λες κι έβλεπε εξωγήινο. Μάλλον τα έχασε που μιλούσα τόσο καλά αγγλικά. «Δουλειά», του είπα, «με τη βοήθεια του Θεού, θέλω να δουλέψω στο νοσοκομείο, να βοηθήσω». Έδειχνε να μην καταλαβαίνει. «Είμαι, δηλαδή ήμουν, σπουδαστής Ιατρικής. Θέλω να γίνω νοσοκόμος, βαριέμαι να κλωτσάω μια μπάλα όλη μέρα. Τρεις μήνες εδώ και τίποτα δεν προχωράει. Χαρτιά δεν έχω, οι δικοί μου βρέθηκαν αλλού, από την αρραβωνιαστικιά μου δεν υπάρχουν νέα, έχω κολλήσει εδώ χωρίς ελπίδα να φύγω για Λονδίνο. Αφήστε με να εργαστώ, να προσφέρω. Ινσαλάχ, μόνο αυτό ζητάω». Ο Δανός σφούγγισε με το βρώμικο μανίκι το μέτωπό του που έσταζε ιδρώτα. «Ναι, θα δούμε», είπε διστακτικά· κι ύστερα, πιο βιαστικά: «Θα δω τι θα κάνω, δεν είναι καλή στιγμή τώρα. Έχω έρθει με τη Ντίνα, τη δασκάλα των αγγλικών,<br />
για να μιλήσουμε στους άντρες. Εσύ, Ριφάτ, θα γίνεις ο μεταφραστής μας, ξέρεις καλά αγγλικά και πρέπει να μας βοηθήσεις. Φώναξέ τους να σταθούν έξω από τις τουαλέτες. Όχι μόνο τους δικούς σου, από τη Συρία, φώναξέ τους όλους, άντρες κι αγόρια, να συγκεντρωθούν αμέσως, έχουμε μια σημαντική ανακοίνωση να κάνουμε».<br />
Δεν γινόταν να τους εξηγήσω ότι μόνο με λίγους άντρες επικοινωνώ εδώ μέσα, ότι τους περισσότερους τους αποφεύγω ή τους φοβάμαι ή, απλώς, δεν τους εμπιστεύομαι. Πέντε έξι παιδιά από την πατρίδα, φιλότιμα και ντόμπρα, γνωρίζω όλα κιόλα που μπορώ να ανταλλάζω δυο κουβέντες μαζί τους καθημερινά. Αγόρια κυνηγημένα από το καθεστώς όπως εγώ, άτομα που η μυστική αστυνομία είχε απειλήσει ή βασανίσει, που είχε αναγκάσει με κάθε τρόπο να φύγουν από το σπίτι τους στη μέση της νύχτας, όπως εμένα. Τουλάχιστον, εγώ είχα την τύχη να μην περάσω ούτε μέρα στα υπόγεια της ασφάλειας, να μην μαρτυρήσω στα χέρια των κυβερνητικών, όμως με παρακολουθούσαν τους τελευταίους μήνες, γνώριζαν την κάθε μου κίνηση. Είχα ενημερώσει τους φίλους μου να με αποφεύγουν, την Αΐσα να μη μου τηλεφωνεί και να μη με περιμένει τα απογεύματα στο προαύλιο του Ιατρικού Ινστιτούτου, είχα κόψει επαφές με όσους δεν ήθελα να βάλω σε κίνδυνο. Ήταν ζήτημα χρόνου να με προσεγγίσουν, να μου κάνουν κακό για να ξεπληρώσουν τα αδέρφια μου, τον Άντελ και τον Ράμι, που είχαν ενωθεί με τους επαναστάτες έξω από την πόλη. Είχαμε πολλές εβδομάδες να λάβουμε νέα τους κι ύστερα ένα βράδυ που έπινα τσάι και έκανα έναν ναργιλέ σε ένα καφέ κοντά στο Πανεπιστήμιο, ο σερβιτόρος άφησε μαζί με τα ρέστα ένα σημείωμα που έγραφε απλώς τις λέξεις «Φύγε αμέσως», και από κάτω τον αριθμό ενός κινητού. Κάλεσα το ίδιο βράδυ, παρόλο που η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από την αγωνία, παρόλο που δεν ήθελα να αφήσω τη γλυκιά ζωή στη Δαμασκό, να διακόψω τις σπουδές μου, να απογοητεύσω την αρραβωνιαστικιά μου και να μην ξαναδώ τη μάνα μου, ήξερα πως δεν γινόταν αλλιώς. Το ταξίδι μου είχε ήδη ξεκινήσει.<br />
Άρχισα να μπαινοβγαίνω στις σκηνές και να φωνάζω πως ήταν επείγον να συγκεντρωθούν όλοι οι άντρες έξω από τις τουαλέτες. Οι πιο πολλοί δεν έδιναν σημασία, αρκετοί με στραβοκοίταγαν, ελάχιστοι -μάλλον από περιέργεια- σηκώθηκαν και με ακολούθησαν. Λίγα λεπτά αργότερα ένα μικρό πλήθος είχε μαζευτεί στο σημείο που μας υπέδειξαν, νέοι και μεσήλικες που στέκονταν ανυπόμονα πότε στο ένα, πότε στο άλλο πόδι, βιαστικοί να επιστρέφουν στο τάβλι, στις πολιτικές συζητήσεις και το κάπνισμα, στην ανάγνωση του Κορανίου, ή απλώς στην ονειροπόληση, αραγμένοι σε κάποιο βρώμικο στρώμα, σπρώχνοντας τον χρόνο μέχρι το μεσημεριανό.<br />
Άρχισε να μιλάει ο Δανός, περπατώντας πάνω κάτω. Τα λόγια του έβγαζαν οργή, το ύφος του περιφρόνηση για μας. Οι άντρες, έλεγε, να φέρονται καλύτερα στις γυναίκες, να μην τους αρπάζουν το φαγητό στο συσσίτιο και να μην στήνονται έξω από τις ντουζιέρες να τις τρομοκρατούν. Θα βάλουν φρουρούς και όποιος συλλαμβάνεται θα τιμωρείται με έλλειψη τροφής, έλεγε. «Ακούς εκεί, να φοβούνται οι γυναίκες να πάνε τουαλέτα, επειδή κάποιοι τις πειράζουν, και κάποιοι άλλοι εξυπνάκηδες ανοίγουν τρύπες στο ξύλο της καμπίνας για να τις δουν όταν πλένονται. Γυναίκες και κορίτσια, ακόμα και δέκα ετών δεν τολμούν να βγουν τη νύχτα από τη σκηνή ούτε για κατούρημα», φώναζε, και είχε κοκκινήσει το πρόσωπό του, πέταγαν οι φλέβες στον λαιμό του.<br />
Κάποιοι άντρες μετέφραζαν για τους δικούς τους, μα οι περισσότεροι έμεναν σιωπηλοί, αποφεύγοντας την οπτική επαφή με τον Δανό και την Ελληνίδα, δύσκολο να καταλάβεις τι σκέφτονταν. Οι περισσότεροι επέστρεψαν ήρεμα στις σκηνές, ξανακάθισαν σταυροπόδι στα χρωματιστά κιλίμια, δίχως να βγάλουν λέξη. Κάποιοι νεαροί έμειναν στην αυλή και άρχισαν να κλωτσούν τη μπάλα περιμένοντας ανυπόμονα τον ήχο του κουδουνιού που σηματοδοτούσε την έναρξη του συσσιτίου.<br />
Το βράδυ στο στρώμα μου σκέφτηκα την Αΐσα. Αναρωτήθηκα αν ήταν νεκρή· έχω δυο βδομάδες να ακούσω νέα της, το τηλέφωνό της είναι πάντα σβηστό. Ίσως έχει αλλάξει αριθμό, ίσως δεν ξέρει πώς να ψάξει για μένα, ή μπορεί να μην επιθυμεί να με ξαναδεί. Μακάρι να είναι ζωντανή, Αλλάχ, μακάρι, κι ας μη με θέλει πια. Ας φτιάξει τη ζωή της εκεί, στο Λονδίνο, που την περιμένουν οι θείοι της, ας κάνει με άλλον άντρα οικογένεια, αν αυτό είναι το πεπρωμένο της. Και το δικό μου, άραγε, πεπρωμένο ποιο είναι; Θα καταφέρω να τελειώσω την Ιατρική; Αν δεν είχα φύγει, σε λίγους μήνες θα έπαιρνα το χαρτί μου. Κάποιος μου είπε να μιλήσω στους νοσηλευτές που θα περάσουν από το στρατόπεδο σε λίγες μέρες, να τους ζητήσω να με βοηθήσουν να βρω τον δρόμο μου, κάποιος άλλος μου ανέφερε τους «Γιατρούς του Κόσμου».<br />
Σφάλισα τα μάτια μου και φαντασιώθηκα πως κρατούσα στην παλάμη μου τα απαλά χέρια τής αρραβωνιαστικιάς μου, πως τη φιλούσα στα μαλλιά, στα ροδαλά της μάγουλα, στα καλογραμμένα χείλη, πως την έκλεινα ολόκληρη<br />
στην αγκαλιά μου να την προστατεύσω από το κακό· πως της έδινα την ευχή μου να είναι ευτυχισμένη και χωρίς εμένα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα Θεσσαλία 13/11/2022</p>
<p>«Η επίσκεψη» ο τίτλος του ένατου βιβλίου σας, συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Τι θα διαβάσουμε στο ανά χείρας βιβλίο;</p>
<p>Η συλλογή μου αναδεικνύει όψεις της κοινωνικής, εθνικής σεξουαλικής διαφορετικότητας &#8211; ο ψυχικά ευάλωτος ο άπατρις ο αποκλεισμένος, ο κακοποιημένος ο ήρωας που υποφέρει εξαιτίας της δυσκολίας του να ενσωματωθεί στο περιβάλλον. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το κάθε μέρος αποτελείται από οκτώ διηγήματα γραμμένα είτε σε πρωτοπρόσωπη<br />
είτε σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας &#8211; Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, κάποιο νησί του Αιγαίου που δεν κατονομάζω &#8211; καθώς και στο εξωτερικό, στην Αγγλία, την Κοπεγχάγη, τη Δαμασκό. Οι ήρωές μου αντιμετωπίζουν διλήμματα πανανθρώπινα που πιστεύω ότι αφορούν ένα διεθνές κοινό.<br />
Τα διηγήματα του πρώτου μέρους είναι εξ ολοκλήρου απόρροια της συγγραφικής μου φαντασίας. Στο δεύτερο μέρος αν και όλοι οι χαρακτήρες είναι επινοημένοι, το πλαίσιο είναι υπαρκτό καθώς έχω αντλήσει από την<br />
εμπειρία της εργασίας μου ως ψυχοθεραπεύτριας με διασωστικά πληρώματα σε αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Πρόκειται σαφώς για μυθοπλασία, ωστόσο, έχω<br />
προσπαθήσει να μεταφέρω στις ιστορίες μου την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε ένα διασωστικό πλοίο, οε ένα στρατόπεδο φύλαξης προσφύγων, σε ένα νησί που δέχεται αθρόες προσφυγικές ροές.<br />
Να προσθέσω ότι στα διηγήματα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έχω επιλέξει μια γλώσσα άμεση, καθημερινή, προσαρμοσμένη στην προσωπικότητα<br />
του ήρωα-αφηγητή, ώστε να αποδοθούν με ενάργεια τόσο οι κοινωνικές συνθήκες, όσο και οι ιδιαιτερότητες του εκάστοτε χαρακτήρα.</p>
<p>Τα δύο προηγούμενα βιβλία σας ήταν μυθιστορήματα. Γιατί στραφήκατε στη συγγραφή κειμένων μικρότερης λογοτεχνικής φόρμας;</p>
<p>Μέχρι σήμερα έχω γράψει τέσσερα μυθιστορήματα, δύο δοκίμια και τρεις συλλογές διηγημάτων. Μου αρέσει η μικρή φόρμα της νουβέλας και του διηγήματος, τη βρίσκω ιδιαίτερα απαιτητική, αλλά θεωρώ ότι προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στον λογοτέχνη να ξεδιπλώσει τις πτυχές του ταλέντου του. Αποτελεί στοίχημα για τον συγγραφέα σε λίγες μόνο σελίδες<br />
νο κατασκευάσει πειστικούς χαρακτήρες και να αφηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν θα χαρίζει απλώς αναγνωστική απόλαυση, αλλά θα προκαλεί<br />
επίσης στον αναγνώστη μια σειρά από καίριους συλλογισμούς και έντονα συναισθήματα.</p>
<p>Πόσο η ιδιότητα της ψυχιάτρου συνυπάρχει στη συγγραφή των βιβλίων σας;</p>
<p>Λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας έχω μάθει να ακούω με προσοχή, να αντιλαμβάνομαι εύκολα τις αλλαγές στη διάθεση των άλλων, να εναρμονίζομαι με τα συναισθήματά τους. Αντιμετωπίζω τους επινοημένους ήρωές μου με την ευαισθησία και τον σεβασμό που αντιμετωπίζω και τους θεραπευόμενούς μου, χωρίς ηθικολογίες και επιθυμία διδακτισμού. Εντάσσω στις ιστορίες μου θέματα σύγχρονα που μας απασχολούν όλους όπως τα ζητήματα της κοινωνικής σεξουαλικής εθνικής ταυτότητας αλλά τα προσεγγίζω πάντα<br />
μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας αποφεύγοντας τον στεγνό λόγο της επιστημονικής μελέτης.</p>
<p>Πόσο οι χαρακτήρες των ασθενών σας αποτελούν έμπνευση για τους χαρακτήρες των ηρώων σας;</p>
<p>Δεν έχει συμβεί ποτέ να εμπνευστώ από χαρακτήρες ασθενών μου, ίσως επειδή διαχωρίζω αυστηρά τις δύο ιδιότητές μου. Η συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων και η εργασία μου ως ψυχοθεραπεύτρια λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο &#8211; άλλο η τέχνη και άλλο η επιστήμη που διέπεται από συγκεκριμένους νόμους και κανόνες. Η δουλειά μου ως ψυχοθεραπεύτρια<br />
επιβάλει μια σειρά από περιορισμούς που απαιτούν να καταστέλλω τη φαντασία μου, να στηρίζομαι στη συλλογή στοιχείων, αποφεύγοντας τις αυθαίρετες υποθέσεις και τις προβολές. Η συγγραφή αντίθετα απελευθερώνει τη φαντασία μου, μπορώ να πλάθω χαρακτήρες και ιστορίες μπορώ ακόμα και να «παίζω» με τα συναισθήματα του αναγνώστη προσπαθώντας να διατηρήσω το σασπένς μιας ιστορίας ειδικά όταν έχει στοιχεία αστυνομικού θρίλερ.</p>
<p>Ποιο εκτιμάτε πως είναι το πιο ισχυρό αποτύπωμα που μας άφησε η πανδημία;</p>
<p>Νομίζω ότι συνειδητοποιήσαμε πόση ανάγκη έχουμε τους άλλους ανθρώπους πόσο πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα είναι η ζωή μας όταν η εμπειρία μας μοιράζεται με τους αγαπημένους μας τους φίλους τους συναδέλφους, ακόμα και με αγνώστους που έχουν κοινά με εμάς ενδιαφέροντα, ανθρώπους που μπορεί να συναντήσουμε τυχαία μια βραδιά στο θέατρο ή σε μία παρουσίαση βιβλίου.</p>
<p>Ήταν για εσάς η διετία της πανδημίας γόνιμη αναγνωστικά και συγγραφικά;</p>
<p>Ναι, όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες μας &#8211; συγγραφείς ή μη &#8211; διάβασα πολύ κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού. Έγραψα επίσης αρκετά κείμενα, και όχι<br />
μόνο λογοτεχνικά. Περισσότερο ασχολήθηκα με τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούσαν την εμπειρία της πανδημίας τις επιπτώσεις της καραντίνας στον ψυχισμό μας, την πρωτοφανή αύξηση της βίας και μια σειρά από άλλα κοινωνικά ζητήματα. Ορισμένα από τα λογοτεχνικά κείμενα που έγραψα, εντάχθηκαν στην συλλογή «Η Επίσκεψη», κάποια άλλα βρίσκονται ακόμα στον υπολογιστή μου.</p>
<p>Διαβάζετε και γράφετε κριτικές για βιβλία. Πώς κρίνετε τη μεγάλη παραγωγή βιβλίων σε σχέση με την ποιότητά τους;</p>
<p>Το γεγονός ότι ο χώρος του βιβλίου είναι τόσο ανοιχτός σε νέες φωνές είναι πρώτα από όλα θετικό, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστούν<br />
νέοι δημιουργοί που θα έχουν κάτι ενδιαφέρον ή σημαντικό να συνεισφέρουν στη λογοτεχνία. Ωστόσο, η κατάσταση με αρκετούς εκδοτικούς οίκους που<br />
για ένα ορισμένο χρηματικό ποσό αναλαμβάνουν να εκδώσουν σχεδόν οποιοδήποτε χειρόγραφο, άσχετα από τη λογοτεχνική του ποιότητα, δεν ωφελεί ούτε την ελληνική λογοτεχνία ούτε το αναγνωστικό κοινό που ορισμένες φορές δεν καταφέρνει μέσα από όλη αυτή την υπερπροσφορά να διακρίνει σε ποια βιβλία αξίζει πραγματικά να επενδύσει τα χρήματα και τον<br />
χρόνο του. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος της κριτικής που μπορεί να εντοπίσει τα αξιόλογα βιβλία, και στη συνέχεια να επισημάνει και να αναλύσει τις αρετές τους προς όφελος του αναγνωστικού κοινού, αλλά και των ίδιων των δημιουργών.</p>
<p>Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;</p>
<p>Διαβάζω αυτές τις μέρες το βιβλίο Έρωτας και Εξορία (ΔΩΜΑ) το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Ισαάκ Μπασέβιτς Σίνγκερ, όπου ο συγγραφέας αναμιγνύει με εξαιρετικό τρόπο αληθινά συμβάντα και μυθοπλασία.</p>
<p>Ποια αξία Θεωρείτε υπέρτατη;</p>
<p>Την ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους μα και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Αναγνωρίζω ότι δεν είναι πάντα εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς την αλήθεια, χρειάζεται γενναιότητα για να αποδεχθούμε κάποια «σκοτεινά» σημεία που εντοπίζουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους ειδικά όταν επηρεάζουν και τη δική μας ζωή. Η οδός της ειλικρίνειας αποτελεί, ωστόσο, τον μόνο τρόπο για να κατακτήσουμε την αυτογνωσία και να έχουμε βαθιές ουσιαστικές σχέσεις. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι μπορεί το φως της αλήθειας να εξαγνίζει και να επιφέρει την κάθαρση, ωστόσο, υπάρχει πάντα μια κατάλληλη στιγμή για να ειπωθούν δύσκολες αλήθειες, αλλιώς το αποτέλεσμα αντί για λυτρωτικό θα είναι μάλλον τραυματικό.</p>
<p>Ασχολείστε με τη συγγραφή ή έκδοση κάποιου νέου βιβλίου;</p>
<p>Αυτή την περίοδο διαβάζω δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα, ενώ παράλληλα επεξεργάζομαι κάποια θέματα που θα μπορούσαν να γίνουν η βάση για το επόμενο μυθιστόρημα ή την επόμενη νουβέλα μου. Ίσως φανεί περίεργο σε κάποιους, αλλά αυτό είναι για μένα το πρωταρχικό στάδιο συγγραφής ενός βιβλίου και οφείλω να πω ότι είναι διανοητικά ιδιαίτερα γόνιμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΩΣΤΑ ΣΤΟΦΟΡΟ</strong></h5>
<p>&#8220;Δρόμος της Αριστεράς&#8221; 3/12/2022</p>
<p>Είναι χρόνια τώρα που διαβάζω τα βιβλία της Εύας Στάμου είτε πρόκειται για δοκίμια, είτε για μυθοπλασία. Η τελευταία της δουλειά είναι μια συλλογή διηγημάτων με γενικό τίτλο «Η επίσκεψη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.</p>
<p>Με ενσυναίσθηση και προφανή επιρροή από το επάγγελμά της –είναι Δρ. Ψυχολογίας– καταφέρνει να μας παρουσιάσει εξαιρετικά ενδιαφέροντα πορτρέτα ανθρώπων, με μια ιδιαιτέρως διεισδυτική ματιά.</p>
<p>Στη γνώση και την παρατήρηση έρχεται να προστεθεί και το αναμφισβήτητο ταλέντο της συγγραφέως που «παίζει» με διαφορετικά είδη λογοτεχνίας και με αξιοποίηση συχνά του αστυνομικού σασπένς, με την αναπάντεχη εξέλιξη.</p>
<p>Οι ήρωές της είναι άνθρωποι της «διπλανής πόρτας». Κι εδώ η λογοτεχνία αποδεικνύεται όχι μόνο απολαυστική ως ανάγνωση, αλλά και εργαλείο για να καταλάβουμε τους γύρω μας και τον εαυτό μας.</p>
<p>Ίσως ο καθένας μας βρει δικά του κομμάτια, ακόμη και στα πιο «ξένα» πρόσωπα. Κατά βάθος δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας.</p>
<p>Παρουσιάζεις πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, με μια οπτική «εκ των έσω», χωρίς να κρίνεις τους ήρωές σου. Η επαγγελματική σου ιδιότητα, πόσο έχει συμβάλλει σε αυτή τη ματιά;</p>
<p>Η εργασία μου ως ψυχοθεραπεύτρια έχει παίξει τον ρόλο της στο πώς αντιμετωπίζω τους λογοτεχνικούς ήρωές μου, καθώς και τους ανθρώπους με τους οποίους έρχομαι σε επαφή στην καθημερινότητά μου. Γνωρίζω ότι κανένας μας δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται αρχικά, όλοι έχουμε διαφορετικές όψεις που το αν και πώς θα εκδηλωθούν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις περιστάσεις αλλά και από τον τρόπο που επικοινωνούμε με τους άλλους. Φροντίζω να αλλάζω συχνά οπτική στις ιστορίες μου ώστε να τονίσω ότι τα πράγματα συνήθως δεν είναι λευκό/μαύρο, οι ήρωές μου, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι, κινούνται στη ζώνη του γκρίζου, έχουν δηλαδή αρετές μα και ελαττώματα και σχεδόν πάντα εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης, αλλιώς ξεκινούν και διαφορετικά καταλήγουν. Πιστεύω ότι είναι καλό τόσο στη ζωή, όσο και στη λογοτεχνία να αποφεύγουμε τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και να αφήνουμε πάντα το περιθώριο στους ανθρώπους να μας εκπλήξουν.</p>
<p>Υπάρχει συχνά ένα σασπένς στις ιστορίες σου που μερικές φορές αγγίζει το θρίλερ. Θα έγραφες ένα αστυνομικό μυθιστόρημα;</p>
<p>Τόσο στην συλλογή μου «Η Επίσκεψη», όσο και στο βιβλίο μου «Τα κορίτσια που γελούν», υπάρχουν διηγήματα με έντονο το στοιχείο του αστυνομικού μυστηρίου, κάτι που φαίνεται να αρέσει πολύ στους αναγνώστες. Μία ιστορία με έντονο σασπένς από «Τα κορίτσια που γελούν» με τίτλο «Ένα τέλειο σχέδιο», έχει μεταφραστεί και δημοσιευθεί στη δανική γλώσσα και ολόκληρη η συλλογή μεταφράζεται αυτή τη στιγμή στα ιταλικά. Το θεωρώ πλέον πολύ πιθανό το επόμενο βιβλίο μου να έχει τη δομή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Κατά τη γνώμη μου η ποιοτική αστυνομική λογοτεχνία που έχει απαλλαγεί από τα κλισέ του είδους συνδυάζοντας την αγωνιώδη προσμονή με την ψυχολογική συνέπεια των χαρακτήρων, είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, και αποτελεί στοίχημα για κάθε συγγραφέα.</p>
<p>Δεν λείπει και η σάτιρα κι ένα είδος «βρετανικού» χιούμορ, ειδικά στο διήγημα «Κόσερ». Είναι το χιούμορ απάντηση στη σοβαροφάνεια;</p>
<p>Αυτό νομίζω μου βγαίνει αυθόρμητα, είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου. Πιστεύω άλλωστε ότι συχνά κάποιες δραματικές καταστάσεις ενέχουν και ένα κωμικό στοιχείο. Από άποψη τεχνικής θεωρώ ότι όταν η ιστορία έχει έντονο σασπένς και δημιουργεί ψυχική φόρτιση στον αναγνώστη ή όταν εκτυλίσσεται σε θλιβερό περιβάλλον, το χιούμορ δημιουργεί μιαν ισορροπία, διευκολύνοντας αναγνώστη αλλά και συγγραφέα να αποφύγουν την παγίδα του διδακτισμού και της συναισθηματολογίας.</p>
<p>Υπάρχει συχνά η ανατροπή της τελευταίας στιγμής στα διηγήματά σου. Τι σε γοητεύει σ’ αυτό;</p>
<p>Μου αρέσει να ταράζω τις αναγνωστικές βεβαιότητες, να προκαλώ με τις ιστορίες μου έκπληξη ακόμα και σοκ στον αναγνώστη με τρόπο που να ωθείται να σκεφτεί τα πράγματα αλλιώς, αναθεωρώντας τελικά παγιωμένες αντιλήψεις. Τα ζητήματα των έμφυλων σχέσεων, των εθνικών ταυτοτήτων, της κοινωνικής τάξης τα οποία επανέρχονται στα κείμενά μου χαρακτηρίζονται συχνά από έναν κλισαρισμένο τρόπο σκέψης γεμάτο στερεότυπα που με τα κείμενά μου επιχειρώ να αμφισβητήσω και να ανατρέψω Όπως ισχύει για τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας, έτσι και η διαδικασία της ανάγνωσης δεν οφείλει να επιβεβαιώνει αυτά που ξέρουμε ήδη, έχει αντίθετα μεγάλη αξία η προσπάθεια να διερευνήσουμε διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας που μπορούν να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από μη λειτουργικά μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς. Άλλωστε, μέσα από την ανατροπή μιας κατάστασης μπορούμε να γνωρίσουμε ουσιαστικά τους άλλους και τον εαυτό μας.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος, έχουμε τη συχνή παρουσία μιας ψυχολόγου. Πρόκειται για ένα είδος alter ego; Έχει σχέση με την εμπειρία σου από κάποιο hot–spot;</p>
<p>Ναι, οι ιστορίες στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αν και είναι πρωτίστως μυθοπλασία, αντλούν στοιχεία από την εργασία μου με διασώστες ξένων αποστολών σε κάποιο hot-spot. Υπήρξε μια εμπειρία που με συγκλόνισε μα την οποία για λόγους επαγγελματικής δεοντολογίας δεν επιτρέπεται να μεταφέρω αυτούσια στο χαρτί – ούτως ή άλλως, κανένα λογοτεχνικό κείμενό μου δεν αποτελεί πιστή καταγραφή κάποιου υπαρκτού συμβάντος. Αντί γι’ αυτό πλάθω ιστορίες με φανταστικά πρόσωπα που έχουν όμως κάποια στοιχεία από την πραγματικότητα, εντέχνως φιλτραρισμένα και λογοτεχνικά επεξεργασμένα, έτσι ώστε χωρίς να παρουσιάζω αληθινά γεγονότα να μεταφέρω πειστικά μια ατμόσφαιρα που δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αντιληφθεί πώς είναι η καθημερινότητα σε έναν τόπο όπου δέχεται προσφυγικές ροές, τόσο για τους ίδιους τους πρόσφυγες, όσο και για τους ντόπιους που μέσα από την καθημερινή επαφή με κατατρεγμένους ανθρώπους ανακαλύπτουν στοιχεία για τον εαυτό τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/10/2022</p>
<p>Ρίχνοντας φως στα σκοτεινά κάθε διαδρομής</p>
<p>Με στρωτή και εύληπτη αφηγηματική απόδοση η συγγραφέας καταθέτει 17 διηγήματα κοινωνικού χαρακτήρα για τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ταλανίζονται να βρουν μια θέση στη ζωή που θα τους ολοκληρώνει, τουλάχιστον, συναισθηματικά.</p>
<p>Η συγγραφέας ως καλός τεχνίτης του λόγου σκιαγραφεί με ευφάνταστο τρόπο τους χαρακτήρες του βιβλίου. Σαν νυστέρι η γραφίδα της χάνεται βαθιά στους μύχιους κόσμους τους. Ρίχνει φως στα σκοτεινά σημεία της διαδρομής τους.</p>
<p>Όσα μας ιστορεί η συγγραφέας δεν έχουν την αξίωση μόνο να εκφραστούν με ύφος λογοτεχνικό, ότι είναι βαθυστόχαστα ή πρωτότυπα, αλλά να καταδείξει με την δική της ματιά την ανθρώπινη πλευρά τους καθώς και από τα 17 διηγήματα ο αναγνώστης τα δέχεται ως κοινό τόπο στην επιφάνεια της συνείδησης του.</p>
<p>Η συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια τα βασανιστικά διλήμματα της ψυχικής συσσώρευσης των μεταβαλλόμενων συνθηκών στις ανθρώπινες σχέσεις. Φαινομενικά δείχνουν απλές ιστορίες, όμως η Στάμου, με την άλλη της ιδιότητα ως ψυχολόγου σκιαγραφεί τους χαρακτήρες με λεπτότητα. Εγγίζει με εσωτερικό ρυθμό το πρόβλημα της μοναξιάς, που επιφέρουν η ουσιαστική έλλειψη αγάπης και ο καταπιεσμένος σεξουαλισμός. Με υπεύθυνη και δυναμική εμβάθυνση ψυχογραφεί κάθε τους πρόθεση διεισδύοντας με ακόμη περισσότερη οξυδέρκεια στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης τους.</p>
<p>Όσο διαβάζεις ανακαλύπτεις πως σε κάθε ιστορία δεν υπάρχει το στοιχείο μιας απλής αφήγησης, αλλά συμπορεύεσαι με τους εκάστοτε ήρωες καθώς είναι δημιουργημένοι με τόση αλήθεια που σε κάνουν κοινωνώ των πράξεων και των παθών τους.</p>
<p>17 ολοκληρωμένα αφηγηματικά διηγήματα με αληθινούς διαλόγους που έπλασε, η Εύα Στάμου, με το δικό της ξεχωριστό νατουραλιστικό ύφος για τις συμπεριφορές τους οι οποίες προκύπτουν από τους παράγοντες της κληρονομικότητας του περιβάλλοντος, του χώρου, του τόπου και της πίεσης της στιγμής, με αποτέλεσμα οι ήρωες της να παρουσιάζονται ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα κυρίως υπό την επίδραση των κοινωνικών, συναισθηματικών και οικονομικών συνθηκών.</p>
<p>Όμορφες περιγραφές που γενούν εικόνες του παρόντος χώρου και χρόνου, απλών ανθρώπων που γράφουν τη δική τους προσωπική πορεία</p>
<p>Ελκυστική απόδοση, διηγήματα που ξεχωρίζουν για την υπερβολικά λεπτομερή τους πραγματικότητα, ακόμα και σε σκηνές ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικά βίαιες και συχνά απρόσμενες και ανατρεπτικές στις οποίες συχνά ο ήρωας ή ηρωίδα συνήθως οδηγούνται ως και στον ψυχικό αφανισμό τους.</p>
<p>Όλοι χαρακτήρες, του βιβλίου είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, άνθρωποι που μετράνε πως έχουν κατανοήσει σε βάθος τις πολλαπλές πραγματικότητες της ζωής και πρέπει να διαθέτουν ιδιαίτερο θάρρος για να δουν τη σκιά τους. Γιατί όποιος περιφρονεί τους κανόνες εκφράζοντας κάθετα τις ιδέες του δεν επιδεικνύει μόνο την εσωτερική του επιτηδειότητα, αλλά και τη σκιά του. Χρειάζεται να έχουν θάρρος για να ζήσουνε αληθινά και άρα να αφήσουν τον εαυτό τους να εκτεθεί σε επιθέσεις όπως τα βρέφη που μόλις γεννηθούν δέχονται την επίθεση παθογόνων παραγόντων. Πρέπει να δέχονται την επίθεση παθογενειών για να έχουνε την τόλμη να ζήσουνε συνειδητά και τη σκιά τους, αναγνωρίζοντας ότι έτσι η ζωή είναι πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια.</p>
<p>Υπάρξεις που νιώθουν έρμαιο του εαυτού τους σημαίνει πως έχουν καταλάβει ότι τίποτε δεν μπορεί πια να τους προστατέψει, αλλά και ότι έχουν αρχίσει να βρίσκουν την προσωπική αυτονομία που είναι το μυστικό και η ουσία μιας ανθρώπινης και ώριμη ζωής. Την εγκατάλειψη τη νιώθουν όχι μόνο όταν είναι ερωτευμένοι, αλλά και όταν εμπιστεύονται τον εαυτό τους σε χέρια άλλων που θεωρούνται πιο ισχυροί. Αυτό είναι κάτι αρκετά αποκαλυπτικό αφού είναι αυθόρμητη μέσα τους η τάση να πιστέψουν πως ένα ισχυρό άτομο ξέρει να χειριστεί θετικά τη ζωή τους. Πρόκειται όμως για ψευδαίσθηση, γιατί εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους σε χέρια άλλων εκτίθενται και γίνονται τρωτοί.</p>
<p>Η πιθανή σύγκρουση στη σχέση ανάμεσά τους ως μεμονωμένα ανθρώπινα όντα με προσωπική ιστορία, έχουν πολλές περισσότερες πιθανότητες να γευτούν την απώλεια και να νιώσουν εντελώς άοπλοι. Δεν μπορούν να αντισταθούν και κινδυνεύουν να ηττηθούν. Αυτή η αίσθηση προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι οι προσωπικές τους εμπειρίες αντλούν το νόημά τους από το ειδικό εσωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προστεθούν στις εμπειρίες των άλλων. Αυτό που συστηματικά παραγνωρίζεται στις σχέσεις τους είναι ακριβώς η προσωπική τους ιστορία. Η μοναδικότητα των χαρακτηριστικών τους γίνεται πταίσμα και αμφισβητούν ακριβώς αυτό που τους ανήκει, πράγμα που προκαλεί συγκρούσεις με τους άλλους.</p>
<p>Αν δεν αποδεχτούν και δεν υπηρετήσουν την πληρότητά τους, διαπράττουν ένα σοβαρό αμάρτημα απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό τους, ένα αμάρτημα που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ. Η βασική ερώτηση που θα πρέπει να θέσουνε στον εαυτό τους για να κάνουνε έναν απολογισμό της ζωής τους είναι η εξής: έζησα σύμφωνα με αυτό που πραγματικά ήμουν; Στην πραγματικότητα δεν έζησα αυτό που ποθούσα γιατί δανείστηκα από άλλους ένα τρόπο ζωής που δεν ήταν δικός μου.</p>
<p>Σε αυτή την περίπτωση επαληθεύεται το γεγονός της απώλειας του εαυτού τους αν δεν συνειδητοποιήσουν ότι η σκιά η πιο κρυφή τους διάσταση εγκυμονεί κινδύνους. Δεν ξέρουν όμως μέχρι ποιου σημείου, δεν πρέπει να δεχτούν ότι τα ομορφότερα πράγματα που αποκτούν είναι εκείνα που στην αρχή τους τρομάζουν.</p>
<p>Ο Γκαίτε γράφει στο faust, ένα μέρος της δύναμης που θέλει πάντοτε το κακό και κάνει πάντοτε το καλό είναι σαν να συναντούν στο δρόμο τους το μέγιστο και να πρέπει να το κοιτάξουμε στο πρόσωπο με θάρρος.</p>
<p>Είναι αυτό που γεννάει από την πλευρά των άλλων μία σειρά δηλώσεων και επιθέσεων όταν αντιστέκονται στις συνήθειες τους, και να αντιλαμβάνονται τις επιμέρους πλευρές του εαυτού τους χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που συνεπάγεται μία πορεία ολοκλήρωσης των πλευρών της σκιάς τους. Ο κίνδυνος που εμφανίζεται σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιεί τη συνείδησή τους. Τη στιγμή που διεγείρουν μία ατομική και προσωπική διάσταση τους τούς διακατέχει μία ταραχή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ενοχής. Είναι σαν να νιώθουν ένοχοι που τα κατάφεραν εκεί που άλλοι απέτυχαν. Είναι εκείνο το απροσδιόριστο αίσθημα που τους συνοδεύει στη ζωή. Όταν συγκρίνουν τη δική τους ικανότητα με την εμπειρία εκείνων που τους επιβάλλονται.</p>
<p>«Η επίσκεψη», είναι ένα βιβλίο με κοινωνικό και ψυχολογικό χαρακτήρα για την υπαρξιακή διαδρομή και τη φαινομενική ζωή με τις απόκρυφες ανθρώπινες καταστάσεις. Είναι ένα πολύπλευρο βιβλίο που σκιαγραφεί ψυχογραφικά τους χαρακτήρες μέσα από τη σύγχρονη ηθογραφία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/10/2022</p>
<p>Οι επιπτώσεις μιας επίσκεψης</p>
<p>Με το καινούργιο της βιβλίο διηγημάτων με τίτλο, «Η Επίσκεψη», η Εύα Στάμου διευρύνει τα όρια της πεζογραφικής της πορείας, προτάσσοντας περισσότερο ευδιάκριτα τις αρετές ενός αξιόλογου βιβλίου διηγημάτων. Η μικρή φόρμα, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, δεδομένου ότι ο συγγραφέας πρέπει σε μικρή έκταση να κλιμακώσει το ενδιαφέρον άμεσα, χωρίς την άνεση που προσφέρει το μυθιστόρημα ή η νουβέλα. Στο μοντέρνο διήγημα – που είναι ακόμα συντομότερο από εκείνα του 19ου αιώνα, ή τα ηθογραφικά του 20ου αιώνα, όπου υπήρχε χώρος για ανάπτυξη (σύγκρουση – δράση), το βάρος πέφτει περισσότερο στη γλώσσα, στο πλαίσιο εκτύλιξης της ιστορίας και στην ανάλυση των χαρακτήρων. Γραμμένα σε σύγχρονο ύφος, τα διηγήματα της Εύας Στάμου, ποικίλουν ως προς την θεματολογία, το ύφος, ενώ σε μερικά από αυτά, το τέλος είναι απότομο χωρίς άμεσο ηθικό δίδαγμα. Η συγγραφέας επιτυγχάνει ουσιαστική ανάπτυξη των χαρακτήρων, πυκνή γραφή, οικονομία λόγου και όταν χρειάζεται οι διάλογοι είναι ουσιαστικοί. Έχοντας διαβάσει και τα προηγούμενα βιβλία της θα λέγαμε ότι επιτυγχάνει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα: Διηγήματα εύληπτα, υψηλής ποιοτικής στάθμης, χωρίς περιττολογίες και παλαιομοδίτικο διδακτισμό. Η θεματολογία της αγγίζει ένα ευρύ πεδίο με θέματα της ανθρώπινης φύσης με άμεσο τρόπο. Τα κείμενα της από την αρχή εντάσσουν τον αναγνώστη στο ανάλογο χωροχρονικό πλαίσιο, με λόγο που ρέει, χωρίς άκαμπτες κι ανούσιες περιγραφές.</p>
<p>Το πρωτογενές ερέθισμα για την δημιουργία των κείμενων μπορεί να είναι οτιδήποτε, η συγγραφέας εμπνέεται από τον μικρόκοσμο, διεισδύοντας με τις αναπτύξεις της ακόμα βαθύτερα στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Με εξαιρετικό τρόπο αναπτύσσει την κεντρική ιδέα του αφηγήματος, και περιφερειακά ξεδιπλώνονται οι ανθρώπινες προκαταλήψεις, ιδεοληψίες η εμμονές. Η συγγραφέας έλκεται κυρίως από θέματα της μετανεωτερικής κοινωνίας: ρατσισμό, φεμινισμό, ομοφοβία, τα οποία όμως εντάσσει στον αφηγηματικό καμβά με αξιοθαύμαστη τεχνική.</p>
<p>Ωστόσο στο επίκεντρο παραμένει η όσο το δυνατόν καλύτερη ανάπλαση των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και η ανάδειξη του ανάλογου κοινωνικού θέματος. Ο καμβάς ύφανσης της ιστορίας είναι ελκυστικός και η συγγραφέας προσαρμόζει τις ιστορίες της είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό με την ίδια επιτυχία προσαρμογής.</p>
<p>Στην κοινωνία της ρευστότητας όπως αναφέρει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και καθρεφτίζει στα κείμενα της η Στάμου, τα άτομα επιβιώνουν μέσα από την λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή», η οποία είναι απόρροια συνεχών μεταβαλλόμενων συνθηκών σε όλο το κοινωνικό πλαίσιο. Η ρευστοποίηση των σχέσεων σε όλα τα επίπεδα επαγγελματικά , κοινωνικά, ερωτικά, αντανακλούν σχέσεις τσέπης και έλλειψη βάθους, με τον ρομαντικό έρωτα να αποτελεί παρελθόν. Η επικράτηση του διαδικτύου και η ψευδαίσθηση μια μόνιμης «καλύτερης επιλογής», οδηγούν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδέσμευση από συμβάσεις και κανόνες με το σεξ να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καταναλωτικής μετανεωτερικής κοινωνίας. Αυτός ο εκφυλισμός των ανθρώπινων δεσμών και σχέσεων, οδηγεί σε μετανεωτερικές οχλοκρατικές κραυγές, κινημάτων, που δήθεν αναζητούν «ισότητα» σε προβλήματα – όπως ο ρατσισμός ή η ομοφοβία – που δεν επιδέχονται τοπικιστικές λύσεις λόγω της παγκοσμιότητας του χαρακτήρα τους. Η συγγραφέας μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων, ενίοτε διαταραγμένων, αρέσκεται να περιγράφει αυτή την πραγματικότητα με εξαιρετικό τρόπο.</p>
<p>Στο διήγημα «Ο Άγγλος», η Στάμου με εξαιρετικό τρόπο αναδεικνύει τον φαύλο κύκλο των σύγχρονων ερωτικών σχέσεων και τα λεπτά όρια που χωρίζουν την συναίνεση από την παρενόχληση. Ο άντρας που άλλοι καλούσαν , «Έλληνα», άλλοι «Γάλλο» και άλλοι «Άγγλο» αποτελεί τυπικό δείγμα σύγχρονης σύγχυσης ταυτότητας. Αυτή η δυσκολία αφομοίωσης της διαφορετικότητας από τους τοπικούς πληθυσμούς, κάποιες φορές οδηγεί σε μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις. Στο διήγημα ο ήρωας αισθάνεται ότι πέφτει θύμα μια υστερικής γυναίκας με αποτέλεσμα να χάσει κι εκείνος τον έλεγχο.</p>
<p>Στο «Ελλάδα – Αλβανία» γίνεται λεπτή αναφορά στο θέμα του υποσυνείδητου ρατσισμού, όταν η μεγαλοκυρία, αφού συνευρέθηκε με έναν άντρα αλβανικής καταγωγής, κατόπιν τον απέρριψε υποτιμώντας τον ακριβώς γι αυτή του την καταγωγή, η οποία σε πρωτογενές επίπεδο δεν την ενοχλούσε. Είναι σαφής ο υπαινικτικός τόνος για πολλούς ανθρώπους της καθημερινότητας, που ενώ πρωταρχικά, είναι ανεκτικοί ή δεκτικοί με πολλά πράγματα (στη θεωρία), όταν όμως ερεθιστεί κάποια ευαίσθητη χορδή τους, αφήνουν τις πραγματικές πεποιθήσεις τους να ξεχειλίσουν.</p>
<p>Σε άλλα διηγήματα όπως οι «Γλυκές γεύσεις», η συγγραφέας φλερτάρει με το crime fiction, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη. Η εσωτερική ένταση που ενυπάρχει σε μια σχέση περιγράφεται αριστοτεχνικά, όταν η Στάμου κατορθώνει να προσδώσει στις διάφορες πτυχώσεις της ψυχικής συσσώρευσης, εκείνα τα υπαινικτικά στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.</p>
<p>Στις «Κούκλες» μέσα σε λίγες σελίδες η συγγραφέας ξεδιπλώνει το ψυχογράφημα μιας διαταραγμένης προσωπικότητας, σε πρώτο ενικό, όπου η «κούκλα», αποτελεί τη βάση διασάλευσης της ψυχικής ισορροπίας. Το υποσυνείδητο της ηρωίδας, λαθεμένα προγραμματισμένο από την παιδική ηλικία οδηγεί σε μια ενηλικίωση απομόνωσης, αποξένωσης και βουλιμίας, χωρίς να διαφαίνεται τρόπος επιστροφής.</p>
<p>Στο ομότιτλο με το βιβλίο διήγημα «Η επίσκεψη», η Στάμου μεταφέρει ένα γοτθικό εφιάλτη, με μεταφυσικό υπόβαθρο, στη σύγχρονη εποχή. Ο αφηγητής αν και νεκρός σωματικά, διηγείται την ιστορία, μέσω μιας ζώσας συνείδησης περιγράφοντας με λεπτομέρεια, όχι μόνο τον χώρο αλλά και την επίσκεψη που δέχεται. Ο τρόπος, με τον οποίο διαχέεται το συναίσθημα του ότι ο άνθρωπος δεν είναι το σώμα του, αλλά κάτι «άλλο», είναι αριστοτεχνικός. Ο αναγνώστης αισθάνεται την αλληλεπίδραση με την: Επίγνωση, Ψυχή, Συνείδηση, όπως και να το ονοματίσει κανείς, ανάλογα την θρησκευτική, ή φιλοσοφική προσέγγιση του. Είναι το καλύτερο διήγημα του βιβλίου.</p>
<p>«Αν γινόταν θα της έλεγα πως αυτό το πράγμα που βλέπει είναι μια σκιά, ένα άδειο κουφάρι, δεν είμαι εγώ. Αυτό που βλέπει η ξένη είναι ένα φάντασμα, μια οπτασία. Το κορμί μου λειώνει αργά και λυτρωτικά. Ακούω ακόμα τους ζωντανούς, αυτούς που δεν μπορούν ν’ απαγκιστρωθούν από μένα. Γύρνα κοντά μου, λέει η μάνα μου, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να συναντήσεις τον πατέρα σου, είναι ακόμα κορίτσι, η ζωή είναι μπροστά σου. Πως γίνεται η ζωή να είναι μπροστά μου αφού είμαι εδώ και μέρες πεθαμένη, χωρίς ανάγκες, δίχως όνειρα κι επιθυμίες; Το κορμί μου έχει στραγγίσει από τους χυμούς του, το κοιτάζω από ψηλά τακτοποιημένο στο νεκροκρέβατο, κι είναι σαν να παρατηρώ μια κούκλα, ένα ομοίωμα χωρίς πνοή που πήρε τη θέση μου».</p>
<p>Η κατάληξη του αφηγήματος είναι ανατρεπτική σε ότι αφορά το τι πραγματικά έχει διαδραματιστεί, Η παραδοξότητα: ζωντανός/νεκρός, κορυφώνεται στην τελευταία παράγραφο αφήνοντας με ερωτηματικό τον αναγνώστη.</p>
<p>Στο διήγημα η «Νικοτίνη», η σφοδρότητα των εσωτερικών συγκρούσεων και η ασυνείδητη προβολή του αναγνώστη στον δικό του μικρόκοσμο είναι που καθιστά το διήγημα ενδιαφέρον. Η διττότητα, «οικογένεια – μοναχικότητα», αναδεικνύεται μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο του ήρωα ο οποίος παρόλο που απολαμβάνει το να είναι μόνος, εν τούτοις κατέστησε τον εαυτό του θύμα, του κοινωνικού προγραμματισμού κάνοντας οικογένεια. Από την άλλη προσπαθεί, να κρατήσει απεγνωσμένα την μάσκα του καθωσπρεπισμού, γιατί ένας σωστός καπετάνιος, δεν πρέπει να φαίνεται ευάλωτος στο πλήρωμα.</p>
<p>Οι ήρωες της Εύας Στάμου, σε όλα της τα βιβλία είναι διαφορετικοί. Η συγγραφέας δεν έχει μανιέρα στο χτίσιμο των χαρακτήρων, οι οποίοι φαντάζουν ζωντανοί, ενίοτε αλλόκοτοι, η παράξενοι κάποιοι απ αυτούς και ταυτόχρονα καθημερινοί. Οι καταστάσεις στις οποίες κινούνται, είναι που τους μεταμορφώνουν με βάση το υποσυνείδητο αίσθημα του φόβου. Η συγγραφέας δεν εξιδανικεύει σε απόλυτα καλούς ή απόλυτα κακούς, οι ήρωες της είναι ευάλωτοι σε όλα εκείνα τα στοιχεία που ταλανίζουν τους περισσότερους ανθρώπους, έρωτας, φθορά, πόνος, βασανιστικά διλήμματα. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, που δημιουργούνται, είναι ρεαλιστικές, ασχέτως της θεματικής του κάθε κειμένου.</p>
<p>Η ανεπιτήδευτη γλώσσα της η οποία ενίοτε προσομοιάζει με τον προφορικό λόγο, καθιστά την γραφή της περισσότερο πειστική. Σε αρκετές δε περιπτώσεις η συγγραφέας προσδίδει στο κείμενο την ενάργεια ενός θεατρικού μονόπρακτου. Η στρωτή λοιπόν γλώσσα, μέσα από μια συμπυκνωμένη γραφή κι ένας λεπτός εσωτερικός ρυθμός, καθιστά τη γραφή της ελκυστική, μέσα από μια πολυθεματικότητα που κινείται από το ψυχογράφημα στην σύγχρονη ηθογραφία και το θρίλερ. Η παρουσία της στα γράμματα είναι διαρκής και ανοδική, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διαρκώς εξελίσσεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 12/10/2022</p>
<p>«Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]»</p>
<p>Με την γνωστή της ψυχογραφική διεισδυτικότητα, η παθιασμένη με την γραφή και θεατρόφιλος Διδάκτωρ Ψυχολογίας αναζητεί τον δρόμο που γίνεται συντομότερη η τομή προς το υποσυνείδητο, πάντοτε επώδυνη. Η κρυμμένη ειρωνεία, χαρακτηριστικό στοιχείο τής γραφής της, προϋποθέτει γνώση αλλά και απομυθοποίηση τής συνήθους ανθρωπίνης καταστάσεως. Θέλει κότσια και νοητικά εργαλεία για να μπορείς να γράφεις τόσο αποστασιοποιημένη από το θυμικό σου σώμα. Η συγγραφέας λειτουργεί σαν θεατής και κριτικός των σκηνών που περιγράφει επιτυγχάνοντας μια κάποιου είδους ψυχοδραματική αναπαράσταση. Νιώθεις πως το αυθεντικό, το πρωτότυπο τοπίο τής έμπνευσής της το βλέπει μόνον εκείνη. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η γοητεία τής λογοτεχνικής της περιπέτειας.</p>
<p>Αληθοφανείς ιστορίες, σαν βγαλμένες μέσα από τη ζωή, συρραφή επεισοδίων, αναστροφή καλωδίων, δημιουργία νέων συνάψεων στον εγκέφαλο τού αναγνώστη, οι νευρώνες αναστατώνονται με μια υπολογισμένη ψυχρότητα σχεδόν χειρουργική, η λογοτεχνικότητα ελλοχεύει στο ύφος κι όχι στη γλώσσα, τα πάντα φωτίζονται πλατιά με έναν γαλακτώδη ήλιο που κατακυριεύει το σύμπαν απομυθοποιώντας το.</p>
<p>Ακριβώς εδώ έγκειται το αφηγηματικό μυστικό τής δεινής πεζογράφου και ερευνήτριας: μιλάει απλά, κατανοητά, «στρογγυλά», στέρεα και περιμένει από τον άλλον να συνδημιουργήσει το απαραίτητο εκείνο φαντασιακό πεδίο πάνω στο οποίο θα ξεδιπλώσει τα όνειρά του.</p>
<p>Αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώνει ως θεατής τις ψηφίδες που θα απεικονίσουν το δικό του ψυχόδραμα στην λευκή οθόνη τού αφηγητή.</p>
<p>Είναι κι αυτή μια μέθοδος μαιευτική που δεν εξαρτάται από ρεύματα και σχολές, δεν θυμίζει τίποτα. Είναι μια μέθοδος «ανακριτική» σχεδόν που αφήνεις τον άλλον μετέωρο στο λογικό κενό και περιμένεις να σπάσει, να καεί, να θρυμματιστεί σε χιλιάδες κομμάτια.</p>
<p>Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό μπορεί να θεωρηθεί νοητική (ή και ψυχοσωματικό) «βασανιστήριο» είναι όμως ένα δοκιμασμένο εργαλείο να ανοίγεις τις ψυχές των άλλων σαν στρείδι με το πρόσχημα τής αφήγησης μιας «ιστορίας», που λειτουργεί ως πέπλο καπνού πάνω από την ηλιόλουστη αποτυχία τής καθημερινότητας να μας συναρπάσει. Αυτό ακριβώς διεκτραγωδεί από βιβλίου εις βιβλίον η απαρόμοιαστη συγγραφέας που κυριολεκτικά συν-γράφει με τους αναγνώστες της την δική της μοναχική πορεία στα Γράμματα, που δεν έχει καταστεί ακόμη κατανοητή, αφού δεν ακολουθεί πεπατημένες οδούς και δρόμους πολυσύχναστους. Ακολουθεί την δική της ατραπό, όπου παρασύρει – σαν Κρίκη – τα υποψήφια θύματά της και τους απελευθερώνει από τον οπό τής πίκρας του.</p>
<p>Μπορεί να κυλούν γρήγορα οι σελίδες, να διευκολύνεται η ανάγνωση, σου μένει όμως χρόνια μετά η θύμηση τής ανάγνωσης (ο τόπος, ο χρόνος, οι συνθήκες, τα συνθήματα, τα μεταισθήματα). Δεν είναι λίγο κι αυτό ως μετείκασμα μιας εποχής μάλλον βιαστικής αποτετανωμένης σε στάσεις και πόζες που δεν αναπαράγουν τις μορφές αλλά τις αποκρυσταλλώνουν.</p>
<p>Μιλάω ίσως αφηρημένα και «ποιητικά» εδώ, όχι γιατί σ’ αυτό με οδηγεί – ως αντίδραση – η ανάγνωση τού πρωτοτύπου αυτού συμπιλήματος αφηγήσεων, αλλά ίσως γιατί αυτό τούτο το σύν-εργο μού υποβάλλει ανάλογες τακτικές και τεχνικές προσομοίωσης μετάδοσης τού νοήματος ως διαμεσολαβημένο αίσθημα, ανοικτό σε υποχωρήσεις παλαιού τύπου, που οδηγούν όμως σε καινούργιες μορφές, κρυστάλλινες και ξεκάθαρες.</p>
<p>Απαιτεί έρευνα αυτή η ηθελημένη απλότητα. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Και προϋποθέτει κατοχή των εκφραστικών μέσων, που μόνον η επίπονη δουλειά μπορεί να εξασφαλίσει σε τόση διάρκεια εκτεταμένου χωροχρόνου.</p>
<p>Ιστορίες θαρρείς βγαλμένες μέσα από την ζωή, που δεν μιμούνται τη ζωή μήτε την αναπαράγουν, αλλά οδηγούν τον αναγνώστη σε σκέψεις έτσι ώστε να αναθεωρήσει τη δική του ζωή.</p>
<p>Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]. Θέλει χρόνια να φτάσεις εκεί. Κι όταν φτάσεις είναι πια αρκετό, αν θέλεις να αγγίξεις τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.</p>
<p>Διαμεσολαβημένη εμπειρία εμμέσως χρήσιμη και αμέσως μεταβολιζόμενη.</p>
<p>Η Εύα Στάμου είναι μοναδικό φαινόμενο στα Ελληνικά Γράμματα. Θα την κατανοήσουμε (και θα την εκτιμήσουμε ίσως όπως της αξίζει) μόλις την δούμε από ικανή και αναγκαία χρονική απόσταση. Το διάνυσμα τού χωροχρόνου δεν έχει ποτέ μία φορά (έξω από τις μη αντιστρεπτές βιοχημικές αντιδράσεις τού εγκεφάλου μας – ο ηλεκτρομαγνητισμός είναι περισσότερον ελεύθερος και «σφαιρικός»).</p>
<p>Με αυτά και με τούτα τα σιβυλλικά κλείνω κι ετούτη την βιβλιοκρισία, που ακόμα κι αν θεωρηθεί ακρισία δεν είναι ουδέποτε λυσιτελής αδιακρισία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 09/11/2022</p>
<p>Ακρίβεια και θεραπευτική τέχνη</p>
<p>«Είχε καταλάβει σε νεαρή ηλικία ότι η ζωή δεν ήταν παρά μια σειρά από απώλειες. Πριν βυθιστείς στην ανυπαρξία έχανες σταδιακά όλα όσα είχες αγαπήσει, όχι μόνο ανθρώπους που είχαν καθορίσει το είναι σου, μα και ταλέντα, δυνάμεις, δεξιότητες, κάποιες φορές ακόμα και την ίδια σου τη μνήμη – στην περίπτωση αυτή έφευγες από τον κόσμο χωρίς να μπορείς να ξαναπαίξεις στο μυαλό σκηνές από την ταινία της ζωής σου». [Ανέπαφες συναλλαγές]</p>
<p>Με την μοναδικότητα του προσώπου και με την ψυχολογική οξυδέρκεια της συγγραφέως, δεκαέξι περιστατικά ζωής καθημερινής που κατορθώνουν ωστόσο κάθε φορά να σε ξαφνιάζουν. Διατηρώντας όλο το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του καθενός, τις συνθήκες πια μιας εντελώς νουάρ εποχής μέσα από την ανατόμο ματιά του ψυχολόγου και του συγγραφέα. Εξασφαλίζοντας διπλά τα οφέλη: την αθέατη πλευρά του δράματος κάθε φορά, την ακριβολόγο παρουσίασή του από μια συγγραφέα που κατορθώνει να κυριολεκτεί όσο πιο απλά γίνεται ακόμα κι όταν περιγράφει τα πιο σύνθετα των φαινομένων, ακόμα κι όταν χρειαστεί να περιγράψει την ψυχική κινούμενη άμμο των ηρώων.</p>
<p>Με αφάνταστη οικειότητα ακόμα και για τα πιο παράξενα και για τα πλέον σύνθετα, χαμηλόφωνα περιγράφοντας ακόμα και περιστατικά που κραυγάζουν. Απλά, όπως οφείλουν οι δεξιοτέχνες να μας μιλούν για τα σύνθετα. Με ήρωες κόρες, γυναίκες που επιμένουν, που επιθυμούν, που φαντασιώνονται, που εναντιώνονται με το περιβάλλον αλλά και με τη μάνα. Με συζύγους που πίνουν, που εγκαταλείπουν, που εγκαταλείπονται. Ιστορίες που συμβαίνουν δίπλα μας χωρίς να γίνονται αντιληπτές αλλά και σε Κέντρα Φιλοξενίας που αφορούν άλλους, ξένους σε μας. Η συγγραφέας γνωρίζοντας ωστόσο καλά την τοξίνη των λέξεων φροντίζει να περιγράφει ακριβολογώντας και αλαφροπατώντας σε ψυχές και συνειδήσεις που ζωντανεύει κυριολεκτικά στο χαρτί με ραφή έμπλεη κατανόησης και κατανοητή σα να ήταν θεραπευτική γάζα.</p>
<p>Στο πρώτο μέρος οι ιστορίες της «Γλυκές γεύσεις», «Κόσερ», «Ανέπαφες συναλλαγές», «Ελλάδα – Αλβανία», «Βροχερές μέρες», «Η τέλεια γυναίκα», «Οι κούκλες», «Χωρίς αποσκευές», κατορθώνουν να δημιουργούν οικειότητα και μια ζεστασιά, ακόμα και στα πιο ακραία.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος «Η κούρσα», «Η επίσκεψη», «Νικοτίνη», «Φαντάσματα», «Ο Άγγλος», «Η απόρριψη», «Το κόκκινο γιλέκο», «Αλκοολικός καιρός», φροντίζουν να μας γίνει κατανοητό το άγνωστο και το διαφορετικό, να το δούμε με επιείκεια και γιατί όχι, ακόμα και με αγάπη στο τέλος.</p>
<p>Η Εύα Στάμου για άλλη μια φορά, με την δική της ιδιαίτερη οξυδερκή ματιά αποκωδικοποιεί τις σχέσεις και τη ζωή, με αφήγηση ρεαλιστική και λεκτική ακρίβεια, εμμονή στην αποκαλυπτική λεπτομέρεια, (σε μια κίνηση μπορεί και να κρύβονται ή να κρίνονται όλα), γράφοντας αποκαλύπτει και την άλλη όψη στο κέντημα της ζωής, κατά συνέπεια και στον χαρακτήρα των δικών της ηρώων.</p>
<p>Διαθέτοντας στο έπακρον τις ιδιαίτερες συγγραφικές της ικανότητες: παρατήρηση, επιστημονική επάρκεια, πολιτική σκέψη, κοινωνική οξυδέρκεια, υπαρξιακό και φιλοσοφικό βάθος και αφηγηματική ικανότητα, κατορθώνει και παρουσιάζει καλειδοσκοπικά μια κατάσταση, έναν χαρακτήρα, ένα περιστατικό ζωής, ενώνοντας μοναδικά ψυχολογία και συγγραφική τέχνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ</strong></h5>
<p>ΧΑΡΤΗΣ 51 {ΜΑΡΤΙΟΣ 2023}</p>
<p>Η ψυχή θα πρέπει να μένει πάντα μισάνοιχτη</p>
<p>Πιστή στην κατεύθυνση του ψυχογραφικού κειμένου που ερευνά τις περιοχές της ανθρώπινης συνείδησης, αλλά και τους σκοτεινούς χώρους του ασυνειδήτου, η Εύα Στάμου συνεχίζει σταθερά τη συγγραφική της πορεία. Το θέμα του αποκλεισμού, ως ψυχοπαθολογία των σχέσεων, την έχει απασχολήσει και στο βιβλίο της Μεσημβρινές συνευρέσεις. Ήταν η πρώτη συγγραφική της απόπειρα, για την οποία μάλιστα κέρδισε υποψηφιότητα στα βραβεία του Διαβάζω. Ακολούθησαν και άλλα έργα: Μυθιστορήματα, διηγήματα, και το πολύ ενδιαφέρον δοκίμιο Η επέλαση της Ροζ Λογοτεχνίας (μια μελέτη για την παραλογοτεχνία, το φαινόμενο της ροζ κουλτούρας, τη γυναικεία γραφή, τα ευπώλητα βιβλία, τις διακρίσεις των ειδών κ.λπ.)</p>
<p>Η ζωή δεν είναι παρά μια σειρά από απώλειες, διαβάζουμε στο νέο βιβλίο της Στάμου Η Επίσκεψη. Την ιστορία αυτών των απωλειών επιχειρεί να συνοψίσει εδώ η συγγραφέας μέσα από τους γυναικείους χαρακτήρες της, όμως, στην ουσία δεν μιλά για όσα χάνονται βαθμιαία στην πορεία του βίου – ταλέντα, δυνάμεις, δεξιότητες, μνήμη. Μιλά για εκείνο ακριβώς το στοιχείο που θα ονόμαζα «απώλεια του εαυτού». Όχι με τον τρόπο που το εννοεί ο Λακάν στο γνωστό Σεμινάριο Encore («Η γυναίκα δεν υπάρχει»), αναφερόμενος στις συγκεκριμένες ελλείψεις που στερούν από το θήλυ το βίωμα της ταυτότητάς του ως Όλον. Αλλά για την καταστροφή της βασικής δυνατότητας του σχετίζεσθαι. (Υπάρχω, θα πει, συνυπάρχω). Μια καταστροφή, η οποία, βεβαίως, αφορά και στα δυο φύλα.</p>
<p>Tο βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διηγήματα και χωρίζεται σε δύο μεγάλες θεματικές ενότητες. Κατά την αίσθησή μου, αναπτύσσεται επίσης σε δύο παράλληλα επίπεδα. Στο πρώτο, παρακολουθούμε τη χαίνουσα πληγή της εσωτερικής ζωής, το ρήγμα που ευθύνεται για την απομόνωση του υποκειμένου: Ζοφερές σκέψεις και αισθήματα, απουσία ισορροπίας, τακτικές υποχώρησης, όλα όσα ο φόβος επινοεί για να χτίσει αποστάσεις, αλλοιώνοντας την αληθινή εικόνα του κόσμου. Εδώ κυριαρχούν οι ατμόσφαιρες του γκρίζου και του μαύρου, χωρίς άλλες ενδιάμεσες αποχρώσεις.</p>
<p>Σε δεύτερο επίπεδο, η συγγραφέας απλώνεται πιο πέρα από τις ατομικές περιπτώσεις των ηρώων της, προσθέτοντας στο κάδρο ένα ισχυρό κοινωνικό πλαίσιο και ένα ευρύτερο ανθρωπιστικό αίσθημα. Έτσι η συλλογή αποχτά γερά στηρίγματα, το ειδικό ρεαλιστικό θεμέλιο που δίνει βαρύτητα στις αφηγήσεις, απαθανατίζοντάς τες ως ειδικές περιπτώσεις μέσα στην Ιστορία. Το προσφυγικό ζήτημα, τα hot spot, οι αναφορές στους μετανάστες, τα συμβάντα με τους νεκρούς των ναυαγίων, η απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα στρατόπεδα, το υπαρξιακό αντίκτυπο στους διασώστες, ο ηθικός διαχωρισμός ανάμεσα στην ανθρωπιστική προσφορά και στον ίδιο τον άνθρωπο, είναι μερικά από τα θέματα που ευθύνονται για ανάλογους νοηματικούς πυρήνες.</p>
<p>Το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου, οι καλοδουλεμένοι χαρακτήρες. Η Στάμου ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τις γυναίκες. Γυναίκες σύγχρονες, με διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες, διαφορετικούς καθημερινούς ρόλους, όμως συν-εμπλεκόμενες στα ίδια γρανάζια της ήττας. Γυναίκες διαταραγμένες, εμμονικές, αφανισμένες από κακές γονεϊκές σχέσεις ή από την εξουσία του αρσενικού, γυναίκες νάρκισσοι, γυναίκες εκδικητικές ή συναισθηματικά ψυχρές, κι άλλοτε ποδοπατημένες απ’ τον οπισθοδρομικό περίγυρο, απρόθυμες για διακινδύνευση και αλλαγή.</p>
<p>Στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις η Στάμου κατορθώνει να ταυτίζεται τόσο καλά με τις ηρωίδες της, ώστε σχεδόν μας πείθει ότι περιγράφει καθαρά προσωπικά βιώματα. Η μέθοδός της: επικέντρωση στο θέμα με ψυχρό βλέμμα, για την αποφυγή κάθε περιττού συναισθηματισμού. Η γλώσσα της απλή, καθημερινή, είναι φορτισμένη από βαθύτερα ψυχικά σημεία και γι’ αυτό καταλήγει ιδιαίτερα επικοινωνιακή. Οι χαμηλοί τόνοι κυριαρχούν. Υπάρχουν και αρκετά κρεσέντο, κυρίως προς το τέλος της εκάστοτε πλοκής. Όπως είναι φυσικό, η αισθητική αξία των αφηγημάτων δεν βρίσκεται στο ίδιο ύψος. Το ύφος τους όμως διαθέτει ομοιογένεια και κοινές θεματικές αναφορές (έμμεσες ή άμεσες), πράγμα που υποστηρίζει και το συνολικό διακύβευμα για μια ομοιογενή συλλογή.</p>
<p>Το μοτίβο του ψυχικού εγκλεισμού πρωταγωνιστεί και στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, όπου τα πρόσωπα (τουλάχιστον φαινομενικά) κινούνται προς μια έξοδο μέσω της ανθρωπιστικής τους δράσης. Γίνεται όμως φανερό ότι η «προσφορά στο Άλλο» δεν αποτελεί κάποιου είδους θεραπευτική αγωγή (την αποκατάσταση του τραύματος), αλλά μάλλον ένα περιστασιακό παυσίλυπον. Η πάσχουσα ύπαρξη παραμένει να θεάται τη σταθερή της ήττα.</p>
<p>Και, βεβαίως, μέσα σε όλη αυτή τη σκηνογραφία του γκρίζου, αναδύεται συμπληρωματικά μια πιο συλλογική κατάσταση: H ασθένεια του σύγχρονου πολιτισμού, το καθολικό κοινωνικό τραύμα, που εκδηλώνεται σήμερα με την ολοκληρωτική καταστροφή της «κοινότητας», τη διάλυση της βασικής επικοινωνιακής δομής από την οποία γεννήθηκαν κάποτε η «συμπάθεια», η εμπιστοσύνη, η φιλία.</p>
<p>Αντίβαρο στο γενικό κλίμα αποτελεί το αφήγημα «Χωρίς αποσκευές», το οποίο εκπέμπει λίγο φως, μια υπόσχεση ελπίδας για την ανθρώπινη προοπτική. (Εδώ παρεμβάλλεται και η μοναδική μεταφυσική χροιά του βιβλίου. Ή καλύτερα να πω, η μοναδική μεταφυσική χροιά σε ολόκληρο το έργο της Στάμου). Η συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει αυτό το τόσο διαφορετικό υλικό ως ένα είδος γέφυρας ανάμεσα στις δύο μεγάλες θεματικές της ενότητες, χωρίς, εντούτοις, να μας οδηγήσει τελικά σε φωτεινές περιοχές.</p>
<p>Ένα συγγραφικό εγχείρημα που αθροίζει την Ιστορία και την Κοινωνιολογία στην υπαρξιακή περιπέτεια και τις απόκρυφες ανθρώπινες διαδρομές, χωρίς να εμπλέκεται στην εύκολη συγκίνηση.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΡΕΑ ΛΟΓΓΟΥ</strong></h5>
<p>&#8220;Athens Voice&#8221; 16/11/2022</p>
<p>Μέσα από το βλέμμα μιας ψυχολόγου</p>
<p>Επίσκεψη» είναι μια συλλογή με 17 μικρά διηγήματα, που όμως έχουν ένα μεγαλείο – πραγματεύονται, με σωστά δουλεμένη αφηγηματική ροή, την ανθρώπινη φύση. Καταστάσεις που είναι ή μοιάζουν καθημερινές αποκτούν άλλο βάθος μέσα από το γράψιμο της Εύας Στάμου, διστακτικές ηρωίδες παίρνουν τελικά αποφάσεις και μάλιστα ανέλπιστες, αληθινοί άνθρωποι γνωρίζονται, ερωτεύονται, χωρίζουν, δημιουργούν φιλίες, συνομιλούν, τα βρίσκουν ή δεν τα βρίσκουν στις σελίδες του βιβλίου, πάντως παραμένουν αληθινοί από την αρχή ως το τέλος της κάθε ιστορίας.</p>
<p>Η συγγραφέας εκτός από πεζογράφος είναι Δρ. ψυχολογίας, και σίγουρα έχει «χρησιμοποιήσει» την επιστήμη της στην παρατήρηση χαρακτήρων, στη δημιουργία αληθινών (όχι μόνον αληθοφανών) ηρώων και των σχέσεών τους ή της μοναχικότητάς τους. Μέσα από την καθημερινότητα πλάθονται τα πορτρέτα ανθρώπων που συναντάμε γύρω μας ή και ανθρώπων που κρύβονται μέσα μας μερικές φορές. Ένας Σύριος πρόσφυγας αποκτάει φωνή και πρόσωπο ενώ προσπαθεί να συνδεθεί με το περιβάλλον και να ξεχάσει την τραγική ιστορία της προσφυγιάς του. Μια ιστορία στη Σκωτία, μια άλλη στην Αγγλία, ένας Δανός παράπλευρος ήρωας, ένας βίαιος μεθύστακας σύζυγος, ένας Αλβανός υδραυλικός με μια Ελληνίδα που κρύβει χρόνια, άνθρωποι που πλησιάζουν και μακραίνουν μέσα στις σελίδες της «Επίσκεψης». Εξομολογούνται και μερικές φορές ομολογούν στον αναγνώστη, απολογούνται, κατηγορούν, συγκρατούνται, γελούν και κλαίνε με αμεσότητα και απλό λόγο. Η λέξη «καθημερινοί ήρωες» έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου μια και είναι η πιο κατάλληλη για να περιγράψει τα πρόσωπα που κινούνται μέσα στις σελίδες του βιβλίου.</p>
<p>Κάποιες από τις ιστορίες είναι στημένες σαν μικρά αστυνομικά, κάποιες είναι πιο χαλαρές, όλες σε ταξιδεύουν μέσα σε ανθρώπους που αναρωτιέσαι κατά πόσον τους έχεις γνωρίσει κι εσύ. Μπορεί να μοιάζουν με άλλους ή να είναι οι ίδιοι αυτοί που πέρασαν από τη ζωή σου, ζωγραφισμένοι με λέξεις και τακτοποιημένοι σε μικρές, αλλά βαθιές, ουσιαστικές ιστορίες καθημερινότητας. Ακόμα κι όταν δεν είναι τέλειοι, ακόμα κι όταν δεν είναι καν συμπαθητικοί, όλοι οι ήρωες έχουν ψυχές που κατάφεραν, μέσα από προσεκτική παρατήρηση και ακόμα πιο προσεκτική γραφή, να μπούνε στις σωστές λέξεις.</p>
<p>.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2022/11/%ce%b5%cf%85%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
