<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ &#8211; ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 20 Nov 2022 20:02:42 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ &#8211; ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 17 Mar 2019 02:16:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ - ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=11297</guid>

					<description><![CDATA[ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ως τώρα δεκατρείς ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία πεζογραφίας και ένα με δοκίμια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες και διηγήματα σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει λάβει το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου στην ποίηση, και στο διήγημα το βραβείο της &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85-2/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΣΑΓΩΓΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ως τώρα δεκατρείς ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία πεζογραφίας και ένα με δοκίμια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες και διηγήματα σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει λάβει το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου στην ποίηση, και στο διήγημα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. </span><br><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Αράγης στα Συμπληρωματικά στοιχειά ἤ «Επίμετρο» στη δεύτερη έκδοση της ανθολογίας του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1050-1970) γράφει για τη ποίηση της Μαρίας Αγαθοπούλου &#8221; Όπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στην ανθολογία του, το έργο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου χαρακτηρίζεται από αυτό που θα ‘λεγε κανείς επιγραμματικά : μεταφυσική της καθημερινότητας. Χωρίς να αγνού τη σχέση της με το παρελθόν και τα κοινωνικά προβλήματα του καιρού της, ο κύριος στόχος της είναι η σημασία, το βάρος και οι φυγές, της πεζής καθημερινής ζωής. Και τούτο χωρίς να γίνεται διανοητική ή δυσνόητη η γραφή της.&#8221; </span><br><span style="color: #000000;">Η ίδια σε κείμενο που διάβασε κατά την εκδήλωση πού διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998 είπε: &#8220;Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου, με τυφλά μάτια, όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή. Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ότι ονομάζουμε καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή ή «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί &#8230; σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.&#8221; </span><br><span style="color: #000000;">Στο ίδιο κείμενο λέει ακόμα:</span><br><span style="color: #000000;">&#8221; Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα πού από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δικής μου αντοχής στη σχέση μου μ&#8217; αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η όποια ξεφεύγει από τον έλεγχο μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον άφορα την ύπαρξη τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε πού ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταζε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ώ-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει. Ίσως γι&#8217; αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.&#8221;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επιχείρησα μια ανθολόγηση της ποίησης και της πεζογραφίας της Μαρίας Αγαθοπούλου ελπίζοντας να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του έργου της. Η γραφή της είναι το απόσταγμα της καθημερινότητας που κυλά μέσα στο χρόνο γεμάτο από ομορφιά και αλήθειες, μας αγγίζει, μας πλημμυρίζει και γίνεται δικό μας, η δικιά μας καθημερινή ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Παράλληλα ζήτησα από λογοτέχνες να μου δώσουν τη δικιά τους εικόνα της Μαρίας Αγαθοπούλου. Τους ευχαριστώ όλους για τη πρόθυμη ανταπόκριση και για τα πραγματικά αξιόλογα κείμενα που μου έδωσαν δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα.</span></p>
<p style="text-align: right;">
</p><h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></h3>
<p></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψυχή και τέχνη, Θεσσαλονίκη 1961</span><br><span style="color: #000000;">Διασταυρώσεις, Θεσσαλονίκη 1965 (Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης 1964,</span><br><span style="color: #000000;">ως ανέκδοτη συλλογή)</span><br><span style="color: #000000;">Περίπτωση σιωπής, Θεσσαλονίκη 1968</span><br><span style="color: #000000;">Μεγεθύνσεις, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1971</span><br><span style="color: #000000;">Αρμιλλάρια, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1973</span><br><span style="color: #000000;">Τα τοπία που είδα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1975</span><br><span style="color: #000000;">Τα επακόλουθα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1978</span><br><span style="color: #000000;">Θαλασσινό ημερολόγιο, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1981</span><br><span style="color: #000000;">Μετανάστες του εσωτερικού νερού, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1985</span><br><span style="color: #000000;">Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1993</span><br><span style="color: #000000;">(Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου 1994)</span><br><span style="color: #000000;">Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, νούμερο 13, Παιανία Απρίλιος-Ιούνιος 1997</span><br><span style="color: #000000;">Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995), Νησίδες, Σκόπελος 2001</span><br><span style="color: #000000;">Σαλκίμ, Νεφέλη, Αθήνα 2001</span><br><span style="color: #000000;">Σεντόνια της αγρύπνιας Μεταίχμιο 2006</span></p>
<p style="text-align: right;">
</p><p style="text-align: right;">
</p><p><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΖΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, αφήγημα, Κέδρος, Αθήνα 1998</span><br><span style="color: #000000;">Στο δωμάτιο, διηγήματα, Νεφέλη, &#8216;Αθήνα 1999</span><br><span style="color: #000000;">Η παραίτηση, διηγήματα, Κέδρος, Αθήνα 2002 (Βραβείο &#8216;Ακαδημίας</span><br><span style="color: #000000;">Αθηνών του &#8216;Ιδρύματος Πέτρου Χάρη 2003)</span><br><span style="color: #000000;">Οι μικρές χαρές, διηγήματα, Μεταίχμιο, &#8216;Αθήνα 2005</span><br><span style="color: #000000;">Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι Γαβριηλίδης 2010</span></p>
<p></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Δοκίμια και δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999</span></p>
<p style="text-align: left;">
</p><p style="text-align: right;">
</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea0.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-11299" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea0.jpg?w=300" alt="" width="450" height="254"></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-11298" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01.jpg?w=300" alt="" width="480" height="384" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01.jpg 1200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01-300x240.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01-1024x819.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/1-ce92ce99ce92ce9bce99ce91-ce91ce93ce91ce98ce9fcea01-768x614.jpg 768w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h2 style="padding-left: 80px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Ο ποιητικός της λόγος</span></strong></em></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ (1965)</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ανεπάρκεια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε ώρα κοιτάζω το πρόσωπο μου</span><br><span style="color: #000000;">Στον ειδωλολάτρη καθρέφτη μου</span><br><span style="color: #000000;">Τα υπάρχοντα μου συνάζω</span><br><span style="color: #000000;">Ωσάν φιλάργυρος</span><br><span style="color: #000000;">Τα ωραία εγκλήματα μου τακτοποιώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι το χέρι των στερημένων</span><br><span style="color: #000000;">Ασθενική μήτρα</span><br><span style="color: #000000;">Περίπτωση πρόωρης πτώσεως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυνηγώ μια ηλιαχτίδα</span><br><span style="color: #000000;">Να αξιωθώ τα υπολείμματα της</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κρίνος και θύελλα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα μου κατοικεί μια θύελλα</span><br><span style="color: #000000;">Κι ένας κρίνος ανθίζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακινητούν τα χέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένας δε θα λυπηθεί</span><br><span style="color: #000000;">Όπως κανένας δε λυπάται το ρόδο</span><br><span style="color: #000000;">Που χτυπιέται απ&#8217; το αδυσώπητο χαλάζι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα όταν ενδοστρέφεται τί βλέπει;</span><br><span style="color: #000000;">Καραβιών συντρίμμια κρανία</span><br><span style="color: #000000;">Κοντά στα πολύχρωμα όστρακα</span><br><span style="color: #000000;">Κοντά στη κοράλλια</span><br><span style="color: #000000;">ατά μαργαριτάρια</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Διασταυρώσεις</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε θα είμαστε σαν δυο τρένα</span><br><span style="color: #000000;">Σε μια διασταύρωση</span><br><span style="color: #000000;">Που μόλις προφταίνεις να φωνάξεις</span><br><span style="color: #000000;">Καληνύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Να δεις το πρόσωπο του άλλου </span><br><span style="color: #000000;">Πίσω απ’ το αχνισμένο τζάμι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά χειραψία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε κανένα ποτήρι δε θα εφαρμόζουν </span><br><span style="color: #000000;">Τα καπνισμένα δάχτυλά μας </span><br><span style="color: #000000;">Θα μαυρίζουμε από άλλο κάρβουνο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ανθρώπινη πολιτεία</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αύτη η πόλη μου αρέσει πολύ</span><br><span style="color: #000000;">Με τη διάφανη ομίχλη στη μαλλιά σου</span><br><span style="color: #000000;">Τη γυαλιστερή υγρασία στη μάτια σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλώνω τα χέρια δεν σκοντάφτω</span><br><span style="color: #000000;">Σα να φοβάμαι σα να διασκεδάζω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Που είσαι που κρύβεσαι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγώ δε γνώρισα σ&#8217; άλλες πολιτείες το θαύμα</span><br><span style="color: #000000;">Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως</span><br><span style="color: #000000;">Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα</span><br><span style="color: #000000;">Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου με το χέρι μου στο χέρι σου</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι εγώ.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Σπίτια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο παράξενα είναι τα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">Με τα διάπλατα μελαγχολικά μάτια</span><br><span style="color: #000000;">Αταξίδευτα καράβια φαγωμένα απ&#8217; την αρμύρα</span><br><span style="color: #000000;">Τα βουητά των θαλασσινών δρόμων</span><br><span style="color: #000000;">Παιδικές φιγούρες στα καταστρώματα</span><br><span style="color: #000000;">(Στα φιλιστρίνια τα χελιδονόψαρα)</span><br><span style="color: #000000;">Γυναίκες γελαστές κουρασμένες στην κουζίνα</span><br><span style="color: #000000;">Γέροι με τα λιπόσαρκα μπράτσα στην κουπαστή</span><br><span style="color: #000000;">Σπίτια καράβια με τις χρωματιστές σημαίες</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τις πέτρες κάτω απ&#8217; το χώμα</span><br><span style="color: #000000;">Η φουρτουνιασμένη θάλασσα ησυχάζει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Της αγάπης</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είναι οι στιγμές τα χρόνια τα ανελέητα </span><br><span style="color: #000000;">Είναι οι συνομιλίες που ποτέ δεν ησυχάζουν </span><br><span style="color: #000000;">Είμαστε εμείς που δεν ακουγόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">Κάποιος άνεμος στροβιλίζει τη φωνή μας </span><br><span style="color: #000000;">Κάποιο χιόνι λιώνει το τραγούδι μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να υπάρχουμε</span><br><span style="color: #000000;">Πίνοντας μια χούφτα νερό</span><br><span style="color: #000000;">Να στεκόμαστε όρθιοι κάθε πρωί</span><br><span style="color: #000000;">Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας</span><br><span style="color: #000000;">Να φωνάζουμε στ’ αντικρινά παράθυρα:</span><br><span style="color: #000000;">Καλή σας μέρα</span><br><span style="color: #000000;">Έχουμε μια φέτα ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">Να την μοιραστούμε μαζί σας</span><br><span style="color: #000000;">Καλή σας ώρα</span><br><span style="color: #000000;">Μάς φτάνει ν’ αγαπηθούμε</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΙΩΠΗΣ (1968)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Περίπτωση σιωπής</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο τα σπίτια ομορφαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">Από πολλή μουσική</span><br><span style="color: #000000;">Το δικό μου σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Είναι μια βαθιά εικόνα</span><br><span style="color: #000000;">Φωτισμένη και βαθύσκιωτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν με βγάλεις απ&#8217; αυτή τη σιωπή μου</span><br><span style="color: #000000;">θα &#8216;μαι ένα ψάρι πεθαμένο</span><br><span style="color: #000000;">Έξω από τη θάλασσα πεταμένο</span><br><span style="color: #000000;">Και άταφο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα μου είμαι μια αλλιώτικη νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Το δέντρο το εκστατικό το δεόμενο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πλουτίζω φτωχαίνοντας</span><br><span style="color: #000000;">Από λόγο και φωνή</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Θαλασσινή πρόφαση</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">θάλασσα του φθινοπώρου</span><br><span style="color: #000000;">Με το νερένιο κρύσταλλο</span><br><span style="color: #000000;">Στα μάτια σου ο μυστικός καθρέφτης</span><br><span style="color: #000000;">Των καραβιών των ψαριών</span><br><span style="color: #000000;">Και του θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Στα μάτια σου</span><br><span style="color: #000000;">Ένας ανέφικτος έρωτας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυσθεώρητο βάθος</span><br><span style="color: #000000;">Κρύβεις ιερά μυστικά</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί στο αμετακίνητο δάσος</span><br><span style="color: #000000;">Της αβύσσου</span><br><span style="color: #000000;">Τα σταυρωμένα χέρια σκεπάζεις</span><br><span style="color: #000000;">Με λυπημένα τραγούδια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις όχθες σου χρυσόψαρα</span><br><span style="color: #000000;">Φύκια και θαλασσινά νούφαρα</span><br><span style="color: #000000;">Στις όχθες σου άμμος αστέρια</span><br><span style="color: #000000;">Και πυκνή σιωπή</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Στην προκυμαία</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι </span><br><span style="color: #000000;">Να κουβεντιάζεις μ&#8217; ένα θαλασσινό όνειρο </span><br><span style="color: #000000;">Όταν αδειάζουν τα καφενεία κι οι δρόμοι </span><br><span style="color: #000000;">Όταν αδειάζουν τα καράβια και τα χέρια </span><br><span style="color: #000000;">Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι </span><br><span style="color: #000000;">Με το φώσφορο των ψαριών στα μάτια σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν υπάρχει να σε δει Στην άκρη της γέφυρας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Θρήνος</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι κρίμα αυτός ο θάνατος</span><br><span style="color: #000000;">Τί πανάρχαιος</span><br><span style="color: #000000;">Ο αδελφός μου κείται εδώ</span><br><span style="color: #000000;">Και περιμένει άταφος</span><br><span style="color: #000000;">Καθισμένος σε μια καρέκλα καφενείου</span><br><span style="color: #000000;">Ανάμεσα σε καπνούς</span><br><span style="color: #000000;">Και χτύπους από τραπουλόχαρτα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Προφητικό</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε θα βρεθούμε</span><br><span style="color: #000000;">Στον ίδιον άξονα της ψυχής μας</span><br><span style="color: #000000;">Με τα πρόσωπα στραμμένα</span><br><span style="color: #000000;">Κατά την ανατολή του κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">Όπου οι χαμένοι άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">Ασπάζονται ό ένας τον άλλο</span><br><span style="color: #000000;">Ανιστορώντας την περιπέτεια</span><br><span style="color: #000000;">Της σιωπής τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί θ&#8217; αγκαλιαστούμε</span><br><span style="color: #000000;">Ανείπωτα ωραία</span><br><span style="color: #000000;">Τα σώματά μας θα &#8216;ναι απτά</span><br><span style="color: #000000;">Τέλεια ύλη</span><br><span style="color: #000000;">Άσπρα τα χέρια μας</span><br><span style="color: #000000;">Τα ίχνη μας άσπρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασπαίροντας θα φύγει η μαύρη νύχτα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Οργή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κόσμε κυρίαρχε</span><br><span style="color: #000000;">Των λουλουδιών</span><br><span style="color: #000000;">Των σκουληκιών</span><br><span style="color: #000000;">Και των αγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">Πίσω απ’ το ανοιχτό σου μάτι</span><br><span style="color: #000000;">Βαθαίνει όλο βαθαίνει</span><br><span style="color: #000000;">Το μεγάλο σπήλαιο</span><br><span style="color: #000000;">Των τρομερών πραγμάτων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΓΕΘΥΝΣΕΙΣ (1971)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μεγεθύνσεις</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποίημα που γεννιέται τη νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Είναι το φως πού βγαίνει απ&#8217; το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">Το φως το ιλαρό</span><br><span style="color: #000000;">Πού στα κλεισμένα βλέφαρα των κοιμωμένων</span><br><span style="color: #000000;">Λάμπει</span><br><span style="color: #000000;">Στα όνειρα τους μέσα παίζει</span><br><span style="color: #000000;">Με τον καθρέφτη του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποίημα πού γεννιέται τη νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Τα σπλάχνα μου σπαθίζει</span><br><span style="color: #000000;">Και με πονά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IV</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις νύχτες πονούμε ανείπωτα</span><br><span style="color: #000000;">Πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας</span><br><span style="color: #000000;">Γκρεμίζουν τα σπίτια μας</span><br><span style="color: #000000;">Χάνουμε τούς δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">Εχθροί μας κυνηγούν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μπορούμε να τρέξουμε</span><br><span style="color: #000000;">Να σωθούμε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον ύπνο μας βασανιζόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">Από άγνωστες αίτιες</span><br><span style="color: #000000;">Προδοσίες αιμομιξίες</span><br><span style="color: #000000;">Συνειδήσεις μας τρομοκρατούν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον ύπνο μας δε γράφουμε ποιήματα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IX</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν το χάραμα ανοίγεις το παράθυρο </span><br><span style="color: #000000;">Στην περιδιάβαση είμαι και σε κοιτάζω </span><br><span style="color: #000000;">Η θάλασσα φεύγει</span><br><span style="color: #000000;">Ήχους παράξενους γεμίζουν οι δρόμοι </span><br><span style="color: #000000;">Πράγματα αινιγματικά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ώρα του εσπερινού </span><br><span style="color: #000000;">Στο καφενείο της παραλίας </span><br><span style="color: #000000;">Ανταλλάσσουμε το ποίημα </span><br><span style="color: #000000;">Το αίμα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">XIII</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε μέρα νυχτώνει σ&#8217; αυτή την πόλη </span><br><span style="color: #000000;">Κι εγώ ψάχνω να βρω τα σπίτια </span><br><span style="color: #000000;">Με τις γκρεμισμένες πόρτες </span><br><span style="color: #000000;">Με τα σβησμένα νούμερα </span><br><span style="color: #000000;">Στους τοίχους</span><br><span style="color: #000000;">Από πίστη βαθιά σε όσα έζησα </span><br><span style="color: #000000;">Και σε όσα δεν είπα </span><br><span style="color: #000000;">Από πίστη βαθιά </span><br><span style="color: #000000;">Σε όσα είδαν τα μάτια μου</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">XVI</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαζεύω θρύψαλα ειρήνης </span><br><span style="color: #000000;">Της δύσκολης ημέρας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μπορώ να έρθω στο σπίτι </span><br><span style="color: #000000;">Να κλείσω αθόρυβα την πόρτα </span><br><span style="color: #000000;">Ήσυχα να βγάλω τα σκονισμένα </span><br><span style="color: #000000;">Υποδήματά μου </span><br><span style="color: #000000;">Τα μοναχικά ενδύματα </span><br><span style="color: #000000;">Αρωματισμένα </span><br><span style="color: #000000;">Απ’ την οσμή του σώματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">‘Ο,τι μας σκεπάζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας φανερώνει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το χτύπημα </span><br><span style="color: #000000;">Το κρυφό σημάδι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ουλές τού έρωτα</span><br><span style="color: #000000;">Τα μάτια και τα χείλη </span><br><span style="color: #000000;">Δεν έχουν κρύπτη </span><br><span style="color: #000000;">Και προστασία</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΜΙΛΛΑΡΙΑ (1973)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Το ποίημα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ μακριά που μας κρατά</span><br><span style="color: #000000;">Και μας ριζώνει η πέτρινη εξορία</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμα γράφουμε ποιήματα ωραία</span><br><span style="color: #000000;">Ίσως θα &#8216;πρεπε να μιλούμε</span><br><span style="color: #000000;">Τη γλώσσα των πρωτοπλάστων</span><br><span style="color: #000000;">Όμως εμείς ξεπερνούμε τον νόμο</span><br><span style="color: #000000;">Της βαρύτητας μας</span><br><span style="color: #000000;">Όταν έρχεται άξαφνα το ποίημα</span><br><span style="color: #000000;">Με τη δική του νίκη μας διαπέρνα</span><br><span style="color: #000000;">Απάνω μας πετά το μεγάλο κύμα</span><br><span style="color: #000000;">Έρχεται να στεφανώσει</span><br><span style="color: #000000;">Την πέτρινη εξορία</span><br><span style="color: #000000;">Που εδώ μακριά μας κρατά</span><br><span style="color: #000000;">Και μας ριζώνει</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Αντοχή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν πολύς ο θάνατος εφέτος</span><br><span style="color: #000000;">Μου ξέσκισε τα μάτια</span><br><span style="color: #000000;">Ότι άξαφνα άκουσα</span><br><span style="color: #000000;">Ότι είδα</span><br><span style="color: #000000;">Προπάντων ότι αποσιώπησα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω απ&#8217; αυτό το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">θα ξεπροβάλουν τάχα άγγελοι;</span><br><span style="color: #000000;">Πιο πέρα η πολιτεία</span><br><span style="color: #000000;">Που με πονάει</span><br><span style="color: #000000;">Που ταράζει το αίμα μου</span><br><span style="color: #000000;">Κι εγώ χρειάζομαι το αίμα μου</span><br><span style="color: #000000;">Δίχως την ταραχή του</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ταξίδια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φανταστείτε τα σπίτια να ταξιδεύουν</span><br><span style="color: #000000;">Έστω μέσα στους δρόμους της πόλης</span><br><span style="color: #000000;">Έστω κατά τις όχθες των νερών</span><br><span style="color: #000000;">Αν όχι πάνω στις σιδηρογραμμές</span><br><span style="color: #000000;">Ή στη θάλασσα μέσα</span><br><span style="color: #000000;">Αν όχι πάνω στα σύννεφα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φανταστείτε τα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">Φωτισμένα τρεχαντήρια</span><br><span style="color: #000000;">Τρένα πού σφυρίζουν στην ομίχλη</span><br><span style="color: #000000;">Μάτια σκοτεινά στα φιλιστρίνια</span><br><span style="color: #000000;">Στην κουπαστή χελιδονόψαρα</span><br><span style="color: #000000;">Και κάρβουνο πολύ κάρβουνο</span><br><span style="color: #000000;">Στα πρόσωπα των ταξιδεμένων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Τα πράγματα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα πράγματα που μέλλονται να &#8216;ρθουν</span><br><span style="color: #000000;">Τα πράγματα της ζωής μας</span><br><span style="color: #000000;">Δώρα της θλίψης μας είναι</span><br><span style="color: #000000;">&#8220;Άλαλα τα στόματα των ευσεβών</span><br><span style="color: #000000;">Προχωρούν μυστικά προς εμάς</span><br><span style="color: #000000;">Τα φωτεινά τα σκοτεινά μηνύματα</span><br><span style="color: #000000;">Έρχονται την καθορισμένη εποχή</span><br><span style="color: #000000;">Τότε πηγαίνουμε να τα συναντήσουμε</span><br><span style="color: #000000;">Σιωπηλοί προχωρούμε</span><br><span style="color: #000000;">Μπαίνουμε μέσα να πάρουμε</span><br><span style="color: #000000;">Τα πράγματα της ζωής μας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Πτώση</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είδα ένα άγαλμα να πέφτει </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στο λάκκο πού έσκαψαν </span><br><span style="color: #000000;">Τά ίδια του τα πόδια βαθμηδόν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ την πολλή ακινησία </span><br><span style="color: #000000;">Είπαν μερικοί </span><br><span style="color: #000000;">Ή το σαθρό του βάθρο </span><br><span style="color: #000000;">Από καθίζηση είπαν άλλοι </span><br><span style="color: #000000;">(Οι πιο ειδικοί)</span><br><span style="color: #000000;">Όμως εγώ κρατούσα τα</span><br><span style="color: #000000;">Και της αιτίας το βάρος κουβαλούσα </span><br><span style="color: #000000;">Μες στου κρανίου μου την κρύπτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΤΟΠΙΑ ΠΟΥ ΕΙΔΑ (1975)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">II</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φώναξα τον πατέρα μου </span><br><span style="color: #000000;">Και την μητέρα μου </span><br><span style="color: #000000;">Πού άξαφνα είχανε γίνει </span><br><span style="color: #000000;">Τα παιδιά μου</span><br><span style="color: #000000;">Ό πατέρας μου και γιος μου </span><br><span style="color: #000000;">Έφευγε με το φαγωμένο του σώμα </span><br><span style="color: #000000;">Πού το είδα ολόγυμνο και λυπημένο </span><br><span style="color: #000000;">Κι εγώ πού ήμουν όλα τα γένη </span><br><span style="color: #000000;">Ενός φυτού</span><br><span style="color: #000000;">Έσκυψα και προσκύνησα τη ρίζα μου </span><br><span style="color: #000000;">Πού με μιας έλαμψε άσπρο νερό </span><br><span style="color: #000000;">Και μου δρόσισε τα μάτια</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">III</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα θα περάσουν αιώνες </span><br><span style="color: #000000;">Ώσπου να διηγηθώ την ιστορία μου </span><br><span style="color: #000000;">Πίσω στο άλλο ημισφαίριο </span><br><span style="color: #000000;">Θ&#8217; ακούγονται στα χαλίκια του δρόμου </span><br><span style="color: #000000;">Στα χόρτα του δρόμου </span><br><span style="color: #000000;">Στη στάχτη του δρόμου </span><br><span style="color: #000000;">Τα διαφορετικά βήματά μας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">XI</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Για να βγω απ&#8217; αυτό το χώμα </span><br><span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας τις πέτρες και τα ξύλα </span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; αυτό το θολό ποτάμι</span><br><span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας το πετρέλαιο απ&#8217; τ&#8217; απορρίμματα </span><br><span style="color: #000000;">Για να βγω απ&#8217; αυτόν τον αέρα </span><br><span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας το οξυγόνο απ&#8217; τα καυσαέρια </span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; αυτές τις φωνές</span><br><span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας τα μεγάφωνα του κόσμου </span><br><span style="color: #000000;">Για να βγω τέλος από την έξοδο μου </span><br><span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας τη ζωή μου </span><br><span style="color: #000000;">Πέθανα τρεις φορές</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IX</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν και έχω δει άσπρα λουλούδια</span><br><span style="color: #000000;">Σε θαλασσινές πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">Λουλούδια φυτρωμένα</span><br><span style="color: #000000;">Σε πέτρινα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">Που δεν κατοικούνται</span><br><span style="color: #000000;">Αν και έχω δει</span><br><span style="color: #000000;">Εξαίσιες μεταμορφώσεις</span><br><span style="color: #000000;">Της πέτρας που κυλάει στο νερό</span><br><span style="color: #000000;">Όλες τις ώρες της ημέρας</span><br><span style="color: #000000;">Και της νύχτας</span><br><span style="color: #000000;">Μονάχη είναι η πέτρα</span><br><span style="color: #000000;">Μονάχο το λουλούδι</span><br><span style="color: #000000;">Το νερό άδειο</span><br><span style="color: #000000;">Η νύχτα μαύρη</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><strong><span style="color: #000000;">XIII</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν είμαι ένας όμηρος ξεχασμένος </span><br><span style="color: #000000;">Σε μακροχρόνιες προθεσμίες </span><br><span style="color: #000000;">Κι αν είμαι ένα φόρεμα καθημερινό </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στο δρόμο πάνω στο κρεβάτι </span><br><span style="color: #000000;">Κι αν είμαι ένα όνομα πραγματικό </span><br><span style="color: #000000;">Μια έγχρωμη φωτογραφία </span><br><span style="color: #000000;">Τίποτα δεν αλλάζει </span><br><span style="color: #000000;">Δεν γίνομαι αλλιώτικος πεθαμένος</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ (1978)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Στην όχθη αυτή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην όχθη αύτη που κάθεσαι θρηνώντας </span><br><span style="color: #000000;">Και το νερό επίμονα σκαλίζεις </span><br><span style="color: #000000;">Παιχνίδια προϊστορικά ετοιμάζεις </span><br><span style="color: #000000;">Πηγάδια παιδικά στα εκατό σου χρόνια </span><br><span style="color: #000000;">Που κάθε νύχτα έρχεται το φάντασμα </span><br><span style="color: #000000;">Κι αδειάζει πηδηχτά και κουδουνίζοντας </span><br><span style="color: #000000;">Τα πιο ακριβά της μέρας απορρίμματα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κάθε θάνατος</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει </span><br><span style="color: #000000;">Από συνείδηση βαθιά πως λιγοστεύουμε </span><br><span style="color: #000000;">Πως ένας ένας χάνει τη θέση του εγκαταλείπεται </span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τη ζωή των άλλων απ&#8217; το σπίτι του </span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; το δικό του κάθισμα στάση του επισκέπτη </span><br><span style="color: #000000;">Λέμε εδώ καθόταν κάποτε ο πατέρας ο φίλος </span><br><span style="color: #000000;">Εκεί ο ποιητής κάτω απ&#8217; το φως μας μιλούσε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε θάνατος πιο κοντά μας φέρνει </span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δε θέλω να σ&#8217; αφήσω δε μ&#8217; αφήνεις </span><br><span style="color: #000000;">Όσο κι αν σκοτεινιάζει έξω όσο κι αν βρέχει </span><br><span style="color: #000000;">Όσο κι αν ανταμώνουμε μέσα στον ύπνο</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Απ’ την αρχή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μιλώ για να μιλήσω</span><br><span style="color: #000000;">Να πω τη λέξη που δρόμο δεν έχει κανένα</span><br><span style="color: #000000;">Όπως τα παγωμένα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">Πού δεν κατέβηκαν ποτέ</span><br><span style="color: #000000;">Σε ζεστό περιβόλι</span><br><span style="color: #000000;">Να σπάσουν τη σιωπή τους</span><br><span style="color: #000000;">Βγάζοντας αίμα από την πέτρα τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε μιλώ για να μιλήσω</span><br><span style="color: #000000;">Μιλώ για να μ&#8217; ακούσεις</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Διαθέσεις</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακούω τόσην ώρα</span><br><span style="color: #000000;">Φωνές της σιωπής δυνατές</span><br><span style="color: #000000;">Κάποιος θα κλαίει πάνω σ’ ένα δέντρο</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα σ’ ένα δέντρο</span><br><span style="color: #000000;">Αισθάνομαι τη φωνή του εδώ στο μέτωπο</span><br><span style="color: #000000;">Κατεβαίνει ως τα μάτια</span><br><span style="color: #000000;">Τα μετακινεί μέσα στο άσπρο τους αίμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσέχω το ακίνητο κάθισμα </span><br><span style="color: #000000;">Ενώ εκείνο το τραπέζι </span><br><span style="color: #000000;">Τετράγωνο αναγκαίο λογικό </span><br><span style="color: #000000;">Μ’ εξαντλεί</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Αυτές οι πέτρες</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αυτές οι πέτρες που περπατάς</span><br><span style="color: #000000;">Δε σε πετροβολούν</span><br><span style="color: #000000;">Σε δοξάζουν</span><br><span style="color: #000000;">Δε σε κατρακυλούν αυτές οι πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">Εσένα που έχεις το μάτι ενός Κύκλωπα</span><br><span style="color: #000000;">Και την καρδιά ενός Οδυσσέα</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μαγνητόφωνο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το ρόλο σου καλά τον παίζεις </span><br><span style="color: #000000;">Εξασκείς τη φωνή σου στον καθρέφτη </span><br><span style="color: #000000;">Κι όταν κάποιο από τα δόντια σου πέφτει </span><br><span style="color: #000000;">Τάχα αδιάφορα πηγαίνεις στο παράθυρο </span><br><span style="color: #000000;">Ρίχνοντας ένα βλέμμα πλαστικό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας ένας θα σου φύγουν οι φίλοι </span><br><span style="color: #000000;">Θα τους ζητάς με το κερί και με τα κιάλια </span><br><span style="color: #000000;">Θα τρως χλωροφύλλη με μανία </span><br><span style="color: #000000;">Κι ακόμα θα μιλάς σαν μαγνητόφωνο</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Το ποίημα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν γεννιέται το ποίημα</span><br><span style="color: #000000;">Να φοβάσαι ποιητή</span><br><span style="color: #000000;">Να ντύνεσαι γερή πανοπλία</span><br><span style="color: #000000;">Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα</span><br><span style="color: #000000;">Μη σε χτυπήσουν</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει</span><br><span style="color: #000000;">Μπορεί να μην αντιληφθείς</span><br><span style="color: #000000;">Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί</span><br><span style="color: #000000;">Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό</span><br><span style="color: #000000;">Στον αέρα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ταχυδακτυλουργοί</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τί θα τα κάνεις τόσα ποιήματα </span><br><span style="color: #000000;">Τόσες φωτιές ανάμεσα στα δάχτυλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν τούς ταχυδακτυλουργούς κι εσύ</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Την ώρα που μαυρίζουν τα όνειρα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνω τη δική μου σημαία</span><br><span style="color: #000000;">Αυτά τα ξέθωρα κουρέλια</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">Έγιναν βρόμικοι επίδεσμοι</span><br><span style="color: #000000;">Κόλλησαν ατό κορμί μου</span><br><span style="color: #000000;">Μπήκαν μέσα στα σπλάχνα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνω τη δική μου σημαία</span><br><span style="color: #000000;">Μελετώ τη σύνθεση των χρωμάτων</span><br><span style="color: #000000;">Μελετώ προπάντων τη θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που νυχτώνει</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν ξέρω πώς να την ονομάσω</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που μαυρίζουν όλα τα όνειρα</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δέντρο της αγάπης</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δέντρο της αγάπης</span><br><span style="color: #000000;">Σε φοβάμαι</span><br><span style="color: #000000;">Καθώς αέναα ψηλώνεις</span><br><span style="color: #000000;">Με καλείς με φωνές</span><br><span style="color: #000000;">Που δεν καταλαβαίνω</span><br><span style="color: #000000;">Δε θέλω να καταλάβω ίσως</span><br><span style="color: #000000;">Τρέμουν τα φύλλα της καρδιάς σου</span><br><span style="color: #000000;">Τρέμω</span><br><span style="color: #000000;">(Τα φύλλα σου από ρίζα σκοτεινή)</span><br><span style="color: #000000;">Με σφίγγεις στο σκληρό κορμί σου</span><br><span style="color: #000000;">Με πονείς</span><br><span style="color: #000000;">Μπερδεύεις τα μαλλιά μου</span><br><span style="color: #000000;">Μες στους πολλούς σου κλώνους</span><br><span style="color: #000000;">Δεν μπορώ να γλιτώσω</span><br><span style="color: #000000;">Από τούτη την κατακόρυφη</span><br><span style="color: #000000;">Έγνοια σου</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Έχω κάτι παράθυρα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έχω κάτι παράθυρα </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στα σπλάχνα μου </span><br><span style="color: #000000;">Κάτι μικρούς φεγγίτες</span><br><span style="color: #000000;">Τρύπες μυστικές ,</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε πρωί</span><br><span style="color: #000000;">Σφυρίζω τη μουσική μου </span><br><span style="color: #000000;">Ακούω όλους τούς καθημερινούς </span><br><span style="color: #000000;">Συναγερμούς </span><br><span style="color: #000000;">Πίνω του σώματος μου</span><br><span style="color: #000000;">Το νερό </span><br><span style="color: #000000;">Έτσι δεν κινδυνεύω </span><br><span style="color: #000000;">Από αφυδάτωση </span><br><span style="color: #000000;">Τρώω τις ίδιες μου τις σάρκες </span><br><span style="color: #000000;">Και αναπτύσσομαι κανονικά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΙΤΛΟΣ (1978)</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Στροφή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λέγαμε</span><br><span style="color: #000000;">Πώς έτσι θα περνούσαν τα χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">Σπάζοντας σιγά σιγά το πρόσωπο μας</span><br><span style="color: #000000;">Αποσπώντας ένα ένα τα πολύτιμα κομμάτια</span><br><span style="color: #000000;">Τότε δεν είχαμε κάνει</span><br><span style="color: #000000;">Τη μεγάλη πρόβλεψη</span><br><span style="color: #000000;">Τούτη την τέλεια στροφή</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είχαμε φανταστεί</span><br><span style="color: #000000;">Πώς θα ξυπνούσαμε άξαφνα στον εφιάλτη</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η απάνω πόλη</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έπαψα πια να συχνάζω</span><br><span style="color: #000000;">Στην κάτω πόλη</span><br><span style="color: #000000;">Με τις πολλές αναθυμιάσεις</span><br><span style="color: #000000;">Τις καφενόβιες συζητήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Μάταιες συναθροίσεις</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα επισκέπτομαι τακτικά</span><br><span style="color: #000000;">Πύργους και κάστρα</span><br><span style="color: #000000;">Και σπίτια μυθικά</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί ένας αιωνόβιος φρουρός</span><br><span style="color: #000000;">Πάντα μου χαμογελά</span><br><span style="color: #000000;">Όταν περνώ τη μεγάλη πύλη</span><br><span style="color: #000000;">Κάποτε στέκομαι</span><br><span style="color: #000000;">Και του διαβάζω ποιήματα</span><br><span style="color: #000000;">Μου φαίνεται λυπημένος</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί βλέπω να βγαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα μαλλιά του άσπρα πουλιά</span><br><span style="color: #000000;">Σαν στρατιώτες κουρασμένοι</span><br><span style="color: #000000;">Που πάνε ήσυχα να κοιμηθούν</span><br><span style="color: #000000;">Να ονειρευτούν το δικό τους σπίτι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Τρυφερότητα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είσαι ο έρωτας </span><br><span style="color: #000000;">Που ξεκινά στο αίμα μου </span><br><span style="color: #000000;">Μια νέα ροή</span><br><span style="color: #000000;">Σε δέχομαι σαν γνώριμη όψη </span><br><span style="color: #000000;">Που είχε για λίγο κρυφτεί </span><br><span style="color: #000000;">Κι όμως κοίτα πως τρέμουν </span><br><span style="color: #000000;">Τα φύλλα μου</span><br><span style="color: #000000;">Σα να &#8216;χουν βραχεί από άξαφνη </span><br><span style="color: #000000;">Μικρή και λιγόζωη βροχή </span><br><span style="color: #000000;">Λέω θα &#8216;ναι η καλή μου η ώρα </span><br><span style="color: #000000;">Καθώς αφήνω τα δάχτυλά μου </span><br><span style="color: #000000;">Να χαίρονται την τόση αφή </span><br><span style="color: #000000;">Τραγουδώντας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Που πηγαίνεις εσύ</span><br><span style="color: #000000;">Η πάντοτε πενθηφορούσα</span><br><span style="color: #000000;">Με το στιλπνό σεμνό σου ένδυμα</span><br><span style="color: #000000;">Με το καθαρό σου βλέμμα</span><br><span style="color: #000000;">Σε βλέπω να κυκλοφορείς</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; όλους τους δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">Με το πράσινο φως σου</span><br><span style="color: #000000;">Με σήματα κινδύνου</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ η γλυκιά γεύση</span><br><span style="color: #000000;">Στο πικρό στόμα του κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς να χειρονομείς</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς ν&#8217; ακούγεται ή φωνή σου</span><br><span style="color: #000000;">Αισθάνομαι να φέρνεις</span><br><span style="color: #000000;">Παράξενα μηνύματα</span><br><span style="color: #000000;">Υποψιάζομαι</span><br><span style="color: #000000;">Πώς κάνεις κρυφά διαδηλώσεις</span><br><span style="color: #000000;">Περί ολιγάρκειας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (1981)</span></strong></h2>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Θαλασσινό ημερολόγιο</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">1</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι πως αρνιέμαι τη θάλασσα </span><br><span style="color: #000000;">Αλλά κάτι μου λέει </span><br><span style="color: #000000;">Πώς οφείλω να φοβάμαι </span><br><span style="color: #000000;">Ό,τι με περιβρέχει ασύστολα</span></p>
<p>.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">2</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάμαι το καλοκαίρι</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνο το πικρό καλοκαίρι</span><br><span style="color: #000000;">Το σπίτι με τα παράθυρα στη θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Το καφενείο που έγραφα ποιήματα</span><br><span style="color: #000000;">Το μικρό παιδί</span><br><span style="color: #000000;">Που έψαχνε επίμονα στην άμμο</span><br><span style="color: #000000;">Για ένα πεθαμένο ψάρι</span><br><span style="color: #000000;">Μα πιο πολύ θυμάμαι</span><br><span style="color: #000000;">Τη θάλασσα που δε χάρηκα</span><br><span style="color: #000000;">Και τώρα δεν έχω</span><br><span style="color: #000000;">Ούτ&#8217; ένα ποίημα θαλασσινό</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">7</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κορίτσια τρυφερά </span><br><span style="color: #000000;">Ξαπλωμένα στην άμμο </span><br><span style="color: #000000;">Μύριζαν φύκια </span><br><span style="color: #000000;">Και όστρακα </span><br><span style="color: #000000;">Τ’ αγόρια περνούσαν </span><br><span style="color: #000000;">Κρατώντας άνθη </span><br><span style="color: #000000;">Κυρτά και ακίνητα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τρόπαια του βυθού </span><br><span style="color: #000000;">Δύσοσμα</span><br><span style="color: #000000;">Νεκρά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">10</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά εγώ θα σε θυμάμαι</span><br><span style="color: #000000;">Νερό πού σάπισες τόσο γρήγορα</span><br><span style="color: #000000;">Θα σε θυμάμαι</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί δρόσισες κάποτε πυρετούς</span><br><span style="color: #000000;">Και κάποτε φλίς φλίς μ&#8217; αποκοίμισες</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω σε νερένια κρεβάτια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Τώρα που σε βρίσκω</span><br><span style="color: #000000;">Σε διαφορετικό μήκος κύματος</span><br><span style="color: #000000;">Και σε κοιτάζω χωρίς πάθος</span><br><span style="color: #000000;">Με το αντιθαλασσινό μάτι μου)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο πατέρας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ό πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός </span><br><span style="color: #000000;">Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του </span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα</span><br><span style="color: #000000;">Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του</span><br><span style="color: #000000;">Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ </span><br><span style="color: #000000;">Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου </span><br><span style="color: #000000;">Με τα ηλιοψημένα χείλια του </span><br><span style="color: #000000;">Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο </span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αψηλός και δυνατός ήταν </span><br><span style="color: #000000;">Κι όταν με σήκωνε αψηλά </span><br><span style="color: #000000;">Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του </span><br><span style="color: #000000;">Δε φοβόμουν καθόλου</span><br><span style="color: #000000;">Όπως κι εκείνος δε φοβόταν </span><br><span style="color: #000000;">Ούτε τη ζωή του </span><br><span style="color: #000000;">Ούτε το θάνατό του:</span><br><span style="color: #000000;">Περνούσε με το τρένο του</span><br><span style="color: #000000;">Σφυρίζοντας</span><br><span style="color: #000000;">Μες απ’ τις σκοτεινές</span><br><span style="color: #000000;">Τις στοιχειωμένες σήραγγες</span><br><span style="color: #000000;">Και τις νικούσε</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η μητέρα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ τα μεγάλα πρόσωπα </span><br><span style="color: #000000;">Του πατρικού σπιτιού μας </span><br><span style="color: #000000;">Μονάχα η μητέρα απόμεινε </span><br><span style="color: #000000;">«&#8217;Όλα καλά κι άγια» λέει πάντα </span><br><span style="color: #000000;">Και του πατέρα μας θυμάται </span><br><span style="color: #000000;">Τα κατορθώματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν με το τρένο ταξιδεύει </span><br><span style="color: #000000;">Κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα ξένα δέντρα </span><br><span style="color: #000000;">Κι αφαιρείται </span><br><span style="color: #000000;">Κι όσο βραδιάζει</span><br><span style="color: #000000;">Και το τρένο την πηγαίνει μακριά </span><br><span style="color: #000000;">Κάθε βαθιά πληγή </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στα σπλάχνα της </span><br><span style="color: #000000;">Ολοένα ξεθωριάζει</span></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Παρελθόν</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ονειρεύομαι τον κήπο μας </span><br><span style="color: #000000;">Μια δυνατή μυρωδιά από φρέσκο χώμα </span><br><span style="color: #000000;">Κυκλοφορεί μες στο δωμάτιο μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρωί πού ξυπνώ </span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγω όλα τα παράθυρα </span><br><span style="color: #000000;">Κι αρωματίζω το σπίτι </span><br><span style="color: #000000;">Με spray</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Χωρίς προοπτική</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας</span><br><span style="color: #000000;">Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες</span><br><span style="color: #000000;">Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί να αισθάνονται τάχα</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα πού νυχτώνει</span><br><span style="color: #000000;">Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς να &#8216;ναι κουρασμένες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά</span><br><span style="color: #000000;">Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους</span><br><span style="color: #000000;">Γι&#8217; αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι πού πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς σχέδια και προοπτικές</span><br><span style="color: #000000;">Για τη νέα μέρα</span><br><span style="color: #000000;">Που προχωρεί απάνω τους</span><br><span style="color: #000000;">Αδιάφορα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Αποστήθιση</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Αποστηθίζω</span><br><span style="color: #000000;">Τα δύσκολα γράμματα</span><br><span style="color: #000000;">Της μοναξιάς</span><br><span style="color: #000000;">Ώσπου σιγά σιγά</span><br><span style="color: #000000;">Με παίρνει ό ύπνος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Σαν παλιά λατέρνα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο αντικρινός μου γείτονας</span><br><span style="color: #000000;">Ανεβοκατεβάζει τις τέντες</span><br><span style="color: #000000;">Στο μπαλκόνι του</span><br><span style="color: #000000;">Γυρίζει τη μανιβέλα σαν λατέρνα</span><br><span style="color: #000000;">Ό σκουριασμένος μεταλλικός ήχος της</span><br><span style="color: #000000;">Τρυπώνει στο μυαλό μου ανελέητα</span><br><span style="color: #000000;">Μια σκόνη καφέ σκούρα</span><br><span style="color: #000000;">Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου</span><br><span style="color: #000000;">Και γω αισθάνομαι να παλιώνω</span><br><span style="color: #000000;">Ανεπανόρθωτα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Εκ του μακρόθεν</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί</span><br><span style="color: #000000;">Στο βάθος του δρόμου</span><br><span style="color: #000000;">Βρέχει</span><br><span style="color: #000000;">Δε βλέπω καλά</span><br><span style="color: #000000;">Άλλα νομίζω πως εσύ</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είσαι εκεί</span><br><span style="color: #000000;">Και γω δεν είμαι εκεί</span><br><span style="color: #000000;">Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί</span><br><span style="color: #000000;">Με μάτια ματωμένα</span><br><span style="color: #000000;">Από την πέτρα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">0 μοτοσικλετιστής</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τί ν’ απόγινε άραγε </span><br><span style="color: #000000;">Εκείνος ο θορυβοποιός </span><br><span style="color: #000000;">Της νύχτας</span><br><span style="color: #000000;">Καβάλα στο μηχανικό του ζώο </span><br><span style="color: #000000;">Να κραδαίνει την άσφαλτο </span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς φρένο </span><br><span style="color: #000000;">Να παίζει ώρα ύπνου </span><br><span style="color: #000000;">Με τις φρένες μας </span><br><span style="color: #000000;">Εδώ μέσα</span><br><span style="color: #000000;">Στο σακατεμένο κρανίο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προχτές το μεσονύχτι </span><br><span style="color: #000000;">Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου </span><br><span style="color: #000000;">Το νέο φεγγάρι </span><br><span style="color: #000000;">Άκουσα θόρυβο παράξενο </span><br><span style="color: #000000;">Να ’ρχεται από ψηλά </span><br><span style="color: #000000;">Και μου φάνηκε πως τον είδα </span><br><span style="color: #000000;">Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσυκλέτα </span><br><span style="color: #000000;">Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού </span><br><span style="color: #000000;">Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του </span><br><span style="color: #000000;">Να με κοιτάζει περίλυπος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βγάλε μου σε παρακαλώ </span><br><span style="color: #000000;">Μια ωραία φωτογραφία </span><br><span style="color: #000000;">Να τη στείλω στο κορίτσι μου </span><br><span style="color: #000000;">Έτσι απάνω στη μοτοσυκλέτα μου </span><br><span style="color: #000000;">Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο </span><br><span style="color: #000000;">Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου </span><br><span style="color: #000000;">Θέλω να φαίνεται καλά </span><br><span style="color: #000000;">Το καινούργιο μου πέτσινο </span><br><span style="color: #000000;">Το σιδερένιο κράνος </span><br><span style="color: #000000;">Να διακρίνεται προπάντων </span><br><span style="color: #000000;">Ο ίλιγγος στο πρόσωπο μου </span><br><span style="color: #000000;">Και κείνο του θανάτου </span><br><span style="color: #000000;">Το αναπόφευκτο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Οι τυφλοί</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν ωραία ή βραδιά </span><br><span style="color: #000000;">Περπατούσα μόνη στην παραλία </span><br><span style="color: #000000;">Οι τυφλοί με προσπερνούσαν </span><br><span style="color: #000000;">Πιασμένοι σφιχτά αγκαζέ </span><br><span style="color: #000000;">Συνομιλούσαν ψιθυριστά </span><br><span style="color: #000000;">Το μονότονο τακ τακ του μπαστουνιού τους </span><br><span style="color: #000000;">Αντηχούσε πένθιμα στις πλάκες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυρίζοντας αργά στο σπίτι </span><br><span style="color: #000000;">Είχα κάτι έμμονες ιδέες </span><br><span style="color: #000000;">Σαν παρανοϊκά ποιήματα </span><br><span style="color: #000000;">Ευτυχώς ποτέ δεν γράφτηκαν </span><br><span style="color: #000000;">Τί να γράψει κανείς για τους τυφλούς </span><br><span style="color: #000000;">Που βγαίνουν τέτοιες ωραίες βραδιές </span><br><span style="color: #000000;">Για σεργιάνι στην παραλία</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Τα μάτια σου</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα μάτια σου </span><br><span style="color: #000000;">Είναι</span><br><span style="color: #000000;">Σαν τσακισμένα </span><br><span style="color: #000000;">Μυστικά </span><br><span style="color: #000000;">Που τρέφονται </span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα φτωχά ελέη </span><br><span style="color: #000000;">Του Θεού </span><br><span style="color: #000000;">Κι απ&#8217; τη δική μου </span><br><span style="color: #000000;">Καταφαγωμένη αγάπη</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Απ’ τα ερείπια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έστω σκοτεινό </span><br><span style="color: #000000;">Σε βρίσκω πάντα </span><br><span style="color: #000000;">Έστω διάτρητο </span><br><span style="color: #000000;">Απ’ την καταστροφή </span><br><span style="color: #000000;">Σε ανασύρω </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα απ’ τα ερείπια </span><br><span style="color: #000000;">Ατομικό μου ποίημα </span><br><span style="color: #000000;">Πράγμα ενδόμυχο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΝΕΡΟΥ (1985)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μετανάστες του εσωτερικού νερού</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τρως και πίνεις μπροστά στη θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Καταβροχθίζεις περισπασμούς κατά κόρον</span><br><span style="color: #000000;">Με ακατάπαυστη πείνα και δίψα</span><br><span style="color: #000000;">Τρως και πίνεις χωρίς πλησμονή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αμφίβιο ζώο μπαινοβγαίνεις τάχα αδιάφορα</span><br><span style="color: #000000;">Για να ξεχνάς το μεγάλο ψάρι</span><br><span style="color: #000000;">Το γαλάζιο θάνατο με την αστραφτερή ουρά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέρα «ή μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει»</span><br><span style="color: #000000;">Ώρες ατέλειωτες κλαίει στην άμμο κρυφά</span><br><span style="color: #000000;">Και συ δε μπορείς να την παρηγορήσεις:</span><br><span style="color: #000000;">Ελένη «σήκω επάνω και δες τον ήλιο»</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί καμιά αλλαγή δε συντελείται εδώ</span><br><span style="color: #000000;">Παρα-θερίζεις ακόμα μια άγνωστη λύπη</span><br><span style="color: #000000;">Μια υγρή ως το κόκαλο απόγνωση</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μ’ ένα γυαλί καπνισμένο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Προκειμένου να πας στη δυσοίωνη θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Βαθιά να κολυμπήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Προκειμένου ν&#8217; αποκτήσεις απ&#8217; την αρχή</span><br><span style="color: #000000;">Το επάγγελμα του βουτηχτή και του ναυαγοσώστη</span><br><span style="color: #000000;">Να κινδυνέψεις πάλι για το θησαυρό και το σταυρό</span><br><span style="color: #000000;">Μείνε καλύτερα στην πόλη</span><br><span style="color: #000000;">Μ&#8217; ένα γυαλί καπνισμένο</span><br><span style="color: #000000;">Σου φτάνει να βλέπεις από μακριά</span><br><span style="color: #000000;">Το καταποντισμένο σώμα σου</span><br><span style="color: #000000;">Που κανένα γλυκό κι αρμυρό νερό</span><br><span style="color: #000000;">Δεν θα το σηκώσει πια επάνω</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;">Το ξαφνικό</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι φοβόμουν ήρθε πάλι μ&#8217; ανοιγμένο στόμα</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν είχα δώρα ακριβά να το ευμενίσω</span><br><span style="color: #000000;">Ούτε ξόρκια το έπιαναν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αστείο θα ήταν να τολμούσα</span><br><span style="color: #000000;">Να του γυρίσω με περιφρόνηση την πλάτη</span><br><span style="color: #000000;">Γελώντας γοερά να το ξεγελάσω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εύστροφα λοιπόν και εν ριπή οφθαλμού</span><br><span style="color: #000000;">Έλυσε την τρωτή ζώνη μου</span><br><span style="color: #000000;">Επιτήδεια μ&#8217; έριξε πάνω στην άμμο</span><br><span style="color: #000000;">Κυλιστήκαμε στην πιο δίκαιη</span><br><span style="color: #000000;">Στην πιο θανατερή αναμέτρηση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν μας είδε δεν μας άκουσε</span><br><span style="color: #000000;">Λίγο πιο κει τραγουδούσαν και χόρευαν</span><br><span style="color: #000000;">Με γλυκές φυσαρμόνικες</span><br><span style="color: #000000;">Οι αναίμακτοι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Άνοιξη</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί και γω να μη μπορώ να γράψω</span><br><span style="color: #000000;">Ένα ποίημα τρυφερό</span><br><span style="color: #000000;">Σήμερα πού είναι τόσο ευήλιος ο καιρός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσπαθώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακουμπώ στο ηλιόλουστο κάγκελο</span><br><span style="color: #000000;">Και ρεμβάζω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω γλυκύ μου έαρ»</span><br><span style="color: #000000;">Κι αρχίζει να βρέχει πολύ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Μητέρα δεν έρχεσαι στο σπίτι;)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τραβώ τις κουρτίνες ως το λαιμό</span><br><span style="color: #000000;">Κι όλο: ενθάδε κείται</span><br><span style="color: #000000;">Ενθάδε κείται η Άνοιξη</span><br><span style="color: #000000;">«Γλυκύτατο μου τέκνο»</span><br><span style="color: #000000;">Νεκρό</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Θαλασσινό άλλοθι</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">1</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Για μια αναπαράσταση ζωής </span><br><span style="color: #000000;">Μ&#8217; έσυραν ως αυτό το καλοκαίρι </span><br><span style="color: #000000;">Με πέταξαν στην άμμο σαν μαλάκιο </span><br><span style="color: #000000;">Με ξέρανε ο ήλιος τους καλά </span><br><span style="color: #000000;">Τώρα τα δροσερά μου έργα </span><br><span style="color: #000000;">Ναυάγια γοερά μιας λεπτομέρειας </span><br><span style="color: #000000;">Που πάντα θα διαφεύγει των κυμάτων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">3</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι έψαχνε πάντα τη νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στην άμμο σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">Ξύλα ξόανα κοχύλια κουφά</span><br><span style="color: #000000;">Δίχως πνευστά κρουστά τραγούδια</span><br><span style="color: #000000;">Κάτι έψαχνε μες στη θαλάσσια ερημιά</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχνούσε τα γυαλιά του στο νερό</span><br><span style="color: #000000;">Μπροστά σε ξένα βλέμματα</span><br><span style="color: #000000;">Έχανε τα χέρια τα μάτια του</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είμαι εγώ εκείνος έλεγε</span><br><span style="color: #000000;">Μη με κοιτάτε</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">6</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς πια δεν την αναζητάει εκεί </span><br><span style="color: #000000;">Κάθε πρωί σηκώνεται μ&#8217; ένα κύμα βαρύ </span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγει μια τρύπα προς τη θέα του δρόμου </span><br><span style="color: #000000;">Βλέπει να μην έρχεται κανείς </span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες κάτι χτυπά υπόκωφα </span><br><span style="color: #000000;">Κάποιος κάνει να τρίζουν οι σάπιοι αρμοί </span><br><span style="color: #000000;">Σκέλεθρα της νεκρής αρμονίας ο ήχος </span><br><span style="color: #000000;">Στοιχειωμένος αέρας που κάθεται </span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στο κρύο στήθος της </span><br><span style="color: #000000;">Και μιλάει μονότονα </span><br><span style="color: #000000;">Μ&#8217; ένα άδειο στόμα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1993)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ανεξίτηλο σκοτάδι</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τί ήταν τελικά ο παππούς μου </span><br><span style="color: #000000;">Ένας αυθεντικός καρβουνιάρης </span><br><span style="color: #000000;">Να κυνηγάει τον πελάτη με το τουφέκι </span><br><span style="color: #000000;">«Κάρβουνο πιο μαύρο κι απ’ τη νύχτα —έλα»</span><br><span style="color: #000000;">Κι αυτές με τα τσεμπέρια και τις ποδιές </span><br><span style="color: #000000;">Οι όμορφες γειτόνισσες οι στρίγγλες —πόσο και πόσο </span><br><span style="color: #000000;">Κι αν έβαζε καμιά φορά το χέρι του </span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τα φουστάνια τους ήταν σοφός </span><br><span style="color: #000000;">Κι ας έβρισκαν στο σπίτι μαύρα τα μπούτια τους </span><br><span style="color: #000000;">Ήταν σοφός αυτός Μες στη μαυρίλα του </span><br><span style="color: #000000;">Ήξερε τί κάνει και πού το πάει </span><br><span style="color: #000000;">Έλεγε: το κάρβουνο θέλει κόλπα θέλει γαλιφιές</span><br><span style="color: #000000;">Να το πασάρεις στον άλλο </span><br><span style="color: #000000;">Πρέπει να το πουλήσεις όσο όσο </span><br><span style="color: #000000;">Ή να το μοιραστείς πάση θυσία </span><br><span style="color: #000000;">Να φύγει από πάνω σου αυτή ή μαυρίλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το ανεξίτηλο σκοτάδι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Αυγουστιάτικο φεγγάρι</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">α</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φεγγάρι σπλαχνικό</span><br><span style="color: #000000;">Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα</span><br><span style="color: #000000;">Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους</span><br><span style="color: #000000;">Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους</span><br><span style="color: #000000;">Την εξοικείωση βοηθάς</span><br><span style="color: #000000;">Ζώντων τε και τεθνεώτων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">β</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πολύ άσπρο το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Στην οροφή μια τρύπα εκτυφλωτική</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στο πρόσωπο σου στάζει ένα φεγγάρι</span><br><span style="color: #000000;">Κινδυνεύεις από φως και δεν το ξέρεις</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">γ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Νύχτα ώρα τι χρειάζεται τόσο φως </span><br><span style="color: #000000;">Έλα καλό σκοτάδι να ξεκουράσω τις πράξεις μου </span><br><span style="color: #000000;">Αθέατη επιτέλους να κλάψω τους νεκρούς μου </span><br><span style="color: #000000;">Αυτός ο μήνας με βασάνισε πολύ </span><br><span style="color: #000000;">Σα να παρέτεινε τη γύμνια μου στους ξένους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">δ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Νύχτα θλιμμένη τραβεστί</span><br><span style="color: #000000;">Πετάς τα ψεύτικα ρούχα της μέρας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Νανούρισμα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου τώρα</span><br><span style="color: #000000;">Έχεις ανάγκη από όνειρο</span><br><span style="color: #000000;">Θα έρθει από την πίσω πόρτα</span><br><span style="color: #000000;">Νυχοπατώντας όπως παλιά</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ μη βγάλεις άχνα</span><br><span style="color: #000000;">Ξέρει εκείνο —όνειρο είναι—</span><br><span style="color: #000000;">Μες στα ζεστά σεντόνια θα χωθεί</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ κοιμήσου μόνο</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνο ξέρει να φερθεί —όνειρο είναι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Φωτογραφία η ποίηση</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">στην Κ. Δ.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Έρχεται και ξανάρχεται η ποίηση</span><br><span style="color: #000000;">Δωρίζεται «αίφνης» —Έστω</span><br><span style="color: #000000;">Σε μια δικαιοσύνη ανυπεράσπιστη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μου έστειλε και τη φωτογραφία της</span><br><span style="color: #000000;">Σα να ποζάρει η ποίηση στο χάος:</span><br><span style="color: #000000;">Πρόσωπο φωτεινό να εμφανίζεται</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα από μαύρο ένδυμα —κλειστό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη σκοτεινή των ήμερων διάρκεια</span><br><span style="color: #000000;">Τα μάτια της κοιτάγματα κι οράματα</span><br><span style="color: #000000;">Βλέψεις και βλέμματα προθέσεως καλής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαμόγελο αγνώστου προελεύσεως ή</span><br><span style="color: #000000;">Μια μικρή επανάσταση: θα φύγω</span><br><span style="color: #000000;">Στο οριστικό: μένω και σαπίζω εδώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάντως το όλον της πηγαίνει μακριά ήδη</span><br><span style="color: #000000;">Σωτήρια χαλάρωση σαν «αχ» του σώματος</span><br><span style="color: #000000;">Όταν πετάει σουτιέν κορσέ ή τα στενά παπούτσια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα λίγα για της ποίησης τη λήψη:</span><br><span style="color: #000000;">Απλώς το φως πού γράφτηκε</span><br><span style="color: #000000;">Με φόντο το σκοτάδι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μάθημα προσωπογραφίας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υπόνοια του προσώπου στην αρχή</span><br><span style="color: #000000;">Μόλις να διακρίνεται ό πόνος</span><br><span style="color: #000000;">Έναν τόνο απαλό στις παρειές</span><br><span style="color: #000000;">Κάλυψη —τεχνηέντως— μιας πληγής</span><br><span style="color: #000000;">Με αφορμισμένης τύψης υλικό</span><br><span style="color: #000000;">Βάλε κάτι σαν ροζ για τη νεότητα</span><br><span style="color: #000000;">Πού πάντα υπολανθάνει</span><br><span style="color: #000000;">Στη θέση των χειλιών το σάπιο μήλο</span><br><span style="color: #000000;">Μόλις να δείχνει το νεκρό χαμόγελο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα μάτια</span><br><span style="color: #000000;">Βάλε ένα χρώμα εκτυφλωτικό</span><br><span style="color: #000000;">Ώστε να κρύβει και το ελάχιστο έρεβος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Τα σκύβαλα των ημερών</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πού έχουν φύγει τα πουλιά </span><br><span style="color: #000000;">Και τα παιδιά </span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό με βλέπεις </span><br><span style="color: #000000;">Να κουβαλάω στην πλάτη μου </span><br><span style="color: #000000;">Ένα έρημο σκοτεινό δέντρο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πού ξενύχτησα πάλι </span><br><span style="color: #000000;">Με κείνο το τρελό όνειρο </span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό με βλέπεις </span><br><span style="color: #000000;">Με το πρόσωπο στο μαξιλάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πού ξεχνώ το πρόσωπό σου </span><br><span style="color: #000000;">Και χάνω τον ήχο της φωνής σου </span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό με βλέπεις πιο σκοτεινό τη μέρα </span><br><span style="color: #000000;">Και τη νύχτα πιο τεφρό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που γερνώ και γέρνω</span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό με βλέπεις όλο να σκουπίζω</span><br><span style="color: #000000;">Τα σκύβαλα των ήμερών μου</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΑ [1965-1995] (2001)</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Το ποτήρι</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ποτήρι δεν είναι απλώς ένα ποτήρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς την ασπιρίνη πίνεις</span><br><span style="color: #000000;">Το κρασί ή το φάρμακο</span><br><span style="color: #000000;">Τα χείλη σου ακουμπούν στην άκρη</span><br><span style="color: #000000;">Μιας μικρής αβύσσου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον πυθμένα της σαπίζει η σιωπή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γύρνα το ποτήρι ανάποδα ή σπάσ&#8217; το</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς γυαλιά καρφιά μαζεύεις</span><br><span style="color: #000000;">Αισθήματα κι αγάπες του γλυκού νερού</span><br><span style="color: #000000;">Και στον αιώνα τον άπαντα διψάς</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μνήμη</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όσο βραδιάζει θυμάμαι πιο πολύ</span><br><span style="color: #000000;">Μηρυκάζω αγουρίδες κυδώνι στυφό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε τρυφερό κλαδί κρεμάω τη ζακέτα </span><br><span style="color: #000000;">Αρνάκι της αυλής στο σίδερο δεμένο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χιόνια και χιόνια περασμένα </span><br><span style="color: #000000;">Λευκά εικονίσματα του κήπου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευτυχία μας έψηνε συχνά </span><br><span style="color: #000000;">Έναν καφέ παρηγοριάς</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Οικοδόμοι</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Από τις τάξεις των αγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">Προέρχονται οι οικοδόμοι</span><br><span style="color: #000000;">Άγγελοι μελαψοί</span><br><span style="color: #000000;">Ανεβοκατεβαίνουν τις σιδερένιες κλίμακες</span><br><span style="color: #000000;">Κι αντί για τα ωσαννά</span><br><span style="color: #000000;">Τραγούδια λαϊκά τραγουδανε</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς σουραύλια και βιολιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτοί οι άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">Οικοδομούν για τον κύριό τους</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν εκπίπτουν βέβαια</span><br><span style="color: #000000;">Ποτέ του παραδείσου</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο που πέφτουν άξαφνα</span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; το γιαπί —χωρίς φτερά—</span><br><span style="color: #000000;">Τσακίζουνε στη γη το αγγελικό κορμί τους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Στο παράθυρο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια γυναίκα στο παράθυρο </span><br><span style="color: #000000;">Είναι μια όαση τρυφερή </span><br><span style="color: #000000;">Στης ασφάλτου την έρημο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε μπορείς ν&#8217; αγγίξεις τη μορφή της </span><br><span style="color: #000000;">Είσαι ήδη μέσα στο πρόσωπο της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια γυναίκα στο παράθυρο </span><br><span style="color: #000000;">Δεν αποσύρεται νωρίς στα ενδότερα </span><br><span style="color: #000000;">Ούτε βιάζεται να κλείσει τις κουρτίνες</span><br><span style="color: #000000;">Μένει ακίνητη εκεί σου χαρίζεται ολόκληρη </span><br><span style="color: #000000;">Ώσπου να νυχτώσει και να χαθεί </span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στο μαύρο της κάδρο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μοναχά ένα όνειρο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έστρωσα και ξέστρωσα </span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ύπνος δε με πήρε </span><br><span style="color: #000000;">Μονάχα ένα όνειρο </span><br><span style="color: #000000;">Με πήρε και με σήκωσε </span><br><span style="color: #000000;">Και τρόμαξα εκεί ψηλά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ένα δικό μου απόγευμα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν βρω ένα δικό μου απόγευμα</span><br><span style="color: #000000;">Θα πάρω τα γεράνια μου αγκαλιά</span><br><span style="color: #000000;">Θα βγάλω βόλτα τη μητέρα μου</span><br><span style="color: #000000;">Θα την κεράσω παγωτό</span><br><span style="color: #000000;">Θα γράψω γράμματα σε φίλους ξεχασμένους</span><br><span style="color: #000000;">Θα ψάξω για παλιές φωτογραφίες</span><br><span style="color: #000000;">Να δω το πρόσωπο σου πριν από το χαλασμό</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μπουγάδα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην αρχή άσπρο άσπρο το νερό </span><br><span style="color: #000000;">Όνειρο πρωινό διαβρωμένο </span><br><span style="color: #000000;">Κλειδιά μεγάλα ξεκλείδωναν την κάμαρά μου </span><br><span style="color: #000000;">Άρον άρον κι έγέρθητι και περιπάτει </span><br><span style="color: #000000;">(Δεν είχα πού να πάω)</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στον αφρό της σκάφης </span><br><span style="color: #000000;">Καράβι λουλακί</span><br><span style="color: #000000;">(Έριχνε άγκυρα η μητέρα πλύστρα)</span><br><span style="color: #000000;">Μες στο καζάνι έβραζε το αίμα </span><br><span style="color: #000000;">Κι από την υδρορροή χύνονταν κρυφά </span><br><span style="color: #000000;">Στα λουλούδια και στα δέντρα</span><br><span style="color: #000000;">Ύστερα πάλι άσπρα άσπρα τα σεντόνια </span><br><span style="color: #000000;">Σύρμα το σύρμα κρέμονταν αθώα </span><br><span style="color: #000000;">Μ’ ένα στιλέτο μανταλάκι στην πλάτη τους </span><br><span style="color: #000000;">Κοκάλωναν αργά αργά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κυριακή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δε θέλω να τη δω στα μάτια αύτη την ξιπασμένη μέρα</span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; το παράθυρο κόλπα πολλά και σχέδια μου κάνει</span><br><span style="color: #000000;">Μου ρίχνει βλέμματα αινιγματικά</span><br><span style="color: #000000;">Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα σκοτεινά</span><br><span style="color: #000000;">Και πέφτω απ&#8217; την αρχή να κοιμηθώ</span><br><span style="color: #000000;">Άξαφνα με τραβάει από τα πόδια η τρελή</span><br><span style="color: #000000;">Βάζει αναμμένα κάρβουνα στις χούφτες μου</span><br><span style="color: #000000;">Μου φέρνει έναν καθρέφτη μαγικό</span><br><span style="color: #000000;">Κι ένα βιολί κάτω απ&#8217; τη γλώσσα μου να παίζει</span><br><span style="color: #000000;">Με ποιο δικαίωμα;</span><br><span style="color: #000000;">Αν είχα γω ένα κάρβουνο αναμμένο</span><br><span style="color: #000000;">Έναν καθρέφτη μαγικό</span><br><span style="color: #000000;">Ένα βιολί κάτω απ&#8217; τη γλώσσα μου να παίζει</span><br><span style="color: #000000;">Θα πήγαινα χαρά Θεού να κοιμηθώ;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΝΤΕ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Βαθιά καρδιά</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λόγια των ήμερων μου ακατάληπτα</span><br><span style="color: #000000;">Γυμνές προθέσεις ενός καλοκαιριού</span><br><span style="color: #000000;">Πού δεν ήταν ποτέ δικό μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατηφορίζουν τα νερά τ&#8217; ουρανού</span><br><span style="color: #000000;">Με μια πικρή ελευθερία</span><br><span style="color: #000000;">Η προδοσία διογκώνεται στις όχθες</span><br><span style="color: #000000;">Βουτάω στ&#8217; όνειρό μου με μισό κορμί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μνήμη έχω ανυπέρβλητη ομορφιά</span><br><span style="color: #000000;">Όπως ατούς τάφους σε φωτογραφίες κλειστές</span><br><span style="color: #000000;">Πίσω απ&#8217; το θολό τζάμι —θαλάμι παγερό—</span><br><span style="color: #000000;">Κόρες εκπάγλου καλλονής</span><br><span style="color: #000000;">Με εξαίσια μαλλιά καθρέφτες λάγνοι</span><br><span style="color: #000000;">Μέτωπα απαστράπτοντα φιλιά ανυπότακτα</span><br><span style="color: #000000;">Από φρυγμένες γλώσσες με ήχους σιωπής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μνήμη νερού νεκρού από φυτό παράφορο</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί όπου μπορώ να παίξω ή να πεθάνω στ&#8217; αλήθεια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η βαθιά καρδιά δεν ζητάει παρηγοριά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μαγική εικόνα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σήμερα Δευτέρα βγήκα στην περιδιάβαση </span><br><span style="color: #000000;">Όλα έχουν πλυθεί σ&#8217; ένα λουτρό πού Σάββατο δεν έχει </span><br><span style="color: #000000;">Την Κυριακή αγιάστηκαν μυρώθηκαν οι δρόμοι </span><br><span style="color: #000000;">Κάηκαν δέντρα μπήκαν άλλα στη θέση τους </span><br><span style="color: #000000;">Αν έστριβες τώρα απ&#8217; την αριστερή γωνιά </span><br><span style="color: #000000;">Θα πίναμε έναν καφέ —μια δροσερή ματιά μας πέφτει </span><br><span style="color: #000000;">Αυτό το τραπεζάκι έχει ένα χρώμα στρογγυλό </span><br><span style="color: #000000;">(Γιατί έτρεμε το χέρι σου τι έβλεπες και χλόμιαζες) </span><br><span style="color: #000000;">Το φλιτζάνι μου έχει μια επιδέξια λαβή </span><br><span style="color: #000000;">Με βοηθάει να δω στο βάθος του πυθμένα </span><br><span style="color: #000000;">Ένα πουλί ακίνητο στην πηχτή λάσπη </span><br><span style="color: #000000;">Ένα φτερό φέγγει λευκό κι ευθύς αλλάζει πλεύση </span><br><span style="color: #000000;">Βγάζω τα σκούρα μου γυαλιά κι εσύ το &#8216;χεις σκάσει </span><br><span style="color: #000000;">Πάτησες γκάζι μες σ&#8217; ένα σύννεφο από MARLBORO </span><br><span style="color: #000000;">Τί γελοία που είναι τα καινούργια μου παπούτσια </span><br><span style="color: #000000;">Κι ή τσάντα μου μια μαύρη κρεμασμένη στο ικρίωμα του δρόμου</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Των εγκαυμάτων</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λούζομαι ντύνομαι ποδήνομαι</span><br><span style="color: #000000;">Είναι εγγύς το σπαθί της Θεάς</span><br><span style="color: #000000;">Κόβει κεφάλια φιδιών γουρουνιών σερπετών</span><br><span style="color: #000000;">Από τα δέντρα μια μουσική κατεβαίνει</span><br><span style="color: #000000;">Πρασινωπή μουσική σαν ραδίκι γλυκό</span><br><span style="color: #000000;">Μπρόκολο βλήτο ζοχιό σγουρό</span><br><span style="color: #000000;">Ανάβρυσμα από λάγνα βροχή χορός τρελός</span><br><span style="color: #000000;">Στροβιλίζει ρημάζει τα σκουλήκια — εις το σκότος</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στο κεφάλι μου στάζει μια ζέστα</span><br><span style="color: #000000;">Χρωματιστή απαστράπτουσα περιπαιχτική</span><br><span style="color: #000000;">Για μένα είναι καθαρή πού έζησα</span><br><span style="color: #000000;">Στην εντέλεια μιας καύσης κρυφής</span><br><span style="color: #000000;">Από κάρβουνο κατακόκκινο — θεϊκή τιμωρία</span><br><span style="color: #000000;">Μασιά καμένη τσιμπιδάκι πυρωμένο μες στα μαλλιά μου</span><br><span style="color: #000000;">Στην ανατολή ετοιμάζεται ράβεται η εσθήτα της</span><br><span style="color: #000000;">Έρχεται η Θεά γλαυκή επιθυμητή</span><br><span style="color: #000000;">Λυγίζει το χρυσό ραβδί της</span><br><span style="color: #000000;">Μες στη φωτιά της υπομονής μου</span><br><span style="color: #000000;">Και των εγκαυμάτων τη μνήμη παρηγορεί</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Για να’ ναι πλήρης η καταστροφή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τελικά</span><br><span style="color: #000000;">Όλα τα θυσιάζει κανείς</span><br><span style="color: #000000;">Και τί αφήνει για τον εαυτό του</span><br><span style="color: #000000;">Μια στάλα βλέμματα ζεστά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έξω από την πόρτα</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμούνται τα αδέσποτα</span><br><span style="color: #000000;">Δεν πρόκειται να χαρίσουν στο σύμπαν</span><br><span style="color: #000000;">Παρά ένα γάβ κραυγαλέο ακόμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κουρνιάζεις κάτω απ’ τα βυζιά μου</span><br><span style="color: #000000;">Με μάτια κλειστά κι όλα τα βλέπεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν σηκώνω πια αυτά τα σκοτωμένα σώματα</span><br><span style="color: #000000;">Στο βάθος της παλάμης ένα καρφί</span><br><span style="color: #000000;">Μην κρέμας ούτε ένα αχ</span><br><span style="color: #000000;">Θα εξατμισθεί</span><br><span style="color: #000000;">Όπως τα δάκρυα σε πυρετώδη μάγουλα</span><br><span style="color: #000000;">Σαράντα συν ένα και ων ουκ εστίν αριθμός</span><br><span style="color: #000000;">Όπως και για τα φιλιά που σαν χιλιάδες εκατόμφυλλα</span><br><span style="color: #000000;">Μαράθηκαν πάνω στα χείλη σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εν μια νυκτί</span><br><span style="color: #000000;">Που κρατάει ακόμα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ταξίδια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα είναι κρυμμένο το χέρι — δεν χαιρετάει</span><br><span style="color: #000000;">Το μαχαίρι θυσία στα πικρά λόγια πού θα πούμε</span><br><span style="color: #000000;">Για το χατίρι σου άνθισαν πρωί πρωί τα φύλλα</span><br><span style="color: #000000;">Τα μήλα κατόπι — είναι πολύ νωρίς για τον καρπό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα ένα σφύριγμα κι ίσως το βλέμμα</span><br><span style="color: #000000;">Πάρει φωτιά απ’ το ίδιο του το θάμπος</span><br><span style="color: #000000;">Και προδοθεί ο σουγιάς στο τρυφερό κλαδί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χτυπάει με το σφυρί του ο επόπτης</span><br><span style="color: #000000;">Σπάζουν τα σιδερένια πέδιλα του τρένου</span><br><span style="color: #000000;">Μες ατούς καπνούς γκρεμίζονται ταξίδια και νερά</span><br><span style="color: #000000;">Κάρβουνο ή φρυγανιά — πάει το κρίτσι κρίτσι</span><br><span style="color: #000000;">Αστεία που είναι η πρωινή μάχη</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη γέφυρα ποτάμι ερημικό</span><br><span style="color: #000000;">Πλέει ανάσκελα το φανάρι του οδοιπόρου</span><br><span style="color: #000000;">Τυφλώνει τη νέα βροχή ό κουρνιαχτός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια λέξη από φασκόμηλο ευωδιάζει</span><br><span style="color: #000000;">Ορμάει ο πεινασμένος λύκος στο ψαχνό</span><br><span style="color: #000000;">Ο αμνός καβάλα στο σβέρκο του σφαγέα</span><br><span style="color: #000000;">Κι ένα αεράκι να ξεγελάει να τον φιλάει</span><br><span style="color: #000000;">Στο στόμα πού δεν έχει γυρισμό</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΛΚΙΜ (2001)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Σαλκίμ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν πήγε να δει όταν χτίζονταν το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν μια πεθαμένη -πού θα κατοικούσε-</span><br><span style="color: #000000;">Έπρεπε να το είχε επισκεφθεί προτού</span><br><span style="color: #000000;">Ο εργολάβος σαθρά θεμέλια να &#8216;χει στεριώσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι πόρτες τι παράθυρα τι φεγγίτες</span><br><span style="color: #000000;">Φυσούσαν το χώμα απ&#8217; τα μαλλιά της</span><br><span style="color: #000000;">Σαν Ευμενίδες που για χάρη της τραγουδούσαν</span><br><span style="color: #000000;">«Έτσι είν&#8217; η ζωή μικρό μου πάντα έτσι είν&#8217; η ζωή»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από την οροφή χρόνια έπεφτε πολύ τσιμέντο </span><br><span style="color: #000000;">Την έχτιζε βαθιά στου υμέναιου τον τάφο</span><br><span style="color: #000000;">Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν</span><br><span style="color: #000000;">Για κείνη χύνονταν απάνω στη βεράντα</span><br><span style="color: #000000;">Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε</span><br><span style="color: #000000;">Σε πλήρη οργασμό &#8211; θανάσιμο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Όπου πάει το φως</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν σε παίρνω π ιό κοντά στα μάτια μου </span><br><span style="color: #000000;">Όπως ο μύωπας μπακάλης το τεφτέρι του </span><br><span style="color: #000000;">Το μολυβάκι μου σαλιώνω και ξαπλώνω </span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στα λόγια που μου στρώνει ο καθρέφτης σου </span><br><span style="color: #000000;">Ο ψεύτης σου ο αληθινός σου Ο τυφλός μου </span><br><span style="color: #000000;">Φόβος μη σπάσεις σαν το κρύσταλλο μη </span><br><span style="color: #000000;">Λιώσεις σαν ασήμι με χτυπάει κατάστηθα </span><br><span style="color: #000000;">Ψάχνω ένα σίδερο δεσμό για ένα αιώνα </span><br><span style="color: #000000;">Κι από τη μαύρη λασπουριά βγάζω μια λάμψη </span><br><span style="color: #000000;">Μες στο μικρό μου φαναράκι κελαϊδάει </span><br><span style="color: #000000;">Κι όπου πάει το φώς όπου πάει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Απόγευμα προς το βράδυ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θα κατέβει πολύς καημός απόψε </span><br><span style="color: #000000;">Στη βόλτα θα λένε μύθους για σένα </span><br><span style="color: #000000;">Βαγές στο μπαλκόνι σου σαν μια υπόσχεση </span><br><span style="color: #000000;">Κι εγώ θ&#8217; αντλήσω χίλια φιλιά </span><br><span style="color: #000000;">Για τη γειτονιά πού σε λαχταράει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέφτει ο ουρανός σαν χαλασμένο υπόστεγο </span><br><span style="color: #000000;">Κίτρινη ή όψη σου </span><br><span style="color: #000000;">Συλλογισμένο το σκυλί </span><br><span style="color: #000000;">Η μουσική μέχρι θανάτου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έ συ ρακοσυλλέκτη </span><br><span style="color: #000000;">Έχω ένα άχρηστο στρώμα </span><br><span style="color: #000000;">(Πάρε και το σώμα μου)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8216;Έρχεσαι ή φεύγεις; </span><br><span style="color: #000000;">Σκοτεινιάζει και δε βλέπω </span><br><span style="color: #000000;">Το πρόσωπο σου με νοιάζει </span><br><span style="color: #000000;">Σε ακουμπάνε τα χείλη μου και κλαις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαυρίζει ο κήπος σβήνουν τα φώτα </span><br><span style="color: #000000;">Θα έρθει η ώρα που θα κοιμηθούμε </span><br><span style="color: #000000;">Θα &#8216;ναι ωραία άλλα θα το νιώθουμε εμείς;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Να έρχεσαι με χάδια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όσο με τον καιρό κυλάει ο ποταμός</span><br><span style="color: #000000;">Τα δάκρυα οι σταγόνες της βροχής</span><br><span style="color: #000000;">Νερό είναι πιες και νίψου τον πόθο</span><br><span style="color: #000000;">Της υπομονής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ομορφιά αργεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγω την κρήνη μου έλα κρυφά</span><br><span style="color: #000000;">Αρώματα χώματα μες στο δωμάτιο</span><br><span style="color: #000000;">Δεν κοιμάμαι</span><br><span style="color: #000000;">Σκαλίζω με φωτιά την τέφρα</span><br><span style="color: #000000;">Το σκυλί μου υπακούει στη σιωπή</span><br><span style="color: #000000;">Η εγκαρτέρηση δείχνει τα δόντια της</span><br><span style="color: #000000;">Στο βάθος αποσύρεται της αστραπής το δέρμα</span><br><span style="color: #000000;">Το νερό πλένει το φως στα παράθυρα</span><br><span style="color: #000000;">Ό,τι και να γίνει εσύ να έρχεσαι με χάδια</span><br><span style="color: #000000;">Αλλιώς σηκώνουν δυό μαζί την πέτρα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ποιος δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο δρόμος προς τα ποτάμια και τις θάλασσες</span><br><span style="color: #000000;">Έχει ένα θρίαμβο μοναχικό</span><br><span style="color: #000000;">Σκαμμένος μέχρι αίματος —φλέβες ανοιγμένες</span><br><span style="color: #000000;">Κι εκείνες οι βροχές εμπόδια ανυπέρβλητα</span><br><span style="color: #000000;">Στην υγρή αναζήτηση για τις περιπτύξεις του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού πηγαίνει αυτός ο νυχτωμένος</span><br><span style="color: #000000;">Λαμνοκόπος του έρωτα κι ακόμα εδώ</span><br><span style="color: #000000;">Μες στην καταστροφή</span><br><span style="color: #000000;">Σηκώνει κεφάλι ο αμετανόητος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιός δρόμος φτάνει στα υγρά παιχνίδια</span><br><span style="color: #000000;">Με φλις φλις δεν ξεγελιέται ή καρδιά</span><br><span style="color: #000000;">Του κορμιού μια δυσαρέσκεια βαθιά επιμένει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί πουλί τί φίδι</span><br><span style="color: #000000;">Στη στροφή του δρόμου φαρμακώνει η κούραση</span><br><span style="color: #000000;">Κι αυτός βλέπει θάλασσες και ποτάμια</span><br><span style="color: #000000;">Επειδή γυαλίζει ό δρόμος έρημος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ξένη επέμβαση</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όλες οι λέξεις έχουν ένα φαρμάκι γλυκό</span><br><span style="color: #000000;">Αντίδοτο στην παρενέργεια της αγάπης που σκοτώνει</span><br><span style="color: #000000;">Όταν ανοίγεις το κουτί με τα χαπάκια</span><br><span style="color: #000000;">Χαπ χαπ πάνω στο τραπέζι χορεύουν αστεία</span><br><span style="color: #000000;">Κόκκινα διαβολάκια κουρδίζουν το γραμμόφωνο</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι μεσάνυχτα κι όλη ή φύσις ησυχάζει» λέει το χαζό</span><br><span style="color: #000000;">Ο τροχός γυρίζει κι ακονίζει μαχαίρια και ψαλίδια</span><br><span style="color: #000000;">Στα χειρουργεία μια λάμπα θυέλλης οδηγεί τούς σαμαρείτες</span><br><span style="color: #000000;">Όταν άνοιξες τα μάτια σου είχαν γεράσει οι λέξεις</span><br><span style="color: #000000;">Κι ώσπου να πεις νερό πιτσίλισε το ρο την μπλούζα του γιατρού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γλύτωσες πάλι γλύτωσες από μια δόση θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Εδώ δεν ξέρουμε τί ποιείται τί συντελείται</span><br><span style="color: #000000;">Ποιές επεμβάσεις χρειάζεσαι ποιά μέσα</span><br><span style="color: #000000;">Για να γυρίσεις στο σπίτι σου σώος και ευλαβής</span><br><span style="color: #000000;">Ιδού λοιπόν το νερό ιδού τα χαπάκια</span><br><span style="color: #000000;">Σαν τα λόγια είναι τά φάρμακα σώζουν ζωές</span><br><span style="color: #000000;">Και της ζωής τα όνειρα σκοτώνουν</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δεν θυμάμαι να πέρασα μια νύχτα δίχως όνειρο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η δυσαρέσκεια της ψυχής </span><br><span style="color: #000000;">Είναι ένας λόγος να πέσεις στο κρεβάτι σου </span><br><span style="color: #000000;">Έχει ένα γήπεδο ανθισμένο εκεί </span><br><span style="color: #000000;">Τούμπες τα μαξιλάρια αργά ν&#8217; ανέβεις </span><br><span style="color: #000000;">Έπειτα να κατρακυλήσεις ως τη θάλασσα </span><br><span style="color: #000000;">Κι ας βρέξει κι ας χιονίσει τη νύχτα </span><br><span style="color: #000000;">Ας ασπρίσει το στόμα σου απ το φόβο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχει ένα μαύρο λύκο το κρεβάτι σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως το πρωί ως το άλλο πρωί </span><br><span style="color: #000000;">Βγάζει ο καημός μιαν άλλη μέρα </span><br><span style="color: #000000;">Δένεις το λύκο στο κάγκελο </span><br><span style="color: #000000;">Δένεις τα κορδόνια των παπουτσιών σου </span><br><span style="color: #000000;">Όλο κοιτάζεις πίσω τί απεικόνισε το χτες </span><br><span style="color: #000000;">Ποιός άνοιξε την πόρτα και σκότωσε τον άγιο </span><br><span style="color: #000000;">Σε ποιούς φτωχούς μοιράστηκε το στάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δυσαρέσκεια της ψυχής </span><br><span style="color: #000000;">Σηκώνει κεφάλι σαν το σάλιαγκο </span><br><span style="color: #000000;">Μπαίνει κρυφά στο μπαούλο σου </span><br><span style="color: #000000;">Κι αφήνει στα λευκά σεντόνια </span><br><span style="color: #000000;">Τα μαύρα απορρίμματα του</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h2 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ (2006)</span></strong></h2>
<p>.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Σεντόνια της αγρυπνίας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μ&#8217; αρέσει ν&#8217; απλώνω τα ρούχα στο σκοινί </span><br><span style="color: #000000;">Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα </span><br><span style="color: #000000;">Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης </span><br><span style="color: #000000;">Λευκά συντρίμμια στη στρόφιγγα στο ατσάλι </span><br><span style="color: #000000;">Στο γίγνεσθαι του αίματος σαν ψέμα πορφυρό </span><br><span style="color: #000000;">Εσώρουχα μεταξωτά σεντόνια της αγρύπνιας </span><br><span style="color: #000000;">Νερά φανταστικής βροχής τόξα ουράνιας μνήμης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας έρθει ένας ήλιος να τα λάμψει μυστικά </span><br><span style="color: #000000;">Ας έρθει ένα φεγγάρι να τα φέξει ολόγυμνα </span><br><span style="color: #000000;">Γένοιτο το θέλημα του καιρού κι ας χειμωνιάζει </span><br><span style="color: #000000;">Κι ένα αεράκι καλός οιωνός να στεγνώσει </span><br><span style="color: #000000;">Τα δάκρυα της νύχτας τ&#8217; αλμυρά φιλιά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Αγρύπνια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τί άλλο να επιθυμήσω από ένα ουράνιο κομπρεσέρ</span><br><span style="color: #000000;">Ν&#8217; ανοίξει τρύπα αβυθομέτρητη</span><br><span style="color: #000000;">Στον πετρωμένο κήπο μου</span><br><span style="color: #000000;">Ρίζα κρυμμένη χρόνια βυθισμένη</span><br><span style="color: #000000;">Νεύρα υπόγεια σκοτεινά</span><br><span style="color: #000000;">Τέρατα φίδια φαρμακερά</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμούνται σαν αθώα περιστέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είδα στον ύπνο μου πώς τρελαίνονται εκεί τα σκουλήκια</span><br><span style="color: #000000;">Πώς ξενυχτούν άγγελοι με βραχνιασμένα ωσαννά</span><br><span style="color: #000000;">Πώς σέρνονται πηχτά νερά</span><br><span style="color: #000000;">Προς τα άνθη της δυσοσμίας πού τα γέννησε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα</span><br><span style="color: #000000;">Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε πρωί πού σηκώνομαι απ&#8217; το θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει</span><br><span style="color: #000000;">Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Χρόνος</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε άνθρωπος πρέπει να &#8216;χει ατό σπίτι του</span><br><span style="color: #000000;">Μια γριά ζαρωμένη μητέρα</span><br><span style="color: #000000;">Στην αγκαλιά της γίνεται αιώνιος νοικοκύρης</span><br><span style="color: #000000;">Στα σβησμένα μάτια της λατρεύει το φως του</span><br><span style="color: #000000;">Από το μαρασμό της αναθρώσκει η αγία νεότης</span><br><span style="color: #000000;">Ο καρπός στα χέρια της λάμπει κοφτερά</span><br><span style="color: #000000;">Τα φυτά απ&#8217; τα κρεμασμένα σάλια της φυτρώνουν</span><br><span style="color: #000000;">Και το ξεδοντιασμένο στόμα της ψάλλει το εν υψίστοις.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;">Διάρκεια</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε άνθρωπος πρέπει να &#8216;χει ένα πάθος κρυφό </span><br><span style="color: #000000;">Ένα νερό στο πλάι του δροσιά μες στη φωτιά του </span><br><span style="color: #000000;">Γάργαρο φως που πάει στο χώμα αστράφτοντας </span><br><span style="color: #000000;">Γυμνός να πλένεται στο μύρο στο άγιασμα </span><br><span style="color: #000000;">Γυμνός τυφλός να λέει την προσευχή του στ&#8217; άγρια δάση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε άνθρωπος πρέπει να &#8216;χει ένα πάθος κρυφό </span><br><span style="color: #000000;">Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα </span><br><span style="color: #000000;">Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του </span><br><span style="color: #000000;">Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Στο δρόμο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ν’ αφήσω τα δικά μου εδώ τα ατέρμονα </span><br><span style="color: #000000;">Να πάω εκεί που η τέρψη ενός μύθου μ&#8217; έχει ξεγελάσει </span><br><span style="color: #000000;">Ίσως χαρώ την πλάνη πού έρχεται κρυφά κι αθόρυβα </span><br><span style="color: #000000;">Σαν μια πλανεύτρα μουσική κι ίσως μια νέα περιπλάνηση</span><br><span style="color: #000000;">Ν&#8217; αφήσει την αφή της πιο θλιμμένη πάνω στο κορμί μου </span><br><span style="color: #000000;">Τί νομίζεις είναι η μέθη μιας απόγνωσης </span><br><span style="color: #000000;">Και πού ωριμάζει ένα σκυλί παρά στο δρόμο </span><br><span style="color: #000000;">Κι όχι στη θαλπωρή της ευσπλαχνίας </span><br><span style="color: #000000;">Εκεί στο δρόμο πεθαίνει μέσα σ&#8217; ένα ουράνιο βλέμμα </span><br><span style="color: #000000;">Πού κανείς δεν προλαβαίνει ποτέ να δει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Έρημος έρωτας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μακρές αγαπημένες καταθλίψεις </span><br><span style="color: #000000;">Έκπτωτες αγιότητες </span><br><span style="color: #000000;">Σατανική μελαγχολία της αγάπης </span><br><span style="color: #000000;">Ο έρημος έρωτας τυμβωρυχούμενος </span><br><span style="color: #000000;">Δεν λέει να κλείσει το παλαβό του μάτι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δεν έρχεται ένα ξημέρωμα</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κρυώνει όποιος τη νύχτα ονειρεύεται πουλιά</span><br><span style="color: #000000;">Κόκκινα πουλιά σκοτωμένα στο προσκεφάλι του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ένα κρύο σώμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θέλεις να το πετάξεις απ&#8217; το κρεβάτι σου</span><br><span style="color: #000000;">Το σπρώχνεις πέρα το γκρεμίζεις κάτω</span><br><span style="color: #000000;">Με τα μάτια κλειστά μες στο σκοτάδι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως εκείνο τρυπώνει στο ρολόι σου</span><br><span style="color: #000000;">Φοράει τα γυαλιά σου</span><br><span style="color: #000000;">Και με τα νύχια τα μαλλιά σου ξεριζώνει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έρχεται ποτέ ένα ξημέρωμα ένα νεράκι δροσερό</span><br><span style="color: #000000;">Με πλεύση το κορμί σου</span><br><span style="color: #000000;">Να πλύνει το σώμα του νεκρού τα μάτια να του κλείσει</span><br><span style="color: #000000;">Και σε μιαν άκρη της καρδιάς να ρίξει κρασί και μέλι</span></p>
<p>.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Πετάει πετάει ο ποδηλάτης</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πατάει πεντάλι ο νεαρός </span><br><span style="color: #000000;">Ήλιοι φεγγάρια πίσω του τον γαβγίζουν </span><br><span style="color: #000000;">Λαμπερό κατρακύλι ο μπαγάσας </span><br><span style="color: #000000;">Και μέριασε πέτρα νά διαβώ </span><br><span style="color: #000000;">Κυλούν τρελά οι ακτίνες τυφλώνουν τα πέριξ </span><br><span style="color: #000000;">Οι τυφλοί τον βλέπουν οι έρμοι </span><br><span style="color: #000000;">Τον ακούνε οι κουφοί το μάγκα </span><br><span style="color: #000000;">Ντρίν ντρίν μέριασε κόσμε σου έρχομαι </span><br><span style="color: #000000;">Σκορπάει τη σκόνη απ&#8217; το μαύρο σύννεφο </span><br><span style="color: #000000;">Ο μέγας ποδηλάτης στον ίλιγγο μετράει — χα </span><br><span style="color: #000000;">Ζήτω χαρές και να βρέχει του κερατά </span><br><span style="color: #000000;">Σούζα το φίδι το άλογο </span><br><span style="color: #000000;">Σούζα το δέντρο ο περιπτεράς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού σκόνταψε άξαφνα ό θρίαμβος </span><br><span style="color: #000000;">Πώς γλίστρησε το πέδιλο στα νερά </span><br><span style="color: #000000;">Στην έρημη πλατεία μια σιωπή γυαλιστερή </span><br><span style="color: #000000;">Τέρμα τα κόλπα οι επιδείξεις θαυματοποιέ </span><br><span style="color: #000000;">Τέρμα τα δίφραγκα μεγάλε </span><br><span style="color: #000000;">Αύριο χειρουργείο συνεργείο αύριο τίποτε</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ω μελιχρά μεσημέρια</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε βράδυ ετοιμάζουν </span><br><span style="color: #000000;">Το μυστικό τους δείπνο </span><br><span style="color: #000000;">Μοιράζουν το ψωμί </span><br><span style="color: #000000;">Μοιράζουν το κρασί </span><br><span style="color: #000000;">Καθένας έχει το μαχαίρι του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάντα υπάρχει ένα πρωί </span><br><span style="color: #000000;">Να το σκάσουν οριστικά </span><br><span style="color: #000000;">Από την μπόχα της κουζίνας </span><br><span style="color: #000000;">Αλλά ένας άγγελος χαζός </span><br><span style="color: #000000;">Στρώνει ξεστρώνει το τραπέζι </span><br><span style="color: #000000;">Κι ένα φιλί στο μέτωπο τους </span><br><span style="color: #000000;">Θα ήταν αρκετό ν&#8217; αγιάσουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σβησμένη πού έχουν τη ματιά τους </span><br><span style="color: #000000;">Όταν είναι πολύ κόκκινα τα φρούτα — λάμπουν </span><br><span style="color: #000000;">Πολύ πράσινη η σαλάτα — φέγγει </span><br><span style="color: #000000;">Όταν με τον καιρό σκουριάζουν </span><br><span style="color: #000000;">Τα γυαλιστερά μαχαίρια </span><br><span style="color: #000000;">Και τα μελιχρά μεσημέρια λιγοστεύουν</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h2 style="text-align: center;"><em><strong><span style="color: #000000;">Ο πεζός της λόγος</span></strong></em></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ Διηγήματα (1999)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Το όνειρο</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Στην Κ.Τ.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Σου γράφω μόνο και μόνο επειδή ήθελα οπωσδήποτε να το ξέρεις, το όνειρο εννοώ, δηλαδή τί έκανες εσύ στο όνειρο μου ψες το βράδυ: μου έστειλες ένα σωρό βιβλία δικά σου και ξένα, μπλοκ και μολύβια σε μεγάλη ποικιλία, εκείνο όμως που με εξέπληξε περισσότερο, ήταν τα φρούτα και τα λαχανικά• όπως μπήκε ο ταχυδρόμος φορτσάτος, τα έριξε όλα στο πάτωμα ο χαμένος, τόσο αδέξια μάλιστα ώστε ορισμένα από τα φρούτα και τα λαχανικά άρχισαν να κυλούν κάτω από τα έπιπλα, να κρύβονται πονηρά, σατανικά θαρρείς, σαν να ‘παιζαν ένα ολότελα δικό τους παιχνίδι, ενορχηστρωμένο κιόλας, γιατί το δωμάτιο είχε γεμίσει από έναν ήχο φρέσκο, χρωματιστό, κρουστό, κι από μια παράξενη γεύση και μυρωδιά. Τα βιβλία και τα χαρτικά μέναν ακίνητα και σοβαρά — φαίνεται, δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στο παιχνίδι— κείτονταν λοιπόν ώρες ατέλειωτες στο πάτωμα και παρ&#8217; όλη την ομορφιά τους μοιάζανε να έχουν σοβαρά προβλήματα ή κάποιο πρόσφατο πένθος, ωστόσο ήταν χάρμα να τα βλέπεις όλα αυτά, βιβλία ανακατωμένα με πολύχρωμα λαχανικά και φρούτα, μια εικόνα σουρεαλιστική ίσως αλλά τόσο ζωντανή μέσα στην αντίφαση της. Λοιπόν, αυτή η έκπληξη ήταν πολύ σημαντική για μένα, ωστόσο δεν κάθισα να πολυσκεφτώ για ποιό λόγο μου τα &#8216;στειλες όλα αυτά (κουράζομαι εύκολα όταν σκέπτομαι), έξαλλου δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε όλα με τη λογική, πόσο μάλλον ένα γεγονός πού στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά ένα όνειρο, μια πράξη υπερβολική,, ούτε λόγος, παράλογη ίσως, τη στιγμή μάλιστα που ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις. Το «ούτε σε ξέρω» δεν είναι και τόσο αλήθεια, εδώ πού τα λέμε, εφόσον έχω διαβάσει το πώς και το τί γράφεις και μου αρέσει πάρα πολύ, εκείνο παραδείγματος χάριν το «πώς να φτιάξεις ένα δέντρο» μου έφερε έναν παράξενο πυρετό σ&#8217; όλο μου το κορμί, από τις τόσο έντονες μνήμες της μουριάς της αυλής μας. Ήτανε μέλος του σπιτιού μας η μουριά, έγερνε βαριά κι ακουμπούσε σχεδόν απάνω στο σπίτι με τόση εμπιστοσύνη, με μια αιωνόβια, θαρρείς, αφοσίωση, σαν να &#8216;ταν πλάσμα ζωντανό. Όταν ανέβαινα λοιπόν απάνω της και την τράνταζα με όλη μου τη δύναμη, η μάνα μου κι οι αδελφές μου κρατούσαν λακκουβιασμένο ένα άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο, κι εγώ που τις κοίταζα από ψηλά να μετακινούνται ελαφρά πότε προς τα δω πότε προς τα κει, σαν να χόρευαν έναν ήσυχο, τελετουργικό χορό, είχα την υποψία ότι προσποιούνται από φόβο μην αυτοκτονήσω ή μην παραπατήσω άξαφνα από κλαδί σε κλαδί και τσακιστώ στο τσιμέντο της αυλής μας (κάπου κάπου μάλιστα άκουγα και κάτι περίεργα γελάκια, μισοαληθινά, μισοφοβισμένα), αλλά δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο γιατί συνήθως έβρισκα τρόπους να ισορροπώ, και να, πατ-κιουτ, να πέφτουν τα μούρα σαν χοντρή βροχή, με πάταγο κιόλας, μέσα στο άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο κι απάνω στα τρυφερά προσωπάκια των αδελφών μου κι αχ Θέ μου πόσο επικίνδυνα κρέμονταν από την περμανάντ της μάνας, σαν γεννησούδια άσπρα αρνάκια χαμένα στα πουρνάρια και στις λαγκαδιές. &#8216;Αλλά αυτό το γράμμα σου το ετοιμάζω μόνο και μόνο για να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου γι&#8217; αυτό πού γίνηκε μες στ&#8217; όνειρο μου, ερήμην σου βέβαια, αλλά από σένα αναμφισβήτητα, και σου ομολογώ ότι δεν θα μπορέσω να κρατήσω κρυμμένο ή κρυφό ένα τόσο ευχάριστο γεγονός, δεν θέλω να με τρώει σαν μυστικό, γι&#8217; αυτό λέω να το εκμυστηρευτώ σε κάποιους επιστήθιους φίλους μου που θα &#8216;ρθουν απόψε για ένα ποτό, σκέπτομαι μάλιστα να μη σηκώσω απ το πάτωμα τα δώρα σου, να μείνουν δηλαδή εκεί, σαν τεκμήρια, ώστε οι φίλοι μου να με πιστέψουν.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Στάθηκε ο θάνατος</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μαλλιά της είχαν γεμίσει χώμα. Ήταν μπρούμυτα πεσμένη κι όταν τη γύρισα ανάσκελα τα χείλη της είχαν ένα περίεργο χαμόγελο, σχεδόν ειρωνικό, σαν να μην ήταν πεθαμένη αλλά να προσποιόταν την πεθαμένη, σαν να ήθελε να σηκωθεί και να μιλήσει, να πεΙ πώς έγινε και βρέθηκε άξαφνα εκεί κάτω σ αυτή τη στάση, ριχμένη σαν ένα άχρηστο αντικείμενο που κανείς πια δεν θα το αναζητούσε.</span><br><span style="color: #000000;">Στο μπαρ όπου σύχναζε τα βράδια θα την ξεχνούσαν γρήγορα• άλλα κορίτσια θα &#8216;παιρναν τη θέση της σε κείνο το σκαμπό όπου συνήθιζε να κάθεται, κοντά στο χάντρινο παραβάν και να πίνει σιωπηλή το ποτό της.</span><br><span style="color: #000000;">Έριξα το βλέμμα μου στα μισανοιγμένα μάτια της και τρόμαξα• είχα την αίσθηση ότι τώρα με κοίταζε ικετευτικά σαν να έλεγε «πάρε με από δω, δεν πρόλαβα να ζήσω ακόμα» κι εγώ δεν ήξερα τί να κάνω.</span><br><span style="color: #000000;">Τα πόδια της που ήταν παράξενα αφημένα στο χώμα, πήραν άξαφνα ένα ρυθμό εκκίνησης, μαζί με όλο το σώμα της που χωρίς να το καταλάβω είχε μόνο του γυρίσει πάλι μπρούμυτα. Αυτή η περίεργη αλλαγή με φόβισε και μ&#8217; έκανε να φανταστώ πώς από στιγμή σε στιγμή θα σηκωθεί να περπατήσει σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμα και τα χέρια της είχαν μια στάση σαν εκείνη που έχει κανείς όταν σκοντάφτει και πέφτει καταγής αλλά έχει προλάβει να τα βάλει μπροστά και τότε οι παλάμες του είναι έτοιμες να δώσουν μια ώθηση στο σώμα Κάι να ανορθωθεί.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είχα προσέξει τόσα χρόνια πόσο ψηλή ήταν, δεν θυμάμαι καν αν ήταν ψηλή ή εμένα μου φαινόταν τώρα, παρ&#8217; όλη την ελαφριά κάμψη του σώματος της εκεί κάτω.</span><br><span style="color: #000000;">Το φόρεμά της ήταν παράδοξα τακτοποιημένο απάνω της, σαν να είχε ντυθεί από νωρίς και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστεί πριν βγει να διασκεδάσει• χρώματα μωβ, τυρκουάζ και γαλάζια σε φόντο μαύρο το φόρεμά της, έριχναν στο άσπρο πρόσωπο της μια έντονη αντανάκλαση ζωής πού γινόταν εικόνα εφιαλτική καθώς τα φώτα κάποιου σταματημένου λίγο πιο πέρα αυτοκινήτου αναβόσβηναν αφόρητα μονότονα. Παραμέρισα το χώμα από τί πόδια της και μολονότι ήταν πολύ νέα, πρόσεξα στις γάμπες της κάτι λεπτές γαλάζιες φλέβες που δεν είχαν σβήσει ακόμα, παρά δονούνταν ανεπαίσθητα σαν χορδές βιολιού πού από χρόνια το &#8216;χουν αφήσει ξεκούρδιστο και μόνο κάπου κάπου ένα μικρό ρεύμα αέρος έρχεται να του δώσει κάποιους αόρατους παλμούς.</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτωσε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ πού δεν την έβλεπα πια, μονάχα από διαίσθηση ένιωθα ότι ήταν ξαπλωμένη μπροστά μου, εκεί κάτω, — έκτος κι αν είχε φύγει χωρίς να το αντιληφθώ, μπορεί μάλιστα να είχε πάει στο μπαρ και καθισμένη στο σκαμπό εκεί κοντά στο χάντρινο παραβάν να έπινε σιωπηλή το ποτό της</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Στέλλα</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">(όσο μπορείς να δεις πίσω απ&#8217; τα κάγκελα την ομορφιά)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΣΧΕΔΟΝ μας ξεσήκωνε σύγκορμα κάθε φορά ή φωνή της Κορνηλίας, στα διαλείμματα του σχολείου, καθώς «μετρούσαμε» το χώμα της αυλής με νυσταγμένα βήματα, κάνοντας βόλτες σ&#8217; ένα πεδίο τόσο περιορισμένο για τη δική μας ελεύθερη καρδιά, όσο ένας μικρός αυλόγυρος μιας φυλακής. Μας φώναζε λοιπόν σαν τρελή, «τρέξτε στα κάγκελα, περνάει ή Στέλλα&#8230;», σαν να περνούσε ό Χριστός κι έπρεπε να προλάβουμε, προτού στρίψει τη γωνία κι εξαφανιστεί από τα μάτια μας, να πιάσουμε την άκρη, έστω, απ την εσθήτα του, εις άφεσιν των αμαρτιών μας ή, πάλι, σαν να εμφανιζόταν άξαφνα εκείνη τη στιγμή, η θαυματουργή δεξαμενή του Σιλωάμ —απ&#8217; την περιοχή της Ιερουσαλήμ, κατά τας Γραφάς— κι έπρεπε να βουτήξουμε μέσα ως κουτσοί, κουλοί, τυφλοί, τέλος, βαριά ασθενείς, την ώρα ακριβώς πού αλλάζουν τα νερά.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιά ήταν όμως αυτή η Στέλλα που έφερνε στο πέρασμά της αυτόν τον σάλο κάτω από τις μαύρες σχολικές ποδιές μας; Στέλλα τη λέγανε, και τί μ&#8217; αυτό; Μήπως τόσες και τόσες Στέλλες, Στυλιανές, Στελίτσες, Στελάρες και Λίστες δεν θα κυκλοφορούσαν απ&#8217; το πρωί ως το βράδυ σ&#8217; όλους τούς δρόμους της πόλης, καθώς και μπροστά από τα κάγκελα του σχολείου, αφήνοντας μας αδιάφορες, ακόμα κι αν ξέραμε ότι τις λέγανε έτσι; Στο κάτω της γραφής δεν ήταν δα και κανένα όνομα να σε συναρπάζει, να σε ταξιδεύει σε εξαίσια τοπία όπου μπορείς να ξεχαστείς, να στοχαστείς ή να ονειροπολήσεις οτιδήποτε προκειμένου να ζήσεις κάτι ολότελα δικό σου, ούτε σε παρέπεμπε σε ονόματα γυναικών οι οποίες είχαν παίξει ρόλο σημαντικό στη ζωή και στην ιστορία, ερωτικό ή δραματικό, ηρωίδες, παραδείγματος χάριν, της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας όπως Αντιγόνη, Μήδεια, Ηλέκτρα, δεν σε ηλέκτριζε λοιπόν ουδόλως το όνομά της ως όνομα, αντίθετα ήταν κάπως μπανάλ, είχε κάτι το παρακατιανό, λίγο το βάρβαρο ίσως, ήταν ένα όνομα κάπως λαϊκό, φτωχό, της γειτονίας, νι πούμε.</span><br><span style="color: #000000;">Τί αντιπροσώπευε, λοιπόν, αυτό το όνομα για μας; Τότε βέβαια, ή Στέλλα του Κακογιάννη ήταν ακόμα ανύπαρκτη για να κάνουμε τούς ανάλογους συνειρμούς, συγκρίσεις, ή τέλος πάντων ταυτίσεις που το λιγότερο θα άναβαν μεταξύ μας συζητήσεις, με διαφορές ίσως, σε καλλιτεχνικό, αισθητικό, ούτως ειπείν, επίπεδο, όσο για τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, των αγνοούσαμε αθώα όλες, εν έτει χίλια εννιακόσια σαράντα επτά με σαράντα οκτώ.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω αν, βλέποντας αυτή τη Στέλλα σε κάποιους άλλους δρόμους, με άλλους πολλούς ανθρώπους, θα είχαμε την ικανότητα να την ξεχωρίσουμε, να τη διαλέξουμε, ως μια δική μας αποκάλυψη, να τη βγάλουμε δηλαδή έξω από την αγέλη του δρόμου και να τη στήσουμε στο βάθρο πού της άξιζε. Όμως, καθώς τη βλέπαμε να περνάει απ το δικό μας δρόμο, μόνη πάντα, να κατεβαίνει αγέρωχη τήν οδό Σχολείων, τη σημερινή Ικτίνου, κατευθυνόμενη προς την Τσιμισκή, ένας αέρας δυνατός, θαρρείς, μας σήκωνε και μας κολλούσε κατάσαρκα στα κάγκελα του σχολείου, κι ήταν για μας κάθε φορά μια ομορφιά φανταστική, ένα όραμα πού μας έβγαζε απ&#8217; τη ρουτινιασμένη σχολική ζωή μας, από κείνο το μαγγανοπήγαδο της τάξης μι τους λογής εξαναγκασμούς της, τις μαθηματικές απωθητικές πράξεις που το ίδιο μας το σώμα τις έσπρωχνε προς το παράθυρο, ζητώντας να τις ανταλλάξει με μια εικόνα γλαφυρή, μια ονειροπόληση που την είχαμε ανάγκη, πέρα από τις γνώσεις και της&#8230; γνωσιολογικές φιλοσοφίες.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιά ήταν αυτή ή γυναίκα και πού πήγαινε κάθε μέρα σχεδόν, καμιά μας δεν ήξερε. Και τι μ&#8217; αυτό; Μας έφτανε η θέα αυτής της θεάς, στο δρόμο, με το αρχοντικό περπάτημά της — τα υψηλά τακούνια δεν ήταν μόνο μια φυσική της ισορροπία πάνω στον ανώμαλο, τότε, δρόμο, άλλα και μία, ανεπαισθήτως αισθητή, χορευτική κίνηση, κρυφή σχεδόν. Ο επιμελημένος κότσος των κατάμαυρων μαλλιών της τραβηγμένα πίσω με απόλυτη επιδεξιότητα, έμοιαζε σ εκείνον μιας ανδαλουσιάνας χορεύτριας κι άφηνε ολότελα γυμνή και διάφανη την έκπαγλη ομορφιά του προσώπου της, με τα μεγάλα μάτια και τα σαρκώδη χείλη, κι αν ήταν απαραίτητο να την παρομοιάζαμε με κάποια καλλονή του Χόλιγουντ, θα λέγαμε ότι είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την Αβα Γκάρντνερ στην οδό Ικτίνου, μέρα μεσημέρι, κι αυτό κανείς δε θα είχε το δικαίωμα να μας το αμφισβητήσει.</span><br><span style="color: #000000;">Με την αποφοίτηση μας από το γυμνάσιο, είχαμε χάσει για πάντα τη Στέλλα. Καμιά μας δεν τη θυμόταν πια. Τα χρόνια είχαν περάσει. Από τη δυτική πλευρά της πόλης, βρέθηκα να κατοικώ κοντά στην Καμάρα, στην Ιωάννου Δέλλιου —ανάμεσα στην Πρίγκηπος Νικολάου και την Εγνατία— γειτονιά χωρίς να συνθλίβεται, ευτυχώς.</span><br><span style="color: #000000;">Κι άξαφνα μία μέρα την είδα! Ή Στέλλα περνούσε από δίπλα μου και δεν ήταν φαντασία ή φαντασίωση, αλλά η Στέλλα με σάρκα και οστά, κομψή, καλοστεκούμενη ακόμα, παρ&#8217; όλα τα χρόνια πού είχαν μεσολαβήσει από τότε — τα μαύρα γυαλιά της ίσως να κάλυπταν κάποιες ρυτίδες κάτω από τα μάτια της αλλά τί μ&#8217; αυτό; Η Στέλλα ήταν εδώ, φερμένη απ&#8217; τα εφηβικά μας χρόνια, ολόκληρη, όπως τότε που είχαμε λατρέψει την ομορφιά της, πίσω απ&#8217; τα κάγκελα της φυλακής μας.</span><br><span style="color: #000000;">Έκτοτε, την έβλεπα τακτικά στην Πρίγκηπος Νικολάου, τη σημερινή Αλεξάνδρου Σβώλου, και πότε την κοίταζα κρυφά, πότε απέφευγα να την κοιτάξω, όχι από αδιαφορία, καθόλου, αλλά σαν να ήθελα να την προστατέψω από μια μοιραία αλήθεια πού θα την έκανε να αισθανθεί το γκρέμισμα, επειδή τώρα την κοίταζα μ&#8217; εκείνο το ψύχραιμο βλέμμα που οι αποστάσεις του χρόνου φροντίζουν πάντα, μ&#8217; ένα σκληρό (ή μήπως σοφό;) τρόπο, να «χειραγωγούν». &#8216;Από την άλλη μεριά είχα την εντύπωση, κάτι σαν βεβαιότητα μάλλον, ότι με είχε αντιληφθεί, ότι κάτω από τα μαύρα γυαλιά της με κοίταζε κι εκείνη, ανυποψίαστη βέβαια, ίσως όμως με μια αγωνιώδη επιθυμία —αυτό μπορώ να το υποθέσω αν όχι να το ισχυριστώ— νά β ε β α ι ω θ ε ι απ&#8217; το δικό μου βλέμμα.</span><br><span style="color: #000000;">Μία μέρα πού τη βρήκα να ψωνίζει απ&#8217; τον δικό μου κρεοπώλη, στην Ιωάννου Δέλλιου, δεν άντεξα και της τα είπα όλα, για τότε, στην Ικτίνου&#8230; Κολακεύτηκε και μ&#8217; ευχαρίστησε μ&#8217; έναν απλό τρόπο, χωρίς να κρύβει τη χαρά της, ίσως κιόλας να είχε συγκινηθεί ολόψυχα, ποιος ξέρει, πάντως μου ομολόγησε το οδυνηρό κόμπλεξ της κόρης της, από μικρή, καθώς οι συγγενείς και οι φίλοι της περιγράφανε την ομορφιά της μαμάς της, δήθεν όμως τώρα το είχε ξεπεράσει επειδή κι εκείνη ήταν όμορφη — δεν τη γνώρισα βέβαια ποτέ, για να κάνω τη σύγκριση.</span><br><span style="color: #000000;">Είχα πολύ καιρό να τη συναντήσω στους κοι+νούς μας δρόμους, ίσως περισσότερο από ένα χρόνο κι αναρωτιόμουν τί να απέγινε, πώς χάθηκε απ&#8217; τα μάτια μου. Την αδελφή της, με την οποία βγαίνανε συχνά, την απαντούσα ιστούς ίδιους δρόμους, μόνη της, καθώς και τον ασπρομάλλη αδελφό της, γιατρό στην Υγειονομική Υπηρεσία της οδού Μοναστηρίου — ίσως συνταξιούχος τώρα. Εκείνη όμως που ήταν; Μου ερχόταν καμιά φορά να σταθώ μπροστά τους και να τους ρωτήσω, μήπως πήγε σ&#8217; άλλη γειτονιά, αν ζει, αν έχει πεθάνει, αλλά πώς να το κανα αυτό, με ποιά ιδιότητα κι από που κι ως που; Πώς να τούς εξηγουσα ότι&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Κι ένα πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι στην Αγγελάκη, για τη στάση των λεωφορείων, την είδα. Υποβασταζόμενη και υποβοηθούμενη από μια γυναίκα, δεν ήταν ή Στέλλα, αλλά το ομοίωμα της. Είχε κοντύνει άξαφνα, τα μαλλιά της ίσια κομμένα, τα μάτια της χωρίς τα μαύρα γυαλιά, εκτεθειμένη πια, αφημένη στη θέα του δρόμου, δεν θύμιζε τίποτα από την έκπαγλη ομορφιά της που γι&#8217; αυτήν ριχνόμασταν τότε στα κάγκελα.</span><br><span style="color: #000000;">Ώστε αυτό ήταν. Η ωραία Στέλλα αναχωρούσε ήδη για τις περιοχές του μύθου, μ&#8217; έναν τρόπο όμως ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ Διηγήματα (2002)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Στο μνημόσυνο</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Έτρωγαν κι έπιναν, αλλά για κείνον καθόλου δεν μιλούσανε. Ούτε τ’ όνομα του ανέφερε κανείς.</span><br><span style="color: #000000;">Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.</span><br><span style="color: #000000;">Άλλα λόγια, διάφορα, αδιάφορα, κι άντε στην υγειά ημών των ζωντανών, αλλά για κείνον, τον απόντα, τον εκλιπόντα, ούτε λέξη.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμα και το πατροπαράδοτο, το χριστιανικό έθιμο του κόκκινου κρασιού σε τέτοιες περιπτώσεις είχε ξεθωριάσει θαρρείς, ήταν άσπρο τώρα, ή μήπως το αίμα του νεκρού είχε αλλάξει πια, είχε από καιρό ασπρίσει, σαν το νερό της βροχής ή σαν το πόσιμο νεράκι που ξεδιψάει τους ζωντανούς, κι από κόκκινο είχε πάρει την απρόσωπη μορφή του;</span><br><span style="color: #000000;">Άσπρο κρασί σαν ξεθυμασμένη και ξεθωριασμένη ζωή πίνανε τώρα, κι όχι το κόκκινο του έρωτα ή το κόκκινο της μακαριάς και του μνημόσυνου, κατά το πρέπον.</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοι καιροί, βλέπεις, σήμερα και, καθώς το κόκκινο βαράει κατακούτελα καμιά φορά, οι ζωντανοί προσέχουν την υγεία τους και προτιμούν το λευκό, να &#8216;χουν το κεφάλι τους ήσυχο.</span><br><span style="color: #000000;">Τους είχε συνεπάρει σχεδόν αυτή η σύναξη τους γύρω από ένα τραπέζι — εδώ κι εκεί πυκνές παρέες φωνασκούσαν «χαμηλόφωνα». Όπου και να έστρεφες να διακρίνεις πρόσωπα γνωστά που είχες καιρό να τα δεις, ίσως και χρόνια, τα &#8216;βλεπες χαμογελαστά και κατηφή μαζί, πάντως ευχαριστημένα από τα πλούσια εδέσματα — προσφορά των τεθλιμμένων — και το ποτήρι με τ&#8217; άσπρο κρασί στο χέρι πάντα.</span><br><span style="color: #000000;">«Πώς είσαι, Κώστα, τι γίνεσαι, Κούλα, κι εσύ, Γρηγόρη; Μακριά έκατσες, Νίτσα, δεν σ&#8217; ακούω.»</span><br><span style="color: #000000;">«Καλά, καλά &#8216;ς τα λέμε, καλούτσικα, τι να πεις» — δύσκολα ή καθόλου βγαίναν τα προσωπικά.</span><br><span style="color: #000000;">Μια σύναξη ηλικιών, σωμάτων ακατάβλητων ή καταβεβλημένων, διέκρινες δεν διέκρινες τη διαφορά εκεί. Συναντήσεις που γίνονται ως επί το πλείστον σε «τέτοια» γεγονότα, ενώ αλλού, άλλες ώρες, μακριά απ’ αυτή τη «μαύρη» σκιά &#8211; την έβλεπες να περνά ξυστά από τα πρόσωπα όλων -, θα μπορούσαν να περάσουν πιο ευχάριστα, πιο αλέγκρα, λιγότερο μαγκωμένα.</span><br><span style="color: #000000;">Μα ο θάνατος του άλλου είναι που τους βγάζει όλους συνήθως έξω από το σπίτι, τους υποχρεώνει</span><br><span style="color: #000000;">δηλαδή να τον τιμήσουν, να τον συνοδέψουν ως εκεί που δεν πάει άλλο&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">«Εγώ δεν πηγαίνω ούτε στους γάμους ούτε στις βαφτίσεις, παρά μονάχα στις κηδείες, εδώ και χρόνια», είπε η Άννα.</span><br><span style="color: #000000;">«Και γιατί αυτό;» την ρωτούν με απορία.</span><br><span style="color: #000000;">«Μήπως είσαι πεισιθάνατη;» πετιέται ένας ειρωνικά.</span><br><span style="color: #000000;">«Αν είμαι κι αν δεν είμαι, τι μου χρειάζεται να το ξέρω; Απλώς εμένα δεν μ&#8217; ενδιαφέρουν αυτά τα &#8220;θέατρα&#8221;, κι εξάλλου στη χαρά του κανείς δεν σ&#8217; έχει ανάγκη, το &#8216;χω αισθανθεί αυτό από καιρό. Πηγαίνω λοιπόν μόνο στις κηδείες, γιατί, άμα παίρνεις λίγη θλίψη από τους τεθλιμμένους, θαρρείς ότι ελαφρώνουν κάπως&#8217; είναι δηλαδή ότι μοιράζεσαι μαζί τους το &#8220;αμοίραστο&#8221;, να πούμε&#8217; τη νιώθουν τη συμμετοχή σου, έτσι μου φαίνεται, ξεχνιούνται με τα λόγια των άλλων, προς στιγμήν έστω. Όχι ότι και στις κηδείες δεν συμβαίνουν γελοιότητες κι επιδείξεις, αλλά στους γάμους είναι ένα, πώς να το πω, σκηνοθετημένο γεγονός, ρολίστικο, κάτι σαν θεατρική παράσταση, χώρια τ ατέλειωτα εκτυφλωτικά φλας των φωτογραφικών μηχανών, τα βίντεο, που σου στραβώνουν τα μάτια για ν&#8217; απαθανατίσουν τη ματαιότητα της ομορφιάς, μ&#8217; εκείνη την ασύδοτη σπατάλη για ένα τόσο σοβαρό μυστήριο που είναι η υπόθεση του γάμου.»</span><br><span style="color: #000000;">Η Άννα σταμάτησε για μια στιγμή, είχε πάρει φόρα, άκουσε άξαφνα τη φωνή της σαν του&#8230; ιεροκήρυκα, ντράπηκε κιόλας, αλλά συνέχισε πιο ήσυχα τώρα:</span><br><span style="color: #000000;">«Το θάνατο τον σέβεσαι&#8217; είναι πιο ντόμπρο γεγονός τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα, ενώ με το γάμο πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, όταν αρχίζουν τα &#8220;άλλα&#8221; όργανα κι οι γλύκες της παστάδας το γυρίζουν στην έχθρα και στο μίσος κι άξαφνα &#8220;μη σε είδα, μη σε ξέρω&#8221; μεταξύ του το ζευγάρι — αν δεν πέφτει καμιά φορά και το ξύλο της Κολάσεως —, και τότε, στο χώμα και στη λάσπη τα στέφανα και τα νυφικά, στα μαύρα δάκρυα τα φιλιά κι οι αγκαλιές. Κατάλαβες τώρα τη φιλοσοφία μου;»</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοι χαμογέλασαν ελαφρώς, άλλοι συγκατένευσαν κουνώντας το κεφάλι, πήραν το ύφος της μελαγχολίας, κι εκείνα τα «καλά τα λες, γνωστά τοις πάσι αυτά» βγήκαν από το στόμα κάποιου και για μια στιγμή σιώπησαν όλοι.</span><br><span style="color: #000000;">«Μας χρειάζεται ένας χώρος συνάντησης», είπε άξαφνα ο Λάμπρος για να κόψει την παγωμάρα γύρω τους, «ένα καφενείο ας είναι στο κάτω της γραφής, μια και τα σπίτια μας γινήκανε πια χώρος ιδιωτικής υπόθεσης.»</span><br><span style="color: #000000;">«Και βέβαια να ξαναβρεθούμε», πέταξε κάποιος με μια ειλικρίνεια κι αυθορμησιά στη φωνή του, </span><br><span style="color: #000000;">όχι όμως με αφορμή τέτοια γεγονότα, αλλά αλλιώς.»</span><br><span style="color: #000000;">Τα είχαν ξαναπεί και τα είχαν ξανακούσει αυτά τα λόγια, ήταν μια έκφραση επιθυμίας, ούτε λόγος όλοι ήθελαν τη συναναστροφή&#8217; τους συνάρπαζε η ανταλλαγή απόψεων για το άλφα ή βήτα θέμα, για το τάδε ή το δείνα πρόσωπο&#8217; το </span><br><span style="color: #000000;">ευχαριστιόντουσαν να &#8216;ναι όλοι μαζί, να χαίρονται τη ματιά και το άγγιγμα του άλλου, να λεν ανέκδοτα, να κουτσομπολεύουν ηδονικά, να «θάβουν» εχθρούς και φίλους, μα συνήθως κλείνονταν όλοι στο ιδιωτικό τους καβούκι σαν τις χελώνες, θαρρείς από</span><br><span style="color: #000000;">ένα αίσθημα κινδύνου, σαν να οχυρώνονταν από κάποιον αόρατο εχθρό ή σαν να απειλούνταν η ίδια η ζωή τους.</span><br><span style="color: #000000;">Σε άλλη κηδεία, σε άλλο μνημόσυνο ίσως, σκεφτόταν μελαγχολικά η Άννα καθώς γύριζε στο σπίτι της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Η παραίτηση</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Στεκόταν μπροστά στη θάλασσα μόνο με τα κάτω μέρη των ποδιών της μες στο νερό, με την πλάτη της να τσουρουφλίζεται απ&#8217; τον μεσημεριάτικο ήλιο και με μια δική της σαιξπηρική παράφραση μες στο μυαλό, να μπει κανείς ή να μην μπει, που της είχε κολλήσει εδώ και ώρα και που της πήγαινε γάντι, καθώς διύλιζε τον κώνωπα προκειμένου να πάρει τη μεγάλη απόφαση.</span><br><span style="color: #000000;">Φοβόταν μην την πιάσει καμιά κράμπα μες στο νερό, μην τύχει και πατήσει κανέναν αχινό και μπουν τ&#8217; αγκάθια του στις φτέρνες της, μην της δαγκώσει τη γάμπα κανένα ψάρι που θα &#8216;χει χάσει τα νερά του και λιγοθυμήσει απ&#8217; την τρομάρα της, να μην κολλήσει στο λαιμό της ή στο μούτρο της καμιά μέδουσα και πάθει συγκοπή καρδίας, να μην περάσει αστραπιαία κι άξαφνα το κρις-κραφτ του νεαρού γείτονα και της κόψει κανένα χέρι ή κανένα πόδι.</span><br><span style="color: #000000;">Βούτα κι εσύ, τι το σκέφτεσαι και το μελετάς και δεν ξεκολλάς από κει, σαν στήλη άλατος μένεις τόσην ώρα, φοβάσαι; τι φοβάσαι; να, εδώ στα ρηχά άσε το σώμα σου να ξαπλώσει, να δροσιστείς λίγο, να δεις τον γαλάζιο ουρανό ανάσκελα.</span><br><span style="color: #000000;">Θυμόταν τα παλιά καλά καλοκαίρια, όταν τραβούσε για τα βαθιά κι η μητέρα της τρόμαζε κι έλεγε «δεν φαίνεται το κεφάλι της, π&#8217; ανάθεμά τη, θα σκυλοπνιγεί καμιά ώρα» και ζητούσε τα κιάλια απ&#8217; τον Αμερικάνο, να τη διακρίνει πέρα στ&#8217; απύθμενα νερά, όπου ολομόναχη αρμένιζε, δοκίμαζε την αντοχή της, τα νεανικά της κότσια.</span><br><span style="color: #000000;">Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα αν το πάω, θα &#8216;χω νικήσει φόβο και τρόμο, θα &#8216;χω γεμίσει τόση χαρά όσο το νερό που με σηκώνει&#8217; τι ναι σάμπως η ζωή; ένα νερό κι ένα χώμα είναι, σιγά τον μπαμπούλα κολύμπα λοιπόν, δώσ’ του, τράβα μακριά, άνοιξε το νερό με το κορμί σου — το χώμα αργότερα&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Μπήκε εντέλει, μπήκε με κρύα καρδιά, εκεί μπροστά σχεδόν, δυο τρία μέτρα μόνο από την αμμουδιά, πλατσούρισε αστεία, μπήκε κιόλας σαν φοβισμένο ζώο, σαν ανάπηρη που προσέχει μη σπάσει στα δυο, μην απομείνει σύξυλη εκεί μέσα στα κρύα μπούζι νερά, φανταζόταν να μπαίνουν τρέχοντας, δρασκελώντας τα κύματα, άντρες γεροδεμένοι, να τη σηκώνουν σαν κούκλα βιτρίνας, να την τοποθετούν με πολλή προσοχή σε φορείο κι ύστερα, με σειρήνες και κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν, να την τρέχουν στα διημερεύοντα, φανταζόταν τους δικούς της να οδύρονται, «τι το &#8216;θελες το θαλασσινό μπάνιο στην ηλικία σου;», να τη βρίζουν κι από πάνω, μέσα στον πανικό τους.</span><br><span style="color: #000000;">Κολύμπησε λοιπόν εκεί στα ρηχά νερά, ταπεινωμένη κι εξευτελισμένη μέσα της, αντιήρωας τώρα μιας μακρινής εποχής, όπου τότε κανένας φόβος δεν τη λύγιζε — όχι πως δεν τον είχε από μικρή στον ύπνο και στον ξύπνο της εκείνο τον μόνιμο εφιάλτη —, κολύμπησε σαν γέρικο σκυλί και απόκαμε, τσακίστηκε στην προσπάθειά της να δείξει για ακόμα μια φορά στον εαυτό της, έστω επί ματαίω, τη δύναμη και την αντοχή της μες στο υγρό στοιχείο, όπου καμία νίκη πια δεν θα της χαριζόταν, κανένα κλέος δεν θα λάμπρυνε τις μέρες της, κι ήξερε καλά τώρα ότι ήταν η τελευταία φορά που είχε κάνει αυτή την αποκοτιά, ν&#8217; αποφασίσει μια πράξη άδοξη, αν όχι γεμάτη κινδύνους για το τωρινό της σώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Βγήκε από τη θάλασσα σαν τη βρεγμένη γάτα, ούτε πήγε κάτω από το κρύο ντους να ξεπλύνει τ&#8217; αλάτια και τα φύκια απ’ το κορμί της, τράβηξε ίσια στο δωμάτιο της με μια νέα εξουθένωση κι έτσι όπως ήταν, χωρίς να βγάλει το μαγιό της, ξάπλωσε βαριά, σαν κήτος, στα γαλάζια σεντόνια του κρεβατιού της και κοίταζε για ώρα πολλή το άσπρο φρεσκοασβεστωμένο ταβάνι, που γινόταν άξαφνα γκρίζο μέχρι μαύρο από το στυλωμένο εκεί βλέμμα της — μούσκευε σιγά σιγά το σεντόνι από κάτω της, σαν να &#8216;ταν δάκρυα αρμυρά από άλλη πηγή του σώματος της, δάκρυα που δεν μπορούσαν να κυλήσουν απ&#8217; τα μάτια της, σαν να &#8216;χαν άξαφνα στερέψει οι δακρυγόνοι αδένες της.</span><br><span style="color: #000000;">Κάποια στιγμή, σηκώθηκε απότομα απ&#8217; το κρεβάτι, έβγαλε το σεντόνι της στην απλώστρα, ξεκόλλησε το μαγιό απ&#8217; το κορμί της με κινήσεις σπασμωδικές, βίαιες σχεδόν, σαν να &#8216;ταν πράγμα μιαρό ή σιχαμερό ερπετό, μαλάκιο της θάλασσας, ντύθηκε κάπως ράθυμα μπρος στον καθρέφτη, χτένισε τα μαλλιά της μ&#8217; επιμέλεια κι άφησε ένα γκρίζο σγουρό τσουλούφι να πέφτει στο μέτωπο της, έβαψε ελαφρά τα χείλη της, άναψε ένα τσιγάρο με ήρεμα δάχτυλα, βγήκε στο μπαλκόνι με βήματα σταθερά αλλά λίγο κουρασμένα κι έγειρε αναπαυτικά, σχεδόν ηδονικά, σε μια σεζλόνγκ, κοιτάζοντας πέρα κι απολαμβάνοντας τη γαλάζια απεραντοσύνη και τις βουτιές των μικρών παιδιών, ενώ τα εγγόνια και τ&#8217; ανίψια της τη φώναζαν χαζά μέσ&#8217; απ&#8217; τα νερά «χαλόου, γιαγιά&#8230; χαλοου, θεία&#8230; τσάο&#8230; τσάο&#8230;».</span><br><span style="color: #000000;">Καλύτερα από το μπαλκόνι μου ν&#8217; απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μία</span><br><span style="color: #000000;">αφοσίωση κι αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη, που μπορώ, άμα θέλω, να μην τη στερηθώ όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές, όσο δύναμαι ν’ αγναντεύω τα μακρινά καράβια, τις άσπρες, απαστράπτουσες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, και το ηλιοβασίλεμα πίσω από τον Όλυμπο, και το βράδυ, ως αργά, τ αυγουστιάτικο φεγγάρι με τα μάτια, μύτη, στόμα, όταν γίνεται πανσέληνος.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Η γάτα</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό τότε κι αν δεν ήταν ολότελα τρελό, γελοιοποίηση πλήρης του θανάτου, όταν το τάδε νοσοκομείο την ειδοποίησε για το τετέλεσθαι της μητέρας της κι εκείνη έτρεξε με την ψυχή στο στόμα, ντυμένη στα μαύρα, να πάει εκεί στο σκοτεινό της κρεβάτι, όπου ακόμα την είχαν σκεπασμένη ως το κεφάλι μ&#8217; ένα άσπρο σεντόνι, και μόλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο και προχώρησε κατευθείαν να την ξεσκεπάσει, να δει το πρόσωπο της, να πειστεί ιδίοις όμμασι για κείνο που της ήταν ακατανόητο, σαν ένα ψέμα που γρήγορα θ&#8217; αποκαλυπτόταν, σαν μια σκευωρία, σατανικό παιχνίδι που της είχανε στήσει άγνωστες, αποτρόπαιες δυνάμεις, μόλις λοιπόν τράβηξε το άσπρο σεντόνι με χέρια που τρέμανε σαν πουλιά χτυπημένα από βόλια άσπλαχνων κυνηγών, πετάχτηκε μέσα από το σώμα της νεκρής μητέρας της μια γάτα ολόμαυρη, τσιτωμένη, ανατριχιασμένη, μ&#8217; ένα άγριο, τρομακτικό «νιαρρρ&#8230;», πετάχτηκε μέσα απ&#8217; τ&#8217; άσπρο κάλυμμα, κι εκείνη, έντρομη, πάτησε μια τσιριχτή φριχτή φωνή, που ακούστηκε σ&#8217; όλο σχεδόν το νοσοκομείο, και τρέξανε μέσα δυο χοντρές νοσοκόμες, κι όταν άρχισε να τους εξιστορεί το γεγονός τραυλίζοντας, εκείνες τις έπιασε ένα ακατάσχετο γέλιο, που ήταν αδύνατο να το σταματήσουν, πόσο μάλλον να το πνίξουν, «πώς βρέθηκε, διάολε, αυτή η γάτα κάτω απ&#8217; το σεντόνι της μητέρας σου, πώς και πότε τρύπωσε μέσα κει, από πού ξεφύτρωσε και δεν το πήραμε χαμπάρι, ήμαρτον, Θε μου», είπε η μία απ&#8217; τις δυο με το ζόρι απ&#8217; τα γέλια, κι η άλλη πήγε και της έφερε ένα ποτήρι νερό, να μην της κοπούν τα ήπατα, «πιες το όλο, να συνέλθεις λίγο απ&#8217; την τρομάρα σου», της είπε, και πάλι γελάκια, χαμηλά τώρα, σαν από σεβασμό στο σοκ της, όμως γελάκια φανερά, μολονότι πνιγμένα, ώσπου άξαφνα έσπασαν αλλιώτικα κι εκεινής τα χείλη κι ακούστηκε το γέλιο της συγκοπτόμενο μεν, συγκρατημένο, λυτρωτικό οπωσδήποτε, κι ας ήταν ανάμεικτο με κλάμα, και γι&#8217; αρκετή ώρα γέλια και κλάματα, κλάματα και γέλια, ένα κι ανάκατα όλ&#8217; αυτά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΧΑΡΕΣ Διηγήματα 2005</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Σχέση</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» συνήθιζε να λέει συχνά, σαν επωδό, όταν οι κουβέντες μεταξύ τους έφταναν σε κάποιο αδιέξοδο ή σ&#8217; ένα σημείο επικίνδυνης πλήξης.</span><br><span style="color: #000000;">Το χειρότερο βέβαια ήταν το τελευταίο, κι όχι το αδιέξοδο, επειδή αυτό έπαιρνε άξαφνα μια αναπάντεχη, φωτεινή στροφή, και τότε βρίσκονταν κι οι δυο τους σ&#8217; ένα ξέφωτο, κι αποκεί που δεν το περίμεναν άρχιζαν με νέα διάθεση να εξερευνούν άγνωστα τοπία σκέψης, καινούργιες αφετηρίες μέσα από το τίποτα, ώστε να φτάνουν πάλι σε απροσδόκητες εντάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Συνομιλούσαν πότε φανερά και σταράτα, με μια ειλικρίνεια που ενδόμυχα τους εξέπληττε κι αυτούς τους ίδιους, και πότε με υπαινιγμούς και ελιγμούς, αυτομάτως θαρρείς υπολογισμένους.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν ένα παιχνίδι που τους άρεζε και τους ευχαριστούσε, χωρίς ίχνος ανταγωνισμού, αλλά και χωρίς αυταρέσκεια.</span><br><span style="color: #000000;">Όσο για τις ώρες της πλήξης, που σιγά σιγά σαν ένα φυτό αναρριχητικό ανέβαινε απάνω τους και με τον σφιχτό εναγκαλισμό του τους μάγκωνε τη διάθεση να προχωρήσουν σε μιαν ενδιαφέρουσα διάρκεια συναναστροφής και συνύπαρξης, αυτό κι αν δεν ήταν μια πνευματική κατάθλιψη η οποία τραβούσε ως τα άκρα, απ&#8217; όπου τους έπαιρνε καιρό να γυρίσουν πίσω και να αισθανθούν ότι είναι ζωντανοί και έτοιμοι. Έτοιμοι για τι, και για ποιες πράξεις;</span><br><span style="color: #000000;">Το «Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» ήταν λοιπόν μια αμήχανη ενδιάμεση έκφραση εκείνου, χωρίς καν φανερό αναστεναγμό, αλλά σαν μια αποφασιστική αναφορά σε μια υπολανθάνουσα εντούτοις γνώση, σαν να &#8216;ταν κάθε φορά αποφασισμένος να πει: «Αν συνεχίσουμε αυτήν τη σχέση ή αυτήν τη συζήτηση, πάλι θα φτάσουμε στα όρια μιας δυσάρεστης συνέχειας, εκεί όπου τίποτα δεν προωθεί μια ευχάριστη διάρκεια, μια αποκαλυπτική χαρά, ένα έρεισμα τέλος πάντων της ύπαρξής μας».</span><br><span style="color: #000000;">Αδημονούσε εκείνη για την κάθε συνάντηση τους, κι απ&#8217; την άλλη μεριά αισθανόταν ότι οι εκπλήξεις κάποτε θα τελείωναν μέσα σε μια επανάληψη, ότι ήταν ζήτημα χρόνου αυτό το παιχνίδι ανάμεσα τους κι ότι ο κορεσμός ή το ξέφτισμα καραδοκούσε να τους γκρεμίσει από στιγμή σε στιγμή μέσα στο άδειο και το τίποτα. Το υπολόγιζε αυτό σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, επειδή βαθμηδόν το έβλεπε ήδη μέσα της σαν σε καθρέφτη όπου κοιταζόταν πότε μονάχη και πότε μ&#8217; εκείνον —δύο πρόσωπα κοντά κοντά—, μ&#8217; ένα αφηρημένο βλέμμα, που δεν επικεντρωνόταν ποτέ στον άλλον, ούτε καν στον ίδιο τον εαυτό της. Το κοίταγμα για το κοίταγμα και τίποτε άλλο. Έτσι ουδέτερο κι απρόσωπο, καρφωμένο σ’ ένα καθρέφτισμα απλανές, ήταν ό,τι θανατερό θα μπορούσε να την γκρεμίσει στο βάραθρο μιας ανυπαρξίας.</span><br><span style="color: #000000;">Τι ανατρεπόταν τάχα όταν ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα σώματα τους ν&#8217; αγγίζονται πότε τυχαία και πότε ηθελημένα, και μ&#8217; ένα ποτήρι στο χέρι, ψελλίζοντας κάποια λόγια και συνάμα σιωπώντας, κοιτάζονταν κρυφά και φανερά μες στους καθρέφτες του μπαρ;</span><br><span style="color: #000000;">Αν ήταν το βλέμμα τους στραμμένο στον κόσμο που εκεί μέσα γελούσε και θορυβούσε ασύστολα, εκεί όπου μια μουσική με πολλά ντεσιμπέλ προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει τις σκέψεις του και τα αισθήματα τους, ίσως αυτό να &#8216;ταν μια υπεκφυγή και για τους δυο, μια πρόφαση η οποία εκ των πραγμάτων, αναιρούσε το εκατέρωθεν ενδιαφέρον, όμως ήτανε κιόλας ένα προμήνυμα που τους έκανε κάθε φορά και περισσότερο να παραδεχτούν την ευεργεσία της συνήθειας η οποία αποτρέπει το φόβο μιας τελεσίδικης απόφασης, εκείνης που και οι δύο αισθάνονταν ότι πλησιάζει.</span><br><span style="color: #000000;">Η ζέστη απ&#8217; το ποτό που πίνανε έκανε κάποιες στιγμές να αστράφτει το αίμα στο πρόσωπο τους, να φέρνει εκείνες τις αγαπημένες ψευδαισθήσεις οι οποίες διατηρούν μια φλόγα εφήμερη, μια έξαψη προσωρινή έστω, που ίσως τους έφτανε να διατηρήσουν μέσα τους σπίθες ερωτικές, κι αργότερα ας υποχωρούσαν κι ας γίνονταν στάχτες.</span><br><span style="color: #000000;">Αλλά μήπως δεν ήταν προετοιμασμένοι για το τέλος;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Εκείνο το πρωί</span></strong></h3>
<p>.</p>
<p><span style="color: #000000;">«Αυτά τα τραγούδια έχουν μια θρησκευτικότητα. Θα ταίριαζε ν&#8217; ακουστούν σ&#8217; έναν καθεδρικό ναό» είπα.</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι κέλτικα τραγούδια» μου απάντησε η γκαρσόνα μ&#8217; ένα ευγενικό χαμόγελο.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν αρκετά νέα, με καστανά, σγουρά μαλλιά, φαινόταν καλλιεργημένη και ήταν προσηνής.</span><br><span style="color: #000000;">Καθώς δεν είχαν ακόμη ανοίξει τα καταστήματα εκείνο το νωπό, ομιχλώδες πρωινό, ήμουν ο μόνος θαμώνας μέσα στο café-bar, όπου η γκαρσόνα διάβαζε ήσυχα μια εφημερίδα, καθισμένη σ&#8217; ένα ψηλό σκαμπό.</span><br><span style="color: #000000;">Κάποια στιγμή πρόσεξα ότι τα χείλη της αναδεύονταν ανεπαίσθητα και φαντάστηκα ότι κι εκείνη έβγαινε μέσα απ&#8217; αυτά τα τραγούδια που άκουγα με προσήλωση, πίνοντας τον καφέ μου, ή σαν να συμμετείχε σ&#8217; αυτά, μολονότι η φωνή της τραγουδίστριας ήταν φαινομενικά μόνη, και μόνο σε κάποια μικρά μεσοδιαστήματα έμπαινε και μια άλλη φωνή, σαν κρυμμένη, αλλά πάλι η πρώτη παρουσιαζόταν κυρίαρχη στην ακοή μου, κι ένα όργανο πνευστό έπαιζε κάπου κάπου, όταν εκείνη σταματούσε για να πάρει, θαρρείς, μιαν ανάσα ή μιαν ακόμα τραγουδιστική ευχαρίστηση από τον εαυτό της, πριν να συνεχίσει πιο κατανυκτικά, πιο στέρεα μέσα στη φωνή της, όπως ένα πουλί που στέκεται πάνω στο σύρμα ή στο κλαδί ενός δέντρου και κοιτάζει αποδώ κι αποκεί, ώσπου ν&#8217; αποφασίσει σε ποιο σημείο του ορίζοντα θα βρει έναν αέρα καθαρό κι ανάλαφρο, έναν αέρα που να ικανοποιεί τις πτητικές του δεινότητες. </span><br><span style="color: #000000;">«Σε ποια γλώσσα είναι αυτά τα τραγούδια; Μήπως είναι κελτική διάλεκτος;» ρώτησα πάλι την γκαρσόνα.</span><br><span style="color: #000000;">«Μάλλον» απάντησε εκείνη. «Είναι παραδοσιακά τραγούδια» συνέχισε σιγανά αλλά πρόθυμα «δεν μπορούμε να ξέρουμε τι λένε. Αν ήταν στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παραδείγματος χάριν, ίσως κάτι θα καταλαβαίναμε».</span><br><span style="color: #000000;">«Τι χρειάζεται να καταλάβουμε τα λόγια;»</span><br><span style="color: #000000;">είπα. «Μας ικανοποιεί πλήρως αυτή η μουσική φωνή, κι είναι σαν να περικλείει τη γαλήνη, την ομορφιά και τη μελαγχολία που όλοι έχουμε ανάγκη. Αυτή η κατανυκτική ώρα μας απομακρύνει από την τύρβη του δρόμου και του κόσμου, επειδή κι αυτά τα διπλά τζάμια του café σας εδώ μέσα συμβάλλουν στην προσήλωση σε μια επικοινωνία σπάνια, με τον ίδιο τον εαυτό μας εννοώ, κι είναι τόσο ευεργετική αυτή η φωνή όσο η τροφή για τον πεινασμένο επαίτη».</span><br><span style="color: #000000;">Η γκαρσόνα δεν πρόλαβε να μου απαντήσει —δεν ξέρω καν αν σκεφτόταν ν&#8217; ανταποκριθεί στο δικό μου λογύδριο—, επειδή άξαφνα μπήκαν κι άλλοι θαμώνες στο café-bar κι εκείνη έσπευσε να πάρει παραγγελία, αφήνοντας ανοιγμένη την εφημερίδα της πάνω στον πάγκο.</span><br><span style="color: #000000;">Οι νεοεισερχόμενοι έκαναν πολύ θόρυβο σβαρνώντας τα καθίσματά τους ώσπου να τακτοποιηθούν, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε τόσο όσο το φαλτσάτο σφύριγμα του κυρίου πίσω, στην πλάτη μου —παρεμβολή φριχτή στην εξαίσια τραγουδίστρια—, γεγονός το οποίο γκρέμιζε όλη την ομορφιά κι όλη εκείνη την κατανυκτική ατμόσφαιρα την οποία, ευτυχώς, είχα αξιωθεί να ζήσω εκείνο το ευλογημένο</span><br><span style="color: #000000;">πρωινό.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν πλήρωσα τον καφέ μου και σηκώθηκα να φύγω, η γκαρσόνα με κοίταξε μ&#8217; ένα βλέμμα τέτοιο σαν να μου ζητούσε συγγνώμη κι είπε ένα «ευχαριστώ» που με καθήλωσε, ενώ εγώ ετοιμαζόμουν να της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για κείνα τα τραγούδια, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Έτσι αρκέστηκα να της ανταποδώσω το βλέμμα της με μια σιωπή που την ένιωθα να εναρμονίζεται με τη φωνή της τραγουδίστριας, σ&#8217; ένα φινάλε που άφηνε μες στο café-bar μια παράξενη αίσθηση, κι ήταν μια δική μου σιωπή, για μια ολόκληρη δική μου μέρα.</span><br><span style="color: #000000;">Άνοιξα την πόρτα όσο πιο ήσυχα μπορούσα και βγήκα στη βοή του κόσμου.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν αργότερα επέστρεψα στο σπίτι, κατέβασα απ&#8217; το ράφι τον τόμο Κ μιας πολύ παλιάς εγκυκλοπαίδειας κι έμαθα τόσα πολλά για τους Κέλτες όσα για καμιά άλλη φυλή ή λαό της αρχαιότητας. Όσο για τα τραγούδια τους, δεν βρήκα καμιά πληροφορία άξια του ενδιαφέροντος και της περιέργεια μου, παρά μονάχα αυτή την αόριστη και μη ικανοποιητική αναφορά: «Μολονότι μετεχειρίζοντο και την ελληνική γραφήν, εν τούτοις δεν είναι εξηκριβωμένον αν οι Έλληνες είχον επίδρασίν τινα επί των Κελτών. Λογοτεχνίαν γραπτήν δεν είχον, διότι τα ποιήματα των Δρυϊδών (ιερείς των αρχαίων Κελτών εν Γαλατία) μετεδίδοντο δια ζώσης φωνής, απαγορευμένης της γραφής των». Τόσο μόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια και την τοποθέτησα στη θέση της, στο ράφι. Αισθανόμουν τόσο μακριά από τη φυλή των Κελτών και τόσο ξένη, αλλά τόσο κοντά σ&#8217; αυτά τα τραγούδια, που στο μικρό café είχαν τη μαγική δύναμη ν&#8217; αλλάξουν τον χαώδη κόσμο μιας ψυχολογίας που μέσα μου έπαιρνε τον τελευταίο καιρό τερατώδεις διαστάσεις, με επικίνδυνες, μέχρι σχιζοφρενικές σκέψεις.</span><br><span style="color: #000000;">Αισθανόμουν ότι είχα σωθεί —έστω προσωρινά-—, κι αυτό μου έφτανε, επειδή είχα αποκτήσει καλή διάθεση, που δεν ξέρω αν καμιά άλλη αιτία ή</span><br><span style="color: #000000;">αφορμή θα ήταν ικανή να μου προσφέρει εκείνη την ημέρα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ένα γράμμα για πέταμα</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Μερικές φορές σκέφτεσαι ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί και τρομάζεις, αρρωσταίνεις βάζοντας στο νου σου ένα σωρό ενδεχόμενα, όλα εφιαλτικά, απ&#8217; όπου δεν θα μπορούσες να γλιτώσεις, όσες αντιστάσεις κι αν διαθέτεις, όσο αισιόδοξος κι αν είσαι.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτή η απελπισία που ένιωσα ένα βράδυ όταν ανακάλυψα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου, σ&#8217; ένα ταξίδι μου, ούτε ένα μικρό μπλοκ, ούτε μια κόλα χαρτί, για να γράψω το γράμμα που είχα υποσχεθεί στο φίλο μου τον Ορέστη, ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί.</span><br><span style="color: #000000;">Το ξενοδοχείο όπου είχα καταλύσει αργά τη νύχτα δεν είχε μες στο δωμάτιο μου παρά μονάχα ένα έντυπο με τις απαραίτητες πληροφορίες: σε ποιον όροφο παίρνει κανείς το πρωινό του, τι νούμερο πατάμε πρώτα προκειμένου να τηλεφωνήσουμε κάπου και μερικές άλλες υποδείξεις χρήσιμες ή ολότελα άχρηστες.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν ήδη μεσάνυχτα και, καθώς το ξενοδοχείο βρισκόταν μακριά από το κέντρο της μικρής πόλης, κάθε σκέψη να ντυθώ, έπειτα από ένα ντους που είχα κάνει, και να βγω έξω προς ανεύρεση υλικού αλληλογραφίας ήταν ήδη αυτοαναιρούμενη.</span><br><span style="color: #000000;">Η μόνη λύση που άξαφνα βρήκε το αργόστροφο μυαλό μου ήταν το χαρτί υγείας στην τουαλέτα. Σκέφτηκα ότι αυτό θα μου έφτανε οπωσδήποτε να ξημερωθώ γράφοντας στον Ορέστη για να του αποδείξω ότι δεν αθέτησα το λόγο μου για την ορισμένη ημερομηνία αποστολής. Έπρεπε να προλάβει το γράμμα μου στο ποστ ρεστάντ, πριν να εγκαταλείψει την πόλη στην οποία έμενε εδώ κι ένα χρόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Άρχισα λοιπόν να ξετυλίγω το σωτήριο ρολό και να γράφω πότε ασθματικά και πότε ράθυμα ό,τι μου ερχόταν στο νου, επειδή μια νύστα ακατανίκητη όλο και χαλάρωνε τα δάχτυλά μου, μέχρι τη σκέψη της παραίτησης, με τη μόνη πια επιθυμία να πέσω σαν ψοφίμι στο κρεβάτι και να κοιμηθώ έναν αιώνα &#8211; το πρωί θα έβγαινα να ψάξω για φάκελο, γραμματόσημα και βεβαίως για ταχυδρομείο, το πρωί θα ήταν μια άλλη μέρα για να εξερευνήσω τα πέριξ, να προσανατολιστώ στην πόλη της νέας διαμονής μου, να γνωρίσω τους δρόμους, την αγορά της, να δω πού θα μου άρεζε να παίρνω τον καφέ μου ή να γευματίζω.</span><br><span style="color: #000000;">Έγραφα λοιπόν, αλλά ήταν σαν να μην αποτυπώνονταν τα γράμματα στο χαρτί, επειδή το λεπτό είδος για άλλες ανάγκες κι όχι κατάλληλο για αλληλογραφία διαστελλόταν και συστελλόταν διαρκώς από το μπικ, έκανε τρύπες χαώδεις και άσεμνες, κουρελιαζόταν σχεδόν σε κάθε γραμμένη λέξη, η οποία διακρινόταν περισσότερο στο κόντρα πλακέ του μικρού τραπεζιού, εν είδει γραφείου, παρά στο ίδιο το χαρτί.</span><br><span style="color: #000000;">Η απελπισία μου είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ενώ εκείνη την ημέρα το θερμόμετρο δεν έδειχνε πάνω από είκοσι βαθμούς, ο ιδρώτας στο πρόσωπό μου αλλά και στο σώμα μου μαρτυρούσε την αγωνία μου και την ανόητη δοκιμασία που περνούσα στην προσπάθειά μου να τα βγάλω πέρα μ&#8217; έναν τόσο άθλιο τρόπο επικοινωνίας, ολότελα ανάξιο για την πολύτιμη σχέση μου με τον Ορέστη.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν βέβαια ένα οικτρό γράμμα, που ασφαλώς κανείς δεν θα έκανε τον κόπο να το αποκρυπτογραφήσει, μάλλον θα το έριχνε πάραυτα στον κάλαθο των αχρήστων με οργή αλλά και μετά βδελυγμίας, σκεφτόμενος τη μοναδική χρηστικότητά του ή πιστεύοντας ότι πρόκειται για φάρσα, για μια φάρσα κάκιστης ποιότητας και, το χειρότερο, προσβλητικής για τον παραλήπτη.</span><br><span style="color: #000000;">Έπεσα στο κρεβάτι μου σχεδόν σαν υπνοβάτης και αυτοστιγμεί με πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος όμως γεμάτος όνειρα εφιαλτικά, που έκαναν τα μέλη του σώματος μου να τινάζονται σαν να τα είχε κάποιος δεμένα και προσπαθούσαν ν&#8217; απελευθερωθούν απ&#8217; τα δεσμά, και κάτι κραυγές άναρθρες και κάτι βογκητά άξαφνα με ξυπνούσαν, που δεν καταλάβαινα αν προέρχονταν από μένα ή απέξω, τρόμαζα κιόλας πολύ, σαν κάποιος να ήταν μες στο δωμάτιο και να μου έπαιζε παιχνίδια σατανικά, ξυπνούσα και ξανακοιμόμουν χωρίς συνείδηση για το πού βρισκόμουν, και το πρωί που σηκώθηκα πια απ&#8217; το κρεβάτι του&#8230; Προκρούστη, ήμουν ένας άνθρωπος αγνώριστος για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος για πέταμα, όπως αυτή η επονείδιστη επιστολή που, αντί να σταλεί στο φίλο μου τον Ορέστη, βρήκε τη θέση της στον κάλαθο των αχρήστων, κι ο Ορέστης ίσως αποδώ και πέρα να &#8216;ταν η μεγάλη απώλεια της ζωής μου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ντουέτο</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">«Κάθε βράδυ ο ράφτης της γωνίας μας κλείνει το μαγαζί του στις έντεκα και φεύγει».</span><br><span style="color: #000000;">«Πού το ξέρεις εσύ αυτό, σάμπως βλέπεις;»</span><br><span style="color: #000000;">«Το ξέρει η Τασία, όπως ξέρει ότι το πρώην κατάστημα, εδώ, με τα φο μπιζού, επειδή δεν πατούσε κανείς πια, γίνηκε δισκάδικο με παλιούς δίσκους, εκείνους τους μεγάλους που τους έβαζες στο πικάπ. Έχεις κι εσύ πολλούς τέτοιους, μου φαίνεται».</span><br><span style="color: #000000;">«Ναι, καλά θυμάσαι, εκείνοι λέγονται βινύλιο, ενώ τώρα είναι της μόδας κάτι μικρά δισκάκια, σιντί τα λένε. Πάντα υπάρχουν συλλέκτες που ενδιαφέρονται για παλιά πράγματα».</span><br><span style="color: #000000;">«Εσύ έχεις απ&#8217; αυτά τα μικρά, πώς τα λένε;»</span><br><span style="color: #000000;">«Έχω, και τα λένε σιντί σου είπα. Εμ δεν βλέπεις, εμ δεν ακούς, τι θα γίνει μ&#8217; εσένα δεν ξέρω».</span><br><span style="color: #000000;">«Σιντί είπες; Σιντί θα πει στα τούρκικα ‘’τώρα’’ ».</span><br><span style="color: #000000;">«Τώρα ξετώρα, αυτά λέγονται έτσι. Αυτό είναι όλο&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Εσύ βάζεις καμιά φορά ν&#8217; ακούσεις μουσική;»</span><br><span style="color: #000000;">«Κάπου κάπου. Δεν αδειάζω πια, κι έπειτα δεν έχω διάθεση συχνά, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ όπως παλιά, ακούω όμως απ&#8217; το ραδιόφωνο της κουζίνας όταν μαγειρεύω ή κάνω άλλες δουλειές. Πολλές φορές κάθομαι στην καρέκλα όταν με καθηλώσει κάτι, κάθομαι και το βράδυ, στα σκοτεινά, μόνη μου. Μου αρέσει να κάθομαι στα σκοτεινά μόνη μου, τη βρίσκω μόνη μου&#8230; Κατάλαβες;»</span><br><span style="color: #000000;">«Άλλοτε άκουγες πολλή μουσική, άνοιγες, θυμάμαι, και τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού σου ν&#8217; ακούνε όλοι στην πολυκατοικία μας, ιδίως το καλοκαίρι, που τα &#8216;χουν όλα ανοιχτά, ν&#8217; ακούνε όλα τα κνώδαλα, έλεγες, αλλά δεν ήξερες αν τους ευχαριστούσε αυτό ή τους ενοχλούσε και μπορεί να έλεγαν από μέσα τους &#8220;Α, πάλι τη βάρεσε στο κεφάλι, την τρελή&#8230;&#8221; — την έβαζες, βλέπεις, στη διαπασών».</span><br><span style="color: #000000;">«Μην μ&#8217; εκνευρίζεις τώρα, τ&#8217; ακούς; Δεν μ εν διέφερε τι σκέφτονταν, δεν μ&#8217; ενδιέφερε ποσώς να ξέρεις. Μια τέτοια πλύση εγκεφάλου τη χρειάζεται κανείς κάπου κάπου, ν&#8217; ακούσουν και κάτι το ωραίο, που ξέμαθαν όλοι ν&#8217; ακούνε, παρά μόνο να μιλάνε ξέρουν, απ&#8217; το πρωί ως το βράδυ μπλα μπλα μπλα&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Μην αρχίζεις πάλι τη σολομωνική, σε βαρέθηκα πια».</span><br><span style="color: #000000;">«Εξάλλου το ωραίο επιθυμεί κανείς να το μοιραστεί με τους άλλους, δεν το αντέχει μέσα του μόνος του, θέλει να το χαρίσει».</span><br><span style="color: #000000;">«Αυτό πρώτη φορά το λες».</span><br><span style="color: #000000;">«Ίσως σ&#8217; εσένα το λέω πρώτη φορά. Μάθε το λοιπόν».</span><br><span style="color: #000000;">«Καλά, καλά, προπάντων μην νευριάζεις, δεν το αντέχω».</span><br><span style="color: #000000;">«Έλα τώρα, πες μου, τι άλλο σου λέει η Τασία;»</span><br><span style="color: #000000;">«Μην κοροϊδεύεις, καλά που είναι κι αυτή η ευλογημένη και μαθαίνω κατιτίς από τη γειτονιά μας, ειδαλλιώς, αν περιμένω από σένα&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Αυτή όλα τα βλέπει, όλα τα ξέρει, έχει μάτια και στον πισινό της&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Η κυρία Λίτσα, η απέναντι μας, επέστρεψε απ&#8217; το εξοχικό της μαύρη μαύρη απ&#8217; τα θαλασσινά μπάνια. </span><br><span style="color: #000000;">Την είδε η Τασία επειδή χτες το πρωί άνοιξε τα παντζούρια της κι έπλενε το μπαλκόνι της πρώτα πρώτα, της φάνηκε μάλιστα της Τασίας ότι πάχυνε κάπως η κυρία Λίτσα».</span><br><span style="color: #000000;">«Α, έβαλε κιλά λοιπόν η γειτόνισσα, ε; Επόμενο είναι όσοι κάνουν διακοπές να τρων και να πίνουν εκεί και την Άρτα να φοβερίζουν, που λένε, άλλωστε τι άλλο να κάνουν; Πλήττουν θανάσιμα, φαίνεται, μέσα στην απραξία της καλοπέρασης και το ρίχνουν στις μάσες».</span><br><span style="color: #000000;">«Τα λες αυτά από κακία, επειδή εσύ δεν θέλεις να πας πουθενά το καλοκαίρι, μόνο κάθεσαι εδώ και ψήνεσαι απ&#8217; τους καύσωνες».</span><br><span style="color: #000000;">«Αν ήθελα να πάω θα πήγαινα όπου γούσταρα, και μην με νευριάζεις πάλι, όταν ξέρεις τους λόγους&#8230; Πριν από χρόνια έβρισκα στις αμμουδιές χρωματιστά βοτσαλάκια, πέτρες με άσπρα λουλούδια απάνω, έβρισκα κρινάκια στην άμμο… &#8220;Στο γιαλό που του φύγαν τα καΐκια και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια&#8230;&#8221; είπε ο Παλαμάς. Το ξέρω όλο απέξω αυτό το ποίημά του &#8220;Ανατολή • Να σ&#8217; το πω;»</span><br><span style="color: #000000;">«Πες το».</span><br><span style="color: #000000;">«Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, λυπητερά, πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας&#8230;&#8221; Σου άρεσε;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ωραίο που είναι&#8230; Πώς τόσο μεγάλο ποίημα το θυμάσαι απέξω;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τα ωραία απ&#8217; τα παλιά δεν τα ξεχνάει εύκολα κανείς, τα τωρινά ξεχνάμε επειδή είναι πάρα πολλά, και καλά κάνουμε που τα ξεχνάμε, αλλιώς θα μας άνοιγαν το κεφάλι να βγουν έξω, θα μας σάλευαν το νου. Τ&#8217; ακούς;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τ&#8217; ακούω, τ&#8217; ακούω, μην φωνάζεις με την τσιριχτή φωνή σου και μου τρυπάς το τύμπανο».</span><br><span style="color: #000000;">«Αν δεν φωνάξω, δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις &#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Καταλαβαίνω, και πολύ μάλιστα, αλλά έχεις έναν τρόπο απότομο, που με κάνει και υποφέρω καμιά φορά».</span><br><span style="color: #000000;">«Κι εγώ υποφέρω μαζί σου. Ίσως να &#8216;ναι η σκέψη ότι θα καταντήσω κάποτε κι εγώ σαν εσένα, αν ζήσω τόσο πολύ όσο εσύ&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Δεν ξέρω αν πρέπει να σου ευχηθώ να &#8216;χεις τα χρόνια μου, η μακροζωία δεν είναι καλό πράγμα. Η μακροζωία είναι καλή όταν είσαι καλά, αλλά δεν συμβαίνει ποτέ κάτι τέτοιο, έτσι καταντάει κατάρα».</span><br><span style="color: #000000;">«Κατάρα και καταρράκτης των ματιών&#8230; τον βρήκα τον κακό συνειρμό».</span><br><span style="color: #000000;">«Και μόνο; ‘’Μόνος’’ , ‘’μοναξιά ’’ , από που βγήκαν, θαρρείς, αυτές οι λέξεις, από το στόμα των γηρατειών βγήκαν. Κάποτε είχα τη φίλη μου την Καλλιόπη, πάει αυτή. Ύστερα είχα την Τασούλα, μετά τη λειτουργία της Κυριακής πηγαίναμε για καφέ στο &#8220;Πεϊνιρλί&#8221;, εδώ στην Καμάρα, πίναμε τον καφέ και μαζί από μισό πεϊνιρλί. Πάει κι η Καλλιόπη».</span><br><span style="color: #000000;">«Τώρα έχεις την Τασία. Λίγο είναι;»</span><br><span style="color: #000000;">«Στη χάση και στη φέξη κι αυτή».</span><br><span style="color: #000000;">«Η Τασία όμως σου φέρνει πολλά νέα, να &#8216;χεις να σκέφτεσαι όλη τη βδομάδα».</span><br><span style="color: #000000;">«Να σκέφτομαι, είπες. Μήπως κάνω κι άλλη δουλειά; Κουράστηκα να σκέφτομαι&#8230; Τη Μένη τη βλέπεις καμιά φορά;»</span><br><span style="color: #000000;">«Πολύ αραιά. Έχει κι εκείνη την υγειά της χαλασμένη. Δασκάλα δεν ήταν;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ως διευθύντρια βγήκε στη σύνταξη. Ωραία γυναίκα είναι».</span><br><span style="color: #000000;">«Ήταν».</span><br><span style="color: #000000;">«Έστω. Πόσοι πέθαναν στην πολυκατοικία μας αφότου μένουμε εδώ;»</span><br><span style="color: #000000;">«Να μετρήσω: ένας ο Στάθης ο διπλανός μας, δύο ο Σιμιρδάνης, τρεις η Σιμιρδάναινα, τέσσερις η κυρά-Μαρία η αποπάνω μας, πέντε ο Λάζαρος της Μένης, έξι η Καίτη η Θεοδώρου&#8230; Αυτοί».</span><br><span style="color: #000000;">«Πέρασε από καιρό η σειρά μου. Όλοι αυτοί ήταν νεότεροι μου τότε».</span><br><span style="color: #000000;">«Αυτά δεν έχουν σειρά, δεν βλέπεις; Νέοι, κατανέοι, πεθαίνουνε σήμερα στο άψε σβήσε».</span><br><span style="color: #000000;">«Το ξέρω&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ας αφήσουμε τα πένθιμα. Πες μου τώρα τι σκέφτεσαι όταν μένεις μόνη ή ώσπου να &#8216;ρθει κανένας να σου κάνει παρέα».</span><br><span style="color: #000000;">«Το τι σκέφτομαι δεν μπορώ εύκολα να σου το πω, όπως δεν μπορώ να σου περιγράψω και τα πολλά όνειρα που βλέπω τη νύχτα. Συνέχεια βλέπω όνειρα, πότε εφιαλτικά, πότε τρελαμάρες κι ανοησίες, εγώ, που ποτέ στη ζωή μου δεν έβλεπα όνειρα. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς σου δεν τον είχα δει ούτε μία φορά στον ύπνο μου και το είχα καημό, γιατί άραγε δεν έρχεται; έλεγα μέσα μου, και τώρα τελευταία τον βλέπω πολύ συχνά».</span><br><span style="color: #000000;">«Τον αγαπούσες;»</span><br><span style="color: #000000;">«Μην με ταράζεις με τέτοιες ερωτήσεις! Ήταν ο άντρας μου και ο πατέρας των παιδιών μου».</span><br><span style="color: #000000;">«Δεν φτάνει αυτό, δεν είναι αρκετό το αυτονόητο&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Πάντα είχες την τάση να βάζεις το μαχαίρι στο κόκαλο. Αυτό το θεωρώ ασέβεια από μέρους σου, το λιγότερο απρέπεια».</span><br><span style="color: #000000;">«Καταλαβαίνω. Δεν θέλει κανείς να τα τινάξει όλα στον αέρα, ίσως δεν έχει τα κότσια, και δεν είμαι χαζή για να μην το κατανοώ αυτό, απ&#8217; την άλλη μεριά όμως&#8230; μια ζωή στην κόλαση&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ό,τι και να κάνεις, δεν γλιτώνεις απ&#8217; αυτήν. ..»</span><br><span style="color: #000000;">«Δίκιο έχεις. Πες μου λοιπόν τώρα τα ωραία μόνο, να τα ξαναθυμηθείς, ν&#8217; αλλάξουμε χαβά και διάθεση».</span><br><span style="color: #000000;">«Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο μπαμπάς σου —ο λόγος δόθηκε στης θείας Ευτέρπης— και μπήκε στην κουζίνα να πλύνει τα χέρια του προτού καθίσουμε στο τραπέζι, εγώ πίσω του περίμενα κλαρίνο μ&#8217; ένα ανοιχτό πεσκίρι, και καθώς γύρισε το σώμα του προς τα μένα να πάρει το πεσκίρι να σκουπιστεί, μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο, λέγοντάς μου: &#8220;Το πρώτο μας&#8221;. Εγώ ξαφνιάστηκα, κοκκίνισα, έτρεμαν για ώρα τα πόδια μου. Φιλούσε πολύ γλυκά ο μπαμπάς σου, με φρόντιζε στο κρεβάτι&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Α, έτσι. Δεν είναι λίγο αυτό που μου λες&#8230; Πρώτη φορά μού το λες αυτό&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τη βραδιά του κανονικού αρραβώνα μας έγινε μεγάλο γλέντι. Σφάχτηκαν από την προηγούμενη μέρα αρνιά, κατσίκια, και τι κοκορέτσια, τι πουλάδες, τι πίτες&#8230; έρεε το κρασί, οι νταμιτζάνες πήγαιναν κι έρχονταν, οι άντρες γίνηκαν φέσι, ο παππούς σου τύφλα, δεν έβλεπε μπροστά του, και κάποια στιγμή τον βλέπουμε να κυλιέται κάτω στο πάτωμα με τη μούρη πασαλειμμένη γιαούρτι, μόνο τα μάτια του φαίνονταν, η αδελφή του, η θεία Ευγένεια —μεγάλη μάρκα αυτή—, παρουσιάστηκε άξαφνα ντυμένη μάγκας, με κατάμαυρα μουστάκια από κάρβουνο και μπεγλέρι στο χέρι, μας χόρεψε έναν καρσιλαμά τι να σου πω, και τα όργανα είχαν μεθύσει κι αυτά θαρρείς, ως τα ξημερώματα τρελάθηκαν, απ&#8217; το βιολί είχε σπάσει μια χορδή κι έπαιζε με τις τρεις ο βιολιτζής, κουντούρντισμα σκέτο σου λέω, και κάποια ώρα μ&#8217; αρπάζει ο μπαμπάς σου —στεφάνι σφιχτό τα χέρια του στη μέση μου— και με φιλάει μέσα στο στόμα. Είδα τον ουρανό σφοντύλι&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ωραία πράματα αυτά, γουστάρω. Πες μου τώρα για τη θεία Ευγένεια, το έτσουζε θαρρώ, γιατί θυμάμαι από μικρή, κάθε καλοκαίρι που μας πήγαινες στον Βόλο αλλαγή, στο φτωχικό της, μου έδινε κι εμένα να ρουφήξω λίγο τσίπουρο. Φαίνεται εκείνη μ&#8217; έμαθε να πίνω και τώρα το συκώτι μου έχει πρόβλημα. Ξέρεις&#8230; Είχανε κάτι σαν μπακάλικο η θεία Ευγένεια;»</span><br><span style="color: #000000;">«Ναι, μπροστά στο σπίτι τους μια παραγκούλα είχανε με τσιγάρα, σοκολάτες, καραμέλες, λουκούμια, τέτοια. Η Ευγένεια τρελαινόταν για τα λουκούμια, κι όταν πήγαινε να ξαπλώσει ο άντρας της ο Ευριπίδης κι έμενε εκείνη στη θέση του έκοβε κάθε φορά ένα κομματάκι από τρία τέσσερα λουκούμια, τα &#8216;χάφτε, έπειτα αυτά τα κομμένα τα τέντωνε με τα δάχτυλά της καλά καλά, να φαίνονται σαν ολόκληρα, έριχνε από πάνω μπόλικια άχνη ζάχαρη, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά».</span><br><span style="color: #000000;">«Πολύ κόλπο αυτό, γουστάρω, πολύ τσίφτισσα η θείτσα&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τι άλλο θυμάσαι;»</span><br><span style="color: #000000;">«Εσύ θυμάσαι εκείνο το απόγευμα, με τη φιλενάδα σου την Κατερίνα, το &#8220;φαγοπότι&#8221; που κάνατε στην αυλή της θείας της Αριάδνης, απέναντι απ&#8217; το σπίτι της θείας Ευγένειας, καθισμένες στα σκαμνάκια;»</span><br><span style="color: #000000;">«Αν θυμάμαι λέει&#8230; Ήταν φτωχιά και η θεία της Κατερίνας, δεν είχε τίποτα να μας τρατάρει εκείνη τη μέρα, μας έφερε λοιπόν κάτι ξεροκόμματα ψωμιού, κάτι κομούτσα, τα βουτούσαμε στο νερό, τα παπαρώναμε και τα τρώγαμε με ελιές και σκόρδο —ένα κεφάλι η καθεμιά— μέχρι σκασμού. Μέλι μάς φαινόταν αυτός ο συνδυασμός, είχε τουρλώσει η κοιλιά μας, δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε απ&#8217; το σκαμνί μας, γέλια, γέλια, το στόμα μας είχε ανάψει απ&#8217; τα σκόρδα, είχε καεί, τα χείλια μας είχανε πρηστεί νταούλι, αλλά εμείς εκεί! Πείνα μια φορά&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τώρα τι γίνεται, να &#8216;χουμε τόσα καλούδια και να μην κάνει να τ&#8217; απολαύσουμε, λόγω του ότι και λόγω του ότι&#8230; Ξέρεις».</span><br><span style="color: #000000;">«Το ξέρω. Είναι μια άλλη τιμωρία κι αυτή, της εποχής μας. Ο κόσμος υποφέρει, οι γιατροί πλουτίζουν αράδα, τα φαρμακεία φυτρώνουν σαν μανιτάρια στην πόλη, τα σπίτια γέμισαν φάρμακα — και ποιος δεν παίρνει&#8230; Τι ώρα θα έρθει η Τασία; Ποιος ξέρει τι νέα θα &#8216;χει να σου πει πάλι».</span><br><span style="color: #000000;">«Θα &#8216;ρθει όπου να &#8216;ναι, αλλά να σου πω, απόψε δεν την έχω ανάγκη, περάσαμε μια χαρά μαζί, καιρό είχαμε να τα πούμε έτσι. Τηλεφώνησε της να μην έρθει. Έχει σκοτεινιάσει κιόλας έξω; Σαν να μαύρισαν πιο πολύ τα μάτια μου».</span><br><span style="color: #000000;">«Ναι, άρχισαν να μικραίνουν οι μέρες».</span><br><span style="color: #000000;">«Αισθάνομαι την ανάγκη να ξαπλώσω, θα ξαπλώσω λίγο, θα ξαπλώ&#8230; αχ&#8230;»</span><br><span style="color: #000000;">«Τι συμβαίνει, μαμά; Τι έχεις; Μαμά&#8230; μαμά&#8230;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ Διηγήματα (2010)</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Γεύση από χώμα και ουρανό</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι υπέροχο είναι το κολιέ σου», είπε, κι έκανε να το αγγίξει, να αισθανθεί το σχήμα του, τη λάμψη του, το ρυθμό του, και τότε γλίστρησαν τα δάχτυλα του στο στήθος της κι άρχισε, κοιτάζοντάς την στα μάτια, να το θωπεύει μ&#8217; έναν τρόπο που την έκανε να σκιρτήσει, να μπιμπικιάσει το δέρμα της απ&#8217; τη γλυκιά ανατριχίλα, </span><br><span style="color: #000000;">«τι κάνεις εκεί;» μπόρεσε να ψελλίσει με σβησμένη φωνή, «άφησέ με», είπε εκείνος, «είναι νύχτα και δεν μας βλέπει κανείς, άφησέ με να σε γνωρίσω», έκανε να του εμποδίσει το χέρι, να τον αποτρέψει, αλλά ήτανε πια αργά γι&#8217; αυτήν την κίνηση,</span><br><span style="color: #000000;">αργά για μια προσπάθεια απαγόρευσης, το αισθάνθηκε μεμιάς σαν κάτι το αναπότρεπτο, ένα πεπρωμένο απ&#8217; όπου φυγείν αδύνατον, σαν να είχε έρθει η ώρα να πεθάνει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι&#8217; αυτό, αφέθηκε στο μυστήριο του σώματος, σαν να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή σ&#8217; ένα σκοτάδι απ&#8217; όπου κοίταζε το εκτυφλωτικό φως της δημιουργίας, μια πρωτόγνωρη γνώση του σύμπαντος μέσα της αλλά και μια εκμηδένιση την κατείχε, εκείνος είχε ήδη ξεκουμπώσει τα εμπόδιά της, είχε ανοίξει και τα δύο παράθυρα μιας έκπαγλης θέας, κι εκείνη τότε μπόρεσε να αισθανθεί τι σημαίνει αιωνιότητα του σώματος, ένα σβήσιμο του κόσμου μέσα στα χέρια του που σαν αμφορείς σάρκινοι γέμιζαν αρχαίο νέκταρ και αίμα από την πηγή της, ξεχείλιζαν άσπρο και κόκκινο χρώμα, ανάμεικτα, μια συμφωνία ζωής και θανάτου της αφαιρούσε κάθε δύναμη γι&#8217; αντίσταση καθώς όλο και προχωρούσαν τα χέρια του σ&#8217; ένα βάραθρο ανυπολόγιστο, σκοτεινό, κι εκείνη, χαμένη πια μέσα στη μνήμη της, αφημένη στο δέος που τη μεταμόρφωνε σ&#8217; ένα άλλο ον, σαν να μη γνώριζε το όνομά της, σαν να έχανε το σπίτι της, το φόρεμά της, την ομιλία της, ζούσε μέσα της το νέο πλάσμα του εαυτού της με σπασμούς, με δάκρυα και χείλη ματωμένα από άγρια φιλιά και σάλια που τα ρουφούσε με μια δίψα πρωτόγνωρη, σαν να &#8216;ταν αυτό που θα την έκανε να ζήσει, «έτσι φαίνεται θα είναι ο θάνατος», ένιωσε, μια αστραπή έσκισε άξαφνα το μέτωπο της σαν πύρινη ρομφαία και είδε χρώματα εκτυφλωτικά, ένα ουράνιο μεγάλο τόξο μπήκε μέσα στα μάτια της, «χάνω το φως μου» είπε </span><br><span style="color: #000000;">μέσα της κι αφέθηκε στα χέρια του σαν σώμα ανύπαρκτο, πράγμα χωρίς μορφή και δίχως βάρος, αφέθηκε γυμνό κι ανυπεράσπιστο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι πως έτρεφα καμιά αγάπη για την Ευρυδίκη, ή έστω κάποια συμπάθεια, ούτε καν αυτή δεν μου ενέπνεε το λυπημένο και αγέλαστο μονίμως πρόσωπο της, μονάχα ένας οίκτος ψυχρός, σχεδόν διανοητικός, ερχόταν κάπου κάπου να αφυπνίσει τα φιλεύσπλαχνα αισθήματά μου όταν σκεφτόμουν ότι η άχαρη ζωή της —άχαρη σαν την ίδια— της πρόσθετε ένα φωτοστέφανο, σκουριασμένο κι αυτό με τα χρόνια, ένα φωτοστέφανο το οποίο όχι μόνο δεν εξέπεμπε φως, ούτε καν ένα φωτάκι, ώστε να διακρίνω μια λάμψη στα μάτια της, ένα βλέμμα που θα με παράσερνε πέρα από μιαν ανεξήγητη αντιπάθεια για εκείνη.</span><br><span style="color: #000000;">Σκεφτόμουν ακόμα ότι ούτε τ&#8217; όνομά της δεν της ταίριαζε. Ποιος άραγε της το είχε δώσει και πώς τόσο εύκολα, τόσο επιπόλαια το έχει οικειοποιηθεί, το έχει κλέψει χωρίς ντροπή από τη μυθολογία και δεν βρέθηκε κανείς να την καταγγείλει; Ή μήπως ακόμα το διατηρεί από φιλοδοξία, κοκεταρία, επίδειξη μιας γελοίας ψευδαίσθησης, παρηγοριά στη στέρφα ζωή της;</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί τι ζωή ήταν αυτή, χρόνια και χρόνια να φροντίζει σαν είλωτας δυο άντρες ως εκεί απάνω, χωρίς κανένας απ&#8217; τους δυο να &#8216;ναι ο δικός της άντρας, παρά τ&#8217; ανύπαντρα, σαν εκείνη, αδέλφια της που όλο μεγάλωναν ερήμην της, θέριευαν, και το</span><br><span style="color: #000000;">σπίτι της όλο μίκραινε, στένευε, σαν να κατέβαινε ακόμα και το ταβάνι.</span><br><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αδέλφια της βέβαια ήταν μια συντροφιά, ούτε λόγος, μια κουραστική συντροφιά έστω, παρουσία ανθρώπινη, αντρικό χνότο. Έφευγαν το πρωί για τη δουλειά τους, γυρνούσαν σχεδόν το βράδυ, να φάνε, να πιούνε, έπειτα οι τρεις τους να επιδίδονται σ&#8217; ένα ακατάσχετο φουμάρισμα απέναντι στην τηλεόραση, να ντουμανιάζει το καθιστικό τους ώσπου να μην βλέπει ο ένας τον άλλον, τι νέα λοιπόν; τίποτα, αυτό</span><br><span style="color: #000000;">σαν επωδός, καθένας στη σιωπή του, στο τσιγάρο και τη στάχτη του. Ένα ολόκληρο σπίτι, τρεις ολόκληροι άνθρωποι, τέταρτη η βουβαμάρα.</span><br><span style="color: #000000;">Η Ευρυδίκη, ένα κούτσουρο πια εδώ και χρόνια, καθώς τ&#8217; αδέλφια της πεθάναν το ένα πίσω από το άλλο. Μονάχη τους σαβάνωσε, άκλαυτους τους έστειλε. Άδειασε το σπίτι της από τότε, ξαναμεγάλωσε, τι να το κάνει όμως; Το ταβάνι την πλακώνει ακόμα πιο πολύ, κι όταν λυσσομανάει ο σκληρός Δεκέμβρης και τρίζουν εφιαλτικά οι μεντεσέδες των παντζουριών, «ο φόβος την βρίσκει κι είναι μόνη». *</span><br><span style="color: #000000;">Χρόνια και χρόνια με τα μαύρα, το καλοκαίρι στο μπαλκόνι της πάλι με τα μαύρα, κι ας καίγεται ο τόπος, πάντα με το τσιγάρο στο χέρι, στο στόμα, καπνός απ&#8217; τη φωτιά της. Μια Ευρυδίκη δίχως κανέναν Ορφέα, μια έρημη χώρα η ζωή της, χαμένη σε βουνά και αμμόλοφους, σε τοπία άδενδρα, άνυδρα, βαλτωμένη ζωή όπου ούτε βατράχια δεν κοάζουν, παφλασμός λάσπης δεν ακούγεται, ν&#8217; ανοίξει μια λακκούβα, να βυθιστούν οι ώρες της, θυσία στην αδιαφορία του καλοκαιριού και του χειμώνα.</span><br><span style="color: #000000;">Πάντα στο μπαλκόνι της λοιπόν, μόνη, κι εγώ να μαντεύω τ&#8217; αδάκρυτα μάτια της, σαν να έχουν πατικωθεί οι πληγές της κάτω από μπάζα συμπαγή απ&#8217; όπου δεν παίρνει αέρα να κάθεται ώρες και ώρες ακίνητη σαν σκιάχτρο που διώχνει με την καύτρα του τσιγάρου της τα νυχτοπούλια σε χωράφια με σκοτεινά σπαρτά.</span><br><span style="color: #000000;">Τον τελευταίο καιρό δεν βλέπω κατιτίς να φωτίζει το χέρι της όπως άλλα καλοκαίρια τις νύχτες στο μπαλκόνι της, μια σκοτεινιά μόνο, ποτέ δεν ανάβει φως, ακίνητη στάση, μ&#8217; όλο τον όγκο του σώματος της, κάπου εκεί θα κάθεται οπωσδήποτε, σαν κρυμμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη.</span><br><span style="color: #000000;">Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;</span><br><span style="color: #000000;">Φέτος άπλωσε και στερέωσε με μανταλάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού της ένα λευκό σεντόνι, κι όταν πέφτει η νύχτα και κοιτάζω εκεί προσπαθώντας να διακρίνω πίσω απ&#8217; το πανί ένα αμυδρό φωτάκι ή έστω μια σκιά καπνού, η έμμονή μου να καταλάβω τι συμβαίνει, γίνεται ψύχωση δική μου.</span><br><span style="color: #000000;">Τόσα καλοκαίρια σκεπτόμουν με ανακούφιση, α, η Ευρυδίκη καπνίζει ακόμα, καλό είναι, ξεδίνει μες στην ερημιά της, κάτι κινεί το σώμα της, κάτι αναδεύεται στο μπαλκόνι της, στο κάτω κάτω της γραφής μια απασχόληση είναι το κάπνισμα, μια πράξη είναι, ανοίγεις το πακέτο, παίρνεις ένα τσιγάρο, το βάζεις ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο του χεριού σου, με το άλλο χέρι πιάνεις τον αναπτήρα,</span><br><span style="color: #000000;">«τσαφ», το τεφροδοχείο βαθμηδόν γεμίζει στάχτη και γόπες κόκκινες απ&#8217; το κραγιόν σου, σκέτη σιχαμάρα, δικό σου αποτέλεσμα, το ανέχεσαι, κάποια</span><br><span style="color: #000000;">στιγμή σηκώνεσαι μουδιασμένη, αδειάζεις τα επίχειρα του πάθους σου στον μικρό κάδο, «το έσβησα, δεν το έσβησα», σε τρώει λίγο η αμφιβολία, ξανακάθεσαι</span><br><span style="color: #000000;">για μια συνέχεια ακατανόητη από τον ίδιο τον εαυτό σου. Έστω&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">*Από το βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, Ο φόβος Θα σε</span><br><span style="color: #000000;">βρει και θα &#8216;σαι μόνος (διηγήματα, Κέδρος, 1999).</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Στον αστερισμό της ουτοπίας</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που τα χρόνια καβάλησαν για τα καλά πάνω στους ώμους μας και αυλάκωσε το πρόσωπο μας ένα άλλο δέρμα που κανένας καθρέφτης δεν μπορεί να το αγαπήσει, η σκέψη ότι κάποτε υπήρξαμε μικρά παιδιά και ζήσαμε την ευτυχισμένη και συνάμα τρομερή ηλικία της πιο φανταστικής παρόρμησης, πέρα από τη λογική και τη φρόνηση, θα νομίζαμε ότι αφορούσε κάποιον άλλον και όχι εμάς, επειδή κανένα ντοκουμέντο, κανένα επίσημο χαρτί δεν θα πιστοποιούσε ότι υπήρξε εποχή που είχαμε στις τσέπες μας πέτρες και μπίλιες σαν νομίσματα ακριβά, και ότι οι μεγάλοι φάνταζαν στα μάτια μας σαν τέρατα που μας εμπόδιζαν στις ριψοκίνδυνες πτήσεις μας, στην έξοδο μας από έναν κόσμο που όχι μόνο δεν καταλαβαίναμε αλλά</span><br><span style="color: #000000;">που θέλαμε κιόλας να τον υπερβούμε μέσα από μία δική μας εξουσία, σαν αναφαίρετο δικαίωμα μας ή σαν άνωθεν εντολή που οφείλαμε να εκτελέσουμε εν ονόματι ενός κώδικα επικοινωνίας με τον ίδιο τον εαυτό μας. Κι’ όμως, αυτά τα παιδιά είμαστε εμείς. Και η μνήμη, τώρα που έχουμε απομακρυνθεί απ’ αυτό που υπήρξαμε κάποτε, κρατάει σαν θησαυροφυλάκιο όλες τις εικόνες της παιδικότητάς μας, πιο έγκυρα από κάθε σφραγίδα και χαρτί, και μας τις προσφέρει μέσα σε μια ομίχλη αισθημάτων, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Έβγαλε άνθη η λεμονιά</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν απόβραδο που καθόταν στην πεζούλα μονάχη κι άκουγε τ&#8217; αγόρια να λένε, «τσαταλίνα ματαλίνα και στον κώλο σ&#8217; μια σωλήνα», κι εκτός τούτου, έπιαναν τους αριθμούς απ&#8217; το ένα ως το δέκα και επινοούσαν δικά τους&#8230; αποφθέγματα, όπως «τρία, να πέσεις μες στη χρεία», «έξι, ο κώλος σου να φέξει», ή «επτά, να φας του σκύλου τα σκατά», και χάχανα πότε προσποιητά, πότε επιδεικτικά, σαν να &#8216;ταν αναγκασμένα να ευχαριστηθούν, ίσως βέβαια και να το διασκέδαζαν με την ψυχή τους, τα τρυφερά χειλάκια άνοιγαν σε βρομοστόματα, αθώα θαρρείς, ενώ όταν ένας τους -πώς του ήρθε και άλλαξε;- πέταξε εκείνο το «πέντε, πάρ&#8217; το κερί και φέγγε», φαντάστηκε εκείνη νύχτες με θεόρατες σκιές, παράξενα ψαξίματα κι αναζητήσεις σε υπόγεια, σε κρύπτες και σύδεντρα, σε δάση πυκνά και ρεματιές, φοβόταν κιόλας, ανατρίχιαζε, αλλά της άρεζε, δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να γελάσει με τ&#8217; άλλα, τα χαζά κι όλες εκείνες τις επινοήσεις, τις σκατοεμπνεύσεις των αγοριών οι οποίες δεν είχαν τέλος, ώσπου ένα βράδυ την παρέσυραν σ&#8217; ένα σπίτι-παράγκα του ενός, έβγαλαν όλα το πουλί τους απ&#8217; το κοντοπαντέλονό τους και κοίταζαν ποιο πρώτα «να της το κατεβάσει» για να την ακουμπήσουν, να την αγγίξουν «εκεί» ή απλώς να το δουν, να δουν πώς είναι, κι εκείνη, μια στεκόταν ακίνητη από περιέργεια, μια τραβιόταν και τα απωθούσε σε αυτήν την απόπειρα, ίσως από μια ασυνείδητη επιθυμία, ήθελε να δει πού θα το πάνε, τι &#8216;ναι αυτό που θέλουν σώνει και καλά να της βάλουν, και κάποια στιγμή που εκείνα γελούσαν με τα πονηρά χειλάκια τους, τους ξέφυγε, βγήκε απ&#8217; την παράγκα κι έτρεξε μες στη νύχτα, πάνω σε πέτρες και χώματα, έτρεξε κατά το σπίτι της, η μάνα της πρόσεξε μια έξαψη στο πρόσωπο της, ένα άναμμα, και είπε, «πού ήσουν νύχτα ώρα, σε ποια σοκάκια;» κι εκείνη της απέκρυψε το συμβάν, ήθελε να &#8216;χει το μυστικό της, έπεσε νηστικιά στο στρώμα της, ώσπου την πήρε ο ύπνος και βρέθηκε στις όχθες ενός μικρού ποταμού, έβγαλε τα πέδιλά της και βύθισε τα πόδια της μέσα στο νερό και τα κουνούσε οριζόντια και κάθετα, και ξαφνικά μια φιλενάδα της την άγγιξε απαλά στον ώμο, «τι κάνεις εδώ μονάχη;» της είπε, κι εκείνη, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, «βαφτίζομαι», είπε κι έπεσε ολόσωμη μέσα στο ποτάμι, εξαφανίστηκε ολότελα μεμιάς και δεν ένιωθε ότι πνίγεται, αλλά χαρούμενη κιόλας έπαιζε με τα ποταμίσια ψάρια λέγοντας «τσαταλίνα ματαλίνα και στην πόρτα η θεία Λίνα», ή «έξι, τραγούδα ως που να φέξει», ή «εννιά, έβγαλε άνθη η λεμονιά».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Για το ποιητικό έργο της Μαρίας Κέντρου &#8211; Αγαθοπούλου έγραψαν:</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Ζωή Σαμαρά</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η άλλη όψη του ποιήματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάντα θαύμαζα τον δοκιμιακό λόγο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, πάντα ήθελα να γράψω γι’ αυτόν και όλο κάτι επείγον παρεμβαλλόταν ανάμεσα σ’ εμένα και την επιθυμία μου. Ήξερα ότι οποιοδήποτε σημείωμά μου για το έργο της θα ήταν ένας ύμνος στη σπίθα που κρύβει μέσα του κάθε πηγαίος λογοτέχνης και τον βοηθά να γνωρίσει σε βάθος πράγματα που δεν διδάχθηκε, όπως είναι, στην περίπτωση της Κέντρου, η τέχνη του δοκιμίου. </span><br><span style="color: #000000;">Η ποίησή της γράφεται μόνη της, ρέει από τα βάθη του είναι της. Η ποιήτρια αντλεί το υλικό της από την ψυχή της, τα βιώματά της, την κοινωνία στην οποία ανήκει. Αντιθέτως, για να γράψει δοκίμιο, πρέπει πρώτα να διαβάσει, κυρίως ποίηση. Για τη Ζωή Καρέλλη γράφει, συμπεριλαμβάνοντας τον εαυτό της σε ένα «εμείς» που τοποθετεί στην άλλη όχθη της γραφής, όπου δεν συναντάμε τους ποιητές αλλά τους αναγνώστες τους:</span><br><span style="color: #000000;">Η απόπειρα να μιλήσουμε εμείς μετά τον ποιητή και το ποίημα, να </span><br><span style="color: #000000;">ορίσουμε με λόγια λογικά το ήδη συντελεσμένο από τον εαυτό του, </span><br><span style="color: #000000;">δεν αφορμάται παρά από μια ακατανίκητη έλξη που ασκεί μέσα μας το</span><br><span style="color: #000000;">ορισμένο ποίημα […], από ένα αίσθημα του ποιήματος, διαχρονικό […], που με τη σειρά του περιμένει την έκφρασή μας. </span><br><span style="color: #000000;">Η λέξη «απόπειρα» στην αρχή του δοκιμίου δείχνει πόσο αβέβαιο είναι το αποτέλεσμα της ανάγνωσης του ποιήματος. Κάθε σχόλιο για ένα ποίημα είναι ατελές και εφήμερο, μένει πάντα στο χώρο της προσπάθειας και βρίσκεται σε αντιδιαστολή με το ποίημα, που είναι ολοκληρωμένο, τέλειο. Ή μήπως δεν είναι; Και αν είναι, τότε γιατί το ποίημα «περιμένει την έκφρασή μας»; Αυτή η ατελής γραφή που εγκαθίσταται στο χώρο της προσπάθειας είναι η άλλη όψη της γραφής του ποιήματος, αυτή που ανα-γιγνώσκει, γνωρίζει εκ νέου, το ποίημα, το συμπληρώνει, επιβεβαιώνοντας την ατελεύτητη διάρκειά του. Ίσως το ποίημα θα ήταν ανασφαλές ή και θνησιγενές χωρίς την ανάγνωση, καθώς, άπιστη Πηνελόπη –πιστή στον Οδυσσέα και όχι στον εαυτό της–, το ποίημα περιμένει την ανάγνωση για να ολοκληρωθεί διαφορετικά, να ξαναζήσει από την αρχή. </span><br><span style="color: #000000;">Και αν το παράδοξο του ατελούς τέλειου βοηθά τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου να μιλήσει για τη Ζωή Καρέλλη, όταν μελετά μια άλλη αγαπημένη της ποιήτρια, την Κική Δημουλά, επινοεί την έννοια των λέξεων που εργάζονται και συνεργάζονται, που μοχθούν, σχεδόν ασύνειδα, γιατί είναι πιο δυνατές από τον «εργοδότη» τους, τον ποιητή, τον άνθρωπο «που ζει κυριολεκτικά με τις λέξεις και από τις λέξεις» . Οι «εργάτες-λέξεις», ζωντανές οντότητες,</span><br><span style="color: #000000;">ερωτεύονται παθιασμένα μεταξύ τους, ενώ έχουν μεσάνυχτα,</span><br><span style="color: #000000;">εννοείται, από ποίηση, και ποτέ, αυτό είναι σίγουρο δα, δεν θα μάθουν ότι αυτοί οι ίδιοι κινούν τα νήματα, που λένε (ή μήπως ο εργοδότης τους;) .</span><br><span style="color: #000000;">Στην ποίηση οι λέξεις κάνουν έρωτα, έγραφαν οι υπερρεαλιστές.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν γίνεται, ωστόσο, αν είσαι ποιητής, να διαβάζεις την ποίηση του άλλου, να παρασύρεσαι από τις λέξεις του, ακόμη και να ερωτοτροπείς μαζί τους, ενώ αρκείσαι στον λογικό ορισμό που σου εμπνέουν τα λόγια του. Άθελά της ίσως η ποιήτριά μας αρχίζει διάλογο με τους ποιητές και στην ποίησή της:</span><br><span style="color: #000000;">Πότε έκλεισα τα παράθυρα πότε τράβηξα τις κουρτίνες» , </span><br><span style="color: #000000;">αναρωτιέται μπροστά στα καβαφικά «Τείχη». Για την αποξένωση που βιώνει το ποιητικό υποκείμενο ξέρει ότι η μισή ευθύνη τη βαραίνει προσωπικά. Και όταν αντιμετωπίζει το παράλογο της ύπαρξης, τότε μοιάζει να τη συντροφεύει ο Μίλτος Σαχτούρης, με ποιήματα που τα γεννά ο θάνατος («Θάνατος δε εγέννησε το ποίημα», γράφει η ίδια , με βιβλική διάθεση.):</span><br><span style="color: #000000;">Ο νεκρός έκανε περιπάτους στην άσφαλτο</span><br><span style="color: #000000;">Έλεγε όλο το ίδιο τραγούδι</span><br><span style="color: #000000;">[…] άξαφνα φύτρωσε ένα ρόδο</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω στα τεφρά χείλη του .</span><br><span style="color: #000000;">Χρειαζόμαστε μια αέναη συνομιλία με την ποίηση για να ανακαλύψουμε την πραγματική αλήθεια για τη ζωή και το θάνατο. «Μονάχη είναι η πέτρα», μας λέει η ποιήτρια . Εμείς δεν είμαστε από πέτρα, δεν είμαστε μόνοι. Ζούμε σε μια κοινωνία που περιμένει πολλά από εμάς. Και νωρίτερα στην ίδια συλλογή:</span><br><span style="color: #000000;">Έξω από το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Άρχιζε πάντα η θάλασσα .</span><br><span style="color: #000000;">Πράγματι, η έμπνευση που μας οδηγεί στο άπειρο μας περιμένει έξω από το σπίτι, μέσα στην κοινωνία, ανάμεσα στους συνανθρώπους μας. Και αν το σπίτι του ποιήματος σηματοδοτεί την κοινωνία; Ε, τότε, πρέπει πρώτα να πάμε για λίγο μακριά από τους ανθρώπους, στην έρημο της γραφής, για να μπορέσουμε να φτάσουμε στον κήπο της Εδέμ, στη γονιμότητα του στοχασμού, στον τόπο της ανάγνωσης. Για τη σχέση θάλασσας και γραφής θα ξαναμιλήσει στο «Θαλασσινό άλλοθι 2»: </span><br><span style="color: #000000;">η θάλασσα δεν ήταν πια εκεί </span><br><span style="color: #000000;">Κανένας τάφος κανένα φονικό σημάδι .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην απατηλή ευημερία της κοινωνίας, η ποίηση εξορίζεται, η αγονία αρχίζει να κατατρύχει την ποιήτρια. Ένα όνειρό της στα Τοπία είχε δώσει το πρώτο σημάδι:</span><br><span style="color: #000000;">Τότε φώναξα τον πατέρα μου</span><br><span style="color: #000000;">Και την μητέρα μου</span><br><span style="color: #000000;">Που άξαφνα είχανε γίνει τα παιδιά μου . </span><br><span style="color: #000000;">Το ποίημα γεννιέται από την Ποίηση, γίνεται γονιός του ποιητή, τόσο που το όνομά του αναφέρεται στο ποίημα και όχι στη βιολογική του υπόσταση. </span><br><span style="color: #000000;">Σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη της Ζωής Καρέλλη, η Κέντρου γράφει:</span><br><span style="color: #000000;">Σε μια άλλη πορεία ανοίγει δρόμους […]</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνη ανοίγει το δρόμο .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε γενιά θα έπρεπε να έχει μια Ζωή Καρέλλη να ανοίγει ποιητικές διόδους. Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου είναι η δική μας Ζωή Καρέλλη. Στην αγέρωχη και ασυμβίβαστη φόρμα της πρώτης, η δική μας έρχεται να προσθέσει την κρυστάλλινη γλώσσα, τον ζωτικό ρυθμό, τον πηγαίο στοχασμό, για να μας δώσει μια γνήσια ποίηση. Και αν όντως το δοκίμιο είναι η άλλη όψη της ποίησης, η ποίησή της παραμένει βαθιά βιωματική, ενώ δεν διστάζει να κατοικήσει στην ίδια όχθη με τον δοκιμιακό λόγο:</span><br><span style="color: #000000;">Μη μιλάς για τα παλιά</span><br><span style="color: #000000;">Μη παλιώνεις τα λόγια</span><br><span style="color: #000000;">Κράτησέ τα θα μας χρειαστούν</span><br><span style="color: #000000;">Όταν δε θα ’χουμε τίποτα πια</span><br><span style="color: #000000;">Να βλέπουμε απ’ το παράθυρο .</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Βικτωρία Καπλάνη</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποίηση χαμηλόφωνη, ταπεινή, αξιοπρεπής, μετρημένη, χωρίς εξάρσεις, χωρίς ίχνος επιτήδευσης και εντυπωσιασμού. Μια γυναίκα της διπλανής πόρτας κάθεται στο παράθυρο του κόσμου, κοιτάζει, παρατηρεί και καταγράφει την αλληλεπίδραση των εικόνων του με τις εικόνες που βλέπει, κοιτάζοντας παράλληλα τον εαυτό της μέσα από εκείνο το αθέατο εσωτερικό παράθυρο μέσα στο σώμα της. Ποίηση του βλέμματος και του αναστοχασμού πάνω σε ζητήματα υπαρξιακά, μεταφυσικά, χωρίς αμφιβολία σιωπηλά κι ανομολόγητα στις συναναστροφές, ποίηση της μνήμης και της αγάπης για την οικογένεια, την πόλη και τη ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Στην ποίηση της Αγαθοπούλου υπάρχει ένας σεβασμός, μια αποδοχή της ζωής ως έχει, χωρίς παράπονα και φιλοδοξίες ανατροπής μιας καθημερινότητας, που δεν επιφυλάσσει εξαιρετικές ευκαιρίες και προοπτικές. Μια εσωτερική θύελλα έλαβε χώρα στη συνείδηση και επέφερε εκεί τις όποιες καταστροφές της, στον έξω κόσμο φανερές μόνο οι αποκατεστημένες εικόνες , η ανάδειξη της ομορφιάς κι όχι οι εναγώνιες δοκιμασίες. </span><br><span style="color: #000000;">Το σπίτι, ο εσωτερικός χώρος, οικείο πεδίο της ασάλευτης ζωής που με τον καιρό γίνεται λιμάνι καραβιών που νοσταλγούν μελαγχολικά τη θάλασσα, φοβούνται ωστόσο τις περιπέτειές της και αρνούνται πια να ταξιδέψουν. Το άγνωστο τρομάζει και το άτομο όσο μπορεί το αποφεύγει. Και ο έρωτας, μολονότι βαθύτατα ποθητός και ποθούμενος, προκαλεί τον τρόμο και το δέος του θανάτου. Η φθορά του σώματος, το αναπόφευκτο τέλος κάθε ύπαρξης και η ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης επαφής μοτίβα σταθερά στα ποιήματά της.</span><br><span style="color: #000000;">Η γραφή της Αγαθοπούλου, με θητεία στην ενδοσκόπηση, συνθέτει μια οπτική της ζωής με πληρότητα, αξιοποιώντας τις εμπειρίες του χρόνου σε όλες του τις διαστάσεις . Η ειλικρίνεια και η αμεσότητα του λόγου της μας φέρνουν κοντά σε πρόσωπα γνώριμα στον καθένα μας μέσα στη διαδρομή του βίου, που έζησαν μια ζωή στις ίδιες συντεταγμένες, με τους ίδιους περιορισμούς, τα ίδια πλεονεκτήματα, την ίδια ηθική στάση απέναντι στον κόσμο και ασπάστηκαν δια βίου κοινές αξίες με την ποιήτρια. Στα πρόσωπα αυτά δίνει λόγο με τη φωνή της η Αγαθοπούλου, τα βγάζει από την παραίτηση της σιωπής τους και χαράσσει τα ψυχικά τους αποτυπώματα στη συνείδησή μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Μαρία Κουγιουμτζή</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η πρώτη της μούσα, η μεγαλόψυχη ποιήτρια Χρυσάνθη Ζιτσαία διέκρινε το ποιητικό της βλέμμα και παρόλο που η Αγαθοπούλου αρνείται το πρώτο της βιβλίο που εκδόθηκε το 1961 με τον τίτλο «Ψυχή και τέχνη» είναι στην ουσία η σημαντική αρχή της, γιατί με την εμπιστοσύνη της και την προτροπή της η Ζιτσαία έβαλε το λιθάρι που αργότερα θα στήριζε το ποιητικό της οικοδόμημα. Απ’ την άλλη μεριά, η σχέση της με την Ζωή Καρέλλη, της ενδυνάμωσε την ευαισθησία και τον υπαρξιακό προβληματισμό. Ήδη στη συλλογή της «Τα τοπία που είδα» ολοκληρώνεται το ποιητικό πρόσωπό της, εγκαταλείπει τον αφηρημένο χαρακτήρα ορισμένων ποιημάτων της, ενώ η κατοπινή επαφή της με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, την απομάκρυνε από την κινούμενη άμμο των αισθημάτων, καθώς και από τις επιρροές της Καρέλλη και του Θέμελη. </span><br><span style="color: #000000;">Καθώς ολοκλήρωνε την ερωτική πλευρά της ποίησής της , ταυτόχρονα καθάριζε το βλέμμα της σ’ αυτό που πάντα έβλεπε, τη φθορά και το μάταιο, με όλη την ορμή και τον αισθησιασμό της ματαιότητας.</span><br><span style="color: #000000;">Παράλληλα το βλέμμα της στρέφεται προς τον άλλον, τον διπλανό κι εκεί ανήκουν τα ποιήματα, «η ελιά» το «γιουσουρούμ» «ο γείτονας» «θρήνος» «αναμονή» «επέκταση» «φώναξα τον πατέρα μου» «εργάτες» «ο πατέρας» «εικόνα του 41» «η μητέρα» «νυχτερινή συγκέντρωση» «μονάχα τ’ όνομά τους θυμάμαι» «χωρίς προοπτική» «οδικά έργα» «οικοδόμοι» «ο μοτοσικλετιστής» που μπήκε στο ανθολόγιο της Γ’Λυκείου, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση στους μαθητές, μάλιστα εκλήθη σε διάφορα σχολεία και μίλησε επανειλημμένως γι αυτό το ποίημα, κ.α.</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί όπου παγιδεύει τον ίδιο τον εαυτό της και αυτά που αγάπησε ανήκουν σχεδόν όλα τα θαλασσινά ποιήματά της, τα «αντιθαλασσινά» στην ουσία., όπως συνηθίζει να λέει. Παράδειγμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρκετά λοιπόν και φέτος</span><br><span style="color: #000000;">Με τις ζωντανές και τις νεκρές μέδουσες</span><br><span style="color: #000000;">Αρκετά με τις λιποθυμίες των ηλικιωμένων</span><br><span style="color: #000000;">Τους εμετούς των παιδιών στα καφενεία</span><br><span style="color: #000000;">Από φαρμακωμένα ψάρια</span><br><span style="color: #000000;">Αρκετά για τόσο λίγη θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Καιρός να φύγουμε τώρα</span><br><span style="color: #000000;">Να επιστρέψουμε στο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Στις πολλές συνήθειες μας</span><br><span style="color: #000000;">Στην ορισμένη στάση στο παράθυρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπουμε πως η ματιά της παίρνει θεωρητική στάση, το σώμα και η ψυχή της δεν συμμετέχουν, στέκεται σε απόσταση και θεωρεί. Απ’ το παράθυρο παρατηρεί τον έξω κόσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Στην ποίηση της εμπλέκονται το ρεαλιστικό στοιχείο με το φανταστικό και το συμβολικό. Παρόλο που κινείται κυρίως μέσα σε μια ατμόσφαιρα διχασμού, ανάμεσα στη νύχτα και την ημέρα, στο σκοτεινό και το φωτεινό, η ερωτικότητα που διασχίζει και τα δύο κανάλια, της επιτρέπουν να διατηρεί την ελπίδα που στοχεύει στη ζωή. Παρ’ όλες τις απογοητεύσεις, τις προσωρινές απομακρύνσεις επιμένει στη γεύση της. Και όπως διαφαίνεται μέσω της φαντασίας επιτυγχάνεται η συναίνεση. Τα αρωματικά άνθη της τελευταίας λαμβάνουν διαστάσεις ερωτικού αισθήματος προς τα πράγματα της ζωής. Παράδειγμα: </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από την οροφή έπεφτε πολύ τσιμέντο</span><br><span style="color: #000000;">Την έχτιζε βαθειά στου υμέναιου τον τάφο</span><br><span style="color: #000000;">Ενώ εκείνο το σαλκίμι σικλαμέν</span><br><span style="color: #000000;">Για κείνην χύνονταν απάνω στη βεράντα</span><br><span style="color: #000000;">Το άρωμά του ως το κρεβάτι της εισχωρούσε</span><br><span style="color: #000000;">Σε πλήρη οργασμό – θανάσιμο </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίησή της έχει τον έρωτα των πραγμάτων και ταυτόχρονα την μελαγχολία και τον τρόμο της φθοράς τους. Γι αυτό αναφέρεται διαρκώς στη νύχτα. Μες στο σκοτάδι χάνονται τα πράγματα, δεν υπάρχουν. Κι εκεί αρχίζει μια ομιλία άλλη. Ο εφιάλτης των χαμένων, ο τρόμος της ανυπαρξίας. Είναι σα να βλέπεις την ζωή σαν ένα μικρό παιδί, το δικό σου παιδί, και ξέρεις πως όλη αυτή η φρεσκάδα, το φως της κρουστής σάρκας σιγά σιγά θα σβήσει, θα γίνει μια γριά, ένας γέρος, κι απ’ όλη αυτή την ομορφιά θα μείνουν μόνο κόκαλα και στάχτη. Ζει τη φθορά της πιο τρυφερής, της πιο λαμπρής παρουσίας του σώματος που ανατέλλει. Γι αυτό και ρουφά την στιγμή με ερωτική ορμή, να προλάβει να την απολαύσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για μένα παίζει η μουσική εξαίσια</span><br><span style="color: #000000;">Για μένα αστράφτουν οι καθρέφτες ταραντέλες</span><br><span style="color: #000000;">Οι κουρτίνες δαντελένιες πίσω απ’ το χιόνι</span><br><span style="color: #000000;">Τρέμουν στο άγγιγμά σου το ψυχρό. </span><br><span style="color: #000000;">Στα δέντρα πράσινη υπόσχεση – κρυμμένη </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για μένα ο καφές ζεστός – βαθύ πηγάδι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για μένα μπαινοβγαίνει ο ωραίος σερβιτόρος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυρνάει αφηρημένος προς το παράθυρο-γερνάει μεμιάς</span><br><span style="color: #000000;">Τι κοιτάζει ο νέος που εγώ δεν βλέπω;</span><br><span style="color: #000000;">Το υποχθόνιο χιόνι; Ή ένα χελιδόνι; </span><br><span style="color: #000000;">Για μένα είναι που άλλη μια μέρα άσπρη</span><br><span style="color: #000000;">Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου με πρόσωπο τεφρό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπουμε ότι παρ’ όλη την ερωτική διάθεση το βλέμμα της στο τέλος γίνεται πικρό και δυσοίωνο. Αποκαλύπτει το σκηνικό που παίζονται τα αισθήματα, το εγώ μας που τα ωραιοποιεί και τα υψώνει για να σκεπάσει τις αδηφάγες ανάγκες μας, το έρως του εαυτού μας που υποκρύπτεται πίσω απ’ αυτές. </span><br><span style="color: #000000;">Το εφήμερο το παλεύει θέλοντας να αποσπάσει από την καρδιά του το αιώνιο. Έχει πάθος για την αισθητική, το αντιαισθητικό την ταράζει. Θα την ακούσεις να λέει: μην πάμε απ’ αυτόν τον δρόμο είναι άσχημος, ή δεν έχει καμιά ομορφιά, πάμε απ’ τον άλλον με τα δέντρα και τα ωραία σπίτια. Γι αυτό και υπήρξε συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής. Στον άνθρωπο δεν την ενδιαφέρει η έξω ομορφιά αλλά η έσω. Η ομορφιά και η δύναμη της προσωπικότητας. Η αυθεντικότητα η συνέπεια και η ειλικρίνεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εντούτοις βιώνει έντονα το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν μιλώ για να μιλήσω</span><br><span style="color: #000000;">Μιλώ για να μ’ ακούσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ζώο της στο υπόγειο, που συχνά αναφέρεται, είναι το ένστικτο της ζωής που όλα θέλει να τα γευτεί και δεν δύναται, ενώ ταυτόχρονα τα κατασπαράζει, αφού η ίδια η ζωή λεηλατεί τον εαυτό της, του ξεφλουδίζει τις δυνάμεις και την ωραιότητά του, τον φθείρει και τον εξαφανίζει. Το ζώο είναι η αμαρτία. Αυτό που γίνεται μέσα στο μυαλό, στα σκοτεινά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πέσω πάλι θα βυθιστώ </span><br><span style="color: #000000;">Σ’ ένα κρεβάτι σκοτεινό κι ανυπεράσπιστο</span><br><span style="color: #000000;">Σε μια αγρυπνία σε ναό αραχνιασμένο</span><br><span style="color: #000000;">Μες στο κουκούλι θα ‘μαι στο μετάξι</span><br><span style="color: #000000;">Μες στην ασπράδα ένα σκουλήκι μυθικό</span><br><span style="color: #000000;">…………………………………………….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΑΓΧΟΣ</span><br><span style="color: #000000;">Ήδη εγκαταστάθηκες μονίμως στο κορμί μου</span><br><span style="color: #000000;">Την ύπαρξή σου βόλεψες μες στο μυαλό μου</span><br><span style="color: #000000;">Φρένο δεν άφησες στις φρένες μου</span><br><span style="color: #000000;">Όπου με πας πηγαίνω όπου με σέρνεις</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δεν κοιμάμαι δεν σωπαίνεις</span><br><span style="color: #000000;">Πετιέσαι απ’ το κρεβάτι και καπνίζεις</span><br><span style="color: #000000;">Βλέπω φωτιές μες στο σκοτάδι ακούω σειρήνες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζώο με όγκο ελέφαντα θα μ’ εξοντώσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το ταυτόχρονο βλέμμα της ωραιότητας και της φθοράς της, του απρόσιτου έρωτα και της μυστικής του απόλαυσης, διασαλεύει τις φρένες, ταράζει τα όνειρά, κραυγάζουν οι εφιάλτες, παραμορφώνεται το πρόσωπο της ζωής. Την αγαπά με πάθος τη ζωή γι αυτό δεν αντέχει το πρόσκαιρο της διάρκειά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού σ’ έχω δει πού σ’ έχω αγγίξει ομορφιά</span><br><span style="color: #000000;">Και μου έκοψες το χέρι από τη ρίζα</span><br><span style="color: #000000;">Διάφανη πέρασες υγρή ζεστή και σάρκινη</span><br><span style="color: #000000;">Πρόλαβα και σ’ απόλαυσα στην πιο πικρή στιγμή μου</span><br><span style="color: #000000;">Για μένα ολοκληρώθηκες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα σύμβολά της με το πέρασμα του χρόνου ξεκαθαρίζουν.</span><br><span style="color: #000000;">Η νύχτα – το ζώο – το δέντρο – η πέτρα – το υγρό στοιχείο, ο άγγελος. Στη νύχτα ανήκουν ο θάνατος, ο φόβος, ο εφιάλτης. Στο ζώο, το ένστικτο, το πάθος, η αμαρτία. Στο δέντρο, η ζωή, το πρόσωπο, τα αισθήματα. Στην πέτρα το σκληρό , το σώμα, το σπίτι. Στο υγρό στοιχείο, το κύτταρο, η μήτρα και ο κίνδυνος. Γι αυτό και τα θαλασσινά της ποιήματα αρνούνται την θάλασσα και την ομορφιά της. Πίσω από τα γαλανά φεγγάρια, η απειλή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την είχα ολότελα ξεχάσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνη ήταν ακόμα εκεί</span><br><span style="color: #000000;">Ωραία γαλάζια προκλητική</span><br><span style="color: #000000;">Με την αιώνια έπαρσή της</span><br><span style="color: #000000;">Απάνω μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη νύχτα η γοργόνα μου έκλεισε το μάτι</span><br><span style="color: #000000;">Σαν εφιάλτης χώθηκε δίπλα μου</span><br><span style="color: #000000;">Κι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ξένη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα μέρη εκείνα</span><br><span style="color: #000000;">Όπου έσφαξα το πιο σγουρό μου ζώο</span><br><span style="color: #000000;">Και με το δέρμα του ζέστανα το κορμί της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα είναι μια άλλη ζωή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με μια αδιαφορία μέχρι θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Έπεσα μες στα κρύα νερά της</span><br><span style="color: #000000;">Κι ούτε με δρόσισε ούτε τη δρόσισα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο άγγελος είναι ο τιμωρός που εκδιώκει τον άνθρωπο από τον παράδεισο, την χαμένη αθωότητα και ταυτόχρονα ο άγγελος φύλακας, ο συμπαραστάτης, ο προστάτης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο διχασμό προβάλουν εικόνες ερωτικές, όνειρα ευφρόσυνης ηδονής και κατακόμβες τρόμου. Τα ποιήματά της Αγαθοπούλου μου θυμίζουν την ζωγραφική του Γκούσταβ Κλάιντ, όπου η γυναίκα είναι βυθισμένη μέσα στα χρώματα και τα λουλούδια της ζωής και ταυτόχρονα μέσα σε σαρκοφάγο, μέσα στα πολλά επίπεδα του χώματος.</span><br><span style="color: #000000;">Την ημέρα οι εφιάλτες ημερεύουν, βάζουν κάτω το κεφάλι, όμως συχνά τους βλέπεις να το σηκώνουν , να ρίχνουν βλέμματα χλευαστικά, ειρωνικά, σαρκαστικά και επιθετικά, να κλείνουν το μάτι σ’ αυτήν την πρόσκαιρη νηνεμία, στην ανάπαυλα της υπακοής. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι τελειώνει το καλοκαίρι</span><br><span style="color: #000000;">Αύριο φεύγεις φεύγουμε</span><br><span style="color: #000000;">Στο πάτωμα σπασμένες χτένες</span><br><span style="color: #000000;">Απ’ τ’ αρμυρά μαλλιά σου</span><br><span style="color: #000000;">Χαλασμένα σωσίβια </span><br><span style="color: #000000;">Σάπια ροδάκινα και φύκια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Η ανεμώνη η θαλασσία</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο αστερίας</span><br><span style="color: #000000;">Πεταμένοι στο μπαλκόνι</span><br><span style="color: #000000;">Σε αφασία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΑΣΧΑ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ λοιπόν μέσα στο σπίτι πάλι</span><br><span style="color: #000000;">Με το «δεύτε λάβετε» εκ του μη έχοντος</span><br><span style="color: #000000;">Με το ζώο μου να βρυχάται στο υπόγειο</span><br><span style="color: #000000;">Να καταβροχθίζει πασχαλιές</span><br><span style="color: #000000;">Άλλωστε τι γυρεύω ανάμεσα στις παπαρούνες</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνες θάλλουν ερήμην μου στους αγρούς</span><br><span style="color: #000000;">Και τίποτα σκοτεινό δεν προμηνάνε</span><br><span style="color: #000000;">Λοιπόν; Σε μια Ανάσταση</span><br><span style="color: #000000;">Καμιά δουλειά δεν έχω</span><br><span style="color: #000000;">Εκτός κι αν βρέχει ακατάπαυστα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το διπλό που την χαρακτηρίζει φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στο δίστιχο: Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά/Μα οι κάμποι θα ‘χουν πάντα χαμομήλια. </span><br><span style="color: #000000;">Με μια γλώσσα πάλλουσα, πένθιμη, μουσική και ντόμπρα παλεύει ανάμεσα στον εφιάλτη της νύχτας , με τις ενοχές, τις ανικανοποίητες επιθυμίες, τον ανεξέλεγκτο φόβο του θανάτου, και στην ερωτική της ορμή προς την ζωή. Ποίηση υπαρξιακά ερωτική. Αυτό το ερωτικό παιχνίδι, με τη φθορά και τον χρόνο, την ηδονή και το απόλυτο, περιέχει την ενδόμυχη μετάφραση του τέλους&#8217; την προβιώνει με τις κινήσεις του ενστίκτου, των αισθημάτων και των αναγκών μας, μετατρέποντάς τες σε ποιητικό γίγνεσθαι. Η αμετάφραστη ανάσα της ποιητικής ουσίας μεταβολίζεται σε ζωή. Ίσως αυτή την παρηγοριά προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Μέσω της ποιητικής γλώσσας κατορθώνεται η ανάκτηση των χαμένων, η προσωρινή τους ανάσταση, που σ’ αφήνει να γευτείς το ανύπαρκτο, ν’ αγγίξεις το απόλυτο. Ο έρωτας αγκαλιά με την ελπίδα, μας υπόσχεται αυτό που ήδη έχει χαθεί. </span><br><span style="color: #000000;">Νομίζω πως η Αγαθοπούλου μιλάει με το σώμα της. Από τα έγκατα του ενστίκτου της μεταφέρει, ό,τι απτά αισθάνεται και βλέπει γι αυτό και ο λόγος της είναι μεταφορικός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΗΛΙΚΙΑ</span><br><span style="color: #000000;">Όταν κλείνει ο κύκλος των φιλιών</span><br><span style="color: #000000;">Τα χείλη έχουνε κάτι από χώμα</span><br><span style="color: #000000;">Όσο και ν’ αντιστέκεται το σώμα</span><br><span style="color: #000000;">Το στόμα δεν του τάζει άλλη ηδονή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπασμωδικά χτυπάει ο χρόνος τα φτερά του</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είναι αμάραντα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι κι αν έρχεται άξαφνα μια ζέστη</span><br><span style="color: #000000;">Ευθύς αλλάζει δρόμο σ’ αφήνει</span><br><span style="color: #000000;">Σ’ ένα τουρτούρισμα ρίγος θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Σαν να μη θέλγεται πια η αμαρτία</span><br><span style="color: #000000;">Απ’ τη γλυκιά ματαιότητα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κλάμα αιωρείται – δεν πέφτει</span><br><span style="color: #000000;">Σκληραίνουν οι κόρες μες στο θολό υγρό</span><br><span style="color: #000000;">Από άδειες εικόνες</span><br><span style="color: #000000;">Γεμάτες φιλιά</span><br><span style="color: #000000;">Εντούτοις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην τελευταία της συλλογή «Σεντόνια της αγρύπνιας» βλέπουμε τον συνοδό μας χρόνο να λεηλατεί το σώμα, να στεγνώνει τα αισθήματα. Τη νύχτα τα σεντόνια υγραίνονται από τον ανέφικτο έρωτα και το πρόσωπο του θανάτου, ταράζεται το σώμα από τον τρόμο μιας συνείδησης που προσπαθεί να διώξει τον εφιάλτη ή να τον αποδεχτεί.</span><br><span style="color: #000000;">Κι ενώ όλα τα περιμένει η ερήμωση η ερωτική διάθεση της ζωής επιμένει να τρέφεται από την φαντασία γιατί εκεί συμβαίνουν οι μεταμορφώσεις που ο έσω χρόνος του σώματος οικοδομεί για ν’ αντέξει τα ανεξίτηλα σημάδια της φθοράς.</span><br><span style="color: #000000;">Κάτι μου λέει πώς η Αγαθοπούλου συνδέει την φθορά με την ενοχή. Ίσως νοιώθει ένοχος ο άνθρωπος επειδή υπάρχει, και ενδόμυχα αναγνωρίζει τον θάνατο ως πληρωμή για την ύπαρξή του. Το κύτταρό του γνωρίζει πως από την ανυπαρξία μετέβει στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία πάλι οδεύει. Αμίλητο, σιωπηλό το κύτταρο το ξέρει κι όμως συνεχίζει. Νομίζω πως την συνομιλία του ενστίκτου της ζωής με τον θάνατο επιχειρεί να μεταφράσει η ποιήτρια. Και φυσικά μέσω της γλώσσας. Ενεργοποιώντας το σώμα της λέξης αποκαλύπτει τα σκοτεινά και μύχια, τα παράλογα και τα ερωτικά, μέσα στην πτώση και την απογείωση, στην αλμύρα και την πίκρα που περιπλανιέται ο εαυτός, με διαρκείς ανατροπές στο πάσχον και στο ευδαίμων της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν και δεν ήταν ο άγγελος κρυμμένος</span><br><span style="color: #000000;">Άκουσε μόνο τη φωνή του να λέει απλά</span><br><span style="color: #000000;">Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα</span><br><span style="color: #000000;">Ό καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό</span><br><span style="color: #000000;">Το σώμα αναπαύει τις γλυκές του μέρες</span><br><span style="color: #000000;">Με τραγούδια και όργανα παλιά</span><br><span style="color: #000000;">Από τις φαντασίες που αγάπησες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει αυτή η ζωή όλο λαχτάρα</span><br><span style="color: #000000;">Απ’ το πρωί ως το βράδυ λατρεμένο σώμα</span><br><span style="color: #000000;">Σε κερνάει γκαζόζα μανταρίνι μήλο</span><br><span style="color: #000000;">Μες στα εξαίσια χαμάμ σε εξαγνίζουν</span><br><span style="color: #000000;">Γριές με κρεμαστά βυζιά και αδειανά κεμέρια</span><br><span style="color: #000000;">Πάνω σε μάρμαρα με τρίφτες και σαπούνια</span><br><span style="color: #000000;">Φυραίνει ο καημός κι ο άγγελος μες στ’ αχνιστά </span><br><span style="color: #000000;">Νερά χορεύει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">( Αδημοσίευτο κείμενο που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου.)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Ευτυχία Λουκίδου</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το πάθος πέραν της γραφής</span><br><span style="color: #000000;">«Σεντόνια της αγρύπνιας»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη λογοτεχνία κάθε απόπειρα απόδοσης του πάθους βρίσκει συχνά το υποκείμενο στο μέσο μιας αβύσσου. Ο συμβατικός λόγος απ’ τη μια &#8211; με όλα τα σημεία και τις αναφορές του &#8211; και τα εξορισμένα πάθη απ’ την άλλη επιδίδονται σ’ έναν αγώνα προσεταιρισμού του πάσχοντος σώματος. Προπάντων να μην αντηχήσει το κενό, προπάντων να κυριαρχεί στο σκηνικό έστω και το ομοίωμα του άλεκτου αισθήματος. «Τα απείθαρχα τάγματα του συναισθήματος», για τα οποία γράφει ο T.S. Eliot, είναι εκείνα που η ίδια τους η αυθεντικότητα τα φέρνει σε διάσταση από την εύρεση των γλωσσικών εκείνων συμβόλων που θα σταθούνε ικανά, για να τα αποδώσουν. Έρχονται όμως κάποτε κάποιες φαινομενικά απλές εξομολογήσεις , λόγια θαρρείς αβίαστα ειπωμένα που αμφισβητούν την παραπάνω διαπίστωση. Είναι η στιγμή που το αίσθημα ακέραιο εμφανίζεται κι όχι το ομοίωμά του, που η αναπαράσταση μετουσιώνεται σε ζώσα παρουσία κι ο λόγος από όχημα και ένδυμα μετατρέπεται σε ηχώ που, αν και υποβάλλει αλήθειες συνταρακτικές, εντούτοις προκαλεί τον ίδιο θόρυβο που μια απλή χειρονομία θα ήταν δυνατό να προκαλέσει. </span><br><span style="color: #000000;">Αναφέρομαι στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, όπου το ποιητικό «εγώ» επιδίδεται σ’ ένα αλλεπάλληλο ξεφλούδισμα του έσω αλλά και έξω κόσμου. Με τρόπο απόλυτα φυσικό κινείται από τη σημασία προς το νόημα κατορθώνοντας να προφέρει και τη σιωπή ακόμα με μια φωνή καθάρια, απαλλαγμένη από τεχνάσματα γοητείας, ίσως και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αναμφισβήτητα γοητευτική. Ο χρόνος της γραφής δεν εκτυλίσσεται σ’ ένα «αλλού», αλλά σ’ ένα αιώνιο παρόν, στα πλαίσια του οποίου η ποιήτρια αρνείται να ενδώσει στην απελπισία, όχι ως αποτέλεσμα αντίστασης ηρωικής ή και νηφάλιου φιλοσοφικού στοχασμού. Εκείνο που υπαγορεύει άλλωστε τη γραφή της δεν είναι παρά η αναζήτηση της αλήθειας πέραν της αλήθειας, του ονείρου που κρύβεται μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο. Η Αγαθοπούλου δεν ενδίδει στις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα, καθώς εγκαίρως έχει συνειδητοποιήσει πως, όσο και αν πασχίζει η ύπαρξη, δε θα κατορθώσει παρά να καταφάσκει εκ νέου στη ματαιότητα, εφόσον η αλήθεια είναι μία και αναπόδραστη: ο Θάνατος προηγείται, ουδέποτε ακολουθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ποιος βλέπει την άμμο και τον άνεμο</span><br><span style="color: #000000;">Να ανακατεύει τον καιρό ως τη λάσπη</span><br><span style="color: #000000;">Δεν είδα τίποτα εγώ δεν ξέρω</span><br><span style="color: #000000;">Φωνάζει ο νεκρός μου απ’ το βυθό».</span><br><span style="color: #000000;">(Φιλοξενία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντιλαμβανόμενοι πως υψηλή ευθύνη της Φιλοσοφίας είναι η γνώση, κατανοούμε ότι εναπόκειται στην Τέχνη να αναλάβει την απόγνωση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να την υπερβεί, να την αποτρέψει ή άλλοτε ακόμη και να την προτείνει. </span><br><span style="color: #000000;">Στα «Σεντόνια της αγρύπνιας» ωστόσο συντελείται υποδορίως ένας κατεξοχήν λεπτός διαχωρισμός. Ένα επίπεδο πριν την απόγνωση κυριαρχεί η θλίψη. Εκείνο το γενναίο και απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις κοίταγμα στην προϊούσα μα και επικείμενη καταστροφή, που εντούτοις διασώζει στο βλέμμα του κάτι απ’ την αξιοπρέπεια και τη βουβή διαμαρτυρία των ευγενών που &#8211; ανίκανοι ν’ αντισταθούν &#8211; αντικρίζουν όλα τους τα υπάρχοντα στην κατοχή εισβολέων.</span><br><span style="color: #000000;">Το ποιητικό υποκείμενο λοιπόν, παρ’ όλες τις παράπλευρες απώλειες και τη βαθιά επίγνωση της επελαύνουσας φθοράς, αντιμετωπίζει με συμπάθεια και τρυφερότητα τον πόνο, ενώ ενδίδει άνευ όρων στη ζωή και εράται ακόμη την επιθυμία. </span><br><span style="color: #000000;">Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι την κατευθύνει και πολύ περισσότερο ότι τη σχηματοποιεί. Απλώς, επιθυμεί την επιθυμία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι να επιθυμήσω άλλο από μια πηγή μυροβλήτισσα</span><br><span style="color: #000000;">Όπου τα μάτια μου να πλένω το πρωί</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε πρωί που σηκώνομαι απ’ το θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν ξέρω πόσο ψωμί πόσο νερό μου ανήκει</span><br><span style="color: #000000;">Πόση φωνή μου απόμεινε για το αινεσάτω τον Κύριο». (Αγρυπνία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν ακόμη αναφέρεται σε απουσίες, καταφέρνει να δίνει την εντύπωση ότι μιλάει μόνο για παρουσίες που δεν είναι. </span><br><span style="color: #000000;">Έτσι, λοιπόν η θλίψη, μην αντέχοντας να είναι ακραία, αρνείται την απόγνωση και δεν πενθεί. Αντ’ αυτού η ποιήτρια, από το μότο ακόμη της συλλογής, αποφασίζοντας να προϊδεάσει τον αναγνώστη, του αποκαλύπτει τις προθέσεις της, θαρρείς και του εγχειρεί συνωμοτικά το αριθμητικό αποτέλεσμα, αφήνοντας όμως σ’ εκείνον να ανακαλύψει στη διαδρομή τον τύπο της εξίσωσης. Και το αποτέλεσμα εν τέλει είναι αισιόδοξο. Σε αντίθεση με τον Σοπενχάουερ που σκιαγραφεί την περίκλειστη όραση με τη φράση: «Όποιον δαυλό κι αν ανάψουμε και όποιο τοπίο κι αν φωτίσει αυτός, πάντα τον ορίζοντά μας θα τον φράζει από παντού βαθιά νύχτα», </span><br><span style="color: #000000;">εκείνη απ’ τον προθάλαμο κιόλας της συλλογής καταθέτει την καθησυχαστική διαβεβαίωση από στίχο του ποιήματός της:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρη θα είναι πάντα η νύχτα στα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">Μα οι κάμποι θα ’χουν πάντα χαμομήλια.</span><br><span style="color: #000000;">(Λύπη απαστράπτουσα)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα στοιχεία που μετέρχεται και ενσωματώνει στην ποιητική σύνθεση αφορούν υλικά, των οποίων η διάρκεια αποδεικνύεται κάποτε ισχυρότερη από την αντοχή της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Τα πράγματα, στην ποίηση της Αγαθοπούλου, τυλίγουν και παρηγορούν, φιλοξενούν και αναπαύουν, την ίδια ώρα που σχίζονται αιφνίδια, κρύβονται, καθηλώνουν και απειλούν. Εντασσόμενα συνεπώς και συναριθμούμενα στα πρόσωπα της παράστασης κι όχι στα σκηνικά της, λειτουργούν ως σώματα που μόλις υποδύθηκαν το ρόλο τους και τώρα αποτραβιούνται στη γωνιά ως άηχη υπόμνηση του ήδη ματαιωμένου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ αρέσει ν’ απλώνω τα ρούχα στο σκοινί</span><br><span style="color: #000000;">Εδώ τα μικρά εκεί τα μεγάλα σώματα</span><br><span style="color: #000000;">Ασήκωτα ανομήματα ζωής χαρισάμενης.</span><br><span style="color: #000000;">(Σεντόνια της αγρύπνιας)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Αγαθοπούλου δε σου επιτρέπει να περιοριστείς στα αισθητικά επιφαινόμενα, αλλά αντιθέτως, μέσω της ενότητας του βλέμματος και της εσωτερικής ρυθμικότητας που την ορίζει, υποβάλλει και υπαινίσσεται ένα βάθος φλεγόμενο. Υπακούει λοιπόν στις υψηλές επιταγές ενός λόγου, εντός του οποίου η ηθική συναντά την αισθητική, κινούμενη από τη γραφή στη σιωπή με τονισμούς ειρωνείας αλλά και τραγικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πολιορκεί την ποιητική ουσία, επιχειρώντας τολμηρές καταδύσεις στις αθέατες συνιστώσες των πραγμάτων. </span><br><span style="color: #000000;">Δεν αρκείται όμως σ’ αυτό. Εμβαπτίζει τις λέξεις στη νόηση κι αυτές αυθαίρετα και με όλο το βάρος της πολλαπλής τους ωρίμανσης πηγαίνουν κι εγκαθίστανται κατευθείαν στην καρδιά. Αποφεύγοντας έτσι την αιχμαλωσία στις έως τώρα μορφικές και εκφραστικές της κατακτήσεις, ανανεώνει τον κόσμο των σημαινόντων και διαμορφώνει το ιδιαίτερο κλίμα του ήδη κατακτημένου προσωπικού της σύμπαντος. Στοιχεία του προφορικού λόγου και λέξεις υποτιθέμενα «αντιποιητικές» ενσωματώνονται στο εκφραστικό της «γίγνεσθαι», ενώ παράλληλα η δυναμική της εικονοπλασίας και το αναπάντεχο των συνειρμών της αναδιατάσσουν και μεταμορφώνουν ό,τι η όραση καταδικάζεται να στερηθεί εξαιτίας της προφάνειας. </span><br><span style="color: #000000;">Κατά τη διάρκεια της αφηγηματικής ροής του οξύτονου λόγου της, αιφνίδιες παύσεις σιωπής επιχειρούν να ακινητοποιήσουν το ακαριαίο, πασχίζοντας να αναδυθεί μέσα από τις λέξεις το άλγος που αυτές φέρουν εντός τους. </span><br><span style="color: #000000;">Ως εκ τούτου, η αγωνιούσα διάνοιά της εκκινεί από την αλληγορία, για να την καταλύσει στη συνέχεια προς χάριν του νοήματος. Με ποιήματα άλλοτε θεματικά και άλλοτε ατμόσφαιρας, όπως κατεξοχήν θεωρώ τα τρία τελευταία της συλλογής με το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου», διηθεί τη γειωτική καθημερινότητα και μετασχηματίζει την ύλη της, προκειμένου να αποδώσει την ατομική και συλλογική περιπέτεια σε κλίμα όμως πρωτοποριακού αυτοσχεδιασμού. Η σκηνοθετική και μεταποιητική της ικανότητα προσδίδει στις τραγικές αλήθειες με τις οποίες καταπιάνεται την ανάλαφρη φρεσκάδα ανέμελων μα άκρως επικίνδυνων παιδικών παιχνιδιών. </span><br><span style="color: #000000;">Οι σημειολογικές της αναφορές απ’ την άλλη, ευχερώς μας παραπέμπουν στη διττή σχέση Έρως &#8211; Θάνατος:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε άνθρωπος πρέπει να ’χει ένα πάθος κρυφό</span><br><span style="color: #000000;">Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα</span><br><span style="color: #000000;">Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του</span><br><span style="color: #000000;">Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου.</span><br><span style="color: #000000;">(Διάρκεια)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ ο Καρυωτάκης στο ποίημά του (Η νύχτα) γράφει: </span><br><span style="color: #000000;">«Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους / κι αυτοί λένε πως έτριξε / δεν λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται / μελλοντικούς θανάτους»</span><br><span style="color: #000000;">η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου στο ποίημα (Άγγελος σε λουτρό), παραδίδοντάς μας μαθήματα λιτότητας, συλλαμβάνει και ουσιώνει με καίριο τρόπο την ίδια μέγιστη αλήθεια:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψε στο βάθος της χαβούζας κοίτα</span><br><span style="color: #000000;">Ο καιρός για σένα στρώνει κρεβάτι ερωτικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο έρωτας, ως απόπειρα αθανασίας, δε συνιστά την αφελή και επιπόλαιη αντίσταση της ύπαρξης που επινοεί κρησφύγετα, προκειμένου να καθυστερήσει τη βέβαιη σύλληψή της. Άλλωστε, και η ίδια η πράξη της γραφής, η φιλοσοφία της τέχνης ουδόλως υπηρετείται από άτομα που, ασκημένα να εθελοτυφλούν, επιδίδονται στον πολλαπλασιασμό των ψευδαισθήσεων. Αντιθέτως, με πλήρη επίγνωση και οδυνηρή συναίσθηση του απελπισμένου εγχειρήματος, καταφεύγουν στον έρωτα αναθέτοντάς του ρόλο διαμεσολαβητή, αφού ένα σατανικό παιχνίδι ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χρόνο είναι στημένο από καταβολής κόσμου, με τον πρώτο να μεταμφιέζει την επιθανάτια αγωνία σε πόθο κατάκτησης του απόλυτου. Κι ο έρωτας έρχεται και υπόσχεται το απόλυτο, με τη διαφορά ότι μονίμως την υπόσχεσή του αθετεί. Το κενό της αθέτησης έρχεται να καλύψει ο θάνατος, αφού αυτός τελικά αποδεικνύεται ο μόνος &#8211; δυστυχώς &#8211; που τηρεί την υπόσχεσή του. </span><br><span style="color: #000000;">Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, με πρόσχημα και σημείο εκκίνησης το άπλωμα των ρούχων και των σεντονιών, καθίσταται σαφής η πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου να δηλώσει ευθαρσώς τη θέση που παίρνει απέναντι στο αιώνιο ζήτημα της αμαρτίας και της άφεσης. Το άπλωμα των ρούχων στο σκοινί, ως σημειολογική αναφορά στην αβίαστη και εκούσια έκθεση του όντος και των πράξεών του, δηλώνει τη νηφάλια συμφιλίωση αλλά και εξοικείωση με επιλογές ζωής που τις υποκινεί μια αλήθεια απαλλαγμένη από ένοχες προφάσεις και τύψεις ύποπτες για τις προθέσεις τους. Το ειλικρινές κοίταγμα σε κάτοπτρα που δεν παραμορφώνουν, συνιστά στάση ζωής που εκλαμβάνει τα λάθη, όχι ως ανομήματα που καθιστούν υπόλογο και αιώνιο χρεώστη εκείνον που τα διέπραξε. Ό,τι παρεκκλίνει της πορείας &#8211; κι άραγε ποιος έχει ορίσει τις συντεταγμένες; &#8211; υπακούοντας τυφλά «στο γίγνεσθαι του αίματος», δεν οφείλει να λογοδοτήσει σε κανέναν και προπάντων δεν καλείται να πληρώσει, αφού άλλωστε είναι όλα ήδη πληρωμένα. Ίσως κιόλας να μην υφίσταται ούτε και η ίδια η αμαρτία, με όλα τα επίπλαστα και επινοημένα βάρη της. Η ζωή αντιμετωπίζεται από την Αγαθοπούλου ως δωρεά, ως χάρισμα, κι ως εκ τούτου όλες τις διακηρύξεις περί απόλυτης κυριαρχίας στο παιχνίδι του βίου δεν τις θεωρεί παρά αυταπάτες που &#8211; θέλοντας και μη &#8211; υπόκεινται κάποτε κι αυτές στο «θέλημα του καιρού». </span><br><span style="color: #000000;">Άδεια λοιπόν τα ρούχα από τα σώματά τους, κενά απ’ τη βαρύτητα της φθαρτότητας και των τύψεων που κουβαλούν για τ’ ανομήματά τους, περιμένουν κρεμασμένα τον ήλιο να τα λαμπρύνει, το φεγγάρι ν’ αποκαλύψει τη γύμνια τους κι έναν αέρα να στεγνώσει δάκρυα και υγρά φιλιά. </span><br><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας τα τρία τελευταία ποιήματα της συλλογής που στεγάζονται κάτω απ’ το γενικό τίτλο: «Πίστευε στη θεατρικότητα του βίου» και με τον ειδικό τίτλο το καθένα «Σκηνή πρώτη», «Σκηνή δεύτερη» και «Σκηνή τρίτη», συναισθάνεσαι ίσως βαθύτερα την προτροπή του Ρίλκε: «Ένα, και μόνο, μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη ενδόμυχη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου κι ώρες ολόκληρες να μη συναντάς εκεί κανέναν – αυτός πρέπει να ’ναι ο υπέρτατος του καθενός στόχος». </span><br><span style="color: #000000;">Η περιπέτεια του όντος για την Αγαθοπούλου συνίσταται και ολοκληρώνεται σε δύο κύριες συνειδητοποιήσεις: στη συναίσθηση της μοναχικότητάς του και στην αποκάλυψη της προσωπικής του αλήθειας. Κάθε διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στο μυστήριο της ζωής μοιάζει σαν να μην έχει υπόψη της τα λόγια του Παλλάδα: «Σκηνή πας ο βίος και παίγνιον». Το θεατρικό πάντως που ανεβαίνει στην ποιητική &#8211; και όχι μόνο &#8211; σκηνή της ποιήτριας διαθέτει παρουσίες που εντούτοις λάμπουν διά της απουσίας τους. Ο σκηνοθέτης βρίσκεται «σε στάση απραξίας», «ο υποβολέας πανταχού απών», «από το βάθος αναθρώσκει η εξουσία του τίποτα». Εικόνες σκληρές στη σύλληψή τους που παραπέμπουν στο μάταιο της όποιας παρέμβασης στην ανθρώπινη μοίρα, στην πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του δρώντος προσώπου ν’ απευθυνθεί, ν’ αναζητήσει μπούσουλα και στήριγμα, τώρα που ο Αθέατος &#8211; μα όχι αθόρυβος &#8211; υπονομεύει του βίου τη σταθερότητα και απειλεί ν’ απορροφήσει αιφνίδια την ύπαρξη που ανίδεη ροκανίζεται:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος υποσκάπτει γκαπ γκουπ – υπό</span><br><span style="color: #000000;">Τι θησαυρό ψάχνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι λοιπόν απόντες και μόνο εκείνη παρούσα, με μοναδικές αποσκευές </span><br><span style="color: #000000;">την ανεμελιά της &#8211; που ίσως να είναι και η επιμελώς κρυμμένη της αμηχανία –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε βλέπει πού κάθεται πού βάφεται </span><br><span style="color: #000000;">Κουνάει πέρα δώθε τα πόδια της …</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αλλά και το πρόσωπό της:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνη έχει το πρόσωπό της</span><br><span style="color: #000000;">Να βλέπει και ν’ ακούει της ερήμου τα γέλια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το «είναι» όμως της ύπαρξης πρέπει να μείνει αφτιασίδωτο, απαλλαγμένο απ’ τα ψιμύθια της προσποίησης, να</span></p>
<p><span style="color: #000000;">φανερώσει επιτέλους τη ραγισμένη μάσκα</span><br><span style="color: #000000;">Να παίξει τον εαυτό της απροκάλυπτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό άλλωστε από την αλήθεια του όντος το μόνο που ζητείται είναι να γυμνωθεί τα μέχρι τούδε «ζωτικά» της ψεύδη, ώστε γυμνή και μόνη, όπως μια άδεια αγκαλιά, να εναποθέσει τις ελπίδες της στο φως του προβολέα, την ώρα που θα δείχνει το ένα και μοναδικό πρόσωπο της σκηνής, αφού:</span><br><span style="color: #000000;">«Εν ου παικτοίς εν ου παικτοίς» παίζεται η παράσταση του βίου καθενός μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Για το πεζογραφικό έργο της Μαρίας Κέντρου &#8211; Αγαθοπούλου έγραψαν:</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Χλόη Κουτσουμπέλλη</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι» Διηγήματα Γαβριηλίδης 2010</span><br><span style="color: #000000;">Ποια είναι λοιπόν αυτή η ιδιόμορφη Ευρυδίκη αιχμαλωτισμένη σε ένα μπαλκόνι στο κέντρο του πουθενά, που καπνίζει; Που περιμένει όπως οι Τσεχωφικοί ήρωες στην έπαυλή τους πίνοντας τσάι η καφέ, το πέταγμα ενός γλάρου για να διακόψει την ρουτίνα της ζωής της, για να την κινητοποιήσει, για να την εξαγνίσει;</span><br><span style="color: #000000;">Η Μαρία Κέντρου- Αγαθοπούλου καπνίζει σε ένα μπαλκόνι. Και από εκεί κοιτάει όχι προς τα έξω αλλά προς τα μέσα, καταγράφει και απεικονίζει την πραγματικότητα, τις μικρές λεπτομέρειες που αποτελούν το δικό της σύμπαν. </span><br><span style="color: #000000;">Στέκεται απέξω και παρατηρεί. Σαν όλα να αρχίζουν από την αρχή. Παρθενική και ταυτόχρονα σοφή η ματιά της, υπεισέρχεται και περιγράφει το μικρό, το ασήμαντο, το καθημερινό και μέσα από την αλχημεία της γλώσσας και του ύφους το μετασχηματίζει σε σημαντικό, συγκινητικό, πανανθρώπινο.</span><br><span style="color: #000000;">Η συγγραφέας διατηρεί μία ιδιότυπη ερωτική και αισθησιακή σχέση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντός της αλλά και με συνήθειες που αποκτούν γι αυτήν πολλές φορές τον χαρακτήρα παράφορου πάθους.</span><br><span style="color: #000000;">Στην συλλογή αυτή των διηγημάτων η συγγραφέας κρατά τους τόνους χαμηλούς. Δεν συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, δεν υπάρχει έντονη δράση, συγκρούσεις χαρακτήρων, εγκλήματα που επιζητούν την κάθαρση. Το πιο συναρπαστικό έγκλημα είναι μία κλοπή πορτοφολιού στο διήγημα «ο διψασμένος». Πόσο όμως αριστουργηματικά μας παρουσιάζει η συγγραφέας στο ίδιο διήγημα την τόσο εύθραυστη ισορροπία της γυναίκας που ήλπισε για μια στιγμή για να διαψευστεί οικτρά.</span><br><span style="color: #000000;">Ο προβολέας λοιπόν της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου είναι έτσι τοποθετημένος ώστε να εστιάζει στις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής και αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργεί φωτοσκιάσεις στην λευκή επιφάνεια ενός πίνακα. Μαιτρ του είδους της κεντά, συνθέτει, ζωγραφίζει. Μας αποκαλύπτει τα μυστικά του κρυφού σύμπαντος της σιφονιέρας, τα κεντημένα ασπρόρουχα, τα μεταξωτά εσώρουχα, τα παπλώματα, μα πιο πολύ μας παρουσιάζει την ψυχολογία της γυναίκας που κατοικεί σε ένα σπίτι και προσπαθεί να κτίσει γύρω της την ασφάλεια για να μην καταρρεύσει η ίδια, ανέτοιμη στην ουσία για μια εσωτερική μετακίνηση, δειλή για να δραπετεύσει από το λεπτοδουλεμένο, μυρωδάτο της κόσμο. </span><br><span style="color: #000000;">Ο Άλλος πάλι είναι ένας ξένος που ζει στο ίδιο σπίτι, ή κάποιος άντρας που συναντά σε ένα καφενείο που μπορεί να είναι ο φίλος η ο σωσίας του και που κινείται στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας ή ένας ξένος λευκός και φωτεινός ή μαύρος και σκοτεινός που μία γυναίκα ρωτά «τι ώρα είναι» σε έναν χρόνο στατικό και ακινητοποιημένο. Μόνο σε ένα διήγημα στο «γεύση από χρώμα και ουρανό» ο Άλλος γίνεται αναπότρεπτο πεπρωμένο και η ένωση μαζί του ζωή και θάνατος μαζί.</span><br><span style="color: #000000;">Τα ταξίδια σ’ αυτή την συλλογή διηγημάτων γίνονται πάλι κι αυτά προς τα μέσα. Στο διήγημα «στο πλοίο» η αφηγήτρια δεν κατεβαίνει από το πλοίο, δεν αποβιβάζεται τελικά στον προορισμό της, προτιμά να ατενίζει από μακριά το τοπίο γιατί το ταξίδι είναι ιερό και μυστικό. Η πορεία καταλήγει σε αδιέξοδο και ακόμα και ένας περίπατος στην εξοχή καταλήγει στην επιβεβαίωση της απομόνωσης.</span><br><span style="color: #000000;">Στα έξι τελευταία διηγήματα της ενότητας με τίτλο «στον αστερισμό της ουτοπίας»η συγγραφέας επαναφέρει μνήμες των παιδικών χρόνων, την μύηση στην σεξουαλικότητα, το μυστικό της θείας Μαρίκας όπως το κατέγραψε το παιδικό μυαλό, το δέος μπροστά στις υφάντρες, ένα τραγικό συμβάν με μηχανή, τους μπλε αγγέλους, τους νεαρούς Γερμανούς στρατιώτες με τις στολές τους και την εντύπωση που έκαναν στις μικρές κοπέλες, το πρώτο ραντεβού με την άδοξη κατάληξή του. Η συγγραφέας πάλι με εξαιρετική λεπτότητα κάνει την μνήμη τέχνη.</span><br><span style="color: #000000;">Η ανατομία της μοναξιάς, η αθόρυβη κίνηση της ακινησίας, η προσμονή και η αναμονή αυτού που δεν έρχεται ούτε πάει, οι λεπτές ισορροπίες και μία διάχυτη τρυφερότητα όπως αυτή ενός δειλινού σε μία από τις αγαπημένες γειτονιές, αυτή η συλλογή, αυτή η Ευρυδίκη που ψάχνει έναν Ορφέα για να παίξει την λύρα του, μας μαγεύει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Κούλα Αδαλόγλου</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στοχασμοί γλυκόπικροι, κι ένας γενναίος σαρκασμός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου έχει μια μακρά θητεία στη λογοτεχνία, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία: δεκατρείς ποιητικές συλλογές και πέντε συλλογές διηγημάτων – επίσης ένα βιβλίο με δοκίμια. </span><br><span style="color: #000000;">Ο τίτλος της τελευταίας συλλογής διηγημάτων της με παρέπεμψε αμέσως σε στοχασμό: μια γυναίκα στο μπαλκόνι, εδώ με την απαραίτητη συνοδεία του καπνίσματος, συνήθως βυθίζεται σε κάποιες σκέψεις. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο με είκοσι διηγήματα, και το δεύτερο, με τον υπότιτλο Στον αστερισμό της ουτοπίας, με έξι διηγήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δομή των διηγημάτων, στο πρώτο κυρίως μέρος, είναι συνήθως η εξής: </span><br><span style="color: #000000;">Ο πυρήνας: ένα γεγονός, ένα περιστατικό, μια σκηνή. Στη συνέχεια, η διεύρυνση. Σε έναν πρώτο κύκλο εικόνων, συνειρμών. Ακολουθεί η επαγωγή: ο φιλοσοφικός στοχασμός στα ανθρώπινα. Το κλείσιμο: μια σκέψη, ένα άλλο γεγονός, που είτε έρχεται να ολοκληρώσει την αρχική κατάσταση είτε την ανατρέπει. Σαν να στέκεται σε μιαν άκρη, μιαν εξοχή (εξέχω) η αφηγήτρια/οι αφηγήτριες και από εκεί ατενίζουν τον μικρόκοσμο της ζωής τους ή τον μακρόκοσμο του χρόνου, παρελθόντος, τωρινού και μελλούμενου, με τις μεταβλητές αλλά και με τις αμετακίνητες σταθερές. Με την ταυτόχρονη παρουσία ενός άλλοτε υποδόριου και άλλοτε φανερού σαρκασμού, που δίνει στην αφήγηση και στο στοχασμό ένα ιδιαίτερο ύφος και μια ιδιαίτερη ποιότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μητέρα είναι το θέμα τριών διηγημάτων της συλλογής: στη δύση της ζωής της (Μεταστροφή), στο δρόμο για το τέλος (Σκιές), στο συντελεσμένο του θανάτου της (Κατσαρίδες). Στις Κατσαρίδες υπάρχει μόνον διάλογος ανάμεσα στις κόρες, χωρίς να παρεμβάλλεται αφήγηση – πολύ ενδιαφέρον δείγμα γραφής. </span><br><span style="color: #000000;">Το μπαλκόνι είναι ένα κεντρικό μοτίβο στη γραφή της Αγαθοπούλου. Στη συλλογή αυτή με αφετηρία τον τίτλο και το ομώνυμο διήγημα, αλλά και στη συλλογή Η παραίτηση (εκδ. Κέδρος, 2002), με δύο τουλάχιστον διηγήματα, το Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου και στο Η παραίτηση. </span><br><span style="color: #000000;">Στο ομώνυμο διήγημα της παρούσας συλλογής η άχαρη, όπως παρουσιάζεται από την αφηγήτρια, Ευρυδίκη ξεδίνει με το κάπνισμα στο μπαλκόνι μες στην ερημιά της, γίνεται μια σταθερή θλιβερή παρουσία, ώσπου κάποια μέρα το φωτάκι από την κάφτρα του τσιγάρου δεν φαίνεται, ενώ η παρουσία υπάρχει, κάτι που βάζει σε σκέψεις την αφηγήτρια για τη λειτουργία ενός τσιγάρου στη μονοτονία και στην ακινησία μιας ζωής. Στις Σκιές είναι η ηλικιωμένη μητέρα που απολαμβάνει το μπαλκονάκι στο εξοχικό της κόρης μπροστά στη θάλασσα καθισμένη με ένα κέντημα αιωνίως στα χέρια, ενώ Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου η μητέρα που έχει χάσει σχεδόν το φως της μαντεύει την κίνηση στο δρόμο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων από τη μοναδική της έξοδο, στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Στις Κατσαρίδες η άλλη κόρη απολαμβάνει το μπαλκονάκι της, αφού ελευθερώνεται από τη φροντίδα της μητέρας. Η πιο ενδιαφέρουσα όμως αναφορά υπάρχει στο Ας φάμε λίγα κεράσια να κοκκινίσει η γλώσσα της γραφής μας. Ιδιαίτερα αν η αναφορά αυτή συσχετιστεί με το διήγημα Η παραίτηση από την ομώνυμη συλλογή Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μια αφοσίωση και αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη […] </span><br><span style="color: #000000;">Στο Ας φάμε λίγα κεράσια, αναιρείται το «άλλοθι» της αφηγήτριας, ότι δηλαδή δεν τη νοιάζει που μεγάλωσε και της αρκεί να βλέπει τη θάλασσα από μακριά, καθισμένη στο μπαλκόνι. Η αφηγήτρια, επαναλαμβάνοντας ή/και παραφράζοντας το απόσπασμα από την Παραίτηση, μιλά εκ βαθέων αλλά και αναμετράται με το παρόν της: Από την άλλη μεριά, πώς θα μπορούσα να προδώσω τις αποφάσεις μου, τις πικρές και ανομολόγητες ψευτιές μου, ότι τάχα μου φτάνει να βλέπω από το μπαλκόνι τις άσπρες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, ότι μου φτάνει να τη βλέπω τη θάλασσα, δεν χρειάζεται να είμαι μέσα της, κι όλες εκείνες τις ανόητες αυταπάτες που όχι μόνο δεν παραμυθιάζουν και δεν παραμυθίζουν, αλλά και που βαθιά μελαγχολούν[&#8230;]</span><br><span style="color: #000000;">Όλα αυτά ποτέ λιπόψυχα. Πάντα με την υποψία ενός – πικρού έστω – χαμόγελου στην άκρη των χειλιών. </span><br><span style="color: #000000;">Μαζί με το μπαλκόνι στοχασμό και παραίτηση, εμφανίζεται το μοτίβο της θάλασσας ως πρόκλησης για συμμετοχή στη ζωή. Η εικόνα του γυμνού γυναικείου σώματος που βουτά στο νερό, σαν βάπτισμα εξαγνιστικό, εμφανίζεται δύο φορές, μία στην κοριτσίστική ηλικία και μία στην ώριμη, στη συλλογή αυτή. Την πρώτη φορά μέσα στο όνειρο του κοριτσιού (Έβγαλε άνθη η λεμονιά) και τη δεύτερη σε επίπεδο πρόθεσης της ώριμης γυναίκας να πάρει έτσι μια δροσιά και ανατριχίλα μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού (Ας φάμε λίγα κεράσια). Εξαιρετικές περιγραφές με εικόνες ζωντανές και δυνατή γλώσσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση επιστρέφει στα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Το άνθισμα της θηλυκότητας, οι Γερμανοί ναύτες που, παρόλο εχθροί, εντούτοις προκαλούν ερωτικά ρίγη στα κορίτσια της γειτονιάς, η θεία με την ανοιχτή αγκαλιά αλλά και το μυστικό του σπιτιού της, το ατυχές πρώτο ραντεβού. Η αφήγηση κάνει στάση εκεί. Το παρόν απουσιάζει. Ωστόσο, η μνήμη κρατά όχι μόνο τη δύναμη των όμορφων αλλά και την οξύτητα των πικρών στιγμών χωρίς ωραιοποίηση. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταλήγω, λοιπόν, στα ακόλουθα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στη συλλογή διηγημάτων της Αγαθοπούλου:</span><br><span style="color: #000000;">-ενάργεια των εικόνων </span><br><span style="color: #000000;">-αντιθέσεις που σε οδηγούν στο χαμόγελο ή στη συγκίνηση</span><br><span style="color: #000000;">-υποδειγματικές μεταβάσεις-συνειρμοί σε παρεμφερή θέματα</span><br><span style="color: #000000;">-σαρκασμός που βοηθά στις ανατροπές και προστατεύει από την υπερβολή στην προσέγγιση των αναμνήσεων</span><br><span style="color: #000000;">-κρουστός ερωτικός λόγος, με κορύφωση το Γεύση από χώμα και ουρανό.</span><br><span style="color: #000000;">-γλώσσα που υπηρετεί με δύναμη την έκφραση των διαφορετικών συναισθημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και πάνω απ’ όλα, στοχασμοί πικροί και γλυκόπικροι, όπου η διαφαινόμενη απαισιοδοξία αναιρείται πάραυτα από έναν γενναίο σαρκασμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 98, Αύγουστος-Οκτώβριος 2012</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Τάσος Καλούτσας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Παλινδρομώντας ανάμεσα σε πρόσωπα και χώρους,</span><br><span style="color: #000000;">στο άσπρο και το μαύρο της ζωής</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχει επισημανθεί πως η δράση στα διηγήματα της Μ.Κ.Α. είναι «εσωτερικού τύπου». Είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης»(Γ. Αράγης). Σε μια δεύτερη κατηγορία κειμένων της που πιστεύω ότι λειτουργεί παραπληρωματικά με την προηγούμενη (ενδεικτικά αναφέρω τα: « Στο δρόμο», «Οι μικρές χαρές», «Cafe-bar», «Στην πλατεία») η αφηγήτρια (ή κάποια ηρωίδα της), μέσα στο σπίτι ή συνηθέστερα έξω από αυτό, πηγαίνοντας για ψώνια σε κάποιο μαγαζί, τριγυρνώντας στους δρόμους ή σε καφέ της αρεσκείας της, περιδιαβάζει και παρατηρεί, με ενδιαφέρον αλλά και «περιέργεια ιδιαίτερου περιεχομένου», με οξυμμένες τις αισθήσεις της, ενώ οι σκέψεις την κατακλύζουν. Σκέψεις που ενορχηστρώνονται, προκαλώντας ένα διάλογο μεταξύ των «εσωτερικών δεδομένων» που προανέφερα. «Μια προσεκτική και άνετη παρατήρηση του έξω κόσμου μπορεί να σε καθηλώσει απρόσμενα, ακόμα και να σε συναρπάσει»μας εξομολογείται («Οι μικρές χαρές», σ. 32). Θέλει όλα να τα βλέπει και να τ’ ακούει, ει δυνατόν χωμένη η ίδια στα σκοτάδια, αφού απεχθάνεται την εξωστρέφεια. Να βλέπει και ν’ακούει τα πουλιά, τη μουσική, να οσφραίνεται το γλυκό άρωμα των λουλουδιών ή των δέντρων, να συναντάει στα καφέ «τη νεότητα σ’ όλο το σφρίγος και την ομορφιά της», να μελετάει τα πρόσωπα των ζευγαριών και να φαντάζεται, εν προεκτάσει, ολόκληρη τη ζωή τους. Να χαίρεται και το πιο παραμικρό αντικείμενο σε μια ολότελα δική της «ζωική απόλαυση του χρόνου&#8230;». Εδώ ας τονίσουμε ότι οι περισσότερες από τις ηρωίδες ή τους ανώνυμους αφηγητές της Μ.Κ.Α. είναι μοναχικά άτομα (με αποκορύφωμα ίσως την Ευρυδίκη του ομώνυμου διηγήματος που είναι η ενσάρκωση της απόλυτης μοναξιάς): «Μια κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη» (σ. 51). Στο «Μια άλλη ζωή» η ηρωίδα καθισμένη στο σκαμνί έξω απ’ το σπίτι της «ολομόναχη απολάμβανε τα δρώμενα στο δρόμο&#8230;». «Αν κοιμηθώ», λέει σε κάποιον περαστικό, θα χάσω αυτήν την ζωή που μου χαρίζεται με μάτια ορθάνοικτα, θα χάσω ό,τι βλέπω και ό,τι ακούω&#8230;» (σ. 80). Σωστά επισημάνθηκε πως πρόκειται για άτομα που χαίρονται «την αυτάρκεια της μοναξιάς» τους(Γ. Αράγης). Μοναξιά, συμπληρώνω εγώ, που δεν είναι στείρα ούτε διαβρώνεται από την πλήξη, αφού την καρπίζουν οι παραστάσεις του έξω κόσμου και της προσδίδουν μιαν «ιερότητα». Επιπλέον, και πολύ σημαντικό, η περιδιάβαση τής εξασφαλίζει ένα αίσθημα ελευθερίας: «Βαδίζω με μια δική μου ελεύθερη απόφαση, με μια δικιά μου ολότελα ελευθερία, χωρίς να είμαι υποχρεωμένη να δώσω λογαριασμό σε κανέναν» (Στο δρόμο, σ. 77). Συμπέρασμα: Και στις δύο κατηγορίες αφηγημάτων που αναφέρθηκα, οι γυναικείοι χαρακτήρες που επί το πλείστον πρωταγωνιστούν, εκδηλώνουν ως κυρίαρχο ζητούμενο, καθοριστικό για την ύπαρξη και τη συμπεριφορά τους, το αίσθημα της ελευθερίας. Αίσθημα σφοδρό που, καθώς εκφράζεται με απροσχημάτιστη ειλικρίνεια χαρίζει σε όλες αυτές τις περσόνες της συγγραφέα, με το χρόνο, «θαυμαστή αυτεξουσιότητα»(Αλ. Ζήρας).</span><br><span style="color: #000000;">Aπό την άλλη είναι καταλυτικός ο ρόλος του χρόνου στα πεζογραφήματά της, σε σχέση με τα πρόσωπα ή τις καταστάσεις καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με το θέμα της φθοράς και του θανάτου. Καταρχάς καταρρακώνει τη σωματική ομορφιά, όπως χαρακτηριστικά εικονογραφείται στο διήγημα «Στέλλα». Η θέα μιας θεάς που συνεγείρει με το πέρασμά της τις εφηβικές φαντασιώσεις καταντάει μια «θέα του δρόμου» που δεν θυμίζει τίποτα πια από το παρελθόν. Η αφηγήτρια, θυμωμένη, το βρίσκει ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο (σ. 72). Στη σχέση μάνας-κόρης, η ηλικιακή φθορά επιφέρει τη «Μεταστροφή» &#8211; η κόρη γίνεται μάνα κι η μάνα της το «μωρό» (έτσι κλείνει ο κύκλος). Σ’ αυτή την περίπτωση η εκδοχή του θανάτου, παρά τον πόνο που συνεπιφέρει, αντιμετωπίζεται ως «λογική» συνέπεια («Σκιές»). Η αυτεπίγνωση της φθοράς από την ίδια την υπέργηρη γυναίκα φαίνεται από το διάλογο με την κόρη της: Όταν εκείνη θέλει να τη διαβεβαιώσει ότι είναι ακόμα «πολύ ζωντανή», της απαντά: «Έχεις δίκιο, είμαι η πιο ζωντανή ανάμεσα στους πεθαμένους» (Η πιο ζωντανή). Μια άλλη ηλικιωμένη στο αφήγημα «Καπνός», που «έχει μόνο μνήμες ερωτικές» και συλλογιέται τους νέους, ρίχνει ευθύνες στο ίδιο της το σώμα για τη βαθμιαία μεταμόρφωσή του, έχει πάψει, όπως λέει, «να το αγαπάει». Παρόλο που σ’ αυτή την αδυσώπητη μάχη με το χρόνο προκαλούνται κι άλλου είδους «μεταστροφές» (π.χ. μεταβάλλεται η στάση μας, αφού πράγματα ή πρόσωπα που στο παρελθόν τα ειρωνευόμασταν ή τ’ απαξιώναμε, τώρα τα εκτιμούμε) η κυριότερη επενέργειά του στο έργο της Αγαθοπούλου, που παράγει και μια μελαγχολική αίσθηση ματαιότητας, είναι ότι οδηγεί μερικές ηρωίδες της προοδευτικά σε ένα πρόωρο «ψυχικό γέρασμα»(Μ.Θεοδοσοπούλου) ή στην παραίτηση. Στο ομώνυμο κείμενο μια απ’ αυτές απαρνιέται τη θάλασσα: «Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς&#8230; όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές&#8230;» (σ. 88). Αλλά η ανώνυμη αφηγήτρια διαβλέπει ακόμα πιο εφιαλτικούς κινδύνους: «Σκέπτομαι ότι την ίδια κατάληξη &#8211; εγκατάλειψη θά ’χει και η καθημερινή κάθοδός μου προς την πλατεία&#8230; που δεν θά ’χει άλλη αιτία από την ηλικία και την ανημποριά που ο χρόνος φέρνει μοιραία και αμετάκλητα» (Στην πλατεία, σ. 44).</span><br><span style="color: #000000;">Σα να μας λέει ότι, ανάμεσα στο δίπολο φυσική φθορά-θάνατος, πιο οδυνηρό είναι το πρώτο. Ο ήρωας στο κείμενό της «Στο δωμάτιο» τυραννιέται μέχρι να «φύγει», υφιστάμενος την καθημερινή βάσανο της ανίατης ασθένειας. Ο ίδιος ο θάνατος, ως γεγονός, μάλλον δεν της προκαλεί το φόβο: «Το θάνατο τον σέβεσαι• είναι πιο ντόμπρο γεγονός• τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα» μας λέει η Άννα «Στο μνημόσυνο» (σ. 72). Γι’ αυτό και προτιμάει τις κηδείες και τα μνημόσυνα από τους γάμους ή τις βαπτίσεις, όπου παίζεται και λίγο «θέατρο». Έπειτα ο νεκρός, άμα διαβεί το κατώφλι της ζωής, δεν έχει ανάγκη τη δική μας λύπηση. Στο διήγημα «Βάι γκιντενέ» (Αλίμονο σ’αυτόν που «φεύγει») τη βραδιά που οι γονείς θα ξενυχτούσαν τη γιαγιά, οι εγγονές σαλταίρνουν στο Χαρμάνκιοϊ «για κόκκινο κρασί και κανά κουτσομεζέ». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ήρωες δεν αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς. Το αντίθετο μάλιστα• αυτό που φαίνεται τερατώδες στη συγγραφέα είναι να τους ξεχνάμε («Οι άπιστες»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Αδημοσίευτο απόσπασμα από κείμενο για το σύνολο του πεζογραφικού της έργου που διαβάστηκε στο Αφιέρωμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, την Τετάρτη, 9/5/2012)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Παναγιώτης Γούτας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ</span><br><span style="color: #000000;">Θα ήθελα, αρχικά, να συγχαρώ τον Δήμο Θεσ / νίκης και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη που, εν μέσω παρατεταμένης ακυβερνησίας (οι πολιτικοί μας ταγοί, με μικροπολιτικές σκοπιμότητες και πλήρεις ασυνειδησίας, ξεφορτώνονται μεταξύ τους τη διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με την αβάσταχτη ελαφρότητα νεαρών που παίζουν μαξιλαροπόλεμο σε φοιτητικό δωμάτιο) και με αφορμή τα εκατό χρόνια της απελευθέρωσης της πόλης, τιμούν σημαντικούς λογοτέχνες και δημιουργούς που απέχουν εκκωφαντικά από τη στείρα δημοσιότητα, τα τηλεοπτικά φώτα και το λάιφ στάιλ εν γένει. Ανθρώπους που μας διδάσκουν ήθος, υπευθυνότητα, ειλικρίνεια, αξιοπρέπεια, δηλαδή χρήσιμους ανθρώπους Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι και η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, για το πεζογραφικό έργο της οποίας έχω την τιμή και τη χαρά να σας μιλήσω απόψε. </span><br><span style="color: #000000;">Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, από τις αντιπροσωπευτικότερες ποιητικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, από τα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος απελευθερώνει μέσα της δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση κρατούσε εγκλωβισμένες ή δεν τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα επιθυμούσε. Η αρχή γίνεται το 1998 με το εκτενές αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (εκδ. Κέδρος). Πρόθεση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, όπως η ίδια καταθέτει: η ευγνωμοσύνη απέναντι στην ανεπανάληπτη εμπειρία της συναναστροφής που εξανθρωπίζει. Στο παρόν βιβλίο σκιαγραφείται ο Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, ιδίως στην εικοσαετία 1930 με 1950. Με ρέουσα αφήγηση, γνήσια νοσταλγία και χιούμορ σε κάποιες στιγμές, καταγράφεται η ζωή αχάλαστων, φτωχών αλλά αξιοπρεπών ανθρώπων που με ψηλά το κεφάλι υπερπηδούσαν τα εμπόδια και τις κακοτοπιές της ζωής τους. Τα παλιά σπίτια, ο γενναίος σιδηροδρομικός πατέρας, η σκαλωμαρία των αγοριών στο τραμ –μια πολυτέλεια και μια ηδονή της εποχής που δεν την γεύονταν, τότε, τα κορίτσια–, τα κεραμίδια στις στέγες που έσταζαν νερά στις νεροποντές, ο βόθρος, τα καυσόξυλα, ο σεισμός της Ιερισσού το ’32, οι γειτόνισσες, άλλες υποχόνδριες, άλλες αθυρόστομες, άλλες αρχοντικές, τα βαριετέ της εποχής και δεκάδες γυναίκες της υπομονής, με μπουγάδες, κεντήματα και γλυκά του κουταλιού, αλλά και παλιές φίλες της συγγραφέως που πια δεν ζουν, συνθέτουν αυτό το πλούσιο και εύοσμο χαρμάνι ζωής μιας εποχής που φαντάζει μακρινή όμως, εξαιρετικά επίκαιρη, λόγω της κρίσης που βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Το παλιό σπίτι της αφηγήτριας κατάντησε τεράστιο γκαράζ και βενζινάδικο. Τέλη της δεκαετίας του πενήντα ήρθε ο μαρασμός της συνοικίας, από το μικρόβιο του νεοπλουτισμού και της αντιπαροχής. Ωστόσο πάντα θα μένει ζωντανή στην ψυχή και τη συνείδηση της Αγαθοπούλου, γι’ αυτό άλλωστε μεταποιήθηκε από μνήμη σε λόγο. Το αφήγημα διαβάζεται αντιστικτικά και ως κείμενο αυτογνωσίας και οδηγό επιβίωσης σε καιρούς χαμένης εθνικής και προσωπικής ταυτότητας, ανέχειας και αναξιοκρατίας.</span><br><span style="color: #000000;">Ένα χρόνο μετά, το 1999, κυκλοφορεί από τη Νεφέλη η πρώτη συλλογή διηγημάτων της (ποιητικών αφηγημάτων, θα έλεγα καλύτερα), με τον τίτλο Στο δωμάτιο. Έχουμε δηλαδή για πρώτη φορά μετάβαση από την εκτενή αφήγηση στη μικρή φόρμα, και μάλιστα μπολιασμένη με πολλά ποιητικά στοιχεία. Στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου η συγγραφέας παρατηρεί, νοσταλγεί ή εμπνέεται κυρίως από διάφορα πρόσωπα που παρελαύνουν στις σελίδες του – ποιητικά πορτρέτα ιδωμένα σε βάθος χρόνου (η κατάκοιτη μάνα της, ο καρβουνιάρης παππούς, η ποιήτρια Κική Δημουλά που δαμάζει τις λέξεις, μια γεωργιανή υπηρέτρια με αδρή συμπεριφορά, μια εκπάγλου ομορφιάς γυναίκας που με το πέρασμα του χρόνου χάνει την ομορφιά της κ. ά.) Ο άλλος, το τρίτο πρόσωπο που συχνά είναι ηλικιωμένος, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος ή ήδη νεκρός, αποτελεί σ’ αυτό το βιβλίο το ενδιάμεσο βήμα προτού η Αγαθοπούλου καταφύγει σε πιο προσωπικά και εξομολογητικά κείμενα (κάτι που θα αρχίσει να γίνεται από το βιβλίο της η Παραίτηση και μετέπειτα). Στο δωμάτιο, δηλαδή, το φως εστιάζεται κατά πρώτον σε άλλα πρόσωπα και δευτερευόντως στη συγγραφέα-αφηγήτρια, που ωστόσο και πάλι νοσταλγεί, εμπνέεται, παρατηρεί ή καταφεύγει στο ένδον σκάπτε. Όλες οι ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο αφήγησης και ο χρόνος φαντάζει ακινητοποιημένος (μιλάμε για στιγμές στον χρόνο). Λόγος καλά δουλεμένος, ακρίβεια σκέψεων και συναισθημάτων, ενσταλαγμένη ποίηση στις σωστές της δόσεις και μια διάχυτη υποβόσκουσα αγωνία για το πριν και το μετά του θανάτου, του γήρατος και της φθοράς. Κορυφαίο της συλλογής (πάντα κατά τη γνώμη μου) το ομότιτλο της, Στο δωμάτιο, που ως έννοια υποδηλώνει τη συνείδηση και αποτελεί πεδίο υπαρξιακών ανησυχιών και προβληματισμών της συγγραφέως. Άλλωστε ο άδειος χώρος, ένα άδειο από ενοίκους σπίτι ή ένα δωμάτιο, που φωτίζεται και εξετάζεται από πολλές σκοπιές, αποτελεί γνώριμο αφηγηματικό σκηνικό της Αγαθοπούλου και θα το συναντήσουμε και σε άλλα της βιβλία. </span><br><span style="color: #000000;">Ακολουθεί Η παραίτηση (Κέδρος, 2002), που περιέχει 19 τον αριθμό κείμενα. Εδώ η συγγραφέας φιλτράρει μέσα από τον προσωπικό ευρυγώνιο φακό της την καθημερινότητα και αναγάγοντάς την στο γνώθι σαυτόν των αρχαίων φτάνει στο κουκούτσι της ατομικής της ύπαρξης. Οι ιστορίες της, πλέον, δεν βασίζονται τόσο σε αποκωδικοποίηση ή ερμηνεία άλλων προσώπων, αλλά αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα. Υπάρχουν πάλι μνήμες παλιότερης εποχής, αλλά για πρώτη φορά θα συναντήσουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση και αποστασιοποιημένη ματιά σε σχέση με τα παλιότερα βιβλία της. Σε τουλάχιστον τέσσερα αφηγήματα παρωδείται με μαεστρία ο θάνατος, ενώ και οι ήρωες δείχνουν εξοικειωμένοι με την ιδέα της φθοράς και του χαμού σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε παλιότερες συλλογές. Συχνά το παρελθόν εμφιλοχωρεί στο παρόν, αλλού υπάρχει αυτοσαρκασμός ενώ υπάρχουν διάσπαρτες κάποιες προσωπικές φοβίες και αδυναμίες της ώριμης ηλικίας που όμως φαινομενικά μόνο οδηγούν την αφηγήτρια σε παραίτηση, αφού η ηρωίδα υπερνικά τα όποια εμπόδια της ζωής και επιβιώνει. Τέλος, η συχνή χρήση λέξεων μικρασιάτικης προέλευσης, προφανώς λόγω της καταγωγής των γονιών της συγγραφέως και των δικών της ακουσμάτων, προσδίδει γοητεία και πολυχρωμία στη γραφή της. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.</span><br><span style="color: #000000;">Στη συλλογή Οι μικρές χαρές (Μεταίχμιο, 2005) που έπονται της Παραίτησης, ο όρος διηγήματα είναι πιο εύστοχος και αντιπροσωπευτικός απ’ ό,τι για τα κείμενα της Παραίτησης. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης, που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο ανεμώνες. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό… Μινιμαλιστική διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή, σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό– το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.</span><br><span style="color: #000000;">Η τελευταία ώς τώρα πεζογραφική κατάθεση της Α. που τιτλοφορείται Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι (Γαβριηλίδης, 2010) νομίζω πως αποτελεί την κορυφαία πεζογραφική στιγμή της. Στο παρόν βιβλίο, που αποτελείται από 26 διηγήματα, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο (όπως δηλαδή και στο προηγούμενο βιβλίο της) στέκεται αρκετό για να υφανθεί –πάντα με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της συγγραφέως σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί. Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.</span><br><span style="color: #000000;">Η Κ.Α. εκτός από σπουδαίο ποιητικό και πεζογραφικό έργο, έχει και σημαντικό δοκιμιακό έργο, που (αν εξαιρέσουμε τις πάμπολλες δημοσιεύσεις της σε έγκυρα περιοδικά της χώρας) κυρίως συνοψίζεται στο βιβλίο της Δοκίμια και δοκιμασίες, τυπωμένο από τις καλαίσθητες και ποιοτικές εκδόσεις Νησίδες το 1999. Περιλαμβάνει δεκαοχτώ κείμενα για ποιητές της Θεσσαλονίκης (Θέμελης, Καρέλλη, Κύρου, Μάρκογλου, Στογιαννίδης, Ευαγγέλου, Βαφόπουλος, Ασλάνογλου, Χρηστάρα), στα οποία αλλού θα συναντήσουμε κριτική οξυδέρκεια, εμβάθυνση και παρατηρητικότητα, αλλού μαρτυρίες συμβάντων της καθημερινής ζωής των ποιητών με τις συνήθειες και τις ιδιορρυθμίες τους, ενώ κάποια κείμενά της κινούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε κριτικό δοκίμιο και μαρτυρία. Στον πρόλογο του βιβλίου της η συγγραφέας δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως δεν διεκδικεί ούτε τον τίτλο του κριτικού ούτε την ιδιότητα του δοκιμιογράφου, με την έννοια της επαγγελματικής προσήλωσης. Επίσης δεν λογάριασε μόνο θεσσαλονικείς ποιητές από αίσθημα τοπικισμού, αλλά έγραψε συνειδητά αυτά τα κείμενα από μια ανάγκη «σωματικής» μαρτυρίας, αφού με όλα αυτά τα πρόσωπα συγχρωτίστηκε, παροίκησε στην ίδια Ιερουσαλήμ, δοκιμάστηκε λόγω και έργω μέσα στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης.</span><br><span style="color: #000000;">Τελειώνοντας αυτή την αναφορά στην πεζογραφική διαδρομή της Α. θέλω να επισημάνω ότι η πεζογραφική κοιτίδα της βρίσκεται στο ρεύμα της συνειδησιακής ροής που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη μας από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 μέχρι περίπου το 1950. Σήμερα, βέβαια, έχουμε μετεξέλιξη αυτής της τάσης σε ένα μεικτό είδος ανάμεσα στον ρεαλισμό (νεορεαλιστική πρόζα) και στον εσωτερικό μονόλογο, κάτι που, μαζί με αρκετούς ομοτέχνους της, ακολουθεί και η ίδια. Παράλληλα, συγκαταλέγεται σε μια ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Η περίπτωση της μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα. Κι επειδή όλα τα παραπάνω δεν παύουν να είναι σχολαστικές παρατηρήσεις και αναλύσεις, νομίζω πως η πόλη όπου ζει και αναπνέει, οι άνθρωποί της, οι ομότεχνοί της και κυρίως οι νεώτεροι άνθρωποι που διαβάζοντας τα ποιήματα και τα διηγήματά της διδαχτήκαμε τόσα πολλά και ουσιαστικά για την τέχνη της γραφής, της οφείλουμε ένα βαθύ, ειλικρινές και ζεστό «ευχαριστώ», για όσα συνολικά μας έχει ως τώρα προσφέρει. Ευχαριστούμε, Μαρία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου. Στο πάνελ ο Τάσος Καλούτσας και η Μαρία Κουγιουμτζή)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Παναγιώτης Γούτας έγραψε επίσης για τις δυο συλλογές της Αγαθοπούλου « Μικρές χαρές» και «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρές χαρές, διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι είναι αυτό που κάνει μια ποιήτρια με 13 αξιόπιστες ποιητικές συλλογές να στρέφεται στον πεζό λόγο; Ποια βαθύτερη ανάγκη της προσπαθεί να ικανοποιήσει; Μήπως –έστω περιστασιακά– ισχύει το χριστιανοπουλικό «εγκαταλείπω την ποίηση» λόγω κάποιου απαυδίσματος, κάποιας προσωπικής της εξουθένωσης, εξ αιτίας της πολυετούς ενασχόλησής της με τις λέξεις; Όμως η Κ. Α. ούτε εγκατέλειψε την ποίηση ούτε διακατέχεται από τη ματαιοδοξία να διαπρέψει και σ’ άλλα «εδάφη», να οργώσει κι άλλα λογοτεχνικά «χωράφια». Ως αυθεντική δημιουργός που είναι, ξέρει πολύ καλά πως, πέρα από την ευδαιμονία της προσωπικής έκφρασης, μάλλον εξουθενώνεσαι και συνθλίβεσαι από το ανελέητο κυνηγητό της λέξης. Παράλληλα, διόλου δεν της διαφεύγει πως η ποιητική δημιουργία είναι απείρως δυσκολότερη, σημαντικότερη και ουσιωδέστερη της αντίστοιχης πεζογραφικής. Και εξακολουθεί να γράφει ποιήματα – έχει στα σκαριά και νέα συλλογή. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και δεν βολεύεται με τον χαρακτηρισμό «αντιπροσωπευτική ποιητική φωνή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς», και –από το 1998– εκδίδει δοκίμια, εκτενή αφηγήματα, ποιητικά αφηγήματα ή διηγήματα;</span><br><span style="color: #000000;">Προτού καταθέσω τη δική μου –αυθαίρετη ίσως– εκδοχή στην περίπτωση Αγαθοπούλου που –ως λογοτεχνική περίπτωση– τη θεωρώ σημαντική και ιδιάζουσα, θα πάρω τα πράγματα με κάποια σειρά. Θα επικεντρωθώ στα δύο τελευταία της πεζογραφικά βιβλία («Η παραίτηση», Κέδρος, 2002 και «Οι μικρές χαρές», Μεταίχμιο, 2005), επειδή κρίνω πως είναι αυτά που την καθιστούν και την αναδεικνύουν και σε σημαντική πεζογράφο.</span><br><span style="color: #000000;">Τα 19 κείμενα της «Παραίτησης» προσιδιάζουν περισσότερο στον όρο ποιητικά αφηγήματα. Το ποιητικό στοιχείο τα διαπερνά –σχεδόν ολοκληρωτικά– κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στα επιμύθιά τους. Η αφήγηση της «Παραίτησης» –πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη– είναι λιτή και περιεκτική, το χιούμορ ρέει διακριτικά, υπάρχει πληθώρα λέξεων βασισμένων στο μικρασιάτικο ιδίωμα, ενώ συναντούμε πολλά σημεία χλευασμού ή παρωδίας του θανάτου. Χαρακτηριστικό της γραφής της Αγαθοπούλου η ποιητική διατύπωση και η οικονομία λόγου, ιδιαίτερα στα «κλεισίματα» των κειμένων, που συχνά απολήγουν σε ηχοποίητες φράσεις ή σε προτάσεις-κουβέντες, διατυπωμένες από το στόμα κάποιου ήρωα της συγγραφέως. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο για λίγο, μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων της Κέντρου-Αγαθοπούλου βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.</span><br><span style="color: #000000;">Και έρχομαι τώρα στο τελευταίο πόνημα της ποιήτριας και πεζογράφου, στις «Μικρές χαρές». Εδώ ο όρος «διηγήματα» είναι πιο εύστοχος απ’ ό,τι στην «Παραίτηση». Κι αυτό γιατί τα νέα κείμενα της Κ. Α. –δίχως να έχουν πάψει να διατηρούν την ποιητικότητά τους– είναι πιο… διηγήματα ως προς τη σύνθεση, την έκταση, την πλοκή, το όλο στήσιμό τους. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Διαβάζοντας κάποιος τις 24 ιστορίες του βιβλίου έχει την αίσθηση πως συντέθηκαν από μια ώριμη πεζογράφο. Κι αν δεν γνωρίζει και το «ιστορικό» της συγγραφέως αναφορικά με την ποιητική της δράση, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν πεζογράφο που κατέχει άριστα τους μηχανισμούς της γλώσσας, μπολιάζοντας τα κείμενά της με στοιχεία ποιητικά. Πώς, όμως, από την «Παραίτηση» η Αγαθοπούλου οδηγήθηκε στις «Μικρές χαρές»; Και ποιες είναι τελικά αυτές οι «Μικρές χαρές» που, ως τίτλος και περιεχόμενο, αντιπροσωπεύουν την καινούρια της συλλογή;</span><br><span style="color: #000000;">Η Κέντρου-Αγαθοπούλου στο απόγειο της συγγραφικής της ωριμότητας, παρακάμπτοντας την αγωνία του θανάτου, τον φόβο της παραίτησης και του παραγκωνισμού από τη ζωή, που την απασχόλησε –με δημιουργικό τρόπο– στην προηγούμενη συλλογή της, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Μας καταθέτει μιαν αλήθεια που, πολλοί από εμάς, ίσως δεν είμαστε ακόμα σε θέση να νιώσουμε. Η κατάκτηση της ευτυχίας είναι μια νεφέλη, ένα πουκάμισο αδειανό. Ίσως η προσδοκία της να σχετίζεται με τη νεότητα – αυτό είναι απολύτως θεμιτό και δικαιολογημένο. Όμως με το διάβα του χρόνου διαπιστώνει κανείς πως κυνηγάει χίμαιρες. Η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί. Δύο τινά, πλέον, μπορούν να συμβούν. Ή θα απελπιστεί, θα μελαγχολήσει και θα μαραζώσει ή θα αποδεχτεί τη ζωή όπως είναι, όπως του έρχεται, με τα βάσανα, τις αποκοτιές αλλά και τις μικρές χαρές της. Είναι τα τελικά ψυχολογικά στάδια του Έρικσον στη θεωρία του για τις αναπτυξιακές κρίσεις του «εγώ» –για να θυμηθούμε λίγο την εξελικτική ψυχολογία– που βασίζονται στα δίπολα «Πανανθρώπινο ενδιαφέρον-αυτοαπορρόφηση» και «αποδοχή-απόρριψη» και που αφορούν μεσήλικες ανθρώπους, δίχως ο συγκεκριμένος ψυχολόγος να θεωρεί υποχρεωτικό και απαραίτητο το να φτάσουν όλοι οι συνάνθρωποί μας κάποτε σ’ αυτά τα στάδια – πόσο μάλλον στους θετικούς όρους των δίπολων που προανέφερα. Είναι πάντως βάλσαμο αυτές οι μικρές χαρές, είναι πολύτιμες αν θέλουμε να οδηγηθούμε στην αποδοχή των πεπραγμένων μας, είναι λυτρωτική η αναπόλησή τους, ιαματική, σαν δροσερό νεράκι από γάργαρη πηγή που ξεδιψά τον αποκαμωμένο οδοιπόρο.</span><br><span style="color: #000000;">Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Το κατάλυμα που προσφέρει η τέχνη, ιδίως σ’ εκείνους που είχαν εμπειρία θανάτου. Ο μαγευτικός χορός ενός άσχημου –στην όψη– χορευτή σε μια ταβέρνα. Παιδικές μνήμες –έστω τραυματικές– από τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η αναπόληση της μορφής και της προσωπικότητας της πεθαμένης νουνάς της αφηγήτριας. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό…</span><br><span style="color: #000000;">Μινιμαλιστική, λοιπόν, διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή από την Κ. Α., σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό –το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.</span><br><span style="color: #000000;">Επανέρχομαι –ίσως με εκνευριστική επιμονή– στο αρχικό ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει μια φτασμένη ποιήτρια να γράφει και διηγήματα; Η ερώτηση φαντάζει ρητορική, όχι υπό την έννοια του αυτονόητου ή του εντελώς περιττού της απάντησης, αλλά επειδή είναι πολύ προσωπική. Θα μπορούσε να τεθεί και σε μια πλειάδα ζώντων, καταξιωμένων ποιητών που επέλεξαν –κάποιοι νωρίτερα, κάποιοι εκ των υστέρων– την οδό της Αγαθοπούλου (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Δαββέτας, Κώστας Ριτσώνης, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Τόλης Νικηφόρου, Σάκης Σερέφας κ. ά.). Οι απαντήσεις που θα συλλέγαμε ίσως να ήταν πολλαπλές, οι τοποθετήσεις ποικίλες και αποκαλυπτικές, κι όχι απαραιτήτως του στιλ «ε, μην την ψάχνεις, όλοι γράφουν απ’ όλα», φράση που –διατυπωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο– αφενός θα φανέρωνε κυνική απαξίωση, αφετέρου θα μας έλεγε τη μισή αλήθεια. Σύμφωνοι, αρκετοί λογοτέχνες καταγίνονται με πολλά, τα καταφέρνουν όμως το ίδιο ικανοποιητικά, όλοι τους και πάντοτε, με ό,τι καταγίνονται; Επιστρέφω, όμως, στην περίπτωση Αγαθοπούλου. Παρόλο το θράσος και την αδιακρισία που κρύβει μια απόπειρα ερμηνείας των πράξεων μιας σπουδαίας δημιουργού από πλευράς μου, θα τολμήσω μόνο κάποιες –ελπίζω όχι αυθαίρετες– διαπιστώσεις, ακόμα κι αν δεν καταφέρω με αυτές να οδηγηθώ στον πυρήνα του αρχικού μου ερωτήματος: Η Κ. Α. είναι βέβαιο ότι τολμά. Δεν βολεύεται με ετικέτες, ταμπέλες και χαρακτηρισμούς. Δεν έχει αγκυλώσεις και κολλήματα στην τέχνη της. Ρισκάρει με απόλυτη επιτυχία. Δοκιμάζει τα συγγραφικά της όρια. Ανανεώνεται διαρκώς. Διοχετεύει το ταλέντο της και σε άλλες μορφές λόγου, πέραν της ποιήσεως. Μέσα από τα ζουμερά, περιεκτικά και ευανάγνωστα διηγήματά της μας παραδίδει απλά μαθήματα οικονομίας του λόγου. Μας διδάσκει το συγγραφικό μέτρο. Μας μαθαίνει πως «αίσθημα» και «λιτή διατύπωση» κάλλιστα μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά σε ένα κείμενο. Δεν γνωρίζω αν αυτά τα λίγο άχαρα ρήματα που προανέφερα, «μαθαίνω» και «διδάσκω», ήταν στις προθέσεις της, πάντως προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα μού έμαθε διαβάζοντας και τα διηγήματά της.</span><br><span style="color: #000000;">Στην εποχή που όλα μετρώνται, προσμετρώνται και συνυπολογίζονται, η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική θα πρέπει –κατά την ταπεινή μου γνώμη– να συνυπολογίσει στη λογοτεχνικότητα των κειμένων, δύο σημαντικές παραμέτρους, αναφορικά με την αξιολόγηση του έργου κάποιου δημιουργού. Τη βαθύτερη ανάγκη που ωθεί το δημιουργό στη γραφή –ή αλλιώς το «ζόρι» που τραβάει, ή δεν τραβάει, έκαστος– και επίσης, το πόσο καλά τα καταφέρνει κάποιος λογοτέχνης σε διαφορετικές μορφές λόγου. Επειδή το πρώτο φαντάζει σκοτεινό, ανεξιχνίαστο και δύσκολο στο να μετρηθεί, στέκομαι στο δεύτερο, που και εφικτό είναι και μετρήσιμο. Η περίπτωση της Κέντρου-Αγαθοπούλου μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Και αυτό, από μόνο του, είναι σημαντικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(το κείμενο αναγνώσθηκε στο Underground Εντευκτήριο σε εκδήλωση προς τιμήν της Μ. Κ. Αγαθοπούλου στις 14 Νοεμβρίου 2005, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τχ, 4, καλοκαίρι του 2006, με τίτλο Το πεζογραφικό έργο της Μ. Κ. Αγαθοπούλου. Οι άλλοι δύο ομιλητές ήταν ο Τάσος Καλούτσας και η Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2010, σελ.119</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που, αρχής γενομένης με το αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (Κέδρος, 1998), μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος τής απελευθερώνει δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση να κρατούσε μέσα της εγκλωβισμένες ή να μην τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα ήθελε. Το βιβλίο τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», έναν εκδοτικό οίκο αισθητικά συναφή και αρμονικό με την απλότητα, την ποιότητα αλλά και τη λογοτεχνικότητα των κειμένων της Αγαθοπούλου.</span><br><span style="color: #000000;">Στα νέα της κείμενα –26 τον αριθμό– που αποτελούν ένα σύνολο προσωπικών ενσταντανέ, σκέψεις, μνήμες, περιγραφές, αισθήσεις, περιστατικά, όλα εστιασμένα και φωτισμένα (υποφωτισμένα, καλύτερα) κάτω από το ιδιαίτερο βλέμμα της, έχουμε τη συνέχεια και μετεξέλιξη, σε πιο σύγχρονη μορφή, του πεζογραφικού ρεύματος της συνειδησιακής ροής, που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τις αρχές της δεκαετίας του 30 μέχρι το 1950 περίπου. Εκεί πιστεύω βρίσκεται η πεζογραφική κοιτίδα της Αγαθοπούλου. Παράλληλα, συγκαταλέγεται στην ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Γι’ αυτήν ακριβώς την ομάδα των θεσσαλονικιών λογοτεχνών επισημαίνει, εύστοχα, ο Αλέξης Ζήρας: «Το ότι όλοι έδωσαν και δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ανάδειξη της προσωπικής, βιωματικής σχέσης με τον χώρο και τα πρόσωπα, ρέποντα προς την υποβολή των συναισθηματικών καταστάσεων παρά προς την εξονυχιστική περιγραφή τους, δίνει το μέτρο του στίγματός τους στον χάρτη της μεταπολεμικής λογοτεχνίας»* Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, πάλι, σε μια γενική επισκόπησή της για το διήγημα στην μεταπολεμική πεζογραφία, κατατάσσει την Αγαθοπούλου (μαζί με Ξεξάκη και Μάρκογλου) στην περίπτωση λογοτεχνών που μεταπήδησαν από την ποίηση στην «νεορεαλιστική διηγηματογραφία» </span><br><span style="color: #000000;">Στο παρόν βιβλίο, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο στέκεται αρκετό για να υφάνει, κάθε φορά, η συγγραφέας –με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η μουσική που άκουγε παλιά, και πάλι η μητέρα της –απούσα πια, αλλά ζωντανή μέσα από έντονους διαλόγους της συγγραφέως με την αδελφή της–, ο καπνός των τσιγάρων, ο θρίαμβος του καλοκαιριού και η ελευθερία του σώματος, ένας διψασμένος άνδρας που μαγνητίζει το βλέμμα μιας γυναίκας με απρόβλεπτη, όμως, για κείνην απόληξη, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της Κέντρου-Αγαθοπούλου σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Γιατί, αν στην «Παραίτηση» (Κέδρος, 2002) βρίσκει τη δύναμη και τον μοχλό ύπαρξης και μη παραίτησής της από την ζωή και τις δυσκολίες της, αν στις «Μικρές χαρές» (Μεταίχμιο, 2005) λάμπει η αναγεννητική και σωτήρια δύναμη του ελάχιστου, κάνοντάς την να νιώθει κάθε μέρα και κάθε στιγμή της ζωής της σαν μια εξ άνωθεν ευλογία, στο «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι» αναλύει, συνειδητοποιεί βαθιά, αποδέχεται με σοφία, γνώση και αίσθηση το προσωπικό της (εντέλει πανανθρώπινο) σύμπαν.Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Αντιγράφω από το διήγημα «Το νόημα της ζωής της»: Πολλές φορές δεν συνέτρεχε λόγος ν’ ανοίξει τη σιφονιέρα της κρεβατοκάμαράς της, αλλά το ’κανε για ν’ απολαύσει μες στα συρτάρια της την αρμονία της άσπρης επιφάνειας των σεντονιών, σαν να ’ναι ένα χιονισμένο τοπίο, τους ποικίλους χρωματισμούς στις πετσέτες του προσώπου, τα μεταξωτά, κεντημένα εσώρουχα, όλη εκείνη την «προίκα» που της είχαν ετοιμάσει ερήμην της, επειδή η αδιαφορία της τότε ξεπερνούσε, εξοργιστικά για τους άλλους, κάθε όριο. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να εκτιμήσει στο έπακρον ό,τι περιείχε το σπίτι της • θησαυρό και περιουσία ανεκτίμητης αξίας τα ’βλεπε όλα εκεί μέσα, κι ας ήταν απλά και λιτά αντικείμενα μιας αναγκαίας διαβίωσης….</span><br><span style="color: #000000;">Και παρακάτω: Ένα πάπλωμα από βαμβάκι με επένδυση κομμάτια υφάσματος χρωματιστά, λουλουδάτα, διαφορετικά το ένα από το άλλο, ήταν για εκείνη ένα πολύχρωμο λιβάδι όπου ξάπλωνε από κάτω του, σαν να είχε σκάψει ολόκληρα εκτάρια μιας ζεστής μυρωδάτης γης που την σκεπαζόταν ως το κεφάλι της για να βλέπει μες στα σκοτεινά τη μυστική διεργασία της δημιουργίας, τον οργασμό του χώματος με τις δροσερές φύτρες, τα υπόγεια αυλακώματα του νερού να προχωρούν ήσυχα κι αθόρυβα εκεί όπου τα είχαν ανάγκη για βλαστήσεις και φυτρώματα στο φως της ημέρας.</span><br><span style="color: #000000;">Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί.</span><br><span style="color: #000000;">Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.</span><br><span style="color: #000000;">Η Αγαθοπούλου γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα. </span><br><span style="color: #000000;">__________________________________</span><br><span style="color: #000000;">λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, σελ.. 1273</span><br><span style="color: #000000;">(Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περ. Οδός Πανός, τχ. 151, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)</span></p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
