<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%83-%CF%83%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Mon, 29 Jul 2024 18:30:47 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/03/%ce%bc%ce%b9%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/03/%ce%bc%ce%b9%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 29 Mar 2017 18:19:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=7312</guid>

					<description><![CDATA[Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29/7/1919 στην Αθήνα. Ήταν γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/03/%ce%bc%ce%b9%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29/7/1919 στην Αθήνα. Ήταν γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την πατρική του περιουσία. Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η λησμονημένη. Ακολούθησαν οχτώ ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν και στο συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα (1945-1971) του 1977, καθώς επίσης τα Χρωμοτραύματα (1980) και τα Εκτοπλάσματα (1986). Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1998. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα και συνεργάστηκε με περιοδικά όπως Τα Νέα Γράμματα, Το Τετράδιο, Τα Νέα Ελληνικά, Το τράμ, Η λέξη. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας (1956), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962), τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ (1972), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1987 για τη συλλογή Εκτοπλάσματα). Ο Μίλτος Σαχτούρης ξεκίνησε να γράφει ποιήματα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στη Νομική. Τότε γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο και ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού, τα μηνύματα του οποίου αφομοίωσε δημιουργικά στην πορεία του προσδιορισμού της προσωπικής του ποιητικής έκφρασης. Η ποίησή του κυριαρχείται από συμβολικά και αρχετυπικά στοιχεία και κινείται στα εφιαλτικά πλαίσια του κλειστού ποιητικού του κόσμου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικές θεματολογικές, γλωσσικές και εκφραστικές εμμονές, πάντα όμως με μια βαθύτερη, αν και έμμεση, πολιτική αγωνία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Η Μουσική των νησιών μου» (1941) (αποκηρυγμένη συλλογή δημοσιευμένη με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Η Λησμονημένη» (1945)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Παραλογαίς» (1948)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Όταν σας μιλώ» (1956)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Τα φάσματα ή Ή χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ο περίπατος» (1960)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Τα στίγματα» (1962)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη» (1964)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Το Σκεύος» (1971)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ποιήματα» 1945-1971 (Εκδόσεις Κέδρος, 1977)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Χρωμοτραύματα» (1980)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Εκτοπλάσματα» (1986)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Καταβύθιση» (1990)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Έκτοτε» (1996)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ποιήματα (1980-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2002)</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ποιήματα (1945-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2014)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15370" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/03/1.jpg" alt="" width="261" height="368"></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15372" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/03/2-2.jpg" alt="" width="258" height="369"></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή ένα αγνό νέο βλέφαρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή ένας λατρεμένος λόγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί κούραση τί κούραση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάντα πάντα πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> φίλε αγάπη αίμα φίλε</span><br />
<span style="color: #000000;"> φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε παγωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηλεχτρικοί πολυέλαιοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο πρωινά παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο μάτια φωτισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέρα να ’ναι για νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αγαπώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> La voix du rêve</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΩΤΗΡΑΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμια αυτά νερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα γαλανό παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως μια χαραμάδα φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως μια αναπνοή οξυγόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τον άρρωστο αναγνώστη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τον άνεμο και τα καλάμια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την άχρωμη αιμορραγία τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την ασυχώρετη λησμονιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αυτός ο άντρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα δύσκολα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως τη φωνή του</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται σε φωνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόβεις το ένα χέρι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> λησμονημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται σε φωνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόβεις το ένα στήθος σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> λησμονημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται σε φωνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχεις πια μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λησμονημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται σε φωνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πηγαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> λησμονημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψηλαφητά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στα μαύρα πηγάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το φιλί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κάψεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε στο πηγάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να συνάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν θα σκύβει</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαρύς επάνω σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πάρεις ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δάχτυλό του</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κάνεις δική σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξημερώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι ολάκερη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι ωραία</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη χαραυγή</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτό το δέντρο δέντρο ηλεχτρικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι η λευκή γριά γριά ετοιμοθάνατη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τη ζωή της λησμονημένης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για</span><br />
<span style="color: #000000;"> το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δε φάνηκε άξιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα παράθυρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνάζει στάλα στάλα το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ξίφος θα θερίζει το κορμί της</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Διαρρήχτες του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραμονεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρομισμένα με ψίχουλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις πέτρες των δειλών στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πεθάνουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το χρώμα του το κάθε λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το χάδι του το κάθε χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΔΩΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σήμερα φόρεσα ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζεστό κόκκινο αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια γυναίκα μού χαμογέλασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρφώνω πάνω στις πλάκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γυμνά ποδάρια των περαστικών</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι όλοι τους δακρυσμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως κανείς δεν τρομάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι όλοι τους δακρυσμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ουρανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναι την καρδιά μας καρφώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώστε λοιπόν είναι ποιητής</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;"> ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">I</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στόματα κοριτσιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλαίει βγάζει ένα κόκκινο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκαμνί στο πεζοδρόμιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">II</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο άρρωστος μελετάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις καπνοδόχες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξέρει πως από μέσα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεύγουν τα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι καπνοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> των πεθαμένων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">III</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ζωγραφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλει να βγάλει το μαχαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σκίσει τη ζωγραφιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ έχω μια κιθάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν οπλίζω την κιθάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το περίστροφο παίζει μια εξαίσια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν σκοτώνω με την κιθάρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">VI</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο βαρκάρης των κεραυνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ακτή σε ακτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε θέλει ν’ αράξει πουθενά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη βάρκα του ψιθυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύγαν φύγαν τα νερά</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Στον Οδυσσέα Ελύτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΕΤΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Την ώρα που κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας αϊτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέφτει μες στο κρεβάτι της</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεκρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα περιστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κουρνιάζει στο δεξί της</span><br />
<span style="color: #000000;"> χέρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον αετό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ματωμένα δάχτυλα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον γκρεμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> το περιστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ματωμένα δάχτυλα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> σφίγγουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν στο πανέρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ώρα που ξυπνάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας αϊτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> στέκεται στο κρεβάτι της</span><br />
<span style="color: #000000;"> ορθός</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που ξυπνάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα μαχαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> της κόβει το δεξί της</span><br />
<span style="color: #000000;"> χέρι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> η κόρη με τα φίδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα ωραία λουλούδια της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα χέρια του έδενε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ληστής</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μούγκριζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πόδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κεφάλι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ρίζα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φιλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιομάτοι οι κήποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη μιλάς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένας δε μιλούσε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> η κόρη με τα φίδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα ωραία λουλούδια της</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Στον Γιώργο Μαυροΐδη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιά χώρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα σπίτια γύρω γύρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι πόρτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιά σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιές πόρτες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα πόδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα δάχτυλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όχι τα σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι πέτρες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ποιά χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ποιά πόδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ποιά δάχτυλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι πέτρες;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ποιές πέτρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτές που είχα στα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή τα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δε θα τρέξουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα μάτια μου</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΚΗΝΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα κεφάλι από πηλό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούς τοίχους τους είχαν στολίσει με λουλούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυό σώματα ερωτικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη γωνιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ&#8217; όλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις πλευρές</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε θα &#8216;ταν φρόνιμο κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τους τραβήξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας από τούς σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον έρωτα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δυστυχία απ&#8217; έξω έγδερνε τις πόρτες</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δυστυχισμένα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι εφημερίδες λησμονούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως μες στην καρδιά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> καίει μια κατακόκκινη πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το παλιό χρυσάφι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κρύβουμε σε βαθιά υπόγεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λύνουμε τις ντουλάπες μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> από μια χαραματιά και τις φωτίζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο κεφάλι μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμα λίγο και θα πήξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αίμα μέσα στην καρδιά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει να βγούμε σύρριζα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΟΛΗ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Στον Νίκο Γκάτσο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δε θάβει εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> τριαντάφυλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τουφέκια ρημαγμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρίζουνε τις κάννες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> απάνω μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν σημάνει προσκλητήριο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι σημαίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτά τ’ άλλα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ’ ανθρώπινα στόματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είναι σαν καρδιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μας κοιτάζουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ιστορία αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνεται σε μια λίμνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εδώ και δέκα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαράλλαχτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καλοκαίρι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΠΟΚΡΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> η αποκριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπου δεν ανάπνεε κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που τους είχαν ξεχάσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάτωνε τις καρδιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια γυναίκα γονατισμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εν-δυο με παγωμένα δόντια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκριάτικο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτο μίσος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαχαιρωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> η αποκριά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (1956)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΗΓΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Φεγγάρι πεθαμένο μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιά ξαναβγές και πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλω να δω το αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έκαιγες λυχνάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώτιζες</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φοβισμένο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλω να δω</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φοβισμένο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι και πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλο το σώμα μου ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια πηγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φώτιζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> της νύχτας το σκοτάδι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φεγγάρι πεθαμένο μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλω να δω το αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι και πάλι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο</span><span style="color: #000000;"> ΔΡΟ</span><span style="color: #000000;">ΜΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ετούτος κρύβει το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> για χάρη της είχαν κρεμάσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τριαντάφυλλα στον ουρανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμίσανε σπυριά τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμίσαν λάσπη κι οι καρδιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> είν’ ένας δρόμος πληγωμένος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> είν’ ένας δρόμος λυπημένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπρος το παιδί με την ουρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο δαίμονας με την παρθένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> άναψαν πράσινα κεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βόγκηξε αργά και προχωρούσε</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μοσχοβολούσε το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μέσα φαίνονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σφυριά και τα μαχαίρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αδειάζει από μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φεύγει</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΚΥΛΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκισμένο από κοφτερά γυαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα φάνηκε στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα γίνηκε φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έκλαιγε σαν κακό πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> έκαιγε σαν ελπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια μέρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">18 Φεβρουαρίου 1956</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω γράψει ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε κρότους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε κρότους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύλησε η ζωή μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη μιαν ημέρα έτρεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την άλλην ανατρίχιαζα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο φόβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο φόβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρασε η ζωή μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω γράψει ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχω γράψει ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο σταυρούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μνήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρφώνω</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο</span><span style="color: #000000;"> ΕΛΕΓΚ</span><span style="color: #000000;">ΤΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ένας μπαξές γεμάτος αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> είν’ ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και λίγο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έσφιξα τα σκοινιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει και πάλι να ελέγξω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κληρονόμος πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έστω και με σπασμένα φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πετάω</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΚΟΝΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">—Η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο μυαλό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλένει τα όνειρα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Ένα αυτοκίνητο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεκοιλιασμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιμένει</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χασάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> των Χριστουγέννων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Ένα τσιγάρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο τσιγάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο μοναχικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο άντρας είναι πυγμάχος</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γυναίκα είναι καρφίτσα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Φοβερή ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μανία</span><br />
<span style="color: #000000;"> του βοριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στο παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σταύρωσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια παιδούλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Ένα φύλλο έπεσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άρχισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πηδάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρλιάζοντας</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δύσκολα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρομαγμένα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βάφουν μαύρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα σβησμένα κεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βάφουν κόκκινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα ματωμένα λουλούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι απορούν οι μανάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ύστερα έρχεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο μεγάλος φίλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κατάμαυρος φίλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα χρυσά χέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και τα παίρνει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ (1960)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΡΧΟΤΑΝΕ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή που ερχότανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γελαστή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η άλλη η γελαστή απ’ το λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η άλλη η γελαστή απ’ τη γωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> του φριχτού</span><br />
<span style="color: #000000;"> συγκλίναν προς εμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρόσωπό μου ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεκρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> με δυο πελώριους σταυρούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ απ’ τη δική του</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο γλύπτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμογελούσε</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήτανε ένα δύσκολο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρυμμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στην τσέπη μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσακίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρέατα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κόκαλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ήρθε η Ανάσταση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ντυμένος μαύρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα κόκκινο κερί</span><br />
<span style="color: #000000;"> βγήκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρελός</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους δρόμους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ήμουνα ένα κίτρινο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κι αυτά που ζωγράφιζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Modigliani</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είχα γεννηθεί</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ζωγραφισμένα στόματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπήκε η φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο καπνός</span><br />
<span style="color: #000000;"> σας έσπασε τα δόντια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένα κορίτσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έκαψε το φουστάνι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί πάγωσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέει: «Αγαπώ τα παγωμένα φορέματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σας κρατώ μόνο ένα λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευχαριστώ»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένας ζητιάνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέει: «Το ξέρετε;</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας πατέρας έγινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> περίστροφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ όμως</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχω ένα μεγάλο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με κόκκινες κουρτίνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύγετε!</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είστε άνθρωποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> είστε φεγγάρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε θέλω να σας ξαναδώ!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένας άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζεύει κομματάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> από χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πακέτα από τσιγάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμογελάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέει: «Είμαι δολοφόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί νομίζετε»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την καρδιά βαριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζί μ’ αυτούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε δύσκολους καιρούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μηδενισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεσπάω σ’ έναν άσπρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με αίμα</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΤΑΘΜΟΣ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">μνήμη Guillaume Apollinaire</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμίζει λάσπη τ’ όνειρό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ένα σκοτεινό τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περιμένω ένα τρένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φύτρωσαν πάνω στις ράγες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρένο σ’ ετούτον το σταθμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα να ’μαι άρρωστος πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όπως με παίρνει πάλι ο ύπνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά σιγά έρχεται εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με προσοχή με πλησιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μπήγει στο δεξί μου μάτι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΡΟΛΟΓΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρος ο ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον κήπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μητέρας μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα ψηλό καπέλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράσινο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο πατέρας μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάγευε τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα κουφό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρολόγι δύσπιστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετρώ τα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους περιμένω</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος είναι πράσινος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δέντρα καίνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιμένουνε τα χελιδόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα τα χέρια και τα πόδια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρέμονται στα δέντρα</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Με το μπαμπάκι του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> αχόρταγο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο φεγγάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα παιδί πεθαίνει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έν’ άλλο παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνει μια πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σπάζει το φεγγάρι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν μια όμορφη γωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια όμορφη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθιά ο ήλιος έβγαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα χάνοταν παράξενα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν μια όμορφη γωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια όμορφη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο θάνατό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πετούσαν πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάνοταν έσβηνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> παντοτινά</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Στην Εύα Μυλωνά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάλεψα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλεψα πολύ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όμως</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα αυτός ο μαύρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> έμεινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριφογυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δείχνοντας τα δόντια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάλεψα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλεψα πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να γίνουν όλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαύρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σκεπαστείτε</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΗΜΟΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλούν στην Παναγία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ανέκφραστο το δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους κοιτάζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κοράκια ντύθηκαν κόκκινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν πόρνες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η εκκλησία έσπασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ την πολλή βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι άγιοι βρεθήκανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τρέχουνε στους δρόμο</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΟΛΑΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έβγαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ζεστό σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχε ξεχάσει το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που επίμονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρνιότανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δόντια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βασίλευε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο τρελός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένα μπαμπάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η πίσσα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΣΦΡΑΓΙΔΑ ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ (1964)</strong></span></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΡΙΖΩ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γυρίζω γύρω γύρω ματωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο φεγγάρι του ύπνου μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ασπρίζει μέσα μου η φωτιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άγριο σπίτι της κούκλας</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις πασχαλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πόρφυρό σου μάτι υψώνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ εξουθενώνεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δέντρα που καίτε τα πορτοκάλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην παγωμένη σας βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ’ αναπαυτώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ασπρίζει μέσα μου η φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καυτό μες στην καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στάζει το κερί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και συ μαρμάρινο φεγγάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">με ραγίζεις</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΘΡΗΝΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χόρτο θυμωμένο μες στο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σπάζουν το φλιτζάνι τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> με δάκρυα τεντωμένα μες στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα μαύρες ολοκαίνουργιες καρφίτσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε το χρώμα των πουλιών θα τραγουδήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε οι πεταλούδες θα χτυπήσουν τα μαχαίρια;</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν στους ήλιους θα φυτρώσουν άλλα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ύπνος θα τους αδειάζει απ’ το σκοτάδι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι η νύχτα θα ’ναι όμορφη σα μέρα</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΗΜΑΔΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα σήματα που δώσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ήτανε δικά μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σκύλοι τραγούδαγαν παράφωνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι από τη χλόη φύτρωναν αστέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στην άσφαλτο τρυπούσαν το λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοπέλες του νεκρού αέρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άνοιγαν ξαφνικά τα δόντια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του καιρού</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βγει ο νέος μαστός</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αγαπημένος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κυνήγαγε ο αέρας το πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το κομμένο αίμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">έσταζε το αίμα πίσσα στο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτουρο άδειαζε πάνω από τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κεφάλια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">με μορφασμούς θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τωρινούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξεχασμένη την πληγή απ’ το</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεγγάρι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΥΡΙΑΚΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κύματα Κυριακής τα μάτια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύματα μοναξιάς τα χέρια μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τρίζουν από ύπνο αθώο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δόντια μέσα στην καρδιά μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το πεθαμένο το παιδί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν ξενιτεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάει κρατώντας ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινο σκυλάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο μαντίλι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τέρατα περπατούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάποδα στα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυσάει ένας άγριος αέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω απ’ τις λεμονάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πετάει μια νυχτερίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν πικραμένο ευαγγέλιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μ’ ένα μαύρο πανί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μία γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκεπάζει το φεγγάρι</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρυμμένο μένει το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε πίσω από δέντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε πίσω από θηρία</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε πίσω από σύννεφα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ακόμα καλοκαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τον έστησαν εκεί οπού φυσάει ο πιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγριος άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον έταξαν στις παγωνιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μια γραβάτα κόκκινη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναν ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαύρα γυαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> αίμα πάνω στο δηλητήριο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα κοντάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα καναρίνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον έστησαν εκεί οπού τινάζεται ο πόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον έδωσαν στο θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λάμπει ασημένιος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΟΝΙΚΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος χτυπάει ρυθμικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παγωμένος αέρας βγαίνει απ’ το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χέρι του τ’ αριστερό τσακίζει ο δαίμονας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπάζει το μαύρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπάζει και το κόκκινο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξάφνου ανθίζουν μυγδαλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνει τα ζάρια κλαίγοντας ο γέροντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αναστενάζει η Παναγιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όσους ξεγέλασε ο καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όσους ξεχώρισε η σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα είναι καρφωμένοι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν πεινασμένοι έλικες γυρίζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι δείχτες των ωρολογιών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ατάραχος ο Θάνατος κάθεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην καρέκλα του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μενεξεδένια συνάρτηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κόσμος</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΛΟΓΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">—Δε μου αρέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε μου αρέσει –λέγαν η φωνή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Δε μου αρέσουν τ’ άγρια ζώα που</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπαίνουν βγαίνουν και ουρλιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο στόμα σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Αυτό το είπε ένα λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έκαιγε απ’ το πυρετό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και που η μάνα του πριν απ’ αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο καιρό είχε πεθάνει</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Άραγε ο πνιγμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το ριγέ άσπρο κοστούμι στη γωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> να είμαι εγώ;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άκουσα τη φωνή του μακρινού πατέρα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έσπασα το ρολόγι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έβγαλα από μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλήθος μικρές ροδίτσες κι ελατήρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άπλωσα τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράσινες κίτρινες κόκκινες</span><br />
<span style="color: #000000;"> βγάζουν μικρές αόρατες φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ζώα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μια γάτα κόκκινη ξάφνου αγρίεψε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όρμησε και μου σκίζει τα βιβλία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άπλωσα την καρδιά μου πάνω στο τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;"> την έκοψα στα δύο μ’ ένα ψωμομάχαιρο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ύστερα ξάπλωσα λουλούδια μέσα στη μπανιέρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ύστερα έπεσα να κοιμηθώ</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έκοψα το κεφάλι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ’βαλα σ’ ένα πιάτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το πήγα στο γιατρό μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι απλώς πυρακτωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τότε είναι που χάλασε τον κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γύριζα έξαλλος τους δρόμους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνο το πράσινο απόγεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το νεκρό μου το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το βελούδινό μου μάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον έβλεπα να τριγυρνάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάλι μάκραινε και έφευγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα ξαναρχόταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο τέλος αγριεύτηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρχισε να ουρλιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έβαψε τα μάτια και τα νύχια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> φούσκωσε τα βυζιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;"> έκανε σα γυναίκα…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τότε είναι που έφυγε οριστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψιθυρίζοντας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Δεν είχα τύχη σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αύριο θα ξανάρθω</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ I</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν φοβούνται</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ II</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να</span><br />
<span style="color: #000000;"> περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Και το ’θελε πολύ αυτό)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τέτοιο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη</span><br />
<span style="color: #000000;"> θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον αφρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο καπετάνιος ζωντανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο πατέρας μου και η μητέρα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα διαβάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχουν ξεχάσει να διαβάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και συ μου είπες ψέματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρανίου με ξεγέλασες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με πιστέψατε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κατάρα με τις εφτά σκιές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάντα θα γράφω ποιήματα</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ουρλιάζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρέμονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα μισούσαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">από τη γη κοίταζαν κίτρινοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι αστροναύτες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν το περίμεναν</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κρύα βλαστάρια παράξενου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύτρωσαν στον Ουρανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ναι, δίχως ύπνο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι ανοίγανε τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πέφταν και σκορπίζανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες τα μαργαριτάρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αντίκρυ στέκοταν ένα μανιτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δηλητηριασμένο και τα κοίταζε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το πιο ωραίο γραμματόσημο</span></p>
<h4><strong>Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ&nbsp;DANTE GABRIEL ROSSETI</strong><br />
<strong>ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ</strong></h4>
<p>Άκου!<br />
Σου έλεγα τότε την αλήθεια<br />
την ήξερα τότε την αλήθεια</p>
<p>– Όχι, μου έλεγες<br />
τα πουλιά φυτρώνουν<br />
τα γουρούνια πετάνε<br />
τα λουλούδια περπατάνε<br />
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα</p>
<p>σου έδειχνα ένα πουλί<br />
έλεγες – Είναι λουλούδι<br />
σου έδειχνα ένα λουλούδι<br />
όχι, έλεγες – Είναι πουλί</p>
<p>κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα</p>
<p>τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι<br />
αυτό το σπασμένο σπαστικό<br />
παιδί<br />
που ο Ιούλιος Βερν<br />
έλεγε κάποτε:<br />
– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν<br />
βλέπω<br />
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο<br />
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο<br />
πάνω του πρόκες<br />
κι επιμένουνε<br />
να τ’ ονομάζουν</p>
<p>ΓΗ<br />
ίσως να είχες δίκιο τότε<br />
γι’ αυτό μπόρεσες και έζησες<br />
γι’ αυτό μπόρεσα και έζησα</p>
<p>ΑΥΓΗ</p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ&nbsp;</strong></h4>
<p>Από τη σκοτεινή μου τη γωνιά<br />
(τι το ’θελα στ’ αλήθεια, τότε,<br />
εκείνο το ηλιακό ρολόγι;)<br />
το χέρι στο διαβήτη<br />
το σκύλο ξαπλωμένο ακίνητο<br />
πλάι στα πόδια μου<br />
και κάτι κατάμαυρα μαλλιά<br />
που χτύπαγαν πάνω σ’ εναν κόκκινο ήλιο<br />
καταπρόσωπο</p>
<p>ήταν σα να ρωτούσα το τωρινό κενό</p>
<p>-Είσαι στ’ αλήθεια μαζί μου ευτυχισμένη;<br />
την ερώτησα.</p>
<p>-Μα, ναι, μ’ απάντησε<br />
Αφού κάθε πρωί όταν ξυπνάω<br />
τραγουδάω.</p>
<p><strong>ΚΕΦΑΛΙΑ</strong></p>
<p>Κεφάλια λάμποντα<br />
βέλη αναστάσιμα<br />
ωραίες<br />
στρογγυλές ιδέες</p>
<p>σάπια κεφάλια<br />
γεμάτα<br />
χαρτονομίσματα</p>
<p>κεφάλια<br />
γεμάτα ζώα<br />
πονηρά μερμήγκια</p>
<p>κεφάλια<br />
γεμάτα<br />
πέμπτη σκιά<br />
παραληρώντας<br />
εκλιπαρώντας&#8230;</p>
<p>κι ο χρόνος<br />
πάντοτε Κρόνος</p>
<p>Κανίβαλος τρόμος</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Όμως υπάρχουν ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγοι άνθρωποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν είναι κόλαση</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ζωή τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Fräulein Ramser</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ψάξε καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρες τους, Ποιητή!</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατάγραψέ τους προσεχτικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί όσο παν και λιγοστεύουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">λιγοστεύουν</span></p>
<h4><strong>Η ΛΑΜΨΗ</strong></h4>
<p>– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.<br />
Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πιά το χώμα, σιγά σιγά<br />
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.<br />
– Όμως &#8211; είπε ο πρώτος:<br />
Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ&#8217; το<br />
καρφώσω το μαχαίρι.<br />
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ&#8217; ένα<br />
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου<br />
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.</p>
<p>Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας<br />
το άχρηστο πιά χέρι του.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στον τάφο μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> περπατώ ταραγμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ απάνω κάτω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ απάνω κάτω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ακούω τα πράγματα τριγύρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ουρλιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ιδέες-αυτοκίνητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτοκίνητα-ιδέες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ανθρώποι περνάνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλούνε, γελάνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">λένε αλήθειες</span><br />
<span style="color: #000000;"> λένε ψευτιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μένα, για μένα!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Μη, τους φωνάζω</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη μιλάτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τις νεκρές αγάπες μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θα ξυπνήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα σας βγάλουν τα μάτια!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΑΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ανέβαινες στο βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κυνηγάς ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτός που κατεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε ο τάφος, τάφος της</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και λίγο έλειψε να τσακιστούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ τραβώντας για τον Ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ πέφτοντας κατακόρυφα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωνάζοντας κι οι δυο μαζί:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Ασάη Εσμέ Εσμέ Ασάη!</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)</span></strong></h3>
<h4><strong>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</strong></h4>
<p>Μην το φοβάστε το φεγγάρι με το σίδερο<br />
είπε το πορτοκάλι το σπασμένο μέσα μου<br />
μην τον φοβάστε τον ήλιο τον σκοτεινιασμένο<br />
τα ρημαγμένα φέρετρα<br />
τη μάνα της βροχής με τα βγαλμένα μάτια<br />
μην τις φοβάστε τις μαύρες τις φτερούγες<br />
του πουλιού<br />
μες στο κεφάλι σας<br />
στον ύπνο<br />
και ξάφνου αρχίζει<br />
να τις τινάζει λυσσασμένα<br />
και ξυπνάτε</p>
<p>Κοιτάξτε τον ’Ισίδωρο ψηλά πως λάμπει!<br />
Πως κατεβαίνει με σκοινί από το άστρο</p>
<p>Μενέλαο άρρωστο, τόνε φωνάζουν κάτω.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">στη Γιάννα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">φορούν κουρέλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακριβά κοστούμια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάνουνε, πετυχαίνουν ή</span><br />
<span style="color: #000000;"> νομίζουν ότι χάνουνε ή</span><br />
<span style="color: #000000;"> νομίζουν ότι πετυχαίνουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στο κέντρο της καρδιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους σημαδεύει.</span></p>
<h4><strong>ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ</strong></h4>
<p>&#8230;στο πλαϊνό μου διαμέρισμα μεταφέραν συνεχώς<br />
τους πληγωμένους<br />
τυλιγμένοι με άσπρες γάζες απ’ την κορφή ως τα<br />
νύχια, τραγουδούσαν.<br />
Στ’ απέναντι δωμάτιο ένα πουλάκι τοσοδά, ήτανε,<br />
λέει, ο Χάρος<br />
και μπρος στο δικό μου το δωμάτιο το λιοντάρι<br />
που είχε ανεβεί<br />
από τις σκάλες, έγδερνε με λύσσα την πόρτα μου<br />
να τήνε σπάσει.</p>
<h4><strong>ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ</strong></h4>
<p>Σαν τα φυλλώματα των δέντρων<br />
είναι τα μαλλιά<br />
που τα αναμαλλιάζει ο αέρας<br />
— στο καφενείο που πίνω τον πικρό καφέ μου<br />
μαλλιά μαύρα μακριά που άσπρισαν<br />
και χάθηκαν και πάνε</p>
<p>μαύρα μαλλιά<br />
στις ξενιτιές<br />
που χάθηκαν κι αυτά<br />
στην υγρασία στο πηχτό σκοτάδι</p>
<p>κοιτάζω στον καθρέφτη<br />
τα γένια μου είναι γκρίζα<br />
όμως τα μαλλιά μου<br />
είναι μακριά<br />
και είναι μαύρα.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">FRANZ KAFKA</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στρωμένο μ’ ένα βρόμικο παλιό χαλί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρίζος ποντικός.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.</span></p>
<h4><strong>Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</strong></h4>
<p>Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου<br />
είναι άδειο<br />
μόνο εγώ υπάρχω<br />
έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο<br />
γιατί ούτε εγώ υπάρχω.</p>
<h4><strong>Η ΑΓΙΑ</strong></h4>
<p style="padding-left: 280px;">X.</p>
<p>Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που<br />
η &#8216;Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με<br />
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματικότητα<br />
δεν υπήρχε καν.<br />
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα<br />
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω<br />
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,<br />
τέσσερις μήνες, κι όταν πιά με λύσανε ήτανε<br />
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η &#8216;Αγία χάθηκε<br />
κι ούτε που ξαναφάνηκε πιά.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον Πόρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιγάρα να καίνε σαν κεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρω γύρω στα τραπέζια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιγάρα πάνω στις καρέκλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιγάρα παντού</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάτια του να καίνε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φοβερό το γέλιο του·</span><br />
<span style="color: #000000;"> πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα σύννεφο σπουργίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα απ’ το θάνατό του.</span></p>
<h4><strong>Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ</strong></h4>
<p>Εδώ και πολλά χρόνια<br />
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα<br />
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου<br />
δε θέλει δώρα<br />
δε θέλει χρήματα<br />
πάγο και χρόνια<br />
χιόνια και πάγο<br />
σκισμένα ρούχα<br />
αχνά παπούτσια<br />
ο χρυσός νεκρός<br />
θα βγει έξω<br />
δεν τον γνωρίζει κανένας<br />
τον αλήτη νεκρό<br />
θα κάτσει στο πικρό καφενείο<br />
να πιει τον καφέ του<br />
κι ύστερα πάλι<br />
σε λίγες μέρες<br />
ήσυχα θα πεθάνει<br />
(ο νεκρός)</p>
<p>όταν έρθει ο χρόνος</p>
<p>κι όλες οι ρόδες<br />
κόκκινες όπως πρώτα<br />
θα γυρίζουν πάλι.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΚΡΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ένας κόσμος νεκρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίνει το παγωμένο γάλα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> βάρκες πηγαίνουν έρχονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> φέρνουν κι άλλους νεκρούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μητέρες χάνουν τα παιδιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τέρατα χαρτοπαίζουν:</span><br />
<span style="color: #000000;"> — Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξάφνου πάλι μιλάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> η κυρία σκατό και καρπούζι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μαχαίρι της</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ν’ αρχίσει να σφάζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">BATIR DES CHATEAUX EN ESPAGNE</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">στον Roger Milliex</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ και σαράντα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο θάνατος στέκει πλάι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι μι’ ασπροντυμένη κοπέλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαντάρει τις κάλτσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού και πού ρίχνει μια κρυφή ματιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με κοιτάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτίζω γκρεμίζω πύργους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Ισπανία</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περνάνε χρόνια και χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαντάρει τις κάλτσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο ρίχνει κλεφτές ματιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ματιές απορημένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ατάραχος πάντα χτίζω</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρεμίζω πύργους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Ισπανία.</span></p>
<h4><strong>ΗΣΥΧΑΣΤΕ</strong></h4>
<p>Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,<br />
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.<br />
«Τον αγαπημένο μας φίλο&#8230;» έγραφε.<br />
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.<br />
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.<br />
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανώ που<br />
γράφαν:<br />
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».<br />
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.<br />
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα<br />
βούρτσιζε τα ρούχα του.<br />
-Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.<br />
-Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.<br />
-Ησυχάστε<br />
-Ησυχάστε<br />
-Ησυχάστε.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">29 ΙΟΥΛΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">29 Ιουλίου, αποφράδα ημέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μη γεννήσεώς μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρίσκομαι βαθιά μες στα νερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> της θάλασσας του Πόρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεοφώτιστος</span><br />
<span style="color: #000000;"> συντροφιά με τους φίλους μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ψάρια.</span></p>
<h4><strong>ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ</strong></h4>
<p>Ο Φράντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια<br />
τώρα μες στον τάφο του<br />
δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.<br />
Κάθε βράδυ βγαίνει<br />
και δεν γνωρίζει πιά αυτή την Πράγα.<br />
Ρωτάει για κάποιον Κάφκα<br />
δεν τον γνωρίζουμε, λένε<br />
για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ<br />
και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.<br />
Όχι του λένε ο Choucas το πουλί<br />
έχει χρόνια πολλά να φανεί σ’ αυτή<br />
την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.</p>
<p>Kavka: Choucas, πουλί από το όποιο πήραν το όνομα οι Κάφκα.<br />
Το είχε και έμβλημα το εμπορικό μαγαζί του πατέρα του Κάφκα.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Το τρανζίστορ με παρηγορεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθαρίζω τα γυαλιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούω τραγούδια του χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τραγούδια για το καλοκαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγούδια για τους ήλιους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τραγούδια για τη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου.</span></p>
<h4><strong>LYNNE</strong></h4>
<p>Θυμάστε τότε που έγραφα για τα δαιμονισμένα<br />
πορτοκάλια;</p>
<p>στον Πόρο<br />
βρέθηκε<br />
η Lynne<br />
ένα κορίτσι<br />
από την γηραιά Αλβιόνα<br />
όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ<br />
βλέπω όνειρα φριχτά<br />
στον Πόρο<br />
μπαρ και μπαράκια<br />
και τα κουμπαράκια.<br />
Αν δεν βρει άλλου δουλειά<br />
η Lynne<br />
θα γυρίσει πίσω<br />
στα ζώα και τα θηρία της<br />
και την αγαπώ<br />
Lynne, Lynne,<br />
πως έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος<br />
Πόρος, θερμοκρασία 43°<br />
κάτι το πρωτοφανές!</p>
<p>και τότε καληνύχτα σας.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΝΗΣΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο Έρωτας είναι ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς περιμένω μέρες και μέρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να γυρίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> νησιά θανάτου καθώς περιμένω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να γυρίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί έρωτας είναι ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ του θανάτου τα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξαναρθείς.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Α! ναι είναι πάρα πολλά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Διονύσιος Σολωμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Νίκος Εγγονόπουλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Μπουζιάνης</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα ο Σκλάβος</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα ο Καρυωτάκης</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρασε ο Σκαλκώτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.</span></p>
<h4><strong>ΣΤΟ ΒΑΠΟΡΙ</strong></h4>
<p>Ο αδύνατος ευγενικός κύριος<br />
με το βυσσινί πόδι<br />
φαίνεται πολύ ευτυχισμένος<br />
αντίθετα με το κοριτσάκι<br />
που κλαίει διαρκώς<br />
γιατί η μαμά του δεν του αγοράζει<br />
το μικρό ανεμιστηράκι<br />
κι εγώ πελιδνός ποιητής<br />
«πράσινος ήλιος<br />
τα δέντρα καίνε»<br />
κάποτε θα περπατήσω<br />
επί των υδάτων<br />
όπως ο Ιησούς Χριστός.<br />
Όμως επί του παρόντος<br />
είμαι πολύ κουρασμένος<br />
και σας Χαιρετώ<br />
πέρα-για-πέρα<br />
όπως ο Καραγκιόζης.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑΣΤΡΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έναστρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ στη μίαν άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ στην άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αφιλόξενης</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτής</span><br />
<span style="color: #000000;"> γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> θυμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρέχαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φθινόπωρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους υπαίθριους</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνοικιακούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κινηματογράφους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα καθόμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα μαρμάρινα σκαλοπάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποιων σπιτιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> θυμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναστρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνη τη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ στη μία τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ στην άλλη άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αφιλόξενης</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτής</span><br />
<span style="color: #000000;"> γης.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι καλοκαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι χειμώνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνάν τα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνούν οι εποχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτή η καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώς πότε θ’ αντέξει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήμερα είδα έναν άνθρωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώναζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριφογύριζε μ’ ορμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σακάκι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φώναζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το Διάβολο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ με το μπερέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το κόκκινο κασκόλ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεχνάω</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολοένα ξεχνάω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λίγο θα ξεχάσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ποιός είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τότε…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΤΟΤΕ (1996)</span></strong></h3>
<h4><strong>Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη</p>
<p>Βάδιζα κατά μήκος της ακτής<br />
μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό<br />
τα κύματα γκρίζα κι ανατριχιαστικά<br />
κύματα γκρίζα σκάζαν στην παραλία<br />
μια δύναμη μ&#8217; έσπρωχνε να κάνω στροφή<br />
ν&#8217; αρχίσω να περπατάω πάνω στα κύματα<br />
μαύρες γάτες περπατούσαν πάνω στα γκρίζα κύματα</p>
<p>και η ψυχή μου ήταν νεκρή.</p>
<p>Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα σύννεφα.<br />
η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια<br />
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου</p>
<p>κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΙΟΥΛΙΟΣ 1990</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">—Ε, Μάρκο Πόλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου φώναζε τότε ο «Χριστός»</span><br />
<span style="color: #000000;"> άδεια η Φωκίωνος Νέγρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα εμείς οι δύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχαμε μείνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα σκυλιά.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">στον Αλέκο Φασιανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάλι πόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάλι τρόμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο άδικο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην άδικη ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ένα έρημο ξενοδοχείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφυγε ξαφνικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάθηκε η μητέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ ένα μακρύ τούνελ</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάθηκε ο πατέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έρημη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλανιέται</span><br />
<span style="color: #000000;"> από πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε τρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η άδικη ψυχή.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΗΤΕΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Καημένε Νίκο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί ζωή ήταν κι αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως εσύ καλά έκανες</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπινες τα ουζάκια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλους αυτούς τους μούντζωνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πριν να φύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρόφτασες κι αρπάχτηκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ένα κάτασπρο σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> την αθανασία σου.</span></p>
<h4><strong>ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ</strong></h4>
<p>Στο καφενείο<br />
έρχεται ο χοντρός νονός μου με τις λίρες<br />
Ούτε μία δεν είναι για σένα, λέει<br />
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου που περίμενα.<br />
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου<br />
&#8211; Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δαίμονες και Δαιμόνισσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> δαιμονίζονται στην ακτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαριεντίζονται μεταξύ τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που θα βασιλέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτή τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είναι πια δική τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά στον ορίζοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μια κόκκινη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε ψεύτικους καπνούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> βυθίζεται ένα καράβι.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι κολλημένες φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλων νεκρών ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> που όταν ήταν ζωντανοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> αστειεύονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή τσακωνόντουσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τον πεθαμένο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μένουν ακίνητοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κολλημένοι στους τοίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μόνο ο νεκρός ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριφογυρίζει στο κρεβάτι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> απελπισμένος.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΥΤΟΧΕΙΡ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">μνήμη Λ. Ι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αποχαιρετιστήκαμε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της</span><br />
<span style="color: #000000;"> φέρνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα.</span></p>
<h4><strong>ΚΑΠΝΟΣ Ή ΓΑΤΑ</strong></h4>
<p>Καπνός ήταν<br />
ή γάτα;<br />
όταν αυτός κατρακύλησε<br />
τα σκαλοπάτια<br />
βλέποντας<br />
καπνό ή γάτα<br />
κύλησε<br />
στο τελευταίο σκαλί<br />
κι ήτανε πιά νεκρός.</p>
<h4><strong>Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ</strong></h4>
<p>Πέρασε κι αυτό το δύσκολο πρωινό<br />
της Δευτέρας<br />
σπάσανε τα γυαλιά μου<br />
έσπασε το χέρι μου<br />
— Σκέτη δυστυχία — είσαι!<br />
(είπε κάποιος)<br />
Εγώ όμως αγόρασα άσπρα<br />
λουλούδια<br />
κάθισα στην πολυθρόνα μου<br />
κι άρχισα να γελάω σαν τρελός.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά στον ορίζοντα γίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ναυάγιο· είναι πολύ μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους φίλους και τους συγγενείς που</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους θρηνούν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους πνιγμένους, καθώς και τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.</span></p>
<h4><strong>Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ</strong></h4>
<p>Κάθε χρόνο<br />
κατά το μήνα Αύγουστο<br />
εισβάλλει στο προαύλιο<br />
του Μοναστηριού του Πόρου<br />
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού<br />
πετάει από πέτρα σε πέτρα<br />
τα παιδιά προσπαθούν<br />
να την πιάσουν<br />
αλλά δεν το κατορθώνουν<br />
είναι η Άγια-Πεταλούδα<br />
του Μοναστηριού του Πόρου<br />
πετάει από πέτρα σε πέτρα<br />
μόνο για λίγες μέρες<br />
κι ύστερα χάνεται<br />
για να ξαναεμφανιστεί<br />
πάλι τον άλλο Αύγουστο<br />
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα<br />
του Μοναστηριού του Πόρου&#8230;</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Με ζητούν στο τηλέφωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ έχουν τρελάνει απ’ το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλουν να μου μιλήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το καταραμένο απόγευμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Μα αυτό είναι παλιά ιστορία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους λέω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν εννοούν να σταματήσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Ναι, για την παλιά ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το καταραμένο απόγευμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχουν τρελάνει τ’ αυτιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι χτυπάει το τηλέφωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλω να σταματήσουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάλι χτυπάει το τηλέφωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το καταραμένο απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την παλιά ιστορία…</span></p>
<h4><strong>Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ</strong></h4>
<p>Γέλασε<br />
ο μαύρος κόκορας<br />
όταν του είπαν<br />
πως θα τον σφάξουν<br />
όταν όμως ήρθε η ώρα<br />
η κακή του ώρα<br />
έκλαψε ο μαύρος κόκορας<br />
έκλαψε ο μαύρος κόκορας</p>
<h4><strong>Ο ΓΑΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ</strong></h4>
<p>Ο θλιβερός γάμος που δεν έγινε<br />
αναποδογύρισαν τα βάζα<br />
σπάσαν τα λουλούδια<br />
τα στέφανα πήραν φωτιά<br />
και τα πετροβολήσαν με κουφέτα.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> συναντήθηκα με τον Διάβολο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Πώς από εδώ; τον ρώτησα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Έχω να πάρω δύο τρεις ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάπου κοντά, μου απάντησε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έκφραση στο πρόσωπό μου…</span><br />
<span style="color: #000000;"> —Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ταλαιπωρηθείς πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτή την απαίσια γη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή να λυπηθώ με τα λόγια του.</span></p>
<h4><strong>Τ’ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΑ ΡΟΛΟΓΙΑ</strong></h4>
<p>Δείχνουν 5 ή ώρα<br />
δείχνουν 7 και μισή<br />
δείχνουν 8<br />
δείχνουν 10<br />
δείχνουν 6 και μισή<br />
δείχνουν 17<br />
δείχνουν 4 και μισή<br />
δείχνουν 17 και μισή<br />
δείχνουν 3 τρεις<br />
δείχνουν 1 μία<br />
δείχνουν 6<br />
δείχνουν ΘΑΝΑΤΟ.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να, ξαφνικά βρέθηκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όρθιο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τα ό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ έ σ α σ ε λ ά μ ψ η, με τα χέρια απλωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.</span></p>
<h4><strong>ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">στον Γιώργο Στενό</p>
<p>Σήμερα ήρθε και κάθισε στο περβάζι<br />
του παραθύρου μου<br />
ένα άσπρο περιστέρι.<br />
Τι γυρεύεις εδώ, του είπα,<br />
μήπως σου δώσαν λάθος διεύθυνση;<br />
Καθόλου, μου απάντησε, τι νομίζεις<br />
το περβάζι σου είναι μόνο<br />
για μαύρα πουλιά;<br />
Έκανε δύο τρεις βόλτες πάνω κάτω,<br />
άφησε μια κουτσουλιά και πέταξε,<br />
αφήνοντάς με έκπληκτο!</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι κοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ ξαγρυπνώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνώ σε χρυσή κλωστή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασημένια φεγγάρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περιμένω να ξημερώσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να γεννηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας νέος θεός</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στην καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> την παγωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από άγρια φαντάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη μαύρη πίκρα.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «Η ΕΛΠΙΣ»</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ξενοδοχείο «Η Ελπίς». Κάθε βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία</span><br />
<span style="color: #000000;"> απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> την πελατεία και είναι θαύμα πώς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τί αγιασμούς αλλά και τί ξόρκια ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά ΤΙΠΟΤΕ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των δύο φαντασμάτων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4><strong>ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ</strong></h4>
<p>FREAR.GR 19/1/2015</p>
<p>Ποιήματα (1945-1998)</p>
<p>Η νέα έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη, Ποιήματα (1945-1998), από τις εκδόσεις Κέδρος, είναι πλέον γεγονός. Πενήντα ετών δημιουργία συγκεντρωμένη όλη σε ένα σώμα. Η έκδοση δεν έχει κανένα συνοδευτικό προλογικό, εισαγωγικό ή άλλο σημείωμα. Είναι εύχρηστη με το σκληρό της εξώφυλλο, λιτή και διακοσμημένη με πουλιά, ζώα, ψάρια, φεγγάρια, κεραυνοφόρα, τεθλασμένα τόξα κατευθυνόμενα άλλα προς τα πάνω και άλλα προς τα κάτω, σαν να προειδοποιούν για τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε στεριά, ουρανό και θάλασσα. Μια μικρή περίληψη της εικαστικής εκδοχής της ποίησής του, όπως ο ίδιος την εμπνεύστηκε, κάπως σαν αποχρωματισμένος ή αποκαρδιωμένος Χουάν Μιρό.</p>
<p>Ο Σαχτούρης (1919 –2005), γόνος επιφανούς υδραίικης οικογένειας, δισεγγονός του Γιώργη Σαχτούρη του αγωνιστή του ’21, γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους Δημητρίου Σαχτούρη, γεννήθηκε στην Αθήνα και φοίτησε στη Νομική, χωρίς να αποπερατώσει τις σπουδές του. Το 1937 πέθανε ο πατέρας του, που όπως είναι φυσικό, τον είχε παροτρύνει να σπουδάσει Νομικά. Το 1939, όμως, σαν τον μπουρλοτιέρη προπάππο του, σε μια κρίση, ανάμεσα στο διάβασμα για το πτυχίο και τη συγγραφή της Λησμονημένης έβαλε φωτιά στα βιβλία και εγκατέλειψε τη Σχολή. Η μεγάλη επανάσταση του δισεγγονού ήταν να ασχοληθεί με μια άλλη επαναστατική πράξη, την Ποίηση. Το 1943 γνώρισε τον Οδυσσέα Ελύτη που και εκείνος είχε κάνει ακριβώς το ίδιο. Ο Ελύτης που στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 300) τον κατατάσσει στους «πιο σημαντικούς» του «ανανεωμένου επιτελείου» των Νέων Γραμμάτων, συνδέθηκε φιλικά μαζί του, καθώς και ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ήταν ο υπερρεαλισμός που τους έδενε. Ο Ελύτης, μάλιστα, τον παρότρυνε να παρουσιάσει ποιήματά του στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, πράγμα που έγινε το 1944. Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε την πρώτη του συλλογή, τη Λησμονημένη, που ανοίγει και τον τόμο των σημερινών Απάντων του. Η «Λησμονημένη», σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, είναι μια γυναίκα, την οποία θα βρούμε σε όλα του τα ποιήματα μέχρι τα Εκτοπλάσματα. Ακολούθησαν άλλες συλλογές και το 1952 φτάνει η ώρα της καλύτερης απ’ όλες, Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία, παραδόξως, δεν έτυχε καλής κριτικής. Αντιμετωπίστηκε με χλευασμό, τακτική που χρησιμοποιήθηκε και εναντίον του Εγγονόπουλου. Η συλλογή πούλησε μόνο πέντε αντίτυπα. Τα αρνητικά και χλευαστικά σχόλια υπέγραφαν γνωστοί κριτικοί, οι οποίοι ήταν τελείως ανενημέρωτοι και ανίκανοι να νιώσουν μια ποίηση τόσο έξω από το παραδοσιακό ποιητικό ρεύμα, τον υπερρεαλισμό, με το οποίο δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένοι, ένα κίνημα τόσο επαναστατικό, στον οποίο είχαν προσχωρήσει και ο Σαχτούρης και ο Εγγονόπουλος (αν και ο Εγγονόπουλος έλεγε ότι δεν προσχώρησε ποτέ στον υπερρεαλισμό. Τον υπερρεαλισμό τον είχε μέσα του από πάντα), και από το οποίο απουσίαζε η πολυθρύλητη «νοηματική αλληλουχία» που ήταν συνηθισμένοι να ψάχνουν να την βρουν. Ό,τι δεν τους ταίριαζε ήταν απορριπτέο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει για τον Καρούζο: «Καημένε Νίκο/ τι ζωή κι αυτή / κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες». Όμως, όταν ωρίμασαν τα πράγματα και εμφανίστηκαν νέοι κριτικοί στο χώρο, το έργο του, όχι μόνο αναγνωρίστηκε αλλά και βραβεύτηκε με το Α΄ Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του Όταν σας μιλώ (1956), με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα Στίγματα (1962) και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του Εκτοπλάσματα (1987). Τελευταία του εμφάνιση ήταν η συλλογή Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).</p>
<p>Ο Σαχτούρης δεν εργάστηκε, όπως δεν εργάστηκε και ο Σολωμός και ο Ελύτης και άλλοι. Όμως αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε να ξεπουλήσει την οικογενειακή περιουσία, κρατώντας μόνο δυο απλά συναισθηματικής αξίας ενθύμια. Ο γνήσιος ποιητής πρέπει να βρει το «μηχανάκι» του, είχε πει σε μια συνέντευξή του στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο. Και πράγματι το «μηχανάκι» τού έδινε τη δύναμη να κάνει πτήσεις, να σφίγγει τα λουριά του, να καρφώνει σταυρούς, να βλέπει τα πράγματα να αιωρούνται, να μπορεί να κόβει το κεφάλι του, να το πετάει στο ποτάμι και να το ξαναβάζει, να κυκλοφορεί με «πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή». Με ένα τέτοιο κεφάλι φυσικό ήταν να βλέπει «ονείρατα γυρτός, ξυπνητός και κοιμιστός», όπως θα έλεγε και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Και αυτό επιβεβαιώνεται από δύο περιστατικά. Το ένα που βλέπει ξυπνητός είναι η Λυν ή αλλιώς Lynne, σερβιτόρα στο μπαρ της παραλίας του Πόρου: ξαφνικά, «έκλεισε το μπαρ /βλέπω όνειρα φριχτά… Αν δεν βρει αλλού δουλειά/ η Lynne/ θα γυρίσει πίσω… Lynne, Lynne,/πώς έτσι αναποδογύρισε ο κόσμος/ Πόρος, θερρμοκρασία 43° κάτι το πρωτοφανές! /και τότε καληνύχτα σας».</p>
<p>Το άλλο είναι η «συνάντησή» του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, πάλι στον Πόρο:<br />
«Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον / στον Πόρο /τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα/ τσιγάρα να καίνε σαν κεριά/ γύρω γύρω στα τραπέζια / τσιγάρα πάνω στις καρέκλες / τσιγάρα παντού/ κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε./ Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος / τα μάτια του να καίνε./ –Πώς από τον Πόρο, Ανδρέα;/ εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο./ – Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα/ στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;/ Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο / το φοβερό γέλιο του· /πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια / ένα σύννεφο σπουργίτια / πέρα απ’ το θάνατό του».</p>
<p>Και φυσικά η ιστορία είναι αληθινή. Ο Σαχτούρης βρέθηκε στον Πόρο. Μπήκε σε ένα κατάστημα να ψωνίσει κάτι και η πωλήτρια, μια σεβαστή κυρία, του είπε: «Γεια σας, κύριε Εμπειρίκο. Πώς από τον Πόρο;». Και ο Σαχτούρης αφηγείται: «Τα ’χασα και βγαίνοντας σ’ ένα πεζούλι ζαλισμένος κάθισα. Έγινε ή το φαντάστηκα; Κι όμως με είπε κυρ Αντρέα και Εμπειρίκο. Εκείνος από την Άνδρο κι εγώ από την Ύδρα, τι δουλειά έχουμε στον Πόρο; σκέφτηκα. Και ο Εμπειρίκος να ’ναι δέκα χρόνια πεθαμένος… Και την ώρα εκείνη πέρασε από μπροστά μου ένα σμάρι από σπουργίτια και ‘πολύχρωμα ποδήλατα να περπατάνε’. Έτσι πήγα κι έγραψα το ποίημα που φέρει τ’ όνομά του»1.</p>
<p>Όμως και στην Κυψέλη, όπου πέρασε όλη του τη ζωή, είχε μια πολύ σπουδαία συνάντηση, όταν στην καλοκαιρινή ερημιά της πολύβουης γειτονιάς συνάντησε Εκείνον : – Έ, Μάρκο Πόλο/ μου φώναξε τότε «ο Χριστός» /άδεια η Φωκίωνος Νέγρη /μονάχα εμείς οι δύο /είχαμε μείνει/ και τα σκυλιά («Ιούλιος 1990»). Σε μια τέτοια μοναξιά θα πρέπει να βίωσε σα φωτοστέφανο την αύρα που αποτύπωσε στους στίχους: είδα τον Ποιητή ολομόναχο/ και γύρω του να λάμπει το κενό(«το ποντίκι»).</p>
<p>Ωστόσο, «το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του», λέει ο Ελύτης. Και ο Σαχτούρης γέμισε το δικό του, με τον Χριστό και τους πεθαμένους φίλους, με τους αγαπημένους στα κάδρα, στον τοίχο, στους στίχους, στη σκέψη και στην καρδιά. Η νέα έκδοση, δέκα χρόνια μετά την εκδημία του, μας φέρνει το σώμα και το αίμα και το πνεύμα του στα χέρια μας, Μας φέρνει μήνυμα σαν το «άσπρο περιστέρι» που πήγε και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου του. Μας κάνει νεύμα να τον ξαναδιαβάσουμε.</p>
<p>.</p>
<h4>
<strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h4>
<p>Το Βήμα/ Βιβλία 26/10/2014</p>
<p>Μίλτος Σαχτούρης: Ο υπερρεαλιστής του μεταπολέμου</p>
<p>Η συγκέντρωση για πρώτη φορά όλων των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) σε έναν λιτά επιμελημένο τόμο επιβεβαιώνει την εικόνα του ως ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και όχι μόνον αυτής. Ξεφυλλίζοντας την καινούργια έκδοση, εύκολα διακρίνουμε τα στοιχεία που χωρίζουν τις συνθέσεις της ηλικιακής του ωριμότητας από το παλαιότερο έργο του, διαμορφωμένο κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών: από τη Λησμονημένη (1945) ως και Το σκεύος (1971). Από τα 29 ως και τα 52 του χρόνια ο ποιητής θα κινηθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες που επιφύλαξε η Ιστορία στην εποχή του, εγγράφοντας την αιματηρή της πραγματικότητα σε μιαν ευθύς εξαρχής τεθλασμένη γραμμή. Ως υπερρεαλιστής του μεταπολέμου, ο Σαχτούρης θα αποφύγει τα γλωσσικά παιχνίδια και τις μυστικιστικές τάσεις των προκατόχων του, πιάνοντας από πολύ νωρίς επαφή με τον δραματικό λόγο του εξπρεσιονισμού. Το χρώμα και οι καθαρές μεταφορές που χρησιμοποίησαν εν εκτάσει οι εξπρεσιονιστές, λίγο προτού αναλάβει δράση ο υπερρεαλισμός, σε συνδυασμό με το εικαστικό άνοιγμα το οποίο επιχείρησαν ζωγράφοι όπως ο Καντίνσκι, ο Κλέε, ο Βαν Γκογκ και ο Μουνκ, θα γίνουν το έδαφος επί του οποίου θα θεμελιώσει ο Σαχτούρης το δραματουργικό και το ηθικό ποιητικό του σύστημα.<br />
Με τα χρώματα και τις ισχυρές μεταφορές (μεταφορές που θα σβήσουν αμέσως και το τελευταίο ρεαλιστικό τους ίχνος), ο ποιητής θα σκηνοθετήσει υποβλητικά τα πρόσωπά του, βυθίζοντάς τα στο παράλογο και στην παράνοια. Η ένταση των μεταφορών και η έξαρση των χρωμάτων, που θυμίζουν την αδιαφοροποίητη, συμπαγή πυκνότητα της μπογιάς, θα αποκαλύψουν έναν παρά φύσιν κόσμο: τον κόσμο που θα προέλθει από το μακελειό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, έναν κόσμο για τον οποίο το μόνο που μπορεί να κάνει η ποίηση είναι να τον διορθώσει επί τα χείρω.<br />
Φτάνοντας σε προχωρημένη ηλικία, ο Σαχτούρης θα απομακρυνθεί εμφανώς από το κλίμα της νιότης και της πρώτης του ωριμότητας. Τα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν μετά την πτώση της δικτατορίας, από τα Χρωμοτραύματα (1980) μέχρι και το Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998), μοιάζουν με ένα είδος αποχαιρετισμού στο ποιητικό παρελθόν, με μιαν απότιση φόρου τιμής σε όσα προηγήθηκαν και δεν πρόκειται πλέον να επαναληφθούν. Ο Σαχτούρης θα παρακολουθήσει τώρα εξ αποστάσεως τον αλλοτινό εαυτό του, επιβάλλοντας στην αρχιτεκτονική του μια διπλή απογύμνωση: απογύμνωση τεχνοτροπίας, αλλά και απογύμνωση από κάθε έννοια του συλλογικού, που θα οδηγήσει έτσι σε μιαν αδρά εκπεφρασμένη ατομικότητα. Περιστέλλοντας δραστικά την εξπρεσιονιστική λειτουργία των εικόνων του, ο ποιητής θα αποσπάσει τους ήρωές του από το πλαίσιο του υπερβατικού και του παραλόγου, για να τους ρίξει σε ένα πολύ πιο χειροπιαστό περιβάλλον. Οι παράταιρες, αν όχι και εκτρωματικές, μορφές της ανατρεπτικής μυθολογίας των νεανικών του ποιημάτων, βασισμένες στη λειτουργία της αλληγορίας και του συμβόλου, θα αντικατασταθούν εδώ από ένα τοπίο ενθύμησης και εξομολόγησης. Οι κόκκινες ρόδες, τα άσπρα κορίτσια και τα μαύρα φαντάσματα, που θα κυριαρχήσουν ως το Σκεύος στην εικονοποιία του, θα μετατραπούν σε απτές, μετά βίας μεταφορικές οντότητες: μια σκοτεινή γωνιά που ατενίζει το κενό, ένα θανατερό φάσμα που ταυτίζεται με μιαν ασπροντυμένη κοπέλα, μια ομάδα από πιτσιρικάδες που φορούν τα κουρέλια τους σαν ακριβά κοστούμια, αλλά κι ένας όγκος από γκρίζα κύματα που καταπίνουν τις ανήμπορες και αβοήθητες ψυχές ή μια σειρά από καταραμένα απογεύματα που καταλήγουν σε συναντήσεις με τον Διάβολο.<br />
Τοποθετημένο σε μια τέτοια τροχιά, το παρελθόν μπορεί να μην απορριφθεί και να μη διαγραφεί εξ ολοκλήρου (ενδεχομένως κατά τόπους να επανέλθει σε μιαν αποχρωματισμένη εκδοχή του), θα σπεύσει όμως να μετατραπεί σε αντικείμενο απολογισμού, ανακαλώντας ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες στοίχειωσαν επί μεγάλο διάστημα την ποιητική συνείδηση: συνείδηση που τείνει σε αυτή τη φάση να συρρικνωθεί εν όψει ενός φανερά επερχόμενου τέλους. Ο Σαχτούρης της ώριμης ηλικίας θα μετατοπιστεί από τον πανικό τον οποίο προκάλεσε κάποτε στους πρωταγωνιστές του ο παραλογισμός της Ιστορίας σε ένα άλλο επίπεδο: στον τρόμο με τον οποίο θα τυλίξει τον ίδιο η αγωνία του βιολογικού θανάτου.<br />
Και υπό αυτούς, όμως, τους όρους ο θάνατος δεν θα αποβάλει τη δύναμη και το δέος της επιβολής του, παραπέμποντας, έστω και διά της πλαγίου, στο σύμπαν του μεταπολεμικού Σαχτούρη. Εκεί όπου το θανατικό θα ενσκήψει με μορφή λαίλαπας στους αθηναϊκούς δρόμους. Εκεί όπου λουλούδια θα καταβροχθίσουν μέλισσες και γεράκια θα αφανίσουν σμήνη άλλων πουλιών. Εκεί όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά και φυσικός ή κτιστός περίγυρος θα παραμορφωθούν και θα εξαρθρωθούν κατ’ επανάληψη, ανταλλάσσοντας με κινηματογραφική ταχύτητα ρόλους και ιδιότητες. Και όλα αυτά όχι για να κρύψουν την καθημερινή φρίκη, αλλά για να την ξεδιπλώσουν και να την αναπαραστήσουν με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο. Και ο ποιητής; Μα, εκείνος θα πεθάνει καγχάζοντας (κύριε, είσαστε νεκρός;) μαζί με όσα θα δει να χάνονται διαμιάς και διά παντός από μπροστά του, υποχρεωμένος καθώς θα είναι άλλοτε να ανέβει στους ουρανούς για να συναντήσει νεκρές γυναίκες και παιδιά, άλλοτε να ταξιδέψει σε πεθαμένα φεγγάρια και άλλοτε να ασπαστεί τα φαντάσματα των ποικιλοτρόπως αφανισμένων. Ο θάνατος των άλλων θα αποδειχθεί σίγουρα και δικός του θάνατος. Με μια διαφορά: ότι ο δικός του θάνατος θα γίνει το γλωσσικό όχημα για τον ηθικό έλεγχο του θανάτου των άλλων.<br />
Ιστορία, μεταφορά, παράλογο: κανένα όριο δεν θα επιβάλει καμία προδιαγεγραμμένη τάξη και η μεταϋπερρεαλιστική φωνή του Σαχτούρη θα εξακοντιστεί χωρίς ούτε ένα ράγισμα ως τις ημέρες μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ</strong></h4>
<p>Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο 4/10/2014</p>
<p>Ο ποιητής της οδού Μηθύμνης</p>
<p>Συγκεντρωτική έκδοση των τριακοσίων ποιημάτων τού δημιουργού του «Σκεύους» και των «Χρωμοτραυμάτων» κυκλοφόρησε ο Κέδρος. Ο εφιαλτικός κόσμος των ποιημάτων του μοιάζει, ίσως, με τον κόσμο του μέλλοντός μας.<br />
Θα μπορούσε ποτέ ο Μίλτος Σαχτούρης να έχει πάρει το Νομπέλ; Αναμφισβήτητα ναι. Δεν υπολείπεται &#8211; κάθε άλλο &#8211; ποιητών που, όταν μάθαμε την απονομή σε αυτούς του βραβείου, αναρωτηθήκαμε ποιοι άραγε να είναι. Για να συμφωνήσουμε, μόλις διαβάσαμε τα ποιήματά τους, πόσο δίκαιη υπήρξε η απονομή και πόσο δίκαια γνωστοί και σεβαστοί ήταν στις πατρίδες τους, έστω κι αν εμείς τους αγνοούσαμε. Φαίνεται πως η Σουηδική Ακαδημία, εδώ και 114 χρόνια, έχει δημιουργήσει ένα επαρκέστατο δίκτυο πληροφοριοδοτών, ώστε φτάνει και περισσεύει ποιητές, πεζογράφοι και φιλόσοφοι που έχουν καταξιωθεί στην πατρίδα τους, έστω κι αν τους αγνοεί ο υπόλοιπος κόσμος, προκειμένου να τους εκλέξει για τη μεγάλη αυτή τιμή.</p>
<p>Με την προϋπόθεση βέβαια ότι κάποιες μεταφράσεις τους υπάρχουν. Διαφορετικά πώς θα γινόταν να απονεμηθεί το Νομπέλ στον τσεχοσλοβάκο ποιητή Γιαροσλάβ Σέιφερτ, στον Ισπανό Αλεχάιντρε Βιθέντε ή στον Ντέρεκ Ουόλκοτ που είχε γεννηθεί στη Σάντα Λουτσία, ένα νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής; Το προβληματικό λοιπόν δεν θα ήταν να έχει απονεμηθεί το Νομπέλ στον Μίλτο Σαχτούρη, το προβληματικό θα ήταν τι θα γινόταν με τον ίδιο τον Σαχτούρη ενώ θα του είχε απονεμηθεί το Νομπέλ, αφού προϋπόθεση για την παραλαβή του είναι να ταξιδέψει ο τιμώμενος στη Σουηδία, να παραστεί στη σχετική εκδήλωση, να μιλήσει, να ευχαριστήσει τους βασιλείς κ.λπ.<br />
Μια ελάχιστη διαδρομή χρειάστηκε να κάνει, όταν ζούσε, από το διαμέρισμά του που ήταν στην οδό Μηθύμνης στην Κυψέλη ώς την οδό Ιπποκράτους όπου βρίσκονταν τα γραφεία της εταιρείας που απένεμε το βραβείο Φίλιπ Μάθιους (το συνόδευε μάλιστα κι ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, γεγονός κάθε άλλο παρά αμελητέο για τον δημιουργό τού «Με το πρόσωπο στον τοίχο») και χρειάστηκε να καταστρώσουμε ολόκληρο επιτελικό σχέδιο με τη φίλη Ολγα Σελλά προκειμένου να τον μεταφέρουμε στον χώρο της απονομής, όπου θα του καταβαλλόταν και η σχετική επιταγή. Τον ξεγελάσαμε κανονικότατα όσον αφορά τον χρόνο που θα έπρεπε να λείψει από το σπίτι του, σεβόμενοι όμως απολύτως την επιθυμία του να μην πει έστω και μια κουβέντα, είτε για να ευχαριστήσει είτε για να εξομολογηθεί.<br />
Επανήλθαν ζωηρότατα όλες αυτές οι εικόνες αλλά και άλλες πολλές κρατώντας στα χέρια μας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (όλα δηλαδή τα ποιητικά βιβλία &#8211; 14 τον αριθμό &#8211; που εξέδωσε από το 1945 έως το 1998), μια πραγματικά μνημειώδης έκδοση. Οχι μόνο γιατί μέσα σε 370 σελίδες, δίκην επισκεπτηρίου, έχουμε το «άπαν» ενός ποιητή. Ούτε γιατί ευκόλως υπολογίζουμε ότι του χρειάζονταν σχεδόν τέσσερα χρόνια για να γράψει ένα ποιητικό βιβλίο. Αν και γίνεται ακόμα πιο ανάγλυφος ο λογαριασμός σε περίπτωση που τον επιχειρήσουμε διαφορετικά: ο αριθμός των 300 ακριβώς ποιημάτων που περιλαμβάνονται στα δεκατέσσερα ποιητικά του βιβλία, που εξέδωσε μέσα σε πενήντα τρία χρόνια, σημαίνει ότι έγραφε έξι ποιήματα τον χρόνο. Ενα ποίημα κάθε δύο μήνες. Ενας ολιγογράφος δηλαδή ποιητής, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή η θέση που έχει καταλάβει μέσα στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης.<br />
Κίτρινα αεροπλάνα<br />
Μια θέση που θα ισχυροποιείται μέσα στο αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου, καθώς ο εφιαλτικός κόσμος που στοιχειώνει τα ποιήματά του, είτε γιατί είχε το χάρισμα της προφητείας είτε γιατί προβίωνε σε προσωπικό επίπεδο κάτι που επρόκειτο να συμβεί, φαίνεται πως θα είναι ο κόσμος του μέλλοντός μας. «Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό / άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα / κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια / και ούρλιαζαν / όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες / πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που / κρέμονταν / μαζί μ&#8217; αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν / και τα μισούσαν».<br />
Αν η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου μπορεί να θεωρηθεί υποδειγματική είναι και για έναν ακόμη λόγο: πρόκειται για μια έκδοση που περιλαμβάνει μόνο το σύνολο των ποιητικών βιβλίων του Μίλτου Σαχτούρη. Χωρίς προλόγους ή επιλόγους, παραπομπές ή ημερομηνίες και βιογραφικά στοιχεία, η έκδοση αυτή ορθώνεται ως μια σοβαρή, αυστηρή επιτύμβια στήλη που μεταβάλλει ακόμα και τις αναπόφευκτες ή απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες σε βάρος περιττό και άχρηστο. Σαν να υπογραμμίζει την ανάγκη ότι όποιος ενδιαφέρεται για τον Σαχτούρη επιβάλλεται να επικοινωνήσει κατευθείαν με το ίδιο του το έργο, χωρίς τα βοηθητικά δεκανίκια των ερμηνειών και των εξηγήσεων. Αν και είναι μια ποίηση που χρήζει τόσο ερμηνείας για τους ανευαίσθητους αναγνώστες, που υπάρχουν και αυτοί, όπως υπάρχουν και οι ευαίσθητοι. Οι οποίοι αναγνωρίζουν, μέσα στην κρυπτικότητα και την ασάφειά της, μια ποίηση λιτή, πεντακάθαρη, που εξηγεί η ίδια τον εαυτό της με έναν τρόπο συγκλονιστικό.<br />
Οπως για παράδειγμα το ποίημα «Το ποντίκι», γραμμένο μέσα στη χούντα από τον «απολιτικό» Σαχτούρη: «Ο ένας να μιλάει για έναν Μάρτυρα / κι άλλος να απαντάει για έναν ποντικό / ο ένας να μιλάει για έναν Αγιο / κι ο άλλος να απαντάει για έναν σκύλο / και είναι τότε που μέσα στην μαυρίλα / είδα τον Ποιητή ολομόναχο / και γύρω του να λάμπει / το κενό».<br />
Η αιμάτινη συνθήκη<br />
Αν υπάρχει κάτι στην τέχνη, είτε πρόκειται για την ποίηση είτε για την πεζογραφία, τη ζωγραφική ή τη μουσική, το θέατρο ακόμη, που μετρά ιδιαίτερα είναι η ειλικρίνεια. Ολα μπορεί να συκοφαντηθούν ή να θεωρηθούν ύποπτα, να καταργηθούν ή να αντικατασταθούν ως αξίες αισθητικές, η ειλικρίνεια κάνει αισθητή την παρουσία της ακόμη κι αν γυρίσει ο κόσμος ανάποδα. Εχει σχέση με μια ιδιότυπη επιμονή, έτσι όπως μπορείς να αμφισβητήσεις σε έναν δημιουργό το βεληνεκές του ταλέντου του, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορείς να αμφιβάλλεις για τον κόσμο του όταν συνεχίζει να τον καλλιεργεί, ενώ γύρω του όλα αλλάζουν. Εκφράζει θαυμάσια αυτή την αιμάτινη συνθήκη ο Μίλτος Σαχτούρης, καθώς για τις μονομανίες και τις ιδεοληψίες του κανείς δεν υπήρξε ποτέ που να τον κατηγορήσει ότι καλλιεργεί συνειδητά έναν «μύθο» γύρω από το άτομό του.<br />
Ισως σε αμνημόνευτους για τον ίδιο καιρούς να είχε αναγνωρίσει πως, αφού το να γράφει ποιήματα ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε, όφειλε να επιβάλει στον εαυτό του μια ισοβίως βασανιστική συνθήκη. Δεν είναι τυχαίος άλλωστε ο τίτλος ενός ποιητικού του βιβλίου που το είχε ονομάσει «Το σκεύος», χωρίς να μπορεί να διευκρινίσει κανείς αν εννοούσε τον εαυτό του ή οποιονδήποτε καλλιτέχνη αναγνωρίζει ως ύψιστη επιλογή τον περιορισμό του σε μια στενή λωρίδα γης. Ετσι ώστε αυθορμήτως να προκύψει το ιδιαίτερο, το ξεχωριστό που μπορεί να εκφράσει τους πάντες. Μια και στο βιβλίο αυτό υπάρχουν ποιήματα εμπνευσμένα ή αφιερωμένα στον Μότσαρτ, τον Ντίλαν Τόμας, τον Ισαάκ Μπράιτον.<br />
Αν όμως ακόμα και η ποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένας αψευδής μάρτυρας, υπάρχει μια ακόμη πιο αδιάβλητη πηγή, όπως είναι το γράμμα που μπορεί να γράψει ένας καλλιτέχνης σε έναν φίλο του, επίσης καλλιτέχνη: 1962 και ο Σαχτούρης «επισημοποιεί» κατά κάποιον τρόπο τις εμμονές του στον ζωγράφο Αλέκο Φασιανό γράφοντάς του (το γράμμα μάς γίνεται σήμερα γνωστό για πρώτη φορά):<br />
«Αθήνα, 26/2/62<br />
Αγαπημένε μου Αλέξη, το γράμμα σου με βρήκε πάλι αδιάθετο, κρυωμένο μέσα σ&#8217; έναν Φεβρουάριο συνεχώς γκρίζο, συννεφιασμένο και με κρύο που ασφαλώς ζηλεύει το Παρίσι, αλλά με βρήκε με χαρά να φτιάχνω τις σελίδες (σελιδοποίηση στα χειρόγραφα φυσικά) του νέου μου βιβλίου, που πολύ αμφέβαλλα γι&#8217; αυτό, αλλά τώρα που το βλέπω συγκροτημένο αρχίζει να μου αρέσει. Πάντως δεν ξέρω πότε θα πάρω την απόφαση και πώς θα βρω τα λεφτά για να το βάλω μπρος. Πολύ με συγκίνησες με αυτά που μου γράφεις για τον κακής μοίρας ποιητή Robert Desnos. Τα του τέλους του τού τραγικού τα ήξερα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί κατά κόρον τα γράψανε οι εφημερίδες και τα περιοδικά μετά την απελευθέρωση. Πολύ λυπημένα πράγματα, να σκίζεται η καρδιά σου. (Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις θυμούνται οι εφημερίδες). Κατά τα άλλα κι εγώ είμαι λυπημένος, πολύ αναλογίζομαι τα περασμένα τον τελευταίο καιρό και είναι κακό σημάδι αυτό το πράγμα, γεγονότα που γίναν πριν οκτώ ή δεκαπέντε χρόνια που μου φαίνονται τόσο κοντινά και σκέφτομαι πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια και μόνη παρηγοριά μου είναι πάντα η ποίηση, η ποίηση… τίποτε άλλο! Κοίταξε, Αλέξη, να κερδίσεις ό,τι μπορείς περισσότερο, άγρυπνα βλέποντας τα πράγματα που σ&#8217; ενδιαφέρουν στο Παρίσι. Εχω ένα προαίσθημα πως πολύ θα βοηθήσουν το έργο σου ό,τι κι αν γίνει, κι αν πρόκειται να μείνεις εκεί ή να γυρίσεις πίσω, που στο βάθος δεν έχει καμιά διαφορά γιατί εσύ είσαι από τους λίγους γνήσιους και σπάνιους που, όπως λέει ένας μεγάλος ποιητής, κι αν ακόμα ζούσες μέσα σε φυλακή πάλι θα &#8216;βρισκες χίλια θαυμαστά πράγματα να κάνεις. Αυτή την ώρα που σου γράφω, οι φίλοι μας είναι στα εγκαίνια εκθέσεως του Αργυράκη, στην Ελληνο-Αμερικανική Ενωση. Εγώ θα πάω αύριο το πρωί, γιατί καθώς του είπα, φοβάμαι μην αποτελέσω θέμα μελλοντικού του σκίτσου, επισκέπτου κοσμικού σε εγκαίνια εκθέσεως. Γεια σου Αλέξη μου, Μίλτος».<br />
Εσπασε το ψυγείο!<br />
Οταν πεθαίνει ένας ποιητής, αλλά και όσο ζει, δεν μας ενδιαφέρει αν σπούδασε ή αν ταξίδεψε, αν κέρδισε χρήματα δουλεύοντας ή αν τον βοηθήσανε οι άλλοι να επιβιώσει, αν ήταν αρσενοκοίτης ή γυναικάς, αν υπήρξε φτωχός ή πλούσιος. Τι σημαίνει για το έργο τους αν οι περισσότεροι δεν ξέρουν σήμερα πώς ζήσανε, αφού δεν δουλέψανε σχεδόν ποτέ τους, ο Νίκος Καρούζος, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μίλτος Σαχτούρης; Αφού ήταν αδιάφορη για τους ίδιους η οποιαδήποτε απολαβή, γιατί εμείς σώνει και καλά να πρέπει να χρεώνουμε ως δυστυχία στον Μίλτο Σαχτούρη το πνιγηρό τους καλοκαιρινούς μήνες διαμέρισμά του που δεν το δρόσιζε καν ένας ανεμιστήρας κι έβλεπε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας ή το ξεφτισμένο πλαστικό τραπεζομάντιλο στο τραπεζάκι που χρησιμοποιούσε ως γραφείο; Ή το υπόγειο του Νίκου Καρούζου σε έναν θορυβωδέστατο δρόμο της Αθήνας, ενώ είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια το ηλεκτρικό ψυγείο που του είχε χαρίσει μια θαυμάστριά του όταν τσακώθηκε μαζί της, γιατί όπως ο ίδιος απαντούσε σε όποιον τον ρωτούσε, τον εμπόδιζε το ψυγείο να βλέπει την πραγματικότητα της ζωής.<br />
«Να τα λέμε λοιπόν κι αυτά», όπως επαναλαμβάνει μόνιμα ως επωδό η βασική ηρωίδα στο θαυμάσιο έργο του Μπεναβέντε «Δημιουργηθέντα συμφέροντα». Γιατί να μας γίνεται ίνδαλμα ο Χριστός όταν ακούγεται να λέει «Μαρία, Μαρία ενός εστί χρεία» και να μην μας είναι ο Κατσαρός, ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, αλλά και τόσοι άλλοι, που το υλοποιήσανε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h4>
<p>www.bookpress.gr 19/12/2014</p>
<p>Σαχτούρης συγκεντρωμένος</p>
<p>Ο Κέδρος, από τη σχεδόν μυθική εποχή της Νανάς Καλιανέση μέχρι τη σύγχρονη εποχή της Κάτιας Λεμπέση και του Βαγγέλη Παπαθανασόπουλου, ενισχύει σταθερά και με συνέπεια την αγορά του πολιτισμού με εκδόσεις σημαντικές και προσδιοριστικές για την εξέλιξη των λογοτεχνικών (και όχι μόνον) πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ανήκει και η εντυπωσιακή έκδοση των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) που περιλαμβάνει τις συλλογές: Η λησμονημένη (1945), Παραλογαίς (1948), Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952), Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο (1958), Ο περίπατος (1960), Τα στίγματα (1962), Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη (1964), Το σκεύος (1971), Χρωμοτραύματα (1980), Εκτοπλάσματα (1986), Καταβύθιση (1990), Έκτοτε (1996), Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).</p>
<p>Η έκδοση αυτή χαρτογραφεί ποικίλες λεπτομέρειες που προσδιορίζουν την ανάπτυξη ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος και τεκμηριώνει τη διαχρονική σημασία της ποιητικής παραγωγής του Μ. Σαχτούρη (ανεξάρτητα από τη γραμματολογική ένταξή του στην Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά), καθώς αυτή η παραγωγή είναι σαφές σε απόλυτη έννοια ότι ανταποκρίνεται σταθερά στους όρους της σύγχρονης δημιουργικής πρόσληψης κατά την εξέλιξη του αντικειμενικού και κυρίως του πολιτισμικού χρόνου.</p>
<p>Με αυτή την προϋπόθεση έρχεται στην πολιτισμική επικαιρότητα και στο οριστικοποιημένο πλέον σύνολό της μια έντονη, θυελλώδης, εξωλογική ή υπερλογική υποκειμενική πραγματικότητα που παραβιάζει, ανατρέπει, αναδιατάσσει, παραμορφώνει τον αντικειμενικό ή εξωτερικό κόσμο.</p>
<p>Κυριαρχία μιας εσωτερικής βίας</p>
<p>Εδώ κυριαρχούν βία και αίμα (ακρωτηριασμένα σώματα, πεθαμένα μωρά, σφαγμένα πουλιά και ζώα, σπίτια σακατεμένα), πόνος στην ψυχή και στο σώμα, τρόμος, φρίκη, αγωνία, πίκρα, νοσταλγία και ελπίδες, κενό και χάος, μίσος και ηδονή, μοναξιά, παγωνιά, στάχτες, χειμώνας, βροχή, χιόνι, σύννεφα, αέρας. Οι νεκροί ζουν δίπλα στους ζωντανούς χωρίς να είναι πάντοτε σαφές ποιός είναι ο νεκρός και ποιός ο ζωντανός, ο έρωτας συνομιλεί με τον θάνατο (όπου εντάσσεται και η μορφή της αυτοχειρίας), ενίοτε ο θάνατος είναι ο ίδιος ο έρωτας. Ομόλογο είναι και το περιεχόμενο του χρόνου, καθώς συχνά τα ρολόγια «δείχνουν θάνατο».</p>
<p>Στη φορτισμένη αυτή ατμόσφαιρα ο εσωτερικός άνθρωπος διαγράφει τις διαδρομές του με οδηγούς τα όνειρα και τη φαντασία, μέσα στη μόνιμη σύγκρουση εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων (όπου και η απαραίτητη Φωκίωνος Νέγρη), αντιμέτωπος με δαίμονες και με αγγέλους, ενίοτε κάτω από το βάρος της ακυρωμένης ύπαρξης και του απολεσθέντος προσωπικού περιβάλλοντος, αλλά πάντοτε με την προσφυγή σε ανοιχτούς ορίζοντες («πάντα θά ’χουμε ανάγκη από ουρανό»).</p>
<p>Οι διαπροσωπικές σχέσεις μετρούν την ένταση της διελκυστίνδας ανάμεσα στη ζωή και στον «δίχως ανάσταση» θάνατο, όπου εντοπίζεται η ιδιαίτερη αναφορά στη μητέρα («η μητέρα μου ολοένα κλαίει», «Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν/ γεμάτοι ερείπια…/ Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα./ Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,/ με πήρε απ’ το χέρι…/ Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…/ Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του»).</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, ο καθρέφτης λειτουργεί ως όχημα για την αυτογνωσία και για τη γνώση του Άλλου, για την ελεύθερη διάβαση των ορίων ανάμεσα στον υποκειμενικό και στον εξωτερικό κόσμο, για την πρόσβαση στο περιεχόμενο του προσωπικού χωρόχρονου, για την υποκειμενική πρόσληψη της προσπελάσιμης όψης του εξωτερικού περιβάλλοντος.</p>
<p>Όλα αυτά τα δεδομένα ανιχνεύονται μέσα σε εσωτερικά τοπία που διατηρούν μόνιμη σύγκρουση με τα εξωτερικά αντίστοιχά τους, και συνθέτουν μια εκτενέστατη πινακοθήκη ποικίλων θεμάτων και χρωμάτων, όπως: κίτρινο φόρεμα, κίτρινα βεγγαλικά, κίτρινοι σκελετοί, πράσινος παπαγάλος, πράσινοι τοίχοι, πράσινα κεριά, κόκκινα νερά, κορδέλα κόκκινη, πύργος κατακόκκινος, κόκκινο σκαμνί, κόκκινο σύννεφο, έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο, γαλανό παράθυρο, φως θαλασσί, άγρια λουλούδια βυσσινιά και γαλάζια, πορτοκαλί μεσοφόρι, ροζ ξεσκονόπανο, χλομά αρνιά, χρώμα βροχής («είναι άσπρο;/ πράσινο;/ ή μήπως είν’ γαλάζιο;»), γκρίζο σύννεφο με μαύρο δάχτυλο, μαύρα πηγάδια, μαύρες μάσκες, άλογο κατάμαυρο, μαύροι αγέρηδες, μαύρος ουρανός, μαύρο άστρο, μαύρος ήλιος, μαύρη πεταλούδα, μαύρος κόκορας που κλαίει πριν από τη σφαγή.</p>
<p>Λόγος παραστατικός κι εξπρεσσιονιστικός</p>
<p>Με τον τρόπο αυτόν οδηγούμαστε στον παραστατικό, εξπρεσσιονιστικό λόγο («παγωμένος» εξπρεσσιονισμός) του Μ. Σαχτούρη, όπως αποτυπώνεται σε ιδιαίτερης έντασης γραμματικές εικόνες ως αποτέλεσμα πρωτότυπου συνδυασμού σημαινομένων, και ενισχύεται με το φαινόμενο της μεταφοράς, π.χ.: «απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου», «σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή», «κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο», «Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες», «η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια» και «Η δυστυχία απ’ έξω/ έγδερνε τις πόρτες», «κοιτάζουν…/ μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια/ στον ουρανό», «η απάντηση/ έρχεται…/ … από μακρυά/ σαν αλυσοδεμένο φάντασμα/ και σα βαρύ άδειο καράβι», «Η γάτα ήρθε σα φωνή από έναν ορίζοντα φο-/βισμένο», «Ένα φύλλο έπεσε/ από το δέντρο/ το βράδυ/ κι άρχισε/ να πηδάει/ πάνω στο χώμα/ ουρλιάζοντας», «Χιόνι που πέφτει…/ σαν παγοπώλης του θανάτου/ ο Θεός», «αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή/ απελπισμένη», «τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι», «ένα λυσσασμένο/ κόκκινο φεγγάρι/ ούρλιαζε δεμένο/ σα σφαγμένο βόδι», «Κρυμμένος/ μές στο θάνατό μου/ τραγουδώ», «ο πόνος/ σκύλος με σπασμένο πόδι/ μένει», «ατάραχος ο Θάνατος κάθεται/ στην καρέκλα του», «το πένθος άφωνο κοκάλωσε τριγύρω», «Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγάλου Καθρέφτη μου», «Άλογα περήφανα/ οι επιθυμίες μου/ γονάτισαν κάθισαν κάτω», «η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι».</p>
<p>Επιπλέον, πρόκειται για λόγο παραβολικό (με θεματικό διεκπεραιωτή π.χ. έναν μαύρο κόρακα ή έναν λαμπερό ποντικό), αφοριστικό (π.χ. «Οι μέρες περνούν/ το χιόνι μένει»), με νεολογισμούς (π.χ.: αιματοσυκλοποδηλατιστής, ματοκλαδοσκοπιστής, μοτοσυλλεκταποδοχοπωλητής), με ρυθμό ελεύθερων στίχων και παρηχήσεων (π.. «ο χρόνος/ πάντοτε Κρόνος/ Κανίβαλος τρόμος»), αφηγηματικής ροής αλλά και παραδοσιακού ήχου (π.χ. «Φεγγάρι πεθαμένο μου/ για ξαναβγές και πάλι/ θέλω να δω το αίμα σου/ δεν έκαιγες λυχνάρι»). Προς την παράδοση προσβλέπει και ο τίτλος της συλλογής Παραλογαίς (ποιητικά κείμενα με αφηγηματική ροή και έντονο φανταστικό στοιχείο).</p>
<p>Η ποίηση του Μ. Σαχτούρη με άμεσο τρόπο και με απλά υλικά αποδίδει την πλέον συμπυκνωμένη σημασιολογική ένταση, π.χ.: «Η Κυρα-Λένη όλη μέρα τραγουδάει/ δεν το καταλαβαίνει ότι κλαίει».</p>
<p>Διακειμενικές αναφορές</p>
<p>Παράλληλα, προσφέρει ποικίλα τεκμήρια μεταγλωσσικότητας, ως αυτοαναφορικότητα της ποιητικής γραφής, ως αυτοδιακειμενικότητα (πολλαπλή αναφορά του Μ. Σαχτούρη σε δικά του ποιήματα κατά την εξέλιξη της δημιουργικής παραγωγής του), ως χρήση γλωσσικών στοιχείων στο πλαίσιο της διαχείρισης του λογοτεχνικού υλικού, καθώς και ως συνάντηση με άλλους δημιουργούς λόγου χωρίς να πρόκειται ακριβώς για χρήση διακειμένων (π.χ.: Διονύσιος Σολωμός, Κώστας Καρυωτάκης, Μέλπω Αξιώτη, Άρης Αλεξάνδρου, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Καχτίτσης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Καρούζος, Αλέξης Τραϊανός, και ακόμα: Αρθούρος Ρεμπώ, Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Φραντς Κάφκα, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ντύλαν Τόμας, Τσέζαρε Παβέζε). Περαιτέρω, η θεματική του Μ. Σαχτούρη ενισχύεται αφενός με δεδομένα από την έκταση των εικαστικών τεχνών (π.χ. οι ζωγράφοι Αμεντέο Μοντιλιάνι, Ντάντε Γκάμπριελ Ροσσέττι, Γιώργος Μπουζιάνης, ο γλύπτης Γεράσιμος Σκλάβος) και της μουσικής (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, Νίκος Σκαλκώτας), και αφετέρου με γενικές αναφορές περί κινηματογράφου.</p>
<p>Όλο αυτό το υλικό, σε θεματικούς και υφολογικούς συσχετισμούς ποικίλους, ευρηματικούς, αποκλίνοντες από την κοινή χρήση, εξυπηρετεί τον υψηλό βαθμό εκφραστικής έντασης που χαρακτηρίζει το κειμενικό σύμπαν του Μ. Σαχτούρη στο σύνολό του κατά παραβίαση της αντικειμενικής λογικής.</p>
<p>Υπ’ αυτή την έννοια, είναι σαφές ότι αυτό το κειμενικό σύμπαν αποτελεί ένα ενδιαφέρον, πρωτότυπο πεδίο στην ευρεία και πολύμορφη περιοχή του εξπρεσσιονισμού. Και με αυτή την προϋπόθεση, η ποίηση του Μ. Σαχτούρη θα ήταν δυνατόν να αναγνωρισθεί ως ένας καλός συνομιλητής με την ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ, με την πεζογραφία του Άλφρεντ Ντέμπλιν (το θρυλικό Berlin Alexanderplatz), με τον κινηματογράφο του Φριτς Λανγκ (το κλασικό Metropolis), με τη μουσική του Άρνολντ Σένμπεργκ, με τη ζωγραφική του Έμιλ Νόλντε, του Όσκαρ Κοκόσκα, του Τζάκσον Πόλοκ, ή ακόμα με τον χορό της Πίνα Μπάους. Άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση προσανατολίζει τη δημιουργική ανάγνωση ο ίδιος ο Μ. Σαχτούρης με την προβολή συγκεκριμένων στοιχείων κατά τη σύνθεση των κειμένων του.</p>
<p>Από αυτή την άποψη, ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιητικών συλλογών του Μ. Σαχτούρη, όπως παρουσιάζονται σε ενιαίο και απόλυτο/αύταρκες σύνολο (δηλαδή χωρίς να συνοδεύονται από σχετικά θεωρητικά και πάντως ενδιαφέροντα κείμενα του Γιάννη Δάλλα, του Δ. Ν. Μαρωνίτη ή της Νόρας Αναγνωστάκη), λειτουργεί ως ένας μοναδικός δίαυλος επίσκεψης σε ποικίλα σημασιολογικά και αισθητικά πεδία εντός και εκτός του βιβλίου, τα οποία εξασφαλίζουν ποικίλες μορφές πρόσληψης σύμφωνα με το βιωματικό και το γνωστικό φορτίο των αποδεκτών.</p>
<p style="text-align: right;">
.</p>
<h4><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ</strong></h4>
<p>FRACTAL 12/11/2014</p>
<p>Ο Κράτυλος της αγωνίας και του παράλογου</p>
<p>Ερχόμενος από ένα σπάραγμα, από έναν αμετάθετο παραλογισμό, από ένα δίλημμα οντολογικής υφής, έτσι όπως αναδύθηκε μετά το πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο κατεξοχήν ποιητής που έντυσε τη μοναξιά, την οδύνη, την εσωτερική σύγκρουση διά της ενοχής, όσο κανείς άλλος στην ελληνική ποίηση. Το πρόταγμά του είναι πρωτίστως εξωλεκτικό, υφαρπάζει τη λέξη, τα ποιήματά του βρίσκονται προ των λέξεων σαν εικόνες αρχετυπικής μορφής. Όχι, όμως, με την κραταιά εικονοποιία του Ελύτη ή του Σεφέρη. Ούτε καν με τον μεταρσιωμένο συμβολισμό του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου. Ο Σαχτούρης φέρει αυτή την ενσώματη οδύνη από τα αφετηριακά ποιήματά του έως τα έσχατα όπου αποτελούν ένα επιστέγασμα αγωνίας λίγο πριν κι εκείνος περιπέσει στο μέγα κενό. Είναι αυτή η γλώσσα που δεν περιμένει να κοινωνήσει το υλικό της μέσα στο ποίημα, βρίσκεται έξω από τα όριά του και ως άλλος Κράτυλος κραυγάζει «δεν μπορείς να μπεις ούτε μια φορά στο ρυάκι». Πόσο μάλλον δύο κατά τη σθεναρή διακήρυξη του Ηράκλειτου.</p>
<p>Η ποίηση του Σαχτούρη, από τη Λησμονημένη του 1945, έως τα «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια του 1998, είναι η τρομώδης διακύμανση της φωνής μιας Κασσάνδρας που προλέγει πρωτόγονους τρόμους, μεταβάσεις προς την άλλη… όχθη, καταρρεύσεις μύθων και προσφέρει την ερμηνεία μιας πολυσήμαντης αγωνίας και ενός παραλόγου τολμηρού, εξωλεκτικού, εξπρεσιονιστικού.</p>
<p>Η εικαστική ματιά της ποίησής του –απότοκη από τη γνωριμία του με τον Εγγονόπουλο- είναι τόσο έντονη που αίφνης ένας ολόκληρος χρωστήρας εμφανίζεται στο προσκήνιο της σελίδας. Ένας άδειος καμβάς ντύνεται με τα χρώματα του προ-εξπρεσιονιστή Μουνκ, του Όσκαρ Κοκόσκα, του Έγκον Σίλε, ενώ την ίδια στιγμή ο έντονα στακάτος ρυθμός των ποιημάτων του, ακολουθεί –ωσαύτως- τις μουσικές διαδρομές του Σένμπεργκ ή του Βέμπερν.</p>
<p>Από τον Χέντερλιν έως τον Απολλιναίρ και από τον Κάφκα έως τον Ντύλαν Τόμας, ο Σαχτούρης –κομμάτι της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς- έφτιαξε μια ποίηση ολότελα δική του, όπως είπε κάποτε ο Αλέκος Φασιανός. Μια ποίηση που δεν επιθυμεί να κινητοποιήσει τις μάζες, αλλά να ξορκίσει το κακό. Διά τούτο η συνεχής επίκληση του επέκεινα, του άλλου τόπου. Εξ ου και η αγωνιώδης κατάβαση στην επικράτεια του κάτω κόσμου. Όμως δεν είναι μια ποίηση φοβική, καθώς τα σημαίνοντα λαμβάνουν εκείνο το συμβολικό χαρακτήρα της οριακής παραίσθησης. Τα τοπία έχουν το χαρακτήρα συμβόλων και παίρνουν κυρίαρχη μορφή στην ποίηση του Σαχτούρη. Η αυτοαναφορικότητα καθίσταται ένα πέρασμα του ποιητή στη διάσταση του ποιήματος, σαν να στρέφει το πρόσωπο του προς το γραφόμενο. Η αλλότροπη ζεύξη εικόνων, λέξεων, νοημάτων, αυτομάτως, δίνει στον Σαχτούρη τη ευχέρεια να αναπλάσει την τραγικότητα της ζωής, του ποιητή, της βιωτής με έναν τρόπο που ξεπερνάει την κρυπτικότητα (καίτοι υπάρχει) και μέσω της λιτότητας και της εικονοποιίας να κάνει εύληπτο και απτό το παράλογο. Ο Σαχτούρης, υπερρεαλιστής το δίχως άλλο, εκκινεί πάντα από μια ρεαλιστική βάση. Λαμβάνει κομμάτια του καθημερινού βίου –ενός βίου περίκλειστου, γεμάτου διαψεύσεις- και τα μετατρέπει σε λιτά ποιήματα που φέρουν στον πυρήνα τους όλα εκείνα τα αντιθετικά σχήματα, τις αμφίδρομες κινήσεις και τους εικονιστικούς μετασχηματισμούς για να ξεφύγουν από την τυπική χαρτογράφηση της εποχής. Το εννοιολογικό πλαίσιο της ποίησης του Σαχτούρη είναι ολοφάνερο σχεδόν σε κάθε ποίημα από τη στιγμή που διαρθρώνεται σε μια ιστορία-μήνυμα, διαθέτει σκηνική διάρθρωση και ιδεοπλαστική θεατρικότητα. Ποτέ άλλοτε η αμφισημία της ζωής δεν δόθηκε με τόσο οραματικό τρόπο, όπως συμβαίνει στον Σαχτούρη. Μα, η ποίησή του στηρίζεται πάνω σε αυτό το δίπολο εσωτερικός κόσμος/εξωτερική πραγματικότητα. Δύο φύσεις που ποτέ δεν συμπλέουν, δεν συμφύρονται. Ο κόσμος του ποιητή κουβαλάει ονειρικά θρύμματα, είναι πνευματικός, έχει το βάρος του φανταστικού. Την ίδια στιγμή ο έξω κόσμος είναι ο… κάτω κόσμος του σκότους και της τραγωδίας. Ό,τι ο υλικός κόσμος αρνείται να προσφέρει, στην άλλη πραγματικότητα, την ποιητική, την επουράνια, δικαιώνεται. Εντέλει, είναι μια ποίηση κραυγής προς καθετί χθόνιο που κουβαλάει έναν ιστορικό τρόμο. Αυτός ο τρόμος στα χρόνια του Σαχτούρη (μήπως και στα δικά μας;) είναι μια ισχυρή αναδίπλωση από τον φαινομενικό κόσμο, καθιστώντας κάθε ανθρώπινη δημιουργία μια σκληρή καταδίκη. Αυτό το οντολογικό αδιέξοδο, το φθοροποιό στοιχείο της πραγματικής πραγματικότητας και τα τραύματα που φέρει ο ιστορικός χρόνος, στην ποίηση του Σαχτούρη μετατρέπονται σε χρέος και έμπνευση. Η αντιποιητικότητα των καιρών, τα φάσματα της καθημερινότητας, μετατρέπονται βαθμηδόν σε βατήρες όπου ο ποιητής θα πατήσει για να μεταφερθεί στον προσωπικό ποιητικό χώρο του. Ο εφιάλτης, όμως, είναι πάντα εκεί – αθεράπευτος, βιωματικός, καθολικός.</p>
<p>Η συγκεντρωτική έκδοση του Κέδρου με το συνολικό έργο του Μίλτου Σαχτούρη δίνει το ερέθισμα να διαβαστεί ξανά αυτή η καίρια ποίηση σε έναν κόσμο υπαρξιακής καταβύθισης. Τα Χρωμοτραύματα, τα Εκτοπλάσματα, τα Στίγματα είναι στοιχεία των αρχών του 21ου αιώνα. Ο Σαχτούρης συνομιλεί με το σήμερα διότι η ποίησή του, βαθύτατα ανθρώπινη, χαρτογραφεί τον κόσμο φτάνοντας έως τον πυρήνα της τραγωδίας του. Και αυτή η τραγωδία διατρυπάει τις εποχές, τις ιδεολογίες και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες με έναν τρόπο σπαραχτικό – με ένα δέος ανθρώπινο.</p>
<p style="text-align: right;">
.</p>
<h4>
<strong>ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ</strong></h4>
<p>Ελευθεροτυπία 21/10/2014</p>
<p>Τα άπαντα του Μίλτου Σαχτούρη</p>
<p>Οι περισσότεροι από τους στίχους του παραμένουν καυτοί και ακατέργαστοι, όπως αναδύθηκαν τη στιγμή που γράφτηκαν. Αυτοτραυματισμένος από την προσωπική του περιπέτεια, την περιπέτεια ενός παιδιού-γέροντα, στο οποίο περίσσευαν οι δεκτικότητες σαν αντένες που τα ελαμβανόμενα μηνύματα κατέτρωγαν σώμα και μυαλό.</p>
<p>Η εμπειρία της Κατοχής, του Εμφυλίου και του αβίωτου Μεταπολέμου σφράγισαν με καυτό σίδερο αυτογνωσίας το σύνολο του σαχτουρικού έργου. Αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε σ&#8217; έναν τόμο, με τον τίτλο «Ποιήματα (1945-1998)» (εκδόσεις Κέδρος, σελίδες 386, τιμή: 27,50 ευρώ).</p>
<p>Περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές: «Η Λησμονημένη» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Οταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996), «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998).</p>
<p>Τα ποιήματά του διαβάζονται ως περίπατοι στη μεγάλη πόλη, που από αδυναμία της ανοργάνωτης πολιτείας δεν έγινε ποτέ μητρόπολη, αλλά παρέμεινε ένα θαύμα για την εσωτερική μετανάστευση. Αυτή την πτώση της πρωτεύουσας, μετά την απόσυρση των αστών και μετά την αποχώρηση των αστικοποιημένων εργαζομένων για τα βόρεια προάστια, αποτύπωσε στις ποιητικές του συλλογές ο Μίλτος Σαχτούρης.</p>
<p>Οσοι γεννήθηκαν στην Κυψέλη, όπου έζησε από παιδί ο ποιητής μέχρι τον θάνατό του, θα καταλάβουν ότι η αύρα και η μυρωδιά τους έχει κάτι από τα ξημερώματα της Πατησίων και από τα ηλιοβασιλέματα της Φωκίωνος Νέγρη. Ενδεικτικά, αυτές οι εικόνες για την κυψελιώτικη ανθρωπογεωγραφία, γιατί η καθεμία από τις αθηναϊκές γειτονιές έχει τα δικά της χρώματα, τα δικά της αρώματα, τις δικές της αισθήσεις, τα δικά της αισθήματα, το δικό της φως και το δικό της σκοτάδι.</p>
<p>Η ποιητική μέθοδος του Μίλτου Σαχτούρη είναι η μέθοδος του αυθορμητισμού, του ποιήματος που ηφαιστειακά αποτυπώνεται από τον δημιουργό, χωρίς διαμεσολαβήσεις, σχεδόν χωρίς σκέψη. Αυτό είναι το πρώτο υλικό, με το οποίο χτίζει το ιδιαίτερο σύμπαν του, αν κι όπως παραδεχόταν, ήταν φορές κατά τις οποίες -από το μαγματικό υλικό- το επεξεργαζόταν εκ των υστέρων.</p>
<p>Αλλωστε, μας επιβεβαιώνει μέσα από τα δικά του αυτοσχόλια, όπως έχουν αποτυπωθεί στη μελέτη του Γιάννη Δάλλα, «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» (εκδόσεις Κέδρος):</p>
<p>«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Αλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει.</p>
<p>Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα (σ.σ.: η σύντροφός του, η ζωγράφος Γιάννα Περσάκη, 1921-2008). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το &#8220;Κύριε&#8221;, το &#8220;Πράσινο απόγευμα&#8221; και το &#8220;Καφενείο&#8221;. Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;</p>
<p>Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως».</p>
<p>Δισέγγονος του Υδραίου αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Σαχτούρη, ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, αφιερώθηκε αποκλειστικά στην ποίηση, χωρίς να είναι αναγκασμένος να εργάζεται προς βιοπορισμό. Αρχισε να γράφει ποιήματα στη διάρκεια της Κατοχής, οπότε και γνώρισε τον Νίκο Εγγονόπουλο, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον υπερρεαλισμό.</p>
<p>Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Η λησμονημένη». Είχε μεταφράσει Μπέρτολτ Μπρεχτ και Φραντς Κάφκα, μεταφράσεις που παραμένουν αθησαύριστες.</p>
<p>Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Οταν σας μιλώ» (1956), με το Β&#8217; Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα στίγματα» (1962), με το Α&#8217; Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Εκτοπλάσματα» (1987) και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του (2003).</p>
<p style="text-align: right;">
.</p>
<h4>
<strong>ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h4>
<p>diastixo.gr 31/10/2014</p>
<p>Ποιήματα (1945-1998)</p>
<p>Μετά το καλοκαίρι και πριν οι εκδότες δημοσιεύσουν για τις γιορτές καλή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ας κάνουμε ένα «διάλειμμα» και ας (ξανά)διαβάσουμε ολοκληρωμένο το έργο ενός μέγιστου υπερρεαλιστή ποιητή, του Μίλτου Σαχτούρη. Ενός ποιητή ο οποίος, καταγόμενος από τη γνωστή οικογένεια των οπλαρχηγών του &#8217;21, εύπορος και οικονομικά ανεξάρτητος, δεν χρειάστηκε να εργαστεί ποτέ στη ζωή του, δίνοντας όλο το δημιουργικό του σθένος στην ποίηση και μόνο, γράφοντας δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, που είδαν αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Όταν το 1945 ο Σαχτούρης εμφανίζεται στα Γράμματα, σε ηλικία 26 ετών, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ήταν ήδη καταξιωμένοι στον χώρο της ποιητικής τέχνης, έτσι εκεί πάτησε αρχικά στην προσπάθειά του να εκφραστεί υπερρεαλιστικά, στη συνέχεια όμως καταφέρνει να κατασκευάσει ένα εντελώς προσωπικό προφίλ, παράλληλα με ερεθίσματα που δέχεται και από άλλες πλευρές, ομοτέχνων του και της ίδιας ηλικίας. Ενώ κρατά αυτή την τεράστια ικανότητα στην τρέλα, στο παράλογο, στο παράδοξο, στο αντιφατικό, στο παράξενο, στο αλληγορικό, στο συμβολικό, στο υπερρεαλιστικό εντέλει, όπως θα δούμε παρακάτω, μέχρι τη συλλογή Εκτοπλάσματα (1986), καθώς στη συνέχεια χάνεται σταδιακά ο ποιητικός του χείμαρρος, από εικόνες και σχήματα, από ποιητικά «τερατουργήματα» και στιχουργικές αναφορές, και μέχρι το 1998 που δημοσιεύει την τελευταία του συλλογή, καθίσταται απλώς ένας καλός ποιητής, καταβεβλημένος από τα χρόνια που κουβαλάει.</p>
<p>Τίποτα το λογικό, το ρευστό, το αποδεκτό δεν παρεισφρέει στην τέχνη του, το αντίθετο, όλα συνηγορούν προς το ποιητικά αλλοπρόσαλλο. Η σύνταξη κυριολεκτικώς αναστενάζει, το εικονοκλαστικό στοιχείο παίρνει χαρακτήρα ερεβώδη.</p>
<p>Ο Σαχτούρης, λοιπόν, είναι ένας ακατανόητος ποιητής. Τίποτα το λογικό, το ρευστό, το αποδεκτό δεν παρεισφρέει στην τέχνη του, το αντίθετο, όλα συνηγορούν προς το ποιητικά αλλοπρόσαλλο. Η σύνταξη κυριολεκτικώς αναστενάζει, το εικονοκλαστικό στοιχείο παίρνει χαρακτήρα ερεβώδη. Ο Σαχτούρης δεν αφομοιώνεται ποτέ εντελώς, δεν ταυτίζεται ο αναγνώστης με αυτό που έχει μπροστά του, αυτή είναι η πρόθεση και η επιθυμία του. Ποιητές όπως ο Σαχτούρης έως το 1986, χαρίζουν στην ποιητική τέχνη το μέγεθός τους, το οποίο και δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ποτέ και από κανέναν. Χωρίς δε ο ίδιος να πάσχει από κάποιας μορφής ψυχιατρική νόσο, ολοκληρωτικά παραθέτει τρέλες και ψυχιατρικά ελεγχόμενες παραλογές, έτσι που πολλές φορές να αναρωτιέται κανείς μήπως χρήζει, όχι ως άνθρωπος, αλλά ως ποιητής, τέτοιας αντιμετώπισης. Οτιδήποτε όμως το εκτός ορίων και πλαισίων ερέθισμα, που του κινεί το ενδιαφέρον να το κάνει ποίημα, πρέπει να πάρει παράλογες συνιστώσες, να μη γίνεται αντιληπτό από υγιείς ανθρώπους, να μην μπορεί κανείς να το εντάξει σε μια ολότητα, ακόμη και παρακμιακής ιδεολογίας, ακόμη και σε μια συνολικά παράταιρη ποιητική δημιουργία. Ο Σαχτούρης είναι ο μοναδικός ποιητής ο οποίος παίρνει στα χέρια του χώμα και βρίσκει χρυσάφι, παίρνει στον νου του λέξη και δημιουργεί ποίηση, παίρνει στο σώμα του διάθεση λειτουργική και την αποδομεί, μέχρι του σημείου της πλήρους διάλυσης. Ένας αντιήρωας, δηλαδή, που δεν σκοπεύει να ψαρέψει αναγνώστες, που δεν καίγεται για όσα ίσως του σούρουν αγράμματοι και απαίδευτοι κριτικοί, που δεν κόπτεται αν θα τον καταλάβουν λίγοι ή πολλοί, τέλος, που δεν κάνει πίσω από το όχημα που κυβερνά ούτε μέτρο. Ένας αντιφατικός δημιουργός, που πασχίζει πάντα να αποδώσει –με κόκκινο χιόνι ή πράσινο δωμάτιο– τη ζωή στη γενικότητά της, με τρόπο άκρως προκλητικό ως προς την ομαλότητά της, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι μάλλον μύθος. Ενώ, αντιθέτως, η δική του εκδοχή, χωρίς την παραμικρή σεξιστική παράμετρο ή άλλης φύσης ερωτική παρεκτροπή, δίνει χαρακτηριστικά και παραστατικά το μεγαλείο αλλά και την ανωριμότητά της, το ύψος της αλλά και το βάθος, την ψυχρότητά της ή την πέρα από ορίζοντες ποιητική της αξιοπρέπεια.</p>
<p>Θεώρησα σκόπιμο να μην παραθέσω στίχους από ποιήματα του Σαχτούρη, γιατί αν πάρει κανείς κάποιους από αυτούς είναι σαν να ακρωτηριάζει ένα αρχαίο άγαλμα. Δεν μπορώ όμως να μην ανασύρω, για τις ανάγκες του παρόντος σημειώματος, τον «Τρελό λαγό», ίσως το κορυφαίο ποίημα υπερρεαλιστικό που γράφτηκε πότε στην Ελλάδα:</p>
<p>Ο ΤΡΕΛΟΣ ΛΑΓΟΣ<br />
Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός<br />
γύριζε στους δρόμους<br />
ξέφευγε απ&#8217; τα σύρματα ο τρελός λαγός<br />
έπεφτε στις λάσπες</p>
<p>Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός<br />
άνοιγε η νύχτα<br />
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός<br />
έφεγγε ο κόσμος</p>
<p>Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός<br />
πρήσκονταν η γλώσσα<br />
βόγκαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός<br />
θάνατος στο στόμα (σελ.129)</p>
<p>Διαβάζουμε με προσοχή το ποιητικό σύμπαν του υπερρεαλιστή ποιητή Μίλτου Σαχτούρη, χωρίς να απογοητευόμαστε αν κάτι δεν γίνεται απόλυτα δικό μας, αν κάτι διαφεύγει της λογικής μας, αν δεν αντιλαμβανόμαστε ολόκληρο το σώμα του, αν δεν μπορούμε στο εκατό τα εκατό να αποστηθίσουμε κάποιους στίχους του. Γιατί ακριβώς εκεί βρίσκεται το μεγαλείο του: στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη από πλευράς μας προσπάθεια αποκωδικοποίησης του έως πάνω από μισό αιώνα ποιητικού γρίφου, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του, στην έτσι και αλλιώς θριαμβευτική ελληνική ποιητική παρακαταθήκη και δημιουργία.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/03/%ce%bc%ce%b9%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b1%cf%87%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
