<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%83-%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 08 Oct 2022 20:48:01 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 01 Sep 2019 07:24:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12208</guid>

					<description><![CDATA[Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925). Το 2010 τιμήθηκε&#160;με το Κρατικό &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/"> <span class="screen-reader-text">ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε <br>Ελληνική </span><span style="color: #000000;">Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης <br>και Παιδαγωγικά </span><span style="color: #000000;">στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών <br>Σπουδών </span><span style="color: #000000; font-size: inherit;">του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής <br>Φιλολογίας του ίδιου πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και <br>ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925). <br>Το 2010 τιμήθηκε&nbsp;</span><span style="color: #000000;">με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του <br>συλλογή Λοκριγκάνα. Διετέλεσε μέλος της Κριτικής Επιτροπής των <br>Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών <br>Κύπρου. Εργάζεται ως Επιθεωρητής Φιλολογικών Μαθημάτων στο <br>Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια, Λευκωσία, 1979·</span><br><span style="color: #000000;">Ο λοιμός και άλλα ποιήματα, Λευκωσία, 1981.</span><br><span style="color: #000000;">Ιατρική βεβαίωση, Λευκωσία, 1982. (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη)</span><br><span style="color: #000000;">Στυφά κυδώνια, Λευκωσία, 1988.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτηλασία, Λευκωσία, 1999·</span><br><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λευκωσία, , 2007.</span><br><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010. (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)</span><br><span style="color: #000000;">Δοκιμές συγκολλήσεως, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2013·</span><br><span style="color: #000000;">Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2016.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κείμενα Τρόποι Δημασίες&nbsp; Θέματα Λογοτεχνίας (Ίαμβος 2018)<br>Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μάντη, </span><span style="color: #000000;">Αθήνα, Γαβριηλίόης, 2008.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (ι869-1925) (διδ.</span><br><span style="color: #000000;">διατριβή), Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουρ</span><span style="color: #000000;">γείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012.</span><br><span style="color: #000000;">Κειμενικές Διαθλάσεις, Αθήνα, Ιωλκός, 2012.</span></p>
<p></p>
<p><img loading="lazy" class="size-full wp-image-12211 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152.jpg" alt="ΒΙΒΛΙΑ52" width="1200" height="849" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152.jpg 1200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-300x212.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-1024x724.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/09/ce92ce99ce92ce9bce99ce9152-768x543.jpg 768w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></p>
<p></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΡΟΠΟΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣ (2018)</strong></span></h2>
<p style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>Θέματα Λογοτεχνίας</strong></span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στο βιβλίο αυτό περιέχονται δοκιμές και σημειώματα γύρω από θέματα της ευρύτερης νεοελληνικής και της κυπριακής λογοτεχνίας. Το ενδιαφέρον του συγγραφέα επικεντρώνεται στην ποίηση των Γιώργου Σεφέρη, Βασίλη Μιχαηλίδη, Κώστα Μόντη, Ντίνας Κατσούρη, Κώστα Βασιλείου, Μελίτας Τόκα Καραχάλιου, Βικτωρίας Καπλάνη, Γιώργου Καλοζώη, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Άντη Κανάκη και άλλων. Στον τομέα της πεζογραφίας ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, καταθέτει τις αναγνωστικές του προσεγγίσεις για τη διηγηματογραφία των Κώστα Λυμπουρή. Γιώργου Μολέσκη και Ρένου Χριστοφόρου, ενώ στον τομέα του θεάτρου εξετάζονται όψεις και πτυχές του έργου των Τεύκρου Ανθία, Γιάννη Κατσούρη, Θεοκλή Κουγιάλη και Ρήνας Κατσελλή. Στο βιβλίο περιέχονται αναζητήσεις και προβληματισμοί γύρω από τον ρόλο και τη λειτουργία της λογοτεχνικής κριτικής σε συνάρτηση με την κριτικογραφία του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Τέλος, εκφέρονται απόψεις για τη συνανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων στη διδακτική πράξη, για τον διάλογο ιστορίας και λογοτεχνίας και για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην κυπριακή λογοτεχνία των τελευταίων χρόνων.</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Μυθιστόρημα ΙΒ’</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>(«Μποτίλια στο πέλαγο»)</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Στη συλλογή που σχολιάζουμε, είτε τη διαβάσουμε ως ποιητική σύνθεση είτε ως συλλογή αυτοτελών ποιημάτων, εντοπίζονται ορισμένοι συνεκτικοί θεματικοί άξονες που, όπως έχει διαπιστωθεί, είναι εκείνοι «του δράματος, του ταξιδιού και της περιπλάνησης» και της αθεράπευτης νοσταλγίας για κάποια χαμένη πατρίδα», σι συνάρτηση «με τις μορφές του Οδυσσέα και των συντρόφων του, των Αργοναυτών και του Ελπήνορα».</span><br><span style="color: #000000;">Οι μορφές αυτές παραπέμπουν, μέσω της μυθικής μεθόδου και της αντικειμενικής συστοιχίας, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Λόγου χάρη, από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη προτείνεται η στοίχιση του αργοναυτικού μύθου με τη μικρασιατική εκστρατεία και των αναφορών στην Οδύσσεια με τη Μικρασιατική Καταστροφή και από παλαιότερους κριτικούς υπερτονίζονται οι απηχήσεις της ιστορικής αυτής τραγωδίας στη συλλογή.</span><br><span style="color: #000000;">Ωστόσο, τόσο από τον ίδιο τον Γ. Σεφέρη όσο και από μελετητές της ποίησής του υπογραμμίζεται ότι η απόλυτη ταύτιση του μύθου με τις συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές θα αδικούσε τη συλλογή και τις πολλαπλές συνδηλώσεις των κυριότερων συμβόλων που χρησιμοποιεί σ’ αυτήν ο ποιητής. Πιο συγκεκριμένα, ο Σεφέρης σε συνέντευξή του στον Robert Levesque (1948) ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε «ν’ αποδίδουν τη δραματική του αντίληψη για το σύμπαν στην καταστροφή και μόνο της Μικρός Ασίας», δεδομένου ότι «το πεπρωμένο των Ελλήνων και του σύγχρονου ανθρώπου είναι αφεαυτό τόσο τραγικό και απελπιστικό, ώστε μια αιματοχυσία σαν εκείνη της Σμύρνης στα 1922 δεν είναι, στην πραγματικότητα, παρά ένα σκληρό επεισόδιο μιας πιο σοβαρής Οδύσσειας». Από μελετητές, όπως οι Μ. Vitti, Δημ. Δημηρούλης και Ν. Ορφανίδης, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι, παράλληλα με την τραγωδία του 1922, στην οποία προφανώς παραπέμπει το Μυθιστόρημα, στην ίδια συλλογή αναγνωρίζονται απηχήσεις του υπαρξιακού δράματος του σύγχρονου ανθρώπου και της εναγώνιας αναζήτησης του χαμένου χώρου και χρόνου.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η δυναμική αντίθεση παρελθόν-παρόν είναι στην ποίηση που σχολιάζουμε τόσο πολύμορφη, πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη (αφορώντας όχι μόνο το εθνικό-συλλογικό επίπεδο, αλλά και το ατομικό), ώστε θα άξιζε να διερευνηθεί σε ειδική μελέτη. Βέβαια, το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του ποιητή για το ιστορικό παρελθόν δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τα στοιχεία της ελληνικότητας και του καημού για τη συρρίκνωση του ελληνισμού, που είναι εμφανέστερα στα ποιήματα που αφορούν την τραγωδία του 1974· Στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα, 1980 (ό.π. 918) το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με σπαρακτικό τρόπο τη διάσταση μεταξύ της σχολικής ιστορίας και της ιστορικής πραγματικότητας: «Γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες / και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά / και ψέμα οι Ιστορίες μας, / ψέμα, όλα ψέμα». Για τη θεματική της ήττας στην ποίηση του Κ. Μόντη, ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει, λόγου χάρη, τη μελέτη του Νίκου Ορφανίδη, «Από την ποίηση του αλυτρωτισμού στην</span><br><span style="color: #000000;">ποίηση της ήττας».</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Νύξεις για τη πολιτική εγρήγορση και το ποιητικό ήθος στο ποιητικό έργο της Ντίνας Κατσούρη</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Βέβαια, η πολιτική εγρήγορση στο ποιητικό έργο που παρουσιάζουμε δεν ταυτίζεται με τη δουλική στράτευση της ποιήτριας σε κομματικές υποδείξεις. Όπως ορθά διαπιστώθηκε από τον Θεοκλή Κουγιάλη, «η ποίηση της Κατσούρη είναι διακριτικά πολιτικοποιημένη, γεμάτη οξύτητα και κριτική, μέχρις επικριτική διάθεση […] και είναι στρατευμένη στην αξία “άνθρωπος” και στην αξία “ελευθερία”». Ας δούμε δύο παραδείγματα με τα οποία τεκμηριώνεται η ορθότητα της πιο πάνω άποψης: τα ποιήματα «Μη με πιέζεις», από τη συλλογή Μ’ ακουουούς; (1996), και «Η Αφροδίτη και η Βουλή», από τη συλλογή Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006). Στο</span><br><span style="color: #000000;">πρώτο ποίημα, που είναι αφιερωμένο στον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, το τριαντάφυλλο και το γαρίφαλο παραπέμπουν, κατά την άποψή μας, στα προδομένα οράματα και στην καταρρακωμένη για διάφορους λόγους αγνή ιδεολογία για την οποία αγωνίστηκαν οι δύο ποιητές. Από την άλλη, οι κομματικοί μηχανισμοί παρουσιάζονται στυγνά γραφειοκρατικοί και άκαμπτοι:</span><br><span style="color: #000000;">«Το τρίαντάφυλλο ή το γαρίφαλο εκείνο / που καταδυναστεύει</span><br><span style="color: #000000;">/ κάθε νύχτα τα όνειρα μας / ξεχειλίζει από / τη δυσμορφία τη δυσλεξία, τη δυσκαμψία και τη δυστοκία / των Κ.Ε και των Π.Γ.», πραγματικότητα που αναγκάζει την ομιλήτρια να αγωνίζεται «να ξεφύγει από όλα εκείνα / που παραμορφώνουν / την ιδεολογία και την ιδεοληψία / της ανθρώπινης υπόστασης» (Μ’ ακουουούς;, 26).</span><br><span style="color: #000000;">Την ίδια σημασιακή διάζευξη εντοπίζουμε στο δεύτερο ποίημα στο οποίο, όπως παρατηρήθηκε, «το καταληκτικό μοτίβο της εναπόθεσης μιας δέσμης από κόκκινα τριαντάφυλλα» στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής «λειτουργεί σαρκαστικά», μέσα σ’ ένα πλαίσιο, θα προσθέταμε, αποστράγγισης της πολιτικής από κάθε ευαισθησία και μακρόπνοο όραμα (Της Αφροδίτης και του Αόωνη, 55)</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η ρευστότητα της ανθρώπινης μορφής συνδέεται με ερωτικές συνδηλώσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ισοτοπίας του χρόνου, και στο ποίημα «Στιγμές ρέουσες». «Μια μορφή από πάχνη» έχει την προσοχή της στραμμένη στα «χλοερά ζέφωτα της επιθυμίας». Από την άλλη, στο ποίημα «Τώρα είσαι», η μετάβαση από την αμορφία στη μορφή συνδέεται με την καλλιτεχνική</span><br><span style="color: #000000;">δημιουργία, καθώς μετά την ερωτική αναστάτωση («το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων ») το ποιητικό υποκείμενο « σμιλεύει αδιάκοπα την πέτρα τη δοκιμασμένη », με αποτέλεσμα τη δημιουργία «εκστατικών μορφών»</span><br><span style="color: #000000;">που μεταμορφώνονται «σε σκιές της μοίρας κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι», ενώ επίκειται η αποδόμησή τους, αφού θα «απλοποιηθούν σε μνήμη». Επομένως, και εδώ το δίπολο μορφή-αμορφία δεν παραπέμπει σε σχήματα παγιωμένα, αλλά σε ευμετάβολες ψυχικές καταστάσεις και στην ομόλογη καλλιτεχνική τους αποτύπωση. Παρόμοια, στο ποίημα «Το μηδέν» η</span><br><span style="color: #000000;">προτίμηση του ποιητικού υποκειμένου στο στρογγυλό σχήμα οφείλεται στην αντίληψή του ότι αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση «των πτωμάτων του χρόνου» και επομένως το μηδέν συνδέεται με την επιλογή του να ξεχάσει τον «δικό του συνθλιμμένο, βουβό και οζυγώνιο χρόνο». Έτσι στα δυο ποιήματα η μνήμη των μορφών είναι μια δυσάρεστη εμπειρία η οποία οδηγεί τα ποιητικά υποκείμενα στην επιλογή της λήθης και άρα της αποδόμησής τους.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΘΙΒΟΛΗ ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΘΥΜΙΑΣ ΟΔΥΝΗ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Βικτωρία Καπλάνη, Η άγνωστη φίλη (2015)</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;">Κλεοπάτρα Μακρίδου Ρε Αλέξης.</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Αιμίλιος Σολωμού, Ημερολόγιο μιας απιστίας 2012</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου σε συνδυασμό με την πρωτοπρόσωπη, θερμή και ποιητική αφήγηση αποδίδονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα της προϊστορικής Κασσιόπης και του συντρόφου της</span><br><span style="color: #000000;">στα Κεφάλαια 34 και 35· Ωστόσο, διαβάζοντας το Κεφάλαιο 33 (στο οποίο έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση) έχουμε την εντύπωση πως αυτό το επίπεδο του άστατου προϊστορικού χρόνου συμφύρεται με τα υπόλοιπα χρονικά επίπεδα μέσα στη συνείδηση του κεντρικού ήρωα και σημαίνει εν τέλει την κατάργηση ή υπέρβαση του συμβατικού χρόνου: «Καπνίζει. Το λευκό πέπλο</span><br><span style="color: #000000;">του καπνού δραπετεύει και σκορπίζει γύρω του, σχηματίζοντας ένα λευκό διάφανο πέπλο. Ο Δουκαρέλης τη βλέπει [την Κασσιόπη] εκεί μέσα, να στέκει στην παραστάδα του μονόχωρου σπιτιού […]. Θα ήθελε να διεισδύσει βαθιά μέσα στην ψυχή και τη σκέψη της, θαρρεί πως θα μπορούσε και τώρα ν’ απλώσει τα δάχτυλά του και να την αγγίζει» (195)·</span><br><span style="color: #000000;">Επιπλέον, το Ημερολόγιο μιας απιστίας, πέρα από τις καθαρά αφηγηματικές του αρετές, είναι ένα αξιόλογο μυθιστόρημα και από πολλές άλλες απόψεις. Ενδεικτικά, σημειώνουμε πως η περιγραφή γιο τον συγγραφέα του Ημερολογίου… δεν είναι αυτοσκοπός, αυτοσκοπός, αλλά απορρέει αβίαστα και με θαυμαστή οικονομία από την αφηγηματική λειτουργία, πλαισιώνοντας μαζί με τον διάλογο το μυθιστορηματικό σύμπαν.</span><br><span style="color: #000000;">Εξάλλου, στο νέο μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού, που αξίζει να διαβαστεί και να σχολιαστεί σε περισσότερη έκταση και βάθος, διαπλέκονται ποικίλα θέματα και ζητήματα, όπως είναι λόγου χάρη οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες γύρω από τον χρόνο και τη φθορά, τη ζωή και το θάνατο, τα πολιτικά ζητήματα της διαφθοράς, του ρουσφετιού και της γραφειοκρατίας (που καυτηριάζονται με σατιρική διάθεση), οι ανοιχτές πληγές από την</span><br><span style="color: #000000;">πρόσφατηιστορία του ελληνισμού (και κυρίους ο Εμφύλιος) το πανεπιστημιακό κατεστημένο και η αυταρχική εκπαίδευση.</span><br><span style="color: #000000;">Θεωρούμε, λοιπόν, ότι, μολονότι το Ημερολόγιο μιας απιστίας μπορεί να διαβαστεί από τον μέσο αναγνώστη χωρίς δυσκολία, δεν είναι ένα «εύπεπτο» μυθιστόρημα και ούτε βεβαίους ένα μυθιστόρημα του συρμού. Αντίθετα έχουμε την εντύπωση πους το μυθιστόρημα αυτό θα αντέξει στον χρόνο και θα «κερδίσει» επάξια τους αναγνώστες του.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>«ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΝΙΩΘΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ…»</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Κώστας Λυμπουρής, Των ημετέρων άλλων, 2014</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Λυμπουρή Των ημετέρων άλλων (μετά το Προσωρινά κλειστό, 2006, και Για μια μικρή παύλα, 22011) δεσπόζουν οι θεματικοί άξονες του ανθρωπισμού και της οικονομικής κρίσης</span><br><span style="color: #000000;">Απέναντι στον ανθρωπισμό και την αποδοχή της ετερότητας, που αποπνέουν όλα τα διηγήματα της συλλογής, παρουσιάζονται ρατσιστικές συμπεριφορές, μισαλλόδοξες στάσεις και γενικότερα στάσεις απόρριψης οποιουδήποτε διαφέρει από το κοινωνικά αποδεκτό ως «κανονικό». Η αντιπαραβολή τους γίνεται με ρεαλιστική γραφή, που είναι το κύριο εργαλείο της κριτικής</span><br><span style="color: #000000;">στάσης του διηγηματογράφου και με την οποία ψέγονται ο νεοπλουτισμός, ο τοπικισμός και ο εθνικισμός.</span><br><span style="color: #000000;">Στη συλλογή περιλαμβάνονται 14 διηγήματα. Στα μισά από αυτά η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Κύπρο και στα υπόλοιπα στην Ελλάδα (με δεσπόζοντα χώρο την Αθήνα). Έτσι, η οικονομική κρίση και οι τάσεις απόρριψης της ετερότητας αποδίδονται από δύο οπτικές γωνίες, του μητροπολιτικού ελληνισμού και του ελληνισμού της περιφέρειας.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>«ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ»</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Γιώργος Μολέσκης, Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Διηγήματα 2017</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br><span style="color: #000000;">Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.</span><br><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μη ξέροντας τι να διαλέξεις</span><br><span style="color: #000000;">απ’ τους καρπούς των Χιμαιρών</span><br><span style="color: #000000;">μη γνωρίζοντας ποιος τις κάλεσε</span><br><span style="color: #000000;">ή αν απρόσκλητες ήλθαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τους έδειξες εντέλει την έξοδο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο βάθος τ’ ουρανού</span><br><span style="color: #000000;">είδες τα μόρια της ύλης</span><br><span style="color: #000000;">να στροβιλίζονται τρελά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γύρω από τις εκτάσεις του Μηδενός</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα να βυθίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στ’ απέραντο Κενό του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν ανώφελες νιφάδες που χορεύοντας</span><br><span style="color: #000000;">σβήνουν ηρωικά στον αέρα</span><br><span style="color: #000000;">μαζί με του χιονιού τις ληξιπρόθεσμες επαγγελίες.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνοι που βυθίστηκαν</span><br><span style="color: #000000;">στο κράτος της σιωπής</span><br><span style="color: #000000;">κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι</span><br><span style="color: #000000;">με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα όνειρά τους ταξιδεύουν</span><br><span style="color: #000000;">στις αποικίες των κοραλλιών</span><br><span style="color: #000000;">κι ανθίζουν στο σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">των οιδημάτων άστρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους</span><br><span style="color: #000000;">να λουλουδίσουν τα καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">τα χελιδόνια να κρυφτούν</span><br><span style="color: #000000;">από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΠΛΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν ήσουν έμπορος με τ’ ασήμι στις φλέβες σου</span><br><span style="color: #000000;">πόσα μερόνυχτα θ’ αγρυπνούσες στο μικρομάγαζό σου</span><br><span style="color: #000000;">ξεσκονίζοντας τις αναμνήσεις!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν θα τις έβλεπε</span><br><span style="color: #000000;">να τριγυρίζουν στα δρομάκια τ’ Αναπλιού.</span><br><span style="color: #000000;">Πάντα ονειρευόσουν τ’ απροσμέτρητα ύψη.</span><br><span style="color: #000000;">Που καιρός, όμως, γι’ αποδράσεις στο Παλαμήδι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι βάρος στους ώμους σου</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτές οι μνήμες</span><br><span style="color: #000000;">με τους σωτήρες στις πολεμίστρες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εσύ να μην ακούς τις κραυγές των καταδίκων</span><br><span style="color: #000000;">παρά μόνο να κοιτάζεις τα φλάμπουρα</span><br><span style="color: #000000;">τις φλογερές ματιές των κολασμένων</span><br><span style="color: #000000;">που φωτίζουν την ατέλειωτη νύχτα σου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας είπαν: «Κάψτε τα σπίτια σας και φύγετε</span><br><span style="color: #000000;">προτού σας κυκλώσουν οι λογιστές με τα κατάστιχά τους,</span><br><span style="color: #000000;">κάθε τεκμήριο της ύπαρξής σας κάψτε</span><br><span style="color: #000000;">σ’ αυτό το καταραμένο χωριό!».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέρα με τη μέρα πυκνώνουν τα χνάρια των λύκων</span><br><span style="color: #000000;">κάθε πρωί χάνουμε κι ένα παιδί</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν χορταίνουν με τίποτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας είπαν: «Ξεχάστε ό,τι ξέρατε</span><br><span style="color: #000000;">τώρα μαγειρεύετε με τις δικές τους συνταγές</span><br><span style="color: #000000;">στις δανεικές τους χύτρες.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς τους είπαμε πως ό,τι και να κάνουν</span><br><span style="color: #000000;">σπίτια δεν καίμε κι ούτε τα κειμήλιά μας</span><br><span style="color: #000000;">κι ας έλθουν να μας πάρουν σηκωτούς</span><br><span style="color: #000000;">με τους φρουρούς και τους χαρτογιακάδες τους!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,</span><br><span style="color: #000000;">τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα</span><br><span style="color: #000000;">τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών</span><br><span style="color: #000000;">τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων</span><br><span style="color: #000000;">τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">λόγια περίτεχνα χορτάσαμε</span><br><span style="color: #000000;">μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα</span><br><span style="color: #000000;">στον τόπο καρφωμένοι</span><br><span style="color: #000000;">από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και τι δεν προδώσαμε</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span><br><span style="color: #000000;">πόσα καρφιά στην πλάτη μας</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόση σκουριά στο αίμα μας</span><br><span style="color: #000000;">πόσες παρελάσεις βαρβάρων στο στέρνο μας</span><br><span style="color: #000000;">πόσες ηλεκτρικές εκκενώσεις στο μεδούλι μας</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσοι τόνοι βεγγαλικών στις πλατείες</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span><br><span style="color: #000000;">πόσες δεξαμενές υποσχέσεων</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσες καρδιές ραγισμένες</span><br><span style="color: #000000;">πόσα κεφάλια πουλιών</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσα δέντρα σκυφτά</span><br><span style="color: #000000;">πόσες πυρακτωμένες πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">πόση σπατάλη φωτός</span><br><span style="color: #000000;">πόσες νύχτες υγρές στα ξωκλήσια</span><br><span style="color: #000000;">για τη δόξα του στρατηγού.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι αυλές μας τόσο μικρές</span><br><span style="color: #000000;">κι οι κάμαρές μας φυλακές.</span><br><span style="color: #000000;">Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά</span><br><span style="color: #000000;">και τους μιναρέδες τους</span><br><span style="color: #000000;">με τις αφρούρητες επάλξεις τους</span><br><span style="color: #000000;">με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών</span><br><span style="color: #000000;">στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΟΝΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.</span><br><span style="color: #000000;">Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,</span><br><span style="color: #000000;">κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν</span><br><span style="color: #000000;">όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι</span><br><span style="color: #000000;">δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.</span><br><span style="color: #000000;">Επιτέλους συνέλθετε!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έριχνε το σχοινί να δέσει το σύννεφο</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτό γελούσε</span><br><span style="color: #000000;">όλο τού ξέφευγε και γελούσε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλο τού ξέφευγε και τραγουδούσε</span><br><span style="color: #000000;">τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωής</span><br><span style="color: #000000;">σύννεφο, σύννεφο τρελό</span><br><span style="color: #000000;">στ’ ανθισμένα κλαδιά του θανάτου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΑΥΑΓΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φυσικά δεν τους ενοχλεί να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,</span><br><span style="color: #000000;">αρκεί να μην έχουν σχέση</span><br><span style="color: #000000;">με πρόσωπα και πράγματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια</span><br><span style="color: #000000;">που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου</span><br><span style="color: #000000;">ή στην επικράτεια των συμβόλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων</span><br><span style="color: #000000;">στον αχανή βυθό των λογισμών</span><br><span style="color: #000000;">που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΟΧΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν κάλπαζε γύρω σου η παράκρουση</span><br><span style="color: #000000;">κι ο πόνος τον ανθρώπων βασιλεύει</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι μέρες δραπετεύουν</span><br><span style="color: #000000;">κι οι νύχτες τους βυθίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στην οργωμένη λάβα των κυμάτων,</span><br><span style="color: #000000;">εσύ δεν πρέπει να μιλάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο δεν είναι που κατάφερες</span><br><span style="color: #000000;">να παραμένεις στο απυρόβλητο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη σιωπή σου τώρα πλήρωσε</span><br><span style="color: #000000;">το τίμημα της ενοχής σου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΓΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σιδερώνουμε τα πλυμένα όνειρα των παιδιών</span><br><span style="color: #000000;">να τα φορέσουν ατσαλάκωτα</span><br><span style="color: #000000;">έστω κι αν τα ψήνει ο πυρετός της οργής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο ιδρώτας τους μήπως την υπόληψή μας</span><br><span style="color: #000000;">λεκιάσει προσέχουμε κι οι αιμοπτύσεις τους</span><br><span style="color: #000000;">κι οι εξάρσεις της αγωνίας τους</span><br><span style="color: #000000;">μη μας ταράξουν τον ύπνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συγκεντρώνουμε τα παιδιά και τα σιδερώνουμε</span><br><span style="color: #000000;">μη μας φύγουν τσαλακωμένα και τρομάξουν τα πουλιά</span><br><span style="color: #000000;">ανεμίζοντας τις ψυχές τους μεσίστιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι εφιάλτες τους μήπως μας εκθέσουν προσέχουμε</span><br><span style="color: #000000;">και τα σμήνη τους μήπως την τιμή μας σπιλώσουν</span><br><span style="color: #000000;">με τα μαύρα τους στίγματα και τα κόκκινα ρίγη</span><br><span style="color: #000000;">και μείνουμε με τα πρόσωπα καρφωμένα στον τοίχο.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα</span><br><span style="color: #000000;">θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους</span><br><span style="color: #000000;">μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη</span><br><span style="color: #000000;">και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες</span><br><span style="color: #000000;">εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί&#8230; Γιατί</span><br><span style="color: #000000;">να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο</span><br><span style="color: #000000;">προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει</span><br><span style="color: #000000;">με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι</span><br><span style="color: #000000;">στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,</span><br><span style="color: #000000;">τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΔΩΛΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι έμεινε τώρα να σου θυμίζει</span><br><span style="color: #000000;">τα βήματά σου στο μισογκρεμισμένο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">τη φωνή σου ραγισμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αράχνη τύλιγε στο δίχτυ της</span><br><span style="color: #000000;">τους όρκους σου στα σύμβολα που νόμιζες αιώνια,</span><br><span style="color: #000000;">Μα ήρθαν τα χρόνια της αλήθειας και τα σύντριψαν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσύ που προσκυνούσες τα είδωλα του ψεύδους</span><br><span style="color: #000000;">πώς να πιστέψεις πως γελάστηκες οικτρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, τι όμορφα που ήσαν εκείνα τα ψεύδη!</span><br><span style="color: #000000;">Και τι λαμπρές οι παραισθήσεις</span><br><span style="color: #000000;">που σε λίκνιζαν στην παραζάλη της χαράς!</span><br><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό τα πάντα θα ’δίνες</span><br><span style="color: #000000;">να βυθιστείς και πάλι στη δίνη τους</span><br><span style="color: #000000;">έστω και για λίγα λεπτά αγορασμένης ευτυχίας.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Μνήμη του πατέρα μου</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 240px;"><em><span style="color: #000000;">«&#8230;οι σπίθες [&#8230;] φτάσανε ως τους</span></em><br><em><span style="color: #000000;">ουρανούς, γίναν αστέρια».</span></em><br><em><span style="color: #000000;">Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κοιτάς, μου &#8216;λεγες, με γυμνό μάτι</span><br><span style="color: #000000;">τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.</span><br><span style="color: #000000;">Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα</span><br><span style="color: #000000;">-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.</span><br><span style="color: #000000;">Κατά τ&#8217; άλλα πειθαρχούσα</span><br><span style="color: #000000;">αν και σ&#8217; ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήξερα, φερ&#8217; ειπείν, γιατί κάθε τόσο</span><br><span style="color: #000000;">χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα</span><br><span style="color: #000000;">ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω</span><br><span style="color: #000000;">γιατί μ&#8217; έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά</span><br><span style="color: #000000;">από τις επιφάνειες των μετάλλων.</span><br><span style="color: #000000;">Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς</span><br><span style="color: #000000;">το φέρουν εκ συστάσεως</span><br><span style="color: #000000;">και το παίρνουν μαζί τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις</span><br><span style="color: #000000;">και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων</span><br><span style="color: #000000;">που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται</span><br><span style="color: #000000;">κι αμέσως κατακάθονται</span><br><span style="color: #000000;">με βαριά καρδιά στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο τρόμαξε η γάτα σου</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά</span><br><span style="color: #000000;">μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!</span><br><span style="color: #000000;">Και τι φόβο τράβηξε</span><br><span style="color: #000000;">αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη</span><br><span style="color: #000000;">το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να προβλέψει</span><br><span style="color: #000000;">πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; ασθενοφόρο χλωμό</span><br><span style="color: #000000;">πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει</span><br><span style="color: #000000;">πως αναχώρησες για πάντα.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία</span><br><span style="color: #000000;">σε ποιου τα πόδια θα κάθεται</span><br><span style="color: #000000;">από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια</span><br><span style="color: #000000;">ποιου τα λόγια θ&#8217; ακούει; </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το νυστέρι της μνήμης.</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; άλογο με τα διάτρητα φτερά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περγαμηνές στους διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">σταγόνες λεμονιού</span><br><span style="color: #000000;">και νίψον ανομήματα</span><br><span style="color: #000000;">σε μυστικούς νιπτήρες</span><br><span style="color: #000000;">όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις</span><br><span style="color: #000000;">τις μνήμες εμποτίζουν</span><br><span style="color: #000000;">με τα δραστικά της λήθης υγρά</span><br><span style="color: #000000;">ώσπου να μη θυμάσαι τ&#8217; όνομά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες</span><br><span style="color: #000000;">λευκοντυμένοι Σαμαρείτες</span><br><span style="color: #000000;">με τ&#8217; αποστειρωμένα αισθήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί</span><br><span style="color: #000000;">εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι σταγόνες της βροχής</span><br><span style="color: #000000;">μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.</span><br><span style="color: #000000;">Φαρμάκι!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής</span><br><span style="color: #000000;">την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας</span><br><span style="color: #000000;">με τις σαράντα πληγές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αδερφικά καρφιά της προδοσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να σου μιλήσω</span><br><span style="color: #000000;">(το ξέρω μ&#8217; ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)</span><br><span style="color: #000000;">χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου</span><br><span style="color: #000000;">στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">των αγίων ο χορός</span><br><span style="color: #000000;">κι η μάνα σου σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">πάνω απ&#8217; την κούνια των αμνών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι</span><br><span style="color: #000000;">και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, δεν αργεί να σπάσει</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; απόστημα</span><br><span style="color: #000000;">δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων</span><br><span style="color: #000000;">εκπυρσοκροτήσεις. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξυπνώντας μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγκούσες στη τσάντα σου</span><br><span style="color: #000000;">στων βουνών τις κορφές</span><br><span style="color: #000000;">αναζητώντας το νόημα</span><br><span style="color: #000000;">των συνεχών περιπλανήσεων</span><br><span style="color: #000000;">των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες</span><br><span style="color: #000000;">με το λιγοστό φως των φαναριών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έμαθα την τέχνη σου</span><br><span style="color: #000000;">και να που τώρα δυσκολεύομαι</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">λίγη φωτιά περισσότερη απ&#8217; ό,τι χρειάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα κομμάτια σωριάζονται</span><br><span style="color: #000000;">άμορφες μάζες στο πάτωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες</span><br><span style="color: #000000;">συγκολλήσεως κάθε μετάλλου</span><br><span style="color: #000000;">μόνο που και τότε διαισθανόσουν</span><br><span style="color: #000000;">το πρόσκαιρο κάθε μορφής</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς</span><br><span style="color: #000000;">των αγγέλων της υγρασίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήξερες πάντως</span><br><span style="color: #000000;">πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα</span><br><span style="color: #000000;">στις πλάτες του βουνού</span><br><span style="color: #000000;">κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν</span><br><span style="color: #000000;">αμείλικτες περικοκλάδες. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω</span><br><span style="color: #000000;">τα παλιά σου ήλεκτρα</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε θήκες ανοξείδωτες να τ&#8217; αποθέσω</span><br><span style="color: #000000;">παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης</span><br><span style="color: #000000;">που δεν γνωρίζουνε</span><br><span style="color: #000000;">τα πάθη της ψυχής</span><br><span style="color: #000000;">πόσο πικρίζουν το νερό</span><br><span style="color: #000000;">καθώς νυχτώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο</span><br><span style="color: #000000;">ζωντανές να κρατήσω</span><br><span style="color: #000000;">τις στιγμές της ζωής σου</span><br><span style="color: #000000;">τη θλίψη στο βλέμμα σου&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες</span><br><span style="color: #000000;">πλαγιές της αβύσσου</span><br><span style="color: #000000;">κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν</span><br><span style="color: #000000;">κι αν στης γης τα σαγόνια</span><br><span style="color: #000000;">κείτεται τώρα το σώμα σου,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις ανοξείδωτες βαδίζεις</span><br><span style="color: #000000;">εκτάσεις μονάχος</span><br><span style="color: #000000;">των περιβολιών</span><br><span style="color: #000000;">και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων</span><br><span style="color: #000000;">αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα</span><br><span style="color: #000000;">όπου λουφάζει τώρα δολερή</span><br><span style="color: #000000;">με διπλωμένα τα πλοκάμια της</span><br><span style="color: #000000;">και το κεντρί της βυθισμένο</span><br><span style="color: #000000;">στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα</span><br><span style="color: #000000;">του Χάροντα η γυναίκα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες </span><br><span style="color: #000000;">οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία </span><br><span style="color: #000000;">ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας. </span><br><span style="color: #000000;">Εκείνο που προείχε τώρα </span><br><span style="color: #000000;">ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων </span><br><span style="color: #000000;">των στεγάστρων </span><br><span style="color: #000000;">των θυρών και παραθύρων </span><br><span style="color: #000000;">των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους. </span><br><span style="color: #000000;">Και μόνοι!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΝ ΝΑ &#8216;ΧΕ ΨΥΧΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μάταια προσπάθησα να βρω</span><br><span style="color: #000000;">μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου</span><br><span style="color: #000000;">που τόσο το φρόντιζες σαν να &#8216;χε ψυχή.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όντως είχε ψυχή</span><br><span style="color: #000000;">αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου</span><br><span style="color: #000000;">ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)</span><br><span style="color: #000000;">πόσο αγόγγυστα μετέφερε</span><br><span style="color: #000000;">όσα βάρη κι αν του φορτώναμε</span><br><span style="color: #000000;">όπως τη μέρα εκείνη</span><br><span style="color: #000000;">που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία</span><br><span style="color: #000000;">με τόσους άλλους.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε</span><br><span style="color: #000000;">(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)</span><br><span style="color: #000000;">όταν οι φρουροί της &#8220;εθνικής σωτηρίας&#8221;</span><br><span style="color: #000000;">μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου</span><br><span style="color: #000000;">και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς</span><br><span style="color: #000000;">αποφάσισες να τ&#8217; αφήσεις</span><br><span style="color: #000000;">όμως θυμάμαι πολύ καλά</span><br><span style="color: #000000;">πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες</span><br><span style="color: #000000;">ότι θα &#8216;ταν καλύτερα</span><br><span style="color: #000000;">να μην το εγκατέλειπες</span><br><span style="color: #000000;">ότι θα &#8216;ταν προτιμότερο</span><br><span style="color: #000000;">να το φρόντιζες μέχρι τέλους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά</span><br><span style="color: #000000;">πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε</span><br><span style="color: #000000;">κι ούτε που νοιάστηκε</span><br><span style="color: #000000;">για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν τον ένοιαζε</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα πετούσε απ&#8217; το παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">τις προσευχές και τα κονίσματα,</span><br><span style="color: #000000;">το ρολόι του τοίχου</span><br><span style="color: #000000;">(που συνέχιζε να χτυπά)</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου</span><br><span style="color: #000000;">μέχρι να δει την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">να βγαίνει απ&#8217; το παράθυρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά</span><br><span style="color: #000000;">κι ακόμη πιο πάνω</span><br><span style="color: #000000;">και να ξεσπά σε λυγμούς</span><br><span style="color: #000000;">όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη</span><br><span style="color: #000000;">που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στη μητέρα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσο κακό μέσα στο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">κι οι μέλισσες στον κήπο μας</span><br><span style="color: #000000;">δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς</span><br><span style="color: #000000;">που είδαν πολλά τα μάτια τους</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως γιορτάζαν</span><br><span style="color: #000000;">ακόμα κι αν μας έβλεπαν</span><br><span style="color: #000000;">να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτά ν&#8217; ανοίγουν πιο πλατιά,</span><br><span style="color: #000000;">να περιθάλπουμε τους τοίχους</span><br><span style="color: #000000;">και πάλι να φουσκώνουν</span><br><span style="color: #000000;">οι ρωγμές τους επικίνδυνα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι μέλισσες το μέλι τους</span><br><span style="color: #000000;">και τα λουλούδια τ&#8217; άσματά τους</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί</span><br><span style="color: #000000;">το λήμμα «περικαρδίτις»</span><br><span style="color: #000000;">να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό</span><br><span style="color: #000000;">στο προσκεφάλι της μητέρας</span><br><span style="color: #000000;">την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα στεφάνι στα μαλλιά</span><br><span style="color: #000000;">από λουλούδια του κήπου μας</span><br><span style="color: #000000;">και μέλισσες σαν προσευχές</span><br><span style="color: #000000;">σε κάθε ανθό που δάκρυζε</span><br><span style="color: #000000;">και πίκριζε το μέλι.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ&#8230;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,</span><br><span style="color: #000000;">για να &#8216;ρθεις μαζί μου;</span><br><span style="color: #000000;">Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες</span><br><span style="color: #000000;">δεν ακούς τα ποδοβολητά,</span><br><span style="color: #000000;">τις ιαχές των Αχαιών;».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;χες το σθένος του Αινεία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη</span><br><span style="color: #000000;">και τον έσωσε</span><br><span style="color: #000000;">από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων</span><br><span style="color: #000000;">να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου</span><br><span style="color: #000000;">να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν</span><br><span style="color: #000000;">στις αρρώστιες τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν</span><br><span style="color: #000000;">τα κονίσματά τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν</span><br><span style="color: #000000;">τις ζυγαριές τους</span><br><span style="color: #000000;">αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν</span><br><span style="color: #000000;">στα δύσβατα χωρία τους</span><br><span style="color: #000000;">αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν</span><br><span style="color: #000000;">παρά μόνο τα δόντια</span><br><span style="color: #000000;">κι από τους ποιητές</span><br><span style="color: #000000;">οι σκεβρωμένες λέξεις,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα φύλλα δεν θα &#8216;πεφταν</span><br><span style="color: #000000;">με τόσο πάταγο</span><br><span style="color: #000000;">στο μνήμα σου</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αγριόχορτα</span><br><span style="color: #000000;">δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος</span><br><span style="color: #000000;">από τις ρωγμές</span><br><span style="color: #000000;">της γρανιτένιας μας θελήσεως!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως</span><br><span style="color: #000000;">κήπος δακρύων</span><br><span style="color: #000000;">σπιθόβολες κραυγές</span><br><span style="color: #000000;">πίσω απ&#8217; τους λόφους</span><br><span style="color: #000000;">κύμβαλα, κρόταλα</span><br><span style="color: #000000;">εφήμερες χαρές</span><br><span style="color: #000000;">και νίκες</span><br><span style="color: #000000;">κι ανεμοσκορπίσματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα φως</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα γυμνός</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς καν τ&#8217; όνομα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Πηχτό σκοτάδι, νερό</span><br><span style="color: #000000;">πέτρες και κόκαλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ξανά στο φως</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ακούς τα παραμύθια</span><br><span style="color: #000000;">που γλυκαίνουν την αλήθεια</span><br><span style="color: #000000;">να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου</span><br><span style="color: #000000;">που καλπάζουν στο φως</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">&#8211;<em> Σαν τους γύφτους</em></span><br><em><span style="color: #000000;">σφυροκοπάμε</span></em><br><em><span style="color: #000000;">αδιάκοπα</span></em><br><em><span style="color: #000000;">στο ίδιο αμόνι.</span></em><br><span style="color: #000000;">ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα</span><br><span style="color: #000000;">ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα</span><br><span style="color: #000000;">μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη</span><br><span style="color: #000000;">μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς</span><br><span style="color: #000000;">επιμένεις απ&#8217; την πρώτη; Τ&#8217; ανυπάκουα μέταλλα&#8230; Δεν</span><br><span style="color: #000000;">φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι</span><br><span style="color: #000000;">ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια</span><br><span style="color: #000000;">των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή</span><br><span style="color: #000000;">πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και</span><br><span style="color: #000000;">νέας μορφής. Θα &#8216;ταν γι&#8217; αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν</span><br><span style="color: #000000;">τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,</span><br><span style="color: #000000;">πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου</span><br><span style="color: #000000;">σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων</span><br><span style="color: #000000;">από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται</span><br><span style="color: #000000;">να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των</span><br><span style="color: #000000;">θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως</span><br><span style="color: #000000;">δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές</span><br><span style="color: #000000;">θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες</span><br><span style="color: #000000;">των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι</span><br><span style="color: #000000;">θέλουν οι φυλλάδες. Τ&#8217; αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή</span><br><span style="color: #000000;">συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της</span><br><span style="color: #000000;">κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν</span><br><span style="color: #000000;">αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να</span><br><span style="color: #000000;">συγκρατήσουν την ουσία.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 80px;"><em><span style="color: #000000;">For every ill deed in the past we suffer the consequence:</span></em><br><em><span style="color: #000000;">for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,</span></em><br><em><span style="color: #000000;">for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.<br></span></em><span style="color: #000000;">T.S. ELIOT</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα</span><br><span style="color: #000000;">δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν&#8217; αποκηρύξουν</span><br><span style="color: #000000;">τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά</span><br><span style="color: #000000;">που δεν κουράζονται ν&#8217; αναζητούν παλιά προσκυνητάρια</span><br><span style="color: #000000;">σκουριασμένα φυλαχτάρια</span><br><span style="color: #000000;">στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται</span><br><span style="color: #000000;">για τα μοιραία παροράματα</span><br><span style="color: #000000;">για τους νεκρούς στα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα</span><br><span style="color: #000000;">στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις</span><br><span style="color: #000000;">των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες κι όλα γίναν ερήμην μας</span><br><span style="color: #000000;">λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.</span><br><span style="color: #000000;">Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ&#8217; αρχικά των οργανώσεων</span><br><span style="color: #000000;">αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν λέμε τα πράγματα με τ&#8217; όνομά τους</span><br><span style="color: #000000;">πολύ μας χάλασαν οι ποιητές</span><br><span style="color: #000000;">με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος</span><br><span style="color: #000000;">πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες</span><br><span style="color: #000000;">τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων</span><br><span style="color: #000000;">στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγαθές τους προθέσεις</span><br><span style="color: #000000;">(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).</span><br><span style="color: #000000;">Ας το πούμε καθαρά</span><br><span style="color: #000000;">πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια</span><br><span style="color: #000000;">κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές</span><br><span style="color: #000000;">αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">οι πεταλούδες γύρω απ&#8217; τις αγχόνες</span><br><span style="color: #000000;">οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες</span><br><span style="color: #000000;">το καλοκαιρινό χαλάζι</span><br><span style="color: #000000;">ο χαλασμός, τ&#8217; αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">που φωσφόριζαν</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα</span><br><span style="color: #000000;">στους κρατήρες των ματιών τους.</span><br><span style="color: #000000;">Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε</span><br><span style="color: #000000;">τις συγκινήσεις των εκταφών</span><br><span style="color: #000000;">τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">το πρόβλημα ν&#8217; απλώνει τις ρίζες του παντού.</span><br><span style="color: #000000;">Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας</span><br><span style="color: #000000;">βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων</span><br><span style="color: #000000;">να μας κοιτάζουν ανάποδα</span><br><span style="color: #000000;">καθώς βουλιάζουμε</span><br><span style="color: #000000;">στην ακριβή μας πολυθρόνα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όλο πετάμε στα σκυλιά</span><br><span style="color: #000000;">τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">τις εφόδους των πουλιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες κι όλα γίναν ερήμην μας</span><br><span style="color: #000000;">λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,</span><br><span style="color: #000000;">τους νεκρούς στα πηγάδια</span><br><span style="color: #000000;">τις πεταλούδες γύρο:&gt; απ&#8217; τις αγχόνες</span><br><span style="color: #000000;">τα τρωκτικά που ροκάνιζαν</span><br><span style="color: #000000;">μες στα κρησφύγετα</span><br><span style="color: #000000;">των μαρτύρων τα λείψανα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">κλεισμένοι στη γυάλα μας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες</span><br><span style="color: #000000;">κι ας μας αφήσουν ήσυχους</span><br><span style="color: #000000;">να σπαρταράμε στη γυάλα μας</span><br><span style="color: #000000;">σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων</span><br><span style="color: #000000;">εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων</span><br><span style="color: #000000;">στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται</span><br><span style="color: #000000;">παρά το προκεχωρημένο της ώρας.</span><br><span style="color: #000000;">Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη</span><br><span style="color: #000000;">των συγκατοίκων ρόχθοι</span><br><span style="color: #000000;">πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη</span><br><span style="color: #000000;">αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο</span><br><span style="color: #000000;">χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι</span><br><span style="color: #000000;">βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας</span><br><span style="color: #000000;">στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς</span><br><span style="color: #000000;">αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου</span><br><span style="color: #000000;">τις αλλεπάλληλες αποδημίες.</span><br><span style="color: #000000;">Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων</span><br><span style="color: #000000;">ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες</span><br><span style="color: #000000;">καταμετρώντας τα μοιραία λάθη</span><br><span style="color: #000000;">των εμπειρογνωμόνων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι</span><br><span style="color: #000000;">πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι</span><br><span style="color: #000000;">μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο</span><br><span style="color: #000000;">ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους</span><br><span style="color: #000000;">τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων</span><br><span style="color: #000000;">φωνές από τα βάθη των σπηλαίων</span><br><span style="color: #000000;">της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου</span><br><span style="color: #000000;">τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λαμπάδες και τάματα</span><br><span style="color: #000000;">υποκλοπές</span><br><span style="color: #000000;">ισολογισμοί</span><br><span style="color: #000000;">παραισθήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νωπές ουλές</span><br><span style="color: #000000;">σκοτάδι του μυαλού</span><br><span style="color: #000000;">λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες</span><br><span style="color: #000000;">στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θαμμένος βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τόνους ανοχής</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς τις νενομισμένες τιμές</span><br><span style="color: #000000;">και τους μακροσκελείς επικηδείους</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς τους θρήνους</span><br><span style="color: #000000;">των πληρωμένων γυναικών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα</span><br><span style="color: #000000;">των υπογείων στρωμάτων</span><br><span style="color: #000000;">αναδεύοντας τα χώματα</span><br><span style="color: #000000;">νεκρός γι’ αυτούς</span><br><span style="color: #000000;">μα για τον θάνατο μπελάς</span><br><span style="color: #000000;">για τα καρφιά βραχνάς</span><br><span style="color: #000000;">γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου</span><br><span style="color: #000000;">ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους</span><br><span style="color: #000000;">που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια</span><br><span style="color: #000000;">και τις κορδέλες της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται</span><br><span style="color: #000000;">για τα ρολόγια τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές</span><br><span style="color: #000000;">των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων</span><br><span style="color: #000000;">γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων</span><br><span style="color: #000000;">και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στ&#8217; αμπάρι με τα σάπια κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">τις υποσχέσεις των κενταύρων</span><br><span style="color: #000000;">αλατισμένη λογική</span><br><span style="color: #000000;">φρεσκομαγειρεμένη</span><br><span style="color: #000000;">λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα</span><br><span style="color: #000000;">τους κουστωδούς των ανέμων</span><br><span style="color: #000000;">μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους</span><br><span style="color: #000000;">πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!</span><br><span style="color: #000000;">Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα</span><br><span style="color: #000000;">δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αφεντικά σαν το προστάξουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη</span><br><span style="color: #000000;">όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων</span><br><span style="color: #000000;">αποξηραμένες δεσποινίδες</span><br><span style="color: #000000;">τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;"><em>Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά&#8230;</em><br></span><span style="color: #000000;">Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν</span><br><span style="color: #000000;">το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο που δεν με συγκινούν</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,</span><br><span style="color: #000000;">να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν</span><br><span style="color: #000000;">πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι, λοιπόν, η ποίησις</span><br><span style="color: #000000;">περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού</span><br><span style="color: #000000;">σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες</span><br><span style="color: #000000;">όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα</span><br><span style="color: #000000;">είτε τα βουνά παρεκτρέπονται</span><br><span style="color: #000000;">κι η θάλασσα ξεβράζει</span><br><span style="color: #000000;">τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,</span><br><span style="color: #000000;">οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν</span><br><span style="color: #000000;">τις επινεύσεις της στιγμής</span><br><span style="color: #000000;">τις απελπιστικά πανομοιότυπες</span><br><span style="color: #000000;">σταγόνες της βροχής</span><br><span style="color: #000000;">τις φευγαλέες αστραπές</span><br><span style="color: #000000;">που τέμνουν τα φαινόμενα</span><br><span style="color: #000000;">ή καρφώνουν πισώπλατα</span><br><span style="color: #000000;">τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές</span><br><span style="color: #000000;">και του πολλά υποσχόμενους</span><br><span style="color: #000000;">διοικητικούς υπαλλήλους.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ</span></strong><br><strong><span style="color: #000000;">Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της</span><br><span style="color: #000000;">αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που</span><br><span style="color: #000000;">χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον</span><br><span style="color: #000000;">δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,</span><br><span style="color: #000000;">βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της</span><br><span style="color: #000000;">φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν</span><br><span style="color: #000000;">μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,</span><br><span style="color: #000000;">αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες</span><br><span style="color: #000000;">συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η</span><br><span style="color: #000000;">διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές</span><br><span style="color: #000000;">μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της</span><br><span style="color: #000000;">Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,</span><br><span style="color: #000000;">την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!</span><br><span style="color: #000000;">Δεν βλέπω να &#8216;χετε συνθέσει τις καταβολές</span><br><span style="color: #000000;">επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε</span><br><span style="color: #000000;">κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν</span><br><span style="color: #000000;">ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το</span><br><span style="color: #000000;">κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για</span><br><span style="color: #000000;">σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,</span><br><span style="color: #000000;">ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.</span><br><span style="color: #000000;">Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά! </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ </span></strong><br><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του</span><br><span style="color: #000000;">παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.</span><br><span style="color: #000000;">Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό</span><br><span style="color: #000000;">του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική</span><br><span style="color: #000000;">αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της</span><br><span style="color: #000000;">συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την</span><br><span style="color: #000000;">έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.</span><br><span style="color: #000000;">Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα &#8216;φεύγε σε λίγες</span><br><span style="color: #000000;">μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν</span><br><span style="color: #000000;">μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν</span><br><span style="color: #000000;">οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.</span><br><span style="color: #000000;">Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.</span><br><span style="color: #000000;">Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του</span><br><span style="color: #000000;">ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά</span><br><span style="color: #000000;">σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα</span><br><span style="color: #000000;">λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς</span><br><span style="color: #000000;">τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις</span><br><span style="color: #000000;">συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε</span><br><span style="color: #000000;">στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς</span><br><span style="color: #000000;">των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη</span><br><span style="color: #000000;">βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο</span><br><span style="color: #000000;">στις γκιλοτίνες.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,</span><br><span style="color: #000000;">υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.</span><br><span style="color: #000000;">Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω</span><br><span style="color: #000000;">προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες</span><br><span style="color: #000000;">δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες</span><br><span style="color: #000000;">εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά</span><br><span style="color: #000000;">δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά</span><br><span style="color: #000000;">δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων</span><br><span style="color: #000000;">δεν ετυφλώθης απ&#8217; το φως των αρχαγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">δεν έφαγες χώμα και πέτρες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως</span><br><span style="color: #000000;">και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; τα ρούχα της ψυχής σου</span><br><span style="color: #000000;">από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο</span><br><span style="color: #000000;">και τη χολή των Ιουδαίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι</span><br><span style="color: #000000;">γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όταν το χιόνι με προδώσει,</span><br><span style="color: #000000;">ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα</span><br><span style="color: #000000;">για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου</span><br><span style="color: #000000;">για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.</span><br><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,</span><br><span style="color: #000000;">εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου</span><br><span style="color: #000000;">με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα</span><br><span style="color: #000000;">τη μαύρη πίσσα</span><br><span style="color: #000000;">ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα</span><br><span style="color: #000000;">στις λευκές σελίδες;</span><br><span style="color: #000000;">Σας ξεγέλασαν φαίνεται</span><br><span style="color: #000000;">με την προσποιητή τους αγνότητα</span><br><span style="color: #000000;">την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τι δεν έγραψες ως όφειλες</span><br><span style="color: #000000;">το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ</span><br><span style="color: #000000;">οι αιτιάσεις, οι προφάσεις</span><br><span style="color: #000000;">οι στυγνοί λογαριασμοί</span><br><span style="color: #000000;">ο φόβος των Ιουδαίων</span><br><span style="color: #000000;">ο νυσταγμός της ψυχής</span><br><span style="color: #000000;">τα δάκρυα των κροκοδείλων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αυτά κι αν σε εκθέτουν</span><br><span style="color: #000000;">αυτά κι αν σου προσάπτονται</span><br><span style="color: #000000;">στις μαρτυρικές καταθέσεις</span><br><span style="color: #000000;">ως άκρως επικίνδυνα</span><br><span style="color: #000000;">αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις</span><br><span style="color: #000000;">των ειδικών σωμάτων ασφαλείας</span><br><span style="color: #000000;">των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων</span><br><span style="color: #000000;">ανακριτών και μικροβιολόγων.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δωμάτιο με θέα.</span><br><span style="color: #000000;">Άγνωστος μεταξύ αγνώστων</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; αυτή την πόλη</span><br><span style="color: #000000;">Που αγνοείς ακόμη τ&#8217; όνομά της.</span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγεις το παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">Και δεν βλέπεις παρά</span><br><span style="color: #000000;">Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο παράθυρα.</span><br><span style="color: #000000;">Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">Να θάψουν τ&#8217; ανομήματα</span><br><span style="color: #000000;">Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες</span><br><span style="color: #000000;">Πίστεως και συμμορφώσεως</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ</span><br><span style="color: #000000;">Ο υπέρ πίστεως ταχθείς</span><br><span style="color: #000000;">Την πόλη να λαμπρύνει</span><br><span style="color: #000000;">Να χτίσει τα παράθυρα,</span><br><span style="color: #000000;">Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Μ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μπορείς στις αποθήκες να βρεις</span><br><span style="color: #000000;">Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από στρώματα σκόνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεχασμένα παράσημα</span><br><span style="color: #000000;">Κιτρινισμένες νίκες</span><br><span style="color: #000000;">Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία</span><br><span style="color: #000000;">Πανηγυρικοί λόγοι</span><br><span style="color: #000000;">Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής</span><br><span style="color: #000000;">Που επωάζουν την εξέγερση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων</span><br><span style="color: #000000;">Του έρωτος κραυγές ημιτελείς</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span><br><span style="color: #000000;">Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ&#8217; τη λάσπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα</span><br><span style="color: #000000;">Προσώπων και τόπων.</span><br><span style="color: #000000;">Η τέχνη μπορεί.</span><br><span style="color: #000000;">Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορείς στις αποθήκες να βρεις</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχασμένα τετράδια</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω από στρώματα σκόνης.</span><br><span style="color: #000000;">Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες</span><br><span style="color: #000000;">Μακράν της δυναστείας του νερού</span><br><span style="color: #000000;">Μακράν της φοβεράς απειλής του.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ο λόγος του στρατηγού</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές</span><br><span style="color: #000000;">Διά γυμνού οφθαλμού.</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν τα φαινόμενα απατούν</span><br><span style="color: #000000;">Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως</span><br><span style="color: #000000;">Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα</span><br><span style="color: #000000;">Οι στρατιώτες μας έπεσαν</span><br><span style="color: #000000;">Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γνωρίζαμε βέβαια</span><br><span style="color: #000000;">Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα</span><br><span style="color: #000000;">Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.</span><br><span style="color: #000000;">Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.</span><br><span style="color: #000000;">Η νίκη μας δεν είναι ορατή</span><br><span style="color: #000000;">Δεν παύει ωστόσο να &#8216;ναι νίκη</span><br><span style="color: #000000;">Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη</span><br><span style="color: #000000;">Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;</span><br><span style="color: #000000;">Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως</span><br><span style="color: #000000;">Ύστερα από χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">Μετά την επούλωση των πληγών</span><br><span style="color: #000000;">Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων</span><br><span style="color: #000000;">Από τους οικείους των τεθνεώτων</span><br><span style="color: #000000;">Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα</span><br><span style="color: #000000;">Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής</span><br><span style="color: #000000;">Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Φ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Φωνάξτε όσο θέλετε.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας</span><br><span style="color: #000000;">Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις</span><br><span style="color: #000000;">Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα</span><br><span style="color: #000000;">Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,</span><br><span style="color: #000000;">Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα</span><br><span style="color: #000000;">Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή</span><br><span style="color: #000000;">Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές</span><br><span style="color: #000000;">Σε ουτοπίες</span><br><span style="color: #000000;">Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες</span><br><span style="color: #000000;">Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες</span><br><span style="color: #000000;">Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί</span><br><span style="color: #000000;">Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως</span><br><span style="color: #000000;">Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι</span><br><span style="color: #000000;">Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών</span><br><span style="color: #000000;">Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως</span><br><span style="color: #000000;">Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων</span><br><span style="color: #000000;">Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έπρεπε να το καταλάβω.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ</span><br><span style="color: #000000;">Τα φωνήεντα στασίασαν</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα</span><br><span style="color: #000000;">Έστω και για λίγα λεπτά.</span><br><span style="color: #000000;">Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης</span><br><span style="color: #000000;">Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής</span><br><span style="color: #000000;">Στον εγκέφαλο.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτό μάς έλειπε τώρα</span><br><span style="color: #000000;">Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα</span><br><span style="color: #000000;">Να εξεγείρονται τα σημεία</span><br><span style="color: #000000;">Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου</span><br><span style="color: #000000;">Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως</span><br><span style="color: #000000;">Από πανάκριβα κοστούμια</span><br><span style="color: #000000;">Που μήτε πλένονται</span><br><span style="color: #000000;">Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Α</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ&#8217; οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος</span><br><span style="color: #000000;">Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.</span><br><span style="color: #000000;">ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,</span><br><span style="color: #000000;">Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.</span><br><span style="color: #000000;">Άδεια πολυβολεία</span><br><span style="color: #000000;">Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.</span><br><span style="color: #000000;">Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες</span><br><span style="color: #000000;">Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος</span><br><span style="color: #000000;">Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.</span><br><span style="color: #000000;">Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα</span><br><span style="color: #000000;">Πουλημένες οι αναμνήσεις</span><br><span style="color: #000000;">Από κουτούς που πίστεψαν</span><br><span style="color: #000000;">Στις υποσχέσεις του νόθου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας</span><br><span style="color: #000000;">Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει</span><br><span style="color: #000000;">Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας</span><br><span style="color: #000000;">Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.</span><br><span style="color: #000000;">Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια</span><br><span style="color: #000000;">Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια</span><br><span style="color: #000000;">Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους</span><br><span style="color: #000000;">Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς</span><br><span style="color: #000000;">Πυρομανούς και μητροκτόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της προσφιλούς πατρίδος τ&#8217; ακρογιάλια</span><br><span style="color: #000000;">Βαρύς ζυγός στον τράχηλο</span><br><span style="color: #000000;">Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν</span><br><span style="color: #000000;">Και πύκνωσαν τα σύννεφα</span><br><span style="color: #000000;">Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες</span><br><span style="color: #000000;">Από ποικίλες κατευθύνσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ&#8217; το κεφάλι σου</span><br><span style="color: #000000;">Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.</span><br><span style="color: #000000;">Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν</span><br><span style="color: #000000;">Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους</span><br><span style="color: #000000;">Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά</span><br><span style="color: #000000;">Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα</span><br><span style="color: #000000;">Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κραυγές υστερικές της μάνας σου</span><br><span style="color: #000000;">Καθώς επιβιβάζεσαι.</span><br><span style="color: #000000;">Αγαπημένε μου λαέ,</span><br><span style="color: #000000;">Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν</span><br><span style="color: #000000;">Κατασκηνωτές του Τροόδους</span><br><span style="color: #000000;">Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως</span><br><span style="color: #000000;">Πάσης εν γένει ενεργείας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δωμάτιο με θέα</span><br><span style="color: #000000;">Διάτρητη σιγή</span><br><span style="color: #000000;">Από σφαίρες</span><br><span style="color: #000000;">Των δικών σου.</span><br><span style="color: #000000;">Συνταχθείτε</span><br><span style="color: #000000;">Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.</span><br><span style="color: #000000;">Δείτε λοιπόν τους σταυρούς</span><br><span style="color: #000000;">Τα πεδία των μαχών</span><br><span style="color: #000000;">Τους γύρους θριάμβου των νικητών</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας</span><br><span style="color: #000000;">Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους</span><br><span style="color: #000000;">Μέσα στις εκκλησιές τους.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα</span><br><span style="color: #000000;">Αντέχουν τόση πίκρα.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί</span><br><span style="color: #000000;">Φως ξανθό και γαλανό</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα</span><br><span style="color: #000000;">Απονενοημένες ενέργειες</span><br><span style="color: #000000;">Σπασμένα κρεβάτια</span><br><span style="color: #000000;">Αϋπνίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνα τα νομίσματα μονάχα</span><br><span style="color: #000000;">Κι όχι πιστές απομιμήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση</span><br><span style="color: #000000;">Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά</span><br><span style="color: #000000;">Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ε</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Εκτός θέματος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να γνωματεύσατε</span><br><span style="color: #000000;">Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα</span><br><span style="color: #000000;">Όμως τα δεδομένα καυτά</span><br><span style="color: #000000;">Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας</span><br><span style="color: #000000;">Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους</span><br><span style="color: #000000;">Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς</span><br><span style="color: #000000;">Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας</span><br><span style="color: #000000;">Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν</span><br><span style="color: #000000;">Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι</span><br><span style="color: #000000;">Των παιδικών μας χρόνων.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια</span><br><span style="color: #000000;">Μας βαρέθηκαν φαίνεται</span><br><span style="color: #000000;">Δείτε πώς χασμουριούνται</span><br><span style="color: #000000;">Πίσω απ&#8217; τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών</span><br><span style="color: #000000;">Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο</span><br><span style="color: #000000;">Με τ&#8217; άστρα μιλιούνια ν&#8217; αδιαφορούν για την τύχη τους</span><br><span style="color: #000000;">Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες</span><br><span style="color: #000000;">Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας</span><br><span style="color: #000000;">Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια</span><br><span style="color: #000000;">Κηρύκων και δασκάλων στ&#8217; ανούσια πανηγύρια</span><br><span style="color: #000000;">Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο</span><br><span style="color: #000000;">Ανάμεσα στ&#8217; αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων</span><br><span style="color: #000000;">Που χτυπούν επίμονα</span><br><span style="color: #000000;">Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι</span><br><span style="color: #000000;">Αναψυχής η κάτι τέτοιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;</span><br><span style="color: #000000;">Αυτά;</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο προτού</span><br><span style="color: #000000;">να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν</span><br><span style="color: #000000;">ανηφόρισε προς τους μοναχικούς</span><br><span style="color: #000000;">λόφους της Φαντασίας.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά</span><br><span style="color: #000000;">σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φως ιλαρό, φως άκτιστο</span><br><span style="color: #000000;">κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι φωτοδότες άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτα και μέρα πολεμούν</span><br><span style="color: #000000;">το γέρακα φωτοκολάπτη.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου</span><br><span style="color: #000000;">από τους λόφους να επισπεύσεις;</span><br><span style="color: #000000;">Μην κατεβείς,</span><br><span style="color: #000000;">αν πρώτα δε φωταγωγήσεις</span><br><span style="color: #000000;">τις προσκυνημένες κορυφές</span><br><span style="color: #000000;">τους άγονους, μοναχικούς</span><br><span style="color: #000000;">λόφους της Φαντασίας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πάνε μέρες που έσβησαν</span><br><span style="color: #000000;">τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.</span><br><span style="color: #000000;">Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων ακόμα νεκρών.</span><br><span style="color: #000000;">Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη</span><br><span style="color: #000000;">και τη μαυρίλα του Άδη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί στις όχθες οι ψυχές</span><br><span style="color: #000000;">του ποταμιού ποδηλατήσανε</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα μια φορά</span><br><span style="color: #000000;">και σκούριασαν, αλίμονο</span><br><span style="color: #000000;">τα στίλβοντα ποδήλατα.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΒΑΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με βρήκε η νύχτα</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια</span><br><span style="color: #000000;">των φίλων από την άλλη όχθη.</span><br><span style="color: #000000;">Από τον ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα</span><br><span style="color: #000000;">αγάλματα σημαίες άρβυλα</span><br><span style="color: #000000;">ημιτελείς ερωτικές επιστολές.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993-1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΟΥΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψυχές</span><br><span style="color: #000000;">σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα</span><br><span style="color: #000000;">στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα</span><br><span style="color: #000000;">θάλλουν αθάνατα στο βάζο</span><br><span style="color: #000000;">και καρτερούνε τα έντομα</span><br><span style="color: #000000;">να φέρουν πάνω στα φτερά τους</span><br><span style="color: #000000;">τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘΟΔΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.</span><br><span style="color: #000000;">Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.</span><br><span style="color: #000000;">Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι</span><br><span style="color: #000000;">από τη δίψα της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πιλότος μάς περίμενε μ&#8217; ανοιχτή την απαλάμη.</span><br><span style="color: #000000;">Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.</span><br><span style="color: #000000;">Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.</span><br><span style="color: #000000;">Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του</span><br><span style="color: #000000;">κι ένα πράσινο τόξο</span><br><span style="color: #000000;">άναψε στο στήθος του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε</span><br><span style="color: #000000;">μες στο πηχτό σκοτάδι.</span><br><span style="color: #000000;">Στ&#8217; αυτιά μας έφταναν οι κραυγές</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων ακόμα νεκρών</span><br><span style="color: #000000;">και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.</span><br><span style="color: #000000;">Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.</span><br><span style="color: #000000;">Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Ύπνος ήρθε και σ&#8217; αγκάλιασε πικρός.</span><br><span style="color: #000000;">Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου</span><br><span style="color: #000000;">κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">πίσω από τ&#8217; ανοιχτό παράθυρο.</span><br><span style="color: #000000;">«Έσβησε το φως μου, πάει</span><br><span style="color: #000000;">πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.</span><br><span style="color: #000000;">Να κοιμηθώ</span><br><span style="color: #000000;">και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου</span><br><span style="color: #000000;">δόλιες αράχνες;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν</span><br><span style="color: #000000;">σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.</span><br><span style="color: #000000;">Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες</span><br><span style="color: #000000;">κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται</span><br><span style="color: #000000;">στα νοτισμένα δώματα του Άδη.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική</span><br><span style="color: #000000;">διωγμένη από το πανηγύρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.</span><br><span style="color: #000000;">Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.</span><br><span style="color: #000000;">Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.</span><br><span style="color: #000000;">Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις</span><br><span style="color: #000000;">και καις τα φτερά σου.</span><br><span style="color: #000000;">Σαν πέσει το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">ο ουρανός σε φωνάζει</span><br><span style="color: #000000;">πασπαλισμένος με κόλλυβα.</span><br><span style="color: #000000;">Το σύννεφο σ&#8217; αποπαίρνει</span><br><span style="color: #000000;">και τρέχει σαν τρελό</span><br><span style="color: #000000;">μη χάσει το παιχνίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο ήλιος είναι άρρωστος.</span><br><span style="color: #000000;">Μια τόση δα σφαίρα ήρθε</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; απέβαλε</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; ο ουρανός σε καλεί</span><br><span style="color: #000000;">το σύννεφο θέλει να σε παίξει</span><br><span style="color: #000000;">ο ήλιος οικουρεί &#8211;</span><br><span style="color: #000000;">μια τόση δα σφαίρα</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; απέβαλε διά παντός.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΡΩΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους</span><br><span style="color: #000000;">και διερωτώνται</span><br><span style="color: #000000;">μας βλέπουν κι απορούν.</span><br><span style="color: #000000;">Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε</span><br><span style="color: #000000;">μετά πολλών στεφάνων.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες επισκέπτονται</span><br><span style="color: #000000;">τα μαλακά κρεβάτια μας</span><br><span style="color: #000000;">και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια</span><br><span style="color: #000000;">κλαίγοντας μ&#8217; αναφιλητά στο προσκεφάλι μας</span><br><span style="color: #000000;">για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">«ΗΡΩΕΣ»</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι</span><br><span style="color: #000000;">στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.</span><br><span style="color: #000000;">Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο δεν πτοούμαι.</span><br><span style="color: #000000;">Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος</span><br><span style="color: #000000;">γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί</span><br><span style="color: #000000;">και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους</span><br><span style="color: #000000;">επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως</span><br><span style="color: #000000;">με τα κατάλληλα επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">σχήματα λόγου υπερβολές</span><br><span style="color: #000000;">νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">προσήκοντα σ&#8217; αναμετάδοση του γεγονότος</span><br><span style="color: #000000;">δορυφορική.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΛΕΡΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θάλλουμε ανέμελα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς απ&#8217; τις σοφές</span><br><span style="color: #000000;">να διδασκόμαστε πέτρες.</span><br><span style="color: #000000;">Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές</span><br><span style="color: #000000;">ούτε φοβούνται τα πουλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν</span><br><span style="color: #000000;">να σπεύσουμε στο Όρος</span><br><span style="color: #000000;">γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα</span><br><span style="color: #000000;">προκατακλυσμιαίας γαλήνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Όρος αντιστέκεται</span><br><span style="color: #000000;">το Όρος υπομένει</span><br><span style="color: #000000;">παρά τους επονείδιστους</span><br><span style="color: #000000;">όρους της παραδόσεως</span><br><span style="color: #000000;">παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών</span><br><span style="color: #000000;">στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής</span><br><span style="color: #000000;">πληρώσεως πάσης επιθυμίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη</span><br><span style="color: #000000;">οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς</span><br><span style="color: #000000;">παράσημα κονσέρβες πλαστικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά</span><br><span style="color: #000000;">οι ρήτορες θάλλουν.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ρήτωρ τρομάζει</span><br><span style="color: #000000;">όταν, καθώς ομιλεί,</span><br><span style="color: #000000;">οι μαύρες πεταλούδες έρχονται</span><br><span style="color: #000000;">και του κρύβουν το πρόσωπο</span><br><span style="color: #000000;">και του κλείνουν το στόμα.</span><br><span style="color: #000000;">Σβήνει τα φώτα στη στιγμή</span><br><span style="color: #000000;">και συνεχίζει ακάθεκτος</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να υποψιάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και κάθιδρως αναφωνεί</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να ξέρει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε</span><br><span style="color: #000000;">το γιατρικό της λήθης</span><br><span style="color: #000000;">κάτω απ&#8217; το προσκεφάλι τους διπλώνοντας</span><br><span style="color: #000000;">τη φωτισμένη τους συνείδηση.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα</span><br><span style="color: #000000;">και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Η πεταλούδα είναι πολύτιμη</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου</span><br><span style="color: #000000;">κι είναι τόσο θλιμμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.</span><br><span style="color: #000000;">Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν έζησα&#8230; Δεν έζησα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις</span><br><span style="color: #000000;">ολόδική σου πεταλούδα.</span><br><span style="color: #000000;">Τι άλλο θέλεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Λιβάδι με τ&#8217; ασφοδίλια ιπτάμενο</span><br><span style="color: #000000;">άπιαστο, ανεξερεύνητο.</span><br><span style="color: #000000;">Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;</span><br><span style="color: #000000;">Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή</span><br><span style="color: #000000;">το σκότος καταργεί;</span><br><span style="color: #000000;">Στον κήπο τώρα της χαράς</span><br><span style="color: #000000;">Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι</span><br><span style="color: #000000;">από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">θα ξεφύγεις.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1989-1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΛΗΨΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γυμνά ολόφωτα κορίτσια</span><br><span style="color: #000000;">φωτηλατούν και μέλπουν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πεταλούδες πορφυρές</span><br><span style="color: #000000;">στολίζουν τα μαλλιά τους·</span><br><span style="color: #000000;">κοιμήθηκαν οι άγγελοι</span><br><span style="color: #000000;">κι η θάλασσα κατάπιε</span><br><span style="color: #000000;">τα ηλεκτροφόρα μυστικά</span><br><span style="color: #000000;">των σφουγγαράδων.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">παράνομη ανατολή του ηλίου.</span><br><span style="color: #000000;">Φως παγερό. Φως όμως, φως!</span><br><span style="color: #000000;">Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι φίλοι μου γιορτάζουν</span><br><span style="color: #000000;">την ένδοξη τους Ανάσταση!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καράβι της επιστροφής στο φως.</span><br><span style="color: #000000;">Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία</span><br><span style="color: #000000;">ιαχές τρελής χαράς.</span><br><span style="color: #000000;">Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου</span><br><span style="color: #000000;">κάθε λογής φωτιστικά.</span><br><span style="color: #000000;">Φωταγωγημένο</span><br><span style="color: #000000;">σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις</span><br><span style="color: #000000;">πρόσω ολοταχώς.</span><br><span style="color: #000000;">Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.</span><br><span style="color: #000000;">Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των</span><br><span style="color: #000000;">αγγέλων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1993</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΟΧΕΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Στην Κωνσταντία</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΟΙΞΗ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγουν τα πέταλα τους τ&#8217; αγριοκόριτσα</span><br><span style="color: #000000;">σε μυστικούς αμπελώνες</span><br><span style="color: #000000;">και προσεύχονται.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς</span><br><span style="color: #000000;">όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα σφριγηλά στις δόξες τους</span><br><span style="color: #000000;">τσαμπιά των αμπελώνων.</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.</span><br><span style="color: #000000;">Παίρνει φωτιά το αμπέλι</span><br><span style="color: #000000;">τσαμπιά πυρακτωμένα</span><br><span style="color: #000000;">ρώγες ηφαίστεια</span><br><span style="color: #000000;">αθάνατοι λαμπτήρες</span><br><span style="color: #000000;">δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως</span><br><span style="color: #000000;">προάγγελοι της ήττας του θανάτου.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΧΕΙΜΩΝΑΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού</span><br><span style="color: #000000;">που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΝΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια σύννεφα.</span><br><span style="color: #000000;">Απόγευμα σπασμένα παράθυρα</span><br><span style="color: #000000;">καμινάδες</span><br><span style="color: #000000;">άλγος</span><br><span style="color: #000000;">όνειρα παγωμένα νοσταλγία.</span><br><span style="color: #000000;">Ρωτήσατε τον πόντο</span><br><span style="color: #000000;">αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;</span><br><span style="color: #000000;">Ακούσατε τα ρόδα,</span><br><span style="color: #000000;">το παραμιλητό της γριάς;</span><br><span style="color: #000000;">Τα ρολόγια δεν αστειεύονται</span><br><span style="color: #000000;">οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων</span><br><span style="color: #000000;">δε χαρίζονται σε κανέναν.</span><br><span style="color: #000000;">Σύννεφα τύψεις</span><br><span style="color: #000000;">πειρατικά σκαριά</span><br><span style="color: #000000;">τη θάλασσα αναδεύουν</span><br><span style="color: #000000;">αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο Βασιλεύς καθεύδει</span><br><span style="color: #000000;">τα ρόδα υποκλίνονται</span><br><span style="color: #000000;">ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.</span><br><span style="color: #000000;">Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν</span><br><span style="color: #000000;">τον οβολό της προσευχής.</span><br><span style="color: #000000;">Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας</span><br><span style="color: #000000;">τα όνειρα εξανεμίζονται</span><br><span style="color: #000000;">οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΘΡΟΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγερτήριο των αγγέλων.</span><br><span style="color: #000000;">Αναφορά στον ουρανό.</span><br><span style="color: #000000;">Παραδειγματική τιμωρία</span><br><span style="color: #000000;">των αγουροξυπνημένων.</span><br><span style="color: #000000;">Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΩΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα</span><br><span style="color: #000000;">του έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Οι άγγελοι στα μαύρα.</span><br><span style="color: #000000;">Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία</span><br><span style="color: #000000;">περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.</span><br><span style="color: #000000;">Άπαντες προς επιθεώρησιν!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΗΜΕΡΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.</span><br><span style="color: #000000;">Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι</span><br><span style="color: #000000;">ως μη στιλβώσαντες επαρκώς</span><br><span style="color: #000000;">τα υποδήματά των</span><br><span style="color: #000000;">ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες</span><br><span style="color: #000000;">κατά τα ειωθότα.</span><br><span style="color: #000000;">Στην πυρά! Στην πυρά!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΓΕΥΜΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση</span><br><span style="color: #000000;">είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.</span><br><span style="color: #000000;">Γλυκό του κουταλιού</span><br><span style="color: #000000;">στα παρεκκλήσια των αγγέλων</span><br><span style="color: #000000;">ύστερ&#8217; από πικρόν ύπνο.</span><br><span style="color: #000000;">Οι μάνες που αναλήφθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">προβαίνουν τώρα γυμνές</span><br><span style="color: #000000;">ολόλευκες νέες.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΣΟΥΡΟΥΠΟ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Θολό νερό</span><br><span style="color: #000000;">κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.</span><br><span style="color: #000000;">Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!</span><br><span style="color: #000000;">Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.</span><br><span style="color: #000000;">Φτερωτά παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">τρέχουνε πίσω απ&#8217; τις ροδιές.</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι</span><br><span style="color: #000000;">και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Έλα!</span><br><span style="color: #000000;">&#8211; Πού πας, γιε μου;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΒΡΑΔΥ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.</span><br><span style="color: #000000;">Ουράνια μουσική</span><br><span style="color: #000000;">Χέρια τυφλά</span><br><span style="color: #000000;">που ψαχουλεύουν τ&#8217; άστρα.</span><br><span style="color: #000000;">Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.</span><br><span style="color: #000000;">Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωταγωγημένοι λόφοι</span><br><span style="color: #000000;">με οστά κατάσπαρτοι</span><br><span style="color: #000000;">πολεμιστών λευκά</span><br><span style="color: #000000;">που, ιδού, παίρνουν ν&#8217; αναψοκοκκινίζουν.</span><br><span style="color: #000000;">Έγερση των στρατιωτών.</span><br><span style="color: #000000;">Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου</span><br><span style="color: #000000;">κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.</span><br><span style="color: #000000;">Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη</span><br><span style="color: #000000;">ψάλλοντας τα επινίκια.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΘΡΟΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές</span><br><span style="color: #000000;">των απολιθωμένων τύψεων</span><br><span style="color: #000000;">λίγο προτού ξημερώσει</span><br><span style="color: #000000;">λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες</span><br><span style="color: #000000;">και σβήσουν οι λαμπάδες</span><br><span style="color: #000000;">μια για πάντα.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1997</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">HIC</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθισες σ&#8217; ένα πάρκο ν&#8217; ανασάνεις</span><br><span style="color: #000000;">άνεργος και χολωμένος.</span><br><span style="color: #000000;">Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;</span><br><span style="color: #000000;">Ήσουν ελεύθερος;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.</span><br><span style="color: #000000;">Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic</span><br><span style="color: #000000;">μετρούσε τις μέρες που έφυγαν</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να του μιλήσουν.</span><br><span style="color: #000000;">«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες</span><br><span style="color: #000000;">των ονειροτόπων», είπε,</span><br><span style="color: #000000;">«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος</span><br><span style="color: #000000;">να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.</span><br><span style="color: #000000;">Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται</span><br><span style="color: #000000;">κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">CARMINA PARVA</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">α΄</span><br><span style="color: #000000;">Κατέβηκες στον κήπο ν&#8217; ανασάνεις</span><br><span style="color: #000000;">και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">β΄</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμάσαι πια</span><br><span style="color: #000000;">μες στο κλουβί του παπαγάλου σου</span><br><span style="color: #000000;">εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,</span><br><span style="color: #000000;">τον απαραίτητο αέρα και τροφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γ΄</span><br><span style="color: #000000;">Κάτω στον κήπο ένα βιολί</span><br><span style="color: #000000;">μια πέτρα</span><br><span style="color: #000000;">σπάζει.</span><br><span style="color: #000000;">Και σου είπα</span><br><span style="color: #000000;">μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δ΄</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί</span><br><span style="color: #000000;">σωματοφύλακες του μέλλοντος;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1991</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">INAMOENUM</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη</span><br><span style="color: #000000;">Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε</span><br><span style="color: #000000;">έξω από τ&#8217; ολάνθιστο περβόλι.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο</span><br><span style="color: #000000;">μην αρνηθείς την αλλότροπη</span><br><span style="color: #000000;">ιθαγένεια των πραγμάτων.</span><br><span style="color: #000000;">Η ωραιότης δε χάνεται.</span><br><span style="color: #000000;">Μένει γυμνή, προκλητική</span><br><span style="color: #000000;">στο βάθος των πραγμάτων.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1978-1990</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΘΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό</span><br><span style="color: #000000;">με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.</span><br><span style="color: #000000;">Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.</span><br><span style="color: #000000;">Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αίθουσες αναμονής&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1989</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το φως πενθεί στη λάμπα</span><br><span style="color: #000000;">τα σπίτια αιμορραγούν.</span><br><span style="color: #000000;">Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής</span><br><span style="color: #000000;">κι αποσύρονται νωρίς.</span><br><span style="color: #000000;">Γράφουν αδέξια τα παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">μες στο τετράδιο τ&#8217; Ουρανού.</span><br><span style="color: #000000;">Αληθινά ζούνε μες στ&#8217; Όνειρο.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1990</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τους νεκρούς σου μη μετράς</span><br><span style="color: #000000;">αφού δε γίνεται</span><br><span style="color: #000000;">δίχως απώλειες να νικήσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε να βγεις</span><br><span style="color: #000000;">απ&#8217; το καμίνι αράγιστος</span><br><span style="color: #000000;">χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο</span><br><span style="color: #000000;">ψημένος.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την πόρτα ανοίγω διάπλατα</span><br><span style="color: #000000;">και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.</span><br><span style="color: #000000;">τι μ&#8217; έπιασε τώρα να εξετάσω</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αναίτιο πέταγμα των οιωνών;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό</span><br><span style="color: #000000;">γέρακας πελιδνός.</span><br><span style="color: #000000;">Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα</span><br><span style="color: #000000;">τα νύχια του ακονίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου</span><br><span style="color: #000000;">πριν σβήσει,</span><br><span style="color: #000000;">τα χέρια άπλωσες</span><br><span style="color: #000000;">κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; αυτή σού ξέφυγε</span><br><span style="color: #000000;">σβήνοντας τα λαμπάκια της</span><br><span style="color: #000000;">στα νύχια ακροπατώντας.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1994</span></p>
<p><span style="color: #000000;">* Σ&#8217; ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης</span><br><span style="color: #000000;">το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η κραυγή του πληγωμένου</span><br><span style="color: #000000;">ηλεκτρικού λαμπτήρα</span><br><span style="color: #000000;">οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.</span><br><span style="color: #000000;">Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες</span><br><span style="color: #000000;">άσε τους επισήμους να λικνίζονται</span><br><span style="color: #000000;">στο έλεος των ανελέητων προβολέων.</span><br><span style="color: #000000;">Σκάψε βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση</span><br><span style="color: #000000;">παρά τις ύστατες εκκλήσεις</span><br><span style="color: #000000;">των χρηματιστών.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΚΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το πρώτο ποίημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.</span><br><span style="color: #000000;">Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν</span><br><span style="color: #000000;">από τις φυλλωσιές των καρυδιών.</span><br><span style="color: #000000;">Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">να πουν τα δικά τους</span><br><span style="color: #000000;">πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,</span><br><span style="color: #000000;">όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν</span><br><span style="color: #000000;">στην αποθέωση του Έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Και στα πολύβουα ρυάκια</span><br><span style="color: #000000;">απλώθηκε βαθιά σιωπή</span><br><span style="color: #000000;">και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε</span><br><span style="color: #000000;">με τα μαβιά νούφαρα</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; αηδόνια χωσμένα</span><br><span style="color: #000000;">στ&#8217; απόκοσμα του ποταμιού</span><br><span style="color: #000000;">στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου</span><br><span style="color: #000000;">χώθηκε γαλήνη ανήσυχη</span><br><span style="color: #000000;">και με το μυστήριο αντιπάλεψε.</span><br><span style="color: #000000;">Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του</span><br><span style="color: #000000;">τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1976</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.</span><br><span style="color: #000000;">Οι αστυνομικοί συνέλαβαν</span><br><span style="color: #000000;">τους φανατικούς νοσταλγούς</span><br><span style="color: #000000;">των πανηγυρικών λόγων.</span><br><span style="color: #000000;">Άψογες αναμάρτητες</span><br><span style="color: #000000;">πλαστικές ροδιές</span><br><span style="color: #000000;">πουλιά τηλεκατευθυνόμενα</span><br><span style="color: #000000;">άβουλα γελαστά</span><br><span style="color: #000000;">ηλεκτρικά κορίτσια.</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι το φως το αμαρτωλό;</span><br><span style="color: #000000;">Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις</span><br><span style="color: #000000;">η ήττα της τελειότητας</span><br><span style="color: #000000;">ο θάλαμος της αποστάξεως</span><br><span style="color: #000000;">των απαγορευμένων αισθημάτων;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού είναι τ&#8217; αγριοκόριτσα</span><br><span style="color: #000000;">να δέσουν τους φρουρούς</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άψογες αναμάρτητες ημέρες</span><br><span style="color: #000000;">επιθυμίες πλαστικές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι οι πειρατές</span><br><span style="color: #000000;">οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες</span><br><span style="color: #000000;">τα σκαριά</span><br><span style="color: #000000;">οι προγραφές</span><br><span style="color: #000000;">οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα</span><br><span style="color: #000000;">οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φρουροί των υποθηκών</span><br><span style="color: #000000;">φύλακες των δεσμεύσεων</span><br><span style="color: #000000;">σε θερμοκήπια</span><br><span style="color: #000000;">υψίστης αποδόσεως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράγουμε κάθε λογής</span><br><span style="color: #000000;">πρωτοφανέρωτα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">ιδέες καλλωπιστικές</span><br><span style="color: #000000;">ρήματα χάρμα</span><br><span style="color: #000000;">κι εκατομμύρια επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια</span><br><span style="color: #000000;">στα κρανία</span><br><span style="color: #000000;">των άταφων νεκρών μας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με λέξεις</span><br><span style="color: #000000;">χτίζουμε το παρελθόν</span><br><span style="color: #000000;">επίθετα</span><br><span style="color: #000000;">συνθήματα,</span><br><span style="color: #000000;">βεγγαλικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο τέλος του πανηγυριού</span><br><span style="color: #000000;">οι λέξεις δραπετεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις επιστρέφουν</span><br><span style="color: #000000;">στα λεξικά</span><br><span style="color: #000000;">τραυματισμένες.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις συνελήφθησαν</span><br><span style="color: #000000;">γιατί διανοήθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">να μη συνεργήσουν</span><br><span style="color: #000000;">κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα</span><br><span style="color: #000000;">στα κρύα του λουτρού</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο έξαλλο πλήθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις βουλιάζουν</span><br><span style="color: #000000;">σε υγρούς τάφους.</span><br><span style="color: #000000;">Μας αποχαιρετούν</span><br><span style="color: #000000;">προτού καταχωρηθούν</span><br><span style="color: #000000;">αμετάκλητα</span><br><span style="color: #000000;">στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς νυσταγμένοι</span><br><span style="color: #000000;">δεν τολμούμε</span><br><span style="color: #000000;">να τις προφέρουμε</span><br><span style="color: #000000;">έστω και για τελευταία φορά.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως το σημείο εκείνο</span><br><span style="color: #000000;">είναι χωμένο</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τόνους χώματος</span><br><span style="color: #000000;">στρώματα λάσπης μύθων</span><br><span style="color: #000000;">λόγων υπεκφυγών</span><br><span style="color: #000000;">σιωπής ενοχής</span><br><span style="color: #000000;">τύψεων</span><br><span style="color: #000000;">αυτοάμυνας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες</span><br><span style="color: #000000;">των πεφωτισμένων</span><br><span style="color: #000000;">σκάψε βαθιά</span><br><span style="color: #000000;">μόνο με τη δική σου αξίνα</span><br><span style="color: #000000;">φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη</span><br><span style="color: #000000;">φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει</span><br><span style="color: #000000;">σα μυρίζεται</span><br><span style="color: #000000;">τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ (1988)</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">1</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυδώνια στυφά μας φίλεψε</span><br><span style="color: #000000;">η αρχοντοθυγατέρα.</span><br><span style="color: #000000;">Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί</span><br><span style="color: #000000;">βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου</span><br><span style="color: #000000;">κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; αυτούς τους άγουρους καρπούς</span><br><span style="color: #000000;">γελάσαμε τη δίψα μας</span><br><span style="color: #000000;">γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">2</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής</span><br><span style="color: #000000;">τη Μοναξιά και τ&#8217; Όνειρο αποπέμπω</span><br><span style="color: #000000;">την Ποίηση απαρνούμαι</span><br><span style="color: #000000;">κάθε κακή συνήθεια.</span><br><span style="color: #000000;">Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος</span><br><span style="color: #000000;">Σωφρονίζομαι</span><br><span style="color: #000000;">ανανήφω.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">3</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει</span><br><span style="color: #000000;">το απόσταγμα της έμπνευσης,</span><br><span style="color: #000000;">αιρετικέ της αγοράς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιοι σ&#8217; επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις</span><br><span style="color: #000000;">την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις</span><br><span style="color: #000000;">και να τη βαλσαμώνεις σ&#8217; ελεγείες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ&#8217; ένα σπάγγο.</span><br><span style="color: #000000;">Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο</span><br><span style="color: #000000;">δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">4</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από του χαρακώματος μιαν άκρη</span><br><span style="color: #000000;">ένας αναστεναγμός.</span><br><span style="color: #000000;">Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου</span><br><span style="color: #000000;">κορφολόγαες.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;</span><br><span style="color: #000000;">Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα</span><br><span style="color: #000000;">Η θάλασσα σ απέλπιζε</span><br><span style="color: #000000;">το σπαθί σου σκουριάζει. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">5</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός</span><br><span style="color: #000000;">να σε περιγελά που περιφέρεσαι</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">6</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι</span><br><span style="color: #000000;">ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου</span><br><span style="color: #000000;">επιχρύσωναν την υπομονή.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">7</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα</span><br><span style="color: #000000;">μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία</span><br><span style="color: #000000;">οι πορφυρογέννητοι! </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">8</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί</span><br><span style="color: #000000;">και θ&#8217; αναληφθείς</span><br><span style="color: #000000;">πιο ρόδινος κι από ρόδο</span><br><span style="color: #000000;">σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.</span><br><span style="color: #000000;">Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος</span><br><span style="color: #000000;">θ&#8217; αναδύεται μέσα από το κάλλος</span><br><span style="color: #000000;">των οφθαλμών σου</span><br><span style="color: #000000;">και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού</span><br><span style="color: #000000;">βαθιά μέσα στο μέλλον.</span><br><span style="color: #000000;">Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές</span><br><span style="color: #000000;">και συ, γινωμένος καρπός,</span><br><span style="color: #000000;">θ&#8217; αποτίθεσαι</span><br><span style="color: #000000;">στις αγκάλες της πλάσης.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">9</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες</span><br><span style="color: #000000;">σπιτιών που &#8216;χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.</span><br><span style="color: #000000;">Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα</span><br><span style="color: #000000;">σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων</span><br><span style="color: #000000;">αχανείς εκτάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σβήνουν</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να τέρψουν ένα αυτί</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα</span><br><span style="color: #000000;">και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια</span><br><span style="color: #000000;">κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">10</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη γαλήνη τόσο επόθησα</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν τη βρήκα.</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι</span><br><span style="color: #000000;">σκίζει την καρδιά μου για να μπει</span><br><span style="color: #000000;">ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως</span><br><span style="color: #000000;">τα νέα φτερά μου;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">11</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρή μου πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.</span><br><span style="color: #000000;">Να* απλώς απορώ</span><br><span style="color: #000000;">πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,</span><br><span style="color: #000000;">η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">12</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανοίγω ένα παράθυρο</span><br><span style="color: #000000;">να μπει το φως μες στην καρδιά μου.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα</span><br><span style="color: #000000;">και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.</span><br><span style="color: #000000;">Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει</span><br><span style="color: #000000;">πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">τώρα το φως για πάντα χάθηκε</span><br><span style="color: #000000;">και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">13</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά</span><br><span style="color: #000000;">θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*</span><br><span style="color: #000000;">όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού</span><br><span style="color: #000000;">με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.</span><br><span style="color: #000000;">Ο πόνος μου άνοιξε πληγές</span><br><span style="color: #000000;">που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν</span><br><span style="color: #000000;">άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν</span><br><span style="color: #000000;">άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ&#8217; αφήσουν.</span><br><span style="color: #000000;">Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά</span><br><span style="color: #000000;">θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά</span><br><span style="color: #000000;">μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">14</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν η φωτιά ήταν κοντά</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες</span><br><span style="color: #000000;">τα δένδρα εγκατελείφθησαν</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.</span><br><span style="color: #000000;">Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί</span><br><span style="color: #000000;">από τον φόβο επικειμένης συντελείας.</span><br><span style="color: #000000;">Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει</span><br><span style="color: #000000;">πίσω από λαγωνικά και λύκους</span><br><span style="color: #000000;">που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν</span><br><span style="color: #000000;">και να μολύνουν το χορτάρι.</span><br><span style="color: #000000;">Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.</span><br><span style="color: #000000;">Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ&#8217; το χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε</span><br><span style="color: #000000;">και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν</span><br><span style="color: #000000;">μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας</span><br><span style="color: #000000;">στην αντίπερα όχθη</span><br><span style="color: #000000;">μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ&#8217; το θολό νερό. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">15</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Νέοι του Περιθωρίου</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια</span><br><span style="color: #000000;">αποπαίδια της Καταστροφής.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.</span><br><span style="color: #000000;">Καρδαμωμένοι πρεσβύτες</span><br><span style="color: #000000;">κομίζουν τα δοχεία νυχτός</span><br><span style="color: #000000;">καθώς μας βλέπουν</span><br><span style="color: #000000;">να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε</span><br><span style="color: #000000;">εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,</span><br><span style="color: #000000;">να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε</span><br><span style="color: #000000;">τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">16</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λέμε πως δεν ενδώσαμε</span><br><span style="color: #000000;">και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.</span><br><span style="color: #000000;">Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;</span><br><span style="color: #000000;">Αφηνόμαστε.</span><br><span style="color: #000000;">Ποιος ξέρει</span><br><span style="color: #000000;">κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">17</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι</span><br><span style="color: #000000;">και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">18</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Νέοι του Περιθωρίου 2</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση</span><br><span style="color: #000000;">μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πατριδοκάπηλοι</span><br><span style="color: #000000;">τι να κάνουμε,</span><br><span style="color: #000000;">γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.</span><br><span style="color: #000000;">Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού</span><br><span style="color: #000000;">μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.</span><br><span style="color: #000000;">Σκάβουμε τις πληγές μας</span><br><span style="color: #000000;">να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων</span><br><span style="color: #000000;">που μας παιδεύουν ανελέητα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,</span><br><span style="color: #000000;">με σωθικά σαρακοφαγωμένα,</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">19</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,</span><br><span style="color: #000000;">πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν</span><br><span style="color: #000000;">μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*</span><br><span style="color: #000000;">στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια</span><br><span style="color: #000000;">ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν</span><br><span style="color: #000000;">παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις</span><br><span style="color: #000000;">όμως η πτώση είναι μοιραία.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">20</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γκρεμίσουμε την σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">να εξαφανίσουμε την σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας</span><br><span style="color: #000000;">δίχως εξαίσιες πτώσεις.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">21</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο</span><br><span style="color: #000000;">σκοτεινό και υγρό</span><br><span style="color: #000000;">για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι</span><br><span style="color: #000000;">(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς</span><br><span style="color: #000000;">σ’ εκείνο το νησί τ&#8217; ονειρεμένο). </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">22</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλήθεια Κύριε,</span><br><span style="color: #000000;">Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">στις αγορές των ζωντανών</span><br><span style="color: #000000;">που ζουν και πλάθουν όνειρα</span><br><span style="color: #000000;">μακριά απ&#8217; τα κοιμητήρια</span><br><span style="color: #000000;">κι όταν πεθάνουν, εύκολα</span><br><span style="color: #000000;">σαπίζουν και ξεχνούνε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">23</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε λίγο θα νυχτώσει</span><br><span style="color: #000000;">κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.</span><br><span style="color: #000000;">Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Για ένα τρύπιο λάχανο</span><br><span style="color: #000000;">δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες</span><br><span style="color: #000000;">δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">24</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζωή μου ανεπαίσθητη,</span><br><span style="color: #000000;">που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">25</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ετοιμοθάνατος Ποιητής</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες</span><br><span style="color: #000000;">όπως αφανίζουν οι διχτάτορες</span><br><span style="color: #000000;">τους πολιτικούς των αντιπάλους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">26</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακρωτηριασμένα αγάλματα»</span><br><span style="color: #000000;">Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου</span><br><span style="color: #000000;">την ψυχή σου ν9 αλέθει</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί</span><br><span style="color: #000000;">των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.</span><br><span style="color: #000000;">Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα</span><br><span style="color: #000000;">πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">27</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αστυάναξ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν</span><br><span style="color: #000000;">αυτά άφησαν σπόρους στη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει</span><br><span style="color: #000000;">αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.</span><br><span style="color: #000000;">Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο</span><br><span style="color: #000000;">και την ξεκληρισμένη του γενιά</span><br><span style="color: #000000;">θα κλάψω την Εκάβη</span><br><span style="color: #000000;">και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,</span><br><span style="color: #000000;">που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.</span><br><span style="color: #000000;">Το &#8216;χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας</span><br><span style="color: #000000;">ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής</span><br><span style="color: #000000;">πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του</span><br><span style="color: #000000;">το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του</span><br><span style="color: #000000;">το αίμα του λαού του</span><br><span style="color: #000000;">και θα &#8216;θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">28</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αινείας</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε είχα ένα σπιτικό*</span><br><span style="color: #000000;">το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία*</span><br><span style="color: #000000;">περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι</span><br><span style="color: #000000;">καπνίζω ασταμάτητα</span><br><span style="color: #000000;">γυρεύω ένα σημείο.</span><br><span style="color: #000000;">Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*</span><br><span style="color: #000000;">μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο</span><br><span style="color: #000000;">μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μην σπάσει; </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">29</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν</span><br><span style="color: #000000;">να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.</span><br><span style="color: #000000;">Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,</span><br><span style="color: #000000;">αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους</span><br><span style="color: #000000;">στα ρηχά του βάλτου.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">30</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας πήραν για χταπόδια</span><br><span style="color: #000000;">και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;</span><br><span style="color: #000000;">Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν</span><br><span style="color: #000000;">μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους</span><br><span style="color: #000000;">ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου</span><br><span style="color: #000000;">μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι</span><br><span style="color: #000000;">και τα πιστά κομματικά σκυλιά.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">31 </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας χτυπούν στα βράχια</span><br><span style="color: #000000;">ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*</span><br><span style="color: #000000;">δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.</span><br><span style="color: #000000;">Ο φόβος του θανάτου τι είναι</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο φόβο</span><br><span style="color: #000000;">ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">32</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.</span><br><span style="color: #000000;">Χωνόμαστε στη λάσπη</span><br><span style="color: #000000;">στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.</span><br><span style="color: #000000;">Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.</span><br><span style="color: #000000;">Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">33</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα</span><br><span style="color: #000000;">δίχως χρόνο νεκρό</span><br><span style="color: #000000;">μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα</span><br><span style="color: #000000;">μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.</span><br><span style="color: #000000;">Παλινδρομείς</span><br><span style="color: #000000;">Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου</span><br><span style="color: #000000;">πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;</span><br><span style="color: #000000;">Τα σκουριασμένα σπαθιά</span><br><span style="color: #000000;">οι στυφοί καρποί στα πανέρια</span><br><span style="color: #000000;">η αναμονή που πάει να γίνει</span><br><span style="color: #000000;">παραδοχή της ήττας</span><br><span style="color: #000000;">α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι</span><br><span style="color: #000000;">κι αν δε βραχούν τα πόδια σου</span><br><span style="color: #000000;">πάει, σ’ έκλεισαν έξω.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">34</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τα κουνούπια</span><br><span style="color: #000000;">παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">35</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας εξηγούν κυνικά</span><br><span style="color: #000000;">έτσι απροκάλυπτα</span><br><span style="color: #000000;">πως θα βουλιάξουμε.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">36</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγωνιζόμαστε λέμε</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής</span><br><span style="color: #000000;">τσακιζόμαστε να προσπέσουμε. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">37</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέφτουν ηρωικά</span><br><span style="color: #000000;">στα τέσσερα</span><br><span style="color: #000000;">σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">38</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">39</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια</span><br><span style="color: #000000;">καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο</span><br><span style="color: #000000;">σαν τον Κυρίνο.</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,</span><br><span style="color: #000000;">και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα</span><br><span style="color: #000000;">και προπαγανδιστική δραστηριότητα*</span><br><span style="color: #000000;">σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο</span><br><span style="color: #000000;">και τους πατούμε στο λαιμό</span><br><span style="color: #000000;">αν είναι, τοιουτοτρόπως,</span><br><span style="color: #000000;">να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία». </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">40</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;σαι λοιπόν τώρα</span><br><span style="color: #000000;">εδώ σ&#8217; αυτή την κόχη</span><br><span style="color: #000000;">όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.</span><br><span style="color: #000000;">Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται</span><br><span style="color: #000000;">και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται</span><br><span style="color: #000000;">τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.</span><br><span style="color: #000000;">Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς</span><br><span style="color: #000000;">έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη</span><br><span style="color: #000000;">προς την οδό της Βασιλείας</span><br><span style="color: #000000;">Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι</span><br><span style="color: #000000;">ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">41</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό</span><br><span style="color: #000000;">μακριά από το δάσος.</span><br><span style="color: #000000;">Χωρίς πυξίδα και χάρτη</span><br><span style="color: #000000;">κινήσαμε να βρούμε την έξοδο</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αυτό τον απέραντο στρατώνα.</span><br><span style="color: #000000;">Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν</span><br><span style="color: #000000;">και θα βρεθούμε αντιμέτωποι</span><br><span style="color: #000000;">με τις ορδές των βαρβάρων.</span><br><span style="color: #000000;">Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι</span><br><span style="color: #000000;">και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.</span><br><span style="color: #000000;">Τα νυχτοπούλια κλαίνε</span><br><span style="color: #000000;">ψυχές Καταραμένες</span><br><span style="color: #000000;">καθώς τ&#8217; Όρνεο απλώνει τα φτερά του</span><br><span style="color: #000000;">πάνω από τον κόσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε</span><br><span style="color: #000000;">άφωνοι και απαθείς</span><br><span style="color: #000000;">ο ωκεανός παρέρχεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα</span><br><span style="color: #000000;">μπρος στον αδέκαστο κριτή</span><br><span style="color: #000000;">που τρώει τα σωθικά του</span><br><span style="color: #000000;">όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.</span><br><span style="color: #000000;">Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">κλείστηκε στον εαυτό-του</span><br><span style="color: #000000;">αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου</span><br><span style="color: #000000;">στα κάγκελα μιας γλάστρας.</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που τα άλλα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">έπιναν αχόρταγα το φως</span><br><span style="color: #000000;">και γίνονταν διάφανα</span><br><span style="color: #000000;">κι άνθιζαν και γελούσαν,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι</span><br><span style="color: #000000;">κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,</span><br><span style="color: #000000;">σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,</span><br><span style="color: #000000;">το φαρμάκι.</span><br><span style="color: #000000;">Την ώρα που τ&#8217; άλλα φυτά</span><br><span style="color: #000000;">τα ‘δερνε ο βοριάς</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς καμιά ρυτίδα ν&#8217; αυλακώνει την ψυχή-τους,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό σιγά &#8211; σιγά γλιστρούσε</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στα δίκτυα του θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">κι είτανε τόσο πικραμένο</span><br><span style="color: #000000;">που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,</span><br><span style="color: #000000;">έγιναν μελάνι.</span><br><span style="color: #000000;">Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του</span><br><span style="color: #000000;">μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα</span><br><span style="color: #000000;">που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις</span><br><span style="color: #000000;">μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό</span><br><span style="color: #000000;">και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο</span><br><span style="color: #000000;">εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του</span><br><span style="color: #000000;">που αρνήθηκε τον ήλιο!</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><em><span style="color: #000000;">«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»</span></em><br><em><span style="color: #000000;">Ιωβ, ιη&#8217; 12</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ&#8217; όλους-μας</span><br><span style="color: #000000;">«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε</span><br><span style="color: #000000;">«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει</span><br><span style="color: #000000;">πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά</span><br><span style="color: #000000;">ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».</span><br><span style="color: #000000;">0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος</span><br><span style="color: #000000;">σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα</span><br><span style="color: #000000;">είταν σα μηχανή</span><br><span style="color: #000000;">που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι</span><br><span style="color: #000000;">ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο</span><br><span style="color: #000000;">γιατί άλλαξαν τ&#8217; αφεντικά</span><br><span style="color: #000000;">(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν</span><br><span style="color: #000000;">αφέντη-του).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων</span><br><span style="color: #000000;">ένα κομμάτι ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του</span><br><span style="color: #000000;">δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι</span><br><span style="color: #000000;">κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.</span><br><span style="color: #000000;">Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά</span><br><span style="color: #000000;">πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του; </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,</span><br><span style="color: #000000;">ακόμα να βρει τα νερά-του</span><br><span style="color: #000000;">ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα</span><br><span style="color: #000000;">και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.</span><br><span style="color: #000000;">Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια</span><br><span style="color: #000000;">κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.</span><br><span style="color: #000000;">Τι ευφροσύνη Θεέ-μου</span><br><span style="color: #000000;">τι έξαλλη χαρά!</span><br><span style="color: #000000;">Εις μάτην όμως η αναστάτωση</span><br><span style="color: #000000;">σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα</span><br><span style="color: #000000;">σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του</span><br><span style="color: #000000;">—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα</span><br><span style="color: #000000;">Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του</span><br><span style="color: #000000;">και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.</span><br><span style="color: #000000;">Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων</span><br><span style="color: #000000;">αν μη τι άλλο,</span><br><span style="color: #000000;">η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα</span><br><span style="color: #000000;">ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,</span><br><span style="color: #000000;">τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον</span><br><span style="color: #000000;">κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός</span><br><span style="color: #000000;">μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν</span><br><span style="color: #000000;">ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο</span><br><span style="color: #000000;">μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του</span><br><span style="color: #000000;">είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς</span><br><span style="color: #000000;">και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί</span><br><span style="color: #000000;">και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε</span><br><span style="color: #000000;">από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια</span><br><span style="color: #000000;">στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα</span><br><span style="color: #000000;">πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.</span><br><span style="color: #000000;">Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από</span><br><span style="color: #000000;">καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας</span><br><span style="color: #000000;">τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν</span><br><span style="color: #000000;">επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως</span><br><span style="color: #000000;">δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε</span><br><span style="color: #000000;">πουλί! </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων</span><br><span style="color: #000000;">μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.</span><br><span style="color: #000000;">Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά</span><br><span style="color: #000000;">από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:</span><br><span style="color: #000000;">Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως</span><br><span style="color: #000000;">Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας</span><br><span style="color: #000000;">Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία</span><br><span style="color: #000000;">Να μην σκέπτεται&#8221; να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε</span><br><span style="color: #000000;">αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.</span><br><span style="color: #000000;">Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να</span><br><span style="color: #000000;">προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.</span><br><span style="color: #000000;">Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.</span><br><span style="color: #000000;">Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων</span><br><span style="color: #000000;">από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.</span><br><span style="color: #000000;">Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του</span><br><span style="color: #000000;">ο Τζων το πιόνι της πτώσεως</span><br><span style="color: #000000;">ο υιός της απωλείας! </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:</span><br><span style="color: #000000;">δεν ομιλεί ποτέ</span><br><span style="color: #000000;">δεν επιζεί παρά μόνο</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος</span><br><span style="color: #000000;">και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.</span><br><span style="color: #000000;">Είναι νευρωτικό</span><br><span style="color: #000000;">κρύβεται τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">κλαίει κρυφά</span><br><span style="color: #000000;">φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,</span><br><span style="color: #000000;">το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να&#8217; σαι ο τελευταίος στην κλίμακα</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς</span><br><span style="color: #000000;">να μη φιλάς πόδια</span><br><span style="color: #000000;">να μην κλαίγεσαι</span><br><span style="color: #000000;">φτωχός αλλά υπερήφανος</span><br><span style="color: #000000;">(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)</span><br><span style="color: #000000;">να λες πάντοτε την αλήθεια</span><br><span style="color: #000000;">να κεντρίζεις</span><br><span style="color: #000000;">και να* χεις να παλέψεις με πολλούς</span><br><span style="color: #000000;">που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,</span><br><span style="color: #000000;">αυτό σημαίνει να&#8217; σαι ποιητής.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή</span><br><span style="color: #000000;">τι γυρεύεις</span><br><span style="color: #000000;">σημαδεμένος</span><br><span style="color: #000000;">παράλυτος εδώ και δυό χρόνια</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα</span><br><span style="color: #000000;">να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάει πια</span><br><span style="color: #000000;">έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά</span><br><span style="color: #000000;">σε γκρεμίζει.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι</span><br><span style="color: #000000;">δε θα τραγουδά τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο</span><br><span style="color: #000000;">μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη</span><br><span style="color: #000000;">και θα παραμονεύει</span><br><span style="color: #000000;">πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα</span><br><span style="color: #000000;">να τον ξεσκίσει</span><br><span style="color: #000000;">να τον κάνει κομματάκια</span><br><span style="color: #000000;">για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα</span><br><span style="color: #000000;">κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήγαινε δυστυχισμένε</span><br><span style="color: #000000;">να φέρεις την κόρη-σου πίσω</span><br><span style="color: #000000;">— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ&#8217; το Χάρο —</span><br><span style="color: #000000;">πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται</span><br><span style="color: #000000;">Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει</span><br><span style="color: #000000;">εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του</span><br><span style="color: #000000;">κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Κόρη-μου,</span><br><span style="color: #000000;">σπλάχνο-μου αναρχικό</span><br><span style="color: #000000;">πληθωρικό</span><br><span style="color: #000000;">ατιμασμένο</span><br><span style="color: #000000;">ως πότε θα βρυχιέσαι</span><br><span style="color: #000000;">ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,</span><br><span style="color: #000000;">Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.</span><br><span style="color: #000000;">Σήκω λοιπόν</span><br><span style="color: #000000;">τι κάθεσαι;</span><br><span style="color: #000000;">Παρ&#8217; το σπαθί-σου</span><br><span style="color: #000000;">κόψε τα σάπια μέλη</span><br><span style="color: #000000;">του κυρού-σου πρώτα, εμέ</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα βγες στους δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">κόψε και φύτεψε</span><br><span style="color: #000000;">χειραφετήσου</span><br><span style="color: #000000;">οδήγα-με.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική</span><br><span style="color: #000000;">αλλά και φρόνιμη,</span><br><span style="color: #000000;">πήρε απ&#8217; το χέρι τον τυφλό πατέρα-της</span><br><span style="color: #000000;">και τον οδήγησε στον Κολωνό</span><br><span style="color: #000000;">όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές</span><br><span style="color: #000000;">εγνώρισε τον εαυτό-του</span><br><span style="color: #000000;">κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του</span><br><span style="color: #000000;">εκστατικά τραγουδώντας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα και τυφλός κόρη-μου</span><br><span style="color: #000000;">δεν τα βάζω κάτω.</span><br><span style="color: #000000;">Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ</span><br><span style="color: #000000;">θα νικήσω το θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">θα επιζήσω</span><br><span style="color: #000000;">για να πράξω, να πάθω και να μάθω</span><br><span style="color: #000000;">και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας</span><br><span style="color: #000000;">θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα</span><br><span style="color: #000000;">σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα</span><br><span style="color: #000000;">ρηγοπούλα χιλιόπλουμη</span><br><span style="color: #000000;">χώνεται μες στα μουστάκια-σου</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου</span><br><span style="color: #000000;">και πηδάς να την φτάσεις.</span><br><span style="color: #000000;">Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά</span><br><span style="color: #000000;">εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ&#8217; ουρανού</span><br><span style="color: #000000;">ανεβαίνει</span><br><span style="color: #000000;">τραγουδώντας</span><br><span style="color: #000000;">χορεύοντας</span><br><span style="color: #000000;">ξεχνώντας</span><br><span style="color: #000000;">την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα</span><br><span style="color: #000000;">σα χορδές άρπας</span><br><span style="color: #000000;">για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά &#8211; λιγνά-της δάχτυλα</span><br><span style="color: #000000;">πένθιμους σκοπούς</span><br><span style="color: #000000;">και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα</span><br><span style="color: #000000;">και κυνηγάς την πεταλούδα</span><br><span style="color: #000000;">που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">πάνω στα γένια του Παντοκράτορα</span><br><span style="color: #000000;">του Κραταιού</span><br><span style="color: #000000;">και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.</span><br><span style="color: #000000;">Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια</span><br><span style="color: #000000;">και φουσκωμένα τα πανιά</span><br><span style="color: #000000;">μετέωρος</span><br><span style="color: #000000;">ατσίγγανος</span><br><span style="color: #000000;">Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος</span><br><span style="color: #000000;">σαν γάτα». </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">CARMINA PARVA</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ποντίκι ροκανίζει</span><br><span style="color: #000000;">μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.</span><br><span style="color: #000000;">Μήπως ειν&#8217; ο Θεός;</span><br><span style="color: #000000;">Κι αν είναι αυτός</span><br><span style="color: #000000;">προς τι η υπονόμευση;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου&#8217; ρθες έτσι αγνώριστη</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου&#8217; ρθες έτσι αστόλιστη</span><br><span style="color: #000000;">πώς μου’ ρθες λαβωμένη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προς ποίησιν</span><br><span style="color: #000000;">Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου</span><br><span style="color: #000000;">πόσο αίμα να σου δώσω;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περσεφόνη και Χάροντας</span><br><span style="color: #000000;">—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες</span><br><span style="color: #000000;">παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν</span><br><span style="color: #000000;">—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες</span><br><span style="color: #000000;">να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.</span><br><span style="color: #000000;">Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων</span><br><span style="color: #000000;">και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">VI</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερωτικό</span><br><span style="color: #000000;">Αν ανοίξεις την καρδιά-μου</span><br><span style="color: #000000;">θα βρεις τα μάτια-σου*</span><br><span style="color: #000000;">αν ανοίξεις τα χέρια-μου</span><br><span style="color: #000000;">θα βρεις τα καρφιά-σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">VII</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επτάστιχο</span><br><span style="color: #000000;">Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου</span><br><span style="color: #000000;">οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου</span><br><span style="color: #000000;">το κορμί-μου γέμισε πληγές</span><br><span style="color: #000000;">οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.</span><br><span style="color: #000000;">Ζητώ αίμα για να ζήσω</span><br><span style="color: #000000;">κι αυτοί ζητάνε προσφορές</span><br><span style="color: #000000;">να βάφουνε τους δρόμους. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο Π ο ι η τ ή ς :</span><br><span style="color: #000000;">Οιδίποδα</span><br><span style="color: #000000;">δίποδε, τρίποδε, τετράποδε</span><br><span style="color: #000000;">έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως αίνιγμα είταν</span><br><span style="color: #000000;">κι η λύση του αινίγματος</span><br><span style="color: #000000;">πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.</span><br><span style="color: #000000;">Ξεκίνησες για να το λύσεις</span><br><span style="color: #000000;">μα απέτυχες οικτρά</span><br><span style="color: #000000;">και γκρεμίστηκες κι εσύ.</span><br><span style="color: #000000;">0 Ο ι δ ί π ο υ ς :</span><br><span style="color: #000000;">Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες</span><br><span style="color: #000000;">κι όμως εκείνοι θρύψαλα &#8211; βολίδες στο κορμί-σας</span><br><span style="color: #000000;">πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν</span><br><span style="color: #000000;">και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά</span><br><span style="color: #000000;">και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά</span><br><span style="color: #000000;">giα να τα κατοικήσετε. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων</span><br><span style="color: #000000;">πλην ημών, κόντε-μου;</span><br><span style="color: #000000;">Να&#8217; ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας</span><br><span style="color: #000000;">και να χάνεται</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς να χάσκουμε</span><br><span style="color: #000000;">να λιγοθυμούμε</span><br><span style="color: #000000;">να νίπτουμε τας χείρας-μας</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων</span><br><span style="color: #000000;">Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;</span><br><span style="color: #000000;">Κι ύστερα ν&#8217; ανεβαίνουμε μια σκάλα</span><br><span style="color: #000000;">που την έχτισαν άλλοι</span><br><span style="color: #000000;">να βγάζουμε λόγους</span><br><span style="color: #000000;">να φωνασκούμε</span><br><span style="color: #000000;">και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο</span><br><span style="color: #000000;">αλύτρωτοι και μισότρελοι</span><br><span style="color: #000000;">και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο</span><br><span style="color: #000000;">κι ότι γενεί</span><br><span style="color: #000000;">Απ&#8217; τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων</span><br><span style="color: #000000;">πλην ημών, κόντε-μου;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πίδακες αιμάτων μέσα-μου</span><br><span style="color: #000000;">Εστίες συγκρούσεων</span><br><span style="color: #000000;">Ανακοινωθέντα</span><br><span style="color: #000000;">παρασημοφορήσεις</span><br><span style="color: #000000;">— και να μην μπορείς να μιλήσεις —</span><br><span style="color: #000000;">Πίδακες αιμάτων</span><br><span style="color: #000000;">σπασμένες αρτηρίες</span><br><span style="color: #000000;">ενδοσωματική ερήμωση.</span><br><span style="color: #000000;">Πέφτω</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΩΒ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><em><span style="color: #000000;">«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου</span></em><br><em><span style="color: #000000;">η μερίς»</span></em><br><em><span style="color: #000000;">ΙΩΒ, λ&#8217; 19</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλώς ορίσατε και σήμερα</span><br><span style="color: #000000;">να φάτε από τη σάρκα-μου</span><br><span style="color: #000000;">αγαθά-μου σκουλήκια.</span><br><span style="color: #000000;">Μη φοβάστε&#8221; δε σας διώχνω.</span><br><span style="color: #000000;">Είστε τόσο λευκά</span><br><span style="color: #000000;">σαν την καλοσύνη του Κυρίου</span><br><span style="color: #000000;">που μ&#8217; έριξε από τ’ αρχοντικό-μου</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; αυτή την κοπριά</span><br><span style="color: #000000;">που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου</span><br><span style="color: #000000;">που με ξεκλήρισε.</span><br><span style="color: #000000;">Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς</span><br><span style="color: #000000;">που δε με σήκωνε το χώμα</span><br><span style="color: #000000;">τώρα κάθε πρωί</span><br><span style="color: #000000;">και λέω θ&#8217; αναληφθώ.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">σταυρωτά κυκλικά πλεκτά</span><br><span style="color: #000000;">κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.</span><br><span style="color: #000000;">Κλαίω</span><br><span style="color: #000000;">προσεύχομαι</span><br><span style="color: #000000;">καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα</span><br><span style="color: #000000;">κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω</span><br><span style="color: #000000;">προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει</span><br><span style="color: #000000;">δεν βρίσκω τίποτα.</span><br><span style="color: #000000;">Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου</span><br><span style="color: #000000;">που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Το χώμα κι η στάχτη ειν&#8217; η πατρίδα μου. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος</span><br><span style="color: #000000;">με υψηλά, με άπιαστα όνειρα</span><br><span style="color: #000000;">κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν</span><br><span style="color: #000000;">τι νόημα έχει γι&#8217; αυτόν η ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,</span><br><span style="color: #000000;">μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού</span><br><span style="color: #000000;">η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;</span><br><span style="color: #000000;">Και κάθονταν κι αναρωτιόταν</span><br><span style="color: #000000;">κι είχε στο νου-του ο δυστυχής</span><br><span style="color: #000000;">τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου</span><br><span style="color: #000000;">που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους</span><br><span style="color: #000000;">για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,</span><br><span style="color: #000000;">αυτοί αρνήθηκαν:</span><br><span style="color: #000000;">-Δεν είστε καλά, τους είπαν.</span><br><span style="color: #000000;">Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο</span><br><span style="color: #000000;">τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί</span><br><span style="color: #000000;">κι ειν&#8217; η ζωή-του μαύρη.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε</span><br><span style="color: #000000;">τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα&#8217; βρει; </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μελέτη θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε</span><br><span style="color: #000000;">με πόθο τρομερό θανάτου</span><br><span style="color: #000000;">— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —</span><br><span style="color: #000000;">Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα</span><br><span style="color: #000000;">με κομποσκοίνι τον τυλίγουν</span><br><span style="color: #000000;">και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.</span><br><span style="color: #000000;">Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:</span><br><span style="color: #000000;">«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; όλο το βάρος των κριμάτων-σου,</span><br><span style="color: #000000;">κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει</span><br><span style="color: #000000;">με φως ν&#8217; αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».</span><br><span style="color: #000000;">Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται</span><br><span style="color: #000000;">Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν ξυπνήσει</span><br><span style="color: #000000;">θα τον πάρει από το χέρι</span><br><span style="color: #000000;">μαζί ν’ ανηφορίσουν</span><br><span style="color: #000000;">για την πολίχνη των ονείρων-τους.</span></p>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Χριστούγεννα 1981. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 160px;"><em><span style="color: #000000;">«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ&#8217; αγκάθι»</span></em><br><span style="color: #000000;">ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή</span><br><span style="color: #000000;">μπρος στον καθρέπτη.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν η πόρτα κτύπησε</span><br><span style="color: #000000;">στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.</span><br><span style="color: #000000;">Δεν άνοιξε</span><br><span style="color: #000000;">Πέρα &#8211; χιλιάδας μίλια μακριά &#8211;</span><br><span style="color: #000000;">ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της</span><br><span style="color: #000000;">κι εκείνη περίβλεπτη &#8211; αειπάρθενος ετρόμαζε</span><br><span style="color: #000000;">μήπως ανοίξει η πόρτα.</span><br><span style="color: #000000;">Ένα &#8211; ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της</span><br><span style="color: #000000;">και ρίγος ηδονής την ταράζει</span><br><span style="color: #000000;">— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —</span><br><span style="color: #000000;">Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί</span><br><span style="color: #000000;">σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.</span><br><span style="color: #000000;">Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε</span><br><span style="color: #000000;">του κορμιού-της το μυστικό βάθος</span><br><span style="color: #000000;">ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές</span><br><span style="color: #000000;">και εισέρχεται ο ιχθύς</span><br><span style="color: #000000;">γαλάζιος πιότερο από μένα.</span><br><span style="color: #000000;">Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι</span><br><span style="color: #000000;">σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους</span><br><span style="color: #000000;">οπότε η κόρη αποσυντίθεται</span><br><span style="color: #000000;">σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες</span><br><span style="color: #000000;">και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να &#8216;ν αργά.</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη</span><br><span style="color: #000000;">την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:</span><br><span style="color: #000000;">μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της</span><br><span style="color: #000000;">να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.</span><br><span style="color: #000000;">Από τις θηλές των μαστών-της</span><br><span style="color: #000000;">ένα &#8211; ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά</span><br><span style="color: #000000;">στον κάδο με τα κόλλυβα</span><br><span style="color: #000000;">κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:</span><br><span style="color: #000000;">εκείνη ανώνυμη</span><br><span style="color: #000000;">εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.</span><br><span style="color: #000000;">0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου</span><br><span style="color: #000000;">εωσότου την ανακτήσει</span><br><span style="color: #000000;">κι εκείνη απόρθητη καλόγρια</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ δε θα ξαναγδυθεί</span><br><span style="color: #000000;">γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1979—1982</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΛΟΓΟΣ I</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ</span><br><span style="color: #000000;">να βγάλω το άχτι-μου.</span><br><span style="color: #000000;">Μακροχρονίως</span><br><span style="color: #000000;">θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν</span><br><span style="color: #000000;">θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25</span><br><span style="color: #000000;">θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.</span><br><span style="color: #000000;">Όσο για το μοιχό</span><br><span style="color: #000000;">που μου έκλεψε την κόρη-μου,</span><br><span style="color: #000000;">το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος</span><br><span style="color: #000000;">και θα με σκεφτόταν εμένα;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΛΟΓΟΣ II</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με συγχωρείτε,</span><br><span style="color: #000000;">μα ήδη, αγαπητοί,</span><br><span style="color: #000000;">οι αντιστίχοι-μου άναψαν.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο&nbsp; &nbsp; Λ Ο I Μ Ο Σ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου</span><br><span style="color: #000000;">Και τα ποιήματα μου</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους</span><br><span style="color: #000000;">Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη</span><br><span style="color: #000000;">Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς</span><br><span style="color: #000000;">ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους</span><br><span style="color: #000000;">Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά</span><br><span style="color: #000000;">ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.</span><br><span style="color: #000000;">Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.</span><br><span style="color: #000000;">Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λευκωσία πορνείο ανοιχτό</span><br><span style="color: #000000;">Λουλούδι μαραμένο</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία πράσινη</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία της Γραμμής</span><br><span style="color: #000000;">Εμπορείο πατρίδων</span><br><span style="color: #000000;">Λεωφορείο απάτριδων</span><br><span style="color: #000000;">Παντού αδιέξοδα</span><br><span style="color: #000000;">Παντού στρογγυλά τραπέζια</span><br><span style="color: #000000;">Παντού Σιωπή</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία σκληρή πραγματικότης</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός</span><br><span style="color: #000000;">Καράβι δίχως άγκυρα</span><br><span style="color: #000000;">Ναυτία τού ποιητή</span><br><span style="color: #000000;">Αδιέξοδα &#8230; αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία κυπαρίσσι</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία κενοτάφιο</span><br><span style="color: #000000;">Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα</span><br><span style="color: #000000;">Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός</span><br><span style="color: #000000;">«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν</span><br><span style="color: #000000;">τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου</span><br><span style="color: #000000;">ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;</span><br><span style="color: #000000;">Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,</span><br><span style="color: #000000;">να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">MEANING DEATH</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά</span><br><span style="color: #000000;">Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά</span><br><span style="color: #000000;">Τα χέρια κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα</span><br><span style="color: #000000;">Γυμνή μέσα στο δάσος</span><br><span style="color: #000000;">Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή</span><br><span style="color: #000000;">Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι</span><br><span style="color: #000000;">Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται</span><br><span style="color: #000000;">Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα</span><br><span style="color: #000000;">Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου</span><br><span style="color: #000000;">Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί</span><br><span style="color: #000000;">Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει</span><br><span style="color: #000000;">ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου</span><br><span style="color: #000000;">Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα</span><br><span style="color: #000000;">— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —</span><br><span style="color: #000000;">Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε</span><br><span style="color: #000000;">Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται</span><br><span style="color: #000000;">Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του</span><br><span style="color: #000000;">Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του</span><br><span style="color: #000000;">—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —</span><br><span style="color: #000000;">Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;</span><br><span style="color: #000000;">Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;</span><br><span style="color: #000000;">«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»</span><br><span style="color: #000000;">Και τα νερά πικράθηκαν</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό</span><br><span style="color: #000000;">Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων</span><br><span style="color: #000000;">Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου</span><br><span style="color: #000000;">Να σου κρύβει τα πάντα</span><br><span style="color: #000000;">«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»</span><br><span style="color: #000000;">τις νύχτες</span><br><span style="color: #000000;">Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους</span><br><span style="color: #000000;">Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο</span><br><span style="color: #000000;">μαξιλάρι της Ελένης</span><br><span style="color: #000000;">Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει</span><br><span style="color: #000000;">—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —</span><br><span style="color: #000000;">Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.</span></p>
<p></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">Στο Νίκο Χριστοδούλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε</span><br><span style="color: #000000;">και στις σπονδές,</span><br><span style="color: #000000;">όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,</span><br><span style="color: #000000;">πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώ ήλιε που χρόνια σ&#8217; ονειρευόμαστε</span><br><span style="color: #000000;">— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —</span><br><span style="color: #000000;">λαμπερό σημάδι του ονείρατου</span><br><span style="color: #000000;">που αφυπνίζει τ&#8217; αστέρια,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ</span><br><span style="color: #000000;">τρέχα και κρύψου στα βουνά</span><br><span style="color: #000000;">να σκοτεινιάσει ο κόσμος</span><br><span style="color: #000000;">κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται</span><br><span style="color: #000000;">σ&#8217; ένα πικρό &#8211; βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ήρθαν κακοί καιροί•</span><br><span style="color: #000000;">φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα</span><br><span style="color: #000000;">κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•</span><br><span style="color: #000000;">να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω</span><br><span style="color: #000000;">— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;</span><br><span style="color: #000000;">Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας</span><br><span style="color: #000000;">και κλέψαμε απ&#8217; τα σύγνεφα τον ήλιο.</span><br><span style="color: #000000;">Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου</span><br><span style="color: #000000;">να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •</span><br><span style="color: #000000;">να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου</span><br><span style="color: #000000;">στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,</span><br><span style="color: #000000;">να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο</span><br><span style="color: #000000;">και να ποτίζει τις ψυχές.</span><br><span style="color: #000000;">Κι ήταν κατά το σούρουπο</span><br><span style="color: #000000;">κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν</span><br><span style="color: #000000;">και βγήκανε οι χωρικοί</span><br><span style="color: #000000;">με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια</span><br><span style="color: #000000;">μην τύχει και τους βρούνε,</span><br><span style="color: #000000;">μα μόλις έφτασαν εκεί</span><br><span style="color: #000000;">σταθήκαν άφωνοι όλοι•</span><br><span style="color: #000000;">τ&#8217; αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς</span><br><span style="color: #000000;">κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.</span><br><span style="color: #000000;">Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας</span><br><span style="color: #000000;">και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.</span><br><span style="color: #000000;">Κλάψαμε&#8230; Κλάψαμε&#8230; Κλάψαμε&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα</span><br><span style="color: #000000;">πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους</span><br><span style="color: #000000;">— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.</span><br><span style="color: #000000;">Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής</span><br><span style="color: #000000;">τρέξαμε να γλυτώσουμε•</span><br><span style="color: #000000;">μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.</span><br><span style="color: #000000;">Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα</span><br><span style="color: #000000;">&#8216;Ιμάτια του &#8216;Εσταυρωμένου.</span><br><span style="color: #000000;">Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά</span><br><span style="color: #000000;">των&nbsp; Αγγέλων.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">III</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.</span><br><span style="color: #000000;">Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.</span><br><span style="color: #000000;">Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά</span><br><span style="color: #000000;">σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων</span><br><span style="color: #000000;">το αίμα ξεπετιέται ακράτητο</span><br><span style="color: #000000;">και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κείνα τα παιδιά</span><br><span style="color: #000000;">που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους</span><br><span style="color: #000000;">με ιδρωμένα τα πρόσωπα,</span><br><span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,</span><br><span style="color: #000000;">Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη</span><br><span style="color: #000000;">σαν τα χείλια της μάνας τους&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Νύχτα γυμνή&#8230; Νύχτα σκληρή&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος</span><br><span style="color: #000000;">εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.</span><br><span style="color: #000000;">Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,</span><br><span style="color: #000000;">μη γινόμενο δάκρυ</span><br><span style="color: #000000;">στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,</span><br><span style="color: #000000;">χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι</span><br><span style="color: #000000;">που μόνο η γης τους αφουγκράζεται&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νύχτα γυμνή&#8230; Νύχτα σκληρή&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Αγάπη τ&#8217; ανθρώπου που να σ&#8217; έκρυψαν τώρα;</span><br><span style="color: #000000;">Γέλιο της Μοίρας που να σ&#8217; έχτισαν τώρα;</span><br><span style="color: #000000;">Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους</span><br><span style="color: #000000;">και προμηνύσαν το θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους</span><br><span style="color: #000000;">πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.</span><br><span style="color: #000000;">Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μετρήσω το φλοίσβο</span><br><span style="color: #000000;">μες στα ποτάμια το αίμα;</span><br><span style="color: #000000;">Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•</span><br><span style="color: #000000;">Μοίρα που δεν μπορεί να &#8216;σαι η μοίρα μου</span><br><span style="color: #000000;">Καρδιά που δεν μπορεί να &#8216;σαι η καρδιά μου</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μερέψω το θάνατο;</span><br><span style="color: #000000;">Τα κύματα σπάνε στους βράχους.</span><br><span style="color: #000000;">Ή ζωή τελειώνει στους βράχους</span><br><span style="color: #000000;">κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες μες στα σπίτια μας</span><br><span style="color: #000000;">που τα ρημάξαν οι καιροί</span><br><span style="color: #000000;">γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης</span><br><span style="color: #000000;">σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,</span><br><span style="color: #000000;">διαβάζουμε τα κοινωνικά</span><br><span style="color: #000000;">σε μια σκισμένη εφημερίδα.</span><br><span style="color: #000000;">Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;</span><br><span style="color: #000000;">Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•</span><br><span style="color: #000000;">η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να θρηνήσεις το γαίμα</span><br><span style="color: #000000;">πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;</span><br><span style="color: #000000;">Περνούν οι μέρες σκοτεινές</span><br><span style="color: #000000;">κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.</span><br><span style="color: #000000;">Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια</span><br><span style="color: #000000;">γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,</span><br><span style="color: #000000;">τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας</span><br><span style="color: #000000;">μα μαραθήκαν</span><br><span style="color: #000000;">τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">VI</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ&#8217; ακρογιάλι.</span><br><span style="color: #000000;">Κοιμήθηκες πάνω στ&#8217; ατίθασο πέπλο της θάλασσας</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.</span><br><span style="color: #000000;">Βγήκες σαν &#8216;Αφροδίτη μέσα απ&#8217; τα κύματα</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη</span><br><span style="color: #000000;">(όπως θ&#8217; αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα</span><br><span style="color: #000000;">της Σελήνης)</span><br><span style="color: #000000;">την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο</span><br><span style="color: #000000;">την άλλη μέρα</span><br><span style="color: #000000;">πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.</span><br><span style="color: #000000;">(&#8216;Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ&#8217;</span><br><span style="color: #000000;">είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).</span><br><span style="color: #000000;">Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ&#8217; ακρογιάλι.</span><br><span style="color: #000000;">Ματωμένα Κοράλλια </span><br><span style="color: #000000;">οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές</span><br><span style="color: #000000;">τα σιτάρια καμένα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,</span><br><span style="color: #000000;">χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν</span><br><span style="color: #000000;">γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,</span><br><span style="color: #000000;">χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,</span><br><span style="color: #000000;">να τ αγγίζουν για ώρες&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">‘Ω νέκρα, ώ νέκρα</span><br><span style="color: #000000;">ώ κραυγή τ&#8217; ανθρώπου πού πλανιέται</span><br><span style="color: #000000;">ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π&#8217; αποκοιμιέται,</span><br><span style="color: #000000;">ώ γης αστέρευτου καημού</span><br><span style="color: #000000;">ώ γης άμετρου πάθους&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Πράσινη θάλασσα,</span><br><span style="color: #000000;">κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες</span><br><span style="color: #000000;">κοράλλια ανεξάντλητα</span><br><span style="color: #000000;">κόκκινα γαρούφαλλα</span><br><span style="color: #000000;">κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια</span><br><span style="color: #000000;">κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.</span><br><span style="color: #000000;">Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη</span><br><span style="color: #000000;">και λες σαν μάνα πού &#8216;λειψε στα στήθια της το γάλα</span><br><span style="color: #000000;">και τα μωρά της τα &#8216;ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς</span><br><span style="color: #000000;">ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει</span><br><span style="color: #000000;">έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της</span><br><span style="color: #000000;">με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">VII</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα πέτρινο λουλούδι</span><br><span style="color: #000000;">ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα σπασμένο κοχύλι</span><br><span style="color: #000000;">άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς</span><br><span style="color: #000000;">να θρηνεί την Περσεφόνη.</span><br><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό</span><br><span style="color: #000000;">έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IΧ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.</span><br><span style="color: #000000;">Κομμάτιασαν τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,</span><br><span style="color: #000000;">μα ζήσαμε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.</span><br><span style="color: #000000;">Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας</span><br><span style="color: #000000;">τα &#8216;θελε ανθισμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,</span><br><span style="color: #000000;">&#8216;Ανοίξαμε τα βήματα</span><br><span style="color: #000000;">και χορέψαμε το δρεπάνι.</span><br><span style="color: #000000;">Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων</span><br><span style="color: #000000;">και μάθαμε ν&#8217; αντέχουμε στους κεραυνούς.</span><br><span style="color: #000000;">Ζήσαμε&#8230; Αναπνέψαμε&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,</span><br><span style="color: #000000;">βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•</span><br><span style="color: #000000;">τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ζήσαμε&#8230; Αναπνέψαμε&#8230;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">Χ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος</span><br><span style="color: #000000;">σμίξαν τις ώρες τ&#8217; άπογέματου</span><br><span style="color: #000000;">και φτιάξαν την παντγιέρα μας.</span><br><span style="color: #000000;">Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος</span><br><span style="color: #000000;">δέθηκαν με τα μπράτσα μας•</span><br><span style="color: #000000;">δώσαν φωτιά στα μάτια μας</span><br><span style="color: #000000;">να φοβηθούν οι άνομοι</span><br><span style="color: #000000;">και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας. </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό ήλιος,</span><br><span style="color: #000000;">Η Σελήνη,</span><br><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αστέρια&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι</span><br><span style="color: #000000;">που κοιμάται κάτω απ&#8217; τα δέντρα</span><br><span style="color: #000000;">για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη</span><br><span style="color: #000000;">θάλασσα.</span><br><span style="color: #000000;">Κι οι πρόσφυγες μ&#8217; ένα πιάτο στα χέρια τους</span><br><span style="color: #000000;">για λίγο ψωμί και τυρί</span><br><span style="color: #000000;">— ο ήλιος γελά —</span><br><span style="color: #000000;">κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους</span><br><span style="color: #000000;">και τό φεγγάρι κλαίει&#8230;</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.</span><br><span style="color: #000000;">Γύρω μας φωτιές</span><br><span style="color: #000000;">στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,</span><br><span style="color: #000000;">στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.</span><br><span style="color: #000000;">Ανατολή και Δύση λυπούνται.</span><br><span style="color: #000000;">Τί τραγική ειρωνεία. </span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί</span><br><span style="color: #000000;">σπαρμένοι μες στους κάμπους</span><br><span style="color: #000000;">κι η γης γεμάτη θρύψαλα</span><br><span style="color: #000000;">κι η γης γεμάτη πέτρες,</span><br><span style="color: #000000;">σαβανωμένη — κόκκινη,</span><br><span style="color: #000000;">σαβανωμένη — στείρα</span><br><span style="color: #000000;">με τα δεντρά της άφωνα</span><br><span style="color: #000000;">με τις χαρές της μαύρες</span><br><span style="color: #000000;">με τα παιδιά της ορφανά</span><br><span style="color: #000000;">να κλαιν μέσα στους δρόμους.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε παρακαλώ•</span><br><span style="color: #000000;">μη μου μιλάς για την αγάπη.</span><br><span style="color: #000000;">Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.</span><br><span style="color: #000000;">—Τ&#8217; αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,</span><br><span style="color: #000000;">τα μάτια σου —</span><br><span style="color: #000000;">Μόνο δος μου τα χέρια σου.</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.</span><br><span style="color: #000000;">Σάπια κορμιά και βρώμικα,</span><br><span style="color: #000000;">σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,</span><br><span style="color: #000000;">πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;</span></p>
<p></p>
<p><span style="color: #000000;">V</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας</span><br><span style="color: #000000;">και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια καλοζωή•</span><br><span style="color: #000000;">βαλάντια έγκυα,</span><br><span style="color: #000000;">αρνητές του πολέμου.</span><br><span style="color: #000000;">Όμως αλλοίμονο</span><br><span style="color: #000000;">όταν τα τσεκούρια</span><br><span style="color: #000000;">θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων</span><br><span style="color: #000000;">κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν</span><br><span style="color: #000000;">θα κοκκινίζουν στο αίμα.</span></p>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;">1976-1979</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΚΥΠΡΟΣ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τόσοι καημοί που σ&#8217; έζωσαν</span><br><span style="color: #000000;">και σ&#8217; έριξαν στο χώμα,</span><br><span style="color: #000000;">μα μάχεσαι και με ψυχή</span><br><span style="color: #000000;">και λιονταρίσιο σώμα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι</span><br><span style="color: #000000;">λαμπάδα μες στους κόσμους</span><br><span style="color: #000000;">να φέγγεις στους μικρόψυχους</span><br><span style="color: #000000;">μάνα, πατρίδα, φώς μου.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο</span><br><span style="color: #000000;">περνούν από δίπλα μας•</span><br><span style="color: #000000;">τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.</span><br><span style="color: #000000;">Μη&#8230; μη φοβάσαι&#8230; Είμαι κοντά σου&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Μην κλαις&#8230; Σ&#8217; αγαπώ&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους</span><br><span style="color: #000000;">Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.</span><br><span style="color: #000000;">^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.</span><br><span style="color: #000000;">Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,</span><br><span style="color: #000000;">πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε</span><br><span style="color: #000000;">θάνατε!</span><br><span style="color: #000000;">Όλα ψεύτικα&#8230; Όλα γυάλινα&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Πού να &#8216;σαι γλυκέ μου αδελφέ;</span><br><span style="color: #000000;">Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.</span><br><span style="color: #000000;">Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις&#8230; ζεις&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">όπου και να &#8216;σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.</span><br><span style="color: #000000;">Μην φεύγεις• σε προσμένω.</span></p>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1976 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 200px;"><span style="color: #000000;">«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».</span><br><span style="color: #000000;">ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόψε τ&#8217; αστέρια μας ξεχνούν</span><br><span style="color: #000000;">κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.</span><br><span style="color: #000000;">(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)</span><br><span style="color: #000000;">κι εμείς κουρασμένοι</span><br><span style="color: #000000;">λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε αστέρι κι ένας τάφος</span><br><span style="color: #000000;">κάθε τάφος και σιωπή.</span><br><span style="color: #000000;">Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.</span><br><span style="color: #000000;">Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,</span><br><span style="color: #000000;">μας διαλύει μέσα στη δίνη του.</span><br><span style="color: #000000;">Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.</span><br><span style="color: #000000;">Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.</span><br><span style="color: #000000;">Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">να ροκανίσουν την υποκρισία μας</span><br><span style="color: #000000;">σαν τα παλιά χειρόγραφα τ&#8217; αδέξιου ποιητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΗΣ, 1979 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.</span><br><span style="color: #000000;">Ο ήλιος στενάζει, τ&#8217; αστέρια σωπαίνουν</span><br><span style="color: #000000;">κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις</span><br><span style="color: #000000;">απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»</span><br><span style="color: #000000;">Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε</span><br><span style="color: #000000;">το γαίμα ραντίζει τους δρόμους</span><br><span style="color: #000000;">κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΡΙΖΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα βράχια ετούτα</span><br><span style="color: #000000;">κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.</span><br><span style="color: #000000;">Στα πετρόχτιστα κάστρα</span><br><span style="color: #000000;">πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.</span><br><span style="color: #000000;">Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,</span><br><span style="color: #000000;">τούτους τούς βράχους πού οι αετοί</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα κατοικούνε</span><br><span style="color: #000000;">τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί</span><br><span style="color: #000000;">πού φτάνουν ως τις μέρες μας.</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα</span><br><span style="color: #000000;">χωρίς αδικίες.</span><br><span style="color: #000000;">Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης</span><br><span style="color: #000000;">του ποδιού, του χεριού</span><br><span style="color: #000000;">και της θλίψης στα πρόσωπα.</span><br><span style="color: #000000;">Αυτά τα παγωμένα χέρια,</span><br><span style="color: #000000;">τα κοίλα χέρια</span><br><span style="color: #000000;">που ζητιανεύουν</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε είχαν τη δύναμη</span><br><span style="color: #000000;">ν&#8217; ανεβάζουν τον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">πάνω απ&#8217; τις καρδιές μας,</span><br><span style="color: #000000;">κάποτε είχαν τη δύναμη</span><br><span style="color: #000000;">να σπέρνουν την ελπίδα</span><br><span style="color: #000000;">στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας</span><br><span style="color: #000000;">για να φυτρώσει μια μαργαρίτα</span><br><span style="color: #000000;">μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.</span><br><span style="color: #000000;">Τουλάχιστον τότε</span><br><span style="color: #000000;">μπορούσαμε να εξακριβώσουμε</span><br><span style="color: #000000;">αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν</span><br><span style="color: #000000;">και κλεινόμασταν στα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας</span><br><span style="color: #000000;">για να κλάψουμε.</span><br><span style="color: #000000;">Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας</span><br><span style="color: #000000;">και δεν μας ανήκουν•</span><br><span style="color: #000000;">η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα</span><br><span style="color: #000000;">πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΗΣ 1979 </span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου</span><br><span style="color: #000000;">δε θα &#8216;χαν τούτες οι πέτρες ιστορία</span><br><span style="color: #000000;">κι η λεύκα θα υπέφερε</span><br><span style="color: #000000;">από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•</span><br><span style="color: #000000;">γι&#8217; αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες</span><br><span style="color: #000000;">βλέπουν τη λεύκα λυγερή</span><br><span style="color: #000000;">να τρέχει στους βραχότοπους</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεριές του πεύκου,</span><br><span style="color: #000000;">γι&#8217; αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά</span><br><span style="color: #000000;">τηράει ένα δάκρυ</span><br><span style="color: #000000;">στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΡΤΗΣ 1978</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΑΠΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ζεσταίνω τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">στον χινοπωριάτικον ήλιο•</span><br><span style="color: #000000;">εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός</span><br><span style="color: #000000;">διαθλώντας τα δάκρυα</span><br><span style="color: #000000;">στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών</span><br><span style="color: #000000;">πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.</span><br><span style="color: #000000;">Ζεσταίνω τα χέρια μου</span><br><span style="color: #000000;">και τ&#8217; ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.</span><br><span style="color: #000000;">Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,</span><br><span style="color: #000000;">και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους</span><br><span style="color: #000000;">γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης</span><br><span style="color: #000000;">και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους</span><br><span style="color: #000000;">γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποτάμι πάψε πια να κλαις</span><br><span style="color: #000000;">πάψε να κελαρύζεις</span><br><span style="color: #000000;">τι, όλος ο κόσμος σώπασε</span><br><span style="color: #000000;">μονάχα εσύ γροικιέσαι&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς</span><br><span style="color: #000000;">θρήνους συρτούς της νύχτας</span><br><span style="color: #000000;">σε πιάνει το παράπονο</span><br><span style="color: #000000;">κι αναστενάζεις σφόδρα:</span><br><span style="color: #000000;">«Σαν όντας δεν κατέχετε</span><br><span style="color: #000000;">ποτέ σας μη μιλάτε</span><br><span style="color: #000000;">εσείς της νύχτας &#8216;πόκληροι,</span><br><span style="color: #000000;">ανήξεροι διαβάτες.</span><br><span style="color: #000000;">Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη</span><br><span style="color: #000000;">πάψε ν&#8217; αναστενάζεις,</span><br><span style="color: #000000;">σκόρπισε τα φαρμάκια σου</span><br><span style="color: #000000;">ξανά μες στα νερά μου</span><br><span style="color: #000000;">κι εγώ απαλά θα τα κυλώ</span><br><span style="color: #000000;">για τις μεριές του νήλιου&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Έλα γλυκιά μου, μην αργείς</span><br><span style="color: #000000;">ρίξε μου σεληνόφως».</span><br><span style="color: #000000;">—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα</span><br><span style="color: #000000;">και πλιό, δέν άνιμένω</span><br><span style="color: #000000;">ώρες αμέτρητες σκυφτή</span><br><span style="color: #000000;">τον ερωπλάνον ήλιο</span><br><span style="color: #000000;">κι η μάνα μου η θεότρελη•</span><br><span style="color: #000000;">η νύχτα η Μαυροχέρα,</span><br><span style="color: #000000;">αυτόνε θέλει για γαμπρό</span><br><span style="color: #000000;">ουδ&#8217; άλλο, ουδέ κανένα».</span><br><span style="color: #000000;">—«&#8221;Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις</span><br><span style="color: #000000;">το ποταμάκι το μικρό</span><br><span style="color: #000000;">παράφορα αγαπά σε</span><br><span style="color: #000000;">φαρμάκωστο, παράτα το</span><br><span style="color: #000000;">μα ερωτικά κοιτά σε».</span></p>
<p></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μόλις παίρνει να βραδιάσει</span><br><span style="color: #000000;">γίνομαι άλλος άνθρωπος•</span><br><span style="color: #000000;">είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια</span><br><span style="color: #000000;">πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.</span><br><span style="color: #000000;">Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•</span><br><span style="color: #000000;">σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,</span><br><span style="color: #000000;">τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε νύχτα πεθαίνω&#8230;</span><br><span style="color: #000000;">Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ</strong></span><br><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016</strong></span></h3>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="My Movie" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/YbA1xLzCtu4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>
<p></p>
<h2 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Η ευταξία στο στόχαστρο</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.</span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Χρήστος Μαυρής &nbsp;στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΝΑΥΑΓΙΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,<br></span><span style="color: #000000;">αρκει να μην έχουν σχέση<br></span><span style="color: #000000;">με πρόσωπα και πράγματα.<br></span><span style="color: #000000;">Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια<br></span><span style="color: #000000;">που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου<br></span><span style="color: #000000;">ή στην επικράτεια των συμβόλων.<br></span><span style="color: #000000;">Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων<br></span><span style="color: #000000;">στον αχανη βυθο των λογισμων<br></span><span style="color: #000000;">που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)<br></span><span style="color: #000000;">στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα<br></span><span style="color: #000000;">λοξοκοιτώντας σαν χαμένα<br></span><span style="color: #000000;">Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)<br></span><span style="color: #000000;">σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα<br></span><span style="color: #000000;">ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους<br></span><span style="color: #000000;">που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει<br></span><span style="color: #000000;">με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.<br></span><span style="color: #000000;">Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.<br></span><span style="color: #000000;">Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο<br></span><span style="color: #000000;">κι αυτο γελούσε<br></span><span style="color: #000000;">όλο του ξέφευγε και γελούσε.<br></span><span style="color: #000000;">Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε<br></span><span style="color: #000000;">τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης<br></span><span style="color: #000000;">σύννεφο, σύννεφο τρελο<br></span><span style="color: #000000;">στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><br></span><span style="color: #000000;">Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.<br></span><span style="color: #000000;">Και μην πουλήσεις την ψυχη σου<br></span><span style="color: #000000;">για λίγες κάλπικες ημέρες.<br></span><span style="color: #000000;">Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες<br></span><span style="color: #000000;">πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.<br></span><span style="color: #000000;">Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει<br></span><span style="color: #000000;">σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα<br></span><span style="color: #000000;">στο κυνήγι της δόξας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λευκωσία 9.9.2016</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a style="color: #000000;" href="http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293" rel="nofollow">http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293</a></span></p>
<p></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ</strong>&nbsp;(σ. 18)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)<br></span><span style="color: #000000;">στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα<br></span><span style="color: #000000;">λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)<br></span><span style="color: #000000;">σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα<br></span><span style="color: #000000;">απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.<br></span><span style="color: #000000;">Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα<br></span><span style="color: #000000;">ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους<br></span><span style="color: #000000;">που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει<br></span><span style="color: #000000;">με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς<br></span><span style="color: #000000;">Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.<br></span><span style="color: #000000;">Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ</strong>&nbsp;(σ. 58)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε</span><br><span style="color: #000000;">τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να</span><br><span style="color: #000000;">δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.</span><br><span style="color: #000000;">Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να</span><br><span style="color: #000000;">πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για</span><br><span style="color: #000000;">τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις</span><br><span style="color: #000000;">τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της</span><br><span style="color: #000000;">φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε</span><br><span style="color: #000000;">τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες</span><br><span style="color: #000000;">και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-</span><br><span style="color: #000000;">διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.</span><br><span style="color: #000000;">Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;</span><br><span style="color: #000000;">Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-</span><br><span style="color: #000000;">σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο</span><br><span style="color: #000000;">λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.</span><br><span style="color: #000000;">Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι</span><br><span style="color: #000000;">έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><a style="color: #000000;" href="http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html" rel="nofollow">http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html</a></span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>Δοκιμές συγκολλήσεως</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως&nbsp;</span><span style="color: #000000;">εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγή</span><span style="color: #000000;">θηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους&nbsp;</span><span style="color: #000000;">εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη&nbsp;</span><span style="color: #000000;">του ξύλου» (σελ. 21).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του,&nbsp;</span><span style="color: #000000;">όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του&nbsp;</span><span style="color: #000000;">ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του,&nbsp;</span><span style="color: #000000;">λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια&nbsp;</span><span style="color: #000000;">ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση&nbsp;</span><span style="color: #000000;">του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μόνος, κατάμονος.</span><br><span style="color: #000000;">Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί</span><br><span style="color: #000000;">κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.</span><br><span style="color: #000000;">Το ξύδι κι η χολή</span><br><span style="color: #000000;">που σε πότισαν</span><br><span style="color: #000000;">αυτοί που τώρα κοίταζαν</span><br><span style="color: #000000;">τη σκόνη στα ρούχα τους.</span><br><span style="color: #000000;">Μόνος!</span><br><span style="color: #000000;">Κι ο κύρης σου στ&#8217; αμόνι σκυφτός</span><br><span style="color: #000000;">στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά». </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις</span><br><span style="color: #000000;">και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων</span><br><span style="color: #000000;">που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται</span><br><span style="color: #000000;">κι αμέσως κατακάθονται</span><br><span style="color: #000000;">με βαριά καρδιά στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τα νεκρά ρινίσματα</span><br><span style="color: #000000;">και κει που δεν το περιμέναμε</span><br><span style="color: #000000;">μια εστία φωτιάς στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)</span><br><span style="color: #000000;">κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας</span><br><span style="color: #000000;">ανέβαιναν πάλι</span><br><span style="color: #000000;">και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα</span><br><span style="color: #000000;">κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα</span><br><span style="color: #000000;">και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά</span><br><span style="color: #000000;">μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά</span><br><span style="color: #000000;">την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων</span><br><span style="color: #000000;">που δεν τα βάζουνε κάτω</span><br><span style="color: #000000;">παρά καλύπτονται προσεχτικά</span><br><span style="color: #000000;">κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης</span><br><span style="color: #000000;">και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν</span><br><span style="color: #000000;">(εκεί να μένουν ζωντανά)</span><br><span style="color: #000000;">κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας</span><br><span style="color: #000000;">και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.</span><br><span style="color: #000000;">Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.</span><br><span style="color: #000000;">Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:</span><br><span style="color: #000000;">«Μέταλλα της μνήμης»</span><br><span style="color: #000000;">(απόσπασμα):</span><br><span style="color: #000000;">«Ξυπνώντας μεσάνυχτα</span><br><span style="color: #000000;">για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.</span><br><span style="color: #000000;">Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες</span><br><span style="color: #000000;">με τις αγκούσες στην τσάντα σου</span><br><span style="color: #000000;">στων βουνών τις κορφές</span><br><span style="color: #000000;">αναζητώντας το νόημα</span><br><span style="color: #000000;">των συνεχών περιπλανήσεων</span><br><span style="color: #000000;">των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες</span><br><span style="color: #000000;">με το λιγοστό φως των φαναριών»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Δεν έμαθα την τέχνη σου</span><br><span style="color: #000000;">και να που τώρα δυσκολεύομαι</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης</span><br><span style="color: #000000;">λίγη φωτιά περισσότερη απ&#8217; ό,τι χρειάζεται</span><br><span style="color: #000000;">και τα κομμάτια σωριάζονται</span><br><span style="color: #000000;">άμορφες μάζες στο πάτωμα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω</span><br><span style="color: #000000;">τα παλιά σου ήλεκτρα</span><br><span style="color: #000000;">να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.</span><br><span style="color: #000000;">Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ&#8217; απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).</span><br><span style="color: #000000;">Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής</span><br><span style="color: #000000;">γράφει (απόσπασμα):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες</span><br><span style="color: #000000;">οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη</span><br><span style="color: #000000;">που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»</span><br><span style="color: #000000;">και συνεχίζει:</span><br><span style="color: #000000;">«Η σκόνη στα πλεμόνια σας</span><br><span style="color: #000000;">ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.</span><br><span style="color: #000000;">Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.</span><br><span style="color: #000000;">Και μόνοι!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.</span><br><span style="color: #000000;">Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ&#8217; ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι</span><br><span style="color: #000000;">οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.</span><br><span style="color: #000000;">Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους</span><br><span style="color: #000000;">τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά</span><br><span style="color: #000000;">δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,</span><br><span style="color: #000000;">των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».</span><br><span style="color: #000000;">Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».</span><br><span style="color: #000000;">Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):</span><br><span style="color: #000000;">Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:</span><br><span style="color: #000000;">«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.</span><br><span style="color: #000000;">Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου</span><br><span style="color: #000000;">και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;</span><br><span style="color: #000000;">Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν</span><br><span style="color: #000000;">προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται</span><br><span style="color: #000000;">κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.</span><br><span style="color: #000000;">Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου</span><br><span style="color: #000000;">θα χαθεί για πάντα</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις</span><br><span style="color: #000000;">μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση</span><br><span style="color: #000000;">ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.</span><br><span style="color: #000000;">Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;</span><br><span style="color: #000000;">Τι να κάνω πια τα δάκρυα</span><br><span style="color: #000000;">και τους θεατρινισμούς των κηδειών;</span><br><span style="color: #000000;">Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ&#8217; αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να</span><br><span style="color: #000000;">επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.</span><br><span style="color: #000000;">Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.</span><br><span style="color: #000000;">Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.</span><br><span style="color: #000000;">Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα ταχτοποιήθηκαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.</span></p>
<h2>&nbsp;</h2>
<h2><span style="color: #000000;">Λοκριγκάνα</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></span></h3>
<h3><span style="color: #000000;">Β<strong>ΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Παραδαρμός εν Αλβαφήτω</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Ιατρική Βεβαίωση</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Α. ΠΑΝΑΤΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο<br></span><span style="color: #000000;">όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…<br></span><span style="color: #000000;">|Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,<br></span><span style="color: #000000;">Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα<br></span><span style="color: #000000;">Λοιμός και άλλα ποιήματα<br></span><span style="color: #000000;">Ηλεκτρονική Έκδοση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">Στυφά κυδώνια</span></h2>
<h3>&nbsp;</h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>Φωτηλασία</strong></span></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199</span></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/09/%ce%bb%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b1%cf%83-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
