<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%83-%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Tue, 17 Sep 2024 19:38:19 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/09/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/09/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 12 Sep 2018 00:07:41 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=10512</guid>

					<description><![CDATA[Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Έχει εκδώσει δεκαέξι ποιητικές συλλογές, μία νουβέλα και τέσσερα παραμύθια. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα, πεζά, κριτικά κείμενα και παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε όλες τις ανθολογίες Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2018/09/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει εκδώσει δεκαέξι ποιητικές συλλογές, μία νουβέλα και τέσσερα παραμύθια. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα, πεζά, κριτικά κείμενα και παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε όλες τις ανθολογίες Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο και τις τέχνες &#8220;Ο Αναγνώστης&#8221; για το βιβλίο του &#8220;Προς τα Πού&#8221;.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ποιητικά βιβλία του &#8220;Προς τα Πού&#8221; και &#8220;Δύσκολο&#8221; έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη Γαλλία από τις εκδόσεις L’ Harmattan, ενώ δύο τόμοι με επιλογές ποιημάτων του έχουν κυκλοφορήσει στην Ιταλία από τις εκδόσεις Joker και Fermenti.<br />
Η  ποιητική συλλογή Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι  Νεφέλη (2022) τιμήθηκε  με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2023.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></p>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου (Νεφέλη 2024)<strong><br />
</strong>Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι  Νεφέλη (2022)<br />
Τα φυσικά πράγματα, Νεφέλη (2019)<br />
<span style="color: #000000;">Αυτοάνοσο, Νεφέλη (2017)</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο, Νεφέλη (2014)</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τα πού, Νεφέλη (2012)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενοχικόν, Νεφέλη (2010)</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρικά, Νεφέλη (2007)</span><br />
<span style="color: #000000;">Σώματος λόγος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η άτροπος των ημερών, Νεφέλη (1998)</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κατοικίδια, Εντευκτήριο (1997)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, Νεφέλη (1992)</span><br />
<span style="color: #000000;">1988) Ζέστη Πανσέληνος, (Ρόπτρον)</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη μουβιόλα, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1986)</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να μπλοφάρουμε στο όνειρό, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1984)</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ευλύγιστο πέλμα, (Εγνατία) (1983)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Η κόρη του πλοιάρχου Νέμο (Τα Τραμάκια) (1990)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Ο μικρός πιλότος, Νεφέλη (2017)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ξυλοκόπος που έγινε άγγελος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)</span><br />
<span style="color: #000000;">Το καρναβάλι των ζώων, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μεγάλη πολιτεία, Παρατηρητής (1997)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κοινωνία των (δε)κάτων (2015)</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιάννης Δουβίτσας 1943-2003, Νεφέλη (2013)</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέρες ποίησης, Γαβριηλίδης (2007)</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ποιήματα του 2006, Κοινωνία των (δε)κάτων (2007)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Θασίτης, Πάνος Κ., 1923-2008, Τα ποιήματα, Νεφέλη [επιμέλεια] (2011)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="size-medium wp-image-20970 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/16-ΤΟ-ΧΡΟΝΙΚΟ-ΤΟΥ-ΠΑΝΤΟΤΕ-215x300.jpg" alt="" width="215" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/16-ΤΟ-ΧΡΟΝΙΚΟ-ΤΟΥ-ΠΑΝΤΟΤΕ-215x300.jpg 215w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/16-ΤΟ-ΧΡΟΝΙΚΟ-ΤΟΥ-ΠΑΝΤΟΤΕ.jpg 688w" sizes="(max-width: 215px) 100vw, 215px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17954 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/159-300x169.jpg" alt="" width="501" height="282" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/159-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/159-768x432.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/159.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-17955 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/242-300x169.jpg" alt="" width="501" height="282" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/242-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/242-768x432.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/242.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17956 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/336-300x169.jpg" alt="" width="500" height="281" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/336-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/336-768x432.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/336.jpg 800w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17957 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/430-300x169.jpg" alt="" width="501" height="282" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/430-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/430-768x432.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/430.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17958 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/513-300x169.jpg" alt="" width="501" height="282" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/513-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/513-768x432.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/513.jpg 800w" sizes="(max-width: 501px) 100vw, 501px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ</strong></h5>
<p>Έλεγε πως θα πιάσει το φεγγάρι<br />
αν έφτανε στην πιο ψηλή κορφή,<br />
αν ’έστηνε την πιο ψηλή του σκάλα,<br />
αν σήκωνε τα χέρια του ψηλά.<br />
Δεν του αρκούσε το φεγγάρι στη ζωή<br />
(στον έρωτα, στον Αύγουστο,<br />
στα παιδικά τραγούδια),<br />
δεν του αρκούσε το φεγγάρι στο ποτάμι.<br />
Ήθελε το φεγγάρι.</p>
<p>Χάλασε χίλιες σκάλες από τότε,<br />
χίλια άρβυλα ξεσάρκωσε και στράγγισε<br />
χίλιες αναβρυτές·<br />
χίλια άλογα ξεπνόισε σε χίλιες ανηφόρες.</p>
<p>Χίλιες φορές έπιασε το φεγγάρι,<br />
το άφησε χίλιες φορές,<br />
μα στην ψηλότερη κορφή<br />
(στον έρωτα, στον Αύγουστο,<br />
στα παιδικά τραγούδια)<br />
καμιά φορά δεν μπόρεσε να φτάσει.</p>
<h5></h5>
<h5><strong>ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΕΑΤΗ ΡΑΦΗ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Είναι αυτό. Και αυτό που είναι δεν αλλάζει.<br />
Κι αυτό πού είναι δεν μπορεί να είναι αλλιώς.</p>
<p>Άργησα πολύ να καταλάβω το απορημένο βλέμμα της μάνας μου,<br />
τη φράση του πατέρα μου: «Άντε, να πάμε στο σπίτι τώρα που<br />
τέλειωσαν όλα».</p>
<p>Ήταν αυτό.</p>
<p>Η μάνα μου δεν ήξερε για το Σημείο G,<br />
δεν ήξερε ότι το σώμα της υπήρχε για εκείνη·<br />
η μάνα μου δεν ήξερε πώς να επιθυμεί.<br />
Ήξερε όμως να στριφώνει τα φορέματα,<br />
να σημαδεύει το ύφασμα με το λεπτό σαπούνι &#8211;<br />
ή μάνα μου ήξερε πώς να σου κάνει αθέατη τη φανερή ραφή.</p>
<p>Ο πατέρας μου δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο Σάρτρ<br />
κι ότι ή ύπαρξη προηγείται τής ουσίας·<br />
ούτε κατάλαβε ποτέ πώς ήτανε αυτό που ήθελε ό ’ίδιος να ’ναι.<br />
Έμαθε όμως το ρίγος τής ανάγκασης και το αβάσταχτο τού εξαναγκασμένου·<br />
ο πατέρας μου έμαθε πώς η ταπείνωση χρειάζεται αντοχή,<br />
όμως δεν έμαθε ποτέ πώς ήτανε αυτός που είχε αντέξει.</p>
<p>Η μάνα μου δεν πίστευε στην καλοσύνη των άλλων,<br />
ούτε στην καλοσύνη του Θεού·<br />
η μάνα μου δεν πίστευε σε καμιά καλοσύνη.<br />
Πίστευε όμως στη Μεγάλη Παρασκευή των ανθρώπων<br />
η μάνα μου πίστευε στο βάρος του σταυρού.</p>
<p>Ο πατέρας μου 8εν σκούπιζε ποτέ τα δάκρυά του·<br />
άφηνε μόνη να στεγνώνει στα μάτια του η αρμύρα,<br />
η θάλασσα που έβλεπε,<br />
τα φαγωμένα βράχια· ο πατέρας μου<br />
άφηνε μόνα να στεγνώνουνε στα μάτια του<br />
εκείνα που αρνιότανε να πει.</p>
<p>Η μάνα μου αγαπούσε τα γεράνια,<br />
ο πατέρας μου τα πετροχελίδονα.<br />
Σ’ εκείνην άρεζαν τα τούρκικα μελό,<br />
σ’ εκείνον οι ελληνικές κωμωδίες του εξήντα.<br />
Τη μια φορά που πήγανε μαζί στο σινεμά<br />
είδανε τη δανέζικη «Μαζούρκα τού έρωτα».</p>
<p>’Έζησαν κάμποση ζωή· ήταν αυτή.<br />
Κι αυτή που ήταν δεν μπορεί να ήταν αλλιώς.</p>
<h5><strong>ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p style="padding-left: 120px;">Και μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι<br />
Νίκος Γκάτσος, Αμοργός</p>
<p>Είναι αυτό. Και αυτό που είναι δεν αλλάζει.</p>
<p>Άργησα πολύ να εννοήσω τι σημαίνει να είσαι πεζός<br />
απέναντι στον ερχόμενο ιππέα,<br />
τί σημαίνει να είσαι η ηχώ που επιστρέφει τη μεγάλη κραυγή.</p>
<p>Άργησα πολύ να πω σκοτάδι τη νύχτα,<br />
να φτάσω στη νύχτα απ’ τη δίκιά της οδό,<br />
να φτάσω εδώ<br />
οπού όλα υπάρχουν σαν μόχθος για μια αιωνιότητα που δεν μάς ανήκει<br />
και υπάρχουν σαν συνέργεια των όντων στην αρχαία παράβαση της ζωής,<br />
κάτω από ουρανούς του κανενός ανθρώπου,<br />
του κανενός θεού·</p>
<p>να φτάσω εδώ,<br />
κάτω από τα γερμένα μάτια του χρόνου<br />
και με τα μάτια του χρόνου να δω<br />
ότι όλα υπάρχουν μες στην ίδια αιτία,<br />
ότι όλα είναι αυτό<br />
κι ότι αυτό που είναι δεν αλλάζει.</p>
<p>Εδώ, εδώ· να φτάσω εδώ και να βρω<br />
πώς είναι δικά μου και η φωτιά και η στάχτη,<br />
το νερό που αναβλύζει κι η στερεμένη πηγή,<br />
πως είναι δικό μου το δάκρυ στην παρειά του αλόγου,<br />
δικό μου το ρόδο που ανθίζει,<br />
δικό μου το ρόδο που έχει πια μαραθεί.</p>
<p>Κάτω από τα γερμένα μάτια του αλόγου,<br />
στο δάκρυ του αλόγου να δω<br />
αυτό που ακόμη αγνοώ,<br />
αυτό που είναι δικό μου και ακόμη αγνοώ.</p>
<h5><strong>ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΝΤΗΛΑΝΑΦΤΙΣΣΑ<br />
ΠΟΥ ΣΒΗΝΕΙ ΤΑ ΚΕΡΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟΣΩΣΟΥΝ.</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Άκουσέ με.</p>
<p>Εσύ που έρχεσαι από τους ανεμόμυλους<br />
κι εσύ ο αέρων το σχισμένο καταπέτασμα του ναού·</p>
<p>εσύ που λες ότι η ζωή είναι το δαγκωμένο μήλο του παράδεισου<br />
κι εσύ που σκώπτεις πως το κοτσάνι του είναι η κληρονομιά μας·</p>
<p>εσύ πού χτίζεις με την ύλη τής απώλειας,<br />
σαν η απώλεια να είναι ο λίθος που στεριώνει την οδύνη,<br />
κι εσύ που βλέπεις την οδύνη σαν τη σκόνη της απώλειας που<br />
κατακάθεται στη γη·</p>
<p>εσύ πού αρνείσαι να δεχτείς ότι η ύπαρξη είναι η χειροτεχνία της<br />
ανάγκης<br />
κι εσύ που δίνεις σχήμα στην ανάγκη, με τη βελόνα της κεντώντας της<br />
χειροτεχνίας το χαρτί·</p>
<p>άκουσέ με. ’Άκουσέ με:</p>
<p>Η αλήθεια είναι μια καντηλανάφτισσα που σβήνει στα μανουάλια τα<br />
κεριά πριν αποσώσουν.<br />
Ή αλήθεια είναι ο ιερόσυλος που γδύνει από τ’ ασήμια της κάθε ταμένη πίστη.<br />
Ή αλήθεια είναι το θεριό που μένει άτρωτο απ’ το δόρυ του ιππέα.</p>
<p>άκουσέ με. Άκουσέ με<br />
εσύ, που ισορροπείς στην άκρη του κενού χωρίς να ξέρεις<br />
αν από κάτω είναι ο Λόγος ή του αντίλαλού του η βουή,<br />
χωρίς να ξέρεις αν φυλάττεις προμαχώνες ή των υπόδουλων τους<br />
αναστεναγμούς·</p>
<p>εσύ, που ξέρεις πως θέλει ανάσα η άβυσσος για να ανυψωθεί<br />
και ξέρεις πως το ερώτημα «ποια η άβυσσος;» δεν έχει απαντηθεί.</p>
<p>Άκουσέ με. ’Άκουσέ με.<br />
Όλη η αλήθεια είναι ένας χαρταετός<br />
πού όταν φυσά τον καντηλιάζεις στους αιθέρες.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p style="padding-left: 120px;">Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου<br />
Οι κουκουβάγιες ουρλιάζανε<br />
Νίκος Γκάτσος, Αμοργός</p>
<p>Τον καιρό εκείνο τ’ αποδημητικά πουλιά ένιωσαν το κακό<br />
και πήραν να λοξεύουν απ’ τη χώρα.<br />
Μακριοί, μακριοί σχηματισμοί πετούσαν πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων,<br />
πετούσαν πάνω απ’ τους αγρούς και τις αρχαίες εκβολές των ποταμό,<br />
τα προσπερνούσαν κι έφευγαν, ζητώντας ασφαλείς προορισμούς και καταφύγια.</p>
<p>Ήταν εκείνος ο καιρός που γύριζαν τα νύχια των άντρων<br />
και το αίμα αγρίευε στων γυναικών τα καταμήνια.<br />
Κι ένα μονάχα βήμα χώριζε τις ψυχές απ’ τον σκορπιό τους.</p>
<p>Ήταν εκείνος ο καιρός.</p>
<p>Όλες οι μέρες του ήλιου δεν αρκούσανε,<br />
για να στεγνώσουν μία μέρα της βροχής του-<br />
όλες οι αλήθειες πνίγονταν απ’ της δικιάς του αλήθειας τη θηλιά<br />
Και μια μονάχα λέξη χώριζε την πειθώ απ’ τα δεσμά της.</p>
<p>Εκείνος ο καιρός.<br />
Άλλοι τον έλεγαν δραπέτη, άλλοι φυλακή,<br />
άλλοι αδέσποτο σκυλί, που τρέφεται απ’ τον φόβο·<br />
και όσοι πίστευαν ακόμη στη ζωή<br />
τον λέγαν τάσι στον ζυγό της ουτοπίας.</p>
<p>Ά, Isidore Ducasse, με τα τραγούδια σου·<br />
μες στον βυθό των στοχασμών<br />
τα πράγματα έχουν ακαθόριστη μορφή,<br />
οι σκιές πλαταίνουνε στη γη και οι καιροί&#8230;<br />
αλλάζουν χρόνο οι βλάσφημοι καιροί -εκείνοι οι καιροί,</p>
<p>ο καιρός αυτός.<br />
Άλλοι τον λεν συνενοχή, άλλοι απουσία,<br />
άλλοι ναό καθεδρικό,<br />
να μαγαρίζει ο οξαποδώ την άγια τράπεζά του·<br />
κι όσοι πιστεύουν στα όνειρα<br />
τον λεν καμπάνα που σιωπά και μες στον ύπνο τους<br />
άξαφνα την ακούνε.</p>
<h5><strong>Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Ποιας πυρκαγιάς να ΄ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;<br />
Νίκος Γκάτσος, Αμοργός</p>
<p>To μέλλον! To μέλλον! Κι εσείς,<br />
χίμαιρές μου εσείς, που μαζί μου βαδίσατε<br />
στον δρόμο της παπαρούνας και στον δρόμο της ύαινας,<br />
που μαζί μου ατενίσατε το διαρκές τ’ ουρανού,<br />
πριν ο ουρανός γίνει η σπασμένη φτερούγα των γλάρων,<br />
θα μιλήσετε άραγε στο μέλλον για την πόλη, την πολιτεία που υπήρξα,<br />
με τις ωραίες κοίλες πλατείες της,<br />
τις χάλκινες πύλες και το ποτάμι με τις γεφυρωμένες του όχθες;<br />
Θα παραμείνετε άραγε πλάι μου στον υπόλοιπο χρόνο,<br />
στον υπόλοιπο τόπο θα ταξιδέψετε άραγε μαζί μου;</p>
<p>Χίμαιρες, χίμαιρες που δεν είδα ποτέ τη μομφή σας,<br />
που δεν είδατε ποτέ τη μορφή μου κι εσείς,<br />
το ανθρώπινο πρόσωπο που είναι η ανθρώπινη όψη της φύσης,<br />
η χαρά και η οδύνη και το πλεγμένο στεφάνι που κλείνει το άπειρο μες<br />
στο μηδέν·<br />
η χαρά και η οδύνη του ανθρώπου,<br />
που όταν πεινάσει για ψωμί<br />
κανείς θεός δεν θα του σφάξει ένα αηδόνι<br />
κι όταν διψάσει για νερό<br />
κανείς θεός δεν θα του στίψει ένα σύννεφο·</p>
<p>επειδή κανένας θεός δεν θα σφάξει ποτέ ένα αηδόνι στην πείνα του<br />
ανθρώπου,<br />
πριν ο άνθρωπος σφάξει τ’ αηδόνια του δάσους του στον βωμό ενός<br />
θεού·<br />
επειδή κανένας θεός δεν θα στίψει ποτέ ένα σύννεφο στη δίψα του<br />
ανθρώπου<br />
πριν ο άνθρωπος στίψει τα σύννεφα του δικού του ουρανού στα χείλη<br />
ενός θεού.</p>
<p>Κι εσείς, χίμαιρές μου εσείς, θα σταθείτε τάχα κοντά μου την ώρα του<br />
δικού μου auto-da-fe;<br />
Θα ομολογήσετε άραγε μαζί μου στη ρόδα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή<br />
πόσο αβάσταχτο φορτίο για τον άνθρωπο είναι η ελευθερία,<br />
πόσο αβάσταχτα το τρίχινο ρούχο της του γδέρνει το κορμί;</p>
<p>Χίμαιρες, χίμαιρές μου εσείς,<br />
θα γαλουχήσετε άραγε μαζί μου το τέρας μου που θα με καταπιεί;<br />
Χίμαιρα-τέρας μου εσύ·<br />
τέρας που έθρεψα, για να με καταπιεί.</p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΜΠΛΕ ΧΟΡΤΑΡΙ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΠΙΕΡΡΟΤΟΣ ΠΟΥ ΚΟΙΤΟΥΣΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<h5><strong>Νοσταλγία</strong></h5>
<p>Βαραίνει μέσα μου εκείνο το στοιχειό που ανιστορεί τον χρόνο,<br />
-γλώσσα αμετάφραστη·<br />
εκείνο το στοιχειό κι αυτός ο χρόνος<br />
κι αυτό το κύμα, κύμα μου με το παλιό άφρισμά του<br />
—Τι κάνω εδώ, σηματωρός<br />
των έργων της μακάριας γης;<br />
Τι κάνω τάχα εδώ;</p>
<p>Τόσο καιρό επινοώντας το φεγγάρι,<br />
τόσο καιρό απορημένος στους κρατήρες του,<br />
πως κυριεύτηκα κι άφησα τις γοργόνες αναπόκριτες;<br />
—Ζεις; —Ζω, να τις έλεγα, και ταξιδεύω ακόμη,<br />
και ψάχνω ακόμη στις νερογυρισιές<br />
πως να ξεφύγω απ’ τις ακτές,<br />
απ’ τα πουλιά<br />
που κουβαλούν στο ράμφος τους το στέγνωμα του κόσμου,<br />
πως να ξεφύγω από το στέγνωμα του κόσμου.</p>
<p>—Ζεις;<br />
Μα δεν άκουγα κι ας μάνιαζε η ζωή,<br />
κι ας έμενε σακάτικο σκαρί<br />
να παραδέρνει ο νους, μαύρο πανί να φτερουγάει,<br />
λησμονημένος νόστος στο κατάρτι·<br />
μαύρο πρυμνιό, να το τσακίζουν Συμπληγάδες·<br />
όμως δεν έβλεπα</p>
<p>τις σκλήθρες του στο δάχτυλο, το ματωμένο<br />
δάχτυλο να δείχνει τη ματωμένη αθέατη πλευρά<br />
-ίδια η πληγή να λες κι ο πόνος μοιρασμένος.<br />
Και σκέφτηκα:<br />
Μέτρο των μύθων οι θεοί· τόσοι θεοί<br />
πώς πέρασαν κι άφησαν πίσω τους τα ερείπια των ναών τους<br />
Πώς σκόρπισαν σε αστερισμούς, τόσοι,<br />
που εστρώναν δείπνους μυστικούς<br />
κι ανάγερναν ν’ αφηγηθούν τον ευαγγελισμό,<br />
την τελευτή τους·<br />
τόσοι θεοί<br />
κι ο εξάγγελος να μαρτυρά μόνον τ’ ανθρώπινά τους<br />
-τότε κατάλαβα:</p>
<p>Κανένας δείπνος δεν μένει μυστικός,<br />
καμιάς πληγής ο πόνος δεν μοιράζεται,<br />
καμιά πλευρά δεν σου είναι θεατή<br />
όταν σου είναι αθέατο το σκότος.</p>
<p>Τόσο καιρό, τόσο καιρό,<br />
πόσα φεγγάρια δρέπανα μου θέριζαν τα μάτια!<br />
Πόσο ο χρόνος μου έμοιαζε φτωχός,<br />
μορτόπαιδο με μπαλωμένο ρούχο,<br />
εκείνο το παιδί κι αυτός ο χρόνος<br />
κι η κουρελόμπαλά του στην αυλή<br />
κι αυτό το αγνάντι μέσα του<br />
να την κλωτσάει στον ήλιο· μα δεν το κοίταζα.</p>
<p>Κι ας τού ’φτάνε<br />
ένα κλωνί βασιλικός τ’ αυτί του να στολίζει,<br />
ένα λιανόκερο ν’ ασκείται στις σκιές·<br />
κι ας του ’φτάνε ένα φτερό για ν’ αψηφά τα ύψη<br />
εκείνο το παιδί, αυτός ο χρόνος<br />
ο Πιερρότος<br />
στις μιμήσεις του κενού.</p>
<p>Αν η Ιστορία ήταν θάλασσα<br />
πόσους απήδαλους θα λύτρωνε η φουρτούνα της!<br />
Πόσες γοργόνες του βυθού θ’ ανέβαζε στο φως!<br />
Και την απήγανη, την αποξορκισμένη</p>
<p>—Ζεις; θα τη ρώταγα. —Και ζω και βασιλεύω<br />
και το φεγγάρι τ’ ουρανού στο παίρνω από τα μάτια,<br />
να το κοιτάς στα μάτια μου, πλεγμένο στα μαλλιά μου·</p>
<p>και το βουτώ στο πέλαγο και το ξεμασκαρεύω,<br />
να γίνει αυτός που λύγισε,<br />
να γίνει αυτός που σώθηκε<br />
με την ψυχή περίλυπη·<br />
που οδοιπορεί στο πλάι μας και μας μετρά·</p>
<p>και μας μετρά στα δάχτυλα<br />
και βρίσκει πως τα δάχτυλα απομένουν.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΟΔΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΩΝ</strong></h5>
<h5><strong>α.</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Εάν αυτό το οποίο στον παράδεισο εφθάρη, ήταν φθαρτό,<br />
τότε δεν ήταν κρίσιμο·<br />
εάν όμως ήταν άφθαρτο,<br />
τότε ζούμε μέσα σε μια εσφαλμένη πίστη.<br />
Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί</p>
<p>Το όνομά μου είναι Φραντς. Δεν είμαι εκείνος.<br />
Εκείνος είναι θερμαστής στα τραίνα που περνούν.<br />
Εγώ ο παρατηρητής της διέλευσής τους.</p>
<p>Στέκομαι στην πλατφόρμα του σταθμού· κοιτάζω<br />
το αντάμωμα των βαγονιών, την τελετή<br />
των ψαλιδιών καθώς μοχλεύουν διακλαδώσεις και πορείες.</p>
<p>Κοιτάζω εκείνον και τον λέω Φραντς·<br />
είναι το γεγονός του ρήματός μου.<br />
Φτυαρίζει κάρβουνο στην ατμομηχανή του,<br />
φρεσκάρει στο καζάνι το νερό,<br />
ελέγχει εκτονώσεις και βαλβίδες· ξέρει</p>
<p>πως όσο αυξάνεται η ταχύτητα του τραίνου<br />
τόσο η κίνηση προσθέτει κι άλλο μήκος στη γραμμή-<br />
ότι καμιά γραμμή δεν φτάνει σ’ ένα τέρμα,<br />
ότι δεν είναι πουθενά ο προορισμός<br />
ούτε η επιστροφή στον ορισμό του.</p>
<p>Ξέρει πως όσο πιο βαθιά η συντριβή<br />
τόσο μακραίνει ως το ατέλεστο η μετάνοια·<br />
ότι κανένα αμάρτημα δεν θα ολοκληρωθεί,<br />
ότι δεν είναι πουθενά η άφεσή του.</p>
<p>Είμαι ο Φραντς·<br />
ο παρατηρητής του ρήματός μου.<br />
Γράφω για παραδείσους ακατοίκητους<br />
πίσω απ’ τα κάγκελά τους,<br />
για το απρόσβατο του νόμου, για του λόγου<br />
τις πύλες και τους φύλακες που στέκονται φραγμός<br />
στην παραβίασή του·</p>
<p>γράφω για εκείνους<br />
που τρόμος είναι ο δαίμονας<br />
της αγωνίας τους, όχι του κολασμού τους.</p>
<p>Μιλώ για τόπους που χωρίστηκαν απ’ τη μετάβασή τους,<br />
για το άτοπο της χάριτος σε ανάξια ένοχή,<br />
για ταξιδιώτες που καμώνονται την ίδια ουτοπία·</p>
<p>γι’ αυτούς που υψώνονται<br />
σαν να έλυσαν τον γόρδιο δεσμό της βούλησής τους,<br />
τον κόμπο μιας πεποίθησης που έχουν αναγκαστεί·</p>
<p>για όσους επιβιβάζονται πιστεύοντας<br />
ότι η βούλησή τους είναι η διαδρομή.</p>
<p>Με λένε Φραντς· είμαι εκείνος.<br />
Με τραίνο δεν ταξίδεψα ποτέ.</p>
<p>Πηγαίνω στο απροόριστο με το δικό μου μέσον.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ</strong></h5>
<h5><strong>Ο ποιητής Γκέοργκ Τράκλ καπνίζει τις γαλάζιες ανεμώνες του</strong></h5>
<p>Φεγγάρι! Ναι, φεγγάρι. Σχεδόν φεγγάρι.<br />
Τίποτε τραγικό· τα πάντα.<br />
Ο ποιητής Γκέοργκ Τράκλ<br />
έξω από το νοσοκομείο εκστρατείας<br />
-μέθη στα μάτια του τα διαλυμένα πρόσωπα<br />
πριν τυλιχτούν στις γάζες-<br />
καπνίζει τις γαλάζιες ανεμώνες του,<br />
φυσάει τον γαλάζιο τους καπνό στον κίβδηλο αέρα.<br />
Είναι αδρανής ο κίβδηλος αέρας·</p>
<p>κανένα δέντρο δεν λυγάει, πουλιού κι αγγέλου<br />
δεν ανοίγει τα φτερά.<br />
Δεν είναι άνεμος ο κίβδηλος αέρας·<br />
δεν φεύγει σε καμιά μεριά, από καμιά μεριά<br />
δεν επιστρέφει.</p>
<p>Κρατά την όψη του στη γη· κοιτάζει·<br />
τα διαλυμένα πρόσωπα κοιτάζει, τα σπλάχνα<br />
άνθη ασπαίροντα στων αγοριών τις χούφτες<br />
-γαλάζια άνθη ασπαίροντα-<br />
τα εδεμικά τους βλέφαρα πριν κλείσουν.</p>
<p>Τον ποιητή κοιτάζει Γκέοργκ Τράκλ να ονειρεύεται,<br />
μες στον γαλάζιο του καπνό να ονειρεύεται<br />
το αίμα πρωινή δροσιά σε φυλλωμένο στόμα,<br />
τα δάχτυλα των αγοριών χτενίδι στα μαλλιά·</p>
<p>τον ποιητή μες στου θανάτου τ’ όνειρο κοιτάζει,<br />
ψυχοβατώντας στη σιωπή που δίνει του θανάτου<br />
ό,τι του ανήκει<br />
-πόσο μεγάλη η σιωπή πριν βρυχηθεί το αγρίμι,<br />
στάλα βροχής πριν ακουστεί στην τσίγκινη σκεπή.</p>
<p>Πόση ζωή πριν συντρίβει η ζωή στο μέτωπό της!</p>
<p>—Φεγγάρι! ’Α, ναι, φεγγάρι!<br />
Του φεγγαριού αφιονισμένη κεφαλή, ελέησέ με.<br />
Τρίλιες του κότσυφα στην αλγεινή γαλήνη, ελεήστε με.<br />
Ελέησέ με λέξη τρυφερή,<br />
μες στον γαλάζιο μου καπνό νανούρισμα ν’ αναπαυθεί<br />
η θερισμένη ανάσα<br />
-είναι ο πόλεμος.</p>
<p>Μπαίνει το τραίνο στον σταθμό, άδεια μανίκια,<br />
μπατζάκια διπλωμένα στον μηρό<br />
-η πόλη ήσυχη.</p>
<h5><strong>Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν</strong></h5>
<p>Κι η πιστολιά που ακούστηκε, τι κρότος.<br />
Στίχος αρχινισμένος κι αξεδιάλυτος,<br />
μισός σταυρός, μισός σταυροφορία,<br />
τόπος μισός<br />
μιας επανάστασης που ηττήθηκε απ’ την ίδια της τη νίκη.</p>
<p>Εξαίσια άρρωστος εσύ<br />
μες στην εντατική της ουτοπίας,<br />
βλέμμα στραμμένο στην ψυχή και η ψυχή<br />
μάτι στραμμένο στ’ άστρα,<br />
ξανά, ξανά στον ουρανό,<br />
μόνο ο ουρανός χωρά μαζί<br />
το φως και το σκοτάδι,<br />
τα ερείπια πριν και τα ερείπια μετά·<br />
μόνο ο ουρανός, κόκκινο φως -οσμή σφαγείου<br />
η αρχινισμένης φύσης ευωδιά.</p>
<p>Σφίγγει η θηλιά της άνοιξης, μητέρα,<br />
στον κήπο της Γεθσημανής ψαλμός<br />
και ψάλτης ο ιδρώς στο μέτωπό μου·<br />
δεν είναι η γη που με κρατά, της ιστορίας<br />
το άκυρο με σέρνει απ’ το μανίκι.</p>
<p>Το μέλλον ατενίζοντας, α εσύ, μητέρα,<br />
ο γιός σου πάσχει από παρόν.<br />
Πως άνοιξε στη δημοσιά περπατησιά ο χρόνος!<br />
Μέλλον εγώ, πως μ’ άφησε πίσω του το παρόν·</p>
<p>στάχτη στα χνάρια μου καθώς πατώ σε στάχτη.<br />
Ακουστέ: ηχεί το σιωπητήριο· κοιτάξτε:<br />
η σημαία έχει υποσταλεί.<br />
Δεν είναι η γη το τέρας μου· αποθυμιές<br />
χρωστούμενες λυγούν τα γόνατά μου·<br />
λέξη βαραίνει απάνω μου το ύψος,<br />
μα πιο πολύ το κάτω του σκαλί.</p>
<p>Σφαχτό βαραίνει απάνω μου η αγάπη</p>
<p>Άνοιξε μου Μαρία! Πονώ!<br />
Σαν αχθοφόρος κουβαλάω το κενό,<br />
σαν πεπρωμένο ζω τον μορφασμό μου.</p>
<p>Όχι άνεμος, μα σύννεφο σπρωγμένο από ανέμους·<br />
όχι βροχή, μ’ ανέστιος κάτω από τη βροχή·<br />
Αυτός, Εσύ·<br />
ψάχνει το πρόσωπό σου αντωνυμία ν’ ακουμπήσει<br />
στην πιστολιά που ακούστηκε, Βολόντια,<br />
σαν κόσμος που έσπασε πριν αρμολογηθεί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;">
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2019)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1</strong></h5>
<h5><strong>β’</strong></h5>
<p>Ταπεινωμένος απ’ τη γλώσσα των γραφών<br />
κι απ’ τον εκμαυλισμό της λυτρωμένος,<br />
νους ασκεπής, στρέφοντας σέ μιαν άλλη ανατολή<br />
το αίτημά του.<br />
Γνωρίζει η γλώσσα, μ’ αγνοεί τον δαίμονά της,<br />
έκπτωτο από τη μορφή, που αποκαλύπτει<br />
όση λαχτάρα εξουσίασε η χάρη.<br />
Χάρη του ανθρώπου, πύρα τ’ ουρανού,<br />
καθώς η βάτος γίνεται καύσιμο της βροχής<br />
και η πλημμύρα σπρώχνει τη φωτιά στην ενδοχώρα<br />
-χώρα του ανθρώπου που επενδύει στις πληγές<br />
και του ανθρώπου που εξυψώνει τις πληγές του σ’ ευλογία.<br />
Ξύνει το δάχτυλο την πέτσα που ξεράθηκε,<br />
μα αποκάτω τί;<br />
Η αυτοψία της φθοράς δεν επαρκεί<br />
για την επαναδιάγνωση της νόσου.<br />
Ακροατές των διδαχών<br />
κι αφηγητές διαλέγοντας τις φράσεις τους<br />
από τις άκοπες σελίδες της διαθήκης<br />
-άραγε επέστρεψε κανείς απ’ την απάρνησή του,<br />
απ’ τις ασκήσεις των χερσαίων πειρασμών,<br />
φυλάγοντας στον σάκο τούτην άμμο τής ερήμου,<br />
στην αλαλία του<br />
τον μαρασμό του αμάραντου<br />
και το απόντιστο ταξίδι τού κορμιού;<br />
Πικρό το μέλι και η μέλισσα βοσκά<br />
ανύποπτη της γέεννας τη γύρη.<br />
Στην αποικία των εσμών που άφησαν τη φύση τους<br />
να οδηγείται απ’ τα φτερά της ακηδίας,<br />
το νέκταρ δεν μπορεί να τρυγηθεί<br />
παρά απ’ τ’ αγριολούλουδα που θάλλουν<br />
ανάμεσα στον λάκκο του πυρός<br />
και την πυρίμαχη κοιλάδα των δακρύων.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3</strong></h5>
<h5><strong>γ’</strong></h5>
<p>Ύπαρξη ανερμάτιστη,<br />
που άλλοτε φλέγεται στις θημωνιές του οίστρου,<br />
γιορτάζοντας τον θερισμό,<br />
κι άλλοτε πυρπολεί τα γιορτινά της.<br />
«Χορέψτε», φώναξε η φωτιά.<br />
«Ποιος είναι άξιος να μπει μέσα στις φλόγες,<br />
να μαγευτεί στην πυρκαγιά, να κάψει<br />
με τις σπίθες της τον λογισμό των άστρων;<br />
Χορέψτε αυτόν τον βλάσφημο χορό,<br />
καθαγιάζοντας το βλάσφημο της κτίσης!».<br />
Το κλειδί έστριψε<br />
κι η κλειδωνιά έβγαλε το αναιδές γλωσσίδι της<br />
στη σιγουριά της πόρτας.<br />
Ζωή και μη ζωή τρίζοντας στο ίδιο σπίτι,<br />
βήμα πάνω στα βήματα των παρατατικών τους,<br />
μετρώντας με το μάτι το φιτίλι της γκαζόλαμπας,<br />
αγγίζοντας στ’ ανάγλυφα των τοίχων την καπνιά<br />
&#8211; σύ δεν ήσουν κάποτε που έλυνες<br />
σταυρόλεξα και γρίφους στα λαϊκά περιοδικά,<br />
Εσύ δεν ήσουν που έγραφες απαντήσεις ανεπίδοτες<br />
πριν καν τεθούν σέ απορία οι εντυπώσεις;<br />
Εκείνη η στάλα της μελάνης που απόμεινε<br />
έχει πετρώσει μέσα στο δοχείο, πάει καιρός,<br />
και τα φαινόμενα που τότε ξεχορτάριαζες<br />
έχουν πνιγεί και πάλι στην τσουκνίδα.<br />
Πάει καιρός στον χρόνο και στον χρόνο<br />
που κατέχει τον καιρό σου.<br />
Κοιτώντας τώρα αναρτήσεις στο διαδίκτυο<br />
ανακαλύπτεις πως κρατά η αμηχανία:<br />
«Να είναι ο άνθρωπος αυτό,<br />
ή είναι αυτό και κάτι άλλο ακόμα;»<br />
«Χορέψτε», φούντωσε η φωτιά.<br />
«Μόνο ο παλμός του σώματος δονεί<br />
τις σκαλωσιές των νοημάτων, τα πλήκτρα<br />
των βουλήσεων στους αυτοσχεδιασμούς τους.<br />
Εκείνοι που περιφρουρούν το καθεστώς τους<br />
εικάζοντας τη θάλασσα σέ παθογόνους βάλτους,<br />
κι οι άλλοι που ξοδεύονται στο άπειρο,<br />
κι οι σχολιαστές του άφραστου κι οι εργάτες<br />
των ονείρων κι οι εντολοδότες του χαμού<br />
κι οι λογιστές του νείκους<br />
-από το ελάχιστο σημείο που ζητά<br />
πάτημα να ξηλώσει τα θεμέλια<br />
ως το πανοπτικό των θεωρείων:<br />
ανήρ + ώψ ο άνθρωπος και θρώσκων προς τα πάνω<br />
και αναθρών ά όπωπε,<br />
σταθμίζοντας τα οφέλη του σε ό,τι παρατηρεί».<br />
Ζωή στον κύκλο της και μη ζωή στον κύκλο,<br />
κι ο κάθε κύκλος έκλειψη του κύκλου της ζωής<br />
και η κάθε μη ζωή μέσα στη δυνατότητά της να υπάρξει<br />
(όπως περίπου το είχε στοχαστεί ο κύριος Έλιοτ<br />
που, μην αντέχοντας πολλή πραγματικότητα,<br />
επισκεπτόταν φίλους τ’ απογεύματα<br />
για ένα φλιτζάνι τσάι με μπισκότα,<br />
για λίγο μέλλον εκ τής τράπουλας ταρώ<br />
κι εκ του υπολογισμού των ωροσκόπων).</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5</strong></h5>
<h5><strong>γ’</strong></h5>
<p>«Τί λόγιοι μελοδραματισμοί και τούτοι πρίγκιπα!<br />
Τί πορφυρή επιγραφή πάνω απ’ τους τάφους!<br />
Να είσαι ή να μην είσαι!<br />
Αν είναι ύπνος ο θάνατος και τί θα ονειρευτείς!»<br />
(Κουβέντες του κρανίου έκτος κειμένου·<br />
γιατί μέσα στο κείμενο, μιλιά).<br />
«Να είσαι &#8211; να μην είσαι!<br />
Βγάζοντας το διαζευκτικό,<br />
πάει και η σκλαβιά της απορίας.<br />
Το φίδι όταν δαγκώνει την ουρά του,<br />
όχι ο ψυχαναγκασμός μα είναι ο τρόπος<br />
να ξαλλάζει το φιδίσιο του πετσί·<br />
κι ούτε που νοιάζεται αν με αυτόν τον ελιγμό<br />
κλείνει στον κύκλο του το άπαν του εαυτού<br />
ή τις ασκήσεις ερμηνείας των συμβόλων.<br />
Με το δικό σου δάγκωμα του νου<br />
ποιο παλιωμένο σου πετσί ελπίζεις πως θ’ αλλάξεις,<br />
ποιο δίλημμα κυκλώνοντας το άπαν<br />
του δικού σου εαυτού;<br />
Ένα εκφώνημα, εντέλει, και να τρέμει<br />
μπροστά στη μεταφυσική διατύπωσή του.<br />
&#8216;Υπάρχεις -δεν υπάρχεις!<br />
Ή δεν ριζώνεις μες στην ύπαρξή σου,<br />
όπως δεν πιάνει ρίζα το νερό,<br />
ακόμη κι αν το φράξεις μες στη στέρνα.<br />
Να είσαι· μα αν δεν μπορείς να είσαι η ζωή,<br />
τί θα σου χρειαστεί το νόημά της;<br />
Κι όταν δεν είσαι,<br />
ποιος θα σου πει τί νόημα έχει να μην είσαι;<br />
Παλιάτσου λόγια, θα σκεφτείς, και θα ’χεις δίκιο.<br />
Πώς να διακρίνει μια μουτσούνα παλατιού<br />
την ύπαρξη απ’ τη ζωή και τη ζωή<br />
από τα κουδουνάκια του σκουφιού της;<br />
Όμως παλιάτσος ήμουν, κι έχω παραμείνει<br />
ο κοσμικός διασκεδαστής των σοφιστών<br />
τόσο καιρό που υπάρχω δίχως να είμαι».<br />
Και τώρα πρίγκιπα;<br />
Τώρα πού παγιδεύτηκες στα κάτοπτρα<br />
του ιδεαλισμού σου,<br />
ποια τέχνη θα χαρίσει στην ανάγκη<br />
τη μάσκα του υποκριτή,<br />
εκείνου που ο ρόλος του<br />
είναι η άρνησή του να τον παίξει;<br />
Ποιο σκιάχτρο θα φανεί στο περιτείχισμα<br />
του επιδημικού σου βασιλείου,<br />
για να υποδυθεί το φάντασμά σου;<br />
Μπόχα της κόλασης και ευωδιά του παραδείσου,<br />
μα εσένα η μόνη μυρωδιά που σου ταιριάζει<br />
είναι του τρόμου σου μην κι αποκαλυφθεί<br />
η παρωδία προτού πέσει η αυλαία.</p>
<h5><strong>Εξόδιον άσμα</strong></h5>
<p>Ποιος τρόμος τώρα ζει μες στα χαλάσματα,<br />
απρόθυμος να μοιραστεί με λόγια<br />
όσα τεκμήρια του άφησε η χίμαιρα<br />
πριν κανιβαλιστεί από τους μύθους;<br />
Και κάθε πράξη που περνά δεν τη γυρίζει πίσω·<br />
κι ας επιμένουν οι οργασμοί των θεατών,<br />
κι ας έχει καθαγιαστεί η ταξική μοιχεία.<br />
Υπάρχει βέβαια εποπτεία κι ετοιμότητα<br />
για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχομένου·<br />
αν τύχει ας πούμε και σκιστεί πάνω στην ταραχή<br />
το στοργικό περίβλημα που ντύνεται η βία.<br />
Οι διαφημίσεις όμως πέφτουνε στην ώρα τους<br />
και διαρκούν όσο διαρκεί<br />
το γλυκερό ιντερμέδιο της θάλασσας,<br />
φέρνοντας στην ακτή τ’ άδεια κοχύλια,<br />
το αδειανό εκείνων που ναυάγησαν<br />
σε λάθος απαντήσεις.<br />
Για λάθος λέξεις; Ούτε καν!<br />
Για ένα αχ! που συμπυκνώνει όλο τον πόνο,<br />
για λίγο αλάτι στο γωνιάδι των ματιών.<br />
Κάτω απ’ τα βλέφαρα που μένουνε ασάλευτα<br />
ένας βαρκάρης λυρισμός κωπηλατώντας<br />
— για μια αναδυομένη; Ποιων αφρών;<br />
Ακόμη κι αν η Χάρυβδη<br />
φυτέψει λαγκαδιές στο βάραθρό της,<br />
θα έρθει η Σκύλλα να τροχίσει τους γκρεμούς,<br />
να κρεουργήσει τ’ όνειρο<br />
της ευτραφούς ρητορικής των παραλίων<br />
— για μιαν ελπίδα; Ούτε καν.<br />
Οι μισθοφόροι των θεσμών παραμονεύουν<br />
στ’ αντίφωνα των αληγών, στης Μέδουσας<br />
τη χάλκινη αγκύλη — με ποια αφορμή;<br />
Θερίζει στ’ όνομα του απρόσκλητου ανέμου<br />
το δίκοπο των λυτρωτών<br />
τα στάχυα που είναι στον βυθό<br />
θαρρώντας πως θροούν στην επιφάνεια.<br />
Και μη ρωτήσεις πως μπορείς<br />
να κάνεις διαγραφή τις αντιφάσεις,<br />
πως ν’ απαλλάξεις την ευχή απ’ τη βλαστήμια.<br />
Όταν χρωστάς τα επίχειρα<br />
δεν παίρνεις νέα δανεικά απ’ τις προφάσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong> <span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (2017)<br />
(ΕΝΑ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν τα έξης προαπαιτούμενα:</span><br />
<span style="color: #000000;">α) Το κράτημα της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">-έστω και σαν υπόθεση εργασίας-</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη συρόμενη χειρολαβή του χρόνου -αν υπάρχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Αυτός είναι ένας τρόπος μετατόπισης του αφόρητου,</span><br />
<span style="color: #000000;">φτάνει μην κάνουν μεταστάσεις τα νεοπλάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μη σας ξενυχιάσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στον συνωστισμό του λεωφορείου).</span><br />
<span style="color: #000000;">β) Οι θεατρίνοι·</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη μανία των παιδιών να εξαρμόζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε παιχνίδι που τους φέρνουν στη γιορτή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Θα ήταν αστεία, φυσικά, ακόμη κι η υπόθεση</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι μπορούν να ξανασυναρμολογήσουν τα κομμάτια του).</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θέση γ) η ένοχή:</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλεια σκιά που δεν σας παρατάει</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στου ήλιου καν την κατακόρυφο.</span><br />
<span style="color: #000000;">[’Αν και το θέμα έχει ερευνηθεί (της ένοχης, όχι της σκιάς) απ’ όλες τις</span><br />
<span style="color: #000000;">πλευρές, άδικος κόπος· σαν να χρεώνεις στο μηδέν κάθε αναπόδεικτο</span><br />
<span style="color: #000000;">των μαθηματικών θεωρημάτων. ] </span><br />
<span style="color: #000000;">δ) Η χάρτινη φιγούρα με την καμπούρα του έρωτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Πρόσωπο που φωτίζεται πίσω από τον μπερντέ</span><br />
<span style="color: #000000;">και το κινούν με τα ξυλάκια του οι συμπαίκτες).</span><br />
<span style="color: #000000;">ε) Οι τυμβωρύχοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκάβοντας νύχτα τις ψυχές για λίγο αίμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αίμα γαρ αυτάς είναι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ου εξελθόντος η τραπέντος απόλλυσθαι</span><br />
<span style="color: #000000;">όλον τον άνθρωπον,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ τους κάνουν χάζι οι βρικόλακες,</span><br />
<span style="color: #000000;">στοιχηματίζοντας μονά-ζυγά σε χρώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποσιωπάται η μοίρα, μάλλον εσκεμμένα.·</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι κι αλλιώς δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">παρά η περιττή αναπαράσταση του αλόγιστου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έπειτα ακολουθούν δίχως σειρά:</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι υλακές των σκύλων, οι σημαίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">η αδικαίωτη εποχή των προταγμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι υποχθόνιες διαλέξεις των νεκρών·</span><br />
<span style="color: #000000;">και σαν παλιά, παλιά έμμονή</span><br />
<span style="color: #000000;">που ψάχνει να ’βρει ράγες μες στους στίχους:</span><br />
<span style="color: #000000;">ο μακρινός χαιρετισμός του τραίνου των Ετρούσκων.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Ακούγεται το σφύριγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι σιδηροτροχιές που αλλάζουν θέσεις).</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Αυτό το τραίνο, άσχετο εκ πρώτης όψεως με τον προορισμό σας, ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">εκτελεί το δρομολόγιο Φλωρεντία &#8211; Σιένα, διασχίζοντας τα εκπληκτικά</span><br />
<span style="color: #000000;">τοπία του χρόνου και της χώρας των Ετρούσκων. Δεν φτάνει ποτέ του</span><br />
<span style="color: #000000;">στη Ρώμη, διαψεύδοντας όσους διατείνονται πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί. Επιπροσθέτως, αυτό είναι το τραίνο που χρησιμοποιούσε ως μοντέλο του ο επιφανής ζωγράφος<br />
Γεώργιος Δε Κίρικο, και όχι, καθώς</span><br />
<span style="color: #000000;">λέγεται, το γραφικό τραινάκι του Πηλίου. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά τη γνώμη μου:</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρεία κι ενός μηνύματος που να ενθαρρύνει την παραδοχή</span><br />
<span style="color: #000000;">του ασύμβατου ανάμεσα στο υπάρχω-δεν υπάρχω.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Προσώρας όμως έχουν αντιρρήσεις οι αυτόχειρες).</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλύτερα ίσως·</span><br />
<span style="color: #000000;">καλύτερα για τη θετή σας φύση,</span><br />
<span style="color: #000000;">για την ελπίδα που αφορμίζει την επίγνωση.</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Προσέξτε, ωστόσο, να μην κάνετε συσχετισμούς αυτού που ελπίζετε</span><br />
<span style="color: #000000;">με το αναπόφευκτο σαν φτάσετε στο χείλος της αβύσσου· γιατί απ’ το</span><br />
<span style="color: #000000;">παράθυρο κοιτάζει η πλάνη έξω, κρατώντας μ’ επιμέλεια στο καρνέ της</span><br />
<span style="color: #000000;">σημειώσεις. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γεγονός πως έτσι αποφεύγετε</span><br />
<span style="color: #000000;">το ατύχημα των παρερμηνειών</span><br />
<span style="color: #000000;">έχει ασφαλώς κι αυτό τη σημασία του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σας γλιτώσει απ’ τον διωγμό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι από τις επιπλέον πράξεις πίστης.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Βλέπε, οπού «πίστη»: μάταιο που μοχθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και απαστέρωση του ουρανού των άλλων).</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτά που μένουν χάσκει ο λάκκος των θεσμών</span><br />
<span style="color: #000000;">με ξέσκεπα τα μολυσμένα σπλάχνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Μόλις κοπάζει η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">αχνίζει απ’ τον κρατήρα του το πένθος</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξαναστήνονται οι πάγκοι των πλανόδιων</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα άκρα όσων σώθηκαν ακρωτηριασμένοι).</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε όσα αποφασίστηκε να γίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">(από νωχέλεια μάλλον</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ’ τη βουή),</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι</span><br />
<span style="color: #000000;">όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,</span><br />
<span style="color: #000000;">η διακόσμηση της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδού ο παράδεισος,</span><br />
<span style="color: #000000;">επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου</span><br />
<span style="color: #000000;">-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω από τη ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ειπωμένα και αυτά που θα ειπωθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν διακρίνει τα στοιχειά απ’ τα στοιχεία.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η αλήθεια είναι πως και να πηδήξεις στο κενό</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις την κενότητα·</span><br />
<span style="color: #000000;">και, ασφαλώς, δεν είναι επιχείρημα η βαρύτητα</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε η απόσταση είναι διαλεκτική</span><br />
<span style="color: #000000;">–κάτι που δεν διδάσκεται στις πρόβες του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξεσκεπάζεται την ώρα της παράστασης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο κι αν επικαλεστείς την ειρωνεία</span><br />
<span style="color: #000000;">–σαν μέθοδο διαλεκτικής κι αυτή–,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι ρόλος η κραυγή κατά την πτώση.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Αν και στο τέλος είναι η κριτική που αποφασίζει).</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτό που ψάχνεις ίσα-ίσα με το βλέμμα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τη μοναδική σου διαφυγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι άνοιγμα ή οδός</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ο συμβολισμός του προσκηνίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, το προσκήνιο! Α, ο συμβολισμός –το άλλοθί του!</span><br />
<span style="color: #000000;">Λειψά σκεπάζει η γάζα τους τη διεκτραγώδησή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">–μύθοι και δήθεν τραύματα από χαμένες μάχες,</span><br />
<span style="color: #000000;">χρώμα το αίμα και σκληρός ο φωτισμός,</span><br />
<span style="color: #000000;">να φαίνεται αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως, εντέλει είναι τόσο απλό:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε αυτόν τον θίασο της μισθοφόρου γλώσσας,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου τα σείστρα του Χορού</span><br />
<span style="color: #000000;">ανακαλούν το τραύλισμα του Αγγελιοφόρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά στο τίμημα των συναινέσεών της·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ό,τι κομίζεις, πεπρωμένο ή παρόρμηση</span><br />
<span style="color: #000000;">ή τον μηρυκασμό του αφρού στην πλημμυρίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά ο επιτονισμός της προσωδίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Πάντα θα υπάρχει τούτη η αντιφρόνηση: Η τέχνη να αγωνιά για την εκπλήρωση του ιδεαλισμού της και η τεχνική να επαίρεται πως κουβαλά</span><br />
<span style="color: #000000;">στις πλάτες της τα αυτονόητα φαινόμενα της τέχνης· πάντοτε τούτη η ματαιόδοξη διαμάχη της προβολής με τον προτζέκτορά της, και ανάμεσά</span><br />
<span style="color: #000000;">τους η δέσμη του φωτός να ξύνει με απορία το κεφάλι. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν βγάζεις άκρη, ε; Και πού να βγάλεις!</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως, καθώς σε αναγκάζει η συγκατάβαση</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι λίγες λέξεις που μπορείς</span><br />
<span style="color: #000000;">πνίγονται μες στον οδυρμό των διασωθέντων,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ο από μηχανής δραματουργός,</span><br />
<span style="color: #000000;">υψώνοντας απ’ την καταπακτή</span><br />
<span style="color: #000000;">το φάντασμα με τ’ ανοιγμένα χέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ούτε κι αύτη η λύση σου αρέσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Τόσο αδιέξοδη, θα πεις, η φαντασμαγορία,</span><br />
<span style="color: #000000;">το αυλό του βασιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πιο ανέκκλητη στιγμή της τραγωδίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Κάποιο δαιμόνιο, θα πεις, στον προσχεδίασμά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">στο τέχνασμα μιας ηθικής που επιστρατεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα φθαρμένο λείψανο, για να εξευγενίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">την απογυμνωμένη βαρβαρότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">στον θρήνο του εξόδιου χορικού.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Πέπλο κενό το αντίφωνο του οίκτου</span><br />
<span style="color: #000000;">που μπαίνει σε παράταξη πομπής).</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόπος κοινός!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι ξεβράζει η εποχή στα επεισόδια της</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η μίμηση της μάσκας του θεατού,</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η άπνοια της θερινής νυκτός</span><br />
<span style="color: #000000;">και η αστική υπομονή των εδωλίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρόπος κοινός!</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε τούτο το συμβόλαιο των ηθών</span><br />
<span style="color: #000000;">οπού απευθύνεται η υπόκλιση των δρώντων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος δίνει σημασία στην αντίφαση</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στην τέλεση του προδιαγεγραμμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">και τον αδάκρυτο απόπλου των ομόδημων;</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Αδύνατον ν’ αφουγκραστείς</span><br />
<span style="color: #000000;">την παλμική φωνή των παραλλήλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">την άθυμη ηχώ του άδειου στήθους</span><br />
<span style="color: #000000;">στις φθίνουσες ανάσες της απώλειας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αδιατάραχτη ησυχία ενός μέλλοντος</span><br />
<span style="color: #000000;">που κατισχύει του καλέσματος του νόστου</span><br />
<span style="color: #000000;">-για μέλλον-φως μιλά η στάχτη που απόμεινε</span><br />
<span style="color: #000000;">από τα ολοκαυτώματα του λόγου·</span><br />
<span style="color: #000000;">το μέλλον όμως είναι ο χρόνος που υπολείπεται</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την ανάγκη του καπνού να επιστρέψει,</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την ανάγκη της γραφής ν’ αδειάσει μέσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">τα αποτσίγαρα της μεταφυσικής της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όσο κι αν σε υπερασπίζεται η ψευδαίσθηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">ως επαλήθευση των λογικών προτάσεών σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλίμονο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στις λέξεις και το νόημα</span><br />
<span style="color: #000000;">σκάει στα γέλια η γραμματική των γεγονότων.</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος ήταν που απαξίωσε τη σιγουριά της στίξης;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι χειρότερο:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος κόβει πίσω του το νήμα που του πρόσφερε</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσα θαυμαστικά των λαβυρίνθων!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωσεί παρών ο νικητής και αμνήμων!</span><br />
<span style="color: #000000;">Υψώνοντας το τρόπαιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα λησμονώντας τ’ άρμενα</span><br />
<span style="color: #000000;">μιας σκοτεινής επιταγής που εκποιείται</span><br />
<span style="color: #000000;">λόγω χρεοκοπίας των ανέμων</span><br />
<span style="color: #000000;">-η το αντίθετο ακριβώς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι άνεμοι</span><br />
<span style="color: #000000;">που εκποιούν τα τρόπαια της ανοιχτής θαλάσσης,</span><br />
<span style="color: #000000;">ρίχνοντας στην αλμύρα της</span><br />
<span style="color: #000000;">τη χαρτογράφηση των κατευθύνσεών σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;">και συντηρεί την παραμόρφωσή της·</span><br />
<span style="color: #000000;">καίει το λίπος στις ακτές,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρέφει τα ζώα της με τις υγρές της ρίζες</span><br />
<span style="color: #000000;">-κι αν χρειαστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">τρώει τα οστά των ιδεών ως το μεδούλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλή η αλμύρα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτούς που είναι στον βυθό,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρίσκοντας στέγη στη σκουριά των ναυαγίων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμη αναποφάσιστοι</span><br />
<span style="color: #000000;">για το επίγραμμα του κοινοτάφιού τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δίλημμα είναι: Μέσον η σκοπός;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν η επίρρωση,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν ο δογματισμός των προταγμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί να γίνουν τα αντίβαρα της πλάστιγγας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνον η πείρα των νεκρών</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέρει προς τα πού γέρνει η απάντηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος είναι ο τρόπος για ν’ ανθίσουν οι γκρεμοί</span><br />
<span style="color: #000000;">σε αυτό το βάθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ίσως χρειάζεται να περιπλανηθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο πέρα από τις προβολές της ομφαλοσκοπίας</span><br />
<span style="color: #000000;">και ν’ αντικρίσεις τα ιερά των κορυφογραμμών</span><br />
<span style="color: #000000;">–τόπους όπου η μαρμαρυγή</span><br />
<span style="color: #000000;">τυφλώνει με τον θάνατο τη λήθη</span><br />
<span style="color: #000000;">(διπλός καφές ελληνικός και η κουβέντα</span><br />
<span style="color: #000000;">στα δυσπρόσιτα χωριά για την καμένη σάρκα</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ήρθε ανάποδα η γη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ανέβηκε η κόλαση επάνω,</span><br />
<span style="color: #000000;">για τις μπουλντόζες</span><br />
<span style="color: #000000;">που τσακίζουν το χαλίκι στα περάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">των θηραμάτων και των κυνηγών τους),</span><br />
<span style="color: #000000;">στο φρύδι του μεσημεριού καθώς τα πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">βάζουν τις λέξεις να τα πουν με τ’ όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαύρη η γλώσσα του πνιγμού και η βουή</span><br />
<span style="color: #000000;">του ποταμού –ποιου ποταμού;</span><br />
<span style="color: #000000;">ήσουν εκεί και η ορμή του ήταν ο δρόμος σου</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάσεις στα βαθιά των ερειπίων–,</span><br />
<span style="color: #000000;">το γύρισμα της φτερωτής και ο τριγμός της πέτρας</span><br />
<span style="color: #000000;">αλέθοντας την κάμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">που ασχημονεί πάνω στη άδοξη σορό</span><br />
<span style="color: #000000;">των σκηνογραφιών της.</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Πρέπει να βρεις τον τόνο σου ανάμεσα στον κλονισμό και το μελόδραμά του· τη θέση να διαχειριστείς τόσες παραβολές των κωνοφόρων, τη λοιμική των μύθων που ξεχείλισαν από τα ελκώματα των κατακλίσεών τους. Και τώρα ακόμη, που έχει εμφανιστεί στον σκοτεινό σου θάλαμο η πλίθινη σιωπή των Κορεστείων, πρέπει να βρεις τον τρόπο που συμβαίνει η Ιστορία. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπου ανάμεσα σε Καστοριά και Βίτσι. Άνω και Κάτω Κρανιώνας, Γάβρος, Μακροχώρι, Μαυρόκαμπος, Χαλάρα. Χωριά εγκατελειμμένα απ’ τον εμφύλιο, που παραμένουν άδεια απ’ τις φυλές τους. Τα περπατάς, σφιγμένος στην αρχή, όμως σιγά-σιγά τα μάτια εξοικειώνονται, εξημερώνεται η γραφή για την περιγραφή τους. Σπίτια άλλα όρθια ακόμη, άλλα γκρεμίδια, χτισμένα όλα με πλιθιά, με στέγες από κεραμίδι και άχυρο. Κουφάρια λες, αλλά και κενοτάφια να τα πεις τον ίδιο θάνατο εννοείς, το ίδιο αίμα· το ίδιο τέλειο σκηνικό αναπαράστασης, ενώ η γλώσσα μένει στα βουβά, μην τύχει και ανησυχήσει η απουσία· μην τύχει και η «ψυχή βαθιά» φτάσει τόσο βαθιά, ώς τον εαυτό της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να μάθεις πως με χώμα και νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν πλάθεται παρά το πήλινο ομοίωμα του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">(ακόμη κι αν η έμπνευση</span><br />
<span style="color: #000000;">ντύνει με πάθη την πνοή του πλαστουργού του).</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς έφτασες ανέξοδα σε τούτη την καμπή,</span><br />
<span style="color: #000000;">πιστεύοντας πως η σιωπή –εκείνη η τρομερή σιωπή–</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ’χει ξεχάσει τη στιγμή της αποπληρωμής της;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνοντας μέσα στις σπηλιές για την καταγωγή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">–εδώ θάβουν τα μπάσταρδα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τις ανίατες πληγές της ουτοπίας–,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακολουθώντας τη γραμμή της ανοιγμένης φλέβας,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη στάχτη-απολίθωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις πυροστιές των προγραμμένων</span><br />
<span style="color: #000000;">–στάχτη, όμοια σταχτώνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δεσμωτήρια του θεσπισμένου τρόμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι λέξη ο τρόμος! Την ξορκίζεις στο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;">και αναζητάς το δόγμα της στη νομοτέλειά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι επαφή της σπίθας με το καύσιμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">που βάζει μπρος τη σκουριασμένη μηχανή</span><br />
<span style="color: #000000;">της πατριδογνωσίας!</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Ανάγκη αδήριτη και ν’ αναμετρηθείς με τη διαπόμπευση εκείνων που δεν άντεξαν γυμνοί σε τόσο αέρα, εκείνων που επέστρεψαν χωρίς να ’χουν σκαλίσει ούτε σε μία πέτρα τ’ όνομά τους· στικτή στο δέρμα η κεφαλή που οι έφεδροι υψώνουν στο κοντάρι, γεμίζοντας τα χάσματα ανάμεσα στις παύσεις του γαλάζιου. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντάλα ο ήλιος και οι βοσκές περιφραγμένες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αγκαθωτά φυλά το έθνος τα κοπάδια του</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η ανεμική τα λιανοτράγουδά της:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τόσοι ηττημένοι μάνα μου, έι μάνα μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσοι ηττημένοι είναι πολλοί για μια πατρίδα.»</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρόπο το λες εσύ, για να ξεφύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;">από αυτά που υπάρχουν και τ’ αρνήθηκες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ αγρίμια όμως δεν χρειάζονται την ύπαρξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να προσποιηθούν την ύπαρξή τους·</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε τη γλώσσα καν· μόνο τον ήχο</span><br />
<span style="color: #000000;">του ρίγους σου</span><br />
<span style="color: #000000;">που ακούγεται σαν τρίξιμο πριν σπάσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">— ’Ακόμη μια κοινότοπη διατύπωση, θα πεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο, το κοινότοπο</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι κι αυτό ένας τρόπος να επιπλέεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν και υποπτεύομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι δεν είσαι δα και τόσο ευφυής,</span><br />
<span style="color: #000000;">ώστε να συμμετέχεις μέχρι τέλους σε μιαν ήττα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε και τόσο ευέλικτος,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να κινείσαι ανάμεσα στις ατραπούς της πίστης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαλέγοντας απ’ τη ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά που δεν χρειάζονται αποδείξεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως μπορέσεις ν’ ανταλλάξεις το «τετέλεσται»</span><br />
<span style="color: #000000;">με το «διψώ» για λίγη ακόμη αγωνία,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δεν μπορείς να φυλαχτείς απ’ τη στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα ξανασκιστεί το καταπέτασμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε να σου περάσει από τον νου</span><br />
<span style="color: #000000;">πως θ’ αποφύγεις έτσι την εκδίκηση</span><br />
<span style="color: #000000;">της ξαστεριάς που αντίστρεψες,</span><br />
<span style="color: #000000;">θέλοντας να κρυφτείς από το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατάντικρυ στα μάτια σου -τι βλέπεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε!</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο σαν τυφλός σέρνεις το δάχτυλο</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στο ανάγλυφο αίνιγμα της σφίγγας:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τι το ον;». Και το υπόλοιπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνο με τα πόδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Άνθρωπον λέγεις!», απαντάς με σιγουριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ο ευφημισμός σου είναι λάθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Βουβή σκηνή που κόπηκε απ’ την προσαρμογή, για την οικονομία της</span><br />
<span style="color: #000000;">παράστασης: σκυφτή στο εργόχειρό της η χωλαίνουσα πασχίζει να κεντήσει νυφικό με τα κουρέλια του Χορού, που μπλέχτηκε στις αγκαθιές των</span><br />
<span style="color: #000000;">μύθων. Νύφη γι’ ακόμη μια φορά, ενώ δίνει και παίρνει η ειμαρμένη. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8216;— Και ο γαμπρός;</span><br />
<span style="color: #000000;">— ’Α, ο γαμπρός! Μα, ο πρωταγωνιστής</span><br />
<span style="color: #000000;">με αυτό το αίσιο τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις νύχτες όμως, σβήνοντας το φως&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">— Και γιατί όχι, θα μου πεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γιατί όχι!</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η θάλασσα –θυμάσαι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Phlebas the Phoenician, a fortnight dead,</span><br />
<span style="color: #000000;">forgot the cry of gulls κτλ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη η θάλασσα κι εκείνη η αντηλιά!</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάσαι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα πλωτά όπου στριμώχνονται οι κομπάρσοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να υποδυθούν τους ναυαγούς</span><br />
<span style="color: #000000;">στο επικό πλατώ ενός blockbuster</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχει κάνει απόσβεση</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν καν γεμίσουν με νεκρούς τα multiplex</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι συνδρομητικές της αφασίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λάδι το δάκρυ πάνω στο νερό·</span><br />
<span style="color: #000000;">λάδι σαν δάκρυ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν κάτι αναδυθεί στην επιφάνεια</span><br />
<span style="color: #000000;">–αίμα ή θρήνος λειασμένος απ’ το αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">ή τα οστά του επιλήσμονα Φληβά–,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα το ξεβράσει στην ακτή ο σάλος των σειρήνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Άραγε, ζει ο βασιλιάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην απαντήσεις· θα σου κλέψουν τη μιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την αρχή τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτόν τον κόσμο, στο ίδιο το σημείο</span><br />
<span style="color: #000000;">–στο κέντρο αυτού του σύμπαντος–,</span><br />
<span style="color: #000000;">που τον κοιτάς απ’ όλες τις πλευρές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ’ όλες τις πλευρές του είναι ίδιος:</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ίδια κεφάλια στον κουβά της λαιμητόμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ίδιες λύσεις σε ίδιες εποχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτόν τον κόσμο, τον ομογάστριό σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον όμοιό σου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΛΑΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">― Χαμ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ένα παιχνίδι ήτανε, ε Χαμ;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ. Ένα παιχνίδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Και τώρα τέλειωσε, έτσι δεν είναι Χαμ;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Τέλειωσε Κλοβ; Ναι, τέλειωσε. Όπως τελειώνουν όλα τα παιχνίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Κι όπως το είχες πει. Χωρίς η αρχή του και το τέλος του να έχουν σημασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Λάθος σού το είπα Κλοβ. Έκανα λάθος! Πάντα η αρχή, πάντα το τέλος έχουν σημασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Χαμ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Κι αυτό… Για το παιχνίδι λέω. Θα παίζουμε το ίδιο κάθε μέρα;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι Κλοβ. Μπορεί κι ολόκληρη ζωή. Ποιος ξέρει;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Χαμ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Τώρα θα κάτσεις πάλι στο καρότσι σου, ε Χαμ;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ. Τώρα θα κάτσω πάλι στο καρότσι μου. Όταν δεν με κοιτάζουν είμαι ανάπηρος. Το ξέρεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Και θα ξαναφορέσεις τα γυαλιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Κλοβ. Θα τα ξαναφορέσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Πάντως, ήταν ωραία που έδειξες τα μάτια σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Άσχημα ήταν Κλοβ. Καλύτερα να βλέπουν τα γυαλιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Κλοβ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ναι Χαμ!</span><br />
<span style="color: #000000;">― Να μην ξεχάσεις να πετάξεις τα σκουπίδια. Βρώμισε ο τόπος.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Δεν θα ξεχάσω Χαμ. Θα τα πετάξω.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Κι άνοιξε επιτέλους εκείνο το παράθυρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Θα το ανοίξω Χαμ. Φέρνω τη σκάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Ακούγονται χτυπήματα. Από πού;)</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιος να ’ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Όχι Κλοβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Τα πρόσωπα είναι τελείως πραγματικά, αν και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα των παιχνιδιών του Beckett. Άλλωστε, ο Μπέκετ πάντα περίμενε εκείνον που θα ερχόταν, γι’ αυτό και άνοιγε την πόρτα του όταν χτυπούσαν.)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΣΚΟΛΟ (2014)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ι.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο λόγος δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">είπεν (;) ο Εκκλησιαστής,</span><br />
<span style="color: #000000;">δρόμος τυφλός τού αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα·</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ είναι ο τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα τετελεσμένο ήδη παρόν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είπεν (;):</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλέος ανδρών –ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι ο λόγος είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο τής ύπαρξης;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω:</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς ο λόγος ανήκει στον τρόπο του και η ύπαρξη στην παρανόησή της,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς το αγκάθι σαπίζει στο πέλμα και ο πόνος δυναμώνει στον χτύπο τής οπλής,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορούμε τάχα να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω απ’ τον μύθο της,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν σκοπιμότητα που την ανακεφαλαιώνει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορούμε τάχα να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,</span><br />
<span style="color: #000000;">που σέρνει στα καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως έφτανε κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα τού λόγου</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μιαν αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της</span><br />
<span style="color: #000000;">–σ’ εκείνη την αλήθεια που αντιμάχεται</span><br />
<span style="color: #000000;">την εσκεμμένη οχλαγωγία τής σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως έφτανε κιόλας να πούμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στο παράφορο και στο μάταιο τής αρχαίας πληγής·</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ είναι τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,</span><br />
<span style="color: #000000;">αδιαίρετο και αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,</span><br />
<span style="color: #000000;">τέρας, ολοένα ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,</span><br />
<span style="color: #000000;">προσθέτοντας τη λύσσα του στην αναγνώρισή της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορούμε τάχα να εννοήσουμε τη δύναμη έξω απ’ τη φύση της,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι σαν τρόμο που σκηνοθετεί τις εμμονές του</span><br />
<span style="color: #000000;">μα σαν αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αξιώνοντας το παρελθόν μέχρι τ’ απομεινάρια των θεών του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπρεπε κιόλας να ξέρω·</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως γνωρίζει ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως γνωρίζει ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία</span><br />
<span style="color: #000000;">και παραχώνουν τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ενώ οι αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">έπρεπε κιόλας να ξέρω:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο τόπος τής αρχαίας πληγής,</span><br />
<span style="color: #000000;">το στρατευμένο φρόνημα της λήθης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο χρόνος· σκληρός,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκληρότερος ακόμη κι απ’ το τέλος του.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με τούτες τις λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ όποιαν αρμύρα κι αν έρχονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">μετρώντας την ανάγκη σε αποτσίγαρα, σαν κιόλας καπνισμένη επιθυμία·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή την ανάγκη</span><br />
<span style="color: #000000;">–απόδημη επιστροφή στο συρματόπλεγμά της·</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιοι είναι εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;">ή απ’ τα φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιοι είναι εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους</span><br />
<span style="color: #000000;">στα υποχθόνια μαντεία των νεκρών;</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς τα κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι κυνηγοί ορίζουν τις χωσιές,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς το φως ξεγελά στους καθρέφτες το πτύχωμα της αντανάκλασής του</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα κουφό και αλάλητο ποτάμι προδίδει τις περαταριές του με νοήματα·</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιοι είναι εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους μ’ ένα χαρτί χρωμα-τιστό, με μιαν αρκάνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου ο όρθιος Τροχός κρύβει από τον Τρελό τούς Κρεμασμένους;</span><br />
<span style="color: #000000;">[ Αν και ποτέ ένας τροχός δεν άντεξε τη χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων.]</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτοί που κράτησαν στα χέρια τους ανάποδα τους δείχτες των ανέμων,</span><br />
<span style="color: #000000;">κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό·</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου αλλού, για κάπου αλλού,</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">έρποντας στον παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις·</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου αλλού, για κάπου αλλού,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε μια ανάσα θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">και με το μέλλον –το μέλλον κυρίως–</span><br />
<span style="color: #000000;">να παραμένει σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο καθένας</span><br />
<span style="color: #000000;">τη λιγοστή εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μέλλον κυρίως</span><br />
<span style="color: #000000;">–αργά ή γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σαν φαιδρή αισθητική φαιδρών ηρώων·</span><br />
<span style="color: #000000;">αργά ή γρήγορα παντού</span><br />
<span style="color: #000000;">–ηχώ αφύλακτη με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεινόν αποπνείουσα πυρός μένος αιθομένοιο·</span><br />
<span style="color: #000000;">τέρας αφύλακτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">V.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να βεβαιώσεις τις ματαιότητες, είπεν (;) ο Εκκλησιαστής·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι το γεγονός; αυτό το γενησόμενον·</span><br />
<span style="color: #000000;">και τι το πεποιημένον; αυτό το ποιηθησόμενον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είπεν:</span><br />
<span style="color: #000000;">Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν·</span><br />
<span style="color: #000000;">μπόλιασμα, αφήνοντας επίβουλο το μάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">–το ίδιο μάτι να κοιτά προς τα φαντάσματά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι οι γιοι εκείνων που άδειασαν τον κόσμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Endlösung –ανταπόκριση του τρόμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Einsatzgruppen –παλίρροια φουσκώνοντας τη ρεματιά τού Babi Yar,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk,</span><br />
<span style="color: #000000;">τάφοι μη τάφοι</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν τετράποδων πειθαρχημένων στη σφαγή τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">σωπαίνοντας με τη σιωπή τής στοιβαγμένης γύμνιας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μένοντας με τα βλέφαρα ανοιχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">μπρος στην πολεοδόμηση της φρίκης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπροστά στην αμετάβατη ομίχλη των γκρεμών που ροκανίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">ώς το μεδούλι την ενέργεια της μνήμης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτής της μνήμης –χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">μισοθαμμένο μες στη σκόνη των εχθρών</span><br />
<span style="color: #000000;">(σε όσο σκόνη έχει απομείνει απ’ τους εχθρούς τους).</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όχι να πεις πως αγνοούν στ’ αληθινά</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά πού πέφτει η λοιμική τής ιστορίας.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ι.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πόσα αστέρια Michelin στο άβατο του ναού!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσα delicatessen υλικά για τους gourmet των θυσιαστηρίων!</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο προαύλιο οι μικροπωλητές (χάντρες και καθρεφτάκια και μάσκες των ιθαγενών και χέρια βουτηγμένα στους προγόνους).</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως τα έθνη·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι νυσταγμένη αφήγηση τα έθνη!</span><br />
<span style="color: #000000;">Αστεία σημειωτική και θλίψη αποδόμησης θηλαστικών που κρύβουν τις θηλές τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το εξηνταοχτώ (του εικοστού αιώνα)</span><br />
<span style="color: #000000;">–ούτε θυμάσαι πια πώς έτριζε η Ευρώπη, αιμορραγώντας πάνω στα οδο-φράγματα·</span><br />
<span style="color: #000000;">το εξηνταοχτώ, λοιπόν, οι δρόμοι ανήκαν σε όσους ξήλωναν τις πέτρες·</span><br />
<span style="color: #000000;">καταστασιακοί και λυσσασμένοι, και γύρω δρόσιζαν οι αμμουδιές στα κρα-σπεδόρειθρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως τα έθνη·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;</span><br />
<span style="color: #000000;">Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:</span><br />
<span style="color: #000000;">η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,</span><br />
<span style="color: #000000;">αγκιστρωμένης στα πλευρά τού εξπρεσιονισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποια τέχνη και ποια κόλαση;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όποιος αρνήθηκε ν’ απαθανατιστεί με φόντο τους χορηγικούς λογότυπους του χάους,</span><br />
<span style="color: #000000;">φρονώντας πως η τεχνική ακυρώνει την ιδέα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ή όποιος όρισε τη σκίαση ως ανάπτυγμα φωτός στην ταξική σπουδή τής ακηδίας·</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιο χάος και ποιο ανάπτυγμα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εκ του σύνεγγυς ζωή σπαταλημένη σε συνεδρίες με νεόκοπους ομοιο-παθητικούς</span><br />
<span style="color: #000000;">που ρίχνουν καταπάνω σου τα ωροσκόπιά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εκ του σύνεγγυς ζωή –χώρια η ανάγκη,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μικροκέρδη και η ευσύνοπτη αναλογιστική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα έθνη όμως·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι ανυπόληπτο επιχείρημα τα έθνη!</span><br />
<span style="color: #000000;">Αίσθημα και αναφιλητά σ’ αίθουσες β΄ προβολής στις συνοικίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό σου λέω:</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέτοια βάση ασπόνδυλη, άντε να στηριχτεί το εποικοδόμημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ’μαστε πάλι εσύ κι εγώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε θέση οικονομική στο πίσω πίσω μέρος τής ατράκτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Mont Blanc, τριάντα τέσσερις χιλιάδες πόδια στ’ αψηλά· προορισμός:</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρίσι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Νούφαρα (Monet) στις σάλες της Orangerie·</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιες Χορεύτριες του Degas μάλλον στο Orsay.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά τα άλλα: όστρακα παντού και καλλιτέχνες του μετρό</span><br />
<span style="color: #000000;">–από τις αποικίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια η βροχή, μια ο ήλιος, μια το απόβροχο· μήνας Απρίλης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το απομεσήμερο: εδώ ήταν η Bastille·</span><br />
<span style="color: #000000;">Jardin du Luxembourg· βραδάκι κιόλας στη Montmartre:</span><br />
<span style="color: #000000;">η Sacré-Cœur κλειστή για τους πιστούς</span><br />
<span style="color: #000000;">μα όχι το Moulin Rouge –για τους τουρίστες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγο πιο πάνω τα υπαίθρια πορτρέτα μας –καρικατούρες με χρωματιστά κραγιόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια επανάσταση</span><br />
<span style="color: #000000;">–που άρχισε ασφαλώς πολύ πριν απ’ το τέλος των τυράννων–</span><br />
<span style="color: #000000;">τρίβει τα μουχλιασμένα βρύα της στις γάμπες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαδίζουμε ακούραστα σε βρομισμένους δρόμους,</span><br />
<span style="color: #000000;">διαρκώς ανοίγοντας και κλείνοντας τον χάρτη με τις σημειωμένες διαδρομές των ιδεών μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαστε εδώ, σ’ ένα εδώ που κατακάθεται παντού σαν υγρασία,</span><br />
<span style="color: #000000;">επιρρεπείς στα φλύαρα φλυτζάνια τού καφέ,</span><br />
<span style="color: #000000;">σχολιάζοντας τους γοτθικούς ρυθμούς που ξεχειλίζουν από ξεχειλισμένες συνειδήσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι:</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρόλα αυτά: πρώτα κάτι ελαφρύ στο Deux Magots</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έπειτα Κεκλεισμένων των θυρών –έστω κι εν απογνώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγη περίσκεψη πριν απ’ την επιτέλεση,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα προπαντός: αναστροφή τού κεκλεισμένου ύψους.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Πόση σαπίλα υπάρχει στο δωμάτιο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι χάσμα ανάμεσα στο Ον και την κατάφασή του!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα καινούριο φάντασμα πλανιέται στο δίκλινο ταβάνι σαν καπνός,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως να ενεργοποιείται η πυρόσβεση.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Το Σύνταγμα, μη καπνιστές πολίτες:</span><br />
<span style="color: #000000;">ιησουίτικη ραφή σε ξηλωμένο ρούχο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Σύνταγμα, που αγρυπνά σαν φύλακας του ζώου·</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί το ζώο πρέπει να το κρατάμε ζωντανό –αυτό τουλάχιστον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλίμονο! Μέσα σε ολόκληρη γενιά εκτελεστών</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνον εκείνος ο Saint-Just κατάλαβε τι πάει να πει στ’ αλήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορθός Λόγος.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">VI.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι μνήμη οι μορφές·</span><br />
<span style="color: #000000;">μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιο φθινόπωρο κάτω από τις φιλύρες,</span><br />
<span style="color: #000000;">τέτοιο πειθαρχημένο χρυσοκόκκινο, ανάμικτο με γκράφιτι και ξύσματα α-νασφάλιστων τειχών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά το πρωινό, μέρα ελεύθερη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie·</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γο-μολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποια ιστορία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους·</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποια ιστορία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ τής διάλυσης και της δημιουργίας</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά τής πόλης!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;">κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα τού Φραντς Μπίμπερκοπφ</span><br />
<span style="color: #000000;">(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των ονείρων)</span><br />
<span style="color: #000000;">–εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά, αμέσως με ταξί στο Jüdisches Museum</span><br />
<span style="color: #000000;">–διάδρομοι κεκλιμένοι που οδηγούν κυματιστά στο άδειο τοπίο μιας ποδο-πατημένης Αποκάλυψης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρίζοντας κάτω από τις σόλες σας οι σιδηρομορφές –δεν είναι πρόσωπα·</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόσωπα είναι η αγωνία που σκουριάζει τις μορφές στην ασυνέχειά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">η αγωνία που επάνω στον σταυρό μεταμορφώνει τους Υιούς σε Ναζωραί-ους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιοι σας έχουν συμβουλεύσει να μη χάσετε κι εκείνο το ευάερο Μου-σείο για το Παρόν, στην Invalidenstraße.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο ανεπίκαιρο παρόν για μία τέχνη που έχει κιόλας γραπωθεί εννοιακά απ’ τον καναπέ της!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόση μεταπολεμική προικοθηρία ενοχών και εικαστικοποίηση της διχα-σμένης σκέψης!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι καταιγίδα, βγαίνοντας, που έκανε την ομπρέλα μας κουρέλι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο, ο πόλεμος!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεκάθαρα: ζήτημα στυλ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και λίγη μεταφυσική· όσο να γίνει φόρμα η ερμηνεία.</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Ιντερμέδιο</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μάνα με τους λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,</span><br />
<span style="color: #000000;">εχ και να ήξερες</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς ντουφεκάν τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς στρώνουν θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;">και στην τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όχι να κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή τής λύπης,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όχι ν’ ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο τον άγιο να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’χει τα μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">μη φτάσουν ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες</span><br />
<span style="color: #000000;">μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη γιορτή τής όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,</span><br />
<span style="color: #000000;">νά ’ρθουν τ’ αγρίμια, ωχ να ’ρθούν και οι κωλομπαράδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">νά ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">να σύρει πρώτος τον χορό τής λυγερής σου δόξας.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ι.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Επί της άμμου κάθισα και έκλαυσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά –υπάρχει η θάλασσα·</span><br />
<span style="color: #000000;">και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί τής προσωδίας!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς τού γυρισμού!</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τόσες νύμφες τού βυθού να ξεσηκώνουν τον στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!</span><br />
<span style="color: #000000;">Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αλήθειας,</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάπως έτσι, άτεχνα και αργά, του αποσπά η ανάκριση την καθομολογία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώστε, δεν σε αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις, φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν σαν τραγούδι λαϊ-κό απ’ το ακροστόλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Στην επαγρύπνηση, μη καπνιστές πολίτες!</span><br />
<span style="color: #000000;">Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην επαγρύπνηση εσείς! Στα θεωρεία!</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ό,τι προφτάσετε να υπερασπιστείτε ψυχορραγώντας στις επάλξεις τού αισθήματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής·</span><br />
<span style="color: #000000;">σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστίχιων,</span><br />
<span style="color: #000000;">όλη αυτή την ταραχή τής ηδυπάθειας για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!</span><br />
<span style="color: #000000;">Επί της άμμου κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου</span><br />
<span style="color: #000000;">πως πίσω απ’ την ουσία τής μορφής χαλκεύεται η μορφή τής απουσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φυλάξου, πρίγκηπα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στο κοίλο τού νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.</span><br />
<span style="color: #000000;">[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη.]</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν φτάνει μόνο η ομορφιά τής λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κόσμος, πρίγκηπα, είναι η κομμένη αναπνοή τού πανικού του,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">’Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω πως οι δονήσεις της πραγματικότητας</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά η μετατόπιση του χρόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως ό,τι χάνει η πέτρα στα πεδία των μαχών</span><br />
<span style="color: #000000;">το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να κατοικείς απάνω, στα έρημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια με τόση ασκητική, μονάχα απ’ τις συμπτώσεις να μαθαίνεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είπαμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής·</span><br />
<span style="color: #000000;">είπαμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,</span><br />
<span style="color: #000000;">στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zero.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια και οι μισθοφόροι ν’</span><br />
<span style="color: #000000;">αρκεστούν στα λάφυρά τους·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν για την εξαγορά των αιχμαλώτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο που</span><br />
<span style="color: #000000;">σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι ονειρεύεσαι λοιπόν κι ανοιγοκλείνεις το παραπέτασμα του άτακτου</span><br />
<span style="color: #000000;">ρυθμού, όντας δοσμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">στα ατελέσφορα τεχνάσματα των μέτρων;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπρεπε κιόλας να ξέρεις:</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο πιο τραγική η περιγραφή, τόσο και περιπλέκεται το σχήμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο πιο μάταιο ν’ ανακαλείς τη ματαιότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο επιγράφει η μοναξιά το αξίωμα του φόβου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τι θαρρείς;</span><br />
<span style="color: #000000;">’Ακόμη και ο λυρισμός έχει το τίμημά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει ο μύθος:</span><br />
<span style="color: #000000;">Στου πουλαριού τη ράχη σελώνεται ο θάνατος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ιππέας του εξόριστος στα μέρη των ζωοφόρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη (η Χίμαιρα),</span><br />
<span style="color: #000000;">σύμπλεγμα τερατόμορφο που λύσσαγε να καίει τ’ όνομά της</span><br />
<span style="color: #000000;">–μέχρι που το έλιωσε στο στόμα της σε μια γουλιά μολύβι·</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι που το κατάπιε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιο μελόδραμα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο μύθος όμως·</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς περισσεύει απ’ το μολύβι κι απ’ το δράμα του!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλοκή και αντίστιξη, σαν παρτιτούρα που τινάζει στον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ερπετά που βιάστηκαν να γίνουν πτεροφόρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ, όπου χτυπάει η ράβδος της φυλής, κρουνός τα λύματα·</span><br />
<span style="color: #000000;">ψάχνει πηγές για ν’ αναβαπτιστεί και βρίσκει αποχετεύσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως με αυτά τ’ αδόκιμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς τα μέσα παρατείνουν τον σκοπό και το μικρότερο κακό σκάβει δαιδάλους στα υπόγεια κοιμητήρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">εσείς, τι σκέφτεστε άραγε εσείς;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Μονάχα παρατονισμούς και επιχρίσματα σε ανασκαμμένη γη</span><br />
<span style="color: #000000;">και πόλεις που ταχτοποιούν τους συρματότοπούς τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πίστη αλλάζει, μα δεν αλλάζουν τα όρια της πίστης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στη μύηση και τη βεβήλωσή της υφαίνει αθώρητη η αράχνη τα κελεύσματα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκάς, εκάς οι βέβηλοι –ή ό,τι απόμεινε από αυτούς που πελεκούν στη σκόνη τις άδειες κόγχες των ματιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού είναι τα μάτια; Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού είναι η χαίτη να πιαστείς απ’ τα στολίσματά της;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς να τα βγάλουν πέρα οι Καρυάτιδες</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη ρητορική τού Πρυτανείου!</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">V.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει ο καιρός γι’ αύτό που βλέπουμε και ο καιρός για εκείνο που</span><br />
<span style="color: #000000;">μας βλέπει,</span><br />
<span style="color: #000000;">είπεν (;) ο Εκκλησιαστής.</span><br />
<span style="color: #000000;">— ’Όχι, δεν το είπε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν είναι περί θέασης·</span><br />
<span style="color: #000000;">οι σοφιστείες του διαδραστικού και οι αισθητισμοί είναι το θέμα μας·</span><br />
<span style="color: #000000;">η παρανάγνωση του ασύμπτωτου και η λόγχη που στομώνει στα πλευρά</span><br />
<span style="color: #000000;">της ήθικής.<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσοι βολεύτηκαν να ύπάρχουνε με λέξεις, συντάσσοντας τις λέξεις με ,</span><br />
<span style="color: #000000;">την ύπαρξη·</span><br />
<span style="color: #000000;">όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν τις κατηγορικές τους προ</span><span style="color: #000000;">σταγές στις αυταπάτες τους</span><br />
<span style="color: #000000;">-πόση ακράτεια νεο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ άσφυκτιούν μες</span><br />
<span style="color: #000000;">στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">— Τι είν’ η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;">βουνά;<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">—Όχι, δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν αφόρα στα εύφορα</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στα χερσοτόπια-</span><br />
<span style="color: #000000;">το τίμημα και ο τιμητής είναι το θέμα μας και οι καμπούρικές μας<br />
ψευ</span><span style="color: #000000;">δαισθήσεις·</span><br />
<span style="color: #000000;">οι άντιφάσεις του ιστορικισμού είναι το θέμα μας και η πρεμιέρα τ’ ούρα</span><span style="color: #000000;">νού<br />
στα νέα οράματά μας.<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνεπώς: διόλου οι παρακαταθήκες μα η απώλεια και η έκτατική με</span><span style="color: #000000;">ταβλητή<br />
της έντροπίας·</span><br />
<span style="color: #000000;">συνεπώς -κι ένώ αύξάνεται διαρκώς η άτακτη απόκλιση του άμφιβλη</span><span style="color: #000000;">στροειδούς-,</span><br />
<span style="color: #000000;">τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό έκείνου που σας βλέπει;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">της αθωότητάς τους</span></strong></h5>
<h5><span style="color: #000000;">Ι</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όπου νοείται η αρχή ως τελειότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ίδιο σημείο ακριβώς τελειώνει η γνώση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν, βέβαια, συνυπολογιστεί το κληροδότημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε είναι μάλλον περιττή η φυσική συνθήκη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια ν’ αναστραφούν οι επισφάλειες και η ερμηνευτική της εξουσίας·</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πια να συνοψίσεις στον ορίζοντα τ’ απόβλητα μιας λογικής που</span><br />
<span style="color: #000000;">αποπατεί θεσμούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στη μεταξίωση των ισοτιμιών και στη μελαγχολία των διεστώτων</span><br />
<span style="color: #000000;">(όχι επειδή είναι επιταγή αυτής της γλώσσας μα επειδή αυτή η γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;">επιτάσσεται),</span><br />
<span style="color: #000000;">οι κηπουροί του μαρασμού σπέρνοντας στα σαρίδια παραβολές του</span><br />
<span style="color: #000000;">μέλλοντος και όψιμα νηπενθών·</span><br />
<span style="color: #000000;">οι κηπουροί λοιπόν, όταν νυχτώνει, ξελύνουνε τα σκιάχτρα απ’ τα παρτέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ ανοίξουν χώρο για τον λιθοβολισμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">για την αυτοδικία που ονειρεύονται στ’ όνομα μιας ανέξοδης μετα-ευγονικής,</span><br />
<span style="color: #000000;">βαφτίζοντας συλλογικό ασυνείδητο τη βούληση που κρύβει την ασχήμια</span><br />
<span style="color: #000000;">της στην ψιμυθίωσή της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για μια στιγμή, για μια πνοή,</span><br />
<span style="color: #000000;">για λίγα μόνο λόγια σαν εικόνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο να γίνει ο φόβος περατός,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο να σπάσει η επιφάνεια σε αβύσσους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε στιγμή ούτε πνοή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια ακόμη να ρωτάς αν είναι ρόλοι μες στο δράμα οι αμνήμονες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια ν’ απαλλαγείς από το κομποσκοίνι της φυλής που ξεκουκίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">τις γητειές του πεπρωμένου.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Ποιες οι γητειές και ποιο το πεπρωμένο;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μια εποχή που τρέφεται από τη δόμησή της</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν έχει χώρο να κρυφτείς, μονάχα χρόνο να μετράς το «φτου και βγαίνω».</span><br />
<span style="color: #000000;">IV.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακολουθώντας το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ίκαρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">το πείσμα τού ήλιου λίγο πριν τον ουρανό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να χτυπήσεις το δικράνι στην πέτρα, για ν’ αναβλύσουνε τα δάκρυα των αδέσποτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι οι επίγονοι –μαθητευόμενες σκοπιές στα παρατηρητήρια·</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η απόσταση ανάμεσα στην πλώρη και τα ύφαλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν μια κινούμενη γραμμή που όλο μικραίνει ώστε να μη χωρά τον</span><br />
<span style="color: #000000;">ενοφθαλμισμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">ώστε να μη χωρά την προσδοκία τής μέρας που θ’ αλλάξει χέρια το κενό,</span><br />
<span style="color: #000000;">γδύνοντας τον συμβολισμό απ’ τα εγκόλπιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το χώμα που αδειάζει το φαρμάκι του,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως το δόντι τής οχιάς αδειάζει μες στην φλέβα το δικό του·</span><br />
<span style="color: #000000;">μόχθος κακός, και στα θυσιαστήρια βλαστήμιες και αναθέματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">διαβάζοντας τα έμπυρα στα εντόσθια του ζώου</span><br />
<span style="color: #000000;">–πράξεις που ξεθαρρεύουν στη φωτιά και ομολογούν το στοχευμένο αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να φυλαχτείς στα χαμηλά τού κόσμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια γωνιά απρόσβλητη απ’ την αναγωγή τής λογικής στο τρέκλισμα μιας συγχυσμένης πίστης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να καταφύγεις στα προάστια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σε προδώσει η γκριμάτσα ενός λαού</span><br />
<span style="color: #000000;">που τρέφει την αλήθεια του με αλίπαστα ιστορίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκούζοντας θεοσέβεια και ιδρυματισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σε προδώσουν τα στοιχειά των αρτεσιανών</span><br />
<span style="color: #000000;">και η σκιά τής πένθιμης ελιάς των Ερεχθείων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να λιτανεύσεις στη στεριά –σε ποια στεριά;–</span><br />
<span style="color: #000000;">φορτώνοντας στους ώμους σου τον επιτάφιό της.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">VI.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποια είναι αυτά που γνώριζες και αρνιόσουν πως τα ξέρεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταμεσής τής αγοράς μεσίστιες σημαίες και προσκλητήρια πεσόντων στα πλακόστρωτα·</span><br />
<span style="color: #000000;">τείχη εμφύλια και σχέδια διαφυγής μέσα απ’ τα στεγανά των καναλιών και ανάμεσα από μπλεγμένα δίχτυα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση υπόκωφη βουή απ’ την πνοή τού κτήνους</span><br />
<span style="color: #000000;">στον τροχασμό μιας διαδρομής που έχει μπροστά της το υπόλοιπο της διαρομής τού κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσος παροξυσμός τής προσευχής</span><br />
<span style="color: #000000;">που ξεστρατίζει την ευχή απ’ την κατεύθυνσή της·</span><br />
<span style="color: #000000;">άγονη γη, πηλός πάνω στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων και η πυρκαγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">–εκείνη η πυρκαγιά που κάνει στάχτη τα πορθμεία των καθαρτηρίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που δεν διάλεξες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο τόπος ο παρών και ο χρόνος που συμβαίνει εντός τού τόπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι η αντιπαροχή τού επιτελεσμένου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο ακάλυπτος της χάρης που ανταλλάσσει τις στιγμές</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα τρισδιάστατα εφέ ενός καινούριου αιώνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σε ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου·</span><br />
<span style="color: #000000;">της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού, μολύνοντας τον υδρο-φόρο ορίζοντά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια να εξιλεωθείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πια ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητές σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί τού παλατιού που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόση σιωπή, για να μπορέσει η φωνή να περισώσει κάτι απ’ τη φωνή της.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Φρουρέ, πόσο η νύχτα θα κρατήσει; Πότε θα τελειώσει;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Έρχεται το ξημέρωμα, αλλά είναι νύχτα ακόμα. Αν θέλετε να ξαναρωτήσετε, ελάτε πάλι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ (2012)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Η διαθήκη των μύθων</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 180px;"><em><span style="color: #000000;">Κι όμως ο άνθρωπος είναι γεννημένος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Για να ρέπει φηλά και προς τα μπρος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Γκαίτε, Φάουστ</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπουδάσατε φιλοσοφία, ιατρική και νομική,</span><br />
<span style="color: #000000;">την κάθε μία χωριστά, και ασφαλώς θεολογία,</span><br />
<span style="color: #000000;">διανύσματα, επιχειρηματική στατιστική</span><br />
<span style="color: #000000;">και, μ’ επιμέλεια μοναδική, οικονομία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαδίζοντας κατά μήκος μιας πίστης που δεν αγαπήσατε,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά μήκος μιας διαδρομής που παγιδεύσατε με την απώλεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ταιριάζατε το πνεύμα του φωτός στους γοτθικούς σας θόλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεθοδικά στοιβάξατε βιβλία και χαρτιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">όργανα και σταθμά για ν’ αποστάξετε τον πόθο τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">στ’ αλχημικά σας φίλτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τεχνίτες των μητροπόλεων και των οξυκόρυφων πύργων,</span><br />
<span style="color: #000000;">πλάνητες της ασέληνης νύχτας και των δρυμών της οξυάς·</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο κοντά, πιο μακριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">πνεύμα και πόθος εξίσου παρόντα στη θέαση,</span><br />
<span style="color: #000000;">εδραιωμένα μεταξύ της λαχτάρας [ Sehnsucht ] και του αγέννητου φόβου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μεταξύ μιας αιτίας μη αίτιας που είναι η αιτία του επίγνωστου</span><br />
<span style="color: #000000;">και μιας πλάνης που βιώνεται σαν φορά της ζωής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο κοντά, τόσο μακριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανταμώνοντας τα χνάρια των λύκων στις ιερές βοσκές των ζαρκαδιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξαγρυπνήσατε μελετώντας όσα η φύση θέλει να σας δείξει:</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μορφή ενός κόσμου που υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ενός κόσμου που ζει τη μυστική ύπαρξή του•</span><br />
<span style="color: #000000;">του κόσμου διά μέσου των ονομάτων που συναρμόζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">προορισμένα να παρανοηθούν.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">[ —Δόκτωρ, τι βλέπεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">—Μια ερώτηση βλέπω.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Και η απάντηση;</span><br />
<span style="color: #000000;">—Μια ερώτηση σου είπα. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">’Ίσως όμως να είναι ο τρόπος που φωτίζεται η τέχνη σας</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ορατή πλευρά της ιστορίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη χωρική διαδοχή των πραγμάτων που απαιτούν τις διαστάσεις του όντος τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατρεύοντας το αρρωστημένο μάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">μεγεθύνοντας τις σκιές των φασμάτων μέχρι τη δίδυμη όψη της φύσης τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">ως τον λειψό μορφασμό της ανάγκης που υπομένει τα έργα του εφήμερου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα βάθρα των ανάπηρων αγαλμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">και αναγνωρίζοντας στη στάση των κορμών την έκφραση μιας μεταφυσικής συμφιλιωμένης με τα φαινόμενά της·</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο κοντά, πιο μακριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στο ασμίλευτο και στην ενέργεια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στο λευκό που διαβρώνεται και στην άλλη φθορά, που υποθέτετε μόνον εσείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη στιγμή ακριβώς που ο παλμός αιωρείται,</span><br />
<span style="color: #000000;">εξίσου απέχοντας απ’ το εγώ κι απ’ το μέτρο του,</span><br />
<span style="color: #000000;">εξίσου απέχοντας από το ευδόκιμο κι απ’ το πραγματικό·</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο κοντά, πιο μακριά,</span><br />
<span style="color: #000000;">στοιχειωμένοι από την υπόσχεση ενός βασιλείου</span><br />
<span style="color: #000000;">-του βασιλείου που θα κληρονομήσετε διά της διαθήκης των μύθων-,</span><br />
<span style="color: #000000;">πιστέψατε πως υπάρχει μία μονάχα κατεύθυνση,</span><br />
<span style="color: #000000;">μία αποστολή,</span><br />
<span style="color: #000000;">η μια ιδέα που θα γίνει πεπρωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">πως ό,τι είναι ζωντανό έχει ένα τέλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ολοκλήρωση στον χρόνο, που δεν αντιστρέφεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ίδιο και το ίδιο πάντοτε λάθος,</span><br />
<span style="color: #000000;">η ίδια απερίγραπτη βεβαιότητα που παραβλέπει το άχρονο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο ανόητοι μες στη σοφία της αμέριμνης τύχης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στην αδιάλλακτη απόφανση αυτού που θα συμβεί·</span><br />
<span style="color: #000000;">ριζωμένοι στη χάρη που φανερώνει το άφαντο,</span><br />
<span style="color: #000000;">αθροίζοντας μέρες μισές μιας εποχής που στάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σας περιμένει-</span><br />
<span style="color: #000000;">και πόσο ακατάπαυστος ζήλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">υφαίνοντας τον αύλειο χώρο σας με την κλωστή που γνέθουνε οι νομοτέλειές σας.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Το ταξίδι του αίματος</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><em><span style="color: #000000;">Τα σκοτεινά μέρη βρίσκονται πάντα στο κέντρο.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Τζώρτζ Στάινερ</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια στιγμή ιστορίας εξυψώνει τη βούληση;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ποια ιστορία η βούληση είναι ένοχή;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ιστορία διασχίζοντας τις εκτάσεις του χρόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τους αθέριστους λειμώνες του κενού,</span><br />
<span style="color: #000000;">και μια ιστορία μη κίνησης,</span><br />
<span style="color: #000000;">που παγιδεύει τον χρόνο στον χρόνο της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιδερένια πατήματα ισιάζουν το χώμα που οργώθηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">σιδερένιοι αντίχειρες φυτεύουν τους βολβούς των νεκρών ·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα γκρίζο ποτάμι κυλά μαζί με τον θάνατο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανηφορίζει μαζί με τον θάνατο προς την άλλη μεριά της ροής του•</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα κυλά ένα γκρίζο ποτάμι, που είναι όλος ο θάνατος,</span><br />
<span style="color: #000000;">παρασέρνοντας τις οπλές που γλιστρούν πάνω στα φαγωμένα νύχια της νύχτας,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στ’ αφώτιστα κουφάρια των τροχών•</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα ένα γκρίζο ποτάμι ανάμεσα στις γραμμές που χωρίζουν αυτό που</span><br />
<span style="color: #000000;">ερημώθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">από εκείνο που πρόκειται να ερημωθεί.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">III.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μάρτυρες των στρατιών που προελαύνουν [ έτσι είπε ]</span><br />
<span style="color: #000000;">συνεπαρμένες από την τελειότητα των πεδίων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακαταπόνητες, γιατί ο πόνος δεν καταλύει τα έργα</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε υποστέλλει τις υψωμένες σημαίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί ο πόνος είναι η υπέρτατη επιτέλεση των θριάμβων τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντιχθόνιο σκηνικό των συνόρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">υπερασπίζοντας ασάλευτους θεούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στην έκλειψη μιας κοντινής συζυγίας</span><br />
<span style="color: #000000;">και στην απόκλιση των επιτύμβιων γεωγραφιών ·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ακόμη τοπίο που αλώνεται κάτω απ’ τις συστοιχίες των μύδρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω από το αλάνθαστο φτεροκόπημα των πουλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">σπαθίζοντας τις αγέλες των στρατευμένων ένστικτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωνεύοντας το ιονισμένο φως του φεγγαριού·</span><br />
<span style="color: #000000;">άγριο ζώο στη χτυπημένη μεριά των κροτάφων τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή τη μεριά που ατενίζει τον τρεμάμενο μίσχο του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόση γη θα σκεπάσει τ’ αγεφύρωτα ορύγματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους δαιδάλους μιας μήτρας που διαιρούν τον σπασμό της;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσα σύμβολα ενάντια στον άλυτο κόμπο τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενάντια στην μπλεγμένη θηλιά του ομφάλιου λώρου ;</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Το λιοντάρι της Δρέσδης</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένας άγγελος προ του εαυτού φτερουγίζοντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακούγοντας μονάχα τη βουή των κινητήρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είχα διόλου φανταστεί πως ούτε οι κρύπτες των ναών θα τους γλυτώσουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">και γέλασε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε ποτέ μου πέρασε απ’ τον νου πως ξεπαστρεύεις τόσο απλά την ιστορία,</span><br />
<span style="color: #000000;">και γέλασε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άγγελος φτερουγίζει απαλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">υπεριπτάμενος της θέας των νεκρών του·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτών, ποιων;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιοι είναι αυτοί που γλιστρούνε στ’ αφώτιστα βάθη του γέλιου του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος τους φωνάζει και ποιοι του απαντούν;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια λόγια θάβουν τη φωνή κάτω από άλλα λόγια;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">III.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας·</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ’ίδια πράξη φλέγονται η σκηνή κι οι θεατές κάτω απ’ το κέλυφός της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θάνατος τους φύλαξε ζεστούς σκεπάζοντάς τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">διπλώνοντας στα δύο τη φωτιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τραβώντας ως το μέτωπο το στοργικό της πέπλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτούς, ποιους;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιους λύτρωσε ο γερανός των από μηχανής,</span><br />
<span style="color: #000000;">που φλυαρούν αυτάρεσκα τις θεϊκές τους λύσεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ποιους ορκίζει ο χορός στο αίμα της φυλής,</span><br />
<span style="color: #000000;">στοιχειώνοντας στη γλώσσα τους την επωδό των μύθων;</span><br />
<span style="color: #000000;">EIN VOLK, ΕΙΝ REICH, ΕΙΝ FtFHRER</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άγγελος διασχίζει τα όντα του εύχαρις,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά τις γραφές,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να προσφέρει, ως είθισται, τα νηπενθή του κρίνα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Είπ Vo!k, etn Reich, ein Fuhrer</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8216;Ένας άγγελος προ των τειχών κατευθύνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σκόπευση της χοϊκής πνοής,</span><br />
<span style="color: #000000;">το διαρκές κι ανέκφραστο κοίταγμα των θεών του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός, ποιος;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος έψαλε τα εγκώμια του εδεμικού του πόθου,</span><br />
<span style="color: #000000;">του δαίμονα που ψήλωσε τη χρονική ψυχή ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ποιος χαρίζει απ’ την αρχή την όμοιά του πίστη</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πεπρωμένη έλευση της νέας διαδοχής;</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Προς τα πού</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτε δεν αλλάζει τον λόγο που ειπώθηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον λόγο που είναι εξίσου παρών στην εξιστόρηση και στην προφητεία,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη γραφή που υποτίτλισε την ακίνητη εικόνα του χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε δεν ορίζει το σχήμα που δεν ορίστηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">το μάτι που εκθέτει την αρχή του στο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μάταιη ορμή του μυαλού προς το αβλάστητο ύψος·</span><br />
<span style="color: #000000;">το ύψος που εκ του ύψους μόνο περιβάλλεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας δίχως σύνορα τις διαστάσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σημεία όπου τέμνεται το εφικτό με το ανέφικτο•</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σημεία εντός του γινόμενου</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα σημεία έξω απ’ αυτό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταξύ των σημείων ο ασυμπλήρωτος κύκλος σας,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα διανύσματα που δεν θα προστεθούν,</span><br />
<span style="color: #000000;">η απόσταση ανάμεσα στο συμβάν και τη μνήμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταξύ των σημείων η κερδισμένη σας γνώση</span><br />
<span style="color: #000000;">και η γνώση που χάθηκε στα ενδεχόμενά της,</span><br />
<span style="color: #000000;">το αβαρές τού αινίγματος στων εσόπτρων το κοίλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τα πού οι εκβολές των λυγρών ποταμών και οι κρωγμοί των γλάρων·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού η κοιλάδα του Somme</span><br />
<span style="color: #000000;">με το ένα εκατομμύριο, διακόσιες εξήντα πέντε χιλιάδες νεκρούς·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού η ουρά τού ερπετού που φυλάει τα κοπάδια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">αγρυπνώντας ανάμεσα σε δυο εποχές,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στην εποχή τού κοντά και την εποχή τού απέραντου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενεδρεύοντας πίσω απ’ τους τύμβους εκείνων που έπεσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">στην οθόνη τού τελευταίου πολέμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέκνον τυφλού γέροντος, τίνας χώρας αφίγμεθα ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τα πού ο τα πάντα ορών στον χερσωμένο κήπο των κανόνων·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού η νεβρή μοναξιά τού πρωτόπλαστου φόβου·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού οι χιτώνες που απόμειναν απ’ τη δημιουργία.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθετί που απειλεί το επερχόμενο πνεύμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη συνθήκη μιας ρώμης που δονείται στον μύθο της·</span><br />
<span style="color: #000000;">καθετί που υπάρχει φυλαγμένο στη δίνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην εκφράσιμη ουσία μιας παρούσας στιγμής·</span><br />
<span style="color: #000000;">καθετί που ωριμάζει τον καρπό τού εγγύς</span><br />
<span style="color: #000000;">στο περίβλημα μιας λογικής που αγκαλιάζει τον λόγο,</span><br />
<span style="color: #000000;">διεκδικώντας αυτά που δεν γίνονται μα ωστόσο υπάρχουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους σκοπούς που δεν είναι σκοποί αλλά μετρήσιμα μεγέθη της ανάγκης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μοναδικά, σαν την υπόσχεσή τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">κλητικά, σαν τα στάσιμα μιας απροσκάλεστης μοίρας·</span><br />
<span style="color: #000000;">παρακάμπτοντας τ’ αναχώματα των ενδιάμεσων τάφρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">την ορμή των χειμάρρων που διαβρώνουν τα φράγματα·</span><br />
<span style="color: #000000;">καθετί που αντηχεί στο κενό και στην πέτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μάγευση εφήβου οπλισμένου με την κραυγή της ζωής:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Άφησέ με να γίνω ο κρότος σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να είμαι αυτός που θα θέλει να είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν απ’ τον θάνατό σου ζωντανός·</span><br />
<span style="color: #000000;">άφησέ με όρκο φωτιάς στα υποπόδια των θρόνων,</span><br />
<span style="color: #000000;">στολίδι αίματος στο άχραντο σκοτάδι των ναών,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια καταδίωξη ανάμεσα σ’ εκρήξεις των ημερών που σχίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στις κόψεις των οδών·</span><br />
<span style="color: #000000;">άφησέ με γνώση τού ζώου που μηρύκασε το αλμυρό χορτάρι των ακτών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για μένα στήθηκε το ικρίωμα της φοβερής γιορτής,</span><br />
<span style="color: #000000;">για μένα στήθηκε ο τροχός</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάντικρυ σ’ αυτό το φως που αναστατώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">την άφεγγη ομίχλη των σωμάτων·</span><br />
<span style="color: #000000;">για μένα αθροίζεται ο περίλυπος καιρός,</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάδα χάους που προστίθεται στο χάος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησέ με ρομφαία εκμηδένισης,</span><br />
<span style="color: #000000;">χιτώνα τρίχινο στη σάρκα των ονείρων».</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τα πού η συνένοχη άγνοια που τρομάζει απ’ τον ήλιο·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού ο μακάριος ρυθμός των τυμπάνων της στοίχισης·</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα πού ο σταυρός που ανοίγει τα σκέλη του στην προσήλυτη τάξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησέ με, σου λέω, στολή τού εχθρού</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτό το φροντιστήριο του πολέμου.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Φάουστ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ι.</span></strong></h5>
<p style="text-align: right;"><em><span style="color: #000000;">Ήρθε η ώρα να δείξεις με πυγμή,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πως ο άνθρωπος μπροστά στο θείο δεν δειλιάζει.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μην τρέμεις μπροστά στη σκοτεινή σπηλιά,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που σε κατάρα μετατρέπει την κάθε φαντασία,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μα να περνάς, χωρίς να δίνεις σημασία,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">από το στόμιο που ξερνά της κόλασης φωτιά-</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με διαύγεια το βήμα να τολμήσεις,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έστω και στο μηδέν αν τερματίσεις!</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Γκαίτε, Φάουστ</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Θέλεις να μάθεις τη λύση τού δράματος, Φάουστ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μάθεις για τα σφάγια που σαπίζουν στους βωμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">παρατημένα απ’ τους θυσιαστές τους;</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλεις να μάθεις για την τύψη που χτυπήθηκε στη ρίζα της,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου βρίσκουνε τροφή τα υπόγεια άνθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">θηλάζοντας νωχελικούς μαστούς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει ένας ώμος που σηκώνει το κενό,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκτίοντας για πάντα την ποινή της δύναμή του·</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχει ένα σώμα που περνά μέσα απ’ τους τοίχους του</span><br />
<span style="color: #000000;">και αφήνει πίσω του τον φυλαγμένο φόβο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλεις να μάθεις για τον φόβο που αρνήθηκες, Φάουστ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον φόβο που μυείται στην αδράνεια και την υποταγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη σαστισμένη ενατένιση του πόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">που φτάνει ως τον πόνο των ματιών;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση ζωή, τόση πολλή ζωή ώστε δεν είναι·</span><br />
<span style="color: #000000;">αγκιστρωμένη όλη σε ανέμους,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ένα φύλλο χαρτιού που ανυψώνεται ως τις ασυμφιλίωτες ακολουθίες των μύθων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ως τον αβάσταχτο αντίλαλο ενός μακρινού εαυτού·</span><br />
<span style="color: #000000;">τόση ζωή, τόση πολλή ζωή στα είδωλά της·</span><br />
<span style="color: #000000;">τόση, σαν μια άλλη ζωή που χωράει αναλλοίωτη</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ένα κάτοπτρο πιο αινιγματικό,</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σε μια μήτρα που ανοίγει μέσα σε άλλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να κυοφορήσει από το τίποτε το παν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού έχεις το μυαλό σου, Φάουστ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρίσκεσαι ακόμη στη γραφή,</span><br />
<span style="color: #000000;">απέχοντας μια συλλαβή απ’ τον προορισμό σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Χτυπούν; Εμπρός!». Ποιος σε μιμείται πάλι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος ντύθηκε τα ρούχα σου και το λευκό φτερό;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ποιος, κουτσαίνοντας, με τέχνη μοχθηρή την τέχνη σου νοθεύει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άμοιρε Φάουστ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πνεύμα σου γελάστηκε στα δώρα των πνευμάτων·</span><br />
<span style="color: #000000;">το μάτι σου αγκυρώθηκε στο δανεισμένο φως·</span><br />
<span style="color: #000000;">κοίτα ψηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς ξεπερνά το ανάπτυγμα της φλόγας</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σχάρα που ανεβάζει τους νεκρούς·</span><br />
<span style="color: #000000;">στρόβιλοι ζώνουν τον σηκό και ξεσκεπάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">το ανέστιο και κωμικό βασίλειο των σκιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι συμβαίνει είναι μέρος τού ίδιου ρόλου</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα μελόδραμα που γράφεται διαρκώς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι συμβαίνει βρίσκεται πολύ καιρό μαζί μας.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ.</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Προς τα πού είναι η πύλη τού ανθρώπινου, Φάουστ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τα πού είναι η γνώση των κανόνων της θέασης;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλες οι αισθήσεις σου φωτίζονται στη γη,</span><br />
<span style="color: #000000;">όλες σου οι φύσεις αγρυπνούν στα ινδάλματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια παραπάνω αλήθεια σε απελπίζει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει ένας κήπος με περίτεχνες βραγιές,</span><br />
<span style="color: #000000;">με αλληγορίες δέντρων και θαυμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">απρόσιτος απ’ όλες τις μεριές,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ευπρόσιτος απ’ τη μεριά της λύπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει ένας τόπος που ωριμάζει με τον άνεμο·</span><br />
<span style="color: #000000;">έρχεται ο άνεμος σπρωγμένος απ’ τη στάχτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">χώμα και στάχτη θαμπωμένα από το χνώτο της άφεσης,</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις προσευχές που εξαντλούν το ουράνιο φάσμα·</span><br />
<span style="color: #000000;">χώμα και στάχτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν την ουσία της φάρσας τού σύμπαντος,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν την αθόρυβη επανάληψη τού αδάκρυτου θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην κρύβεσαι πίσω απ’ τον θάνατο, Φάουστ·</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχει ο τόπος που ακόμη αντηχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">τους επιδέξιους ελιγμούς των σκευοφόρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη φλέβα στον λαιμό του σαλπιγκτή,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σπάσιμο του σβέρκου στην αγχόνη·</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ένας τόπος πιο μακριά από το μέλλον</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σαν συναισθηματική σειρήνα που καλεί</span><br />
<span style="color: #000000;">[ για ένα φλιτζάνι ζεσταμένο καφέ με μπισκότα βουτύρου</span><br />
<span style="color: #000000;">στο καταφύγιο φως μιας λάμπας γκαζιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">φλυαρώντας γι’ ασήμαντα πράγματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">παίζοντας τα ωροσκόπια στα δάχτυλα και τους αστερισμούς…</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ώστε λοιπόν βρίσκουμε τόσα να κάνουμε, οι λεπτοδείκτες συνεχίζουν να γυρνούν</span><br />
<span style="color: #000000;">και παραμένουμε όσο πρέπει καθωσπρέπει. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια παρωδία στοιχειώνει το μέλλον σου, Φάουστ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τη σκιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">και η γοτθική διαλεκτική παραείναι βολική</span><br />
<span style="color: #000000;">για να ντυθείς το ρούχο της σαν πέπλο ονειροπόλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">[ ― Από εδώ για τα tableaux vivants, παρακαλώ. ]</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τις σκιές μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΟΧΙΚΟΝ (2010)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">I. corpus delicti (το σώμα του εγκλήματος)</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μισοφωτισμένο καθιστικό. Επίπλωση, διακόσμηση, μικροαντικείμενα</span><br />
<span style="color: #000000;">του συρμού. Απαραίτητα: το ανοιχτό παράθυρο, 6 υπολογιστής, ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">σταχτοδοχείο · και όσα προκύψουν φυσικά σαν αναγκαία μέσα από το</span><br />
<span style="color: #000000;">κείμενο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίνω, κοιτάζω σε κάποιο σημείο ψηλά, φωνάζω: Φώτα!</span><br />
<span style="color: #000000;">’Έντονο φως καλοκαιριάτικου μεσημεριού με αποκαλύπτει. Καπνίζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλάω</span><br />
<span style="color: #000000;">(η φωνητική έκφραση και η κίνηση σαν ασκήσεις στον χρόνο και τον</span><br />
<span style="color: #000000;">χώρο. Οι παύσεις σαν να χάνονται στιγμές και οι θόρυβοι του δρόμου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεδομένοι):</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο. Ή, για να γίνω</span><br />
<span style="color: #000000;">περισσότερο ακριβής, είναι λίγες χαμένες, εκτυπωμένες σελίδες· λίγα</span><br />
<span style="color: #000000;">φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4 που ανεξήγητα έπαψαν πια να βρίσκονται</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στα υπάρχοντά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίρνω βαθιές ανάσες ανακούφισης όταν φαντάζομαι πως το γραπτό</span><br />
<span style="color: #000000;">μου ίσως και να μην έχει απολεσθεί οριστικά, πως ακόμη και τούτη</span><br />
<span style="color: #000000;">ακριβώς τη στιγμή κάποιος μπορεί να το κρατά στα χέρια του και</span><br />
<span style="color: #000000;">να το ξεφυλλίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν φαντάζομαι κάποιον ν’ αφοπλίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">μία προς μία τις φράσεις μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλώνοντας τα χαρακώματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου είναι δύσκολο ωστόσο να προβλέψω πόσο ενδιαφέρουσες ενδέχεται</span><br />
<span style="color: #000000;">να υπάρξουν για κάποιον αυτές οι λίγες εκτυπωμένες σελίδες, όπου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν συντελείται το παραμικρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου ο χώρος παραείναι ασφυκτικός</span><br />
<span style="color: #000000;">για να συμβούν οι πράξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">η να ειπωθούν τα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;">που τις πράξεις περιγράφουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν η εποχή των συχνών μου μετακομίσεων από ένα τοπίο σε άλλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">και εκείνη ακριβώς η περίοδος που σκόπιμα έμενα μόνος σ’ ένα μικρό,</span><br />
<span style="color: #000000;">παράγωνο ανώγειο όχι μακριά από τον σταθμό των τραίνων -χιλιάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ’ τα ζαρκάδια-</span><br />
<span style="color: #000000;">και εργαζόμουν ως εποχικός, μετατοπίζοντας διαρκώς τα όριά</span><br />
<span style="color: #000000;">μου. Θ’ αναφερθώ όμως αργότερα σ’ αυτά διεξοδικότερα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυκλοφορούσα μονίμως με τ’ αστικά λεωφορεία, διατρέχοντας οριζόντια</span><br />
<span style="color: #000000;">τις αποστάσεις της πόλης, χωρίς να χρησιμοποιώ τις καθέτους, που</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν όλες τους οδηγούσαν στη δημοφιλή παραλία. Απέφευγα, κατά</span><br />
<span style="color: #000000;">το δυνατόν, τις καθέτους, και κατά συνέπεια απέφευγα, κατά το δυνατόν,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη δημοφιλή παραλία,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πέντε πλακοστρωμένα χιλιόμετρα που ξεκινούσαν από την ανατολική</span><br />
<span style="color: #000000;">πλευρά του λιμανιού και έφταναν μέχρι το ογκώδες και κενόδοξο Μέγαρο Μουσικής· εκείνα τα πέντε και λίγο παραπάνω χιλιόμετρα που</span><br />
<span style="color: #000000;">γενικεύουν την κακομούτσουνη θέα μιας άτακτης και εργολαβικού</span><br />
<span style="color: #000000;">ρυθμού αρχιτεκτονικής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατούσα τότε επιμελώς σημειώσεις στο περιθώριο των κειμένων του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάφκα, λεηλατώντας με ζήλο τα Μπλε του Τετράδια και όσα σαν</span><br />
<span style="color: #000000;">σύντομες σκέψεις, η σαν προσχέδια, κατέγραφε στα Ημερολόγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">του. Ανακάλυπτα αράδα αράδα την Αποικία των Τιμωρημένων</span><br />
<span style="color: #000000;">και ανεβοκατέβαινα λαχανιάζοντας τα σκοτεινά σκαλοπάτια των</span><br />
<span style="color: #000000;">αλληλέγκλειστων, ταλμουδικών του κτισμάτων, ακούγοντας παράλληλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ενστικτώδεις εντάσεις, τα πιανιστικά πρελούδια του Ντεμπυσσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχα μόλις ξεμπερδέψει από μια δύσκολη άνοιξη, με όλο το δίκιο να</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι με το μέρος μου. Ίσως είναι εντιμότερο να πω ότι τα έβγαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα με τον πιο πρέποντα τρόπο εκείνη την άνοιξη, ότι αντιστάθηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">και εντέλει αντέδρασα, με τον πιο πρέποντα τρόπο στην αβάσταχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">κορδέλα των πόθων της, με μια βαθιά οδυνηρή αποφασιστικότητα που</span><br />
<span style="color: #000000;">άφησε έκπληκτο κι εμένα τον ίδιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήμουν καλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι επιθυμίες μου περνούσαν για ζωή·</span><br />
<span style="color: #000000;">ευχόμουν, όποια στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">και ν’ άνοιγα την πόρτα μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αντικρίζω τα πράγματα για πρώτη φορά,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να ήταν η πρώτη φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχουν έρθει στον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα εκεί· το καθένα να υπάρχει καινούριο</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ουσία της φύσης του,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στις συλλαβές του ονόματος του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο χρόνος μου επιζούσε των ενδείξεων</span><br />
<span style="color: #000000;">το αίμα είχε σχεδόν ξεθυμάνει στις φλέβες μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και των δαιμόνων μου το βλέμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">περιγελούσε τα μέλλοντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανελλιπώς τα Κυριακάτικα πρωινά</span><br />
<span style="color: #000000;">έριχνα κι έριχνα σπόρους καλαμποκιού</span><br />
<span style="color: #000000;">στα λαίμαργα περιστέρια των δημόσιων κήπων</span><br />
<span style="color: #000000;">με την πλάτη στραμμένη στη θάλασσα·</span><br />
<span style="color: #000000;">στο υγρό, χλιαρό αεράκι του νότου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νωρίς το απόγευμα επισκεπτόμουν το νεκροταφείο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μωβ ιβίσκοι έγερναν νωθρά</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πληκτικά τους φύλλα·</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κίνηση τόσο απόλυτα πειστική,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο το υπαγόρευαν οι συμβάσεις του βίου τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντέγραφα με ακρίβεια απ’ τις ταφόπλακες</span><br />
<span style="color: #000000;">χρονολογίες γεννήσεων και θανάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">και υπολόγιζα ψύχραιμα</span><br />
<span style="color: #000000;">το ενδιάμεσο γεγονός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βράδια τροφοδοτούσα σχολαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτές τις στατιστικές έμμονές μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μου αρκούσε να επέστρεφα</span><br />
<span style="color: #000000;">με έστω και μία λιγότερη,</span><br />
<span style="color: #000000;">αρκεί να μην έπαυα να είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">ο επικείμενος άνθρωπος:</span><br />
<span style="color: #000000;">διαιρετός, μεταβλητός και αεικίνητος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πλήθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός</span><br />
<span style="color: #000000;">σηματοδότης του δρόμου</span><br />
<span style="color: #000000;">-έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου-</span><br />
<span style="color: #000000;">παλλόταν και παλλόταν μονότονα</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πορτοκαλί,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν άγρυπνη εικόνα πειθαρχημένη</span><br />
<span style="color: #000000;">στον ωφέλιμο ρόλο της,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίνοντας προεκτάσεις μηχανικές</span><br />
<span style="color: #000000;">στις αισθήσεις μου·</span><br />
<span style="color: #000000;">περιμένοντας ανυπόμονα τη στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">που το αυτάρεσκο σώμα μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">όμοιο με παραβολή,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα επιλέξει την ακόμη πιο αυτάρεσκη</span><br />
<span style="color: #000000;">στάση του.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ guarda e passa (βλέπε και πέρνα)</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πως εκπληρώνει κανείς το καθήκον του; Θέλω να πω: πως κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό η όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω να πω: με ποιόν ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος; Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο</span><br />
<span style="color: #000000;">ελέγχου; Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη όβάλ</span><br />
<span style="color: #000000;">σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άντρας διαβάζει την πύλη του ’Άουσβιτς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζει ψηλά, στην πύλη του ’Άουσβιτς,</span><br />
<span style="color: #000000;">το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη</span><br />
<span style="color: #000000;">πύλη του Άουσβιτς</span><br />
<span style="color: #000000;">και πιάνει αμέσως δουλειά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτογραφίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους χαλικόστρωτους δρόμους,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">και το κόκκινο τούβλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σιδερένιο Π του ικριώματος·</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,</span><br />
<span style="color: #000000;">των παπουτσιών τις στοίβες,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις θήκες των γυαλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις βούρτσες των μαλλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ομπρέλες του ήλιου· φωτογραφίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">στις βιτρίνες φωτογραφίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ριγωτές ασώματες στολές,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Haftlinge,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον τρομερό στικτό τους αριθμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα</span><br />
<span style="color: #000000;">της τροφής στα τσίγκινα πιάτα-</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο·</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να έχει αντιληφτεί η δίχως</span><br />
<span style="color: #000000;">να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι γραμμένα σε στίχους·</span><br />
<span style="color: #000000;">λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">ανομοιοκατάληκτους στίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλάζει μπαταρίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφίζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">της συνθήκης του άπρεπου χτες</span><br />
<span style="color: #000000;">και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">μετά την εξαήμερη εκδρομή,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">VII difficiles nugae (δύσκολες φλυαρίες)</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι πολλαπλές και επίμονες αναφορές μου στην ανθρώπινη φύση -και</span><br />
<span style="color: #000000;">ειδικότερα στην ένοχη ανθρώπινη φύση-, αποτέλεσμα, εν πολλούς, της</span><br />
<span style="color: #000000;">αμηχανίας μου, άλλα και του αδιαμφισβήτητου ενδιαφέροντος μου</span><br />
<span style="color: #000000;">απέναντι σε οτιδήποτε κρίνεται ως ένοχή η συνιστά ένοχή, παρότι</span><br />
<span style="color: #000000;">υπακούουν σε μιαν αδήριτη ανάγκη να μιλήσω για τις πράξεις της</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχής, απέχουν ωστόσο από το να περιορίσω το θέμα μου σε τούτη</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα τη διάσταση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το λέω αυτό επειδή η ένοχή δεν είναι ένας όρος τεχνικός ούτε</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορείς να την αναγάγεις σ’ εφαρμοσμένα συστήματα και ιδιότητες</span><br />
<span style="color: #000000;">-και πολύ περισσότερο δεν μπορείς ν’ απαιτήσεις από τον ένοχο ν’</span><br />
<span style="color: #000000;">αποδείξει την ένοχή του, εν αντιθέσει με τον φερόμενο ως αθώο, από</span><br />
<span style="color: #000000;">τον όποιο απαιτείς και απαιτείς διαρκώς ν’ αποδεικνύει την αθωότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">του-, άλλα ήταν και θα παραμείνει ένα εγγενές συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, η τελευταία απελπισμένη απόπειρα εξόδου του</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθρώπινου νου απ’ τον κλοιό της ματαιότητάς του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που σκέφτομαι τώρα φυλλομετρώντας τον Κάφκα, φυλλομετρώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">τα Μπλε του Τετράδια και τα Ημερολόγιά του, διαβάζοντας και διαβάζοντας πάλι τα φοβικά και βασανιστικά, τα φορτωμένα με υποψίες και</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχές Γράμματά του προς τη λευκή αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε,</span><br />
<span style="color: #000000;">και διαβάζοντας το εξουθενωτικό και ανεπίδοτο Γράμμα στον Πατέ-</span><br />
<span style="color: #000000;">ρα του, είναι ότι</span><br />
<span style="color: #000000;">η μόνη εντέλει ποινή που μπορεί να επιβάλλει η ίδια η ένοχή του</span><br />
<span style="color: #000000;">στον ένοχο, αυτή που μπορεί να τιμωρήσει και ταυτοχρόνως μπορεί</span><br />
<span style="color: #000000;">να λυτρώσει τον ένοχο, είναι η σκληρή και επώδυνη ποινή της γραφής</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στην ίδια του τη σάρκα, είναι η μετάλλαξη της ίδιας του της</span><br />
<span style="color: #000000;">σάρκας σε πεδίο γραφής. Και ίσως να μην αποτελεί υπερβολή η</span><br />
<span style="color: #000000;">εικασία ότι, έστω και περιμένοντας την επιβολή αυτής της ποινής, να</span><br />
<span style="color: #000000;">επιμένει ο ένοχος να ζει, ακόμη και αν δεν γνωρίζει, ακόμη και αν</span><br />
<span style="color: #000000;">φοβάται τον τρόπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τόσο συγκεχυμένος και ιδιότυπος, σκέφτομαι τώρα, κόσμος που κρύβει</span><br />
<span style="color: #000000;">και κρύβει -όχι εν δυνάμει μα σε διαρκή εντελέχεια- εντός του ο</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχος, παρά το συμβολικό φορτίο που μεταφέρει μέσα απ’ τις δαιδαλώδεις του νοητικές διαδρομές, προβάλλει προς τα έξω έναν συγκροτημένο και φονικό κατά βάση μηχανισμό, η αναπαράσταση του οποίου</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις πράξεις, και στη συνέχεια η αναπαράσταση των πράξεων από</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γλώσσα, είναι και η μόνη εφικτή διέξοδός του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά τον τρόπο αυτόν, σκέφτομαι πάλι, οι μεγαλύτεροι ένοχοι της</span><br />
<span style="color: #000000;">ιστορίας, εκείνοι που φόρτωσαν την ιστορία της ανθρωπότητας με τις</span><br />
<span style="color: #000000;">ασύλληπτες ένοχές των λαιμητόμων, της αγχόνης και της πυράς, των</span><br />
<span style="color: #000000;">εκκαθαρίσεων, των θαλάμων καταιόνησης και της πλαστογραφημένης ενημέρωσης•</span><br />
<span style="color: #000000;">οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι Ροβεσπιέροι, οι Ναπολέοντες και οι</span><br />
<span style="color: #000000;">Φύρερ, οι αποθεωμένοι Πατερούληδες και οι αυτάρεσκα μικρόνοες</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόεδροι πασών των ηπείρων και πασών των θαλασσών,</span><br />
<span style="color: #000000;">αναπαρέστησαν τον μέσα τους κόσμο, σκηνοθέτησαν και παρουσίασαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ζωντανά στη σκηνή τον φοβικό και ενοχικό μέσα τους κόσμο, θέτοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κίνηση με τον φριχτότερο τρόπο τον φονικό του μηχανισμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τη μόνη εφικτή και ασφαλή διέξοδό τους προς το αναγκαίο. Και</span><br />
<span style="color: #000000;">τούτη ακριβώς η αναπαράσταση είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα, που είναι ένα αόριστο και αφηρημένο σχήμα του λόγου, και του</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω, που είναι η πιο αιματηρή πραγματικότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι λοιπόν ονομάζουμε, σκέφτομαι, ελαφρά τη καρδία «η σκοτεινή</span><br />
<span style="color: #000000;">πλευρά», ό,τι αφήνουμε να εννοηθεί πως είναι η άλλη πλευρά του</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθρώπου, η περίπλοκη και δυσθεώρητη και ανεξιχνίαστη, η δήθεν</span><br />
<span style="color: #000000;">αντίθετη προς τη φύση του, και η δήθεν ταπεινωτική και ανάξια, μα</span><br />
<span style="color: #000000;">απολύτως συμβατή, τελικά, προς τη φύση του·</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι δεσπόζει στα φροϋδικά και λοιπά, μακριά και μακριά νυχτωμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ψυχαναλυτικά εγχειρίδια ως μοντέλο του ένστικτου της καταστροφής,</span><br />
<span style="color: #000000;">το όποιο εναρμονίζεται και συνεργάζεται πλήρως με το άλλο μοντέλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">του ενστίκτου της επιβίωσης, και συνυφαίνεται με το ένστικτο</span><br />
<span style="color: #000000;">της επιβίωσης σε έναν ιστό, όπου ως μοναδικό παγιδευμένο θήραμα</span><br />
<span style="color: #000000;">σπαρταρά απεγνωσμένα ο ίδιος ο θύτης·</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι λοιπόν ονομάζουμε «η σκοτεινή πλευρά», δεν είναι, σκέφτομαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">τίποτε άλλο πέρα από την ενεργοποίηση του λανθάνοντος τούτου</span><br />
<span style="color: #000000;">μηχανισμού που τα γρανάζια του ηχούν σαν σάλπισμα στο φρέαρ της</span><br />
<span style="color: #000000;">αβύσσου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είναι αυτή ακριβώς η ενεργοποίηση, που παρά τις απλοϊκές</span><br />
<span style="color: #000000;">-χωρίς τίποτε να είναι απλό- αναλύσεις, παρά τους κοινούς τόπους</span><br />
<span style="color: #000000;">και τις υπερβολές των σοφιστειών και των αυθαίρετων συμπερασμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">μας κατευθύνει στην παραδοχή ότι και ο άνθρωπος, παρά την</span><br />
<span style="color: #000000;">έλλογη οντότητα του, παρά το γεγονός ότι χάρη σε τούτη την έλλογη</span><br />
<span style="color: #000000;">οντότητά του νομοθέτησε και νομοθετήθηκε, κωδικοποίησε και κωδικοποιήθηκε ηθικά, δεν παύει να είναι μια φύση εν φύσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου η ένοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική -και κατ’ ουσίαν άνομη</span><br />
<span style="color: #000000;">και ανήθικη- πράξη της απέναντι στους άλλους, η και στον ίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;">της τον εαυτό, αλλά μονάχα ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική,</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτισμένη απ’ όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και</span><br />
<span style="color: #000000;">υποταγμένη στους εικότες νόμους της ανάγκης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και αν επιπλέον αναλογιστούμε, επανερχόμενοι στον Κάφκα, ότι η</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδιόμορφη μονομανία του να συλλαμβάνει ένοχους χωρίς προφανή ενοχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">να δικάζει κατηγορούμενους χωρίς κατηγορητήριο η να προσλαμβάνει χωρομέτρες δίχως αχωρομέτρητους χώρους·</span><br />
<span style="color: #000000;">αν αναλογιστούμε ότι τ’ αδιέξοδα και οι αποκλεισμοί στους οποίους</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτοβούλως καταδικάστηκε, κι ότι ο απρόσιτος -η μήπως ανύπαρκτος;-</span><br />
<span style="color: #000000;">μεγάλος Πύργος στον όποιο αυτοβούλως εγκλείσθηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν ήταν παρά μια ιδιοφυής πρακτική για να αποκαλύψει, κατά πρωτεύοντα λόγο, την προγραμματικά στεβλή και ατελή ηθική σχέση της</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχής με τον άνθρωπο, και του ανθρώπου με την ίδια του τη φυσική</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθρώπινη εμπειρία,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενδεχομένως μπορεί να κατανοήσουμε τον λόγο για τον όποιο εγκατέλειπε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγκατέλειπε τα γραπτά του μετέωρα και ημιτελή, μα παραδόξως</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι ανολοκλήρωτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εφαρμόζοντας κατ’ αρχήν στον ίδιο τον εαυτό του, στο ίδιο το πεδίο της</span><br />
<span style="color: #000000;">σάρκας του την ποινή της γραφής, αποκάλυψε τις γεωμετρικές διαστάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">της ένοχής, η όποια γίνεται θεώρημα και αποδεικνύεται μόνον από τη στιγμή που οι πράξεις της αποτελέσουν και πράξεις του γραπτού λόγου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΙΙ. non Oedipus (όχι Οιδίπους)</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χτες βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός σηματοδότης του δρόμου</span><br />
<span style="color: #000000;">-έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου- έπαψε απότομα να πάλλεται στο</span><br />
<span style="color: #000000;">πορτοκαλί· απέμεινε εντελώς σκοτεινός, με αποτέλεσμα να με άποσυντονίσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκοντάφτοντας και σκοντάφτοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">στα οστά των νεκρών,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξηλώνοντας από εμπρός μου τον</span><br />
<span style="color: #000000;">-πότε πρόλαβε;-</span><br />
<span style="color: #000000;">εν προόδω ιστό της αράχνης,</span><br />
<span style="color: #000000;">φόρεσα πάλι τα παπούτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">του Κυριακάτικου περιπάτου μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθισα ανακούρκουδα στο πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">και άρχισα με υπομονή να πλέκω,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια μέσα-μια έξω, το πλατύφυλλο σκότος,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια μέσα-μια έξω, τις χορτασμένες ρίζες του,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια μέσα-μια έξω, στα μάτια μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">το στεφάνι μιας ανθεστήριας νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν και δεν ήταν αρκετά τα υλικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού οι καθρέφτες, οι ύπεροι των λουλουδιών</span><br />
<span style="color: #000000;">και προπαντός οι λυπημένες λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">είχαν εξ ορισμού αποκλειστεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάφερα ωστόσο να πετύχω</span><br />
<span style="color: #000000;">-χάρη κυρίως στ’ άβαθή των ποταμών</span><br />
<span style="color: #000000;">και στων πευκόφυτων πλαγιών τις αναφλέξεις-</span><br />
<span style="color: #000000;">μια καθόλα ευπρόσωπη σύνθεση·</span><br />
<span style="color: #000000;">μια σύνθεση, οπού παρά</span><br />
<span style="color: #000000;">το ατελές του σχήματός της,</span><br />
<span style="color: #000000;">έπειθε εντούτοις</span><br />
<span style="color: #000000;">για τις τίμιες προθέσεις της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μορφές που υπήρχαν τριγύρω μου, όχι φαντάσματα, όχι, μα οι</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμάτες σφρίγος μορφές με τα μεγάλα άκρα και τη βιταλιστική καταγωγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">που εδώ και χρόνια κατοικούν μαζί μου, που εδώ και χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ακολουθούν πιστά στις ολοένα πιο συχνές μετακομίσεις μου, χωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;">να μου παρενοχλούν τη λογική·</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ίδιες εκείνες μορφές που ανοίγουν και κλείνουν την πόρτα μου σε</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε έξοδο και κάθε είσοδό μου, που ιδιοποιούνται, δίχως ένοχές, αόριστους και παρατατικούς και ενεστώτες, και που κινούνται με παρόμοια</span><br />
<span style="color: #000000;">ευχέρεια μέσα, ανάμεσα και έξω από τον ύπνο μου, ορατές ακόμη κι αν</span><br />
<span style="color: #000000;">ήμουν τυφλός, αόρατες ακόμη και αν διέθετα τις άφατες αισθήσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανταμείβοντας γενναιόδωρα τη φιλότιμη κι έντιμη τέχνη μου, την τε-</span><br />
<span style="color: #000000;">χνη του πλεξίματος των στεφανιών, μου αποκάλυψαν στη λοξεύουσα</span><br />
<span style="color: #000000;">γλώσσα τους την άλλη λύση του αινίγματος της σφίγγας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο παράθυρο·</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτάζει•</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω από το παράθυρο κοιτάζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου όλα γίνονται υπαίτια και δρουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να’ χουν σκηνοθετηθεί έτσι που να μετέχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πράξη της εκπλήρωσης που αναπαριστούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε σωπαίνει ούτε μιλά, ξαναμιμείται μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">τις λέξεις που τον στιχουργούν και τον διαδραματίζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποντάροντας τη γλώσσα του στη μπλόφα των χρησμών·</span><br />
<span style="color: #000000;">όλη τη γλώσσα του σε μια παρτίδα μύθων,</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα εντελές συντακτικό μόρσιμων επωδών.</span><br />
<span style="color: #000000;">’Έπαιξε κι έχασε της πόλης του τις πύλες,</span><br />
<span style="color: #000000;">των αστραγάλων του τις μελανές πληγές,</span><br />
<span style="color: #000000;">το αθήλαστο της μάνας του και το κακό κρεβάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο τα μάτια του δεν κέρδισε κανείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σπαραγμένα μάτια του, το βλέμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">που επινόησε μέσα από των βλεφάρων του</span><br />
<span style="color: #000000;">το αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο- κοιτάζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι την πράξη που έχει ονομαστεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι αυτή την πράξη-</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτάζει τον τυφλό που κατευθύνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">ικέτης στη χαλκόστρωτη οδό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οδηγημένος απ’ τους άλλους στο παράθυρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι ο Οιδίποδας. Όχι,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι αυτός.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧV finis coronat opus (το τέλος στεφανώνει το έργο.)</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε αυτό ακριβώς το σημείο, τοποθετώντας τελεία σ’ αυτό ακριβώς το</span><br />
<span style="color: #000000;">σημείο, διαισθάνθηκα, τη σωστή θέλω να πιστεύω στιγμή, ότι δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">είχα να προσθέσω στο γραπτό μου τίποτε άλλο. Οποιαδήποτε φράση επιπλέον, ακόμη και οποιαδήποτε λέξη, θα ήταν, διαισθάνθηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">η απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για την αθέτηση όλων των εις</span><br />
<span style="color: #000000;">εαυτόν υπεσχημένων και δεσμεύσεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα προσπαθήσω τώρα πεζολογώντας να περιγράφω, με τον πιο αληθοφανή και πειστικό, κατά το δυνατόν, τρόπο, την άτυχή πορεία του</span><br />
<span style="color: #000000;">χειρογράφου μου, από την ολοκλήρωση ως την απώλεια του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη τη μέρα κατά την οποία αποφάσισα ότι το έργο μου απέκτησε</span><br />
<span style="color: #000000;">πλέον την οριστική του μορφή, και αφού είχα διορθώσει -κατ’ επανάληψη</span><br />
<span style="color: #000000;">και εξαντλητικά- ασυνταξίες, λάθη ορθογραφικά και αβλεψίες, και</span><br />
<span style="color: #000000;">είχα είτε επιτείνει και επιτείνει προκλητικά είτε απαλύνει διακριτικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μιμήσεις ύφους, δάνειες σκέψεις και λογοκλοπές, φρόντισα, ευτυχώς,</span><br />
<span style="color: #000000;">να εκτυπώσω αμέσως τις σελίδες του. Και λέω «ευτυχώς», επειδή</span><br />
<span style="color: #000000;">ελάχιστες ώρες μετά ο μεταχειρισμένος ηλεκτρονικός μου υπολογιστής</span><br />
<span style="color: #000000;">αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε άλλη εντολή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τεχνικός της εταιρίας υποστήριξης στάθηκε αδύνατο να εντοπίσει, και</span><br />
<span style="color: #000000;">ως εκ τούτου να επισκευάσει, τη βλάβη, και μην μπορώντας καν ν’</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοίξει τον σκληρό, αρκέστηκε με λύπη του να μου ανακοινώσει ότι το</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα και μοναδικό αποθηκευμένο μου αρχείο πιθανότατα είχε χαθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς ξεφορτωνόμουν το άχρηστο και ασήμαντο πλέον μηχάνημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">και κρατώντας στα χέρια μου μονάχα τις λίγες μου εκτυπωμένες σελίδες, σκεφτόμουν -με μιαν ικανοποίηση που παραδόξως έφτανε στα</span><br />
<span style="color: #000000;">όρια ενός νοσηρού συναισθηματισμού- πως ό,τι μου είχε απομείνει τελικά ήταν εκείνο που κατά βάθος επιθυμούσα να μου απομείνει:</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνες οι λίγες δεκάδες των εκτυπωμένων σελίδων, εκείνα τα λίγα</span><br />
<span style="color: #000000;">αριθμημένα φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4, τα φιλικά στην αφή και τα</span><br />
<span style="color: #000000;">προσιτά στην ανάγνωση. Εκείνα ακριβώς τα χαρτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χειρόγραφο πιθανότατα χάθηκε λίγο μετά, σε μια από τις συχνές</span><br />
<span style="color: #000000;">μετακομίσεις μου από ένα τοπίο σε άλλο. Τότε που εγκατέλειπα ασυγκίνητος το μικρό, παράγωνό μου ανώγειο όχι μακριά απ’ τον σταθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">των τραίνων, για να εγκατασταθώ -εξίσου ασυγκίνητος- σ’ ένα πιο</span><br />
<span style="color: #000000;">ευπρόσωπο και τετραγωνισμένο δυάρι διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου</span><br />
<span style="color: #000000;">μιας ευπρεπούς οικοδομής, σχεδόν απέναντι απ’ το νεκροταφείο.</span><br />
<span style="color: #000000;">-Χιλιάδες όμως πάλι μίλια μακριά από τις λίμνες οπού ήθελα να ζω</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ’ τα ζαρκάδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα μου ξεφεύγει. Και μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεφεύγει, σκέφτομαι, επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ως</span><br />
<span style="color: #000000;">την κορφή της την ανάγκη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή μου ξεφεύγει επειδή εγώ το αφήνω. Για ν’ αποφύγω ίσα ίσα τη</span><br />
<span style="color: #000000;">μομφή πως θεματοποιώ τα τετριμμένα: γλώσσας αγώνας άγονος και</span><br />
<span style="color: #000000;">διάτρητα του λόγου υλικά κι ανέξοδες ρητορικές και θεωρίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι και ν’ ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχή τους τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. ’Η</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τον χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">το πριν, το τώρα και το θα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">’Άλλη εκδοχή:</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάζω πάλι τον χρόνο στη σωστή του σειρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτες, σήμερα, αύριο•</span><br />
<span style="color: #000000;">ήμουν, είμαι, θα είμαι•</span><br />
<span style="color: #000000;">πρωτόπλαστος, εγώ, αποσυνάγωγος·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας διαρκής διωγμός σαν εξορία</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την αμφιλεγόμενη Εδέμ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ήμερο βλέμμα του αδέσποτου</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι λάθος σου, μου είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">να επιμένεις στον βίο μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">στον τόσο προφανή συμβολισμό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαι ο δρόμος σου, μου είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι η διαδρομή σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακριβώς η ατάκα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φώτα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Σβήνουν όλα τα φώτα μονομιάς, έκτος από την κάφτρα του τσιγάρου</span><br />
<span style="color: #000000;">μου και από έναν προβολέα υποκίτρινο, θαμπό, που κάνει πως φωτίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">από πίσω το παράθυρο. Οι θόρυβοι του δρόμου λιγοστεύουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρίτη εκδοχή κα! τελευταία!</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς άλλα τερτίπια με το φως. ’Άλλωστε είναι πια απομεσήμερο κι</span><br />
<span style="color: #000000;">ακούγεται ο χτύπος της καμπάνας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αληθινό χειρόγραφο δεν χάθηκε ποτέ· ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενα του. Ίσως μια μέρα ανανεώσω τις συμβάσεις του ανάμεσα στην</span><br />
<span style="color: #000000;">πράξη και τον λόγο. Στο μεταξύ, ρίχνω κλεφτές ματιές απ’ το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">στην τρομερή πομπή των τεθλιμμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πράξη η σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχης ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον</span><br />
<span style="color: #000000;">αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις η απέκτησαν ισχύ γνωμικών και αποφθεγματικών διατυπώσεων</span></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΡΙΚΑ (2007)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός</span><br />
<span style="color: #000000;">και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,</span><br />
<span style="color: #000000;">προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατεβαίνοντας στη μεριά μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κι εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο χώρος υφαίνει το. σχήμα του γύρω από εμάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.</span></p>
<h4 style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Πρόλογος</span></em></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">TO ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εξετελέσθη στις 7.06&#8242; ακριβώς σήμερα το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">πλησίον της Κοινότητος Έξοχης ο Δράκος του</span><br />
<span style="color: #000000;">Σέιχ Σου, διά τα εγκλήματα τα όποια διέπραξε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι εφημερίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Από των τουφεκιών τις κάννες</span><br />
<span style="color: #000000;">για να φτάσουν μέχρι</span><br />
<span style="color: #000000;">το λίγο ακόμα της ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;">έπρεπε να διανύσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">απόσταση έξι μέτρων</span><br />
<span style="color: #000000;">οι σφαίρες του αποσπάσματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να καλύψουν όμως τούτη</span><br />
<span style="color: #000000;">την απόσταση όφειλαν πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">να διασχίσουν το μισό της·</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο πριν το ένα τέταρτο,</span><br />
<span style="color: #000000;">το ένα όγδοο και ούτω καθ’ εξής,</span><br />
<span style="color: #000000;">πίσω στο άπειρο και το πιο πριν</span><br />
<span style="color: #000000;">του απείρου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό περιηγητή των υψιπέδων,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν τύχει και κοιτάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">στη μεριά όπου φρουρεί</span><br />
<span style="color: #000000;">τα έρκη του ο χρόνος,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα δεις τον Αριστείδη Παγκρατίδη</span><br />
<span style="color: #000000;">-δράκοντα που εξαγνίζει τους καιρούς-</span><br />
<span style="color: #000000;">στημένο ορθό και με δεμένα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">να περιμένει ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">να βρουν τον στόχο τους οι σφαίρες</span><br />
<span style="color: #000000;">του αποσπάσματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τον Φεβρουάριο του χίλια</span><br />
<span style="color: #000000;">εννιακόσια εξήντα οχτώ</span><br />
<span style="color: #000000;">-με αυτό το κρύο-</span><br />
<span style="color: #000000;">να περιμένει εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">να περιμένει,</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας μόλις βγάλει από το στόμα του</span><br />
<span style="color: #000000;">την τελευταία του κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;">μανούλα είμαι αθώος,</span><br />
<span style="color: #000000;">που όμως κι εκείνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί με τις φωτιές απ’ τα ρουθούνια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">τάχα ποια απόσταση θα πρέπει να διανύσει;</span></p>
<h4 style="padding-left: 60px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Στάσιμα</span></strong></em></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τροχιά της πέτρας, ξάφνιασμα φιδιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">μελισσοφάγου ρίπισμα στην έξαψη της γλώσσας•</span><br />
<span style="color: #000000;">ο τόπος γη</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο ήλιος ωριμάζει τους καρπούς της·</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκάσει η φλούδα, να φανερωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι μοιράζεται η ζωή στο ημέρωμα της,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που όλο αρχινά και όλο αρχίζει πάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούτη η παλιά φωτογραφία εικονίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">εμένα και τον αδερφό·</span><br />
<span style="color: #000000;">με λίγα φύλλα γύρω μου εγώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα τομάρι γίδινο εκείνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ ήμουν θεριστής, εκείνος σφάχτης,</span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτό και αγαπημένος των θεών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν κοιταζόμαστε· κοιτάμε ευθεία στον φακό,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν μετανάστες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα μας χώρος αρκετός,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να περνά το βλέμμα (το δικό σας,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν τύχει και σκαλίσετε αρχεία),</span><br />
<span style="color: #000000;">να μας διακρίνει πίσω απ’ τους βωμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">έτοιμους και τους δυο για τη θυσία·</span><br />
<span style="color: #000000;">δεματιασμένο γέννημα από εμέ,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα πρωτότοκο τραγόπουλο από εκείνον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω δεξιά υπάρχει μια θαμπάδα·</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι δεν φαίνονται καλά οι άκρες των φτερών</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιου αγγέλου που απομακρύνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοίγοντας στα δυο τον ουρανό,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού έχει παραδώσει κάτι μάταιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαίνεται όμως καθαρά η άκρη του κόσμου·</span><br />
<span style="color: #000000;">αρχή η τέλος -πάντα μπερδευόμουν με τα όρια-</span><br />
<span style="color: #000000;">αν κι ό,τι έχει σημασία μεταξύ τους</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι ο άνεμος· να μην υπάρχει άνεμος,</span><br />
<span style="color: #000000;">για ν’ ανεβαίνει ίσια ο καπνός,</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάνει στα ρουθούνια του πατέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά στα πόδια μου ένα μικρό σημάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τόξο κυρτωμένο από τη μοίρα·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που υστέρα θα μπει στο μέτωπό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και θα με υψώσει πάνω απ’ τους καιρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα ξέρετε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απλές, συνοπτικές διαδικασίες</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως κανένας να ρωτήσει το γιατί·</span><br />
<span style="color: #000000;">Καιν που έστιν Άβελ ο αδελφός σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">το αίμα του φωνάζει από τη γη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξανά κατάρα πάνω στην κατάρα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έξελθε από προσώπου του θεού•</span><br />
<span style="color: #000000;">στον τόπο αυτόν, απέναντι απ’ τον κήπο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΦΤΕΡΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι κοιτώ μπροστά μου είναι πίσω μου·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα παιχνίδι αντίστροφων βημάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">οπού τα πάντα ήδη έχουν συμβεί</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πριν και το μετά της διαδοχής τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πράξη απατηλή χωρίς κανόνες</span><br />
<span style="color: #000000;">σε δήθεν σκηνικό ενδεχομένων</span><br />
<span style="color: #000000;">η σαν καθρέφτης που έχει σκεπαστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και κρύβει απ’ το παρόν τις αποστάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">τον χρόνο αντιγράφοντας πιστά,</span><br />
<span style="color: #000000;">μεταβλητή θαρρείς γεωμετρία</span><br />
<span style="color: #000000;">που αποκαλύπτει και παραπλανά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έσχατο τέχνασμα ανάμεσα στα ερείπια,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αίθουσα του θρόνου, στα περάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">μιας ασκεπούς αρχιτεκτονικής</span><br />
<span style="color: #000000;">περίπλοκης, κόμπος που όλο κυκλώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κέντρο του τα ξεχασμένα ιστία</span><br />
<span style="color: #000000;">και δένει το κομμένο του κενού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Που είναι το τέλος της κλωστής;</span><br />
<span style="color: #000000;">Δέμας του απόβλητου και φτού ξελεφτερία,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν άσκηση του αφάνταστου στο απόλυτο</span><br />
<span style="color: #000000;">του νου, καθώς αλλάζουν νόημα</span><br />
<span style="color: #000000;">στη γλώσσα οι διαστάσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">αίμα και σάρκα σμίγοντας σε μοίρα</span><br />
<span style="color: #000000;">θλιβερή, ορθώνοντας, σκιά κακή,</span><br />
<span style="color: #000000;">την τριχωτή του ράχη·</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς παράφορη αντηχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">του κτήνους η βοή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σύνοικοι αιώνων, άχαρος χορός</span><br />
<span style="color: #000000;">στου ηρώα τα όπλα εικονισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">με ανταλλαγμένες όψεις και μορφές,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεσμώτες και οι δύο των διαδρόμων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τούτης της κρύπτης από δουλεμένη πέτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">που μας ξεστράτιζαν ολοένα από το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι συναντά κανείς έξω απ’ το δράμα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι ναύτες τρίβουν την αρμύρα απ’ τους</span><br />
<span style="color: #000000;">σκαρμούς και ο πρώτος σέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;">τη βελόνα στα βραχέα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ράθυμος πια και καταχρεωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την κερδοσκοπία των θεών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάει καιρός που έπλεκε την κόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">των δαιδάλων συνεπαρμένος κι επικός</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στη νεότητά του·</span><br />
<span style="color: #000000;">καιρός που έστεργε να φωτογραφηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">με το σφαγμένο τρόπαιο στα χέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">με το κουβάρι μουσκεμένο στην πληγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάει πολύς πολύς καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;">που επέστρεψε μες στον λαβύρινθό του.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">LEBENSRAUM</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">— Περνάει ο στρατός, ο στρατός, ο στρατός.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Περνάει ο στρατός και που πηγαίνει;</span><br />
<span style="color: #000000;">—Στον πόλεμο πηγαίνει ο στρατός. Ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">στον πόλεμο πηγαίνει να νικήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ποιους πρέπει να νικήσει ο στρατός; — Ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">τους άλλους όλους πρέπει να νικήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Κι αν τους νικήσει τι θα κάνει ο στρατός; — Ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες</span><br />
<span style="color: #000000;">πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Και τους μεγαλοστεϊκούς και όσους νικήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτούς που δεν αξίζουν να υπάρχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">σε άλλα τοπία θα τους οδηγήσει·</span><br />
<span style="color: #000000;">στο Μπίρκεναου, στην Τρεμπλίνκα</span><br />
<span style="color: #000000;">και στο Χέουμνο και στο Γκουαντανάμο</span><br />
<span style="color: #000000;">και στο Μπέλσεν.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Και όταν τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">σε νέο πόλεμο θα πάει να νικήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί είναι ο πόλεμος πατρίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">του στρατού. Κι ο στρατός</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν έχει άλλη πατρίδα να γυρίσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αράδα αράδα κόβουν το χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">για να πλαγιάσουν κάτω από τη γη,</span><br />
<span style="color: #000000;">χιλιάδες λεύγες μακριά για να πλαγιάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τις φτέρες και τα σταχτοβότανα.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Μάταιο, μάταιο, είπε ή φωνή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως τόσες φορές που έχει γίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσες φορές που έχει ξεχαστεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάταιο, όπως το κορίτσι που ονειρεύεται·</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως ένα κορίτσι που ονειρεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς βάζει απ’ τις πληγές τους κοκκινάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νέοι κι εγκόσμιοι όσο κρατούσε η νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">γράφοντας λέξεις βιαστικές,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρύβοντας μες στη χούφτα τους την κάφτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στο σκοτάδι αυτό τα πρόσωπά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτώντας στη μεριά που θα φανούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Θα έρθουν. Θα ’ρθουν τώρα οι νεκροί. Οι νεκροί</span><br />
<span style="color: #000000;">σε φάλαγγα κατ’ άνδρα στοιχημένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ποιους πρέπει να νικήσουν οι νεκροί; — Οι νεκροί</span><br />
<span style="color: #000000;">τους πεθαμένους πρέπει να νικήσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; — Οι νεκροί</span><br />
<span style="color: #000000;">καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καινούριο τόπο στους νεκρούς· στους νεκρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο κ. ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός·</span><br />
<span style="color: #000000;">μηχανικός του δημοσίου δήθεν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε</span><br />
<span style="color: #000000;">χρόνους κι αιώνες τώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόνους το σκύρο και την άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;">και την άσφαλτο και αλλοδαπούς</span><br />
<span style="color: #000000;">να ψήνονται στην πίσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσες μελέτες κι εργολάβοι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι επιβλέποντες και μειοδοτικές</span><br />
<span style="color: #000000;">δημοπρασίες για μια σταλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">να παραδοθεί στο γενικό καλό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">για την κατασπατάληση των πόρων,</span><br />
<span style="color: #000000;">την ακηδία των τοπικών αρχών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εντέλει κάτι έγραψε</span><br />
<span style="color: #000000;">στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών</span><br />
<span style="color: #000000;">η κακοπληρωμένων μισθοφόρων)</span><br />
<span style="color: #000000;">και αποχώρησε με το υπηρεσιακό</span><br />
<span style="color: #000000;">δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν του ’κόψε του αφελή</span><br />
<span style="color: #000000;">-πως να του κόψει άλλωστε-</span><br />
<span style="color: #000000;">πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν προορίζεται για χρήση</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί</span><br />
<span style="color: #000000;">κοινά συμφέροντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διασχίζει της αράχνης τον ιστό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ενώνει μόνον</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του•</span><br />
<span style="color: #000000;">το δίχτυ από όριο σε όριο</span><br />
<span style="color: #000000;">και ανάμεσα του</span><br />
<span style="color: #000000;">το εκκρεμές των θηραμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">συνεχώς τα βήματά μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπερδεύοντας το προς με το από.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι που μια στενόχωρη βροχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν ξεσπάει,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σειρά σου τώρα να μετρήσεις την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις συμμετρίες και τ’ αντιστρεπτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφήνοντας την άμμο να γλιστράει</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη μια χούφτα σου· ν’ αθροίζεται στην άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">και ό,τι αθροίζει να το αφαιρεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μία πλάνη επινοημένη,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να ξορκίζεται η μάσκα της φθοράς·</span><br />
<span style="color: #000000;">η κοσμική συμπάθεια που ενώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">τον νου με την ανάγκη μιας αιτίας</span><br />
<span style="color: #000000;">ως τη στιγμή που θα έχει ξεχωρίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">το αιώνιο απ’ το παντοτινό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νεοπλατωνικός η Πυθαγόρειος</span><br />
<span style="color: #000000;">ή, έστω, Προσωκρατικός σε χρέη Στωικού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μη γνωρίζεις όταν σε ρωτούν κι όταν</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν σε ρωτούν να λες πως ξέρεις·</span><br />
<span style="color: #000000;">για όσα υπήρξαν και υπάρχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">και θα υπάρχουν, τάχα φωτιά που σβήνει</span><br />
<span style="color: #000000;">και ανάβει στο ίδιο μέτρο, νέα κάθε μέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μύθος και θαύμα, σύμβολο και λόγος</span><br />
<span style="color: #000000;">που ούτε μπορεί ν’ αναπαρασταθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος,</span><br />
<span style="color: #000000;">μάζα αθάνατος και ανώλεθρος του απείρου</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσω σχημάτων τε και αριθμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι μπέρδεμα ε;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τι συνωστισμός αποφθεγμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι να βγάλεις από πάνω σου τον χρόνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι που όλα να συμβαίνουν μονομιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι που να μπορείς να λογαριάζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">πως πέφτει μέσα σου ταυτόχρονα όλη η άμμος</span><br />
<span style="color: #000000;">από το ένα κοίλο μέχρι το άλλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκμηδενίζοντας το ανάμεσα της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">ή του θανάτου το απόλυτο παρόν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα πια δεν σου απόμειναν παρά</span><br />
<span style="color: #000000;">τούτες οι λέξεις -σπασμένα εξάμετρα</span><br />
<span style="color: #000000;">στη μοιρασιά της γλώσσας-</span><br />
<span style="color: #000000;">τεχνάσματα που σε δημιουργούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η ζωή σου λέγεται ποτάμι,</span><br />
<span style="color: #000000;">κλέφτης του νερού•</span><br />
<span style="color: #000000;">όσες φορές κι αν το διαβείς</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα μια φορά θα το περάσεις.</span></p>
<h4 style="padding-left: 60px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Έξοδος</span></strong></em></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους δικούς της θνητούς κάθε μια</span><br />
<span style="color: #000000;">που τους είπε αθάνατους,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους δικούς της σαλούς</span><br />
<span style="color: #000000;">που τους είπε προφήτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αριθμούς τρομερούς</span><br />
<span style="color: #000000;">που οιωνίζονται φόβητρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με σφραγίδες που ανοίχτηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευτυχής είναι αυτός</span><br />
<span style="color: #000000;">που διαβάζει τα μέλλοντα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα μέλλοντα λόγια μιλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες</span><br />
<span style="color: #000000;">και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό·</span><br />
<span style="color: #000000;">και αυτός που με οδύνη ασκείται</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον</span><br />
<span style="color: #000000;">για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ονόματα της πλάνης. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι την πρώτη ανάσταση,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί·</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυράς</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευτυχής είναι αυτός που άγρυπνά</span><br />
<span style="color: #000000;">και φυλά ό,τι κατέχει,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων</span><br />
<span style="color: #000000;">και τους θεμέλιους λίθους των τειχών·</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">στις μέρες της φωνής</span><br />
<span style="color: #000000;">και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι ανοιγμένες πύλες του άπειρου</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά το μέγα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το ελάχιστο του ανθρώπου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΩΜΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2004)</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">με δέκα ξυλογραφίες του Τάκη Τσεντεμαίδη</span></strong></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΠΑΥΣΙΜΟΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σπίτια τελειώνουν και σπίτια θεμελιώνονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">σχήματα όσων βρέθηκαν στον κόσμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάμαρες μοιρασμένες για τα σώματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας στο διάβα τους πόρτες</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεκλειδωμένες, ραδιόφωνα όπου έμαθαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τον θάνατο του βασιλέως Παύλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">λογαριασμούς για τ’ άλευρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και την ταγή των ζώων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ρούχα φθαρμένα, φορεμένα στη δουλειά</span><br />
<span style="color: #000000;">και ρούχα κυριακάτικα, της βόλτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">σε τούτο το ανάκλιντρο έπλεκε η γιαγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">–πια δεν υπάρχει–,</span><br />
<span style="color: #000000;">φτιαξιά λιγνή, κιμπάρικη, που επίταξε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα παιδικά μου χρόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τερλίκια έπλεκε και με το τσιγκελάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">μοτίφια ανατολίτικα, όλο περικοκλάδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα μισά ελληνικά: «πλάσε» και «μπέντο μέσα»,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάει να πει «μπρος, πλάγιασε,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπες μέσα στο κρεβάτι»,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς απόσβηνε το τελευταίο ξύλο</span><br />
<span style="color: #000000;">στη μασίνα και σκλήριζαν στη συστολή</span><br />
<span style="color: #000000;">του μαντεμιού τα τζάκια, σαν πανηγύρι</span><br />
<span style="color: #000000;">απόκοσμο παίρναν μορφές οι ήχοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ζάρωνα εκεί μαρμάρινος</span><br />
<span style="color: #000000;">μην και μ’ ανακαλύψουν•</span><br />
<span style="color: #000000;">τίποτε δεν βοήθησε στο ήσυχό της τέλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">«μη με αφήνεις μόνη μου πουλάκι μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μη φεύγεις»·</span><br />
<span style="color: #000000;">έφυγα όμως κι έμεινε μονάχη της στα μαύρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με λυγισμένα γόνατα –αδύνατο να ισιώσουν–,</span><br />
<span style="color: #000000;">με το λευκό της σάβανο· το είχε</span><br />
<span style="color: #000000;">διαβασμένο στα Ιεροσόλυμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ το φως της Παναγιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας ένα κόκκινο σκουπόξυλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μην πέσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα σακούλι πλάι της ακούμπησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">του γέρου της τα κόκαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">–δεν τα είδα–.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βλέπονται άραγε οι νεκροί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω μονάχα</span><br />
<span style="color: #000000;">πως τα μεγάλα νύχια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">χτενίζουν τα μαλλιά τους.</span><br />
<img loading="lazy" class=" size-medium wp-image-10529 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0001.jpg?w=197" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0001" width="197" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0001.jpg 526w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0001-197x300.jpg 197w" sizes="(max-width: 197px) 100vw, 197px" /></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σώμα, προζύμι της στοργής,</span><br />
<span style="color: #000000;">ψωμί διακονεμένο,</span><br />
<span style="color: #000000;">κόρα και ψίχα, τρίμματα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξέστρωτο τραπέζι,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρχονται νύχτα οι μάρτυρες</span><br />
<span style="color: #000000;">να σε μεταλαβαίνουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρχονται οι αφανέρωτοι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι καιροφυλαγμένοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">να λένε το απόδειπνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">να λειτουργούν τον όρθρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">να δένουν στο μαντίλι τους</span><br />
<span style="color: #000000;">το αντίδωρο του λόγου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρχονται κι οι παράκλητου</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα στεγνά τους χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">να γράφουν τα ονόματα</span><br />
<span style="color: #000000;">των ανακαλεσμένων.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10530" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0002.jpg?w=203" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0002" width="203" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0002.jpg 541w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0002-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 203px) 100vw, 203px" /></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποιο σώμα είναι αληθινό</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω από τη σκιά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεπερνά η φτέρνα του το γρήγορο σκοτάδι,</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάνει πρώτο στο σημάδι της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιο σώμα έχει τη δύναμη</span><br />
<span style="color: #000000;">να γίνει νοσταλγία,</span><br />
<span style="color: #000000;">παράκληση επιστροφής από την ίδια οδό,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας από κάθε του εποχή</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα της τα φτιασίδια•</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ξύλινα αλογάκια, τα στρατεύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ντρίπλες τις περίτεχνες, τα χαμηλά</span><br />
<span style="color: #000000;">εκτελεσμένα κόρνερ,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρυψώνες και φυλλώματα, να μη βρεθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">η μέρα, εφόδους και κατάληψη</span><br />
<span style="color: #000000;">του κόκκινου οχυρού, τα ξέφτια</span><br />
<span style="color: #000000;">που απόμειναν οι αφισοκολλήσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον παφλασμό του έρωτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το άναφρο της αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;">και να θυμάται:</span><br />
<span style="color: #000000;">μια φορά κι έναν καιρό,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς τρεχούμενα νερά τρώγανε τα λιθάρια&#8230;</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10531" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0003.jpg?w=203" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0003" width="203" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0003.jpg 541w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0003-203x300.jpg 203w" sizes="(max-width: 203px) 100vw, 203px" /></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΕΡΩΝΥΜΟΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο στοχασμός μακριά, μακριά η γνώση,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυγό και σπάζει, απ’ το τσόφλι του ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">η καμινάδα ερείπιου σπιτιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">σώματα υβριδικά καθώς αλλάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">από την ενατένιση σε λάγνο υπαινιγμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόθοι κρουστοί στα διάσελα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενσάρκωση και θέαμα ατελών αμαρτιών</span><br />
<span style="color: #000000;">και μανιασμένες αγκαλιές που καταπίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τεράστιες σαυροουρές ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">–ποιος θα χορτάσει τις γενιές τόσων αβύσσων;-</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι επίβλημα που απλώνεται σε κερασφόρο δέντρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να λουστεί στο κούφιο του η βασίλισσα γυμνή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έντομα επιθετικά και θυμωμένα ψάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">και μάγοι, αντιγράφοντας τα θαύματα θεών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ του αγριόχοιρου η κεφαλή διαβάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">μεγαλογράμματες γραφές, κι ενώ οι απολαύσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">κερνούν σε κύπελλα χρυσά εκκρίσεις τρωκτικών,</span><br />
<span style="color: #000000;">και μένουν οι αλχημικές μορφές προσηλωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">η μια στης άλλης την εικονική αιωνιότητα·</span><br />
<span style="color: #000000;">γονατιστός ο άγιος στου άβατου το στηθαίο,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον δεξί βραχίονα ψηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δάχτυλα να ευλογούν μιας σταύρωσης το αίμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ευλογούν το επιτάφιο φως·</span><br />
<span style="color: #000000;">η όψη του στραμμένη αλλού, να δει φοβάται</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο μακριά του είναι ο σταυρός,</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο ιδρωμένα τα μαλλιά του εσταυρωμένου,</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο βαθειά μπηγμένα τα καρφιά.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10532" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0004.jpg?w=208" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0004" width="208" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0004.jpg 555w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0004-208x300.jpg 208w" sizes="(max-width: 208px) 100vw, 208px" /><br />
<img loading="lazy" class=" size-medium wp-image-10533 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0005.jpg?w=205" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0005" width="205" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0005.jpg 547w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0005-205x300.jpg 205w" sizes="(max-width: 205px) 100vw, 205px" /></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">SUCCUBUS</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μαστάρι μαύρου φεγγαριού που το αρμέγει</span><br />
<span style="color: #000000;">η Σίβυλλα, να θρέψει μαύρη κόρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κορμί ολάκερο γυμνό</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κέντρο του ιερού, ένυλη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">ο ξεδιάντροπος χορός, το φλογισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">φούσκωμα του στέρνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">ριγώντας μες στο παρελθόν·</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ το σκοτάδι του είχε προφητέψει</span><br />
<span style="color: #000000;">το πρόσταγμα του σώματος να γίνει αθανασία,</span><br />
<span style="color: #000000;">να σβήσει η ύβρις του άμετρου</span><br />
<span style="color: #000000;">και να γυρίσει ο κύκλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεμένος πάνω στον τροχό ο θηλυκός της</span><br />
<span style="color: #000000;">οίστρος, να διατρυπά την ύπαρξη</span><br />
<span style="color: #000000;">και να ξαναφωτίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">οράματα ανυπόταχτα σε μια καινούρια τάξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκύλα, γυναίκα αδέσποτη που ξεψυχά</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν θύελλα, καθώς γλύφει το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">από την άλω του στερνού της εραστή·</span><br />
<span style="color: #000000;">να ο κόσμος, νέος, άχρονος, χωρίς μπροστά και πίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">αληθινός σαν δωρητής, να ο αναγκαίος κόσμος,</span><br />
<span style="color: #000000;">φτιαγμένος απ’ το τίμημα, όχι από τη συγνώμη.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10534" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0006.jpg?w=208" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0006" width="208" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0006.jpg 555w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0006-208x300.jpg 208w" sizes="(max-width: 208px) 100vw, 208px" /></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μα ούτε φαντάστηκε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι μπορεί να λιώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">η σάρκα της σε μια φωτογραφία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόμειναν τα κόκαλα μονάχα</span><br />
<span style="color: #000000;">–τι καλοκαίρι αυτό γεμάτο ασέλγεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ζωσμένο από θρυλούμενα παλιών πολιτειών,</span><br />
<span style="color: #000000;">στενοί γοφοί ασμίλευτοι, σαν φως</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν διαθλάται,</span><br />
<span style="color: #000000;">στήθη μικρές υπεκφυγές,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακάλυπτα στη μοίρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">πεσμένη πίστομα, κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη διακόρευσή της,</span><br />
<span style="color: #000000;">σπαθιές νυχιών στους ώμους της, επιδρομή</span><br />
<span style="color: #000000;">ενστίκτων, ταχύκαρδο φτερούγισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">πουλιού, αδέξια στην ξόβεργα πιασμένου·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι καλοκαίρι αυτό, συλλείτουργο σωμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω από τόξα γοτθικών παραφορών-</span><br />
<span style="color: #000000;">τι καλοκαίρι, με τα κόκαλα στη στάση</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου μοχθούν να κάψουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα προσχήματα.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10535" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0007.jpg?w=204" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0007" width="204" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0007.jpg 543w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0007-204x300.jpg 204w" sizes="(max-width: 204px) 100vw, 204px" /></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΕΩΘΙΝΟΝ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που κατεβάζει ο κυνηγός ένα πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι επαναλαμβάνεται στον χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι μόνον η ηχώ της ντουφεκιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">(το αίμα ράβει σαν κλωστή την ενδυτή του αέρα),</span><br />
<span style="color: #000000;">μα και η πτώση της ζωής που κάνει κύκλους·</span><br />
<span style="color: #000000;">που κάνει κύκλους, κύκλους, κύκλους,</span><br />
<span style="color: #000000;">κύκλους, κύκλους,</span><br />
<span style="color: #000000;">το άβατο ξετυλίγει τ’ ουρανού,</span><br />
<span style="color: #000000;">τυλίγοντας του εωθινού τα μετακόσμια ξόρκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε φορά που κατεβάζει ένα πουλί ο κυνηγός,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στον καθρέφτη του πρωινού</span><br />
<span style="color: #000000;">αποτραβιέται ο χρόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω αφήνει μόνο μια στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">μετέωρη, σαν κόκκινο φτερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω απ’ το σώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ολομόναχη στιγμή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αντανακλά τον θάνατο στο σώμα.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10536" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0008.jpg?w=208" alt="ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0008" width="208" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0008.jpg 555w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/cebecf85cebbcebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83-0008-208x300.jpg 208w" sizes="(max-width: 208px) 100vw, 208px" /></p>
<h2><span style="color: #000000;">Η ΑΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1998)</span></h2>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;"><br />
<strong>A&#8217;</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει, μου είπαν, κάποιος άλλος δρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα απ’ αυτόν πού οι χάρτες σημαδεύουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρέκαμψα το κέρας του Κριού</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έχοντας μάγους κι οδηγούς στ’ αστέρια μυημένους</span><br />
<span style="color: #000000;">έπλευσα σε άβαθή νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδα το ζύγιασμα του γλάρου στα ρηχά</span><br />
<span style="color: #000000;">και του χελωνοκαύκαλου τη λάμψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αναρωτιόμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τί να προσμένω τάχα από τη θάλασσα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήτε ιστορίες πια μήτε καλέσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η αναδυομένη</span><br />
<span style="color: #000000;">τεμαχισμένη φάλαινα σε ξέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπλεα σε άβαθή νερά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α΄</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε απλώθηκε ο Λόγος σαν ιστός</span><br />
<span style="color: #000000;">και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χρόνος,</span><br />
<span style="color: #000000;">προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της·</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεκίνησε απ’ τον ίσκιο του Λόγου</span><br />
<span style="color: #000000;">κατεβαίνοντας στη μεριά μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κι εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο κόσμος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς·</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο χρόνος εκκρίνει τον χρόνο χάρη σ’ εμάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">γ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπήρχαν όμως τα νερά του ποταμού και οι τσιγγάνες</span><br />
<span style="color: #000000;">που ολημερίς φουμέρνανε τα άφιλτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και πίνανε γκαζόζες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το έσκαγα, να βλέπω τις φωτιές</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άλλην όχθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ντέφια με τις παρδαλές κλωστές,</span><br />
<span style="color: #000000;">το άγριο ξεπέταγμα του άλογου,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν οσμιζόταν της φοράδας τον ιδρώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απαριθμώντας γύρω τους βήματα του χορού,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς η φούστα σηκωνόταν στην ψυχή τους</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έμενε ασάλευτη ώρα πολλή,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόση που η κάψα της σάρκας</span><br />
<span style="color: #000000;">γινόταν κάψα της προσευχής κι η ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;">βαριά στης προσμονής ανάμεσα τις παύσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση που οι δυο ντουφεκιές στάθηκαν στον αέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν δυο τελώνια στα μπράτσα αγκιστρωμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και χάθηκαν τα τσαντίρια μέχρι το άλλο πρωί,</span><br />
<span style="color: #000000;">που ακούστηκε εύθυμος ο θρήνος του γάμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένιωσα τότε για πρώτη φορά σύνορο τα νερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που ήταν θάνατος να φαίνεται ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">και την οδό προς τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">επιστροφή στις πηγές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προχωρώντας παράλληλα στην πομπή,</span><br />
<span style="color: #000000;">στον χορό των γερόντων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ προσμέναν σε κάθε στροφή</span><br />
<span style="color: #000000;">των νεκρών το ζευγάρωμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη ματωμένη, ανεμίζοντας, πουκαμίσα της νύφης,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου η σφαίρα εξαγόρασε</span><br />
<span style="color: #000000;">την αντοχή της αγάπης,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας τους τα βλέφαρα ανοιχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα μάτια του ενός</span><br />
<span style="color: #000000;">στραμμένα στα μάτια του άλλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος τους φόρτωσαν στο κάρο για τα μνήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">δ&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ανακάλυψα τα τέσσερα μου μάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα τέσσερα μου χέρια, τις τέσσερις θηλές,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις δυο καρδιές στη θέση της καρδιάς μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν κατάλαβα πως πια δεν είμαι εγώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">το φώναξα και οι φωνές μου ήταν δύο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ανακάλυψα πως δεν είμαστε εμείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εσύ κι εγώ, ένα υπαρκτό, δίσωμο ζώο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα κεφάλι μπρος και μ’ ένα πίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">με δύο βήματα που πήγαιναν άλλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">σου μίλησα και οι φωνές μου ήταν δύο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν συλλάβισα τις δύο μου φωνές,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις δύο γλώσσες που ξεθάρρευαν στον νου μου</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν μπροστά μου ανοίχτηκε η αυλαία</span><br />
<span style="color: #000000;">και θέλησα ως ηθοποιός τα λόγια τους να πω.</span><br />
<span style="color: #000000;">καμιά φωνή δεν βγήκε απ’ τη φωνή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">στ΄</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχω τίποτε να επισκεφτώ στο παρελθόν,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί όσα γνώριζα υπάρχουν και τώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί το νέο μαθαίνεται με τρόπους του παλιού</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο κόσμος που χτίζεται πάνω στον κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχει κι αυτός από τότε που χτίζεται ο χρόνος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α΄</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζώντας ανάμεσα στο αριστερό και στο δεξί μου χέρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοχος και αθώος, ελεήμων</span><br />
<span style="color: #000000;">κόσμων που τήκονται μέσα στο ήρεμο βλέμμα των ζώων,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας απ’ το παρελθόν την κνίσα των σφαγίων,</span><br />
<span style="color: #000000;">αναγνωρίζω στο στήθος μου τις ιαχές των βαρβάρων</span><br />
<span style="color: #000000;">και των σοφών το απόλυτο μηδέν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε οραματιστής ούτε ενήλικας,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις αισθήσεις διαρκώς σηκωμένες μαρτυρικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι από την ψυχή, κάτι απ’ το σώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή την άγνωστη, αρμονική συνύπαρξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι από τη φωτιά κι από τη στάχτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι απ’ τη βάτο που καίγεται</span><br />
<span style="color: #000000;">στα πρανή της καρδιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησα μακριά μου τα μυστικά της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σύμπαν τούτο που ονομάζουν πραγματικότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">διασκέδασα με όσα θαύματα ετοιμάζαν για μένα·</span><br />
<span style="color: #000000;">κόκκινο των χειλιών και ξανθό των αγγέλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">γαλάζιο της στέρφας ματιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">πράσινο της αγάπης που απλόχερα δίνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν άλλη όψη της σκοτεινής θωριάς της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταχυδακτυλουργοί, κουρήτες, ακροβάτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">κριτές και γελωτοποιοί,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός ο κύκλος που απομένει γονιμικός,</span><br />
<span style="color: #000000;">διαιωνίζοντας τις τερατογενέσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">με μουσικές από κρουστά και από χάλκινα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μέρες που γιορτάζει ο λαός.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Πτώματα δούλων σπαρμένα στην αρένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφανισμένα απ’ του Αυγούστου τον αντίχειρα).</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάγος και ήρωας και απαγορευμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανέγγιχτος απ’ των σκιών τους στοχασμούς·</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόθυμος να εξαπατήσω στους καθρέφτες</span><br />
<span style="color: #000000;">τα προσωπεία που έκλεβα απ’ τους κατακτητές.</span><br />
<span style="color: #000000;">β΄</span><br />
<span style="color: #000000;">Έστειλα τις περγαμηνές μου στη μητρόπολη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταξίδεψα στη μητρόπολη να προσπέσω</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αυλή του βασιλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άνοιξα χάρτες, έδειξα δρόμους μυστικούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">έταξα Ινδίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ώσπου μου επάνδρωσαν καράβια για το άγνωστο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί όπου η θάλασσα το άλφα συλλαβίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε τόπους που πέρα απ’ τους τόπους διαβάζονται·</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου η σάρκα τρέφει τους θεούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και των θνητών η γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;">αντικρίζει τους μύθους τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόμισα σμύρνα, χρυσό και λιβάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακολουθώντας το άστρο της νέας μου γέννησης·</span><br />
<span style="color: #000000;">βρέφος που ζέσταινε η ανάσα του θηρίου</span><br />
<span style="color: #000000;">και η βλαστήμια των ευχών του σπαργάνωνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είχα στ’ αυτιά μου τη φωνή που με ορμήνευε:</span><br />
<span style="color: #000000;">«μη φοβού, μη φοβού ά μέλλεις πάσχειν».</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το θηρίο μ’ έντυσε στα λέπια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">αίμα κι αργύρια και γνώσιν πονηρού,</span><br />
<span style="color: #000000;">μου φόρεσε τα βάρβαρα μάτια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">δυο βάλτους που σάλευαν οδύνη και θρίαμβο,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάρφωσε το στέμμα της δόξας του στα μαλλιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το θηρίο έδειξε τα πάθη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">στις γραφές των ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;">και ήταν τα πάθη που ονομάζουν τον άνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">ε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν απ’ τους δυνατούς προστατευόμενος</span><br />
<span style="color: #000000;">έφυγα πάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8216;Οπλισμένος με σίδερο και χρησμούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">λεηλατώντας τις ακτές, μεθώντας τους θανάτους,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξορκίζοντας στις χούφτες το χώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σώμα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άγριος πια, με όλες τις πλάνες ανοιχτές</span><br />
<span style="color: #000000;">και με τον οίκτο να ξεπλένει τα σωθικά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">γερασμένος σαν τον σπόρο της ελιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">μάταιος και ανιαρός σαν τον παράδεισο</span><br />
<span style="color: #000000;">έφτασα κάτω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμαθα τότε για τις εποχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χειμώνας, των νεκρών ο άνοστος δείπνος</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι μέρες οι κενές της ιστορίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άνοιξη, των θεών η μετάσταση</span><br />
<span style="color: #000000;">και της αγάπης η αήθης προσήνεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέρος, η ερημοσύνη των νερών</span><br />
<span style="color: #000000;">και των μυγών ο βόμβος στα κρανία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φθινόπωρο του δέσμιου φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η κίνηση η άργη των ιοβόλων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιμοκρουσμένες οι πόλεις</span><br />
<span style="color: #000000;">στολίζουν τους άγιους. </span><br />
<span style="color: #000000;">στ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, να υψώσω τη σημαία της δράσης στα ξύλινα τείχη</span><br />
<span style="color: #000000;">και να λατρέψω την αφή πάνω στα τραύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φόβο με φόβο να οσφρανθώ τον ίδρωτα του φόβου</span><br />
<span style="color: #000000;">και να γευτώ το σάλιο του εμπύρετου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ρόγχο ν’ ακούσω της σκύλας</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ώρα του υπέρτατου οίστρου της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αίμα του δέλφακος αγνίζει το πνεύμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και με μια κούπα φάρμακο πιοτό</span><br />
<span style="color: #000000;">γυρνώ και αφιονίζω τον λαό μου.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Β&#8217;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8216;Υπάρχει, σου είπα, κάποιος άλλος δρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα να γυρίσεις πρέπει τα πανιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο γλάρος πέταξε με τα φτερά των γλάρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο τρελός τραγούδησε</span><br />
<span style="color: #000000;">το αστόχαστο τραγούδι των τρελών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο ναυαγός ξενύχτησε</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αδειάζει με τις χούφτες του τη βάρκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο ο τυφλός,</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν μπορούσε άποστάσεις να μετρήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε όρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">έμεινε ν’ άφουγκράζεται τ’ άνήσυχα νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνδρωσα καράβια επιστροφής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεσιανό κατάρτι ζήτησα να με δέσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άκουσα των σειρήνων την κραυγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τρία κορίτσια βγαίνουνε περίπατο στο Σόχο,</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τ’ ανοιχτά πουκαμισάκια τους γυμνά</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δεκαέξι χρόνια τους αφρίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεις έφηβοι στου Τίβερη τις όχθες ψάχνουν στόχο,</span><br />
<span style="color: #000000;">παίζουν στα χέρια τους φαλτσέτες και φτερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοίρα καμιά σιμά τους δεν γνωρίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρία κορίτσια απόψε ζωγραφίζονται στη Βρέστη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατούν ομπρέλες να ξορκίσουν τον καιρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρία αγόρια ξεμυαλίζονται στο Βουκουρέστι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στιγμή δεν πάει ο νους τους στο κακό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευχή καμιά να κάνουν δεν γνωρίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρία κορίτσια βάζουνε νωρίς τα νυχτικά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">άπλετος έρωτας τους πλέκει τα μαλλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεις έφηβοι μαζεύονται αργά στην κάμαρά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">παίζουν τα χείλη που στραγγίζουν τη φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ποιόν παράλληλο είναι η Βιέννη τάχα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποια πυρκαγιά παράφορη στη Ρώμη εξαγνίζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποια σάρκα είναι η νύχτα που ερημώνει το πρωί».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α΄</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε εσηκώθη μέγας θόρυβος κι εστάθη</span><br />
<span style="color: #000000;">επάνω από τα δρώμενα ο άνεμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαρώθηκαν οι χάρτες και σκορπίστηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ίλες του ιππικού,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι πελταστές και οι τοξότες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγήκε από τη σκόνη η τροφός</span><br />
<span style="color: #000000;">με πετρωμένο στο βυζί το γάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ήρθε ο φόβος μέσα από τις λέξεις·</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσες χιλιάδες οι νεκροί·</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσοι οι που αφήσανε τα χέρια και τα πόδια στα πεδία·</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσοι οι τόποι που δεν υπάρχουν πια:</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ιεροί Δελφοί, η Καρχηδόνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">η Σαμαρκάνδη της Ανατολής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κόπηκε στα δύο η ορχήστρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί όπου θρηνούσε ο χορός:</span><br />
<span style="color: #000000;">έμολες, έμολες, ώ χρόνιος αμέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">έφτασες όπως το προείπαν οι τυφλοί·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα ποιοι είναι οι χρησμοί που θα μας σώσουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">στόμα της μάγισσας χωρίς φωνή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιοι οι βωμοί και ποια τα σφάγια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιες οι σπηλιές της Άρτεμης</span><br />
<span style="color: #000000;">που μόνιαζαν οι άρκτοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη νύχτα ακούστηκε το έντρομο μουγκανητό των ζωών,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σύρσιμο των άχρηστων ποδιών στο ανασκαμμένο χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη νύχτα που ήρθε, το παιδί ονειρεύτηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω απ’ την πόρτα, έξω απ’ το σπίτι, πέρα από την αυλή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ποδήλατο με τέσσερις ρόδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ποδήλατο με αστραφτερά, νικέλινα φτερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">γ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα που η κρίση έχει λάβει τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">θα έρθουν πίσω οι νεκροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θ’ αρκεστούν σε αρτοδοσίες και μνημόσυνα</span><br />
<span style="color: #000000;">θέλουν τις μέρες πιο χειροπιαστές</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει ν’ ανοίξουν. πάλι τα σαλόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξαναρχίσουν οι γιορτές, όλοι οι χοροί</span><br />
<span style="color: #000000;">πρέπει να θυμηθούν τα βήματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τύμπανο δεν παίζει μουσική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τύμπανο κρατά ρυθμό στο βήμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άντρες σπαργανωμένοι σ’ επιδέσμους</span><br />
<span style="color: #000000;">ακολουθούν το καθαρτήριο τούτο ξόδι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τεντώνει ο κόσμος ως το σπάσιμό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Κάθε βράδυ κατεβαίνω στην πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">και βλέπω λαϊκό κινηματογράφο.)</span><br />
<span style="color: #000000;">ε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κυρά που επισκεφτήκαμε μας είπε «περιμέντε</span><br />
<span style="color: #000000;">και ρίχνετε απάνω σας πότε-πότε λίγο νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είν’ μπορντέλο λιμανιού εδώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από δω μέσα έχει περάσει η ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εμένα που με βλέπετε κανάκεψα</span><br />
<span style="color: #000000;">τι στρατηγούς και τι πολιτικούς και τι ώνάσηδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα ’τανε τα μούτρα σας για δω</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν λίγα χρόνια».</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθίσαμε στο σαλόνι με τη θερμάστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8216;Υπήρχε μια πολυτέλεια εποχής,</span><br />
<span style="color: #000000;">παλιά δαμασκηνά και ξύλο κέδρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα η σάρκα ήταν γεμάτη ρυτίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα μυρωδικά φτηνά κάτω απ’ τα στήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεγγίζοντας στη φλόγα των καυσόξυλων</span><br />
<span style="color: #000000;">(να ορθωμένη της λύκαινας η σκιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">να των δασών η τάξη και των άστρων)</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμηθήκαμε το πρώτο μας τραγούδι:</span><br />
<span style="color: #000000;">       Σαν επιστρέψω κάποτε πατρίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">       θα ’χω σακιά χρυσάφι φορτωμένα, .</span><br />
<span style="color: #000000;">       θα ’χω και μια γυναίκα απ’ την Κολχίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">       κι ένα παιδί φτιαγμένο από μένα.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Σαν επιστρέψω πάλι στο χωριό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κομμάτι γης θε ν’ αγοράσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα στήσω ένα σπιτικό δικό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ήσυχα θα καθίσω να γεράσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρασαν τόσες συλλαβές και τόσες λέξεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρασαν τόσα αλφάβητα νεκρά·</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο μετρώ λειψές μού βγαίνουνε οι ρίζες,</span><br />
<span style="color: #000000;">λειψοί οι τόποι κι οι σκηνές παραδομού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχει χώρο εδώ για να σταθείς·</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στους πέτρινους διαδρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">των ονομάτων οι χρονιές και οι φωτογραφίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στις κέρινες σφραγίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">των προφητών οι κουρασμένες σάλπιγγες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχει θρόνο εδώ για να καθίσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στους δύο μας θανάτους</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχει ένας θάνατος παρών.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α’</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαθύς εσπερινός, οίστρος του ήλιου&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;">αθροίζεται στα είδωλα ο καιρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιάν ενδοχώρα τώρα ταξιδεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρώγοντας μήλα πράσινα πλάι στους οδηγούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">πίνοντας μέλι από άγριες κερήθρες,</span><br />
<span style="color: #000000;">χαρίζοντας καθρέφτες στις φυλές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατά θαρρείς τους χάρτες μου ο καιρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όσο κοντεύω μόνος στη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσο βαθαίνω στα μαλλιά των αρχαγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;">βλέπω τη γύμνια των θεών και τα σκυλιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">έτοιμα στο κορμί μου να ριχτούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια χώρα τώρα ταξιδεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;">πεινώντας και μην τρώγοντας ψωμί,</span><br />
<span style="color: #000000;">διψώντας και μην πίνοντας νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί με γυρολόγους που εμπορεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">χάντρες, γυαλιά χρωματιστά και το τομάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">του αρχαίου ζώου που φυλούσε τους νεκρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">β’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα που μίλησα τη γλώσσα της αρμύρας·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που βρήκα πως το άγνωστο μού είναι πια γνωστό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ότι περάσαν από τούτες τις ακτές πριν από μένα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι δολοφόνοι, οι λειτουργοί και οι κήνσορες·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που έσβησα όλη τη μνήμη,</span><br />
<span style="color: #000000;">όλη τη λογική κι όλα τα πάθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω μοναξιά τον πλησίον,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω μοναξιά την αγάπη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω μοναξιά τον ήχο του νερού.</span><br />
<span style="color: #000000;">γ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα που γνώρισα τη γλώσσα των ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;">και είδα κάθε άνθρωπο να έχει μια γλώσσα χωριστή·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που ακούω τη φωνή του ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;">και είναι φωνή ανάμεσα στις άλλες</span><br />
<span style="color: #000000;">και όχι όλες οι άλλες μαζί,</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που νιώθω την κτίση σαν ερειπίων σιωπή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω πλάνη τον κόσμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω πλάνη τις αισθήσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω πλάνη τη θεϊκή χαρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">δ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα που άνοιξα τις πληγές των αγίων</span><br />
<span style="color: #000000;">και είδα πως είναι σώματα φθαρτά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που έσπασα τις σημαντρίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">και διάβασα μηνύματα ερέβους και φωτός,</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που έπαιξα όλα τα παιχνίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">του φθόνου, της ντροπής, του Ενδυμίωνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω ενοχή την αθωότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω ενοχή την ενοχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ονομάζω ενοχή τις τύψεις των ορίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">ε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα κοιτάζω τον ύπνο της γης και τα όνειρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έι, Μόμπυ Ντικ, αδιάκοπο άσπρο φάντασμα!</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στα σαγόνια σου στραγγίζουν τα κρανία των ναυτών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ απάνεμα σαπίζουν τα κατάρτια</span><br />
<span style="color: #000000;">και το κοράκι διακορεύει τις σκιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έι, Γουίλλη, μαύρε Τρίτωνα από το Τζιμπουτί!</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιες ιστορίες να σου πω και ποια ναυάγια·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η αναδυομένη</span><br />
<span style="color: #000000;">μωρά γεροντοκόρη δίχως φύση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω καπετάνιε, καπετάνιε μου!</span><br />
<span style="color: #000000;">το ξύλινο ποδάρι σου κουτσαίνει στον βυθό.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Γ΄</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει, λέω, κάποιος άλλος δρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα να προφέρεις πρέπει την αρχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο ποιητής χτυπά στις λέξεις του τη γλώσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο τρελός κρούει τις παλάμες του στη γη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο ναυαγός ορέγεται τη σάρκα των συντρόφων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο ο τυφλός, που δεν μπορούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">θριάμβους να χαρεί ούτε και λάφυρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">έμεινε να οσμίζεται του νόστου τον καπνό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας κινηθεί η πέτρα της σπηλιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτό το σκήνος του νεκρού</span><br />
<span style="color: #000000;">ας φωτιστεί για πάντα στο σεντόνι.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ (1997)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α’</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγάζεις, βγάζεις τις λέξεις, αφαιρείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">πολύς φλοιός γύρω στο ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τέλος μένουν φράσεις σαν κι αυτήν:</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαι καλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μέρα φροντίζω τα κατοικίδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">προσμένοντας το πλιάτσικο της νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">β’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βράδια βγαίνω με λαστιχένιες μπότες</span><br />
<span style="color: #000000;">και ρούχα της δουλειάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκαλίζω στον κήπο τους σβόλους της μνήμης,</span><br />
<span style="color: #000000;">τούς φουφουλιάζω, να δεχτούν τη βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάρυνα εφέτος. Δε φύτεψα ούτε ένα θαύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι ρίζες μονάχα,</span><br />
<span style="color: #000000;">η γλώσσα ίσα-ίσα μην ξεχαστεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">γ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφάζουν νταούλια στην αυλή,</span><br />
<span style="color: #000000;">σφάζουν τσαμπούνες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χορεύουν με τα πέλματα λερά</span><br />
<span style="color: #000000;">η Σύλβια Πλαθ, ο Αλέξης Τραϊανός,</span><br />
<span style="color: #000000;">η Κατερίνα Γώγου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χορεύουνε στα αίματα</span><br />
<span style="color: #000000;">γυμνά μακεδονίτικα τραγούδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">δ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μείνουμε έτσι,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη στάση αυτή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ποζάροντας στις μηχανές των φωτογράφων,</span><br />
<span style="color: #000000;">λίγο ίσως γερμένοι μπροστά,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να κρατάμε στους ώμους μας</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτούς που επιστρέψαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτούς που ταξίδεψαν μόνοι ή παρέα με τα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">νύχτες και μέρες κάτω από γκρίζους καιρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">— γιατί όλοι οι καιροί είναι γκρίζοι</span><br />
<span style="color: #000000;">και όλα τα οδόσημα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε φέρνουν πάντοτε πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">ε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη τη νύχτα ακούγονταν οι γδούποι</span><br />
<span style="color: #000000;">στο διπλανό δωμάτιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη τη νύχτα σκόνταφταν στη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">ο Γιώργης Καραΐσκος, ο Πιέρ Πάολο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κομαντάντε Έρνέστο Τσέ Γκεβάρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως σκοντάφτει η ελευθερία στον παράδεισο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως σκοντάφτει το μολύβι μες στις λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">στ&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτογραφία τού χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στολή του εθνικού στρατού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πρόσωπο σκυμμένο μες στο χρόνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν σε γαβάθα με γάλα και ψωμί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάλλον Παρασκευή, γιατί τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">στραγγίζουνε σε λόγια προσευχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας λεκές απλώνει στη φανέλα</span><br />
<span style="color: #000000;">(αίμα; παραπανίσια νοσταλγία;).</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πλάτη τα σκοτάδια των καιρών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί και η χαμένη περηφάνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">ζ’</span><br />
<span style="color: #000000;">από μια φράση του Γιώργου Σκαμπαρδώνη</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ή επανάσταση δεν είναι παίξε-γέλασε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι τρύπα ο μαρξισμός να μπαινοβγαίνεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τουλάχιστον εμείς αγωνιστήκαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν αποτύχαμε, ας όψονται τα λάθη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δούμε τί θα κάνουν κι οι νεότεροι»,</span><br />
<span style="color: #000000;">έλεγε ο μπάρμπας μου ο Θανάσης,</span><br />
<span style="color: #000000;">χρόνια και χρόνια μ’ εξορίες και υπέρταση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι νεότεροι λοιπόν είμαστε εμείς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλά διαχειριζόμαστε τα κληρονομημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γενιά-γενιά αυγαταίνει η αποτυχία.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιβ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Περίσσεψαν οι σκέψεις στο γραφείο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να βάλω τάξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">να μη σκοντάφτω απάνω τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κάθε μια στο φάκελό της,</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλες στο αρχείο, άλλες για ενέργεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλες —πριν γίνουνε πληγές— στην ανακύκλωση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας λεν «πάει κι αυτός, καπνός του κόσμου»,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι συνάδελφοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιγ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Να το πάλι των ματιών το ανάκρουσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">πίσω απ’ τα βλέφαρα, μην κρυώνουν στο φώς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί που κουρνιάζει φοβισμένο το ποίημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα παλιό, ακίνδυνο πιστόλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδ&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέφτομαι τα νερά τού κάτω κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο πιο κάτω ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορούν να παρασύρουν</span><br />
<span style="color: #000000;">εσπερινούς, παπούτσια κυριακάτικα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις αμοιβές των επικηρυγμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο πιο κάτω ακόμα είναι ή θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσπάθησα. Σάς λέω ότι προσπάθησα</span><br />
<span style="color: #000000;">να διασχίσω το δάσος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε σκιάχτηκα τα ουρλιαχτά των λύκων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε τη χτένα της μοναξιάς στα μαλλιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη η λάμψη με σταμάτησε,</span><br />
<span style="color: #000000;">το φλάς της μηχανής</span><br />
<span style="color: #000000;">πού φωτογράφιζε το ταβάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γύρισα πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιστ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα ας σωπάσουμε λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;">τη λέξη ν’ ακούσουμε θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τις λέξεις των θεών αιγιαλός,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιγές, Αιγέας, Αίγισθος,</span><br />
<span style="color: #000000;">αιγίθαλος, αιγίοχος, αιγίλωψ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιγαίον, αίγλη, αίγιλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">αιγίς και αιξ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα ας στραφούμε λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;">να δούμε τούτη την εικόνα•</span><br />
<span style="color: #000000;">του ποιητή το γέλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">μπρος στην αιωνιότητα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α’</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η κοπέλα που ξυπνά κάθε πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια λαίμαργη φλόγα στο λαιμό της,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή η κοπέλα αν είχε ένα ζευγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">παπούτσια του χορού,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα γύριζε όλους τους καιρούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">χτυπώντας τα κρουστά των ποιητών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίζοντας με τα λόγια τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι όπως παίζει η Ρίτα Χαίηγουωρθ την Τζίλντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">β’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βράδια στο καφενείο</span><br />
<span style="color: #000000;">σκαλώνεις κάπου τα χαμάλικα μάτια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αρχίζεις να λες:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κορίτσι που παίζει φλάουτο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κορίτσι που παίζει κουτσό,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κορίτσι που κεντάει την προίκα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κορίτσι που κρύβεται</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η αγάπη μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήμερα όμως, βράδυ Τετάρτης, δε φάνηκες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως γιατί έχει μπάλα η τηλεόρασή.</span><br />
<span style="color: #000000;">γ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα απ’ το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι αυτά με τα νερά και το χρυσάφι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε τα άλλα που εξημερώνουν το θάνατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια</span><br />
<span style="color: #000000;">που μες στα λίγα μέτρα τους</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίζουνε το γέλιο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τα στεγνά του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">ε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">μπαινοβγαίνουν πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι παλιές σου αγάπες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν μπορούσα θα τα ‘πνιγα μ’ ένα μου ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">χώμα και άχυρα, να χτίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">στις μασχάλες σου τις φωλιές τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βράδυ δαγκώνεις πάλι τον ύπνο μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε συμβαίνει τίποτα, μόνον</span><br />
<span style="color: #000000;">που τα όνειρά μου κυκλοφορούν με σημάδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πως και γιατί.</span><br />
<span style="color: #000000;">στ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Α και να είχα μία Ντοτζ αμερικάνικη,</span><br />
<span style="color: #000000;">που παίζει στο ραδιόφωνο Πωλ Άνκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’τρεχα πάνω-κάτω στη ζωούλα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ‘κανα θρύψαλα ύλες σου τις βιτρίνες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, με μία λιμουζίνα αμερικάνικη</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σήκωνα τη σκόνη απ’ την αυλή σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">ζ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από γκρίζα ρούχα το κορμάκι σου•</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι που ντύνεσαι, πως να σ’ αποστηθίσω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιτάζω μόνον, τα μικρά σου στήθη·</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια τρίβονται μες στις πανσέληνους τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίζει μια μουσική πρωί-πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν διψασμένο ζώο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό δεν έχουν χέρια οι ποιητές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κόβουν σύρριζα των λέξεων οι λάμες.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιβ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη νύχτα ανάβω το φιτίλι και περιμένω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ακούσω την έκρηξη, να δω</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια σου να καίγονται στην τρομερή φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θες η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">(αυτή η βροχή των δυτικών συνοικιών),</span><br />
<span style="color: #000000;">θες της αδεξιότητας τα λάθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">με ξημερώνουν μάταια στο παράθυρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω αρχίζει η κίνηση των δρόμων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαλκανικές φωνές και αποτσίγαρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσύ ξυπνάς το άλλο σου κορμί,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που σκιάζεται με τις επιθυμίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιγ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ και μέρες χτυπά το τηλέφωνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν το σηκώσω, λέω, θα σαι εσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι μ’ αυτήν την τρελή ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα σημεία των καιρών</span><br />
<span style="color: #000000;">και για τα τέρατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι μ’ αυτό το ανυπόφορο τέλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως πέθαναν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν την αντέχω πια τη φαντασία σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό κάθομαι ασάλευτος στην καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάνω πως κοιτάζω τη θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό αφήνω να μακραίνουν τα μαλλιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τα φτερά του πετεινού μες στα θεμέλια.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σου τσακίσω τα φωνήεντα ένα-ένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε να δω (ν’ ακούσω πες),</span><br />
<span style="color: #000000;">με σύμφωνα μονάχα μες στο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">πως θα ταΐζεις του έρωτά σου τις φωνές.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιε’</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας βαρύς χορός, αντρίκιος ήταν,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας ζεϊμπέκικος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ με χέρια διάπλατα ανοιχτά,</span><br />
<span style="color: #000000;">σταυρός και θηλυκός εσταυρωμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεις μέρες κατόπιν δεν αναστήθηκες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν αναλήφθηκες πάνω σε φύλλα φωτιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε και ξαναχόρεψες πια.</span><br />
<span style="color: #000000;">ιστ’</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν συμβούν όλα αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">το τοπίο ντυνόταν στο δέρμα σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίναν τα μάτια μου από παντού,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν σαρκοβόρα των θερμοκηπίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τον καιρό με θέλησες τυφλό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα σκάβω με νύχια στα βαθιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τυμβωρύχος έρπω μες στις λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θάφτηκαν τα κτερίσματα στις επιχωματώσεις.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ (1992)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΛΟΓΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Του μίλησε για τον Ηράκλειτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και για την Μπαγκαβάτ Γκιτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Του μίλησε για τον Οντίν και τον Μπαλντούρ</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους θεούς του βορρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Του μίλησε για το πνεύμα του δάσους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τον χορό των Μαγισσών μες στη φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άλλος άκουγε κουνώντας το κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ όλα αυτά, στο τέλος είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτα δεν υπάρχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε θεοί ούτε δαίμονες</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε ο Αρζούνα ο Ινδός πολεμιστής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν κάτι υπήρχε</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μας το είχε δείξει η τηλεόραση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΙΛΙΘ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και η δωδεκάχρονη αμαζόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το βαθύχρωμο σαλβάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μικρά βυζιά κάτω απ’ το μαύρο μπολερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα, μου είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κοιμηθείς μαζί μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βραδιά σου υπόσχομαι με χάρες νυφικές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σώμα ζεστό, στα σχήματα της φλόγας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυφλός την ακολούθησα σε σκοτεινές στοές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ τη βουή ξεφεύγοντας της αγοράς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είδα κιλίμια περσικά, χρυσές χοάνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκηνές ερωτικές με παχουλά κορμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο μιντέρι καθισμένη τη γριά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισόγδυτη, τρελή, με τα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ξέπλεκους ιστούς πάνω στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το μαρκούτσι του αργιλέ στο στόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα είδα την ωραία αμαζόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα μικρά βυζιά κάτω απ’ του τόξου τη χορδή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στον καθρέφτη είδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Νύχτα που βάθαινε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαύρη τη σελήνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους τέσσερις μοναχικούς προσκυνητές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γύφτους που χόρευαν έξω από τους ρυθμούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στους ρυθμούς των μαύρων τους σωμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα κοπάδι πέτρινα άλογα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλπάζοντας ορμητικά ν’ ανηφορίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα γκρίζα πέτρινα λαγόνια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη λάμψη του ιδρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στα ρουθούνια τους αφρούς, δρόμος μακρύς</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως του γκρεμού το χείλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορθοποδίζοντας σαν γυμνασμένοι ακροβάτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα χλιμίντρισμα άγριο πήδηξαν στο κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μάτια ανοίγοντας βρέθηκα πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυμνή, ανάσκελα πεσμένη στο μιντέρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το βαθύχρωμο σαλβάρι, το μαύρο μπολερό</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι στο μαξιλάρι διπλωμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα χαμόγελο στεγνό μέσα από άδειο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδα μονάχα τη γριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα, μου είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κοιμηθείς μαζί μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μαύρο χάθηκε στο κόκκινο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σβήσω τα κεριά.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10526" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1989-cebbceb9cebbceb9ceb8.jpg?w=220" alt="1989 ΛΙΛΙΘ" width="220" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1989-cebbceb9cebbceb9ceb8.jpg 586w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1989-cebbceb9cebbceb9ceb8-220x300.jpg 220w" sizes="(max-width: 220px) 100vw, 220px" /></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΡΩΝ ΠΥΡ0ΜΕΝΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έλα ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με</span><br />
<span style="color: #000000;">Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Της λύρας της επτάχορδης</span><br />
<span style="color: #000000;">Και του αρχιλόχειου μέτρου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να λάμψει ο στίχος ο καλός</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών</span><br />
<span style="color: #000000;">Και παρελθόν κακό με καταδιώκει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα είναι η τέχνη που</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόλακες και ανόητοι με πνίγουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πολλαπλό μου είδωλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">Ομολογώ, το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά</span><br />
<span style="color: #000000;">Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλυκός θα ναι και άπειρος ο αέρας</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΘΟΝ ΑΜΑΖΟΝΕΣ ΑΝΤΙΑΝΕΙΡΑΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κοντεύει η ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε στιγμή δε σφάλισα τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιτώντας πέρα απ’ τα νερά την τέντα του Άκριτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον ύπνο του ακούγοντας τον οίκτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχω το ρίγος της αυγής</span><br />
<span style="color: #000000;">Και του αίματος των σπλάχνων μου το φόβο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα τι μπορώ στο χρόνο να χωρίσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Σταθερά αντικρίζοντας τον κάμπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Να εκλιπαρήσω μόνο στο παρόν τη σωτηρία</span><br />
<span style="color: #000000;">Της παρθενίας μου και του μαστού μου το ανέγγιχτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρούσα εδώ σε κίνηση αιώνων</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναζητώντας στο ρευστό του ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αγκάλιασμα και το χορό των Άρκτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέτρωσες Άρτεμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η θεϊκή σαΐτα δεν ηχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τους μηρούς σου τύλιξε ανθεκτικό χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνη απόμεινα αιχμή</span><br />
<span style="color: #000000;">Των μύθων στην καρδιά της αυτοκρατορίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούτο το σύνορο με θλίβει</span><br />
<span style="color: #000000;">Η θάλασσα κι ο ποταμός είναι το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η άλλη όχθη πένθιμη ακινησία</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τους απόβλητους συμμάχησα εν τέλει</span><br />
<span style="color: #000000;">Για μια αναμέτρηση που ήδη έχει κριθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο μόνη πάω τη ζωή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους οιωνούς και τα σημεία αγνοώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα χέρια μου λατρεύοντας τη μαλακή βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το αραβίτικο γαλάζιο μου κοντάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας πλέξω τώρα τα μαλλιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυναίκα πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόρη θηλύτεκνης φυλής</span><br />
<span style="color: #000000;">Που των άντρων το στέρνο δεν εγνώρισα</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά μονάχα ως σκεύος του πολέμου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η κούπα με τον κρόκο να ’ναι έτοιμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα νύχια του άλογου μου να βάψω</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΝ ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΝΤΣΑ</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">Ο ΙΠΠΟΚΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να ‘μαι και πάλι τώρα εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα</span><br />
<span style="color: #000000;">και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός</span><br />
<span style="color: #000000;">έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω·</span><br />
<span style="color: #000000;">ήσυχος του ύπνου τον μανδύα τυλιγόμουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας·</span><br />
<span style="color: #000000;">ήχοι άλλοι δεν με τάραξαν ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όπως κουτσά στραβά τις λέξεις σεργιανούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">της σκευωρίας βρήκα την κλωστή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μυστικά τους πάρε δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολλοί εξαρχής με είχαν συμβουλέψει:</span><br />
<span style="color: #000000;">μη βγεις στον δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ αρχοντοπούλες μου είχε τάξει και οφφίτσια·</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι</span><br />
<span style="color: #000000;">μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε</span><br />
<span style="color: #000000;">στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα·</span><br />
<span style="color: #000000;">έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων</span><br />
<span style="color: #000000;">που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα·</span><br />
<span style="color: #000000;">ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς,</span><br />
<span style="color: #000000;">ειρηνικός ακόλουθος του ιδάλγου·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας αγροίκος, κουτοπόνηρος χωριάτης,</span><br />
<span style="color: #000000;">που σε όλα πίστευε και αμφέβαλλε για όλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο πάντα δεύτερος σ’ αυτή την κωμωδία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν ελπίζω σε τίποτε πια,</span><br />
<span style="color: #000000;">διόλου δεν θλίβομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω·</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα απ’ τον χρόνο σμίγω με τον χρόνο·</span><br />
<span style="color: #000000;">μένω της μάνας μου ο γιος·</span><br />
<span style="color: #000000;">μένω μονάχα ο Σάντσο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός που είμαι εγώ.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΥΤΟ ΜΑΤΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τότε ήταν η εποχή των Ελλήνων</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ταξίδευαν στη στεριά τα τοπία του πόντου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορειβατώντας κάτισχνοι σαν ένθεοι ερημίτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μνήμες φέροντες και φαντάσματα στις ποδιές τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπλενε κάθε μέρα στην αυλή</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ρούχα της καταστροφής</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άδειαζε στις τσουκνίδες τ’ απονέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου λίγο μετά ανάβλυζαν πομφόλυγες αίματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου ήρθε στον ύπνο της η πεθαμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντυμένη πορφύρα και στέμμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυρία, είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόρη της Άννας της Ανατολής και του αρκουδιάρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί όπου ρίχνεις της πλύσης τα νερά και τα σαπούνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρίσκεται μαζεμένο το αίμα του πνιγμού</span><br />
<span style="color: #000000;">Και των δαχτύλων του φονιά το βάθεμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγη κανέλλα με λεμόνι ή παγωμένο τσάι πότισέ με,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως τη μέρα εκείνη στην πατρίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τα μαλλιά μου έκοψες</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξεβασκάνεις τον γιο σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πυρώνοντάς τα στο καρβουνάκι του θυμιατού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με χαμόμηλο δρόσισες το χώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπένδοντας στους νεκρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούτος ο τόπος της ταφής ήρθε μαζί σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακολουθώντας το άνοιγμα της γης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρώμη, Ελλήσποντο και τώρα εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις παρυφές των ηπείρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Νύχτα, με το φεγγάρι στο σημείο του φόβου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα δόντια σφίγγοντας μαύρου κόκορα φτερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμπηξε δεκατρείς φορές το φτυάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ όνομα ιχνηλατώντας και το στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αμαλασούνθης Βασιλίσσης θύματος φθόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεθάβοντας το διάδημα πρώτα και μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον αρραβώνα του γιου της Δημητράκη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πήγε δεκαοχτώ χρονώ από</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλυτο μάτι.</span><br />
<img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-10528" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1990-ceb1cebbcf85cf84cebf-cebcceb1cf84ceb9.jpg?w=213" alt="1990 ΑΛΥΤΟ ΜΑΤΙ" width="213" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1990-ceb1cebbcf85cf84cebf-cebcceb1cf84ceb9.jpg 568w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/09/1990-ceb1cebbcf85cf84cebf-cebcceb1cf84ceb9-213x300.jpg 213w" sizes="(max-width: 213px) 100vw, 213px" /></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΚΡΙΚΟ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να κάψεις πρώτα τη βελόνα στη φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου το ατσάλι, της φωτιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πύρινο δαιμόνιο ν’ ανταμώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ ακρόνυχα μετά να τη σταυρώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στου νεκρού τον αφαλό</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι το μάτι της κλωστής να τη σταυρώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Λόγια αρχαία που δε βρίσκονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Γραμμένα σε χαρτί να ψιθυρίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι θα λάβει σχήμα εντός του η σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και θα ’ρθει ο θάνατος πολύς</span><br />
<span style="color: #000000;">Να λύσει το κορμί του</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι δε θα γυρνά γυμνός τις πόρτες να χτυπά</span><br />
<span style="color: #000000;">Λερός από τα χώματα τυφλός από τα φίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε καβάλα σ’ άλογο μαύρο θ’ αναζητά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δάση που ποτίζονται απ’ του αίματος τις στέρνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνον τ’ αχνάρια του σκυφτού νερού θ’ ακολουθά</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην όχθη σημαδεύοντας της νύχτας τα λιθάρια</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΚΡΙΚΟ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και βρέθηκε γυμνός στην ποταμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κει που παραμονεύει η Μονοβύζα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεδοντιασμένη και άχολη γριά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ε! ασυλλόγιστε, του φώναξε, που πας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον κάτω κόσμο που τραβάς με άδεια χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί δεν έχει σύνορα το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί δεν έχει ο χρόνος εξουσία</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μαύρη πέτρα σαν διαβείς</span><br />
<span style="color: #000000;">Της νοσταλγίας μοναχά το γάλα θα βυζαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάρε μαζί σου σπόρο και νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάρε τη μυρουδιά αγαπημένου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δρόμο σου να βρεις στο γυρισμό</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάρε κι απ’ το γλυκό κρασί να πιουν οι πεθαμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που θέλουνε καλόπιασμα για να σου δώσουν θώρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν τύχεις σαραντάπηχους απ’ το παλιό το γένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Πες τους θ’ ανάψω τις φωτιές νύχτα Μεγάλη Πέμπτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ανέβουνε να ζεσταθούν όπως τ’ αρχαία χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ανέβει και τ’ αγόρι μου που το ’χουν σκοτωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανήμερα που μου ’φεύγε να βάλει το στεφάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η δόλια αντάμα ετοίμαζα πικρό πιοτό και ρύζι</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντάμα το ’ντυνα γαμπρό και το νεκροφιλούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αν τύχεις μοναχά ρωμιούς διπλοπροσκυνημένους</span><br />
<span style="color: #000000;">Στείλε θλιφτή παραγγελιά να κλάψω η ρημαγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ απελπιστώ τα μαύρα μου ποτέ πως θα τα βγάλω</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πως στα μάτια μου θα δω της χελιδόνας τ’ άσπρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ανέβω κει στ’ απάτητα που ο αμάραντος φυτρώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μαζευτώ στον ίσκιο μου σαν φίδι μες στην πέτρα</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΗΓΗΣΗ ΧΩΡΙΚΟΥ</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟ ΝΕΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τις νύχτες που ο άνεμος καθαρίζει τους ήχους</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακούς ν’ αδειάζουν τα χωριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεύγουνε οι ξωθιές κι οι αρκουδιάρηδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεύγουν οι σαλεμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω τους μαγεμένα ακολουθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα παιδιά μας με το φεγγάρι στα μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αφού διαβούν τα πέτρινα γεφύρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σταυρώνοντας ψηλά τα δάχτυλά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα μέρη εκείνα φτάνουν που τα λένε</span><br />
<span style="color: #000000;">Των άσαρκων η χώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί οι γύφτοι στήνουν τις φωτιές τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με τα ντέφια τους κρατάνε τους ρυθμούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί οι μάγισσες τ ’αγόρια ξελογιάζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν του τράγου πέφτει το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυμνώνουν οι κοπέλες τα βυζιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μαλλιά τους άσεμνα τα λύνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε γεννιούνται τα παιδιά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλαφροΐσκιωτα, με την τρίχα στην πλάτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλαφροπάτητα, μην τύχει και ταράξουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δείπνο των δαιμόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν επιστρέφουν πριν απ’ την αυγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχοντας κόμπο στο μαντίλι τους δεμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μάτι του διαβόλου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πια δεν μιλούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθονται στο κατώφλι και κοιτούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους τόπους που φουσκώνουν τα ποτάμια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα λέω αυτά κι ας μην καταλαβαίνεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί εσύ ποτέ σου δεν ημέρεψες</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το βλέμμα το βλέμμα του σκύλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν γυρίζει μέσα του το αγρίμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί κι εσύ, μες στις δικές σου νύχτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς στερεύουν όλα τα κανάλια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά που δεν καταλαβαίνεις ονειρεύεσαι.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ΖΕΣΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ (1988)</strong></span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μην τους αγγίζετε αυτούς τους αγγέλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι δικοί μου κι αντί για άσπρα φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;">φοράνε μαύρες σημαίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεθυσμένοι ερωτεύονται και μες στο μυαλό τους</span><br />
<span style="color: #000000;">έχουν χιλιάδες αποσυνδεμένα καλώδια</span><br />
<span style="color: #000000;">από χιλιάδες λοβοτομές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίζουν τα δικά τους παιχνίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">με γυάλινες χάντρες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεκούρδιστες χορδές·</span><br />
<span style="color: #000000;">βγάζουν τη γλώσσα τους σαν τα παιδιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">κουνάνε πάνω κάτω τα χέρια τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">ενθουσιάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάνουν «τζα»</span><br />
<span style="color: #000000;">πίσω απ’ τους στύλους του ηλεκτρικού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σε λάμψεις θανάτου αγαπιούνται τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;">στα κοιμητήρια της θαμπής τους ζωής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην τους αγγίζετε τους δικούς μου αγγέλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πονάνε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΛΟΥΖ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η θλίψη της νύχτας,</span><br />
<span style="color: #000000;">η ερημιά</span><br />
<span style="color: #000000;">των κατάφωτων δρόμων,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς βαδίζεις ανώδυνος</span><br />
<span style="color: #000000;">με το τσιγάρο στα χείλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις γροθιές σφιγμένες στις τσέπες,</span><br />
<span style="color: #000000;">μια και δεν έχεις πού να τις τινάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μάλλον έχεις, μα δεν τολμάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχισμένα βλέμματα</span><br />
<span style="color: #000000;">έρπουν στο σώμα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">κουρελιασμένες αισθήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ανιχνεύουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγωνιάς να ξεφύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ακίνητος,</span><br />
<span style="color: #000000;">φυλλομετρώντας ξανά και ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;">τα γερασμένα σου παραμύθια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνεσαι ο λύκος</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κρεβάτι της γιαγιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο δράκος που καταβροχθίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">τα κορίτσια του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγκάθι γίνεσαι στην καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">της πεντάμορφης,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κακομούτσουνος παλιάτσος</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αυλή του βασιλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι εκείνο το τραγούδι,</span><br />
<span style="color: #000000;">απέραντη περιπλάνηση μπλουζ μοναξιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">με την πνιγμένη φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;">της μεγάλης Μάμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;">ξασπρισμένη στα δόντια,</span><br />
<span style="color: #000000;">νυν και αεί προσευχή των ανώνυμων·</span><br />
<span style="color: #000000;">οι βελονιές του σαξοφώνου</span><br />
<span style="color: #000000;">στις χαλαρές ραφές του εγκεφάλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;">που σε ταξίδεψαν σε τοπία δυσβάσταχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα ταξιδέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΦΟΡΒΑΛΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τη γυναίκα την έλεγαν Φορβάλη</span><br />
<span style="color: #000000;">και ήταν όντως περίτεχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγαπούσε παράφορα</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σημασία των λέξεων</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα μικρά εκείνα χωνάκια</span><br />
<span style="color: #000000;">που επιμένουν να πάλλονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στις παρυφές των αμμολόφων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η διαρκής υγρασία της θάλασσας</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τα πέλματά της,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς και η διαφάνεια των μύθων της</span><br />
<span style="color: #000000;">της επέτρεπαν να κινείται νοσταλγικά</span><br />
<span style="color: #000000;">στα θεωρεία και στους διαδρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">των πάλαι ποτέ ενδόξων θεάτρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανένα παρόν δεν έκαιγε στα στήθη της,</span><br />
<span style="color: #000000;">κανένας θεσμός δεν διαπερνούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">το φάσμα των δακρυγόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταξίδευε ανελλιπώς κάθε πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">στις γειτονιές των φτωχών</span><br />
<span style="color: #000000;">και θαύμαζε τα ασπρόρουχα</span><br />
<span style="color: #000000;">που στέγνωναν στους εξώστες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μεσημέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">επέστρεφε για να λουστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">στο αίμα των υπερχιλίων εραστών</span><br />
<span style="color: #000000;">που σφάζονταν μπρος στην εξώπορτά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το βραδάκι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακολουθώντας τους χάρτες της,</span><br />
<span style="color: #000000;">έφτανε στις σκηνές των στρατηγών,</span><br />
<span style="color: #000000;">παίρνοντας πάλι τη θέση της</span><br />
<span style="color: #000000;">στη σκακιέρα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθομαι και κοιτάζω τα πουλιά μέσα στο σπίτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μίζερα πουλιά, κακοφτιαγμένα είναι,</span><br />
<span style="color: #000000;">αταξινόμητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε πετάνε ούτε τραγουδάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε τσιμπολογάνε με τα ράμφη τους</span><br />
<span style="color: #000000;">τις αισθήσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκονται ασάλευτα πάνω στις ράγες του τραίνου</span><br />
<span style="color: #000000;">που περνά τακτικά από δω·</span><br />
<span style="color: #000000;">ασάλευτα και τα μάτια τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">στυλωμένα στο ίδιο σημείο.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Περιμένουν το τραίνο, μου λέει ο σταθμάρχης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα κάνουν ένα ταξιδάκι αναψυχής στην ενδοχώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τραίνο περιμένω κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">–Γι’ αυτό εξάλλου κι οι βαλίτσες πλάι στα πόδια μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι εκείνο της ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα πολλά βαγόνια και τις ανέσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα αυτό των μία παρά τέταρτο</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχει καθυστέρηση στα σύνορα</span><br />
<span style="color: #000000;">και θα &#8216;ρθει χαράματα όπως συνήθως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι να φτάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">καθόμαστε όλοι εδώ μέσα στο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να μιλάμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να καπνίζουμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να λύνουμε σταυρόλεξα ή γόρδιους κόμπους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στοιχειώνουμε μόνο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΨΟΓΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Τσιγάρο πρώτο</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα θα ζήσεις μονάχος</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτό το χέρσο δωμάτιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς κουρτίνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς μπαλόνια φουσκωμένα με ανάσα ή με ήλιον,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς ινδάλματα κρεμασμένα απ’ την οροφή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτό το δωμάτιο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">με φτερουγίσματα απολιθωμένων πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ερωτικές περιπτύξεις φαντάσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με την τεράστια σκιά του καρφιού</span><br />
<span style="color: #000000;">που παλινδρομεί σπασμωδικά στο μέτωπό σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">στάζοντας άχρωμο αίμα σε κάθε του έξοδο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κερνώντας στον εαυτό σου παγωμένη αδράνεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατεψυγμένα χρώματα, κομμάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">σκόνης που χούφτα χούφτα συσσώρευες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι στο παράθυρο η διάτρητη νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το τρίξιμο του ξεραμένου φεγγαριού στη συστολή του,</span><br />
<span style="color: #000000;">το μολυσμένο δέντρο της αυλής</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα σφαγμένα δάχτυλα στα κλαδιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόκοσμος φόβος θα συγκλονίζει τα μάτια σου.</span><br />
<strong><span style="color: #000000;">Τσιγάρο δεύτερο</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα θα ζήσεις εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτάζοντας γύρω γύρω τη λάμπα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα περιττώματα των εντόμων στο γυαλί,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στο σώμα σου τα περιττώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">της νοσταλγίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον καθρέφτη κοιτάζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σφιγμένη σου μάσκα να χάσκει</span><br />
<span style="color: #000000;">στο γεμάτο μαύρο κενό·</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">αναπαράσταση απέραντου κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">που με ρυθμούς αλυσίδες σε καταδίωκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θ’ ακούς την καρδιά σου να πάλλεται</span><br />
<span style="color: #000000;">στις τεντωμένες σου φλέβες,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς κουβέντες εκρήξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σπρώχνονται μέσα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα πιέζουν ν’ ανοίξουν το στήθος σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεχυθούν, στα κρανία να τελειώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">των πεθαμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι, κανείς δεν θα’ ναι απέναντί σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα το σάβανο φως θα λύνει το βλέμμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">ή θα τυλίγει προσεχτικά το μυαλό σου</span><br />
<span style="color: #000000;">στο καλό του κοστούμι.</span><br />
<strong><span style="color: #000000;">Τσιγάρο τρίτο</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα εδώ θα περιμένεις τους διώκτες σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραδομένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">άφωνος στον λαιμό θα καρφώνεις τα νύχια σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">άφωνος όπως πάντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάσαι εκείνα τα είδωλα βράδια</span><br />
<span style="color: #000000;">που τσάκιζες τη γλώσσα σου στα δόντια</span><br />
<span style="color: #000000;">μη σου ξεφύγει ο μεθυσμένος άγγελος</span><br />
<span style="color: #000000;">που παραμόνευε στο στόμα σου γυμνός;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ομίχλη μες στην ομίχλη, κενό μες στο κενό·</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς οινόπνευμα, χωρίς τσιγάρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς τα νέγρικα μπλουζ που σε φαρμάκωναν·</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον βολβό να φωσφορίζει πλάι στην πόρτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με την αλλόκοτη κραυγή του φεγγαριού</span><br />
<span style="color: #000000;">στο καινούριο του γέμισμα.</span><br />
<strong><span style="color: #000000;">Τσιγάρο τέταρτο</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα εδώ θα ηλεκτρίζεις τα νεύρα σου·</span><br />
<span style="color: #000000;">ρημαγμένες εικόνες τρελών,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκαμμένα μάγουλα θα διώχνουν τον νου σου.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Θα εγκαταλείπεσαι σε σταθμούς δίχως σήμερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">αραχνιασμένα βαγόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">κλειδούχους αγάλματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζεύοντας κάθε τόσο στα δίχτυα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">το σύντριμμα των γιορτών,</span><br />
<span style="color: #000000;">λάσπη μέσα στη λάσπη τη μνήμη σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα κλαις το γέλιο που ποτέ σου δεν γέλασες</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κροτάλισμα των χτικιασμένων χεριών σου·</span><br />
<span style="color: #000000;">θ’ αγγίζεις το αίμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζεύοντας γύρω σου σημαδεμένους τοίχους,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκίζοντας με τα χείλη σου την ίδια πάντοτε φράση:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνον η νύχτα ξέρει γιατί δεν αντέξαμε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μες στο μυαλό μου σε γδύνω ξανά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς χυδαίες κινήσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς χαμηλούς φωτισμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάνω απ’ όλα:</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι εντελώς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφήνω απείραχτο στη θέση του το δέρμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">να παίρνει χρώμα η φαντασίωση</span><br />
<span style="color: #000000;">–εκείνους τους ιριδισμούς εννοώ</span><br />
<span style="color: #000000;">που ανατριχιάζει καθώς αγαπιέσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαστε στην μπανιέρα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">–όχι στην καθημερινή,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άλλη–</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα χρυσά λιονταράκια στα ρουμπινέτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τ’ αλαβάστρινα φεγγάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">του γέλιου σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλιστρούν τα χείλη σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">γλιστρούν τα μάτια σου στο νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">γλιστράς ολόκληρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αρέσει έτσι·</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη σαμπάνια στον πάγο,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους αφρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκεπάζουν τα πόδια σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ξανθά σου μαλλιά να μυρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">μεσκαλίνη και έρωτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αρέσει εδώ·</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους περίτεχνους καθρέφτες</span><br />
<span style="color: #000000;">των φόβων σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις πετσέτες</span><br />
<span style="color: #000000;">που στεγνώνουν τον πόθο,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα φτερά σου που ξεκουράζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στην κρεμάστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζεστά είναι,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρυφερά και διάχυτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">εύπλαστα όλα για τα παιχνίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">των αισθήσεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να φύγω όμως,</span><br />
<span style="color: #000000;">το τελευταίο λεωφορείο φτάνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοντεύουν μεσάνυχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την άλλη φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">θα φροντίσω να είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">στη στάση νωρίς·</span><br />
<span style="color: #000000;">να προλάβουμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα απ’ τα σώματα, ν’ απολαύσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">και κανένα τσιγάρο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τα δικά σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ αμερικάνικα,</span><br />
<span style="color: #000000;">γλυκιά μου Μαίρυλιν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΣΤΕΡΑ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τακούνια της ρυθμοί λαμπεροί</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάλαφρα χόρευαν στο λιθόστρωτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη σιωπή του</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιο ψηλά οι γοφοί της</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαλακά θροΐζοντας στο μετάξι</span><br />
<span style="color: #000000;">Αδειάζοντας πίσω της παρενθέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βλέμμα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόμεινε εκεί φιγούρα μοναχική</span><br />
<span style="color: #000000;">Λεπτομέρεια αυτός</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ την πινακίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Του ορίου ταχύτητας</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Φορτηγό θιάσου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά του σταμάτησε</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι θεατρίνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην επαρχία</span><br />
<span style="color: #000000;">Οθέλλο θα έπαιζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Πήγε μαζί τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταμφιέστηκε</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Τα χέρια του τέντωσε στο κενό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα έσφιξε</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο λαιμός της</span><br />
<span style="color: #000000;">Τσακίστηκε στα μπράτσα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Σωριάστηκε νεκρή στη σκηνή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η λάμψη των τακουνιών μαζί της χανόταν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόπους λευκούς ορίζοντας στο κορμί του</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός εκεί διπλωμένη σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάτι υπόλειμμα μηρυκάζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ελάχιστο φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ την πινακίδα του τέλους</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορίου ταχύτητας</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙ ΓΥΡΙΖΕΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πήρε την παρτιτούρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ψαλίδισε τις νότες μία-μία</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον αέρα τις φύσηξε</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάζεψε όσες πρόφτασε αιωρούμενες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τις ξανακόλλησε στην τύχη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα κάθισε στο πιάνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δάχτυλά του ξεβίδωσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θέση τους προσάρμοσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρνητικών ρολά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξανθές φωτογραφίες, μνήμες ξανθές</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη ματιά του βαθαίνοντας στον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξανθιά την εικόνα της σε φόρεμα αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη χτύπησε με δύναμη στα πλήχτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ήχο της άκουσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σελλυλόιντ</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τσαλακώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις διέσεις</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να τη λοιπόν η γενέθλια πόλη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναδύεται πολύκλαδο μάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ την υγρή πορσελάνη της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι πύλες της</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορθώνονται στο άπειρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανεξερεύνητα σχήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη συμμετρία του χώρου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τη λοιπόν</span><br />
<span style="color: #000000;">Εικόνα διάφανη και μετέωρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρυφερό ρωγοβύζι, τροφός</span><br />
<span style="color: #000000;">Του μετέωρου βρέφους</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι νύφες της</span><br />
<span style="color: #000000;">Ματώνουν τα φυλλώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τολμηρά οδηγούν τη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα πυρωμένα τους σκέλη</span><br />
<span style="color: #000000;">ΟΜ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Άνοιξε τις παλάμες σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να φωλιάσει ο αετός</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι θυρεοί πέτρωσαν στις αψίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν τους αγγίξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ΟΜ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε καμιά φυλακή δεν μπορείς</span><br />
<span style="color: #000000;">Να εξοντώσεις το λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αναβλύζει απ’ τις αρχαίες πηγές</span><br />
<span style="color: #000000;">Δέξου στα χείλη σου τα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ρυθμό του φιλιού της παρθένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μυστικό τραγούδι του κόλπου της</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς κοιτάζω το πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Το καθαρό δέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της γυναίκας που λάτρεψαν οι επίγονοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Νιώθω στο στήθος μου να φυλλορροεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τέλειο άνθος</span><br />
<span style="color: #000000;">Απογυμνώνομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ουρά του κομήτη φλογίζει τη μνήμη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρένθεση ερωτική</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην τροχιά που διαγράφει ο χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπέρτατο πλάσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον αφαλό σου συγκλίνουν οι μύθοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αναζητούσαν αιώνες τη λάμψη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να λάμψουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Η καυτή ανάσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πληγιάζει τον ώμο μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδού η ένωση</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο οργασμός του κενού</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι νέοι κόκκοι γεννιούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν τραβηχτώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η απόσταση μένει ασάλευτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρίσκονται όλα τόσο κοντά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αγκαλιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγαίνω έξω απ’ το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρίχνοντας βλέμματα κλεφτά</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις παραδόσεις σου</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΖΕΣΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στην Κατερίνα Γώγου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να τη φοβάστε την πανσέληνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;">και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να προσεύχεστε</span><br />
<span style="color: #000000;">και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">κρεμασμένο στο στήθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί έξω</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε πανσέληνο</span><br />
<span style="color: #000000;">κυκλοφορούν οι ποιητές</span><br />
<span style="color: #000000;">ίδιοι λυκάνθρωποι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατασπαράζοντας τα ήθη</span><br />
<span style="color: #000000;">των αθώων,</span><br />
<span style="color: #000000;">διψώντας για το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">των ανύποπτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">καλώντας με ουρλιαχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">το Αρχαίο Νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα’ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να φοβάστε την πανσέληνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις γωνιές παραμονεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα επικίνδυνα όνειρα.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΜΟΥΒΙΟΛΑ (1986)</span></strong></h2>
<p><strong><span style="color: #000000;">XII</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Το βέλο σκέπαζε το πρόσωπό της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μαύρα της γάντια</span><br />
<span style="color: #000000;">κεντημένα με στρας</span><br />
<span style="color: #000000;">έφταναν ως τους αγκώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μαύρες της κάλτσες</span><br />
<span style="color: #000000;">δίπλωναν ψηλά στους μηρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το υπόλοιπο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτιζόταν γυμνό</span><br />
<span style="color: #000000;">από τους προβολείς των περιπόλων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν η γυναίκα νεκρολούλουδο</span><br />
<span style="color: #000000;">που άνθιζε στο κέντρο της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;">τις νύχτες που οι μόνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">μεθυσμένοι τη γύρευαν.</span><br />
<strong><span style="color: #000000;">XVIII</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν ένα τραγούδι χωρίς ρεφρέν μμμ! μπορεί και χωρίς λόγια ο δίσκος γύριζε στο πικ-απ ώρες ολόκληρες ο σαλτιμπάγκος χοροπηδούσε από τραπέζι σε τραπέζι ήταν γιορτή ναι δεν θυμόταν καλά πάει καιρός ένα τραγούδι παράξενο με φωτιές ο λόφος με τ’ ακατάστατα δέντρα με τους ανέμους πνιγμένο σε ιδιοφυείς συζητήσεις και ακριβά αυτοκίνητα ασθενοφόρα σε σταθερές διαδρομές μια πιστολιά μετά τίποτε ο δίσκος γύριζε στο πικάπ δεν θυμόταν καλά ένας Ασιάτης στις ράγες του τραίνου αποκεφαλισμένος από τα φτυάρια των εργατών είχε πανιάσει προσπαθούσε αγωνιζόταν ν’ αγγίξει την ατμόσφαιρα δεν τα κατάφερνε οι νεκροί βγάζαν τη γλώσσα τους σίγουρα ήταν γιορτή έτρεχε να προλάβει με τη γαλάζια έξωμη τουαλέτα γύριζαν όλα κάποιος τη φίλησε εκεί λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί καιγόταν ο καβαλάρης των άστρων με τ’ ασημένια σιρίτια μετά οι φωνές απ’ τους δρόμους και οι κρότοι τα παιδιά στους δρόμους τα παιδιά με συνθήματα δίχως τίποτε άλλο με τις μαύρες σημαίες ο δίσκος γύριζε στο πικάπ έφιπποι χωροφύλακες στους δρόμους κάτι που πήγαινε ν’ αλλάξει τα όνειρα τους ήξερε αυτούς που δεν έκαναν όνειρα τους φοβόταν ένα τραγούδι που έφτανε τώρα κομματιασμένο ο χορός το κονιάκ όλα γύριζαν ο σαλτιμπάγκος κρεμασμένος στον πολυέλαιο δείχνοντας την πληγιασμένη του γλώσσα οι άδειες του κόγχες έχασκαν φωλιές μοναξιάς τα παιδιά πεσμένα στην άσφαλτο ματωμένα υφάσματα κάτι που δεν άλλαξε δεν θυμόταν καλά αλαφιασμένη έτρεχε με τις γόβες στο χέρι να προλάβει κάποιοι την άρπαξαν την έσυραν στους δια-δρόμους σε ασφυκτικούς ατέλειωτους διαδρόμους οι άλλοι διασκέδαζαν ανύποπτοι ήταν γιορτή πάει καιρός και ήταν νύχτα οι άλλοι γελούσαν ανύποπτοι τους φοβόταν τους άλλους τους ήξερε μετά η ένεση η αηδία και ο τρόμος του κόσμου μετά τίποτε ένας ακόμη χορός το τραγούδι που δεν τελείωνε είχε ιδρώσει δεν θυμόταν καλά ο θόρυβος του απόλυτου η παρουσία της ζωής πίσω από τις κουρτίνες η αγωνία του επερχόμενου η αγωνία της ζωής το τραγούδι που τα ήθελε όλα η αγωνία προσπαθούσε αγωνιζόταν να θυμηθεί οι φωτιές στις πλατείες κάποιος τη φίλησε εκεί στο λακκάκι του λαιμού κάποιος τον ήξερε τότε πεσμένος μπρούμυτα στη σάλα του χορού πεσμένος μπρούμυτα στο λιθόστρωτο με τη σημαία πάνω του να τον σκεπάζει αυτοί οι άλλοι τους ήξερε με τα πηλίκια της εξουσίας να τον πατάνε τους ήξερε τους φοβόταν η νοσοκόμα που αποστείρωνε τη σύριγγα το τραγούδι που δυνάμωνε σπάζοντας τα ποτήρια της σαμπάνιας σπάζοντας τις δικλείδες ασφαλείας που δυνάμωνε που δυνάμωνε τον καυτό αέρα της παράκρουσης κυριαρχούσε στον θάνατο κυριαρχούσε σπάζοντας τον θάνατο κυριαρχούσε ναι δεν θυμόταν καλά το τραγούδι η κραυγή της στις τσίγκινες πλάκες των θερμοκρασιών σείοντας τα θεμέλια των ψυχιατρείων</span><br />
<strong><span style="color: #000000;">XX</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">Η εικόνα αντήχησε στα μάτια της</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς η αρτηρία ξεσπούσε ανοιγμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξημέρωνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο πρωινός αέρας αναπτέρωνε</span><br />
<span style="color: #000000;">το ματωμένο γέλιο της ήβης της.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>…ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΛΟΦΑΡΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (1984)</strong></span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΡΥΘΜΙΚΟ ΠΑΡΤΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα προκάτ όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη μονοχρωμία των επιτάφιων αισθημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ξεχασμένα κελιά του Στανχάϊμ</span><br />
<span style="color: #000000;">με την αιωρούμενη καρδιά της αντίστασης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μυστική ιστορία που γράφεται</span><br />
<span style="color: #000000;">στη δυσοσμία των επιτηρούμενων δρόμων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ελευθερία, Ελευθερία,,</span><br />
<span style="color: #000000;">απέραντο χάσμα ανάμεσά μας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ 5ΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ που είμαι θα μείνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ζωγραφίσω την ευτυχία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα ζευγάρι κάλτσες</span><br />
<span style="color: #000000;">Την άγια οικογένεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στην κλείδωση και στον καρπό</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισός πλαστικό μισός βαμβάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαρκώς εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα κατάλοιπα των ονείρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέσσερις εποχές βουτηγμένες στη λάσπη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στο τρία και στο επτά</span><br />
<span style="color: #000000;">Να θυμάμαι τα παραγγέλματα των βολών</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στην κάννη και στον στόχο</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κρατώ με ασφάλεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα στολίδια της τέχνης</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γλυκό φτάρνισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της συναχωμένης γενιάς μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαρκώς, διαρκώς</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισός δέντρο, μισός αναψυκτικό</span><br />
<span style="color: #000000;">Με την ωραία κοιμωμένη στο πλάι μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη σύντομη λάμψη του οργασμού της</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στον ενεστώτα και στον αόριστο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ απορρίπτω την αθανασία της αλήθειας</span><br />
<span style="color: #000000;">Να θλίβομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Με την ειρήνη του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στο γιατί και στο διότι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ απλώνω το χέρι ζητιανεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ιερά μυστικά σας</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισός λεπτοδείχτης, μισός καλώδιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εν τέλει θα μείνω εδώ ευλογώντας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς άλλοι πληρώνουν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απόψε δεν θα κυνηγήσω τους ανθρώπους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε θα σημαδέψω με το δάχτυλο τα πουλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόψε θα μπω στο ασημένιο δωμάτιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίνω και σκοντάφτω στο φως. Ευαγγελίζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">τους κρεμαστούς κήπους του Ιουλίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλύφοντας πού και πού σε ξεραμένα φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">το μυαλό μου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΙ ΟΙ ΗΜΙΚΡΑΝΙΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Παραγγέλνει καφέ κι ανάβει τσιγάρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φυσά τον καπνό χαμηλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεθοδικά ξεπαστρεύει τον λυρισμό της</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη θέση του φυτρώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρά τρωκτικά που ροκανίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τις φυγές της. Ξετυλίγει τα σύρματα</span><br />
<span style="color: #000000;">που συγκρατούν το μυαλό της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσπαθεί να μου πει</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι όλα μεγαλώνουν γύρω της,</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα ανεβαίνουν, σχηματίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">αλαφιασμένα τοπία, καταστρέφονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξαναφορά τα μάτια της –ανάποδα μάλλον–,</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνεται στριφογυρίζοντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">αγκαλιάζοντας αποφασιστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">τους μύθους των νευρικών της εραστών.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΟ ΧΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο στόμα της πληγωμένης μέδουσας</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ροή του θανάτου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η στάχτη των θριάμβων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η υποψία της παρακμής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η γαλήνη των κίτρινων φύλλων</span><br />
<span style="color: #000000;">Θρυμματισμένη στο πεζοδρόμιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ, που δεν θα καταλάβεις ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί επιμένω να ρίχνω κέρματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο ηλεκτρόφωνο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μ&#8217; ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΡΜΟΝΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">μπαινοβγαίνουν πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι παλιές σου αγάπες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν μπορούσα θα τα έπνιγα μ’ ένα ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">χώμα και άχυρα, να χτίζουν στις μασχάλες σου</span><br />
<span style="color: #000000;">τις φωλιές τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βράδυ δαγκώνεις πάλι τον ύπνο μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε συμβαίνει τίποτε, μόνο που τα όνειρα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">κυκλοφορούν με σημάδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πως και γιατί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φορώ μαύρα ρούχα και πλησιάζω</span><br />
<span style="color: #000000;">το τραπέζι με τα ποτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε θέλω να μπλέξω</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους θορύβους του χορού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε θέλω να παίξω</span><br />
<span style="color: #000000;">με οξειδωμένους ανθρώπους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προ πάντων δεν θέλω να λες</span><br />
<span style="color: #000000;">πως είμαι ένα μουντό</span><br />
<span style="color: #000000;">και μίζερο απόγευμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω απλά ν’ ακουμπήσω στα χέρια σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεκουράσω τα τσακισμένα μου μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει κάποτε να σου πω την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τοπίο που υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τη γλώσσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">σιγά &#8211; σιγά ισοπεδώνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">γίνεται ευθεία γραμμή,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε λίγο καιρό θάχει περάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγά &#8211; σιγά χάνω τον έλεγχο των χρωμάτων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΟΥΘΕΝΩΤΙΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και κάποια στιγμή, όταν τελειώνουν τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν έχεις πια πού να χτυπήσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτάς στον καθρέφτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανακαλύπτεις τότε για πρώτη φορά,</span><br />
<span style="color: #000000;">την κόκκινη τρύπα στο μέτωπό σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">το υγρό που ρέει και σου λούζει το πρόσωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πετάς το μαχαίρι απ’ το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αποφασίζεις να μη μιλήσεις ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;">με τετράγωνες λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγκαλιάζεις τρυφερά την αγωνία σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιμάσαι μαζί της.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μ&#8217; ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πλησιάζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Με όμοιες λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Με όμοιες φράσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλησιάζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανακαλώ τον εφιάλτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον πυρετό</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αλήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ισχυρή δροσιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραμορφώνεις αυτό που υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν όγκος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπου στο βάθος της θυρίδας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ξεκλειδώνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μετατρέπεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ εξάνθημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ομόλογο απεγνωσμένης γραφής</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ξεπουλάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αντάλλαγμα ένα τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τεμαχισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε δεκάδες παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοναχικό</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατακόκκινο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα όραμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που σφαδάζει ανάμεσα στα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας κλοιός είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που χαλαρώνει σιγά-σιγά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αφήνει τη μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ηχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν παράξενος τρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ αφτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλησιάζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ανακαλώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ όνομά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Βουτηγμένο στο οινόπνευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Καρφιτσωμένο στον τοίχο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια χορδή είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακίνητη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είμαι αιχμή</span><br />
<span style="color: #000000;">Η σταθερή συχνότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των αναφιλητών</span><br />
<span style="color: #000000;">Πυροδοτώ το μυαλό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανατινάζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτω σε φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Απροσδιόριστου χρώματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Απροσδιόριστης εποχής</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναζητώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα τέχνασμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα μηχανισμό για να συλλέγω</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε φορά τις παρενθέσεις σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς να φωνάζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Βοήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς να πληρώνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αισθητική του κενού</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξαναγεννιέται</span><br />
<span style="color: #000000;">Με εικόνες λευκές</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γυάλινες φούγκες</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χάσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοίγει τρυφερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας καινούργιος θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήρεμο κλάμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι οι μέρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μήνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσες ταχύτητες που αλλάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ κυλάω</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αφύλακτους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρασέρνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Προφητείες και ωροσκόπια</span><br />
<span style="color: #000000;">Αβεβαιότητα είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είμαι η αμηχανία</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιας ξαφνικής φωτογραφίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ικετεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε ο απρόσμενος ξένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μπαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς να χτυπήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε ο ρυθμός</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός ακόμη χαμένου ποιήματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε η πράξη της λέξης</span><br />
<span style="color: #000000;">Δραπετεύω</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Α’</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαι ήδη εκεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν φτάσεις θα έχω θάψει</span><br />
<span style="color: #000000;">τις φλογισμένες μου λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα βρεις μονάχα τα καμένα μου δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">σκεπασμένα με κίτρινα χόρτα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Β’</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι ούτε καν σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αγγίξατε τις ανοιχτές πληγές του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε καν σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν καταλάβατε</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόση βροχή και πόση δίψα κρύβει ένα ποίημα.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΥΛΥΓΙΣΤΟ ΠΕΛΜΑ (1983)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα Σεμνά Οδοφράγματα Υποχωρούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρασέρνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Θέαμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Την Άποψη</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Τραγικά Ερωτευμένων Ποιητών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Μαύρα Γυαλιά Των Τεχνικών Της Αναμόρφωσης</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατοπτρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Καθημερινό Κακοφόρμισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Ήδη Πυόδικων Πληγών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Ανοίχτηκαν Στα Ξενύχτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Στα Βλέμματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Ρομαντικών Αφισοκολλήσεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκονισμένα Αντίγραφα Πινάκων</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Κεφάλι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Στήθος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μέση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Μπούτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Σκέψη Τού Κόμματος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΡΑΝΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα Απογεύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Όμορφα Κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίρνουν Το Χρώμα Της Ικεσίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαμηλώνουν Το Βλέμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Επαναλαμβάνονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω Απ’ Την Μπλούζα Τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Αληθινή Μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;">Υφαίνεται Στερεοφωνικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Ανεβοκατεβαίνει Καρφώνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Πλήρη Και Συμπαγή Ηρεμία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Απογεύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Όμορφα Κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνούν Διαδήματα Στα Μαλλιά Τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Είδωλα Των Σκέψεων</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Του Ακαριαίου Θανάτου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη Λαχτάρα Τους Για Μωσαϊκά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Παραστάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Τις Συμβολικές Όψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιας Τρυφερής Πρωτοτυπίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά Τινάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Τελευταία Φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ Τους Ώμους Τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Ολοκληρώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Ωραιότερα Πορτρέτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα Στην Πόλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Όταν Η Μπάντα Ασελγεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Υστερικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Ιστορικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Δαγκώνοντας Την Κοιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Τα Στήθια</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Λιλή Μαρλέν</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναπολούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Μελλοθάνατες Φράσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Εκατό Χιλιάδων Εραστών</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Πεζοδρόμια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Στα Υπαίθρια Ζαχαροπλαστεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Απογεύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Όμορφα Κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ονειρεύονται Τρέμοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον Ανοιχτό Πόνο Της Ενδοχώρας·</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Λιγοθυμούν Στη Θέα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Στιγμιαίων Πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Πετούν Μπρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Παράθυρά Τους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αργά Το Απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Μαλλιά Μου Θ’ Ανθίσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Γραφίτη Κι Ακουαρέλες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Οι Σφαίρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Λαμπρά Ονόματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυριακάτικα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ Ακουμπήσουν Την Πλάτη Τους Στον Τοίχο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Θα Στρίψουν Τσιγάρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Ο Άγιος Τρελός</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σκύψει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευλαβικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην Ελευθερία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΤΟΠΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΝΕΑΝΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Άλλη Άποψη Είναι Πως Ξεπήδησες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν Αλεξίπτωτο Και Σαν Αστερισμός</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα Από Τους Νόμους Και Τα Δρώμενα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυμνή Η Τρέλα Σου Κι Η Φαντασία Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανακύκλωση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολύμορφη Η Κάθοδος Στις Πτυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">Του Κορμιού Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Η Ελευθερία Μου Αντίστροφη Μέτρηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Για Την Έκρηξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Πρώτη Παρουσία Σκουλαρίκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ Αυτάκι Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Η Δικιά Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια Στάλα Αίμα Να Υγραίνει Το Σύνολο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Κατά Συνθήκη Ψεύδη Είναι Πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Ανοίγουν Και Κλείνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Κουρτίνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Μεταφέρουν Το Βλέμμα Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σουγιαδιασμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους Τοίχους Και Στα Νούμερα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Δολοφόνος Της Πεταλούδας</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξαλείφει Τα Ίχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Εραστής Των Συνθημάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Τουαλέτας</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναλύει Τα Όπλα Του Πρίαπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Νεκροθάφτης</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνά Τη Μαργαρίτα Του Σαρλώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην Μπουτονιέρα Του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Κατά Συνθήκη Ψεύδη Είναι Καθρέφτης·</span><br />
<span style="color: #000000;">Κομμάτια Από Χαμόγελο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Μισό Πρόσωπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπασμένα Πλήκτρα, Διέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Άλλο Μισό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήλα Διογκωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Λεπτό Διάφανο Δέρμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Ξέφρενο Ροκ Εν Ρολλ</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύο Μετά Τα Μεσάνυχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Φάσμα Της Παρακμής Διακοσμεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χωρικά Μου Ύδατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προχωρώ Σαν Ανάβει Το Πράσινο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι Κι Αν Σώσω Θα Ξαναχαθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Νύχτα Είναι Συνεισφορά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Αντικείμενο Καταμέτρησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Μοναξιάς Και Της</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοναχικότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαύρη Κόρα Ψωμιού Κομμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Τέσσερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαύρες Κόρες Ματιών Κομμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Τέσσερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω Από Χοντρούς Φακούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκελετούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Το Γέλιο Της Υστερίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Το Ποδαράκι Του Πιθήκου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρεμασμένο Στον Λαιμό</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Γαλάζια Μεταξωτή Κορδέλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Θέαμα Και Η Άσκηση Και Η Ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Άσκησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Όσα Τέλος Πάντων Συνθέτουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Σημαινόμενο Των Συναγερμών</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Όλα Τ’ Άλλα Που Προσδιορίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Άγνοια Της Λέξης</span><br />
<span style="color: #000000;">«Εξομολόγηση».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Νύχτα Είναι Πυροδότηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Του Ερωτισμού Της Patti Smith</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Κάτι Ακόμα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Η Λειτουργία</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Αυτόματης Κούκλας:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Μα-Μά», «Μα-Μά», «Μα-Μά»</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύο Μετά Τα Μεσάνυχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι Γλουτοί Της Monroe,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ζέστη Της Γραφομηχανής,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μεμβράνη Των Νυχιών Μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Εκπομπή Της Αγωνίας Σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Λεηλασία Της Αντίστασής Μου:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Μα-Μά», «Μα-Μά», «Μα-Μά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μία Άποψη Είναι Πως Ξεκίνησες</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Τελετή Της Αποκαθήλωσης</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Χαμηλό Φωτισμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίνοντας Στο Πλάνο Από Αριστερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντυμένη Άσπρο Φανελάκι Κοντομάνικο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παντελόνι Μπλουτζίν Και Νούμερο 36</span><br />
<span style="color: #000000;">Αθλητικά Παπούτσια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοντρ-Πλονζέ Και Υποχωρώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανακαλύπτω Πλέον</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη Διαλεκτική Της Ευθραυστότητάς Σου</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΒΡΕΧΕΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακούω Τον Ρόγχο Σου Καθώς Ξημερώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ Ακούω</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε Ακούω</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαστέλλεσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζωγραφίζεις Στο Δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη Σκιά Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυρισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε Σωρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρωκτικών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγγίζω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί Άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον Αφαλό Σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Μισάνοιχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέλη Σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χίλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κενά Στο Κορμί Σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλύφω</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις Άκρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Δαχτύλων Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσα Πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνέλαβες</span><br />
<span style="color: #000000;">Χθες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε Αγγίζω Καθώς Ξημερώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσπαθώ Να Σ’ Ακούσω.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε Κοιτώ Καθώς Συμμαζεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Πράγματά Σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Βιβλία Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Λεφτά Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Πρωτομαγιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια Απ’ Αυτές Τις Μέρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σε Μαδήσω.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν Ο Χριστός Πούσβησε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Τσιγάρο Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Κατακάθι Του Καφέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Ύστερα Σήκωσε Το Χέρι Του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανένας Δε Μίλησε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Επανάσταση Είχε Αρχίσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα Βράδια Στο Καφενείο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκαλώνεις Κάπου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χαμάλικα Μάτια Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Αρχίζεις Να Λες</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κορίτσι Που Παίζει Φλάουτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κορίτσι Που Παίζει Κουτσό</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κορίτσι Που Κεντάει Την Προίκα Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κορίτσι Που Μαζεύει Γραμματόσημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κορίτσι Που Κρύβεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Η Αγάπη Μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήμερα Όμως Μέρα Τετάρτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε Φάνηκες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως Γιατί Έχει Μπάλα Η Τηλεόραση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΠΕΜΠΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω Απ’ Τις Σωρούς Της Ευθανασίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ανδαλουσιάνος Σκύλος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζεύει Τη Φωνή Του Μαζεύει Τη Σιωπή Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζεύει Ότι Απόμεινε Απ’ Το Τελευταίο Του Γεύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα Κατεβάζει Τα Βλέφαρά Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Αποκοιμιέται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ονειρεύεται Την Υγρασία Του Σεπτέμβρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε Που Κράταγε Στα Δόντια Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Αρτηρίες Της.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το Μήνα Ιούνιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Ξανάρθεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Περίπου Ζωγραφιστή</span><br />
<span style="color: #000000;">Περίπου Ερειπωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ Τα Δρομάκια Της Επαγγελίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ Απολαύσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Τουριστικές Αμμουδιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θάναι Η Αναπνοή Σου Αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Θα Σε Προδώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι Ανάμεσα Σε Στάχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Δερματόκολλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο JAMES DOUGLAS MORRISON</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Αμερικανός Ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;">Φορούσε Στενά Παντελόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Λάτρευε Κάθε Γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Περπατούσε Με Δεκανίκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σα Δώρο Αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;">Έγραφε Τα Τραγούδια Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Βραδάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω Στο Τσαλακωμένο Του</span><br />
<span style="color: #000000;">Καπέλο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κυριακαί Και Εορταί Κλειστά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΕΣΣ ΚΟΜΦΕΡΑΝΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και Τα Γραφτά Της Επανάστασης Κιτρίνισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι Σε Φράσεις Μουσικές, Ψηφιδωτές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεμάτες Έρωτα Και Αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα Στο Αμφιθέατρο Της Πολυτεχνικής</span><br />
<span style="color: #000000;">Νεολαίοι Με Κονκάρδες Και Κασκέτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναλύουν Το Προτσές Των Γεγονότων</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Κάνουν Αυτοκριτική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκυφτοί Πάνω Σε Τόμους Πολιτικής Οικονομίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Στατιστικής</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναρωτιούνται Τί Δεν Λειτουργεί Καλά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Απελευθερώνονται Τα Ένστιχτα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΙΘΜΗΣΗ ΔΙΜΟΙΡΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χαμογελάμε Προς Τα Έξω</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί Τα Πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Απλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ζωή Μας Μπαίνει Στα Καλούπια Τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς Πολλές Διαδικασίες</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Αναγκασμένοι Να Κρατάμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Προσχήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποχρωματιζόμαστε Στερεοφωνικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ανάγκη Είναι Κομμάτι Μας Απτό</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς Παρομοιώσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο Κατάφατσα Μπορούμε Να Τη Δούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι Πούμε Περνά Στα Πρακτικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Υποκρισίας Μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Απαθανατίζοντας Μια Εποχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Σβήνεται Μέρα Μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Ημερολόγια Της Κωλοτσέπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι Ο Κόσμος Βαδίζει Αντίστροφα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι Σαν Μέρα Ανάποδη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή</span><br />
<span style="color: #000000;">Στραβοξύπνημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά Σαν Φύση Νεκρή Που</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποσυντίθεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΠΥΘΙΑ ΤΕΛΟΣ</span><br />
<span style="color: #000000;">                         ΑΝΑΖΗΤΗΣΑΤΕ ΦΩΣ!!!</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΕΙΠΑ ΣΧΕΔΟΝ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Της Άννας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Ειδύλλιο Των Κουρτινών</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό Είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Μικρό Κανάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Κέντρο Της Πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;">Μωρό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζί Με Τη Νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Η Ταχύτητα Των Οργασμών</span><br />
<span style="color: #000000;">Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ομορφιά Σου Είναι Εμπορεύσιμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ερημιά Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Κιβώτιο Με Χτυπημένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Λύπη</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωραία Βλαστήμια Με Ύφος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξαποσταμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Συντροφιά Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Διανύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Τελευταία Δεκαπέντε</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Μέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό Είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Τρυφερά Πράσινα Φρύδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Αδιέξοδη Πάροδος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα Όχημα Στα Δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Του Ζωγράφου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιο Ψηλά Η Έξοδος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μυρίζει Αμμωνία</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι Σαν Κλαυσίγελος</span><br />
<span style="color: #000000;">Παιδικός</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σου Φτιάξω Ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόγευμα Δίχως Ρυτίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σου Φτιάξω Ένα Ικρίωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Βουτηγμένο Στη Λιακάδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σου Φτιάξω Μιαν Αθανασία</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρυσοκέντητη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Ας Ονειρεύεσαι Να Με Δεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Πέντε Σπόγγους Στο Μέτωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Ένα Ουράνιο Τόξο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους Καρπούς</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν Ξέρω Πότε Μα Σύντομα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σ’ Ακουμπήσω Στο Μπράτσο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ Ένα Νυστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ Ένα Κοντάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ ’ Ένα Κόκκαλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σε Ματώσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Γίνεις Πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Γίνεις Κριτής</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Γίνεις Παράταση</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Σε Βλέπω Κομμάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέταλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που Εξαφανίζεται Σα Συνείδηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Σε Βλέπω Σαν Τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να Σε Βλέπω Να Σε Βλέπω</span><br />
<span style="color: #000000;">Μωρό Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν Ξέρω Πότε Μα Σύντομα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σου Χαϊδέψω Το Στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Φιλήσω Τη Σγουρή Σου Κοιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σου Δαγκώσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις Φτέρνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Κρυφός Ο Τρόπος Που Σιωπάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν Αθωώνεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ Ακούς Έτσι Δεν Είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόψε Φορώ Τα Περιστέρια Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοίγω Και Κλείνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Αναπνοή Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγκινούμαι Θανάσιμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πετώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Τσιφ Στο Μπαλκόνι Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεια Χαρά Γλώσσα Της Σφήκας</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα Λοιπόν Ψαθάκι Διάφανο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιάσ’ Τη Φλογέρα Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Φλογερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέσπασε</span><br />
<span style="color: #000000;">Ελέησε</span><br />
<span style="color: #000000;">Λειώσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα Λοιπόν Αρχαίο Θέατρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Υιοθέτησε Το Πεζό Μου Μεθύσι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαρανταεννιά Περιπέτειες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Μια Νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ Ένα Φιλμάκι Οχτώ Χιλιοστών</span><br />
<span style="color: #000000;">Υιοθέτησε Το Ταξίδι Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Λεξικό Της Παραίσθησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Έντομο Εξυψώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Διαλύεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν Μεταλάβει</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα Λοιπόν Ανέκδοτη Ψυχοβγάλτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Επόμενο Δέντρο Θα Φυτρώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη Μασχάλη Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Επιζήσει Σ’ Έναν Πορτοκαλλένιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ημιόροφο</span><br />
<span style="color: #000000;">Χορεύοντας Ρούμπα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Ξυπνήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Θα Πιστέψει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι Η Ανάγκη</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Τροφή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Λεπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάι Κάλυμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Ότι Εσύ</span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι Η Τροφή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Η Λεπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Το Κάλυμμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Ανάγκης</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν Φτάσουμε Στο Πεδίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Των Ανιάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Καθίσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσύ Θα Χτενίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Μαλλιά Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Άψογα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Εγώ Θα Τραβήξω</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ Την Τσάντα Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Μικρό Σου Περίστροφο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Άοπλη Πια</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα Σ’ Αγαπήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Θα Μ’ Αγαπήσεις.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΡΟΣ ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΟΡΘΙΟΥΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι Απλά Να Κουμπώνεις Τα Μάτια Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Θεάματα Που Στήνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους Ανισόπεδους Δρόμους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια Πιρουέτα, Κάτι Ανάμεσα Σε Νουρέγιεφ Και</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαρίσνικοφ·</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα Ναι, Είχε Επιτυχία Ο Χτεσινός Χορός</span><br />
<span style="color: #000000;">Με Τα Χαμόγελα Των Παλιών Συμπολεμιστών</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλοβαλμένα Γύρω Απ’ Το Τραπέζι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Τελευταία Δακρυγόνα Έσκασαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις Έντεκα Και Εικοσιτρία Βράδυ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Ίδια Στιγμή Η Ντέμπορα Χάρρυ Πετούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Σατέν Κιλοτάκι Της</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Καυλωμένο Κοινό Της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ Η Φωνή Της Διαπερνούσε Το Πεδίο Της Μάχης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα Ναι, Είχε Επιτυχία Ο Χτεσινός Χορός,</span><br />
<span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ Των Χαμένων Συντρόφων</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Χαμένης Επανάστασης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Χαμένης Πατρίδας, Της Χαμένης Γενιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Χαμένης Παρτίδας, Της Χαμένης Εν Γένει Τιμής</span><br />
<span style="color: #000000;">Της Κατερίνας Μπλουμ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα Ναι, Τα Οδοφράγματα Άντεξαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Και Οι Σημαίες Κρατήθηκαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως Οι Λέξεις Κάπου Κάναν Κοιλιά Και Υποχώρησαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας Πιούμε Στο Μέλλον Αδέρφια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Τρίτος Γύρος Είναι Κοντά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα Αγάπη Μου Να Πούμε Την Καλημέρα Μας Στα Πεζοδρόμια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήμερα Νιώθω Κάμποση Σκόνη Μέσα Μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι Η Υδροφόρα Του Δήμου Ακόμη Δεν Φαίνεται.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Performance της Καλλιόπης Σφήκα και του Σταύρου Παναγιωτάκη, σε ποίηση Σταύρου Ζαφειρίου" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/FJs7M3loIx4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="padding-left: 210px;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h2>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟ 23/6/2024</p>
<p>Στιγμή μιας μεστής ωριμότητας</p>
<p>Ένα από τα πιο ουσιαστικά αναγνώσματα των τελευταίων χρόνων αποτέλεσε για μένα Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, η πρόσφατη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου, μετά την επίσης αξιόλογη, πρόσφατα βραβευμένη δουλειά του, Πράσινος ουρανός μπλε χορτάρι. Το βιβλίο συνθέτει με θαυμαστή ισορροπία τη βιωματική εμπειρία με την κοινωνική και πολιτική ανθρωπογεωγραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας αλλά και της Ελλάδας των ημερών μας. Ένα βιβλίο για την προσωπική και κοινωνική μνήμη, την ήττα των κοινωνικών οραμάτων, για την πίστη που αποδείχτηκε χίμαιρα αλλά διασώζεται αποκαταστημένη μέσα στην αποδοχή της φθαρτότητας, ένα βιβλίο για την κατάφαση στη ζωή, «τη δίχως νόημα, ανόητη ζωή, που αρκεί, αρκεί, αρκεί να ’ναι ζωή».</p>
<p>Το βιβλίο αποτελεί μια πλατιά ποιητική σύνθεση που αρθρώνεται σε οκτώ άνισες σε μήκος ενότητες, οργανικά δεμένες μεταξύ τους όχι μόνο με τις ποιητικές επωδούς – σπονδύλους που επαναλαμβανόμενες διατρέχουν τα επιμέρους κείμενα αλλά και μέσω των σταθερών ποιητικών τόπων που αναπτύσσονται στην εκτύλιξη των κειμένων. Σε αυτή την πορεία ο Ζαφειρίου ξεκινάει από το συγκεκριμένο για να σκάψει σταδιακά το πνευματικό του υπέδαφος, από το επιμέρους στη διασύνδεσή του με ένα υπέρτερο νόημα που όσο προχωράει το βιβλίο τού αποκαλύπτεται παραμυθητικά. Σε αυτή τη μνημονική διαδικασία το φευγαλέο μα αιώνια εγγεγραμμένο στην προσωπική μνήμη αποκαθίσταται ως η περιουσία που αποκτήθηκε από την περιπέτεια αλλεπάλληλων διαψεύσεων και επανακατάκτησης του ουσιώδους. Διαδικασία επώδυνη και ταυτόχρονα επουλωτική όπως και οι αντινομίες με τις οποίες ο Ζαφειρίου αναμετράται στο βιβλίο.</p>
<p>Δηλωτική αυτού του κλίματος η δεύτερη, πλατιά ενότητα, «Το τέρας στο υπόγειο» όπου ξεκινά από την προσωπική γενεαλογία στη γενέθλια Θεσσαλονίκη ομολογώντας από τον πρώτο στίχο τη μέθοδο και την πρόθεση:</p>
<p>Έρχομαι τώρα ο αυτουργός της μνήμης<br />
με μια βέργα από κρανιά και τον σουγιά<br />
να χώνεται στη μαλακή της φλούδα,</p>
<p>μια χαρακιά εδώ, μια άλλη εκεί,</p>
<p>να δέσει σχήμα ο μαίανδρος που οδηγεί τον νόστο<br />
σ’ έναν ορίζοντα που πια δεν έχει ηλικία,<br />
να δέσει σχήμα ο καπνός – χνώτο παιδιού<br />
στο τέρμα της οδού Μοναστηρίου,<br />
με τις τσιγγάνες να φουμέρνουνε τα άφιλτρα,<br />
τους ελιγμοδηγούς ν’ αλλάζουν βάρδια,<br />
με τ’ άλογα να σέρνουνε στη δημοσιά τα κάρα<br />
αχάραγα στη λαχαναγορά, Βαρδάρη, Λαγκαδά,<br />
τα καρφοπέταλα στην άσφαλτο, Αγίου Δημητρίου,<br />
[….]</p>
<p>Σε αυτή τη μνημονική διαδρομή η τραυματική προσωπική ιστορία συμπορεύεται με τον μετεμφυλιακό ζόφο. Οι αρτηρίες της Θεσσαλονίκης ανακαλούν την επώδυνη ατομική και συλλογική εμπειρία, από την πολύκροτη υπόθεση Παγκρατίδη, την αριστερή περιπέτεια έως την αδέξια ενηλικίωση:</p>
<p>Μόδη, Σωκράτους, Χριστοπούλου, Ιουλιανού<br />
φρούριο στο Βουλγαρικό, ο εχθρικός στρατός της Αχειροποιήτου,<br />
Λουτρά, «Παράδεισος», Ροτόντα, Υπαπαντή,<br />
Καμάρα· «Συνελήφθησαν ηγετικά στελέχη παρανόμου κλιμακίου»,<br />
Σεπτέμβριος τα τρόπαια της Έκθεσης – υπάρχει ένας κόσμος μαγικός<br />
— Τι ’ναι παράνομο κλιμάκιο; — Μη μιλάς·<br />
ψυχή ζυμάρι να κολλάει στα δάχτυλα της μάνας, ο πατέρας<br />
στο φόβο του Μεταγωγών ψυχή σιωπή·<br />
του εφήβου αρπακτικό κορμί κρυφά τα μεσημέρια στα τσοντάδικα.</p>
<p>Η βιωματική μαγιά καθώς προχωρούν τα έξι υποσύνολα της ενότητας ζυμώνεται σε στοχασμό που πυροδοτείται με την προτροπή – επωδό «Λόγε του ανθρώπου, πορεύσου», φράση σημαίνουσα που θα τη δούμε και σε επόμενες ενότητες της σύνθεσης, καθώς εδώ προστρέχει στη συνδρομή όχι του προσωπικού λόγου- μαρτυρίας αλλά του ανθρώπινου λόγου, της απέραντης δηλ. πνευματικής εμπειρίας της ύπαρξης που δομείται εξίσου στην ομορφιά και το φόνο.</p>
<p>Λόγε του ανθρώπου, πορεύσου.<br />
[…]<br />
μόνο εσύ μπορείς να δεις την όψη πίσω απ’ την όψη του κόσμου,<br />
στην όψη του κόσμου να δεις</p>
<p>τη μέλισσα στο λουλούδι της<br />
και τον αμνό στο μαχαίρι του,<br />
το λουλούδι στον ήλιο του,<br />
τον ήλιο στη λύκη του λύκου του,<br />
το αίμα στις όψεις του κόσμου<br />
[…]<br />
Μόνο εσύ μπορείς να διακρίνεις πίσω απ’ την ψεύτικη όψη<br />
την ήττα της μέλισσας απ’ το λουλούδι της,<br />
την αγάπη του αμνού για το μαχαίρι του,<br />
τον ήλιο στα δόντια του λύκου του,<br />
το αίμα στη λύκη του κόσμου.</p>
<p>Η μνήμη συνεχώς επιστρέφει στο μικρό, το προσωπικό, το μη σημειωμένο στη μεγάλη Ιστορία, αλλά παραμόνιμο στο ψυχικό κοίτασμα και από κει ζητά μια διαρκώς αιτούμενη επιβεβαίωση-λύτρωση:</p>
<p>κι αν τώρα επιστρέφω σ’ αυτή την ασπρόμαυρη οικογενειακή<br />
φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ποτέ,<br />
είναι επειδή έχει φτάσει το σημείο του χρόνου<br />
όπου εκείνα που ίσως δεν υπήρξαν ποτέ υπάρχουν τώρα<br />
σαν γοερά ερείπια στα χέρια μου,<br />
όπου εκείνα που ίσως δεν ήταν ποτέ είναι τώρα<br />
η γοερή φωνή του τέρατός μου.</p>
<p>Η μνήμη εδώ λειτουργεί ως συναυτουργός του χρόνου που ανασύρει τα παρελθόντα για να τα περαιώσει στην όχθη της κατανόησης του τώρα. «Το τέρας στο υπόγειο» των παιδικών χρόνων έτσι μέσω της γραφής έρχεται να συναντήσει το φόβο του τώρα, «δίχως καν να φαντάζεσαι ότι ο φόβος/ είναι το τέρας που σε παρηγορεί». Η αποδοχή του τέρατος ρίχνει σε όλη τη συλλογή μια παρήγορη λύπη που φέρνει η κατανόηση. Αυτή η κατανόηση αγκαλιάζει τους αγαπημένους νεκρούς αρχικά: «ο πατέρας μου έμαθε πως η ταπείνωση χρειάζεται αντοχή, όμως δεν έμαθε ποτέ πως ήτανε αυτός που είχε αντέξει»· «η μάνα μου δεν πίστευε σε καμιά καλοσύνη. Πίστευε όμως στη Μεγάλη Παρασκευή των ανθρώπων· η μάνα μου πίστευε στο βάρος του σταυρού». Αγκαλιάζει και τον ίδιο στη μάχη με τον χρόνο και την προσωπική ωριμότητα: «Σκέφτομαι […] /πόση αθωότητα ξόδεψα μέχρι να μάθω ότι η απόγνωση είναι η επιθυμία, πόσα βήματα μέχρι να φτάσω από τα μαρς των ουρανών στα τρομερά ιδιόμελα των έργων». Αγκαλιάζει και το μεγάλο όραμα της επανάστασης και την περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος έτσι όπως αποτυπώνεται στην ομώνυμη του τίτλου ενότητα.</p>
<p>Εδώ σε μια συνεχή κίνηση από το παρελθόν στο παρόν χωρά η δυστοπία της Ιστορίας, το αέναο λάθος της ανθρώπινης κατάστασης. Έτσι ο ποιητής ταξιδεύει σε εκείνον το καιρό που «ένα μονάχα βήμα χώριζε τις ψυχές απ’ τον σκορπιό τους», στο Κάστρο της Ελσινόρης αλλά και τους τύμβους του Λένιγκραντ, στον «τελευταίο θάνατο» της Κόκκινης Ρόζας Λούξεμπουργκ αλλά και «του άστεγου πάνω στο χαρτονένιο του στρώμα, του κοριτσιού που έμεινε αόρατο μες στο σακατεμένο του φύλο». Στην αμφιβολία του ποιητή για το αν είναι αρκετό αυτό το μαρτυρολόγιο των επώνυμων και ανώνυμων της Ιστορίας ο ρόλος της γραφής που μνημονεύει δίνει την απάντηση: «Και αυτό ίσως να είναι αρκετό, αν είναι η γραφή η συνείδηση του πάντοτε τελευταίου θανάτου». Στην τελευταία ενότητα οι ιστοί της προσωπικής και της συλλογικής ιστορίας συμπλέκονται πάλι με κυρίαρχο ερώτημα τη θέση του ανθρώπου μες στον κόσμο με όλη τη θηριώδη και τη θαυμαστή του ποικιλία. Έτσι ο κόσμος κατανοείται και ως ο καλύτερος ανάμεσα στους κόσμους που υπάρχουν αλλά και «η πιο ανελέητη στιγμή του γεννηθήτω».</p>
<p>Η συλλογή κινείται σε ένα πυκνό δίκτυο αντινομιών, καθώς η σκέψη του ποιητή διαλέγεται με την ιδρυτική αντινομία του ανθρώπου ως υπαρξιακής οντότητας και ως παράγωγου της κοινωνικής συνθήκης. Αυτή η περιδιάβαση όμως τελικά είναι ένας ύμνος στο θρίαμβο του ηττημένου, στην αντοχή του ευλαβώς ανθρώπινου, όπως αποτυπώνεται στην τελευταία ενότητα. Εδώ σε διάλογο με τον γνωστό ελιοτικό στίχο «this is the way the world ends / Not with a bang but a whisper», ο ίδιος, σε μια προβολή του τέλους, επιλέγει να κρατήσει όλους τους ήχους του κόσμου, από τις αρμένικες βρισιές του γεροπρόσφυγα έως την τρομπέτα του Μάιλς Ντέηβις. Μέσα από τις πολλαπλές αρνήσεις που είναι η εμπειρία του κόσμου, εδώ συντίθεται η κατάφαση και ανέλπιστα η αισιόδοξη συμφιλιωτική αποδοχή της χίμαιρας-τέρατος.</p>
<p>Η συλλογή αποτελεί μια απολαυστική αναγνωστική εμπειρία ιδιαίτερα στις πρώτες πέντε της ενότητες και στο «Ένα τραγούδι για την Κατερίνα στο σφαγείο» αφιερωμένο στην Κατερίνα Γώγου. Στις υπόλοιπες δύο υπεισέρχεται κάποια αναλυτικότητα που απλώνει το λόγο αντί να τον μεστώνει καθώς πυκνώνουν το διανοητικό στοιχείο και οι διακειμενικοί διάλογοι με πρόσωπα και έργα του πνευματικού χώρου που λειτουργούν ως οδοδείκτες της πνευματικής ταυτότητας του δημιουργού. Στις περισσότερες ενότητες όμως ο αναπεπταμένος στίχος εδράζεται περισσότερο στο διάλογο του μικρού, του αυτοβιογραφικού με τον στοχασμό και αυτό χαρίζει στη συλλογή μια εξαιρετική αίσθηση απτότητας, μια ένσαρκη ποιότητα στο λόγο, την ενσώματη ψίχα της εικόνας.</p>
<p>Παράλληλα, η πλατιά συνειρμική αφήγηση συχνά ανασαίνει σε στάσεις όπου ο γνωμικός λόγος ή ο εις εαυτόν προτρεπτικός ή παραμυθητικός λόγος έχουν τη δύναμη και τη βαθύτητα του εύστοχου αφορισμού. Μια πολύ αξιόλογη δουλειά και στιγμή μιας μεστής ωριμότητας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΤΣΑΔΗΜΑ</strong></h5>
<p>LITERATURE.GR 2/4/2024</p>
<p>Στη νέα ποιητική συλλογή σε πολυτονικό σύστημα από τις Eκδόσεις Νεφέλη Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, ο Σταύρος Ζαφειρίου αποπειράται να καταβυθιστεί στη σημασία του πολιτισμικού αγώνα που ο άνθρωπος καταβάλλει στη ζωή καθημερινά, απέναντι σε γεγονότα – ίχνη ή και στίγματα θανάτου. Ώστε, αναπόδραστα έρχεται να ρίξει φως στο διακύβευμα της ψυχικής ιδιοσυστασίας, η επίτευξη της οποίας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για να νιώσουμε μακάριοι, ευτυχείς, στα όρια ανάμεσα στο ανικανοποίητο και το ανεκπλήρωτο και στον τρόπο με τον οποίο συμφιλιωνόμαστε με τις πραγματικότητές τους.</p>
<p>Απώτερος σκοπός του ποιητή είναι να διερευνήσει ψυχολογικά, οντολογικά και κοινωνικοπολιτικά τη δυσφορία στον πολιτισμό σε διεξοδική σχέση με την επιθυμία. Την επιθυμία ως ζωή αλλά και ως ματαίωση. Ως επιθυμητό και μνήμη αλλά και αρνητικά, ως θάνατο και τόπο μνημάτων-μνημείων, ερειπίων.</p>
<p>Για το σκοπό αυτό, καθιστά αφετηρία του τον Νίκο Γκάτσο και την Αμοργό ως ιδεατό αρχέτυπο καθολικής τελειότητας – πέραν του θανάτου, ενώ στην πορεία και στη διαχείριση της ιδέας του, μνημονεύει πολλούς ποιητές -όπως τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Έλιοτ, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη- και κινηματογραφιστές όπως τον Μπέλα Ταρ που γνωρίζουμε κυρίως για «Το άλογο του Τορίνο» (2011).</p>
<p>Διακειμενικά, οπότε, δίνεται η δυνατότητα να βγούμε από το πλαίσιο και να εισέλθουμε σε ένα ευρύτερο φάσμα πολλών κόσμων και ήχων, ενώ οδεύουμε προς το τέλος του κόσμου Στο χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου του Σταύρου Ζαφειρίου. Αυτή η κατάφαση στο ηχητικό φάσμα συμφωνεί και με τη φιλοσοφία του Ζωρζ Μπατάιγ, ότι ο ερωτισμός συνάδει με την κίνηση του είναι μέσα μας, για να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε το θάνατο ως χρονικό και ανοικτή υπόθεση με το είναι.</p>
<p>Έρχομαι τώρα ο αυτουργός της μνήμης</p>
<p>Ο πρώτος στίχος του ποιητή αναφέρεται επιτακτικά (τώρα) στο «εγώ» και τη μνήμη, της οποίας χαρακτηριστικό βλέπουμε στη συνέχεια πως είναι η «μαλακή φλούδα» σαν να επρόκειτο για έναν καρπό δίχως όνομα. Δεν είμαστε, ωστόσο, στον παράδεισο αλλά στην άσφαλτο και στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Καθώς η αίσθηση από τους δρόμους είναι η ένταση και η ζωή καθαυτή, η τελευταία, που συνιστά την πρόσβαση στο είναι, λειτουργεί ως κάτοπτρο συνείδησης, για να φτάσουμε στο επόμενο βήμα:</p>
<p>Γραφή στη σκόνη των οδών</p>
<p>Στην πρώτη ψυχομετρική ενότητα με τίτλο «Το τέρας στο υπόγειο», ο ποιητής αρχίζει να «ξεσκονίζει» τη μνήμη σε σχέση με το πρώτο παρελθόν, την οικογένεια, μέσα στην οποία προκύπτει το «εγώ» – μόρφωμα.</p>
<p>Κι έρχομαι τώρα ο αυτουργός του χρόνου</p>
<p>(..)</p>
<p>εδώ, στο τέρμα των οδών</p>
<p>Από τη στιγμή που ο Σταύρος Ζαφειρίου προσεγγίζει το χρόνο αντί για τη μνήμη, άρα το χρόνο ως συναίσθημα, ως λήθη και απώλεια, αρχίζει να αντιμετωπίζει πιο σφαιρικά την επιθυμία.</p>
<p>Πρέπει πρώτα να μοιάσεις, για να μπορέσεις να είσαι.</p>
<p>Πρέπει πρώτα να είσαι.</p>
<p>Η οικονομία των στίχων και των ποιητικών πυρήνων του Ζαφειρίου καθιστούν ορατή τη συγγένεια με το Ζιράρ και Το εξιλαστήριο θύμα, Η βία και το ιερό (εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991). Το υποκείμενο που ομοιάζει σε κάποιον, τον ανάγει σε αντίζηλο. Ο τελευταίος του επιβάλλει για επιθυμητό το δικό του αντικείμενο επιθυμίας. Ώστε, εν τέλει, ο αντίζηλος αναδεικνύεται σε πρότυπο του υποκειμένου ως προς το ουσιώδες επίπεδο της επιθυμίας. Επιπρόσθετα, το σημείο συνορεύει και με την ανάλυση του Λακάν για το Όνομα του Πατρός και πώς ο γιος προχωρά μετά τον πατέρα στην σμίλευση του δικού του «εγώ».</p>
<p>Λόγε του ανθρώπου, πορεύσου.</p>
<p>(..)</p>
<p>Λόγε του ανθρώπου, λόγε μου, γειτονιά που μεγάλωσα</p>
<p>Το όνομα που εμφανίζεται από την πρώτη ενότητα της συλλογής και προοικονομεί τον πολιτικοκοινωνικό χαρακτήρα της γραφής στη συνέχεια είναι η «γειτονιά». Είναι η γειτονιά που γίνεται καθρέφτης του χαρακτήρα του ποιητή έξω από το οικογενειακό περιβάλλον. Το αποδομεί στο τέλος της πρώτης ενότητας λιτά και σε βάθος συνάμα, δηλώνοντας στο ποίημα «Ένα τραγούδι για την αθέατη ραφή» όπου το αθέατο ανταμώνει το ανείπωτο:</p>
<p>΄Ηταν αυτό.</p>
<p>(..)</p>
<p>Έζησαν κάμποση ζωή. Ήταν αυτή.</p>
<p>Κι αυτή που ήταν δεν μπορεί να ήταν αλλιώς.</p>
<p>Το ποίημα σηματοδοτεί τη διαφορά των φύλων και την παλιά θέ(α)ση της γυναίκας που κοινωνικά ήταν καταδικασμένη να μην επιθυμεί και να επιθυμεί τη ζωή ως άλλη, σαν να μην της ανήκει το σώμα της αλλά και η ζωή της σε τελική ανάλυση. Ο Ζαφειρίου αναπτύσσει γύρω από αυτήν την αδικία τον άξονα του ποιήματός του, δείχνοντας πώς οι παλιότερες γενιές μεγάλωσαν μέσα από στερεότυπα και περιοριστικές πεποιθήσεις σε βάρος της γυναίκας.</p>
<p>Στη δεύτερη οντολογική ενότητα «Είναι αυτό», ο Σταύρος Ζαφειρίου ανδρώνεται, θεμελιώνει την πορεία προς την εδραίωση της επιθυμίας του μέσω των άλλων – συμβόλων, ανοιχτών συνομιλητών και διαμεσολαβητών. Είναι η στιγμή που το «υπερεγώ» μετά το τελετουργικό των γονεϊκών απαγορεύσεων μπορεί να φτάσει προς την ψυχική εκπλήρωση και να ανταμώσει το «εγώ».</p>
<p>Είναι αλήθεια το πόσο πασχίζεις ν’ αρταίνεις τις λέξεις</p>
<p>που μ’ αυτές θα καλεί η ψυχή σου τον μάγο της.</p>
<p>Στην παρούσα ενότητα, σκόπιμα επαναλαμβάνεται το ρήμα σε προστακτική ή παρακινητικό τόνο «Πορεύσου». Ενισχύει την αξία της πορείας στη χάραξη του είναι. Η εν λόγω παρακίνηση φυσικά και θυμίζει τον Αντόνιο Ματσάδο με το γνωστό: «Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος/ Ο δρόμος γίνεται τραβώντας». Σε αυτό το απόσπασμα της ποιητικής συλλογής, ο Σταύρος Ζαφειρίου έχει αναδείξει τη σημασία του μαθητή, η ουσιώδης θέση του οποίου καθρεφτίζει τη θεμελιώδη ανθρώπινη κατάσταση. Στον μαθητή έχει επενδύσει και ο Ζιράρ εξετάζοντας την διαδικασία της επιθυμίας.</p>
<p>Στην τρίτη ενότητα Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, ο Σταύρος Ζαφειρίου γίνεται πολιτικός και θίγει τους θανάτους – θυσίες του πολιτισμικού κόσμου παγκοσμίως. Η χρήση του επιθέτου «τελευταίος» γίνεται ειρωνική, καθώς πάντα η ελπίδα θέλει τον άδικο θάνατο – έγκλημα να μην επαναληφθεί. Ωστόσο, η αιματηρή οικονομία οδηγεί τα πράγματα προς τις θυσίες αθώων και νέους θανάτους, ενόσω η διαφορά δεν εξαφανίζεται. Στο πλαίσιο των θανάτων μνημονεύονται και αυτόχειρες, ως μια ακόμη ένδειξη ότι η ποιητική γραφή αφενός είναι πολιτική και αφετέρου, και οι αυτόχειρες υπήρξαν θύματα άλλων, των καταστάσεων που βίωσαν. Το «Ένα τραγούδι για την Κατερίνα στο σφαγείο» που είναι για την Κατερίνα Γώγου έχει και το χαρακτήρα ποιήματος ντοκουμέντου, όπως φαίνεται άλλωστε και από τη διαφορετική γραμματοσειρά.</p>
<p>Τέλος, στην τελευταία ενότητα «Ο τελευταίος ήχος του κόσμου» ο ποιητής φαίνεται να διαχωρίζει πλέον τον εαυτό του από το σύνολο και την Πόλη, για να εκφραστεί πέραν της επιθυμίας. Είναι η στιγμή που προετοιμάζεται για το αναπόφευκτο και το αποδίδει σε μιαν άλλη γλώσσα που αποδέχεται -διά της διαφωράς της-, του Έλιοτ, άρα αισθητικοποιημένα:</p>
<p>This is the way the world ends</p>
<p>This is the way the world ends</p>
<p>This is the way the world ends</p>
<p>Not with a bang but with a whimper</p>
<p>Πρόκειται για έναν υπέροχο διάλογο του ποιητή με τους ποιητές, την ποίηση και τη ζωή ως επιθυμία και θάνατος μαζί. Μια συλλογή που δεν τελειώνει, συνεχίζει να μας απασχολεί και αφού διαβαστεί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 14/09/2024</p>
<p>Στοχαστικές οικειότητες</p>
<p>Ο λόγος του ποιητή παρουσιάζει εναλλαγές: συχνά αίρεται πάνω από την προσωπική εμπειρία/ανάμνηση, τη διατυπωμένη φορτισμένα ως οικεία εμπειρία, για να εξηγήσει το ανθρώπινο «είναι»/«εγώ είναι» ως συνάρτηση του χρόνου, του τόπου, της Ιστορίας και να θέσει καταστατικά υπαρξιακά ερωτήματα. Οι μεταβάσεις από τη γειωμένη μνήμη στον φιλοσοφικό στοχασμό λειτουργούν ανατρεπτικά για τη σύνθεση, σαν διακοπή, ρωγμή στη συνέχεια επιβάλλοντας την αναγνωστική προσοχή.<br />
Μόλις έναν χρόνο μετά την ποιητική συλλογή Πράσινος ουρανός μπλε χορτάρι, που πρόσφατα έλαβε το κρατικό βραβείο ποίησης, ο Σταύρος Ζαφειρίου προχωρεί στην έκδοση της επόμενης με τίτλο Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου.</p>
<p>Η ποίησή του τείνει από νωρίς (Η Ατροπος των Ημερών του 1998 και εξής) προς ολοκληρωμένες συνθέσεις, συχνά αποτελούμενες από φαινομενικά διακριτά και εκτενή ποιήματα. Από την κοσμολογία τού Χωρικά (2007) και μετά διαποτίζεται από τη φιλοσοφία με οντολογικά ερωτήματα, στοιχείο που αναγνωρίζεται και στην πρόσφατη συλλογή. Τέλος, άλλο ένα πάγιο γνώρισμα είναι ο ρητός διάλογος με πρόσωπα και έργα από τον εικαστικό και λογοτεχνικό χώρο.</p>
<p>Η συλλογή ξεκινά από την αρχική εμπειρία τού εγώ: το μικρό παιδί, ο έφηβος, η οικογένεια και ιδίως ο πατέρας: «Εζησαν κάμποση ζωή ήταν αυτή./Κι αυτή που ήταν δεν μπορεί να ήταν αλλιώς.» διότι «Είναι αυτό. Και αυτό που είναι δεν αλλάζει» (Ενα τραγούδι για την αθέατη ραφή»). Ολα αυτά σε τόπο, τη Θεσσαλονίκη, πόλη παροντική και παρελθοντική/απούσα: «στο τέρμα της οδού Μοναστηρίου[…]Φιλίππου, Εξαδακτύλου, Αρριανού,/πόλη που ήταν, πόλη που δεν είναι». Από απόσταση χρόνου στο τώρα, η φωνή εκφοράς αυτοβιογραφείται και ως ποιητής αυτοχαρακτηρίζεται «ο αυτουργός της μνήμης», «ο αυτουργός του χρόνου», «ο αυτουργός της μοίρας» (πρώτη ενότητα: «Το τέρας στο υπόγειο»). Ο λόγος, λέξη επαναλαμβανόμενη σε αυτή και στην επόμενη ενότητα, αναψηλαφίζει το τραύμα και τον φόβο: «Λόγε του ανθρώπου, λόγε μου, γειτονιά που μεγάλωσα».</p>
<p>Η διαρκής επίκληση-προτροπή στον λόγο να σπεύσει παντού, ανάγει την ποίηση σε παντεπόπτρια στο παρελθόν, παρόν και μέλλον: «Λόγε του ανθρώπου, πορεύσου./Μόνο εσύ μπορείς να περάσεις το ίδιο ποτάμι δυο φορές,/». Ετσι η ενότητα «Είναι αυτό», στη βάση συνειρμικών συνδέσεων, με τις λέξεις-κλειδιά -«άλογο», «ανόητο»-, μεταβαίνει σε τρεις αφηγήσεις-αισθητικές εμπειρίες (φιλοσοφία/Νίτσε, λογοτεχνία/Ρασκόλνικοφ, κινηματογράφος/Μπέλα Ταρ) που καταλήγουν: «τη δίχως νόημα, ανόητη, ζωή, που αρκεί, αρκεί, αρκεί να ’ναι ζωή.» και σηματοδοτούν την επιστροφή στο τώρα και το εγώ χωρίς να λείπουν συνδέσεις με πρόσωπα (Κάιν, Σαχτούρης) και κείμενα. Το προσωπικό παρελθόν εγκιβωτίζει θεμελιακά οντολογικά ανθρώπινα ερωτήματα: «Ποιο είναι το λάθος; Ποιο είναι το σωστό;». Η έννοια του αλόγου και του ιππέα παρούσα στη συλλογή τροφοδότησε και τα εξαίρετα και υποβλητικά σχέδια του βιβλίου (και το εξώφυλλο) «εικόνες μεικτής τεχνικής και σχέδια με μελάνια» του Σταύρου Παναγιωτάκη.</p>
<p>Από το ατομικό παρελθόν και παρόν στο οικουμενικό κινούνται και οι δύο επόμενες ενότητες. «Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου» εκφέρεται με χαρακτηριστικές λεκτικές επαναλήψεις, με ύφος σχεδόν ιερατικό (περιέχει εξάλλου ιδιότυπους μακαρισμούς) και ελεγειακό καθώς περιστρέφεται γύρω από το τέλος του κόσμου: «Ποιας πόλης τα ερείπια θα θυμηθούμε δακρύζοντας;» Οι τελευταίοι θάνατοι, σε μια παράθεση ιστορικών προσώπων αλλά και άγνωστων, «είναι εκείνων που θελήσαν τη ζωή πιο πάνω από το γήινό τους μπόι» «Επειδή η μόνη αθανασία είναι του θανάτου». «Ο τελευταίος ήχος του κόσμου» διαλέγεται με το γνωστό ελιοτικό στίχο για το τέλος του κόσμου.</p>
<p>Στη σύνθεση του Ζαφειρίου φαίνεται να υπόκεινται φιλοσοφικές θέσεις όπως π.χ. Χάιντεγκερ ( «τι σημαίνει όταν λέμε ότι κάτι είναι» ή το υλικό πεδίο εντός του οποίου ο άνθρωπος «ερριμένος» αναζητά νόημα). Δεν λείπουν ωστόσο κοινωνικές αιχμές αντλημένες από τη συγχρονία, ακόμη και τα τρέχοντα γεγονότα, ενώ η Ιστορία, διαρκώς παρούσα, βαραίνει στα υποκείμενα. Ολα αυτά τα στοιχεία μεταποιούνται επιτυχώς με «αόρατη ραφή» κατά το σχετικό ποίημα του βιβλίου «Ενα τραγούδι για την αόρατη ραφή».</p>
<p>Ο λόγος του ποιητή παρουσιάζει εναλλαγές: συχνά αίρεται πάνω από την προσωπική εμπειρία/ανάμνηση, τη διατυπωμένη φορτισμένα ως οικεία εμπειρία, για να εξηγήσει το ανθρώπινο «είναι»/«εγώ είναι» ως συνάρτηση του χρόνου, του τόπου, της Ιστορίας και για να θέσει καταστατικά υπαρξιακά ερωτήματα. Οι μεταβάσεις από τη γειωμένη μνήμη στον φιλοσοφικό στοχασμό λειτουργούν ανατρεπτικά για τη σύνθεση, σαν διακοπή, ρωγμή στη συνέχεια επιβάλλοντας την αναγνωστική προσοχή.</p>
<p>Στα ενδιάμεσα μικρότερα ποιήματα που συνδέουν τις μεγάλες ενότητες το συγκινησιακά θεμελιωμένο για τη Γώγου (με το δικό της σημείωμα προς τον ποιητή), που διακόπτει τη ροή καθώς μεταφέρει το κέντρο βάρους εστιάζοντας σε ένα πρόσωπο, φαίνεται μετέωρο καθώς οι συνάψεις του με το πριν και το μετά δεν είναι εύκολα ορατές.</p>
<p>Ωστόσο ο Ζαφειρίου αναδεικνύεται ικανός τεχνίτης των μεγάλων συνθέσεων και διαχειρίζεται κυρίως ικανοποιητικά, σπανιότερα ετεροβαρώς, τα τεράστια ζητήματα που τον απασχολούν. Επειδή, κατά τη ρήση του Φον Χόφμανσταλ «για μένα όλα διαλύονται σε κομμάτια και αυτά με τη σειρά τους σε άλλα», τέμνει και ανατέμνει, μπορεί να κρατήσει σε υψηλό επίπεδο την ισορροπία και να μη «στοιχειώσει» τον ποιητικό λόγο από τη φιλοσοφία.</p>
<p>Διαβάζοντας επανειλημμένα τη συλλογή είχα κατά νου τον Πολ Ρικέρ: «Κάτω από την ιστορία, η μνήμη και η λήθη. Κάτω από τη μνήμη και τη λήθη, η ζωή. Μα το να γράφεις τη ζωή είναι μια άλλη ιστορία. Το ατελεύτητο».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι</strong></h5>
<h5><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h5>
<p>Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 5/7/2022</p>
<p>Με την ποιητική του συλλογή Τα φυσικά πράγματα (2019), ο Σταύρος Ζαφειρίου επιβεβαίωσε κάτι που είχε πετύχει πολύ καιρό πριν από αυτή: την ικανότητά του να φιλοτεχνεί μεγάλες συνθέσεις χωρίς να φοβάται την ποίηση των ιδεών. Συνομιλώντας με την αρχαιοελληνική γραμματεία και με την Παλαιά Διαθήκη –πέραν των παραπομπών στη νεότερη, ελληνική και ευρωπαϊκή, λογοτεχνία-, ο Ζαφειρίου ανοίχτηκε με Τα φυσικά πράγματα στη φιλοσοφική και, πρωτίστως, στην οντολογική ποίηση: ο άνθρωπος μοιάζει σε μια ανάλογη ατμόσφαιρα εξαρχής ανέστιος και απορριγμένος, έγκλειστος σε ένα τοπίο ερημίας και αποξένωσης. Προσοχή, όμως: σκοπός του ποιητή στο βιβλίο, παρά την υψηλή δραματική του ένταση, δεν είναι να θρηνήσει για μια τέτοια κατάσταση, που αντανακλά περίπου την εγγενή ροπή των πραγμάτων, ούτε να καταμετρήσει αισθηματικά το κόστος της. Σκοπός του είναι να προχωρήσει βαθύτερα στην ουσία των όντων, και αυτή η ουσία δεν έχει εντέλει καμιά σχέση ούτε με τη φιλοσοφία ούτε με την οντολογία, πλην μόνο με την ίδια την ποίηση.</p>
<p>Η συλλογή Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη, δεν έχει απομακρυνθεί από τη φιλοσοφία και την οντολογία, με τη διαφορά πως ο Ζαφειρίου συνομιλεί τώρα λιγότερο με τις ιδέες και περισσότερο με τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον κινηματογράφο και τις εικαστικές τέχνες. Το τοπίο της αλλοτρίωσης και της ερήμωσης περιβάλλει εκ νέου πανταχόθεν τους στίχους του Ζαφειρίου, με τη διαφορά πως ο ποιητής κοιτάζει τώρα λιγότερο προς τις αφαιρέσεις και τις σκιές των ιδεών και περισσότερο προς τις υλικές μορφές μιας τέχνης που δυσανασχετεί με την κοινωνική πραγματικότητα και με τις τροπές του νοήματος της Ιστορίας: προς την παντομίμα της Κομέντια ντελ άρτε του 16ου αιώνα και προς τον Πιερότο της, ως πρότυπο πλέον του αποξενωμένου καλλιτέχνη του 19ου και του 20ου αιώνα – εδώ θα βρούμε και τη μουσική του Άρνολντ Σένμπεργκ με την ατονικότητά της να προσαρμόζεται στην ατονικότητα και στη διαταραχή της μεταπολεμικής Ιστορίας (ο Ζαφειρίου παραπέμπει σε άλλα συμφραζόμενα στη Μακρόνησο). Και απευθύνει επίσης ο Ζαφειρίου ένα είδος χαιρετισμού προς τον Κάφκα και τη σπαρακτική αθεΐα του, προς την παραλυτική μοναξιά του Γκέοργκ Τρακλ, προς τη δυσφορία και την ένταση του εξπρεσιονισμού με τον Καντίνσκι και τον Έγκον Σίλε, προς τον Φριτς Λανγκ της θνησιγενούς Βαϊμάρης (το δηλητηριώδες αυγό του φιδιού), προς τον τρόμο (υπαρξιακό και κοινωνικό) του Βίλχελμ Μούνραου και του Μπραμ Στόκερ, αλλά και προς τον Άγγελο της Ιστορίας του Πάουλ Κλέε και Μπένιαμιν.</p>
<p>Προσπάθησα να μείνω, χωρίς να τις εξαντλήσω, στις ρητές, τις δεδηλωμένες αναφορές του Ζαφειρίου, που συγκλίνουν εντέλει στο σύνολό τους προς τον Άγγελο της Ιστορίας: το ρημαδιό που αφήνει πίσω της η Ιστορία καθώς προελαύνει αναπότρεπτα προς το μέλλον. Κι αν το βλέμμα δεν προλαβαίνει κατά τη διάρκεια της προέλασης να κολλήσει στο ρημαδιό, τα ρημάδια παραμένουν ως ανεξίτηλα σημάδια. Και στο σημείο αυτό η καινούργια δουλειά του Ζαφειρίου θα συναντήσει αναπόφευκτα το ποιητικό του παρελθόν, ανακαλώντας όσα έγραψε πριν από Τα φυσικά πράγματα για την πολιτική ενοχή και για την πολιτική αθωότητα, για τα όρια και για τις δυνατότητες της γλώσσας, για τις φούριες και για τις διαψεύσεις της τέχνης, για τις ατραπούς ή για τα δύσβατα μονοπάτια της μνήμης, αλλά και για τις τύχες της νεωτερικότητας, σε όποιο επίπεδο κι αν θέλουμε να την εννοήσουμε (ιστορικό, πολιτισμικό ή πολιτικό). Τύχες μάλλον προδικασμένες και ήδη μάταιες, όπως συνομολογεί ο ποιητής στους σημερινούς του στίχους:</p>
<p>Όσο και να δαγκώνεις τη ζωή<br />
Στα δόντια δεν μπορείς να την κρατήσεις.<br />
Προς τι η παράταση λοιπόν;<br />
Προς το δίχως νόημα να σέρνεται<br />
Σε μια δίχως νόημα σκηνή;</p>
<p>Ο τρόπος που θα έρθει το κακό: αυτό είναι το έργο`<br />
Αυτό είναι το θέατρο που όψεται τον κόσμο</p>
<p>Κι αν η ποίηση δεν χρειάζεται να επινοήσει στην ανά χείρας συλλογή ένα σκηνικό ιδεών, αλλά ένα σκηνικό τέχνης προκειμένου να αποκτήσει η περιπέτεια της ιστορικής, της πολιτικής και της ατομικής ύπαρξης σάρκα και οστά, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Ο Ζαφειρίου πορεύεται σταθερά και απολύτως κατασταλαγμένος στην ωριμότητά του προς μια μορφή και προς ένα κλίμα καλλιτεχνικής έκφρασης που ξέρει πως να στήσει και να οργανώσει ένα επαγωγικό δίκτυο επικοινωνίας τόσο με τον νου όσο και με την καρδιά μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Η ΑΥΓΗ 24/7/2022</p>
<p>Γράφοντας το 2014 για την ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου Δύσκολο, σημείωνα πως το εγχείρημά του είναι ο αναστοχασμός της νεωτερικότητας, ήτοι της ιστορίας της, των ιδεών της, της τέχνης της, της κρίσης της, που εμπεδώνεται με μια ποιητική σύνθεση, η οποία αντέχει αυτόν τον βαρύ ειδολογικό χαρακτηρισμό, αντλώντας ερείσματα, ιδεολογικά και ρυθμικά, απ’ όλη την παράδοση του ποιητικού λόγου. Ανάλογα πράγματα έγραψα και για το επόμενο βιβλίο του Αυτοάνοσο (Ένα μελόδραμα) (2017), επιμένοντας στη συνθετική του προσπάθεια, ενώ για το βιβλίο του Τα φυσικά πράγματα (2019), σημείωνα, «διπλωματικά», ότι συνεχίζει τη φορά της κατακτημένης τα τελευταία χρόνια ποιητικής του, η οποία, πέρα από τις συνθετικές αξιώσεις της, χαρακτηριζόταν εκεί από έναν καταιγισμό ισχυρών ποιητικών πυρήνων.<br />
Η επιφύλαξή μου, έτσι αδιόρατα διατυπωμένη, αφορούσε τις αισθητικές προκείμενες του προτάγματος της ποίησης του Ζαφειρίου. Σε εκείνο το προ τριετίας ποιητικό βιβλίο του διέκρινα την κόπωση και το όριό του, μέσα στην ένταση δημιουργίας ποιητικών πυρήνων, κάνοντας μάλιστα λόγο για καταιγισμό. Σαν δηλαδή ο ποιητής, με αυτό τον τρόπο, να ήθελε να καλύψει μια αμηχανία/αδυναμία του. Ποια είναι αυτή; Η μη αναδοχή των συνεπειών των ποιητικών και εν γένει επιλογών του, πλέον στο αισθητικό πεδίο, όπου θα λάμβανε χώρα η τελική διαύγαση του προτάγματός του.<br />
Κανένας καλλιτέχνης στις μέρες μας δεν μπορεί να κάνει τέχνη, αν δεν απαντά στο ερώτημα «τι γίνεται με τον μοντερνισμό;», δηλαδή αν δεν τοποθετείται σε σχέση με το ιστορικό παρόν της τέχνης. Δεν εννοώ φυσικά δηλώσεις και πόζες, ή τη γελοία, γραμμική μίξη κοινών τόπων, σε «δράσεις» και «κατασκευές» που υποδύονται το «μεταμοντέρνο», μετατρέποντας την προϊούσα ελευθερία στην επιλογή των «υλικών» ενός έργου τέχνης (αδιακρίτως και των ευτελών) σε υποταγή στην ποιότητα των υλικών, και έτσι καταλήγει στη διολίσθηση από το πεδίο της τέχνης σε εκείνο του πολιτισμού, αλλά αναφέρομαι σε όσα λέει το έργο τέχνης επί του μείζονος αισθητικού ερωτήματος της εποχής μας.<br />
Η διαδικασία λοιπόν αναστοχασμού της νεωτερικότητας στα τρία αυτά βιβλία του Ζαφειρίου, όπως και στο ανά χείρας, Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι, η οποία επιχειρείται μέσα από μια διαδοχή εξαιρετικών ποιητικών πυρήνων, εξπρεσιονιστικής υφής, τρομάζει μπροστά στο ποιητικό αποτέλεσμά της, το οποίο, στην εύλογη αναγωγή του ως αισθητικό πρόταγμα, τη φέρνει αντιμέτωπη με το περιβόητο «μετά». Επιβαρυμένη η λέξη, έως το μη παρέκει, όμως το πεδίο παραμένει εκεί, πέρα από τα όρια του μοντερνισμού. Σε αυτό το πεδίο εισέρχεται η ποίηση του Ζαφειρίου, αλλά αντικρύζοντας το φάσμα του, μαζί και την εικόνα της, τρομάζει.<br />
Το πρόβλημα φαίνεται, σε όλο του το βάθος, σε σχέση με το περιβόητο διακείμενο. Τι θα κάνει ο σύγχρονος καλλιτέχνης; Θα αγκιστρωθεί στη παράθεση των «πηγών» του, επιβεβαιώνοντας το αρραγές του προσώπου του και αρνούμενος έτσι τον «θάνατο του συγγραφέα», όπως το διατύπωσε με την περιβόητη ρήση του ο Ρολάν Μπαρτ, και όπως νοηματοδοτήθηκε έκτοτε, με ποικιλία, λεπτομέρεια και απίστευτο θεωρητικό αλλά και χρονικό βάθος, από πάρα πολλά καλλιτεχνικά έργα, μεταγενέστερα αλλά και προγενέστερα της ρήσεως; Ή θα τολμήσει την, εμπεδωμένη ήδη από τον Εμμανουήλ Ροΐδη και την Πάπισσά του (1866), πρακτική της οικειοποίησης (από το έργο του, σύμφωνα με τις ανάγκες του και την ποιότητά του) σπαραγμάτων από τον λόγο άλλων, δηλαδή από τον ωκεανό της κειμενικής πραγματικότητας; Το ίδιο έκανε μεταπολεμικά ο Νικόλαος Κάλας, αρνούμενος κάθε σημείωση στα δοκίμιά του, προβοκάροντας έτσι, εν πλήρει συνειδήσει και απολύτως προγραμματικά, την ύστατη άμυνα και νεύρωση του παρακμάζοντος μοντερνισμού, που διασκέδαζε την καθεστωτική του μετάλλαξη και την ολοσχερή απώλεια του πάλαι ποτέ επαναστατικού χαρακτήρα του, υποχρεώνοντας επιστήμονες αλλά και λογοτέχνες να φορτώνουν το έργο τους με μια θλιβερή ακολουθία αχρείαστων σημειώσεων, δηλαδή δηλώσεων υποταγής τους σε ένα κοσμοείδωλο που έπνεε τα λοίσθια. Ένα κοσμοείδωλο που συνίστατο από αρραγείς και «μοναδικές» προσωπικότητες, που η κάθε μια τους έχει το προνόμιο της «αλήθειας», όπως δηλώνεται από τις παραπέμπουσες σημειώσεις, ενώ όλες μαζί υποτίθεται πως δημιουργούν ένα ολοποιητικό σύμπαν, όμως εκ του προχείρου, ατελέσφορο πια και αφόρητο. Αλλά το δοκίμιο, όπως φυσικά και το λογοτεχνικό κείμενο, είναι η απάντηση σε ένα και μόνο ερώτημα: «τις αγορεύειν βούλεται;». Απέναντί του, ο συγγραφέας δεν είναι πια παρά ένας γυμνός γραφέας, χωρίς πλέον καμία, χρυσή ή άλλη πανοπλία. Ο λόγος του είναι που κρίνεται, όχι οι βακτηρίες του.<br />
Ας δούμε τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο όλα τα προηγούμενα καθορίζουν (και καταστρέφουν) το τελευταίο βιβλίο του Ζαφειρίου. Το βιβλίο αποτελείται από τρεις ενότητες, στις οποίες επισυνάπτεται μία τέταρτη, που φέρει τον τίτλο «Συνομιλίες» και εισάγεται με ένα σημείωμα: «Εντάσσοντάς τες ως τέταρτη ενότητα στο βιβλίο, προτίμησα να τις ονομάσω ‘Συνομιλίες’ και όχι ‘Σημειώσεις’, επειδή μάλλον αφορούν σε διακειμενικές επισημάνσεις, σχολιασμούς και παραπομπές στις πηγές δάνειων φράσεων, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνομιλούν με τα ποιήματα. Σε όλα τα μεταφρασμένα παραθέματα ακολουθήθηκε η ορθογραφία των εκδοτών».<br />
Ακριβώς σε αυτό το σημείο, με αυτό το σημείωμα, ο Ζαφειρίου ομολογεί ότι αντικρίζει το «βάραθρο το αγριωπό», ομολογεί όμως και ότι δεν τολμά. Γιατί η οικειοποίηση είναι μια διαδικασία πολύ πιο δύσκολη, και φυσικά πολύ πιο επικίνδυνη και απαιτητική από τη συνήθη «δημιουργία». Πρέπει να φτιάξεις ένα πολύ ισχυρό πλαίσιο, που να αντέχει το βάρος των λόγων των άλλων, παίρνοντας μάλιστα εσύ αποκλειστικά την ευθύνη για αυτούς τους λόγους, χωρίς να τη μεταθέτεις στους υποσημειούμενους, πρέπει το βάρος του «δικού σου» λόγου να είναι ανάλογο με τον λόγο των διακειμένων, αλλιώς πρόκειται για καρικατούρα διακειμενικότητας και εν τέλει για δάνεια ανεξόφλητα (όπως στην ποίηση ενός ομηλίκου του Ζαφειρίου, που αδίκως κατηγορήθηκε για λογοκλοπή, ενώ επρόκειτο απλώς για την πασιφανή αδυναμία του να κάνει ένα διακειμενικό ποίημα της προκοπής).<br />
Ο Ζαφειρίου λοιπόν δεν τολμά, και έτσι, το τέταρτο μέρος δεν είναι, ούτε καθίσταται με αυτό το σημείωμα μία ακόμη ποιητική ενότητα του βιβλίου, στη φόρμα των σημειώσεων/παραπομπών, αλλά πρόκειται απλώς για δεκατρείς ολόκληρες σελίδες τυπικών σημειώσεων, που θα αντιστοιχούσαν σε ένα ακαδημαϊκό βιβλίο (της εποχής του παρακμάζοντος μοντερνισμού&#8230;). Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια του ποιητή να «προφυλάξει» το εύρωστο στις προηγηθείσες σελίδες ποιητικό κείμενό του από τη διακειμενικότητά του, από τη ίδια τη δυναμική του. Έτσι μάλιστα καταστρέφει και τη συνθετική στόχευση/φιλοδοξία του εγχειρήματός του, και απομένει μια παραθετική ακολουθία ποιητικών πυρήνων με βαρύ εννοιολογικό φορτίο, μέσα σε ένα πλαίσιο που χάσκει, που δεν μπορεί να γίνει αφήγηση, πόσω μάλλον να έχει αξιώσεις μεγάλης αφήγησης ή έστω να μετέχει σοβαρά, ως μία συνιστώσα, σε εκείνη τη μεγάλη αφήγηση που φτιάχνει το έργο κάποιων ομηλίκων του και νεότερων ποιητών. Ένα παράδειγμα, από το παραπάνω σημείωμα, είναι ο δηλούμενος σεβασμός ακόμα και στην «ορθογραφία των εκδοτών», η οποία φυσικά δεν παράγει κάποια πολυφωνία αλλά δηλώνει την παραλυτική αμηχανία, ενώ μας θυμίζει, αντιστικτικά, πως ο Ροΐδης, μεταξύ άλλων οργιαστικών που έκανε στην Πάπισσα, άφησε κι ένα ορθογραφικό λάθος του στοιχειοθέτη, γιατί η λέξη που προέκυψε από το λάθος, και το συνακόλουθο διαφορετικό νόημα, του φάνηκε πιο ενδιαφέρον&#8230;<br />
Δεν θα συνεχίσω με μερικές ακόμα, από τις αρκετές παρατηρήσεις που έχω, στο ίδιο πλαίσιο. Θα επισημάνω μόνο το αχρείαστο κείμενο του οπισθοφύλλου, το οποίο θεματολογεί το «περιεχόμενο» του βιβλίου (ναι, ενός ποιητικού βιβλίου), δίνοντάς του τη χαριστική βολή. Γιατί το κείμενο του οπισθοφύλλου επιχειρεί, ματαίως, να συνοψίσει τον αναστοχασμό της νεωτερικότητας, που διατρέχει τις ποιητικές σελίδες του βιβλίου. Όμως αυτή η «σύνοψη» δεν μπορεί να γίνει, δηλαδή να καταστεί πρόταγμα, παρά μόνο διά της μορφής. Εκεί είναι το πρόβλημα και το ζητούμενο.<br />
Όπως έχω γράψει, δηλαδή δεσμευτεί δημόσια, ο Σταύρος Ζαφειρίου ανήκει στη μονοψήφια εκείνη χορεία σύγχρονων ποιητών, που το εν εξελίξει έργο τους έχει την αξίωση να μετέχει στη σύνθεση του ποιητικού προσώπου της εποχής μας, της ποίησης του ιστορικού παρόντος. Γι’ αυτό και οι απαιτήσεις είναι μεγάλες, τις εγείρει το ίδιο το έργο τους και ο στόχος του. Γι’ αυτό και, «Στη μέση αυτού του δρόμου», είτε προχωράς είτε αυτοκαταστρέφεις το έργο σου, δεν υπάρχει διαφυγή. Γνωρίζουμε βέβαια, από την ιστορία της τέχνης αλλά και από όσα συμβαίνουν γύρω μας, ότι αυτές οι παραδοχές και οι ανάλογες, πάντα διά του έργου, απαντήσεις δεν είναι ανώδυνες αλλά, αντίθετα, έχουν τεράστιο κόστος, σε όλα τα επίπεδα. Ε, και; Δεν γίνεται αλλιώς.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 01/04/2023</p>
<p>Inter–esse: Η ποιητική διαμεσολάβηση στον αιώνα των άκρων, ή για το Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι του Σταύρου Ζαφειρίου</p>
<p>Από πού να ξεκινήσει κανείς να μιλά για το Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι, τη δέκατη πέμπτη, αν μετράω σωστά, συλλογή ποίησης του Σταύρου Ζαφειρίου; Ας ξεκινήσουμε κοινότυπα, από εκεί που συνήθως ξεκινά η επαφή μ’ ένα βιβλίο, απ’ τον τίτλο του, ο οποίος μεταφράζεται χρωματικά τόσο στα ίδια τα τυπογραφικά στοιχεία όσο και στα χρώματα του πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο, τους «Υπνοβάτες» του Σταύρου Παναγιωτάκη. Καταμεσίς, σχεδόν, του βιβλίου, και ως προμετωπίδα του τρίτου του μέρους, «Εικόνες από μία έκθεση», βρίσκουμε ένα απόσπασμα σχετικό με τον Βαν Γκογκ. Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Βασίλι Καντίνσκι Για το πνευματικό στην τέχνη, και θέτει το ερώτημα της επαναστατικής για την ιστορία της τέχνης αμφισβήτησης, στη ζωγραφική του Βαν Γκονγκ, του χρώματος ως «φυσικού» δεδομένου, συμπεραίνοντας πως σ’ ένα έργο όπως οι διαφορετικές εκδοχές του «Σπορέα» του 1888, όπου ο ουρανός είναι ζωγραφισμένος πράσινος ενώ το χορτάρι αποδίδεται ως μπλε, διατυπώνεται η τάση «να μην αναπαρίσταται η φύση σαν εξωτερική εμφάνιση, αλλά να προβάλλεται το στοιχείο της εσωτερικής εντύπωσης, που ονομάστηκε τελευταία έκφραση» (σελ. 40).</p>
<p>Το σχήμα «πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι», απ’ το οποίο αντλεί τον τίτλο της η παρούσα συλλογή είναι λοιπόν ένα σχήμα για την κρίση του μιμητικού πρωτοκόλλου που συνοδεύει την ανάδυση του μοντερνισμού και των Πρωτοποριών στην τέχνη ήδη στον προθάλαμο του εικοστού αιώνα, στα τέλη του δέκατου ένατου. Αυτή η κρίση εκδηλώνεται εν προκειμένω ως κρίση της πρωτοκαθεδρίας του «αντικειμενικού» απέναντι στο «υποκειμενικό» στην τέχνη, ως κρίση του δεδομένου και από κοινού αντιληπτού χαρακτήρα του «αντικειμενικού». Το σχήμα αυτό όμως είναι συνάμα ένα σχήμα αντιστροφής, ανατροπής, μια κυριολεκτική εκδοχή του «τα πάνω κάτω»: το χρώμα που συμβατικά αποδίδεται στον ουρανό εδώ αποδίδεται στη γη, και αντίστροφα, το χρώμα της γήινης χλόης μετατίθεται στον ουράνιο θόλο. Αυτή η αντιστροφή, τέλος, είναι μια δήλωση καλλιτεχνικής ελευθερίας, και ακριβέστερα, απελευθέρωσης της τέχνης από την υποτελή μίμηση της φύσης. Ο καλλιτέχνης, που στέκεται ανάμεσα στο επίγειο και το ουράνιο στοιχείο, δίνει στον εαυτό του το κυρίαρχο δικαίωμα να τα αντιστρέψει χρωματικά, να φέρει το ουράνιο στη γη και να ανυψώσει το γήινο στον ουρανό. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ίσως εδώ για την ουτοπική πλευρά του σύντομου εικοστού αιώνα, αυτού που ουσιαστικά εκπνέει με τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αν όχι νωρίτερα, στον Μεσοπόλεμο, που άλλωστε είναι ο απώτατος ιστορικός ορίζοντας των ποιημάτων για καλλιτέχνες που βρίσκουμε στο τρίτο μέρος της συλλογής.</p>
<p>Νωρίτερα όμως, στην αρχή του δεύτερου μέρους της συλλογής, βρίσκουμε έναν σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετο συλλογισμό για τη σχέση του ανθρώπου, και κατ’ επέκταση του καλλιτέχνη, με το δίπολο ουρανού και γης. Το απόσπασμα, που είναι ένας από τους αφορισμούς που έγραψε στο Zürau ο Φραντς Κάφκα, το επίκεντρο του δεύτερου μέρους, περιγράφει τον άνθρωπο σαν έναν «ελεύθερο και εξασφαλισμένο πολίτη της γης», που όμως είναι στην πραγματικότητα απλώς ένας άνθρωπος δεμένος με μια αρκετά μεγάλη αλυσίδα ώστε να μπορεί να κινηθεί ως ένα σημείο με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Ταυτόχρονα δε, γράφει ο Κάφκα, ανατρέποντας τη λογική του δυϊσμού που βρίσκει κανείς σε κείμενα του Χριστιανικού θεολογικού κανόνα όπως το De civitate Dei του Αυγουστίνου, ο άνθρωπος είναι δεμένος με μια παρόμοια αλυσίδα στον ουρανό, έτσι που «αν θέλει να κινηθεί προς τη γη, τον πνίγει το περιλαίμιο του ουρανού, εάν θέλει να κινηθεί προς τον ουρανό, τον πνίγει αυτό της γης.» Είναι σαφές, νομίζω, πως εδώ συναντούμε την πλήρη, συμμετρική αντιστροφή της φιγούρας που συναντούμε στην προμετωπίδα του τρίτου μέρους: ανελευθερία πίσω από το φάσμα και την υπόσχεση της ελευθερίας· ο άνθρωπος, και μαζί του ο καλλιτέχνης, όχι ως φορέας μιας κυρίαρχης απόφασης που φέρνει «τα πάνω κάτω», αλλά ως δεσμώτης ενός δυισμού, πιασμένος στη μέση από τον λαιμό: η δυστοπική πλευρά του σύντομου εικοστού αιώνα, ο αιώνας ως διάψευση κι ακόμα ως καταστροφή.</p>
<p>Τόσο στον Βαν Γκονγκ όσο και στον Κάφκα συναντούμε εκδοχές ενός «είναι ανάμεσα», ενός inter esse, που αφορά τον άνθρωπο και εξίσου τον σύντομο εικοστό αιώνα: ανάμεσα στην ανατρεπτική καλλιτεχνική ελευθερία και τη σκοτεινή υπαρκτική ανελευθερία, ανάμεσα στην καλλιτεχνική ουτοπία και τη φιλοσοφικο-θεολογική δυστοπία. Στη σημαντική για την κατανόηση του σύντομου εικοστού αιώνα μελέτη της Η ανθρώπινη κατάσταση, η Χάνα Άρεντ μετατρέπει αυτό το inter esse σε θεμέλιο της πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου, της ανθρώπινης πολιτικότητας· ή, ακριβέστερα, επιχειρεί να θεμελιώσει την πλήρη σύμφυση της ανθρώπινης πολιτικότητας και της ποιητικής δράσης του ανθρώπου. Για την Άρεντ, η οποία αντλεί απ’ τον Αριστοτέλη, η αυτοπραγματοποίηση του ανθρώπινου όντος δεν μπορεί ποτέ να εξαντλείται στην «ποιητική» του δράση, δηλαδή στην παρασκευή αντικειμένων, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει τη σφαίρα της πράξης και του λόγου, μέσω των οποίων ο άνθρωπος εμφανίζεται ως τέτοιος στους άλλους (Kristeva, Hannah Arendt: Life is a Narrative, σελ. 14). Ως θεμέλιο του πολιτικού βίου, η πόλις είναι η οργάνωση του από κοινού των ανθρώπων που πράττουν και παράγουν λόγο και άρα «εμφανίζονται» και αναγνωρίζονται αμοιβαία (Arendt, The Human Condition, σελ. 198-199). Συνεπώς η ουσία της πολιτικότητας είναι το «είναι ανάμεσα», βρίσκεται δηλαδή στη διάδραση ανάμεσα σε υποκείμενα που πράττουν και μιλούν (Kristeva, Hannah Arendt: Life is a Narrative, σελ. 14, Arendt, The Human Condition, σελ. 182). Το «είναι ανάμεσα» ως inter–est είναι, λέει η Άρεντ, αυτό το οποίο δύναται να «συσχετίζει και να δένει μεταξύ τους τους ανθρώπους», και για αυτό αποτελεί το πραγματικό περιεχόμενο του αριστοτελικού «συμφέροντος» (interest στα αγγλικά) ως κινήτρου της πολιτικής οργάνωσης (Arendt, The Human Condition, σελ. 182-183). Τέλος, και όπως επισημαίνει η Τζούλια Κριστέβα, η δυάδα λόγου και πράξης μετασχηματίζεται εντός της πολιτικής ζωής σε λόγο για την πράξη, για τα πεπραγμένα, κι αυτός ο λόγος, αφηγηματικός σε χαρακτήρα, δίνει στην ίδια την ποιητική (την ποίηση, το θέατρο) εξέχοντα ρόλο στην πραγματοποίηση του πολιτικού βίου ως είναι ανάμεσα: ο ποιητικός λόγος είναι το μέσο δια του οποίου τα πολιτικά υποκείμενα μοιράζονται τις πράξεις τους και τις καθιστούν ανθεκτικές στον χρόνο, κληροδοτήσιμες (Kristeva, Hannah Arendt: Life is a Narrative, σελ. 14-18).</p>
<p>Θα ήθελα λοιπόν να προτείνω εδώ ότι το Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι μπορεί ωφέλιμα να προσεγγιστεί στη βάση τριών παραδειγμάτων του «ανάμεσα», δύο εκ των οποίων αντλώ άμεσα από τα παραθέματα του ίδιου του βιβλίου: της φιγούρας της καλλιτεχνικής ελευθερίας που ανατρέπει την συνηθισμένη σχέση γης και ουρανού στον Βαν Γκονγκ, της φιγούρας της θεολογικο-φιλοσοφικής αγωνίας για τον ανθρώπινο εγκλωβισμό ανάμεσα σε δυο σφαίρες στον Κάφκα, της φιγούρας του πολιτικού βίου ως οικοδομημένου σε ένα «ανάμεσα» το οποίο αναλαμβάνει να επιτελέσει ο ίδιος ο ποιητικός λόγος ως ενδογενώς, εμμενώς πολιτικός.</p>
<p>Θεματικά, το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου αφορά έναν αιώνα—τον εικοστό—που χωρίζεται στα δύο από το ορόσημο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου: αφορά, ειδικότερα, μόνο το πρώτο του μισό, το μισό που μπορεί να συνοψιστεί στο δίπολο πόλεμος και επανάσταση, με τη δεύτερη να νοείται με τη σειρά της με δύο τρόπους, καλλιτεχνικά αφενός και πολιτικά αφετέρου. Το απώτατο χρονικό σημείο της θεματικής της συλλογής βρίσκεται στο πρώτο της μέρος, στον ελληνικό εμφύλιο, και στη σφαγή της Μακρονήσου ανάμεσα στις 29 Φεβρουαρίου και τις 1 Μαρτίου του δίσεκτου έτους 1948 (ο Ζαφειρίου κάνει λόγο, όχι τυχαία, για μια σημαία που κυματίζει «μεσίστια/κατά τη δίσεκτη μεριά της ιστορίας», σελ. 20). Το υπόλοιπο θεματικό υλικό καλύπτει την περίοδο από τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα (Βαν Γκονγκ) ως τον μεσοπόλεμο (Κάφκα, Κλέε, Τρακλ, Ντέμπλιν, Λανγκ, Σίλε, Ντιξ, Γκρος, Μουρνάου και Μαγιακόφσκι), και γεωγραφικά, με εξαίρεση τον τελευταίο, την Κεντρική Ευρώπη, την Mitteleuropa, ειδικά τη γερμανόφωνη.</p>
<p>Παρατηρούμε ότι πρόκειται για μια δόμηση χτισμένη πάνω στους ρητορικούς τόπους της διαίρεσης αφενός και του συσχετισμού αφετέρου: τα δύο μισά του αιώνα, αυτό της επανάστασης και του πολέμου και αυτό απ’ το οποίο κοιτάζει προς τα συντρίμμια πίσω του, προς την «εντατική της ουτοπίας» (σελ. 59), η ίδια η ποιητική φωνή του Ζαφειρίου· οι δυο όψεις του πρώτου μισού του αιώνα, η εθνική και η διεθνής, αλλά και οι αισθητικές και υφολογικές παραδόσεις που συνδέονται με την Ελλάδα και την Κεντρική Ευρώπη αντίστοιχα (έτσι, θα βρούμε τόσο μορφική χρήση όσο και ρητή αναφορά στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο της ελληνικής δημώδους παράδοσης στην πρώτη σύνθεση, το «Ο Πιερρότος που κοιτούσε το φεγγάρι»· και, απ’ την άλλη, καταφυγή στον ποιητικό εξπρεσιονισμό τόσο στη σύνθεση για τον Φραντς Κάφκα στο δεύτερο μέρος όσο και στο «Εικόνες από μία Έκθεση» στο τρίτο)· και τέλος, το δίπολο αισθητική-πολιτική, με την ποίηση εδώ να αναλαμβάνει τον αρεντικό ρόλο της διαμεσολάβησης, της οικοδόμησης ενός «είναι ανάμεσα», ενός μοιράσματος που απευθύνεται εξ ορισμού στη δική μας, άλλη πλευρά της ιστορίας, και της απευθύνεται με τους όρους της πρώτης προμετωπίδας του βιβλίου, ως «κραυγή οδύνης».</p>
<p>Αυτή είναι βέβαια απλώς μια πρώτη, αναγκαστικά σχηματική χαρτογράφηση της παρούσας συλλογής, που ποιητικά περιλαμβάνει τρία μέρη—περιλαμβάνει δηλαδή ένα μέρος «ανάμεσα», έναν συνδετικό κρίκο, που είναι η σύνθεση «Οδός Αλχημιστών» για τον Φραντς Κάφκα—συνολικά όμως τέσσερα, μιας και ο Ζαφειρίου επιλέγει τον όρο «Συνομιλίες» και όχι «Σημειώσεις» για το σχετικό τελευταίο τμήμα, θέλοντας να υπογραμμίσει το γεγονός ότι επιχειρεί εκεί όχι απλώς να καταγράψει πηγές αλλά να συνομιλήσει, από μια διαφορετική θέση αυτή τη φορά, με τα ποιήματα που προηγούνται.</p>
<p>Για να δώσω τη δική μου, αναγκαστικά μερική, απάντηση στο ερώτημα που θέτει επίμονα το οπισθόφυλλο της συλλογής, το ερώτημα της λογικής σύνδεσης των ποιημάτων των τριών συνθέσεων: μου φαίνεται αναμφισβήτητο ότι η έννοια που διαμεσολαβεί ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη ενότητα είναι αυτή της ενοχής, θέματος, άλλωστε, προηγούμενης σύνθεσης του Ζαφειρίου, του Ενοχικόν, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη το 2010. Η ενοχή είναι βέβαια ένα από τα σήματα κατατεθέντα της πεζογραφικής διερεύνησης του Κάφκα, πάνω από όλα, αν και όχι αποκλειστικά, στη Δίκη (1914-1915). Στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης διαβάζουμε: «Κάθε πρωί ξυπνώ σε άλλο εδώλιο·/κατηγορούμενος/χωρίς να μου έχει απαγγελθεί κατηγορία./Σε μια δίκη που αγνοώ»· και λίγο αργότερα: «Κάθε πρωί μετέχω σε άλλη δίκη./Λαθροχειρώ το όνομα του κατηγορουμένου, απολογούμαι με ένταση/και με σωστά διαστήματα σιωπής· έτσι εκπαιδεύομαι σε ξένες ενοχές» (σελ. 29-30). Στην πρώτη σύνθεση, τον «Πιερρότο που κοιτούσε το φεγγάρι», ένα ποίημα που προσωπικά θεωρώ ότι συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ποιήματα της τελευταίας εικοσαετίας, και το οποίο θα συσχέτιζα ιδιαίτερα στενά με την «Έρημη γη» του Ηλία Λάγιου (1984) και φυσικά με την Έρημη χώρα του T.Σ. Έλιοτ (1922), ερχόμαστε μπροστά σε μια ρητορικά πολυσύνθετη άσκηση φόρου τιμής στους νεκρούς Μακρονησιώτες, αυτοβιογραφικής μνήμης και βασανιστικής, επώδυνης αυτοεξέτασης πάνω στο έδαφος μιας ακατανόμαστης ενοχής: «Τι κάνω τάχα εδώ», ρωτά ρητορικά το ποιητικό «εγώ», «στην εμμονή της πατρικής και μάταιης ενοχής,/σαν έναν τρόπο ν’ αποκτήσω πεπρωμένο;» (σελ. 14). Όπως και στον τελευταίο στίχο που παρέθεσα από την «Οδό Αλχημιστών», τη σύνθεση για τον Κάφκα, η ενοχή είναι «ξένη» αλλά είναι επίσης οικεία: έχει, με λίγα λόγια, κληρονομηθεί ή αναλαμβάνεται ως κάτι κληρονομημένο, κάτι για το οποίο υπάρχει η επιταγή μιας ανάληψης ευθύνης. Και στον «Πιερρότο», η ποίηση η ίδια και όχι απλώς το ποιητικό «εγώ» αναμετράται με το δύσκολο μιας ευθύνης που δεν μπορεί ούτε να παραγραφεί ούτε να τακτοποιηθεί ανώδυνα: «Ποιον αθωώνει ο ασπασμός;/Αλλού είναι η οδύνη» (σελ. 15)· «όχι, δεν γράφεται έτσι η ιστορία,/έτσι τακτοποιείται»· «‘Βρες ενοχή και πλήρωσε’ –όχι, /δεν σβήνεται έτσι η οφειλή, έτσι ακριβαίνει η ήττα» (σελ. 17).</p>
<p>Στο πολιτικό και ποιητικό σύμπαν του «Πιερρότου», η ποιητική φωνή μπορεί να αναμετρηθεί με το παρελθόν του σύντομου αιώνα, της εποχής των άκρων (έτσι την αποκαλεί ο Έρικ Χομπσμπάουμ) μονάχα με την προϋπόθεση της παραίτησής της από οποιαδήποτε ψευδαίσθηση κυριαρχίας ή ανεξαρτησίας, μόνο κάτω απ’ το βάρος ενός χρέους: η εκστατική ελευθερία του καλλιτέχνη που βρίσκει μέσα του τη δύναμη να αναποδογυρίσει τον αισθητό κόσμο δίνει τη θέση της στις αλυσίδες και στον εγκλωβισμό που περιγράφει ο Κάφκα. Κι εδώ εισερχόμαστε σε μια δεύτερη γραμμή σύνδεσης, η οποία διατρέχει ολάκερη τη συλλογή, στον άνθρωπο ως έρμαιο, ανδρείκελο, μαριονέτα αλλότριων δυνάμεων, και πάνω απ’ όλα της ιστορίας ως μοίρας. Στον «Πιερρότο», η ποιητική φωνή μαρτυρά: «Είμαι το αυτόματο στο γεγονός του κόσμου» (σελ. 13)· «Είμαι η καντάτα για το αυτόματο του κόσμου» (σελ. 14)· «είναι ο τρόπος να είμαι εδώ, σχήμα ατελές/και έρμαιο που ηττήθηκε από το μάταιό του» (σελ. 16)· «Ξεύρεις τι είναι ήττα αγοράκι; Τι είναι η ήττα –η ήττα σου;/Το ξεύρεις;» (σελ. 17). Στην «Οδό Αλχημιστών», η περσόνα ενός ανθρώπου που είναι και δεν είναι ο Φραντς Κάφκα (όπως είναι και δεν είναι ο Ζαφειρίου) αναρωτιέται σπαρακτικά: «Όσο και να δαγκώνεις τη ζωή/στα δόντια δεν μπορείς να την κρατήσεις/Προς τι η παράταση λοιπόν;/Προς τι το δίχως νόημα να σέρνεται/σε μια δίχως νόημα σκηνή:» (σελ. 35)· στον «Άγγελο της ιστορίας», το πρώτο ποίημα του τρίτου μέρους, αφιερωμένο στον ομότιτλο πίνακα του Κλέε και τη μυστικιστική σχεδόν σχέση του Βάλτερ Μπένγιαμιν μ’ αυτόν, ο Angelus Novus, o άγγελος, σύμφωνα με τη διάσημη παρατήρηση του Μπένγιαμιν, της Ιστορίας, είναι «σαν κακοκαμωμένη μαριονέτα/που οι κλωστές της έχουν μπερδευτεί», ένα «κρεμάμενο ανδρείκελο/πάνω από μια πραγματικότητα που υψώνεται/ως τα χαλάσματά της» (σελ. 41).</p>
<p>Δεν έχω εδώ τη δυνατότητα να μιλήσω διεξοδικότερα για τη σημασία της φιγούρας του ανδρείκελου στη λογοτεχνία, ελληνική και διεθνή, του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, από το πορτραίτο του προσωπικού της εταιρίας του Βελγικού Κονγκό στην Καρδιά του σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ στους «Κούφιους ανθρώπους» του Έλιοτ, στον Πιερρότο, όχι μόνο του Σένμπεργκ και του Ζιρό, στους οποίους αναφέρεται ρητά στις σημειώσεις των «Συνομιλιών» ο Ζαφειρίου, αλλά και στα καθ’ ημάς, του Ρώμου Φιλύρα ή στα «Ανδρείκελα» του Κώστα Καρυωτάκη. Θέλω να πω μόνο πως όλες αυτές οι μορφές, όπως και αυτή του Κόμη Όρλοκ στο «Νοσφεράτου» του Ζαφειρίου (του ανθρώπου που είναι «Όλος σκιά» και που «περνά μες στη σκιά του», σελ. 55), ή αυτή της εικόνας της ανθρωπότητας ως ενός «κουρελόχαρτου» στη γη στο ποίημα για τον Ντέμπλιν (σελ. 45), αποτελούν μετωνυμίες μιας απροσδιόριστης καταστροφής που έχει, ας πούμε, αδειάσει τον άνθρωπο από τον άνθρωπο, τον έχει καταστήσει ομοίωμα μονάχα του εαυτού του. Ούτε θα μπορέσω να κάνω κάτι περισσότερο από μια απλή νύξη σ’ ένα άλλο συνδετικό νήμα, αυτό της μορφής του Οδυσσέα, που τη συναντάμε στον «Πιερρότο» και ξανά στο τρίτο τμήμα της «Οδού Αλχημιστών». Ούτε, τέλος, θα ιχνηλατήσω εδώ τις αντιστικτικές εικόνες ουρανού και γης με τις οποίες ο Ζαφειρίου προεκτείνει τις μεταφορικές δυνατότητες που ενυπάρχουν στα σχετικά με τον Βαν Γκονγκ και τον Κάφκα παραθέματα. Θα κλείσω, μάλλον, με το μοτίφ «του τρίτου», της μορφής που διαμεσολαβεί ανάμεσα σε δύο.</p>
<p>Το βρίσκουμε στον «Πιερρότο» και σε άμεση συνάρτηση με την Έρημη χώρα του Έλιοτ, δια μέσω της οποίας τον δανείζεται ρητά ο Ζαφειρίου: «Έρμη γη,/χώρα σοκάκι που χωράς μονάχα δύο·», διαβάζουμε. Και αμέσως μετά, «ποιος είναι ο τρίτος, ο φτενός,/εκείνος που του μέλλεται να ζαλωθεί το κρίμα;» (σελ. 14). Και ξανά, λίγο αργότερα: «Ποιος είναι ο τρίτος που έρχεται να μοιραστεί το αίμα;/ Αυτός που δεν αγγέλθηκε, αυτός που δεν αρνήθηκε,/αυτός που όταν προδόθηκε φίλησε τους προδότες;» (σελ. 16). Το ποιος ή τι είναι αυτός ο τρίτος, μια ακόμα φιγούρα του ανάμεσα, του inter esse, που, όπως ο ίδιος ο ποιητικά συγκροτημένος τόπος της πόλεως, για να θυμηθούμε την Άρεντ, «συσχετίζει και δένει μεταξύ τους τους ανθρώπους», είναι φυσικά ένα ερμηνευτικό ερώτημα. Στην Έρημη χώρα του Έλιοτ, ο ποιητής συνδέει τη μορφή του με αυτή του Ιησού, όπως εμφανίζεται στην πορεία στο Εμμαούς στο Κατά Λουκάν ευαγγέλιο (ΚΔ 13-16)· αλλά και πιο κοσμικά, με τη φρεναπάτη μιας φαντασματικής παρουσίας που εκδηλώνεται σε ακραίες συνθήκες (Θ.Σ. Έλιοτ, Έρημη χώρα, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, σελ. 100 και 148). Ο Ζαφειρίου, με τη σειρά του, συνδέει τη μορφή, όχι μόνο με τον Έλιοτ και με το Ευαγγέλιο, αλλά και με την κριτική του Αριστοτέλη στις επιπλοκές του Πλατωνικού δυισμού. Αν αυτό που υπάρχει, συνεπεία ενός τέτοιο δυισμού, είναι ο επίγειος και ο επουράνιος άνθρωπος, γράφει ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά Ι, απαιτείται, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα, «ένας ‘τρίτος άνθρωπος’ για να συνδέσει τον συγκεκριμένο εαυτό με τον ιδεατό» (Μετά τα φυσικά 990b, σελ. 90-91, σελ. 345): το ουράνιο και το επίγειο εδώ και πάλι λοιπόν, και μαζί τους η μορφή ενός παράδοξου inter esse που καλείται να γεφυρώσει την απόσταση, όπως ο Θεάνθρωπος αυτήν μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Στον ίδιο τον «Πιερρότο», οι εμφανίσεις του είναι καταφανώς Χριστολογικές, αλλά όχι μόνο. Αυτός που «προδόθηκε» είναι το φάντασμα του ίδιου του δολοφονημένου Μακρονησιώτη, αλλά αυτός που του «μέλλεται να ζαλωθεί το κρίμα» είναι πιθανά εξίσου μια άλλη μορφή, αυτή με την οποία κλείνει συγκλονιστικά το ποίημα. Όχι ο μάρτυρας του πρώτου Τάγματος των «αμετανόητων» που σφαγιάστηκε, αλλά «αυτός που λύγισε», «αυτός που σώθηκε/με την ψυχή περίλυπη» και «μας μετρά στα δάχτυλα»: ο επιζήσας του αιώνα των άκρων, αυτός που διαμεσολαβεί τη σχέση μας με τους νεκρούς τους, κι έτσι, σ’ αυτό το ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, εξυφαίνει έναν τόπο για να υπάρξει η ποίηση και για να υπάρξει ο πολιτικός λόγος, ως αυτοαφήγηση μιας κοινότητας στην ιστορική της διαχρονία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ</strong></h5>
<p>oanagnostis.gr 10/08/2024</p>
<p>Ο λόγος του βάθους<br />
[Άργησα πολύ] να φτάσω εδώ,<br />
κάτω από τα γερμένα μάτια του χρόνου<br />
και με τα μάτια του χρόνου να δω<br />
ότι όλα υπάρχουν μες στην ίδια αιτία,<br />
ότι όλα είναι αυτό<br />
κι ότι αυτό που είναι δεν αλλάζει.<br />
(Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, σ. 27)</p>
<p>Ο χρόνος ο περασμένος κι ο μελλούμενος χρόνος<br />
Αυτός που θα μπορούσε να ’ταν κι αυτός που ήταν<br />
Σημαδεύουν σ’ ένα τέρμα που είναι πάντα τωρινό.</p>
<p>(Τόμας Στερν Έλιοτ, «Burnt Norton», στο Η Τετάρτη των Τεφρών. Τα Τραγούδια του Άριελ. Τέσσερα Κουαρτέτα, μτφ. Κλείτος Κύρου, Αθήνα, ύψιλον/βιβλία, 1994, σ. 40)</p>
<p>Όλο το ποιητικό έργο του Σταύρου Ζαφειρίου, βραβευμένου το 2023 με το Κρατικό Βραβείο για τη συλλογή Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι, εξελίσσεται κατά κύριο λόγο ως προς τη διάσταση του βάθους. Αυτό επιβεβαιώνεται και στο τελευταίο του βιβλίο, στο Χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου (στο εξής: Χρονικό), όπου επανέρχονται ορισμένες από τις βασικές συντεταγμένες της ποιητικής του, όπως είναι αυτές της μεγάλης ποιητικής σύνθεσης, του διακειμενικού συγκρητισμού και του φιλοσοφικού προσανατολισμού ή της σχέσης της ποιητικής του πρόζας με τον θεατρικό λόγο. Στα ποιήματα της συλλογής επανέρχονται, επίσης, τα θέματα που τον απασχολούν ποικιλότροπα ήδη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργικής του πορείας, λ.χ. η υπαρξιακή αγωνία, ο συγκερασμός της ατομικής με τη συλλογική ιστορική εμπειρία, η μνημονική γραφή, η αγωνία για την έκπτωση και τη διάψευση των πολιτικών πρακτικών, αλλά όχι και των οραμάτων, τα όρια που διαθέτει η γλώσσα ως μηχανισμός αναπαράστασης των εμπειριών και ανακάλυψης νέων πεδίων αυτογνωσίας. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί ο αναγνώστης: Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν στο Χρονικό τη διάσταση του βάθους; Ποια είναι τα στοιχεία που υφαίνουν τη συνάφεια και τη συνοχή με το προηγούμενο έργο, ειδικά με αυτό από τη συλλογή του 1998 Η Άτροπος των ημερών και μετά;</p>
<p>Πριν επιχειρήσουμε να απαντήσουμε, κρίνουμε σκόπιμο να καταγράψουμε κάποιες διαπιστώσεις ως προς τη δομή του Χρονικού, η οποία φαίνεται να δημιουργεί και δύο διαφορετικές, ευδιάκριτες ποιητικές περιοχές ή, για να μην είμαστε ίσως πιο ακριβείς, δύο ποιητικές περιοχές με διαφορές. Η πρώτη περιοχή φαίνεται να απαρτίζεται από τις τέσσερις εκείνες συνθέσεις που έχουν ως ενοποιητικό συστατικό τη φράση «Ένα τραγούδι για…» στην αρχή του τίτλου: «Ένα τραγούδι», λοιπόν, «για το φεγγάρι στο ποτάμι», «για την αθέατη ραφή», «για την καντηλάφτισσα που σβήνει τα κεριά πριν αποσώσουν» και «Ένα τραγούδι για την Κατερίνα [Γώγου] στο σφαγείο». Πρόκειται για ποιήματα μικρής, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, φόρμας, τα οποία αποπνέουν μια χαμηλής έντασης ελεγειακή τονικότητα και μοιάζουν να είναι «ιντεμέρδια» ανάμεσα στα «επεισόδια» της υπόλοιπης σύνθεσης.</p>
<p>Η δεύτερη περιοχή αποτελείται από αυτά τα «επεισόδια», που αρμολογούνται σε ισάριθμες με τα «ιντερμέδια» εκτενείς ποιητικές πρόζες, η καθεμία από τις οποίες αποτελείται από πέντε ενότητες ή μέρη, που διακρίνονται μεταξύ τους από ένα διαφορετικό κάθε φορά κόσμημα: «Το τέρας στο υπόγειο», «Είναι αυτό», «Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου» και «Ο τελευταίος ήχος του κόσμου». Στα τέσσερα «επεισόδια», το υποκείμενο αναμετράται με τις μεγάλες ανησυχίες και αγωνίες που αφορούν τον εαυτό, την πάσχουσα συνείδηση και τον βιωμένο κοινωνικό πόνο. Όλα τα «επεισόδια» είναι αρθρωμένα με την αγαπημένη στον Ζαφειρίου συνθήκη της μοντερνιστικής νεωτερικότητας και της έλξης που ασκούν το παράδοξο, το αναπάντεχο και το ανατρεπτικό χιούμορ, με το οποίο προστίθενται διακριτικές ειρωνικές πινελιές. Μολονότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να συζητήσει κανείς τις δύο αυτές ποιητικές περιοχές του βιβλίου, τις συνάψεις και τις αποκλίσεις, θα επιλέξουμε να επιμείνουμε στο κεντρικό ερώτημα: Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν τη διάσταση του βάθους και που, σε κάποιον βαθμό, αποτελούν και έναν κοινό τόπο για τις δύο ποιητικές περιοχές;</p>
<p>Στο «Τέρας στο υπόγειο», οι θεματικοί πυρήνες περιστρέφονται γύρω από τον άξονα της μνήμης και του λόγου που γίνεται φορέας σημασιοδότησης του εαυτού και του κόσμου:</p>
<p>Έρχομαι τώρα ο αυτουργός της μνήμης<br />
με μία βέργα από κρανιά και τον σουγιά<br />
να χώνεται στη μαλακή της φλούδα,<br />
[…]<br />
Λόγε του ανθρώπου, πορεύσου.<br />
[…]<br />
Πορεύσου, πορεύσου στη γειτονιά που μεγάλωσα,<br />
με τα κοντά παντελόνια αυτού του παιδιού,<br />
με τις φέτες του μουσκεμένου ψωμιού πασπαλισμένες ζάχαρη στο χέρι,<br />
με το χέρι σφιγμένο στον λαιμό του μικρού καναριού· (σ. 15, 18, 19)</p>
<p>Ο ποιητής δεν επικαλείται τον λόγο για να ανασυστήσει διά της μνήμης την παιδική και νεανική του ζωή στα στενά δρομάκια και στα τοπόσημα της Θεσσαλονίκης του τέλους του 1960 και αρχών του 1970, αλλά για να αναμετρηθεί με ό,τι τον οδήγησε στα ερείπια του παρόντος, στων μύθων [τ]ου τα άχρηστα υλικά, στην τερατόμορφη όψη του ίδιου του εαυτού:</p>
<p>Κι αν τώρα φέρνω πάλι στη μνήμη το κόκκινο παιδικό μου ποδήλατο,<br />
την τσουκνίδα και την άγρια μολόχα στην παλιά μας αυλή,<br />
τα κίτρινα μάτια του γάτου στη στέγη του αχυρώνα τις νύχτες·<br />
κι αν τώρα επιστρέφω σ’ αυτή την ασπρόμαυρη οικογενειακή φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ποτέ,<br />
άλλαζε όμως την άδεια της θέση από τοίχο σε τοίχο,<br />
σβήνοντας κάτι απ’ τα πρόσωπα κάθε φορά,<br />
ωχραίνοντάς τα ώς την αορατότητα,<br />
είναι επειδή έχει φτάσει το σημείο του χρόνου<br />
όπου εκείνα που ίσως δεν υπήρξαν ποτέ υπάρχουν τώρα<br />
σαν γοερά ερείπια στα χέρια μου,<br />
όπου εκείνα που ίσως δεν ήταν ποτέ είναι τώρα<br />
η γοερή φωνή του τέρατός μου. (σ. 20)</p>
<p>Στο πεντάπτυχο ποίημα «Είναι αυτό», ο αναγνώστης παρακολουθεί μέσα από αλλεπάλληλες καταφάσεις την κατάκτηση από την ποιητική φωνή μιας νέας περιοχής αυτοσυνειδησίας, που συμβολοποιείται ως άβυσσος, η οποία, αν και θα περίμενε κανείς να προκαλεί τρόμο για τον ζόφο και την έκτασή της, οδηγεί στον αναστοχασμό για τη φύση και την ιδιοσυστασία τού τέρατος-εαυτού:</p>
<p>Εδώ, εδώ· να φτάσω εδώ και να βρω<br />
πως είναι δικά μου και η φωτιά και η στάχτη,<br />
το νερό που αναβλύζει κι η στερεμένη πηγή,<br />
πως είναι δικό μου το δάκρυ στην παρειά του αλόγου,<br />
δικό μου το ρόδο που ανθίζει,<br />
δικό μου το ρόδο που έχει πια μαραθεί. (σ. 27-28)</p>
<p>Η αίσθηση της αβύσσου που γεννά στον ποιητή ο ατομικός και ο συλλογικός εαυτός-τέρας, ειδικά όταν αυτός περιπλέει τα όρια της ελεύθερης βούλησης, καθώς και η αναστοχαστική διάθεση που προκαλείται παίρνουν μια νέα κατεύθυνση στα τρία εκείνα μέρη του ποιήματος «Είναι αυτό» τα οποία, με μια δόση ανατρεπτικού χιούμορ, έχουν ενσωματωμένες πολιτισμικές ορίζουσες από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, από την εμβληματική ντοστεγιεφσκική μυθοπλαστική φιγούρα του Ρασκόλνικοφ και από την πρόσφατη ευρωπαϊκή φιλμογραφία, για να αναδειχθεί έτσι το έξοχο του ανθρώπου που ηττήθηκε / στη βιβλική του μάχη με τον άνθρωπο και να εκφραστεί η θλίψη της ποιητικής φωνής που σαν σε λούπα παρακολουθεί τη δίχως νόημα, ανόητη ζωή, που αρκεί, αρκεί, αρκεί να ’ναι ζωή (σ. 29).</p>
<p>Και από τον άνθρωπο που ως ον ηττήθηκε, η ποιητική φωνή επιστρέφει στη συνείδησή της, για να ξαναθέσει ερωτήματα σαν αυτά: Κατά πόσον μπορεί ο βιωμένος χρόνος να ανασυσταθεί με πληρότητα; Ποιος είναι ο απόηχος από την ανεκπλήρωτη μεσσιανική υπόσχεση διαρκείας για τον παράδεισο; Ποιες είναι οι αντοχές του ποιητή απέναντι στο φορτίο της μνήμης, του έρωτα, της απώλειας και του θανάτου; Στα οριακά σημεία αυτής της εσωτερικής ψηλάφησης, η ποίηση γίνεται η νησίδα, το ποθητό θαύμα, αυτό το merveilleux που θα επιτρέψει στην ποιητική συνείδηση ν’ αρταίν[ει] τις λέξεις / που μ’ αυτές θα καλεί η ψυχή [της] τον μάγο της, για να παρηγορεί την ανθρώπινη ύπαρξη, όταν αυτή δοκιμάζεται από την ήττα του προσώπου της, από τη μοναξιά, από τα μεγάλα διλήμματα και από την αβάστακτη ελαφρότητα της ελευθερίας:</p>
<p>Πορεύσου στο λίγο, πορεύσου στο πολύ<br />
–— λίγος είναι ο μεγάλος ουρανός που ονειρεύεσαι,<br />
πολύς ο λίγος ουρανός που σε παρηγορεί.<br />
Πορεύσου. Πορεύσου.<br />
Πήγαινε στο σωστό, πάνε στο λάθος·<br />
σ’ αυτόν που λέει:<br />
«Ό,τι έχει υπάρξει μια φορά, θα υπάρχει πάντα»·<br />
σ’ αυτόν που λέει:<br />
«Υπάρχει πάντα μονάχα εκείνο που δεν έχει υπάρξει ποτέ».<br />
Ποιο είναι το λάθος; Ποιο είναι το σωστό;<br />
Λόγε του ανθρώπου, λόγε μου πορεύσου. (σ. 33-34)</p>
<p>Όπως, όμως, συμβαίνει σχεδόν πάντα στο έργο του Ζαφειρίου, έρχεται η στιγμή κατά την οποία η ποιητική φωνή θα αντικρίσει απευθείας το βαθύ συλλογικό και ατομικό τραύμα που άφησαν στη συνείδησή της η Ιστορία και ο κοινωνικός πόνος, ακόμα και εάν αυτό το τραύμα δεν σχετίζεται απευθείας με το βίωμα αλλά με τη διαμεσολαβημένη υποδοχή και αναγνώρισή του — ίσως μάλιστα και ακριβώς εξαιτίας αυτού η πληγή να παραμένει δυσεπούλωτη και αέναα παρούσα, προκαλώντας στη συνείδηση κύματα ενοχής. Ήταν εκείνος ο καιρός που γύριζαν τα νύχια των αντρών / και το αίμα αγρίευε στων γυναικών τα καταμήνια.. / Κι ένα μονάχα βήμα χώριζε τις ψυχές απ’ τον σκορπιό τους, γράφει στην αρχή του τρίτου «επεισοδίου» (σ. 39), που έχει τον τίτλο που δόθηκε σε ολόκληρο το βιβλίο. Ο αναγνώστης παρακολουθεί στο «Χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου» την ιδιαίτερη εμπειρία της συνείδησης, η οποία, με έναν ρυθμό κοφτό, δωρικό, με έναν ρυθμό της μιας ανάσας, μπορεί να μελαγχολεί για το πεδίο των νεκρωμένων πραγμάτων και να νιώθει δέος ή αγωνία για τη σχάση του χωροχρόνου, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί και λαμβάνει, όπως και ο αναγνώστης, το ίαμα, που βέβαια είναι δραστικό μόνον μέσα στην περιοχή της φαντασίας και του ποιητικού λόγου: Ο ποιητής φέρνει δίπλα δίπλα μια ολόκληρη κοινότητα ανθρώπων, από τη Λούξενμπουργκ και τον Τσε, από τον Παλληκαρίδη και τον Αντύπα, από τον Τρακλ, τον Καρυωτάκη και τη Γώγου μέχρι και τον άστεγο που πεθαίνει πάνω στο χαρτονένιο του στρώμα, ο θάνατος των οποίων συμβολοποιεί με πολλούς τρόπους και τη διαμαρτυρία και την καταγγελία, μα και το ζωντανό όραμα για έναν διαφορετικό κόσμο. Η κοινότητα αυτή αξιώνεται έτσι μια νέα γένεση, εντός του σύμπαντος που δημιουργεί ο Ζαφειρίου:</p>
<p>Και βρίσκομαι εδώ, στο σημείο γραφής μνημονεύοντας·<br />
και αυτό ίσως να είναι αρκετό,<br />
αν είναι αρκετό ένα όνομα πλάι στον θάνατό του,<br />
αν είναι αρκετός ένας θάνατος για όλες τις εποχές, για όλη τη μνήμη.<br />
Και αυτό ίσως να είναι αρκετό, αν είναι η γραφή η συνείδηση<br />
του πάντοτε τελευταίου θανάτου. (σ. 46)</p>
<p>Η αναμέτρηση του ποιητή με την άβυσσο του εαυτού-τέρατος, με το τραύμα της απώλειας του ανθρώπινου προσώπου από τη δραματική επενέργεια των μεταπολεμικών «δύσκολων καιρών», με την περιστασιακή ή μονιμότερη αίσθηση της σχάσης του χωροχρόνου, δεν οδηγεί τελικά την ποιητική φωνή σε αδιέξοδο, όσο οδυνηρή και εάν γίνεται αυτή η εμπειρία. Στις κρίσιμες καμπές αυτής της αναμέτρησης, επανέρχονται ως αντισταθμίσματα η ανακουφιστική λειτουργία του ποιητικού λόγου, τροφοδοτημένη από τη διασταύρωσή της με τη βαθιά ριζωμένη πολιτική υπόσταση του Ζαφειρίου και ενισχυμένη από το μπόλιασμα του λόγου με τα πλούσια κοιτάσματα των διαβασμάτων του ποιητή από την ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και νεωτερικότητα, από τον διάλογό του με τον δυτικό πολιτισμικό κανόνα και με τις φιλοσοφικές και θρησκειολογικές εκδοχές του. Μετά από μια τέτοια οδοιπορία, στην τελευταία ποιητική σύνθεση του βιβλίου, στο τελευταίο πια «επεισόδιο», που έχει τον τίτλο «Ο τελευταίος ήχος του κόσμου», αισθητοποιείται ένας χώρος όπου στιγμιότυπα και ήχοι από την παιδική ηλικία και την ενηλικίωση, εικόνες από τη βιωμένη κοινωνική πραγματικότητα και εμπειρίες από τις αναγνωστικές, οπτικές και ακουστικές παραστάσεις συμβολίζουν την αντίσταση στην ερείπωση του παρόντος και στην τραγωδία της ήττας του ανθρώπινου προσώπου:</p>
<p>Ο κόσμος όμως δεν θα τελειώσει έτσι:<br />
Ούτε με έναν κρότο ούτε μ’ ένα λυγμό.<br />
Με όλους τους ήχους του μαζί θα τελειώσει.<br />
Με όλους τους ήχους μου να τους ακούω μαζί. (σ. 59)</p>
<p>Το νέο βιβλίο του Ζαφειρίου προστίθεται στο ευρύτερο ποιητικό εγχείρημά του, για τις διαστάσεις, τη σύσταση και τους εσωτερικούς αναβαθμούς του οποίου είναι μάλλον νωρίς να μιλήσει κανείς. Ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι της ώρας. Θα αρκούσε ίσως να σημειώσουμε ότι το Χρονικό, πέρα από το συγκινησιακό αποτέλεσμα, αποτελεί και ένα παράδειγμα, μια ουσιαστικά ευκαιρία αναστοχασμού για τον αναγνώστη. Και αυτό γιατί, σε μια εποχή όπου το άτομο εξακολουθεί να θέλει με πολλούς τρόπους να επιβεβαιώνει την αξία της ατομικότητάς του, σε μια εποχή σχεδόν ασυγκράτητου ναρκισσισμού και μιας πλαστογραφημένης αυτοεικόνας με την οποία συχνά πλαστογραφούνται και φαλκιδεύονται ο εαυτός, η συνείδηση και η ελευθερία της, ο ποιητικός λόγος του Ζαφειρίου επαναφέρει μέσα από την ατομική εμπειρία, η οποία εκβάλλει στο συλλογικό πολιτισμικό και πολιτικό γίγνεσθαι, τη σημασία που έχουν η αίσθηση, ο στοχασμός και η περίσκεψη για τον ιστορικό χρόνο, προκειμένου να ερμηνεύσουμε τον κόσμο όχι σαν διαστολή μιας ταυτότητας που βρίσκει ενδιαφέρον μόνον σε ό,τι αντανακλά όψεις του νάρκισσου εαυτού και της κουλτούρας της αυτοεπιβεβαίωσης. Ο λόγος του Ζαφειρίου μας προσκαλεί να μην εγκαταλείψουμε ούτε την εμπιστοσύνη μας στη δύναμη του στοχασμού και της αντίληψης ούτε το όραμα για έναν κόσμο με ανθρώπινο πρόσωπο, επειδή μπορεί να μας πληγώνουν ερωτήματα σαν αυτό (σ. 44): Πώς ζήτησε τόσο αίμα ένα τριαντάφυλλο, για να πορφυρωθεί;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>ΘΕΥΘ τ. 11 Ιούνιος 2020</p>
<p><strong>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ</strong></p>
<p>Κάθε νέα ποιητική σύνθεση του Σταύρου Ζαφειριού καλεί τον αναγνώστη να αναστοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα στον χρόνο, τον φέρνει αντιμέτωπο με τις παλινωδίες της ιστορίας, τη βεβήλωση των αξιών, το πνευματικό αδιέξοδο, το επικίνδυνα δυστοπικό παρόν, την αδυναμία της τέχνης να βρει οργανικό ρόλο, ώστε να ανοίξει νέους δρόμους στην ανθρώπινη συνειδητότητα. Ο ποιητής αναπαριστά μέσω της γλώσσας τη δική του θέαση του πραγματικού κόσμου, τη δική του στάση απέναντι στην ιστορία, την απόπειρά του να κατανοήσει σε βάθος το γίγνεσθαι στον παρόντα χρόνο. Η γλώσσα όμως πάντα αντιστέκεται, ξεγλιστρά, διαφεύγει και ο ποιητής εργάζεται σκληρά και μεθοδικά, υπονομεύει και αποσταθεροποιεί τους κυρίαρχους κώδικες, για να του αποκαλυφθεί μέσω των λέξεων αυτό που συμβαίνει, όπως το προσλαμβάνει ο συνειδητός νους του, δίνοντάς του μορφή. Αυτή η οδύσσεια του δημιουργού έχει πολλές περιπέτειες, πολλούς σταθμούς και ανύπαρκτη Ιθάκη.<br />
Πάνω σ’ αυτούς τους άξονες κινείται ο ποιητής στο ώριμο έργο του, συνομιλώντας ανοικτά με μείζονες συγγραφείς και έργα του νεοελληνικού και εν γένει του δυτικού λογοτεχνικού κανόνα, αρχής γενομένης από τα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας και παράλληλα με κείμενα θεολογικά, φιλοσοφικά και επιστημονικά. Με τα κείμενα αυτά ο Ζαφειριού διαλέγεται θαρρετά, θέτοντας ερωτήματα και αμφισβητώντας δεσπόζοντα νοήματα, ενίοτε διαφωνεί, ανασκευάζει και μεταφέρει τη συζήτηση για καίρια ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης στο εκάστοτε παρόν. Αυτά τα ερωτήματα, και μόνο θέτοντάς τα ο ποιητής επί της ουσίας στον εαυτό του, τα μετατρέπει άμεσα σε θέση και στάση απέναντι στα πράγματα, συνθέτοντας μια ποίηση ιδεών, με καταβολές εξπρεσιονιστικές, που μεταξύ άλλων καταδεικνύει την ένδεια ιδεών στον παρόντα χρόνο.<br />
Τα φυσικά πράγματα, η πιο πρόσφατη ποιητική σύνθεση του Σταύρου Ζαφειριού, που εκδόθηκε το 2019, είναι ένα σύγχρονο ποιητικό δράμα σε πέντε μέρη με εισαγωγικές επιγραμματικές περιλήψεις, που μπορούν να διαβαστούν και ως στοιχειώδεις σκηνικές οδηγίες ενός σύγχρονου θεατρικού<br />
έργου. Ο Ζαφειριού έχει άλλωστε επιλέξει να κινείται στο πεδίο μιας ποίησης που συνδέεται με πολλαπλά νήματα με τον θεατρικό λόγο. Μια ποίηση δραματική, ένα μοντάζ φωνών που αλληλοεπιδρούν και διαλέγονται, μονόλογοι που αρθρώνουν εν είδει υπόκρισης τα πολλαπλά είδωλα του εγώ, τα προσωπεία του ποιητή, άλλοτε ανώνυμα και άλλοτε νεότερες εκδοχές του Άμλετ, του Οιδίποδα, του Οδυσσέα, μορφών από τον Κάφκα, τον Μπέκετ και τον Χάινερ Μύλλερ, συγγραφέα με τον οποίο ο Ζαφειρίου συνδέεται με εκλεκτική συγγένεια. Παντού πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος εν κρίσει, ο διχασμένος άνθρωπος που αδυνατεί να βρει τον ρόλο του σ’ αυτό τον κόσμο, γιατί κανένας από τους υπάρχοντες ρόλους δεν του είναι αποδεκτός. Η τραγωδία και ιδίως η κλασική τραγωδία δανείζει δομικά στοιχεία στο ποίημα και δημιουργεί διακριτικά το πολυφωνικό πλαίσιο, για να συζητηθούν οντολογικά και γενικότερα φιλοσοφικά ζητήματα, ισχυρά και αμφισβητούμενα, περί της αρχής της δημιουργίας, των προθέσεων του δημιουργού, της γνώσης και των ορίων της, της ελευθερίας και της επιλογής, του νοήματος της ζωής και της ύπαρξης της ευθύνης, της ενοχής, της ανθρώπινης δράσης στον δίχως οδόσημα κόσμο των φυσικών πραγμάτων.<br />
Παραλληλίζοντας το μύθο του πλατωνικού σπηλαίου με τον Κήπο της Εδέμ, ο ποιητής συνεξετάζει τις συνέπειες της εξόδου από το πλατωνικό σπήλαιο στον άγνωστο κόσμο των φυσικών πραγμάτων, με τις αντίστοιχες συνέπειες της εξορίας του αρχέγονου ζεύγους στην εγκόσμια κοίτη. 0 αφηγητής ξεκινά το δικό του «ευαγγέλιο», αναζητώντας και αυτός την αρχή των πάντων. Ωστόσο, είναι ένας αφηγητής, που αφηγούμενος, ενώ ταυτόχρονα σχολιάζει, αμφισβητεί τη βεβαιότητα του ευαγγελιστή Ιωάννη περί του Λόγου «Εν αρχή ην ο Λόγος». Με τους δύο πρώτους στίχους αυτής της σύνθεσης: «Τι είναι λόγος; Τι μη λόγος;/ Ποιος η αρχή και τι ανάμεσά τους;», ο Ζαφειριού θέτει το πρώτο ερώτημα περί του δημιουργού (ας επισημάνουμε ότι εδώ ο λόγος γράφεται με πεζό το λ), ειρωνευόμενος διακριτικά τη χρήση του ερωτηματικού που γέννησε φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα, ενέπλεξε και εμπλέκει, διαχώρισε και εξακολουθεί να διαχωρίζει τους ανθρώπους, κρατώντας ανέπαφο το μυστήριο και τη δημοφιλία του. Η έξοδος από την «ειρκτή της γένεσης» φανερώνει τη σχέση αρχής και όντος, το τίμημα της εξόδου ο σταυρός και ο θάνατος. Ομοίως και η έξοδος από το σπήλαιο εγκυμονεί κινδύνους σύγχυσης και αφανισμού.<br />
Η ελευθερία τρομάζει και οι δεσμώτες δυσκολεύονται να κοιτάξουν και να δεχτούν τον κόσμο των φυσικών πραγμάτων, καταδικασμένοι στην περιπλάνηση και την αναζήτηση μιας νέας αλήθειας. Προορισμός τους η επιγειότητα και η διαχείρισή της. Φωνές ετερόκλιτες αποπειρώνται να τους νουθετήσουν, να τους κατευθύνουν στον επίγειο βίο, όπου κάποιοι βρίσκουν τόπο και άλλοι περιπλανώνται αενάως. Φωνές που εγκαλούν «Αφού λεκιάσατε το φρόνημα της καθομοίωσής σας/φορέστε κάτι πιο ταιριαστό στο φρόνημα της σάρκας». Φωνές που δελεάζουν, υπόσχονται λίγο φως για τη θνητότητα και προειδοποιούν ότι το δίλημμα κόλαση/παράδεισος δεν υφίσταται: «αλλού είναι η μέριμνα: /μην ξαστοχήσει και βρεθεί σε λάθος κόλαση».<br />
Οι άνθρωποι αγωνίζονται να στεριώσουν, ωστόσο ναυαγούν αδιάκοπα στις θύελλες του κόσμου, δημιουργώντας κοινωνίες γεμάτες ανεξίτηλα τραύματα. Ο νους του ανθρώπου, απαλλαγμένος από μεταφυσικές βεβαιότητες, θέτει το αίτημα της ζωής, σ’ έναν κόσμο υποκείμενο στην ανεπανόρθωτη και μη αναστρέψιμη φθορά. Η πίστη έχει γίνει οργανωμένο σύστημα καθεστωτικών κανόνων και έχει χάσει το νόημά της. Η κάθαρση μέσω του ποιητικού λόγου τίθεται εν αμφιβόλω. Ο ποιητής απών από το ρόλο του, ο έλεος και ο φόβος αντιμάχονται, ο ηδυσμένος λόγος εγκλωβίστηκε σε φορμαλιστικά αισθητικά σχήματα, αφήνοντας απέξω την αγωνία και τα αιτήματα της ευρύτερης κοινότητας. Ούτως ή άλλως, τα πράγματα ακολουθούν την πορεία τους και η ποίηση αδυνατεί να την αντιστρέφει. Παράλληλα, το ανθρώπινο τοπίο του κόσμου συμπληρώνεται με τους διωγμένους, που γυρεύουν τόπο και διαρκώς διώκονται, οι ξένοι ικέτες, ανεπιθύμητοι και υποκείμενοι στην αναλγησία των τροπαιοφόρων, που ακροβατούν ανάμεσα στο πεπερασμένο και το άπειρο και δεν διακρίνουν το ηθικό από την απώθησή του.<br />
Συνομιλώντας με το μύθο του Οιδίποδα, ο Ζαφειρίου ανατέμνει την τραγική μοίρα του ανθρώπου στον κόσμο των φυσικών πραγμάτων και στις παγίδες της ιστορίας. Η πραγματικότητα δικαιώνει τα λόγια του χορού στον Οιδίποδα Τύραννο, που μιλούν για τις μεταβολές της μοίρας, για τη σύντομη περίοδο της ευτυχίας στον ανθρώπινο βίο. Ο άνθρωπος καθώς αναζητά το δρόμο του, αργά ή γρήγορα, αναμετριέται με τη μοίρα του, σηκώνοντας το δικό του σταυρό και την ενοχή για τις πληγές των άλλων. Στη δίνη του ιστορικού χρόνου το φως και το σκοτάδι, η ήττα και η νίκη συγχέονται, χάνουν τα διακριτά τους όρια. Στην πορεία του βίου αποκαλύπτεται η τραγική ειρωνεία του ανθρώπου που νομίζει ότι γνωρίζει και ως εκ τούτου εγκλωβίζεται στα δεσμά μιας απόλυτης αλήθειας. Η μορφή του Οιδίποδα, όπως συντίθεται από τις δυο τραγωδίες του Σοφοκλή με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο ήρωα, παραπέμπει στα μείζονα ζητήματα της αυτογνωσίας, της ενοχής, της δικαιοσύνης, της εξουσίας, ανακαλεί την πολυσημία του λόγου και την αδυναμία του νου να συλλάβει το πώς και το γιατί του επίγειου βίου και, κατά συνέπεια, να ελέγξει την πορεία των πραγμάτων.<br />
Ο δραπέτης των μύθων συνεχίζει το ταξίδι του στον κόσμο των φυσικών πραγμάτων, προσπαθώντας να αντιληφθεί αυτό το τρομακτικό παιχνίδι της ζωής και τη δική του παρουσία, το δικό του ρόλο μέσα σ’ αυτό. Πώς διαχειρίζεται ο άνθρωπος τη σιωπή των Σειρήνων; Πώς προστατεύεται ένας σύγχρονος Οδυσσέας από την εκκωφαντική σιωπή τους, που<br />
πυροδοτεί τους πιο μύχιους φόβους; «Η ασφάλεια του δέσμιου θα παραμένει πάντα το κατάρτι». Δεσμώτης του φόβου, ο άνθρωπος αναβάλλει τη ζωή του στον μόνο αληθινό χρόνο, τον ενεστώτα, στο όνομα ενός μέλλοντος, αποθήκης ελπίδων, προσδοκιών και αναβολών της αληθινής ζωής, ζώντας συχνά στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή-μη ζωή του καθημερινού του βίου, ενώ η πραγματικότητα εξακολουθεί να είναι ζοφερή και βάρβαρη και η διά της βίας νουθεσία συνεχίζεται με ποικίλους τρόπους στα σώματα και τον νου των ανθρώπων. Η σιωπή των Σειρήνων μιλά πιο δυνατά από τα λόγια. Εντούτοις, ο άνθρωπος ανερμάτιστος βαυκαλίζεται με θεωρίες και τελετουργίες υπέρβασης της πραγματικότητας εκ του ασφαλούς, καταφεύγοντας στην επιλεκτική μνήμη, στην εξιδανικευμένη νοσταλγία της επιστροφής σε μια ειρηνική, φωτεινή και ουτοπική πραγματικότητα. Ιδέες και λόγοι περί θάρρος και αλήθειας διαλύονται «μόλις η μέγγενη τους σφίξει το κεφάλι». 0 Ζαφειριού εδώ συνομιλεί με τα Τέσσερα Κουαρτέτα του Έλιοτ, αμφισβητώντας ανοιχτά και με δηκτική ειρωνεία την υπερβατική αλήθεια και τη μεταφυσική κάθαρση που ενστερνίζεται ο Αμερικανός ποιητής.<br />
Ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τα όρια της αισθητηριακής εμπειρίας, με τα ερωτηματικά για την ύπαρξη άυλης φύσης με την απορία για το πώς φτάνουμε στη γνώση. Η αντίληψη του μηχανισμού της γλώσσας, τι περιέχει, πώς μεταφράζεται η γλωσσά των πραγμάτων στη γλώσσα του ανθρώπου πως αντιλαμβανόμαστε τα όρια της αρχής και του τέλους, ποιος και πως τα καθορίζει αποτελούν θεμελιώδη ερωτήματα της ποιητικής αυτής σύνθεσης. Παράλληλα, ο ποιητής αναρωτιέται για την ορθότητα της κρίσης μας για τα πράγματα. Η εικόνα της πραγματικότητας έξω από το σπήλαιο πόσο πραγματικά διαφορετική είναι; Πόση ελευθερία παρέμβασης υπάρχει στη διαμόρφωσή της; Πόσο επιμένει ο άνθρωπος να αγνοεί το κακό, να αποδέχεται άκριτα τις πολιτικές και πνευματικές εξουσίες που εκθειάζουν την αθωότητά του, να κλείνει τα μάτια μπροστά στην ήττα του, να αποδέχεται τη θηριωδία ως σύμφυτο στοιχείο της πραγματικότητας; Πώς η τέχνη θα δείξει τις εικόνες πού φέρνουν στο φαίνεσθαι το αφανές;<br />
Ο προβληματισμός γύρω από το άγνωστο του θανάτου και ο συνακόλουθος φόβος σχολιάζονται με την παρουσία του σαιξπηρικού ήρωα. Ως δραματικό προσωπείο ο Άμλετ εκφράζει, σε ένα κόσμο διαφθοράς και αναλγησίας, όπως το βασίλειο της Δανίας, τον διχασμένο εαυτό, τον διανοούμενο που υπόκειται στη μελαγχολία του, αμφιβάλλει και αναζητά επαρκή λόγο για τη δράση, έστω και μέσω των φασμάτων του κατακερματισμένου εαυτού του, τον άνθρωπο που αδυνατεί να βρει το δικό του τρόπο να πορευτεί. Ένα πλάσμα που αποδέχεται τον ρόλο του σ’ αυτή την παρωδία και την ίδια στιγμή γυρεύει να δραπετεύσει απ’ αυτόν, βιώνει τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, αίρει τη διάζευξη για να λευτερωθεί απ’ τη «σκλαβιά της απορίας». Τα υπαρξιακά διλήμματα επί της ουσίας υποκρύπτουν την ευθύνη της ζωής μας και τις αναγκαίες επώδυνες αποφάσεις που απορρέουν απ’ αυτήν.<br />
Η πορεία του ανθρώπου συνεχίζεται χωρίς να έχουν μπει τα πράγματα στη θέση τους, χωρίς ο ίδιος να έχει διακρίνει τα όρια των αντιθέτων, εξακολουθεί τυφλός να πέφτει από αλήθεια σε πλάνη και τούμπαλιν. Το φως αποδεικνύεται σκοτάδι, τα δόγματα δεν φώτισαν τον άνθρωπο, τον συνοδεύουν όμως ακόμη στην αδιέξοδη πορεία του. Και ο στοχαστής, που έλυσε του σπηλαίου τα δεσμά, μπλέκεται σε άλλα δικά του περιοριστικά δεσμά. Σισύφειος και μάταιος ο αγώνας του ανθρώπου να ανακαλύψει τα στοιχεία των όντων, την αρχή και το τέλος των φυσικών πραγμάτων, επομένως ο ποιητής με όλους τους δυνάμει εαυτούς του παρατηρεί όλη αυτή την περιπέτεια της εξόδου από την ασφάλεια των ψευδαισθήσεων, στο άγνωστο<br />
και αβέβαιο γήινο πεδίο, γεμάτος ερωτηματικά, αντιγράφει τη μαρτυρική ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς να υπόσχεται λύσεις και οραματισμούς, χωρίς να δίνει μια καινούρια πίστη.<br />
Αντιμετωπίζοντας την αφήγηση της Γένεσης ως μύθο με πρωταγωνιστή έναν εγωκεντρικό δραματουργό, τον αποδομεί και τον ανασκευάζει και συνεξετάζοντάς τον με το μύθο του πλατωνικού σπηλαίου και τους προβληματισμούς που θέτει η ερμηνεία του, ο Ζαφειριού καταπιάνεται στα Φυσικά Πράγματα με θεμελιώδη ζητήματα του ανθρώπινου στοχασμού, συνθέτει μια δική του αγνωστικιστική κοσμογονία, εξωθεί τις λέξεις στα όριά τους, υπονομεύει τις αντιθέσεις, που μέσα στην αναγκαστική τους συνύπαρξη, αποκτούν μια νέα υπόσταση, προτείνει να κοιτάξουμε κατάματα την πορεία των πραγμάτων και να αναλάβουμε την ευθύνη μας έξω από το σπήλαιο, έξω από τον Κήπο της Εδέμ.<br />
Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειριού είναι μια ειλικρινής ομολογία των προβληματισμών και των αδιεξόδων του σύγχρονου ανθρώπου που αναρωτιέται και ανησυχεί για την τύχη του ανθρώπινου είδους σε ένα μηχανικό απάνθρωπο κόσμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS/ 24.6.2019<br />
Ποίηση και οντολογία ή τρόποι για να φιλοσοφήσει η ποίηση<br />
Επανερχόμενος στη στήλη μετά από ένα διάστημα αθέλητης απουσίας, προτείνω να ξεκινήσουμε τις καλοκαιρινές μας αναγνώσεις με ποίηση (με την ποίηση, άλλωστε, είχα καταπιαστεί και στο τελευταίο μου σημείωμα την άνοιξη). Κοιτάζω το βιβλίο του Σταύρου Ζαφειρίου Τα φυσικά πράγματα, που κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα από τη Νεφέλη, και σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι για έναν ποιητή να επιμένει στις μεγάλες συνθέσεις – κάτι που εγκαινίασε πριν από αρκετά χρόνια και συνεχίζει τώρα κατά τον ασφαλέστερο τρόπο. Η ποίηση ιδεών είναι από τα πιο δύσκολα είδη και ακολουθώντας τον δρόμο της είναι πολύ εύκολο να πέσει κανείς στο παραστράτημα και την αστοχία. Σε προηγούμενες συλλογές του ο Ζαφειρίου κατάφερε να αναμετρηθεί χωρίς την παραμικρή απώλεια με μεγέθη όπως η πολιτική ενοχή και η πολιτική αθωότητα, τα όρια και οι δυνατότητες της γλώσσας, οι φούριες και οι διαψεύσεις της τέχνης, οι ατραποί ή τα δύσβατα μονοπάτια της μνήμης, αλλά και η νεωτερικότητα, σε όποιο επίπεδο κι αν θέλουμε να την εννοήσουμε (ιστορικό, πολιτισμικό ή πολιτικό), παραπέμποντας ταυτοχρόνως σε μια μεγάλη γκάμα κειμένων: σε κείμενα φιλοσοφικά, πατερικά και λογοτεχνικά.<br />
Βγαίνοντας απείραχτος από ανάλογες συναναστροφές και στο ανά χείρας πόνημά του (ο διάλογος τώρα είναι πρωτίστως με την αρχαιοελληνική γραμματεία και με την Παλαιά Διαθήκη – πέραν των παραπομπών στη νεώτερη, ελληνική και ευρωπαϊκή, λογοτεχνία), ο Ζαφειρίου περνά πλέον στη φιλοσοφική και, πρωτίστως την οντολογική ποίηση (ελπίζω να μην ακούγεται μεγαλεπήβολο, γιατί μόνο περί αυτού δεν πρόκειται). Ο άνθρωπος είναι εδώ εξαρχής ανέστιος και απορριγμένος, έγκλειστος σε ένα τοπίο ερημίας και αποξένωσης. Προσοχή, όμως: σκοπός του ποιητή, παρά την υψηλή δραματική του ένταση, δεν είναι να θρηνήσει για μια τέτοια κατάσταση, που μοιάζει να αντανακλά περίπου την εγγενή ροπή των πραγμάτων, ούτε να καταμετρήσει αισθηματικά το κόστος της. Σκοπός του ποιητή είναι να προχωρήσει βαθύτερα στην ουσία των όντων, και αυτή η ουσία δεν έχει εντέλει καμιά σχέση ούτε με τη φιλοσοφία ούτε με την οντολογία, παρά μόνο με την ίδια την ποίηση.<br />
Τι σημαίνει εντούτοις «ουσία των όντων»; Πώς μπορεί να τη δεξιωθεί και να την προβάλει ο ποιητικός λόγος; Μα, όπως ταιριάζει σε μια ποίηση που ξέρει εκ των προτέρων πώς να ελέγξει και να ποδηγετήσει τις ιδέες της, πώς να μην καταστεί παρακολούθημά τους. Δεν έχει νόημα να παραθέσω στίχους (όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τον σχολιασμό ποιητικών συλλογών) από μια σύνθεση η οποία είναι αδύνατον να περιγραφεί, έστω και κατά παραχώρηση, με δειγματοληψία. Θέλω μόνο να πω πως εκείνο που φροντίζει με άκρα επιμέλεια ο Ζαφειρίου είναι να μην παγιδευτεί στο εσωτερικό των αφηρημένων σχημάτων τα οποία χρησιμοποιεί. Τα αντιθετικά ζεύγη εννοιών που κυκλοφορούν σε όλες σχεδόν τις σελίδες του βιβλίου του, οι τρόποι μέσω των οποίων αλληλοϋπονομεύονται και αλληλοακυρώνονται οι πόλοι τους, δεν έχουν να κάνουν με τη φιλοσοφία των όντων, με κάποια ουσιοκρατική σύμπηξη και άρθρωση, αλλά με το χάσμα που προκαλεί η ουδετεροποίηση των αντιθέσεων: η αναγκαστική συμπόρευση του είναι με το μηδέν, του θετικού με το αρνητικό, του λόγου με τη σιωπή. Γιατί το ουδέτερο μετατρέπεται έτσι σε κενό και το κενό μετασχηματίζεται με τη σειρά του σε κάτι σαν πυρηνική έκρηξη – έκρηξη που πηγάζει από το μεδούλι της ύπαρξης, επηρεάζοντας ταυτοχρόνως ολόκληρο το πεδίο της. Και από την άποψη (από την άποψη της ποιητικής και όχι της οντολογικής ουσίας) το βιβλίο του Ζαφειρίου μάς υπενθυμίζει ωραία πως η περιπέτεια της ύπαρξης αποτελεί ανά τους αιώνες το κεντρικό ζητούμενο της ποίησης, ακόμα κι αν πρέπει να επινοηθεί ένα σκηνικό ιδεών για να αποκτήσει η περιπέτεια σάρκα και οστά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ</strong></h5>
<p>ΧΑΡΤΗΣ 16 {Απρίλιος 2020}<br />
<strong>Ενορατικό πάθος και πραγματολογική γνώση</strong><br />
Νομίζω πως δεν χρειάζεται να επισημάνω (το έχουν κάνει άλλοι προηγουμένως, και όχι μόνο για την προκείμενη ποιητική του σύνθεση) ότι ο δρόμος που συνεχίζει να διανοίγει στο ελλαδικό ποιητικό πεδίο ο Σταύρος Ζαφειρίου (γεν.1958) είναι ένας δρόμος αφ΄ εαυτού μοναχικός. Συγκρινόμενος με άλλες διαδρομές στο ίδιο πεδίο, της νεώτερης ποίησής μας, είναι ένας δρόμος που όποιος τον ακολουθήσει, πάνω στις διανοίξεις για τις οποίες θα μιλήσω, χρειάζεται να είναι ενισχυμένος με γνωσιακά αποθέματα τα οποία θα του επιτρέψουν συνάψεις εις βάθος με άλλες προσεγγίσεις, όπως είναι η δραματουργική, η ιστορική, η θρησκειολογική, η φιλοσοφική, κτλ. Πρόκειται για διαδρομή που αποφεύγει τα εύκολα και προτιμά να ακολουθεί το δρόμο της μέσα από δύσκολα ή δύσβατα εδάφη.<br />
Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου, τις περισσότερες φορές ως σύνθεση επιμέρους ενοτήτων που ανασκάπτουν ένα θέμα, αναμετριέται εσκεμμένα με τον πειρασμό της δύστροπης να ανοιχτεί σκέψης και στρατοπεδεύει συχνά στα σκοτεινά βιώματα που μ΄ αυτά μας εφοδιάζει ανελλιπώς η ιστορία, τωρινή και αλλοτινή. Τέτοια σκοτεινά βιώματα παρέχουν, λ.χ., οι αρμαγεδδώνες των ολοκληρωτικών καταστροφών που, κατά περίεργο θα έλεγε κανείς τρόπο, μεθοδεύτηκαν εντελέστερα σε εποχές θριάμβου του μοντερνισμού, υπογραμμίζοντας αρνητικά τις αυταπάτες του ουμανισμού που προήλθαν από τα σπλάχνα του Αιώνα των Φώτων. Τίποτε, κανείς διαπρύσιος διαφωτισμός, δεν εμπόδισε τις πολεμικές εκατόμβες, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων ή τα γκούλαγκ ανανήψεως και ιδεολογικού σωφρωνισμού.<br />
Είναι χρήσιμο νομίζω να προσθέσω στο σημείο αυτό ότι ο ποιητικός λόγος του Ζαφειρίου, διαμορφωμένος αρχικά από διάφορες ποιητικές νεανικές καταγωγές – από τη Θεσσαλονίκη βρίσκω τον Γιώργο Θέμελη, τον Πάνο Θασίτη, τον Αλέξη Ασλάνογλου– άλλαξε ρητορική και γλώσσα από τη στιγμή που η στοχαστική προετοιμασία και η διάπλασή του τον έστρεψαν από το ποίημα-γεγονός, το αυτοτελές δηλαδή ποίημα που σκοπεύει να διαγνώσει τα όρια μιας σπαρακτικής υποκειμενικής αυτογνωσίας, στην ποιητική σύνθεση. Ανοίχτηκε έτσι σε μια αλληλουχιακή ενότητα στην οποία οι συνδετικές γραμμές ανάμεσα στα μέρη ή στις εικόνες της σύνθεσης είναι πυκνές και φιλοδοξούν να εκφράσουν μια υπερκείμενη ενοποιό επική συνείδηση του δημιουργού. Ο πρώτος κύκλος των ποιητικών διαδρομών του Ζαφειρίου φτάνει ως τη συλλογή Τα Κατοικίδια (1997) και την επόμενη Η ΄Ατροπος των Ημερών (1998)∙ σ΄αυτές διακρίνεται μια επικείμενη αλλαγή βλέμματος μα και τοπίου. Από εκεί αρχίζει ένας δεύτερος επάλληλος κύκλος επτά άλλων συλλογών και συνθέσεων, ως την παρούσα, Τα Φυσικά Πράγματα, όπου ο ποιητής, ως άλλος Ιανός, δεν προστρέχει στη μνήμη του για να ταξιδέψει στο παρελθόν, αλλά προσπαθεί, στη δύσκολα διανοιγόμενη, όπως είπαμε, μοναχική ατραπό του, να ξαναβρεί και να ονομάσει ξανά (αφού πολλές φορές ξαναζούμε τα ίδια φαινόμενα, περιγράφοντάς τα με άλλα ονόματα) το παρελθόν της ιστορίας, της τέχνης, της γλώσσας.<br />
Προσπαθεί, αναστοχαζόμενος, να ξαναβρεί και να ονομάσει ξανά κάποια από τα φαινόμενα που συγκροτούν την διαχρονική αυταπάτη του ανθρώπου. Γιατί, ο άνθρωπος εκεί που νομίζει, μέσα στην αφέλειά του, ότι όλα αλλάζουν, αιφνιδίως αντιλαμβάνεται έκπληκτος ότι στην ουσία όλα τα νεοφανή και νεωτερίζοντα αποτελούν μετωνυμικά στοιχεία του άλλοτε! Γι΄αυτό και ο Ιανός/Ποιητής του Ζαφειρίου, με το αδιάκοπο πίσω μπρος της ματιάς του να σαρώνει διαχρονικά, εμμέσως μάς δείχνει με έμφαση ότι δεν υπάρχει τίποτε το μοναδικό και το άπαξ∙ οι εποχές διαφέρουν στα επιφαινόμενα και περισσότερο αντιγράφουν (και μάλιστα κακεκτύπως) τον εαυτό τους. Ο διάλογός τους είναι διάλογος ομοειδών ετεροτήτων. Στη σχέση της βιβλικής παράδοσης με τους τωρινούς, ισχύοντες μύθους του δυτικού πολιτισμού, ο μύθος λ.χ. του πλατωνικού σπηλαίου «συνομιλεί» με τη θεωρία της ουσίας στον υπαρξισμό, ή, ένας συνδυασμός αυτών, ο μύθος του βιβλικού παραδείσου και ο πλατωνικός μύθος της Πολιτείας κατατείνουν και οι δυο στη συναίσθηση της οδυνηρής μετάβασης του ανθρώπου στη γνώση, μέσω της εξορίας. Και στα Φυσικά Πράγματα όμως έτσι προκύπτει η συγκρότηση της συνείδησης για τη μοναχική, οδυσσεϊκή ύπαρξη. Ας σημειώσω εδώ ότι αυτή η οδυνηρή μετάβαση (ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ την έλεγε ένριψη στο συναίσθημα της μοναξιάς) αποτελεί κλειδί για πολλές θεολογικές αλλά και υπαρξιακές θεωρίες του όντος. Ο Τόμας Χομπς, λόγου χάριν, λέει ότι η αυτογνωσία μετά την αποκάλυψη της ψευδαίσθησης της παραδείσιας αρμονίας, σημαδεύεται από την αντίληψη και γνώση της πολιτικής μας κατάστασης. `Η, διαφορετικά, ότι η αυτογνωσία ήταν η ορίζουσα αρχή για τη δημιουργία της ιστορικότητάς τους στις ανθρώπινες κοινωνίες.<br />
Πόσο κενό χρειάζεται / για να κυλήσει από τη χούφτα σου το χώμα / και πάντα κάτι μένει στην παλάμη. / Κόκκος στον κόκκο αδειάζοντας / και πάλι λείπει ο κόκκος / που θα στεριώσει το γλυπτό τού διχασμένου ζώου (σ. 34)<br />
Εννοείται ότι αυτοί οι συνδυασμοί, οι διαλογικές συγκλίσεις, οι διασταυρώσεις, δεν εγκαθίστανται στο ποιητικό συγκείμενο του Ζαφειρίου μόνο ως ράκη, ως υπόλοιπα των αποσπασμάτων από κείμενα διαφορετικών εποχών και διαφορετικών πολιτισμών που διασταυρώθηκαν, όπως θα μας διαβεβαίωνε ο Λυοτάρ στο Μεταμονέρνο. Εγκαθίστανται επίσης ως είδη τέχνης. Για παράδειγμα, ο συγκερασμός του θεάτρου του Σαίξπηρ ή του θεάτρου του Μπέκετ δεν φέρνουν προς συνάντηση και διάλογο μόνο τους αντίστοιχους δραματουργικούς λόγους∙ μαζί μ΄αυτούς φέρνουν προς διάλογο και τις τεχνικές που «φοράει» η κάθε γλώσσα στο θέατρο. Και όλες αυτές οι συνευρέσεις, όπως είναι εύλογο και όπως το αντιλαμβάνεται ευθύς ο αναγνώστης των συνθέσεων του Ζαφειρίου, προκαλούν στο κειμενικό πεδίο μεγαλύτερη ρευστότητα και ταυτοχρόνως ένα μεγαλύτερο άνοιγμα του πεδίου αυτού προς τον πειραματισμό. Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ, από τον μονόλογο του Άμλετ,<br />
Και τώρα πρίγκιπα; [&#8230;] ποιά τέχνη θα χαρίσει στην ανάγκη / τη μάσκα του υποκριτή, / εκείνου που ο ρόλος του / είναι η άρνησή του να τον παίξει;<br />
πέρα από τα σχόλια του ποιητή, πέρα δηλαδή από τις αναφορές στον πλατωνικό Φαίδωνα, ανασύρει μαζί, συνειρμικά, την επαγωγή στον Μπωντλαίρ, προς τον οποίο υποκριτή απευθύνεται κι εκείνος, όπως άλλωστε και ο Ζαφειρίου, χρησιμοποιώντας προς τούτο ένα βουβό, δεύτερο πρόσωπο για τις ανάγκες του γνωστού δραματικού μονολόγου. Ωστόσο, τα λόγια του Άμλετ, έτσι όπως τα αναπράγει ο Ζαφειρίου, υποδηλώνουν επίσης την επιμονή του ανθρώπου εκείνου που αρνήθηκε να βολευτεί σε ψευδαισθήσεις. Συνεχίζει έτσι την αναζήτησή του, ακόμα κι αν γνωρίζει ότι ο δρόμος του είναι στρωμένος με διαδοχικές αυταπάτες που θέλουν να τον κάνουν δικό τους. Αυτό είναι, εξ άλλου, και το αντιφατικό κέρδος του Σίσυφου, στη γνωστή ανάπτυξη του μύθου του από τον Αλμπέρ Καμύ. Το κέρδος είναι ότι δεν το βάζει κάτω, ότι δεν δέχεται τον εφησυχασμό, ούτε την υποτιθέμενη τιμωρία των θεών ως κάτι το άπαξ και οριστικό:<br />
Μένουν το τέλος κι η αρχή, μα ούτε που ξέρεις / ποιά είναι τούτη η αρχή κι άν φτάνει σ΄ένα τέλος, / ποιό τέλος ξεκινά απ΄την αρχή<br />
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ εν ολίγοις στην ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου (που, όπως είπα στην αρχή, αποτελεί ένα εγχείρημα δύσκολο, ακόμα και για για τις ορδές των πιστών του fb ), ειδικά για το ότι ενεργοποιεί όχι μόνο το συναισθηματικό αλλά και τό γνωσιακό απόθεμα προς χάριν μιας ενόρασης. Αν και ο ίδιος θα δυσανασχετούσε σ΄έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, του ενορατικού δηλαδή ποιητή ο οποίος παθιάζεται αδιάκοπα να δείχνει την τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης, η γνώμη μου είναι ακριβώς αυτή. Ότι είναι ένας κυριευμένος. Ασφαλώς, για να επιστρατεύει ένας νέος ακόμα ποιητής τέτοιο πλούτο αναπαραστατικών δεδομένων (κειμενικών, παρακειμενικών, αρχαίων και σύγχρονων, βιβλικών, ιστορικών, ηθικών, μυθολογικών κ.ά.), προκειμένου να ενορχηστρώσει (και μάλιστα ρυθμικά) τις συνθέσεις του, σημαίνει ότι έχει φτάσει στο σημείο του να υποστασιοποιεί ποιητικά τα πάντα. Και όντως, δίνει πνοή ακόμα και σε στοιχεία πραγματολογικά, σε φιλοσοφικές και επιστημονικές έννοιες ή όρους που αντιστέκονται στην λυρική υφοποίησή τους, και παραταύτα εμφανίζονται συνεχώς στις συλλογές του. Και αυτή η υφοποίηση, η λυρική ένταση, η πνοή που διαπερνά την ποίησή του, τις περισσότερες φορές τον βοηθά να μη χάνεται στο συνήθως άνυδρο τοπίο των οντολογικών σημασιών.</p>
<h5><strong>ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ</strong></h5>
<p>ΦΡΕΑΡ 28/08/2020</p>
<p>Στον πυρρίχιο του αναπόφευκτου</p>
<p>–αχ, αστραποκαμένε μου και βροντοχτυπημένε μου,<br />
να σε συνδέσει η πυρκαγιά ο τρυγητός να τρέξει.</p>
<p>Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου, μιας από τις σημαντικότερες παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και της λεγόμενης γενιάς του ’80 ή του ιδιωτικού οράματος, έχει επεκτείνει, κυρίως από τις ενιαίες συνθέσεις της και μετά, την κίνησή της προς ένα ευρύτερο πεδίο ποιητικού, φιλοσοφικού, ιστορικού πλάτους και βάθους. Και αποδεικνύει, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιστάσεις, ότι πολλοί φιλολογικοί όροι εν τέλει πάσχουν ή περιπίπτουν σε πάσχουσα κατάσταση, καθώς όπως αναφέρει και ο ίδιος ο ποιητής, «το ιδιωτικό στην ποίηση είναι μια έννοια παραπλανητική»: «ο ποιητής, ακόμη κι αν αναφέρεται στο ιδιωτικό και το περίκλειστο, δεν σταματά να διερευνά τη σχέση του με τον περιβάλλοντα χώρο» [1] . Έτσι, ο Σταύρος Ζαφειρίου συνεχίζει και στα Φυσικά πράγματα να διερευνά τη σχέση μας με τον κόσμο, εξερευνώντας τις δυνατότητες –ή τις δυνάμεις– της ιστορίας.</p>
<p>Στα Φυσικά πράγματα (Αθήνα, Νεφέλη, 2019) η μορφή της εκτενούς ποιητικής σύνθεσης –και όχι μιας ποιητικής συλλογής– αντανακλά τον συγγραφικό προγραμματικό στόχο, δηλαδή την πνευματική πράξη της ποιητικής γραφής, όπου, σύμφωνα με τον ποιητή, «η γλώσσα πρέπει να οργανωθεί με […] τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετήσει την πρόθεση [του περιεχομένου]» [2]. Σε αυτή τη διαδικασία «επιστράτευσης» [3], όπως την αποκαλεί ο Ζαφειρίου, (ανα)καλούνται όσα ορίζουν το σύμπαν, κοσμικό και ποιητικό∙ συλλειτουργούν και συγκρούονται προς ένα αναπόφευκτο, συστημικό εντούτοις, χάος: οι αρχέτυπες μνήμες, η ανεξάντλητη γνώση, οι αλλεπάλληλες αντιθέσεις, οι γλωσσικοί –λογοτεχνικοί– κώδικες που διακυβεύονται· από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τις γραφές, τον Όμηρο και τους μεγάλους τραγικούς, μέχρι τον Σαίξπηρ, τον Κάφκα, τον Σολωμό, και άλλους σταθερούς συνομιλητές του Ζαφειρίου.</p>
<p>Στα Φυσικά πράγματα το περιεχόμενο που καλείται σχηματίσει η γλώσσα είναι γνωστό από την πρώτη ενότητα: «Πώς ο άνθρωπος, χωρίς πια τα δεσμά των ψευδαισθήσεών του, αφήνεται στον αληθινό κόσμο» [4], δηλαδή τον φυσικό κόσμο, πώς τον συνθέτει και πώς συν-τίθεται από αυτόν:</p>
<p>Ζεστό πρωί κι ακούγοντας Coltrane<br />
οξύφωνη ρητορική ενώ η ανάσα<br />
δένεται στον κρότο της σπηλιάς που καταρρέει<br />
-«εδώ είναι», είπε, «η κατάσταση των φυσικών πραγμάτων [5]</p>
<p>Σε αυτό το σκηνικό μιας νέας γενέσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται «εξορισμένος στην ελευθερία» [6] από μια πλατωνική αρχέτυπη Εδέμ-φυλακή, στην ελεύθερη φυλακή του αληθινού κόσμου, όπου ιδεατό δεν υπάρχει: ό,τι υπάρχει είναι φυσικό, απτό, πραγματικό. Εξάλλου, «είναι απλή σοφιστική να προσπαθείς να υπάρχεις πατώντας μια στο άπειρο, μια στο πεπερασμένο» [7]. Το θεμελιώδες ερώτημα, που τίθεται στην πρώτη από επτά ενότητες/κεφάλαια «Εν αρχή», είναι διαχρονικά υπαρξιακό και οντολογικό:</p>
<p>«Τι είναι λόγος; Τι μη λόγος;<br />
Ποιος η αρχή και τι ανάμεσά τους;»<br />
(Παλιά απορία, που χτίστηκαν επάνω της καριέρες,<br />
που έχτισε την καριέρα της στα πάθη του ερωτηματικού). [8]</p>
<p>Το βιβλίο, παρότι δεδηλωμένα αρχίζει κάτι, ουσιαστικά συνεχίζει το νήμα μιας αφήγησης για το χτίσιμο και το γκρέμισμα ενός κόσμου. Διότι, τελικά, όπως μας πληροφορεί το ποιητικό υποκείμενο, «ήρθε θάνατος», «ήρθε αρρώστια» και «θάμα κι αντίθαμα γινήκανε στον κόσμο» [9]. Και σε αυτό τον κόσμο, όπως σε κάθε πραγματικό κόσμο της ιστορίας –αρχαίο, μεσαιωνικό, νεότερο– αλλά και σε κάθε μυθοπλαστικό κόσμο κάποιος (πλάστης, ποιητής) δι’ ελέου και φόβου [10] θα ενώσει το ιδεατό της λογοτεχνίας με το αληθινό της πλάσης. Στα Φυσικά πράγματα διαβάζουμε την (ανα)δημιουργία του κόσμου ή μια δραματική και δραματοποιημένη αναπαράσταση της (επαναλαμβανόμενης) καταστροφής και της δημιουργίας του υφιστάμενου κόσμου από μια «τέχνη κενόδοξη» [11]; Η γένεση της ποίησης και η γένεση του κόσμου, το δράμα της ποίησης και το δράμα του κόσμου¬ θα συνεκφραστούν σε έναν θρηνητικό κομμό για ό,τι τελειώνει ή σε μια προειδοποιητική παράβαση για ό,τι αενάως αρχίζει: «Κι ενώ βολεύεις τον τροχό / μες στην αλληγορία κάποιου ήλιου, / κι ενώ φαντάζεσαι επωδές / αμάθητος στην εξημέρωσή τους […] Πάντες οι χείμαρροι πορεύονται εις την θάλασσαν! / Κατηφοριά η γη·/ και φυσικά, καμιά στιχουργική δεν είναι ικανή / να αντιστρέψει προς τη μάνα του το ρεύμα» [12]. Ο νέος κόσμος όμως, όπως κάθε κόσμος που ανήκει πια στην ιστορία, όχι ως παρελθόν αλλά ως συντελεσμένο παρόν μιας συνέχειας, συντελείται και συντελεί την ιστορία, δεν είναι ανοιχτός ή φιλόξενος προς όλους, διότι η ιστορία «παραμονεύει […] με τη δική της φυσική πραγματικότητα» [13]. Η ποίηση επικαιροποιεί και φυσικοποιεί την ιστορικότητα των όσων εκφράζει, αλλά και επικαιροποιείται η ίδια από την ιστορικότητα των όσων φυσικών με τη γλώσσα της διαλέγεται και αφηγείται:</p>
<p>Ξένε που έφτασες μπροστά στα ξένα τείχη<br />
χαράζοντας στο μπράτσο σου τις άγονες γραμμές,<br />
σπονδίζοντας εκείνους που δεν πρόφτασαν<br />
να δουν τους νέους ξένους,<br />
τώρα ονειρέψου κάτω απ’ τα κληματόφυλλα<br />
τον γαιοσκώληκα που σείεται στο τρέμισμα της σάρκας,<br />
τις χίλιες και μια αγρύπνιες που δεν τέλειωσαν,<br />
τα πρωινά που ξέμειναν στη μέση τ’ ουρανού.</p>
<p>Πάνω στους πύργους στήνονται τα λάβαρα<br />
και τα κοντάρια των τροπαιοφόρων.</p>
<p>Άξιον εστί! […] [14]</p>
<p>Ο εξόριστος –και έκπτωτος– στην ελευθερία άνθρωπος είναι ένας πολυπρόσωπος πρωτόπλαστος∙ είναι ο Αδάμ, ο Μωυσής, ο Πλάτωνας, είναι ο Οιδίποδας «πλάνης και μικροπωλητής […] το ίδιο εμπόρευμα πουλώντας κι αγοράζοντας ξανά» [15]. Και τι να είναι άλλωστε η ανθρωπότητα εξόν από μια αιμομικτική ιστορία, αμαρτωλή, αλλά και τόσο ιερή, που κάθε της ξεστράτισμα πληγώνει; Πρωτόπλαστος είναι και Οδυσσέας, ανάμεσα σε σιωπή και ολέθριο τραγούδι, ανάμεσα σε ειρήνη και πόλεμο, σε θάρρος ή αλήθεια, ανάμεσα σε μέλλον και ενεστώτα, που είναι όμως ο μόνος χρόνος:</p>
<p>Σε γη που απόμεινε σαν τρόπος της κλεψύδρας,<br />
κενώνοντας τη μια μεριά στην εποχή της άλλης.<br />
Όμως, στην αμετάβατη στιγμή<br />
είναι που εντέλει θα κριθεί το νόημά της. [16]</p>
<p>Ο άνθρωπος βρίσκεται παγιδευμένος σε μια φάρσα, μεριμνώντας για τον παράδεισο αντί «μην ξαστοχήσει και βρεθεί σε λάθος κόλαση» [17]. Ο ατελής αιώνιος πρωτόπλαστος χάνεται «στους μαιάνδρους άυλων φύσεων» [18] πελαγοδρομώντας ανάμεσα σε ό,τι συλλαμβάνουν οι αισθήσεις του και σε ό,τι λένε πως υπάρχει μετά απ’ αυτές:</p>
<p>Ο δρόμος κόβεται στη διακοπή της κτίσης∙<br />
μένουν το τέλος κι η αρχή, μα ούτε που ξέρεις<br />
ποια είναι τούτη η αρχή κι αν φτάνει σ’ ένα τέλος,<br />
ποιο τέλος ξεκινά απ’ την αρχή,<br />
ποιοι μεθυσμένοι οδηγοί μπαίνουν στο άλλο ρεύμα.</p>
<p>Κι ούτε που ξέρεις<br />
αν ό,τι λείπει απ’ το μηδέν είναι η μονάδα<br />
ή απ’ τη μονάδα σου αν λείπει το μηδέν. [19]</p>
<p>Ο άνθρωπος «πελαγοδρομεί, μπλέκεται σε καινούριες μεταφυσικές απορίες» [20], σε διλήμματα, οικουμενικά και φιλοσοφικά ερωτήματα. «Γυρίζει η γη, μα στέκει ακίνητο το επιστέγασμά της∙ / κίνηση και μη κίνηση γύρω απ’ το ίδιο κέντρο, / αλήθεια, μη αλήθεια διεκδικώντας / το ίδιο σημείο στο ίδιο εκκρεμές» [21]. Η ανάγκη της συνέχειας του κόσμου ενεργοποιεί την ίδια τη συνέχεια με κάθε αναπαραστατικό μέσο: «[…] το εδώ δεν είναι παρά ο μπερντές / που παίζει σ’ επανάληψη την ίδια παντομίμα, // παρά η έγνοια να μετέχεις στην παράσταση / σκηνοθετώντας την τελευταία πράξη / σε γη σκαπτή, // μέσα σε φλέβα που άνοιξε η σκαπάνη να περάσεις» [22]. Η τραγωδία «παραμένει τραγωδία και η ανάγκη καθορίζει την πλοκή» [23] και τα «χρειαζούμενα, για να συντελεστεί η τραγωδία: / αίμα και βλέννα, μακιγιάροντας τα πρόσωπα, / αίμα και αίμα» [24]. Όλα όμως φαίνονται μάταια, καθώς:</p>
<p>Με τους δικούς του αγγέλους εκδικείται το παρόν∙<br />
κι ούτε προσπέφτει στην ποδιά της απεραντοσύνης,<br />
κι ούτε που θέλει πια να δεξιώνεται τα λείψανα<br />
και τις ομομβροντίες των θαυμάτων. [25]</p>
<p>Αλήθεια του όντος είναι το παρόν των Λαιστρυγόνων, των ραψωδών, του αηδονιού και της λύκαινας. Δεν υπάρχει τίποτε υπερβατικό σε ό,τι ζούμε ή σε ό,τι έχουμε ζήσει:</p>
<p>Κανείς νεκρός δεν ζει μέσα στο φάσμα του<br />
ή με το επέκεινα χτενάκι στα μαλλιά του∙<br />
μόνο τ’ αδέσποτα πορεύονται στον ίσκιο τους,<br />
νομίζοντας πως η σκιά είναι το άλλο,<br />
σύμψυχό τους ζώο. [26]</p>
<p>Να η μεγάλη αλήθεια λοιπόν, ο μεγάλος φόβος: Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από το παρόν, την ιστορία που ζούμε και γράφουμε όχι μόνο σε βιβλίο, αλλά πάνω και μέσα στον χρόνο, καθώς διερωτόμαστε και πράττουμε, φωτίζοντας και δρομολογώντας την ίδια την ιστορία ως διαδικασία, δυνατότητα και συνέχεια. Και είμαστε οι άνθρωποι αναπόσπαστο κομμάτι της: η καταστροφή, η (ανα)γέννηση, η εξέλιξη γίνεται πριν και μετά από εμάς, γύρω από εμάς, και άρα –ω του θαύματος!– και χωρίς εμάς. Και αυτή είναι ίσως η μόνη βιώσιμη και ταυτόχρονα ιδεατή θεώρηση της ιστορίας:</p>
<p>«[…] κάθε που ακούς να τρίζει το στερέωμα<br />
είναι οι μυλόπετρες που αλέθουν τη σοδειά του<br />
κι όταν κοπάζει η ταραχή<br />
είναι ο καινούριος θερισμός<br />
που αθόρυβα έχει αρχίσει». [27]</p>
<p>«Να τραγουδάς τη συντριβή» [28], θα απαντήσει ο αντίλαλος, γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο από τα φυσικά πράγματα, τα ιστορικά δεδομένα, απέναντι στη μεταφυσική του πλατωνικού σπηλαίου. Ο άνθρωπος σύντομα φτάνει εκεί από όπου ξεκίνησε, εκεί όπου φωλιάζει ο φυσικός φόβος του τέλους, «η μόνη μυρωδιά που &lt;τ&gt;ου ταιριάζει» [29]: «Ταφές θνητών∙ κι έφτασες κιόλας μέχρι εδώ / χωρίς τον χάρτη που σου πούλησαν στην αγορά του χάους, / μέχρι εδώ, στο υπόλοιπο του κόσμου που αντιγράφεις» [30].</p>
<p>Σημαίνουν όμως κάτι όλα αυτά τα συμπεράσματα «ή αυτοσχεδιάζουν πάλι οι θεατρίνοι;» στην παράσταση που παρακολουθούμε αλλά και παίζουμε [31]; Το ποιητικό υποκείμενο ενδύεται και αλλάζει ρόλους μέχρι τέλους. Είτε «παλιάτσος» είτε «κοσμικός διασκεδαστής των σοφιστών» [32] φέρει ως βάρος και εκφέρει ως λόγο το αιώνιο υπαρξιακό ερώτημα: του Άμλετ και της γάτας του Σρέντινγκερ, του Καρυωτάκη, του Λεοντάρη, του Ζαφειρίου:</p>
<p>«Να είσαι – να μην είσαι!<br />
Βγάζοντας το διαζευκτικό,<br />
πάει και η σκλαβιά της απορίας.<br />
[…]<br />
Ένα εκφώνημα, εντέλει, και να τρέμει<br />
μπροστά στη μεταφυσική διατύπωσή του.<br />
Υπάρχεις – δεν υπάρχεις!<br />
Ή δεν ριζώνεις μες στην ύπαρξή σου,<br />
όπως δεν πιάνει ρίζα το νερό,<br />
ακόμη κι αν το φράξεις μες στη στέρνα.<br />
Να είσαι· μα αν δεν μπορείς να είσαι η ζωή,<br />
τι θα σου χρειαστεί το νόημά της;<br />
Κι όταν δεν είσαι,<br />
ποιος θα σου πει τι νόημα έχει να μην είσαι; [33]</p>
<p>Το σήμα της λήξης του δράματος είναι το ίδιο με την αρχή στο λυκόφως: Το «Blue Train» του John Coltrane, μια διαδρομή χωρίς σταθμούς. Η τζαζ ηχεί σαν σύνθημα, η σπηλιά καταρρέει αιώνια, ενώ ο άνθρωπος πορεύεται ανάμεσα σε πλάνη και αλήθεια, ανάμεσα σε σκότος και φως, σε ένα «κιαροσκούρο του μπαρόκ / στον εμπαιγμό του ύφους» [34]. Στον πρωτόπλαστο άνθρωπο θα δοθεί η μέθοδος, όπως και στον Προμηθέα, αλλά οι δεξιότητές του θα πάσχουν, καθώς το «διότι» δεν αρκεί να είναι η γνώση του «γιατί» [35] αλλά και γιατί το παράγγελμα –σε στρατιώτες και ηθοποιούς– το δίνει πάντα η φωτιά, η φυσική παντοδύναμη κατάσταση: «Χορέψτε!» [36]. Έτσι φωτίζεται το –ιστορικό– γεγονός και ο δραματουργός, που φέρει τον μεσσιανικό λόγο της γέννησης και του θανάτου: «Εγώ ειμί το αίτιο και το αποτέλεσμά μου» [37]. «Μα δεν σε βλέπω/ Μα δεν το βλέπω» (ό.π.) θα απαντήσει ο ποιητής, ο στρατιώτης, ο ηθοποιός «έκπληκτος και αμήχανος σαν νους / που ανακαλύπτει ξαφνικά μέσα στο φρούτο / το σκουλήκι των θαυμάτων» (ό.π.). Ο άνθρωπος στρέφεται προς τα πάνω, αλλά τίποτε πιο θείο από το τέλεια ατελές, το φυσικό που συμβαίνει εδώ κάτω:</p>
<p>Στο αδράχτι γνέθεις το ιερό για να το κάνεις πίστη,<br />
μα με σφοντύλι από φελό<br />
το νήμα που τυλίγεται σαν σέλας στον σταυρό<br />
το ξετυλίγει η ανεμική και το ξαναξεφτίζει. [38]</p>
<p>Ακόμα και να αντιληφθεί ο άνθρωπος τη θνητή και άρα άνιση σχέση του με την ιστορία, ακόμα κι αν χορέψει πάνω στη φωτιά της ιστορικότητας, δεν προλαβαίνει να «αντιγρά&lt;ψει&gt; από την τέχνη των καρφιών / πριν μπει σε τάξη ο Γολγοθάς / κι εφαρμοστεί η τέχνη του θανάτου» [39]. Αυτή είναι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη γνώση που θα αποκτήσει σε αυτή τη θεατρική και χορευτική παράσταση, ότι η πορεία είναι αναπόφευκτη. Φωτίζοντας ένα γνωστό διακείμενο του Ελύτη ωριμάζουν τα Φυσικά πράγματα: στην καλύτερη περίπτωση, μόλις που προλαβαίνει να δει ο άνθρωπος: το τέλος, την αρχή ενός άλλου ανθρώπου, ενός άλλου κόσμου: «Κι όλο το φως μια λάμψη για να δεις / πως της δημιουργίας η φωνή / καίγεται στον πυρρίχιο των φυσικών πραγμάτων» [40]. Αλλά και την αρχή ενός (άλλου) βιβλίου στο τέλος ενός (άλλου) βιβλίου, το οποίο (ξανα)διαβάζεται, με την επανάληψη των προμετωπίδων όλων των ενοτήτων στο τέλος της ανά χείρας έκδοσης, σαν μια καινούρια γένεση ή ένα καινούριο ευαγγέλιο, μια καινούρια, καινή ποιητική διαθήκη.</p>
<h5><strong>ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Ποιητική, τεύχος 25, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2020</p>
<p>Ποιητική συμβολή στην αγωνία της πολιτισμικής αυτεπίγνωσης</p>
<p>Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, με εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αν κάποιος θελήσει να την προσλάβει σε όλο της το εύρος, θα πρέπει να την αντιμετωπίσει στο σύνολό της, να προσπαθήσει να καταλάβει τα δομικά της υλικά, παρακολουθώντας τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την χρονική εξέλιξη της ποιητικής του περιπέτειας. Εάν θα διάλεγα να αναφέρω ένα βασικό της χαρακτηριστικό ή/και τη στόχευση αυτού του ιδιαίτερου κόσμου, θα έλεγα ότι η ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου ιχνηλατεί την πορεία του ανθρώπινου όντος από το ατομοκεντρικό πεδίο της μοναχικής έκφρασης στο διακειμενικό πεδίο του ποιητή/φορέα της συλλογικής συνείδησης. Έτσι βέβαια όπως αυτή διαμορφώνεται αντλώντας στοιχεία από όλους τους χώρους του πνευματικού αλλά και κοινωνικού βιώματος, δηλαδή ενός θεμελιακού ιστορικού έπους ή μιας προδρομικής πολιτικής τραγωδίας. Η πορεία αυτή διαρκεί ήδη τριανταεπτά χρόνια (από το 1983) και έχει ήδη δώσει ένα σύνολο δεκατεσσάρων ποιητικών συλλογών. Και ενώ μπορούμε να διακρίνουμε αρκετούς αναβαθμούς, αναγνωρίζουμε τον προσανατολισμό ενός διακειμενικού πολυσύνθετου ποιητικού θεωρήματος που έχει απορροφήσει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής αλλά και της νεότερης ευρωπαϊκής σκέψης και δραματουργικής έκφρασης. Μιλώντας με διαφορετικούς όρους: Μπορούμε να πούμε ότι συνιστά ένα ιδιόμορφο κράμα του αναγεννησιακού ανθρωπισμού και του μετανεωτερικού συγκρητισμού.</p>
<p>Αναδρομώντας<br />
Θεωρώ απαραίτητο επομένως να ξεκινήσω με μια σύντομη αναδρομή, η οποία ελπίζω ότι θα δείξει την εξελικτική αυτή πορεία στην οποία αναφέρθηκα και η οποία θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο μεγάλες περιόδους δεκαπέντε και είκοσι ετών περίπου (θα προσπαθήσω να το εξηγήσω παρακάτω): Τα τέσσερα πρώτα βιβλία του Ζαφειρίου, Το ευλύγιστο πέλμα (1983), … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984), Στη μουβιόλα (1986) και Ζεστή Πανσέληνος (1988), στοχεύουν στην τάση μιας περισσότερο εξομολογητικής ποίησης, περισσότερο εστιασμένης στο ατομικό βίωμα, το οποίο είναι εξ ορισμού εσωστρεφές και υπαρξιακό. Ο αστικός χώρος ενός σύγχρονου τρόπου ζωής που οδηγεί στην αλλοτρίωση και στην αποξένωση είναι κυρίαρχος. Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992) λειτουργεί ως μια στροφή στον κόσμο του λογοτεχνικού παρελθόντος, λόγιου και λαϊκού. Στην 6η συλλογή, Τα κατοικίδια (1997) γίνεται νομίζω φανερή η απαρχή του συγκερασμού των παραπάνω στοιχείων, δηλαδή του ατομικού βιώματος και της συλλογικής διαμεσολαβημένης λογοτεχνικά εμπειρίας μέσα από ολιγόστιχα όμως ποιήματα, μορφή που δεν θα κυριαρχήσει στα κατοπινά του βιβλία. Από το 1983 έως το 1997 (σε δεκαπέντε περίπου χρόνια) μέσα στα έξι αυτά βιβλία τίθενται τρεις από τους βασικούς άξονες του ποιητικού του κόσμου που είναι: το υπαρξιακό ερώτημα της ζωής και του θανάτου, ιδιαίτερα του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στα διλήμματα ενός αλλοτριωτικού τρόπου ζωής, ο ενδοκειμενικός διάλογος με το λογοτεχνικό και ευρύτερα πνευματικό παρελθόν και ο συγκερασμός του ατομικού και του συλλογικού μέσα από έναν πολιτικού προσανατολισμού αναστοχασμό.<br />
Κομβικός σταθμός όπου όλα τα προηγούμενα αποκτούν τη δυναμική ενός συστήματος, ενός ποιητικού θεωρήματος το οποίο θα λειτουργήσει κοσμολογικά και θα προσπαθήσει να ανασυντάξει τον ποιητικό χάρτη του δημιουργικού του κόσμου είναι το 7ο βιβλίο του, Η Άτροπος των ημερών (1998). Τα θέματα της υπαρξιακής αγωνίας, της φθοράς, του θανάτου και του προβληματισμού για την εκφραστική δύναμη της ποίησης τίθενται πλέον σε ένα πιο πολύπλοκο επίπεδο. Η ποιητική έκφραση ακροβατεί στα όρια ενός κόσμου όπου μπορούν να συμπυκνωθούν όλα τα είδη του λόγου. Στο 8ο βιβλίο, Σώματος Λόγος (2004), η συνθετική αυτή πορεία του Ζαφειρίου εξελίσσεται περισσότερο, καθώς ενσωματώνει στοιχεία και από την εκκλησιαστική παράδοση. Εντείνεται το γνώρισμα της διακειμενικότητας, το οποίο αποκτά λειτουργικό χαρακτήρα και ταυτοχρόνως αποκαλύπτει πως πρόκειται για μια συνειδητή, σχεδόν προγραμματικού χαρακτήρα επιλογή του ποιητή, γεγονός που υπογραμμίζεται και από τις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. Με το 9ο βιβλίο Χωρικά (2007) ο Ζαφειρίου μετατοπίζει περισσότερο την ποιητική του σε έναν φιλοσοφικό προσανατολισμό, ο οποίος όμως έχει έντονα τα δραματουργικά στοιχεία. Η πλατωνική σκέψη διαλέγεται με τη σύγχρονη θεωρητική φυσική. Η συνομιλία του Πλάτωνα με τον μύθο, τη γνωσιολογία αλλά και τη δραματική έκφραση θα πρωταγωνιστήσουν εκ νέου και στο τελευταίο του βιβλίο, Τα Φυσικά Πράγματα. Στο 10ο βιβλίο Ενοχικόν – Ο μονόλογος ενός δράστη (2010) κυριαρχεί μορφολογικά η ποιητική πρόζα και θεματικά η έννοια της ενοχής. Ο Φραντς Κάφκα εμφανίζεται ως μια ιδεώδης, σχετικά με την ενοχή, διακειμενική υποκατάσταση. Το αφηγηματικό τέχνημα της προσπάθειας σύνταξης ενός κειμένου, που στην αρχή δηλώνεται ότι ένα μεγάλο μέρος του χάθηκε και στο τέλος ολοκληρώνεται ως η ίδια η προσπάθεια ανασύνταξής του, είναι γοητευτικό όσο και αποτελεσματικό. Και φτάνουμε στο 11ο βιβλίο Προς τα Που (Μια πολεμική ιστορία) (2012), όπου η δομή αναβαθμίζεται δραστικά: Στις τρεις πρώτες ενότητες υπάρχουν πληροφορίες από διάφορες πηγές, προσωπικές αναμνήσεις, παραπομπές από ιστορικά κείμενα, σημειώσεις σχολιασμού του ποιήματος και προπάντων των σκέψεων που αποτέλεσαν την προκειμενική του ύλη. Αναφέρω ένα καίριο σχόλιο του Ευριπίδη Γαραντούδη για το βιβλίο: «Οι μεταμορφώσεις του Φάουστ και οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης επιλέγονται ως το κύριο διακειμενικό και ιστορικό πλαίσιο […] για να στερεωθεί ένα βαθιά […] σκεπτικιστικό ποίημα γύρω από το ερώτημα από πού έρχεται και προς τα πού τείνει ο δυτικός άνθρωπος, από την εποχή του Διαφωτισμού και του Ορθού Λόγου μέχρι τις μέρες μας […]»<br />
Για το Δύσκολο (2014) ο Αλέξης Ζήρας έχει γράψει: [Είναι ένα] «σπονδυλωτό ποίημα που αναπαραστάθηκε με βάση τις πέντε διακρίσεις του Ιταλού συγγραφέα Πρίμο Λέβι […] όταν ο τελευταίος προσπάθησε να εννοήσει την παθητική σχέση των Γερμανών με το ναζιστικό καθεστώς. Έχουμε κι εδώ […] μια συνάρθρωση ποικίλων αλλά όχι ετερόκλητων στοιχείων, σχολίων, αποφθεγμάτων, φράσεων που έμειναν μνημειώδεις, αλλά και εμβληματικών προσώπων, όπως ο Σαιν-Ζυστ, ο Μαρξ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σαρτρ ή μυθικών μορφών, όπως η Χίμαιρα, ο Ίκαρος, ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο, έτσι ώστε η ίδια αυτή σύνθεση του Δύσκολου να αποτελεί παράλληλα έναν χάρτη του πολιτισμικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Δύσης, των ρήξεων και των ανατροπών, ο οποίος όσο η κρίση αξιών στον 20ό αιώνα βαθαίνει, τόσο περισσότερο γίνεται πιο διάτρητος».<br />
Στο προτελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα) (2017), ο Ζαφειρίου ανανεώνει και επανα-ορίζει την ποιητική δραματική έκφραση. Το θέατρο του παραλόγου του Μπέκετ, αλλά και η φιλοσοφία του Βιττγκενστάιν διαλέγονται με τη θεατρική σύμβαση. Ενδεικτικό είναι ότι η συλλογή ξεκινά με την ενότητα Θέμα, όπου εισαγόμαστε σε μια άδεια θεατρική σκηνή, εκεί όπου δύο πρόσωπα προσπαθούν να προσδιορίσουν το θέμα. Στην πορεία όμως του ποιητικού διαλόγου καταλαβαίνουμε ότι ούτε η αναζήτηση ούτε η εύρεση ούτε καν η επικοινωνία δεν τελεσφορούν. Καθώς ολοκληρώνεται η συλλογή με την ενότητα Αυλαία, συναντούμε ξανά τα δύο πρόσωπα του Θέματος, τα οποία βρίσκονται ξανά στο ίδιο σημείο, και καθώς ακούν να χτυπά η πόρτα του χώρου στον οποίο ανήκουν, λένε: «—Ποιος να ’ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν; —Όχι Κλοβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις».<br />
Επομένως, στα χρόνια από το 1998 έως το 2017 (σε περίπου είκοσι χρόνια) και σε επτά βιβλία, οι τρεις άξονες της προηγούμενης ποιητικής του περιόδου εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά μετατοπίζονται σε μιαν άλλη διάσταση, καθώς διασταυρώνονται με άλλες τρεις καθέτους: αυτή της μεγάλης σύνθεσης, αυτή του διακειμενικού συγκρητισμού ενός μεγάλου φάσματος της λογοτεχνικής και πνευματικής παράδοσης και τέλος αυτή του φιλοσοφικού προσανατολισμού, που θα απορροφήσει δημιουργικά το ιστορικό βίωμα, τον πολιτικό αναστοχασμό και το προσωπικό πάθος.</p>
<p>Φυσιο-λογική δια-πραγμάτευση<br />
Θεωρώ σημαντικό να έχουμε αυτό το διάγραμμα κατά νου, ώστε να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε αναγνωστικά με το βιβλίο του Τα Φυσικά Πράγματα. Γιατί όχι μόνο συγκεντρώνει όλα τα προηγούμενα γνωρίσματα αλλά και γιατί το ίδιο το περιεχόμενό του προβάλλει ως αναπαράσταση της καθολικής ανθρώπινης περιπέτειας. Δηλαδή, προβάλλει την ιστορική και πολιτισμική εξέλιξη ως την πορεία του ανθρώπου από την άγνοια και την αθωότητα στη γνώση αλλά και στην οδύνη. Στα Φυσικά Πράγματα η πορεία αυτή παραλληλίζεται, εκκινώντας από τον μύθο του σπηλαίου του Πλάτωνα ‒με την εξόδια πορεία του δεσμώτη από την ψευδαισθητική στην αληθινή γνώση‒ με την εκδίωξη του ανθρώπου από τον Κήπο της Εδέμ, δηλαδή τον εκτοπισμό του από τον κόσμο της αθωότητας και της άγνοιας στον κόσμο της γνώσης που συνοδοιπορεί με τον πόνο και τον βασανισμό. Μια πορεία αυτογνωσίας αλλά και ανατοποθέτησης του ανθρώπου απέναντι στη φύση, την κοινωνία, την ιστορία, τον Λόγο, αλλά και τις αναπαραστάσεις τους. Ή καλύτερα, της προσπάθειας αναπαράστασης της ανθρώπινης συνθήκης, μέσα από τις περιορισμένες δυνατότητες εκδραμάτισης, που το εκφραστικό εργαλείο του λόγου, δηλαδή η γλώσσα, μπορεί να παράσχει.<br />
Τόσο τα παραθέματα από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Όμηρο, τον Σοφοκλή αλλά και εκκλησιαστικά κείμενα, τον Σαίξπηρ, τον Κάφκα, τον Μάρλοου, τον Οβίδιο, τον Μπένγιαμιν κλπ., που προτάσσονται ως μότο στα κεφάλαια ή υποτάσσονται ως υποσημειώσεις εντός των κεφαλαίων, όσο και οι ίδιοι οι τίτλοι των ενοτήτων του βιβλίου, αποτελούν τους οδοδείκτες της ανάγνωσης ως συμπόρευσης σ’ αυτή την μακραίωνη περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος.</p>
<p>Οκταμερής δομή<br />
Αναφέρω συνοπτικά τη δομή του βιβλίου: Αποτελείται από οκτώ ενότητες: την Εν Αρχή, πέντε κεφάλαια που ονομάζονται αριθμητικά (1ο, 2ο κλπ.), το Εξόδιον Άσμα και τα Επιλογικά. Στο καθένα υπάρχει ένας εκτενής τίτλος ως προεξαγγελτική παράθεση ή εκ προοιμίου επεξήγηση για το περιεχόμενο και τη θέση της ενότητας. Μόνο το Εξόδιον Άσμα εξαιρείται και εντάσσεται χωρίς επεξήγηση.<br />
Αφηγούμαι την ερμηνευτική μου ανάγνωση σε οκτώ σημεία, όσα και οι υποενότητες του βιβλίου. Ήδη αναφέρθηκα στο πρώτο και προχωρώ στο δεύτερο.<br />
Μετά την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά μιας προπολιτισμικής άγνοιας, η πορεία του στον «αληθινό κόσμο» δεν μπορεί παρά να είναι πορεία αναζήτησης μιας νέας ερμηνείας, αναζήτηση μιας πίστης, ενός συγκροτημένου συστήματος, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη ως πολιτισμική πια κατασκευή θα στεγάσει την αναρώτησή της, θα αναμετρήσει τις δυνάμεις της, θα βρει στήριγμα για μια ζωή που θα μπορεί να πραγματώσει τις δυνατότητές της. Άλλοι επιλέγουν πιο εύκολα, βρίσκοντας νέο ένδυμα να ενδυθούν και νέο τόπο να εγκατασταθούν και άλλοι συνεχίζουν την αναζήτηση, χωρίς να επαναπαύονται εύκολα στις καινούριες ψευδαισθητικές ευκολίες που συναντούν στον δρόμο τους, σε μια παρανάγνωση του κόσμου και της αλήθειας, δηλαδή σε μια νέα αυταπάτη.<br />
Παραθέτω ενδεικτικά από το 1ο Κεφάλαιο:</p>
<p>«Ταπεινωμένος απ’ τη γλώσσα των γραφών<br />
κι απ’ τον εκμαυλισμό της λυτρωμένος,<br />
νους ασκεπής, στρέφοντας σε μιαν άλλη ανατολή<br />
το αίτημά του».</p>
<p>Στην πορεία αυτή, η ανθρώπινη νόηση θα διασταυρωθεί με τον μύθο του Οιδίποδα, ενός αρχετυπικού συμβόλου, του οποίου η κατάκτηση της ταυτότητας, του ρόλου του δηλαδή μέσα στον αστερισμό των σχέσεων με τους άλλους, τον οδηγεί στην αυτοτύφλωση, σε μιαν αδυναμία, επομένως, να οράται. Ενώ έχει κατακτήσει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει με τις άλλες αισθήσεις, που τον βοηθούν να εν-οράται τη θέση του μέσα στον νέο κόσμο, που έχει προκύψει από τη συνάντηση του φυσικού και πολιτισμικού, δεν παύει να αναρωτιέται για τη στοχαστική πορεία του ανθρώπου.<br />
Από το 2ο Κεφάλαιο:</p>
<p>«[…] εγώ της μοίρας μου ο ομόκλινος και γιος,<br />
ο εκ του δράματος με τα σφαγμένα μάτια […]<br />
Εγώ που αφουγκράζομαι στο κέλυφος του αυγού<br />
το θρόισμα του νεοσσού πριν απ’ την έξοδό του<br />
και στο έδαφος οσφραίνομαι τη σήψη των νεκρών<br />
‒μα ποιοι είναι αυτοί που αισθάνομαι και δεν μπορώ να δω;<br />
Σε ποιο βασίλειο αυτοπτών μάς έβγαλε η ομίχλη;»</p>
<p>Η διαπάλη αυτή, η αντιφατική αυτή υπαρκτική σχέση συνεχίζεται μέσα από την αντίθεση της Ωδής και της Σιωπής των Σειρήνων, της ικανότητας της σαγήνης μέσα από τη μελωδία, δηλαδή την απόλυτη ταύτιση της γλώσσας με την αρμονία. Εδώ η υπαρξιακή περιπέτεια συσχετίζεται με την ανθρώπινη επιθυμία να συγκινήσουμε και να οδηγήσουμε στα έσχατα όρια το συναίσθημα και το πάθος του αποδέκτη τού λόγου μας: στο οριακό σημείο του θανάτου. Από την άλλη καιροφυλακτεί ο τρόμος της σιωπής, της πλήρους έλλειψης του λόγου, καθώς όταν σωπαίνουν οι Σειρήνες μηδενίζεται μεν η διακινδύνευση, αλλά αυτό δυστυχώς αντισταθμίζεται με την αδυναμία πλέον της προσέλκυσης του άλλου και άρα της υπέρβασης του εαυτού. Το ταξίδι μας γίνεται πιο ανώδυνο, αλλά χάνει σε δραστικότητα ή εν πάση περιπτώσει χάνεται κάτι από τη δυνατότητα να προσκληθεί ο άλλος μέσα από τον ηδυσμένο λόγο να επικοινωνήσει μαζί μας, έστω κι αν πρόκειται η επικοινωνία αυτή να μας απορροφήσει ή/και να μας εξουθενώσει.<br />
Από το 3ο Κεφάλαιο:</p>
<p>«Πώς κλείνοντας τ’ αυτιά με μελισσόκερο<br />
νομίζεις θα προστατευτείς<br />
από τ’ ολέθριο τραγούδι των Σειρήνων<br />
ενώ η απειλή είναι η σιωπή τους; […]<br />
[…] Εσύ δεν ήσουν που έγραφες απαντήσεις ανεπίδοτες<br />
πριν καν τεθούν σε απορία οι εντυπώσεις;<br />
Εκείνη η στάλα της μελάνης που απόμεινε<br />
έχει πετρώσει μέσα στο δοχείο, πάει καιρός,<br />
και τα φαινόμενα που τότε ξεχορτάριαζες<br />
έχουν πνιγεί και πάλι στην τσουκνίδα».<br />
Η αναμέτρηση συνεχίζεται με τον άνθρωπο να πορεύεται χωρίς να εφησυχάζει (η ποιητική φωνή απευθύνεται συνεχώς σε β΄ πρόσωπο, σαν να μιλά σε υποψιασμένο αναγνώστη αλλά και εις εαυτόν), καθώς παλεύει να τελειοποιήσει την ικανότητα της μίμησης, δηλαδή της οικειοποίησης των όσων προσλαμβάνει με τις αισθήσεις του, αλλά και να αναπαραγάγει τη γνώση του με την αναπαράσταση της ανθρώπινης συνθήκης. Οντολογική ανάγκη, αλλά και ψυχικός βασανισμός. Διότι για τον πορευόμενο δεν είναι μόνον ο παιδεμός τού νου αλλά και της ψυχής η συγκίνηση. Επομένως, κεντρικό ζητούμενο είναι το πάθος που αναγεννάται, αυτό που κινεί και σπαράσσει τον άνθρωπο, ο οποίος έλκεται από αυτό αλλά και έλκει, ο οποίος βασανίζεται από αυτό, αλλά και χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Γιατί η γνώση στερεί την ανθρώπινη ύπαρξη από την αισθητική και αισθησιακή απόλαυση. Από την απόλαυση όχι μόνον να επικοινωνώ αλλά και να ταυτίζομαι με τον άλλον, χωρίς όρια· με την απόλυτα αθώα και αποστασιοποιημένη από την πολιτισμική σύμβαση απόλαυση, που είναι η έκσταση. Χωρίς περιορισμούς αίματος, προέλευσης ή γενεαλογίας.<br />
Από το 4ο Κεφάλαιο:</p>
<p>«Σου λένε φως μα είναι απλώς η έκλαμψη<br />
των αποτυχημένων δοκιμών της αλχημείας·<br />
σου λένε ον μα είναι ο δύστηνος γυμνός<br />
που περιφέρεται στα δράματα της συγκατάβασής του.<br />
Γλυκάθηκε ο κυνόδοντας<br />
τόσο καιρό στον σβέρκο του ελαφιού<br />
που πίστεψε στο τίμημα της αθωότητάς του,<br />
τόσο καιρό που ωρίμασε η συναναστροφή<br />
της βαρβαρότητας με τον βαρβαρισμό της».</p>
<p>Οι απορίες όμως του περιπλανώμενου δεν παύουν να αναγεννώνται σαν τον Φοίνικα, καθώς η πορεία αυτοπροσδιορισμού έχει τη συνεχιζόμενη σπειροειδή μορφή της πολιτισμικής εξέλιξης που, ενσωματώνοντας την Ιστορία, εμφανίζεται με εκείνη την κοινωνιολογική ανάπτυξη, την οποία συνηθίζουμε να ονομάζουμε πρόοδο. Ωστόσο: η ανθρώπινη οντότητα όσο και να προοδεύει πάντοτε θα είναι προ της οδού, ποτέ καθ’ ολοκλήρου εντός της, ποτέ δεν θα προσεγγίσει τον τελικό προορισμό, ο οποίος φαίνεται να μετατίθεται σαν τον ορίζοντα που ποτέ δεν θα φτάσουμε, γιατί, όσο τον πλησιάζουμε, τόσο εκείνος απομακρύνεται. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η τραγική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα υπαρξιακά διλήμματα φαίνεται πως αποκτούν συναισθηματικό βάρος μέσα από τη δραματική τους αναπαράσταση, μέσα από τη μίμηση, η δύναμη της οποίας επιχειρήθηκε νωρίτερα να ιχνηλατηθεί από τον ποιητή. Περσόνα που χρησιμοποιεί η ποιητική φωνή ως εκφραστή αυτού του αδιεξόδου των ερωτημάτων είναι ο Άμλετ του Σαίξπηρ. Εξάλλου, η σκηνή του θεάτρου, η οποία επανέρχεται εξακολουθητικά στο έργο του Ζαφειρίου, είναι στην ποίησή του ο μόνος χώρος όπου μπορεί να υποστασιοποιείται, δηλαδή να αποκτά αναπαραστατικό νόημα η διαζευκτική μορφή εκείνων των ερωτημάτων, τα οποία δεν γίνεται παρά να μείνουν αναπάντητα.<br />
Από το 5ο Κεφάλαιο:</p>
<p>«Και τώρα πρίγκιπα;<br />
Τώρα που παγιδεύτηκες στα κάτοπτρα του ιδεαλισμού σου,<br />
ποια τέχνη θα χαρίσει στην ανάγκη<br />
τη μάσκα του υποκριτή,<br />
εκείνου που ο ρόλος του<br />
είναι η άρνησή του να τον παίξει;<br />
Ποιο σκιάχτρο θα φανεί στο περιτείχισμα<br />
του επιδημικού σου βασιλείου,<br />
για να υποδυθεί το φάντασμά σου;»</p>
<p>Η αφηγηματική πορεία του βιβλίου κλείνει όπως αναφέρθηκε και στην αρχή με ένα Εξόδιο Άσμα και μία ενότητα Επιλογικών. Κι ενώ σε όλο το ποιητικό κείμενο επανέρχεται η προτροπή «Χορέψτε! φώναξε η φωτιά», κρατώντας το νήμα από τη σκαιά απεικόνιση του μύθου του σπηλαίου, εδώ, λίγο πριν κλείσει η στοχαστική πορεία του βιβλίου για τη δυνατότητα αλλά και την εκφραστική δύναμη του ανθρώπου, τα ερωτήματα επανέρχονται βασανιστικά.<br />
Τρία σύντομα αποσπάσματα από τις τελευταίες αυτές ενότητες:</p>
<p>«Ποιος τρόμος τώρα ζει μες στα χαλάσματα<br />
απρόθυμος να μοιραστεί με λόγια<br />
όσα τεκμήρια του άφησε η χίμαιρα<br />
πριν κανιβαλιστεί από τους μύθους;»<br />
[…]</p>
<p>«Δράμα λοιπόν; Ή μήπως η απόληξη<br />
κάποιας ψυχαναλυτικής κοινοτοπίας;»<br />
[…]</p>
<p>«Στο φως το φως! Κι όλο το φως<br />
για ό,τι προφτάσεις ν’ αντιγράψεις<br />
από την τέχνη των καρφιών<br />
πριν μπει σε τάξη ο Γολγοθάς<br />
κι εφαρμοστεί η τέχνη του θανάτου».</p>
<p>Επιλογικό σχόλιο<br />
Ο Σταύρος Ζαφειρίου, διηθώντας με φιλοσοφικό φίλτρο τις ποιητικές του εικόνες, ιχνηλατεί με δραματουργική δεξιοτεχνία τη διαχρονική πορεία του ανθρώπινου όντος, από την άγνοια στη γνώση, πορεία που έχει πλουτίσει τον πολιτισμό μας με πολλά· αλλά δεν μας χάρισε την ευτυχία ούτε καν τον σεβασμό μιας γαλήνιας συνύπαρξης. Και όμως συνεχίζουμε με τους ίδιους τρόπους, καταδικασμένοι να διαπράττουμε τα ίδια λάθη. Τα Φυσικά Πράγματα υποβάλλουν την αίσθηση ότι στον δρόμο αυτό συνεχίζουμε όλοι μας, έναν δρόμο χωρίς τέλος. Εκόντες άκοντες τον πορευόμαστε και θα τον πορευόμαστε έως εσχάτων. Και είναι αυτή η πολύτιμη συμβολή του ποιητή στην αγωνία για μιαν ελάχιστη, έστω, αυτεπίγνωση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (Ένα μελόδραμα)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Αναγνώστης 23/1/2018</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μελόδραμα του Σταύρου Ζαφειρίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τελευταία βιβλία του Σταύρου Ζαφειρίου είναι φιλόδοξες συνθέσεις, πετυχημένες κατά την ταπεινή μου άποψη, γεγονός σπάνιο, μιας και οι περισσότερες απόπειρες για μια μεγαλόπνοη σύνθεση αποτυγχάνουν επειδή πέφτουν στην παγίδα της φλυαρίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Ενοχικόν (μονόλογος ενός δράστη), το Προς τα πού(μια πολεμική ιστορία), και το Δύσκολο, είναι τρεις μεγάλες συνθέσεις του Ζαφειρίου που θεωρώ σημαντικές γιατί επαναφέρουν στην ποίηση την τέχνη της δραματουργίας και της αφήγησης χωρίς όμως να χάνουν τον ρυθμό τους και να καταντούν πεζογραφήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα), ο Ζαφειρίου επαναπροσδιορίζει με την γραφή του το ποιητικό δράμα, όπως το έκανε στο παρελθόν ο Έλιοτ και ο Ρίτσος. Έχω καιρό να διαβάσω ποίημα που είναι ένα μεστό οικοδόμημα, όπου εκτυλίσσεται μια ιστορία, η οποία φλερτάρει με το παράλογο του Μπέκετ, αλλά και με την φιλοσοφία του Βίντγκενστάιν χωρίς όμως να προδίδει την ποιητική του δομή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η σύνθεση ξεκινά με το Θέμα, όπου ο ποιητής μας εντάσσει σε μια άδεια θεατρική σκηνή, όπου δυο άνθρωποι προσπαθούν να προσδιορίσουν το θέμα. Στην πορεία όμως το διαλόγου, καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία, όπου το θέμα παραμένει μια ανοιχτή φράση σε ερμηνείες, φανερώνοντας με ειρωνικό τρόπο πως συνήθως μιλάμε με υπεκφυγές, χωρίς να θέλουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">― Σκέφτηκες τίποτα;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Για ποιο από όλα; Ζαλίστηκα, το ξέρεις; Ο χρόνος, η γραφή, το ίσιο, το ανάποδα…Για ποιο από όλα;</span><br />
<span style="color: #000000;">―Μα για το θέμα μας. Ποιο είναι το θέμα μας; Αυτό δεν είναι το ζητούμενο;</span><br />
<span style="color: #000000;">―Ναι το ζητούμενο! Πάντα μας δυσκολεύει το ζητούμενο. Για να ρωτάς μάλλον κι εσύ δεν το χεις βρει ακόμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπως έτσι εκτυλίσσεται η είσοδος του ποιητικού αυτού ταξιδιού, ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αναζητούν το θέμα αλλά αποφεύγουν να θίξουν ποιο είναι τελικά αυτό το θέμα που τους απασχολεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην συνέχεια, στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης με τίτλο Το Πλαίσιο, ο ποιητής, ορίζει την μνήμη και την ενοχή, ανάμεσα σε θεατρίνους και τυμβωρύχους που αναζητούν μια αιτία για να προσδιοριστούν στο πλαίσιο όπου η ζωή τους εκτυλίσσεται:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε όσα αποφασίστηκαν να γίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">(από νωχέλεια μάλλον</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ΄ τη βουή)</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι</span><br />
<span style="color: #000000;">όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,</span><br />
<span style="color: #000000;">η διακόσμησή της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδού ο παράδεισος,</span><br />
<span style="color: #000000;">επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου</span><br />
<span style="color: #000000;">-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω από τη ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι, κοστίζει ακριβά η διακόσμηση, κάθε ψέμα που εφεύρουμε για να αντέξουμε. Ο παράδεισος είναι κι αυτός μια επένδυση για τις συνειδήσεις μας, για τις τύψεις της κάθε μας αποτυχίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο επόμενο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο Επί της ουσίας, ο Ζαφειρίου στήνει τον μεγεθυντικό του φακό απέναντι στην ψυχοσύνθεσή μας, ξεσκεπάζοντας κάθε μας μικροπρέπεια που έχουμε με τόσο κόπο προσπαθήσει να κρύψουμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;">και συντηρεί την παραμόρφωσή της</span><br />
<span style="color: #000000;">ή άλλου</span><br />
<span style="color: #000000;">Έγγραφε νου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο σε απασχολεί η πραγματικότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τούτη η πολύτεκνη πού ντύνει τα παιδιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">με αποφόρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε φορά που η τέχνη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">ρουφά απ΄ τις ρώγες της το ξινισμένο γάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">–θέλω να πω: κάθε φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">που γίνεται τροφή η αυταπάτη–</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Επί της ουσίας, το οποίο αποτελεί το κεντρικό κορμό της σύνθεσης ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τα φαντάσματά του, ρίχνει τον άνθρωπο από το νοητό του βάραθρο στη λάσπη, τον αναγκάζει να δει την πραγματικότητα που ίδιος έχτισε. Ξεγύμνωμα των ενστίκτων, δια μέσου στίχων καίριων, φιλοσοφικών, που σε αρπάζουν με βία και σε αναγκάζουν να παραδεχθείς την ήττα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τελευταίο μέρος της σύνθεση με τον τίτλο Στο Τέλος, ο ποιητής καταλήγει:</span><br />
<span style="color: #000000;">― Άραγε ζει ο βασιλιάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην απαντήσεις, θα σου κλέψουν τη μιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">απ΄ την αρχή τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι απομένει μετά από κάθε μάχη; Τι είναι αυτό που αφήνει η κάθε μάχη; Τη μοναδική αλήθεια ενός γκρεμισμένου οράματος; Ή ίσως τη μοναξιά μέσα στα ερείπια, την ερημιά και τη σιωπή; Όσα χάσαμε και δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά, οι κόσμοι που εξανεμίστηκαν και κατοικούν μονάχα ως σκιές στη μνήμη. Ερχόμενοι σε ρήξη με την ίδια την καταγωγή της ύπαρξής μας συντελείτε μια καταστροφή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου ισχυρίζεται πως αυτή η γόνιμη προδοσία του ίδιου μας του εαυτού, η τόσο ακατανόητη μα τόσο φυσική στην πραγμάτωσή της, είναι η κατάρα του ανθρώπου που τον καταδικάζει στην δράση, σαν νέος Προμηθέας που ξέρει να αντιμετωπίζει τον φθόνο των θεών και των όμοιών του. Τι απομένει μετά από κάθε μάχη; Μετά από κάθε προσπάθεια να προσδιοριστούμε και να προσδιορίσουμε τον κόσμο; Ο ποιητής δεν απαντά, αλλά θέτει ερωτήσεις. Δεν νουθετεί, αλλά χλευάζει την δήθεν ανωτερότητά μας. Γι΄ αυτό η σύνθεσή του καταλήγει να είναι ένα μελόδραμα. Γιατί εδώ δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς και να παινεύεται ότι είναι υπεράνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλείνοντας το βιβλίο με την Αυλαία, συναντούμε ξανά τους δυο άντρες της αρχής, όπου ψάχνοντας ακόμα το θέμα, ακούνε χτυπήματα στην πόρτα:</span><br />
<span style="color: #000000;">― Ποιος να ΄ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν;</span><br />
<span style="color: #000000;">― Όχι Κλόβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εφημερίδα Η Αυγή , 4/3/2018</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση ως φιλοσοφία της πράξης</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι είναι η ποίηση; Λέξεις, ρυθμικά οργανωμένες, που αφηγούνται ένα «θέμα»; Όχι κατ’ ανάγκην. Αυτή είναι η πρώτη, δεσμευτική και προγραμματική θέση που παίρνει ο Σταύρος Ζαφειρίου, ήδη με την πρώτη ενότητα του βιβλίου του, που επιγράφεται «Το θέμα». Πώς την υποστηρίζει; Όχι με όρους αισθητικούς, όχι μέσα από μια θεωρία της τέχνης, αλλά μέσα από μια θεωρία της ζωής, μέσα από στοχασμούς φιλοσοφικούς. Άρα, μέσω της φιλοσοφίας; Μάλλον, μέσω της άρνησης και της φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, μέσω της άρνησης ακόμη και του ρόλου της φιλοσοφίας, ως «φιλοσοφίας του θέματος».</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τρία μότο που μας εισάγουν στο βιβλίο (ένα της Χάνα Άρεντ, ένα αταύτιστο, ένα του Βίντγκενστάιν), μας μιλούν για την κοινοτοπία. Όχι για την κοινοτοπία της τέχνης, ούτε καν για την κοινοτοπία του κακού. Αλλά, για την κοινοτοπία της ανθρώπινης βεβαιότητας, πως όλα της ζωής οφείλονται στον τρόπο που σκεφτόμαστε, στον τρόπο που σκεφτόμαστε την αποστολή της τέχνης και των ιδεών, που, όπως θρυλείται, κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα λοιπόν από τα μότο είναι αταύτιστο, με τον ποιητή να δηλώνει υποσέλιδα: «Αδέσποτη σημείωση που πλέον δεν θυμάμαι την προέλευσή της. Αν δεν είναι εξ ολοκλήρου σκέψη κάποιου άλλου, πιθανότατα απηχεί τη σκέψη κάποιου άλλου». Με αυτό τον τρόπο, ο Ζαφειρίου σχετικοποιεί μια σειρά από βεβαιότητες, από αυτή του «συγγραφέα» μέχρι εκείνη του μοναδικού εαυτού. Αυτό το αταύτιστο «υλοποιεί», ταυτόχρονα, το μότο της Άρεντ, «Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί. Από την άποψη των νομικών θεσμών μας και των ηθικών αξιολογήσεων, το γεγονός ότι είναι φυσιολογικοί είναι ακόμη πιο τρομακτικό από όλες τις θηριωδίες, γιατί υποδείκνυε ότι αυτός ο εγκληματίας νέου τύπου διαπράττει τα εγκλήματά του σε συνθήκες στις οποίες αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό», και το μότο του Βίντγκενστάιν, «Αυτά που ανακαλύπτουμε στη φιλοσοφία είναι όλα κοινοτοπίες. Η φιλοσοφία δεν μας διδάσκει καινούρια γεγονότα, μόνο η επιστήμη το κάνει αυτό. Αλλά η σωστή σύνοψη αυτών των κοινοτοπιών είναι εξαιρετικά δύσκολη και έχει τεράστια σημασία. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία είναι μια σύνοψη κοινοτοπιών».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα σε αυτά τα δύο έρχεται και παρεμβαίνει το «αταύτιστο» μότο, το οποίο, χαρακτηριστικά και δηλωτικά, εκφέρεται ως ερώτημα: «Γιατί άραγε ο Βαν Γκογκ επιδόθηκε σε τέτοιες κοινοτοπίες της τρέλας; Γιατί ζωγράφισε το πρόσωπό του με κομμένο το δεξί του αυτί και δεν ζωγράφισε το αυτί του το ίδιο;». Έτσι, λοιπόν, βγαίνουμε έξω από το πεδίο του «σκοπού» και του «αποτελέσματος», όχι πλέον με τον καβαφικό τρόπο του «ταξιδιού», το οποίο είναι αυτό που έχει σημασία ανεξαρτήτως του στόχου, αλλά με έναν τρόπο που υπερβαίνει και αυτή τη συνθήκη: μόνο η πράξη υπάρχει, η ίδια η πράξη συνέχει, παράγει, ακόμα και τη διαδικασία, και, φυσικά, ακόμα και το ίδιο το νόημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πραγματισμός; Και πάλι, όχι. Θα ήταν πολύ εύκολη μια τέτοια διέξοδος. Είναι επίσης χαρακτηριστικό και δηλωτικό, ότι αυτή η πρώτη ποιητική ενότητα έχει τη μορφή θεατρικού διαλόγου, ενώ προτάσσονται σκηνοθετικές οδηγίες, οι οποίες καθιστούν τον διάλογο ήδη δρώμενο, δηλαδή θεατρική πράξη: «– Να σου πω! – Τι είναι πάλι; – Να, εκείνο με τις λέξεις… – Τι με τις λέξεις; Έρχονται πολλές; – Όχι, δεν έρχεται καμιά. Κι αν έρθει, φεύγει τόσο γρήγορα όσο ήρθε. Εσύ πώς πας; – Μμ! Έτσι κι έτσι. Όμως δεν απελπίζομαι. Θα έρθουν. Μπορεί ν’ αργούν, αλλά θα έρθουν και θα μείνουν. Πάντοτε έρχονται.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από το κείμενο και τις συνάψεις αυτές, διεξάγεται μια μετωπική σύγκρουση με την περιβόητη ρήση του Αντόρνο, για το εάν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά το Άουσβιτς: «Καταλαβαίνεις… Ένα θέμα δίχως λέξεις…». Έτσι, η έξοδος από το αδιέξοδο του ερωτήματος δεν συμβαίνει, βέβαια, με έναν άλλο λόγο επί του θέματος. Επιπλέον, όμως, ο ποιητής δεν επικαλείται καν την ιδιότητά του και τη σημασία της ποιητικής λειτουργίας· ήτοι, βρίσκεται μετά την αντίστοιχη στάση του Βύρωνα Λεοντάρη. Τώρα, ο ποιητής, απαλλαγμένος από τις έννοιες, ούτε αντιδικεί με τις λέξεις του, ούτε τις εμπιστεύεται, ούτε και τις χρειάζεται. Ή, μάλλον, ακόμη και να τις χρειάζεται, ή να νομίζει ότι τις χρειάζεται, αυτές δεν είναι διαθέσιμες. Ούτε απούσες, ούτε και νεκρές (όπως στον Μιχάλη Κατσαρό)· δεν οφείλουν τίποτα, δεν υπόκεινται σε τίποτα· ούτε ακόμα και στην πράξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη δεύτερη ενότητα, που φέρει τον τίτλο «Το πλαίσιο», το πλάνο ανοίγει κι άλλο, μετατοπιζόμενο από τις λέξεις στη γλώσσα: «Στο μεταξύ,/ μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,/ τα ειπωμένα και αυτά που θα ειπωθούν/ απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων./ Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,/ που δεν διακρίνει τα στοιχειά από τα στοιχεία». Εδώ, ο Ζαφειρίου ξαναβρίσκει τον Βύρωνα Λεοντάρη, στην ύστερη φάση του, που ξεκινά με την κορυφαία συλλογή του, Εν γη αλμυρά, όπου και οι στίχοι: «Βλέπω στις ερημιές να σου χυμούν ρεκάζοντας τέρατα απαντήσεις/ να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα/ ώσπου να φτάσεις κάποτε/ στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις/ Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφούν το νόημά τους/ Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε για αυτές». Ταυτόχρονα, συναντά τον Ηλία Λάγιο, στον στίχο-μανιφέστο της εποχής μας: «Την ιστορία της ιστορίας θα ξαναπώ».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πλαίσιο λοιπόν είναι η εποχή, το ευρύτερο ιστορικό παρόν μας. Και η πράξη είναι πράξη στο πεδίο των ιδεών, όχι κατ’ ανάγκην ως λόγος με «θέμα», αλλά πάντως ως λόγος-πράξη, όπως αυτόχρημα είναι η ποίηση και εν γένει η τέχνη, όταν όμως έχει συναίσθηση της ίδιας της συνθήκης της. Τι απομένει; Μα, το ίδιο το πλαίσιο: «Γι’ αυτά που μένουν χάσκει ο λάκκος των θεσμών/ με ξέσκεπα τα μολυσμένα σπλάχνα./ (Μόλις κοπάζει η βροχή/ αχνίζει απ’ τον κρατήρα του το πένθος/ και ξαναστήνονται οι πάγκοι των πλανόδιων/ με τα άκρα όσων σώθηκαν ακρωτηριασμένα». Η διάρκεια της κοινοτοπίας, λοιπόν, αλλά και η διάρκεια της μεταθετικής λύτρωσης: «Ιδού ο παράδεισος,/ επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου».</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι στιγμής, επέλεξα αυτή την περιγραφική παρουσίαση, ως απαραίτητη εισαγωγή στις εκτάσεις και τα δρώμενα ενός βιβλίου αναπάντεχου για τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών. Είναι μάταιο όμως να συνεχίσω, έστω και ακροθιγώς, μπαίνοντας τώρα στην κύρια ποιητική ενότητα του βιβλίου, που επιγράφεται «Επί της ουσίας», και καταλήγοντας στις δύο επιλογικές ενότητες, «Στο τέλος» και «Αυλαία». Ο λόγος είναι πως πρόκειται για ένα τόσο πυκνό και ευρύ βιβλίο, που η στοιχειώδης παρουσίασή του θα απαιτούσε ένα μεγάλης έκτασης μελέτημα. Όχι πως το «ξεκλείδωμά» του θα έβλαπτε την ανάγνωση· το αντίθετο. Γιατί το βιβλίο αυτό διαθέτει τόσους, και πολυποίκιλους, ενεργούς ποιητικούς πυρήνες, που κανένα ξεκλείδωμά του δεν μπορεί να εξαντλήσει τη δυναμική του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ λοιπόν επιλέγω μια άλλη οδό. Να συσχετίσω την ποιητική του βιβλίου με άλλες ποιητικές, και πρώτα απ’ όλα με τη μέχρι τώρα ποιητική του Ζαφειρίου, που με το προηγούμενο έργο του, Δύσκολο, μας προειδοποιούσε ότι έμπαινε πλησίστιος, δηλαδή ποιητικά αποφασισμένος, στην πλήρη ωριμότητά του. Κι εκείνο το βιβλίο ήταν κατάφορτο από αναφορές, από ιδέες φιλοσοφικές και συνομιλίες με ποιητικά κείμενα, κι εκεί ο αναστοχασμός της όλης νεωτερικότητας έδινε τον τόνο, κι εκεί η γένεση του φασισμού ήταν ένα εφαλτήριο του ιστορικού αναστοχασμού του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι περισσότερο. Όχι μόνο γιατί όλα τα προηγούμενα έχουν μια ασύγκριτα μεγαλύτερη ένταση και έκταση, αλλά και γιατί η ποιητική του περνά από κορυφαίες στιγμές της ποιητικής του νεοελληνικού λόγου, αναμετράται, μετατοπίζεται, προχωρά, συνθέτει το δικό της πρόσωπο και αποτύπωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φερ’ ειπείν, πάνω σε έναν αφηγηματικό καμβά που παραπέμπει στην Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, αλλά και στη Remington του Γιάννη Πάνου, αναμετράται με την προφητική/πατερική εννοιολόγηση της σύνθεσης Εν γη αλμυρά του Λεοντάρη, και εν ταυτώ με τον φιλοσοφικό αναστοχασμό της εθνογένεσης στο Επεισόδιο του συνομηλίκου του Γιώργου Μπλάνα, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό και καθόλου κρυπτικό, λυρικά δραστικό και ταυτόχρονα σαφές. Δεν ακολουθεί όμως τον Ρίτσο στη διαδικασία νοηματικής διαύγασης, ήτοι δεν μας «εξοικειώνει» με την καθημερινότητα, αλλά υιοθετεί το καρυωτακικό πρόταγμα της «ταπεινής τέχνης» και το παρακολουθεί στις σύγχρονες ποιητικές εκδοχές του, είτε στη συνεχή μετάβαση από το «υψηλό» στο «χαμηλό» (Λάγιος, Κοροπούλης, Αρανίτσης) είτε στην πεζολογική ρυθμοποιία (Βρεττός), όμως με την ανομοιογένεια να προβάλλει με σολωμική φυσικότητα και αρμονία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κάθε ποιητικός πυρήνας, μέσα σε λίγους στίχους, συμπυκνώνει μια εκτατική διαδρομή, από τον λυρικό μινιμαλισμό της Κούρση μέχρι τον φιλοσοφικό στοχασμό του Χατζόπουλου, από τη δοκιμιακή εκφορά του λόγου του Βλαβιανού μέχρι τον δραματικό μονόλογο του Κάσσου. Ενώ ταυτόχρονα η γραφή του Ζαφειρίου ερωτοτροπεί με το μπεκετικό ύφος, τονίζοντας τη θεατρικότητα του κειμένου, δηλαδή της ποιητικής του ως σκηνικής πράξης (εδώ παραπέμπει ο αυτοχαρακτηρισμός τού έργου ως μελόδραμα), χωρίς να διολισθαίνει σε εκείνη την πόζα που επικαλείται νεφελώδεις μπεκετικές αναφορές ως άλλοθι. Νομίζω πως αυτά και μόνο αρκούν ως κατ’ αρχήν «αποδείξεις».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος είπε ότι, πέραν του μοντέρνου, σαν μοίρα καραδοκεί η αναπηρία, η αμήχανη παραθετικότητα και η αυτάρεσκη παρενδυσία του ατελέσφορου σε ατελεύτητο; Μόνο οι αφελείς πιστεύουν στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων. Εδώ έχουμε σύνθεση, που την ανοιχτότητά της την καθιστά ισχυρό αισθητικό πρόταγμα. Ή, μάλλον, την καθιστά μία από τις κορυφαίες στιγμές της διαδικασίας συγκρότησης ενός σύγχρονου αισθητικού προτάγματος· το οποίο πλέον δεν είναι μια ευφυής και, κατά τα παραδεδομένα, «μοναδική» σύλληψη, αλλά μια διαδικασία ολόκληρη, όπου οι σημαντικές στιγμές της προκύπτουν ως συνέχεια και υπέρβαση των προηγούμενων, αφήνοντας έτοιμες τις «υποδοχές» για τις επόμενες, αφού μόνο έτσι το ατελεύτητο τελεσφορεί, περιλαμβάνοντας απαραιτήτως και τον αναγνώστη, όχι προνομιακά τον ποιητή-αναγνώστη, αλλά πάντως τον «ανοιχτό» αναγνώστη, σε μια γραφή που συνεχώς επαναστρέφει στον εαυτό της, και πάλι έτσι, κλπ., κλπ…</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι νομίζω προφανές, πως θεωρώ αυτή την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου ως το σημαντικότερο ποιητικό βιβλίο των τελευταίων ετών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή/ και συντηρεί την παραμόρφωσή της·/ καίει το λίπος στις ακτές,/ τρέφει τα ζώα της με τις υγρές της ρίζες/ – κι αν χρειαστεί/ τρώει τα οστά των ιδεών ως το μεδούλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">* Ο τίτλος του κειμένου, «φιλοσοφία της πράξης», παραπέμπει φυσικά στον Αντόνιο Γκράμσι, και συγκεκριμένα στη συνθετική του μέθοδο, όπου πάσης φύσεως ανομοιογενή υλικά έχουν τη θέση τους και βρίσκουν τον ρόλο τους, διαυγάζουν το νόημά τους.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εντευκτήριο, τεύχος 114 ,Μάρτιος 2018</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα όρια των νοημάτων και του λόγου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο υβριδικός χαρακτήρας στην ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου παραμένει εμφανής στην προκείμενη, νέα ποιητική σύνθεσή του. Για μία ακόμη φορά καταθέτει τις δικές του ανιχνεύσεις στο πεδίο της υπαρξιακής διάστασης και προσδοκά τη διατύπωσή τους με δραματουργική ευφυία. Ο ποιητής έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο όπου κάθε τι αναμενόμενο (ή αλλιώς: φορμαλιστικό) στο νοηματικό γίγνεσθαι αλλά και στη δομή εξελίσσεται σε μια αναγνωστική δοκιμασία με γόνιμα αναπάντεχα…</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ενός ολοκληρωμένου έργου, στο οποίο την υπόσταση προσδίδει η αφηγηματική εμπειρία, ήτοι η βεβαιότητα για την αδυναμία προσδιορισμού του κόσμου, καθώς επίσης η διαρκής ανάγκη αναζήτησης, κατανόησης και περιγραφής του όντος, η ελλειπτική ερμηνεία της πραγματικότητας, οι αναρωτήσεις για το είναι και το φαίνεσθαι ανάμεσα στις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πλαίσιο που στοιχειοθετεί είναι αναγνωρίσιμο από τις προηγούμενες καταθέσεις του – εννοώντας εν προκειμένω τη φόρμα κατά την οποία ο ποιητικός λόγος «εξαπλώνεται» στα όριά του, δηλαδή αναδιαμορφώνεται συνθετικά, σχηματοποιείται με εύρυθμους σκηνικούς διαλόγους και με τη μετάληψη φιλοσοφικών τοποθετήσεων˙ κι ακόμη περιέχει μονολογικές καταθέσεις του αφηγητή, εξωτερικευμένες προτρεπτικές ρήσεις σε δεύτερο πρόσωπο, λυρικά ξεσπάσματα ή και αναστοχαστικές τοποθετήσεις για την ύπαρξη και τη διάνοια, την ηθική και τα προτάγματα του ατόμου στην αχαρτογράφητη και ανακυκλούμενη ανθρώπινη περιπέτεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν απευθύνεται στον δέκτη του μηνύματός του αναμένει ως μόνη ανταπάντηση τη διαισθητική προσέγγισή του: με άλλα λόγια ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός και μεταπράτης και διαχειριστής της «πληροφορίας». Και γίνεται διακριτή η προτεινόμενη από τον ποιητή περιπλάνηση στο διανοητικό σύμπαν του. Είναι βεβαίως τέτοια η συμπύκνωση της διατύπωσής του όσο και η υφολογική ταυτότητά του ώστε ν’ απαιτείται μια κατ’ αρχάς προσήλωση στο διακύβευμα. Αυτό δεν είναι άλλο από την προσπάθεια μιας οντολογικής αποδόμησης κι επαναδόμησης των διαρκών ερωτημάτων για την πορεία, τις αφετηρίες και τους τερματισμούς που συνεπάγεται, την εναρμόνιση είτε την απόσπαση από τις νόρμες του vivendi, αυτού του ζην που ο Βίτγκενσταϊν καταλήγει να ονοματίζει «σύνοψη κοινοτοπιών».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ποιητής επιμένει –κορυφώνοντας την προσήλωσή του στη διαβάθμιση των συνεχόμενων αναρωτήσεων– στην αξία του αγώνα για την αποκάλυψη της πραγματικότητας. Κι επιπλέον, διαλογίζεται για το νόημα της πράξης όταν δεν υφίσταται η έννοια του ηθικού κανόνα ή όταν δεν είναι απαραίτητη ή αναγκαία η συγκατάβαση στα νενομισμένα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ιστορική εμπειρία και στην αυτοσυνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου που από κοινού συμβάλλουν στην αποκάλυψη του μη ορατού, του πνεύματος που διέπει τον εσωτερικό κόσμο και επηρεάζεται από τον εξωτερικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ενδιαφέρει η θεώρηση της στιγμής ως διάρκεια και ουσία στη ροή της πραγματικότητας, ως διαπίστευση στον χώρο που γεννιέται η έμπνευση αλλά και ως εφαλτήριο για την κατανόηση του εαυτού σ’ ένα πλαίσιο ασφυκτικό – είναι οι λέξεις που τέμνονται με τα νοήματα, με την εικονοποιΐα και τους συμβολισμούς που αποκαλύπτουν, με τη χρήση τους ως μοναδικό μέσον έκφρασης. Η ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου, εξάλλου, διαπνέεται από μια διαρκή αγωνία για τη θέωση της γλωσσικής δυνατότητας και συνεπικουρείται τόσο από την «εργαλειοθήκη» που εκείνος διαθέτει (μεστή, με ποικιλτές επιλογές όσο και με τολμηρές συζεύξεις στοιχείων από τον προφορικό λόγο ή και από τη χρήση ξενικών σχημάτων) όσο και από τον συνεκτικό ιστό που εμφανίζεται σε προηγούμενες περιστάσεις των συλλογών του με το σκηνικό φόντο, τη φόρτιση του λόγου με θεατρικές διανθίσεις (μονολόγους, αφηγηματικά άλματα, διαλόγους, νοηματικές κορυφώσεις κι εγκιβωτισμούς), τις γόνιμες εναλλαγές του λυρισμού και του πραγματισμού, που άλλοτε καταλήγουν κατευναστικά κι άλλοτε εμπρηστικά στην πορεία της αφήγησης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και για ό,τι αφορά την αφήγηση ως στοχευμένη διαδικασία παράθεσης της δικής του οπτικής για τον κόσμο, την ύπαρξη, τη σχάση του εγώ και του εμείς, παραμένουν οι κοινοί παρονομαστές του: το γεγονός, οι γενεσιουργές αιτίες του, το αποτέλεσμα με τις συνέπειές του… Σ’ αυτή την πιο πρόσφατη συλλογή, ο ποιητής διατηρεί ακέραιες, υπαινικτικές, άμεσες τις αντένες του απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα, στην αναστοχαστική προσέγγιση του ζητήματος της επικοινωνίας, επίσης απέναντι στην κόντρα των ιδεολογημάτων με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση της εξουσίας, στη μικρότητα της ατομικής επικράτειας που γίνεται ψευδαίσθηση μεγαλουργίας και επιβίωσης στον παρόντα συμβατικό χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Σταύρος Ζαφειρίου γνωρίζει τον τρόπο να δημιουργεί ένα tableau vivant της σύγχρονης εποχής, όχι με πρόσωπα ή εικόνες του παρόντος, αλλά με τον λογισμό και τα ερωτήματα που απασχολούν τον όποιο σκεπτόμενο σήμερα: γύρω από τη διαχείριση των ηθικών νοημάτων, την ανωτερότητα του προφανούς στην ταυτοποίηση της αλήθειας μέσα από την τέχνη, τη διείσδυση μέσα στο γεγονός με στόχο την ανασύνθεσή του ως λογοτεχνικό διακύβευμα, την απόσταση ή την αποστασιοποίηση του δημιουργού από τα συμβατικά όρια της πραγματικότητάς του (σε αντιδιαστολή με την οικουμενική θεώρηση ενός ιστορικού επιστήμονα). Όπως κι αν τοποθετηθεί κάποιος κριτικά έναντι της προθετικότητας του ποιητή, διατυπωμένης στο corpus της ποιητικής εργογραφίας του έως και το τωρινό Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα), είναι βέβαιο ότι θα συμφωνήσει στην άποψη ότι σχεδόν εμμονικά αποφεύγει τον διδακτισμό. Διακρίνεται από σαφήνεια και διαύγεια στην ποιητική στόχευσή του (που δεν είναι παρά το πραγματικό μέσα στην πραγματικότητα που συνδιαλέγεται κάθε φορά). Επιλέγει δε σταθερά την αισθητική του ολοκληρωμένου συνθετικού έργου με πυλώνες καλλιτεχνικούς, στηριγμένους στην απογείωση του εγώ και της φαντασίας, και πεφρασμένους με λεκτικές και νοηματικές προκλήσεις.</span></p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h4 style="padding-left: 90px;"><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΣΚΟΛΟ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Το Κοράλλι», τεύχος 8, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016</span><br />
<span style="color: #000000;">Η δυσκολία να οριστεί και να λυτρώσει η σύγχρονη ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Ι</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι «εμπόλεμες» ιστορίες του Σταύρου Ζαφειρίου δεν προέκυψαν τελευταία. Στεγάζονται εδώ και αρκετά χρόνια στις συλλογές του, αποτελώντας μαζί με τις άλλες, τις καθαυτό βιωματικές του ιστορίες, όσο και τις συχνές αναπαραστάσεις μύθων και βιβλικών ή πολιτικών μυθολογιών, εναύσματα στοχασμών που, άλλοτε με δραματικούς μονολόγους και άλλοτε με διαλογικές, δραματουργικές επινοήσεις, ουσιαστικά προσηλώνονται σε ό,τι σχηματικά θα ονομάζαμε εμπειρίες ορίων: γεωπολιτικών, ιδεολογικών, φαντασιακών, χωροταξικών, χρονικών κοκ. Σε ένα από τα προηγούμενα βιβλία του, τα Χωρικά (2007), που ο ίδιος ο ποιητής διευκρινίζει πως πρόκειται για «1+19 ποιήματα για τον χώρο», εμφανίζεται στο προσκήνιο ως διακειμενική περσόνα ο χωρομέτρης Κ. από τον Πύργο του Φραντς Κάφκα, αυτός που ενσαρκώνει όσο κανένα άλλο μυθιστορηματικό πρόσωπο τη ματαιότητα των ορίων. Σ’ ένα άλλο, το «Επιτέλους τα σύνορα», αναπαριστάνεται η βιβλική μάχη με τον Ιησού του Ναυή, ενώ στο «Lebensraum», σατιρίζοντας πικρά τη ναζιστική θεωρία του ζωτικού χώρου, ο Ζαφειρίου βλέπει τον πόλεμο και τον στρατό να ρίχνουν τα ζάρια της ισχύος τους στο τίποτε: «Ο στρατός / καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του. / Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες / πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους […] Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; / ― Οι νεκροί / καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους. / Καινούριο τόπο στους νεκρούς· στους νεκρούς / μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως «Πολεμική ιστορία», και πάλι ρητά, καθώς έτσι είναι ο υπότιτλός της, χαρακτηρίζεται και η ποιητική σύνθεση του επόμενου βιβλίου, Προς τα πού (2012). Η σύνθεση αυτή του Ζαφειρίου, αν και δείχνει να θέτει υπόρρητα και όχι εμφανώς το εκκρεμές της ερώτημα, νομίζω ότι με το «πού» δεν περιορίζεται στην κατάδειξη του άγνωστου προσανατολισμού της εποχής μας –λόγου χάρη το πού πηγαίνει ο κόσμος ή το πού πηγαίνει η ιστορία. Μαζί με αυτά, μαζί με την απορία, το άγχος και την αγωνία για ένα τερατώδες παρόν που κοιλοπονά το ακόμα τερατωδέστερο παρελθόν του, αναπτύσσονται στο δημιουργικό πεδίο της λογοτεχνίας μια σειρά ερωτημάτων που σχετίζονται με το ήθος της: μπορεί, λόγου χάρη, να οριστεί μια νέα αποστολή της ίδιας της ποίησης ως τέχνης οργανικής, όπου συμψηφίζεται, μαζί με την πολιτική της στάση, ο σύγχρονος διακειμενικός της ορίζοντας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αλήθεια είναι ότι γενικότερα την ποίηση του Σ. Ζαφειρίου την προσέλκυε από παλαιότερα ο πειρασμός της συνάρθρωσης διαφόρων στοιχείων, προερχόμενων από μια ποικιλία γνωσιολογικών, επιστημονικών, θρησκειολογικών, μυθολογικών πεδίων, με αποτέλεσμα, το ποίημα να φέρει ένα βάρος εμπράγματο, ένα φορτίο ιδεών, όρων, ορισμών, συμβόλων, ονομάτων, που ο ποιητής θεωρούσε (και θεωρεί) ότι ο σχολιασμός τους είναι απαραίτητος για την καλύτερη γνωσιακή πρόσληψή του. Στο Προς τα πού διακρίνουμε αμέσως αυτή τη συνάρθρωση, τη σύνθεση τεκμηρίων, στοχασμών, σχολίων και σημειώσεων που συγκλίνουν δυνάμει σε μια ενότητα θέσεων και ανοίγουν στον αναγνώστη έναν διαφορετικό, από ό,τι συνήθως συμβαίνει, ορίζοντα αναστοχασμού. «Ποια στιγμή ιστορίας εξυψώνει τη βούληση; / Σε ποια ιστορία η βούληση είναι ενοχή; / Μια ιστορία διασχίζοντας τις εκτάσεις του χρόνου, / προς τους αθέριστους λειμώνες του κενού / και μια ιστορία μη κίνησης, / που παγιδεύει τον χρόνο στον χρόνο της» («Το ταξίδι του αίματος, ΙΙ, σελ. 27). Έτσι, η προβολή του έμμεσου ερωτήματος «προς τα πού» μπορεί να κατευθυνθεί η ποίηση, αναπτύσσεται σ’ ετούτη τη σύνθεση σύμφωνα με την πραγματολογική βάση δεδομένων της «Πολεμικής ιστορίας». Με την έννοια ότι κάθε πόλεμος (και φυσικά όχι μόνο ο πόλεμος που οδήγησε το 1945 στον απηνή βομβαρδισμό της Δρέσδης από τους δυτικούς συμμάχους) εγείρει ένα βασικό ερώτημα: έχει νόημα (και ποιό) η τέχνη απέναντι στους αλλεπάλληλους θριάμβους του ηθικού κακού, του απανθρωπισμού, οι οποίοι συνιστούν εντέλει την πάγια ταυτότητα της ιστορίας; Με το να συμπλέκει ο ποιητής στη σύνθεσή του τον γνωστό, πανάρχαιο φαουστικό μύθο, όπου η οίηση και η έπαρση επεμβαίνουν και διαστρέφουν τη φυσική τάξη πραγμάτων, δημιουργώντας τερατογενέσεις, μας δείχνει με έναν πλάγιο τρόπο ότι η τέχνη (και η ποίηση) της εποχής μας είναι ανάγκη να θέτει μπροστά στον σύγχρονο οιηματία, τον νεοτερικό άνθρωπο, την προοπτική βάθους που του επιφυλάσσει η μάταιη επίδειξη της δύναμής του. «Αν το μίσος είναι η παλίρροια του κοσμικού σφυγμού της ιστορίας, / η πανάρχαια φλέβα στο ταξίδι του αίματος· / αν το μίσος είναι το άρμα του αίματος / στον ιππόδρομο του άρτου και των θεαμάτων, / τότε προς τι οι παλινωδίες του Αντόρνο, / τα περί βαρβαρότητας της ποίησης / και οι αξιωματικές του φλυαρίες;» (σελ. 26-27).</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙ</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα από τα πρώτα βιβλία του Σταύρου Ζαφειρίου ήταν η συλλογή του Στη μουβιόλα (1986). Διαβάζοντας το Δύσκολο, την πρόσφατη ποιητική του σύνθεση, ο τίτλος εκείνος μου ήρθε συνειρμικά στον νου, γιατί αν κάποιος το δει από καθαρά τεχνικής απόψεως, η κίνηση του ποιητικού λόγου, τα συνεχή μπρος πίσω, οι ελιγμοί, οι στάσεις, οι πολυκεντρικοί εστιασμοί μοιάζουν αρκετά με τον χειρισμό της μουβιόλας –τουλάχιστον γι’ αυτούς που είναι εξοικειωμένοι με την κινηματογραφική ορολογία. Υπάρχει στο Δύσκολο μια ακατάπαυτη κίνηση, κίνηση που προσφυώς ο ποιητής εντόπισε και στον αφηγηματικό ρυθμό του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς, του έξοχου, εξπρεσιονιστικού και εν πολλοίς ρηξικέλευθου μυθιστορήματος του Αλφρεντ Ντέμπλιν (1878-1957), στο οποίο και αναφέρεται, θέλοντας να παραλληλίσει την επιφανειακή ελαφρότητα της εποχής της Βαϊμάρης με την επιφανειακή ελαφρότητα του σημερινού τουριστικού Βερολίνου. Την ώρα που συμβαίνουν αδιάφορα επεισόδια, κάτω από τη φλούδα των πραγμάτων λειτουργεί αδυσώπητα η ιστορία, όπως ακριβώς σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος του Ντέμπλιν συνεργεία εργατών και μηχανικών σκάβουν συνεχώς και αλλάζουν τις υπόγειες εγκαταστάσεις της πλατείας σαν να ανακατεύουν τα έντερα της πόλης! Αυτή τη διαρκή κίνηση, άλλοτε ρυθμικά και άλλοτε άρρυθμα, θα βρει ο αναγνώστης στο Δύσκολο. «Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας / πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης! / Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί, / κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!» («Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», VI, σελ. 33). Μάλιστα, θα έλεγα ότι οι εναλλαγές της κίνησης του λόγου του Ζαφειρίου, κάνουν πιο υποφερτή τη μεγάλη του πυκνότητα, την «κρυπτεία» της, όπως ο ίδιος παραδέχεται σ’ έναν του στίχο. Και δεν αναφέρομαι μόνον στα τελευταία του βιβλία. Νομίζω πως δεν υπάρχει καν ποίημά του όπου να μην έχει ο ρυθμός κυριαρχική σημασία, αποτελώντας συστατικό στοιχείο της αφήγησής του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Δύσκολο, αυτό το σπονδυλωτό ποίημα που αναπαραστάθηκε με βάση τις πέντε διακρίσεις του Ιταλού συγγραφέα Πρίμο Λέβι (1919-1987), όταν ο τελευταίος προσπάθησε να εννοήσει την παθητική σχέση των Γερμανών με το ναζιστικό καθεστώς –αυτή την ταφόπλακα του ορθού λόγου, όπως ήταν ένας από τους χαρακτηρισμούς του Γκέοργκ Λούκατς–, είναι από πολλές πλευρές ένα δύσκολο στη σύλληψη και στην ολοκλήρωσή του εγχείρημα. Παραλληλίζοντάς το με την προηγούμενη χρονικά ποιητική σύνθεσή του Προς τα πού, με την οποία έχει αρκετές ομοιότητες (η κατάρρευση του φαουστικού μύθου μέσα στη ναζιστική θηριωδία), θα μπορούσαμε να πούμε ότι ως σύνολο είναι οργανικά πιο δεμένο στα μέρη του, αν και ενδεχομένως γράφτηκε ως συνέχεια και κορύφωση μιας κατάστασης δραματικού αναστοχασμού για τις αυταπάτες της ιστορίας. «Δεν είναι μνήμη οι μορφές· / μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα» («Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», VI, σελ. 32). Έχουμε κι εδώ, όπως στην αμέσως προηγούμενη σύνθεση, μια συνάρθρωση ποικίλων αλλά όχι ετερόκλητων στοιχείων, σχολίων, αποφθεγμάτων, φράσεων που έμειναν μνημειώδεις, αλλά και εμβληματικών προσώπων, όπως ο Σαιν-Ζυστ, ο Μαρξ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σαρτρ, ή μυθικών μορφών, όπως η Χίμαιρα, ο Ίκαρος, ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο, έτσι ώστε η ίδια αυτή σύνθεση του Δύσκολου να αποτελεί παράλληλα έναν χάρτη του πολιτισμικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Δύσης, των ρήξεων και των ανατροπών, ο οποίος, όσο η κρίση αξιών στον 20ο αιώνα βαθαίνει, τόσο περισσότερο γίνεται και πιο διάτρητος. Όμως, τα συνεχώς πολλαπλασιαζόμενα Άουσβιτς, οι εκατόμβες του Κατίν και του Κάμενετς-Ποντόλσκ, όπου ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός συναντήθηκε με τον σταλινικό στις ίδιες περίπου πρακτικές –το κόμμα και ο αρχηγός ως εκπρόσωποι του θεού επί της γης– δεν είναι δωρήματα μόνον της εποχής του μοντερνισμού· αυτό το μάθαμε καλά! Αν μας αρέσουν οι συγκρίσεις, το Δύσκολο, αλλά και συνολικά η ώριμη ποίηση του Ζαφειρίου είναι της ίδιας ρομαντικής πνοής και ενός παρόμοιου προβληματισμού με την ποίηση του Ηλία Λάγιου, του Σπύρου Βρεττού, του Γιώργου Μπλάνα, της Κύπριας Ελένης Κεφάλα, του Κώστα Κουτσουρέλη, του Σταμάτη Πολενάκη, ποιητών δηλαδή που έχουν επανεντάξει ρητά την πολιτική διερώτηση στο έργο τους. Τα αδιέξοδα και οι τερατογενέσεις της εποχής της όψιμης νεωτερικότητας είναι που τους έκαναν, μερικούς συνειδητά άλλους ασύνειδα, να εξωθηθούν προς ένα νέο όραμα ανατροπής: «Όσοι βολεύτηκαν να υπάρχουνε με λέξεις, συντάσσοντας τις λέξεις με την ύπαρξη· / όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους / –πόση ακράτεια νεο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ ασφυκτιούν μες στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!» («Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», V, σελ. 45).</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Δύσκολο είναι μια σύνθεση χτισμένη με λεπτοδουλειά πάνω σ’ έναν εκπληκτικό όγκο διακειμένων. Μπορεί να δείχνει με τον πυκνό και σε πολλά σημεία σκοτεινό, ως προς το νόημά της, ποιητικό λόγο, μια αφήγηση χαοτική (η έννοια και η εικόνα του χάους είναι τόσο κοντά στον ρομαντισμό), σπανίως όμως θα συναντήσουμε στις πέντε ενότητές της μια φράση, έναν στίχο, μια εικόνα που δεν μας «στέλνει» σ’ ένα συμβάν, σ’ ένα σημαίνον της ιστορίας. Έτσι ώστε να είναι το σημαίνον αυτό μήτρα επάλληλων σημαινόντων, ενίοτε με διαχρονικές αναφορές και με κύριο και έκδηλο χαρακτηριστικό της συνάφειας των σημαινόντων ότι φτιάχνουν ένα οργανικά δεμένο σύνολο σχολίων, υπαινιγμών, συσχετισμών κλπ. Η δυσκολία του Δύσκολου βρίσκεται εκεί προπάντων: στο ότι μας καλεί να είμαστε ως αναγνώστες σε μια συνεχή εγρήγορση, συμπαίχτες στο διαλογικό και διαλεκτικό παιχνίδι, καθώς ο ορίζοντας της όλης σύνθεσης του Στ. Ζαφειρίου δεν είναι μόνο, όπως ήδη είπαμε, ο 20ός αιώνας, το γνωστό και συντελεσμένο, αλλά το οιονεί συντελούμενο ως ποιητικό δρώμενο του παρόντος. Έτσι, οι πυκνές παραπομπές σε λόγια και αποσπάσματα κειμένων του Εκκλησιαστή, του Ησαΐα, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Τ.Σ. Έλιοτ, θα έμοιαζαν ξεκάρφωτες σ’ αυτή τη ρέουσα ποιητική αφήγηση, αν δεν ενσωματώνονταν στην έντονα δραματική ρομαντική της γλώσσα. Η τέτοια δραματική και δραματουργική ένταση είναι που αλλάζει άρδην τον αναμενόμενο ιερουργικό τόνο των βιβλικών και των αρχαίων αποσπασμάτων, αποσπώντας τα από το νόημα με το οποίο τα έδεσε και μας τα παρέδωσε η φιλολογική παράδοση: λ.χ.: «Εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να εξηγήσεις / πώς ό,τι ονομάτισες αποστρέφεται πια τ’ όνομά του / πώς ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο πια να περιγραφεί» («Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», ΙΙ, σελ. 15). Και ακόμη πιο ρηξικέλευθα, ονομάζοντας μνήμη αυτό που «ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα» (σελ. 32), αυτό δηλαδή που δεν έχει ακόμη αποδελτιωθεί από την ιστορία και δεν έχει ακινητοποιηθεί ως ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, διαλέγω το σημείο εκείνο στο οποίο ο ποιητής, αφηγούμενος μια κοινότοπη εικόνα από το Βερολίνο και από τον παλιό σταθμό ελέγχου μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού τομέα, κάνει το ρητορικό ερώτημα «Ποια ιστορία;» (σελ. 33), για να απαντήσει αμέσως: μήπως είναι ιστορία «εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα, / με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους»; (σελ. 33).</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν στο Προς τα πού το ερώτημα που τρέχει σαν σχόλιο σε όλο το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από το ποιος μπορεί να είναι πλέον ο ορίζοντας της ποίησης (και κατά προέκταση κάθε τέχνης), η δυσκολία του ορισμού της πολλαπλασιάζεται τώρα με το Δύσκολο. Στο τελευταίο μέρος της σύνθεσης, «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους», σύμφωνα πάντοτε με τον κατά Πρίμο Λέβι διαχωρισμό των Γερμανών υπό τους ναζί, ένα τελευταίο μέρος που νομίζω πως έχει το νόημα της κατακλείδας όλων των διερωτήσεων και των αναστοχασμών του ποιητή, προβάλλει απογυμνωμένη εντελώς η παραδοχή του αδιέξοδου: «Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα, / τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου» (σελ. 55). Και επομένως, δύσκολο να αντέξει η αθωότητα του λυρισμού που παλαιότερα, σε εποχές συνεύρεσης και συναίρεσης, ακολουθούσε «Το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ίκαρου, / το πείσμα του ήλιου λίγο πριν το ουρανό […] γδύνοντας τον συμβολισμό απ’ τα εγκόλπιά του» (σελ. 55).</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι λοιπόν ζητούμενο μόνο το νόημα της τέχνης (για να θυμηθούμε τον Τ. Αντόρνο) απέναντι στους διαρκείς και αλλεπάλληλους θριάμβους του αίματος, με τους οποίους ξεδιψά στιγμιαία η ιστορία. Είναι η αδυναμία της να μιλήσει μιαν άλλη, αθώα γλώσσα, γιατί μια άλλη τέτοια, αλλοτινή πλέον γλώσσα, δεν μπορεί παρά να κινδυνεύει διαρκώς να είναι ψευδαισθητική.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Ο Ἀναγνώστης», 05-11-2015,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Μνήμη-χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη». Από το Άουσβιτς στη Λαμπεντούζα</span><br />
<span style="color: #000000;">I</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο 12ο ποιητικό του βιβλίο ο γνωστός Θεσσαλονικιός ποιητής Σταύρος Ζαφειρίου, έρχεται για μία ακόμη φορά, «με λόγο δύσκολο και με ρυθμό σπασμένο», να μετασχηματίσει την ιστορία −και ιδίως τα εγκλήματά της− σε ποίηση. Κινούμενος από το εγκληματικά αξεπέραστο Άουσβιτς στα υπερπλήρη νεκροταφεία και στους πνιγμένους της Λαμπεντούζα της Σικελίας, με ορμή και λόγο βιβλικό και κάποτε προλογικό, ενοχικός και συνάμα προεξοφλώντας το αδύνατο της όποιας λύτρωσης, ταυτίζεται −με μια πρωτόγνωρη θα λέγαμε ενσυναίσθηση− με τον εγκλωβισμό του πάσχοντος όντος. Κινούμενος πλάι στα «παραχωμένα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους» και αδυνατώντας να περιγράψει τον καιρό του «ανοίκειου», δηλ. «τον καιρό του φοβισμένου ματιού», κατεβαίνει στον τόπο και στον «καιρό» μιας «νέας ενοχής».</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολεοδομώντας τη φρίκη, χτίζει μια πολιτεία εγκλημάτων. Περιηγείται εκεί, με τρόπο «αστικό», στην ιστορία, επιλέγοντας να φασματοσκοπήσει όχι τα πρόσωπα και τα πράγματα αλλά τα ίδια τα εγκλήματα. Ένας ποιητικός μετασχηματισμός που φαντάζει πολύ δύσκολος −στην ουσία σχεδόν ακατόρθωτος−, δεδομένης πάντοτε της ρήσης του Αντόρνο ότι δεν γίνεται να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς. Πόσο μάλλον με θέμα το Άουσβιτς ή τα πνιγμένα παιδιά της μεσογείου. Ο ποιητής μας λοιπόν, κάτοικος την ελληνικής πόλης των φαντασμάτων (Θεσσαλονίκης, βλ. The City of Ghosts του M. Mazower) τολμά να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνική παράδοση –ενδεικτικά του ποιητή Πάουλ Τσέλαν και του πεζογράφου Πρίμο Λέβι– και κατορθώνει να μας δώσει μια ποίηση όχι απλά ιδιότυπη και χαρακτηριστική, αλλά με μια, θα λέγαμε, νέα ένταση που υποσκάπτει την όποια «προσδοκία» και απαιτώντας αξιωματικά και δικαιωματικά μια μετατόπιση προς έναν νέο ποιητικό χώρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ζητούμενο λοιπόν προτού ανιχνεύσουμε την ιδιότυπη ποιητική περιοχή του Ζαφειρίου −η οποία και δημιουργείται από τη σύμπτωση μιας ιδιοσυγκρασίας και μιας συνείδησης με τις συνθήκες του απόηχου των πρωτόγνωρων ιστορικών και διαρκώς ανανεωνόμενων εγκλημάτων− είναι να ερμηνεύσουμε τον εικαστικό, βιβλικό και συμβολικό χαρακτήρα της γλώσσας του, ο οποίος είναι και το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ποιητικής στάσης απέναντι στην ιστορία, στον εαυτό ως υποκείμενο και στην ποιητική πράξη εν γένει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προτού το κάνουμε όμως αυτό να σημειώσουμε πως ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία των ποιητών που ορίζουν μια ποιητική χώρα που προηγουμένως φαίνεται να μην υπήρχε. Αν ο Καρυωτάκης, παραδείγματος χάριν, ανοίγει μια περιοχή στον μεσοπόλεμο όπου λειτούργησε με τρόπο νέο ο ποιητικός μας λόγος −στο πλαίσιο ενός spleen−, κι αν η «γενιά» του ’30 έφερε τον μοντερνισμό στην χώρα μας και τον οδήγησε σε μια νέα ακμή, κι αν τέλος ο μεταπολεμικός παραλογισμός μεταποιήθηκε σε τέχνη μοναδική στην περίπτωση τουλάχιστον του μοναχικού «εξπρεσιονιστή» Σαχτούρη (κι έως ενός σημείου στον παραδοξογράφο Ε.Χ. Γονατά και σε άλλους μετα-υπερρεαλιστές), τότε ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία αυτών που αντί να πάρουν τον δρόμο του υπερ- και του μετά-μοντέρνου, επέλεξε να απομακρυνθεί −κάνοντας zoom out− και να δει τον 20ο αιώνα και τα πεπραγμένα του από ψηλά, αλλά και ψηλαφώντας τα φανταστικά, κρατώντας ταυτόχρονα τις αντένες του ανοιχτές και ευερέθιστες στην εποχής μας (βλ. ενδεικτικά τους πνιγμένους της Λαμπεντούζα). Στοχεύοντας πάντοτε σ’ έναν ουσιαστικό ποιητικό μετασχηματισμό της ποιητικής και ιστορικής ύλης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιητική ανθρωπολογία και ιστοριογραφία του λοιπόν είναι πολυεπίπεδη και προοπτική, αντωνυμική και ανώνυμη, προσωπική και απρόσωπη, ιστορική και «ανιστόρητη» και τέλος ρεαλιστική και φασματική. Αν μάλιστα ο ποιητής Σαχτούρης, κατά τον Μαρωνίτη, κυκλοφορεί κατακόρυφα, τρυπώντας τά παράλληλα προοπτικά επίπεδα του χώρου, ο Ζαφειρίου φαίνεται να περιφέρεται στο σημείο τομής των αστικών και των ιστορικών χώρων, και να εγκλωβίζεται ασφυκτιώντας μεταξύ των τόπων περιώνυμων «αδικημάτων» και των δωματίων της περισυλλογής και της ενοχής, καταμετρώντας και παλεύοντας έως τέλους με τις τύψεις και με το αδύνατο της συνέχισης τελικά της ύπαρξης με τέτοιο βάρος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιητική του συναντά επομένως την ιστορική ναυτία των ανοιχτών –μπροστά στο έγκλημα− συνειδήσεων, κινούμενη παράλληλα εντός του ηθικού, και με έναν ασυνεχή και οδυνηρό διάλογο (κυρίως με την ιστορία) κατορθώνει να φασματοποιήσει και να φασματοσκοπήσει την πραγματικότητα αλλά και να πριονίσει το κακό στα πόδια του και να δυναμιτίσει τα θεμέλια του όποιου κοινωνικού μας εφησυχασμού. Ο ποιητής «απελπισμένος» που βρίσκεται εντός του ιστορικού χρόνου, καίγεται σε πρώτο χρόνο από τον πυρετό της ιστορίας και σε δεύτερο χρόνο ψυχρά μετα-ποιεί, αποκλείοντας την όποια έξοδο και αδυνατώντας να επωμιστεί εν θερμώ τον ρόλο του «καταγραφέα». Ένας πυρετός που μεταφέρεται σχεδόν «αυτούσιος» και ετεροχρονισμένος μες στο ποιητικό σώμα, το οποίο και πονά αγγίζοντας υψηλές πραγματικά θερμοκρασίες. Θερμοκρασίες που μεταφέρονται μέσω του χαρτιού στα δάχτυλα του αναγνώστη, και μέσω της ανάσας και της φωνής του ποιητή στο αυτί του ακροατή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως ποιητής-μάρτυρας κι ως μεταμορφωτής ο Ζαφειρίου, μετέχει τελικά μέσω ενός θρησκευτικο-ποιητικού συμβολισμού στην ίδια την πράξη της «μεταμόρφωσης,» περνώντας από την γέννηση και τη σταύρωση του σώματος (ατομικού, συλλογικού και ιστορικού), χωρίς όμως να φτάνει στην υπόσχεση της αλλαγής και αποκλείοντας συνάμα την όποια εξιλέωση και την ανάσταση. Πονώντας διαρκώς και παραμένοντας σε κατάσταση απόγνωσης, αδυνατεί να ξεπεράσει το φάσμα του θανάτου και τα εκατομμύρια των νεκρών της ιστορίας, και παραμένει έως τέλους φαγωμένος, νιώθοντας την βαριά ενοχή μέσα στα σπαραγμένα σωθικά του, την οποία όμως ενίοτε ελαφρύνει με μια διακριτή, δική του ειρωνεία και με κάποιον βαθμό αυτοσαρκασμού. Κι αν ένας άλλος σπουδαίος Θεσσαλονικιός, ο Τάσος Φάλκος, μας λέει «και που ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να ‘σαι αθώος», αντίστοιχα ο Ζαφειρίου μιλά ποιητικά εναντίον «αυτών που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους».</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόκειται τελικά για μια ποιητική φωνή που υπονομεύει την όποια αντιπροσωπευτική αξία του προσώπου, που πεζολογεί σε σημεία προκλητικά προσθέτοντας μέχρι και εξισώσεις και γεωμετρία, κοινωνιολογώντας ενίοτε και καλώντας κατά βάθος προς μια ανατροπή της κοινωνικής και ιστορικής τάξης προετοιμάζοντας ή και δείχνοντας προς την αταξική ισότητα, την οποία ωστόσο αποκλείει προεξοφλώντας τα επικείμενα και αενάως αναπαραγόμενα εγκλήματα. Το κυρίως ζητούμενο βέβαια είναι να μπει ο αναγνώστης μέσα σε αυτό το σύστημα της ποιητικής εξιστόρησης −κάτι που συμβαίνει αν αφεθεί στον ρυθμό και στον τόνο της ιδιαίτερης αυτής αφήγησης– προκείμενου να περάσει στην αναγνώριση και να βρεθεί στον τόπο της αυτογνωσίας και της ενοχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΙΙ</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο δεύτερο αυτό μέρος, θα σταθούμε σε συγκεκριμένα σημεία των ποιημάτων αφού όμως επαναλάβουμε πως ο ποιητής φαίνεται να παλεύει με τους όρους ενός προ-ποιητικού εμπειρικού πεδίου, σε δύσκολους πραγματικά καιρούς και απορροφώντας δύσκολες εμπειρίες, περνώντας τελικά στο χαρτί την ποιητική του αντίληψη που βρίσκεται σε διαρκή ανταπόκριση με τις εξελισσόμενες πάντοτε ιστορικές συνθήκες. Σκεπτόμενος μάλιστα τόσο την ποιητική πράξη όσο και την απεύθυνση στον άλλον, επιλέγει να κινηθεί εντός μιας ποίησης που φαίνεται να λειτουργεί ως ένας εκ των υστέρων μεταμορφωτικός μηχανισμός. Διαβάζουμε ενδεικτικά, αφού προηγουμένως διευκρινιστεί από τον ποιητή «Τι ασυνάρτητη εκδοχή η εξιστόρηση», πως:</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πιά ν’ αγωνιάς για τ’ ολομόναχο</span><br />
<span style="color: #000000;">ή να εξαντλείς συνειδητά το ασυνείδητό σου –αυτό το αδέσποτο που δένει</span><br />
<span style="color: #000000;">τις πληγές του με τον επίδεσμο των αλληγοριών.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…] Κι εσείς ιππεύοντας τα ξύλινα αλογάκια σας στον βαλτωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">ιππόδρομο του έθνους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόσες βεβαιότητες και υπολογισμούς στην υποθηκευμένη αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;">πραγματικότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας ήδη κατοχυρωμένο το σκοτάδι στ’ όνομά σας,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν πρόκειται –πώς θα μπορούσε άλλωστε– να νιώσετε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι ανάμεσα εωθινού και απόδειπνου του θάμβους</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα η στάχτη δεν μπορεί να στήσει σκαλοπάτια∙</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν πρόκειται να καταλάβετε ποτέ πώς κι αν υποδυθείτε όλους τους</span><br />
<span style="color: #000000;">ρόλους</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα θα υπάρχει στην ορχήστρα ένας τυφλός να σέρνει πλάι σας το</span><br />
<span style="color: #000000;">σάπιο του ποδάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«V», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αφού πρώτα κατακρίνει το «μετα-μοντέρνο» μιας εποχής, λέγοντας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποτε πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς και με τις μετα-νεοτερικές τους περπατούρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πιο πολύ με αυτούς τους εκδορείς του υποκειμένου,</span><br />
<span style="color: #000000;">που γδέρνουν τον μοντερνισμό σαν σφάγιο κρεμασμένο στο τσιγκέλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«ΙV», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)</span><br />
<span style="color: #000000;">περνά από το Βερολίνο της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, και εντεύθεν, σατιρίζοντας, συνάμα όμως πονώντας και αγανακτώντας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie∙</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γομολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">− Ποια ιστορία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">απεικάσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με</span><br />
<span style="color: #000000;">τον χρόνο τους∙</span><br />
<span style="color: #000000;">− Ποια ιστορία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;">κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα του Φράντς Μπίμπερκοπφ</span><br />
<span style="color: #000000;">(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των</span><br />
<span style="color: #000000;">ονείρων)</span><br />
<span style="color: #000000;">– εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«VΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να καταλήξει, μέσω του Saint-Just στους πνιγμένους μετανάστες της Λαμπεντούζα. Διαβάζουμε αντίστοιχα, αφού όμως πρώτα αποτυπωθεί στο μότο η κουβέντα του Saint-Just: «Έχετε να τιμωρήσετε όχι μόνο τους προδότες, αλλά και τους αδιάφορους»:</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι πως αν κοιτάξει γύρω του κανείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν θα μπορέσει ίσως να διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες οι λέξεις εξαρτήματα της ίδιας μηχανής∙</span><br />
<span style="color: #000000;">αν κάποιες τις αφήσεις στο κυνήγι μοναχές, είναι ικανές να βγάλουν το θηρίο από την τρύπα. […]</span><br />
<span style="color: #000000;">− Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι αδίστακτοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοβού, λοιπόν!</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όχι μονάχα όσους γυρεύουν μιαν απάνεμη γωνιά, για να ελλιμενίσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σιωπή τους∙</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όχι μονάχα αυτούς που εγκαταλείπονται στους συνειρμούς των</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτοσχεδιασμών</span><br />
<span style="color: #000000;">ή στα πρελούδια των αναστεναγμών τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όποια συνέργεια κι αν υποθάλψει ο διάβολος,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά που σου έμαθαν στα προπτυχιακά πρέπει να τα ξεχάσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς, είναι η παραγωγή που διαμορφώνει τη συνθήκη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν κάτι ανάμεσα στα ράθυμα στενά των ημερών ανοίγει δρόμο στον</span><br />
<span style="color: #000000;">λυγμό της φαντασίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">χάσκει από κάτω η σκουριά της παλινόρθωσης και το βαθύ χασμουρητό</span><br />
<span style="color: #000000;">της ουτοπίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«ΙΙΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κρίνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και αυξάνοντας την έκθεση του στους ανελέητους αγέρηδες του πραγματικού:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σε ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου∙</span><br />
<span style="color: #000000;">της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού, μολύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πιά να εξιλεωθείς,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσκολο πιά ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητες σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογεννήσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«VI», «Αυτοί που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητας τους»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Εντός του τόπου λοιπόν της ποίησης και αφηγούμενος τα ερείπια μιας διαδικασίας που αναγεννά κυρίως πόνο, ενοχή και τύψεις, σημαδεύει με την αίσθηση της φωνής του την αίσθηση που μας αφήνει η ίδια η ποίηση στη λειτουργία της. Ο Ζαφειρίου είναι τελικά ένας ποιητής που δεν επιχρωματίζει το ποιητικό έργο που σμιλεύει και αφηγείται, αλλά το ίδιο το χρώμα φαίνεται να αναβλύζει μέσα από το ποιητικό του σώμα, το οποίο και περιφέρει στις ατραπούς της ιστορίας, πιτσιλώντας από το DNA του σε διάφορους −γκρίζους και κόκκινους κυρίως− τόνους, τους οποίους και αναμιγνύει με τον φιλοσοφικό στοχασμό και με τον διαρκή αναστοχαστικό επίσης έλεγχο των μεθόδων και των τρόπων του:</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλίμονο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με τόση αιμομιξία αμμολόφων,</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς να μετρήσεις ξέφωτο στη μέση της ερήμου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, το ποιητικό εγώ δεν συναντάται με συγκεκριμένα πρόσωπα, με εξαίρεση τις συναντήσεις με τον Saint-Just και τον πρίγκιπα Μίσκιν του Ντοστογιέφσκι, ενώ η επικοινωνία με τον αναγνώστη φαίνεται να συμβαίνει επίμονα πάνω στην αφηγηματική ροή, η οποία και μας παρασέρνει άλλοτε μαλακώνοντας και άλλοτε ξεσηκώνοντας μας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!</span><br />
<span style="color: #000000;">Επί της όχθης κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου</span><br />
<span style="color: #000000;">πως πίσω απ’ την ουσία της μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…] ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στο κοίλο του νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο κι αν καλλιεργείς το περιβόλι σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κόσμος, πρίγκιπα, είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του,</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.</span><br />
<span style="color: #000000;">(«Ι», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα ποιητικό εγώ που δεν φαίνεται να πληθαίνει, αλλά αντιθέτως να πολλαπλασιάζεται μαζί με τα ιστορικά γεγονότα, δυσκολευόμενο «πια να κατοικεί απάνω στα έρημα», εκτίοντας όπως μας λέει «τάχα» έως τέλους «την ποινή των στοχασμών του».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εντευκτήριο, τεύχος 106, Φεβρουάριος 2015</span><br />
<span style="color: #000000;">Το «δύσκολο» γεγονός της ποίησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Δύσκολο του Σταύρου Ζαφειρίου –όπως άλλωστε και οι προηγούμενες ποιητικές συνθέσεις του– ανήκει σε εκείνη την ποιοτική τάξη των έργων για τα οποία δεν μπορεί να μιλήσει κανείς ερήμην της πραγματικότητας, του χωροχρόνου εντός του οποίου αρθρώνονται. Και μάλιστα συμβαίνει συχνά, μιλώντας για την ιστορική περίσταση που τα γέννησε, να μιλάς για το πλέον ουσιώδες σε αυτά […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η περίσταση, λοιπόν. Ένας αιώνας, ο 21ος, που γεννήθηκε ήδη τραυματισμένος από την αλαζονική, τερατώδη προσωπικότητα του πατέρα του, του 20ού. Την αλλόκοτη συμπεριφορά αυτού του νέου αιώνα είναι ΔΥΣΚΟΛΟ να την περιγράψει κανείς. Πόσο μάλλον να τη ζήσει. Κι ακόμα περισσότερο να την κάνει ποίημα, όπως αυτό στο οποίο αναφέρομαι, το Δύσκολο του Ζαφειρίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο 21ος αιώνας αφενός απορρίπτει τον 20ό, χαρακτηρίζοντάς τον «κόλαση», και αφετέρου τον αποδέχεται, διότι δεν τολμά να ξεφύγει από τον παράδεισο που υποσχόταν. Θέλω να πω πως οι αξίες, οι όροι, τα εργαλεία με τα οποία δουλεύει προς τον παρόν ο νέος μας αιώνας ανήκουν απελπιστικά στον προηγούμενο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι, κανείς σχεδόν δεν λέει τα πράγματα με το όνομά τους, λυγίζοντας κάτω από το οιδιπόδειο βάρος του. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως ο Οιδίπους ήταν άνθρωπος, και η τραγωδία του εν πολλοίς σχετίζεται με το γεγονός πως κατονόμασε τον εαυτό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΔΥΣΚΟΛΟ να πάρει κανείς στους ώμους του μια τέτοια μοίρα. Μόνον η ποίηση μπορεί να έχει την απερισκεψία να χαρίσει στην ύπαρξη το όνομα που δικαιούται και να δηλώσει ευθύς εξαρχής, από τον τίτλο ήδη του ποιήματος, τη δυσκολία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ένα ποίημα, πόσο μάλλον ένα ποίημα όπως αυτό του Ζαφειρίου, γνωρίζει πραγματικά το όνομά του, αφού έχει συναίσθηση του χαρακτήρα του, γνωρίζει δηλαδή πως είναι μια παρέμβαση σ’ ένα διάλογο που απλώνεται μέσα στην Ιστορία και την Ιστορία της ποίησης. Και μάλιστα, όταν απαντά στην περίσταση. Η αξία του, η αντοχή του, εξαρτώνται, νομίζω, από το εύρος της απάντησης και όχι από την αλήθεια της. Στην περιοχή της γλώσσας δεν υπάρχουν αλήθειες και ψέματα, αλλά μόνο συγγνωστά και ασύγγνωστα.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια είναι όμως αυτή η περίσταση; Η ποίηση που γράφεται αυτή τη στιγμή ορίζει δύο στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Η μία στάση θεωρεί τη γλώσσα εργαλείο επικοινωνίας. Οι σημασίες βρίσκονται στο λεξικό και οι κανόνες στη γραμματική. Μοιραία, αυτή η ποίηση δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα δημιουργική, αφού δεν αποκλίνει από το υποτιθέμενο γλωσσικό καθεστώς και άρα από τις σημασίες, όπως αυτές τίθενται από τους θεσμούς […] Η άλλη στάση θεωρεί τη γλώσσα τόπο εντός του οποίου υφίσταται το ανθρώπινο υποκείμενο. Οι σημασίες βρίσκονται σε πορεία συνεχούς μεταμόρφωσης από την αρχή της Ιστορίας και οι κανόνες θεσπίζονται από τα υποκείμενα, καθώς η ζωή δουλεύει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η δεύτερη στάση, της οποίας θιασώτης είναι –κατά τη γνώμη μου– ο Σταύρος Ζαφειρίου, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρεται για την Ιστορία ή μάλλον να αποδέχεται τον εαυτό της ως ιστορικό γεγονός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς ενεργεί το ποιητικό υποκείμενο ως ιστορικό υποκείμενο μπορούμε να το δούμε στο Δύσκολο. Ας αναφέρω μερικές από τις ενέργειες αυτές ή, καλύτερα, μερικές από τις προϋποθέσεις των ενεργειών. Πρώτον, δεν θέλει καθόλου να επαναλάβει την Ιστορία. Αυτό σημαίνει πως δεν χρειάζεται –το αντίθετο μάλιστα– το ποίημα που γράφεται να θυμίζει ό,τι χαρακτηρίστηκε στη διάρκεια της Ιστορίας ποίηση. Δεύτερον, δεν θέλει την Ιστορία τελειωμένη. Αυτό σημαίνει πως το αν είναι ή δεν είναι ποίηση αυτό που γράφει τώρα ο Ζαφειρίου θα το δείξει το μέλλον –άρα, μοναδικός οδηγός του είναι η αίσθηση της ποίησης και όχι οι τετελεσμένοι κανόνες. Τρίτον, θεωρεί πως η Ιστορία είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις μεθόδους επιβίωσής τους και όχι οι ίδιες οι μέθοδοι επιβίωσής τους. Είναι λογικό, διότι σχεδόν στο σύνολό τους οι μέθοδοι επιβίωσης των ανθρώπων είναι μέθοδοι αυτοκαταστροφής. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο δεν είναι η λογική του αλλά η δύναμη με την οποία πλάθει μύθους περί της λογικότητάς του. Σαν να λέμε πως ο άνθρωπος δεν αυτοκαταστρέφεται, επειδή μέσα στην αυτοκαταστροφή του βρίσκει φανταστικούς λόγους επιβίωσης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαίνεται κάπως περίπλοκη αυτή η συλλογιστική, αλλά θα δείξει πιο απλή αν αναφέρω ένα παράδειγμα από το Δύσκολο του Ζαφειρίου. Λοιπόν, ο ποιητής, για να μιλήσει περί της κατάρρευσης του κόσμου, όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ως έναν κόσμο πλαισιωμένο από μύθους σχετικούς με το υπερβατικό, λέει: Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια, / τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες, / για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά τής θεοφάνειας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εύκολα, νομίζω, καταλαβαίνουμε πως εκεί που κάποτε κατοικούσαν οι θεοί τώρα βρίσκονται χιονοδρομικά κέντρα για εκδρομείς του σαββατοκύριακου, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται παρά για διασκέδαση, και μάλιστα, όπως ειρωνικά –τραγικά οπωσδήποτε– σημειώνει ο Ζαφειρίου, να απολαύσουν το μοναδικό είδος θεοφάνειας που μπορούν πια: την πανοραμική θέα. Όχι βέβαια επειδή είναι ανίκανοι να νιώσουν κάτι βαθύτερο, αλλά επειδή δεν έχουν τη γλώσσα για να το συνειδητοποιήσουν και να το εκφράσουν. Είναι άνθρωποι που αυτοκαταστρέφονται και συχνά το νιώθουν. Αποξηραίνονται δίχως την υγρασία του μύθου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω ακριβώς από τους τρεις στίχους που παρέθεσα, συναντάμε δύο άλλους –σαν συμπέρασμα ή κατάληξη: Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού / που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι εξάμετροι βέβαια είναι οι στίχοι της Οδύσσειας. Ο βοσκός είναι ο Εύμαιος, το καταλαβαίνουμε αμέσως. Υπάρχουν τώρα πολλοί Εύμαιοι που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις. Τα βλέπουμε γύρω μας αυτά τα μπάσταρδα και τις τερατογενέσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά εδώ υπάρχει μια τρύπα. Οι δύο αυτοί στίχοι δεν λένε ότι ο πλαισιωμένος από μύθους κόσμος χάθηκε, αλλά πως συνεχίζεται. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει πως οι ομηρικοί βοσκοί συνεχίζουν να υφίστανται ως τροφοί, έστω μπάσταρδων και τερατογενέσεων; Δηλαδή, ανατρέφονται ακόμα Οδυσσείς; Γιατί πρέπει να θυμηθούμε πως ο Οδυσσέας ήταν ένα μπάσταρδο. Παιδί του Σίσυφου ήταν. Έτσι λέει ο μύθος. Μόνο που οι σημερινοί μύθοι δεν στοχεύουν στο υπερβατικό αλλά στο ενθάδε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το λέει ο Ζαφειρίου: Δεν έχει νόημα η λύσσα για ζωή αν δεν επινοήσεις τα σκυλιά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να λέμε πως δεν έχει νόημα να ζητάς να επιβιώσεις, δίχως μύθους για την αυτοκαταστροφή σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η περιοχή της γλώσσας που παράγει τέτοιους μύθους είναι η ποίηση: υπόθεση δύσκολη, περίπλοκη, πολυσήμαντη, παντελώς άσχετη με τις «απλές», «άδολες» ποιητικές απολαύσεις του κοινότοπου μετα-λυρισμού των καιρών μας. Άλλωστε, η άποψη σύμφωνα με την οποία η ποίηση και η απλότητα πηγαίνουν μαζί, δεν είναι παρά ακραιφνής λαϊκισμός. Λέει στον αναγνώστη πως δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε για το ποίημα, αφού ο ποιητής έχει κάνει πολύ λιγότερα και από το τίποτε γι’ αυτό. Η ανάγνωση, όπως και η δημιουργία ποίησης είναι σήμερα ένα δύσκολο εγχείρημα –δύσκολο σαν το ίδιο το γεγονός της ζωής.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Φρέαρ, Ιούλιος 2014</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιητική ύλη κατατάσσεται σε τέσσερις ενότητες, που διαχωρίστηκαν με βάση μια ιδεολογικά λειτουργική και ηθικά προσφυή διάκριση του Πρίμο Λέβι (Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Αθήνα, Άγρα, 2003) ως προς την ανθρωπογεωγραφία της χιτλερικής Γερμανίας: «Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους». Το «Ιντερμέδιο», που τοποθετήθηκε ανάμεσα στη δεύτερη και στην τρίτη ποιητική ενότητα, ωθεί σε δημιουργική συνύπαρξη τον δημοτικογενή δεκαπεντασύλλαβο με τη νεωτερική έκφραση, το λαϊκότροπο λεκτικό της δημοτικής παράδοσης με τη λογιοσύνη και τη γεύση της σημερινής λαλιάς. Η δωδέκατη ποιητική κατάθεση του Σταύρου Ζαφειρίου συγκεφαλαιώνει με εμπνευσμένο τρόπο τα χαρακτηριστικά της όλης ποιητικής του: τεχνοτροπικός μοντερνισμός, με εξέχον το χαρακτηριστικό της αυξημένης δραματικότητας, που ενδυναμώνεται από την εναλλαγή ομιλουσών φωνών μέσα στη σύνθεση· υπαρξιακή αναζήτηση, ως κεντρική συνιστώσα μιας σύνθετης θεματικής συνισταμένη· ροπή προς το συνθετικό ποίημα, του οποίου οι επί μέρους εκφάνσεις στοιχειοθετούν ένα οργανικό σύνολο. Το κάθε ποίημα διατηρεί μία σχετική αυτονομία, αλλά ο ποιητής δεν στοχεύει στη γραμμική παράθεση μεμονωμένων βιωμάτων, αλλά στη διασφάλιση της εσωτερικής ενότητας του ποιητικού υλικού, το οποίο νεωτερικά δομημένο και υπαρξιακά φωτισμένο συγκλίνει στο ότι «ο κόσμος […] είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του, / όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αυγή της Κυριακής 29.06.2014</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποίηση υπάρχει, όσο υπάρχουν ισχυρές ποιητικές συνθέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν ένα ποιητικό βιβλίο ευρίσκεται κατάφορτο παραπομπών σε κείμενα φιλοσοφικά, πατερικά, δοκιμιακά, ο ποιητικός του λόγος κινδυνεύει να βουλιάξει κάτω από το βάρος των ιδεών, διακινδυνεύει να καταστεί μια δοκιμιακή απόπειρα σε ύφος ποιητικό. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα της ποίησής μας που μαρτυρούν τα αδιέξοδα αυτής της επιλογής, με προεξάρχουσα περίπτωση το έργο του Σικελιανού, αλλά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπου η ποίηση αντέχει να «διαφορίζει» τις έννοιες, αποδίδοντάς μας λόγο μεστό και λυρικά ουσιώδη, αρχής γενομένης από τον Διονύσιο Σολωμό. Ως φόρος τιμής στον μεγάλο πρόγονο θα μπορούσε λοιπόν να ειδωθεί το ποιητικό βιβλίο του Ζαφειρίου, έστω και αν στις εκτενείς αναφορές / επισημειώσεις ο Σολωμός δεν περιέχεται πουθενά, αφού ο οιονεί διάλογός τους συμβαίνει σε απόσταση, κάποτε και σε αντίστιξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες</span><br />
<span style="color: #000000;">μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη γιορτή της όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρθουν τ’ αγρίμια, ωχ να ’ρθούν και οι κωλομπαράδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">να σύρει πρώτος τον χορό της λυγερής σου δόξας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως σε μια ποίηση ιδεών οι συνάφειες δεν θα μπορούσαν να εξαντλούνται σε υφολογικές συγγένειες και αντικατοπτρισμούς, αλλά εμφιλοχωρούν και στο ίδιο το «περιεχόμενο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως τα έθνη·</span><br />
<span style="color: #000000;">τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;</span><br />
<span style="color: #000000;">Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:</span><br />
<span style="color: #000000;">η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,</span><br />
<span style="color: #000000;">αγκιστρωμένης στα πλευρά τού εξπρεσιονισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ, η διαδικασία της εθνογένεσης και ο διάλογος με τον γερμανικό ρομαντισμό δίνουν τη θέση τους, ή αντιπαραβάλλονται, στη διαδικασία γένεσης του φασισμού (και κατ’ επέκταση στη σημερινή επιστροφή του), στην ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής / συνενοχής, με σημείο εκκίνησης της ερμηνείας / τεκμηρίωσης του φαινομένου την περιγραφή του Πρίμο Λέβι, απ’ την οποία προκύπτουν και οι τίτλοι των επιμέρους ενοτήτων της συλλογής: «Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους».</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα που ο ξένιος ξενίζει στην πλεκτάνη του τον ξένο,</span><br />
<span style="color: #000000;">εμπλέκοντας την κάθαρση του αίματος στη φαντασίωση ενός θεόπνευστου ιστού·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών,</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας και τον</span><br />
<span style="color: #000000;">καιρό της νέας ενοχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρ’ όλα αυτά, η ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου δεν ενδίδει στη θεματογραφία, δεν βουλιάζει στις ευκολίες των νεόκοπων περιοχών «ριζοσπαστικής παρέμβασης», τις οποίες περιοχές νομιμοποιεί απλόχερα, και καλλιτεχνικά ανώδυνα, η επιστροφή του φασισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ είναι οι φράχτες των ακτών και τα σχισμένα ιστία,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα χνάρια όσων ξέφυγαν δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι·</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ είναι η άκρη, άσπαρτη, πιο άσπαρτη ακόμη κι απ’ το σύμπαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί ο στόχος του Ζαφειρίου είναι ο αναστοχασμός όλης της νεωτερικότητας, της ιστορίας της, των ιδεών της, της τέχνης της, της κρίσης της, και το πετυχαίνει με μια ποιητική σύνθεση που αντέχει αυτόν τον βαρύ ειδολογικό χαρακτηρισμό, αντλώντας ερείσματα, ιδεολογικά και ρυθμικά, απ’ όλη την παράδοση του ποιητικού λόγου.</span><br />
<span style="color: #000000;">τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό εκείνου που σας βλέπει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά τη γνώμη μου, η ποιητική σύνθεση του Σταύρου Ζαφειρίου ανασυντάσσει το ποιητικό τοπίο, γιατί προϋποθέτει όσα σημαντικά έχουν συμβεί στις μέρες μας, π.χ. τις ποιητικές συνθέσεις Επεισόδιο του Γιώργου Μπλάνα, Ο κύριος Φογκ του Γιάννη Βαρβέρη, Ανιστόρητο του Σπύρου Βρεττού, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία του Ηλία Λάγιου, Τα ψηλά δέντρα της γαλλικής επαρχίας της Μαρίας Κούρση, Mec(c)ano της Ρούλας Αλαβέρα, Μαύρη Μωραλίνα της Ευτυχίας Παναγιώτου, και μερικές ακόμη ποιητικές επιτεύξεις των τελευταίων δεκαετιών, δημιουργώντας μια εξαιρετική, και απολύτως ιδιότυπη, συνέχεια και κορύφωση, ένα σημείο αναφοράς τής σύγχρονης ποίησης μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Μπαίνει από τις κουίντες ο Saint-Just, κρατώντας το κομμένο του κεφάλι):</span><br />
<span style="color: #000000;">― Όσοι αφήνουνε μισή την επανάσταση, σκάβουν απλώς τον ίδιο τους τον τάφο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και άλλη φορά, σε άλλο καιρό, πάνω στους τοίχους:</span><br />
<span style="color: #000000;">― Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι αδίστακτοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρ’ ότι η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων αδικεί το βιβλίο, επειδή ο λόγος του δεν οργανώνεται με βάση τον στίχο ή τη φράση αλλά στην έκταση της σελίδας ή της περιόδου, μπαίνω στον πειρασμό να κλείσω με ένα ποιητικό στιγμιότυπο, ενδεικτικό της ποικιλίας, του πλούτου και της συνθετότητας της ποιητικής σύνθεσης του Σταύρου Ζαφειρίου, ενδεικτικό της αποδομιστικής του διάθεσης, όχι μόνο απέναντι στον Μάη του ’68, όπου αναφέρεται το συγκεκριμένο παράθεμα, αλλά απέναντι σε κάθε εξουσία (όπως της γλώσσας, των ιδεών, των θεσμών, της ίδιας της λογοτεχνίας…)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποιητικά, τεύχος 15, Σεπτέμβριος 2014</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Σταύρος Ζαφειρίου, μετά το Ενοχικόν (Ο μονόλογος ενός δράστη) και το Προς τα που (μια πολεμική ιστορία), συνεχίζει με την πρόσφατη ποιητική σύνθεση Δύσκολο το εγχείρημα που ξεκίνησε με τις προηγούμενες συλλογές του, όπου η ποίηση γίνεται ένα φιλοσοφικό αντικαθρέφτισμα της σύγχρονης ιστορίας μέσα στο πλαίσιο των ζωών μας και πώς βιώνουμε τα γεγονότα που σημάδεψαν τον εικοστό αιώνα, αλλά και τον αιώνα που τώρα διανύουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιμένω πως πρόκειται για ένα φιλοσοφικό ποιητικό μανιφέστο, στο οποίο ο στοχασμός παίζει κυρίαρχο ρόλο στους στίχους τού ποιητή. Αφήνοντας πίσω του μια ποίηση λυρική που επικεντρωνόταν στην εξόρυξη προσωπικών βιωμάτων, ανοίγει νέους ποιητικούς δρόμους. Εστιάζει την προσοχή του στην πραγματικότητα, θέλοντας να επιστήσει την προσοχή μας στην ανάγκη να αφυπνιστούμε, ν’ ανακαλύψουμε τα αίτια που μας έχουν οδηγήσει στη μοναξιά, στη βία, στην τάση μας να καταστρέφουμε αντί να δημιουργούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ποιητής αναρωτιέται γιατί να μην έχουμε καταφέρει ως τώρα να εξευγενιστούμε. Είναι ένα καίριο ερώτημα που προσπαθεί να απαντηθεί μέσα στις σελίδες τού βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο που οι σύνθεση αποτελείται από τέσσερις ενότητες (Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν, Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους), παραφράζοντας τα λόγια του Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος: “Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς. Αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις, αυτός δεν απαντούσε”.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου θέλει με τον τρόπο αυτό να θίξει το ζήτημα της ηθελημένης άγνοιας του σύγχρονου ανθρώπου για την αλήθεια. Σαν να στρουθοκαμηλίζει, σαν να μη θέλει να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τα προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που αποτελεί μέρος της, άρα έχει ένα μέρος της ευθύνης απέναντι σε ό,τι άσχημο επικρατεί.:</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών</span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας</span><br />
<span style="color: #000000;">και τον καιρό της νέας ενοχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχα πολύ καιρό να διαβάσω μια τόσο ολοκληρωμένη σύνθεση. Δεν είναι εύκολο, γιατί μπορεί να πέσεις στην παγίδα της φλυαρίας, πράγμα που σπάνια ωφελεί την ποιητική έκφραση. Ο Ζαφειρίου, ώριμος όσο ποτέ άλλοτε, με μαεστρία χτίζει ένα οδοιπορικό στον σύγχρονο κόσμο, με τα πιο δυνατά υλικά της τέχνης που εξασκεί και καταφέρνει να μας κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο. Αλλά το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι πως μας αναγκάζει να συλλογιστούμε, δια μέσου των σπουδαίων του στίχων, τις ζωές μας, την πορεία μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι μια ποίηση που δεν έχει σκοπό να ωραιοποιεί καταστάσεις. Δεν είναι για τέρψη και ούτε συναρπαστική, γεμάτη λυρικές πινελιές. Είναι μια ποίηση που στοχάζεται, θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί, σε τοποθετεί αντικριστά με τον εαυτό σου και επιμένει να θέσεις ερωτήσεις κι εσύ σε σένα τον ίδιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γλωσσικό αυτό ταξίδι, γραμμένο με λόγο πεζό, τραχύ, δίχως καλλολογικά στοιχεία, στοχεύει να αφυπνίσει και το καταφέρνει. Είναι σημαντικό που υπάρχουν σήμερα τέτοια βιβλία, πηγαίας σοφίας και διαύγειας, σε μια εποχή όπου είναι δύσκολο να διακρίνουμε το σωστό και το λάθος, την αλήθεια από το ψέμα, μιας και ο κόσμος, μέσα στη φανταχτερή του εικόνα μάς αποσπά την προσοχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι γρήγοροι ρυθμοί, ο αγώνας τής επιβίωσης, η κατακερματισμένη μας καθημερινότητα, ανάμεσα σε τόσα γεγονότα που συμβαίνουν ερήμην μας, είναι αλήθεια πως μπορεί εύκολα να μας παροδηγήσουν, να μας βγάλουν σε βιαστικά συμπεράσματα, ή ακόμα και να μας κρατήσουν απαθείς. Ο Ζαφειρίου μας προτρέπει στην αφύπνιση, τη δράση, την προσπάθεια να μάθουμε ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια, όσο και αν αυτό πολλές φορές είναι Δύσκολο. Όχι όμως και ακατόρθωτο.</span></p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΡ</span><span style="color: #000000;">ΟΣ</span><span style="color: #000000;"> ΤΑ ΠΟΥ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">www.oanagnostis.gr, 31.5.2013</span><br />
<span style="color: #000000;">H (πολεμική) ιστορία, το αναπόδραστο παρόν μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε απόσταση σήμερα 30 χρόνων από την έκδοση του πρώτου ποιητικού βιβλίου του, το 1983, και έχοντας στο ενεργητικό του 10 ποιητικά βιβλία, με το ενδέκατο, Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), ο Σταύρος Ζαφειρίου συνεχίζει το έργο του στη γραμμή ενός σύνθετου, φιλόδοξου ή και μεγαλεπήβολου εγχειρήματος, αντίστοιχου μιας ήδη κατακτημένης με τα προηγούμενα βιβλία του ποιητικής ωριμότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν, όμως, αναφερθώ σε αυτό καθεαυτό το εγχείρημα του Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), θεωρώ σκόπιμη μια αναδρομή στο παλαιότερο ποιητικό έργο του Ζαφειρίου, με κύριο στόχο να επισημάνω τα βασικά χαρακτηριστικά μιας εξελικτικής πορείας ωρίμανσης, που οδηγεί σταδιακά και μέσα από καλά υπολογισμένα βήματα στο τελευταίο βιβλίο. Tα τέσσερα πρώτα βιβλία του Zαφειρίου, όσα εκδόθηκαν στη δεκαετία του 1980, Tο ευλύγιστο πέλμα (1983), … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984), Στη μουβιόλα (1986) και Zεστή πανσέληνος (1988), φέρουν τα ίχνη της γοητείας που άσκησαν στον τότε νέο ποιητή ορισμένα αμερικάνικα μεταπολεμικά ρεύματα, όπως η beat και η εξομολογητική ποίηση. Μάλιστα στη σχέση του Zαφειρίου με την αμερικάνικη λογοτεχνία διαμεσολάβησαν ορισμένοι έλληνες ποιητές της δεκαετίας του 1970, κυρίως ο Aλέξης Tραϊανός. Tα βιβλία αυτά χαρακτηρίστηκαν από την εκφραστική και θεματική συνοχή τους. Στο βάθος λειτουργούσε ακόμα η νοσταλγία για τον μύθο του καταραμένου ποιητή, στην αμερικάνικη εκδοχή της beat generation. Mε άλλα λόγια, επρόκειτο για μια έντονα βιωματική ποίηση, με σταθερό σημείο αναφοράς το ποιητικό υποκείμενο που ταλανίζεται από την υπαρξιακή και κοινωνική μοναξιά, αναζητά τα ερείσματα του έρωτα και της ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα σ’ ένα αντίξοο κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο αντιτάσσει την αντικαθωσπρεπική συμπεριφορά, τη γλωσσική βία και την ποιητική του έπαρση. Tα ερεθίσματα του Zαφειρίου αντλούνταν κυρίως από τον χώρο της σύγχρονης πόλης. Πίσω από την απώθηση για τη σύγχρονη πραγματικότητα υποκρύπτονταν η συγκαλυμμένη τρυφερότητα και η ευαισθησία, αντλημένες ακόμη και από ποταπά, κατά τη συμβατική ηθική, πρόσωπα και περιβάλλοντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη συνέχεια, με τα ποιήματα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992), ο Zαφειρίου εμφανίστηκε σχεδόν μεταμορφωμένος σε σύγκριση με τα τέσσερα πρώτα βιβλία του. O λόγος του απέβαλε την παλαιά του οξύτητα και αποσπασματικότητα, έγινε αφηγηματικός, νηφάλιος και υποβλητικός. Aυτή η αλλαγή του τόνου συνδυάστηκε με μια ριζικά νέα θεματολογία. O ποιητής εγκατέλειψε το γνώριμό του σκηνικό της πόλης και έπαψε να καταγράφει άμεσα βιώματα· οικειώθηκε τον κόσμο της έντεχνης και λαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης και τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και γνώσης, τον μύθο, τον θρύλο, τη γητειά, το παραμύθι. Aπαγκιστρώθηκε έτσι από την απεικόνιση της σκληρής κοινωνικής-αστικής πραγματικότητας και στράφηκε προς μια ποίηση μυητικής πορείας του αναγνώστη σε μια υποβλητικά αποκαλυπτόμενη μυθική διάσταση του κόσμου. Tο αποτέλεσμα ήταν ανάλογο της προσπάθειας για εκφραστική ανανέωση: από τον βιωματικό ποιητή που κατεργαζόταν τη φθαρτή καθημερινότητα για να αποτυπώσει σκέψεις και αισθήματα κυρίως του ιδιωτικού του χώρου, περάσαμε στον λόγιο ποιητή που αναδιφά με περίσκεψη και συγκίνηση σε μια ευρεία μορφωτική παρακαταθήκη (από τον Διγενή Aκρίτα και τον Δον Kιχώτη του Θερβάντες, μέχρι τους λαϊκούς θρύλους και το δημοτικό τραγούδι), προκειμένου να αναθέσει τον λόγο σε ποιητικά προσωπεία, όπως ο Nέρωνας, ο Σάντσο Πάντσα, μια αμαζόνα, ή για να αναζητήσει, εντρυφώντας στον μύθο, τα στοιχεία της συλλογικής καταγωγής και ταυτότητας, όπως π.χ. στο ποίημα «Πού είναι ο Aλέξανδρος ο Mακεδών». Όλα τα ποιήματα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά κεντρώνονται γύρω από την ανάγκη να αναπτυχθεί ο μύθος, στις διάφορες εκδοχές του (ο μύθος της λογοτεχνίας, της φυλής ή της εθνότητας, του κάτω κόσμου, του έρωτα) ως το συνεκτικό υλικό της κοινωνικής ζωής. O Zαφειρίου βέβαια δεν αποβλέπει ευθέως στη μυθική διδαχή ή την αισθητική αγωγή του αναγνώστη του. Φαίνεται κυρίως ο ίδιος να ανακάλυψε μια γόνιμη μορφωτική πηγή και μια ζωογόνο εκφραστική κοίτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η έκτη συλλογή, Tα κατοικίδια (1997), αποτελείται από 32 ολιγόστιχα, επιγραμματικά ποιήματα, κατανεμημένα σε δύο ενότητες, «Mε τις σκιές» και «Mε τα μάτια». Tο κύριο ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου έγκειται στην προσπάθεια του Zαφειρίου να συμπυκνώσει την έκφραση της σκέψης και του αισθήματος, αφαιρώντας κάθε περιττό στοιχείο. Έτσι, τα ποιήματα γίνονται λιτά, απέριττα και καίρια, ωστόσο στο σύνολό τους, συγκρινόμενα με εκείνα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, κρίνονται ως μια δημιουργικά υποδεέστερη προσπάθεια. Στα Kατοικίδια συνδυάζονται το δημόσιο και το ιδιωτικό στοιχείο. Tα ποιήματα της δεύτερης ενότητας είναι ερωτικά, ενώ εκείνα της πρώτης αναφέρονται κυρίως στην ποίηση, αλλά και στη σχέση με το ιστορικό παρελθόν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το επόμενο βιβλίο, H Άτροπος των ημερών (1998), σημειώνει μια σημαντική δημιουργική καμπή για τον Zαφειρίου. Όσον αφορά καταρχάς στη δόμηση του βιβλίου η καμπή έγκειται στην πολυεπίπεδη συνθετική οργάνωσή του. Tο συνθετικό αυτό ποίημα κεντρώνεται γύρω από ένα βασικό θέμα της νεανικής ιδίως ποίησης στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το θέμα της φθοράς και του θανάτου. O Zαφειρίου, όμως, δεν διολισθαίνει στις καταχρηστικά επαναλαμβανόμενες συμβάσεις των συνομήλικων του ποιητών, στη ρητορική και δραματοποιημένη έκφραση και στη γλωσσική και μορφική κατασκευαστικότητα. Aντιθέτως, ο προσωπικός λόγος του συνδυάζει επιτυχώς την αφηγηματικότητα με την πυκνή και δραστική ποιητική διατύπωση. H βασική ιδέα του βιβλίου προέρχεται από την αρχαιοελληνική μυθολογία. H Άτροπος, η μία από τις τρεις Mοίρες, είναι εκείνη που, σύμφωνα με την ησιόδεια Θεογονία, κόβει το νήμα της ανθρώπινης ζωής, σηματοδοτώντας τον θάνατο. Γύρω από την κυριαρχική αυτή αίσθηση της φθοράς, μια αίσθηση που διαπερνά τα πάντα, το παρελθόν και το παρόν, την ιστορία και τη συγχρονία, τον καθημερινό βίο και την ποιητική υπέρβασή του, ο Zαφειρίου πλέκει τον ιστό της μεγαλεπήβολης σύνθεσής του. Aναζητά ένα τρόπο αναγνώρισης της ανθρώπινης ταυτότητας και μία οδό διαφυγής από τον αναπόδραστο θάνατο. Aκολουθεί την Άτροπο των ημερών στη μακρότατη πορεία της μέσα στον χρόνο και ενώνει, κομμάτι-κομμάτι, το κοινό νήμα του θανάτου. Στις τρεις πρώτες ενότητες η περιδιάβαση στον χώρο και στον χρόνο συναντά πλήθος σταθμούς: τις αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1960, τον πρώτο εφηβικό έρωτα, την επίσκεψη στην κορυφή του Όρους, την καταβύθιση στην ιστορία των παθών του Xριστού, των Pωμαίων αυτοκρατόρων, των σταυροφόρων, των Bαλκανικών Πολέμων, των κατεστραμμένων πόλεων και των σύγχρονων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στη συνέχεια του βιβλίου η Άτροπος, αφού περιπλανήθηκε στην ατομική και στη συλλογική ιστορία, διασταυρώνεται με την ποίηση. Mέσα από την ποιητική εμπειρία διαπιστώνεται η απόσβεση της ατομικότητας του ποιητικού υποκειμένου στο ανώνυμο χωνευτήρι του χρόνου και αποκαλύπτονται η πλάνη του κόσμου και των αισθήσεων και η αδιαπέραστη μοναξιά. H Άτροπος των ημερών δεν απευθύνει, πάντως, ένα πειθήνιο ύμνο στο διαχρονικό μοιραίο, καθώς, όπως δείχνουν κάποια σημεία του βιβλίου, ο ποιητικός λόγος θα εξακολουθήσει να απολυτρώνει την ανθρώπινη φύση από την κυρίαρχη αγωνία, εκείνη του θανάτου. Eπίσης, στο αξιόλογο αυτό συνθετικό ποίημα η αγωνία απαλύνεται από την παρήγορη αίσθηση μιας ατέρμονης διάρκειας. Tην αίσθηση αυτή κατακτά κανείς όταν απολυτρωθεί από τη φθαρτή ατομικότητά του και εντρυφήσει στον αείροο Xρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο βιβλίο Σώματος λόγος (2004), επίσης συνθετικό ποιητικό έργο, θεματικό κέντρο είναι, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, το σώμα και ο λόγος του ανθρώπου περί του σώματος (πάντως τη γενική «σώματος» ο κάπως ευφάνταστος αναγνώστης μπορεί να τη διαβάσει και ως επιθετικό προσδιορισμό στο «λόγος»). Το κέντρο αυτό παραμένει αμετάθετο, έτσι ώστε το βιβλίο να ανακαλεί τη γνωστή φράση του Σεφέρη ότι κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα, το ζωντανό σώμα του. Διακριτικό στοιχείο του βιβλίου, που διαπλέκεται αξεδιάλυτα με τη συνθετική οργάνωσή του, είναι η πολύ ευρεία κειμενική περιοχή από την οποία αρδεύεται τόσο εκφραστικά όσο και θεματικά το σύνθεμα. Ο Ζαφειρίου διαλέγεται κυρίως με τα εκκλησιαστικά κείμενα και ειδικότερα ίσως με τα κείμενα της βυζαντινής υμνογραφικής παράδοσης. Αυτή πάντως η παράδοση φαίνεται να είναι μονάχα η κορυφή μιας πλατιάς διακειμενικής πυραμίδας στη βάση της οποίας στοιβάζονται, όπως φανερώνουν οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, πλήθος άλλα κειμενικά και εν γένει καλλιτεχνικά έργα. Ειδικότερα στον κειμενικό χώρο της υμνογραφικής παράδοσης μάς παραπέμπει η συχνή αποστροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον Κύριο, δηλαδή τον Θεό. Σε ορισμένα από τα ποιήματα, ο λόγος ανατίθεται σε ποιητικά προσωπεία αντλημένα κυρίως από τη χριστολογική παράδοση: στον ίδιο τον Ιησού Χριστό και στη Μαρία Μαγδαληνή, αλλά και σε μια μάγισσα του Μεσαίωνα. Παρά ωστόσο την άντληση και τη δημιουργική αφομοίωση ρητορικών τρόπων, προσωπείων και εκφραστικών ιχνών από την εκκλησιαστική και την υμνογραφική παράδοση, ο Ζαφειρίου κάθε άλλο παρά γράφει ένα συνθετικό ποίημα εναρμονισμένο με τη χριστιανική αντίληψη περί του σώματος και της ψυχής. Θα έλεγα ότι πράττει ποιητικώ τω τρόπω ακριβώς το αντίθετο. Συνθέτει, δηλαδή, μια αντεστραμμένη θεολογία, όπου στη θέση της ψυχής τοποθετεί το σώμα και στη θέση του Θεού τον άνθρωπο· με άλλα λόγια, και σχηματοποιώντας, ο Ζαφειρίου εκκινεί από μια αφετηρία θεολογική για να καταλήξει σε ένα τέρμα ανθρωπολογικό. Τέλος, άλλα δύο καίρια στοιχεία αναγνώρισης του Σώματος λόγος ως ενός πολυεπίπεδου συνθετικού ποιήματος είναι η πολυτροπία του ύφους, καθώς μέρη με περισσότερο στοχαστικό βάθος ή και αφηγηματική διάσταση εναλλάσσονται με ενότητες, όπου πυκνώνει το λυρικό στοιχείο και ανεβαίνει η γλωσσική θερμοκρασία, και η ρυθμική αγωγή που συνέχει ολόκληρο το σύνθεμα, καθώς στο σύνολο του Σώματος λόγος ο ποιητικός λόγος οργανώνεται σταθερά επάνω στη ρυθμική αγωγή του τονικοσυλλαβικού ρυθμού και, συγκεκριμένα, με δύο σχήματά του: κυρίως τον ιαμβικό ρυθμό που πολύ συχνά εμφανίζεται με το σχήμα του δεκαπεντασύλλαβου, συνήθως σπασμένου στα ημιστίχιά του, και, δευτερευόντως, τους στίχους αναπαιστικού ρυθμού, με ποικίλο συλλαβικό μήκος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο βιβλίο Χωρικά (2007) ο Ζαφειρίου συνεχίζει στη γραμμή μιας υπαρξιακής-φιλοσοφικής ποίησης, επεκτείνοντας αυτή τη φορά το πεδίο της αναζήτησής του στην έννοια του χώρου, όπως εξάλλου δηλώνει ο τίτλος του νέου αυτού συνθέματός του. Ο τίτλος, ωστόσο, λειτουργεί και μέσα από την τεχνική της αμφισημίας: δεν πρόκειται μόνο για ποιήματα που ευθέως αναφέρονται στη σχέση ανθρώπου και χώρου (βλ. τους στίχους «και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς, / μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος», σ. 11), αλλά και για ποιήματα που παραπέμπουν κρυπτικά στο νοηματικό βάθος των λυρικών μερών μιας τραγωδίας, στα χορικά της. Ανατρέχοντας μέσα από τα ποιήματά του στις αντιλήψεις περί του χώρου, έτσι όπως αυτές αναπτύσσονται από την αρχαία ελληνική σκέψη, κυρίως τον Πλάτωνα, μέχρι τη σύγχρονη επιστήμη, ιδίως τη φυσική, ο Ζαφειρίου συνεχίζει να γράφει μια κατά βάθος ανθρωποκεντρική ποίηση, επειδή αυτό που τον απασχολεί είναι η αλληλενέργεια ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χώρο. Δεδομένου, επίσης, ότι στην ανθρώπινη αντίληψη της πραγματικότητας ο χώρος συνδέεται στενά με τον χρόνο, οι χωρικοί στοχασμοί του Ζαφειρίου ανατέμνουν και τον χώρο και τον χρόνο, ανατρέχοντας, όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, σε έναν χωροχρόνο που διατρέχει μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Το συνθετικό σχέδιο που συνέχει τα ποιήματα των Χωρικών είναι εκείνο της αρχαίας τραγωδίας και ιδίως των λυρικών μερών της, όπως δείχνει η τιτλοφόρηση των ενοτήτων του βιβλίου με τις λέξεις «Πάροδος», «Στάσιμα» και «Έξοδος». Η συνθετική και συνάμα διακειμενική αυτή επιλογή φαίνεται να αποσκοπεί και στην υπόδειξη προς τον αναγνώστη ότι τα Χωρικά είναι ένα ακόμα ποιητικό ανάπτυγμα της παμπάλαιας και διαρκώς σύγχρονης υπαρξιακής περιπέτειας του ανθρώπου μέσα στον χώρο και τον χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Ενοχικόν. Ο μονόλογος ενός δράστη (2010) είναι ένα ακόμα συνθετικό ποίημα, όπου αναμιγνύεται η ποιητική με την πεζόμορφη φόρμα. Το κείμενο διαιρείται σε 15 μέρη τιτλοφορημένα με λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών και αποφθεγματικών διατυπώσεων. Στο ποίημα διερευνάται η έννοια της ενοχής στις πολλές και ποικίλες εκδοχές της, με περισσότερο εμφανές σημείο διαλόγου γύρω από τη φύση της ενοχής τα λογοτεχνικά και ιδιωτικά γραπτά του Φρανς Κάφκα. Η έννοια της ενοχής οδηγεί σε μια πολυεπίπεδη αναζήτηση της ηθικής, πρωτίστως της ηθικής της ίδιας της ποιητικής γραφής. Ο Ζαφειρίου εδώ επινοεί το τέχνασμα της προσπάθειας για τη σύνταξη ενός χειρόγραφου κειμένου, που στην αρχή του ποιήματος φαίνεται ότι στο μεγαλύτερο μέρος του χάθηκε, ενώ στο τέλος του ποιήματος αποκαλύπτεται ότι ολόκληρο ενσωματώθηκε σε όσα αποσπασματικά μέρη του διαβάσαμε. Επίσης εξαρχής σκηνοθετείται στο Ενοχικόν, και μάλιστα με έντονη θεατρικότητα, ένας χώρος, ο χώρος του συγγραφικού υποκειμένου που βρίσκεται σε αναμέτρηση με τον περιβάλλοντα κόσμο, τα γεγονότα, την ιστορία, τα βιώματά του, τις σκέψεις του, όλα όσα οφείλει να μεταφέρει στον χώρο της γραφής. Στην πορεία του το ποίημα διαρκώς περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, προκειμένου να αναπαραστήσει τον αξεδιάλυτο δεσμό ανάμεσα στις διάφορες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας και τη γραφή ως προσπάθεια αυτή η εμπειρία να αποκτήσει το βαθύτερο ανθρώπινο νόημά της, διασώζοντας, εάν αυτό είναι δυνατό, ό,τι μπορεί να διασωθεί. Γι’ αυτό και η δραματική αίσθηση της ζωής και της γραφής συνδυάζεται με την ειρωνεία. Αν και ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται ότι το εμπειρικό υλικό που θεματοποιείται στο Ενοχικόν, π.χ. ο θάνατος του πατέρα ή ένας χαμένος έρωτας, βιωμένος με έντονα ενοχικά αισθήματα, ανάγεται στην ατομική σφαίρα του συγγραφέα, είναι φανερό ότι αυτό που ενδιαφέρει τον Ζαφειρίου και παράλληλα λειτουργεί ως ηθικό αίτημα του ποιήματός του είναι η αποδέσμευση του βιωματικού υλικού από την ατομική περιοχή και η αναγωγή του σε μια κοινή και καθολική εμπειρική σφαίρα. Το τρίτο μέρος του Ενοχικού, «Guarda e passa», όπου περιγράφεται η επίσκεψη ενός άδηλου προσώπου στο στρατόπεδο εξόντωσης (και σήμερα μουσείο) του Άουσβιτς και καταγράφονται οι σκέψεις που αυτή η επίσκεψη γεννά, προλέγει το βιβλίο Προς τα πού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), μια καλαίσθητη έκδοση, με φωτογραφία στο εξώφυλλο από εικαστικό έργο του Σταύρου Παναγιωτάκη, έχει μια πολλαπλή καταγωγική σχέση με τα προηγούμενα βιβλία του Ζαφειρίου, αρχής γενομένης από την Άτροπο των ημερών. Πρώτο και κυριότερο στοιχείο αυτής της σχέσης είναι η συνθετική δόμηση του ποιήματος. Αποτελείται από πέντε ενότητες με τους εξής κατά σειρά τίτλους: «Η διαθήκη των μύθων», «Το ταξίδι του αίματος», «Το λιοντάρι της Δρέσδης», «Προς τα πού» και «Φάουστ». Καθεμιά από τις ενότητες περιλαμβάνει τρία ή τέσσερα αριθμημένα μέρη. Στις τρεις πρώτες ενότητες επιτάσσονται πληροφορίες αντλημένες από διάφορες πηγές, προσωπικές αναμνήσεις από ταξίδια, παραθέματα από ιστορικά κείμενα και ιστορικές μελέτες και ο σχολιασμός τους, σημειώσεις σχολιασμού του ίδιου του ποιήματος και κυρίως του στοχαστικού υπόβαθρού του. Για το σύνολο αυτών των επιτασσόμενων στις ενότητες σημειώσεων ο Ζαφειρίου μάς πληροφορεί στην πρώτη από τις τρεις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου: «Τα παραθέματα, οι σημειώσεις και οι σημειώσεις επί των σημειώσεων δεν αποσκοπούν στην κατανοητική εξυπηρέτηση του αναγνώστη, αλλά μάλλον τροφοδοτούν τις εσωτερικές αναγκαιότητες του κειμένου. Ωστόσο, ο τρόπος της χρήσης τους εναπόκειται στην αναγνωστική διάθεση και επιλογή» (σ. 67). Με άλλα λόγια, θα έλεγα ότι αυτό το ποικίλο και ετερόκλητο υλικό των επιτασσόμενων στις ενότητες σημειώσεων λειτουργεί είτε όπως οι γνωστοί μας στοχασμοί του Σολωμού στα ανολοκλήρωτα συνθέματα της ωριμότητάς του, δηλαδή ως οδηγίες εις εαυτόν σε μια διαδικασία ανατροφοδότησης του στοχασμού για το προς τα πού πάει το ποίημα, είτε ως υλικό φανέρωσης του ποιητικού εργαστηρίου και κυρίως στερέωσής του σε μια διευρυμένη πραγματολογική βάση. Η βάση αυτή ανάγεται ιδίως στον χώρο που δηλώνεται με τον σχολιαστικό υπότιτλο του βιβλίου: «Μια πολεμική ιστορία». Ο υπότιτλος υποδηλώνει επίσης ότι η ιστορική εξέλιξη δεν είναι παρά μια σειρά από πολέμους. Η ιστορία είναι ο πόλεμος. Συγκεκριμένα, η πολεμική ιστορία είναι, όπως μαθαίνουμε ιδίως από τις επιτασσόμενες στην πρώτη ενότητα σημειώσεις, κυρίως οι αλλεπάλληλοι συμμαχικοί βομβαρδισμοί, τον Φεβρουάριο του 1945, της γερμανικής πόλης Δρέσδης. Οι βομβαρδισμοί αυτοί προκάλεσαν την ολοσχερή καταστροφή της πόλης και τον θάνατο των κατοίκων της· οι νεκροί εκτιμώνται από το ελάχιστο των 60.000 μέχρι το μέγιστο των 250.000 ανθρώπων. Στις μαρτυρίες για τις συνέπειες των βομβαρδισμών περιλαμβάνεται και εκείνη σύμφωνα με την οποία ένα λιοντάρι, που δραπέτευσε από το ζωολογικό κήπο της πόλης και τριγυρνούσε ανάμεσα στα νεκρά ανθρώπινα σώματα, όταν κατάλαβε ότι ανάμεσά τους υπάρχει ένας άνθρωπος ακόμα ζωντανός ξάπλωσε δίπλα του κολλώντας μάλιστα επάνω του σφιχτά. Εκτός από την κεντρική αυτή πολεμική ιστορία μνημονεύονται, σε διάφορα σημεία είτε του κυρίως ποιήματος είτε των σημειώσεων, και άλλα συμβάντα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπως η μάχη του Στάλινγκραντ ή δηλώσεις του Τσώρτσιλ και του Στάλιν. Επισημαίνω, επίσης, ότι, εκτός από τις επιτασσόμενες στις τρεις πρώτες ενότητες σημειώσεις, στο κυρίως σώμα των ποιημάτων όλων των ενοτήτων υπάρχουν 25 υποσελίδιες σημειώσεις στις οποίες είτε παρατίθενται οι παραπομπές σε πηγές-διακείμενα του ποιήματος, είτε σχολιάζονται με στοχαστικό-δοκιμιακό τρόπο σημεία του ποιητικού λόγου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μία από τις επιτασσόμενες σημειώσεις διαβάζουμε: «Αναρωτιέμαι αν η τόση αφαίρεση ωφελεί ή ζημιώνει. Η δυσκολία βρίσκεται στο προφανές και στην ηρωική αποφόρτιση της ποιητικότητας» (σ. 45-46). Ξεκινώ λοιπόν την αναφορά μου στο κυρίως ποίημα και στο ποιητικό ύφος του Ζαφειρίου από την αφαίρεση, επειδή την θεωρώ ως το περισσότερο καίριο και λειτουργικό στοιχείο του ποιήματος και του ποιητικού του ύφους. Όντως έτσι, με την αφαίρεση, και με δεδομένη την ιστορική πλαισίωση του συνθέματος από το γεγονός των βομβαρδισμών της Δρέσδης, αφενός αποφεύγεται το προφανές και αφετέρου επιτυγχάνεται η αποφόρτιση της ποιητικότητας. Κατά τη γνώμη μου, αποφόρτιση της ποιητικότητας εν προκειμένω σημαίνει την αναδιατύπωση του ερωτήματος για το ηθικό δικαίωμα ή την ηθική σκοπιμότητα της ποιητικής γραφής. Η περίφημη φράση του Τέοντορ Αντόρνο ότι «είναι βάρβαρο να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς» στοιχειώνει, από την εποχή της διατύπωσής της, κάθε ποιητή που στοχάζεται τα παρελθόντα και τα παρόντα του κόσμου μας με κάποια εμβέλεια, όπως ο Ζαφειρίου. Το ερώτημα της ηθικής σκοπιμότητας της ποίησης ύστερα από τους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, αλλά και ύστερα από τις γενοκτονίες, τις εθνοκαθάρσεις και τις πάσης φύσεως σφαγές που συνέβησαν από τότε μέχρι τις μέρες μας, ο Ζαφειρίου το θέτει, επιλέγοντας ως βασικό διακείμενο του συνθέματός του την περίφημη τραγωδία του Γκαίτε, Φάουστ, αλλά και αναπτύσσοντας γύρω από αυτό το βασικό διακείμενο ένα ευρύ δίκτυο άλλων διακειμένων, λογοτεχνικών και ευρύτερα καλλιτεχνικών αλλά και μη καλλιτεχνικών, όπως το δράμα Δόκτωρ Φάουστους του Κρίστοφερ Μάρλοου, το μυθιστόρημα Μεφίστο (1936) του Κλάους Μάν, η ομώνυμη ταινία-κινηματογραφική διασκευή του Μεφίστο από τον Ίστβαν Ζάμπο (1982), η νιτσεϊκή θεωρία του υπερανθρώπου, η ιστορικοφιλοσοφική μελέτη του Όσβαλντ Σπένγκλερ, Η παρακμή της Δύσης (1918 και 1922), και άλλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Προς τα πού, λοιπόν, είναι μια ερωτηματική κατάφαση που υποδηλώνει ότι η (πολεμική) ιστορία είναι το αναπόδραστο παρόν μας και το προδιαγεγραμμένο μέλλον μας. Το ποίημα ανατρέχει και θεμελιώνεται στο ιστορικό και λογοτεχνικό παρελθόν, αλλά η θεμελίωση και η αναδρομή γίνονται προκειμένου να αναζητηθούν οι ρίζες του παρόντος μας και κατά κάποιο τρόπο αυτό να φωτιστεί ή να κατανοηθεί, εάν αυτό είναι πλέον δυνατόν, μέσα από μια έξω από τόπο και χρόνο στοχαστική θεώρηση του δυτικού ανθρώπου ως ενός βαθιά αυτοκαταστροφικού όντος, ενός όντος που σέρνεται πίσω από το άρμα της ιστορίας που αλέθει το σώμα του, σωρεύοντας σωρούς πτωμάτων. Αν διαβάζω σωστά το βιβλίο του Ζαφειρίου, αυτό που κάνει η ποίηση, μετά το Άουσβιτς και μετά τους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, είναι να υψώνει επάνω στον σωρό των πτωμάτων το λεκτικό σώμα ενός εξαγνιστικού αγγέλου μνήμης, που βέβαια είναι εντελώς αδύναμος να αλλάξει τη ροή της ιστορίας προς την καταστροφή. Έτσι οι μεταμορφώσεις του Φάουστ και οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης επιλέγονται ως το κύριο διακειμενικό και ιστορικό πλαίσιο αντιστοίχως για να στερεωθεί ένα βαθιά αναστοχαστικό και σκεπτικιστικό ποίημα γύρω από το ερώτημα από πού έρχεται και προς τα πού τείνει ο δυτικός άνθρωπος, από την εποχή του διαφωτισμού και του ορθού λόγου μέχρι τις μέρες μας, συγκρουόμενος διαρκώς με τη σφοδρή επιθυμία του για δύναμη και αναλώνοντας μέχρι εξαντλήσεως, για να το πω έτσι, το ζωικό και το πνευματικό του κεφάλαιο. Σε διάφορα σημεία του κυρίως ποιήματος και των σημειώσεων ο Ζαφειρίου αναπτύσσει τον προβληματισμό του για το πόσο πολύ η δυτική φιλοσοφική παράδοση αλλοίωσε βασικές έννοιες της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους της φιλοσοφικής σκέψης από την κυκλική αντίληψη του γίγνεσθαι στην αντίληψη της εξέλιξης ή της προόδου προς ένα διαρκές εμπρός. Όπως γράφει ο Ζαφειρίου σε μία από τις επιτασσόμενες σημειώσεις του, οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης είναι «το ιστορικό αποτύπωμα της τόσο κακοποιημένης νιτσεϊκής βούλησης για δύναμη, το ίδιο ακριβώς που άφησαν και οι ναζί με τα δικά τους εγκλήματα, αυτό που καθορίζει εντέλει ολόκληρη τη δυτική λογική» (σ. 20). Σχολιάζοντας τη γένεση του φασισμού και τις αιτίες που τον συντηρούν στις δυτικές κοινωνίες, και στη δική μας, με το πολιτικό μόρφωμα της «Χρυσής αυγής», ο Ζαφειρίου συντάσσει και ένα βαθιά πολιτικό ποιητικό σχόλιο. Θα έλεγα ότι εντέλει στο Προς τα πού η ποίηση, ανατρέχοντας στο αποτροπιαστικό παρελθόν του δυτικού ανθρώπου, γίνεται μια μηδενιστική θεώρηση του παρόντος μας και μια βαθιά λυπημένη προφητεία ενός προδιαγεγραμμένα καταστροφικού μέλλοντος-τέλους, τόσο προδιαγεγραμμένου που ακυρώνει την προφητεία. Ή, αλλιώς, γίνεται μια ελεγεία της πτώσης του ανθρώπου από τον θρόνο στον οποίο ανέβηκε αφού πρώτα γκρέμισε το είδωλο του θεού και αναμετρήθηκε με τον διάβολο, με άλλα λόγια τον ίδιο του τον εαυτό, δίχως την σκεύη και την ασπίδα της μεταφυσικής πίστης ή του μεταφυσικού φόβου. Αν αυτό είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του δυτικού ανθρώπου, ποιο είναι το προς τα πού της ποίησης; Η δική μου απάντηση, κρίνοντας με βάση και την υψηλή αισθητική αξία του βιβλίου του Ζαφειρίου, είναι ότι η ποίηση θα συνεχίσει να γράφεται επάνω στον σωρό των πτωμάτων, μέχρι να μην μείνει κανείς ζωντανός να γράψει και κανείς ζωντανός να διαβάσει την ελεγεία του οριστικού τέλους.</span></p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΟΧΙΚΟΝ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Ποιητική», τεύχος 17, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ενοχή της ύπαρξης και η ποινή της γραφής: μια καταστατική συνθήκη στην ποιητική ανθρωπολογία του Σταύρου Ζαφειρίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα</span><br />
<span style="color: #000000;">μου ξεφεύγει. Και μου ξεφεύγει, σκέφτομαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει</span><br />
<span style="color: #000000;">ώς την κορφή της την ανάγκη</span><br />
<span style="color: #000000;">(Σταύρος Ζαφειρίου, , 2010)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ρητά καφκικής καταγωγής ποιητική σύλληψη του Σταύρου Ζαφειρίου Ενοχικόν (Ο μονόλογος ενός δράστη) (2010), αποτελεί από πολλές πλευρές την απαρχή μιας ποιητικής κορύφωσης που συνεχίζεται επιτυχώς και στις δύο επόμενες συλλογές του Προς τα πού (2012) και Δύσκολο (2014): ως προς τη μορφή, το βιβλίο συνιστά μια υβριδική ποιητική σύνθεση η οποία δοκιμάζει, και με τις δύο έννοιες, τα όρια των ειδών· ως προς τη θεματική διευρύνει, αλλά και συνοψίζει και συνθέτει θέματα που έχουν απασχολήσει τον ποιητή σε προηγούμενες συλλογές του: την ενοχή της ύπαρξης, τη διερεύνηση της γραφής ως επικύρωση του υπάρχειν, τη χαρτογράφηση της καταστατικής συνθήκης του ανθρώπου, τις ορίζουσες της ανθρωπινότητας, το μη νόημα της σεξουαλικής πράξης, την ταυτότητα του όντος, με όλα τα επιμέρους μοτίβα που συνέχουν την ιδιαίτερη ανθρωπολογία του: τα αδέσποτα, τον λύκο, την Ιστορία και τις ιστορίες, τα σύνορα, τη φθορά, τον θάνατο, τη γραφή· ως προς τη βασική ποιητική μέθοδο, η κατασκευή προσωπείων, που αποτέλεσε την κατεξοχήν ποιητική τεχνική στη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992), εδώ πυκνώνει σε ένα πρωτεϊκό ποιητικό υποκείμενο, τον «δράστη», που με τον μονόλογό του κατευθύνει τον γνωσιοθεωρητικό προσανατολισμό κάθε μιας από τις δεκαπέντε ενότητες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παράλληλα, η βιωματική διάσταση του ποιητικού λόγου, που κυριαρχούσε στις πρώτες συλλογές του και ιδίως στο Ευλύγιστο πέλμα (1983) έως και τα Κατοικίδια (1997), με ήδη από τότε γόνιμες εξακτινώσεις στη φιλοσοφική θεώρηση της ανθρώπινης συνθήκης –παρά τη συμβατή με την ηλικία έξαψη της συνάντησης με τον Άλλο, ιδίως τον ερωτικό Άλλο, και τη συνακόλουθα ανήσυχη ρητορική–, δεν εγκαταλείπεται τελείως, αλλά μέσα από μια πολύτροπη και πολύσημη γλώσσα αναπτύσσεται ένας λόγος βαθειά ριζωμένος στην ιδιοσυστασία της φυλής του ανθρώπου. Ακόμη, η εξαρχής διακριτή και σε μεγάλο ποσοστό ρητή, μέσω των σημειώσεων του ίδιου, διακειμενική σύσταση του ποιητικού του λόγου, εδώ γίνεται ο συνταγματικός άξονας της γραφής και η αυτοαναφορική διάσταση της ποιητικής γλώσσας υποστασιώνει οργανικά την ποιητική ύλη. Τέλος, η θεατρικότητα που συχνά διέπει την ποιητική του, εδώ παίρνει τη μορφή της σκηνικής διευθέτησης του χωροχρόνου και της αυτοσκηνοθέτησης: το ποιητικό υποκείμενο σκηνοθετεί τον εαυτό του, ξεκινώντας με το παράδοξο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου ή μάλλον κάποιων εκτυπωμένων σελίδων Α4 που ανεξήγητα έπαψαν να βρίσκονται στην κατοχή του, σ’ έναν απροσδιόριστο χρόνο όπου εμπεριέχεται και η διαδικασία της γραφής τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη συνέχεια ξετυλίγεται με επιμονή και συνέπεια ως προς τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές εκβολές του λόγου, ο προβληματισμός που ενοικεί στο χαμένο χειρόγραφο, εκ προοιμίου ακυρωμένος αφού κατά τον συντάκτη του δεν μπορεί να ενδιαφέρει κανέναν ένα κείμενο όπου «δεν συντελείται το παραμικρό». Μέσα σε μια καφκική ατμόσφαιρα ασφυκτικού εγκλεισμού, σε αόριστο χωροχρόνο ο οποίος περιγράφεται επιμελώς για να ακυρωθεί μέσα από τον διαχρονικό οντολογικό προβληματισμό που ακολουθεί, το ποιητικό υποκείμενο θα ορίσει εξαρχής τη διακειμενική του σταθερά, τα Μπλε Τετράδια του Κάφκα, ένα οδοιπορικό ανθρωπογνωσίας και αυτογνωσίας, και την Αποικία των τιμωρημένων, έργο γραμμένο ακριβώς πριν από έναν αιώνα, μια ανατομία των εννοιών της ενοχής, της τιμωρίας, της εξουσίας και κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, εννοιών που διατρέχουν και την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μια δυστοπία όπου κυριαρχεί η καταστροφή, το ποιητικό υποκείμενο χαρτογραφεί τον αφανισμό του παλιού κόσμου, τη συντελεσμένη ήττα του επόμενου κόσμου, και φυσικά την Πτώση του ανθρώπου «στους αμείλικτους καιρούς», διερευνώντας τη φυσιολογία τού πριν και τού μετά, από την αθωότητα του λύκου στην ενοχή της αυτοσυνειδησίας και της γλώσσας. Η «υποτιμημένη επιτάχυνση μιας προδιαγεγραμμένης εντροπίας», οι «στρατιές των ψευδαισθήσεων» που «περνούν τα σύνορα», οι «ανύποπτοι σκλάβοι» που «βαδίζουν μέσα στις ενέδρες» αποτελούν εκβολή ενός διαρκώς αυτοαναιρούμενου ποιητικού υποκειμένου που απορεί, με τη διπλή σημασία της λέξης (διαλογίζεται και συγχρόνως επιδεικνύει το αδιέξοδο του διαλογισμού του πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη). Εντεταλμένη να στοιχειοθετήσει την πλάνη της αλλά και να ενορχηστρώσει την παρανάγνωση της πλάνης, να επιτελέσει την ποιητική γραφή αποκαλύπτοντας τους αρμούς της, η ποιητική περσόνα που κατασκευάζει ο Ζαφειρίου κατάγεται από τον γερμανικό ρομαντισμό, αφού το βασικότερο καταγωγικό της συστατικό είναι η ειρωνεία, η οποία διαποτίζει ποικιλοτρόπως όλο το κείμενο αλλά και προεξαγγέλλεται ήδη με την ασύμβατη ομαδοποίηση μιας εγγραφής του Κάφκα στα Ημερολόγιά του, η οποία χρησιμεύει ως επιγραφή της συλλογής: «Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσσία. Το απόγευμα κολυμβητήριο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανήμπορο να «εναντιωθεί στο διαρκώς και πιο ακατανόητο», το ποιητικό υποκείμενο επανέρχεται μέσα από μια σπειροειδή κίνηση συλλογισμών, από το συγκεκριμένο προς το γενικό, από την τραγωδία του Άουσβιτς στην καμένη σάρκα της Ιστορίας, από την παρατήρηση του Άλλου στην αυτοέκθεση, από την άρνηση της έμπνευσης, στην καταγωγική ανίχνευση του λόγου της τέχνης ως εσκεμμένου ψεύδους που προστατεύει από την αλήθεια, από τη ρεαλιστική απεικόνιση στην αλληγορική μεταποίηση των εικόνων, από την καταδηλωτική λειτουργία της γλώσσας στην μεταγλωσσική της περιδίνηση. Χαρτογράφηση της ανθρώπινης εμπειρίας ως βιωμένου λόγου και συνάμα δοκίμιο πάνω στον λόγο ως απόδειξη της ανθρώπινης εμπειρίας, το Ενοχικόν καταδεικνύει την ειρωνική του υπόσταση ήδη από την πρώτη σημείωση με την οποία σημαίνεται η αυθαιρεσία του τίτλου και νομιμοποιείται η αποκλίνουσα ερμηνεία του: «Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης –πολύ δε περισσότερο ως συναίσθημα–, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επί πλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.» Εξίσου ειρωνικοί οι τίτλοι των δεκαπέντε ενοτήτων, λατινικές φράσεις με γνωμική ισχύ, όπως ο ίδιος πληροφορεί τον αναγνώστη, οι οποίες ανάγονται σε ένα μεγάλο φάσμα κειμένων, επισχολιάζουν ειρωνικά το περιεχόμενο της ενότητας που επιστέφουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ειρωνική αυτοέκθεση της ποιητικής δυστοκίας μέσω της υπονόμευσης της μεταφυσικής ερμηνευτικής στο πέμπτο κεφάλαιο που επιγράφεται «ita res est» («Έτσι έχει το πράγμα») –φράση που επανέρχεται σε μεσαιωνικά λατινικά σχόλια των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη–, ύστερα από αλλεπάλληλο ομόλογο και ομόκεντρο στοχασμό και αναστοχασμό της συγγραφής του χειρογράφου καταλήγει στο παρακάτω αυτοαναφορικό σχόλιο, μιας ακραία ειρωνικής γλώσσας: «Ό,τι προείχε στις συνθήκες που διαμόρφωνε η παρούσα δυνητική συγκυρία, ήταν η εκ του ασφαλούς επαναδιαπραγμάτευση του αρχικού μου μύθου, του αρχικού μου θέματος, μία εκ νέου διευθέτηση του χαρίεντος χώρου των αντιφάσεων και παραδοξοτήτων, έτσι ώστε όλα να στοιχηθούν επιτέλους στην τάξη της κοινής παραδοχής, με όρους πλέον μιας μητροπολιτικής διαλεκτικής, απαλλαγμένης από τ’ αδίκαστα εγκλήματα, τα σκάνδαλα και τις παρανοήσεις της άποικης γλώσσας». Παραιτημένο από την μάταιη προσπάθεια ελέγχου «κάθε είδους χρονικής προβολής αιτίας και αποτελέσματος, πάνω στην οποία θα στήριζε το θέμα του και την ανάπτυξή του», το ποιητικό εγώ αναδιευθετεί τα υλικά του, δηλαδή τις αυτοαναφορικές του διερωτήσεις και τις βιωματικές του αφορμήσεις, θέτοντας ξανά με νέο τρόπο τα οντολογικά του ερωτήματα για την πολλαπλή ενοχή τού όντος μέσα από δύο διευρυμένες μεταφορές: των αδέσποτων και του λύκου. Τα πρώτα επανέρχονται ως σύμβολο σοφίας αφού «πάντα γνωρίζουν πως ο δρόμος έχει την κατεύθυνση εκείνη που ο ίδιος του δίνεις» αντίθετα με τους ανθρώπους που «αν και γνωρίζουν τον ακριβή τους προορισμό, αν και ήδη από τη στιγμή που κόβεται ο ομφάλιος λώρος τους βρίσκονται αναπόδραστα στη διαδρομή προς τον ακριβή τους προορισμό, προσπαθούν με τους πιο ένοχους και ανακόλουθους τρόπους να διαταράξουν αυτή την πορεία, προσπαθούν εντελώς τραγικά και αδιανόητα, ή και ανόητα πολλές φορές, και μάλιστα το προσπαθούν σε όλη τους τη ζωή, να λοξοδρομούν απ’ αυτή την πορεία». Ο λύκος αποτελεί κομβική έννοια όχι μόνο στο έκτο κεφάλαιο της συλλογής, που επιγράφεται «homo homini lupus» («ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος»), κατά τη γνωστή ρήση του Άγγλου φιλοσόφου Τόμας Χομπς, αλλά και στο ένατο κεφάλαιο, όπου εξελίσσεται σε ευρηματική μεταμόρφωση της ποιητικής περσόνας. Όπως είναι γνωστό, κατά τη φροϋδική αντίληψη, ο άνθρωπος καταδικασμένος να παράγει πολιτισμό, πρέπει να εγκαταλείψει την αυθεντικότητα του λύκου και να εξημερωθεί, δηλαδή να γίνει γλώσσα και συνείδηση. Στο Ενοχικόν ο λύκος γίνεται μια πολύσημη μεταφορά, υπερβαίνοντας τις συνήθεις σημάνσεις του ως συμβόλου του ορμέμφυτου και του ενστίκτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα από οριακούς εννοιολογικούς διασκελισμούς και με καλά χορδισμένη ρητορική ο Ζαφειρίου ενορχηστρώνει μια ποιητική μεταγλώσσα δύστροπη, απαιτητική, κάποτε παράδοξη, διερευνώντας την καταγωγική σύσταση της ανθρώπινης φύσης, φύσης εν φύσει, κλεισμένης «στον κλοιό της ματαιότητάς της». Συνεχίζοντας με εμμονή την πορεία διερεύνησης του οντολογικού προβληματισμού του Κάφκα περί ενοχής, στο έβδομο κεφάλαιο που αυτοσαρκαστικά επιγράφεται «difficiles nugae» («δύσκολες φλυαρίες»), φράση από επίγραμμα του Μαρτιάλη, ο ποιητής συνδέει αριστοτεχνικά και στη σωστή δοσολογία τη φροϋδική σκέψη που υποστασιώνει το μοντέλο για το ένστικτο της καταστροφής με την καφκική οντολογία και με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, για να μετατρέψει μέσα στη δική του κοσμολογία τον θύτη σε θήραμα και να δείξει πως «η ενοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική –κατ’ ουσίαν άνομη και ανήθικη– πράξη τούτης της φύσης απέναντι στους άλλους ή και στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική, φωτισμένη από όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και υποταγμένης στους εικότες νόμους της ανάγκης». Γίνεται έτσι η καφκική τακτική μια ιδιοφυής πρακτική που φωτίζει «τη στρεβλή και ατελή ηθική σχέση της ενοχής με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με την ίδια τη φυσική ανθρώπινη εμπειρία». Και η ποιητική γραφή μετατρέπεται στη μοναδική εφικτή, λυτρωτική και συνάμα σαρκοβόρα ποινή της καταγωγικής ενοχής του ανθρώπου. Στο απέραντο θέατρο του κόσμου, ο μονόλογος του δράστη ηχεί σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασύστασης της πρωτογενούς φύσης του ανθρώπου, πριν χάσει το νήμα στον λαβύρινθο των μύθων: «Είμαι ο λύκος. / Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σας, / αυτός που πνίγει τα νεογέννητα του ύπνου σας. […] Το δέρμα μου ανοίγει καταπάνω σας σαν φως! / Όταν μου λείπει τους χειμώνες η τροφή / αναζητώ τα μονοπάτια μου που χάθηκαν στις πόλεις. / Όχι ασφαλώς στις εργάσιμες ώρες σας / ούτε με την πασίγνωστη στολή του εαυτού μου. / Φορώ κουρέλια και σκουφί σαν πολυμήχανος / ομοιώνομαι τον ναυαγό / που αντίκρισε τη γη των λωτοφάγων.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ανέφικτο της συνάντησης με τον Άλλο, η ιστορία ως ατομικό αδιέξοδο βίωμα και ως καταστροφική συλλογική συνθήκη, ως εξαθλιωτική διαδρομή «στον επηρμένο ωκεανό της ουτοπίας», υποστασιώνουν μιαν αφήγηση όπου εναλλάσσεται ο δοκιμιακός στοχασμός πάνω σε θέματα οντολογικά, η αυτοαναφορική διερεύνηση της συγγραφικής πράξης του συγκεκριμένου κειμένου και σπαράγματα ποιητικού λόγου με υπονομευμένες τις προϋποθέσεις του λυρισμού. Οριακή υπονόμευση αυτών των προϋποθέσεων συνιστά το ενδέκατο κεφάλαιο με τίτλο «dehemur morti nostraque» («χρωστούμεθα στον θάνατο και μεις και τα δικά μας»), φράση από την Ποιητική Τέχνη του Οράτιου, όπου το γεγονός και η διαδικασία του θανάτου περιγράφονται με όρους ρεαλιστικούς δίχως ίχνος ελεγειακής αποδρομής. Η κορύφωση του δράματος και συνάμα το απόγειο της ειρωνείας έγκειται στον αυτοαναφορικό προβληματισμό του δέκατου τρίτου κεφαλαίου με τίτλο «me adsum qui feci» («ο δράστης είμαι εγώ»), όπου το ποιητικό εγώ ανατέμνει τη βάσανο της γραφής καταρρίπτοντας τις θεωρητικές της προϋποθέσεις και συμβάσεις: «σε αυτό ακριβώς το σημείο κολλάω θέλοντας ν’ αποφύγω λέξεις κακές όπως: πρόσληψη, κατανόηση, προσδοκία, πρόθεση, ερμηνεία, ανταπόκριση και, ωστόσο, μην έχοντας άλλες· σε αυτό ακριβώς το σημείο σπαταλάω τον χρόνο μου, μέχρι που παίρνω επιτέλους την απόφαση να εγκαταλείψω ηττημένος τον αγώνα, ν’ αφήσω τα πάντα έτσι όπως είναι, στη θέση τους, κι ας μοιραστώ το κρίμα μου με όλους εκείνους που έχουνε στοιχειώσει μ’ ἐνοχές ό,τι υπάρχει τάχα ή δεν υπάρχει εντός κειμένου ή με όλα εκείνα που με έχουν ταλανίσει από τα πρώτα μου κιόλας κεφάλαια, από τις πρώτες μου κιόλας γραμμές, εκείνα που ολοένα και προστίθενται στη γενικότερη ανασφάλειά μου ως ατόμου, αλλά και στην, εν μέρει εσκεμμένη, εν μέρει εκ των ενόντων επιβεβλημένη, απουσία κεντρικού μύθου και πλοκής, ολοκληρωμένων ανθρώπινων χαρακτήρων και των διαλογικών συγκρούσεών τους». Παγιδευμένος στους δαιδάλους της σκέψης και του λόγου, στις «παραγράφους του θανάτου», ο «δράστης» ψάχνει να συλλάβει μια ένοχη ιδέα και κατόπιν να επινοήσει μια ένοχη πράξη για να καταστεῖ δυνατή η λυτρωτική τιμωρία, δηλαδή η πράξη της γραφής. Έχοντας αποκηρύξει «την έμπνευση και τα επακόλουθά της» βρίσκεται υποχρεωμένος «να περιορίσει την έρευνα για την ένοχη πράξη του σ’ αυτά τα συγκεκριμένα πεδία της εμπειρίας και της αντίληψής του». Η επόμενη, συντομότερη όλων, αιφνιδιαστική δέκατη τέταρτη ενότητα με τίτλο «res, non verba» («Έργα, όχι λόγια»), αποτυπώνει την παραπάνω διαδικασία: η εμπειρία μεγεθύνεται και επιβάλλει ειρωνικά μια διπλή εκδοχή της ενοχής, με την εισβολή του αποστασιοποιημένου, δημοσιογραφικού, αδιάφορου, παρά το επαχθές σημαινόμενο, λόγου: «Φρίκη στους δρόμους. Άγνωστοι εξόντωσαν τα αδέσποτα της πόλης». Το τελευταίο κεφάλαιο που επιστέφεται με τη φράση «finis coronat opus» («το τέλος κρίνει το έργο») από τον Εκκλησιαστή, αποτελεί το ειρωνικό κρεσέντο της ποιητικής διαδρομής, όπου το συγγραφικό εγώ επανέρχεται στην ποινή της γραφής, στο χαμένο χειρόγραφο, στο σπάραγμα γραφής που τελικά δεν χάθηκε, αφού ενδεχομένως ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενά του, στο μεγάλο βιβλίο του Κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιστός στη μεταμοντέρνα συνθήκη, αλλά ανένταχτος, αταξινόμητος, καθηλωτικός και παράδοξος ο ποιητικός λόγος του Ζαφειρίου αποτίει φόρο τιμής στον γερμανικό ρομαντισμό και σε όλη την υποκείμενη φιλοσοφία που προηγήθηκε, η οποία ανήγαγε το «παιχνίδι», δηλαδή τη δημιουργία, σε μοναδικό όπλο ενάντια στην καταγωγικά αντίδικη μοίρα του ανθρώπου. Ενσωματώνοντας δυναμικά, που σημαίνει όχι ως βοηθητικό υλικό αλλά ως δομικούς αρμούς του προβληματισμού του, αρχαία φιλοσοφία, βιβλικά κείμενα, ευρωπαϊκή λογοτεχνία στον λόγο του ο Ζαφειρίου αποθεώνει τη διαλεκτική ως διαδικασία ύπαρξης και το μη νόημα ως συνθήκη συμβατή προς την ανθρώπινη φύση. Με αυστηρή οργάνωση και αρχιτεκτονική, μέσα από έναν δήθεν «της γλώσσας αγώνα άγονο», η ποιητική σύνθεση Ενοχικόν καθιστά τον αναγνώστη συνένοχο της κατανόησης. Μιας κατανόησης που κατακτάται αλλά και διαφεύγει ή, ακόμη, υπεκφεύγει ώς το ανοιχτό τέλος με την ευρηματική τριπλή εκβολή του, όπου διαθλάται η πολλαπλότητα όχι μόνο της διαθεσιμότητας του κειμένου αλλά και της πρόσληψής του μέσα από αυτοαναφορικά σχόλια του ποιητικού εγώ, όπως το παρακάτω: «Ό,τι και να ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη ενοχή του τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. Ή σαν τον χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας το πριν, το τώρα και το θα του».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 4-12-2010</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση και ο πεζός λόγος συνυπάρχουν στις σελίδες του τελευταίου ποιητικού βιβλίου του Σταύρου Ζαφειρίου. Ο τίτλος Ενοχικόν έχει σχέση με τη διερεύνηση της έννοιας της ενοχής, σε πολλές από τις διαστάσεις της, από τον ποιητή. Ενοχή για όσα κάναμε και συγκρούονταν με το ηθικό πλαίσιο στο οποίο είχαμε ανατραφεί, ενοχή για όσα σκεφτήκαμε, αλλά δεν πραγμαοποιήσαμε, ενοχή γιατί δεν μιλήσαμε όταν έπρεπε, ενοχή των άλλων απέναντί μας ή απέναντι στην ανθρωπότητα. Ο Κάφκα και ο Μπέρχαρντ βρίσκονται δίπλα μας σ’ αυτή την αναζήτηση, θυμίζοντάς μας διαρκώς ότι οι απαντήσεις ίσως και να μην υπάρχουν, ότι όσα θεωρούμε απαντήσεις ίσως και να αποτελούν διαφορετικά διατυπωμένες εκδοχές των ερωτημάτων […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ποιητής-αφηγητής μιλά για την προσπάθειά του να συντάξει ένα κείμε-νο. Με αυτή την αφορμή μοιράζεται με τον αναγνώστη τις σκέψεις και τις ιδέες του για τη γραφή, για την ιστορία, για τον θάνατο, για τις υπαρξιακές προεκτάσεις των καθημερινών πράξεων. Στην πορεία διαπιστώνει ότι γραφή και άνθρωπος, γραφή και εσωτερικός κόσμος συνδέονται με ισχυρότατο δεσμό […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλύτερο ξεκίνημα για μια τέτοια αναζήτηση είναι πάντα το βίωμα, ανεξάρτητα από το πώς το εννοεί ο καθένας. Άλλοι θέλουν να το περιορίζουν εννοιολογικά στις επιφανειακές εμπειρίες, ενώ για άλλους βίωμα είναι η σε βάθος ενασχόληση, η πάλη με τις λέξεις και τις σκέψεις, η εσωτερίκευση όσων συμβαίνουν στο ευρύτερο περιβάλλον μας. Όμως, τα προσωπικά βιώματα και οι μικρές στιγμές του καθενός αποκτούν σημασία μόνον όταν συνδέονται με τα βιώματα, τους φόβους, την αγωνία και τα συναισθήματα των άλλων, ακόμη και αν φαινομενικά οι ζωές τους, ή και τα ίδια τα βιώματα, διαφέρουν. Ο ευαίσθητος πολιτικά άνθρωπος της εποχής μας θα αντιληφθεί κάποια στιγμή ότι το Ολοκαύτωμα ή οι σφαγές αμάχων ή οι οικολογικές καταστροφές αποτελούν παγκόσμιο βίωμα και μας αφορούν όλους. Το ποίημα που αναφέρεται στο Άουσβιτς δεν αφορά απλώς μια επίσκεψη του ποιητή στον μακάβριο αυτό χώρο, αλλά μια παγκόσμια εμπειρία. Κάθε ποίημα που αναφέρεται στο Άουσβιτς μας αφορά όλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ</span><br />
<span style="color: #000000;">ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Τεύχος 90, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πορεία που εγκαινίασε ο Σώματος Λόγος, το 2004, και επικύρωσαν τα Χωρικά, το 2007, το νέο σύνθεμα του Σταύρου Ζαφειρίου, Ενοχικόν, είναι ένα έργο στην ουσία του ηθικό, που πραγματεύεται τόσο το ζήτημα του γεγονότος, στις ιστορίες και την Ιστορία, όσο και εκείνο της αναπαράστασής του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος, πιο έντονα και δηλωμένα θεατρικός από ποτέ: από την αρχή του ποιήματος, με το οξύμωρο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου, ο ποιητής – αφηγητής κινείται σε έναν σκηνικό χώρο, σε μια mise en espace καλύτερα, μια στοιχειώδη σκηνοθεσία που στηρίζεται καταρχήν στις στερεοτυπικές εικόνες του καλλιτέχνη, τα «απαραίτητα» όπως τα ονομάζει: «το ανοιχτό παράθυρο, ο υπολογιστής, ένα σταχτοδοχείο». Η συνέχεια συνδέει άμεσα και απευθείας το ποίημα με τα Χωρικά, φέρνοντας εξαρχής το μύθο, το εικός και το αναγκαίο στο προσκήνιο: «και όσα προκύψουν φυσικά σαν αναγκαία μέσα από το κείμενο». Το κείμενο που μιλάει για το κείμενο, το οποίο θέλει να μιλήσει για τον κόσμο […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πρώτη σελίδα της πρώτης ενότητας με τον χαρακτηριστικό τίτλο «corpus delicti», το σώμα του εγκλήματος, δεν παρουσιάζει απλώς το σκηνικό, αλλά θέτει και το θέμα του ποιήματος: τον αγώνα ανάμεσα στον αναγνώστη και στο κείμενο και ανάμεσα στο κείμενο με τον εαυτό του, που είναι συνέχεια της σύγκρουσής του με τον κόσμο. Από τη μια μεριά, ο κόσμος Ως θέατρο του γεγονότος· από την άλλη, οι εκτυπωμένες, χαμένες σελίδες. Από τη μια ο ηττημένος επόμενος κόσμος και οι αμείλικτου καιροί· από την άλλη η εντροπία που περιγράφεται με έναν αναδιπλασιασμό της βίας, στο φυσικό κόσμο και σε εκείνον των ιδεών. Από τη μια η φοβερή εποχή του Ρεμπώ και από την άλλη η ρητή αναφορά στον Κάφκα, τα Ημερολόγιά του και στον Ντεμπυσσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το διακύβευμα είναι η κατάκτηση, με όρους αναπόφευκτα πολεμικούς, του νοήματος, της ύπαρξης και της ανθρωπινότητας, ένα νόημα που δεν αποκαλύπτεται με την εικόνα που καθηλώνει η φωτογραφία: η εικόνα του ανθρώπου που φωτογραφίζει, επαναληπτικά, τους τόπους στο Άουσβιτς αντιπαρατίθεται στους στίχους του Τσέλαν, στα λόγια του Πρίμο Λέβι και του Ρομπέρ Αντέλμ […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου περιγράφει το κείμενο ως τόπο, ως χώρο ανέφικτο, όπου η λέξη (mot) αντιπαλεύει –ή μάλλον επιδιώκει να καταφέρει να αντιπαλέψει– τον θάνατο (mort), να τον εξημερώσει. Αλλά ο θάνατος δεν περιγράφεται και δεν ονομάζεται, όπως και η ζωή και η ανθρωπινότητα η ίδια και η ζωική συνιστώσα της ανθρωπινότητας αυτής: τα αδέσποτα, επαναλαμβανόμενο μοτίβο και μοιραία θύματα του περάσματος στην πράξη, πάντα στο πλαίσιο της αναζήτησης του νοήματος, αναφέρονται τόσο στον ίδιο τον άνθρωπο και στην ερημιά του μέσα στον κόσμο, όσο και στη γραφή, που μιλά για τα πράγματα μόνο όταν ξεπερνά τα όρια, όταν ενσωματώνει την ενοχή της ίδιας της ύπαρξής της, ως ανώφελου καθρέφτη μιας αναπόδραστης καταστροφής, ως μοιραίας καταγραφής μιας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου συνεχίζει και στη συλλογή αυτή τη διαδρομή της φιλοσοφικής και αυτοαναφορικής διερώτησης που είχε ξεκινήσει με την Άτροπο των Ημερών και, κυρίως, με τον Σώματος Λόγο. Πεζόμορφο, χωρισμένο σε ενότητες-σκηνές, δραματοποιημένο, το ποίημά του στηρίζεται στην ειρωνεία και αλλάζει βηματισμό όταν περικλείει το βίωμα. Σαρωτική η ειρωνεία του, για την ίδια την προσπάθεια ορισμού του νοήματος που μπορεί και να μην υπάρχει, καταλήγει εντούτοις και στο λεκτικό χιούμορ, με τις προσωπικές παιδικές συνδηλώσεις της λέξης «πράματα» λόγου χάρη, που μετατρέπουν σε βέβηλο άσμα το «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Το βίωμα, όπως ο θάνατος του πατέρα που περιγράφεται με άλλη γλώσσα, άλλο στίχο, σύντομο, άλλο ιδίωμα, αβίαστο και λαϊκό, προβάλλει ως μια διάσταση του κόσμου και της γραφής που υπερβαίνει τις ταξινομήσεις και λειτουργεί κατευθυντικά: θέτει τα ερωτήματα. Κυρίαρχος, ο δοκιμιακός τόνος, με τη φραστική του ολοκλήρωση και ακολουθία, σημαίνει το αντίθετο του πραγματικού: οι συλλογισμοί οδηγούν σε πλάνες που ανανεώνουν τη σχέση με αυτό που είναι και που δεν νοείται, που επιμένει να διαφεύγει. Το κείμενο καταλήγει μια ετεροτοπία που επιδιώκει να γίνει τόπος, να ενταχθεί με ίσους όρους στο γεγονός: να γίνει το ίδιο γεγονός, έστω και άσκοπο, πράξη λόγου συντελεσμένη που κυρώνει το ανέφικτο του λόγου καθαυτόν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίηση του Ζαφειρίου, λυρική, αφηγηματική και δραματική, δοκιμιακή επίσης, τεντώνει τα είδη και προκαλεί τις αντοχές των λέξεων, σε μια πολύ επίκαιρη ανίχνευση της σχέσης του καλλιτέχνη με την εποχή του, του έργου με τα πράγματα. Ποίηση δύσκολη, απαιτητική, αποκτά προφανώς μια άλλη διάσταση όταν παριστάνεται, όταν προσλαμβάνεται ως ο αγωνιώδης μονόλογος μιας ένοχης συνείδησης, μιας συνείδησης που δοκιμάζει τα όρια του καλού και του κακού, του δέοντος και του ταμπού. Ποίηση της ηθικής και ηθική της ποίησης σε μια δύσκολη, αλλά κατορθωμένη και γόνιμη συναίρεση.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Η ΑΥΓΗ», 12-9-2010</span><br />
<span style="color: #000000;">[…] Το Ενοχικόν του Σταύρου Ζαφειρίου θα μπορούσε να περιγραφεί ως ποιητικό κείμενο που –θεματοποιώντας τη συγγραφή ενός ποιήματος– πραγματοποιεί έναν παραδειγματικό ελιγμό, σύμφωνα με τον οποίο το ποι-ητικό κείμενο δεν αφηγείται καν το ανεπίτευκτο του ποιήματος –όπως θα περιμέναμε από την εφαρμογή ενός μάλλον συνηθισμένου ρητορικού τε-χνάσματος, με αρκετά λογοτεχνικά στιγμιότυπα στο ενεργητικό του– αλλά διερευνά τις προϋποθέσεις της δημιουργίας του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοίγοντας το βιβλίο ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στις σκηνοθετικές οδηγίες ενός δράματος, του οποίου τα στοιχεία πρέπει να επιλέξει ο ίδιος. Ο δραματουργός θέτει μόνο τη ριζική συνθήκη των δυνατών συνδυασμών. «Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο», προειδοποιεί. Ο βιαστικός ή ακόμα ακόμα προκατειλημμένος αναγνώστης, ίσως αντιμετω-πίσει αυτή την πρόταση σαν ένα γλωσσικό παιχνίδι. Τότε μπορεί να κλείσει το βιβλίο και να ασχοληθεί με τη διαχείρηση του υπάρχοντος. Αν όμως συ-νεχίσει την ανάγνωση, πρέπει να αποδεχθεί τη σκληρότητα του ερωτήματος που θέτει η απουσία ερωτηματικού σ’ αυτήν την πρόταση: αν το χειρόγραφο είναι χαμένο, πώς προσδιορίζεται χρονικά ο συντάκτης του; Σε ποιο σημείο της ύπαρξής του βρίσκεται, όταν εκφέρει αυτή την πρόταση; Το κατηγόρημα «χαμένο» προσδιορίζει το χειρόγραφο ενώπιον του συντάκτη ή του αναγνώστη; Πρόκειται για μιαν ακόμη σκηνοθετική οδηγία ή για την αρχή τού δράματος; Όποια απάντηση κι αν δοθεί, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνεχείς αλλαγές προσωπείων. Λεπτές διερευνήσεις ψυχικών καταστάσεων εναλλάσσονται με στίχους που ακροβατούν ανάμεσα στον ποιητικό μονό-λογο, την ημερολογιακή σημείωση και τη φιλοσοφική διερεύνηση της γρα-φής. Το υπάρχον εκτίθεται ως ποινή μιας ενοχής. Η ενοχή: η προσπάθεια του υποκειμένου να ισχυριστεί την ταυτότητά του –την ιστορική αθωότητά του, δηλαδή– διατυπώνοντας την εμπειρία της σκοτεινότητάς του. Το υποκείμενο μπορεί να είναι ένα κείμενο, αλλά κάθε ανάγνωσή του δείχνει πως είναι συντεταγμένο σε μιαν άλλη γλώσσα. Σε ποιά γλώσσα έχει γραφτεί το κείμενο του υποκειμένου· αν υπάρχει άλλη γλώσσα, οποιαδήποτε άλλη γλώσσα; Το σίγουρο είναι –όπως λέει ο Ζαφειρίου– ότι «καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ώς την κορφή της την ανάγκη».</span></p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΡΙΚΑ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 44</span><br />
<span style="color: #000000;">(…) Τα Χωρικά του Σταύρου Ζαφειρίου καταπιάνονται με θεμελιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα για τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο κεντρικός ιστός γύρω από τον οποίο διαπλέκονται τα κεντρικά θέματα του βιβλίου είναι το πρόβλημα του χώρου. Ο χώρος, σύμφωνα με την αρχαία κοσμοαντίληψη, όπως αποκρυσταλλώνεται στο χωρίο του πλατωνικού Τίμαιου, που παρατίθεται ως μότο του βιβλίου, αντιπροσωπεύει μία μεταφυσική ασώματη πραγματικότητα δίχως αρχή και τέλος, όπου επισυμβαίνουν όσα έχουν αρχή και τέλος: τρίτον δε αυ γένος ον το της χώρας αεί, φθοράν ου προσδεχόμενον, έδραν δε παρέχον όσα έχει γένεσιν πάσιν. Ας θυμίσουμε όμως πως πριν τον Πλάτωνα, ο Ζήνων, με τα γνωστά του παράδοξα, είχε αρνηθεί την ύπαρξη και του χώρου και της κίνησης. (…)</span><br />
<span style="color: #000000;">(…) Ο ιδεαλισμός του Κανταυτή η κοπερνίκειος αντιστροφή του φιλοσοφικού στοχασμού– θα αλλάξει άρδην την αντίληψή μας για τον χώρο: ο χώρος, όπως και ο χρόνος, δεν αποτελούν αυθυπόστατες πραγματικότητες αλλά υποκειμενικούς τρόπους της εμπειρίας. Είναι a priori μορφές εποπτείας, με τις οποίες ο νους τακτοποιεί τα δε-δομένα των αισθήσεων, την αντικειμενική πραγματικότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η σύγχρονη αστροφυσική, εισάγοντας την έννοια του χωροχρόνου θα φέρει μια τρίτη επανάσταση στην έννοια του χώρου, υποστηρίζοντας πως ο χωροχρόνος, που δημιουργήθηκε με τη Μεγάλη Έκρηξη, υπάγεται στους νόμους της σχετικότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άνθρωπος, λοιπόν, υπάρχει στον χώρο, αλλά και ο χώρος υπάρχει χάρη στον άν-θρωπο. Ή, όπως λέγει ο Ζαφειρίου: «εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου / κι ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς, / μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος / και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς». Κι ο άνθρωπος πάλι, στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει το σύμπαν, γίνεται ο χωρομέτρης του χωροχρόνου «με σταθερές που αυθαιρετούν και σχετικότητες, / με γραφικά της αταξίας και της τάξης», τεντώνοντας τις γραμμές απ’ την αρχή του άναρχου «να φτάσουν ώς του άπειρου το τέλος» και προσπαθεί να ερμηνεύσει το απόλυτο, υποτάσσοντας την ενέργεια, την ταχύτητα και τη μάζα στη γνωστή εξίσωση της σχετικότητας. Όλες όμως οι θεωρίες, ακόμη και αυτή της σχετικότητας δεν είναι, σε σχέση με το απόλυτο Ον που ο νους αδυνατεί να συλλάβει, παρά «εικώς μύθος». Έτσι ονοματίζει ο Πλάτων τη δική του έκθεση της δημιουργίας του κόσμου, αφού, κατά το σχόλιο του Βασίλη Κάλφα που υποσημειώνει ο Σταύρος Ζαφειρίου, η διήγησή του «δεν αποσκοπεί στην αντικειμε-νική αλήθεια αλλά στη μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια». Βλέπουμε, λοιπόν, πως τα δύο σκέλη του διαλεκτικού ζεύγους «μύθος-λόγος» αλληλοϋπονομεύονται, μιας και οι λογικές ή επιστημονικές ερμηνείες του κόσμου εκλαμβάνονται ως εικότες μύθοι, ενώ, από την άλλη μεριά, ο λόγος δεν λειτουργεί μόνον ως καθαρός λόγος αλλά και ως φωνή αρχαίων κοσμογονικών μύθων, ως εκείνο το βιβλικό «είπε και εγένετο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χωρικά του Ζαφειρίου αποτολμούν ένα είδος «κοσμικού δράματος». Σε μία «προ της τραγωδίας» εισαγωγή, που τιτλοφορείται «Η Άτροπος των Ημερών», εκτί-θεται η υπόθεσή του, δηλαδή το διαλεκτικά αντιμαχόμενο ζεύγος, που, επιμερισμένο σε διάφορες μορφές, θα εμφανιστεί στη συνέχεια: λόγος (πριν διαιρεθεί σε μύθο, μα-θηματικό λόγο, Θεό, λογική) και χώρος (ή κόσμος).</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην «Πάροδο» η Μεγάλη Έκρηξη προβάλλεται ως ο πρώτος κοσμολογικός μύθος αλλά και η πρώτη πράξη του κοσμικού δράματος. Μια πληθύς αντιθετικών ζευγών έχει ήδη αναδυθεί και ο χωρομέτρης (η νομοθετούσα συνείδηση) πασχίζει να τα συμ-φιλιώσει: τάξη-αταξία, αρχή-άναρχο, τέλος-άπειρο, χρόνος-άχρονο. Πάντως, η σκηνή του δράματος, το κοσμικό θέατρο, το «Welttheater» των μεσαιωνικών μυστηρίων, έχει πια κατασκευαστεί. Τα «Στάσιμα» που ακολουθούν συναπαρτίζουν ένα μικρό εσωτερικό χρονικό του ανθρώπου, συμπυκνώνοντας αντιπροσωπευτικές στιγμές της πνευματικής πορείας του πάνω στη γη: την αφύπνιση των πρωτόπλαστων στον κήπο της Εδέμ, την αδελφοκτονία του Κάιν, τον τρωικό πόλεμο, το αίνιγμα του λαβυρίνθου, τη συμμετρία της αναγεννησιακής ζωγραφικής, την ουτοπία του Θωμά Μωρ κ.ά. Η «Έξοδος» αφιερώνεται στην τέταρτη διάσταση, δηλαδή στον χρόνο που είναι ο κοινός διαιρέτης της διαδοχής των τόπων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλο το βιβλίο μοιάζει με σπείρα που «ξετυλίγει τον εαυτό της / τροχιά θαρρείς πε-ριδινούμενων σχημάτων, / μοιράζοντας το λίγο στο πολύ / και το πολύ μοιράζοντάς το στ’ όλο, / σαν αλληγορική δημιουργία / ή θαύμα δουλεμένο από τον νου». Ή αλλιώς ένας άψογα οργανωμένος (η δομή του βιβλίου δεν είναι από τις μικρότερες αρετές του, και τονίζουμε ότι πρόκειται για ποιητικό βιβλίο κι όχι ποιητική «συλλογή») διανοητικός λαβύρινθος, όπου ό,τι κοιτάμε μπροστά μας είναι πίσω μας «ένα παιχνίδι αντίστροφων βημάτων / όπου τα πάντα ήδη έχουν συμβεί / στο πριν και το μετά της διαδοχής τους. / [μια] πράξη απατηλή χωρίς κανόνες / σε δήθεν σκηνικό ενδεχομένων / ή σαν καθρέφτης που έχει σκεπαστεί / και κρύβει απ’ το παρόν τις αποστάσεις / τον χρόνο αντιγράφοντας πιστά / μεταβλητή θαρρείς γεωμετρία / που αποκαλύπτει και παραπλανά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόκειται, αναμφίβολα, για ποίηση απαιτητική, που απλώνει τις ρίζες της πέρα από το γνώριμο υπέδαφος της λογοτεχνίας (π.χ. το καφκικό παιχνίδι του υπαρκτού συγγραφέα και του λογοτεχνικού του ειδώλου που οι ρόλοι τους αντιστρέφονται κα-θώς το ένα απορροφά την υπόσταση του άλλου) και στον στοχασμό και την επιστήμη. Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσει κανείς τους διαλεκτικούς δαιδάλους των «Χωρικών» και γι’ αυτό απαιτείται συνεχής εγρήγορση της σκέψης (…)</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 81</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Σταύρος Ζαφειρίου κλείνει φέτος είκοσι πέντε χρόνια γόνιμης θητείας στην ποίηση. Μέσα σ’ αυτή την εικοσιπενταετία, διέγραψε μια πορεία εντελώς προσωπική, με το έργο του να οργανώνεται κλιμακωτά, σε σχήμα ανιόν, από την ενικότητα στην πολλαπλότητα, από την εξομολόγηση ενός φλεγόμενου ποιητικού εγώ στη διερεύνηση του κόσμου και της θέσης του ανθρώπου και του ποιητή ανάμεσα στο μηδέν και στο άπειρο. Από τις πρώτες του συλλογές, της ροκ παραφοράς και της καταραμένης ευαισθησίας, που ανασαίνουν συντονισμένες με τον Ρεμπώ και τους μπητ, την Κατε-ρίνα Γώγου και τον Αλέξη Τραϊανό, ως το Η Δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, με τον κρυπτικό τίτλο που συνιστά την απαρχή μιας μεταστροφής και την Άτροπο των ημερών που την ολοκληρώνει, ο Ζαφειρίου μετασχηματίζει διαρκώς το λόγο του, βαδίζοντας από τη μονοφωνία στην πολυφωνία και τη διαλογικότητα, κορύφωση της οποίας αποτελούν τα τραγικά Χωρικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο υπότιτλος της νέας συλλογής του είναι «1+19 ποιήματα για τον χώρο με τη βοήθεια του χρόνου και άλλων διαστάσεων». Το ένα ποίημα, το μοναχικό, είναι προγενέστερο, ανήκει στη συλλογή Η Άτροπος των ημερών, και διανοίγει, ελάχιστα και ριζικά μαζί παραλλαγμένο, το χώρο της συλλογής. Ο ανθρωπογενής χώρος βρίσκεται μαζί με το λόγοιστό στο προσκήνιο. Τα υπόλοιπα 19 ποιήματα διερευνούν την έννοια του χωρόχρονου στη σχέση του με την ανθρωπινότητα και τη γραφή – όπου ο χωρόχρονος γίνεται διακείμενο. Σημαίνοντας τη συνέχεια με την «Άτροπο των ημε-ρών», υπογραμμίζοντας την ύπαρξη ενός ποιητικού σχεδίου που συνέχει τις συλλογές και τις οδηγεί, ο Ζαφειρίου δημιουργεί μια σύνθεση υπαρξιακή όσο και αυτοαναφορική, για τη δυνατότητα αναπαράστασης του ανθρώπινου μέσα στην Ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χωρικά, παραπέμποντας στον «εικότα μύθο», μπορούν να διαβαστούν ως μια συ-νοπτική ιστορία του σύμπαντος και της ανθρωπότητας· της μεγάλης έκρηξης και της δημιουργίας, του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος κατοίκησε το χώρο, ορίζοντάς τον, διεκδικώντας τον, από την Εδέμ όπου ο Θεός έκανε θέμα για ένα κοτσάνι μήλο ως την εκτροπή του ολοκληρωτισμού και τη διαπίστωση της ερημίας του όντος. Ο φόβος και ο σαρκασμός ενδυναμώνουν τον ποιητή να αποδεχτεί την τέταρτη διάσταση, «κατά το μέγα / το ελάχιστο του ανθρώπου». Να αποδεχτεί το ευάλωτο και το παράλογο της ύπαρξής του στη διαχρονία και την καθολικότητα. Χώρος και χρόνος, ύλη και ενέργεια, ο άνθρωπος, φθαρτός και όμως αιώνιος, ατελής και μαζί εντελής, ορίζεται από το αλωνάκι του, το ελάχιστο χώμα και την ελάχιστη λέξη. Τα Χωρικά καταγράφουν την αθλιότητα του ανθρώπου, την μικρότητα, το πεπερασμένο της ύπαρξής του, την πάλη του με το χώρο και το χρόνο, όσο και την καταγωγική νίκη του επί του απείρου και της φθοράς: την ύπαρξη καθαυτή και τη μυθολόγησή της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα Χωρικά όμως είναι επίσης ένα σύνθεμα για το λόγο σε όλες τις εκφάνσεις του. Εν αρχή ην ο λόγος του Κυρίου, η δημιουργική σοφία του τεχνοκράτη Θεού που έκανε τόσες και τόσες δοκιμές έως ότου οργανώσει κατά τη βούλησή του τον κόσμο, φροντίζοντας εξαρχής και την αναπαράστασή του. Η σοφία του ταυτίζεται με την αιτία του κόσμου, το λόγο ύπαρξής του. Ο λόγος ως αιτία όμως εξακτινώνεται στην ιστορία και εξηγεί, ερμηνεύει, δικαιολογεί, χωρίς να δίνει λύση: «το δίχτυ από όριο σε όριο / και ανάμεσα του / το εκκρεμές των θηραμάτων» («Ο κ. Επιθεωρητής»). Προσέρχεται η λογική, ο λόγος ο ορθός, πολλά υποσχόμενος, πάραυτα αυτοαναιρούμενος, ηττημένος από τα έρκη όχι του χρόνου, αλλά του παραλογισμού, του σκοταδιού που κατακλύζει το νου και την ψυχή του ανθρώπου. Έπεται η αναλογία, ο λόγος ο μαθηματικός, του ανθρώπου προς τον κόσμο, της αλλαγής και της εξέλιξης, της διαρκούς ροής προς τη σταθερή ουσία, του είναι προς το φαίνεσθαι, του Είναι προς το ον: «πώς κάτι που αλλάζει διαρκώς / μπορεί και παραμένει πάντα το ίδιο / σε μιαν ιδεατή αναλογία, / όπου ό,τι μοιάζει αληθινό δεν είναι βέβαιο, / ενώ το βέβαιο δεν μοιάζει αληθινό.» Ο λόγος όμως που είναι σαν ιστός είναι ο άλλος λόγος, ο ταπεινός και ο πανίσχυρος, ο λόγος των άλλων που διατρέχει το σύνθεμα, συνειδητά και ασύνειδα, της Βίβλου και του Κάφκα, του Τόμας Μορ και του Γιάννη Ρίτσου, των προσωκρατικών και του Πάουλ Τσέλαν, του Πλάτωνα και του ιερού Αυγουστίνου, μαζί κι αυτός του ποιητή, ο λόγος-συνομιλία και ομιλία. Είναι ο λόγος της ποίησης που αγκαλιάζει τη μορφή της στιγμής και εκείνη της αιωνιότητας, που υφαίνει συνεχώς από την αρχή τον προστατευτικό ιστό του και συγκρατεί τον άνθρωπο στη διαρκή του πτώση, του δίνει ώθηση για την καινούργια ανάταση, τη νέα ανθοφορία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι λοιπόν στην ποίηση του Ζαφειρίου ο άξονας δεν είναι τελικά ο χώρος, ο χρόνος, το σώμα, το σύμπαν· ούτε καν η αέναη μεταλλαγή τους. Δεν είναι η ιστορία κι η πατρίδα, η ενοχή, η αγωνία ή ο αναστοχασμός της αΐδιας ροής. Ή μάλλον, είναι όλα αυτά μαζί, είναι ο άνθρωπος μες στον κόσμο, κάτω από τα άστρα και μέσα και ανάμεσα στους άλλους, αυτό το «εμείς» που ταυτίζεται με το χωρόχρονο. Και κάτι περισσότερο: ο λόγος που αναπαριστά και αναμορφώνει το πραγματικό, η γλώσσα του ποιητή που, βαθύκοιλη σαν τα καράβια του μύθου, αναδέχεται φιλόξενα την αιώρησή των πραγμάτων ανάμεσα στη στιγμή και την αιωνιότητα, τη λέξη και το μετείκασμά της, ανάμεσα στο χάος και την τάξη που το διοικεί. Ποίηση μιας μοντέρνας και μαζί με-ταμοντέρνας ποιητικής, που αρδεύεται από πολλαπλές πηγές, ποίηση ποιητικής, η ποίηση του Ζαφειρίου εξερευνά τον άνθρωπο και τον κόσμο στην πολλαπλότητα και την ανοιχτότητά τους.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περιοδικό Αντί, τεύχος 909</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ένατη ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου συγκροτεί μία λογοτεχνικά σύνθετη και καλλιτεχνικά ώριμη κατάθεση. Ο τίτλος «Χωρικά» υποκρύπτει συμπυκνωμένη αμφισημία: πρόκειται για ποιήματα που αφορούν το χώρο ως υπαρξιακή σήμανση («και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς, / μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος», σ. 11), αλλά ταυτόχρονα εγκιβωτίζουν τη ρυθμική φόρτιση και το νοηματικό βάθος των λυρικών τμημάτων μιας τραγωδίας (=χορικά).</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βαθύτερο θεματικό πεδίο της συλλογής οριοθετείται από τον εσώτερο χώρο που καλύπτει η ανθρώπινη ύπαρξη ως οντότητα και σφραγίζεται από το κατεξοχήν διακύβευμα του ποιητικού λόγου: το χρόνο. Ο Ζαφειρίου αξιοποιεί την ορολογία και την οπτική των θετικών επιστημών (ιδίως της Φυσικής) και, μπολιάζοντας με αυτές τις ποιητικές του εγγραφές, διανοίγει με καλλιτεχνικώς δικαιωμένες καταθέσεις το πεδίο της υπαρξιακής και μεταφυσικής αναζήτησης.(…)</span><br />
<span style="color: #000000;">(…) Η ροπή του Ζαφειρίου προς το συνθετικό ποίημα, του οποίου οι επί μέρους εκφάνσεις στοιχειοθετούν ένα οργανικό σύνολο, επιβεβαιώνεται λειτουργικά και στα Χωρικά. Το κάθε ποίημα διατηρεί μια σχετική αυτονομία, αλλά ο ποιητής δεν στοχεύει στη γραμμική παράθεση μεμονωμένων εκλάμψεων· αξιοποιώντας έναν υψηλό βαθμό δραματικότητας –υπό την έννοια της πυκνής διαδοχής ομιλουσών φωνών, εικόνων, συναισθημάτων, βιωμάτων και σκέψεων– διασφαλίζει και την εσωτερική ενότητα του ποιητικού υλικού του και την ανάδυση μιας νεοτερικής αύρας από αυτό. Η μοντέρνα εκφραστική ταυτότητα των ποιημάτων εδράζεται και στην ελεγχόμενη διάσπαση της έλλογης αλληλουχίας: ο ποιητής εντάσσει σε κάθε ποιητική εγγραφή λεκτικά μορφώματα και μικρής έκτασης εικόνες, που διασπούν τη ρεαλιστική κανονικότητα, αφήνοντας ίχνη μοντέρνας αίσθησης και όχι αποδείξεις εξεζητημένης φαντασιοκοπίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου δόμησε τα Χωρικά κατά το αρχιτεκτονικό σχέδιο μιας αρχαίας τρα-γωδίας, υποδηλώνοντας την ποιητική εκφορά της υπαρξιακής περιπέτειας· μιας περιπέτειας με πανάρχαιη προέλευση και διαχρονική ισχύ. Ωστόσο, προσάρμοσε την ποιητική πνοή του στα λυρικώς δομημένα τμήματα της αρχαίας καλλιτεχνικής μήτρας (Πάροδος, Στάσιμα, Έξοδος), έχοντας δημιουργικά ενσωματώσει σε αυτά και στιχομυθίες μεταφυσικού βάθους και υπαρξιακής φόρτισης. (…)</span><br />
<span style="color: #000000;">(…) Γοητευτική και δονούμενη, η ποιητική γλώσσα του Ζαφειρίου επαναδιατυπώνει με προσωπικό τρόπο διαχρονικά και υπερτοπικά ερωτήματα και καταφέρνει με τα Χωρικά να σημάνει τη γόνιμη συνέχιση μιας σύνθετης και δημιουργικής λογοτεχνικής πορείας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχ. 1713, Ιούνιος 1999</span><br />
<span style="color: #000000;">..Σταθμό στην ποιητική εξέλιξη του Ζαφειρίου αποτέλεσαν τα ποιήματα της συλλογής Η Δεύτερη Πεταλούδα και η Φωτιά (1992). Ο λόγος του απέβαλε την παλαιά οξύτητα και αποσπασματικότητα, έγινε αφηγηματικός και υποβλητικός. Ακόμη, ο ποιητής άρχισε να επεξεργάζεται μια ριζικά νέα θεματολογία. Εγκαταλείποντας την καταγραφή άμεσων βιωμάτων, αντλημένων απ’τον σύγχρονο αστικό χώρο, οικειώθηκε τον κόσμο της έντεχνης και λαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης και τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και γνώσης, το μύθο, το θρύλο, τη γητειά, το παραμύθι. Η απεικόνιση της σκληρής κοινωνικής-αστικής πραγματικότητας παραχώρησε τη θέση της σε μια ποίηση μυητικής πορείας του αναγνώστη, σε μια υποβλητική αποκαλυπτόμενη μυθική διάσταση του κόσμου. Έτσι, ο βιωματικός ποιητής που κατεργαζόταν τη φθαρτή καθημερινότητα, για να αποτυπώσει σκέψεις και αισθήματα κυρίως του ιδιωτικού του χώρου, ανανεώθηκε σε έναν λόγιο ποιητη που αναδιφεί με περίσκεψη και συγκίνηση μια ευρεία μορφωτική παρακαταθήκη..</span><br />
<span style="color: #000000;">..Ο Ζαφειρίου, εντρυφώντας στο μύθο, αναζητεί τα στοιχεία της συλλογικής καταγωγής και ταυτότητας. Όλα τα ποιήματα της συλλογής κεντρώνονται γύρω από την ανάγκη να αναπτυχθεί ο μύθος, στις διάφορες εκδοχές του (ο μύθος της λογοτεχνίας, της φυλής ή της εθνότητας, του κάτω κόσμου, του έρωτα), ως το συνεκτικό υλικό της κοινωνικής ζωής..</span><br />
<span style="color: #000000;">..Η συλλογή Τα Κατοικίδια (1997) αποτελείται από ολιγόστιχα, επιγραμματικά ποιήματα..Το κύριο ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται στην προσπάθεια του Ζαφειρίου να συμπυκνώσει την έκφραση της σκέψης και του αισθήματος, αφαιρώντας κάθε περιττό στοιχείο. Έτσι, τα ποιήματα γίνονται λιτά, απέριττα και καίρια..</span><br />
<span style="color: #000000;">..Η Άτροπος των Ημερών σημειώνει μια σημαντική δημιουργική καμπή για τον Ζαφειρίου. Όσον αφορά κατ’αρχάς τη δόμηση του βιβλίου, η καμπή έγκειται στη συνθετική οργάνωσή του..</span><br />
<span style="color: #000000;">.. Το συνθετικό αυτό ποίημα του Ζαφειρίου κεντρώνεται γύρω από ένα βασικό θέμα της ποίησης των νέων στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το θέμα της φθοράς και του θανάτου. Ο Ζαφειρίου όμως δεν διολισθαίνει στις καταχρηστικά επαναλαμβανόμενες συμβάσεις των συνομηλίκων του ποιητών, στη ρητορική και δραματοποιημένη έκφραση και στη γλωσσική και μορφική κατασκευαστικότητα. Αντιθέτως, ο προσωπικός λόγος του συνδυάζει επιτυχώς την αφηγηματικότητα με την πυκνή και δραστική ποιητική διατύπωση. Η γραμματολογική και λογοτεχνική παράδοση με την οποία Η Άτροπος των Ημερών συνδιαλέγεται περιλαμβάνει από την Αποκάλυψη του Ιωάννη και την Καινή Διαθήκη , απηχήσεις του ύφους της οποίας απαντούν σε πολλά ποιήματα, μέχρι νεότερα ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά κείμενα, από διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά ώς ποιήματα του Έλιοτ και του Ουίτμαν και τον Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ. Η βασική εξάλλου ιδέα του βιβλίου προέρχεται από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Η Άτροπος, η μία από τις τρεις Μοίρες, είναι εκείνη που, σύμφωνα με την ησιόδεια Θεογονία , κόβει το νήμα της ανθρώπινης ζωής, σηματοδοτώντας τον θάνατο. Γύρω από την κυριαρχική αυτή αίσθηση της φθοράς, μια αίσθηση που διαπερνά τα πάντα, το παρελθόν και το παρόν, την ιστορία και τη συγχρονία, τον καθημερινό βίο και την ποιητική υπέρβασή του, ο Ζαφειρίου πλέκει τον ιστό της μεγαλεπήβολης σύνθεσής του. Αναζητά έναν τρόπο αναγνώρισης της ανθρώπινης ταυτότητας και μία οδό διαφυγής από τον αναπόδραστο θάνατο. Ακολουθεί την Άτροπο των ημερών στη μακρότατη πορεία της και ενώνει, κομμάτι κομμάτι, το κοινό νήμα του θανάτου..</span><br />
<span style="color: #000000;">.. Η Άτροπος των Ημερών δεν απευθύνει πάντως έναν πειθήνιο ύμνο στο διαχρονικό μοιραίο. Η τελική ευχή του βιβλίου Ας κινηθεί η πέτρα της σπηλιάς/ κι αυτό το σκήνος του νεκρού/ ας φωτιστεί για πάντα στο σεντόνι , μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη της ελπίδας ότι ο ποιητικός λόγος θα εξακολουθήσει να απολυτρώνει την ανθρώπινη φύση από την κυρίαρχη αγωνία της, εκείνη του θανάτου. Επίσης, στο αξιόλογο αυτό συνθετικό ποίημα του Ζαφειρίου, η αγωνία απαλύνεται από την παρήγορη αίσθηση μιας ατέρμονης διάρκειας. Την αίσθηση αυτή κατακτά κανείς όταν απολυτρωθεί από τη φθαρτή ατομικότητα και εντρυφήσει στον αείρροο Χρόνο: Δεν έχω τίποτα να επισκεφτώ στο παρελθόν/ γιατί όσα γνώριζα υπάρχουν και τώρα,/ γιατί το νέο μαθαίνεται με τρόπους του παλιού/ κι ο κόσμος που χτίζεται πάνω στον κόσμο/ υπάρχει κι αυτός από τότε που χτίζεται ο χρόνος.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τευχ. 45, Χειμώνας 1998-1999</span><br />
<span style="color: #000000;">..Στην Άτροπο των Ημερών ο Ζαφειρίου μιλά για έναν κόσμο που αλλάζει μόνον φαινομενικά, ενώ ουσιαστικά μένει ο ίδιος στην πάροδο του χρόνου. Μιλά για μια πόλη -ή καλύτερα, κοινωνία- των ιδεών, σαν κι αυτήν που περιγράφει ο Καβάφης στο «Πρώτο σκαλί». Ονομάζει « μοναξιά την αγάπη », « πλάνη τον κόσμο », « ενοχή την αθωότητα ». Λέξη λέξη, στίχο στίχο, τραβά την κουρτίνα, για να αποκαλυφθούν, με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, η άγνοια του «τι» και η γνώση του «πως»..</span><br />
<span style="color: #000000;">..Ο Σταύρος Ζαφειρίου ξαναγράφει ποιητικά την ιστορία. Οι προσωπικές του μνήμες και η ιστορία του κόσμου εναλλάσονται στις σελίδες του βιβλίου, ώσπου γίνονται ένα για τον αναγνώστη, που βλέπει πράγματι να « απλώνεται ο Λόγος σαν ιστός » και να είναι παρών σε έναν οραματισμό όμοιο με αυτόν του ιερομόναχου Διονυσίου στη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού..</span><br />
<span style="color: #000000;">..Ο Σταύρος Ζαφειρίου, αποφεύγοντας γλωσσικά και άλλα στερεότυπα και κινούμενος με ευκολία σε διαφορετικούς τρόπους και τύπους γραφής, αποφεύγει τον σκόπελο της ομοιομορφίας. Το πλούσιο σε ενδολογοτεχνική αναφορικότητα υπόβαθρο των ποιημάτων καθρεφτίζεται σε ποικιλομορφία γραφής, σε ένα, γεμάτο σαρκοφάγες λέξεις, υγρό ποίημα..</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">BEST SELLER , τευχ. 18, Σεπ.-Οκτ.1998</span><br />
<span style="color: #000000;">.. Η Άτροπος των Ημερών , η θηλυκή μοίρα του Σταύρου Ζαφειρίου, τον ακολουθεί στον «άλλο δρόμο», αυτόν που δεν «σημαδεύουν οι χάρτες». Σ’αυτές τις μέρες, σ’αυτούς τους δρόμους ο ποιητής, με την ευχή του Έλιοτ και του Ρεμπώ, αναζητά την ουσία της ζωής, καθώς συναντιέται με το σύμπαν και τον χρόνο, βρίσκει τον Όμηρο και τον Γουίτμαν, τους Ευαγγελιστές και τον Ευριπίδη, ανακαινίζει τον θόρυβο με τη λάμψη και τη σιωπή, μιλώντας για το κτιστό του χρόνου. Η Άτροπος των Ημερών είναι μια ποιητική σύνθεση σε τέσσερα μέρη, όπου εμπεριέχει τον πλούτο της παιδείας και του ταλέντου του Σταύρου Ζαφειρίου. Η εξαιρετικά φιλόδοξη αυτή απόπειρα του ποιητή, εκ των προτέρων δηλώνω, ότι ικανοποιείται. Ο ποιητής καταφέρνει να ισορροπεί τον εκτενές κείμενο, να ελέγχει τον χώρο, τον χρόνο και τον ρυθμό, αναπτύσσοντας τη μυθολογία του. Η γνώση των αφηγηματικών τεχνικών και η μυθοπλαστική του ικανότητα επενεργούν θετικά, κάτι που είναι εμφανές στη ροή του ποιητικού κειμένου..</span></p>
<h3></h3>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ, 2-5-1993)</span><br />
<span style="color: #000000;">..Εκ των προσωκρατικών κοσμογονικών στοιχείων ο Σ.Ζ. επιλέγει την ηρακλείτια φωτιά να δομήσει και φωτίσει το ποιητικό του σύμπαν. Νοεί την ποίηση ως αέναη φρυκτωρία, σε κάθε σελίδα του καίει το αείζωον πυρ άλλοτε ως καθαρτήρια φλόγα, άλλοτε ως ανακλητικό των ψυχών από τον Άδη (στερητικό α-ιδείν) ή ως μαγικό φίλτρο και θεραπευτικό ξόρκι. Η φωτιά για τον ποιητή είναι ηδύποτο, ρει και παίρνει διάφορα σχήματα, άπειρες μεταμορφώσεις, λειτουργώντας ως σκηνικό πολλών ποιημάτων και με ποικίλες ερωτικές συνδηλώσεις..Η σχέση πεταλούδας (ποιητής) και φωτιάς (γρα φή), που υπαινίσσεται ο τίτλος Η Δεύτερη Πεταλούδα και η Φωτιά είναι θανάσιμη, καθώς η πρώτη έλκεται ακαταμάχητα από τη φλόγα και καίει τα φτερά της φωτίζοντας στιγμιαία περισσότερο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Σ.Ζ. ενώ έχει διαρρήξει ουσιαστικά τους δεσμούς του με την ποιητική παράδοση (με εξαίρεση τον ομφάλιο λώρο με το δημοτικό τραγούδι..), η ποίησή του έχει δεσμούς αίματος με το ευρύτερο σώμα της λαϊκής και πολιτιστικής μας παράδοσης, την προϋποθέτει, αλλά και επιχειρεί να την ερμηνεύσει. Πλούσιο το μυθολογικό της υπόστρωμα, αλλά και το ιστορικό της βάθος. Στοιχεία λαϊκών δοξασιών διασταυρώνονται με αντίστοιχα μυστικιστικά Πυθαγορείων, παγανισμός και αποκρυφισμός διαπλέκονται με βιβλικούς απόηχους και νηπτικές νύξεις. Διάχυτη η τάση αναγωγής της ποίησης στην αρχέτυπη λειτουργικότητά της, στο λυτρωτικό φίλτρο ή τη μαγγανεία, τη δαιμονολογία και το ακατάληπτο. Ο χρόνος διαστέλλεται με την αλληλοδιαδοχή των εποχών, έκδηλη η αδυναμία του στη ρωμαϊκή..</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/09/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
