<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Μικροάρθρο &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/type/aside/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Mon, 16 Feb 2026 16:34:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>Μικροάρθρο &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 18 Feb 2020 15:38:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12677</guid>

					<description><![CDATA[Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 στην Αμμόχωστο. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και στη συνέχεια πήγε στην Ελλάδα, όπου σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρακολούθησε επίσης πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, δεν μπόρεσε να εξασκήσει το επάγγελμα του νομικού επειδή δεν του το επέτρεψε η τότε αποικιακή &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 στην Αμμόχωστο. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και στη συνέχεια πήγε στην Ελλάδα, όπου σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.<br />
Παρακολούθησε επίσης πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, δεν μπόρεσε να εξασκήσει το επάγγελμα του νομικού επειδή δεν του το επέτρεψε η τότε αποικιακή κυβέρνηση. Έτσι ασχολήθηκε με διάφορα άλλα επαγγέλματα, ως ιδιωτικός υπάλληλος, καθηγητής, δημοσιογράφος, διευθυντής των γραφείων της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας στην Καλαβασό, γενικός γραμματέας της Εμποροβιομηχανικής Ομοσπονδίας Κύπρου και διευθυντής του «Κυπριακού Εμπορικού Περιοδικού». Το 1961 διορίστηκε διευθυντής του Τμήματος Τουρισμού της Κύπρου, σ&#8217; αυτή δε τη θέση υπηρέτησε μέχρι την αφυπηρέτησή του το 1976.<br />
Ως δημοσιογράφος, εξέδωσε κατά το 1946-47 την εφημερίδα Ἐλευθέρα Φωνή. Το 1959 εξέδωσε, μαζί με τον Π. Μπενάκη, την εφημερίδα Ἐμπορική. Πιο πριν, το 1944, εξέδωσε μαζί με τον Φ. Μουσουλίδη το θεατρικό και λογοτεχνικό περιοδικό Θέατρο. Το 1946-47 ο Κ. Μόντης εξέδιδε το Δελτίον του Κυπριακού Εμπορικού Επιμελητηρίου. Εξέδωσε επίσης τα οικονομολογικά δίγλωσσα (ελληνικά -αγγλικά) περιοδικά Cyprus Chamber of Commerce Journal και Cyprus Trade Journal. Εργάστηκε επίσης ως μεταφραστής, κυρίως για τον υποτιτλισμό εκατοντάδων κινηματογραφικών ταινιών.<br />
Ιδίως στα χρόνια του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ανέπτυξε πλούσια όσο και αξιόλογη θεατρική δραστηριότητα.<br />
Μαζί με τους Αχιλλέα Λυμπουρίδη και Φοίβο Μουσουλίδη, ίδρυσε το 1942 το θέατρο Λυρικόν για τις ανάγκες του οποίου έγραψε πολλές επιθεωρήσεις, οπερετικά και ηθογραφικά σκετς κ.α. Οι επιθεωρήσεις που έγραψε, τόσο για το Λυρικόν όσο και για άλλα θεατρικά σχήματα και για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ήσαν γύρω στις 40. Μεγάλη επιτυχία είχαν τα διάφορα σατιρικά νούμερα που έγραψε, όπως και οι στίχοι τραγουδιών.<br />
Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα 1955-59, ο Κώστας Μόντης υπηρέτησε ως μέλος της ΕΟΚΑ και είχε την πολιτική καθοδήγηση των μελών της για την επαρχία Λευκωσίας.<br />
Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού.. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.<br />
Πέθανε την 1η Μαρτίου 2004.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ</strong></h3>
<p>Ι</p>
<p>Είναι δύσκολο να πιστέψω<br />
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,<br />
είναι δύσκολο να πιστέψω<br />
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.</p>
<p>ΙΙ</p>
<p>Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,<br />
που κρεμάστηκε στο παράθυρο<br />
του γκρεμισμένου σπιτιού,<br />
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,<br />
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο<br />
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;</p>
<p>III</p>
<p>Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι<br />
πως ήταν περιττό<br />
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών</p>
<p>IV</p>
<p>Ανασήκωσε την πλάτη<br />
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,<br />
ανασήκωσε την πλάτη<br />
κι απόσεισέ τους</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Γιώργος Νταλάρας - Στιγμές της εισβολής (Πενταδάκτυλος) (Μουσική: Μάριος Τόκας)" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/AsaRXk2ehiw?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h4 style="text-align: right;">.</h4>
<h4><strong>ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ</strong></h4>
<p>—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα<br />
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες<br />
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;<br />
Να τη φιλήσεις έμεινε<br />
τη λάσπη που παρέμεινε.<br />
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;<br />
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις<br />
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.</p>
<p>—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!<br />
Μ αυτές είν τις αγαπημένες<br />
που πότισα πορτοκαλιές<br />
για τελευταία φορά.<br />
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα<br />
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό<br />
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.<br />
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω<br />
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου<br />
θα πάω ξανά να το ποτίσω.</p>
<h4><strong>ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη</p>
<p>Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα<br />
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση<br />
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου<br />
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,<br />
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,<br />
και που χτες δεν ήταν εκεί,<br />
και που δε θάν’ ξανά εκεί;</p>
<h4><strong>[Άτιτλη στιγμή]</strong></h4>
<p>Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια<br />
ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,<br />
ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;</p>
<h4><strong>ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ</strong></h4>
<p>Την Άνοιξη ποιος πρόδωσε<br />
νησί μου περιστέρι<br />
στην Άνοιξη ποιος τόλμησε<br />
και σήκωσε το χέρι</p>
<p>Την Άνοιξη ποιος σταύρωσε<br />
νησί μου κυπαρίσσι<br />
κι έγειρε και σταμάτησε<br />
η Ανατολή στη Δύση</p>
<p>Τόσο καημό μου φόρτωσαν<br />
και πώς να τον σηκώσω<br />
τέτοιο μαχαίρι στην καρδιά<br />
πώς να το ξεκαρφώσω</p>
<p>Οι μάνες κλαιν τους που ‘χασαν<br />
και ποιοι να τους τούς δώσουν<br />
αλλά δεν τους απέμειναν<br />
μαλλιά να ξεριζώσουν</p>
<p>Καρδιά που πριν δεν λύγιζες<br />
πώς τόσο πια λυγίζεις<br />
καρδιά που δεν μ’ απέλπιζες<br />
πώς τόσο μ’ απελπίζεις</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Την άνοιξη ποιος πρόδωσε (Μουσική Γιώργος Κοτσωνης  στίχοι  Κώστας Μοντης )" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/8G8UX7jmTkg?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3></h3>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ</strong></h3>
<h4></h4>
<h4><strong>ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ</strong></h4>
<p>Η πιο καλή γειτόνισσα<br />
η Παναγιά είν&#8217; η Χρυσοζώνισσα.<br />
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη<br />
όποτε πας θάν&#8217; πάντα μέσα να προσμένει<br />
να της άνοιξης την καρδιά σου<br />
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου<br />
κι&#8217; απ&#8217; το παλιό της πίσω το μανουάλι<br />
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.<br />
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει<br />
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.<br />
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες<br />
που δε λέει πια να πάρει τ&#8217; αγεράκι<br />
βγαίνει κι&#8217; Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι<br />
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά<br />
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.<br />
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ&#8217; είν’ η ώρα περασμένη»<br />
σηκώνεται κι η Παναγιά<br />
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.</p>
<h4><strong>ΜΟΡΦΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στη γυναίκα μου</p>
<p>Κι&#8217; όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς<br />
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν<br />
φωνές και γέλια τσιριχτά κι&#8217; αγάπης ρίγος<br />
κι&#8217; απ&#8217; των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος<br />
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,<br />
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,<br />
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!</p>
<h4><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ</strong></h4>
<p>Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου<br />
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,<br />
που μ&#8217; εκαμες τζ&#8217; επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».</p>
<p>(Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω… 1974)</p>
<h4><strong>ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ</strong></h4>
<p>Αναπολώ εκείνο τ&#8217; Απριλιάτικο πρωινό<br />
που σας αντίκρισα ξαφνικά<br />
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,<br />
from wall to wall,<br />
που κλέψατε την παράσταση απ&#8217; τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.</p>
<p style="text-align: center;">(Επί σφαγήν 1985)</p>
<h4 style="text-align: right;">.</h4>
<h3><strong>ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ</strong></h3>
<h4><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ (1965)</strong></h4>
<p>Κάποιος ακούμπησε στο παράθυρο να σου γράψει,<br />
ακουμπήσαμε στο παράθυρο να σου γράψουμε,<br />
ακουμπήσαμε να σου γράψουμε μ’ αυγή και νύχτα,<br />
γι’ αυγή και νύχτα,<br />
μ’ ουρανό και θάλασσα<br />
για ουρανό και θάλασσα,<br />
να σου γράψουμε για μια συντριβή βροχής,<br />
για ένα χρώμα βροχής,<br />
για μιαν ανεξιλέωτη πορεία,<br />
για μια κατεύθυνση.<br />
Να σου πούμε για την καρδιά που ξεκίνησε<br />
απ’ το μεσόφρυδο του αυγουστιάτικου ήλιου<br />
μ’ ένα χρυσό κωνσταντινάτο στον λαιμό,<br />
με μια τρίδιπλη ζώνη από τσιριξιές χελιδονιών,<br />
μ’ ένα ξέχειλο κύπελλο κορυδαλλούς,<br />
να σου πούμε για την καρδιά που ξεκίνησε<br />
απ’ την ανεπανόρθωτη προσδοκία,<br />
χωρίς να ξέρει πως δεν υπήρχε αφετηρία στην αφετηρία,<br />
πως δεν υπήρχε δρόμος στον δρόμο,</p>
<p>Μητέρα, δεν ήταν ανοιξιάτικη μπόρα<br />
που την περιμένουν πρόχειρα σε κάνα υπόστεγο τα σπουργίτια<br />
για να πέσουν έπειτα πίσω της<br />
με κουδούνια και πηδήματα κι εμπαιγμούς.<br />
Μητέρα, δεν βλέπεις πως μας αφαίρεσαν τα οστά<br />
και σωριαζόμαστε στο παραμικρό<br />
και προσπίπτουμε;<br />
Μητέρα, τ’ αμπέλια δεν παράγουν για μας,<br />
οι μύθοι διακόπτονται στο κατώφλι μας.<br />
Πρέπει όταν γεννηθήκαμε<br />
να ’κλεισαν πίσω μας όλες οι πόρτες, δεν πρόσεξες;<br />
Πρέπει όταν γεννηθήκαμε<br />
το χωριό να διαγράφτηκε, δεν πρόσεξες;</p>
<p>…/…</p>
<p>Δεν ξέρω αν είναι, γράμμα που σου γράφω, μητέρα.<br />
Δεν ξέρω αν γράφω όταν γράφω.<br />
Είναι στιγμές που νομίζω πως μου υφαρπάζουν την πένα,<br />
πως μου υποκαθιστούν την πένα,<br />
πως μου υποκαθιστούν τις λέξεις,<br />
πως μου τις παίρνουν,<br />
πως μου τις παίρνει ο άνεμος,<br />
πως μου τις παίρνει το γέλιο των παιδιών,<br />
πως μου τις παίρνουν τα χελιδόνια στο στόμα και τρέχουν<br />
και κάτι άλλο μένει στα χέρια μου,<br />
κάτι άλλο προσκολλάται στο χαρτί,<br />
κάτι άλλο ταλαντεύεται στο χαρτί,<br />
κάτι άλλο διερωτάται,<br />
κάτι άλλο προστρέχει,<br />
ένα ξένο πράγμα, ένα ρήγμα, μια διακόρευση,<br />
μια χούφτα τελείες, μια σειρά μαύρες τελείες,<br />
ένα ανομοειδές υπόλοιπο αποστάξεως</p>
<p>Ψέμα το μεγάλο μαύρο φίδι, που διασταύρωνε τον δρόμο μας<br />
ψέμα πως επιστρέφουν οι εξόριστο<br />
ψέμα οι επαναπατρισμοί,<br />
ψέμα πως άνοιξαν τα σύνορα.<br />
Μητέρα, θα επανέλθει, σου λέω, το θέμα των νεκρών,<br />
θα επανεισαχθεί.</p>
<p>Δεν είν’ η αυγή αυγή, μητέρα.<br />
δεν είναι λευκά τα περιθώρια των βιβλίων,<br />
δεν είναι λευκά τα περιθώρια της ζωής.<br />
είναι πιο κείμενα απ’ τα κείμενα,<br />
είναι πιο δράματα απ’ τα δράματα.<br />
Είν’ όλα μια συμπαιγνία, μητέρα,<br />
Είν’ όλα μια έξαλλη συμπαιγνία, μητέρα.</p>
<p>Θα σου ξαναγράψω.</p>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ (1972)</strong></h4>
<p>Υποσχέθηκα να σου ξαναγράψω<br />
και σου ξαναγράφω, μητέρα.<br />
Δεν ξέρω πόσο άργησα<br />
γιατί δεν επιτρέπω πια στα εκκρεμή<br />
να πηγαινοέρχονται μπροστά μου<br />
και να κοιτάζουν<br />
και να παρακολουθούν<br />
και να κατασκοπεύουν</p>
<p>Είναι πραγματικά περίεργο πως χτυπούσαμε διαρκώς άλλο,<br />
και ξανά στο ένα και ξανά στ’ άλλο,<br />
και τ’ άνοιγμα που ήταν μια διάλειψη παραπέρα<br />
δεν το βρίσκαμε να φύγουμε στο φως,<br />
και τ&#8217; άνοιγμα που ήταν μια ρωγμή παραπέρα,<br />
μια ψιλή παραπέρα,<br />
δεν το βρίσκαμε να φύγουμε στον Απρίλη.</p>
<p>Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,<br />
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,<br />
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται<br />
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων<br />
όταν προσεγγίζουν το τέρμα</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p>Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,<br />
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,<br />
εγκαταλείπω τη συνέπεια,<br />
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια<br />
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων<br />
και τώρα για δικό μου,<br />
έτσι που τώρα είμαι όλοι<br />
και τώρα είμαι μόνος,<br />
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως<br />
και τώρα ενούμαι* πλήρως,<br />
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,<br />
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς<br />
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,<br />
και λυγίζει ενάντια εδώθε<br />
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,<br />
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,<br />
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,<br />
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,<br />
σμίγει στην ενότητά τους<br />
και δεν διαφωνεί<br />
και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»<br />
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,<br />
σαν το μικρό τρελό πουλί<br />
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,<br />
και λες σίγουρα αλλού τραβά<br />
και μπράβο του,<br />
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’ άλλα,<br />
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,</p>
<p>κι εσύ δεν ξέρεις πια<br />
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα<br />
βγήκε κάτι<br />
ή αν χειρότερα τώρα.</p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ</strong></h4>
<p>Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,<br />
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάχτυλος φορτωμένος Τούρκο.</p>
<p>αν το βρεις ασήκωτο,<br />
είναι, που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάχτυλος φορτωμένος Τούρκο.</p>
<p>Θα τα ’χεις μάθει αυτά, μητέρα,<br />
θα ’χεις μάθει για τον Πενταδάχτυλο.<br />
Λοιπόν, τα μεσημέρια ακούγονται κάτι παράξενες φωνές.<br />
λοιπόν, τα μεσημέρια ακούγονται κάτι ξερά τριξίματα<br />
σαν να ξεκολλούν βράχοι απ’ την κορφή του Κυπαρισσόβου<br />
Και τις νύχτες βογγά στις πλαγιές του<br />
το αίμα των σκοτωμένων παιδιών<br />
και κυλά στις κρεβατοκάμαρές μας<br />
και καταβρέχει τα βιβλία μας<br />
και καταβρέχει τους στίχους μας<br />
και καταβρέχει την αναπνοή μας.</p>
<p>Τις νύχτες τρία παράξενα ματωμένα φώτα<br />
μας σημαδεύουν απ&#8217; τις πλαγιές του, μητέρα,<br />
τρία παράξενα ματωμένα φώτα<br />
μας σημαδεύουν απ’ την κουκούλα του.<br />
Ναι, μητέρα, την κουκούλα του,<br />
αυτή την ίδια φοβερή μαύρη κουκούλα<br />
που φορούσαν οι καταδότες στην Επανάσταση<br />
και λαμπύριζαν παγωμένα τα μάτια τους μέσ’ απ&#8217; τις δυο τρύπες<br />
όταν σήκωναν το χέρι να μας δείξουν.</p>
<p>Στοίχειωσε, μητέρα, στοίχειωσε. σου λέω, ο Πενταδάχτυλος<br />
και δεν ξέρω, τον μισήσαμε, τον μισήσαμε.<br />
Τον μισήσαμε χωρίς να μπορούμε να το πούμε, μητέρα,<br />
γιατί πώς να το πούμε που χιλιάδες άλλοι ελπίζουν<br />
να κρύβει στις σπηλιές του τους «αγνοούμενους» τους,<br />
που χιλιάδες άλλοι κρεμάστηκαν απάνω του και περιμένουν;</p>
<p>Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάχτυλος, μητέρα.<br />
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,<br />
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,<br />
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,<br />
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντι μας<br />
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντι μας<br />
και μας κοιτάζει<br />
και μας κοιτάζει μ’ έναν τρόπο,<br />
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,<br />
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντι μας<br />
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,<br />
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνια<br />
και σαν την Αμμόχωστο.<br />
Και λέει: «Λοιπόν»;<br />
Και μας ρωτά: «Λοιπόν»;</p>
<p>Μητέρα, η Λευκωσία είναι πια ένα λυπημένο παιδάκι<br />
που του κάκου προσπαθείς να το χάνεις να χαμογελάσει.</p>
<p>&#8230;/&#8230;</p>
<p>Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς<br />
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,<br />
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,<br />
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό<br />
στη θάλασσα της Κερύνειας,<br />
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.</p>
<p>Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.<br />
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της<br />
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-<br />
και την περιμέναμε,<br />
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε<br />
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε<br />
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της<br />
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,<br />
κι όπου να’ ναι άκου την!</p>
<p>Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.<br />
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,<br />
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,<br />
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!<br />
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε<br />
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν<br />
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν<br />
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.<br />
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους<br />
και τους αδελφούς και τους πατέρες<br />
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,<br />
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.<br />
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»<br />
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»</p>
<p>Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό<br />
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,<br />
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,<br />
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε<br />
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,<br />
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,<br />
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο<br />
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας<br />
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,<br />
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,<br />
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,<br />
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες<br />
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά<br />
και ψέμα οι Ιστορίες μας,<br />
ψέμα, όλα ψέμα.<br />
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,<br />
κάτι πανηγυρισμούς,<br />
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,<br />
λυπόταν, δεν το περίμενε,<br />
ειλικρινά λυπόταν,<br />
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.</p>
<p>Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,<br />
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα<br />
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,<br />
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια<br />
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…</p>
<p>Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,<br />
έχω αντίγραφα.</p>
<p>…/…</p>
<p>Μητέρα θυμάσαι τον ουρανό<br />
πούχαμε δεμένο κόμπο στο μαντήλι;<br />
Μας τον πήραν οι ταχυδακτυλουργοί, μητέρα<br />
Έτσι όπως πριν την μπάλα μεσ&#8217; απ&#8217; το κουτί.<br />
Θυμάσαι το ρυάκι πού &#8216;πλενε τα πόδια μας,<br />
θυμάσαι το ρυάκι που του πλέναμε τα πόδια,<br />
θυμάσαι τις λευκές κραυγές στη χαράδρα;<br />
Θυμάσαι τις φλυαρίες που ράμφιζαν τη ρόγα της αυγής,<br />
θυμάσαι τους ψιθύρους που μηχανορραφούσαν την άνοιξη,<br />
θυμάσαι τα περιστέρια πού &#8216;σκυβαν μεσ&#8217; στον ήλιο<br />
να πιούν νερό στη χούφτα του,<br />
θυμάσαι τ&#8217; όνειρο που κυλούσε κι έφευγε απάνω απ&#8217; τις<br />
φτερούγες τους,<br />
θυμάσαι τ&#8217; όνειρο που κρεμόταν κάτω απ&#8217; το λαιμό τους,<br />
τ&#8217; όνειρο που σκαρφάλωνε στις σημαίες τους;<br />
Τώρα οξειδώθηκαν όλα μέσα μας, μητέρα,<br />
τώρα σκέβρωσαν όλα μέσα μας.</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ&#8230;</strong></h4>
<p>Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,<br />
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,<br />
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,<br />
«ανεπτυγμένοι» και «υπανάπτυκτοι»,<br />
πλούσιοι και φτωχοί,<br />
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,<br />
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,<br />
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,<br />
απάνω στο πεζοδρόμιο,<br />
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,<br />
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,<br />
στα σαλόνια και στις σοφίτες,<br />
με πέννα και με κάρβουνο,<br />
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,<br />
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,<br />
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,<br />
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,<br />
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας,<br />
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,<br />
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,<br />
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται<br />
για να μην τελειώσει,<br />
που μας ξέρει και αποκρύβεται<br />
για να μην την παρατήσουμε,<br />
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε<br />
μα σφιγγόμαστε γύρω της,<br />
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,<br />
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.<br />
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους<br />
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα<br />
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε<br />
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα<br />
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,<br />
όλοι εμείς –τι σύμπτωση!<br />
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,<br />
χωρίς καμιά προεπαφή!<br />
Τι παράξενη σύμπτωση, αδερφοί μου!</p>
<h4><strong>ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></h4>
<p>Ελάχιστοι μας διαβάζουν,<br />
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,<br />
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι<br />
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,<br />
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.</p>
<h4><strong>ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ</strong></h4>
<p>Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά<br />
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.<br />
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.<br />
Και δεν μιλούν.<br />
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν. 5<br />
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.<br />
Και τα ρωτά και τα ρωτά<br />
χωρίς να περιμένει απάντηση<br />
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.<br />
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες 10<br />
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη<br />
και τις φύλαξε<br />
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).<br />
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,<br />
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν. 15<br />
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,<br />
έφυγαν σα γατάκια.<br />
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,<br />
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.<br />
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες 20<br />
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,<br />
όλο και ρωτά.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ</strong></h4>
<p>Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι<br />
που ακούμπησε τ’ απόγεμα<br />
το πρόσωπο στο τζάμι<br />
και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο<br />
χωρίς να βλέπει,<br />
και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο<br />
χωρίς να προσέχει.</p>
<h4><strong>ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ</strong></h4>
<p>Πώς καταντά, παιδί μου, αυτή η ζωή<br />
στα χέρια μιας πολυκατοικίας.<br />
Τι σύμφυρμα, τι παρδαλός συνωστισμός<br />
ανθρώπων που συναπαντιένται στις σκάλες<br />
και στους ανελκυστήρες βιαστικοί,<br />
με το τσιγάρο στο στόμα,<br />
συνοφρυωμένοι*, πολυάσχολοι,<br />
χωρίς χαιρετισμό, χωρίς χαμόγελο,<br />
χωρίς γειτονικό δεσμό.<br />
Οι αρχιτέχτονες κι οι Ουγγαρέζες ορχηστρίδες*<br />
κι οι χτηματομεσίτες κι ο παιδίατρος<br />
και το προσωπικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου.<br />
Τελοσπάντων…</p>
<h4><strong>[Άτιτλη στιγμή]</strong></h4>
<p>Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη<br />
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;<br />
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;</p>
<h4><strong>ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ</strong></h4>
<p>Όταν διάβασα την ιστορία σου<br />
το βράδι είχα πυρετό.</p>
<h4><strong>ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ</strong></h4>
<p>Εμείς; Τι είμαστε εμείς;<br />
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),<br />
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;),<br />
μπορεί –οι πιο ευαίσθητοι– να τ’ αγρυπνήσουμε<br />
(αν και πόσες νύχτες;),<br />
μα τίποτ’ άλλο.<br />
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού.</p>
<h4><strong>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ</strong></h4>
<p>Απλώστε την ομίχλη<br />
μην πέσει σήμερα στα στάχυα του<br />
η αναπόφευχτη χαρά των κορυδαλλών.</p>
<h4><strong>ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ</strong></h4>
<p>Εκείνο τ’ «όχι» δεν το επανέλαβε η ηχώ,<br />
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΣ ΚΑΛΒΟ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)</strong></h4>
<p>Επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη»,<br />
επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».</p>
<h4><strong>ΟΙ ΦΟΒΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1963&nbsp;</strong><br />
<strong>ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ</strong></h4>
<p>Τόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.<br />
Να τα, λοιπόν, τώρα!<br />
Να που όταν, επί παραδείγματι,<br />
πήραν τον σκοτωμένο<br />
απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο<br />
δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα<br />
που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του<br />
και παρέμεινε.</p>
<h4><strong>ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΑΚΙ ΣΤΟ ΚΙΟΝΕΛΙ ΤΟ 1966</strong></h4>
<p>Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού<br />
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε<br />
ένα χεράκι χελιδόνι,<br />
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε<br />
ένα χεράκι γιασεμί.</p>
<h4><strong>[Άτιτλη στιγμή]</strong></h4>
<p>Με μια καρδιά που άλλα της λες<br />
κι άλλα καταλαβαίνει.</p>
<h4><strong>ΝΥΧΤΕΣ</strong></h4>
<p>Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου<br />
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,<br />
και θα μπορέσεις ύστερα να πας<br />
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.</p>
<p>Όμως όταν τελειώσουν όλα<br />
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,<br />
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,<br />
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;</p>
<p>Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη<br />
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,</p>
<p>Θα ‘σαι μονάχος.<br />
Και τότες θα λογαριαστείτε.<br />
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.<br />
Θα ‘σαι μονάχος</p>
<p>κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,<br />
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.</p>
<p>Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.<br />
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.<br />
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.</p>
<h4><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΙ</strong></h4>
<p>Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,<br />
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,<br />
από τα πόδια ως το κεφάλι,<br />
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.</p>
<p>Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,<br />
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,<br />
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα<br />
και για το τίποτα μισάμε.</p>
<p>Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση<br />
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε<br />
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι<br />
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.</p>
<p>Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,<br />
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,<br />
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα<br />
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.</p>
<p>Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.<br />
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη<br />
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα<br />
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.</p>
<p>Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,<br />
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.</p>
<h4><strong>ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ</strong></h4>
<p>Δεν ξέρω πως έγινε<br />
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ<br />
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα<br />
που να μη μπορούμε πια<br />
να πάρουμε ένα σπόγγο<br />
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα<br />
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.</p>
<p>Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό<br />
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,<br />
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη<br />
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,<br />
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,<br />
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.</p>
<p>Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο<br />
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί<br />
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.</p>
<p>Όλα μπορούν να υπάρξουν,<br />
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη<br />
κι όμως εμείς δεν μπορούμε<br />
να καθήσουμε στο βράχο<br />
και να την κυτάξουμε σαν πριν<br />
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.</p>
<p>Όλα μπορούν να υπάρξουν<br />
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε<br />
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ (1954)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΝΑΠΟΔΙΕΣ</strong></h4>
<p>Ήρθαν, παιδάκι μου, ανάποδα όλα<br />
κι αντί μεγάλος βγήκες μικρός,<br />
τόσο που ακόμα κι’ αυτός ο Ντίνος<br />
τώρα ειν’ καλήτερός σου κι εκείνος.</p>
<p>Αντί να κάνης αυτό και το,<br />
όπως λογάριαζες στα όνειρά σου,<br />
έβανες όλα τα δυνατά σου,<br />
κ’ έκανες ένα μηδενικό.</p>
<p>Δεν λέω πως ήταν υπερβολές σου,<br />
πιστεύω μάλιστα σοβαρά<br />
πως αν δεν ήταν οι αναποδιές σου<br />
θα διακρινόσουνα μια χαρά.</p>
<p>Μα πως να πείσης το πλήθος τ’ άπειρο<br />
πως η ειμαρμένη σ’ έβγαλε ανάπηρο;<br />
Κι αν πης ακόμα πως δεν σε νοιάζει<br />
τι λέει ο κοσμάκης και πως δικάζει,</p>
<p>ούτε κι ο δάσκαλος του χωριού σου<br />
-πρώτος ινβέντορας του «μυαλού» σου-<br />
ή οι πιο αμετάπειστοι θαυμαστές σου:<br />
φίλοι, αγαπούλες, συμμαθητές σου,</p>
<p>αν πης δεν έχεις να δώσεις λόγο<br />
σ’ όσους προχώρησαν παρακάτω<br />
κ’ έλεγαν ότι η μικρή μας νήσος<br />
εσένα χρόνια θα πρόσμενε ίσως,</p>
<p>όμως του γέρου αγαθού πατέρα σου<br />
που έτσι κατάπληχτο χτες τον είδες<br />
ξέρω πως θάδινες -τι δεν θαδινες-<br />
να μην του διάψευδες τις ελπίδες.</p>
<h4><strong>ΕΞΙΣΩΣΗ</strong></h4>
<p>Μπορεί κάποια φορά<br />
νάχε μεγάλη διαφορά<br />
μπορεί μια τέτοια εξίσωση νάταν γελοία<br />
την εποχή που σπούδαζες στην Ιταλία<br />
αγάπη και φιλοσοφία<br />
Μα τώρα πια…<br />
Μα τώρα πια…<br />
Ποιος να σου τόλεγεν, αλήθεια, και να πίστευες<br />
πως τα «προσόντα» σου θ’ αχρήστευες<br />
σ’ αυτή τη Λευκωσία τους την ασήμαντη<br />
την ξέβαθη λιμνούλα την ακύμαντη,<br />
πως θάρχονταν μια μέρα που<br />
-όπως είχες σκεφτή για τον παππού-<br />
για εσένα που καυχόσουνα<br />
να δείξης και να κάνης<br />
θάταν πια το ίδιο στα εικοσιέξη σου<br />
να ζης ή να πεθάνης.</p>
<h4><strong>ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ</strong></h4>
<p>Μικροί άνθρωποι<br />
στις μεγάλες αίθουσες<br />
φροντίζουν να μιλούν<br />
για ό,τι πιο πολύ δεν ξέρουν.<br />
Και τους ακούν με θαυμασμό<br />
άλλοι μικρότεροί τους<br />
και τους χειροκροτούν.<br />
Μια τρομερήν αντήχηση<br />
κάνουν τα κούφια χέρια που χτυπούν<br />
των κούφιων<br />
γιατί όλη εκείνη η κούφια απέραντη αίθουσα<br />
έχει επίτηδες χτιστή<br />
μ’ ηχητική πολλή<br />
κατάλληλη για τα μικρά χειροκροτήματα.</p>
<h4><strong>ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ</strong></h4>
<p>Ολόγυρα συγκλίνουν οι γραμμές.<br />
Κλωστές αράχνης αποπνιχτικές οι δρόμοι,<br />
τα Τούρκικα σοκάκια τα στενά.<br />
Δεν θα μπορέσουν, βέβαια, να σε σώσουν<br />
Της Νομικής σου η τόμοι,<br />
η πλούσια διαλεχτή σου βιβλιοθήκη<br />
που όσο κι’ αν δεν σου χάρισε τη νίκη<br />
ακόμα την προσέχεις σαν παιδάκι<br />
μήπως και μπη κάνα σαράκι.<br />
Από τις στέγες, τις γωνιές ,<br />
προβάλλουν οι γραμμές,<br />
πυκνές, πολλές, αμέτρητες,<br />
ευθείες, καμπύλες, τεθλασμένες,<br />
όσων ειδών ποτές δεν είδες,<br />
όσες δεν ήξεραν οι Ευκλείδες,<br />
όλες τους στον σκοπό τους ενωμένες<br />
κ’ υπάκουες σε μιαν αόρατην αράχνη<br />
που νοιώθεις να σιμώνη και ν’ αδράχνη<br />
κυριαρχική, συντριπτική.<br />
Στόχος της το έντομό σου.<br />
Από την λαιμαργία αλλοιθωρισμένα<br />
τα κόκκινα της μάτια καρφωμένα<br />
απάνω σου.<br />
Ξέρεις οριστικά<br />
πως δεν θα της ξεφύγης<br />
μα το έχεις συνηθίσει πια.<br />
Κι είναι προς πίστη σου ασφαλώς<br />
αυτή η γοργή προσαρμογή<br />
γιατί ήταν τόσο ξαφνικό που είχες ξυπνήσει κ’ είχες βρη<br />
μετά από τέτοια προοπτική<br />
τον «εύελπιν» εαυτό σου Καρυωτάκη.<br />
Μονάχα που πικραίνεσαι λιγάκι<br />
γιατί και στους χειρότερους καιρούς<br />
ούτ’ υποπτεύθηκε ποτές η φαντασία σου<br />
πως θα σου γίνονταν μια μέρα<br />
Πρέβεζα ανηλεή η Λευκωσία σου.</p>
<h4><strong>ΜΑΤΙΑ</strong></h4>
<p>Στον κόσμο αυτό τα μάτια είναι,<br />
τίποτ’ άλλο δεν είναι.<br />
Όπου ομορφιά και ζωγραφιά<br />
τα μάτια έχουν τη χάρη,<br />
μάτια τον ήλιο χαίρονται<br />
και μάτια το φεγγάρι,<br />
τα μάτια σκύβουν ντροπαλά<br />
στις άσπρες τις ποδιές<br />
κι αυτά τα μάτια τα τρελλά<br />
σμίγοντας σμίγουν τις καρδιές.</p>
<h4><strong>ΧΕΙΜΩΝΑΣ</strong></h4>
<p>Λοιπόν, έτσι ή κι’ αλλοιώτικα<br />
το πέρασες το καλοκαίρι.<br />
Δεν χρειάζεται μεγάλα πράματα<br />
κ’ εσύ κοντά στους άλλους να περάσης,<br />
μεσ’ στον συνωστισμό του δρόμου,<br />
ένα καλοκαιράκι του Θεού.<br />
Όμως με τον χειμώνα τι θα γίνη<br />
που νάτος μάζεψε τα πρώτα σύγνεφά του<br />
και μήνυσε πως έρχεται;<br />
Πολλή χαρά, παιδί μου, χρειάζεσαι<br />
για να περάσης τον χειμώνα.<br />
Και δεν την έχης τη χαρά αυτήν εσύ.</p>
<h4><strong>ΕΙΝ’ ΛΙΓΟ ΝΑ ΠΡΟΣΜΕΝΗΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ</strong></h4>
<p>Είν’ λίγο να προσμένης τους βαρβάρους του Καβάφη<br />
Μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγραφή,<br />
γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου<br />
πως έστω κι’ αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια την ζωή σου.<br />
Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένης,<br />
μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένης,<br />
ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο<br />
σαν φύλλο του φθινόπωρου απ’ τον άνεμο ριγμένο<br />
και να κυτάς τριγύρω αφαιρεμένα<br />
αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,<br />
να μην αναγνωρίζης τη φωνή σου,<br />
ναχη κοπή του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου<br />
και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα,<br />
να μη βλέπης τη λύση στο χώμα,<br />
τη λύση που εμπιστεύονται και άρπουν οι απελπισμένοι,<br />
να μην ξέρης αν δεν σου είναι το ίδιο κ´ οι τάφοι ξένοι.</p>
<h4><strong>ΝΥΧΤΕΣ</strong></h4>
<p>Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου<br />
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,<br />
και θα μπορέσεις ύστερα να πας<br />
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.<br />
Όμως όταν τελειώσουν όλα<br />
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,<br />
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,<br />
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;<br />
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη<br />
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,<br />
Θα ‘σαι μονάχος.<br />
Και τότες θα λογαριαστείτε.<br />
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.<br />
Θα ‘σαι μονάχος<br />
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,<br />
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.<br />
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.<br />
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.<br />
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.</p>
<h4><strong>ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑ</strong></h4>
<p>Συγχώρεσέ με, φίλε μου,<br />
που ενώ είχαμε μαζί,<br />
σαν από κάποια συμφωνία μας μυστική,<br />
κινήσει για τη νευροπάθεια<br />
κ’ είχαμε προχωρήσει κι’ αρκετά<br />
στα σκοτεινά της μονοπάτια θαρρετά,<br />
έδειξα τόσην εγώ αστάθεια<br />
που την αποφύγα και σ’ άφησα μονάχο<br />
να γίνω οικογενειάρχης νουνεχής,<br />
ενώ να εσύ τι συνεπής<br />
έγινες πρώτης τάξεως<br />
νευροπαθής.<br />
Ντράπηκα που σ’ αντίκρυσα<br />
προχτές στον δρόμο<br />
με τον σταυρό της μοίρας της γενιάς μας<br />
στον κοκκαλιάρικο ώμο,<br />
σ´ όλη τη φόρμα σου,<br />
στο πλέριο φτάξιμό σου.<br />
Είχε το βλέμμα σου που μούρριξες<br />
μεγάλη δόση, βέβαια, θρίαμβο<br />
μα ωστόσο διάβασα με πόνο στη γωνιά του<br />
κάποιου κρυφού παράπονου τον ίαμβο,<br />
γι’ αυτό σου λέω πως ντράπηκα.<br />
Σε γέλασα, καλέ μου φίλε, και συγχώρεσέ με,<br />
αν και, για να με ειλικρινής,<br />
-μην υποθέσης που στο λέω για παρηγόρια-<br />
δεν ξέρω, αλήθεια, κι ορισμένως,<br />
ποιος απ’ τους δυο είν’ ο γελασμένος.</p>
<h4><strong>ΑΛΓΕΒΡΑ</strong></h4>
<p>Λοιπόν, τολύσες τόσο απλά<br />
το πρόβλημά σου, φίλε μου.<br />
Κι’ όσο που σκέφτομαι πως στο γυμνάσιο<br />
δεν τα κατάφερνες καθόλου στα προβλήματα.<br />
Αλήθεια πως δεν είναι τα σχολεία<br />
μα η κοινωνία που τ’ απονέμει τα βραβεία.<br />
Εγώ ο κουτός, ο πρώτος σας στις άλγεβρες,<br />
πούχα γραμμή πάρει όλα τα αριστεία,<br />
έκανα μια καταγραφή περίεργη<br />
μ’ άγνωστους χίλιους δυο<br />
που μου τα μπέρδεψαν.<br />
Ενώ τι θετικός εσύ!<br />
Ένα άγνωστο κατέγραψες μονάχα,<br />
τον κεντρικό πυρήνα της δικής μου εξισώσης,<br />
το πρώτο προαπαιτούμενο,<br />
την πέτρα του σκανδάλου.<br />
Κι ήταν το πρόβλημα σου τέτοιο, μάλιστα,<br />
που ούτε χρειαζόταν να το λύσης<br />
ως προς αυτόν τον άγνωστο.</p>
<h4><strong>ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ</strong></h4>
<p>Στην ψυχή της άγιας αδερφής μου</p>
<p>Δεν λέω Θέ μου, δεν είν’ όμορφος ο κόσμος Σου,<br />
δεν ξέρω τις δικές Σου απόψεις για το ζήτημα,<br />
δεν ξέρω αν μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση,<br />
όμως επίτρεψέ μου ταπεινά<br />
να κάνω κάποια παρατήρηση<br />
λιγάκι δημοκρατικά<br />
όπως τόσον ορθά<br />
μας έμαθαν οι πιο σοφοί συνάνθρωποί μας:<br />
Ανεξαρτήτως άλλων επιφυλάξεων<br />
κι άλλων σημείων συζητησίμων<br />
δεν δέχεται αμφισβήτηση, θαρρώ, το πως<br />
(πράμα π’ αυξάνει διηνεκώς<br />
το χρέος της θλίψης της ανθρώπινης)<br />
η σύντομη χαρά των ερχομών μας, Θέ μου,<br />
δεν είν’ ουδόλως αρκετή να ισοσταθμίση<br />
την άμετρη κι’ ατέλειωτην<br />
οδύνη των αναχωρήσεων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ 1958</strong></h3>
<h4><strong>ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ</strong></h4>
<p>Δεν ξέρω πως έγινε<br />
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ<br />
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα<br />
που να μη μπορούμε πια<br />
να πάρουμε ένα σπόγγο<br />
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα<br />
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.<br />
Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό<br />
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,<br />
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη<br />
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,<br />
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,<br />
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.<br />
Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο<br />
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί<br />
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.<br />
Όλα μπορούν να υπάρξουν,<br />
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη<br />
κι όμως εμείς δεν μπορούμε<br />
να καθήσουμε στο βράχο<br />
και να την κυτάξουμε σαν πριν<br />
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.<br />
Όλα μπορούν να υπάρξουν<br />
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε<br />
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.</p>
<h4><strong>ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΕΣ</strong></h4>
<p>Πήραν πρώτα τα μέτρα μας<br />
για να μπορούμε να φοράμε παπούτσια,<br />
για να μπορούμε να μιλάμε αναλόγως,<br />
για να μπορέσουμε να αφομοιωθούμε;<br />
Όχι.<br />
Βλέπετε, λοιπόν, τι προχειρότητες;<br />
Να πης δεν ήξεραν;<br />
Αντιθέτως, ήξεραν πολύ καλά<br />
τι ανόητα παιδιά θαπαιζαν μέσα μας,<br />
ήξεραν πολύ καλά<br />
με τι αισθήματα μας παραγέμιζαν,<br />
τι καρδιά μας κούρδιζαν.</p>
<h4><strong>ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ</strong></h4>
<p>Κουραστήκαμε να φυτεύουμε ανόητα άνθη,<br />
κουραστήκαμε να διεκδικούμε μηδαμινές καλωσύνες,<br />
να κουμπώνουμε σακκάκια,<br />
και να εκθέτουμε επιφάνειες<br />
σ’ έναν κόσμο που το φως του<br />
ικανοποιείται σ’ αυτές,<br />
που σταματά σ’ αυτές<br />
κι’ αντανακλάται μ’ ελαφρή καρδιά.<br />
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε<br />
πρέπει ν΄ανασκαφούν όλα απ’ την αρχή,<br />
πρέπει ν’ αλλάξη πολιτική ο ήλιος,<br />
πρέπει να μη γυαλίζη πια<br />
τα χρυσά κουμπιά των σακκακιών μας.</p>
<h4><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΙ</strong></h4>
<p>Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,<br />
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,<br />
από τα πόδια ως το κεφάλι,<br />
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.</p>
<p>Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,<br />
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,<br />
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα<br />
και για το τίποτα μισάμε.</p>
<p>Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση<br />
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε<br />
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι<br />
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.</p>
<p>Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,<br />
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,<br />
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα<br />
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.</p>
<p>Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.<br />
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη<br />
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα<br />
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.</p>
<p>Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,<br />
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.</p>
<h4><strong>ΜΟΙΡΑ</strong></h4>
<p>Εμπνευσμένο από στίχους του Λαπαθιώτη.</p>
<p>Τι μοίρα είχες, ψυχή μου ντελικάτη,<br />
νάχης τον στίχο μονοπάτι.<br />
Και μονοπάτι που δεν γνώρισε λειμώνα,<br />
που δεν απάντησε στον δρόμο του ανεμώνα,<br />
κι όλο γυρεύει ένα σημάδι<br />
και ψηλαφά μεσ’ στο σκοτάδι.<br />
Τι μοίρα νάχης μοίρα μαντζουράνας<br />
π’ ούτε στολίζεται ούτε ανθίζει,<br />
που αν δεν πονέση δεν μυρίζει.</p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/FduYSrzzKrE?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h4></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Έθθα σου πω</strong></h4>
<p>Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ασ σ’ αγαπώ<br />
τζ’ ας κλαίσιν τα γρουσά σου τα μματούδκια<br />
τζ’ ας βκαίννουσιμ μισά ’που τογ καμόν<br />
τα παραπονημένα σου λοούδκια.</p>
<p>Εσού ’σαι τα χαράματα του φου<br />
που μολοούσιμ* μέραν τζαι ξιφώτιν*,<br />
εγιώνι το σουρούππιασμαν. Λαλώ,<br />
μ’ όπου τζαι νάν’ η νύχτα καρτερώ την.</p>
<p>Εσού ξεπεταρούιμ που πετά<br />
τζ’ όπκοια βρεθούν ομπρός του αγαπά τα·<br />
έντζαι δικλά* ποττέ πίσω να δει,<br />
φιλιά μέ* λοβαρκάζει με μετρά τα.</p>
<p>Εγιώ ’μως λοβαρκάζω το φιλίν<br />
γιατ’ εν είμαι τζ’ εγιώ ξεπεταρούιν<br />
τζαι μεμ παραπονιέσαι τζαι κανεί,<br />
μεν τρέμει τ’ όμορφόσ σου το σειλούιν.</p>
<p>Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς<br />
τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι (ν)·<br />
εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά<br />
τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.</p>
<p>Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ας σ’ αγαπώ<br />
τζ’ ας κλαίσιν τα μματούδκια σ’ ομπροστά μου.<br />
Κάλλιον τωρά να κλάψουφ φανερά<br />
παρά να κλαίσιν ύστερις κρυφά μου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="H Δροσούλα: Αχιλλέας Λυμπουρίδης (Κύπρος)" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/G0WLt1TlHqo?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 16 Feb 2020 19:50:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12669</guid>

					<description><![CDATA[Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20/11/1927) από γονείς Θρακιώτες πρόσφυγες. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης και σπούδασε με λαμπρούς δασκάλους στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας). Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20/11/1927) από γονείς Θρακιώτες πρόσφυγες. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης και σπούδασε με λαμπρούς δασκάλους στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας). Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του σημαντικού περιοδικού Ελεύθερη γενιά (μηνιαίο περιοδικό για τις μαθητικές κοινότητες), που εξέδιδε το Υπουργείο Παιδείας. Πέθανε στα 58 του χρόνια, (16/2/1985) από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη.</p>
<h4><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<p><strong>Ποιητικές συλλογές:</strong><br />
«Ηλιοτρόπια», ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1954<br />
«Τα Χίλια Δέντρα», εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1963<br />
«Τα Χίλια Δέντρα &amp; άλλα ποιήματα (1954-1963)», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973</p>
<p><strong>Πεζογραφία:</strong><br />
«Για ένα φιλότιμο» (πεζογραφήματα, εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1964<br />
«Η σαρκοφάγος» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1971<br />
«Η μόνη κληρονομιά» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1974<br />
«Το δικό μας αίμα», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1978<br />
«Ομόνοια 1980» (φωτογραφίες: Ανδρέας Μπελιάς), εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1980<br />
«Επιτάφιος θρήνος», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980<br />
«Κοιτάσματα» (πεζά κείμενα), εκδ. Ορέστης, Αθήνα, 1981<br />
«Πολλαπλά κατάγματα», εκδ. Εστία, Αθήνα, 1981<br />
«Εφήβων και μη» (διάφορα κείμενα), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1982<br />
«Εύφλεκτη χώρα», Καθημερινή, Αθήνα, 1982<br />
«Καταπακτή», εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1982<br />
«Η πρωτεύουσα των προσφύγων», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984<br />
«Ο Πίκος και η Πίκα» (παιδικό παραμύθι), Αθήνα, 1986</p>
<p><strong>Θεατρικά έργα:</strong><br />
«Το αυγό της κότας» (θέατρο για παιδιά / εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1981</p>
<p><strong>Μεταφράσεις:</strong><br />
«Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1969<br />
«Παλατινή ανθολογία: Στράτωνος μούσα παιδική», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980</p>
<p><strong>Μελέτες &amp; άλλα κείμενα:</strong><br />
«Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», ανάτυπο από το περιοδικό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη, 1965<br />
«Τα δημοτικά μας τραγούδια», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966<br />
«Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966<br />
«Παραλογές», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1970<br />
«Καραγκιόζης, 1-3», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973<br />
«Παραμύθια του λαού μας», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973<br />
«Αλεξάνδρεια 1916: Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1984<br />
«Ο της φύσεως έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985<br />
«Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής» (συνεντεύξεις), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1996</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ (1954)</strong></h3>
<h4><strong>Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων</strong></h4>
<p>Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,<br />
«λες να ’ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,<br />
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες<br />
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.</p>
<p>Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ<br />
στην αίθουσα αναμονής, το τραίνο<br />
απ’ την Κρακόβια θα περιμένω.</p>
<p>Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν<br />
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια∙<br />
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»<br />
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.</p>
<p>Και χθες τη νύχτα</p>
<p>Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι·<br />
οι φίλοι πάντα λίγοι κι ο έρωτας,<br />
που εκτός αυτού δεν είναι πια για μας.</p>
<p>Διάβασμα μέχρι αργά· μορφές<br />
που κλείστηκαν νωρίς μες στα ρομάντζα.<br />
Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα<br />
η Φράνσι Νόλαν από το Μπρούκλιν.</p>
<p>Όμως συγκρατήθηκα πάλι<br />
και μόνο σαν πήρε να σβήνει:</p>
<p>«Φράνσι», ψιθύρισα, «Φράνσι,<br />
έλα επιτέλους και στη ζωή μου.<br />
Σε περιμένω τόσα χρόνια<br />
και σε φαντάζομαι επίμονα.<br />
Φράνσι, έχασα πια την επαφή μου<br />
με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.»</p>
<p>Τότε που έλειπα</p>
<p>Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,<br />
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.<br />
Όργια, λες, εγίναν θεία,<br />
τότε που έλειπα στους δρόμους.</p>
<p>Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια<br />
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.</p>
<p>Κάτι έχουν δει·<br />
κάτι έχουν δει και που δε λέει<br />
να πάρει τέλος, Θε μου.</p>
<p>Πια δε βαστώ.<br />
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.</p>
<h4><strong>ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ</strong></h4>
<p>Μη φοβάσαι πια<br />
την καλοκαιριάτικη βροχή<br />
τις νύχτες που ξυπνάς<br />
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.</p>
<p>Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,<br />
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.</p>
<p>Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.</p>
<h4><strong>Μ’ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ</strong></h4>
<p>Στου καφενείου τα τζάμια<br />
που έγλειφε η βροχή<br />
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου<br />
περιμένοντας:</p>
<p>Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά<br />
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή<br />
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.</p>
<p>Έλα,<br />
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,<br />
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.<br />
Του κόσμου τούτου η ερημιά,<br />
που εσένα δε σ΄ αγγίζει,<br />
έρχεται.</p>
<p>Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,<br />
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε<br />
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα<br />
πότε η βροχή θα με κυκλώνει<br />
και πότε απ’ την καρδιά<br />
το είδωλό σου θα ξανάρχεται.</p>
<p>Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά<br />
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή<br />
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">1954</p>
<h4><strong>ΤΟΝ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ</strong></h4>
<p>Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,<br />
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους<br />
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.</p>
<p>Τον Μάη που μας έρχεται<br />
σας περιμένω.</p>
<h4><strong>«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ»</strong></h4>
<p>Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής<br />
το περιστέρι.</p>
<p>Φωνές αρσενικών,<br />
χρυσές ματιές<br />
– λαμπρές δικαιολογίες.</p>
<p>Όμως και στα μαλλιά<br />
και μες στα μάτια μου<br />
πλανιούνται στην αναμονή<br />
τα μυστικά.</p>
<p>Αναμονή χωρίς<br />
«Απαγορεύεται το πτύειν»<br />
ή<br />
«Αναχωρεί το τρένο των επτά»<br />
και στο βαγόνι πάλι<br />
απαγορεύεται κι απαγορεύεται το πτύειν!</p>
<p>Το πιο σπουδαίο πράγματι<br />
σχόλιο των τοπίων.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ (1963)</strong></h3>
<h4><strong>ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ</strong></h4>
<p>Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό∙<br />
πάνε τα Χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.</p>
<p>Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,<br />
λέει πως είναι νέος, αδελφός τους.</p>
<p>Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,<br />
που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.<br />
Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.</p>
<h4><strong>ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ</strong></h4>
<p>Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.<br />
Έκλαψα-χόρτασε η ψυχή μου.<br />
Σ’ έφερα πιο κοντά.<br />
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.</p>
<p>Χαράζει τώρα στις μηλιές<br />
κείνο σου το χαμόγελο.</p>
<h4><strong>ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ</strong></h4>
<p>Κάτι ζητάει φέτος το φθινόπωρο.<br />
Σού ζήτησα μια πρόχειρη φωτογραφία.<br />
Αν όμως βρέχει απόψε, πάλι θα χαθείς.<br />
Βροχές, φωτογραφίες και φθινόπωρα.</p>
<p>Αγάπη μου,<br />
αγάπη μου χωρίς ελπίδα.</p>
<h4><strong>ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ</strong></h4>
<p>Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,<br />
όμως ποτέ τον έρωτα ΄<br />
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα,<br />
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική<br />
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.<br />
Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.</p>
<h4><strong>ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΝΙΓΜΟΣ</strong></h4>
<p>Τις νύχτες που φυσάει ο βαρδάρης<br />
και γέρνει το παράθυρο<br />
κρύβεται στη γωνιά και ψιθυρίζει.</p>
<p>Γυρνούν τα δέντρα τότε μες στον άνεμο,<br />
τα ζοφερά τοπία της αγάπης.<br />
Οι ερωτήσεις πάντα ύστερα απ’ τη μόλυνση,<br />
η αγωνία πέρα απ’ τις προθεσμίες.</p>
<p>Δεν έχει τέλος ο πνιγμός, αυτό το βύθισμα.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ</strong></h4>
<p>Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω<br />
από γραφείο σε γραφείο∙<br />
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,<br />
να κάνω υποκλίσεις.</p>
<p>Όμως το βράδυ πάλι βγήκα απ’ τη μιζέρια μου.<br />
Με γέλασαν οι φωτεινές επιγραφές,<br />
τα πρόσωπα που ανάβαν και που σβήναν.<br />
Ξέχασα την αναδουλειά, τη φαγωμάρα του σπιτιού,<br />
τους δανειστές, τους φίλους, το κυνήγημα.</p>
<h4><strong>ΜΕ ΚΥΚΛΩΝΕΙ ΑΠΟΨΕ</strong></h4>
<p>Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά∙<br />
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.<br />
Με ζώνη πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.<br />
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.<br />
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.</p>
<p>Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.</p>
<p>Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,<br />
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.</p>
<h4><strong>ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ</strong></h4>
<p>Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια<br />
– να μη με βλέπουν, αυτοί που τριγυρνούνε<br />
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.</p>
<p>Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου<br />
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.</p>
<p>Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ</strong></h4>
<p>Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.<br />
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,<br />
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.<br />
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,<br />
με τις καθημερινές, με τις επίμονες παρεμβολές του.<br />
Πυκνώνουν, δένουν μέσα στα συμπτώματα,<br />
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.</p>
<p>Κανείς – ούτε η μητέρα δε με σώζει.</p>
<h4><strong>ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΧΕΡΙΑ</strong></h4>
<p>Με τις παλάμες μου τις ένοχες στο πρόσωπο,<br />
ούτε μπορώ να κρύβομαι, ούτε και να βαδίζω.<br />
Αυτά τα άσπρα χέρια εξίσου είναι γνωστά.</p>
<p>Κι έψελνα κάποτε τις Κυριακές στην εκκλησία&#8230;<br />
Τι να ’γιναν οι τόσες προσευχές;<br />
Πού είν’ ο άγγελός μου;<br />
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;</p>
<h4><strong>Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ</strong></h4>
<p>Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν∙<br />
και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό<br />
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.</p>
<p>Κι όμως εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί,<br />
μια νύχτα του σαραντατέσσερα χορεύανε.<br />
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε∙<br />
τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφύνει.</p>
<p>Τότε πηδώντας ένα ένα τα σκαλιά<br />
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η χειροβομβίδα.</p>
<h4><strong>ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ</strong></h4>
<p>Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.<br />
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή</p>
<p>Ζήτω η Ελευθερία∙ γιατί κι αυτή καλή<br />
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα<br />
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.</p>
<p>Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.<br />
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς<br />
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.</p>
<p>Κάθε καφές κι ένα καινούριο άτομο<br />
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.</p>
<p>Και μόνο στις αργίες όταν κρύβεται<br />
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,<br />
ίσως να ξαναζεί.</p>
<h4><strong>ΟΜΙΧΛΗ ΠΕΦΤΕΙ</strong></h4>
<p>Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου∙<br />
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.</p>
<p>Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.<br />
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε∙<br />
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.</p>
<p>Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου<br />
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.</p>
<p>Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω</p>
<h4><strong>ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ</strong></h4>
<p>Οι ξένοι είναι καλοί – στο σπίτι πλήττεις.<br />
Αρρώστιες, βάσανα πολλά, το τι θα φάμε.<br />
Οι ξένοι χωρατεύουνε, γελούν πολύ μαζί σου.</p>
<p>Μα όταν έρθουν οι αρρώστιες κι οι αναδουλειές,<br />
το σπίτι αυτό το πληκτικό μένει κοντά σου.<br />
Όλοι λακίζουν, ούτε καν ρωτούν.<br />
Και δε σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,<br />
γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν.</p>
<h4><strong>ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΗΜΑ</strong></h4>
<p>Έτοιμος να χυμήξω, συσπειρώνομαι∙<br />
μαζεύομαι στο φόβο, καιροφυλακτώ.</p>
<p>Απ’ την ημέρα παραιτήθηκα νωρίς.<br />
Συμμάζεψα τις άχρηστες ομολογίες.<br />
Βάρυνα μες στην ενοχή – ωρίμασα.</p>
<p>Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο.</p>
<h4><strong>ΟΤΑΝ ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ</strong></h4>
<p>Έκλεισα το παράθυρο<br />
κι αμέσως έπεσε η νύχτα.<br />
Η μακρινή βροντή πάλι ξεχώρισε∙<br />
λύθηκαν, κόπηκαν τα ήπατά μου.</p>
<p>Κρατάω με τα δόντια τον καιρό.<br />
Βυθίζω μέσα στη μαυρίλα το μυαλό μου.</p>
<p>Ας άνοιγε η γη, ας με κατάπινε,<br />
τουλάχιστο να μη γελούν, όταν αστράφτει</p>
<h4><strong>ΥΠΟΨΙΑ</strong></h4>
<p>Γελούσαν πολύ στη γιορτή∙<br />
γελούσαν ύστερα στο δρόμο.<br />
Κάτι ψιθύρισαν στ’ αυτιά.<br />
Ωρίμασε κάτι στα μάτια.</p>
<p>Δεν έχω τίποτε απάνω μου, θαρρώ.<br />
Τίποτε απολύτως δεν το δείχνει<br />
το πυρωμένο εκείνο σίδερο,<br />
που όλο τις γιορτές με κυνηγάει<br />
και η καρδιά μου λαχταράει να μη φωνάξει.</p>
<p>Αφού γελούσαν όμως, το κατάλαβαν κι αυτοί.</p>
<h4><strong>Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ’ΡΘΕΙ</strong></h4>
<p>Δεν έχει πάλι ύπνο κι ακούει τα ρεμπέτικα<br />
και τα σκυλιά που αγαπούν τους μεθυσμένους.<br />
Έκλεισε κι ο μπακάλης που πουλάει κρασί.<br />
Στα σπίτια περιμένουν οι γυναίκες.<br />
Το τρένο πέρασε σφυρίζοντας∙ ο τελευταίος σεισμός.</p>
<p>Τ’ όνειρο που θα ’ρθει κι απόψε το φαντάζεται:<br />
Λιθογραφίες της Γενοβέφας, μυρωδιές, κρασί<br />
στο δρόμο της καρδιάς που τρίζει μες στην κούραση.<br />
Ξανθά παιδιά που πήρε ο ύπνος με τα ρούχα τους,<br />
καθώς περίμεναν τα βήματα του γυρισμού του.<br />
Και δυο μεγάλα μάτια, μάτια υπομονής, μες στο σκοτάδι</p>
<p><strong>ΠΗΓΗ: TRANSLATUM  (Βίκυ Παπαπροδρόμου)</strong></p>
<p>https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1560.0</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h2>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ</strong></h4>
<p>Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ&#8217; ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη -κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας- μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Eίχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Aνασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ&#8217; το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Mου άρεσε να τους κοιτώ, γι&#8217; αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Mε αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Mόνο καθώς βαδίζεις σ&#8217; αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν&#8217; αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ούκ εισιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ&#8217; αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Oπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Kι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρεία για μένα.<br />
Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Mπαίναν μέσα απ&#8217; το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Kάτι μου φάνηκε κάποια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να &#8216;βρεχε, προφυλάγονταν απ&#8217; το σκέπασμα αρκετά. Mα και η σαρκοφάγος φυλάγονταν απ&#8217; αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Oι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Kι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.<br />
Tο ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Oύτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα &#8216;ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.<br />
Yπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα &#8216;πρεπε να τους ενοχλεί. Kι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Tην είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Tότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Nα &#8216;ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Aλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα &#8216;πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.<br />
Aπ&#8217; αυτά κι απ&#8217; αυτά άρχισε το εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Aσφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Eπομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα &#8216;μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα &#8216;ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν και να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα &#8216;φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη -να πάρει ο διάβολος- υπόθεση και πολλοί θα &#8216;σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους να βρούνε τη λύση. Mονάχα αυτοί που θα &#8216;ξεραν απ&#8217; τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Aφροδίτης απ&#8217; τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Mπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ξαναζωντανέψω τη λάρνακα. Nα &#8216;ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ&#8217; ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.<br />
Aπάνω που ξαναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Oδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Kαι μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Tο ίδιο, άλλωστε, θα &#8216;κανε και το ζευγαράκι.<br />
Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ&#8217; την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ&#8217; το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Eίναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα από τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Mου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.</p>
<p>http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=123&#038;author_id=12</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ</strong></h4>
<p>Μπαίνοντας εκείνο το βράδυ στο δικηγορικό γραφείο του φίλου μου, με χτύπησε μια πολύ βαριά βρώμα. Μέσα, ένας γεροδεμένος μα μεγαλούτσικος στα χρόνια χωρικός κουβέντιαζε ζωηρά μαζί του για κάποια μάλλον κτηματική υπόθεση. Έμοιαζε παλιός πελάτης.</p>
<p>Κάθισα στον προθάλαμο κι άνοιξα την εφημερίδα. Όμως η ανεξήγητη βρώμα ήταν ανυπόφορη. Κοίταξα το ταβάνι, τους τοίχους, μήπως είχε σπάσει καμιά σωλήνα απ’ αυτές που κατεβάζουν τις βρωμιές, μα δε φαινόταν τίποτε. Όλα λευκά και πεντακάθαρα. Έφτασα στο σημείο να φέρω στη μύτη μου ακόμα και την εφημερίδα, που ήταν ν’ ανοίγει η καρδιά σου, σωστός μπαχτσές: μάχες, τουφεκισμοί, συλλήψεις, προδοσίες, αποκηρύξεις και φυσικά μπόλικες δηλώσεις πολιτικών αρχηγών. Ένα νέο, πάντως μας αφορούσε ιδιαίτερα: μες στη βδομάδα θα περνούσαν απ’ τους κεντρικούς δρόμους μας τους αιχμάλωτους αντάρτες, που λίγες μέρες πριν είχαν βομβαρδίσει την πόλη μας με κανόνι. Προαναγγέλλονταν άγρια αποδοκιμασία.</p>
<p>Καθώς διάβαζα αυτά, τέλειωσε μέσα η ακρόαση κι ο χωρικός βγαίνοντας σήκωσε απ’ τη μισοσκότεινη γωνιά ένα μικρό σακί που είχε εκεί αφημένο. Βρωμοκόπησε ο τόπος. Εδώ λοιπόν ήταν η πηγή της βρωμιάς. Ο φίλος δε βαστάχτηκε, τον ρώτησε για το περιεχόμενο. Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μας είπε: «είναι τα κεφάλια δυο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα έδειχνα, μα είναι τυλιγμένα σε εφημερίδες».</p>
<p>Μόλις γκρεμοτσακίστηκε, ανοίξαμε τα παράθυρα και πήραμε δρόμο. Γυρίζαμε στην παραλία πάνω κάτω σαν τρελοί. Δε μιλάγαμε καθόλου, ούτε καν κοιταζόμασταν. Ύστερα μπήκαμε σε μια ταβέρνα και γίναμε στουπί στο μεθύσι. Κερνούσε ο φίλος απ’ τα λεφτά που είχε εισπράξει προηγουμένως. Εγώ δεν έβγαζα ακόμα χρήματα, κόντευα όμως. Ήμουν φοιτητής, άνθρωπος του Μέλλοντος, όπως μας ξεγελούσαν διάφοροι σιχαμεροί και τότε.</p>
<p>https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/iwannou_kefalia.html</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ</strong></h4>
<h5>
<strong>ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΚΟΣ</strong></h5>
<p>Parallaxi 16 Φεβρουαρίου 2026</p>
<p>Η συνάντηση του λυρικού λογοτέχνη με το τραγικό μεδούλι της Θεσσαλονίκης.</p>
<p>Ο Γιώργος Ιωάννου δημιούργησε έναν λογοτεχνικό κόσμο από το μεδούλι της πόλης. Της γενέτειράς του. Της Θεσσαλονίκης. Και αυτό αποτελεί ένα τεκμήριο ή ένα εχέγγυο πως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα ήταν και είναι γνήσιο. Χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει πως προκρίνουμε το γραφικό, την γραφικότητα. Εξάλλου δεν έχει καμιά σχέση το έργο του Γιώργου Ιωάννου με γραφικότητες.</p>
<p>Και εδώ μου έρχεται κατά νουν ο στίχος «σιγανά και ταπεινά» που λέει και το νησιώτικο. «Σιγανά πατώ στην γη…», όπως και ελαφροπάτητα ήταν τα βήματά του Ιωάννου στην πόλη που διέσχισε και έκανε ποικίλες διαδρομές και στάσεις στους δρόμους, τα σοκάκια, τις πλατείες, τα καφενεία, τις ταβέρνες της πόλης. Όπως, επίσης και τις εκκλησιές της (Αχειροποίητο, Αγία Σοφία, Άγιο Δημήτριο…), το πανεπιστήμιο και τον λοιπό χώρο πέριξ όπου βρισκόταν το Εβραϊκό νεκροταφείο, τα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, το κτίριο της Φιλανθρωπικής Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, το δάσος του Σέιχ Σου…</p>
<p>Βεβαίως, όσον αφορά τα ελαφροπατήματα του Ιωάννου στην Θεσσαλονίκη θα πρέπει να πούμε πως όταν χρειάστηκε συγκρούστηκε και τα έβαλε γενναία με όσους πίστευε πως τον υπονόμευαν. Ο ίδιος ήταν παιδί του κέντρου της πόλης και, βεβαίως, παιδί ξεριζωμένων από την Ανατολική Θράκη. Ο Γιώργος Ιωάννου φρόντισε να «ρίξει» βαθιές ρίζες στην Θεσσαλονίκη, ίσως για να νιώθει λιγότερο ξεριζωμένος. Μπορεί και να ήξερε καλά πως το παρόν μπορεί να δρα επιδέξια υπονομευτικά στο όλο σώμα της πόλης και τον κόσμο της και να προδιαγράφει γι’ αυτήν ένα άδηλο μέλλον. Οπότε γι’ αυτόν ήταν απαραίτητο το σκάψιμο της Θεσσαλονίκης. Ή ακόμη και η καλλιέργεια της πόλης, η εύρεση και η συνάντηση μαζί της. Και μάλιστα μπορούμε να πούμε πως αυτό αποτέλεσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνάντηση. Και όχι μόνον γι’ αυτόν.</p>
<p>Σίγουρα, λοιπόν, το έργο του διαθέτει το απαραίτητο έρμα που στηρίζει γερά το εποικοδόμημά του. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο λογοτεχνικό του έργο, αλλά και στο λοιπό: φιλολογικό, ερευνητικό, μεταφραστικό, ομιλίες, άρθρα και επιφυλλίδες σε εφημερίδες και περιοδικά. Τίποτε απ’ αυτά που έγραφε δεν ήταν μετέωρο, στον αέρα. Έγραφε και μιλούσε με γνώση, σεβασμό, ευγένεια και ευαισθησία. Και, βεβαίως, σε όλα αυτά που προαναφέραμε υπάρχει μια εσωτερική επικοινωνία και μια αγωνία σύνθεσης. Ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Το ένα είδος δεν υπονόμευε το άλλο και δεν ένιωθες να υπάρχει κάποια διάσταση ανάμεσα στον λογοτέχνη-δημιουργό με τον φιλόλογο, μελετητή, ερευνητή.</p>
<p>Επιστρέφοντας στο λογοτεχνικό του έργο -δεν ξέρω αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε τον κυρίως κόσμο του- διαπιστώνουμε πως η γνωριμία του με τα ιστορικά χώματα της πόλης, το υπόβαθρο της και τα δικά της χρώματα, ο Ιωάννου χρωμάτιζε τις σελίδες του και απέδιδε τον διαχρονικό της ζωτικό χώρο και κόσμο. Φέρνοντάς ορισμένες φορές τα κάτω πάνω, τα παλιά στο σήμερα και σε άμεση συνομιλία. Και έτσι προδιέγραφε μπροστά στα μάτια σου και προτού εφευρεθεί το 3D μια Θεσσαλονίκη πασών των εποχών! Κάτι που ουσιαστικά δεν αποτελούσε μια κατασκευή δική του.</p>
<p>Αλλά και γιατί όχι; Ένας δημιουργός με την γενικότερη εποπτεία στο υλικό του θέματός του μπορεί να δημιουργεί και να ανακατασκευάζει τον δικό του «αποκλειστικό» κόσμο. Και ο Ιωάννου με τις γνώσεις που απέκτησε ως ερευνητής της Θεσσαλονίκης, αλλά και ως άνθρωπος που την έψαυσε, την απέδιδε και μας την παρέδιδε με ευαισθησία λυρικού συγγραφέα.</p>
<p>Έτσι δημιουργήθηκε η Θεσσαλονίκη του Ιωάννου, χωρίς να κρύβει κάτω από το… χαρτί (των βιβλίων του) τα στραβά και τα άσχημά της πόλης. Πράγματα που στενοχωρούσαν και τον ίδιο. Αντίστοιχη Θεσσαλονίκη δημιούργησε σίγουρα και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, ίσως, μπορούμε να τον αποκαλέσουμε και ως πρώτο διδάξαντα. Από αυτήν την άποψη, δεν θα ήταν άστοχο να αποκαλέσουμε και τον Ιωάννου «παιδί» του Πεντζίκη.</p>
<p>Και να δύο, σπουδαίους και μεγάλους συγγραφείς που καλλιεργούν το «εγχώριο», όσον αφορά την Θεσσαλονίκη, και όχι τα ξένα και τα… αποικιακά («Ελλάδα! Οικόπεδο και αποικία» που τραγουδά ο Διονύσης Σαββόπουλος). Και φυσικά και οι δύο, όπως και ο θεσσαλονικιός τραγουδοποιός που παρεμβλήθηκε… αυθόρμητα στην κουβέντα μας, δεν προέκριναν την γραφικότητα και δημιούργησαν έργο σημαντικό και σύγχρονο.</p>
<p>Και αν θέλουμε να ταυτίσουμε το εγχώριο με την οξυμένη και δημιουργική ταπεινότητα μοιάζει να δημιουργείται κάτι αντίστοιχο με την πυρηνική σχάση η οποία μπορεί να απελευθερώσει δημιουργικές δυνάμεις. (Φυσικά και με το ανάλογο ταλέντο).</p>
<p>Άλλωστε για να… εμβαθύνουμε περισσότερο σ’ αυτόν τον δημιουργικό πυρήνα θα πρέπει να αναρωτηθούμε: αν δεν γνωρίζεις τον δικό σου κόσμο, μπορείς να ξέρεις ή ακόμη να καταλάβεις τον ξένο; Εκτός αν καλλιέργησες τον ξένο. Οπότε αυτόν θα πρέπει να «διαπραγματευτείς», θέλοντας και μη. Φτάνει αυτό που κάνεις να αποτελεί προσωπική έκφραση και να το αγαπάς έως θανάτου! Του θανατά!</p>
<p>Το πάθος μοιάζει να μετρά σε ένα έργο και αυτό ξεχωρίζει κάποιον που γράφει για να γράφει και κάποιον που γράφει ή που δημιουργεί με πατημένα τα… γκάζια. Και ο Ιωάννου, μοιάζει να δούλεψε έτσι. Το ομολόγησε και ο ίδιος, συνδέοντάς το και με τον «πόλεμο» ή την αμφισβήτηση που δέχτηκε, λέγοντας πως έγραφε συνέχεια για να παρουσιάσει έργο. Όγκο! Γι’ αυτό σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε πως όλα του τα βιβλία είναι ισάξια. Προσωπικά, όμως, είμαι της γνώμης πως και ένα βιβλίο ή ακόμη και ένα ποίημα είναι ικανό να δώσει σε έναν λογοτέχνη τα εύσημα της δημιουργικής αθανασίας.</p>
<p>Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τον Ιωάννου που, όπως υποστηρίξαμε παλιότερα «ξεκλείδωσε» την μικρή φόρμα, το πεζογράφημα και το διήγημα για πολλούς νέους λογοτέχνες. Η δική του «κατάθεση» ήταν μια ιδιαίτερα σύγχρονη πρόταση. Μια άμεση προσέγγισης ενός θέματος. Αυτό, μάλλον, τον βοήθησε η θητεία του στην ποίηση. Τα πεζογραφήματα του ήταν μια πραγματική αποκάλυψη και αγαπήθηκαν πολύ. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Γιώργος Ιωάννου: Ο μεγάλος υπαινικτικός</p>
<p>Ο Γιώργος Ιωάννου γεννήθηκε το 1927, πέντε χρόνια μετά την μικρασιατική τραγωδία και τον ερχομό των εκτοπισμένων στην Θεσσαλονίκη, δέκα χρόνια μετά την μεγάλη πυρκαγιά που κατέκαψε το κέντρο της πόλης, εννιά χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (Α’ Παγκόσμιο) που η Θεσσαλονίκη είχε αλωθεί κατά κάποιον τρόπο από τα πολύχρωμα συμμαχικά στρατεύματα, 13 πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο (ελληνοϊταλικό πόλεμο και το έπος του ’40, γερμανική επίθεση και την τριπλή κατοχή της χώρας από Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία, τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης). Ενδιάμεσα είχαμε τον Μάη του ’36 με τους νεκρούς στον κέντρο της πόλης, ένα γεγονός που θεωρήθηκε ως πρόβα για την δικτατορία του Μεταξά που ακολούθησε. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε και την αθλιότητα του εμφυλίου και ότι προέκυψε μετά!</p>
<p>Έτσι η Θεσσαλονίκη βρισκόταν σε αναβρασμό, αν όχι σε ένα διαρκές χάος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πόλη βρισκόταν σε παρατεταμένες οδύνες τοκετού. Και εκεί μέσα, να και ο Ιωάννου να κρατά ημερολόγια και σημειώσεις σαν να ήξερε, πως θα κληθεί μια μέρα να ανασυστήσει την «ιδανική» Θεσσαλονίκη μέσα από την… κεκαυμένη και πυρόπληκτη ιστορία της, αν όχι το χάος της. Όσα έζησε στον ιδιαίτερα ταραγμένο αιώνα του.</p>
<p>Χαράς στο κουράγιο του θα έλεγε κάποιος!<br />
Ναι, θέλει μεγάλο κουράγιο να αναπαραστήσεις όλον αυτόν τον καημό των ξεριζωμένων από την Θράκη, τον Πόντο μέχρι την Καππαδοκία και τα ολοκαυτώματά τους, όπως και το αντίστοιχο των συμπολιτών του Εβραίων που το είδε να ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του. Τις αγωνίες για την εξασφάλιση του άρτου του επιούσιου εν μέσω σκληρής ναζιστικής κατοχής, ακόμη και την εμπλοκή σε επικίνδυνες δραστηριότητες κάτω από την μύτη των Γερμανών για την εξασφάλιση λίγων χρημάτων.</p>
<p>Ο Ιωάννου, λοιπόν, μοιάζει να είναι διαμορφωμένος από το τραγικό μεδούλι της πόλης και ξέρει να το διαχειρίζεται επιδέξια να ανεβάζει και να κατεβάζει τους τόνους, ακόμη και με χιούμορ και με ευρύτερο ερωτικό λόγο, κοινωνήσιμο και δραστικό μέσα σου.</p>
<p>Ο ευαίσθητος παλμογράφος της πόλης Γιώργος Ιωάννου κοίταξε την Θεσσαλονίκη κατάματα ή ακόμη κάνοντάς της υπερηχογράφημα και μαγνητική τομογραφία. Τα αποτελέσματά των εξετάσεών του αυτών προέκυψαν για μας ως ένα επίτευγμα δόξας λυρικής και συγχρόνως τραγικής, ως ένα δελτίο λογοτεχνικής δεινότητας και ευρύτερης γνώσης. Και εδώ συναντιούνται η λυρικότητα και η τραγικότητα του λόγου του Γιώργου Ιωάννου που δεν είναι λόγος κούφιος.</p>
<p>Ένας γόνος ξεριζωμένων που ρίζωσε από «ένα φιλότιμο» για πάντα στην καρδιά της πόλης, των πολιτών της και όσων θέλουν να την ακουμπήσουν. Να νιώσουν και την δική του γνήσια λογοτεχνική φλόγα και φλέβα που μετέτρεψε την κληρονομιά της και το μεδούλι της σε ένα ανεπανάληπτο προσωπικό λογοτεχνικό αφήγημα. Ή και το αντίστροφο!</p>
<p>Σήμερα επέτειο του θανάτου στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 τον ευχαριστούμε για όσα έκανε για την Θεσσαλονίκη, για την λογοτεχνία, για μας!</p>
<p>*Ο Στέλιος Κούκος γεννήθηκε στη Λευκωσία και ζει στη Θεσσαλονίκη.<br />
Σπούδασε Δημόσιο Δίκαιο και Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Πράος έρως» και «Ζώον Θαλασσινόν» και το βιβλίο «Ωριμάζει μέσα μου ο Παπαδιαμάντης». . Διαβάστε περισσότερα εδώ: https://parallaximag.gr/prosopa/giorgos-ioannoy-i-synantisi-toy-lyrikoy-logotechni-me-to-tragiko-medoyli-tis-thessalonikis</p>
<h5><strong>ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΚΟΣ</strong></h5>
<p>ΑΝΤΙΦΩΝΟ 5/2/ 2024</p>
<p>Είναι ξεπερασμένος ο Γιώργος Ιωάννου;</p>
<p>Ίσως! (Αλλά αυτό πρόκειται για υπόθεση εργασίας για να πάμε παρακάτω). Ξεπερασμένος, όμως, γιατί; Και αν αυτό αφορά την φόρμα… εργασίας του, δηλαδή το διήγημα, το πεζογράφημα, όπως το αποκαλεί ο ίδιος, σίγουρα όχι! Γιατί έχουμε και σήμερα εξαιρετικές ανάλογες δημιουργίες στο λογοτεχνικό αυτό… καλούπι. Και ως προς αυτό, μάλλον, θα μπορούσαν κάποιοι να ισχυριστούν πως ήδη έχουν προσπεράσει τον Ιωάννου!</p>
<p>Και αν αυτό ισχύει, είναι αρκετό για να πούμε άπαξ και διά παντός πως έχει ξεπεραστεί; Προσωπικά δεν το νομίζω και αυτό δεν είναι υπόθεση εργασίας. Αλλά αυτό θα πρέπει να το πω στο τέλος αν τελικά… συμφωνήσω και με τα λοιπά που θα παραθέσω! (Ευτυχώς που δεν είμαι ούτε κριτικός ούτε φιλόλογος και μπορώ δια του τρόπου του μεθοδολογικού αναρχισμού του Φέγεραπεντ να λέω και μια κουβέντα παραπάνω. Τι μια κουβέντα! Και έτσι να χαιρόμαστε και το γράψιμο και ελπίζω και εσείς την ανάγνωση! Προχωράμε…).</p>
<p>Μένει να εξετάσουμε τις εντάσεις στο έργο του, και γενικά το πλήρες φορτίο και φόρτωμα που κουβαλά μέσα του για να είναι συγχρόνως εύπλαστο, στιβαρό και, βεβαίως, άμεσο όπως πρέπει να είναι το διήγημα, και οπωσδήποτε ένα σύγχρονο ποίημα.</p>
<p>Πράγματι, υπάρχουν σήμερα κάποιοι διηγηματογράφοι οι οποίοι εξέλιξαν το είδος. Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, δεν θα αρνιόντουσαν πως πράγματι «πάτησαν» στον Γιώργο Ιωάννου και κάποιοι άλλοι μπορεί και όχι. (Οι τελευταίοι, ίσως, και να ισχυριστούν πως πάτησαν τον Ιωάννου. Λέμε τώρα)!</p>
<p>Όπως και να έχει η εντύπωσή μου είναι πως δύσκολα μπορούμε να βγάλουμε τον Ιωάννου από την μέση και πως φίλοι και εχθροί πέρασαν διά μέσου του έργου του.</p>
<p>Η μικρή φόρμα, το διήγημα, έμοιαζε στα χέριά του ως ένα τέλειο και σχεδόν πρωτότυπο «εργαλείο» κι ας μην ήταν καθόλου πρωτότυπο. Προφανώς, όμως, δεν ήταν η φόρμα που του έδινε λάμψη, αλλά ο ίδιος έδωσε λάμψη και νέα ζωή στην φόρμα αυτή! Η προσωπική του χρήση, η δική του «εκμετάλλευσή» της. Ο ευρύτερος κόσμος του. Εσωτερικός και εξωτερικός!</p>
<p>Παράλληλα, όμως, έδωσε αμέσως δυνατότητες και εχέγγυα σε όσους… πεζογραφούσαν ή θα πεζογραφούσαν στο μέλλον, να επιλέξουν το διήγημα χωρίς καμία ενοχοποίηση, ότι ασχολούνταν με ένα «σχήμα» ξεπερασμένο. Να υπενθυμίσω πως το λογοτέχνημα αυτό αποκλήθηκε και ως αγώνισμα δρόμου μικρών αποστάσεων σε σχέση με το ανοικονόμητο και μεγάλων αποστάσεων μυθιστόρημα!</p>
<p>Πάντως, πέραν από σχήματα και φόρμες το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση. Και ο Γιώργος Ιωάννου ήταν σταθμός. Ανάμεσα σε παλαιότερους και νεώτερους! Και μάλλον και κόμβος και κομβικό σημείο στην πεζογραφία μας!</p>
<p>Πάμε τώρα να δούμε αν έχει κάποια βάση το ερώτημά, αν δηλαδή ο Γ. Ιωάννου είναι ξεπερασμένος. Δίλημμα που δεν το δημιούργησα και ούτε πρόκειται για υπόθεση εργασίας, αλλά άκουσα μερικούς να το υποστηρίζουν!</p>
<p>Αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, πως προκύπτει μέσα από το ίδιο του το έργο. Ότι δηλαδή ορισμένες φορές είναι άνισο. Άνισο… ποιητικά ως προς τις εντάσεις, το φόρτωμα που αναφέραμε πιο πάνω. Και με μια… οπισθοβασία θα ήθελα να ξαναδούμε την φόρμα αυτή με ένα άλλο χαρακτηριστικό της την ποιητική της συγκρότηση.</p>
<p>Μην παραξενεύεστε, για την αναφορά σε «ποιητική συγκρότηση» γιατί παρ’ όλο που το διήγημα αποτελεί μία ακραιφνώς πεζογραφική εργασία και… άθλημα ενίοτε και πραγματικός άθλος, εντούτοις δεν μπορεί να σταθεί αν ο λόγος του δεν είναι συμπυκνωμένος. Ήτοι ποιητικός! Αυτό αποδεικνύουν και οι νεότεροι μάστορες του είδους! Και για όσους ήδη έχουν εκνευριστεί και θέλουν να εγκαταλείψουν την ανάγνωση θα ήθελα να τους αναφέρω τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, αλλά και τον παλαιότερα αδικημένο Γεώργιο Βιζυηνό. Ποιητές δεν είναι;</p>
<p>Αλλά πέρα από τον «ποιητικό», τον συμπυκνωμένο λόγο με τον οποίο στοιχειοθετείται, πλέον, ένα διήγημα είναι και κάτι άλλο το οποίο το κάνει… ποίημα. Και αυτό είναι η σύλληψή του. Αυτό νιώθω πολλές φορές. Ότι, δηλαδή, συλλαμβάνεται άμεσα και αποδίδονται τοιουτοτρόπως δίκην ποιήματος. Ή τουλάχιστον, έτσι μας το παρουσιάζει περίτεχνα ο επιδέξιος ποιητής της λογοτεχνικής αυτής φόρμας.</p>
<p>Να αναφέρουμε, επίσης, πως και ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης και ο Ιωάννου έγραψαν και ίδιοι ποιήματα. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, μάλιστα, είχε πει για τον Ιωάννου πως εγκατέλειψε την ποίηση για να αφοσιωθεί με ένα κατώτερο είδος, το διήγημα. Είναι κατώτερο είδος το διήγημα ή εν γένει η πεζογραφία; Αυτό είναι άλλο θέμα…</p>
<p>Ο Ιωάννου, πάντως, μοιάζει να τίμησε το είδος και ίσως μπορούμε να ισχυριστούμε πως το επανίδρυσε με όρους σύγχρονους και μάλιστα αστικούς. Δεν έχω υπόψη εάν έχει κατηγορηθεί επί… ηθογραφία, δίκην παπαδιαμαντικής αναψηλάφησης. Είναι, όμως, ευρέως γνωστό, ότι από τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη το έργο του Ιωάννου χαρακτηρίστηκε ως επαρχιακή λογοτεχνία! Κάτι, βεβαίως, που δεν νομίζω πως έγινε κοινά αποδεκτό.</p>
<p>Πάντως, όπως και να το κάνουμε, μοιάζει πως ο Ιωάννου έλαβε μια αναβάθμιση σε σχέση με τον Παπαδιαμάντη, αφού δεν αναφέρθηκε ο όρος ηθογραφία. Όρος που χρησιμοποιείται στα όρια της συσχέτισης ή και της ταύτισης με την λαογραφία και τις ποικίλες έωλες προσπάθειες διάσωσης, ανάδειξης, αν όχι ανασύστασης παρωχημένων εποχών!</p>
<p>Κάτι που ούτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ούτε ο Γιώργος Ιωάννου θα αποδέχονταν. (Και δεν αντέχω να μην το πω, πολύ περισσότερο ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης)! Και ίσως κάποιος από τους προαναφερόμενους θα μπορούσε να πει, άνετα, εκ μέρους τους, πως «οι γραφικοί ας μας λένε γραφικούς». Και πράγματι αυτό συμβαίνει! Γραφικοί, δήθεν εκσυγχρονιστές μέχρι αποπληξίας!</p>
<p>Η λογοτεχνική πεζογραφική κατάθεση του Θεσσαλονικιού, αλλά και ανατολικοθρακιώτη λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σε καμιά περίπτωση ούτε ως ηθογραφία ούτε ως επαρχιακή και ας περιέχεται μέσα της και όλος ο καημός της προσφυγιάς των ανθρώπων των αλησμόνητων πατρίδων της μικρασιατικής τραγωδίας.</p>
<p>Και φυσικά μέσα στο έργο του υπάρχει και λειτουργεί και όλος ο λοιπός κόσμος της Θεσσαλονίκης, αστικός και λαϊκός, ντόπιοι και λοιποί ξενομερίτες, μέσα στον οποίο και ο ίδιος ανδρώθηκε. Έτσι και αυτός περιέχει μέσα του όλο τον κόσμο της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας! Όλον αυτόν τον διαταραγμένο κόσμο (της προσφυγιάς, του β’ παγκοσμίου πολέμου και της γερμανικής κατοχής, του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής εποχής) που είδε μπρος στα μάτια του να αναπτύσσεται, να εκτυλίσσεται, αλλά και με ποικίλες αναφορές στην προηγούμενη ιστορία της περιοχής και της όλης πατρίδας.</p>
<p>Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει και η μεγάλη τραγωδία που έπληξε την Θεσσαλονίκη. Αναφέρομαι στον απάνθρωπο ολοκληρωτικό, σχεδόν, αφανισμό από τους ναζί της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Θλιβερά πράγματα και βεβαίως σε καμιά περίπτωση επαρχιακά!</p>
<p>Έτσι, ανάμεσα στο έργο του Ιωάννου εμπεριέχονται δύο ολοκαυτώματα, των Ελλήνων της Ιωνίας και των Εβραίων της Θεσσαλονίκης (ως τοπικό έγκλημα ανάμεσα στο ευρύτερο ναζιστικό υπερέγκλημα) τα οποία έχουν οικουμενικές διαστάσεις.</p>
<p>Και όλα αυτά τα συλλαμβάνει, τα καταγράφει και τα αποδίδει η ποιητική ευαισθησία, η ρώμη της καρδιάς του Γιώργου Ιωάννου. Δεν θα μας πείραζε αν ήταν και χωριάτικη ή επαρχιακή! Σημασία έχει να είναι ποιητική! Και στην περίπτωση των ολοκαυτωμάτων που αναφέραμε ο θεσσαλονικιός λογοτέχνης συνθέτει τις τραγωδίες του καιρού του. Κάτι, βεβαίως, που του έχει αναγνωριστεί έμμεσα πλην σαφώς, αφού μοιάζει πως και ο ίδιος όχι μόνον περιέχει όλον αυτό τον καημό, αλλά και περιέχεται!</p>
<p>Και ήδη φτάσαμε στο… βαθύ περιεχόμενο του κόσμου του Γιώργου Ιωάννου που, σίγουρα, δεν εξαντλείται σ’ αυτό, αφού υπάρχουν τόσα και τόσα άλλα· και βεβαίως, δεν απουσιάζει και η Αθήνα από το έργο του, όπως και πράγματα πολύ πιο προσωπικά, εσωτερικά του παρόντος και μέλλοντος κόσμου που τα ψηλάφησε και μας άφησε τα αισθήματα και τις μαρτυρίες του!</p>
<p>Πράγματα και καταστάσεις που και οι ίδιες οι φόρμες και τα… λοιπά δοχεία υποδοχής του ανθρώπινου λόγου κι αυτά δοκιμάζονται! Ιδιαίτερα στα χέρια επιδέξιων χειριστών και κυρίως ιδιαίτερα ευαίσθητων δημιουργών. Ποιητών! Ένας εξ αυτών είναι και ο Ιωάννου.</p>
<p>Έτσι, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και σε… αδειανά πουκάμισα, μοιάζει να ξεχειλίζει η αδήριτη προσωπική έκφραση, η ίδια η ζωή, ο πόνος, η τραγωδία, το ολοκαύτωμα (βάναυσο εξωτερικό ή εσωτερικό, ερωτικό), πράγμα που μας κάνει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην πλήρη και ακραιφνή τήρηση της «νομιμότητας» στην χρήση οποιασδήποτε φόρμας!</p>
<p>Και σίγουρα η φόρμα με την οποία ο Ιωάννου περνά από την ποίηση στην πεζογραφία ήταν πράγματι μοντέρνα και η αμεσότητά της καταλυτική. Και μακάρι οι σύγχρονοι πεζογράφοι να τον ξεπεράσουν. Άλλωστε αυτό κι αν είναι… ολυμπιακό άθλημα και όπως γνωρίζετε οι θεατές, στην περίπτωσή μας οι αναγνώστες, πάντα αναμένουν την κατάρριψη των ρεκόρ και να πιστοποιήσουν ότι κάποιος υπερέχει ή δεν υπερέχει κάποιου παλαιότερου πρωταθλητή.</p>
<p>Και ο Γιώργος Ιωάννου αποτελεί συγχρόνως και αφετηρία, αλλά και μέτρο σύγκρισης! Κι’ αυτό δεν τον κάνει ξεπερασμένο, αλλά μας ξεπερνά!</p>
<p>Αιώνιά του η μνήμη!</p>
<p>Και χαίρε αεί, πάντα και εις αιώνας!</p>
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="9AboMm2ZLm"><p><a href="https://antifono.gr/einai-xeperasmenos-o-giorgos-ioannou/"> Είναι ξεπερασμένος ο Γιώργος Ιωάννου;</a></p></blockquote>
<p><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220; Είναι ξεπερασμένος ο Γιώργος Ιωάννου;&#8221; &#8212; Αντίφωνο" src="https://antifono.gr/einai-xeperasmenos-o-giorgos-ioannou/embed/#?secret=MfK8ie3E1B#?secret=9AboMm2ZLm" data-secret="9AboMm2ZLm" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<h5><strong>ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΚΟΣ</strong></h5>
<p>Μνήμη Γιώργου Ιωάννου: Πολλαπλά σπαράγματα ψυχών!<br />
16 Φεβρουαρίου 2023</p>
<blockquote class="wp-embedded-content" data-secret="QcME6gkpSY"><p><a href="https://www.pemptousia.gr/2023/02/mnimi-giorgou-ioannou-pollapla-sparagmata-psichon/">Μνήμη Γιώργου Ιωάννου: Πολλαπλά σπαράγματα ψυχών!</a></p></blockquote>
<p><iframe class="wp-embedded-content" sandbox="allow-scripts" security="restricted" title="&#8220;Μνήμη Γιώργου Ιωάννου: Πολλαπλά σπαράγματα ψυχών!&#8221; &#8212; Πεμπτουσία" src="https://www.pemptousia.gr/2023/02/mnimi-giorgou-ioannou-pollapla-sparagmata-psichon/embed/#?secret=QcME6gkpSY" data-secret="QcME6gkpSY" width="600" height="338" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no"></iframe></p>
<p>Ο Γιώργος Ιωάννου είναι ο μέγας σπαρακτικός της Θεσσαλονίκης! (Γιατί όχι και της ελληνικής λογοτεχνίας)! Με τον ίδιο σπαραγμό θρήνησε εντέχνως και διά γραπτού λόγου τον οικογενειακό, συγγενικό και λοιπό ξεριζωμένο κόσμο της Ανατολικής Θράκης, όπως και αυτόν της Ιωνίας του 1922 και της ανταλλαγής των πληθυσμών που ακολούθησε.</p>
<p>Το ίδιο σπαρακτικός, όμως, και θρηνητικός, και μάλιστα όσο κανένας άλλος, ήταν και για τους συμπατριώτες του Θεσσαλονικιούς Εβραίους. Άλλωστε, τον άδικο χαμό τους τον έζησε ως αυτόπτης μάρτυρας!</p>
<p>Ξεχωριστά κεφάλαια αποτελούν και οι σπαρακτικές αναφορές του σε επεισόδια κατά την βαριά και οδυνηρή ατμόσφαιρα των χρόνων της γερμανικής κατοχής. Και, σίγουρα, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τις αναφορές του και αντίστοιχα επεισόδια από γεγονότα του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου.</p>
<p>Και να που μπροστά μας να ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του η τραγική Θεσσαλονίκη και η ίδια η Ελλάδα που υποφέρει, υπομένει, αντιστέκεται, αγωνίζεται, αλληλοσπαράζεται!</p>
<p>Όλο, λοιπόν, το έργο του αποτελείται από σπαράγματα (εδώ με την αρχαιολογική σημασία) ανθρώπινων σπαραγμών, θρηνητικών, αλλά και αποκαλυπτικών για την ανθρώπινη φύση καταστάσεων, ενίοτε μάλιστα και Αποκαλυπτικών διαστάσεων. Και σίγουρα, χωρίς να γίνεται μονομανής. Εξάλλου, το βαθύτερο ερωτικό στοιχείο του είναι αυτό το οποίο διέπει, συνδέει, συγκροτεί και ενοποιεί τον ευρύτερο λογοτεχνικό του κόσμο.</p>
<p>Αλλά εκείνο το οποίο δεν σε αφήνει να «ησυχάσεις» και να «απολαύσεις» χωρίς οδύνη και απόγνωση την γραφή του είναι ο ξεριζωμός, ο καημός της προσφυγιάς, οι αναφορές στους βαναυσοχαμένους Εβραίους -δυο κόσμοι συγγενικοί, τελικά, λόγω του μαρτυρίου και του ολοκαυτώματος που έζησαν. (Μήπως, όμως, η τέχνη της γραφής του είναι αυτή η οποία μας εισάγει είτε ανεπαισθήτως είτε σκοπίμως σ’ αυτήν την βαρύθυμη, αποκαρδιωτική μέχρι απογνώσεως ατμόσφαιρα η οποία δένει και με το ομιχλώδες τοπίο της πόλης, -την Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου);</p>
<p>Αξιοσημείωτη είναι και η δυνατότητα, η ευχέρεια του να προσωποποιεί και να συνομιλεί με το τοπίο, την ίδια την πόλη, τις πλατείες ή τα κτίριά της αποδίδοντας σε μας την ιστορία τους και κυρίως την εσωτερική τους διάσταση και ζωή. Την ίδιά τους την ζωή. Μεγαλειώδη, αλλά και ταραχώδη και σπαραχτική.</p>
<p>Φαίνεται πως ο Ιωάννου δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τον πόνο, γιατί τον κουβαλά μέσα του. Μέσα από τις διηγήσεις των ξεριζωμένων συγγενών του, από αυτά που είδε οφθαλμοφανώς ή ψηλάφισε, παραδίδει σε μας ως μάρτυρας και ενδιάμεσος τα σπαρακτικά πεζογράφηματά του. Μάρτυρας και ο ίδιος (εδώ με την έννοια αυτού που βίωσε στο πετσί του το μαρτύριο), αλλά ίσως και εξ «αντανακλάσεως» και μετοχής στον πόνο και τον κόπο των άλλων, λόγω της ιδιαίτερης ευαισθησίας του. Όπως και να έχει αποτελεί ο ίδιος έναν αψευδή μάρτυρα των μαρτυρίων που οίδε, που γνώρισε!</p>
<p>Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας δεν φοβήθηκε να γίνει και ο ίδιος ολοκαύτωμα για να μαρτυρήσει ό,τι πραγματικά είδε και οίδε στον καιρό του. Την ίδια ώρα, μάλιστα, που κάποιος άλλος συνάδελφος του λογοτέχνης είχε πει, πως «σιγά μην κάψω τα τζιέρια μου» -για να γράψει σημαντικό έργο. Και δυστυχώς δεν έγραψε!</p>
<p>Έτσι, και όταν, ο Ιωάννου, γράφει ή μιλά για τον ευρύτερο κόσμο της πόλης δεν διστάζει να προτάξει ή να έχει ως άξονα και έρμα, και όλα τα πάθια που σημάδεψαν μέχρι του μυελού των οστών των ανθρώπων της Θεσσαλονίκης, αλλά ακόμη και του μυελού των… χωμάτων της γενέτειρας πόλης. Και δεν αναφέρομαι τυχαία στα χώματα της, αφού και γι’ αυτά έγραψε, σε σχέση μάλιστα και με τα κοιμητήρια τα οποία θα αποδέχονταν κάποια μέρα το σώμα του. Πράγμα που συνέβη, αναπάντεχα, σαν σήμερα στις 16 Φεβρουαρίου του 1985. Την ίδια χρονιά που η Θεσσαλονίκη γιόρταζε τα 2.300 χρόνια από την ίδρυσή της.</p>
<p>Και το τελευταίο του βιβλίο, η «Πρωτεύουσα των προσφύγων» που κυκλοφόρησε σχετικά κοντά με την κοίμησή του έμοιαζε να αποτελεί μία ακόμη δυνατή και σπαρακτική μαρτυρία!</p>
<p>Οι αναφορές του στον σπαρακτικό κόσμο της «Πρωτεύουσας των προσφύγων», της «Πρωτεύουσας του ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων» παρεισφρέουν στα πεζά και τις ομιλίες του χωρίς να εξωραΐζει τις καταστάσεις και να αποδιώχνει ή να εξοβελίζει ως διά μαγείας τον ανθρώπινο πόνο μέσα από το συλλογικό γίγνεσθαι. Ακόμη, και αν πρόκειται για πολύ σκληρές μαρτυρίες, όπως το μαρτύριο των μητέρων που θυσίασαν τα βρέφη τους για να διαβούν οι υπόλοιποι άνθρωποι απαρατήρητοι μέσα από του λύκου και του χάρου τα δόντια, του τουρκικού γενοκτονικού απανθρωπισμού.</p>
<p>Μια διαχείριση ενός κρίσιμου υλικού από τον συγγραφέα που μοιάζει να είναι το συνεχές, ανεξάντλητο και απαραίτητο έρμα το οποίο κρατά το καράβι επί πτερύγων θαλάσσης που βεβαίως, θα πρέπει να αυξομειώνεται για να πετύχει του σκοπού του εν μέσω των ποικίλων κλυδωνισμών. Έτσι, δημιουργεί ο Ιωάννου την κιβωτό της μνήμης όλων των ξεριζωμένων, των Εβραίων, των λοιπών διωγμένων και ταλαιπωρημένων. Μια κιβωτό που ορισμένες φορές μετατρέπεται σε κιβούρι, φέρετρο, αλλά δεν φαίνεται να τον τρομάζει, αφού πρέπει να πει, να αποδώσει και να διασώσει την σπαρακτική μνήμη.</p>
<p>***</p>
<p>Δι’ ελέου και φόβου, λοιπόν, πρέπει να πορευτεί ο συγγραφέας με το απαραίτητο πάντα έρμα που ως γνωστό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και για τα αερόστατα. Το ίδιο υλικό χρησιμοποιεί ο Ιωάννου για να απογειώσει την Θεσσαλονίκη με την οποία ταυτίστηκε. Μια αποθέωση που δεν κρύβει ή φοβάται τον πραγματικό, ιστορικό κόσμο. Ή αλλιώς γράφει την δική του ιστορία με τα πιο πρόχειρα, αλλά και πιο σημαντικά υλικά που είναι ο ίδιος ο πόνος των ανθρώπων που υφίστανται την ιστορία και τις συνέπειές της.</p>
<p>Ελαύνει, λοιπόν και περπατά τόσο στην γενέτειρα του όσο και στην Αθήνα που έζησε αρκετά χρόνια όσο και σε κάθε σημείο που τον «έφερε» η ζωή -ακόμη και στην Αφρική ως καθηγητή- με το έρμα που συνέλεξε και όχι ανερμάτιστος! Ζυγιάζοντας, έτσι, τα βήματά του, την ζωή των λοιπών ανθρώπων, της πόλης και της πατρίδας του.</p>
<p>Η νοσταλγία της αλησμόνητης πατρίδας, ο καημός της προσφυγιάς και η αγωνία των ξεριζωμένων να ρίξουν βαθιές ρίζες στα νέα χώματα της ελεύθερης πατρίδας δεν θυσιάζεται από τον γόνο των ξεριζωμένων και παιδί της Θεσσαλονίκης για να εμφανιστεί ως ένας βέρος Θεσσαλονικιός.</p>
<p>Κι ας ζει ανάλογα στην πόλη και στον κόσμο με περισσή ευθύνη απέναντί της, πράγμα που δεν είχαν ή και δεν έχουν βέροι ντόπιοι, χωρίς καμιά προσφορά και ουσιαστική αγωνία για τον τόπο τους, τα ιστορικά χώματα της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας. Και έτσι από το πολύτιμο αποθησαύρισμα του χρόνου, δηλαδή το πολύτιμο έρμα, προτιμούν την σαβούρα την άλλη ονομασία του έρματος η οποία, όμως, χρησιμοποιείται και με αρνητική και εντελώς απαξιωτική έννοια.</p>
<p>Διά της γραφής και το λόγου του Γιώργου Ιωάννου επισκεπτόμαστε την ταραχώδη Θεσσαλονίκη του καιρού του, ενώ δεν αγνοεί και δεν παραλείπει να μιλήσει και για την αρχαία, την βυζαντινή, την τουρκοκρατούμενη, όπως και τον Μακεδονικό αγώνα.</p>
<p>Ο ίδιος και το έργο του αποτελούν ένα ιδιαίτερα πολύτιμο κρατήρα δυνατού οίνου στον οποίο η λογοτεχνία είναι αναμεμιγμένη με την ιστορία και την παράδοση των ξεριζωμένων και του τόπου. Και ιδιαίτερα με τις πιο ζωντανές εκδοχές τους που είναι οι ζωντανές και σπαρακτικές μαρτυρίες των ανθρώπων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ</strong></h5>
<p>Γιῶργος Ἰωάννου: Στοιχεῖα προσωπογραφίας*</p>
<p>Στίς «Μνῆμες ἑταίρων», πού καθιέρωσε ἡ Ἑταιρεία Συγγραφέων, δόθηκε ἀπό τήν πρώτη στιγμή προτεραιότητα στό πρόσωπο τῶν ἐκλιπόντων.[1] Εἶναι φανερό πώς ἔτσι οἱ ὁμηλητές ἐπιθυμοῦσαν νά ἀνακαλέσουν κυρίως ὅ,τι χάθηκε, τή ζεστή ἀνθρώπινη παρουσία, καί ὄχι νά κάνουν ἀναλύσεις ἔργων πού ἄλλωστε θά ἦταν δύσκολο νά χωρέσουν στά πλαίσια σύντομων ὁμιλιῶν. Υἱοθετώντας τό πνεῦμα αὐτό κάπως ἀκραῖα, θά ἤθελα νά δώσω ἀπόψε μερικά στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπογραφία τοῦ Γιώργο Ἰωάννου -τοῦ λογοτέχνη πού χάθηκε στίς 16 τοῦ Φλεβάρη τῆς περασμένης χρονιᾶς.</p>
<p>Ἀλλά πρίν νά προχωρήσω, ἴσως χρειάζεται νά πῶ δυό λόγια πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Ἔξω ἀπό τήν ἀναπόληση τοῦ ἄνθρωπου, ὅπως τό καλεῖ τώρα ἡ ὥρα, τί νόημα ἔχουν ἄλλα εἰδικότερα στοιχεῖα τῆς προσωπογραφίας του; Ξέρουμε ὅτι συχνά οἱ βιογραφίες τῶν λογοτεχνῶν ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἔργου τους. Καί ξέρουμε πώς στίς μέρες μας θεωροῦμε αὐτές τίς ἑρμηνεῖες ὅλο καί περισσότερο ἀφερέγγυες. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέ θά ᾿ταν ἄσκοπο νά πῶ ὅτι τά παρακάτω δέν ἔχουν πρόθεση νά φωτίσουν τό ἔργο τοῦ Ἰωάννου ἀπό καμιά πλευρά, οὔτε βέβαια ἔχουν προκύψει ἀπό τή μελέτη τοῦ δοσμένου ἔργο του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος εἶναι γνωστό πώς ὑπάρχει ἔντονο ἐνδιαφέρον γιά τό πρόσωπο ὅσων ξεχώρισαν στό δημόσιο στίβο. Δέν ξέρω ποιά εἶναι ἡ αἰτία ἀκριβῶς. Θέλω νά πιστεύω ὅμως πώς δέν εἶναι ἀποτέλεσμα νοσηρῆς περιέργειας ἤ δέν εἶναι μόνο. Τί μᾶς κάνει λ.χ. νά ζητοῦμε τόσο ἐπίμονα τήν εἰκονογραφία τοῦ Α. Κάλβου; Ἴσως εἶναι, μεταξύ ἄλλων, ἡ ἐνοχλητική ἀμηχανία πού αἰσθανόμαστε μπροστά στίς ἄγνωστες πτυχές προσώπων καί πραγμάτων τά ὁποῖα ἀπό ὁρισμένη ἄποψη μᾶς ἀφοροῦν. Ἀνεξάρτητα ὡστόσο ἀπ᾿ αὐτό, γνωρίζουμε ὅτι στό παρελθόν ἡ ἔλλειψη πληροφοριῶν ἀπό πρῶτο χέρι ἐπέτρεψε, ὅπως π.χ. στήν περίπτωση τοῦ Καβάφη καί τοῦ Καρυωτάκη, νά κυκλοφορήσουν ἀβάσιμες φῆμες. Εἶναι προτιμότερο ἔτσι, ἄν πρόκειται νά γίνει κάποτε λόγος γιά τό ἄτομο ἑνός συγγραφέα, νά ὑπάρχουν πληροφορίες τέτοιες ὥστε νά μήν εἶναι εὔκολη ἡ αὐθαίρετη ἀναφορά στό πρόσωπό του. Εἶναι καλύτερα νά δίνουμε ἔγκαιρα μερικά στοιχεῖα γιά τούς λογοτέχνες παρά ν᾿ ἀφήνουμε τή δουλειά αὐτή νά τήν κάνει ἡ φαντασία τῶν μεταγενέστερων.</p>
<p>Ἴσως ὅμως μακρηγόρησα καί θά πρέπει νά περάσω στό συγκεκριμένο θέμα.</p>
<p>Ὁ Γιῶργος Ἰωάννου, πρωτότοκος γιός προσφυγικῆς οἰκογένειας ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη, γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη τό 1927 στίς 20 τοῦ Νοέμβρη. Σέ ὥριμη ἡλικία εἶχε μέτριο ἀνάστημα καί σωματικό τύπο μᾶλλον πληθωρικό. Μελαχρινός, μέ φυσιογνωμία ἁδρή, εἶχε γκρίζα ἐκφραστικά μάτια καί μαῦρα σγουρά μαλλιά. Τό βάδισμά του ἦταν βαρύ καί κάπως ἀργό, ἀρκετά χαρακτηριστικό γιά ὅσους τόν ἤξεραν ὥστε νά τό ἀναγνωρίζουν ἀπό μακριά. Ντυνόταν ἁπλά, δίχως ἐπιτήδευση, μέ κοστούμι συνήθως σκοῦρο, χωρίς ν᾿ ἀκολουθεῖ τήν ἑκάστοτε μόδα. Ἔτσι δέ φόρεσε π.χ., ὅταν ἦταν τοῦ συρμοῦ, παντελόνι καμπάναα, δέν ἄφησε μακριά μαλλιά, φαβορίτες, κ.λπ. Ἡ φωνή του λίγο βαθιά παρουσίαζε σπασίματα κατά τρόπο πού ὡς σύνολο ἀνταποκρινόταν στόν τύπο τῆς φωνῆς πού ὀνομάζει ὁ λαός «κατσαρή». Στήν ὁμιλία του ὑπῆρχε ἕνα ἰδιότυπο «τίκ», κάτι σάν ἐλαφρό φτάρνισμα, πού ἐκδηλωνόταν ἀκανόνιστα. Φαίνεται ὅμως πώς δέν ἦταν ὁλωσδιόλου ἀνεξέλεγκτο, γιατί σέ μερικές δημόσιες ὁμιλίες του δέν γινόταν αἰσθητό. Γνώρισμα ἐπίσης τῆς ὁμιλίας του ἦταν ὅτι ἔσερνε συνήθως ἐλαφρά τήν τελευταία συλλαβή ἤ τό γράμμα τῆς κάθε ἐκφραστικῆς ἑνότητας. Ἔχοντας καθαρή ἄρθρωση, μιλοῦσε ἀβίαστα, πάντα σχεδόν κουβεντιαστά, ὀργανώνοντας τόν λόγο του περισσότερο παρεκβατικά παρά συγκεντρικά. Θέλω νά πῶ ὅτι συνήθως δέν ἀνάπτυσσε ἕνα θέμα σφαιρικά, ἐπιμένοντας στήν ἀρχική προσέγγισή του, ἀλλά ξεκινώντας ἀπ᾿ αὐτό προχωροῦσε μέ διαδοχικές παρεκβάσεις προς ἄλλες κατευθύνσεις. Στό γραφεῖο του, γιά παράδειγμα, εἶχε τέσσερεις κάπως εὐρύχωρες ξύλινες καρέκλες πού τοῦ ἄρεσαν. Κάποτε τίς σχολίασε περίπου ἔτσι. «Εἶναι εὕρημα. Τίς ἀνακάλυψα μιά μέρα πού τριγυρνοῦσα στό Μοναστηράκι. Βλέπεις ἐκεῖ πολλά ὡραῖα, ἀκόμα καί στα κοντινά στενά. Ἐκτός ἀπό τά διάφορα καί τήν ἀτμόσφαιρα εἶναι καί τά σπίτια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας. Τά θυμᾶμαι ἀπό μικρό παιδί καί τά συγκρίνω μέ τά παλιά τῆς ἀπάνω Θεσσαλονίκης. Ἄλλες γειτονιές ἐκεῖνες, ἄλλος ἀέρας, πιό βυζαντινός. Προπάντων οἱ παλιές ἐκκλησιές μέ τίς εἰκόνες τους δίνουν ἄλλο χρῶμα…», κ.λπ. Ἐννοεῖται πώς δέν μετάφερα ἀκριβῶς τά λόγια του, ἀλλά τό σχῆμα τοῦ παρεκβατικοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο κυλοῦσε ὁ λόγος του. Λόγος ἄνετος, ζεστός καί εὐλύγιστος. Λές καί τά πράγματα, στά ὁποῖα ἀναφερόταν, ἔρχονταν ἕνα ἕνα μόνα τους νά πάρουν τή σειρά τους στή ροή τῆς ὁμιλίας του.</p>
<p>Στό σπιτικό περιβάλλον πού πέρασε τά τελευταῖα 14 χρόνια τῆς ζωῆς του (Δεληγιάννη 3, Ἐξάρχεια), ἰδίως στό μακρόστενο δωμάτιο, ὅπου εἶχε τό γραφεῖο του, θά ἔκανε ἐντύπωση, νομίζω, στόν καθένα ἡ ἀτμόσφαιρα κλεισούρας καί ἀπομόνωσης πού ὑπῆρχε. Ὄχι πώς δἐ δεχόταν φίλους καί γνωστούς. Ὁ χῶρος ὅμως φαινόταν, πρῶτα, πραγματικά κλειστός, καθώς εἶχε καλύψει τά παράθυρα ἔτσι πού νά νομίζεις πώς δέν ὑπῆρχαν. Κι ἔπειτα ὡς αἴσθηση ἡ ἐπίπλωση καί ἡ παρουσία του δημιουργοῦσαν κλίμα ἡσυχατήριου. Ἄν καί τοῦ ἄρεσε νά περπατάει, καί ἦταν δεινός περιπατητής τῆς πόλης, ἐντούτοις δέν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ ἀνοιχτοῦ χώρου καί τῆς ἐξοχῆς. Διακοπές, ἐκδρομές σέ νησιά καί βουνά, θαλασσινά μπάνια, φυσική ἀγωγή, σ᾿ αὐτά δέ χάριζε τόν καιρό καί τήν ἔγνοια του. Ἀντίθετα, ἐννοοῦσε νά κλείνεται τίς ἐλεύθερες ἀπό τό ἐπάγγελμα ὧρες καί νά ἐργάζεται ἀκούραστα. Ἀκούραστα; Ὄχι ἀκριβῶς, ἀλλά ἐπίμονα καί σχδόν πυρετικά. Κι ἡ στάση του αὐτή εἶχε διαποτίσει τόν ἰδιωτικό χῶρο στόν ὁποῖο ἐργαζόταν κι ὁ ὁποῖος τελικά συνταιριαζόταν μαζί του. Ἕνα βαρύ ξύλινο γραφεῖο πού φωτιζόταν χαπηλά, βιβλιοθῆκες μέ γεμάτα ράφια, τέσσερεις ξύλινες πολυθρόνες, ἕνα σινί, μιά ρηχή κανίστρα φορτωμένη πάντα μέ διάφορα φροῦτα, μιά τηλεόραση μόνιμα σχεδόν κλειστή, μιά λάμπα παλιοκαιρίτικη, μερικά ἐνθυμήματα καί μερικά ἄλλα πράγματα. Δεξιά ἀπό τό γραφεῖο, στά ράφια τῆς βιβλιοθήκης, διάφορα λεξικά ἔτσι πού νά τά φτάνει μέ τό ἅπλωμα τοῦ χεριοῦ -ἀνάμεσά τους τά λεξικά τοῦ Βοσταντζόγλου τόν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα. Πάνω στό γραφεῖο βιβλία, μολύβια, χαρτί, πάντα ἕνα μεγάλο βαρύ ποτήρι μέ νερό, ἀπό τό ὁποῖο ἔπινε συχνά, καί πίσω ἀπό τά γραφεῖο στή μόνιμη θέση του ὁ ἴδιος… Ὅ,τι προεῖχε σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο δέν ἦταν τό ἔργο του ἤ φήμη του, ἀλλά ἡ ἀμεσότητα τῆς συμπεριφορᾶς καί ἡ ἀτμόσφαιρα, πού προανάφερα, τῆς κλεισούρας.</p>
<p>Γιά τό δημοσιευμένο ἔργο του, ὅσο ξέρω, δέ μιλοῦσε. Τοῦ ἄρεσε ὅμως νά μιλάει γιά τά μελλοντικά του σχέδια, ἰδίως γιά κάποιο ἤ κάποια μυθιστορήματα πού ἤθελε νά γράψει. Καθώς καί μιά ἐκτενή μελέτη πάνω στίς Μακεδονικές Ἱστορίες τοῦ Γ. Μόδη, τό ἔργο τοῦ ὁποίου γενικότερα ἐκτιμοῦσε. Πάντα σ᾿ αὐτές τίς κουβέντες λογάριαζε τόν ἐλεύθερο χρόνο πού θά τοῦ ἔμενε, ὅταν θά ἔπαιρνε τή σύνταξη καί δέ θά ᾿χε ἐπαγγελματικές δεσμεύσεις. Τοῦ ἄρεσε ἐπίσης νά διαβάζει σέ φίλους του φρεσκογραμμένα κείμενα, καθώς καί πρόσφατες μεταφράσεις ποιημάτων ἀπό τήν Παλατινή Ἀνθολογία. Ἤθελε νά ξέρει πῶς ἀκούγονταν. Γιά τά δεύτερα ἰδίως ἐπέμενε νά ρωτάει κατά πόσο, τά σημεῖα τά ὁποῖα ἄφηνε ἀματάφραστα, ἐναρμονίζονταν γλωσσικά μέ τά μεταφρασμένα. Τό θεωροῦσε εὕρημα νά περεμβάλει λέξεις, φράσεις, ἡμιστίχια καί στίχους αὐτούσιους κι ἐνθουσιαζόταν, ὅταν διαπίστωνε καμιά φορά ὅτι διέφευγε ἀπό τούς ἀκροατές του πώς ἦταν σφῆνες ἀμετάφραστες. Γι᾿ αὐτά τά ἀδημοσίευτα γραφτά ἄκουγε μέ προσοχή τά ὁποιαδήποτε σχόλια γίνονταν, καί στίς περιπτώσεις πού ἦταν ἀρνητικά, ὁσάκις τά ἔβρισκε βάσιμα, συγκατάνευε. Φαίνεται ὡστόσο πώς δέν τόν ἐνδιέφεραν, τόσο τά σχόλια καθευτά, ὅσο ἡ γενική ἐντύπωση. Ἄν αὐτή ἦταν πολύ θετική, ὅλα τ᾿ ἄλλα τά παράβλεπε. Ἄν ὄχι, τότε γύρευε διευκρινίσεις. Μερικές φορές ἐντούτοις, ἀκόμα καί σ᾿ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα ἄκουγε τά κολακευτικότερα λόγια, ἔκανε ἀλλαγές πού τίς βλέπαμε ὅταν τά δημοσίευε. Γεγονός πού δείχνει ὅτι παρόλη τή μαθητεία, τήν πείρα καί τήν εὐχέρεια πού εἶχε στό γράψιμο, ἀντιμετώπιζε τό κάθε κείμενο σάν μιά δουλειά μέ ἄγνωστες ὥς τότε δυσκολίες. Ἐννοεῖται πώς δέν ἀναφέρομαι ἐδῶ στά διάφορα ἄρθρα καί σημειώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἐξωλογοτεχνική ἀφετηρία καί γιά τά ὁποῖα δέν σήκωνε συζήτηση. Ἄν ὡστόσο ἄκουγε μέ τόσο εὐνοϊκή διάθεση ὁτιδήποτε λεγόταν γιά τά ἀδημοσίευτα γραφτά του, γιά τά δημοσιευμένα εἶχε διαφορετική ἀντίληψη. Προπάντων δέ δεχόταν νά ἀλλάξει τίποτε. Καί μιά καί τό φέρνει ἡ κουβέντα θά ἤθελα νά πῶ ὅτι στά δημοσιευμένα κείμενα, ἐκτός ἀπό τυπογραφικές ἀβλεψίες, δέν ἔχει διορθώσει οὔτε ἕνα κόμμα στίς νεότερες ἐκδόσεις.</p>
<p>Γιά τό δημοσιευμένο ἔργο του, ὅπως εἶπα, δέν συνήθιζε νά μιλάει. Ὡς ἄνθρωπος ὅμως ὁρισμένης συντεχνίας, ὁ ὁποῖος ἀναφερόταν συχνά σέ πρόσωπα καί πράγματα, ἔδειχνε τίς προτιμήσεις του. Ἔτσι, ἀπό τή θέση πού ἔπαιρνε πάνω σέ σχετικά ζητήματα καί προπαντός ἀπό τίς ἐπιγραμματικές γνῶμες του, γινόταν αἰσθητό πώς ἔβλεπε τή λογοτεχνία, τήν πεζογραφία καλύτερα, κυρίως μέσα ἀπό τό δικό του ἔργο. Κυρίως! Ἡ μονομέρεια τῶν λογοτεχνῶν ἀναφορικά μ᾿ αὐτό τό θέμα, ἐκτός ἀπό ἐξαιρέσεις, εἶναι γνωστό φαινόμενο. Ὁ Ἰωάννου δέν ἀνῆκε στίς ἐξαιρέσεις. Δέν ἀνῆκε δηλαδή στήν κατηγορία ἐκείνη πού, ἄν καί ἀξιόλογοι λογοτέχνες, ἔχουν ταυτόχρονα ἴδιαίτερη ἔφεση προς τή θεωρία καί τήν ἀναλυτική σκέψη, κατά τρόπο πού νά μιλοῦν γιά τά ἔργα τῶν ὁμοτεχνῶν τους χωρίς στενή συνάρτηση μέ τό δικό τους. Ἀντίθετα εἶχε κράση κατεξοχήν ἐμπειρική ἀπό τήν ὁποία καθορίζονταν σέ μεγάλο βαθμό τά κριτήριά του γιά τή λογοτεχνία. Παράμενε ἐμπειρικός ἀκόμα κι ὅταν διατύπωνε συλλογισμούς. Ἐμπειρικά εἶχε οἰκοδομήσει πέτρα τήν πέτρα ἕνα δικό του κόσμο στόν ὁποῖο ἔμενε ἔκτοτε προσηλωμένος ἀπό δημιουργική ἀνάγκη. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἡ μονομέρειά του, ὅποια κι ἄν ἦταν, εἶχε ἰσχυρό ἄλλοθι. Ἄλλοθι τό ὁποῖο δέν ἔχουν λ.χ. οἱ κριτικοί καί οἱ θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας. Ὑπάρχει κάποια ἀντίφαση στό νά ἔχει τήν ἀξίωση κανείς ἀπό ἕνα λογοτέχνη νά εἶναι ὅσο γίνεται προσωπικός στή δουλειά του καί ταυτόχρονα ἀντικειμενικός στίς κρίσεις του γιά τό ἔργο τῶν ὁμοτεχνῶν του. Φυσικά δέν μιλῶ γιά τή μεροληπτικότητα, τήν ὅποια δηλαδή γνώμη συγγραφέων γι᾿ ἄλλους συγγραφεῖς ἡ ὁποία δέν προϋποθέτει ἀγαθή προαίρεση.</p>
<p>Κάτι πού διέκρινε τόν χαρακτήρα του ἦταν, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ὁ ἀκραῖος ἤ ἀπόλυτος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε συχνά διάφορες καταστάσεις -σημαντικές ἤ ἀσήμαντες. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ γνωστές δημόσιες ἐνέργειες οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατό νά ἑρμηνευτοῦν μεροληπτικά. Θά πάρω ὅμως τήν ἐλευθερία νά μνημονέψω δύο μικροπεριστατικά πού εἶναι ἐνδεικτικά γιά τόν χαρακτήρα του ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη. Θά ἦταν Καθαρή Δευτέρα τοῦ 1975, ἄν θυμοῦμαι καλά. Μᾶς εἶχε καλέσει, τήν κοινή μας φίλη Ἑρμιόνη Ἠλιάδη κι ἐμένα, νά μᾶς κάνει τό βραδινό τραπέζι. Ἀνάμεσα στά ἄλλα πού εἶχε γιά νά μᾶς φιλέψει ὑπῆρχαν καί δυό χορταρικά πού τρώγονται ὠμά, οἱ ρόκες καί τό κάρδαμο. Ρόκες καί κάρδαμο πρώτη φορά βλέπαμε στήν Ἀθήνα. Τόν ρωτήσαμε ποῦ τά βρῆκε καί μᾶς εἶπε στή Λαχαναγορά. Καί καθώς ἐπιμέναμε, μᾶς ἐξήγησε ὅτι σηκώθηκε νύχτα πρωί πρωί καί κατέβηκε στή Λαχαναγορά νά πάρει ρόκες καί κάρδαμο πού τά θεωροῦσε παραδοσιακά καθαροδευτεριάτικα χορταρικά. Περιττό νά πῶ ὅτι δέν ἦταν ἡ ἀνάγκη τῆς φιλοξενίας γιά τήν ὁποία χρειαζόταν νά μπεῖ σέ τέτοιο κόπο. Ἡ φιλοξενία ἀντιμετωπιζόταν, ὅπως καί ἔγινε τελικά, μέ ἄλλα ἀποτελεσματικότερα εἴδη πού τά ᾿βρισκε κανείς στή γειτονιά του. Ἄλλο ἕνα βράδι, κάνα χρόνο ἀργότερα, μοῦ τηλεφώνησε ἀνήσυχος ὅτι λίγο πρίν εἶχε πααρουσιάσει αἱματουρία. Ἐπειδή συνέβηκε ξαφνικά καί χωρίς νά πονάει, ὑπέθεσα ὅτι θά ἦταν ἀπό ἅλατα. Ἀφοῦ τοῦ εἶπα τή γνώμη μου, συμφωνήσαμε νά πιεῖ ἁπλῶς νερό Λουτρακιοῦ, καί ἄν τυχόν θελήσει, νά οὐρήσει σ᾿ ἕνα γυάλινο ποτήρι γιά νά φανεῖ καλύτερα τό χρῶμα. Αὐτά ὥσπου νά κατέβαινα κι ἐγώ στό σπίτι του, πράγμα πού θά γινόταν σέ δυό ὧρες. Ὅταν λοιπόν ἔφτασα στό σπίτι του μοῦ ἔδειξε, σχεδόν μέ καμάρι, κάπου 7 ποτήρια γεμάτα οὖρα στά ὁποῖα ἀπό τό πρῶτο προς τό τελευταῖο ἐλαττωνόταν βαθμιαῖα καί πήγαινε νά χαθεῖ τό αἱματηρό χρῶμα. Κι ὅταν, ξαφνιασμένος, τόν ρώτησα πότε τά γέμισε ὅλα μοῦ εἶπε πώς ἀμέσως μετά τό τηλεφώνημα ἀγόρασε δυό μπουκάλια νερό Λουτρακιοῦ καί τά ᾿πιε[2] σέ σύντομο χρονικό διάστημα. Τέτοια συμφωνία βέβαια δέν εἴχαμε κάνει, ἀλλά, ὅπως εἶπα καί νωρίτερα, οἱ ἀντιδράσεις του ἦταν συχνά ἀκραῖες ἤ ἀπόλυτες. Κι οἱ τέτοιες ἀντιδράσεις, πρέπει νά σημειώσω τώρα, σταθμίστηκαν ὄχι λίγες φορές ἀπό πολλούς, χωρίς νά ἐξαιρῶ τόν ἑαυτό μου, μέ τά μέτρα τοῦ «μέσου ὅρου», πράγμα πού τόν ἀδικοῦσε.</p>
<p>Ἀπό τόν τρόπο πού μιλοῦσε, ἀλλά καί συμπεριφερόταν κάποτε, σχημάτιζε τήν ἐντύπωση κανείς πώς εἶχε ἕνα κάποιο αἴσθημα ἀνασφάλειας. Ἡ ψυχολογία τοῦ βάθους, γιά νά ἑρμηνέψει τέτοια φαινόμενα, ἀνατρέχει συνήθως στίς παιδικές ἐμπειρίες. Βέβαια οἱ ἐμπειρίες τίς ὁποῖες εἶχε ὁ Ἰωάννου ὅσο ἦταν νέος, ἀλλά καί ἀργότερα, μπορεῖ νά ἔπαιξαν τόν ρόλο τους. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως αὐτός ζοῦσε ἔντονα τό κάθε τι. Περιμένοντας στή στάση τοῦ λεωφορείου καί παρατηρώντας τίς φυσιογνωμίες καί τά φερσίματα ὅσων βρίσκονταν στήν οὐρά, ἔφτανε νά ζεῖ συναρπαστικές στιγμές. Κάποτε διηγήθηκε ὁλόκληρη ἱστορία γιά ὅ,τι εἶδε καί αἰσθάνθηκε μόλις μπῆκε μέσα σ᾿ ἕνα ὑπεραστικό λεωφορεῖο γιά νά ταξιδέψει. Ἡ ἔνταση μέ τήν ὁποία συμμετεῖχε στά μικροπράγματα χρωμάτιζε, ὅπως εἶναι φυσικό, ὅλες τίς ἀντιδράσεις του. Ἔτσι πού, οἱ πιθανολογίες του πάνω σέ δυσάρεστα ἐνδεχόμενα τῆς προσωπικῆς ζωῆς του, νά φτάνουν κάποτε νά τοῦ γίνονται βραχνάδες. Δέν ἦταν οἱ ἐμπειρίες τῆς νεότητάς του καθοριστικές γιά τοῦτο, ἀλλά ἡ ὑπερευαίσθητη ἰδιοσυγκρασία του. Ἀνασφαλεῖς ἀπό κάποιες πλευρές τουλάχιστο εἴμαστε ὅλοι μας. Ἡ παραδοχή ὅμως καί ἡ ἔνταση μέ τήν ὁποία ζοῦμε τίς ἀνασφάλειές μας διαφέρει ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο. Ὁ Ἰωάννου πιθανολογοῦσε πάνω στίς ἐνδεχόμενες ἀρνητικές καταστάσεις σάν νά εἶχε νά κάνει κιόλας μέ γεγονότα. Καί τότε ἀναζητοῦσε τά ὑποθετικά ἤ τά πραγματικά ἀντισταθμίσματα. Τοῦ ἄρεσε π.χ. ἡ δημοσιότητα. Ἀλλά ὄχι μόνο, γιατί στή δημοσιότητα, στό νά εἶναι εὐρύτερα γνωστός, ἔβλεπε ἕνα μέσο ἄμυνας στά διάφορα πιθανά δυσάρεστα. Πάντως ὁ πιό συνηθισμένος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔδινε διέξοδο σέ τέτοιες καταστάσεις ἦταν τό διαβρωτικό χιοῦμορ του. Χιοῦμορ τοῦ ὁποίου οἱ αἰχμές δέ στέφονταν μονάχα προς τόν ἔξω κόσμο ἀλλά καί προς τόν ἑαυτό του.</p>
<p>Ἄλλη μιά πτυχή τῆς προσωπικότητάς του ἦταν τό γεγονός ὅτι δέν εἶχε τό σύμπλεγμα τῆς κοινοτοπίας. Ὑπάρχουν περιστάσεις πού διστάζουμε νά ἐκδηλώσουμε τήν ἀρέσκειά μας γιά δεδομένα τά ὁποῖα, σύμφωνα μέ ὁρισμένα ὁμαδικά κριτήρια θεωροῦνται ξεπερασμένα, ἀναξιόλογα καί ἤ εὐτελή. Δυσκολεύεται, ἄς ποῦμε, νά ὁμολογήσει κανείς ὅτι βρίσκει ὡραῖο τόν Ἐθνικό Κῆπο καί τοῦ ἀρέσει νά συχνάζει ἐκεῖ, μιά καί ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψη πώς ὁ Κῆπος εἶναι γιά τά μικρά παιδιά, τά ζευγαράκια, τούς συνταξιούχους καί τούς ἐπαρχιῶτες. Ἄλλοτε πάλι ἡ ἰδέα τοῦ αὐθεντικοῦ ὑλικοῦ σέ ὁρισμένα ἀντικείμενα παίρνει τέτοιες διαστάσεις στήν κοινή ἀντίληψη ὥστε νά ταυτίζεται ἡ διακοσμητική ἀξία τους μέ τό ὑλικό τους. Ὑπάρχει δηλαδή κάτι σάν φετιχισμός τοῦ αὐθεντικοῦ ὑλικοῦ, πού μᾶς κάνει κάποτε νά δείχνουμε ἀπαρέσκεια γιά ἀντικείμενα τά ὁποῖα μᾶς ἀρέσουν. Ὁ Ἰωάννου σέ μιά παρόμοια περίπτωση, ἀφοῦ βεβαιώθηκε, ὕστερα ἀπό σύγκριση μέ τό πρωτότυπο πού δέν πουλιόταν, πώς εἶχε νά κάνει μέ τό ἀκριβές ἀντίγραφο μιᾶς παλαιικῆς λάμπας, τό πῆρε φανερά ἱκανοποιημένος. Ἕνα περιστατικό ἀκόμα. Εἴμασταν μιά παρέα ἀπό πέντε ἄτομα καί παρακολουθούσαμε, βράδι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τόν Ἐπιτάφιο νά κατεβαίνει στό Παγκράτι πρός τό Ἄλσος. Ἡ φιλαρμονική τοῦ Δήμου ἔπαιζε τό «Πένθιμο Ἐμβατήριο» τοῦ Σοπέν, ἐνῶ ἡ γενική ἀτμόσφαιρα ἦταν μᾶλλον ἀμφίθυμη. Τό Ἐμβατήριο θά πρέπει νά ἄρεσε σέ ὅλους, ἀλλά οἱ τέσσερεις μπορῶ νά πῶ ὅτι ξυνόμασταν μπροστά σ᾿ αὐτήν τήν κοινοτοπία. Ἀντίθετα ἀπό τούς τέσσερεις, ὁ Ἰωάννου ἐκδήλωσε τή συγκίνησή του</p>
<p>καί εἶπε πώς ἤθελε νά ἀκολουθήσουμε τόν Ἐπιτάφιο. Κάτι πού ἔγινε, καθώς πιστεύω, μέ κρυφό λύσιμο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Ὅσο τό σύμπλεγμα τῆς κοινοτοπίας δέν τόν δυνάστευε ἀρνητικά, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τῶν προηγούμενων περιστατικῶν, ἄλλο τόσο δέν τόν δυνάστευε οὔτε θετικά. Λέγοντας ὅτι δέν τόν δυνάστευε θετικά ἐννοῶ κυρίως ὅτι δέν ἦταν ἄνθρωπος τῆς κατ᾿ ἐπίφαση πρωτοπορείας. Στόν λόγο του π.χ. δέν ἔτρεχε νά υἱοθετήσει ἠχηρές λέξεις-ὅρους τοῦ συρμοῦ γιά νά φαίνεται ἐνημερωμένος. Δέν χρησιμοποιοῦσε στήν ὁμιλία του παρά σπάνια τούς διάφορους -ισμούς καί δέν χρησιμοποιοῦσε καθόλου λέξεις ὅπως συντεταγμένες, παράμετροι, σημαῖνον, σημαινόμενο, νοηματοδότης, δυναμική, κ.λπ. Γιατί κι ἐδῶ ὑπάρχει κοινοτοπία, μέ τή διαφορά ὅτι πρόκειται γιά κοινοτοπία τοῦ συρμοῦ.</p>
<p>Στήν Ἀθήνα εἶχα μείνει περισσότερα χρόνια ἀπό κεῖνον. Ἔτσι, λογικά, θά ἔπρεπε νά αἰσθάνομαι περισσότερο «ἰθαγενής», καθόσον μάλιστα εἶχα ἔρθει σέ μικρότερη ἡλικία καί ἀσχημάτιστος. Μπορῶ νά πῶ ὡστόσο ὅτι, γενικά, δέν ἔνιωθα νά εἶχα ὀργανικούς δεσμούς μέ τήν πόλη ὡς ὑπαίθριο τουλάχιστο περιβάλλον. Καί δέν εἴμουν ὁ μόνος γιατί κι ἄλλοι γνωστοί, παρόμοια φερτοί ἐδῶ, ἔκαναν λίγο πολύ τήν ἴδια διαπίστωση. Μέ τόν Ἰωάννου ἐτούτοις συνέβαινε κάτι ἀσυνήθιστο σχεδόν ἐκπληκτικό. Ἤταν νά τά χάνει κανείς βλέποντας πόσο γλήγορα δημιουργοῦσε δεσμούς μέ τούς χώρους αὐτῆς τῆς τσιμεντένιας πόλης. Ἀρκεῖ νά περνοῦσε μιά δυό φορές ἀπό τό ἴδιο μέρος γιά νά αἰσθάνεται πώς εἶχε πιά προσωπική σχέση μαζί του. Προτοῦ καλά καλά κλείσει πενταετία στήν Ἀθήνα εἶχε ἀφομοιώσει ἤ, γιά νά τό πῶ μέ τό καβαφικό ρῆμα, «αἰσθηματοποιήσει» ὅλη τήν περιοχή τοῦ κέντρου της, ἀπό τά Πατίσια μέχρι τήν Ἀκρόπολη κι ἀπό τό Μεταξουργεῖο μέχρι τούς Ἀμπελόκηπους. Βαδίζοντας στους κεντρικούς δρόμους εἶχε νά λέει πράγματα πού ἄλλος θά χρειαζόταν πολλαπλάσια χρόνια παραμονῆς στήν πόλη ἔστω καί μόνο γιά νά ὑποψιαστεῖ τήν παρουσία τους. Τό κυριότερο ὡστόσο δέν ἦταν ὅτι παρατηροῦσε τά πάντα ἀλλά ὅτι τά ἔκανε κτῆμα τῆς ψυχῆς του. Κι αὐτό φαινόταν ἀκόμα καί στό χρῶμα τῆς φωνῆς του. Καθώς λ.χ., ἔλεγε «στή Σόλωνος», τό ὄνομα τοῦ δρόμου ἠχοῦσε σάν νά ἔβγαινε ἀπό τίς ἐμπειρίες μιᾶς ζωῆς καί ὄχι ἀπό τόν ὁδηγό τῆς πόλης. Ἄν ἡ τέτοια ἀφομοίωση τοῦ περιβάλλοντος ἀποτελοῦσε ζήτημα δουλειᾶς, θά ἔλεγα πώς ἦταν ἄθλος τῆς ἀκάματης ζωτικότητάς του. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἀναγόταν σέ κάτι βαθύτερο γιά τό ὁποῖο δέν ξέρω νά ἔχουμε κατάλληλη λέξη, ἐκτός ἀπό τήν πολύ γενική, ἀόριστη καί κάπως φθαρμένη λέξη «δαιμόνιο».</p>
<p>Μιά ἄλλη πτυχή τοῦ χαρακτήρα του ἀποτελοῦσε τό πάθος του γιά τίς μαρτυρίες. Μαρτυρίες ἐποχῶν, τόπων, νοοτροπιῶν, κ.λπ. Τοῦ ἄρεσαν οἱ παλιές ἐκδόσεις τῶν βιβλίων, ἰδίως τά ἐξώφυλλα, ἐπειδή τά ἔβλεπε προπάντων σάν τεκμήρια τοῦ καλαισθητικοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς τους. Στήν ἀπέναντι ἀπό τά γραφεῖο του βιβλιοθήκη εἶχε μιά στίβα ἀπό τεύχη ἑνός κατοχικοῦ περιοδικοῦ πού κυκλοφοροῦσε στή Θεσσαλονίκη ἡ ερμανική ὑπηρεσία προπαγάντας, στό ὁποῖο ἀνάμεσα στά ξένα ὀνόματα ὑπῆρχαν καί ἑλληνικά. Τό θεωροῦσε σπουδαῖο ἀπόκτημα καί λυπόταν πού δέν εἶχε ὁλόκληρη τή σειρά. Τό πάθος του γιά τέτοιες μαρτυρίες τόν ὁδηγοῦσε συχνά στά παλαιοβιβλιοπωλεῖα, προπάντων στό Μοναστηράκι, ὅπου ἀνασκάλευε τά πάντα. Κάποτε μοῦ χάρισε ἕνα παλιό βιβλίο, τό ὁποῖο ἀνακάλυψε σέ μιά τέτοια ἔρευνα. Ποιήματα, δοκίμια, διηγήματα; Ὄχι. Τό βιβλίο περιεῖχε τά σχεδιαγράμματα καί τούς ἐπιτελικούς χάρτες πού ἔδειχναν πῶς σχεδιάστηκαν καί ἔγιναν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ μας κατά τήν πολιορκία τοῦ 1912-1913 καί τήν ἀπελευθέρωση τῶν Γιαννίνων.</p>
<p>Ὅπως εἶναι γνωστό, ἄν καί εἴμαστε θνητοί, ἐνεργοῦμε συνήθως σάν νά εἴμαστε ἀθάνατοι ἤ τουλάχιστο σάν νά ἔχουμε λευκούς λογαριασμούς μέ τό μέλλον. Ὅ,τι δέν κάνουμε σήμερα τό ἀφήνουμε γιά αὔριο κι ὅ,τι δέν κάνουμε αὔριο τό ἀφήνουμε γιά ἀργότερα. Ὁ Ἰωάννου ἀνῆκε στή μειονότητα ἐκείνων πού ἔχουν τό αἴσθημα τῆς μοναδικότητας τοῦ χρόνου. Κάθε ἀναβολή, κάθε καθυστέρηση ἰσοδυναμοῦσε γι᾿ αὐτόν μέ μερική ματαίωση ὁρισμένης πράξης. Ἔτσι ὅ,τι μποροῦσε νά γίνει ἔπρεπε νά μπαίνει μπροστά τό ταχύτερο. Νά φωτογραφηθεῖ π.χ. στό σπίτι τοῦ Λαπαθιώτη, πού ἦταν στή γειτονιά του, γιατί ποιός ξέρει πόσο θά ἔμενε ἀκόμα ὀρθό. Νά προλάβει νά γράψει γιά τόν Μόδη, γιατί ποιος ξέρει ἄν θά ἐνδιαφερόταν ἀλλος κανείς. Νά περάσει νά δεῖ τόν Στρατή Δούκα, γιατί ἔχει παραγεράσει. Νά μαλώσει μερικούς φίλους του, γιατί καθυστεροῦν νά γράψουν τό δυνάμει ἔργο τους. Νά συμβουλέψει ἄλλους πώς πρέπει νά βιαστοῦν ἄν θέλουν νά κάνουν οἰκογένεια. Προπάντων ὅμως νά βάλει μπροστά τά μεγάλα σχέδια τῆς δικῆς του δουλειᾶς. Ἦταν ἀπό τήν ἄποψη αὐτή σάν νά εἶχε ἐπιδοθεῖ σ᾿ ἕναν ἀγώνα δρόμου μέ τό χρόνο.</p>
<p>Κάτι πού θά ᾿θελα νά πῶ ἀκόμα εἶναι πώς ἦταν συνεπής στό λόγο του. Προτοῦ ὑποσχεθεῖ κάτι τό στάθμιζε κι ἀπό τήν ὥρα πού τό ὑποσχόταν τό ἔδενε κόμπο καί δέν τό ξεχνοῦσε. Στίς μέρες μας κατάντησε νά θεωροῦμε τή συνέπεια ίδιότητα τῶν ἀφελῶν. Ὁ Ἰωάννου εἶχε κρατήσει μέσα του σέ ἐξαιρετικό βαθμό τό παιδί πού ἦταν ἄλλοτε. Μαζί καί τήν ἀφέλεια καί τήν εὐθύτητα. Στήν ὥριμη ὡστόσο ἡλικία ἡ συνέπεια γι᾿ αὐτόν ἀποτελοῦσε ζήτημα ἀκεραιότητας καί προβληματισμοῦ.</p>
<p>Ἐλπίζω νά ἔδωσα μέ ὅσα εἶπα μιά ἰδέα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λογοτέχνης τοῦ ὁποίου τιμοῦμε ἀπόψε τή μνήμη, ἐκτός ἀπό τό δοσμένο ἔργο του, ἄφησε «διά ζώσης» τήν προσωπικότητά του ἀνάμεσά μας. Προσωπικότητα ἁδρή καί πολύπτυχη γιά τήν ὁποία θά χρειαστεῖ νά μιλήσουν πολλοί ἀκόμα. Ὅσοι τόν γνώρισαν ἀπό κοντά σέ κάτι ὠφελήθηκαν καί σίγουρα δέν θά τό ξεχάσουν.</p>
<p>* Κείμενο ὁμιλίας πού ὀργανώθηκε ἀπό τήν Ἑταιρεία Συγγραφέων, στή μνήμη τοῦ μέλους της Γιώργου Ἰωάννου, στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, Παρασκευή 21 τοῦ Νοέμβρη 1986. Τυπώθηκε ἀπό τήν Ε.Σ. τό 1988.</p>
<p>[1] Ἀναφέρομαι στή γνωστή ἔκδοση τῆς Ἑταιρείας, «Μνήμη Ἑταίρων», Ἀθήνα 1986.</p>
<p>[2] Καθώς εἶναι γνωστό τό πολύ νερό προκαλεῖ πολυουρία.</p>
<p><a href="https://giorgosaragis.wordpress.com/2019/04/10/%CE%B3%CE%B9%E1%BF%B6%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%E1%BC%B0%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%B5%E1%BF%96%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81/">Γιῶργος Ἰωάννου: Στοιχεῖα&nbsp;προσωπογραφίας</a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου</p>
<p>Ο Γιώργος Ιωάννου είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Νεοέλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε το 1985. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αν και είναι περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος, οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε, τα Ηλιοτρόπια και Τα χίλια δέντρα, προσδιόρισαν και το μετέπειτα προσωπικό ύφος της γραφής του.</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου διακρίνεται για το λιτό, ευκρινή νοηματικά λόγο, τον απαλλαγμένο από λεκτικές υπερβολές και λυρικές εξάρσεις: είναι πηγαία απλός, εξομολογητικός, χαμηλόφωνα αποκαλυπτικός. Εστιάζει και αναδεικνύει το πρόσωπο, το συναίσθημα, το γεγονός, την κατάσταση που προκύπτει και επιθυμεί να καταγράψει. Όμως τι λέει ο Γιώργος Ιωάννου, τι είναι γι’ αυτόν η Ποίηση; &#8220;Ποίηση νομίζω είναι η γενική ερωτική διάθεση δοσμένη με λογοτεχνική τέχνη. Την ερωτική διάθεση την εννοώ και διαψευσμένη και τη λογοτεχνική διάθεση όχι πάντα απαραίτητη&#8221;.</p>
<p>Η γραφή του χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, τρυφερότητα, αισθαντικότητα. Ο ερωτισμός του ποιητή είναι παρών, άλλοτε διακριτικά, υπαινικτικά και άλλοτε περισσότερο τολμηρά. Περιπλανάται στην απρόσωπη μεγαλούπολη και αναζητά τον έρωτα, την αγάπη μέσα από τις εναγώνιες υπαρξιακές του διαδρομές. Όπως λέει ο ίδιος: &#8220;ο έρωτας υπήρξε η αιώνια ανοιχτή πόρτα προς τους άλλους ανθρώπους και με έχει τοποθετήσει τελεσίδικα σε μια θέση συμπάθειας απέναντί τους&#8221;.</p>
<p>Εμβληματική η ονομασία της δεύτερης ποιητικής του συλλογής Τα χίλια δέντρα, (έτσι όπως ονομάζεται το δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη). Στην ποίησή του αναφέρει τοποθεσίες της αγαπημένης του πόλης με τις οποίες με έμμεσο ή άμεσο τρόπο συνδέεται ο χώρος με την ιστορική μνήμη ή η στιγμή με το χρόνο, όπως π.χ.στο ποίημα &#8220;Στρατόπεδο Παύλου Μελά&#8221;, σαν ένα είδος συνομιλίας όπου συναντάται το συλλογικό με το προσωπικό.</p>
<p>Ένα γεγονός που έχει συγκλονίσει το Γιώργο Ιωάννου ώστε να επανέρχεται σε αυτό μέσα από τα ποιήματά του αλλά και τα πεζογραφήματά του είναι ο βίαιος ξεριζωμός και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς ναζί το 1943 στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. &#8220;Τα ηλιοτρόπια των Eβραίων&#8221;, &#8220;Tο μάθημα&#8221;, &#8220;Mε το τρένο&#8221;, &#8220;Σαν να ‘ναι άνοιξη&#8221; είναι τίτλοι ποιημάτων αφιερωμένα στο ξεκλήρισμά τους, ενώ ο ίδιος είχε επισημάνει τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Ηλιοτρόπια ότι ο τίτλος αυτός αναφερόταν στο κίτρινο αστέρι των Εβραίων που τους είχανε υποχρεώσει να φορούν οι Ναζί για να ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό.</p>
<p>Αναμονή, προσμονή, αναπόληση, η μνήμη παρούσα, μα άλλοτε δεν αρκεί.Αναζητά την επικοινωνία με τους ανθρώπους και ας φαίνεται έντονα πως προτιμά τη μοναξιά του. Και εκεί ανάμεσα να ελλοχεύει ο φόβος, ο φόβος της απώλειας, της απουσίας, της μοναξιάς, της σιωπηρής ερημιάς, ο φόβος της προδοσίας, της εγκατάλειψης καταλυτικός διαλυτικός. Εντοπίζει τη μοναξιά και μοιάζει να την ξορκίζει με τη γραφή του. &#8220;Φράνσυ, έχασα πια την επαφή μου με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.&#8221;</p>
<p>&#8220;Βάρυνα μέσα στην ενοχή&#8221;, γράφει, ταλανίζεται από το μαρτύριο της ερωτικής του απόκρυψης. Βρίσκεται ανάμεσα στο καμίνι των πόθων του, των επιθυμιών του και τις ενοχές, τις Ερινύες του που τον ακολουθούν, αποζητά τη λύτρωση, παλεύει να βρει τον εαυτό του.</p>
<p>Παρόντα συχνά στα ποιήματά του τα στοιχεία της φύσης, δηλ. η νύχτα, ο άνεμος, η καταιγίδα, η ομίχλη (που αγαπά τόσο να περπατά και να χάνεται μέσα σ΄ αυτήν, έχει γράψει άλλωστε και ομότιτλο κείμενο), η βροχή άλλοτε με λυτρωτική, ευεργετική, καθαρτική διάθεση, άλλοτε πάλι συνώνυμη ή συνοδευτική της ερημιάς της απόλυτης μοναξιάς.</p>
<p>Υποδόρια ειρωνεία και σαρκασμός, όταν τα ποιήματά του ασκούν πολιτική ή κοινωνική κριτική, όταν άπτονται θεμάτων που αφορούν την αδικία προς τους αδύναμους και την καταγγελία της εξουσίας.</p>
<p>Ζήτω η ελευθερία γιατί κι’αυτή καλή<br />
όμως γλυκό και το ψωμί πράγματα<br />
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα</p>
<p>(από το ποίημα του &#8220;Σε επαρχία μακρινή&#8221;)</p>
<p>https://stigmalogou.blogspot.com/2014/02/blog-post_28.html</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ</strong></h5>
<p>ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ</p>
<p>Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου<br />
Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.</p>
<p>Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:</p>
<p>«Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή<br />
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»<br />
(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή</p>
<p>«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»<br />
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)</p>
<p>ή ακόμη<br />
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»<br />
(η διέξοδος-λύση)…</p>
<p>Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:</p>
<p>«Κι όμως για κει όλα τραβούν.<br />
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…</p>
<p>Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:</p>
<p>«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω<br />
από γραφείο σε γραφείο<br />
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,<br />
να κάνω υποκλίσεις»…</p>
<p>Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…</p>
<p>Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:</p>
<p>«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,<br />
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….</p>
<p>Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:</p>
<p>«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού<br />
με γαντζωμένο το κεντρί<br />
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…</p>
<p>Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:</p>
<p>«Ύστερα έχασα τον ύπνο.<br />
………………………………….<br />
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…<br />
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!</p>
<p>«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν<br />
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.<br />
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…</p>
<p>Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:</p>
<p>«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους<br />
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.<br />
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…</p>
<p>Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:</p>
<p>«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,<br />
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!</p>
<p>https://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_16.html</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%b1%cf%83/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 13 Feb 2020 16:22:07 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12657</guid>

					<description><![CDATA[  Ο Τεύκρος Ανθίας, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανδρέα Παύλου, γεννήθηκε στην Κοντέα το 1903. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του φοίτησε στη συνέχεια στο Εμπορικό Λύκειο και στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, από όπου αποφοίτησε το 1922. Ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης τον έλαβε υπό την προστασία του και τον προόριζε για ιερέα. Μετά την &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Ο Τεύκρος Ανθίας, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ανδρέα Παύλου, γεννήθηκε στην Κοντέα το 1903. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του φοίτησε στη συνέχεια στο Εμπορικό Λύκειο και στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, από όπου αποφοίτησε το 1922. Ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης τον έλαβε υπό την προστασία του και τον προόριζε για ιερέα. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως δάσκαλος στην Κύπρο. Το 1919 πρωτοχρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τεύκρος Ανθίας. Αν και επιθυμούσε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο δεν το κατόρθωσε επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Πήγε στην Ελλάδα όπου εργάστηκε ως δάσκαλος στο διάστημα 1924-1925 στη Σπάρτη όπου εξέδιδε και το περιοδικό Φλόγα. Το 1930 επέστρεψε στην Κύπρο όπου αναμείχθηκε ενεργά στο αριστερό και εργατικό κίνημα.<br />Το ποιητικό και συγγραφικό έργο του Τεύκρου Ανθία διακρίνει στα πρώτα στάδια του ο συναισθηματισμός και η ειρωνική διάθεση. Αργότερα τη θέση τους παίρνουν ο αυθορμητισμός και η υποκειμενικότητα. Προσπάθησε, επηρεασμένος από το Βάρναλη, να εξαλείψει την κοινωνική αδικία και να εξυπηρετήσει τον ίδιο τον άνθρωπο. Στο όλο έργο του είναι εμφανής και η αγάπη του για την Κύπρο και την Ελλάδα.<br />Για την ποιητική συλλογή «Δευτέρα παρουσία» μέσα από τους στίχους της οποίας ο ποιητής έβαζε την εργατιά να δικάζει τον Θεό, ο Τεύκρος Ανθίας αφορίστηκε από την Εκκλησία της Κύπρου.<br />Πέθανε στο Λονδίνο στις 8 Νοεμβρίου 1968.</p>
<h1> </h1>
<h4><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<p><strong>Ι.Ποίηση</strong></p>
<p>• Λουλούδια της αγάπης. Σκάλα, 1922.<br />• Τα σφυρίγματα του αλήτη. Αθήνα, 1929.<br />• Άγιε Σατάν, ελέησόν με. Αθήνα, 1930.<br />• Η Δευτέρα παρουσία. Λευκωσία, 1931.<br />• Το Πουργατόριο. Κύπρος, 1931.<br />• Διψασμένοι στην άβυσσο. Κύπρος, 1936.<br />• Το χάος. Κύπρος, 1936.<br />• Η Έξοδος. Κύπρος, 1937.<br />• Η Άνοδος. Κύπρος, 1939.<br />• Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1939.<br />• Το Β’ Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1940.<br />• Βομβύκιο. Κύπρος, 1940.<br />• Σερενάτα. Κύπρος, 1941.<br />• Ηρωική Συμφωνία. Κύπρος, 1942.<br />• Σφυρίγματα του ερημίτη. Κύπρος, 1943.<br />• Εκ βαθέων. Κύπρος, 1945.<br />• Μουσικό εγκόλπιοΑ΄ &#8211; Β΄. Κύπρος, 1945.<br />• Ελλάδα· Επικολυρικό ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική αντίσταση. Λευκωσία, έκδοση Φλόγας, 1946.<br />• Το Ανθρώπινο Έπος. 1946.<br />• Κυπριακή ραψωδία. Κύπρος, 1947.<br />• Το τραγούδι της γης. Λονδίνο, 1951.<br />• SOS. Λονδίνο, 1952.<br />• Το ημερολόγιο του CDP. Κύπρος, 1956.<br />• Ορατόριο. Λονδίνο, 1961.<br />• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.<br />• Κυπριακή τραγωδία (1964-1965). Αθήνα, Κέδρος, [1965].<br />• Λαμπρακιάδα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.<br />• Σ’ Αγαπώ· Συμφωνικό ποίημα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.</p>
<p><strong>ΙΙ.Πεζογραφία</strong></p>
<p>• Μπλακ Μαρία νο 1. Κύπρος, 1934.<br />• Καλότυχ’ οι νεκροί. Αθήνα, χ.χ.</p>
<p><strong>ΙΙΙ.Θέατρο</strong></p>
<p>• Σαράβαλο. 1932 (με το ψευδώνυμο Πέτρος Λιμπέρης).<br />• Η δημοπρασία. Λευκωσία, 1935.<br />• Ο Γιόκας μας. Λευκωσία, 1936.<br />• Ταξίδι στον ήλιο. Κύπρος, 1940.<br />• Ηρωικό εμβατήριο. Κύπρος, 1941.<br />• Το παλληκάρι της φακής. Κύπρος, 1942.<br />• Στάλινγκραντ. Κύπρος, 1942.<br />• Άμωμοι εν οδώ αλληλούια. 1943.<br />• Αρματωλοί και κλέφτες. Κύπρος, 1943.</p>
<p><strong>ΙV. Μελέτες</strong></p>
<p>• Η ζωντανή Κύπρος. Κύπρος, 1941.<br />• Η πολιτεία της νύχτας. 1943.<br />V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις<br />• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>Τα σφυρίγματα του αλήτη (1929)</strong></h3>
<h4><strong>ΑΛΗΤΙΣΜΟΣ</strong></h4>
<p>«Τι τρομερός, τι τρομερός,<br />πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»</p>
<p>Τέτοια μιλώ, παραμιλώ,<br />την κάθε μέρα και γελώ<br />με τον ανόητο εαυτό μου,<br />πόχει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του κόσμου.</p>
<p>«Σήμερις έχουμε ψωμί,<br />κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»</p>
<p>Με τέτοια σκέψη τριγυρνώ<br />εδώ κι εκεί κι όλο περνώ<br />πάντα μες τ΄ όνειρο, στην πλάνη,<br />και το κουφάρι μου γερνά, κοντεύει να πεθάνει.</p>
<p>«Κάποιαν αγάπη καρτερώ<br />και θάρθει σύντομα, θαρρώ».</p>
<p>Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,<br />πόχεις πεποίθηση πολλή<br />στα μαδημένα τα φτερά σου,<br />είν΄ ο αγέρας δυνατός κι ανάλαφρη η χαρά σου.</p>
<p>«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;<br />Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».</p>
<p>Ίσως και νάρθει την αυγή,<br />εδώ στον πάγκο να με βρει,<br />μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.<br />Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι αν λίγο ακόμη αργήσει;</p>
<p>«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,<br />πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»</p>
<p>Τέτοιον επίλογο θα πω,<br />σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ<br />στον ουρανό από κάτου<br />και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου το σκότος του θανάτου.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΚΑΤΡΑΚΥΛΗΜΑ</strong></h4>
<p>Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις δίχως τέλος –<br />για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.<br />(Είσαι παλιάτσος κι όμως δείχνεσαι για Οθέλος,<br />με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).</p>
<p>Το ποιο φινάλε θα ‘χει τέτοια μια ιστορία,<br />το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,<br />πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,<br />μα δε γιατρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.</p>
<p>Πάντοτε λες : «Θα ρθεί μια μέρα να ξεφύγω,<br />απ΄ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ,<br />και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,<br />κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».</p>
<p>Κι όμως το χάος σα μαγνήτης σε τραβάει<br />και απειθάρχητος, στη σκέψη, πάντα ζεις,<br />το κατρακύλημα ποτές δε σταματάει,<br />για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>OPTIMISME</strong></h4>
<p>Πώς πέρασαν τα νιάτα μας, δίχως απόδοση καμμιά,<br />στις λεωφόρους τις πλατιές και στα σοκάκια τα στενά,<br />πώς σβήστηκε απ΄ τα στήθια μας η πρώτη αποθυμιά<br />για σερενάτες βραδινές και λυγμοτράγουδα ορθρινά.</p>
<p>Κι όμως ακόμη απόμεινε κάτω απ΄ τη στάχτην η φωτιά,<br />πυρώνοντας μερονυχτίς τη βουβαμένη μας καρδιά,<br />κ΄ έστω μιαν ώρα, μια στιγμή, στα φτωχικά μας γηρατειά,<br />θα μας κυκλώσει ο λυτρωμός, μιαν ανοιξιάτικη βραδιά.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ</strong></h4>
<p>Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,<br />και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,<br />σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά<br />που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.</p>
<p>Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,<br />στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,<br />πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,<br />βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.</p>
<p>Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,<br />– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –<br />περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,<br />με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.</p>
<p>Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,<br />παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,<br />μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,<br />που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΟΙ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΙ</strong></h4>
<p>Τ’ άσπρα φτερά σας να είχα,<br />τρελά της θάλασσας πουλιά,<br />τη λυγμική σας τη λαλιά,<br />που όλο αναλύεται σ΄ εξάηχα,<br />τρελά της θάλασσας πουλιά!</p>
<p>Να παίζω με τα κύματα,<br />που μέρα – νύχτα σας φιλούν<br />και σάμπως σκόρπια νήματα<br />πάνω στη θάλασσα κυλούν,<br />να παίζω με τα κύματα,<br />που μέρα – νύχτα σας φιλούν.</p>
<p>Νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα<br />και σα σκοπός εαρινός,<br />νάν’ η ζωή μου εσπερινός<br />σε φώτα αβέβαια κ΄ εφήμερα,<br />νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα<br />και σα σκοπός εαρινός.</p>
<p>Μην πείτε τάχα πως κουράστηκα<br />το κάθε νέο να λαχταρώ,<br />τόσο φριχτά κι ας δοκιμάστηκα<br />μέσα στης Μοίρας το χορό,<br />μην πείτε τάχα πως κουράστηκα<br />το κάθε νέο να λαχταρώ.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ&#8230;</strong></h4>
<p>Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,<br />μ΄ όλο που μ΄ έκανες ερείπιο.<br />(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,<br />το παντελόνι μου το τρύπιο).</p>
<p>Κοιτάζω το σακάκι μου το νόστιμο,<br />και το θρηνώ, χωρίς αιτία.<br />(Το κλάημα μου προσφέρεται σαν πρόστιμο<br />για την αθλία μου αλητεία).</p>
<p>Κρατώ ένα μικρουλάκι ξεροκόμματο,<br />και μες στο δρόμο το σπαράζω.<br />Κινούμαι βλακωδώς, καθώς αυτόματο,<br />και με τον κόσμο διασκεδάζω.</p>
<p>Ιδού! κάποια μαντάμ κρατάει τη τσάντα της<br />κι ενώ με βλέπει, χαχανίζει.<br />Και γνέφει στον ηλίθιο τον άντρα της,<br />που κάπου εκεί κάτι ψωνίζει.</p>
<p>Γιατί, παρακαλώ, μαντάμ, γελάσατε;<br />Πως είμαι αλήτης σιωπηλός;<br />Αχ! φαίνεται ποτέ σας δεν πεινάσατε&#8230;<br />&#8230;Με συγχωρείται&#8230; είμαι τρελός&#8230;</p>
<p>«Εκείνη δεν απήντησεν&#8230;», ως έγραψε<br />μια συγγραφεύς ρομαντική.<br />Γελούσε, ναι, γελούσε και δεν έπαψε,<br />-ν- ώσπου τραβήχτηκα από κει.</p>
<p>Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,<br />μ΄ όλο μου μ΄ έκανες ερείπιο.<br />(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,<br />το παντελόνι μου το τρύπιο).-</p>
<p> </p>
<h4><strong>BAKΧΙΚΟ</strong></h4>
<p>Ήθελ’ απόψε να σου πω για τη λατέρνα<br />μα πού μ&#8217; αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!<br />Αν θέλεις όμως, έλα, κέρνα, ξανακέρνα,<br />ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.</p>
<p>A! μπράβο. Αδειάζουνε οι μισές, τα κανατάκια,<br />κι εκεί στον πάγκον επιστρέφουν γιομιστά:<br />με της ζωής μας τα λαθρόβια φαρμάκια,<br />που τις στιγμές μας συντροφεύουνε πιστά.</p>
<p>Σε ποιο ντεπόζιτο τα βάνεις, ταβερνιάρη;<br />Πώς τα κρατάς όλα κλεισμένα μέσα εκεί;<br />Μήπως&#8230;τα δίνεις στον φτωχό τον λατερνιάρη<br />και τα σερβίρει στο κοινό για Μουσική;</p>
<p>Σαν κάτι τέτοιο θα μας κάνεις υποθέτω<br />γιατί το χέρι της λατέρνας, σα γυρνά, <br />της δυστυχίας και της πλήξης το ντουέτο<br />μες τα κανάτια τα γιομάτα μας κερνά.</p>
<p>Ήθελα απόψε να σου πω για τη λατέρνα&#8230;<br />Μα πού μ&#8217; αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!<br />Γιατί κι αν πίνω, κι αν μεθώ μες την ταβέρνα<br />δε θα μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.</p>
<p> </p>
<h4><strong>Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΛΗΤΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><em>Άγιος, άγιος, άγιος,</em><br /><em>Κύριος Σαβαώθ,</em><br /><em>πλήρης ο ουρανός</em><br /><em>και η γη της δόξης σου.</em><br /><em>Ωσαννά! ο εν τοις υψιστοις.</em></p>
<p>Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ<br />τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος!<br />Θα ‘χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος,<br />με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό.</p>
<p>Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·<br />και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου.<br />Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου&#8230;<br />– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός;</p>
<p>«Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα΄ πρεπε–<br />δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται<br />υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. –<br />Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε;</p>
<p>«Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,<br />γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι.<br />Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι,<br />από του ύψους σου ορών&#8230; τόσα κακά».</p>
<p>Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.<br />με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω.<br />Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά&#8230;<br />Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου&#8230; αλλά&#8230; κρυώνω&#8230;-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h4>
<p>Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.<br />Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!<br />Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,<br />που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.</p>
<p>Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς, <br />ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.<br />Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,<br />που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.</p>
<p>Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,<br />και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου, <br />Αλήτη! δεν θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος<br />απ’ τον αγώνα τον σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.</p>
<p>Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.<br />Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!<br />Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, <br />που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">&#8216;</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>Άγιε Σατάν ελέησόν με (1930)</strong></h3>
<p> </p>
<h4><strong>ΠΡΟΣΕΥΧΗ</strong></h4>
<p>Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,<br />κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.<br />Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,<br />μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.<br />Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,<br />γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου&#8230;</p>
<p>Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά<br />κ΄ έγινα ζώο, απ’ των πραγμάτων τη φορά.<br />Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,<br />που δε μπορεί μες το λιβάδι να βοσκήσει,<br />δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,<br />γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!</p>
<p>Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,<br />πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.<br />Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,<br />μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,<br />μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.</p>
<p>Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,<br />φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.<br />Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,<br />λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.<br />Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,<br />οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΔΙΣΤΗΛΟ</strong></h4>
<p>Τα φρύδια σου : δυο τίτλοι στη σειρά,<br />με κεφαλαία αρχαϊκά στοιχεία·<br />υπότιτλοι με γράμματα μικρά :<br />Τα βλέφαρά σου.</p>
<p>Κι ακολουθούνε δυο προτάσεις,<br />που αρχινάνε και τελειώνουν με στιγμές.<br />Στο μέσο κάθε μιας και μια τελεία.<br />Κείμενο με των 12 ελζεβίρ :<br />Τα μπιρμπιλά τα δυο σου μάτια.</p>
<p>Λίγο πιο κάτω δυο προτάσεις άλλες,<br />με κόκκινο μελάνι τυπωμένες –<br />– ρητορικές, μακρόσυρτες προτάσεις καθαρευουσάνου :<br />Τα μάγουλά σου.</p>
<p>Κ΄ η μύτη, σα λεπτότατη γραμμή, χωρίζει<br />τις δύο στήλες.<br />Υπογραφή : Σατάν και Σαβαώθ :<br />Τα σκανδαλιστικά τα δυο σου χείλη.</p>
<p>Την ώρ΄ αυτή, που ξενυχτώ στη συλλοή σου<br />κι έχω μπροστά μου την υπέροχη μορφή σου,<br />οι στοχασμοί μου με ενοχλούν.<br />Δίχως ελπίδα<br />γιατί μέσα στον πόνο σου να ρέβω;<br />– Αφήστε να διαβάσω εφημερίδα!<br />&#8230;Κι αγριεύω.-</p>
<p> </p>
<h4><strong>Ο ΠΙΝΑΚΑΣ</strong></h4>
<p>Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα<br />εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.<br />Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,<br />και κάθε τόσο : «Προσοχή!» τους κράζει.</p>
<p>Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»<br />και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.<br />Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται<br />και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.</p>
<p>Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,<br />περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».<br />Κ΄ οι ψύλλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,<br />οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.</p>
<p>Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,<br />τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :<br />«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια<br />κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΤΟ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ</strong></h4>
<p>Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,<br />– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –<br />κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,<br />πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβηστεί,<br />σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί.</p>
<p>Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,<br />κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·<br />κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό<br />και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»<br />Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.</p>
<p>Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,<br />και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,<br />-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–<br />και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,<br />κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά.</p>
<p>Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,<br />κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,<br />να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,<br />γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,<br />προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>Από διάφορες συλλογές</strong></h3>
<p> </p>
<h4><strong>ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ</strong></h4>
<p>Τον είδα στ’ άλογό του κωμικά να προκαλεί<br />το Σύμπαν, το Υπερπέραν και τα Χάη.<br />Κάποτε να σφυρίζει και παντού να διαλαλεί<br />τ’ Άπειρο πως στα χέρια του βαστάει.</p>
<p>Άκουσαν τη φωνή του, όθε περνούσεν, οι τυφλοί <br />και γίγαντα μεγάλο τον θαρρούσαν.<br />Σκύβοντας μέχρι κάτω τη φτωχή τους κεφαλή<br />τα βήματα του αλόγου του φιλούσαν.</p>
<p>Και γέλασα ανοιχτά, κι ήταν το γέλιο εκρηκτικό,<br />τόσο που ’χε θυμώσει ο Δον Κιχώτης, <br />ο νάνος ο γελοίος με το κορμάκι το σκυφτό,<br />που φάνταζε στον κόσμο σαν ιππότης.</p>
<p>Ήτανε κωμικός κι ο κουρασμένος του θυμός,<br />γιατ’ είχε απ’ το ταξίδι του απαυδήσει<br />κι άδικα προσπαθούσε, σκυθρωπός και πελιδνός, <br />το λίγο του κουράγιο να κρατήσει.</p>
<p>Και νάνος στο άλογό του ο δυστυχής<br />αρχίζει να γελάει με τ’ όνειρό του.<br />Θαρρώ πιο πιθανόν, από τους δυο, κατακτητής<br />του Σύμπαντος να γίνει τ’ άλογό του!</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΕΠΑΡΧΙΑ</strong></h4>
<p>Εδώ στην Επαρχία, δεν είναι λόγος<br />ν’ αυτοχτονήσουμε, «δόξα τω Θεώ»!<br />Γελούμε πλούσια, κλαίμε όσο μπορούμε,<br />και τίποτα δεν βλέπουμε στραβό.</p>
<p>Όλα στη θέση τους, κι αν τα θωρούνε <br />ανάποδα –ως συνήθως– μερικοί,<br />δεν έχει σημασία· τα πάντα δείχνουν<br />πως ζούμε μια ζωήν αρμονική.</p>
<p>Περνά ο βαθύς στη σκέψη γείτονάς μου,<br />τον χαιρετώ, με γλυκοχαιρετά. <br />Λέμε κι οι δυο «τι βλάκας!», κι ο καθένας<br />το δρόμο του σαν τραίνο περπατά.</p>
<p>Πεθαίνει! Του σκαρώνω ένα λογύδριο,<br />που δάκρυα προκαλεί, κι εγώ γελώ.<br />Γιατί να μη γελάσω; Για ένα βλάκα&#8230; <br />γνωρίζω πως σε ηλίθιους μιλώ.</p>
<p>Άλλος προβάλλει αντίκρυ μου –ένας νάνος–<br />και (τερψικάρδιο!) παίζουμε γροθιές.<br />Γελάει το πόπολο*, σκάζω από τα γέλια,<br />και γύρω «συγκλονίζονται» οι καρδιές.</p>
<p>Ρόλο παλιάτσου παίζουμε, και κλόουν<br />ολόγυρά μας χάχανα σκορπούν.<br />Τι θα κοιτάξεις; Τα δράματα, που πίσω<br />στα παρασκήνια «κάθαρση» ζητούν;</p>
<p>Ας τη ζητούν! Μας φτάνει που γελούμε <br />–έστω πικρά– στη μικρή μας Επαρχία.<br />Το καθετί στη θέση του, κι ανάποδα!<br />Αυτό είν’ η πιο μεγάλη ανησυχία</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Ι</strong></p>
<p>(15 του Δεκέβρη, 1955, ώρα 2 μετά τα μεσάνυχτα)</p>
<p>Αναστασία.</p>
<p>Απόψε η νύχτα είναι σαν την καλοσύνη σου.</p>
<p>Έβρεξε. Κι ήτανε τα δάκρυα όλων των αγαπημένων μας.<br />Η πρώτη μπόρα –του πρώτου και στερνού τους θρήνου.<br />Ύστερα, μόνο μερικές σταλαγματιές 5<br />πέφτανε σα ντιμινουέντο*<br />του ραγδαίου εμβατηρίου της βροχής.<br />Κι ήτανε κάτι δάκρυα,<br />που αργοκυλούσανε και σβήνανε<br />στα δικά σας μάγουλα 10<br />–αγαπημένες γυναίκες,<br />θεία παιδιά της τρυφερής, αιχμάλωτης στοργής μας.</p>
<p>Κι ήτανε κάτι σα δροσοσταλιές,<br />που κρεμαστήκανε σαν κρούσταλλα<br />απάνω στα ματόκλαδα 15<br />της άγρυπνης αγάπης μας, για σας, για όλο τον κόσμο.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ</strong></h4>
<p>Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,<br />θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω<br />για Σένα ατίμητη ζωή,<br />για Σε γαλανομάτα Λευτεριά.</p>
<p>Δεν είναι σφαίρα η γη, <br />δεν στροβιλίζεται στο Άπειρο.<br />Χτυπάει σα μια καρδιά μέσα στα στήθια μου<br />κι είναι οι παλμοί της θούρια κι εμβατήρια.<br />Λυγμοί από τόξο τσιγγάνικου βιολιού<br />για τον ανθρώπινο πόνο, για τη Λύτρωση. <br />Χαιρετισμοί στον ήλιο Στρατηλάτη.</p>
<p>Τι κι αν μισή η καρδιά βαθιά μου υφαίνει<br />το νήμα της ζωής στον αργαλειό των οραμάτων;<br />Μύριες ζωές υφαίνουνται μαζί και την κρατάνε<br />πλατύτερη απ’ τη γη –μια πυραμίδα <br />θεμελιωμένη στον Άνθρωπο,<br />με την κορφή στον ίλιγγο του αιθέρα σφηνωμένη.</p>
<p>Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,<br />θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω<br />για Σένα ατίμητη ζωή, <br />για Σε γαλανομάτα Λευτεριά!<br />ω Λευτεριά!</p>
<p>2 του Γενάρη, 1956<br />(Νοσοκομείο Λάρνακος)</p>
<p> </p>
<h4><strong>Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ</strong></h4>
<p>Φτωχέ παλιάτσε κι έρημε, που μες στο θέατρο της ζωής<br />τούμπες εδώ κάνεις φριχτές και τούμπες παραπέρα,<br />σάμπως σκουπίδι ανώφελο σε κάποιο δρόμο θα βρεθείς,<br />μια χειμωνιάτικη βραδιά, μια παγερήν εσπέρα.</p>
<p>Το φώς της μέρας το θαμπό, θα &#8216;χει σβηστεί, θα &#8216;χει σβηστεί.<br />Και δε θ &#8216;ανάψουνε για σε λαμπάδες κι αγιοκέρια.<br />Μόνο οι παλιάτσοι φίλοι σου, με μια φωνή τρεμοσβηστή,<br />θα ψέλνουν: «Άμωμοι εν οδώ&#8230;» με σταυρωμένα χέρια.</p>
<p>Και τι μ &#8216;αυτό; Τους ρόλους σου τους έχεις παίξει μια χαρά,<br />και σε χειροκροτήσανε στ&#8217; αλήθεια ή και στ&#8217; αστεία<br />και, «δόξα-δόξα σοι ο θεός», έχεις γελάσει τρομερά<br />με θεωρεία επίσημα, μ&#8217; εξώστες και πλατεία.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΣΕ ΠΗΡΕ Η ΝΥΧΤΑ (ΙΙΙ)</strong></h4>
<p>Σε πήρε η νύχτα κι έφυγε, πριν η Αυγή ξυπνήσει<br />Πάνε μαζί σου κι άλλοι τρεις, που θέρισε η μανία<br />του μίσους και του σπαραγμού την ίδια εκείνην ώρα.<br />Κι άλλοι, χιλιάδες μάρτυρες, σε ακολουθούν ολόρθοι.</p>
<p>Πορεία νεκρών, που ζωντανοί στη μνήμη μας οδεύουν.<br />Στο φωτεινό της θάλαμο της Ιστορίας η σμίλη<br />σε μάρμαρο πεντελικό σκαλίζει τη μορφή σου,<br />σα σύμβολο των χθεσινών, των αυριανών μαρτύρων.</p>
<p>Κι εγώ, απ&#8217; τη Μούσα του λαού το στίχο παίρνω απόψε<br />και σου σκαλίζω μιαν ωδή στην πέτρα της Ειρήνης.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΕΡΩΤΑ (II)</strong></h4>
<p>Την Αγάπη σα φως, ποιος μπορεί να σκοτώσει;<br />Ή στιλέτο ή λόγχη δεν τρυπούν τις αχτίδες<br />-και γυρίζ&#8217; η αιχμή στ&#8217; άνομο το χέρι<br />που χτυπά ένα νόμο<br />άτρωτο κι αδάμαστο.</p>
<p>Δε μπορείς να πνίξεις με συρτοθηλιά<br />μήτε κι έναν ίσκιο.<br />Πώς θ&#8217; απαγχονίσεις του φωτός την αίγλη,<br />που τον ίσκιο αυτόματα ιχνογραφεί;</p>
<p>Δε μπορούν οι σφαίρες<br />και τη θρυαλλίδα του κεριού να ρίξουν.<br />Πώς μπορούν να θίξουν του φωτός το θαύμα<br />πού σκορπά ένας ήλιος;</p>
<p>Είν&#8217; η αγάπη φως,<br />-άμυνα κι αντίσταση στης ζωής τη μάχη.<br />Φως, που το κρατούνε φύλακες οι αιώνες<br />στην καρδιά του κόσμου.<br />κι όλο εγρηγορούν.<br />Φως αναλυμένο<br />μέσα στον πολύπτυχο πάπυρο της Γνώσης.<br />Ένα φώς πολύμορφο<br />στην υπηρεσία της Ζωής, του Ανθρώπου.</p>
<p>(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 164-165)</p>
<p> </p>
<h4><strong>Σ’ ΑΓΑΠΩ</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>XXVI</strong></p>
<p>Σα θα φύγω μια μέρα<br />Και θα μείνεις εσύ, νικηφόρα στην έπαλξη του Χρόνου<br />δε θα κλάψεις-δεν πρέπει να κλαις<br />τη φυγή τη μοιραία<br />(να θρηνείς τους μοιραίους της φυγής).<br />Να μου κλείσεις τα μάτια<br />μ΄ ένα χάδι στοργής<br />και να πεις: «σου σφαλώ τα ματόκλαδα<br />που ριγούσανε πάντα στο φως<br />δύο τελείες να γίνουν τα μάτια<br />π΄ αγαπούσαν περίπαθα το φως».<br />Θαμαι πια το κλεισμένο βιβλίο μιας ζωής.<br />Μα θ ΄ αφήσω ανοικτά τα γραφτά μου.<br />Να τα στρώνεις στο δρόμο των ανθρώπων<br />σα σελίδες με δείχτες στην άνοδο,<br />-να τα βλέπουν κι ομπρός να τραβάνε<br />νικηφόροι στην έπαλξη του χρέους.<br />Μόνη μνήμη για Σένα: η Αγάπη<br />π ‘αναδίνουν πολύφωνα τα βουβά μου χειρόγραφα.<br />Η ματιά σου σ΄ αυτά μ’ ένα τόξο βιολιού θα πλανιέται<br />και θα λες το τραγούδι: « Είν’ εκείνος<br />που τον κόσμο αγάπησε πολύ».</p>
<p style="padding-left: 80px;">Από τη συλλογή Σ’ΑΓΑΠΩ, Λονδίνο 1966.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΑΝ EIN&#8217; ΑΛΗΘΕΙΑ&#8230;</strong></h4>
<p>Αν είν&#8217; αλήθεια πως η ζωή είν&#8217; όνειρο και ψέμα<br />και η Αγάπη ανέγγιχτη, μυστήριο ιερό,<br />κι η νιότη γοργοδιάβατο αγριεμένο ρέμα,<br />που θάβει κόσμους φωτεινούς στον τάφο το ψυχρό.</p>
<p>Αν είν αλήθεια πως περνούν και χάνουνται οι αιώνες<br />κατρακυλώντας σα βαριά λιθάρια απ&#8217; το βουνό,<br />ο πόνος διαφεντεύει μας κι είναι απλές εικόνες<br />η Ευτυχία κι η Χαρά σε άντρο σκοτεινό.</p>
<p>Αν είν αλήθεια πως κι εμείς καραβοτσακισμένοι,<br />αμίλητοι, βαριόμοιροι λιώνουμε σαν κεριά<br />στ ανέμου το τρικύμισμα, σα λύχνοι ραγισμένοι,</p>
<p>και λαχταρούμε απ&#8217; το βουνό να βγούμε σε στεριά,<br />είμαστε ίσκιοι, σύγνεφα, και σιγοφτερουγούμε<br />στ&#8217; αγνώστου τα αιθέρια αστέρια ν&#8217; αναβούμε&#8230;</p>
<p style="padding-left: 200px;">(Από τα σονέτα)</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ</strong></h4>
<p>Κατατρεγμένο, δύστυχο πουλάκι τριγυρνώ<br />μες στης Ζωής την ερημιά με τα φτερά κομμένα<br />από ίου πόνου τα σπαθιά. Με μάτωσε &#8211; ωιμένα! &#8211;<br />κάποιος ζηλιάρης κυνηγός και τώρα, δες, πονώ&#8230;</p>
<p>Γοργοκυλά ο καημός βαθιά μου σαν ποτάμι<br />και συναρπάζει ό,τι βρει, λουλούδια της Χαράς,<br />σε χάη αβύσσων να τα πα, κομμάτια να τα κάμει<br />και να ερημώσει άσπλαχνα το σπίτι της καρδιάς.</p>
<p>Αχ! ψέμα είναι η χαρά• όνειρο που διαβαίνει<br />σα σύγνεφο ορμητικό, σα λιβανιού καπνός.<br />Είναι της νύχτας ξωτικό και μόνο πόθους σπέρνει.</p>
<p>Για δες! Βαθιά μου σβήστηκε σαν του κεριού το φως<br />σι&#8217; ανέμου το τρικύμισμα. Πικρή μελαγχολία<br />δέρνει την μαύρη μου ζωή σαν άγρια τρικυμία&#8230;</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΩΡΕΣ</strong></h4>
<p>Ώρες βαριές, που δεν περνάτε<br />χωρίς ν&#8217; αφήσετε βαθιά μας<br />μια πλήξην άγονη, θανατική,<br />έτσι μοιραία μας τυραγνάτε<br />και παραλύετε την καρδιά μας<br />με ιην πνοή σας τη σατανική.</p>
<p>Κι όμως&#8230; εγώ θα σας ξεφύγω<br />αυτό τ&#8217; αρωστημένο βράδυ,<br />ιη δύναμή σας θα χτυπήσω<br />και θα παλέψω &#8211; έστω για λίγο &#8211;<br />μέσα σί αβέβαιο το σκοτάδι<br />οα μια ψυχή να φτερουγήσω.</p>
<p>Σε κάποιο δέντρο ακουμπισμένος<br />&#8211; έρμος αλήτης, στοχαστικός &#8211;<br />μ όλα τ αστέρια θα μιλήσω.<br />Κι έτσι, θαυμάσια ξεχασμένος<br />μέσα στην πλάνη, και σκεφτικός,<br />παλιά μου ονείρατα θα ζήσω!</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΑΝΑΠΟΛΟΓΗΤΟΙ</strong></h4>
<p>Αναρωτιέμαι μια στιγμή και μεταγνιώνω πάλι:<br />πού θα μας βγάλει ο καημός κι η πλήξη αυτό το βράδυ, \<br />καθώς χαθήκαμε άσκοπα μες στης ζωής την πάλη,<br />λαμπάδες που δακρυρροούν μες στο βαθύ σκοτάδι.</p>
<p>Ω! πώς μας ξεγελάσανε «τα ήθη κι οι καιροί»!<br />Με ιη λαχιάρα της χαράς, της δυστυχίας την έννοια,<br />κρατάμε σία παράλυτά μας χέρια ένα κερί<br />και ψάχνουμε για πράγματα γελοία και τιποτένια.</p>
<p>Σα στρίγγλα μέγαιρα η ζωή γελάει και μας φιλεί,<br />εμείς της λέμε: «Ευχαριστώ!» και τη γλυκό κοιτάμε,<br />μας τυραγνάει μεσονυχτίς του Ιούδα το φιλί,<br />μα, ωστόσο, αναπολόγητοι στο Γολγοθά τραβάμε.</p>
<p>Αμποτε η στέγη να βρεθεί και να χτιστεί η φωλιά,<br />να &#8216;ρθεις και συ, νύχτα γλαυκή, εκεί δα να σταματήσεις,<br />κι αφού διπλώσεις τα φτερά με μια λυγμώδικη λαλιά,<br />τις συμφωνίες των Ουρανών να γλυκοτραγουδήσεις. </p>
<p> </p>
<h4><strong>ΑΣ ΗΤΑΝ</strong></h4>
<p>Ας ήταν να &#8216;ρθει ως σίφουνας μες στη ζωήν η ορμή,<br />την ερημιά και ιη νεκρή σιωπή ν αναστατώσει•<br />τη ναρκωμένη μας ψυχή απ&#8217; το τέλμα να λυτρώσει<br />σαν πυρετός δημιουργικός να ζώσει το κορμί.</p>
<p>Κι ας ήταν: το μονότονο εμβατήριο, που κινεί<br />τα νυσταλέα μας βήματα στη στράτα αυτή την άγονη,<br />μια θύελλα ζωηρών ρυθμών και φτόγγων να γενεί<br />κι ας ούρλιαζε τριγύρω μας μια Συμφωνία παράφωνη.</p>
<p>Κι ας ήταν: το φαρμακερό λυτρωτικό μας δάκρυ,<br />που σχεδιάζεται διαρκώς στα ερέβη της ψυχής,<br />σα δροσοστάλα των ματιών να καρφωθεί στην άκρη<br />κι απέ&#8230; να στάξει ως μπάλσαμο μιας θλιβερής ζωής.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΑΝΑΛΑΜΠΗ</strong></h4>
<p>Με τον πηλό του ονείρου και της σκέψης<br />έκτισα τόσα χρόνια τη ζωή.<br />Όπως θα πρέπει νάναι και ως την είδα<br />με της ψυχής τα μάτια αναζητώντας<br />τ&#8217; ωραίο και το Καλό στο κάθε τί.</p>
<p>Τι κι αν στη χλόη σέρνονται ερπετά;<br />Τι κι αν χορεύουν στα κύματα ναυάγια;<br />Tι κι αν η κάμπια στο δέντρο τ&#8217; ανθισμένο<br />φαντάζει σαν αντίθεση σκληρή;<br />Στη χλόη, στο κύμα και στο δέντρο<br />λαμποκοπά κυρίαρχη, η Ομορφιά.</p>
<p>Πέρασα με το μέτωπο ψηλά<br />μπροστά από την ασκήμια και δε λύγισα.<br />Την Καλοσύνη είχα στο στήθος μου γι&#8217; ασπίδα<br />και βέλη την οργή μου και το Μίσος.<br />(Μια πανοπλία παράξενη, με κέντρο<br />τον κρίκο της Αγάπης προς τον Άνθρωπο<br />και τη χρυσή αλυσίδα της λατρείας<br />στο δίδυμο Ίνδαλμα: τ&#8217; Ωραίο και το Καλό).</p>
<p>Κι όσο την εποχή μου ανασκαλίζω,<br />όσο αναπνέω την αύρα και τη φλόγα της,<br />τόσο πιστεύω πιο πολύ στην Ώρα<br />που την ασκήμια θα διώξει άπ&#8217; τη ζωή.</p>
<p>Χαίρομαι τον Τεχνίτη που σκαλίζει<br />ψηλά στ&#8217; αέτωμα της Αιωνιότητας<br />σύμβολο και σκοπό την Ομορφιά.</p>
<p>Χαίρομαι τον Σοφό που ξαναχτίζει<br />τον κόσμο με της Γνώσης την πνοή.</p>
<p>Χαίρομαι την Ψυχή και το Μυαλό<br />στ&#8217; αρμονικό τους βάδισμα που οδεύει<br />στο τέλειο, τη Δικαίωση και την Κάθαρση.</p>
<p>Χαίρομαι, πάνω απ&#8217; όλα, την αμείλικτη<br />πορεία της Ιστορίας και τ&#8217; άγγελμά της:<br />-Η ιδέα δεν πεθαίνει. Ορμά κι αιμόφυρτη.<br />Τον κόσμο ανασυνθέτει κι&#8217; όλο κτίζει<br />πάνω σ&#8217; ερείπια τ&#8217; ωραίο και το καλό.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h4>
<p>Να φύγω. Με τον ίσκιο μου στο πλάι,<br />συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.<br />Δεν το ρωτώ η ψυχή μου πού θα πάει,<br />κι αν από τη φυγή θα λυτρωθώ.</p>
<p>Στενός ο τόπος. Αίμα και σκοτάδι.<br />Γερμένοι οι τοίχοι, θολοί και θλιβεροί.<br />Σπασμένα τόξα. Κι έρχεται το βράδυ<br />με τη μορφή στυγνή και παγερή.</p>
<p>Τρέμουν τα χείλη. Στήθη που βογγούνε.<br />Κραυγή και πάθος: Κύματα κι αφροί,<br />τη βάρκα μου οδηγάτε όπου και να ναι,<br />τη χίμαιρα και τ&#8217; όνειρο να βρει.</p>
<p>Μια σερενάτα βαθιά μου αναπηδάει<br />και στα παλιά με καλεί να ξανοιχτώ.<br />Να φύγω με τον ίσκιο μου στο πλάι,<br />συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό. </p>
<p> </p>
<h4><strong>0 ΕΡΗΜΙΤΗΣ</strong></h4>
<p>&#8230; Κι έμεινα μόνος στο Κενό, κάτω απ&#8217; τον μπλάβο ουρανό,<br />με μάτια ογρά απ&#8217; το δάκρυ,<br />ενώ τριγύρω μου οι Σιμουν από μιαν έρημο εξορμούν<br />κι ενώ ένα φως αναζητώ στα φευγαλέα τα μάκρη.</p>
<p>Πόθος κοινός. Τόσο μικρός. Μα κατρακύλησε ο καιρός<br />&#8211; πόσος καιρός εχάθη! &#8211;<br />δίχως μια λάμψη να φανεί, μήτε ν ανθίσει μια φωνή<br />σα ρόδον ανοιξιάτικο στης προσδοκίας τα βάθη.</p>
<p>Χρόνια γελοίας υπομονής, άπειροι χρόνοι προσμονής,<br />σε μια στιγμή κλεισμένοι.<br />Τ&#8217; ανθρώπου χρόνιος παιδεμός. Αργός μα βέβαιος συντριμμός.<br />Ύπουλο πλήγμα στη ψυχή, που οργά φυλακισμένη.</p>
<p>Δράμα βουβό. Πληγή ανοιχτή. Ζητά η καρδιά να ξανοιχτεί<br />με τα φτερά του Αλήτη,<br />που ζει στου βάθους τη γωνιά, μα σκλαβωμένος αγωνιά,<br />σφυρίζοντας τη μυστική μπαλάντα του Ερημίτη.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΧΑΟΣ</strong></h4>
<p>Χίμηξε η νύχτα μέσα μου &#8211; γαλάζιο ένα πουλί<br />με μύρια στίγματα ασημιά στ ανάλαφρα φτερά του.<br />Τις «συμφωνίες» των ουρανών, σα φτερουγάει γλυκολαλεί,<br />κι εδώ μια στέγη αποζητά να χτίσει τη φωλιά του.</p>
<p>Νύχτα γλαυκή, ασημόθωρη, του Χάους η αδερφή,<br />που όλο τον κόσμο ξεγελάς με τα τρελά όνειρά σου,<br />δεν το &#8216;λπιζα να γελαστείς, κι από τ Απείρου την κορφή<br />στο Χάος που κλείνω μέσα μου να ρίξεις τα φτερά σου.</p>
<p>Στέγη εδώ μέσα δε θα βρεις, μηδέ μιαν άτεχνη φωλιά.<br />Όλα χα ρήμαξε ο βοριάς κι η ανίλεη καταιγίδα.<br />Μόνο χαλάσματα θα ιδείς &#8211; κι αυτά από χτίσματα παλιά &#8211;<br />και μια ψυχή που κυνηγά τη φευγαλέαν ελπίδα.</p>
<p>Πώς ήρθε η μπόρα ορμητική κι ευθύς ξοπίσω η Συμφορά,<br />μην το ρωτάς. Δε θέλω πια ν ανιστορώ το Δράμα,<br />που χε σκηνές φρικιαστικές, πολλά ιντερμέδια θλιβερά,<br />και για σφραγίδα το βουβό κι ανεξιλέωτο κλάμα.</p>
<p>Περιπλανώμενη η ψυχή σ&#8217; αυτό το χάος στριφογυρνά<br />και κουρασμένη από ψηλά τα ερείπια κατοπτεύει&#8230;<br />Για μια φωλιά, μια φτωχική μα σίγουρη γωνιά,<br />ανάβει ο πόθος μέσα της κι η νοσταλγία θεριεύει.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΚΗΔΕΙΑ</strong></h4>
<p>Χτυπούσανε οι καμπάνες δυνατά, λυπητερά,<br />πιο δυνατά παρά σε πανηγύρι.<br />Συνάνθρωπος, αλλά με μια χρυσή μεγάλη ουρά,<br />στης Μοίρας την κοινή στρωμνή έχει γύρει.</p>
<p>Κανείς, αληθινά, δε θα μπορούσε ν αρνηθεί<br />πως ήταν μεγαλόπρεπη κηδεία.<br />Μα n θλίψη που τριγύρω στο Κενό είχε ξαπλωθεί,<br />έμοιαζε με μια περίεργη θυμηδία.</p>
<p>Τα κλάματα, κι αυτά συμβατικά και τυπικά,<br />με ψίθυρους εσμίγαν και ειρωνείες.<br />Και γλέντησε ο λαός στα σοβαρά «Κοινωνικά»,<br />την άλλη μέρα, τις νεκρολογίες.</p>
<p>Δε μπόρεσε η χρυσή του συνανθρώπου μας ουρά<br />της μοίρας τη γροθιά να εξαγοράσει.<br />Επέτυχε μονάχα μια κηδεία πολύ φαιδρά,<br />και τη μονοτονία μας να χαλάσει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-12661 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea4ce95cea5ce9acea1ce9fcea3-ce91ce9dce98ce99ce91cea3-cf84ceb1cf86cebfcf82.jpg" alt="ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ ταφος" width="325" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea4ce95cea5ce9acea1ce9fcea3-ce91ce9dce98ce99ce91cea3-cf84ceb1cf86cebfcf82.jpg 528w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea4ce95cea5ce9acea1ce9fcea3-ce91ce9dce98ce99ce91cea3-cf84ceb1cf86cebfcf82-220x300.jpg 220w" sizes="(max-width: 325px) 100vw, 325px" /></p>
<h3> </h3>
<h3><strong>Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Της Φλόρας ΑΝΘΙΑ</strong></h4>
<p>Ο «Ρ» θεωρεί χρέος του να τιμήσει τους αγώνες, τα οράματα, το έργο που πρόσφεραν στον κυπριακό και ελληνικό λαό κατά τον 20ό αιώνα, δυο κορυφαίοι Κύπριοι ποιητές, ο Τεύκρος Ανθίας και ο Θοδόσης Πιερίδης, δημοσιεύοντας δύο αφιερώματα. Σήμερα δημοσιεύουμε το αφιέρωμα στον Τεύκρο Ανθία, το οποίο αντλούμε παραθέτοντας (μερικές περικοπές ήταν αναγκαίες λόγω περιορισμένου χώρου) το μεγαλύτερο μέρος ενός κειμένου που έγραψε η μία από τις δύο κόρες του ποιητή, η Φλόρα Ανθία, η οποία ζει στο Λονδίνο και έχει μελετήσει το έργο του πατέρα της.</p>
<p>«Θυμούμαι από μικρό παιδί, τρία πράγματα για τον πατέρα μου. Πρώτο, σπάνια τον είδα στο σπίτι δίχως την πένα στο χέρι, δίχως ένα χειρόγραφο, δίχως απασχόληση με κάποια ιδέα. Δεύτερο, ήταν τρυφερός πατέρας και σύζυγος. Σαν πατέρας ήταν γεμάτος από ιστοριούλες, σκίτσα και ζωγραφιές που σχεδίαζε όταν μας έλεγε τις ιστορίες του. Τρίτο, η ζωή του ήταν γεμάτη από ανθρώπους, συνεδριάσεις, φίλους, επισκέπτες. Κι όμως όσο διανοούμενος κι αν ήταν παρέμεινε λαϊκός, φίλος όλων και ειδικά της εργατικής τάξης (αφού κι αυτός ήταν γέννημα φτωχής αγροτικής οικογένειας). Πίστευε στο ρόλο της εκπαίδευσης ως εκπαιδευτικός. Δεν παρέμενε πίσω από το γραφείο, ανέβαζε θεατρικά έργα, του άρεσε η διασκέδαση.</p>
<p>Τον παρουσιάζω όπως τον είδα σε διάφορα στάδια της ζωής του, αλλά με στοιχεία από τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, για τη ζωή του πριν μεταναστεύσει στην Αγγλία, το 1948, και από το έργο του, ένα από τα πιο σημαντικά στην κυπριακή και στην ελληνική λογοτεχνία. Τον Ανθία τον βλέπανε στην Κύπρο και στην Ελλάδα σαν τον ποιητή της Αριστεράς, μ&#8217; όλο που η ποίησή του είχε πλατιά εκτίμηση. Στην Κύπρο, παντού κάποιος &#8211; συνήθως άνω των 40 ετών &#8211; μπορούσε να απαγγείλει τουλάχιστον ένα ποίημά του. Από μικρό μαγαζάτορα, ως καφετζή, ως μουχτάρη μέχρι βουλευτές, διανοούμενους, ηθοποιούς και κυβερνητικούς εργάτες. Ο Ανθίας έχει αναγνωριστεί όχι μόνο ως ο ποιητής της Αριστεράς, αλλά της πονεμένης Κύπρου. Πρόσφατα συγκρίθηκε με τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ και άλλους ως ποιητής της υπαρξιακής ανησυχίας.</p>
<p>Δεν παρέμεινε, ωστόσο, στον υπαρξισμό. Πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την ποίησή του σαν καταδίκη των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που απανθρωπίζουνε και αλλοτριώνουνε την ανθρώπινη ζωή. Τα κύρια θέματα ήταν η ζωή, η αγάπη, η αντίσταση &#8211; ήρωές του, οι φτωχοί και καταπιεσμένοι.<br />Ο ποιητής &#8211; όπως όλοι οι άνθρωποι- εξαρτούνται για την εξέλιξή τους από την κοινωνία και το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής τους. Ο ποιητής, κάθε καλλιτέχνης, ξεχωρίζει από τους ανθρώπους με δύο τρόπους. Πρώτα, χρησιμοποιεί τα στοιχεία της εποχής του με τρόπο ανατρεπτικό &#8211; δηλαδή τα διαμορφώνει προς καινούριες κατευθύνσεις &#8211; και ξεπερνά τα όρια της εποχής δείχνοντας ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και συνειδητοποιώντας τα με δημιουργικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης μιλά με τρόπους και μορφές που έχουν νόημα και για μελλούμενες γενιές. Δεύτερο δεν αντανακλά μονάχα την εποχή του, αλλά συνεισφέρει και στη διάπλαση και την αλλαγή της.</p>
<p>Συνδέω το έργο του πατέρα μου με τη βιογραφία του, δείχνοντας πως και ο ίδιος, κάτω από ειδικές κοινωνικές καταστάσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας του, της Κύπρου, και μετά σαν μετανάστης στην Αγγλία, όπως και στην προσωπική του ζωή, δημιούργησε ένα έργο που έσπασε τα όρια της εποχής του και χάραξε μια καινούρια δημιουργική περίοδο.</p>
<p>ΟΑνθίας, γεννήθηκε ως Ανδρέας Παύλου στις 3 Απρίλη του 1903, στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Ο Ανθίας ήταν &#8220;ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας&#8221;, όπως λέει. Εγύριζε χωριά και πόλεις, τυπώνοντας και τραγουδώντας τα ποιητάρικά του για να συντηρήσει την οικογένεια. Ο πατέρας του, που είχε χάσει την περιουσία του, ήταν ντυμένος τη μαύρη βράκα με μάλλινη ζώνη στη μέση, με φουστανέλα κτλ. τραγουδούσε γεγονότα ή καταστάσεις που τον ενδιέφεραν και πρόσωπα σαν τον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέει σ&#8217; ένα ποιητάρικό του: &#8220;Σύναξα όλα αυτά τα χρήματα/για να πιάσω/να πάω στο γυμνάσιον σχολήν/για να σπουδάσω&#8221;.<br />Μαθητεύει στο Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας το 1916-17, όπου τυπώνει και μεταδίδει ποιήματα σαν το &#8220;Ξύπνα λαέ&#8221;, τα πιο πολλά δεκαπεντασύλλαβα, περιγράφοντας σκηνές πείνας, δυστυχίας, ορφάνιας κτλ. και έπειτα (1917-22) στο ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, όπου δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά και εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή, τα &#8220;Λουλούδια της αγάπης&#8221;.</p>
<p>Δουλεύει σαν δάσκαλος στη Χοιροκοιτία (1922-23) και μετά φεύγει για την Ελλάδα για να σπουδάσει φιλολογία. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως δάσκαλος στη Σπάρτη και μετά στο Σκλαβοχώρι (1924-1926). Στη Σπάρτη πρωτοβγάζει τα περιοδικά &#8220;Φλόγα&#8221; και &#8220;Σπίθα&#8221;. Επιστρέφει στην Αθήνα (1926), όπου αρχίζει η &#8220;αλήτικη» ζωή. Γυρίζει τις ταβέρνες με την παρέα του Βάρναλη, του Βουρνά και άλλους. «Αλήτης» άστεγος, μπήκε γρήγορα στον κύκλο της νέας δημιουργικής κατεύθυνσης της Αθήνας. Αυτή η εμπειρία του καταγράφεται στα &#8220;Σφυρίγματα του Αλήτη&#8221; ( 1928). Μια συλλογή με καινούρια φωνή, που τράνταξε την εποχή της, που παραμένει σημαντικός σταθμός στη νεοελληνική ποίηση και είναι γραμμένη στα πλαίσια ενός φιλολογικού υπαρξισμού &#8211; ο &#8220;αλήτης&#8221; αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, ένα σύμπαν έξω από την αλλοτρίωση, τη μιζέρια. &#8220;Ηρωας&#8221; δεν είναι ο παραδοσιακός λεβέντης, αλλά ένας &#8220;αλήτης&#8221;, καταθλιμμένος, περίγελο δεσποινίδων και κυριών, που επισκέπτεται και πόρνες, βλέποντάς τις σαν θύματα. Υπάρχει πολύ κοινωνικό περιεχόμενο σ&#8217; αυτή τη συλλογή &#8211; κάτι που πολλοί κριτικοί περιφρόνησαν, όπως στο ποίημα&#8221;Οι καταφρονεμένοι&#8221;:Φέρε μας, κάπελα, κρασί/κ&#8217; έλα με μας να πιεις και συ./Ηρθαμε τώρ&#8217; απ&#8217; τη δουλειά,/μάδειο μυαλό κι άδεια κοιλιά,/μες το πιοτό να ξεχαστούμε/(Ζωή που κάνουμε και μεις, μαρτύρια που τραβούμε!)(&#8230;)».</p>
<p>Υπάρχουν όμως και ποιήματα ερωτικά και πιο φιλοσοφικά, ενώ η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή, πολύ λυρική. Ο &#8220;Αλήτης&#8221; δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει τον εχθρό του. Λέει μόνο εκείνα που υποφέρει σαν στο &#8220;Βάκχικο &#8220;: &#8220;Ηθελα απόψε να σου πως για τη λατέρνα/μα πού μ&#8217; αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ./Αν θέλεις όμως, έλα κέρνα ξανακέρνα/ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ&#8221;.</p>
<p>Θα το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, αν προσέξουμε πως δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην Κύπρο πριν φύγει ο Ανθίας για την Ελλάδα. Η περίοδος 1920-1930 είχε φτώχεια. Εξαιτίας και της αποικιοκρατίας, αυτή την περίοδο νέοι εργάτες εμφανίζονται στις πόλεις αναζητώντας διέξοδο απ&#8217; τη μιζέρια της αγροτικής ζωής. Είναι στο δεύτερο εξάμηνο του 1920 που αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε συντεχνίες &#8211; το ΚΚΚ ιδρύεται στη Λεμεσό το 1926.</p>
<p>ΟΑνθίας γυρίζει στην Κύπρο το 1930. Μπαίνει στο ΚΚΚ. Αφοσιώνεται στον αγώνα, χρησιμοποιώντας την πένα του σαν θαυμάσιο όπλο και αρχίζει να δημοσιογραφεί. Συμμετέχει στα Οχτωβριανά γεγονότα του 1931. Είναι ο πρώτος που συνέλαβαν (πυροβολήθηκε μάλιστα στο αριστερό χέρι και μας το έδειχνε ιστορώντας τα γεγονότα). Γράφει, από το 1930-1948, σε διάφορες εφημερίδες &#8211; συντάκτης της &#8220;Ελευθερίας&#8221; και μετά της &#8220;Πρωίας&#8221;. Το 1930 εκδίδει το &#8220;Αγιε Σατάν, ελέησον με&#8221; -καταδίκη μιας εποχής όπου κυριαρχεί το κέρδος, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η κοινωνική ανισότητα και η υποκρισία.<br />Το 1931 εκδίδει τη &#8220;Δευτέρα Παρουσία&#8221;, που έγινε αφορμή να αφοριστεί από την Εκκλησία. &#8220;Ηρωές&#8221; του είναι άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι, οργισμένοι, επαναστατημένοι &#8211; και μέσω αυτών κατηγορεί ο ποιητής το Θεό ως προσωποποίηση του κακού, της καταπίεσης και αδικίας. Ενα έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, που παρουσιάζει όλους τους καταπιεσμένους της Γης. Το 1931 εκδίδει το &#8220;Πουργατόριο&#8221; και το 1934 το &#8220;Διψασμένοι στην Αβυσσο&#8221;.Στο &#8220;Χάος&#8221; (1936) ασχολείται με ανισότητες και τη νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας. Στην &#8220;Εξοδο&#8221; (1937) καταδικάζει τις ψευδαισθήσεις της εποχής: &#8220;Μη μας μιλάτε για τη φρίκη των δραμάτων/που παίζονται στου κόσμου τη σκηνή&#8221;.Στην &#8220;Ανοδο&#8221; (1939) εκφράζει παγκόσμια προβλήματα, αλλά και προσωπικά. Το 1939 και το 1940 εκδίδει το &#8220;Ιντερμέδιο&#8221; και το &#8220;Β Ιντερμέδιο&#8221; &#8211; το δεύτερο περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα και σε ελεύθερο στίχο &#8211; εκφράζοντας και την προσωπική του ζωή. Είναι η εποχή του πρώτου του γάμου που τον κάνει δυστυχισμένο. Το 1940 και &#8217;41 εκδίδει το &#8220;Βομβύκιο&#8221; και τη &#8220;Σερενάτα&#8221;, από τα λυρικά ποιήματά του. Από το 1937 δουλεύει στην &#8221; Πρωϊνή&#8221;, διδάσκει στο Μελκονάν (Αρμένικο Κολέγιο), κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, προγράμματα στο &#8220;Μαγικό Παλάτι&#8221; και εκδίδει τον &#8220;Πεννοφόρο&#8221; (εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό). το 1942 διαλύεται ο γάμος του και το 1943 παντρεύεται τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, σύντροφό του ως το θάνατό του.</p>
<p>Το 1941 εκλέγεται στην ΚΕ του ΑΚΕΛ. Το 1945 εκδίδει τα περιοδικά &#8221; Φλόγα&#8221; και &#8221; Σπίθα&#8221; και δουλεύει στο &#8221; Δημοκράτη&#8221; του κόμματος. Με την &#8220;Ηρωική Συμφωνία&#8221; (1942) υμνεί την ανατροπή των κοινωνικών θεσμών &#8211; είναι η εποχή της Εθνικής Αντίστασης και της ελπίδας για μια σοσιαλιστική Ελλάδα &#8211; τάσσεται υπέρ της απελευθέρωση της γυναίκας &#8211; κάτι πρωτοποριακό για την κυπριακή ποίηση &#8211; εκφράζει επαναστατικές ιδέες, εμπνευσμένος από τη Ρωσική Επανάσταση.<br />Τα &#8220;Σφυρίγματα του Αλήτη&#8221; (1943) αισιοδοξούν, αλλά με μια μελαγχολία και πολλή λυρικότητα. Εκδίδει το &#8220;Εκ βαθέων&#8221; (1944), υμνώντας την απελευθέρωση. Στο &#8220;Ανθρώπινο έπος&#8221; (1945) υμνεί την ανθρώπινη ζωή. Είναι ένα επικολυρικό ποίημα, το πιο ώριμο ιδεολογικά. Λέγει: &#8220;αξίζουνε οι θυσίες για τα μεγάλα&#8221; και &#8220;ρίξε μέσα στον τάφο ό,τι πεθαίνει&#8221;. Τώρα εκφράζεται σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του παραδοσιακού.</p>
<p>Από το 1945 η ποίηση του Ανθία καταγράφει σύγχρονα γεγονότα, ειδικά την αντίσταση της Ελλάδας και Κύπρου, την ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, την πάλη εναντίον της ξένης κυριαρχίας, για δικαίωση και ελευθερία. Στην &#8220;Κυπριακή Ραψωδία&#8221; (1946) λέει: &#8220;Μια πέτρα μέσ&#8217; στο πέλαγο είν&#8217; η γη μου&#8221; και &#8220;Ξένε, πατάς την πέτρα που δε σάλεψαν, τι φωνές θύελλες και τρικυμίες&#8221;.</p>
<p>Από το 1930-1948 έγραψε πεζά, νουβέλες, θεατρικά έργα, διηγήματα, λαογραφικά κείμενα: &#8220;Μπλακ Μαρία&#8221; (1934), &#8220;Ο γιόκας μας&#8221; (1936), &#8220;Το ταξίδι στον ήλιο&#8221; (1940), &#8220;Ζωντανή Κύπρος&#8221; (1941). Εκδίδει το δίτομο &#8221; Μουσικό Εγκόλπιο&#8221; &#8211; Λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Το 1948 πηγαίνει στο Λονδίνο με την οικογένειά του &#8211; εκδίδει τη &#8221; Φλόγα&#8221; και &#8221; Σπίθα&#8221;, κάνει εκπομπές στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC με τον Μιχάλη Κακογιάννη και δουλεύει σαν ανταποκριτής του &#8221; Ταχυδρόμου&#8221; Αλεξανδρείας και συντάκτης στο &#8220;Βήμα&#8221; της παροικίας. Το 1953 είναι κύριος ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, όπου δουλεύει τα βράδια σαν δάσκαλος.</p>
<p>Με το &#8220;Τραγούδι της Γης&#8221; (1951)και το &#8220;SOS&#8221; (1952) εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το 1955 γυρίζει στην Κύπρο σαν συντάκτης στο &#8221; Νέο Δημοκράτη&#8221;.Συλλαμβάνεται στις 14 Δεκεμβρίου με 134 άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ και μπαίνει στα κρατητήρια της Δεκέλειας. Γράφει το &#8220;Ημερολόγιο του CDP&#8221; (αυτό βάλαμε στον τάφο του στην Κοντέα). Λόγω καρδιακής προσβολής απελευθερώνεται και ξαναδουλεύει στη &#8221; Χαραυγή&#8221;. Το 1957 γυρίζει στο Λονδίνο και δουλεύει στο &#8221; Βήμα&#8221;. Το &#8220;Ορατόριο&#8221; (1961), που αφιερώνεται στον αγώνα της Κύπρου για απελευθέρωση και σε ήρωες λέει: &#8220;Μια χούφτα χώμα είν&#8217; το νησί μου στην απέραντη τη γη&#8221;.<br />Το 1962 εκδίδει τα Απαντά του και παρότι υποφέρει από την καρδιά του συνεχίζει την πολιτική και ποιητική του δραστηριότητα. Η &#8220;Κυπριακή Τραγωδία&#8221; (1965) είναι εμπνευσμένη από την Τηλλυρία και το διαχωρισμό Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Το 1966 εκδίδει την &#8220;Λαμπρακιάδα&#8221; για το Γρηγόρη Λαμπράκη, στενό φίλο του, που η δολοφονία του ήταν μια προσωπική πληγή για τον Ανθία. Το είχε καημό να του γράψει ένα τραγούδι, αλλά δεν έζησε να το χαρεί. Τον είχε συνοδέψει στο &#8221; Μαραθώνα της Ειρήνης&#8221; και του τραγουδά σαν υστερόγραφο, στους δίσκους που βγάζει στη μνήμη του: &#8220;Η δάφνη ως γίγαντας θα ζει/και θα φουντάρει η Νέα Ζωή/με το δικό σου το αίμα&#8221;.</p>
<p>Οι τελευταίες του συλλογές είναι το &#8220;Σ&#8217; αγαπώ&#8221; (1966) και &#8220;Αγρυπνώ για Σένα Ελλάδα&#8221; (1967). Το &#8220;Σ&#8217; αγαπώ&#8221; ήταν εμπνευσμένο από την Αναστασία, μεγάλη συντρόφισσα της ζωής του, αλλά συμβολίζει και την αγάπη του για τη ζωή. Το &#8220;Αγρυπνώ&#8230;&#8221; καταδικάζει τη Χούντα. Η υγεία του χειροτερεύει. Πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 8 Νοεμβρίου 1968 και κηδεύεται στο χωριό του Κοντέα, όπως επιθυμούσε.</p>
<p>Νομίζω πως ο Ανθίας κατατάσσεται με ποιητές σαν τον Μπρεχτ, που βλέπουν τη δημιουργία τους σαν &#8220;όπλο&#8221; &#8211; προσφορά στον αγώνα και τη μορφή της εξαρτημένη από το θέμα και το στόχο της. Ο Ανθίας ήταν πρωτοπόρος στη μορφή που διάλεξε. Ηταν πρωτοπόρο πνεύμα &#8211; και πνευματικά και επαναστατικά. Δε φοβόταν την πάλη με τα καθιερωμένα, δε φοβόταν τη φτώχεια. Ηταν αφοσιωμένος πάντοτε στο καλύτερο αύριο. Αγαπούσε την οικογένειά του, τους φίλους του, την τέχνη, τον αγώνα. Ηταν διανοούμενος, αλλά πάντα άνθρωπος του λαού. Γι&#8217; αυτό και η ποίησή του μιλά και στον απλό αγρότη και στον διανοούμενο. Τελειώνω, με την ανάμνηση όλων εκείνων που τακτικά μου απαγγέλλουν ποιήματά του &#8211; από τα κρασοχώρια ως τη Μεσαορία».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ «Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ» ΚΑΙ Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ</strong></h3>
<p>Το 1931 εκδίδει το έργο του Η Δευτέρα παρουσία, Ιλαροτραγικό έπος , Κύπρος 1931. με σατιρικό περιεχόμενο σατιρικό κατά της χριστιανικής θρησκείας. Σε αυτό περιγράφει εφημερίδες με πρωτοσέλιδα όπως «ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΟΥ» και μανιασμένο πλήθος να Τον κυνηγά γύρω από την Αγία τράπεζα. Στο τέλος, η φτωχολογία συλλαμβάνει τον Θεό και τον υποχρεώνει να καθήσει στο σκαμνί για να περάσει από δίκη για τα δεινά του κόσμου:</p>
<p>«Εμείς, που από τις σάρκες μας τη σάρκα σου έχεις πάρει<br />Κι απ’ τη δική μας την πλευρά τα κόκαλά σου τα γερά<br />Το βράδυ αυτό σε ορίζουμε, όπως ορίζουμε τη γης.<br />Ήρθ’ η στιγμή απ’ τον άνθρωπο να δικαστείς»</p>
<p>Τον δικάζει αρχικά ένας στρατιώτης ο οποίος συμβολίζει την φρίκη του πολέμου. Λέει «ανθρώπινα κορμιά ταϊζουν το φούρνο ‘της πατρίδας και της πίστεως», και «Κύριε Θεέ, εσύ γελούσες βλέποντας το ανθρώπινο κοπάδι να σέρνεται στης μάχης το λειβάδι». Σειρά στο κατηγορητήριο πέρνει μια γυναίκα η οποία γεννήθηκε φτωχή, πουλήθηκε σε ένα πλούσιο σύζυγο ο οποίος αργότερα την εγκατέλειψε και αναγκάστηκε να εκπορνευτεί. Λέει χαρακτηριστικά «Δυο νύχτες του χειμώνα αγριεμένες, κοιμήθηκα, θυμάμαι νηστική. Το εικόνισμα με κοίταζε και γέλαγε με μάσκα πονηρή, σαρκαστική… Το πέταξα και σ’ έβρισα ω Θεέ. Βλασφήμησα, θυμάμαι, όσο ποτέ». Σειρά πήρε ένας εργάτης ο οποίος προσωποποιούσε την ξεσηκωμένη εργατική τάξη: «Τα χέρια αυτά που χτίσανε τα μέγαρά σας, ξέρουν και δύνανται να σκάψουν βαθιά-βαθιά τα μνήματά σας» Το έργο θα κλείσει με την καταδίκη του Θεού.</p>
<p>Η Ιερά Σύνοδος της Κυπριακής Εκκλησίας την 1η Μαΐου 1931 εξέδωσε «Πράξη αφορισμού» σε βάρος του για «απ’ αρχής μέχρι τέλους άρνησις της χριστιανικής θρησκείας, των δογμάτων αυτής και των ηθικών παραγγελμάτων ως και της εννοίας περί Θεού κατά τρόπον ανευλαβή και ασεβή». Αργότερα ζήτησε με επιστολή του συγγνώμη προς την Ιερά Σύνοδο και στις 16 Απριλίου 1935 έγινε άρση του αφορισμού του.</p>
<p>Το έργο συμπεριλήφθηκε σε μια λίστα απαγορευμένων βιβλίων που έκδοσε η αποικιακή κυβέρνηση. Για να μην κατασχεθούν τα αντίτυπα, ο εκδότης της ποιητικής συλλογής, Ποτάπιος, τα έθαψε στα θεμέλια της νεόδμητης οικία του, στην Καρπασία.</p>
<p> </p>
<p><strong>ΠΗΓΕΣ</strong></p>
<p>ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑΣΥΜΒΟΛΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (Λευτέρη Παπαλεοντίου- Έλλη Φιλοκύπρου)</p>
<p>ΓΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΦΛΟΡΑΣ ΑΝΘΙΑ https://www.rizospastis.gr/story.do?id=381137</p>
<p>Η φωτογραφία του τάφου από την Ιωάννα Ξενίδη</p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%b9%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 10 Feb 2020 21:48:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12646</guid>

					<description><![CDATA[Ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλεμπόρου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή και δυο μικρότερους αδερφούς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία επισκέφτηκε &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλεμπόρου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή και δυο μικρότερους αδερφούς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία επισκέφτηκε την Ελλάδα και κατέληξε στο Αργοστόλι ως το 1921, οπότε εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Είχε προηγηθεί η επιστροφή του πατέρα (ως το 1921) στη Ρωσία και η εκεί οικονομική καταστροφή του. Στον Πειραιά ο Νίκος τέλειωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul και το Γυμνάσιο. Παράλληλα δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά. Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Άγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936. Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα. Το 1933 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μαραμπού, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κριτική. Ακολούθησαν το Πούσι (1947) και η Βάρδια (μυθιστόρημα-1954), ενώ μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η συλλογή Τραβέρσο (1975). Το 1934 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε στην Ξάνθη. Το 1939 πήρε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή. Το 1940 υπηρέτησε στην Αλβανία και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Κ.Κ.Ε.. Από το 1945 ναυτολογήθηκε ως ραδιοτηλεγραφητής. Το 1953 πήρε το δίπλωμα του Ασυρματιστή Α’. Το 1965 πέθανε η μητέρα του. Το 1968 επισκέφτηκε την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί έγραψε το πεζό Λι. Πέθανε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού. Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-12652 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/ce9ace91ce92ce92ce91ce94ce99ce91cea3.jpg" alt="ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ" width="392" height="235" /></p>
<h3></h3>
<h3><strong>ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933)</strong></h3>
<h4><strong>ΜΑΡΑΜΠΟΥ</strong></h4>
<p>Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί<br />
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,<br />
πως τις γυναίκες μ᾿ ένα τρόπον ύπουλο μισώ<br />
κι ότι μ᾿ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.</p>
<p>Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,<br />
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,<br />
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,<br />
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.</p>
<p>Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,<br />
που είν᾿ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,<br />
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές<br />
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.</p>
<p>Μ᾿ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,<br />
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,<br />
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,<br />
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.</p>
<p>Ήμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ένα λαμπρό ποστάλ<br />
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.<br />
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος εμοίαζε αλπικό-<br />
και μία στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.</p>
<p>Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,<br />
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ῾χε αυτοκτονήσει,<br />
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,<br />
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.</p>
<p>Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,<br />
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,<br />
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,<br />
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.</p>
<p>Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,<br />
κι είχα μίαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ᾿ τα πελάη,<br />
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά<br />
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.</p>
<p>Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ᾿ το λαιμό<br />
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι<br />
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,<br />
όταν εφθάσαμε σ᾿ αυτήν που θα ῾φευγε, την πόλη.</p>
<p>Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,<br />
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,<br />
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με<br />
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.</p>
<p>Νομίζω πως θε να ῾πρεπε να σταματήσω εδώ.<br />
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.<br />
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,<br />
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.</p>
<p>Θα προχωρήσω!&#8230; Μία βραδιά σε πόρτο ξενικό<br />
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,<br />
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,<br />
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.</p>
<p>Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,<br />
κάποια μ᾿ άρπαξ᾿ απότομα, γελώντας, το καπέλο<br />
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)<br />
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.</p>
<p>Μία κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,<br />
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,<br />
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,<br />
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.</p>
<p>Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.<br />
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.<br />
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,<br />
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».</p>
<p>Όταν την είδα και στο φως τ᾿ αχνό το πρωινό,<br />
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,<br />
που μ᾿ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ῾χα φοβηθεί,<br />
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.</p>
<p>Δώδεκα φράγκα γαλλικά&#8230; Μα έβγαλε μία φωνή,<br />
κι είδα μία εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,<br />
και μία το πορτοφόλι μου&#8230; Μ᾿ απόμεινα κι εγώ<br />
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.</p>
<p>Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,<br />
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,<br />
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μία αρρώστια τρομερή,<br />
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.</p>
<p>Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί<br />
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,<br />
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.<br />
Μ᾿ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ᾿ είχαν συχωρέσει&#8230;</p>
<p>Το χέρι τρέμει&#8230; Ο πυρετός&#8230; Ξεχάστηκα πολύ,<br />
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.<br />
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,<br />
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω &#8230;</p>
<h4><strong>ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ</strong></h4>
<p>Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο<br />
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι<br />
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-<br />
που από έναν γέρο έμπορο τ᾿ αγόρασα στ᾿ Αλγέρι.</p>
<p>Θυμάμαι, ως τώρα να ῾τανε, τον γέρο παλαιοπώλη,<br />
όπου εμοίαζε με μίαν παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,<br />
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,<br />
να λέει με μία βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.</p>
<p>«Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν᾿ αγοράσεις<br />
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το ῾χει ζώσει,<br />
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το ῾χαν,<br />
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.</p>
<p>Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αυτό τη Δόνα Τζούλια<br />
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.<br />
Ο Κόντε Αντόνιο μία βραδιά το δύστυχο αδερφό του<br />
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.</p>
<p>Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλια<br />
και κάποιος ναύτης Ιταλός έναν Γραικό λοστρόμο.<br />
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.<br />
Πολλά έχουν δεί τα μάτια μου, μ᾿ αυτό μου φέρνει τρόμο.</p>
<p>Σκύψε και δες το, μι᾿ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,<br />
ειν᾿ αλαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,<br />
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν᾿ αγοράσεις»<br />
-Πόσο έχει; -Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις παρ᾿ το.</p>
<p>Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,<br />
που ιδιοτροπία μ᾿ έκαμε και το ῾καμα δικό μου<br />
κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω<br />
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου&#8230;</p>
<h4><strong>Ο ΠΙΛΟΤΟΣ NAGEL</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στον ποιητή Ν. Ράντο</p>
<p>Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,<br />
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια<br />
που έφευγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,<br />
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος<br />
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,<br />
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,<br />
και σε μία γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας<br />
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.</p>
<p>Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,<br />
αφού τον κόσμο γύρισαν ολόκληρο, μία μέρα<br />
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.<br />
Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα<br />
και τα νησιά που ῾ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.<br />
Όμως μία μέρα πέθανε στην πιλοτίνα μέσα<br />
ξάφνου σαν ξεπροβόδισε το Steamer Tank «Fjord Folden»<br />
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν&#8230;</p>
<h4><strong>ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό</p>
<p>Έχω μία πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,<br />
οπού πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.<br />
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.<br />
Κι ένας σ᾿ εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.</p>
<p>Και μου ‘πε αυτός πως μία φορά του την επούλησε ένας,<br />
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,<br />
και στον Αράπη &#8211; λέει &#8211; αυτόν, την είχε δώσει κάποια,<br />
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.</p>
<p>Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,<br />
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μία γωνιά καπνίζω,<br />
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,<br />
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.</p>
<p>Και πότε μία ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,<br />
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.<br />
Και βλέπω μεσ᾿ στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους<br />
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.</p>
<p>Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μία γρήγορη γαλέρα<br />
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν᾿ αρμενίζει<br />
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,<br />
να ῾χει μία πίπα &#8211; όπως αυτήν εγώ &#8211; και να καπνίζει.</p>
<p>Έχω μία πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.<br />
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.<br />
Σκέφτομαι: «Θα ῾ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει<br />
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;</p>
<h4><strong>ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Του Ι. Πικραμένου</p>
<p>Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,<br />
όταν απ’ την βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,<br />
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας να με βρεί,<br />
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.</p>
<p>Μου ῾λεγε πως καπνίζουνε στ᾿ Αλγέρι το χασίς<br />
και στο Άντεν πως χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη,<br />
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,<br />
όταν η ζάλη μ᾿ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.</p>
<p>Μου λεγ᾿ ακόμα οτ’ είδ᾿ αυτός, μία νύχτα που ῾χε πιεί,<br />
πως πάνω σ᾿ άτι κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης,<br />
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.<br />
-Σαν πάμε στο Άντεν, μου ῾λεγε, κι εσύ θα δοκιμάσεις.</p>
<p>Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών<br />
και του ῾λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,<br />
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,<br />
με το ῾να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.</p>
<p>Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι᾿ αθώα καρδιά.<br />
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα &#8211; στη Μαρσίλια<br />
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό,<br />
έφαγε αυτός μίαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.</p>
<p>Μία μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ᾿ τον πυρετό,<br />
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.<br />
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ<br />
και δωσ᾿ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ᾿ την άσπρη σκόνη.</p>
<h4><strong>ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Στον Θανάση Καραβία</p>
<p>Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,<br />
βρίσκουν στην πλώρη μία γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι<br />
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί<br />
μπρός σ᾿ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.</p>
<p>Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,<br />
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,<br />
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές<br />
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα που καπνίζει.</p>
<p>Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή<br />
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,<br />
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,<br />
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.</p>
<p>Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,<br />
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,<br />
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,<br />
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.</p>
<p>Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,<br />
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους<br />
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών&#8230;»<br />
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.</p>
<h4><strong>ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ</strong></h4>
<p>Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου<br />
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;<br />
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου<br />
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω&#8230;</p>
<p>Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας<br />
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,<br />
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα<br />
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.</p>
<p>Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα<br />
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε-<br />
και τ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε<br />
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.</p>
<p>Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.<br />
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!<br />
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα<br />
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.</p>
<p>Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα<br />
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη<br />
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα<br />
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: Το Μάρτη&#8230;</p>
<p>Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα<br />
κι ένα του Μάγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:<br />
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»<br />
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.</p>
<p>Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,<br />
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,<br />
πως μ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα<br />
και τώρα πιά να μη με περιμένει&#8230;</p>
<p>Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε<br />
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει<br />
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του<br />
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.</p>
<p>Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.<br />
Μπορεί κιόλας να σ έκαμα να κλάψεις.<br />
Δε θα βρεις, βέβαια, λόγια για μι απάντηση.<br />
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις&#8230;</p>
<h4><strong>ΚΑΦΑΡ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στο Γιώργο Παπά</p>
<p>Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά<br />
και να ῾χεις των αναχωρήσεων τη μανία,<br />
μα φεύγοντας απ᾿ το γραφείο τα βραδινά<br />
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.</p>
<p>Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,<br />
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,<br />
είναι τι ίδιο πιά να μένεις στην Ελλάδα<br />
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.</p>
<p>Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,<br />
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,<br />
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν<br />
είν᾿ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.</p>
<p>Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,<br />
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας<br />
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί<br />
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.</p>
<p>Στην Ταιτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,<br />
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,<br />
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,<br />
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.</p>
<p>Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,<br />
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,<br />
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη<br />
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.</p>
<p>Η αυτοκτονία, προνόμιο πιά στα θηλυκά-<br />
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.<br />
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,<br />
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.</p>
<h4><strong>ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Στον Π. Τζόανο</p>
<p>Είναι κάτι μεσόκοποι καπεταναίοι Εγγλέζοι,<br />
που φάγανε τα νιάτα τους στις γέφυρες απάνω,<br />
σε βάρδιες εξαντλητικές, κοιτώντας τα φανάρια,<br />
σε θεωρίες παράξενες για στίγματα, για μήκη,<br />
που όλη στο νού τους κλείσανε τη ναυτική επιστήμη.<br />
Μα θες από την κούραση η απ᾿ το πολύ που επίναν<br />
έπεσαν έξω, το μεγάλο δίπλωμα τους πήραν,<br />
στη «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ένα χαρτί τους δώσαν,<br />
ένα χαρτί που δίνουνε μονάχα στους λοστρόμους.<br />
Και τότε αυτοί, από κούραση κι από πικρία γιομάτοι,<br />
στις πολιτείες τους μείνανε και δεν εξαναφύγαν.</p>
<p>Ξέρω κάτι μεσόκοπους Εγγλέζους καπετάνιους,<br />
αλκολικούς, με τις χρυσές που σχίστηκαν στολές τους,<br />
που όλη τη μέρα μες στα μπαρ γυρίζουνε και πίνουν,<br />
τσίκλα μασάν, αισχρολογούν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,<br />
μα σαν βραδιάσει κι αρχινάν να φεύγουν τα καράβια,<br />
κάνοντας μέσα στα νερά του λιμανιού μπρός πίσω,<br />
βγαίνουν αυτοί και κρίνουνε με πείσμα τις μανούβρες.<br />
Πολλές φορές μαλώνουνε, παίζουν γροθιές και βγάζουν<br />
κάτι μαχαίρια ναυτικά του Σέφιλντ σκουριασμένα.<br />
χτυπιούνται και πεθαίνουνε πάνω σε μπάλες κάμποτ<br />
η σε τσουβάλια απ᾿ το Penang μπαχαρικά γιομάτα.</p>
<h4><strong>ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ</strong></h4>
<p>Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.<br />
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,<br />
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες<br />
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.</p>
<p>Έχουνε μία παράξενη συγγένεια και τα τρία<br />
παρ᾿ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,<br />
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει<br />
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Ένα μαχαίρι | Vasilis Papakonstantinou - Ena maxairi" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/4O-tchlkvlc?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3><strong>ΠΟΥΣΙ (1947)</strong></h3>
<h4><strong>ΠΟΥΣΙ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στην Ελένη Χαλκιούση</p>
<p>Έπεσε το πούσι αποβραδίς<br />
-το καραβοφάναρο χαμένο-<br />
κ᾿ έφτασες χωρίς να σε προσμένω<br />
μες στην τιμονιέρα να με δείς.</p>
<p>Κάτασπρα φοράς κ᾿ έχεις βραχεί,<br />
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.<br />
Κάτου στα νερά του Port Pegassu<br />
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.</p>
<p>Μας παραμονεύει ο θερμαστής<br />
με τα δυό του πόδια στις καδένες.<br />
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες<br />
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.</p>
<p>Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό<br />
κ᾿ είν᾿ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.<br />
Από να φοβάμαι και να καρτερώ<br />
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.</p>
<p>Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.<br />
Ήρθες να με δείς κι όμως δε μ᾿ είδες<br />
έχω απ᾿ τα μεσάνυχτα πνιγεί<br />
χίλια μίλια περ᾿ απ᾿ τις Εβρίδες.</p>
<h4><strong>KURO SIWO</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στο Γιώργο Παπά</p>
<p>Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,<br />
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.<br />
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια<br />
και δεν τα βλέπεις καθώς λένε με το πρώτο.</p>
<p>Περ᾿ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,<br />
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.<br />
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια<br />
που σου ῾πανε μία κούφιαν ώρα στην Αθήνα.</p>
<p>Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ᾿ ανάβει,<br />
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,<br />
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,<br />
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει η το καράβι;»</p>
<p>Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.<br />
Σκαντζάρισες μα σε κρατά λύπη μεγάλη.<br />
Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι<br />
κι ο πίθηκος που ῾χα με κούραση γυμνάσει.</p>
<p>Η λαμαρίνα!&#8230; Η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.<br />
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μία ζώνη<br />
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ᾿ το τιμόνι,<br />
πως παίζει ο μπούσουλας καρντίνι με καρντίνι.</p>
<h4><strong>ΑΡΜΙΔΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Κώστα Βάρναλη</p>
<p>Το πειρατικό του Captain Jimmy,<br />
που μ᾿ αυτό θα φύγετε και σείς,<br />
είναι φορτωμένο με χασίς<br />
κ᾿ έχει τα φανάρια του στην πρύμη.</p>
<p>Μήνες τώρα που ῾χουμε κινήσει<br />
και με τη βοήθεια του καιρού<br />
όσο που να πάμε στο Περού<br />
το φορτίο θα το ῾χουμε καπνίσει.</p>
<p>Πλέμε σε μία θάλασσα γιομάτη<br />
με λογής παράξενα φυτά,<br />
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά<br />
και μας κλείνει που και που το μάτι.</p>
<p>Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,<br />
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;<br />
μας προσμένουν πίπες αδειανές<br />
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.</p>
<p>Ξεχασμένο τ᾿ άστρο του Βορρά,<br />
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.<br />
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά<br />
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.</p>
<p>Η πλωριά Γοργόνα μία βραδιά<br />
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,<br />
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά<br />
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.</p>
<p>Κι έπειτα στις ξερές του Ακορά<br />
τσούρμο τ᾿ άγριο κύμα να μας βγάλει<br />
τέρατα βαμμένα πορφυρά<br />
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.</p>
<h4><strong>ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στο Γιώργο Σεφέρη</p>
<p>Ολονυχτιές τον πότισες με το κρασί του Μίδα<br />
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.<br />
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα<br />
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.</p>
<p>Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος<br />
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.<br />
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος<br />
απ᾿ το σημάδι της παλιάς κινεζικής πληγής.</p>
<p>Ο παπαγάλος σου ῾στειλε στερνή φορά το «γειά σου»<br />
κι απάντησε απ᾿ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής<br />
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου<br />
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.</p>
<p>Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «σε προδίνω»<br />
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.<br />
Μη φεύγεις. Πες μου, το ῾πνιξες μία νύχτα στο Λονδίνο<br />
η στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;</p>
<p>Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν<br />
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.<br />
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ᾿ αρέσουν<br />
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.</p>
<p>Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε κάρφωναν<br />
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές<br />
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα<br />
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.</p>
<h4><strong>ΚΑΡΑΝΤΙ</strong></h4>
<p>Στο κορίτσι από το Βόλο</p>
<p>Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,<br />
ένα πούλι που ακροβατεί στα παταράτσα.<br />
Γνέφουνε δυό στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,<br />
που αρρώστιες τα ῾χουνε τσακίσει τροπικές.</p>
<p>Παντιέρα κιτρίνη &#8211; σινιάλο του νερού.<br />
Φούντο τις δυό και πρίμα βρέξε το πινέλο.<br />
Τα δύο φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello<br />
ξεθωριασμένος απ᾿ το κύμα του καιρού.</p>
<p>Το καραντί &#8230; Το καραντί θα μας μπατάρει.<br />
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.<br />
Από νωρίς, δεξιά στην μάσκα την πλωριά,<br />
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.</p>
<p>Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,<br />
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.<br />
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα,<br />
χρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.</p>
<p>Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς<br />
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.<br />
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους<br />
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.</p>
<p>Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.<br />
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά<br />
κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά,<br />
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια.</p>
<h4><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΑΝΙΣ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Αιμίλιο Βεάκη</p>
<p>Ένα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ᾿ αυτί<br />
και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα.<br />
Tropical stormy-In Madras area cholera,<br />
και στα νησιά του Lakha-diwa πυρετοί.</p>
<p>Το ῾να ανάλαφρα φύκια κρατά<br />
και το ζερβί σου το λειψό σάπια καβίλλια.<br />
Η Katherin τούτη τη στιγμή, χιλιάδες μίλια&#8230;<br />
βγαίνει τη ντάμα με το ρήγα σταυρωτά.</p>
<p>Το «Union Jack» και το σπασμένο τουρκετί<br />
κι᾿ ο Γιαπωνέζος στην παντιέρα-μαύρη μπάλα.<br />
Η αφή της όμοια με το περσικό γατί<br />
που ῾χες ψωνίσει πριν τρεις μήνες στην Bomballa.</p>
<p>Περαστική τώρα η Γοργόνα η τροπική<br />
σε βλέπει αδιάφορη κι᾿ απέ σε φέρνει βόρτα.<br />
Αλλιώτικες όσες σταμπάρουν ναυτικοί<br />
κι᾿ άλλες αυτές που σε τραβούσανε στα πόρτα.</p>
<p>Ο κατασκότεινος βρέχει νερένιος ουρανός<br />
μολύβι, εγγλέζικες κονσέρβες, porridge, νάρκες.<br />
Παίζει τερπνό, παράξενο παιγνίδι με τις σάρκες<br />
καθώς διαβαίνει ο σκύλος ο θαλασσινός.</p>
<p>Τοπίο σκωτσέζικο-σκυλιά και κυνηγοί,<br />
πύργος με φάντασμα-παλιό Johnnie Walker whisky.<br />
Απόψε οι δύο χαλύβδινοι πρωραίοι πυργίσκοι<br />
προσμένουν Τρίτωνες για βάρδιας αλλαγή.</p>
<p>Γουίλιαμ !&#8230; Γέλα στο βυθό φλεγματικά,<br />
αφού πιά τίποτα δε μέλει να προδώσεις.<br />
Ας παίξουν κι᾿ άλλοι με παιγνίδια ναυτικά<br />
κι᾿ άλλοι ας φορέσουνε φανέλα με ραβδώσεις.</p>
<h4><strong>FEDERICO GARCIA LORCA</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Στο Θανάση Καραβία</p>
<p>Ανέμισες για μία στιγμή το μπολερό<br />
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.<br />
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,<br />
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.</p>
<p>Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά<br />
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.<br />
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά<br />
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ᾿ αχαμνά του.</p>
<p>Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά<br />
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.<br />
Τραβέρσο ανάποδο &#8211; πορεία προς το Βοριά.<br />
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλλει.</p>
<p>Κάτου απ᾿ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές<br />
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.<br />
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές<br />
τότες που σ᾿ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.</p>
<p>Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;<br />
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.<br />
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω<br />
κ᾿ ίσα εν᾿ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.</p>
<p>Κοπέλες απ᾿ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.<br />
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά<br />
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,<br />
μεσ᾿ απ᾿ τα διψασμένα της χωράφια τ᾿ ανοιχτά.</p>
<p>Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.<br />
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.<br />
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα<br />
και στο χωριό ν᾿ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.</p>
<h4><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στο Γιώργο Κουμβακάλη</p>
<p>Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,<br />
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.<br />
Σ᾿ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,<br />
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.</p>
<p>Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι<br />
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή.-<br />
Τυφλό κορίτσι σ᾿ οδηγάει, παιδί του Modigliani,<br />
που τ᾿ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δύο Μαρμαρινοί.</p>
<p>Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα<br />
μα εσένα μία παράξενη ζαλάδα σε κινεί.<br />
Με στάμπα που δεν φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα<br />
η το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;</p>
<p>Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται<br />
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.<br />
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται<br />
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.</p>
<p>Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι<br />
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.<br />
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι<br />
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.</p>
<p>Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.<br />
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ῾πες «σ᾿ αγαπώ».<br />
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,<br />
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.</p>
<h4><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 160px;">Στο Γιώργο Θεοτοκά</p>
<p>Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.<br />
Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυό στο χάρτη<br />
γύρισες και μου ῾πες πως το Μάρτη<br />
σ᾿ άλλους παραλλήλους θα ῾χεις μπεί.</p>
<p>Κούλικο στο στήθος σου τατού,<br />
που όσο κι αν το καίς δεν λέει να σβήσει.<br />
Είπαν πως την είχες αγαπήσει<br />
σε μία κρίση μαύρου πυρετού.</p>
<p>Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό<br />
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.<br />
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια<br />
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.</p>
<p>Το Άλφα του Κενταύρου μία νυχτιά<br />
με το παλλινώριο πήρα κάτου.<br />
Μου ῾πες με φωνή ετοιμοθανάτου:<br />
«Να φοβάσαι τ᾿ άστρα του Νοτιά».</p>
<p>Άλλοτε απ᾿ τον ίδιο ουρανό<br />
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα,<br />
με του καπετάνιου τη μιγάδα,<br />
μάθημα πορείας νυχτερινό.</p>
<p>Σ᾿ ένα μαγαζί του Nossi Be<br />
πήρες το μαχαίρι, δύο σελίνια<br />
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια<br />
άστραψες σα φάρου αναλαμπή.</p>
<p>Κάτου στις αχτές της Αφρικής<br />
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.<br />
Τα φανάρια πιά δεν τα θυμάσαι<br />
και τ᾿ ωραίο γλυκό της Κυριακής.</p>
<h4><strong>Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΔΙΝΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">Στο Ν. Χατζηκυριάκο &#8211; Γκίκα</p>
<p>Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ<br />
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.<br />
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω στο λαιμό,<br />
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.</p>
<p>Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά<br />
και στείλε τη «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο.<br />
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ᾿ ανοιχτά<br />
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;</p>
<p>Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.<br />
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!<br />
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,<br />
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.</p>
<p>Του ναύτη δωσ᾿ του στη στεριά κρεβάτι, και να πιεί.<br />
-Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες&#8230;-<br />
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί<br />
κ᾿ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.</p>
<p>Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.<br />
-Στην αγoρα του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-<br />
Και πήδηξ᾿ ο μικρός θεός μία νύχτα, των Ινκάς,<br />
στού Αιγαίου τα γαλανά νερά, δύο μίλια όξω απ᾿ τη Σκύρο.</p>
<p>Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!<br />
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,<br />
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,<br />
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας - Federico Garcia Lorca - Official Audio Release" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/dCF8UEok4a8?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<h3><strong>ΤΡΑΒΕΡΣΟ (1975)</strong></h3>
<h4><strong>ΜΟΥΣΩΝΑΣ</strong></h4>
<p>Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.<br />
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.<br />
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.<br />
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.</p>
<p>Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.<br />
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;<br />
Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.<br />
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.</p>
<p>Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.<br />
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.<br />
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ῾πε μαύρος κάπος<br />
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.</p>
<p>Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,<br />
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.<br />
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ῾πε<br />
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.</p>
<p>Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.<br />
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,<br />
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.<br />
Τι θα ῾δινα &#8211; «Πάψε, Σεβάχ» &#8211; για να ῾μουνα παιδί!</p>
<p>Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;<br />
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.<br />
Και μείς, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρόμα,<br />
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.</p>
<p>Ινδικός Ωκεανός 1951</p>
<h4><strong>ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στον Αντώνη Μωραίτη</p>
<p>Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.<br />
Παίξτε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.<br />
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.<br />
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.</p>
<p>Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.<br />
Μία τσιμινιέρα στον κόσμο και σφυρίζει.<br />
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου<br />
για μία στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.</p>
<p>Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.<br />
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξανάπαμε αρόδο.<br />
Ποιος σκύλας γιός μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι<br />
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;</p>
<p>Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φεγγάρι.<br />
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.<br />
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι<br />
πρώτη φορά, σε μία σπηλιά, στην Αλταμίρα.</p>
<p>Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.<br />
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ᾿ είδες.<br />
Στην άμμο πάνω σ᾿ είχα ανάστροφα ζαβώσει<br />
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.</p>
<p>Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.<br />
Κοντά σου ναύτες απ᾿ την Ούρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.<br />
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό<br />
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.</p>
<p>Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.<br />
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.<br />
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί<br />
μες στού Giorgione το αργαστήρι.</p>
<p>Πέτρα θα του ῾ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.<br />
Τι σου ῾φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.<br />
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.<br />
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.</p>
<p>Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.<br />
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.<br />
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω<br />
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.</p>
<p>Ινδικός Ωκεανός 1951</p>
<h4>ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA</h4>
<p style="padding-left: 240px;">Στην Έλγκα</p>
<p>Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.<br />
Μάτσο χωράνε σε μία κούφιαν απαλάμη.<br />
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.<br />
Ο πιο μικρός αχολογάει μ᾿ ένα καλάμι.</p>
<p>Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δύο ποδάρια.<br />
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.<br />
Μ᾿ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπι τη μαλάρια<br />
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.</p>
<p>Απ᾿ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.<br />
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;<br />
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα<br />
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ᾿ ένα ποτήρι.</p>
<p>Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,<br />
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι<br />
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια<br />
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.</p>
<p>Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,<br />
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.<br />
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;<br />
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;</p>
<p>Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.<br />
-Μ᾿ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ᾿ τη μοράβια.<br />
Μα είν᾿ ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.<br />
-Γιέ μου, που πας; -Μάνα, θα πάω με τα καράβια.</p>
<p>Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.<br />
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.<br />
Τα μάτια σου ζούνε μία θάλασσα, θυμάμαι &#8230;<br />
Ο πιο στερνός μ᾿ έναν αυλό με νανουρίζει.</p>
<p>Colombo 1951</p>
<h4><strong>GUEVARA</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στο Θανάση Καραβία</p>
<p>Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.<br />
Έλεγε η μάνα του παιδιού: «Καμάρι μου, κοιμήσου».<br />
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα<br />
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.</p>
<p>Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.<br />
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.<br />
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Που μ᾿ είδες και που σ᾿ είδα;<br />
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.</p>
<p>Ποιος το ῾λεγε, ποιος το ῾λπιζε και ποιος να το βαστάξει.<br />
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.<br />
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι<br />
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.</p>
<p>Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.<br />
Γλείφει τα ρόδα απ᾿ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.<br />
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.<br />
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.</p>
<p>Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ᾿ ανοιχτά.<br />
Στ᾿ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.<br />
Πέφτει απ᾿ τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,<br />
ένα σβησμένο cigarillos.</p>
<p>Τ᾿ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,<br />
έσμιξε πιά με το καράβι του συννέφου.<br />
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό<br />
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.</p>
<p>Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,<br />
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.<br />
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ᾿ ένα αλώνι.)<br />
απόψε οι δύο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.</p>
<p>Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαιτάρι.<br />
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.<br />
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι<br />
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.</p>
<p>Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,<br />
μ᾿ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.<br />
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του<br />
σενιάρει ο Φίλος και στο μπόι σου το μετράει.</p>
<p>Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα<br />
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.<br />
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.<br />
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.</p>
<p>Έφεσος 1972</p>
<h4><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στη Μυρτώ Κουμβακάλη</p>
<p>Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης<br />
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.<br />
Γραφή από τρεις και μου ῾γινες μοτάρι και καρφί.<br />
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.</p>
<p>Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι<br />
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.<br />
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.<br />
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.</p>
<p>Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,<br />
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ<br />
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-<br />
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.</p>
<p>Το δαχτυλίδι που ῾φερνα μου το ῾κλεψε η Οράγια.<br />
Τον παπαγάλο -μάδησε κι έπαψε να μιλεί.<br />
Ας εκατέβαινε έστω μία, στο βίρα, στα μουράγια,<br />
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.</p>
<p>Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει-<br />
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.<br />
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.<br />
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.</p>
<p>Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.<br />
Να μην τολμήσεις να τη δείς ποτέ από τη στεριά.<br />
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,<br />
μπορεί να ῾ρθω απ᾿ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.</p>
<p>04.01.1974</p>
<h4><strong>FATA MORGANA</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στη Θεανώ Σουνά</p>
<p>Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό<br />
στάλα τη στάλα συναγμένο απ᾿ το κορμί σου<br />
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,<br />
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.</p>
<p>Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.<br />
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι<br />
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,<br />
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.</p>
<p>Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,<br />
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,<br />
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί<br />
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.</p>
<p>Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.<br />
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,<br />
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,<br />
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ᾿ αγαπήσαν.</p>
<p>Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,<br />
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ᾿ τη Σαντορίνη.<br />
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός<br />
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.</p>
<p>Σκουριά πυροχρωμη στις μνήμες του Σινά.<br />
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.<br />
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,<br />
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.</p>
<p>Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.<br />
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.<br />
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι<br />
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.</p>
<p>*</p>
<p>Πούθ᾿ έρχεσαι; Απ᾿ τη Βαβυλώνα.<br />
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.<br />
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.<br />
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.</p>
<p>Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο<br />
όνομα. Εύα από την Κίο.<br />
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι<br />
και η τέταρτη είν᾿ εν᾿ αγόρι μ᾿ ένα μάτι.</p>
<p>Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,<br />
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,<br />
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,<br />
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.</p>
<p>Να ῾χαμε το λύχνο του Αλαδίνου<br />
η το γέρο νάνο απ᾿ την Καντόνα.<br />
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου<br />
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.</p>
<p>Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.<br />
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ όνομά του.<br />
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,<br />
και φυλλομετρά τον καζαμία.</p>
<p>Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.<br />
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.<br />
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,<br />
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.</p>
<h4><strong>ΠΙΚΡΙΑ</strong></h4>
<p>Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι<br />
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,<br />
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,<br />
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.</p>
<p>Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου<br />
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα<br />
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,<br />
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.</p>
<p>Ο,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:<br />
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,<br />
το μπούσουλα, τη βάρδιά μου και την πορεία στον χάρτη,<br />
για ένα δυσεύρετο, μικρό θαλασσινό κοχύλι.</p>
<p>Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,<br />
την πυρκαγιά που ανάψαμε μία νύχτα στο Μανάο.<br />
Τη μαχαιριά που μου ῾δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα<br />
και «Σε πονάει με τη νοτιά; &#8211; Όχι απ᾿ αλλού πονάω.»</p>
<p>Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια<br />
του καραβιού που κάθισε την πλώρη την σπασμένη.<br />
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που ῾χα για περηφάνια<br />
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.</p>
<p>Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;<br />
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ᾿ Αμερική κι Ασία.<br />
Σύρμα που εκόπηκε στα δυό και πως να το ματίσω;<br />
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.</p>
<p>Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.<br />
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,<br />
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι<br />
και ταψιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.</p>
<p>Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,<br />
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.<br />
Μία μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει<br />
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.</p>
<p>07.02.1975</p>
<h4><strong>ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ</strong></h4>
<p>Για μωρά και για γέρους.</p>
<p>Πρώτη μέρα του Μαγιού<br />
πάει το clipper του τσαγιού.</p>
<p>Να προλάβει τη Σαγκάη,<br />
να φορτώσει το άσπρο τσάι.</p>
<p>Μα στού νότου τα νησιά,<br />
στο στενό του Μακασάρ,</p>
<p>το κουρσεύουν πειρατές,<br />
και δε γύρισε ποτές.</p>
<p>Στέρνουν ένα μπριγκαντίνι,<br />
όλο ασένιο, στο καντίνι.</p>
<p>Μα όξω από τη Βαρκελώνα<br />
το μπατάρει μια χελώνα,</p>
<p>μία χελώνα θηλυκιά,<br />
γκαστρωμένη και κακιά.</p>
<p>Μα ένας Κεφαλλονίτης,<br />
κειοπίσω απ᾿ τη Δολίχα,</p>
<p>τραμπάκουλο αρματώνει<br />
και το βαφτίζει Τρίχα.</p>
<p>Καβατζάρει το Σχινάρι,<br />
τόνε κλαίγαν κι οι γαιδάροι.</p>
<p>Βγαίνει από τη Τζιμπεράλτα<br />
δίχως μπούσουλα και χάρτα.</p>
<p>Όξω απ᾿ τη Μαδαγασκάρη<br />
ο καιρός έχει λασκάρει.</p>
<p>Κατεβάζει τα πινά του<br />
και ψειρίζει τ᾿ αχαμνά του.</p>
<p>Τόνε πιάνουνε κουρσάροι<br />
μα τους τάραξε στο ζάρι.</p>
<p>Μαχαιρώνει τη χελώνα<br />
και ξορκίζει τον κυκλώνα.</p>
<p>Αριβάρει στο Μακάο<br />
μ᾿ ένα φόρτωμα κακάο.</p>
<p>Όμως βρέθηκε στ᾿ αμπάρι<br />
όλο φούντα και μπουμπάρι.</p>
<p>Αφού το μοσκοπούλησε<br />
στη λίρα κολυμπάει</p>
<p>Τσού χαιρετάει κινέζικα<br />
και πάει για τη Μπομπάη.</p>
<p>Τόνε πιάνουν Μουσουλμάνοι<br />
του φορέσανε καφτάνι.</p>
<p>Τον βαφτίζουν Μουχαμέτη<br />
και του κάνουνε σουνέτι.</p>
<p>Τσού μαθαίνει σκορδαλιά<br />
και τον κάνουν βασιλιά.</p>
<p>Το ῾σκασε νύχτα με μουσώνα<br />
μ᾿ όλο το βιός σε μια κασώνα.</p>
<p>Το μωρό μας με κλωτσάει.<br />
«Τι θα γίνει με το τσάι;<br />
Πνίξε πιά το βασιλιά!»</p>
<p>Α, το πίνουν οι Κινέζοι<br />
σιωπηλοί γουλιά γουλιά.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας - Θεσσαλονίκη - Official Audio Release" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/KN4gi9oAxEw?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3><strong>ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h3>
<p><strong>(Από την έκδοση «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρας 2005)</strong></p>
<h4><strong>ΠΟΘΟΣ</strong></h4>
<p>Πάμε στο κάμπο πέρα κεί τ᾿ απόβραδο<br />
πιασμένοι από το χέρι ωραίο κοράσι<br />
ο αχός της πολιτείας της αρρωστιάρικης<br />
ποτέ να μη μπορέση να μας φτάση.</p>
<p>Και κεί στον κάμπο πέρα τον ανθόσπαρτο<br />
όπου γιορτάζει πάντα η φύσι<br />
αγκαλιαστοί θα νοιώσουμε τον έρωτα<br />
ως ότου η ψυχή να μας αφήση.</p>
<p>Και χελιδόνι να γενή γοργόφτερο<br />
ψηλά στον ουρανό να φτερουγίση<br />
να διαλαλήση εκεί με τυτιρίσματα<br />
-Χαρήκαμε τ᾿ ο,τι είχαμε ποθήσει.</p>
<p>ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ</p>
<h4><strong>ΔΑΚΡΥ</strong></h4>
<p>Το βράδυ πέθανε η παιδούλα<br />
πούχε αρρωστήσει την αυγή.<br />
Ίσως η αγνή της η ψυχούλα<br />
με τ᾿ άστρα θέλησε να βγη.<br />
Και τωρ᾿ αστέρι θάχει γίνει<br />
τον ουρανό για να ομορφήνη.</p>
<p>ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ</p>
<h4><strong>ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΠΕΡΑΣΕ&#8230;</strong></h4>
<p>Τώρα το καλοκαίρι πάει &#8230; επέρασε &#8230;<br />
Κ᾿ είνε καιρός να φύγουμε για πέρα.<br />
Δυό μήνες επεράσαμε έτσι άσκοπα<br />
αν κ᾿ είχαμε πολλές ιδέες στο νού μας.</p>
<p>Εκείνα που σκεφθήκαμε δεν κάναμε<br />
και πάντα τ᾿ αναβάλαμε για τ᾿ αύριο<br />
για κάποιαν κάθε μέρα γράμμα εγράφαμε<br />
που όμως αυτή δεν τόλαβεν ακόμα.</p>
<p>Σε ναυτικές ταβέρνες εκαθήσαμε<br />
σε γέρους πλάι που λέγαν ιστορίες<br />
και που συχνά, σιγά μας εσυμβούλευαν<br />
με λόγια που πιά τάχαμε ξεχάσει.</p>
<p>Σε πανηγύρια πήγαμε χωριάτικα<br />
ψηλά σε ρημοκλήσια γκρεμισμένα<br />
κι επιάσαμε μαντήλι και χορέψαμε<br />
με παληκάρια, και παιδούλες νιές.</p>
<p>Πολλές φορές τ᾿ αγέρι μας εκοίμισε<br />
μέσα σε βάρκα &#8230; κάτω απ᾿ ένα δέντρο<br />
κι εκάναμ᾿ έναν ύπνο τόσον ήσυχο<br />
έτσι μακρύ &#8230; σα νάχαμε πεθάνει &#8230;</p>
<p>Και τ᾿ αύριο ποτέ δεν εσκεφθήκαμε<br />
ούτε και την ημέρα της φυγής μας.<br />
&#8230; Τώρα το πλοίο μας παίρνει. Πέρα το άγνωστο<br />
η τρικυμίες!, οι μπόρες! &#8230;</p>
<p>13.09.1928</p>
<p>ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ</p>
<h4><strong>ΑΓΑΠΑΩ</strong></h4>
<p>Αγαπάω τ᾿ ότι θλιμμένο στον κόσμο.<br />
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,<br />
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,<br />
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.</p>
<p>Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ᾿ ένα δισάκι<br />
για μία πολιτεία μακρυνή ξεκινάνε,<br />
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,<br />
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.</p>
<p>Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν<br />
τον ιππότην που είδαν μία βραδιά στ᾿ όνειρό τους,<br />
να φανή απ᾿ τα βάθη του απέραντου δρόμου.<br />
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ασπρόφτερό τους.</p>
<p>Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια<br />
και δεν ξέρουν καλά -αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω<br />
αγαπάω, και θα ῾θελα μαζί τους να πάω<br />
κι ούτε πιά να γυρίσω.</p>
<p>Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες<br />
που κυττάνε μακριά,που κυττάνε θλιμμένα &#8230;<br />
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο -ο,τι κλαίει<br />
γιατί μοιάζει μ᾿ εμένα.</p>
<h4><strong>Η ΚΥΡΑ ΛΕΝΗ</strong></h4>
<p>Από τα χρόνια που ήταν νιά<br />
την ξέρανε την κυρά Λένη<br />
στη φτωχική της γειτονιά<br />
που κάθε μέρα ξενοπλένει.</p>
<p>Έχει κι αυτή μιαν ιστορία<br />
συνηθισμένη θλιβερή<br />
και σ’ όποιον βρει την λέει κυρία<br />
αρχίζοντας «παν οι καιροί</p>
<p>που ’χα και ’γω κι ήμουνα κάτι!<br />
άλλα τ’ αντρός μου το μεθύσι&#8230;<br />
της γειτονιάς το κακό μάτι&#8230;<br />
-Μέρα καλή δε θα γυρίσει-</p>
<p>Χρέη στον ψωμά, χρέη στο χασάπη<br />
τα δαχτυλίδια στο σαράφη&#8230;<br />
ξελόγιασε το γιο η αγάπη&#8230;<br />
Η κόρη απόμεινε στο ράφι.</p>
<p>Κι ολημερίς πλένω να ζήσω<br />
&#8211; ζωή κακιά τυραγνισμένη<br />
Στη σκάφη ομπρός θα ξεψυχήσω&#8230; »<br />
-Η κυρά Λένη κλαίει και πλένει-</p>
<p>18 Μαΐου 1929</p>
<p>ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ</p>
<h4><strong>ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ&#8230;</strong></h4>
<p>Γνωρίζω κάποιον κύριο που ηλίθιο τον νομίζουν,<br />
γιατί, παράξενα μιλεί κι ένα μονόκλ φοράει,<br />
γιατί, συχνάζει μ᾿ άσεμνες και θλιβερές γυναίκες<br />
και γιατί πάντα ότι του πείς αυτός χαμογελάει.</p>
<p>Που στέκει ώρες αμίλητος και σαν αφηρημένος,<br />
και που όταν, τι έχει τον ρωτούν οι φίλοι μ᾿ απορία<br />
αυτός κυττάζοντας αλλού αρχίζει να διηγιέται<br />
η μίαν αισχρήν η μία πολύ παράξενη ιστορία.</p>
<p>Για μίαν εταίρα υστερική που ζει κι όλο πεθαίνει,<br />
για έναν τρελλό όπου ζητάει νάβρη τ᾿ όνειρό του,<br />
για κάποιο γέρο που αγαπάει μ᾿ ανάστροφην αγάπη,<br />
για μία γκριμάτσα τραγική κάποιου χλωμού Πιερρότου.</p>
<p>&#8230; Ξέρω ένα νέο που οι φίλοι του ηλίθιο τον νομίζουν,<br />
γιατί για πράγματα πολύ περίεργα μιλάει<br />
κι όσες φορές πασχίζουνε να τόνε συμβουλεύσουν<br />
κυττά με περιφρόνηση και θλιβερά γελάει &#8230;</p>
<p>ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ</p>
<h4><strong>[ Οι πόρνες οι χαρούμενες&#8230; ]</strong></h4>
<p>Οι πόρνες οι χαρούμενες που πάντα αισχρολογούν<br />
σα βρέχει, απ’ το παράθυρο κοιτάνε λυπημένα.<br />
Και τα βαμμένα μάτια τους οπ’ εγελούσαν πριν<br />
φαίνονται κάπως σκοτεινά και σα συλλογισμένα.</p>
<p>Οι πόρνες τις μακριές βραδιές σα δεν έχουν δουλειά<br />
και βαρέθηκαν ιστορίες αισχρές όλο να λένε<br />
χωρίς να νιώθουνε το γιατί, χωρίς αιτία καμιά<br />
αρχίζουνε μουρμουριστά σαν τα παιδιά, και κλαίνε.</p>
<h4><strong>ΒΡΑΔΥΝΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ<br />
ΜΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗΝ ΙΕΡΟΔΟΥΛΟ</strong></h4>
<p>Γύρισε πάλι στο μικρό και ταπεινό χωρίο<br />
που ανθίζουν τ’ αγριολούλουδα και το φτωχό θυμάρι!</p>
<p>Εδώ έχω αρώματα βαριά, λεφτά, μεταξωτά<br />
κι οι εραστές ωσάν πιστό μ’ ακολουθούνε σμάρι.</p>
<p>Οι εραστές, και οι πιο πιστοί μιαν ώρα θα εξαφανιστούν<br />
και θα &#8216;ρθει μέρα που και σύ σαν όλες θα γεράσεις.</p>
<p>Ένας ποιητής μου ’λεγε χθες πως σαν στα μάτια με κοίτα<br />
του φαίνεται πως χάνεται στα βάθη μιας θαλάσσης.</p>
<p>Αλίμονο! Τόσο μικρή κι όμως αναίσθητη πολύ&#8230;<br />
Κάθε καλό και κάθε αγνό μέσα σου πια εκοιμήθη&#8230;</p>
<p>’Έλα κοντά μου&#8230; πιο κοντά&#8230; δώσε μου τώρα ένα φιλί<br />
και χάιδεψέ μου τα μικρά και τρυφερά μου στήθη&#8230;</p>
<p>Τα στήθη αυτά τα ηδονικά είν’ από μια ουσία φθαρτή.<br />
Το σώμ’ αυτό είν’ από πηλό και κει θα πέσει πάλι.</p>
<p>Έ ! Κάνε γρήγορα λοιπόν. Με ζάλισες πάρα πολύ,<br />
απ’ έξω από την κάμαρα προσμένουν πλήθος άλλοι.</p>
<h4><strong>ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΕΠΟΝΙΤΗ</strong></h4>
<p>Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια<br />
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει.<br />
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια<br />
κι ακόμα μ᾿ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.<br />
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.<br />
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.<br />
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.<br />
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δείς ακόμα.<br />
Μία μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα.<br />
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που ῾μοιαζε με γρανίτη.<br />
Σε μία γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα<br />
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.</p>
<h4><strong>ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;">Στη Μέλπω Αξιώτη</p>
<p>Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.<br />
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.<br />
Θάλασσα τρώει το βράχο απ᾿ όλες τις μεριές.<br />
Μάτια λοξά και τ᾿ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.</p>
<p>Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.<br />
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.<br />
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.<br />
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.</p>
<p>Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.<br />
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.<br />
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.<br />
Γκρέκο και Λόρκα -Ισπανία και Πασιονάρια.</p>
<p>Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.<br />
Τ᾿ άρματα ζώνεσαι μ᾿ αρχαία κραυγή πολέμου.<br />
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,<br />
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο του ανέμου.</p>
<p>Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.<br />
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,<br />
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά<br />
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.</p>
<p><strong>ΣΗΜΕΙΩΣΗ</strong>  Τα αθησαύριστα έργα του Νίκου Καββαδία είναι εκείνα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες κλπ αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές και τα περισσότερα έχουν εντοπισθεί από το Κυριάκο Ντελόπουλο. Τα νεανικά ποιήματα του Καββαδία είχαν δημοσιευθεί γύρω στο 1926-1927 στο περιοδικό της μεγάλης Ελληνικής εγκυκλοπαίδειας ή στο περιοδικό Διανοούμενος και που ο Καββαδίας τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας</p>
<p>Συνέντευξη του ποιητή Νίκου Καββαδία στον Κώστα Σερέζη στο ΡΙΚ το 1965.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Τηλεοπτική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία στο ΡΙΚ το 1965" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/K74G165MMXg?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b2%ce%b2%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 06 Feb 2020 23:51:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12633</guid>

					<description><![CDATA[Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο). Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>


</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).</p>
<p>



</p>
<p>Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.</p>
<p>



</p>
<p>«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»</p>
<p>



</p>
<div class="wp-block-image">
<figure class="aligncenter is-resized"><img loading="lazy" class="wp-image-12615" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/02/2-2.jpg" alt="2" width="537" height="393" /></figure>
</div>
<p>



</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Niki Marangou  Νίκη Μαραγκού" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/IwtL1is-n7M?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="NIKI MARANGOU Water surfaces" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/cBsKcsiaRLc?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio">
<div> </div>
</figure>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>



</p>
<h3><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h3>
<p>



</p>
<p>ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, πoίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαιvoς πoίησης 1981)<br />ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, πoίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείo πoίησης 1988)<br />ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείo πεζoγραφίας 1991)<br />ΠΑΡΑΜΥΘIΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.<br />ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)<br />ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2003<br />ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.<br />SELECTIONS FROM THE DIVAN, Λευκωσία 2001<br />UND SIE FEIERTEN HOCHZEIT, 2001 Κολωνία<br />RECIPES FOR KATERINA, 2003<br />SEVEN TALES FROM CYPRUS, Nicosia 2003<br />DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών<br />Doktor ot Bneha, Foundation of Bulgarian Literature, Sofia 2005<br />Din Famagusta la Vienna, Editura Meronia, Bucureşti 2005<br />From Famagusta to Vienna, Athens, 2005<br />Το παλικάρι με το τάσι, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής<br />Ο τσαγγάρης και ο βασιλιάς. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής<br />NICOSSIENSES, με τον Λιθουανό φωτογράφο Arunas Baltenas, Βίλνιους, Λιθουανία 2006<br />Μια νύχτα με τον Αλέξη (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007<br />Ο δαίμων της πορνείας, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007<br />Von Famagusta nach Wien, Kitap Verlag, Klagenfurt, 2008<br />From Famagusta to Vienna, Αραβική Έκδοση από τις εκδόσεις Rimal, Βηρυτός 2010<br />From Famagusta to Vienna, Eloquent books, USA 2010<br />ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010<br />18 Αφηγήσεις, Ροδακιό, Αθήνα 2012</p>
<p>



</p>
<p>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ<br />ΑΛΕΧΑΝΔΡΙΑ, (μετάφραση από τα γερμανικά) του Γιοαχίμ Σαρτόριους εκδ.Ροδακιό, Αθήνα 1999</p>
<p>



</p>
<p>ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ<br />1975 Γκαλερύ Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, εγκαίνια Αδαμάντιος Διαμαντής<br />1982 Κοχλίας, Λευκωσία, εγκαίνια Γ.Π. Σαββίδης<br />1987 μαζί με τον Ανδρέα Καραγιάν, Γκαλερύ Γκλόρια, Λευκωσία<br />1990 Γκαλερύ Γκλόρια<br />1990 Οδός Αθηνών, Λεμεσός<br />1991 Abu Feisal, Λευκωσία<br />1996 Γκαλερύ Γκλόρια<br />2012 Αισχύλου 83</p>
<p>



</p>
<p>ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ<br />1993 Μπιενάλε Γραφικών Τεχνών, Λουμπλιάνα<br />1996 Μπιενάλε Αλεξανδρείας</p>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-image"><img loading="lazy" width="1600" height="1000" class="wp-image-12623" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5.jpg" alt="ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5.jpg 1600w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1024x640.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-768x480.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1536x960.jpg 1536w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/02/cea6cea9cea4ce9fce93cea1ce91cea6ce99ce95cea3-ce9dce99ce9ace97cea3-ce9cce91cea1ce91ce93ce9ace9fcea5-1200x750.jpg 1200w" sizes="(max-width: 1600px) 100vw, 1600px" /></figure>
<p>



</p>
<h4><strong>Προς Αμυδράν ιδέα (2013)</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,<br />για τη διάχυση του φωτός,<br />την ανημποριά της αγάπης,<br />και την παροδική ζωή μας,<br />μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,<br />ότι αυτό που συνέβηκε το 74<br />δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,<br />κάθε μέρα.</p>
<p>



</p>
<p>Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού<br />από τη θάλασσα<br />και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του<br />σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας<br />φωνάζει να βγούμε από το νερό.<br />Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες<br />στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.<br />Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες<br />καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες<br />πόρτες, κλεμμένα χερούλια.<br />-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ<br />είναι γραμμένο το όνομα της.<br />-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε<br />από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, <br />(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).<br />-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*<br />έτσι το λένε στα τουρκικά.</p>
<p>



</p>
<p>ganimet λάφυρο πολέμου  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τα σημεία των καιρών έδειχναν<br />πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου<br />κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος<br />ο καλύτερος μαθητής του Jacopo<br />βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον<br />τρούλο<br />δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος<br />έρως<br />έβαζε τα χρώματα στη σειρά,<br />το χονδροκόκκινο, την όχρα,<br />και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί<br />τη δουλειά.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αργεί το μνημόσυνο<br />και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.<br />Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης<br />σε μαύρο φόντο<br />κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,<br />υλικά του Άδη,<br />όπως αυτά που έβρισκα<br />στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου<br />απομεινάρια από τη φωτιά του<br />Μεγάλου Σαββάτου.<br />Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.</p>
<p>



</p>
<p>Ιούνιος 2008</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στον Τεκκέ<br />υπήρχε μια σκιερή αυλή<br />ένα περιβόλι με αμυγδαλιά <br />ροδιά και συκιά <br />για να τρώνε οι πιστοί<br />κι ένα αρχαίο πηγάδι <br />με νερό.<br />Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα<br />38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.<br />Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες <br />μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,<br />που ήρθαν από την Παλαιστίνη.<br />Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου <br />μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί <br />και γιόρταζαν μαζί.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΡΟΟΔΟΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Είδα στο βουνό <br />το ύδωρ των αετών*<br />την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν<br />μα πιο πολύ ατένισα<br />τις πτυχώσεις, <br />τα λαμπρά ενδύματα,<br />τα πορφυρά,<br />το στόλισμα του ξύλου,<br />με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,<br />τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες<br />που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά <br />το σαράκι.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στον Νίκο Νικολάου</p>
<p>



</p>
<p>Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα<br />ήταν το πιο ζεστό,<br />έφερνε στη θεία νερό<br />να το ραντίζει και να το σκουπίζει.<br />Κάθε βράδυ<br />περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,<br />θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.<br />Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,<br />μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά<br />τριγύριζε στα γύρω χωριά.<br />Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά<br />όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος<br />και έτρεχε<br />πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα<br />και μετά στη θάλασσα<br />για να μην κάψει τα πόδια του<br />έκλαψε πικρά.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες <br />και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,<br />ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας<br />και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι<br />μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία<br />την Piazza di Basso,<br />να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού<br />γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία<br />όλο το σιτάρι στη Βενετία<br />και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο <br />από το «άγαλμα»<br />ή δίνουν εκεί ραντεβού <br />πάνω στα τείχη της Λευκωσίας<br />ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό<br />με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα <br />είναι ο Διονύσιος Σολωμός <br />που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο<br />προς το “nandos flame grilled chicken”<br />γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.</p>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια <br />μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι<br />κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,<br />ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα<br />φουντούκια, σταφίδες.<br />Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο <br />με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.<br />— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι, <br />είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά<br />στο τζαμί Μπαρκούκ. <br />Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα <br />μια ζακέτα με λουλούδια.<br />Αδύνατον να κοιμηθώ.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Αγγελική έλεγε<br />καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον<br />και τρώγαμε μεζέδες<br />ότι η μάνα της <br />πρόσεξε πόσο γαλανά <br />ήταν τα μάτια του άντρα της<br />όταν του τα έκλεισε <br />για τελευταία φορά.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη<br />να περνάς από σιντριβάνια,<br />κήπους νυχτερινούς,<br />νούφαρα, υάκινθους,<br />μήλα των Εσπερίδων.<br />Το φως τα ανατρέπει όλα,<br />αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,<br />τα σκοτεινά, τα αμίλητα</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Επιστρέφοντας<br />βήμα βήμα<br />στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου<br />περιμένω το σύνηθες θαύμα<br />που είναι κρυμμένο με επιμέλεια<br />στην 25η σελίδα.<br />Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,<br />οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο<br />και ο έρωτας μου φαίνεται<br />υπόθεση πια μακρινή.<br />Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΥΡΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αύριο<br />θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του<br />γιατί ο κόσμος τούτος<br />έχει κανόνες απαράβατους<br />και περιγράμματα αμετακίνητα<br />που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω<br />κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση<br />της ελευθερίας<br />και ευφραίνομαι<br />στην θέα των καραβιών με φώτα<br />στην παραλία της Λεμεσού<br />διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν<br />που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της<br />ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος<br />κινώντας μηχανικά τις φτερούγες</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Περασμένα μεσάνυχτα<br />βροχή, άνεμος δυνατός<br />μόνη στο σπίτι<br />η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική<br />όπως το απόγευμα <br />που έκοβα φρούτα στην κουζίνα<br />ήρεμα <br />και τα ρούχα που άπλωσα<br />έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα<br />όμως μέχρι το άλλο πρωί <br />είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι<br />και μια ψιλή βροχή <br />τα μαλάκωσε<br />έτσι που πατούσα μαλακά<br />και προσεκτικά <br />προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης<br />σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν<br />μαλλιά λευκά<br />μέλη βαριά <br />νέα παιδιά, <br />η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα<br />κι αυτός έκλεισε την πόρτα <br />πέρασαν σαράντα χρόνια.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου<br />όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι<br />ήπια από το νερό του πηγαδιού<br />που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.<br />Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε<br />σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.</p>
<p>



</p>
<p>Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,<br />που είχε το χάρισμα της προφητείας<br />κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες<br />για να κρατούν την πόλη<br />αγκυροβολημένη στη στεριά.<br />Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια<br />είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα<br />που τα συγκρατούσαν<br />χρυσές πόρπες<br />και τον γεροντάκο<br />που περνούσε σε φοινικοβελόνες<br />ένα ένα τα γιασεμιά.<br />Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη<br />μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,<br />μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου<br />το θαύμα που είναι μια γλώσσα,<br />το θαύμα που είναι μια θρησκεία,<br />το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,<br />όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση<br />αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα<br />του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του<br />που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια<br />στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές<br />πάνω σε καμήλες<br />που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου<br />τη μέρα που ο τουρκικός στρατός<br />μπήκε στην Αμμόχωστο<br />και ο Κωνσταντής οκτάχρονος<br />έφυγε με την οικογένεια του,<br />πάει και καθαρίζει την παραλία<br />από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,<br />τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει<br />γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.<br />Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης<br />μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο<br />ένα αγόρι πέφτει κάτω<br />και πληγώνει το γόνατο του<br />Μια γυναίκα κλαίει.<br />Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά<br />και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό<br />τις πληγές με παπαρούνες<br />τους τάφους με θυμάρι</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν<br />με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν<br />Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει<br />από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού<br />και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.<br />Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους<br />και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.<br />Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου<br />Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς<br />να βρω ψάρι καλό στην αγορά<br />βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα<br />έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,<br />μες τις καλές της μέρες.<br />Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη<br />και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο<br />για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί<br />πήρα τον Γιώργο από το σχολείο<br />κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί<br />κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια,<br />κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες<br />στον υπολογιστή.<br />Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,<br />με κατάλαβε από τη φωνή μου<br />Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα<br />νηστίσιμο<br />και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα<br />στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να<br />πιάνουν ήλιο το πρωί<br />και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,<br />με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος</p>
<p>



</p>
<p>Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της<br />πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,<br />ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.</p>
<p>



</p>
<p>Δεν της πήρα λουλούδια<br />μα προσπαθώ ισάξια τ<br />ούτο το σπίτι να φροντίζω,<br />τούτο το σπίτι και τους ένοικους του<br />όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.</p>
<p>



</p>
<p>Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της<br />με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Μη δώσεις σαπούνι<br />γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη<br />μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα<br />μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό<br />μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια <br />από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου<br />μη δώσεις σαπούνι<br />μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ<br />και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Την τρομερή στιγμή που <br />η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα<br />να χάνεται στον ορίζοντα<br />δεν την ξέχασε ποτέ.<br />Και δεν την παρηγόρησε<br />ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου<br />ούτε η corona borealis <br />που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p>



</p>
<h4>  <strong style="color: var(--ast-global-color-2); font-size: 2.30769rem;">DIVAN (2005) 1967-2000</strong></h4>
<p>



</p>
<p>  </p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Αρχή Ινδίκτου </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις<br />στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες<br />ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή<br />όπως λέει ο Άραβας ποιητής<br />είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα<br />που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα<br />ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει<br />ούτε ηδύς ούτε αλγεινός<br />και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων<br />την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία<br />και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου<br />ανάβει τη λάμπα του<br />μνήμην ποιείς<br />της άμμινης κύτης<br />άλλα και του φενόλου και του χιτώνος<br />ιδιόχρωμου, λευκού,<br />γράψον το όνομα εις χαρτάριον<br />ή εις φύλλον<br />ονειρετησία.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αρχή Ινδίκτου<br />που μπορεί να είναι και Μάρτης<br />όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας<br />δεν αντιστέκεσαι<br />φτιάχνεις ένα άγαλμα<br />και το κοσμείς με τιμές και όργια<br />που εφάπτονται της μνήμης<br />μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,<br />το πράσινο του παγονιού<br />στις φτερούγες του Αρχάγγελου<br />οι μέρες με τους ένθεους φίλους<br />πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα<br />ομόπτερου έρωτος χάριν<br />και οι άλλες στο Rajastan<br />η ακινησία που τις ακολουθεί<br />ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται<br />να βρει την εσωτερική φωτιά<br />την αναχώρηση από την ηδονή<br />πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι<br />όταν στις υπαίθριες κουζίνες<br />στο έμπα του νέου χρόνου<br />οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο<br />περπάτησες ως το ξενοδοχείο<br />ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις<br />οι δρόμοι, τα φύλλα.</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,<br />με τις ερυθρές αποχρώσεις<br />φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής<br />αιθάλεια, ανεμόεσσα,<br />τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια<br />σε πόλεις που οι τοίχοι τους<br />είναι ζωγραφισμένοι με πλοία<br />Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,<br />Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,<br />η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο<br />και ξεφυλλίζει τη μπογιά</p>
<p>



</p>
<p>καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου<br />να αξιωθείς να γράψεις<br />υπέρ αυτών<br />γράμματα μη ειδότων.</p>
<p>



</p>
<p>Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή<br />άντίϋετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.<br />Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος</p>
<p>



</p>
<p>Το μεσημέρι στο Ναύπλιο<br />Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό<br />οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια<br />τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια<br />τον Τίβερη<br />περίεργα πουλιά<br />κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο<br />το βουητό της μύγας<br />τετραγωνίζει τα μωσαϊκά<br />ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,<br />τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,<br />πέντε γλόμποι<br />παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού<br />αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα<br />πού ανεπαίσθητα κινεί<br />ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 120px;">Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως<br />ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων<br />Λουκιανός</p>
<p>



</p>
<p>Γιατί ρε Διονύση,<br />δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα<br />με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια<br />όταν κατοικεί σε σπίτι<br />που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του<br />κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα<br />με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του<br />όπου πέφταν τα νομίσματα<br />χρυσά και αργυρά<br />κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι<br />ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους<br />ως βαθιά μέσα στη νύχτα<br />στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια<br />με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια<br />και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους<br />στέφανα και δημητριακά<br />πουλιά ερπετά πέταλα<br />αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι<br />πιο μαλακά απ’ τον ύπνο</p>
<p>



</p>
<p>Έτσι Διονύση,<br />μέσα στο γενικό θαλάσσωμα<br />της ανακρίβειας<br />των αισθημάτων<br />πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,<br />δεν έχω παρά να σου πω<br />πως σε πεθύμησα πολύ.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όποιος περάσει στην άλλη όχθη<br />δε γυρίζει πίσω ποτέ<br />με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε<br />με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό<br />θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας<br />και το πρωί θα τριγυρνά<br />σε συνοικίες αράπικες<br />μικρομάγαζα στολισμένα<br />με χρωματιστά λαμπιόνια<br />γλυκά αμύγδαλα ποτά<br />θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι<br />θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη<br />και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.</p>
<p>



</p>
<p>Ανάμεσα στους κίονες<br />με τ άνθη του λωτού και του παπύρου<br />θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα<br />κάποια ρωμαϊκή επιγραφή<br />κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο<br />ή ένα άλογο ή μια ρομφαία<br />και θα ξαναθυμάται<br />μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή<br />την περασμένη του ζωή<br />το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο<br />τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά<br />κάποτε ακόμα και τη θάλασσα<br />αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.<br />Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου<br />θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε<br />θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό<br />μόνη εσύ θα τα ακούς<br />μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στη γυναίκα έφτανε η μέρα<br />και η υπακοή στα σήματα των ζώων<br />Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν<br />πως ήταν θνητός<br />μηχανικός στο φτωχό συνεργείο<br />με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια<br />τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα<br />ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού<br />πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης<br />που δεν ταξιδεύει πια<br />που δεν χασομερεί δεν παίζει<br />που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της<br />γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές<br />γυναίκες έντρομες<br />που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν<br />να θυμάται την καμπύλη της ράχης της<br />ενώ χαλαρώνει τις βίδες<br />τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά<br />καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα<br />με τον αχό της μάχης<br />μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος<br />εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη<br />Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη<br />και η μέρα με αέρα φωτεινή<br />τα ήμερα δέντρα οι σκιές<br />η κρήνη του ήλιου<br />η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.</p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>DIVAN </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη<br />φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας<br />στο μαγαζί<br />κοσμούν το πάτωμα<br />ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων<br />κάτι σαν<br />«αμφιπότατε», «πότε»<br />«πάντα»<br />κάτι μου έρχεται να πω<br />μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.</p>
<p>



</p>
<p>Σεπτ. 1988</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της<br />πάνω από το πανί<br />το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι<br />ήχησε το ξύλινο κουτάλι<br />στην πήλινη κούπα<br />ανακαλώντας ήχους<br />παλιότερους από μάς<br />έτσι όπως η μυρωδιά<br />που έβγαινε από το λινό<br />και οι πρώτες σταγόνες της βροχής<br />στις σκληρές γωνιές της πέτρας<br />φέρναν μαζί τους<br />μέσα από ένα λουτρό φωτός<br />αφηγήσεις της Χαλιμάς<br />σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές<br />στρωμένες με κιλίμια<br />διηγήσεις του Πρωτομάστορα<br />Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά<br />που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,<br />χτίστης, μαχαλεπάρης.<br />Το μολυβί χρώμα της πέτρας<br />είναι συνέχεια του ουρανού</p>
<p style="padding-left: 160px;"><br />Όκτ. 1988</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ανήμερα του Προφήτη Ηλία<br />στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος<br />τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,<br />«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»<br />άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου<br />«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,<br />σκέφτηκα.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη<br />φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο<br />αντί να γράφω ποιήματα<br />την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά<br />την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία<br />την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα<br />μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε<br />μες στην παλιά την πόλη<br />άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι<br />που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή<br />με το εξαίσιο άρωμά της.</p>
<p>



</p>
<p>Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη<br />άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη<br />τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα<br />το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα<br />θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο<br />κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 280px;">Γενάρης 1993</p>
<p>



</p>
<h5> </h5>
<h5><strong>ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,<br />από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια<br />σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή<br />δε με βοηθάει όμως για να σου πω<br />αυτό ποy νιώθω<br />μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα<br />του κειμένου<br />στο σχολιασμό του επιμελητή<br />και την αδυναμία του έρωτα<br />όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 160px;">1993



</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κι όμως το γέλιο αντηχούσε<br />στην αυλή του Άγιου Λαζάρου<br />καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο<br />πριν από το δείπνο.<br />Μιλούσες για την αίθουσα<br />Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι<br />για τον Αλέξανδρο<br />σου &#8216;λεγα για τη ματιά που έριξα<br />στον άλλο κόσμο<br />πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια <br />και τις κουκουβάγιες <br />όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο, <br />ευτελή κλουβιά<br />καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου<br />δεμένα πρόχειρα με νήμα<br />νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.<br />Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι<br />στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,<br />δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,<br />για να φτάσουν σούρουπο<br />στην Πύλη των Λεόντων.<br />Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί <br />πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Οκτ. 1993</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΟΓΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Κουνάει ακόμα το καράβι<br />μια δεξιά, μια αριστερά,<br />ή και βουλιάζει<br />σε ταραγμένο ύπνο<br />μαύρα νερά<br />περάσματα<br />φτερουγίσματα πουλιού<br />ρηχό βουβό<br />σαν κλάμα \<br />που δεν φαίνεται<br />που δεν το βλέπει άλλος<br />αχνό τρεμούλιασμα χειλιών<br />παίξιμο των βλεφάρων<br />βάραθρο ανοίγει στην καρδιά<br />και πέφτω όλη μέσα</p>
<p>



</p>
<p>ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ<br />κλαδάκι να πατήσω<br />μα όλο πέφτω σε βαθύ<br />και πιο πυκνό σκοτάδι</p>
<p>



</p>
<p>μη δεις μην ακούσεις μάτια μου<br />τί λένε τα πουλάκια.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Δεκ. 1994</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΑΓNAYPA</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα<br />και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα<br />του γραπτού λόγου<br />δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις<br />πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή<br />πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο<br />το σώμα αναζητά το οικείο χάδι<br />ενώ η ψυχή το άγνωστο<br />ευφραίνεται στις σιωπές<br />στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα<br />που κάθεται στη μέση της ομήγυρης<br />και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα<br />παρακολουθεί.



</p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΑ ΕΠΟΧΗΣ</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου<br />σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα<br />και τις χρωματιστές κλωστές<br />στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές<br />στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι<br />και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους</p>
<p>



</p>
<p>Οκτώ το πρωί<br />το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο<br />σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται<br />δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα<br />στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους<br />σήμερα πρέπει να φύγω.</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 200px;">Γιαλούσα 1974</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>—Κάθε φορά που περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,<br />με πονούσε το στομάχι,<br />τώρα θέλω να μείνω εδώ,<br />από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,<br />—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης<br />είχα πορτοκάλια στο χωρίο,<br />—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,<br />το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,<br />ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις<br />για την Αυστραλία,<br />ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,<br />και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της<br />στη θάλασσα<br />με το λεωφορείο του καταυλισμού</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε<br />η ώριμη γνώση<br />η κατάφαση του πάθους<br />και η αβεβαιότητα του έρωτα<br />μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα<br />με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως<br />και τις μικρές ακροπόλεις<br />πάνω στις ταράτσες<br />για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς<br />χωρίς πουθενά για να πιαστώ</p>
<p>



</p>
<p>Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά<br />πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε<br />τις ομπρέλες που αραίωναν<br />αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια<br />σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα<br />πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,<br />κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ </strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ακόμα ένα καλοκαίρι<br />μέσα στα σχήματα και τα χρώματα<br />της νεκρής του θάλασσας<br />πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά<br />άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου<br />άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου<br />τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα<br />την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου<br />την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα<br />στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης<br />αποικία της θάλασσας<br />αύριο θα ‘ρθω να σε βρω<br />αργά το απόγευμα<br />θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι<br />πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι<br />εσύ θα στέκεσαι ακίνητος<br />στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων<br />με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου<br />τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή<br />φυγάς θεόθεν κι αλήτης<br />οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής<br />εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ<br />έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες<br />τα θαλασσοκτόνα λόγια<br />ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός</p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Να μην τελειώνεις με το παρελθόν<br />να το πλησιάζεις τόσο<br />που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές<br />κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι<br />μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο<br />πλάι στην ακίνητη λίμνη<br />το μεσημέρι<br />με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή<br />τη σμίκρυνση του φόβου<br />και τον homo ludens<br />και τη συκιά την άκαρπη<br />όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού<br />και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου<br />η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά<br />η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα<br />η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει<br />μην κλαις μικρή Ερμιόνη<br />πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα<br />κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια<br />ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου<br />τα πεύκα στον ανήφορο<br />πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές<br />τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού<br />θα ’ρθει πάλι η μαμά σου<br />θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 160px;">Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Με την υγρή ζωή σου<br />να σου κολλά ανάμεσα στα πόδια<br />και να μη σ’ αφήνει<br />να ετοιμαστείς για τη συνηγορία<br />την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο<br />ο άντρας που κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο<br />για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα<br />ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω<br />ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου<br />μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη<br />κουρασμένη διψασμένη<br />μόνη<br />να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους<br />και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς<br />με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια</p>
<p>



</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 200px;">Γιαλούσα, άνοιξη 1974</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι<br />μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση<br />τη γεύση τού αχινού<br />το φιλί της αχιβάδας<br />το κυμάτισμα των φυκιών<br />και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα<br />απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος<br />πού χάθηκες και ποιός<br />πρωτοστατεί τώρα στα κύματα<br />πώς μ’ άφησες κι έφυγα<br />συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς<br />σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα<br />τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα<br />πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί</p>
<p>



</p>
<p>«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες<br />στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη<br />τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες</p>
<p>



</p>
<p>Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι<br />το σπίτι με τις αγριοσυκιές<br />τις πέτρες τις αστραφτερές<br />και τις επαναληπτικές φωνές<br />σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές<br />κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή<br />κι αδιόρατη<br />σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι<br />στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία<br />και στο παλιό το σπίτι<br />με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά<br />κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου</p>
<p>



</p>
<p>Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα<br />έτσι που σου αφήνεται<br />έτσι που σε σέρνει<br />έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους<br />φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά<br />άλλο πράγμα η θάλασσα<br />έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές<br />σκαρφαλώνει στις ταράτσες<br />μπλέκεται στα φαρμακεία<br />φτάνει στα δικαστήρια<br />σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς<br />μια μυρωδιά από χαρούπια<br />σκουριά φιλιά ναυάγια<br />για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί<br />στον αληθινό μου προορισμό</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.<br />Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα<br />τον πατέρα μου.</p>
<p>



</p>
<p>Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη</p>
<p>



</p>
<p>Ένα φεγγάρι σαν κλωστή<br />πάνω απ’ τη Λευκωσία<br />20 του ’Ιούλη 1979,<br />πάνω από τη γη όλο ξεχνάς<br />το κοφτερό μαχαίρι</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Θα ξαναβρείς τα βήματά σον<br />Τάκης Σινόπουλος</p>
<p>



</p>
<p>Θα ξαναβρείς τα βήματά σου<br />Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα<br />Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς<br />τα βήματά σου<br />θα κοιμηθείς στο ’Άβατο<br />θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι<br />θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι<br />με τις μετόπες και τους ρόδακες<br />και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής<br />θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη<br />και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις<br />δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες<br />απογεύματα στο Ναύπλιο<br />χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου<br />με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού<br />μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα<br />ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου<br />ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών</p>
<p>



</p>
<p style="padding-left: 240px;">Παλιά ’Επίδαυρος</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,<br />«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου<br />να πάω στου Μελισσάκρου<br />ετέλειωνεν η μέρα<br />και εξύπνουν που τα χαράματα<br />μεν χάσω ούτε λεπτόν»</p>
<p>



</p>
<p>Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο<br />γυρίζει τα καφενεία<br />τα κέντρα της Λευκωσίας<br />τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο<br />προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει<br />τ’ ατέλειωτα μεσημέρια<br />τα πρωινά<br />«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<h5><strong>ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα<br />γαλήνεψαν οι σορκοί<br />κάτω από την επιφάνεια του νερού<br />νιώθω παντού την παρουσία σου</p>
<p>



</p>
<p>Φθινόπωρο 1976</p>
<p>


<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>


</p>
<h4><strong>18 Αφηγήσεις  (2012)</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.</p>
<p>



</p>
<h2>  </h2>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου</p>
<p>



</p>
<h5><strong>Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.</p>
<p>



</p>
<h2>  </h2>
<p>



</p>
<h4><strong>Ο δαίμων της πορνείας  (2007)</strong>



</h4>
<h5>



</h5>
<h5><strong>NICOSSIESES (απόσπασμα)</strong></h5>
<p>



</p>
<p>…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013</strong></h4>
<p>



</p>
<h2> </h2>
<p>



</p>
<figure class="wp-block-image"><img class="wp-image-2734" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/1-cf80cf81cebfcf83cebacebbceb7cf83ceb7-cebdceb9cebaceb7cf832.jpg?w=500" alt="1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2" /></figure>
<p>



</p>
<p> </p>
<p>



</p>
<p>Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη, ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .



</p>
<h2>



</h2>
<h4><strong>Βικτωρία Καπλάνη</strong> </h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Διαβάζοντας</strong> <strong>τη Νίκη Μαραγκού</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).</p>
<p>



</p>
<p>Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.</p>
<p>



</p>
<p>Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.</p>
<p>



</p>
<p>Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.</p>
<p>



</p>
<p>Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.</p>
<p>



</p>
<p>Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.</p>
<p>



</p>
<p>Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.</p>
<p>



</p>
<p>Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.</p>
<p>



</p>
<p>Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.</p>
<p>



</p>
<p>Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε</p>
<p>



</p>
<p>και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.</p>
<p>



</p>
<p>Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.</p>
<p>



</p>
<p>Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.</p>
<p>



</p>
<p>Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.</p>
<p>



</p>
<p>Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.</p>
<p>



</p>
<h2> </h2>
<p>



</p>
<h4><strong> Αρχοντούλα Διαβάτη</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Δεν της πήρα λουλούδια</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.</p>
<p>



</p>
<p>Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.</p>
<p>



</p>
<p>Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.</p>
<p>



</p>
<p>Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.</p>
<p>



</p>
<p>Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.</p>
<p>



</p>
<p>Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.</p>
<p>



</p>
<p>Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».</p>
<p>



</p>
<p>Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.</p>
<p>



</p>
<p>«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».</p>
<p>



</p>
<p>Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»</p>
<p>



</p>
<p>Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».</p>
<p>



</p>
<p>Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»</p>
<p>



</p>
<p>Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»</p>
<p>



</p>
<p>Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».</p>
<p>



</p>
<p>Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»</p>
<p>



</p>
<p>Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.</p>
<p>



</p>
<p>Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.</p>
<p>



</p>
<p>Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.</p>
<p>



</p>
<p>Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.</p>
<p>



</p>
<h3> </h3>
<p>



</p>
<h4>  <strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΤΤΑΛΙΔΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ</strong></h4>
<p>



</p>
<h6>Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού</h6>
<p>



</p>
<p>Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013</p>
<p>



</p>
<p><strong>Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα </strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…</p>
<p>



</p>
<p><strong>Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Η αγάπη της θάλασσας</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».</strong></p>
<p>



</p>
<p>Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Είχε φίλους στα κατεχόμενα;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πώς ήταν στις φιλίες της;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τα βιβλία και ο Κοχλίας</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι βιβλία διάβαζε;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.</p>
<p>



</p>
<p><strong>Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Κέντημα με φθαρμένες κλωστές</strong></h4>
<p>



</p>
<p>Νίκη Μαραγκού</p>
<p>



</p>
<p>Γεζούλ μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία</p>
<p>



</p>
<p>Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.</p>
<p>



</p>
<p>Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.</p>
<p>



</p>
<p>Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.</p>
<p>



</p>
<p>Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.</p>
<p>



</p>
<p>Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;</p>
<p>



</p>
<p>«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».</p>
<p>



</p>
<p>«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010</p>
<p>



</p>
<p>Επιμέλεια Μισέλ Φάις</p>
<p>



</p>
<h4 class="has-text-align-center"><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</strong></h4>
<p>



</p>
<h4><strong>Πάμπος Κουζάλης</strong></h4>
<p>



</p>
<p>Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:</p>
<p>



</p>
<p>Στο πένθος το γλυκύτατο<br />του μακρινού Φαγιούμ<br />τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;<br />Ενύσταξεν η ψυχή σου;</p>
<p>



</p>
<h4> <strong>Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου </strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011</strong></h5>
<p>



</p>
<p>«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα</p>
<p>



</p>
<p>Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.</p>
<p>



</p>
<p>Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.</p>
<p>



</p>
<p>Κριμαία και Κύπρος</p>
<p>



</p>
<p>Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.</p>
<p>



</p>
<p>Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.</p>
<p>



</p>
<p>Κοινωνικοί ρόλοι</p>
<p>



</p>
<p>Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.</p>
<p>



</p>
<p>Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.</p>
<p>



</p>
<p>Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Βασιλική Χρίστη</strong></h4>
<p>



</p>
<p><strong>ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>20.07.2012/diavasame.gr</strong></p>
<p>



</p>
<p><strong>Ιστορίες γυναικών</strong></p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.</p>
<p>



</p>
<p>Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.</p>
<p>



</p>
<p>Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.</p>
<p>



</p>
<h3>  </h3>
<p>



</p>
<h4><strong>Μαρίνα Σχίζα</strong></h4>
<p>



</p>
<h5><strong>Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη</strong></h5>
<p>



</p>
<p>Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013</p>
<p>



</p>
<p>Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».</p>
<p>



</p>
<p>Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.</p>
<p>



</p>
<p>Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».</p>
<p>



</p>
<p>Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.</p>
<p>



</p>
<p>Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.</p>
<p>



</p>
<p>Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.</p>
<p>



</p>
<p>Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.</p>
<p>



</p>
<p>Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»</p>
<p>



</p>
<p>Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»</p>
<p>



</p>
<p>Ζωγραφική</p>
<p>



</p>
<p>Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.</p>
<p>



</p>
<p>Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.</p>
<p>



</p>
<p>Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</strong></h4>
<div class="edit-post-visual-editor">
<div class="edit-post-visual-editor__content-area">
<div class="is-desktop-preview">
<div class="editor-styles-wrapper block-editor-writing-flow" tabindex="-1">
<div class="is-root-container block-editor-block-list__layout" data-is-drop-zone="true">
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-475d962d-3288-49a7-b964-e324dce37979" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="475d962d-3288-49a7-b964-e324dce37979" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/154514_457799727569872_2107620442_n1.jpg?w=224&amp;h=300" alt="154514_457799727569872_2107620442_n" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-fb1a4cda-c007-4b85-9773-645f7e22134e" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="fb1a4cda-c007-4b85-9773-645f7e22134e" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/536096_455151071168071_91073531_n1.jpg?w=281&amp;h=300" alt="536096_455151071168071_91073531_n" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-dbf6e43b-8037-4a93-b877-26ea486d7615" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="dbf6e43b-8037-4a93-b877-26ea486d7615" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/alexandrian-coffe-shop1.jpg?w=232&amp;h=300" alt="Alexandrian-coffe-shop" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-d503848b-f433-45ba-9b4c-ffe69d9c9f53" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="d503848b-f433-45ba-9b4c-ffe69d9c9f53" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/athens-nov2009-0061.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-98c3d661-9ba5-44ff-82e5-ace2a35b9c51" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="98c3d661-9ba5-44ff-82e5-ace2a35b9c51" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/birds-0041.jpg?w=300&amp;h=299" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-f56270a5-64ef-4698-997d-bfc83cb37cb2" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="f56270a5-64ef-4698-997d-bfc83cb37cb2" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/etching-window-with-chair1.jpg?w=191&amp;h=300" alt="etching-window-with-chair" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-ee1758a5-e71e-4566-973f-60a639aa152c" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="ee1758a5-e71e-4566-973f-60a639aa152c" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-21.jpg?w=156&amp;h=300" alt="fish-2" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-51b517aa-5a70-409c-a0eb-73f3983f6322" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="51b517aa-5a70-409c-a0eb-73f3983f6322" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-11.jpg?w=225&amp;h=300" alt="fish-1" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b1e63205-9a68-4f3b-a68d-70c89f7ecad4" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b1e63205-9a68-4f3b-a68d-70c89f7ecad4" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-31.jpg?w=266&amp;h=300" alt="fish-3" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b562811e-8c60-428b-bd17-868f7f20bb1b" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b562811e-8c60-428b-bd17-868f7f20bb1b" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/fish-etch-11.jpg?w=217&amp;h=300" alt="fish-etch-1" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-83c9714c-4a42-4661-83ba-c917fdeb6dbf" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="83c9714c-4a42-4661-83ba-c917fdeb6dbf" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/forsters-hotel-alex1.jpg?w=213&amp;h=300" alt="Forsters-Hotel-Alex" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-1d78ca2c-629f-4e97-81e4-42f6d7fd8cfa" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="1d78ca2c-629f-4e97-81e4-42f6d7fd8cfa" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/karpouzi1.jpg?w=178&amp;h=300" alt="karpouzi" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-28d5a907-bf40-4ae2-b8fe-04b988e4d017" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="28d5a907-bf40-4ae2-b8fe-04b988e4d017" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/kipos1.jpg?w=254&amp;h=300" alt="kipos" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-c156f7f3-b4ae-46b8-a9a4-401331295d4c" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="c156f7f3-b4ae-46b8-a9a4-401331295d4c" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/mansia1.jpg?w=231&amp;h=300" alt="mansia" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-5f8fb83f-ef1c-4f01-a95d-89f11cc12a65" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="5f8fb83f-ef1c-4f01-a95d-89f11cc12a65" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki14912.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki1491" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-13749d78-8388-4299-a916-2cac15f3b16f" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="13749d78-8388-4299-a916-2cac15f3b16f" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki94991.jpg?w=231&amp;h=300" alt="niki9499" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-8f80da66-ae4e-4c63-89f3-deaab0a04145" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="8f80da66-ae4e-4c63-89f3-deaab0a04145" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki34931.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki3493" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-f465a736-50eb-4f75-b249-8a2e7a07f397" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="f465a736-50eb-4f75-b249-8a2e7a07f397" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki54951.jpg?w=300&amp;h=239" alt="niki5495" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-d23c51f2-9570-4903-a58c-803ce61cbdd0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="d23c51f2-9570-4903-a58c-803ce61cbdd0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki74972.jpg?w=300&amp;h=218" alt="niki7497" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-6a64ec17-76b3-47c1-87ce-593c338e1032" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="6a64ec17-76b3-47c1-87ce-593c338e1032" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/niki94992.jpg?w=231&amp;h=300" alt="niki9499" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-e129b768-b0a2-4f1e-9e0d-29ab23a5afe0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="e129b768-b0a2-4f1e-9e0d-29ab23a5afe0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p60401831.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-649c0b6c-7296-43da-b09c-07bade514aa6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="649c0b6c-7296-43da-b09c-07bade514aa6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p60800601.jpg?w=246&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-17b51ede-1074-4374-89f6-470c56d6bb80" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="17b51ede-1074-4374-89f6-470c56d6bb80" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p62201051.jpg?w=295&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-1c694687-5065-4c58-ae6e-329c32b51ad0" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="1c694687-5065-4c58-ae6e-329c32b51ad0" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100521.jpg?w=212&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-ca90d870-2247-4bc2-ad08-74f11e339571" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="ca90d870-2247-4bc2-ad08-74f11e339571" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100531.jpg?w=219&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-4c3b20c3-332c-4227-94bb-426e704d3385" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="4c3b20c3-332c-4227-94bb-426e704d3385" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100541.jpg?w=232&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-805ad977-f830-4e02-a770-dd2a6adb9074" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="805ad977-f830-4e02-a770-dd2a6adb9074" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100591.jpg?w=222&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-e5983764-4a52-4103-b968-dfa5b7f9e28e" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="e5983764-4a52-4103-b968-dfa5b7f9e28e" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100601.jpg?w=219&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b6b19676-cdc2-442e-a59e-fe97cba641ad" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b6b19676-cdc2-442e-a59e-fe97cba641ad" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/p83100641.jpg?w=182&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-8cd270b9-0b0f-47bf-8606-010def108fef" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="8cd270b9-0b0f-47bf-8606-010def108fef" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/painting-10_2009-0171.jpg?w=225&amp;h=300" alt="OLYMPUS DIGITAL CAMERA" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-dcccb99d-e386-43dd-a145-5756a2926aa6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="dcccb99d-e386-43dd-a145-5756a2926aa6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/rue-de-crete1.jpg?w=233&amp;h=300" alt="Rue-de-Crete" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-36afbfbe-c5fc-46f1-b53f-f63e8096a0d6" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="36afbfbe-c5fc-46f1-b53f-f63e8096a0d6" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/rue-sala-el-din1.jpg?w=218&amp;h=300" alt="Rue-Sala-El-Din" /></div>
<div> </div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="wp-block" data-align="center">
<figure id="block-b246895a-c930-460b-862e-178ec7a9753b" class="block-editor-block-list__block wp-block-image" tabindex="0" role="document" aria-label="Μπλοκ: Εικόνα" data-block="b246895a-c930-460b-862e-178ec7a9753b" data-type="core/image" data-title="Εικόνα">
<div><img src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/02/shoes1.jpg?w=204&amp;h=300" alt="shoes" /></div>
<div class="components-drop-zone" data-is-drop-zone="true"> </div>
</figure>
</div>
<div class="block-list-appender wp-block" tabindex="-1" data-block="true">
<div class="block-editor-default-block-appender" data-root-client-id="">
<p class="block-editor-default-block-appender__content" tabindex="0" role="button" contenteditable="true" aria-label="Προσθήκη μπλοκ"> </p>
<div class="components-dropdown block-editor-inserter" tabindex="-1"> </div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<div tabindex="0"> </div>
</div>
</div>
<div class="popover-slot"> </div>
</div>
<div class="edit-post-layout__metaboxes">
<div class="edit-post-meta-boxes-area is-normal">
<div class="edit-post-meta-boxes-area__container"><form class="metabox-location-normal">
<div id="poststuff" class="sidebar-open">
<div id="postbox-container-2" class="postbox-container">
<div id="normal-sortables" class="meta-box-sortables ui-sortable"> </div>
</div>
</div>
</form></div>
<div class="edit-post-meta-boxes-area__clear"> </div>
</div>
<div class="edit-post-meta-boxes-area is-advanced">
<div class="edit-post-meta-boxes-area__container"><form class="metabox-location-advanced">
<div id="poststuff" class="sidebar-open">
<div id="postbox-container-2" class="postbox-container">
<div id="advanced-sortables" class="meta-box-sortables ui-sortable">
<div id="webdados_fb_open_graph" class="postbox">
<div class="postbox-header">
<h2 class="hndle ui-sortable-handle">Open Graph and Twitter Card Tags</h2>
<div class="handle-actions hide-if-no-js"> </div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</div>
</form></div>
</div>
</div>
<p> </p>
<p>


<p></p>


<h3><span style="color:#000000;">&nbsp;</span><span style="color:#000000;">&nbsp;</span><span style="color:#000000;">&nbsp;</span></h3>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/02/%ce%b7-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bd-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bd-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 18 Sep 2019 00:23:32 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12282</guid>

					<description><![CDATA[Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, Το Κοράλλι, Δίοδος, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα. Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bd-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div></div>
<div><span style="color: #000000;">Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, Το Κοράλλι, Δίοδος, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη στήλη «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής και στα ηλεκτρονικά περιοδικά  frear. gr και bookpress. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.</span></div>
<div></div>
<div></div>
<div></div>
<div><span style="color: #000000;">Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», Χαλκίδα 2009.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Εμαυτού», Χαλκίδα 2010.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2015.<br />
</span><span style="color: #000000; font-size: 1rem;">«Ορμητικοί φθόγγοι ως το χάνομαι» Οί Εκδόσεις των Φίλων (2017)<br />
</span><span style="color: #000000; font-size: 1rem;">«Το ωραίο το φτιάχνεις» Οι Εκδόσεις των Φίλων (2019)<br />
</span>«Τα καθημερινά Βάραθρα» Κοράλλι (2023)<br />
«Το κοτσύφι στο στήθος»  Κοράλλι (2025)</p>
</div>
<div></div>
<div>
<p><span style="color: #000000;">Συμμετοχή σέ συλλογικά έργα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τα ποιήματα του 2015» – Κοινωνία των Δεκάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τα ποιήματα του 17» Κοινωνία των Δεκάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Το παιδί στην Ποίηση» – Κύκλος Ποιητών 2018.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bd-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22676"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22676" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/1-ΚΥΡΙΑΚΗ-ΛΥΜΠΕΡΗ-300x240.jpg" alt="" width="452" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/1-ΚΥΡΙΑΚΗ-ΛΥΜΠΕΡΗ-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/1-ΚΥΡΙΑΚΗ-ΛΥΜΠΕΡΗ.jpg 640w" sizes="(max-width: 452px) 100vw, 452px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="wp-image-12261 aligncenter" style="font-size: 1rem;" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb157.jpg" alt="βιβλια57" width="441" height="353" /></p>
</div>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-12262 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/12/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb158.jpg" alt="βιβλια58" width="441" height="352" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΚΟΤΣΥΦΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ (2025)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Α’ ΜΕΡΟΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΤΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ Η ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p>Των κυττάρων η μνήμη αρχίζει<br />
τη δική της οδοιπορία.<br />
Ταξίδια να κάνει σε τοπία του χτες<br />
που ο ήλιος ανέτελλε χύνοντας<br />
μαζί με το φως την αλήθεια<br />
και τίποτε δεν μπορούσες να κρύψεις.<br />
Αθώες τότε ήταν οι ώρες.<br />
Κι οι σκιές ακόμα φώλιαζαν στο φως.<br />
Καθαρότητα στην πράξη, την ιδέα<br />
απαλό το χάδι, το φιλί και ο άνεμος.<br />
Δυνατά αγαπούσε ο άντρας<br />
κι εκείνη τον τύλιγε με τα μαλλιά της.<br />
Και τους δυο τους χώνευε το φως<br />
σαν φύλακας και σαν φρουρός αρχαίος.<br />
Ακόμα κι οι νεκροί<br />
βαλσαμωμένοι σε τρυφερές ενθυμήσεις<br />
ήσυχοι, συγκαταβατικοί<br />
με αόρατα χέρια θώπευαν<br />
μάγουλα και χέρια<br />
και οι προσταγές τους φαίνονταν πούπουλα.<br />
Όταν η αγάπη κατασκεύαζε τις γέφυρες<br />
των κόσμων, όταν&#8230;<br />
Τι αλλάζει και πέφτει σκοτάδι κάποτε<br />
στην αρχή που δε διακρίνεις πώς<br />
κατόπιν γίνεται όλο και πιο βαθύ<br />
και μαυρίζουν το αίμα και τα κόκαλα.<br />
Ανεπαίσθητες χειρονομίες εδώ<br />
υποψίες, παραλείψεις<br />
η μακριά αλυσίδα των λαθών·<br />
κυρίως ό,τι δε θέλουμε<br />
κι όμως συμβαίνει ερήμην.<br />
Τότε όμως να επιστρέφεις<br />
στο αιώνιο κέντρο που ο ήλιος<br />
τα σπλάχνα του έχει αποθέσει<br />
να θηλάζεις εκεί και να τρέφεσαι.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Εν αρχή το μηδέν.<br />
Κι ύστερα<br />
μέσα στο πέπλο του φωτός βουτούσε το σκοτάδι<br />
κι ανάποδα.<br />
Κι έγιναν οι αστερισμοί.<br />
Κάθε αστέρι πλούτου μοιρασιά<br />
ορυκτά και στοιχεία και πετρώματα<br />
και λαμπηδόνες θαυμάσιες.<br />
Καρδιά των αστεριών αδερφική<br />
στα έγκατα πυρώνεις κι αναλώνεσαι<br />
και η μοίρα μας ίδια.<br />
Αγάπης πλάσματα<br />
οχήματα φθοράς<br />
και του θανάτου κουδουνάκια και προσάναμμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Κι όπως κάπου στην Αφρική<br />
τα παιδιά στη σύλληψη καλούν μ&#8217; ένα τραγούδι<br />
με κάλεσε η μάνα μου.<br />
Μες στα αίματα έμαθα τι σημαίνει δέρμα μαλακό<br />
της θηλής την τρυφερότητα έμαθα<br />
με το γάλα τα τερτίπια της αγάπης.<br />
Μέλι εκεί στα χείλη μου<br />
τα ονόματα των πραγμάτων<br />
κουβάρια λόγια του παραμυθιού<br />
δράκοι, νεράιδες βασιλόπουλα<br />
και ωραίες κοιμωμένες για φιλήματα<br />
και όλα τα όνειρα με τέλος καλό.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Τ’ όνομά σου μητέρα μ&#8217; άστρα.<br />
Στα μονοπάτια τ&#8217; ουρανού<br />
το καλοφορεμένο σου χαμόγελο<br />
να λάμπει από μακριά.<br />
Σταθερά τα χέρια στο βιβλίο ευλογούσαν<br />
το άλφα της άνοιξης<br />
και τ’ όμικρον της ομορφιάς.<br />
Δυνατός που ήταν μητέρα<br />
των χρωμάτων ο έρωτας<br />
μι μαρκαδόρους τ&#8217; απογεύματα που σεργιάνιζε<br />
στα φύλλα τα λευκά!<br />
Σοσονάκια λασπωμένα στο σχοινί<br />
και ποδίτσες κοντές σιδερωμένες με φιλιά<br />
και άλλα πολλά.<br />
Να προσέχουμε τις φωλιές των χελιδονιών<br />
να μην απλώνουμε το χέρι στη ροδιά του γείτονα·<br />
το κάθισμα στην καρέκλα απαιτεί<br />
πόδια σμιχτά και πλάτη ίσια για τις δεσποινίδες.<br />
Και πως όταν μεγαλώσεις θα γίνεις<br />
κυρία σωστή με τα όλα σου.<br />
Και να σέρνεται σαν φίδι στα μαλλιά τρυφερά<br />
η κοκαλένια χτένα που ομορφαίνει<br />
και κάνει το κορίτσι γυναίκα.<br />
Το πρώτο αίμα να είναι ξάφνιασμα χαρούμενο<br />
όχι τρόμος, όχι.<br />
Και το φουστάνι της γιορτής<br />
διαλεγμένο με λαχτάρα<br />
και νυφούλα, νυφούλα κάποτε χρυσό μου.<br />
Ί&#8221; όνομά σου μητέρα μ&#8217; άστρα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Στα φυλλώματα δόθηκε το άνθος.<br />
Στον αετό τα φτερά.<br />
Στον άνθρωπο τα χέρια ν’ αγκαλιάζει<br />
η σκάλα της ομιλίας.<br />
Στερέωσε στο σεληνόφωτο<br />
την ποίηση και την αγάπη<br />
κι έλαμψε ο αιώνιος περισσότερο<br />
σε όλα τα μήκη<br />
κι έσταξε μια χρυσή βροχή<br />
λίγο μέσα στο έρεβος<br />
και λίγο μέσα στην καρδιά<br />
κι όλα τα πλάσματα<br />
μικρά, μεγάλα<br />
τα διαπέρασε μια θέρμη.<br />
Το χελωνάκι ένοιωσε μεμιάς<br />
τη γλώσσα των άστρων<br />
κι από τότε σηκώνει<br />
τη βαριά σοφία του στην πλάτη·<br />
και τ’ αηδόνι έμελλε<br />
από κλώνο σε κλώνο<br />
να τιτιβίζει τη χαρά.<br />
Έτσι χάραξε ο αγεωμέτρητος<br />
τη γεωμετρία της ειρήνης του.<br />
Με πουλιά και με δάση<br />
και με το πιο αγαπημένο παιδί του<br />
να θητεύει αέναα στα ύψη του<br />
με δάκρυα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Όμορφο στήθος της γης<br />
με τα πολλά, τα μυστικά σου σπήλαια<br />
με τα νερά σου που αναβλύζουν με ορμή<br />
ανατριχιάζεις στην αφή του ήλιου τη ζεστή<br />
μεγαλώνεις δέντρα και άνθη.<br />
Κι αυτά τ&#8217; ανθρώπινα πλάσματα<br />
που σε σκάβουν και σε μαλάσσουν<br />
μοιάζουν ερωτικά σημάδια στο κορμί σου<br />
κι είναι η σχέση σας αγαπητική, κι ας πονάς.<br />
Κι όταν τα δέχεσαι στο τέλος<br />
στην αγκαλιά σου και ρουφάς τα σώματα<br />
που σου ανήκουν, περίπαθη<br />
λίπασμα γίνονται<br />
με αφθονία τίκτει το πλήρωμα του έρωτά σας<br />
ρίζες καινούριες και βλαστάρια άλκιμα.</p>
<p>Επειδή το να υπάρχουμε μαζί<br />
σημαίνει ενωνόμαστε και γεννάμε.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Β’ ΜΕΡΟΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΣΑΝ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΥ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ</strong></h5>
<p>Οι μέρες είναι ίδιες, ίδιες, ίδιες.<br />
Μα πότε θα έρθει<br />
μια μέρα λευκή<br />
όχι από χιόνι-<br />
σαν αυτές που υπόσχονται<br />
τα εγχειρίδια ευτυχίας;<br />
Κοιτάζεται στον καθρέφτη.<br />
Τα μαλλιά αρχίζουν να μετράνε χρόνο<br />
μια ρυτίδα στο στόμα<br />
από φιλιά που δεν ευδοκίμησαν<br />
ο λαιμός φλυαρεί την ξηρασία του.<br />
Το φόρεμα είναι πεσμένο κάτω<br />
σαν εισαγωγή σε μια μουσική που σβήνει,<br />
θα δει το κορμί της γυμνό<br />
με τα έρημα των ματαιώσεων<br />
σκέλη ανυπόμονα<br />
τώρα αρχίζει να φτιάχνει μόνη της έρωτες.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Όταν θυμάται νοιώθει μια αράχνη<br />
να περπατάει στο σώμα<br />
τυλίγοντας με μια άσπρη κόλλα τα σπλάχνα της.<br />
Τί λέξεις πια να βρει;<br />
Οι λέξεις έχουν ανάγκη από υγρασία<br />
“αγαπώ”, “πάντα” χωρίς την αλήθεια τους<br />
αγαπώ με το σάλιο μόνο και δόντια γίνεται;<br />
Είμαι σαν μούμια<br />
σαν μούμια τώρα, λέει.<br />
Στην ταρίχευσή μου έχασα τον εαυτό μου<br />
έμειναν μόνο σάρκες στεγνές και κόκαλα·<br />
ως το τέλος θα συντηρήσω την οδύνη μου.</p>
<p>Κι όμως ήταν κάποτε ο καιρός αθώος.<br />
Η άνοιξη κατοικούσε στα σπλάχνα.<br />
Φορούσαν τ&#8217; απογεύματα τα μεταξωτά τους.<br />
Ταξίδευα ανάλαφρα με τα πουλιά.<br />
Στο κουκούλι όμως τώρα η λύπη μεγαλώνει<br />
σαν μεταξοσκώληκας.<br />
Κι η μαυρίλα σπουδάζει για τα καλά<br />
πώς από παντού ν&#8217; αρχίσει να κυριεύει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Τι να θυμηθείς πια;<br />
Ένα παράθυρο, ένα κρεβάτι<br />
λίγο φως που μπαίνει από τις γρίλιες<br />
και ξεπλένει όλα τα σφάλματα<br />
και η νύχτα εξουσία καμιά<br />
δεν έχει ανάμεσα στους δύο.<br />
Δυο κορμιά ενωμένα<br />
ένα σχήμα καμπυλόγραμμο που μαζεύει ουρανό<br />
που μαζεύει να έχει, να έχει και να περισσεύει.</p>
<p>Και πώς απ&#8217; το πολύ γυρνάς στο τίποτα;<br />
Πώς με την άμμο της σε ξελογιάζει η έρημος;<br />
Πώς το νερό στερεύει στα πηγάδια;</p>
<p>Τώρα δεν έχει πού να βάλει τα χέρια της.<br />
Τα χέρια είναι γυμνά<br />
ούτε χάδια, ούτε εργόχειρα, ούτε δαχτυλίδια.<br />
Άλλωστε περιγράφει το σώμα της<br />
σαν μια σχεδία που βουλιάζει αργά.</p>
<p>Κι όμως. Ήταν ωραία η εποχή<br />
με χλόη που ευωδίαζε<br />
με τα μικρούλικα έντομα<br />
που βόμβιζαν γλυκά στ&#8217; αυτιά<br />
και της έπαιρνε ο πόθος το κεφάλι<br />
να το γυρίσει σε δάση και νερά.<br />
Κάθε μέρα, μέρα μου<br />
να σου δώσω λίγο παραπάνω έδαφος<br />
να σου στρώσω τα χρώματα που χρειάζεσαι.<br />
Κάθε μέρα, μέρα μου<br />
έχω εισέλθει λίγο περισσότερο μέσα σου;</p>
<p>Ύστερα ντύνεται.<br />
Μια βόλτα στην προκυμαία<br />
ίσως χρησιμεύσει για ένα φανταστικό ταξίδι·<br />
ίσως τα πλεούμενα της όχθης κουβαλήσουν<br />
το φορτίο της λίγο πάρα πέρα.<br />
Μετανιώνει όμως·<br />
πού να πάει<br />
με ποιους να μιλήσει;<br />
Κι ο καημός της από μέσα σιγανά γαυγίζει<br />
κατοικίδιο του στήθους αχόρταγο.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Και αν θελήσεις να κρυφτείς, πού να κρυφτείς;<br />
Όπου και να κρυφτείς το σύμπαν σε βλέπει<br />
με τ&#8217; ορθάνοιχτο μοναδικό του μάτι.<br />
Βλέπεις και συ καθαρά την καρδιά σου<br />
με τα αίματά της σ&#8217; ένα πιάτο στο τραπέζι.<br />
Και τριγύρω συνωστίζονται αυτά<br />
τα περίεργα ζωύφια της επίκρισης.<br />
Μήπως να είχα κάνει αλλιώς<br />
μήπως να έπεφτα στα γόνατα όταν μπορούσα;<br />
Μα καθώς το σκοτάδι ορμάει στο δωμάτιο<br />
της κάνει το ίδιο·<br />
το σκοτάδι καθώς έτσι απλά επαναλαμβάνεται.</p>
<p>Και δεν πρόκειται ποτέ να δεις ανατολή<br />
αν δεν την αναζητήσεις.</p>
<h5><strong>Ν’ ΑΝΘΙΖΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ</strong></h5>
<p>Ναι, έχουμε κολυμπήσει στη στέρηση.<br />
Τα σημάδια στο νου μου ήδη<br />
παραδίνουν τα μυστικά τους<br />
καθώς σταλάζει το αλκοόλ<br />
στα κανάλια του κενού<br />
θα σε κάνω δικό μου τώρα χωρίς ν&#8217; αντισταθείς.<br />
Μέσα στον ίλιγγο της λύπης αυτό το πετυχαίνω<br />
λες και είναι το ευκολότερο πράγμα του κόσμου<br />
τα χιλιόμετρα ένα τίποτα<br />
ένα τικ στα βλέφαρα η συνέπεια των δακρύων.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Άσε με σήμερα να σου χαρίσω<br />
ό,τι περίσσεψε από ένα τραγούδι.<br />
Κι αν με βρίσκεις φτωχή, είναι που μοίρασα<br />
στους ανέμους τα υπάρχοντά μου.<br />
Της πενίας τα ατίμητα τώρα επιδεικνύω<br />
σαν απόσταγμα σοφίας<br />
έχω μπει ήδη στο σώμα της πέτρας<br />
κουρνιάζω στο στέλεχος της αυγής<br />
με τις ρίζες των δέντρων μεγαλώνω<br />
κι εκείνο που με πειράζει είναι μόνο<br />
πώς δεν αρκεί ένας κούκος για να μιλιέται η άνοιξη<br />
Πλησίασε κι άλλο<br />
να σε φτάσει το χάδι, να γίνεις<br />
στο σώμα μου δροσιά του πρωινού.<br />
Και θα μάθω να πιστεύω χωρίς ν&#8217; απελπίζομαι.<br />
Το ποτάμι δεν κυλάει στη θάλασσα πάντα;<br />
Αυτά τα κόκκινα νυχτολούλουδα<br />
για ποιον ανθίζουν κάθε βράδυ;<br />
Έτσι είναι σωστό: ν&#8217; ανθίζεις για κανέναν<br />
να ευωδιάζεις πλήρης στο μοναχικό σου χώμα.</p>
<h5><strong>Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ Τ&#8217; ΟΥΡΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Με ποδαράκια ανάλαφρα ανέβαινε<br />
-είδα-<br />
φορούσε φόρεμα λευκό.</p>
<p>-Γιατί δεν έρχεσαι πιο κοντά μου;<br />
Γιατί δε μου μιλάς;<br />
Μήπως καθίσεις -έλεγα-<br />
τώρα που συναντηθήκαμε<br />
να σου πω αυτά που δεν πρόλαβα.</p>
<p>Γιατί σπάνια οι άνθρωποι προλαβαίνουν<br />
τόσο λίγο που κρατάει η ζωή, να τελειώσουν<br />
τις συζητήσεις που έχουν στο μυαλό τους.</p>
<p>Μα εκείνη ανέβαινε, ανέβαινε<br />
δε μ&#8217; άκουγε λες καθόλου<br />
με ένα σούφρωμα στα χείλη.<br />
(Ήταν ότι ακόμα υπέφερε, ή πείσμα;)</p>
<p>-Και πού θα πας καλή μου<br />
είναι τόσο φαρδύς ο ουρανός<br />
έχει τόσες πολλές ομορφιές που να μας ξεχάσεις;<br />
Βρήκες τις φίλες σου εκεί<br />
τη Θεανώ, την Ηλέκτρα;</p>
<p>Ωστόσο, επειδή το άγνωστο<br />
μετράμε πάντοτε με το γνωστό<br />
τη φανταζόμουν σε χώρες χωρίς ρολόγια<br />
και με ωραία λιβάδια από μαργαρίτες.</p>
<p>-Ή μήπως πάλι πας να συναντήσεις το άλλο σου μισό;<br />
(Τι ανοησία κι αυτό, να μην το σκεφτώ αμέσως!)<br />
Στα σύννεφα μαζί<br />
βέβαια, καλύτερη βόλτα για ζευγάρι δεν υπάρχει.</p>
<p>Τώρα όμως θα ξέρεις.<br />
Θα ξέρεις και θα μου το πεις, όχι;<br />
Ίσως υπάρχει ένας τέτοιος τόπος<br />
που αγαπάς, που αγαπάς μονάχα<br />
και που δεν απογοητεύεσαι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΒΑΡΑΘΡΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ</strong></h5>
<p>Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά<br />
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.<br />
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού<br />
σκυφτή κι ασάνδαλη<br />
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.<br />
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς<br />
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες<br />
αφού τίποτα δεν υπάρχει.<br />
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά<br />
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.<br />
Και δε μαθαίνουν ποτέ<br />
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει<br />
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα<br />
που κατεβαίνει και μπαίνει στην καρδιά τους.<br />
Και τότε οι άλλοι εμείς τους λέμε αντίο<br />
σίγουροι ότι θα βρεθούμε κάποτε<br />
ανάμεσα σε γαλαξίες και εκατομμύρια άστρα, μα<br />
ό,τι κάναμε κάναμε κι ό,τι μιλήσαμε μιλήσαμε<br />
και δεν αλλάζουν τα συντελεσμένα<br />
παρά μόνο ίσως μέσα σε μια φωτιά εξαγνιστική<br />
αγγέλων που κλαίνε και προσεύχονται<br />
λιώνοντας το σώμα τους<br />
για τη συγχώρεση του κόσμου, για την αγάπη.</p>
<h5><strong>Ο ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>Με τα μεγάλα μάτια καταπάνω μου<br />
το έφερνε η νύχτα<br />
με τα θολά τα φώτα να τρυπάνε τα σκοτάδια<br />
— όχι για καλό —<br />
βουή σιγά σιγά να δυναμώνει<br />
γελούσε ο μηχανοδηγός<br />
— να μη φοβάσαι<br />
σφύριζε εκείνο, διαπερνούσε τα μυαλά<br />
κι εγώ εκτός ή μέσα;<br />
το αίμα μου σε μια τροχιά παράξενη<br />
στον ίλιγγο του πουθενά<br />
αλλού τα πόδια, αλλού τα χείλη<br />
η καρδιά αλλού<br />
αλλού και τα σκισμένα τα φορέματα<br />
και τα γδαρμένα σπλάχνα μην ξεχνάμε<br />
γελούσε ο μηχανοδηγός<br />
τραβούσε τους μοχλούς του πίσω μπρος<br />
επιβραδύνοντας για να συναντηθούμε<br />
— αληθινά λοιπόν δεν κινδυνεύαμε;<br />
αληθινά η στιγμή χαρίζει χρόνια; —<br />
γελούσε<br />
— μη φοβάσαι, μη φοβά&#8230;<br />
προτού παντού ο κουρνιαχτός<br />
μετά η σιωπή<br />
κι η στάχτη στ’ άσπρα δόντια του.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον πατέρα</p>
<p>Σε κάθε του κίνηση<br />
τρέμανε στις φλέβες του τα σωληνάκια<br />
σαν χλόη όταν κυματίζει.<br />
Τόσο αδύνατες ρίζες ήταν τα χέρια του<br />
που δε μπορούσε να κρατήσει το κουτάλι.<br />
Το μαραμένο βλέμμα του<br />
πότε γυρνούσε στο παράθυρο<br />
για να ρουφήξει λίγο φως ακόμα όσο προλαβαίνει<br />
και πότε γαντζωνόταν πάνω μου<br />
για να &#8216;χει μια εικόνα να πάρει μαζί του για ενθύμιο.<br />
Έρχονταν οι φίλοι του ζωντανοί κι αποθαμένοι<br />
και πιάνανε ασθμαίνουσες συζητήσεις ολονύχτιες<br />
για χρέη, οφειλές και δικαιοσύνη.<br />
Στου κρεβατιού την άκρη για έξι νύχτες<br />
μέσα στο παραμιλητό του έχασα<br />
την παιδική μου ηλικία.<br />
Αλλά έπρεπε να φύγω τώρα<br />
για να φροντίσω τα θλιβερά χρειαζούμενα.<br />
Τα τελευταία του σχέδια γι’ αφράτα χώματα<br />
και ηλιόλουστες βουνοκορφές.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στη μητέρα</p>
<p>Ο αόρατος σκηνοθέτης κανόνιζε<br />
μ’ επιμέλεια περίσσεια τα ενδεχόμενα<br />
και καθώς στο φορείο είχες ήδη κυλήσει<br />
στα πλευρά του ύπνου ευάλωτη<br />
σου έλεγα “μη φοβάσαι,<br />
θα σε φροντίσω, θα σε φροντίσω”.<br />
Αποδείχτηκε μάταιη όμως κουβέντα<br />
όταν ο γιατρός πρόβαλε στην πόρτα<br />
σταυρώνοντας τα χέρια του<br />
κι αναρωτιόμουν αν τουλάχιστον πρόλαβες<br />
να πάρεις εκεί στην ξενιτειά<br />
αυτές τις λέξεις μαζί σου<br />
να μη νοιώσεις μοναξιά ξαφνικά κι αγριεύεσαι.<br />
Άλλωστε κι εγώ θα είχα πια<br />
χρόνο πολύ να παλέψω με τα θηρία<br />
προείχε όμως τώρα να είσαι όμορφη<br />
να έχεις ένα καινούριο φουστάνι<br />
ένα στεφάνι για τα μαλλιά σου<br />
και ένα στέρεο σπιτάκι από ξύλο.</p>
<h5><strong>ΣΕ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ</strong></h5>
<p>Μερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες<br />
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο<br />
απ’ αυτά που μπορείς να κρατηθείς<br />
για να μη βουλιάξεις<br />
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος<br />
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης<br />
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες<br />
και άλλα πολλά<br />
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο<br />
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει<br />
διπλωμένος στα δύο<br />
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΒΑΡΑΘΡΑ</strong></h5>
<p>Αν το πρωί έχει πρόχειρη τη λήθη του<br />
καφέ, ζάχαρη, εφημερίδα<br />
κι όλα τα καθημερινά απαιτούμενα<br />
η νύχτα είναι άγρυπνη<br />
η νύχτα ταξιδεύει λαβωμένο αποδημητικό<br />
κι η φλέβα μέσα στ’ όνειρό της τρέμει.<br />
Όταν έρχεσαι<br />
δεν έχεις τίποτα να μου φέρεις<br />
ο κόσμος που έφτιαχνα όλη τη μέρα γκρεμίζεται<br />
μέσα σε ένα σύννεφο από σκόνη<br />
δέντρα, σπιτάκια χάνονται<br />
και τα μικρά ανθρωπάκια που μου μοιάζουν<br />
βουλιάζουν το καθένα στη δική του λύπη.<br />
Όταν έρχεσαι<br />
συνήθισα κι εγώ να μη ζητάω πια τίποτα<br />
μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι<br />
σαν να ’ναι το σωσίβιο του πνιγμένου<br />
μόνο στα ποιήματα δε φυλάγομαι<br />
φανερώνω τον εαυτό μου με θάρρος ψεύτικο<br />
στην ευσπλαχνία της γλώσσας<br />
προσεύχομαι για δικαιοσύνη.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟ ΣΩΜΑ</strong></h5>
<p>Τον άρτο θα μοιράσω, μέλη κομμάτια<br />
που σκόρπισαν οι θύελλες της αγάπης<br />
αρθρώσεις πρησμένες μα οι χυμοί ανεβαίνουν<br />
ο καιρός γυρίζει ήδη σε άνοιξη, δεν το βλέπεις;<br />
Χελιδόνια μεθυσμένα διασχίζουν χώρες<br />
κοιλάδες γεμάτες με σκουπίδια του χρόνου<br />
ανατέλλει λάμποντας όμως τώρα<br />
η νέα ημέρα με στεφάνι στα μαλλιά της<br />
γαρύφαλλα ανοίγουν τα χείλη, νερά μυστικά<br />
στα δάχτυλα κλώθεται με λαχτάρα το νήμα<br />
σεντόνι επί τέλους χαράς να ετοιμάσει<br />
ακέριο να φεγγοβολήσει πάλι το λησμονημένο σώμα.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ</strong><br />
<strong>ΕΧΩ ΦΥΛΑΓΜΕΝΑ ΤΑ ΧΑΔΙΑ</strong></h5>
<p>Λοιπόν μια νύχτα θα επιστρέφω πατώντας<br />
πάνω στις νάρκες της κοιλιάς<br />
και πάνω στα πολυβολεία του στήθους<br />
τα ύδατα θα τρέχουν απ’ τους πόρους σου<br />
κι από τα μάτια σου<br />
κι οι λυγμοί σου θα σκεπάζουν τη μάχη της αγάπης<br />
θα σ’ έχω στερηθεί πολύ<br />
θα σ’ έχω νοσταλγήσει<br />
θα ξετυλίξεις τις γάζες απ’ το σώμα μου<br />
θα λάμψουν των τυφλών ματιών οι σκοτεινοί βυθοί<br />
και θα ’ναι το φιλί αρμυρό<br />
τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα.</p>
<p>.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΩΡΑΙΟ TO ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ (2019)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΩΡΑΙΟ TO ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που ήθελα να είμαι με τους καλύτερους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι κάποτε παρέδωσα</span><br />
<span style="color: #000000;">στο νοτιά τα μυστικά μου ανοίγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα η πνοή του περισσεύει στο στόμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως κάθε ωραίο κάποτε τελειώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ωραίο το φτιάχνεις, δεν υπάρχει από μόνο του·</span><br />
<span style="color: #000000;">μου έλεγε η εσωτερική αδελφή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι έχασες μπορείς να το ξανακερδίσεις·</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιπόν τον κήπο τώρα να καλλιεργήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">να φύγουν τ’ αγριόχορτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και να κοπούνε όλα τα ξερά, ανάμεσα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε σάπιους σπόρους άνοιξη να μελετάω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ίσως η αιωνιότητα μου κάνει χάρη</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως ο Άδης να με λυπηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί κι ο νοτιάς να καταθέσει</span><br />
<span style="color: #000000;">στο τέλος παράσημα στις πατούσες μου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΣΤΕΓΕΣ ΝΥΧΤΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με άδεια μάτια στους δρόμους περιφέρεται</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κάποιο παγκάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">το πολύ πολύ να εμπιστευτεί τη λύπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">’Άστεγες νύχτες, δίχως άστρα</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο ερωτηματικά</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως, πού θα σε βρω επί τέλους</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως δεν έχεις καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρέ μου πρίγκηπα και τα τέτοια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε σώνεται το πάθος εύκολα</span><br />
<span style="color: #000000;">αν θέλει το όνομά του να δικαιολογήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σταγόνα σταγόνα μόνο κυλάει</span><br />
<span style="color: #000000;">στις πλάκες αλμυρό και η γη από κάτω</span><br />
<span style="color: #000000;">ανακλαδίζεται κι ετοιμάζει τούς σπόρους της.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΑΡ-ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αν το όνομα Πάρις περικλείει μιαν επιθυμία</span><br />
<span style="color: #000000;">ή ένα πλεούμενο για να σαλπάρεις</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν θα το μάθετε ποτέ, αφού</span><br />
<span style="color: #000000;">δουλειά της Ποίησης δεν είναι να κάνει ανακοινώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε έχει σημασία αν η έμπνευση σε βρίσκει περπατώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">ή όταν καθαρίζεις αμπελοφάσουλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε οι ακριβοί κοντυλοφόροι</span><br />
<span style="color: #000000;">σημαίνουν πάντα επιδέξιους γραφιάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">και γενικώς όλα τα γνωστά</span><br />
<span style="color: #000000;">προϋποθέσεις, προθέσεις και ευγενείς φιλοδοξίες</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι ζήτημα δευτερολέπτων να βρεθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">στα σκουπίδια της πιο αριστοκρατικής γειτονιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πιο πιθανόν είναι κι η Ελένη να βαριέται αφόρητα</span><br />
<span style="color: #000000;">να δραπετεύει συνέχεια για να μη μας συναντήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάγκη άλλωστε καμιά δεν έχει</span><br />
<span style="color: #000000;">-τόση σπατάλη ομορφιάς εκείνη!—</span><br />
<span style="color: #000000;">Τροίες κι Αιγύπτους αλωνίζει αναιδώς</span><br />
<span style="color: #000000;">είδωλο είναι, ό,τι θέλει κάνει</span><br />
<span style="color: #000000;">σύζυγοι προδομένοι κι εραστές, όλα εξ αρχής δικά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν το όνομα Πάρις σημαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">μια έλλειψη ή ένα περίσσευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα το μάθετε ποτέ, αφού</span><br />
<span style="color: #000000;">οι αμφιβολίες δεν ικανοποιούνται με υποθέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">οι έρωτες δεν κερδίζονται με παρακάλια</span><br />
<span style="color: #000000;">τα άστρα δε συμπαρίστανται στους αγώνες μας, καθώς</span><br />
<span style="color: #000000;">στα μπαλκόνια τους ανεβαίνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">απλώς για να κοιτάξουμε καλύτερα κάτω.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και ο τρόπος που με κοιτούν τα μάτια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">αφορμή για ποίημα. Σωτηρία όμως υπάρχει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάστα με να σκαρφαλώσουμε στον ίλιγγο</span><br />
<span style="color: #000000;">ψίθυροι νερών, βατόμουρα για χείλη, να!</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα όνειρα από το χάος θα δραπετεύσουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα πουλί δείχνει το δρόμο και κάτω</span><br />
<span style="color: #000000;">στα παγκάκια άνεργοι, στις πλατείες ζητιάνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">στους δρόμους μαθήτριες με βιβλία και τακούνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαστροποί απολαμβάνουν το τσιγάρο τους</span><br />
<span style="color: #000000;">των αχρήστων οι πλασιέ κουράζουν τα πόδια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στους κάδους η ζωή μας πεταμένη σαπίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο πολύ κάθε που απεργούν οι οδοκαθαριστές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιοι ταΐζουν περιστέρια όμως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λες η αθωότητα ν’ ανθίζει ακόμα πουθενά;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βρέφη δύσκολα ανασαίνουν στις θερμοκοιτίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">την ώρα που οι δαίμονες χωρίς ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;">στις ταράτσες παίζουν στα ζάρια την ελπίδα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΕΛΟΥΣΕ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στους νεκρούς στο Μάτι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ ένα φλογισμένο κλαδί καθόταν</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή τη φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">ο πρίγκηπας του θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, τί άπληστος!</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια του κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">στροβίλιζε τίς ψυχές μες στη φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">και γέμιζε το δάσος το άγριο γέλιο του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάρκα μου, καμένη σάρκα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ποια άνθη, σε ποια πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">να στραγγίζω τώρα τίς καθημερινές μου λύπες;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από ποιες εξαίσιες λάμψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">του ήλιου όταν χορεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στα φυλλώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">να κλέβω φως</span><br />
<span style="color: #000000;">των ματιών μου το θάμβος να περιορίζω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από ποιους εύρωστους κορμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιες φλούδες αρωματικές</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αποστάζω τα ρήματά μου;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάρκα μου, μαύρη καμένη σάρκα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">διαιρεμένη σ’ ογδόντα κορμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμίαμα πού προσβάλλεις τον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς να σε ξανασυναντήσω αθώα;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν αμφιβάλλω, θ’ απαντήσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ακούσω: μάλλον, μπορεί, πιθανόν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο δαίμονας κρατάει το μολύβι σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο δαίμονας σου οδηγεί το χέρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και έτσι, όπως τα βεγγαλικά</span><br />
<span style="color: #000000;">για το καλό του νέου χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σκίζουν ουρανούς και σύμπαντα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ώρες μου θα πέφτουν στο πηγάδι σου</span><br />
<span style="color: #000000;">θα γεύομαι άβυσσο στη γλώσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αχ, φωνήεντα μου παραπονεμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">παράταση πνιγμού θα εκτελώ·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς το βυθό του μέλλοντος μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ο λαίμαργος αφέντης μου</span><br />
<span style="color: #000000;">νομίζω με τραβάει και φέτος.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όσοι εδώ μέσα πνίγηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">καμιά φορά βγαίνουν στον αφρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άντρας πού έλεγε πώς ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα τα μυστικά περάσματα τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">μάλλον δεν πρόσεξε</span><br />
<span style="color: #000000;">κάηκε στα τσιγάρα της νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να θυμηθώ τα δάχτυλά του·</span><br />
<span style="color: #000000;">φωσφόρισαν μια στιγμή τελευταία</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν δοκίμαζε το σημείο τής προσευχής</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια θεότητα με δυο κεφάλια κι ένα κορμί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα πάλι η απέραντη υγρασία</span><br />
<span style="color: #000000;">της λάσπης πού δε γνωρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτιάχνει μορφές που αντέχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τη στερεότητα της αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτύνεις και φτύνεις στομάχι από μέθη</span><br />
<span style="color: #000000;">τη δυσκολία να υπάρχεις</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ίσος προς ίσον</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο σκανταλιάρης ο χρόνος που απεχθάνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">αναμονές και σωσίβια</span><br />
<span style="color: #000000;">φιλότιμα σε βυθίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">πάλι και πάλι στο σημείο μηδέν!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΑΤΑΙΗ ΓΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο έρως τρέχει στο ουδέν</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο γρήγορα από το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυματάκια της λήθης γλείφουν τα πλευρά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">κτερίσματα από τη θάλασσα της σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε χάνω τώρα·</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σε ονομάσω</span><br />
<span style="color: #000000;">βαθιάς έλλειψης πηγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, δέστε πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη του νου</span><br />
<span style="color: #000000;">πατάει το κορμί</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθίζει η τρέλα τ’ άπληστα μπουμπούκια της!</span><br />
<span style="color: #000000;">Γκρεμούς του χάους ακουμπά</span><br />
<span style="color: #000000;">από την άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως να ξέρεις να χάνεις είναι σοφία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο έρως τρέχει στο ουδέν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σημαίνει τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">στο άρμα των δακρύων του</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια έχουν στερέψει.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος ουρανός δανείστηκε το σώμα σου;</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έλειπα εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πέφτουν σαστισμένοι άγγελοι</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοντάφτοντας σε περιοδεύοντα φεγγάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, γυμνόποδη σε ξαναβρίσκω</span><br />
<span style="color: #000000;">ανυπεράσπιστη</span><br />
<span style="color: #000000;">το πένθος λες και μου ταιριάζει·</span><br />
<span style="color: #000000;">η κλίνη μου, η κλίση μου</span><br />
<span style="color: #000000;">τραντάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">από την ανορθογραφία των ερώτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μείνω όμως λέω γυναίκα αμετανόητη</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ξέπλεκα μαλλιά μου θα δωρίζω στους ανέμους</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα ξεθωριασμένα μου φορέματα</span><br />
<span style="color: #000000;">στα βάθη των ωρών</span><br />
<span style="color: #000000;">θα γράφω με φιλιά την άβυσσο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ (2017)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ MOΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ά, γλώσσα άτιμη Ιερόδουλη</span><br />
<span style="color: #000000;">-για να το πω κομψά-</span><br />
<span style="color: #000000;">πως ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ κι εκεί και σ’ οποίον να ’ναι</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ακολουθούν αδιάκοπα</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά</span><br />
<span style="color: #000000;">και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα</span><br />
<span style="color: #000000;">υστέρα στη βιβλιοθήκη για καφέ</span><br />
<span style="color: #000000;">και το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;">δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν</span><br />
<span style="color: #000000;">να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπάνε μες στα δόντια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ταμπούρλο τα φωνήεντα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">να μην τελειώνει η μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;">καλέ τί ωραία που εξασκούμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">στα ανείπωτα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά λείπει ο ένας</span><br />
<span style="color: #000000;">γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και άραγε, γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο σοφή -ως τώρα- που έγινα κλέβοντας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά</span><br />
<span style="color: #000000;">-άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!-</span><br />
<span style="color: #000000;">πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">’Από την τρύπα μιας βελόνας</span><br />
<span style="color: #000000;">εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των Άστρων</span><br />
<span style="color: #000000;">χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες</span><br />
<span style="color: #000000;">αναμνήσεις μιας αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;">που έφυγε χωρίς επιστροφή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">η απουσία σφραγίδα στο δέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;">μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται</span><br />
<span style="color: #000000;">-η καρδιά- και δε λέει να ξαποστάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;">σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια</span><br />
<span style="color: #000000;">το τελευταίο νόμισμα της ημέρας</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ζητιάνο πού ντρέπεται λιγότερο</span><br />
<span style="color: #000000;">να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ότι οι δράκοι του ύπνου είναι καλοκάγαθοι</span><br />
<span style="color: #000000;">παίζουν τη βάρβιτο στα νύχια κι ημερεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας λαχταράει η γλώσσα δέρμα ζωντανό</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">με μουσική ότι ενώνεται το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">καλώδια κύτταρα ηλεκτρισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">να χορεύουν στον αγέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η γη να είναι μια σταλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">βόλος στα δάχτυλα να παίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">περίπατο σε άγρια να κάνω μονοπάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">του λύκου τα δόντια να μην τα φοβηθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης</span><br />
<span style="color: #000000;">με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πόσες διαστάσεις βλέπω</span><br />
<span style="color: #000000;">οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς το κορμί μου σπάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς στριφογυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάκουα, αρθρωτά τα ποδιά αν έχω</span><br />
<span style="color: #000000;">αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν</span><br />
<span style="color: #000000;">για να πετάω γύρω από τα ίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια βουή σαν κλάμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">περιέργεια φυσιοδίφη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα την νοιαστεί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια κίνηση γίνονται λιώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">πάει η μύγα</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΑ ΑΚΡΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπετε, είμαι γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;">δε μου επιτρέπεται</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν καθώς πρέπει, λεπτεπίλεπτη κι ευγενική</span><br />
<span style="color: #000000;">να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">στα άκρα κάπως για το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάσω βρε παιδί μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνθήματα να γράφω δε μου πάει</span><br />
<span style="color: #000000;">βόμβες δε μ’ εμπιστεύεται κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;">και δε μ’ αφήνει η αιδώς</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γύμνια μου να περιφέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">ψυχή εκτεθειμένη τόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">τι χρειάζεται του σώματος τις μαγγανείες;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;">ά, τότε μια χαρά μπορώ</span><br />
<span style="color: #000000;">την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από</span><br />
<span style="color: #000000;">την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν μια παράσταση απλώς θα μου πεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτισμένη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κλωστές να κινούν τα παράλυτα μέλη μας</span><br />
<span style="color: #000000;">επιθυμίες ενισχυμένες με κονιάκ</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ψέματα, όλα σαν ψέματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ποιος να διεύθυνε το έργο από ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος σκηνοθέτης σχεδίαζε σκηνές</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος για τη χαρά οικονομούσε σταγόνες</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος στον κίνδυνο έσπρωχνε με φόρα</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος στα παθήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν χάραξε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σώματα ξάπλωναν στο πανί</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητές τους</span><br />
<span style="color: #000000;">τις κινήσεις που προβλέπονταν όλες</span><br />
<span style="color: #000000;">όλες τις γκριμάτσες που τους επιβλήθηκαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες -γιατί;</span><br />
<span style="color: #000000;">ας υπήρχε τουλάχιστον μια δικαιολογία !-</span><br />
<span style="color: #000000;">τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν</span><br />
<span style="color: #000000;">ξανά στα κουτιά τα σύνεργα</span><br />
<span style="color: #000000;">και μη το μέλλον μας</span><br />
<span style="color: #000000;">θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΟΥ ΘΥΜΩΝΩ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί ξέρεις ποιο πλήκτρο να πατήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">για να ορμήσει στο δωμάτιο η συγκεκριμένη νότα</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί ξέρεις να στέλνεις</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νότα στο αυτί που θέλεις</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί αυτό το αυτί</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορείς να το κάνεις να γίνει και στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα θέλει τώρα να λέει τα τραγούδια σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σου θυμώνω γιατί θέλεις να σε τραγουδούν</span><br />
<span style="color: #000000;">ολοένα και περισσότερα στόματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">να σε αγκαλιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">όλο και περισσότερα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί δε σου αρκεί μια αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί οι νύχτες σου είναι ήσυχες</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν οι δικές μου τελειώνουν μέσα στο μαρτύριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σου θυμώνω γιατί με παιδεύεις με αμφισημίες</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί έχεις επιχειρήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί αν σου έλεγα όλα αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">θα γελούσες απλώς ή θα μ’ έδιωχνες</span><br />
<span style="color: #000000;">αμέσως θα με αντικαθιστούσες αδίστακτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και φτιάχνεις ωραία μουσική.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου</span><br />
<span style="color: #000000;">να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">οποιαδήποτε ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">με καράβια, τραίνα και γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;">κουράστηκα να έρχομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές</span><br />
<span style="color: #000000;">οι λέξεις να υπακούουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ</span><br />
<span style="color: #000000;">ποτέ ολόκληρη εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όμως παντού αλλού μισή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου</span><br />
<span style="color: #000000;">μα είδες; Πάλι νυχτώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">και μόνο μες στο ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορούμε να κλάψουμε μαζί.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)</strong></span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει</span><br />
<span style="color: #000000;">μία χελιδονοφωλιά του νου</span><br />
<span style="color: #000000;">όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,</span><br />
<span style="color: #000000;">διακονία κανονική στο αόρατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,</span><br />
<span style="color: #000000;">να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια</span><br />
<span style="color: #000000;">στον ύπνο τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">χέρια πλεγμένα αγαπητικά</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλα δάχτυλα που κεντούν</span><br />
<span style="color: #000000;">σταυροβελονιά το ανέφικτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά</span><br />
<span style="color: #000000;">να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει</span><br />
<span style="color: #000000;">και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού</span><br />
<span style="color: #000000;">διαμελισμένη από στοργή</span><br />
<span style="color: #000000;">θα συναντήσετε την καρδιά του</span><br />
<span style="color: #000000;">στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπάλα στα πόδια των παιδιών.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΜΟΥΣΙΚΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αρχίσαμε με τα κρουστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές</span><br />
<span style="color: #000000;">και κακοφόρμιζε η σάρκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές</span><br />
<span style="color: #000000;">να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν έλεγε να σωπάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πες είσαι παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε μαθαίνουν από την αρχή</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ ανασαίνεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και παίξε παίξε, τελικά</span><br />
<span style="color: #000000;">σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένας Ινδός άγγελος,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ανοιχτά σε έκταση</span><br />
<span style="color: #000000;">μαύρα χέρια του φτερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">να συνοψίζει το απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι την πτώση των αγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;">-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε</span><br />
<span style="color: #000000;">της έπαρσης την αμαρτία-</span><br />
<span style="color: #000000;">μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη του φωτός,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πουθενά.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο λύκος που έγινε γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;">ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,</span><br />
<span style="color: #000000;">ελλιπής</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ικανότητα προσανατολισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">παρά την ώρα του έρωτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">να βγάζω νύχια τρυφερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">να βγάζω και καλές κραυγές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ζεστή,</span><br />
<span style="color: #000000;">παραδομένη</span><br />
<span style="color: #000000;">στο τρίχωμά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">στο νόημά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη</span><br />
<span style="color: #000000;">να μένει.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">στέκεσαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">αργυρόχροα ετοιμάζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,</span><br />
<span style="color: #000000;">γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;">την αγάπη λιγότερο</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη</span><br />
<span style="color: #000000;">την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες</span><br />
<span style="color: #000000;">θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,</span><br />
<span style="color: #000000;">να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,</span><br />
<span style="color: #000000;">φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μήτρες της άνοιξης υγρές</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">αξίζει το κάλλος την αναμονή του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου</span><br />
<span style="color: #000000;">την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου</span><br />
<span style="color: #000000;">στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να λιώνουν απαλά στα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το λέμε τώρα έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">του ουρανού και των άλλων άστρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">το λέμε υποταγή στην ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και ροδιού σπόροι οι λέξεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ όνομά μου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αγαπητέ μου δόκτορα,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλεγα κι εγώ μήπως</span><br />
<span style="color: #000000;">για το χατήρι των λέξεων</span><br />
<span style="color: #000000;">να παραδώσω την ψυχή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους</span><br />
<span style="color: #000000;">τα παλάτια οδηγήθηκα</span><br />
<span style="color: #000000;">(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),</span><br />
<span style="color: #000000;">τι αποτυχία!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών</span><br />
<span style="color: #000000;">και μέσα στις φωτιές ακόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">από τιμές και χρήμα κι ηδονές,</span><br />
<span style="color: #000000;">να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">γινόμαστε άκακα αρνιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,</span><br />
<span style="color: #000000;">γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και συ άλλωστε,</span><br />
<span style="color: #000000;">δόκτορα Φάουστους</span><br />
<span style="color: #000000;">-πρώτε που μας δίδαξες—</span><br />
<span style="color: #000000;">στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέκλεψες μια αστραπή από φως</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες</span><br />
<span style="color: #000000;">βλέμμα της Μαργαρίτας,</span><br />
<span style="color: #000000;">νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν συχνάζεις πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">σε δώματα θεών,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ρούχο σου λίγη</span><br />
<span style="color: #000000;">από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,</span><br />
<span style="color: #000000;">παρέα για φθαρμένα απογεύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Της όψης των θεών καταπρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">η γοητεία που τυφλώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα αιθέρια παλάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">σχέδιο για το αίμα σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, των ανθών που έδρεψες</span><br />
<span style="color: #000000;">του Ολύμπου, η γύρη</span><br />
<span style="color: #000000;">κολλημένη στα δάχτυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τρίψεις στις περγαμηνές</span><br />
<span style="color: #000000;">να γεμίσουν χρυσόσκονη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">να εξασκηθείς στην ωραιότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν γυρνά απ’ τα βουνά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σύννεφα σαν γνώρισε,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν τον χωράει ο τόπος.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;">έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς</span><br />
<span style="color: #000000;">στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-</span><br />
<span style="color: #000000;">έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της</span><br />
<span style="color: #000000;">αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν</span><br />
<span style="color: #000000;">στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">δυνατά του τέλους τα νερά.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λικνίζονται στα βλέφαρα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι σταλαγματιές των δακρύων,</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,</span><br />
<span style="color: #000000;">άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει</span><br />
<span style="color: #000000;">συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ναυαγοί του ίσως,</span><br />
<span style="color: #000000;">σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη του καιρού,</span><br />
<span style="color: #000000;">ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,</span><br />
<span style="color: #000000;">επί τέλους νοήμονες,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλιώς ποτέ, ποτέ!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’</span><br />
<span style="color: #000000;">θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">τα φαινόμενα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά</span><br />
<span style="color: #000000;">και τζιτζικιών θυσία ερωτική</span><br />
<span style="color: #000000;">τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα σε υπόγειες τρύπες</span><br />
<span style="color: #000000;">φίδια, σκορπιοί,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε λέει αυτό το δάσος</span><br />
<span style="color: #000000;">να δώσει όλα του τα μυστικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπερδεύομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,</span><br />
<span style="color: #000000;">στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί</span><br />
<span style="color: #000000;">η τόση επαγρύπνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">ρίχνουν ματιές συμπονετικές</span><br />
<span style="color: #000000;">και στις γυμνές βραγιές στο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΟ ΝΑΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αφού δεν έρχεσαι τέχνη</span><br />
<span style="color: #000000;">έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">επί πώλου όνου μπαίνω</span><br />
<span style="color: #000000;">και αναμένω ιαχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο με βασανίζεις ενίοτε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ξέφτια σου να κυνηγάω</span><br />
<span style="color: #000000;">στις πέντε άκρες του Ναού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν (πόσο) με θυμώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">επαίτες κι αργυραμοιβοί</span><br />
<span style="color: #000000;">με φραγγέλιο θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;">να υπερβώ το περιττό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω</span><br />
<span style="color: #000000;">-σε θυμάμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">δροσιά μελών</span><br />
<span style="color: #000000;">ευφροσύνη αρμών—</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν θα μου παραδοθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">επιτέλους θα νιώσω</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΞΟΡΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από τότε που μας δόθηκε η εξορία</span><br />
<span style="color: #000000;">χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">ελαφάκια</span><br />
<span style="color: #000000;">που αναζητάμε την τροφή και το νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">την ουσία,</span><br />
<span style="color: #000000;">η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ρούχο περιττό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξένοι στα ξένα νιώθουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,</span><br />
<span style="color: #000000;">της Εύας τα φιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">παρηγοριά παροδική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τόπος ο εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">μας δένει με σκοινιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιο είναι το καλό και το κακό!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως πότε πια</span><br />
<span style="color: #000000;">θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΡΟΣΦΟΡΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Λοιπόν</span><br />
<span style="color: #000000;">έφτασα στην ηλικία</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα και τους πόνους μου</span><br />
<span style="color: #000000;">να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">εύκολη γίνεται η ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">απλή</span><br />
<span style="color: #000000;">μάθημα που το ξέρεις πια απέξω</span><br />
<span style="color: #000000;">χιλιοδιαβασμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο το πρόσωπό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">θέλω να κρατήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">(από τα πάθη η περηφάνια</span><br />
<span style="color: #000000;">τελευταία αποχωρεί)</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσο για τα υπόλοιπα</span><br />
<span style="color: #000000;">μετρώ τα πλούτη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γυμνότητά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">θεσπέσια εσθήτα</span><br />
<span style="color: #000000;">φως</span><br />
<span style="color: #000000;">σου παραδίνω.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΩΤΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πώς έμπαινες στις φλέβες μου</span><br />
<span style="color: #000000;">λουτρώο φως</span><br />
<span style="color: #000000;">λυτά μαλλιά του φεγγαριού,</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">πυρά, πνοή ειμαρμένης,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν</span><br />
<span style="color: #000000;">της τρυφερότητας στρογγυλής,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πιθανά ονόματα του πόθου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα</span><br />
<span style="color: #000000;">μήκη χιλιόμετρα άστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, έρωτα, έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">χαράδρα εαυτού</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάρε με έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">τυράννησέ με ως το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">να διαλυθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκορπιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος όλος</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα μικρό κουτάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες</span><br />
<span style="color: #000000;">πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους</span><br />
<span style="color: #000000;">διαδρομές υπομονής</span><br />
<span style="color: #000000;">πλήξεις επαναληπτικές</span><br />
<span style="color: #000000;">τικ τακ του χρόνου ατελείωτο</span><br />
<span style="color: #000000;">γεωμετρία της φθοράς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ολοένα διαστάσεις του αθέατου</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στην καρδιά του υπαρκτού</span><br />
<span style="color: #000000;">αν απατάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">με όραση ανάποδη</span><br />
<span style="color: #000000;">αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις</span><br />
<span style="color: #000000;">από τα πάθη σου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Επειδή ελευθερία σημαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">να διακόπτεις την τροχιά σου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου</span><br />
<span style="color: #000000;">το καημένο</span><br />
<span style="color: #000000;">η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-</span><br />
<span style="color: #000000;">επιχειρεί ανέλκυση·</span><br />
<span style="color: #000000;">α, ποίημα, ποίημα του βυθού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να θυμηθώ να ροκανίσω</span><br />
<span style="color: #000000;">τη φλούδα-φλοιό</span><br />
<span style="color: #000000;">να επιστρέφω</span><br />
<span style="color: #000000;">στην εποχή της αθωότητας</span><br />
<span style="color: #000000;">(γίνεται; εάν ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;">αριθμομνήμων πόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">σπρώχνει τις έλικες)</span><br />
<span style="color: #000000;">να υπάρξω</span><br />
<span style="color: #000000;">βρέφος σπαργανωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">στο νησί του τίποτα·</span><br />
<span style="color: #000000;">α, ποίημα, ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">φέρε με</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κέντρο του λωτού!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΣΙΩΠΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μες στη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;">αναδεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα τα τελειωμένα πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου</span><br />
<span style="color: #000000;">λίαν αυτάρκης</span><br />
<span style="color: #000000;">πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">λέω «γενηθήτω φως»</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε Θεέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;">σε καταλαβαίνω.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κύμβαλο αλαλάζον</span><br />
<span style="color: #000000;">καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">σάρκα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ατέλεια φύσης που αγωνίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">να υπερβεί τον εαυτό της</span><br />
<span style="color: #000000;">σάλπιγγα για καταστροφή</span><br />
<span style="color: #000000;">μα και για κτίση</span><br />
<span style="color: #000000;">ταμπούρλο με τους χτυπους σου</span><br />
<span style="color: #000000;">αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει</span><br />
<span style="color: #000000;">στα τείχη της Ιεριχούς</span><br />
<span style="color: #000000;">ή εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">βραδιάζει ξημερώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα σταθερά στο μετερίζι.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΧΟΛΕΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα δέντρα έχουν κόκαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">τρίζουν στον άνεμο</span><br />
<span style="color: #000000;">τεράστιες γέρικες αρθρώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">και ύστερα την άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">φορούν χρωματιστά φορέματα</span><br />
<span style="color: #000000;">και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα</span><br />
<span style="color: #000000;">καρπούμαι την ανθοφορία</span><br />
<span style="color: #000000;">και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">γερνάω με τις εποχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκάβω επιμένω ψάχνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">βαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;">το νόημα της ρίζας.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τόσες νύχτες εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια</span><br />
<span style="color: #000000;">και το πρωί ξυπνάς</span><br />
<span style="color: #000000;">το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">με τεμαχίζει ιδανικά</span><br />
<span style="color: #000000;">δοκιμάζει τα όριά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·</span><br />
<span style="color: #000000;">λιγνή, λιγνεύω ολοένα</span><br />
<span style="color: #000000;">περιφέρομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δικά μου όλα αποποιούμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κατάρτι της επιθυμίας σου</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε μέρα επιλέγω</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σου ταιριάζω.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΑΝΟΙΞΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς</span><br />
<span style="color: #000000;">με πέταλα και πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;">προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη</span><br />
<span style="color: #000000;">απλώνει το χιτώνα της στα δάση</span><br />
<span style="color: #000000;">με χρώματα στολίζει το κορμί της γης</span><br />
<span style="color: #000000;">άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">δέντρα κοσμούνται χαρίτων</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάπου κάπου μια αιχμή</span><br />
<span style="color: #000000;">(επί των ρόδων)</span><br />
<span style="color: #000000;">να υπενθυμίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·</span><br />
<span style="color: #000000;">έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-</span><br />
<span style="color: #000000;">α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως μέσα στις συλλαβές</span><br />
<span style="color: #000000;">εφευρίσκω τον εαυτό μου;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα</span><br />
<span style="color: #000000;">η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-</span><br />
<span style="color: #000000;">αν τίποτα δεν κινείται</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς σκέπτομαι λοιπόν;</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς υποφέρω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα</span><br />
<span style="color: #000000;">προς το ίδιο τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">ώστε ο κινούμενος παρατηρητής</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">συμπαρασύρεταυ</span><br />
<span style="color: #000000;">ποτέ δε συμμετέχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ επομένως</span><br />
<span style="color: #000000;">με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό</span><br />
<span style="color: #000000;">σύμπαντα συναρμολογώ</span><br />
<span style="color: #000000;">επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΒΑΡΑΘΡΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>stigmalogou.gr 15/11/2023</p>
<p>Νύχτα. Μόνη, στον αργαλειό της μια υφάντρα. Χρωματίζει τα νήματά της από τα αστέρια για να «κρύψει τις ρωγμές του μηδενός» (Η ΥΦΑΝΤΡΑ, σ. 9). Λύπες, θυμοί, ερημιά, απουσίες, δάκρυα, θάνατοι: εικόνες στο μεγάλο υφαντό που ποιεί η Κυριακή Αν. Λυμπέρη στην έβδομη ποιητική της συλλογή με τίτλο Τα καθημερινά Βάραθρα (Κοράλλι 2023). Σαν μια παράδοξη Πηνελόπη, το ποιητικό υποκείμενο υφαίνει το «σεντόνι» της ζωής περιμένοντας τον «καλό» της που εδώ – ω, τι ανατροπή- είναι ο ίδιος ο θάνατος. Γιατί «Κι ο θάνατος στο μεταξύ/ μας σιδερώνει τα σεντόνια» (ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΔΑΝΕΙΖΕΙΣ, σ. 28). Η έννοια του θανάτου και πώς υπερβαίνεται από τον άνθρωπο υπάρχει και στα προηγούμενα βιβλία της Κυριακής Αν. Λυμπέρη (Ζητήματα ύψους, Το ωραίο το φτιάχνεις), εδώ όμως επικεντρώνεται στα γήινα καθημερινά ζητήματα. Στις επαφές των ανθρώπων και στις δυσκολίες των σχέσεων. Το βλέμμα ξεφεύγει από την ενατένιση του ουρανού και του ιλίγγου του ύψους και χαμηλώνει στα γήινα πράγματα και στον ίλιγγο των γκρεμών. Εκεί όπου πέφτει, εκεί όπου καταβαραθρώνεται η ψυχή την κάθε βιωμένη της ημέρα.</p>
<p>Σώμα και ψυχή ׄ «άνθρωπος εστί ψυχή σώματι χρωμένη» (Πλάτων, Τίμαιος 42 D, Φαίδων 111 Α). Ο Πλάτωνας αναπαριστά την αθάνατη ψυχή ως φέρουσα φτερούγες οι οποίες την κρατούσαν στον υπερουράνιο κόσμο του φωτός, της αλήθειας, της τέλειας ομορφιάς, πριν πέσει στο θνητό επίπεδο του κόσμου αυτού. Μετά την πτώση της, ενσαρκώθηκε σε ανθρώπινα σώματα, προσπαθώντας να καταφέρει την ανύψωση ξανά. Ιδέα που τη βρίσκουμε και στον Εμπεδοκλή, στους Ορφικούς, στη νεοπλατωνική φιλοσοφία όπως και στη χριστιανική θεολογία την οποία βρίσκουμε ζώσα στην ποιητική αυτή συλλογή της Λυμπέρη. Η πτώση της ψυχής στη γη μέσα στο υλικό της σώμα την καθιστούν αιχμάλωτη, όπως στο ποίημα της Λυμπέρη ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ:</p>
<p>Κι εκεί που πάει να πιάσει μ’ ένα δίχτυ τα πουλιά<br />
και που παραφυλάει να κλέψει πώς ζυγιάζεται η φτερούγα<br />
πάλι η Κίρκη μεταλλάζει το αίμα του ׄ<br />
τσαλαβουτάει στη λάσπη θριαμβικά<br />
ξαναγυρίζει πλήρης στα γουρούνια.</p>
<p>(σ. 16, απόσπασμα)</p>
<p>Αν και το σώμα φαίνεται να ενοχοποιείται για την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου, ωστόσο σε αυτό οφείλει η ψυχή και την προσδοκώμενη και επερχόμενη άνοδό της. Με τον έρωτα, εν πρώτοις, συναίσθημα που σε ανεβάζει στα ουράνια όπως γράφει η Λυμπέρη: «και ποια καλύτερη σήμερα/ περίληψη τ’ ουρανού να σκεφτώ/ παρά το βλέμμα σου επάνω μου;» (ΘΕΟΦΑΝΙΑ, σ. 30).</p>
<p>Έλα λοιπόν στο πλάι μου<br />
ακόμα κι η σκιά σου με γλυκαίνει<br />
θα μοιραστούμε το ποτήρι<br />
κι ας βρέχει έξω<br />
καρεκλοπόδαρα<br />
οι νυχτερίδες ας πετούν στην οροφή<br />
η εποχή μας μάτια αγριεμένα<br />
πρέζα και τσιγάρο<br />
χάπια αγχολυτικά<br />
εφημερίδες με κάθε λογής ασχημίες<br />
φόνους, βιασμούς, παιδεραστίες<br />
αίμα, πόλεμο<br />
πόλεμο, αίμα, πράσινα δολάρια<br />
κουράστηκα ׄ<br />
ως το πρωί ν’ αγαπηθούμε<br />
φιλιά βαθιά, μέλι στα σεντόνια<br />
κι έρχεται ο ουρανός κοντά<br />
με ψέματα.»</p>
<p>(ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΙΑ ΔΥΟ, σ. 38)</p>
<p>Στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδρο» η πεπτωκυία ψυχή μέσα από τον αγαπημένο, τον ερώμενο, βλέπει εικόνες από την υπερβατική ομορφιά του υπερουράνιου χαμένου κόσμου της. Φυτρώνουν ξανά τα φτερά στην πλάτη της ψυχής του στην λαχτάρα της να πετάξει. «αλλά», παρατηρεί η Λυμπέρη, «σ’ αυτό το πηγάδι που μας έχουν πετάξει/οι φωνές μας δεν ακούγονται/παρά σαν ψίθυροι από τα ουράνια όντα.» (ΝΥΧΤΑ ΓΙΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΕΡΙΑ, σ. 23). Η αποτυχία των σχέσεων, οι αποξενωμένες ζωές, οι αδικίες, η ανηθικότητα, οι πόλεμοι ׄ η πτώση από τα υπερουράνια πλατωνικά τέλεια Ιδανικά: Δικαιοσύνη, Δημοκρατία, Αλήθεια, Ομορφιά, Ευτυχία, Αγάπη. Αυτά είναι «Τα καθημερινά βάραθρα» της Λυμπέρη. Το βάραθρο συνάδει με κατά-πτωση. Ένα βαθύ και απόκρημνο χάσμα γης, γκρεμός, μια άβυσσος βαθιά στον πάτο της θάλασσας. Ένα έσχατο σημείο απαξίωσης. Κατά την αρχαιοελληνική περίοδο το Βάραθρον ήταν τάφρος στην Αρχαία Αθήνα, όπου ρίχνονταν οι καταδικασθέντες σε θάνατο. Ο Καρυωτάκης στο βάραθρο της απαξιωμένης ζωής κρατά σφιχτά στα χέρια του την Ποίηση: «Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,/ κράτησε σκήπτρο και λύρα.» («Υποθήκαι», Ελεγεία και Σάτιρες). Και, στη Λυμπέρη, όταν το ποιητικό υποκείμενο πνίγεται, όταν βρίσκει γύρω του απογοήτευση, λύπη, απώλεια και μοναξιά, τότε η ποίηση συνιστά το καταφύγιό του. Στο, σχεδόν, ομότιτλο ποίημα της συλλογής, (ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΒΑΡΑΘΡΑ) γράφει: «μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι/σαν να ‘ναι το σωσίβιο του πνιγμένου.».</p>
<p>Γλώσσα και Ποίηση. «Πότε τουφέκι η γλώσσα μου και πότε λύρα» στο ποίημα με τίτλο ΜΗΓΑΡΙΣ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΟΥ;, συνειρμικά φέρνοντας στο μυαλό τον ποιητή Σολωμό που είχε αφιερώσει όλη του τη ζωή στη δυναμική ενάργεια της ποιητικής γλώσσας. Η ποίηση είναι το «σωσίβιο του πνιγμένου», είναι η Ομορφιά που σώζει κάθε φορά, είναι η νίκη επί του θανάτου. «Ο θάνατος δεν έχει εδώ δικαιοδοσία» γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ, με αναφορά στον Ντίλαν Τόμας και στο περίφημο ποίημά του ή/και στην Επιστολή του Πέτρου προς Ρωμαίους 6.9. Ο θάνατος λοιπόν, δεν είναι ο πανίσχυρος εξουσιαστής της ζωής μας. Η Λυμπέρη μετριάζει τον πόνο που προκαλεί ο ξεπεσμός και η παρακμή της καθημερινής πραγματικότητας, και μέσω της ποιητικής δημιουργίας κατορθώνει να ανταπεξέλθει στους κάθε λογής πνιγμούς. Όπως χαρακτηριστικά στο ποίημα ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ που αφορά σε εκείνους που ξυπνούν, που ξαγρυπνούν. Και όταν έρχεται το κακό, εγείρονται απ’ το βυθό της λησμονιάς για να φωνάξουν, να υψώσουν τη φωνή τους. Άλλωστε οι νεκροί συνεχίζουν να ζουν μέσω της ποίησης, να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, να διεκδικούν ένα μέρος της καθημερινότητάς τους. Ποιήματα της συλλογής αφιερώνονται ή έχουν αναφορές σε πεθαμένους, όπως η μητέρα, ο πατέρας- δύο ποιήματα συγκλονιστικά τρυφερά στη λιτότητά τους- Ομηρικοί ήρωες, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Σαχτούρης, Καρυωτάκης, Τόμας, κ.ά. Μετά το θάνατο, έρχεται η ζωή. Μετά τη λύπη, η ελπίδα. Μετά το χειμώνα, η άνοιξη. Όσο και αν είναι «πληγωμένη» η άνοιξη, όπως λέει κι ο Σαχτούρης («Η πληγωμένη άνοιξη», Παραλογαίς), πάντα θα έρθει.</p>
<p>«Α, άνοιξη, θαυμάσια βεβαιότητα<br />
ελπίδα που δεν υποχωρείς<br />
λαμπερό περπάτημα στα χόρτα<br />
άνοιξη κορίτσι σφριγηλό<br />
που μ’ ένα μόνο σου άγγιγμα<br />
στο ρημαγμένο στήθος<br />
τινάζεται ένα γαρύφαλλο που εκπυρσοκροτεί<br />
το μέλλον.»</p>
<p>(ΠΩΣ Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ, σ. 18, απόσπασμα)</p>
<p>Και τότε, ναι, θα επανέλθει η ισορροπία. Ακόμα και με «τσακισμένα χάδια» γιατί αυτά για την Λυμπέρη θα είναι «η τελευταία μας πατρίδα». Αυτά ανασταίνουν ׄ πατούν επί θανάτου.</p>
<p>«Λοιπόν μια νύχτα θα επιστρέψω πατώντας<br />
πάνω στις νάρκες της κοιλιάς<br />
και πάνω στα πολυβολεία του στήθους<br />
τα ύδατα θα τρέχουν απ’ τους πόρους σου<br />
κι από τα μάτια σου<br />
κι οι λυγμοί σου θα σκεπάζουν τη μάχη της αγάπης<br />
θα σ’ έχω στερηθεί πολύ<br />
θα σ’ έχω νοσταλγήσει<br />
θα ξετυλίξεις τις γάζες απ’ το σώμα μου<br />
θα λάμψουν των τυφλών ματιών οι σκοτεινοί βυθοί<br />
και θα ‘ναι το φιλί αρμυρό<br />
τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα.»</p>
<p>(ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΕΛΟΣ ΕΧΩ ΦΥΛΑΓΜΕΝΑ ΤΑ ΧΑΔΙΑ, σ. 44)</p>
<h5><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΧΑΡΤΗΣ 63 {ΜΑΡΤΙΟΣ 2024}</p>
<p>Ένα «αλμυρό» χάδι στις λέξεις, στο ποιητικό σώμα, στην πόλη που αγάπησε, είναι η καινούργια ποιητική συλλογή Τα καθημερινά Βάραθρα, της Κυριακής Λυμπέρη.<br />
Μια γραφή, ασθμαίνουσα, στοχαστική, αλληγορική, εξεγερτική και τιθασεύτρια στην επιθετικότητα, στην «ύαινα», όπως γράφει, των καιρών.<br />
Με την ποιητική της, η Λυμπέρη, ρίχνει φως στα σκοτεινά μονοπάτια, στα «σκουριασμένα» μάρμαρα της πόλης. Με τη συστηματική, πειθαρχική γραφή της τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναδεικνύει ένα κόσμο συναισθημάτων, τέμνει τα βάθη της ψυχής του κόσμου, θέτει και αναπολεί τις μνήμες, δίχως να χαρίζεται στην ευκολία γραφής, του καιρού.<br />
Παίρνει τη σκυτάλη της γραφής από τις προηγούμενες ποιητικές γενιές, σε μια πόλη με παράδοση στο λογοτεχνικό έργο με την πρότερη παρουσία του μοντερνιστή Γιάννη Σκαρίμπα, και ανασυνθέτει ένα κόσμο μοτίβων και εικόνων, ανασκάπτει την εσώτερη πολύπλοκη αλήθεια των ανθρώπων, του σήμερα.<br />
Αντιπαραθέτει την στιλπνότητα των στίχων, απέναντι στην τρέχουσα «σκόνη» των πραγμάτων, και στα σκοτάδια μιας απισχνασμένης και ακύμαντης λογοτεχνικά, περιφέρειας. Η ποιητική της σαγηνεύει και κατασιγάζει την αγριότητα, και τις «ιαχές» του καιρού.<br />
Όταν ένας κόσμος άλογος «χλιμιντρίζει», και δείχνει τα «τρύπια» του δόντια, η Λυμπέρη δείχνει με τη γραφή της το φώς του φεγγαριού, που λαμπυρίζει στις θάλασσες.<br />
Η Κυριακή Λυμπέρη στα Καθημερινά βάραθρα, αναπτύσσει τη δική της ποιητική φόρμα. Η συμβολική, υπερρεαλιστική γραφή της, διαμορφώνει το έδαφος ελευθερίας και οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι στις ρίζες, «Η λέξη είναι η ρίζα», και στη μαγεία των λέξεων.<br />
Η ποίηση της ανανεωτική, «γέρνει το φεγγάρι στους ώμους σου», «αυτές τις λέξεις μαζί σου εκεί στην ξενιτειά να πάρεις», στο ποίημά της «Οι τελευταίες στιγμές», και στη συνέχεια αλλού γράφει, «Η λύπη τριγυρνάει σκυφτή κι ασάνδαλη», στο ποίημά της «Εξ αιτίας μιας αναχώρησης».<br />
Η αναζήτηση της αθωότητας του κόσμου, «στην ευσπλαχνία της γλώσσας προσεύχομαι για δικαιοσύνη», είναι το αίτημα στην ποιητική της. Η ποίηση, είναι «η τελευταία μας πατρίδα», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «Και για το τέλος έχω φυλαγμένα τα χάδια», «το λησμονημένο σώμα», μιας λησμονημένης άνοιξης, ενώ τέλος τεχνουργεί, γράφοντας για το «Χρέος στον κόσμο να δίνεις λόγο στη σιωπή», στο ποίημά της «Υφάντρα». Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στη γενιά του ’80.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΦΑΝΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Θράκα 14/11/2023</p>
<p>Τα καθημερινά βάραθρα</p>
<p>Το βιβλίο της Κυριακής Λυμπέρη μέσα από τα 38 ποιήματα καταπιάνεται με το υποκείμενο μέσα από την αναμέτρηση του με το χρόνο, την αναμέτρηση του με την απώλεια, την αναμέτρηση του με τη δυστοπία και τέλος με τη διαρκή του αναμέτρηση με το λόγο και τη γλώσσα, αλλά και με τη φύση. Έτσι, χρόνος, απώλεια, δυστοπία και λόγος (υπο)τάσσονται στον κοινό παρονομαστή της ανθρώπινης ύπαρξης και της φύσης που την περιστοιχίζει ως μια διαλεκτική ενότητα, μια ενότητα αντιφάσεων. Και όπως στην παράδοση του δομισμού, υπάρχει πάντα μια «δομή δεσπόζουσα», μια δομή πάνω από τις δομές, μια δομή «σε τελευταία ανάλυση» επιδραστική, αυτή η δομή είναι η γλώσσα και ο λόγος. Δεν διαθέτουμε εκφραστικά μέσα για να αποτυπώσουμε την απώλεια, το χρόνο και τη δυστοπία έξω από το λόγο, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά αποτυπώνονται σε μια ποιητική συλλογή. Η μοναδικότητα του υποκειμένου στον ένα πόλο και η οντολογία της γλώσσας που στιγμές μετατρέπει το υποκείμενο σε αντικείμενο εκφοράς γλώσσας στον άλλο πόλο, είναι θεμελιώδης αντίφαση για τη Λυμπέρη. Το βιβλίο μας εισάγει πολύ γρήγορα σε αυτή την αντίφαση: «Πώς φτάνει η λέξη στην κορφή; / Η λέξη είναι ρίζα.» και συνεχίζει λίγο αργότερα με το ποίημα που φέρει επιρροές από το Σολωμό «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου»: «Η γλώσσα μου είναι η ελευθερία μου. / Με βγάζει από το σπίτι στις ρούγες / στις πλατείες συναντιέμαι με τα δροσερά κορίτσια / … / Πότε τουφέκι η γλώσσα μου και πότε λύρα οργίζεται, στοχάζεται, υποφέρει, λατρεύει /… / η γλώσσα μου η ελευθερία μου / … / η ελευθερία η γλώσσα μου, και στο ποίημα «Καθημερινά βάραθρα» λέει «στην ευσπλαχνία της γλώσσας / προσεύχομαι για δικαιοσύνη.». Βασική θέση για την Λακανική ψυχανάλυση είναι πως για το ομιλούν υποκείμενο, η άρθρωση της επιθυμίας, του ασυνειδήτου και του σημαίνοντος γίνεται μέσα από – και έχει δομή – γλώσσα(ς).</p>
<p>Για τον Λακάν το υποκείμενο γίνεται το ίδιο ένα συμβάν, αυτό το ένσαρκο ίχνος του πάθους της γλώσσας, μιας γλώσσας που δεν σταματά ποτέ. Το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο εκφοράς γλώσσας, ηχείο. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Εξ αιτίας μιας αναχώρησης»: «Και δε μαθαίνουν ποτέ / πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει / αλλά μια κυρία απαστράπτουσα / που κατεβαίνει και μπαίνει στην καρδιά τους. / Και τότε οι άλλοι εμείς τους λέμε αντίο / σίγουροι ότι θα βρεθούμε κάποτε / ανάμεσα σε γαλαξίες και εκατομμύρια άστρα, μα / ό,τι κάναμε κάναμε κι ό,τι μιλήσαμε μιλήσαμε» κι ακόμα στο ποίημα «Ανακεφαλαίωση» με ρητή αναφορά στον Παπαδιαμάντη γράφει η Λυμπέρη «Και έγραφα, έγραφα, έγραφα για δυο δραχμές / ώσπου να λιώσουν τα δάχτυλά μου / μα ήταν τα δικά μου δάχτυλα -ποιος ξέρει;- ή ξένα; / … / Χαριτωμένε κόσμε, λατρευτό νησί / τόσο πολύ σε έγραψα / και έγραψα κυρίως το μεγάλο τετράδιο / τον εαυτό μου. / … / με τις γραφές μου όλες μάταιες / λιγόλογος στο Λόγο ανεβαίνω.». Για τη Λυμπέρη η γλώσσα εμφανιζόμενη ως οντολογία που αντικειμενοποιεί το υποκείμενο, γίνεται συνώνυμη με την ελευθερία, άχρονη, διαρκής, άπιαστη μέσα στην υλικότητα της καθώς εκφέρεται από το υποκείμενο. Ετερονομικά της τοποθετείται η σιωπή. Στο ποίημα «Ο μηχανοδηγός», γράφει η Λυμπέρη: «κι εγώ εκτός ή μέσα; / το αίμα μου σε μια τροχιά παράξενη / στον ίλιγγο του πουθενά / αλλού τα πόδια, αλλού τα χείλη / η καρδιά αλλού / αλλού και τα σκισμένα τα φορέματα / και τα γδαρμένα σπλάχνα μην ξεχνάμε / … / προτού παντού ο κουρνιαχτός / μετά η σιωπή / κι η στάχτη στ’ άσπρα δόντια του.». Με τον ίδιο τρόπο και στο ποίημα «Νύχτα για τέσσερα χέρια» γράφει: «αλλά σ’ αυτό το πηγάδι που μας έχουν πετάξει / οι φωνές μας δεν ακούγονται».</p>
<p>Η σιωπή είναι θάνατος, ενώ η γλώσσα είναι ενόρμηση ζωής. Ο Μερλώ Ποντύ θα πει: «στον βυθό και στις ρίζες της καρτεσιανής φύσης, υπάρχει μια άλλη φύση, η περιοχή της «πρωταρχικής παρουσίας» (Urpräsenz) η οποία, από το γεγονός ότι παρακινεί τη συνολική αντίδραση κάθε ατομικού ένσαρκου υποκειμένου, είναι μια αρχή παρούσα μέσα σε κάθε άλλο ένσαρκο υποκείμενο». Η γλώσσα και η ζωή επομένως είναι τα οντολογικά συνώνυμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Η Υφάντρα»: «Και χρέος σου στον κόσμο / τάκα-τουκ, τάκα-τουκ / να δίνεις λόγο στη σιωπή.». Στο ίδιο μοτίβο, το ποίημα «Οι ναύτες»: «Ήσυχοι τον πιο πολύ καιρό / μα όταν φθάνουν από αντίκρυ μαύρα μαντάτα / αναζητάμε ξανά το σώμα μας / υψώνουμε πάλι τη φωνή μας».</p>
<p>Η γλώσσα είναι αλήθεια και αρμονία στο πολύ ωραίο ποίημα «Μα κατεβάσω το Άλφα»: «Να κατεβάσω το Άλφα. / Μια στιγμιαία υπόθεση / και δίχως να σκεφτώ / συνέπειες ποιες μπορούσε να επιφέρει / -εκτός του να μην τυραννιέμαι- / … / Κι αν μπερδευτούν τα γράμματα / κι αν άτακτα ριχτούν εδώ κι εκεί / και αν αλλάξει η σωστή σειρά αίφνης το Θήτα πρώτο αν θέλει να περάσει; / … / Και μόνο για μια προδοσία αστόχαστο / ολόκληρη την έννοια αγάπη ν’ αποκαθηλώσω».</p>
<p>Η γλώσσα είναι η στιγμή της αλήθειας και στο ποίημα «Τα μικρά καθημερινά βάραθρα» λέει: «συνήθισα κι εγώ να μη ζητάω πια τίποτα / μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι / σαν να ‘ναι το σωσίβιο του πνιγμένου / μόνο στα ποιήματα δε φυλάγομαι /φανερώνω τον εαυτό μου με θάρρος ψεύτικο».</p>
<p>Η γλώσσα είναι προϋπόθεση κατανόησης του κόσμου, όχι μόνο λεκτικά αλλά και με τον τρόπο που ο Χέγκελ θα πει ότι η συνείδηση αποσπάται από την καθαρή σχέση με τον εαυτό της, από τη μοναξιά και τον σολιψισμό της, και συνειδητοποιεί ότι εν μέρει κυριαρχείται από την ύπαρξη άλλων συνειδήσεων (Μπαντιού 2017). Η συνείδηση είναι επομένως διαρκώς εξαρτώμενη από τον «Άλλο». Για τον Μπαντιού «Η αυτοσυνείδηση υπάρχει καθεαυτή και για τον εαυτό της όταν, και εξαιτίας του γεγονότος ότι, υπάρχει για έναν άλλο.» (Μπαντιού 2017). Η αυτοσυνείδηση είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της συνύπαρξης, της αγάπης, της ματαίωσης και του έρωτα. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Φαντασία»: «από σένα θα ήθελα να διδαχθώ / το αμάρτημα το προπατορικό» και στο ποίημα «Παιχνίδι για δυο» γράφει: «ακόμα κι η σκιά σου με γλυκαίνει / … / ως το πρωί ν’ αγαπηθούμε / φιλιά βαθιά, μέλι στα σεντόνια / κι έρχεται ο ουρανός κοντά», και τέλος στο ποίημα «Οι τελευταίες στιγμές»: και καθώς στο φορείο είχες ήδη κυλήσει / στα πλευρά του ύπνου ευάλωτη / σου έλεγα “μη φοβάσαι, / θα σε φροντίσω, θα σε φροντίσω”.». Και το ποίημα «Στο νοσοκομείο» «Σε κάθε του κίνηση / τρέμανε στις φλέβες του τα σωληνάκια / σαν χλόη όταν κυματίζει.- / Τόσο αδύνατες ρίζες ήταν τα χέρια του / που δε μπορούσε να κρατήσει το κουτάλι. / Το μαραμένο βλέμμα του / πότε γυρνούσε στο παράθυρο / για να ρουφήξει λίγο φως ακόμα όσο προλαβαίνει / και πότε γαντζωνόταν πάνω μου / για να ‘χει μια εικόνα να πάρει μαζί του για ενθύμιο».</p>
<p>Ο Λακάν συνήθιζε να λέει «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Τα μικρά καθημερινά βάραθρα»: «Όταν έρχεσαι / δεν έχεις τίποτα να μου φέρεις» και στο ποίημα «Εκεί που λείπεις»: «Εκεί που λείπεις έρχομαι / πίνω ποτά απανωτά, καπνίζω / ακούω μπλουζ θλιμμένα που ξεκίνησαν / από μια τρύπα στην καρδιά. / Εκεί που λείπω φθάνει ένας άλλος / κοντοστέκεται / μου λέει -κούκλα μου / απόψε σε χρειάζομαι / για ν’ ανασάνω, για να μην πνιγώ / να κλάψω θέλω πάνω στο γυμνό σου στήθος». Και στο ποίημα «Το ξένο σώμα»: «Το ξένο σώμα έμπαινε ανάμεσά μας / πότε φυσώντας τον καπνό του καταπρόσωπο / και πότε επιμένοντας σε φόρους και λογαριασμούς / και ούτε μια σταλιά σκοτάδι δε μας έμενε / για να πιαστούμε στο φιλί / να ανασάνουμε κανονικά σαν άνθρωποι / το ξένο σώμα ολοένα έβρισκε καινούριες προφάσεις / να μην αφήνει να πλησιάζουν τα σπλάχνα μας / να σε βλέπω στον καθρέφτη και να μη σ’ αναγνωρίζω».</p>
<p>Για τον Φρόιντ η σύγκρουση ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο, την ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου, τη libido και την επιθετικότητα αποτελεί τον θεμελιώδη ανταγωνισμό. Στο ποίημα «Στον ουρανό των οχτώ» η Λυμπέρη σαρκάζει τη προσπάθεια κάποιας γυναίκας στα δελτία των ειδήσεων να γεφυρώσει αυτή την αντίθεση γράφοντας: «Άλλη φωνάζει σας βεβαιώνω ο θάνατος / είναι πιο θάνατος σαν έρχεται μαζί με το φιλί.». Το υποκείμενο διαπερνάται από τη ψυχολογική σύγκρουση, την οποία φέρει ακέραια και σωματοποιεί, και έτσι καταλήγει έμπλεο ερωτημάτων, γίνεται αντικείμενο, πεδίο σύγκρουσης και ύφανσης αποριών, όπως στο ποίημα «Απορίες», το οποίο παρατίθεται πλήρως, γράφει: «Εάν υπάρχω -λέω- σε αρμονία / με το λαμπρό το κόσμημα του κόσμου / γιατί να νοιώθω τόση αγωνία / και για τα έξω μου και για τα εντός μου; / Γιατί να αισθάνομαι κάτω απ’ των άστρων / (πηλός κι εκείνα τους) την παραζάλη / λίγο σαν κόκορας και λίγο αρνάκι / την ώρα που ζητιέται το κεφάλι; / Και πιο πολύ γιατί να προτιμάω / τα αιμορραγούντα ρόδα της αβύσσου / κι όχι τις ύαινες και τα τσακάλια / (καθώς αγιάζουνε) του Παραδείσου;». Άλλοτε το υποκείμενο λειτουργεί ως τέτοιο καθώς ασκεί αυτοκριτική, όπως στο ποίημα «Η Υφάντρα»: «Μια γυναίκα δοκιμάζει τα χτένια της / και τρίζει ο αργαλειός της στα σύννεφα. / Τόσα χρόνια υφαίνω το μέλλον / κι ακόμα δεν έμαθα ν’ αγαπάω σωστά. / Ορκισμένη τεχνίτρα κι όμως / η ουσία μου ξεφεύγει από τα δάχτυλα».</p>
<p>Ο έρωτας όμως έχει και υλικότητα, όπως φαίνεται στον πολύ όμορφο στίχο του ποιήματος «Και για το τέλος έχω φυλαγμένα τα χάδια» «τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα». Στο ίδιο μήκος κύματος, στο ποίημα «Θεοφάνεια» γράφει «Μα πώς να προλάβει κανείς / ν’ αρπάξει το φως απ’ τα μαλλιά / να το κρεμάσει στο στήθος φυλαχτό / και ποια καλύτερη σήμερα / περίληψη τ’ ουρανού να σκεφτώ / παρά το βλέμμα σου επάνω μου;». Και από την άλλη, στο ποίημα «Η Αποτυχία των σχέσεων», γράφει: «Βλέπω κατεβαίνει ο ουρανός ανάμεσά μας / κι ανεβαίνει το μελάνι στα σύννεφα».</p>
<p>Για τον Μπένγιαμιν χωρίς το παρελθόν, το τώρα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά τη στιγμή που υπάρχει, συντελείται μια ά-συνέχεια. Στο περιεχόμενο μιας «αθέλητης ανάμνησης» βρίσκονται εικόνες του παρελθόντος οι οποίες δεν ανασυγκροτούν αυτό που υπήρξε, αλλά αναδεικνύουν την πραγματικότητα τη στιγμή που αυτή ήρθε στο φως. Το παρελθόν γίνεται πεδίο ανεκπλήρωτων δυνατοτήτων. Οι εικόνες του παρελθόντος δείχνουν ένα μέλλον που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ένα μέλλον υποσχέσεων και ξαστοχημένων ονείρων (Καρύδης και Σταυρίδης 2004, σελ. 161). Γράφει η Λυμπέρη στο ποίημα «Επίσκεψη σε Μουσείο»: «Αλλά έρχονταν τα παλιά χάδια σαν πουλιά / και φτεροκοπούσαν στα παράθυρα / και δε μ’ άφηναν σε ησυχία / κι αντί, όπως ήθελα, να φιλήσω τα χέρια σου / έδινα φιλιά στο μαξιλάρι. / Τα σώματα όμως έχουν το τέλος τους / όπως εκείνη η γυναίκα στο μουσείο· / τη μάντευες μόνο ξαπλωμένη / από τον τρόπο που τοποθέτησαν τα κόκκαλα / περιτριγυρισμένη από τα χρυσαφικά της / τα αγγεία της, τα μυροδοχεία / τον καθρέφτη που φιλοξενούσε το βλέμμα της / εκείνη όμως από αιώνες ένα τίποτα / κι η σάρκα ούτε σκόνη πια. / Κι εδώ ακόμα κρέμεται άθικτος / στη ντουλάπα ο ταφτάς που τύλιγε το κορμί σου / στο κομοδίνο αφημένο το χτενάκι σου / κι αστράφτει στο βελούδινο κουτί το δαχτυλίδι / όλα τα χνάρια σου αναμμένα κάρβουνα / την ομορφιά σου όμως την έχει αρπάξει το σκοτάδι.». Στο ίδιο μοτίβο το ποίημα «Τα άγια των αγίων» με την πολύ όμορφη κατακλείδα γράφει: «Με δόντια που λείπουν τώρα / με γλώσσα ασθενική / … / με μάτια που υποφέρουν από καταρράκτη. / … / μες στου μυαλού τις έλικες / κάπου μπερδεύεται κι αυτό / με τόση ομίχλη γύρω. / Την πιάνει τότε ένας φόβος γίγαντας / απ’ το λαιμό, σιγά σιγά την πνίγει / να μην ξυπνήσει καμιά μέρα και βρεθεί / τόσο πολύ μακριά κοντά του.</p>
<p>Η έκβαση της σύγκρουσης στα διάφορα επίπεδα, είτε αυτά αφορούν τον χρόνο, τις αποστάσεις, τον έρωτα και το Θάνατο δεν έχει κριθεί. Η δυστοπία παλεύει με την ουτοπία, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα και τις δυνατότητες. Η διέξοδος εμφανίζεται στην φύση. Η φύση που με την οντολογία, την υλικότητα και την αλήθεια της ομοιάζει με τη γλώσσα. Το τοπίο του αστικού είναι δυστοπικό και η φύση το εκδικείται, χαρακτηριστικό παράδειγμα για το οποίο είναι το ποίημα «Τα μπαλκόνια»: «Στην πόλη που μας πνίγουν τα νερά / αγκαλιαζόμαστε τα βράδια να ξεχνάμε / τα μπαλκόνια που πολλαπλασιάζονται συνέχεια / σαν δέντρα του κενού / Α, δεν έχουν οι δρόμοι / προορισμούς σ’ αυτήν την πόλη / τα παράθυρα δεν ανοίγουν πουθενά / τα κάγκελα δε συγκρατούν σώματα». Στο ίδιο μήκος κύματος η φύση εκδικείται, στους πολύ όμορφους στίχους του ποιήματος «Οι ναύτες»: «Όπως ερχόταν κρατούσε τους αφρούς / στα χέρια της μικρά άσπρα πρόβατα / και τη γαλάζια φούστα της / τη λίκνιζε ο άνεμος. / … / η θάλασσα. / … / το δέντρο που ήταν από κάτω της / που ολοένα μεγάλωνε κι αντί για κλαδιά / ξεπέταγε κόκκαλα παραπονεμένα.» Το ίδιο συμβαίνει και μετά την καταιγίδα, στο ποίημα «Η Καταιγίδα»: «Γέμισε η πλατεία νεκρά πουλιά / τα βουλιαγμένα σπίτια λιάζουν τις κορφές τους τώρα / πνιγμένα όνειρα κατρακυλούν στη θάλασσα. /… / Ελάτε πια στην αθωότητα / ποτάμια, νερά / και λάσπη ο οίκος μας / πώς δεν το βλέπετε;», καλώντας για ριζική επανανοηματόδότηση του ρόλου και της θέσης του ανθρώπου στον κόσμο και σε θέση κάτω από τη φύση. Έτσι, στο ποίημα «Πως η ισορροπία επιστρέφει» ο στίχος «A, άνοιξη, θαυμάσια βεβαιότητα», ή ακόμα στο ποίημα «Το λησμονημένο σώμα»: «αρθρώσεις πρησμένες μα οι χυμοί ανεβαίνουν / ο καιρός γυρίζει ήδη σε άνοιξη, δεν το βλέπεις; / Χελιδόνια μεθυσμένα διασχίζουν χώρες / κοιλάδες γεμάτες με σκουπίδια του χρόνου / ανατέλλει λάμποντας όμως τώρα / η νέα ημέρα με στεφάνι στα μαλλιά της / γαρύφαλλα ανοίγουν τα χείλη, νερά μυστικά / στα δάχτυλα κλώθεται με λαχτάρα το νήμα / ακέριο να φεγγοβολήσει πάλι το λησμονημένο σώμα.». Τέλος, στο ποίημα «Όταν ο θάνατος αποφασίσει την υπερβολή»: «Ωστόσο η ελπίδα έχει μάθει / να μην υπολογίζει μωρίες και υπερβολές. / Και να που τα κατάλευκα κρινάκια / με πλήρη συναίσθηση του καθήκοντος στην Άνοιξη / φύτρωναν ήδη ανάμεσα στις χαραμάδες των τάφων».</p>
<p>Κλείνοντας, η ποιητική συλλογή της Λυμπέρη μας καλεί να ξαναγυρίσουμε στη γλώσσα και στη φύση, να θυμηθούμε την αξία μας, το μέγεθος μας και τις δυνάμεις για να ξαναγίνουμε υποκείμενα, να σωθούμε και να σώσουμε τον κόσμο. Έτσι η άνοιξη θα καταφέρει να γίνει από φυσική βεβαιότητα, η αναγέννηση του κόσμου και τα υποκείμενα θα γίνουν πραγματικά ελεύθερα.</p>
<p>Alain Badiou (2017). Κύριος και δούλος στον Χέγκελ, Crisis and Critique 4.1 (2017) μτφ. Αντώνης Μπαλασσόπουλος, https://marginalia.gr/arthro/kyrios-kai-doylos-ston-chegkel-toy-alen-mpantioy/</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 29/07/2023</p>
<p>Τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα</p>
<p>Τα καθημερινά βάραθρα είναι η νέα ποιητική συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη. Με 38 ποιήματα μας ξεναγεί στην καθημερινή φθορά, που απειλεί να μας απορροφήσει στην ανυπαρξία: Πίνεις τη λύπη σου στο μπαρ./Πολλαπλασιάζεται/το πρόσωπό σου στον απέναντι καθρέφτη/τελικά καταλήγεις να νιώθεις μισός/μουσικές, ποτά και φωτορυθμικά/μια καταπακτή στην άβυσσο («Νύχτα για τέσσερα χέρια»).</p>
<p>Κύριος εκφραστής της φθοράς είναι ο θάνατος. Πρόκειται για τον κυριολεκτικό, σωματικό αλλά και για τον μεταφορικό θάνατο. Ο τελευταίος έχει την έννοια της συναισθηματικής χρεωκοπίας και της αλλοτρίωσης. Ο κυριολεκτικός θάνατος παραμονεύει παντού ως απειλή της ύπαρξής μας, ενώ ήδη έχει κάνει την εμφάνισή του στερώντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα: Αποδείχτηκε μάταιη όμως κουβέντα/όταν ο γιατρός πρόβαλε στην πόρτα/σταυρώνοντας τα χέρια του («Οι τελευταίες στιγμές»). Η μοίρα του θανάτου απειλεί όλους: Στον ουρανό των οχτώ/συναντώ πολλούς σκοτωμένους./Άλλος λέει πήγαινα σε μια γέφυρα/καθώς σφύριζαν οι οβίδες από πάνω/ξαφνικά βρέθηκα μ’ ένα πόδι λιγότερο/και μια τρύπα στο στήθος («Στον ουρανό των οχτώ»). Σ’ αυτό συμβάλλουν οι πόλεμοι, η πανδημία και οι φυσικές καταστροφές.</p>
<p>Βραχνάς είναι και η ασταμάτητη ροή του χρόνου με τη φθορά του σώματος και την οξείδωση των συναισθημάτων. Και πάλι επέρχεται αλλοτρίωση. Το σώμα βιώνεται ως ξένο: το ξένο σώμα ολοένα έβρισκε καινούριες προφάσεις/να μην αφήνει να πλησιάζουν τα σπλάχνα μας/να σε βλέπω στον καθρέφτη και να μη σ’ αναγνωρίζω («Το ξένο σώμα»). Ευτυχία και νεότητα είναι μόνο αναμνήσεις, ενώ η πραγματικότητα καθημερινή διάψευση: Όταν κοιτώ τη μπαλαρίνα που ήμουνα/βλέπω μι’ ανάπηρη γριά που προσπαθεί/να ισορροπήσει πάνω στα κουτσά της πόδια («Εκεί που λείπεις»).</p>
<p>Τι παρηγοριά μας απομένει; Φαίνεται πως ευτυχώς υπάρχει ο έρωτας: φιλιά βαθιά, μέλι στα σεντόνια/κι έρχεται ο ουρανός κοντά/με ψέματα («Παιχνίδι για δύο»). Η δύναμη του ερωτικού πάθους μπορεί να γίνει τρομαχτική: γυναίκα θα σε πω/θα εννοώ όμως ύαινα/που οσμίστηκε τη λεία της και πλησιάζει («Τι θα έλεγε αυτός ο άντρας»). Ή: Κάποιο σημάδι στο στήθος από πόλεμο παλιό/κάποιας σφαγής επιθυμίας κουφάρι («Μια βόλτα στον κήπο με τα ζώα»). Ωστόσο, δεν επιτυγχάνει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα: Εν τω μεταξύ εγώ μπορώ να αφοσιωθώ/στη διατριβή μου για την αποτυχία των σχέσεων («Η αποτυχία των σχέσεων»).</p>
<p>Επιπλέον, ευτυχώς διασώζεται η ποίηση. Οι λέξεις προσπαθούν να υφάνουν τη σιωπή και τη ματαιότητα σε λόγο. Αν και οι ρίζες τους ποτίζονται με δάκρυα (όπως διαβάζουμε στην προμετωπίδα της συλλογής), αγωνίζονται να φτάσουν στη λυτρωτική κορυφή. Μαζί τους κι εμείς. Στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής, τα ποιήματα, την τελευταία θαρρείς στιγμή, μας σώζουν: μόνο απ’ τα ποιήματα ξέρω ν’ αρπάζομαι/σαν να ’ναι το σωσίβιο του πνιγμένου/μόνο στα ποιήματα δε φυλάγομαι/φανερώνω τον εαυτό μου με θάρρος ψεύτικο/στην ευσπλαχνία της γλώσσας/προσεύχομαι για δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και η ποιήτρια, δίνει φωνή στον Διονύσιο Σολωμό, για να δοξάσει τη γλώσσα: Η γλώσσα μου η ελευθερία μου/ο αέρας μου, ο ουρανός μου/η ανάσα μου, το αίμα μου, τα σωθικά μου/η ελευθερία η γλώσσα μου («Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου;»).</p>
<p>Η ποιητική γραφή είναι ιδιαίτερα παραστατική με πλούσιες εικόνες, κερδίζοντας σταθερά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η γλώσσα είναι απαλλαγμένη από την εκζήτηση αλλά και από την επιτηδευμένη στεγνή λιτότητα. Συναντούμε δύο πολύ ενδιαφέροντα ομοιοκατάληκτα ποιήματα με Καρυωτακικό ύφος και αναφορές στον Καρυωτάκη: Και πιο πολύ γιατί να προτιμάω/τα αιμορραγούντα ρόδα της αβύσσου/κι όχι τις ύαινες και τα τσακάλια/(καθώς αγιάζουνε) του Παραδείσου; («Απορίες»). Εκτός από την αναφορά στον Διονύσιο Σολωμό, θα βρούμε αναφορές στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.</p>
<p>Με αυτήν τη γραφή επιτυγχάνεται η λεπτεπίλεπτη ανάδυση του συναισθήματος από τους στίχους, η λάμψη της λύπης, η διακριτική μαρμαρυγή της έκπληξης. Σε ορισμένα ποιήματα η αισθητική αλλά και ανθρώπινη συγκίνηση κορυφώνεται με την εύστοχη αξιοποίηση ευρηματικών «φινάλε».</p>
<p>Τελικά, τα βάραθρα της καθημερινότητας δεν καταφέρνουν να μας απορροφήσουν. Η ποιήτρια στηρίζεται στον έρωτα, γαντζώνεται από τις λέξεις, αχρηστεύοντας τις νάρκες και τα πολυβολεία — και μαζί της λυτρώνονται οι αναγνώστες. Έτσι, κατά παράφραση του Dylan Tomas, ο θάνατος δεν έχει εδώ δικαιοδοσία («Η μεταμόρφωση»). Πράγματι, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής («Και για το τέλος έχω φυλαγμένα τα χάδια») μας προσφέρει τη σωτήρια χειρονομία της τρυφερότητας: θα λάμψουν των τυφλών ματιών οι σκοτεινοί βυθοί/και θα ’ναι το φιλί αλμυρό/τα τσακισμένα χάδια μας η τελευταία μας πατρίδα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΦΤΙΑΧΝΕΙΣ (2019)</strong></h5>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 1/7/2020</p>
<p><strong>Ο φιλοσοφικός στοχασμός στην ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη</strong></p>
<p>Άνοιξη κοπέλα εποχή<br />
στη δροσιά των μαλλιών σου βρίσκω το χρόνο μου<br />
με λίγο μελάνι παραπάνω<br />
να ξεχνώ τον αχόρταγο λύκο<br />
καθώς ουρλιάζει τη νύχτα στις λοφοσειρές.</p>
<p>Η ποιήτρια Κυριακή Λυμπέρη στη νέα της ποιητική συλλογή Το ωραίο το φτιάχνεις (Εκδόσεις των Φίλων 2019) πραγματεύεται θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι λεκτικοί της συνδυασμοί αποτυπώνονται με λυρισμό και ανοικείωση. Μια ειρωνική μελαγχολία ηχεί πίσω από τους στίχους, σαν λάιτ μοτίφ, που δεν πτοεί ωστόσο ψυχολογικά τον αναγνώστη, εφόσον η συνολική στοχαστική τοποθέτηση είναι αισιόδοξη.</p>
<p>Ιχνογραφώντας το περίγραμμα της φιλοσοφικής της αναζήτησης, τοποθετεί στο εισαγωγικό ποιητικό της σημείωμα τη φράση της «Τέχνη μου, ο θάνατος εξημερώνεται;» και αφορμάται από τη φιλοσοφία του Χάιντεγκερ, κυρίως από το βιβλίο του Οι δρόμοι στο δάσος – Holzwege. Όπως εκείνος, δεν προσπαθεί να διατυπώσει αλήθειες. Εστιάζει στις δυνατότητες και τις προοπτικές του ανθρώπου μέσα στη συνεχή ροή του χρόνου, ενός χρόνου που διέπεται από διαρκή αναζήτηση της ουσίας.</p>
<p>Ο χρόνος είναι ο ορίζοντας μέσα στον οποίο αποσαφηνίζεται το Είναι της ύπαρξης. Ο άνθρωπος αναζητώντας την ουσία του, υποχρεώνεται να βρίσκεται συνεχώς καθ΄ οδόν. Η Κυριακή Λυμπέρη μας εισάγει στις έννοιες του χωροχρόνου και ερμηνεύοντας την προσωπική της παρουσία αποφασίζει να κινηθεί στα δικά της ποιητικά δάση, με την ελευθερία που της παρέχει η τέχνη του λόγου, εν φαντασία και λόγω, όπως έγραφε ο Καβάφης.</p>
<p>ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ – HOLZWEGE</p>
<p>Μέσα στο ίδιο δάσος δρόμοι<br />
πόσο αδιέξοδοι δρόμοι χωριστοί!<br />
Και μήπως οι υλοτόμοι θα μας συμπονέσουν;<br />
Το μονοπάτι θα μας δείξουν το σωστό;<br />
Πιο πιθανόν<br />
ένα τσεκούρι τα μυαλά μας να πλανίσει<br />
ή ένας βάλτος να μας καταπιεί.<br />
Μ΄ αν έβρισκα εύκολα το δρόμο<br />
ίσως να έχανα την περιπέτεια του δάσους.<br />
Και τότε ποια απώλεια θα ήταν πιο μεγάλη;<br />
Έτσι κι εγώ αποφασίζω<br />
δικά μου δάση μες στο δάσος να συνθέτω<br />
να μπαινοβγαίνω όποτε το θελήσω<br />
και με τ΄ αγρίμια τους και τους κινδύνους να παλεύω<br />
δε λέω, με κάποια ασφάλεια όντως μεγαλύτερη.<br />
Και αφού<br />
φιλοσοφία, ποίηση, τρέλα,<br />
λένε πως είναι η αναμενόμενη σειρά<br />
καλύτερα τα φρένα μου μες στα δικά μου δάση να σαλέψουν<br />
καλύτερα στα γνώριμα αδιέξοδά μου να χαθώ.</p>
<p>Ο βασικός θεματικός προσανατολισμός της Κυριακής Λυμπέρη στη συλλογή Το ωραίο το φτιάχνεις αφορά αφενός την οντολογία, αφετέρου τον έρωτα και την ποίηση. Η οντολογία, ως μελέτη της πραγματικότητας, συνδυάζεται με τη στροφή που καλείται να πάρει ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια του βίου και αφορά τους δικούς του κατ’ αποκλειστικότητα χειρισμούς. Εκφράζεται δηλαδή η άποψη των υπαρξιστών ως προς τη δυνατότητα επιλογής του ανθρώπου. Γιατί η αλήθεια βρίσκεται στην αιώνια διαπάλη του παλιού με το καινούριο, στη διαρκή διαλεκτική, στην αέναη ροή των ιδεών και του γίγνεσθαι. Η φιλοσοφική αυτή στάση αποτυπώνεται στον τίτλο, ο οποίος εμπερικλείει και τον πυρήνα του περιεχομένου· ρευστοποιεί το νόημα, δημιουργώντας προϋποθέσεις ανάγνωσης και πρόσληψης.</p>
<p>Ο έρωτας, βασικό συστατικό της ζωής, στη συλλογή Το ωραίο το φτιάχνεις, είναι ως επί το πλείστον απών. Φάτε μάτια ψάρια η κατάσταση στην εποχή της εικόνας και της τεχνολογίας. Άστεγες νύχτες, δίχως άστρα, μόνο ερωτηματικά. Το ερωτικό κάλεσμα εκφράζεται με λέξεις εμπορίου. Έκπαγλο το ύφος της ποίησης, όταν αναφέρεται στον έρωτα. Δεν σώνεται το πάθος εύκολα αν θέλει το όνομά του να δικαιολογήσει. Εύκολα πνίγεται κανείς στ’ αβαθή του ουρανού. Εύκολα καίγονται τα ερωτευμένα δέντρα.</p>
<p>Η ποίηση αποκτά την έννοια της παραμυθίας. Η δική της συνυποδηλωτική πραγματικότητα παρέχει την ανακούφιση. Τον ρομαντισμό και το όνειρο μόνον αυτή γνωρίζει αφειδώλευτα να προσφέρει.</p>
<p>Σκέπασέ με καλά φίλε Σάντσο και νυχτώνει.</p>
<p>Ολόκληρη η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου αποτυπώνεται στον στίχο αυτό, ενώ παράλληλα διαγράφονται τα όρια και οι δυνατότητες της ποίησης. Ο ανέστιος άνθρωπος ελευθερώνεται μέσω της ποίησης. Στο οικοδόμημά της βρίσκει τον εαυτό του, στις λέξεις της στεγάζει τα όνειρά του. Η ποίηση είναι το «κτίζειν» και το «κατοικείν» του. Είναι ο μανδύας προστασίας του, γιατί βρίσκεται καθ΄ οδόν προς το Είναι, προς την αναζήτηση της ουσίας του.</p>
<p>Το ωραίο το φτιάχνεις<br />
Είναι που ήθελα να είμαι με τους καλύτερους.<br />
Kι έτσι κάποτε παρέδωσα<br />
στο νοτιά τα μυστικά μου ανοίγματα<br />
ακόμα η πνοή του περισσεύει στο στόμα μου<br />
όμως κάθε ωραίο κάποτε τελειώνει.<br />
Το ωραίο το φτιάχνεις, δεν υπάρχει από μόνο του·<br />
μου έλεγε η εσωτερική αδελφή μου.<br />
Ό, τι έχασες μπορείς να το ξανακερδίσεις·<br />
ό, τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούριο.<br />
Λοιπόν τον κήπο τώρα να καλλιεργήσω<br />
να φύγουν τ΄ αγριόχορτα<br />
και να κοπούνε όλα τα ξερά, ανάμεσα<br />
σε σάπιους σπόρους άνοιξη να μελετάω.<br />
Κι ίσως η αιωνιότητα μου κάνει χάρη<br />
ίσως ο Άδης να με λυπηθεί<br />
μπορεί κι ο νοτιάς να καταθέσει<br />
στο τέλος παράσημα στις πατούσες μου.</p>
<p>Στον διάλογό της με τον αναγνώστη η Κυριακή Λυμπέρη εκφράζει την ανάγκη για αυθεντικότητα των υπαρξιστών, πέρα από κίβδηλες ιδεολογίες, εναλλαγές ρόλων και μεροληπτικές τοποθετήσεις που μάλλον ενδημούν στη σύγχρονη μαζική κοινωνία. Η μοναξιά κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στον συνυποδηλωτικό της λόγο, ενώ με τόνο σαρκαστικό καυτηριάζονται η τραγικότητα της ζωής, τα είδωλα της ποίησης, η ανεργία, η επαιτεία, η μαστροπεία, ο χρόνος που περνάει.</p>
<p>Οι δεξιοτεχνικές γλωσσικές αναφορές, οι ηχορυθμικές αντιστοιχίες ως όχημα ποιητικής ενέργειας, οι παραστατικές εικόνες συνθέτουν την ιδιαίτερη γοητεία του ποιητικού corpus της Κυριακής Λυμπέρη. Με ερωτήσεις, θαυμαστικά, επαναλήψεις, μεταφορές, διαμορφώνει ένα κλίμα ασθματικό και δραματικό, ενώ το παιχνίδι της αισιοδοξίας με την απογοήτευση που παίζει διαρκώς οδηγεί σε λέξεις χαρακιές.</p>
<p>Καβαφικές επιδράσεις, συνομιλιακός τόνος, θεατρικότητα· και η γλώσσα καλά δουλεμένη. Ο μελαγχολικός τόνος διανθίζει σαν παραπονιάρικο τραγούδι τον ελεύθερο στίχο με την εξαιρετική μουσικότητα. Ο χρόνος είμαστε εμείς οι ίδιοι τελικά, ενώ η ελπίδα αναδύεται μέσα από την αθωότητα των παιδιών.</p>
<p>Η Κυριακή Λυμπέρη στην ποιητική της συλλογή «Το ωραίο το φτιάχνεις» μας καλεί σε μια εύστοχη φιλοσοφική εμβάθυνση.</p>
<p>Πρόβα θανάτου</p>
<p>Είπες το τίποτα με πάρα πολλούς τρόπους.<br />
Ας είχα αυτιά ν΄ ακούσω.<br />
Πως ξεγελάστηκε μπορεί να πει κανείς<br />
μόνο όταν δεν το έχει επιτρέψει.<br />
Λοιπόν η φαντασία είναι μια πόρνη<br />
που σ΄ επισκέπτεται για μπελάδες<br />
κι έχει στην καλτσοδέτα της την αυταρέσκεια<br />
γαρύφαλλο κόκκινο.<br />
έμοιαζε με αίμα<br />
Αυτή η υγρασία που μου χάρισες<br />
για λίγο, για τόσο λίγο όμως<br />
για πόσο θα μπορούσα άλλωστε<br />
να περπατώ με πόδια δανεικά;<br />
Πώς ονομάζεται η δοκιμασία μου<br />
Τέχνη ή Έρωτας<br />
ή μήπως κι απ΄ τα δυο αρρώστησα μαζί;<br />
Πως στην ερώτηση αυτή<br />
ίσως θα πρέπει ν΄ απαντήσω.<br />
Κι έτσι στον ύπνο λέω ν΄ αφεθώ<br />
Ύπνο που θα τον πεις πρόβα θανάτου<br />
πες τον, αν θέλεις, ύπνο εντελώς προβάτου<br />
αφού και ξύπνιοι που είμαστε σημαίνει<br />
ότι κοιμόμαστε με μάτια ανοιχτά.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 5/05/2020</p>
<p>«Η εξημέρωση του θανάτου: Μια Ελεγεία»</p>
<p>Το αίνιγμα της ζωής. Το τραγικό της συνείδησης της θνητότητας. Τα ίδια πάντα υπαρξιακά ερωτήματα: Πώς να ζήσω, γνωρίζοντας πως θα πεθάνω. Υπάρχει κάποια σκοπιμότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη, κάποια αποστολή, και ποια είναι αυτή; Με αυτά τα ερωτήματα, συνδιαλέγεται η ποιήτρια Κυριακή Λυμπέρη στην ποιητική της συλλογή Το Ωραίο το φτιάχνεις, Οι εκδόσεις των Φίλων 2019. Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη φαίνεται να προτείνει πως το να μάθουμε να ζούμε, σημαίνει να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε: σε αυτή την μαθητεία συμπυκνώνεται όλη η ύπαρξή μας. Ποιήματα που υμνούν τη ζωή καταφάσκοντας στο μυστήριο του θανάτου: Ποιήματα – Ελεγείες.</p>
<p>Το πένθος του θανάτου αισθητοποιείται στην ποίηση που είναι γνωστή ως ελεγεία από την ελληνική αρχαιότητα. Στόχος της υπήρξε η παρηγορία των πενθούντων, συχνά με μεταφυσικά, θρησκευτικά μηνύματα. Η μοντέρνα ελεγειακή ποίηση φαίνεται να αρνείται τον παραδοσιακό παραμυθιακό της ρόλο με τη λεγόμενη αντι-ελεγεία ή μετα-ελεγεία. Στη σύγχρονη εποχή η ποιητική του θανάτου στρέφεται γύρω από ένα διαρκές αδιέξοδο πένθος όπως για παράδειγμα στην ποιητική της Κικής Δημουλά. Η Κυριακή Λυμπέρη αντίθετα, με αυτή την ποιητική της συλλογή επιστρέφει στην παραδοσιακή έννοια της Ελεγείας. Τυπικές ελεγειακές θεματικές κι εδώ, ο θρήνος, ο στοχαστικός ρεμβασμός, η μελαγχολία και η αναπόληση, ο πόθος και η ακύρωσή του, η επιθυμία και η διάψευσή του. Χωρίς όμως τον αδιέξοδο θρήνο για τον θάνατο. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι Ελεγείες όπως οι Ελεγείες του Ντουίνο του γερμανού ποιητή Ρίλκε ή τα Ελεγεία της Οξώπετρας του Ελύτη, ποιητές με τους οποίους η ποιήτρια συχνά συνομιλεί για το φως και το σκοτάδι αλλά πιο ιδιαίτερα, για τη μεταξύ τους σύνδεση. «Στις Ελεγείες η επικύρωση της ζωής κι η επικύρωση του θανάτου αποκαλύπτονται σαν Ένα», έγραφε ο Ρίλκε. Τα δυο αντίθετα στοιχεία συνιστούν ένα όλον. Έτσι και αυτή η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη επαναφέρει το ζήτημα της δυϊκότητας της ζωής: το φως και το σκοτάδι, η γέννηση και ο θάνατος, η παιδική ηλικία και τα γηρατειά, ο έρωτας και το μηδέν. Δεν γίνεται το ένα δίχως το άλλο, ή όπως το χαρακτήριζε ο Ελύτης το άλλο «μισό τού κόσμου», και όπως η Κυριακή Λυμπέρη στο ποίημά της «Το άλλο μισό» γράφει: «Όταν ο δαίμονάς του λείπει/ ταράζεται ο άγγελος/ υποφέρει / Την αρετή του/ δεν ξέρει πώς να εξασκήσει./ Λουφάζει σε μιαν άκρη τ’ ουρανού/ και κλαίει.»</p>
<p>Με την ένωση των αντιθέτων, η αρχή και το τέλος ενοποιούνται και ο Χρόνος χάνει την τραγική γραμμικότητά του. «Πιο νέος γίνεσαι καθώς γερνάς» γράφει στο ποίημά της «Οι ηλικίες του κυνηγού» η Κυριακή Λυμπέρη. Διανύοντας το διάστημα που σου δίνεται να ζήσεις, με το βέλος του χρόνου να δείχνει πάντα προς το τέλος, θα κάνεις την υπέρβαση, το άλμα από την φθορά προς το ατελές και αιώνιο, αν εξακολουθείς να κυνηγάς «της ομορφιάς το είδωλο». Κάπως έτσι, ξεδιπλώνεται όλη η ποιητική συλλογή, αναπτύσσοντας την ποιητική του Όμορφου, μια ποιητική μαρτυρία της ανατρεπτικής και μετασχηματικής δύναμης του Ωραίου.</p>
<p>Δεν είναι ότι η ποιήτρια μπροστά στο θάνατο δε νιώθει αισθήματα τραγικά: «σταμάτα λοιπόν μοδίστρα ευσυνείδητη/ τον ήχο πια αυτόν δεν υποφέρω» λέει στο ποίημά της «Madame Lamort» στην ακούραστη μοδίστρα που γαζώνει με τη ραπτομηχανή της «πτυχώσεις λύπης/μα κι όλα τα μεταξωτά/ και σάρκες ροδαλές»˙ η μοδίστρα με το όνομα Κυρία Θάνατος, από στίχο της πέμπτης από τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε. Το ποιητικό υποκείμενο πονά όταν «ο πρίγκιπας», όπως τον λέει, «του θανάτου» παίρνει ψυχές καίγοντας στις φλόγες του δάση και ανθρώπους, στο ποίημα «Κι ο θάνατος γελούσε», αφιερωμένο στους νεκρούς στο Μάτι. Όμως, έρχεται σε ένα άλλο ποίημα ανάλογο, με τίτλο «Μια συνταγή για πυρκαγιά στην Αίγινα», και θέτει το ποιητικό ερώτημα-απάντηση στο νόημα του τέλους: «Μέσα στην στάχτη ύστερα/ της πεινασμένης μέλισσας ο βόμβος ακούγεται/ ή η μουσική των αστέρων;». Η μεγαλύτερη μαθητεία στο μυστήριο της ζωής λοιπόν, είναι ο θάνατος. Αυτός και ο Έρωτας. Κι ο έρωτας όμως, εντάσσεται στην τοπιογραφία της φθοράς και της απώλειας, αφού όπως γράφει τη ποιήτρια, το υλικό που είναι πλασμένος ο άνθρωπος, το εφήμερο της λάσπης του, δε τον αφήνει να αντέξει «τη στερεότητα της αγάπης». («Διαδρομές»)</p>
<p>Η εικονοποίηση του θανάτου και της φθοράς σε συνδυασμό με την ιδέα της αθανασίας παρουσιάζεται και στο διάλογο της Λυμπέρη με τον αρχαιοελληνικό μύθο και τη θέση του στο σήμερα. Σχετικά τα ποιήματα της συλλογής: «Παρ-εξηγήσεις» με τον μύθο της ομορφιάς της Ελένης, «’Ενδεια ή οι ηθοποιοί ήταν άντρες» με το μύθο της Μήδειας, και στο ποίημα «Επτά επί Θήβας», όπου οι αρχαίοι νεκροί ζουν μαζί μας. Η τέχνη του Θεάτρου τούς ζωντανεύει για μας. Για να συνομιλήσουμε μαζί τους στο παρόν μας. Αυτό είναι το Όμορφο που φτιάχνει ο άνθρωπος. Το πέρα από το θάνατο: «Στη σκηνή του θέατρου όμως/ τολμάει πιο γενναιόδωρα η ζωή˙/ μπορείς να πεθαίνεις/ ενώ στέκεσαι ακόμα όρθιος/ και τα φώτα των προβολέων σε ραντίζουν/ καθώς χρυσή βροχή, αστρική». («Επτά επί Θήβας»)</p>
<p>Ποιήματα με υπερρεαλιστικές εικόνες, άλλοτε ως παιχνίδι λέξεων και ιδεών, φαντασίας, σάτιρας και αυτοσαρκασμού, με στιγμές αισιοδοξίας αλλά και θλίψης. Ελεύθερος στίχος με εσωτερικό ρυθμό, είτε με λυρικές ακμές είτε κάποτε και με πεζολογική γλώσσα, η ποιητική της Κυριακής Λυμπέρη παρουσιάζει μια σύνθεση μεταμοντέρνας γραφής και παραδοσιακών μορφικών, ακόμα και νεορομαντικών τάσεων. Η ποιήτρια υπηρετεί την ποιητική τέχνη ως δοκιμασία ή ως Έρωτας, είτε τελικά, ως πρόβα θανάτου, όπως ακριβώς είναι ο τίτλος ενός ποιήματός της όπου χαρακτηριστικά γράφει: «Πώς ονομάζεται η δοκιμασία μου/ Τέχνη ή Έρωτας;/ ή μήπως κι απ’ τα δυό αρρώστησα μαζί;» («Πρόβα Θανάτου»). Μια δοκιμασία όμως τραγικά μοναχική, με την γεύση της πτώσης σαν μετά από έρωτα βαθύ στο ποίημα «Εκατό χρόνια σοβαρότητας»: «Έχει όνομα λοιπόν η ηδονή/ μοναξιά τη λένε και κοιμάται/ με ιμάντες προστασίας από πτώση.» Η τελική πάντα πτώση. Που ανατρέπεται όμως, φτιάχνοντας το Ωραίο, μάς λέει η ποιήτρια και στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα: «Το ωραίο το φτιάχνεις/ δεν υπάρχει από μόνο του˙/ μού έλεγε η εσωτερική αδελφή μου./ Ό,τι έχασες μπορείς να ξανακερδίσεις˙/ ό,τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούργιο./ Λοιπόν τον κήπο τώρα να καλλιεργήσω/ να φύγουν τα αγριόχορτα/ και να κοπούνε όλα τα ξερά, ανάμεσα/ σε σάπιους σπόρους άνοιξη να μελετάω». «Την Άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις» μάς έρχεται συνειρμικά ο στίχος του Ελύτη ο οποίος ερμήνευε την Ομορφιά ως τη μόνη ίσως οδό «προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει.»</p>
<p>Η οδός για την αναζήτηση της ομορφιάς ως ηθική πράξη, ως μεταμορφωτική πράξη, ως δημιουργική πράξη, είναι η ενσάρκωση της ανθρώπινης ελευθερίας – ο Σίλερ έγραφε χαρακτηριστικά πως «Μέσω της ομορφιάς οδηγούμαστε στην ελευθερία» και ότι η ανθρώπινη ενσάρκωση της ομορφιάς είναι η Τέχνη. Και η Κυριακή Λυμπέρη αυτή την οδό την ονομάζει «αυστηρή πατρίδα» ή «χώρα των λησμονημένων» στο ποίημά της «’Ησυχα κοιμάται το σκοτάδι»:</p>
<p>Ακούω, περπατούν κόκαλα στο βάθος<br />
ρίζες που τανύζονται, σκουλήκια˙<br />
έχει η γη μια ζωή που δε φαίνεται και με καλεί.<br />
Άξια πλησιάζω τις ομιλίες των αιώνων<br />
αυστηρή πατρίδα πώς βυθίζομαι μέσα σου!<br />
Θέλοντας να γιατρέψω τις πληγές μου<br />
εκεί όπου άλλοι φοβούνται μόνο να κοιτάξουν<br />
χτίζω στέρνες με δάκρυα<br />
σπίτια με ξύλα που σαπίζουν.<br />
Εδώ είναι η χώρα των λησμονημένων.<br />
Στοργικά κρατάω τα κρανία στις παλάμες μου<br />
νανουρίζω τις άδειες κόγχες από μάτια που έλιωσαν<br />
και δε φοβάμαι, δε φοβάμαι, δε φοβάμαι.<br />
Στα πόδια μου σαν σκύλος<br />
ήσυχα κοιμάται το σκοτάδι.</p>
<p>Εικόνα μακάβρια; Ακριβώς το αντίθετο. Ας ανατρέξουμε λίγο στην ποιητική του θανάτου για να το καταλάβουμε. Το μακάβριο ως έννοια είναι ένα αίσθημα αποστροφής για την αποσύνθεση του ανθρώπινου σώματος που βρίσκουμε σε παλαιότερα λογοτεχνικά κείμενα και εικαστικές αναπαραστάσεις της Τέχνης. Τα έργα τής ars moriendi, δηλαδή της τέχνης που πρόσφερε οδηγίες για «καλό θάνατο», άλλοτε λειτουργούσαν ως memento mori, δηλαδή «θυμήσου ότι είσαι θνητός» άρα να φροντίσεις να ζήσεις καλύτερα αυτή τη ζωή στο σχετικό «carpe diem», (άδραξε τη μέρα), είτε δρούσαν ως προειδοποίηση για ηθική ζωή σχετική με τη μετά –θάνατον τελική κρίση, το Vanitas, «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» του Εκκλησιαστή. Αλλά μια μερίδα καλλιτεχνημάτων υπογράμμιζαν ότι το μόνο που θα έδινε παράταση στη ζωή είναι η ίδια η Τέχνη. Ο Βιργίλιος στην Αινειάδα έγραφε πως «Ο μοναδικός τρόπος να ξεφύγεις από τον θάνατο είναι η τέχνη, η υψηλή τέχνη». Δηλαδή, το Ωραίο. Κι ο Λατίνος ποιητής Οράτιος, έγραφε «Non omnis moriar» εννοώντας ότι ακόμα κι αν πεθάνει το σώμα, η Τέχνη παραμένει ζωντανή. Η ύπαρξη έτσι διασώζεται ως Ωραιότητα. Εδώ εντάσσεται η ποιητική συλλογή Το Ωραίο το φτιάχνεις της Κυριακής Λυμπέρη, και με αυτή την παράδοση συνδιαλέγεται. Φέρνοντάς τα όλα αυτά στο καθημερινό μας παρόν- «Στην καθημερινή πράξη το Ιδεώδες» τιτλοφορεί η Λυμπέρη ένα ποίημα της συλλογής- ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Τσβετάν Τοντορόφ σημειώνει: «Αλλά μπορούμε ήδη να πούμε ότι, για να αγγίξουμε αυτή την ομορφιά ή αυτή τη σοφία, δεν είναι υποχρεωτικό να γράφουμε ή να διαβάζουμε βιβλία, να ζωγραφίζουμε ή να παρατηρούμε πίνακες, ούτε είναι επίσης υποχρεωτικό να προσευχόμαστε στο Θεό ή να προσκυνούμε μπροστά στα είδωλα, να χτίσουμε την ιδανική Πολιτεία ή να πολεμούμε τους εχθρούς της. Μπορούμε να το κάνουμε ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό πάνω μας ή τον ηθικό νόμο μέσα μας, ξεδιπλώνοντας τις διανοητικές μας δυνάμεις ή αφοσιωνόμενοι στον πλησίον μας, σκάβοντας τον κήπο μας ή χτίζοντας έναν ολόισιο τοίχο, προετοιμάζοντας το βραδινό γεύμα ή παίζοντας μ’ ένα παιδί». Ένα άλλο αγνό παιδί κάποτε, δια στόματος του Ντοστογιέφσκι, έλεγε πως « Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Έτσι γινόμαστε κι εμείς εκείνο το παιδί, στο ποίημα της Κυριακής Λυμπέρη «Κοριτσάκι μου»:</p>
<p>Λέει κοριτσάκι μου.<br />
Εννοεί ότι<br />
δεν πειράζει που βάφεις τα μαλλιά σου<br />
που άρχισαν να φαίνονται οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια<br />
το σώμα που δεν αποκρίνεται σε ερωτήσεις.<br />
Λέει μωρό μου.<br />
Εννοεί ότι<br />
οι άνθρωποι μπερδεύουν την κούνια με τον τάφο<br />
ότι θα σε κρατάει απ’ το χέρι ώσπου να μικρύνεις<br />
να αλαφρώσεις κι άλλο, κι άλλο<br />
ώσπου το τελευταίο του φιλί στο μέτωπό σου<br />
να φέξει σαν ανατολή.</p>
<p>Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Το Ωραίο το φτιάχνεις ως Ελεγεία, ο αναγνώστης προσλαμβάνει μια παρηγορία, αλαφρώνει και ο ίδιος από το τρομακτικό βάρος του αναπότρεπτου τέλους της ζωής. Το συνεχές και αιώνιο εκφράζεται από το Ωραίο, την Τέχνη, την ποίηση, την ίδια τη Ζωή. «Τέχνη μου» ρωτά στην προμετωπίδα της συλλογής η ποιήτρια, «ο θάνατος εξημερώνεται;». Και η ίδια φαίνεται πως καταφάσκει στο τέλος με στοργή. Τρυφερά, όμορφα, σαν στο μέτωπο φιλί.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></h5>
<p>CULTUREBOOK.GR/ 09/4/2020</p>
<p>Μία προσέγγιση στην ανοικειωτική γλώσσα της Κυριακής Αν. Λυμπέρη</p>
<p>Η νέα ποιητική συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη («το ωραίο το φτιάχνεις», οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019), αναζητά τους δικούς της δρόμους στη γλωσσική έκφραση. Η ποιήτρια αναζητά έναν άλλο ποιητικό λόγο στη λυρικότητα και δημιουργεί το δικό της αναστοχαστικό πεδίο, αφήνοντας μακριά τον προφορικό λόγο∙ η έκφρασή της, σταθερά ανοικειωτική (επιφάνεια), με υπερρεαλίζοντα στοιχεία (ένας άνεμος έτρεχε, μάταιη γη) διαμορφώνει έναν λυρικό ποιητικό τόπο δράσης (απόσταση σημείου).</p>
<p>Η Λυμπέρη οικοδομεί μία γλωσσική και νοηματική ρυθμικότητα που γοητεύει τον αναγνώστη, αξιοποιώντας τη δημιουργώντας στη συνείδησή του ένα καλλιτεχνικό γεγονός (Mukarovsky), πάνω την ανοικείωση. Η ποιητική γλώσσα σύμφωνα με τους Ρώσους Φορμαλιστές αποτελεί μία συνειδητή διαφοροποίηση του λόγου από την πρακτική γλώσσα, που στόχο έχει να πληροφορεί, στη συνειδητότητα της κατασκευής της. Με τα λογοτεχνικά σχήματα, τη διαφορετική χρήση των λέξεων ή τη γραμματικοσυντακτική δομή αποαυτοματοποιεί τον καθημερινό/οικείο λόγο, ωθώντας τη γλώσσα στα όρια των δυνατοτήτων της. Για τους Ρώσους Φορμαλιστές, παρά την ετερογένεια μεταξύ τους, στόχος ήταν η επίθεση στη μιμητική θεώρηση της τέχνης. Θεωρούσαν ότι η ποίηση αντανακλά άλλες πραγματικότητες∙ σκοπός της είναι να αλλάξει τον τρόπο της ανθρώπινης αντίληψης, να μετατρέπει σε α-συνήθεις και απτές τις μορφές της γλώσσας που εξαιτίας της χρήσης (αυτοματοποιημένος λόγος) δεν αντιλαμβανόμαστε. Και η ποιητική γλώσσα συνδέεται με την αισθητική, καθώς ωθεί σε νέους δρόμους τον λόγο και άρα την αυτοσυνείδηση των ανθρώπων και εγκαταλείπει τα γλωσσικά παραδομένα και τα στερεότυπα. Γιατί η ανοικείωση οδηγεί στην αποστασιοποίηση από το γνωστό και δεδομένο, που περιορίζει και τυποποιεί τη σκέψη μας∙ ανανεώνει την αντίληψή μας για τον κόσμο, διευρύνει τους γνωστικούς μας ορίζοντες με τη βαθύτερη και πιο ουσιαστική αίσθηση της εμπειρίας.</p>
<p>Αν και στο επίκεντρο της Λυμπέρη παραμένει το αναπόφευκτο (στων άστρων τις βοσκές, κι άλλη χρονιά όπως φαίνεται) ένα πνεύμα αισιοδοξίας διαρρέει από την ποιητική της (το ωραίο το φτιάχνεις, η πάπια που πετάει, επτά επί Θήβας, τα παιδιά), ακόμα κι απέναντι στη διαπραγμάτευση της τραγικότητας του ανθρώπινου όντος (επτά επί Θήβας, αφορμή για ποίημα, κι ο θάνατος γελούσε), καθώς δηλώνει μία ετοιμότητα για την αναπόδραστη μοίρα (κοριτσάκι μου, Σαλώμης άγος, οι συναυλίες της Άνοιξης, μάταιη γη). Στέκεται αισιόδοξη ακόμα και στην πτώση (εκατό χρόνια σοβαρότητας) ή απέναντι στην παιδική τραγωδία (τα παιδιά).</p>
<p>Η ρητορική του ποιητικού κειμένου ενισχύει την αισιόδοξη οπτική της. Η αβίαστη εισαγωγή του φυσικού στοιχείου, κατά το πρότυπο της «ποίησης της περιφέρειας» (ένα άνεμος έτρεχε, πόσο μακριά χρειάζεται να πας, Πρωτομαγιά, τι είπε το δέντρο), ενισχύει ακριβώς αυτή την οπτική. Το λυρικό τοπίο, που διαμορφώνει η ποιητική γλώσσα, χαρίζει κίνηση και φως ακόμα και στα πιο σκοτεινά νοήματα (με πανσέληνο, κοριτσάκι μου, οι συναυλίες της Άνοιξης, επιφάνεια, το πένθος ταιριάζει στη γυναίκα). Στο υπαρξιακό υπόβαθρο με τις συμβολικές πτυχές διακρίνονται σαφείς καβαφικές επιρροές (πόσο μακριά χρειάζεται να πας, στων άστρων τις βοσκές, το άλλο μισό) με στοχαστικές τάσεις (εκατό χρόνια σοβαρότητας, παρ-εξηγήσεις) για την ανθρώπινη ζωή (το πένθος ταιριάζει στη γυναίκα) ή τον χρόνο (διαδρομές, στην καθημερινή πράξη το ιδεώδες, κι άλλη χρονιά όπως φαίνεται, οι ηλικίες του κυνηγού). Η ποιήτρια έρχεται σε έναν διακειμενικό διάλογο παρωδώντας λογοτεχνικά έργα (εκατό χρόνια σοβαρότητας, παρ-εξηγήσεις) και μύθους αρχαιοελληνικούς ή χριστιανικούς (επτά επί Θήβας, ένδεια ή οι ηθοποιοί ήταν άντρες, Σαλώμης άγος).</p>
<p>Το αποφθεγματικό ύφος, ενίοτε στο τέλος του ποιήματος, ως επιμύθιο (με πανσέληνο, τα παιδιά, αφορμή για ποίημα, τι είπε το δέντρο, στων άστρων τις βοσκές, μάταιη γη), ενισχύει τον στοχαστικό προσανατολισμό (πόσο μακριά χρειάζεται να πας, παρ-εξηγήσεις, το πένθος ταιριάζει στη γυναίκα). Σε σύμπνοια με τον εξουσιαστικό λόγο, από τον οποίο δεν χειραφετείται, προσπαθεί να ωθήσει τον κριτικό προβληματισμό για τον ανθρώπινο βίο, μακριά από την εικόνα και τις κατασκευασμένες αλήθειες, ως εύκολες απαντήσεις. Στην ποιητική της αντανακλάται ο διπολισμός της σύγχρονης σκέψης. Οι αντιθέσεις (το άλλο μισό, σαν παραμύθι, με πανσέληνο) φέρνουν στον νου τη σύγκρουση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, ανάμεσα στην ευαισθησία για τον Άλλο και την ελπίδα ότι η αλλαγή θα επέλθει με την αλλαγή σκέψης των ανθρώπων μέσα σε ένα ατομικοκεντρικό πεδίο πρόσληψης και εξέλιξης.</p>
<p>Η γλώσσα της ποίησης, ως παρεκκλίνουσα από το &#8220;κανονικό&#8221;, χρησιμοποιεί τη σύνταξη και τα γραμματικά και ρητορικά σχήματα, διαμορφώνει έναν λόγο πολυσημικό, που μένει ανοιχτός στην αναγνωστική νοηματοδότηση. Το νόημα, για τον Eagleton, δεν είναι κάτι που απλώς αντανακλάται στη γλώσσα, αλλά παράγεται από αυτήν∙ έξω από τούτη δεν υπάρχουν νοήματα ή βιώματα. Η γλώσσα παράγει κι ερμηνεύει την πραγματικότητα. Παρά το γεγονός ότι ο αναγνώστης της Λυμπέρη παρασέρνεται στις στοχαστικές ατραπούς της για το υπαρξιακό τραύμα, δεν καταφέρνει να δραπετεύσει από την ατομική θέαση του περιβάλλοντος χώρου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>FREAR 25/02/2020</p>
<p>Δέκα χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα, η Κυριακή Λυμπέρη επανέρχεται με τη νέα της ποιητική συλλογή, έκτη κατά σειρά, που φέρει τον πρωτότυπο και ευρηματικό τίτλο Το ωραίο το φτιάχνεις (2019). Η φράση αυτή μπορεί να διαβαστεί ως ένα είδος συνθήματος ή, καλύτερα, ως ένα κέντρισμα προς τον αναγνώστη να διερευνήσει και να διαμορφώσει ο ίδιος τους όρους και τα όρια της αισθητικής, τόσο της δικής του, όσο και του κόσμου. Βεβαίως, και με δεδομένο ότι η ποίηση της Λυμπέρη χαρακτηρίζεται από πολυσημία, είναι δυνατόν η απόφανση αυτή να μην εκληφθεί ως προτροπή, αλλά ως η παραδοχή μιας βεβαιότητας, ένα απόσταγμα ζωής και μια συμπύκνωση της βιοθεωρίας της ποιήτριας. Και, πραγματικά, τα ποιήματα, στο σύνολό τους, έχουν ως αφετηρία και κατάληξη μαζί τον στοχασμό και την περισυλλογή πάνω στο ζήτημα της ομορφιάς στη ζωή και την τέχνη, νοούμενης και με την ηθική της διάσταση, ένα ζήτημα που προϋποθέτει, αν δεν καλλιεργεί, τη συναισθηματική και συγκινησιακή μέθεξη του ποιητικού υποκειμένου.</p>
<p>Το βιβλίο περιλαμβάνει σαράντα ποιήματα, γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, τα περισσότερα από τα οποία είναι ολιγόστιχα. Η επιδίωξη και η επίτευξη της συντομίας στην ποιητική έκφραση προσδίδει μια ιδιαίτερη δύναμη και δυναμική στα ποιήματα και καθιστά την εντύπωση και το αποτύπωμά τους πάνω στην αναγνωστική συνείδηση καίριο και, ταυτόχρονα, καταλυτικό. Παρά την επιλογή του ελεύθερου στίχου ως οχήματος της ποιητικής σκέψης ή, μάλλον, ακριβώς γι’ αυτό, τα ποιήματα συνέχει ένας εσωτερικός ρυθμός που τα διαπερνά και δημιουργεί την εντύπωση μιας ιδιάζουσας μουσικότητας η οποία δεν προκύπτει από τη χρήση κάποιου μέτρου, αλλά από μια λειτουργία του λόγου που έχει στη βάση της τη συγκίνηση.</p>
<p>Θεματικά τα ποιήματα της συλλογής εκκινούν από διάφορες κατευθύνσεις οι οποίες, όμως, έχουν κοινό παρανομαστή υπαρξιακούς – φιλοσοφικούς προβληματισμούς που στρέφονται γύρω από την ανθρώπινη φύση και τις εκδηλώσεις της. Η έννοια της προσωπικής ευθύνης του ανθρώπου για τη ζωή του, η χάραξη της πορείας του από τον ίδιο ακόμα κι όταν αυτή τον οδηγεί σε αδιέξοδο ως επιλογή και στάση ζωής προτιμότερη από την απάθεια και την παραίτηση, αλλά και θέματα ευρύτερα όπως η συνύπαρξη, η αλληλεξάρτηση και η πάλη του καλού με το κακό, το δίπτυχο της ζωής και του θανάτου, η δυσκολία της ύπαρξης, κυρίως όμως η αναζήτηση και η επίτευξη της ομορφιάς, αποτελούν τις σταθερές γύρω από τις οποίες σαρκώνεται η ποιητική σκέψη. Στο πλαίσιο του προβληματισμού αυτού, κάποιες φορές, εντάσσεται και μία απόπειρα παραμυθίας, μια διάθεση της ποιήτριας να ενθαρρύνει και να καθησυχάσει χωρίς κανένα ίχνος, όμως, στείρου διδακτισμού. Έτσι, για παράδειγμα, δεν διστάζει να εκφράσει τη βεβαιότητά της για την ανταμοιβή και την ευόδωση των προσπαθειών του ανθρώπου, όταν αυτές υποκινούνται από γνήσια και ειλικρινή διάθεση και πίστη. Το ωραίο το φτιάχνεις, δεν υπάρχει από μόνο του·/ μου έλεγε η εσωτερική αδελφή μου./ Ό, τι έχασες μπορείς να το ξανακερδίσεις·/ ό, τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούργιο./ Λοιπόν τον κήπο τώρα να καλλιεργήσω/ να φύγουν τ’ αγριόχορτα/ και να κοπούνε όλα τα ξερά, ανάμεσα/ σε σάπιους σπόρους άνοιξη να μελετάω./ Κι ίσως η αιωνιότητα μου κάνει χάρη/ ίσως ο Άδης να με λυπηθεί/ μπορεί κι ο νοτιάς να καταθέσει/ στο τέλος παράσημα στις πατούσες μου. («Το ωραίο το φτιάχνεις»).</p>
<p>Παρά την εμφανή βούληση της ποιήτριας να τεχνουργήσει τα ποιήματά της πάνω στη βάση ενός υπαρξιακού προβληματισμού, αυτό δεν λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάδυση μιας αυτοαναφορικότητας, στην προβολή ενός αισθήματος προσωπικού που προκύπτει από την αναμέτρηση με τα θεμελιώδη ζητήματα της μοναξιάς, του χρόνου και της καταλυτικής του δύναμης, του θανάτου, της λήθης, του έρωτα και της ματαιότητάς του ή της αδυναμίας του να σημάνει κάτι πέρα από το «ουδέν». Σε αυτήν την περίπτωση η τέχνη της Λυμπέρη λειτουργεί γεφυρωτικά και συμφιλιωτικά με τα παραπάνω, όσο κι αν, κάποιες φορές, αυτό μοιάζει δύσκολο ή και ανέφικτο. Η ποιήτρια στέκει εμπρός στις απειλές αυτές, διότι περί απειλών πρόκειται, με θάρρος αλλά και με την πικρή επίγνωση της παντοδυναμίας τους. Εδώ είναι η χώρα των λησμονημένων./ Στοργικά κρατάω τα κρανία στις παλάμες μου/ νανουρίζω τις άδειες κόγχες από μάτια που έλιωσαν/ και δε φοβάμαι, δε φοβάμαι, δε φοβάμαι. («Ήσυχα κοιμάται το σκοτάδι»).</p>
<p>Το ύφος της ποιήτριας υπαγορεύει και υπαγορεύεται από το περιεχόμενο του ποιήματος και δημιουργεί με αυτό μια σχέση ακατάλυτη και αρραγή. Έτσι, ανάλογα με το θέμα, το ύφος του ποιήματος διαγράφεται άλλοτε φωτεινό και αισιόδοξο, άλλοτε γκρίζο και απαισιόδοξο. Στα αισιόδοξα ποιήματα εντάσσονται αυτά τα οποία προκρίνουν τη νίκη απέναντι σε κάθε τι κακό που στοιχειώνει την ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι, για παράδειγμα, η παιδική αθωότητα που έχει τη δύναμη όχι απλώς να αλλάξει τον κόσμο, αλλά ακόμα και να ανατρέπει τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Είναι σοφά τα παιδιά κι αφήνονται / στις χαρές της κάθε μέρας ολόσωμα / κι έχουν θαυματουργά δάχτυλα που ξέρουν / να ζωντανεύουν τους πεθαμένους. / Α, είναι τα παιδιά ρυάκια που καθαρίζουν τον κόσμο / και το κάθε γελάκι τους πρόκα στο μάτι του κακού («Τα παιδιά»). Η ελπίδα υπάρχει πάντα, ακόμα και εκεί που φαίνεται πως είναι ανενεργή, ξεπηδά, στο τέλος συνήθως του ποιήματος, για να απαλύνει, να γλυκάνει, να γιατρέψει τις πληγές της ψυχής. Αυτή η ελπίδα, σε όποια περίσταση κι αν απαντάται, με όποια μορφή κι αν εκδηλώνεται, σαρκώνεται πάντα ως ποίηση, ως η τέχνη της λήθης του απεχθούς, αφού όπως παραδέχεται η ποιήτρια την κάνει «να ξεχνά τον αχόρταγο λύκο/ καθώς ουρλιάζει τη νύχτα στις λοφοσειρές». («Πρωτομαγιά»).</p>
<p>Άλλες στιγμές πάλι, η ποιήτρια ρέπει εμφανώς προς τη μελαγχολία, την απαισιοδοξία και τη θλίψη, μια θλίψη όμως που δεν λιμνάζει αλλά, αντίθετα, πυροδοτεί την περίσκεψη και την περισυλλογή γύρω από ζητήματα όπως η ματαιότητα των ανθρωπίνων, η αναπόφευκτη και αναπότρεπτη πορεία του ανθρώπου προς την πτώση και την ανυπαρξία, η σχέση του με το θάνατο που, κάποιες φορές, μοιάζει ως η άλλη όψη του έρωτα, η γυναικεία φύση και η έλξη της προς το δίπτυχο αυτό του έρωτα και του θανάτου, αλλά και γύρω από ζητήματα κοινωνικού προσανατολισμού και προβληματισμού, όπως η μοίρα και η τύχη των απόκληρων της ζωής που τροφοδοτούν το αίσθημα αλληλεγγύης της ποιήτριας και κινητοποιούν τη γραφίδα της να αποτυπώσει το δράμα τους ως παρατηρήτρια και συμμέτοχος μαζί. Αυτές ακριβώς τις στιγμές, η Λυμπέρη αποκαλύπτει το νήμα που την ενώνει με τους ποιητές της γνήσιας μελαγχολίας, που καλλιέργησαν με τον στίχο τους έναν λυρισμό ελεγειακό, μία ποίηση που, όπως καταδεικνύει και η ετυμολογία της λέξης μελαγχολία, γράφεται, κυριολεκτικά, από τη μαύρη μελάνη της ψυχής. Η διαφορά βέβαια είναι ότι η ποιήτρια δεν αφήνεται σε αυτό το κλίμα, αλλά κατορθώνει να αναχθεί σε ένα επίπεδο υψηλότερο, εκλογικεύοντας το συναίσθημα και το πάθος που την έχει αρχικά κινητοποιήσει και φιλτράροντάς το μέσα από μια διεργασία καθαρά διανοητική.</p>
<p>Μια πικρή παραδοχή της άσχημης πλευράς της ζωής, μια πικρή γεύση από όλα όσα μας απογοητεύουν, μας θλίβουν, μας καταρρακώνουν, αλλά και μια ελπίδα, μια φωτεινή χαραμάδα απ’ όπου ξεχύνεται λίγο φως που είναι ικανό να διώξει το σκοτάδι. Όλα τα παραπάνω συνυπάρχουν και λειτουργούν από κοινού μέσα στη συλλογή αυτή της Κυριακής Λυμπέρη που μεταπλάθει σε ποίηση όλα εκείνα τα αντιποιητικά που κυριαρχούν στη ζωή μας. Από αυτήν την άποψη το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια ποιητική κατάθεση, αλλά και ένα εγχειρίδιο ζωής που διδάσκει ότι ο δρόμος προς το άσπρο περνάει μέσα από το μαύρο, ότι για να ανέβεις ψηλά θα πρέπει να κατέλθεις χαμηλά, ότι για να κατορθώσεις να χαρείς θα πρέπει πρώτα να έχεις βιώσει τη λύπη. Ποιήματα που έχουν στο κέντρο τους τον άνθρωπο, τα πάθη και τις αδυναμίες του, αλλά και τις δυνατές, υψηλές και αξιοθαύμαστες στιγμές του. Ποιήματα που προξενούν αναγνωστική απόλαυση ακριβώς γιατί φτιάχνουν το ωραίο τη στιγμή ακριβώς που το συλλαμβάνουν ως ιδέα.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 05/11/2019</p>
<p>Οι άνθρωποι μπερδεύουν την κούνια με τον τάφο</p>
<p>Το ωραίο το φτιάχνεις. Σύμφωνοι. Προφορικά θα συμπλήρωνα «και σε φτιάχνει».<br />
Γιατί η επαφή με το ωραίο, με την Ομορφιά, σου αποκαλύπτει άλλους κόσμους, άλλες διαστάσεις, σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σε αποσπά από τα πεζά καθημερινά και σε στέλνει σε χώρες φαντασίας, ονείρων, ελπίδας. Να γιατί έχει σημασία να φτιάχνεις το ωραίο, ό,τι κι αν είναι αυτό. Τέχνη, ψωμί, συμπαράσταση, μοιρασιά, καλοσύνη, τραγούδι, φιλί, αγκαλιά. Σημασία έχει να έρχεσαι κοντά με την Ομορφιά. Συχνά την έχει φτιάξει άλλος. Αν έχεις τη δυνατότητα να συνομιλήσεις μαζί της, σημαίνει ότι ο δημιουργός της τη μοιράζεται, άρα σου δίνει τη δυνατότητα να την κάνεις και δική σου, με τον δικό σου τρόπο. Οπότε το εδώ χρησιμοποιούμενο β’ πρόσωπο ενικού, επέχει και θέση γ’ ενικού, αφού σε αυτόν που «το ωραίο το φτιάχνει», μπορείς να του πεις: «αγαπητέ μου, τι υπέροχα που το ωραίο το φτιάχνεις!».</p>
<p>Μέγα φιλοσοφικό ζήτημα η ύπαρξη, αλλά και ο ορισμός του Ωραίου. Υπάρχει; Είναι ζήτημα αισθήσεων, ενστίκτου, φαντασίας, ονείρου; Συνειδητού ή μη; Αν υπάρχει, έχει φτιαχτεί από κάποιο όν ή υπάρχει ανεξάρτητα από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε; Είναι αντικειμενικό ή υποκειμενικό; Θέματα πολλά ακόμη, τα οποία διερευνώνται διεξοδικά σε άλλα πεδία, υπάρχουν όμως στο γενετικό dna της Ποίησης, γιατί η Ποίηση ως Τέχνη, συνδέεται άρρηκτα με την Ομορφιά.</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Αν. Λυμπέρη {Το ωραίο το φτιάχνεις}, εκδόσεις Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019, επικεντρώνεται σε εκείνο το «ωραίο», το οποίο μπορεί να φτιάξει κάθε άνθρωπος, χωρίς να είναι πιστοποιημένος τεχνίτης. Εκείνο το ωραίο που φτιάχνεται μέσα μας και μας δίνει το κουράγιο ν’ αντέξουμε το βάναυσο σήμερα αλλά και να πορευτούμε σε ένα λιγότερο βάναυσο αύριο, αφού το «ωραίο», έχει τη δύναμη να λειαίνει τις αιχμές όχι εν ψυχρώ, αλλά δροσίζοντας με θαλασσινό νερό τα χαλίκια ώσπου να γίνουν βότσαλα. Αλλιώς τι ωραίο θα ήταν; Αφού ωραίο σημαίνει: αποτέλεσμα χωρίς χρήση βίας. Άπαξ και εμφανιστεί βία, ασχήμια καλύπτει τα πάντα.</p>
<p>Το ωραίο, φτιάχνεται εντός. Εντός μου, νοερά, στον τίτλο προσθέτω τη λέξη: «εντός», σε δύο εκδοχές. Το ωραίο εντός, το φτιάχνεις. Το ωραίο, εντός το φτιάχνεις, μετά εκτός. Ένα κόμμα, δύο ωκεανοί. Η ποιήτρια, συμφωνεί και ξεκαθαρίζει:</p>
<p>[οι δεσμοί που φτιάχνονται μέσα στο κεφάλικαι οι δεσμοί με τα λόγια<br />
είναι σαν δαχτυλίδια<br />
που τα φοράει κάποιος πιο σφιχτά κι από τα άλλα<br />
κι ας είναι αόρατα,…]</p>
<p>Όλα μέσα στο κεφάλι. Ακόμα και οι αισθήσεις, εκεί καταλήγουν. Εκεί εμφανίζεται κάποιες φορές ο άλλος έσω εαυτός, ο οποίος έχει την πολυτέλεια να διαθέτει επτά κατοικίες, όσα και τα τσάκρα. Αυτός έχει την ικανότητα να αντισταθμίζει κάθε απώλεια με τη σοφία της δύναμης του ωραίου. Πώς; Σου δίνει σημάδια ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο, ότι η απώλεια αυτή συνέβη για χι λόγους, ήρθε για να σου διδάξει ψι μαθήματα και ένα ακόμη: να σε παροτρύνει να ξεκινήσεις από την αρχή, έχοντας κάτι πολύτιμο αποκτήσει, δώρο από την απώλειά σου: καλύτερα κριτήρια, καλύτερες προδιαγραφές. Ιδού πώς ο ποιητικός λόγος, δια στόματος ή μάλλον δια χειρός Λυμπέρη, λέει τόσα και χίλιες φορές τόσα, σε τέσσερις μόλις στίχους:</p>
<p>[Το ωραίο το φτιάχνεις, δεν υπάρχει από μόνο του·<br />
μου έλεγε η εσωτερική αδελφή μου.<br />
Ό,τι έχασες μπορείς να το ξανακερδίσεις·<br />
ό,τι σου πήραν, σπείρε να φυτρώσει καινούριο.]</p>
<p>Ως και τα χέρια που φτιάχνουν, κατασκευάζουν, δημιουργούν, προέκταση άλλωστε του Λόγου, είναι ευλογημένα και είναι απόλυτα φυσικό να</p>
<p>[αγαπιούνται πιο εύκολα τα χωμάτινα χέρια<br />
που ράβουν, φυτεύουν, καρφώνουν]1.</p>
<p>Πώς θα βρεις τον δρόμο για να αφήσεις πίσω τη στασιμότητα; Αρωγοί δύο. Ο ένας, η αγάπη. Κάποιοι τη γνωρίζουν καλά:</p>
<p>[…ξέρουν καλά τι θα πει αγάπη<br />
(σάλιο, λάσπη και άχυρο<br />
για τη δημιουργία της φωλιάς)]2.</p>
<p>Ο άλλος, η φαντασία. Ο πόθος να πετάξεις, ν’ αλλάξεις οπτική, ώσπου να συναντήσεις κάποτε την τελεσίδικη, την άχρονη:</p>
<p>[… σ’ ένα ξέφωτο ουρανού που απομέει<br />
βρίσκεις το μονοπάτι, προνοεί<br />
η αγάπη χρυσαφιά αχτίδα, ή<br />
μια πάπια που σε πηγαίνει<br />
κατ’ ευθείαν στους αστερισμούς.]<br />
Γιατί οι αστερισμοί, μπορεί να είναι το ωραίο, η λύτρωση, το όνειρο, η τέχνη, η διαφυγή, αλλά μπορεί να είναι και η αντίπερα όχθη, όπου όλα ακίνητα φαινομενικά, σαν την ακινησία των αστερισμών. Και μιας και μιλάμε για αστέρια, δεν μπορώ να μην επισημάνω την κομβική θέση τους, στην εξεταζόμενη συλλογή.</p>
<p>Εκτός από μαύρες, [άστεγες νύχτες, δίχως άστρα / μόνο ερωτηματικά], υπάρχουν και οι άλλες, εκείνες που μπορείς ν’ ακούσεις την [ηχώ ενός άστρου που ταξιδεύει], να δεις τους ερωτευμένους χέρι χέρι: [το παλλικάρι… / τη βγάζει βόλτα να λουστεί στην αστρόσκονη],</p>
<p>να προσπαθήσεις να αντιληφθείς τη γλώσσα τους, ακούγοντας τον Καβάφη να σου λέει:</p>
<p>«σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη» και την ποιήτρια να σιγοντάρει: [σαν βγεις στων άστρων τις βοσκές / … / μην πας απροετοίμαστος]. Μπορείς να μαθητεύσεις στο φως τους:</p>
<p>[εγώ πάλι στη μαθητεία των άστρων /βρίσκομαι μονίμως στην αρχή], απομένοντας στα πεδινά απερίσπαστος : [κι εγώ εδώ στα χειμαδιά / μαθαίνω την ψυχή μου]3, έχοντας διαχωρίσει τους ρόλους: [τα άστρα δεν συμπαρίστανται στους αγώνες μας]. Όσο για το πασίγνωστο Χριστουγεννιάτικο αστέρι, ίσως μόνο στην καρδιά του άστεγου μπορεί πια να [εκραγεί ένα άστρο με βιασύνη], ή στις αθώες καρδιές των παιδιών, γιατί αυτά είναι ακόμη άγγελοι:</p>
<p>[α, είναι τα παιδιά ρυάκια που καθαρίζουν τον κόσμο</p>
<p>και το κάθε γελάκι τους πρόκα στο μάτι του Κακού].</p>
<p>Φτιάχνεις λοιπόν το ωραίο σου, πορεύεσαι ωραία και καλά, ώσπου μια ωραία πρωία, συνειδητοποιείς ότι εντάξει ως εδώ,</p>
<p>[όμως κάθε ωραίο κάποτε τελειώνει]</p>
<p>αφού ο χρόνος θέλει να είναι σε όλα παρών και τότε αμείλικτα</p>
<p>[…ο σκανταλιάρης χρόνος…<br />
φιλότιμα σε βυθίζει<br />
πάλι και πάλι στο σημείο μηδέν].</p>
<p>Καιρός για αποτίμηση. Τι συνέβη; Καταλαβαίνεις ότι συχνά</p>
<p>[αφού και ξύπνιοι που είμαστε σημαίνει<br />
ότι κοιμόμαστε με μάτια ανοιχτά]</p>
<p>και θέατρο η ζωή:</p>
<p>[στη σκηνή του θεάτρου όμως<br />
τολμάει πιο γενναιόδωρα η ζωή·<br />
μπορείς να πεθαίνεις<br />
ενώ στέκεσαι ακόμα όρθιος].</p>
<p>Καιρός για θωράκιση, για προετοιμασία του επόμενου ωραίου, αλλά και της νομοτελειακής (;) απώλειάς του. Έχοντας πάλι τον Καβάφη στα ακουστικά:</p>
<p>«Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,<br />
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει»</p>
<p>βαδίζεις στους δρόμους της αυτογνωσίας, περισσότερο κατασταλαγμένος:</p>
<p>[λίγη χαρά ακόμη, ναι</p>
<p>…</p>
<p>αλλά να ξέρεις πως έχω ήδη μελετήσει<br />
να συναντήσω τον άλλο μου εαυτό<br />
που επιστρέφει από τα ύψη].</p>
<p>Μετά την απώλεια του ωραίου (φιλία, έρωτας, αγάπη, στέγη, …) τα στάδια είναι λίγο πολύ γνωστά, οι περισσότεροι έχουμε περάσει ή περνάμε από αυτά, η σειρά μόνο διαφέρει:</p>
<p>[ένδεια, δουλεία, αυτολύπηση, εξέγερση<br />
με ποια σειρά;]</p>
<p>και η επιλογή να «το παλέψεις» μόνος και αβοήθητος ή όχι:</p>
<p>[καλύτερα τα φρένα μου μες στα δικά μου δάση να σαλέψουν<br />
καλύτερα στα γνώριμα αδιέξοδά μου να χαθώ]</p>
<p>μένοντας πιστός στη μόνη πιστή σε σένα ηδονή. Ποια;</p>
<p>[Έχει όνομα λοιπόν η ηδονή<br />
μοναξιά τη λένε και κοιμάται<br />
με ιμάντες προστασίας από πτώση].</p>
<p>Στη μοναξιά, ή παραδίνεσαι ή βρίσκεις τρόπους να δημιουργείς. Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη, (υποψιάζομαι κυρίως) σε περιόδους μοναξιάς, αντί να παραδοθεί και να παραιτηθεί, ξεκινά και φτιάχνει «το ωραίο» της ποιητικό βιβλίο, με ποιήματα αφορμώμενα από βιωματικές περιστάσεις, οι οποίες στη συνέχεια, μέσα από τα χτένια του αργαλειού της ιδιοσυγκρασίας της και με τη βοήθεια των νημάτων – στίχων της, περνάνε στην υφαντή «αστερόσκονη» της Ποίησης. Ταξιδεύουν πάνω σε σύννεφα στοχασμών, προβληματισμών, δοκιμιακών ανησυχιών, διαπερνώντας λεπτούς αιθέρες ευαισθησίας, λυρικά ρεύματα αέρος, ρεαλιστικές αναταράξεις και εκλάμψεις ρομαντικές. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ποίηση με αναγνωρίσιμο ύφος, με συγκεκριμένη δομή και θεματική σε κάθε ποίημα, με ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, με ισορροπημένη χρήση συμβόλων και με τα αναγκαία παγκάκια στο άλσος της να ξαποστάσεις πεζός, μετά από μια αβίαστη λεκτική πτήση. Κάτι που έχει πει αλλιώς και για άλλο ζήτημα το 2015, αφορά όμως και τη σχέση της Ποίησης με τον Άνθρωπο:</p>
<p>[Ωστόσο, ο βράχος έχει πάντα ανάγκη το νερό<br />
να καθρεφτίζεται και να ηγεμονεύει]4.</p>
<p>Ο άνθρωπος έχει πάντα ανάγκη το ωραίο. Μέσα σε αυτό βλέπει τον εαυτό του, ηγεμονεύει της ευδαιμονίας και της χαράς της δημιουργίας, ίσως και της εγωισμού του, ως την επόμενη πτώση.</p>
<p>Το ωραίο, έχει πάντα ανάγκη τον άνθρωπο. Μέσα του βλέπει κάθε φορά μια διαφορετική του εκδοχή αλλά και ηγεμονεύει των παθών του, των προβλημάτων του, των ψυχικών του διεργασιών.</p>
<p>Ο άνθρωπος έχει πάντα ανάγκη την Ποίηση. Εντός της καθρεφτίζονται οι ανείπωτες διαστάσεις του και οι άδηλες ανησυχίες του και μέσα από αυτήν, ηγεμονεύει της μοναδικής χαράς της πρόσληψής της αλλά και των όσων μόνο εκείνη κατάφερε να του γεννήσει ή να ανασύρει στην επιφάνεια με τη δύναμη των κυμάτων της.</p>
<p>Η Ποίηση έχει πάντα ανάγκη τον άνθρωπο. Μέσα του πλέουν τα είδωλα των λέξεων και οι αστερισμοί των νοημάτων, των υπονοούμενων και των συμβόλων της, στην ολότητά του ηγεμονεύουν οι στίχοι της.</p>
<p>Ο ποιητής; Την έχει ανάγκη, είναι η ζωή του, καθρεφτίζεται ολόκληρος εντός της και αγωνιά για να αξιωθεί να ηγεμονεύσει ένα της μέρος, γιατί τότε μόνο θα είναι αληθινός ποιητής… Εκείνη; Τον έχει ανάγκη για να έρθει στο χαρτί, καθρεφτίζεται στο ιδίωμα και στο ύφος του, ηγεμονεύει δε όλο του το είναι κάθε λεπτό.</p>
<p>Τόσο δυναμικά και αξεχώριστα συμπλέκονται ο Άνθρωπος και το Ωραίο, η Ποίηση και ο Άνθρωπος, η γέννηση με τον θάνατο, η αρχή με το τέλος:</p>
<p>[Λέει μωρό μου.</p>
<p>Εννοεί ότι<br />
οι άνθρωποι μπερδεύουν την κούνια με τον τάφο<br />
ότι θα σε κρατάει απ’ το χέρι ώσπου να μικρύνεις<br />
να αλαφρώσεις κι άλλο, κι άλλο<br />
ώσπου το τελευταίο του φιλί στο μέτωπό σου<br />
να φέξει σαν ανατολή.]</p>
<p>Και τότε, ίσως καταλάβει τη μεγάλη σημασία που έχει αυτό που ενδιάμεσα του έλεγες: «το ωραίο το φτιάχνεις»…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ  2017</strong></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 19/7/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το β΄ πρόσωπο της ποίησης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαρξ εκ πνεύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">πνεύμα εκ σαρκός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν μια ποιητική συλλογή στην προμετωπίδα έχει αυτό το ανατρεπτικό, σε προετοιμάζει για μια ποίηση γήινη αλλά και για τη μετάπλαση του σώματος σε μια ενδιαφέρουσα δημιουργία. Οι λέξεις της Κυριακής Λυμπέρη είναι διαλεγμένες με κριτήριο μια ευθύβολη σκληρότητα. Και το ποίημα φτιάχνεται από υλικά τραχιά στην αφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας δεν ξέρω αν αυτός ο λόγος είναι αληθινός ή αν παίζει τον ρόλο του σε σκηνικό που η ποιήτρια έστησε. Η ποίηση αρέσκεται να δημιουργεί το περιβάλλον για να ακουμπήσουν οι λέξεις της. Κάποτε απολύτως ρεαλιστικό και κάποτε υπερβατικό και αθέατο σχεδόν. Σε κάθε περίπτωση (αληθινό ή μυθοπλαστικό, πραγματικό ή όχι) το περιβάλλον αυτό ενσωματώνει τον λόγο και έτσι, σαν ένα σύνολο αδιαίρετο, παρουσιάζεται σε μας αλλά και στον δημιουργό, που με διαφορετική ματιά κοιτάζει τη σκέψη του με νέο τώρα μανδύα, ποιητικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχει δείξει και από προηγούμενες καταθέσεις ότι έχει άγρια ψυχή, και εννοώ μ’ αυτό (το αρχικά τρομακτικό) ότι δεν πατά σε δρόμους χαραγμένους αλλά προτιμά να ανοίγει μόνη της πέρασμα σε απάτητα ρουμάνια. Το προσωπικό κόστος πάντα εκεί για συνυπολογισμό, γιατί το σώμα είναι που πληγώνεται από τα κοφτερά αγκάθια, για να έρθει μετά ο νους, η σκέψη (τρωθείσα και ηττημένη) να μιλήσει με την ποιητική γλώσσα. Στην προηγούμενη συλλογή της η ποιήτρια (Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ) πρόσφερε τα ποιήματά της εν είδει ιδιόμορφων ιαμάτων σε όποιον ευαίσθητο αποδέκτη της. Εδώ περισσότερο ο αποδέκτης είναι η ίδια, που καταφεύγει σ’ αυτά ίσως σε μια απόπειρα να δει τον εαυτό της καταγεγραμμένο, με όσα μέσα του σκουρόχρωμα κουβαλά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης</span><br />
<span style="color: #000000;">με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πόσες διαστάσεις βλέπω</span><br />
<span style="color: #000000;">οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς το κορμί μου σπάζε</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς στριφογυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάκουα, αρθρωτά τα πόδια αν έχω</span><br />
<span style="color: #000000;">αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν</span><br />
<span style="color: #000000;">για να πετάω γύρω από τα ίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια βουή σαν κλάμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">περιέργεια φυσιοδίφη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα τη νοιαστεί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια κίνηση γίνονται λιώμα·</span><br />
<span style="color: #000000;">πάει η μύγα</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Της μύγας)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρόσωπο που περισσότερο επιλέγει είναι το δεύτερο ενικό. Θα μπορούσε να εννοείται ο ποιητικός λόγος πίσω από αυτή την επιλογή, σε μια θέση-αντίθεση με την ποιήτρια (άλλωστε το έργο αυτονομείται ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό του). Σε μια άλλη αναγνωστική εκδοχή πάλι θα ανακαλύπταμε το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στον καθρέφτη του. Ίσως μια άλλη παρουσία, ένας άντρας, να υποκρύπτεται πίσω από το β΄ πρόσωπο, στον οποίο η ποιήτρια απευθύνει τον λόγο και τον εγκαλεί για την απουσία του; Ναι, θα ήταν μάλλον η πιο βολική από όλες τις ερμηνευτικές εκδοχές. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι ότι διαβάζοντας δέχεσαι πότε τη μια και πότε την άλλη, σε μια ακολουθία σκέψεων και προσωπικών πλέον προβολών του ποιητικού λόγου σε σένα, τον αναγνώστη της ποίησης. Μήπως, όμως, αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα της δυνατής ποίησης, δηλαδή η κοινωνία του ποιήματος (πολυδιάστατη και πολύμορφη) με τον αναγνώστη του;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια έχει ισχυρό όπλο, ικανό να λειτουργήσει ως όχημα για να επιτευχθεί η κοινωνία/επικοινωνία: τον λόγο της, ιδιαίτερα αιχμηρό, ώστε να προκαλεί αλλά και να προσκαλεί σε μέθεξη μαζί του, με τις λέξεις φροντισμένα επιλεγμένες, ώστε να βρίσκουν στόχο ασφαλή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν αντέχει την οδύνη του</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είμαι σώμα που υποφέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">βεγγαλικό που σκάει</span><br />
<span style="color: #000000;">την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ</span><br />
<span style="color: #000000;">με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Αν είμαι)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση κάτω από αυτό το πρίσμα, όπως την εκλαμβάνει η Κυριακή Λυμπέρη, λειτουργεί σωματικά και νοητικά απέναντι στην παρουσία αλλά και την απουσία του έρωτα, κυρίως ως σαρκική βίωση. Και ανοίγοντας «διάλογο» με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ θα μιλήσει για τον απόντα έρωτα και το πώς αυτός πυροδοτεί την τέχνη της ποιητικής γραφής. Γνωστό αυτό άλλωστε. Δεν γράφεται ποιητικός λόγος αξιώσεων ως απότοκο χαρούμενης διάθεσης. Κι αν η ένταση της ερωτικής συνεύρεσης συχνά οδηγεί τη γραφίδα, πολύ περισσότερο και πιο βαθιά γράφει (κατάσαρκα) η απουσία της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·</span><br />
<span style="color: #000000;">στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος</span><br />
<span style="color: #000000;">φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;">παρελαύνουν σαν άνθη σε μίσχους</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια ριπή που θέρισε ο ζηλιάρης άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σαν πεφτάστερα που έσβησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόωρα απ’ το χάρτη τ’ ουρανού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο να πεις για τα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζει το χαρτί σε στέρνα</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σηκώσει το βάρος τους</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να νοτίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζει σε φωλιά για να στεγάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι δεν μπόρεσε ο έρωτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί όταν έχεις τον έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">το ποίημα τι να το κάνεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Κι όμως Κατερίνα, Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος της ποιήτριας ανοιχτός σε ερμηνείες, κυρίως προκλητικός για μια είσοδο αναγνωστική. Μπορεί να ξαφνιάζει πού και πού με την ωμότητα αλλά θα δείξει αλλού μια τρυφερότητα αναπάντεχη. Είναι το ίδιο πρόσωπο που γράφει εδώ:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταλέντο έχεις στις πλαστές τις συγκινήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">η τέχνη μάλλον όλα τα επιτρέπει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι τα βράδια καθήκον σου συζυγικό</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ ανακατεύεις σάρκα μετά πνεύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάνω στην κορύφωση σου να ονομάζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">έρωτα το τερατικό υβρίδιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και αλλού:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]Νύφη της μοναξιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">αρμένιζα στους ουρανούς</span><br />
<span style="color: #000000;">τυλιγμένη στα εξομολογητικά μελάνια μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόνο το πρωί συμπονετικό</span><br />
<span style="color: #000000;">τον κάματό μου ελεούσε με τον ύπνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δύο όψεις ενός και του αυτού δίνει η ποιήτρια. Το πρόσωπο της μοναξιάς με τη συνειδητοποίηση του απολεσθέντος πλέον αυθεντικού σκιρτήματος. Και μετά οι πιο τρυφερές λέξεις για την ίδια την τέχνη της που επιμένει εξομολογητικά να δημιουργεί τα γραμμένα της. Για μια ακόμα φορά ας μείνουμε στους στίχους της. Ίσως να προχωρούν πιο πέρα από αυτά που επιφανειακά δίνουν. Άλλωστε η ίδια δηλώνει τι θα ήθελε:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">στα άκρα κάπως για το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάσω βρε παιδί μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα άκρα μήπως δεν υπαινίσσεται και ο τίτλος της συλλογής;</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">τοβιβλιο.νετ 26.09.2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυριακή Λυμπέρη με τους φθόγγους της ποίησης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση είναι μία τέχνη προφορική και είναι από χιλιετίες αναπόσπαστο τμήμα της προφορικής μας παράδοσης. Παρά το γεγονός ότι εμείς την διαβάζουμε συνήθως, εκείνη συντίθεται για να απαγγέλλεται και να τέρπει διά της ακοής. Την παράδοση αυτή συνεχίζει με την νέα της ποιητική συλλογή και η Κυριακή Λυμπέρη, «ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι» (οι εκδόσεις των φίλων, 2017).</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση της Λυμπέρη με υπερρεαλιστικές επιρροές (παραμυθίες, τοπίο Μαΐου, το τρένο) κινείται στον ρυθμό της προφορικής συνειρμικότητας. Με την αξιοποίηση του διασπασμένου θέματος ενσωματώνει αβίαστα αγωνίες υπαρξιακές και κοινωνικές παραστάσεις (ο άνδρας που δεν, για την καλή χρονιά, μαθαίνεις νύχτα, στο κοιμητήριο, amabilis insania, στα άκρα) σε αδιάσπαστες νοηματικά συνθέσεις που κινούνται στο συνειρμικό ρυθμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θάνατος (για να σου μοιάζω, η εξάρτηση, στα κοιμητήρια) και η ποιητική αυτοαναφορικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο των αποτυπώσεων της Λυμπέρη. Συχνά η στιχουργική διατηρεί χαρακτηριστικά της ποίησης του πένθους (επί σκηνής). Η ποιήτρια θρηνεί και νιώθει τη μοναξιά μιας απώλειας που δεν κατονομάζεται (το σπίτι στον ουρανό, τοπίο Μαΐου, όταν το ταβάνι υπαγορεύει).</span><br />
<span style="color: #000000;">Η έκφρασή της διακρίνεται από μία προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία. Οι ερωτήσεις (δήθεν δική μου, ο άντρας μου να μ’ επιθυμεί, αμφιβολίες δειλινού, τα δώρα, της μύγας, στα άκρα, κι όμως Κατερίνα, τα άγια τοις κυσί) υποστηρίζουν τον στιχουργικό ρυθμό και διαμορφώνουν ένα ψευδοσκηνικό περιβάλλον, που δεν συνοδεύεται από κάποιο διαλογικό ύφος. Αντίθετα, με παραστατικότητα τονίζουν τις βαθύτερες αγωνίες της δημιουργού (η παράσταση, επί σκηνής, ένας λόγος για το τίποτα, η σελίδα του κόσμου, διηγητικόν).</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στη στοχαστική στιχουργική της οι υποθετικές προτάσεις βοηθούν στην κίνηση των αναζητήσεων της. Άλλοτε λειτουργούν σαν έμμεσες παρομοιώσεις και άλλες φορές σαν ερωτήσεις που περιμένουν την απόδοση/απάντησή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από την άλλη, οι «λέξεις» (όταν το ταβάνι υπαγορεύει, μαθαίνεις νύχτα, το τρένο) και η «γλώσσα» (παραμυθίες, αμφιβολίες δειλινού) χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας ποιητικής αυτοαναφορικότητας. Εντάσσονται στο ύφος μίας διασπασμένης θεματικά ποιητικής για την ποίηση (η εξάρτηση, στα άκρα, amabilis insania, ένας λόγος για το τίποτα, επί σκηνής, κι όμως Κατερίνα, η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;).</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φυσικό στοιχείο ενσωματώνεται αυθόρμητα στον συνειρμικό της στίχο. Το φυσικό περιβάλλον οπλίζει με εικόνες που μετασχηματίζει σε μέσο έκφρασης των υπαρξιακών της αγωνιών (να σκέφτεσαι χελιδονάκι, με τον τρόπο των δέντρων, της μύγας, τα μη γεγονότα). Και την ίδια στιγμή την εικονοποιία της υποστηρίζουν υπερρεαλιστικές πινελιές (στα κοιμητήρια, τοπίο Μαΐου, στα άκρα, όταν το ταβάνι υπαγορεύει). Χαρακτηριστική είναι η χρήση των λέξεων «ρίζες», «φύλλα» και «πουλιά» (με τον τρόπο των δέντρων, αν είμαι, να σκέφτεσαι χελιδονάκι).</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΦΡΕΑΡ 10/11/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γλώσσα άτιμη, ιερόδουλη –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">1.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τις συλλογές Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι, 2009, Εμαυτού, 2010, Το κάλλος και το τραύμα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012) και το Ζητήματα Ύψους (εκδ. Τυπωθήτω, 2015), η Κυριακή Λυμπέρη με τη νέα ποιητική της συλλογή, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, επιχειρεί να προσδιορίσει την ουσία ενός κόσμου σε συνεχή αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση ακροβατώντας πάνω στο χάος. Με συνείδηση λόγου βιωμένου, γλώσσα παλλόμενη και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη, στα 33 ποιήματα που συγκροτούν την συλλογή ο λόγος της μας μεταφέρει επιτυχώς «από το κείμενο στο υπερκείμενο», αγγίζοντας θέματα υπαρκτικά και καίρια, όπως η δύναμη και η αδυναμία της ποίησης, το πάθος και η μοναξιά, το κενό και η ματαιότητα των ανθρωπίνων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη/ -για να το πω κομψά-/πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους/εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να’ ναι/και τα “πολλών ανθρώπων λόγια” σου/μ’ ακολουθούν αδιάκοπα/απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!/[…] δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν/να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια/ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι./Χτυπάνε μες στα δόντια μου/ταμπούρλο τα φωνήεντά σου/να μην τελειώνει η μουσική/καλέ τι ωραία που εξασκούμαι/στα ανείπωτα!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το αίνιγμα και η αμφισημία, η ρευστότητα των πραγμάτων μέσα από την κατάδειξη των αντιθέτων συγκροτούν (όπως και στις προηγούμενες ποιητικές της συλλογές) τον κύριο θεματικό της καμβά. Ο έρωτας, κυρίαρχος, αναγνωρισμένος ως «θεμελιώδης ανάγκη της ύπαρξης» συναντάται τόσο ως ανάταση, αλλά και (περισσότερο) ως θραύσμα και πτώση που μοιραία την ακολουθεί, αίσθηση που περισσότερο μας διψά παρά μας δροσίζει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα/ η απουσία σφραγίδα στο δέρμα/μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις/σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη δεν αποτελεί απλή κατάθεση ή πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας. Στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζει. Αναστοχαστική και λεπταίσθητη, με ιδιότυπες λεκτικές πολυσημίες και πινελιές υπερρεαλιστικές και συνειρμικές, θυμώδης αλλά και επικούρεια, απέναντι στη δυσάρεστη πραγματικότητα, δεν ξεχνά πως η γλώσσα (όπως και το συναίσθημα) ενώ επιθυμεί την πλήρωση υπάρχει κυρίως στην έλλειψη. Κοινωνός μιας γραφής γλυκόπικρα ειρωνικής, απεκδυόμενη την ευκολία του ανοήτως ευνόητου και της εύπεπτης κοινοτοπίας, υιοθετεί την Καρυωτακική εσωστρέφεια:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όμως/ θα σε φυλάω στο συρτάρι μου σαν φωτογραφία/θα σε φυλάω στο μυαλό σαν εξοχή/σήμερα που έξω ο Μάιος μοιράζει/το σώμα του σε χωράφια και κάμπους/και φτιάχνουν οι άντρες/στεφάνια στις αγαπημένες τους/και ορκίζονται “για πάντα” και δεν ξέρουν/πως αύριο μπορεί να ταξιδεύουν/πολύ μακριά και να ‘ναι/ο έρωτας μαδημένο λουλούδι/κι η άνοιξη γριά.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αλλού:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Να καλημερίζω το κενό από απόσταση/τα δάκρυά μου να είναι χάρτινα/οι επιθυμίες μου πλαστικές/τα όνειρά μου σε τάξη.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">“Τα ποιήματα αποτυχαίνουν/όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες./ Μην ακούτε τι σας λένε/θέλει ερωτική θαλπωρή το ποίημα/ για ν’ αντέξει/στον κρύο χρόνο/” γράφει η Αγγελάκη Ρουκ (Προοίμιο, Λυπιού, 1995). Και η Κυριακή Λυμπέρη, σε αντιστικτική συνομιλία μαζί της, στο ποίημα με τίτλο «Κι όμως Κατερίνα», απαντά:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν/ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν./Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·/στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος/φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα/γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή/τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη/ […]Γιατί όταν έχεις τον έρωτα/το ποίημα τι να το κάνεις;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δημιουργία, εκτός από μέθεξη και μαγεία, είναι πρωτίστως στέρηση. Και την ποίηση δεν την γεννά κόρος σωματικός αλλά πνεύμα σάρκας που πάσχει, πεινά, επιθυμεί, αμφιβάλλει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μήλο μου στρογγυλό / δύο μισά που έγιναν ένα / άμα σπάσει το ένα, τι γίνονται;», «Κι άμα στο πουθενά βρεθείς / πώς να γυρίσεις στην αρχή;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι αφού το όλο “σκηνικό είναι από χαρτόνι” / γιατί τον νιώθω τόσο αληθινό / τον πόνο αυτό που με καρφώνει;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου/αλλά λείπει ο ένας/γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το λυρικό στοιχείο, με ριπές λόγου καθημερινού, σπάει το ξερό ποιητικό στυλιζάρισμα συνεπικουρούμενο από ένα ευφάνταστο παιχνίδι εικόνων. Το φανταστικό σμίγει με το πραγματικό, το αφηρημένο με το συγκεκριμένο, υπαρκτικές αμφιβολίες και φιλοσοφικές διερωτήσεις εκφέρονται με αγωνία και γνησιότητα, σε αγαστή συμπόρευση με την φόρμα. Το ύφος παραμένει λιτό κι ο λόγος πυκνός και εξομολογητικός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">2.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά από αβασάνιστες αποτυπώσεις του συρμού, η Κυριακή Λυμπέρη υπερβαίνει τα εσκαμμένα, ενδυόμενη γλώσσα πολύτροπη. Ο στίχος της (αδυσώπητος και ταυτόχρονα ιαματικός) περιγράφει, υπογραμμίζει, ζωντανεύει και προεικάζει αδιέξοδα λίγο πριν την παραίτηση και τη σιωπή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η τέχνη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Στα κοιμητήρια γυρίζει αδιάκοπα/ με λέξεις επιμένει να καλλωπίζει το θάνατο/η Τέχνη μας, η καλύτερη νοσηλεύτρια/γυμνάζεται πάνω στους τάφους ακμαία/ανακαλεί νεκρούς/ξεψαχνίζει βίους/μερεμετίζει φθορές και σφάλματα/συγχωρεί·»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και η ματαιότητα της ζωής:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«τη ματαιότητα για διάλειμμα/ κανένα ποτηράκι να κεράσει δοκιμάζει/τουλάχιστον/ανώδυνα τέλη, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά/μήπως και της ξεκλέψει κατά λάθος/στη ζάλη της.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο λακωνικός και υπαινικτικός της ενδοσκοπισμός:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Με τη μέθοδο των υπαινιγμών/ αν δοκιμάσεις να μιλήσεις/ περισσότερο χρόνο/τα ερωτήματα θα σέρνονται./Έχει κι αυτό φυσικά τη γοητεία του./Παρακινεί σε διαδρομές τη φαντασία.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η φύση και η σχέση της με την ανθρώπινη ύπαρξη και δημιουργία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«…μυστικές διεργασίες/απ’ τη ρίζα ως επάνω, χυμοί/μπαίνεις με όλους τους πόρους στο πράσινο/χλωροφύλλη ευχαριστία στο φως/χλωροφύλλη επιμελής χρήση/στο κουκούτσι του καρπού εισχωρείς/με τους σπόρους στην ουσία ανοίγεσαι/στη βαθιά ύπαρξη.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αμφίθυμη στάση απέναντι στα τερτίπια της Παραμυθίας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«[…] ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα/ ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη/ ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε/ τόσο πολύ/ τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δύναμη των λέξεων:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές/ α, τότε μια χαρά μπορώ/την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό/μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από/την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο σπαραγμός:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«και η ελπίδα μου με συντηρεί/ωραία στην κατάψυξη/αγαπημένη κανενός.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κλαυσίγελος της διάψευσης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν/ξανά στα κουτιά τα σύνεργα/και με το μέλλον μας/θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ένα καβαφικού τύπου τέλος:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όμως απ’ το λαβύρινθο αν βγεις/το φως του ήλιου πάλι αν χορτάσεις/εύκολο είναι να ξεχνάς/εύκολο ομολογίες να κάνεις.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νοσταλγός της ένωσης, ο στοχασμός εδώ είναι αυθεντικός, μεστός και σαγηνευτικός:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Και τώρα εγώ πώς θα τραβήξω / από το αυτάκι τη δικαίωσή μου;», «Μα πού είσαι;», «γλιτώνει κανείς από το ψέμα;», «Μα ήταν όλα για το ποίημα;», «ποιος στα παθήματα / γελούσε κάτω απ΄ τα μουστάκια του;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αλλού:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα / σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου / αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται / και δεν αντέχει την οδύνη του / αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας / αν είμαι σώμα που υποφέρει / μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο / μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει / βεγγαλικό που σκάει / την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ / με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σάρκα και πνεύμα –«σαρξ εκ πνεύματος– πνεύμα εκ σαρκός» (όπως αναφέρει στο moto που για την αρχή του βιβλίου εφευρίσκει) γίνονται αλληγορία και όραμα, πηγή ενσυναίσθησης και ψυχικής υπέρβασης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">3.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στους στίχους της Κυριακής Λυμπέρη η «επίκληση» είναι ομιχλώδης, κρυπτική, στα όρια του ερμητισμού. Αυτός ο κάποιος (ή κάτι) στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια δεν αποκτά ποτέ συγκεκριμένη ταυτότητα. Οι μάσκες με τις οποίες μας τον παρουσιάζει δείχνουν συχνά προς ένα φανταστικό πρότυπο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κάποτε η εξάρτησή μου θα ήθελε/επί ίσοις όροις να στέκεται δίπλα σου/(τρόπος του λέγειν, πού;/αφού αυτός ο τόπος δεν υπάρχει)»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">έναν άυλο μέντορα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Θα συμμετέχω πάλι και πάλι/σ’ αυτό το παιχνίδι/δήθεν πως είναι έρωτας/δήθεν πως λίγο κι εγώ σ’ εξουσιάζω/με την επανάληψη/και θα θέλω να σου μοιάζω[…]»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένα ον σε αέναη απουσία- παρουσία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«σε λίγο θα σχηματίσω τα σπίτια/ την πόλη, τον ουρανό./Από κάποιο λάθος της φαντασίας μου/κινδυνεύω να μη σε βρίσκω.[…]»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οντότητα προς την οποία εκείνη νιώθει ανεκπλήρωτο πόθο και έλξη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«[…]ρουφάω το αίμα που σου ανήκει/χαμηλώνω τα στόρια, αλλά πάλι σε βλέπω/[…]»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ύπαρξη-αντανάκλαση των εσώτερων απωθήσεων και επιθυμιών της, πρόσωπο που μέσα από το βλέμμα ή μη βλέμμα του μοιάζει να θέτει όχι μόνο το θέμα, αλλά και τα ίδια τα όρια και τα μη όρια της ποίησής της. Εκφραστής του ανολοκλήρωτου και του ασύμπτωτου, πρόσωπο-Ιδέα που στην εμμονική του ανάκληση ο ψυχισμός της είναι ευάλωτος και συχνά αμφισβητεί ακόμη και τη δύναμη της ποιητικής της. Φανταστικό άλτερ έγκο της που (άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε υποδόρια) την σηματοδοτεί:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω/ …Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου/και φτιάχνεις ωραία μουσική».</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">bookpress.gr 18/9/ 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Γιατί όταν έχεις τον έρωτα το ποίημα τι να το κάνεις;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι ένα τίποτα – εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Το κάλλος και το τραύμα, 2012</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ή μήπως πάλι / είμαι εγώ ένα τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέμπτη δοκιμή. Γραφή πορείας. Λυρικές εξομολογήσεις, κατά κανόνα ευσύνοπτες, με διακριτές παραλλαγές σε μορφή και περιεχόμενο. Τυπικές ενός και μόνου αδικαίωτου πάθους. Βιωματικό κεκτημένο. Στον αντίποδα της πόζας, της δήθεν έκφανσης, της εμφανώς ποιητικίζουσας συμπεριφοράς. Το ποίημα κατατίθεται δηλαδή μόνον αν έχει να δείξει κάτι. Πειστικά τα περί απομονώσεως του ποιητικού υποκειμένου, του αυτοεγκλεισμού του, της επακόλουθης στέρησης, του δεδηλωμένου ψυχοπνευματικοσωματικού κενού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά εξίσου πειστικά και τα περί μιας κατά καιρούς θυσιαστικής, παθητικής, ήτοι μαζοχιστικής ομηρίας (βλ. κυρίως «Τα άγια τοις κυσί» σε συνδυασμό με την άκρως βασανιστική επίκληση: «Α, έρωτα, έρωτα / χαράδρα εαυτού / κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα, / πάρε με έρωτα / τυράννησέ με ως το πρωί / να διαλυθώ / να σκορπιστώ / μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου», από το ποίημα –τι άλλο;– « Έρωτας» της συλλογής Το κάλλος και το τραύμα, εκδ. Γαβριηλίδης). Αφομοιωμένες επιδράσεις επιφανών Ελλήνων και αλλοδαπών δημιουργών λόγου, κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου. Διαχείριση του ζέοντος υλικού σύμφωνα με τους κανόνες μιας μουσικής αγωγής, η οποία προστατεύει το τελικό προϊόν από τον ύστερο εκφυλισμό του σε πεζολογία. Κι επειδή πολλά ζητήματα δεν διερευνώνται πλήρως, η ποιήτρια επανέρχεται διαρκώς σε ορισμένα από αυτά, λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους. Όπως φερειπείν είναι: η διάψευση που ενυπάρχει στον έρωτα, η φύσει και θέσει ματαιότης του βίου, τα περιορισμένα όρια των γνωσιολογικών μας δυνατοτήτων, η μη διάρκεια της καταστατικής αγάπης, η έντονη παρουσία της μη Φύσης, η έλλειψη κοινού επικοινωνιακού παρονομαστή σε πλείστες όσες περιπτώσεις, ο εφιάλτης της ενδεχόμενης αδράνειας του εγώ, λειτουργώντας μέσα στο δεδομένο πλαίσιο μιας κατά κανόνα απρόσωπης ομήγυρης, η εγγενής δυσκολία της λέξης να αποτυπώσει τα μύχια στοιχεία των εννοιών, τα άφατα, τα πολυποίκιλα έρματα των ιδεών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοντολογίς, η επαναφορά στη σταθερή αυτή θεματολογία κρίνεται περισσότερο ως περαιτέρω εμβάθυνση στα θέματα τα οποία φαίνεται να απασχολούν διαχρονικά την Κυριακή Αν. Λυμπέρη παρά ως εμμονή στη μη ανανέωση, στην άγονη και στείρα επανάληψη των όρων και των δεικτών του ποιητικού παιγνίου. Άλλωστε «η ποιητική γλώσσα βυθίζεται εκεί όπου ο κόσμος σκοτεινιάζει και η σημασία χάνεται» (βλ. ειδικότερα: Νάνος Βαλαωρίτης, Για μια θεωρία της Γραφής Γ΄, εκδ, Ψυχογιός). Εξού και το πεπρωμένο των επαναφορών στο χαοτικό γίγνεσθαι. Κατά τα άλλα, χαρακτηριστικό δείγμα των αλλεπάλληλων μεταπτώσεων του εγώ στη διακεκαυμένη ζώνη αυταπατών, παθημάτων και ηρωικών αναδιπλώσεων συνιστά, φρονώ, το διεσταλμένο εκείνο επίγραμμα, το οποίο τιτλοφορείται «Αν είμαι». Κατά λέξη έχει ως εξής: «Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα / σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου / αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται / και δεν αντέχει την οδύνη του / αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας / αν είμαι σώμα που υποφέρει / μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο / μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει / βεγγαλικό που σκάει / την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ / με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω». Ασφαλώς, ασύνειδα στο βάθος ακούγεται παραποιημένο το διάσημο «Αν» του νομπελίστα Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (1865-1936), ενώ απηχείται και ο εμφανώς φιλοσοφών επίλογος του προηγηθέντος ιδεαλιστικού οιονεί credo με τίτλο «Τα δέντρα (ή περί του είναι)» από την προαναφερόμενη συλλογή Το κάλλος και το τραύμα. Ήτοι: «Αναρωτιέμαι αν τα δέντρα υπάρχουν τελικά / ή μόνο οι σκέψεις τους· / αν είμαι τέκτων εγώ / σχεδιαστής, κατασκευαστής / συντηρητής, ισορροπιστής / παραλλαγή θεού σε μέγεθος μικρό / απορροφητήρας δέντρων· / αν είμαι το ίδιο το δέντρο ε γ ώ / μ΄ ένα φλιτζάνι του καφέ στο χέρι / αν είμαι ε γ ώ / αν ε ί μ α ι » (σημειώνω ότι τα κενά ανάμεσα στα γράμματα συνιστούν συγκεκριμένη έκφραση της ποιήτριας).</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κριτική έχει ήδη επισημάνει τις χαρακτηριστικότερες πλευρές αυτής της κατανοητής, εξόφθαλμα ερωτικής και συχνά πυκνά αυτοαναφορικής γραφής. Παραθέτω ενδεικτικά τα εξής: «Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται “ένας ελέφαντας” που “ξαφνικά πετά”. Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί […] Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –“βράδια” και “φεγγάρια”– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές […] Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας “μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου”, όπως έλεγε ο Σεφέρης» (βλ. Ανθούλα Δανιήλ, στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Διάστιχο», 19 Οκτωβρίου 2016, κρίνοντας την αμέσως προηγούμενη συλλογή της, τα Ζητήματα ύψους, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τυπωθήτω το 2015).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επίσης, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, απομονώνω και τα εξής ενδεικτικά: «Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου […] Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο [….] Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά [….] Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα» (βλ. Διώνη Δημητριάδου, γράφοντας επίσης για τα προαναφερόμενα Ζητήματα ύψους στο ηλεκτρονικό περιοδικό «fractal», 13 Ιανουαρίου 2016).</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτή τη συλλογή μέτρησα τριάντα επτά (37) ακριβώς ερωτήματα, όπως διατυπώνονται διαδοχικά στα τριάντα τρία (33) ποιήματα του έργου. Αναπάντητα στην πλειονότητά τους. Τα καταθέτω όλα ανεξαιρέτως. Με τη σειρά μάλιστα της εμφάνισής τους, λίγο πολύ από σελίδα σε σελίδα, προκειμένου να δοθεί μια πληρέστερη εικόνα των διαλαμβανομένων: «Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά / –άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!– / πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;», «Μήλο μου στρογγυλό / δύο μισά που έγιναν ένα / άμα σπάσει το ένα, τι γίνονται;», «Κι άμα στο πουθενά βρεθείς / πώς να γυρίσεις στην αρχή;», «– Είναι μικρός ο κόσμος ή μεγάλος; / – Λυγμός λέγεται αυτό που ανεβαίνει / την ίδια ώρα κάθε βράδυ στα στήθη μου / ή καμπανούλα της απόστασης; / – Ένα παγόνι θα ‘ρθει –αν έρθει– κατά δω / ή τ’ αηδονάκι του ποτέ; / – Η όραση μήπως είναι άχρηστη για τους ερωτευμένους; / – Η γλώσσα λέει όσα χωράει η καρδιά / ή μόνο ξέρει τη φτώχεια της να επιδεικνύει;», «Ολόσωμο, επί τέλους, πότε θα σε δω; / Πότε τα σύμφωνα θα γίνουνε αλήθειες;», «σχολαστικά – πώς όχι;», «θ’ αγαπηθούμε;» «Πλήρωση δεν το είπες;», «“Μη δότε τα άγια τοις κυσί” / έτσι δε λένε;», «Γιατί όταν έχεις τον έρωτα το ποίημα τι να το κάνεις;», «Και τώρα εγώ πώς θα τραβήξω / από το αυτάκι τη δικαίωσή μου;», «Μα πού είσαι;», «γλιτώνει κανείς από το ψέμα;», «Μα ήταν όλα για το ποίημα;», «ποιος στα παθήματα / γελούσε κάτω απ΄ τα μουστάκια του;», «Κι αφού το όλο “σκηνικό είναι από χαρτόνι” / γιατί τον νιώθω τόσο αληθινό / τον πόνο αυτό που με καρφώνει;», «Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες – γιατί;», «Αναρωτιέμαι το τίποτα τι είναι; / Νόημα, λέξη απλώς / ή το δοχείο του παντός; / Μετά από πόσες προκύπτει αφαιρέσεις; / Από το τι το αφαιρείς; / Τι για να προκύψει πολλαπλασιάζεις; / Όμως, μήπως το περιτύλιγμα είναι το τίποτα; / Ή μήπως πάλι / είμαι εγώ ένα τίποτα / που κάθε τόσο γλείφω καραμέλες που μου δίνουν; / Α, τίποτα / είσαι καλό ή κακό / να σε φοβάμαι πρέπει ή να σε ποθώ; / Μα τι να φοβηθώ λοιπόν; / Σαν είμαι εγώ εδώ, εσύ δεν είναι / κι αν έρθεις πώς θα σε γνωρίσω;», «Η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;», «θα το επιτρέψεις τέχνη μου / τόσο γελοία να υπάρχω;», «Πώς μπορεί η σελίδα του κόσμου / να μην έχει και σήμερα κάτι να πει / τόση νέκρα στην καρδιά αντέχεται;», «τι σήμαινε λοιπόν αυτό / το σώμα ζητούσε τις δεσμεύσεις του;», «Μα είχα ήδη βαθιά τον αρραβώνα με τ’ αστέρια / πώς να δοθώ αλλού χωρίς / να παραδώσω την αθωότητα στα σκυλιά;» και εντέλει «Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου· / μα είδες;»: Το ερώτημα ως ρητορικό ξεπέρασμα του κενού. Ως διαφυγή μέσα από τη νεφέλη των πολλαπλών σημασιών. Το ερώτημα ως εξορκισμός της αμφιβολίας της ύπαρξης για τον ίδιο τον εαυτό της. Ό,τι δηλαδή συναντά κανείς και αλλού. Φερειπείν: «Ως το δέντρο. Μ’ αγαπάς; / Ως το βουνό. Μ’ αγαπάς; / Ως τον ουρανό. Μ’ αγαπάς; / Πάντα κάτι εμποδίζει την αγάπη / όταν δεν υψώνεται κατακόρυφα / να εκτείνεται σε θαλάσσιο πλάτος» (βλ. το ποίημα της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου με τίτλο «Απλωτές», από τη συλλογή της Δανεικά αγύριστα, εκδ. Κίχλη, που κυκλοφορήθηκε προσφάτως).</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μιαν άλλη αποστροφή εμπεριέχεται η συναφής διαφωτιστική δήλωση της Κυριακής Αν. Λυμπέρη: «Με τη μέθοδο των υπαινιγμών / αν δοκιμάσεις να μιλήσεις / περισσότερο χρόνο / τα ερωτήματα θα σέρνονται. / Έχει κι αυτό φυσικά τη γοητεία του. / Παρακινεί σε διαδρομές τη φαντασία». Ή με τον τρόπο της Μαρίας Ευσταθιάδη: «Η γλώσσα χωρίζει· δεν ενώνει. Στόχος της λογοτεχνίας είναι το αίνιγμα, το κρυμμένο νόημα, που το μαντεύεις σιγά σιγά, που αναδύεται μέσα από έναν πολυπρισματικό ιστό. Ο υπαινιγμός. Το παιχνίδι. Η πολυσημία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της γλώσσας. Η λέξη δεν αναφέρεται, δεν παραπέμπει, η γραφή δεν αναπαριστά, χώρος της είναι η απουσία. Το ποίημα υφαίνεται [….] Οι λέξεις κρύβονται σε κλωστές, σε υφάσματα σε πτυχώσεις. Στην πραγματικότητα μόνο οι λέξεις υπάρχουν, ξεκάθαρες και συγχρόνως μυστηριώδεις. Σαν αστερισμοί. Μαύρο μελάνι πάνω στο λευκό. Δεν γράφεις με φως σε σκοτεινό πεδίο, μόνο το αλφάβητο των άστρων φανερώνεται με αυτόν τον τρόπο» (βλ. το επίμετρο στο Stéphane Mallarmé, Ίγκιτουρ ή η τρέλα του Ελμπενόν – Μια ζαριά δεν θα καταργήσει το τυχαίο, εκδ. Γαβριηλίδης).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ισχυρίζομαι ότι η Κυριακή Αν. Λυμπέρη αντιλαμβάνεται κι αυτή ότι το πεπερασμένο της έκφρασής της, εν είδει και εν γένει, είθισται να απομακρύνει εντέλει το πράγμα από το πρόσωπο, να θολώνει το ίδιο το πρόσωπο καθώς σπεύδει να καθρεφτιστεί στο άλλο πρόσωπο, να καθιστά εντέλει τη διαβίβαση του μηνύματος προβληματική. Η προσέγγιση, η πολιορκία της ετερότητας, η κατάκτηση και η ενδεχόμενη κατανόησή της σε ικανό βάθος, μετά από μια κοπιώδη προσπάθεια, τελείται μέσα σε μιαν ομίχλη, σ’ ένα ημίφως θεάτρου σκιών. Τα ανδρείκελα-ανθρωπάρια του Πλάτωνα φθέγγονται ως αυτοσχέδιοι, συνεχώς πειραματιζόμενοι εγγαστρίμυθοι. Το ερώτημα υπονομεύει την οποιαδήποτε δογματική απόκλιση του ποιητικού υποκειμένου. Το έδαφος θα παραμένει ολισθηρό, υπαινίσσεται η αλυσίδα των τριάντα επτά (37) ερωτημάτων: γλιστράει η γλώσσα πάνω σε ό,τι την απειλεί με άμεση ακύρωσή της. Είναι το έδαφος της –έστω– Αλήθειας. Ο αναστοχασμός της ποιήτριας έχει οδηγηθεί και στο παρελθόν μαθηματικά στο ίδιο κατά βάση βασανιστικό ερώτημα, στην καταιγιστική αμφιβολία, στο πιθανολογούμενο μετά βεβαιότητος μηδέν. Είναι το βήμα της τελεσίδικης διάψευσης. Η αμφιβολία, όπως το γράμμα, το οποίο κατ’ ανάγκην την αρθρώνει, έτσι σκοτώνει κι αυτή. Κατά συνέπεια, το διάβημα που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση τελείται στην ενδοχώρα της καρυωτακικής απαισιοδοξίας. Να απομονώσω εδώ και το θυμοειδές, λαϊκότροπο δίστιχο «Μήπως το τίποτα / μας ρουφάει ξετσίπωτα;», από Το κάλλος και το τραύμα, σε αντιστοιχία με την ομολογία «Εγώ θα είναι τίποτα» του Καταλανού ποιητή Κάρλες Καμπς Μουντό (1948-) και το ποίημα με τίτλο «Ένας λόγος για το τίποτα» από το παρόν Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατέδειξα μερικές από τις δυνατές αναγνώσεις και ό,τι αυτές πιθανώς συνεγείρουν, μένοντας ενσυνειδήτως κοντά στο πνεύμα των όσων αποτυπώνονται στην εν λόγω συλλογή.</span></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong> ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ   (2015)</strong></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Μαργαρίτα Παπαγεωργίου</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Σήματα ενδοποιητικής στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα Ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη </strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">January 12, 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη μελέτη του με τίτλο Seuils, «Κατώφλια», ο Gérard Genette εξετάζει τα στοιχεία που περιβάλλουν ένα κείμενο με σκοπό να το «παρουσιάσουν» και να το «καταστήσουν» παρόν. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν το παρακείμενο και είναι ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, όπως ο τίτλος ή οι επιμέρους τίτλοι όταν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αφιερώσεις, μότο, σημειώσεις και άλλα. Όλα τα παρακειμενικά στοιχεία ανήκουν σε μια ζώνη, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ένα κατώφλι μετάβασης αλλά και μεταβίβασης. Είναι δηλαδή σαν ένα σύστημα οδηγιών χρήσεως για τους αναγνώστες και μελετητές του. Ακολουθώντας τα βότσαλα που μας αφήνει η Κυριακή Λυμπέρη στο κατώφλι της τέταρτης ποιητικής της συλλογής παρατηρούμε ότι ο τίτλος είναι Ζητήματα Ύψους και ότι αρχίζει με δυο μότο, με το πρώτο να αποτελείται από δυο στίχους του ποιητή Paul Eluard «Γιατί το σώμα και η ψυχή εκτίθενται μαζί/ Γιατί χρησιμεύουν ως δικαιολογία το ένα για την άλλη», και το δεύτερο με το στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου «Κανένα κυπαρίσσι στο ύψος της αγάπης».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια με αυτά τα παρακειμενικά στοιχεία αποδίδει τα χρέη της στους δυο ποιητές, υπογραμμίζει τις προσωπικές της αναφορές αλλά και μας προϊδεάζει για τα θεματικά μοτίβα της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Δυο είναι λοιπόν οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται διττά. Μέσα από την ποιητική κατάδυση και ανάδυση στο σώμα αναζητάται η οδός του ύψους από τη μια, και της αγάπης από την άλλη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανυψωτική τάση είναι έκδηλη σ΄ όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Ζητήματα ύψους. Η ποίηση εγγράφεται στο κορμί του ποιητή. Και τα δυο μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν αναμέτρησης με το ύψος. Όταν όμως αναμετριέσαι με το ύψος, χρειάζεται να μελετήσεις την απόσταση που διανύεις ως εαυτός. Χρειάζεται να ενσκήψεις στο σώμα σου ως βάθος. Να ζυγίζεις το βάρος του κόσμου για να βρεις τις οδούς του ύψους. Και αυτό κάνει η Κυριακή Λυμπέρη εδώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα τα ποιήματα, λες και ζητούν να αποτινάξουν από πάνω τους ή πάνω από το ποιητικό εγώ, ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα τού επάνω δύσβατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιο το επάνω και ποιο το κάτω; συχνά συγχέονται, αλλά μόνο γιατί η ανάβαση είναι ταυτόχρονα και μια κατάβαση στον εαυτό, όπως στον ηρακλείτειο στίχο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή». «Κι αν καμιά φορά μετράω τα ύψη/ είναι τα βάθη που συλλογιέμαι» αναφέρει στο ποίημα «Με άγρια βότανα»: «Μα, όταν βγαίνω από εκεί,/ πόσα κομμάτια ουρανού/ μπορώ και θέλω να χαρίζω!» και στο «Χαρμολύπης εγκώμιον» «Και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω/- δώσε γαλάζιο και σκοινιά! / ύστερα από λίγο βουλιάζω/ σε βάθη άπατα./ Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό/ κι όμως αθώα,/ ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κινούμενη στης υπαρξιακής ποίησης τα μονοπάτια, σ΄ αυτή τη συλλογή η ψυχή σωματοποιείται διαμέσου οραματισμού στο χώρο της φύσης. Με απλή αλλά και πλούσια γλώσσα που ρέει σε εικονοποιία συμβολιστική, συχνά υπερρεαλιστική, με αποχρώσεις από τη διαδρομή της νεώτερης ποίησης, του Καρυωτάκη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Ν. Καρούζου, αλλά και από τα ιερά κείμενα (στο ποίημα «Επί των υδάτων» (Ars Poetica) η ίδια η ποιήτρια μάς πλοηγεί στις ποικίλες πηγές της ποίησής της), στοχεύει στο συναίσθημα του αναγνώστη με αιχμές που απαλύνονται όμως, από μια εσωτερική τρυφερότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη συναίσθηση της δίψας του ουρανού αλλά και της φύσης του πηλού γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η αρχή της αρχής» «η δίψα μου είναι των άστρων […] η καρδιά μου χώραγε τους ουρανούς/ και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!». Με αφετηρία την οδύνη της αδυναμίας του ανθρώπου, η ποιητική της συλλογής αποκτά μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με άλλοτε πικρή και άλλοτε μεταφυσική ένταση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα της Κ.Λ. ως «απαλοί ροδώνες όπου εξαντλεί την ανεπάρκειά της» με ποιητικά δομικά υλικά «άγρια βότανα, φρούτα, καρποί, λωτοί- φιλιά ώριμα, έχοντας στα δόντια το κλαράκι της μυρτιάς» και με όντα ζώντα του χάμω να αναμετρώνται και να τείνουν προς αυτά του άνω. Έτσι παρελαύνουν .. μια σφήκα κόκκινη στο δέντρο της καρδιάς, αηδόνια γυπαετοί, στρουθία /και τζιτζικιών θυσία ερωτική˙/ τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες/ άγγελοι του ουρανού αλλά και μέσα σε υπόγειες τρύπες/φίδια, σκορπιοί, μια καμηλοπάρδαλη, που και στα ψηλά, μα και στα χαμηλά γνωρίζει να ελπίζει, να τρώει, και να ζει/ ένας σκύλος που γλείφει τα χέρια του κυρίου του με ευγνωμοσύνη, αλλά και ένας λύκος που έγινε γλώσσα και ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι- ένα ελάφι που η καρδιά του χώραγε στους ουρανούς αλλά μοιράστηκε στα ερπετά, ένα κήτος που σε ρουφάει ολόσωμο και είναι πάντα εκεί, μέχρι και ένας δράκος που έγινε με τα χρόνια άγγελος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώσπου και ένας άγγελος ινδός προσφέρει τη μόνη ενσάρκωσή του, το ίδιο του το σώμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ένας Ινδός άγγελος,/ με τα ανοιχτά σε έκταση/ μαύρα χέρια του φτερά,/να συνοψίζει το απόγευμα/ επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια, / όχι την πτώση των αγγέλων/ -ότι αυτός δεν γνώρισε / της έπαρσης την αμαρτία- /μα τη λιγνή απελπισία να ζυγιάζεται/ στην άκρη του φωτός, / μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει/ το μόνο ιμάτιο που κατέχει –σώμα του / στο πουθενά.» («Ινδός άγγελος»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια παράλληλη εσωτερική αγωνία ζητά τον τόπο της ψηλά στα ποιήματα αυτά. Η αγωνία της αγάπης. Ναι, η αγάπη έχει ύψος. Εκεί κατοικεί. Μόνη. Η μοναξιά του επίδοξου αναβάτη – ακροβάτη στην αγάπη, άλλοτε ως πικρή διαπίστωση, άλλοτε ως προϋπόθεση κι άλλοτε ως υπόσχεση, υπερχειλίζει όλη τη συλλογή: «δύσκολη η μοναξιά, η αγάπη πονάει στα γόνατα./ Ακόμα κι αν δε βρεθούμε, ακόμα κι αν/ είσαι ήδη εδώ» γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η προφητεία».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η καρδιά της ποιήτριας στην μοναξιά της, αναζητά με πείσμα να αναμοχλεύσει το αόρατο, το ανέφικτο, με μια τιμιότητα που μόνο η αγάπη έχει, με μια αγαθότητα θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, θέλει υπομονή και πόνο αυτός ο δρόμος. Συχνά διαβάζεις τίτλους ποιημάτων ή και στίχους όπου ο βαθύς πόνος υψώνεται σε εγκαρτέρηση, και το μάτωμα ακούγεται σαν σιωπηλό ουρλιαχτό. Στο ποίημα «Με άγρια βότανα» «Στον πόλεμό μου μ’ αίματα,/ στα σπλάχνα με πληγές/ και στο υφαντό μου το πανί / με υπομονή Πηνελόπης» ή στο ποίημα «Να επιμένεις» «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ/ στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη,/ ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες,/ μουσική,/να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη η αυτοαναφορικότητα είναι το κύριο δομικό υλικό. Ότι η ποιήτρια παρατηρεί τον εαυτό της τη στιγμή της ποιητικής της διεργασίας και στη συνέχεια γράφει ποιήματα. Η κοινωνία όμως εγγράφεται στο σώμα του ποιητή και στη συνέχεια στο corpus του, την ποίησή του. Η ποίηση της Κ.Λ. όσο είναι αυτοαναφορική άλλο τόσο είναι σε αμοιβαιότητα με τον κόσμο γύρω της. Λαμβάνει και προσφέρει. Γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε αν και αναχωρητής ο ποιητής, αυτό να μη συνιστά φυγή από τον κόσμο αλλά συνομιλία με αυτόν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική διαδικασία της ανόδου/ καθόδου δείχνει να έχει λυτρωτική καθαρτική επενέργεια στο ατομικό αλλά και στο συνολικό υποκείμενο. Η ποιητική δημιουργία εκλαμβάνεται ως προσφορά αν και υποσκάπτεται συχνά από το αδιάφορον των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ματαιότητα του υλικού βίου και της απώλειας της αγάπης ή της απουσίας του ύψους απειλεί με καρυωτακικό πνιγμό την ποιήτρια στο ποίημα με τίτλο «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος»: «των νηπενθών η αθωότητα/ είναι εξακολουθητική:/ ως προς το πράττειν δρουν ενστικτωδώς˙ ελευθερία τι σημαίνει; Ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά/ τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά. Της σάρκας η τροφή/ μόνη τους ασχολία. / Και για την πρόκληση χρώμα, μυρωδιά/ και τα υπόλοιπα που η φύση επιτρέπει.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και αναρωτιέται: «Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;» («Η δωδεκάτη ώρα»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και απαντά στο ποίημα «Στους αντίποδες»: «Πέφτουν τ’ αστέρια ένα ένα/ σαν κέρματα χάλκινα για τους ζητιάνους. Θα περιμένω ό,τι περισσέψει / τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα. / Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους.» Στην ταπεινότητα, στο ελάχιστο των πραγμάτων μπορεί να βρίσκει κανείς την λύτρωση – αν ζεις στο ελάχιστο ή αν διερευνάς και ανατροφοδοτείσαι από το τίποτα, από το ανεπαίσθητο, μπορείς να βρεις την γαλήνη. Την ηρεμία της απάντησης ίσως;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πόθος και η ανάγκη για τη χαμένη αγάπη λοιπόν. Για την αγάπη που ήταν υπόσχεση στον κόσμο αυτό και δεν εκπληρώθη. Για έναν Paradise Lost, μια αγάπη που ήταν προφητεία από το θεό αλλά δεν πραγματώθηκε. Δε νιώθεται. Μοναχά ελπίζεται μέσα σε ένα κόσμο σκοτεινό, αδιάφορο, έναν κόσμο ματαιότητας. Έναν κόσμο του τίποτα ή του μετρίου, που μόνο ανεπαίσθητες αναλαμπές της θεότητας των πραγμάτων, του Ωραίου, της αγνότητας που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι πια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής, ο άνθρωπος, βρίσκει μια χαμένη αθωότητα στην μοναξιά του δείχνει να μας λέει η Κ.Λ., στην δική του αναζήτηση με το χαρτί και το μολύβι, με την ενατένιση των άστρων, με την καταβύθιση στην ψυχή, όπου έχει καλά κρυμμένα τα λευκά σιδερωμένα βρεφικά λες ρουχαλάκια του εαυτού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαράντα ένα ποιήματα σε αυτή τη συλλογή. Οι τίτλοι τους ως «μακροσκοπικά σήματα ενδοποιητικής» κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μας οδηγούν συμβολικά και συνοπτικά στα θεματικά ρεύματα της ποιητικής αυτής συλλογής της Κ.Λ. Σταχυολογώντας μερικούς τίτλους θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα ενδεικτικό παλίμψηστο: «Η καρδιά του ποιητή» – «Πορτραίτο» – «Με άγρια βότανα» – «Αντίποδες» – «Στα ύψη με το σώμα» – «Μη μιλήσω άλλο για αγάπη» – «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος» – «Χαρμολύπης εγκώμιον» – «Επί των υδάτων (Ars poetica)» – «Τα μικρά άνθη» – «Στη φλούδα μου» – «Στην αναμονή του» – «Δωδεκάτη ώρα» – «Προφητεία» – «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» – «Γένοιτο» – «Στα σύννεφα» – «Ο τόπος μου» – «Να επιμένεις» – «Στην αρχή της αρχής» – «Από χίλιες οδούς» – «Ζητήματα ύψους».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήματα – Ζητήματα ύψους λοιπόν. Ενός ύψους που ορίζεται ως βάθος. Ενός ύψους που φέρεται ως ερώτηση και απάντηση, ως διαδρομή και τέλος, ως επιλογή και τυραννία. Ως η μόνη οδός εντέλει για την επιστροφή στην ουρανική αγάπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρχή και τέλος εδώ τα λόγια του Ν. Καρούζου: «Για το ύψος και για το βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος είναι η ποίηση».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Alex Strohl.]</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Διάστιχο 19/10/2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη</span><br />
<span style="color: #000000;">αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;">τα λάθη μόνο για τους βράχους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια χελιδονοφωλιά του νου</span><br />
<span style="color: #000000;">…διακονία κανονική στο αόρατο</span><br />
<span style="color: #000000;">…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες</span><br />
<span style="color: #000000;">χέρια πλεγμένα αγαπητικά</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλα δάχτυλα που κεντούν</span><br />
<span style="color: #000000;">σταυροβελονιά το ανέφικτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θάνατος απλώνει γύρω</span><br />
<span style="color: #000000;">στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί</span><br />
<span style="color: #000000;">η τόση επαγρύπνηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 13/1/2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,</span><br />
<span style="color: #000000;">να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">να επιστρέψω αμέσως, ώρες που</span><br />
<span style="color: #000000;">με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όταν βγαίνω από εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσα κομμάτια ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορώ και θέλω να χαρίζω!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά</span><br />
<span style="color: #000000;">ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«πέστε μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο δράκος μου κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,</span><br />
<span style="color: #000000;">περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όταν συχνάζεις πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">σε δώματα θεών</span><br />
<span style="color: #000000;">στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ρούχο σου λίγη</span><br />
<span style="color: #000000;">από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,</span><br />
<span style="color: #000000;">παρέα για φθαρμένα απογεύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν</span><br />
<span style="color: #000000;">και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγώ εδώ στα χειμαδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">μαθαίνω την ψυχή μου.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ένας Ινδός άγγελος,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ανοιχτά σε έκταση</span><br />
<span style="color: #000000;">μαύρα χέρια του φτερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">να συνοψίζει το απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι την πτώση των αγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;">-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε</span><br />
<span style="color: #000000;">της έπαρσης την αμαρτία-</span><br />
<span style="color: #000000;">μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη του φωτός,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πουθενά»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…μη ζητήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">να επιστρέψω αμέσως, ώρες που</span><br />
<span style="color: #000000;">με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όταν βγαίνω από εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσα κομμάτια ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορώ και θέλω να χαρίζω!…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,</span><br />
<span style="color: #000000;">η δίψα μου είναι των άστρων…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΦΕΥΘ, τεύχος 5, Ιούνιος 2017</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ…</span><br />
<span style="color: #000000;">(Κυριακή Λυμπέρη, Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015, σελ. 60)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποιητική συλλογή Ζητήματα ύψους η Κυριακή Λυμπέρη αιωρείται μεταξύ αστεριών και σπηλαίων, μεταξύ ζωής και θανάτου. Πτήσεις και πτώσεις οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος: συνεχείς αποδράσεις, συνεχείς καταβυθίσεις σε έναν κόσμο που τον έχει ζήσει, αλλά τον μελετά ακόμη: «Δε λέει αυτό το δάσος να δώσει όλα του τα μυστικά / μπερδεύομαι». Και τα όντα συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα διαρκές ταξίδι στον αέρα. Ο ελέφαντας καταργώντας τους νόμους της βαρύτητας πετά, αν και γρήγορα με τον επόμενο στίχο αναιρείται η αλήθεια της ύπαρξής του, αφού μετατρέπεται σε χάρτινη ομπρέλα:</span><br />
<span style="color: #000000;">και να ένας ελέφαντας ξαφνικά που πετά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ομπρέλες χάρτινες για θερινές βροχές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοτε μικρές σε έκταση ποιητικές συνθέσεις, άλλοτε μεγαλύτερες και μία εκτεταμένη, «Επί των υδάτων», δεν απομακρύνουν την ποιήτρια από το κύριο μέλημά της να κλείσει τα μηνύματά της στους τελευταίους κυρίως στίχους, μηνύματα φιλοσοφικά, κάποτε ειπωμένα με ιδιαιτέρως αυστηρό ύφος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση της Λυμπέρη είναι και μια ξενάγηση στη φύση. Κυρίαρχα στοιχεία τα πουλιά. Λατρεύει τα πετάγματά τους, προσφέρονται εξάλλου για αλληγορικές αναγνώσεις, στοιχείο που συνηγορεί στην επιλογή του τίτλου της ποιητικής συλλογής Ζητήματα ύψους. Ο τίτλος, με μικρή διαφοροποίηση, θυμίζει στίχο του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» λέει ο μεγάλος ποιητής μας: «Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. / Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι / ζήτημα ύψους».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά έναν περίεργο τρόπο οι πτήσεις μετατρέπονται σε πτώσεις και αναπτύσσονται στα βάθη. Τα όρια μεταξύ τους ασαφή, σχεδόν ταυτίζονται:</span><br />
<span style="color: #000000;">Και αν καμιά φορά μετράω τα ύψη,</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι τα βάθη που συλλογιέμαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η καρδιά του/της δημιουργού, άλλοτε «διαμελισμένη», άλλοτε «μισή», πάντως και στις δυο περιπτώσεις κομματιασμένη, περιφέρεται ή μένει σταθερή «εδώ πέρα»: προορισμός της ποίησης ο διαμοιρασμός της στα πέρατα του κόσμου «στους δρόμους των ηπείρων» ή παραμονεύει ως μία σταθερά να εγκλωβίσει την έμπνευση μέσα σε «ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η απορία αναγνωστών, που δεν είναι πάντα άμοιρη σκωπτικής διάθεσης, «τι θέλει να πει άραγε ο ποιητής», χρησιμοποιείται από την ποιήτρια για ζωγραφικό πορτραίτο, κάθε άλλο όμως παρά ειρωνικά. «Τι να σημαίνουν άραγε / πράσινα χείλη… και πράσινα μαλλιά». Με σοβαρότητα παραθέτει τον προβληματισμό της σε θέματα οπτικής του δημιουργού: το βλέμμα του καλλιτέχνη είναι διαφορετικό από εκείνο του απλού παρατηρητή; Αναρωτιέται η ποιήτρια:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ιδιοτροπία του καλλιτέχνη;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια υπενθύμιση ότι</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κόσμος είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως εκείνος που τον βλέπει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μάλλον πρόκειται για ρητορικό ερώτημα, η απάντηση ενυπάρχει στην ερώτηση. Ποιος μας βεβαιώνει ότι η δική μας ματιά είναι ίδια με των άλλων; Μήπως βλέπουμε τον κόσμο, όπως επιθυμεί ο καθένας; Θεωρώ λοιπόν ότι στη συλλογή αυτή αποπειράται η ποιήτρια να καταγράψει την εξωτερική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου μέσα από το πρίσμα, την οπτική του δικού της καλλιτεχνικού εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση της Λυμπέρη συχνά γίνεται διδακτική. Στο ποίημα «Στα ύψη με το σώμα» παίζει με τις ομόρριζες λέξεις «ψηλώνει|», «ψηλός», «ύψος», και φιλοσοφεί:</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ναι κανείς έτοιμος για όλα/</span><br />
<span style="color: #000000;">…και στα ψηλά μα και στα χαμηλά γνωρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">να ελπίζει, να τρώει και να ζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λεπτομερείς αναφορές στο φυτικό και ζωικό βασίλειο μου δίνουν τη βεβαιότητα ότι η γνώση της και η αγάπη της γι’ αυτά οφείλονται σε μια πιο εξειδικευμένη ενασχόληση της ποιήτριας. Τα ποικίλα θέματα δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση, δίνουν ήχο, κυρίως χαρίζουν κίνηση. Η στασιμότητα μάλλον άγνωστη, η νεκρή φύση, όπως θα την εισπράτταμε από έναν ζωγραφικό πίνακα, εξοστρακισμένη. Ο σουρεαλισμός, εφιαλτικός κάποιες φορές, και ο ρεαλισμός συνυπάρχουν. Ενίοτε στους τελευταίους στίχους με θαυμαστή απλότητα αποκαλύπτεται η αλληγορική διάθεση. Ολοφάνερα οι αλληγορίες και οι μεταφορές συμπράττουν για να προβληθεί η ιδέα που γέννησε το ποίημα. Περνά από την παραβολή και εξασφαλίζει έναν δυνατό εκφραστικό τρόπο, ταυτόχρονα μέσω αυτής αποφεύγει τη ρητορική κενολογία. Στο «Σαρκοβόρων νηπενθών βίος» περιγράφει αρχικά τη συμπεριφορά των αναρριχητικών σαρκοβόρων φυτών με την ονομασία νηπενθή, προς το τέλος με ύφος καταγγελτικό αποκαλύπτει τον προβληματισμό της σε ζητήματα αξιών, ηθικής: «ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά / τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το «τίποτα» και το «κενό» του «Ημίμετρου» συναντιούνται με το «πουθενά» του «Ένας Ινδός άγγελος» για να σχολιάσει η ποιήτρια την απογοήτευση από όπου κι αν αυτή προέρχεται ή την απελπισία. Η μοναχικότητα ή και η μοναξιά, ο πόνος, η φθορά, η ανάλωσή μας σε ποταπά πράγματα –«η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς / και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά»– είναι καταστάσεις επώδυνες, όμως αναζητά τρόπους να τις ξεπεράσει, αν τις ξεπερνάει είναι ένα ζήτημα, αφού αναρωτιέται αν «Δύο ένα κάνουν ένα»; Τελικά καταλήγει στο «κενό».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιες περιγραφές είναι πολύ τολμηρές και προκαλούν τον αναγνώστη να μετρήσει τις αντοχές του στη φανταστική τους ανασύνθεση, όπως γίνεται στα ποιήματα «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» και «Έτσι κι αλλιώς». Αφαιρούνται τα πραγματικά στοιχεία από τα θέματα και χρησιμοποιείται ο σουρεαλισμός με εκφραστική δύναμη και προκλητική ελευθερία. Η παιχνιδιάρικη διάθεση εκφρασμένη σε στίχους που θυμίζουν παιδικό τραγούδι, «Δράκε-άγγελέ μου είσαι εδώ», καθώς και «Α, Λύκε, λύκε μην έρχεσαι» δεν αφήνουν περιθώρια επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Η σχέση με τη φύση δεν είναι μια ανάλαφρη βουκολική απεικόνιση, αντίθετα είναι μια αφορμή εξομολόγησης προβληματισμών ή ακόμα και τραυματικών εμπειριών καθώς και αναζήτησης απαντήσεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τελευταίο ποίημα «Ζητήματα ύψους» υπάρχει η απαισιόδοξη παραδοχή της ματαιότητας του κόσμου αυτού και στον ουρανό και σε υπόγειες τρύπες, στη νύχτα και στη μέρα και οπουδήποτε κρύβονται επικίνδυνα ζωύφια, «ο θάνατος απλώνει γύρω, / στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί/η τόση επαγρύπνηση». Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια χαρίζει κομμάτια ουρανού, στο τελευταίο τα αστέρια ρίχνουν «ματιές συμπονετικές, φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες». Ο θάνατος είναι νομοτελειακός, η ζωή κάνει αισθητή την παρουσία της από τον ουρανό μέχρι τις «υπόγειες τρύπες».</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα περισσότερα ποιήματα χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο, με το εγώ της ποιήτριας να κάνει έντονη την παρουσία του με μια εξομολογητική διάθεση, ενώ με το δεύτερο ενικό πρόσωπο εν είδει παραινέσεων συνομιλεί με τους αναγνώστες, αν και δεν καθίσταται προφανής η άμεση ανταπόκρισή τους. Έτσι η ποίηση αποκτά μια θεατρικότητα με πρωταγωνιστές όχι μόνο την ποιήτρια, αλλά και ένα πλήθος άλλων όντων που διαλέγονται μαζί της. Το σκηνικό ορίζεται από την ίδια τη φύση με συνεχείς εναλλαγές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η στίξη υπάρχει για να κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς να ανακόπτει τον ρέοντα λόγο. Μέσα από μια προσιτή γλώσσα, αυθεντική όσο και συναισθηματική, η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με άλλους ποιητές που φαίνεται να αγαπά και υπενθυμίζει στίχους ή φράσεις αυτολεξεί σε πλάγια γραφή ή σε παραφθορά. Στο «Επί των υδάτων (ars poetica)» είναι παρόντες ο Σεφέρης, «που δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν», «αμυγδαλιές που ανθίζουν», ο Καρυωτάκης, «σύμβολα ζωής υπερτέρας», ο Ελύτης, «το μεγάλο κόσμο, το μικρό», «Άσμα ηρωικό», «Νεφέλη», ενώ ο Καβάφης υπονοείται μέσα από τις αυτοβιογραφικές ή θεματικές αναφορές, «μέτοικος», «Πτολεμαίοι». Δεν είναι μόνο η ανάγκη να ζητήσει την υποστηρικτική συνδρομή τους σε όσα εκφράζει, αλλά και μια ομολογία, μια παραδοχή πως κάποια πράγματα ειπώθηκαν με έναν τελεσίδικο τρόπο. Η ποιήτρια ενσωματώνει δημιουργικά στη δική της ποίηση την παρακαταθήκη των μεγάλων δημιουργών. Ταυτόχρονα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις όχι μόνο για την αναζήτηση της ταυτότητας, αλλά και για τον αυτοπροσδιορισμό της ποιήτριας, «κι εγώ εδώ στα χειμαδιά / μαθαίνω την ψυχή μου», εμβαπτιζόμενη μέσα σε υψηλού επιπέδου ποιητικό περιβάλλον. Στο δεύτερο τίτλο «Αrs Poetica» γίνεται ευθεία αναφορά στον Λατίνο ποιητή Οράτιο και τις συμβουλές του προς τους συγγραφείς για τη σημασία της μελέτης των ανθρώπινων σχέσεων καθώς και τη σπουδαιότητα της έμπνευσης και της κριτικής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ανάγνωση της συλλογής τελειώνει με υποβόσκουσα τη χιουμοριστική διάθεση που δημιουργεί με τη σειρά της αίσθημα αισιοδοξίας. Στο ποίημα «Με τα νήπια» χαιρόμαστε χαριτωμένες στιγμές με τα πληγωμένα από τα παιχνίδια γόνατα των παιδιών, με το φιλί της μάνας που τα γιατρεύει, με τα χνουδωτά αρκουδάκια, εξακολουθεί η ποιήτρια όμως να βρίσκεται σε σύγχυση, καθώς ακόμα δεν αποφάνθηκε για το «ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Κυριακή Λυμπέρη κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, τον περνά μέσα από πάθη, πόθους, αναζητήσεις, αμφισβητήσεις. Όλα αυτά είναι όχημα για να δώσει τη μεγάλη αφορμή στον αναγνώστη να σκύψει στη δική του ψυχή, να ψάξει τις δικές του αντοχές, να ενισχύσει τις δικές του άμυνες:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν κοιτάξει κανείς στα βαθιά με προσοχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα διακρίνει τουλάχιστον την ουρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί το κήτος είναι πάντα εκεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα επικαλεστώ για το τέλος στίχους ενός δυνατού και ευρηματικού ποιήματος της Κυριακής Λυμπέρη, «Η αρχή της αρχής». Η ποιήτρια δεν διστάζει να αυτο-αποκαλυφθεί με μια εξομολόγηση προσωπική συνδυασμένη με έντονη αυτοκριτική ή και μια δυναμική παραίνεση αποφυγής επανάληψης λαθών προς όλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς άνθισα στα μέρη αυτά τα χαμηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">πήλινα πόδια χάρισα στο μέτριο</span><br />
<span style="color: #000000;">η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Ποιητικά/6/2017</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ίλιγγος του ύψους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παιδιά στον δρόμο παίζουν με τη μπάλα τους ποδόσφαιρο. Μπαλιές συρτές εξερευνούν το έδαφος. Μα μία δυνατή κλωτσιά είναι ικανή να στείλει τη μπάλα στα ουράνια, να της δώσει φτερά, προτού εισέλθει και πάλι σε τροχιά προσγείωσης. Στα ύψη και στα βάθη πραγματεύεται η Κυριακή Αν. Λυμπέρη τα ανθρώπινα σκαμπανεβάσματα του πνεύματος και της ψυχής, σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων εναλλαγών, διαρκών προσδοκιών και διαψεύσεων. «Ζητήματα ύψους» διερευνά στην ομότιτλη ποιητική της συλλογή, ιδίως στις απρόβλεπτες διαστάσεις που τα ζητήματα αυτά προσλαμβάνουν όταν «μπάλα στα πόδια των παιδιών» γίνεται η καρδιά του ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τοπίο της διερεύνησης η Λυμπέρη δεν το βρίσκει παρθένο. Αναζητώντας τον ουρανό βρίσκει το πατημένο μονοπάτι του Μίλτου Σαχτούρη. «Διψάμε για ουρανό», διατείνεται ο ποιητής στο ποίημα «Το ψωμί», και τον διεκδικεί ακόμη κι αν φαντάζει «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα», αυτοχριζόμενος «κληρονόμος πουλιών» («Ο Ελεγκτής»). Ακόμη και τα «άχρηστα που γίνονται πολύτιμα» συναντούν τον «Συλλέκτη» του Σαχτούρη. Της «μέρας το χαμόγελο» απηχεί το «ράμφος της πρωίας» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τα πράσινα μαλλιά κυρίας σε πορτραίτο, που ποτέ δεν τα «ερωτεύτηκε η κόμη», εντοπίζονται στα «μαλλιά» της «Ιτιάς» του Μάρκου Μέσκου. Στα φαρμακεία, ως «πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας», «αναβολές φθοράς» κι «ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία» καθρεφτίζονται ο Κ. Π. Καβάφης («Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.») και ο Γιάννης Κοντός («Το φαρμακείο»). Ακόμα και το «δεντράκι μοναχό» της Λυμπέρη είναι δημοτικοφανές ή μπορεί και να αντικατοπτρίζει το «Πουλάκι» του Ιωάννη Βηλαρά. Άλλωστε, και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει, αιώνες νωρίτερα, στην πραγματεία του Ψευδολογγίνου Περί ύψους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια συλλογή, ωστόσο, που πραγματεύεται το ύψος, είτε σε επίπεδο αισθητικό, είτε σε συναισθηματικό ή νοητικό, δεν θα μπορούσε να μην εμπεριέχει τη συνέχεια στην πορεία των σχετικών ανθρώπινων αναζητήσεων και τη συνομιλία με τους προγενεστέρους. Είναι σαφές πως μέσα από τη γόνιμη συνομιλία με τους προγόνους, η Λυμπέρη προτίθεται να προεκτείνει τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η προσωπική της θέαση, οι επιταγές της καρδιάς και του μυαλού της. Αισθητικά, όλες οι τάσεις που έχουν μπολιάσει τη νεοελληνική ποίηση, έτσι όπως ανακύπτουν από τις διαφαινόμενες συνομιλίες, συμβάλλουν στον προσδιορισμό του ύψους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ύψος για τη Λυμπέρη, όμως, στη διανοητική του πραγμάτευση, που αφορά την τοποθέτηση εντός κοινωνικού πλαισίου, αποκτά διαστάσεις στοχαστικές. Όταν, λοιπόν, το όραμα για τον ουρανό και τ’ αστέρια του δεν εκπληρώνεται, ελλοχεύει ο κίνδυνος του χθαμαλού, του μέτριου. Η ποιητική ηρωίδα γνωρίζει πως όταν φτάνει κανείς στα ύψη, πρέπει να μαθαίνει και να σκύβει, κι ίσως μάλιστα «πιο πολύ απ’ τον καθένα», αποφεύγοντας την υπεροψία. Γνωρίζει επίσης ότι κάθε άνοδος ακολουθείται κι από κάθοδο. Και τότε η ίδια νιώθει να σέρνεται σαν ερπετό στα χαμηλά, αδικαίωτη. Η οδυνηρή πτώση διδάσκει πως όλα τ’ αγαθά είναι εντέλει δανεικά. Οι βασιλικές χλαμύδες κάποτε επιστρέφονται, εφόσον, όπως γυμνοί ερχόμαστε στον κόσμο, έτσι και φεύγουμε γυμνοί «για τα νερά του θανάτου»· οπότε ο βιβλικός Ιώβ, με το παράδειγμά του, παρέχει μια απάντηση στις επιτακτικές ανθρώπινες υλικές διεκδικήσεις. Παρέχει, μάλιστα, τη γνησιότερη απάντηση, καθώς τα σιρόπια και τα έμπλαστρα δεν είναι παρά αστραφτερά καθρεφτάκια απευθυνόμενα σε ιθαγενείς, χωρίς αξία πραγματική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η νοητική προσέγγιση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, βαραίνει με τη λογική της επεξεργασία τα φτερά. Η σοφία ρημάζει την αμεριμνησία, και το ελπιδοφόρο φως των αστεριών σπαταλιέται στη διεκδίκηση μιας τεμαχισμένης σύνεσης, που οδηγεί μονάχα στην απώλεια του ελέους. Ακόμη και το συναίσθημα πλήττεται, καθώς συντρίβεται σε έναν σύγχρονο κόσμο που το έχει κάνει στάχτη. Γι’ αυτό η ποιήτρια αναγκάζεται να μη μιλήσει άλλο για αγάπη, ανταποκρινόμενη μεν στο αίτημα, αυτή τη φορά, του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά ενεργώντας κατά τον συγκεκριμένο τρόπο για λόγους εκ διαμέτρου αντίθετους: σταματά να προβάλλει τα συναισθήματα όχι επειδή εκείνα βρίσκονται παντού, οπότε είναι περιττές οι οποιεσδήποτε υπομνήσεις τους, αλλά επειδή θλίβεται από τον μαρασμό που επιβάλλει η ηγεμονία της προαναφερθείσας στάχτης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η διαφαινόμενη αποχώρηση από τον αγώνα για τον συναισθηματικό πλούτο, ωστόσο, είναι και η ίδια κομμάτι της νοητικής προσέγγισης, η οποία βαραίνει τη λογική. Κι αν οι νοητικές υπαγορεύσεις έχουν τη λογική τους, το συναίσθημα δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Εξακολουθεί να εκδηλώνεται στον έντονα μεταφορικό λόγο της ποιήτριας και στον βαθύ λυρισμό της, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Βαθιά που ομορφαίνεις», όπου η αμηχανία της ερωτικής προσέγγισης προκαλεί δάκρυα αστείρευτα, σπλάχνα και σώψυχα ακροβατούντα στην κόψη του γκρεμού και παραδομένα στον ίλιγγό του (εδώ η συνομιλία με τον «εξαίσιο ίλιγγο» από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου), απόρροια και πάλι του ύψους. Από κοντά η μουσική υποδαυλίζει το συναίσθημα, χαράσσοντας με τα έγχορδα «λεπίδια» της τα σπλάχνα. Με τις εικόνες που δημιουργεί η ποιήτρια κεντά «σταυροβελονιά το ανέφικτο», σ’ ένα έργο τέχνης που αρνείται εντέλει να υποταχτεί στον «ρεαλισμό» της λογικής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά την όποια απογοήτευση, συνεπώς, η ποιητική ηρωίδα βρίσκει τις διεξόδους της. Και σε αυτό συμβάλλει ιδίως η επιστροφή στην παιδικότητα, στην αθωότητα του «χάρτινου» κόσμου, των παιδικών ζωγραφιών και κατασκευών, με την οποία η Λυμπέρη, οδηγούμενη στον επίλογο της συλλογής της, έρχεται να συναντήσει εκ νέου τα παιδιά της εκκίνησης, τα οποία έπαιζαν μπάλα με την καρδιά του ποιητή. Τον κύκλο των πραγματεύσεων σφραγίζει, λοιπόν, η παιδικότητα, και δη η ποιητικά εκφρασμένη παιδικότητα. Οι δυσκολίες, βέβαια, δεν θα πάψουν να ορθώνονται. Όμως οι «χρυσαφιές ανταύγειες» των αστεριών επίσης θα βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν ανάμεσα στα εμπόδια και να φωτίζουν τις οδούς διαφυγής απ’ το σκοτάδι.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong> </strong></span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τ. 21 ΠΟΙΗΤΙΚΑ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέταρτη συλλογή. Διάχυτος, πλην όμως πειστικός, εύηχος λυρισμός. Φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος την παραδοσιακή ποίηση και όχι μόνον, ημεδαπή και μέρος της αλλοδαπής. Το ερωτικό στοιχείο δεν φωνασκεί. Παρέχεται έτσι κειμενικό έδαφος, ικανό και αναγκαίο, για την ανάπτυξη υλικού άλλου γένους. Διακρίνω την αλκή μιας εσωτερικής δύναμης, μιας ορμής προς τα εμπρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραπέμπω στους τελευταίους επτά στίχους του εισαγωγικού κομματιού με τίτλο «Με άγρια βότανα»: «Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, / να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέφω αμέσως, ώρες που / με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. / Μα όταν βγαίνω από εκεί, / πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω!». Δεν διστάζει να αναπτύξει θέματα που άπτονται της</span><br />
<span style="color: #000000;">κλασικής γραμματολογίας, όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει με την περίπτωση των ποιημάτων που τιτλοφορούνται «Ιώβ» και «Δόκτωρ Φάουστους» Κατάφαση στη ζωή χωρίς επιφυλάξεις. Δείγμα: «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ / στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη, / ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες μουσική, / να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις» Από τις πλέον αισιόδοξες γραφές των ημερών.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μια άλλη άνοιξη διαφορετική</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια νέα ποιητική συλλογή με τίτλο «Ζητήματα ύψους», της Κυριακής Λυμπέρη, κάνει την εμφάνισή της στις προθήκες των βιβλιοπωλείων τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη. Του Θανάση Τοτόμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a style="color: #000000;" href="http://tvxs.gr/news/biblio/mia-alli-anoiksi-diaforetiki-i-nea-poiitiki-syllogi-zitimata-ypsoys-tis-kyriakis-lymperi" rel="nofollow">http://tvxs.gr/news/biblio/mia-alli-anoiksi-diaforetiki-i-nea-poiitiki-syllogi-zitimata-ypsoys-tis-kyriakis-lymperi</a></span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bd-%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
