<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 12 Jan 2023 20:04:46 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/06/%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/06/%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 03 Jun 2016 15:13:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=4117</guid>

					<description><![CDATA[Ο Χρηστός Μαύρης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1954. Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα και παρακολούθησε Ανθρωπιστικές Σπουδές στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Επίσης παρακολούθησε εξάμηνο επιστημονικό σεμινάριο στην Επικοινωνία και στα Μ.Μ.Ε., υπο την εποπτεία του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορες εφημερίδες. Τα τελευταία 15 χρόνια, και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016 που αφυπηρέτησε, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/06/%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Χρηστός Μαύρης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1954. Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα και παρακολούθησε Ανθρωπιστικές Σπουδές στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Επίσης παρακολούθησε εξάμηνο επιστημονικό σεμινάριο στην Επικοινωνία και στα Μ.Μ.Ε., υπο την εποπτεία του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορες εφημερίδες. Τα τελευταία 15 χρόνια, και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016 που αφυπηρέτησε, εργάσθηκε στην καθημερινή εφημερίδα “Χαραυγή”. Από το 1998 μέχρι το 2009 δίδαξε στη Σχολή Δημοσιογραφίας του FIT (Frederic Institute of Technology). Διετέλεσε πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και αντιπρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.</p>
<p>Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τα έξης βιβλία:</p>
<p>1. ΕΝΕΔΡΑ, Ποίηση, Λεμεσός 1978, Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο των Μορφωτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου<br />
2. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ποίηση, Λεμεσός 1980<br />
3· Ο ΤΕΛΕΥΤΑ10Σ ΕΠΙΖΩΝ, Σπουδή στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, Δοκιμιο, Λευκωσία 1990<br />
4· ΤΟ ΠΝΕYMA ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ 20 εκλεκτές συνεντεύξεις, Λευκωσία 1993<br />
5. Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΙΔΙΚΟΣ ποίηση Λευκωσία 1992<br />
6. ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ, ποίηση Λευκωσία 1995. Τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.<br />
7. ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Ο ΜΕΙΖΩΝ, Συνομιλίες με τον ποιητή, Λευκωσία 1996<br />
8. ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΓΩΝΕΣ, Χρονολόγιο Πέτρου Στυλιανού, Λευκωσία 1998<br />
9. ΝΑ ΦΥΣΑΣ ΝΑ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥΛΙΑ, Δοκίμιο για την ποίηση της Πίτσας Γαλάζης, Λευκωσία 1999<br />
10. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Συνοπτική βιογραφία (στα αγγλικα), Λευκωσία 2000<br />
11. Ο ΑΓΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ, Ποίηση, Λευκωσία 2002<br />
12. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, Συνεντεύξεις με τον Μιχάλη Πασιαρδη, Λευκωσία 2003<br />
13. Ο ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, Ποίηση, Λευκωσία 2003<br />
14. «ΛΑΜΠΕΙ ΑΚΟΜΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ&#8230;», Μια κριτική ανάγνωση στον “Νεκρόδειπνο” του Τάκη Σινόπουλου, Λευκωσία 2005<br />
15. «ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ», Συνεντεύξεις με τον Μάριο Τόκα, Λευκωσία 2008<br />
16. ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΟΚΟΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, Ποίηση, Λευκωσία 2010<br />
17. «Ο ΕΞΗΜΕΡΩΤΗΣ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ-Προσεγγίσεις στην ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου», Μελέτη, Λευκωσία 2015<br />
18. «ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ», Έκδοση Κυπριακής Βιβλιοφιλίας, αρ. 1, Λευκωσία 2016<br />
19. Ο ΛΙΘΟΞΟΟΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ. ποίηση, Λευκωσία 2016<br />
20. ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΧΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΜΕΤ’ ΕΓΚΩΜΙΩΝ &#8211; Αναμνήσεις από την φιλία-μου με τον Φοίβο Σταυρίδη. Λευκωσία 2017<br />
21. ΛΟΓΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΓΥΝΑΙΚΑ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ», Μια προσέγγιση στη Λιβίδω του Μανόλη Πρατικάκη, Μελέτη, Λευκωσία 2018<br />
22. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ, «Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία», Δοκίμιο, εκδ. Κύμα, Αθήνα 2019<br />
23. ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ. Ο μεγάλος ελεύθερος. Μια κριτική ανάγνωση της ποίησής του, Λευκωσία 2020<br />
24. ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ  (2022)</p>
<p>Ποιήματα του Χρήστου Μαύρη έχουν μεταφρασθεί στα αγγλικά, γερμανικά, ιαπωνικά, τουρκικά, βουλγαρικά, ρουμανικά και ιταλικά.<br />
Ο συνθέτης Αδάμος Κατσαντώνης έχει μελοποιήσει ποιήματα του που περιλαμβάνονται στον ψηφιακό δίσκο Δεν μοιράζεται η πατρίδα και η εκ Θεσσαλονίκης συνθέτρια- ερμηνεύτρια Αριάδνη (Φιλιππίδου) μελοποίησε ποιήματά του από τις συλλογές του Ο εσπερινός της μνήμης και Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών.<br />
Το 2017 κυκλοφόρησε σε ψηφιακό δίσκο το μουσικό έργο Ακατοίκητο όνειρο σε κερένια μάτια&#8230; Πρόκειται για μια σειρά ποιημάτων από τις συλλογές Ο εσπερινός της μνήμης και Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών που μελοποίησε ο συνθέτης Ανδρέας Α. Αρτέμης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0001.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18953 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0001.jpg" alt="" width="260" height="414" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0001.jpg 402w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0001-188x300.jpg 188w" sizes="(max-width: 260px) 100vw, 260px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0002.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18954 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0002.jpg" alt="" width="260" height="406" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0002.jpg 409w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0002-192x300.jpg 192w" sizes="(max-width: 260px) 100vw, 260px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0003.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18955 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0003.jpg" alt="" width="260" height="413" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0003.jpg 403w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0003-189x300.jpg 189w" sizes="(max-width: 260px) 100vw, 260px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0004.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18956 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0004.jpg" alt="" width="260" height="360" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0004.jpg 462w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/06/Untitled.FR12-0004-217x300.jpg 217w" sizes="(max-width: 260px) 100vw, 260px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ (2022)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Η ΣΤΕΡΝΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ</strong></h6>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Γη των νεκρών πώς μ’ έπιασες στο δόκανο</em><br />
<em>σαν ένα ζώο που γλείφοντας τις μαύρες-του πληγές ανατριχιάζει</em><br />
<em>σαν το δαμάλι που γονάτισαν απάνω-του την ώρα που το σφάζουν</em></p>
<p style="padding-left: 120px;"><em>ΜΑΝΟΣ ΚΡΑΛΗΣ, Επιτάφιος του πληρώματος </em></p>
<h5><strong>ΚΑΛΠΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ</strong></h5>
<p>Είχε την γεύση πικροδάφνης<br />
η στραβή και ανάποδη μέρα<br />
όταν στα δύο κόπηκε ο καιρός<br />
διαγράφοντας ένα εντάφιο σχήμα.</p>
<p>Το πληγωμένο φως βυθιζόταν<br />
σε μία θάλασσα από ζεστό αίμα.<br />
Πάνω στη γη φύτρωνε<br />
άγριο σκοτάδι αντί τρυφερό χορτάρι.<br />
Και ψηλά στον γκρεμισμένο ουρανό<br />
έχασκε ένας απελπισμένος Ήλιος &#8211;<br />
Ήλιος &#8211; νόμισμα λαμπερό &#8211; κάλπικος.</p>
<p>Κάτω ο ανοίκειος παράδεισος<br />
απαλλοτριώθηκε αυθημερόν<br />
για να γίνει γήπεδο ποδοσφαίρου<br />
ν’ αθλούνται κάτι Ρομα Άγγελοι.</p>
<p style="padding-left: 240px;">1974- 1.3.2018</p>
<h4><strong>ΟΙ ΠΑΜΦΑΓΕΣ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</strong></h4>
<p>Έπεφταν καταιγιστικές βροχές όλο το βράδυ.<br />
Ασταμάτητα έβρεχε και την άλλη μέρα!<br />
Τα βρεγμένα φτερά των παραστρατημένων αγγέλων<br />
έγιναν βαριά σαν μολύβι! Είναι αλήθεια,<br />
δεν άντεχαν τόσο βάρος τα διάφανα σώματα των αγγέλων!<br />
Εξαντλημένοι κατρακυλούσαν κάτω με δύναμη και γδούπο<br />
άλλοι πάνω στις στέγες, άλλοι μες τις αυλές των σπιτιών-μας.</p>
<p>Με χαλασμένα τώρα τα φτερά και ηθικό ρημάδι<br />
περιφέρονταν άσκοπα στους δρόμους και τις πλατείες.<br />
Κανένας βέβαια δεν υποψιαζόταν τον μεγάλο κίνδυνο<br />
από τις παμφάγες γάτες που έχει μαζέψει στην αυλή-του<br />
ένας ξεσπιτωμένος, ένας απαρηγόρητος ποιητής.<br />
Καιροφυλακτούσαν οι δόλιες ν’ αρπάξουν<br />
την φτερούγα κάποιου μισοπεθαμένου αγγέλου<br />
και έπειτα με την ησυχία-τους<br />
να του λιανίσουν τ’ άνοστα κρέατά-του.</p>
<p>Μα τι μανία, τέλος πάντων, έχει πιάσει<br />
αυτό τον αδικαίωτο άνθρωπο! Άκουσ’ εκεί!<br />
Να εκτρέφει δεκάδες γάτες στην αυλή-του<br />
γιατί του στέρησαν, λέει, οι κατακτητές τη χαρά<br />
να καλλιεργεί και να ποτίζει τις φαιδρές πορτοκαλιές<br />
στο περιβόλι που έχει στην Αμμόχωστο,<br />
την πάγχρυση μα ανάπηρη πόλη.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Λευκωσία, 24.10.2016 -Αθήνα, 29.10.2016</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΑΙΜΑΤΟΣ</strong></h6>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Ω ψυχή των ανθρώπων, αγρέ λυπημένε,</em><br />
<em>Που πέρνα κάθε σούρουπο από τα δέντρα-σου ο θάνατος</em><br />
<em>ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Μη σκεπάζεις το ποτάμι</em></p>
<p style="padding-left: 120px;"><em>Τραγουδώ /μ’ όλες τις πληγές-μου /όχι για δόξα</em><br />
<em>ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Το Θεώρημα</em></p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΔΙΚΑΙΩΤΟ ΑΙΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;"><em>Του Πάμπη Αναγιωτού</em></p>
<p>Το σκοτωμένο, το αδικαίωτο αίμα<br />
λίμνασε<br />
απάνω στης μνήμης-μου τις πλατιές φτερούγες.</p>
<p>Ο πυρομανής Ήλιος ο ανελέητος τύραννος<br />
ίσως για να με εξοντώσει τελειωτικά<br />
ρίχνει<br />
κάθε πρωί ένα αναμμένο σπίρτο απάνω-του<br />
και αυτό τρικούβερτα λαμπαδιάζει!<br />
Γίνεται φωτιά ανεξέλεγκτη που κατακαίει<br />
της ψυχής-μου το έσωθεν καταπράσινο δάσος.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 200px;">Φεβράρης- 30. 4.2021</p>
<h5><strong>Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΑΠΟΔΗΜΗΣΕ</strong></h5>
<p>Άταφα παρέμεναν για μέρες μέσα στους δρόμους<br />
τα τουμπανιασμένα σώματα,<br />
αφημένα στις ορέξεις των όρνεων και των σκυλιών!<br />
Τα σκότωσε η κίτρινη λύσσα του νικητή<br />
όταν αναίτια έχωσε βαθιά στις σάρκες-τους<br />
τα μολυβένια, τα φαρμακερά-του δόντια.</p>
<p>Ποιος 0α τολμήσει να τα θάψει;<br />
Η Αντιγόνη πάνε χρόνια που αποδήμησε σε άλλη γη.</p>
<p style="padding-left: 200px;">1974 &#8211; 8.6.2018</p>
<h5><strong>ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΕ Ο ΗΛΙΟΣ</strong></h5>
<p>Έδυσε ο παγωμένος Ήλιος<br />
αλλα δεν ξαναγύρισε.<br />
Λες και έχασε τον δρόμο-του.<br />
Κι η Ανατολή καταργήθηκε, όπως σχολική<br />
γιορτή, απο το ημερήσιο πρόγραμμά-μας.</p>
<p>Όλα τα είδε ο προδομένος Ήλιος &#8211; έφριξε<br />
και απέκρυψε τις ματωμένες αχτίνες-του!</p>
<p style="padding-left: 160px;">1974 &#8211; 22.4.2019</p>
<h5><strong>ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΩΝ ΣΒΗΣΜΕΝΩΝ ΑΣΤΡΩΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;"><em>Η μνήμη μεταλλάσσει τους νεκρους-της σε άστρα</em><br />
<em>ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ, Τα χίλια φύλλα</em></p>
<p style="padding-left: 200px;"><em>Μάταια περιμέναμε τον άγγελο / ν’ ανάψει τ’ αστέρια ένα ένα</em><br />
<em>ΜΑΝΟΣ ΚΡΑΛΗΣ, Επιτάφιος του πληρώματος</em></p>
<p>Τι μέρες αγωνίας! Τι ατελείωτες νύχτες πόνου!<br />
Σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια θάβουμε νεκρούς<br />
νεκρούς αδικαίωτους και υπομονετικούς,<br />
απροετοίμαστους για τον σκοτεινό θάνατο.<br />
Λιγοστεύει το προδομένο αίμα, πληθαίνουν τα κόκκαλα.<br />
Σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια<br />
θάβουμε αιχμάλωτα ξασπρισμένα κόκκαλα.<br />
Λιγοστεύουν αισθητά του Ήλιου οι απομείναντες<br />
κι η μνήμη γυναίκα δύστροπη μετατράπηκε σ’ ένα<br />
απέραντο νεκροταφείο πάνω στο ξεραμένο σώμα-μας.<br />
Αγέλαστε Θεέ, της συμφοράς και του ελέους, πότε θα φθάσει<br />
η αργοπορημένη Άνοιξη στην πρωτεύουσα του πόνου-μας;<br />
Σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια οι Πανέλληνες<br />
θάβουν ανέξοδους νεκρούς που χάσανε τ’ όνομά-τους<br />
και το αηδόνι που είχαν μέσα-τους σίγησε από καιρό.</p>
<p>Με μικρ’ άστρα μοιάζουν οι νεκροί-μας<br />
που κάποια κρύα νύχτα σβήνει το χλωμό φως-τους<br />
και χάνονται τελεσίδικα στο άπειρο.<br />
Όλο το πληγωμένο φως θα δέσει κάποτε<br />
το σπαταλημένο αίμα θα γίνει ουρανός πάμφωτος<br />
κι’ ένας νέος θηριώδης Ήλιος θα γεννηθεί μέσα-του<br />
για ν’ ανατείλει υπέρλαμπρος την άλλη μέρα<br />
έξω από τα κατάκλειστα παράθυρά-μας.</p>
<p style="padding-left: 200px;">26.11.2017-20.1.2018</p>
<h5><strong>ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ</strong></h5>
<p>Αυτά τα μικρά φέρετρα τα σκεπασμένα με τη γαλανόλευκη<br />
θα γίνουν κάποτε μυθικά καράβια και θ’ αρμενίσουν<br />
στα παγωμένα νερά των σκοτεινών θαλασσών<br />
μ’ ένα αντάρτη Ήλιο να κυματίζει στο πιο ψηλό κατάρτι-τους.<br />
Ετοιμόρροπα καράβια που θ’ αντιμάχονται με λύκαινες θάλασσες<br />
κατάφορτα με μαύρο πόνο, οργισμένο αίμα και οστά γεγυμνωμένα.<br />
Κατάφορτα με σπασμένα μάρμαρα και εντάφιες πλάκες<br />
επιτάφιοι του πληρώματος κάτω από το μελανιασμένο φως<br />
έχοντας στ’ ανεμοδαρμένα κατάρτια-τους &#8211; αντί άσπρα πανιά &#8211;<br />
τις τεράστιες μαύρες φτερούγες πουλιών και αρχαγγέλων<br />
για να τα ελαύνουν αργά αργά προς το ατελεύτητο ταξίδι-τους.</p>
<p style="padding-left: 200px;">17.1.2018, Του Αγίου Αντωνίου</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΛΙΘΟΞΟΟΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ (2016)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ</strong><br />
<strong>ΛΙΘΟΞΟΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗ</strong></h5>
<p>Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ του Μανόλη Πρατικάκη μοιάζει με ορυχείο. Ανεξάντλητο ορυχείο που συνεχίζει να δίνει άφθονη ποσότητα από τον ορυκτό πλούτο που κρύβει μέσα του, παρόλο που έχει χαρτογραφηθεί εδώ και αρκετές δεκαετίες! Και ο θαυμασμός σου επαυξάνεται όταν αντιληφθείς ότι πρόκειται για επεξεργασμένο χρυσάφι το προϊόν που προσφέρει αυτό το ακένωτο ορυχείο! Μάλιστα, όσο πιο βαθιά γίνονται οι εξορύξεις, δηλαδή όσο πιο βαθιά σκάβεις σε αυτό το μεγάλο ορυχείο, τόσο πιο πολύ χρυσάφι φέρνεις<br />
στην επιφάνεια!<br />
Με αυτά που σημείωσα αμέσως πιο πάνω θέλω να επισημάνω πως η έμπνευση του Μανόλη Πρατικάκη δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα κάμαρης, παρόλο που έχουν περάσει 42 σύναπτα χρόνια από την πρώτη επίσημη ποιητική εμφάνισή του και παρόλο που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα<br />
18 ποιητικές συλλογές!<br />
Αντιθέτως, η έμπνευσή του παρουσιάζεται ατίθαση, καλπάζουσα και ασυγκράτητη, όπως αφηνιασμένο άλογο που γυροφέρνει ασταμάτητα μέσα στον πλατύ κάμπο! Είναι, πάνω απ’ όλα, φρέσκα, εύχυμος και αμάραντη-πραγματικό «ρόδο αμάραντο»-που σου επιβάλλει να την αισθάνεσαι ή να τη νιώθεις σαν ένα καταπράσινο δάσος, κατάσπαρτο από πανύψηλα δέντρα και θάμνους, γεγονός που κάνει τον Πρατικάκη, ως δημιουργό, να ξεχωρίζει ανάμεσα στη συντεχνία των ομοτέχνων του. Να ξεχωρίζει δηλαδή ως ένας ποιητής φαινόμενο, με οργιαστική φαντασία και ανεξάντλητη δύναμη δημιουργίας ή, καλύτερα, με ανεξάντλητη μήτρα δημιουργίας!<br />
Με άλλα λόγια, ο Μανόλης Πρατικάκης είναι ποιητής πρωτοστάτης έτσι όπως προβάλλει μέσα από την ποιητική οδοιπορία που χάραξε και διάνυσε όλα αυτά τα χρόνια. Συνάμα είναι ποιητής αξιοθαύμαστος, αξιαγάπητος και αξιομελέτητος και δεν είναι τυχαίο που η σοβαρή κριτική, φιλολογική και λογοτεχνική, έχει ασχοληθεί συστηματικά και σε βάθος με την ποίηση του και γενικά με τ’ όλο έργο (σ’ αυτό συμποσω και τα πεζά κείμενά του) που έχει δημιουργήσει και προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό μέχρι σήμερα.<br />
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ υπάρχει στην ποίηση που παράγει ο Πρατικάκης ακόμη ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό το οποίο έχει σχέση με το περιεχόμενο αλλά (σε λιγότερο βαθμό) και με τη μορφή των πολύστιχων ποιημάτων που<br />
μας έχει προσφέρει. Για να ακριβολογώ, έχει άμεση σχέση με την πνευματική υπόσταση ή, πιο απλά, με τη διανοητικότητά του που συνειδητά και στοχευμένα διαχέει σ’ αυτά τα ποιήματά του.<br />
Είναι παγιωμένο πλέον πως ο ποιητής εδώ και αρκετό καιρό έχει ξεπεράσει το στάδιο του απλού καταγραφέα αισθημάτων και εικόνων (οπτικών ή νοητικών) στους στίχους του και γενικά στην ποίησή του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα άτομα που αρχίζουν να καταπιάνονται με τη λογοτεχνία, πριν ακόμη φθάσουν στο στάδιο της ωρίμανσης της γραφής και γενικά της τέχνης τους. Χωρίς βέβαια να εξυπακούεται από μέρους μου πως η καταγραφή αισθημάτων ή οπτικών και νοητικών εικόνων στην ποίηση κάποιου είναι πράξη κατακριτέα και απορριπτέα.<br />
Απλώς θέλω να επισημάνω πως ο Πρατικάκης είναι άτομο φιλομαθές και πολυμαθές, άρα επαρκής αναγνώστης, γι’ αυτό και ως ποιητής είναι καλά ενημερωμένος και προσανατολισμένος. Είναι σίγουρα ποιητής διανοούμενος (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) με αποτέλεσμα όλη αυτή η διανοητική συγκρότησή του να μεταφέρεται νομοτελειακά και στην ποίησή του. Συνεπεία όμως αυτής της διανοητικότητάς του, εδώ και πολλά χρόνια, ο Πρατικάκης, σε αρκετές συλλογές του γράφει και δημοσιεύει ποιήματα-δοκίμια. Έξοχα αισθητικά δοκίμια, αν μου επιτρέπεται ο όρος! Δηλαδή δημιουργεί μία ποίηση που φέρει μέσα της στοιχεία και χαρακτηριστικά από το λογοτεχνικό είδος που ονομάζεται δοκίμιο και που είναι βέβαια πρακτική αρκετά γνωστή στις μέρες μας, στηριγμένη κυρίως στο διαλεκτικό τρίπτυχο ανάγνωση-αφομοίωση-παραγωγικό γράψιμο.<br />
Με αυτή την πρακτική όμως, τα περισσότερα ποιήματα του, σε τελική ανάλυση, καταλήγουν να είναι παραφορτωμένα με παραπομπές, σημειώσεις, αποφθέγματα, ποιητικές ιδέες, («απόκρημνες» όπως τις αποκαλεί), αλλά και αποσπάσματα από ξένους στίχους, καθώς και θέσεις ή απόψεις άλλων ατόμων γύρω από τα καλλιτεχνικά και πνευματικά θέματα, με απώτερο στόχο, όλα αυτά, να εξυπηρετήσουν τις δίκες του θεωρητικές απόψεις και διατυπώσεις και γενικά το δικό του στοχασμό που αναπτύσσει μέσα στα ποιήματά του. Αντιλαμβάνομαι πως ο Πρατικάκης, με αυτή την προσπάθειά του, επιδιώκει ν’ ανοίξει παράδρομους για να οδηγήσει τόσο τον εαυτό του όσο και τον αναγνώστη, πέραν από την ποίησή του, και προς άλλες κατευθύνσεις. Για να το πω με άλλες λέξεις, θέλει να ευαισθητοποιήσει και να οδηγήσει τον αναγνώστη του προς άλλες συναφείς τέχνες, όπως<br />
τη ζωγραφική, τη μουσική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, ρίχνοντας τον έτσι πιο βαθιά σε όλο το πολιτιστικό γίγνεσθαι. Και αυτό για να αποκτήσει, νομίζω, πιο σφαιρική αντίληψη γύρω από το ρόλο και την ουσία όλων των<br />
μορφών της παραγόμενης τέχνης. Ταυτόχρονα, μέσα από αυτή τη στοχευμένη προσπάθειά του, αποκαλύπτεται πως οι τέχνες για τον Πρατικάκη είναι η μεγάλη νερομάνα, ή μια από τις νορομάνες, απ’ όπου αντλεί και τροφοδοτεί την έμπνευσή του, από την οποία στη συνέχεια αρδεύεται γενναιόδωρα η σκέψη του υπόλοιπου πνευματικού κόσμου.<br />
Η τεχνική αυτή, κάπως πιο εκλεπτυσμένη στην εφαρμογή της, ήταν αρκετά προσφιλής στον Γιώργο Σεφέρη, αν επιβάλλεται ν’ αναφέρω εδώ ένα παράδειγμα από την Ελλάδα. Ήταν ασφαλώς αγαπημένη τεχνική, που ανέπτυξαν με μεγάλη επιτυχία στην ποίησή τους, τόσο ο Τόμας Σ. Έλιοτ όσο<br />
και ο Έζρα Πάουντ. Ξένοι ποιητές οι οποίοι επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον Σεφέρη και την ποίησή του. Είναι γνωστό, εξάλλου, πως ο νομπελίστας ποιητής διατηρούσε και με τους δύο σημαίνοντες ποιητές στενές επαφές και σχέσεις και ως εκ τούτου θεωρείται δικαιολογημένη αλλά και αναπόφευκτη η επιλεκτική συγγένεια που παρουσιάζει η ποίησή του με την ποίησή τους.<br />
Για να γίνει κατανοητό στον αναγνώστη τι εννοώ διανοητικότητα στα ποιήματα του Πρατικάκη, θα παραθέσω, δίκην παραδείγματος, ένα απόσπασμα από το ποίημα «14 σημεία του Αίγαγρου», το οποίο βρίσκεται στη συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης που κυκλοφόρησε το 1990, στην Αθήνα. Το απόσπασμα περιλαμβάνει, απλώς για λόγους εξοικονόμησης χώρου, μόνο τα σημεία 3-6 του ποιήματος, τα οποία όμως είναι αρκετά υποβοηθητικά στο όλο σκεπτικό που ανέπτυξα πιο πάνω:</p>
<p>3. Φεύγουνε σαν τους ζαπφείρους κι είναι τότε που ακατανόητα/σαλεύουν της ερημιάς τ’ αγκάθια. (Βλ. «Καθρέφτη» Ταρκόφσκι).<br />
4. Τα μέλη του είναι ύμνοι μέσα στη ηδονή της αναχώρησης.<br />
5. Αυτά τα τετράπτερα των εκκρεμών με τους πηγαίους κινητήρες θείας προελεύσεως.<br />
6. Πεισματικός κι αστροφώτιστος, ταπεινά αυτοκρατορικός,/ σαν τρεχάτη ζωγραφιά του Πιέρο ντελα-Φραντζέσκα.</p>
<p>Θεωρώ περιττό ν’ αναφέρω πως ο αναγνώστης αν δεν έχει υπόψη του την εξαιρετική ταινία «Καθρέφτης», του Ρώσου σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι και αν δεν έχει δει πίνακες, έστω από κάποιο λεύκωμα τέχνης, ή αν δεν γνωρίζει κάτι περισσότερο για τον Ιταλό ζωγράφο, της πρώιμης Αναγέννησης Πιέρο ντελα-Φραντζέσκα, που ήταν γνωστός στους σύγχρονούς του ως μαθηματικός και γεωμέτρης, είναι αδύνατο να κατανοήσει πλήρως το συγκεκριμένο ποίημα,<br />
όσες φορές και αν το διαβάσει.<br />
Σχετικό με τ’ όλο σκεπτικό μου είναι και το απόσπασμα που παραθέτω στη συνέχεια από την ποιητική συλλογή Ο μεγάλος ξενώνας που εκδόθηκε στην Αθήνα, το 2006, και είναι ένα μεγαλεπήβολο ποιητικό έργο του Πρατικάκη που, κατά την ταπεινή μου άποψη, εκπέμπει μια αύρα ή, καλύτερα, μια ευωδία, όπως εκείνες που μεταφέρει την Άνοιξη ο αέρας, από την Έρημη χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ:</p>
<p>-Οντολόγος ή ογκολόγος ο κύριος Ψαθόπουλος;<br />
οδεύουμε ολοταχώς στην πλήρη έκλειψη του πραγματικού;<br />
μ&#8217; εκείνο που γυρίζει την Κοσμόπολη τα μέσα έξω;<br />
με το κέντρο της παντού και την περιφέρειά της πουθενά;<br />
(Πασκαλ)/ και αντιστρόφως;<br />
Έτσι που τα κουκούτσια να μην είναι πια στο εσωτερικό<br />
του αχλαδιού.<br />
Κι η φλούδα να είναι ο πυθμένας στο αναποδογυρισμένο<br />
πορτοκάλι; (Πωλ Βιριλιο)<br />
(Μολύνει η Λύση την Ανατολή)».</p>
<p>Είναι ολοφάνερο πως ο ποιητής, στο σημείο αυτό, αναπτύσσει και εδραιώνει ποιητικές θέσεις του στηριγμένες πάνα) στη σκέψη ή τον στοχασμό του Πασκαλ και του Πωλ Βιριλιο, αμφότεροι σπουδαίοι συγγράφεις και φιλόσοφοι γαλλικής καταγωγής. Συγκεκριμένα, ο Μπλεζ Πασκαλ (1623- 1662) ήταν μαθηματικός, φυσικός, συγγραφέας και φιλόσοφος, ο δε Πωλ Βιριλιο (1932) είναι εύστοχος πολεοδόμος, συγγραφέας και φιλόσοφος με αιχμηρή ματιά στα σύγχρονα θέματα, με επακόλουθο οι παρατηρήσεις και οι θέσεις του, κυρίως γύρω από το περιβάλλον και τον κυβερνοπόλεμο, να προκαλούν πάντα έντονες συζητήσεις.<br />
ΑΦΟΡΜΗ για να διατυπώσω αυτές τις γενικές σκέψεις γύρω από την ποίηση και την ποιητική του Πρατικάκη, στάθηκε η συλλογή του Λιθοξόος, η οποία κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2015. Πρόκειται για μια πολυσέλιδη συλλογή (ξεπερνά τις 80 σελίδες!) που περιέχει στο σύνολό της πολύστιχα ποιήματα, μιας και τα ολιγόστιχα μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού μας. Πολύστιχα και ολιγόστιχα ποιήματα που διακρίνονται για την θεματική και υφολογική συνοχή που υπάρχει μεταξύ τους, δίνοντας στον αναγνώστη την απατηλή εντύπωση ότι διαβάζει μία νουβέλα, σε μοντέρνα γραφή, παρά μια ποιητική συλλογή. Μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα όμως υπάρχουν όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αληθινή τέχνη-την τέχνη που συγκινεί και λυτρώνει. Και αυτό γιατί ο δημιουργός τους γράφει για πράγματα που έζησε ή, πιο σωστά, γράφει για πράγματα που βίωσε και συνεπώς τα γνωρίζει αρκετά καλά. Δηλαδή γράφει για πράγματα αληθινά. Στοιχεία τα οποία ασφαλώς δίνουν αξιωματικά το πλεονέκτημα στον Λιθοξόο να ξεχωρίζει ως ένα<br />
έργο μέγιστης ειλικρίνειας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΕΞΗΜΕΡΩΤΗΣ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (2015)</span></strong></h4>
<h5 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ποίηση που εξαγνίζει τις ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στην μακρόχρονη ποιητική πορεία του, έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ποιοτικό και διαχρονικό έργο, η αξία του οποίου αναγνωρίζεται σήμερα απ&#8217; όλους, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Είναι έργο πλούσιο και μεγάλη εμβέλεια, που διεισδύει και εποπτεύει όλη την ελληνική επικράτεια, οριζοντίως αλλά και καθέτως, δηλαδή σε πλάτος και σε βάθος, με αποτέλεσμα να αγκαλιάζει χαι ν&#8217; αναλύει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων γύρω από αυτό που λέγεται ελληνική πραγματικότητα. Γι&#8217; αυτό, απ&#8217; όποια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλευρά και αν προσεγγίσεις αυτό το σπουδαίο ποιητικό έργο, είτε από την πλευρά του αναγνώστη είτε από την πλευρά του μελετητή, αναπόφευκτα πάντοτε κάτι θα σου ξεφεύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα αναγνωστικό ταξίδι στη γενναιόδωρα προικισμένη και βαθυστόχαστη ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, είναι αποδεδειγμένο πως αυτό καταλήγει να είναι πάντοτε συναρπαστικό, γιατί επιφυλάσσει στο φιλότεχνο κοινό ωραίες και αξέχαστες στιγμές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συναρπαστικό, γιατί η ποίησή του Μαρκόπουλου σε οδηγεί στο μυστήριο και στη μαγεία, γεγονός που σου δημιουργεί το ενδιαφέρον για συνεχή επαφή και ενασχόληση μαζί της, μέχρι να γίνεις, (όσο σου επιτρέπουν φυσικά οι γνώσεις, οι δυνάμεις, η ιδιοσυγκρασία και η ευαισθησία σου), κοινωνός αυτού του μυστηρίου και της μαγείας που περικλείει η ποίησή του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Επιπλέον, είναι συναρπαστικό αυτό το ταξίδι, στην εξαιρετική ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, γιατί σου δημιουργεί πολλά και διάφορα συναισθήματα, αλλά και σκέψεις και προβληματισμούς. Πραγματικά, δεν ξέρεις τι θα σου αποκαλύψει κάθε νέο βιβλίο του ή πού θα σε οδηγήσει η επόμενη σελίδα του κάθε νέου βιβλίου! Δηλαδή, δεν ξέρεις αν θα σε οδηγήσει στα μονοπάτια της ζωής ή του θανάτου, της χαράς ή του πόνου, του έρωτα ή της απόρριψης, του ονείρου ή του εφιάλτη, της μοναξιάς ή του πλήθους, του μαρτυρίου ή της ανάστασης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι ένα ταξίδι (η λέξη &#8220;ταξίδι&#8221; με τη μεταφορική και κυριολεκτική σημασία της) που σε οδηγεί, όπως ανάφερα, σε πολλές και ενδιαφέρουσες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Περιοχές φυσικές ή επινοημένες, γενέθλιες ή μητριές, κοινωνικές ή πολιτικές, ιστορικές ή ποιητικές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θέλω να τονίσω, ακόμη, πως η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από γνήσια υλικά. Εννοώ γήινα υλικά, που παράγει εν αφθονία ο γενέθλιος τόπος του. Δηλαδή, η ποίησή του είναι θεμελιωμένη στην ελληνική παράδοση αλλά και στο αξιόλογο έργο των προπατόρων του ποιητών, κυρίως αυτών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, γι&#8217; αυτό και ξεχωρίζει ως έργο στέρεο, πολυεπίπεδο και πολυδύναμο, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να του εξασφαλίσουν ακατάλυτη διάρκεια στο μέλλοντα χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως σωστά έχει επισημάνει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός, ένας από τους εγκυρότερους μελετητές της ποίησής του, «ο Μαρκόπουλος είναι από τους ποιητές της γενιάς του &#8217;70, που μετέφερε σφιχτά, όπως ο αθλητής ταχύτητας τη σκυτάλη, την αγωνία της πρώτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταπολεμικής γενιάς, και εγκέντρισε μ&#8217; αυτήν το έργο του, ακολουθώντας την αγωνιστική παράδοση, όπως εκείνοι την όρισαν».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κατά συνέπειαν, η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι κι έργο μεγαλόπνοο, ικανό να χωρέσει μέσα του όλα τα προβλήματα και συναισθήματα των συνανθρώπων μας, νέων ή γέρων, μαύρων ή άσπρων, πλούσιων ή φτωχών, δεξιών ή αριστερών, επιτυγχάνοντας συνάμα να μεταδίδει ασταμάτητα στην ψυχή των καταπονημένων συνανθρώπων μας την</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωογόνο φλόγα της ελπίδας. Άρα είναι συνάμα και έργο με λυτρωτικό και ανορθωτικό χαρακτήρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα πρόσθετα, επιπλέον, πως είναι έργο καίριο και πανανθρώπινο που αν του δείξεις, όπως ήδη έχω σημειώσει, την ανάλογη αγάπη, σου επιτρέπει να κινηθείς μέσα του κατά πλάτος αλλά και κατά βάθος. Και αισθάνεσαι να ξεδιπλώνονται μπροστά σου, με όλες τις λεπτομέρειες της, η συλλογική Ιστορία αλλά και η προσωπική ιστορία του δημιουργού του ή διαφόρων άλλων συνανθρώπων μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εννοώ πως στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου μπορούμε να εντοπίσουμε βασικές περιόδους της κοινωνικής και πολιτικής Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας, αρκετές φορές σε άμεση αναφορά με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού της ή άλλων επιφανών Ελλήνων ή ακόμη και απλών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολιτών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Γ. Μαρκόπουλος, όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει ο αξέχαστος Γιάννης Βαρβέρης σε κριτικό σημείωμά του, με την ποίησή του «κατορθώνει, μέσω μιας γλώσσας έντονα ελεγειακής, να εξαγνίσει ακόμη και τις πιο ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής». Ασφαλώς, της δικής του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωής και των δικών του ανθρώπων αλλά και των άλλων συνανθρώπων του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και αυτός ο στόχος, όπως διαπιστώνω, επιτυγχάνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μεγάλη επιτυχία, γιατί η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι τέχνη γνήσια και αληθινή, με αψεγάδιαστα χαρακτηριστικά και ιερή αποστολή, γεγονός που του επιτρέπει ν&#8217; αγγίζει και να ψηλαφεί τους πάντες και τα πάντα με καθαρή και αγνή ματιά. Πάγια τακτική και επιδίωξη ασφαλώς από την πλευρά του ποιητή, με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργεί θετική διάθεση και ενέργεια στον αναγνώστη, πείθοντάς τον ότι δρέπει να διατηρεί σταθερή επαφή και αγάπη με την σπουδαία αυτή ποίηση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με άλλα λόγια, η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι έργο πολύμοχθο, εμπνευσμένο και ολοκληρωμένο με περισσή μαστοριά, γεγονός που το κάνει να ξεχωρίζει για τη μεγάλη αξία του. Γι&#8217; αυτό, δίκαια επιδέχεται ποικίλες αναγνώσεις και προσεγγίσεις, αναλύσεις και ερμηνείες! Είναι, θα έλεγα, ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μου, έργο που μπορείς να το απολαύσεις αναγνωστικά και ταυτόχρονα (αν διαθέτεις τα απαραίτητα εφόδια) να το συζητήσεις ή να το αναλύσεις φιλολογικά και αισθητικά. Και αυτό ακριβώς εννοούσα, όταν αρχικά έλεγα πως η ανάγνωση αυτού του ποιητικού έργου είναι ένα ωραίο και συναρπαστικό ταξίδι. Ταξίδι όμως που δεν έχει τελειωμό. Πρόσω ολοταχώς, λοιπόν, προς την ποιητική θάλασσα του Γιώργου Μαρκόπουλου!</span></p>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">Λευκωσία, Οκτώβρης 2013</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγία Φύλα, Οκτώβρης 2014</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αναφορά στην ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου και του Μίλτον Σαχτούρη</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε όλο το σώμα (corpus) με το εκδομένο ποιητικό έργο ίου Γιώργου Μαρκόπουλου υπάρχει πληθώρα αναφορών στην έβδομη και τελευταία μέρα της εβδομάδας, που δεν είναι άλλη ασφαλώς από την Κυριακή. Μέρα ξεχωριστή και πολύ αγαπημένη για τους περισσότερους ανθρώπους που</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατοικούν αυτό τον «διακεκριμένο πλανήτη», όπως λιτά αλλά πολύ εύστοχα τον έχει χαρακτηρίσει ο Νικηφόρος Βρετάκος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως διαπιστώνω, στο ποιητικό έργο του Γ. Μαρκόπουλου, υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται στην Κυριακή σχεδόν σε όλες τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα, όπως π.χ. &#8220;Η θλίψις του προαστίου&#8221;, &#8220;Οι Πυροτεχνουργοί&#8221;, &#8220;Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης&#8221;, &#8220;Μη σκεπάζεις το ποτάμι&#8221; κ.ά.. Μάλιστα, κάποια από αυτά τα ποιήματα τιτλοφορούνται μονολεκτικά, δηλαδή με μία μόνο λέξη, τη λέξη &#8220;Κυριακή&#8221;, και κάποια άλλα στον τίτλο τους περιέχεται οπωσδήποτε και η λέξη &#8220;Κυριακή&#8221;,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως είναι το ποίημα &#8220;Απόγευμα Μαΐου Κυριακής&#8221; κ.ά..</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι τραγουδισμένες Κυριακές φυσικά αποτελούν κοινό τόπο στην ελληνική ποίηση, εφόσον το φαινόμενο αυτό το συναντούμε και σε πολλούς άλλους Έλληνες ποιητές, κυρίως τους παλαιότερους, τόσο αυτούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως είναι ο Μίλτος Σαχτούρης και ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μανόλης Αναγνωστάκης, όσο και αυτούς της &#8220;Γενιάς του &#8217;30&#8221;, όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αρκούμαι ν&#8217; αναφέρω εδώ πως ο Γ. Ρίτσος σε ένα από τα εκτενή ποιήματά του, την &#8220;Αγρύπνια&#8221; (1955), θα γράψει: </span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τραμπούκοι, τραμπούκοι, μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τα λεφτά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλο μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τις μέρες μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δώστε μας το ψωμί μας, την Κυριακή μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δώστε μας πίσω τη ζωή μας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κυριακή όμως, παρόλο που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μέρα αργίας και αποχής από την καθημερινή ρουτίνα τους, εννοώ πως είναι μέρα αποχής από την κουραστική δουλειά τους, συνεπώς είναι μέρα χαράς, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσφέρεται για ξεκούραση και διασκέδαση (για πολλούς συνανθρώπους μας είναι και μέρα για έξοδο στο βουνό ή στη θάλασσα, στο γήπεδο ή στον ιππόδρομο, στο καφενείο ή στον κινηματογράφο), δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους περισσότερους Έλληνες ποιητές που έχουν καταπιαστεί με αυτό το θέμα. Θέλω να πω τους Έλληνες ποιητές που κάνουν αναφορές ή μνημονεύουν τις Κυριακές στην ποίησή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αντιθέτως, όπως διαπιστώνω, γι&#8217; αυτούς τους ποιητές οι Κυριακές είναι συννεφιασμένες και ψυχρές, άδειες και μονότονες, έρημες και πληκτικές, θλιμμένες και άχαρες και, το κυριότερο, είναι στιγματισμένες πάντοτε από ένα θλιβερό γεγονός που συνέβη στους ίδιους ή σε κάποια άλλα άτομα από την οικογένειά τους ή από το στενό περιβάλλον τους. Γι αυτό και ονόμασα τη μικρή αυτή σπουδή μου &#8220;Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών&#8221;. Τίτλος που καλύπτει επαρκώς, νομίζω, το περιεχόμενο που περικλείεται στην εργασία μου, αλλά και για να μας θυμίζει διαρκώς, τιμής ένεκεν, το πονεμένο ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη &#8220;Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών&#8221;, που περιέχεται στη συλλογή του &#8220;Καταβύθιση&#8221; και εκδόθηκε το 1990, στην Αθήνα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα δώσω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα, τόσο από την ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου όσο και από την ποίηση του Μ. Σαχτούρη, ικανά όμως να μας εισαγάγουν και να μας περιάγουν στο θέμα μας. Περιορίζομαι, για την ώρα, μόνο σε αυτούς τους δύο σημαντικούς ποιητές για δύο βασικούς λόγους:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρώτον, γιατί το συγκεκριμένο θέμα καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στο περιβόλι της ελληνικής ποίησης, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί διεξοδικά στις σελίδες της παρούσης δοκιμής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και, δεύτερον, για να μην ξεμακρύνουμε από την ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου. Ποίηση που μου έδωσε το έναυσμα και την έμπνευση για να προχωρήσω στη σύνθεση αυτής της εργασίας, αλλά και γιατί πιστεύω πως η επιρροή που δέχθηκε ο Γ. Μαρκόπουλος, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο θέμα, προέρχεται κατευθείαν από την ποίηση του πρεσβύτερου Μ. Σαχτούρη, άσχετα αν η επίδραση αυτή δεν είναι κραυγαλέα και, κυρίως, έντονα χρωματισμένη για να είναι τουλάχιστον ευδιάκριτη με γυμνούς οφθαλμούς από</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποια απόσταση. Σίγουρα όμως, η επίδραση αυτή είναι γονιμοποιός, άρα καρποφόρα, παρά την όποια απαισιοδοξία κουβαλάει μέσα της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σχετικά με αυτό το καταθλιπτικό κλίμα που διαχέεται στην κυριακάτικη ατμόσφαιρα που βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες ποιητές, και στο τέλος καταλήγει σαν το χυμένο φαρμάκι στην ποίησή τους, ο Γιώργος Μαρκόπουλος στο ποίημα του &#8220;Τις Κυριακές το απόγευμα&#8221;, από τη συλλογή</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8220;Η θλίψις του προαστίου&#8221;, θα γράψει πως «Τις Κυριακές το απόγευμα οι πόρτες των πολυκατοικιών/μου θυμίζουν κάτι παλιά αρχοντικά μαυσωλεία/ που τα ξέχασαν».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και στη συλλογή &#8220;Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης&#8221;, χωρίς περιστροφές, θα αποκαλύψει πως «από όλες τις ημέρες, μπορώ να σας πληροφορήσω ότι ανέκαθεν, πιο πολύ φοβόμουν την Κυριακή&#8230;».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με τις ίδιες περίπου αρνητικές σκέψεις και απαισιόδοξα συναισθήματα για τις Κυριακές διακατέχεται, όπως ανάφερα, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που στάθηκε θα έλεγα δάσκαλος και οδηγός για τον Γ. Μαρκόπουλο, άσχετα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν οι σκληρές συνθήκες της εποχής που έζησε και δημιούργησε, αλλά και τα πλούσια βιώματα που απεκόμισε, τον ανάγκασαν να δημιουργήσει μία τραγική, στο έπακρον εφιαλτική, ποίηση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συγκεκριμένα, στο ποίημά του που τιτλοφορείται &#8220;Σαν πανηγύρι&#8221;, από τη συλλογή &#8220;Χρωματοτραύματα&#8221; θα αποκαλέσει την Κυριακή «ευλογημένη Κυριακή/ καταραμένη μέρα» γιατί, όπως λέει, «μ&#8217; ένα κτύπημα ο θεοκόπος μ’ έσπασε στα δύο».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα προσπαθήσω να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο στο θέμα αυτό, για να αντιληφθούμε καλύτερα πώς λειτουργούν και πώς περιγράφονται οι Κυριακές στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου και Μ. Σαχτούρη, δίδοντας ακόμη κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από το έργο των δύο αυτών επιφανών δημιουργών, επιχειρώντας ταυτόχρονα και μία σύγκριση, για να διαφανεί η έκταση που καταλαμβάνει το συγκεκριμένο θέμα στην ποίησή τους αλλά και τα σημεία επαφής τους όπως διαφαίνονται, έστω και αμυδρά, σε κάποια ποιήματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ποιητική συλλογή &#8220;Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης&#8221;, του Γ. Μαρκόπουλου, που εξέδωσε τον Μάρτιο του 1987, όλες οι αναφορές στις Κυριακές, που περιέχονται σε κάποια ποιήματά της, συνοδεύονται και από ένα κακό, πολύ θλιβερό, μαντάτο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για την ακρίβεια, στη συλλογή αυτή, γίνονται αναφορές στην Κυριακή σε τρία συνεχόμενα ποιήματα, που είναι τα εξής: &#8220;Σε μία παραλία το 1960 ή στο ρυθμό της Μπάντας&#8221;, &#8220;Στη μάντρα του ασύλου&#8221; και στο &#8220;Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας&#8221;. Είναι, θα έλεγα, τρία ομότροπα ποιήματα αλλά το καθένα με διαφορετικό ύφος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πρώτο ποίημα, ειδικά το ύφος του, θυμίζει την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, το δεύτερο θυμίζει την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου και το τρίτο θυμίζει την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο πρώτο ποίημα, το κακό μαντάτο περιγράφεται με τους εξής στίχους:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί/ και έτσι που το φως του ηλίου/ ήταν τόσο διάφανο,/ το παιδάκι σηκώθηκε/ και προχώρησε προς τη θάλασσα/ ώσπου χάθηκε».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο δεύτερο ποίημα, το τραγικό γεγονός, (που συντελείται και αυτό ημέρα Κυριακή), περιγράφεται ως εξής:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω./ Ήταν σφαγμένη/με το στήθος γυμνό/ και τα μαλλιά της λυμένα./ Ωραίοτάτη κοιμωμένη/ για τον τάφο της, φώναξα».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και στο τρίτο ποίημα ο Μαρκόπουλος θα σημειώσει:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας που το έπιασε φωτιά και τους γονείς μου να τρέχουν μισόγυμνοι από τον ύπνο. Μετά από χρόνια πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο. Την τελευταία Κυριακή που τους είδα με ρωτούσαν συνέχεια για την αδελφή μου. Εγώ δεν είχα αδελφή ποτέ τους είπα- πως το ξεχνούσαν-».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με άλλα λόγια, στο πρώτο ποίημα γίνεται λόγος για ένα παιδί που χάθηκε μία Κυριακή στην θάλασσα και δεν ξαναγύρισε. Ο ποιητής εδώ, παρόλο που δεν το ομολογεί ξεκάθαρα, αφήνει να εννοηθεί πως το παιδάκι έχει πνιγεί στη θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο δεύτερο ποίημα γίνεται λόγος για μία σφαγμένη κοπέλα που συνάντησε μέσα στο δρόμο, πάλι ημέρα Κυριακή, για να καταλήξει να σημαδεύει την ποίησή του αρνητικά και αυτή η ευλογημένη μέρα. Το γεγονός αυτό όμως, όπως αντιλαμβάνομαι, πρέπει ν&#8217; ανάγεται στην σφαίρα της φαντασίας του ποιητή ή στην σφαίρα του ονείρου του, μετά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που πληροφορήθηκε για τη «σφαγμένη θέλησή» της και ύστερα από τον υποχρεωτικό γάμο που την ανάγκασε να συνάψει ο πατέρας της με κάποιο που δεν την ενδιέφερε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και στο τρίτο ποίημα γίνεται λόγος για τους γονείς του που «πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο» αλλά και για το σπίτι τους που το έπιασε φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο τέταρτο μέρος από το ποίημα &#8220;Διαβάσεις πεζών&#8221;, που περιλαμβάνεται στη συλλογή &#8220;Μη σκεπάσεις το ποτάμι&#8221;, ο Γ. Μαρκόπουλος περιγράφει ακόμη ένα «φοβερό δυστύχημα», που έλαβε χώρα και αυτό Κυριακή, χρωματίζοντας έτσι την άγια αυτή μέρα με τα πιο μελανά χρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υπάρχουν στη μεγάλη παλέτα του Θεού:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «-Κυριακή, Ιούνιος, δώδεκα το μεσημέρι. Ένα ταξί μεγάλο, χρώματος θαλασσί με κοκαλί σκεπή, σταματά σε ένα παλιό αρχοντικό κάποιας μεσαίας σε πληθυσμό επαρχιακής πόλης. Κατεβαίνει η μητέρα, επιστρέφοντας από το μαιευτήριο, με το νεογέννητο μωρό της. Ο πατέρας, φορώντας το γιλέκο του κοστουμιού (μαύρο) με το άσπρο πουκάμισο, την υποδέχεται με ναγκαλισμούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το σούρουπο η πόλη ταράχτηκε από ένα φοβερό δυστύχημα-πνιγμό για όσους θυμούνται, με βάρκα, οκτώ μαθητριών του τοπικού Γυμνασίου. Αργά το βράδυ κατέφθασε στην προκυμαία το ναυαγοσωστικό. Έβγαζαν σώματα άψυχα, με το σωρό».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βεβαίως, το πιο πάνω τραγικό περιστατικό, με τις πνιγμένες μαθήτριες, που σημειώθηκε σε επαρχιακή πόλη, φέρνει στη θύμησή μας κάποιες σκηνές από την ταινία &#8220;Το κορίτσι με τα μαύρα&#8221; (1956), του Μιχάλη Κακογιάννη, που γυρίστηκε στην Ύδρα, κάνοντας μας να πιστεύουμε πως το</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεγονός αυτό είναι πραγματικό, εφόσον καταγράφηκε με επιτυχία και από την Τέχνη, δηλαδή την τέχνη του κινηματογράφου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στη συλλογή τώρα του Μίλτου Σαχτούρη, που τιτλοφορείται &#8220;Σφραγίδα ή η ογδόη σελήνη&#8221; (1964), υπάρχει ανάμεσα σε άλλα και το ποίημα που ονομάζεται μονολεκτικά &#8220;Κυριακή&#8221;, το οποίο αρχίζει με τους εξής στίχους:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Κύματα Κυριακής τα μάτια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύματα μοναξιάς τα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρίζουν από ύπνο αθώο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δόντια μέσα στην καρδιά μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το πεθαμένο παιδί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν ξενιτεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάει κρατώντας ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινο σκυλάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο μαντίλι&#8230;».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Σαχτούρης, στο εμβληματικό αυτό ποίημα, μας κάνει ασφαλώς κοινωνούς της κυριακάτικης μοναξιάς του αλλά ταυτόχρονα αναφέρεται και αυτός σ&#8217; ένα θλιβερό περιστατικό. Αναφέρεται «σ&#8217; ένα πεθαμένο παιδί» που&#8230; «δεν ξενιτεύεται» και «πάει κρατώντας ένα κόκκινο σκυλάκι μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο μαντίλι&#8230;».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στη συλλογή &#8220;Οι Πυροτεχνουργοί&#8221;, όπως διαπιστώνω, ο Μαρκόπουλος καταπιάνεται και πάλι με τις Κυριακές και συγκεκριμένα κάνει αναφορές στα ποιήματα &#8220;Απόγευμα Μαΐου Κυριακής&#8221; και &#8220;Απόγευμα Μαΐου Κυριακής 2&#8221;. Μάλιστα, στο ποίημα &#8220;Απόγευμα Μαΐου Κυριακής&#8221;, θα γράψει:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι./ Και βέβαια</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι που καθόταν,/ έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες χρόνια».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ποίημα του Γιώργου Μαρκόπουλου όμως, φέρνει αμέσως στην θύμησή μας τη &#8220;Δύσκολη Κυριακή&#8221;, του Μίλτου Σαχτούρη, το πρώτο ίσως ποίημα που κωδικοποίησε σε βιβλίο και περιέχεται στην πρώτη συλλογή του που τιτλοφορείται &#8220;Η Λησμονημένη&#8221; (1945), όπου, ανάμεσα σε άλλους θλιβερούς στίχους, διαβάζουμε:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «&#8230;φίλε αγάπη αίμα φίλε/ φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήτανε παγωνιά/ δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι/ κι έμεινα μ1 έναν ακρωτηριασμένο φίλο/ και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα δύο αυτά ποιήματα φαίνεται πως υπάρχει μια κρυφή επικοινωνία ή, καλύτερα, ένας σιωπηλός αλλά ευεργετικός διάλογος που μοιάζει με το αθέατο νερό που κυλάει αθόρυβα κάτω από το σκληρό βράχο και πηγαινοέρχεται ασταμάτητα από την μία υπόγεια λίμνη στην άλλη. Με άλλα λόγια, όπως στοχεύει ν&#8217; αποδείξει η δοκιμή μου, στα δύο αυτά ποιήματα υπάρχουν, πιστεύω, κοινά στοιχεία που φανερώνουν, θα έλεγα με ασφάλεια, έναν διακειμενικό διάλογο με θέμα το θάνατο αγαπημένων προσώπων. Ένα διάλογο για τον οποίο υποπτεύομαι ότι ανοίγει όπως ο κύκλος στο νερό και συμμετέχουν σε αυτό και άλλοι νεοέλληνες ποιητές γιατί, τα πιο πάνω αποσπάσματα, έμμεσα μπορεί να παραπέμπουν και στο στίχο «Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα», του Μανόλη Αναγνωστάκη, από το ποίημα &#8220;Ο Νεκρός&#8221;, που περιέχεται στη συλλογή του &#8220;Η Συνέχεια 3&#8221;.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Επιπλέον, το ποίημα του Γ. Μαρκόπουλου ακούγεται και σαν ένας φιλικός χαιρετισμός ή μία σιγανή απόκριση, έστω καθυστερημένα, στο ποίημα του Σαχτούρη. Ο Σαχτούρης, όπως διαβάζουμε, με ύφος που αποπνέει παράπονο, ομολογεί πως δεν ξέρει την ώρα που είχαν πεθάνει οι φίλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> του και πως τώρα έχει απομείνει μόνος «μ&#8217; έναν ακρωτηριασμένο φίλο». Και ο Μαρκόπουλος, ωσάν να θέλει να παρηγορήσει τον Σαχτούρη αλλά και για να τον απαλλάξει από την αγωνία και τα ερωτηματικά που τον κυριεύουν, του</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαντάει πως οι φίλοι του έχουν πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτοί οι ποιητικοί διάλογοι όμως, για τους επαρκείς αναγνώστες, δηλαδή για όσους γνωρίζουν σε βάθος τη δουλειά του Γ. Μαρκόπουλου, δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, το οποίο οφείλουν να έχουν υπόψη τους και οι νεότεροι. Θέλω να πω οι μελλοντικοί αναγνώστες του. Γιατί ο περιπαθής Μαρκόπουλος, όπως έχει επισημανθεί αλλού, και είναι ήδη γνωστό, από αγάπη και τιμή προς τους παλαιότερούς του, από αγάπη και τιμή προς την τέχνη της ποίησης, που υπηρετεί με ασίγαστο πάθος εδώ και δεκάδες χρόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιδιώκει αρκετά τακτικά να επικοινωνεί μέσω της ποίησής του με άλλους ομότεχνούς του. Κυρίως επικοινωνεί και συνομιλεί με ποιητές των αμέσως προηγούμενων γενιών, για τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> συζητώντας μαζί τους για πολλά και ποικίλα θέματα, κυρίως υπαρξιακά και μεταφυσικά. Και αυτή η επικοινωνία γίνεται άλλοτε στα κρυφά και άλλοτε στα φανερά. Άλλοτε με ηχηρές σιωπές και άλλοτε με σιωπηρούς κρότους.</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">Λευκωσία, 24.4.2012-20.10.2012 </span></p>
<p>.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΟΚΟΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ (2010)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">  ΟΙ ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΦΩΝΕΣ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η επίθεση των πουλιών</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 60px;"><em><span style="color: #000000;">Δεν υπάρχει άνοιξη για όσους</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> δεν τόλμησαν να πεθάνουν</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Custave Roud</span></em></p>
<p style="padding-left: 60px;"><em><span style="color: #000000;">Τα χελιδόνια του θανάτου, Σου ’μηνάν μιαν άνοιξη</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> καινούρια…</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Άγγελος Σικελιανός</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;"> Δεκάδες άγρια πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> εισήλθαν σήμερα το μεσημέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> απρόσμενα στο φτωχικό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με περίεργες διαθέσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φτερούγισαν για αρκετή ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα δωμάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του σπιτιού μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνοντας μεγάλους κύκλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν το μαύρο θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από το κεφάλι μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μετά έβγαλαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα δύο φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ανθρώπινες τσιριξιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τράβηξαν προς το άγνωστο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κρίνα άσπρα ανθισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από μια μεγάλη κουτσουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> απάνω στο στρωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιορτινό τραπέζι μου.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">8/5/2001</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα νυχτερινά πουλιά</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;"> Στον Π. Παιονίδη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χιλιάδες νυχτερινά πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> επέστρεφαν χθες διψασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περνούσαν ορμητικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα από την ανοιχτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραθυρόπορτα του ονείρου μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώντας στα δυνατά ράμφη τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> δροσερά κλωνάρια ελιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> δροσερά στεφάνια αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρχονταν από πολύ βαθιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρχονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ένα βελούδινο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κατέληγαν «και με φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με θάνατον ακαταπαύστως»</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ&#8217; ένα ερωτικό ουράνιο πεδίο.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">21/1/2000 </span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα παράξενα πουλιά</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα μικροκαμωμένα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μοιάζουν σαν και τ&#8217; άλλα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτά τα παράξενα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έρχονται κάθε άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κτίζουν τις φωλιές τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από τις καμαρόπορτές μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν τα τρομάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ανθρώπινη παρουσία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν αποφεύγουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ανθρώπινη λαοθάλασσα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα πρωινά μαζεύονται όλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα δέντρα της αυλής μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αρχίζουν το κελάηδημά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχίζουν να ερωτεύονται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ερωτεύονται και</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σχεδιάζουν τις πολιτείες τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και όταν βρούνε την πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή τα παράθυρα ανοιχτά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ορμάνε μέσα στα μαραζωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπίτια μας. Ανεβαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις καρέκλες, στα τραπέζια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμη και στα κρεβάτια μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα παράξενα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα γαλαζοπράσινα μάτια τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι σαν και τ&#8217; άλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που καταδιώκουν τους ποιητές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε σαν κ’ εκείνα τ&#8217; αδίστακτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που σφάξαν τις χωριατοπούλες!</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">29/1/2001</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τ’ αλλοδαπά πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι βοσκοί μάταια έψαχναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον δραπέτη ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο απολιθωμένο δάσος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο μαύρος ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρέθηκε αγκυροβολημένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα ματωμένα λιβάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> της πληγωμένης σκέψης μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δίπλα του έβοσκε αμέριμνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα κοπάδι άσπρα άλογα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις πέτρινες ράχες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναπαύονταν αμέριμνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινα αλλοδαπά πουλιά.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">25/3/2001, Περβόλια</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα ξενιτεμένα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι βοσκοί μάταια έψαχναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον δραπέτη ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο απολιθωμένο δάσος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόκκινος ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα νοτισμένα λιβάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> της τελευταίας δόλιας νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από το ξεσχισμένο στήθος του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάβλυζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ουράνιο δροσερό ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις όχθες του έσκυβαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομαδικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες ξενιτεμένα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ξεδιψάσουν.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">26//3/2001</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα ταξιδιάρικα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα ταξιδιάρικα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φτεροκοπούσαν πανικόβλητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρω τριγύρω στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Κυριακή το απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ήξερες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν τραγουδούσαν ή αν έκλαιγαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ραγισμένες φωνές τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στους μυστικούς ουρανούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το άλλο πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο παγωμένος άνεμος που κατέβαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το χιονισμένο βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφερνε στις αυλές μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναν ματωμένο αντάρτικο σκοπό</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτο κραυγαλέο πόνο.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">2/9/2006</span></p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα πικραμένα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πλατύς έναστρος ουρανός.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τριγύρω στην πλάση ανοίγει και</span><br />
<span style="color: #000000;"> απλώνεται επικίνδυνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια θάλασσα σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μέσα στη βαθιά σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταξιδεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες πικραμένα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ψάρια χρυσοφτέρουγα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγωνίζονται να φθάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μυστική πηγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να πάρουν το αθάνατο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να το φέρουν σπονδή</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα φαρμακωμένα χείλη της.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">28/6/2001</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα δυστυχισμένα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στα ραγισμένα μάτια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρέχουν και προπονούνται</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφηβες θάλασσες τρικυμισμένες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο πέτρινο στήθος της</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκρήγνυνται και σβήνουν ακατάπαυστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καλοκαιρινοί κεραυνοί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο αίμα της δροσίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγρια άλογα της Αρκαδίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στ’ αριστερά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ύψος της ραγισμένης καρδιάς της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατεβαίνουν να κουρνιάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρά δυστυχισμένα πουλιά.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">31/7/2002</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα τυφλά πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μέρες και νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρεμοτσακίζονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα τυφλά πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον αιώνιο ουρανό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μέρες και νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνθλίβονταν μέσα στην έρημο</span><br />
<span style="color: #000000;"> του καθημερινού θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγωνίζονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φθάσουν (όσα θα φθάσουν) κοντά της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποθούσαν να σταθούν δίπλα της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έστω για μία στιγμή!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να πιουν κρύο νερό και να δροσιστούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις κρυφές πηγές που πηγάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα βαθιά μάτια της.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">15/7/2003</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ερωτευμένα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βαρι’ αναστέναξε-</span><br />
<span style="color: #000000;"> το τρικυμισμένο νερό της θάλασσας</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποσύρθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως το πληγωμένο φίδι στα βράχια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαμογέλασε-</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ερωτευμένα πουλιά της άνοιξης</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατέβηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λουστούν στα ηλιόλουστα μάτια της.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">28/6/2001-31/10/2010, Λευκωσία</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα γέρικα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σιχάθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βρώμικα νερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γέρικα θαλασσοπούλια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγκατέλειψαν άστοργα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις σάπιες ψαρόβαρκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα καΐκια με τ’ ανεμοδαρμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ξεθωριασμένα κατάρτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέταξαν ψηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε άγνωστα μέρη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γέρικα πουλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα δύο δύο στη σειρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν ζάρια μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον πλακόστρωτο ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να διαβάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σκοτεινή μοίρα τους.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">5/8/2002, Περβόλια</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα φλεγόμενα πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από τα καταφύγια ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βρίσκονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα φλεγόμενα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πανικόβλητα έβλεπαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον δίκαιο ήλιο τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρεμισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεσ’ τα χαλάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέρα τη μέρα να βυθίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις ικεσίες και τις προσευχές τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρακαλούσαν τον αγαθό Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αφήσει χωρίς φως τα μάτια τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μην αντικρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή τη φρίκη που τα κάλυψε.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">23/8/2006, Περβόλια</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα περιπλανώμενα πουλιά</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Μνήμη Γ. Σεφέρη-Α. Σικελιανού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσ&#8217; από την πυκνή ομίχλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη φουρτουνιασμένη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φάνηκε ακυβέρνητο ένα καράβι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μάχεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα αμείλικτα κύματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανοιχτά της μικρής πόλης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα κατάρτια και τα σχοινιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρίσκονταν γαντζωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκατοντάδες βρεγμένα πουλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αξιολύπητα πουλιά-</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρόσφυγες από άλλα μέρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θάνατος που χιόνιζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλη νύχτα απάνω σ&#8217; αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα περιπλανώμενα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα εξαντλημένα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα είχε μισοσκεπάσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα καρτερούσαν με αγωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> να χαράξει η άλλη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δεχτεί στη ζεστή αγκάλη του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας άλλος φιλόξενος ήλιος.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">25/8/2006. Περβόλια</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τα αποδημητικά πουλιά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σμήνη αποδημητικά πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πουλιά που δεινοπάθησαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεζεύουν κάθε βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο μοναχιασμένο βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξεδιψάνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από την ανεξάντλητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στέρνα της λύπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανανεωμένα τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξαναρχίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την κουραστική πορεία τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> προς τη γκρεμισμένη πύλη τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχοντας για ταξιδιωτικό οδηγό τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> την αδυσώπητη μνήμη.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">7/1/2007</span></p>
<p style="padding-left: 270px; text-align: left;">
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΛΕΚΟΣ ΦΛΩΡΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>25/10/2022</p>
<p>Ένας ήλιος αντίστροφος μεσουρανεί πάνω από τα ποιήματα της νέας συλλογής του γνωστού κύπριου ποιητή και κριτικού Χρήστου Μαυρή. Αντίστροφος διότι, ενώ κατά κανόνα ο ήλιος συνιστά σύμβολο φωτός και ευφροσύνης, εδώ επιλέγεται ως σύμβολο οδύνης. Είκοσι τέσσερα διαφορετικά επίθετα αποδίδει στον ήλιο ο ποιητής σε ολόκληρη τη συλλογή του: «ήλιος βέβηλος, βαρύς, κάλπικος, απελπισμένος, σαρκοβόρος, απόρθητος, πικρόχολος, δυνάστης, αδέξιος, αόρατος, μέγας, μακελεμένος, πυρομανής, ανελέητος, τύραννος, παγωμένος, προδομένος, δεσμώτης, πανελλήνιος, πέτρινος, ασήκωτος, θηριώδης, σκοτεινότερος, αντάρτης».<br />
Η χρήση του οξύμωρου αυτού συμβολισμού αποτελεί ήδη ένα από τα απρόσμενα και εν μέρει υπερρεαλιστικά στοιχεία της γραφής του Χρήστου Μαυρή, τα οποία προσδίδουν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην ποίησή του. Ποιήματα δυνατά, που εξωτερικεύουν ψυχή δυνατή και που μετουσιώνουν, με προβληματισμό και ευαισθησία, στιγμές προσωπικές και ταυτόχρονα συλλογικές. Η αναγωγή τού ατομικού στο όλον, του εγώ στο εμείς, είναι στοιχείο της αληθινής ποίησης και τέτοια ποίηση αναδίνουν οι σελίδες της συλλογής. Ο ποιητής έζησε ως κληρωτός στρατιώτης την εισβολή του Αττίλα στο νησί του, το 1974, και στη συνέχεια παρέμεινε δέκα μήνες αγνοούμενος. Γνώρισε δηλαδή από κοντά τη φρίκη και τον πόνο, τον «σκοτεινότερο και σαρκοβόρο ήλιο», το οξύμωρο σύμβολο.<br />
Εικόνες σε αβίαστη ροή, με υπερρεαλισμό αλλά και μηνύματα, σαν δυνατή γροθιά, ανάβλυσμα πόνου αλλά και ελπίδας που υποφώσκει: ο «μονόφθαλμος κηπουρός» που ανοίγει με αντικλείδι την πόρτα του Παραδείσου, απελευθερώνοντας «το ρευστό χρυσάφι του ουρανού»• ο «αδέκαστος σταθμάρχης» που ετοιμάζεται να σηκώσει τη μπάρα για το μεγάλο ταξίδι «προς την άλλη πλευρά του χρυσαφένιου βουνού»• το «αλλόκοτο άλογο» του Αϊ-Γιώργη που «κατεβαίνει από την επίχρυση εικόνα Του»• οι άγγελοι με τα μουσκεμένα φτερά που δεν μπορούν να πετάξουν και κινδυνεύουν από τις παμφάγες γάτες που εκτρέφει ένας κατατρεγμένος στην Αμμόχωστο• ο Οιδίποδας που επιστρέφει στην «κουρσεμένη πόλη», εκλιπαρώντας ένα οφθαλμίατρο να του γιατρέψει τα μάτια• ο νυχτοφύλακας που βυθίζεται στον διάχυτο πόνο που «αν τον αφήσουν στα τρίστρατα / τον παίρνουν οι διαβάτες / κι αν τον αφήσουν στα κλαριά / τον παίρνουν τα πουλάκια»• ο στρατιώτης που «καθόταν ολομόναχος στην ακροθαλασσιά / δίπλα στ’ αγχέμαχα, τα σκουριασμένα άρματά του», κεντρίζοντας με αγκάθια το δέρμα του• η σαλή γυναίκα που «άνοιγε με τα χέρια της τρύπες στα χώματα / για να ανασάνουν, όπως έλεγε, η πεθαμένοι».<br />
Οι μνήμες επιμένουν να πληγώνουν, μεταλλάσσονται όμως σε δημιουργικές στιγμές και εξιλεώνονται, γίνονται άνεμος και ψίθυρος στις φυλλωσιές και εν τέλει λύτρωση, καθώς η ποίηση υπερβαίνει κάθε πληγή. Ο Χρήστος Μαυρής στη συλλογή του, αν και στολίζει με πένθιμα άνθη τον «επιτάφιο τω αφανών», καθιστά εμφανή την επερχόμενη ανάστασή τους, με τη δύναμη του λόγου του:</p>
<p>Αυτά τα μικρά φέρετρα τα σκεπασμένα με τη γαλανόλευκη<br />
θα γίνουν κάποτε μυθικά καράβια και θ’ αρμενίσουν<br />
στα παγωμένα νερά των σκοτεινών θαλασσών<br />
μ’ ένα αντάρτη Ήλιο να κυματίζει στο πιο ψηλό κατάρτι τους.<br />
Ετοιμόρροπα καράβια που θ’ αντιμάχονται με λύκαινες θάλασσες<br />
κατάφορτα με μαύρο πόνο, οργισμένο αίμα και οστά γεγυμνωμένα.<br />
Κατάφορτα με σπασμένα μάρμαρα και εντάφιες πλάκες<br />
επιτάφιοι του πληρώματος κάτω από το μελανιασμένο φως<br />
έχοντας στ’ ανεμοδαρμένα κατάρτια τους –αντί άσπρα πανιά–<br />
τις τεράστιες μαύρες φτερούγες πουλιών και αρχαγγέλων<br />
για να τα ελαύνουν αργά αργά προς το ατελεύτητο ταξίδι τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>Ανδρέας Α. Αρτέμης</strong><br />
<strong>Μουσικοσυνθέτη</strong>ς</h5>
<p>28/9/2022</p>
<p>«Επιτάφιοι των Αφανών» έτσι τιτλοφορείται η νέα ποιητική συλλογή του εκλεκτού ποιητή και μελετητή Χρήστου Μαυρή. Με τον ποιητή μας συνδέει εκτός από φιλία κι ένας συλλεκτικός Κυπροκεντρικός δίσκος από το 2017.Αισθάνομαι ότι η καινούργια του ποιητική «κατάθεση» είναι εξαιρετικής σημασίας ρέουσας γλώσσας και σύλληψης. Τον χαρακτηρίζω επιδραστικό ποιητή στη νεότερη ποιητική παραγωγή της Κύπρου (αν και όσοι γράφουμε γνωρίζουμε τη συγγραφική του διαδρομή από χρόνια). Η μουσικότητα πάνω στην ρέουσα ατμόσφαιρα των ποιημάτων του είναι γεγονός. Στιβαρή είναι η ποιητική παρουσία του, με τονισμένο το στοιχείο της Κυπριακής τραγωδίας ως αντίσταση στον εφησυχασμό της σημερινής εποχής, κερδίζοντας όλες τις εντυπώσεις, ως επαναστάτης ποιητής. «…Όλα τα είδε ο προδομένος Ήλιος-έφριξε και απέκρυψε τις ματωμένες αχτίνες του..» (σελ.33). Με φωνή (γραφή)ανάλογη θρηνεί ως άλλος Θουκυδίδης ( επιτάφιος του Περικλέους-) τους «αφανείς».<br />
Η ποιητική γλώσσα του Χρ. Μαυρή διακρίνεται από την ανταπόκριση της σημασίας στον ήχο και τη μορφή. Η γλώσσα της ποίησης περιλαμβάνει τους ρητορικούς τρόπους, όπως την παρομοίωση και τη μεταφορά, αλλά και νοηματικές αποκλίσεις, όπως την ειρωνεία. Η αλληγορία βρέθηκε στο επίκεντρο του ποιητικού λόγου τόσο στην κλασική αρχαιότητα όσο και στον όψιμο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Κι εδώ ο ποιητής μας υπενθυμίζει τις ιστορικές στιγμές της Κυπριακής λογοτεχνίας, με όλες τις εκφραστικές δυνατότητες που μόνον η ποίηση κατέχει. Ο Paul Valéry κάποτε ισχυρίστηκε ότι η ποίηση είναι μια ξεχωριστή γλώσσα, μια «γλώσσα μέσα στην γλώσσα». Σαφέστατα οι δημιουργοί της ποίησης γνωρίζουν καλύτερα τους χρωματισμούς, τους τρόπους της πλούσιας σε σημασίες ελληνικής γλώσσας. Το επικοινωνιακό αποτέλεσμα του βιβλίου είναι σοβαρό και στη γραφή του, δίνεται η ανάλογη βαρύτητα των όσων θέλει να μας πει… ή να μας αφυπνίσει!<br />
Κρατώ γι’ άλλη μια φορά από την ποίηση του την ευαισθησία και το αντίκρυσμα του εσώτερου κόσμου, μιας εποχής που διεκδικεί άλλα μοντέλα σκέψης κι αποπροσανατολισμού. Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας εμπλέκεται, όταν το ύφος του μηνύματος αποκτά εξίσου αξία όπως και το περιεχόμενό του. Η λειτουργία αυτή είναι παρούσα σε όλα τα ποιητικά του βιβλία. Η έννοια της ελπίδας περιλαμβάνει τη στοχοθεσία αλλά και την εξεύρεση τρόπων υλοποίησης τους. Μα πάνω απ’ όλα, η ελπίδα είναι ένα συναίσθημα και σχετίζεται με την αντίληψή μας ότι μπορούμε να καταφέρουμε κάτι.<br />
«Τούτη την άνοιξη<br />
αν δεν γίνω πουλί<br />
λέω ν άνθίσω!» (σελ.45)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/06/%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
