<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Wed, 05 Feb 2025 07:11:11 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 02 Jul 2017 19:40:53 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=7770</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαρία Σκουρολιάκου γεννήθηκε στην Τιθορέα Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθύντρια. Σπουδάστρια του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στον Ελληνικό Πολιτισμό. Παρακολούθησε πρόγραμμα Δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών, της UNESCO Τεχνών, Λόγου &#38; Επιστημών Ελλάδος, της Π.Ε.Α, της Ε.Ε.Λ. Ποιήματά της, άρθρα και δοκίμια έχουν δημοσιευτεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαρία Σκουρολιάκου γεννήθηκε στην Τιθορέα Φθιώτιδας. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθύντρια. Σπουδάστρια του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στον Ελληνικό Πολιτισμό. Παρακολούθησε πρόγραμμα Δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών, της UNESCO Τεχνών, Λόγου &amp; Επιστημών Ελλάδος, της Π.Ε.Α, της Ε.Ε.Λ. Ποιήματά της, άρθρα και δοκίμια έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά και στη Μεγάλη Λογοτεχνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και ιταλικά.<br />
Έχει δημοσιεύσει κριτικές για πολλούς και σημαντικούς ποιητές. (Η κριτική της για τον Γιάννη Ρίτσο είναι καταχωρημένη στην επίσημη ιστοσελίδα του ποιητή). Το ποιητικό της έργο έχει κριθεί από εξαιρετικούς κριτικούς. Έχει βραβευτεί με το βραβείο «Μάρκου Αυγέρη» της Ε.Ε.Λ το 2017, για την ποιητική συλλογή «Χρώμα Αύριο».</p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Αντίδωρο καρδιάς, Λαμιακός Τύπος, 1999, 2005<br />
Δακτυλικά αποτυπώματα, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005<br />
Ακάθιστος λόγος, Λαμιακός Τύπος, 2008, έκδ. Β&#8217;, έκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2020<br />
Χρώμα Αύριο, Λαμιακός Τύπος, 2015<br />
Χρώματα του Αναστάση, εκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2020<br />
Σώμα του χρόνου εκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2021<br />
Μικρογραφές    εκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2024<br />
Ιδού Εμείς      εκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2024</p>
<p><strong>ΠΑΙΔΙΚΟ</strong></p>
<p>Το αστεράκι του Μάριου, παραμύθι, εκδ. Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, 2020</p>
<h2></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21673 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/410-300x240.jpg" alt="" width="536" height="428" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/410-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/410.jpg 640w" sizes="(max-width: 536px) 100vw, 536px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15784" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/136.jpg" alt="" width="550" height="397" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/136.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/136-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15785" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/225.jpg" alt="" width="550" height="397" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/225.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/225-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15786" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/322.jpg" alt="" width="551" height="398" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/322.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/07/322-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 551px) 100vw, 551px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong>ΙΔΟΥ ΕΜΕΙΣ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΟ ΑΝΩ ΔΙΑΖΩΜΑ</strong></h5>
<p>Λυσσομανάει ο καιρός<br />
σε άφυλλα κορμιά·<br />
κίτρινες ώρες στο χώμα<br />
στροβιλίζει.<br />
Κάδους με αποφάγι’ ανθρώπων.<br />
Τσιμέντα στολισμένα<br />
στεγνωμένους ίσκιους.</p>
<p>Μην ξαπλώνεις στο γκρίζο.<br />
Κι αν δεν έχεις ψωμί<br />
κόψε λίγο απ’ τον ήλιο.<br />
Με τον λύχνο του στήθους σου<br />
και τα χέρια φτερά<br />
στο άνω διάζωμα στάσου.</p>
<p>Ν’ ανεμίσεις<br />
κορδέλες κόκκινες.</p>
<h5><strong>ΑΙΩΝΩΝ ΑΝΘΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο</p>
<p>Κρημνοβατώ<br />
στου κόσμου την παραίσθηση<br />
κι ούτε θεός·<br />
λύπη κανένας δεν γνωρίζει.<br />
Σφαλίζουν τα παράθυρα<br />
φορούν δερμάτινους χιτώνες.<br />
Ένδεια, έλος, έρημος.</p>
<p>Διαμελίζομαι· ματώνει το λευκό.</p>
<p>Στο δίστρατο<br />
μαχαίρι αλλιώτικο με χαρακώνει.<br />
Αιώνων άνθη με ζαλίζουν.<br />
Με ανένδοτη φωνή ο λόγος φθέγγεται·<br />
αρχαία φλόγα συγκομίζει<br />
κρυμμένα σήματα<br />
και γράμματ’ Αλεξανδρινά.<br />
Γράφει, μιλεί, κυλούν εωθινά ποτάμια.<br />
Τελεύουν τ’ απομεινάρια των σκιών.</p>
<p>Εκεί με βρίσκω.<br />
Κι όλος ο χρόνος σε αναμμένα δάχτυλα·<br />
κι όλες οι λέξεις φως!</p>
<h5><strong>ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ!</strong></h5>
<p>Στον κήπο ετούτο αναζητώ<br />
το χώμα που μιλεί<br />
τις γλώσσες των ανθρώπων<br />
κι αγιάζει την ακατάσχετη ορμή<br />
του ξημερώματος,<br />
οικίζοντας<br />
κάθε καρπού την άκρα πτώση<br />
στον φαιά του κόρφο,<br />
τους σπόρους να ζεστάνει<br />
ως την κραταιά<br />
έλευση της άνθισης.<br />
Εκεί, όπου ο θάνατος —και αν ανίκητος-<br />
συντρίβεται στον ήλιο του μωρού<br />
που σχίζει το σκοτάδι<br />
με το πρώτο κλάμα!</p>
<h5><strong>Η ΚΡΑΥΓΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Στων Τεμπών τη μνήμη.</strong></p>
<p>Στην πρώτη τη σελίδα, η κραυγή<br />
φρικτά καίει τα σπλάχνα.<br />
Στη δεύτερη, κρούει τις θύρες των ανθρώπων.<br />
Πλήθος συμπάσχοντες έκπληκτοι τάχα,<br />
ρωτούν πούθε η κραυγή να βγαίνει.<br />
Στην τρίτη, αίμα στάζει η κραυγή<br />
-ποτάμι κόκκινο φρουμάζει.<br />
Στην τέταρτη, στην πέμπτη, κάποιοι<br />
τρέχουν μες στη νύχτα,<br />
φράζουν το ποτάμι. Τ’ αλλαξοδρομούν<br />
μη φτάσει στις αυλές τους και τους πνίξει.<br />
Στην έκτη, ένα τσούρμο άνανδρες σκιές<br />
γλείφουν το ψέμα να τους κρύψει.<br />
Φορούνε τ’ άλλο πρόσωπο<br />
ως ν’ αποκάμει η κραυγή· να τη φιμώσουν.<br />
Από την έβδομη και πέρα,<br />
λευκές σελίδες ντύνουν τη ντροπή.</p>
<h5><strong>ΔΥΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ</strong></h5>
<p>Επίμονη ηχώ<br />
σαν άρπα και σαν όρθρος<br />
κυκλαδικού πρωινού<br />
συμβαίνει άξαφνα στην κάμαρη.<br />
Στο μισόφωτο εισχωρεί<br />
όψιμη ευωδία<br />
μακάριο νερό από παλιά βροχή<br />
κοχύλια φυλακτά<br />
χνάρι τριαντάφυλλο<br />
και θυμαριού σταγόνες.</p>
<p>Απ’ το παράθυρο,<br />
ζεστός νοτιάς<br />
στο σώμα έφερε<br />
δυό χελιδόνια.</p>
<h5><strong>TO ΑΙΝΙΓΜΑ</strong></h5>
<p>Σ’ αυτή την έρημη πόλη<br />
μετρώ ανύπαρκτες φωνές.<br />
Μάταια ερωτήματα,<br />
παλιρροούν εντός μου.</p>
<p>Κύματα φτιάχνω<br />
με της απουσίας τους ήχους.<br />
Γεμίζω υδρίες με νοητό νερό.<br />
Το πίνω και με καίει.</p>
<p>Σαν μια ταινία από παλιά,<br />
ίσκιοι τα σώματα<br />
ολοένα φεύγουν.</p>
<p>Μένουν φλόγες εφτάψυχες.<br />
Το αίνιγμα<br />
πορεύεται άλυτο<br />
ως την άκαυτη βάτο.</p>
<h5><strong>ΦΤΕΡΑ, Η ΑΓΑΠΗ</strong></h5>
<p>Μακρινή ηχώ<br />
κυλά δάφνες και χώματα<br />
θρυμματισμένα φέγγη<br />
και σκιές<br />
πάμφωτης ωραιότητας.</p>
<p>Καθρέφτης το στερέωμα<br />
αντιφεγγίζει τη μοιραία πτώση,<br />
των ημερών τα ολοκαυτώματα,<br />
του Ήφαιστου τη φλόγα<br />
που νυχτώνει<br />
σε σιδερένιους δρόμους.</p>
<p>Στο ημερολόγιο<br />
περπατώ<br />
που έγραφα ταξίδια<br />
κι αίθρια ονόματα<br />
που έγιναν πουλιά.</p>
<p>Άλλα δεν έχω πια φτερά<br />
εκτός απ’ την αγάπη.</p>
<p><strong>ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΛΙΜΝΗ</strong></p>
<p>Αν είσαι λίμνη<br />
δεν θα μπορέσεις να γευτείς<br />
τον έρωτα του πέλαγου<br />
τον πόθο των κυμάτων<br />
σαν άγρια παφλάζουν<br />
εκστατικά για να κοπάσουν έπειτα<br />
στα γιασεμιά τους.</p>
<p>Αν είσαι λίμνη<br />
τα βάθη σου<br />
μες στο ρηχό πλατάγισμα<br />
θα σέπονται.<br />
Κύκλους θα κάνεις ξέπνοους<br />
που θα τους κλείνει αναίσθητα<br />
το στάσιμο νερό σου.</p>
<p><strong>ΔΙΠΟΛΟ</strong></p>
<p>Χάνω στιγμές.<br />
Κερδίζω ουτοπίες<br />
αφότου<br />
μοιραίο κάλεσμα<br />
εγκαυστικά με χάραξε<br />
κι ευλογημένη εκτροπή<br />
τα σπλάχνα μου οργώνει.</p>
<p>Άνεμος δίφορος με πάει<br />
μία στη γη<br />
και μιά στις λέξεις.<br />
Πόθος και πάθος·<br />
ζωή και μαγικός βυθός.</p>
<p>Αιμορραγώντας φέγγω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΕΣ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>«ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΕΘΡΙΠΠΑ</strong><br />
<strong>42 ΤΕΤΡΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ</strong><br />
<strong>ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΥ ΣΕΛΑΓΙΣΜΟΥ</strong></h5>
<p>Άνοιξη κι ο αγέρας προσκαλεί<br />
τη σύναξη των δέντρων.<br />
Ευχές ραίνει τη γη. Την ανεμώνη<br />
με κεφαλαίο άλφα ζωγραφίζει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Κάθε ξημέρωμα απαγγέλλει η ομορφιά<br />
με ρόδα εκατόφυλλα στα χείλη σου.<br />
Γιομίζεις τον χειμώνα ήλιους απ’ τα μάτια σου<br />
που λιώνουνε το χιόνι που φορώ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Μοσχοβολούσαν όνειρα στις κάμαρες.<br />
Κόκκινο και λευκό σεντόνι.<br />
Ύστερα τα ονόματα έγιναν πουλιά.<br />
Πήραν τους δρόμους τραγουδώντας</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Στο βάθος του περιβολιού<br />
η μελαγχολική επετηρίδα των ερώτων<br />
σε μια παλιά σελίδα<br />
που ασταμάτητα κρυώνει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Καταφάσκω στον ήλιο<br />
που πυροβολεί με φως το σκοτάδι<br />
στην αθωότητα που χτίζει τη δύναμη<br />
στον άνεμο που ταξιδεύει τη γύρη του χρόνου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Οι παλιοί δρόμοι και τα σπίτια τ’ αξημέρωτα<br />
με ουρανό και χώμα μου μιλούν.<br />
Μου γνέφουν κάποιες λέξεις να μη λησμονήσω.<br />
Όπως αγάπη, όπως συνάνθρωπος. Κυρίως τη λέξη δύση.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Είναι σιωπές γεμάτες λέξεις και λέξεις που σιωπούν.<br />
Που κάνουν σήματα άλλοτε φάρου<br />
να σωθεί ένα «μαζί»<br />
κι άλλοτε το κερί φυσούν, να σβήσει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Οι ρίζες σου στα σπλάχνα μου κοχλάζουν.<br />
Ανασαίνω την αγιασμένη σου άνοιξη ανάσα<br />
που φέρνει ο άνεμος στα μάτια μου<br />
κάθε που λέω τ’ όνομά σου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Πορεύεσαι σε τόπον άτοπο<br />
δίχως νίκη καμιά και δίχως ήττα.<br />
Στο άπειρο καλπάζει πάντα ο Πήγασος<br />
κι εκείνο που σε χάραξε τ’ αστέρι.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΕΡΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ</strong><br />
<strong>ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΥ</strong><br />
<strong>ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ</strong></h5>
<p>Σε φύλλο άγραφο<br />
βεγγαλικά χαράζω τάματα<br />
με θυμαρίσιο μέλι και θαλασσινό νερό.<br />
Στου χρόνου τη φοβέρα πελαγίζω φως.<br />
Άγια πληγή με τρέφει και με σώζει!</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Μείνε στις όχθες της αγάπης.<br />
Των πόθων πιες το κόκκινο κρασί.<br />
Στις όχθες μείνε της ζωής.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Φεύγεις· να που κρατώ ένα γεια<br />
στα δάχτυλά σου απλωμένο ν’ ανεμίζει<br />
μιας επανάληψης το πεταχτό φιλί.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Όλες τις εποχές ν’ ανθείς.<br />
Το μέλι απ’ το πρόσωπό σου<br />
ποτές να μη σωθεί.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Φέρνεις στα χείλη σου τη άνοιξη.<br />
Κοιμίζεις με δυο λέξεις τα σκοτάδια<br />
κι όπου στερεύει ο καιρός<br />
γεννάς χαρές και ναυαγείς τις πίκρες.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Η μέσα θάλασσα υφαίνει φως<br />
κι από τα σώματα, σκορπά<br />
με πόθους, οιμωγές και τάματα<br />
την ατελεύτητη σπορά του ανθρώπου.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕΤΡΑ</strong><br />
<strong>25 ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ</strong></h5>
<p>Πέρασε πλάι μου η μέρα σου αφώτιστη<br />
κι όμως σε είδα.<br />
Πέρασε πλάι σου η νύχτα μου ολόφωτη<br />
και δεν με είδες.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Στάσιμα νερά.<br />
Θριαμβεύει το συμφωνημένο «ναι».<br />
Το «όχι» καταπνίγεται.<br />
Η αποσύνθεση στον θρόνο της<br />
απολαμβάνει την αντίστροφη μέτρηση.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Άγρια η μέσα βροχή<br />
ότι τ’ αόρατα κραυγάζουν του εαυτού<br />
στον ανελέητο καθρέφτη<br />
που ασκαρδαμυκτί αντιμάχεται<br />
την άλλη του όψη.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Τόσα φεγγάρια σφάζονται ανελέητα<br />
και οι φονιάδες τα μετρούν σπουργίτια<br />
σε κυνήγι αναψυχής.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Τα γιασεμιά<br />
φυσούν στο πρόσωπό σου θεϊκά αρώματα.<br />
Κρατούν λευκό πανό που γράφει φως.</p>
<p><strong>ΛΑΜΠΑ ΘΥΕΛΛΗΣ<br />
</strong><strong>11+ 12 ΜΙΚΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ</strong></p>
<p>Αν δεν συνειδητοποιήσει κανείς<br />
τη δύση του,<br />
δεν θα χαρεί τις ανατολές του.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Περπατάς κι αφήνεις πίσω σου<br />
χνάρι τ’ όνομά σου.<br />
Σέρνεται ή λάμπει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Αρνήθηκε τη λέξη υποταγή<br />
το έρμα του ζαλώθηκε<br />
κι ας ήξερε ότι ως «μαύρο πρόβατο»<br />
σύντομα θα οδηγηθεί «επί σφαγή».</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Μονόδρομα ο χρόνος οδηγεί στη νύχτα.<br />
Στων άστρων την αχλή εμείς φεγγοβολούμε<br />
όταν απλώνουμε χέρια στον ουρανό,<br />
όχι μονάχα τη στερνή μας ώρα.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΟ ΠΥΡ TO ΕΣΩΤΕΡΟΝ</strong><br />
<strong>ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΣΩ ΤΟΠΟ</strong></h5>
<p>Ντύνεσαι Μάρτης στις αμυγδαλιές<br />
κι Απρίλης στα θροΐσματα των κρίνων.<br />
Ξάφνου σε βρίσκει το μεγαλοβδόμαδο<br />
κι αποδημείς στη νύχτα δίχως θαύμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Ξυπόλυτη<br />
τρέχει να σβήσει τις φωτιές<br />
που καίνε δίχως έλεος την άνοιξη.<br />
Σαν το παιδί φορτώνεται το φως<br />
κι απ’ το μηδέν ξανά<br />
ονειρεύεται τον άνθρωπο.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Πολλές βραδιές όπως τότε, παιδί,<br />
μετράει ξανά τ’ αστέρια.<br />
Μα τώρα δίχως τα πυροτεχνήματα της γλώσσας<br />
και τα ταξίδια των χεριών στον ουρανό.<br />
Μονάχα μικρές σπίθες στο σκοτάδι αθροίζει σιωπηλά.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΙ-ΠΤΩΣΕΙΣ<br />
</strong><strong>11 ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">I</p>
<p>Όταν την άνοιξη πετροβολάς<br />
πώς να ’ρθει καλοκαίρι;<br />
Και πώς ν’ ανθίσουν τα κλαριά<br />
πού ’χεις λεηλατήσει;</p>
<p style="padding-left: 80px;">IV</p>
<p>Οι φαροφύλακες είδος μουσειακό<br />
και οι ανθρωποφύλακες<br />
γράφουν την ιστορία του φόβου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Χ</p>
<p>Με χάπια ευτυχίας ναρκώνονται οι μέρες.<br />
Ραγίζουν τα χρόνια. Πεδία βολής τα μπαλκόνια.<br />
Στους δρόμους του κόσμου και στις οθόνες<br />
πουλούν εξουσία, ντροπή κι αφασία.</p>
<p><strong>ΕΡΟΤΙΝΟ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ </strong><br />
<strong>ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ Μ’ ΕΝΑ ΣΩΜΑ</strong></p>
<p><strong>Πανσέληνο</strong></p>
<p>Κερί αναμμένο<br />
στον μικρό γιαλό.<br />
Στον ουρανό μου ασθμαίνοντας<br />
το πέταγμά σου.<br />
Ντύθηκα το φιλί<br />
κι εσύ το «είναι» μου.<br />
Πανσέληνη τη φλόγα ντύθηκα.</p>
<p>*</p>
<p>Να ’ρχεσαι πλάι μου<br />
μ όλες τις λέξεις αναμμένες.<br />
Ποιήματα να γράφω<br />
στις σελίδες του κορμιού σου.</p>
<p>*</p>
<p>Έτσι να με ζητάς.<br />
Ρίγος ολόσωμο.<br />
Με μάτια πυρκαγιές να με κοιτάζεις.<br />
Στη μέσα μου θάλασσα<br />
να κολυμπάς με ολοκέντητα φιλιά<br />
και να βυθίζεσαι αύτανδρος<br />
στου πόθου μου το κύμα.</p>
<p>*<br />
ΚυματίΖΩ<br />
Θάλασσα.<br />
Σώμα ζεστό, ανατολικά της λύπης.<br />
Με σκεπάζει.<br />
Άγκυρα.<br />
Ρίχνει στα βάθη μου άγκυρα.<br />
Παφλάζει.</p>
<p><strong>Ερωτινό</strong></p>
<p>Γιατί πίνεις τους χυμούς των στιγμών μου<br />
γιατί σαν πεινασμένο παιδί<br />
μου ζητάς το ψωμί των χεριών ζυμωμένο από χρόνια<br />
στο νερό της συνήθειας βρεγμένο<br />
κι όμως νόστιμο, σαν παρελθόν<br />
στης αυλής το πεζούλι, στης συκιάς το μελένιο καρπό.<br />
Γιατί δίχως τον ίσκιο σου όλο κρυώνω<br />
κι ας με πνίγεις κι ας θέλω να φύγω συχνά<br />
να κλειστώ στην ψυχή μου, να γράφω ποιήματα<br />
να γδέρνω του νου μου τη φλούδα με πάθος.<br />
Μα στο βάθος εσύ ποθητός πάλι μπαίνεις<br />
και βγαίνεις στης ζωής μου τον κήπο<br />
και μου λείπεις<br />
σαν την ποίηση όταν είμαι μαζί σου<br />
κι όταν φεύγω διπλά σε ζητώ.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Ακόμα κι αν σωθεί το σχήμα της Αγάπης<br />
Εσύ θα μ’ αγαπάς;</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΡΟΣ ΔΥΣΜΑΣ</strong></h5>
<p>Τα κυπαρίσσια είναι του Άδη καπνοδόχοι.<br />
Χορεύουν αγκαλιά με τις σκιές,<br />
στης Περσεφόνης τα πανάρχαια βήματα,<br />
καθώς αόρατος μετρά ο καιρός,<br />
στη γη βαθιά το εκτόπισμά σου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Πώς γιγαντώνεται η λέξη παρελθόν!<br />
Δεν θα χωράει σε λίγο πια να βγει απ’ την πόρτα.<br />
Όλο το σπίτι θα το πιάσει ο όγκος της<br />
κι εγώ απ’ τον φεγγίτη θα κοιτώ τη δύση.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Σε πεζοδρόμια στιλπνά<br />
τα δέντρα σμίγουνε τα μυστικά τους.<br />
Βήματα υψηλής κοπής<br />
γαλαζοαίματες σημαίες.<br />
Το κτίριο απέναντι<br />
σαρκάζει:<br />
Γραφείο τελετών «Ο ΑΧΑΙΡΩΝ».</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Προς δυσμάς<br />
Στιγμές που τρίζουν<br />
μάτια που ισκιώνουνε τα χρόνια<br />
και των δακτύλων οι αραιές διαδρομές<br />
σαν τους συρμούς τα απογέματα.<br />
Ένα τσιγάρο<br />
ισορροπεί ανάμεσα<br />
καπνίζοντας αστέρια μες στη νύχτα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΚΡΗΞΗ</strong></h5>
<p>Στους κλώνους μιας τσιντόνιας<br />
αιμάτινο πουκάμισο,<br />
κόκκινο βάφει του χιονιά το σάβανο.</p>
<p>Σφυρίζει αγέρας στα ηφαίστεια των σπόρων.<br />
Σκάβει ουρανούς με ονόματα βαριά<br />
και την ελπίδα ταξιδεύει<br />
στις ανθρώπινες πλατείες<br />
να κυματίσει δάκρυ στης ψυχής την έρημο.</p>
<p>Κι ας μπήγονται καρφιά στις λέξεις.<br />
Κι ας αναδεύονται στην τρύπα τους τα ερπετά.</p>
<p>Μ’ έναν Φλεβάρη να χορεύει τις αμυγδαλιές<br />
κι ένα μαχαίρι κρητικό στα χέρια,<br />
φιλάει στο στόμα η ζωή τον φόβο<br />
και γίνεται ξανά η έκρηξη.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΡΣΕΜΕΝΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τα σκυφτά κορίτσια,<br />
στα σπλάχνα της Ανατολής<br />
που βάφουν με σιωπή την έρημο.<br />
Για τις γυναίκες, στης Δύσης τα παζάρια,<br />
σε διαδρομές κορμιά που σέρνονται<br />
με πληρωμένες λ-έξεις.</p>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τα παιδιά τα προδομένα,<br />
που δεν ανθίζει<br />
στο κορμί τους άνοιξη<br />
και ρημαγμένα<br />
απ’ των εισβολέων τα χέρια<br />
στοιχειώνονται<br />
να ζουν πάντα μισά.<br />
Για τ’ άλλα, τα σκελετωμένα<br />
που ψάχνουνε ψωμί και ύπαρξη<br />
κι όλο τα σβήνουν οι πολιτισμένοι<br />
απ’ τις σελίδες του αίματος<br />
ασύστολα.</p>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τους λαούς που άδικα<br />
συντρίβονται κι είναι<br />
στα άπατα βουνά ο θεός τους.<br />
Που κουβαλούν στα βράχια της σιωπής<br />
αιώνες φρίκης, λεηλατημένα ιερά<br />
κι επιβολή φερμένη από Δούρεια τάματα.</p>
<p>Ότι ο θάνατος φορεί την όψη του Ιανού<br />
και λάμπει στ’ ακριβά συμπόσια<br />
με τους καλοντυμένους δράκους.<br />
Σωρεύει δέσμιους της πλάνης<br />
και ζωντανούς<br />
που δεν μιλούν<br />
πιότερο απ’ τους νεκρούς.</p>
<p>Στους κουρσεμένους δρόμους του ανθρώπου<br />
θρηνώ για τη χαμένη ισότητα.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΟΣ</strong></h5>
<p>Γεννήθηκες αγόρι μου με του Θεού τη χάρη<br />
να ’ρθεις στη γη και να διαβείς στους δρόμους των<br />
ανθρώπων.<br />
Σε πρόσμενα, στο δίδυμο δωμάτιο της καρδιάς μου<br />
που κατοικεί ο μικρός μου γιος· και συ ήλιος δικός του.</p>
<p>Γι’ αυτό, ευχή και προσευχή σου δίνω, ζωγραφιά μου,<br />
να πέφτουν απ’ τα μάτια σου όλη τη μέρα άστρα.<br />
Ν’ ανθίζεις με το γέλιο σου τριαντάφυλλα κι αηδόνια.</p>
<p>Τα χέρια σου να χτίζουνε μόνο χαράς παλάτια<br />
και να μιλούν τα χείλη σου της ομορφιάς τη γλώσσα.<br />
Με λέξεις μοσχομύριστες να τραγουδάς τις μέρες<br />
κι όταν σηκώνουν σύννεφα, το φως σου να τα διώχνει.<br />
Κι όταν σιμώνουνε θεριά, εσύ να τα ημερώνεις.</p>
<p>Να ‘χεις ζωή ψηλά βουνά κι ευλογημένες ώρες.<br />
Δίχως στολίδια ψεύτικα, χωρίς πικρή ανάσα.<br />
Με του καλού τα νάματα, τα πλούτη της αλήθειας.</p>
<p>Για φυλακτό σού εύχομαι παντοτινή αγάπη.<br />
Το σύμπαν πάλι ευχαριστώ για όσα μου ’χει δώσει,<br />
αφού η ψυχή μου έζησε και το δικό σου θαύμα.</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ποιητής είναι ένας δρόμος που τον διαβαίνουν οι<br />
καρδιές.<br />
Ένας τελάλης είναι στον ορίζοντα, να μαρτυρά της γης<br />
τους στεναγμούς.<br />
Τρέχει να σβήσει τις φωτιές που ανελέητα καίνε τον καιρό,<br />
να σώσει την καθημαγμένη ομορφιά<br />
από των ασεβών τα έργα.<br />
Θρηνεί τις μάταιες κραυγές της γης και τ’ αποτρόπαια των<br />
δακρύων βάθη.<br />
Τη μέρα συγκομίζει στίχους, για να σκεπάσει τις πληγές.<br />
Τη νύχτα φέγγει με κεριά ελπίδας.<br />
Με τον καιρό, ο ποιητής μικραίνει, συρρικνώνεται.<br />
Γίνεται ένα τόσο δα αστέρι<br />
που κατοικεί στη λέξη ουρανός.</p>
<h5><strong>ΔΥΩ</strong></h5>
<p>Νύχτα. Σπέρματα συνήθειας.<br />
Πήρα του κρεβατιού τους δρόμους<br />
να σε συναντήσω.</p>
<p>Λύπη κι ένας αγέρας<br />
στεγνώνει τα σεντόνια δίχως να φυσά.<br />
Οι ερωτευμένες λέξεις<br />
στο παραμύθι της ωραίας κοιμωμένης<br />
καθρεφτίζονται με χείλη μωβ.</p>
<p>Λείπεις. Θρίαμβοι της ερήμου.<br />
Η ομορφιά μπαίνει στο αίμα μου ανάποδα.<br />
Φιλιά -αποδημητικά πουλιά-<br />
μισεύουν πεινασμένα.</p>
<p>Φωτιές αλλού. Κραυγές αλλού.</p>
<p>Ήρθε ο ξένος.<br />
Στη μέση του «μαζί»<br />
μετράει τις αποστάσεις δια δύο.</p>
<p>Δύω. Με ωμέγα.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ</strong></h5>
<p>Θα φύγεις δίχως να προφτάσεις<br />
της ανθρωπότητας το γέλιο που ονειρεύτηκες.<br />
Με το ανικανοποίητο της μάταιης θυσίας·<br />
της ήττας την ενοχική αγκαλιά.<br />
Την ουτοπία στα παιδικά τετράδια φυλλομετρώντας<br />
προδομένη.</p>
<p>Θα φύγεις όμοια και συ με τους αμέτρητους<br />
που φόρεσαν δρόμους αγάπης κατακόκκινους<br />
για μια λέξη ατίμητη, μιαν ακριβή σιωπή.<br />
Για μιαν Ανάσταση<br />
που κάθε χρόνο έρχεται στις εκκλησιές<br />
μα στις καρδιές δεν φάνηκε ακόμα.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><em><strong>ΛΗΚΥΘΟΣ</strong></em></h5>
<h5><strong>ΜΟΙΡΟΓΡΑΦΤΟ</strong></h5>
<p>Μην πάψεις να ’σαι ουρανός. Μη γκρεμιστείς στο χώμα.<br />
Ντύσου τον ήλιο το πρωί ο νους σου ν’ ασκητέψει.<br />
Την κάψα του μεσημεριού η σάρκα σου να νιώσει.<br />
Τη θλίψη του απόβραδου να στοχαστείς στη δύση.<br />
Γιατ’ η ζωή βαθιά πονά, με του κορμιού τη φλόγα<br />
κι αναγελά ο θάνατος σαν η ψυχή μισεύει.<br />
Όταν υψώνει ο άνθρωπος απελπισμένο βλέμμα<br />
κι απλώνει, για να κρατηθεί ψηλά τα δυό του χέρια.<br />
Μα, σαν σε κατοικεί το φως, δεν έχεις να φοβάσαι<br />
το πέταγμα το τρομερό, αφού από πριν το ξέρεις.</p>
<h5><strong>ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΙ</strong></h5>
<p>Λέξεις μικρά κεράκια, ταπεινά,<br />
σε μοναξιά παλάμη να χωρέσουν.<br />
Να ξεκλειδώσουν τις βαθιές τις θάλασσες<br />
γι’ αυτούς που έχουν πλούτη τα κοχύλια.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Σ’ εκείνη την παλιά<br />
φωτογραφία κλείνομαι.<br />
Για να με βρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Η Κερκόπορτα ήταν ανοιχτή<br />
πολύ πιο πριν την άλωση.<br />
Ήταν τα άχρηστα κορμιά παραδομένα<br />
στη ραστώνη<br />
κι οι μισθωμένοι με τα νοικιασμένα χέρια<br />
που προσκυνούσανε παράσιτα βυζαντινά&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Βάφει ο θάνατος με άψυχα σώματα<br />
ξανά τη νύχτα<br />
και τα στιλπνά σκυλιά του<br />
χαϊδεύει ο Πόντιος Πιλάτος<br />
με πλυμένα χέρια.<br />
Ύστερα ντύνεται<br />
το λυπημένο πρόσωπο.<br />
Για πολλοστή φορά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Κι εκεί που λες<br />
πως σώθηκες<br />
από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη,<br />
έρχεται η προδοσία<br />
να σου γνωρίζει μεγαλύτερα θεριά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Σε ακριβά<br />
ή σε φτηνά ξενοδοχεία,<br />
η προδοσία έχει ένα όνομα.</p>
<p>*</p>
<p>Κρύφτηκες απ’ τους άλλους.<br />
Από σένα κρύφτηκες;</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Στο υπόγειό η κιθάρα ικέτευε βουβά.<br />
Ο αρλεκίνος έκλαιγε το πόδι του.<br />
Στον χρόνο σωριασμένη<br />
«Η καλύβα του μπάρμπα-Θωμά»<br />
και η ποδιά της μάνας<br />
δίχως σώμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Θα ξημερώνει όπως πάντα.<br />
Στην αυλή το έλατο θα μεγαλώνει ρυθμικά.<br />
Δεν θα μαι εδώ για να το περιμένω.<br />
Θα ’μαι στη θάλασσα· στάχτη και λήθη σκόρπια,<br />
τα κύματα βαφτίζοντας για μια στιγμή Μαρία.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Το ταξίδι<br />
να προλάβουμε.<br />
Των στιγμών το μεγάλο ταξίδι&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΥΡΑ ΕΡΩΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>Από τα χείλη σου οι λέξεις<br />
Από τα χέρια σου οι στίχοι.<br />
Από το σώμα σου το ποίημα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Στις φλέβες σου<br />
ποτάμι θέλω να κυλώ.<br />
Όχι παραπόταμος.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Τόσο πολύ σ’ αγάπησα<br />
που τα φτερά μου έκοψα<br />
να περπατώ μαζί σου.</p>
<p style="padding-left: 80px;">*</p>
<p>Ν’ ανάβεις ένα-ένα<br />
τα κεράκια του κορμιού μου<br />
και η Ανάσταση ν’ ακολουθεί.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 80px;">*</p>
<p>Απ’ τ’ ανοιχτό πουκάμισο μπήκε αγέρας άλικος.<br />
Με πήρε την ανάσα καίγοντας.<br />
Έπεσε το μολύβι στο φιλί.<br />
Στο πάτωμα οι λέξεις σκόρπισαν<br />
και η γυμνή σελίδα γράφτηκε με σώμα.</p>
<h2></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ (2015)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΡΥΠΝΑ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μίλησε ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη σε σωπαίνει ο ήχος της κραυγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήτε το κρώξιμο της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του φιδιού το σύρσιμο γύρω από τ’ αυγό του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγάπα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σφίξε τις λέξεις, ξέπλυνε το αίμα της πληγής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βογγητό του άλλου σώσε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ερημιά και στον καημό διαμελισμένο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολέμα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη φυλακίζεσαι στο ψέμα του καιρού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θάμπωμα της λήθης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άκου τ’ αηδόνι, που έρχεται απ’ τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην καρδιά της πλάσης κλαίει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγρύπνα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως το νυχτολούλουδο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ήλιος όπως χρυσορρόης πέφτει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αξεχώριστα τις σκιές φιλεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κοιμηθείς και ξεχαστείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αποτελειώσει ο κόσμος.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακράτητος ο ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τότε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ποιητών που αγάπησαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πιο γλυκιά ευχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως τότε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην καρδιά μας μόνο ένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χρώμα αύριο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΚΑΤΑΧΕΙΜΩΝΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεφυλλίζω άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσκάλεσα τις θύμησες ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γράμματα και τα ρολόγια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τους όρκους που υπέγραφαν το «σ’ αγαπώ»</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ώρες που ξεχνούσαν τ’ όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δέντρα στη συνωμοσία των φιλιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αστέρι που βαφτίσαμε «σε θέλω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα χέρια που κλειδώνανε τα δάχτυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Της μεθυσμένης χλόης το πανδοχείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του πεύκου τον κορμό που ονοματίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρφώνοντας ανάποδα τον ουρανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την οροφή ανάστροφα των φύλλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> να εξομολογεί γυμνά τα σώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γλυκό κρασί που κοινωνάει ο έρωτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βάφει τ’ όνειρο με κόκκινες μανόλιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ τις παλιές φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέφτουν στη γη μικρές ροδιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ριζώνουνε στον κήπο, μεγαλώνουνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απλώνουν στα παράθυρα κλωνάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ τις φωτογραφίες φυσάνε μουσικές</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν χελιδόνια που έρχονται και πάνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεφυλλίζω αγάπη.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΦΟΡΑ ΜΕ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">«Το δεύτε λάβετε</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ματιών σου»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρα με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να θρυμματιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου κορμιού σου την κόψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της ψυχής σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ρίγος ν’ αγγίξω</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κόκκινο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις φωτιές του Αϊ Γιάννη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν&#8217; ανεμίσω μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις κρυφές μου στιγμές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρα με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να κουρσέψω το κύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να λύσω τον άνεμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να λύσω τον άνεμο</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΜΕΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες τις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσοχή στο κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασφαλισμένοι σ&#8217; έναν καναπέ μετά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μασάμε άνοστο ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούοντας μακρινούς θανάτους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίνουμε υπνωτικό νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> από χλωριωμένες σκέψεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να δούμε όνειρα χρωματιστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φοράμε τη στολή της μάχης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ζωγραφίσω στο κορμί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΜΑΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κοίτα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Μάης κεντά τις παπαρούνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ανθίζει φλέβα ανοιχτή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνεμος κρημνοβάτης φυσά τη λέξη &#8216;θαύμα&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θράσος του καιρού αντίπαλη κραυγή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμήσου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Μάης έρχεται απ&#8217; τους αιώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως το αίμα, όπως η ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μια γη ολόσωμη κόκκινο χρώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένη μ&#8217; ένα φιλί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άκου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η καρδιά κεντά τις παπαρούνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σιωπές υφαίνει τις άλικες φωνές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ντύσουν όποια φτάνει Ανάσταση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ας είναι η λέξη της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλεμμένη από ληστές.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΙΜΟΡΡΑΓΩ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αιμορραγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στις καλπάζουσες σιωπές</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις διάφανες πλατείες των υγρών ματιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πεινασμένα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που απλώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άλλοτε αρπάζουν τις φωτιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλοτε γίνονται φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πιασμένα με κερί που λιώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ την απόγνωση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις εσοχές των δρόμων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ντύνομαι υπόστεγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκεπάζομαι ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και λυπημένα βλέμματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το αύριο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον άνθρωπο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σε αλατινό νερό ξεπλένεται η πέτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βυζαντινός αγέρας ταξιδεύει τον πηλό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακροπερπατούνε πειρατές, ιππότες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αλλόφυλοι στου κάστρου τις περγαμηνές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σωπαίνοντας, καθώς τα βράχια ραψωδούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι εκκλησιές ορθοσκοπούν τη μνήμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χτυπούνε τα φτερά τους λευκοί άγγελοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πέλαγο του Μύρτου αφροπετώντας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σπαράγματα φωτιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> νύχτες με αστρόλουτρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο Αύγουστος φεγγάρια δίχτυα απλώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο κεφαλόσκαλο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα πανέρι ρόδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λύνουνε την ποδιά καταμεσήμερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ανθίζουν βυσσινιά τα περιβόλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατηφορίζοντας ως το ηλιοβασίλεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βάψουν κόκκινα φιλιά το κύμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πεζούλι της Μονοβασιάς, ηλιόβολο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τούτα τα αχ της πληγωμένης μου πατρίδας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς να γιάνω;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΒΛΕΠΩ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Στη Μάνα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε βλέπω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δρασκελάς το φως του πρωινού</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα μαντήλι ευχές που απλόχερα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκόρπαγες στης ψυχής μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους λειμώνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μετράς τις Κυριακές</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα κεριά των αστεριών</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρέμουν απ’ τη θύμηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλώνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυκλαδίτικους ανέμους τα απογέματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μαρτυράνε μυστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μισοτελειωμένα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ταξιδεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις ριπές του αθέατου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ξεδιψάει ο χρόνος δίχως τέλος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα ράφια της αυλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρέμονται λε μονόφυλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα τριαντάφυλλα χέρια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ανθίζουν. </span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυο φίλοι αποχωρίζονται στην άσφαλτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον χάρτη ολοκαυτώματα ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς του ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χέρια που αλλάζουνε χαρτονομίσματα νεκρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκάφη που αναζητούν χαρτιά αξιοπλοΐας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνει πολλούς βαθμούς ντροπή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η άνοιξη πεσμένη καταγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> να την κλωτσούν διάττοντες αστέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΓΛΩΣΣΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο καναπές είναι μια γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινη, κίτρινη, λευκή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν τσακίζει κόκαλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καναπές είναι σκουριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρώει σάρκες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννοβολάει ακάρεα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καναπές</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει τη μυρουδιά παραίτησης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ευωδιάζει ανυπακοή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φοράει τέλμα.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις δεν ακούνε πιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σάλεψαν τα νοήματά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τις κατά συρροήν ασέλγειες</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ&#8217; τους σεισμούς των πολλαπλών ερμηνειών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη σφαγή ομνύοντας στ&#8217; όνομά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις λεν σωστά μονάχα τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώντας τες σφιχτά απ&#8217; τα μισά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι οι ποιητές τις άγιες νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τις φωλιάζουν στοργικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα καταφύγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκουπίζοντας το αίμα των πληγών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έξω στις σκοτεινές τις μέρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νέρωνες κλώνοι καίν τον άνθρωπο</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΛΑΜΠΟΥΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Το γκρίζο με πληγώνει της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα πολύχρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θλιμμένα ξέφτια &#8211; βλέμματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λεηλατημένο λούνα παρκ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόγνωση, φωνές που αστράφτουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοι, στα δυο κομμένοι σιωπούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γύρω στη σκοτεινή πλατεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι σε πόρτες λάγνες που καλούν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιγραφές λάμπουν χαρούμενες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Αγοράζω χρυσό, λίρες, κοσμήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άμεσα μετρητά.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάμπουν της δυστυχίας οι πόρτες&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΩΒ</span></strong></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Του αδερφού μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ίδια ανεξίτηλη ματιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάνα με κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και συ πατέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα τσιγάρο δεν το χόρτασες ακόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ το μετόχι του ουρανού καλωσορίζετε το σόι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους φίλους, τους περαστικούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νέοι με τη ζωή, μου έλεγες, θυμάμαι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πενήντα έξι χρόνων άντρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι έκοψε κατά το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί δεν του φωνάζατε να σταματήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ’ αυτή τη μαύρη βάρκα να μη μπει.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΩΒ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σ ε μια μηδέν στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο δρόμος ξενιτεύεται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αδειάζει ξάφνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> η δεξαμενή του χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απόνερα κι ενδύματα κενά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σιωπούν αισθήματα και λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σύννεφα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στρώνει μωβ η νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα τραγούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόβεται στα δυό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντίπερα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μέρα μεθυσμένη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χορεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου ήλιου το ζεϊμπέκικο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΨΗΦΙΔΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Να γράφεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σβήνοντας για λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον εγωισμό σου.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με πέντε στίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπορούν να χορτάσουν χιλιάδες</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και το φιλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στίχος ομοιοκατάληκτος.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γόρδιος καημός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο Μεγαλέξανδρος άφαντος.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ δεν είναι λέξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θάθελα να φύγω</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλήρης λέξεων.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να ξοδεύεσαι ζώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μη ζεις πεθαίνοντας.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανθρώπινο σαφάρι και νερό του Αχέροντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι μεταπράτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να διαμελίζουνε τη λεία των συναλλαγών.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φεύγεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακούσιος αναχωρητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με μόνη αποσκευή</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αναπάντητο ερώτημα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκείνη την αχίλλειο πτέρνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> λαβωμένη στο διηνεκές.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι μικροπωλητές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πουλάν τις επετείους αξίες με εκπτώσεις.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν έχει το αύριο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άναψε την καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και φέξε το.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι σοκολάτες ταχυδρόμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με λέξεις φουσκοθαλασσιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του έρωτα οι συλλαβές</span><br />
<span style="color: #000000;"> γραφή μεγαλογράμματη.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκάβει ο χρόνος την πανσέληνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φτυαρίζει όνειρα και σκόνη μελαψή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα μάτια σου ύστερα γεννούνε άλικα φωνήεντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κατεβαίνουνε στων χειλιών τους δρόμους.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανυποψίαστα παιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με πόση ασφάλεια αφήνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στων δράκων τα πλυμένα χέρια.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">&lt;&gt;|&lt;&gt;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να με υπογράφεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ολοσέλιδα φιλιά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2008)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ερειπιώνες των λυγμών</span><br />
<span style="color: #000000;"> που η αλήθεια των σοφών δεν αποτρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήτε ο φόβος του Θεού κι η Νέμεση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μηδέ των χαμερπών οι εκεχειρίες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ντυμένος ελευθερωτής ο χάροντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατηφορίζει τα κορμιά στον πόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θερίζει της ζωής τα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τις αυλές του κόσμου αλωνίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήλιε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάρε στα χέρια τούτη τη Γκουέρνικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ρίξε τη φωτιά επί αδίκων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να αναπαυτούν της μνήμης οι ολοφυρμοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η πληγωμένη τρυφεράδα που γονάτισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ανεπίδοτες ευχές και προσευχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήλιε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάρε στα χέρια τούτη τη Γκουέρνικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δείξε τη σ’ εκείνους που πιστεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην εκκλησία της γης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που ακόμα πολλαπλασιάζουν την ελπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αθροίζουν την αγάπη στις καρδιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και διαιρούνε μόνο της χαράς τα δώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να την κοινωνούνε πιο πολλοί.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΜΒΟΥΛΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα λόγια σου ακαθόριστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως η θάλασσα του Άθω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν τα λες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε μπλε ούτε πράσινα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το νου σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τούτη η πονηρή αβεβαιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σταματήσει ως εδώ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποτέ δε γέρασε το ψέμα.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΟΡΤΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γιορτές, μνήμες περασμένες χάντρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> βότσαλα χρόνια που μαζεύαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου χρόνου το συρτάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μυρωδιά γαρύφαλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σιρόπι των ωρών δίπλα στο τζάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το σώμα νόμισμα με όψεις δυο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μια του φύλακα άγγελου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη στέγη των ονείρων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το καλοκαίρι που έστρωσε τζιτζίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το άχ που σκόνταψε στους θάμνους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα όχι και τα μη που παίζανε κρυφτό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες τα περάσματα του Αύγουστου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα ο άγριος καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθεται στο αύριο των βράχων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κράτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της άνοιξης τα φυλαχτά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> του έρωτα το θερινό ηλιοστάσιο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις αγιασμένες αγκαλιές που γέννησες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μη φοβάσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο χειμώνας θάναι γιορτή.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΟΙΚΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινάς με το λυκόφως πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κουβαλώντας τους αιώνες του ανθρώπου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μετανάστης είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις εργατιές της γης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαθαίνεις να μιλάς συλλαβίζοντας τη ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαθαίνεις να κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίνοντας το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο νους στρατοκόπος ακούραστος</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτογραφίζει αδιάκοπα τις μέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χτίζει της μνήμης τα μετόχια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αχόρταγα ταξίδια ναυλοχεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μέτοικος είσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αγοράζεις ένα θραύσμα ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με κάρτα αορίστου διαμονής.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ <span style="color: #003366;">ΓΙΟΡΤΗ</span> ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στη γιορτή των λέξεων κοίτα να μη μεθύσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νηφάλιος να χορεύεις τις ερμηνείες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μη παρασυρθείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τον υποκριτή τον έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γητευτή το χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φλερτάρισε με τη χαρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρνα την πλάτη στη μελαγχολία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις θύμησες πες ένα γειά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ποτήρι παραπάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκεί που φτερωτή η ελευθερία σε θωπεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη σκέψη δόστη να χορέψουνε μαζί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όσο για τη σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο βάθος δυτικά του κήπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα από τ’ αειθαλή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι λέξη, άστηνε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η μοίρα είναι….</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΛΙΔΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Από καταβάσεως Ιούδα εκδοχή φιλιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο λάλημα των αλεκτόρων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> επίορκη άρνηση αποκρίνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όρη Ελαίων, αρχαίο δάκρυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> οθόνη όχλου σε διαδοχή αιώνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σταυρός σε ανάβαση καταμεσήμερο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αργύρια στα χρόνια μας άφθονα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χριστό ψάχνουμε&#8230;!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΗ Η ΛΕΞΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η ώρα του απογέματος ξανά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι η ώρα η δική σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρχεσαι δίπλα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ακολουθείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φεύγω και μου φωνάζεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μου γνέψεις απ’ τις λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάνει η φωνή σου κύκλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πρόσωπο στα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους αριθμούς του τηλεφώνου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτό τον αριθμό θα τον ξανακαλέσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως δεν θα μπορώ να πω</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ ξανά τη λέξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάνα μου.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Είναι στιγμές που θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κοινωνήσω τα σημάδια σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανοίγω το συρτάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εικόνα αγιασμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μάτια διαθήκες φως.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπάρχεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μέρη ακατοίκητα ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα πιο πολύ εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο αίμα μου αναπόδραστα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αόρατη των ημερών μου τριγυρνάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε κάθε κάλεσμα με συντροφεύεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα κλαδέψουμε τις τριανταφυλλιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεύτερο κόμπο λοξά, τέλος Γενάρη.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζω τα καμένα σου όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μια φωτογραφία που χαμογελάς ακόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε επιτάφιο του Αυγούστου σεργιανήθηκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τώρα, άστρο, μας περιπολείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ψάχνουνε τα παιδιά, στου ουρανού τα χώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κωπηλατούν στης απουσίας τις ξέρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιστρατεύοντας τα χρόνια της αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τόσο μακριά που πήγες να βρεις το ταίρι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν ακούς που σου φωνάζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάνα, Παιδί μου, αδερφή και φιλενάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αχ! Το ταξίδι αυτό δεν έχει γυρισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μονάχα δάκρυα, «γιατί» δίχως απόκριση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα καντήλι στις καρδιές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να καίει&#8230;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος στίχος θα βγάλει το λυγμό του τριζονιού;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τη μαγεία των σωμάτων εν πτήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ευτελή ματαιότητα του κύρους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους άλυτους χρησμούς της ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αχ των ψυχών στο μαχαίρι;</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρνούμαι τους κωδικούς της τάξης τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρνούμαι τις καινούργιες λέξεις να προφέρω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρνούμαι να υπογράψω δήλωση παράνοιας.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε ποίημα και μια λάμπα θυέλλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τους ναυαγούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τους ιχνηλάτες του Διογένη.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;"> *</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πριν δωρηθείς δεν ξέρεις τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το σοφό σταθμό του ανθρώπου.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συχνά τελώ υπό κατάληψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από αναρχικούς στίχους.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συγκατοικούν εντός μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φιλί και το μαχαίρι.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του άλλου κόσμου τα ακίνητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετρούνται με σταυρούς και μνήματα.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις άγριες ώρες να γητεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> με φύλλα γιασεμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> και καλημέρα μέλι.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού πάει η μέρα σα νυχτώνει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; Να φέρει φως.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Θεός να σε φυλάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> από κερκόπορτες.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;"> Σαν ηλιοτρόπιο γέρνω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να φωτίζομαι απ’ τον ήλιο σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αφ’ όρου ποίησης.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα προτού νυχτώσουν οι ζωές</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια φωνή να σπάσουμε τους τοίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μ’ ένα ποίημα δίκοπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λευτερώσουμε καρδιές.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΝΕΑ ΣΑΛΩΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με έχει ματώσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούτη των ημερών η αβάσταχτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωνή βοώντος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και των αποσυνάγωγων πλασμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς η νέα Σαλώμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ναρκοδότη πορφυρό καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πέπλα της σαγήνης απεκδύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> προστάζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> την κεφαλή του αύριο επί πίνακι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ (2005)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΙΒΥΛΛΙΚΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σε λίγο θ’ ακουστεί το σύνθημα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η καταιγίδα θα ξεσπάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάθε κραυγή σιωπή να γίνει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάθε αλλιώτικη σημαία να καεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρμη πατρίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με μια τους λέξη κάθε όχι στο κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μικρή πατρίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα εσύ δεν ήθελες τον έλεγχο του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο του κόσμου τον πολιτισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εσύ με ξύλα από τον Όλυμπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρδιές ζεσταίνεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με του Αιγαίου τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανασταίνεις και νεκρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε βάζουνε ξανά στη μέση Ελλάδα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όπως πορεύεσαι βαγόνι στο συρμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχεις δρόμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η στο σταθμό θα σταματήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή στον γκρεμό.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> χορεύουν οι λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κυκλοφορούν, λικνίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρέχουν κάθονται χάμω</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνουν άλματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πετούν, κοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξυπνούν ξανά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν θέλουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπαίνουν στη σειρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στοιχίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην παρέλαση του χαρτιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε σχήμα ποιήματος.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ατέλειωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> νυχτερινά ταξίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το κρεβάτι στο γραφείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ την πανσέληνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ποίησης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις μύτες των ποδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μην ξυπνήσει η σιωπή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ρυθμικός ήχος του μολυβιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι δείχτες του νου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον άγραφο χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σημαδεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανατολικά της σκέψης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπου οι διαστάσεις χωνεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ένα και στο σύμπαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ανοίγουν δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το επόμενο ταξίδι.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σέρνεται στο θάνατο η γαλήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ έναν πολύβουο ίλιγγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τετελεσμένων επαναλήψεων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανάμεσα Σαββάτου και Κυριακής</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαλείμματα ασύγχρονων οργασμών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρωτας με πρωτόκολλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αδιέξοδοι έξοδοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανώφελης καταφυγής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ασκήσεις λεξιλογίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> της λιμνάζουσας τάξης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανταλλαγές του ναι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βεβαίως, φυσικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πασαρέλα των οίκων ενοχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαρκικές παρελάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε χωμάτινες δημιουργίες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διαδρομές με πυροφάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δίχτυα σε περιπολία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φιλήδονα πορτοφόλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αγοραπωλησίες υλικών κατεδάφισης</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε τιμές απόγνωσης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι ψυχές χαρακώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μια δόση άσπρης σάρκας.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε μέρα διαβάζουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ αλφαβητάρι των πληγών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι κραυγές γίναν ψίθυροι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ρέον αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτογραφία πια</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αδιάφορη ματιά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι τριγμοί των ονείρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασώπαστοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η έχθρα ενδημεί στις καρδιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην έρημο του αληθινού</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Κασσάνδρα εξόρισαν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πανάρχαιο έκρυψαν δέος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο υπόγειο της ντροπής τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χωρίς οίκτο σταυρώνουν το φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ξεριζώνουν το αύριο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του καιρού οι όχθες γέμισαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> πένθιμα εμβατήρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα ποιήματα δεν έχουν τόπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Παράλυτοι οι άνθρωποι ρωτούν:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσο θα είμαστε ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα χρόνια του Δράκου;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΕΖΟΥΛΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μετοικεσία ιδεών</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τις κορφές με τους αετούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους κάμπους με τα φίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν η πλημμυρίδα του κατακλυσμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουλιάξει την κοιλάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμήσου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην άκρη της αυλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης μνήμης το πεζούλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ την καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι το κλειδί.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στους καιρούς των μεγάλων καταπατητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυριαρχούν αυθαίρετα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύλη και ψυχές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλοι τούτοι ελπίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο βάπτισμα της απάτης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εσύ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> νομοταγής του φωτός,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης θάλασσας την άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετράς τ’ απέραντο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και με άγρια χαρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καταπατάς την άμμο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΙ   I</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ψιχαλίζει Αιγαίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαλασσινά μονοπάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρωτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο κορμί του νερού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αιγαίο, άγιο μπλε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μνήμες της πέτρας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσευχές αθανασίας.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΙ  II</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Βράχια γυμνά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η αρχοντιά καταργεί τα χρώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η σιωπή γιγαντώνει τους ήχους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ξωκλήσι λευκό</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεριεύουν τα σχήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ξάφνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρίσκεις τι σημαίνουν οι λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ύλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σωριάζεται στα πέλματα.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αξόδευτα πάθη σωρεύτηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις παρυφές του κενού.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κύμα του κορμιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνεται η απουσία της ταύτισης.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αχ η ειρήνη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιο μύθο να δανειστούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να τη φέρουμε απ’ τον Άδη;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι μέρες μπαινοβγαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον καπνό της νύχτας.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που κρύβουν της αγάπης τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ολικές εκλείψεις του αίματος.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μάτια ονείρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ύπνος του θανάτου.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα όνειρα κουρέλια πάνω σε συρματοπλέγματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χαρούμενοι φρουροί απαθανατίζουν.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ιδέες δόθηκαν αντιπαροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λαμπερές αυταπάτες</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας πρόδωσαν τα όνειρά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήγαν με άλλες πραγματικότητες.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτιμώ τα χρόνια της φωτιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τα χρόνια της στάχτης.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι καθώς οι καρχαρίες κάνουν όλο και πιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρούς κύκλους γύρω μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σφιχτή αγκαλιά της ελεύθερης σκέψης</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι η μόνη ασφάλεια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΔΩΡΟ ΚΑΡΔΙΑΣ (1999)</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάσαι εδώ πέρσι την Άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ανεμώνες με τα κόκκινα χείλη;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμάσαι πως χάιδευε το μικρό χορτάρι ολοένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το δροσερό το χέρι του βουνού;</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως κυμάτιζαν στον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φιλιά και βλέφαρα μέλι γεμάτα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλώναμε πάνω στη γη την πετσέτα της Αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτη φρέσκο ψωμί ευτυχίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο πόθος ανάβλυζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν πηγή στα κορμιά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έτρεχε να κρυφτεί η σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς η γλώσσα ύφαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κόκκινο πανί της χαράς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμάσαι εδώ πέρσι την Άνοιξη!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΗΡΘΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθες σαν τη βροχή αναστάτωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μου ’δωσες να ξεδιαλύνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ απέραντο χαμόγελό σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μ’ ένα κλωνάρι ζαχαροκάλαμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ αγκύλωσες την καρδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρες αντίδωρο φιλί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ’ όνομά σου μπερδεύτηκε στα χέρια μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεχάστηκε και με βασανίζει.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΘΥΜΙΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κράτησα τη μορφή σου βαλσαμωμένο στοιχείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην απόκρυφη βιτρίνα της συλλογής</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μαζεύω εντός μου.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΦΥΓΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ας πάμε απόψε στην τρικυμισμένη ρέμβη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κράτησε την καρδιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι η ζωή βουτηγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις ουσίες της μονότονης επανάληψης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όμως εμείς θα φύγουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί μάθαμε ν’ αγαπάμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί ζωγραφίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις χίλιες όψεις, του πρωτινού μας Έρωτα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας πάμε απόψε στη φυγή&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακόμα κι αν σωθεί το σχήμα της Αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εσύ θα μ’ αγαπάς;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΙΣΚΙΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Με το χαμό σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> γνώρισα τι πάει να πει &#8220;απουσία&#8221;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δάχτυλα γιομάτα θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κράταγαν νοερά τσιγάρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι έβλεπες μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ μου δεν θα μάθω πού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έτρεχα δίχως να σε φτάνω πια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δε χώραγα σ&#8217; αυτό το μονοπάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πέρασες μονάχος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ίσκιος σε κείνη την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιμένει πως υπάρχεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όποιος κάθεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε φορά δίπλα σου πάντα είναι.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΞΙΛΕΩΝΟΜΑΣΤΕ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Το μαραμένο γιασεμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις παλιές μας σελίδες ενθυμίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυφερές συναντήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> από δάχτυλα άκαπνα κι αβάπτιστα χείλη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως τώρα που μάθαμε πες μου τι ωφελεί;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα σου κάμω ένα δώρο σαν τότε παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ζωγράφιζα την καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σ’ ένα πλατανόφυλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τη στέλνω τώρα σε μια σελίδα κόκκινη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω στη Γη του Κουρδιστάν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ ένα κομμάτι Αφρικής σε μια γωνιά Βαλκάνια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τί ωφελεί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εξιλεωνόμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπαταλώντας μια ψυχή που χρόνια μαζεύαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το περβόλι της νιότης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ετοιμάζουμε αδιάφοροι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις μελλούμενες ώρες μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάλαφροι από ενοχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η Άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρωινό ζυμώνει με δροσάτο αγέρι&#8230;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΑΡΤΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γυρίζω τη σφαίρα της γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βουνά στις Ηπείρους τ’ ανάγλυφα μίση</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα στίγματα των πόλεων αγριεμένα πλήθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι σκούρες γραμμές των σιδηροδρόμων</span><br />
<span style="color: #000000;"> συρματοπλέγματα για τη ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι κόκκινες αυλάκια αίμα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανάμεσα σπαρμένα χωριά &#8211; σημάδια από πληγές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δάση γιομάτα καπνούς που τον ήλιο μικραίνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω σε τούτη τη σφαίρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακινητεί ο αγέρας της ντροπής.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΦΘΑΡΣΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τ αγάλματα χαλάνε απ’ τον καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκουριάζουν τα παλιά τα εργαλεία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως τούτα τα κύπελλα θαρρώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως μείνανε ακέραια και λεία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μούχλα, οι νυχτερίδες δω κι εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρω τους κάνουν κύκλο οργισμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα μέσα τους ψευτιά δεν κατοικεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χρυσά ιδανικά μόνο κρυμμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την πέτρα να πληγώσεις δεν μπορεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το θυμιατήρι κι άδειο σ’ ανασταίνει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι είναι η αλήθεια σαν παλιό κρασί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με το χρόνο πιότερο ακριβαίνει.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΕΝΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ένα σούρουπο μουσικής κατακάθεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα γυμνά κλαδιά του δένδρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φυλλοροεί η γαλήνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί που στέρεψε το φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> απομένει μια λίμνη κενού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανατριχιαστικά σφίγγει το δέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των τοίχων η ανάσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ’ αυτό το δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ άδειο από πόρτες και παραθύρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς να πιστέψεις στο αύριο;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γυρνώ συχνά στο πέρασμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ν’ ανταμώσω τη σιωπή μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού &#8216; χάσε το πράσινο χρώμα της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί το φόρεσαν οι κάμποι του Μάη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννήθηκα αργά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς να προφτάσω την Άνοιξη;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΛΟΓΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;"> 0 Λόγος ανεξίτηλα βάφει τη λήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μυημένο σώμα προσφέρει μ’ αντιχάρισμα φως μυστικό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εξανθρώπινος χρόνος ορίζει το υλικό των ονείρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα γυμνά χέρια της απλότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> 0 Άτλαντας το Σύμπαν κρατάει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> 0 Προμηθέας ταΐζει την τιμωρία του στο βωμό των ανθρώπων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καθώς η τροχιά μετατοπίζεται προς το θάνατο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ζωές μηδενίζουν τα χρονόμετρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ακήρατη αθανασία της Αγάπης&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3></h3>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>ΑΛΕΚΑ ΚΑΤΣΟΥΛΙΔΗ</strong></h4>
<p>FRACTAL 22/9/2021</p>
<p>Ποίηση που διαρρηγνύει τα πεπραγμένα των καιρών</p>
<p>Διαρρηγνύει τα πεπραγμένα των καιρών – για να χρησιμοποιήσω παραλλαγμένη δική της έκφραση- η Σκουρολιάκου Μαρία στο: «Σώμα του Χρόνου» που ανελέητα κυλάει κι ανερώτητα.</p>
<p>Τα σώματα τρυγούν<br />
της μνήμης το ακριβό απόσταγμα.</p>
<p>Τι απομένει; Η Ποίηση. Οι λέξεις ως ανταμοιβή στο πλήρωμα του χρόνου. Τρόπος κατάθεσης ονείρων, στον καμβά της ζωής που τρυγήθηκαν, στην αθέατη πλευρά του θανάτου, αγώνας να αφήσει τα αχνάρια της, «δακτυλικά αποτυπώματα της μοίρας».</p>
<p>Ξεκινώντας με την «Έκρηξη» φτάνει να αποβάλει το μαζεμένο καρπό χρόνων. Καζάνι που βράζει, προφανώς, ο εσώτερος καημός, το παράπονο, η διαμαρτυρία, το ανεκπλήρωτο συναίσθημα. Κι αν ο αγέρας σφυρίζει, η καρδιά ταξιδεύει για να κυματίσουν τα δάκρυα, κι ένα χέρι σαν μαχαίρι, κατά πώς γράφει, να θερίσει τους καρπούς. Ειδικότητα στις μεταφορικές έννοιες των πραγμάτων, τη χαρακτηρίζει ανενδοίαστα. Χωρίς αυταπάτες, κατεβαίνει από το σύννεφο αλλά οι μυρωδιές της γης, τα ταξιδιάρικα όνειρα, ανάβουν φωτιές, κι ανοίγουν οπές, εκτινάσσοντας σαν πίδακες τις λέξεις από τα βαθιά νερά «των αλγεινών στιγμών», φορώντας το μαγικό πλέγμα των στίχων, για να γίνουν φωνές καταπέλτες οι στίχοι, «αναρχικοί ψαλμοί», «λέξεις αλάλητες που θέλουν να ζήσουν»</p>
<p>(Ελάφια, σελ. 14).</p>
<p>Θρηνεί τους κουρασμένους δρόμους του ανθρώπου για τη χαμένη ισότητα:</p>
<p>Ημέρες<br />
με τα «Υπερμάχω» και τα «Χαίρε»<br />
φυσάνε στην ψυχή βυζαντινές φωνές</p>
<p>μα στην επαναλαμβανόμενη αδικία<br />
Η Ανάσταση</p>
<p>θρηνεί διαμελισμένα όνειρα και δακρυσμένη<br />
καρτεράει τον άλλο Απρίλη. (Βυζαντινές φωνές, σελ. 19)</p>
<p>Μπορεί οι λέξεις να ηχούν δυναμικά, αλλά ο στίχος αποτυπώνει την αδικία, κατακεραυνώνοντας το «ψέμα διαρκείας ντυμένο αρετή».</p>
<p>Και φτάνοντας στον Νοέμβρη του Χρόνου που κοντεύει και το τελείωμα της ζωής – φυλλορροούν τα δέντρα- καταγράφει σε πεζό λόγο την ατμόσφαιρα: «Οι μελαγχολίες κολλάνε στα ματόκλαδα», μεταστρέφονται σε μικρές σταγόνες, ρέουν στης ψυχής το σώμα, αποδεικνύοντας ότι και στον πεζό της λόγο οι λέξεις δρουν στο να «φέγγει η ψυχή».</p>
<p>Ο Απολογισμός της Μαρίας Σκουρολιάκου: «Σιωπές πάνω από μισό αιώνα, λέξεις τυραννισμένες που ψάχνουνε τη λύτρωση». Μηδέν τον χαρακτηρίζει για το ανεκπλήρωτο, «αφού κανένα απ’ τα δάκρυά μου, τόσους θανάτους άδικους δεν έσβησε», γράφει (Απολογισμός, σελ. 29).</p>
<p>Όσο κι αν μικραίνει, συρρικνώνεται ως σώμα, γίνεται αστέρι που κατοικεί ο ουρανός, καταλήγει μονολογώντας. Ακόμα και μετά θάνατον δεν παύει να πιστεύει στα όνειρα. Το γνωρίζει ο καθένας, αδυσώπητη η μοίρα, ακόμη και τότε όμως νοσταλγεί όσα δεν έσπειρε, τις λέξεις που δεν έγραψε: «Αστροσπορά, χιλιοδώρητο, βαθύπονο, αχτιδένια… μα πιο πολύ το σ’ αγαπώ. Κυρίως ασυναίρετο» (Όλα χώμα, σελ 35).</p>
<p>Και τι απομένει; Ο ίσκιος των ονείρων</p>
<p>Για μιαν Ανάσταση<br />
που κάθε χρόνο έρχεται στις εκκλησιές<br />
μα στις καρδιές δε φάνηκε ακόμα</p>
<p>(Ελεγεία του ανεκπλήρωτου, σελ. 43)</p>
<p>αρκεί όμως να κρατάει τον ειρμό με την ποίηση, «τον δρόμο της καρδιάς».</p>
<p>Ατελεύτητη η γραφή της Σκουρολιάκου και ατελέσφορη η κριτική απογραφή των ποιημάτων της. Η πρώτη ενότητα που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, συμβολικά αποπνέει την αύρα των πληγών, των βιωμάτων, των αδικημάτων, ενώ η δεύτερη ενότητα (Λήκυθος), λαϊκότροπη γραφή σε δεκαπεντασύλλαβο με την αρμονικότητα και τη μουσικότητα του δεκαπεντασύλλαβου προσθέτει την τραγικότητα που της αναλογεί, λες και η μοίρα, χωρίς το μοιρολόγι της μειονεκτεί.</p>
<p>Μην πάψεις να ’σαι ο ουρανός. Μη γκρεμιστείς στο χώμα</p>
<p>Ντύσου τον ήλιο το πρωί ο νους σου ν’ ασκητέψει. (Μοιρόγραφο σελ. 49)</p>
<p>Διδακτικός λόγος αλλά και προστακτικός από κάποιον που έζησε και ίσως δεν κατάφερε να χορτάσει, ό,τι του πρόσφερε η ζήση. Ο δεκαπεντασύλλαβος πραγματώνει το θέλημά της.</p>
<p>Επιγραμματικές φράσεις, αποφθέγματα οι τελικές συμβουλές-καταθέσεις – σφραγίδες, της Μαρίας Σκουρολιάκου, για να απαθανατίσουν επισφραγίζοντας το τελικό της ζωής αποτέλεσμα:</p>
<p>Όταν μισέψω,<br />
θέλω για ένα «θα» να με θυμάσαι,<br />
που η ψυχή μου πάντα θα σου ψιθυρίζει<br />
όταν γέρνεις.</p>
<p>Τι διεκδικεί κι αποζητάει σε τελευταία ανάλυση ως απολύτρωση ή έστω απλή ανταμοιβή των αποτρεπτικών ή αποτρεπτικών της λόγων;</p>
<p>Μάθε μου<br />
όλα τα σημεία στίξης της αγάπης.<br />
Μονάχα την τελεία μη μου πεις (Σφραγιδόλιθοι, σελ, 55,58).</p>
<p>Και με την Αύρα Ερωτινή, ως επιμύθιον συνταγή ευζωίας, ο Έρωτας με κεφαλαίο, η κορύφωση της ύπαρξης, της συνέχειας, της παντοδυναμίας:</p>
<p>Σ’ αυτή τη θάλασσα<br />
με ασφάλεια βυθίζομαι.<br />
Στα χέρια σου.</p>
<p>Κι ολοκληρώνει:</p>
<p>Στα χέρια σου, το σώμα μου,<br />
το ρήμα «είμαι» σ’ όλους τους χρόνους</p>
<p>για να χωρέσει στην αιωνιότητα και να χορέψουν μαζί τον τραγικό χορό της. Ποίηση τι είναι, αν όχι η τραγωδία που παίζεται σε καθημερινή διάσταση, για να κερδίζει την αθάνατη πνοή της ως πνεύμα, ενασχόληση ψυχής, με γλωσσικά αποφθεγματικά μηνύματα- αρκεί</p>
<p>να μας αφυπνίζουν πότε πότε με τον οίστρο τους…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h4>
<p>FRACTAL 2/6/2021</p>
<p>«Στα μικρά χωριά / ο κόσμος κάνει κύκλους»</p>
<p>«Βάθος»: η περισσότερο χρησιμοποιημένη λέξη σε αυτό το βιβλίο. Και τα συνώνυμα. Και τα αντώνυμά της.</p>
<p>Η έκτη ποιητική συλλογή της αισθαντικής μαχητικής ποιήτριας Μαρίας Σκουρολιάκου.</p>
<p>Λέξεις σαν βεγγαλικά, αστραπές που αυλακώνουν τον οργισμένο ουρανό, ποίηση οιστρηλατημένη από τις κοινωνικές ανισότητες (βλ. «Χρόνια του φόβου», σσ. 24-25).</p>
<p>Κι ένα ποίημα ποιητικής στη σελίδα 33. Γενικά, η ποιήτρια δεν περιαυτολογεί. Γράφει για το «εμείς». Το εγώ της είναι απλώς το συνεκδοχικό όχημα προκειμένου να μιλήσει για τα πάθη του κόσμου και την ενοποιητική ιδεολογία της. Υπάρχει ηθική σε αυτό το πόνημα και απολύτως διακριτή κοσμοθεωρία που επικεντρώνεται στην έννοια της Δικαιοσύνης, στην Ισότητα, στην Ελευθερία και στο απαράγραπτο δικαίωμα του ανθρώπου στην ευτυχία, όσο πεπερασμένη κι αν είναι, δεν είναι όμως ανέφικτη.</p>
<p>Η ομιλούσα ποιητική φωνή είναι χορτάτη από τον έρωτα και από γήινες ηδονές, είναι πλήρης από κάθε άποψη, με σαφώς διατυπωμένη συνείδηση της ματαιότητας των πάντων, ακόμα και της ίδιας της ποίησης, όσο ο κόσμος δεν αλλάζει και δεν μοιάζει ακόμα με την ανάμνηση μιας απροσδιόριστης Εδέμ που βρικολακιάζει στα όνειρά μας, τα συλλογικά.</p>
<p>Η ποιήτρια είναι μάστορας των αντιθέσεων. Συνθέτει τις λέξεις με αντιστικτικό μουσικό τρόπο. Η ρυθμολογία της παραπέμπει στο δημοτικό τραγούδι. Οι ομοιοκαταληξίες δεν την θέλγουν, λατρεύει όμως τις παρηχήσεις (ενίοτε πολλαπλές).</p>
<p>Χθόνιες αντηχήσεις βαρέων, βαθέων τόνων (σελ. 11). Ανιμισμός, μόνον ως λογοτεχνική σύμβαση (σελ. 10).</p>
<p>ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΟΜΗΜΕΝΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ. Οι στροφές γίνονται ψηφίδες τεχνηέντως συγκολλημένες. ΔΙΑΚΟΠΤΟΜΕΝΟΣ ΡΥΘΜΟΣ ΜΕ ΤΟΜΕΣ, ΣΙΩΠΕΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΤΟ ΑΧΩΡΗΤΟ. Αυτή η ηθελημένη (ή μη) αποσπασματικότητα δείχνει ίσως ότι το ποίημα δουλεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά όχι συνεχώς, έτσι ώστε κάπου χάνεται ο ενιαίος ρυθμός και κυριαρχεί το επί μέρους. «Ελίχρυσες στιγμές», όπως λέει η ίδια (σελ. 12).</p>
<p>Κι ο Καβάφης παρών με τις «ηδονικές φωνές» της σελίδας 13. Και το ποίημα έχει τίτλο «Στα βαθιά του δέντρου».</p>
<p>Πρωτότυπες συλλήψεις, εικόνες εναργείς, στάση ενεργητικοί, στίχοι που θα μπορούσαν να ανήκουν σε λαϊκά δημοφιλή τραγούδια, ακόμα και μυστικισμός («Της γης μου», σελ. 15: «Στις πέτρες τις ακήρατες που υπογράφουνε το φως» – τι ωραίος στίχος!).</p>
<p>Πολλές αποστροφές που λειτουργούν αυτοτελώς ως γνωμικά.</p>
<p>Λέξεις έξυπνα συνταιριασμένες ή διχοτομημένες (όπως οι «λ-έξεις» στη σελίδα 176, που παραπέμπουν στις έξεις). Και τα βουνά «άπατα».</p>
<p>Ερωτικά τα περισσότερα τραγούδια αυτής της συλλογής, ύμνοι στις χθόνιες ηδονές που ποτέ δεν χορταίνονται.</p>
<p>Πολλές παρηχήσεις του χι (όπως π.χ. στη σελίδα 20).</p>
<p>Σαιξπηρικός ο στίχος: «Ψέμα διαρκείας ντυμένο αρετή» (σελ. 21).</p>
<p>Διπλές επαναλήψεις φράσεων για εμφατικούς λόγους (σελ. 27).</p>
<p>Καρυωτακικό το ποίημα «Ζωές», που αρχίζει έτσι: «Στα μικρά χωριά οι μέρες φορούν /ασπρόμαυρα γυαλιά» και τελειώνει έτσι: «Τα χρόνια διπλωμένα στο συρτάρι / μυρίζουν καμφορά συνήθεια. // Στα μικρά χωριά / ο κόσμος κάνει κύκλους / με άξονα τον ίσκιο του / σε τροχιά ελλειπτικής οφθαλμαπάτης» (σελ. 30).</p>
<p>Έκλαμπρες εικονοπλαστικές επιδόσεις συνδυάζονται με παλαιορομαντικές ποιητικές εικόνες σε ένα πρωτότυπο αμάλγαμα διακριτού ύφους, απολύτως προσωπικού. Η ποιητική της Μαρίας Σκουρολιάκου είναι σαν «καθημαγμένη ομορφιά» (σελ. 33).</p>
<p>Επαναστατικόν (με τη γενικότερη έννοια) το ποίημα «Μονολογώντας» (στη σελίδα 34).</p>
<p>Το κλειδί στην ποιητική της κρύβεται ενδεχομένως στο «αιώνιο δίχτυ / μιας συμφωνίας μυστικής / των αντιθέσεων» (σελ. 36).</p>
<p>Αυτοκαταστροφικός, αυτοτιμωρούμενος Προμηθέας στα «Μεσάνυχτα του ανθρώπου» (σελ. 37): «για να μην χάσουνε τον δρόμο οι λυπημένοι, / που ξενιτεύτηκαν μέσα στο σώμα τους / φορώντας τους χειμώνες στην καρδιά τους».</p>
<p>Δανεικό το λογοπαίγνιο «δύο/Δύω. Με ωμέγα» (σελ. 39). Κρυπτομνησία; Ή μήπως πασιφανής διακειμενικότητα;</p>
<p>Ωραία εικόνα: «Τα μακριά σου δάχτυλα / − λαιμοί των κύκνων − / αγκάλιαζαν το φλιτζανάκι του καφέ» (σελ. 40).</p>
<p>«Ένα σκισμένο ποίημα»: ακόμα ένα ποίημα ποιητικής στη σελίδα 41.</p>
<p>Συνώνυμα και αντίθετα συζεύγνυνται στην τρίτη στροφή:</p>
<p>«Η ποίηση αγρυπνά,<br />
Τη λέξη της για να κρατήσει<br />
Μακριά απ’ τις προθέσεις.<br />
Ν’ αντιπαλέψει<br />
Την προσ-ποίηση, την παρα-ποίηση,<br />
Την αντι-ποίηση και την εκ-ποίηση».</p>
<p>Συνδεδεμένα δίστιχα συνθέτουν το ποίημα «Άλυτος πόνος» (σελ. 42) όπως και τα δύο τελευταία από τα τέσσερα μέρη που συναπαρτίζουν το βιβλίο αυτό («Σφραγιδόλιθοι», «Αύρα ερωτινή»).</p>
<p>Ας προσέξουμε τη διαφορά μεταξύ «ερωτικής» και «ερωτινής».</p>
<p>Άμεση αυτοκριτική του σιναφιού των γραφιάδων οι «Ένορκοι» (σελ. 44).</p>
<p>Τριάντα έξι ποιήματα το πρώτο μέρος, τέσσερα ποιήματα η «Λήκυθος». Στερνό «Του πατέρα» (σελ. 51). Τέλειοι δεκαπεντασύλλαβοι χωρίς ομοιοκαταληξία (που για άλλους/άλλες λειτουργεί και ως ομοιοκαταληψία).</p>
<p>Στον τρίτο μέρος «Σφραγιδόλιθοι» η Ιστορία συναντάται με την θυμοσοφία και την ναρκισσιστική αναφορά στον Θάνατο, στον δικό μας θάνατο, ως εφηβικό σκιάχτρο και γεροντική παραμυθία. Εξάλλου, όλη η ποίηση (ως τέχνη και ενασχόληση) επιχειρεί το πάγωμα της στιγμής. Τετραπλή παρήχηση του χι στη σελίδα 60.</p>
<p>Καταληκτικό του τετράπτυχου μέρος η «Αύρα ερωτινή» μέσα σε δύο μόλις σελίδες λειτουργεί και ως συμπέρασμα και ως ηθικό δίδαγμα και ως κεντρική ιδέα κλείνοντας με ένα τετράστιχον ερωτικόν.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΚΩΒΑΙΟΣ</strong></h4>
<p>ΦΡΕΑΡ 02/06/2021</p>
<p>«Τη μέρα συγκομίζει στίχους» η Μαρία Σκουρολιάκου, όπως και κάθε ποιητής κατά τη διαπίστωσή της, «για να σκεπάσει τις πληγές. / Τη νύχτα φέγγει με κεριά ελπίδας». Διότι –ή: γι’ αυτό– «ο ποιητής είναι ένας δρόμος που τον διαβαίνουν οι καρδιές». Οι πληγές χαίνουν πάνω στο Σώμα του χρόνου, αλλά και μέσα από αυτό, υποδόρια, και στα 36 ποιήματα της βασικής συλλογής του έκτου ποιητικού βιβλίου της. Χρονικοί προσδιορισμοί, όπως «ώρα τρεις», «πολύ καιρό», «πάνω από μισό αιώνα», «της χθεσινής ημέρας», «διαρκώς», «οι εποχές», «το αύριο», «θα ’ρθει στιγμή», «από καταβάσεως φωνής», «εφημερεύει», «ένας παλιός Νοέμβρης», «κάθε χρόνο», «πεπερασμένου χρόνου», «ποτέ», «σε χαλεπούς καιρούς», «νύχτα», «Απρίλης», «τον αυριανό τον ήλιο», «άνοιξη» κ.τ.τ., αφήνουν κατάστικτη τη σάρκα των ποιητικών συνθέσεων αυτού του πονήματος, οδηγώντας τον αναγνώστη να γρηγορεί κατά την πορεία της πρόσληψης, ώστε να αποφεύγει να πληγώνει και αυτός την ευαίσθητη επιδερμίδα της Ποίησης.</p>
<p>Ήδη από την αφιέρωση στον εγγονό της Μάριο η Σκουρολιάκου –και καθώς «μακριά η θάλασσα ανθίζει γλάρους» («Χρώματα φθινοπωρινά»)– υπαινίσσεται τη ρότα που θα χαράξει, αφού ορίζει a priori τις διαγενεακές συντεταγμένες μιας ποίησης της ωριμότητας, της πείρας αλλά και της στασιμότητας, όταν πια «τα χρόνια διπλωμένα στο συρτάρι / μυρίζουν καμφορά συνήθεια» («Ζωές») σε αντίστιξη με τη «μοσκοβολιά» και το «ακέραιο φως» που κουβαλάει, κάθε που επιστρέφει, ο αγαπημένος απόγονος. Εκείνη, πάντως, με αρετή και τόλμη τα έχει βρει με τον εαυτό της: «Βαδίζεις δίχως αυταπάτες. Έχεις κατέβει απ’ το σύννεφο πολύ καιρό… Οι εποχές σού βάφουν τα μαλλιά. Χαράσσουν στο κορμί σου ενθύμια… Ο δρόμος περιμένει όπως τον σχεδίασες. Στα μέτρα σου.» («Το μέσα αίμα»). Στα δε πολύ προσωπικά, «Νύχτα. Σπέρματα συνήθειας. / Πήρα του κρεβατιού τους δρόμους / να σε συναντήσω». / […] Οι ερωτευμένες λέξεις / στο παραμύθι της ωραίας κοιμωμένης / καθρεφτίζονται με χείλη μωβ. / […] Η ομορφιά μπαίνει στο αίμα μου ανάποδα». («Δύω»).</p>
<p>Εκλύει, ωστόσο, και το παράπονο για πράγματα που δεν έκανε αρκούντως. Κι όταν ένας ποιητής μιλάει για πράξεις και πράγματα, εννοεί πρωτίστως λέξεις: «Μέσα από μια φωτογραφία θωρείς την απουσία σου. / Τις λέξεις που δεν είπες όσο θα ’θελες: / Αστροσπορά, χιλιοδώρητο, πεντάλευκος, βυθοπατώ, γιασεμόκορφη, ποθόπλεκτος, αποκαρπίζω, αλεξίκακος… κ.ά. / Μα πιο πολύ το σ’ αγαπώ. Κυρίως ασυναίρετο». («Όλο χώμα»). Την ίδια ένδεια νιώθει και όταν «Στη στάση / περιμένει ένα ποίημα. / Όμως δεν έχω να του δώσω / λέξεις» («Μικρό παιδί»). Αλλά αλίμονο αν ο ποιητής δεν ένιωθε «αφχαρίστητος»…</p>
<p>Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, καθώς «ήρθαν καιροί που άγρια σκότιση / ρίχτηκε σαν θεριό στον άνθρωπο» και η Ποίηση είναι αδύναμη να αναμετρηθεί με τόσα θεριά, οπότε «ας μιλήσει ο πόνος», η ποιήτρια από το μετερίζι της στην Αμφίκλεια της Λοκρίδας θρηνεί και καταγγέλλει τη βία, τη φρίκη, την κατάφωρη αδικία που διαχρονικά και εις τους αιώνας των αιώνων βιώνουν ανθρώπινες υπάρξεις και ολόκληροι λαοί «στους κουρσεμένους δρόμους του ανθρώπου». Είναι και που «μια στρατιά ξυπόλυτοι Χριστοί / μ’ ένα “γιατί” χτυπούν ξανά της γης τα ρόπτρα». («Βυζαντινές φωνές»).</p>
<p>Τα περιεχόμενα του βιβλίου συμπληρώνουν, μετά τη συλλογή «Σώμα του Χρόνου», 3 δημοτικοφανή τραγούδια σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο υπό τον τίτλο «Λήκυθοι», αφιερωμένα στο οικείο περιβάλλον της ποιήτριας. Ενδεικτικά από «Της πατρίδας μου»: «Του χρόνου μου βραχοκλησιά μ’ ακοίμητο καντήλι. / Με άγια εικονίσματα στο σπίτι της καρδιάς μου. / Σαν φυλαχτό μου το φορώ και με φοράει σαν γέννα». Ακολουθούν ολιγόστιχα αποφθεγματικού ύφους σπαράγματα με τον τίτλο «Σφραγιδόλιθοι», όπως «Πουκάμισο αδειανό δίχως το σώμα. / Κι άλλο που το φοράει κορμί / κι είναι πιο άδειο ακόμα». Κατακλείδα του υλικού αποτελεί η «Αύρα ερωτική», ύστατο αντίδοτο στην πυκνή πάχνη σοφίας και μελαγχολίας του κυρίως υλικού: «Από τα χείλη σου οι λέξεις / από τα χέρια σου οι στίχοι. / Από το σώμα σου το ποίημα». Αλλά και «Απ’ τα φιλιά σου αναβλύζουνε φωτιές / που με δροσίζουν». Η ποιήτρια αφήνει, έτσι, να αιωρείται το ερώτημα: Το σώμα του Χρόνου είναι αυτό που υποφέρει και σύρει τους θνητούς να μεταλλάσσονται σε ποιητές; Ή ο χρόνος του σώματος το πετυχαίνει αυτό; Με άλλα λόγια, καζαντζακικά, το σκουληκάκι σέρνεται μέχρι το τελευταίο φύλλο του δέντρου, για να κορέσει την περιέργειά του αντικρίζοντας με δέος από εκεί την άβυσσο της Ποίησης; Ή η άβυσσος της Ποίησης σέρνει με την ακαταμάχητη έλξη της το σκουληκάκι ώς το στερνό το φύλλο, για να του αποδείξει τη μικρότητά του έναντί Της;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 1/11/2022</p>
<p>«Ας μιλήσει ο Πόνος»</p>
<p>Η ποίηση της Μαρίας Σκουρολιάκου είναι η καλά οργανωμένη αποτύπωση υπαρξιακών αποθεμάτων και η σύνθεση εμπειριών που πηγάζουν από τα ανήλιαγα βάθη του συνειδητού και της φαντασίας φανερώνοντας μέσα από τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο της ένα αστείρευτο πνεύμα, όπου οικιοθελώς ο αναγνώστης αναγκάζεται να ταυτιστεί με τις απόψεις της δημιουργού, για να καταφέρει να μοιραστεί μαζί της στοιχεία που δομούν τον άνθρωπο: όπως η πίστη, η ελευθερία και φυσικά η αγάπη, και κάθε άλλη μεγάλη Αρετή, όπως τρέφει βαθιά στο πνεύμα της η ποιήτρια.</p>
<p>Στους κουρασμένους δρόμους</p>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τα σκυφτά κορίτσια,<br />
στα σπλάχνα της Ανατολής<br />
που βάφουν με σιωπή την έρημο.<br />
Για τις γυναίκες, στης Δύσης τα παζάρια,<br />
σε διαδρομές κορμιά που σέρνονται<br />
με πληρωμένες λ-έξεις.</p>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τα παιδιά τα προδομένα,<br />
που δεν ανθίζει<br />
στο κορμί τους άνοιξη<br />
και ρημαγμένα<br />
απ’ των εισβολέων τα χέρια<br />
στοιχειώνονται<br />
να ζουν πάντα μισά.<br />
Για τ’ άλλα, τα σκελετωμένα<br />
που ψάχνουνε ψωμί και ύπαρξη<br />
κι όλο τα σβήνουν οι πολιτισμένοι<br />
απ’ τις σελίδες του αίματος<br />
ασύστολα.</p>
<p>Ας μιλήσει ο πόνος.<br />
Για τους λαούς που άδικα<br />
συντρίβονται κι είναι<br />
στα άπατα βουνά ο θεός τους.<br />
Που κουβαλούν στα βράχια της σιωπής<br />
αιώνες φρίκης, λεηλατημένα ιερά<br />
κι επιβολή φερμένη από Δούρεια τάματα.</p>
<p>Ότι ο θάνατος φορεί την όψη του Ιανού<br />
και λάμπει στ’ ακριβά συμπόσια<br />
με τους καλοντυμένους δράκους.<br />
Σωρεύει δέσμιους της πλάνης<br />
και ζωντανούς<br />
που δεν μιλούν<br />
πιότερο απ’ τους νεκρούς.</p>
<p>Στους κουρσεμένους δρόμους του ανθρώπου<br />
θρηνώ για τη χαμένη ισότητα.</p>
<p>Η Σκουρολιάκου, χειρίζεται τη γλώσσα με μία άνεση που δεν προέρχεται μόνο από γνώσεις, αλλά περισσότερο από τα διανοητικά και οργανικά αποθέματα της και που απ’ ότι φαίνεται έχουν καλά οργανωμένη την αυτάρκεια της βιωματικής εμπειρίας.</p>
<p>Έμπλεο ευαισθησίας το συνολικό αποτέλεσμα της συλλογής, σε βαθμό που δεν είναι καθόλου και τίποτα τυχαίο. Η γραφή της χαρακτηρίζεται από ευδιάκριτα νοήματα. Ένα ύφος γραφής που το συναντάμε στην ώριμη γλώσσα.</p>
<p>Και είναι όμορφα διαβάζοντας, να ακουμπάς επάνω σε λέξεις, που η ίδια η δημιουργός του δεν καταπάτησε παρά τις εξέφρασε μέσα από τις νοητικές δυνάμεις που κοσμούν και χειρίζονται τον ψυχικό κόσμο της .</p>
<p>Τι πιο όμορφο λοιπόν από το να πορεύεται ο νους του αναγνώστη με τη διάνοια του στίχου όπως πορεύονται ταυτόχρονα τα όνειρα όλων των ανθρώπων προς την ένωση με τον άλλον.</p>
<p>Ο κήπος βλέπει<br />
Ο κήπος βλέπει το αύριο<br />
καθώς φεύγει αμείλικτα<br />
στη ράχη του ήλιου.<br />
Καθώς γδύνεται λέξεις ξάστερες<br />
και καταιγίδες αιχμηρές<br />
φοράει συλλαβές.<br />
Στιγμές ανάβω<br />
με κλαδιά-φιλιά σπασμένα.<br />
Με χέρια-φύλλα του φθινόπωρου<br />
που πέσανε στου χρόνου τα γκρεμνά.<br />
Στο πλάι μου<br />
-κορμός αειθαλής- το σώμα σου.<br />
Πάντα εκεί.</p>
<p>Ποίηση ως εκφραστικός τρόπος μιας ατομικής αρμονίας που αναβλύζει σαν φυσική ανάγκη της ύπαρξης της. Έννοιες π’ αναζητούν το βάθος των πραγμάτων και των συναισθημάτων.</p>
<p>Σε πολλούς στίχους βρίσκονται οι δυσκολίες που συναντάμε κάθε στιγμή στη ζωής μας· κι όπου όλες μαζί εμφορούνται, έτσι απλά ως ειμαρμένη παρουσιάζοντας κάθε τι βαρυσήμαντο.</p>
<p>Η απάντηση που δίνει μέσα από τα ποιήματα της η ποιήτρια στο ερώτημα είναι: Πως θα ήταν βαρυσήμαντο κάτι, αν δεν ήταν δομημένο μέσα από δυσκολίες;.</p>
<p>Μέσα στη μεστή προοπτική των σκέψεων της διαφαίνεται πως κατοικεί μια άλλη ζωή πιο γόνιμη, γεμάτη αυθορμητισμό κι εμπιστοσύνη για τις ανθρώπινες αξίες.</p>
<p>Λόγος της συλλαμβάνει τον φαινομενικό κόσμο με την αισθητηριακή εμπειρία και τη λογική συνειδητότητα ενός ανθρώπου που ακολουθεί τους φυσικούς κανόνες της ζωής.</p>
<p>Πίσω από αυτή τη συνειδητή εκφορά, κυριολεκτικά ενυπάρχουν αδιόρατες και ρευστές κινήσεις, συμβολισμοί, ψίθυροι υπονοούμενοι σ’ ένα σύμπαν αρχέτυπων συμβολισμών που συνιστούν την βαθύτερη υπόσταση μιας τέλειας αφηγηματικής έκφρασης η οποία ενεργοποιεί κώδικες ζωής με άπειρες εικονοποιητικές δυνατότητες.</p>
<p>Ύφος λιτό οργανικά αυτάρκες ακολουθεί την αποκρυπτογράφηση κανόνων, τάσεων, δεκτικότητας κι ανατροπών σε μια επικοινωνιακή γλώσσα που ενεργοποιεί τη φαντασία και τη συμβολική έκσταση όλων των παλίμψηστων νοημάτων.</p>
<p>Έτσι η ποίηση της ως αναπαράσταση της πραγματικότητας υποκαθίσταται από την αρχέγονη ιστορία της λέξης σε έργο άξιο που δεν έχει ωραία ή άσχημα θέματα αλλά μεστή ύλη.</p>
<p>Αυτή τη δεινότητα προβάλουν τα ποιήματα της συλλογής και θέτουν τον αναγνώστη να ακολουθήσει τις έννοιες τους.</p>
<h4 style="text-align: right;">.</h4>
<h4 style="padding-left: 90px;"><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ</span></strong></h4>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 28/2/2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η καρδιά του αχινού</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Γιαγιά, έχει ο αχινός καρδιά;</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Την κρύβουν τα αγκάθια του, μωρό μου!</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Κι οι άνθρωποι έχουν κι αυτοί αγκάθια γύρω απ’ την καρδιά τους;</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Πολλά. Όμως εσύ θα βλέπεις μόνο την καρδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ΄ αγκάθια τα βγάζεις ένα ένα με την αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ΄ ακούς, μωρό μου; Με την αγάπη…!!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κινούμενη στον κόσμο των καθημερινών και διαχρονικών προβλημάτων η Μαρία Σκουρολιάκου, στην ποιητική της συλλογή «Χρώμα Αύριο», εισάγει τον αναγνώστη στο δικό της σύμπαν με σαράντα έξι ποιήματα αφιερωμένα στη μνήμη του αδελφού της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τίτλοι, όπως «Αγρύπνα ποιητή», «Στο καταχείμωνο», «Μια μέρα», «Μαζί», «Ο Μάης», «Αιμορραγώ», «Μονεμβασιά» είναι ενδεικτικοί του περιεχομένου της συλλογής. Ποιήματα για τη ζωή και για το θάνατο, γεμάτα Ελλάδα και Μεσόγειο, σε τρεις ενότητες. Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Μωβ», μια Νέκυια, με την ποιήτρια στην όχθη ενός Αχέροντα, να παρακολουθεί μια λιτανεία νεκρών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκλαμβάνοντας τον καλλιτέχνη ως στρατιώτη επισημαίνει την ανθρωπιστική του αποστολή μέσα σ΄ έναν κόσμο άγριο. Αυτό φαίνεται να είναι και το στίγμα της συλλογής. Η ρητή έκκληση προς τον ποιητή να μη σιωπήσει, να είναι παρών στα προβλήματα του καιρού του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μίλησε ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη σε σωπαίνει ο ήχος της κραυγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήτε το κρώξιμο της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του φιδιού το σύρσιμο γύρω από τ΄ αυγό του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγάπα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σφίξε τις λέξεις, ξέπλυνε το αίμα της πληγής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βογγητό του άλλου σώσε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ερημιά και στον καημό διαμελισμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολέμα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη φυλακίζεσαι στο ψέμα του καιρού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θάμπωμα της λήθης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άκου τ΄ αηδόνι, που έρχεται απ’ τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην καρδιά της πλάσης, κλαίει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγρύπνα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως το νυχτολούλουδο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ήλιος, όπως χρυσορρόης πέφτει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αξεχώριστα τις σκιές φιλεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μην κοιμηθείς, μη ξεχαστείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αποτελειώσει ο κόσμος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την απασχολεί το διαχρονικό πρόβλημα της ύπαρξης, η οδύσσεια του ανθρώπου, από την εποχή των σπηλαίων έως σήμερα. «Ο άνθρωπος ένας δεσμώτης στην αγρύπνια του χρόνου με μια κλεψύδρα δίκοπη στους ώμους. Κουβαλάει το στάρι στο μύλο της ζωής αλέθοντας την πέτρα της υπομονής. Τελικός προορισμός ο θάνατος. Φθορά και φόβος στη διαδρομή, αγκαλιές – κελιά, στόματα λύκων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερχόμαστε βαθιά, απ’ τα ίδια σώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα μαλλιά πλεγμένα Οδύσσεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ η αυγή και το νερό κι η λάσπη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο θάνατος ακάλεστος, απάλευτος</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπου πεινάει, στέκει και θερίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίησή της τρυπώνει σε μέρη «όπου ο δρόμος είναι Δούρειος, τα λόγια είναι ανάδρομα. Δεν είναι Κηφισιά, είναι Κυψέλη». Κυριαρχούσα έννοια η διάψευση, αλλά και η απουσία ανθρωπισμού. «Δεν μπορείς να ανασάνεις με τόσο καημό, τόσα αίματα που στοιχειώνουν τις μέρες», γράφει. «Το αύριο ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών τον άνθρωπο». «Έξω στις σκοτεινές τις μέρες Νέρωνες κλώνοι καίν τον άνθρωπο». Το «Δελτίο συμβάντων» πνιγηρό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυο φίλοι αποχωρίζονται στην άσφαλτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο χάρτη ολοκαυτώματα ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς του ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χέρια που αλλάζουνε χαρτονομίσματα νεκρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκάφη που αναζητούν χαρτιά αξιοπλοΐας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάνει πολλούς βαθμούς ντροπή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η άνοιξη πεσμένη καταγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> να την κλωτσούν διάττοντες αστέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλλά και οι στιγμές της καθημερινότητας, η οικογένεια, η συμβίωση, όλα τα απλά, κοιτάζονται με μικροσκοπική ματιά, σαν πίνακες του Paolo Solari.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσοχή στο κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ασφαλισμένοι σ’ ένα καναπέ μετά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μασάμε άνοστο ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούοντας μακρινούς θανάτους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πίνουμε υπνωτικό νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> από χλωριωμένες σκέψεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να δούμε όνειρα χρωματιστά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φοράμε τη στολή της μάχης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μια μέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ζωγραφίσω στο κορμί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα, η παθητικοποίηση, αισθητοποιούνται στην πρώτη ενότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο καναπές είναι μια γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινη, κίτρινη, λευκή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν τσακίζει κόκκαλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καναπές είναι σκουριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρώει σάρκες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννοβολάει ακάρεα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καναπές</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει τη μυρουδιά της παραίτησης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ευωδιάζει ανυπακοή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φοράει τέλμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δεύτερη ενότητα «Μωβ» μια ελεγεία με πυροδότη τη μνήμη. Η σκέψη αιμορραγεί σε μια αδιάκοπη διελκυστίνδα παρόντος – παρελθόντος. Αντιθετικά ζεύγη: το τότε και το τώρα, η νεότητα – τα γηρατειά, το φως και το σκοτάδι. Ακολουθεί παρέλαση νεκρών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Σας ακούω, όταν τις νύχτες περπατάτε πίνοντας το κρασί της Νέκυιας στην εγκοπή του χρόνου. Όταν ανάβετε στο διάκενο λυσίπονες σιωπές μέχρι την πόρτα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα βιολί παίζει ένα αργόσυρτο τραγούδι θρηνητικό, βαθιά ανθρώπινο. Ξόδι των νεκρών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πενήντα έξι χρονών άντρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έκοψε κατά το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί δεν του φωνάξατε να σταματήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ΄ αυτή τη μαύρη βάρκα να μη μπει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το τρίτο μέρος, με τίτλο «Ψηφίδες», αποτελείται από ολιγόστιχες λακωνικές σκέψεις, εξαιρετικά εύστοχες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με πέντε στίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπορούν να χορτάσουν χιλιάδες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">∞</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κόκκινο «θέλω» χτυπάει τους τοίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα γκρίζο «πρέπει» φρουρεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εμπιστεύομαι τη δύναμη του χρώματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Σκουρολιάκου δουλεύει με τις ισομορφίες και τη συναισθηματική κλιμάκωση. Η ποίησή της είναι λυρική, με πλούσια εικονοποιία και εκφραστικά μέσα. Ποίηση κοινωνική, αυτοβιογραφική. Παρά την πεσιμιστική όμως διάθεση των θεμάτων, κυριαρχεί το φως, το μεσογειακό τοπίο, η Ελλάδα με τη φιλοσοφική της στάση απέναντι στη ζωή. Η συλλογή κατάμεστη από δέντρα, φυτά, χρώματα, αρώματα. Το ελληνικό τοπίο, που ζωγραφίζεται τόσο φωτεινά, δεν επιδέχεται αιώνια θλίψη. Θρήνος ναι, όχι όμως δειλία, λίγωμα, παραίτηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Θέλω ένα δέντρο τροπικό να κατοικήσω τις ελπίδες μέλισσες. Μια ανάσα να στεγνώσω τις πληγές και τις βροχές των μάταιων δακρύων», γράφει. Και προτρέπει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Γιε μου φύσηξε αλλιώς τον Αίολο. Με την καρδία. Με την καρδία!!!».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου «Χρώμα Αύριο» συγκινεί τον αναγνώστη. Είναι ποίηση με τριαντάφυλλα, πασχαλιές και ρόδα που μοσχοβολούν. Μέσα από το πένθος ξεπροβάλλει ο κόσμος του φωτός, ο εφήμερος, αλλά τραγικά ωραίος. Μέσα απ΄ τον ζόφο αχνοφέγγει ένα χαμόγελο για ένα αύριο με πιο φωτεινά χρώματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Tότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακράτητος ο ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θ΄ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τότε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ποιητών που αγάπησαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πιο γλυκιά ευχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως τότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην καρδιά μας μόνο ένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χρώμα αύριο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι θα ήταν η πολιτικώς ορθή ποίηση, αν ενείχε την αλαζονεία της ρητορείας, κάτι που ελλείπει, παντελώς. Οπτικοποιημένη γλώσσα ως κώδικας και ποιητική υφαντουργία, κέντημα ανθοτόλιστο, παλαιϊκό (όπως στο ποίημα της σελ. 54 «Ο θάνατος ολόκληρος»).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από θεματικής πλευράς, αυτό το βιβλίο το αφιερωμένο «Στην ιερή μνήμη του αδελφού» της ποιήτριας, είναι μια ποιητική απόπειρα συμφιλίωσης με το πρόωρο τέλος, καθόλου μεταφυσική και καθόλα ελληνική-μεσογειακή: τουτέστιν γεμάτη Φως και σφύζουσα από χαρά της ζωής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανατριχιαστικό το ποίημα-επίκληση στους πεθαμένους οικείους (σελ. 51):</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Το ποτάμι</span></strong></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">Του αδερφού μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ίδια ανεξίτηλη ματιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάνα με κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και συ πατέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα τσιγάρο δεν το χόρτασες ακόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ το μετόχι του ουρανού καλωσορίζετε το σόι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους φίλους, τους περαστικούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νέοι με τη ζωή, μου έλεγες, θυμάμαι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πενήντα έξι χρόνων άντρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι έκοψε κατά το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί δεν του φωνάζατε να σταματήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ’ αυτή τη μαύρη βάρκα να μη μπει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυθεντική ποίηση, Η ανημπόρια του ζωντανού στο χαροπάλεμα του άλλου, όσο δικός κι αν είναι, όσο αγαπημένος, όσο οικείος. Η ρητορική στιχουργία θυμίζει εικόνα βγαλμένη από δημοτικό τραγούδι: «Γιατί δεν σου πήρα ένα φυλαχτό; Ήρθες, με το δικό σου πρόσωπο το γλυκό, της αγάπης, αλλά δεν περπατούσες. Σε κουβαλούσαν μέσα σε κήπο τα παιδιά κομμάνο κυπαρίσσι» (σελ. 52).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και στην αμέσως επόμενη σελίδα, δραματικός μονόλογος βγαλμένος θαρρείς από τις δημοτικές παραλογές: «Που δε μ’ ακούς. Που σ’ έκλεισε η γη και το νερό του Αχέροντα. Στο πατρικό το σπίτι άπιαστος σεργιανίζεις. Στην πόρτα στέκεται αλαζονικά το ρήμα «χωριζέτω» προστακτικά και αμετάκλητα. Στον τοίχο, οι φωτογραφίες των γονιών. Τώρα και η δική σου. Απόμεινα εξ αίματος μόνη…» (σελ. 53).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημα «Πικρή επετηρίδα» (σελ. 55) αφουγκραζόμεθα λυσίπονες σιωπές. Πρατηρούμε την ποιήτρια απορροφημένη στο έργο της να ζυμώνει το Φως με θραύσματα και ερείπια Ύλης, να υψώνει το δισκοπότηρο στο Αύριο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ψηφίδες» τιτλοφορεί τα γνωμικά, τους αφορισμούς και τα επιγράμματα με τα οποία κλείνει αυτή τη συλλογή που θυμίζει Μεγάλη Εβδομάδα και το «ω γλυκύ μου έαρ» υποτονθορίζεται διαρκώς κάτω από το βαρύ άρωμα της ακακίας. Φωτολάτρις η Μαρία Σκουρολιάκου, γλωσσοπλάστις, νεολογίστρια, παραπέμπει στον Μιχάλη Κατσαρό και συνηχεί με τον Ελύτη, αναζητεί την Ελευθερία ως αντίδοτο της Ιδιοκτησίας, έχει την Ποίηση περί πολλού, τη θεωρεί ανεκτίμητη… «Ανέκδοτο σώμα. Ανέραστο» (σελ. 59). Τρεις λέξεις. Καλόοοοοό!!! Το ποιητικό «σώμα» ταυτίζεται με το αιθερικό. Αιθερικές περιπτύξεις και νοητικά φιλιά τα «κινήματα της ψυχής» ετούτης της ποιήτριας, που ενώ «δεν κομίζει γλαύκαν εις Αθήνας, δεν είναι διανοούμενη του συρμού, εν τούτοις αναχαράζει την ποιητική πεπατημένη με τον δικό της πρωτότυπο τρόπο, που φαντάζει ενίοτε καινοφανής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η εμπειρία τού παγωμένου, ασάλευτου Άχρονου στο ποίημα «Μωβ» (της σελ. 50). Χαροκαμμένος Χρόνος. Η γραφή ως αντίδοτο Λήθης τών πεθαμένων (στο ποίημα «Φωτογραφία», της σελ. 49). Στο προηγούμενο «Πλατύφυλλη φωνή» διαβάζουμε «βεγόνια» αντί «βιγόνια» ή «μπιγκόνια» κι ακούμε [συναισθητική μεταφορά] την ευωδία προσωποποιημένων ανθέων-ρόδων, «σαν το πιστό σκυλί του Οδυσσέα», που «περιμένουμε τον ίσκιο του γνωρίζοντας» (σελ. 48).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σφύζουσα, πάλλουσα ελληνικότητα στο ποίημα «Φωτιά και στάχτη» (σελ. 46). Στην ποιητική σύνθεση με τίτλο «Χάρτης» ξαναβρίσκουμε τις λέξεις-αντικείμενα, ενόσω η ποιήτρια αποδομεί τον μεγαλοιδεατίστικο ρομαντισμό της απότομα, σαν εξεπίτηδες (σελ. 45).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημα «Λάμπουν» (σελ. 44) η Μαρία Σκουρολιάκου φαίνεται ότι δεν αγαπάει το αστικό τοπίο. Γι’ αυτήν η πόλη είναι επιτομή Δυστυχίας κι όχι άντρον ηδονών (ανύπαρκτη ως λέξη και ως έννοια στην ποίησή της).</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Η αιθαλομίχλη τοξικά υφαίνει σχήματα, του κόσμου η σιωπή σκαλώνει σε γενόσημες ελπίδες» [υπέροχο! Πραγματικά: πρωτότυπη χρήση αυτού τού επιθέτου στη σελ. 43].</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσωκρατική σκοτεινιά αναδίδει η θεματολογία της, ειδικά στο ποίημα «Λέξεις στο νερό» (σελ. 41).</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑΣ, ΛΕΞΙΛΟΓΙΑΣ, ΛΕΞΙΜΑΓΕΙΑΣ…</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Το «Ποιήματα εξ επαφής» καλό, αλλά μονάχο του σε ένα – κατά τα άλλα – «άδειο» ποίημα, που φαίνεται πως γράφτηκε για να στεγάσει το τέλος κι έχει τίτλο «Εξ επαφής» (σελ. 40).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα «Αχτένιστα χρυσάνθεμα» (σελ. 39) ανιχνεύομε το ασύλληπτο Χάος, ιχνηλατούμε το αδιανόητον Έρεβος, ατενίζουμε τη Θάλασσα, όπως εικονοποιείται από τη Μαρία Σκουρολιάκου. Και στη Ζωγραφική και στην Ποίηση, όταν κι εφ’ όσον είναι υψηλές, το πλέον δύσκολο είναι να μυρίσεις, να ακούσεις και να διαισθανθείς τη Θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημα με τίτλο «Οι λέξεις» (σελ. 38) τα παιδιά κι «οι ποιητές τις άγιες νύχτες» είναι ταυτόσημες ή παράλληλες έννοιες, τεμνόμενες κι αλληλοσυμπληρωματικές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στον Κώστα Θ. Ριζάκη αφιερώνει η Μαρία Σκουρολιάκου το ποίημά της «Σοφή μέλισσα» όπου η τεκταινόμενη, σχεδιαζομένη ποιητικώς αισιοδοξία είναι βεβιασμένη και βεβαρυμένη (σελ. 37).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Επιτηδευμένα εφιλατικό το «Δελτίο συμβάντων» της σελ. 35.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί όμως που αποτυγχάνει η ποιήτρια – κατά την ταπεινή μου γνώμη, βεβαίως – είναι στο δισέλιδο πόνημα με τίτλο «Το τραγούδι» (σελ. 32). Φαίνεται ότι δεν είναι στο φόρτε της οι μεγάλες συνθέσεις. Είναι στιχοπλόκος και στιχοποιός. Ποίημα ακατάλητπο και χαοτικό. Ερωτοτροπεί με το Άλογο. Σημάδι απελπισίας; Η σκοτεινιά της αληθούς Φιλοσοφίας; Η βασιζόμενη στην εμπειρία ποιήτρια εμφανίζεται εδώ γνωσιολογική, κι είναι έξω από τα νερά της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σταματώ εδώ προκειμένου ν’ αφήσω τον επαρκή συνδημιουργό αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του οπτική και άποψη για την ποίηση της Μαρίας Σκουρολιάκου. Οι κριτικές παρατηρήσεις μου είναι πτερά πτηνών που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα, ενώ τα πουλιά έχουν πέσει στο χώμα νεκρά προ πολλού…</span></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Τα ποιήματα της Μαρίας Σκουρολιάκου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά που βρίσκομαι απόψε εδώ, και θέλω να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία Σκουρολιάκου που μου έκανε την τιμητική πρόταση να παρουσιάσω την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χρώμα αύριο. Για να υποστηρίξω καλύτερα τα όσα θα πω στη συνέχεια, θα ερανιστώ στοιχεία και από το προηγούμενο βιβλίο της του 2008, τον Ακάθιστο λόγο. Επέγραψα το κείμενό μου «Χρωματισμένος Λόγος», δανειζόμενος λέξεις από τους τίτλους αυτών των δύο βιβλίων της. Η χαρά μου επαυξάνεται από το γεγονός ότι πρώτη φορά μιλώ δημοσίως στην πόλη της Λαμίας και, επιπλέον, από το ότι με συνδέει με την Μαρία το πολυετές κοινό βιοποριστικό μας επάγγελμα. Έχω παρακολουθήσει από τα πρώτα φανερώματα την πορεία της στον λογοτεχνικό χώρο και θεωρώ πως έκανε σημαντική κίνηση όταν γύρισε την πλάτη στις οικονομικές απαιτήσεις κάποιων αθηναίων εκδοτών και αποφάσισε να τυπώσει τα βιβλία της στον γενέθλιο τόπο, αποδεικνύοντας έτσι πως ο πνευματικός κόσμος μπορεί να αναπνεύσει και να εκφραστεί πέρα από την υδροκέφαλη πρωτεύουσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το Χρώμα αύριο, που παρουσιάζουμε απόψε, είναι το κατά σειράν τέταρτο ποιητικό βιβλίο της Σκουρολιάκου. Η έως σήμερα διαδρομή της φανερώνει τη σταδιακή ωρίμανση των εκφραστικών τρόπων της και επιβεβαιώνει την ανοδική πορεία της. Όλες οι συλλογές της διακρίνονται για λεκτική οικονομία και για την διευρυνόμενη θεματολογία τους. Σχολιάζοντας κανείς ένα ποιητικό βιβλίο αντιμετωπίζει, φαντάζομαι, την πρόκληση να απαντήσει σε δύο κεφαλαιώδη ερωτήματα. Το ένα είναι τι λέει ο ποιητής, με τι θέματα ασχολείται∙ το δεύτερο ερώτημα είναι με ποιον τρόπο εκφράζει και μας μεταφέρει όσα των απασχολούν. Για την ποιήτρια που τιμούμε απόψε, θα προσπαθήσω να απαντήσω και στα δύο αυτά ερωτήματα με τα στοιχεία που μου προσφέρουν τα ίδια τα ποιήματά της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους στίχους της Σκουρολιάκου φαίνεται να διέπει ένα παγιωμένο σύστημα αξιών, μια ολοκληρωμένη θετική αντίληψη για τις αρετές ή, καλύτερα, για τις προτεραιότητες, μα και τις ανάγκες, της καθημερινής ζωής∙ σύστημα που σηματοδοτείται και ορίζεται με έννοιες όπως αγάπη, πίστη, τρυφερότητα, πατρίδα, φιλία, ελπίδα –θα μπορούσε να μακρύνει πολύ ακόμα ο σχετικός κατάλογος. Σε τούτο το περίκλειστο μικρό σύμπαν όπου κινείται, βλέπει γύρω της και γράφει η ποιήτρια, έχουν τη θέση τους πολλά γεγονότα της προσωπικής και της ευρύτερα κοινωνικής ζωής: ο θάνατος συγγενικών ή φιλικών προσώπων (βλέπε το ποίημα «Εξ αίματος», όπως και το ανάλογο της συλλογής Ακάθιστος λόγος, που επιγράφεται «Για την Ευγενία»), ο ερχομός ενός νεογέννητου παιδιού, ο τρόπος που έχουν περιπέσει σε παρακμή κάποιες γειτονιές της Αθήνας (όπως στο ποίημα «Δούρειος δρόμος»), τα ατελείωτα πλήθη προσφύγων που ξεβράζονται στις ακτές της χώρας μας (όπως στο ποίημα «Δελτίο συμβάντων»). Ανέφερα εντελώς δειγματοληπτικά τα δύο άκρα, ανάμεσα στα οποία κινείται και κυοφορείται η έμπνευση της Σκουρολιάκου: ανάμεσα, δηλαδή, στο ιδιωτικό και το δημόσιο Στο σημείο αυτό, θα σας διαβάσω δύο ποιήματα, ένα από τη συλλογή του 2008 και ένα από την πρόσφατη, τα οποία δείχνουν επακριβώς τα δύο άκρα που προανέφερα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΗ ΘΑΡΡΕΙΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μη θαρρείς πως σε ξέχασα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι που τη μνήμη κάθε μέρα σέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> του χρόνου τ’ αλέτρι αλύπητα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ζωή δόξα τω Θεώ γελάει στη διαδοχή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως αυτό που ξέρω είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως κάθε φορά που καθρεφτίζω την καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπω το κομμάτι που λείπει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτό που πήρες μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην οριστική σου μετακόμιση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυο φίλοι αποχωρίζονται στην άσφαλτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον χάρτη ολοκαυτώματα ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς του ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χέρια που αλλάζουνε χαρτονομίσματα νεκρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκάφη που αναζητούν χαρτιά αξιοπλοΐας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνει πολλούς βαθμούς ντροπή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η άνοιξη πεσμένη καταγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> να την κλωτσούν διάττοντες αστέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναφορά του ονόματος του Ελ Γκρέκο με διευκολύνει να τονίσω τον συχνό διακειμενικό διάλογο της Σκουρολιάκου με πρόσωπα και γεγονότα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, με τη μυθολογία μας, με ευρύτερα γνωστές στιγμές της νεοελληνικής παράδοσης και της ορθόδοξης θρησκείας μας. Και όταν η ίδια αισθάνεται πως δεν την καλύπτουν οι στιχουργικοί κανόνες, καταφεύγει στο πεζό ποίημα, για να εκφράσει με λεπτομέρειες και με άνεση τα νοήματά της. Στο Χρώμα αύριο υπάρχουν οχτώ πεζά ποιήματα και στον Ακάθιστο λόγο επτά, όλα ιδιαίτερου παλμού και ξεχωριστής ευαισθησίας∙ εντελώς ενδεικτικά, αναφέρω τα τιτλοφορούμενα «Πρώτη ύλη», «Με την καρδιά», «Πικρή επετηρίδα», από την τωρινή συλλογή και τα «Καλοκαίρι», «Εάλω», «Μικρή τριλογία», από την προηγούμενη. Σ’ αυτή την πεζολογική έκφραση, πλαισιωμένη με λυρικές εξάρσεις, διακρίνω τη σκιά των πεζόμορφων ποιημάτων του πρώιμου Οδυσσέα Ελύτη των Προσανατολισμών. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το πεζό ποίημα «Λέξεις στο νερό» της τωρινής συλλογής:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γράψε λέξεις στα κύματα, να διαβάσεις, πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί όλα τα έπλασε η ζωή ως θάνατος κι όλα υπάρχουν για να χαθούν. / Κρατήσου, απ’ τις αρχαίες σιωπές και από το κόκκινο ποτάμι, που τη γη συνέχει. Κατά πρόσωπο τον ήλιο κοίτα! Να συνομιλείς των αστεριών με τον εξάντα του όρθρου. Με του πόνου το έλυτρο και τον ουρανό που σου αναλογεί, συντάξου. Ορατών κι αοράτων αγάπησε και της αμνησίας απέχου. Μέσα σου και στην Οικουμένη, ο κόσμος ένας. / Ανάμεσα, λύκοι που ανελέητα πεινούν. / Και συ, που, να μη γίνεις η τροφή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτή η, κατά τη γνώμη μου, μόλις διαφαινόμενη σκιά του Ελύτη με έκανε να διατρέξω τις δύο συλλογές αναζητώντας την πιθανή παρουσία και δάνειων ποιητικών τρόπων. Όλοι όσοι καταπιάνονται με την ποίηση συνηθίζουν να ακουμπούν και να ακολουθούν σε παλαιότερα υποδείγματα. Η Σκουρολιάκου μοιάζει να μην προσεταιρίζεται τα ίχνη προγενέστερων δημιουργών. Η φωνή της είναι καθαρά προσωπική. Αν επέμενα στανικώς να ανιχνεύσω επιδράσεις, θα έλεγα πως εντόπισα λιγοστά ψήγματα από την εντελώς ιδιόρρυθμη εκφραστική της Κικής Δημουλά, μιας ποιήτριας που με την ανορθόδοξη συντακτική δομή των στίχων της και τις αναπάντεχες μεταφορές της, έχει ανοίξει έναν δρόμο στον οποίον εύκολα πορεύονται οι νεότεροι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και στις δύο αποψινές συλλογές της η ποιήτρια παραθέτει σκόρπια (αλλά συσσωματωμένα) δείγματα μονόστιχων, δίστιχων ή τρίστιχων ποιημάτων, ως ένα είδος δημιουργικού περισσεύματος, όπως συνηθίζουν και άλλοι σύγχρονοι ποιητές μας. Βέβαια, σε όλα αυτά τα παραθέματα του συνόλου των ποιητών μας δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι ανάλογο προς την οριακή περίπτωση των σπαραγμάτων του Σολωμού. Μάλλον πρόκειται για απομίμηση της φόρμας του χάικου, οσάκις η ιδέα αναπτύσσεται σε τρίστιχο (παρά τη συχνή ασυνέπεια που διαπιστώνεται στην αυστηρότητα της στιχουργικής φόρμας) ή, για να χρησιμοποιήσω ένα πιο κοντινό μας παράδειγμα, ο κάθε ποιητής ακολουθεί, ίσως ασυνείδητα, το παράδειγμα του ΥΓ του Μανόλη Αναγνωστάκη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτά τα δημιουργικά περισσεύματα επιγράφονται «Μικρός Κανόνας» στον Ακάθιστο λόγο, ενώ στην τωρινή συλλογή στεγάζονται υπό τον τίτλο «Ψηφίδες». Τα σύντομα στιχουργικά fragmenta ασφαλώς διευκολύνουν και προκαλούν έναν επιγραμματικό λόγο ο οποίος φαίνεται να αποτελεί προσφιλές στοιχείο στην περίπτωση της Σκουρολιάκου και, ταυτόχρονα, συνιστούν τη διδακτική πλευρά της ποιητικής βιοθεωρίας της. Φέρνω μερικά παραδείγματα και από τις δύο συλλογές:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συχνά τελώ υπό κατάληψη / από αναρχικούς στίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συγκατοικούν εντός μας / το φιλί και το μαχαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Παράδεισος δεν κερδίζεται εύκολα. / Είναι από πολλά όχι καμωμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μη με προδώσεις. / Ούτε Πέτρος / ούτε Ιούδας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά από τον Ακάθιστο λόγο. Και τώρα από το Χρώμα αύριο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γράφεις / σβήνοντας λίγο λίγο / τον εγωισμό σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μες στο βυθό / να τη γυρέψεις την επιφάνεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάθε κήπος και τ’ αγκάθια του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γόρδιος δεσμός. / Κι ο Μεγαλέξανδρος άφαντος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο θάνατος / ποτέ δεν είναι λέξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο αποφθεγματικός λόγος που συμπορεύεται με τον διδακτισμό μοιάζουν να συγκροτούν ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής φυσιογνωμίας της Σκουρολιάκου, τουλάχιστον όπως διαμορφώνεται με τα δύο βιβλία της που παρουσιάζουμε απόψε. Και είναι σύμφωνος με το περίκλειστο, μικρό σύμπαν της, όπως το περιέγραψα στην αρχή της εισήγησής μου. Από το βάθος αυτής της κοσμοαντίληψης αναδύεται ένα βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης, μια παρηγορητική συμπόνια για την ανθρώπινη περιπέτεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν δεν κάνω λάθος, η ποίηση της Σκουρολιάκου έχει και μια ουσιαστική διαφορά από την ποίηση των λίγο παλαιότερων, μα και κάποιων συγχρόνων της ποιητών. Όσοι απ’ αυτούς εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1980 και 1990 και, κατά την κρατούσα γραμματολογική ταξινόμηση, στεγάστηκαν υπό τον τίτλο «γενιά του ιδιωτικού οράματος», εκφράζονται συνήθως μέσα σ’ ένα γενικευμένο κλίμα απαισιοδοξίας, αδιεξόδου και σκοτεινών προοπτικών. Η Σκουρολιάκου, παρά τις απώλειες προσφιλών της προσώπων, όπως καταγράφονται σε ορισμένα ποιήματά της, παρά τις καθημερινές αναπόφευκτες αντιξοότητες που όλοι αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε στη ζωή, και παρά τη σκληρή πραγματικότητα που την περιβάλλει (όπως και όλους μας, εξάλλου), θεωρώ πως υπηρετεί μια φωτεινή και, στο βάθος της, αισιόδοξη ποίηση. Παρά τον ενίοτε υπερεκχειλίζοντα συναισθηματισμό των στίχων της, νομίζω πως μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στη ματιά που η ίδια ρίχνει πάνω στα πράγματα και στους ανθρώπους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μάιος 2015</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">DIASTIXO 12/4/2016</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Σκουρολιάκου κινείται με γνώριμους και δοκιμασμένους ποιητικούς ρυθμούς. Εκφράζει απλά, με ειλικρίνεια, ενάργεια και σωστά ελληνικά τον πλούτο των συναισθημάτων της μετουσιώνοντας τους προβληματισμούς της σε ποίηση με το βλέμμα στραμμένο στο Μέλλον, εστιάζει το ενδιαφέρον της στου μέλλοντος το χρώμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μίλησε ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη σε σωπαίνει ο ήχος της κραυγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήτε το κρώξιμο της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του φιδιού το σύρσιμο γύρω από τ’ αυγό του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγάπα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σφίξε τις λέξεις, ξέπλυνε το αίμα της πληγής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βογγητό του άλλου σώσε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ερημιά και στον καημό διαμελισμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολέμα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη φυλακίζεσαι στο ψέμα του καιρού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θάμπωμα της λήθης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άκου τ’ αηδόνι, που έρχεται απ’ τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην καρδιά της πλάσης κλαίει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγρύπνα ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως το νυχτολούλουδο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ήλιος όπως χρυσορρόης πέφτει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αξεχώριστα τις σκιές φιλεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μην κοιμηθείς και ξεχαστείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αποτελειώσει ο κόσμος. (ΑΓΡΥΠΝΑ ΠΟΙΗΤΗ)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η απώλεια προσφιλούς προσώπου υποβάλλει στίχους καταλυτικούς με μια λιτή, αφοπλιστική λαγαρότητα και ευκρίνεια παρά τον εμφανή συναισθηματικό φόρτο, αποδεικνύοντας πως δεν χρειάζονται παρακινδυνευμένα τεχνάσματα όταν έχεις και μπορείς να πεις αλήθειες:</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]ένα τσιγάρο δεν το χόρτασες ακόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι στην ευχή τον έχασε το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πενήντα έξι χρόνων άντρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έκοψε κατά το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με των ματιών τους ήλιους σφαλιστούς. (ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποίηση καθαρή, διαυγής, χωρίς φτιασιδώματα και περιττά λόγια. Έχει και η απλή έκφραση τη χάρη και την ομορφιά του ολοκληρωμέμου νοήματος. Ιδού και κάτι απλά συνηθισμένο, σύντομο, καθημερινό νεοελληνικό φαινόμενο που λέει αλήθειες του… καναπέ:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο καναπές είναι μια γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινη, κίτρινη, λευκή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν τσακίζει κόκαλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο καναπές είναι σκουριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρώει σάρκες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννοβολάει ακάρεα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο καναπές</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει τη μυρουδιά παραίτησης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ευωδιάζει ανυπακοή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φοράει τέλμα. (Η ΓΛΩΣΣΑ)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΆΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖAΚΗΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΞΗΜΑ 4/5/2016</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήματα γεμάτα ευαισθησία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Χρώμα αύριο» είναι ο τίτλος της καινούριας ποιητικής συλλογής της Μαρίας Σκουρολιάκου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αισιόδοξος ο τίτλος, ναι, δεν θα είναι πάντα όλα ασπρόμαυρα, αύριο το χρώμα θα φωτίσει ξανά τη ζωή μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λυρικά, φιλοσοφικά, διδακτικά, ευαίσθητα, τα ποιήματα αυτά της Σκουρολιάκου κατακτούν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη. Ποιήματα de profundis, έχεις συχνά την αίσθηση της «ροής συνείδησης», κάτι που συναντάμε στην πεζογραφία. Ο, έστω και ελεύθερος, στίχος της σύγχρονης ποίησης συχνά δεν την βολεύει, γι’ αυτό εκφράζεται και με πεζόμορφα ποιήματα. Μετρήσαμε συνολικά οκτώ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι διδακτικό, και έχει τίτλο «Αγρύπνα ποιητή», το οποίο καταλήγει με τον όμορφο (αθέλητο) ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: «Μην κοιμηθείς, μη ξεχαστείς/ κι αποτελειώσει ο κόσμος». Και βέβαια το «αγρύπνα» δεν αφορά μόνο τους ποιητές αλλά και όλους τους πνευματικούς ανθρώπους στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπάρχουν δυο ακόμη ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που, όπως το συνηθίζουμε, θα τους παραθέσουμε στο τέλος. Από τα άλλα μέτρα συναντήσαμε συχνά τον ανάπαιστο, όπως στο «Αναστάσης», προφανώς ο εγγονός της, στον οποίο είναι αφιερωμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ένας κόσμος απέραντος είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με φωνές μυστικές…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανεμίζεις σα φεύγεις/τα μικρά σ’ αγαπάω…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για το βλέμμα σου τρέμω/τη βαθιά σου ψυχή….» (σελ. 10).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα ακόμη δείγμα από το «Φόρα με». «Της ψυχής σου/το ρίγος ν’ αγγίξω/το κόκκινο» (σελ. 13).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Περιέργως βρήκαμε και τροχαϊκούς στίχους, τους οποίους συναντάμε σπάνια. «Η ανάγκη βγάζει νύχια στο σκοτάδι» και «Στέκει ανάμεσα σε αγίους που σκοτώνουνε θεριά» (σελ. 45).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο πεζόμορφο «Έχει ο αχινός καρδιά;» ακούμε τον διάλογο γιαγιάς και εγγονού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Γιαγιά, έχει ο αχινός καρδιά;</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Την κρύβουν τα αγκάθια του, μωρό μου!</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Κι οι άνθρωποι έχουν κι αυτοί αγκάθια γύρω απ’ την καρδιά τους;</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Πολλά. Όμως εσύ θα βλέπεις μόνο την καρδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ’ αγκάθια θα τα βγάζεις ένα ένα, με την αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ’ ακούς μωρό μου; Με την αγάπη…!! (σελ. 11)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι από τα ωραιότερα που έχουν γραφεί για την αγάπη. Και οι καταληκτικοί στίχοι του επόμενου ποιήματος που έχει τίτλο «Στο καταχείμωνο» είναι: «Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο/να ξεφυλλίζω αγάπη» (σελ. 12).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μου άρεσαν πολύ τα δυο σύμπλοκα που συνάντησα: «γενόσημες ελπίδες» και «ατυχία διάρκειας».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχω δηλώσει ότι μου αρέσουν τα μικρά σαν χάι-κου ποιήματα, που είναι σαν αστραπές έμπνευσης. Βρήκα ωραιότατα στις «Ψηφίδες» της Σκουρολιάκου, με τις οποίες κλείνει η συλλογή. Αντιγράφω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Να γράφεις/σβήνοντας για λίγο/τον εγωισμό σου».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Και το φιλί/στίχος ομοιοκατάληκτος».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Με πέντε στίχους/μπορούν να χορτάσουν χιλιάδες».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Γόρδιος καημός/κι ο Μεγαλέξανδρος άφαντος».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ο θάνατος ποτέ δεν είναι λέξη».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Θάθελα να φύγω/πλήρης λέξεων».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Να ξοδεύεσαι ζώντας/να μη ζεις πεθαίνοντας».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και το τελευταίο, σατιρικό, το μόνο που τιτλοφορείται: «Προϋποθέσεις εποχής».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να προσθέσω λίγο ύφος για τις επιδείξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να αφαιρέσω λίγο ήθος για τις επικύψεις (σελ. 56-59).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το «Εξ αίματος» είναι ένα από τα πεζόμορφα, με την ένδειξη «Του αδελφού μου», στη μνήμη του οποίου είναι εξάλλου αφιερωμένη η συλλογή. Έφυγε νέος διαβάζουμε αλλού, μόλις 56 χρονών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Θυμάσαι τον “μικρό ήρωα” μέσα στο βιβλίο των θρησκευτικών που έκανες πώς διάβαζες; Έφαγες ξύλο απ’ τον πατέρα κι εγώ τον χτύπαγα κλαίγοντας γιατί δεν τ’ άντεχα να μου πονάς. Ούτε τώρα άντεχα, μα ήμουν άχρηστη. Ποιον να χτυπήσω τώρα που σε αρρώστησε για πάντα; Ποιον που σε θέλησε μέσα στη γη;» (σελ. 53).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολύ συγκινητικό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμήθηκα όμως κι εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήμουν μαθητής δημοτικού. Στο δρόμο προς το σχολείο. Σπίτι είχα αφήσει κάπου πέντε «Μικρούς ήρωες» αδιάβαστους. Δεν άντεχα να περιμένω μέχρι το μεσημέρι. Γύρισα πίσω, ξεντύθηκα και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα. Στη μητέρα μου είπα πως ήμουν άρρωστος· και στρώθηκα στο διάβασμα. Από τις ελάχιστες κοπάνες που έκανα μαθητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα ξεχωρίσουμε επίσης το «Αιμορραγώ» («Το αύριο/ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών/τον άνθρωπο»), το «Δελτίο συμβάντων» («Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές./Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες»), και το «Μια μέρα» («Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο/Μες στις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας./ Προσοχή στο κενό»). Κλείνοντας θα παραθέσουμε μια στροφή που μας άρεσε από το ποίημα «Χάρτης».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χιονίζει φόβο, κρυώνουνε οι ώρες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα κοιμηθεί απόψε πάλι στον ορίζοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χάρτινες κουβέρτες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα ονειρευτεί ζεστό ψωμί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ασημένιο όνειρο στου χούφτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να κερδίσει μια όρθια στιγμή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να περπατήσει σαν τον άνθρωπο ένα βήμα (σελ. 45).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εξαιρετικά τα ποιήματα τους Μαρίας Σκουρολιάκου, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και δυο ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που είπαμε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη (σελ. 6)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βλέμμα θαμπό ακρορροεί με το λυγμό του χρόνου (σελ. 49)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">culture now.gr 4/5/2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ταξίδι στην ποιητική των λέξεων και στη σχέση τους με την ανθρώπινη ευαισθησία απέναντι στις κοινωνικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας είναι η νέα ποιητική συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με βαθιά συναίσθηση πως η ποίηση φέρει μια νέα ηθική στην τάξη των πραγμάτων, μια ηθική ανοικοδόμησης ανεξάρτητη από όλα όσα αποδομούν το σύγχρονο κόσμο, η Σκουρολιάκου καταγράφει στα ποιήματά της την προσωπική της οδύνη για όλα όσα βιώνουμε στις μέρες μας. Το φάσμα της πείνας και της προσφυγιάς, το παράλογο του πολέμου, τον οδυρμό του θρήνου και της ανελέητης απώλειας, το δραματικό οικονομικό αδιέξοδο, τον ιδεολογικό κατακερματισμό, το σπαρακτικό μεταναστευτικό πρόβλημα, τον πολιτισμό μας που σβήνει, την κοινωνική και πνευματική ισοπέδωση που αντιμετωπίζουμε όλοι στις μέρες μας σε κοινωνίες που ορθώνονται τεχνολογικά και μονοδιάστατα αλλά περιφρονούν τον άνθρωπο, ισοπεδώνοντας έτσι την επανάσταση δύναμη της ανθρωπιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ένας «ματωμένος δείκτης στο χρηματιστήριο» της ανθρώπινης απάθειας και αδιαλλαξίας, αλλά ένα φως μέσα στο οποίο θα εστιάσει ο χρόνος για να φέρει εκ νέου ένα καλύτερο αύριο. Ένα αύριο γεμάτο χρώμα, ένα χρώμα που με βίαιες αντανακλάσεις θα εκτρέψει ξανά τη ζωή στην παντοδυναμία μιας ανεμώνης, στην ομορφιά ενός κύματος, στη γεύση που παίρνουν τα όνειρα όταν ξυπνούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέχρι να γίνει αυτό είναι ανάγκη να ουρλιάζουνε τα ποιήματα. Ο ποιητής να παραμένει άγρυπνος, να «σφίγγει τις λέξεις για να ξεπλύνει το αίμα της πληγής», επειδή –αλίμονο- αν ξεχαστεί ο ποιητής θα πεθάνει η ελπίδα, «θα αποτελειώσει ο κόσμος». Άλλωστε ο μεγαλύτερος φόβος της ποιήτριας είναι αυτός ο εφησυχασμός που υφίσταται στις μέρες μας. Όταν ο άνθρωπος εισπράττει καθημερινά ισόποσες μερίδες φρίκης και πόνου τότε συνηθίζει και όταν συνηθίσει η εξέγερση δεν είναι πια δυνατή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής πρέπει να διεκδικήσει την σεισμική δύναμη της φωνής που θα ξεσηκώσει τις συνειδήσεις, θα απελπίσει την απελπισία και θα στερέψει τη λάβα αυτού του εφησυχασμού. Για να το κάνει αυτό είναι ανάγκη «να διατηρεί γόνιμες» τις λέξεις του, να ακούσει πρώτα ο ίδιος το κλάμα του αηδονιού και να «ξαγρυπνήσει όπως το νυχτολούλουδο» στους κήπους του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μαζεύω λέξεις πόνου. Καταγράφω την κραυγή», γράφει στο εξαιρετικό ποίημα «Εξ αίματος» για να δηλώσει σε δύο μόλις φράσεις τον σπαραγμό της. Και στο περίφημο «Λέξεις στο νερό» δηλώνει αμέσως πως υπάρχει ελπίδα αρκεί να τολμήσουμε να την αντικρίσουμε. Η ίδια η ποιήτρια γνωρίζει την ύπαρξή της, έχει νιώσει τη δύναμή της και μας τη μεταφέρει: «Τόλμησε να στοχαστείς με την καρδιά», αφού έτσι μόνο μπορεί να συντελεστεί το θαύμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τώρα γνωρίζεις το όνομα του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και μη μου λες για εικόνες που δακρύζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για εκείνα τα ματάκια που στεγνώνουνε στην έρημο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κανένα θαύμα έχεις;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζούμε όλοι μέσα σε ένα βαρύ καταχείμωνο, «σε αγκαλιές κελιά», μιλούμε με «διχόρροπα πρόσωπα», «ξεσκονίζοντας βαθιές πληγές και μνήμες», «δεσμώτες στην αμέτρητη του χρόνου αγρύπνια» και η ποιήτρια προσπαθεί να ακούσει τον ήχο του βιολιού «που κλαίει με παράπονο στο ημερολόγιο της ανεμώνας» και καταπιάνεται «να ξεφυλλίζει την αγάπη μες στο καταχείμωνο», για να βρει εκεί την ελπίδα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ από τη μια τα ποιήματα της αγωνιούν για το μέλλον αυτού του τόπου αλλά και ολόκληρης της οικουμένης, ενώ καταδεικνύουν την υπαρκτική δύναμη του ερέβους που καθορίζει δυστυχώς το καταχείμωνο της εποχής, ταυτόχρονα εκείνη «ξεφυλλίζει την άνοιξη». Πιάνει την ελπίδα από το χέρι και την παρουσιάζει στον αναγνώστη της. Γυρεύει να φέρει στην επιφάνεια όλα όσα, αυτή τη στιγμή, κείτονται στο βάθος μιας σκοτεινής θάλασσας. Και προτρέπει τον αναγνώστη της να απαρνηθεί «το γλιστερό πρόσωπο του καθρέφτη», «τις τροχιές που δεν είναι ηλιοτρόπια», «τους προστάτες που κλέβουν την ομορφιά», «τα σκοτεινά ρήματα που ταΐζουν το αύριο». Του ζητά να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο επειδή εκεί, στη μοναδική του καθαρότητα θα ξαναβρεί τη διαύγεια της ψυχής του. Να αρνηθεί τη λήθη και να κρατηθεί από την αρχαία φωνή που σώπασε αλλά υπάρχει ολόγυρά μας να μας θυμίζει το κραταιό ενός πολιτισμού που αφήνουμε να χαθεί ανεπίστρεπτα. Επειδή μέσα σ’ αυτό θα ξαναβρούμε τις συντεταγμένες των προσωπικών αξιών μας. Και συνεχίζει φωνάζοντας δυνατά τη δική της αγωνία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μέσα σου και στην Οικουμένη, ο κόσμος ένας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανάμεσα λύκοι που ανελέητα πεινούν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και συ, που, να μη γίνεις η τροφή τους».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που δεν φυσάει καλοκαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στους τόπους που η έρημος βρυχάται…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(από το ποίημα «Τα σύννεφα»)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Σκουρολιάκου γεννήθηκε στην Τιθορέα (Βελίτσα) Λοκρίδος. Υπάλληλος επί πολλά χρόνια στην Εθνική Τράπεζα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθύντρια. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΠΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και συγγραφέων και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου με επίκεντρο τον άνθρωπο και την πορεία του μέσα στο χρόνο, συνδέεται το κλασικό με το σύγχρονο, η ζωή με τον θάνατο, ο θρήνος με την ελπίδα. Συστατικά στοιχεία ενός κόσμου που βάλλεται και αυτοκαταστρέφεται, ανθρώπων που κατακρημνίζονται μα ελπίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν έπρεπε να ταυτοποιήσουμε χρωματικά το αύριο, ο καθένας θα του πρόσδιδε τη δική του χρωματική οπτική. Όμως οι οπτικές όλων θα ενείχαν τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν τη δομή, τη μορφή και την ουσία της λέξης «άνθρωπος».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αυτό ακριβώς πραγματεύεται στην παρούσα συλλογή η Μαρία Σκουρολιάκου. Με στίχο ελεύθερο, καμωμένο με προσοχή και εμπλουτισμένο με τις φλόγες της ζωής, η Μαρία Σκουρολιάκου αφήνει τον ψυχικό συναισθηματισμό να ξεχειλίσει στα γράμματα και στις λέξεις, φωνασκώντας για το όλον που απαρτίζει την ίδια τη ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί μπορεί να θρηνεί, αλλά δεν εγκαταλείπει το όνειρο, το αύριο. Μπορεί να γεύεται το σύγχρονο, όμως δεν λησμονεί το κλασικό, την παράδοση, ως θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και τέλος, δεν κρύβεται από τη στείρα πραγματικότητα, διαχέοντας σε κάθε έκφραση τον λυτρωτικό συναισθηματισμό που παρασύρει κάθε τι περιττό στο πέρασμά του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποιητική συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου είναι η σύνθεση ενός κόσμου που, με όλα τα εφόδια από το παρελθόν και τα βιώματα του παρόντος, ελπίζει σ’ ένα υπέροχο αύριο, σ’ ένα όμορφο χρώμα, σ’ έναν ανθρώπινα αληθινά κόσμο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">1/2/2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνομιλία με ένα ποίημα της Μαρίας Σκουρολιάκου : &#8220;Στο Καταχείμωνο&#8221;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο καταχείμωνο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεφυλλίζω άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσκάλεσα τις θύμησες ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γράμματα και τα ρολόγια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τους όρκους που υπέγραφαν το «σ’ αγαπώ»</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ώρες που ξεχνούσαν τ’ όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δέντρα στη συνωμοσία των φιλιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αστέρι που βαφτίσαμε «σε θέλω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα χέρια που κλειδώνανε τα δάχτυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Της μεθυσμένης χλόης το πανδοχείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του πεύκου τον κορμό που ονοματίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρφώνοντας ανάποδα τον ουρανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την οροφή ανάστροφα των φύλλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> να εξομολογεί γυμνά τα σώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γλυκό κρασί που κοινωνάει ο έρωτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βάφει τ’ όνειρο με κόκκινες μανόλιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ τις παλιές φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέφτουν στη γη μικρές ροδιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ριζώνουνε στον κήπο, μεγαλώνουνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απλώνουν στα παράθυρα κλωνάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ τις φωτογραφίες φυσάνε μουσικές</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν χελιδόνια που έρχονται και πάνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βάλθηκα μες στο καταχείμωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεφυλλίζω αγάπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγιος ο λυρισμός και η καταλυτική του δύναμη .Φως και μαγεία που ανασηκώνονται από τις λέξεις , κυριεύουν πρώτα τα μάτια κι ύστερα με το αίμα ταξιδεύουν με ορμή στο μυαλό και το σπρώχνουν να φύγει από τη θέση του , να δει το αλλιώς των πραγμάτων ,το εκεί μέσα στο εδώ . Δύναμη λόγου χωρίς ο λόγος να φτάνει σε υπερβολές . Αφαίρεση στο βαθμό που πρέπει και γι’ αυτό που πρέπει . Όσο χρειάζεται δηλαδή για να πάρει από το όνειρο τα υπόλοιπα κομμάτια ο αναγνώστης και να τα απιθώσει με τη δική του ευαισθησία πάνω στο σώμα αυτής της ποίησης. Κι έπειτα είναι αυτή η αφοπλιστικά ομιλούσα νοσταλγία που ναι δε γίνεται , σε αρπάζει από το μανίκι και σε σέρνει στο δικό της αφηγηματικό ρυθμό .Εξιστορεί την ομορφιά και την αλλοτινή ανάταση. Γαληνεύει με τον παραμυθητικό της οίστρο τους τωρινούς φόβους , υψώνει ανάχωμα στην απειλητική επέλαση της παγωνιάς . Αλλά πάνω απ’ όλα φέγγει κάτι ανθρώπινο μέσα σ’ αυτό το ποίημα, η απόδειξη ότι απ’ το σώμα κι απ’ τη γλώσσα αποσπώνται μερικές φορές απροσδόκητα θαύματα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">Τοβιβλίο.ΝΕΤ 13/3/2015</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πολύχρωμη αισιοδοξία της Σκουρολιάκου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν σε ένα δοκίμιό μας παλαιότερα γράφαμε ότι η σύγχρονη κριτική λογοτεχνίας έχει υποπέσει στο εμπορικό παιχνίδι της πώλησης προϊόντων που διαχειρίζονται εκδότες βιβλίων και εκδότες εφημερίδων με συντελεστές δημοσιογράφους, αντί κριτικών που λατρεύουν και προσηλώνονται στη λογοτεχνία, κάποιοι έσπευσαν να διαφωνήσουν&#8230; Η μεγαλύτερη τελικά απόδειξη ήταν η ανυπαρξία κριτικών κειμένων και παρουσιάσεων για μία ποιήτρια που διακρίθηκε σε πανελλήνιους διαγωνισμούς υψηλού -ανταγωνιστικού- επιπέδου. Προφανώς έπρεπε να αποκτήσει οικονομικές &#8211; δημόσιες το λέμε &#8211; σχέσεις με εφημερίδες των Αθηνών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί τελικά η κριτική είναι αναγκαία προκειμένου να υποστηρίξει εκείνους τους καλλιτέχνες που αφιερώνονται στο Λόγο και καινοτομούν ενδυναμώνοντας την ίδια την Ποίηση. Ο κριτικός χρειάζεται προκειμένου να αντισταθμίσει το εμπόριο της πληροφορίας νέων εκδόσεων, υπογραμμίζοντας τις ανάγκες της ίδιας της Τέχνης. Αναζητά το καινοτόμο, το δημιουργικό και το διακρίνει από την κυριαρχία του τυχάρπαστου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Μαρία Σκουρολιάκου εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1999 με το &#8220;αντίδωρο καρδιάς&#8221; (Λαμιακός Τύπος, με 2 επανεκδόσεις έκτοτε) για να ακολουθήσουν τα &#8220;δαχτυλικά αποτυπώματα&#8221; (2008, Γαβριηλίδης) και ο &#8220;ακάθιστος λόγος&#8221; (2008, Λαμιακός Τύπος). Διακρίθηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (α΄ βραβείο, 2006 και β΄ βραβείο Δελφικών Αγώνων, 2006) και από το αξιόλογο περιοδικό ΚΕΛΑΙΝΩ. Φέτος εκδόθηκε η τέταρτή της συλλογή &#8220;Χρώμα αύριο&#8221; (Λαμιακός Τύπος).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η νέα ποιητική της συλλογή διαφέρει από την προηγούμενη. Νέο ύφος και νέο πνεύμα διαπνέει όλα τα τελευταία έργα. Ο &#8220;ακάθιστος λόγος&#8221; καινοτομεί με το συνειρμικό λυρισμό εισηγμένων θρησκευτικών λέξεων συνδέοντας τη λαϊκή-θρησκευτική παράδοση (ενίοτε και την αρχαιοελληνική) με το μεταμοντέρνο στοιχείο και τον κοινωνιοϋπαρξιακό προσανατολισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τον τίτλο ακόμα, βέβαια, είναι εμφανής η επιρροή από θρησκευτικά και λατρευτικά στοιχεία που ενσωματώνονται δυναμικά στις συνθέσεις. Ωστόσο, η ποίησή της δεν είναι θρησκευτική. Το θρησκευτικό στοιχείο μετασχηματίζεται στην ποιητική της σε άροτρο που πασχίζει να φέρει την ευφορία στα άγονα χωράφια της σύγχρονης αναζήτησης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η θρησκευτική παράδοση λειτουργεί ως συνδετικός δεσμός που ενώνει τη σύγχρονη ποίηση με τη λαϊκή κουλτούρα, φέρνοντας ένα βήμα πιο κοντά την ποίηση στο κοινό, μέσα από τα κοινά βιώματα. Η λαϊκή κουλτούρα, εξάλλου, συνδέεται άρρηκτα με το θρησκευτικό στοιχείο. Έτσι, τούτο το τελευταίο προσφέρει πλούσια ποιητική τροφή&#8230; Δομείται έτσι ένα νέο εκφραστικό μέσο προκειμένου η ποιήτρια να εκθέσει τους δικούς της -σύγχρονους μα συνάμα με την ενεργητικότητα της διαχρονικότητας- προβληματισμούς. Άλλωστε, το θρησκευτικό στοιχείο διατηρεί μέσα από την αιώνων επιβίωση το δικό του ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος και δημιουργεί τους δικούς του συνειρμούς στον αναγνώστη και συντελεί με δυναμισμό στην εικονοπλασία. Με τη συμβολική του δύναμη, σε μια μεταμοντέρνα εκφραστική, γίνεται ένας άξονας μεταφοράς μηνυμάτων και εικόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε και την παρουσία αρχαιοελληνικών αναφορών. Συχνότατα μάλιστα είναι στις ίδιες συνθέσεις με χριστιανικούς συμβολισμούς&#8230; Μοιάζει σα να προσπαθεί η δημιουργός να συνδέσει ποιητικά την αρχαιοελληνική μυθολογία με τη χριστιανική παράδοση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η νεώτερη συλλογή, το &#8220;Χρώμα αύριο&#8221;, εγκαταλείπει το προηγούμενο ύφος. Συνεχίζει τον πειραματισμό στη μορφή, το ύφος, τις λέξεις, τις εικόνες, τους συνειρμούς. Άλλωστε, η ποίηση η ίδια είναι ένας γλωσσικός πειραματισμός και τούτο εμφανώς το υλοποιεί η δημιουργός. Ένας πειραματισμός των λέξεων, της θέσης τους, της μελωδικότητας, του συναισθηματικού τους φορτίου και της εικονικής τους αναπαράστασης. Ένας πειραματισμός που μέσα από τη λεκτική λιτότητα, αναδύει έναν εκφραστικό πλούτο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ίδιος ο τίτλος, εξάλλου, προδιαθέτει ένα ποικιλόχρωμο ψηφιδωτό. Με άμεση αναφορά στο χρώμα και το μέλλον μας προετοιμάζει για την οπτική της ποιήτριας για το μέλλον με την οποία αντιμετωπίζεται η ζωή. Ακόμα και η επιλογή των λέξεων προδιαθέτει για το ύφος των συνθέσεων. Δύο ουσιαστικά, άσχετα μεταξύ τους, ουδέτερα εκ των οποίων το δεύτερο άκλιτο, δημιουργούν έναν υπερρεαλιστικό, θα λέγαμε, και ασύντακτο τίτλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η συλλογή απαρτίζεται από πεζές ποιητικές συνθέσεις μικρής και έργα μέσης έκτασης. Η ποικιλία στη μορφή δημιουργεί ένα ξεχωριστό ποιητικό μωσαϊκό που δίνει έμφαση στον πειραματισμό της ποιήτριας. Μορφικά οι συνθέσεις της είναι κεντραρισμένες, το ύφος γίνεται πιο λυρικό, πιο ώριμο, ενίοτε ελεγειακό. Ο λόγος της είναι πλουσιότερος, εγκαταλείπει προηγούμενες επιρροές (θρησκευτικές κι αρχαιοελληνικές) και το μήνυμα γίνεται αμεσότερο. Η εικονοπλασία, εντονότερη, εκχέει έναν ιριδωτό δυναμισμό, ενώ οι συνειρμοί άμεσοι κι εύπεπτοι πνευματικά την ενισχύουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η συλλογή διακρίνεται σε δύο -αντιθετικών συναισθημάτων- ενότητες… Η πρώτη είναι πολύχρωμη, αισιόδοξη. Ξεχειλίζει από το δυναμισμό της ποιητικής έκφρασης. Εικόνες πλούσιες σε ανταύγειες προσπαθούν να αναστήσουν έναν θολό και σκοτεινό κόσμο (χρώμα αύριο, Αναστάσης, σώμα και αίμα, στο καταχείμωνο) μέσα από τα απλά και καθημερινά. Βέβαια, δεν εκλείπουν οι σκούρες αποχρώσεις (το όνομα του κόσμου, αιμορραγώ, λάμπουν) με εμφανείς κοινωνικές αναφορές. Οι συνθέσεις της Σκουρολιάκου με ένα πνεύμα αισιοδοξίας (χωρίς να παραβλέπουν τις μαύρες σκιές μιας κοινωνίας) φωτίζουν τη σκοτεινή ποίηση των καιρών μας&#8230; Και είναι αλήθεια ότι η αισιοδοξία σήμερα μας λείπει πολύ…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται &#8220;μωβ&#8221; και αναφέρεται στο χαμό… Στην ουσία είναι εξομολογητική ποίηση. Απαρτίζεται από συνθέσεις που συνδέονται με το θάνατο αγαπημένων προσώπων, τη μοναξιά, τον πόνο του ασθενούς. Είναι η μωβ οπτική της μοναξιάς και του πένθους. Εξάλλου, το μωβ αυτό συνδέεται με τους φόβους και τα καταπιεσμένα συναισθήματα, τη νοσταλγία, τη θλίψη και την κατάθλιψη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποιητική της Σκουρολιάκου είναι ένας εξαίρετος συνδυασμός λυρισμού, μεταφορικής χρήσης λέξεων με έμφαση στην εικόνα και άμεσου μηνύματος. Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της ποίησης σήμερα…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κατά τον Τ. Έλιοτ «η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας που την παράγει». Στην πραγματικότητα θα λέγαμε εμείς πως η ποίηση ωριμάζει παράλληλα με τη γλώσσα, την πνευματική συγκρότηση της κοινωνίας να εκφράσει καλλιτεχνικά τα βιώματά της, την ωριμότητα του πειραματισμού στη φόρμα. Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η «ξαφνική», απρόβλεπτη από την κριτική, εμφάνιση τόσων αξιόλογων ποιητών σε περιόδους κρίσεις. Η ωρίμανση των καλλιτεχνικών συνθηκών σε συνδυασμό με τις κοινωνικές εξελίξεις εκφράστηκαν με τη δυναμική παρουσία αξιόλογων ποιητών που λειτουργούν ως η συνείδηση της κοινωνίας που ζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και η Μαρία Σκουρολιάκου είναι η τρανή απόδειξη μίας κοινωνίας ώριμης που αφομοιώνει τους γλωσσικούς πειραματισμούς της ποίησης με αισιοδοξία.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">vakxikon 7/2015</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθε με το ταχυδρομείο. Ένα καλαίσθητο ποιητικό βιβλίο με τίτλο Χρώμα αύριο και τον προσδιορισμό «Λαμία» εκεί που κανονικά θα βρισκόταν το όνομα του εκδοτικού οίκου. Στο ολιγόλογο σημείωμα που το συνόδευε διάβασα μια μικρή απολογία: «Δεν είχα την οικονομική ευχέρεια να το εκδώσω σε εκδοτικό οίκο». Η Μαρία Σκουρολιάκου, που υπογράφει το βιβλίο και το σημείωμα, έχει εκδώσει τρεις ακόμη ποιητικές συλλογές, τη μία από πολύ γνωστές εκδόσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι κρίμα το εκδοτικό σύστημα να δουλεύει μόνο έτσι όπως δουλεύει. Να μη μπορεί κάποιος να εκδώσει χωρίς χρήματα ή έστω με λίγα. Φταίει, βέβαια, και η πληθώρα των «ποιητών». Τι να πρωτοδιαβάσουν και να διαλέξουν οι εκδότες&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το «Χρώμα αύριο» είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ καλό ποιητικό βιβλίο – από τα καλύτερα που έχω διαβάσει το τελευταίο διάστημα. Είναι γραμμένο με σεμνότητα και ευγένεια. Η ποιήτρια δεν βρίσκει τον λόγο να εκφραστεί με τρόπο κραυγαλέο ή ενοχλητικό, αδιαφορώντας κατάφωρα για όλους εμάς που διατεινόμαστε ότι υπάρχει μακρά παράδοση σε τέτοιους τρόπους διατύπωσης ή ότι η ποίηση μπορεί να είναι απλώς «ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου». Αντίθετα, ολοφάνερα πιστεύει ότι η ποίηση οφείλει να πει κάτι που θα αγγίξει τον αναγνώστη απαλά, κάτι το οποίο θα μπορέσει να λειτουργήσει παραμυθητικά ή θα του δώσει το περιθώριο να πάρει μιαν ανάσα σε μια εποχή που τα πάντα γύρω ενοχλούν. Μπορεί η ποίηση να λειτουργήσει καταπραϋντικά, ισορροπώντας καλά ανάμεσα στον λυρισμό και τον πραγματισμό; Ναι, μπορεί. Το «Χρώμα αύριο» είναι, στο μεγαλύτερο μέρος του, η απόδειξη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις εσοχές των δρόμων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ντύνομαι υπόστεγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκεπάζομαι ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και λυπημένα βλέμματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το αύριο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον άνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> («Αιμορραγώ»)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βέβαια, δεν λείπουν στιγμές που η ζυγαριά γέρνει προς έναν άσκοπο λυρισμό:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έξω, αηδόνια μελωδούν στα ρέματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι θύμησες ορμούν στου νου τον κάμπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αναμερίζουν την αχλή της λησμονιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ανακαλούν στιγμές αγαπημένες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> («Με τα μαλλιά πλεγμένα Οδύσσεια»)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως τέτοια ολισθήματα δεν είναι ο κανόνας. Ίσα-ίσα, σβήνουν και χάνονται μέσα στην ισορροπημένη έκφραση που είναι χαρακτηριστική της συλλογής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βιβλίο περιλαμβάνει και μια ενότητα που τιτλοφορείται «Μωβ». Η ενότητα αυτή είναι ένας θρήνος για τους κοντινούς ανθρώπους της ποιήτριας που έχουν φύγει από τη ζωή – αν και ολόκληρο το βιβλίο είναι ούτως ή άλλως αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού της. Ορισμένα ποιήματα-κείμενα της ενότητας είναι συγκινητικά. Αναφέρω ενδεικτικά το «Εξ αίματος» απ’ όπου και οι επόμενες γραμμές:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώμα της φρίκης. Σου ζητούσαμε υπομονή. Οι άσχετοι, οι ξένοι της οδύνης. Σώπα, έρχεται το παυσίπονο./Στη νοηματική σχεδόν μιλούσαμε. Μετρούσαμε ώρες και έφευγες, όλο έφευγες. Χορτάτος από διάφανα μπουκάλια κάλιο, νάτριο, υποκατάστατα ζωής και πλάσμα, άχρηστο πια./Θα μισήσω το λευκό. Τα σεντόνια, τις μπλούζες που δεν εύρισκαν φλέβα και πόναγες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακολουθεί, λίγο πριν το τέλος, άλλη μια ενότητα με τον τίτλο «Ψηφίδες», η οποία περιλαμβάνει αποφθέγματα, σκόρπιες σκέψεις και στίχους. Η συμπερίληψή της στο βιβλίο με βρίσκει εντελώς αντίθετη. Μια ποιητική συλλογή είναι αποτέλεσμα της σκηνοθετικής ικανότητας και προσπάθειας του ποιητή και όχι βιτρίνα που επιτάσσει ή δικαιολογεί -έστω- τον δειγματισμό της τέχνης του. Αυτή η ενότητα είναι, κατά τη γνώμη μου, η κυριότερη αδυναμία του βιβλίου. Αλλά, συνολικά, δεν έχει πολλές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακόμη και από τα λιγοστά αποσπάσματα που παρατέθηκαν παραπάνω, γίνεται -πιστεύω- σαφές ότι η Μαρία Σκουρολιάκου δεν γράφει με τον όλο νεύρο τρόπο που μας έχουν συνηθίσει οι νεότεροί της ηλικιακά ποιητές. Ακόμη και τις φορές που στα ποιήματά της είναι θυμωμένη, διαχειρίζεται τον θυμό της με μια παλαιού τύπου αστική ευγένεια που δεν της επιτρέπει να τον δείξει με τρόπο που θα έκανε τον αναγνώστη να νιώσει άβολα. Επίσης, είναι εμφανώς ερωτευμένη με τις λέξεις και τους ήχους τους, γι’ αυτό επιδιώκει την καλλιέπεια, κάτι που δεν συγκαταλέγεται συνήθως στους στόχους των νεότερων ποιητών. Όμως γράφει γνήσια, απλά και ωραία. Θα σας παρότρυνα να αναζητήσετε το βιβλίο της, αλλά δυστυχώς δεν θα το βρείτε. Μολονότι έχει ISBN, θα μπορούσε δηλαδή να διακινηθεί εντός εμπορίου, στην πράξη δεν μπορεί να διακινηθεί καθόλου, αφού έχει εκδοθεί στη Λαμία και είναι πολύ δύσκολο να φθάσει στα ράφια των αθηναϊκών βιβλιοπωλείων. Αλλά μήπως και να έφθανε μέχρι εκεί, θα κατάφερνε να ξεχωρίσει μες στην πληθώρα; Δύσκολα, πολύ δύσκολα&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">FRACTAL 18/1/2017</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα βιβλίο που αποπνέει αισιοδοξία μέσα από την μαγεία των χρωμάτων. Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, το «Αγρύπνα ποιητή», η Μαρία Σκουρολιάκου καλεί σε προσκλητήριο ζωής τον κάθε ποιητή-δημιουργό να αναλάβει τον ρόλο του, να αγαπά, να αγωνίζεται με καρδιά, να ξαγρυπνά να αφουγκράζεται, να κινεί με την αλάνθαστη αίσθησή του τα νήματα του κόσμου. Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής στο «Χρώμα Αύριο» μιλά γι αυτό το σπάνιο, δυσεύρετο χρώμα που ξεπερνά την χρωματική παλέτα, καθώς πρόκειται για το χρώμα της ελπίδας, της αναγέννησης και της αισιοδοξίας, το χρώμα του ήλιου και της χαράς, αυτό που μας απαλλάσσει από τα λάθη του παρελθόντος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποιήτρια με δεξιότητα ασχολείται με το φεγγάρι, τον ήλιο, την πανσέληνο, τα χρώματα, το νυχτολούλουδο, το φίλντισι, με μικρές ανθρώπινες, πολύτιμες όμως στιγμές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημα «Αναστάσης», που με τρυφερότητα αφιερώνει στον εγγονό της διαφαίνεται και επικρατεί η απέραντη αγάπη της για αυτόν, καθώς θέλει πάντα σαν αόρατο χέρι να στέκεται κοντά του, να τον προστατεύει και να τον καθοδηγεί. Σε άλλο ποίημα με πεζόμορφη όψη στο «Έχει ο αχινός καρδιά» με ειλικρίνεια απαντά στα αθώα ερωτήματα του εγγονού της για το αν έχει ο αχινός καρδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η γλυκιά ποιήτρια -γιαγιά τολμά να του πει ότι την έχει κρύψει πίσω από τα αγκάθια, ενώ οι άνθρωποι τοποθετούν και αυτοί πολλές φορές αγκάθια γύρω από την καρδιά τους και μόνο με την αγάπη μπορούν να βγουν σιγά σιγά και με υπομονή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημά της «Στο καταχείμωνο» η δημιουργός τολμά να ξεφυλλίζει την αγάπη σαν πολύτιμο βιβλίο, προσκαλώντας τη θύμηση, κάνοντας αναδρομή στα χνάρια της λέγοντας: «Γλυκό κρασί που κοινωνάει ο έρωτας/και βάφει τ’ όνειρο με κόκκινες μανόλιες».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποιήτρια χρησιμοποιεί αρκετές φορές μεταφορική γλώσσα με τρόπο δεξιοτεχνικό, όπως στο «Φόρα με», όπου με την συνυπoδηλωτική λειτουργία της γλώσσας εκφράζει την αμέριστη αγάπη και ταύτισή της με το αγαπημένο πρόσωπο: «Φόρα με /να θρυμματιστώ/ στου κορμιού σου την κόψη».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με ευρηματική και πρωτότυπη γλώσσα στο «Συντακτικό» πλέκει με δεξιοτεχνία χρησιμοποιώντας δόκιμους όρους της γραμματικής και του συντακτικού την αξία του αγαπημένου προσώπου που εκφράζεται με το δεύτερο πρόσωπο της προσωπικής αντωνυμίας: Εσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ποίημα «Αιμορραγώ» η δημιουργός απευθύνει έκκληση και φωνή απελπισίας και αποκαλύπτει την ανθρώπινη ψυχή που αναζητά τον συνάνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η πανδαισία της ελληνικής φύσης αναδεικνύεται στον «Ιούλιο ήλιο», όπου εύστοχα μέσα από χρώματα και εικόνες αποδίδεται παλλόμενη η καρδιά του ελληνικού καλοκαιριού με τα στοιχεία της φύσης και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς: «Στο Αιγαίο κολυμπούν κυκλαδικά ειδώλια», τα οποία κεντούν την ομορφότερη εποχή του χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήλιος, κοχύλια, φως, θάλασσα, αιγαιοπελαγίτικα ειδώλια συνθέτουν τις ψηφίδες του ομορφότερου ψηφιδωτού και ακολουθώντας συνειρμικά το γαλάζιο του πελάγους και το λευκό των κυκλαδίτικων αυλών ο νους μας κοντοστέκεται και αναθυμάται την τρελή ροδιά του Οδυσσέα Ελύτη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλλού ο λόγος της Μαρίας Σκουρολιάκου γίνεται τολμηρός και μεταφορικός. Έτσι στο ποίημα «Τα σύννεφα» αναφέρει:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Κι απ′ την καρδιά κόβω μια φέτα προσευχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> για των ανθρώπων τις στιγμές τις σταυρωμένες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί που δεν φυσάει καλοκαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στους τόπους που η έρημος βρυχάται…»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ταξίδι στην ελληνική ύπαιθρο συνεχίζεται στη «Μονεμβασιά», όπου μέσα από μια μαγευτική διαδρομή μάς σεργιανίζει στα σοκάκια της Ιστορίας, αλλά και στην απαράμιλλη ομορφιά του βράχου που φλερτάρει τη θάλασσα ακροφιλώντας την, ενώ συνταιριάζει με τέλεια αρμονία τα χρώματα του ελληνικού τοπίου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Βυζαντινός αγέρας ταξιδεύει τον πηλό».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στο κεφαλόσκαλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα πανέρι ρόδια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κατηφορίζοντας ως το ηλιοβασίλεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βάψουν κόκκινα φιλιά το κύμα».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με έντονο αλληγορικό λόγο η ποιήτρια αποκαλύπτει στο «Βίαιος άνεμος» την αξία και την αναγκαιότητα της ποιητικής δημιουργίας:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Βαθιά, μες στων ματιών τις κρύπτες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κομματιασμένες λέξεις σαν γυαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρλιάζουνε ποιήματα.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τις δημιουργίες της δεν λείπει η νοσταλγική αναδρομή στο χρόνο πίσω στο πατρικό της σπίτι και στις παιδικές της μνήμες στα νοσταλγικά αρώματα της κανέλας και του πορτοκαλιού, του ζυμωμένου από αγαπημένα χέρια ψωμιού και στη ζεστασιά και τρυφερότητα της οικογενειακής θαλπωρής. Μια τρυφερή επίσης αναδρομή παρατηρούμε στο ποίημα «Σε βλέπω», όπου η ποιήτρια αναφέρεται στη μορφή της μητέρας της που την νιώθει κοντά της να την προστατεύει, να την εμπνέει και να την γεμίζει με τη μυρωδιά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τώρα μετράς τις Κυριακές</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα κεριά των αστεριών</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρέμουν απ′ τη θύμηση.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο «Να μη μ′ αφήσεις» εκφράζει την ανησυχία της για τα γηρατειά και στη συνέχεια για το θάνατο και την ανάγκη εκδήλωσης της αγάπης του παιδιού της προς αυτήν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αναφορά αξιοπρόσεκτη στη Μάνη που γοητεύει την ποιήτρια προκύπτει μέσα από το ποίημά της «Το τραγούδι», όπου συναντάμε όμορφες εικόνες της ελληνικής γης αλλά και της παράδοσης, όπως οι ελιές, τα νεράντζια, η χρυσή άμμος, το θυμάρι, οι ανεμώνες, ο ζουρνάς και η λύρα. Αλλού πάλι εμβαθύνει με τις λέξεις, εμπνεόμενη από καθημερινά αντικείμενα, όπως ο καναπές που τον βλέπει σαν μια «γλώσσα» που πολλά μπορεί ν′ αποκαλύψει. Στη «Σοφή μέλισσα» εκφράζει αισιοδοξία και το αφιερώνει σε φιλικό της πρόσωπο που τον παρακινεί στον αγώνα για τη ζωή, ενάντια στη θλίψη:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Να γελάς τα ακούς;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μη περνάει του καημού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Της θλίψης να μη γίνεται.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με ιδιαίτερη αγάπη αντιμετωπίζει τις λέξεις η ποιήτρια στο ομώνυμο ποίημά της τις οποίες προσωποποιεί, δίνοντάς τους σάρκα και οστά, ενώ επισημαίνει την ασέλγεια που υφίστανται λόγω των πολλαπλών ερμηνειών που αποδίδουν σε αυτές οι άνθρωποι, ενώ οι ποιητές αναλαμβάνουν να τις περιθάλψουν και «να τις φωλιάζουν στοργικά στα καταφύγια», επουλώνοντας τα τραύματά τους και διασώζοντάς τες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η τελευταία ενότητα «ντύνεται» από την ποιήτρια με το πένθιμο το μωβ χρώμα του θανάτου, χαρακτηρίζεται από φορτισμένο έντονο συγκινησιακό κλίμα, καθώς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα ποιήματα αυτής της ενότητας αναφέρεται κυρίως στο θάνατο του αγαπημένου της αδερφού. Έτσι στο ποίημα «Το ποτάμι» που του το αφιερώνει, αναρωτιέται πώς έχασε το δρόμο της ζωής 56 χρονών άντρας και επιβιβάστηκε στη βάρκα του θανάτου. Στο πεζόμορφο «Εξ′ αίματος» που επίσης αφιερώνει στον αδερφό της με πόνο ψυχής περιγράφει τη μοιραία ασθένειά του, ενώ η ίδια αδύναμη δεν μπόρεσε να απαλύνει τον πόνο του, ούτε να αποτρέψει το μοιραίο: «Αν σου είχα αγοράσει ένα φυλαχτό για τύχη και υγεία.» Το ρήμα «χωριζέτω» επιβάλλεται με αναλγησία όπως αναφέρει η ποιήτρια «προστακτικά και αμετάκλητα». «Στον τοίχο, οι φωτογραφίες των γονιών. Τώρα και η δική σου. Απόμεινα εξ′ αίματος η μόνη…»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η συγκεκριμένη συλλογή της Μαρίας Σκουρολιάκου δονείται από αλήθειες, ευαισθησία και χρώματα, επιτυγχάνοντας να συναρπάσει τον αναγνώστη με την αμεσότητα και την γοητεία της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">FRACTAL 11/2/2016</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Για τον πάσχοντα δίπλα μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ αυτό το τραγικό οξύμωρο των δύο παραπάνω στίχων ενσωματώνεται όλο το νόημα της ποίησης της Μαρίας Σκουρολιάκου. Ενώ έχεις την αίσθηση, καθώς εισχωρείς στον κόσμο της, ότι κατακλύζεσαι από χρώματα και λέξεις -έναν πλούτο ποιητικών σχηματισμών- όσο προχωρείς βλέπεις την άλλη όψη της ποιητικής εικόνας. Μια προσγείωση σε τοπίο που κρύβει πόνο βαθύ και βιωμένο πένθος. Θεωρώ πως είναι η τέχνη της ποιήτριας που ξεδιπλώνει έτσι σιγά σιγά τα υλικά του σκηνικού της μπροστά στον αναγνώστη της. Ένα ξάφνιασμα, που σε οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην ουσία των στίχων της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν θα μπορούσε άλλωστε το ποίημα να γραφεί χωρίς αυτή την αίσθηση του πόνου που γεννά η πραγματικότητα του κόσμου αλλά και η εσωτερίκευση των ζοφερών εικόνων του, ώσπου να γίνουν κομμάτι του ποιητικού υποκειμένου, και από κει και πέρα να μετουσιωθούν στο βαθύτερο νόημα των στίχων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«περπάτησε στις φτωχογειτονιές, που έχουνε φώτα μάτια παιδικά κι οι δρόμοι ανηφορίζουνε τη στέρηση»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ, στα ποιήματα της συλλογής «Χρώμα αύριο» έχουμε σελίδα τη σελίδα ένα ταξίδι από το φως το σκοτάδι και πάλι στο φως. Ένα ταξίδι με προορισμό μια Ιθάκη που όλο προσεγγίζεται και όλο απομακρύνεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μ’ έναν ψαλμό του όρθρου δεκαπεντασύλλαβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξαγνισμένη στην οδύνη η αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνει χρησμό στης γης το δίστρατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο επιστρέφει ο Οδυσσέας στην Ιθάκη»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια ρίχνει το βλέμμα της στον άνθρωπο που πάσχει δίπλα της, τον κυνηγημένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη. Με μια φωνή απαιτητική απέναντι σε όποια δύναμη θα μπορούσε να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Δεν μένει στον πόνο που γεννούν οι εικόνες. Εδώ χρειάζονται λύσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Και μη μου λες για εικόνες που δακρύζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για κείνα τα ματάκια που στεγνώνουνε στην έρημο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κανένα θαύμα έχεις;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πόνος, όμως, βρίσκεται παντού, μια βιωμένη απώλεια πάντα θα στοχεύει το πρόσκαιρο του ανθρώπου και θα καταργεί την αυταπάτη της αιωνιότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ερχόμαστε βαθιά, απ’ τα ίδια σώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα μαλλιά πλεγμένα Οδύσσεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ η αυγή και το νερό κι η λάσπη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο θάνατος ακάλεστος, απάλευτος</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπου πεινάει, στέκει και θερίζει.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και είναι εδώ, μέσα σ’ αυτό το τοπίο, που αναδεικνύεται ο ρόλος του ποιητή, όπως και κάθε ευαισθητοποιημένου ανθρώπου. Η ποιήτρια θα του θυμίσει το δικό του μερίδιο ευθύνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μην κοιμηθείς, μη ξεχαστείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αποτελειώσει ο κόσμος»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μιλήσει, να ουρλιάξει αν είναι απαραίτητο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«κομματιασμένες λέξεις σαν γυαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρλιάζουνε ποιήματα»,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γιατί γύρω υπάρχει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ήλιος ψυχρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο θάνατος ολόκληρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι το τελικό του σίγμα»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο, οι άλλοι, οι ξένοι της οδύνης, πόσο βαραίνουν με την αδιαφορία τους ή με την προσποιητή συμπαράστασή τους τον άνθρωπο που πάσχει! Αυτό θα μπορούσε να νοηθεί και ως σχόλιο της ποιήτριας προς τους αναγνώστες, που πάντα μια απόσταση θα έχουν από το ποίημα, όσο κι αν προσπαθούν να το προσπελάσουν. Στην καλύτερη εκδοχή θα το «οικειοποιηθούν», δίνοντας τη δική τους ερμηνεία. Μόνο που αυτή ποτέ δεν θα είναι αυτή του δημιουργού. Τότε ο ποιητής αφήνεται στη μοναξιά του. Όσο μάχιμη κι αν είναι η ποιητική φωνή, όσο πλατιά κι αν γίνεται η προτεινόμενη εικόνα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μέσα σου και στην Οικουμένη, ο κόσμος ένας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανάμεσα λύκοι που ανελέητα πεινούν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και συ, που να μη γίνεις η τροφή τους.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πρέπει να συμπαρασύρει στην αλήθεια της και τους υπόλοιπους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έρχομαι στα φωτεινά περάσματα της ποίησης της Μαρίας Σκουρολιάκου. Ένα εξώφυλλο χρωματιστό με το φωτεινό κόκκινο της εικόνας και του τίτλου να κυριαρχεί. Και η έκπληξη: διχρωμία στις σελίδες, πάλι το κόκκινο να δίνει με την παρουσία του μια νότα διαφορετική. Ένα κόκκινο που χρωματίζει τα ποιήματα παραπέμποντας πότε στην αγάπη, στον έρωτα, στην άνοιξη αλλά και, συχνά, στο αίμα και στον θάνατο. Χρώμα θέλει και στον τίτλο η ποιήτρια «Χρώμα αύριο» δίνοντας έτσι το μέγιστο έναυσμα για την αισιοδοξία. Αν όλα γύρω σκοτεινιάζουν, αν μπερδεύεται η άνοιξη με λουλούδια Επιταφίου, τότε η ελπίδα αφήνεται στο αύριο, που μας χρωστάει να γίνει καλύτερο, με χρώματα πιο λαμπερά. Τελικά, αυτά τα ποιήματα με -κάποιο τρόπο- καταφέρνουν να δώσουν αυτή τη νότα αισιοδοξίας, σαν ένα παράθυρο που η ποιήτρια ανοίγει και μας αφήνει να κοιτάξουμε ένα αύριο καλύτερο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">critique.gr 8/2015</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Η Μαρία Σκουρολιάκου γεννήθηκε στην Τιθορέα (Βελίτσα) Λοκρίδος. Υπάλληλος επί πολλά χρόνια στην Εθνική Τράπεζα, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθύντρια. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΠΕΛ (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και συγγραφέων και της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Λογοτεχνίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Σκουρολιάκου πρωτοπαρουσιάζεται στα γράμματα το 1999 με την ποιητική συλλογή «Αντίδωρο καρδιάς» (εκδ. Λαμιακός Τύπος). Ακολουθούν «Δακτυλικά αποτυπώματα» (2008) εκδόσεις Γαβριηλίδη, ο «Ακάθιστος λόγος» (Λαμιακός Τύπος 2008) και η τελευταία της συλλογή «Χρώμα αύριο» (Λαμιακός Τύπος 2015).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βραβεύθηκε από την ΠΕΛ, α΄ βραβείο 2006 και β΄ βραβείο Δελφικών αγώνων 2006.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η νέα της ποιητική συλλογή: «Χρώμα αύριο» διαφέρει από τις παλαιότερες. Τόσο ως προς το ύφος, όσον και ως προς το πνεύμα. Ο «Ακάθιστος λόγος» όπως υποδηλώνουν και οι λέξεις, συνδέει την Ελληνορθόδοξη λαϊκή παράδοση με την σύγχρονη ποιητική δημιουργία. Το θρησκευτικό στοιχείο συμβαδίζει με τον Λαϊκό Πολιτισμό, την λαϊκή ευσέβεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι παραπομπές στην αρχαιοελληνική μυθολογία είναι έκδηλες και σε αρκετές περιπτώσεις συμβαδίζουν με χριστιανικούς συμβολισμούς. Η Μ.Σ. επιθυμεί να συνδέσει ποιητικά την αρχαιοελληνική μυθολογία με την ορθόδοξη παράδοση. Ένας αταίριαστος συνδυασμός για μερικούς κριτικούς της λογοτεχνίας. Όμως μια παράδοση στην νεότερη ποίηση που χάραξαν κορυφαίοι, πρωτοπόροι και μοντέρνοι ποιητές όπως Κ. Παλαμάς, Αγ. Σικελιανός, Τάκης Παπατσώνης, Ζωή Καρέλλη. Το τελευταίο της έργο: «Χρώμα αύριο», από το τίτλο μας προετοιμάζει για μια περιήγηση σε μια πολύχρωμη ποιητική τοιχογραφία. Η παραπομπή σε δύο λέξεις ασύνδετες εννοιολογικά μεταξύ τους μας προδιαθέτει για την οπτική της ποιήτριας για το μέλλον επάνω στο οποίο ορθώνεται ο αυριανός κόσμος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η συλλογή κοσμείται από πεζές ποιητικές συνθέσεις και ποιήματα μικρής διάρκειας. Το ύφος είναι λυρικό και σε μερικές περιπτώσεις θρηνητικό. Ο λόγος της γίνεται χειμαρρώδης, απομακρύνεται από παλαιότερες επιδράσεις ελληνορθόδοξες ή μυθολογικές. Τα μηνύματα της καθίστανται επίκαιρα και σε κάποια ποιήματα (Δελτίο συμβάντων) γίνονται πανανθρώπινα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι ποιητικές συνθέσεις «Χρώμα αύριο», διαιρούνται σε δύο ενότητες με αντίθετους συναισθηματικούς κόσμους. Το σκηνικό πολύχρωμο και εναλλασσόμενο. «Μωβ» ονομάζεται η δεύτερη ενότητα, αναφέρεται στον θάνατο, στην απώλεια, αγαπημένων προσώπων, στην αλλοτρίωση, στο πένθος, στον «απωλεσθέντα παράδεισο» της παιδικής αθωότητας. Είναι ποιήματα με υπαρξιακές αγωνίες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίηση της Μ.Σ. κυριαρχείται από ένα αισιόδοξο πνεύμα, χωρίς να απουσιάζουν οι σκοτεινές σκηνές της ζωής. Μια ποίηση που φωτίζει την απαισιόδοξη ποίηση των δύσκολων καιρών μας. Είναι φανερό ότι η αισιοδοξία απουσιάζει σήμερα όχι μόνον από την πλειοψηφία των ποιητών αλλά πρωτίστως από εκείνους που καταπιάνονται με τα διάφορα είδη δημοσίου λόγου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">tovivlio.net/</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρα με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φόρα με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να θρυμματιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου κορμιού σου την κόψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της ψυχής σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ρίγος ν’ αγγίξω</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κόκκινο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις φωτιές του Αϊ Γιάννη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν&#8217; ανεμίσω μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις κρυφές μου στιγμές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρα με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να κουρσέψω το κύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να λύσω τον άνεμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να λύσω τον άνεμο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν η κοινωνία είναι ένα μεγάλο ψηφιδωτό, όλοι οι άνθρωποι που την αποτελούν είναι οι ψηφίδες της. Δυο μονάχα λείπουν από το σύνολο, οι δάσκαλοι που ο ρόλος τους είναι να τοποθετούν τις ψηφίδες στη σωστή θέση κι οι ποιητές που, αποστασιοποιημένοι από αυτή αλλά συνάμα και μέσα από αυτή, της προσθέτουν εικόνες αφαιρώντας λέξεις. Δεν είναι βεβαίως όλοι οι ποιητές έτσι, η Μαρία Σκουρολιάκου όμως δεν είναι υπερβολή αν ισχυριστεί κανείς πως τιμά επάξια τον τίτλο του ποιητή. Του ποιητή που αφουγκράζεται την κοινωνία και γράφει γι’ αυτή, που είναι μέσα στα πράγματα και πατά γερά τα πόδια του στη γη και το σήμερα, που κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια και γράφει γι’ αυτόν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μέρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες τις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσοχή στο κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασφαλισμένοι σ&#8217; έναν καναπέ μετά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μασάμε άνοστο ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούοντας μακρινούς θανάτους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίνουμε υπνωτικό νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> από χλλωριωμένες σκέψεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να δούμε όνειρα χρωματιστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φοράμε τη στολή της μάχης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ζωγραφίσω στο κορμί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν πιάνει κανείς μια ποιητική συλλογή στα χέρια του εκείνο που αποζητά είναι να χαθεί μέσα σε πλούσιες εικόνες που παράγονται από λιτά λόγια κι όχι από πολύπλοκες περιγραφές που θέτουν όρια και περιορισμούς. Η ποιήτρια Σκουρολιάκου κρατά στο χέρι της ένα σχεδόν μαγικό μολύβι που με την αφαιρετικότητα και τη δεξιοτεχνία του παράγει έντονες σκέψεις στο μυαλό του αναγνώστη της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Μάης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοίτα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Μάης κεντα τις παπαρούνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ανθίζει φλέβα ανοιχτή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνεμος κρημνοβάτης φυσά τη λέξη &#8216;θαύμα&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θράσος του καιρού αντίπαλη κραυγή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμήσου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Μάης έρχεται απ&#8217; τους αιώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως το αίμα, όπως η ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μια γη ολόσωμη κόκκινο χρώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένη μ&#8217; ένα φιλί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άκου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η καρδιά κεντά τις παπαρούνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σιωπές υφαίνει τις άλικες φωνές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ντύσουν όποια φτάνει Ανάσταση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ας είναι η λέξη της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλεμμένη από ληστές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση είναι ένα κομμάτι της Τέχνης που εύκολα κανείς μπορεί να παρασυρθεί σε λανθασμένους λογισμούς καθώς τη μελετά. Το μυαλό του ποιητή ενίοτε είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί, ειδικά από κάποιον που είναι απαίδευτος κι αμύητος στην ποίηση. Ίσως, θα έλεγε κανείς, εκεί να είναι και η μαγεία της. Στην περίπτωση όμως της ποιητικής συλλογής Χρώμα Αύριο θα μπορούσαμε με μεγάλη σιγουριά να θεωρήσουμε πως η ποιήτρια θέλοντας να καταστήσει όλους τους ανθρώπους κοινωνούς των σκέψεών της, δίνει απλόχερα τον εσωτερικό της κόσμο και τον σκιαγραφεί έντονα στις σελίδες του με τρόπο άμεσα καταληπτό και χωρίς τεχνηέντως περίπλοκες σπουδές. Με λόγο μεστό και γεμάτο νόημα, η Μαρία Σκουρολιάκου δε στέκεται μόνο στην επιφάνεια σε όλα όσα πραγματεύεται αλλά κάνει ένα βήμα πιο πέρα, εισέρχεται στο βάθος και την ουσία τους. Και το επιτυγχάνει αυτό με τρόπο εξαιρετικό και δυσεύρετο στις μέρες μας πια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις δεν ακούνε πιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σάλεψαν τα νοήματά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τις κατά συρροήν ασέλγειες</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ&#8217; τους σεισμούς των πολλαπλών ερμηνειών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη σφαγή ομνύοντας στ&#8217; όνομά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις λεν σωστά μονάχα τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώντας τες σφιχτά απ&#8217; τα μισά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι οι ποιητές τις άγιες νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τις φωλιάζουν στοργικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα καταφύγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκουπίζοντας το αίμα των πληγών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έξω στις σκοτεινές τις μέρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νέρωνες κλώνοι καίν τον άνθρωπο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα της συλλογής, γραμμένα με καρδιά και ψυχή, είναι σχεδόν αδύνατον να αφήσουν τον αναγνώστη αδιάφορο, το αντίθετο θα λέγαμε πως συμβαίνει. Η ένταση των λέξεων και των στίχων έχει τέτοια δύναμη που, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα μαγνητίσουν τον αναγνώστη. Η ποιητική συλλογή Χρώμα Αύριο της Μαρίας Σκουρολιάκου δεν μπορεί παρά να αποτελέσει το στολίδι σε μια βιβλιοθήκη αλλά και στις σκέψεις όλων όσων ρίξουν τη ματιά τους σ’ αυτή!</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/07/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
