<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B7-%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 20 Nov 2022 20:04:05 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 06 Mar 2019 16:17:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=11130</guid>

					<description><![CDATA[. Η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού &#38; Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine, ενώ από το Μάιο του 2015 διευθύνει τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Το &#8221;Πλευρικά&#8221; &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h2></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού &amp; Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine, ενώ από το Μάιο του 2015 διευθύνει τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Το &#8221;Πλευρικά&#8221; αποτέλεσε το πρώτο της βιβλίο. Ζει πια στη Θεσσαλονίκη.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">(2018) Νυμφώνας, Γαβριηλίδης</span><br />
<span style="color: #000000;">(2015) Πλευρικά, Γαβριηλίδης</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-11146" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001.jpg?w=203" alt="" width="203" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001.jpg 1081w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001-692x1024.jpg 692w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001-768x1137.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0001-1038x1536.jpg 1038w" sizes="(max-width: 203px) 100vw, 203px" /></a> <a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-11147" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002.jpg?w=199" alt="" width="199" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002.jpg 1061w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002-199x300.jpg 199w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002-679x1024.jpg 679w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002-768x1158.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/03/ceb2ceb9ceb2cebbceb9ceb1-0002-1019x1536.jpg 1019w" sizes="(max-width: 199px) 100vw, 199px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2><strong>ΝΥΜΦΩΝΑΣ</strong><span style="color: #000000;"><strong> (2018)</strong></span></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>Εύα/ Μαρία</strong></em></span></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[γη μία και τάφος]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αυτοεξορίστηκαν, διώχτηκαν, φυγαδεύτηκαν, </span><br />
<span style="color: #000000;">κατηγορήθηκαν για πόρνες και μοιχαλίδες, τα πλευρά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">έσχισε αίμα. Στις αφηγήσεις που τις αφορούν αναφέρεται </span><br />
<span style="color: #000000;">ή υπονοείται το ρήμα «γνωρίζω». Υπάκουσαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">συνευρέθηκαν, κάποτε γέννησαν άνδρες μεγάλους και</span><br />
<span style="color: #000000;">σοφούς. Τα έμμηνά τους πλήρωσαν τη λίμνη της Φυλής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπειτα άδειασαν. Ντύθηκαν γάζες, λούστηκαν νάρδο,</span><br />
<span style="color: #000000;">κατέβηκαν ορθές την κατηφόρα, κολύμπησαν σε</span><br />
<span style="color: #000000;">τάφους, υποδέχτηκαν ήδη θαμμένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι έξι τώρα λαθροκοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">τη χαρά της νυφικής παστάδας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στα χόρτα, πάνω τους</span><br />
<span style="color: #000000;">άνδρες θρηνολογούν το θάμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">[άνοιξη βράδυ στη Ρωμαϊκή Αγορά]</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κλειδιά δυο περιστέρια που φιλιούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στη ζυγαριά του Γόνατά —</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσα που φαίνεται στο κάδρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">τμήμα της κεφαλής του</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα χέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έτυχε να μάθω μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;">—ποιος είναι ο φρύγιος, ο λυδικός ο δρόμος—</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε τα σύγχρονα που λένε κι εξηγούν αναγνωρίζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κλειδιά, όμως&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;">τα περιστέρια που φιλιούνται πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;">στα χέρια κι εξαιτίας του,</span><br />
<span style="color: #000000;">η κεφαλή που κλίνει στον ρυθμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή του η μεσιτεία, λέω,</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως να είναι η δική μου μουσική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός ο άνδρας με το μισό κεφάλι φανερό μέσα στο κάδρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός ο άνδρας με τα πουλιά πλάι στους δύο άλλους</span><br />
<span style="color: #000000;">προσευχόταν καθώς έπαιζε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε τριγμός και κόμπος στο βραχιόλι του,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε δοξάρι του ζύγι στο τελωνείο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σας λέω είναι φανερό:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε που παίζει μουσική προσεύχεται.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[αυτός που δεν έγραψε ποιήματα]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάμαι να έραψα ξανά επάνω μου την πτώση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας πούμε πως βαφτίστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">«Η βαρύτητα και η χάρη».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας πούμε πως τώρα εσύ αγγίζεις το βαρύ σου κεφάλι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πέφτουμε και οι δυο κουρασμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">στα χέρια που</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα αγγίζουν το χρυσό σου κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς ήταν έξι και δώδεκα και βούιζε, κόχλαζε, έτρεμε</span><br />
<span style="color: #000000;">η πίστα φωτός, το μελίσσι που γίναμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σκόρπισες, έφυγες, πρόλαβες τελικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας πούμε — ότι ξέρεις πως ξέρω:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Μα υπάρχει προφανής διαφορά σε ένα ποίημα που νομίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">πως γράφεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ένα μυθιστόρημα που είναι ήδη γραμμένο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ας πούμε επιτέλους για τις πόλεις, τα φώτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">το ζώο που είναι ο λαιμός σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας πούμε επιτέλους για αυτά και για εσένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού εμείς- εσύ δηλαδή,</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλον προορισμό απ’ το να πέφτεις στα χέρια δεν έχεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας πούμε τελικά για σημεία αντιλεγόμενα,</span><br />
<span style="color: #000000;">για κείνες τις γραμμές που οι δυο συναντιέστε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ό,τι κάποτε διαβάσαμε στην απόσταση</span><br />
<span style="color: #000000;">και για τη μεγάλη της λίμνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">που μέσα της πνίγομαι, που μέσα σε κρύβω</span><br />
<span style="color: #000000;">εσένα που μ’ είδες. </span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Θάμαρ/Ραχάβ</span></em></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><span style="color: #000000;">Παρέδωσα τότε το ερώτημα στον Μεγάλο Ύπνο. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ξημέρωνε Μεταμόρφωση του Σωτήρος κι εγώ λευκή, </span><br />
<span style="color: #000000;">οστράκινη, εύθρυπτη, ανάμεσα σε δύο σκοτεινά φεγγάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αντιστάθηκα. Σαν ψεύδισμα ακούγονταν από το</span><br />
<span style="color: #000000;">βάθος της παιδικής μου κάμαρας επιθαλάμιες </span><br />
<span style="color: #000000;">συγχορδίες και μοιρολόγια της χαράς:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις μικροκόρες τις φυλούν σε δυτικά κονάκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ’χουν κρεβάτια ρόδινα, σεντόνια μυρωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Καρδιά συντονισμένη σε εθελούσιο, προσωρινό χαμό</span><br />
<span style="color: #000000;">αποκοιμιέται πάνω σε ψαλίδι και βαμβάκι. Ο Δωρητής</span><br />
<span style="color: #000000;">τής επιστρέφει το ερώτημα, γνωρίζει πια καλά εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;">πως φεύγει άδοξα ο καιρός σαν παίζει με αινίγματα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να θυμηθείς ποια είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αμέσως μετά, ξανά μετά, οι ίδιες συγχορδίες:</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχουν το δέρμα τους λευκό, πανσέδες στα μαλλιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ήλιος δεν ακούμπησε τ’ ακροτσίνορά τους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Λευκή]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χορεύει τώρα με το χέρι υψωμένο, το χέρι διαβαστής</span><br />
<span style="color: #000000;">του χρόνου και δερβίσης της, κατάστικτο μαχαίρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ψαλίδια, τραύματα. Εδώ χορεύει τώρα τις γραμμές</span><br />
<span style="color: #000000;">στην απαλάμη της κι απάνω στο φτερό του ώμου της</span><br />
<span style="color: #000000;">φτερά μιας πεταλούδας πλευροκοπούν τους αντιπάλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού ο κόσμος δεν είναι ιπτάμενος, δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">χορευτής. Ο κόπος, ξέρεις, δεν είναι κόσμος. Ο κόπος</span><br />
<span style="color: #000000;">γράφει πάντα στην κοιλιά, πάνω στο χέρι. Στον ώμο</span><br />
<span style="color: #000000;">φυτεύεται μόνο η ψυχή που αμύνεται το ράμμα, το</span><br />
<span style="color: #000000;">τραύμα, το φτερό του κόσμου. Πολύ φοβάται, πολλά</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμάται εκείνη τότε: Πως κάποτε τελειώνουν τα </span><br />
<span style="color: #000000;">μαχαίρια, τα ψαλίδια- κυρίως όμως τα χέρια, οι γραμμές</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι άμυνες. Αυτό είναι, βεβαίως, ο κόπος κι ο κόσμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ρέει τότε η ψυχή, ολόκληρη και δοξασμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">από το μεγάλο ακράτητο σύμπαν του χρόνου. Και</span><br />
<span style="color: #000000;">κυλάει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και λέει τότε το χέρι τίποτα λέει. Τίποτα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Ρουθ/Βηρσαβεέ</span></em></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θα πρέπει να πήγες να ήρθες, να είπες κυρίως ό,τι </span><br />
<span style="color: #000000;">θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι</span><br />
<span style="color: #000000;">χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /</span><br />
<span style="color: #000000;">σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια </span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το</span><br />
<span style="color: #000000;">γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνους, για σένα που νομίζεις πως ξέρεις / και τάισες,</span><br />
<span style="color: #000000;">έφαγες, χώνεψες στρογγυλό μαύρο / σ’ ανοίγει σπασμένη </span><br />
<span style="color: #000000;">το τώρα στο κρύο τραπέζι, σε ψάχνει, βουλιάζεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα, πες μου, τι είναι αυτό το κουτί που κρατάς για </span><br />
<span style="color: #000000;">κεφάλι / πόσα ονόματα κρύβεις / σου λένε, μιλάνε </span><br />
<span style="color: #000000;">χιλιάδες κεφάλια, τα χέρια σού λέω, τα χέρια που πιάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">το κρύο κεφάλι, σε αφήνουν, σε δέρνουν, χιλιάδες σου</span><br />
<span style="color: #000000;">χέρια μες στο κεφάλι / σε πήραν σε φάγαν δική τους πια</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα / και πήγες και ήρθες και είπες αυτά που θυμάσαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ωραία μην κλαις, μην φοβάσαι, δεν πρέπει, αφού δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμάσαι το πριν το μετά το παρόν σου /μα πρέπει μπροστά</span><br />
<span style="color: #000000;">σου να δεις εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνον</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άλλη του άκρη σπασμένο, σπασμένοι κι οι δύο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άνθρωπος μόνος μονάχος μπροστά στον καθρέφτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">η μάχη το σώμα, εκείνο που ανήκει / σε ποιον το δικό</span><br />
<span style="color: #000000;">μου κι ο Ξένος ως τι πια δικός μου, σου λεν δεν σε</span><br />
<span style="color: #000000;">ακούω, δεν βλέπω πού είσαι, μα είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ ώς εδώ που με φτάνεις. Με φτάνεις.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[η λίστα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">οι λέξεις που λένε </span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">το άσθμα</span><br />
<span style="color: #000000;">το χάσμα στο ποίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">η κουβαρίστρα τους</span><br />
<span style="color: #000000;">είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">το υφάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο κήπος τους</span><br />
<span style="color: #000000;">το χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">και το κινούμενο κτέρισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">του σώματος μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα ονόματά τους τα κρυφά</span><br />
<span style="color: #000000;">είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι αιμορραγεί </span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στους τάφους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[τα δηλόπορτα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει ένα σημείο δεξιά στο στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ όπου μπαινοβγαίνει ο φόβος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πύλη μου αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;">ταΐζει τους συζύγους, τους πατέρες, τα μικρά μωρά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">γάλα πάλλευκο χιόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αψηλάφητη είναι απ’ τους πολλούς</span><br />
<span style="color: #000000;">μυστική και ωραία,</span><br />
<span style="color: #000000;">ολοστρόγγυλο φεγγάρι, διάτρητο στην έβδομή του ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">στέκεται εκεί και μου θυμίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;">«το σώμα τι ωραίο φως, τι φονικό μεγάλο, δες!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει ένα σημείο δεξιά στο στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ όπου μπαινοβγαίνει ο θάνατος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ζήσω όσο ακόμη ανοιγοκλείνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι έξοχος γάμος αυτή μου η προθεσμία.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[γη μία και τάφος]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ παρέδωσα προφυλαγμένα τα ολίγιστα θάματα</span><br />
<span style="color: #000000;">που αξιώθηκα: άνδρες οκτώ, σοφούς και παραστάτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">άκλαυτους κι άθαφτους, φοβισμένους και γενναίους,</span><br />
<span style="color: #000000;">άγιους και παρθένους. Σ’ αυτόν τον τόπο που κυκλώθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">από λέξεις, με χωρίς παράθυρα, μόνο με χέρια, οι</span><br />
<span style="color: #000000;">άνδρες μου προσήλθαν αυτοβούλως και καταγράφηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">με λεπτομερείς περιγραφές. Ονομάτισαν και άγγιξαν </span><br />
<span style="color: #000000;">και είδαν πώς μπλέκεται ο σταυρός και ο θάνατος </span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο ίδιο σώμα. Πώς όνομα και ονομαστής</span><br />
<span style="color: #000000;">διαφέρουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτόν τον τόπο που με κύκλωσε, μένω τώρα πια</span><br />
<span style="color: #000000;">ανουθέτητη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ εμένα που δεν μπορώ να κοιμηθώ από τις ενοχές</span><br />
<span style="color: #000000;">του γυναικείου μου παραπτώματος, δεν θα μάθω ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">τι μου οφείλω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτούς γνωρίζω. Οφείλω τα ονόματά μου τα</span><br />
<span style="color: #000000;">χρυσά, το αίμα μου και τις σελίδες που γράφτηκαν πριν</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τα χειρουργεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρέσαν όλοι. Τι θαύμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ΠΛΕΥΡΙΚΑ (2015)</strong></span></h2>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>μη μου τις πράξεις ελέγξεις</strong></em></span></h3>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[ψυχρά κοτεργάσου]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η χοάνη που γεμίζει και αδειάζει χωρίς σχήμα να</span><br />
<span style="color: #000000;">δώσει η χοάνη είναι σκεύος αχειροποίητο, τόπος </span><br />
<span style="color: #000000;">είναι, εκεί νόημα και νόηση συμβιούν, εκεί μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχουν και διαμορφώνονται ατελώς, αφού πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">ατελώς όλα ερμηνεύονται απ’ την ανεπάρκεια της</span><br />
<span style="color: #000000;">σημασίας τους. Το μόνο πρωτογενές, το άχρονα τέλειο</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η λέξη. Το αιώνια πάσχον και το εσαεί ποιούν</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η λέξη. Αυτή είναι η δύναμη. Είναι αυτή η</span><br />
<span style="color: #000000;">ρώμη που θρυμματίζει τον όγκο, το χώρο, κάθε </span><br />
<span style="color: #000000;">έννοια διάστασης και έλλειψης συνθλίβει· είναι μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή η παντάνασσα που έχει ευλογία σχήμα να πάρει</span><br />
<span style="color: #000000;">από κάτι που δεν έχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η λέξη, η λέξη η άγια, η χαριτωμένη λέξη, που</span><br />
<span style="color: #000000;">μεγαλώνει σεπτά, που βγάζει φύλλα στο στόμα, στο</span><br />
<span style="color: #000000;">κεφάλι, μέσα στο μαξιλάρι, στο μνήμα κάτω· είναι η</span><br />
<span style="color: #000000;">λέξη αυτή η αγία μητέρα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ψυχρά κατεργάσου την, ψυχρά να της αλλάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">το σχήμα· την κατάληξη· τη μοίρα της την ίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέχνα όσα έκανα. Ξέχνα τα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκου τη λέξη μόνο μέσα σου. Άκου πώς σου μιλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε χοάνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνε της, και μη μου τις πράξεις ελέγξεις.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">. </span></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ I</strong></span></h3>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>Αυτή (και) η φωνή</strong></span></h3>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><em>Η Γυναίκα ζωή και Άνδρας ο λόγος</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>και η Γλώσσα πρωτόπλαστη κι άκοπη</em></span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[verba volant]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το χωνί του χρόνου ρουφάει έτσι ή/και αλλιώς</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα τα λόγια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυναίκα, μίλα τα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην τα φυλάς. </span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[μεταγλώσσα]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κατοικεί μια γλώσσα κάτω απ’ τη γλώσσα της. Είν’</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η γλώσσα κι είμαι Εγώ τ’ αμίλητο νερό που πίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">το νερό που Ξεδιψάει τ’ αμίλητο της. Κι είναι το</span><br />
<span style="color: #000000;">στόμα της Βαβέλ και οι φωνές χιλιάδες: Λευίτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαμαρείτες, Αρχαίοι, Βυζαντινοί κι Έλληνες. Κι είν’</span><br />
<span style="color: #000000;">η αυτοαναφορά Ζωή που γράφεται στο περιθώριο</span><br />
<span style="color: #000000;">της παλάμης μας, και γίνονται οι γλώσσες τότε, </span><br />
<span style="color: #000000;">γίνεται Αυτή και το Εγώ ψαλίδι ένα, ακονισμένο κι</span><br />
<span style="color: #000000;">έτοιμο να κόψει πια αυτό που ενώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που ενώνει ό,τι είναι μ’ ό,τι περιγράφει.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[πλευρικά]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε</span><br />
<span style="color: #000000;">μα ούτε και ποτέ αίτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός</span><br />
<span style="color: #000000;">της. Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω</span><br />
<span style="color: #000000;">μιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα </span><br />
<span style="color: #000000;">και ποιος είν’ ο πατέρας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει μόνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>μη μου την ανημπόρια ελέγξεις</strong></em></span></h3>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΚΕΦΑΛΑΙΟ II</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong>γενηθήτω</strong></span></h3>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπειτα η Αυτή, που Εύα ονομάστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">από τον Άντρα, δηλαδή Ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;">κλείνει το βιβλίο της Γένεσης και</span><br />
<span style="color: #000000;">κουλουριάζεται γύρω απ’ τα πλευρά</span><br />
<span style="color: #000000;">της. Χωρά έτσι στο χέρι το δεξί μιας</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλης που όνομα δε φέρει, μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">μύθο και μήτρα.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[αστική υπόθεση]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η πόλη αυτή δεν μοιάζει με καμία άλλη. Την κατοικούν</span><br />
<span style="color: #000000;">άντρες και γυναίκες που υποστηρίζουν πως</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμούνται το όνομά της. Και το δικό τους. Κήποι</span><br />
<span style="color: #000000;">γλείψουν τους δρόμους της φυτεμένοι κυπαρίσσια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ελιές και νεράντζια: όλα λουσμένα χημικό και τάχα</span><br />
<span style="color: #000000;">γυαλισμένα. Κανείς από τους παροικούντες δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει έστω και κάτι από αυτά,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπως να Ζωντανέψει η μακρινή εκείνη Εδέμ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν κακοποτισμένες γλάστρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φρέσκιοι νεκροί.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[γυναίκα]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή που κάποτε ήταν Εύα, όταν κοιτάζει τον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">αισθάνεται πως είναι καθρέφτης του καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">της. Όταν πλεξούδες πλέκει τα μαλλιά της θυμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μητέρα της κι όταν ο άντρας της έρχεται σπίτι τού</span><br />
<span style="color: #000000;">λέει πέρασε, πέρασε να σε χαρώ, όμως για πες</span><br />
<span style="color: #000000;">μου, η Κυριακή είναι πριν την Πέμπτη ή μετά την</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρίτη;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυναίκα ή Εύα, Τρίτη, Πέμπτη ή Κυριακή: κάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">ψελλίζουν για το χρόνο. </span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[η βαρύτητα και η χάρη]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Σιμόνη κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα με μένα. Της </span><br />
<span style="color: #000000;">δίνω μολύβι, μου δίνει χαρτί. Η λέξη, μου εξηγεί, </span><br />
<span style="color: #000000;">ισούται με το πηλίκο της χάρης προς τη βαρύτητα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο τη χάρη ψάξε, λέει η Σιμόνη. Η βαρύτητα </span><br />
<span style="color: #000000;">μέγεθος απροσδιόριστο, λέει. Τις νύχτες δεν μιλάμε </span><br />
<span style="color: #000000;">καθόλου. Επιλέγει ένα βιβλίο και μου δείχνει πού να</span><br />
<span style="color: #000000;">ψάξω: αντικειμενικό -υποκειμενικό, αποφατικό- </span><br />
<span style="color: #000000;">καταφατικό, ιερό-βέβηλο, ενδιάμεσα γκρίζες ζώνες. </span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή με το μολύβι κρατά το ίσο. </span><br />
<span style="color: #000000;">Τις νύχτες δεν μιλάνε οι άνθρωποι. Μόνο </span><br />
<span style="color: #000000;">δείχνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τις λέξεις.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[σαββατισμός]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μυστήριο τρένο η κοινή ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν ξέρεις ποιος πρώτος θα κατέβει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος οικειοθελώς θ’ αποχωρήσει ή διά της βίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι κι επώδυνη σπουδή</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδίως τότε που την εκτελείς και για τους δύο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε ιδίως που η Ζωή μένει χωρίς τον βαφτιστή της</span><br />
<span style="color: #000000;">Και περιμένει Σαββατισμό κι Ανάσταση σωμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις ψυχές δεν τις υπολογίζω και πολύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Των σωμάτων και των ουλών τη νεκροφάνεια θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;">να πάψω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιώνες και αιώνες περίμενα πλήρη συναρμογή</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν τ&#8217; όνομα άκουσα στη χειραψία</span><br />
<span style="color: #000000;">Είπα:</span><br />
<span style="color: #000000;">θεέ μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι δρόμο να του σκάψω να περάσει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είν’ αυτός κι είμ&#8217; αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή με πειράζει ο Πονηρός;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε δεν τόλμαγα να φανταστώ πόσο πονάει η Ανάσταση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε δεν τόλμαγα να φανταστώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι θάνατο κι αντίο προϋποθέτει ο Σαββατισμός μας.</span></p>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>μη μου τις λέξεις ελέγξεις</strong></em></span></h3>
<p style="text-align: right;"><span style="color: #000000;">.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>[επίλογος]</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια γυναίκα πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όνομα διαφορετικό</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόπος και χρόνος αμφίβολοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενδογλωσσικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα μια γυναίκα χωρίς πατέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δίχως απόγονο</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ίδια ο τόκος της</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοτε Εύα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζωή άλλοτε</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή ή εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόσωπα ιστορικά ή/και μυθικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεννιούνται και αφηγούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναζητούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλώσσα πρωτόπλαστη</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέξη ταυτότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Γίνονται και γεννιούνται</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="padding-left: 160px;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h2>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Πλευρικά</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Η Αυγή&#8221;, 21.2.2016</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βιβλίο της Μαίρης Κλιγκάτση θα μπορούσε να λέγεται «Εύα». Πληροφορίες μού λένε πως ήταν, πράγματι, ο αρχικός τίτλος. Η επιλογή να μετονομαστεί εντέλει σε «Πλευρικά» επηρεάζει την ανάγνωσή του καίρια, αυξάνοντας τις αναγνωστικές προσδοκίες. Τη μεταθέτει από το βεβαρυμένο από συμβολισμούς θεολογικό πρόσωπο της Εύας στη συνθήκη της γραφής σήμερα, που συνεπάγεται την αναμέτρηση με κληροδοτημένους ηγεμονικούς μύθους, ισχυρά λογοθετικά σύμβολα και ενδεχομένως τον κίνδυνο ασύνειδης γλωσσικής αναπαραγωγής τους ως δομών αντίληψης. Θα ήθελα να μιλήσω για τις δομές αυτές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Πλευρικά τίθεται εξαρχής το ερώτημα: Πώς μπορεί να γράψει μια σύγχρονη «απόγονος» της Εύας όταν η γλώσσα της εκπορεύεται, όπως υποτίθεται και η ίδια, από τα πλευρά του ανδρός της; (Εξαιτίας του κληροδοτημένου οντολογικού και κοινωνικού χωρισμού μας σε άντρες και γυναίκες και σε έμφυλους ρόλους, αισθάνεται κανείς την ανάγκη να διασαφηνίζει, προτού καν αναπτύξει τη σκέψη του, αν τα βιβλία που γράφουν γυναίκες είναι όντως «γυναικεία».) Η ενασχόληση της Μ.Κ. με το φύλο σχετίζεται με τη διαπίστωση της Τζ. Μπάτλερ στην Αναταραχή φύλου ότι προτού γίνουμε πρόσωπα είμαστε έμφυλα προσδιορισμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το έμφυλο υποκείμενο που πρωταγωνιστεί στα Πλευρικά γνωρίζει ότι, προτού γίνει οτιδήποτε άλλο, στο συλλογικό ασυνείδητο θα είναι πάντα κάποια αμαρτωλή «Εύα». Με την αφήγησή του αποπειράται ωστόσο να αποδράσει από τον λογοθετικό ετεροκαθορισμό του για να γίνει, όπως επιθυμεί, ο «εαυτός» του. Ποιες οι προϋποθέσεις να συγκροτηθεί αυτός ο «εαυτός»; Η προγραμματική επιλογή ενός θεολογικού συμβόλου συναρθρωμένου με την ιδιοκτησία, καθιστά δυσχερές το εγχείρημα της απόδρασης από πανάρχαιες, στεγανοποιημένες αρνητικές ταυτότητες, εφόσον το υποκείμενο στα Πλευρικά δεσμεύεται συναισθηματικά από την προφανή του επιθυμία να παραμείνει ένθεο, να μην προδώσει την πίστη του απέναντι σε έναν νέο «Αδάμ», ερωτικό σύμβολο και πρόσωπο, αλλά και απέναντι στον Θεό. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μ.Κ. θέτει τις δομές για την απόδραση της πρωταγωνίστριάς της από την παραπάνω αντίφαση με δύο τρόπους: ο ένας είναι η συνάρθρωση του θεολογικού μύθου με τα (βιβλικά) κείμενα, έμμεσος ισχυρισμός ότι ο θεολογικός μύθος διαχωρίζεται από την πίστη στον Θεό, εφόσον αποτελεί γραπτή και έμφυλη κατασκευή. Έτσι, στο πρώτο κεφάλαιο τοποθετεί το υποκείμενό της στη θέση της αναγνώστριας της Γένεσης που μας ξαναλέει το μύθο όπως τον καταλαβαίνει, συγχρόνως υπονομεύοντάς τον. Η «Εύα», μαθαίνουμε, αποτελεί κληρονομιά «μύθου» και «μήτρας», δηλαδή μια συμβολική αφήγηση περί βιολογίας. Στο πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε επίσης ότι η γυναίκα ονομάστηκε «Εύα» από τον Αδάμ, ότι ο λόγος ανήκει μόνο σ’ εκείνον και ότι η μόνη κληρονομιά της Εύας είναι το πλευρικό «σύνδρομο»:</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">(21)</span><br />
<span style="color: #000000;">Εφόσον ο λόγος δεν ανήκει στη γυναίκα, η συγγραφέας, από το πρώτο κιόλας κείμενο, ζητά από την ηρωίδα της ν’ αλλάξει τη μορφή της αφήγησης ώστε ν’ αλλάξει η δήθεν «μοίρα» του έμφυλου –γλωσσικού και συμβολικού– ετεροκαθορισμού της. Η Μ.Κ. ακολουθεί μια μεταδομιστική στρατηγική: μητέρα-καθρέφτης του «εαυτού» δεν είναι πια ένα πρόσωπο (ούτε καν η συγγραφέας) αλλά η πρώτη/πρωτόπλαστη λέξη:</span><br />
<span style="color: #000000;">Η λέξη, η λέξη η αγία, η χαριτωμένη λέξη, που μεγαλώνει σεπτά, που βγάζει φύλλα στο στόμα, στο κεφάλι, μέσα στο μαξιλάρι, στο μνήμα κάτω∙ είναι η λέξη αυτή η αγία μητέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψυχρά κατεργάσου την, ψυχρά να της αλλάξεις το σχήμα∙ την κατάληξη∙ τη μοίρα της την ίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">(13)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η τοποθέτηση στην αρχή του βιβλίου ενός κειμένου με τον τίτλο «μεταγλώσσα» (18) πριν από το κεφάλαιο «γέννηση» αποτελεί ένδειξη ότι η γλώσσα είναι εκείνη που θα γεννήσει τη σύγχρονη Εύα. Η μετάβαση στη συμβολική λειτουργία της και στις λογοτεχνικές πρακτικές κειμενοποίησης εξυπηρετεί θεωρητικά την απόδραση του έμφυλου υποκειμένου από το οριοθετημένο σύμβολο της «Εύας», που σημαίνει και Ζωή, αλλά και γενικά από την ιδέα της ανδρικής κτήσης και κυριαρχίας, όπως την εννοούσε ο Μπουρντιέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι διαβάζουμε πια είναι η ζωή του κειμένου συναρθρωμένη με το μύθο της Εύας και την αρνητική διαμεσολάβησή της στο σήμερα, κάτι που υπαινίσσεται η Μ.Κ. στο «εργόχειρο» της αφηγήτριας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπέρδεψα τις κλωστές σου στο εργόχειρο, Κύριε (45)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μ.Κ. αναπαριστά με το «έργοχειρο» ένα φουκωικά εννοούμενο δίχτυο λόγων, εξουσιών, γνώσεων και επιθυμιών που δεν ανήκουν ξεκάθαρα στην αφηγήτρια. Ο δυσεπίλυτος κόμπος, το εννοιολογικό μπέρδεμα, δεν προέχεται κατ’ ανάγκην ή μόνο από τις πράξεις του υποκειμένου, αλλά από το γεγονός ότι η ταυτότητά του έχει προσδιοριστεί πριν από τη γέννησή του και δεν υπάρχουν λέξεις-κλωστές δικές του. «Ποια είναι εκείνη η συνθήκη που προφυλάσσει και γεννά τον εαυτό;» (37) ρωτά η αφηγήτρια, δίχως να παίρνει απάντηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η απόπειρα απόδρασης από ένα λογοθετικό δίχτυο επιτελείται και με έναν δεύτερο τρόπο, και αφορά τη σχέση του συμβολικού (πρότερου) με τον κοινωνικό (ύστερο) κόσμο. Η Μ.Κ. αποσταθεροποιεί την αξιολογική τάξη, που θέλει τον κληροδότη αξιολογικά ανώτερο από τον κληρονόμο, ανοίγοντας τα Πλευρικά στην πιθανότητα να λένε μεγαλύτερες «αλήθειες» για την Εύα από ό,τι οι μυθοποιημένες και κληροδοτημένες. Η υπονόμευση της αξιολογικής τάξης επιτυγχάνεται με τη διασάλευση της χρονικής τάξης, στο κείμενο που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «γυναίκα»:</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυναίκα ή Εύα, Τρίτη, Πέμπτη ή Κυριακή: κάτι ψελλίζουν για το χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">(38)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η «γυναίκα» της μετααφήγησης αναλαμβάνει να επιτελέσει στο δεύτερο κεφάλαιο το σύγχρονο πρόσωπο του έμφυλου υποκειμένου, τη «διαφορά» του, όχι μόνο από τον άνδρα, τον νέο Αδάμ, αλλά και από τη βιβλική Εύα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή που κάποτε ήταν Εύα, όταν κοιτάζει τον καθρέφτη αισθάνεται πως είναι καθρέφτης του καθρέφτη της.</span><br />
<span style="color: #000000;">(38)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αφηγήτρια επιθυμεί να τροποποιήσει τους συμβολικούς συσχετισμούς που την ταυτίζουν με την Εύα γράφοντας ένα νέο ποίημα (νέα δημιουργία) αλλά αυτό έχει επιπτώσεις, όπως καθετί που επιδιώκει την αυτονόμησή του από το παλιό: στο βιβλίο αναπαρίστανται και κειμενοποιούνται οι επιπτώσεις μιας κακής κληρονομιάς: ο βιασμός της γυναίκας, η υποταγμένη προσευχή, η κτήση, το έμφυλο σώμα, και αναζητούνται συγγραφείς-σύμμαχοι –νέοι συγγενείς– στην προσπάθεια συγκρότησης λόγου (ενδεικτικά: Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Τζένη Μαστοράκη, Σιμόν Βέιλ). Στο «εργόχειρο» της η αφηγήτρια κεντά την «πελεκημένη Εύα», ως διδακτικό παράδειγμα και ως ευάλωτο λόγο, για να συγκινήσει τον ίδιο τον Θεό (45).</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι ιερές μητέρες-λέξεις, όσο κι αν συναρμολογούνται και μορφοποιούνται στα Πλευρικά, δεν αρκούν να αναδομήσουν γλωσσικά μια κοινωνία ήδη ατομικιστική, λυπημένη και μεταπτωτική:</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε σαν κακοποτισμένες γλάστρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φρέσκοι νεκροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">(35)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μ.Κ. αναψηλαφεί με γλωσσική άνεση το σημείο της έμφυλης τομής, προβληματοποιεί το λόγο της έμφυλης διαφοράς και θέτει το ερώτημα της χειραφέτησης. Στα Πλευρικά, η έμφυλη πληγή σκάβει μέχρι τα κόκαλα της γλώσσας επιθυμώντας περισσότερο μια «χαμένη» και ενωτική Εδέμ και λιγότερο την αναμέτρηση με το τραύμα ως κοινωνική κληρονομιά. Η Μ.Κ. εμμένει, με τον τρόπο της Τζ. Κρίστεβα ίσως, στην αναζήτηση της απαρχής των πραγμάτων: αναζητά μια προϊστορική χώρα άκοπη από το χρόνο. Σωσμένη, όπως γράφει, από το προπατορικό «αμάρτημα». Μεταθέτει τη συζήτηση από το πρόσωπο ως κοινωνία, από την πλευρική επικράτεια ως Ιστορία, στο λόγο ως ουσία. Ζητά μια γλώσσα που δεν έχει ζήσει, άρα που δεν μπορεί πια να κατακτήσει: την ανδρόγυνη και πρωτόπλαστη γλώσσα. Μήπως όμως το έμφυλο και ένθεο υποκείμενο θα έπρεπε τελικά να βγει και όχι να μπει στο «ιερό» της γλώσσας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αναζήτηση μιας ουσιοκρατικής καθαρότητας πριν από το προπατορικό αμάρτημα μοιάζει να είναι ο λόγος που η συγκρότηση ενός ιστορικά προσδιορισμένου υποκειμένου στα Πλευρικά διαρκώς αναβάλλεται. Το βιβλίο επιτελεί γνωστικά τη χειραφέτησή του από το μύθο και την ένταξή του στην κοινωνική πραγματικότητα, και η συνείδηση είναι στραμμένη όχι απλώς στη «γυναικεία» αλλά ευρύτερα στην ανθρώπινη κατάσταση, μάλιστα ασκώντας κριτική στο νεωτερικό αφήγημα του ανθρωπισμού, αλλά η αφηγήτρια δεν μας επιτρέπει να φανταστούμε μια ευτυχισμένη «μετα-Εύα». Η Μ.Κ. συνθέτει και επιτελεί τη ζωή της σε μια γλώσσα-χώρα χαροποιού πένθους που αρνείται να δεχτεί ότι ενδέχεται και να μη γίνουμε ποτέ πρόσωπα. Αρνείται να πενθήσει το πρόσωπο ως προορισμό, άρα και την καταγωγική πίστη σε εκείνο: η Εύα, παρότι στην πραγματικότητα σύμβολο, παραμένει στην ψυχική συνείδηση της αφηγήτριας πρόσωπο, μητέρα, στην οποία συχνά απευθύνεται:</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι νομίζεις ότι κάνεις, έτσι ανδρόγυνη που στέκεσαι και μας παρατηρείς στο αιώνιο μπαλκόνι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς να μας εννοήσεις, αφού ούτε εσύ η ίδια ακόμα δεν εννόησες αν είν’ η γλώσσα σου πρωτόπλαστη ή αν εσύ;</span><br />
<span style="color: #000000;">(29)</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα Πλευρικά (κρίνοντας από τους δέκτες της απεύθυνσης: πρωτόπλαστοι, γονείς, νέος Αδάμ, γλώσσα, ποιητές) φαίνεται η προτεραιότητα της αφηγήτριας αλλά και της συγγραφέα να ξεκαθαρίσει τη σχέση της με αμφιλεγόμενους προγόνους (μυθολογικούς, συμβολικούς, εξ αίματος, κοινωνικούς, λογοτεχνικούς και άλλους), χωρίς να κοπεί βία ο ομφάλιος λώρος, χωρίς να επέλθει η πτωτική ρήξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι διδάσκει όμως η Εύα στην αφηγήτριά της Μ.Κ.; Ότι η νέα γνώση κατακτάται με απειθαρχία του παιδιού έναντι των όποιων προγόνων. Κι εφόσον μιλάμε για συμβολικό λόγο και όχι για ιστορική πραγματικότητα, ότι η αφηγήτρια δεν θα αποδράσει ως έμφυλο υποκείμενο, αλλά από το ίδιο το «έμφυλο υποκείμενο» ως δομή αντίληψης. Η αφηγήτρια των Πλευρικών αυτό δεν μας ζητά να κάνουμε; Να σκεφτούμε την αφήγηση εν κινήσει, όταν λέει (54): </span><br />
<span style="color: #000000;">Μην μου τις λέξεις ελέγξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην μου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">«Ήρθε ο καιρός πια να πω τις προσευχές μου φωναχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">και άρρυθμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σηκωθώ ενώπιον όλων σας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριοι Ποιητές, Κύριοι Ένορκοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαμά μπροστά σου να σταθώ, απ’ τον μπαμπά να μην κρυφτώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φίλες μου, φίλοι καρδιάς, και άντρες μου αγαπημένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">και ν’ απαγγείλω τα λόγια από στήθους, σαν σε ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πω:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, πολύ μ’ αγάπησες</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν είπες το Γενηθήτω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου ’σπειρες τη μελαγχολία τη νηφάλια μεσόστηθα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μ’ άφησες αμάντρωτη, όπως βέβαια συνηθίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ όλους».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους της Μαίρης Κλιγκάτση από το ποίημα η μαμά ο μπαμπάς και οι ποιητές αισθάνθηκε εκείνο το ρίγος που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να σου μεταδώσει. Με μια αμεσότητα που σε καθηλώνει η Κλιγκάτση με αυτό το πρώτο της ποιητικό βιβλίο αποδεικνύει πως σήμερα μπορεί να γραφτεί σπουδαία ποίηση ερήμην των συνθηκών, αρκεί κάποιος να μπει στην ποίηση καθαρός, όπως στα παγωμένα νερά ενός ποταμού. Τα Πλευρικά, δεν είναι μια συλλογή ποιημάτων, αλλά μια ολοκληρωμένη σύνθεση. Πρωταγωνιστές η Εύα, (η γυναίκα) και ο Αδάμ, (ο άντρας), σε ένα γλωσσικό ταξίδι που ξεκινά από το κεφάλαιο Αυτή και η φωνή, (η Γυναίκα ζωή και Άνδρας ο λόγος και η Γλώσσα πρωτόπλαστη και άκοπη), για να καταλήξει στο Γενηθήτω και την ρίζα του Ιεσσαί, όπου η ποιήτρια συνομιλεί κατά την γνώμη μου με το Γλωσσικό πλέγμα του Πάουλ Τσελάν, μιας κι εκείνος αναζητούσε απεγνωσμένα την βαθύτερη έννοια των λέξεων. Η Κλιγκάτση σε αυτό το πρώτο της βιβλίο αναζητά την ουσία της επικοινωνίας, επιθυμώντας να της δοθεί το θάρρος να μιλήσει αληθινά. Το ότι χρησιμοποιεί τα πρόσωπα των πρωτόπλαστων δεν θέλει να εντάξει στην ποιητική της μια θρησκευτική χροιά, αλλά νομίζω πως επιθυμεί να πιάσει το νήμα από την αρχή, στις απαρχές του ανθρώπινου λόγου και έκφρασης, στην εποχή ενός συμβολικού παράδεισου, πριν εκδιωχθούμε και χάσουμε την αθωότητα και την αμεσότητα που τόσο πολύ επιδιώκει να επαναφέρει στο έργο της. Δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Απαιτεί από τον δημιουργό την θέληση και την δύναμη να σταθεί μπροστά στους αναγνώστες του χωρίς στολίδια. Γι΄ αυτό τον λόγο λέω ότι η Κλιγκάτση είναι θαρραλέα. Δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις λέξεις όταν αυτές είναι έτοιμες να σε ξεγυμνώσουν, να σε εκθέσουν. Και γι΄ αυτό η ποίηση της δεν είναι απλά λέξεις, αλλά δυνατές στιγμές αλήθειας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει καρφωμένη μια λέξη στα πόδια. Ορίζει το νευρικό της σύστημα, διατρέχει στήλη σπονδυλική, στήλη άλατος μένει Αυτή μετά, άρρητο σχήμα. Σαν περνά η ώρα και δεν κάνει βήμα, φωνάζει στο Θεό της. Καταλαβαίνει σε σύντομο χρόνο πως ο μόνος που ακούει και αντιδρά είναι η λέξη της η αξεστόμητη, η σωσμένη από το προπατορικό αμάρτημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι ποιο όμορφη ποιητική εξομολόγηση από αυτή! Θαυμάζω την ταπεινότητα της δημιουργού όταν έρχεται αντιμέτωπη με τις άδειες λέξεις που προφέρονται χωρίς να κουβαλούν κανένα βαθύτερο νόημα και που επιθυμεί να αντλήσει από μέσα τους την ουσία τους, έστω κι αν καλά κρυμμένη. Επκαλείται με μανιχαϊστικό τρόπο τον θεό της, κραυγάζει για ένα της δοθεί ένα σημείο αναφοράς μέσα σ΄ αυτό τον κόσμο που τόσο δύσκολο πια είναι μιλάμε αληθινά, χωρίς υπεκφυγές. Τα Πλευρικά είναι ένα βιβλίο αναζήτησης, ένα βιβλίο προσκόλλησης στην βαθύτερη ουσία του ποιητικού λόγου, ένα ποιητικό μανιφέστο όπου η ποιήτρια στωικά εξορύξει από μέσα της τα υλικά που σίγουρα στο μέλλον θα αποτελέσουν μια σπουδαία ποιητική παρακαταθήκη. Ίσως μιλώ υπερβολικά εγκωμιαστικά για το πρώτο βιβλίο μιας ποιήτριας, αλλά η Κλιγκάτση κατάφερε να γράψει ένα πολύ δυνατό έργο. Με έναν λιτό, λυρικό και συνάμα θεατρικό τρόπο, μας προσφέρει την αλήθεια της, έτσι όπως έρχεται αντιμέτωπη με την λευκή κόλλα χαρτί και με τις λέξεις που έχουν τόσο πολύ φθαρεί στις μέρες μας που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να διατηρήσεις την αυθεντικότητά τους. Η δική της προσευχή είναι και δική μας:</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Ρωτάς να μάθεις γιατί γράφω. Άκου, λοιπόν, αφού</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο το θες:</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράφω για να θυμάμαι όσα δεν άρθρωσα</span><br />
<span style="color: #000000;">από συστολή μπροστά στ΄ ανομήματά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατάλαβες, Κτήνος του Ουμανισμού με τα Επτά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κεφάλια;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μια κλωστή κρατιέται η Ζωή σου κι ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">αυνανίζεσαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Κλιγκάτση αναζητά τα ουσιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. Προσκολλάται στον άνθρωπο, όχι όμως στην αμαρτωλή του φύση, δεν δογματίζει, αφήνετε ελεύθερη να πλανηθεί στην ψυχική ένωση με το υπερπέραν, όντας σαρκική, αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της. Παρακαλεί να μην ελέγξει κανείς τις πράξεις και τις λέξεις της. Που σημαίνει πως εκλιπαρεί να μιλήσει ξεκάθαρα και αληθινά για την αγωνία της έκφρασης. Δεν είναι τυχαίο που η σύνθεση κλείνει με το υπέροχο ποίημα Ρίζα του Ιεσσαί. Με τον όρο ρίζα του Ιεσσαί φέρεται γενικά η γνωστή συμβολική αγιογραφική παράσταση, αρχικά στη βυζαντινή αγιογραφία, που εικονογραφείται το γενεαλογικό δένδρο της ενσάρκωσης του Ιησού Χριστού. Η εν λόγω αγιογραφική παράσταση συνήθως παρουσιάζει ξαπλωμένο τον Ιεσσαί, όπου εκ του σώματος του αναφύεται κορμός δένδρου, στη κορυφή του οποίου «εν είδει» άνθους παρίσταται η βρεφοκρατούσα Θεοτόκος. Στους δε κλάδους του δένδρου απεικονίζονται κατά γενεαλογική σειρά, εκ των κάτω προς τα πάνω οι επίγειοι προπάτορες του Ιωσήφ, παρεμβάλλοντας ενίοτε, ανάλογα της έμπνευσης των διαφόρων αγιογράφων, και άλλα βιβλικά πρόσωπα, κυρίως Προφήτες. Η Κλιγκάτση στρέφεται στην ρίζα του Ιεσσαί συμβολικά, ποιητικά θα έλεγα, κι όχι με τον θρησκευτικό τρόπο των αγιογράφων. Αναζητά τις ρίζες της ανθρώπινης έκφρασης. Και γι΄ αυτό η ποίησή της γίνεται προφητική και συνάμα απαραίτητη για όλους εκείνους που αναζητούν την ουσία:</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε ιστορία πρέπει στο τέλος να κρατά έναν όμηρο, αυτόν τον όμηρο που έπειτα από χρόνια θα βρει την ρίζα την πανάρχαια μες στο δικό του ιερό και θα την ξαναπεί την ιστορία όπως την άκουσε, όπως την έζησε ή όπως την φαντάστηκε…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ 26.09.2015</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλώντας απλά για τα «δύσκολα» και προαιώνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μεταφυσική λαμβάνει πολλάκις τον ρόλο του μόνου οδηγού κατανόησης της φυσικής, των πραγμάτων που γίνονται απτά μέσα από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Είναι φορές που οι άνθρωποι κατανοούν εαυτούς και αλλήλους μέσα από μία θεολογία του σώματος, μέσα από μία σωτηριολογική κατανόηση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του καθενός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μαίρη Κλιγκάτση, με τα «Πλευρικά» της (εκδ. Γαβριηλίδης, 2015), διατηρώντας μια πεντζικική ατμόσφαιρα, καταθέτει την πρώτη της ποιητική συλλογή, προσπαθώντας –και καταφέρνοντας– να μιλήσει για το σώμα ως ιερό ναό, όπου το συναίσθημα και η εγκεφαλικότητα γίνονται υποδοχείς του έρωτα που γεννιέται πλευρικά, απ’ όπου προήλθε η πρωτόπλαστη Εύα (Αυτή, στη συλλογή): από τα πλευρά του Αδάμ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολλά –θεολογικά, ασφαλώς– μπορεί κανείς να αναφέρει για το ζήτημα της προέλευσης της γυναίκας, ωστόσο η Κλιγκάτση επιτυγχάνει να «καταβιβάσει» το μεταφυσικό σε πραγματικότητα. Η γλώσσα της ακολουθεί τους κραδασμούς των σωμάτων, ενώ τα σώματα γίνονται αγίες τράπεζες όπου μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει το ευαγγέλιό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί, νομίζω, είναι η ομορφιά της πρώτης συλλογής της Κλιγκάτση: μεταφέρει όσα το ανθρώπινο πνεύμα δημιουργεί στον εμπράγματο κόσμο, συνθέτοντας μία αμφίδρομη σχέση – ένα γαϊτανάκι με τα πάθη νου και σώματος. Αλλά, όπως μάλλον υπονοούν τα ποιήματα, αυτό είναι το τίμημα που οφείλει να πληρώσει ο άνθρωπος, εκείνος που θεώνει το σώμα και σωματοποιεί το θείο: να βρίσκεται μονίμως σκοινοβάτης στο τεντωμένο σκοινί που ενώνει την προσδοκία με την πραγματικότητα και τη δυνατότητα με την αδυναμία – τη σκέψη, τελικά, με την πράξη του έρωτα, την ίδια την ύπαρξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα «Πλευρικά» είναι η πρώτη προσπάθεια μιας ποιήτριας που τόλμησε, εν μέσω μεταμοντέρνας ομίχλης, να επιστρέψει στην καθαρότητα των συναισθημάτων, στην απλότητα της γλώσσας, μιλώντας για τα «δύσκολα» και τα προαιώνια. Και τα κατάφερε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">http://literature.gr, 12.7.2015</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Αυτή, η Ζωή, η Εύα, η Α-ρ-γία και η Αγία, του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτόν τον Ιούλιο, που η χώρα μας παρομοιάζεται με ακυβέρνητο ιστιοφόρο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, αυτό που πιο πολύ φοβούμαι, δεν είναι μια ευθεία καταβύθιση του ιστιοφόρου, μια σύγκρουσή του ευθύβολη </span><br />
<span style="color: #000000;">στα βράχια, όσο ένα ξέσχισμα στα πλευρικά του, ρωγμές στους χόνδρους, πόνος οδυνηρός, αν μη τι άλλο εφάμιλλος κατά πως διηγούνται οι γυναίκες </span><br />
<span style="color: #000000;">με τον πόνο της γέννας, πληγές στο σκαρί, βαθιές στα πλευρικά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι έρχομαι σε επαφή με ένα κομψό βιβλιάριο ποίησης, με μια αφαιρετική σήμανση των τυπογραφικών στοιχείων του και το όνομα της ποιήτριας, δυσκολοπρόφερτο για μένα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Μαίρη Κλιγκάτση, θα σε συνηθίσω, γιατί σε θαυμάζω από την πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου σου. Θα σε συνηθίσω κι εγώ και οι Έλληνες αναγνώστες, γιατί είσαι ολότελα αυτάρκης. Η φωνή σου έρχεται από τόσο παλιά και φτάνει σε ύστερα για το μυαλό μου σημεία, που αυτά δεν θα μπορέσω να τα διαφωτίσω πλήρως. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιητική σύνθεση «Πλευρικά» έχει σαν κύριο motto το χωρίο από την Γένεση: “Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων”(Γένεσις,3,20). Δηλώνοντας εξαρχής αυτή τη θεία αναμέτρηση που έχει κληθεί η ποιήτρια να κάνει αποδεχόμενη το φύλο και το ρόλο της. Και για έναν ποιητή (ας μου επιτραπεί να μιλώ με το ουσιαστικό ως αρσενικό) τέκνο του κατά πνεύμα, είναι το ποίημα. Περαιτέρω μια και η Κλιγκάτση θα διαπραγματευτεί στην ποιητική αυτή σύνθεση την επίρρωση του γενεσιουργού λόγου, όλη αυτή η σκηνοθετημένη μεταφυσική, με βρίσκει θιασώτη του έργου της «Πλευρικά». </span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιητική αυτή σύνθεση, αποτελείται από τρεις ενότητες: «μη μου τις πράξεις ελέγξεις», «μη μου την ανημποριά ελέγξεις» και «μη μου τις λέξεις ελέγξεις» όλες αρνούμενες εμφατικά τον έλεγχο και από δύο κεφάλαια, τα οποία εμπλέκονται μεταξύ πρώτης και δεύτερης ενότητας. Σαφώς και δεν θα ερμηνεύσω τι ήθελε να κάνει η Κλιγκάτση οριοθετώντας έναν τέτοιον ιστό και δεν είναι και χρήσιμο για μένα να ακροβατήσω σε συμπεράσματα, που η ίδια η ποιήτρια θεωρεί πεπερασμένα, γιατί αυτό κατανοώ από το παραδομένο ποιητικό της σώμα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Το όλο σώμα του βιβλίου είναι ενδιαφέρον, περισσότερο ενδιαφέρον το μέρος, δηλαδή το ποίημα ένα-ένα, έτσι όπως πρακτορεύει το χάος της θείας διχοτόμησης της ποιήτριας. Η Κλιγκάτση μας παρουσιάζει την διχοτόμηση της στο ποίημα «Ο Μεριστής κι η ασπαρτάμη». Είναι ένα ποίημα συγκλονιστικό, ένα ποίημα από αυτά που οι ποιητές θα ζηλεύουν πάντα, γιατί θα ήθελαν να το γράψουν κι οι ίδιοι. Είναι αυτός ο εφιάλτης των ανθρώπων που ζωντανεύουν τους μονολόγους τους και υπνοβάτες σχεδόν εγκατοικούνται από τον μετατοπισμένο τους πόνο, από μια πληγή που καταπίνει ολόκληρο το σώμα και έπειτα το ξερνάει πήγματα διαιρεμένα, αμέτρητα πήγματα, όμοια το ένα με το άλλο. Κι έτσι έρχεται το αίμα και οι χοές του, ζωοποιούν τον Μεριστή, έτσι μόνο αυτή για να του πει:</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">«Αδάμ, που εί; Νύχτωσε, κατέβηκαν στόρια στη γειτονιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σκυλιά γρατζουνάνε πόρτες, σκίζουν σίτες, </span><br />
<span style="color: #000000;">τους τελευταίους άγρυπνους δεν αφήνουν σε ησυχία, </span><br />
<span style="color: #000000;">ελπίζοντας σε μια βόλτα, μ ί α μ ό ν ο β ό λ τ α. </span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πάρκο φώτα δεν καίνε, οικονομία, οικονομία </span><br />
<span style="color: #000000;">δυνάμεών μου το «δεν σε βλέπω». </span><br />
<span style="color: #000000;">Αδάμ που υπάρχεις, αγάπα με αν τολμάς.» </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω, ούτε είναι δική μου εργασία, ούτε τελικά για να είμαι σαφής, μπορώ να διακρίνω ένα κάποιο είδος μαθητείας και συγγενειών στην Μαίρη Κλιγκάτση. Μπορώ να διακρίνω μόνο μια πολύ καλά εδραιωμένη μεταφυσική εμπειρία, μια απονενοημένη σύγχρονη ερωτική απαγγελία, έτσι όπως αυτή θα γινότανε στον 21ο αιώνα, π.χ στις νερατζιές της Σοφοκλέους, έξω από το κτίριο του Χρηματιστηρίου, Απρίλη μήνα, κατάφορτες ανθών οι νεραντζιές, η Μαίρη εγκαλείται στην αγκαλιά ενός νεαρού δανδή· και μια οικονομία εσωτερικής αμφισβήτησης, που την τοποθετεί σε κάποια παλιά σύμβολα και εικόνες της γενιάς του 30 και της ακμής του ελληνικού υπερρεαλισμού και βέβαια πολύ καλά εμπεδωμένος Έλιοτ και Πάουντ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω όμως, πως έχει τη δύναμη να αρθρώσει λόγο καίριο και σοβαρό, έχοντας καταλάβει ήδη από το πρώτο της βιβλίο, τι και ποιος είναι ο ποιητής που γράφει, τι μοναξιά ανασκάπτει και σε τι ορύγματα θα αρχίσει πλέον να κατοικεί, αυτό το ξανθό κορίτσι που γεννήθηκε το 1985. </span><br />
<span style="color: #000000;">Το ποίημα της «η μαμά, ο μπαμπάς κι οι ποιητές», ένα δηλωτικό curriculum vitae, μας πληροφορεί για την ίδια ενδελεχώς:</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Ήρθε ο καιρός πια να πω τις προσευχές μου φωναχτά </span><br />
<span style="color: #000000;">και άρρυθμα, </span><br />
<span style="color: #000000;">Να σηκωθώ ενώπιον όλων σας, </span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριοι Ποιητές, Κύριοι Ένορκοι, </span><br />
<span style="color: #000000;">Μαμά μπροστά σου να σταθώ, απ’ τον μπαμπά να </span><br />
<span style="color: #000000;">μην κρυφτώ, </span><br />
<span style="color: #000000;">Φίλες μου, φίλοι καρδιάς, και άντρες μου αγαπημένοι </span><br />
<span style="color: #000000;">και ν’ απαγγείλω τα λόγια από στήθους, σαν σε ποίημα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πω: </span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, πολύ μ’ αγάπησες </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν είπες το Γενηθήτω μου </span><br />
<span style="color: #000000;">Μου ’σπειρες τη μελαγχολία τη νηφάλια μεσόστηθα, </span><br />
<span style="color: #000000;">Και μ’ άφησες αμάντρωτη, όπως βέβαια συνηθίζεις </span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ όλους. </span><br />
<span style="color: #000000;">Το τετράδιο και το μολύβι κάτω απ’ το στρώμα το </span><br />
<span style="color: #000000;">παιδικό τα φύτεψες, </span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πιπίλα τη ροζ στάλαξες μέλι των γκρεμών – </span><br />
<span style="color: #000000;">πρόσκαιρα να γλυκαίνομαι, </span><br />
<span style="color: #000000;">Νύχτα μού άπλωσες για προσκέφαλο, μέρα ακάματη </span><br />
<span style="color: #000000;">για υποπόδιο </span><br />
<span style="color: #000000;">Διάστημα ενδιάμεσο εμπιστεύτηκες στην άγνωρή </span><br />
<span style="color: #000000;">μου κρίση </span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνε ό,τι συμφέρει, είπες </span><br />
<span style="color: #000000;">Πορεύσου κι εσύ και πράξε όμοια, είπες </span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιο είναι το όμοιο, Κύριε; </span><br />
<span style="color: #000000;">Πού να στραφώ; </span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς τα κοιμάμαι τα βράδια με την αγωνία σου αγωνικότερη </span><br />
<span style="color: #000000;">μέρα τη μέρα; </span><br />
<span style="color: #000000;">Προοικονομία της φράσης που </span><br />
<span style="color: #000000;">ψάχνω μα δεν είμαι ο δρόμος που </span><br />
<span style="color: #000000;">εγχάραξες στο χέρι μου τ’ αριστερό.</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Δρόμε που ακόμα ακολουθώ </span><br />
<span style="color: #000000;">Πες μου πώς να σταθώ </span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ η τελευταία Εύα πριν την επόμενη σοδειά σου </span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ που σ’ ερωτεύομαι μεθώντας σε και </span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνοντας σε εικόνες ανθρωπομορφικές, </span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ που μεταξύ αγνώστων ανακαλώ </span><br />
<span style="color: #000000;">Τη δόξα σου την απροσμέτρητη. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κοίτα με πού προσπαθώ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κοίτα με πώς παλεύω. </span><br />
<span style="color: #000000;">Πες Α-μ-ή-ν, Εσύ, αντί για μένα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Πες το, </span><br />
<span style="color: #000000;">Τέσσερα γράμματα είναι, </span><br />
<span style="color: #000000;">Λόγε Αδαπάνητε. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνε κάτι σύντομα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξοδεύω άσκοπα τα δώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και λέω γεμάτος έκπληξη, πως αυτή η ποιητική βιογραφία δεν ξοδεύτηκε άσκοπα, ίσα ίσα σκοπίμως σημαίνει τα ιερά σήμαντρα μιας νέας τελετουργίας, ανανεώνοντας τη γλώσσα, τη φόρμα, τον ρυθμό και τα σύμβολα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιήτρια εισάγει παλαιούς κανόνες και τους ανανεώνει. Δε νομίζω να την ενδιαφέρει διόλου το σύνολο των αναγνωστών, την ενδιαφέρει ίσως ο ένας ή οι λίγοι αναγνώστες που θα ανακαλύψουν αυτή την δεύτερη γλώσσα κάτω από τη γλώσσά της, την μεταγλώσσα όπως λέει και η ίδια στο ομότιτλο ποίημα. Αφού για την ποιήτρια: …</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είν’ η αυτοναφορά Ζωή που γράφεται στο περιθώριο της παλάμης μας, και γίνονται οι γλώσσες τότε, γίνεται Αυτή και το Εγώ ψαλίδι ένα, ακονισμένο κι έτοιμο να κόψει πια αυτό που ενώνει. </span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που ενώνει ό,τι είναι μ’ ό,τι περιγράφει. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ζωή της Γένεσης, είναι η Εύα, είναι η Αγία, είναι η Α-ρ-γία, είναι το γενηθήτω της στο κεφάλαιο ΙΙ και δηλώνει την μοίρα και το φύλο της. Η Ζωή, η Εύα, η Αγία, η Α-ρ-γία, η Αυτή χωρά έτσι στο δεξί μιας Άλλης που όνομα δε φέρει, μόνο μύθο και μήτρα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ήθελα πολύ να επεκταθώ σε αυτό το μαγικό βιβλίο ποίησης και να αποκαλύψω πολλά από τα κλειδιά της κρυπτικής αυτής ποιήτριας. Δεν είναι όμως δίκαιο να σας στερήσω αυτό που εγώ αναγνωρίζω στους ποιητές, δηλαδή αυτά τα μικρά παραθυράκια, φωταγωγούς στις σκοτεινές σοφίτες των ποιημάτων, που οι ίδιοι τοποθετούν, για να ξεκλειδώσει ο εκάστοτε αναγνώστης το δικό του σημαίνον και το δικό του σημαινόμενον. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν μοιάζει ο έπαινος μου απόκοσμος και απρόσμενος για μια ποιήτρια που μας παραδίδει το πρώτο της βιβλίο, έχω υπομονή να ζήσω μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό και περιμένω και το δεύτερό της βιβλίο. Αλλά δηλώνω, πως γράφω μόνο για αυτά που μου αρέσουν, για αυτό άλλωστε και γράφω τόσα λίγα κείμενα για την ποίηση. Μαίρη Κλιγκάτση να είναι ευτυχείς αυτοί που τους προσέφερες «αντίδωρο» και όποιος διαβάσει τα «πλευρικά» θα κατανοήσει και τούτη την κατακλείδα του κειμένου μου.</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">[κλίμακα αττική]</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Υπάρχουν μέρες που δεν αντέχω τίποτα· κανέναν. </span><br />
<span style="color: #000000;">Διαδρομές με το μετρό και τον ηλεκτρικό: στάση Αττική, </span><br />
<span style="color: #000000;">στάση Ομόνοια, άνθρωποι που τα χέρια τους δεν </span><br />
<span style="color: #000000;">ξέρουν τι να κάνουν, εγώ που ανάξια διαχειρίζομαι όσα </span><br />
<span style="color: #000000;">μου δόθηκαν, ο καφετζής και η λατέρνα με τ’ άδειο </span><br />
<span style="color: #000000;">πανέρι, η τσιγγάνα που με κυνηγά στην Κοραή να μου </span><br />
<span style="color: #000000;">πει κάτι που ξέρω ήδη (: πως είμαι απάντρευτη και με </span><br />
<span style="color: #000000;">ζηλεύουν), μια χροιά εκφωνητή που κάποτε αγάπαγα, </span><br />
<span style="color: #000000;">τα καλημέρα σας, τα καλησπέρα, τα ζώα πριν τη </span><br />
<span style="color: #000000;">σφαγή, τα σταυρωμένα πρόβατα κι οι φόλες, οι ψεύτες </span><br />
<span style="color: #000000;">ζητιάνοι, τα δακρυγόνα στις απεργίες, οι πορείες. </span><br />
<span style="color: #000000;">Χάνω την ασταθή μου ισορροπία. </span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτω στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας. </span><br />
<span style="color: #000000;">Mind the gap. Παρακαλώ, υπολόγισε καλά το κενό. </span><br />
<span style="color: #000000;">Υπολόγισε με. Αρπάζομαι από κλίμακα άχτιστη, μετέωρη. </span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να βγω στο φως. Αιτούμαι φως. Ανεβαίνω </span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ένα τα σκαλιά της με μανία. Μπλέκονται τα κορδόνια </span><br />
<span style="color: #000000;">των παπουτσιών μου μεταξύ έκτου και έβδομου. </span><br />
<span style="color: #000000;">Οι ίδιες και οι ίδιες εξετάσεις κάθε μέρα: μνήμη </span><br />
<span style="color: #000000;">θανάτου/ πένθος χαροποιό -πένθος χαροποιό/ </span><br />
<span style="color: #000000;">μνήμη θανάτου. Φωνή στο λαρύγγι: αξίωσέ με έ ν α </span><br />
<span style="color: #000000;">σκαλί ακόμα. Επίτρεψέ μου να τολμήσω πάλι κι ας </span><br />
<span style="color: #000000;">σωριαστώ. Πεθαίνω κάθε μέρα απ’ το πάθημά μου.</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">[Πλευρικά]</span></p>
<p style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;">Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε </span><br />
<span style="color: #000000;">μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός </span><br />
<span style="color: #000000;">της. Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω μ</span><br />
<span style="color: #000000;">ιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα </span><br />
<span style="color: #000000;">και ποιος ειν’ ο πατέρας; </span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Lifo&#8221;, τχ. 439, 9.7.2015</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χαλί κάτω απ&#8217; τα πόδια. </span><br />
<span style="color: #000000;">Σ&#8217; έναν κόσμο που πόνταρε τα πάντα στη μεγιστοποίηση του κέρδους και στον άκρατο ταχύπλοο νεοπλουτισμό, θεωρήθηκαν μάταια, και λοιδορήθηκαν αγρίως τα δονκιχωτικά εγχειρήματα. Ό,τι δεν έφερνε χρήμα (η ποίηση, η φιλοσοφία, το σουλάτσο, τα μικρά αυτόνομα περιοδικά, οι λεπταίσθητοι εκδοτικοί οίκοι και ένα σωρό άλλα) έφαγε πόρτα, έφαγε ξύλο, έφαγε απόρριψη με τη σέσουλα. Ή (που είναι το ίδιο) στρεβλώθηκαν φριχτά. Ο ρομαντισμός ετέθη υπό διωγμόν. Φράγκα και φήμη, ιδού οι δύο πόλοι. Σιγά τα φράγκα! Σιγά τη φήμη! Ό,τι χτίστηκε βιαστικά και άσχημα, θα γκρεμιστεί εξίσου βιαστικά κι εξίσου άσχημα. Το χαλί τραβήχτηκε πια για τα καλά κάτω από τα πόδια των δήθεν. Η δονκιχωτική άλως φέγγει πάλι. Το παιχνίδι το κερδίζουν οι θεωρούμενοι losers. Ο χαμένος τα παίρνει όλα. «Τις νύχτες δεν μιλάνε οι άνθρωποι. Μόνο δείχνουν / Σαν τις λέξεις» γράφει η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) στο δυνατό ποιητικό βιβλίο Μαίρη Κλιγκάτση Πλευρικά (εκδ. Γαβριηλίδης). Πρόκειται για μια σύνθεση, ένα ορατόριο, μια ψαλμωδία για τη Γυναίκα, για τη Γραφή ως Γυναίκα, για τη Γυναίκα ως Γραφή. Με γλώσσα που πάλλεται από φιλοσοφική ένταση και θέλει να αντλεί από πολλές παραδόσεις, τόσο του στοχασμού όσο και της ποιήσεως, η Κλιγκάτση δείχνει τόλμη και διάθεση συνομιλίας με καθοριστικά, κομβικά κείμενα. «Νεράντζια σάπια — τα πατάω κάθε πρωί — πριν πάω στο σχολείο, μετά στο κοιμητήριο, σώνεται το λάδι κι ο παπαγάλος μιλάει, ο παππούς δεν μιλάει πια [&#8230;] όταν μεγαλώσω μπορεί να γίνω στυλίτισσα, ως τότε άκου προσεχτικά: σώμα από σώμα γύρνα στο σώμα, κατάλαβες;, δεν πειράζει, γίνονται τόσα ταυτόχρονα, πού να τα εξηγώ, την ίδια ώρα που αυτά συμβαίνουν ο Πεντζίκης και ο Πόρτσια μούτρα κάνουνε στον Κίρκεγκωρ (κακή λέξη το μούτρο) [&#8230;]».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Fractal&#8221;, Ιούλιος 2015</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μέλος της γυναίκας, το ανείπωτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον «Κρητικό», τούτη την αινιγματική ποιητική σύνθεση του ώριμου, πλέον, Διονύσιου Σολωμού, ο αγώνας ανάμεσα στον Έρωτα και το Χάρο σκιαγραφείται μέσα από τη φυγή ενός ανώνυμου Κρητικού από το νησί του σε μια προσπάθεια να σωθεί από τις εκκαθαρίσεις του Χουσεΐν Μπέη στη Δυτική Κρήτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έργο κρυπτικής μαγείας όπου ο Σολωμός ενθέτει τις μεταφυσικές, ηρωικές και ηθικές σημάνσεις τους σε έναν άνδρα που ομοιάζει με τον Αδάμ πριν από την κρίσιμη Πτώση. Πρόκειται για ένα παγανιστικό μεθύσι χριστιανικής μεταφυσικής, συμπαντικού έρωτα/θανάτου και προαιώνιας ένωσης με το όλον της φύσης, του Θεού, του έρωτα, της στιγμής, της αιωνιότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο ενδιαφέρον είναι να διαπιστώνεις πως υπάρχει και η θηλυκή πλευρά – η τόσο αναλλοίωτη, η φέρουσα ζωή, η ζωφόρος του ανθρώπινου αρχιτεκτονήματος, η ματαιωμένη, πολλάκις στιγματισμένη γυναίκα που στο πρόσωπο της Εύας ξεφεύγει από το θρησκευτικό, ιστορικό περίγραμμά της και γίνεται ένα σημασιακό μοτίβο αυτοκαθορισμού. Τα πλευρικά του ανδρός από τα οποία προήλθε το θήλυ, τα «Πλευρικά» της Μαίρης Κλιγκάτση που συνθέτουν πολλά σώματα πολύκροτης έντασης σε ένα όλον πλαίσιο που ενοποιεί παρά αποσπά τα επιμέρους στοιχεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιητική σύνθεση; Λυρική ενότητα; Μια ραψωδία με παραδειγματικό άξονα; Ό,τι και αν είναι, εδώ μιλάει η γυναίκα, μιλάει η λέξη και το άρρητό της, το σώμα που χρειάζεται να ξεκορμιστεί από τον γεννήτορά της, να αναζητήσει την αυτονομία και την αυθυπαρξία της, να ζήσει το αγέννητο και να γεννήσει εκείνο που του μέλλεται να ζήσει τον αγωνιώδη πυρήνα της πτώσης και του καθημερινού θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ερωτικές μνήμες, βαθύχορδες λαβωματιές, το κάλλος της λέξης, παλίνδρομες σκέψεις, ενατενίσεις φιλοσοφικής πρόληψης, ποιητικές καταβυθίσεις και ιερατικός μαγνητισμός, συνάζονται σε τούτο το τόσο ιδιαίτερο έργο που δίνει μια μάχη ωραία, κάτι σαν ένας σολωμικός ιδανισμός, μα και μια μάχη άνιση, όπως αυτή του ανθρώπου – της γυναίκας που είναι η αιτία του ανθρώπου. Είναι μια δοκιμασία να ανασταλεί ο δεσμευτικός δυισμός (άνδρας/γυναίκας), καθώς το δεύτερο μέλος του ζεύγους, δικαιωματικά, αποζητάει να αρθρώσει έναν Λόγο, να γίνει ο Λόγος, να θεοποιήσει τη σχέση με το άλλο φύλλο και ταυτόχρονα να την κατακρημνίσει σε μια μορφή ανθρώπινης βιωτής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα «Πλευρικά» είναι το μέλος της γυναικός, το αβάδιστο και το ανείπωτο. Το από του στήθους της ζωής εκπορευόμενο. Η θυμική του μνήμη και το ζεστό του βλέμμα. Η Κλιγκάτση, με επαρκείς λογοτεχνικές συγγένειές (βλ.Μαστοράκη) και υποβόσκουσες αναφορές, δημιουργεί μια συνθετική ποιητική «δράση» που παρά τη συμβολική της εφόρμηση, αποζητάει την επικοινωνία, την προσωπική μαρτυρία, την εξομολόγηση, την ονειρική βάθυνση – είναι μια αναλόγια ανθρώπου με τον αφοπλισμό του από το Χρόνο, τις Έννοιες, την υποκειμενικότητά του, τη Ζωή του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η γυναίκα-ποιήτρια αναμετράται με την πυκνότητα και το βάθος του δώρου που δίνει και μέσω αυτού υπάρχει και η ίδια. Είναι η Ζωή, η Εύα, η αρχή των πάντων, η απροσωποποιημένη «Αυτή», η Α-ρ-γία και Αγία καταραμένη. Το θηλυκό υποκείμενο με την υπαρξιακή βάση του σε τούτα τα πεζολογικά πεδία καταβύθισης, λαμβάνει το χαρακτήρα ενός φωτός που απεικονίζει τη φθορά, το θάνατο, αλλά και το άγνωστο της γέννας. Ιδού άλλη μια συνάφεια με τον Σολωμό και την Μαστοράκη: η μυστηριακή τάξη, το φως, η μνήμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα, υπάρχει και μια λεκτική καταγωγή στις απόπειρες της Κλιγκάτση – μια μετάθεση της απώλειας, της κτίσης και της κτήσης, της οντολογικής κρίσης σε μια γλώσσα αισθητικής ανταπόκρισης που απαρνιέται τη ρητορικότητα προς χάριν του «σχήματος» και της τεχνικής που λειτουργεί ως άλλο υποκείμενο (χαρακτηριστικό παράδειγμα το «χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις – ένα πεζοποίημα ασθματικού αντίλαλου).</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Κλιγκάτση στο πρώτο της προσωπικό έργο προσυπογράφει ένα υφολογικό σημείο εκκίνησης. Μια νότα δημιουργίας σαφούς καθαρότητας και συμβολικής πίστης. Η θεματολογία της είναι ένα περιβάλλον και όχι σπαράγματα τόπων και ανθρώπων. Η γραφή της είναι ένας διάλογος εσωτερικής αναζήτησης που αποδίδει την απώλεια μέσα από μια γέννηση. Από τα «Πλευρικά» γεννήθηκε παρ’ ημίν μια πολύ καλή ποιήτρια, έτοιμη για σημαντικά πετάγματα στο μέλλον.</span><br />
<span style="color: #000000;"><span id="more-11130"></span></span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/03/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
